summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--35978-0.txt7515
-rw-r--r--35978-0.zipbin0 -> 181585 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 7531 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/35978-0.txt b/35978-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..97618c6
--- /dev/null
+++ b/35978-0.txt
@@ -0,0 +1,7515 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Orphan, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Orphan
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Release Date: April 27, 2011 [EBook #35978]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ORPHAN ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable
+help in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, the spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &. Three footnotes
+have been placed at the end of the book.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+Τρεις υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του
+βιβλίου.
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+
+
+Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
+
+
+
+O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+
+1912
+
+
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΣΤΩΝΟΣ
+
+
+
+Ο ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ
+
+
+
+ — Α! αυτό πρώτη φορά είνε· άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο!
+
+Ούτω πως εξέφραζε μετά γέλωτος την έκπληξίν του ο αγαθός
+Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, ο εξασκήσας επί πενήντα έτη σωστά το
+ιατρικόν επάγγελμα εις Σ . . . , όταν έν δειλινόν εκλήθη να
+επισκεφθή χάσκουσαν και αιμάσσουσαν πληγήν επάνω εις το
+δεξιόν οφρύδιον μιας καλής οικοκυράς, της Αρετής Καβούλαινας.
+Ο ιατρός εξήτασε το τραύμα, το εκαθάρισε καλώς διά του
+χειρουργικού ψαλιδίου, είτα το έρραψε λίαν επιτηδείως. Ήτο
+προφανώς από δαγκωματιάν ανθρώπου, και μάλιστα γυναικός· αλλά
+το βάθος και το εύρος των ιχνών απεδείκνυον ότι είχε δοθή
+σχεδόν μετά θηριώδους ορμής.
+
+Ελέχθη, και ο κόσμος όλος επίστευσεν, αν και δεν είχε κληθή ο
+ειρηνοδίκης ή ο αστυνόμος του τόπου διά να ενεργήσωσιν
+ανακρίσεις και συντάξωσιν έκθεσιν, ότι είχον μαλώσει από
+ημερών δύο συμπεθέραις, η παθούσα, η Αρετή Καβούλαινα, και η
+δράσασα, η Αρετή Χαρανίνα, (οποία σύμπτωσις, δύο Αρεταί να
+τρώγωνται ούτω μεταξύ των), και η δευτέρα, εν τη μανία της
+οργής της, ερρίφθη κατεπάνω της άλλης και την εδάγκασε τόσον
+φοβερά εις το πρόσωπον. Όθεν το τόσω αφελές σχόλιον του
+Γερμανού ιατρού είχε κάπως τον τόπον του.
+
+Εν τούτοις η αγχιστεία των ήτο πολύ παλαιά, και, κατά την
+παροιμίαν, «είχε ψοφήσει το βώδι τους — πάει η κολληγιά
+τους». Ο αδελφός της Καβούλαινας και η αδελφή της Χαρανίνας,
+οίτινες απετέλουν πάλαι ποτέ ανδρόγυνον, προ πολλού δεν
+υπήρχον πλέον εις τον κόσμον. Ο μόνος καρπός της συζυγίας
+των, το ίχνος της διαβάσεώς των, (το μόνον, διότι παν άλλο
+ίχνος των εχάθη εις το υγρόν στοιχείον, καθώς θα ίδωμεν),
+ήτον ο μοναχογυιός των Στάμος Καβούλης, εικοσιδύο ετών
+σήμερον, εξ αφορμής του οποίου σχεδόν είχαν μαλώσει αι δυο
+παλαιαί συμπεθέραι.
+
+Πώς να μη μαλώσουν, αφού η θεια του η Καβούλαινα ήθελε να τον
+παντρέψη με το μέρος όπου επροτίμα αυτή, χωρίς να λάβη την
+άδειαν και της θειας του της Χαρανίνας. Ήτον, αλήθεια,
+ακριβός και περιζήτητος γαμβρός ο Στάμος. Αλλά να θέλη, η
+προς πατρός θεία του να τον μεταχειρισθή ως πράγμα ιδικόν
+της, χωρίς να έχη είδησιν και η άλλη θεια του, η από το μέρος
+της μητρός, πού ηκούσθη αυτό; Γίνονται ποτέ αυταίς η
+δουλειαίς χωρίς να ερωτηθούν οι συγγενείς μεταξύ τους;
+Μερικοί συγγενείς μάλιστα είνε πολύ αυστηροί εις το κεφάλαιον
+τούτο, ώστε, εάν δεν ερωτηθούν να δώσουν γνώμην περί του
+υποψηφίου προσώπου και της οικογενείας του και δεν κληθούν
+εις τα μπασίδια, εις τον γάμον, ούτε θέλουν ν' αναγνωρίσουν
+τον νέον εξ αγχιστείας συγγενή, είτε νύμφη είτε γαμβρός είνε.
+
+Του Στάμου οι γονείς είχον αποθάνει, όταν αυτός ήτο βρέφος,
+και όλοι μεν οι συγγενείς εφρόντισαν περί της ανατροφής του,
+αλλ' υπέρ πάντας και πάσας η προς μητρός θεία του η Χαρανίνα.
+Ούτος υπήρξεν όχι απλώς ορφανός, αλλ' αυτό τούτο
+«πεντάρφανος». Διότι μετά τον θάνατον της μητρός του Ζωίτσας,
+(θάνατον τραγικόν, ή μάλλον τρυγικόν, ως θα ίδωμεν), ευθύς,
+μετ' ολίγον ο πατήρ του ο Γιάννης Καβούλης είχε λάβει
+δευτέραν σύζυγον, με την εύλογον πρόφασιν την οποίαν
+ευρίσκουν πρόχειρον όλοι οι έχοντες τέκνα χηρευμένοι· αλλ'
+εις αυτήν την περίπτωσιν δεν επρόκειτο μόνον διά την
+περίθαλψιν του μικρού Στάμου, έχοντος ηλικίαν ολίγων μηνών·
+υπήρχε και είς παλαιός έρως του Γιάννη με την Φλωρού, την
+δευτέραν σύζυγόν του. Είτα μετά έν έτος επήγε κι' ο πατέρας
+του, αδικοθάνατος κι' αυτός. Ύστερον η μητρυιά του, μετ' ου
+πολύ, εξέχασε τον παλαιόν έρωτα κ' έλαβε δεύτερον άνδρα. Τότε
+ο μικρός Στάμος ευρέθη εις την οικίαν, ήτις ήτο προικώα της
+μητρός του, μεταξύ μιας μητρυιάς κ' ενός συζύγου της
+μητρυιάς, παραμητρυιού. Οι συγγενείς τότε εζήτησαν να
+παραλάβουν τον μικρόν από τας χείρας της μητρυιάς του, αλλ'
+αύτη μη έχουσα τέκνον, και ίσως θέλουσα να έχη απολογίαν εις
+την συνείδησίν της, επειδή εκατοίκει και διητάτο εις την
+οικίαν της προκατόχου της, επέμεινε να τον κρατήση κ'
+επεδείκνυε προς αυτόν μελετημένην στοργήν. Δυστυχώς, η Φλωρού
+μετ' ολίγον χρόνον απέθανε κι' αυτή. Ο χάρος εμάχετο πολύ το
+σπίτι εκείνο. Τότε ο παραμητρυιός του επήρεν άλλην
+παραμητρυιάν, κ' εκατοίκησεν αλλού. Τέλος, η θεια η Χαρανίνα
+επήρε τον Στάμον εις την οικίαν της και εις αυτής τας χείρας
+εμεγάλωσεν ο νέος.
+
+Είχεν εγερθή ζήτημα επ' ευκαιρία της τελευταίας ταύτης
+επιγαμίας, αν επετρέπετο να γείνη γάμος, και ο αρχαϊκός παππ'
+Αλέξανδρος, ο επίτροπος του δεσπότη, δεν ήθελε να δώση
+άδειαν, λόγω ότι η τελευταία αυτή παραμητρυιά, καίτοι πρώτην
+φοράν υπανδρευομένη αυτή, ενυμφεύετο τον παραμητρυιόν δίγαμον
+εκ διγαμίας, και άρα απετελείτο τετραγαμία. Αλλ' οι
+ενδιαφερόμενοι «επήγαν παραμέσα», δηλ. έκαμον έκκλησιν εις
+την αρχιεπισκοπήν, και Πρωτοσύγκελλος, αφού έλαβεν, ως
+ελέχθη, δύο εκατοστάρικα (όπως πιστεύουν τινές ότι συμβαίνει
+κάποτε λόγω εκκλησιαστικής «οικονομίας»), εν αγνοία, ως
+φαίνεται, του Δεσπότη, όστις διετέλει σχεδόν εις ανικανότητα,
+επέτρεψε τον γάμον.
+
+Ούτω πως ανετράφη ο Στάμος, ο υιός του Γιάννη Καβούλη, ο
+«πεντάρφανος». Και σήμερον, όταν επρόκειτο να τον νυμφεύσουν,
+εφιλονείκησαν τόσον κακά αι δύο του θείαι. Εν τούτοις, το
+μέρος το οποίον ήθελεν η θεια η Καβούλαινα ήτο καλόν και
+ήρεσκεν εις αυτόν τον νέον. Αλλ' η Χαρανίνα ησθάνετο την
+φιλοτιμίαν της προσβαλλομένην, επειδή ήθελε να φανή ότι αυτή
+έπρεπε να τον υπανδρεύση και όχι η θεία του η άλλη.
+
+Ο νέος, ικετικώς, είχεν ειπεί εις την θεια Χαρανίναν·
+
+ — Ντέρτι δικό μου, θεια, κασσαβέτι δικό σου!
+
+Η φράσις αύτη, την οποίαν μαζί με άλλα ρητά και παροιμίας
+είχεν ακούσει από τους θείους του τους Χαραναίους (απλοϊκούς
+και λίαν εντίμους γεωργοκτηματίας) εσήμαινε περίπου, ότι το
+πρώτον πρόσωπον ήτο αρμόδιον να κρίνη περί υποθέσεως αφορώσης
+αυτό, και όχι τα δεύτερα και τα τρίτα. Ήλπιζε δε διά της
+πραότητός του ν' αφοπλίση την ανδρογυναίκα την οποίαν μεγάλως
+εσέβετο, διότι εις την οικίαν της είχεν ανδρωθή και την
+εγνώριζεν ως μητέρα.
+
+Αλλ' υπό ποίας περιστάσεις είχον αποθάνει οι γονείς του,
+τούτο θα διηγηθώμεν τώρα. Κατά την εποχήν του τρυγητού η
+ατυχής μάνα του, όταν αυτός ήτο νήπιον, επνίγη εντός της
+καρούτας όπου επατούσε τα σταφύλια.
+
+Η καρούτα, ξυλίνη, ήτο τεραστία, χωρούσα στέμφυλα περί τα
+εκατόν φορτώματα, ισοδυναμούντα σχεδόν με άλλας τόσας βαρέλας
+μούστου. Είχε κατά μήκος άνω προς τα χείλη δύο λεπτάς δοκούς,
+συνεχούσας τας δύο πλευράς του πλάτους, αλλ' η γυνή,
+ηναγκασμένη να κρατή με την αριστεράν άνω των κνημών τα
+φορέματά της, επιάνετο με την δεξιάν από την μίαν δοκόν· αλλ'
+επί μίαν στιγμήν συνέβη, ποίος ειξεύρει πώς, να ξεπιασθή, και
+τότε εβούλιαξε μέχρι του λαιμού εις τον μούστον. Η αγωνία
+υπήρξε βραχεία· μόλις επρόφθασε να εκβάλη κραυγήν. Μετ' ολίγα
+λεπτά της ώρας την ηύραν πνιγμένην μέσα εις μεθυστικόν
+ρευστόν του Διονύσου.
+
+Το πώς εχάθη ο πατήρ του ολίγους μήνας μετά τον δεύτερον
+γάμον, δεν έμαθε ποτέ ούτε αυτός ο Στάμος, ούτε αι θείαι του,
+ούτε παππάς, ούτε πνευματικός, ούτε κανείς άλλος εις τον
+τόπον. Εγνώσθη μόνον ότι εβυθίσθη κ' επνίγη με την ιδίαν
+γολέτταν του, με την οποίαν εταξείδευε κατ' έτος τα ίδια
+κρασιά του και όσα άλλα ηγόραζεν από γείτονας. Είχε φορτώσει
+τα κρασιά της άλλης χρονιάς, κατόπιν εκείνων τα οποία
+επέπρωτο να γίνωσι πλημμύρα σπονδών εις την αυλήν της οικίας
+και εις τον δρόμον, μετά τον πνιγμόν της πρώτης γυναικός του.
+Ω! τα μοιραία εκείνα κρασιά των ατυχών αμπέλων! Πλην πόθεν
+προήλθε το ναυάγιον και εκ ποίας αφορμής εβυθίσθη η γολέττα;
+Επιστεύθη κατ' αρχάς ότι έγεινεν όπως όλα τα ναυάγια, δηλ.
+από τρικυμίαν, από ύφαλον ή σκόπελον, κτλ. Την αληθή αιτίαν
+μόνον ίσως κανείς γηραλέος πνευματικός, εις την Αγίαν Άνναν ή
+εις τα Καψοκαλύβια του Άθωνος, θα την έμαθεν. Αλλ' εχρειάσθη
+να παρέλθωσι καιροί και χρόνοι, ν' αποθάνη ο κρυφός αίτιος
+της συμφοράς, και η αδελφή του ενόχου να διηγηθη είς τινας
+εξαδέλφας της το γεγονός, διά να ξεκολάση, ως είπε, τον
+μακαρίτην τον αδελφόν της.
+
+
+Ο αδελφός της αφηγητρίας ήτο μαραγκός (ήτοι ναυπηγός) και
+μάλιστα &πουργοτζής& (τριβελιστής) εκτάκτως επιδέξιος. Το
+επάγγελμα τούτο δεν τον εμπόδιζε να είνε καλλωπιστής, όλας
+τας Κυριακάς και τας εορτάς, θεωρούμενος ως «ασίκης», ωραίος
+νέος. Τον καιρόν εκείνον οι νέοι πάσης τάξεως είξευραν τι θα
+πη «έρωτας». Έκαμναν πατινάδες συχνά, τας νύκτας, και μάλιστα
+όταν εξημέρωνεν εορτή, εις τας ωραίας του τόπου. Ο Γιάννης ο
+Καβούλης και ο Νίκος ο Μπελκαρής, ο πουργοτζής, περί ου ο
+λόγος, υπήρξαν ποτε αντερασταί.
+
+Εις τον απάνω Μαχαλάν, άνω της κρημνώδους ακτής, όπου
+θραύονται τα κύματα και λαλούν θρηνωδίας οι γλάροι, υπήρχε
+μία εύμορφη κοπέλλα η «Φλωρού του Μανάκη», την οποίαν πολλοί
+νέοι, καί τινες γέροι, ερωτεύοντο. Διότι υπήρχον πολλά
+γεροντοπαλλήκαρα, τα οποία ελάμβαναν μέρος εις τους
+νυκτερινούς κώμους. Μίαν νύκτα, υπό τα παράθυρα της ωραίας
+Φλωρούς, μεγάλη έρις και σύγκρουσις επήλθε μεταξύ δύο ομίλων.
+Η παρέα του Νίκου του πουργοτζή αργοπορούσεν υπό τον εξώστην
+της οικίας, τραγουδούσα το «Άστρο της αυγής» και την «Πάπια
+του γιαλού»· τότε έφθασεν η παρέα του Γιάννη του Καβούλη,
+ψάλλουσα τον «Διπλόν καϋμόν». Τότε αι δυο ομάδες ήλθον εις
+ρήξιν. Φαίνεται ότι ο Γιάννης εφάνη σκληρός και βάρβαρος, κ'
+εκτύπησε με τας ιδίας χείρας του τον αντεραστήν του.
+
+Ο Νίκος του είπε «να το κρεμάση σκουλαρίκι», αλλ' ο Καβούλης
+δεν το εψήφισεν. Ύστερον από ολίγον καιρόν, ο Γιάννης, αν και
+επροτίμα την ωραίαν Φλωρού, υπείκων εις συγγενικάς επιρροάς,
+την παρέβλεψε κ' ενυμφεύθη την Ζωίτσαν. Όταν αύτη μετά τινα
+χρόνον επνίγη εντός της καρούτας του μούστου, τότε ο Γιάννης
+ενθυμήθη την παλαιάν αγάπην του. Η Φλωρού, αν και απόχηρον,
+τον ηθέλησε, κ' έγεινεν ο δεύτερος γάμος. Αύτη υπήρξεν η
+κυρίως μητρυιά του Στάμου, ήτις είχε δείξει φιλοστοργίαν τινά
+προς τον πρόγονόν της κατά τον βραχύν χρόνον ον επέζησε.
+
+Χαρακτηριστικόν είνε ότι, πριν αποφασίση αύτη να λάβη τον
+δεύτερον σύζυγον, τον οποίον έλαβε μετά τον εν θαλάσση
+θάνατον του Γιάννη Καβούλη, οι συγγενείς της εξ ονόματος
+αυτής είχον ζητήσει αυτόν εκείνον τον Νίκον, τον πουργοτζήν,
+τον παλαιόν εραστήν της, μένοντα άγαμον. Αλλ' ούτος ενώ εις
+μάτην την είχε ζητήσει άλλοτε, τώρα ηρνήθη. Όλοι οι φίλοι και
+οικείοι του δεν ημπόρεσαν τότε να εννοήσουν την αποποίησιν
+αυτήν του Νίκου. Αλλ' ο άνθρωπος, καθώς φαίνεται εκ των
+ύστερον γνωσθέντων, ίσως είχεν έγκλημα εις την συνείδησίν
+του. Ευθύς ύστερον εξενιτεύθη, και αφού έμεινεν επ' ολίγον
+καιρόν εις τους αρσανάδες του Αγίου Όρους, εργαζόμενος ως
+μαραγκός, απήλθεν εις μίαν παραθαλάσσιον πόλιν της Θράκης,
+όπου αποκατεστάθη.
+
+
+Ιδού τώρα, καθώς εβεβαίωσεν η αδελφή του, οποίον υπήρξε το
+έγκλημα του Νίκου Μπελκαρή. Ούτος δεν ήτο επιτήδειος
+πουργοτζής εις μάτην. Έπνεεν εκδίκησιν κατά του Καβούλη,
+όστις του είχε ομιλήση υβριστικώς υπό τα παράθυρα της
+Φλωρούς, και ύστερον, μετά καιρόν, του επήρε την αγάπην του,
+και μάλιστα εις δεύτερον γάμον· ενώ αυτόν, όταν την εζήτησε,
+δεν τον είχε θελήσει εκείνη, και μετά τον γάμον του
+αντεραστού με άλλην.
+
+Ολίγον καιρόν ύστερον από τον δεύτερον γάμον του, η γολέττα
+του Καβούλη, είχεν αρχίσει να φορτώνη κρασιά της χρονιάς.
+Βαθειά την νύκτα, ενώ ο νεαρός μούτσος εκοιμάτο εις τον
+θαλαμίσκον κάτω, ο Νίκος ο Μπελκαρής, ελαφρά-ελαφρά, ως να
+επάτει «βαμβακάκια», καθώς λέγουν αι γυναίκες του τόπου,
+ετόλμησε να εισέλθη εις την γολέτταν, φέρων δύο μεγάλα
+τρύπανα ή τριβέλια περιτυλιγμένα εις λεπτότατον τουλοπάνι.
+Κατέβη κάτω εις το αμπάρι, ήναψεν έν κλεπτοφάναρον το οποίον
+είχεν εις τον κόλπον του, παρεμέρισεν ολίγους ασκούς γεμάτους
+οίνον σιμά εις τα πλευρά του σκάφους, ήνοιξεν οκτώ ή δέκα
+τρύπες δεξιά και αριστερά εις τα μαδέρια του πλοίου. Τας
+τρύπας ταύτας κατεσκεύασε με την τέχνην την οποίαν αυτός
+εγνώριζεν, ουδέ θα συγκατένευε ποτέ να την διδάξη εις άλλον.
+Είχε διατρυπήσει όλον σχεδόν το πάχος των σανίδων, αλλ' εις
+την αιχμήν του τρυπάνου, προς τα έξω, άφησεν ατρύπητον λεπτόν
+φλοιόν, τον οποίον διέθεσε κατά τινα τρόπον, και υπελόγιζεν
+ότι εις τόσας ακριβώς ημέρας ή ώρας, έμελλε να τον διαπεράση
+το ακάματον μονότονον κύμα, το οποίον θα έπληττε τα πλευρά
+του σκάφους. Είχε πληροφορίας ότι η μικρά σκούνα, μέλλουσα να
+συμπληρώση το φορτίον την ερχομένην ημέραν, θα απέπλεε την
+μεθαύριον· αλλά και αν τυχόν ένεκα περιστάσεων ανεβάλλετο ο
+απόπλους, ο &μάστορης& ήτο βέβαιος ότι ο λεπτός φλοιός εις
+τον πυθμένα των ωπών, ενόσω το πλοίον έμενεν αραγμένον εις
+τον λιμένα, θα αντείχεν εις την μαλακήν προστριβήν του
+κύματος· αλλ' άμα το σκάφος θα επελαγώνενο, η δύναμις της
+προστριβής θα ήτο πολλαπλασία, και τότε, μετά τινας ώρας, θα
+επήρχετο η διάτρησις τον φλοιού και η εισροή των υδάτων εις
+το κύτος.
+
+Επανέφερεν εις την θέσιν των τους ασκούς του οίνου, όσους
+είχε χρειασθή να παραμερίση, τους ετοποθέτησε λίαν επιδεξίως
+άλλους επ' άλλων, διά να κρύψουν καλώς τας οπάς εις τα κάτω,
+δεν ελησμόνησε να σκουπίση και να κάμη άφαντα τα πριονίδια ή
+τα μικρά ψήγματα του ξύλου, εμάζωξε τα τριβέλια του, έσβυσε
+το κλεπτοφάναρον, και πατών και πάλιν ελαφρά, ανυπόδητος,
+επανήλθεν εις το μικρόν φελουκάκι του, το οποίον είχε δέσει
+εις το πορτέλλο της γολέττας, και απήλθε να κοιμηθή . . . Τις
+οίδεν αν έκαμε και τον σταυρόν του πριν πλαγιάση.
+
+Εν τοσούτω, η αδελφή του διηγείτο, ότι ο κακοποιός είχε
+μεταμεληθή μέχρι της πρωίας και τον έτυπτε μεν η συνείδησις,
+αλλά και εφοβείτο μη φωραθή, όθεν επερίμενε την άλλην νύκτα.
+
+Εμελέτα να υπάγη πάλιν βαθειά τα μεσάνυκτα, διά να ματαιώση
+το καταχθόνιον έργον. Είξευρε να φράξη καλώς τας οπάς όπως
+είξευρε να τας ανοίξη· τούτο θα κατώρθωνε διά συμπαγούς τινος
+μάζης εκ πίσσης και ξύλου. Πλην, φευ! το φόρτωμα της σκούνας
+είχε συμπληρωθή έως τ' απόγευμα, κ' επειδή εφύσσα καλός
+άνεμος, ο πρώτος Βορράς όστις ήρχισε τον Νοέμβριον να πνέη, ο
+Καβούλης, μη θέλων να χάση τον καλόν καιρόν, απεφάσισε κ'
+έκαμε πανιά, εκτάκτως όλως προ του μεσονυκτίου, και με τον
+απόγειον του βουνού. Τότε ο Νίκος εθεώρησε το πράγμα ως
+σημείον, και είπεν ότι, όχι αυτός, αλλ' ο δίκαιος Θεός είχε
+καταδικάσει την γολέτταν και τον καραβοκύρην της· ο Θεός ας
+έκαμνεν έλεος!
+
+Μετά τρεις ημέρας ήλθεν είδησις ότι η γολέττα εχάθη. Όλοι οι
+θαλασσινοί του τόπου ηπόρησαν με την «ατζαμωσύνην» του
+Καβούλη — αγκαλά αυτός ήτο κτηματίας και οινέμπορος, δεν ήτο
+ναύτης. Διότι μεγάλη τρικυμία δεν έγεινε, πλην αυτός θα
+έπεσεν ως στραβός επάνω εις καμίαν ξέραν . . .
+
+Μεταξύ ουρανού και πελάγους άγνωστον μυστήριον εδραματουργήθη
+την νύκτα εκείνην. Κανείς δεν είξευρε τι είχε συμβή. Η
+εκδίκησις του &πουργοτζή& σκληρώς συνετελέσθη.
+
+Και πάλιν πλούσιαι σπονδαί, όχι πλέον εις την αυλήν και εις
+τον δρόμον, αλλ' εις την θάλασσαν αυτήν την φοράν. Ο Βάκχος
+εφιλοτιμήθη να δωρήση χιλίους ασκούς οίνου εις τον Ποσειδώνα.
+Και έως την αυγήν εφάνησαν μεθυσμένοι όλοι οι Τρίτωνες, και
+αι Γοργόνες ελαφρά ζαλισμέναι, πλέουσαι μαλακά εις το κύμα,
+κ' αι Σειρήνες ετόνισαν φαιδρόν παροίνιον άσμα διά τους
+θεούς, το οποίον ήτο θρήνος και πικρά ειρωνεία διά τους
+θνητούς ανθρώπους και την μοίραν των . . .
+
+Εκ τοιούτων ωρμάτο ο μοναχογυιός ο πεντάρφανος, του οποίου το
+περί γάμου ζήτημα είχε δώσει αφορμήν να ρηθή υπό του ιατρού
+Βιλδ το αφελές εκείνο απόφθεγμα:
+
+ — Άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο.
+
+Αφού ο χειρουργός επέδεσε το αιμάσσον τραύμα οι αρραβώνες του
+Στάμου ανεβλήθησαν, διότι δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να
+παρευρεθώσιν αι δύο θείαι του, η μία με μισό φρύδι φαγωμένον
+κ' εστραμμένον, η άλλη με οδόντας παραπολύ οξείς. Τέλος,
+ύστερον από ολίγας εβδομάδας, η πρώτη έμεινε με μίαν εις τα
+κάτω του μετώπου βαθείαν ουλήν, η δευτέρα δεν ειξεύρω αν
+ερρίνισε τους οδόντας της, αλλ' εζήτησε υποκριτικήν
+συγχώρησιν, και πρόσκαιρος λυκοφιλία επήλθεν. Ο νέος εζήτησεν
+ως χάριν από την θείαν του την αδιάλλακτον να συγκατατεθή εις
+τον γάμον, τον οποίον είχε προξενεύσει η άλλη. Ο γάμος
+έγεινε.
+
+Μετά είκοσιν έτη ακόμη ευρίσκομεν τον Στάμον χηρευμένον από
+την πρώτην σύζυγον, εισελθόντα εις δεύτερον γάμον. Έκαμε και
+από τας δύο πολλά τέκνα, με πλεονασμόν των κορασίων, ως
+συνήθως. Αι υποθέσεις δεν επήγαν καλά· όλοι οι &κάπηλοι& και
+οι μικρέμποροι του τόπου ήσαν φοβεροί τοκογλύφοι. Ο Θεός,
+όστις έκαμε τας αράχνας διά να συλλαμβάνουν τας μυίας,
+παρεχώρησε να υπάρχουν οι τοκογλύφοι διά να τιμωρούνται οι
+μέθυσοι και οι οκνηροί.
+
+Ο Στάμος είχεν υποθηκεύσει &το βιος του&, διά το οποίον
+εκαυχάτο άλλοτε· επώλησε μέρος των κτημάτων. Εγήρασε προ του
+45 έτους, έγεινε φαλακρός. Εκάπνιζε ναργιλέ κατ' οίκον, έπινε
+ρώμι και πολύ κρασί, και εις πάσαν υπόθεσιν την οποίαν
+διεπραγματεύετο, είτε περί υποθηκεύσεως επρόκειτο, είτε περί
+πωλήσεως αγρού, — αλλά συχνά και εις απλάς ομιλίας με φίλους
+— δεν έπαυε να επαναλαμβάνη την επωδόν του·
+
+ — Ντέρτι, δικό μου, βρε παιδιά! κασσαβέτι δικό σας.
+
+
+
+ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ
+ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
+
+
+
+Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς
+κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς
+καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν
+παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο
+να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων,
+σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα,
+αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι
+ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον — εκεί
+ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν
+υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον
+το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός
+ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης
+Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή
+οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας
+λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται
+προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με
+τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.
+
+Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον,
+λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος
+Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά
+γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι
+τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με
+ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστερόν ηλέκτρινον
+μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενηνταπέντε
+χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον
+γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς
+ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με
+αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς
+μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα
+μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με
+την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και
+τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.
+
+Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε
+νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι
+πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις
+θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη
+πλέον μαζί της.
+
+Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα
+παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός
+διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και
+συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και
+θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ το έτος
+διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε
+εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός
+μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς
+αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών
+και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η
+Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
+
+
+Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186 . . .
+εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον,
+έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το
+τσιμπούκι του κ' ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν
+ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και
+οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους
+κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ' αυτών εις το αχανές,
+το άπειρον. Τι εσκέπτετο;
+
+Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν,
+και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον
+παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί
+στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε
+παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα.
+Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφίων ημπορούσε να μην
+αγοράζη ψωμί δι' όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του.
+Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα.
+Αλλ' επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τα έξοδα «τον
+έτρωγαν!». Είτα αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και
+αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα
+ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί,
+θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών
+δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά να
+καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον
+του τόπου.
+
+Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ' έξω, και όταν
+κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά
+την Μεγάλην Επανάστασην, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ
+αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε
+προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.
+
+Αλλ' επειδή οι εντόπιοι είχαν αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα
+κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και
+θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των
+εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ' εμπορεύοντο
+κ' εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε
+συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και
+τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία
+γενεά, ή μία και ημίσεια, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους
+δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ' εαυτών και τα κτήματα.
+
+Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης
+Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ' επ'
+εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου,
+και οι δανεισται προθύμως του έδιδαν, αλλ' απήτουν να τους
+καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον
+είχε, κατ' αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του
+δανειζομένου. . . Πλην φευ! αυτός δεν ήτον ο μόνος καϋμός του
+. . .
+
+Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον
+φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί
+της κεφαλής. Αλλ' ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον
+συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την
+πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του . .
+. Είχε πρόσφατον πένθος.
+
+
+ — Αχ! Τώχασα το καϋμένο μ', το ευάγωγο, τώχασα!
+
+Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη· Το
+καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον,
+δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν — το οποίον είχε γεννηθή κατά
+τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών — του είχεν αποθάνει
+προ ολίγων μηνών . . .
+
+Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον
+πόνον του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας.
+Το εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και
+είχε καλάς εικόνας — και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν
+Παναγίαν την Πρέκλαν — σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον,
+πολυέλεον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδύλια αργυρά. Έφερε
+πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα
+της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να
+επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη
+δεν είχεν αναφανή εις τα μέρη αυτά.
+
+Ήτο η προπαραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις
+τον ναΐσκον, τιμώμενον επ' ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο
+από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές
+προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός
+του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον
+του έν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά
+λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά να
+γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ' άλλα,
+προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων, κ.τ.λ. τα εισέπραττεν
+ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του . . .
+
+Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν . . . . και
+ανελογίζετο πως άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον
+χωρισμόν από την γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας
+της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά
+της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο
+τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει
+τώρα ο γερο-Φραγκούλης.
+
+ — Τώχασα, το καϋμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα! . . .
+
+Ω δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του
+χωρισμόν — την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα — , όσον εθρήνει
+την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις
+τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη . . . Και
+κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ' εθλίβετο . . . Και
+ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός
+τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας
+ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και
+της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν .
+. . Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον
+έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι
+κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της
+Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν' ακούσωσι τας
+ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ' όλον το Δεκαπενταύγουστον . . .
+
+Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη
+ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του
+καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.
+
+Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν,
+όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής
+και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς
+Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους
+και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την
+Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους
+υπέφερεν από τα στήφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».
+Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από
+στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το
+αθάνατον εκείνο:
+
+ «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε,
+ Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα.
+ Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».
+
+. . . Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την
+Παναγίαν, να είνε μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας
+πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων . . . » Ω, αυτό είχε την δύναμιν
+και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον
+παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα
+εκ συναισθήσεως . . .
+
+Ο γερο-Φραγκούλης, επίστευε και έκλαιεν . . . Ω, ναι, ήτον
+άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει.....Ηγάπα
+την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει
+ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν.
+Τον καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας την
+Σινιωρίτισάν του . . . και την ηγάπα ακόμη. Αλλ' όσον
+τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα,
+και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω ατέλειαι των ανθρώπων!
+
+Τώρα, εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμα και
+την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης
+αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το
+διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!». Επί τέσσαρας εαυτούς
+ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε
+προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των
+ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν
+γεμάται από βούλες, και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα
+«υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα,
+σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των
+τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα,
+ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλια «έτικτον» Έπαυσε να τίκτη η
+γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν
+κ' εξηκολούθουν να τίκτουν . . .
+
+Ανελογίζετο αυτά, κ' έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον,
+ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την
+πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν
+«μονιασμένοι», — όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν όπου
+ευρίσκοντο χωρισμένοι, προ δεκαπέντε ετών . . . Τώρα μόνον η
+ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να
+παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.
+
+Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω —
+ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον
+Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε
+δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της, πριν μολυνθή εκ της
+επαφής των ματαίων του κόσμου . . . Τον καιρόν εκείνον, είχε
+συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα
+μεταξύ των συζύγων. Και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος,
+δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από την πολίχνην την
+κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου
+εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, και δεν ήτο ερείπιον
+όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις
+ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας,
+εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου, κ' εκάπνιζε το μακρόν
+τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του
+ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον . . . Και
+τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, και τώρα ήτο
+πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ' είχε πολύ
+περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν
+ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν' αγαπήση . . . Αλλά
+τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν· ηγάπα την
+Σινιώραν, την επόνει, αλλ' έκλαιε πολύ περισσότερον διά το
+θυγάτριόν τον, το Κουμπιώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».
+
+Εκείνην την φοράν, ο παππα-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν,
+ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν,
+εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του
+είπε μυστηριωδώς·
+
+ — Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
+
+ — Τι τρέχει παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις
+εμάντευσε πάραυτα.
+
+ — Θα σου έλθη τ' ασκέρι . . . Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα,
+χωρίς πείσματα . . .
+
+Ο παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του
+Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ
+των τεσσάρων; — καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο
+να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την
+μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.
+
+ — Θάρθη μαζί κ' η μάνα τους;
+
+ — Βέβαια . . . πιστεύω, είπεν ο παππάς.
+
+
+Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και ήρχισε να σκοτεινιάζη, η
+κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα
+τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών,
+γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί
+τον σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά — εις ευτελές
+δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, το οποίον ωνόμαζε «το κελλί
+του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω
+νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της
+εκκλησίας, κ' έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς
+τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών
+χωρικών.
+
+Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε
+κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν.
+Επλησίασε συνεσταλμένη κ' εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος
+έτεινε προς αυτήν την χείρα, και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα
+του.
+
+Ήδη ενύκτωνε, και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το
+λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ' ομάδας καθίσαντες
+οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κ' εκεί επί των χόρτων και των
+ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον
+πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα
+μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε
+μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ,
+Αδάμ!», είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»
+
+Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή έξ άλλου
+μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του
+ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά,
+αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον
+κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από
+πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του
+μπάρμπα-Δημητρού του ψάλτου, και του Παναγιώτου της
+Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη
+εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί
+τέλους η δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον
+επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν
+οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ' εξεκόλλησαν τέλος από την
+στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και
+ήρχισεν η ακολουθία της Αγρυπνίας.
+
+Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε
+από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου, μέχρι
+του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας — όπου η
+παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος — όλα τα
+έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού,
+μόλις επιτρέπων εις τον κυρ-Δημητρόν τον κάτοχον του
+αριστερού χορού να λέγη κι' αυτός από κανένα τροπαράκι, διά
+να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ
+ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ-Δημητρός, «δεν εύρισκεν
+εύκολα τον ήχον», ήτοι δεν ηδύνατο να μεταβή αβιάστως και
+άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις το τέλος του Εσπερινού,
+μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη
+ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε
+Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον
+το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το
+«Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ' ημών». Είτα έψαλεν
+Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν
+όλων των ητοιμασμένων διά την Θείαν Κοινωνίαν, και εις την
+Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το
+Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοινωνικόν κτλ. κτλ.
+
+Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήτον χθες, ο γέρο-
+Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη
+και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την
+Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς
+εικόνος εις το ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει
+πολλά και χονδρά κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων
+χειρομάλλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και
+περιπλοκάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίνας, τον πρόθυμον
+εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει·
+εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιάν το φελόνι του
+παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της
+Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας
+ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το
+έδαφος, κ' επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα
+σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μην πατή τα
+κηρία, γιατί είνε κρίμα.
+
+Τότε είς των παρεστώτων, υιός πλουσίου του τόπου, από
+εκείνους οίτινες εις το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του
+Φραγκούλα — και όστις έλέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να
+βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος — , ηκούσθη να λέγη ότι
+πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!
+. . . η νύχτα μεγαλώνει . . . ισημερία τώρα κοντεύει . . .
+έχει νύκτα . . . »
+
+Αλλ' αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας
+οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα
+κηρία», αφού άπαξ είνε αγορασμένα και πληρωμένα και είνε
+μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της
+Παναγίας. Μία απ' αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι'
+ένα θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου
+Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν
+αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα
+τα κηρία — και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη
+φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα
+κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί, και μη αμαρτάνης . . . ».
+
+Την ιδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελλε τας
+μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα
+ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ' εσπέρας
+αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το
+τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με
+όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός,
+όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο
+Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν του επέτρεπε να 'πη κ'
+εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το
+δικό του, ο Φραγκούλας, με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του,
+εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε
+κ' εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε
+το θάρρος να του κάμη παρατήρησιν.
+
+ — Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να το
+λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και
+θέλουν η γυναίκες να τ' ακούνε.
+
+Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να
+λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν
+να γράψη. Εννοούσαν να τ' ακούη κι' ο Θεός, κ' η Παναγία, κ'
+όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν' ακούση «τα δικά της τα
+ονόματα», και να τ' αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά.
+Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι' ο παππάς αν ήθελε
+να φάγη κι' άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα
+έχη καλά με της ενορίτισσαις.
+
+Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε
+δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον
+εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους
+του, και του λέγει κρυφά·
+
+ — Πατέρα, άφησε και τον μπάρμπα-Δημητρό να ψάλλη «Κύριε
+Ελέησον!»
+
+Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή
+ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη
+παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι
+εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει·
+
+ — Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
+
+Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε
+μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε
+κατά την Λιτήν το Κύριον ελέησον λέγεται τρις και πότε
+τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές,
+ώστε ο παπάς εβιάσθη ν' απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα
+τελευταία ονόματα, και, διά να είνε σύμφωνος με τον ψάλτην,
+ήρχισε προ της ώρας να λέγη: « . . . υπέρ του διαφυλαχθήναι,
+από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας»
+και τα εξής.
+
+
+Τέλος, μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η
+οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ' έφαγαν ομού και
+ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο,
+ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του
+υπό την οικιακήν στέγην.
+
+Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα
+χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο
+το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον
+νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί
+χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης.
+
+Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η
+Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το
+«κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της
+πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.
+
+Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα
+άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά
+τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να
+τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή·
+
+ — Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λέγ' η μητέρα,
+ζωνταρφανά.
+
+Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του
+είπε:
+
+ — Τάμαθες, πατέρα; . . . Θα παντρέψουμε τ' Αργυρώ μας. . .
+Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είνε πρέπον, λέγει η μητέρα, να
+είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ' Αργυρώ μας . . .
+για να μην κακιώση ο γαμπρός! . . .
+
+Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ' εφιλιώθη με την σύζυγόν του.
+Ηρραβώνισαν την Αργυρώ, είτα μετ' ολίγους μήνας την
+εστεφάνωσαν . . . Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ
+του παλαιού ανδρογύνου, και μ' ένα γεροντόπαιδον μαζί, το
+οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμον της
+πρωτοτόκου.
+
+Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γείνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να
+τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν' αγαπήση
+με την μητέρα.
+
+Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν
+
+ — Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα. .
+. Είνε κάτι κακές γυναίκες, εκεί στο μαχαλά, στο δρόμο που
+περνώ, και της άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: «Να, το
+κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας
+της . . .» Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.
+
+Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το
+κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και
+μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.
+
+ — Τι έχεις, κορίτσι μου, της είπεν ο πατήρ της.
+
+ — Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με
+παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω από
+τον καϋμό μου!
+
+Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.
+
+Τω όντι, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ' η νεαρά
+κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο
+πατέρας ήλθε παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε
+αγάπην με την μητέρα της, διά να χαρή, ήτον αργά πλέον. Η
+τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε
+φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον
+πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον,
+εξέπνευσεν ως πουλί, με την λαλιάν εις το στόμα·
+
+ — Πατέρα! πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία . .
+. με την μητέρα μαζί! . . .
+
+Είπε και απέθανε!
+
+Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με
+την σύζυγόν του . . . Κατόπιν απεσύρθη, κ' εξηκολούθησε να
+κλαίη μόνος του εις την ερημίαν . . .
+
+Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την
+συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγος της
+επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο την
+τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον
+έν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι
+αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την
+ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε,
+την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη
+ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον
+στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως, . . .
+και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».
+
+Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον
+ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να
+καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον
+μαμόν . . . αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς
+δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το
+καλλίτερον κτήμα· — ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον,
+αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα και νερόμυλον —
+και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την
+Παναγίαν.
+
+«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον,
+Παρθένε . . . »
+
+Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και
+επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των
+θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και
+σώτειρα:
+
+ «Αντιλαβού μου και ρύσαι
+ των αιωνίων βασάνων . . . ».
+
+
+
+ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΉ ΛΙΜΝΗ
+
+
+
+Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσίαν, την
+προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην
+και δεν υπήρχον πλέον ία να μυρώνωσι την ατμοσφαίραν με τας
+μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολυμνία
+εκεί, άλλο έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν
+φαντασίαν σου με μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον
+θρουν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο
+περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην,
+την αντανακλούσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε
+καν η καλύβη του Λούκα του Θανασούλα, η βρεχομένη από το κύμα
+παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα εντός
+βολής να πλησιάση, διότι και κοιμωμένου του Λούκα, η καραβίνα
+ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω
+μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον ουδέν καλόν υποσχόμενον εις τον
+τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατό
+τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραβίνα αύτη ήτο αληθές
+ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσα αυτόν
+μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν του ώμον περί της
+λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός.
+Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα
+και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της
+λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξέλθωσιν αυτής, δεν ήσαν του
+λιμένος. Εφηρμόζετο δ' ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα &τα εμά
+εμά, και τα σα εμά.&
+
+Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία
+του ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός σχωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις
+δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν
+(αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και
+αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και
+άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και
+«τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα», ότι ήτο επάναγκες ν'
+ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του αγίου Γεωργίου. Και
+προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα
+ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να
+ξεκοιλιάζει μετά δούπον την γην και να στομούται πλήττουσα
+λίθους και χάλικας, προέβησαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά
+κιτρίνων σκελετών, τις οίδε από ποίου λοιμού κατά τους
+παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων
+κοκκάλων και χώματος, ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά
+φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν
+διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είνε ότι ο
+ναΐσκος ευπρεπής οπωσούν εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον,
+όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείεσο
+το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου
+διά τους πρωίμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατό τις
+να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον
+εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και
+συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς ότι κανείς άλλος
+δεν σε έβλέπεν από τον Θεόν και από τον Άγιον· αλλ' ο νέος
+εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιωργού,
+Θεός σχωρέσ' τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτον προικισμένος
+με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης
+του, όταν σ' έβλεπεν αντικρύ από τον λόφον, κ' έκλειες την
+θύραν άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά —
+γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην
+τόσον μαλακά ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της
+χλόης, και συνεχών την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά — σιγά
+εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την
+υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα
+του ναΐσκου, κ' έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας
+και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους
+ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον
+έκτοτε!
