diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 35978-0.txt | 7515 | ||||
| -rw-r--r-- | 35978-0.zip | bin | 0 -> 181585 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 7531 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/35978-0.txt b/35978-0.txt new file mode 100644 index 0000000..97618c6 --- /dev/null +++ b/35978-0.txt @@ -0,0 +1,7515 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Orphan, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Orphan + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Release Date: April 27, 2011 [EBook #35978] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ORPHAN *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable +help in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, the spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. Three footnotes +have been placed at the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. +Τρεις υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του +βιβλίου. + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + + + +Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ + + + +O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ + +1912 + + + +ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΣΤΩΝΟΣ + + + +Ο ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ + + + + — Α! αυτό πρώτη φορά είνε· άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο! + +Ούτω πως εξέφραζε μετά γέλωτος την έκπληξίν του ο αγαθός +Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, ο εξασκήσας επί πενήντα έτη σωστά το +ιατρικόν επάγγελμα εις Σ . . . , όταν έν δειλινόν εκλήθη να +επισκεφθή χάσκουσαν και αιμάσσουσαν πληγήν επάνω εις το +δεξιόν οφρύδιον μιας καλής οικοκυράς, της Αρετής Καβούλαινας. +Ο ιατρός εξήτασε το τραύμα, το εκαθάρισε καλώς διά του +χειρουργικού ψαλιδίου, είτα το έρραψε λίαν επιτηδείως. Ήτο +προφανώς από δαγκωματιάν ανθρώπου, και μάλιστα γυναικός· αλλά +το βάθος και το εύρος των ιχνών απεδείκνυον ότι είχε δοθή +σχεδόν μετά θηριώδους ορμής. + +Ελέχθη, και ο κόσμος όλος επίστευσεν, αν και δεν είχε κληθή ο +ειρηνοδίκης ή ο αστυνόμος του τόπου διά να ενεργήσωσιν +ανακρίσεις και συντάξωσιν έκθεσιν, ότι είχον μαλώσει από +ημερών δύο συμπεθέραις, η παθούσα, η Αρετή Καβούλαινα, και η +δράσασα, η Αρετή Χαρανίνα, (οποία σύμπτωσις, δύο Αρεταί να +τρώγωνται ούτω μεταξύ των), και η δευτέρα, εν τη μανία της +οργής της, ερρίφθη κατεπάνω της άλλης και την εδάγκασε τόσον +φοβερά εις το πρόσωπον. Όθεν το τόσω αφελές σχόλιον του +Γερμανού ιατρού είχε κάπως τον τόπον του. + +Εν τούτοις η αγχιστεία των ήτο πολύ παλαιά, και, κατά την +παροιμίαν, «είχε ψοφήσει το βώδι τους — πάει η κολληγιά +τους». Ο αδελφός της Καβούλαινας και η αδελφή της Χαρανίνας, +οίτινες απετέλουν πάλαι ποτέ ανδρόγυνον, προ πολλού δεν +υπήρχον πλέον εις τον κόσμον. Ο μόνος καρπός της συζυγίας +των, το ίχνος της διαβάσεώς των, (το μόνον, διότι παν άλλο +ίχνος των εχάθη εις το υγρόν στοιχείον, καθώς θα ίδωμεν), +ήτον ο μοναχογυιός των Στάμος Καβούλης, εικοσιδύο ετών +σήμερον, εξ αφορμής του οποίου σχεδόν είχαν μαλώσει αι δυο +παλαιαί συμπεθέραι. + +Πώς να μη μαλώσουν, αφού η θεια του η Καβούλαινα ήθελε να τον +παντρέψη με το μέρος όπου επροτίμα αυτή, χωρίς να λάβη την +άδειαν και της θειας του της Χαρανίνας. Ήτον, αλήθεια, +ακριβός και περιζήτητος γαμβρός ο Στάμος. Αλλά να θέλη, η +προς πατρός θεία του να τον μεταχειρισθή ως πράγμα ιδικόν +της, χωρίς να έχη είδησιν και η άλλη θεια του, η από το μέρος +της μητρός, πού ηκούσθη αυτό; Γίνονται ποτέ αυταίς η +δουλειαίς χωρίς να ερωτηθούν οι συγγενείς μεταξύ τους; +Μερικοί συγγενείς μάλιστα είνε πολύ αυστηροί εις το κεφάλαιον +τούτο, ώστε, εάν δεν ερωτηθούν να δώσουν γνώμην περί του +υποψηφίου προσώπου και της οικογενείας του και δεν κληθούν +εις τα μπασίδια, εις τον γάμον, ούτε θέλουν ν' αναγνωρίσουν +τον νέον εξ αγχιστείας συγγενή, είτε νύμφη είτε γαμβρός είνε. + +Του Στάμου οι γονείς είχον αποθάνει, όταν αυτός ήτο βρέφος, +και όλοι μεν οι συγγενείς εφρόντισαν περί της ανατροφής του, +αλλ' υπέρ πάντας και πάσας η προς μητρός θεία του η Χαρανίνα. +Ούτος υπήρξεν όχι απλώς ορφανός, αλλ' αυτό τούτο +«πεντάρφανος». Διότι μετά τον θάνατον της μητρός του Ζωίτσας, +(θάνατον τραγικόν, ή μάλλον τρυγικόν, ως θα ίδωμεν), ευθύς, +μετ' ολίγον ο πατήρ του ο Γιάννης Καβούλης είχε λάβει +δευτέραν σύζυγον, με την εύλογον πρόφασιν την οποίαν +ευρίσκουν πρόχειρον όλοι οι έχοντες τέκνα χηρευμένοι· αλλ' +εις αυτήν την περίπτωσιν δεν επρόκειτο μόνον διά την +περίθαλψιν του μικρού Στάμου, έχοντος ηλικίαν ολίγων μηνών· +υπήρχε και είς παλαιός έρως του Γιάννη με την Φλωρού, την +δευτέραν σύζυγόν του. Είτα μετά έν έτος επήγε κι' ο πατέρας +του, αδικοθάνατος κι' αυτός. Ύστερον η μητρυιά του, μετ' ου +πολύ, εξέχασε τον παλαιόν έρωτα κ' έλαβε δεύτερον άνδρα. Τότε +ο μικρός Στάμος ευρέθη εις την οικίαν, ήτις ήτο προικώα της +μητρός του, μεταξύ μιας μητρυιάς κ' ενός συζύγου της +μητρυιάς, παραμητρυιού. Οι συγγενείς τότε εζήτησαν να +παραλάβουν τον μικρόν από τας χείρας της μητρυιάς του, αλλ' +αύτη μη έχουσα τέκνον, και ίσως θέλουσα να έχη απολογίαν εις +την συνείδησίν της, επειδή εκατοίκει και διητάτο εις την +οικίαν της προκατόχου της, επέμεινε να τον κρατήση κ' +επεδείκνυε προς αυτόν μελετημένην στοργήν. Δυστυχώς, η Φλωρού +μετ' ολίγον χρόνον απέθανε κι' αυτή. Ο χάρος εμάχετο πολύ το +σπίτι εκείνο. Τότε ο παραμητρυιός του επήρεν άλλην +παραμητρυιάν, κ' εκατοίκησεν αλλού. Τέλος, η θεια η Χαρανίνα +επήρε τον Στάμον εις την οικίαν της και εις αυτής τας χείρας +εμεγάλωσεν ο νέος. + +Είχεν εγερθή ζήτημα επ' ευκαιρία της τελευταίας ταύτης +επιγαμίας, αν επετρέπετο να γείνη γάμος, και ο αρχαϊκός παππ' +Αλέξανδρος, ο επίτροπος του δεσπότη, δεν ήθελε να δώση +άδειαν, λόγω ότι η τελευταία αυτή παραμητρυιά, καίτοι πρώτην +φοράν υπανδρευομένη αυτή, ενυμφεύετο τον παραμητρυιόν δίγαμον +εκ διγαμίας, και άρα απετελείτο τετραγαμία. Αλλ' οι +ενδιαφερόμενοι «επήγαν παραμέσα», δηλ. έκαμον έκκλησιν εις +την αρχιεπισκοπήν, και Πρωτοσύγκελλος, αφού έλαβεν, ως +ελέχθη, δύο εκατοστάρικα (όπως πιστεύουν τινές ότι συμβαίνει +κάποτε λόγω εκκλησιαστικής «οικονομίας»), εν αγνοία, ως +φαίνεται, του Δεσπότη, όστις διετέλει σχεδόν εις ανικανότητα, +επέτρεψε τον γάμον. + +Ούτω πως ανετράφη ο Στάμος, ο υιός του Γιάννη Καβούλη, ο +«πεντάρφανος». Και σήμερον, όταν επρόκειτο να τον νυμφεύσουν, +εφιλονείκησαν τόσον κακά αι δύο του θείαι. Εν τούτοις, το +μέρος το οποίον ήθελεν η θεια η Καβούλαινα ήτο καλόν και +ήρεσκεν εις αυτόν τον νέον. Αλλ' η Χαρανίνα ησθάνετο την +φιλοτιμίαν της προσβαλλομένην, επειδή ήθελε να φανή ότι αυτή +έπρεπε να τον υπανδρεύση και όχι η θεία του η άλλη. + +Ο νέος, ικετικώς, είχεν ειπεί εις την θεια Χαρανίναν· + + — Ντέρτι δικό μου, θεια, κασσαβέτι δικό σου! + +Η φράσις αύτη, την οποίαν μαζί με άλλα ρητά και παροιμίας +είχεν ακούσει από τους θείους του τους Χαραναίους (απλοϊκούς +και λίαν εντίμους γεωργοκτηματίας) εσήμαινε περίπου, ότι το +πρώτον πρόσωπον ήτο αρμόδιον να κρίνη περί υποθέσεως αφορώσης +αυτό, και όχι τα δεύτερα και τα τρίτα. Ήλπιζε δε διά της +πραότητός του ν' αφοπλίση την ανδρογυναίκα την οποίαν μεγάλως +εσέβετο, διότι εις την οικίαν της είχεν ανδρωθή και την +εγνώριζεν ως μητέρα. + +Αλλ' υπό ποίας περιστάσεις είχον αποθάνει οι γονείς του, +τούτο θα διηγηθώμεν τώρα. Κατά την εποχήν του τρυγητού η +ατυχής μάνα του, όταν αυτός ήτο νήπιον, επνίγη εντός της +καρούτας όπου επατούσε τα σταφύλια. + +Η καρούτα, ξυλίνη, ήτο τεραστία, χωρούσα στέμφυλα περί τα +εκατόν φορτώματα, ισοδυναμούντα σχεδόν με άλλας τόσας βαρέλας +μούστου. Είχε κατά μήκος άνω προς τα χείλη δύο λεπτάς δοκούς, +συνεχούσας τας δύο πλευράς του πλάτους, αλλ' η γυνή, +ηναγκασμένη να κρατή με την αριστεράν άνω των κνημών τα +φορέματά της, επιάνετο με την δεξιάν από την μίαν δοκόν· αλλ' +επί μίαν στιγμήν συνέβη, ποίος ειξεύρει πώς, να ξεπιασθή, και +τότε εβούλιαξε μέχρι του λαιμού εις τον μούστον. Η αγωνία +υπήρξε βραχεία· μόλις επρόφθασε να εκβάλη κραυγήν. Μετ' ολίγα +λεπτά της ώρας την ηύραν πνιγμένην μέσα εις μεθυστικόν +ρευστόν του Διονύσου. + +Το πώς εχάθη ο πατήρ του ολίγους μήνας μετά τον δεύτερον +γάμον, δεν έμαθε ποτέ ούτε αυτός ο Στάμος, ούτε αι θείαι του, +ούτε παππάς, ούτε πνευματικός, ούτε κανείς άλλος εις τον +τόπον. Εγνώσθη μόνον ότι εβυθίσθη κ' επνίγη με την ιδίαν +γολέτταν του, με την οποίαν εταξείδευε κατ' έτος τα ίδια +κρασιά του και όσα άλλα ηγόραζεν από γείτονας. Είχε φορτώσει +τα κρασιά της άλλης χρονιάς, κατόπιν εκείνων τα οποία +επέπρωτο να γίνωσι πλημμύρα σπονδών εις την αυλήν της οικίας +και εις τον δρόμον, μετά τον πνιγμόν της πρώτης γυναικός του. +Ω! τα μοιραία εκείνα κρασιά των ατυχών αμπέλων! Πλην πόθεν +προήλθε το ναυάγιον και εκ ποίας αφορμής εβυθίσθη η γολέττα; +Επιστεύθη κατ' αρχάς ότι έγεινεν όπως όλα τα ναυάγια, δηλ. +από τρικυμίαν, από ύφαλον ή σκόπελον, κτλ. Την αληθή αιτίαν +μόνον ίσως κανείς γηραλέος πνευματικός, εις την Αγίαν Άνναν ή +εις τα Καψοκαλύβια του Άθωνος, θα την έμαθεν. Αλλ' εχρειάσθη +να παρέλθωσι καιροί και χρόνοι, ν' αποθάνη ο κρυφός αίτιος +της συμφοράς, και η αδελφή του ενόχου να διηγηθη είς τινας +εξαδέλφας της το γεγονός, διά να ξεκολάση, ως είπε, τον +μακαρίτην τον αδελφόν της. + + +Ο αδελφός της αφηγητρίας ήτο μαραγκός (ήτοι ναυπηγός) και +μάλιστα &πουργοτζής& (τριβελιστής) εκτάκτως επιδέξιος. Το +επάγγελμα τούτο δεν τον εμπόδιζε να είνε καλλωπιστής, όλας +τας Κυριακάς και τας εορτάς, θεωρούμενος ως «ασίκης», ωραίος +νέος. Τον καιρόν εκείνον οι νέοι πάσης τάξεως είξευραν τι θα +πη «έρωτας». Έκαμναν πατινάδες συχνά, τας νύκτας, και μάλιστα +όταν εξημέρωνεν εορτή, εις τας ωραίας του τόπου. Ο Γιάννης ο +Καβούλης και ο Νίκος ο Μπελκαρής, ο πουργοτζής, περί ου ο +λόγος, υπήρξαν ποτε αντερασταί. + +Εις τον απάνω Μαχαλάν, άνω της κρημνώδους ακτής, όπου +θραύονται τα κύματα και λαλούν θρηνωδίας οι γλάροι, υπήρχε +μία εύμορφη κοπέλλα η «Φλωρού του Μανάκη», την οποίαν πολλοί +νέοι, καί τινες γέροι, ερωτεύοντο. Διότι υπήρχον πολλά +γεροντοπαλλήκαρα, τα οποία ελάμβαναν μέρος εις τους +νυκτερινούς κώμους. Μίαν νύκτα, υπό τα παράθυρα της ωραίας +Φλωρούς, μεγάλη έρις και σύγκρουσις επήλθε μεταξύ δύο ομίλων. +Η παρέα του Νίκου του πουργοτζή αργοπορούσεν υπό τον εξώστην +της οικίας, τραγουδούσα το «Άστρο της αυγής» και την «Πάπια +του γιαλού»· τότε έφθασεν η παρέα του Γιάννη του Καβούλη, +ψάλλουσα τον «Διπλόν καϋμόν». Τότε αι δυο ομάδες ήλθον εις +ρήξιν. Φαίνεται ότι ο Γιάννης εφάνη σκληρός και βάρβαρος, κ' +εκτύπησε με τας ιδίας χείρας του τον αντεραστήν του. + +Ο Νίκος του είπε «να το κρεμάση σκουλαρίκι», αλλ' ο Καβούλης +δεν το εψήφισεν. Ύστερον από ολίγον καιρόν, ο Γιάννης, αν και +επροτίμα την ωραίαν Φλωρού, υπείκων εις συγγενικάς επιρροάς, +την παρέβλεψε κ' ενυμφεύθη την Ζωίτσαν. Όταν αύτη μετά τινα +χρόνον επνίγη εντός της καρούτας του μούστου, τότε ο Γιάννης +ενθυμήθη την παλαιάν αγάπην του. Η Φλωρού, αν και απόχηρον, +τον ηθέλησε, κ' έγεινεν ο δεύτερος γάμος. Αύτη υπήρξεν η +κυρίως μητρυιά του Στάμου, ήτις είχε δείξει φιλοστοργίαν τινά +προς τον πρόγονόν της κατά τον βραχύν χρόνον ον επέζησε. + +Χαρακτηριστικόν είνε ότι, πριν αποφασίση αύτη να λάβη τον +δεύτερον σύζυγον, τον οποίον έλαβε μετά τον εν θαλάσση +θάνατον του Γιάννη Καβούλη, οι συγγενείς της εξ ονόματος +αυτής είχον ζητήσει αυτόν εκείνον τον Νίκον, τον πουργοτζήν, +τον παλαιόν εραστήν της, μένοντα άγαμον. Αλλ' ούτος ενώ εις +μάτην την είχε ζητήσει άλλοτε, τώρα ηρνήθη. Όλοι οι φίλοι και +οικείοι του δεν ημπόρεσαν τότε να εννοήσουν την αποποίησιν +αυτήν του Νίκου. Αλλ' ο άνθρωπος, καθώς φαίνεται εκ των +ύστερον γνωσθέντων, ίσως είχεν έγκλημα εις την συνείδησίν +του. Ευθύς ύστερον εξενιτεύθη, και αφού έμεινεν επ' ολίγον +καιρόν εις τους αρσανάδες του Αγίου Όρους, εργαζόμενος ως +μαραγκός, απήλθεν εις μίαν παραθαλάσσιον πόλιν της Θράκης, +όπου αποκατεστάθη. + + +Ιδού τώρα, καθώς εβεβαίωσεν η αδελφή του, οποίον υπήρξε το +έγκλημα του Νίκου Μπελκαρή. Ούτος δεν ήτο επιτήδειος +πουργοτζής εις μάτην. Έπνεεν εκδίκησιν κατά του Καβούλη, +όστις του είχε ομιλήση υβριστικώς υπό τα παράθυρα της +Φλωρούς, και ύστερον, μετά καιρόν, του επήρε την αγάπην του, +και μάλιστα εις δεύτερον γάμον· ενώ αυτόν, όταν την εζήτησε, +δεν τον είχε θελήσει εκείνη, και μετά τον γάμον του +αντεραστού με άλλην. + +Ολίγον καιρόν ύστερον από τον δεύτερον γάμον του, η γολέττα +του Καβούλη, είχεν αρχίσει να φορτώνη κρασιά της χρονιάς. +Βαθειά την νύκτα, ενώ ο νεαρός μούτσος εκοιμάτο εις τον +θαλαμίσκον κάτω, ο Νίκος ο Μπελκαρής, ελαφρά-ελαφρά, ως να +επάτει «βαμβακάκια», καθώς λέγουν αι γυναίκες του τόπου, +ετόλμησε να εισέλθη εις την γολέτταν, φέρων δύο μεγάλα +τρύπανα ή τριβέλια περιτυλιγμένα εις λεπτότατον τουλοπάνι. +Κατέβη κάτω εις το αμπάρι, ήναψεν έν κλεπτοφάναρον το οποίον +είχεν εις τον κόλπον του, παρεμέρισεν ολίγους ασκούς γεμάτους +οίνον σιμά εις τα πλευρά του σκάφους, ήνοιξεν οκτώ ή δέκα +τρύπες δεξιά και αριστερά εις τα μαδέρια του πλοίου. Τας +τρύπας ταύτας κατεσκεύασε με την τέχνην την οποίαν αυτός +εγνώριζεν, ουδέ θα συγκατένευε ποτέ να την διδάξη εις άλλον. +Είχε διατρυπήσει όλον σχεδόν το πάχος των σανίδων, αλλ' εις +την αιχμήν του τρυπάνου, προς τα έξω, άφησεν ατρύπητον λεπτόν +φλοιόν, τον οποίον διέθεσε κατά τινα τρόπον, και υπελόγιζεν +ότι εις τόσας ακριβώς ημέρας ή ώρας, έμελλε να τον διαπεράση +το ακάματον μονότονον κύμα, το οποίον θα έπληττε τα πλευρά +του σκάφους. Είχε πληροφορίας ότι η μικρά σκούνα, μέλλουσα να +συμπληρώση το φορτίον την ερχομένην ημέραν, θα απέπλεε την +μεθαύριον· αλλά και αν τυχόν ένεκα περιστάσεων ανεβάλλετο ο +απόπλους, ο &μάστορης& ήτο βέβαιος ότι ο λεπτός φλοιός εις +τον πυθμένα των ωπών, ενόσω το πλοίον έμενεν αραγμένον εις +τον λιμένα, θα αντείχεν εις την μαλακήν προστριβήν του +κύματος· αλλ' άμα το σκάφος θα επελαγώνενο, η δύναμις της +προστριβής θα ήτο πολλαπλασία, και τότε, μετά τινας ώρας, θα +επήρχετο η διάτρησις τον φλοιού και η εισροή των υδάτων εις +το κύτος. + +Επανέφερεν εις την θέσιν των τους ασκούς του οίνου, όσους +είχε χρειασθή να παραμερίση, τους ετοποθέτησε λίαν επιδεξίως +άλλους επ' άλλων, διά να κρύψουν καλώς τας οπάς εις τα κάτω, +δεν ελησμόνησε να σκουπίση και να κάμη άφαντα τα πριονίδια ή +τα μικρά ψήγματα του ξύλου, εμάζωξε τα τριβέλια του, έσβυσε +το κλεπτοφάναρον, και πατών και πάλιν ελαφρά, ανυπόδητος, +επανήλθεν εις το μικρόν φελουκάκι του, το οποίον είχε δέσει +εις το πορτέλλο της γολέττας, και απήλθε να κοιμηθή . . . Τις +οίδεν αν έκαμε και τον σταυρόν του πριν πλαγιάση. + +Εν τοσούτω, η αδελφή του διηγείτο, ότι ο κακοποιός είχε +μεταμεληθή μέχρι της πρωίας και τον έτυπτε μεν η συνείδησις, +αλλά και εφοβείτο μη φωραθή, όθεν επερίμενε την άλλην νύκτα. + +Εμελέτα να υπάγη πάλιν βαθειά τα μεσάνυκτα, διά να ματαιώση +το καταχθόνιον έργον. Είξευρε να φράξη καλώς τας οπάς όπως +είξευρε να τας ανοίξη· τούτο θα κατώρθωνε διά συμπαγούς τινος +μάζης εκ πίσσης και ξύλου. Πλην, φευ! το φόρτωμα της σκούνας +είχε συμπληρωθή έως τ' απόγευμα, κ' επειδή εφύσσα καλός +άνεμος, ο πρώτος Βορράς όστις ήρχισε τον Νοέμβριον να πνέη, ο +Καβούλης, μη θέλων να χάση τον καλόν καιρόν, απεφάσισε κ' +έκαμε πανιά, εκτάκτως όλως προ του μεσονυκτίου, και με τον +απόγειον του βουνού. Τότε ο Νίκος εθεώρησε το πράγμα ως +σημείον, και είπεν ότι, όχι αυτός, αλλ' ο δίκαιος Θεός είχε +καταδικάσει την γολέτταν και τον καραβοκύρην της· ο Θεός ας +έκαμνεν έλεος! + +Μετά τρεις ημέρας ήλθεν είδησις ότι η γολέττα εχάθη. Όλοι οι +θαλασσινοί του τόπου ηπόρησαν με την «ατζαμωσύνην» του +Καβούλη — αγκαλά αυτός ήτο κτηματίας και οινέμπορος, δεν ήτο +ναύτης. Διότι μεγάλη τρικυμία δεν έγεινε, πλην αυτός θα +έπεσεν ως στραβός επάνω εις καμίαν ξέραν . . . + +Μεταξύ ουρανού και πελάγους άγνωστον μυστήριον εδραματουργήθη +την νύκτα εκείνην. Κανείς δεν είξευρε τι είχε συμβή. Η +εκδίκησις του &πουργοτζή& σκληρώς συνετελέσθη. + +Και πάλιν πλούσιαι σπονδαί, όχι πλέον εις την αυλήν και εις +τον δρόμον, αλλ' εις την θάλασσαν αυτήν την φοράν. Ο Βάκχος +εφιλοτιμήθη να δωρήση χιλίους ασκούς οίνου εις τον Ποσειδώνα. +Και έως την αυγήν εφάνησαν μεθυσμένοι όλοι οι Τρίτωνες, και +αι Γοργόνες ελαφρά ζαλισμέναι, πλέουσαι μαλακά εις το κύμα, +κ' αι Σειρήνες ετόνισαν φαιδρόν παροίνιον άσμα διά τους +θεούς, το οποίον ήτο θρήνος και πικρά ειρωνεία διά τους +θνητούς ανθρώπους και την μοίραν των . . . + +Εκ τοιούτων ωρμάτο ο μοναχογυιός ο πεντάρφανος, του οποίου το +περί γάμου ζήτημα είχε δώσει αφορμήν να ρηθή υπό του ιατρού +Βιλδ το αφελές εκείνο απόφθεγμα: + + — Άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο. + +Αφού ο χειρουργός επέδεσε το αιμάσσον τραύμα οι αρραβώνες του +Στάμου ανεβλήθησαν, διότι δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να +παρευρεθώσιν αι δύο θείαι του, η μία με μισό φρύδι φαγωμένον +κ' εστραμμένον, η άλλη με οδόντας παραπολύ οξείς. Τέλος, +ύστερον από ολίγας εβδομάδας, η πρώτη έμεινε με μίαν εις τα +κάτω του μετώπου βαθείαν ουλήν, η δευτέρα δεν ειξεύρω αν +ερρίνισε τους οδόντας της, αλλ' εζήτησε υποκριτικήν +συγχώρησιν, και πρόσκαιρος λυκοφιλία επήλθεν. Ο νέος εζήτησεν +ως χάριν από την θείαν του την αδιάλλακτον να συγκατατεθή εις +τον γάμον, τον οποίον είχε προξενεύσει η άλλη. Ο γάμος +έγεινε. + +Μετά είκοσιν έτη ακόμη ευρίσκομεν τον Στάμον χηρευμένον από +την πρώτην σύζυγον, εισελθόντα εις δεύτερον γάμον. Έκαμε και +από τας δύο πολλά τέκνα, με πλεονασμόν των κορασίων, ως +συνήθως. Αι υποθέσεις δεν επήγαν καλά· όλοι οι &κάπηλοι& και +οι μικρέμποροι του τόπου ήσαν φοβεροί τοκογλύφοι. Ο Θεός, +όστις έκαμε τας αράχνας διά να συλλαμβάνουν τας μυίας, +παρεχώρησε να υπάρχουν οι τοκογλύφοι διά να τιμωρούνται οι +μέθυσοι και οι οκνηροί. + +Ο Στάμος είχεν υποθηκεύσει &το βιος του&, διά το οποίον +εκαυχάτο άλλοτε· επώλησε μέρος των κτημάτων. Εγήρασε προ του +45 έτους, έγεινε φαλακρός. Εκάπνιζε ναργιλέ κατ' οίκον, έπινε +ρώμι και πολύ κρασί, και εις πάσαν υπόθεσιν την οποίαν +διεπραγματεύετο, είτε περί υποθηκεύσεως επρόκειτο, είτε περί +πωλήσεως αγρού, — αλλά συχνά και εις απλάς ομιλίας με φίλους +— δεν έπαυε να επαναλαμβάνη την επωδόν του· + + — Ντέρτι, δικό μου, βρε παιδιά! κασσαβέτι δικό σας. + + + +ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ +ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ + + + +Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς +κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς +καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν +παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο +να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, +σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, +αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι +ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον — εκεί +ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν +υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον +το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός +ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης +Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή +οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας +λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται +προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με +τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων. + +Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, +λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος +Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά +γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι +τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με +ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστερόν ηλέκτρινον +μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενηνταπέντε +χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον +γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς +ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με +αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς +μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα +μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με +την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και +τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος. + +Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε +νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι +πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις +θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη +πλέον μαζί της. + +Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα +παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός +διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και +συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και +θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ το έτος +διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε +εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός +μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς +αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών +και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η +Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη. + + +Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186 . . . +εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, +έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το +τσιμπούκι του κ' ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν +ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και +οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους +κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ' αυτών εις το αχανές, +το άπειρον. Τι εσκέπτετο; + +Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, +και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον +παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί +στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε +παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. +Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφίων ημπορούσε να μην +αγοράζη ψωμί δι' όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. +Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα. +Αλλ' επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τα έξοδα «τον +έτρωγαν!». Είτα αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και +αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα +ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, +θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών +δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά να +καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον +του τόπου. + +Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ' έξω, και όταν +κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά +την Μεγάλην Επανάστασην, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ +αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε +προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς. + +Αλλ' επειδή οι εντόπιοι είχαν αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα +κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και +θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των +εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ' εμπορεύοντο +κ' εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε +συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και +τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία +γενεά, ή μία και ημίσεια, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους +δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ' εαυτών και τα κτήματα. + +Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης +Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ' επ' +εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, +και οι δανεισται προθύμως του έδιδαν, αλλ' απήτουν να τους +καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον +είχε, κατ' αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του +δανειζομένου. . . Πλην φευ! αυτός δεν ήτον ο μόνος καϋμός του +. . . + +Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον +φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί +της κεφαλής. Αλλ' ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον +συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την +πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του . . +. Είχε πρόσφατον πένθος. + + + — Αχ! Τώχασα το καϋμένο μ', το ευάγωγο, τώχασα! + +Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη· Το +καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, +δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν — το οποίον είχε γεννηθή κατά +τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών — του είχεν αποθάνει +προ ολίγων μηνών . . . + +Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον +πόνον του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. +Το εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και +είχε καλάς εικόνας — και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν +Παναγίαν την Πρέκλαν — σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, +πολυέλεον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδύλια αργυρά. Έφερε +πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα +της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να +επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη +δεν είχεν αναφανή εις τα μέρη αυτά. + +Ήτο η προπαραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις +τον ναΐσκον, τιμώμενον επ' ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο +από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές +προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός +του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον +του έν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά +λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά να +γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ' άλλα, +προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων, κ.τ.λ. τα εισέπραττεν +ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του . . . + +Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν . . . . και +ανελογίζετο πως άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον +χωρισμόν από την γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας +της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά +της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο +τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει +τώρα ο γερο-Φραγκούλης. + + — Τώχασα, το καϋμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα! . . . + +Ω δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του +χωρισμόν — την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα — , όσον εθρήνει +την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις +τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη . . . Και +κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ' εθλίβετο . . . Και +ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός +τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας +ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και +της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν . +. . Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον +έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι +κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της +Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν' ακούσωσι τας +ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ' όλον το Δεκαπενταύγουστον . . . + +Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη +ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του +καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη. + +Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν, +όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής +και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς +Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους +και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την +Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους +υπέφερεν από τα στήφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη». +Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από +στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το +αθάνατον εκείνο: + + «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, + Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα. + Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». + +. . . Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την +Παναγίαν, να είνε μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας +πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων . . . » Ω, αυτό είχε την δύναμιν +και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον +παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα +εκ συναισθήσεως . . . + +Ο γερο-Φραγκούλης, επίστευε και έκλαιεν . . . Ω, ναι, ήτον +άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει.....Ηγάπα +την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει +ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. +Τον καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας την +Σινιωρίτισάν του . . . και την ηγάπα ακόμη. Αλλ' όσον +τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, +και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω ατέλειαι των ανθρώπων! + +Τώρα, εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμα και +την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης +αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το +διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!». Επί τέσσαρας εαυτούς +ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε +προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των +ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν +γεμάται από βούλες, και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα +«υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, +σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των +τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, +ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλια «έτικτον» Έπαυσε να τίκτη η +γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν +κ' εξηκολούθουν να τίκτουν . . . + +Ανελογίζετο αυτά, κ' έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, +ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την +πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν +«μονιασμένοι», — όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν όπου +ευρίσκοντο χωρισμένοι, προ δεκαπέντε ετών . . . Τώρα μόνον η +ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να +παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη. + +Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω — +ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον +Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε +δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της, πριν μολυνθή εκ της +επαφής των ματαίων του κόσμου . . . Τον καιρόν εκείνον, είχε +συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα +μεταξύ των συζύγων. Και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, +δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από την πολίχνην την +κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου +εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, και δεν ήτο ερείπιον +όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις +ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, +εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου, κ' εκάπνιζε το μακρόν +τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του +ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον . . . Και +τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, και τώρα ήτο +πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ' είχε πολύ +περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν +ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν' αγαπήση . . . Αλλά +τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν· ηγάπα την +Σινιώραν, την επόνει, αλλ' έκλαιε πολύ περισσότερον διά το +θυγάτριόν τον, το Κουμπιώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!». + +Εκείνην την φοράν, ο παππα-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, +ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, +εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του +είπε μυστηριωδώς· + + — Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ. + + — Τι τρέχει παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις +εμάντευσε πάραυτα. + + — Θα σου έλθη τ' ασκέρι . . . Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, +χωρίς πείσματα . . . + +Ο παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του +Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ +των τεσσάρων; — καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο +να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την +μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή. + + — Θάρθη μαζί κ' η μάνα τους; + + — Βέβαια . . . πιστεύω, είπεν ο παππάς. + + +Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και ήρχισε να σκοτεινιάζη, η +κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα +τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, +γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί +τον σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά — εις ευτελές +δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, το οποίον ωνόμαζε «το κελλί +του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω +νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της +εκκλησίας, κ' έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς +τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών +χωρικών. + +Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε +κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. +Επλησίασε συνεσταλμένη κ' εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος +έτεινε προς αυτήν την χείρα, και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα +του. + +Ήδη ενύκτωνε, και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το +λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ' ομάδας καθίσαντες +οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κ' εκεί επί των χόρτων και των +ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον +πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα +μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε +μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, +Αδάμ!», είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!» + +Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή έξ άλλου +μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του +ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, +αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον +κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από +πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του +μπάρμπα-Δημητρού του ψάλτου, και του Παναγιώτου της +Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη +εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί +τέλους η δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον +επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν +οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ' εξεκόλλησαν τέλος από την +στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και +ήρχισεν η ακολουθία της Αγρυπνίας. + +Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε +από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου, μέχρι +του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας — όπου η +παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος — όλα τα +έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, +μόλις επιτρέπων εις τον κυρ-Δημητρόν τον κάτοχον του +αριστερού χορού να λέγη κι' αυτός από κανένα τροπαράκι, διά +να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ +ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ-Δημητρός, «δεν εύρισκεν +εύκολα τον ήχον», ήτοι δεν ηδύνατο να μεταβή αβιάστως και +άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις το τέλος του Εσπερινού, +μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη +ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε +Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον +το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το +«Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ' ημών». Είτα έψαλεν +Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν +όλων των ητοιμασμένων διά την Θείαν Κοινωνίαν, και εις την +Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το +Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοινωνικόν κτλ. κτλ. + +Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήτον χθες, ο γέρο- +Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη +και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την +Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς +εικόνος εις το ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει +πολλά και χονδρά κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων +χειρομάλλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και +περιπλοκάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίνας, τον πρόθυμον +εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει· +εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιάν το φελόνι του +παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της +Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας +ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το +έδαφος, κ' επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα +σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μην πατή τα +κηρία, γιατί είνε κρίμα. + +Τότε είς των παρεστώτων, υιός πλουσίου του τόπου, από +εκείνους οίτινες εις το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του +Φραγκούλα — και όστις έλέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να +βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος — , ηκούσθη να λέγη ότι +πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία! +. . . η νύχτα μεγαλώνει . . . ισημερία τώρα κοντεύει . . . +έχει νύκτα . . . » + +Αλλ' αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας +οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα +κηρία», αφού άπαξ είνε αγορασμένα και πληρωμένα και είνε +μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της +Παναγίας. Μία απ' αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι' +ένα θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου +Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν +αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα +τα κηρία — και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη +φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα +κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί, και μη αμαρτάνης . . . ». + +Την ιδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελλε τας +μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα +ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ' εσπέρας +αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το +τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με +όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, +όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο +Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν του επέτρεπε να 'πη κ' +εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το +δικό του, ο Φραγκούλας, με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, +εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε +κ' εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε +το θάρρος να του κάμη παρατήρησιν. + + — Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να το +λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και +θέλουν η γυναίκες να τ' ακούνε. + +Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να +λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν +να γράψη. Εννοούσαν να τ' ακούη κι' ο Θεός, κ' η Παναγία, κ' +όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν' ακούση «τα δικά της τα +ονόματα», και να τ' αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά. +Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι' ο παππάς αν ήθελε +να φάγη κι' άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα +έχη καλά με της ενορίτισσαις. + +Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε +δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον +εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους +του, και του λέγει κρυφά· + + — Πατέρα, άφησε και τον μπάρμπα-Δημητρό να ψάλλη «Κύριε +Ελέησον!» + +Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή +ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη +παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι +εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει· + + — Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον». + +Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε +μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε +κατά την Λιτήν το Κύριον ελέησον λέγεται τρις και πότε +τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, +ώστε ο παπάς εβιάσθη ν' απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα +τελευταία ονόματα, και, διά να είνε σύμφωνος με τον ψάλτην, +ήρχισε προ της ώρας να λέγη: « . . . υπέρ του διαφυλαχθήναι, +από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» +και τα εξής. + + +Τέλος, μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η +οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ' έφαγαν ομού και +ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο, +ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του +υπό την οικιακήν στέγην. + +Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα +χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο +το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον +νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί +χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. + +Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η +Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το +«κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της +πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας. + +Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα +άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά +τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να +τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή· + + — Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λέγ' η μητέρα, +ζωνταρφανά. + +Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του +είπε: + + — Τάμαθες, πατέρα; . . . Θα παντρέψουμε τ' Αργυρώ μας. . . +Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είνε πρέπον, λέγει η μητέρα, να +είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ' Αργυρώ μας . . . +για να μην κακιώση ο γαμπρός! . . . + +Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ' εφιλιώθη με την σύζυγόν του. +Ηρραβώνισαν την Αργυρώ, είτα μετ' ολίγους μήνας την +εστεφάνωσαν . . . Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ +του παλαιού ανδρογύνου, και μ' ένα γεροντόπαιδον μαζί, το +οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμον της +πρωτοτόκου. + +Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γείνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να +τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν' αγαπήση +με την μητέρα. + +Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν + + — Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα. . +. Είνε κάτι κακές γυναίκες, εκεί στο μαχαλά, στο δρόμο που +περνώ, και της άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: «Να, το +κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας +της . . .» Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα. + +Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το +κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και +μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη. + + — Τι έχεις, κορίτσι μου, της είπεν ο πατήρ της. + + — Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με +παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω από +τον καϋμό μου! + +Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης. + +Τω όντι, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ' η νεαρά +κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο +πατέρας ήλθε παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε +αγάπην με την μητέρα της, διά να χαρή, ήτον αργά πλέον. Η +τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε +φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον +πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, +εξέπνευσεν ως πουλί, με την λαλιάν εις το στόμα· + + — Πατέρα! πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία . . +. με την μητέρα μαζί! . . . + +Είπε και απέθανε! + +Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με +την σύζυγόν του . . . Κατόπιν απεσύρθη, κ' εξηκολούθησε να +κλαίη μόνος του εις την ερημίαν . . . + +Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την +συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγος της +επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο την +τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον +έν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι +αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την +ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, +την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη +ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον +στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως, . . . +και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με». + +Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον +ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να +καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον +μαμόν . . . αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς +δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το +καλλίτερον κτήμα· — ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, +αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα και νερόμυλον — +και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την +Παναγίαν. + +«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, +Παρθένε . . . » + +Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και +επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των +θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και +σώτειρα: + + «Αντιλαβού μου και ρύσαι + των αιωνίων βασάνων . . . ». + + + +ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΉ ΛΙΜΝΗ + + + +Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσίαν, την +προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην +και δεν υπήρχον πλέον ία να μυρώνωσι την ατμοσφαίραν με τας +μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολυμνία +εκεί, άλλο έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν +φαντασίαν σου με μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον +θρουν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο +περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, +την αντανακλούσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε +καν η καλύβη του Λούκα του Θανασούλα, η βρεχομένη από το κύμα +παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα εντός +βολής να πλησιάση, διότι και κοιμωμένου του Λούκα, η καραβίνα +ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω +μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον ουδέν καλόν υποσχόμενον εις τον +τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατό +τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραβίνα αύτη ήτο αληθές +ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσα αυτόν +μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν του ώμον περί της +λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. +Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα +και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της +λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξέλθωσιν αυτής, δεν ήσαν του +λιμένος. Εφηρμόζετο δ' ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα &τα εμά +εμά, και τα σα εμά.