diff options
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20110218-35320-0.txt | 5675 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110218-35320-0.zip | bin | 0 -> 132238 bytes |
2 files changed, 5675 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110218-35320-0.txt b/old/20110218-35320-0.txt new file mode 100644 index 0000000..4e6bcae --- /dev/null +++ b/old/20110218-35320-0.txt @@ -0,0 +1,5675 @@ +Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Le roman de Tristan et Iseut + +Author: Joseph Bédier + +Translator: Nikolaos Ventiris + +Release Date: February 18, 2011 [EBook #35320] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Single +quotation marks are left as in the edition. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην έκδοση. + + + +ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ +(JOSEPH BÉDIER)) + +ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ +ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ + + + +ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922 + +Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό +αντίτυπα αριθμημένα από 1 έως 100. + + +Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21 + + + +Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο πρόσφατο +από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του Τριστάνου και +της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή πρόζα, είναι, +αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο άξιος συνεχιστής των +παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της +γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης +ήπιαν, στους παληούς καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να +ξαναπή τη θαυμασία τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, +τους πόνους τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη +του Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των +Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την +δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής σπουδής, +την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε από την ομίχλη, +και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως διόλου καινούργιες. Την +ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ' αυτές χωρίς να σκέπτεται να της +αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι +που την έθελγε στης συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε +φθάσει μέχρι των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου, +ο κ. Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους +αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι. Η +ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα +κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για τον +οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον χρειαζότανε νάναι +ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου, όσων γνωρίζουμε στην +ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά +και του Λασέβρ εχάθησαν ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις +χιλιάδες στίχοι περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, +ανωνύμου, χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: +Τρεις απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι +κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει ένα +ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί πολυτιμότατοι κάποτε· +μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το αχώνευτο εις πεζόν +μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως αυξημένο από τους +διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια λείψανα των χαμένων +ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός στο σωρό όλων αυτών των +ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; +Ένα από τα δύο: να προσκολληθή στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος +δρόμος παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης +ξένες μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και +ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο +αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό βαρβαρικό +στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα έργα της +ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ προτίμησε τη δεύτερη +λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό ακριβώς πειο ελκυστική για +την τέχνη του και τη μόρφωσί του, και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως +προς το σκοπό που είχε τάξει: ν' αναστήση για τους ανθρώπους των +ημερών μας το θρύλο του Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που +επήρε, εκείνη τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. +Άρχισε λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του +Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το κέντρο +της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά στο πνεύμα του +αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή τρόπο του τού +αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι, μέχρι ως την παιδική +κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους +του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο κεφάλι και μέλη, όχι με μια +μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα είδος οργανικής αναδημιουργίας, +έτσι καθώς μας την παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, +συμπληρώνονται εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της +αρχικής φόρμας τους. + +Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο καλλίτερα +όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και λιγώτερο ανεπτυγμένος. +Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος +στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε αρκετά ανόμοια, και που η +ανομοιότης τους δεν τον στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά +σ' ένα είδος προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή +ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' αυτός το +ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη εκλεκτικότητα και +καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που ακολουθεί το κομμάτι του +Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι ενός ποιήματος συγγενεύοντος με +του Μπερούλ, από τον Τομάς και τους μεταφραστές του, από τους +υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα +ακόμη, επήρε ό,τι χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο +διατηρημένο κομμάτι μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, +μέσα στης διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα +πήγαινε με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή +είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης του — +δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα και το χρώμα +που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι έγραψε ολόκληρο το +ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο όμοιους με τους στίχους του +Μπερούλ, για να τους μεταφράση έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση +επιμέλεια το είχε κάμει για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους +στίχους. Αν ο παληός ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το +έργο του, θα έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο +και επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα +λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο +αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει παλαιά. + +Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του δωδεκάτου +αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου ενάτου. Έτσι έπρεπε +να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την ιστορία του Τριστάνου και +της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος +εκυρίευσεν έκτοτε όλες της φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε +από τότε ανάγονται στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού, +αναγκαστικά, βλέπουμε τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη +με μακρυά ρόμπα στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό +και ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους +ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε ο +μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει κανείς σε +πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο Μπερούλ προ πάντων, +που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της πρωτογενούς βαρβαρότητος, +άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος ο Τομάς, πειο προσεκτικός +τηρητής των κανόνων της ευγενείας, μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει +παράξενες απόψεις ως προς τον αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και +του περιβάλλοντος όπου κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες +συνήθως ενδείξεις των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι +θα ήταν στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από +τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του ημίθεος +μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα εφευρέτης +όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και αγριογούρουνα, +ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και άλτης ασύγκριτος, +θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους να δίνη παλμούς στην +άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το κελάδημα όλων των πουλιών, και +μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων, +προστάτης των πιστών του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή +σχεδόν υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και +φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά στον +Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον έρωτα. Δεν +πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο του Τριστάνου και +της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους ενώνει, και τι είναι +εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης διάφορες μορφές του, ένα +ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του +συμβολισμού της αθέλητης, ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το +ποτό, που η ενέργεια του — σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα +βαστάει σ' όλη τη ζωή, και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η +ιδέα αυτή που δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και +μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης τέχνες +της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να επιμείνω στα +χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και αισθημάτων, που κάθε +στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο +δυνατή και τόσο παράξενη εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε +φυσικά με στοργή. Οι αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα +αισθανθούν πόσο η ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου +αιώνος αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον +όπου την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την +πλαισιώσουν. + +Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, +και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ' όλες της +δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον καθιερωμένο ήδη +τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε πραγματικά την επιτυχία +στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε +γνωστή στον Ρωμανογερμανικό κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο +δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που +κυκλοφορεί σε όλα της τα επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες +των δυο ηρώων: η ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο +ψηλά απ' όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις, +η ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών και +τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο +παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν καθηγιασμένη από +τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία των ανθρωπίνων +αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που παθαίνει η ερωτική +ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το ζεύγος του Τριστάνου και +της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα, +κυνηγημένο απ' όλες της καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους, +που μάταια δοκιμάζει να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ' +έναν τελευταίο και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται +ακόμη σαν μια από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν +κουράζεται ο άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την +πραγματικότητα, και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι +παρά εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η μορφή +αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο γοητευτικές, +είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η ιστορία του Τριστάνου +και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς +ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το +παρεσκεύασε ο νεώτερος μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της +μουσικής γοητείας, το ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως +παρεπλάνησε πολλές καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό +του νάναι ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς +το ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή στη +ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας από το +άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο κατάρτι, χωρίς +να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας που κάνει τους +θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες ευδαιμονίες. + +Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος διατηρείται στην +«ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να παρουσιάζη για τους +συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά μικρότερος ως προς τους +ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά +στης ψυχές όσο παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για +ψυχές πολύ μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους +τουλάχιστον στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη +διατηρούν όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν +πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του +Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια και τα +φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους τρόπο του +ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για τους μοντέρνους +αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail, άκαμπτα, με εκφράσεις +αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές. Αλλά πίσω από την εικόνα +αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε, +όπως ο ήλιος πίσω από το vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό, +που την φωτίζει και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη +αστραπές. Ένα αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της +καρδιάς, αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της +κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του ανανεωτού του +Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες που διψούν ιστορία +και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με +γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό έργο, είναι το θέλγητρο των +λεπτομερειών, η μυστηριώδης και μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η +επιτυχής επινόησις άλλων πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων +και των αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα +αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής +μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και λεπτής +ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» για την οποία +μιλούσε ο Γκαίτε. + + GASTON PARIS + + + +Α'. +Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ + + + +Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία αγάπης +και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της Βασίλισσας Ιζόλδης; +Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη αγαπήθηκαν, και πώς +πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ αιτίας εκείνης, αυτή εξ +αιτίας εκείνου. + +Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς Μάρκος. +Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο Βασιληάς του +Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του φέρη βοήθεια. Τον +εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή, σαν υποτελής, — τόσο +πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή την αδελφή του, την ωραία +Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο +έρωτα. + +Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την είχε πάρει +του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο Δούκας Μόργκαν +μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια, τα χωριά, και της +πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα καράβια του και πήρε την +Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος, στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε +μπρος στον Πύργο του, στο Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του +Στρατάρχου Ρόχαλτ, — του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον +ονόμαζαν μ' ένα ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν +συνάθροισε τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο. + +Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του ήτανε +γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν τον είχε +σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε κλάμματα, ούτε +θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα και αδυνάτισαν. Η ψυχή +της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή από το σώμα. Ο Ρόχαλτ +προσπαθούσε να την παρηγορήση. + + — Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα καινούργιο +πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια μέρα; Ας +παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και να φυλάη τους +ζωντανούς!... + +Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε, θέλοντας να +πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε ένα παιδί, ένα +γυιό. Τον αγκάλιασε. + +«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. Και βλέπω +τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. Θλιμμένη σε +γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου κάνω. Εξ αιτίας σου +είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι, αφού, γεννήθηκες με τη λύπη, +τόνομά σου θε είναι Θλιβερός, Τριστάνος». + +Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε πέθανε. + +Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν είχαν κι' +όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε πεια ο Ρόχαλτ να +βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε πη ότι: «η τρέλλα δεν +είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να παραδοθή στην διάκρισι του +Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό +του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης τον παρουσίασε για δικό του, και τον +ανάστησε μαζύ με τα παιδιά του. + +Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον πάρη από +της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' ένα γνωστικό +δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια +του έμαθε όλες της τέχνες, που πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να +χειρίζεται το κοντάρι, το ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη +τους πέτρινους δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. +Τον έμαθε να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους, +να κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον έμαθε +να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι' όταν το +παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους, θάλεγε κανείς +ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο δεν ήτανε παρά ένα, +κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς το τόσο ευγενικό και +περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και τη λεπτή μέση, δυνατό, +πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο +γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που +ξαναζούσε η χάρι τους και η νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο +σαν παιδί του, ενώ μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του. + +Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια μέρα +κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο στο καράβι +τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς αρμένιζαν γι' άγνωστα +μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή +η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η +θάλασσα οργίζεται τα άπιστα καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της +αρπαγές ούτε της προδοσίες. Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το +καράβι με σκοτάδια, κι' οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή +εκεί, στην τύχη. Στο τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη +μαύρη καταχνιά μια ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες +της: κομμάτια θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν. +Γνωρίζοντας ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — +που, ώρα μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και +τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν οι +άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι των +Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν τη βάρκα +του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας. + +Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα από μια +έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος απέραντο. Θρηνούσε +πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον πατέρα του, και τη γη του +Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές +χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο +ελάφι ξεπετάχτηκε. Το κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν +πίσω του με μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα +λαγωνικά είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και +τα παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί, +στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν +έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του ελαφιού +σαν νάθελε να τον κόψη. + +«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο ευγενικό +ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' αυτόν τον τόπο; + + — Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι κάνω που σας φαίνεται +παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον ελαφιού, έπειτα θα κόψω το +σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα +μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι +έκαναν από τα παλαιικά χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα +αν ξέρης καμμιά πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι, +ωραίο αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως». + +Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε το τομάρι. +Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα απείραγα. Έπειτα έκοψε τη +γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την καρδιά, και τάλλα εντόσθια. + +Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον κύτταζαν, +γοητευμένοι. + +«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. Σε ποιον +τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά σου. + + — Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της συνήθειες της +έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά. + + — Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη τον πατέρα σου +που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι κάποιος βαρώνος +πλούσιος και δυνατός; + +Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη καλλίτερα, +απάντησε με πονηρία. + +«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά από το +σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά, γιατί ήθελα να +μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των γειτονικών τόπων. Αν με +θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω +ευχαρίστως, και θα σας μάθω, ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα +συστήματα του κυνηγιού.» + + — Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη τόπος όπου οι +γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού δεν τα ξέρουν ούτε τα +παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας, αφού το θέλεις, και +καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον +κύριό μας». + +Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε στους σκύλους +την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους κυνηγούς πώς πρέπει να +γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και το τάισμα των σκυλιών. +Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού +και τάδωσε στους κυνηγούς: Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά +και τα μεγάλα φιλέτα, σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια, +και σ' άλλον τα πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για +να καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του +κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του. + +Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις ότου +έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε γύρω, κήποι +με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για ψάρεμα, και χωράφια +καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο +αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε +επίθεσι και κάθε πολεμική προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που +τον είχαν χτίσει, παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους +και καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς. + +Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου. + +«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται. + + — Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ' ευλογήση σένα και +τους άρχοντές σου!» + +Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη χαρά, είχε +πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο Τριστάνος δεν το +ήξευρε. + +Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα σαλπίσματα των +κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης πόρτες οι βαρώνοι κι' ο +ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος. + +Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος θαύμασε την +ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του ελαφιού, και τα +σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων θαύμαζε το ωραίο, +ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω +του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη τρυφερότης; Ο Βασιληάς +ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε να καταλάβη. + +Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα του, και +η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την Μπλανσεφλέρ. + +Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός θαυματοποιός, +μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους συναθροισμένους +βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. Ο Τριστάνος ήτανε +καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς ο θαυματοποιός άρχιζε +μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε ως εξής: + +«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός του, και +γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι Βρεττανοί για να +υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η φωνή σου είναι ωραία, +τραγούδησε το καλά με την άρπα». + +Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε: + +«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; Αν οι +έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να παίζουν την +άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και δείξε την τέχνη σου. + +Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι βαρώνοι +συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος θαύμαζε τον +αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, όπου άλλοτε ο +Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ. + +Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα αμίλητος. + +«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε δίδαξε, +ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους καλούς +τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν μέσ' την +καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους αναμνήσεις, +και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες και ατυχίες. Για +χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε πολύν καιρό κοντά μου, +φίλε! + + — Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως αρπιστής, ως +κυνηγός, και ως υποτελής». + +Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία τρυφερότης +μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο Τριστάνος ακολουθούσε +τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε +στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο +Βασιληάς ήτανε λυπημένος, έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι +του. Οι βαρώνοι τον αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το +ιδούμε παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα +ακόμη από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο +Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε μπορούσε +να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ και το δάσκαλό +του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το Λοοννουά. + +Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας ευχαριστήση, να +λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας είναι τόσο ωραίο και έχει +τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν +σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν +καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην +Κορνουάλη, ξαναύρε τον Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το +ρουμπίνι, που άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του +είπε: + +«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ανεψιός +σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Ο +Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το άδικο. Είναι καιρός να +γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο». + +Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα άρματα του +ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της Κουρνουάλης, πώς +ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του πατέρα του, πώς +προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον εσκότωσε και ανέκτησε την +πατρίδα του. + +Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να ζήση +ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά του τού +έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους κόμητες και +τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι: + +«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και εκδικήθηκα για +τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και την δική σας. Όμως +δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς Μάρκος της Κορνουάλης +υπεστήριξαν τ' ορφανό και το περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους +ονομάζω πατέρες. Δεν έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα +μου τα δικαιώματά του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο +πράγματα έχει ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα +του. Στον Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης +και ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά +Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου είναι +πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον Βασιληά +Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά σεις, σαν +πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου οφείλετε την +συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου συμβουλέψη