+
+
+Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης
+αμμώδους και κισσηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον
+της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την
+δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής όπου ήρχιζε ν' απλούται
+το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του
+Αργύρη του Μπαρμαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την
+αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του, με τα
+τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι
+αγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και
+στη στεριά!» Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσης,
+αφαιρών κάλτσαις και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την
+περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβής το ποτάμιον, όταν
+πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα, και η θάλασσα εγίνετο έν με τον
+βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν' ανακόψης τον δρόμον σου
+και να επιστρέψης εις την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο, ότι κάτι
+έβλεπες, κάτι απήλαυες εις το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη, ήτις
+το εζωντάνευεν, είχε γείνει άφαντος προ πολλού. Και πότε
+πάλιν επροτίμας να λάβης την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή,
+εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Καβούλι με τους αγρούς
+και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης,
+υπό την οποίαν δεν είξευρες πάντοτε, αν υπήρχε στερεά γη. Και
+εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ' ενόμιζες
+τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε, ότι έτρεχες να
+κόψης ίτσια δι' εκείνην. Και όταν έφθανες τέλος, με τα
+υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά εις τον λευκόν
+οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον
+εχαιρέτας, εκεί που εσκάλιζε τα κουκκιά, φωνάζων μακρόθεν:
+«Καλησπέρα, μπάρμπα-Κωνσταντή!», κ' εκείνος σου απήντα
+μειλιχίως; «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι
+σεαυτόν ως μπάρμπα-Κωνσταντήν και την Πολύμνιαν ως θεια-
+Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και
+ανεμέτρεις οποία θα ήτον ευτυχία διά σε, αν ήτο δυνατόν να
+συζήσης με την αγαπητήν σου, εις τον πάλλευκον εκείνον
+οικίσκον, (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο
+εις τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θεια-Σινιώρας), και
+οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρωμαντισμού, εάν
+διήγετε τας ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και
+χλοερού εκείνου κήπου με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τας
+αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη
+(τα οποία όμως ωφείλοντο εις τους ενδελεχείς κόπους του
+μπάρμπα-Κωνσταντή) παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου
+υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω,
+λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω,
+και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και
+όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα,
+άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπον τρεμοσβύνοντα κάτω εις τον
+πυθμένα. Και καλαμώνες σειάμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τούς
+ασθενείς καυλούς των, δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και
+λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του έλους της λίμνης και εκ του
+λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το
+ύδωρ ως ν' απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα
+υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας
+του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας
+κλιτύς των ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και
+σφρίγος εις την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας
+τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα φυτευμένα εν τη
+θαλάσση εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα
+εξάρτιά των. Και εις το βάθος εφαίνοντο προς βορράν
+τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αι περιβάλλουσαι ένθεν
+και ένθεν τον μακρόν αλλ' ευσύνοπτον εις το βλέμμα κάμπον, η
+μία η ανατολική, υψηλή, εγγυτέρα εις τον θεατήν, επιστεφομένη
+από το καλύβι του μπάρμπα-Γεωργιού, Θεός σχωρέσ' τον, του
+Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με
+γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λελούδια,
+όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπάρμπ' Αλέξανδρος, Θεός
+σχωρέσ' τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζη
+μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι'
+όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και
+διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας
+κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν
+ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών
+εις τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαινον τας οθόνας, και ότι
+κρύπτεσαι μαζί των εις τα άντρα, τα πατούμενα υπό της
+θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την
+ευτυχίαν εις τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας
+ολοβροχίους και βυσιννόχρους τραχηλιάς και εις τας
+κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας με τας μακράς και κεντητάς
+χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα νεότητος ανυπομόνου, ως η
+αμυγδαλή η ανθούσα τον Ιανουάριον!
+
+Η άλλη, η δυτική λοφιά, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα εις τον
+θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας
+υψηλοτέρας κορυφάς, ης την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο
+Πύργος του Μετοχίου με τον ωραίον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου
+του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν
+εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης από τον λευκόν
+οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, καθώς και από το
+ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης.
+
+
+Όλη η μακρά και πλατεία αμμουδιά η απλουμένη μεταξύ της
+λίμνης και του λιμένος δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή
+από πριονίδια, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν
+πελεκουδίου. Πόσα δάση αγριοξύλων μετεμορφώθησαν ενταύθα, από
+αμνημονεύτων χρόνων, εις σκάφας με κατάρτια υψηλά, με
+μυριάδας οργυιών σχοινιών και πανίων, και πόσαι τοιαύται
+σκάφαι θα εκοιμώντο τώρα τον ύπνον εις τα βάθη της Μεσογείου
+ή του Ευξείνου! Δύο τοιούτοι σκελετοί εφαίνοντο σήμερον
+κείμενοι επί την πλεράν, αντικρύ του ναυπηγείου, με τας
+σκωληκοβρώτους και μαυρισμένας σανίδας των, με τα
+σκουριασμένα καρφία των, και τα διέχοντα στραβόξυλα, γυμνά
+μαδερίων, δι' ων διέρρεεν ελευθέρως η θάλασσα, εφαίνοντο
+θλιβερώς μειδιώντα, με οδόντας άνευ χειλέων, ως να ώκτειρον
+βλέποντα εκ του σύνεγγυς την τόσην μανιώδη μέριμναν και
+μεταλλευτικότητα των ανθρώπων. Πόσαι χείρες ανθρώπων,
+πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ, δεν έκειντο ξηραί εις τα
+βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα
+ήρκει, καθ' ό έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίση τις
+ένα καράβι ολόκληρον», δεν έθρεψαν αδηφάγα κήτη εις τον βυθόν
+του πόντου ! Και όμως ο γέρων εκείνος θαλασσινός, με την
+πικράν ειρωνείαν, είχε χάσει αρτίως το πλοίον και τους δύο
+υιούς του από τρικυμίαν παρά τον Μαλέαν, και τώρα, με τα
+γεράματά του και με τον τρίτον του υιόν, επαιδεύετο να
+ναυπηγήση άλλο πλοίον μεγαλείτερον, έρημος των κυριοτέρων
+βοηθών του ! Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια
+δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι' εκείνον το νέον
+τούτο πλοίον ίσως να ήτο, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον
+παρηγορία διά το γήρας! Και ούτω θα εξηκολούθει να διάγη τας
+τελευταίας ημέρας του ο γηραιός θαλάσσιος λύκος, εωσότου θα
+ήρχετο ίσως ημέρα, καθ' ην η θάλασσα, το μέγιστον τούτο
+θηρίον, το οποίον επιμόνως προεκάλει, θα τον ανέρριπτεν
+εξεγειρομένη από των κόλπων της έως το στερέωμα, ως λέγει ο
+Βάυρων, και θα τον έπεμπεν ολολύζοντα εις τους θεούς του,
+απορρίπτουσα αυτόν οπίσω εις την γην. «Εκεί ας κείται! —
+There let him lay»
+
+Κ' εξηκολούθουν διαρκώς να ναυπηγώσι πλοία, και η τέχνη
+ετελειοποιείτο και το εμπόριον ηύξανε. Πας, όστις ήθελε να
+ναυπηγήση, είχε πρόθυμον σύμβουλον τον καπετάν-Δημήτρη τον
+Κασανδριανό, με την μακράν του τσιμπούκαν, με το ηλέκτρινον
+στόμιον, όστις είχεν ιδεί και ακούσει πολλά εις την ζωήν του,
+ο μακαρίτης. Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα
+παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά
+πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν
+καπνοσακκούλαν του κρεμασμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου,
+διά να καμαρώση τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων και
+παρηγορηθή, διότι, πεισθείς εις τας απαιτήσεις των υιών του,
+ισχυριζομένων ότι ήτο πάρα πολύ γέρων, είχε παραχωρήσει
+αυτοίς την πλοαρχίαν. «Σα θα κάμετε το Σταυρό σας να κόψετε
+τον κερεστέ· παιδιά, να κυττάξετε καλά, πόσων ημερών θα είνε
+το φεγγάρι . . . Κι' όντας θα σκαρώσετε, με το καλό, να
+ξετάζετε, πού είνε ο αστέρας . . . &Βάρδα μπένε&, να μη
+σκαρώσετε, μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό, την ημέρα που είνε
+'λιοτρόπι . . . » Και έδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους οδηγίας
+εις τον πλοίαρχον, ως και τον πρωτομάστορην, περί πάντων των
+συντελούντων εις την επιτυχή ναυπήγησιν ως και εις την
+ευόδωσιν και προκοπήν του πλοίου. Όστις δεν τον ήκουε, τόσον
+χειρότερα δι' αυτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι εδοκίμασαν
+να τον παρακούσουν, και υπέφεραν σκληρώς.
+
+
+Ενθυμείσαι, υπήρχον τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον αλλήλων
+ναυπηγούμενα υπό τον αυτόν αρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος άνθρωπος!
+Πώς ηδύνατο να επαρκή και εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις
+σκάφην, μ' ένα πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ'
+ένα σκέπαρνον από του αυχένος κρεμάμενον με την λαβήν επί του
+στέρνου. Και οποία στρατιά ανθρώπων ετέλει υπό τας διαταγάς
+του ! Ο πλοίαρχος, οι βοηθοί του, οι πριονισταί, οι
+πελεκητοί, οι μαραγκοί, και οι καλαφάται. Δεν έλειπον και οι
+γύφτοι, οίτινες είχον ιδρύσει προχείρως μίαν καλύβην όπισθεν
+ενός εκάστου των σκαφών. Και με την κάμινον πλήρη ανθράκων,
+με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας
+βαρείας σφύρας των, έκοπτον, έκοπτον μεγάλα καρφιά,
+&τζαβέτταις&. Οποίος φοβερός θόρυβος. Οι κτύποι του ραιστήρος
+έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του
+σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι' ης
+εκτύπα το στουπίον ο καλαφάτης, και υπέρ πάντας τους άλλους
+κρότους εδέσποζεν ο βαρύς ροίβδος του πελωρίου ραιστήρος, δι'
+ου ενέπηγον τα χονδρά καρφιά και τους ξυλίνους ήλους, &ταις
+καβήλιαις&, εις τας στρογγύλας πλευράς του κολοσσιαίου
+σκάφους. Και υψηλός, μεγαλόκορμος ανήρ, με ορθάς τας πλάτας,
+με το κόκκινον πλατύ ζωνάρι, συνέχον την μακράν σέλλαν του
+βρακίου υπό τους βουβώνας του, είχεν αναβή, ο δαιμόνιος,
+υψηλά επί της κουπαστής, και ο ίσκιος του, μακρός υπό τας
+τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, εμεγεθύνετο τεραστίως,
+των μεν σκελών πιπτόντων εντεύθεν της λίμνης, επί των φυτών
+του σικυώνος, του δε κορμού αορίστως κυμαινομένου επί του
+ύδατος, και της κεφαλής ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπώς πέραν της
+λίμνης, προς ανατολάς, εις την υπώρειαν του βουνού. Ούτος ήτο
+ο &πουργοτζής&, έργον έχων ν' ανοίγη τρύπαις. Υπερμέγεθες
+πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ανάμεσα εις δύο
+&βουβά&, μεγάλα ξύλα, υπό την πρύμνην, ήτο γεμάτον από
+τριβέλια διαφόρων μεγεθών, έως τρεις δωδεκάδας, ων το μεν
+μικρότερον θα ήτο έως δύο σπιθαμών, το δε μέγιστον, βαρύ,
+ογκώδες, ήτο σχεδόν τόσον με το ανάστημα του κατόχου του. Την
+στιγμήν ταύτην εχειρίζετο έν των μεγίστων τρυπανίων, και
+έκυπτεν, ο θαυμάσιος, επί της κωπαστής, αιωρούμενος ως
+σχοινοβάτης, και ήνοιγε βαθείαν κάθετον οπήν εις μίαν των
+πλευρών του σκάφους. Ω, της ακαταληψίας!
+
+
+Αλλ' ο ήλιος εκρύβη ήδη εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους
+βουνού, και ο ίσκιος του &πουργοτζή& διεγράφη και αυτός από
+την επιφάνειαν του ύδατος και από την άμμον της παραλίας. Οι
+μαστόροι, καθώς και οι πολλοί επισκέπται, οι περιπατηταί της
+εσπέρας, οίτινες ήρχοντο να συγκοπιάζωσι και αυτοί με το
+βλέμμα εις τους ιδρώτας των άλλων κ' ενίοτε να τους
+χασομερώσι με τας ακαίρους ερωτήσεις των, διασκελίσαντες τα
+παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον &βουβά&, δοκούς και
+στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω περί την
+μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και
+τεμαχίων ξύλων και σπειρίδων με εργαλεία καί τινων ενδυμάτων
+και κλινοσκεπασμάτων, διά να πίωσιν όλοι το &τσίπουρο& από
+μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, με το αυτό ποτήριον όλοι. Μόνος ο
+πελώριος καραβόσκυλος, ο προσδεδεμένος με την στερεάν άλυσον
+έξωθεν της καλύβης, όπισθεν της πρύμνης του μεγάλου σκάφους,
+εξέπεμπεν απειλητικόν υπόκωφον γρυλλισμόν, ως να διέκρινεν
+αυτός μόνος τον βόμβον των κηφήνων από του βόμβου των
+μελισσών, κ' εφαίνετο, αν του το επέτρεπαν, έτοιμος να
+εφορμήση. Αλλ' ο πλοίαρχος, ο καπετάν-Γιωργάκης κάπως
+μορφωμένος, με τους μακρούς αγκιστροειδείς ξανθούς μύστακάς
+του, το ηλιοκαές πρόσωπον και το μικρόν ανάστημα, διά
+μονοσυλλάβων ανέκοπτε την ορμήν του : «Πίσω Τσούρμο! . . .
+κάτω, Τσούρμο!» Ο Τσούρμος υπήκουεν, αλλά μετά δυσκολίας, και
+εξέφραζεν την λύπην του διά παρατεταμένων γαυγισμών. Ήρχισε
+να κυκλοφορή το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και
+οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: Καλορρίζικο! μάλαμα
+το καρφί τ', καπετάνιο! Καλό πλέψιμο!» Την τελευταίαν λέξιν
+οι πλείστοι την επρόφεραν, κατά παραφθοράν, &πλέξιμον&. Και
+είς περίεργος άνθρωπος με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με
+παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των
+παρειών του έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και
+ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις
+πηδαλιουχών ποτε εν μακρώ ταξειδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν,
+επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου,
+περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμναν
+έως την πρώραν: «Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις»;
+κ' εκείνος απήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα
+πληρώσουμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το έθνος!»· ούτος
+λοιπόν ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ολίγον πέραν του δέοντος
+αφελής, προσληφθείς από της προτεραίας διά να υπηρετή εις την
+ναυπήγησιν του σκάφους, όταν ήλθεν η σειρά του διά να πίη και
+να χαιρετίση, επρόφερεν εξ υπερβαλλούσης αδεξιότητος ως εξής
+την ανωτέρω σημειωθείσαν λέξιν·
+
+ — Καλό &μπλέξιμο&, καπετάνιο!
+
+Οι άλλοι εκάγχασαν· ο ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ο
+Τσούρμος ηγέρθη εκ των οπισθίων ποδών και αφήκε φοβεράν
+υλακήν! Ο αδελφός του πλοιάρχου, ο Δημήτρης ο Τσιμπήδας
+ήγειρε την χείρα ν' αρπάση από τον σβέρκον τον Αλέξανδρον τον
+Χάραυλον και να του καταφέρη ολίγους κονδύλους. Ο καπετάν-
+Γιωργάκης τον εμπόδισεν, αν και του εκόστισε πολύ. Διότι όλοι
+οι ναυτικοί, και οι πλέον μορφωμένοι σχετικώς, δεν είναι
+απηλλαγμένοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων. Πώς να μην είναι
+τις δεισιδαίμων, όταν «πολεμή με το μεγαλείτερον θηρίον»,
+όταν παλαίη με το άγνωστον, και δεν ειξεύρη αν αύριον θα
+επιπλέη ή θα ποντισθή, αν θα είνε εις την επιφάνειαν ή εις
+τον πυθμένα; Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπη οργίλως·
+
+ — Δάκω τη γλώσσα σ', βρε στραβο — Χάραυλε . . . να μην
+αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα . . .
+
+Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μη τον
+αικίση.
+
+
+Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφίων,
+αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μεν θαλασσα
+επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας
+και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμαν δρόμον το άλλο ήμισυ του
+αυτού κήπου ή αγρού (και οι ατυχείς ιδιοκτήται εις ποίον να
+προσκλαυθώσιν;) ήκουες πολλάκις την εσπέραν περί το λυκόφως,
+ενώ οι ναυπηγοί φορτωμένοι τα ζεμπίλια με τα σιδερικά των
+επέστρεφαν εις την πολίχνην, ήκουες, μεταξύ δύο ή τριών
+μαραγκών, μετρούντων τας ημέρας έως ου έλθη η πρώτη Κυριακή,
+κατόπιν της οποίας είποντο κατά σειράν τρεις ή τέσσαρες
+εορταί (των Κορυφαίων Αποστόλων, των Δώδεκα, των αγίων
+Αναργύρων και της αγίας Εσθήτος), και αναλογιζομένων μετά
+προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος, ότι θα έπλεον όσον ούπω
+αντικρύ εις την ανατολικήν νήσον, την κρατούσαν δέσμια
+πανταχόσε της γης όλα τα τέκνα της με αόρατον συμπαθές νήμα
+πόθου και νοσταλγίας, θα έπλεον όλοι στοιβαζόμενοι εις δύο
+μεγάλας ολκάδας, έργα των χειρών των, όπως επί τετραήμερον
+εορτάσωσιν· ήκουες, λέγω, διάλογον, οίος ο εξής·
+
+ — Να, κοντεύουε τώρα, Νταντή . . .
+
+ — Αργούμε ακόμα, Μπεφάνη . . .
+
+ — Τι λες, βρε Νταντή; . . . Δευτέρα πέρασε, Τρίτ' Τετράδ'
+μια, Πέφτ' Παρασκευή δυο, Σαββάτο, πρώτα ο Θεός είμαστε πέρα.
+
+Και &ούτως οδός βραχεία γίγνεται&, όχι κατά τον Σοφοκλέα.
+
+Αλλά δεν ήτο πάντοτε εσπέρα, όταν έβαινες προς την αμμώδη
+εκείνην παραλίαν με ταβαθή ύδατα, και δεν έβλεπες πάντοτε
+ομάδας ανθρώπων επιστρεφόντων εκ του ναυπηγείου, ουδέ πτωχών
+γυναικών φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων επί των
+ισχνών ώμων των. Ήτο πρωία, και δεν είχε παρέλθει ο χειμών,
+και δεν είχαν ακόμη σκαρώσει τα μεγάλα σκάφη. Είς το
+ναυπηγείον μία μόνον βρατσέρα και δύο βάρκαι μικραί υπήρχαν
+σκαρωμέναι. Δεν ειργάζοντο εκεί ειμή ο μαστρο — Γιωργός, Θεός
+σχωρέσ' τον, ο Βαγγελάκης, με την κοκκίνην σκούφιαν του, ήτις
+δεν ήτο ούτε φέσι, ούτε κούκκος, ούτε καπέλλο, αλλά μετείχεν
+από όλα αυτά, με τους πισσωμένους αμπάδες του και με την
+πολύχρουν από εμβαλώματα καμιζόλαν του, και ο Γιάννης της
+Παναγιούς, με το υψηλόν και ορθόν φέσι του, με την μακράν και
+πολύπτυχον βράκαν του, με την άσπρην φανέλλαν και με την
+μεγάλην ζεμπίλαν του. Ο ήλιος μόλις είχεν ανατείλει, διαλύων
+τους ανερχομένους από την θάλασσαν προς την πρασινίζουσαν
+ακτήν λευκούς ατμούς, τα ύδατα ήσαν ρηχά από τον ασθενή
+άνεμον, όστις εφύσα. Εφαίνετο την πρωίαν εκείνην, ότι και
+αυτός ο Βορράς ευρέθη εις διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων
+μαλακά την θάλασσαν. Και η ψυχρά ροπή δεν ήτο δυσάρεστος εις
+τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του όνου του και
+απερχόμενον εις τον αγρόν του, ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον
+διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του:
+«Ο! μελίσσ' όξου μαυρομμάτ'!» και διά του βλέμματος θωπεύοντα
+την μεγάλην χύτραν με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες
+έλαιον φασόλια και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν
+με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην
+όπισθεν των θάμνων ολονέν και πλησιάζουσαν, σκεπασμένην καλά
+δια να μη κρυώση το φαγητόν, επιστέφουσαν τον μέγαν κόφφινον,
+επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως
+βάρκαν, χωρίς να φαίνονται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι
+ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες. Ολίγαι στιγμαί θα παρήρχοντο
+ακόμη, και ο μεν μελίσσης καί ο μαυρομμάτης, απολυόμενοι προς
+ώραν του ζυγού, θα έβοσκον μακαρίως παρά τας χονδράς και
+οζώδεις ρίζας των ελαιών, ο δε ζευγηλάτης και ο βοηθός του,
+θα παρεκάθιζον επιφθόνως υπό το ευλογημένον φύλλωμα, και θα
+επειρώντο εγγύτερον της χύτρας.
+
+Αλλά συ φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ'
+εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους
+ανασηκώνοντας την περισκελίδα ως τον μηρόν, φέροντας τα
+πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας υπέρ το γόνυ εις το
+κύμα. Έβλεπες άξαφνα ένα τούτων να κύπτη να συλλαμβάνη με την
+παλάμην μικρόν οκταπόδιον, να το δαγκάνη εις τον λαιμόν, ν'
+αγωνίζεται ν' αποσπάση από τον καρπόν της χειρός του τους
+μυζητήρας, να τρέχη εις την άμμον και να το κοπανίζη
+γενναίως, εις τον πρώτον λίθον τον οποίον θα εύρισκε λείψανον
+παρασυρθέντος από τα κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ή
+ερείπιον πάλαι ποτέ υπαρξάσης προκυμαίας. Και η μήτηρ σου η
+φιλότεχνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι,
+ανυπόδητος και συ, αλλ' απήτει να φορής και κάλτσαις. Οποία
+δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον
+φίλον σου Χριστοδουλήν, όστις ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος
+προς τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ουδ' εφόρει ποτέ
+κάλτσαις. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι' όλης της ημέρας από
+γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσαις, πορφύραις και
+πεταλίδες διά δυο, καβούρια διά τρεις, οκταπόδια διά
+τέσσαρες. Και μέρος μεν αυτών έκαμνε δολώματα, διά να ψαρεύη
+με την καλαμιάν από τον δειλινόν έως το βράδυ, μέρος δε
+εμοιράζετο φιλαδέλφως με σε. Την πρωίαν εκείνην ολίγον πριν
+φθάσητε εις τον μύλον του Μπαρμπαπαναγιώτη, όστις ίσταται ως
+φρουρός προς το δυτικόν στόμιον της λίμνης, εκεί όπου ήτο
+ουδέτερον έδαφος μεταξύ θαλάσσης και ξηράς, ο φίλος σου ο
+Χριστοδουλής, επειδή εις το μέρος τούτο τα ύδατα εβαθύνοντο
+ολίγον τι αποτόμως, δεν ευρίσκετο πολύ μακράν εις το κύμα,
+και άμα είδεν, ότι η Πολυμνία πλησιάσασα ήρχισε να σου ομιλή,
+έσπευσε να αποβή εις την ξηράν διά να ακούση τι σου έλεγεν.
+
+Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής!
+Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον
+χρώμα και τα ερυθρά μήλα των παρειών με τον μελίχρυσον λαιμόν
+καί με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι
+χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπεσία
+φωνή της ! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να
+εβιάσθη να καλλωπιστή διά να εξέλθη και απολαύση την
+θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον,
+αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της με τα μακρά
+ματόκλαδα ως πτεροφόρος οϊστός σ' εσαΐτευε γλυκά εις την
+καρδίαν. Ενθυμείσαι! οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς
+δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν!
+Η Πολύμνια σ' εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως
+παραχθείσα, διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο, ότι &δεν
+εσήκωνες& περισσότερον. Και όμως το πράγμα ήτο απλούστατον. Ο
+αδελφός της δωδεκαέτης, εκείνος είξευρε τόνομά σου και είπε
+τις είσαι εις την Πολύμνιαν. Και αυτή δεν ενόμισεν ότι θα
+εσαγίτευε την καρδίαν σου, αν σου απέτεινε τον λόγον, αφού
+μάλιστα ήθελε να σου ζητήση εκδούλευσιν. Εν τούτοις ο
+Χριστοδουλής έτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας εν σπουδή την
+περισκελίδα του, ως διά να μοιρασθή το βάρος της ευτυχίας.
+
+Η μελωδική φωνή της Πολυμνίας είπε·
+
+ — Ξέρεις, πού είνε ίτσια; μπορείς να μου κόψης τίποτα ίτσια;
+
+Συ έμενες κεχηνώς.
+
+Αλλ' ευτυχώς ο Χριστοδουλής είχε φθάσει ήδη.
+
+ — Μπράβο! μπράβο ! . . . κυρία Πολύμνια! Εγώ τα ξέρω που
+είνε τα ίτσια . . . τώρα να πάμε να κόψουμε . . .
+
+ — Θα με υποχρεώσετε πολύ, επανέλαβε και προς τους δύο η
+Πολύμνια.
+
+Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το έν μπουδονάρι
+του ανασηκωμένον ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον
+εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια &παπουδιασμένα&,
+μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Έτρεξες και συ
+κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την
+όχθην της λίμνης πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλυστρών
+ανάμεσα εις ταις αρμυρήθραις και εις ταις βουρλιαίς, ο
+Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων
+ευωδών και μεθιστικών ανθέων, τα οποία εζήτει η Πολύμνια,
+τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζαν
+φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή,
+με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο
+ως να παραπονούνται, διά τί να φύωνται εις το χώμα και να
+είνε τόσον χαμαιπετή· ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάγχνως
+ανά δύο και τρία, μεμιγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί
+της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις
+βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διά τι να μην έχη
+αλιεύσει με τας χείρας του τόσαις πέρκαις, και τριγλία, όσα
+βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήση ταύτα
+όπως ορμαθιάση εκείνα.
+
+Μέχρις ου κατορθώσης και συ να εύρης ολίγα ίτσια να κόψης, ο
+Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, κ'
+επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο
+περιμένουσα μετά του αδελφού της η Πολύμνια. Εν τούτοις
+επρόφθασες και συ και της έφερες μικράν, όση ηδύνατο να
+συνθλιβή μεταξύ αντίχειρος και λιχανού, δεσμίδα, αλλά το
+&ευχαριστώ& το προς σε ήτο, ως εικός χλιαρώτερον από το
+&ευχαριστώ& το προς τον φίλον σου. Και ουχ ήττον έμεινες
+ευχαριστημένος, ολιγαρκής και κυριευόμενος υπό αυταρέσκου
+νάρκης, ομωνύμου με το τρυφερόν εκείνο άνθος, το οποίον
+εζήτει μεν από σε, έλαβε δε από τον φίλον σου η Πολύμνια.
+
+Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ' αρχάς, είτα οριστικώς
+έπαυσε το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια,
+από τα καβούρια και από τους γωβιούς, συ δε ήργησες πολύ να
+μάθης ότι τα έδιδε εις τον Νίκον, τον αδελφόν της Πολυμνίας.
+Εις μάτην τον εσυνώδευες, ως πάντοτε, βαδίζων επί της άμμου,
+θαλασσώνοντα έως τον μηρόν, και από καιρού εις καιρόν και του
+εφώναζες·
+
+ — Κ'στοδουλή, βρε ! δεν έβγαλες ακόμα κανένα χταπόδι;
+
+Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον
+φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων
+τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιαίς και με ακρωτηριασμούς, και
+σου έδειχνε μόνον ταις γρινιάτσαις, λέγων ότι θα υπάγη ύστερ'
+από το μεσημέρι να ψαρέψη με την καλαμιά. Και όταν, περί την
+δείλην, τον παρεμόνευες, παρά την αγοράν, επί της αποβάθρας
+κι έβλεπες ιδίοις όμμασι να σπαρταρίζη κανείς γωβιός εις το
+άκρον του αγκίστρου του, και τότε σ' εγέλα λέγων ότι θα κάμη
+τον γωβιόν δόλωμα διά να βγάλη μεγάλα ψάρια. Ούτω χάνεται η
+φιλία!
+
+Πολλαί πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν της πρωίας εκείνης του
+φθίνοντος Φεβρουαρίου. Επέρασεν ολόκληρος ο Μάρτιος, ήλθε και
+το Πάσχα, παρήλθεν ο Απρίλιος, και η Πολύμνια δεν εξήλθε
+πλέον εις περίπατον προς την παραθαλασσίαν του ναυπηγείου.
+Εις μάτην έτρεχες τακτικά κάθε πρωίαν κ' εσπέραν εις την
+αμμουδιάν εκείνην. Η Πολύμνια, καθώς αργά έμαθες, είχεν
+αρρωστήσει, αρχομένου του έαρος, κατά την συμβουλήν δε των
+ιατρών είχε κάμει, περί τον Μάιον, ταξείδιον μετά της θείας
+της, συνταξιούχου, χήρας αντιπλοιάρχου του Βασιλικού Στόλου,
+διά ν' αλλάξη τον αέρα. Τρία μεγάλα σκάφη είχον σκαρωθή από
+των πρώτων ημερών του Μαρτίου, και συ δεν έπαυες να τρέχης
+καθ' εκάστην, έως το ναυπηγείον, σταματών επί ώρας πολλάκις,
+παρά τον ανεμόμυλον, καθεζόμενος επί των κάτω κειμένων
+καταρτιών πάλαι ποτέ υπαρξάσης γολέττας, αναπολών ότι εις το
+μέρος εκείνο εστάθη προ μηνών η Πολύμνια, όταν σου εζήτησε να
+δρέψης προς χάριν της ίτσια· αλλ' η Πολύμνια ήτο μακράν
+απούσα. Μόνον περί τα μέσα του Αυγούστου, ότε το τρίτον και
+ογκωδέστατον των ναυπηγηθέντων πλοίων είχε τελειώσει ήδη,
+επήγες και συ μετά πολλού πλήθους εις το ναυπηγείον, όπως
+ίδης την καθέλκυσιν του μεγάλου σκάφους, Το θέαμα ήτο
+επιβλητικόν, όπως λέγουσι σήμερον. Όλη η πολίχνη είχεν
+ερημωθή σχεδόν, και κόσμος πολυάριθμος επλήρου την μεγάλην
+μεταξύ της λίμνης και του λιμένος λωρίδα. Εκείθεν του σκάφους
+ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς,
+οι σκληραγωγημένοι ναύται και οι χειρώνακτες, συμπληρούντες
+το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντες τα &βάζια& ή
+υποσκάπτοντες εις την βάσιν, όπως είνε έτοιμα προς πτώσιν τα
+κοντοστύλια.
+
+Εντεύθεν του σκάφους, όπου βαθμηδόν ηλαττούτο η σκιά, ίσταντο
+πλην των συνεργατών της καθελκύσεως και οι θεαταί, και ουκ
+ολίγαι γυναίκες, ελθούσαι προς τέρψιν. Οποίος τότε παλμός
+διέσεισε τα στήθη σου, όταν μεταξύ αυτών ανεγνώρισες υπό
+κοκκίνην ομβρέλλαν την περικαλλή μορφήν της Πολυμνίας! Είχεν
+επιστρέψει από το ταξείδιον χωρίς να το μάθης. Ο
+Χριστοδουλής, όστις επήγε με την βάρκαν εις το ατμόπλοιον,
+την είχεν ιδεί, αλλά δεν σου το είπε. Και όμως ησθάνθης εις
+τα ενδόμυχά σου κρυφόν και ανεξομολόγητον ευτυχίας αίσθημα,
+όταν την επανείδες!
+
+Εν τούτοις το παλάμισμα είχε συμπληρωθή, τα βάζια ήσαν όλα
+καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά, λίπος αλειμμένα, ήτο
+στρωμμένη προ πολλού. Ο πρωτομάστορης με τον βαρειόν έκαμε
+τους νενομισμένους τρεις σταυρούς εις το πηδάλιον και έδωκε
+τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελώριον σκάφος.
+Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. Η καπετάνισσα,
+ωραία μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα, ως νέα ακόμη, διά
+την περίστασιν πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν
+αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν,
+εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και κλώνας, το βελούδινον
+βαβουκλί με τα χρυσοΰφαντα προμάνικα ανασηκωμένα, την
+βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την
+ζώνην με τ' αργυρά και μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το
+φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι, τρεις σπιθαμαίς
+πλατύ, κρατούσα μέγαν επάργυρον δίσκον διά της αριστεράς,
+περιήλθεν ολόγυρα το πλοίον και έρρανε διά της δεξιάς, με
+κοφέτα και με ορύζιον, την πρώραν, την πρύμνην, την τρόπιν
+και τας πλευράς του σκάφους. Οι ναύται, οι ναυπηγοί και
+πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί
+σαγήνης αλιευτικής επιάσθησαν από το παλάγκον και ήρχισαν να
+σύρωσι τον χονδρόν κάλων νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν,
+επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Ε! γιάσα λέσσα! Ε!
+γιούργια!» Εν τούτοις, είτε διότι το έδαφος, εφ' ου είχε
+σκαρωθή το πλοίον, δεν ήτο αρκετά κατωφερές, είτε διά την
+ατέλειαν των κινητηρίων μέσων, το σκάφος εστέναζε, εστέναζεν
+και δεν εκινείτο. Παρήλθαν ολίγα λεπτά, η δύναμις
+εδιπλασιάσθη· ο μέγας όγκος εκινήθη ολίγον τι, έως δύο
+σπιθαμαίς, το παλάγκον εκόπη από την βίαν του ελκυθμού, η
+γούμενα με τους δύο μακαράδες έμεινεν άπρακτος περί την
+πρύμνην, οι ημίσεις των ανθρώπων δυσμόθεν του σκάφους έπεσαν
+εις την άμμον προς το μέρος της θαλάσσης και οι άλλοι ημίσεις
+έμειναν με το παλάγκον εις τας χείρας προς το μέρος της
+λίμνης, καγχασμοί και γογγυσμοί των πεσόντων, ών τινες
+εμωλωπίσθησαν ελαφρώς εις τον δεξιόν βραχίονα ή την πλευράν,
+ο πλοίαρχος κάθιδρως, ηλιοκαής, αξιολύπητος, εστενοχωρείτο
+φοβερά, και ο καπετάν-Δημήτρης ο Κασανδριανός, όστις με το
+τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμμέν, με το τσόχινο
+πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του,
+τα οποία ηγάπα να φορή χειμώνα και θέρος, είχεν έλθει να
+πρωτοστατήση εις την καθέλκυσιν του σκάφους και δεν είχε
+παύσει από πρωίας να δίδη οδηγίας και συμβουλάς, ιδών το
+ατύχημα εστέναξε και βραδύγλωσσος επεφώνησε·
+
+ — Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα!
+
+Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκον, και πάλιν νέα
+προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το
+παλάγκον εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως
+αμματίσει. Έφεραν νέον παλάγκον, ενώ ο πλοίαρχος, μη ευκαιρών
+να σπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δεν ηδυνήθη να μη
+ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την ακούσιον εκείνην αράν:
+«&Καλό μπλέξιμο!&», και βεβαίως, αν είχεν εμπρός του, αυτήν
+την φοράν, τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον, κακό μπλέξιμο θα είχε
+μαζί του. Ο δε καπετάν-Δημήτρης, με το τσιμπούκι του,
+ιστάμενος παρά την καλύβην του γύφτου, κάτωθεν της πρύμνης,
+επανελάμβανε·
+
+ — Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα! . . .
+
+Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα
+επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβή ελαφροί εις
+το κατάστρωμα, τελέσαντες τον αγιασμόν επλησίασαν εις την
+κωπαστήν και έβλεπαν τα συμβαίνοντα, διότι καταρριφθείσης ήδη
+και της προχείρου κλίμακος έμελλον να μείνωσιν επί του
+πλοίου, και δεν θα κατέβαιναν πριν πέση το πλοίον εις την
+θάλασσαν, και δυνηθώσι να κατέλθωσι με τας ιεράς εικόνας εις
+την βάρκαν. Πλήθος δε από αθερίνες — παιδία οκταετή και
+δεκαετή — έτρεχαν εμπρός και οπίσω επί του καταστρώματος,
+βοηθούντα διά του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου.
+
+Τέλος, μετά πολλούς αγώνας και τη εφαρμογή πολλών
+θεραπευτικών μέσων, το μέγα πλοίον αργά — αργά, ως καμαρωμένη
+νύμφη έπεσεν εις την θάλασσαν. Μέγας τότε ο αλαλαγμός
+γυναικών σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ανδρών
+τρεχόντων οπίσω της πρύμνης, ως να ήθελον διά του δρόμου
+τούτου να εκπτοήσωσι και να πειθαναγκάσωσι το πλοίον να πέση
+εις την θάλασσαν. Και ο μέγας καραβόσκυλος, ο Τσούρμος,
+τρέχων και αυτός όσον του επέτρεπεν η άκρα έντασις της
+αλύσεώς του, εγαύγιζε μανιωδώς προπέμπων το πλοίον, εφ' ου
+εντός της ημέρας έμελλε να μεταφερθή. Και ενώ όλοι έτρεχαν
+προς την θάλασσαν κατόπιν του ολισθαίνοντος και καταφερομένου
+διά της εσχάρας σκάφους, είς μόνος εστράφη αίφνης, κρατών τον
+βαρειόν του, και έτρεξε προς την αντίθετον διεύθυνσιν, προς
+την ξηράν, ως διά να κρυβή εις την καλύβην του πλοιάρχου, την
+χρησιμεύουσαν ως αποθήκην και διά τον ύπνον του νυχτερινού
+φύλακος. Ο τρέχων ούτος ήτο αυτός ο πρωτομάστορης, και
+έτρεχεν ουχί δι' άλλον λόγον, ή διά να μη συμμερισθή το
+λουτρόν του πλοιάρχου, το οποίον τινές εζήτουν κατ' έθος να
+επεκτείνωσι και εις αυτόν. Ηκούσθη δε τότε αίφνης μεγάλη
+φωνή, δεσπόσασα όλου του παμμιγούς θορύβου·
+
+ — Τον καπετάνιο στο γιαλό!
+
+Η φωνή αύτη εξήλθεν εκ πολλών στομάτων συγχρόνως. Ο καπετάν-
+Γιωργάκης ενδίδων εις την απαίτησιν του πλήθους, απορρίψας τα
+ελαφρά υποδήματά του, έτρεξεν επί της σκάρας πατών επί των
+ονύχων, όπισθεν της πρύμνης, και την στιγμήν, καθ' ην η
+πρύμνη απηλλάσσετο τέλος της εσχάρας και το σκάφος, φέρον
+υπερήφανον την κυανόλευκον επί κονταρίου μετ' ερυθρού
+σταυρού, εβαπτίζετο το πρώτον εις το κύμα, ερρίφθη με όλα τα
+ενδύματά του κατά κεφαλής εις την θάλασσαν, βυθισθείς πρώτον,
+είτα ευθύς ανελθών εις την επιφάνειαν, και αφού εκολύμβησε
+δύο ή τρεις γύραις, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την
+άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του
+πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην, όπου εις την στιγμήν ήλλαξε
+τα βρεγμένα αμπαδίτικα κ' εφόρεσε τα κυριακάτικα.
+
+Εις όλα ταύτα ήσο παρών, φίλε, και όλα σχεδόν δεν τα έβλεπες.
+Η καρδία σου, η φαντασία σου, οι οφθαλμοί σου ήσαν
+προσκεκολλημένα εις εκείνην, ήτις εφόρει τότε λινομέταξην
+θερινήν εσθήτα κ' εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι. Μόνον
+οι αλαλαγμοί του πλήθους σε απέσπασαν από της βυθίας θεωρίας
+σου, όταν το πλοίον είχε πέσει εις την θάλασσαν και ο
+πλοίαρχος έγινεν υποβρύχιος κατόπιν αυτού. Αλλ' άπαξ
+εξύπνησας, είδες, φευ! καί τι άλλο, το οποίον πολλοί των
+παρεστώτων δεν παρετήρησαν. Κατόπιν του πλοιάρχου, τρέξας
+μετ' αλλοκότου ενθουσιασμού, ρήξας κραυγήν ηδονής και
+θριάμβου ερρίφθη εις την θάλασσαν νέος τις, μόλις
+δεκαπενταετής. Ήτο ο Κ'στοδουλής, ο παιδικός φίλος σου. Πόθεν
+άρα ωρμήθη να το κάμη; Ίσως διότι ήλπιζε διά της εθελοθυσίας
+ταύτης, της προσφερόμενης εις την φειδωλήν Μοίραν, ν' αξιωθή
+να γείνη και αυτός πλοίαρχος μίαν ημέραν; ίσως και απλώς διά
+να τον ιδή η Πολύμνια; Ούτε το έν, ούτε το άλλο. Ο
+Χριστοδουλής είχεν έλθει, ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν
+είχεν αφαιρεθή η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι
+αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφή. Ησθάνετο δε ακατανίκητον
+επιθυμίαν ν' αναβή εις το καράβι.. Τι να κάμη; Δις και τρις
+εδοκίμασε να προσκολληθή πότε εις έν πότε εις άλλο
+κοντοστύλι, ας ήτο και η βάσις των επισφαλής, και ν'
+αναρριχηθή τολμηρώς έως την κωπαστήν του καραβιού. Δις και
+τρις τον είδαν, πότε ο πρωτομάστορης, πότε είς των μαραγκών,
+και μετ' αυστηρότητος τον εμπόδισαν. Τότε τι να κάμη και
+αυτός; αφού δεν ηξιώθη ν' αναβή εγκαίρως εις το πλοίον,
+επαρηγορήθη ριφθείς εις την θάλασσαν, και ακολουθήσας το
+σκάφος εις τον δρόμον του. Εν τούτοις συ ησθάνθης πικρόν
+νυγμόν ζηλοτυπίας. Η καρδία σου επληγώθη από το παιδαριώδες
+τούτο κατόρθωμα. Πτωχός Χριστοδουλής! Τι του είχεν έλθει; Και
+ούτε εξήλθεν εις την ξηράν διά ν' αλλάξη, όπου άλλως δεν θα
+εύρισκεν ενδύματα, αλλ' ηκολούθησε κολυμβών το απομακρυνθέν
+πλοίον, με το υποκάμισον και την περισκελίδα φουσκωμένα ως
+πανία βάρκας, υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης, είτα δε
+ανελθών εις λέμβον, εζήτησε διά νευμάτων από τους επί του
+πλοίου θριαμβευτικώς αλαλάζοντας παίδας να του ρίψωσιν
+ενδύματα· μικρός μούτσος ευσπλαγχνισθείς, του έρριψεν
+υποκάμισον και περισκελίδα ιδικά του, και ο Χριστοδουλής,
+αφού ήλλαξε, προσεκολλήθη εις μίαν των πλευρών, και πιασθείς
+από σχοινίον, ανήλθε θριαμβεύων εις το υψηλόν και
+ανερμάτιστον σκάφος.
+
+Το πλήθος εις το ναυπηγείον συνωθείτο τώρα περί την καλύβην
+του πλοιάρχου όπου η μεγαλοπρεπώς στολισμένη καπετάνισσα μετά
+προθυμίας και αβρότητος προσέφερεν εις όλους γλυκίσματα και
+ποτά. Αλλά συ ησθάνεσο τόσην πικρίαν εις τον ουρανίσκον, ως
+να είχεν αναβή η χολή σου όλη κ' εχύθη προώρως εις το στόμα
+σου. Κ' επιστρέφουσαν εις την πόλιν ηκολούθησες μακρόθεν την
+Πολύμνιαν, την οποίαν είχες ιδεί μειδιώσαν προς την τρέλλαν
+του παιδικού σου φίλου, και την είχες ακούσει ψιθυρίζουσαν:
+«Τι παράξενο παιδί, αυτός ο Χριστοδουλής!»