& + +Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία +του ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός σχωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις +δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν +(αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και +αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και +άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και +«τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα», ότι ήτο επάναγκες ν' +ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του αγίου Γεωργίου. Και +προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα +ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να +ξεκοιλιάζει μετά δούπον την γην και να στομούται πλήττουσα +λίθους και χάλικας, προέβησαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά +κιτρίνων σκελετών, τις οίδε από ποίου λοιμού κατά τους +παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων +κοκκάλων και χώματος, ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά +φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν +διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είνε ότι ο +ναΐσκος ευπρεπής οπωσούν εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, +όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείεσο +το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου +διά τους πρωίμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατό τις +να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον +εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και +συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς ότι κανείς άλλος +δεν σε έβλέπεν από τον Θεόν και από τον Άγιον· αλλ' ο νέος +εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιωργού, +Θεός σχωρέσ' τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτον προικισμένος +με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης +του, όταν σ' έβλεπεν αντικρύ από τον λόφον, κ' έκλειες την +θύραν άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά — +γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην +τόσον μαλακά ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της +χλόης, και συνεχών την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά — σιγά +εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την +υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα +του ναΐσκου, κ' έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας +και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους +ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον +έκτοτε! + + +Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης +αμμώδους και κισσηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον +της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την +δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής όπου ήρχιζε ν' απλούται +το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του +Αργύρη του Μπαρμαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την +αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του, με τα +τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι +αγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και +στη στεριά!» Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσης, +αφαιρών κάλτσαις και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την +περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβής το ποτάμιον, όταν +πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα, και η θάλασσα εγίνετο έν με τον +βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν' ανακόψης τον δρόμον σου +και να επιστρέψης εις την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο, ότι κάτι +έβλεπες, κάτι απήλαυες εις το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη, ήτις +το εζωντάνευεν, είχε γείνει άφαντος προ πολλού. Και πότε +πάλιν επροτίμας να λάβης την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, +εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Καβούλι με τους αγρούς +και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, +υπό την οποίαν δεν είξευρες πάντοτε, αν υπήρχε στερεά γη. Και +εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ' ενόμιζες +τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε, ότι έτρεχες να +κόψης ίτσια δι' εκείνην. Και όταν έφθανες τέλος, με τα +υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά εις τον λευκόν +οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον +εχαιρέτας, εκεί που εσκάλιζε τα κουκκιά, φωνάζων μακρόθεν: +«Καλησπέρα, μπάρμπα-Κωνσταντή!», κ' εκείνος σου απήντα +μειλιχίως; «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι +σεαυτόν ως μπάρμπα-Κωνσταντήν και την Πολύμνιαν ως θεια- +Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και +ανεμέτρεις οποία θα ήτον ευτυχία διά σε, αν ήτο δυνατόν να +συζήσης με την αγαπητήν σου, εις τον πάλλευκον εκείνον +οικίσκον, (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο +εις τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θεια-Σινιώρας), και +οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρωμαντισμού, εάν +διήγετε τας ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και +χλοερού εκείνου κήπου με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τας +αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη +(τα οποία όμως ωφείλοντο εις τους ενδελεχείς κόπους του +μπάρμπα-Κωνσταντή) παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου +υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, +λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, +και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και +όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα, +άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπον τρεμοσβύνοντα κάτω εις τον +πυθμένα. Και καλαμώνες σειάμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τούς +ασθενείς καυλούς των, δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και +λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του έλους της λίμνης και εκ του +λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το +ύδωρ ως ν' απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα +υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας +του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας +κλιτύς των ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και +σφρίγος εις την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας +τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα φυτευμένα εν τη +θαλάσση εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα +εξάρτιά των. Και εις το βάθος εφαίνοντο προς βορράν +τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αι περιβάλλουσαι ένθεν +και ένθεν τον μακρόν αλλ' ευσύνοπτον εις το βλέμμα κάμπον, η +μία η ανατολική, υψηλή, εγγυτέρα εις τον θεατήν, επιστεφομένη +από το καλύβι του μπάρμπα-Γεωργιού, Θεός σχωρέσ' τον, του +Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με +γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λελούδια, +όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπάρμπ' Αλέξανδρος, Θεός +σχωρέσ' τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζη +μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι' +όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και +διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας +κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν +ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών +εις τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαινον τας οθόνας, και ότι +κρύπτεσαι μαζί των εις τα άντρα, τα πατούμενα υπό της +θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την +ευτυχίαν εις τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας +ολοβροχίους και βυσιννόχρους τραχηλιάς και εις τας +κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας με τας μακράς και κεντητάς +χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα νεότητος ανυπομόνου, ως η +αμυγδαλή η ανθούσα τον Ιανουάριον! + +Η άλλη, η δυτική λοφιά, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα εις τον +θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας +υψηλοτέρας κορυφάς, ης την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο +Πύργος του Μετοχίου με τον ωραίον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου +του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν +εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης από τον λευκόν +οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, καθώς και από το +ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης. + + +Όλη η μακρά και πλατεία αμμουδιά η απλουμένη μεταξύ της +λίμνης και του λιμένος δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή +από πριονίδια, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν +πελεκουδίου. Πόσα δάση αγριοξύλων μετεμορφώθησαν ενταύθα, από +αμνημονεύτων χρόνων, εις σκάφας με κατάρτια υψηλά, με +μυριάδας οργυιών σχοινιών και πανίων, και πόσαι τοιαύται +σκάφαι θα εκοιμώντο τώρα τον ύπνον εις τα βάθη της Μεσογείου +ή του Ευξείνου! Δύο τοιούτοι σκελετοί εφαίνοντο σήμερον +κείμενοι επί την πλεράν, αντικρύ του ναυπηγείου, με τας +σκωληκοβρώτους και μαυρισμένας σανίδας των, με τα +σκουριασμένα καρφία των, και τα διέχοντα στραβόξυλα, γυμνά +μαδερίων, δι' ων διέρρεεν ελευθέρως η θάλασσα, εφαίνοντο +θλιβερώς μειδιώντα, με οδόντας άνευ χειλέων, ως να ώκτειρον +βλέποντα εκ του σύνεγγυς την τόσην μανιώδη μέριμναν και +μεταλλευτικότητα των ανθρώπων. Πόσαι χείρες ανθρώπων, +πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ, δεν έκειντο ξηραί εις τα +βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα +ήρκει, καθ' ό έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίση τις +ένα καράβι ολόκληρον», δεν έθρεψαν αδηφάγα κήτη εις τον βυθόν +του πόντου ! Και όμως ο γέρων εκείνος θαλασσινός, με την +πικράν ειρωνείαν, είχε χάσει αρτίως το πλοίον και τους δύο +υιούς του από τρικυμίαν παρά τον Μαλέαν, και τώρα, με τα +γεράματά του και με τον τρίτον του υιόν, επαιδεύετο να +ναυπηγήση άλλο πλοίον μεγαλείτερον, έρημος των κυριοτέρων +βοηθών του ! Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια +δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι' εκείνον το νέον +τούτο πλοίον ίσως να ήτο, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον +παρηγορία διά το γήρας! Και ούτω θα εξηκολούθει να διάγη τας +τελευταίας ημέρας του ο γηραιός θαλάσσιος λύκος, εωσότου θα +ήρχετο ίσως ημέρα, καθ' ην η θάλασσα, το μέγιστον τούτο +θηρίον, το οποίον επιμόνως προεκάλει, θα τον ανέρριπτεν +εξεγειρομένη από των κόλπων της έως το στερέωμα, ως λέγει ο +Βάυρων, και θα τον έπεμπεν ολολύζοντα εις τους θεούς του, +απορρίπτουσα αυτόν οπίσω εις την γην. «Εκεί ας κείται! — +There let him lay» + +Κ' εξηκολούθουν διαρκώς να ναυπηγώσι πλοία, και η τέχνη +ετελειοποιείτο και το εμπόριον ηύξανε. Πας, όστις ήθελε να +ναυπηγήση, είχε πρόθυμον σύμβουλον τον καπετάν-Δημήτρη τον +Κασανδριανό, με την μακράν του τσιμπούκαν, με το ηλέκτρινον +στόμιον, όστις είχεν ιδεί και ακούσει πολλά εις την ζωήν του, +ο μακαρίτης. Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα +παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά +πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν +καπνοσακκούλαν του κρεμασμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου, +διά να καμαρώση τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων και +παρηγορηθή, διότι, πεισθείς εις τας απαιτήσεις των υιών του, +ισχυριζομένων ότι ήτο πάρα πολύ γέρων, είχε παραχωρήσει +αυτοίς την πλοαρχίαν. «Σα θα κάμετε το Σταυρό σας να κόψετε +τον κερεστέ· παιδιά, να κυττάξετε καλά, πόσων ημερών θα είνε +το φεγγάρι . . . Κι' όντας θα σκαρώσετε, με το καλό, να +ξετάζετε, πού είνε ο αστέρας . . . &Βάρδα μπένε&, να μη +σκαρώσετε, μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό, την ημέρα που είνε +'λιοτρόπι . . . » Και έδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους οδηγίας +εις τον πλοίαρχον, ως και τον πρωτομάστορην, περί πάντων των +συντελούντων εις την επιτυχή ναυπήγησιν ως και εις την +ευόδωσιν και προκοπήν του πλοίου. Όστις δεν τον ήκουε, τόσον +χειρότερα δι' αυτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι εδοκίμασαν +να τον παρακούσουν, και υπέφεραν σκληρώς. + + +Ενθυμείσαι, υπήρχον τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον αλλήλων +ναυπηγούμενα υπό τον αυτόν αρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος άνθρωπος! +Πώς ηδύνατο να επαρκή και εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις +σκάφην, μ' ένα πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ' +ένα σκέπαρνον από του αυχένος κρεμάμενον με την λαβήν επί του +στέρνου. Και οποία στρατιά ανθρώπων ετέλει υπό τας διαταγάς +του ! Ο πλοίαρχος, οι βοηθοί του, οι πριονισταί, οι +πελεκητοί, οι μαραγκοί, και οι καλαφάται. Δεν έλειπον και οι +γύφτοι, οίτινες είχον ιδρύσει προχείρως μίαν καλύβην όπισθεν +ενός εκάστου των σκαφών. Και με την κάμινον πλήρη ανθράκων, +με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας +βαρείας σφύρας των, έκοπτον, έκοπτον μεγάλα καρφιά, +&τζαβέτταις&. Οποίος φοβερός θόρυβος. Οι κτύποι του ραιστήρος +έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του +σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι' ης +εκτύπα το στουπίον ο καλαφάτης, και υπέρ πάντας τους άλλους +κρότους εδέσποζεν ο βαρύς ροίβδος του πελωρίου ραιστήρος, δι' +ου ενέπηγον τα χονδρά καρφιά και τους ξυλίνους ήλους, &ταις +καβήλιαις&, εις τας στρογγύλας πλευράς του κολοσσιαίου +σκάφους. Και υψηλός, μεγαλόκορμος ανήρ, με ορθάς τας πλάτας, +με το κόκκινον πλατύ ζωνάρι, συνέχον την μακράν σέλλαν του +βρακίου υπό τους βουβώνας του, είχεν αναβή, ο δαιμόνιος, +υψηλά επί της κουπαστής, και ο ίσκιος του, μακρός υπό τας +τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, εμεγεθύνετο τεραστίως, +των μεν σκελών πιπτόντων εντεύθεν της λίμνης, επί των φυτών +του σικυώνος, του δε κορμού αορίστως κυμαινομένου επί του +ύδατος, και της κεφαλής ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπώς πέραν της +λίμνης, προς ανατολάς, εις την υπώρειαν του βουνού. Ούτος ήτο +ο &πουργοτζής&, έργον έχων ν' ανοίγη τρύπαις. Υπερμέγεθες +πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ανάμεσα εις δύο +&βουβά&, μεγάλα ξύλα, υπό την πρύμνην, ήτο γεμάτον από +τριβέλια διαφόρων μεγεθών, έως τρεις δωδεκάδας, ων το μεν +μικρότερον θα ήτο έως δύο σπιθαμών, το δε μέγιστον, βαρύ, +ογκώδες, ήτο σχεδόν τόσον με το ανάστημα του κατόχου του. Την +στιγμήν ταύτην εχειρίζετο έν των μεγίστων τρυπανίων, και +έκυπτεν, ο θαυμάσιος, επί της κωπαστής, αιωρούμενος ως +σχοινοβάτης, και ήνοιγε βαθείαν κάθετον οπήν εις μίαν των +πλευρών του σκάφους. Ω, της ακαταληψίας! + + +Αλλ' ο ήλιος εκρύβη ήδη εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους +βουνού, και ο ίσκιος του &πουργοτζή& διεγράφη και αυτός από +την επιφάνειαν του ύδατος και από την άμμον της παραλίας. Οι +μαστόροι, καθώς και οι πολλοί επισκέπται, οι περιπατηταί της +εσπέρας, οίτινες ήρχοντο να συγκοπιάζωσι και αυτοί με το +βλέμμα εις τους ιδρώτας των άλλων κ' ενίοτε να τους +χασομερώσι με τας ακαίρους ερωτήσεις των, διασκελίσαντες τα +παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον &βουβά&, δοκούς και +στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω περί την +μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και +τεμαχίων ξύλων και σπειρίδων με εργαλεία καί τινων ενδυμάτων +και κλινοσκεπασμάτων, διά να πίωσιν όλοι το &τσίπουρο& από +μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, με το αυτό ποτήριον όλοι. Μόνος ο +πελώριος καραβόσκυλος, ο προσδεδεμένος με την στερεάν άλυσον +έξωθεν της καλύβης, όπισθεν της πρύμνης του μεγάλου σκάφους, +εξέπεμπεν απειλητικόν υπόκωφον γρυλλισμόν, ως να διέκρινεν +αυτός μόνος τον βόμβον των κηφήνων από του βόμβου των +μελισσών, κ' εφαίνετο, αν του το επέτρεπαν, έτοιμος να +εφορμήση. Αλλ' ο πλοίαρχος, ο καπετάν-Γιωργάκης κάπως +μορφωμένος, με τους μακρούς αγκιστροειδείς ξανθούς μύστακάς +του, το ηλιοκαές πρόσωπον και το μικρόν ανάστημα, διά +μονοσυλλάβων ανέκοπτε την ορμήν του : «Πίσω Τσούρμο! . . . +κάτω, Τσούρμο!» Ο Τσούρμος υπήκουεν, αλλά μετά δυσκολίας, και +εξέφραζεν την λύπην του διά παρατεταμένων γαυγισμών. Ήρχισε +να κυκλοφορή το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και +οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: Καλορρίζικο! μάλαμα +το καρφί τ', καπετάνιο! Καλό πλέψιμο!» Την τελευταίαν λέξιν +οι πλείστοι την επρόφεραν, κατά παραφθοράν, &πλέξιμον&. Και +είς περίεργος άνθρωπος με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με +παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των +παρειών του έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και +ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις +πηδαλιουχών ποτε εν μακρώ ταξειδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, +επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, +περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμναν +έως την πρώραν: «Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις»; +κ' εκείνος απήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα +πληρώσουμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το έθνος!»· ούτος +λοιπόν ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ολίγον πέραν του δέοντος +αφελής, προσληφθείς από της προτεραίας διά να υπηρετή εις την +ναυπήγησιν του σκάφους, όταν ήλθεν η σειρά του διά να πίη και +να χαιρετίση, επρόφερεν εξ υπερβαλλούσης αδεξιότητος ως εξής +την ανωτέρω σημειωθείσαν λέξιν· + + — Καλό &μπλέξιμο&, καπετάνιο! + +Οι άλλοι εκάγχασαν· ο ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ο +Τσούρμος ηγέρθη εκ των οπισθίων ποδών και αφήκε φοβεράν +υλακήν! Ο αδελφός του πλοιάρχου, ο Δημήτρης ο Τσιμπήδας +ήγειρε την χείρα ν' αρπάση από τον σβέρκον τον Αλέξανδρον τον +Χάραυλον και να του καταφέρη ολίγους κονδύλους. Ο καπετάν- +Γιωργάκης τον εμπόδισεν, αν και του εκόστισε πολύ. Διότι όλοι +οι ναυτικοί, και οι πλέον μορφωμένοι σχετικώς, δεν είναι +απηλλαγμένοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων. Πώς να μην είναι +τις δεισιδαίμων, όταν «πολεμή με το μεγαλείτερον θηρίον», +όταν παλαίη με το άγνωστον, και δεν ειξεύρη αν αύριον θα +επιπλέη ή θα ποντισθή, αν θα είνε εις την επιφάνειαν ή εις +τον πυθμένα; Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπη οργίλως· + + — Δάκω τη γλώσσα σ', βρε στραβο — Χάραυλε . . . να μην +αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα . . . + +Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μη τον +αικίση. + + +Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφίων, +αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μεν θαλασσα +επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας +και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμαν δρόμον το άλλο ήμισυ του +αυτού κήπου ή αγρού (και οι ατυχείς ιδιοκτήται εις ποίον να +προσκλαυθώσιν;) ήκουες πολλάκις την εσπέραν περί το λυκόφως, +ενώ οι ναυπηγοί φορτωμένοι τα ζεμπίλια με τα σιδερικά των +επέστρεφαν εις την πολίχνην, ήκουες, μεταξύ δύο ή τριών +μαραγκών, μετρούντων τας ημέρας έως ου έλθη η πρώτη Κυριακή, +κατόπιν της οποίας είποντο κατά σειράν τρεις ή τέσσαρες +εορταί (των Κορυφαίων Αποστόλων, των Δώδεκα, των αγίων +Αναργύρων και της αγίας Εσθήτος), και αναλογιζομένων μετά +προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος, ότι θα έπλεον όσον ούπω +αντικρύ εις την ανατολικήν νήσον, την κρατούσαν δέσμια +πανταχόσε της γης όλα τα τέκνα της με αόρατον συμπαθές νήμα +πόθου και νοσταλγίας, θα έπλεον όλοι στοιβαζόμενοι εις δύο +μεγάλας ολκάδας, έργα των χειρών των, όπως επί τετραήμερον +εορτάσωσιν· ήκουες, λέγω, διάλογον, οίος ο εξής· + + — Να, κοντεύουε τώρα, Νταντή . . . + + — Αργούμε ακόμα, Μπεφάνη . . . + + — Τι λες, βρε Νταντή; . . . Δευτέρα πέρασε, Τρίτ' Τετράδ' +μια, Πέφτ' Παρασκευή δυο, Σαββάτο, πρώτα ο Θεός είμαστε πέρα. + +Και &ούτως οδός βραχεία γίγνεται&, όχι κατά τον Σοφοκλέα. + +Αλλά δεν ήτο πάντοτε εσπέρα, όταν έβαινες προς την αμμώδη +εκείνην παραλίαν με ταβαθή ύδατα, και δεν έβλεπες πάντοτε +ομάδας ανθρώπων επιστρεφόντων εκ του ναυπηγείου, ουδέ πτωχών +γυναικών φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων επί των +ισχνών ώμων των. Ήτο πρωία, και δεν είχε παρέλθει ο χειμών, +και δεν είχαν ακόμη σκαρώσει τα μεγάλα σκάφη. Είς το +ναυπηγείον μία μόνον βρατσέρα και δύο βάρκαι μικραί υπήρχαν +σκαρωμέναι. Δεν ειργάζοντο εκεί ειμή ο μαστρο — Γιωργός, Θεός +σχωρέσ' τον, ο Βαγγελάκης, με την κοκκίνην σκούφιαν του, ήτις +δεν ήτο ούτε φέσι, ούτε κούκκος, ούτε καπέλλο, αλλά μετείχεν +από όλα αυτά, με τους πισσωμένους αμπάδες του και με την +πολύχρουν από εμβαλώματα καμιζόλαν του, και ο Γιάννης της +Παναγιούς, με το υψηλόν και ορθόν φέσι του, με την μακράν και +πολύπτυχον βράκαν του, με την άσπρην φανέλλαν και με την +μεγάλην ζεμπίλαν του. Ο ήλιος μόλις είχεν ανατείλει, διαλύων +τους ανερχομένους από την θάλασσαν προς την πρασινίζουσαν +ακτήν λευκούς ατμούς, τα ύδατα ήσαν ρηχά από τον ασθενή +άνεμον, όστις εφύσα. Εφαίνετο την πρωίαν εκείνην, ότι και +αυτός ο Βορράς ευρέθη εις διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων +μαλακά την θάλασσαν. Και η ψυχρά ροπή δεν ήτο δυσάρεστος εις +τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του όνου του και +απερχόμενον εις τον αγρόν του, ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον +διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του: +«Ο! μελίσσ' όξου μαυρομμάτ'!» και διά του βλέμματος θωπεύοντα +την μεγάλην χύτραν με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες +έλαιον φασόλια και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν +με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην +όπισθεν των θάμνων ολονέν και πλησιάζουσαν, σκεπασμένην καλά +δια να μη κρυώση το φαγητόν, επιστέφουσαν τον μέγαν κόφφινον, +επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως +βάρκαν, χωρίς να φαίνονται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι +ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες. Ολίγαι στιγμαί θα παρήρχοντο +ακόμη, και ο μεν μελίσσης καί ο μαυρομμάτης, απολυόμενοι προς +ώραν του ζυγού, θα έβοσκον μακαρίως παρά τας χονδράς και +οζώδεις ρίζας των ελαιών, ο δε ζευγηλάτης και ο βοηθός του, +θα παρεκάθιζον επιφθόνως υπό το ευλογημένον φύλλωμα, και θα +επειρώντο εγγύτερον της χύτρας. + +Αλλά συ φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ' +εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους +ανασηκώνοντας την περισκελίδα ως τον μηρόν, φέροντας τα +πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας υπέρ το γόνυ εις το +κύμα. Έβλεπες άξαφνα ένα τούτων να κύπτη να συλλαμβάνη με την +παλάμην μικρόν οκταπόδιον, να το δαγκάνη εις τον λαιμόν, ν' +αγωνίζεται ν' αποσπάση από τον καρπόν της χειρός του τους +μυζητήρας, να τρέχη εις την άμμον και να το κοπανίζη +γενναίως, εις τον πρώτον λίθον τον οποίον θα εύρισκε λείψανον +παρασυρθέντος από τα κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ή +ερείπιον πάλαι ποτέ υπαρξάσης προκυμαίας. Και η μήτηρ σου η +φιλότεχνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι, +ανυπόδητος και συ, αλλ' απήτει να φορής και κάλτσαις. Οποία +δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον +φίλον σου Χριστοδουλήν, όστις ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος +προς τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ουδ' εφόρει ποτέ +κάλτσαις. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι' όλης της ημέρας από +γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσαις, πορφύραις και +πεταλίδες διά δυο, καβούρια διά τρεις, οκταπόδια διά +τέσσαρες. Και μέρος μεν αυτών έκαμνε δολώματα, διά να ψαρεύη +με την καλαμιάν από τον δειλινόν έως το βράδυ, μέρος δε +εμοιράζετο φιλαδέλφως με σε. Την πρωίαν εκείνην ολίγον πριν +φθάσητε εις τον μύλον του Μπαρμπαπαναγιώτη, όστις ίσταται ως +φρουρός προς το δυτικόν στόμιον της λίμνης, εκεί όπου ήτο +ουδέτερον έδαφος μεταξύ θαλάσσης και ξηράς, ο φίλος σου ο +Χριστοδουλής, επειδή εις το μέρος τούτο τα ύδατα εβαθύνοντο +ολίγον τι αποτόμως, δεν ευρίσκετο πολύ μακράν εις το κύμα, +και άμα είδεν, ότι η Πολυμνία πλησιάσασα ήρχισε να σου ομιλή, +έσπευσε να αποβή εις την ξηράν διά να ακούση τι σου έλεγεν. + +Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! +Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον +χρώμα και τα ερυθρά μήλα των παρειών με τον μελίχρυσον λαιμόν +καί με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι +χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπεσία +φωνή της ! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να +εβιάσθη να καλλωπιστή διά να εξέλθη και απολαύση την +θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, +αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της με τα μακρά +ματόκλαδα ως πτεροφόρος οϊστός σ' εσαΐτευε γλυκά εις την +καρδίαν. Ενθυμείσαι! οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς +δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν! +Η Πολύμνια σ' εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως +παραχθείσα, διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο, ότι &δεν +εσήκωνες& περισσότερον. Και όμως το πράγμα ήτο απλούστατον. Ο +αδελφός της δωδεκαέτης, εκείνος είξευρε τόνομά σου και είπε +τις είσαι εις την Πολύμνιαν. Και αυτή δεν ενόμισεν ότι θα +εσαγίτευε την καρδίαν σου, αν σου απέτεινε τον λόγον, αφού +μάλιστα ήθελε να σου ζητήση εκδούλευσιν. Εν τούτοις ο +Χριστοδουλής έτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας εν σπουδή την +περισκελίδα του, ως διά να μοιρασθή το βάρος της ευτυχίας. + +Η μελωδική φωνή της Πολυμνίας είπε· + + — Ξέρεις, πού είνε ίτσια; μπορείς να μου κόψης τίποτα ίτσια; + +Συ έμενες κεχηνώς. + +Αλλ' ευτυχώς ο Χριστοδουλής είχε φθάσει ήδη. + + — Μπράβο! μπράβο ! . . . κυρία Πολύμνια! Εγώ τα ξέρω που +είνε τα ίτσια . . . τώρα να πάμε να κόψουμε . . . + + — Θα με υποχρεώσετε πολύ, επανέλαβε και προς τους δύο η +Πολύμνια. + +Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το έν μπουδονάρι +του ανασηκωμένον ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον +εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια &παπουδιασμένα&, +μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Έτρεξες και συ +κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την +όχθην της λίμνης πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλυστρών +ανάμεσα εις ταις αρμυρήθραις και εις ταις βουρλιαίς, ο +Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων +ευωδών και μεθιστικών ανθέων, τα οποία εζήτει η Πολύμνια, +τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζαν +φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή, +με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο +ως να παραπονούνται, διά τί να φύωνται εις το χώμα και να +είνε τόσον χαμαιπετή· ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάγχνως +ανά δύο και τρία, μεμιγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί +της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις +βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διά τι να μην έχη +αλιεύσει με τας χείρας του τόσαις πέρκαις, και τριγλία, όσα +βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήση ταύτα +όπως ορμαθιάση εκείνα. + +Μέχρις ου κατορθώσης και συ να εύρης ολίγα ίτσια να κόψης, ο +Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, κ' +επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο +περιμένουσα μετά του αδελφού της η Πολύμνια. Εν τούτοις +επρόφθασες και συ και της έφερες μικράν, όση ηδύνατο να +συνθλιβή μεταξύ αντίχειρος και λιχανού, δεσμίδα, αλλά το +&ευχαριστώ& το προς σε ήτο, ως εικός χλιαρώτερον από το +&ευχαριστώ& το προς τον φίλον σου. Και ουχ ήττον έμεινες +ευχαριστημένος, ολιγαρκής και κυριευόμενος υπό αυταρέσκου +νάρκης, ομωνύμου με το τρυφερόν εκείνο άνθος, το οποίον +εζήτει μεν από σε, έλαβε δε από τον φίλον σου η Πολύμνια. + +Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ' αρχάς, είτα οριστικώς +έπαυσε το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια, +από τα καβούρια και από τους γωβιούς, συ δε ήργησες πολύ να +μάθης ότι τα έδιδε εις τον Νίκον, τον αδελφόν της Πολυμνίας. +Εις μάτην τον εσυνώδευες, ως πάντοτε, βαδίζων επί της άμμου, +θαλασσώνοντα έως τον μηρόν, και από καιρού εις καιρόν και του +εφώναζες· + + — Κ'στοδουλή, βρε ! δεν έβγαλες ακόμα κανένα χταπόδι; + +Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον +φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων +τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιαίς και με ακρωτηριασμούς, και +σου έδειχνε μόνον ταις γρινιάτσαις, λέγων ότι θα υπάγη ύστερ' +από το μεσημέρι να ψαρέψη με την καλαμιά. Και όταν, περί την +δείλην, τον παρεμόνευες, παρά την αγοράν, επί της αποβάθρας +κι έβλεπες ιδίοις όμμασι να σπαρταρίζη κανείς γωβιός εις το +άκρον του αγκίστρου του, και τότε σ' εγέλα λέγων ότι θα κάμη +τον γωβιόν δόλωμα διά να βγάλη μεγάλα ψάρια. Ούτω χάνεται η +φιλία! + +Πολλαί πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν της πρωίας εκείνης του +φθίνοντος Φεβρουαρίου. Επέρασεν ολόκληρος ο Μάρτιος, ήλθε και +το Πάσχα, παρήλθεν ο Απρίλιος, και η Πολύμνια δεν εξήλθε +πλέον εις περίπατον προς την παραθαλασσίαν του ναυπηγείου. +Εις μάτην έτρεχες τακτικά κάθε πρωίαν κ' εσπέραν εις την +αμμουδιάν εκείνην. Η Πολύμνια, καθώς αργά έμαθες, είχεν +αρρωστήσει, αρχομένου του έαρος, κατά την συμβουλήν δε των +ιατρών είχε κάμει, περί τον Μάιον, ταξείδιον μετά της θείας +της, συνταξιούχου, χήρας αντιπλοιάρχου του Βασιλικού Στόλου, +διά ν' αλλάξη τον αέρα. Τρία μεγάλα σκάφη είχον σκαρωθή από +των πρώτων ημερών του Μαρτίου, και συ δεν έπαυες να τρέχης +καθ' εκάστην, έως το ναυπηγείον, σταματών επί ώρας πολλάκις, +παρά τον ανεμόμυλον, καθεζόμενος επί των κάτω κειμένων +καταρτιών πάλαι ποτέ υπαρξάσης γολέττας, αναπολών ότι εις το +μέρος εκείνο εστάθη προ μηνών η Πολύμνια, όταν σου εζήτησε να +δρέψης προς χάριν της ίτσια· αλλ' η Πολύμνια ήτο μακράν +απούσα. Μόνον περί τα μέσα του Αυγούστου, ότε το τρίτον και +ογκωδέστατον των ναυπηγηθέντων πλοίων είχε τελειώσει ήδη, +επήγες και συ μετά πολλού πλήθους εις το ναυπηγείον, όπως +ίδης την καθέλκυσιν του μεγάλου σκάφους, Το θέαμα ήτο +επιβλητικόν, όπως λέγουσι σήμερον. Όλη η πολίχνη είχεν +ερημωθή σχεδόν, και κόσμος πολυάριθμος επλήρου την μεγάλην +μεταξύ της λίμνης και του λιμένος λωρίδα. Εκείθεν του σκάφους +ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς, +οι σκληραγωγημένοι ναύται και οι χειρώνακτες, συμπληρούντες +το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντες τα &βάζια& ή +υποσκάπτοντες εις την βάσιν, όπως είνε έτοιμα προς πτώσιν τα +κοντοστύλια. + +Εντεύθεν του σκάφους, όπου βαθμηδόν ηλαττούτο η σκιά, ίσταντο +πλην των συνεργατών της καθελκύσεως και οι θεαταί, και ουκ +ολίγαι γυναίκες, ελθούσαι προς τέρψιν. Οποίος τότε παλμός +διέσεισε τα στήθη σου, όταν μεταξύ αυτών ανεγνώρισες υπό +κοκκίνην ομβρέλλαν την περικαλλή μορφήν της Πολυμνίας! Είχεν +επιστρέψει από το ταξείδιον χωρίς να το μάθης. Ο +Χριστοδουλής, όστις επήγε με την βάρκαν εις το ατμόπλοιον, +την είχεν ιδεί, αλλά δεν σου το είπε. Και όμως ησθάνθης εις +τα ενδόμυχά σου κρυφόν και ανεξομολόγητον ευτυχίας αίσθημα, +όταν την επανείδες! + +Εν τούτοις το παλάμισμα είχε συμπληρωθή, τα βάζια ήσαν όλα +καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά, λίπος αλειμμένα, ήτο +στρωμμένη προ πολλού. Ο πρωτομάστορης με τον βαρειόν έκαμε +τους νενομισμένους τρεις σταυρούς εις το πηδάλιον και έδωκε +τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελώριον σκάφος. +Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. Η καπετάνισσα, +ωραία μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα, ως νέα ακόμη, διά +την περίστασιν πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν +αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν, +εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και κλώνας, το βελούδινον +βαβουκλί με τα χρυσοΰφαντα προμάνικα ανασηκωμένα, την +βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την +ζώνην με τ' αργυρά και μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το +φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι, τρεις σπιθαμαίς +πλατύ, κρατούσα μέγαν επάργυρον δίσκον διά της αριστεράς, +περιήλθεν ολόγυρα το πλοίον και έρρανε διά της δεξιάς, με +κοφέτα και με ορύζιον, την πρώραν, την πρύμνην, την τρόπιν +και τας πλευράς του σκάφους. Οι ναύται, οι ναυπηγοί και +πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί +σαγήνης αλιευτικής επιάσθησαν από το παλάγκον και ήρχισαν να +σύρωσι τον χονδρόν κάλων νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν, +επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Ε! γιάσα λέσσα! Ε! +γιούργια!» Εν τούτοις, είτε διότι το έδαφος, εφ' ου είχε +σκαρωθή το πλοίον, δεν ήτο αρκετά κατωφερές, είτε διά την +ατέλειαν των κινητηρίων μέσων, το σκάφος εστέναζε, εστέναζεν +και δεν εκινείτο. Παρήλθαν ολίγα λεπτά, η δύναμις +εδιπλασιάσθη· ο μέγας όγκος εκινήθη ολίγον τι, έως δύο +σπιθαμαίς, το παλάγκον εκόπη από την βίαν του ελκυθμού, η +γούμενα με τους δύο μακαράδες έμεινεν άπρακτος περί την +πρύμνην, οι ημίσεις των ανθρώπων δυσμόθεν του σκάφους έπεσαν +εις την άμμον προς το μέρος της θαλάσσης και οι άλλοι ημίσεις +έμειναν με το παλάγκον εις τας χείρας προς το μέρος της +λίμνης, καγχασμοί και γογγυσμοί των πεσόντων, ών τινες +εμωλωπίσθησαν ελαφρώς εις τον δεξιόν βραχίονα ή την πλευράν, +ο πλοίαρχος κάθιδρως, ηλιοκαής, αξιολύπητος, εστενοχωρείτο +φοβερά, και ο καπετάν-Δημήτρης ο Κασανδριανός, όστις με το +τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμμέν, με το τσόχινο +πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του, +τα οποία ηγάπα να φορή χειμώνα και θέρος, είχεν έλθει να +πρωτοστατήση εις την καθέλκυσιν του σκάφους και δεν είχε +παύσει από πρωίας να δίδη οδηγίας και συμβουλάς, ιδών το +ατύχημα εστέναξε και βραδύγλωσσος επεφώνησε· + + — Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα! + +Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκον, και πάλιν νέα +προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το +παλάγκον εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως +αμματίσει. Έφεραν νέον παλάγκον, ενώ ο πλοίαρχος, μη ευκαιρών +να σπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δεν ηδυνήθη να μη +ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την ακούσιον εκείνην αράν: +«&Καλό μπλέξιμο!&», και βεβαίως, αν είχεν εμπρός του, αυτήν +την φοράν, τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον, κακό μπλέξιμο θα είχε +μαζί του. Ο δε καπετάν-Δημήτρης, με το τσιμπούκι του, +ιστάμενος παρά την καλύβην του γύφτου, κάτωθεν της πρύμνης, +επανελάμβανε· + + — Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα! . . . + +Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα +επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβή ελαφροί εις +το κατάστρωμα, τελέσαντες τον αγιασμόν επλησίασαν εις την +κωπαστήν και έβλεπαν τα συμβαίνοντα, διότι καταρριφθείσης ήδη +και της προχείρου κλίμακος έμελλον να μείνωσιν επί του +πλοίου, και δεν θα κατέβαιναν πριν πέση το πλοίον εις την +θάλασσαν, και δυνηθώσι να κατέλθωσι με τας ιεράς εικόνας εις +την βάρκαν. Πλήθος δε από αθερίνες — παιδία οκταετή και +δεκαετή — έτρεχαν εμπρός και οπίσω επί του καταστρώματος, +βοηθούντα διά του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου. + +Τέλος, μετά πολλούς αγώνας και τη εφαρμογή πολλών +θεραπευτικών μέσων, το μέγα πλοίον αργά — αργά, ως καμαρωμένη +νύμφη έπεσεν εις την θάλασσαν. Μέγας τότε ο αλαλαγμός +γυναικών σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ανδρών +τρεχόντων οπίσω της πρύμνης, ως να ήθελον διά του δρόμου +τούτου να εκπτοήσωσι και να πειθαναγκάσωσι το πλοίον να πέση +εις την θάλασσαν. Και ο μέγας καραβόσκυλος, ο Τσούρμος, +τρέχων και αυτός όσον του επέτρεπεν η άκρα έντασις της +αλύσεώς του, εγαύγιζε μανιωδώς προπέμπων το πλοίον, εφ' ου +εντός της ημέρας έμελλε να μεταφερθή. Και ενώ όλοι έτρεχαν +προς την θάλασσαν κατόπιν του ολισθαίνοντος και καταφερομένου +διά της εσχάρας σκάφους, είς μόνος εστράφη αίφνης, κρατών τον +βαρειόν του, και έτρεξε προς την αντίθετον διεύθυνσιν, προς +την ξηράν, ως διά να κρυβή εις την καλύβην του πλοιάρχου, την +χρησιμεύουσαν ως αποθήκην και διά τον ύπνον του νυχτερινού +φύλακος. Ο τρέχων ούτος ήτο αυτός ο πρωτομάστορης, και +έτρεχεν ουχί δι' άλλον λόγον, ή διά να μη συμμερισθή το +λουτρόν του πλοιάρχου, το οποίον τινές εζήτουν κατ' έθος να +επεκτείνωσι και εις αυτόν. Ηκούσθη δε τότε αίφνης μεγάλη +φωνή, δεσπόσασα όλου του παμμιγούς θορύβου· + + — Τον καπετάνιο στο γιαλό! + +Η φωνή αύτη εξήλθεν εκ πολλών στομάτων συγχρόνως. Ο καπετάν- +Γιωργάκης ενδίδων εις την απαίτησιν του πλήθους, απορρίψας τα +ελαφρά υποδήματά του, έτρεξεν επί της σκάρας πατών επί των +ονύχων, όπισθεν της πρύμνης, και την στιγμήν, καθ' ην η +πρύμνη απηλλάσσετο τέλος της εσχάρας και το σκάφος, φέρον +υπερήφανον την κυανόλευκον επί κονταρίου μετ' ερυθρού +σταυρού, εβαπτίζετο το πρώτον εις το κύμα, ερρίφθη με όλα τα +ενδύματά του κατά κεφαλής εις την θάλασσαν, βυθισθείς πρώτον, +είτα ευθύς ανελθών εις την επιφάνειαν, και αφού εκολύμβησε +δύο ή τρεις γύραις, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την +άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του +πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην, όπου εις την στιγμήν ήλλαξε +τα βρεγμένα αμπαδίτικα κ' εφόρεσε τα κυριακάτικα. + +Εις όλα ταύτα ήσο παρών, φίλε, και όλα σχεδόν δεν τα έβλεπες. +Η καρδία σου, η φαντασία σου, οι οφθαλμοί σου ήσαν +προσκεκολλημένα εις εκείνην, ήτις εφόρει τότε λινομέταξην +θερινήν εσθήτα κ' εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι. Μόνον +οι αλαλαγμοί του πλήθους σε απέσπασαν από της βυθίας θεωρίας +σου, όταν το πλοίον είχε πέσει εις την θάλασσαν και ο +πλοίαρχος έγινεν υποβρύχιος κατόπιν αυτού. Αλλ' άπαξ +εξύπνησας, είδες, φευ! καί τι άλλο, το οποίον πολλοί των +παρεστώτων δεν παρετήρησαν. Κατόπιν του πλοιάρχου, τρέξας +μετ' αλλοκότου ενθουσιασμού, ρήξας κραυγήν ηδονής και +θριάμβου ερρίφθη εις την θάλασσαν νέος τις, μόλις +δεκαπενταετής. Ήτο ο Κ'στοδουλής, ο παιδικός φίλος σου. Πόθεν +άρα ωρμήθη να το κάμη; Ίσως διότι ήλπιζε διά της εθελοθυσίας +ταύτης, της προσφερόμενης εις την φειδωλήν Μοίραν, ν' αξιωθή +να γείνη και αυτός πλοίαρχος μίαν ημέραν; ίσως και απλώς διά +να τον ιδή η Πολύμνια; Ούτε το έν, ούτε το άλλο. Ο +Χριστοδουλής είχεν έλθει, ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν +είχεν αφαιρεθή η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι +αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφή. Ησθάνετο δε ακατανίκητον +επιθυμίαν ν' αναβή εις το καράβι.. Τι να κάμη; Δις και τρις +εδοκίμασε να προσκολληθή πότε εις έν πότε εις άλλο +κοντοστύλι, ας ήτο και η βάσις των επισφαλής, και ν' +αναρριχηθή τολμηρώς έως την κωπαστήν του καραβιού. Δις και +τρις τον είδαν, πότε ο πρωτομάστορης, πότε είς των μαραγκών, +και μετ' αυστηρότητος τον εμπόδισαν. Τότε τι να κάμη και +αυτός; αφού δεν ηξιώθη ν' αναβή εγκαίρως εις το πλοίον, +επαρηγορήθη ριφθείς εις την θάλασσαν, και ακολουθήσας το +σκάφος εις τον δρόμον του. Εν τούτοις συ ησθάνθης πικρόν +νυγμόν ζηλοτυπίας. Η καρδία σου επληγώθη από το παιδαριώδες +τούτο κατόρθωμα. Πτωχός Χριστοδουλής! Τι του είχεν έλθει; Και +ούτε εξήλθεν εις την ξηράν διά ν' αλλάξη, όπου άλλως δεν θα +εύρισκεν ενδύματα, αλλ' ηκολούθησε κολυμβών το απομακρυνθέν +πλοίον, με το υποκάμισον και την περισκελίδα φουσκωμένα ως +πανία βάρκας, υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης, είτα δε +ανελθών εις λέμβον, εζήτησε διά νευμάτων από τους επί του +πλοίου θριαμβευτικώς αλαλάζοντας παίδας να του ρίψωσιν +ενδύματα· μικρός μούτσος ευσπλαγχνισθείς, του έρριψεν +υποκάμισον και περισκελίδα ιδικά του, και ο Χριστοδουλής, +αφού ήλλαξε, προσεκολλήθη εις μίαν των πλευρών, και πιασθείς +από σχοινίον, ανήλθε θριαμβεύων εις το υψηλόν και +ανερμάτιστον σκάφος. + +Το πλήθος εις το ναυπηγείον συνωθείτο τώρα περί την καλύβην +του πλοιάρχου όπου η μεγαλοπρεπώς στολισμένη καπετάνισσα μετά +προθυμίας και αβρότητος προσέφερεν εις όλους γλυκίσματα και +ποτά. Αλλά συ ησθάνεσο τόσην πικρίαν εις τον ουρανίσκον, ως +να είχεν αναβή η χολή σου όλη κ' εχύθη προώρως εις το στόμα +σου. Κ' επιστρέφουσαν εις την πόλιν ηκολούθησες μακρόθεν την +Πολύμνιαν, την οποίαν είχες ιδεί μειδιώσαν προς την τρέλλαν +του παιδικού σου φίλου, και την είχες ακούσει ψιθυρίζουσαν: +«Τι παράξενο παιδί, αυτός ο Χριστοδουλής!» + +Δεν ήτο αύτη η μόνη φορά, καθ' ην ο Χριστοδουλής ερρίφθη εις +το ύδωρ με όλα τα ενδύματά του προ των οφθαλμών της Πολυμνίας +ή και χάριν αυτής. Ολίγας ημέρας ύστερον, μίαν Κυριακήν περί +τα τέλη Αυγούστου, ο Παρρήσης ο καλλιεργητής του σικυώνος, +καλόκαρδος, άφροντις, μελαψός, με μακράν την φούνταν του +φεσιού, κρεμαμένην επί του ώμου, και ο Λούκας ο εκμισθωτής +της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη, με λινόχρουν τον +μακρόν πέραν των ώτων μύστακα με αστακού βρασμένου τον χρώτα +του προσώπου, είχαν καθίσει, καθώς πολύ συχνά το εσυνήθιζαν, +«να το κλάψουν» ολίγον παρά το χείλος της λίμνης, υπό την +δροσεράν αναδενδράδα, έξωθεν της καλύβης των. Ο ήλιος έκλινε +προς την δύσιν, και από μιας ώρας ήδη είχον δώσει και λάβει +εναλλάξ πολλούς αδελφικούς ασπασμούς εις τα χείλη της +φλάσκας, ήτις ήτο τετραόκαδος και είχε κομισθή αρτίως εκ της +πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ο πιστός φίλος των, ο Αργύρης, ο +συνιδιοκτήτης του ανεμομύλου, τους είχεν επισκεφθή προ μικρού +με τα αστεία του, και εις μεν τον Λούκαν είχε προσφέρει +τσιγάρον μετά πυρίτιδος, όπερ ανάψας εκείνος έκαυσεν ολίγον +διά της εκρήξεως τον πυρρόν μύστακά του, και ατάραχος είπε: +«ζαράρ γιοκ!», εις τον Παρρήσην δε είχεν επιδώσει σπασμένην +γκάιδαν, προτρέπων αυτόν «να παίξη κανένα χαβά», αλλ' όσον +και αν ηγωνίζετο πνευστιών ο Παρρήσης, η γκάιδα ουδένα +εξέβαλλε φθόγγον. Τέλος ο Αργύρης είπε: «δε φελάτε τίποτε κ' +οι δυο σας, κρίμα 'ς εσάς, κρίμα 'ς!», και προσποιηθείς +δυσαρέσκειαν απήλθεν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνοι +εξακολουθούντες να εκκενώσι σιγά-σιγά και μεθοδικώς την +φλάσκαν. Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα +κεφαλόπουλα και ουκ ολίγα καβούρια, και το μοσχάτον κατέβαινε +μια χαρά κάτω. Είχαν ενθυμηθή παλαιάς ιστορίας, διηγούντο +προς αλλήλους τα παθήματά των, τα οποία δεν είχον τελειωμόν. +Ο Παρρήσης μάλιστα εξαρθείς από της πεζότητος ετραγούδει κατά +προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οίον τον στίχον: + + Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω. + +Έλεγαν δε προς αλλήλους: «Θυμάσαι, καρδάσ', τούτο; θυμάσαι, +γιολδάσ', αυτό;» Όταν είνε τις με τον άριστον φίλον του εις +ωραίαν εξοχήν, συμπαραστατούσης και φλάσκας με μοσχάτον, +λησμονεί τα πάντα, και οι δύο άνδρες ουδ' υπώπτευον ότι τους +έβλεπέ τις, όπερ άλλως τους ήτο αδιάφορον. Αλλ' όπισθεν των +καλαμώνων, επί της αντιπέραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο +χωμένος από δύο ωρών αφανής, ο παιδικός φίλος σου ο +Χριστοδουλής. Τι εζήτει εκεί; Κατά πάσαν πιθανότητα +παρεμόνευε πότε θ' απεμακρύνοντο προς στιγμήν από της όχθης ο +Παρρήσης και ο Λουκάς, διά να χωθή γοργά εις την λίμνην και +κλέψη ο πονηρός κανένα έγχελυν ή κεφαλόπουλά τινα και ολίγα +καβούρια. Αλλά μάτην επερίμενε, και ήδη είχεν αποφασίσει, +αναγνωρίσας μακρόθεν την τσότραν και ελπίζων ότι οι δύο φίλοι +εν τη ευθυμία των δεν θα τον έβλεπον, να επιχειρήση το +τόλμημα και απέναντι αυτών. Αλλά την στιγμήν εκείνην +απροσδόκητον συμβάν είλκυσε την προσοχήν του. + +Ήγγιζεν ο ήλιος εις την δύσιν, όταν εις την καλύβην, έξωθεν +της οποίας εκάθηντο οι δύο συμπόται, επλησίασε γυνή τις +συνοδευομένη υπό μειρακίου. Εφόρει λευκήν εσθήτα κ' εκράτει +κόκκινον παρασόλι, και ο Χριστοδουλής με όλην την απόστασιν +την ανεγνώρισεν ευθύς. Ήτο η Πολύμνια μετά του αδελφού της +του Νίκου. Οι δύο άνδρες εσηκώθησαν ευθύς, και εκ των +νευμάτων και υποκλίσεών των ενόησεν ο Χριστοδουλής, χωμένος +μέσα εις της καλαμιαίς, ότι την επεριποιούντο και ήσαν +πρόθυμοι εις τους ορισμούς της. Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και +βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήση και να επιβή εις την μικράν +φελούκαν, είδος σκάφης, μ' επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν, +ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ου μακράν της +καλύβης, και ης επιβαίνων ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην +τας εγχέλεις και τα κεφαλόπουλα. Κατόπιν της νεάνιδος, ο +μικρός αδελφός της λύσας την μπαρούμαν, επέβη, και λαβών το +κοντάριον ήρχισε να &αβαράρη& εις τον βυθόν της αβαθούς +λίμνης. Ο Χριστοδουλής εσυμπέρανεν ορθώς ότι της Πολυμνίας, +θα της είχεν έλθει η φαντασία να κάμη μίαν φοράν με την +φελούκαν περίπατον επί της λίμνης, και ο Λούκας ευδιάθετος +ευρεθείς, της έδωκε την άδειαν. + +Η μικρά σκάφη απεμακρύνθη προς το κέντρον της λίμνης· οι δύο +άνδρες καθίσαντες εκ νέου ησχολούντο ν' αποτελειώσουν την +φλάσκαν, και ο Χριστοδουλής κρυμμένος εις τους καλαμώνας, +έβλεπε θαυμάζων, όπως θα εθαύμαζες συ, το χαριέστατον +σύμπλεγμα της νεάνιδος και του μικρού αδελφού της, +εξακολουθούντος με όλην του την δύναμιν διά του κονταρίου ν' +αντωθή τον πυθμένα. Η Πολύμνια εφαίνετο ακτινοβολούσα εκ +χαράς. Ο περίπατος ούτος την ηύφραινε, την κατεγοήτευεν, ως +τα αθύρματα τας τριετείς κορασίδας, ενώ ο αδελφός της +εφαίνετο αισθανόμενος ίσην χαράν με τα επταετή παιδία, τα +οποία φεύγοντα το σχολείον, με τον &φύλακα& ανηρτημένον υπό +την μασχάλην, ευρίσκουσιν άφατον την ηδονήν να τρέχουν εις +της ακρογιαλιαίς και εις τους βάλτους, και να &καραβίζουν& με +σμικρότατα κομψά καραβάκια, τα οποία οι επιδεξιώτεροι μεταξύ +των κατασκευάζουσιν. Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, το +καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψη, +και δεν εχόρταινε να βλέπη την παιδικήν εκείνην επί της +λίμνης περιπλάνησιν. Αλλά δεν του διέφυγε και η &ατζαμωσύνη& +του Νίκου, όστις δεν είξευρε ν' &αβαράρη& κανονικά, καθώς +έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος +σου εστέναζε κ' έλεγε: «Α! να ήμουν εγώ»!. . .» + + +Εκεί, εις μίαν στιγμήν, καθώς &αβαράριζεν& αδεξίως ο Νίκος, η +φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν +έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, έκαμνε ν' αβαράρη, +και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα, +και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το +κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα +εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν' απαλλάξη +εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το +κοντάριον έφευγεν από τας χείρας του, εωσού έπεσεν από τους +ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το +μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν. + +Η Πολύμνια εγερθείσα με προφύλαξιν έκυψε διά να ίδη πού επήγε +το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ην +ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα, +και παρ' ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η +Πολύμνια, και μη επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις +τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και +πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της προς τους +δύο συμπότας της μικρός καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να +φωνάζη· + + — Ε! μπάρμπα-Λούκα! + +Αλλ' έως να πάρη είδησιν ο Λούκας και αποφασίση να έλθη εις +βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του +πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το +ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του +ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ίδιόν +του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ' ο +Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμώτερα +εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους +καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την +περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν +του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως +τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και +υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα +αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την +προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την +λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα +λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους +βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα, +ανεπήδησε στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν +της σκάφης, και με απίστευτον διά την ηλικίαν του ρώμην, την +ανεσήκωσε και την απήλλαξεν από του εμποδίου των υψηλών +χόρτων. Είτα εξέπλεξε και το κοντάρι από το μέρος, όπου είχεν +εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον· + + — Να, πώς ν' αβαράρης! + +Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ το +κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης, +απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ +η Πολυμνία τον εκύτταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν +υποψιθυρίζουσα· + + — Τι παράξενο παιδί! + +Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο +συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε, +και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε· + + — Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα. + + — Φθάνει να μην είνε κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίση τα +κεφολόπ'λα, καρδάσ', είπεν ο Παρρήσης. + +Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν εις τον καλαμώνα του, όπου ο +μπάρμπα-Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του +λευκού του οικίσκου του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν +ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς +προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου καίοντος +ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός +ενδύματα να φορέση. Και ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός χωρέσ' τον, ο +Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τας ολίγας αμνάδας +του, του έδωκε «μιαν ευχή» και του είπεν ότι θα έχη «μεγάλον +μισθό», χωρίς να υποπτεύση ότι αυτός ήτο νοθογενές απότοκον +λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας μαθών εκ στόματος της +Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την +φλάσκαν, με τας απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν +από της αντίπεραν όχθης· + + — Στην υγειά σ', Κ'στοδουλή! + + +Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η +Πολύμνια ήτο διά σε ή δι' εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο +μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις +να γείνη ανήρ χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και +δεκάκις ν' απατηθή; + +Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ· ίσως και συ +επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ' +από ετών δεν ήκουσέ τις περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την +Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και +ουδέν πράττεις. + + + +ΤΟ ΕΝΙΑΥΣΙΟΝ ΘΥΜΑ + + + +Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην +θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι +της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νειόγαμπρος κι' ο +Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα +καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή +ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις +την θυγατέρα της θυγατρός της. + +Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθή ο γάμος. +Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει +ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και +μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν +σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην από τα γρίφφια +και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις +την φελούκαν ο Νειόγαμπρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν +προς αλιείαν. + +Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός «ψαράς με το ένα χέρι» — το +άλλο του το είχε φάγει η δυναμίτις — όπου ηλίευε τους +περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους +έδενεν ως βώδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν +εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το +ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί +προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος +επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την +Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως +λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβη σύνταξιν, +αλλά τα «χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν +ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς +και πορθμητικάς. + +Ο Νειόγαμπρος είχε στεφανωθή την προ πέντε εβδομάδων +Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντήσει ακόμα. + +Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νειόγαμπρος επερίμεναν τον +Μπαμπούκον πότε να έλθη διά να λύσουν την μπαρούμαν καί +αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπομπούκος έτρεχεν από βράχον εις +βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του τον +Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γέρο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο +ένας εταξείδευε με τα καράβια, ο άλλος υπηρέτει εις τα +βασιλικά. + +Εκ των θυγατέρων του, άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη +εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του +γήρατός του, διά να υποβαστάζη τα ρευματισμένα γόνατά του, ο +γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, +παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με +γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η +σύζυγος του Μπαμπούκου. + +Αλλ' ο Πάπος του έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον, +από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχη, να +χαζεύη και να μην υπακούη. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους +αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια ή μικρά χταποδάκια +εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν +της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, +σιμά εις τον ναΐσκον του αγίου Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το +σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν +κουκουβάγιαν να μεγαλώση, διά να μη λαλούν την νύκτα απαισίως +εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, +του έκοφτε τα φτερά, κ' εζητούσε να μάθη απ' αυτόν την +τέχνην, πως να καταπίνη, χωρίς να μασσά τα μικρά γλυκά, όσα +κατώρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν. + +Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέση 48 ώρας ή το πολύ τρεις +ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν' αφήση τον υιόν του να +«ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί. Αλλ' ο Πάπος +αγαπούσε, ναι, της βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά +δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα +έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή +δι' αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον +πάρη μαζί, εφρόντισε να γείνη άφαντος. + +Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν η δύο φοράς είδε τον «διακαμό» +του, τον φεύγοντα ίσκιον του όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος +είξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις και τα +ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο +γέρο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση! + +Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος +άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι +ανυπομόνουν. + + — Μα έλα δα! έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να +έρχεται χωρίς τον υιόν του. Έλα, κι' ας κουρεύεται! + + — Καλλίτερα, λείπει κι' ο μπελάς του, παρετήρησεν ο +Νειόγαμπρος. + +Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμαν, κ' επήδησε +στη βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο. + + — Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλλο, είπεν ο· +Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ. + +Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν, +εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς +να σκεφθή· + + Καλό πνίξιμο, παιδιά. + +Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νειόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νειόνυφη, η +σύζυγός του, ήτις τους εκύτταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον +απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνεφρυώθη, και +στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της. + + — Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε. + +Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξη οπίσω τον σύζυγόν +της, να τον κρατήση, να μη τον αφήση να υπάγη. Αλλ' η τόλμη +της έλειπεν και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Είξευρεν +ότι εκείνος θα την εσκώπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο. + +Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην +άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν +τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε +εβδομάδων είχε στεφανωθή, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι +διαφιλονεικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον +οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, +οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πενθερά του είξευρε +μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού +είξευρε κι' αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε. + +Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε +φορέσει διά να στεφανωθή, κι' αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα. + +Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα, +της οποίας η κόρη είχε κατεβή εις τον τάφον, πριν γείνη νύφη +διά να τα φορέση. Ω, κακοσημαδιά! + +Και η Νειόνυφη έκλαυσεν. + +Εν τοσούτω η θαλάσσια ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του +γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι +εις την αντίπεραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται +φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ' εις το κέντρον του +πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική, +αλλ' εις την εσχατιάν του πελάγους, παρά τας ακτάς τας +απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος, +αλλά μανία και φρίκη. + +Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νειόνυφης, +δεν ήτο ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ' ολίγον ο +Πάπος, φαγκρίζων και γελών ως προσωπίς αποκρηάτικη, +κάτισχνος, μελαμψός και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η +λέμβος εμακρύνθη ως πενήντα οργυιές, κ' εκύτταζε τους +ναυβάτας, + +Καθ' ην στιγμήν άφηναν τα κουπιά και ητοιμάζοντο να κάμουν +πανιά προς το πέλαγος. + + — Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε. + + — Γιατί, παληόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ +το Κουρτεσάκι. + + — Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς ο Πάπος. + + — Και πού θα ερμοκατιάσης το βράδυ να ψοφολοήσης; Ο πατέρας +θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας. + + — Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους +τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας. + + — Αν θέλης, έλα, είπεν η πτωχή γραία. + +Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και +τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη +προς τους πάσχοντας, κ' επαρηγόρει τον γέρο-Γατζίνον και +τον γέρο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα +γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν, και είχον υιούς +και θυγατέρας. Κι' αυτή ήτο έρημη και μοναχή εις τον κόσμον. + +Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν +γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζη +διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή +γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δυο χρονιές εις +το μισοχαλασμένον σπίτι της Σκωριανίνας, της μακαρίτισσας. Το +σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και +μισήν στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε +καταρρεύσει προ πολλού. + +Καθ' όλας τας πιθανότητας, έμελλε κ' εφέτος να ξεχειμωνιάση +εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει, +δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθή, θα είχεν η +Σειραϊνώ καταφύγιον, μένουσα υπό την αυτήν στέγην με εκείνην. +Αλλ' ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της +παρουσίας της. + +Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθή +την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος +τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το +οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλιν γείτων. + + — Κ' εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ, να μην πας με τον πατέρα +σου, που σε ήθελε; είπεν η Σειραϊνώ, άμα ούτος κατεκλίθη +τυλιχθείς εις πάλαιαν τριμμένην βελέντζαν. + +Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζη. + + +Το φεγγάρι είχε «πιασθή χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν «δίπλα +φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία, +και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός +εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και +προς ανατολάς· την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και +προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία. + +Καιρός διά ψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να +γυρίση. Οι ναυτικοί έλεγον ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να +πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ' ή +θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής +της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις +τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα +θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου +είνε, θα φανούν». + +Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε», +καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους +τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να +βρέχη χιονόνερον, και να βοΐζη ο άνεμος σείων το καραβόπανον, +το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράζη το φοβερόν χάσμα του +τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν +της πτωχείας, κ' εγίνετο βοή, κ' εκρότουν από το ψύχος τα +ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος, +έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη, +την αποκρηά, κ' έτριβε τας χείρας και εφώναζε· + + — Κύττα, θεια-Σειραϊνώ . . . Δεν σου φαίνεται σα ν' +αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη +βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είνε; Ακούς, θεια- +Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ ! . . +. κρρρρ! . . . μπρρρρ! . . . θεια-Σειραϊνώ. + +Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της +δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η θεια- +Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, και ηρώτα +όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο +Πάπος δεν ήλθεν. + + +Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ης +σχηματίζεται ο λιμήν έν μίλιον αντικρύ της πολίχνης, +ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις +μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν +έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της +νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν +εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το +οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος. + +Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει +μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους +ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γείνη τις καλός ναυτικός, +πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα +φουρτούνες. Και έπειτα να «κατιάζη» τις απαράλλακτα, όπως η +κόττες 'ς το σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις +τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει +όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορή ποτέ να γείνη +καλός ναυτικός. + +Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα +δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο +να είνε εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα +ευρίσκεται, και πιθανόν να φανή οσονούπω — το κακοκέφαλον +παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν' ανησυχήση, και έφερεν +όλον τον γύρον του λιμένος, κ' έφθασεν αντικρύ προς το μέρος +όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί, έμενε κ' εκύτταζε το +πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι' αγνάντευε, +ζητούν να ξανοίξη πουθενά την βάρκαν. Κ' έκλαιεν η ψυχή του +μέσα βαθειά, κ' εδάκνετο η καρδία του, διότι είχε κάμει +παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του. + +Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και +πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειοανατολικός, Γραίος, εφύσα +δυνατά, με όλην την δύναμιν όπου μπορούσεν ο Γραίος να έχη +και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να +έχη ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως +αυτής, επίστευεν, ότι μπορούσε να έχη. + + — Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να' ρθη ο πατέρας μου, και +να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ' Νικόλα μ', +που σ' έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι . . . +αχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν απόκερο από μέσ' +απ' το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ +έκανες πως δε με γλέπεις . . . για να κυνηγώ της νυχτερίδες +και τα κουκουβαγιόπουλα τη νύχτα . . . μη με ξεσυνερίζεσαι, +και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω . . . και να μη +βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του . . . κ' εγώ να σου φέρω άλλα +τόσα, κι' άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου +έκλεψα. + + +Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί, +ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος +καρυδίου, να παραδαίρνη και να κατέρχεται εις τον αφρόν των +κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα, ως μίαν +κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγεινε νυξ. Και αφού +παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν είξευρεν, αλλά «μία ώρα, μια +ωρίτσα», του εφάνη ν' ακούση βρόντον, είτα συγκεχυμένας +κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα +τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον +οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγεν όλα. + +Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον +ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουε +τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να +συγχέη ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή +ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας, και όμως ο μικρός θαλασσινός +μάγκας ήτο βέβαιος ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι +ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος, και η κραυγή, κραυγή +αγωνίας. + +Είς την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού +ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίη μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως +επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω! να είχε +τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα! + +Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το +πέλαγος είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα, +προεξέχοντα του κύματος. + + — Τ' Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος. +Απάνω στ' αραπάκια έπεσαν. Ω! κ' εγώ που δεν επήγα μαζί τους. + +Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους +εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθή να πέση εις την +θάλασσαν ή χωρίς να γδυθή να κολυμβήση να τρέξη εις βοήθειαν +του πατρός του. Αλλά πώς; Πού να πάγη; Πώς να φθάση εκεί; +Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του +κύματος ή σύντριμμα των βράχων. + +Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξη προς την πολίχνην, εις +τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας να τρέξουν +με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ' έπρεπε να τρέξη +χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάση εις την κορυφήν της +ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του όσον +οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο +πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού +βόμβου της τρικυμίας. + + +Τ' Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες +άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενεθυμήθη +ακουσίως την στιγμήν εκείνην έν αυστριακόν θωρηκτόν, το +οποίον κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε +να πέση στ' Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά +ετών, και το ενθυμείτο καλά. + + — Ήσαν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο +Λιμάνι, ο μπάρμπα-Λουκάς, ο Κοτίμπας, ο Διολέττας και τόσοι +άλλοι θαλασσινοί, κ' εκύτταζαν τ' Αυστριακό, κοτζάμ' βουνό, +που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέση στα +ρηχά, κοντά στ' Αραπάκια, κ' επαρακαλούσαν κ' έλεγαν : +«Παναϊά μ', να πέση απάν' στ' Αραπάκια, Παναϊά μ' να πέσ' +απάν'». Και με μια βόλτα έστρηψε πάλι κ' έφτασε κατά τα +Μυρμήγκια, κι' ο μπάρμπα-Λουκάς είπε : «Γλύτωσ' απ' τ' +Αραπάκια, απ' τ' Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ'». Μα κι' απ' εκεί +γλύτωσε. + +Και τ' Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών, +συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον +αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά +Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν! +Έλεος, Αραπάκια, έλεος! + + +Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και +δυναταί λέμβοι επήγαν κ' έψαξαν τριγύρω εις τ' Αραπάκια, +μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της +Πούντας ακτής και πλησίον εις τα Μυρμήγκια, τους άλλους +σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε +ανθρώπου, ούτε λέμβου. + +Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγεινε γαλήνη, μία βρατσέρα +ξένη, εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το +αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν +αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον. + +Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος, +σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν +πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς, και αν η φαντασία τον +είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά +τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ' Αραπάκια, είτε +αλλού, ενομίζοντο πνιγμένοι. + +Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο +πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν +ευρέθη. + +Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, +των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; +Κατά παν έτος η θάλασσά μας ζητεί το θύμα της. Φρίκη και +πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον. + +Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο +τόσον σύννους και σοβαρός, ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς +είχε γείνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, +κλαίουσα, όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της +παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον· + + — Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου. + + + +ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ + + +Είχε κινήσει αποβραδής, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθή εις το +βουνόν ο ήλιος, να υπάγη 'πίσω μακράν εις τ' Αρβανίτη τ' +Μανώλη τ' Σουφριά . . . , όχι στον Αραδιά, στης Κεχριάς το +ρέμμα, ο άγαλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά . . . +όχι, δεν ήτο και πολύ μακρυά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο +ώραις με τα πόδια. Αλλ' εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, +ποιος ξεύρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων +τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμμένην θέσιν του, όταν ήτο +γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακρυά φούντα, με γλυκά +μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορή +στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλε με την σημερινήν +κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και +την περιποίησίν της να σε καρτερή εις τον νερόμυλον με δύο +παιδιά, οπού το ένα να διηγήται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η +δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ' η πρώτη του εφαίνετο +πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίση +πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι +αρραβωνιασμένος, με δύο αρραβωνιαστηκές, πότε με την μίαν +πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν +εκαλοπέρασέ ποτε γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι' +αυτός. Και η γρηά-Αγάλλαινα, ας είνε άγια τα κόκκαλά της εκεί +που είνε, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού, +χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες +η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Σε οκτώ ημέρας πάλιν του Αγίου +Βασιλείου, βασιλόπητα η μία, βασιλόπητα η άλλη. Ήρχετο πάλιν +η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου +Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος +του η Μπονώραινα η επιτηδεία τεχνίτις χαμαλιά, και δος του +μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των +χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ' η +πρώτη δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η +ατυχής, πεντάρφανη, ποίος να την προστατεύση, ποίος να της +ειπή καλόν εις τα συμπεθερικά της. Η άλλη είχε και παραείχε +γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την +βρατσέραν, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά +και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή. + + +Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρταν +της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν +χάλκωμα, έχυσε νερόν εντός, έρριψε ξηρά ξύλα εις την εστίαν, +και ανεβίβασε το χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να +φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης, +έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλαν της, ο Μανώλης με το καραβάκι +του. Η πρώτη πενταέτις εδοκίμαζε να ειπή ένα παραμύθι εις τον +δεύρον, τετραετή, όστις έχασκε να την ακούη. Ήρχιζε δε +πάντοτε από στίχους: + + Άδζα μάννα, + βάτος μαμή, + αητός μ' επήρε . . . + +Σχεδόν δεν είξευρε να ειπή άλλα. + +Αλλά και τόσα ήρκουν διά τον Μανώλην. + +Η Λινιώ παρεκάλει την μητέρα της να είπη τα λοιπά. + + — Πώς το λένε, μάννα; + + — «Αητός μ' επήρε, στο δέντρο μ' ανέβασε». + + — Ύστερα; ύστερα; ηρώτα το Λενιώ. + + — Ύτελα; επανελάμβανε και ο Μανώλης. + + — Και η Αφέντρα διηγείτο με ολίγας λέξεις, πώς η εκ του +γαστροκνημίου ανδρός τη βοηθεία βάτου μαιευτήρος γεννηθείσα +ηγαπήθη υπό του βασιλέως και είτα τη διαβολή της πενθεράς της +εγκατελείφθη υπ' αυτού καταδικασθείσα να βόσκη χήνας. + + Στο δέντρο μ' ανέβασε, + γρηά μ' εξεπλάνεσε. + +Και η Αφέντρα κύπτουσα εφύσα το πυρ, διακοπτομένη μόνον διά +να είπη εις τα τέκνα της· + + — Τώρα θαρθή ο πατέρας σας . . . όπου είνε, έφτασε. Να +κάμετε φρόνιμα . . . Θα σας φέρη καλούδια . . . Στραγάλια και +μύγδαλα. + + — Ταάλια κη μύλαλα! επανελάμβανεν ο Μανώλης με το στόμα +ανοικτόν. + +Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα και ο Αγάλλος δεν εφαίνετο. + +Η Αφέντρα δεν ανησύχει, είξευρεν ότι ο σύζυγός της ήτον +«αργοστόλιστος». Ωμοίαζε με την νύμφην που αργεί να στολισθή +και, ως νύμφη, επερπατούσε καμαρωμένα. Α! νύμφη! . . . Υπήρξε +και αυτή νύμφη . . . Το ενθυμείτο ακόμη . . . Και πώς να το +ξεχάση; Οκτώ χρόνια, η πενθερά της, «τους είχε ψήσει το ψάρι +εις τα χείλη», αυτής και των οικείων της. Ο Αγάλλος ήτον +περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δέκα έξ μπακλαβάδες, +εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα +κότταις και πήτταις. Και ποιος τα λυπείται αυτά; Μόνον εκατό +φοραίς πείσματα, κακιώματα. Πότε με την μίαν αρραβωνιαστικήν +τα εχαλνούσε, πότε με την άλλην. Κατ' αρχάς είχε δώσει +σημάδια εις την άλλην. Ύστερον τα εχάλασε κ' «έδεσε +πανδρειαίς» μ' αυτήν. Κατόπιν τα σκαρώνει πάλιν με την άλλην, +και γυρίζει πίσω την αρραβώνα εις αυτήν. Ακολούθως πετά τα +σημάδια της Σμαράγδως και τα σάζει πάλιν με την Αφέντραν. Και +ήτον εύμορφος γαμβρός, να έχη ζωήν, και τον αγαπούσαν και η +δυο. Από την άλλην ήτο βεβαίως πλέον εύμορφος, εφρόνει η +Αφέντρα, άσπρος, γαλανός, κοκκινοροϊδίτης. Πλέον εύμορφος +ήτον ακόμη και από την Αφέντραν, ήτις ήτο ισχνή, χλωμή και +αδύνατος. Τέλος, αφού έκαμε τελευταίαν βόλταν προς την +Σμαράγδω, και όλην την εβδομάδα δεν τον είχαν ιδεί στα μάτια, +ανελπίστως την Κυριακήν το μεσημέρι οι δύο αδελφοί, οίτινες +είχαν φθάσει το Σάββατον με την βρατσέραν, τον καταφέρνουν, +βγάζουν της άδειαις, και τον στεφανώνουν την Κυριακήν το +βράδυ με την Αφέντραν. + +Μόλις έλαβον καιρόν η γενειαίς της να στολίσουν την νύμφην. +Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Είχε κεντήσει η ιδία τον +ήλιον και το φεγγάρι εις τα μανίκια του μεταξωτού άλικου +υποκαμίσου της. Εις την σκούφιαν της πάλιν είχε κεντήσει +μεγάλην γάστραν με λουλούδια και με κλαδιά. Και εις την +τραχηλιάν της είχε κεντήσει, διάφοραις κλάραις. Είχε και +ωραία προμάνικα ανασηκωμένα εκ βαρυτίμου ρωσσικού +χρυσοϋφάντου. Και το ποδογύρι ολόχρυσον τρεις σπιθαμαίς +πλατύ. + +Η πενθερά της, μόλις είχε πεισθή την τελευταίαν ώραν να δώση +την ευχήν της, σκληρυνομένη έως τότε, λέγουσα ότι επόνεσε την +άλλην, ότι την λυπείται, ως ορφανήν. Τέλος εφόρεσε τα καλά +της και ήλθε, φέρουσα την μαύρην μανδήλαν της χηρείας της, +επιφυλαχθείσα να φορέση χρωματιστήν «πολίτικην» την στιγμήν +μόνον που ήθελεν ασπασθή τα στέφανα. Ήλθε και η ανδραδέλφη +της κ' εστάθη υψηλή, σιμά εις την τέμπλαν, άλλη τέμπλα +έμψυχος αυτή, πλατεία, ακίνητος, στολισμένη ως νύμφη. Διότι η +τέμπλα δεν είνε να λείψη από την αίθουσαν όπου θα τελεσθή ο +γάμος. Στρώματα, και παπλώματα, και κηλίμια, επιμελώς +διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται ευτάκτως και +κοσμίως κατά τον τοίχον, παρά μίαν γωνίαν του θαλάμου, +καλύπτονται με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστέφονται με δύο +προσκεφαλάδες με μεταξωτά περιβλήματα. Αυτή είνε η τέμπλα. + +Αφού έφθασε με τα βιολιά ο κουμπάρος, ήλθαν και οι +καλεσμένοι, ύστερον οι παππάδες, και ήρχισεν η τελετή. +Αντηλλάγησαν οι δακτύλιοι, είτα τα στέφανα, ανεγνώσθησαν αι +ωραίαι ευχαί, εψάλη το «Ησαΐα χόρευε», έφεραν γύρον τρεις +φοραίς, έρραναν τους νεονύμφους με ορύζιον και με κοφέτα, και +τέλος ο Παππα-Νικόλας με την σκληράν και οστεώδη χείρα του, +λαβών εκ του βραχίονος οκταετές παιδίον, το οποίον είχε μάννα +και πατέρα, το ώθησεν εν τω μέσω των νεονύμφων, κ' εχώρισε +διά της κεφαλής του παιδιού τας συνδεδεμένος χείρας των, +επευχηθείς μεγαλοφώνως· + + — Όλο κεφαλάδες. + +Ακολούθως ο γαμβρός, λαβών τον μέγαν δίσκον, εκέρασεν ο ίδιος +τους ιερείς, τον κουμπάρον και τους καλεσμένους, ενώ η νύμφη +ισταμένη ορθή, μεταξύ της τέμπλας και της ανδραδέλφης της, +εκαμάρωνε, κ' εχρειάζετο να της σείουν όπισθεν την κεφαλήν +ηρέμα αι παράνυμφοι, στολισμέναι όλαι παριστάμενοι, διά να +απαντήση διά κατανεύσεως εις τας αφθόνους ευχάς των +καλεσμένων: «στερεωμένοι, καλορρίζικοι, με γυιούς», ενώ μόλις +εκινούντο τα χείλη της χωρίς ν' ακούηται η φωνή της, λεγούσης +«ευχαριστώ». + +Εν τω μεταξύ, ο μπάρμπα-Γκιουλής, ο κατ' αποκοπήν μάγειρος +όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του +οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε +τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον +και ήρχισε να το τσιγαρίζη διά να κάμη το σύνηθες εις τους +γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγεινεν +ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά. + +Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μίαν χείρα εγύριζε την +σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι' +ης ανεκάτωνε κ' ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. Ήλθε και ο +γέρο-Σιγουράντσας αυτόκλητος βοηθός, διά να γυρίζη την +άλλην σούβλαν. Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις +ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, +ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, +ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και διά +της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν. +Κατεβρόχθιζεν αυτός τρία, διά προφταστήρα, ως έλεγεν, έδιδε +και εις τον γέρο-Σιγουράντσαν έν διά ψυχόστασμα, και +συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους μουστερήδες, εξ +εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες +φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς +χρονολογίας δι' όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα +τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα, ήρχισε να +τους αποδιώκη με ονειδισμούς και απειλάς, όμοιος με την +γάτταν του σπιτιού, την ανευρίσκουσαν όλην την φύσιν της +τίγριδος και ανορθούσαν τας τρίχας και γρύζουσαν υπούλως και +εξαπίνης σχίζουσαν εις τους οφθαλμούς τον απονήρευτον και υπό +του εμφύτου μόνον ελαυνόμενον επιδρομέα σκύλον. + +Είς των καλεσμένων ακούσας απ' επάνω την τραχείαν φωνήν του +Γκιουλή, δι' ης απεδίωκε τους οχληρούς απαιτητάς (τους +οποίους αυτός ο ίδιος είχεν αποπέμψει προ μικρού από την +οικίαν, αφού τους εφίλευσε δις και τρις μπακλαβάδες και +μαστίχαις και ρώμια), επρόβαλεν από το παράθυρον και βλέπει +τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και +όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν +μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού. +Τότε ο εκ των καλεσμένων, όχι μόνον δεν τον εμέμφθη, αλλ' +αισθανθείς και αυτός την όρεξίν του να τον κεντά, έλαβε λάθρα +μίαν από τας πολλάς φλάσκας, τας οποίας είχον εισφέρει +πλήρεις οίνου οι καλεσμένοι, και κατελθών ηρέμα εις την +αυλήν, την επρόσφερεν εις τον Γκιουλήν, όστις ερρόφησεν όχι +μετρίαν δόσιν, και κόψας ευγνωμόνως μέγαν μεζέν τον +αντιπροσέφερεν εις τον διακριτικόν άνθρωπον. Μετά δύο δε ή +τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις η φλάσκα εμέσασεν. + +Αλλ' έμελλον οπωσδήποτε να ψηθώσι τέλος τα δύο σφαχτά, ώφειλε +και το πιλάφι να γείνη επί τέλους. Τότε ο Γκιουλής +κατεβίβασεν από το πυρ το πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε +και τας δύο σούβλας. Και αφού ανεκάτωσεν, ανεκάτωσε το +ορύζιον κ' έφαγε δύο ή τρεις κουταλιές διά να το δοκιμάση, +ήρχισε να κενώνη εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να +κόπτη δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά, εξακολουθών εν τω +μεταξύ να διπλοδοκιμάζη την γεύσιν των. Αλλ' ήτο καιρός να +μεταφερθώσι τέλος επάνω εις την οικίαν τα πλήρη πινάκια, και +οι καλεσμένοι εστρώθησαν εις μακροτάτην σειράν κατά μήκος και +πλάτος του μεγάλου θαλάμου, και έφαγον και ευφράνθησαν εις +τιμήν των νεονύμφων. + +Τότε αι διάφοροι φλάσκαι και φιάλαι ήρχισαν να κυκλοφορώσι +κατά πολλάς διευθύνσεις ανά τας τάξεις των συμποσιαστών. Και +ο μπάρμπα-Κωσταντής ο Ξέσουρος, θείος της νύμφης, κρατών διά +της αριστεράς ακουμβημένην επί του γόνατος του μεγάλην +χιλιάρικην και διά της δεξιάς μικρόν πενηντάρικον ποτήριον, +εκέρνα τους καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως έν ποτήριον εις +τον πρώτον γείτονά του προς τα δεξιά, είτα πίνων μετριοφρόνως +και αυτός έν, είτα κερνών έν τον πρώτον γείτονά του προς τα +αριστερά, υποφέρων και αυτός έν, διά να διπλοχαιρετήση· είτα +μεταβιβάζων έν ποτήριον εις τον δεύτερον προς τα δεξιά +γείτονά του, ροφών και αυτός έν διά ν' αποδώση τον +χαιρετισμόν, και ούτω καθεξής. Μεγίστη δε υπήρξεν η ευθυμία, +και, το πάτωμα εκινδύνευσε να πέση από τον χορόν. Η χαρά +εκείνη διήρκεσεν επί εβδομάδα. Τον γάμον αυτόν, έλεγεν η +Αφέντρα, θα τον ενθυμείτο ακόμη διά πολύν καιρόν το χωρίον. + + +Από μιας ώρας ήδη είχε γείνει σκότος, και ο λύχνος νυστασμένα +έφεγγε τον πενιχρόν θάλαμον τον χωρισμένον μέσα εις αυτό το +κτίριον του μύλου, και η εστία έκαιε παρηγόρως εις την +γωνίαν, και τα λάχανα, τα οποία η Αφέντρα είχε κόψει δροσερά +μοναχή της, μετά κόπου εκλέξασα αυτά ανάμεσα εις την +χιονισμένην κλιτύν του ρεύματος, μεταξύ βράχων και θάμνων, +περικυκλούντων ολόγυρα τον πενιχρόν νερόμυλον, υπό τας +γηραιάς πλατάνους, τα λάχανα είχαν βράσει. + +Ο Αγάλλος εν τούτοις δεν ήρχετο και η Λενιώ εξηκολούθει ακόμη +να διηγήται προς τον αδελφόν της το παραμύθι. Είχεν ήδη +δεκάκις επαναλάβει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, τους +συνοψίζοντας εις το στόμα της ωραίας του παραμυθιού την +παράδοξον ιστορίαν της και ακόμη δεν τους είχε μάθει. +Ευρίσκετο δε τώρα εις τους τελευταίους στίχους: + + Γρηά μ' εξεπλάνεσε + σ' βασιληά τα χέρια. + +Κ' επεκαλείτο εις βοήθειαν την μητέρα της, ήτις συνεπλήρου το +τραγούδι ως εξής : + + σ' βασιληά τα χέρια . . . + βασιληάς με τ' μάννα τ' + κ' εγώ φλάω τα χηνάρια. + +Και η Λενιώ πριν τους μάθη αυτή εφιλοτιμείτο να διδάξη εις +τον Μανώλην τους στίχους, όστις τραυλίζων επανελάμβανε: + + Σληά μ' εξεπλάνεσε + σ' βασιληά τα χίδια. + +Αίφνης ηκούσθη κρότος. Έκρουον έξωθεν την θύραν, εις την +οποίαν είχε βάλει τον σύρτην έσωθεν η Αφέντρα, καθώς +συνήθιζεν, όταν ήτο εις τον νερόμυλον μόνη με τα παιδάκια +της. Η Αφέντρα με κίνημα χαράς εσηκώθη, έλαβε τον λύχνον, +κατέβη τας τεσσάρας βαθμίδας της ξυλίνης κλίμακος, δι' ης +ανήρχετο τις από το έδαφος του μύλου εις τον θάλαμον, κ' +επήγε ν' ανοίξη την εξωτερικήν θύραν. Τα παιδία σκιρτώντα +έτρεξαν κατόπιν της. + +Πριν ανοίξη ακόμη την θύραν η Αφέντρα ηκούσθη έξωθεν +γυναικεία φωνή απορηματική· + + — Τι κλειστήκατε, θα-πω, μέσα; ακόμη δεν ενύκτωσε. + +Δεν ήτο ο Αγάλλος. Η Αφέντρα εγνώρισε την φωνήν. Ήτο η μήτηρ +της. + +Η γραία εισήλθε κρατούσα καλάθιον υπό τον αγκώνα, κ' έχουσα +την μαύρην φουστάναν της περασμένην υπό κάτω εις το χερούλι +του καλαθιού, φορούσα μόνον επάνω της το κοντόν, παλαιόν, +ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εις τους +δακτύλους και τας πτέρνας, και ξυπόλητη. Τα παιδία ώρμησαν +αμέσως εις το καλάθιον, κ' έψαξαν να εύρουν τι εκρύπτετο +εντός αυτού, υπό την διπλωμένην φουστάναν, ελπίζοντα ότι θα +τους είχε φέρει η μάμμη κάτι τι διά να τα φιλεύση από το +χωρίον, αλλά δεν ηύραν ειμή μόνα τα παλαιά τσόκαρα της +γραίας, το οποία αύτη έθετε πάντοτε εντός του καλαθιού, +προτιμώσα να βαδίζη ξυπόλητη, διά να είνε ελεύθερα τα πόδια +της και χάριν οικονομίας. + +Η Αφέντρα ιδούσα την μητέρα της ελθούσαν αντί του συζύγου, +υπέθεσεν ότι ο τελευταίος θα είχε μείνει εις την πολίχνην να +διανυκτερεύση, όπως ενίοτε έκαμνε, και δεν επαραξενεύθη πολύ. +Αλλ' άμα ανέβησαν εις τον θάλαμον, η γρηα-Συνοδιά ιδούσα ότι +έλειπεν ο Αγάλλος ηρώτησε· + + — Πού είνε ο άντρας σου; + +Η Αφέντρα την εκύτταξεν εν απορία. + + — Δεν τον άφηκες στο χωριό; + + — Όχι· έφυγε μια ώρα μπροστήτερα από μένα. + + — Για δω; + + — Για δω· + + — Και πώς δεν ήρθε; + + — Πώς δεν ήρθε μαθές; + + — Τι γείνηκε; + + — Τι γείνηκε, σ' ερωτώ κ' εγώ! + +Εναγώνιος ανησυχία εκυρίευσε τας δύο γυναίκας. Η Αφέντρα +συνήψε τας χείρας εν απογνώσει. + + — Τι να έπαθε τάχα; + + — Πού είνε τος; + + — Γιατί δεν ήρθατε μαζί, αφού ήσουν για νάρθης και συ; +ήρχισε να παραπονήται η Αφέντρα. + + — Δεν ήμουν σίγουρη· εγώ είχα δουλειαίς. Ή έρχομαι, ή δεν +έρχομαι του είπα. Πήγαινε συ, του είπα, να μη νυχτώσης, κ' +εγώ, όπως διω. Εγώ είμαι μαθημένη να περπατώ τη νύκτα στα +ρέμματα. + +Τω όντι, όλοι τους ήσαν συνειθισμένοι εις νυκτερινάς +οδοιπορίας ανά τα όρη και τας κοιλάδας. Η δύο συμπεθέραις, η +θεια-Συνοδιά, και η μάννα του Αγάλλου η μακαρίτισσα, είχαν +δύο νερομύλους εις της Κεχρεάς το ρέμμα. Ο μύλος ο πατρικός +του Αγάλλου είχε χαλάσει προ πολλού και ήτον έρημος τώρα. +Αλλ' ο μύλος της Συνοδιάς χηρευσάσης τελευταίον από του +ανδρός της ήτο εν ακμή εισέτι. Ο Αγάλλος, επειδή ήτο +συνειθισμένος να έχη μύλον, απήτησε τον μύλον ως προίκα, και +η θεια-Συνοδιά ηναγκάσθη να τον δώση. Και αι δύο +οικογένειαι, από γονέων και προγόνων, είχαν ανατραφή εν μέρει +εις την πολίχνην, όπου είχαν οικίσκους, εν μέρει εις της +Κεχρεάς το ρέμμα, όπου είχαν τους μύλους των. Γυναίκες και +άνδρες, παίδες και κοράσια, δεν εφοβούντο να περιπατώσι την +νύκτα εις το δάσος. + +Τους έλεγαν ολίγον «ελαφροΐσκιωτους», αλλ' αυτοί δεν +εφοβούντο τα στοιχειά. Είνε αληθές ότι οι ίδιοι διηγούντο +πολλάκις ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ' ωμίλουν με +φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν +τους έκαμναν κακόν. Είχα φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο +Αγάλλος διηγείτο πολλάκις ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια +του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ' αυτός εφυλάχθη καλώς να +ταις δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν «να του +πάρουν την μιλιά του». Μίαν φοράν πάλιν παρουσιασθείσα προς +αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα +του, του είχε δώσει με την χείρα της έν φλωρίον. Το εβεβαίου, +και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις ότι +ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε. +Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του. + +Εμπρός όμως εις την θεια-Συνοδιά κανείς δεν ηδύνατο να +παραβγή όσον αφορά τα εξωτικά πράγματα. Αυτή είχεν εκ γενετής +φιλικωτάτας σχέσεις με της νεράιδες. Εγνώριζε τα στοιχειά, +τους αράπηδες με την τσιμπούκα, της λάμιες και τους +καλικαντζάρους, όπου έρχονται τώρα τα Χριστούγεννα. Το +στοιχειό του σπιτιού ποτέ δεν κάμνει κακόν. Επιφαίνεται πότε +ως ήμερον αρνάκι, πότε ως κλώσσα με τα πουλιά. Η νεράιδες +αγαπούν να βγαίνουν την ημέραν εις τον ήλιον, όταν είνε +ζέστη, καταμεσήμερα, και να χορεύουν. + +Να μη γελασθής και ανοίξης το στόμα σου, να ταις ομιλήσης, +γιατί θα σου πάρουν την φωνήν να μείνης βουβός. Ο αράπης με +την τσιμπούκα του, η καντίνα με τον φερετζέ της, βγαίνουν την +νύκτα εις τα ρέμματα και κάθονται κοντά εις της βρύσαις. Οι +καλικάντζαροι αγαπούν να σκιάζουν τον κόσμον, να κρύπτωνται +με τους καπνοδόχους και να παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατά +τα άλλα είνε ακίνδυνοι. Μόνον ο βρυκόλακας είνε κακό πράγμα. +Θεός να φυλάη. Αλλά μόνον τη γενειά του κυνηγά. + +Η θεια-Συνοδιά ήτο βεβαία ότι ο γαμβρός της δεν θα έπαθε +τίποτε από τους καλικαντζάρους, οι οποίοι, μόλις θα ήσαν εις +τον δρόμον τώρα, να έρχονται, διότι εξημέρωνε Χριστούγεννα. +Άλλως ο Αγάλλος ήτο σαββατογεννημένος, και είνε γνωστόν ότι +οι έχοντες το πλεονέκτημα τούτο δεν υπόκεινται εις εξωτικάς +επηρείας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο να εννοήση διατί ο +γαμβρός της εβράδυνε τόσον, αφού είχεν εκκινήσει από του +χωρίου μίαν ώραν προ αυτής, αφού αυτή είχεν έλθει από τον +ίδιον δρόμον τον συνήθη, δι' ου πάντοτε ήρχοντο. + + — Από κει που αραδίζομε πάντα, παιδάκι μου, έλεγεν εις την +κόρην της, τι θελά πάθη; Τ' ήταν αυτό; + + — Μην ήτο πιωμένος κ' έπεσε πουθενά με τα χιόνια; + + — Δεν εφαίνετο νάνε πολύ πιωμένος, παιδί μου· και πού +βρεθήκανε τα χιόνια; Ο δρόμος ανοιχτός όλος πέρα-πέρα . . . . +Ολίγο πατημένο χιόνι δω εκεί . . . . Καμπόσο χιόνι έχει +μοναχά στα ψηλώματα. Και πού τα ίδετε σεις τα χιόνια; Να +βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι, +δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι . . . . Μας σφράγιζε μπροστά την +πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιαίς. Όσο να ξεχιονίσουμε +την πόρτα που παιδευόμαστε δύο ώραις με της τσάπες και με τα +φτυάρια, η σκεπή που ήταν καταφορτωμένη απ' τα χιόνια έπεφτε +κρακ, και μας πλάκωνε. + +Τα δύο παιδία τα οποία είχαν χάσει την ευθυμίαν των, και ήσαν +έτοιμα να κλαύσωσιν, ύψωσαν ακουσίως τους οφθαλμούς προς την +οροφήν, την οποίαν είχε δείξει διηγουμένη και άμα +χειρονομούσα η γραία. + + — Μάννα! τι λέει η μαννού; έκραξε βάλλουσα τα κλάμματα η +Λενιώ. Τον πατέρα τον επλάκωσε το χιόνι . . . . κ' εμάς θα +πέση η σκεπή να μας πλακώση! + + — Σιώπα! σιώπα! μην κλαις, παιδί μου, έκραξεν η Αφέντρα, +έτσι το είπε, η μαννού . . . μη φοβάσαι, κι' ο πατέρας τώρα +θαρθή να σου φέρη και κοφέτα . . . + + — Σιώπα, Λενιώ μου! είπε και η γραία. Εγώ ήρθα ξαργούγια να +σε σηκώσω ταχιά το πουρνό, να σε πάω στον ·Άι-Λια, να σε +μεταλάβω, κορίτσι μου . . . + + — Κ' εμένα, κ' εμένα! έκραξεν ο Μανώλης. + + — Κ' εσένα, μικρέ μου . . . + + — Θα έχη λειτουργιά αύριο στον Άι-Λια; ηρώτησε λησμονήσασα +προς στιγμήν την ανησυχίαν της η Αφέντρα. + + — Θα έχη . . . φτάνει πλεια, νισάφι, τόσον καιρό που μένετε +αλιβάνιστοι . . . Ετοιμάσου, κυρά μου, να στολιστής ταχύ-ταχύ +να πάμε . . . Ο άνδρας σου θα έστρεψε το δρόμο κ' επήγε +σε κανένα καλύβι να βρη κανένα φίλο του . . . ίσως πήγε να +ψωνίση τίποτε ξερή μυζήθρα και πρωτογαλιά φρέσκη για αύριο +. . . Ησυχάσατε . . . Κι' όπου είνε, θα φτάση. + +Τωόντι η γραία, αντί να μείνη εις το χωρίον να κάμη +Χριστούγεννα, μαθούσα ότι ο παππα-Κωσταντής ο Μπρικόλας +έμελλε ν' ανέλθη το πρωί, κατά πρόσκλησιν ποιμένων και +γεωργών τινων, εις το βουνόν να λειτουργήση το εξωκκλήσιον +του Προφήτου Ηλία, επροτίμησε να υπάγη εις της Κεχρεάς το +ρέμμα, να πειθαναγκάση την κόρην της και τα εγγονάκια της να +σηκωθώσι το πρωί ν' ανέλθωσιν εις το εξωκκλήσιον, το οποίον +ευρίσκετο εις το ήμισυ του δρόμου, επί οροπεδίου γείτονος της +κορυφής του βουνού, μίαν ώραν από το χωρίον και μίαν ώραν από +την Κεχρεάν, διά να λειτουργηθούν και μεταλάβουν, διά να τους +ανθρωπέψη ολίγον, έλεγε, καθόσον έμενον επί μήνας +αλειτούργητοι κάτω εις το βαθύ ρέμμα. + +Εις τον ναΐσκον της Κεχρεάς, παλαιόν διαλυμένον μονύδριον, +προσηρτημένον ως μετόχιον εις το κοινόβιον του Ευαγγελισμού, +σπανίως ήρχετο ιερεύς να λειτουργήση, και, εάν ήρχετο, οι +εντός του ρεύματος διαιτώμενοι και ως ποταμαία καβούρια +στραβοπατούντες, ο Αγάλλος, η Αφέντρα, και τα δύο τέκνα των, +δυσκόλως θα έπαιρναν είδησιν ν' ανέλθωσι διά ν' ακούσωσι την +λειτουργίαν. Αφ' ότου ο Αγάλλος είχε πωλήσει την πατρικήν εν +τη πολίχνη οικίαν του, και κατώκει έκτοτε διαρκώς εις τον +νερόμυλον, άπαξ μόνον του έτους ελειτουργούντο, και τούτο +κατά την 23 Αυγούστου, ότε ο ναΐσκος της Κεχρεάς εώρταζε τα +εννηάμερα, ήτοι την μετάστασιν της Θεοτόκου. + + +Η γρηά-Συνοδιά έβαλε τέλος τας χείρας εις τους κόλπους της κ' +εξήγαγεν αυτήν πλήρη αμυγδάλων και λεπτοκαρύων, τα οποία +εμοίρασεν εις τα δύο παιδία. Εξεδίπλωσε και την μαύρην +καινουργή φουστάναν της, και εντός αυτής ευρέθη παραδόξως +προσόψιον φέρον τυλιγμένον μικρόν ευώδες χριστόψωμον, το +οποίον επρόσφερεν εις την κόρην της ειπούσα· + + — Καλή χρονιά. + +Η Αφέντρα εκένωσεν εις έν πινάκιον μέρος των λαχάνων κ' έβαλε +τα δύο παιδία να φάγωσι, βεβαία ούσα ότι, άμα έτρωγον, θα +εκοιμώντο αμέσως, και «διά να λείψη ο μπελάς τους και διά να +ξυπνήσουν πρωί». + +Ο Μανώλης πρώτος, αφού έφαγε πρότερον τα αμύγδαλα, τα οποία +του είχε δώσει η μάμμη του, και ύστερον εμάσσησε και δύο +περονιαίς χόρτα, έκλεισε τα όμματα και απεκοιμήθη καθήμενος. +Η μήτηρ του τον κατέκλινε δίπλα εις την παραστιάν, επί +μαλλίνου κυλιμίου, τον εσκέπασε με μίαν άκραν της βελέντζας, +εσταύρωσε τρις το προσκέφαλόν του και τον άφησε να κοιμηθή. + +Η Λενιώ δεν ηθέλησε να πλαγιάση, λέγουσα ότι ήθελε να +περιμείνη τον πατέρα της, όστις είχε τάξει να της φέρη ένα +ώμορφο στολίδι από το χωρίον. Αλλ' η γραία-Συνοδιά την +έλαβεν εις τα γόνατά της, την εσκέπασε με το παληό φουστάνι +της, και την εζέστανε, και την εχάδευσε τόσον, ώστε την έκαμε +να νυστάξη. + +Εντός ολίγου απεκοιμήθη, και η μήτηρ της, λαβούσα αυτήν από +τα γόνατα της γραίας, λικνίζουσα άμα αυτήν διά των χειρών και +διά τινος μονοσυλλάβου «κι-κι», την επλάγιασε δίπλα εις τον +Μανώλην. + +Ως τόσον ο Αγάλλος δεν εφάνη, και αι δύο γυναίκες, των οποίων +η ανησυχία ηύξησε καθόσον προυχώρει η νυξ, απαλλαγείσαι ήδη +της ενοχλήσεως των δύο παιδιών, έστησαν συμβούλιον περί του +πρακτέου. Η γραία είπεν ότι αν, Θεός να φυλάη, ο γαμβρός της +είχε πέσει πουθενά εις τον δρόμον, αυτή θα τον έβλεπε, διότι +είχεν έλθει από τον ίδιον, τον συνήθη δρόμον. Μόνον όταν +έφθασεν εις την Κεχρεάν, ηναγκάσθη να ομολογήση, ολίγον αργά, +δεν είχε περάσει πλησίον από το μοναστηράκι της Παναγίας. + + — Γιατί; ηρώτησεν η κόρη της. + + — Πήγα χαμ' λά, απ' τον Ιληώνα. + +Βορειότερον ολίγον του μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς +ευρίσκετο είς ελαιών της. Αυτή, πριν φθάση εις την Παναγίαν, +είχε στρέψει κ' επήγε να ιδή τον ελαιώνα, αν και είχε +νυχτώσει ήδη. Εφοβείτο μήπως η προ πέντε ημερών πεσούσα χιών +είχε σπάσει τίποτε κλωνάρια από τα ελαιόδενδρα, κ' επήγεν ως +εκεί διά να ίδη και βεβαιωθή, ας ήτο και νυξ φθάσασα εκεί, +εβεβαιώθη ότι δεν είχε γείνει ζημία τις από την χιόνα, και +μείνασα ευχαριστημένη, εγύρισεν εις τον δρόμον της χαμηλότερα +διά του ρεύματος, κ' έφθασεν εις τον μύλον, χωρίς να περάση +από την Παναγίαν την Κεχρεάν. + + — Τότε να πηγαίναμε ως εκεί να βλέπαμε, είπε δειλώς η +Αφέντρα, ήτις προς τον σκοπόν τούτον, ως φαίνεται, έσπευδε να +αποκοιμήση τα δύο παιδία. + + — Δεν είνε φρόνιμο ναρθής εσύ, είπεν η Συνοδιά. Σα ξυπνήσουν +τα παιδιά, και ιδούν πως είνε μοναχά τους, θα κτυπηθούν, θα +ζουρλαθούν από το φόβο τους. + + — Πώς να κάμουμε; είπεν η Αφέντρα. + + — Να πάω εγώ μοναχή μου, να ιδώ, μην έπεσε πουθενά. ..... +Μπορεί να μπήκε μες την Παναγιά να κάμη το σταυρό του. + + — Πώς να πας μοναχή σου, πάλι; + + — Θα πάρω και το λαδικό ν' ανάψω τα κανδήλια της Παναγίας +. . . Κεράκια έφερα απ' το χωριό . . . Μη φοβάσαι! + + — Και τι να έγεινε αυτός ο άνθρωπος! θα τρελλαθώ! θα ψηλώση +ο νους μου! έκραξεν η Αφέντρα, τείνουσα, να εξάψη ακόμη, ως +κάμνουν αι γυναίκες, δι' αυθαιρέτου αλλ' ασυνειδήτου +ενεργείας, τα εξημμένα νεύρα της. + +Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη φωνή οξεία τραγουδιστού άδοντος: + + Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! + έλα κοντά στο γόνα μου . . . + + — Α! να ο Παγώνας είνε, είπεν η γρηά-Συνοδιά. Στάσου να τον +φωνάξουμε. + +Και χωρίς να περιμένη την συγκατάθεση της θυγατρός της, η +θεια-Συνοδιά κατέβη εις το ισόγειον, ήνοιξε την εξώθυραν +του μύλου, και ήρχισε να κράζη δυνατά· + + — Παγώνα! ε! Παγώνα! + + +Ο τραγουδιστής διήρχετο επί όνου καθήμενος, απέναντι του +μύλου, επί της ετέρας κατωφερείας του ρεύματος, κατερχόμενος. +μονοπάτι φέρον από του δάσους Αραδιά εις τον αιγιαλόν της +Κεχρεάς. + +Δεν εφαίνετο εις το σκότος ανάμεσα εις τα δένδρα. Αλλ' +ηκούετο το βήμα του όνου, η βέργα η πλήττουσα τα νώτα αυτού +και το κέλευσμα του αναβάτου «α! ντε, ντε! όξου», το οποίον +ούτος απηύθυνε προς το υποζύγιον οσάκις διέκοπτε το προσφιλές +άσμα, εις το οποίον ώφειλε και το παρατσούκλι, δι' ου τον +είχε καλέσει η θεια-Συνοδιά. + +Ήτο παραγυιός γεωργοκτηματίου τινός κατοικούντος εις την +πόλιν, κ' έβοσκε τα βώδια του κυρίου του κάτω εις την Αγίαν +Ελένην, όπου ούτος είχεν εκτεταμένους αγρούς με μικράν +έπαυλιν, κ' επέστρεφεν αργά εις την έπαυλιν, όπως όχι σπανίως +του συνέβαινε. + + — Παγώνα! ε! Παγώνα! + + — Τι θέλεις, θεια-Συνοδιά; απήντησεν ο νεαρός αγρότης +γνωρίζων την φωνήν της. + + — Έρχεσαι τα-ίσα απ' το χωριό, ή όχι; + + — Έρχομαι, απ' το χωριό, απ' τον ·Άι-Γιαννάκη, απ' του +Συνοδάρη, απ' τη βρωμόβρυσι, απ' τα Φιλιππέικα, απ' της +Μαμούς το ρέμμα, απ' της βίγλαις, απ' του Σαμέλου, απ' το +Πετράλωνο . . . + + — Όλα αυτά τα μέρη τα έχεις γυρίσει, Παγώνα; + + — Όλα, κι' άλλα ακόμα . . . + + — Μην είδες πουθενά τον γαμπρό μου τον Αγάλλο; + + — Το γαμπρό σου τον Αγάλλο; . . . Πώς! δεν ήρθε; .. Θα ηύρε +πουθενά τη μοίρα του πάλι . . . Ίσως να τον ωνείρεψε να πάη +πουθενά ναυρή τίποτα γρόσια, και του είπε να πάη νύχτα, για +να μη τον ιδή κανείς . . . Ή τίποτα στοιχειά θα ηύρε στο +δρόμο κ' έπιασε κουβέντα μαζί τους, κ' εξέχασε . . . + + — Άφτε τώρα τα χωρατά, γιατί μας έπιασε μεγάλος φόβος, +καϋμένε . . . . Μην τώχεις μικρό πράμμα . . . . Ποιος ξέρει +αν έπαθε και τίποτα. . . . Μου κάνεις τη χάρι, Παγώνα μου, να +πάμε μαζί ως απάνου, στην Παναϊά, να ιδούμε, μην είνε +πουθενά; + + — Πάμε, τι θα χάσουμε; είπε πρόθυμος ο νέος. + +Και διευθύνας το υποζύγιόν του προς την κοίτην του ρεύματος, +έφθασεν εις μέρος όπου είξευρεν ότι το ρεύμα εστένευε μέχρι +δύο σπιθαμών πλάτους, εβίασε τον όνον του, όστις εκοντοστάθη +και δεν ηθέλησε να πατήση εις τον νερόν, να υπερβή το ρεύμα, +και έφθασεν έμπροσθεν του μύλου. + +Η Αφέντρα, πεισθείσα να μείνη αυτή μετά των τέκνων της εις +τον μύλον, ήναψε μικρόν φανάριον, και έβαλεν εις καλάθιον το +ληκύθιον του ελαίου και τρία κηρία. Η θεια-Συνοδιά εφόρεσε +την φοράν ταύτην την μαύρην φουστάναν της, έβαλε και τα +τσόκαρα εις τους πόδας, και λαβούσα το καλάθιον και το +φανάρι, ηκολούθησε τον Παγώναν, όστις επέζευσεν, έδεσε τον +όνον του εις την ρίζαν δένδρου κ' εξεκίνησε πεζός. + + +Ο Παγώνας προεπορεύετο σιωπών, διότι ιδών την αγωνίαν της +ανησυχούσης περί του συζύγου γυναικός, είχεν αισθανθή +στενοχωρίαν τινά ομοίαν με σέβας, και είχε παύσει αυθορμήτως +το εύθυμον άσμα του. + +Η θεια-Συνοδιά τον ηκολούθει αργοπατούσα επί του υγρού +στενού δρομίσκου, όπου προ μικρού είχε πατηθή και σκληρυνθή η +χιών, κατελθούσα εις λεπτόν στρώμα, και μέχρι του χθαμαλού +κοιλώματος, του δρομικού και γείτονος της θαλάσσης. Εκύτταξε +δι' αυθορμήτου κινήματος δεξιά και αριστερά, μέσα εις τα +κλαδιά τα διαχαράσσοντα κατά μήκος εν πρασίνω δροσερώ πλαισίω +τον ανωφερή δρομίσκον, μετ' εμφύτου τρόμου, φοβουμένη μη ίδη +έξαφνα εξηπλωμένον ανάμεσα εις ένα σχοίνον και μίαν κομαριάν +το σώμα του γαμβρού της. Διότι ανησύχει πολύ, και δεν είξευρε +τι είχε γείνει, ο προκομμένος. Ενίοτε από υψηλόν τινα θάμνον +κατέπιπτε μετά τριγμού και κρότου, αποσπωμένη από τα κλαδία, +τολύπη τις χιόνος, θωπεύουσα δροσιστικώς τους οφθαλμούς και +τα μέτωπα των δύο νυκτοβατών. Αριστερόθεν κατήρχετο διά μέσου +των κλάδων και των θάμνων τελευταία τις ασθενής ριπή του +Βορρά, επισκεπτομένη εις τα χθαμαλώτερα εκείνα μέρη την +παρθενικήν αδελφήν της, την χιόνα, σκληρύνουσα αυτήν επί των +κλώνων των δένδρων, περί ους είχε περιχυθή καταστρώσασα +μεγαλοπρεπώς τους πολυκλάδους και απειροποικίλους +σχηματισμούς των. Ουχί άνευ λόγου ωνομάσθη Πρωτεύς το +πρόσωπον εκείνο της αρχαίας μυθολογίας. Αλληγορικώς ηθέλησε +να δείξη ο πλαστικός νους του εκλεκτοτάτου πάντων των λαών +ότι έν πρωτογενές φύτρον εμφυσηθέν υπό του Δημιουργού εις την +πλάσιν δι' απείρων συνδυασμών, διαιωνιζόμενον έμελλε να +παράγη τόσον άπειρον ποικιλίαν τύπων και μορφών κατά άτομα, +ώστε ούτε φύλλον να μην ομοιάζη απαραλλάκτως με φύλλον, κατά +την αληθεστάτην παροιμίαν. + +Δεξιόθεν, από την άλλην πλευράν του ρεύματος, ήρχιζε το δάσος +του Αραδιά εκ χιλιετών δρυών, να σχηματίζεται και ν' ανέρπη +ολονέν ανά το βουνόν, το κορυφούμενον υψηλά άνω, εις τον +άγιον Κωνσταντίνον, και το βουνόν ήτο ορθόν, απότομον, κ' +εφαίνετο ως πελώριος τοίχος καλυπτόμενος υπό κισσού. Και η +χιών έστιλβε τήδε κακείσε ανάμεσα εις την επιφάνειαν του +σκοτεινού δρυμώνος, λευκόν μυστήριον, σιωπηλόν, εν τη γλώσση +των άστρων ανταποκρινόμενον, επάνω με την πούλιαν, με τον +πολικόν αστέρα, με την Άρκτον και με τον Γαλαξίαν. Και διά +της ριπής του Βορρά, όστις εφύσα εις τα φύλλα των παναρχαίων +δένδρων, ο δρυμός, μεγαλοπρεπής, στοιχειωμένος, ασινής, +ανάλωτος από εμπρησμόν, ως λέγουσι, βλάπτων τον υλοτόμον +όστις θα ετόλμα να υψώση εναντίον του πέλεκυν ασεβή, διηγείτο +εις γλώσσαν ακατάληπτον εις πάντας πόσους καιρούς και χρόνους +είχε ζήσει, και πόσας γενεάς ανθρώπων είχεν ιδεί διαμαχομένας +αλλήλας, χωρίς οι μεταγενέστεροι να διδάσκωνται εκ της πείρας +των προγενεστέρων και γίνωνται λογικώτεροι. Και η φριξ του +δρυμού, ριγηλή, παγερά, θρηνώδης, θροούσα διά δένδρων και +κρημνών, έφθανεν αντικρύ εις την άλλην ημερωτέραν πλευράν, +και μετέδιδε το ρίγος της εις τους ώμους και την ράχιν των +δύο νυκτερινών οδοιπόρων. + +Είχαν φθάσει ήδη εις το πρώτον ύψωμα, οπόθεν ήρχιζαν να +εκτείνονται αριστερά των ελαιώνες. Αίφνης ο Παγώνας, ίσως +διότι ησθάνετο κρύος και ήθελε να ζεσταθή, ίσως και διά να +παρηγορήση κάπως την θεια-Συνοδιά, την οποίαν έβλεπε +λυπημένην και ανησυχούσαν διά τον γαμβρόν της, ήρχισε πάλιν +να τραγουδή τον προσφιλές άσμα του: + + Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! + έλα κοντά στο γόνα μου . . . + +Η θεια-Συνοδιά ήτις έμεινεν επί τινας στιγμάς κυττάζουσα +προς το ανατολικόν μέρος, τον διέκοψεν αποτόμως· + + — Για ιδές, του λέγει, τ' είν' εκεί; + +Του έδειχνε τον θόλον του ναΐσκου της Παναγίας της Κεχρεάς, +όστις υπερείχε των τοίχων του ναού και του μονυδρίου, και +είχεν αρχίσει να φαίνεται ήδη όπισθεν των δένδρων, τη βοηθεία +λάμψεως τίνος επιφανείσης αίφνης. Όπισθεν του δυτικού τοίχου +του μονυδρίου, όστις ήτο χθαμαλώτερος, απλούς και άνευ +κελλίων, σπινθήρες τίνες ανήρχοντο εις τον ουρανόν φωτίζοντες +τον θόλον και το δυτικόν της οροφής του ναΐσκου, ως να ήτο +πυρά τις αναμμένη εντός του περιβόλου. + +Η θεια-Συνοδιά έκαμε τον σταυρόν της κ' εστέναξε· + + — Παναΐτσα μου! + + — Τι να είνε τάχα; είπεν ο Παγώνας, αναγκασθείς να διακόψη +και δευτέραν φοράν το άσμα του. + + — Δεν απέρασες από την Παναΐά, πρωτήτερα, που ηρχόσουν κάτω; + + — Όχι! + + — Ούτ' εγώ. Πάμε να ιδούμε; + + — Πάμε! + + +Η Αφέντρα επερίμενεν εις τον νερόμυλον, ζαρωμένη παρά την +εστίαν πλησίον των παιδίων της κοιμωμένων. Δεν ηκούοντο πλέον +ούτε παραμύθια, ούτε τραγούδια εις τον σιωπηλόν μύλον, δεν +ήτο η παρουσία της μητρός της, ήτις την παρηγόρει διά του +ευθύμου και θαλερού γήρατός της, και αυταί αι αναμνήσεις του +γάμου της, ανακληθείσαι προς στιγμήν, έφυγαν, μη θέλουσαι να +επιφοιτώσιν εις θλιμμένον πνεύμα και εις μελαγχολικόν +οικίσκον. Μόνος ήχος ηκούετο και μόνη συντροφιά της ήτο η +αναπνοή των κοιμωμένων παιδίων και ο ροίβδος του πυρός ον +ανέδιδον κάποτε οι καίοντες δαυλοί, και το όμμα της έμενε +προσηλωμένον ακουσίως εις το κανδήλιον, το καίον εμπρός εις +την εικόνα το Τριμόρφι, ην είχε λάβει προίκα, φέρουσαν εν τω +μέσω τον Χριστόν, όρθιον, ολόσωμον, ευλογούντα διά της δεξιάς +και τόμον εν τη αριστερά κατέχοντα, μετά του πράου βλέμματος, +της ωραίας κάλλει μορφής, του σχιστού ξανθού γενείου, με το +ιμάτιον κυανούν και ερυθρόν τον άρραφον χιτώνα· δεξιόθεν του +Χριστού την υπεραγίαν Θεοτόκον, αριστερόθεν τον τίμιον +Πρόδρομον, αμφοτέρους πλαγιόθεν, κύπτοντας μ' εσταυρωμένας +τας χείρας παραπλεύρως του Κυρίου. + +Και δίπλα εις το Τριμόρφι εκρέμαντο από καρφίον συνημμένα, +εις τεμάχιον λευκού πέπλου τυλιγμένα, τα δύο στέφανα, τα +στέφανα του γάμου. Α! ήρχοντο, ναι, ακόμα αι αναμνήσεις του +γάμου, αλλ' ήρχοντο απαίσιαι, και κατ' άλλην όψιν. Διότι η +μήτηρ της όχι ολίγας φοράς της είχεν είπει έκτοτε, ότι +εφοβείτο πολύ τα μάγια, τα οποία ήτο πιθανόν να της κάμη η +άλλη, η αντίζηλος, η παραγκωνισθείσα κόρη και αδικηθείσα +ορφανή. Τα στοιχειά δεν τα εφοβείτο τόσον, και ας την έλεγαν +ελαφροΐσκιωτην, ή μάλλον δι' αυτό την ωνόμαζον ούτω, διότι, +όσα και αν έβλεπε, δεν είχε φόβον. Αλλά ως προς τα μάγια +όμως, το πράγμα διαφέρει. Κατ' αρχάς εφοβείτο, μη η άλλη «της +ρίξη τα κορίτσια», σκοπός όστις κατορθούται διά τινων επωδών +μελετωμένων όταν αναγινώσκωνται αι ευχαί του αρραβώνος αμέσως +προ της κυρίως τελετής του γάμου. Ο φόβος της επετάθη κατ' +αρχάς, όταν η θυγάτηρ της έτεκε θήλυ εις την πρώτην γένναν +της, αλλ' εμετριάσθη όταν έκαμεν άρρεν εις την δευτέραν. Τα +μάγια δεν έπιασαν, είπεν. Ακολούθως βλέπουσα ότι ο γαμβρός +της, ο προκομμένος, δεν επήγαινε καλά εις τας υποθέσεις του, +ότι είχεν αναγκασθή να πωλήση την πατρικήν οικίαν και να +γείνη αγρομερινός, απεφάνθη· + + — Δεν θα κάμης προκοπή, θυγατέρα. + +Επόμενον ήτο. Δεν είνε μικρόν πράγμα αυτό, να πάρης την τύχην +της ορφανής, για να παντρευτής του λόγου σου. Αλλά πώς να +κάμουμε πάλι; Πώς να ζήση κανείς; Ζωή είνε αυτό, πόλεμος +είνε. Το να φθάση τις εις την τελειότητα, να προτιμά άλλον +από τον εαυτόν του . . . είνε ως να αποφασίση να μη ζήση εις +τον κόσμον αυτόν. Ψηλώνει ο νους του άνθρωπου να το +συλλογίζεται. Του έρχεται να πάρη τα όρη — τα βουνά. + +Αλλά μη αυτό ήτο τάχα το μεγαλείτερον κακόν, το οποίον εξ +ανάγκης συμβαίνον κάποτε, επέφερεν αδιάλλακτον έχθραν μεταξύ +δύο οικογενειών; Υπήρχον και άλλα χειρότερα. Μικρόν χωρίον, +μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν, +εν μέσω οικογενειών και ατόμων. Εκυκλοφόρει εις όλος τας +αρτηρίας, εις όλας τας φλέβας της μικράς κοινωνίας. Ο άγιος +νόμος του Χριστού κατεπατείτο, απεδίδετο πάντοτε κακόν αντί +κακού, πολλάκις κακόν αντί αγαθού, ουδέποτε αγαθόν αντί +κακού. Ανυπέρβλητος φραγμός εχώριζε τα δύο κόμματα, τας δύο +φατρίας. Έλεγες ότι συνέζων διά να μισώνται, ότι η τύχη τους +έβαλε συγκατοίκους της αυτής πόλεως διά να τρώγονται. Ο +εκάστοτε ισχυρός της ημέρας, δήμαρχος ή βουλευτής ή όπως +εκαλείτο, εφήρμοζε κατά πλάτος το δημώδες αξίωμα: «Τώνα +παιδί, καλό παιδί· τάλλο δεν είχε μάννα». Ήτο προστάτης της +οικογενείας, των οικείων, των φίλων, του κόμματος, όχι +προστάτης της πόλεως. Κατόπιν της κυρίας ταύτης διαιρέσεως, +ήρχοντο άλλαι μυρίαι υποδιαιρέσεις. Η μία συνοικία εκήρυττε +πόλεμον κατά της άλλης συνοικίας. Πάσα οικογένεια πόλεμον +κατά της άλλης οικογενείας. Παν άτομον πόλεμον κατά του άλλου +ατόμου. Ο γείτων δεν έλεγε μίαν καλημέραν, που είνε του Θεού, +εις τον γείτονα. Έκαστος έχαιρε να βλέπη τον άλλον +δυστυχούντα. Προκείμενοι περί κληρονομίας τινός, οι συγγενείς +κληρονόμοι ετρώγωντο τις ν' αρπάση τα πλείονα. Θα ηφανίζοντο +μάλλον εις τα δικαστήρια, θα επωλούντο σκλάβοι εις την +Βαρβαρίαν, παρά να ίδωσι τον συγγενή να έχη περισσότερα απ' +αυτούς. Δι' έν στρέμμα αγρού ήσαν ικανοί να φαγωθώσι μεταξύ +των, ν' αφανισθώσιν εις «προσωρινά μέτρα» εις «διεξαγωγάς», +εις «εφέσεις» και κόντρα-εφέσεις. Εάν κακότυχόν τι +ελαιόδενδρον συνέβαινε να κλίνη τον ένα κλώνα προς τον +παρακείμενον αγρόν, ο γείτων διά νυκτός έτρεχε με την τσάπαν +του να περισκάψη το σύνορον, να μεταθέση την «αποσκαφήν». Την +επαύριον το ελαιόδενδρον έκπληκτον εξημερώνετο εις τον +ελαιώνα του γείτονος. Είχεν αλλάξει κύριον την νύκτα. + +Μάχαι ολόκληροι συνεκροτούντο δι' έν θήλιασμα ελαιώνος, διά +τρία κλήματα αμπέλου, δι' ήμισυ «πινάκι» σιτοφόρου αγρού. Και +αι ελαίαι από επτά ετών είχον παύσει να καρποφορώσιν, ως να +απηξίουν να λιπάνωσι διά του καρπού των τας κεφάλας των +αμαρτωλών και τα κλίματα προώρως ωχραινόμενα δεν παρείχον +ωρίμους τους οινωπούς βότρυς, αρνούμενα να ευφράνωσι διά του +αμβροσίου χυμού των τας καρδίας αναξίων ανθρώπων, και ο +ξανθός στάχυς της γης έκυπτε προώρως την μαραινομένην κεφαλήν +προς την μητέρα του, ζητών να επιστρέψη ταχέως εις τα στέρνα +αυτής, μη θέλων να θρέψη κοιλίας ασεβών ανθρώπων. + +Τοιούτους πολέμους διεξήγον προς αλλήλους οι άνδρες και +τοιαύτα λάφυρα απεκόμιζον. Αλλά μη αι γυναίκες ήσαν +ολιγώτερον μάχιμοι; + +Η μήτηρ δεν ήθελε το καλόν της κόρης, η πενθερά εμίσει +ολοψύχως την νύμφην. Η νύμφη δεν έλεγε καλημέρα εις την +ανδραδέλφην. + +Δι' ένα απρόσεκτον λόγον, διά μίαν ελαφράν κακολογίαν, την +οποίαν ευρίσκοντο πρόθυμοι οχετοί όπως μεταβιβάζωσι +μεγαλοποιημένην συνήθως εις το ενδιαφερόμενον πρόσωπον, ήσαν +ικαναί να μην ομιληθούν ισοβίως. «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη +σμίξουν», ήτο η πολεμική κραυγή εις τας τάξεις των γυναικών. +Η θεια-Συνοδιά είχεν ιδεί μίαν νύκτα τρομακτικόν όνειρον, +το οποίον θα ήτο σωστή οπτασία, αν δεν το είχεν από πριν εις +το νουν της. Απεκοιμήθη μίαν εσπέραν ελαφρά, υποψιθυρίζουσα +καθ' εαυτήν την λέξιν ταύτην, την οποίαν της είχεν +εκσφενδονίσει την ιδίαν ημέραν μία συγγενής εχθρά της: «Ούτε +τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν!» Απεκοιμήθη και ενθυμείτο το +κοιμητήρι, το οστεοφυλάκιον του παλαιού νεκροταφείου της +μικράς πόλεως, πλησίον του οποίου συχνά επερνούσεν +επιστρέφουσα την εσπέραν από τον αγρόν της, και όπου έβλεπε +τα λευκά ή κιτρινωπά κόκκαλα των νεκρών, όλα φύρδην μίγδην, +όλα ομού κείμενα, χωρίς να δύναται οφθαλμός να διακρίνη τίνα +ήσαν το οστά των υπαρξάντων πάλαι ποτέ φίλων και τίνα τα των +εχθρών. Εκεί, ενώ ελαγοκοιμάτο μόλις, της εφάνη ότι διήρχετο +έξωθεν του κοιμητηρίου, και ακούει φοβερόν κρότον συρράξεως +σκληρών σωμάτων. Ύψωσε τους οφθαλμούς και βλέπει τα κόκκαλα +των νεκρών ορθά, σηκωμένα επάνω, κινούμενα, τα βλέπει να +συνταράσσονται και να κτυπώνται αμοιβαίως. Η ωλένη εκτύπα την +ωλένην, ο βραχίων τον βραχίονα, η περόνη την περόνην, η +πλευρά την πλευράν, ο σπόνδυλος τον σπόνδυλον. Δύο κρανία +γυμνά, τα οποία ευρέθησαν εκεί ως παραπεταμένα, ίσως διότι +δεν ηξιώθησαν εντίμου ανακομιδής και τριτοετούς μνημοσύνου, +κατεσυνετρίβησαν από την χάλαζαν των πληγών, όσας υπέστησαν +από τας εξαγριωθείσας κνήμας. Η θεια-Συνοδιά, βλέπουσα το +παράδοξον θέαμα, εδοκίμαζε να κάμη τον σταυρόν της κ' +εψιθύριζε: Κύριε ελέησον! Και πώς να μη παραξενευθή, ας ήτο +και καθ' ύπνον; Φαντασθήτε να βλέπη τις τα κόκκαλα των νεκρών +εις το κοιμητήρι να ζωντανεύουν, να ορθούνται, να κτυπώνται +μεταξύ των και να κάμνωσι τοιούτον φοβερόν θόρυβον! (1) +Τέλος, ενώ έμενεν έντρομος βλέπουσα και διαπορούσα τάχα τι θα +απογείνη, ακούει δυνατόν ροίβδον και πάταγον έτι μεγαλείτερον, +και βλέπει τον ένα τοίχον του κοιμητηρίου, τον +βορεινόν, όστις ήτο υψηλότερος των άλλων, να καταρρεύση +έξαφνα διά μιας προς τα έσω, να πλακώση όλα τα κόκκαλα και να +τα κάμη σύντριμμα. Η θεια-Συνοδιά εσκέφθη χαιρεκάκως: «Καλά +να τα κάμη», κ' εξύπνησεν. + +Ήθελε να είπη το δράμα τούτο, το οποίον προ ολίγων ημερών +μόνον είδεν, εις τον πνευματικόν, και δεν ηυκαίρησε την +παραμονήν των Χριστουγέννων να υπάγη. Ήλπιζεν ότι θα είχε +καιρόν το πρωί, εις τον Άγιον Ηλίαν, όπου εμελέτα να μεταβή, +όπως εξομολογηθή κ' ελαφρύνη την συνείδησίν της. Αλλ' ελθούσα +εις τον μύλον βλέπει ότι ο γαμβρός της ήτο απών, και δεν +ηδύνατο να εννοήση πόθεν η παράδοξος αργοπορία του. Τώρα +είχεν αφήσει την κόρην της περιμένουσαν μετά των κοιμωμένων +τεκνίων εις τον μύλον, και αυτή μετά του Παγώνα, τον οποίον +ευμενής πρόνοια είχε στείλει βοηθόν, «αρμένιζε» διά νυκτός, +καίτοι κατά ξηράν, άνω του ρεύματος, προς την Παναγίαν. Και η +Αφέντρα, κ' εκείνη, εμβλέπουσα εν τη μοναξία μέσα της, +καθημένη απέναντι εις το ωραίον εικόνισμα, το Τριμόρφι, +ησθάνετο την ανάγκην ν' ανακουφίση την συνείδησίν της. Προ +του γάμου είχε τείνει το ους εις ανοήτους εισηγήσεις γυναίων +τινών περί μαγείας και περί ποτίσματος γαμβρού, και διά μίαν +στιγμήν είχεν ελπίσει διά φαρμάκων και φίλτρων ν' αποστρέψη +την καρδίαν του μνηστήρος της από της ορφανής, της αντιζήλου, +και να την ελκύση προς το μέρος της. Και από επτά ετών, +εκατοντάκις είχεν αποφασίσει και ουδέ άπαξ έσχε την +γενναιότητα να εξομολογηθή την αμαρτίαν ταύτην. + +Ήτο ήδη μεσονύκτιον, νυξ βαθεία, και η Αφέντρα, από την +βαθείαν εκείνην σιγήν, από τους αμυδρούς εκείνους κρότους, +τους τόσον λεπτούς, ώστε αδυνατεί τις να εννοήση αν είνε της +ακοής ή της φαντασίας, από το αόριστον εκείνο και μυστηριώδες +και ανεξήγητον θέλγητρον, χωρίς επί στιγμήν να νυστάξη, +ησθάνετο ότι είνε παράωρα. Νυξ μακρά του Δεκεμβρίου, χρόνος η +νύκτα. Αίφνης ακούει το πρώτον λάλημα του αλέκτορος. Ο +πετεινός, όστις με επτά όρνιθας εκοιτάζετο εις μικρόν +διάφραγμα όπισθεν της μυλόπετρας και της χοάνης του αλεύρου, +ως πασάς εις το χαρέμι του, είχεν αισθανθή την ώραν και +εξέβαλε την συνήθη κραυγήν του. Η Αφέντρα, ήτις είχεν αρχίσει +ν' αποναρκούται ήδη, χωρίς να κατακλιθή, αποτόμως εξύπνησε. + + — Λαλεί τορνίθι, εψιθύρισε· πέρασαν το μεσάνυχτα . . . Κ' η +μάννα μου τι να έγεινε; + +Ουδέν καλόν εσήμαινεν η αργοπορία αύτη της μητρός της. Και +όμως παραδόξως η ελπίς την εθέρμαινε, και ήτο βεβαία ότι +ουδέν κακόν είχε συμβή. + +Ηγέρθη και συνεδαύλισε το πυρ. Έλαβε τον λύχνον, κατέβη εις +το ισόγειον, και επήρε ξηρά ξύλα, ναι επανελθούσα τα έρριψεν +εις την εστίαν. Είτα εκεί με τρις τον σταυρόν της προ της +αγίας εικόνος και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», τας +μόνας προσευχάς τας οποίας είξευρε. + +Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη βήμα ανδρικόν έξω. Έκρουσαν την +θύραν της. Ήτο η φωνή του Παγώνα. Εσηκώθη ν' ανοίξη. + + +Κατερχόμενος ο Αγάλλος σιγά — σιγά, αργοστόλιστος ως νύμφη, +την κλιτύν του βουνού, πριν φθάση εις την Κεχρεάν, ενώ είχε +νυκτώσει ήδη, δεν εχόρταινε να ενθυμήται τα καλά εκείνα +χρόνια, όταν ήτο ακριβώς γαμβρός, ζηλεμμένος και +πολυγυρεμένος, και είχε καλοπεράσει επί οκτώ έτη με δύο +αρραβωνιαστικαίς, πότε γελών την μίαν, πότε την άλλην. + +Αλλ' όταν έφθασεν έμπροσθεν του παλαιού μονυδρίου της +Παναγίας της Κεχρεάς, κ' εστράφη αριστερά να κάμη τον σταυρόν +του προς την εκκλησίαν, διά της ανοικτής θύρας του περιβόλου +βλέπει μέγα φως εντός του ναού. Κάποια ευσεβής γυνή θα +ενθυμήθη ίσως ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας, επί τη +παραμονή του Αχράντου Τοκετού της, και θα το είχε παρακάμει +εις το λάδι και τα φιτύλια, ώστε να μεταβάλλη τας κανδήλας +εις πυροφάνεια. Αλλά συγχρόνως ακούει φωνήν και ψίθυρον +έσωθεν του ναού, ως αναγνώσεις ή σιγανάς ψαλμωδίας μοναχών +προσευχομένων. Ποίος να ήτο; Το μονύδριον ήτο διαλελυμένον +από τον καιρόν της Αντιβασιλείας, ο ναΐσκος έμενεν έρημος. + +Ο Αγάλλος δυνατόν να ήτο ελαφροΐσκιωτος, αλλ' ήτο και +σαββατογεννημένος και δεν εφοβείτο. Επλησίασεν εις την θύραν +του μονυδρίου, εισήλθεν εις τον περίβολον, διέβη την αυλήν +και εισήλθεν εις τον ναόν. Τα κανδήλια ήσαν αναμμένα +έμπροσθεν των εικόνων του τέμπλου, αλλά με κανονικά φώτα και +όχι ως πυροφάνεια. Αλλ' υπήρχον και δύο μεγάλαι λαμπάδες +καίουσαι εις τα μανουάλια, και πέντε ή έξ κηρία. Εντεύθεν το +πολύ φως. + +Δεξιά εις την αχιβάδα, μοναχός τις, μεσήλιξ, φορών +επανοκαλύμμαυχον, έψαλλε το «Κύριε εκέκραξα». Εξημέρωνε +Δευτέρα και δεν είχε ψαλή ο εσπερινός το πρωί, ουδ' είχε +τελεσθή την παραμονήν η λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Αριστερά +έτερος μοναχός αντεφώνει εις τον πρώτον. Δύο ή τρεις άλλοι +μοναχοί ή δόκιμοι, με ράσα, αλλά χωρίς επανοκαλύμμαυχα, +ίσταντο εις το δυτικόν μέρος του ναού εντός των στασιδίων. +Έσωθεν του ιερού βήματος σεβάσμιος πρεσβύτης ιερομόναχος, +υψηλός, οστεώδης, πολιός, βαθυπώγων, με ωχρούς, λιποσάρκους, +και οιονεί διαφανείς τους χαρακτήρας του προσώπου, εξήλθε την +στιγμήν εκείνην με επιτραχήλιον, φελόνιον και κρατών το +θυμιατόν. Τίνες ήσαν όλοι αυτοί; Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους +έβλεπεν. + +Ο σεβάσμιος πρεσβύτης εθυμίασε τας εικόνας πρώτον, είτα τον +δεξιόν ψάλτην, είτα τον αριστερόν, ακολούθως τους τρεις +μοναχούς ή δοκίμους και τελευταίον τον Αγάλλον. Ο Αγάλλος +υπέκλινε προς το θυμίαμα, είδε τους αλλοκότους ισχνούς και +διαυγείς χαρακτήρας του σεβασμίου πρεσβύτου, κ' επίστευσε +πλέον ότι επήγε ζωντανός εις τον Παράδεισον. Άλλως δεν +ηδύνατο να εξηγήση το δράμα. + +Ουδείς των πέντε μοναχών έστρεψε βλέμμα προς τον νεωστί +ελθόντα. Μόνον ο τελευταίος, ο νεώτερος των ρασοφόρων, όστις +δεν εφόρει καλυμμαύχιον, αλλ' εκράτει υπό την μασχάλην +διπλωμένην την μαύρην σκούφιαν του, έστρεψε προς τον Αγάλλον, +όχι τον οφθαλμόν, αλλά τον κρόταφον και την ούλην στοιβήν της +κόμης του και το άκρον του κανθού, και τότε ο Αγάλλος έλαβε +το θάρρος να προσέλθη πλησίον του και να τον ερωτήση· + + — Ποιοι είστε του λόγου σας; + +Ο δόκιμος απήντησε διά νεύματος ότι δεν είνε καιρός εξηγήσεων +τώρα, αλλ' ο γεραρός πρεσβύτης, όστις είχεν επιστρέψει εις το +ιερόν βήμα, και εφαίνετο έχων το προορατικόν χάρισμα, έστρεψε +την κεφαλήν προς τον δόκιμον και του επέτρεψε διά νεύματος να +δώση εξηγήσεις εις τον αδελφόν. + + +Αφού ο Αγάλλος ηυχαρίστησε την περιέργειάν του, ήτο +αποφασισμένος ν' απέλθη, να καταβή εις τον μύλον, όπως +παραλάβη την γυναίκα και τα τέκνα του και υπάγωσιν όλοι ομού +εις την Παναγίαν, διότι οι παράδοξοι μοναχοί έμελλον να +ψάλωσι παννύχιον αγρυπνίαν και τελέσωσι λειτουργίαν προς τα +χαράγματα. Αλλ' ενώ ήτο έτοιμος ν' απέλθη, πάλιν έλεγε μέσα +του: «Ας καθίσω ακόμα λίγο», και πάλιν «ακόμα λίγο», και είχε +γείνει μεσονύκτιον ήδη χωρίς να αισθανθή τον κόπον. Διότι το +τρυφερόν και σεμνόν της ψαλμωδίας μεγάλως τον έτερπε. + +Τέλος, μικρόν προ του μεσονυκτίου, ότε είχεν αρχίσει να +γίνεται ανάγνωσις του πανηγυρικού της ημέρας, ενώ ο Αγάλλος +είχε κινηθή να εξέλθη του ναού διά να πυρωθή ολίγον εις το +έξωθεν αναμμένον πυρ, κ' εσυλλογίζετο την ανησυχίαν της +γυναικός του, διότι ήτο βέβαιος ότι η πενθερά του θα έφθασεν +από την χώραν και επληροφόρησε την Αφέντραν περί της +αναχωρήσεώς του εκ της πολίχνης, βλέπει έξαφνα την πενθεράν +του και τον Παγώναν και παρουσιάζονται. + +Ο Αγάλλος δεν άφησε τον ελαφρόν ίσκιον να ενεργήση διά την +γραίαν Συνοδιάν. Την εκάλεσεν έξω του ναού και της είπε ποίοι +τινες ήσαν οι μοναχοί εκείνοι. + +Απεφασίσθη να υπάγη ο Παγώνας, όστις άλλως είχεν αφήσει +δεμένον τον όνον του έξωθεν του μύλου, και δώση απλήν είδησιν +εις την Αφέντραν, και της είπη ότι μετά δύο ώρας ακόμη θα +κατήρχοντο ο σύζυγός της και η μήτηρ της διά να εξυπνήσωσι τα +δύο τέκνα και οδηγήσωσι ταύτα και την μητέρα των εις την +Παναγίαν διά να λειτουργηθή. + + +Η Αφέντρα εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. + + — Μοναχός σου ήλθες; πού είνε η μάννα μου; + + — Στην Παναγιά. + + — Στην Παναγιά; Κ' ο Αγαλλάκης; + + — Κι' ο Αγαλλάκης μαζί. Κάνουν αγρυπνία. + + — Αγρυπνία; + + — Να, ολονυχτιά. + + — Ποιος την κάνει; + + — Κάτι νεοφερμένοι καλόγεροι. + + — Καλόγεροι; + + — Να, άνθρωποι με ράσα. + + — Απ' το μοναστήρι ήλθαν; + + — Όχι, είνε άλλοι. Ήλθαν τώρα γρήγορα. Κάθονται στον ·Άι- +Θανάση. + + — Στον Άι-Θανάση; + + — Ναι. Πλειότερα δεν ξέρω. Είπαν να κοιμηθήτε, και τώρα — +τώρα θαρθή ο Αγάλλος μαζί με τη θεια-Συνοδιά να σας +ξυπνίσουν, να σηκώσουν και τα παιδιά, να πάτε να μεταλάβετε. +Καλή νύκτα κι' αύριο με υγεία. + + +Μόλις η Αφέντρα επρόφθασε να κλέψη έναν ύπνον, και εκρούσθη η +θύρα του νερόμυλου. Ήτον ο Αγάλλος και η θεια-Συνοδιά. + +Η Αφέντρα εξύπνισε τα παιδία, τα ένιψε, τα ενέδυσε, τα +εκτένισεν, εστολίσθη και αύτη με ό,τι πρόχειρον είχεν εις τον +μύλον και λαβόντες το φανάριον εξεκίνησαν και οι πέντε διά +την Παναγίαν. + +Οι έξ μοναχοί ήσαν νεοφερμένοι πράγματι. Ήρχοντο εκ μιας των +Κυκλάδων, όπου είχον διατρίψει επί πολλά έτη ασκητεύοντες. +Έφθασαν προ ολίγων εβδομάδων, και οι πλείστοι των κατοίκων +δεν τους είχαν γνωρίσει ακόμη. Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους +έβλεπε, και διά τούτο του εφάνησαν ως παράδοξος οπτασία. Άμα +φθάσαντες, είχον αρχίσει να κτίζωσι κελλίον τι προς διαμονήν +των, στεγαζόμενοι προσωρινώς εις χωρικόν τι καλύβιον. + +Επειδή δεν υπήρχε ναός εις το μέρος εκείνο, είχον κατέλθει να +εορτάσωσι τα Χριστούγεννα εις την Κεχρεάν, μιας ώρας δρόμου +απέχουσαν. + +Οι μεν τους έλεγον αιρετικούς, οι δε τους εσέβοντο ως πολύ +εναρέτους. Η κοινή φήμη έλεγεν ότι ησπάζοντο τας δοξασίας +θρησκευτικού τινος διδασκάλου, τας οποίας είχεν αποκηρύξει η +Ιερά Σύνοδος. Το αληθές ήτο ότι ο εν λόγω διδάσκαλος, αυτός +μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής +τινος κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον +οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τας δοξασίας. +Πολλοί όμως εφρόνουν ότι, επειδή το πολύ του λαού διψά +θρησκευτικής διδασκαλίας, οι δε αρμόδιοι και υπεύθυνοι +ουδεμίαν μέριμναν λαμβάνουσι προς θεραπείαν της ανάγκης +ταύτης διά των αγνών και ορθοδόξων, ουχί διά ξενοπρεπών και +κακοζήλων πηγών, επόμενον ήτο πολλοί ευσεβείς και +καλοπροαίρετοι άνθρωποι να πλανηθώσι, καλή τη πίστει, +ακούοντες τον χριστιανικόν λόγον, έστω και νοθευμένον, παντού +όπου αυτός ηχεί, διότι όταν αι βρύσεις και κρήναι θολωθώσιν, +οι δε υδρονομείς αποκρύπτωσι τα διαυγή νάματα, άνθρωποι και +κτήνη, διψώντες μέχρι θανάτου, θα προτιμήσουν να πίωσιν εκ +του θολού ρεύματος, ασθενή ευρίσκοντες ελπίδα σωτηρίας εν +τούτω μάλλον ή ν' αποθάνωσι της δίψης. «Ανθρώπους και κτήνη +σώσεις, Κύριε, ως επλήθυνας το έλεός σου, ο Θεός». + + +Η θεια-Συνοδιά εξωμολογήθη εις τον πατέρα Ιεζεκιήλ (ούτως +εκαλείτο ο προϊστάμενος της αδελφότητος ιερομόναχος), και +ούτος την ωδήγησεν ότι, εάν η ορφανή κόρη, η παραγκωνισθείσα +διά του γάμου της θυγατρός της, έμεινεν έκτοτε άγαμος, +οφείλει, όπως τύχη συγχωρήσεως, να συντέλεση αυτή το κατά +δύναμιν προς αποκατάστασίν της· εάν όμως εκείνη υπανδρεύθη ή +απέθανεν έκτοτε, τότε ανάγκη να κάμη άλλας ελεημοσύνας, ως +και έν σαρανταλείτουργον εις τον ναόν της ενορίας της, κατά +προτίμησιν. + +Επειδή η θεια-Συνοδιά έδωκε την πληροφορίαν ότι η κόρη ήτο +άγαμος ακόμη, ο πρώτος κανών της επεβάλλετο. + +Εις την Αφέντραν, ήτις έσχε τέλος το θάρρος να εξομολογηθή το +αμάρτημα της μαγείας, έδωκε, κανόνα μακράν αποχήν από της +Μεταλήψεως και προσθέτους νηστείας και προσευχάς. Την +εσυμβούλευσε ν' ανάψη και μεγάλην λαμπάδα εις την αγίαν +Αναστασίαν την Φαρμακολύτριαν. + +Τα δύο παιδία μετέλαβον της ιεράς Κοινωνίας, και η οικογένεια +όλη επέστρεψεν άμα τη ανατολή του ηλίου εις τον μύλον της. + + + +Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ + + + + — Ακούστε εμέ να σα πω! Να μην ανοίγετε χαρτί! . . . Να μην +ακούτε το δάσκαλο! . . . Να μη φοβάστε τσ' πατεράδες σας! +. . . Να δέρνετε τσ' μαννάδες σας! . . . + +Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών +παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου του απωτάτου από +της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των +μεγαλειτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη +δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζη συλλαβιστά! +Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρη +την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήταν +μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήταν όλο μεγάλοι. «Πού +να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος, ο +Φλάσκος Φλασκο-μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!» Και σείων την +κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον +ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο +Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοχτώ χρόνων, υψηλός, με ανορθωμένα +σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήση το κτένιον, +έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «τον Φλάσκο Φλασκο- +μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της +δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά +του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείση +εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου +έβοσκον βλατούδες και ψαλλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι +ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και +απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ' η επιτροπή αντέτεινε, +μη θέλουσα να δυσαρεστήση τους οικείους του μεγαλοσώμου και +φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο +Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον +τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν, είχε φοιτήσει εις το +σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζη (μόνον ότι +συνέχεε κάποτε το &η& με το &π& και το &ζ& με το &ξ&, +ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξη τ' αφόρητα εκείνα +δεσμά και να εμβαρκάρη με το καράβι του θείου του! Ίσως +μάλιστα δι' αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες +διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους +οικείους του, να τον αποσύρωσιν ευσχήμως. + +Τοιαύτα τινα πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε +συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο +Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ' εκείνην είχεν αναβή επί του +θρανίου και απήγγελλε την διδαχήν, την οποίαν ο διδάσκαλος, +κύπτων, επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω +του θορύβου δεν ήκουεν, ουδ' έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν, +όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο +ενώπιον της τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας) επροφυλάσσετο, +και ήτο έτοιμος να πηδήση κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος +έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ. + +Ταύτα συνέβαιναν καθ' ον χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με +ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η +«Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, +και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ' υπόκωφου βοής, ομοία με την +φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις +απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου θα ενόμιζεν +ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν διά θώας της ερήμου, και δι' +άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευον, επήδων, εσκίρτων, +εφώναζον, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και +καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών +μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και +τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς +εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, +εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών +κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, +κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος +υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά +προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθή και εμπέση παρ' αξίαν +εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, +προσεπάθει να επιβάλη σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον +σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο +Βρυκολακάκης, και δι' αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, +παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον +πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην +την εξουδετέρωσεν ο Γιώργος ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο +Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την +θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου είξευραν ότι είχε ταμιευμένην +ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλαίς βέργαις, +τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας +λιγυρώτερας και τσουχτερωτέρας δι' εαυτούς τότε ήρχισε μάχη, +και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους &δείκτας& από του τοίχου, +άλλοι κατεβίβασαν τους &τηλεγράφους& από της καθέτου σανίδος +των θρανίων, και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους. + +Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος, με το τσιγάρον εις το στόμα, και +ο πρωτόσχολος έκραξεν: εις &προσοχήν&! Ο διδάσκαλος ήτο +μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κ' ευκίνητος. +Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της +ημέρας παραιτών το σχολείον εις την τύχην του απήρχετο εις +επίσκεψιν. Άλλοτε το σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά +τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης +δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας. + +Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κ' +εζήτησε να εξετάση μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή +επτά παιδία και τα ηρώτησε· + + — Την εμάθετε την ιερά ιστορία; + +Τα παιδία, αντί ν' απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, +και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την +στιγμήν εκείνην ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της +&Αριστορίας&, καθώς την ωνόμαζαν. + +Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάση ο διδάσκαλος, +εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας. + + — Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου; + + — Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, &κάμνον το σχήμα& με τον +δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την &Αρ — ιστορία& μου. + + — Αμελή! κακοήθη! άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος κ' +εκοκκίνησε δι' ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. +Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργαις εις την +ράχιν των παιδίων. Αλλ' αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε να +κτυπά. + +Μετέβη εις τον δεύτερον. + + — Τις έκτισε τον κόσμον; + +Το παιδίον απήντησεν + + — Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον +αυτού. + + — Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος, και αποταθείς προς τον +τρίτον· + + — Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος; + + — Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ, απήντησε το παιδίον. + + — Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον· + + — Τις και πόθεν τον έκτισεν; + +Ο τέταρτος απεκρίθη· + + — Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι +αμαρτωλοί και θνητοί. + + — Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν +εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν +του. + +Είτα επανέλαβε· + + — Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν. + +Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, ον +είχον ανηρτημένον υπό την αριστεράν μασχάλην, τας ιεράς +ιστορίας των, κ' εξήγαγον τας γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα +βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα +χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ' ουδεμία λέξις +διεκρίνετο. Ο μεγαλείτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο +&ερμηνευτής& της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε +τον &χάρτην&, και κομίσας τον απέθηκεν επί μικράς τραπέζης, +προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος δυσκόλως +αποφασίζων να πατήση με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του +επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας. + +Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζη +εις την Γεωγραφίαν. + + — Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος; + +Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν + + — Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία, αποτελείται εξ επτά νήσων. + + — Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος. + +Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν· + + — Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος; + +Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί· + + — Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της +Μεγάλης Βρεττανίας, και διοικείται δι' αρμοστού εδρεύοντος εν +Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και +αξία λόγου Ακαδημία. + + — Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος. + +Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν· + + — Είπε μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος +αποτελείται; + +Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς +να υπεμφαίνη στίξιν ή παρένθεσιν· + + — Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, +Κεφαλληνία, Ζάκυνθος και Κύθηρα, Τσερίγον. + + — Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να +μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κ' εχάραξε με τον όνυχά του επί +του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, +και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε να +αλλάξη το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα! + +Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι +κάτι ήθελε να είπη. + + — Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος. + + — Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ους το παιδίον, +γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται +από επτά νήσους, υστέρα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα; + + — Τας εμέτρησες εσύ; + + — Ταις εμέτρησα, να! + +Και ήρχισε να μετρή επί των δακτύλων του, «Κέρκυρα, Κορφοί, +Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ. + +Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την +πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είνε ότι ουδέποτε είχαν +υποπτευθή ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις όσαι ήσαν +τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως διά να «μην τους χαλάση +την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν' απαντήση· + + — Αυτά θα τα μάθετε όταν . . . + +Ίσως ήθελε να είπη «όταν θα πάτε στο Ελληνικό Σχολείο». Αλλά +διεκόπη. Την στιγμήν εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο +θόρυβος ον είχε προκαλέσει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης εις το +τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με +την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν του επί του πρώτου +χωλού θρανίου, έρριψε το τσιγάρον του. Εκύτταξε το ωρολόγιόν +του, είδεν ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον +πρωτόσχολον να σημάνη την κατ' ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλή +το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύση το πρωινόν μάθημα. + +Ό,τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον +οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ' ότου +ηρραβωνίσθη, να φορή κατά το θέρος το σακκάκι του. +Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. +Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το +μικρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο +με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου +εκάπνιζε δύο ή τρεις ναργιλέδες την ημέραν, παντού +επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν +γελέκυ μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον αμέσως τον πελώριον και +εμπροσθοκλινή κορμόν του. Εκάπνιζεν ένα ναργιλέν το πρωί, +είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα +ήναπτε το τσιγάρον, κυττάζων άμα το ωρολόγιόν του και +εγειρόμενος ίνα απέλθη. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κ' ένα ρώμι». +Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου +έμενε πάντοτε «με τα μανίκια». Εις τας εξετάσεις περί τα τέλη +Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αύγουστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της +αξιοτίμου Επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς +εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς +νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέση το σακάκι του· το +εφόρεσεν, αλλ' αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον. + +Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον +μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ' υπέφεραν +στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ' όλον το έαρ, ο +διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους +ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα Λιβάδια, ούτε τρις καθ' +όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά +και αγαλλίασις ήτον άλλοτε ανά τα ημικύκλια ότε διεδίδετο από +κλάσεως εις κλάσιν ως σύνθημα η μαγική λέξις : «Θα μας πάη ο +δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάη ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!» +Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν φορτικήν ανάγνωσιν +και πάντα επίπονον συλλαβισμόν. + +Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, +και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της +πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, +έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το +&σκλαβάκι& και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ, ο διδάσκαλος με +τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμαμένην όπισθεν του +σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, +περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, +καλησπερίζων τους ασχολούμενους εις το πότισμα των φυτών +ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα +επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν +τω άμα έπαυαν αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά +συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε +Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες +εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η αμμουδιά ήτο αβαθής +εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί +μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν +φθάσουν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς +την γην και επιστομιζόμενοι εις το κύμα εμάνθανον πρακτικώς +να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς +την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος +όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα +λευκά του πλατέα μανίκια, κ' εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι +του, το οποίον είχεν εις την τσέπην διά τας εξοχικάς +εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερίκοκκα, απίδια, και πρώιμα +μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας +με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της +αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες +έκαμνον θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την +ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού +και ξυπνητού ονείρου των. + + +Φευ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια +του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν +καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα +ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθή διπλήν απογοήτευσιν, την +εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής, +αλλά και μετ' εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν +επί μακρόν και με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο +ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον +φαγωμένων ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν +ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής +και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως — +εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν +του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, +και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνη απλώς το παρακάτω. +Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της +εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει +συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον όστις, πείσας και το +συμβούλιον να ψηφίση τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξη την +επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων +παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. +Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο +διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε +διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν +σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι +ψαλλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και +πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει +«να της βρέχη» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από +την Εφορευτικήν Επιτροπήν, την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου +μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του +Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ' εις τούτο εύρε την +επιτροπήν αντιπράττουσαν. + +«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των +μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το +σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγεινε για να μαθαίνουν τα παιδιά +γράμματα, δηλαδή. Έγεινε για να μαζώνουνται η κλήραις, τα +παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πως μπορεί, το λοιπόν, ένας +γονιός να τα έχη μπελά απ' το πρωί ως το βράδυ; Και πού +συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψη; Μπορεί να τα χορταίνη +κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ; Και είνε ικανή +μία χήρα γυναίκα να τρέχη από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε +βράχο, για να τα συμμαζώνη; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; για +να έχη το βάρος αυτό, να είνε οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είνε +συμμαζωμένα εκεί-δα, μες το σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και +καμπόσα κομμάτια, παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, +που είνε ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, +τους τοίχους και το πάτωμα, για να είνε οι νοικοκυραίοι +ησυχώτεροι για της αχλαδιές των, της βερικοκκιές των, της +συκιές και τ' αμπέλια των. Η καθεμιά πανδρεμμένη, το λοιπόν, +πρέπει να έχη μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι +πλειότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα +πρέπει να έχη μέρος για να ρίχνη το στρίγλικό της, τ' αρφανό +της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχη μέρος για να βάζη τον πάπο +της, τον χήνο της, κ' η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την +απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε». + +Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπη εις ταύτα, αλλ' +απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το +πένθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, +ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνίδιως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας +μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, +εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη +δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις &προσοχήν&! Το +παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος +των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας +οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα +παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνειθισμένα, έπτυον εις +τας παλάμας των, ύγραινον κ' έτριβον τας χείρας με τον σίελον +διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ' ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, +έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου +νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κ' έσπαζε τας +σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε +σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι όποιον ανακαλύψη εις το +εξής άνιπτον θα τον αφίση νηστικόν τρεις ημέρας και τρεις +νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν η βλατούδες. +Εφυλάττετο καλώς μη εκφέρη ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα +έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε +κάλλιστα ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, +ην ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι +«όσοι έχουν παπούτσια να τα φορούν εις το εξής, όταν θα +πηγαίνουν εις το σχολείον». + + +Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ' ολοκληρίαν αψυχολόγητα +εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. +Την ημέραν εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την +δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από +της δεκάτης ώρας επείνων φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το +πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου οπό της πατρικής οικίας. Το +πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, +όπως και άλλοτε, πριν συνάψη τον τόσω ατυχή αρραβώνα, +έπραττε, να ψάξη εις της τσέπαις των μαθητών και να ρίψη +τεμάχια του άρτου εις τας όρνιθας, βοσκούσας κατ' αγέλας εις +το προαύλιον. + +Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι +μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι +το: + + Παύει πλέον η μελέτη κι' ο καιρός της προσοχής . . . + + + +ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ + + + +Α' + +Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζεία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου +έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο +Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν +εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου +εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράση. Αλλ' ο +κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο αποτόμως να κεράση, +λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμη +φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανή +φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο +Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, αυτοί που +είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν +«φούρνους με καρβέλια» δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι +δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες +αυτόν να εξοδεύση κι' απ' τη σακκούλα του όσα θέλει, άφοβα, +διότι θα πληρωθή μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον +ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχτηκε» κ' +εξώδευσε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά +μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός +ηρέσκετο να ονομάζη σήμερον «ο Λάμπρος ο Φατούλας») έκαμε πως +δεν τον εγνώριζε και του εγύρισε της πλάτες. Πού επερίσσευε +τραμπούκος απ' αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να +φάνε κ' οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κ' ο +Μανώλης ο Πολύχρονος κι' άλλοι μερικοί, πέφτουν με τα μούτρα +στη λαδιά, στο μούχτι . . . κ' ειξεύρουν πώς να κυνηγούν το +πλιάστικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα +κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι' από κοντραπούντους κι' από +μπουκλούκια . . . κανείς δεν μπορεί να βγάλη πλώρη μαζί τους. +Είνε εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ' όταν μίαν φοράν καή η γούνα +ενός ταβερνάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου +λέγω, είνε άλλοι που καίονται στα πολιτικά κ' έχουν +κρεμασμένο διά τας εκλογάς το ζουνάρι τους . . . κ' είνε +πάλιν άλλοι που ξεύρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, +παίρνοντες λεπτά κι' από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το +έν πότε το άλλο, κ' εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ +θα είνε αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν +φοράν. + +Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος +να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει +εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο +εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της +πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ήρχισε +να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, +λέγων ότι, αυτός όπου του θέλει το καλόν του, λυπάται να τον +βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα, +αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμη φόρα» +νομίζει ότι είνε δι' αυτόν το συμφερώτερον; + +Κάθε άλλο· εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις +τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν +χρήματα εις έναν άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις +θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά-καλά τι +πράγμα είνε ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθή θερμός, +ή και χλιαρός, υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος +τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είνε +παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το +άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε +τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον +να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα +δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είνε να κηρυχθή φανερά +υπέρ του ενός. Δεν παίρνει, παράδειγμα απ' αυτόν, κι' από τον +φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται +και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι +δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής +φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και +μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με +γέλοια και με χαραίς, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι, εις +υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των +υπεράνω των κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν +δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήση, θα είνε φίλοι και οι δύο, +αφού θα είνε ο είς. «Όποιος γάιδαρος κι' αυτοί σαμάρι». + +Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο +Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είνε αληθές ότι τα +πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, +όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε +σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα είξευρε προτήτερα απ' +εκείνον. Αλλ' είνε μεγάλη διαφορά να είνε τις αγωγιάτης απλώς +ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχη μαγαζί. Διότι, +πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την +θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι +δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι διότι +τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ'σάφους τελευταίον είπεν +ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι' αυτός και το μαγαζί του». Ο +κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς, +αλλ' ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα του είπεν +ότι, «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το +μαγαζί του, μεγαλείτερη μάλιστα απ' το μαγαζί του». + +Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την +λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς +οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Ητο ανήρ +μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ' επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, +φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους. + +Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχαις διά τους μεθ' εαυτού, +είτα ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ους του +καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ' +ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά, και ο οινοπώλης +του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν +προς την τράπεζαν, περί ην είχε στρωθή η παρέα του, και +διέταξεν εκ νέου μαστίχαις. + +Επλήρωσεν εν κρότω δεκάρων τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον +προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με +τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους, + + — Ε! Τι έχουμε, Κώστα; . . . Πώς πάει το κόμμα σας; είπε. + + — Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο +Καλόβολος· το κόμμα μας είνε το κόμμα σας. + + — Τι; είμαστε από ένα κόμμα; + + — Δεν το ξέρετε; + + — Τότε πώς δεν ξεχωρίζετε από το Γιάννη το φίλο σου; + + — Η φιλία φιλία, και το κόμμα κόμμα. + + — Ας είνε τέλος πάντων, ο Θεός κ' η ψυχή σας. Πίνετε από μια +μαστίχα; + + — Απώνα κρασί . . . αν μας κεράσετε. + +Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ +εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου +κόμματος. + + — Εβίβα! Καλή επιτυχία. + +Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον. + +Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά. + +Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, +μελαγχροινός, εύθυμος, αστείος. + + — Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες; + + — Το καλό αρνί, κυρ-Μανώλη, απήντησεν ο Γιάννης της +Κ'σάφους, τρώει από δύο προβατίναις. + +Ο Μανώλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράση και τότε έπιον +εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανώλης. + +Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο +αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα +εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος +εγερθείς μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ +μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ους +του καπήλου. + +Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ' +εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου μία-μία εισερχόμεναι +ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. +Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του ειπή ταπεινή τη φωνή, ενώ +ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κυττάζη με τον κανθόν +του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανώλης, ηθέλησε +να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους. + + — Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε που +μας κοροΐδεύετε όλους, ή όχι; + + — Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης +της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε +να είνε φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας +κοροϊδεύετε. + +Οι δύο φίλοι μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να +διαμαρτύρωνται θορυβωδώς. + + — Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανώλη . . . + + — Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο . . . + + — Έτσι να έχω καλά γεράματα. + + — Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε. + +Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν περί ην ήτο +συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην +τράπεζαν περί ην εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανώλη, στρέφοντες +προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι +υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο +αρχηγών των κομματικών ομάδων. + + — Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν +ο Μανώλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή να κόψετε ο ένας από τον +άλλον αυταίς της ημέραις που θα είνε η εκλογαίς, ή . . . + + — Αυτό θα είνε σκληρά καταδίκη δι' αυτούς, είπε γελών ο +Λάμπρος ο Βατούλας. + + — Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να +μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς +και ολοψύχως, ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ +του άλλου. + + — Παίρνω όρκο, είπεν υψών την χείρα ο Γιάννης της Χρυσάφους. + + — Κ' εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος. + + — Οι όρκοι είνε σήμερα το φθηνότερο πράμμα, είπε σαρκαστικώς +ο Μανώλης ο Πολύχρονος. + + — Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπεν ο Γιάννης της +Χρυσάφους. + + — Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανώλης· +καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παληά τα τσαρούχια σου. + +Ο Γιάννης της Χρυσάφους, κύψας, έλυσεν από των ποδών τα +πέδιλα, και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανώλην. + + — Πάρ' τα, κουμπάρε! + +Τα απέθηκεν επί της τραπέζης, και είτα, γυμνόπους, εστράφη +προς την θύραν να εξέλθη. + +Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ' ο +Μανώλης τον ανεκάλεσεν· + + — Έλα δω, κουμπάρε! + +Ο Γιάννης της Χρυσάφους, επιστρέψας, εστάθη ενώπιον του +Μανώλη. + + — Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε. + + — Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της +πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα. + + — Τι απόδειξιν; + + — Ιδού, είπεν ο Μανάιλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον +Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είνε αληθές πως ό,τι επιθυμεί +κανείς εκείνο και πιστεύει; + + — Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας. + + — Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους, να +στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι' έν πράγμα, του οποίου +άδηλος είνε η έκβασις, πιστεύοντες και ο είς και ο άλλος ότι +θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν; + + — Καθώς, λόγου χάριν, εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο +Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγη εκείνος +τον οποίον θέλει ο καθένας. + + — Ίσα—ίσα! είπεν ο Μανώλης. Λοιπόν, δεν είνε καλό να +βάλουν οι δυο τους, τώρα μπροστά μας, ένα στοίχημα; + + — Σαν τι στοίχημα; + + — Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το +δικό μας κόμμα, και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο +κόμμα. + + — Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της +Χρυσάφους. + + — Κ' εγώ το βώδι μου! εφώναξεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος. + + — Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βώδι +σου σού χρειάζεται διά να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον +αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται +εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς +ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά +τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο +προβατίναις κ' ένα κριάρι; + + — Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Χρυσάφους. Για το +χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι. + + — Κ' εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο +Κωνσταντής ο Καλόβολος. + + — Δεν είνε ανάγκη να θυσιάσης της προβατίναις, κουμπάρε +Γιάννη, το κριάρι, μας αρκεί. + + — Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης. + + — Κ' εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κόττες που έχω, είπεν ο +Κωνσταντής. + + — Λοιπόν σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς +ημείς, εσύ, Καλόβουλε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κόττες, +κι' αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης +την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από ένα βουλευτήν τα δυο +κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου +γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, της κόττες σου. + + — Σύμφωνοι! + +Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν. + +Β' + +Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ +της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε +μετά τον δείπνον το φαναράκι του, και συνοδευόμενος από τρεις +ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ' οίκους προς +ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς, και είτα, δι' ανωφερούς +δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν. +Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά +φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ερχόμενη. Ήτον ο Μανώλης +ο Πολύχρονος με την παρέαν του, από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος +ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα», αλλ' εκείνην την στιγμήν +ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ +εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο +Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το +Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ' άλλους +ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, +πρωτεύουσαν της επαρχίας, και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή. +Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός +παιδιόθεν, και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της +επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την +ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις περί των +πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλειά καμμένα». Δεν +ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των +δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο +βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος του. Ήτον αφελής τους +τρόπους, και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθή +«για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά. Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος, και +τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ειμπορούσες να του +βγάλης λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν +έδιδε πέντε χωρίς να είνε βέβαιος ότι θα λάβη δέκα. Εβραίος +σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο +καϋμένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακρυά! Σωστός +Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. +«Εφυσούσε». (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι' ελαφρού +φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του +δείκτου, υπό το φως του φαναρίου την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). +Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; +Τον παλαιόν καιρόν, οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο +εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιαίς. Επειδή όμως εκάστοτε ο +έτερος των συνδυαζόμενων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, +εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κ' έκρινον καλόν να +μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των +εις τον ιδικόν των, εξέλειπεν η εμπιστοσύνη, και οι +συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου +ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καϋμένος ο Γιαννάκος, επειδή, +καθώς σας είπα, ήρχετο από μακρυά, εζήτησεν εν τη αθωότητί +του να συνδυασθή με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως +τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, +κ' έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλλίτερο για μας, +παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε +το οικονομικόν μέρος, και θα του έτρωγε τα λεπτά χωρίς να του +δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ' +ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανώλης +ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ' ο Λάμπρος θα είχε τον +νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν +ειμπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστύ ψήφους (εκείνος +βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι' ας το είχε σίγουρο, μόνον για +το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους +αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους +επουλούσαν προς 15, ας είνε και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην +τύχην τους! αφού είπε τοιαύτα τινα ο Λάμπρος ευθύς προσέθηκε· + + — Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κείνους . . . . +Α! ο Μανώλης, ναι, εκείνος είνε γι' αυταίς της δουλειαίς. + +Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανώλης +ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή, με +αλληγορικάς, ως εσυνείθιζε, φράσεις· + + — Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι . . . Νάχετε το νου +σας . . . μη μας φάη το θεριό (κ' εδείκνυεν εκατό βήματα +αποτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν +λάμψιν του προπορευομένου φανού, τον Λάμπρον τον Βατούλαν με +την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα . . . Μη μας φάη το +ψάρι ο γαλιός . . . Ως το μεσημέρι ο ροφός αρριβάρει (να +πάρουμε, στα χωρατά, μια βάρκα, να πεταχτούμε ως τα νησιά, να +κάμουμε καρτέρι) . . . . ροφός εφταοκαδιάρικο, φρέσκο! . . . +θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω . . . . Μα βάρδα +απ' το σκυλόψαρο (κ' εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). +Διπλαίς απετουνιαίς, τριπλά παραγάδια . . . με χονδρούς +φελλούς και με μολυβήθραις πενηντάρικαις . . . . Και τα μάτια +σας τέσσερα . . . . Να στέκεσθε απρόντο, νάχετε απρόντο και +της πράγκαις και τα καμάκια . . . και το σηπιογιάλι έτοιμο +. . . γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά. + +Είτα ο Μανώλης προσέθηκεν· + + — Ας είνε, ημείς τέτοιοι δεν είμαστε . . . Μα έπρεπε κάτι να +γείνη, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου. + +Οι περί τον Μανώλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και +άμα προυχώρουν, ώστε παρ' ολίγον έφθασαν την πρώτην +συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας +ανακοινώσεις του Λάμπρου, κ' εκοντοστέκοντο, και πάλιν +εβάδιζον. Τότε είς των πέντε, ακούσας βήματα, εστράφη, και +είδε την δευτέραν συνοδείαν, και την υπέδειξεν εις τους μετ' +αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα. + +Εισήλθον πρώτον, ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον +οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις +υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το +προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφείας, ο Μανώλης +και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος +τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους +ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω +της θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον +εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον +Μανώλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του +αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την +αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων +πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. +Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ' ην ο Μανώλης και ο +Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν +επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. +Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και +υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε είς των μετά του +Μανώλη, συνοδεύσας αυτόν παλλάς εσπέρας εις τοιαύτας +εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον +ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων +της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους· + + — Τι χαλνούν τα παπούτσια τους. Τώρα πλεια οι ψήφοι μάς +περισσεύουν! + +Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα +τοιαύτα έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε· + + — Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ', απ' αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς +ότι το κρατείς, έξαφνα γλυστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, +χάνομαι . . . μπέρκα 'μαι, δεν πιάνουμαι . . . γιούλος είμαι +σε γελώ . . . και τα δίχτυα σου χαλώ». + +Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν +εις του γέροντος πορθμέως μπάρμπα-Διοματάρη, εις καλύβη +ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν +καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα +ελεεινόν καπνόν με την πίππαν του, και θερμαίνοντα τας δύο +κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν, και +ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς +εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράση δύο ή τρία σκορπιδάκια, +τα οποία της είχε φέρει, ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν +εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον +λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθησεν επί τινος παλαιού +κιβωτίου με γλυφαίς και με καρφία διατεθειμένα προς κόσμον +εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του +εκάθισαν επί τινος χουλουριασμένου τροχίνου σχοινιού, +χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί +κονταριών ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλύν όροφον έως το +δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον, και τα +κυλίμια, και η ψάθα και οι μύστακες του μπάρμπα-Διοματάρη, +και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλας. + +Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του, +λέγων, ότι την φοράν ταύτην, επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να +φροντίση διά την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον +Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης +ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να +διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της +κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν +αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με καμπόσους +άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχεν +αμφιβολίαν ότι, αυτήν την φοράν, ο μπαρμπα-Διοματάρης θα +έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα +είπεν εντέχνως ο Λάμπρος, ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του +γέροντος ναυτικού. Αλλ' ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει +αφορμήν να ξεσπάση, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε +συμβή κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ' ην είχε δώσει ψήφον εις +τους αντιθέτους. + +. . . Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της +βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα +πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόρασε. «Πού σ' είδα πού +σε ξέρω;» Δεν τον άφιναν ήσυχον, επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν +είχε να τρέχη δι' όλαις της παληοκαϊάσσαις, όσους εζήτουν να +πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, +τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα +δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον +Μανώλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους — τόσα διπλά τάλληρα, ή +όσους ψηφοφόρους — τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να +σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ' ευθείας με ένα έκαστον των +εκλογέων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, +εκείνος έμβαζε κ' έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού +ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και +πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, +ως τετραπερασμένος που ήταν, τα εμβάλωνε λέγων, ότι πρέπει να +ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις +γενικά έξοδα, ή εις κεράσματα ακόμη, μη αρκέσαντος του +κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά +μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώση λεπτόν παραπάνω. +Και ου μόνον τούτο, αλλ' ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν +του. Είχεν εξοφλήσει ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους +και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες +σωσταίς. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ' +ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά παρά έν κλάσμα η +ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής διά να τρέχη διά της +δουλειαίς των εκλογέων, καθώς άλλοι, εξελέχθη διά τα γενικά +συμφέροντα της επαρχίας, αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει +το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος, +και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ης εκλέγεται». Και ευτυχώς η +προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες +διελύοντο μετά έν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του +σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστάς συνόδους τακτικάς και δύο +εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ' επί +τέλους, περί τα τέλη της Γ' συνόδου, διελύθη. Κατά την πρώτην +σύνοδον, ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή +μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, +καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του, +ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και +τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν +σύνοδον κατώρθωσε ν' ακύρωση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια +των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων, και να +ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως +ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης +παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε +κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το +τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχως δεν είχεν άλλας +οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον +επρόφθασε κ' έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο +διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ' ό ανομοίου κλίσεως και +προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη +συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το +«Σχολειό της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο +πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα +κατώρθωνε, διότι η βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα +«μέραις απ' το θεό» διά να ζήση. Δυστυχώς και παρ' ελπίδα +διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα. + +Γ' + +Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε +καλλίτερ' απ' αυτόν, ο μπάρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε +εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου +είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα +προσέθηκε διακόπτων τον γέροντα αλιέα ο Λάμπρος αυτός, όστις +δεν έπαυεν, εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού +αφηγητού, να κατανεύη διά της κεφαλής επιδοκιμάζων και +προσδοκών αίσιον δι' αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το +περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ' ων τα ήρευεν ο +μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε, +και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο +αφηγητής προσέθηκε· + + — Τέτοιοι είνε όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω +ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ' αγόρασαν. + + — Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτή τη +φορά δεν είνε ο Γεροντιάδης . . . είνε ο Αλικιάδης, και δεν +έχεις να κάμης με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, έχει να κάμης +μ' εμένα . . . + + — Όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα- +Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον +τον Βατούλαν. + + — Πως όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν +καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη να κάνουμε της δουλειαίς, +που κάνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος. + + — Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης. + + — Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα- +Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ' το Μανώλη; + + — Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα +μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξίν μου. + + — Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρης παράδες. + + — Γιατί; + + — Γιατί ο Μανώλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το +ξέρης σίγουρα. + + — Τώρα το κατάλαβα κ' εγώ, και γι' αυτό, ούτε ξαναπάω πλειά +να ρίξω ψήφο. + + — Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο +Βατούλας. + + — Το ξέρω κ' εγώ . . . Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν +εμένα. + + — Δεν υπάρχει κανείς . . . Είσαι μοναχός σου . . . Δεν έχεις +ταίρι. + +Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου, αναλογιζόμενος ότι, αν +υπήρχαν πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα, αλλ' +υποσχόμενοι, ουχί ως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, +κατ' ευχήν, θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα +από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε τον Μανώλην τον Πολύχρονον, +όστις είξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, +εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της +δίκης, να ευρίσκη απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά +εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν +απηλπίσθη να μεταπείση τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ειξεύρων +ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ' αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα +εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου +ναυτικού, τον εκαλονύκτισε δι' απόψε, επιφυλαχθείς να +επανέλθη μετά δύο εσπέρας. + +Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν +εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογεώργη. + + — Καλως τακάνετε! καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου!, +έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και +με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του. + + — Καλως τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του. + + — Ε; είμαστε για νάμαστε; + + — Μα βέβαια . . . Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε +σεις, ούτε οι άλλοι . . . Είπα κ' εγώ μαθέ, γιατί δε μου +μιλεί κανένας; . . . Να μη μ' πη κανένας ένα λόγο; . . . + +Να που ήρθαμε . . . Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο +έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, +όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, +τας θωπείας, και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να +έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του. + + — Άλλο σόι άνθρωπος, είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. +Καλά που πρόφτασα κ' ήρθα . . . πώς δεν το πήρε μυρουδιά +εκείνο το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον +πάρη! Ο Θανάσης ο Τσιρογεώργης προσέφερεν οίνον και στραγάλια +εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωσε παχείας +υποσχέσεις δι' οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον +μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω» και +τον περικάλεσε να περάση από το γραφείον του, όσον είνε το +εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα. + +Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων, και ο Μανώλης με τους +ιδικούς του ανήλθον εις την οικίαν. + + — Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε; + +Ο Μανώλης είχε συνηθίσει ν' αποκαλή κουμπάρους σχεδόν όλους +τους συντέκνους των συμπεθέρων του. + + — Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ'. + + — Σε ποιόνε; + + — Στο Λάμπρο το Βατούλα . . . Τώρ-δα, τώρ-δα, ό,τι +κατέβηκε . . . Δεν ειξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά; + +Δ + +Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγεως, με δύο δωμάτια και μέγαν +πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου, λιθίνης κλίμακος, +έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί +εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα +εξελθών της οικίας του Τσιρογεώργη. + +Μετ' ολίγα λεπτά, ότε ο Μανώλης κατήλθεν άπρακτος εκ της +τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε +θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, +επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπραϋντική, +ηκούοντο συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ' αμφοτέρων εδέσποζεν +οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, +διαμαρτυρομένη με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας +ακούοντες ευλόγως υπέθετον ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. +Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο +Μανώλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε +και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς +γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να +σεβασθή τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ +των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός +κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το +αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και +έσπευσε να παραβιάση την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν +εις τους δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη +εις την οικίαν. + +Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την +παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, +διεμαρτυρήθησαν δι' υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν' +αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες +επ' αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανώλη, απώτερον +ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του +αρχηγού των. + +Μόλις είχεν αναβή ο Μανώλης εις του Σπληνογιάννη, και +παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα +του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογεώργαινα και έτεινεν άπληστον +το ους. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η +θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών +της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η +Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων, κ.τ.