+
+Δεν ήτο αύτη η μόνη φορά, καθ' ην ο Χριστοδουλής ερρίφθη εις
+το ύδωρ με όλα τα ενδύματά του προ των οφθαλμών της Πολυμνίας
+ή και χάριν αυτής. Ολίγας ημέρας ύστερον, μίαν Κυριακήν περί
+τα τέλη Αυγούστου, ο Παρρήσης ο καλλιεργητής του σικυώνος,
+καλόκαρδος, άφροντις, μελαψός, με μακράν την φούνταν του
+φεσιού, κρεμαμένην επί του ώμου, και ο Λούκας ο εκμισθωτής
+της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη, με λινόχρουν τον
+μακρόν πέραν των ώτων μύστακα με αστακού βρασμένου τον χρώτα
+του προσώπου, είχαν καθίσει, καθώς πολύ συχνά το εσυνήθιζαν,
+«να το κλάψουν» ολίγον παρά το χείλος της λίμνης, υπό την
+δροσεράν αναδενδράδα, έξωθεν της καλύβης των. Ο ήλιος έκλινε
+προς την δύσιν, και από μιας ώρας ήδη είχον δώσει και λάβει
+εναλλάξ πολλούς αδελφικούς ασπασμούς εις τα χείλη της
+φλάσκας, ήτις ήτο τετραόκαδος και είχε κομισθή αρτίως εκ της
+πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ο πιστός φίλος των, ο Αργύρης, ο
+συνιδιοκτήτης του ανεμομύλου, τους είχεν επισκεφθή προ μικρού
+με τα αστεία του, και εις μεν τον Λούκαν είχε προσφέρει
+τσιγάρον μετά πυρίτιδος, όπερ ανάψας εκείνος έκαυσεν ολίγον
+διά της εκρήξεως τον πυρρόν μύστακά του, και ατάραχος είπε:
+«ζαράρ γιοκ!», εις τον Παρρήσην δε είχεν επιδώσει σπασμένην
+γκάιδαν, προτρέπων αυτόν «να παίξη κανένα χαβά», αλλ' όσον
+και αν ηγωνίζετο πνευστιών ο Παρρήσης, η γκάιδα ουδένα
+εξέβαλλε φθόγγον. Τέλος ο Αργύρης είπε: «δε φελάτε τίποτε κ'
+οι δυο σας, κρίμα 'ς εσάς, κρίμα 'ς!», και προσποιηθείς
+δυσαρέσκειαν απήλθεν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνοι
+εξακολουθούντες να εκκενώσι σιγά-σιγά και μεθοδικώς την
+φλάσκαν. Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα
+κεφαλόπουλα και ουκ ολίγα καβούρια, και το μοσχάτον κατέβαινε
+μια χαρά κάτω. Είχαν ενθυμηθή παλαιάς ιστορίας, διηγούντο
+προς αλλήλους τα παθήματά των, τα οποία δεν είχον τελειωμόν.
+Ο Παρρήσης μάλιστα εξαρθείς από της πεζότητος ετραγούδει κατά
+προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οίον τον στίχον:
+
+ Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω.
+
+Έλεγαν δε προς αλλήλους: «Θυμάσαι, καρδάσ', τούτο; θυμάσαι,
+γιολδάσ', αυτό;» Όταν είνε τις με τον άριστον φίλον του εις
+ωραίαν εξοχήν, συμπαραστατούσης και φλάσκας με μοσχάτον,
+λησμονεί τα πάντα, και οι δύο άνδρες ουδ' υπώπτευον ότι τους
+έβλεπέ τις, όπερ άλλως τους ήτο αδιάφορον. Αλλ' όπισθεν των
+καλαμώνων, επί της αντιπέραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο
+χωμένος από δύο ωρών αφανής, ο παιδικός φίλος σου ο
+Χριστοδουλής. Τι εζήτει εκεί; Κατά πάσαν πιθανότητα
+παρεμόνευε πότε θ' απεμακρύνοντο προς στιγμήν από της όχθης ο
+Παρρήσης και ο Λουκάς, διά να χωθή γοργά εις την λίμνην και
+κλέψη ο πονηρός κανένα έγχελυν ή κεφαλόπουλά τινα και ολίγα
+καβούρια. Αλλά μάτην επερίμενε, και ήδη είχεν αποφασίσει,
+αναγνωρίσας μακρόθεν την τσότραν και ελπίζων ότι οι δύο φίλοι
+εν τη ευθυμία των δεν θα τον έβλεπον, να επιχειρήση το
+τόλμημα και απέναντι αυτών. Αλλά την στιγμήν εκείνην
+απροσδόκητον συμβάν είλκυσε την προσοχήν του.
+
+Ήγγιζεν ο ήλιος εις την δύσιν, όταν εις την καλύβην, έξωθεν
+της οποίας εκάθηντο οι δύο συμπόται, επλησίασε γυνή τις
+συνοδευομένη υπό μειρακίου. Εφόρει λευκήν εσθήτα κ' εκράτει
+κόκκινον παρασόλι, και ο Χριστοδουλής με όλην την απόστασιν
+την ανεγνώρισεν ευθύς. Ήτο η Πολύμνια μετά του αδελφού της
+του Νίκου. Οι δύο άνδρες εσηκώθησαν ευθύς, και εκ των
+νευμάτων και υποκλίσεών των ενόησεν ο Χριστοδουλής, χωμένος
+μέσα εις της καλαμιαίς, ότι την επεριποιούντο και ήσαν
+πρόθυμοι εις τους ορισμούς της. Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και
+βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήση και να επιβή εις την μικράν
+φελούκαν, είδος σκάφης, μ' επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν,
+ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ου μακράν της
+καλύβης, και ης επιβαίνων ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην
+τας εγχέλεις και τα κεφαλόπουλα. Κατόπιν της νεάνιδος, ο
+μικρός αδελφός της λύσας την μπαρούμαν, επέβη, και λαβών το
+κοντάριον ήρχισε να &αβαράρη& εις τον βυθόν της αβαθούς
+λίμνης. Ο Χριστοδουλής εσυμπέρανεν ορθώς ότι της Πολυμνίας,
+θα της είχεν έλθει η φαντασία να κάμη μίαν φοράν με την
+φελούκαν περίπατον επί της λίμνης, και ο Λούκας ευδιάθετος
+ευρεθείς, της έδωκε την άδειαν.
+
+Η μικρά σκάφη απεμακρύνθη προς το κέντρον της λίμνης· οι δύο
+άνδρες καθίσαντες εκ νέου ησχολούντο ν' αποτελειώσουν την
+φλάσκαν, και ο Χριστοδουλής κρυμμένος εις τους καλαμώνας,
+έβλεπε θαυμάζων, όπως θα εθαύμαζες συ, το χαριέστατον
+σύμπλεγμα της νεάνιδος και του μικρού αδελφού της,
+εξακολουθούντος με όλην του την δύναμιν διά του κονταρίου ν'
+αντωθή τον πυθμένα. Η Πολύμνια εφαίνετο ακτινοβολούσα εκ
+χαράς. Ο περίπατος ούτος την ηύφραινε, την κατεγοήτευεν, ως
+τα αθύρματα τας τριετείς κορασίδας, ενώ ο αδελφός της
+εφαίνετο αισθανόμενος ίσην χαράν με τα επταετή παιδία, τα
+οποία φεύγοντα το σχολείον, με τον &φύλακα& ανηρτημένον υπό
+την μασχάλην, ευρίσκουσιν άφατον την ηδονήν να τρέχουν εις
+της ακρογιαλιαίς και εις τους βάλτους, και να &καραβίζουν& με
+σμικρότατα κομψά καραβάκια, τα οποία οι επιδεξιώτεροι μεταξύ
+των κατασκευάζουσιν. Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, το
+καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψη,
+και δεν εχόρταινε να βλέπη την παιδικήν εκείνην επί της
+λίμνης περιπλάνησιν. Αλλά δεν του διέφυγε και η &ατζαμωσύνη&
+του Νίκου, όστις δεν είξευρε ν' &αβαράρη& κανονικά, καθώς
+έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος
+σου εστέναζε κ' έλεγε: «Α! να ήμουν εγώ»!. . .»
+
+
+Εκεί, εις μίαν στιγμήν, καθώς &αβαράριζεν& αδεξίως ο Νίκος, η
+φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν
+έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, έκαμνε ν' αβαράρη,
+και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα,
+και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το
+κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα
+εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν' απαλλάξη
+εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το
+κοντάριον έφευγεν από τας χείρας του, εωσού έπεσεν από τους
+ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το
+μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν.
+
+Η Πολύμνια εγερθείσα με προφύλαξιν έκυψε διά να ίδη πού επήγε
+το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ην
+ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα,
+και παρ' ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η
+Πολύμνια, και μη επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις
+τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και
+πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της προς τους
+δύο συμπότας της μικρός καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να
+φωνάζη·
+
+ — Ε! μπάρμπα-Λούκα!
+
+Αλλ' έως να πάρη είδησιν ο Λούκας και αποφασίση να έλθη εις
+βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του
+πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το
+ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του
+ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ίδιόν
+του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ' ο
+Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμώτερα
+εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους
+καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την
+περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν
+του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως
+τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και
+υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα
+αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την
+προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την
+λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα
+λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους
+βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα,
+ανεπήδησε στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν
+της σκάφης, και με απίστευτον διά την ηλικίαν του ρώμην, την
+ανεσήκωσε και την απήλλαξεν από του εμποδίου των υψηλών
+χόρτων. Είτα εξέπλεξε και το κοντάρι από το μέρος, όπου είχεν
+εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον·
+
+ — Να, πώς ν' αβαράρης!
+
+Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ το
+κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης,
+απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ
+η Πολυμνία τον εκύτταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν
+υποψιθυρίζουσα·
+
+ — Τι παράξενο παιδί!
+
+Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο
+συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε,
+και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε·
+
+ — Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.
+
+ — Φθάνει να μην είνε κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίση τα
+κεφολόπ'λα, καρδάσ', είπεν ο Παρρήσης.
+
+Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν εις τον καλαμώνα του, όπου ο
+μπάρμπα-Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του
+λευκού του οικίσκου του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν
+ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς
+προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου καίοντος
+ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός
+ενδύματα να φορέση. Και ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός χωρέσ' τον, ο
+Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τας ολίγας αμνάδας
+του, του έδωκε «μιαν ευχή» και του είπεν ότι θα έχη «μεγάλον
+μισθό», χωρίς να υποπτεύση ότι αυτός ήτο νοθογενές απότοκον
+λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας μαθών εκ στόματος της
+Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την
+φλάσκαν, με τας απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν
+από της αντίπεραν όχθης·
+
+ — Στην υγειά σ', Κ'στοδουλή!
+
+
+Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η
+Πολύμνια ήτο διά σε ή δι' εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο
+μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις
+να γείνη ανήρ χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και
+δεκάκις ν' απατηθή;
+
+Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ· ίσως και συ
+επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ'
+από ετών δεν ήκουσέ τις περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την
+Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και
+ουδέν πράττεις.
+
+
+
+ΤΟ ΕΝΙΑΥΣΙΟΝ ΘΥΜΑ
+
+
+
+Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην
+θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι
+της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νειόγαμπρος κι' ο
+Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα
+καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή
+ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις
+την θυγατέρα της θυγατρός της.
+
+Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθή ο γάμος.
+Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει
+ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και
+μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν
+σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην από τα γρίφφια
+και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις
+την φελούκαν ο Νειόγαμπρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν
+προς αλιείαν.
+
+Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός «ψαράς με το ένα χέρι» — το
+άλλο του το είχε φάγει η δυναμίτις — όπου ηλίευε τους
+περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους
+έδενεν ως βώδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν
+εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το
+ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί
+προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος
+επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την
+Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως
+λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβη σύνταξιν,
+αλλά τα «χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν
+ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς
+και πορθμητικάς.
+
+Ο Νειόγαμπρος είχε στεφανωθή την προ πέντε εβδομάδων
+Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντήσει ακόμα.
+
+Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νειόγαμπρος επερίμεναν τον
+Μπαμπούκον πότε να έλθη διά να λύσουν την μπαρούμαν καί
+αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπομπούκος έτρεχεν από βράχον εις
+βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του τον
+Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γέρο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο
+ένας εταξείδευε με τα καράβια, ο άλλος υπηρέτει εις τα
+βασιλικά.
+
+Εκ των θυγατέρων του, άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη
+εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του
+γήρατός του, διά να υποβαστάζη τα ρευματισμένα γόνατά του, ο
+γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην,
+παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με
+γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η
+σύζυγος του Μπαμπούκου.
+
+Αλλ' ο Πάπος του έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον,
+από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχη, να
+χαζεύη και να μην υπακούη. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους
+αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια ή μικρά χταποδάκια
+εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν
+της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον,
+σιμά εις τον ναΐσκον του αγίου Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το
+σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν
+κουκουβάγιαν να μεγαλώση, διά να μη λαλούν την νύκτα απαισίως
+εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του,
+του έκοφτε τα φτερά, κ' εζητούσε να μάθη απ' αυτόν την
+τέχνην, πως να καταπίνη, χωρίς να μασσά τα μικρά γλυκά, όσα
+κατώρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν.
+
+Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέση 48 ώρας ή το πολύ τρεις
+ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν' αφήση τον υιόν του να
+«ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί. Αλλ' ο Πάπος
+αγαπούσε, ναι, της βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά
+δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα
+έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή
+δι' αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον
+πάρη μαζί, εφρόντισε να γείνη άφαντος.
+
+Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν η δύο φοράς είδε τον «διακαμό»
+του, τον φεύγοντα ίσκιον του όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος
+είξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις και τα
+ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο
+γέρο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση!
+
+Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος
+άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι
+ανυπομόνουν.
+
+ — Μα έλα δα! έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να
+έρχεται χωρίς τον υιόν του. Έλα, κι' ας κουρεύεται!
+
+ — Καλλίτερα, λείπει κι' ο μπελάς του, παρετήρησεν ο
+Νειόγαμπρος.
+
+Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμαν, κ' επήδησε
+στη βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο.
+
+ — Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλλο, είπεν ο·
+Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ.
+
+Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν,
+εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς
+να σκεφθή·
+
+ Καλό πνίξιμο, παιδιά.
+
+Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νειόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νειόνυφη, η
+σύζυγός του, ήτις τους εκύτταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον
+απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνεφρυώθη, και
+στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της.
+
+ — Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε.
+
+Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξη οπίσω τον σύζυγόν
+της, να τον κρατήση, να μη τον αφήση να υπάγη. Αλλ' η τόλμη
+της έλειπεν και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Είξευρεν
+ότι εκείνος θα την εσκώπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο.
+
+Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην
+άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν
+τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε
+εβδομάδων είχε στεφανωθή, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι
+διαφιλονεικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον
+οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον,
+οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πενθερά του είξευρε
+μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού
+είξευρε κι' αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε.
+
+Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε
+φορέσει διά να στεφανωθή, κι' αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα.
+
+Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα,
+της οποίας η κόρη είχε κατεβή εις τον τάφον, πριν γείνη νύφη
+διά να τα φορέση. Ω, κακοσημαδιά!
+
+Και η Νειόνυφη έκλαυσεν.
+
+Εν τοσούτω η θαλάσσια ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του
+γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι
+εις την αντίπεραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται
+φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ' εις το κέντρον του
+πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική,
+αλλ' εις την εσχατιάν του πελάγους, παρά τας ακτάς τας
+απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος,
+αλλά μανία και φρίκη.
+
+Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νειόνυφης,
+δεν ήτο ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ' ολίγον ο
+Πάπος, φαγκρίζων και γελών ως προσωπίς αποκρηάτικη,
+κάτισχνος, μελαμψός και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η
+λέμβος εμακρύνθη ως πενήντα οργυιές, κ' εκύτταζε τους
+ναυβάτας,
+
+Καθ' ην στιγμήν άφηναν τα κουπιά και ητοιμάζοντο να κάμουν
+πανιά προς το πέλαγος.
+
+ — Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε.
+
+ — Γιατί, παληόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ
+το Κουρτεσάκι.
+
+ — Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς ο Πάπος.
+
+ — Και πού θα ερμοκατιάσης το βράδυ να ψοφολοήσης; Ο πατέρας
+θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας.
+
+ — Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους
+τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας.
+
+ — Αν θέλης, έλα, είπεν η πτωχή γραία.
+
+Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και
+τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη
+προς τους πάσχοντας, κ' επαρηγόρει τον γέρο-Γατζίνον και
+τον γέρο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα
+γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν, και είχον υιούς
+και θυγατέρας. Κι' αυτή ήτο έρημη και μοναχή εις τον κόσμον.
+
+Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν
+γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζη
+διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή
+γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δυο χρονιές εις
+το μισοχαλασμένον σπίτι της Σκωριανίνας, της μακαρίτισσας. Το
+σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και
+μισήν στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε
+καταρρεύσει προ πολλού.
+
+Καθ' όλας τας πιθανότητας, έμελλε κ' εφέτος να ξεχειμωνιάση
+εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει,
+δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθή, θα είχεν η
+Σειραϊνώ καταφύγιον, μένουσα υπό την αυτήν στέγην με εκείνην.
+Αλλ' ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της
+παρουσίας της.
+
+Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθή
+την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος
+τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το
+οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλιν γείτων.
+
+ — Κ' εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ, να μην πας με τον πατέρα
+σου, που σε ήθελε; είπεν η Σειραϊνώ, άμα ούτος κατεκλίθη
+τυλιχθείς εις πάλαιαν τριμμένην βελέντζαν.
+
+Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζη.
+
+
+Το φεγγάρι είχε «πιασθή χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν «δίπλα
+φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία,
+και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός
+εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και
+προς ανατολάς· την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και
+προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία.
+
+Καιρός διά ψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να
+γυρίση. Οι ναυτικοί έλεγον ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να
+πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ' ή
+θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής
+της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις
+τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα
+θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου
+είνε, θα φανούν».
+
+Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε»,
+καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους
+τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να
+βρέχη χιονόνερον, και να βοΐζη ο άνεμος σείων το καραβόπανον,
+το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράζη το φοβερόν χάσμα του
+τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν
+της πτωχείας, κ' εγίνετο βοή, κ' εκρότουν από το ψύχος τα
+ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος,
+έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη,
+την αποκρηά, κ' έτριβε τας χείρας και εφώναζε·
+
+ — Κύττα, θεια-Σειραϊνώ . . . Δεν σου φαίνεται σα ν'
+αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη
+βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είνε; Ακούς, θεια-
+Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ ! . .
+. κρρρρ! . . . μπρρρρ! . . . θεια-Σειραϊνώ.
+
+Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της
+δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η θεια-
+Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, και ηρώτα
+όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο
+Πάπος δεν ήλθεν.
+
+
+Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ης
+σχηματίζεται ο λιμήν έν μίλιον αντικρύ της πολίχνης,
+ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις
+μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν
+έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της
+νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν
+εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το
+οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος.
+
+Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει
+μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους
+ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γείνη τις καλός ναυτικός,
+πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα
+φουρτούνες. Και έπειτα να «κατιάζη» τις απαράλλακτα, όπως η
+κόττες 'ς το σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις
+τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει
+όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορή ποτέ να γείνη
+καλός ναυτικός.
+
+Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα
+δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο
+να είνε εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα
+ευρίσκεται, και πιθανόν να φανή οσονούπω — το κακοκέφαλον
+παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν' ανησυχήση, και έφερεν
+όλον τον γύρον του λιμένος, κ' έφθασεν αντικρύ προς το μέρος
+όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί, έμενε κ' εκύτταζε το
+πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι' αγνάντευε,
+ζητούν να ξανοίξη πουθενά την βάρκαν. Κ' έκλαιεν η ψυχή του
+μέσα βαθειά, κ' εδάκνετο η καρδία του, διότι είχε κάμει
+παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του.
+
+Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και
+πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειοανατολικός, Γραίος, εφύσα
+δυνατά, με όλην την δύναμιν όπου μπορούσεν ο Γραίος να έχη
+και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να
+έχη ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως
+αυτής, επίστευεν, ότι μπορούσε να έχη.
+
+ — Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να' ρθη ο πατέρας μου, και
+να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ' Νικόλα μ',
+που σ' έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι . . .
+αχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν απόκερο από μέσ'
+απ' το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ
+έκανες πως δε με γλέπεις . . . για να κυνηγώ της νυχτερίδες
+και τα κουκουβαγιόπουλα τη νύχτα . . . μη με ξεσυνερίζεσαι,
+και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω . . . και να μη
+βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του . . . κ' εγώ να σου φέρω άλλα
+τόσα, κι' άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου
+έκλεψα.
+
+
+Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί,
+ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος
+καρυδίου, να παραδαίρνη και να κατέρχεται εις τον αφρόν των
+κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα, ως μίαν
+κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγεινε νυξ. Και αφού
+παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν είξευρεν, αλλά «μία ώρα, μια
+ωρίτσα», του εφάνη ν' ακούση βρόντον, είτα συγκεχυμένας
+κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα
+τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον
+οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγεν όλα.
+
+Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον
+ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουε
+τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να
+συγχέη ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή
+ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας, και όμως ο μικρός θαλασσινός
+μάγκας ήτο βέβαιος ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι
+ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος, και η κραυγή, κραυγή
+αγωνίας.
+
+Είς την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού
+ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίη μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως
+επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω! να είχε
+τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα!
+
+Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το
+πέλαγος είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα,
+προεξέχοντα του κύματος.
+
+ — Τ' Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος.
+Απάνω στ' αραπάκια έπεσαν. Ω! κ' εγώ που δεν επήγα μαζί τους.
+
+Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους
+εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθή να πέση εις την
+θάλασσαν ή χωρίς να γδυθή να κολυμβήση να τρέξη εις βοήθειαν
+του πατρός του. Αλλά πώς; Πού να πάγη; Πώς να φθάση εκεί;
+Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του
+κύματος ή σύντριμμα των βράχων.
+
+Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξη προς την πολίχνην, εις
+τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας να τρέξουν
+με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ' έπρεπε να τρέξη
+χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάση εις την κορυφήν της
+ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του όσον
+οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο
+πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού
+βόμβου της τρικυμίας.
+
+
+Τ' Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες
+άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενεθυμήθη
+ακουσίως την στιγμήν εκείνην έν αυστριακόν θωρηκτόν, το
+οποίον κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε
+να πέση στ' Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά
+ετών, και το ενθυμείτο καλά.
+
+ — Ήσαν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο
+Λιμάνι, ο μπάρμπα-Λουκάς, ο Κοτίμπας, ο Διολέττας και τόσοι
+άλλοι θαλασσινοί, κ' εκύτταζαν τ' Αυστριακό, κοτζάμ' βουνό,
+που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέση στα
+ρηχά, κοντά στ' Αραπάκια, κ' επαρακαλούσαν κ' έλεγαν :
+«Παναϊά μ', να πέση απάν' στ' Αραπάκια, Παναϊά μ' να πέσ'
+απάν'». Και με μια βόλτα έστρηψε πάλι κ' έφτασε κατά τα
+Μυρμήγκια, κι' ο μπάρμπα-Λουκάς είπε : «Γλύτωσ' απ' τ'
+Αραπάκια, απ' τ' Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ'». Μα κι' απ' εκεί
+γλύτωσε.
+
+Και τ' Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών,
+συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον
+αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά
+Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν!
+Έλεος, Αραπάκια, έλεος!
+
+
+Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και
+δυναταί λέμβοι επήγαν κ' έψαξαν τριγύρω εις τ' Αραπάκια,
+μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της
+Πούντας ακτής και πλησίον εις τα Μυρμήγκια, τους άλλους
+σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε
+ανθρώπου, ούτε λέμβου.
+
+Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγεινε γαλήνη, μία βρατσέρα
+ξένη, εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το
+αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν
+αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον.
+
+Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος,
+σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν
+πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς, και αν η φαντασία τον
+είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά
+τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ' Αραπάκια, είτε
+αλλού, ενομίζοντο πνιγμένοι.
+
+Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο
+πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν
+ευρέθη.
+
+Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων,
+των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας;
+Κατά παν έτος η θάλασσά μας ζητεί το θύμα της. Φρίκη και
+πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον.
+
+Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο
+τόσον σύννους και σοβαρός, ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς
+είχε γείνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι,
+κλαίουσα, όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της
+παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον·
+
+ — Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.
+
+
+
+ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ
+
+
+Είχε κινήσει αποβραδής, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθή εις το
+βουνόν ο ήλιος, να υπάγη 'πίσω μακράν εις τ' Αρβανίτη τ'
+Μανώλη τ' Σουφριά . . . , όχι στον Αραδιά, στης Κεχριάς το
+ρέμμα, ο άγαλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά . . .
+όχι, δεν ήτο και πολύ μακρυά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο
+ώραις με τα πόδια. Αλλ' εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει,
+ποιος ξεύρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων
+τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμμένην θέσιν του, όταν ήτο
+γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακρυά φούντα, με γλυκά
+μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορή
+στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλε με την σημερινήν
+κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και
+την περιποίησίν της να σε καρτερή εις τον νερόμυλον με δύο
+παιδιά, οπού το ένα να διηγήται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η
+δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ' η πρώτη του εφαίνετο
+πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίση
+πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι
+αρραβωνιασμένος, με δύο αρραβωνιαστηκές, πότε με την μίαν
+πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν
+εκαλοπέρασέ ποτε γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι'
+αυτός. Και η γρηά-Αγάλλαινα, ας είνε άγια τα κόκκαλά της εκεί
+που είνε, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού,
+χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες
+η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Σε οκτώ ημέρας πάλιν του Αγίου
+Βασιλείου, βασιλόπητα η μία, βασιλόπητα η άλλη. Ήρχετο πάλιν
+η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου
+Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος
+του η Μπονώραινα η επιτηδεία τεχνίτις χαμαλιά, και δος του
+μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των
+χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ' η
+πρώτη δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η
+ατυχής, πεντάρφανη, ποίος να την προστατεύση, ποίος να της
+ειπή καλόν εις τα συμπεθερικά της. Η άλλη είχε και παραείχε
+γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την
+βρατσέραν, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά
+και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή.
+
+
+Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρταν
+της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν
+χάλκωμα, έχυσε νερόν εντός, έρριψε ξηρά ξύλα εις την εστίαν,
+και ανεβίβασε το χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να
+φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης,
+έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλαν της, ο Μανώλης με το καραβάκι
+του. Η πρώτη πενταέτις εδοκίμαζε να ειπή ένα παραμύθι εις τον
+δεύρον, τετραετή, όστις έχασκε να την ακούη. Ήρχιζε δε
+πάντοτε από στίχους:
+
+ Άδζα μάννα,
+ βάτος μαμή,
+ αητός μ' επήρε . . .
+
+Σχεδόν δεν είξευρε να ειπή άλλα.
+
+Αλλά και τόσα ήρκουν διά τον Μανώλην.
+
+Η Λινιώ παρεκάλει την μητέρα της να είπη τα λοιπά.
+
+ — Πώς το λένε, μάννα;
+
+ — «Αητός μ' επήρε, στο δέντρο μ' ανέβασε».
+
+ — Ύστερα; ύστερα; ηρώτα το Λενιώ.
+
+ — Ύτελα; επανελάμβανε και ο Μανώλης.
+
+ — Και η Αφέντρα διηγείτο με ολίγας λέξεις, πώς η εκ του
+γαστροκνημίου ανδρός τη βοηθεία βάτου μαιευτήρος γεννηθείσα
+ηγαπήθη υπό του βασιλέως και είτα τη διαβολή της πενθεράς της
+εγκατελείφθη υπ' αυτού καταδικασθείσα να βόσκη χήνας.
+
+ Στο δέντρο μ' ανέβασε,
+ γρηά μ' εξεπλάνεσε.
+
+Και η Αφέντρα κύπτουσα εφύσα το πυρ, διακοπτομένη μόνον διά
+να είπη εις τα τέκνα της·
+
+ — Τώρα θαρθή ο πατέρας σας . . . όπου είνε, έφτασε. Να
+κάμετε φρόνιμα . . . Θα σας φέρη καλούδια . . . Στραγάλια και
+μύγδαλα.
+
+ — Ταάλια κη μύλαλα! επανελάμβανεν ο Μανώλης με το στόμα
+ανοικτόν.
+
+Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα και ο Αγάλλος δεν εφαίνετο.
+
+Η Αφέντρα δεν ανησύχει, είξευρεν ότι ο σύζυγός της ήτον
+«αργοστόλιστος». Ωμοίαζε με την νύμφην που αργεί να στολισθή
+και, ως νύμφη, επερπατούσε καμαρωμένα. Α! νύμφη! . . . Υπήρξε
+και αυτή νύμφη . . . Το ενθυμείτο ακόμη . . . Και πώς να το
+ξεχάση; Οκτώ χρόνια, η πενθερά της, «τους είχε ψήσει το ψάρι
+εις τα χείλη», αυτής και των οικείων της. Ο Αγάλλος ήτον
+περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δέκα έξ μπακλαβάδες,
+εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα
+κότταις και πήτταις. Και ποιος τα λυπείται αυτά; Μόνον εκατό
+φοραίς πείσματα, κακιώματα. Πότε με την μίαν αρραβωνιαστικήν
+τα εχαλνούσε, πότε με την άλλην. Κατ' αρχάς είχε δώσει
+σημάδια εις την άλλην. Ύστερον τα εχάλασε κ' «έδεσε
+πανδρειαίς» μ' αυτήν. Κατόπιν τα σκαρώνει πάλιν με την άλλην,
+και γυρίζει πίσω την αρραβώνα εις αυτήν. Ακολούθως πετά τα
+σημάδια της Σμαράγδως και τα σάζει πάλιν με την Αφέντραν. Και
+ήτον εύμορφος γαμβρός, να έχη ζωήν, και τον αγαπούσαν και η
+δυο. Από την άλλην ήτο βεβαίως πλέον εύμορφος, εφρόνει η
+Αφέντρα, άσπρος, γαλανός, κοκκινοροϊδίτης. Πλέον εύμορφος
+ήτον ακόμη και από την Αφέντραν, ήτις ήτο ισχνή, χλωμή και
+αδύνατος. Τέλος, αφού έκαμε τελευταίαν βόλταν προς την
+Σμαράγδω, και όλην την εβδομάδα δεν τον είχαν ιδεί στα μάτια,
+ανελπίστως την Κυριακήν το μεσημέρι οι δύο αδελφοί, οίτινες
+είχαν φθάσει το Σάββατον με την βρατσέραν, τον καταφέρνουν,
+βγάζουν της άδειαις, και τον στεφανώνουν την Κυριακήν το
+βράδυ με την Αφέντραν.
+
+Μόλις έλαβον καιρόν η γενειαίς της να στολίσουν την νύμφην.
+Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Είχε κεντήσει η ιδία τον
+ήλιον και το φεγγάρι εις τα μανίκια του μεταξωτού άλικου
+υποκαμίσου της. Εις την σκούφιαν της πάλιν είχε κεντήσει
+μεγάλην γάστραν με λουλούδια και με κλαδιά. Και εις την
+τραχηλιάν της είχε κεντήσει, διάφοραις κλάραις. Είχε και
+ωραία προμάνικα ανασηκωμένα εκ βαρυτίμου ρωσσικού
+χρυσοϋφάντου. Και το ποδογύρι ολόχρυσον τρεις σπιθαμαίς
+πλατύ.
+
+Η πενθερά της, μόλις είχε πεισθή την τελευταίαν ώραν να δώση
+την ευχήν της, σκληρυνομένη έως τότε, λέγουσα ότι επόνεσε την
+άλλην, ότι την λυπείται, ως ορφανήν. Τέλος εφόρεσε τα καλά
+της και ήλθε, φέρουσα την μαύρην μανδήλαν της χηρείας της,
+επιφυλαχθείσα να φορέση χρωματιστήν «πολίτικην» την στιγμήν
+μόνον που ήθελεν ασπασθή τα στέφανα. Ήλθε και η ανδραδέλφη
+της κ' εστάθη υψηλή, σιμά εις την τέμπλαν, άλλη τέμπλα
+έμψυχος αυτή, πλατεία, ακίνητος, στολισμένη ως νύμφη. Διότι η
+τέμπλα δεν είνε να λείψη από την αίθουσαν όπου θα τελεσθή ο
+γάμος. Στρώματα, και παπλώματα, και κηλίμια, επιμελώς
+διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται ευτάκτως και
+κοσμίως κατά τον τοίχον, παρά μίαν γωνίαν του θαλάμου,
+καλύπτονται με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστέφονται με δύο
+προσκεφαλάδες με μεταξωτά περιβλήματα. Αυτή είνε η τέμπλα.
+
+Αφού έφθασε με τα βιολιά ο κουμπάρος, ήλθαν και οι
+καλεσμένοι, ύστερον οι παππάδες, και ήρχισεν η τελετή.
+Αντηλλάγησαν οι δακτύλιοι, είτα τα στέφανα, ανεγνώσθησαν αι
+ωραίαι ευχαί, εψάλη το «Ησαΐα χόρευε», έφεραν γύρον τρεις
+φοραίς, έρραναν τους νεονύμφους με ορύζιον και με κοφέτα, και
+τέλος ο Παππα-Νικόλας με την σκληράν και οστεώδη χείρα του,
+λαβών εκ του βραχίονος οκταετές παιδίον, το οποίον είχε μάννα
+και πατέρα, το ώθησεν εν τω μέσω των νεονύμφων, κ' εχώρισε
+διά της κεφαλής του παιδιού τας συνδεδεμένος χείρας των,
+επευχηθείς μεγαλοφώνως·
+
+ — Όλο κεφαλάδες.
+
+Ακολούθως ο γαμβρός, λαβών τον μέγαν δίσκον, εκέρασεν ο ίδιος
+τους ιερείς, τον κουμπάρον και τους καλεσμένους, ενώ η νύμφη
+ισταμένη ορθή, μεταξύ της τέμπλας και της ανδραδέλφης της,
+εκαμάρωνε, κ' εχρειάζετο να της σείουν όπισθεν την κεφαλήν
+ηρέμα αι παράνυμφοι, στολισμέναι όλαι παριστάμενοι, διά να
+απαντήση διά κατανεύσεως εις τας αφθόνους ευχάς των
+καλεσμένων: «στερεωμένοι, καλορρίζικοι, με γυιούς», ενώ μόλις
+εκινούντο τα χείλη της χωρίς ν' ακούηται η φωνή της, λεγούσης
+«ευχαριστώ».
+
+Εν τω μεταξύ, ο μπάρμπα-Γκιουλής, ο κατ' αποκοπήν μάγειρος
+όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του
+οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε
+τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον
+και ήρχισε να το τσιγαρίζη διά να κάμη το σύνηθες εις τους
+γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγεινεν
+ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά.
+
+Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μίαν χείρα εγύριζε την
+σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι'
+ης ανεκάτωνε κ' ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. Ήλθε και ο
+γέρο-Σιγουράντσας αυτόκλητος βοηθός, διά να γυρίζη την
+άλλην σούβλαν. Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις
+ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής,
+ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του,
+ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και διά
+της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν.
+Κατεβρόχθιζεν αυτός τρία, διά προφταστήρα, ως έλεγεν, έδιδε
+και εις τον γέρο-Σιγουράντσαν έν διά ψυχόστασμα, και
+συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους μουστερήδες, εξ
+εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες
+φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς
+χρονολογίας δι' όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα
+τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα, ήρχισε να
+τους αποδιώκη με ονειδισμούς και απειλάς, όμοιος με την
+γάτταν του σπιτιού, την ανευρίσκουσαν όλην την φύσιν της
+τίγριδος και ανορθούσαν τας τρίχας και γρύζουσαν υπούλως και
+εξαπίνης σχίζουσαν εις τους οφθαλμούς τον απονήρευτον και υπό
+του εμφύτου μόνον ελαυνόμενον επιδρομέα σκύλον.
+
+Είς των καλεσμένων ακούσας απ' επάνω την τραχείαν φωνήν του
+Γκιουλή, δι' ης απεδίωκε τους οχληρούς απαιτητάς (τους
+οποίους αυτός ο ίδιος είχεν αποπέμψει προ μικρού από την
+οικίαν, αφού τους εφίλευσε δις και τρις μπακλαβάδες και
+μαστίχαις και ρώμια), επρόβαλεν από το παράθυρον και βλέπει
+τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και
+όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν
+μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού.
+Τότε ο εκ των καλεσμένων, όχι μόνον δεν τον εμέμφθη, αλλ'
+αισθανθείς και αυτός την όρεξίν του να τον κεντά, έλαβε λάθρα
+μίαν από τας πολλάς φλάσκας, τας οποίας είχον εισφέρει
+πλήρεις οίνου οι καλεσμένοι, και κατελθών ηρέμα εις την
+αυλήν, την επρόσφερεν εις τον Γκιουλήν, όστις ερρόφησεν όχι
+μετρίαν δόσιν, και κόψας ευγνωμόνως μέγαν μεζέν τον
+αντιπροσέφερεν εις τον διακριτικόν άνθρωπον. Μετά δύο δε ή
+τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις η φλάσκα εμέσασεν.
+
+Αλλ' έμελλον οπωσδήποτε να ψηθώσι τέλος τα δύο σφαχτά, ώφειλε
+και το πιλάφι να γείνη επί τέλους. Τότε ο Γκιουλής
+κατεβίβασεν από το πυρ το πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε
+και τας δύο σούβλας. Και αφού ανεκάτωσεν, ανεκάτωσε το
+ορύζιον κ' έφαγε δύο ή τρεις κουταλιές διά να το δοκιμάση,
+ήρχισε να κενώνη εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να
+κόπτη δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά, εξακολουθών εν τω
+μεταξύ να διπλοδοκιμάζη την γεύσιν των. Αλλ' ήτο καιρός να
+μεταφερθώσι τέλος επάνω εις την οικίαν τα πλήρη πινάκια, και
+οι καλεσμένοι εστρώθησαν εις μακροτάτην σειράν κατά μήκος και
+πλάτος του μεγάλου θαλάμου, και έφαγον και ευφράνθησαν εις
+τιμήν των νεονύμφων.
+
+Τότε αι διάφοροι φλάσκαι και φιάλαι ήρχισαν να κυκλοφορώσι
+κατά πολλάς διευθύνσεις ανά τας τάξεις των συμποσιαστών. Και
+ο μπάρμπα-Κωσταντής ο Ξέσουρος, θείος της νύμφης, κρατών διά
+της αριστεράς ακουμβημένην επί του γόνατος του μεγάλην
+χιλιάρικην και διά της δεξιάς μικρόν πενηντάρικον ποτήριον,
+εκέρνα τους καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως έν ποτήριον εις
+τον πρώτον γείτονά του προς τα δεξιά, είτα πίνων μετριοφρόνως
+και αυτός έν, είτα κερνών έν τον πρώτον γείτονά του προς τα
+αριστερά, υποφέρων και αυτός έν, διά να διπλοχαιρετήση· είτα
+μεταβιβάζων έν ποτήριον εις τον δεύτερον προς τα δεξιά
+γείτονά του, ροφών και αυτός έν διά ν' αποδώση τον
+χαιρετισμόν, και ούτω καθεξής. Μεγίστη δε υπήρξεν η ευθυμία,
+και, το πάτωμα εκινδύνευσε να πέση από τον χορόν. Η χαρά
+εκείνη διήρκεσεν επί εβδομάδα. Τον γάμον αυτόν, έλεγεν η
+Αφέντρα, θα τον ενθυμείτο ακόμη διά πολύν καιρόν το χωρίον.
+
+
+Από μιας ώρας ήδη είχε γείνει σκότος, και ο λύχνος νυστασμένα
+έφεγγε τον πενιχρόν θάλαμον τον χωρισμένον μέσα εις αυτό το
+κτίριον του μύλου, και η εστία έκαιε παρηγόρως εις την
+γωνίαν, και τα λάχανα, τα οποία η Αφέντρα είχε κόψει δροσερά
+μοναχή της, μετά κόπου εκλέξασα αυτά ανάμεσα εις την
+χιονισμένην κλιτύν του ρεύματος, μεταξύ βράχων και θάμνων,
+περικυκλούντων ολόγυρα τον πενιχρόν νερόμυλον, υπό τας
+γηραιάς πλατάνους, τα λάχανα είχαν βράσει.
+
+Ο Αγάλλος εν τούτοις δεν ήρχετο και η Λενιώ εξηκολούθει ακόμη
+να διηγήται προς τον αδελφόν της το παραμύθι. Είχεν ήδη
+δεκάκις επαναλάβει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, τους
+συνοψίζοντας εις το στόμα της ωραίας του παραμυθιού την
+παράδοξον ιστορίαν της και ακόμη δεν τους είχε μάθει.
+Ευρίσκετο δε τώρα εις τους τελευταίους στίχους:
+
+ Γρηά μ' εξεπλάνεσε
+ σ' βασιληά τα χέρια.
+
+Κ' επεκαλείτο εις βοήθειαν την μητέρα της, ήτις συνεπλήρου το
+τραγούδι ως εξής :
+
+ σ' βασιληά τα χέρια . . .
+ βασιληάς με τ' μάννα τ'
+ κ' εγώ φλάω τα χηνάρια.
+
+Και η Λενιώ πριν τους μάθη αυτή εφιλοτιμείτο να διδάξη εις
+τον Μανώλην τους στίχους, όστις τραυλίζων επανελάμβανε:
+
+ Σληά μ' εξεπλάνεσε
+ σ' βασιληά τα χίδια.
+
+Αίφνης ηκούσθη κρότος. Έκρουον έξωθεν την θύραν, εις την
+οποίαν είχε βάλει τον σύρτην έσωθεν η Αφέντρα, καθώς
+συνήθιζεν, όταν ήτο εις τον νερόμυλον μόνη με τα παιδάκια
+της. Η Αφέντρα με κίνημα χαράς εσηκώθη, έλαβε τον λύχνον,
+κατέβη τας τεσσάρας βαθμίδας της ξυλίνης κλίμακος, δι' ης
+ανήρχετο τις από το έδαφος του μύλου εις τον θάλαμον, κ'
+επήγε ν' ανοίξη την εξωτερικήν θύραν. Τα παιδία σκιρτώντα
+έτρεξαν κατόπιν της.
+
+Πριν ανοίξη ακόμη την θύραν η Αφέντρα ηκούσθη έξωθεν
+γυναικεία φωνή απορηματική·
+
+ — Τι κλειστήκατε, θα-πω, μέσα; ακόμη δεν ενύκτωσε.
+
+Δεν ήτο ο Αγάλλος. Η Αφέντρα εγνώρισε την φωνήν. Ήτο η μήτηρ
+της.
+
+Η γραία εισήλθε κρατούσα καλάθιον υπό τον αγκώνα, κ' έχουσα
+την μαύρην φουστάναν της περασμένην υπό κάτω εις το χερούλι
+του καλαθιού, φορούσα μόνον επάνω της το κοντόν, παλαιόν,
+ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εις τους
+δακτύλους και τας πτέρνας, και ξυπόλητη. Τα παιδία ώρμησαν
+αμέσως εις το καλάθιον, κ' έψαξαν να εύρουν τι εκρύπτετο
+εντός αυτού, υπό την διπλωμένην φουστάναν, ελπίζοντα ότι θα
+τους είχε φέρει η μάμμη κάτι τι διά να τα φιλεύση από το
+χωρίον, αλλά δεν ηύραν ειμή μόνα τα παλαιά τσόκαρα της
+γραίας, το οποία αύτη έθετε πάντοτε εντός του καλαθιού,
+προτιμώσα να βαδίζη ξυπόλητη, διά να είνε ελεύθερα τα πόδια
+της και χάριν οικονομίας.
+
+Η Αφέντρα ιδούσα την μητέρα της ελθούσαν αντί του συζύγου,
+υπέθεσεν ότι ο τελευταίος θα είχε μείνει εις την πολίχνην να
+διανυκτερεύση, όπως ενίοτε έκαμνε, και δεν επαραξενεύθη πολύ.
+Αλλ' άμα ανέβησαν εις τον θάλαμον, η γρηα-Συνοδιά ιδούσα ότι
+έλειπεν ο Αγάλλος ηρώτησε·
+
+ — Πού είνε ο άντρας σου;
+
+Η Αφέντρα την εκύτταξεν εν απορία.
+
+ — Δεν τον άφηκες στο χωριό;
+
+ — Όχι· έφυγε μια ώρα μπροστήτερα από μένα.
+
+ — Για δω;
+
+ — Για δω·
+
+ — Και πώς δεν ήρθε;
+
+ — Πώς δεν ήρθε μαθές;
+
+ — Τι γείνηκε;
+
+ — Τι γείνηκε, σ' ερωτώ κ' εγώ!
+
+Εναγώνιος ανησυχία εκυρίευσε τας δύο γυναίκας. Η Αφέντρα
+συνήψε τας χείρας εν απογνώσει.
+
+ — Τι να έπαθε τάχα;
+
+ — Πού είνε τος;
+
+ — Γιατί δεν ήρθατε μαζί, αφού ήσουν για νάρθης και συ;
+ήρχισε να παραπονήται η Αφέντρα.
+
+ — Δεν ήμουν σίγουρη· εγώ είχα δουλειαίς. Ή έρχομαι, ή δεν
+έρχομαι του είπα. Πήγαινε συ, του είπα, να μη νυχτώσης, κ'
+εγώ, όπως διω. Εγώ είμαι μαθημένη να περπατώ τη νύκτα στα
+ρέμματα.
+
+Τω όντι, όλοι τους ήσαν συνειθισμένοι εις νυκτερινάς
+οδοιπορίας ανά τα όρη και τας κοιλάδας. Η δύο συμπεθέραις, η
+θεια-Συνοδιά, και η μάννα του Αγάλλου η μακαρίτισσα, είχαν
+δύο νερομύλους εις της Κεχρεάς το ρέμμα. Ο μύλος ο πατρικός
+του Αγάλλου είχε χαλάσει προ πολλού και ήτον έρημος τώρα.
+Αλλ' ο μύλος της Συνοδιάς χηρευσάσης τελευταίον από του
+ανδρός της ήτο εν ακμή εισέτι. Ο Αγάλλος, επειδή ήτο
+συνειθισμένος να έχη μύλον, απήτησε τον μύλον ως προίκα, και
+η θεια-Συνοδιά ηναγκάσθη να τον δώση. Και αι δύο
+οικογένειαι, από γονέων και προγόνων, είχαν ανατραφή εν μέρει
+εις την πολίχνην, όπου είχαν οικίσκους, εν μέρει εις της
+Κεχρεάς το ρέμμα, όπου είχαν τους μύλους των. Γυναίκες και
+άνδρες, παίδες και κοράσια, δεν εφοβούντο να περιπατώσι την
+νύκτα εις το δάσος.
+
+Τους έλεγαν ολίγον «ελαφροΐσκιωτους», αλλ' αυτοί δεν
+εφοβούντο τα στοιχειά. Είνε αληθές ότι οι ίδιοι διηγούντο
+πολλάκις ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ' ωμίλουν με
+φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν
+τους έκαμναν κακόν. Είχα φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο
+Αγάλλος διηγείτο πολλάκις ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια
+του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ' αυτός εφυλάχθη καλώς να
+ταις δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν «να του
+πάρουν την μιλιά του». Μίαν φοράν πάλιν παρουσιασθείσα προς
+αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα
+του, του είχε δώσει με την χείρα της έν φλωρίον. Το εβεβαίου,
+και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις ότι
+ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε.
+Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του.
+
+Εμπρός όμως εις την θεια-Συνοδιά κανείς δεν ηδύνατο να
+παραβγή όσον αφορά τα εξωτικά πράγματα. Αυτή είχεν εκ γενετής
+φιλικωτάτας σχέσεις με της νεράιδες. Εγνώριζε τα στοιχειά,
+τους αράπηδες με την τσιμπούκα, της λάμιες και τους
+καλικαντζάρους, όπου έρχονται τώρα τα Χριστούγεννα. Το
+στοιχειό του σπιτιού ποτέ δεν κάμνει κακόν. Επιφαίνεται πότε
+ως ήμερον αρνάκι, πότε ως κλώσσα με τα πουλιά. Η νεράιδες
+αγαπούν να βγαίνουν την ημέραν εις τον ήλιον, όταν είνε
+ζέστη, καταμεσήμερα, και να χορεύουν.
+
+Να μη γελασθής και ανοίξης το στόμα σου, να ταις ομιλήσης,
+γιατί θα σου πάρουν την φωνήν να μείνης βουβός. Ο αράπης με
+την τσιμπούκα του, η καντίνα με τον φερετζέ της, βγαίνουν την
+νύκτα εις τα ρέμματα και κάθονται κοντά εις της βρύσαις. Οι
+καλικάντζαροι αγαπούν να σκιάζουν τον κόσμον, να κρύπτωνται
+με τους καπνοδόχους και να παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατά
+τα άλλα είνε ακίνδυνοι. Μόνον ο βρυκόλακας είνε κακό πράγμα.
+Θεός να φυλάη. Αλλά μόνον τη γενειά του κυνηγά.
+
+Η θεια-Συνοδιά ήτο βεβαία ότι ο γαμβρός της δεν θα έπαθε
+τίποτε από τους καλικαντζάρους, οι οποίοι, μόλις θα ήσαν εις
+τον δρόμον τώρα, να έρχονται, διότι εξημέρωνε Χριστούγεννα.
+Άλλως ο Αγάλλος ήτο σαββατογεννημένος, και είνε γνωστόν ότι
+οι έχοντες το πλεονέκτημα τούτο δεν υπόκεινται εις εξωτικάς
+επηρείας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο να εννοήση διατί ο
+γαμβρός της εβράδυνε τόσον, αφού είχεν εκκινήσει από του
+χωρίου μίαν ώραν προ αυτής, αφού αυτή είχεν έλθει από τον
+ίδιον δρόμον τον συνήθη, δι' ου πάντοτε ήρχοντο.
+
+ — Από κει που αραδίζομε πάντα, παιδάκι μου, έλεγεν εις την
+κόρην της, τι θελά πάθη; Τ' ήταν αυτό;
+
+ — Μην ήτο πιωμένος κ' έπεσε πουθενά με τα χιόνια;
+
+ — Δεν εφαίνετο νάνε πολύ πιωμένος, παιδί μου· και πού
+βρεθήκανε τα χιόνια; Ο δρόμος ανοιχτός όλος πέρα-πέρα . . . .
+Ολίγο πατημένο χιόνι δω εκεί . . . . Καμπόσο χιόνι έχει
+μοναχά στα ψηλώματα. Και πού τα ίδετε σεις τα χιόνια; Να
+βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι,
+δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι . . . . Μας σφράγιζε μπροστά την
+πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιαίς. Όσο να ξεχιονίσουμε
+την πόρτα που παιδευόμαστε δύο ώραις με της τσάπες και με τα
+φτυάρια, η σκεπή που ήταν καταφορτωμένη απ' τα χιόνια έπεφτε
+κρακ, και μας πλάκωνε.
+
+Τα δύο παιδία τα οποία είχαν χάσει την ευθυμίαν των, και ήσαν
+έτοιμα να κλαύσωσιν, ύψωσαν ακουσίως τους οφθαλμούς προς την
+οροφήν, την οποίαν είχε δείξει διηγουμένη και άμα
+χειρονομούσα η γραία.
+
+ — Μάννα! τι λέει η μαννού; έκραξε βάλλουσα τα κλάμματα η
+Λενιώ. Τον πατέρα τον επλάκωσε το χιόνι . . . . κ' εμάς θα
+πέση η σκεπή να μας πλακώση!
+
+ — Σιώπα! σιώπα! μην κλαις, παιδί μου, έκραξεν η Αφέντρα,
+έτσι το είπε, η μαννού . . . μη φοβάσαι, κι' ο πατέρας τώρα
+θαρθή να σου φέρη και κοφέτα . . .
+
+ — Σιώπα, Λενιώ μου! είπε και η γραία. Εγώ ήρθα ξαργούγια να
+σε σηκώσω ταχιά το πουρνό, να σε πάω στον ·Άι-Λια, να σε
+μεταλάβω, κορίτσι μου . . .
+
+ — Κ' εμένα, κ' εμένα! έκραξεν ο Μανώλης.
+
+ — Κ' εσένα, μικρέ μου . . .
+
+ — Θα έχη λειτουργιά αύριο στον Άι-Λια; ηρώτησε λησμονήσασα
+προς στιγμήν την ανησυχίαν της η Αφέντρα.
+
+ — Θα έχη . . . φτάνει πλεια, νισάφι, τόσον καιρό που μένετε
+αλιβάνιστοι . . . Ετοιμάσου, κυρά μου, να στολιστής ταχύ-ταχύ
+να πάμε . . . Ο άνδρας σου θα έστρεψε το δρόμο κ' επήγε
+σε κανένα καλύβι να βρη κανένα φίλο του . . . ίσως πήγε να
+ψωνίση τίποτε ξερή μυζήθρα και πρωτογαλιά φρέσκη για αύριο
+. . . Ησυχάσατε . . . Κι' όπου είνε, θα φτάση.
+
+Τωόντι η γραία, αντί να μείνη εις το χωρίον να κάμη
+Χριστούγεννα, μαθούσα ότι ο παππα-Κωσταντής ο Μπρικόλας
+έμελλε ν' ανέλθη το πρωί, κατά πρόσκλησιν ποιμένων και
+γεωργών τινων, εις το βουνόν να λειτουργήση το εξωκκλήσιον
+του Προφήτου Ηλία, επροτίμησε να υπάγη εις της Κεχρεάς το
+ρέμμα, να πειθαναγκάση την κόρην της και τα εγγονάκια της να
+σηκωθώσι το πρωί ν' ανέλθωσιν εις το εξωκκλήσιον, το οποίον
+ευρίσκετο εις το ήμισυ του δρόμου, επί οροπεδίου γείτονος της
+κορυφής του βουνού, μίαν ώραν από το χωρίον και μίαν ώραν από
+την Κεχρεάν, διά να λειτουργηθούν και μεταλάβουν, διά να τους
+ανθρωπέψη ολίγον, έλεγε, καθόσον έμενον επί μήνας
+αλειτούργητοι κάτω εις το βαθύ ρέμμα.
+
+Εις τον ναΐσκον της Κεχρεάς, παλαιόν διαλυμένον μονύδριον,
+προσηρτημένον ως μετόχιον εις το κοινόβιον του Ευαγγελισμού,
+σπανίως ήρχετο ιερεύς να λειτουργήση, και, εάν ήρχετο, οι
+εντός του ρεύματος διαιτώμενοι και ως ποταμαία καβούρια
+στραβοπατούντες, ο Αγάλλος, η Αφέντρα, και τα δύο τέκνα των,
+δυσκόλως θα έπαιρναν είδησιν ν' ανέλθωσι διά ν' ακούσωσι την
+λειτουργίαν. Αφ' ότου ο Αγάλλος είχε πωλήσει την πατρικήν εν
+τη πολίχνη οικίαν του, και κατώκει έκτοτε διαρκώς εις τον
+νερόμυλον, άπαξ μόνον του έτους ελειτουργούντο, και τούτο
+κατά την 23 Αυγούστου, ότε ο ναΐσκος της Κεχρεάς εώρταζε τα
+εννηάμερα, ήτοι την μετάστασιν της Θεοτόκου.
+
+
+Η γρηά-Συνοδιά έβαλε τέλος τας χείρας εις τους κόλπους της κ'
+εξήγαγεν αυτήν πλήρη αμυγδάλων και λεπτοκαρύων, τα οποία
+εμοίρασεν εις τα δύο παιδία. Εξεδίπλωσε και την μαύρην
+καινουργή φουστάναν της, και εντός αυτής ευρέθη παραδόξως
+προσόψιον φέρον τυλιγμένον μικρόν ευώδες χριστόψωμον, το
+οποίον επρόσφερεν εις την κόρην της ειπούσα·
+
+ — Καλή χρονιά.
+
+Η Αφέντρα εκένωσεν εις έν πινάκιον μέρος των λαχάνων κ' έβαλε
+τα δύο παιδία να φάγωσι, βεβαία ούσα ότι, άμα έτρωγον, θα
+εκοιμώντο αμέσως, και «διά να λείψη ο μπελάς τους και διά να
+ξυπνήσουν πρωί».
+
+Ο Μανώλης πρώτος, αφού έφαγε πρότερον τα αμύγδαλα, τα οποία
+του είχε δώσει η μάμμη του, και ύστερον εμάσσησε και δύο
+περονιαίς χόρτα, έκλεισε τα όμματα και απεκοιμήθη καθήμενος.
+Η μήτηρ του τον κατέκλινε δίπλα εις την παραστιάν, επί
+μαλλίνου κυλιμίου, τον εσκέπασε με μίαν άκραν της βελέντζας,
+εσταύρωσε τρις το προσκέφαλόν του και τον άφησε να κοιμηθή.
+
+Η Λενιώ δεν ηθέλησε να πλαγιάση, λέγουσα ότι ήθελε να
+περιμείνη τον πατέρα της, όστις είχε τάξει να της φέρη ένα
+ώμορφο στολίδι από το χωρίον. Αλλ' η γραία-Συνοδιά την
+έλαβεν εις τα γόνατά της, την εσκέπασε με το παληό φουστάνι
+της, και την εζέστανε, και την εχάδευσε τόσον, ώστε την έκαμε
+να νυστάξη.
+
+Εντός ολίγου απεκοιμήθη, και η μήτηρ της, λαβούσα αυτήν από
+τα γόνατα της γραίας, λικνίζουσα άμα αυτήν διά των χειρών και
+διά τινος μονοσυλλάβου «κι-κι», την επλάγιασε δίπλα εις τον
+Μανώλην.
+
+Ως τόσον ο Αγάλλος δεν εφάνη, και αι δύο γυναίκες, των οποίων
+η ανησυχία ηύξησε καθόσον προυχώρει η νυξ, απαλλαγείσαι ήδη
+της ενοχλήσεως των δύο παιδιών, έστησαν συμβούλιον περί του
+πρακτέου. Η γραία είπεν ότι αν, Θεός να φυλάη, ο γαμβρός της
+είχε πέσει πουθενά εις τον δρόμον, αυτή θα τον έβλεπε, διότι
+είχεν έλθει από τον ίδιον, τον συνήθη δρόμον. Μόνον όταν
+έφθασεν εις την Κεχρεάν, ηναγκάσθη να ομολογήση, ολίγον αργά,
+δεν είχε περάσει πλησίον από το μοναστηράκι της Παναγίας.
+
+ — Γιατί; ηρώτησεν η κόρη της.
+
+ — Πήγα χαμ' λά, απ' τον Ιληώνα.
+
+Βορειότερον ολίγον του μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς
+ευρίσκετο είς ελαιών της. Αυτή, πριν φθάση εις την Παναγίαν,
+είχε στρέψει κ' επήγε να ιδή τον ελαιώνα, αν και είχε
+νυχτώσει ήδη. Εφοβείτο μήπως η προ πέντε ημερών πεσούσα χιών
+είχε σπάσει τίποτε κλωνάρια από τα ελαιόδενδρα, κ' επήγεν ως
+εκεί διά να ίδη και βεβαιωθή, ας ήτο και νυξ φθάσασα εκεί,
+εβεβαιώθη ότι δεν είχε γείνει ζημία τις από την χιόνα, και
+μείνασα ευχαριστημένη, εγύρισεν εις τον δρόμον της χαμηλότερα
+διά του ρεύματος, κ' έφθασεν εις τον μύλον, χωρίς να περάση
+από την Παναγίαν την Κεχρεάν.
+
+ — Τότε να πηγαίναμε ως εκεί να βλέπαμε, είπε δειλώς η
+Αφέντρα, ήτις προς τον σκοπόν τούτον, ως φαίνεται, έσπευδε να
+αποκοιμήση τα δύο παιδία.
+
+ — Δεν είνε φρόνιμο ναρθής εσύ, είπεν η Συνοδιά. Σα ξυπνήσουν
+τα παιδιά, και ιδούν πως είνε μοναχά τους, θα κτυπηθούν, θα
+ζουρλαθούν από το φόβο τους.
+
+ — Πώς να κάμουμε; είπεν η Αφέντρα.
+
+ — Να πάω εγώ μοναχή μου, να ιδώ, μην έπεσε πουθενά. .....
+Μπορεί να μπήκε μες την Παναγιά να κάμη το σταυρό του.
+
+ — Πώς να πας μοναχή σου, πάλι;
+
+ — Θα πάρω και το λαδικό ν' ανάψω τα κανδήλια της Παναγίας
+. . . Κεράκια έφερα απ' το χωριό . . . Μη φοβάσαι!
+
+ — Και τι να έγεινε αυτός ο άνθρωπος! θα τρελλαθώ! θα ψηλώση
+ο νους μου! έκραξεν η Αφέντρα, τείνουσα, να εξάψη ακόμη, ως
+κάμνουν αι γυναίκες, δι' αυθαιρέτου αλλ' ασυνειδήτου
+ενεργείας, τα εξημμένα νεύρα της.
+
+Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη φωνή οξεία τραγουδιστού άδοντος:
+
+ Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου!
+ έλα κοντά στο γόνα μου . . .
+
+ — Α! να ο Παγώνας είνε, είπεν η γρηά-Συνοδιά. Στάσου να τον
+φωνάξουμε.
+
+Και χωρίς να περιμένη την συγκατάθεση της θυγατρός της, η
+θεια-Συνοδιά κατέβη εις το ισόγειον, ήνοιξε την εξώθυραν
+του μύλου, και ήρχισε να κράζη δυνατά·
+
+ — Παγώνα! ε! Παγώνα!
+
+
+Ο τραγουδιστής διήρχετο επί όνου καθήμενος, απέναντι του
+μύλου, επί της ετέρας κατωφερείας του ρεύματος, κατερχόμενος.
+μονοπάτι φέρον από του δάσους Αραδιά εις τον αιγιαλόν της
+Κεχρεάς.
+
+Δεν εφαίνετο εις το σκότος ανάμεσα εις τα δένδρα. Αλλ'
+ηκούετο το βήμα του όνου, η βέργα η πλήττουσα τα νώτα αυτού
+και το κέλευσμα του αναβάτου «α! ντε, ντε! όξου», το οποίον
+ούτος απηύθυνε προς το υποζύγιον οσάκις διέκοπτε το προσφιλές
+άσμα, εις το οποίον ώφειλε και το παρατσούκλι, δι' ου τον
+είχε καλέσει η θεια-Συνοδιά.
+
+Ήτο παραγυιός γεωργοκτηματίου τινός κατοικούντος εις την
+πόλιν, κ' έβοσκε τα βώδια του κυρίου του κάτω εις την Αγίαν
+Ελένην, όπου ούτος είχεν εκτεταμένους αγρούς με μικράν
+έπαυλιν, κ' επέστρεφεν αργά εις την έπαυλιν, όπως όχι σπανίως
+του συνέβαινε.
+
+ — Παγώνα! ε! Παγώνα!
+
+ — Τι θέλεις, θεια-Συνοδιά; απήντησεν ο νεαρός αγρότης
+γνωρίζων την φωνήν της.
+
+ — Έρχεσαι τα-ίσα απ' το χωριό, ή όχι;
+
+ — Έρχομαι, απ' το χωριό, απ' τον ·Άι-Γιαννάκη, απ' του
+Συνοδάρη, απ' τη βρωμόβρυσι, απ' τα Φιλιππέικα, απ' της
+Μαμούς το ρέμμα, απ' της βίγλαις, απ' του Σαμέλου, απ' το
+Πετράλωνο . . .
+
+ — Όλα αυτά τα μέρη τα έχεις γυρίσει, Παγώνα;
+
+ — Όλα, κι' άλλα ακόμα . . .
+
+ — Μην είδες πουθενά τον γαμπρό μου τον Αγάλλο;
+
+ — Το γαμπρό σου τον Αγάλλο; . . . Πώς! δεν ήρθε; .. Θα ηύρε
+πουθενά τη μοίρα του πάλι . . . Ίσως να τον ωνείρεψε να πάη
+πουθενά ναυρή τίποτα γρόσια, και του είπε να πάη νύχτα, για
+να μη τον ιδή κανείς . . . Ή τίποτα στοιχειά θα ηύρε στο
+δρόμο κ' έπιασε κουβέντα μαζί τους, κ' εξέχασε . . .
+
+ — Άφτε τώρα τα χωρατά, γιατί μας έπιασε μεγάλος φόβος,
+καϋμένε . . . . Μην τώχεις μικρό πράμμα . . . . Ποιος ξέρει
+αν έπαθε και τίποτα. . . . Μου κάνεις τη χάρι, Παγώνα μου, να
+πάμε μαζί ως απάνου, στην Παναϊά, να ιδούμε, μην είνε
+πουθενά;
+
+ — Πάμε, τι θα χάσουμε; είπε πρόθυμος ο νέος.
+
+Και διευθύνας το υποζύγιόν του προς την κοίτην του ρεύματος,
+έφθασεν εις μέρος όπου είξευρεν ότι το ρεύμα εστένευε μέχρι
+δύο σπιθαμών πλάτους, εβίασε τον όνον του, όστις εκοντοστάθη
+και δεν ηθέλησε να πατήση εις τον νερόν, να υπερβή το ρεύμα,
+και έφθασεν έμπροσθεν του μύλου.
+
+Η Αφέντρα, πεισθείσα να μείνη αυτή μετά των τέκνων της εις
+τον μύλον, ήναψε μικρόν φανάριον, και έβαλεν εις καλάθιον το
+ληκύθιον του ελαίου και τρία κηρία. Η θεια-Συνοδιά εφόρεσε
+την φοράν ταύτην την μαύρην φουστάναν της, έβαλε και τα
+τσόκαρα εις τους πόδας, και λαβούσα το καλάθιον και το
+φανάρι, ηκολούθησε τον Παγώναν, όστις επέζευσεν, έδεσε τον
+όνον του εις την ρίζαν δένδρου κ' εξεκίνησε πεζός.
+
+
+Ο Παγώνας προεπορεύετο σιωπών, διότι ιδών την αγωνίαν της
+ανησυχούσης περί του συζύγου γυναικός, είχεν αισθανθή
+στενοχωρίαν τινά ομοίαν με σέβας, και είχε παύσει αυθορμήτως
+το εύθυμον άσμα του.
+
+Η θεια-Συνοδιά τον ηκολούθει αργοπατούσα επί του υγρού
+στενού δρομίσκου, όπου προ μικρού είχε πατηθή και σκληρυνθή η
+χιών, κατελθούσα εις λεπτόν στρώμα, και μέχρι του χθαμαλού
+κοιλώματος, του δρομικού και γείτονος της θαλάσσης. Εκύτταξε
+δι' αυθορμήτου κινήματος δεξιά και αριστερά, μέσα εις τα
+κλαδιά τα διαχαράσσοντα κατά μήκος εν πρασίνω δροσερώ πλαισίω
+τον ανωφερή δρομίσκον, μετ' εμφύτου τρόμου, φοβουμένη μη ίδη
+έξαφνα εξηπλωμένον ανάμεσα εις ένα σχοίνον και μίαν κομαριάν
+το σώμα του γαμβρού της. Διότι ανησύχει πολύ, και δεν είξευρε
+τι είχε γείνει, ο προκομμένος. Ενίοτε από υψηλόν τινα θάμνον
+κατέπιπτε μετά τριγμού και κρότου, αποσπωμένη από τα κλαδία,
+τολύπη τις χιόνος, θωπεύουσα δροσιστικώς τους οφθαλμούς και
+τα μέτωπα των δύο νυκτοβατών. Αριστερόθεν κατήρχετο διά μέσου
+των κλάδων και των θάμνων τελευταία τις ασθενής ριπή του
+Βορρά, επισκεπτομένη εις τα χθαμαλώτερα εκείνα μέρη την
+παρθενικήν αδελφήν της, την χιόνα, σκληρύνουσα αυτήν επί των
+κλώνων των δένδρων, περί ους είχε περιχυθή καταστρώσασα
+μεγαλοπρεπώς τους πολυκλάδους και απειροποικίλους
+σχηματισμούς των. Ουχί άνευ λόγου ωνομάσθη Πρωτεύς το
+πρόσωπον εκείνο της αρχαίας μυθολογίας. Αλληγορικώς ηθέλησε
+να δείξη ο πλαστικός νους του εκλεκτοτάτου πάντων των λαών
+ότι έν πρωτογενές φύτρον εμφυσηθέν υπό του Δημιουργού εις την
+πλάσιν δι' απείρων συνδυασμών, διαιωνιζόμενον έμελλε να
+παράγη τόσον άπειρον ποικιλίαν τύπων και μορφών κατά άτομα,
+ώστε ούτε φύλλον να μην ομοιάζη απαραλλάκτως με φύλλον, κατά
+την αληθεστάτην παροιμίαν.
+
+Δεξιόθεν, από την άλλην πλευράν του ρεύματος, ήρχιζε το δάσος
+του Αραδιά εκ χιλιετών δρυών, να σχηματίζεται και ν' ανέρπη
+ολονέν ανά το βουνόν, το κορυφούμενον υψηλά άνω, εις τον
+άγιον Κωνσταντίνον, και το βουνόν ήτο ορθόν, απότομον, κ'
+εφαίνετο ως πελώριος τοίχος καλυπτόμενος υπό κισσού. Και η
+χιών έστιλβε τήδε κακείσε ανάμεσα εις την επιφάνειαν του
+σκοτεινού δρυμώνος, λευκόν μυστήριον, σιωπηλόν, εν τη γλώσση
+των άστρων ανταποκρινόμενον, επάνω με την πούλιαν, με τον
+πολικόν αστέρα, με την Άρκτον και με τον Γαλαξίαν. Και διά
+της ριπής του Βορρά, όστις εφύσα εις τα φύλλα των παναρχαίων
+δένδρων, ο δρυμός, μεγαλοπρεπής, στοιχειωμένος, ασινής,
+ανάλωτος από εμπρησμόν, ως λέγουσι, βλάπτων τον υλοτόμον
+όστις θα ετόλμα να υψώση εναντίον του πέλεκυν ασεβή, διηγείτο
+εις γλώσσαν ακατάληπτον εις πάντας πόσους καιρούς και χρόνους
+είχε ζήσει, και πόσας γενεάς ανθρώπων είχεν ιδεί διαμαχομένας
+αλλήλας, χωρίς οι μεταγενέστεροι να διδάσκωνται εκ της πείρας
+των προγενεστέρων και γίνωνται λογικώτεροι. Και η φριξ του
+δρυμού, ριγηλή, παγερά, θρηνώδης, θροούσα διά δένδρων και
+κρημνών, έφθανεν αντικρύ εις την άλλην ημερωτέραν πλευράν,
+και μετέδιδε το ρίγος της εις τους ώμους και την ράχιν των
+δύο νυκτερινών οδοιπόρων.
+
+Είχαν φθάσει ήδη εις το πρώτον ύψωμα, οπόθεν ήρχιζαν να
+εκτείνονται αριστερά των ελαιώνες. Αίφνης ο Παγώνας, ίσως
+διότι ησθάνετο κρύος και ήθελε να ζεσταθή, ίσως και διά να
+παρηγορήση κάπως την θεια-Συνοδιά, την οποίαν έβλεπε
+λυπημένην και ανησυχούσαν διά τον γαμβρόν της, ήρχισε πάλιν
+να τραγουδή τον προσφιλές άσμα του:
+
+ Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου!
+ έλα κοντά στο γόνα μου . . .
+
+Η θεια-Συνοδιά ήτις έμεινεν επί τινας στιγμάς κυττάζουσα
+προς το ανατολικόν μέρος, τον διέκοψεν αποτόμως·
+
+ — Για ιδές, του λέγει, τ' είν' εκεί;
+
+Του έδειχνε τον θόλον του ναΐσκου της Παναγίας της Κεχρεάς,
+όστις υπερείχε των τοίχων του ναού και του μονυδρίου, και
+είχεν αρχίσει να φαίνεται ήδη όπισθεν των δένδρων, τη βοηθεία
+λάμψεως τίνος επιφανείσης αίφνης. Όπισθεν του δυτικού τοίχου
+του μονυδρίου, όστις ήτο χθαμαλώτερος, απλούς και άνευ
+κελλίων, σπινθήρες τίνες ανήρχοντο εις τον ουρανόν φωτίζοντες
+τον θόλον και το δυτικόν της οροφής του ναΐσκου, ως να ήτο
+πυρά τις αναμμένη εντός του περιβόλου.
+
+Η θεια-Συνοδιά έκαμε τον σταυρόν της κ' εστέναξε·
+
+ — Παναΐτσα μου!
+
+ — Τι να είνε τάχα; είπεν ο Παγώνας, αναγκασθείς να διακόψη
+και δευτέραν φοράν το άσμα του.
+
+ — Δεν απέρασες από την Παναΐά, πρωτήτερα, που ηρχόσουν κάτω;
+
+ — Όχι!
+
+ — Ούτ' εγώ. Πάμε να ιδούμε;
+
+ — Πάμε!
+
+
+Η Αφέντρα επερίμενεν εις τον νερόμυλον, ζαρωμένη παρά την
+εστίαν πλησίον των παιδίων της κοιμωμένων. Δεν ηκούοντο πλέον
+ούτε παραμύθια, ούτε τραγούδια εις τον σιωπηλόν μύλον, δεν
+ήτο η παρουσία της μητρός της, ήτις την παρηγόρει διά του
+ευθύμου και θαλερού γήρατός της, και αυταί αι αναμνήσεις του
+γάμου της, ανακληθείσαι προς στιγμήν, έφυγαν, μη θέλουσαι να
+επιφοιτώσιν εις θλιμμένον πνεύμα και εις μελαγχολικόν
+οικίσκον. Μόνος ήχος ηκούετο και μόνη συντροφιά της ήτο η
+αναπνοή των κοιμωμένων παιδίων και ο ροίβδος του πυρός ον
+ανέδιδον κάποτε οι καίοντες δαυλοί, και το όμμα της έμενε
+προσηλωμένον ακουσίως εις το κανδήλιον, το καίον εμπρός εις
+την εικόνα το Τριμόρφι, ην είχε λάβει προίκα, φέρουσαν εν τω
+μέσω τον Χριστόν, όρθιον, ολόσωμον, ευλογούντα διά της δεξιάς
+και τόμον εν τη αριστερά κατέχοντα, μετά του πράου βλέμματος,
+της ωραίας κάλλει μορφής, του σχιστού ξανθού γενείου, με το
+ιμάτιον κυανούν και ερυθρόν τον άρραφον χιτώνα· δεξιόθεν του
+Χριστού την υπεραγίαν Θεοτόκον, αριστερόθεν τον τίμιον
+Πρόδρομον, αμφοτέρους πλαγιόθεν, κύπτοντας μ' εσταυρωμένας
+τας χείρας παραπλεύρως του Κυρίου.
+
+Και δίπλα εις το Τριμόρφι εκρέμαντο από καρφίον συνημμένα,
+εις τεμάχιον λευκού πέπλου τυλιγμένα, τα δύο στέφανα, τα
+στέφανα του γάμου. Α! ήρχοντο, ναι, ακόμα αι αναμνήσεις του
+γάμου, αλλ' ήρχοντο απαίσιαι, και κατ' άλλην όψιν. Διότι η
+μήτηρ της όχι ολίγας φοράς της είχεν είπει έκτοτε, ότι
+εφοβείτο πολύ τα μάγια, τα οποία ήτο πιθανόν να της κάμη η
+άλλη, η αντίζηλος, η παραγκωνισθείσα κόρη και αδικηθείσα
+ορφανή. Τα στοιχειά δεν τα εφοβείτο τόσον, και ας την έλεγαν
+ελαφροΐσκιωτην, ή μάλλον δι' αυτό την ωνόμαζον ούτω, διότι,
+όσα και αν έβλεπε, δεν είχε φόβον. Αλλά ως προς τα μάγια
+όμως, το πράγμα διαφέρει. Κατ' αρχάς εφοβείτο, μη η άλλη «της
+ρίξη τα κορίτσια», σκοπός όστις κατορθούται διά τινων επωδών
+μελετωμένων όταν αναγινώσκωνται αι ευχαί του αρραβώνος αμέσως
+προ της κυρίως τελετής του γάμου. Ο φόβος της επετάθη κατ'
+αρχάς, όταν η θυγάτηρ της έτεκε θήλυ εις την πρώτην γένναν
+της, αλλ' εμετριάσθη όταν έκαμεν άρρεν εις την δευτέραν. Τα
+μάγια δεν έπιασαν, είπεν. Ακολούθως βλέπουσα ότι ο γαμβρός
+της, ο προκομμένος, δεν επήγαινε καλά εις τας υποθέσεις του,
+ότι είχεν αναγκασθή να πωλήση την πατρικήν οικίαν και να
+γείνη αγρομερινός, απεφάνθη·
+
+ — Δεν θα κάμης προκοπή, θυγατέρα.
+
+Επόμενον ήτο. Δεν είνε μικρόν πράγμα αυτό, να πάρης την τύχην
+της ορφανής, για να παντρευτής του λόγου σου. Αλλά πώς να
+κάμουμε πάλι; Πώς να ζήση κανείς; Ζωή είνε αυτό, πόλεμος
+είνε. Το να φθάση τις εις την τελειότητα, να προτιμά άλλον
+από τον εαυτόν του . . . είνε ως να αποφασίση να μη ζήση εις
+τον κόσμον αυτόν. Ψηλώνει ο νους του άνθρωπου να το
+συλλογίζεται. Του έρχεται να πάρη τα όρη — τα βουνά.
+
+Αλλά μη αυτό ήτο τάχα το μεγαλείτερον κακόν, το οποίον εξ
+ανάγκης συμβαίνον κάποτε, επέφερεν αδιάλλακτον έχθραν μεταξύ
+δύο οικογενειών; Υπήρχον και άλλα χειρότερα. Μικρόν χωρίον,
+μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν,
+εν μέσω οικογενειών και ατόμων. Εκυκλοφόρει εις όλος τας
+αρτηρίας, εις όλας τας φλέβας της μικράς κοινωνίας. Ο άγιος
+νόμος του Χριστού κατεπατείτο, απεδίδετο πάντοτε κακόν αντί
+κακού, πολλάκις κακόν αντί αγαθού, ουδέποτε αγαθόν αντί
+κακού. Ανυπέρβλητος φραγμός εχώριζε τα δύο κόμματα, τας δύο
+φατρίας. Έλεγες ότι συνέζων διά να μισώνται, ότι η τύχη τους
+έβαλε συγκατοίκους της αυτής πόλεως διά να τρώγονται. Ο
+εκάστοτε ισχυρός της ημέρας, δήμαρχος ή βουλευτής ή όπως
+εκαλείτο, εφήρμοζε κατά πλάτος το δημώδες αξίωμα: «Τώνα
+παιδί, καλό παιδί· τάλλο δεν είχε μάννα». Ήτο προστάτης της
+οικογενείας, των οικείων, των φίλων, του κόμματος, όχι
+προστάτης της πόλεως. Κατόπιν της κυρίας ταύτης διαιρέσεως,
+ήρχοντο άλλαι μυρίαι υποδιαιρέσεις. Η μία συνοικία εκήρυττε
+πόλεμον κατά της άλλης συνοικίας. Πάσα οικογένεια πόλεμον
+κατά της άλλης οικογενείας. Παν άτομον πόλεμον κατά του άλλου
+ατόμου. Ο γείτων δεν έλεγε μίαν καλημέραν, που είνε του Θεού,
+εις τον γείτονα. Έκαστος έχαιρε να βλέπη τον άλλον
+δυστυχούντα. Προκείμενοι περί κληρονομίας τινός, οι συγγενείς
+κληρονόμοι ετρώγωντο τις ν' αρπάση τα πλείονα. Θα ηφανίζοντο
+μάλλον εις τα δικαστήρια, θα επωλούντο σκλάβοι εις την
+Βαρβαρίαν, παρά να ίδωσι τον συγγενή να έχη περισσότερα απ'
+αυτούς. Δι' έν στρέμμα αγρού ήσαν ικανοί να φαγωθώσι μεταξύ
+των, ν' αφανισθώσιν εις «προσωρινά μέτρα» εις «διεξαγωγάς»,
+εις «εφέσεις» και κόντρα-εφέσεις. Εάν κακότυχόν τι
+ελαιόδενδρον συνέβαινε να κλίνη τον ένα κλώνα προς τον
+παρακείμενον αγρόν, ο γείτων διά νυκτός έτρεχε με την τσάπαν
+του να περισκάψη το σύνορον, να μεταθέση την «αποσκαφήν». Την
+επαύριον το ελαιόδενδρον έκπληκτον εξημερώνετο εις τον
+ελαιώνα του γείτονος. Είχεν αλλάξει κύριον την νύκτα.
+
+Μάχαι ολόκληροι συνεκροτούντο δι' έν θήλιασμα ελαιώνος, διά
+τρία κλήματα αμπέλου, δι' ήμισυ «πινάκι» σιτοφόρου αγρού. Και
+αι ελαίαι από επτά ετών είχον παύσει να καρποφορώσιν, ως να
+απηξίουν να λιπάνωσι διά του καρπού των τας κεφάλας των
+αμαρτωλών και τα κλίματα προώρως ωχραινόμενα δεν παρείχον
+ωρίμους τους οινωπούς βότρυς, αρνούμενα να ευφράνωσι διά του
+αμβροσίου χυμού των τας καρδίας αναξίων ανθρώπων, και ο
+ξανθός στάχυς της γης έκυπτε προώρως την μαραινομένην κεφαλήν
+προς την μητέρα του, ζητών να επιστρέψη ταχέως εις τα στέρνα
+αυτής, μη θέλων να θρέψη κοιλίας ασεβών ανθρώπων.
+
+Τοιούτους πολέμους διεξήγον προς αλλήλους οι άνδρες και
+τοιαύτα λάφυρα απεκόμιζον. Αλλά μη αι γυναίκες ήσαν
+ολιγώτερον μάχιμοι;
+
+Η μήτηρ δεν ήθελε το καλόν της κόρης, η πενθερά εμίσει
+ολοψύχως την νύμφην. Η νύμφη δεν έλεγε καλημέρα εις την
+ανδραδέλφην.
+
+Δι' ένα απρόσεκτον λόγον, διά μίαν ελαφράν κακολογίαν, την
+οποίαν ευρίσκοντο πρόθυμοι οχετοί όπως μεταβιβάζωσι
+μεγαλοποιημένην συνήθως εις το ενδιαφερόμενον πρόσωπον, ήσαν
+ικαναί να μην ομιληθούν ισοβίως. «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη
+σμίξουν», ήτο η πολεμική κραυγή εις τας τάξεις των γυναικών.
+Η θεια-Συνοδιά είχεν ιδεί μίαν νύκτα τρομακτικόν όνειρον,
+το οποίον θα ήτο σωστή οπτασία, αν δεν το είχεν από πριν εις
+το νουν της. Απεκοιμήθη μίαν εσπέραν ελαφρά, υποψιθυρίζουσα
+καθ' εαυτήν την λέξιν ταύτην, την οποίαν της είχεν
+εκσφενδονίσει την ιδίαν ημέραν μία συγγενής εχθρά της: «Ούτε
+τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν!» Απεκοιμήθη και ενθυμείτο το
+κοιμητήρι, το οστεοφυλάκιον του παλαιού νεκροταφείου της
+μικράς πόλεως, πλησίον του οποίου συχνά επερνούσεν
+επιστρέφουσα την εσπέραν από τον αγρόν της, και όπου έβλεπε
+τα λευκά ή κιτρινωπά κόκκαλα των νεκρών, όλα φύρδην μίγδην,
+όλα ομού κείμενα, χωρίς να δύναται οφθαλμός να διακρίνη τίνα
+ήσαν το οστά των υπαρξάντων πάλαι ποτέ φίλων και τίνα τα των
+εχθρών. Εκεί, ενώ ελαγοκοιμάτο μόλις, της εφάνη ότι διήρχετο
+έξωθεν του κοιμητηρίου, και ακούει φοβερόν κρότον συρράξεως
+σκληρών σωμάτων. Ύψωσε τους οφθαλμούς και βλέπει τα κόκκαλα
+των νεκρών ορθά, σηκωμένα επάνω, κινούμενα, τα βλέπει να
+συνταράσσονται και να κτυπώνται αμοιβαίως. Η ωλένη εκτύπα την
+ωλένην, ο βραχίων τον βραχίονα, η περόνη την περόνην, η
+πλευρά την πλευράν, ο σπόνδυλος τον σπόνδυλον. Δύο κρανία
+γυμνά, τα οποία ευρέθησαν εκεί ως παραπεταμένα, ίσως διότι
+δεν ηξιώθησαν εντίμου ανακομιδής και τριτοετούς μνημοσύνου,
+κατεσυνετρίβησαν από την χάλαζαν των πληγών, όσας υπέστησαν
+από τας εξαγριωθείσας κνήμας. Η θεια-Συνοδιά, βλέπουσα το
+παράδοξον θέαμα, εδοκίμαζε να κάμη τον σταυρόν της κ'
+εψιθύριζε: Κύριε ελέησον! Και πώς να μη παραξενευθή, ας ήτο
+και καθ' ύπνον; Φαντασθήτε να βλέπη τις τα κόκκαλα των νεκρών
+εις το κοιμητήρι να ζωντανεύουν, να ορθούνται, να κτυπώνται
+μεταξύ των και να κάμνωσι τοιούτον φοβερόν θόρυβον! (1)
+Τέλος, ενώ έμενεν έντρομος βλέπουσα και διαπορούσα τάχα τι θα
+απογείνη, ακούει δυνατόν ροίβδον και πάταγον έτι μεγαλείτερον,
+και βλέπει τον ένα τοίχον του κοιμητηρίου, τον
+βορεινόν, όστις ήτο υψηλότερος των άλλων, να καταρρεύση
+έξαφνα διά μιας προς τα έσω, να πλακώση όλα τα κόκκαλα και να
+τα κάμη σύντριμμα. Η θεια-Συνοδιά εσκέφθη χαιρεκάκως: «Καλά
+να τα κάμη», κ' εξύπνησεν.
+
+Ήθελε να είπη το δράμα τούτο, το οποίον προ ολίγων ημερών
+μόνον είδεν, εις τον πνευματικόν, και δεν ηυκαίρησε την
+παραμονήν των Χριστουγέννων να υπάγη. Ήλπιζεν ότι θα είχε
+καιρόν το πρωί, εις τον Άγιον Ηλίαν, όπου εμελέτα να μεταβή,
+όπως εξομολογηθή κ' ελαφρύνη την συνείδησίν της. Αλλ' ελθούσα
+εις τον μύλον βλέπει ότι ο γαμβρός της ήτο απών, και δεν
+ηδύνατο να εννοήση πόθεν η παράδοξος αργοπορία του. Τώρα
+είχεν αφήσει την κόρην της περιμένουσαν μετά των κοιμωμένων
+τεκνίων εις τον μύλον, και αυτή μετά του Παγώνα, τον οποίον
+ευμενής πρόνοια είχε στείλει βοηθόν, «αρμένιζε» διά νυκτός,
+καίτοι κατά ξηράν, άνω του ρεύματος, προς την Παναγίαν. Και η
+Αφέντρα, κ' εκείνη, εμβλέπουσα εν τη μοναξία μέσα της,
+καθημένη απέναντι εις το ωραίον εικόνισμα, το Τριμόρφι,
+ησθάνετο την ανάγκην ν' ανακουφίση την συνείδησίν της. Προ
+του γάμου είχε τείνει το ους εις ανοήτους εισηγήσεις γυναίων
+τινών περί μαγείας και περί ποτίσματος γαμβρού, και διά μίαν
+στιγμήν είχεν ελπίσει διά φαρμάκων και φίλτρων ν' αποστρέψη
+την καρδίαν του μνηστήρος της από της ορφανής, της αντιζήλου,
+και να την ελκύση προς το μέρος της. Και από επτά ετών,
+εκατοντάκις είχεν αποφασίσει και ουδέ άπαξ έσχε την
+γενναιότητα να εξομολογηθή την αμαρτίαν ταύτην.