λ., είδε την +διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την +ανεγνώρισε, και εψιθύρισε προς αυτήν + + — Τακούς, γειτόνισσα; + + — Τι ν' ακούσω, γειτόνισσα; + + — Να, που μαλλώνουν, τ' ανδρόγυνο. + + — Γιατί τάχα; + + — Να, από άλλο κόμμα, είνε, λέει, ο άνδρας και από άλλο η +γυναίκα. + + — Μη χειρότερα. + + — Είνε και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα; + +Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρόν κ' έγεινεν +άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την +χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα +τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία. + +Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανώλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο +εν τη οικία: + + — Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτή, έλεγε δεικνύων +διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο +Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ' +εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον. + + — Κείνο που θέλω εγώ θα γείνη! ανέκραζεν απειλούσα διά +χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτης, υψηλή, +ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το +μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, +συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως +θ' άφινε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα 'ς τη γυναίκα! + + — Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο +λέγων ο σύζυγος. + + — Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η +συμβία. + + — Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραζεν απειλητικώς ο +Σπληνογιάννης. + + — Σας παρακαλώ . . . ησυχάσατε τώρα, παρενέβαλλε διά της +μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να +τώξορα έτσι δα. .. καλλίτερα να μην ερχόμουνα . . . Δεν ήλθα +εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στ' ανδρόγυνο . . . + +Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανώλης ο +Πολύχρονος. + +Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και +αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, +και προέβη εις υποδοχήν του. + +Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ' εσάλευσεν από την θέσιν του, + + — Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα. + + — Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης. + +Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλαίς κουμπαριαίς, και +εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία +μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθή, +να δώση την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον +Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν +εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανώλη +Πολυχρόνου και συντροφίας. + +Είνε αληθές ότι, κατ' ιδίαν, ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την +σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον +τον Βατούλαν. Αλλ' η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν +τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην, και απήτει να +κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι θα του έδιδε +ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο +Σπληνογιάννης, και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε +μερωμένο ψωμί». + + — Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά +προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανώλης. + + — Τι να ιδώ; + + — Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο . . . + + — Μάλιστα, σ' αυτό συμφωνώ κ' εγώ, είπε μεθ' ετοιμότητος ο +Λάμπρος· δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε. + + — Εγώ έβαλα! είπεν οργίλως ο Μανώλη. Εγώ ήρθα να τους +ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε . . . + +Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανώλην. + + — Ας είνε, θα τα καταφέρωμεν, είπεν. + + — Ας είνε, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κ' +οι δυο μαζί, και δεν μπορεί κανείς να . . . + +Ακουσίως αμφότεροι αι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι +ήθελε να είπη ο Σπληνογιάννης. + + — Κείνο που σου λέω εγώ ! . . . + + — Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή. + +Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας +ην παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανώλη και εγίνετο θρασυτέρα. + +Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις +δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων +φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, +καθ' ένα έκαστον, αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός, διά +της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους +χωρικούς όπως ανταγωνίζωνται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή +κοινωνικών και βιωτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον το οποίον +ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και +ειρηνοδικεία όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να +τα βγάλη πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά +πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων, +και ορκιζόμενος καθ' εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας +κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του +ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου. + +Αλλ' ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη +ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και η +έφοδος του Μανώλη του Πολυχρόνου, όστις θα έλεγέ τις ότι +ήλθεν επίτηδες διά να παρασταθή εις δωρεάν περίεργον +οικογενειακήν κωμωδίαν. + +Ουδέν άλλο καταφύγιον είχεν ή να ζητήση μικράν ανακωχήν. + + — Ας είνε, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που +θα είνε η εκλογαίς, θα μας φωτίση ο Θεός τι να κάνουμε . . . + + — Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα +φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι! + +Και εκτύπησε θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της +αριστεράς. + + — Όχι ! Να δώσης τώρα το λόγο σου ! Ν' αποφασίσης τι θα +κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να +έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές. + +Ο Λάμπρος και ο Μανώλης ηυχαρίστησαν διά μειδιάματος την +σύζυγον του Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα. + + — Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είνε +τρόπος αυτός να επιμένης τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! +Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν η γυναίκες +μας! + + — Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι' όλα . . . με +φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους +τους δυο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της. + + — Δεν ξέρω στην πάρα πάνω σκάλα, είπε με πικρόν πόνον +τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους +επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που +κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν η γυναίκες +τους· μα ημείς οι βοσκοί το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο +παππάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε +τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να +φοβήται τον άνδρα». + +Ο Λάμπρος ο Βατούλας, μειδιών ίσως διά να δώση αφορμήν +ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί +το αστειότερον, είπε· + + — Μα ξέρεις, κουμπάρε, τί την δασκαλεύει τη νύφη, η μάννα +της; + + — Τι; + + — Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παππάς, την ορμηνεύει +να πη μέσα της τρεις φοραίς: «Αστοχιά στο λόγο σου, παππά μ', +δάκω τη γλώσσα σου». + +Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα. + +Ό Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην, επλησίασεν ως +την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν +έπρεπε ν' απέλθη. Αλλ' ουχ' ήττον επανήλθε πάλιν εις την +θέσιν του και εκάθησεν. + +Ο Μανώλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, +εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου, κ' εστάθη αναποφάσιστος. + +Ουδείς των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της +αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανώλης, +τελευταίος ελθών, ήτο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους +αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή +υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανώλης +εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να +απέλθη. + +Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη +πέρας, και όπως ευπροσώπως εξέλθη εκ της δυσχερούς θέσεως· + + — Ας είνε, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε +από κείνους όπου πάνε και βάζουν σκάνδαλα στα ανδρόγυνα· κάμε +ό,τι σε φωτίσει ο θεός, καθώς είπες. Κ' ένα ψήφο να μας δώσης +στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσης κι' από κει (δείξας +τον Μανώλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς +θα σου το γνωρίζουμε χάρι. + + — Όχι! όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον +του από μπροστήτερα. + +Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανώλης μείνας επί δύο ή +τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με +τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την +καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά ν' +ακουσθή από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε· + + — Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες. + + — Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την +αλήθεια, είστε πάρ' τον ένανε, χτύπα τον άλλονε. + + — Το λοιπόν κ' ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες, σαν αυτούς; + + — Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος +η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες! + +Ε' + +Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από +δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν +ανδρογυνοχωρίστρες. + +Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανώλης και δύο των +φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον +φράττον προς εύρον τον λιμένα, κ' επαραμόνευαν πότε θα +ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων +ανατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον +ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανώλη του Πολυχρόνου. Αλλ' από +βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το +δόλωμα των αντιπάλων, έσπευσε να ξυπνήση τον καπετάν-Νικολάκην, +το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και +επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κόττερον, έλυσαν τα πανιά, +εσήκωσαν την άγκυραν, και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα +κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του +γέρο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον +τέσσαρας ώρας πριν φέξη, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην +καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου +αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου +έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανή το κελεπούρι, +κατά το ύψος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες +κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθή όπισθεν του Ασπρονήσου, και +οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε υπώπτευσαν καν +ότι τους είχαν προλάβει. + +Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του +απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, +αίτινες, έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη +το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το +κόττερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. +Ανεγνώρισαν δε μετ' ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον +αύται. Της μιας τούτων επέβαιναν ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, +της δευτέρας επέβαιναν ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο +Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθή +εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων +και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερεύοντι δήμω φίλων του. +Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της +άλλης υπηρετούντο χωρίς να είνε συνδυασμένοι, από τους +Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, +χωρίς ν' αποτελώσι συνδυασμόν, από τους Ανδρογυνοχωρίστραις. +(Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ +τις μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να +εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον +πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον +της έριδος, και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να +τον πρωτοϋπηρετήση. + +Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ηυχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον +τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων +υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής +λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν +τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι +υπό του κόμματος, και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον +ανάγκην πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον +Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση +αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του είχε πλεύσει μέχρι +Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς +εις το κόττερον, και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα +θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις +περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον +ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν +χρωματισμένον κόττερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς +υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήση από τας δύο +χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης +το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοττέρου, +αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν +οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το +κόττερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, +αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι +δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να +φωνάζη· + + — Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε +Αβαρίδη! θα ισσάρουμε και μπαντέρα μες το λιμάνι . . . + +Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη +απελπιστικώς και να χειρονομή από της πρύμνης προς τον νεαρόν +ναυτικόν, αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού +πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα +του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προς λύσιν +της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοττέρου τους τρεις +υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το +πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί +δύο, να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο είς των τριών, ο +Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ' ο τρίτος ο Γιαννάκος +ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε +τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως +ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχη τον +Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ' ο +καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» +διά να ειξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του, +επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το +ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις +τας χειρονομίας του, και εξηκολούθησε να φωνάζη προς τους κ. +κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην· + + — Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι! + +Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει +ποτέ αυτός ο «χονδροκέφαλος», ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, +έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη +άλλη λέμβω, και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλλον, με +το μανδήλιον και με την φωνήν: + + — Καλώς, ορίστε, κύριοι! Ορίστε στο κόττερο! κύριε +Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε! + +Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων, και +σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από +της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου +δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν +αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι +μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της +προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της +προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμεναν +κυττάζοντες αλλήλους αναποφάσιστοι, οι δε πορθμείς των δύο +λέμβων εφ' ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν +φανερά να γογγύζωσι· + + — Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κόττερο! + + — Ξέρουμε κ' εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι! + + — Ξέρουμε το δρόμο να πάμε, στη σκάλα ν' αράξουμε . . . + + — Έχουμε κ' ημείς μπαντέρα να ισσάρουμε . . . + + — Και καινούργια μάλιστα . . . προχτές ακόμα την έρραψα . . +. + + — Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι . . . ακόμα μυρίζει +λαδομπογιά . . . + +Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστραις με την βάρκαν των, +σχεδόν χωρίς κανείς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ +πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν +αυτών μετά του κοττέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και +είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον +αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του +Λάμπρου του Βατούλα· + + — Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο! + +Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη· + + — Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι! + +Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, χωρίς δισταγμόν, ιδών με το πρώτον +βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, +ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου +αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις +την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του, ειπών εις τους +συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το +«καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη +ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκύτταζον +έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του +Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικός ανακοινώσεις +εις το ους αυτού. + +Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, εν τοιαύτη θαυμαστή +προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να +τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο +Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος, +εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου +δύο υποψηφίους : + + — Θα σας ισσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!.., και +επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν +εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την +λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους +τρεις υποψηφίους, και εκάθησεν επί της ετέρας πλευράς του +περί μαχητού υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίση και αυτός τας +ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του τον +εκύτταζον εκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα. + +Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας +τέσσαρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, +θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά +το εικονικόν ύφος του Μανώλη του Πολυχρόνου, έκτακτος ροφός +εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων +εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν +ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον +εις ό είχε συλληφθή ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς +αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και τους φύγη το άγρευμα, +περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και +του αγκίστρου. + + +Τέλος αι δύο λέμβοι, αι φέρουσαι τους υποψηφίους, εξεκίνησαν +διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανώλη με +τους δύο συντρόφους του είχε γείνει άφαντος ήδη. Το δε +κόττερον, εφ' ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο +τελευταίον. + +Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το +ελπιζόμενον φιλοδώρημα, και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. +Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον +του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον, +κρατών την σκόταν, κ' εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, +καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο +ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του, να +προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήση «στα μπούνια» ρίπτων +«κολοκυθάναις» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε και +έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν το τρία πλοία κάμψαντα τον +κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ' ην +επλησίαζαν εις την αποβάθραν, και ο κόσμος από της αγοράς +τους εκύτταζε, τότε, δι' επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα +μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν +λιμένα της πολίχνης, έτρεξε και έμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε +την σημαίαν του, σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω, ως +ναυτικός, ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας +του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο +λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω, και ελθών ηγκυροβόλησε +πρώτος, μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικως προς τους επί των +δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς· + + — Τ'ν καραβοκυρά σας! + +ΣΤ' + +Την πρωίαν εκείνην ο Μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας, αφού +εσυλλειτούργησε τον Παππα-Σωτήρην τον εφημέριον των τριών +Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει +της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβη τον μισθόν του +διά τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ τα οποία είχε +συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο +δε ο μισθός ούτος εις εν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ» +και εις ημίσειαν προσφοράν επιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως +ελάμβανε, παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως, +θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο Παππα- +Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά +το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλη εις το ιερόν +βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ' ο +μπάρμπ'-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε +τον Παππα-Σωτήρην να συλλειτουργή ούτε εις το ιερόν βήμα να +εισέρχεται. + +Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν +«για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν +του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την +αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και +να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του +υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κ' +εξήλθεν εις την πλατείαν. + +Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της +παραθαλασσίου αγοράς και της αποβάθρας. Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης +κατέβη κούτσα—κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον +συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον +της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και τα +εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον +οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των +εκλογών, και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασπάλωτην», την +οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον +τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι. +Είτα, πριν φθάση εις το καφενείον, είδεν έν κόττερον και δύο +μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει, και την στιγμήν +εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας. + + — Α! θα είνε οι υποψήφιοι, είπε· και αφού εκαλημέρησε δύο ή +τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του +καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας +έφεξε πάλι· εσείς είστε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος +μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξη τα δύο αρκτικά σύμφωνα της +λέξεως, αλλά μη τολμών διά να ξεθυμάνη όμως, όταν είδε τρεις +ή τέσσαρας γέροντας, καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου, +επί υψηλού και πλατέος σανιδένιου καναπέ, χωρίς να φθάνη η +πλάτη των ν' ακουμβήση εις τον τοίχον, και με τους πόδας +μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της +φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε +προς τους λεμβούχους λέγων: «Κυττάξτε, κείνοι είνε οι +κοπροδήμιδες, οι Προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα +μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;». + +Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας υγιής τους πόδας, είχε +κουτσαθή προ ολίγον ετών υπό τίνος οργίλου και φιλεκδίκου +χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του. + +Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλη χαλινόν εις +την γλώσσαν του, και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους +έλεγεν· + + — Η ψυχή θα βγη πρώτα, κ' ύστερα το χου. + +Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ειξεύρων ότι έπρεπε να +περιμένη είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώση να του τον +ψήση ο γέρο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την +αποβάθραν, όπου είχαν συναχθή άνδρες τινές και παιδία +ξυπόλητα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους. + +Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ της λέμβου οι υποψήφιοι. + +Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς· + + — Καλώς ορίστε! + +Και ευθύς προσέθηκε· + + — Πόσα καντάρια ρουβάδα (2) έχετε; + +Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν. + +Είτα επανέλαβε· + + — Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; πόσην έχει ο καθένας +σας; + +Ο γέλως επανελήφθη, αλλ' ουδεμία απάντησις εδόθη. + +Και τρίτον ηρώτησε· + + — Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα; + +Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ' +-Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα +αστεία. + +Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιήτου οργής· + + — Κάμετε καλά με τον κουμμερνιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι. + +Και στρέψας την ράχην, απήλθε χωλαίνων να πίη τέλος τον καφέν +του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα, +και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλη χείρα εις το ήμισυ της +προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν. + +Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης, ο Αβαρίδης, ο +Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς +και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανώλην +τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες +είχον ταχθή ως χωροφύλακες εκ δεξιών και αριστερών του +Χαρτουλαρίου, και δεν άφιναν να κάμη βήμα, ήλθαν και έπιον +καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου, και +ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις +προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον +Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και +προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως +από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανώλην τον +Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν +και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε ότι αμφότερα τα +κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστραις και Χαλοσοχώρηδες, θα τον +εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους +δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί. + +Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις +τας οποίας ελάμβαναν, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης. +Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι +παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι εκ των τεσσάρων ήσαν ο +Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε ήξιζαν, κατά την κοινήν +ομολογίαν, ν' αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο +Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν +ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήση τα +γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει +και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθή. Δεν ήτο +άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές». +Ήτον ικανός να εξοδεύση και δέκα πέντε χιλιάδας, και είκοσι +χιλιάδας διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο +βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής θα ωφελείτο +είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας, το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ +«κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίση +υπάλληλον, θα του έλεγε «μ' δίνεις τα μισά;» πριν αποφασίση +να δώση μπιλλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειαίς». Και αν +κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν +τίποτε ψωροδραχμαίς, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να +υπογράψη εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους +μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις +υπερεξοφλήσεως. Αλλ' αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. +Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος υφ' ου +εφλέγετο να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων +της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η +προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευαστή παρά την +πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο +βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Αλλά τώρα είχεν +αρχίσει να συναιτερίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την +πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν +του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε +φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθή σαφέστατα: «θα σε +διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του +δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής +πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς +χαρακτήρας, ους ηδύνατό τις να επιθυμήση διά μεγάλην +επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το πολάτι των Σαράντα Δράκων ή με το +Κάστρο της Ωρηάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η +εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία +εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν +της θαλάσσης, κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν +υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, +θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, +συντελεσθή το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν +απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλη τη δουλειά εμπρός. Α! δεν +τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι +εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανή χρήσιμος εις την +επαρχίαν του. + +Αφού έπιον διπλούς καφέδες κ' εδέχθησαν προσρήσεις οι πέντε +υποψήφιοι, μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των +φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς, +με υψηλά καπέλλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το +αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον, και μόνον το δεξιόν ήτο +ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών είς των +εντοπίων, θέλων να ευφυολογήση ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι +πέντε ήσαν «μ' έν' αυτί». + +Ζ' + +Την πρωίαν της Παρασκευής, αφού έμειναν επί τεσσαράκοντα ώρας +ψηφοθηρούντες και συνεννοούμενοι μετά των φίλων, ανεχώρησαν +επιστρέφοντες εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας οι πέντε +υποψήφιοι. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος είχεν εκφράσει την +επιθυμίαν να μείνη κατά την ημέραν της εκλογής εν τω δήμω, +ελπίζων να λάβη πλείονας ψήφους διά της παρουσίας του, +βασίζων την επιτυχίαν του επί της εν τω δήμω τούτω υπεροχής. +Αλλ' ο Λάμπρος ο Βατούλας, προς όν μεγάλην έτρεφεν υπόληψιν ο +Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος μεθ' όλας τας ραδιουργίας και +διαβολάς, ας έβαλεν εις πράξιν προσπαθών να τον υποσκελίση ο +Μανώλης ο Πολύχρονος, ο Λάμπρος, λέγω, ο Βατούλας αντέστη +λίαν επιμόνως και τον απέτρεψε, λέγων ότι, εκεί, εις την +πρωτεύουσαν της επαρχίας, όπου είνε και οι περισσότεροι +ψήφοι, ήτον αναγκαιοτέρα η παρουσία του, διά να μη τον ρίξουν +κάτω ο Αβαρίδης και ο Καψιμαΐδης. Όσον απέβλεπε τα εδώ, +αυτός, επιθέτων εις το στέρνον την χείρα, τον έπαιρνεν επάνω +του. Από εδώ ήτο σίγουρος βουλευτής, του το έδιδεν εγγράφως· +εκεί να κυττάξη, πέρα εκεί, να μη τους φάνε, τα μάτια του +τέσσερα. Ο Χαρτουλάριος επείσθη δους τα πιστά εις τον +Λάμπρον, και ανεχώρησε μετά των άλλων. + +Την Παρασκευήν εσπέρας και το Σάββατον πρωί έφθασαν τρεις ή +τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι εξ Ωρεών, Στυλίδος, Θρονίου +και Θόλου δύο ή τρεις δωδεκάδας εκλογέων, τους οποίους +απόστολοι των δύο κομμάτων εκπεμφθέντες προ ημερών είχον +στρατολογήσει, πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων, +τους ναύλους και τα χασομέρια των. Περί δε την δείλην του +Σαββάτου επεχείρησαν και τα δύο κόμματα να κάμουν +«επίδειξιν», ως να ήθελαν να γελάσωσιν αλλήλους ότι είνε +περισσότεροι ούτοι ή εκείνοι. Πρώτοι οι Χαλασοχώρηδες +συνεκεντρώθησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, εις το καφενείον του +γέρο-Ακούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι +απλώς συνήθη εις τον πολιτικόν λόγον λέξιν. Το αληθές είνε +ότι η απόπειρα της συγκεντρώσεως διήρκει επί δύο ώρας και +ακόμη δεν είχαν συγκεντρωθή. Μόλις ο Λάμπρος ο Βατούλας και +δύο ή τρεις άλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν να σύρωσι δέκα ή +δώδεκα εκλογείς προς το καφενείον, και μετ' ολίγα λεπτά οι +προσήλωτοι αντί να αυξήσωσιν ωλιγόστευαν, διότι ο είς +επροφασίζετο ότι «θέλει να πάη ως το σπίτι για δουλειά, ως +ότου να πης κρεμμύδι έφθασε», ο άλλος εξεκλέπτετο χωρίς να +είπη τίποτε κ' έφευγεν από την άλλην πόρταν, διότι το +καφενείον είχε δύο θύρας, την μίαν προς την αγοράν, την άλλην +προς την συνοικίαν. Ολίγοι μόνον ήσαν οι φανεροί και +φανατικοί, οι άλλοι υπέσχοντο αλλά δεν ήθελαν να τα χαλάσουν +με το άλλο κόμμα. Έπειτα και δεν είχεν ανατείλει ακόμη η +ημέρα της εκλογής, ουδ' είχαν αρχίσει ακόμη τα δυο +«πρακτορεία» να εισάγουν και να εξάγουν τους ψηφοφόρους να +τους ειπούν το «κρυφό», το οποίον ήτο απαραίτητον προ της +ψηφοφορίας. + +Και όταν εύκολον οπωσούν ήτο ν' ακούσουν αύριον «το κρυφό» +και από τα δύο κόμματα, διατί να κηρυχθούν σήμερον υπέρ του +ενός; Διότι δεν ήτο συνήθεια να το λέγουν «το κρυφό» προ της +ενάρξεως της ψηφοφορίας. Τα φυσέκια εμοιράζοντο εις το +στρατόν κατ' αυτήν την ημέραν της μάχης, όχι από της +παραμονής. + +Τέλος μετά πολλής δυσκολίας, αφού εσυνάχθησαν μερικοί, +απεφασίσθη να εκκινήσωσιν, ηγουμένων κοκκίνων και λευκών +σημαιών και των μουσικών οργάνων, βιολίου και λαγούτου και +κλαρινέτου. Υπήρχεν ελπίς ότι καθώς η κυλιομένη σφαίρα της +χιόνος, καθ' όσον διήλαυνε διά των οδών, η διαδήλωσις θα +επληθύνετο. Αλλ' ολίγοι τινές έβαινον προς το μέρος της +αγοράς, εκεί όπου είχε δώσει ο Λάμπρος ο Βατούλας οδηγίας εις +τους μουσικούς και εις τους κρατούντας τα κοντάρια με τας +χρωματιστάς οθόνας να κατευθυνθώσιν· οι άλλοι, οι +περισσότεροι, διηυθύνοντό προς το αντίθετον μέρος, +επιμένοντες ότι έπρεπε να στραφή πρώτον ανά τας οδούς και τας +συνοικίας της πολίχνης η διαδήλωσις, αν ήθελε να κάμη +εντύπωσιν. Ίσως δεν ήθελον να διελάσωσι διά της αγοράς, όπως +επεθύμει ο Λάμπρος, διά να μη εκτεθώσιν απέναντι των +αντιθέτων. Μεγάλη δ' έγεινε σύγχυσις και ταραχή. Άλλοι +ετραβούσαν απ' εδώ, άλλοι απ' εκεί. + +Οι μουσικοί και οι σημαιοφόροι τα έχασαν μη ειξεύροντες εις +τίνας να υπακούσωσι. Περί τα εκατόν παιδία του δρόμου +ανυπόδητα, τα οποία είχε στρατολογήσει προς μίαν πεντάραν το +έν ο Λάμπρος ο Βατούλας, δεν έπαυσαν να φωνάζουν σπαρακτικώς: +Ζήτω οι καλοί πατριώταις! Ζήτω ο Αλικιάδης! Ζήτω η +νοικοκυρωσύνη! + +Τέλος ο Λάμπρος ο Βατούλας ηναγκάσθη να υποχωρήση εις τους +πολλούς, επιφυλαχθείς να μεθύση τόσον κατά την ανά τας +συνοικίας περιοδίαν τους απροθύμους διαδηλωτάς, ώστε να τους +φέρη οπίσω εις την αγοράν φανερούς και παραπαίοντας οπαδούς +του χαλασοχωρικού κόμματος. Ετήρησε δε τον ενδιάθετον όρκον +του, όσον ηδυνήθη. Ανά τας συνοικίας υπήρχον πάμπολλα μικρά +καπηλίδια και κατώγεια οινοπωλικά, τα οποία είχαν φυτρώσει +έξαφνα ως μανητάρια, άδηλον διατί. Εποχή της εσοδείας του +νέου οίνου δεν ήτο, διά ν' ανοίξωσι διά τρεις μήνας, και είτα +να κλείσωσι, τουναντίον η ενιαύσιος είχαν εξαντληθή ήδη, και +ο τόπος εισήγεν έξωθεν τον οίνον. Αλλά φαίνεται ότι είχαν +ανοίξει επίτηδες χάριν των εκλογών. Βοσκοί πωλήσαντες +τελευταίον τας προβατίνας των εις τον επιτήδειον περί τον +εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην, αγωγιάται έχοντες δεμένον +τον όνον των απ' αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας +του αυτοσχεδίου καπηλείου των, είχαν παραιτήσει το επάγγελμά +των και ήνοιξαν μαγαζεία χάριν των εκλογών. Δι' όλων εκείνων +των μερών εφρόντισε να διευθύνη την διαδήλωσιν ο Λάμπρος ο +Βατούλας, και αι ολίγαι δαμετζάνες όσας είχε πλήρεις +παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνον τεταγμένων +βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων. + +Εν τω χρόνω τούτω ο Μανώλης και οι φίλοι του κατεγείνοντο να +χορδίσωσι και αυτοί την διαδήλωσίν των. Είχον συναχθή εις το +μπακάλικο—εμπορικόν του Θόδωρου του Μοστροπούλου, αρκάδος +αποπλανηθέντος εις τα μέρη εκείνα περί τους δέκα πέντε +χρόνους, διά τους οποίους είχε παρασκευάσει γιουβέτσι ο +Μανώλης διά να πιάση «μαγιά», και αφού τους εμέθυσεν, ήρχισαν +αυθορμήτως τον χορόν και το τραγούδι. Επιάσθηκαν επί της +μικράς πλατείας, έμπροσθεν του μαγαζείου, και έστησαν τον +χορόν, όστις εντός μιας ώρας ηύξησε κ' εμεγαλύνθη κατά πολλάς +δωδεκάδας, καθόσον πάμπολοι αυθόρμητοι ή καλούμενοι υπό του +Μανώλη προσήρχοντο διά να τους κεράση, και αφού εδευτέρωναν +και ετρίτευαν, επροσηλυτίζοντο και δεν εξεκολλούσαν πλέον. Ο +Θόδωρος ο Μοστρόπουλος, προ διετίας μόλις αποκατασταθείς εις +το χωρίον, είχε χωθή όλος εις τα πολιτικά, κ' επιτηδεύετο +μέγαν ζήλον και φανατισμόν υπέρ του κόμματος. Επέτα την +σκούφιαν του κατά γης, την εδάγκανε, την εποδοπατούσε, επήδα +και εχόρευε από την κομματικήν ζέσιν. Έρριπτε τας δεκάρας +ασφαλώς εις το συρτάριον, και όλα τα είδη του μαγαζείου τα +είχεν ελεύθερα, εθυσιάζετο διά τους φίλους : «Ό,τι θέλετε, +ό,τι θέλετε!» + +Ούτω, αφού ηυξήθη μεγάλως η συνάθροισις, εξεκίνησαν +προηγουμένης εκατοντάδος παιδίων, εκλαρυγγιζομένων να +φωνάζωσι, μετά των οργάνων και των κυματιζουσών χρωματιστών +οθονών. Η διαδήλωσις εξεκίνησεν εν είδει ορχήσεως κατ' +ευθείαν γραμμήν βαινούσης. Όπως ήσαν πιασμένοι εις τον χορόν, +ούτως εκίνησαν εκ του υψηλοτέρου μέρους της αγοράς, διά ν' +ανέλθωσιν εις την ενορίαν. Άμα έκαμψαν την πρώτην ανωφερή +γωνίαν, επί της παραλλήλου οδού εφάνη η αντίθετος διαδήλωσις +κατερχομένη εκ της άνω συνοικίας, προς την αγοράν βαίνουσα, +με τας κραυγάς των γυμνοπόδων παίδων· + + — Ζήτω οι καλοί, πατριώταις! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη! + +Οι παίδες της δευτέρας διαδηλώσεως έκραζον αφ' ετέρου + + — Ζήτω ο Γεροντιάδης! Ζήτω το τσαρούχι! Ζήτω οι ξυπόλητοι! + + — Τ' ακούς, βρε Μιχάλη; είπεν είς των αγυιοπαίδων της πρώτης +διαδηλώσεως προς τον παραπλεύρως αυτού βαδίζοντα, ομήλικόν +του, εμάς το φωνάζουν το ζήτω. + + — Πώς το ξέρεις; + + — Δεν ακούς που φωνάζουν, ζήτω οι ξυπόλητοι! + + — Τότες τι να τους φωνάζουμε κ' εμείς; + + — Φωνάζουμε κ' εμείς : Ζήτω οι ξυπόλητοι; + + — Όχι να φωνάξουμε καλλίτερα : Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες! + +Και διά μιας εφώναξαν όλοι με καθαράν καί διάτορον φωνήν· + + — Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες! + + — Σουτ, βρε! έκραξε προς τους παίδας ο Λάμπρος ο Βατούλας· +και συγχρόνως αποταθείς προς τους άνδρας, εξηγών ως ειρωνείαν +τάχα την κραυγήν, είπε· + + — Καλά τους εκορόιδεψαν οι δίαυλοι. + +Καθ' όσον δε επλησίαζαν εις την αγοράν, οι τελευταίοι +βαδίζοντες, οίτινες, φαίνεται, είχαν μείνει τελευταίοι +επίτηδες, εβράδυναν έτι μάλλον το βήμα. Ο Λάμπρος, όστις +υπώπτευε τους σκοπούς των, έστειλε δύο των στενωτέρων αυτώ να +μεταβώσιν ουραγοί, όπως τους επιτηρώσιν. Αλλά μεθ' όλην την +επαγρύπνησιν ταύτην, εις την πρώτην καμπήν της οδού, πριν +αρχίσωσι να κατέρχωνται το αντικρύζον την αγοράν μέγα +λιθόστρωτον, ανά δύο, ανά τρεις, οι τελευταίοι βαίνοντες, +έμενον διά τινα αφορμήν οπίσω, έσκυφταν εις την πεζούλαν να +δέσωσι τα λωρία των ή να ξεσκονίσωσι την περισκελίδα των, και +είτα, εξεκλέπτοντο, απεκόπτοντο από την διαδήλωσιν, κ' +έφευγον δι' άλλης οδού, μη θέλοντες να προβάλωσι κεκυρωμένοι +οπαδοί του ενός κόμματος εις την αγοράν, με όλην την +μοναξίαν, ήτις επεκράτει εν ταύτη, μετά την αναχώρησιν των +δύο διαδηλώσεων. + +Απεσπάσθησαν ούτω πολλοί, σχεδόν οι ημίσεις των ανδρών. Όθεν, +όταν η διαδήλωσις του Λάμπρου του Βατούλα έφθασεν εις την +προκυμαίαν, έκαμεν εις όλους πενιχράν εντύπωσιν. + +Εν τούτοις ο Λάμπρος εζήτησε να την αναζωπυρήση διά του χορού +και της μουσικής, και οδηγών αυτός τον κάβο ήρχισε τον χορόν +επί της αποβάθρας και της προκυμαίας. + +Μετά μίαν ώραν επέστρεψε και η δευτέρα διαδήλωσις, και έστησε +τον χορόν έξωθεν του μαγαζείου του Θόδωρου του Μοστροπούλου +υπέρ ποτέ προθύμου και ενθουσιώδους οπαδού του κόμματος. + +Προ της δύσεως δε του ηλίου, ο χορός εγενικεύθη καθ' όλην την +αγοράν, ώστε δεν υπήρχεν ανήρ ή παις, γερόντιον ή νεανίας, +όστις να μη χορεύση εκουσίως, ακουσίως, αυθορμήτως ή +εντέχνως. + +Τινές μάλιστα των γερόντων επέστρεψαν οίκαδε βαδίζοντες +«μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίμ», χάρις εις τας +αφθόνους σπονδάς τας γενομένας προς τιμήν των κ. κ. +Γεροντιάδου, Αλικιάδου, Χαρτουλαρίου και λοιπών. Και περί το +μεσονύκτιον ακόμη, μετά τον πρώτον ύπνον, οι τοίχοι, και τα +πατώματα πάσης οικίας υφίσταντο τον αντίκτυπον του μανιώδους +χορού της εσπέρας, χορεύοντες κατ' αντανάκλασιν, ως να είχον +συμπίει μετά των ιδιοκτητών των εκ του εκλογικού οίνου του +σπεισθέντος αναλώμασι των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου και +συντροφίας. + +Η' + +Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής, και το δημοτικόν +σχολείον, προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία +εσχόλασαν ένεκα τούτο από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε +κοσμηθή με δύο μικρά άκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας +παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ' ακόμψων πιττακών φερόντων των +υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μάλλινης επερίμενεν +ανυπομόνως την ημέραν ταύτην, πότε ν' ανατείλη. Προ δέκα ετών +ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει +και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ' έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων +ανθρώπων επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις +του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν +έκαμε πλέον άλλο έργον ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν +εκλογαί, δημοτικαί ή βουλευτικοί ή και των επαρχιακών +συμβούλων, ή πότε να ενεργηθή τοπική τις συμπληρωματική ή +επαναληπτική εκλογή, ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως, +βέβαιος ων ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν +απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανον ως γραμματέα. Είχεν +αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονείκητον ειδικότητα, και ήτο η +μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η +γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα +οποία είχε λάβει επ' υποθήκη του αρτίως εκπλειστηριασθέντος +ελαιώνος του, ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων, +τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η +εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι' αυτόν, διότι +και καλλίτερον μισθόν ελάμβανε και πλείονα δείπνα ειστιάτο, +υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών +προσφερόμενα. Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρο- +Αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούτο προς αλλήλους τας παλαιάς +αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος, εξυμνούντες την επί της +πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την +σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί +εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις +περιπετείας. + +Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε, εις τας δημοτικάς +εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβη +τις είκοσιν ή είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων, διά να γείνη +δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι +παρακατινοί, όλοι οι ξωμερίταις, όλαις η τσομπανοφλοέρες. Και +αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία, και χωρικός τις έχων ψήφον +εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίση, τον +έκλεπτον, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές +μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως παχυνόμενος επί τρεις +ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον +άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του +δημάρχου, αν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξη. Εις τας +βουλευτικάς εκλογάς πάλιν, αν και εψηφοφόρουν πολλοί, το +καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα +ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου, είς καλός +γραμματεύς, ηδύνατο να συντάξη πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ' +αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων, ους ήθελε, χωρίς καν +να ερωτήση τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξη. Και εις +τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να +εγγράφωνται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης +διακοσίων ή τριακοσίων δελτίων επ' ονόματι ισαρίθμων +συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να +κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί +αντιπροσώπους ους ήθελον. Εάν όμως οι αντίπαλοι τους +διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να +εξαφανίσωσι παν ίχνος εισορμούντες διά του παραθύρου εις τον +τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά νυκτός την μοναδικήν και +ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και +καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε +υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και +παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς, +«επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν +την κάλπην». + +Ο γέρων πρόεδρος, υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων +την όρασιν, αναμασσών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις +ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κ' έκυψε να ίδη +αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμένοι, αν η σιδηρά ράβδος είχε +σφραγισθή και προσαρμοσθή καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε +καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς +επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμένοι όπως ήσαν διά χονδρού +σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκοί +και μαύροι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το +ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δεσμίους με την αυτήν +άλυσον, κόπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν +υπηρεσίαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της +μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κ' +εκύτταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας, κ' επί +του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το +αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του +Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού ένα συνηλικιώτην του +αρχαίον ναυτικόν, όστις είχε ρίψει όχι ολίγα τουφέκια υπό τον +Καρατάσσον και πολλαίς κανονιαίς υπό τον Κριεζήν, και ήτο +κάπως γνησιώτερος αγωνιστής από αυτόν, να τον απαλλάξη του +ενός σταυρού του Σωτήρος, λέγων ότι, αφού κατά λάθος η +κυβέρνησις τον ενθυμήθη δις, «ημπορούσε να τον φορή αυτός, +και το ίδιον θα ήτο». Αλλ' ο παράξενος γέρων του απήντησεν +ότι δεν εξαναμωράθη ακόμη και «δεν του αρέσουν τα λιλιά». Το +βέβαιον είνε ότι, κατά τινα χύσιν παρασήμων γενομένην ου προ +πολλού επ' ευκαιρία δεν ενθυμούμαι ποίας εορτής, η Κυβέρνησις +έστειλεν εις τον κύριον Νιαουστέα τον αργυρούν σταυρόν του +Σωτήρος, τον οποίον ο γέρων είχεν από του 188 . . . Αλλ' η +πρώτη απονομή είχε λησμονηθή, μη τηρουμένων καταλόγων, ως +φαίνεται. Έκπληκτος ο κ. Νιαουστεύς έλαβε το δώρον, και δι' +αναφοράς παρεκάλεσε το υπουργείον να τον προβιβάση, αν +ευαρεστήται, εις τον χρυσούν σταυρόν. Αλλ' ουκ ην φωνή, ουκ +ην ακρόασις. Τότε ο Νιαουστεύς ηναγκάσθη ν' αρκεσθή εις τους +δύο αργυρούς, και εις πάσαν εορτήν, βασιλικήν ή και +θρησκευτικήν, τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο, +σήμερον δε, ημέραν εκλογής, αφού μάλιστα ήτο και πρόεδρος της +εφορευτικής επιτροπής, θέσις ήτις δεν του εφαίνετο μικροτέρα +από την του προέδρου του συμβουλίου της επικρατείας, καθήκον +του ενόμισε να εμφανισθή εις τον τόπον της εκλογής φορών τα +παράσημά του. + +Κατά την τοποθέτησιν των καλπών, περί της αλφαβητικής τάξεως +προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της +εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ τον ενός +κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ' εξ ευσυνειδησίας +διδασκαλικής, απήτει να τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και +δευτέρα η του Αβαρίδου, λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος +είνε Αυαρίδης διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ. +Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είνε εκ του +αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής +δύναται να είνε, διότι δεν δύναται να φαντασθή τις υποψήφιον +βουλευτήν, όστις να μην έχη την απαιτουμένην βαρύτητα. Ο κ. +Αβαρίδης μάλιστα δεν παρουσιάζετο πρώτην φοράν τώρα ως +υποψήφιος, ότε δεν εφαίνετο να έχη και παλλάς πιθανότητας +επιτυχίας, αλλ' είχεν εκλεχθή άλλοτε και διατελέσει δις +βουλευτής. Την τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος εν Αθήναις +ιδών αυτόν μια των ημερών αναγινώσκοντα εν καφενείω τα +πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι, +τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. «Όχι, +ήμουν, απήντησεν ο κ. Αβαρίδης, αλλά καλλίτερα τα γράφει +εδώ». Είνε αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ' +όλην την περίοδον δεν είχε καλοχορτάσει τον ύπνον επί των +εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους +οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, +πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον +βραχίονα, και του εσύριζεν εις το ους μίαν λέξιν πάντοτε : +Ναι ή όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία. +Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια +επέπιπτον σωρηδόν, ως βροχή, ως χάλαζα, κ' ετάραττον τον +ύπνον του αγαθού επαρχιώτου. Μόλις απεκοιμάτο κ' ετάραττον +τον ύπνον του, εμφανιζόμενα ως «αναβάται και τριστάται», ως +άμαξαι τέθριπποι, ως στρατεύματα παρελαύνοντα εν ήχω +σαλπίγγων, εν βοή και αλαλαγμώ. Φοβεράς αναμνήσεις του είχεν +αφήσει όλη η σύνοδος εκείνη. Και τώρα, αν επαρουσιάζετο πάλιν +κ' εζήτει τας ψήφους των συμπολιτών του, αυτός δεν καλοήθελε, +άλλοι τον είχαν παρακινήσει. Τοιαύτα τινά διηγείτο προχθές, +όταν επεσκέφθη τον δήμον μετά των συνυποψήφιων του. Δια τούτο +και ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δεν ενόμιζεν ότι τον +έβλαπτεν, αν μετέθετε δευτέραν την κάλπην του. Το όνομα είνε +σύνθετον, είπεν εκ του αύος — ξηρός, και αρίς — το σκέλος. +Αλλά και εκ του αμπάρι, Αμπαρίδης, αν είνε, και ο κάτοχος του +ονόματος ηθέλησε να το εξελληνίση, κατά το έθος (καθ' όν +τρόπον ο ίδιος ο ελληνοδιδάσκαλος, έλεγεν, είχεν ένα μαθητήν +Μπογιατζήν καλούμενον, τον οποίον εξηυγένισεν εις Βοϊαζίδην), +πάλιν το αλ προηγείται του αμ. Τοιαύτα τινα ισχυρίζετο ο +διδάσκαλος. Ο πρόεδρος δε, ο γέρο-Νιαουστεύς, όστις εφρόνει +τα των Χαλασοχώρηδων και ήτο ευνοϊκός προς τον Αλικιάδην και +Καψιμαΐδην, χωρίς να εννοή καλά-καλά τα διδασκαλικά +επιχειρήματα, έσπευσε να τον δικαιώση, και ήτο έτοιμος να +διατάξη όπως τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου, μεταβαλλομένης +της ορθογραφίας του ονόματος του Αβαρίδου επί της πινακίδος +της οικείας κάλπης. Ουδ' εσυλλογίσθη μάλιστα ότι η αριθμητική +τάξις των καλπών και η ορθογραφία των ονομάτων ήτο έργον της +διοικητικής αρχής, και ότι αν έπραττεν αυθαίρετόν τι η +επιτροπή, λόγους μόνον ακυρώτητος θα εδημιούργει και λαβήν +προς ενστάσεις θα παρείχεν. Ο γέρο-Νιαουστεύς δεν εχώνευε +τον Αβαρίδην, συνεπάθει δ' εξόχως προς τον Αλικιάδην και +Καψιμαΐδην. Τον δεύτερον μάλιστα εξετίμα πολύ, και αν ήτο εις +το χέρι του, θα ετοποθέτει πρώτην, όχι την κάλπην του +Αλικιάδου, αλλά την του Καψιμαΐδου, τον οποίον είχεν +επονομάσει τις «το άρτυμα της παρέας των υποψηφίων». +Εβεβαίουν, όσοι τον είχαν πλησιάσει, ότι τα ενδύματά του ή ο +ίδρως του απέπνεαν πολύ άρωμα αφρογάλακτος και βουτύρου. + +Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος, και διωρίζετο κατ' +εκλογήν ιδίως εις τας βαυτυροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε +την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά +κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά +ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος, +είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν, όπως μεταβή εις την +πατρίδα του. Ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, όστις τον +παρέλαβεν εις το κόττερον από τινος παραλίας της Φθιώτιδος, +τον είδε να μπαρκάρη φέροντα ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων +και δύο κολοσσιαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο έκ τινος +πολυθρέμμονος επαρχίας και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να +υπάγη «με άδεια χέρια» εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν +καλοφορεμένος και σεβαστός κύριος, και ο κυβερνήτης του +κοττέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν. + + — Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο +καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι. + + — Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ. +Καψιμαΐδης . . . + + — Α! κατάλαβα . . . + +Και δεν αντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ' όλον τον πλουν. Τούτον +λοιπόν τον Καψιμαΐδην θα επεθύμει να βάλη πρώτον τη τάξει ο +γέρο-Νιαουστεύς ο και πρόεδρος, αντί του Αβαρίδου, αντί και +του Αλικιάδου αυτού. Αλλ' η πλειονοψηφία της επιτροπής, ήτις +ανήκεν εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις και υπεστήριξε τον +Γεροντιάδην και Αβαρίδην, αντέστη, και ούτως έμεινε πρώτη η +Κάλπη του Αβαρίδου. + +Θ' + +Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία +ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων +έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου, και η μία +θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. +Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον +οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή +κάγκελλα αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω +καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ- +Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό +λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά +της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν +επιτηρών αυτούς, διά να βλέπη αν θα μετέβαινον κατ' ευθείαν +εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι είτε διότι είχαν +επισκεφθή ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους +επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη +«κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ' ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ +εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν, +με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας +προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ' όσην πράγματι +ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την +ημέραν της εκλογής. + +Τούτο δε, διότι οι ίδιοι άνθρωποι του κόμματός του τον είχαν +διαβάλει παρά τω Αλικιάδη και Καψιμαΐδη, ευρόντες λαβήν την +φανεράν προσπάθειαν και τον ζήλον ον εδείκνυεν ο Λάμπρος προς +τον Χαρτουλάριον προτιμών τούτον μάλλον ως βουλευτήν, ή +ενδυναμώνων, διά της προς αυτόν παρεχομένης ανωφελούς άλλως +συνδρομής, τους αντιπάλους Γεροντιάδην και Αβαρίδην. Όθεν οι +δύο υποψήφιοι, οι υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος των +Χαλασοχώρηδων, τείνοντες το ους εις τας διαβολάς ταύτας, +απέσυραν από του Λάμπρου μέρος της προς αυτόν παρεχομένης +εμπιστοσύνης, και έδωκαν τα πιστά εις τον κυρ-Μανουήλον τον +Στεριωμένον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθησαν και τα +εκλογικά έξοδα. + +Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος «καλός νοικοκύρης», +εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου +ισόβιος, τόσον ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος +τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η +καλή του τύχη «εψωμόφαγε» μετ' ολίγας εβδομάδας δύο των προ +αυτού πλειονοψηφισάντων, και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν +συμβούλιον ως ενεργόν μέλος. + +Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι είξευρε να κάμη «ευκολίας» +εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της +προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του +αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηκος και υπερείχεν +αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε +την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον +ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχε +αραδιασμένας περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς, +ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. Περίεργον δε ότι, ενώ +τα σταθμά του μαγαζείου του ήσαν όχι λιποβαρέστερα ή τα των +άλλων παντοπωλών, τα μέτρα της αποθήκης του εφημίζοντο ως +σωστά και μάλιστα ως πρόσβαρα. + +Δι' όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών +δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς «το διάφορο +κεφάλι», είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας +τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ' έλειψαν +έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο +τρέφοντας, προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως +να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις +τας μικράς πόλεις, οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον +πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των +μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των +είνε και οι προστάται των. Ο ίδιος όστις επώλησε χθες τον +βουν ή τον αγρόν του δεινός γεωργού, ο ίδιος θα δανείση +αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώση, επιφυλαττόμενος +μετ' ου πολύ να του πωλήση την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά +τινα χρόνον, ότε δεν θα έχη πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε +άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο +προστάτης, θα τον μισθώση όπως καλλιεργή αντί ευτελούς +αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή την +άμπελον. Και ούτω αληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περί +της λάσπης, εις την οποίαν όσον προσπαθεί ν' απαλλαγή, τις +τόσον βαθύτερα χώνεται, ή περί της ψείρας, ήτις όσον μοχθεί +να την εξαλείψη τις τόσον πληθύνται. Το αυτό και χειρότερον +συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να +απαλλαχθή του πρώτου καλοθελητού, ωρφανευμένος από τον βουν +και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και την άμπελον. Θ' +αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και +τύραννον, αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την +οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό +σύστημα, με την επί το χείρον διαφοράν, προς ζημίαν του +χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος +τρόπος θα ήτο να καταφύγη ο χωρικός εγκαίρως προς τον +δικολάβον. Αλλ' ο δικολάβος είνε το χείριστον κακόν. Θα +εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον +έπειθε να ψευδορκήση, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της +δικομανίας και της φυγοπονίας, και θα του έτρωγεν επίσης τον +βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον. + +Εις τούτον λοιπόν, τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον είχαν +δώσει πάσαν εμπιστοσύνην ο Αλικιάδης και ο Καψιμαΐδης, +παραγκωνίσαντες τον Λάμπρον Βατούλαν, όστις, πλην του +πλεονεκτήματος των πλησίον του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου +εκδηλώσεών του εζήτησε να παρηγορηθή κατ' άλλον τρόπον και εκ +του μέρους τούτου. Την ημέραν της εκλογής, παρουσιαζόμενος +κάθε τέταρτον, κάθε είκοσι λεπτά εις το πρακτορείον, +εισερχόμενος, εξερχόμενος, δρομαίος, πολύφροντις, σπογγίζων +επί του μετώπου τον ιδρώτα με λευκόν λινομέταξον μανδήλιον, +εισέβαλλεν από πίσω από τα κάγκελλα, διέκοπτεν αποτόμως πάσαν +συνεννόησιν ή διαπραγμάτευσιν του Στεριωμένου μετά ψηφοφόρων +ή ψηφοθηρών, έκυπτεν εις το ους του, του ωμίλει, και εις +απάντησιν ο κυρ-Μανουήλος, πότε μορφάζων, πότε στενάζων, +πάντοτε σκυθρωπός, του έθετεν εις την παλάμην, άλλοτε έν, +άλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ή τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων, +και ο Λάμπρος επί ατμού αμέσως έφευγεν, ετρέπετο δεξιά ή +αριστερά προς τον δρόμον της συνοικίας, διά να επανέλθη και +πάλιν μετά είκοσι λεπτά ή μετά ημίσειαν ώραν. Ιδού τι +συνέβαινεν. Ο Λάμπρος την ημέραν εκείνην είχε βάλει εις +πράξιν την μέθοδον «των κρυφών εκλογέων». Διηγείτο εκάστοτε +εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον ότι είχε δύο +εκλογείς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οι οποίοι, ως +νοικοκυραίοι άνθρωποι, βλέπεις, πτωχοί και υπερήφανοι, +εσυστέλλοντο να παρουσιασθώσι φανερά εις το «πρακτορείον» διά +να πάρουν λεπτά. Ο κυρ-Μανουήλος προσεποιείτο ότι τον +επίστευε· δεν ηδύνατο ν' αρνηθή απολύτως την πληρωμήν, +καθόσον δεν είχεν οδηγίας να φθάση έως εκεί από τον Αλικιάδην +και από τον Καψιμαΐδην. + +Εφρόντιζε μόνον ως καλός διαχειριστής και ως καλλίτερος +έμπορος «να κόφτη» κάτι τι από τας απαιτήσεις του Λάμπρου. +Εάν εκείνος εζήτει εικοσιπεντάρικον, ο κυρ-Μανουήλος έδιδεν +έν δεκάρικον και δύο φυσέκια των τεσσάρων δραχμών· εάν του +εζήτει δύο δεκάρικα, έδιδε δύο πεντάρικα και έν φυσέκιον μ' +εξήντα πεντάραις. + +Ο Λάμπρος εγόγγυζεν εκάστοτε λέγων ότι «δεν θα ταιριασθούν οι +άνθρωποι με τόσα», ο δε Μανουήλος εμορμύριζεν εν σπουδή: +«Κύτταξε να τους καταφέρης, δεν έχουμε πολλά λεπτά». Και ο +Βατούλας ελάμβανε τα χρήματα κ' εκινείτο να εξέλθη. + +Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος τον εκράτει τότε και απήτει +να του είπη τουλάχιστον τα ονόματα των «κρυφών εκλογέων», +διά να τα σημείωση εις το κατάστιχον, αλλ' ο Λάμπρος +διεμαρτύρετο με τόνους αισθηματικούς, πρόθυμος να κοκκινήση +αυτός διά να παράσχη δείγμα του πώς θα εκοκκίνιζαν οι πελάται +του, κ' έλεγε : «δεν κάνει να εκθέσουμε τους ανθρώπους· τότε, +καλλίτερα να λείπη!» Κ' ενώ αι χείρες, αι κρατούσαι τα +χαρτονομίσματα και τας δεσμίδας των κερμάτων ετείνοντο μακραί +προς στιγμήν ως διά να επιστρέψωσι τα χρήματα εις το +γραφείον, του κυρ-Μανουήλου με βλέμμα εναγωνίου προσδοκίας +παρακολουθούντος την κίνησιν, αίφνης αι χείρες αυταί εχύνοντο +βραχείαι εις τα θυλάκια της ιδίας περισκελίδος του, +αποθέτουσαι τα χρήματα εκεί. + +Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν +του σχολείου, αλλ' όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος, +και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, +επειδή ήτο δύσκολον απ' αυτού του πρακτορείου, να επιτηρώσι +τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον +της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανώλης ο Πολύχρονος ένευε +συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους +συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις +τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο +συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύη ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους +εμβιβάζη με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνη +ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους παρέπεμψεν όπως +ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, +με όλην την μέθην ην είχον τινες αυτών εστενοχωρούντο και +διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας παν +έτσι;» Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι +πονηρότεροι των ψηφοφόρων, μη απαξιούντες να λάβωσι +«βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα, έβαινον μετά της +υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το +οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, +και αν δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ' +εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να +εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι +μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην +κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστραις. +Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο +μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρου μέρος το λευκόν ή ερυθρόν +σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της +κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον. + +Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους +ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και +πέντε, ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις ή τέσσαρες. Είχαν φέρει +επί κραββάτου και τον γέρο-Κώσταν τον Γιούλαρην, δυστυχή +παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήση υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως +δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, +βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών, +εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου +έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και +ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν +φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, +αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβή εικοσάκις +εις την πόλιν, και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχαν +τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν, και ούτως +επείσθη να έλθη. Κατήλθε περί μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν +του, μη εμπιστευόμενος να το αφήση προς ώραν εις την φροντίδα +άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως τα πρόθυρα του +σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα +ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής, κρατών και την πήραν +του ανηρτημένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν' +αφήση την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε +την επιτροπήν και τους παρεστώτας ειπών «γεια σας». +Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως, και συρίξας συνήγαγε το +αιπόλιόν του, και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ. + +Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα +σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην +Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν +εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και +το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα +ονόματα. + +Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον +μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν' +αναγνωρίζη άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήση υπέρ των ιδικών των. +Είχε προσαχθή το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του +αποκαείς ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην, και δεν εχρειάσθη +περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύση εντελώς. Τον είχε +προσαγάγει, με μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστον υπέρ +του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος, και οδηγών αυτόν τον +επαρουσίασεν εις τον Μανώλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να +είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο +Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους, τα είχον γυρίσει εν τω +μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων, +διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε +Κωνσταντής είχε μεταστή προς τους Ανδρογυνοχωρίστραις απλώς +διότι τα είχε γυρύσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν +του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε +να στοιχηματίσωσιν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, καθ' ά ιστορήσαμεν +εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας. + +Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος, +παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, παχέως και δυσκρινώς ομιλών, +ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας +τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία +περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών +τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανώλης +ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύση μέχρι του +τόπου της εκλογής, προσπαθών ν' αρχίση μετ' αυτού ομιλίαν επί +τετριμμένου θέματος. + + — Έ! πως τα βλέπεις τα πράμματα, μπαρμπα-Στεφανή; + + — Πώς θέλεις να τα βλέπω; εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός +θαλασσινός. + + — Απ' το άλλο κόμμα σκύλιασαν . . . . Δεν είδες τι πηλάλα +την έχουν; + + — Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπάρμπα-Στεφανής.. + + — Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα +παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα ο Μανώλης. + +Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής· + + — Για να σου πω, κυρ-Μανώλη, του είπε με την ραγδαίαν +και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρής πως είμαι +βολικό πράμμα για να με μπαρκάρης εσύ στο σκολειό μέσα; . . . +Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις . . . οι άνθρωποι δεν είνε +μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάττει από +δω, μπάττει από κει . . . μη σας χρειάζεται ακόμα και κανένας +κάβος, καμμιά γούμενα για να μας δέσετε, μη μπας και σας +σκαπουλάρουμε; . . . τίποτες αμπάσιαις μούδαις μη θέλετε για +να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει, +φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν +μπορείς να με σκουντζάρης με το μυαλό το δικό σου. Ίσσα +τρίγκο, ίσσα παροκέττο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά +τσομπανοφλοέρα μ' επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να +σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν' αρμενίσουμε +κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά! + +Ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να μη γελάση, κ' έσπευσε να απαλλάξη +τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του. + +Ι' + +Ήτο δειλινόν ήδη, και το πολύ των επιδημούντιον εκλογέων είχε +ψηφοφορήσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ +-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το +μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους +μεγάλα δένδρα, βερυκοκιάν και συκήν και απιδέαν, είχε στρωθή +από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης, ο +Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευτέρης +ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουρακομμένος. Καίτοι διαφόρων +ηλικιών κ' επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες, και το +είχαν στρώσει εκεί, ουδ' είχαν σκοπόν να υπάγουν να +ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα +δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν +εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, +περιφερομένη από αυλακειάς εις αυλακειάν, μύωψ ούσα, έκοπτε +κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο +κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλωρής, από τεσσαρακονταετίας +δεν είχε παύσει να καλλιεργή τον κήπον, αλλ' ενώ όλον τον +άλλον καιρόν τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ- +Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κ' +εγίνοντο από δύο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος +εχύνετο έως της μασχάλαις, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον +λαιμόν. Αλλ' από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είνε +οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε +παλαιόν δημώδες δίστιχον το εξής: + + Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι + ο Νιανιός θα θυσιάση για να βλάλη βουλευτή. + + +Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα +απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν, αν την φοράν ταύτην θα είνε με +το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε +τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο +η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ +-Χαράλαμπος είχεν αποπειραθή ν' αντικαταστήση τον κηπουρόν, +αλλά μόνον διά ν' αποδειχθή ότι ούτε αυτός ούτε ο κήπος του +ειμπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος +χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του. + +Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε +εγκαρδιακοί φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι +λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη +ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλειού, ως μόνον +πρόγευμα έχοντες χλωραίς πεπεριαίς και τομάταις με άλας. +Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι με +χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσαις και καρδιαίς, +μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης +απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος, φροντίσας να +γεμίση εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γέρο-Λευθέρης ο +Κουσερής ήτο εν ευθυμία, και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδή +τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια: + + Απ' τα πολλά μου βάσανα, κι' απ' τα πολλά μου πάθη, + 'ς ένα δενδρί ακούμβησα, κ' εκείνο εμαράθη. + +Και πάλιν: + + Όλοι κακό μου θέλουνε, η πέτραις και τα ξύλα, + σαν ακουμβήσω σε δενδρί μαραίνονται τα φύλλα. + +Οι άλλοι, συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως +συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη +συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικοί +λέξεις, υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε +ποικίλλουσαι, και πάντοτε αι αυταί: + + — Ψιλούρα, ε, Γιαννιό; + + — Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε. + + — Χωρίς σεκούνια δεν κάνουμε τίποτε. + + — Ας φέξη! + + — Χρειάζεται, και λιγάκι βοτάνι. + + — Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα. + + — Τι λες και συ, Άγγουρε;.....που να ρημάξη το κεφάλι σου! + + — Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα. + + — Θέλουμε και προικιό. + + — ......Το τράχωμα, που λένε + + — Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ . . . . +Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν της μαύραις . . . . + + — Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέσι, ο Καψιμαΐδης, πώς +τον λένε, κι' ο Αλικιάδης τους; + + — Ή ο Αβαρίδης κι' ο Γεροντιάδης; + +Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν +εισήλθε, διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανώλης ο Πολύχρονος. +Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα, υπό την σκιάν +δένδρου, και καλέσας διά νευμάτων τον μπάρμπα-Γιώργην τον +Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά +μακρών, ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας, προς αυτούς. +Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανώλης έσεισε την +κεφαλήν, και απεμακρύνθη βραδέως, υποσχόμενος ότι θα +επανέλθη. + +Μόλις είχεν εξέλθει ούτος, κ' επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο +Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπάρμπα-Γιώργην τον +Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον, και ήρχισε να τους +ομιλή. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος. + +Ο μπαρμπα-Γιώργης επανελθών προς τους ιδικούς του, +ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων. +Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γέρο- +Απίκραντος. + + — Ό,τ' κάμ' ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο +Κώστας ο Άγγουρος. + +Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε +να τραγουδή τα παλαιά μερακλήδικα τραγούδια του. + +Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος +παρέα επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος +ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, +ενός γιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου και ενός παγουρίου +ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον διά τον Κώσταν τον +Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να +τρέχη πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο +ίδιος. + +Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής : θα +ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες, και θα έδιδαν τας +λοιπάς δέκα ως και τα τσαρούχια εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. +«Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα- +Γιώργης. + +Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο- +Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της +μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβή εις +δραχμάς 170 μετρητός, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου, και +ζεύγος τσαρουχιών διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του +παγουρίου της ρακής. + +Βραδύτερον περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 +και ζεύγος τσαρουχιών παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του +οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες, και δέκα +δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, πλέον του ζεύγους +των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα, οι τέσσαρες εταίροι +εφυλάττοντο καλώς ν' αναφέρωσι το ποσόν. + +Ούτος, καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια, υπέθετεν +ότι εζήτουν απλώς δύο είκοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να +δώσωσι ψήφον. + +Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανώλης ο +Πολύχρονος, εκατόν είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν +ενόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150. + +Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος +εχαμήλωνεν. + +Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθή εις την θύραν του +περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου +κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να +παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι' αναγκαστικής απραξίας. + +Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την +δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν, +εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο +γέρο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν +αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε +χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις +ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου +και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης +ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω, +βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, +αυτοπροσώπως. + +Φαίνεται, ότι μετά πολλάς ανωφελείς αποπείρας, τας γενομένας +διά του Λάμπρου του Βατούλα, ηθέλησεν ο ίδιος να πραγματευθή +προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπάρμπα-Γιώργης και +ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του +μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι. + +Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος, ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο +Κάβουρας. Όσον διά τον γέρο-Κουσερήν και τον Άγγουρον, +ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως +ρέγχοντες. + +Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν, +έξω του κήπου, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του +επιστέφοντος αυτήν από αρικοκκιαίς φράκτου, εφάνη προκύψασα η +κεφαλή του Μανώλη του Πολυχρόνου. + +Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και +μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανώλης ο +Πολύχρονος, μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του +φράκτου, αδύνατον ήτο ν' ακούση λέξιν, αλλ' ενόει πολύ καλά +τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον. + +Ο γέρο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ +-Μανουήλου, τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι δύο άλλοι +έσειον τους ώμους. + +Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος, και ομιλών άμα έκαμνε +βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς +έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το +εκύτταξε, κ' εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η +ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι. + +Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τεσσάρας φράκτας και +εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το +μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του +επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα +-Γιώργην τον Απίκραντον. + +Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον +και στραφείς προς τους δύο συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά +το περιεχόμενον. + +Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τελευταίας λέξεις, +εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος +και ο Κάβουρας, αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου, +έτρεξαν προς την στέρναν, υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου +εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των. + +Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν. + +Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς, +και δεν ανεσηκώθη, αλλ' εσήκωσε τον πόδα διά να ιδή αν εφόρει +τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο. + +Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς +διασκεδασθείσης μέθης, και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές +ούτω άσμα : + + Σ' ένα δενδρί ακούμβησα, κι' εκείνο εμαράθη . . . + +Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να. περιμένη +ολίγα βήματα απωτέρω. + +Οι υπνηλοί εσηκώθησαν ετινάχθησαν, και οι σύντροφοί των τους +έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν. + +Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των, +εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας +του. + +Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κ' εστράφη προς την θύραν. Οι +πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν. + +Συγχρόνως ο Μανώλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να +κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του +φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κ' +έγεινεν άφαντος. + +ΙΑ' + +. . . Τώρα δεν τους βλέπεις, και τα δύο τα κόμματα, διά ποίων +μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο +πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις +κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, +δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, +δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν του +λογιστηρίου; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και +να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να +μετρούν δεκάραις; + +Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν τον γέροντα χωρικόν, +όστις εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων είχε σταθή +ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον +ήρχισε κ' εμέτρα διά να ίδη αν ήσαν σωσταίς η δεκάραις. +Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί +του: «Τέσσαρες δραχμαίς βάσταξ' η ψυχή του; . . . τέσσαρες, +όχι παραπάνω.., έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, +πέντε, έξ, εφτά, οχτώ . . . εφτά, οχτώ, εννιά . . . μία +δραχμή . . . Έχουμε και λέμε . . . » Κ' επειδή ευκόλως έχανε +τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν. + + — Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών. + + — Τους βλέπω, απήντησεν ο ομιλητής του. + + — Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν' ακούης τα παράπονα των +ηττημένων. Όσοι θα είνε εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον +με της φωναίς, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών +μέσων, θα υποβάλλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το +κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά +δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και +ούτοι μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν +τω αυτώ κρίματί εισι. + + — Δι' αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσης; ηρώτησεν +ο άλλος. + +Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος παρεπιδημών προς καιρόν εν τη +νήσω. Ο δ' εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης, +και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη, +νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν ασχολούμενος εις +έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ήτο υψηλός, +υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον μελαμψόν, με +αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων +αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, +περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει, και +μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα +γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν. + + — Όχι δι' αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. +Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το +πρακτικόν, και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι +άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου, και δεν +θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν +πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα +τοιούτον τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, +να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον +καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής, αλλ' ουδέ να μ' +εννοήσης και μου αποδώσης εν μέρει δίκαιον, τουλάχιστον. +Απλώς σου λέγω, ότι παραιτούμαι δικαιώματος, το οποίον δεν με +ωφελεί, ούτε εμέ ούτε τους φίλους. + +Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύης ότι την βδελύττομαι +τόσον, όσον φαίνομαι. Είνε άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί +διαφθοραί. Το κατ' εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είνε το +μικρότερον κακόν. + + — Το μικρότερον; επανέλαβεν έκπληκτος ο ξένος. + +Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν. +Μη ακούης μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα +ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των +εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην +αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι' όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι +ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν +την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής, ως διεξαχθείσης τη βοηθεία +της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα +πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είνε παντός +ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα, +περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν +νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης +πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και +επιπολαιότης. Διά να είνε τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις +βαθείαν των πραγμάτων μελέτην. + +Διατί δε καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι' +ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας η +κατάρα, την οποίαν ο θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου +τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών — διατί, +λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι +κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin +veut les moyens. Η ηθική δεν είνε επάγγελμα, και όστις ως +επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται +γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπον +του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις +την ακωκήν της γραφίδος, αλλ' εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, +βλέπει πολύ καλά ότι είνε αδύνατον να πολιτευθή. — Κυάμων +απέχεσθε. Ο Χριστός είπε: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και +Μαμωνά». + +Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν +είδωλον; Διατί δεν είπε Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ +και Βάαλ; Διότι ο Μαμωνάς είνε ισχυρός, ο κραταιότερος, όστις +υποτάσσει παν άλλο είδωλον, και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και +τον Βάαλ. Η Πλουτοκρατία ήτο, είνε και θα είνε ο μόνιμος +άρχων τον κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την +αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και +ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει +κοινωνίας νεοπαγείς. + + — Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είνε +μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος. + + — Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα εφ' ω +κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησε +ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον +σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ' ιδού επανέρχομαι, εις +το προκείμενον. Ο λόγος δι' όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το +μικρότερον κακόν είνε ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την +υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είνε η εν +πρυτανεία σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα +ρουσφέτια. Συναλλαγή είνε και η εις παρανόμους δίκας +προστασία. Συναλλαγή είνε και η προς παραγραφήν οφειλομένων +φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή +είνε και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος +πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είνε ιπποτικώτερος; Εκείνος +όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, +ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; +Εκείνος όστις πληρώνει εκ τον θυλακίου του ή εκείνος όστις +πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία +εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα +και σκοτεινά; ποίος είνε πλέον γαλαντόμος; + + — Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, +απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος. + + — Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να +ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς και όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η +δωροδοκία είνε καλόν τι, λέγω ότι είνε το ολιγώτερον κακόν. +Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της +δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση +ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα +υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την +δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν' αποδώση μέρος των +όσα ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων, +μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις +ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον +κόθορνον. + +Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, +πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είνε δεδομένον τι και +αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγενήθη, πώς γεννάται +φυσικώς η δωροδοκία. + +Υπόθεσε, φίλε, ότι σ' εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του +Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γείνης +βουλευτής, διά να υπηρετήσης το έθνος. Διά να επιθυμήσης +τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είνε η +νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είνε των πεινασμένων το +νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον, και +παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της +ψήφου των. Αλλ' είσαι άρα γε εις θέσιν να ειξεύρης πόσοι εκ +των προσφιλών συμπολιτών σου είνε χορτάτοι, και πόσοι δεν +είνε; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είνε πεινασμένοι, διότι +αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας, διά να γείνουν +βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών +σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι +ευρίσκονται τινες, είς, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα +πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να +υπάγη άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύη την +κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχη +την δύναμιν να ίσταται ή να βαδίζη, πώς απαιττείς τοιούτος +άνθρωπος να υπάγη να ψηφοφορήση εις την κάλπην σου, και να +σου δώση μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είνε, αφού θα λάβη τον +κόπον προς χάριν σου, να του δώσης τουλάχιστον να φάγη δι' +εκείνην την ημέραν. + +Εάν δεν του δώσης χρήματα, θα του προσφέρης γεύμα. Και τούτο +δωροδοκία δεν είνε; Ή θα του στείλης κατ' οίκον βακαλιάρον +και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσης +εγκαίρως συ, θα σε προλάβη ο αντίπαλός σου, όστις θα φορή τον +κόθορνον της φιλανθρωπίας δεξιώτερον. + +Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο +αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο +αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρονται διά τον Καψιμαΐδην και +τον Γεροντιάδην, αν θα γείνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είνε +χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και +θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν +περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. +Αλλ' αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ +του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν +παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και +πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του +βαλλαντίου των. + +Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος +πλουτοκρατία είνε άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ' +αποκτώνται τ' αξιώματα; Πράγμα, το οποίον έχασε προ πολλού +πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είνε κτητόν. Και ούτως +επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. Ουδέν κακόν άμικτον +καλού. Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις +πολιτικός εις τα μέρη ταύτα. + + — Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος. + + — Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ +των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. +Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γείνει τις +υπουργός βουλευτής γείτονας επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα +κουρεία των, αι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί +επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός όστις να μη +διωρισθή τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης όστις να μη προεχειρίσθη +εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κ' εδώ εις +την νήσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας +υπουργός, μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. +Ο Θεός μας ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθή επιφανής τις +εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν +ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι +πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα +έρριπτον έξω τα πλοία των, αι ναυπηγοί θα επετούσαν τα +εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης +ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά +αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ +παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής +τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον +κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν +εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, το οποία τον +περιστοινίζουσιν, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού +παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα +λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την +ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον διά +να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον επιφανής, και ούτως +απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητητος μέχρι της ώρας. Η +δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις γενικευμένην ως εκλογικόν +όπλον, είνε κατ' εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί +επί ταύτη, ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως +εκλογεύς, μήτε ως εκλέξιμος. Κυάμων απέχεσθε . . . + +ΙΒ' + +Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσουρής, ο +μπάρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο +Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον +εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει +και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις +τον τόπον της εκλογής, διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του +κυρ-Μανουήλου του Στεριωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων +αυτούς, όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ίσκιους των +μηκυνομένους από τας τελευταίας ακτίνος του δύοντος ηλίου, +προς ανατολάς, όπου εβάδιζον, και τους εμέτρει επιμελώς και +τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των +εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ίσκιοι των συνεχωνεύοντο εις +δύο ή τρεις, και τότε ανησύχει κ' εστρέφετο αποτόμως να ίδη. +Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν +είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε +προπορευθή αυτών κατά πολύ, κ' είχε φθάσει έξωθεν του +δημοτικού Σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ- +Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής, και του +εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ους. + +Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την +πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους +Ανδρογυνοχωρίστραις. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του +Μανώλη, ο κυρ-Ανδρέας έσυρε το ωρολόγιόν εκ της μικράς +τσέπης του περιστηθίου του, και κρατών αυτό εις την παλάμην, +επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την +τράπεζαν, με τον κυρ-Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις +με την πένναν εις την χείρα, εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως +κάθε τέταρτον της ώρας, και εν τω μεταξύ εφλυάρει κ' +εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως +από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων. + + — Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είνε επτά +και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να +κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν +και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν. + +Έσυραν όλοι τα ωρολόγια των. Τα ωρολόγια των δύο άλλων μελών +της πλειοψηφίας εδείκνυον, του ενός επτά παρά τρία, του +ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου, κυρίου +Νιαουστέως, εδείκνυεν επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον +του ελληνοδιδασκάλου εδείκνυεν έξ και δέκα οκτώ λεπτά. + +Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως +ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθή να εγκρίνη και ο κ. +Δήμαρχος είχεν επιμεληθή δραστηρίως να κατασκευασθή μαρμαρίνη +μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελλ. Σχολείου του +βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας +εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν +του. Αλλ' αι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίση το μάθημα ή +ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το +να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με +πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον, και είχον καταστήσει σκοπόν +των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το +χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει +ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν +ελεεινά, και αντί να δεικνύη μεσημβρίαν εδείκνυε μίαν και +ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να +το διορθώση ή το αντικαταστήση. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις +προσεπάθει του λοιπού να κανονίζη το ωρολόγιόν του μάλλον +κατά συμπερασμόν, και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν, +ήτις ίστατο εκεί υψηλά αρχίσασα να μαυρίζη εν μέρει από την +βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των +βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία μ' εκλογικόν πρόγραμμα το +οποίον εκόλλησαν υψηλά διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα +των διαβατών. + +Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της +ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον +τολμηρόν θα ήτο να παραβάλη τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν +ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κ' ελεεινόν +εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου +κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του +ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν +συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων, με ορθήν ή λοξήν +την ρίνα και με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το +τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών +διαβαίνοντας ψηφοφόρους (3). + +Αλλ' ιδού ήγγιζεν ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της +ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως +τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος φιλάνθρωπος λίαν +απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα. + +Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον τον γέρο-Νιαουστέα, +όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθή εκ της προεδρείας +του καθ' όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή +της μειοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. +Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον +αντέπραττεν, έκαμνε «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός +πρόεδρος. + + — Δεν είνε ακόμα ώρα, κυρ Ανδρέα, είπεν ο κ. Νιαουστεύς. Από +τώρα να κλείσουμε; + + — Είνε επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος. + + — Είνε επτά παρά είκοσι, επέμεινεν ο πρόεδρος. + + — Κ' εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της +επιτροπής. + + — Κ' εγώ επτά παρά δέκα. + + — Κ' εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος. + + — Είνε επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν +βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! εις τας επτά γράφει και το +πρόγραμμα. + + — Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο +ελληνοδιδάσκαλος. + + — Ως που να κλείσουμε της κάλπαις και να υπογράψωμε το +πρακτικό θα πάη εφτάμισυ. + + — Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς. + + — Ημείς είμαστε η πλειοψηφία. + +Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφεν +από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε +δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανώλη +του Πολυχρόνου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους, +τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου +κόμματος ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος. + + — Δεν με μέλει τόσο για τη διαλογή αν θ' αργήση, είπε με +τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να +κλείσουν η κάλπαις για να ησυχάσουμε. + + — Είνε και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκάλος, +όστις ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν +είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθή υπέρ των Χαλασοχώρηδων. + + — Δεν είνε άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είνε, ο +κύριος πρόεδρος ας κάμη το χρέος του, και ας διατάξη τον +τελάλη να φωνάξη τρεις φοραίς, πριν κλείσωμε της κασσέλαις. +Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξη η πλειοψηφία. + + — Θα διατάξετε τον πρόεδρον; + + — Θα διατάξωμε τον τελάλη. + + — Και πού ηκούσθη αυτό να προστάττη η πλειονοψηφία τον +πρόεδρον; ήρχισε ν' απαγγέλλη εν είδει λογυδρίου ο +ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. +Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος +πρόεδρος . . . . ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είνε . . . + + — Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο +Απίκος, βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο. + +Ο κήρυξ όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογενοχωρίστραις, +μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν. + + — Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις +φοραίς, όποιος είνε για να ψηφίση ναρθή, γιατί θα κλείσουμε +της κάλπαις. + +Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, αργά και με νυστασμένην +φωνήν: «Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξη αμέσως γιατί θα +κλείσουν η κάλπαις». + +Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να +περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων +ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν +σπουδή, παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του +ελληνοδιδασκάλου, εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων. + + — Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία +ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή. + +Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην, +όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο +Στεριωμένος, ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, +των περί τον Κουσουρήν και Απίκραντον. + + — Πώς αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον +ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος. + + — Φώναξε, υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως +είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα. + +Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η +διαλογή. . . . » + +Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, +αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθή να προσέλθη, διά να +πρωτοστατήση εις την διαλογήν. + +Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος, εκόντες άκοντες υπέγραψαν +το έγγραφον τούτο, ως και το πρακτικόν της λήξεως της +ψηφοφορίας. + + +Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κ' +έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας +του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος. + + — Τώρα; είπεν ο Μπάρμπα Γιώργης ο Απίκραντος. + + — Τώρα. . . δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον. . . αργήσατε πολύ να +το αποφασίσετε. . . ποιος σας φταίει; . . σας παρακαλώ πολύ +να μου δώσετε πίσω κείνα που σας έδωσα . . . ετραύλισεν ο κυρ +-Μανουήλος ο Στεριωμένος. + + — Και τι φταίμε ημείς; . . τα δοσμένα είνε καλώς δοσμένα . . . +υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας. + + — Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο +Δημήτρης ο Ζάβαλος. + + — Και δε μου δώσατε εκείνα-δα τα τσαρούχια που μούπατε, +παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος. + + — Κύτταξε, μπάρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε +καταφέρη και του τα δώσης πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων +εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας +επιστρέψη τον γνωστόν φάκελλον οπίσω. Ο γερω-Κουσουρής είχε +πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο +της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφή ο φάκελλος. + + +Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η +διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του +σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος και επήλθε +συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να +παραδεχθή ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος. + +Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο +κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ' οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν +εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης ο Δημήτριος έλαβεν εις το +ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209. + +Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου +Παναγιώτου (συγγραφεύς όστις εστοχάσθη να γράψη ηθογραφικήν +μελέτην εκλογικού θέματος, οφείλει να είνε ο αυτός και +υποψήφιος και κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και +κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι +ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο +πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω +κατελογίσθησαν ψήφοι 261. + +Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος +εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε έν +πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316). + +Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου +Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι. + +Πέμπτη τέλος ηνοίχθη η κάλπη του Χαρτουλαρίου Ιωάννου, +τιμηθέντος διά ψήφων 104 εις το ναι και 344 εις το όχι. + + +Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο +λαός δι' επευφημιών, δι' αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων. + +Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήση +εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και +πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι, καίτοι μόνος +υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι +πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν +ουχ ήττον να του δώση τόσας ψήφους. + +Μετ' ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας +αποτέλεσμα, και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως σύνηθες εις +βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου. + +Εξελέχθησαν δ' ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ. +Γεροντιάδης, διά ψήφων 1239, και ο κ. Αλκιάδης, διά ψήφων +1158, απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους. + +Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο +κόσμος, και δεύτερον, δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο +προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν +επί μίαν εισέτι περίοδον της διακεκριμένας υπηρεσίας των ο +είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα +δημόσια έργα της επαρχίας. + + + +ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ + + + +Πελώριον κύμα, λυσσωδέστερον των άλλων, εκορυφώθη ου μακράν +της ακτής, μανιώδες, παφλάζον, μετά ροίβδου φοβερού +ρηγνύμενον κατά του βράχου, αφήσαν οπίσω τους ασθενεστέρους +του συντρόφους, αναλαβόν δε αυτό τον αγώνα, ως να έτρεφεν +ατομικόν πάθος κατά του ελαφρού σκάφους, ελεεινού φελλού, +περιφέροντος εν εαυτώ, προς τη συμφυεί ελαφρότητι του ξύλου, +και την τρικέφαλον ανθρωπίνην κουφότητα των ναυβατών. +Σφοδρότατος Εύρος είχεν αρχίσει να φυσά από της δείλης, +συρίζων λυσσωδώς εις θαλάσσας και ηπείρους, συσφίγγων και +περιελίσσων εγγύθεν τα κύματα, εμβάλλων δίνας και +στροβιλισμούς εις το πέλαγος, πεδίον άπτερον ασπόνδου +πολέμου, όπου δυσδιακρίτον ήτο το τε ορμητήριον και η +κατεύθυνσις του εχθρού. Ο ορίζων είχε συσκοτασθή ήδη πριν ή +δύση ο ήλιος, και ουρανός μολύβδινος, στεγνός και αφεγγής, +εκρέματο ύπερθεν αγρίως μαινομένου πελάγους, άφωνος επί +βρέμοντος, ακίνητος επί συνταραττομένου, ως θόλος σκοτεινού +τζαμίου επί δαπέδου ορχουμένων δερβισσών. Είτα κατήλθε κατά +μικρόν η νυξ, συγχέουσα και συγκαλύπτουσα διά της αμέτρου +μαυρίλας της την αταξίαν της πλάσεως, κρύπτουσα επάνω τους +αστέρας και κάτω τας ηπείρους και τας θαλάσσας. Τρία άστρα +έτρεμον άνω προς βορράν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε +επιφαινόμενα, έτοιμα να πέσωσιν εις το ατέρμον κράτος του +Ποσειδώνος να ταφώσι, και άλλα δύο έφαινον προς μεσημβρίαν, +ετοιμόσβεστα ως λύχνος πενιχρός καλύβης χωρικού εν ενιαυτώ +εφορίας. Και τα κύματα φρίσσοντα, ορχούμενα, λυσσώντα, +εθραύοντο μετά παιδικής πεισμονής κατά του βράχου, ηττώμενα +αλλά μη καταβαλλόμενα, υπερήφανα ως να είχαν την συνείδησιν +του ισχυροτέρου και της τελικής νίκης την πρόγνωσιν. Και έν +κύμα πελώριον, φουσκωμένον, εωσφορικόν, πλαταγίζον, +ογκούμενον, ως να είχεν εισέλθει κ' εκρύπτετο έσω αυτού το +δαιμόνιον του μίσους, φαντάζον οιονεί υγρόν κήτος, προτείνον +αφρούς αντί οδόντων λευκών, συνέλαβεν ως διά πελωρίας αρπάγης +από την πρύμνην και από την πρώραν, από την τρόπιν και από +τας δύο πλευράς, το μικρόν σκάφος και φέρον το έρριψεν επί +του βράχου, όπου μετά φοβερού ροίβδου και πολυκτύπου +πλαταγισμού ο ασθενής φλοιός κατασυνετρίβη διά να πέση πάλιν +εις τεμάχια εις τα πολλά μικρά κύματα, εις ά διελύθη εν +ακαρεί το έν, το μέγα, τα οποία μετά φλοίσβου θωπευτικού +εδέχθησαν την βοράν των. + +Δεν ήτον όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία τοιαύτη οίαν +ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον +εκείνην νύκτα να την διακρίνη, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής +υπό τας ακτίνας του φθινοπωρινού ηλίου, πριν πνεύση ο Εύρος ο +εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα. Είς μόνος υψηλός +βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου +αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και διά τούτο εφάνη ότι το κύμα, ή +ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον +εκείνον, μεμονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες, +διά να συντρίψη κατά των νώτων αυτού το ελαφρύν σκάφος. Όταν +το πονηρόν πνεύμα μαστίζη, κατά θείαν παραχώρησιν, τους +εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσόν, μετά +φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Αλλ' όταν +παραδοθώσιν εις την εξουσίαν του Σατανά τινές των φίλων του, +πολλάκις αυτοί εκείνοι δι' ων προ μικρού κατεβασάνιζε κ' +ετυράννει άλλους πάλιν φίλους του ή και εχθρούς του, μετ' +αγρίας χαιρεκακίας εκτελεί το έργον του, το οποίον συνίσταται +εις το να καταστρέφη και φονεύη τους ιδίους καλοθελητάς του. +Οι επιβαίνοντες του μικρού τσερνικίου τρεις άνδρες δεν ήσαν +βεβαίως ούτε άγιοι, ούτε φύσει κακούργοι. Ήσαν αμαρτωλοί, +υποπεσόντες κατά κόρον εις τα συνήθη και κοινά παρά πάσι +πταίσματα, ίσως και εις ολίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικράς +δόσεως ναυταπάτης. + +Εν τούτοις ο διάβολος, δεν είχε λάβει, φαίνεται, μείζονα +παραχώρησιν, όπως βλάψη και εις τα σώματα τους ανθρώπους. Ο +είς των τριών, άμα τη προσαράξει, είχε κτυπήσει τον αγκώνα +και την πλευράν την δεξιάν εις τον βράχον, μεθ' ό αισθανθείς +μέγαν πόνον εβυθίσθη εις την θάλασσαν, αλλά συνελθών ταχέως +ανέθορε κολυμβών εις το κύμα, όπερ εφαίνετο έκπληκτον εκ της +καταστροφής την οποίαν επροξένησε, και καταπραϋνθέν, +εφλοίσβιζεν ηρεμώτερον περί τα συντρίμματα ως θηρίον λείχον +τα αίματα του ιδίου σπαράγματός του. Οι δύο άλλοι, οίτινες +δεν είχον πνιγή, αλλ' επέπλεον με μακρούς βραχίονας επί του +κύματος, τον ήρπασαν και φέροντες τον απεβίβασαν επί της +άμμου, ήτις ελεύκαζεν εις το σκότος, ου μακράν του απαισίου +βράχου. + + +Απ' αυτής της θινός της θαλάσσης αρχόμενον, επί πλατείας +λωρίδος γης, εξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, +επιστέφον την αγκάλην εκείνην της ερήμου παραλίας. Ένθεν και +ένθεν δύο μαύραι ακταί χθαμαλαί διεκρίνοντο, κολοβαί εις το +σκότος της νυκτός, χάνουσαι και το μικρόν των ύψος. +Κατέμπροσθεν ο μέγας πόντος ηπλούτο, όστις εφαίνετο διά μιας +κατευνασθείς κ' επανερχόμενος μεθ' υποκώφου βοής εις γαλήνην, +κ' ενέπνεε το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας, +το οποίον κάμνει τ' ανήσυχα γύναια των παραθαλασσίων κωμών, +ενώ μίαν ώραν πριν έτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων, +ζώνουσαι επτάκις τους ναΐσκους διά τεσσαρακοντοργυίου ταινίας +κηρού, και σημαίνουσαι αυτοβούλως τους κώδωνας, διά να +εξυπνήσωσι τον ενωρίς κατακλιθέντα εφημέριον, όπως ψάλη +παράκλησιν, αναφωνούσαι άμα: «Παναγία μ', στο πέλαγο! Παναγία +μ', στο πέλαγο!», μίαν ώραν ύστερον, όταν πραϋνθή, λέγω, ο +άνεμος και κοπάση η τρικυμία, τας κάμνει να υποψιθυρίζωσι +παραμυθούμεναι αλλήλας ελληνοπλαστικώς και +χριστιανοειδωλολατρικώς : «Όποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!». Οι +τρεις άνδρες απεναρκώθησαν επί της άμμου αναβάντες έως εκεί +όπου δεν έφθανε το εφορμών και υποχωρούν κύμα να βρέχη τους +πόδας των, διάβροχοι, ριγούντες και τρέμοντες, αισθανόμενοι +μεγάλην νύσταν. Ο γεροντότερος των τριών, ο ιδιοκτήτης και +κυβερνήτης του συντριβέντος πλοίου, ωμίλει περί αναζητήσεως +καλύβης τινός χωρικού, όπως εύρωσι πυρ και στέγην, κ' +επαρηγόρει τον υιόν του λέγων: «ας είνε υγιεία, και θα +κάμουμε άλλο τσερνίκι μεγαλείτερο». Αλλ' ο υιός του δεν +εφαίνετο λυπούμενος τόσον διά το τσερνίκι, όσον δι' ένα +ωραίον φλώκον, εκ λευκού πανίου καινουργή, τον οποίον ου προ +πολλών ημερών με τας ιδίας του χείρας είχε ράψει, κ' εφαίνετο +διατεθειμένος να βουτήση πίσω πάλιν εις την θάλασσαν, με την +ελπίδα ν' ανεύρη τον φλώκον. Επίσης ανεστέναζε και διά την +μικράν φελούκαν, την οποίαν είχε χρωματίσει προ ημερών ο +ίδιος λίαν κομψώς κ' επιμελώς, μαύρην και λευκήν, ο δε +σκληρός αιφνιδίως πνεύσας άνεμος τους την είχεν αρπάσει, πριν +προφθάσωσι να την αναβιβάσωσιν επί του πλοίου, καθ' ην +στιγμήν τους «εξούριασεν» από την Κυρά-Παναγιά. Διότι είχαν +προσορμισθή παρά τινα αλίμενον παραλίαν ερημονήσου, διά να +φορτώσουν τυριά, αλλ' η &σοροκάδα& με μισό φορτίον τους +παρέσυρεν έξαφνα, κόψασα την άλυσιν της αγκύρας, αφαρπάσασα +και την μικράν βαρκούλαν. Ο δε τρίτος, όστις ήτον ο +πραγματευτής, αυτός εκείνος όστις είχε κτυπήσει βραχίονα και +πλευράν κατά του βράχου, δεν ησθάνετο τόσον πόνον εκ της +πληγής του, αλλ' έκλαιεν ενθυμούμενος την μίαν και ημίσειαν +δωδεκάδα των δερματοτυρίων, τα οποία είχε φορτωμένα επί του +πλοίου, και τους εξώρκιζε προτρέπων αυτούς να μείνωσιν ως το +πρωί, όπως ίδωσιν αν δεν ήτο τρόπος ν' ανακαλύψωσιν εις τον +πυθμένα της θαλάσσης τινά εκ των 18 δερματίων, τα οποία του +εκόστιζαν πλέον των δισχιλίων δραχμών, ως έλεγεν. Αλλ' ο +νεαρός ναύτης τον επετίμα λέγων ότι δεν ήτο εις τα καλά του +να επιμένη, μετά τόσην καταστροφήν, (αφού το τσερνίκι, το +κάτω-κάτω ήξιζε κάτι περισσότερον από τα δερματοτύρια, κ' +έπειτα, αν δεν του έδιδαν χείρα βοηθείας οι δύο των, δύσκολα +θα εγλύτωνε την ζωήν του, ανάμεσα εις τα συντρίμματα του +πλοίου και εις τον βράχον), ότι έπρεπε να ζητήσωσι τα τυριά +εις το βάθος της θαλάσσης, τα οποία, αλμυρά ήδη από πριν, θα +κατήντησαν να μη εμβαίνουν εις στόμα μετά το θαλασσοπότισμα. + +Ούτω ο νεώτερος παρήτησε την ιδέαν του ν' αναζητήση τον +φλώκον, ο δε γέρων επανέλαβεν εντονώτερον ότι ήτο καιρός να +κυττάξωσιν αν θα εύρωσι κάπου ανθρωπίνην ψυχήν να τους +βοηθήση, ή τουλάχιστον μέρος «ν' απαγγιάσουν». Ηγέρθησαν οι +δύο οδηγούντες, ο τρίτος αναγκαστικώς ακολουθών, και μετά +κοπιώδη έρευναν, αφού εβεβαιώθησαν ότι αι δύο ακταί ήσαν +δύσβατοι και κρημνώδεις, εύρον εις το όριον της άμμου ρίζας +τινάς δένδρων πατημένας, οιονεί φλέβας της γης εξεχούσας, +κατά την αρχήν του δάσους, όπου εφαίνετο μικρά αλωή και +ήρχιζε να χαράσσηται μονοπάτι. Ο νεώτερος, πρώτος βαδίζων, +εισήλθεν εις το μονοπάτι αυτό, επιστρεφόμενος κατά πλευρόν +και τείνων την χείρα εις τον γέροντα, όστις εκράτει εκ του +αριστερού βραχίονος τον σύντροφόν του, και μόλις διακρίνοντες +τα αντικείμενα, πότε προσκόπτοντες επί ξηρών στελεχών ή +λίθων, επροχώρησαν επ' ολίγα λεπτά της ώρας εντός του δάσους. +Εβάδιζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν +όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα +εύρισκον ψυχήν συμπονούσαν εις την δυστυχίαν των. Από καιρού +εις καιρόν ο νεώτερος έκραζε με την τραχείαν φωνήν του, ήτις +ήτο ικανή ν' απομακρύνη, αντί να προσεγγίση οιανδήποτε +βοήθειαν: «Ε! δεν είνε άνθρωποι εδώ;». Ήσαν δε οικτροί, +εκρύωναν, έπασχον φρικωδώς, με τα στραγγισμένα αλλά μη +στεγνωμένα ενδύματά των, και το στενόν, αόριστον, ζοφερόν εκ +του διπλού σκότους της νυκτός και του δάσους μονοπάτι, δεν +ήτο δρόμος πρόσφορος όπως προσπαθήσωσι διά της ταχυπορίας να +θερμανθώσι και ζωογοννηθώσιν. + + +Αφού εβάδισαν επ' ολίγα λεπτά διασχίζοντες κατά πλάτος το +σύδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του +δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν' αραιώνωνται. +Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του +λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειοδυτικόν. Ο γέρων είπε : +«Δόξα σοι ο Θεός!», ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κ' +εστέναξε, και ο νέος εμάσσα τας λέξεις του και κατέπινε τους +γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλώκον τον εκ +καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο +ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών. + +Το φως, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο +όχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν +όπως φθάσωσιν οι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή +φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη +ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος εις το +σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ως αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν της +άμμου εκείνης ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά +τον αιγιαλόν, αν δεν ήτον αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος. +Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς, +πεδιάς αμμώδης όπου εκάησαν τα χόρτα κ' εμαύρισεν η κόνις, +χωρίς να μείνη στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος +υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα +με τα ίχνη του εμπρησμού. + +Ο γέρων, όστις, αν και δεν ήθελε να το ομολογήση, επόνει +περισσότερον διά το τσερνίκι του, ή όσον ο έμπορος διά τα +τυριά του, ίσως κ' έπασχεν εκ παλαιών ρευματισμών τους πόδας, +είχε βαρύνει εις τον δρόμον, κ' επρόσκοπτε συχνά κατά των +εμποδίων της οδού. Τούτου ένεκα ο υιός του ηναγκάσθη ν' αφήση +την πρώτην τάξιν εις το βάδισμα, ελθών δεύτερος, και κρατών +εκ του αριστερού βραχίονος προπορευόμενον τον πατέρα του, διά +να οδηγή και υποστηρίζη το βήμα αυτού, διά δε της ευωνύμου +κρατών την δεξιάν του ακολουθούντος εμπόρου. Ο γέρων, καθώς +εβάδιζε πρώτος, αδυνατών να διακρίνη τα αντικείμενα, προέβη, +πριν προλάβη και ο υιός του να εξετάση και αναγνωρίση το +έδαφος, κ' επάτησεν επί της μαυρισμένης εκτάσεως πριν +ακριβώση καλώς τι πράγμα ήτο. Παρέσυρε και τον νέον, +αναγκασθέντα να προβή δύο βήματα όπως τον συγκρατήση, ούτος +δε συμπαρέσυρε και τον πραγματευτήν εις το επισφαλές βήμα. + +Τριπλούν &μπλουμ& ηκούσθη έξαφνα. Είχαν πατήσει και οι τρεις +εις το ύδωρ. Εφαίνετο την εσπέραν εκείνην ότι το υγρόν +στοιχείον τους είλκυεν, τους εκυνήγει κατά πόδα, τους +διεξεδίκει ως ιδικούς του. Έπεσαν και οι τρεις έως το γόνυ +εις την ιλύν, έως τον βουβώνα εις το ύδωρ. Ο γέρων κατηνέχθη +πρηνής, ο νέος εγονάτισε πλησίον του, προσπαθών να τον +κρατήση εκ της οσφύος, ο έμπορος έπεσε κατά πλευράν. + +Ήτο λίμνη εκτεινομένη πλατεία εκείθεν του δάσους, της οποίας +την ύπαρξιν ηγνόουν οι ναυαγοί. Είχεν ικανόν μέγεθος, και εις +τον βούρκον της έβοσκον όχι ολίγοι εγχέλυες, κ' εφώλευον +λοξοπατούντα καβούρια. Αμέτρητον δε ήτο το πλήθος των +αχιβάδων, των οποίων τα κελύφη, κενά και απόζοντα κατά το +πλείστον, απετέλουν τήδε κακείσε το ανώτερον του πυθμένος +στρώμα, υποκάτωθεν του οποίου αβολιδοκόπητον υπέκειτο το +βάθος της ιλύος, εφ' ης εκόλλησαν πεσόντες οι τρεις ναυαγοί, +ο πρώτος επίστομα κύπτων εις τον πυθμένα, ο δεύτερος +γονατιστός επί του τενάγους, ο τρίτος πλαγίως εις το πλευρόν. + + — Άλλο πέσιμο αυτό πάλι, εψιθύρισεν ο γέρων, αφού ο υιός του +μασσών τας βλασφημίας και αράς του, τον ανήγειρε μετά πολλού +κόπου εις τους πόδας του. + + — Αυτή τη φορά εχτύπησα μαλακά τουλάχιστον, είπεν ο +πραγματευτής, αινιττόμενος το επί του βράχου κτύπημά του, τον +εκ του οποίου πόνον τον είχε κάμει να λησμονήση έως τώρα η +ενθύμησις των δερματοτυρίων του. + + — «Ο βρεμμένος τη βροχή δεν την φοβάται». Μη χειρότερα, δόξα +σοι ο Θεός! επανέλαβε μετ' εγκαρτερήσεως ο γέρων ναυτικός. + +Την ιδίαν στιγμήν, ενώ μετά κόπου εξεκόλλων από την ιλύν κ' +εστράγγιζαν τα ενδύματά των, ξηρός κρότος σκανδάλης υψουμένης +ηκούσθη εκεί πλησίον. + +Ο νέος εστράφη και διακρίνει αριστερόθεν αμυδρώς όπισθεν των +δένδρων διαγραφομένην χθαμαλήν καλύβην, την οποίαν δεν είχαν +παρατηρήσει τέως, ούτε ήτο δυνατόν να την παρατηρήσωσι, διότι +εκ του μονοπατίου, δι' ου είχαν έλθει, όπισθεν πυκνής +συστάδος κρυπτομένη, δεν ήτον ορατή. + +Η καλύβη έκειτο παρ' αυτήν την όχθην της λίμνης, βρεχομένη +σχεδόν υπό του ύδατος. Έμπροσθεν της καλύβης ο νέος διέκρινε +την στιγμήν εκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, αμαυράν, +κύπτουσαν προς το ύδωρ. + +Ο νεαρός ναύτης δεν επίστευσεν ότι ήτο φάντασμα, ούτε καν +βάσκαμα. Εκ της υπόπτου δε ησυχίας, την οποίαν ετήρει η σκιά +μετά τον ακουσθέντα μικρόν κρότον, εφαίνετο ότι δεν ήτο +αγρίμιον. + +Ο νέος ενόησεν αμέσως κ' έσπευσε να φωνάξη· + + — Μην τραβάς! είμαστε φίλοι! + +Η σκιά έκαμε κίνημα, ως να απέσυρε κάτι, και είτα τραχεία +φωνή ηκούσθη· + + — Ποιοι είστε; τι θέλετε; + + — Πέσαμε όξου, απήντησεν ο υιός του κυβερνήτου. Είμαστε +θαλασσοπνιγμένοι. + +Μετ' ολίγας στιγμάς η φωνή είπεν· + + — Από 'δω ελάτε. + +Ο άνθρωπος ήναψε φανάριον, κ' έδειξε τον δρόμον εις τους +τρεις ναυαγούς. + + — Κ' εγώ θάρρεψα, πως θέλετε να μου κλέψετε τα χέλια, είπε. + + — Πέσαμε μες το νερό, γιατί δε βλέπαμε, είπεν ο νέος +ναυτικός. Δεν καταλάβαμε πως ήτανε λίμνη. + + +Υποκάτω εις τρία αδελφωμένα δένδρα ήτο η επί πασσάλων +θεμελιωμένη και με φυλλάδας πλατάνων εστεγασμένη καλύβη του +χωρικού, όστις ήτο ο βοηθός και αντιπρόσωπος του εκμισθωτού +της λίμνης. Ο κύριος έλειπε, τους είπεν. Είχεν αναχωρήσει από +βραδής, αφού ήναψε το κανδήλι του οικίσκου, αντικρύ, όπου +έλαμπεν ο φεγγίτης, και δεν του είχεν αφήσει το κλειδί. Ώστε, +δυστυχως, δεν ηδύνατο να τους περιποιηθή εις την οικίαν &του +αφεντικού&. + +Ο επιστάτης ήτο νέος χωρικός λίαν βραχύσωμος, πρώην βοσκός, +κομπορρήμων και φλύαρος. Δεν είχεν αρκετά ενδύματα όπως +ενδύση τους ανθρώπους, αλλ' έδωκεν εις τον ένα φανέλλαν, εις +τον άλλον υποκάμισον, και εις τον τρίτον μίαν κάπαν. Εις το +προαύλιον της καλύβης του, επί του σαρωμένου και στιλπνού +εδάφους, ήναψε φωτιάν, και οι τρεις άνθρωποι καθίσαντες +τριγύρω επροσπάθουν να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα των. + +Εν τω μεταξύ διηγήθησαν εις τον χωρικόν πώς είχον ναυαγήσει. +Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή +όσην ακρόασιν έδιδεν. + +Όταν τέλος ήκουσε πως, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και +σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος +ανέκραξεν: + + — Επέσατε μέσα στη λίμνη; Θαυμάζουμαι πώς δεν σας εκατάπιε +το μάτι της λίμνης! + +Οι τρεις άνδρες, με όλην την δεινοπάθειαν και συμφοράν την +οποίαν είχον υποστή εύρον ακόμη την δύναμιν να εκπλαγώσι, κ' +εστάθησαν κυττάζοντες τον αγρότην με απλήστου περιέργειας +έκφρασιν. + + — Το μάτι της λίμνης! ανέκραξεν ο πραγματευτής. + + — Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης· είνε μες +τη λίμνη βαθειά! . . . κι' άμα πέση κανείς μέσα, ή άνθρωπος +είνε ή πράμμα, δεν έχει να γλυτώση . . . Το μάτι της λίμνης +τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα-ίσα +στον αφαλό της θάλασσας. Πολλαίς φοραίς οι παλαιοί, οι +παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμμα, που το +ερρούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα, +μέσα βαθειά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά +που είν' εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο; . . +. Εκεί ανάμεσα είνε ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα, του +παραπαππού μου του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα +κατσίκι, εκεί που πήγε ν' αρμυρήση κ' επνίγηκε μες τη +λίμνη . . . Εζήτησε να βρη το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και +θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό ούτε στον πάτο. +Την άλλη μέρα το ηύραν ψαράδες ανάμεσα στα δυο νησιά, εκεί +πέρα . . . . Το είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και το +είχε ξεράσει, πέρα κει, ο αφαλός της θάλασσας . . . Τ' +αλλουνού παραπαππού μου πάλι, του παππού της μάννας μου, +του είχε φύγει μια μέρα η μαγγούρα του, κει που πήγε να νιφτή, +και καθώς ήταν ξερή κ' ελαφριά, την επήρε το κύμα, και δεν +ημπόρεσε να την φτάση, γιατί, ως που να βγάλη τα τσαρουχάκια +του να πατήση μες το νερό, η μαγκούρα του επήγε μακρυά, κι' ο +παραπαππούς μου, Θεός σχωρέσ' τον, θα βουλιούσε να πάη παρά +μέσα στο βούρκο. Εγώ να ήμουν θα έπεφτα κολύμπι να πάω να πιάσω +τη μαγκούρα, γιατί δε μου βγαίνει κανένας στο κολύμπι. Εκείνου +του καιρού οι άνθρωποι, οι πρωτινοί, δεν ήξευραν, γλέπεις, +κολύμπι, τους έπειανε φόβος να εμβούν στη θάλασσα. Και να μου +έμελλε η μοίρα μου να πάθω το τι πάθατε, θα εγλύτωνα κολύμπι, +όχι σαν ελόγου σας που πέσατε όξου. + + — Μα κ' εμείς γλυτώσαμε με το κολύμπι, είπε γελών ο νεώτερος +των ναυαγών. + + — Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα +να ήμουν εγώ . . . με το κολύμπι . . . θα γλύτωνα και το +καΐκι . . . Ας είνε, τι σας έλεγα; Α! ναι για τον παραπαππού +μου που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο +χωριό να ψωνίση, βλέπει ένα γέρο βαρκάρη κ' εκρατούσε μια +μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημαδεμένη και την +εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε, ο βαρκάρης +του αποκρίνεται πως την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο +παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε πως την είχε +ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει ο αφαλός +της θάλασσας . . . Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γερω- +Κωσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παληό, +μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με της τρύπαις των καρφιών γεμάταις +σκουριά, που το είχε βγάλει η λίμνη στα ρηχά, βουλιαμμένο όσο +που το σκέπαζε το κύμα. Πού θελά βρεθή το στραβόξυλο στη +λίμνη μέσα; Καΐκι, σαν καληώρα το δικό σας, για να πέση όξου, +θάπεφτε στη θάλασσα, όχι στη λίμνη. Κατά πώς φαίνεται το είχε +ρουφήξει ο αφαλός της θάλασσας, και το είχε στείλει στο μάτι +της λίμνης, και το μάτι της λίμνης το ξέρασε . . . Αλήθεια, +επέφερεν ο χωρικός, αισθανθείς την ανάγκην να πάρη τον +ανασασμνό του, πού κοντά επέσατε όξου, του λόγου σας; + +Ο γέρων απήντησε δεικνύων διά της χειρός· + + — Στον κάβο, εδώ κάτου. + +Ο αγρότης εστάθη ως να εζήτει λόγους διά να πεισθή αυτός, +πείθων και τους άλλους· είτα επανέλαβε με αμυδράν αστραπήν +ευθυμίας εις το όμμα· + + — Και είχατε τίποτε φόρτωμα μες το καΐκι; + +Ο έμπορος, του οποίου την πληγήν ήνοιγεν η ερώτησις, έσπευσε +μετά βαθέος στεναγμού ν' απαντήση· + + — Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί είχα φορτωμένα εγώ, κ' εβούλιαξαν. + + — Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! επανέλαβε με τόνον βασίμου +υποψίας ο ποιμήν, σίγουρα θα τα κατάπιε ο αφαλός της +θάλασσας. + + — Δεν ειμπορεί το ελάχιστο να τα ξεράση πίσω το μάτι της +λίμνης; ηρώτησεν ακουσίως μειδιών, ερμηνεύων την ελπίδα του +εμπόρου ο νεώτερος των ναυαγών. + + — Δε γίνεται, είπεν ο χωρικός· τόσα κομμάτια δεν μπορεί να +στείλη ο αφαλός της θάλασσας στο μάτι της λίμνης· να ήτον να +τα κατάπινε από ένα ένα το μάτι, μπορούσε να τα βγάλη πίσω ο +αφαλός. + +Ο πραγματευτής εφαίνετο επιθυμών να ερωτήση τι και διστάζων. +Τέλος αποφασίσας, εστράφη προς τον χωρικόν και τον ηρώτησε· + + — Και ξέρεις του λόγου σου εις ποιο μέρος της λίμνης +βρίσκεται αυτό το μάτι; + + — Πώς δεν το ξέρω! απήντησεν εν πεποιθήσει ο αγρότης· το +ξέρω βέβαια· μα δεν είνε να ζυγώση άνθρωπος εκεί κοντά· θα +τον ρουφήξη χωρίς άλλο το μάτι· κι' από μακρυά ακόμα, +ειμπορεί να τον τραβήξη, αν δεν φυλαχτή. Εμείς το ξέρουμε, +κι' όταν ψάχνουμε για χέλια μες το βούρκο, φυλαγόμαστε και +δεν σιμώνουμε καθόλου σ' εκείνο το μέρος. + +Ο πραγματευτής εταπείνωσεν άπελπις την κεφαλήν. + +Ο νεαρός ναυτικός έκαμε την παρατήρησιν ότι το μέρος όπου +είχον ναυαγήσει απείχε μίλια «από τα δυο νησιά», όπου ο +επιστάτης έλεγεν ότι ευρίσκετο ο «αφαλός της θάλασσας». Ο +χωρικός απήντησε· + + — Ναι, είνε μακρυά . . . δεν έχει να κάμη . . . ο αφαλός της +θάλασσας τραβάει κι' από μακρυά τα πράμματα άμα πέση όξου +κανένα καΐκι φορτωμένο . . . + +Την επαύριον, όταν ωδήγησε τους τρεις ναυαγούς εις την +πολίχνην, ο επιστάτης της λίμνης αφού έπιε τρεις μαστίχας, +διηγείτο εις έν καπηλείον εις επήκοον πολλών· + + — Τι θάμμασμα που έγεινε πίσω στην Καναπίτσα! . . . Δεκαοχτώ +τουλουμοτύρια, το φόρτωμα ενός καϊκιού, που έπεσε εψές όξου, +τα ερρούφηξεν ο αφαλός της θάλασσας και τα ξέρασε πίσω το +μάτι της λίμνης . . . Θα φάμε χέλια παχειά φέτος, παιδά . . . +Από βδομάδα, σαν αφήση τ' αφεντικό, θ' αρχίσω να τα ψαρεύω +. . . . Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι' α — δε φάγανε . . . του +διαβόλου τα χέλια, βρε! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε . . +. τα κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκικο . . . Ούτ' ένα τουλούμι +δε μπόρεσα να γλυτώσω . . . Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! + + — Δεκαοχτώ τουλούμια! επανέλαβε μετά θαυμασμού είς των +ακροατών. + + — Δεκαοχτώ τουλούμια, σωστά! Τα ξέρασε το μάτι της λίμνης! +Τα ξεφαντώσανε τα χέλια και τα κεφαλόπουλα! + +Ο κάπηλος ως να ήτο συνεννοημένος μαζί του, εξήγαγε +ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, και το επέδειξεν εις +πίστωσιν προς τους παρεστώτας. + + — Να! όποιος δεν πιστεύει, είπε· μονάχα αυτό το κομμάτι απ' +ένα τουλούμι μπόρεσε να γλυτώση. + + — Αλήθεια, επεβεβαίωσε λαβών το τεμάχιον του ασκού εις την +χείρα ο επιστάτης της λίμνης· με το μαχαίρι χρειάστηκα να +κόψω το κεφάλι ενός χελιού, διά να το γλυτώσω απ' τα δόντια +του· να ακόμη η δοντιαίς του! + +Και επεδείκνυε τα ίχνη των οδόντων των ποντικών. + + — Ώστε, καλά είνε τώρα να κάμουμε ένα δρόμο ως εκεί, η για +τυρί ή για χέλι; ηπείλησεν είς των παρεστώτων. + + — Α! βάρδα μπένε! θα χάσετε τον κόπο σας, είναι σήμερα τ' +αφεντικό εκεί . . . είπεν ο επιστάτης. + + — Και τ' αφεντικό δε χωρατεύει, υπεστήριξεν ο κάπηλος. Δεν +τώχει για τίποτε να σας τουφεκίση με σκάγια και να 'πη ύστερα +πως σας πήρε γι' αγριόπαπιαις, κ' έκαμε &γιαγνίς&. + + +Ευδία ήτο η φθινοπωρινή ημέρα. + +Από της πρωίας ο πραγματευτής έτρεχε να εύρη πορθμέα, όστις +να είνε και ολίγον βουτηχτής, διά να τον συμφωνήσει ν' +αναλάβη την προς ανεύρεσιν των δερματοτυρίων έρευναν. Αλλ' ο +πρώτος προς τον οποίον απηυθύνθη, του εζήτει τα μισά +δερματοτύρια διά τον κόπον του, ο δεύτερος του εζήτησε +μετρητά τριακοσίας δραχμάς και ο τρίτος του εζήτει εκ των +δεκαοχτώ δερματοτυρίων τα επτά και ακολούθως κατέβη έως τα +πέντε. Τέλος εσυμφώνησε μ' ένα τέταρτον πορθμέα διά τρία +δερματοτύρια. + +Αλλ' όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγη, ήτο ήδη δειλινόν. + +Την πρωίαν, ο πρώτος πορθμεύς, προς τον οποίον είχεν αποταθή, +ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον +πραγματευτήν, απεφάσισε ν' ανασύρη τα δερματοτύρια διά +λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν +εις την Καναπίτσαν και ψάχνων σιγά-σιγά ανεύρε και ηλίευσεν +εκ των δεκαοχτώ τα δεκατρία δερματοτύρια. + +Ο μπάρμπα-Γιάννης ευχαριστημένος ότι δεν έχασε την ημέραν του +ητοιμάζετο ν' απομακρυνθή δι' άλλης οδού, να μεταφέρη ασφαλώς +οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν +φθάνει με την βάρκαν του ο Μπάρμπ'-Αποστόλης ο Κρισοχέρης +και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπάρμπα-Γιάννης +ηναγκάσθη να του δώση από τα δεκατρία δερματοτύρια τα +τέσσαρα. + +Πριν απομακρυνθή ο Μπάρμπ'-Αποστόλης, φθάνει ο γέρο- +Μανώλης ο Άπαντος και ζητεί και ούτος το μερίδιόν του. Ο +μπάρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να δώση εις αυτόν από τα εννέα +δερματοτύρια τα τέσσαρα. + +Μόλις απήλθεν ούτος και παρουσιάζεται ο μάστρο-Κωσταντής ο +Καλαφάτης, δανεισθείς ξένην βάρκαν, διά να έλθη και ούτος να +ζήτηση το μερίδιόν του. Ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης, +συγκατένευε να του δώση εκ των πέντε όπου του έμειναν τα δύο, +διά να κρατήση και αυτός τρία τουλάχιστον διά τον κόπον του. +Αλλ' ο μάστρο-Κωσταντής δεν εταιριάζετο, φωνάζων και λέγων +ότι αδικεί, ότι εις τους άλλους έδωκεν ανά τέσσαρα και ότι θα +υπάγη να τον καταγγείλη. Ο μπάρμπα-Γιάννης εβιάσθη να του +δώση τα τέσσαρα κρατήσας αυτός έν διά τον εαυτόν του. + +Όταν περί οψίαν δείλην έφθασε τέλος με την βάρκαν του ο +Δημήτρης ο Φτελιός, ο πορθμεύς τον οποίον είχε συμφωνήσει ο +πραγματευτής, οι τέσσαρες λεμβούχοι είχαν γίνει προ πολλού +άφαντοι. Ο Δημήτρης ο Φτελιός με τον γάντζον, με την πράγγαν +και με το καμάκι, αφού επί πολλήν ώραν ανεσκάλευσε τον +πυθμένα της θαλάσσης, κατώρθωσε και ανεύρε τρία εκ των +βυθισθέντων δερματοτυρίων, όσα ακριβώς του εχρειάζοντο διά +την συμφωνηθείσαν αμοιβήν του. Τα λοιπά, τα είχε παρασύρει +ίσως η θάλασσα και δεν ευρέθησαν. + +Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθή παρά πολλοίς η φήμη, +την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης — +ότι τα δεκαοκτώ δερματοτύρια τα είχε καταπιεί ο αφαλός της +θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης και ότι οι +εγχέλεις τα κατέφαγαν. + + + +Τ Ε Λ Ο Σ + + + +1) Δεν αντιποιείται ο συγγραφεύς την πατρότητα της επινοίας +ταύτης, δημοσιευομένης απλώς προς &διδακτικόν σκοπόν&, διότι +ίσως να έλαβεν αρχήν εξ ασυνειδήτου αναπολήσεως παλαιών +αναγνωσμάτων. + +2) Ρουβάδα (το επίθετον ρουβός, ρουβόνια, ρουβοκαμωμένος, +ρουβοστασινός, ρουβόνιακας· το ρήμα ρουβοφέρνω) καλείται παρ' +ημίν η παρά τοις Ψαριανοίς και άλλοις λεγομένη ακακιά, η +ελαφροτέρα δηλαδή και αβλαβεστέρα μορφή της βλακείας, οιονεί +αγροικία τις μετά χάριτος και σκαιότης μετ' αφελείας. +Εμυθολογούντο δε οι κάτοικοι της μιας των νήσων ως έχοντες +πλείονα των άλλων νησιωτών ρουβάδαν. + +3) Το επίγραμμα τούτο αποδίδεται εις τον αυτοκράτορα +Τραϊανόν: + Αντίον ηελίου στήσας ρίνα και στόμα χάσκων, + δείξεις τας ώρας πάσι προερχομένοις. + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Orphan, by Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ORPHAN *** + +***** This file should be named 35978-0.txt or 35978-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/5/9/7/35978/ + +Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable +help in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/35978-0.zip b/35978-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..75a1a49 --- /dev/null +++ b/35978-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..c08f62c --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #35978 (https://www.gutenberg.org/ebooks/35978) |