+
+Ήτο ήδη μεσονύκτιον, νυξ βαθεία, και η Αφέντρα, από την
+βαθείαν εκείνην σιγήν, από τους αμυδρούς εκείνους κρότους,
+τους τόσον λεπτούς, ώστε αδυνατεί τις να εννοήση αν είνε της
+ακοής ή της φαντασίας, από το αόριστον εκείνο και μυστηριώδες
+και ανεξήγητον θέλγητρον, χωρίς επί στιγμήν να νυστάξη,
+ησθάνετο ότι είνε παράωρα. Νυξ μακρά του Δεκεμβρίου, χρόνος η
+νύκτα. Αίφνης ακούει το πρώτον λάλημα του αλέκτορος. Ο
+πετεινός, όστις με επτά όρνιθας εκοιτάζετο εις μικρόν
+διάφραγμα όπισθεν της μυλόπετρας και της χοάνης του αλεύρου,
+ως πασάς εις το χαρέμι του, είχεν αισθανθή την ώραν και
+εξέβαλε την συνήθη κραυγήν του. Η Αφέντρα, ήτις είχεν αρχίσει
+ν' αποναρκούται ήδη, χωρίς να κατακλιθή, αποτόμως εξύπνησε.
+
+ — Λαλεί τορνίθι, εψιθύρισε· πέρασαν το μεσάνυχτα . . . Κ' η
+μάννα μου τι να έγεινε;
+
+Ουδέν καλόν εσήμαινεν η αργοπορία αύτη της μητρός της. Και
+όμως παραδόξως η ελπίς την εθέρμαινε, και ήτο βεβαία ότι
+ουδέν κακόν είχε συμβή.
+
+Ηγέρθη και συνεδαύλισε το πυρ. Έλαβε τον λύχνον, κατέβη εις
+το ισόγειον, και επήρε ξηρά ξύλα, ναι επανελθούσα τα έρριψεν
+εις την εστίαν. Είτα εκεί με τρις τον σταυρόν της προ της
+αγίας εικόνος και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», τας
+μόνας προσευχάς τας οποίας είξευρε.
+
+Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη βήμα ανδρικόν έξω. Έκρουσαν την
+θύραν της. Ήτο η φωνή του Παγώνα. Εσηκώθη ν' ανοίξη.
+
+
+Κατερχόμενος ο Αγάλλος σιγά — σιγά, αργοστόλιστος ως νύμφη,
+την κλιτύν του βουνού, πριν φθάση εις την Κεχρεάν, ενώ είχε
+νυκτώσει ήδη, δεν εχόρταινε να ενθυμήται τα καλά εκείνα
+χρόνια, όταν ήτο ακριβώς γαμβρός, ζηλεμμένος και
+πολυγυρεμένος, και είχε καλοπεράσει επί οκτώ έτη με δύο
+αρραβωνιαστικαίς, πότε γελών την μίαν, πότε την άλλην.
+
+Αλλ' όταν έφθασεν έμπροσθεν του παλαιού μονυδρίου της
+Παναγίας της Κεχρεάς, κ' εστράφη αριστερά να κάμη τον σταυρόν
+του προς την εκκλησίαν, διά της ανοικτής θύρας του περιβόλου
+βλέπει μέγα φως εντός του ναού. Κάποια ευσεβής γυνή θα
+ενθυμήθη ίσως ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας, επί τη
+παραμονή του Αχράντου Τοκετού της, και θα το είχε παρακάμει
+εις το λάδι και τα φιτύλια, ώστε να μεταβάλλη τας κανδήλας
+εις πυροφάνεια. Αλλά συγχρόνως ακούει φωνήν και ψίθυρον
+έσωθεν του ναού, ως αναγνώσεις ή σιγανάς ψαλμωδίας μοναχών
+προσευχομένων. Ποίος να ήτο; Το μονύδριον ήτο διαλελυμένον
+από τον καιρόν της Αντιβασιλείας, ο ναΐσκος έμενεν έρημος.
+
+Ο Αγάλλος δυνατόν να ήτο ελαφροΐσκιωτος, αλλ' ήτο και
+σαββατογεννημένος και δεν εφοβείτο. Επλησίασεν εις την θύραν
+του μονυδρίου, εισήλθεν εις τον περίβολον, διέβη την αυλήν
+και εισήλθεν εις τον ναόν. Τα κανδήλια ήσαν αναμμένα
+έμπροσθεν των εικόνων του τέμπλου, αλλά με κανονικά φώτα και
+όχι ως πυροφάνεια. Αλλ' υπήρχον και δύο μεγάλαι λαμπάδες
+καίουσαι εις τα μανουάλια, και πέντε ή έξ κηρία. Εντεύθεν το
+πολύ φως.
+
+Δεξιά εις την αχιβάδα, μοναχός τις, μεσήλιξ, φορών
+επανοκαλύμμαυχον, έψαλλε το «Κύριε εκέκραξα». Εξημέρωνε
+Δευτέρα και δεν είχε ψαλή ο εσπερινός το πρωί, ουδ' είχε
+τελεσθή την παραμονήν η λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Αριστερά
+έτερος μοναχός αντεφώνει εις τον πρώτον. Δύο ή τρεις άλλοι
+μοναχοί ή δόκιμοι, με ράσα, αλλά χωρίς επανοκαλύμμαυχα,
+ίσταντο εις το δυτικόν μέρος του ναού εντός των στασιδίων.
+Έσωθεν του ιερού βήματος σεβάσμιος πρεσβύτης ιερομόναχος,
+υψηλός, οστεώδης, πολιός, βαθυπώγων, με ωχρούς, λιποσάρκους,
+και οιονεί διαφανείς τους χαρακτήρας του προσώπου, εξήλθε την
+στιγμήν εκείνην με επιτραχήλιον, φελόνιον και κρατών το
+θυμιατόν. Τίνες ήσαν όλοι αυτοί; Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους
+έβλεπεν.
+
+Ο σεβάσμιος πρεσβύτης εθυμίασε τας εικόνας πρώτον, είτα τον
+δεξιόν ψάλτην, είτα τον αριστερόν, ακολούθως τους τρεις
+μοναχούς ή δοκίμους και τελευταίον τον Αγάλλον. Ο Αγάλλος
+υπέκλινε προς το θυμίαμα, είδε τους αλλοκότους ισχνούς και
+διαυγείς χαρακτήρας του σεβασμίου πρεσβύτου, κ' επίστευσε
+πλέον ότι επήγε ζωντανός εις τον Παράδεισον. Άλλως δεν
+ηδύνατο να εξηγήση το δράμα.
+
+Ουδείς των πέντε μοναχών έστρεψε βλέμμα προς τον νεωστί
+ελθόντα. Μόνον ο τελευταίος, ο νεώτερος των ρασοφόρων, όστις
+δεν εφόρει καλυμμαύχιον, αλλ' εκράτει υπό την μασχάλην
+διπλωμένην την μαύρην σκούφιαν του, έστρεψε προς τον Αγάλλον,
+όχι τον οφθαλμόν, αλλά τον κρόταφον και την ούλην στοιβήν της
+κόμης του και το άκρον του κανθού, και τότε ο Αγάλλος έλαβε
+το θάρρος να προσέλθη πλησίον του και να τον ερωτήση·
+
+ — Ποιοι είστε του λόγου σας;
+
+Ο δόκιμος απήντησε διά νεύματος ότι δεν είνε καιρός εξηγήσεων
+τώρα, αλλ' ο γεραρός πρεσβύτης, όστις είχεν επιστρέψει εις το
+ιερόν βήμα, και εφαίνετο έχων το προορατικόν χάρισμα, έστρεψε
+την κεφαλήν προς τον δόκιμον και του επέτρεψε διά νεύματος να
+δώση εξηγήσεις εις τον αδελφόν.
+
+
+Αφού ο Αγάλλος ηυχαρίστησε την περιέργειάν του, ήτο
+αποφασισμένος ν' απέλθη, να καταβή εις τον μύλον, όπως
+παραλάβη την γυναίκα και τα τέκνα του και υπάγωσιν όλοι ομού
+εις την Παναγίαν, διότι οι παράδοξοι μοναχοί έμελλον να
+ψάλωσι παννύχιον αγρυπνίαν και τελέσωσι λειτουργίαν προς τα
+χαράγματα. Αλλ' ενώ ήτο έτοιμος ν' απέλθη, πάλιν έλεγε μέσα
+του: «Ας καθίσω ακόμα λίγο», και πάλιν «ακόμα λίγο», και είχε
+γείνει μεσονύκτιον ήδη χωρίς να αισθανθή τον κόπον. Διότι το
+τρυφερόν και σεμνόν της ψαλμωδίας μεγάλως τον έτερπε.
+
+Τέλος, μικρόν προ του μεσονυκτίου, ότε είχεν αρχίσει να
+γίνεται ανάγνωσις του πανηγυρικού της ημέρας, ενώ ο Αγάλλος
+είχε κινηθή να εξέλθη του ναού διά να πυρωθή ολίγον εις το
+έξωθεν αναμμένον πυρ, κ' εσυλλογίζετο την ανησυχίαν της
+γυναικός του, διότι ήτο βέβαιος ότι η πενθερά του θα έφθασεν
+από την χώραν και επληροφόρησε την Αφέντραν περί της
+αναχωρήσεώς του εκ της πολίχνης, βλέπει έξαφνα την πενθεράν
+του και τον Παγώναν και παρουσιάζονται.
+
+Ο Αγάλλος δεν άφησε τον ελαφρόν ίσκιον να ενεργήση διά την
+γραίαν Συνοδιάν. Την εκάλεσεν έξω του ναού και της είπε ποίοι
+τινες ήσαν οι μοναχοί εκείνοι.
+
+Απεφασίσθη να υπάγη ο Παγώνας, όστις άλλως είχεν αφήσει
+δεμένον τον όνον του έξωθεν του μύλου, και δώση απλήν είδησιν
+εις την Αφέντραν, και της είπη ότι μετά δύο ώρας ακόμη θα
+κατήρχοντο ο σύζυγός της και η μήτηρ της διά να εξυπνήσωσι τα
+δύο τέκνα και οδηγήσωσι ταύτα και την μητέρα των εις την
+Παναγίαν διά να λειτουργηθή.
+
+
+Η Αφέντρα εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν.
+
+ — Μοναχός σου ήλθες; πού είνε η μάννα μου;
+
+ — Στην Παναγιά.
+
+ — Στην Παναγιά; Κ' ο Αγαλλάκης;
+
+ — Κι' ο Αγαλλάκης μαζί. Κάνουν αγρυπνία.
+
+ — Αγρυπνία;
+
+ — Να, ολονυχτιά.
+
+ — Ποιος την κάνει;
+
+ — Κάτι νεοφερμένοι καλόγεροι.
+
+ — Καλόγεροι;
+
+ — Να, άνθρωποι με ράσα.
+
+ — Απ' το μοναστήρι ήλθαν;
+
+ — Όχι, είνε άλλοι. Ήλθαν τώρα γρήγορα. Κάθονται στον ·Άι-
+Θανάση.
+
+ — Στον Άι-Θανάση;
+
+ — Ναι. Πλειότερα δεν ξέρω. Είπαν να κοιμηθήτε, και τώρα —
+τώρα θαρθή ο Αγάλλος μαζί με τη θεια-Συνοδιά να σας
+ξυπνίσουν, να σηκώσουν και τα παιδιά, να πάτε να μεταλάβετε.
+Καλή νύκτα κι' αύριο με υγεία.
+
+
+Μόλις η Αφέντρα επρόφθασε να κλέψη έναν ύπνον, και εκρούσθη η
+θύρα του νερόμυλου. Ήτον ο Αγάλλος και η θεια-Συνοδιά.
+
+Η Αφέντρα εξύπνισε τα παιδία, τα ένιψε, τα ενέδυσε, τα
+εκτένισεν, εστολίσθη και αύτη με ό,τι πρόχειρον είχεν εις τον
+μύλον και λαβόντες το φανάριον εξεκίνησαν και οι πέντε διά
+την Παναγίαν.
+
+Οι έξ μοναχοί ήσαν νεοφερμένοι πράγματι. Ήρχοντο εκ μιας των
+Κυκλάδων, όπου είχον διατρίψει επί πολλά έτη ασκητεύοντες.
+Έφθασαν προ ολίγων εβδομάδων, και οι πλείστοι των κατοίκων
+δεν τους είχαν γνωρίσει ακόμη. Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους
+έβλεπε, και διά τούτο του εφάνησαν ως παράδοξος οπτασία. Άμα
+φθάσαντες, είχον αρχίσει να κτίζωσι κελλίον τι προς διαμονήν
+των, στεγαζόμενοι προσωρινώς εις χωρικόν τι καλύβιον.
+
+Επειδή δεν υπήρχε ναός εις το μέρος εκείνο, είχον κατέλθει να
+εορτάσωσι τα Χριστούγεννα εις την Κεχρεάν, μιας ώρας δρόμου
+απέχουσαν.
+
+Οι μεν τους έλεγον αιρετικούς, οι δε τους εσέβοντο ως πολύ
+εναρέτους. Η κοινή φήμη έλεγεν ότι ησπάζοντο τας δοξασίας
+θρησκευτικού τινος διδασκάλου, τας οποίας είχεν αποκηρύξει η
+Ιερά Σύνοδος. Το αληθές ήτο ότι ο εν λόγω διδάσκαλος, αυτός
+μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής
+τινος κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον
+οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τας δοξασίας.
+Πολλοί όμως εφρόνουν ότι, επειδή το πολύ του λαού διψά
+θρησκευτικής διδασκαλίας, οι δε αρμόδιοι και υπεύθυνοι
+ουδεμίαν μέριμναν λαμβάνουσι προς θεραπείαν της ανάγκης
+ταύτης διά των αγνών και ορθοδόξων, ουχί διά ξενοπρεπών και
+κακοζήλων πηγών, επόμενον ήτο πολλοί ευσεβείς και
+καλοπροαίρετοι άνθρωποι να πλανηθώσι, καλή τη πίστει,
+ακούοντες τον χριστιανικόν λόγον, έστω και νοθευμένον, παντού
+όπου αυτός ηχεί, διότι όταν αι βρύσεις και κρήναι θολωθώσιν,
+οι δε υδρονομείς αποκρύπτωσι τα διαυγή νάματα, άνθρωποι και
+κτήνη, διψώντες μέχρι θανάτου, θα προτιμήσουν να πίωσιν εκ
+του θολού ρεύματος, ασθενή ευρίσκοντες ελπίδα σωτηρίας εν
+τούτω μάλλον ή ν' αποθάνωσι της δίψης. «Ανθρώπους και κτήνη
+σώσεις, Κύριε, ως επλήθυνας το έλεός σου, ο Θεός».
+
+
+Η θεια-Συνοδιά εξωμολογήθη εις τον πατέρα Ιεζεκιήλ (ούτως
+εκαλείτο ο προϊστάμενος της αδελφότητος ιερομόναχος), και
+ούτος την ωδήγησεν ότι, εάν η ορφανή κόρη, η παραγκωνισθείσα
+διά του γάμου της θυγατρός της, έμεινεν έκτοτε άγαμος,
+οφείλει, όπως τύχη συγχωρήσεως, να συντέλεση αυτή το κατά
+δύναμιν προς αποκατάστασίν της· εάν όμως εκείνη υπανδρεύθη ή
+απέθανεν έκτοτε, τότε ανάγκη να κάμη άλλας ελεημοσύνας, ως
+και έν σαρανταλείτουργον εις τον ναόν της ενορίας της, κατά
+προτίμησιν.
+
+Επειδή η θεια-Συνοδιά έδωκε την πληροφορίαν ότι η κόρη ήτο
+άγαμος ακόμη, ο πρώτος κανών της επεβάλλετο.
+
+Εις την Αφέντραν, ήτις έσχε τέλος το θάρρος να εξομολογηθή το
+αμάρτημα της μαγείας, έδωκε, κανόνα μακράν αποχήν από της
+Μεταλήψεως και προσθέτους νηστείας και προσευχάς. Την
+εσυμβούλευσε ν' ανάψη και μεγάλην λαμπάδα εις την αγίαν
+Αναστασίαν την Φαρμακολύτριαν.
+
+Τα δύο παιδία μετέλαβον της ιεράς Κοινωνίας, και η οικογένεια
+όλη επέστρεψεν άμα τη ανατολή του ηλίου εις τον μύλον της.
+
+
+
+Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
+
+
+
+ — Ακούστε εμέ να σα πω! Να μην ανοίγετε χαρτί! . . . Να μην
+ακούτε το δάσκαλο! . . . Να μη φοβάστε τσ' πατεράδες σας!
+. . . Να δέρνετε τσ' μαννάδες σας! . . .
+
+Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών
+παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου του απωτάτου από
+της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των
+μεγαλειτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη
+δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζη συλλαβιστά!
+Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρη
+την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήταν
+μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήταν όλο μεγάλοι. «Πού
+να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος, ο
+Φλάσκος Φλασκο-μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!» Και σείων την
+κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον
+ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο
+Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοχτώ χρόνων, υψηλός, με ανορθωμένα
+σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήση το κτένιον,
+έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «τον Φλάσκο Φλασκο-
+μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της
+δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά
+του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείση
+εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου
+έβοσκον βλατούδες και ψαλλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι
+ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και
+απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ' η επιτροπή αντέτεινε,
+μη θέλουσα να δυσαρεστήση τους οικείους του μεγαλοσώμου και
+φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο
+Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον
+τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν, είχε φοιτήσει εις το
+σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζη (μόνον ότι
+συνέχεε κάποτε το &η& με το &π& και το &ζ& με το &ξ&,
+ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξη τ' αφόρητα εκείνα
+δεσμά και να εμβαρκάρη με το καράβι του θείου του! Ίσως
+μάλιστα δι' αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες
+διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους
+οικείους του, να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.
+
+Τοιαύτα τινα πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε
+συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο
+Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ' εκείνην είχεν αναβή επί του
+θρανίου και απήγγελλε την διδαχήν, την οποίαν ο διδάσκαλος,
+κύπτων, επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω
+του θορύβου δεν ήκουεν, ουδ' έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν,
+όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο
+ενώπιον της τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας) επροφυλάσσετο,
+και ήτο έτοιμος να πηδήση κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος
+έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.
+
+Ταύτα συνέβαιναν καθ' ον χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με
+ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η
+«Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον,
+και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ' υπόκωφου βοής, ομοία με την
+φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις
+απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου θα ενόμιζεν
+ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν διά θώας της ερήμου, και δι'
+άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευον, επήδων, εσκίρτων,
+εφώναζον, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και
+καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών
+μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και
+τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς
+εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα,
+εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών
+κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά,
+κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος
+υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά
+προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθή και εμπέση παρ' αξίαν
+εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος,
+προσεπάθει να επιβάλη σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον
+σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο
+Βρυκολακάκης, και δι' αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς,
+παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον
+πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην
+την εξουδετέρωσεν ο Γιώργος ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο
+Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την
+θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου είξευραν ότι είχε ταμιευμένην
+ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλαίς βέργαις,
+τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας
+λιγυρώτερας και τσουχτερωτέρας δι' εαυτούς τότε ήρχισε μάχη,
+και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους &δείκτας& από του τοίχου,
+άλλοι κατεβίβασαν τους &τηλεγράφους& από της καθέτου σανίδος
+των θρανίων, και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.
+
+Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος, με το τσιγάρον εις το στόμα, και
+ο πρωτόσχολος έκραξεν: εις &προσοχήν&! Ο διδάσκαλος ήτο
+μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κ' ευκίνητος.
+Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της
+ημέρας παραιτών το σχολείον εις την τύχην του απήρχετο εις
+επίσκεψιν. Άλλοτε το σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά
+τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης
+δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.
+
+Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κ'
+εζήτησε να εξετάση μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή
+επτά παιδία και τα ηρώτησε·
+
+ — Την εμάθετε την ιερά ιστορία;
+
+Τα παιδία, αντί ν' απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των,
+και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την
+στιγμήν εκείνην ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της
+&Αριστορίας&, καθώς την ωνόμαζαν.
+
+Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάση ο διδάσκαλος,
+εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.
+
+ — Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου;
+
+ — Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, &κάμνον το σχήμα& με τον
+δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την &Αρ — ιστορία& μου.
+
+ — Αμελή! κακοήθη! άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος κ'
+εκοκκίνησε δι' ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού.
+Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργαις εις την
+ράχιν των παιδίων. Αλλ' αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε να
+κτυπά.
+
+Μετέβη εις τον δεύτερον.
+
+ — Τις έκτισε τον κόσμον;
+
+Το παιδίον απήντησεν
+
+ — Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον
+αυτού.
+
+ — Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος, και αποταθείς προς τον
+τρίτον·
+
+ — Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;
+
+ — Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ, απήντησε το παιδίον.
+
+ — Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον·
+
+ — Τις και πόθεν τον έκτισεν;
+
+Ο τέταρτος απεκρίθη·
+
+ — Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι
+αμαρτωλοί και θνητοί.
+
+ — Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν
+εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν
+του.
+
+Είτα επανέλαβε·
+
+ — Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.
+
+Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, ον
+είχον ανηρτημένον υπό την αριστεράν μασχάλην, τας ιεράς
+ιστορίας των, κ' εξήγαγον τας γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα
+βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα
+χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ' ουδεμία λέξις
+διεκρίνετο. Ο μεγαλείτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο
+&ερμηνευτής& της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε
+τον &χάρτην&, και κομίσας τον απέθηκεν επί μικράς τραπέζης,
+προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος δυσκόλως
+αποφασίζων να πατήση με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του
+επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.
+
+Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζη
+εις την Γεωγραφίαν.
+
+ — Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;
+
+Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν
+
+ — Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία, αποτελείται εξ επτά νήσων.
+
+ — Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.
+
+Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν·
+
+ — Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;
+
+Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί·
+
+ — Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της
+Μεγάλης Βρεττανίας, και διοικείται δι' αρμοστού εδρεύοντος εν
+Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και
+αξία λόγου Ακαδημία.
+
+ — Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.
+
+Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν·
+
+ — Είπε μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος
+αποτελείται;
+
+Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς
+να υπεμφαίνη στίξιν ή παρένθεσιν·
+
+ — Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη,
+Κεφαλληνία, Ζάκυνθος και Κύθηρα, Τσερίγον.
+
+ — Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να
+μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κ' εχάραξε με τον όνυχά του επί
+του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο,
+και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε να
+αλλάξη το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!
+
+Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι
+κάτι ήθελε να είπη.
+
+ — Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.
+
+ — Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ους το παιδίον,
+γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται
+από επτά νήσους, υστέρα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα;
+
+ — Τας εμέτρησες εσύ;
+
+ — Ταις εμέτρησα, να!
+
+Και ήρχισε να μετρή επί των δακτύλων του, «Κέρκυρα, Κορφοί,
+Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.
+
+Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την
+πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είνε ότι ουδέποτε είχαν
+υποπτευθή ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις όσαι ήσαν
+τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως διά να «μην τους χαλάση
+την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν' απαντήση·
+
+ — Αυτά θα τα μάθετε όταν . . .
+
+Ίσως ήθελε να είπη «όταν θα πάτε στο Ελληνικό Σχολείο». Αλλά
+διεκόπη. Την στιγμήν εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο
+θόρυβος ον είχε προκαλέσει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης εις το
+τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με
+την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν του επί του πρώτου
+χωλού θρανίου, έρριψε το τσιγάρον του. Εκύτταξε το ωρολόγιόν
+του, είδεν ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον
+πρωτόσχολον να σημάνη την κατ' ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλή
+το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύση το πρωινόν μάθημα.
+
+Ό,τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον
+οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ' ότου
+ηρραβωνίσθη, να φορή κατά το θέρος το σακκάκι του.
+Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα.
+Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το
+μικρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο
+με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου
+εκάπνιζε δύο ή τρεις ναργιλέδες την ημέραν, παντού
+επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν
+γελέκυ μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον αμέσως τον πελώριον και
+εμπροσθοκλινή κορμόν του. Εκάπνιζεν ένα ναργιλέν το πρωί,
+είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα
+ήναπτε το τσιγάρον, κυττάζων άμα το ωρολόγιόν του και
+εγειρόμενος ίνα απέλθη. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κ' ένα ρώμι».
+Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου
+έμενε πάντοτε «με τα μανίκια». Εις τας εξετάσεις περί τα τέλη
+Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αύγουστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της
+αξιοτίμου Επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς
+εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς
+νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέση το σακάκι του· το
+εφόρεσεν, αλλ' αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.
+
+Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον
+μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ' υπέφεραν
+στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ' όλον το έαρ, ο
+διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους
+ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα Λιβάδια, ούτε τρις καθ'
+όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά
+και αγαλλίασις ήτον άλλοτε ανά τα ημικύκλια ότε διεδίδετο από
+κλάσεως εις κλάσιν ως σύνθημα η μαγική λέξις : «Θα μας πάη ο
+δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάη ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!»
+Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν φορτικήν ανάγνωσιν
+και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.
+
+Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου,
+και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της
+πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας,
+έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το
+&σκλαβάκι& και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ, ο διδάσκαλος με
+τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμαμένην όπισθεν του
+σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου,
+περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον,
+καλησπερίζων τους ασχολούμενους εις το πότισμα των φυτών
+ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα
+επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν
+τω άμα έπαυαν αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά
+συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε
+Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες
+εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η αμμουδιά ήτο αβαθής
+εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί
+μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν
+φθάσουν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς
+την γην και επιστομιζόμενοι εις το κύμα εμάνθανον πρακτικώς
+να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς
+την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος
+όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα
+λευκά του πλατέα μανίκια, κ' εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι
+του, το οποίον είχεν εις την τσέπην διά τας εξοχικάς
+εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερίκοκκα, απίδια, και πρώιμα
+μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας
+με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της
+αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες
+έκαμνον θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την
+ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού
+και ξυπνητού ονείρου των.
+
+
+Φευ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια
+του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν
+καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα
+ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθή διπλήν απογοήτευσιν, την
+εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής,
+αλλά και μετ' εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν
+επί μακρόν και με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο
+ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον
+φαγωμένων ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν
+ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής
+και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως —
+εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν
+του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε,
+και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνη απλώς το παρακάτω.
+Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της
+εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει
+συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον όστις, πείσας και το
+συμβούλιον να ψηφίση τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξη την
+επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων
+παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος.
+Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο
+διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε
+διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν
+σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι
+ψαλλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και
+πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει
+«να της βρέχη» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από
+την Εφορευτικήν Επιτροπήν, την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου
+μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του
+Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ' εις τούτο εύρε την
+επιτροπήν αντιπράττουσαν.
+
+«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των
+μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το
+σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγεινε για να μαθαίνουν τα παιδιά
+γράμματα, δηλαδή. Έγεινε για να μαζώνουνται η κλήραις, τα
+παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πως μπορεί, το λοιπόν, ένας
+γονιός να τα έχη μπελά απ' το πρωί ως το βράδυ; Και πού
+συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψη; Μπορεί να τα χορταίνη
+κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ; Και είνε ικανή
+μία χήρα γυναίκα να τρέχη από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε
+βράχο, για να τα συμμαζώνη; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; για
+να έχη το βάρος αυτό, να είνε οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είνε
+συμμαζωμένα εκεί-δα, μες το σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και
+καμπόσα κομμάτια, παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία,
+που είνε ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους,
+τους τοίχους και το πάτωμα, για να είνε οι νοικοκυραίοι
+ησυχώτεροι για της αχλαδιές των, της βερικοκκιές των, της
+συκιές και τ' αμπέλια των. Η καθεμιά πανδρεμμένη, το λοιπόν,
+πρέπει να έχη μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι
+πλειότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα
+πρέπει να έχη μέρος για να ρίχνη το στρίγλικό της, τ' αρφανό
+της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχη μέρος για να βάζη τον πάπο
+της, τον χήνο της, κ' η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την
+απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».
+
+Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπη εις ταύτα, αλλ'
+απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το
+πένθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς,
+ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνίδιως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας
+μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος,
+εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη
+δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις &προσοχήν&! Το
+παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος
+των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας
+οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα
+παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνειθισμένα, έπτυον εις
+τας παλάμας των, ύγραινον κ' έτριβον τας χείρας με τον σίελον
+διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ' ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν,
+έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου
+νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κ' έσπαζε τας
+σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε
+σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι όποιον ανακαλύψη εις το
+εξής άνιπτον θα τον αφίση νηστικόν τρεις ημέρας και τρεις
+νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν η βλατούδες.
+Εφυλάττετο καλώς μη εκφέρη ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα
+έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε
+κάλλιστα ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην,
+ην ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι
+«όσοι έχουν παπούτσια να τα φορούν εις το εξής, όταν θα
+πηγαίνουν εις το σχολείον».
+
+
+Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ' ολοκληρίαν αψυχολόγητα
+εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του.
+Την ημέραν εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την
+δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από
+της δεκάτης ώρας επείνων φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το
+πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου οπό της πατρικής οικίας. Το
+πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός,
+όπως και άλλοτε, πριν συνάψη τον τόσω ατυχή αρραβώνα,
+έπραττε, να ψάξη εις της τσέπαις των μαθητών και να ρίψη
+τεμάχια του άρτου εις τας όρνιθας, βοσκούσας κατ' αγέλας εις
+το προαύλιον.
+
+Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι
+μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι
+το:
+
+ Παύει πλέον η μελέτη κι' ο καιρός της προσοχής . . .
+
+
+
+ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ
+
+
+
+Α'
+
+Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζεία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου
+έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο
+Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν
+εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου
+εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράση. Αλλ' ο
+κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο αποτόμως να κεράση,
+λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμη
+φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανή
+φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο
+Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, αυτοί που
+είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν
+«φούρνους με καρβέλια» δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι
+δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες
+αυτόν να εξοδεύση κι' απ' τη σακκούλα του όσα θέλει, άφοβα,
+διότι θα πληρωθή μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον
+ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχτηκε» κ'
+εξώδευσε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά
+μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός
+ηρέσκετο να ονομάζη σήμερον «ο Λάμπρος ο Φατούλας») έκαμε πως
+δεν τον εγνώριζε και του εγύρισε της πλάτες. Πού επερίσσευε
+τραμπούκος απ' αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να
+φάνε κ' οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κ' ο
+Μανώλης ο Πολύχρονος κι' άλλοι μερικοί, πέφτουν με τα μούτρα
+στη λαδιά, στο μούχτι . . . κ' ειξεύρουν πώς να κυνηγούν το
+πλιάστικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα
+κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι' από κοντραπούντους κι' από
+μπουκλούκια . . . κανείς δεν μπορεί να βγάλη πλώρη μαζί τους.
+Είνε εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ' όταν μίαν φοράν καή η γούνα
+ενός ταβερνάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου
+λέγω, είνε άλλοι που καίονται στα πολιτικά κ' έχουν
+κρεμασμένο διά τας εκλογάς το ζουνάρι τους . . . κ' είνε
+πάλιν άλλοι που ξεύρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν,
+παίρνοντες λεπτά κι' από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το
+έν πότε το άλλο, κ' εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ
+θα είνε αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν
+φοράν.
+
+Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος
+να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει
+εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο
+εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της
+πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ήρχισε
+να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον,
+λέγων ότι, αυτός όπου του θέλει το καλόν του, λυπάται να τον
+βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα,
+αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμη φόρα»
+νομίζει ότι είνε δι' αυτόν το συμφερώτερον;
+
+Κάθε άλλο· εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις
+τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν
+χρήματα εις έναν άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις
+θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά-καλά τι
+πράγμα είνε ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθή θερμός,
+ή και χλιαρός, υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος
+τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είνε
+παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το
+άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε
+τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον
+να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα
+δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είνε να κηρυχθή φανερά
+υπέρ του ενός. Δεν παίρνει, παράδειγμα απ' αυτόν, κι' από τον
+φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται
+και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι
+δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής
+φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και
+μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με
+γέλοια και με χαραίς, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι, εις
+υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των
+υπεράνω των κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν
+δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήση, θα είνε φίλοι και οι δύο,
+αφού θα είνε ο είς. «Όποιος γάιδαρος κι' αυτοί σαμάρι».
+
+Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο
+Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είνε αληθές ότι τα
+πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός,
+όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε
+σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα είξευρε προτήτερα απ'
+εκείνον. Αλλ' είνε μεγάλη διαφορά να είνε τις αγωγιάτης απλώς
+ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχη μαγαζί. Διότι,
+πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την
+θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι
+δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι διότι
+τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ'σάφους τελευταίον είπεν
+ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι' αυτός και το μαγαζί του». Ο
+κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς,
+αλλ' ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα του είπεν
+ότι, «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το
+μαγαζί του, μεγαλείτερη μάλιστα απ' το μαγαζί του».
+
+Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την
+λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς
+οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Ητο ανήρ
+μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ' επιτηδεύσεως ενδεδυμένος,
+φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.
+
+Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχαις διά τους μεθ' εαυτού,
+είτα ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ους του
+καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ'
+ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά, και ο οινοπώλης
+του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν
+προς την τράπεζαν, περί ην είχε στρωθή η παρέα του, και
+διέταξεν εκ νέου μαστίχαις.
+
+Επλήρωσεν εν κρότω δεκάρων τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον
+προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με
+τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους,
+
+ — Ε! Τι έχουμε, Κώστα; . . . Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.
+
+ — Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο
+Καλόβολος· το κόμμα μας είνε το κόμμα σας.
+
+ — Τι; είμαστε από ένα κόμμα;
+
+ — Δεν το ξέρετε;
+
+ — Τότε πώς δεν ξεχωρίζετε από το Γιάννη το φίλο σου;
+
+ — Η φιλία φιλία, και το κόμμα κόμμα.
+
+ — Ας είνε τέλος πάντων, ο Θεός κ' η ψυχή σας. Πίνετε από μια
+μαστίχα;
+
+ — Απώνα κρασί . . . αν μας κεράσετε.
+
+Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ
+εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου
+κόμματος.
+
+ — Εβίβα! Καλή επιτυχία.
+
+Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.
+
+Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά.
+
+Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ,
+μελαγχροινός, εύθυμος, αστείος.
+
+ — Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;
+
+ — Το καλό αρνί, κυρ-Μανώλη, απήντησεν ο Γιάννης της
+Κ'σάφους, τρώει από δύο προβατίναις.
+
+Ο Μανώλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράση και τότε έπιον
+εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανώλης.
+
+Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο
+αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα
+εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος
+εγερθείς μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ
+μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ους
+του καπήλου.
+
+Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ'
+εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου μία-μία εισερχόμεναι
+ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι.
+Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του ειπή ταπεινή τη φωνή, ενώ
+ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κυττάζη με τον κανθόν
+του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανώλης, ηθέλησε
+να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους.
+
+ — Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε που
+μας κοροΐδεύετε όλους, ή όχι;
+
+ — Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης
+της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε
+να είνε φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας
+κοροϊδεύετε.
+
+Οι δύο φίλοι μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να
+διαμαρτύρωνται θορυβωδώς.
+
+ — Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανώλη . . .
+
+ — Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο . . .
+
+ — Έτσι να έχω καλά γεράματα.
+
+ — Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.
+
+Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν περί ην ήτο
+συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην
+τράπεζαν περί ην εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανώλη, στρέφοντες
+προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι
+υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο
+αρχηγών των κομματικών ομάδων.
+
+ — Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν
+ο Μανώλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή να κόψετε ο ένας από τον
+άλλον αυταίς της ημέραις που θα είνε η εκλογαίς, ή . . .
+
+ — Αυτό θα είνε σκληρά καταδίκη δι' αυτούς, είπε γελών ο
+Λάμπρος ο Βατούλας.
+
+ — Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να
+μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς
+και ολοψύχως, ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ
+του άλλου.
+
+ — Παίρνω όρκο, είπεν υψών την χείρα ο Γιάννης της Χρυσάφους.
+
+ — Κ' εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
+
+ — Οι όρκοι είνε σήμερα το φθηνότερο πράμμα, είπε σαρκαστικώς
+ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
+
+ — Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπεν ο Γιάννης της
+Χρυσάφους.
+
+ — Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανώλης·
+καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παληά τα τσαρούχια σου.
+
+Ο Γιάννης της Χρυσάφους, κύψας, έλυσεν από των ποδών τα
+πέδιλα, και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανώλην.
+
+ — Πάρ' τα, κουμπάρε!
+
+Τα απέθηκεν επί της τραπέζης, και είτα, γυμνόπους, εστράφη
+προς την θύραν να εξέλθη.
+
+Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ' ο
+Μανώλης τον ανεκάλεσεν·
+
+ — Έλα δω, κουμπάρε!
+
+Ο Γιάννης της Χρυσάφους, επιστρέψας, εστάθη ενώπιον του
+Μανώλη.
+
+ — Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.
+
+ — Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της
+πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.
+
+ — Τι απόδειξιν;
+
+ — Ιδού, είπεν ο Μανάιλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον
+Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είνε αληθές πως ό,τι επιθυμεί
+κανείς εκείνο και πιστεύει;
+
+ — Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.
+
+ — Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους, να
+στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι' έν πράγμα, του οποίου
+άδηλος είνε η έκβασις, πιστεύοντες και ο είς και ο άλλος ότι
+θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν;
+
+ — Καθώς, λόγου χάριν, εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο
+Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγη εκείνος
+τον οποίον θέλει ο καθένας.
+
+ — Ίσα—ίσα! είπεν ο Μανώλης. Λοιπόν, δεν είνε καλό να
+βάλουν οι δυο τους, τώρα μπροστά μας, ένα στοίχημα;
+
+ — Σαν τι στοίχημα;
+
+ — Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το
+δικό μας κόμμα, και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο
+κόμμα.
+
+ — Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της
+Χρυσάφους.
+
+ — Κ' εγώ το βώδι μου! εφώναξεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
+
+ — Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βώδι
+σου σού χρειάζεται διά να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον
+αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται
+εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς
+ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά
+τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο
+προβατίναις κ' ένα κριάρι;
+
+ — Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Χρυσάφους. Για το
+χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.
+
+ — Κ' εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο
+Κωνσταντής ο Καλόβολος.
+
+ — Δεν είνε ανάγκη να θυσιάσης της προβατίναις, κουμπάρε
+Γιάννη, το κριάρι, μας αρκεί.
+
+ — Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.
+
+ — Κ' εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κόττες που έχω, είπεν ο
+Κωνσταντής.
+
+ — Λοιπόν σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς
+ημείς, εσύ, Καλόβουλε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κόττες,
+κι' αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης
+την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από ένα βουλευτήν τα δυο
+κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου
+γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, της κόττες σου.
+
+ — Σύμφωνοι!
+
+Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.
+
+Β'
+
+Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ
+της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε
+μετά τον δείπνον το φαναράκι του, και συνοδευόμενος από τρεις
+ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ' οίκους προς
+ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς, και είτα, δι' ανωφερούς
+δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν.
+Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά
+φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ερχόμενη. Ήτον ο Μανώλης
+ο Πολύχρονος με την παρέαν του, από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος
+ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα», αλλ' εκείνην την στιγμήν
+ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ
+εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο
+Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το
+Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ' άλλους
+ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του,
+πρωτεύουσαν της επαρχίας, και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή.
+Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός
+παιδιόθεν, και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της
+επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την
+ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις περί των
+πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλειά καμμένα». Δεν
+ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των
+δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο
+βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος του. Ήτον αφελής τους
+τρόπους, και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθή
+«για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά. Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος, και
+τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ειμπορούσες να του
+βγάλης λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν
+έδιδε πέντε χωρίς να είνε βέβαιος ότι θα λάβη δέκα. Εβραίος
+σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο
+καϋμένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακρυά! Σωστός
+Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα.
+«Εφυσούσε». (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι' ελαφρού
+φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του
+δείκτου, υπό το φως του φαναρίου την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»).
+Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν;
+Τον παλαιόν καιρόν, οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο
+εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιαίς. Επειδή όμως εκάστοτε ο
+έτερος των συνδυαζόμενων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν,
+εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κ' έκρινον καλόν να
+μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των
+εις τον ιδικόν των, εξέλειπεν η εμπιστοσύνη, και οι
+συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου
+ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καϋμένος ο Γιαννάκος, επειδή,
+καθώς σας είπα, ήρχετο από μακρυά, εζήτησεν εν τη αθωότητί
+του να συνδυασθή με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως
+τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια,
+κ' έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλλίτερο για μας,
+παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε
+το οικονομικόν μέρος, και θα του έτρωγε τα λεπτά χωρίς να του
+δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ'
+ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανώλης
+ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ' ο Λάμπρος θα είχε τον
+νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν
+ειμπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστύ ψήφους (εκείνος
+βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι' ας το είχε σίγουρο, μόνον για
+το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους
+αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους
+επουλούσαν προς 15, ας είνε και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην
+τύχην τους! αφού είπε τοιαύτα τινα ο Λάμπρος ευθύς προσέθηκε·
+
+ — Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κείνους . . . .
+Α! ο Μανώλης, ναι, εκείνος είνε γι' αυταίς της δουλειαίς.
+
+Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανώλης
+ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή, με
+αλληγορικάς, ως εσυνείθιζε, φράσεις·
+
+ — Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι . . . Νάχετε το νου
+σας . . . μη μας φάη το θεριό (κ' εδείκνυεν εκατό βήματα
+αποτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν
+λάμψιν του προπορευομένου φανού, τον Λάμπρον τον Βατούλαν με
+την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα . . . Μη μας φάη το
+ψάρι ο γαλιός . . . Ως το μεσημέρι ο ροφός αρριβάρει (να
+πάρουμε, στα χωρατά, μια βάρκα, να πεταχτούμε ως τα νησιά, να
+κάμουμε καρτέρι) . . . . ροφός εφταοκαδιάρικο, φρέσκο! . . .
+θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω . . . . Μα βάρδα
+απ' το σκυλόψαρο (κ' εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν).
+Διπλαίς απετουνιαίς, τριπλά παραγάδια . . . με χονδρούς
+φελλούς και με μολυβήθραις πενηντάρικαις . . . . Και τα μάτια
+σας τέσσερα . . . . Να στέκεσθε απρόντο, νάχετε απρόντο και
+της πράγκαις και τα καμάκια . . . και το σηπιογιάλι έτοιμο
+. . . γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.
+
+Είτα ο Μανώλης προσέθηκεν·
+
+ — Ας είνε, ημείς τέτοιοι δεν είμαστε . . . Μα έπρεπε κάτι να
+γείνη, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.
+
+Οι περί τον Μανώλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και
+άμα προυχώρουν, ώστε παρ' ολίγον έφθασαν την πρώτην
+συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας
+ανακοινώσεις του Λάμπρου, κ' εκοντοστέκοντο, και πάλιν
+εβάδιζον. Τότε είς των πέντε, ακούσας βήματα, εστράφη, και
+είδε την δευτέραν συνοδείαν, και την υπέδειξεν εις τους μετ'
+αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.
+
+Εισήλθον πρώτον, ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον
+οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις
+υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το
+προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφείας, ο Μανώλης
+και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος
+τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους
+ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω
+της θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον
+εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον
+Μανώλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του
+αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την
+αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων
+πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος.
+Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ' ην ο Μανώλης και ο
+Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν
+επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες.
+Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και
+υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε είς των μετά του
+Μανώλη, συνοδεύσας αυτόν παλλάς εσπέρας εις τοιαύτας
+εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον
+ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων
+της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·
+
+ — Τι χαλνούν τα παπούτσια τους. Τώρα πλεια οι ψήφοι μάς
+περισσεύουν!
+
+Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα
+τοιαύτα έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·
+
+ — Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ', απ' αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς
+ότι το κρατείς, έξαφνα γλυστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι,
+χάνομαι . . . μπέρκα 'μαι, δεν πιάνουμαι . . . γιούλος είμαι
+σε γελώ . . . και τα δίχτυα σου χαλώ».
+
+Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν
+εις του γέροντος πορθμέως μπάρμπα-Διοματάρη, εις καλύβη
+ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν
+καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα
+ελεεινόν καπνόν με την πίππαν του, και θερμαίνοντα τας δύο
+κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν, και
+ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς
+εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράση δύο ή τρία σκορπιδάκια,
+τα οποία της είχε φέρει, ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν
+εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον
+λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθησεν επί τινος παλαιού
+κιβωτίου με γλυφαίς και με καρφία διατεθειμένα προς κόσμον
+εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του
+εκάθισαν επί τινος χουλουριασμένου τροχίνου σχοινιού,
+χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί
+κονταριών ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλύν όροφον έως το
+δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον, και τα
+κυλίμια, και η ψάθα και οι μύστακες του μπάρμπα-Διοματάρη,
+και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλας.
+
+Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του,
+λέγων, ότι την φοράν ταύτην, επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να
+φροντίση διά την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον
+Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης
+ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να
+διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της
+κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν
+αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με καμπόσους
+άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχεν
+αμφιβολίαν ότι, αυτήν την φοράν, ο μπαρμπα-Διοματάρης θα
+έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα
+είπεν εντέχνως ο Λάμπρος, ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του
+γέροντος ναυτικού. Αλλ' ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει
+αφορμήν να ξεσπάση, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε
+συμβή κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ' ην είχε δώσει ψήφον εις
+τους αντιθέτους.
+
+. . . Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της
+βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα
+πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόρασε. «Πού σ' είδα πού
+σε ξέρω;» Δεν τον άφιναν ήσυχον, επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν
+είχε να τρέχη δι' όλαις της παληοκαϊάσσαις, όσους εζήτουν να
+πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε,
+τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα
+δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον
+Μανώλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους — τόσα διπλά τάλληρα, ή
+όσους ψηφοφόρους — τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να
+σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ' ευθείας με ένα έκαστον των
+εκλογέων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε,
+εκείνος έμβαζε κ' έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού
+ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και
+πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος,
+ως τετραπερασμένος που ήταν, τα εμβάλωνε λέγων, ότι πρέπει να
+ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις
+γενικά έξοδα, ή εις κεράσματα ακόμη, μη αρκέσαντος του
+κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά
+μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώση λεπτόν παραπάνω.
+Και ου μόνον τούτο, αλλ' ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν
+του. Είχεν εξοφλήσει ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους
+και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες
+σωσταίς. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ'
+ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά παρά έν κλάσμα η
+ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής διά να τρέχη διά της
+δουλειαίς των εκλογέων, καθώς άλλοι, εξελέχθη διά τα γενικά
+συμφέροντα της επαρχίας, αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει
+το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος,
+και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ης εκλέγεται». Και ευτυχώς η
+προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες
+διελύοντο μετά έν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του
+σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστάς συνόδους τακτικάς και δύο
+εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ' επί
+τέλους, περί τα τέλη της Γ' συνόδου, διελύθη. Κατά την πρώτην
+σύνοδον, ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή
+μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν,
+καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του,
+ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και
+τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν
+σύνοδον κατώρθωσε ν' ακύρωση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια
+των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων, και να
+ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως
+ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης
+παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε
+κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το
+τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχως δεν είχεν άλλας
+οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον
+επρόφθασε κ' έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο
+διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ' ό ανομοίου κλίσεως και
+προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη
+συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το
+«Σχολειό της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο
+πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα
+κατώρθωνε, διότι η βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα
+«μέραις απ' το θεό» διά να ζήση. Δυστυχώς και παρ' ελπίδα
+διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα.
+
+Γ'
+
+Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε
+καλλίτερ' απ' αυτόν, ο μπάρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε
+εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου
+είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα
+προσέθηκε διακόπτων τον γέροντα αλιέα ο Λάμπρος αυτός, όστις
+δεν έπαυεν, εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού
+αφηγητού, να κατανεύη διά της κεφαλής επιδοκιμάζων και
+προσδοκών αίσιον δι' αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το
+περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ' ων τα ήρευεν ο
+μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε,
+και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο
+αφηγητής προσέθηκε·
+
+ — Τέτοιοι είνε όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω
+ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ' αγόρασαν.
+
+ — Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτή τη
+φορά δεν είνε ο Γεροντιάδης . . . είνε ο Αλικιάδης, και δεν
+έχεις να κάμης με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, έχει να κάμης
+μ' εμένα . . .
+
+ — Όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα-
+Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον
+τον Βατούλαν.
+
+ — Πως όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν
+καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη να κάνουμε της δουλειαίς,
+που κάνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
+
+ — Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
+
+ — Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-
+Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ' το Μανώλη;
+
+ — Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα
+μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξίν μου.
+
+ — Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρης παράδες.
+
+ — Γιατί;
+
+ — Γιατί ο Μανώλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το
+ξέρης σίγουρα.
+
+ — Τώρα το κατάλαβα κ' εγώ, και γι' αυτό, ούτε ξαναπάω πλειά
+να ρίξω ψήφο.
+
+ — Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο
+Βατούλας.
+
+ — Το ξέρω κ' εγώ . . . Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν
+εμένα.
+
+ — Δεν υπάρχει κανείς . . . Είσαι μοναχός σου . . . Δεν έχεις
+ταίρι.
+
+Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου, αναλογιζόμενος ότι, αν
+υπήρχαν πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα, αλλ'
+υποσχόμενοι, ουχί ως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν,
+κατ' ευχήν, θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα
+από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε τον Μανώλην τον Πολύχρονον,
+όστις είξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν,
+εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της
+δίκης, να ευρίσκη απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά
+εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν
+απηλπίσθη να μεταπείση τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ειξεύρων
+ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ' αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα
+εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου
+ναυτικού, τον εκαλονύκτισε δι' απόψε, επιφυλαχθείς να
+επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
+
+Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν
+εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογεώργη.
+
+ — Καλως τακάνετε! καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου!,
+έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και
+με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
+
+ — Καλως τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
+
+ — Ε; είμαστε για νάμαστε;
+
+ — Μα βέβαια . . . Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε
+σεις, ούτε οι άλλοι . . . Είπα κ' εγώ μαθέ, γιατί δε μου
+μιλεί κανένας; . . . Να μη μ' πη κανένας ένα λόγο; . . .
+
+Να που ήρθαμε . . . Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο
+έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών,
+όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται,
+τας θωπείας, και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να
+έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
+
+ — Άλλο σόι άνθρωπος, είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας.
+Καλά που πρόφτασα κ' ήρθα . . . πώς δεν το πήρε μυρουδιά
+εκείνο το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον
+πάρη! Ο Θανάσης ο Τσιρογεώργης προσέφερεν οίνον και στραγάλια
+εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωσε παχείας
+υποσχέσεις δι' οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον
+μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω» και
+τον περικάλεσε να περάση από το γραφείον του, όσον είνε το
+εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
+
+Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων, και ο Μανώλης με τους
+ιδικούς του ανήλθον εις την οικίαν.
+
+ — Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
+
+Ο Μανώλης είχε συνηθίσει ν' αποκαλή κουμπάρους σχεδόν όλους
+τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
+
+ — Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ'.
+
+ — Σε ποιόνε;
+
+ — Στο Λάμπρο το Βατούλα . . . Τώρ-δα, τώρ-δα, ό,τι
+κατέβηκε . . . Δεν ειξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;
+
+
+Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγεως, με δύο δωμάτια και μέγαν
+πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου, λιθίνης κλίμακος,
+έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί
+εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα
+εξελθών της οικίας του Τσιρογεώργη.
+
+Μετ' ολίγα λεπτά, ότε ο Μανώλης κατήλθεν άπρακτος εκ της
+τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε
+θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή,
+επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπραϋντική,
+ηκούοντο συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ' αμφοτέρων εδέσποζεν
+οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς,
+διαμαρτυρομένη με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας
+ακούοντες ευλόγως υπέθετον ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει.
+Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο
+Μανώλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε
+και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς
+γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να
+σεβασθή τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ
+των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός
+κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το
+αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και
+έσπευσε να παραβιάση την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν
+εις τους δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη
+εις την οικίαν.
+
+Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την
+παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας,
+διεμαρτυρήθησαν δι' υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν'
+αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες
+επ' αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανώλη, απώτερον
+ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του
+αρχηγού των.
+
+Μόλις είχεν αναβή ο Μανώλης εις του Σπληνογιάννη, και
+παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα
+του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογεώργαινα και έτεινεν άπληστον
+το ους. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η
+θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών
+της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η
+Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων, κ.τ.λ., είδε την
+διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την
+ανεγνώρισε, και εψιθύρισε προς αυτήν
+
+ — Τακούς, γειτόνισσα;
+
+ — Τι ν' ακούσω, γειτόνισσα;
+
+ — Να, που μαλλώνουν, τ' ανδρόγυνο.
+
+ — Γιατί τάχα;
+
+ — Να, από άλλο κόμμα, είνε, λέει, ο άνδρας και από άλλο η
+γυναίκα.
+
+ — Μη χειρότερα.
+
+ — Είνε και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
+
+Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρόν κ' έγεινεν
+άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την
+χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα
+τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.
+
+Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανώλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο
+εν τη οικία:
+
+ — Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτή, έλεγε δεικνύων
+διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο
+Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ'
+εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
+
+ — Κείνο που θέλω εγώ θα γείνη! ανέκραζεν απειλούσα διά
+χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτης, υψηλή,
+ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το
+μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής,
+συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως
+θ' άφινε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα 'ς τη γυναίκα!
+
+ — Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο
+λέγων ο σύζυγος.
+
+ — Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η
+συμβία.
+
+ — Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραζεν απειλητικώς ο
+Σπληνογιάννης.
+
+ — Σας παρακαλώ . . . ησυχάσατε τώρα, παρενέβαλλε διά της
+μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να
+τώξορα έτσι δα. .. καλλίτερα να μην ερχόμουνα . . . Δεν ήλθα
+εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στ' ανδρόγυνο . . .
+
+Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανώλης ο
+Πολύχρονος.
+
+Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και
+αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο,
+και προέβη εις υποδοχήν του.
+
+Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ' εσάλευσεν από την θέσιν του,
+
+ — Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
+
+ — Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
+
+Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλαίς κουμπαριαίς, και
+εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία
+μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθή,
+να δώση την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον
+Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν
+εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανώλη
+Πολυχρόνου και συντροφίας.
+
+Είνε αληθές ότι, κατ' ιδίαν, ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την
+σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον
+τον Βατούλαν. Αλλ' η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν
+τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην, και απήτει να
+κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι θα του έδιδε
+ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο
+Σπληνογιάννης, και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε
+μερωμένο ψωμί».
+
+ — Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά
+προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανώλης.
+
+ — Τι να ιδώ;
+
+ — Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο . . .
+
+ — Μάλιστα, σ' αυτό συμφωνώ κ' εγώ, είπε μεθ' ετοιμότητος ο
+Λάμπρος· δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
+
+ — Εγώ έβαλα! είπεν οργίλως ο Μανώλη. Εγώ ήρθα να τους
+ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε . . .
+
+Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανώλην.
+
+ — Ας είνε, θα τα καταφέρωμεν, είπεν.
+
+ — Ας είνε, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κ'
+οι δυο μαζί, και δεν μπορεί κανείς να . . .
+
+Ακουσίως αμφότεροι αι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι
+ήθελε να είπη ο Σπληνογιάννης.
+
+ — Κείνο που σου λέω εγώ ! . . .
+
+ — Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.
+
+Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας
+ην παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανώλη και εγίνετο θρασυτέρα.
+
+Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις
+δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων
+φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους,
+καθ' ένα έκαστον, αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός, διά
+της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους
+χωρικούς όπως ανταγωνίζωνται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή
+κοινωνικών και βιωτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον το οποίον
+ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και
+ειρηνοδικεία όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να
+τα βγάλη πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά
+πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων,
+και ορκιζόμενος καθ' εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας
+κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του
+ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.
+
+Αλλ' ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη
+ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και η
+έφοδος του Μανώλη του Πολυχρόνου, όστις θα έλεγέ τις ότι
+ήλθεν επίτηδες διά να παρασταθή εις δωρεάν περίεργον
+οικογενειακήν κωμωδίαν.
+
+Ουδέν άλλο καταφύγιον είχεν ή να ζητήση μικράν ανακωχήν.
+
+ — Ας είνε, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που
+θα είνε η εκλογαίς, θα μας φωτίση ο Θεός τι να κάνουμε . . .
+
+ — Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα
+φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!
+
+Και εκτύπησε θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της
+αριστεράς.
+
+ — Όχι ! Να δώσης τώρα το λόγο σου ! Ν' αποφασίσης τι θα
+κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να
+έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
+
+Ο Λάμπρος και ο Μανώλης ηυχαρίστησαν διά μειδιάματος την
+σύζυγον του Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
+
+ — Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είνε
+τρόπος αυτός να επιμένης τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας!
+Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν η γυναίκες
+μας!
+
+ — Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι' όλα . . . με
+φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους
+τους δυο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
+
+ — Δεν ξέρω στην πάρα πάνω σκάλα, είπε με πικρόν πόνον
+τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους
+επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που
+κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν η γυναίκες
+τους· μα ημείς οι βοσκοί το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο
+παππάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε
+τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να
+φοβήται τον άνδρα».
+
+Ο Λάμπρος ο Βατούλας, μειδιών ίσως διά να δώση αφορμήν
+ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί
+το αστειότερον, είπε·
+
+ — Μα ξέρεις, κουμπάρε, τί την δασκαλεύει τη νύφη, η μάννα
+της;
+
+ — Τι;
+
+ — Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παππάς, την ορμηνεύει
+να πη μέσα της τρεις φοραίς: «Αστοχιά στο λόγο σου, παππά μ',
+δάκω τη γλώσσα σου».
+
+Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.
+
+Ό Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην, επλησίασεν ως
+την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν
+έπρεπε ν' απέλθη. Αλλ' ουχ' ήττον επανήλθε πάλιν εις την
+θέσιν του και εκάθησεν.
+
+Ο Μανώλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον,
+εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου, κ' εστάθη αναποφάσιστος.
+
+Ουδείς των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της
+αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανώλης,
+τελευταίος ελθών, ήτο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους
+αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή
+υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανώλης
+εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να
+απέλθη.
+
+Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη
+πέρας, και όπως ευπροσώπως εξέλθη εκ της δυσχερούς θέσεως·
+
+ — Ας είνε, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε
+από κείνους όπου πάνε και βάζουν σκάνδαλα στα ανδρόγυνα· κάμε
+ό,τι σε φωτίσει ο θεός, καθώς είπες. Κ' ένα ψήφο να μας δώσης
+στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσης κι' από κει (δείξας
+τον Μανώλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς
+θα σου το γνωρίζουμε χάρι.
+
+ — Όχι! όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον
+του από μπροστήτερα.
+
+Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανώλης μείνας επί δύο ή
+τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με
+τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την
+καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά ν'
+ακουσθή από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
+
+ — Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
+
+ — Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την
+αλήθεια, είστε πάρ' τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
+
+ — Το λοιπόν κ' ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες, σαν αυτούς;
+
+ — Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος
+η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!
+
+Ε'
+
+Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από
+δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν
+ανδρογυνοχωρίστρες.
+
+Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανώλης και δύο των
+φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον
+φράττον προς εύρον τον λιμένα, κ' επαραμόνευαν πότε θα
+ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων
+ανατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον
+ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανώλη του Πολυχρόνου. Αλλ' από
+βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το
+δόλωμα των αντιπάλων, έσπευσε να ξυπνήση τον καπετάν-Νικολάκην,
+το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και
+επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κόττερον, έλυσαν τα πανιά,
+εσήκωσαν την άγκυραν, και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα
+κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του
+γέρο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον
+τέσσαρας ώρας πριν φέξη, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην
+καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου
+αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου
+έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανή το κελεπούρι,
+κατά το ύψος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες
+κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθή όπισθεν του Ασπρονήσου, και
+οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε υπώπτευσαν καν
+ότι τους είχαν προλάβει.
+
+Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του
+απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ,
+αίτινες, έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη
+το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το
+κόττερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων.
+Ανεγνώρισαν δε μετ' ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον
+αύται. Της μιας τούτων επέβαιναν ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης,
+της δευτέρας επέβαιναν ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο
+Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθή
+εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων
+και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερεύοντι δήμω φίλων του.
+Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της
+άλλης υπηρετούντο χωρίς να είνε συνδυασμένοι, από τους
+Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο,
+χωρίς ν' αποτελώσι συνδυασμόν, από τους Ανδρογυνοχωρίστραις.
+(Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ
+τις μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να
+εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον
+πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον
+της έριδος, και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να
+τον πρωτοϋπηρετήση.
+
+Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ηυχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον
+τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων
+υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής
+λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν
+τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι
+υπό του κόμματος, και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον
+ανάγκην πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον
+Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση
+αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του είχε πλεύσει μέχρι
+Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς
+εις το κόττερον, και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα
+θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις
+περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον
+ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν
+χρωματισμένον κόττερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς
+υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήση από τας δύο
+χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης
+το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοττέρου,
+αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν
+οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το
+κόττερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής,
+αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι
+δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να
+φωνάζη·
+
+ — Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε
+Αβαρίδη! θα ισσάρουμε και μπαντέρα μες το λιμάνι . . .
+
+Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη
+απελπιστικώς και να χειρονομή από της πρύμνης προς τον νεαρόν
+ναυτικόν, αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού
+πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα
+του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προς λύσιν
+της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοττέρου τους τρεις
+υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το
+πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί
+δύο, να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο είς των τριών, ο
+Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ' ο τρίτος ο Γιαννάκος
+ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε
+τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως
+ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχη τον
+Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ' ο
+καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του»
+διά να ειξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του,
+επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το
+ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις
+τας χειρονομίας του, και εξηκολούθησε να φωνάζη προς τους κ.
+κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην·
+
+ — Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
+
+Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει
+ποτέ αυτός ο «χονδροκέφαλος», ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι,
+έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη
+άλλη λέμβω, και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλλον, με
+το μανδήλιον και με την φωνήν:
+
+ — Καλώς, ορίστε, κύριοι! Ορίστε στο κόττερο! κύριε
+Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!
+
+Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων, και
+σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από
+της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου
+δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν
+αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι
+μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της
+προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της
+προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμεναν
+κυττάζοντες αλλήλους αναποφάσιστοι, οι δε πορθμείς των δύο
+λέμβων εφ' ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν
+φανερά να γογγύζωσι·
+
+ — Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κόττερο!
+
+ — Ξέρουμε κ' εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!
+
+ — Ξέρουμε το δρόμο να πάμε, στη σκάλα ν' αράξουμε . . .
+
+ — Έχουμε κ' ημείς μπαντέρα να ισσάρουμε . . .
+
+ — Και καινούργια μάλιστα . . . προχτές ακόμα την έρραψα . .
+.
+
+ — Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι . . . ακόμα μυρίζει
+λαδομπογιά . . .
+
+Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστραις με την βάρκαν των,
+σχεδόν χωρίς κανείς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ
+πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν
+αυτών μετά του κοττέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και
+είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον
+αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του
+Λάμπρου του Βατούλα·
+
+ — Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο!
+
+Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·
+
+ — Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
+
+Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, χωρίς δισταγμόν, ιδών με το πρώτον
+βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος,
+ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου
+αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις
+την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του, ειπών εις τους
+συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το
+«καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη
+ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκύτταζον
+έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του
+Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικός ανακοινώσεις
+εις το ους αυτού.
+
+Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, εν τοιαύτη θαυμαστή
+προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να
+τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο
+Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος,
+εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου
+δύο υποψηφίους :
+
+ — Θα σας ισσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!.., και
+επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν
+εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την
+λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους
+τρεις υποψηφίους, και εκάθησεν επί της ετέρας πλευράς του
+περί μαχητού υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίση και αυτός τας
+ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του τον
+εκύτταζον εκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.
+
+Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας
+τέσσαρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον,
+θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά
+το εικονικόν ύφος του Μανώλη του Πολυχρόνου, έκτακτος ροφός
+εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων
+εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν
+ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον
+εις ό είχε συλληφθή ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς
+αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και τους φύγη το άγρευμα,
+περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και
+του αγκίστρου.
+
+
+Τέλος αι δύο λέμβοι, αι φέρουσαι τους υποψηφίους, εξεκίνησαν
+διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανώλη με
+τους δύο συντρόφους του είχε γείνει άφαντος ήδη. Το δε
+κόττερον, εφ' ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο
+τελευταίον.
+
+Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το
+ελπιζόμενον φιλοδώρημα, και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα.
+Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον
+του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον,
+κρατών την σκόταν, κ' εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος,
+καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο
+ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του, να
+προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήση «στα μπούνια» ρίπτων
+«κολοκυθάναις» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε και
+έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν το τρία πλοία κάμψαντα τον
+κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ' ην
+επλησίαζαν εις την αποβάθραν, και ο κόσμος από της αγοράς
+τους εκύτταζε, τότε, δι' επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα
+μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν
+λιμένα της πολίχνης, έτρεξε και έμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε
+την σημαίαν του, σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω, ως
+ναυτικός, ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας
+του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο
+λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω, και ελθών ηγκυροβόλησε
+πρώτος, μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικως προς τους επί των
+δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·
+
+ — Τ'ν καραβοκυρά σας!
+
+ΣΤ'
+
+Την πρωίαν εκείνην ο Μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας, αφού
+εσυλλειτούργησε τον Παππα-Σωτήρην τον εφημέριον των τριών
+Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει
+της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβη τον μισθόν του
+διά τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ τα οποία είχε
+συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο
+δε ο μισθός ούτος εις εν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ»
+και εις ημίσειαν προσφοράν επιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως
+ελάμβανε, παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως,
+θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο Παππα-
+Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά
+το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλη εις το ιερόν
+βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ' ο
+μπάρμπ'-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε
+τον Παππα-Σωτήρην να συλλειτουργή ούτε εις το ιερόν βήμα να
+εισέρχεται.
+
+Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν
+«για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν
+του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την
+αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και
+να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του
+υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κ'
+εξήλθεν εις την πλατείαν.
+
+Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της
+παραθαλασσίου αγοράς και της αποβάθρας. Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης
+κατέβη κούτσα—κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον
+συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον
+της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και τα
+εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον
+οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των
+εκλογών, και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασπάλωτην», την
+οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον
+τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι.
+Είτα, πριν φθάση εις το καφενείον, είδεν έν κόττερον και δύο
+μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει, και την στιγμήν
+εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας.
+
+ — Α! θα είνε οι υποψήφιοι, είπε· και αφού εκαλημέρησε δύο ή
+τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του
+καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας
+έφεξε πάλι· εσείς είστε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος
+μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξη τα δύο αρκτικά σύμφωνα της
+λέξεως, αλλά μη τολμών διά να ξεθυμάνη όμως, όταν είδε τρεις
+ή τέσσαρας γέροντας, καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου,
+επί υψηλού και πλατέος σανιδένιου καναπέ, χωρίς να φθάνη η
+πλάτη των ν' ακουμβήση εις τον τοίχον, και με τους πόδας
+μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της
+φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε
+προς τους λεμβούχους λέγων: «Κυττάξτε, κείνοι είνε οι
+κοπροδήμιδες, οι Προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα
+μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;».
+
+Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας υγιής τους πόδας, είχε
+κουτσαθή προ ολίγον ετών υπό τίνος οργίλου και φιλεκδίκου
+χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του.
+
+Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλη χαλινόν εις
+την γλώσσαν του, και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους
+έλεγεν·
+
+ — Η ψυχή θα βγη πρώτα, κ' ύστερα το χου.
+
+Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ειξεύρων ότι έπρεπε να
+περιμένη είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώση να του τον
+ψήση ο γέρο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την
+αποβάθραν, όπου είχαν συναχθή άνδρες τινές και παιδία
+ξυπόλητα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους.
+
+Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ της λέμβου οι υποψήφιοι.
+
+Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς·
+
+ — Καλώς ορίστε!
+
+Και ευθύς προσέθηκε·
+
+ — Πόσα καντάρια ρουβάδα (2) έχετε;
+
+Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν.
+
+Είτα επανέλαβε·
+
+ — Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; πόσην έχει ο καθένας
+σας;
+
+Ο γέλως επανελήφθη, αλλ' ουδεμία απάντησις εδόθη.
+
+Και τρίτον ηρώτησε·
+
+ — Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα;
+
+Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ'
+-Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα
+αστεία.
+
+Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιήτου οργής·
+
+ — Κάμετε καλά με τον κουμμερνιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι.
+
+Και στρέψας την ράχην, απήλθε χωλαίνων να πίη τέλος τον καφέν
+του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα,
+και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλη χείρα εις το ήμισυ της
+προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν.
+
+Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης, ο Αβαρίδης, ο
+Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς
+και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανώλην
+τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες
+είχον ταχθή ως χωροφύλακες εκ δεξιών και αριστερών του
+Χαρτουλαρίου, και δεν άφιναν να κάμη βήμα, ήλθαν και έπιον
+καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου, και
+ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις
+προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον
+Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και
+προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως
+από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανώλην τον
+Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν
+και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε ότι αμφότερα τα
+κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστραις και Χαλοσοχώρηδες, θα τον
+εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους
+δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί.
+
+Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις
+τας οποίας ελάμβαναν, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης.
+Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι
+παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι εκ των τεσσάρων ήσαν ο
+Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε ήξιζαν, κατά την κοινήν
+ομολογίαν, ν' αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο
+Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν
+ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήση τα
+γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει
+και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθή. Δεν ήτο
+άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές».
+Ήτον ικανός να εξοδεύση και δέκα πέντε χιλιάδας, και είκοσι
+χιλιάδας διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο
+βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής θα ωφελείτο
+είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας, το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ
+«κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίση
+υπάλληλον, θα του έλεγε «μ' δίνεις τα μισά;» πριν αποφασίση
+να δώση μπιλλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειαίς». Και αν
+κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν
+τίποτε ψωροδραχμαίς, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να
+υπογράψη εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους
+μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις
+υπερεξοφλήσεως. Αλλ' αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου.
+Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος υφ' ου
+εφλέγετο να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων
+της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η
+προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευαστή παρά την
+πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο
+βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Αλλά τώρα είχεν
+αρχίσει να συναιτερίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την
+πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν
+του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε
+φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθή σαφέστατα: «θα σε
+διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του
+δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής
+πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς
+χαρακτήρας, ους ηδύνατό τις να επιθυμήση διά μεγάλην
+επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το πολάτι των Σαράντα Δράκων ή με το
+Κάστρο της Ωρηάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η
+εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία
+εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν
+της θαλάσσης, κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν
+υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος,
+θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ,
+συντελεσθή το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν
+απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλη τη δουλειά εμπρός. Α! δεν
+τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι
+εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανή χρήσιμος εις την
+επαρχίαν του.
+
+Αφού έπιον διπλούς καφέδες κ' εδέχθησαν προσρήσεις οι πέντε
+υποψήφιοι, μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των
+φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς,
+με υψηλά καπέλλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το
+αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον, και μόνον το δεξιόν ήτο
+ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών είς των
+εντοπίων, θέλων να ευφυολογήση ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι
+πέντε ήσαν «μ' έν' αυτί».
+
+Ζ'
+
+Την πρωίαν της Παρασκευής, αφού έμειναν επί τεσσαράκοντα ώρας
+ψηφοθηρούντες και συνεννοούμενοι μετά των φίλων, ανεχώρησαν
+επιστρέφοντες εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας οι πέντε
+υποψήφιοι. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος είχεν εκφράσει την
+επιθυμίαν να μείνη κατά την ημέραν της εκλογής εν τω δήμω,
+ελπίζων να λάβη πλείονας ψήφους διά της παρουσίας του,
+βασίζων την επιτυχίαν του επί της εν τω δήμω τούτω υπεροχής.
+Αλλ' ο Λάμπρος ο Βατούλας, προς όν μεγάλην έτρεφεν υπόληψιν ο
+Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος μεθ' όλας τας ραδιουργίας και
+διαβολάς, ας έβαλεν εις πράξιν προσπαθών να τον υποσκελίση ο
+Μανώλης ο Πολύχρονος, ο Λάμπρος, λέγω, ο Βατούλας αντέστη
+λίαν επιμόνως και τον απέτρεψε, λέγων ότι, εκεί, εις την
+πρωτεύουσαν της επαρχίας, όπου είνε και οι περισσότεροι
+ψήφοι, ήτον αναγκαιοτέρα η παρουσία του, διά να μη τον ρίξουν
+κάτω ο Αβαρίδης και ο Καψιμαΐδης. Όσον απέβλεπε τα εδώ,
+αυτός, επιθέτων εις το στέρνον την χείρα, τον έπαιρνεν επάνω
+του. Από εδώ ήτο σίγουρος βουλευτής, του το έδιδεν εγγράφως·
+εκεί να κυττάξη, πέρα εκεί, να μη τους φάνε, τα μάτια του
+τέσσερα. Ο Χαρτουλάριος επείσθη δους τα πιστά εις τον
+Λάμπρον, και ανεχώρησε μετά των άλλων.
+
+Την Παρασκευήν εσπέρας και το Σάββατον πρωί έφθασαν τρεις ή
+τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι εξ Ωρεών, Στυλίδος, Θρονίου
+και Θόλου δύο ή τρεις δωδεκάδας εκλογέων, τους οποίους
+απόστολοι των δύο κομμάτων εκπεμφθέντες προ ημερών είχον
+στρατολογήσει, πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων,
+τους ναύλους και τα χασομέρια των. Περί δε την δείλην του
+Σαββάτου επεχείρησαν και τα δύο κόμματα να κάμουν
+«επίδειξιν», ως να ήθελαν να γελάσωσιν αλλήλους ότι είνε
+περισσότεροι ούτοι ή εκείνοι. Πρώτοι οι Χαλασοχώρηδες
+συνεκεντρώθησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, εις το καφενείον του
+γέρο-Ακούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι
+απλώς συνήθη εις τον πολιτικόν λόγον λέξιν. Το αληθές είνε
+ότι η απόπειρα της συγκεντρώσεως διήρκει επί δύο ώρας και
+ακόμη δεν είχαν συγκεντρωθή. Μόλις ο Λάμπρος ο Βατούλας και
+δύο ή τρεις άλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν να σύρωσι δέκα ή
+δώδεκα εκλογείς προς το καφενείον, και μετ' ολίγα λεπτά οι
+προσήλωτοι αντί να αυξήσωσιν ωλιγόστευαν, διότι ο είς
+επροφασίζετο ότι «θέλει να πάη ως το σπίτι για δουλειά, ως
+ότου να πης κρεμμύδι έφθασε», ο άλλος εξεκλέπτετο χωρίς να
+είπη τίποτε κ' έφευγεν από την άλλην πόρταν, διότι το
+καφενείον είχε δύο θύρας, την μίαν προς την αγοράν, την άλλην
+προς την συνοικίαν. Ολίγοι μόνον ήσαν οι φανεροί και
+φανατικοί, οι άλλοι υπέσχοντο αλλά δεν ήθελαν να τα χαλάσουν
+με το άλλο κόμμα. Έπειτα και δεν είχεν ανατείλει ακόμη η
+ημέρα της εκλογής, ουδ' είχαν αρχίσει ακόμη τα δυο
+«πρακτορεία» να εισάγουν και να εξάγουν τους ψηφοφόρους να
+τους ειπούν το «κρυφό», το οποίον ήτο απαραίτητον προ της
+ψηφοφορίας.
+
+Και όταν εύκολον οπωσούν ήτο ν' ακούσουν αύριον «το κρυφό»
+και από τα δύο κόμματα, διατί να κηρυχθούν σήμερον υπέρ του
+ενός; Διότι δεν ήτο συνήθεια να το λέγουν «το κρυφό» προ της
+ενάρξεως της ψηφοφορίας. Τα φυσέκια εμοιράζοντο εις το
+στρατόν κατ' αυτήν την ημέραν της μάχης, όχι από της
+παραμονής.
+
+Τέλος μετά πολλής δυσκολίας, αφού εσυνάχθησαν μερικοί,
+απεφασίσθη να εκκινήσωσιν, ηγουμένων κοκκίνων και λευκών
+σημαιών και των μουσικών οργάνων, βιολίου και λαγούτου και
+κλαρινέτου. Υπήρχεν ελπίς ότι καθώς η κυλιομένη σφαίρα της
+χιόνος, καθ' όσον διήλαυνε διά των οδών, η διαδήλωσις θα
+επληθύνετο. Αλλ' ολίγοι τινές έβαινον προς το μέρος της
+αγοράς, εκεί όπου είχε δώσει ο Λάμπρος ο Βατούλας οδηγίας εις
+τους μουσικούς και εις τους κρατούντας τα κοντάρια με τας
+χρωματιστάς οθόνας να κατευθυνθώσιν· οι άλλοι, οι
+περισσότεροι, διηυθύνοντό προς το αντίθετον μέρος,
+επιμένοντες ότι έπρεπε να στραφή πρώτον ανά τας οδούς και τας
+συνοικίας της πολίχνης η διαδήλωσις, αν ήθελε να κάμη
+εντύπωσιν. Ίσως δεν ήθελον να διελάσωσι διά της αγοράς, όπως
+επεθύμει ο Λάμπρος, διά να μη εκτεθώσιν απέναντι των
+αντιθέτων. Μεγάλη δ' έγεινε σύγχυσις και ταραχή. Άλλοι
+ετραβούσαν απ' εδώ, άλλοι απ' εκεί.
+
+Οι μουσικοί και οι σημαιοφόροι τα έχασαν μη ειξεύροντες εις
+τίνας να υπακούσωσι. Περί τα εκατόν παιδία του δρόμου
+ανυπόδητα, τα οποία είχε στρατολογήσει προς μίαν πεντάραν το
+έν ο Λάμπρος ο Βατούλας, δεν έπαυσαν να φωνάζουν σπαρακτικώς:
+Ζήτω οι καλοί πατριώταις! Ζήτω ο Αλικιάδης! Ζήτω η
+νοικοκυρωσύνη!
+
+Τέλος ο Λάμπρος ο Βατούλας ηναγκάσθη να υποχωρήση εις τους
+πολλούς, επιφυλαχθείς να μεθύση τόσον κατά την ανά τας
+συνοικίας περιοδίαν τους απροθύμους διαδηλωτάς, ώστε να τους
+φέρη οπίσω εις την αγοράν φανερούς και παραπαίοντας οπαδούς
+του χαλασοχωρικού κόμματος. Ετήρησε δε τον ενδιάθετον όρκον
+του, όσον ηδυνήθη. Ανά τας συνοικίας υπήρχον πάμπολλα μικρά
+καπηλίδια και κατώγεια οινοπωλικά, τα οποία είχαν φυτρώσει
+έξαφνα ως μανητάρια, άδηλον διατί. Εποχή της εσοδείας του
+νέου οίνου δεν ήτο, διά ν' ανοίξωσι διά τρεις μήνας, και είτα
+να κλείσωσι, τουναντίον η ενιαύσιος είχαν εξαντληθή ήδη, και
+ο τόπος εισήγεν έξωθεν τον οίνον. Αλλά φαίνεται ότι είχαν
+ανοίξει επίτηδες χάριν των εκλογών. Βοσκοί πωλήσαντες
+τελευταίον τας προβατίνας των εις τον επιτήδειον περί τον
+εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην, αγωγιάται έχοντες δεμένον
+τον όνον των απ' αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας
+του αυτοσχεδίου καπηλείου των, είχαν παραιτήσει το επάγγελμά
+των και ήνοιξαν μαγαζεία χάριν των εκλογών. Δι' όλων εκείνων
+των μερών εφρόντισε να διευθύνη την διαδήλωσιν ο Λάμπρος ο
+Βατούλας, και αι ολίγαι δαμετζάνες όσας είχε πλήρεις
+παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνον τεταγμένων
+βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων.
+
+Εν τω χρόνω τούτω ο Μανώλης και οι φίλοι του κατεγείνοντο να
+χορδίσωσι και αυτοί την διαδήλωσίν των. Είχον συναχθή εις το
+μπακάλικο—εμπορικόν του Θόδωρου του Μοστροπούλου, αρκάδος
+αποπλανηθέντος εις τα μέρη εκείνα περί τους δέκα πέντε
+χρόνους, διά τους οποίους είχε παρασκευάσει γιουβέτσι ο
+Μανώλης διά να πιάση «μαγιά», και αφού τους εμέθυσεν, ήρχισαν
+αυθορμήτως τον χορόν και το τραγούδι. Επιάσθηκαν επί της
+μικράς πλατείας, έμπροσθεν του μαγαζείου, και έστησαν τον
+χορόν, όστις εντός μιας ώρας ηύξησε κ' εμεγαλύνθη κατά πολλάς
+δωδεκάδας, καθόσον πάμπολοι αυθόρμητοι ή καλούμενοι υπό του
+Μανώλη προσήρχοντο διά να τους κεράση, και αφού εδευτέρωναν
+και ετρίτευαν, επροσηλυτίζοντο και δεν εξεκολλούσαν πλέον. Ο
+Θόδωρος ο Μοστρόπουλος, προ διετίας μόλις αποκατασταθείς εις
+το χωρίον, είχε χωθή όλος εις τα πολιτικά, κ' επιτηδεύετο
+μέγαν ζήλον και φανατισμόν υπέρ του κόμματος. Επέτα την
+σκούφιαν του κατά γης, την εδάγκανε, την εποδοπατούσε, επήδα
+και εχόρευε από την κομματικήν ζέσιν. Έρριπτε τας δεκάρας
+ασφαλώς εις το συρτάριον, και όλα τα είδη του μαγαζείου τα
+είχεν ελεύθερα, εθυσιάζετο διά τους φίλους : «Ό,τι θέλετε,
+ό,τι θέλετε!»
+
+Ούτω, αφού ηυξήθη μεγάλως η συνάθροισις, εξεκίνησαν
+προηγουμένης εκατοντάδος παιδίων, εκλαρυγγιζομένων να
+φωνάζωσι, μετά των οργάνων και των κυματιζουσών χρωματιστών
+οθονών. Η διαδήλωσις εξεκίνησεν εν είδει ορχήσεως κατ'
+ευθείαν γραμμήν βαινούσης. Όπως ήσαν πιασμένοι εις τον χορόν,
+ούτως εκίνησαν εκ του υψηλοτέρου μέρους της αγοράς, διά ν'
+ανέλθωσιν εις την ενορίαν. Άμα έκαμψαν την πρώτην ανωφερή
+γωνίαν, επί της παραλλήλου οδού εφάνη η αντίθετος διαδήλωσις
+κατερχομένη εκ της άνω συνοικίας, προς την αγοράν βαίνουσα,
+με τας κραυγάς των γυμνοπόδων παίδων·
+
+ — Ζήτω οι καλοί, πατριώταις! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη!
+
+Οι παίδες της δευτέρας διαδηλώσεως έκραζον αφ' ετέρου
+
+ — Ζήτω ο Γεροντιάδης! Ζήτω το τσαρούχι! Ζήτω οι ξυπόλητοι!
+
+ — Τ' ακούς, βρε Μιχάλη; είπεν είς των αγυιοπαίδων της πρώτης
+διαδηλώσεως προς τον παραπλεύρως αυτού βαδίζοντα, ομήλικόν
+του, εμάς το φωνάζουν το ζήτω.
+
+ — Πώς το ξέρεις;
+
+ — Δεν ακούς που φωνάζουν, ζήτω οι ξυπόλητοι!
+
+ — Τότες τι να τους φωνάζουμε κ' εμείς;
+
+ — Φωνάζουμε κ' εμείς : Ζήτω οι ξυπόλητοι;
+
+ — Όχι να φωνάξουμε καλλίτερα : Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
+
+Και διά μιας εφώναξαν όλοι με καθαράν καί διάτορον φωνήν·
+
+ — Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
+
+ — Σουτ, βρε! έκραξε προς τους παίδας ο Λάμπρος ο Βατούλας·
+και συγχρόνως αποταθείς προς τους άνδρας, εξηγών ως ειρωνείαν
+τάχα την κραυγήν, είπε·
+
+ — Καλά τους εκορόιδεψαν οι δίαυλοι.
+
+Καθ' όσον δε επλησίαζαν εις την αγοράν, οι τελευταίοι
+βαδίζοντες, οίτινες, φαίνεται, είχαν μείνει τελευταίοι
+επίτηδες, εβράδυναν έτι μάλλον το βήμα. Ο Λάμπρος, όστις
+υπώπτευε τους σκοπούς των, έστειλε δύο των στενωτέρων αυτώ να
+μεταβώσιν ουραγοί, όπως τους επιτηρώσιν. Αλλά μεθ' όλην την
+επαγρύπνησιν ταύτην, εις την πρώτην καμπήν της οδού, πριν
+αρχίσωσι να κατέρχωνται το αντικρύζον την αγοράν μέγα
+λιθόστρωτον, ανά δύο, ανά τρεις, οι τελευταίοι βαίνοντες,
+έμενον διά τινα αφορμήν οπίσω, έσκυφταν εις την πεζούλαν να
+δέσωσι τα λωρία των ή να ξεσκονίσωσι την περισκελίδα των, και
+είτα, εξεκλέπτοντο, απεκόπτοντο από την διαδήλωσιν, κ'
+έφευγον δι' άλλης οδού, μη θέλοντες να προβάλωσι κεκυρωμένοι
+οπαδοί του ενός κόμματος εις την αγοράν, με όλην την
+μοναξίαν, ήτις επεκράτει εν ταύτη, μετά την αναχώρησιν των
+δύο διαδηλώσεων.
+
+Απεσπάσθησαν ούτω πολλοί, σχεδόν οι ημίσεις των ανδρών. Όθεν,
+όταν η διαδήλωσις του Λάμπρου του Βατούλα έφθασεν εις την
+προκυμαίαν, έκαμεν εις όλους πενιχράν εντύπωσιν.
+
+Εν τούτοις ο Λάμπρος εζήτησε να την αναζωπυρήση διά του χορού
+και της μουσικής, και οδηγών αυτός τον κάβο ήρχισε τον χορόν
+επί της αποβάθρας και της προκυμαίας.
+
+Μετά μίαν ώραν επέστρεψε και η δευτέρα διαδήλωσις, και έστησε
+τον χορόν έξωθεν του μαγαζείου του Θόδωρου του Μοστροπούλου
+υπέρ ποτέ προθύμου και ενθουσιώδους οπαδού του κόμματος.
+
+Προ της δύσεως δε του ηλίου, ο χορός εγενικεύθη καθ' όλην την
+αγοράν, ώστε δεν υπήρχεν ανήρ ή παις, γερόντιον ή νεανίας,
+όστις να μη χορεύση εκουσίως, ακουσίως, αυθορμήτως ή
+εντέχνως.
+
+Τινές μάλιστα των γερόντων επέστρεψαν οίκαδε βαδίζοντες
+«μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίμ», χάρις εις τας
+αφθόνους σπονδάς τας γενομένας προς τιμήν των κ. κ.
+Γεροντιάδου, Αλικιάδου, Χαρτουλαρίου και λοιπών. Και περί το
+μεσονύκτιον ακόμη, μετά τον πρώτον ύπνον, οι τοίχοι, και τα
+πατώματα πάσης οικίας υφίσταντο τον αντίκτυπον του μανιώδους
+χορού της εσπέρας, χορεύοντες κατ' αντανάκλασιν, ως να είχον
+συμπίει μετά των ιδιοκτητών των εκ του εκλογικού οίνου του
+σπεισθέντος αναλώμασι των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου και
+συντροφίας.
+
+Η'
+
+Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής, και το δημοτικόν
+σχολείον, προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία
+εσχόλασαν ένεκα τούτο από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε
+κοσμηθή με δύο μικρά άκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας
+παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ' ακόμψων πιττακών φερόντων των
+υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μάλλινης επερίμενεν
+ανυπομόνως την ημέραν ταύτην, πότε ν' ανατείλη. Προ δέκα ετών
+ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει
+και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ' έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων
+ανθρώπων επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις
+του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν
+έκαμε πλέον άλλο έργον ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν
+εκλογαί, δημοτικαί ή βουλευτικοί ή και των επαρχιακών
+συμβούλων, ή πότε να ενεργηθή τοπική τις συμπληρωματική ή
+επαναληπτική εκλογή, ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως,
+βέβαιος ων ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν
+απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανον ως γραμματέα. Είχεν
+αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονείκητον ειδικότητα, και ήτο η
+μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η
+γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα
+οποία είχε λάβει επ' υποθήκη του αρτίως εκπλειστηριασθέντος
+ελαιώνος του, ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων,
+τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η
+εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι' αυτόν, διότι
+και καλλίτερον μισθόν ελάμβανε και πλείονα δείπνα ειστιάτο,
+υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών
+προσφερόμενα. Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρο-
+Αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούτο προς αλλήλους τας παλαιάς
+αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος, εξυμνούντες την επί της
+πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την
+σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί
+εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις
+περιπετείας.
+
+Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε, εις τας δημοτικάς
+εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβη
+τις είκοσιν ή είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων, διά να γείνη
+δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι
+παρακατινοί, όλοι οι ξωμερίταις, όλαις η τσομπανοφλοέρες. Και
+αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία, και χωρικός τις έχων ψήφον
+εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίση, τον
+έκλεπτον, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές
+μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως παχυνόμενος επί τρεις
+ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον
+άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του
+δημάρχου, αν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξη. Εις τας
+βουλευτικάς εκλογάς πάλιν, αν και εψηφοφόρουν πολλοί, το
+καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα
+ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου, είς καλός
+γραμματεύς, ηδύνατο να συντάξη πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ'
+αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων, ους ήθελε, χωρίς καν
+να ερωτήση τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξη. Και εις
+τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να
+εγγράφωνται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης
+διακοσίων ή τριακοσίων δελτίων επ' ονόματι ισαρίθμων
+συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να
+κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί
+αντιπροσώπους ους ήθελον. Εάν όμως οι αντίπαλοι τους
+διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να
+εξαφανίσωσι παν ίχνος εισορμούντες διά του παραθύρου εις τον
+τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά νυκτός την μοναδικήν και
+ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και
+καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε
+υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και
+παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς,
+«επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν
+την κάλπην».
+
+Ο γέρων πρόεδρος, υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων
+την όρασιν, αναμασσών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις
+ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κ' έκυψε να ίδη
+αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμένοι, αν η σιδηρά ράβδος είχε
+σφραγισθή και προσαρμοσθή καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε
+καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς
+επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμένοι όπως ήσαν διά χονδρού
+σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκοί
+και μαύροι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το
+ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δεσμίους με την αυτήν
+άλυσον, κόπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν
+υπηρεσίαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της
+μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κ'
+εκύτταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας, κ' επί
+του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το
+αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του
+Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού ένα συνηλικιώτην του
+αρχαίον ναυτικόν, όστις είχε ρίψει όχι ολίγα τουφέκια υπό τον
+Καρατάσσον και πολλαίς κανονιαίς υπό τον Κριεζήν, και ήτο
+κάπως γνησιώτερος αγωνιστής από αυτόν, να τον απαλλάξη του
+ενός σταυρού του Σωτήρος, λέγων ότι, αφού κατά λάθος η
+κυβέρνησις τον ενθυμήθη δις, «ημπορούσε να τον φορή αυτός,
+και το ίδιον θα ήτο». Αλλ' ο παράξενος γέρων του απήντησεν
+ότι δεν εξαναμωράθη ακόμη και «δεν του αρέσουν τα λιλιά». Το
+βέβαιον είνε ότι, κατά τινα χύσιν παρασήμων γενομένην ου προ
+πολλού επ' ευκαιρία δεν ενθυμούμαι ποίας εορτής, η Κυβέρνησις
+έστειλεν εις τον κύριον Νιαουστέα τον αργυρούν σταυρόν του
+Σωτήρος, τον οποίον ο γέρων είχεν από του 188 . . . Αλλ' η
+πρώτη απονομή είχε λησμονηθή, μη τηρουμένων καταλόγων, ως
+φαίνεται. Έκπληκτος ο κ. Νιαουστεύς έλαβε το δώρον, και δι'
+αναφοράς παρεκάλεσε το υπουργείον να τον προβιβάση, αν
+ευαρεστήται, εις τον χρυσούν σταυρόν. Αλλ' ουκ ην φωνή, ουκ
+ην ακρόασις. Τότε ο Νιαουστεύς ηναγκάσθη ν' αρκεσθή εις τους
+δύο αργυρούς, και εις πάσαν εορτήν, βασιλικήν ή και
+θρησκευτικήν, τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο,
+σήμερον δε, ημέραν εκλογής, αφού μάλιστα ήτο και πρόεδρος της
+εφορευτικής επιτροπής, θέσις ήτις δεν του εφαίνετο μικροτέρα
+από την του προέδρου του συμβουλίου της επικρατείας, καθήκον
+του ενόμισε να εμφανισθή εις τον τόπον της εκλογής φορών τα
+παράσημά του.
+
+Κατά την τοποθέτησιν των καλπών, περί της αλφαβητικής τάξεως
+προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της
+εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ τον ενός
+κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ' εξ ευσυνειδησίας
+διδασκαλικής, απήτει να τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και
+δευτέρα η του Αβαρίδου, λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος
+είνε Αυαρίδης διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ.
+Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είνε εκ του
+αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής
+δύναται να είνε, διότι δεν δύναται να φαντασθή τις υποψήφιον
+βουλευτήν, όστις να μην έχη την απαιτουμένην βαρύτητα. Ο κ.
+Αβαρίδης μάλιστα δεν παρουσιάζετο πρώτην φοράν τώρα ως
+υποψήφιος, ότε δεν εφαίνετο να έχη και παλλάς πιθανότητας
+επιτυχίας, αλλ' είχεν εκλεχθή άλλοτε και διατελέσει δις
+βουλευτής. Την τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος εν Αθήναις
+ιδών αυτόν μια των ημερών αναγινώσκοντα εν καφενείω τα
+πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι,
+τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. «Όχι,
+ήμουν, απήντησεν ο κ. Αβαρίδης, αλλά καλλίτερα τα γράφει
+εδώ». Είνε αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ'
+όλην την περίοδον δεν είχε καλοχορτάσει τον ύπνον επί των
+εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους
+οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός,
+πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον
+βραχίονα, και του εσύριζεν εις το ους μίαν λέξιν πάντοτε :
+Ναι ή όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία.
+Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια
+επέπιπτον σωρηδόν, ως βροχή, ως χάλαζα, κ' ετάραττον τον
+ύπνον του αγαθού επαρχιώτου. Μόλις απεκοιμάτο κ' ετάραττον
+τον ύπνον του, εμφανιζόμενα ως «αναβάται και τριστάται», ως
+άμαξαι τέθριπποι, ως στρατεύματα παρελαύνοντα εν ήχω
+σαλπίγγων, εν βοή και αλαλαγμώ. Φοβεράς αναμνήσεις του είχεν
+αφήσει όλη η σύνοδος εκείνη. Και τώρα, αν επαρουσιάζετο πάλιν
+κ' εζήτει τας ψήφους των συμπολιτών του, αυτός δεν καλοήθελε,
+άλλοι τον είχαν παρακινήσει. Τοιαύτα τινά διηγείτο προχθές,
+όταν επεσκέφθη τον δήμον μετά των συνυποψήφιων του. Δια τούτο
+και ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δεν ενόμιζεν ότι τον
+έβλαπτεν, αν μετέθετε δευτέραν την κάλπην του. Το όνομα είνε
+σύνθετον, είπεν εκ του αύος — ξηρός, και αρίς — το σκέλος.
+Αλλά και εκ του αμπάρι, Αμπαρίδης, αν είνε, και ο κάτοχος του
+ονόματος ηθέλησε να το εξελληνίση, κατά το έθος (καθ' όν
+τρόπον ο ίδιος ο ελληνοδιδάσκαλος, έλεγεν, είχεν ένα μαθητήν
+Μπογιατζήν καλούμενον, τον οποίον εξηυγένισεν εις Βοϊαζίδην),
+πάλιν το αλ προηγείται του αμ. Τοιαύτα τινα ισχυρίζετο ο
+διδάσκαλος. Ο πρόεδρος δε, ο γέρο-Νιαουστεύς, όστις εφρόνει
+τα των Χαλασοχώρηδων και ήτο ευνοϊκός προς τον Αλικιάδην και
+Καψιμαΐδην, χωρίς να εννοή καλά-καλά τα διδασκαλικά
+επιχειρήματα, έσπευσε να τον δικαιώση, και ήτο έτοιμος να
+διατάξη όπως τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου, μεταβαλλομένης
+της ορθογραφίας του ονόματος του Αβαρίδου επί της πινακίδος
+της οικείας κάλπης. Ουδ' εσυλλογίσθη μάλιστα ότι η αριθμητική
+τάξις των καλπών και η ορθογραφία των ονομάτων ήτο έργον της
+διοικητικής αρχής, και ότι αν έπραττεν αυθαίρετόν τι η
+επιτροπή, λόγους μόνον ακυρώτητος θα εδημιούργει και λαβήν
+προς ενστάσεις θα παρείχεν. Ο γέρο-Νιαουστεύς δεν εχώνευε
+τον Αβαρίδην, συνεπάθει δ' εξόχως προς τον Αλικιάδην και
+Καψιμαΐδην. Τον δεύτερον μάλιστα εξετίμα πολύ, και αν ήτο εις
+το χέρι του, θα ετοποθέτει πρώτην, όχι την κάλπην του
+Αλικιάδου, αλλά την του Καψιμαΐδου, τον οποίον είχεν
+επονομάσει τις «το άρτυμα της παρέας των υποψηφίων».
+Εβεβαίουν, όσοι τον είχαν πλησιάσει, ότι τα ενδύματά του ή ο
+ίδρως του απέπνεαν πολύ άρωμα αφρογάλακτος και βουτύρου.
+
+Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος, και διωρίζετο κατ'
+εκλογήν ιδίως εις τας βαυτυροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε
+την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά
+κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά
+ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος,
+είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν, όπως μεταβή εις την
+πατρίδα του. Ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, όστις τον
+παρέλαβεν εις το κόττερον από τινος παραλίας της Φθιώτιδος,
+τον είδε να μπαρκάρη φέροντα ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων
+και δύο κολοσσιαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο έκ τινος
+πολυθρέμμονος επαρχίας και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να
+υπάγη «με άδεια χέρια» εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν
+καλοφορεμένος και σεβαστός κύριος, και ο κυβερνήτης του
+κοττέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν.
+
+ — Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο
+καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι.
+
+ — Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ.
+Καψιμαΐδης . . .
+
+ — Α! κατάλαβα . . .
+
+Και δεν αντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ' όλον τον πλουν. Τούτον
+λοιπόν τον Καψιμαΐδην θα επεθύμει να βάλη πρώτον τη τάξει ο
+γέρο-Νιαουστεύς ο και πρόεδρος, αντί του Αβαρίδου, αντί και
+του Αλικιάδου αυτού. Αλλ' η πλειονοψηφία της επιτροπής, ήτις
+ανήκεν εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις και υπεστήριξε τον
+Γεροντιάδην και Αβαρίδην, αντέστη, και ούτως έμεινε πρώτη η
+Κάλπη του Αβαρίδου.
+
+Θ'
+
+Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία
+ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων
+έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου, και η μία
+θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή.
+Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον
+οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή
+κάγκελλα αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω
+καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-
+Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό
+λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά
+της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν
+επιτηρών αυτούς, διά να βλέπη αν θα μετέβαινον κατ' ευθείαν
+εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι είτε διότι είχαν
+επισκεφθή ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους
+επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη
+«κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ' ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ
+εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν,
+με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας
+προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ' όσην πράγματι
+ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την
+ημέραν της εκλογής.
+
+Τούτο δε, διότι οι ίδιοι άνθρωποι του κόμματός του τον είχαν
+διαβάλει παρά τω Αλικιάδη και Καψιμαΐδη, ευρόντες λαβήν την
+φανεράν προσπάθειαν και τον ζήλον ον εδείκνυεν ο Λάμπρος προς
+τον Χαρτουλάριον προτιμών τούτον μάλλον ως βουλευτήν, ή
+ενδυναμώνων, διά της προς αυτόν παρεχομένης ανωφελούς άλλως
+συνδρομής, τους αντιπάλους Γεροντιάδην και Αβαρίδην. Όθεν οι
+δύο υποψήφιοι, οι υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος των
+Χαλασοχώρηδων, τείνοντες το ους εις τας διαβολάς ταύτας,
+απέσυραν από του Λάμπρου μέρος της προς αυτόν παρεχομένης
+εμπιστοσύνης, και έδωκαν τα πιστά εις τον κυρ-Μανουήλον τον
+Στεριωμένον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθησαν και τα
+εκλογικά έξοδα.
+
+Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος «καλός νοικοκύρης»,
+εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου
+ισόβιος, τόσον ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος
+τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η
+καλή του τύχη «εψωμόφαγε» μετ' ολίγας εβδομάδας δύο των προ
+αυτού πλειονοψηφισάντων, και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν
+συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
+
+Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι είξευρε να κάμη «ευκολίας»
+εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της
+προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του
+αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηκος και υπερείχεν
+αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε
+την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον
+ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχε
+αραδιασμένας περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς,
+ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. Περίεργον δε ότι, ενώ
+τα σταθμά του μαγαζείου του ήσαν όχι λιποβαρέστερα ή τα των
+άλλων παντοπωλών, τα μέτρα της αποθήκης του εφημίζοντο ως
+σωστά και μάλιστα ως πρόσβαρα.
+
+Δι' όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών
+δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς «το διάφορο
+κεφάλι», είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας
+τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ' έλειψαν
+έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο
+τρέφοντας, προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως
+να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις
+τας μικράς πόλεις, οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον
+πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των
+μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των
+είνε και οι προστάται των. Ο ίδιος όστις επώλησε χθες τον
+βουν ή τον αγρόν του δεινός γεωργού, ο ίδιος θα δανείση
+αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώση, επιφυλαττόμενος
+μετ' ου πολύ να του πωλήση την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά
+τινα χρόνον, ότε δεν θα έχη πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε
+άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο
+προστάτης, θα τον μισθώση όπως καλλιεργή αντί ευτελούς
+αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή την
+άμπελον. Και ούτω αληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περί
+της λάσπης, εις την οποίαν όσον προσπαθεί ν' απαλλαγή, τις
+τόσον βαθύτερα χώνεται, ή περί της ψείρας, ήτις όσον μοχθεί
+να την εξαλείψη τις τόσον πληθύνται. Το αυτό και χειρότερον
+συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να
+απαλλαχθή του πρώτου καλοθελητού, ωρφανευμένος από τον βουν
+και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και την άμπελον. Θ'
+αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και
+τύραννον, αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την
+οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό
+σύστημα, με την επί το χείρον διαφοράν, προς ζημίαν του
+χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος
+τρόπος θα ήτο να καταφύγη ο χωρικός εγκαίρως προς τον
+δικολάβον. Αλλ' ο δικολάβος είνε το χείριστον κακόν. Θα
+εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον
+έπειθε να ψευδορκήση, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της
+δικομανίας και της φυγοπονίας, και θα του έτρωγεν επίσης τον
+βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον.
+
+Εις τούτον λοιπόν, τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον είχαν
+δώσει πάσαν εμπιστοσύνην ο Αλικιάδης και ο Καψιμαΐδης,
+παραγκωνίσαντες τον Λάμπρον Βατούλαν, όστις, πλην του
+πλεονεκτήματος των πλησίον του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου
+εκδηλώσεών του εζήτησε να παρηγορηθή κατ' άλλον τρόπον και εκ
+του μέρους τούτου. Την ημέραν της εκλογής, παρουσιαζόμενος
+κάθε τέταρτον, κάθε είκοσι λεπτά εις το πρακτορείον,
+εισερχόμενος, εξερχόμενος, δρομαίος, πολύφροντις, σπογγίζων
+επί του μετώπου τον ιδρώτα με λευκόν λινομέταξον μανδήλιον,
+εισέβαλλεν από πίσω από τα κάγκελλα, διέκοπτεν αποτόμως πάσαν
+συνεννόησιν ή διαπραγμάτευσιν του Στεριωμένου μετά ψηφοφόρων
+ή ψηφοθηρών, έκυπτεν εις το ους του, του ωμίλει, και εις
+απάντησιν ο κυρ-Μανουήλος, πότε μορφάζων, πότε στενάζων,
+πάντοτε σκυθρωπός, του έθετεν εις την παλάμην, άλλοτε έν,
+άλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ή τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων,
+και ο Λάμπρος επί ατμού αμέσως έφευγεν, ετρέπετο δεξιά ή
+αριστερά προς τον δρόμον της συνοικίας, διά να επανέλθη και
+πάλιν μετά είκοσι λεπτά ή μετά ημίσειαν ώραν. Ιδού τι
+συνέβαινεν. Ο Λάμπρος την ημέραν εκείνην είχε βάλει εις
+πράξιν την μέθοδον «των κρυφών εκλογέων». Διηγείτο εκάστοτε
+εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον ότι είχε δύο
+εκλογείς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οι οποίοι, ως
+νοικοκυραίοι άνθρωποι, βλέπεις, πτωχοί και υπερήφανοι,
+εσυστέλλοντο να παρουσιασθώσι φανερά εις το «πρακτορείον» διά
+να πάρουν λεπτά. Ο κυρ-Μανουήλος προσεποιείτο ότι τον
+επίστευε· δεν ηδύνατο ν' αρνηθή απολύτως την πληρωμήν,
+καθόσον δεν είχεν οδηγίας να φθάση έως εκεί από τον Αλικιάδην
+και από τον Καψιμαΐδην.
+
+Εφρόντιζε μόνον ως καλός διαχειριστής και ως καλλίτερος
+έμπορος «να κόφτη» κάτι τι από τας απαιτήσεις του Λάμπρου.
+Εάν εκείνος εζήτει εικοσιπεντάρικον, ο κυρ-Μανουήλος έδιδεν
+έν δεκάρικον και δύο φυσέκια των τεσσάρων δραχμών· εάν του
+εζήτει δύο δεκάρικα, έδιδε δύο πεντάρικα και έν φυσέκιον μ'
+εξήντα πεντάραις.
+
+Ο Λάμπρος εγόγγυζεν εκάστοτε λέγων ότι «δεν θα ταιριασθούν οι
+άνθρωποι με τόσα», ο δε Μανουήλος εμορμύριζεν εν σπουδή:
+«Κύτταξε να τους καταφέρης, δεν έχουμε πολλά λεπτά». Και ο
+Βατούλας ελάμβανε τα χρήματα κ' εκινείτο να εξέλθη.
+
+Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος τον εκράτει τότε και απήτει
+να του είπη τουλάχιστον τα ονόματα των «κρυφών εκλογέων»,
+διά να τα σημείωση εις το κατάστιχον, αλλ' ο Λάμπρος
+διεμαρτύρετο με τόνους αισθηματικούς, πρόθυμος να κοκκινήση
+αυτός διά να παράσχη δείγμα του πώς θα εκοκκίνιζαν οι πελάται
+του, κ' έλεγε : «δεν κάνει να εκθέσουμε τους ανθρώπους· τότε,
+καλλίτερα να λείπη!» Κ' ενώ αι χείρες, αι κρατούσαι τα
+χαρτονομίσματα και τας δεσμίδας των κερμάτων ετείνοντο μακραί
+προς στιγμήν ως διά να επιστρέψωσι τα χρήματα εις το
+γραφείον, του κυρ-Μανουήλου με βλέμμα εναγωνίου προσδοκίας
+παρακολουθούντος την κίνησιν, αίφνης αι χείρες αυταί εχύνοντο
+βραχείαι εις τα θυλάκια της ιδίας περισκελίδος του,
+αποθέτουσαι τα χρήματα εκεί.
+
+Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν
+του σχολείου, αλλ' όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος,
+και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν,
+επειδή ήτο δύσκολον απ' αυτού του πρακτορείου, να επιτηρώσι
+τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον
+της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανώλης ο Πολύχρονος ένευε
+συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους
+συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις
+τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο
+συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύη ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους
+εμβιβάζη με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνη
+ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους παρέπεμψεν όπως
+ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι,
+με όλην την μέθην ην είχον τινες αυτών εστενοχωρούντο και
+διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας παν
+έτσι;» Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι
+πονηρότεροι των ψηφοφόρων, μη απαξιούντες να λάβωσι
+«βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα, έβαινον μετά της
+υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το
+οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε,
+και αν δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ'
+εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να
+εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι
+μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην
+κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστραις.
+Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο
+μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρου μέρος το λευκόν ή ερυθρόν
+σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της
+κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.
+
+Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους
+ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και
+πέντε, ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις ή τέσσαρες. Είχαν φέρει
+επί κραββάτου και τον γέρο-Κώσταν τον Γιούλαρην, δυστυχή
+παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήση υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως
+δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου,
+βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών,
+εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου
+έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και
+ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν
+φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην,
+αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβή εικοσάκις
+εις την πόλιν, και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχαν
+τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν, και ούτως
+επείσθη να έλθη. Κατήλθε περί μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν
+του, μη εμπιστευόμενος να το αφήση προς ώραν εις την φροντίδα
+άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως τα πρόθυρα του
+σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα
+ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής, κρατών και την πήραν
+του ανηρτημένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν'
+αφήση την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε
+την επιτροπήν και τους παρεστώτας ειπών «γεια σας».
+Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως, και συρίξας συνήγαγε το
+αιπόλιόν του, και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.
+
+Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα
+σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην
+Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν
+εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και
+το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα
+ονόματα.
+
+Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον
+μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν'
+αναγνωρίζη άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήση υπέρ των ιδικών των.
+Είχε προσαχθή το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του
+αποκαείς ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην, και δεν εχρειάσθη
+περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύση εντελώς. Τον είχε
+προσαγάγει, με μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστον υπέρ
+του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος, και οδηγών αυτόν τον
+επαρουσίασεν εις τον Μανώλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να
+είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο
+Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους, τα είχον γυρίσει εν τω
+μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων,
+διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε
+Κωνσταντής είχε μεταστή προς τους Ανδρογυνοχωρίστραις απλώς
+διότι τα είχε γυρύσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν
+του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε
+να στοιχηματίσωσιν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, καθ' ά ιστορήσαμεν
+εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας.
+
+Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος,
+παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, παχέως και δυσκρινώς ομιλών,
+ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας
+τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία
+περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών
+τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανώλης
+ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύση μέχρι του
+τόπου της εκλογής, προσπαθών ν' αρχίση μετ' αυτού ομιλίαν επί
+τετριμμένου θέματος.
+
+ — Έ! πως τα βλέπεις τα πράμματα, μπαρμπα-Στεφανή;
+
+ — Πώς θέλεις να τα βλέπω; εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός
+θαλασσινός.
+
+ — Απ' το άλλο κόμμα σκύλιασαν . . . . Δεν είδες τι πηλάλα
+την έχουν;
+
+ — Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπάρμπα-Στεφανής..
+
+ — Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα
+παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα ο Μανώλης.
+
+Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·
+
+ — Για να σου πω, κυρ-Μανώλη, του είπε με την ραγδαίαν
+και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρής πως είμαι
+βολικό πράμμα για να με μπαρκάρης εσύ στο σκολειό μέσα; . . .
+Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις . . . οι άνθρωποι δεν είνε
+μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάττει από
+δω, μπάττει από κει . . . μη σας χρειάζεται ακόμα και κανένας
+κάβος, καμμιά γούμενα για να μας δέσετε, μη μπας και σας
+σκαπουλάρουμε; . . . τίποτες αμπάσιαις μούδαις μη θέλετε για
+να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει,
+φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν
+μπορείς να με σκουντζάρης με το μυαλό το δικό σου. Ίσσα
+τρίγκο, ίσσα παροκέττο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά
+τσομπανοφλοέρα μ' επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να
+σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν' αρμενίσουμε
+κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!
+
+Ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να μη γελάση, κ' έσπευσε να απαλλάξη
+τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.
+
+Ι'
+
+Ήτο δειλινόν ήδη, και το πολύ των επιδημούντιον εκλογέων είχε
+ψηφοφορήσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ
+-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το
+μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους
+μεγάλα δένδρα, βερυκοκιάν και συκήν και απιδέαν, είχε στρωθή
+από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης, ο
+Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευτέρης
+ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουρακομμένος. Καίτοι διαφόρων
+ηλικιών κ' επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες, και το
+είχαν στρώσει εκεί, ουδ' είχαν σκοπόν να υπάγουν να
+ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα
+δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν
+εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου,
+περιφερομένη από αυλακειάς εις αυλακειάν, μύωψ ούσα, έκοπτε
+κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο
+κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλωρής, από τεσσαρακονταετίας
+δεν είχε παύσει να καλλιεργή τον κήπον, αλλ' ενώ όλον τον
+άλλον καιρόν τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-
+Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κ'
+εγίνοντο από δύο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος
+εχύνετο έως της μασχάλαις, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον
+λαιμόν. Αλλ' από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είνε
+οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε
+παλαιόν δημώδες δίστιχον το εξής:
+
+ Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
+ ο Νιανιός θα θυσιάση για να βλάλη βουλευτή.
+
+
+Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα
+απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν, αν την φοράν ταύτην θα είνε με
+το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε
+τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο
+η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ
+-Χαράλαμπος είχεν αποπειραθή ν' αντικαταστήση τον κηπουρόν,
+αλλά μόνον διά ν' αποδειχθή ότι ούτε αυτός ούτε ο κήπος του
+ειμπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος
+χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.
+
+Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε
+εγκαρδιακοί φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι
+λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη
+ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλειού, ως μόνον
+πρόγευμα έχοντες χλωραίς πεπεριαίς και τομάταις με άλας.
+Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι με
+χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσαις και καρδιαίς,
+μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης
+απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος, φροντίσας να
+γεμίση εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γέρο-Λευθέρης ο
+Κουσερής ήτο εν ευθυμία, και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδή
+τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια:
+
+ Απ' τα πολλά μου βάσανα, κι' απ' τα πολλά μου πάθη,
+ 'ς ένα δενδρί ακούμβησα, κ' εκείνο εμαράθη.
+
+Και πάλιν:
+
+ Όλοι κακό μου θέλουνε, η πέτραις και τα ξύλα,
+ σαν ακουμβήσω σε δενδρί μαραίνονται τα φύλλα.
+
+Οι άλλοι, συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως
+συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη
+συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικοί
+λέξεις, υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε
+ποικίλλουσαι, και πάντοτε αι αυταί:
+
+ — Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
+
+ — Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε.
+
+ — Χωρίς σεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
+
+ — Ας φέξη!
+
+ — Χρειάζεται, και λιγάκι βοτάνι.
+
+ — Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
+
+ — Τι λες και συ, Άγγουρε;.....που να ρημάξη το κεφάλι σου!
+
+ — Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
+
+ — Θέλουμε και προικιό.
+
+ — ......Το τράχωμα, που λένε
+
+ — Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ . . . .
+Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν της μαύραις . . . .
+
+ — Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέσι, ο Καψιμαΐδης, πώς
+τον λένε, κι' ο Αλικιάδης τους;
+
+ — Ή ο Αβαρίδης κι' ο Γεροντιάδης;
+
+Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν
+εισήλθε, διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
+Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα, υπό την σκιάν
+δένδρου, και καλέσας διά νευμάτων τον μπάρμπα-Γιώργην τον
+Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά
+μακρών, ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας, προς αυτούς.
+Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανώλης έσεισε την
+κεφαλήν, και απεμακρύνθη βραδέως, υποσχόμενος ότι θα
+επανέλθη.
+
+Μόλις είχεν εξέλθει ούτος, κ' επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο
+Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπάρμπα-Γιώργην τον
+Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον, και ήρχισε να τους
+ομιλή. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.
+
+Ο μπαρμπα-Γιώργης επανελθών προς τους ιδικούς του,
+ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων.
+Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γέρο-
+Απίκραντος.
+
+ — Ό,τ' κάμ' ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο
+Κώστας ο Άγγουρος.
+
+Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε
+να τραγουδή τα παλαιά μερακλήδικα τραγούδια του.
+
+Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος
+παρέα επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος
+ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά,
+ενός γιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου και ενός παγουρίου
+ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον διά τον Κώσταν τον
+Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να
+τρέχη πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο
+ίδιος.
+
+Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής : θα
+ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες, και θα έδιδαν τας
+λοιπάς δέκα ως και τα τσαρούχια εις τον Κώσταν τον Άγγουρον.
+«Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα-
+Γιώργης.
+
+Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-
+Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της
+μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβή εις
+δραχμάς 170 μετρητός, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου, και
+ζεύγος τσαρουχιών διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του
+παγουρίου της ρακής.
+
+Βραδύτερον περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150
+και ζεύγος τσαρουχιών παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του
+οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες, και δέκα
+δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, πλέον του ζεύγους
+των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα, οι τέσσαρες εταίροι
+εφυλάττοντο καλώς ν' αναφέρωσι το ποσόν.
+
+Ούτος, καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια, υπέθετεν
+ότι εζήτουν απλώς δύο είκοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να
+δώσωσι ψήφον.
+
+Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανώλης ο
+Πολύχρονος, εκατόν είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν
+ενόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.
+
+Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος
+εχαμήλωνεν.
+
+Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθή εις την θύραν του
+περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου
+κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να
+παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι' αναγκαστικής απραξίας.
+
+Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την
+δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν,
+εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο
+γέρο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν
+αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε
+χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις
+ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου
+και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης
+ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω,
+βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος,
+αυτοπροσώπως.
+
+Φαίνεται, ότι μετά πολλάς ανωφελείς αποπείρας, τας γενομένας
+διά του Λάμπρου του Βατούλα, ηθέλησεν ο ίδιος να πραγματευθή
+προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπάρμπα-Γιώργης και
+ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του
+μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.
+
+Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος, ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο
+Κάβουρας. Όσον διά τον γέρο-Κουσερήν και τον Άγγουρον,
+ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως
+ρέγχοντες.
+
+Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν,
+έξω του κήπου, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του
+επιστέφοντος αυτήν από αρικοκκιαίς φράκτου, εφάνη προκύψασα η
+κεφαλή του Μανώλη του Πολυχρόνου.
+
+Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και
+μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανώλης ο
+Πολύχρονος, μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του
+φράκτου, αδύνατον ήτο ν' ακούση λέξιν, αλλ' ενόει πολύ καλά
+τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.
+
+Ο γέρο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ
+-Μανουήλου, τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι δύο άλλοι
+έσειον τους ώμους.
+
+Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος, και ομιλών άμα έκαμνε
+βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς
+έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το
+εκύτταξε, κ' εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η
+ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.
+
+Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τεσσάρας φράκτας και
+εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το
+μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του
+επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα
+-Γιώργην τον Απίκραντον.
+
+Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον
+και στραφείς προς τους δύο συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά
+το περιεχόμενον.
+
+Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τελευταίας λέξεις,
+εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος
+και ο Κάβουρας, αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου,
+έτρεξαν προς την στέρναν, υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου
+εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.
+
+Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.
+
+Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς,
+και δεν ανεσηκώθη, αλλ' εσήκωσε τον πόδα διά να ιδή αν εφόρει
+τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.
+
+Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς
+διασκεδασθείσης μέθης, και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές
+ούτω άσμα :
+
+ Σ' ένα δενδρί ακούμβησα, κι' εκείνο εμαράθη . . .
+
+Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να. περιμένη
+ολίγα βήματα απωτέρω.
+
+Οι υπνηλοί εσηκώθησαν ετινάχθησαν, και οι σύντροφοί των τους
+έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.
+
+Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των,
+εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας
+του.
+
+Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κ' εστράφη προς την θύραν. Οι
+πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.
+
+Συγχρόνως ο Μανώλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να
+κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του
+φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κ'
+έγεινεν άφαντος.
+
+ΙΑ'
+
+. . . Τώρα δεν τους βλέπεις, και τα δύο τα κόμματα, διά ποίων
+μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο
+πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις
+κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού,
+δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των,
+δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν του
+λογιστηρίου; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και
+να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να
+μετρούν δεκάραις;
+
+Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν τον γέροντα χωρικόν,
+όστις εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων είχε σταθή
+ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον
+ήρχισε κ' εμέτρα διά να ίδη αν ήσαν σωσταίς η δεκάραις.
+Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί
+του: «Τέσσαρες δραχμαίς βάσταξ' η ψυχή του; . . . τέσσαρες,
+όχι παραπάνω.., έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες,
+πέντε, έξ, εφτά, οχτώ . . . εφτά, οχτώ, εννιά . . . μία
+δραχμή . . . Έχουμε και λέμε . . . » Κ' επειδή ευκόλως έχανε
+τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
+
+ — Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
+
+ — Τους βλέπω, απήντησεν ο ομιλητής του.
+
+ — Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν' ακούης τα παράπονα των
+ηττημένων. Όσοι θα είνε εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον
+με της φωναίς, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών
+μέσων, θα υποβάλλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το
+κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά
+δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και
+ούτοι μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν
+τω αυτώ κρίματί εισι.
+
+ — Δι' αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσης; ηρώτησεν
+ο άλλος.
+
+Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος παρεπιδημών προς καιρόν εν τη
+νήσω. Ο δ' εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης,
+και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη,
+νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν ασχολούμενος εις
+έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ήτο υψηλός,
+υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον μελαμψόν, με
+αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων
+αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του,
+περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει, και
+μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα
+γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.
+
+ — Όχι δι' αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης.
+Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το
+πρακτικόν, και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι
+άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου, και δεν
+θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν
+πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα
+τοιούτον τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα,
+να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον
+καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής, αλλ' ουδέ να μ'
+εννοήσης και μου αποδώσης εν μέρει δίκαιον, τουλάχιστον.
+Απλώς σου λέγω, ότι παραιτούμαι δικαιώματος, το οποίον δεν με
+ωφελεί, ούτε εμέ ούτε τους φίλους.
+
+Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύης ότι την βδελύττομαι
+τόσον, όσον φαίνομαι. Είνε άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί
+διαφθοραί. Το κατ' εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είνε το
+μικρότερον κακόν.
+
+ — Το μικρότερον; επανέλαβεν έκπληκτος ο ξένος.
+
+Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν.
+Μη ακούης μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα
+ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των
+εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην
+αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι' όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι
+ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν
+την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής, ως διεξαχθείσης τη βοηθεία
+της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα
+πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είνε παντός
+ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα,
+περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν
+νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης
+πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και
+επιπολαιότης. Διά να είνε τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις
+βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.
+
+Διατί δε καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι'
+ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας η
+κατάρα, την οποίαν ο θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου
+τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών — διατί,
+λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι
+κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin
+veut les moyens. Η ηθική δεν είνε επάγγελμα, και όστις ως
+επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται
+γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπον
+του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις
+την ακωκήν της γραφίδος, αλλ' εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής,
+βλέπει πολύ καλά ότι είνε αδύνατον να πολιτευθή. — Κυάμων
+απέχεσθε. Ο Χριστός είπε: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και
+Μαμωνά».
+
+Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν
+είδωλον; Διατί δεν είπε Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ
+και Βάαλ; Διότι ο Μαμωνάς είνε ισχυρός, ο κραταιότερος, όστις
+υποτάσσει παν άλλο είδωλον, και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και
+τον Βάαλ. Η Πλουτοκρατία ήτο, είνε και θα είνε ο μόνιμος
+άρχων τον κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την
+αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και
+ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει
+κοινωνίας νεοπαγείς.
+
+ — Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είνε
+μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.
+
+ — Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα εφ' ω
+κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησε
+ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον
+σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ' ιδού επανέρχομαι, εις
+το προκείμενον. Ο λόγος δι' όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το
+μικρότερον κακόν είνε ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την
+υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είνε η εν
+πρυτανεία σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα
+ρουσφέτια. Συναλλαγή είνε και η εις παρανόμους δίκας
+προστασία. Συναλλαγή είνε και η προς παραγραφήν οφειλομένων
+φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή
+είνε και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος
+πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είνε ιπποτικώτερος; Εκείνος
+όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων,
+ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού;
+Εκείνος όστις πληρώνει εκ τον θυλακίου του ή εκείνος όστις
+πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία
+εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα
+και σκοτεινά; ποίος είνε πλέον γαλαντόμος;
+
+ — Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του,
+απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.
+
+ — Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να
+ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς και όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η
+δωροδοκία είνε καλόν τι, λέγω ότι είνε το ολιγώτερον κακόν.
+Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της
+δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση
+ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα
+υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την
+δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν' αποδώση μέρος των
+όσα ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων,
+μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις
+ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον
+κόθορνον.
+
+Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης,
+πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είνε δεδομένον τι και
+αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγενήθη, πώς γεννάται
+φυσικώς η δωροδοκία.
+
+Υπόθεσε, φίλε, ότι σ' εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του
+Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γείνης
+βουλευτής, διά να υπηρετήσης το έθνος. Διά να επιθυμήσης
+τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είνε η
+νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είνε των πεινασμένων το
+νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον, και
+παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της
+ψήφου των. Αλλ' είσαι άρα γε εις θέσιν να ειξεύρης πόσοι εκ
+των προσφιλών συμπολιτών σου είνε χορτάτοι, και πόσοι δεν
+είνε; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είνε πεινασμένοι, διότι
+αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας, διά να γείνουν
+βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών
+σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι
+ευρίσκονται τινες, είς, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα
+πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να
+υπάγη άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύη την
+κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχη
+την δύναμιν να ίσταται ή να βαδίζη, πώς απαιττείς τοιούτος
+άνθρωπος να υπάγη να ψηφοφορήση εις την κάλπην σου, και να
+σου δώση μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είνε, αφού θα λάβη τον
+κόπον προς χάριν σου, να του δώσης τουλάχιστον να φάγη δι'
+εκείνην την ημέραν.
+
+Εάν δεν του δώσης χρήματα, θα του προσφέρης γεύμα. Και τούτο
+δωροδοκία δεν είνε; Ή θα του στείλης κατ' οίκον βακαλιάρον
+και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσης
+εγκαίρως συ, θα σε προλάβη ο αντίπαλός σου, όστις θα φορή τον
+κόθορνον της φιλανθρωπίας δεξιώτερον.
+
+Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο
+αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο
+αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρονται διά τον Καψιμαΐδην και
+τον Γεροντιάδην, αν θα γείνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είνε
+χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και
+θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν
+περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν.
+Αλλ' αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ
+του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν
+παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και
+πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του
+βαλλαντίου των.
+
+Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος
+πλουτοκρατία είνε άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ'
+αποκτώνται τ' αξιώματα; Πράγμα, το οποίον έχασε προ πολλού
+πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είνε κτητόν. Και ούτως
+επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. Ουδέν κακόν άμικτον
+καλού. Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις
+πολιτικός εις τα μέρη ταύτα.
+
+ — Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
+
+ — Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ
+των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας.
+Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γείνει τις
+υπουργός βουλευτής γείτονας επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα
+κουρεία των, αι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί
+επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός όστις να μη
+διωρισθή τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης όστις να μη προεχειρίσθη
+εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κ' εδώ εις
+την νήσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας
+υπουργός, μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου.
+Ο Θεός μας ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθή επιφανής τις
+εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν
+ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι
+πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα
+έρριπτον έξω τα πλοία των, αι ναυπηγοί θα επετούσαν τα
+εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης
+ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά
+αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ
+παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής
+τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον
+κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν
+εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, το οποία τον
+περιστοινίζουσιν, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού
+παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα
+λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την
+ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον διά
+να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον επιφανής, και ούτως
+απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητητος μέχρι της ώρας. Η
+δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις γενικευμένην ως εκλογικόν
+όπλον, είνε κατ' εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί
+επί ταύτη, ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως
+εκλογεύς, μήτε ως εκλέξιμος. Κυάμων απέχεσθε . . .
+
+ΙΒ'
+
+Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσουρής, ο
+μπάρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο
+Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον
+εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει
+και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις
+τον τόπον της εκλογής, διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του
+κυρ-Μανουήλου του Στεριωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων
+αυτούς, όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ίσκιους των
+μηκυνομένους από τας τελευταίας ακτίνος του δύοντος ηλίου,
+προς ανατολάς, όπου εβάδιζον, και τους εμέτρει επιμελώς και
+τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των
+εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ίσκιοι των συνεχωνεύοντο εις
+δύο ή τρεις, και τότε ανησύχει κ' εστρέφετο αποτόμως να ίδη.
+Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν
+είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε
+προπορευθή αυτών κατά πολύ, κ' είχε φθάσει έξωθεν του
+δημοτικού Σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ-
+Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής, και του
+εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ους.
+
+Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την
+πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους
+Ανδρογυνοχωρίστραις. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του
+Μανώλη, ο κυρ-Ανδρέας έσυρε το ωρολόγιόν εκ της μικράς
+τσέπης του περιστηθίου του, και κρατών αυτό εις την παλάμην,
+επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την
+τράπεζαν, με τον κυρ-Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις
+με την πένναν εις την χείρα, εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως
+κάθε τέταρτον της ώρας, και εν τω μεταξύ εφλυάρει κ'
+εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως
+από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων.
+
+ — Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είνε επτά
+και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να
+κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν
+και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν.
+
+Έσυραν όλοι τα ωρολόγια των. Τα ωρολόγια των δύο άλλων μελών
+της πλειοψηφίας εδείκνυον, του ενός επτά παρά τρία, του
+ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου, κυρίου
+Νιαουστέως, εδείκνυεν επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον
+του ελληνοδιδασκάλου εδείκνυεν έξ και δέκα οκτώ λεπτά.
+
+Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως
+ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθή να εγκρίνη και ο κ.
+Δήμαρχος είχεν επιμεληθή δραστηρίως να κατασκευασθή μαρμαρίνη
+μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελλ. Σχολείου του
+βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας
+εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν
+του. Αλλ' αι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίση το μάθημα ή
+ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το
+να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με
+πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον, και είχον καταστήσει σκοπόν
+των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το
+χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει
+ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν
+ελεεινά, και αντί να δεικνύη μεσημβρίαν εδείκνυε μίαν και
+ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να
+το διορθώση ή το αντικαταστήση. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις
+προσεπάθει του λοιπού να κανονίζη το ωρολόγιόν του μάλλον
+κατά συμπερασμόν, και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν,
+ήτις ίστατο εκεί υψηλά αρχίσασα να μαυρίζη εν μέρει από την
+βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των
+βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία μ' εκλογικόν πρόγραμμα το
+οποίον εκόλλησαν υψηλά διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα
+των διαβατών.
+
+Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της
+ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον
+τολμηρόν θα ήτο να παραβάλη τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν
+ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κ' ελεεινόν
+εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου
+κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του
+ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν
+συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων, με ορθήν ή λοξήν
+την ρίνα και με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το
+τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών
+διαβαίνοντας ψηφοφόρους (3).
+
+Αλλ' ιδού ήγγιζεν ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της
+ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως
+τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος φιλάνθρωπος λίαν
+απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.
+
+Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον τον γέρο-Νιαουστέα,
+όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθή εκ της προεδρείας
+του καθ' όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή
+της μειοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ.
+Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον
+αντέπραττεν, έκαμνε «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός
+πρόεδρος.
+
+ — Δεν είνε ακόμα ώρα, κυρ Ανδρέα, είπεν ο κ. Νιαουστεύς. Από
+τώρα να κλείσουμε;
+
+ — Είνε επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.
+
+ — Είνε επτά παρά είκοσι, επέμεινεν ο πρόεδρος.
+
+ — Κ' εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της
+επιτροπής.
+
+ — Κ' εγώ επτά παρά δέκα.
+
+ — Κ' εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
+
+ — Είνε επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν
+βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! εις τας επτά γράφει και το
+πρόγραμμα.
+
+ — Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο
+ελληνοδιδάσκαλος.
+
+ — Ως που να κλείσουμε της κάλπαις και να υπογράψωμε το
+πρακτικό θα πάη εφτάμισυ.
+
+ — Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.
+
+ — Ημείς είμαστε η πλειοψηφία.
+
+Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφεν
+από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε
+δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανώλη
+του Πολυχρόνου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους,
+τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου
+κόμματος ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
+
+ — Δεν με μέλει τόσο για τη διαλογή αν θ' αργήση, είπε με
+τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να
+κλείσουν η κάλπαις για να ησυχάσουμε.
+
+ — Είνε και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκάλος,
+όστις ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν
+είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθή υπέρ των Χαλασοχώρηδων.
+
+ — Δεν είνε άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είνε, ο
+κύριος πρόεδρος ας κάμη το χρέος του, και ας διατάξη τον
+τελάλη να φωνάξη τρεις φοραίς, πριν κλείσωμε της κασσέλαις.
+Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξη η πλειοψηφία.
+
+ — Θα διατάξετε τον πρόεδρον;
+
+ — Θα διατάξωμε τον τελάλη.
+
+ — Και πού ηκούσθη αυτό να προστάττη η πλειονοψηφία τον
+πρόεδρον; ήρχισε ν' απαγγέλλη εν είδει λογυδρίου ο
+ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα.
+Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος
+πρόεδρος . . . . ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είνε . . .
+
+ — Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο
+Απίκος, βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.
+
+Ο κήρυξ όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογενοχωρίστραις,
+μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.
+
+ — Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις
+φοραίς, όποιος είνε για να ψηφίση ναρθή, γιατί θα κλείσουμε
+της κάλπαις.
+
+Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, αργά και με νυστασμένην
+φωνήν: «Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξη αμέσως γιατί θα
+κλείσουν η κάλπαις».
+
+Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να
+περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων
+ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν
+σπουδή, παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του
+ελληνοδιδασκάλου, εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.
+
+ — Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία
+ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.
+
+Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην,
+όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο
+Στεριωμένος, ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων,
+των περί τον Κουσουρήν και Απίκραντον.
+
+ — Πώς αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον
+ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
+
+ — Φώναξε, υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως
+είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.
+
+Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η
+διαλογή. . . . »
+
+Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην,
+αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθή να προσέλθη, διά να
+πρωτοστατήση εις την διαλογήν.
+
+Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος, εκόντες άκοντες υπέγραψαν
+το έγγραφον τούτο, ως και το πρακτικόν της λήξεως της
+ψηφοφορίας.
+
+
+Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κ'
+έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας
+του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος.
+
+ — Τώρα; είπεν ο Μπάρμπα Γιώργης ο Απίκραντος.
+
+ — Τώρα. . . δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον. . . αργήσατε πολύ να
+το αποφασίσετε. . . ποιος σας φταίει; . . σας παρακαλώ πολύ
+να μου δώσετε πίσω κείνα που σας έδωσα . . . ετραύλισεν ο κυρ
+-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
+
+ — Και τι φταίμε ημείς; . . τα δοσμένα είνε καλώς δοσμένα . . .
+υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας.
+
+ — Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο
+Δημήτρης ο Ζάβαλος.
+
+ — Και δε μου δώσατε εκείνα-δα τα τσαρούχια που μούπατε,
+παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος.
+
+ — Κύτταξε, μπάρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε
+καταφέρη και του τα δώσης πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων
+εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας
+επιστρέψη τον γνωστόν φάκελλον οπίσω. Ο γερω-Κουσουρής είχε
+πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο
+της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφή ο φάκελλος.
+
+
+Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η
+διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του
+σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος και επήλθε
+συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να
+παραδεχθή ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
+
+Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο
+κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ' οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν
+εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης ο Δημήτριος έλαβεν εις το
+ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209.
+
+Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου
+Παναγιώτου (συγγραφεύς όστις εστοχάσθη να γράψη ηθογραφικήν
+μελέτην εκλογικού θέματος, οφείλει να είνε ο αυτός και
+υποψήφιος και κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και
+κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι
+ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο
+πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω
+κατελογίσθησαν ψήφοι 261.
+
+Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος
+εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε έν
+πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316).
+
+Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου
+Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι.
+
+Πέμπτη τέλος ηνοίχθη η κάλπη του Χαρτουλαρίου Ιωάννου,
+τιμηθέντος διά ψήφων 104 εις το ναι και 344 εις το όχι.
+
+
+Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο
+λαός δι' επευφημιών, δι' αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων.
+
+Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήση
+εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και
+πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι, καίτοι μόνος
+υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι
+πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν
+ουχ ήττον να του δώση τόσας ψήφους.
+
+Μετ' ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας
+αποτέλεσμα, και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως σύνηθες εις
+βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου.
+
+Εξελέχθησαν δ' ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ.
+Γεροντιάδης, διά ψήφων 1239, και ο κ. Αλκιάδης, διά ψήφων
+1158, απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.
+
+Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο
+κόσμος, και δεύτερον, δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο
+προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν
+επί μίαν εισέτι περίοδον της διακεκριμένας υπηρεσίας των ο
+είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα
+δημόσια έργα της επαρχίας.
+
+
+
+ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ
+
+
+
+Πελώριον κύμα, λυσσωδέστερον των άλλων, εκορυφώθη ου μακράν
+της ακτής, μανιώδες, παφλάζον, μετά ροίβδου φοβερού
+ρηγνύμενον κατά του βράχου, αφήσαν οπίσω τους ασθενεστέρους
+του συντρόφους, αναλαβόν δε αυτό τον αγώνα, ως να έτρεφεν
+ατομικόν πάθος κατά του ελαφρού σκάφους, ελεεινού φελλού,
+περιφέροντος εν εαυτώ, προς τη συμφυεί ελαφρότητι του ξύλου,
+και την τρικέφαλον ανθρωπίνην κουφότητα των ναυβατών.
+Σφοδρότατος Εύρος είχεν αρχίσει να φυσά από της δείλης,
+συρίζων λυσσωδώς εις θαλάσσας και ηπείρους, συσφίγγων και
+περιελίσσων εγγύθεν τα κύματα, εμβάλλων δίνας και
+στροβιλισμούς εις το πέλαγος, πεδίον άπτερον ασπόνδου
+πολέμου, όπου δυσδιακρίτον ήτο το τε ορμητήριον και η
+κατεύθυνσις του εχθρού. Ο ορίζων είχε συσκοτασθή ήδη πριν ή
+δύση ο ήλιος, και ουρανός μολύβδινος, στεγνός και αφεγγής,
+εκρέματο ύπερθεν αγρίως μαινομένου πελάγους, άφωνος επί
+βρέμοντος, ακίνητος επί συνταραττομένου, ως θόλος σκοτεινού
+τζαμίου επί δαπέδου ορχουμένων δερβισσών. Είτα κατήλθε κατά
+μικρόν η νυξ, συγχέουσα και συγκαλύπτουσα διά της αμέτρου
+μαυρίλας της την αταξίαν της πλάσεως, κρύπτουσα επάνω τους
+αστέρας και κάτω τας ηπείρους και τας θαλάσσας. Τρία άστρα
+έτρεμον άνω προς βορράν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε
+επιφαινόμενα, έτοιμα να πέσωσιν εις το ατέρμον κράτος του
+Ποσειδώνος να ταφώσι, και άλλα δύο έφαινον προς μεσημβρίαν,
+ετοιμόσβεστα ως λύχνος πενιχρός καλύβης χωρικού εν ενιαυτώ
+εφορίας. Και τα κύματα φρίσσοντα, ορχούμενα, λυσσώντα,
+εθραύοντο μετά παιδικής πεισμονής κατά του βράχου, ηττώμενα
+αλλά μη καταβαλλόμενα, υπερήφανα ως να είχαν την συνείδησιν
+του ισχυροτέρου και της τελικής νίκης την πρόγνωσιν. Και έν
+κύμα πελώριον, φουσκωμένον, εωσφορικόν, πλαταγίζον,
+ογκούμενον, ως να είχεν εισέλθει κ' εκρύπτετο έσω αυτού το
+δαιμόνιον του μίσους, φαντάζον οιονεί υγρόν κήτος, προτείνον
+αφρούς αντί οδόντων λευκών, συνέλαβεν ως διά πελωρίας αρπάγης
+από την πρύμνην και από την πρώραν, από την τρόπιν και από
+τας δύο πλευράς, το μικρόν σκάφος και φέρον το έρριψεν επί
+του βράχου, όπου μετά φοβερού ροίβδου και πολυκτύπου
+πλαταγισμού ο ασθενής φλοιός κατασυνετρίβη διά να πέση πάλιν
+εις τεμάχια εις τα πολλά μικρά κύματα, εις ά διελύθη εν
+ακαρεί το έν, το μέγα, τα οποία μετά φλοίσβου θωπευτικού
+εδέχθησαν την βοράν των.
+
+Δεν ήτον όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία τοιαύτη οίαν
+ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον
+εκείνην νύκτα να την διακρίνη, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής
+υπό τας ακτίνας του φθινοπωρινού ηλίου, πριν πνεύση ο Εύρος ο
+εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα. Είς μόνος υψηλός
+βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου
+αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και διά τούτο εφάνη ότι το κύμα, ή
+ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον
+εκείνον, μεμονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες,
+διά να συντρίψη κατά των νώτων αυτού το ελαφρύν σκάφος. Όταν
+το πονηρόν πνεύμα μαστίζη, κατά θείαν παραχώρησιν, τους
+εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσόν, μετά
+φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Αλλ' όταν
+παραδοθώσιν εις την εξουσίαν του Σατανά τινές των φίλων του,
+πολλάκις αυτοί εκείνοι δι' ων προ μικρού κατεβασάνιζε κ'
+ετυράννει άλλους πάλιν φίλους του ή και εχθρούς του, μετ'
+αγρίας χαιρεκακίας εκτελεί το έργον του, το οποίον συνίσταται
+εις το να καταστρέφη και φονεύη τους ιδίους καλοθελητάς του.
+Οι επιβαίνοντες του μικρού τσερνικίου τρεις άνδρες δεν ήσαν
+βεβαίως ούτε άγιοι, ούτε φύσει κακούργοι. Ήσαν αμαρτωλοί,
+υποπεσόντες κατά κόρον εις τα συνήθη και κοινά παρά πάσι
+πταίσματα, ίσως και εις ολίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικράς
+δόσεως ναυταπάτης.
+
+Εν τούτοις ο διάβολος, δεν είχε λάβει, φαίνεται, μείζονα
+παραχώρησιν, όπως βλάψη και εις τα σώματα τους ανθρώπους. Ο
+είς των τριών, άμα τη προσαράξει, είχε κτυπήσει τον αγκώνα
+και την πλευράν την δεξιάν εις τον βράχον, μεθ' ό αισθανθείς
+μέγαν πόνον εβυθίσθη εις την θάλασσαν, αλλά συνελθών ταχέως
+ανέθορε κολυμβών εις το κύμα, όπερ εφαίνετο έκπληκτον εκ της
+καταστροφής την οποίαν επροξένησε, και καταπραϋνθέν,
+εφλοίσβιζεν ηρεμώτερον περί τα συντρίμματα ως θηρίον λείχον
+τα αίματα του ιδίου σπαράγματός του. Οι δύο άλλοι, οίτινες
+δεν είχον πνιγή, αλλ' επέπλεον με μακρούς βραχίονας επί του
+κύματος, τον ήρπασαν και φέροντες τον απεβίβασαν επί της
+άμμου, ήτις ελεύκαζεν εις το σκότος, ου μακράν του απαισίου
+βράχου.
+
+
+Απ' αυτής της θινός της θαλάσσης αρχόμενον, επί πλατείας
+λωρίδος γης, εξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων,
+επιστέφον την αγκάλην εκείνην της ερήμου παραλίας. Ένθεν και
+ένθεν δύο μαύραι ακταί χθαμαλαί διεκρίνοντο, κολοβαί εις το
+σκότος της νυκτός, χάνουσαι και το μικρόν των ύψος.
+Κατέμπροσθεν ο μέγας πόντος ηπλούτο, όστις εφαίνετο διά μιας
+κατευνασθείς κ' επανερχόμενος μεθ' υποκώφου βοής εις γαλήνην,
+κ' ενέπνεε το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας,
+το οποίον κάμνει τ' ανήσυχα γύναια των παραθαλασσίων κωμών,
+ενώ μίαν ώραν πριν έτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων,
+ζώνουσαι επτάκις τους ναΐσκους διά τεσσαρακοντοργυίου ταινίας
+κηρού, και σημαίνουσαι αυτοβούλως τους κώδωνας, διά να
+εξυπνήσωσι τον ενωρίς κατακλιθέντα εφημέριον, όπως ψάλη
+παράκλησιν, αναφωνούσαι άμα: «Παναγία μ', στο πέλαγο! Παναγία
+μ', στο πέλαγο!», μίαν ώραν ύστερον, όταν πραϋνθή, λέγω, ο
+άνεμος και κοπάση η τρικυμία, τας κάμνει να υποψιθυρίζωσι
+παραμυθούμεναι αλλήλας ελληνοπλαστικώς και
+χριστιανοειδωλολατρικώς : «Όποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!». Οι
+τρεις άνδρες απεναρκώθησαν επί της άμμου αναβάντες έως εκεί
+όπου δεν έφθανε το εφορμών και υποχωρούν κύμα να βρέχη τους
+πόδας των, διάβροχοι, ριγούντες και τρέμοντες, αισθανόμενοι
+μεγάλην νύσταν. Ο γεροντότερος των τριών, ο ιδιοκτήτης και
+κυβερνήτης του συντριβέντος πλοίου, ωμίλει περί αναζητήσεως
+καλύβης τινός χωρικού, όπως εύρωσι πυρ και στέγην, κ'
+επαρηγόρει τον υιόν του λέγων: «ας είνε υγιεία, και θα
+κάμουμε άλλο τσερνίκι μεγαλείτερο». Αλλ' ο υιός του δεν
+εφαίνετο λυπούμενος τόσον διά το τσερνίκι, όσον δι' ένα
+ωραίον φλώκον, εκ λευκού πανίου καινουργή, τον οποίον ου προ
+πολλών ημερών με τας ιδίας του χείρας είχε ράψει, κ' εφαίνετο
+διατεθειμένος να βουτήση πίσω πάλιν εις την θάλασσαν, με την
+ελπίδα ν' ανεύρη τον φλώκον. Επίσης ανεστέναζε και διά την
+μικράν φελούκαν, την οποίαν είχε χρωματίσει προ ημερών ο
+ίδιος λίαν κομψώς κ' επιμελώς, μαύρην και λευκήν, ο δε
+σκληρός αιφνιδίως πνεύσας άνεμος τους την είχεν αρπάσει, πριν
+προφθάσωσι να την αναβιβάσωσιν επί του πλοίου, καθ' ην
+στιγμήν τους «εξούριασεν» από την Κυρά-Παναγιά. Διότι είχαν
+προσορμισθή παρά τινα αλίμενον παραλίαν ερημονήσου, διά να
+φορτώσουν τυριά, αλλ' η &σοροκάδα& με μισό φορτίον τους
+παρέσυρεν έξαφνα, κόψασα την άλυσιν της αγκύρας, αφαρπάσασα
+και την μικράν βαρκούλαν. Ο δε τρίτος, όστις ήτον ο
+πραγματευτής, αυτός εκείνος όστις είχε κτυπήσει βραχίονα και
+πλευράν κατά του βράχου, δεν ησθάνετο τόσον πόνον εκ της
+πληγής του, αλλ' έκλαιεν ενθυμούμενος την μίαν και ημίσειαν
+δωδεκάδα των δερματοτυρίων, τα οποία είχε φορτωμένα επί του
+πλοίου, και τους εξώρκιζε προτρέπων αυτούς να μείνωσιν ως το
+πρωί, όπως ίδωσιν αν δεν ήτο τρόπος ν' ανακαλύψωσιν εις τον
+πυθμένα της θαλάσσης τινά εκ των 18 δερματίων, τα οποία του
+εκόστιζαν πλέον των δισχιλίων δραχμών, ως έλεγεν. Αλλ' ο
+νεαρός ναύτης τον επετίμα λέγων ότι δεν ήτο εις τα καλά του
+να επιμένη, μετά τόσην καταστροφήν, (αφού το τσερνίκι, το
+κάτω-κάτω ήξιζε κάτι περισσότερον από τα δερματοτύρια, κ'
+έπειτα, αν δεν του έδιδαν χείρα βοηθείας οι δύο των, δύσκολα
+θα εγλύτωνε την ζωήν του, ανάμεσα εις τα συντρίμματα του
+πλοίου και εις τον βράχον), ότι έπρεπε να ζητήσωσι τα τυριά
+εις το βάθος της θαλάσσης, τα οποία, αλμυρά ήδη από πριν, θα
+κατήντησαν να μη εμβαίνουν εις στόμα μετά το θαλασσοπότισμα.
+
+Ούτω ο νεώτερος παρήτησε την ιδέαν του ν' αναζητήση τον
+φλώκον, ο δε γέρων επανέλαβεν εντονώτερον ότι ήτο καιρός να
+κυττάξωσιν αν θα εύρωσι κάπου ανθρωπίνην ψυχήν να τους
+βοηθήση, ή τουλάχιστον μέρος «ν' απαγγιάσουν». Ηγέρθησαν οι
+δύο οδηγούντες, ο τρίτος αναγκαστικώς ακολουθών, και μετά
+κοπιώδη έρευναν, αφού εβεβαιώθησαν ότι αι δύο ακταί ήσαν
+δύσβατοι και κρημνώδεις, εύρον εις το όριον της άμμου ρίζας
+τινάς δένδρων πατημένας, οιονεί φλέβας της γης εξεχούσας,
+κατά την αρχήν του δάσους, όπου εφαίνετο μικρά αλωή και
+ήρχιζε να χαράσσηται μονοπάτι. Ο νεώτερος, πρώτος βαδίζων,
+εισήλθεν εις το μονοπάτι αυτό, επιστρεφόμενος κατά πλευρόν
+και τείνων την χείρα εις τον γέροντα, όστις εκράτει εκ του
+αριστερού βραχίονος τον σύντροφόν του, και μόλις διακρίνοντες
+τα αντικείμενα, πότε προσκόπτοντες επί ξηρών στελεχών ή
+λίθων, επροχώρησαν επ' ολίγα λεπτά της ώρας εντός του δάσους.
+Εβάδιζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν
+όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα
+εύρισκον ψυχήν συμπονούσαν εις την δυστυχίαν των. Από καιρού
+εις καιρόν ο νεώτερος έκραζε με την τραχείαν φωνήν του, ήτις
+ήτο ικανή ν' απομακρύνη, αντί να προσεγγίση οιανδήποτε
+βοήθειαν: «Ε! δεν είνε άνθρωποι εδώ;». Ήσαν δε οικτροί,
+εκρύωναν, έπασχον φρικωδώς, με τα στραγγισμένα αλλά μη
+στεγνωμένα ενδύματά των, και το στενόν, αόριστον, ζοφερόν εκ
+του διπλού σκότους της νυκτός και του δάσους μονοπάτι, δεν
+ήτο δρόμος πρόσφορος όπως προσπαθήσωσι διά της ταχυπορίας να
+θερμανθώσι και ζωογοννηθώσιν.
+
+
+Αφού εβάδισαν επ' ολίγα λεπτά διασχίζοντες κατά πλάτος το
+σύδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του
+δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν' αραιώνωνται.
+Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του
+λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειοδυτικόν. Ο γέρων είπε :
+«Δόξα σοι ο Θεός!», ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κ'
+εστέναξε, και ο νέος εμάσσα τας λέξεις του και κατέπινε τους
+γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλώκον τον εκ
+καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο
+ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών.
+
+Το φως, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο
+όχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν
+όπως φθάσωσιν οι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή
+φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη
+ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος εις το
+σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ως αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν της
+άμμου εκείνης ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά
+τον αιγιαλόν, αν δεν ήτον αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος.
+Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς,
+πεδιάς αμμώδης όπου εκάησαν τα χόρτα κ' εμαύρισεν η κόνις,
+χωρίς να μείνη στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος
+υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα
+με τα ίχνη του εμπρησμού.
+
+Ο γέρων, όστις, αν και δεν ήθελε να το ομολογήση, επόνει
+περισσότερον διά το τσερνίκι του, ή όσον ο έμπορος διά τα
+τυριά του, ίσως κ' έπασχεν εκ παλαιών ρευματισμών τους πόδας,
+είχε βαρύνει εις τον δρόμον, κ' επρόσκοπτε συχνά κατά των
+εμποδίων της οδού. Τούτου ένεκα ο υιός του ηναγκάσθη ν' αφήση
+την πρώτην τάξιν εις το βάδισμα, ελθών δεύτερος, και κρατών
+εκ του αριστερού βραχίονος προπορευόμενον τον πατέρα του, διά
+να οδηγή και υποστηρίζη το βήμα αυτού, διά δε της ευωνύμου
+κρατών την δεξιάν του ακολουθούντος εμπόρου. Ο γέρων, καθώς
+εβάδιζε πρώτος, αδυνατών να διακρίνη τα αντικείμενα, προέβη,
+πριν προλάβη και ο υιός του να εξετάση και αναγνωρίση το
+έδαφος, κ' επάτησεν επί της μαυρισμένης εκτάσεως πριν
+ακριβώση καλώς τι πράγμα ήτο. Παρέσυρε και τον νέον,
+αναγκασθέντα να προβή δύο βήματα όπως τον συγκρατήση, ούτος
+δε συμπαρέσυρε και τον πραγματευτήν εις το επισφαλές βήμα.
+
+Τριπλούν &μπλουμ& ηκούσθη έξαφνα. Είχαν πατήσει και οι τρεις
+εις το ύδωρ. Εφαίνετο την εσπέραν εκείνην ότι το υγρόν
+στοιχείον τους είλκυεν, τους εκυνήγει κατά πόδα, τους
+διεξεδίκει ως ιδικούς του. Έπεσαν και οι τρεις έως το γόνυ
+εις την ιλύν, έως τον βουβώνα εις το ύδωρ. Ο γέρων κατηνέχθη
+πρηνής, ο νέος εγονάτισε πλησίον του, προσπαθών να τον
+κρατήση εκ της οσφύος, ο έμπορος έπεσε κατά πλευράν.
+
+Ήτο λίμνη εκτεινομένη πλατεία εκείθεν του δάσους, της οποίας
+την ύπαρξιν ηγνόουν οι ναυαγοί. Είχεν ικανόν μέγεθος, και εις
+τον βούρκον της έβοσκον όχι ολίγοι εγχέλυες, κ' εφώλευον
+λοξοπατούντα καβούρια. Αμέτρητον δε ήτο το πλήθος των
+αχιβάδων, των οποίων τα κελύφη, κενά και απόζοντα κατά το
+πλείστον, απετέλουν τήδε κακείσε το ανώτερον του πυθμένος
+στρώμα, υποκάτωθεν του οποίου αβολιδοκόπητον υπέκειτο το
+βάθος της ιλύος, εφ' ης εκόλλησαν πεσόντες οι τρεις ναυαγοί,
+ο πρώτος επίστομα κύπτων εις τον πυθμένα, ο δεύτερος
+γονατιστός επί του τενάγους, ο τρίτος πλαγίως εις το πλευρόν.
+
+ — Άλλο πέσιμο αυτό πάλι, εψιθύρισεν ο γέρων, αφού ο υιός του
+μασσών τας βλασφημίας και αράς του, τον ανήγειρε μετά πολλού
+κόπου εις τους πόδας του.
+
+ — Αυτή τη φορά εχτύπησα μαλακά τουλάχιστον, είπεν ο
+πραγματευτής, αινιττόμενος το επί του βράχου κτύπημά του, τον
+εκ του οποίου πόνον τον είχε κάμει να λησμονήση έως τώρα η
+ενθύμησις των δερματοτυρίων του.
+
+ — «Ο βρεμμένος τη βροχή δεν την φοβάται». Μη χειρότερα, δόξα
+σοι ο Θεός! επανέλαβε μετ' εγκαρτερήσεως ο γέρων ναυτικός.
+
+Την ιδίαν στιγμήν, ενώ μετά κόπου εξεκόλλων από την ιλύν κ'
+εστράγγιζαν τα ενδύματά των, ξηρός κρότος σκανδάλης υψουμένης
+ηκούσθη εκεί πλησίον.
+
+Ο νέος εστράφη και διακρίνει αριστερόθεν αμυδρώς όπισθεν των
+δένδρων διαγραφομένην χθαμαλήν καλύβην, την οποίαν δεν είχαν
+παρατηρήσει τέως, ούτε ήτο δυνατόν να την παρατηρήσωσι, διότι
+εκ του μονοπατίου, δι' ου είχαν έλθει, όπισθεν πυκνής
+συστάδος κρυπτομένη, δεν ήτον ορατή.
+
+Η καλύβη έκειτο παρ' αυτήν την όχθην της λίμνης, βρεχομένη
+σχεδόν υπό του ύδατος. Έμπροσθεν της καλύβης ο νέος διέκρινε
+την στιγμήν εκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, αμαυράν,
+κύπτουσαν προς το ύδωρ.
+
+Ο νεαρός ναύτης δεν επίστευσεν ότι ήτο φάντασμα, ούτε καν
+βάσκαμα. Εκ της υπόπτου δε ησυχίας, την οποίαν ετήρει η σκιά
+μετά τον ακουσθέντα μικρόν κρότον, εφαίνετο ότι δεν ήτο
+αγρίμιον.
+
+Ο νέος ενόησεν αμέσως κ' έσπευσε να φωνάξη·
+
+ — Μην τραβάς! είμαστε φίλοι!
+
+Η σκιά έκαμε κίνημα, ως να απέσυρε κάτι, και είτα τραχεία
+φωνή ηκούσθη·
+
+ — Ποιοι είστε; τι θέλετε;
+
+ — Πέσαμε όξου, απήντησεν ο υιός του κυβερνήτου. Είμαστε
+θαλασσοπνιγμένοι.
+
+Μετ' ολίγας στιγμάς η φωνή είπεν·
+
+ — Από 'δω ελάτε.
+
+Ο άνθρωπος ήναψε φανάριον, κ' έδειξε τον δρόμον εις τους
+τρεις ναυαγούς.
+
+ — Κ' εγώ θάρρεψα, πως θέλετε να μου κλέψετε τα χέλια, είπε.
+
+ — Πέσαμε μες το νερό, γιατί δε βλέπαμε, είπεν ο νέος
+ναυτικός. Δεν καταλάβαμε πως ήτανε λίμνη.
+
+
+Υποκάτω εις τρία αδελφωμένα δένδρα ήτο η επί πασσάλων
+θεμελιωμένη και με φυλλάδας πλατάνων εστεγασμένη καλύβη του
+χωρικού, όστις ήτο ο βοηθός και αντιπρόσωπος του εκμισθωτού
+της λίμνης. Ο κύριος έλειπε, τους είπεν. Είχεν αναχωρήσει από
+βραδής, αφού ήναψε το κανδήλι του οικίσκου, αντικρύ, όπου
+έλαμπεν ο φεγγίτης, και δεν του είχεν αφήσει το κλειδί. Ώστε,
+δυστυχως, δεν ηδύνατο να τους περιποιηθή εις την οικίαν &του
+αφεντικού&.
+
+Ο επιστάτης ήτο νέος χωρικός λίαν βραχύσωμος, πρώην βοσκός,
+κομπορρήμων και φλύαρος. Δεν είχεν αρκετά ενδύματα όπως
+ενδύση τους ανθρώπους, αλλ' έδωκεν εις τον ένα φανέλλαν, εις
+τον άλλον υποκάμισον, και εις τον τρίτον μίαν κάπαν. Εις το
+προαύλιον της καλύβης του, επί του σαρωμένου και στιλπνού
+εδάφους, ήναψε φωτιάν, και οι τρεις άνθρωποι καθίσαντες
+τριγύρω επροσπάθουν να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα των.
+
+Εν τω μεταξύ διηγήθησαν εις τον χωρικόν πώς είχον ναυαγήσει.
+Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή
+όσην ακρόασιν έδιδεν.
+
+Όταν τέλος ήκουσε πως, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και
+σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος
+ανέκραξεν:
+
+ — Επέσατε μέσα στη λίμνη; Θαυμάζουμαι πώς δεν σας εκατάπιε
+το μάτι της λίμνης!
+
+Οι τρεις άνδρες, με όλην την δεινοπάθειαν και συμφοράν την
+οποίαν είχον υποστή εύρον ακόμη την δύναμιν να εκπλαγώσι, κ'
+εστάθησαν κυττάζοντες τον αγρότην με απλήστου περιέργειας
+έκφρασιν.
+
+ — Το μάτι της λίμνης! ανέκραξεν ο πραγματευτής.
+
+ — Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης· είνε μες
+τη λίμνη βαθειά! . . . κι' άμα πέση κανείς μέσα, ή άνθρωπος
+είνε ή πράμμα, δεν έχει να γλυτώση . . . Το μάτι της λίμνης
+τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα-ίσα
+στον αφαλό της θάλασσας. Πολλαίς φοραίς οι παλαιοί, οι
+παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμμα, που το
+ερρούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα,
+μέσα βαθειά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά
+που είν' εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο; . .
+. Εκεί ανάμεσα είνε ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα, του
+παραπαππού μου του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα
+κατσίκι, εκεί που πήγε ν' αρμυρήση κ' επνίγηκε μες τη
+λίμνη . . . Εζήτησε να βρη το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και
+θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό ούτε στον πάτο.
+Την άλλη μέρα το ηύραν ψαράδες ανάμεσα στα δυο νησιά, εκεί
+πέρα . . . . Το είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και το
+είχε ξεράσει, πέρα κει, ο αφαλός της θάλασσας . . . Τ'
+αλλουνού παραπαππού μου πάλι, του παππού της μάννας μου,
+του είχε φύγει μια μέρα η μαγγούρα του, κει που πήγε να νιφτή,
+και καθώς ήταν ξερή κ' ελαφριά, την επήρε το κύμα, και δεν
+ημπόρεσε να την φτάση, γιατί, ως που να βγάλη τα τσαρουχάκια
+του να πατήση μες το νερό, η μαγκούρα του επήγε μακρυά, κι' ο
+παραπαππούς μου, Θεός σχωρέσ' τον, θα βουλιούσε να πάη παρά
+μέσα στο βούρκο. Εγώ να ήμουν θα έπεφτα κολύμπι να πάω να πιάσω
+τη μαγκούρα, γιατί δε μου βγαίνει κανένας στο κολύμπι. Εκείνου
+του καιρού οι άνθρωποι, οι πρωτινοί, δεν ήξευραν, γλέπεις,
+κολύμπι, τους έπειανε φόβος να εμβούν στη θάλασσα. Και να μου
+έμελλε η μοίρα μου να πάθω το τι πάθατε, θα εγλύτωνα κολύμπι,
+όχι σαν ελόγου σας που πέσατε όξου.
+
+ — Μα κ' εμείς γλυτώσαμε με το κολύμπι, είπε γελών ο νεώτερος
+των ναυαγών.
+
+ — Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα
+να ήμουν εγώ . . . με το κολύμπι . . . θα γλύτωνα και το
+καΐκι . . . Ας είνε, τι σας έλεγα; Α! ναι για τον παραπαππού
+μου που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο
+χωριό να ψωνίση, βλέπει ένα γέρο βαρκάρη κ' εκρατούσε μια
+μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημαδεμένη και την
+εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε, ο βαρκάρης
+του αποκρίνεται πως την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο
+παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε πως την είχε
+ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει ο αφαλός
+της θάλασσας . . . Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γερω-
+Κωσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παληό,
+μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με της τρύπαις των καρφιών γεμάταις
+σκουριά, που το είχε βγάλει η λίμνη στα ρηχά, βουλιαμμένο όσο
+που το σκέπαζε το κύμα. Πού θελά βρεθή το στραβόξυλο στη
+λίμνη μέσα; Καΐκι, σαν καληώρα το δικό σας, για να πέση όξου,
+θάπεφτε στη θάλασσα, όχι στη λίμνη. Κατά πώς φαίνεται το είχε
+ρουφήξει ο αφαλός της θάλασσας, και το είχε στείλει στο μάτι
+της λίμνης, και το μάτι της λίμνης το ξέρασε . . . Αλήθεια,
+επέφερεν ο χωρικός, αισθανθείς την ανάγκην να πάρη τον
+ανασασμνό του, πού κοντά επέσατε όξου, του λόγου σας;
+
+Ο γέρων απήντησε δεικνύων διά της χειρός·
+
+ — Στον κάβο, εδώ κάτου.
+
+Ο αγρότης εστάθη ως να εζήτει λόγους διά να πεισθή αυτός,
+πείθων και τους άλλους· είτα επανέλαβε με αμυδράν αστραπήν
+ευθυμίας εις το όμμα·
+
+ — Και είχατε τίποτε φόρτωμα μες το καΐκι;
+
+Ο έμπορος, του οποίου την πληγήν ήνοιγεν η ερώτησις, έσπευσε
+μετά βαθέος στεναγμού ν' απαντήση·
+
+ — Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί είχα φορτωμένα εγώ, κ' εβούλιαξαν.
+
+ — Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! επανέλαβε με τόνον βασίμου
+υποψίας ο ποιμήν, σίγουρα θα τα κατάπιε ο αφαλός της
+θάλασσας.
+
+ — Δεν ειμπορεί το ελάχιστο να τα ξεράση πίσω το μάτι της
+λίμνης; ηρώτησεν ακουσίως μειδιών, ερμηνεύων την ελπίδα του
+εμπόρου ο νεώτερος των ναυαγών.
+
+ — Δε γίνεται, είπεν ο χωρικός· τόσα κομμάτια δεν μπορεί να
+στείλη ο αφαλός της θάλασσας στο μάτι της λίμνης· να ήτον να
+τα κατάπινε από ένα ένα το μάτι, μπορούσε να τα βγάλη πίσω ο
+αφαλός.
+
+Ο πραγματευτής εφαίνετο επιθυμών να ερωτήση τι και διστάζων.
+Τέλος αποφασίσας, εστράφη προς τον χωρικόν και τον ηρώτησε·
+
+ — Και ξέρεις του λόγου σου εις ποιο μέρος της λίμνης
+βρίσκεται αυτό το μάτι;
+
+ — Πώς δεν το ξέρω! απήντησεν εν πεποιθήσει ο αγρότης· το
+ξέρω βέβαια· μα δεν είνε να ζυγώση άνθρωπος εκεί κοντά· θα
+τον ρουφήξη χωρίς άλλο το μάτι· κι' από μακρυά ακόμα,
+ειμπορεί να τον τραβήξη, αν δεν φυλαχτή. Εμείς το ξέρουμε,
+κι' όταν ψάχνουμε για χέλια μες το βούρκο, φυλαγόμαστε και
+δεν σιμώνουμε καθόλου σ' εκείνο το μέρος.
+
+Ο πραγματευτής εταπείνωσεν άπελπις την κεφαλήν.
+
+Ο νεαρός ναυτικός έκαμε την παρατήρησιν ότι το μέρος όπου
+είχον ναυαγήσει απείχε μίλια «από τα δυο νησιά», όπου ο
+επιστάτης έλεγεν ότι ευρίσκετο ο «αφαλός της θάλασσας». Ο
+χωρικός απήντησε·
+
+ — Ναι, είνε μακρυά . . . δεν έχει να κάμη . . . ο αφαλός της
+θάλασσας τραβάει κι' από μακρυά τα πράμματα άμα πέση όξου
+κανένα καΐκι φορτωμένο . . .
+
+Την επαύριον, όταν ωδήγησε τους τρεις ναυαγούς εις την
+πολίχνην, ο επιστάτης της λίμνης αφού έπιε τρεις μαστίχας,
+διηγείτο εις έν καπηλείον εις επήκοον πολλών·
+
+ — Τι θάμμασμα που έγεινε πίσω στην Καναπίτσα! . . . Δεκαοχτώ
+τουλουμοτύρια, το φόρτωμα ενός καϊκιού, που έπεσε εψές όξου,
+τα ερρούφηξεν ο αφαλός της θάλασσας και τα ξέρασε πίσω το
+μάτι της λίμνης . . . Θα φάμε χέλια παχειά φέτος, παιδά . . .
+Από βδομάδα, σαν αφήση τ' αφεντικό, θ' αρχίσω να τα ψαρεύω
+. . . . Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι' α — δε φάγανε . . . του
+διαβόλου τα χέλια, βρε! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε . .
+. τα κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκικο . . . Ούτ' ένα τουλούμι
+δε μπόρεσα να γλυτώσω . . . Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί!
+
+ — Δεκαοχτώ τουλούμια! επανέλαβε μετά θαυμασμού είς των
+ακροατών.
+
+ — Δεκαοχτώ τουλούμια, σωστά! Τα ξέρασε το μάτι της λίμνης!
+Τα ξεφαντώσανε τα χέλια και τα κεφαλόπουλα!
+
+Ο κάπηλος ως να ήτο συνεννοημένος μαζί του, εξήγαγε
+ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, και το επέδειξεν εις
+πίστωσιν προς τους παρεστώτας.
+
+ — Να! όποιος δεν πιστεύει, είπε· μονάχα αυτό το κομμάτι απ'
+ένα τουλούμι μπόρεσε να γλυτώση.
+
+ — Αλήθεια, επεβεβαίωσε λαβών το τεμάχιον του ασκού εις την
+χείρα ο επιστάτης της λίμνης· με το μαχαίρι χρειάστηκα να
+κόψω το κεφάλι ενός χελιού, διά να το γλυτώσω απ' τα δόντια
+του· να ακόμη η δοντιαίς του!
+
+Και επεδείκνυε τα ίχνη των οδόντων των ποντικών.
+
+ — Ώστε, καλά είνε τώρα να κάμουμε ένα δρόμο ως εκεί, η για
+τυρί ή για χέλι; ηπείλησεν είς των παρεστώτων.
+
+ — Α! βάρδα μπένε! θα χάσετε τον κόπο σας, είναι σήμερα τ'
+αφεντικό εκεί . . . είπεν ο επιστάτης.
+
+ — Και τ' αφεντικό δε χωρατεύει, υπεστήριξεν ο κάπηλος. Δεν
+τώχει για τίποτε να σας τουφεκίση με σκάγια και να 'πη ύστερα
+πως σας πήρε γι' αγριόπαπιαις, κ' έκαμε &γιαγνίς&.
+
+
+Ευδία ήτο η φθινοπωρινή ημέρα.
+
+Από της πρωίας ο πραγματευτής έτρεχε να εύρη πορθμέα, όστις
+να είνε και ολίγον βουτηχτής, διά να τον συμφωνήσει ν'
+αναλάβη την προς ανεύρεσιν των δερματοτυρίων έρευναν. Αλλ' ο
+πρώτος προς τον οποίον απηυθύνθη, του εζήτει τα μισά
+δερματοτύρια διά τον κόπον του, ο δεύτερος του εζήτησε
+μετρητά τριακοσίας δραχμάς και ο τρίτος του εζήτει εκ των
+δεκαοχτώ δερματοτυρίων τα επτά και ακολούθως κατέβη έως τα
+πέντε. Τέλος εσυμφώνησε μ' ένα τέταρτον πορθμέα διά τρία
+δερματοτύρια.
+
+Αλλ' όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγη, ήτο ήδη δειλινόν.
+
+Την πρωίαν, ο πρώτος πορθμεύς, προς τον οποίον είχεν αποταθή,
+ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον
+πραγματευτήν, απεφάσισε ν' ανασύρη τα δερματοτύρια διά
+λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν
+εις την Καναπίτσαν και ψάχνων σιγά-σιγά ανεύρε και ηλίευσεν
+εκ των δεκαοχτώ τα δεκατρία δερματοτύρια.
+
+Ο μπάρμπα-Γιάννης ευχαριστημένος ότι δεν έχασε την ημέραν του
+ητοιμάζετο ν' απομακρυνθή δι' άλλης οδού, να μεταφέρη ασφαλώς
+οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν
+φθάνει με την βάρκαν του ο Μπάρμπ'-Αποστόλης ο Κρισοχέρης
+και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπάρμπα-Γιάννης
+ηναγκάσθη να του δώση από τα δεκατρία δερματοτύρια τα
+τέσσαρα.
+
+Πριν απομακρυνθή ο Μπάρμπ'-Αποστόλης, φθάνει ο γέρο-
+Μανώλης ο Άπαντος και ζητεί και ούτος το μερίδιόν του. Ο
+μπάρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να δώση εις αυτόν από τα εννέα
+δερματοτύρια τα τέσσαρα.
+
+Μόλις απήλθεν ούτος και παρουσιάζεται ο μάστρο-Κωσταντής ο
+Καλαφάτης, δανεισθείς ξένην βάρκαν, διά να έλθη και ούτος να
+ζήτηση το μερίδιόν του. Ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης,
+συγκατένευε να του δώση εκ των πέντε όπου του έμειναν τα δύο,
+διά να κρατήση και αυτός τρία τουλάχιστον διά τον κόπον του.
+Αλλ' ο μάστρο-Κωσταντής δεν εταιριάζετο, φωνάζων και λέγων
+ότι αδικεί, ότι εις τους άλλους έδωκεν ανά τέσσαρα και ότι θα
+υπάγη να τον καταγγείλη. Ο μπάρμπα-Γιάννης εβιάσθη να του
+δώση τα τέσσαρα κρατήσας αυτός έν διά τον εαυτόν του.
+
+Όταν περί οψίαν δείλην έφθασε τέλος με την βάρκαν του ο
+Δημήτρης ο Φτελιός, ο πορθμεύς τον οποίον είχε συμφωνήσει ο
+πραγματευτής, οι τέσσαρες λεμβούχοι είχαν γίνει προ πολλού
+άφαντοι. Ο Δημήτρης ο Φτελιός με τον γάντζον, με την πράγγαν
+και με το καμάκι, αφού επί πολλήν ώραν ανεσκάλευσε τον
+πυθμένα της θαλάσσης, κατώρθωσε και ανεύρε τρία εκ των
+βυθισθέντων δερματοτυρίων, όσα ακριβώς του εχρειάζοντο διά
+την συμφωνηθείσαν αμοιβήν του. Τα λοιπά, τα είχε παρασύρει
+ίσως η θάλασσα και δεν ευρέθησαν.
+
+Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθή παρά πολλοίς η φήμη,
+την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης —
+ότι τα δεκαοκτώ δερματοτύρια τα είχε καταπιεί ο αφαλός της
+θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης και ότι οι
+εγχέλεις τα κατέφαγαν.
+
+
+
+Τ Ε Λ Ο Σ
+
+
+
+1) Δεν αντιποιείται ο συγγραφεύς την πατρότητα της επινοίας
+ταύτης, δημοσιευομένης απλώς προς &διδακτικόν σκοπόν&, διότι
+ίσως να έλαβεν αρχήν εξ ασυνειδήτου αναπολήσεως παλαιών
+αναγνωσμάτων.
+
+2) Ρουβάδα (το επίθετον ρουβός, ρουβόνια, ρουβοκαμωμένος,
+ρουβοστασινός, ρουβόνιακας· το ρήμα ρουβοφέρνω) καλείται παρ'
+ημίν η παρά τοις Ψαριανοίς και άλλοις λεγομένη ακακιά, η
+ελαφροτέρα δηλαδή και αβλαβεστέρα μορφή της βλακείας, οιονεί
+αγροικία τις μετά χάριτος και σκαιότης μετ' αφελείας.
+Εμυθολογούντο δε οι κάτοικοι της μιας των νήσων ως έχοντες
+πλείονα των άλλων νησιωτών ρουβάδαν.
+
+3) Το επίγραμμα τούτο αποδίδεται εις τον αυτοκράτορα
+Τραϊανόν:
+ Αντίον ηελίου στήσας ρίνα και στόμα χάσκων,
+ δείξεις τας ώρας πάσι προερχομένοις.
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Orphan, by Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ORPHAN ***
+
+***** This file should be named 35978-0.txt or 35978-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/5/9/7/35978/
+
+Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable
+help in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/35978-0.zip b/35978-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..75a1a49
--- /dev/null
+++ b/35978-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..c08f62c
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #35978 (https://www.gutenberg.org/ebooks/35978)