άλλη, +απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!». + +Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και ο +Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε για τη +χώρα του Βασιληά Μάρκου. + + + +Β'. +Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ + + + +Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι είχαν +μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε μεγάλο στόλο +για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος εξακολουθούσε ν' +αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε χρόνια, να πληρώση ένα φόρο +που έδιναν τον παληό καιρό οι πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι +σύμφωνα με παληές συνθήκες, οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την +Κορνουάλην τον πρώτο χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο +τρακόσες λίτρες καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. +Αλλά, κάθε τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες +της Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε +χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο Τινταγκέλ, +για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη, τον Μόρχολτ που +είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν +μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος +με σφραγισμένα γράμματα είχε συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους +βαρώνους του τόπου του, για να πάρη τη συμβουλή τους. + +Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην θολωτή σάλα +του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο θρόνο του, ο Μόρχολτ +μίλησε έτσι: + +«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του Βασιληά της +Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να πληρώσης επί τέλους τον +φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή, +παραγγέλνει να μου παραδώσης σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα +κορίτσια δέκα πέντε χρονών, που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' +όλες της οικογένειες της Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο +στο λιμάνι του Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. +Μολαταύτα — και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει, +Βασιληά Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με +μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την πρόκλησί του. +Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει να πολεμήση, για να +μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;» + +Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν τα +κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του Μόρχολτ +της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες ρωμαλέους άντρες. +Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το σπαθί, μεγεμένο, έκοψε +τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; — τόσα χρόνια τώρα που ο +Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το γίγαντα στους υποτελείς τόπους για +να πηγαίνη τα μηνύματά του; Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο +άλλος συλλογιζότανε: «Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα +κορίτσια, για να γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας +έσωζε τάχα;», Κι' όλοι σιωπούσαν. + +Ο Μόρχολτ είπε πάλι: + +«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την πρόκλησί +μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα πάμε με βάρκες +στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του Τινταγκέλ. Εκεί, ο +ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε +τον αγώνα αυτό θα φωτίση όλη τη γενιά του». + +Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι κλεισμένο στο +κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί μέσα όλα σωπαίνουν. + +Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά. + +«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η απόφασις +σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον κλήρο και θα τα +πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος κατοικείται μοναχά από +σκλάβους». + +Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά Μάρκου, και +είπε: + +«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ θα +πολεμήσω». + +Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν τόσο νεαρός +ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του; Αλλά ο Τριστάνος +έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και κείνος την εδέχτη. + +Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό βυσσινί +πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του για τη μεγάλη +περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την περικεφαλαία από μελανό +ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη για τον αντρείο, και ντροπή για +τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε, έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη +δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο +πένθος στη χώρα». Η καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι +άνθρωποι του λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και +ευχές, συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί +στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε. + +Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά το νησί +του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι του ένα πανί από +πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί. Έδενε τη βάρκα στην +παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' αυτός στη στεριά έσπρωξε με +το πόδι τη δική του κατά τη θάλασσα, μέσα. + +«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν κράτησες την +βάρκα σου, όπως εγώ; + + — Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας από τους δυο +μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει μια βάρκα;». + +Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια, ετράβηξαν +μέσα στο νησί. + +Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι ο +θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. Τότε, +δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια τους, ενώ +οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος στης σκηνές τους, +γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος, το πορφυρό ιστίο: Ήταν η +βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το νησί. Ξεφωνητά απελπισίας +αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» Αλλά καθώς μεγάλωνε, +πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά την εσήκωσε στην κορυφή του +ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο +σπαθιά κρατούσε στα χέρια. Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες +πέταξαν να τον συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του +κολυμπώντας. Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες +γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους +συντρόφους του Μόρχολτ: + +«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το σπαθί +μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας έμεινε +βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το κομμάτι το +ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!». + +Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα ελευθερωμένα +παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές κινώντας πράσινα κλαδιά, +κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο +και τον ενθουσιασμό των ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων +και των κεράτων, — τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του +Θεού δε θα μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο +ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Και το +αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι. + +Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν στην +Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο Μόρχολτ +χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους του που τον +χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την Βασίλισσα, και +την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά, που η καλλονή της +άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον υποδέχοντο, κι' αν είχε +πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί ήξεραν τα βάλσαμα και τα +γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα +πεια τι μπορούσαν να χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα +τα μαγεμένα στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός, +ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού σπαθιού +έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το έβγαλε και +τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν αγιοθήκη. Και +σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και κόρη, ξανάλεγαν +ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού και ρίχνανε την ίδια +κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά της μία μία γυναίκα έπαιρνε +το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το +όνομα του Τριστάνου του Λοοννουά. + +Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα έτρεχε από +της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε βυθίσει στη +σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα φάρμακά τους και τη +θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν καλά, τον άφησαν στη φύλαξι +του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα έβγαινε από της πληγές του, ώστε +και οι πειο αγαπημένοι του φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός +από τον Βασιληά Μάρκο, τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που +μόνοι μπορούσαν κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους +υπερνικούσε τη φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν +σε μια καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα +κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε λοιπόν, +Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας; Όχι, το +γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη δική μου. Αλλά +τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω. Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα +να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω +ν' αρμενίσω στην άγνωστη θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα +μακρυά, μακρυά, καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που +ίσως θα βρω τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω +ακόμη, ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». + +Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος τούκανε το +θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και δίχως κουπιά. Και +ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα κοντά του την άρπα του. Τι +να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν; +Τι να τα κάνη τα κουπιά; Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα +μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα +κάποιου παληού τους συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με +τρεμουλιαστά χέρια, έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε +κατάκοιτος μέσα ο αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και +τον τράβηξε. + +Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. Κάποτε, ο +Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την άρπα. Επί +τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε κοντά σε μια +παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες είχαν αφήσει το +λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά, και τράβαγαν με τα +κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά μελωδία, ζωηρή και δυνατή, +που κυλούσε απάνου στα κύματα. Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα +απάνου από τα κύματα, άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής +παρατήρησαν την περιπλανημένη βάρκα. + +«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το καράβι +του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της Τύχης απάνω σε +μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα κουπιά και τράβηξαν +γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε +φαινότανε να ζη μέσα εκτός από τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν, +η μελωδία αδυνάτιζε, στο τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια +του Τριστάνου είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν +ακόμη. Τον επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον +πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να τον +γιατρέψη. + +Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν νεκρός ο +Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. Μόνη αυτή, +γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή +μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος, +ζωογονημένος από τα γιατρικά της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις +του, κατάλαβε ότι τα κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο +κινδύνους. Αλλά τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή +του, μπόρεσε γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε +τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την Ισπανία +όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί είχαν προσβάλει +το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή τη βάρκα. Τον +πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ δεν ανεγνώρισε τον +ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο άσχημα το φαρμάκι είχε +παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα +μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου +γιατρέψει, κι' άρχιζε στα ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη +και η δύναμη, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγη. + +Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα +παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο. + + + +Γ'. +Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ + + + +Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι πειο +άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον Τριστάνο για +την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του είχε ο Βασιληάς. +Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: Αντρέ, Γκενελόν, +Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ ήταν όπως και ο +Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς +μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' αφήση την χώρα του στον Τριστάνο, +ο φθόνος τους άναψε και με ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους +Άρχοντες της Κορνουάλλης. + +«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε, +άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε αυτά +τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο ανδραγάθημα. Αλλά με +ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος +μέσα στη θάλασσα; Ποιος από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη +μια βάρκα χωρίς πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά, +καθώς λένε. Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για +της πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν +νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του που +κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά Μάρκου. Πώς +μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και τα θέλγητρα της +μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα εδάφη σας θα εξαρτώνται +από ένα μάγο!» + +Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν +ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και η καρδιά να τα +κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της τόλμης. Γι' αυτό οι +βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη γυναίκα μια βασιλοπούλα, +που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε +στους πύργους των, να του στήσουν πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε +και έκανε όρκους ότι όσο ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ, +καμμιά βασιλοπούλα δε θα γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος, +που πολύ τον ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με +υστεροβουλία, τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των +βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον +πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία στους +βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του. + +Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε νάλθουν, +και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν κάποια βασιλοπούλα +πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα μονάχα να υποκριθώ, πως τη +θέλω για γυναίκα;» + +Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα, +δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα και εμαλώνανε. + +Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα. + +Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα, πειο λεπτή +από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του ήλιου. + +Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους βαρώνους +και τους είπε: + +«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον όμως αν +θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα. + + — Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες λοιπόν; + + — Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η χρυσή τρίχα, +και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη. + + — Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή τρίχα; + + — Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Δυο +χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον τόπο». + +Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον Τριστάνο με +πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε συμβουλέψει την +πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη χρυσή τρίχα, θυμήθηκε +την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και μίλησε έτσι: + +«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η υποψίες των +αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια ετοίμασες αυτό το +τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι +το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω +από τον τόπο της παρά από το νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και +πάλι θέλω, ωραίε θείε, να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή +μου στο ρεφούδο. Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή +και τίμια αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την +επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη Βασίλισσα με +τα χρυσά μαλλιά». + +Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί, μέλι, και +άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον Γκορνεβάλη, εκατό +ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους μέσα στους πειο αντρείους, +και τους έβαλε και φόρεσαν κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά +πρόστυχα πανιά, ώστε να μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη +γέφυρα του καραβιού έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα, +βελούδο, και πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά +ισχυρού και μεγάλου. + +Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος: + +«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη; + + — Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το λιμάνι του +Βάιζεφορ». + +Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα από τον +φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα πλοία της +Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους κρεμούσε σε δίκρανα; +Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε στον επικίνδυνο τόπο. + +Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ ότι οι +σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν έλθει για +ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί εμπόροι όλη την +ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο ζατρίκι, και στο τάβλι, +και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους κύβους παρά να μετράνε το +σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς +να κάνη. + +Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο τρομερή +που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. Ποτέ δεν είχεν +ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο, φρικαλέο και +καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο λιμάνι: + +«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα; Μη μου +το κρύβετε. + + — Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε. Βγαίνει από το +πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που υπάρχει στον κόσμο. Κάθε +μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και στέκεται σε μια από της πύλες +της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί να μπη, κανείς να βγη, αν δε +δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα +νύχια του την καταπίνει σε λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς +για να πη τον πάτερ ημών. + + — Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά πέστε μου αν +θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να πολεμήση το θεριό +και να το σκοτώση. + + — Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι, +ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι τώρα. Γιατί ο +Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο κήρυκα ότι θα δώση την +κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον σκοτώση το τέρας, Αλλά το +τέρας τους έφαγε όλους». + +Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. Οπλίζεται +μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό το καράβι των +εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και τόσο υπερήφανος +καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί μόλις είχε χαράξει, κ' +έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να καλπάζη κατά το μέρος που +τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. +Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν +κατά την πόλι. Ο Τριστάνος έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα +ορθωμένα κόκκινα μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια +του αλόγου του, και τον εσταμάτησε. + + — Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. Από ποιο +δρόμο έρχεται ο δράκοντας;» + +Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε. + +Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια κόκκινα σαν +κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά μακρυά και τριχωτά, +νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα του ήταν λεπιδωτό. + +Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι, ώστε +κείνο, με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο, ώρμησε μολαταύτα κατά +του τέρατος. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει απάνου στα χοντρά +λέπια και γίνεται κομμάτια. Τότε ο αντρειωμένος τραβάει το σπαθί +του, το σηκώνει, και το κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα, χωρίς +όμως ούτε το τομάρι να σκίση. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα +χτυπήματα. Ρίχνει να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. Με το +στήθος ξέσκεπο ο Τριστάνος, σημαδεύει πάλι με το σπαθί, και χτυπάει +το θεριό στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. Άδικα. Δεν +μπορεί να το πληγώση. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια ένα +διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου μαυρίζει +σαν σβυμένο κάρβουνο, τ' άλογο του κυλιέται χάμου και ψοφάει. Αλλά ο +Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το γερό ξίφος του μέσα στο +στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει πέρα για πέρα και του κόβει την +καρδιά στα δύο. Ο δράκοντας βγάζει, μια τελευταία φορά, το φρικτό +μουγκρητό του και ψοφάει. + +Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα του. +Έπειτα, ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό, τράβηξε, για να πιή, σ' +ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο πάρα πέρα. Αλλά +το διαλυμένο δηλητήριο που βγήκε από την γλώσσα του τέρατος άναψε +απάνου στο σώμα του, και ο αντρείος έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά +χορτάρια που ήσαν γύρω από τον βάλτο. + +Λοιπόν μάθετε, ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά ήταν ο +Αγκυγκεράν ο Ρούσσος, αυλάρχης του Βασιλέα της Ιρλανδίας, κι' ότι +γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. Ήτανε δειλός, αλλά τόση είναι η δύναμις +της αγάπης, ώστε κάθε πρωί παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο. +Μολαταύτα σαν άκουγε από πολύ μακρυά το μουγκρητό του, ο ήρωας +έφευγε. Εκείνη την ημέρα, ακολουθούμενος από τους τέσσερες +συντρόφους του, ετόλμησε να γυρίση πίσω. Ηύρε τον δράκοντα +σκοτωμένο, το νεκρό άλογο, την σπασμένη ασπίδα, και σκέφτηκε ότι ο +νικητής θα πέθανε κι' όλα κάπου. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος, +τώφερε στον Βασιλέα, και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή. + +Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα μη +θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους υποτελείς του +να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του. Εκεί εμπρός στο +συνέδριο των αρχόντων, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν θάδινε αποδείξεις της +νίκης του. + +Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ' αυτόν το +θρασύδειλο, πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε. Αλλά την άλλη +μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη, πήρε μαζύ της τον ακόλουθό της, +τον ξανθό Περινίς, και την Βραγγίνα, την νεαρά υπηρέτρια και +σύντροφό της, και οι τρεις μαζύ πήγαν καβάλλα μυστικά κατά την +σπηλιά του θερίου, μέχρις ότου η Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι +ίχνη με περίεργο σχήμα. Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το +νεκρό άλογο: δεν ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας. +Βεβαίως, κάποιος ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. Ζούσε όμως ακόμη; + +Η Ιζόλδη, ο Περινίς, και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο τέλος, +μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το κράνος του +αντρειωμένου. Ανέπνεε ακόμη. Ο Περινίς τον πήρε στο άλογό του και +τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών. Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη +την περιπέτεια στη μητέρα της, και της εμπιστεύτηκε τον ξένο. Καθώς +η Βασίλισσα του έβγαζε την πανοπλία του, η φαρμακωμένη γλώσσα του +δράκοντα έπεσε από την μπότα. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε +τον πληγωμένο με κάποιο βότανο, και του είπε: + +«Ξένε, γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. Όμως, ο +αυλάρχης μας, ένας άπιστος, ένας τιποτένιος, τούκοψε το κεφάλι, και +ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα μπορέσης, σε +δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του με μονομαχία; + + — Βασίλισσα, είπεν ο Τριστάνος, η προθεσμία είναι μικρή. Αλλά +βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε. Κατάκτησα την +Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Ίσως θα την κατακτήσω +παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη». + +Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε +αποτελεσματικά φάρμακα. Την άλλη μέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή του ετοίμασε +μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που είχε φτιάσει η +μητέρα της. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του πληγωμένου, είδε +πόσο ήταν ωραίος, και συλλογίστηκε: + +«Σίγουρα, αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του, ο ιππότης +μου θα πολεμήση καλά και γερά». Αλλά ο Τριστάνος ζωογονημένος από τη +ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα, την εκύτταζε και σκεπτόμενος +ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά, άρχισε να +χαμογελάη. + +Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. «Γιατί τάχα να γέλασε αυτός ο +ξένος; Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη; Μην παραμέλησα +καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε να του κάμη; Ναι, +ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα όπλα του που τα μαύρισε +το δηλητήριο». + +Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του Τριστάνου: +«Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι, σκέφτηκε, γερή και +σίγουρη. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός, αλαφρός, άξιος να τον φορή +ένας ήρωας». Πήρε το ξίφος από την λαβή. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι' +αυτό, όπως πρέπει σ' έναν τολμηρό βαρώνο». + +Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι, για να την καθαρίση, τη ματωμένη λάμα. +Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Κυττάζει το σχήμα του +τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε μέσα στο κεφάλι +του Μόρχολτ; Διστάζει, κυττάζει πάλι, και θέλει να βεβαιωθή. Τρέχει +στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει +από το κρανίο του Μόρχολτ. Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος +που ήτανε τσακισμένο: μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του +τσακίσματος. Τόσο καλά εφαρμόζανε! + +Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας γύρω από +το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί, του φώναξε: + +«Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ, του +αγαπημένου μου θείου. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά σου! + +Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Το σώμα του +ήταν ακόμη σαν παράλυτο. Το πνεύμα του όμως έμεινε ευκίνητο. Μίλησε +λοιπόν με τέχνη: + +«Έστω, θα πεθάνω. Μα, για να μην έχης βαρειές τύψεις, άκουσε. +Βασιληά κόρη, μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία, αλλά και το +δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι, έχεις δικαίωμα απάνω στη ζωή μου αφού +δυο φορές μου την έσωσες και μου την απέδωκες. Μια φορά, άλλοτε: +ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα +του το φαρμάκι με το οποίο ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ. +Μην κοκκινίζης, τρυφερή κόρη, όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές. Δεν +της επήρα μήπως, πολεμώντας τίμια και αντρίκια; Μήπως σκότωσα τον +Μόρχολτ με προδοσία; Δεν με προεκάλεσε; Δεν ώφειλα να υπερασπίσω το +σώμα μου; Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με περιμάζεψες στο βάλτο. +Α! κόρη, για σένα πολέμησα το δράκοντα... Μα ας αφήσουμε αυτά. Ήθελα +μοναχά να σου αποδείξω ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο +θανάτου, έχεις δικαίωμα στη ζωή μου. Σκότωσέ με λοιπόν, αν σκέπτεσαι +ότι θα σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Χωρίς άλλο, όταν θα +βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη, θα σου είναι γλυκό να +συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη, που είχε βάλει τη ζωή του στο +ρεφούδο για να σε κατακτήση, σε είχε κατακτήσει, και συ τον +εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!» + +Η Ιζόλδη εφώναξε: + +«Αλλόκοτα λόγια ακούω. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να με +κατακτήση; Α! δίχως άλλο, — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να πάρη στο +καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης, έτσι και συ τώρα με +τη σειρά σου, για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να πάρης σκλάβα σου +εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες αγαπούσε... + + — Όχι, κόρη Βασιληά, είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα δυο χελιδόνια +πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα από τα χρυσά μαλλιά +σου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. Να +γιατί πέρασα τη θάλασσα κι' ήρθα να σε ζητήσω. Να γιατί αντιμετώπισα +το θερίο και το φαρμάκι του. Κύτταξε αυτή την τρίχα, ραμμένη μέσα +στης χρυσές κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν, αλλά +όχι και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου». + +Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια τον +επενδύτη του Τριστάνου. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα πολλή. +Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη, για σημείο ειρήνης, και του +φόρεσε τα πλούσια ρούχα του. + +Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων, ο Τριστάνος έστειλε μυστικά +στο καράβι του τον Περινίς, τον ακόλουθο της Ιζόλδης, για να +παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή, στολισμένοι +όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά: γιατί ήλπιζε την +ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της περιπετείας. Ο Γκορνεβάλης +και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από τέσσερες ημέρες που έχασαν τον +Τριστάνο. Και πολύ χάρηκαν με την παραγγελία του. + +Ένας-ένας, στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται αναρίθμητοι οι +βαρώνοι της Ιρλανδίας, μπήκαν και κάθησαν γραμμή στην ίδια σειρά. +Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν απάνω στα πλούσια πορφυρά +ενδύματά τους, τα μεταξωτά και βελουδένια. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν. +«Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μεγαλόπρεποι άρχοντες; Τους γνωρίζει +κανείς; Κυττάχτε τι βαρύτιμοι μαντύες, στολισμένοι με γουναρικό και +με χρυσάφι. Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών, στης πόρπες των +γουναρικών, πώς αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια, τα +σμαράγδια, τα μπερούλια, και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε +τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση λαμπρότητα; Από +πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες; Και τίνος είναι;» Αλλά οι εκατό +ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους, +οποίος και νάμπαινε. + +Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του θρόνου +του, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν' αποδείξη με +μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι αυτός εσκότωσε το +θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την Iζόλδη γυναίκα. Τότε η Ιζόλδη +υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα της, και είπε: + +« Βασιληά, υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι μπορεί ν' +αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. Σ' αυτόν τον άνδρα, +έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το κακό, και ότι η +κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν τιποτένιο, δίνετε υπόσχεσι +να του συγχωρήστε όλα τα παληά σφάλματα του, όσο μεγάλα κι' αν +είναι, και να του δώστε την ειρήνη και την ευχαριστία σας;» + +Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν' απαντήση. Αλλά +οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ, πλήθος: + + — Κάμετέ το, Μεγαλειότατε, κάμετέ το! + +Ό Βασιληάς είπε: + +«Το υπόσχομαι!» + +Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του. + +«Πατέρα, δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της ειρήνης, +ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον άνθρωπο!» + +Όταν πήρε το φίλημα, πήγε και ηύρε τον Τριστάνο, και τον ωδήγησεν +από το χέρι στη συνάθροισι. Στη θέα του, οι εκατό ιππότες σηκώθηκαν +όλοι μαζύ, τον εχαιρέτισαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, και οι +Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο αρχηγός τους. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως +τότε, και μεγάλη κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές: + + — Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ! + +Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά, και μανιασμένες φωνές επανελάμβαναν: + + — Θάνατος! Θάνατος! + + — Βασιληά, φώναξε η Ιζόλδη, φίλησε αυτόν τον άνθρωπο στο στόμα +καθώς το υπεσχέθης. + +Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα, και η βουή εγαλήνεψε. + +Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και προεκάλεσε τον +αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε να δεχτή, και +ωμολόγησε την ψευτιά του. + +Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι: + +«Άρχοντες, ναι, εσκότωσα το Μόρχολτ, αλλά πέρασα τη θάλασσα για να +σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. Για να ξεπλύνω το άδικο, έβαλα τη +ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα από το θεριό. Και να +που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα την πάρω λοιπόν στο +καράβι μου. Μολαταύτα, για να μη βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης +χώρες της Ιρλανδίας και της Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη, +μάθετε ότι ο Βασιληάς Μάρκος, ο αγαπητός μου κύριος, θα την πάρη +γυναίκα. Κυττάχτε κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να +ορκισθούν στα λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει +ειρήνη και αγάπη, και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη +σαν αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. Και ότι όλοι οι άντρες της +Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν βασίλισσά +τους!» + +Με μεγάλη χαρά, φέρανε τα λείψανα των Αγίων, και οι εκατό ιππότες +ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια. + +Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον Τριστάνο αν +θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του. Μπρος στους βαρώνους της +Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του, ο Τριστάνος ωρκίστη. Η Ιζόλδη +η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία. Ώστε ο Τριστάνος αφού την +κατέκτησε, την περιφρονούσε! Η ωραία ιστορία της χρυσής τρίχας δεν +ήτανε παρά ένα ψέμμα... Και λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον... Αλλά +ο Βασιληάς έβαλε το δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι του +Τριστάνου. Και ο Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του +Βασιληά της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του. + +Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου, με την πονηρία και με τη +δύναμι, ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της Βασίλισσας με τα +χρυσά μαλλιά. + + + + +Δ'. +ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ + + + +Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες της +Κορνουάλης, η μητέρα της εμάζεψε χόρτα, άνθη και ρίζες, τα ανακάτεψε +μέσα σε κρασί, και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. Αφού το αποτελείωσε με +μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι και είπε κρυφά στη +Βραγγίνα. + + — Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά Μάρκου, και θα +την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το μπουκαλάκι με το +κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το με τέτοιον τρόπο ώστε +κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα χείλι να μη τ' αγγίση. Αλλά όταν +τη νύχτα του γάμου έρθη η στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους, +θα χύσης αυτό το κρασί σ' ένα ποτήρι, και θα το παρουσιάσης στο +Βασιληά Μάρκο και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. Πρόσεξε, κόρη, καλά +ώστε μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό. +Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ, θ' +αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή, πάντα, +στη ζωή και στο θάνατο». + +Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά της. + +Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την Ιζόλδη. Αλλά +όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη, τόσο θλιβερώτερα θρηνούσε +η τρυφερή κόρη. Καθισμένη κάτω από τη σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ +με τη Βραγγίνα, την υπηρέτρια της, θυμότανε την πατρίδα της κ' +έκλαιγε. + +«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι; Σε ποιον; Τι την περίμενε;» Όταν +την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την ησυχάση με γλυκά λόγια, +εθύμωνε, τον έδιωχνε, και το μίσος εφούσκωνε την καρδιά της. Είχ' +ερθή αυτός ο άρπαγας, ο φονηάς του Μόρχολτ, και την επήρε με +πανουργίες από τη μητέρα της και την πατρίδα της. Δεν κατεδέχτη να +την κρατήση για τον εαυτό του, παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα +κύματα, για τον εχθρικό του τόπο. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της. +Καταραμένη νάναι η θάλασσα που με βαστάει. Καλλίτερα θα προτιμούσα +να πεθάνω στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!...» + +Μια μέρα, οι άνεμοι έπεσαν, και τα πανιά κρεμόντανε, χαλαρωμένα, σ' +τα κατάρτια. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα νησί. Βαρυεστημένοι +από τη θάλασσα, οι εκατό ιππότες της Κορνουάλλης και οι ναυτικοί +κατέβηκαν στην παραλία. Μοναχά η Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια +είχανε μείνει στο καράβι. Ο Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και +προσπαθούσε να γαληνέψη την καρδιά της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και +διψούσαν, ζητήσανε να πιούν. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα +ποτό, μέχρις ότου ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η +μητέρα της Ιζόλδης στη Βραγγίνα. + + — Ηύρα κρασί! τους εφώναξε. + +Όχι δεν ήτανε κρασί. Ήτανε το πάθος, η τραχειά χαρά, και η αγωνία η +ατελείωτη, κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι και τώδωσε στην +κυρία της. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές, κ' έπειτα τώδωσε στον +Τριστάνο, ο οποίος το άδειασε. + +Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που κύτταζαν ο ένας +τον άλλο αμίλητοι, σαν ζαλισμένοι και σαν μαγεμένοι. Είδε μπροστά +τους το μπουκαλάκι, σχεδόν άδειο, και το ποτήρι. Πήρε το μπουκαλάκι, +έτρεξε στην πρύμη, το πέταξε στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας: + +«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα, καταραμένη +η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη, φίλη, και σεις, +Τριστάνε, το θάνατό σας ήπιατε!» + +... Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. Φαινότανε στον +Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και μεθυστικά άνθη +εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του και με δυνατά δεσμά +ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης, και μαζύ όλη τη σκέψι +του κι' όλες της επιθυμίες του. Σκεφτότανε: «Αντρέ, Ντενοαλέν, +Γκενελόν, και Γοντοΐν, άπιστοι που με κατηγορούσατε ότι είχα στο +μάτι τη χώρα του Βασιληά Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος, κ' +έχω άλλο πράγμα παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε, που μ' +αγάπησες ορφανό, προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου +Μπλανσεφλέρ. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα χέρια +με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε πανιά. .. Γιατί +καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το περιπλανημένο παιδί, +που ήρθε να σε προδώση; Α! μα τι έβαλα λοιπόν με το νου μου; Η +Ιζόλδη είναι γυναίκα σου, κ' εγώ γυιός σου. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα +σου και δεν μπορεί να μ' αγαπήση!». + +Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την είχε +περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο; Ήθελε να τον μισή. Και δεν +μπορούσε. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την τρυφερότητα αυτή, +την πειο οδυνηρή από το μίσος. + +Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. Και πειο σκληρά ακόμη +βασανιζότανε αυτή, που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει. Δυο μέρες τους +παρακολούθησε, και τους είδε να διώχνουν κάθε τροφή, κάθε ποτό, πάθε +στυλωτικό, και να ζητάη ο ένας τον άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν +ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο: δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο +χωρισμένοι, και πειο πολύ δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και +τρέμανε μπρος σ' τη φρίκη της πρώτης ομολογίας. + +Την τρίτη μέρα, καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη στημένη +στη γέφυρα του καραβιού, τον είδε η Ιζόλδη να πλησιάζη, και ταπεινά +του είπε: + +«Εμπάτε μέσα, κύριε. + + — Βασίλισσα, απάντησε ο Τριστάνος, γιατί με λέτε κύριο. Δεν είμαι +ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας; υποχρεωμένος να σας σέβωμαι, +να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου; + +Η Ιζόλδη απάντησε: + + — Όχι, το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο κύριός μου. Το +γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη και ότι είμαι σκλάβα +σου. Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω τότε της πληγές του λαβωμένου +τραγουδιστή; Γιατί να μην αφήσω να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα +στα χόρτα του βάλτου; Γιατί να μην τον χτυπήσω, όταν ήτανε +κατάκοιτος στο λουτρό, με το ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει; +Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό που ξέρω σήμερα! + + — Ιζόλδη, τι ξέρετε λοιπόν σήμερα; τι είναι αυτό που σας +βασανίζει; + + — Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν, κι' όλα όσα βλέπω. Κι' ο ουρανός +αυτός με βασανίζει, κι' η θάλασσα και το σώμα μου κι' η ζωή μου. + +Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου. + +Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. Τα χείλη της έτρεμαν. + +Εκείνος ξανάπε: + + — Φίλη, τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει; + + — Η αγάπη για σένα! απάντησε. + +Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Αλλά καθώς, για πρώτη φορά +κι' οι δυο τους, ροφούσαν τη χαρά της αγάπης, η Βραγγίνα που τους +παρακολουθούσε, άφησε μια φωνή, και με τα χέρια τεντωμένα +ικετευτικά, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από δάκρυα, ερρίχτηκε στα +πόδια τους: + +«Δυστυχισμένοι! σταματήστε, και γυρίστε πίσω αν μπορείτε ακόμη! Αλλά +όχι. Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό, γιατί η δύναμι της αγάπης από τώρα +κι' όλα ανίκητα σας τραβάει, και ποτέ πεια δε θα βρήτε χαρά δίχως +λύπη. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που ήπιατε, το ερωτικό ποτό που +η μητέρα σας, Ιζόλδη, μου είχεν εμπιστευθή. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος +ώφειλε να το πιή με σας. Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους +τρεις, κ' έτσι αδειάσατε σεις το ποτήρι. Φίλε Τριστάνε, φίλη Ιζόλδη, +τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. Σας παραδίνω το σώμα +μου, τη ζωή μου. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε, στο καταραμένο +ποτήρι, την αγάπη και το θάνατο!» + +Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. Στα ωραία κορμιά τους ανατρίχιαζε η +επιθυμία και η ζωή. + +Ο Τριστάνος είπε: + + — Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος! + +Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι, — που ταχύτερα τώρα +πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου, — αιώνια +ενωμένοι, αφέθηκαν στον έρωτα! + + + +Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ + + + +Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία. Ο +Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο Βασιληά. Ο +Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι' αυτός από το +χέρι. Με μεγάλες τιμές, την ωδήγησε στο παλάτι του Τινταγκέλ. Κι' +όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα, εν τω μέσω των υποτελών, +τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας +σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο ήλιος της ανατολής. Τότε ο Βασιληάς +Μάρκος ευλόγησε τα χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή +τρίχα. Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι +του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και της +καρδιάς του. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα, ευγενικέ +Βασιληά, το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια. + +Δέκα οχτώ μέρες αργότερα, συνάθροισε όλους τους βαρώνους, και έκανε +το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Άλλα όταν ήρθε η νύχτα, η +Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και για να ν' τη +σώση από το θάνατο, επήρε τη θέσι της Ιζόλδης, στο γαμήλιο κρεβάτι. +Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το μαγεμένο ποτό, και από αγάπη +για τη φίλη και κυρία της, εθυσίασε, η πιστή, την αγνότητα του +κορμιού της. Το σκοτάδι της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την +πανουργία της και την ντροπή της. + +Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει στη +θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους αγαπημένους, το +μπουκάλι με το μαγικό ποτό. Παρά ότι το πρωί όταν η κυρία της επήγε +στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου, η Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι, ό,τι +έμενε από το φίλτρο και τώδωσε στους συζύγους. Και ότι ο μεν +Βασιληάς Μάρκος ήπιε πολύ, ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της +χάμου. Αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν +και ενόθεψαν την ιστορία. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα, τώκαναν γιατί +δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος +αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Βέβαια, καθώς θα το ακούστε σε +λίγο, ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος, με όλη την αγωνία, τα μαρτύρια, και τα +τρομερά αντίποινα, ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη από την καρδιά του ούτε +την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι δεν είχε +πιεί από το μαγεμένο κρασί. Ούτε φαρμάκι, ούτε μαγεία: μονάχα η +ευγενική τρυφερότης της καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη. + +Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η Ιζόλδη +είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την τρυφερότητα +του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι άνθρωποι του λαού +την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της στης πλούσιες +ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η Ιζόλδη έχει τα +ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους τάπητες της +Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της κουρτίνες όπου είναι +κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι της Αμερικής, κι' όλα +τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και των δασών. Η Ιζόλδη έχει +τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της και ο Τριστάνος κοντά της, τη +χαίρεται, και τη νύχτα και την ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια +στους μεγάλους άρχοντες, κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με +τους πιστούς και τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να +τρέμη; Δεν κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να +υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον ίδιο το +γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την κατασκοπεύει; Ποιος +μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η +Βραγγίνα την παραμονεύει. Η Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η +Βραγγίνα την κρατεί στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να +ετοιμάζη το κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου, +αν τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την +απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. Όχι, δεν +προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την ίδια την καρδιά +της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη μεγάλη προδοσία που +εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε +την, και σεις άρχοντες! + +Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν μακρυά, κι' +ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη εκάλεσε δυο +σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά Βυζαντινά, αν έδιναν +όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. Ωρκίσθηκαν. + +«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο δάσος, +μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να μην +ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε τη γλώσσα +της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια που θα πη. +Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και πλούσιοι». + +Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα. + +«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει. Θέλεις να +πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην αρρώστεια μου; +Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν. Γνωρίζουν πού φυτρώνουν +τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους. λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε +στέλνω στο δάσος, το κάνω επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την +ησυχία μου». + +Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος, εκείνη +θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν γύρω τους +άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά. + +Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος». + +Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την ακολουθούσε. Άφησαν +τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε βάτους, αγκάθια και +γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος που βάδιζε μπροστά γύρισε +κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο +δούλο ζητώντας βοήθεια. Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι, +και είπε: + + — Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε. + +Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν' +απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο λυπητερή +και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν: + +«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η κυρία η δική +σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο άδικο της έχεις +κάνει». + +Απάντησε: + +«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε από την +Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι, ένα πουκάμισο +άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα των γάμων μας. Στη +θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το γαμήλιο πουκάμισό της, και τη +νύχτα των γάμων της, της εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το +άδικο που της έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της +στέλνω αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της +τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές, με +πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. Ο καλός +Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή της. Αδερφοί, +χτυπάτε με τώρα». + +Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι ίσως ένα +τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την έδεσαν σ' ένα +δένδρο. + +Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη γλώσσα, την +έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι +στην Ιζόλδη. + + — Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη. + + — Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη εξ αιτίας +αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα ένα πουκάμισο +άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία, και σας δάνεισε το +δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό ήταν, έλεγε, το μόνο της +έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε σας για τόσα καλά που της +κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή +σας. Σας παραγγέλνει αγάπη και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της +που τη φέρνουμε. + + — Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη Βραγγίνα, την +αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η μόνη μου φίλη; +Φονηάδες, δώστετή μου πίσω. + + — Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε λίγες ώρες. +Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει, μισεί». Την +εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε. + + — Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η αγαπημένη μου +σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το ξέρατε κακούργοι. Την +είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και σας την εμπιστεύτηκα για να +την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω ότι την εσκοτώσατε, και θα σας +κάψουνε απάνου στα κάρβουνα. + + — Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την ξαναφέρουμε +σώα και απείραγη». + +Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη, πότε +καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό της. Κράτησε +τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο δένδρο που ήτανε +δεμένη η Βραγγίνα. + + — Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε ξαναφωνάζει». + +Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα γοτάτισε, +ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η Βασίλισσα έπεσε κι' +αυτή στα γόνατα μπροστά της και, αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν +λιπόθυμες. + + + +ΣΤ'. +ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ + + + +Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που πρέπει +να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η μεθυσμένες +καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους σπρώχνει, όπως η +δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ' έτσι ακόμη, το γεράκι +έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη +ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις στης προφυλάξεις της Βραγγίνας, +κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε +ώρα και σε κάθε τόπο, καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο +πόθος, πώς τους σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως +το καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι; + +Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον Τριστάνο για τα +κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. Γνωρίζουν κι' όλα το +μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται από επιθυμία, μίσος, και +χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να +γίνεται μανία, τον Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας +τα μαρτύρια. Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο +τέλος το μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι +εζήτησαν ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε: + + — Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. Λυπόμαστε και +οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου αποκαλύψουμε ό,τι +ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον Τριστάνο. Κι' ο +Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε είχαμε ειδοποιήσει. Για +την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς όλους σου τους συγγενείς κι' +όλους σου τους βαρώνους, και μας αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο +Τριστάνος αγαπάει τη Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια +λόγια άρχισαν να λέγωνται δω και κει. + +Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε. + + — Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την καρδιά μου στον +Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε +όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο +Τριστάνος, για την τιμή αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, +και κάθε μια από της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. +Αυτός είναι ο λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ +περισσότερο από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο +από κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι +ακούσατε; + + — Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη μπορής να το ιδής +με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, +ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη καιρός. + +Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι. + +Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. Αθέλητα +κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. Αλλά η +Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο Βασιληάς +προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα από λίγο +αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και καταλαβαίνοντας ότι δε θα +μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του +είπε: + + — Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το αφήσης, μη σούλθη +πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και της γέφυρές του. Άπιστοι +άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα +να επαναλάβω τα λόγια τους χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. +Μη ζητάς λόγια να με καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς +αποτέλεσμα. Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα +σε είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά +λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου θα με +ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. Πήγαινε, +πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!» + +Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο: + +Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν λωποδύτης. Τι +θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη θάλασσα για να +ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες υπηρεσίες του σε +κάποιον μακρυνό Βασιλέα!» + +Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε την τάφρο +και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ν' +απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη μικρή πολιτεία του +Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου αστού μαζύ με τον +Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από τον πυρετό, σκληρότερα +πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η λόγχη του Μόρχολτ είχε +δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν ήταν κατάκοιτος στην καλύβη +μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν μακρυά από τη βρώμα των φρικτών +πληγών του, τρεις άνθρωποι μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, +ο Ντινάς ντε Λιντάν, και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν +και ο Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς +Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε: + + — Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη βρώμα κάποιου +φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη σου δεν μπορεί πεια +να υπερνικήση τη φρίκη. + +Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, σαν +μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους καλοφτιαγμένους +όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο και καβαλάρης +τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και καβαλάρης +σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό. + +Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή λυώνει κι' +αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα στους ξένους που +την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και +γελαστή. Και τη νύχτα, ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, +αναγκάζεται να δαμάζη ακίνητη την ταραχή των μελών της και της +ανατριχίλες του πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της +φαίνεται ότι σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες +έχουνε στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η +ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά γόνατα +της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα γόνατά της +ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες. + +Σε λίγο οι ερασταί θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και +ποιος άλλος θα τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο +της ζωής της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο +Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους αγαπημένους η +Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα. + +Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο ερωτικό +τέχνασμα. + +Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, μεγάλος και +κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία δέντρα τονέ +στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και πουλιά. Στο πειο μακρυνό +από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους πασσάλους του φράχτη, +βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο ρωμαλέος κορμός του βαστάει +άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα του, τρέχει γρήγορο το νερό +καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και +διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον +κήπο και φθάνει ως τον πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και +μάλιστα μέσα στο διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη +συμβουλή της Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο +και λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω +από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά σαν τον +αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι πέρα, ως τα +δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον ερχομό τους. +Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει ν' απομακρύνη το +Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη έτρεχε στο φίλο της. + +Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε βήμα μήπως +πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις τη βλέπει ο +Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. Τότε η νύχτα κι' ο +φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους προστατεύουν. . .. + + — Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι θαλασσινοί πως ο +πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' ότι με μάγια δυο φορές +το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, χάνεται και φεύγει από τα +μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον +οποίο μιλάνε τα τραγούδια της άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' +όλες της μεριές. Δέντρα ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο +ήρωας ζη μέσα, χωρίς να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και +καμμιά εχθρική δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...» + +Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών που +χαιρετούν την αυγή. + + — Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι' όλα. Δεν είν' +αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα πάμε μαζύ στον +ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει πίσω. Εκεί υψώνεται +ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα από τα χίλια παράθυρα του +λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα, τραγουδιστές παίζουν, και +τραγουδάνε μελωδίες χωρίς τέλος. Ο ήλιος δε λάμπει εκεί, όμως κανείς +δεν πεθυμάει το φως του. Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών». + +... Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του Τινταγκέλ, η αυγή +φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες πέτρες . . . + +Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου +διαλύονται. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν, ότι ο Τριστάνος +είδε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά, και άδικα +παραμονεύουν. Στο τέλος, ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον παιδέψη! — +λέει σ' τους συντρόφους του: + +«Άρχοντες, ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο, τον καμπούρη. Γνωρίζει +της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. Ξέρει, όταν γεννιέται +ένα παιδί, να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά πλανήτες ώστε +προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της ζωής του. Με τη δύναμι +του Βουγιβού και του Νουαρού, ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. Αν +θέλη θα μας πη της πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής». + +Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας, ο μικρόσωμος μοχθηρός +άνθρωπος, εχάραξε τα σημεία της μαγείας, έρριξε όλα τα μάγια του, +εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του Αυγερινού και είπε: + + — Χαρήτε, ωραίοι άρχοντες. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε να τους +πιάσετε. + +Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά. + +«Μεγαλειότατε, είπεν ο μάγος, διατάχτε τους κυνηγούς σας νάχουν +έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. Πέστε ότι εφτά μέρες κ' +εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι, και να με κρεμάστε από +της διχάλες, αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε τι λόγια λέει ο Τριστάνος +στη Βασίλισσα». + +Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς, αν και όχι με την καρδιά του. Σαν έπεσε η +νύχτα, άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος, πήρε το νάνο πισοκάπουλα, +και γύρισε στο Τινταγκέλ. Από μια είσοδο που ήξερε, μπήκε στον κήπο +κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το μεγάλο πεύκο. + +«Ωραίε Βασιληά, πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του δένδρου. +Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας χρειασθούν. Και +ησυχάστε, δε θα περιμένετε πολύ. + + — Φεύγα, σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς. + +Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε. + +Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Εκείνη τη νύχτα, +καθαρό και ωραίο, έλαμπε το φεγγάρι. Κρυμμένος στα κλαδιά, ο +Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς στύλους. Ο +Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο νερό τα ξύλινα +κομματάκια και τα κλαράκια. Αλλά, καθώς ήταν σκυμμένος στο νερό της +πηγής, είδε να καθρεφτίζεται μέσα η εικόνα του Βασιληά. Α! αν +μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια που φεύγουν. Αλλά όχι, τρέχουν +γρήγορα, διά μέσου του κήπου. Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η +Ιζόλδη παραμονεύει τον ερχομό τους. Τώρα, δίχως άλλο, θα τα είδε, +θάρχεται! Ο Θεός να προστατέψη τους αγαπημένους. + +Έρχεται! Καθισμένος, ακίνητος, ο Τριστάνος την παρατηρεί, και απάνω +στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που τεντώνεται στην κόρδα +του τόξου. + +Έρχεται, ευκίνητη μα και προσεχτική, όπως συνηθίζει πάντα. «Τι +συμβαίνει λοιπόν, σκέπτεται. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο Τριστάνος να +με προϋπαντήση. Μην είδε τάχα κανένα;» + +Στέκεται, ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Ξαφνικά, στο φως +του φεγγαριού, βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή. Γνωστική όπως +όλες η γυναίκες, ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το φύλλωμα του δέντρου. +«Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα, κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω +εγώ πρώτη!» + +Πλησιάζει ακόμη. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον φίλο της: + +«Άρχοντα Τριστάνε, τι τόλμη πήρατε; Να με τραβήχτε τέτοια ώρα σ' +αυτό το μέρος; Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να με +ικετεύσετε, λέγατε. Τι να με ικετεύσετε; Τι περιμένετε από μένα; Επί +τέλους ήρθα: γιατί, δε μπορώ να το λησμονήσω, ως Βασίλισσα είχα +αυτήν την υποχρέωσι. Να με λοιπόν. Τι θέλετε; + + — Βασίλισσα, να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του Βασιληά. + +Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό που +έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο. + + — Ναι, Βασίλισσα, σας προσκάλεσα πολλές φορές και πάντοτε άδικα. +Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς, ποτέ δεν καταδεχτήκατε ναρθήτε στην +πρόσκλησί μου. Λυπηθήτε με το δυστυχισμένον. Ο Βασιληάς με μισεί, +δεν ξέρω για ποιο λόγο, σεις τον ξέρετε ίσως. Ποίος άλλος θα +μπορούσε να μαλακώση το θυμό του, εκτός από σας, ω τιμιωτάτη +Βασίλισσα, ευγενική Ιζόλδη, που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά +του; + + — Αλήθεια, άρχοντα Τριστάνε, δεν ξέρετε ότι μας υποπτεύεται και +τους δυο; Και για ποία προδοσία! Πρέπει, γι' ακόμη μεγαλύτερη +ντροπή, εγώ να σας το πω; Ο κύριος μου πιστεύει ότι σας αγαπώ με +ένοχο έρωτα. Ο Θεός το ξέρει μολαταύτα, κι' αν λέω ψέμματα, ας +παιδέψη το κορμί μου, ποτέ δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν +άνθρωπο εκτός σ' εκείνον που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του. +Και θέλετε, Τριστάνε, να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση; +Αλλ' αν ήξερε μοναχά, ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο, θάρριχνε +αύριο τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!» + +Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας: + + — Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι παληάνθρωπος, αν δεν +κάνη παληανθρωπιές». Μα σε ποία καρδιά μπόρεσε να γεννηθή τέτοια +υποψία! + + — Τι θέλετε να πήτε, άρχοντα Τριστάνε; Όχι, ο Βασιληάς και κύριος +μου, ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του τέτοια ατιμία. Αλλά οι +προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να πιστέψη το ψέμμα, γιατί είναι +εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες καρδιές. Αγαπιούνται, του είπαν, και +οι προδότες του το παράστησαν ως έγκλημα. Ναι, με αγαπούσατε, +Τριστάνε, γιατί να το αρνηθούμε; Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας +και δε σας έσωσα δυο φορές τη ζωή; Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. Δεν +είσαστε από τη γενιά του Βασιληά, και δεν άκουσα χίλιες φορές τη +μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν δεν +αγαπάη κι' όλο του το σώι; Γι' αγάπη του Βασιλιά, σας αγαπούσα, +Τριστάνε. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση, θα χαρώ. Αλλά το σώμα μου +τρέμει, φοβάμαι πολύ, φεύγω, έμεινα κι' όλα πάρα πολύ». + +Ο Βασιληάς, μέσ' τα κλαδιά, λυπήθηκε, και γέλασε γλυκά. + +Η Ιζόλδη φεύγει, και ο Τριστάνος τη φωνάζει. + + — Βασίλισσα, για τόνομα του Χριστού, λυπηθήτε με, βοηθήστε με! Οι +τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά από το Βασιληά όλους +όσοι τον αγαπούν. Επέτυχαν το σκοπό τους, και τώρα τον περιγελούν. +Έστω, θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό τον τόπο, μακρυά, — άθλιος όπως +ήρθα άλλοτε. Αλλά τουλάχιστον, πήτε στο Βασιληά, γι' ανταμοιβή των +περασμένων υπηρεσιών μου και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω +μακρυά από δω, να μου δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου, και +να εξοφλήσω το άλογό μου και τα όπλα μου. + + — Όχι, Τριστάνε, δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την αίτηση. Είμαι +ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο, ολομόναχη σ' αυτό το παλάτι όπου κανείς +δε μ' αγαπά, χωρίς στήριγμα κανένα, στη διάκρισι του Βασιληά. Αν του +πω μια λέξι για σας, δε βλέπετε ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό +θάνατο; Φίλε, ο Θεός να σας προστατεύη. Ο Βασιληάς σας μισεί, πολύ +άδικα. Αλλά σ' όποιον τόπο και να πάτε, ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι +αληθινός φίλος». + +Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η Βραγγίνα την +πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Η Βασίλισσα της διηγείται την +περιπέτεια. Η Βραγγίνα φωνάζει: + +«Ιζόλδη, κυρία μου, ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας. Είναι πατέρας +πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων.» + +Κάτω από το μεγάλο πεύκο, ο Τριστάνος, στηριγμένος στο μαρμάρινο +χείλος της λίμνης, θρηνούσε: + + — Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη αδικία που μου +κάνει ο αγαπητός μου κύριος! + +Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου, ο Βασιληάς είπε γελώντας: + + — Ωραίε ανηψιέ, ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. Να, το μακρυνό ταξίδι +που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί, τελείωσε κι' όλα. + +Κει κάτω, σ' ένα πλάτωμα του δάσους, ο νάνος Φροσίνος εξέταζε την +τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει, ότι ο Βασιληάς τον απειλούσε με +θάνατο. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή, φούσκωσε από θυμό, και +γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της Ουαλλίας. + + + + +Ζ'. +Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ + + + +Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. Του έδωσε την άδεια +να γυρίση πίσω στο παλάτι, και όπως άλλοτε, ο Τριστάνος κοιμάται στο +Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπητικούς. Όποτε +θέλει, μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. Ο Βασιληάς δεν έχει πεια +καμμιά ανησυχία. Αλλά ποιος λοιπόν μπορεί πολύν καιρό να κρατήση +μυστικούς τους έρωτές του; Αλλοίμονο, ο έρωτας δεν κρύβεται. + +Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες, και καθώς ο αυλάρχης Ντινάς +ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό δάσος να πλανάται, άθλιο +και ελεεινό, το νάνο καμπούρη, τον ξανάφερε στο Βασιληά, ο οποίος +τον ελυπήθη και του συχώρεσε το σφάλμα του. + +Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να μεγαλώση το +μίσος των βαρώνων. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον Τριστάνο με τη +Βασίλισσα, έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς δεν έδιωχνε τον +ανηψιό του μακρυά από τη χώρα, αυτοί θ' αποτραβιώντανε στους οχυρούς +πύργους των για να τον πολεμήσουν. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά: + +«Μεγαλειότατε, μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής, όπως θέλεις. +Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. Αγαπάει τη Βασίλισσα, κι' είναι +φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. Μεις δε θάν' το ανεχθούμε +ποτέ». + +Ο Βασιληάς τους ακούει, αναστενάζει, χαμηλώνει το κεφάλι κατά τη γη, +σωπαίνει. + +«Όχι Βασιληά, δε θάν' το ανεχθούμε πεια. Γιατί ξέρουμε τώρα ότι αυτή +η είδησι, αλλόκοτη άλλοτε, έπαυσε πεια να σου φαίνεται παράξενη. +Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους. Τι θα κάμης; Σκέψου και +συμβουλέψου. Όσο για μας, αν δεν απομακρύνης μια για πάντα τον +ανηψιό σου, θα τραβηχτούμε στης βαρωνείες μες παίρνοντας και τους +γείτονες μας μακρυά από την αυλή σου, γιατί δεν μπορούμε ν' +ανεχτούμε να μένη περισσότερο εδώ. Βασιληά, διάλεξε μεταξύ των δυο! + + — Άρχοντες, μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που λέγατε για τον +Τριστάνο, και μετάνοιωσα. Αλλά είστε υποτελείς μου, και δε θέλω να +χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου. Συμβουλεύτε με λοιπόν, σας +παρακαλώ, σεις που μου οφείλετε συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι +αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε αγέρωχο εγωισμό. + + — Λοιπόν, Άρχοντα, καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Δεν τούχετε +εμπιστοσύνη, από την ιστορία του κήπου. Μολαταύτα δεν είχε διαβάσει +στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ κάτω από το πεύκο; +Ξέρει χίλια πράγματα. Πάρτε συμβουλή απ' αυτόν». + +Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. Ο Ντενοαλέν τον αγκάλιασε. +Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά. + +«Μεγαλειότατε, διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή καλπασμό +στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή καλοσφραγισμένη με κερί, για +το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Βγε +από το δωμάτιό σου την ώρα του πρώτου ύπνου, και σ' το ορκίζομαι στο +Θεό και στο νόμο της Ρώμης, πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη +θα θελήση να της μιλήση προτού φύγη. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω +κάβο και χωρίς να τον δης και συ, τότε σκότωσέ με. Για τ' άλλα, +άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης τίποτε +στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του ύπνου. + + — Ναι, απήντησε ο Μάρκος, έτσι ας γίνη». + +Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Πήγε σ' ένα φούρνο, +αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της ρόμπας του. Α! +ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια προδοσία. Τη νύχτα, σαν +απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του κοιμήθηκαν στην αίθουσα που +ήτανε κολλητά στη δική του, ο Τριστάνος, κατά τη συνήθειά του, ήρθε +στο δωμάτιο του Βασιληά Μάρκου. + +«Ωραίε ανηψιέ, κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε και θα +πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά Αρθούρο, να την +ανοίξη μπροστά σας. Χαιρετήστε τον από μέρος μου και μείνετε μια +μέρα μονάχα κοντά του. + + — Βασιληά, θα την πάω αύριο. + + — Ναι, αύριο την αυγή». + +Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. Από το κρεββάτι του έως +το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις κονταριού. +Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της Βασίλισσας, κι' αποφάσισε +αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος, να την πλησιάση. Α! Θεέ! Τι +τρελλή σκέψις. + +Ό νάνος κοιμώτανε, όπως πάντα, στο δωμάτιο του Βασιληά. Όταν πίστεψε +ότι όλοι κοιμώντανε, σηκώθη και ανάμεσα στο κρεββάτι του Τριστάνου +και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή φαρίνα. Αν ο ένας από τους +αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον άλλο, η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος +των βημάτων. Αλλά καθώς τη σκορπούσε, ο Τριστάνος, που έμεινε +ξύπνιος τον είδε. + +«Τι πα να πη αυτό; Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με υπηρετή για το +καλό μου. Αλλά θα την πάθη. Πολύ τρελλός θάταν όποιος θάφηνε να του +πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του». + +Κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω, ακολουθούμενος +από τον νάνο καμπούρη. Σκοτάδι ήταν μέσ' το δωμάτιο. Ούτε κερί +αναμμένο, ούτε λάμπα. Ο Τριστάνος σηκώθηκε όρθιος στο κρεββάτι του. +Θεέ, γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις; Ενώνει τα πόδια, μετράει την +απόστασι, πηδάει, και ξαναπέφτει στο κρεββάτι του Βασιληά. +Αλλοίμονο! την προηγουμένη, στο δάσος, ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον +είχε χτυπήσει στη γάμπα με το δόντι του, και, για τη δυστυχία του, η +πληγή δεν ήταν δεμένη. Στο τάνημα του πηδήματος, άνοιξε κι' άρχισε +να τρέχη. Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και +κοκκινίζει, τα σεντόνια. Έξω στο φως του φεγγαριού, ο νάνος είδε με +τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί. Τρεμούλιασε από τη χαρά +του, και είπε στο Βασιληά: + +«Πήγαινε, κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα, κρέμασέ με!» + +Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο, ο Βασιλιάς, ο νάνος, και οι τέσσερες +προδότες. Ο Τριστάνος τους ακούει. Σηκώνεται, πηδάει, φτάνει στο +κρεββάτι του. Αλλοίμονο, κατά το πέρασμα, το αίμα χύθηκε άφθονο από +την πληγή, στη φαρίνα. + +Να, ο Βασιληάς, οι βαρώνοι, και ο νάνος που κρατεί ένα φως. Ο +Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται. Είχαν μείνει μόνοι στο +δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του Τριστάνου και +έμενεν ακίνητος. + +Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και στο +πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα. + +Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την αντρεία του, +τον κρατούν στο κρεββάτι, κι' απειλούν τη Βασίλισσα και την +κοροϊδεύουν, την περιγελούν και της υπόσχονται καλή δικαιοσύνη. +Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει. + +«Τριστάνε, λέγει ο Βασιληάς, τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν περνάει. +Αύριο θα πεθάνετε». + +Του φωνάζει: + +«Μεγαλειότατε, χάρι ζητώ. Για τόνομα και για τα πάθη του Χριστού, +Μεγαλειότατε, έλεος για μας! + + — Μεγαλειότατε, εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες. + + — Ωραίε θείε, δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. Τι με νοιάζει για +το θάνατο; Βέβαια, αν δεν ήτανε ο φόβος μη θυμώστε, αυτοί οι +τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το θράσος τους, αυτοί, που +δίχως τη δική σας προστασία, ούτε να μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν. +Αλλά, από σεβασμό και αγάπη για σας, παραδίνομαι στη διάκρισί σας. +Κάμετέ με ό,τι θέλετε. Να με, Μεγαλειότατε. Αλλά λυπηθήτε τη +Βασίλισσα!» + +Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του. + +«Έλεος για τη Βασίλισσα. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται κανείς +που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την αγάπησα ποτέ +μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο, σε κλειστό χώρο. +Μεγαλειότατε, χάρι γι' αυτήν, για τόνομα του Μεγάλου Θεού». + +Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά, αυτόν και τη Βασίλισσα. +Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με μονομαχία την +αθωότητά του, κομμάτια θα τον έκαναν προτού ανεχτή να τόνε δέσουν +έτσι χυδαία. + +Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό, και ήξερε ότι κανείς δε θα τολμούσε να +σηκώση απάνω του σπαθί, μέσα σε κλειστό χώρο. Και βέβαια, με το +δίκηο του, είχε την πεποίθησι στο Θεό. Όταν έκανε όρκο ότι ποτέ δεν +είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο έρωτα, οι προδότες γελούσαν για +την αδιάντροπη αγυρτεία του. Αλλά σας επικαλούμαι, Άρχοντες: σεις +που ξέρετε την αλήθεια για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα, σεις +που καταλαβαίνετε, — έλεγε ψέμματα; Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από +το πράγμα, παρά από την κρίσι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα, μα ο +Θεός βλέπει της καρδιές, και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι' +αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με +μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του, και γι' αυτό ο Θεός πέρνει +στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Γι' αυτό και ο Τριστάνος ζητούσε +δικαιοσύνη και μονομαχία, και γι' αυτό παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα +Μάρκο. Μα αν είχε προΐδει τι θα γινότανε, σίγουρα θα σκότωνε τους +προδότες. Α! Θεέ! γιατί δεν τους σκότωνε; + + + +Η'. +ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ + + + +Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα, τρέχει το κακό μαντάτο κατά την πολιτεία: +πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, κι' ο Βασιληάς θέλει να τους +σκοτώση. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι του λαού, όλοι κλαίνε: + +«Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε; Τριστάνε, αντρειωμένε βαρώνε, θα +πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία; Και συ, Βασίλισσα αγνή, +Βασίλισσα τιμημένη, σε ποιον τόπο θα γεννηθή ποτέ βασιλοπούλα τόσο +ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη; Αυτά λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του +ο νάνος καμπούρης; Ω! που να μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον +απαντήση στο δρόμο του και δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του! +Τριστάνε, αγαπημένε ώμορφε φίλε, όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας +για ν' αρπάξη τα παιδιά μας, κανένας από τους βαρώνους μας δεν +ετόλμησε να ζώση τ' άρματα, κι' όλοι, σαν τους μουγγούς, έμεναν +αμίλητοι. Και μοναχά συ, Τριστάνε, πολέμησες για όλους μας, για όλη +την Κορνουάλλη, και σκότωσες το Μόρχολτ. Και λίγο έλειψε να πεθάνης +από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί του. Σήμερα, +ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου;» + +Οι θρήνοι, η κραυγές, περνούν όλη την πολιτεία. Όλοι τρέχουνε στο +παλάτι. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος που κανείς βαρώνος — +όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος — δεν τολμά να πη κουβέντα +για να τον μαλακώση. + +Η μέρα πλησιάζει. Φεύγει η νύχτα. Προτού σηκωθή ο ήλιος, ο Βασιληάς +καλπάζει όξω από την πόλι, στον τόπο οπού συνήθιζε να δικάζη! +Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν με χοντρές +και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και μαύρα, βγαλμένα από +την γη μαζύ με της ρίζες τους. + +Πρωί-πρωί, χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι άνθρωποι +της Κορνουάλλης. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι κλαίνε εκτός από +τον νάνο του Τινταγκέλ. Τότε ο Βασιληάς τους μίλησε έτσι: + +«Άρχοντες, αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, +γιατί εγκλημάτησαν». + +Όλοι φώναξαν: + +«Δίκη, Βασιληά. Να γίνη δίκη πρώτα. Είναι ντροπή και κρίμα, να τους +σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Βασιληά, αναβολή και έλεος γι' αυτούς!» + +Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς: + +«Όχι, ούτε αναβολή, ούτε έλεος, ούτε δίκη. Μα τον Ύψιστο Θεό που +έφτιασε τον κόσμο, αν κανείς τολμήση να δευτερώση αυτήν την αίτησι, +πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!» + +Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να φέρουνε +πρώτον τον Τριστάνο. + +Καίνε ταγκάθια, όλοι μένουν αμίλητοι, κι' ο Βασιληάς περιμένει. + +Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι φυλάνε +τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. Καλέ Θεέ! τι +χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την προσβολή, μα τι +ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον πάνε. Και η Βασίλισσα, +σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει: + +«Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη χαρά!» + +Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι, για τον τόπο της +φωτιάς. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους, τους φτάνει, πηδάει +από το άτι που τρέχει ακόμη. Είναι ο Ντινάς, ο καλός αυλάρχης. Στο +άκουσμα των συμβάντων, άφησε αμέσως τον πύργο του Λιντάν. Ο αφρός, ο +ιδρώτας, και το αίμα αυλάκια κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του: + +«Υγιέ, πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Ο Θεός θα με βοηθήση ίσως να +δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο σας. Για την +ώρα, μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν τη μικρή υπηρεσία: +Φίλοι, είπε στους υπηρέτες, δεν μπορώ να βλέπω αυτά τα σκοινιά, — +κι' ο Ντινάς, έκοψε τα σκοινιά με το σπαθί του. Αν δοκιμάση να φύγη, +μήπως δεν έχετε τα σπαθιά σας;» + +Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη, ξανακαβαλλικεύει και φεύγει. + +Λοιπόν, ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους. Αυτός, που +ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο, δέχτηκε ευνοϊκά τα δάκρυα και +της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον παρακαλούσαν για τους +βασανισμένους εραστές. Κοντά στο δρόμο που περνούσε ο Τριστάνος, +στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα κατά το βορρηά, βρισκότανε ένα +εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα. Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε +χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό γκρεμό του γυαλού, βραχώδη, με απότομες +κατωφερειές. + +Στο ιερό, βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή τζαμαρία, +περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη. + +«Κύριοι, είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του, αφήστε με να μπω σ' +αυτό το εξωκκλήσι. Σε λίγο θα πεθάνω. Θέλω να παρακαλέσω το Θεό να +με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου. Κύριοι, το εκκλησάκι δεν έχει +άλλη έξοδο απ' αυτή. Καθένας σας κρατάει το σπαθί του στα χέρια. +Ξέρετε καλά ότι μόνον απ' αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω, κι' άμα +παρακαλέσω το Θεό, θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!» + +«Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες. + +Τον αφήκαν να μπη. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι, περνάει το χορό, φθάνει +στην τζαμαρία του ιερού, πιάνει το παράθυρο, το ανοίγει και πηδάει +στο γκρεμό... Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά ο θάνατος στη φωτιά, +μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι. + +Αλλά, μάθετε, Άρχοντες, ότι ο Θεός τον ελυπήθη. Ο άνεμος πιάνεται +στα ρούχα του, τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια πλατειά πέτρα στα +πόδια του γκρεμού. Οι άνθρωποι της Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν +την πέτρα «Πήδημα του Τριστάνου». + +Μπρος στην εκκλησιά, οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Άδικα όμως, — γιατί +τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του. Φεύγει... Ο αλαφρός άμμος +βουλιάζει στα πόδια του. Πέφτει χάμω, γυρίζει πίσω, βλέπει μακρυά τη +φωτιά. Τριζομανάνε η φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. Κι' +ο Τριστάνος φεύγει.. + +Ζωσμένος το σπαθί του, μ' αμπολυμένα χαλινάρια, — στα τέσσερα, — +είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. Ο Βασιληάς θα τον έψηνε +ζωντανό, αντί του αφεντικού του. Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι' +ο Τριστάνος φώναξε: + +«Δάσκαλε, ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με ωφελεί; +Χωρίς την Ιζόλδη, τι μ' ωφελεί; Γιατί καλλίτερα να μην γίνω κομμάτια +στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα, Ιζόλδη, και σένα θα σε σκοτώση. Για μένα την +καίνε! Γι' αυτή, πρέπει κ' εγώ να πεθάνω». + +Ο Γκορνεβάλης του είπε: + +«Ωραίε άρχοντα, ησυχάστε, μην ακούτε το θυμό σας. Κυττάχτε αυτόν τον +πυκνό θάμνο, το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. Ας κρυφτούμε κει. Πολλοί +περνάνε από το δρόμο. Θα μας πουν νέα. Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη, +ορκίζομαι στο Χριστό, τον υγιό της Μαρίας, ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω +από στέγη αν δεν την εκδικηθούμε πρώτα». + + — Ωραίε μου δάσκαλε, δεν έχω το σπαθί μου. + + — Να το, σου το έφερα. + + — Καλά, δάσκαλε. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το Θεό! + + — Γιε, έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα που θα σ' +ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που ίσως σου +χρειαστή. + + — Φέρε δω, ωραίε δάσκαλε, Μα το Θεό στον οποίο πιστεύω, θα πάω +τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου. + + — Όχι, μη βιάζεσαι έτσι, είπε ο Γκορνεβάλης. Ο Θεός βέβαια σου +φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Σκέψου ότι δεν είναι στο χέρι σου να +ζυγώσης στη φωτιά. Γύρω είναι οι αστοί, και φοβούνται το Βασιληά. Σ' +αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου, κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν. +Γιε μου, καλά έχουνε πη: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Περίμενε +λίγο! .. .» + +Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό, ένας φτωχός άνθρωπος του λαού +τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. Έτρεξε στο Τινταγκέλ και +γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης. + + — Βασίλισσα, πάψε πεια τα κλάμματα. Ο φίλος σου ξέφυγε. + + — Δόξα τω θεώ, είπε η Ιζόλδη. Τώρα ας με δέσουν ας με κάνουν ό,τι +θέλουν, ας με σκοτώσουν, δε με μέλει πεια». + +Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά που το +αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. Αλλά εκείνη είπε γελαστή: + +«Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο, την ώρα που ο καλός Θεός πήρε το +φίλο μου από τα νύχια των απίστων, βέβαια, δε θάξιζα τίποτα!» + +Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε από τη +τζαμαρία της μικρής εκκλησίας, πρασίνισε από το θυμό του, και +διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη. + +Τη σέρνουν. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της αιθούσης, +απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα. Μεγάλη βουή +ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ, λυπηθήτε την. Αγνή Βασίλισσα, +Βασίλισσα τιμημένη. Τι πένθος έρριξαν στον τόπο αυτοί που σας +πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!» + +Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια, που βγάνουν +μεγάλες φλόγες. + +Ο Ντινάς, ο άρχοντας του Λιντάν, πέφτει στα πόδια του Βασιλιά. + +«Βασιληά, άκουσέ με. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και τίμια, χωρίς +κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή ποια γρηά γυναίκα θα +μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία που κράτησα στη ζωή μου; +Για αμοιβή, κάνε μου, Μεγαλειότατε, τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα. +Θέλεις ζωντανή να την κάψης, χωρίς δίκη. Είναι άδικο πράγμα, αφού +δεν αναγνωρίζει το έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Σκέψου +άλλωστε: αν κάψης το σώμα της, καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια +στον τόπο. Ο Τριστάνος ξέφυγε. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της +πεδιάδες, τα δάση, τους πόρους, τα στενά. Κ' είναι τολμηρός. Βέβαια +είσαι θείος του, και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. Αλλά όλους +τους βαρώνους, τους υποτελείς σου, που θα πιάση, θα τους σκοτώση». + +Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα λόγια. +Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους παραμονεύη. + +«Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ' όλη μου +τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα φύλακας και +σαν Εγγυητής της». + +Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι κι' +ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή. + +Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε: + +«Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την υπηρεσία +σου». + +Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο άτι του +κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το κεφάλι σκυφτό. + +Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω, φωνάζει, +καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες. + +Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη, πλεγμένο με +λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι πλεγμένη στα μαλλιά +της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος μπορούσε να τη δη χωρίς να τη +λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που +της έχουνε δέσει τα χέρια! + +Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και +ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και +στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους, κάτω +από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα. + +Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο Βασιληά με τη +στριγγιά φωνή του: + +«Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το καμίνι. +Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά θα την κάψη +αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα την στάχτη της. Κι' +όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία της θα τελειώση κι' όλα. +Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη, +αλλά στην ατιμία κι' όλο ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το +θέλεις;» + +Απάντησε ο Βασιληάς: + +«Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι, χειρότερη από +το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο, πειο πολύ θα τον +αγαπήσω. + + — Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι μου. Να, έχω δω +εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την έχουμε όλοι μαζική. Η +αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη στους λεπρούς σου, ποτέ +γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος. Να, τα κουρέλια μας είναι +κολλημένα στης πληγές μας που βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά +σου ευχαριστιότανε με τα πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με +τα στολίδια, με της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και +της χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ' αναγκασθή +να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ μας, τότε η +Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία της, και θα +πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των αγκαθιών!» + +Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος. Επί +τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το χέρι. Κείνη +φωνάζει: + + — Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να καώ!» + +Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι εκατό λεπροί +αναδεύουνε γύρω της. + +Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες η +καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος. Η Ιζόλδη +φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία κατεβαίνει έξω +από την πόλι. + + — Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης +αφήνει κραυγή: + + — «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!» + +Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο. + + — Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ τη, αν θέλης +να ζήσης!» + +Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του. + +«Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να η στιγμή +να δείχτε την αντρεία σας!» + +Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να ρίχνουνε +κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια τους, να +φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα δεκανίκια τους: άλλοι +απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο Τριστάνος συχαινότανε να τους +χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο: +βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο +σκυλλολόι. Ο Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του +κατάφερε στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα +κακοφτιαγμένα πόδια του. + +Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει πεια +καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας την πεδιάδα, +μπήκαν στο δάσος του Μορουά. Εκεί, στα μεγάλα δάση, ο Τριστάνος +αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από τείχη φρουρίου. + +Με τη δύσι του ηλίου, σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου βουνού. Ο +φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. Ανάπαυσε το κεφάλι της στο σώμα +του Τριστάνου και απεκοιμήθη. + +Το πρωί, ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο του και +δυο καλοφτιαγμένα βέλη, και τάδωσε στον Τριστάνο, τον καλό τοξότη, +που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. Ο Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από +ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι. Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα, +έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε με φύλλα. + +Τότε, στο βάθος του αγρίου δάσους, άρχισε για τους φυγάδες η τραχειά +ζωή, — αγαπημένη μολαταύτα. + + + +Θ'. +ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ + + + +Στο βάθος του αγρίου δάσους, με μεγάλους μόχθους, σαν κυνηγημένα +ζώα, γυρίζουν δω κ' εκεί, και σπάνια τολμούν να ξαναπάνε το βράδυ +στο άσυλο της προηγουμένης. Τρώνε όλο κρέας των αγριμιών και +πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Τ' αδυνατισμένα πρόσωπά τους γίνονται +χλωμά, τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια, ξεσκισμένα από τ' αγκάθια. +Αγαπιούνται όμως. Δεν υποφέρουν. + +Μια μέρα, καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση, έφθασαν κατά τύχη +στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν. + +Στον ήλιο, σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών, κοντά στο εκκλησάκι του, ο +σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του, πήγαινε με μικρά +βήματα. + +«Άρχοντα Τριστάνε, φώναξε, μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι άνθρωποι +της Κουρνουάλλης. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' όλο τον τόπο. Όποιος +σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι οι βαρώνοι ορκίστηκαν +να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό. Μετανοήστε, Τριστάνε! Ο Θεός +συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν μετανοή. + + — Να μετανοήσω, άρχοντα Ογκρίν; Και για ποιο έγκλημα; Σεις +μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα; Ναι, το +καλό ποτό μας έχει μεθύσει, και θα προτιμούσα να ζητανιεύω όλη μου +τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με χόρτα και με ρίζες μαζύ με +την Ιζόλδη παρά νάμαι, δίχως αυτή, Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας. + + — Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί εχάσατε τούτον +τον κόσμο και τον άλλο. Όποιος προδίνει τον κύριό του, τον +διαμελίζουν με δυο άλογα, ή τον καίνε στην πυρά, και όπου πέση η +στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει, και τ' όργωμα μένει μάταιο. Τα +δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται. Τριστάνε, δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε +κείνον που την πήρε γυναίκα, κατά τον νόμο της Ρώμης. + + — Τώρα πεια δεν του ανήκει. Την έδωκε στους λεπρούς του. Από τα +χέρια τους την πήρα. Από δω και πέρα είναι δική μου. Δε μπορώ να την +χωριστώ, ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από μένα. + +Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε, με το +κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό. Ο ερημίτης +της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. Αλλά, με κλάμματα εκείνη +κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον πιστέψη. + + — Αλλοίμονο, είπε ο Ογκρίν, πώς να παρηγορήση κανείς πεθαμένους; +Μετανόησε, Τριστάνε· γιατί, όποιος ζη στην αμαρτία χωρίς να μετανοή, +είναι πεθαμένος. + + — Όχι! είμαι ζωντανός, και ούτε μετανοώ. Θα γυρίσουμε στο δάσος που +μας προστατεύει και μας φυλάει. Έλα, Ιζόλδη, φίλη!» + +Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Μπήκαν στα ψηλά χόρτα και +της φτέρες. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά τους. Και χαθήκανε +μέσ' τα φυλλώματα. + +Ακούστε μια ωραία περιπέτεια, Άρχοντες. Ο Τριστάνος είχε αναστήσει +ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό, ώμορφο, ζωηρό, ελαφρό στην τρεχάλα. +Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το όμοιό του για +το κυνήγι με το τόξο. Τον έλεγαν Χουσδάν. Τον είχαν κλείσει στον +ψηλότερο πύργο του φρουρίου, μ' ένα βαρύ ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό. +Από την ημέρα που έχασε τον κύριό του, δεν ήθελε καμμιά τροφή, έξυνε +το χώμα με τα πόδια, τα μάτια του έτρεχαν, ούρλιαζε. Πολλοί τον +ελυπήθηπαν. + +«Χουσδάν, έλεγαν, κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον κύριό του, +σαν εσένα. Ναι, σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός μου φίλος, είναι +το λαγωνικό μου». + +Κι' ο Βασιληάς Μάρκος, συλλογιζότανε τα περασμένα, κ' έλεγε μέσα +του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι τον +αφεντικό του. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την Κορνουάλλη που +ναξίζη το νύχι του Τριστάνου;» + +Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά: + +«Μεγαλειότατε, διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. Θα ιδούμε αν κάνη +έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Αν όχι, θα τον δήτε, μόλις λυθή, +με το στόμα ανοικτό, με τη γλώσσα μια πήχυ έξω, να κυνηγάη, για να +δαγκώση, ζώα και ανθρώπους». + +Τον λύνουν. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου άλλοτε +βρισκότανε ο Τριστάνος. Γαυγίζει, κλαίει, ψάχνει, επί τέλους βρίσκει +τα ίχνη του κυρίου του. Διασχίζει βήμα προς βήμα το δρόμο που είχε +ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της φωτιάς. Όλοι τον πέρνουν από +πίσω. Γαυγίζει δυνατά, και σκαρφαλώνει κατά την ακτή. Μπαίνει στην +εκκλησιά και πηδάει στο βωμό. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία, +πέφτει στα πόδια του βράχου, ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία, +στέκει μια στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος, έπειτα +φεύγει για το δάσος. Όλοι συγκινούνται. + +«Ωραίε Βασιληά, λένε οι ιππότες, ας πάψουμε πεια να τον ακολουθούμε. +Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός δεν θάταν εύκολος». + +Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. Το δάσος αντιλαλούσε από τα γαυγητά +του Χουσδάν, κι' από μακρυά ο Τριστάνος, η Βασίλισσα κι' ο +Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως άλλο ο +βασιληάς τους κυνηγάει, σαν άγρια θερία, με λαγωνικά. Βυθίζονται σε +κάτι πυκνά φυλλώματα. Στην άκρη στέκεται όρθιος ο Τριστάνος με +τεντωμένο το τόξο του. Αλλά ο Χουσδάν, βλέποντας και αναγνωρίζοντας +τον κύριο του, πηδάει απάνω του, κουνάει το κεφάλι και την ουρά, +τεντώνεται, κυλιέται χάμου. Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά; Έπειτα +τρέχει στην Ιζόλδη την Ξανθή, στον Γκορνεβάλη, ακόμη και στο άλογο, +και κάνει χαρές. Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος. + +«Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη αυτό το +σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο, ένας άνθρωπος καταδιωγμένος; +Στης πεδιάδες και στα δάση, σ' όλη τη χώρα του, ο Βασιληάς μας +κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας προδώση. Α! η αγάπη κ' +η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ να βρη το θάνατο. Μολαταύτα, +πρέπει να φυλαχτούμε. Τι να κάνουμε; Συμβουλεύτε με!» + +Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε: + +«Λυπηθήτε τον, άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν Ουαλλό +δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' ακολουθή χωρίς +γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. Φίλε Τριστάνε, τι χαρά αν +κατωρθώναμε, σιγά-σιγά με υπομονή, να γυμνάσουμε έτσι τον Χουσδάν!» + +Σκέφτηκε μια στιγμή, ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της Ιζόλδης. +Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε: + +«Θα δοκιμάσω. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!» + +Σε λίγο, ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι, ξεπετάει ένα ζαρκάδι, και +το πληγώνει μ' ένα βέλος. Το λαγωνικό θέλει να τρέξη πίσω του και +γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος αντιλαλεί. Ο Τριστάνος, +χτυπώντας, το κάνει να σωπάση. Ο Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον +κύριό του, παραξενεύεται και μην τολμώντας πεια να γαυγίση, αφήνει +ταχνάρια. Ο Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του, έπειτα χτυπά την +μπότα του με την καρυδένια μπαγκέτα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι +κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Μ' αυτό το σύνθημα, ο Χουσδάν +θέλει πάλι να γαυγίση, κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. Μ' αυτή τη +διδασκαλία, σ' ένα μήνα μοναχά, τον εγύμνασε να κυνηγάη στα μουγγά. +Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή αγριοκάτσικο, ο Χουσδάν +χωρίς πεια να γαυγίζη, ακολουθούσε ταχνάρια στον πάγο, στο χιόνι ή +στα χορτάρια. Αν πρόφταινε το αγρίμι στα δάση, ήξερε να σημαδεύη το +μέρος μαζεύοντας φύλλα. Αν τώπιανε στην πεδιάδα, εσώρευε χόρτα απάνω +στο σκοτωμένο αγρίμι και χωρίς γαυγητό, γύριζε να βρη τον κύριό του. + +Το καλοκαίρι φεύγει, κι' έρχεται ο χειμώνας. Οι αγαπητικοί έζησαν +χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. Στο χώμα, σκληρό από την ψύχρα, η +παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων. Με τη δύναμι της +αγάπης, ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν αισθάνθηκαν την αθλιότητα της +θέσεως τους. + +Αλλά, όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία, έστησαν κάτω από τα μεγάλα +δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. Ο Τριστάνος ήξερε από +παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του δάσους. Μπορούσε να κάνη το +αηδόνι, το μελισσοφάγο, το φλώρο, κι' όλο το βασίλειο των πουλιών!.. + +Και, συχνά, πολυάριθμα πουλιά, τραβηγμένα από τη φωνή του, +κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας, με το λαιμό φουσκωμένο, τα +τραγούδια τους, — μέσα στο φως. + +Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο δάσος. Γιατί +κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους κυνηγήση. Εγνώριζαν +ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα κλαδιά των δέντρων. Μια μέρα +μολαταύτα, ένας από τους άπιστους προδότες, ο Γκενελόν, — που +καταραμένος νάναι από το Θεό — παρασύρθηκε από την ορμή του +κυνηγίου, κι' ετόλμησε να προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του +Μορουά. Εκείνο το πρωί, στην παρυφή του δάσους, ο Γκορνεβάλης είχε +ξεσελλώσει το άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Κει +κάτω, στην καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά +αγκαλιασμένοι. + +Ξαφνικά, ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών: με μεγάλη +ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι, που είχε ριχτεί στη χαράδρα. +Μακρυά, στην πεδιάδα, φάνηκε ένας κυνηγός. Ο Γκορνεβάλης τον +εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν, ο άνθρωπος που περισσότερο απ' όλους +μισούσε ο Τριστάνος. Μόνος, χωρίς ιπποκόμο, με τα σπηρούνια +βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του αλόγου του, έτρεχε στα τέσσερα. + +Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, ο Γκορνεβάλης, τον παραμονεύει: +γρήγορα έρχεται, αργά θα γυρίση. + +Περνάει. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του, πιάνει το +χαλινό, και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό πούχε κάμει αυτός +ο άνθρωπος, τόνε ρίχνει κάτω, τον κάνει κομμάτια, και φεύγει, +πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι. + +Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα +κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι, απάνω στην ανθισμένη χλόη. Ο +Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα, με το κεφάλι του σκοτωμένου στο χέρι. + +Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα, +αλληστρατισμένοι, σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος, τούδωσαν +στα τέσσερα, καταπράσινοι από το φόβο. Από τότε, κανείς πεια δεν +ήρθε να κυνηγήση στο δάσος. + +Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε, ο Γκορνεβάλης κρέμασε +από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας, και τα πυκνά φύλλα +το επλαισίωναν γύρω-γύρω. + +Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα φύλλα, το +κεφάλι που τον εκύτταζε. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν. Ταραγμένος, +σηκώνεται όρθιος. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει: + +«Ησύχασε, είναι νεκρός. Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Γιε, ήταν +εχθρός σου!». + +Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του, ο πειο μισητός, ο +Γκενελόν, είναι σκοτωμένος! + +Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Ο τρόμος +φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι κει μέσα. +Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ τ ο» τόξο, που +πάντοτε πετύχαινε το στόχο, άνθρωπο ή αγρίμι στο σημαδεμένο μέρος. + +Άρχοντες, ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα, στην εποχή του θερισμού, λίγο +μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά, χαιρέτιζαν κελαδώντας +την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Ο Τριστάνος βγήκε από την καλύβα, +έζωσε το σπαθί του, ετοίμασε το «Αλάθευτο», και έφυγε να κυνηγήση +στο δάσος. Μέχρι το βράδυ κατακόπηκε από την κούρασι. Ω! όχι ποτέ +άνθρωποι δεν αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά. + +Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι, τσακισμένος από τη βαρειά +ζέστη, αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του. + +«Φίλε, που έλειπες όλη την ημέρα;» + + — Κυνηγούσα ένα ελάφι, κ' είμαι σκοτωμένος από την κούρασι. Κύττα, +ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. Θάθελα να πέσω να κοιμηθώ». + +Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά, τη στρωμένη με δροσερά χόρτα πρώτη +ξαπλώθη η Βασίλισσα, και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα της, αποθέτοντας το +σπαθί του στη μέση, γυμνό. Τυχερό τους που δεν είχανε βγάλει τα +ρούχα τους. Η Βασίλισσα φορούσε στο δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα +ωραία σμαράγδια που της είχε δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των +γάμων. Τα δάχτυλά της τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε +απάνω το δαχτυλίδι. Κοιμώντανε έτσι, σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα +χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του, το άλλο +ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν καθόλου. +Ούτε ένα φύσημα αύρας, ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Από μια χαραμάδα της +σκεπής, μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα κ' έπεφτε στο πρόσωπο +της Ιζόλδης, που έλαμπε σαν το χιόνι. + +Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα χόρτα ήτανε +πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο Τριστάνος και η +Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα των σωμάτων, ακολούθησε +τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την καλύβα. Τους είδε να +κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο +Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια. Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες +μακρυά, ανέβη τα σκαλιά της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που +προήδρευε σε κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του. + +«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα; Θάλεγε +κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' οπίσω τους να τα +πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης δικαιοσύνη για κανένα άδικο +που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε από το δάσος μου;» + +Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του είπε: + + — «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε, και μ' έπιασε +φόβος. + + — Σε ποιο μέρος; + + — Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Έλα +γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι. + + — Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους, κοντά στον +Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι είδες. Θα σου δώσω +χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης. + +Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο Σταυρό. +Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε πάρα κάτω, θα +πάη με αισχρό θάνατο. + +Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το σπαθί του, +και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία. Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη +νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό του: τι τρυφερότητα είχε δείξει +τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν +τους πιάση, ω! πώς θα τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα +εκδικηθή εκείνους που τον ατίμασαν!... + +Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά. Πήγαινέ με +γρήγορα, γρήγορα, γραμμή». + +Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς ακολουθεί τον +κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά +χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος, ένας από τους δυο, ο Θεός +ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο. Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά- +σιγά. + + — Μεγαλειότατε, κοντεύουμε. + +Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου στα κλαδιά +μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και ξαφνικά, σ' ένα +ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την ανθοφορτωμένη καλύβα. + +Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει κάτω, κι' +εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και ορκίζεται ακόμη +μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή. + +Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος, κραδαίνοντας +το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι πένθος αν χτυπήση... +Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί +χωρίζει τα σώματά τους: + +«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που ζουν μαζύ +στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν να τους χωρίζη +αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι μια ολόγυμνη λάμα +που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και φύλακας αγνότητος; Αν +αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε +θα τους σκοτώσω. Θάτανε μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν +ξυπνούσα τον Τριστάνο κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο, +πολύν καιρό θα μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω +έτσι ώστε, ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους, +ότι δε θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε». + +Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο της +Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με γουναρικό. +«Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα +κλαδιά για να κλείση την χαραματιά από την οποία έμπαινε ο ήλιος. +Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε +δώσει στη Βασίλισσα: με πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα +η Βασίλισσα τόσο είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την +παραμικρή προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που +του είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που χώριζε +τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί που είχε +σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι του το δικό του, +βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και είπε στο δασοφύλακα. + +«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι σου». + +Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια πλουσία +σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε απάνω της και +πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή και ξύπνησε: τα με +γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά στο στήθος της. Με τη +φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος, θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί +του και στη θέσι του βλέπει το Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και +η Βασίλισσα βλέπει στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου: + +«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!» + + — Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε μόνος, θα +φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και θα μας κάψη +μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...» + +Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για την +Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια τους φέρνει +αυτή η αγάπη! ... + + + +Ι'. +Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ + + + +Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα ακολουθήσει +ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα μέσα στο σκοτεινό +δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε. + +«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. Πήρε το +σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του, μπορούσε να με +χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν ήθελε πάλι να με +πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα μάφησε το ίδιο το +σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από φόβο, παρά από +τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας συγχωρήσης. Να μας +συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση αθώωσι για ένα τέτοιο +έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε. +Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς, του πηδήματος από την εκκλησιά, +της ενέδρας κατά των λεπρών, ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην +προστασία του. Θυμήθηκε τότε το παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα +στα πόδια του, και τη χώρα του Λοοννουά που για χάρι του +εγκατέλειψα, και τη λόγχη του Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την +τιμή του. Θυμήθηκε ότι δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια +ζήτησα κρίσι, δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της +καρδιάς του κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει +κανείς. Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την +αγάπη μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα +ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να νικήσω σε +μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη σου, και για +σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την περικεφαλαία! Αλλά τι +σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα του την έδινα; Γιατί +καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου; Προ ολίγου, καταδιωγμένος +απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την +Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική +μου. Να τώρα που με τη σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά +μου κι' απόκτησε πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε +δίπλα του και τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα +της; Αντί των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το +άγριο δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό +δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και τον +ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη στα χέρια +του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την επήρε με το Νόμο +της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους ανθρώπους του τόπου του;» + +Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος μέσα στη +νύχτα. + +Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που τους +εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την επάνοδο του +Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το χρυσό δαχτυλίδι, που +είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς Μάρκος. Σκέφτηκε: + +«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό δαχτυλίδι, δεν +είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι, +είναι ο στοργικός άρχοντας που από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι +μου στη χώρα του, με υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον +Τριστάνο! Αλλά ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος +στο παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που θα +τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν έπρεπε, +γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες να ζητάη +κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου ξεχνάει όλες αυτές +της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή, καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος, +και ζη έτσι σαν άγριος!...» + +Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν τα βήματα +του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και να τον αλαφρώση +από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το «αλάθευτο» και τα +βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί. + +«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά Μάρκου. Ήρθε να +μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε». + +Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο Τριστάνος +την είδε να κλαίη. + +«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά Μάρκο! Αν μου +επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ ούτε με γεγονότα ούτε +με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα, όποιος ιππότης του Βασιλείου του +από το Ντινάν μέχρι το Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα +μεύρισκε αντιμέτωπο μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο +Βασιλιάς ήθελε να επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον +υπηρετούσα με μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν +προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα στη +Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου κι' αν +πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός σας. Ιζόλδη, +ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν ήτανε η μίζερη αυτή +ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν +τον έρημο τόπο». + + — Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος του. Ας γυρίσουμε +σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε έλεος από τον Ουράνιο +Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!» + +Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που οδηγούσε ο +Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα περνώντας τ' αγαπημένα +δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως μιλιά. + +Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που έφτασαν +στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο Ογκρίν εδιάβαζε +σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους φώναξε τρυφερά: + +«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη η τρέλλα +σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!» + +Ο Τριστάνος του είπε: + +« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα +συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα, +θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να με +ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως οφείλω». + +Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή, θρηνητικά: + +«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή αγάπησα τον +Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα σώματά μας +τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν». + +Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε παντοδύναμε +Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω αρκετά ώστε να +μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα +πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε μια επιστολή όπου ο Τριστάνος +επρότεινε συμβιβασμό στο Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο +Τριστάνος την εσφράγισε από κάτω με το δαχτυλίδι του. + + — Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης. + + — Θα την πάω μοναχός μου. + + — Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την παράτολμη +εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους ανθρώπους του +Παλατιού. + + — Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη στο +ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον ιπποκόμο μου, +ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου». + +Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο μαζύ με +τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. Στα τείχη, οι +φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα στην τάφρο και +διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. Πέρασε όπως άλλοτε +τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε τη μαρμάρινη σκάλα, την +πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε στο παράθυρο πίσω από το οποίο +κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε. + +«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια ώρα; + + — Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια επιστολή. Την +αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε κρεμάστε την απάντησί +σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού. + + — Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με. + +Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα. + +«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου! + +Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' ένα ελαφρό +πήδημα βρέθηκε στη σέλλα. + +«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν το δρόμο». + +Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν τον +ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε. + + + + +ΙΑ'. +Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ + + + +Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το +γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον το +Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα όσα +παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και κατά βάθος +εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα. + +Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι' όταν +μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς: + +«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ' είστε +υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα συμβουλεύτε με, +το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή». + +Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια του, κι' +όρθιος μπροστά στο Βασιληά: + +«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα χαιρετίσματα +και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία του. Έπειτα προσθέτει: +Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και κατάκτησα την κόρη του +Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την έδωκαν. Ήμουν κύριος να την +κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την έφερα στον τόπο σας και σας τήνε +παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας +έκαμαν να πιστέψετε τα ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε +και κύριέ μου, θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας +λυπήθηκε. Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη +που την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και +γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το αξιοκατάκριτο; Η +Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς, έτρεξα να την βοηθήσω, και +την επήρα. Μπορούσα να μείνω με δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή +την κατάστασι εκείνη που, αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή +της; Έφυγα μαζύ της στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και +να κατέβω στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει +διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα όπως +τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω οποιονδήποτε και να +υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα +δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν είχα για τη Βασίλισσα έρωτα +τέτοιον που να σας προσβάλλη. Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν +αντίπαλο, κι' αν δεν μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με +μπροστά στους ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να +πάρτε πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους +βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν, απεναντίας, +δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα και θα πάω στον +Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης, και δεν θακούστε πεια +ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε, πάρτε συμβουλή από τους +βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα συμβιβασμό, θα ξαναπάω την +Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον +τόπο της». + +Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος τους +πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά: + +«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί που την +εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το προτείνει, να +πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της Φρίζης. Παράγγειλέ του +να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε μέρα και γρήγορα». + +Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές: + +«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;». + +Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα: + +«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι πρέπει να +γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ μέσα στα +καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις στο κλαδί του +Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε γρήγορα». + +Προσέθεσε: + +«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και αγάπη». + +Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε την +επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο ερημίτης +διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο, σύμφωνα με τη +συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την Ιζόλδη, μα όχι να +κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή του. Όσο για τον +Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη Βασίλισσα στα χέρια του +Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο, όφειλε ύστερα να περάση τη +θάλασσα και να φύγη». + +«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι ανάγκη +μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ αιτίας μου +υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας χαρίσω ένα δώρο, +εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο όπου πηγαίνω, θα σας +στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη θέλησί σας και στην πρώτη +πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο, αμέσως θα τρέξω». + +Στέναξε η Ιζόλδη και είπε: + +«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ λαγωνικό δε +θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω θα σε θυμάμαι και +θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, +πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας +απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι +κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. +Αλλά μόλις το ιδώ, καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα +μ' εμποδίσουν να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε +τρέλλα είναι. + + — Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν. + + — Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι. + +Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη. + +Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο Ογκρίν +είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε γουναρικό, +πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα, ερμίνα, σιντζάπια, +κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη ένα βασιλικό άλογο +σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην, σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι +γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' αυτά τα αλλόκοτα και +μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που τόσον καιρό είχε μαζέψει. +Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο άλογο τα πλούσια υφάσματα και +γύρισε κοντά στην Ιζόλδη: + +«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα δώρα, για +νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο του Κινδύνου. +Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτά +τα πράγματα». + +Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι εντός τριών +ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό με τη Βασίλισσα. +Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την τελετή. Όλοι επιθυμούσαν +να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη, όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους +προδότες, τους τρεις που ζούσαν ακόμη. + +Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με το βέλος +που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός. Όσο για το +δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα τον σκοτώση μ' ένα +ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που μισεί την αδικία, θα δώση +εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των εχθρών των. + +Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του Κινδύνου, τα +λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη +με της πλούσιες σκηνές των βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε +με την Ιζόλδη, κι' από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία +του και το θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος +και είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο. + +«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι ιππότες +του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα μπορούμε πεια να +μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω +αν ποτέ σου στείλω κανέναν απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω! + + — Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε +πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα μεμποδίση να κάνω το +θέλημα του φίλου μου. + + — Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη. + +Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά του και την +έσφιξε στην αγκαλιά του. + +«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. Σε λίγο +θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές ημέρες. +Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο Βασιληάς, στο θυμό +του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη. Ποιος θα με υπερασπιστή +κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση +μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη +νύχτα. Θα στείλω τον Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με +κακομεταχειρίζεται. + + — Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου Όρρι. Όποιος +σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το Διάβολο». + +Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν τους +χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους δικούς του, ο +Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε ο Ντινάς ντε +Λιντάν. + +Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το άλογο της +Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε: + +«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά σ' όλο τον +κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για να μπορέσω να +υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. Ποτέ δεν εδικάστηκα. +Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν +νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή, αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω +σε μακρυνόν τόπο». + +Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε στα +χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ' εμπιστευόμενος τη +Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να πάρη συμβουλή. + +Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και χίλιες +περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα, και χαριτωμένο +φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. +Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό +γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση και της τελευταίες οικονομίες του, +για να την στολίση. Η ρόμπα της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα +μάτια της γαλανά, και φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου. + +Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν άλλοτε, +ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την στιγμή, ένας +βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον πείση: + +«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ' αυτόν θα +εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου». + +Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι προδότες +είπαν: + +«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και πιστά. +Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε. Αλλά, αν ο +Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ' αρχίσουν τα +λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για λίγον καιρό, και μια +μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης». + +Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν' +απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη Βασίλισσα, +να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η Βασίλισσα ντράπηκε +μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε. + +Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας στον ανηψιό +του: + +«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό μου +ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα. + + — Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα, τίποτα. Όπως +μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο Βασιληά της Φρίζης». + +Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον +ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά, δεν +εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της. + +Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες, γυναίκες +και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να υποδεχτούν την +Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του Τριστάνου, χαιρέτιζαν με +μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της Βασίλισσας. Η καμπάνες +χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους δρόμους, στολισμένους με +μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι +κόμητες και οι πρίγκηπες, με την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του +παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο +τραπέζι, και για να πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε +την ελευθερία σε εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι +ιππότες, δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα. + +Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη +Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος τον +έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι προδότες! + + + +ΙΒ'. +Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ + + + +Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι +σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα από +τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους φθάση. Λοιπόν +μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας ακούγοντας το θόρυβο των +κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε το άλογο του στη μέση ενός +ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του καλπάζοντας και οι τρεις: + +«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς δίκη, κ' +ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν είναι και πάλι +άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι του τόπου σου σας +κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη καλλίτερα να ζητήση μόνη της +την κρίσι του Θεού. Τι θα της στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να +ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα +σίδερο κοκκινισμένο στη φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν +την εύκολη δοκιμή θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες». + +Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος: + +«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που +ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό μου. +Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία; Τι +καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες, δεν +προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την υπερασπίση, σας +προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε. Γιατί δε ζωστήκατε +εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν πήρατε τα κοντάρια σας; +Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα. Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι +εδώ πέρα αυτόν που, από σας, έδιωξα!» + +Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους. + +Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον έβλεπαν κι' +όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ... + +«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας δίναμε +τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω και πίσω θα +σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι την αγάπη σας!» + +Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του: + +«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την αγάπη μου! +Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις από τον τόπο μου! + + — Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί, για ν' ανέβη +κανείς!» + +Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες. + +Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος βάρεσε τ' +άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της αιθούσης, κ' η +Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' αντηχούν στης πλάκες. + +Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε το σπαθί +καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο Μάρκος την πήρε +από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη ρίχνοντας απάνω του τα +μάτια της, είδε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το +θυμό. Τέτοιος της είχε φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα +μανιασμένος. + +«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο Βασιλιάς». + +Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια του +Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. Λίγο-λίγο +πήρε κουράγιο εκείνη. + +«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι; + + — Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο. + + — Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι. + + — Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει τάχα να τα +πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;» + +Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα. + +«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις προδότες +που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις: Αντρέ, Δενοαλέν, +και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου. + + — Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον μου; + + — Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα. + + — Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη σκέψι του. Αλλά +έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια είπαν εναντίον μου. Κι' +από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο, +ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από σας, Μεγαλειότατε, για να με +υπερασπίση. + + — Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να δικαιολογηθής με όρκο +και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. «Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν +οφείλει από μόνη της να ζητήση την κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα +για τους αθώους. Τι θα της εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. +Έτσι μια για πάντα θα μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό +έλεγαν. Αλλ' ας τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω». + +Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά. + +«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή σας. Θα +δικαιολογηθώ με όρκο. + + — Πότε; + + — Σε δέκα μέρες. + + — Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη. + + — Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να παραγγείλετε +στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ με τον άρχοντα +Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό ιππότες ως τα σύνορα +της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην όχθη του ποταμού που χωρίζει +τα Βασίλειά σας. Θέλω κει, μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι +μοναχά μπροστά στους βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να +ορκιστώ, κι' οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά +καινούργια δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε +θα τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν εγγυηταί +της δίκης». + +Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του Μάρκου στο +Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον Τριστάνο τον ακόλουθό +της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό. + +Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα μονοπάτια, +ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου, από πολλές +ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του ιστόρησε όλα τα +συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα της δίκης, την ώρα και +τον τόπο που είχαν ορισθή. + +«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα, μ' ένδυμα +προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο, αλλά τόσο καλά +αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας αναγνωρίση. Για να φθάση +στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην +αντίθετη όχθη, κει που θα βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά +Αρθούρου, θα την περιμένετε. Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την +βοηθήστε. Η κυρία μου φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει +εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα +χέρια των λεπρών». + + — Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες της ότι θα +κάνω το θέλημά της». + +Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ, συνέβη να +παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα που άλλοτε +ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην καλύβα, και τους +πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος, είχε περηφανευτή για την +προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε +προσεχτικά με φυλλώματα, για να πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε +που ερχότανε καταπάνω του ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να +φύγη. Ο Περινίς τον εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας: + +«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις, αί; Κάθησε +αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι' όλα τον κόπο να +σκάψης». + +Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και κεφάλι +έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο Πιστός, έσπρωξε με +το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον σκεπασμένο με φύλλα. + +Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι βαρώνοι της +Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους, έφθασαν — λαμπρή +συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον ποταμό. Από την αντικρυνή +όχθη, οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' +αστραφτερά τους λάβαρα. + +Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος στην +όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο δισκάκι του και +με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε ελεημοσύνη. + +Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη, η Ιζόλδη +ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν: + +«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να λερώσω τα +μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας πορθμέας να με +βοηθήση». + +Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή. + +«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε τη +Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε βλέπω, μη +λυγίσης στη μέση του δρόμου». + +Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του είπε κείνη +σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον άμμο». + +Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη Βασίλισσα +σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες άδραξαν τα κουπιά +και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο. + +«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή από +μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους». + +Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον προσκυνητή. + +Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω ένα +πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα λείψανα +των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο άρχοντας Γκωβαίν, ο +Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό την επίβλεψί τους. + +Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα στολίδια της +από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους φτωχούς επαίτες. Έβγαλε +τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο σάλι, και τάδωσε κι' αυτά. +Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το φόρεμά της, και τα ποδήματά της +τα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια +τουνίκα χωρίς μανίκια, και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά, +προχώρησε μπροστά στους Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν +σιωπηλοί, κ' έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με +τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και είπε: + +«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και σεις +άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις όλοι που +ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και σ' όλα τα άγια +λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι ότι ποτέ κανείς +άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε στα χέρια του εκτός +από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι' από το φτωχό προσκυνητή που +προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα πόδια σας. + + — Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος; + + — Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι του την +αληθινή. + + — Αμήν, είπε η Ιζόλδη». + +Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη. + +Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα γυμνά +μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί, έκανε εννιά +βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα σταυρόν, ανοιχτά. Κι' +όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε απείραχτο και αβρό σαν το +δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς. + +Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε προς το Θεό. + + + +ΙΓ'. +Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ + + + +Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ' έρριξε +μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε βαθειά στην +καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που είχε δώσει στο +Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την Κορνουάλλη. + +Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο Βασιληάς την +αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς Αρθούρος θ' ανελάμβανε +την προστασία της, και στο μέλλον, καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια +να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το +Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την +ησυχία της Ιζόλδης. Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη +απόφασι πως για τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του +προσκυνητή — στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια +του. + +Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση από τον +τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη ημέρα, +αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και είπε στο +Γκορνεβάλη: + +«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη χώρα της +Ουαλλίας.» + +Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος τους +περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου άλλοτε ο +Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η νύχτα. Στη στροφή, +όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να υψώνεται στην ξαστεριά τ' +ουρανού τον εύρωστο κορμό του μεγάλου πεύκου. + +«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. Θα +γυρίσω σε λίγο. + + — Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;» + +Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι' όλα το +κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο μαρμαρένιο +πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα, καλοκομμένα ξυλάκια +στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε πεια. Με φρόνιμα και +αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε άλλοτε η Βασίλισσα, +ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι. + +Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε άγρυπνη +η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του παραθύρου όπου +έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή ενός αηδονιού. + +Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να μαγέψη +τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο γλυκειά που καμμιά +σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα μπορούσε να την ακούση δίχως +να συγκινηθή. «Από που νάρχεται αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η +Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε: »Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο +δάσος του Μορουά έκανε, για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών. +Φεύγει, κι' αυτό, είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι +το αηδόνι, όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με +μεγάλη θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!» + +Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία. + +«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και τους όρκους +που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι με νοιάζει ο +θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!» + +Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο σχεδόν +κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη γειτονική +αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με τη σειρά τους. +Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά +στης πόρτες και στα παράθυρα, φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη, +είχαν όλοι αποκοιμηθή, πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η +Ιζόλδη πέρασε τα ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας. +Έκαμε κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς. +Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε. + +Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. Σφιχτά +δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως την αυγή, +σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον Βασιληά και όλους +τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι εγλέντησαν τη χαρά τους και +την αγάπη τους. + +Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες μέρες, +καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να πάη στης δίκες +του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου Όρρι, και τόλμησε κάθε +πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από τον κήπο ως της αίθουσες των +γυναικών. + +Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον Ντενοαλέν, +και τον Γκοντοΐν. + +«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη φωληά. + + — Ποιος; + + — Ο Τριστάνος. + + — Πότε τον είδες; + + — Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και σεις αύριο την +αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του ζωσμένο, ένα τόξο στο +χέρι, δυο βέλη στο άλλο. + + — Πού θα τον δούμε; + + — Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω τι θα μου +δώστε; + + — Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος σκλάβος. + + — Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να ιδή στο δωμάτιο +της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που βρίσκεται πειο ψηλά στο +τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης +σκεπάζει τη θέα. Ένας από τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον +κήπο. Θα κόψη ένα μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας +σκαρφαλώση τότε ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το +κλαδί το πανί της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε +τότε ό,τι σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!» + +Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος πρώτος θάχε τη +χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. +Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη +μέρα την αυγή, ωραίοι Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο! + +Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος, αφήνοντας +την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του παλατιού μέσα +από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς έβγαινε από μια λόχμη, +κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον Γκοντοΐν που έβγαινε από τον +πύργο του. + +Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε παραμονεύοντας: + +«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με αντιληφθή +πριν από την στιγμή που θέλω!» + +Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο Γκοντοΐν +πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος βγήκε από τη λόχμη +απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του, σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος +ήτανε εκτός βολής φτασμένος. + +Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά +το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην, ο Ντενοαλέν, +ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο Τριστάνος τον παραφύλαξε, +κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά +του να ξετρυπώσουν κάποιο αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και +πυκνών χόρτων. Μα, προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα +του, ο κύριός τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα +μπορέση να την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος +πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον εχτρό του. +Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: «Μ' έφαγες!», κ' +έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το κεφάλι, έκοψε της μπούκλες +που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό του, και της έχωσε στη μπότα του. +Ήθελε να της δείξη στην Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της +φίλης του. «Αλλοίμονο! συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε! +αχ, να μη μπορέσω να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!» + +Καθάρισε το σπαθί του, το ξανάβαλε στη θήκη, έσυρε απάνω από το +πτώμα έναν κορμό δέντρου, κι' αφήνοντας το βουτηγμένο στο αίμα, +έφυγε, με το σκουφάκι στο κεφάλι, για τη φίλη του. + +Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει. Σκαρφαλωμένος +κι' όλα στο ψηλό παράθυρο, είχε χώσει το μακρύ κλαδί του μέσ' την +κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν απομακρύνει δυο άκρες του +υφάσματος και κύτταζε μέσα στο καλοστρωμένο δωμάτιο. Στην αρχή δεν +είδε κανέναν άλλο εκτός από τον Περινίς. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα +κρατώντας ακόμα το χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη +Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά». + +Αλλά να, μπήκε η Ιζόλδη. Έπειτα ο Τριστάνος. Κρατούσε σ' το ένα του +χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές μπούκλες ανδρός. +Έβγαλε την κάπα, και φάνηκε το ωραίο του σώμα. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η +Ξανθή για να τον χαιρετίση, και καθώς σηκωνότανε, με το κεφάλι +στραμμένο απάνω του, βλέπει τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν, +ριγμένη στο παραπέτασμα. Ο Τριστάνος της έλεγε: + +«Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες; είναι του Ντενοαλέν. Σου πήρα +εκδίκηση απάνω του. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε θα πουλήση +θώρακα ούτε κοντάρι! + + — Καλά, άρχοντα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας, παρακαλώ. Θάθελα να ιδώ +αν τεντώνεται εύκολα». + +Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι, χωρίς να καταλαβαίνη καλά. Η +Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε, κύτταξε αν η χορδή +ήτανε καλή, και με σιγανή και γρήγορη φωνή: + +« — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει, είπε. Σημάδεψε καλά Τριστάνε!» + +Πήρε την κατάλληλη στάσι, σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά στην +κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. «Ο Θεός να οδήγηση καλά +αυτό το τόξο». Είπε, γυρίζει κατά το τείχος, ρίχνει. Το μακρύ βέλος +σφυρίζει στον αέρα, ταχύτερο από χελιδόνι και γεράκι, βγάζει το μάτι +του προδότη, ξεσκίζει το μυαλό του, σαν τη σάρκα μήλου, και +σταματάει παλλόμενο απάνω στο κρανίο. Δίχως κιχ, ο Γκοντοΐν +σωριάζεται και πέφτει απάνω σ' ένα στύλο. + +«Και τώρα φίλε, φεύγε, λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. Το βλέπεις οι +προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. Ο Αντρέ ζη, θα το προδώση στο +Βασιληά. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην καλύβα του δασοφύλακα. +Φεύγα, φίλε. Ο Περινίς ο Πιστός θα κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος, +τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη τίποτα ο Βασιληάς. Αλλά συ, φεύγα απ' +αυτόν τον τόπο, για τη σωτηρία τη δική σου και τη δική μου». + +Ο Τριστάνος είπε: + +«Πώς θα μπορέσω να ζήσω; + + — Ναι, φίλε Τριστάνε, είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε σα δεμένοι σε +μια ζωή, ο ένας με τον άλλο. Και γω πώς θα μπορέσω να ζήσω; Το σώμα +μου μένει εδώ. Έχεις την καρδιά μου. + + — Ιζόλδη, φίλη, φεύγω, δεν ξέρω για ποιον τόπο. Αλλ' αν ποτέ +ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, θα κάμης ό,τι σου ζητήσω +μ' αυτό; + + — Ναι, το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, +ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε Βασιλική διαταγή θα μ' εμποδίσουν να +κάνω τη θέλησι του φίλου μου, κι' ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας +είναι! + + — Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ανταμείψη. + + — Φίλε, ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!» + +Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία, στον τόπο του ευγενικού Δούκα +Γκιλαίν. Ο Δούκας ήτανε νέος, ισχυρός, αγαθός. Τον εδέχθη σαν έναν +ευπρόσδεκτο ξένο. Για να κάνη χαρά και τιμή στον Τριστάνο, τίποτα +δεν παράλειψε. Αλλά ούτε η περιπέτειες ούτε η γιορτές μπόρεσαν να +καταπραΰνουν την αγωνία του Τριστάνου. + +Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα, τόσο θλιμμένη +ήταν η καρδιά του, που αναστέναζε χωρίς να το καταλαβαίνη, δυνατά. Ο +Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του διάταξε να του φέρουν στο +ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο σκυλλάκι του που με μαγεία στης +θλιβερές ώρες, εγοήτευε τα μάτια του και την καρδιά του. Σ' ένα +τραπέζι σκεπασμένο με ευγενική και πλούσια πορφύρα, ετοποθέτησαν το +σκυλλάκι του Πτικρού. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε +στείλει από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. Κανείς δε +θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και την +καλλονή του. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες θαυμάσιες +διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι τρίχωμα είχε. Ο +τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το χιόνι, τα πισινά του πειο +πράσινα από τριφύλλι, το ένα από τα πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα, +το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι, η κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι, η ράχη +ρόδινη. Αλλά όταν το κύττταζε κανείς πειο πολύ, όλα αυτά τα χρώματα +χόρευαν στα μάτια και άλλαζαν, πότε άσπρα και κίτρινα, πράσινα, +μπλε, πορφυρά, σκοτεινά ή φωτεινά. Στο λαιμό του, κρεμότανε από μια +χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι, που τόσο χαρωπά, καθαρά, και γλυκά +χτυπούσε, ώστε ακούγοντάς το, η καρδιά του Τριστάνου μαλάκωσε, +εγλυκάθη, κι' ο πόνος του έλυωσε. Δε θυμώτανε πεια καμμιά από της +πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για τη Βασίλισσα. Γιατί +αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του κουδουνιού: η καρδιά σαν το +άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά, τόσο χαρωπά, τόσο καθαρά, ξεχνούσε +κάθε πόνο. Κ' ενώ ο Τριστάνος, συγκινημένος, από τη μαγεία, χάιδευε +το μικρό μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη, και του οποίου +το τρίχωμα φαινότανε, στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο ύφασμα, +συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την Ιζόλδη. Μα πώς +να κάμη; Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού περισσότερο από κάθε +τι στον κόσμο, και κανείς δε θα μπορούσε, ούτε με παρακαλετά ούτε με +πονηρίες, να τον καταφέρη να του το πάρη. + +Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα: + +«Άρχοντα, τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα σου από +το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό, που σας ζητεί τόσο βαρείς φόρους; + + — Μα την αλήθεια, θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα πλούτη μου +ό,τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. Αλλά κανείς δε θα τολμήση να τα βάλη +με το γίγαντα. + + — Να λόγια θαυμάσια, ξανάπεν ο Τριστάνος. Αλλά σ' έναν τόπο μόνο με +την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το χρυσάφι της Παβίας, δε θα +παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου να πολεμήσω το γίγαντα. + + — Τότε, είπεν ο Δούκας Γκιλαίν, ο Θεός ο υιός της Παρθένου να σας +συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!» + +Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά του. +Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. Στο τέλος η αντρεία ενίκησε τη +δύναμι, το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο, κι' ο Τριστάνος έκοψε τη +δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο Δούκα. + +«Άρχοντα, γι' ανταμοιβή, καθώς υποσχεθήκατε, δώστε μου τον Πτικρού, +το μαγεμένο σκυλλάκι σας. + + — Φίλε, τι εζήτησες;! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα την αδερφή +μου και το μισόν τόπο μου. + + — Άρχοντα, ωραία είναι η αδερφή σου, κι' ωραία είναι επίσης η χώρα +σου. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό, τώκανα για να κερδίσω +το μαγεμένο σκυλλί σας. Θυμηθήτε την υπόσχεσί σας! + + — Πάρ' το λοιπόν. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη χαρά των ματιών +μου και τη χαρά της καρδιάς μου!». + +Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της Ουαλλίας, +γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους του στην +Κορνουάλλη. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και το παράδωσε +κρυφά στη Βασίλισσα. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον τραγουδιστή, και +στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα της Ιρλανδίας της +έστελνε αυτό το δώρο. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ' έφτιασε για το σκυλλί +ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια, κι' +όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της, για θύμησι του φίλου της. Και κάθε +φορά που το κύτταζε, λύπη, αγωνία, νοσταλγίες, έφευγαν από την +καρδιά της. + +Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. Αν εύρισκε τόση γλύκα να το +κυττάζη, ήταν, συλλογιζότανε, επειδή τώστελνε ο Τριστάνος. Ήταν +δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε λύπη. Αλλά +μια μέρα αντελήφθη, ότι ήτανε μαγεία, κι' ότι μοναχά το ντιν-ντιν +του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της. + +«Α! σκέφτηκε, στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον τρόπο, ενώ +ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος; Θα μπορούσε να κρατήση αυτό το +μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον πόνο του. Αλλ' από +ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το στείλη, να μου δώση τη χαρά +του και να ξαναπάρη τη λύπη του. Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα, +Τριστάνε, θέλω να υποφέρω όσο υποφέρεις και συ». + +Πήρε το μαγικό κουδουνάκι, άκουσε μια τελευταία φορά το ντιν-ντιν, +τώλυσε σιγά-σιγά. Έπειτα, από το ανοιχτό παράθυρο, τώρριξε στη +θάλασσα. + + + +ΙΕ'. +Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ + + + +Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο ένας +χωρίς τον άλλο. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος, αλλά ήτανε +μαζύ και ο θάνατος και η ζωή. + +Γύρισε της θάλασσες, τα νησιά, και τους τόπους, για να διώξη την +απελπισία του. Ξαναείδε την πατρίδα του, το Λοοννουά, όπου ο Ρόχαλτ +ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα τρυφερότητος. Αλλά, μη +βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου του, ο Τριστάνος έφυγε στα +δουκάτα και στα βασίλεια, ζητώντας περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην +Φρίζα, από την Φρίζα στη Γαβοΐα, από τη Γερμανία στην Ισπανία, +πολλούς άρχοντες υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Αλλοίμονο! +δυο ολόκληρες χρονιές, κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη, +ούτε καλό ούτε κακό. + +Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον λησμονούσε. + +Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα, καθώς εκάλπαζε με μόνο τον Γκορνεβάλη, να +μπη στη χώρα της Βρεττάνης. Πέρασαν μια πεδιάδα λεηλατημένη. Παντού +τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους, χωράφια — ωργωμένα από τη +φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο +κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος: + +«Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές η +περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την ξαναϊδώ. +Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης χώρες που γύριζα; +Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. Στο Τινταγκέλ, ο Βασιληάς την τιμάει +και την υπηρετεί. Ζη μέσα στη χαρά. Βέβαια το κουδουνάκι του +μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά. Με ξεχνάει, και λίγο τη μέλει για +της περασμένες χαρές και λύπες, λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο +που περιπλανιέται σ' αυτόν τον καταστραμμένο τόπο, Κ' εγώ λοιπόν δε +θα ξεχάσω ποτέ κείνη που με ξεχνάει; Ποτέ δε θα βρω κάποια που να +γιατρέψη τη λύπη μου;» + +Δυο μέρες, ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια και της +πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή, άνθρωπο, σκύλλο, κόκκορα. Την τρίτη +μέρα, κατά το δείλι, πλησίασαν σ' ένα λόφο όπου υψωνότανε ένα παληό +εξωκκλήσι, και πολύ κοντά το οίκημα ενός ερημίτη. Ο ερημίτης δε +φορούσε φορέματα από υφάσματα, παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και +μάλλινα κουρέλια στη ράχι. Προύμητα στο χώμα, με τα γόνατα και τους +αγκώνες γυμνούς, παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του +εμπνεύση σωτήριες προσευχές. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους +φρεσκοφερμένους, κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο, πήρε +τάρματα του Τριστάνου, έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Δεν τους έδωσε +πλούσια φαγιά, αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με +στάχτη. Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε +καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο +ρημαγμένος τόπος. + +«Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης, του +Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια και +χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά υποστατικά. Ο κόμης +Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. Οι στρατιώτες του έσπειραν +παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν +για όλη τους τη ζωή πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος. + + — Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ τάκαμε όλα αυτά +στον Άρχοντά σας, το Χόελ; + + — Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου. Μάθετε, ότι ο +Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. Λοιπόν, ο Δούκας έχει μια κόρη, +μια πεντάμορφη κόρη, κι' ο κόμης ήθελε να την πάρη γυναίκα. Αλλά ο +πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ' ένα υποτελή, κι' ο κόμης Ριόλ +θέλησε να την πάρη δια της βίας. Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή +τη δουλειά!» + +Ρώτησε ο Τριστάνος: + +«Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη, βαστάει τον πόλεμο; + + — Με μεγάλη δυσκολία, Άρχοντα. Μολαταύτα το τελευταίο του φρούριο +το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη, γιατί δυνατά είναι τα τείχη του, και +δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του, του Καερντέν, του καλού ιππότη. +Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα και πεινάνε: θα μπορέσουν να +βαστήξουν πολύ ακόμη;» + +Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του Κάρχαιξ. + +«Άρχοντα, δυο μίλλια μοναχά». + +Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο ερημίτης και +μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος αποχαιρέτισε τον +σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ. + +Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο μια +περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί κεφαλής των +μαζύ με το γυιό του Καερντέν. Είπε τ' όνομά του κι' ο Τριστάνος του +είπε: + +«Είμαι ο Τριστάνος, Βασιληάς του Λοοννουά, κι' ο Μάρκος ο Βασιλιάς +της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Έμαθα, άρχοντα, ότι οι υποτελείς +σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου προσφέρω της υπηρεσίες +μου. + + — Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε, πηγαίνετε το δρόμο σας κι' ο Θεός να +σας ανταμείψη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα; Δεν έχουμε πεια τροφές. +Καθόλου σιτάρι, μόνον με κουκιά και κριθάρι βαστιώμαστε. + + — Τι με μέλει; είπεν ο Τριστάνος. Έζησα δυο χρόνια ολόκληρα σ' ένα +δάσος και ζούσα με χόρτα, ρίζες, και με κυνήγι, και μάθετε ότι +εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. Διατάχτε να μ' ανοίξουν την πόρτα». + +Ο Καερδέν είπε τότε: + +«Αφού είναι τόσο γενναίος, πατέρα, δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα +καλά μας και στης δυστυχίες μας». + +Με τιμή τον εδέχτηκαν. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα τείχη, και +στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με πασσάλους, όπου +κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες τούδειξε μακρυά στον +κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν +γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε στον Τριστάνο: + + — Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η μητέρα μου +κι' η αδερφή μου. + +Με τα χέρια ενωμένα, μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Η μητέρα και η +κόρη, καθισμένες σ' έναν καναπέ, κεντούσαν με χρυσή κλωστή ένα +πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν κάποιον παληό σκοπό: +έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη, καθισμένη στον άνεμο κάτω από τον άσπρο +βάτο, πεθυμάει και περιμένει το φίλο της, το Ντον, που τόσο πολύ +αργεί νάρθη. Ο Τριστάνος της χαιρέτησε, αντιχαιρέτισαν εκείνες, κ' +έπειτα οι δυο ιππότες κάθησαν δίπλα τους. Ο Καερδέν δείχνοντας τ' +ωραίο τούλι που κεντούσε η μητέρα του: + +«Κυττάχτε, είπε, ωραίε φίλε Τριστάνε, τι εργάτισα είναι η μητέρα +μου. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και τ' άμφια, για +να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Και πώς τα χέρια της αδερφής μου +κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο μεταξωτό. Μα την πίστι, ωραία +αδερφή, με το δίκηο σου να σε λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!». + +Τότε ο Τριστάνος, ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη, την εκύτταξε πειο +γλυκά, και χαμογελώντας. + +Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια μακρυά από το +Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν +πεια να περάσουν της πόρτες να τον χτυπήσουν. + +Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και δώδεκα +νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους θώρακας και της +περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος των ελάτων μέχρι της +εχθρικές σκηνές. Έπειτα, ορμώντας ξαφνικά από το μέρος που +παραμόνευαν, άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του κόμητος Ριόλ. Απ' αυτή +τη μέρα, αλλάζοντας πονηρίες και αντρεία, έρριχναν κάτω της σκηνές +του, χτυπούσαν της εφοδιοπομπές, σκότωναν τους άντρες, και ποτέ δεν +εγύριζαν στο Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Έτσι, ο Τριστάνος +κι' ο Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι' +ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο τους, +καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία. + +Λοιπόν, καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές, συζητώντας για +ευγένεια και ιπποτισμό, συχνά ο Καερδέν παινούσε στον αγαπητό του +σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια, την απλή, την ωραία. + +Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε λαχανιάζοντας +από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες φωνάζοντας: + +«Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να κάνη +επίθεσι!» + +Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν στον κάμπο +να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η τριγωνικές σημαίες των +ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ που προχωρούσε σε καλή τάξι. Ο +Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των +ιπποτών, μπρος στης πόρτες των τειχών. + +Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου, σταμάτησαν τάλογα, με τα κοντάρια +χαμηλωμένα, ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω τους τα βέλη. + +Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία είχε +ξυπνήσει ο φρουρός. Δένει της μπότες του, περνάει το κοντοκάπι του, +της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια. Φορεί το θώρακα, σιάζει +την περικεφαλαία. Ανεβαίνει, σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την +πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την ασπίδα σηκωμένη στο στήθος, +φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν +κι' όλα κατά τα τείχη. Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα +των αλόγων που σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και +τα χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που κάτω +από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα. Μπροστά σε όλους, +ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει, βλέποντας νάρχεται απάνω του +ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός του κόμητος Ριόλ. Ώρμησαν με τα +κοντάρια χαμηλωμένα και χτυπήθηκαν. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το +δικό του χωρίς να κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο +χτύπημα παραμέρισε την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το +μαυρειδερό σίδερο στο πλευρό, ως τη λαβή. Αναποδογυρισμένος από τη +σέλλα ο ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει. + +Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' απάνω του +Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο Τριστάνος του κόβει το +δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του Τριστάνου έσπασε στα χέρια +του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο στήθος του εχθρικού αλόγου, +πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε νεκρό, χάμω στο λειβάδι. + +Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο χέρι: + +«Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' αφίνει τον +κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός απ' αυτό το +λειβάδι. + + — Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ, σπρώχνοντας +κατ' απάνω του το άτι. + +Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και σηκώνοντας +το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην περικεφαλαία του Ριόλ: την +εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι +γλύστρησε από τον ώμο του ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο +κλονίστηκε κ' έπεσε χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και +σηκώθηκε πάλι όρθιος. Πεζοί κ' οι δύο, με της ασπίδες τρυπημένες, +τσακισμένες, με της κάσκες σαλατιασμένες, σμίγουν και χτυπιούνται. +Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι της κάσκας. Το +χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο, που ο κόμης έπεσε +χάμω, στα γόνατα και στα χέρια. + +«Σήκω τώρα αν μπορής, υποτελή, του φωνάζει ο Τριστάνος. Κακή ώρα +ήρθες δω πέρα, και θα πεθάνης!» + +Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα χτύπημα +πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει ακάλυπτο. Ο Ριόλ +ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη ζωή, κι' ο Τριστάνος +πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί απ' όλες της μεριές οι +βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν τον κύριό τους. Αλλά ο +κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος, αιχμάλωτος. + +Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ, να του +ορκισθή πάλι πίστι και τιμή, να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα χωριά και +της πολιτείες. Στη διαταγή του, η μάχη έπαψε, κι' απεμακρύνθη ο +στρατός του. + +Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ, ο Καερδέν είπε στον πατέρα του: + +«Μεγαλειότατε, καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Δε βρίσκεται +καλλίτερος ιππότης, κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από ένα βαρώνο με +τέτοια αντρεία». + +Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του, ο Δούκας Χοέλ εκάλεσε τον +Τριστάνο: + +«Φίλε, ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά, που έσωσες αυτόν +τον τόπο. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Η κόρη μου η +Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών, βασιλιάδων και +βασιλισσών: πάρτε την. Σας τη δίνω». + + — Μεγαλειότατε, την παίρνω, είπεν ο Τριστάνος. + +Α! Άρχοντες, γιατί είπε αυτόν το λόγο; Γι' αυτόν το λόγο πέθανε. + +Όρισαν την ημέρα, ώρισαν την προθεσμία. Ο Δούκας έρχεται με τους +φίλους του, ο Τριστάνος με τους δικούς του. Ο εφημέριος του παλατιού +ψέλνει τη λειτουργία. Μπροστά σ' όλους, στην πόρτα του μοναστηριού, +σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας, ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα +την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και +πλούσιοι. Μα σαν ήρθε η νύχτα, ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου +τούβγαζαν τα ρούχα του, συνέβηκε ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό +μανίκι του κοντοκαπιού, να παρασύρουν από το δάχτυλο του το +δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, το δώρο της Ιζόλδης. Καθαρό ήχο +άφησε πέφτοντας στης πλάκες. + +Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει. Ξυπνάει τότε η παληά αγάπη του· +κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε. + +Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το δώρο: μέσα +στο δάσος του τώδωκε, στο δάσος όπου προς χάρι του είχε κακοπαθήσει +στην τραχειά ζωή. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα στην άλλη Ιζόλδη, +ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. Τι τρέλλα χτύπησε την καρδιά του +ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη του για προδοσία; Όχι· αυτή +υπόμενε για χάρι του όλες της δυστυχίες, μόνο αυτός την είχε +προδώσει. + +Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του, την απλή, την ωραία. +Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. Και στης δυο είχε φανή +άπιστος. + +Μολαταύτα, η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, παραξενευότανε να τον ακούη, +ξαπλωμένο δίπλα της, ν' αναστενάζη. Στο τέλος, σαν ντροπιασμένη λίγο +του είπε: + +«Αγαπητέ Άρχοντα, μη σας πρόσβαλα σε τίποτα; Γιατί δε μου δίνετε +ούτ' ένα φιλί; Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου, κι' αν μπορώ, θα +σας ανταμείψω ωραία. + + — Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, μη θυμώσετε, αλλά έχω δώσει όρκο. +Άλλοτε, σε άλλον τόπο, είχα πολεμήσει ένα δράκοντα, κι' ήρθα κοντά +στο θάνατο, όταν θυμήθηκα τη Θεομήτορα. Της έδωκα υπόσχεσι, ότι αν +είχε την καλωσύνη να μ' ελευτερώση από το θεριό, αν έπαιρνα ποτέ +γυναίκα, ένα χρόνο ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα. + + — Λοιπόν, είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, θα το υπομείνω όπως +μπορώ». + +Αλλά όταν η υπηρέτριες, το πρωί, της φόρεσαν τον πέπλο των +παντρεμμένων γυναικών, γέλασε θλιβερά, και συλλογίστηκε ότι δεν είχε +δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι. + + + +ΙΣΤ'. +ΚΑΕΡΔΕΝ + + + +Μερικές ημέρες αργότερα ο Δούκας Χοέλ, ο αυλάρχης του, και όλοι οι +κυνηγοί του, ο Τριστάνος, η Ιζόλδη με τα λευκά χέρια κι' ο Καερδέν, +εβγήκαν μαζύ από το παλάτι για να κυνηγήσουν στο δάσος. Σ' ένα στενό +δρόμο, ο Τριστάνος κάλπαζε δίπλα στον Καερδέν που κρατούσε με το +δεξί του χέρι τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης με τα Λευκά χέρια. +Λοιπόν, το άλογο σκόνταψε σ' ένα λάκκο νερό. Το νερό πετάχτηκε +δυνατά, και τα ρούχα της Ιζόλδης έγιναν μουσκίδι: απάνω από τα +γόνατα ανέβηκε η κρυάδα. Άφησε εκείνη μικρή φωνή, και σπηρούνισε το +άλογό της γελώντας τόσο δυνατά και καθαρά ώστε ο Καερδέν τρέχοντας +πίσω της, την ερώτησε: + +«Ωραία αδερφή, γιατί γελάτε; + + — Για μια ιδέα που μου ήρθε, ωραίε αδερφέ. Όταν το νερό πετάχτηκε +απάνω μου, του είπα: «Νερό, είσαι τολμηρότερο από όσο υπήρξε ποτέ ο +Τριστάνος ο τολμηρός!». Γι' αυτό γέλασα. Αλλά πολλά είπα, αδερφέ, +και μετανοιώνω». + +Ο Καερδέν, παραξενεμένος, την ετσίτωσε τόσο πολύ με της ερωτήσεις, +ώστε στο τέλος αναγκάσθηκε να του πη την αλήθεια για το γάμο της. + +Τότε ο Τριστάνος τους έφτασε, κ' εκάλπασαν μαζύ κι' οι τρεις, +αμίλητοι, μέχρι το σπήτι του κυνηγιού. Κει κάλεσε ο Καερδέν τον +Τριστάνο να κουβεντιάσουν, και του είπε: + +«Άρχοντα Τριστάνε, η αδερφή μου μού ωμολόγησε την αλήθεια για τους +γάμους σας. Σε είχα αδερφό και σύντροφο. Αλλά δεν κράτησες πίστι, +και ντρόπιασες το σύνδεσμό μας. Από δω και πέρα, αν δεν μου δώστε +ικανοποίησι, μάθετε ότι σας προκαλώ». + +Ο Τριστάνος απάντησε: + +«Ναι, ήρθα εδώ σε σας για δυστυχία σας. Αλλά μάθε τη συφορά μου, +ωραίε γλυκέ φίλε, αδερφέ και σύντροφε, και ίσως η καρδιά σου +μαλακώση. Μάθε ότι έχω μια άλλη Ιζόλδη, ωραιότερη απ' όλες της +γυναίκες, που υπέφερε και υποφέρει ακόμη προς χάρι μου χίλιες +πίκρες. Βέβαια η αδερφή σου με αγαπά και με τιμά. Αλλά γι' αγάπη +μου, η άλλη Ιζόλδη περιποιέται μ' ακόμη μεγαλύτερες τιμές απ' όσες +μου κάνει η αδερφή σου, ένα σκυλλί που της έδωσα. Έλα, ας αφήσουμε +αυτό το κυνήγι, ακολούθα με όπου θα σε οδηγήσω. Θα σου πω τη +δυστυχία της ζωής μου». + +Δίχως μιλιά έτρεξαν με τάλογα σ' ένα βαθύ μέρος του δάσους. Εκεί, ο +Τριστάνος απεκάλυψε τη ζωή του στον Καερδέν. Είπε πώς είχε πιή στη +θάλασσα την αγάπη και το θάνατο. Είπε την προδοσία των βαρώνων και +του νάνου. Είπε πώς ωδηγήθη η Βασίλισσα στην πυρά, πώς παρεδόθη +στους λεπρούς, και της αγάπες τους στο μεγάλο άγριο δάσος. Πώς την +είχε παραδώσει στο Βασιληά Μάρκο. Και πώς, αφού έφυγε μακρυά της, +θέλησε ν' αγαπήση την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Πώς ήξερε πεια τώρα +ότι δε θα μπορούσε δίχως τη Βασίλισσα, ούτε να ζήση ούτε να πεθάνη. + +Ο Καερδέν σωπαίνει και παραξενεύεται. Αισθάνεται, αθέλητα, να +μαλακώνη ο θυμός του. + +«Φίλε, λέει στο τέλος, θαυμάσια λόγια ακούω. Συγκινήσατε την καρδιά +μου μέχρι του οίκτου. Υπομείνατε τόσες πίκρες που ο Θεός να φυλάη +τους Χριστιανούς. Ας γυρίσουμε στο Κάρχαιξ. Την τρίτη μέρα, αν +μπορώ, θα σου πω τη σκέψι μου». + +Στο δωμάτιο της, στο Τινταγκέλ, η Ιζόλδη η Ξανθή στενάζει για τον +Τριστάνο και τον προσκαλεί. Να την αγαπάη πάντοτε; άλλη σκέψι δεν +έχει, ούτε άλλη ελπίδα, ούτε άλλη επιθυμία. Όλη της η επιθυμία είναι +σ' αυτόν, και δυο χρόνια τώρα δεν ξέρει τίποτε από μέρους του. Πού +είναι; Σε ποιον τόπο; Να ζη τάχα τουλάχιστον; + +Στο δωμάτιο της, η Ιζόλδη η Ξανθή είναι καθισμένη και τραγουδάει +σιγανά κάποιο θλιβερό ερωτικό τραγούδι. Λέει πώς έπιασαν ξαφνικά και +σκότωσαν τον Γκουρόν για την αγάπη της γυναίκας που αγαπούσε πειο +πολύ από κάθε τι στον κόσμο· και πώς με δόλο ο κόμης έδωσε την +καρδιά του Γκουρόν στη γυναίκα του να τη φάη, και τη λύπη αυτηνής. + +Γλυκά τραγουδάει η Βασίλισσα, κανονίζοντας τη φωνή της με την άρπα. +Τα χέρια είναι ωραία, καλό το τραγούδι, σιγανός ο τόνος και γλυκειά +η φωνή. + +Κείνη τη στιγμή μπαίνει ο Καριάδος, πλούσιος κόμης από κάποιο +μακρυνό νησί. Είχεν έλθει στο Τινταγκέλ για να προσφέρη στη +Βασίλισσα της υπηρεσίες του, και πολλές φορές μετά την αναχώρησι του +Τριστάνου της είχε πη τον έρωτά του. Αλλά η Βασίλισσα απέκρουε της +αιτήσεις του και τον έλεγε τρελλό. Ήταν ωραίος ιππότης, αλαζονικός +και υπερήφανος, μιλούσε ευχάριστα, αλλά η αξία του ήτανε μεγαλύτερη +μέσα στα δωμάτια των γυναικών παρά στη μάχη. Ηύρε την Ιζόλδη να +τραγουδάη, και της είπε γελαστά: + +«Αρχόντισσα, τι θλιβερό τραγούδι, θλιβερό σαν του νεκροπουλιού. Δε +λένε πώς αυτό το πουλί κελαδάει όταν είναι να πεθάνη κανείς; Το +θάνατό μου βέβαια αγγέλλει το τραγούδι σας: γιατί πεθαίνω από την +αγάπη σας! + + — Έστω, του είπεν η Ιζόλδη. Μακάρι το τραγούδι, μου να σημαίνη το +θάνατό σας, γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς να μου φέρετε κάποιο +κακό μαντάτο. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι και γκιώνης για να πήτε +κακά για τον Τριστάνο. Σήμερα, τι κακό νέο μου φέρνετε πάλι;» + +Ο Καριάδος απάντησε: + +«Βασίλισσα, είσαστε θυμωμένη, και δεν ξέρω γιατί. Αλλά πολύ τρελλός +είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Ό,τι κι' αν γίνη με το +θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι, να τι κακή είδησι σας φέρνει +ο γκιώνης: ο Τριστάνος, ο φίλος σας, είναι χαμένος για σας, +Αρχόντισσα Ιζόλδη. Πήρε γυναίκα σ' άλλον τόπο. Από δω και πέρα +μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού, γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη +σας. Πήρε με μεγάλες τιμές γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, +την κόρη του Δουκός της Βρεττάνης». Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. Η +Ιζόλδη η Ξανθή χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα. + +Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο: + +«Φίλε, συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι, αν μούπατε την αλήθεια, η +ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη και τρέλλα, και +τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε για την αδερφή μου +την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Λοιπόν ακούστε τι θα σας πω. Θα +περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ στο Τινταγκέλ. Θα ξαναδήτε τη +Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας +μένη πιστή. Αν σας λησμόνησε, ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο +την Ιζόλδη την αδερφή μου, την απλή, την ωραία. Θα σας ακολουθήσω. +Δεν είμαι ισάδελφος και σύντροφός σας; + + — Αδερφέ, είπεν ο Τριστάνος, καλά έχει ειπωθή ότι η καρδιά ενός +άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου». + +Σε λίγο, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν προσκυνητές, πήραν +ρόπαλα και κάπες, σα νάθελαν να πάνε να προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα +σε μακρυνό τόπο. Απεχαιρέτισαν τον Δούκα Χοέλ. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ +τον Γκορνεβάλη, κι' ο Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. Μυστικά, +αρμάτωσαν ένα καράβι κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη. + +Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός, κ' ένα πρωί, πριν από την +αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Εκεί δίχως άλλο ο +καλός αυλάρχης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, θα τους φιλοξενούσε και θα +μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό τους. + +Κατά την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν, όταν +είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε τον ίδιο +δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά σιγά. Ερρίχτηκαν +πίσω από τα δέντρα, κι' ο άνθρωπος πέρασε χωρίς να τους δη γιατί +ήταν κοιμισμένος. Ο Τριστάνος τον ανεγνώρισε. + + — Αδερφέ, είπε σιγανά στον Καερδέν, είναι ο ίδιος ο Ντινάς ντε +Λιντάν. Κοιμάται. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη του και βλέπει +ακόμη όνειρα γι' αυτή. Δε θάτανε ευγενικό να τον ξυπνήσουμε. Μόνο +ακολούθα με από μακρυά». + +Έφτασε τον Ντινάς, έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια, κι' αθόρυβα +εβάδισε δίπλα του. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου ξύπνησε τον +Ντινάς. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον Τριστάνο, διστάζει: + +«Συ, Τριστάνε, εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε ξαναβλέπω. +Είναι τόσος καιρός που την περίμενα! + + — Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Τι νέα έχετε από τη Βασίλισσα; + + — Αλλοίμονο! Κακά νέα. Ο Βασιληάς την αγαπάει και την τιμάει. Μα +αυτή από τότε πώφυγες, μαραίνεται και κλαίει για σένα. Α! γιατί να +γυρίσης κοντά της; Γυρεύεις πάλι το θάνατό της και το δικό σου; +Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα, άφησέ την στην ησυχία της. + + — Φίλε, είπεν ο Τριστάνος. Κάμετε μου μια χάρι. Κρύψετέ με στο +Λιντάν, πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την ξαναΐδώ μια φορά +ακόμη». + +Ο Ντινάς απάντησε: + +«Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε, αν δε βεβαιωθώ ότι +σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της γυναίκες του κόσμου. + + — Α! Άρχοντα, πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή περισσότερο από όλες +της γυναίκες του κόσμου. + + — Λοιπόν καλά, ακολούθα με, Τριστάνε. θα σε βοηθήσω». + +Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο, τον Γκορνεβάλη, τον +Καερδέν και τον ιπποκόμο του, κι' όταν ο Τριστάνος του ιστόρησε λέξι +προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του, ο Ντινάς πήγε στο +Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. Έμαθε ότι σε τρεις ημέρες, η +Βασίλισσα Ιζόλδη, ο Βασιληάς Μάρκος, όλη του η ακολουθία, οι +ιπποκόμοι, οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ για να εγκατασταθούν στο +Παλάτι του Άσπρου Κάμπου, όπου μεγάλα κυνήγια είχαν προετοιμαστή. +Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το +πράσινο πετράδι και το μήνυμα που θα πήγαινε στη Βασίλισσα. + + + +ΙΖ'. +ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ + + + +Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ, ανέβη τα σκαλιά, και μπήκε +στην αίθουσα. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η Ιζόλδη η +Ξανθή, καθισμένοι, έπαιζαν ζατρίκι. Ο Ντινάς πήρε θέσι κοντά στη +Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί, για να παρακολουθήση τάχα το παιγνίδι, και +δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα κομμάτια έβαλε το χέρι του στο +ζατρίκι. Τη δεύτερη φορά η Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το +πράσινο πετράδι. Τότε βαρυέστησε το παιγνίδι. Σκούντησε ελαφρά το +χέρι του Ντινάς με τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία +δω κ' εκεί. + +«Κυττάχτε, αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι, είπε, και δε μπορώ +πεια να το εξακολουθήσω». + +Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα, η Βασίλισσα αποσύρεται στο +δωμάτιο της, και καλεί τον Ντινάς κοντά της. + +«Φίλε, σε στέλνει ο Τριστάνος; + + — Ναι, Βασίλισσα. Βρίσκεται στο Λιντάν, κρυμμένος στον πύργο μου. + + — Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη; + + — Βασίλισσα, αλήθεια σας είπαν. Βεβαιώνει όμως ότι καθόλου δε σας +πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας αγαπά περισσότερο απ' +όλες της γυναίκες. Ότι θα πεθάνη αν δε σας ξαναϊδή, έστω και μια +φορά ακόμη. Σας εξορκίζει να δεχτήτε, στον όρκο που του κάνατε την +τελευταία φορά που σας μίλησε». + +Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη, και κάμποση ώρα έμεινε +αμίλητη. Έπειτα απάντησε: + +«Ναι, την τελευταία φορά που μου μίλησε, θυμάμαι που του είπα: «Αν +ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε +φρούριο, ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα +του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή τρέλλα. + + — Βασίλισσα, σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ για τον Άσπρο +Κάμπο. Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα +βάτα. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε. + + — Είπα. Ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή βασιλική θα μ' +εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου». + +Την παράλλη μέρα, ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου ετοιμαζότανε για +την αναχώρησι από το Τινταγκέλ, ο Τριστάνος, ο Γκορνεβάλης, ο +Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του, φόρεσαν τους θώρακες, πήρανε τα σπαθιά +και της ασπίδες τους, κι' από κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ' +ωρισμένο μέρος. Μέσα από το δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο +Κάμπο. Ο ένας ωραίος και διατηρημένος καλά, όπου θα περνούσε η +βασιλική συνοδεία, ο άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Ο +Τριστάνος κι' ο Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους: +θα τους περίμεναν εκεί, φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. Οι +ίδιοι τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων +και βάτων. Μπροστά, στο δρόμο, ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί +μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα. + +Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Πρώτα-πρώτα η συνοδεία του +Βασιληά Μάρκου. Με ωραία τάξι έρχονται οι σιτιστές και οι πεταλωτές, +οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι, έρχονται οι γραφιάδες, έρχονται οι +οδηγοί των σκυλλιών κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά, έπειτα οι +γερακοτρόφοι κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι, έπειτα οι +κυνηγοί, έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Πηγαίνουν σιγά, με καλή +σειρά δύο-δύο, κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς, πλούσια +ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο περήφανα +άλογά τους. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος. Θαμπώθηκε ο Καερδέν +βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του, δυο από τη μια μεριά, δυο από +την άλλη, ντυμένους στο χρυσάφι και στην πορφύρα. + +Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Πρώτα-πρώτα πηγαίνουν η +πλύντριες κι' η καμαριέρες, κι' έπειτα η γυναίκες και η κόρες των +κομητών και των βαρώνων. Μία-μία περνούν, κ' ένας νεαρός ιππότης +συνοδεύει κάθε μια τους. Τέλος πλησιάζει ένα άλογο με την ωραιότερη +γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και +πρόσωπο, μέση χαμηλή, φρύδια ζωγραφιστά, μάτια γελαστά, και μικρά +δοντάκια. Φορεί κόκκινη πλούσια ρόμπα. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι +και πετράδια στολίζει το φωτεινό της μέτωπο: + + — Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν. + + — Η Βασίλισσα; λέει ο Τριστάνος. Όχι, είναι η Καμίλλη, η υπηρέτρια +της». + +Έπειτα, σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από το χιόνι +του Φλεβάρη, πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Τα λαμπρά μάτια της +κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό νερό της πηγής. + + — Α! να την, η Βασίλισσα, τώρα τη βλέπω! λέει ο Καερδέν. + + — Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή, λέει ο Τριστάνος». + +Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας, σα να ξεχείλισε ξαφνικά το φως +του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η Ιζόλδη η +Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον τιμωρήση! — +εκάλπαζε δεξιά της. + +Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν από τη +συστάδα, κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη του την +τρυφερότητα. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. Κυττάζει +χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά αγκαλιασμένο από το +αγιόκλημα, και συλλογιέται μέσα της: «Ναι έτσι είμαστε μεις, φίλε. +Ούτε σεις δίχως εμένα. Ούτε εγώ δίχως εσέ». Σταματάει τ' άλογό της, +κατεβαίνει, πηγαίνει σε μια φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι +σκυλλιού στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό +χαλί ήτανε ξαπλωμένος ο Πτικρού. Τον πέρνει στα χέρια της, τον +χαϋδεύει, του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Έπειτα τον ξαναβάζει στο +σπητάκι του, και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή φωνή: + +«Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά σας, σας +αγαπώ και σας χαιρετώ. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς Μάρκος θα καλπάση +για τον Άσπρο Κάμπο, εγώ θα μείνω στον πύργο του Σαιν-Λουμπέν. +Πουλάκια, ελάτε κοντά μου κι' εκεί. Πλούσια θα σας ανταμείψω απόψε, +σαν καλούς τραγουδιστές που είστε». + +Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. Αλλά ο Αντρέ ο +προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα στη σέλλα, +κι' η πομπή απεμακρύνθη. + +Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια, Άρχοντες. Τον καιρό όπου +περνούσε η Βασιλική πομπή, κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο +Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των κυρίων +τους, παρουσιάστηκε ξαφνικά, ένας ιππότης αρματωμένος: Μπλεχερή τον +έλεγαν. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και το οικόσημο του +Τριστάνου. «Τι είδα σκέφτηκε. Είναι ο Γκορνεβάλης, κι' αυτός ο άλλος +θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·». Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους, +φωνάζοντας «Τριστάνε!» Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα +μεταβολή κ' έφευγαν. Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους, φωνάζοντας: + +«Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω». + +Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα. + +«Στάσου, Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω, στ' όνομα +της Ιζόλδης της Ξανθής!» + +Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι, εξ ονόματος της +Ιζόλδης της Ξανθής. Άδικα. Εξαφανίστηκαν, κι' ο Μπλεχερή δεν μπόρεσε +να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους, και το πήρε λάφυρο. Έφτασε +στο παλάτι του Σαιν-Λουμπέν την ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει +η Βασίλισσα. Την ηύρε μοναχή και της είπε: + +«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι εδώ. Τον είδα στον παραμελημένο δρόμο +πώρχεται από το Τινταγκέλ. Τρεις φορές τον κάλεσα να σταθή, +ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής. Μα τον είχε πιάσει +φόβος, και δεν τόλμησε να με περιμένη. + + — Ψέμματα και τρέλλες λέτε, ωραίε άρχοντα. Πώς μπορεί να βρίσκεται +δω ο Τριστάνος; Πώς θάφευγε μπροστά σας; Πώς δε θα σταματούσε άμα +άκουγε τόνομά μου; + + — Μολαταύτα, Βασίλισσα, τον είδα, και μάλιστα του πήρα ένα από +τάλογά του. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ' αλώνι». + +Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Λυπήθηκε, γιατί αγαπούσε +τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. Την άφησε, μετανοιώνοντας που μίλησε. + +Τότε, η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα πολύ έζησα, +αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει και με +ντροπιάζει. Άλλοτε, για τόνομά μου, και ποιον εχτρό δε θ' +αντιμετώπιζε; Είναι γενναίος. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή, αν δεν +καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του, α! — είναι γιατί τον +κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Γιατί γύρισε; Με είχε προδώσει, και θέλησε +παραπανιστά, να μ' εξευτελίση: αυτό είναι! Δε τον έφταναν τα παληά +μαρτύριά μου; Ας γυρίση λοιπόν, ντροπιασμένος κι' αυτός, στην Ιζόλδη +με τα Λευκά χέρια!» + +Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό, και του είπε της ειδήσεις που είχε +φέρει ο Μπλεχερή. Προσέθεσε: + +«Φίλε, πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο δρόμο +που πάει από το Τινταγκέλ στο Σαιν-Λουμπέν. Να του πης πώς δεν τον +χαιρετώ, και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα βάλω τους υπηρέτες +και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω». + +Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους είπε το +μήνυμα της Βασίλισσας. + +«Αδελφέ, φώναξε ο Τριστάνος, τι μου λες εκεί; Πώς θα μπορούσα να +φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού, όπως βλέπεις και μόνος σου, δεν +έχουμε δω τάλογά μας. Ο Γκορνεβάλης και ένας ιπποκόμος τα φύλαγαν. +Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος, κι' ακόμη τους γυρεύομε!» + +Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν. +Ωμολόγησαν το πάθημά τους. + +«Περινίς, ωραίε γλυκειέ φίλε, είπεν ο Τριστάνος, γύρισε γρήγορα στην +κυρία σου. Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και χαιρετισμό, ότι πάντοτε +της έμεινα πιστός, ότι μου είναι η πειο αγαπητή απ' όλες της +γυναίκες. Πέσ' της να σε ξαναστείλη να μου φέρης τη συγγνώμη της. Θα +περιμένω δω να γυρίσης». + +Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό,τι είδε κι' +άκουσε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε. + +«Α! Περινίς, ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο πατέρας μου +σε είχε προορίσει, από παιδάκι ακόμη, να με υπηρετής. Αλλά ο +Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα και τα δώρα του. Και συ, +με πρόδωσες. Φύγε από δω!» + +Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της. + +«Κυρία, σκληρά λόγια ακούω. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη στη ζωή +μου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. Λυπάμαι σας να κάνετε αυτή +την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. Πολύ αργά θα είναι όταν +μετανοήστε. + + — Φεύγα, δε σε πιστεύω. Και συ, Περινίς, συ ο Περινίς ο Πιστός, με +πρόδωσες!». + +Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη συγγνώμη της +Βασίλισσας. Ο Περινίς δε φάνηκε. + +Το πρωί, ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα, βάφει +μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο, και γίνεται σα +λεπρός. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη ελεημοσύνες. + +Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη φωνή του +ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. Θα μπορέση τάχα να ιδή +πουθενά τη Βασίλισσα; + +Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Η Βραγγίνα, η γυναίκες +της, οι βαλέδες της, τη συνοδεύουν. Πέρνει το δρόμο που πάει στην +Εκκλησιά. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες, χτυπάει το τασσάκι του, +παρακαλεί με παραπονετική φωνή: + +«Βασίλισσα, βοηθήστε με. Πεινάω!» + +Από το ωραίο του σώμα, από το ανάστημά του, η Ιζόλδη τον ανεγνώρισε. +Σύσσωμη ανατριχιάζει, μα δεν καταδέχεται να χαμηλώση το βλέμμα της +απάνω του. Ο λεπρός την ικετεύει, σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη +κανείς. Σέρνεται πίσω της. + +«Βασίλισσα, αν τολμώ να σας πλησιάζω, μη θυμώνετε. Λυπηθήτε με, το +αξίζω!». + +Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες: + +«Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!». + +Οι βαλέδες τον σπρώχνουν, τον χτυπούν. Εκείνος αντιστέκεται και +φωνάζει: + +«Βασίλισσα, λυπηθήτε με!». + +Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε ακόμη +όταν μπήκε στην εκκλησιά. Όταν την άκουσε να γελάη, ο λεπρός έφυγε. +Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό. Έπειτα λύθηκε όλο το +κορμί της, κ' έπεσε στα γόνατα, με το πρόσωπο χάμω, και τα χέρια +σταυρωμένα. + +Την ίδια μέρα, ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς, σε τέτοιο χάλι +που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα, και το καράβι του αρμένισε για +τη Βρεττάνη. + +Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. Όταν έμαθε από τον Ντινάς +ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να πιστεύη ότι ο +Περινίς της είχε πη την αλήθεια. Ότι ο Τριστάνος δεν είχε φύγει, +προκαλεσμένος στ' όνομά της. Ότι πολύ άδικα τον έδιωξε: «Πώς, +συλλογιζότανε, σας έδιωξα λοιπόν σας, Τριστάνε, φίλε! Τώρα πεια με +μισείτε και ποτέ δε θα σας ξαναϊδώ. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο +τουλάχιστον μετάνοιωσα, ούτε τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου, +και θα σας την προσφέρω ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!» + +Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και την πλάνη +της, η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο χιτώνα των +ασκητών. + + + +ΙΗ'. +Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ + + + +Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη, στα Κάρχαιξ, κι' όλοι τον +υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ, κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα Λευκά +χέρια. + +Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. Τι άξιζε πεια γι' αυτόν όλος +ο άλλος κόσμος; Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της. Έπειτα μια μέρα, +σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή, έστω κι' αν έβανε πάλι τους +βαλέδες της να τον χτυπήσουν. Μακρυά της, ήξερε ότι ο θάνατός του +ήτανε βέβαιος και προσεχής. Καλλίτερα να πέθαινε με μιας, παρά σιγά- +σιγά κάθε μέρα. Όποιος ζη με πόνο είναι σαν πεθαμμένος. Ο Τριστάνος +επιθυμεί το θάνατο, θέλει το θάνατο. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η +Βασίλισσα ότι πέθανε για την αγάπη της. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα +είναι έτσι πειο γλυκός. + +Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα, ούτε τους +συγγενείς, ούτε τους φίλους, και μάλιστα ούτε τον Καερδέν, τον +αγαπημένο του σύντροφο. + +Έφυγε άθλια ντυμένος, με τα πόδια, — γιατί κανείς δε δίνει προσοχή +στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους δρόμους. +Βάδισε, βάδισε, ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας. + +Στο λιμάνι, ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να ξεκινήση. Οι +ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά, και σήκωναν την άγκυρα για ν' +αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα. + +«Ο Θεός να σας φυλάη, άρχοντες, ο Θεός να σας βοηθήση να κάνετε καλό +ταξείδι. Για ποιον τόπο είσαστε; + + — Για το Τινταγκέλ. + + — Για το Τινταγκέλ; Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!». + +Μπαίνει μέσα. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά, το καράβι τρέχει +στα κύμματα. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ' ευθείαν στην +Κουρνουάλλη, και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο λιμάνι του +Τινταγκέλ. Πέρα από το λιμάνι, υψώνεται προς τη θάλασσα το παλάτι, +φραγμένο απ' όλες της μεριές. Δεν μπορούσε να μπη κανείς παρά μόνον +από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την +εφύλαγαν. Πώς να μπη; + +Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία. Έμαθε από +έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι προ ολίγου είχε +προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη. + +«Αλλά πού είναι η Βασίλισσα; Και η Βραγγίνα η ωραία της υπηρέτρια; + + — Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται, δεν πάει πολύ που της είδα. Η +Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη, όπως πάντα». + +Στ' όνομα της Ιζόλδης, ο Τριστάνος αναστέναξε, και σκέφτηκε πώς ούτε +με πονηρία, ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να ξαναϊδή τη φίλη του. +Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε. + +«Αλλά τι κι' αν με σκοτώση; Δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σου, +Ιζόλδη; Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα, από να πεθαίνω; Αλλά σεις +τουλάχιστον, Ιζόλδη, αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ, θα καταδεχόσαστε +να μιλήστε στο φίλο σας; Δε θα βάνατε τους βαλέδες σας να με +διώξουνε πάλι; Ναι, θα επιχειρήσω μια κατεργαριά. Θα ντυθώ σαν +τρελλός, κι' αυτή η τρέλλα θάναι μεγάλη φρονιμάδα. Όποιος με πιστέψη +αποβλακωμένο θάναι λιγώτερο γνωστικός από μένα, κι' όποιος με +πιστέψη τρελλό θα είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ». + +Ένας ψαρράς περνούσε, φορώντας κοντοκάπι από χονδρό χνουδωτό πανί, +και μεγάλη κουκούλα. Τον βλέπει ο Τριστάνος, του κάνει νόημα, τον +πέρνει κατά μέρος. + +«Φίλε, θέλεις ναλλάξουμε ρούχα; Δώσε μου το κοντοκάπι σου. Μου +αρέσει πολύ». + +Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου, και βρίσκοντας τα καλλίτερα +από τα δικά του, τα πήρε αμέσως και γρήγορα-γρήγορα έφυγε, χαίροντας +για την αλλαγή. + +Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του, +σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Άλειψε τη φάτσα του μ' ένα +υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο, φερμένο από τον τόπο του, κι' +αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν τόσο αλλόκοτα που +κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον αναγνωρίση. Έκοψε ένα κλαδί +καρυδιάς, το έφτιασε ρόπαλο, και το κρέμασε στο λαιμό του. Κ' έτσι, +ξυπόλητος, τράβηξε γραμμή στο παλάτι. + +Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός, και του φώναξε: + +«Ελάτε κοντά, πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό;» + +Απάντησε ο Τριστάνος, αλλάζοντας τη φωνή του: + +«Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. Πήρε μια +παπαδιά, μια χοντρή κυρία με βέλο. Από το Μπεζανσόν μέχρι το Μον, +δεν έμεινε παππάς, αββάς, καλόγερος, καλογεροπαίδι, να μην πάη στους +γάμους. Κι' όλοι στον κάμπο, βαστώντας τα μπαστούνια τους και της +μαγκούρες τους, πηδούν, παίζουν, και χορεύουν στη σκιά των μεγάλων +δέντρων. Αλλά τους άφησα για νάρθω εδώ. Γιατί οφείλω το βράδυ να +σερβίρω στο τραπέζι του Βασιληά». + +Ο πορτιέρης του είπε: + +«Έμπάτε λοιπόν, άρχοντα, γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού. Είσαστε +μεγαλόσωμος και τριχωτός, και μοιάζετε αρκετά του πατέρα σας». + +Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο, παίζοντας με το ρόπαλό του, βαλέδες και +ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του, και τον κυνηγούσαν σαν λύκο +από δω κι' από κει. + +«Κυττάχτε τον τρελλό, χου, χου, χου!» + +Του ρίχνουν πέτρες, τον χτυπούν με τα ραβδιά. Αλλά τους ξεφεύγει με +τρόπο: αν του επιτίθενται, από τ' αριστερά, γυρίζει και χτυπάει +δεξιά. + +Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά, σέρνονται πίσω του ολόκληρο πλήθος, +φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας, όπου κάτω από το θόλο του θρόνου, +και στο πλευρό της Βασίλισσας, ήταν καθισμένος ο Βασιληάς Μάρκος. +Πλησιάζει στην πόρτα, κρεμάει το ρόπαλο στο λαιμό του, και μπαίνει. + +Ο Βασιληάς τον είδε και είπε: + +«Να ένας καλός σύντροφος. Φέρτε τονε κοντά». + +Τον οδηγούν, με το ρόπαλο στο λαιμό. «Φίλε καλώς ήρθατε!» + +Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του: + +«Μεγαλειότατε, καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους Βασιλιάδες, το +ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από τρυφερότητα. Ο Θεός +να σας προστατεύη, ωραίε Άρχοντα! + + — Φίλε, τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα; + + — Την Ιζόλδη, που τόσο πολυαγάπησα. Έχω μια αδερφή, και σας την +φέρνω, — την πανώρηα Βρουνεώτη. Ή Βασίλισσα είναι πληχτική για σας, +για δοκιμάστε αυτή. Ας κάμουμε αλλαγή, σας δίνω την αδελφή μου +δανείστε μου την Ιζόλδη. Θα την πάρω και θα σας υπηρετήσω με αγάπη». + +Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό: + +«Αν σου δώσω τη Βασίλισσα, τι θα θελήσης να την κάμης; Πού θα την +πας; + + — Κει πάνω, μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα, σ' ένα ωραίο +γυάλινο παλάτι. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες του, οι άνεμοι δε +μπορούν να το σκίσουν. Θα πάω τη Βασίλισσα σ' ένα δωμάτιο όλο +κρύσταλλο, στολισμένο με ρόδα, ολόλαμπρο κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο +ήλιος». + +Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους: + +«Να ένας τρελλός, που ξέρει και μιλάει με τέχνη». + +Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη. + +«Φίλε, του είπεν ο Μάρκος, πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η Βασίλισσα θα +προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα; + + — Μεγαλειότατε, έχω μεγάλα δικαιώματα για να με προσέξη. Πολλά +έκαμα γι' αυτήν, κι' απ' αυτήν κατάντησα τρελλός. + + — Ποιος είσαι λοιπόν; + + — Είμαι ο Τριστάνος, εκείνος που τόσο αγάπησε την Ιζόλδη, κι' ως +που να πεθάνη θα την αγαπάη. + +Αναστέναξε η Ιζόλδη, ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου, άλλαξε το +χρώμα της, και θυμωμένη του είπε: + +«Φύγε από δω. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε, βρωμοπαλαβέ!». + +Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε: + +«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάσαι τότε που, μισοπεθαμμένος από το +φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ, περνώντας τη θάλασσα, με την άρπα μου +μοναχό σύντροφο, ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας, της Ιρλανδίας; Μ' +εγιατρέψατε. Δε θυμόσαστε πεια, Βασίλισσα;» + +Η Ιζόλδη απάντησε; + +«Φύγε από δω, τρελλέ, ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε συ ο +ίδιος». + +Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους, και τους έσπρωξε προς την +πόρτα φωνάζοντας: + +«Τρελλοί, όξω από δω. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη Βασίλισσα. Ήρθα +δω μέσα γιατί την αγαπάω». + +Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη. + +«Μεγαλειότατε, διώχτε αυτόν τον τρελλό». + +Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του + +«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που σκότωσα στον +τόπο σας; Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου, και ολόκαυτος από το +φαρμάκι, έπεσα χάμω κοντά στο έλος. Ήμουνα τότε ένας θαυμάσιος +ιππότης!. . . . Και περίμενα το θάνατο όταν ήρθατε σεις και με +βοηθήσατε». + +Απάντησε η Ιζόλδη: + +«Πάψε, μη βρίζης τους ιππότες. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από γέννησή +σου. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν δω πέρα, αντί +να σε πετάξουν στη θάλασσα!» + +Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε: + +«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με σκοτώστε +με το σπαθί μου; Και την ιστορία της χρυσής τρίχας που σας μαλάκωσε +την καρδιά; Και πώς σας υπερασπίστηκα εναντίον του ανάντρου αυλάρχη; + + — Παύτε, μοχθηρέ ψεύτη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε τα παραμύθια +σας; Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ, και το κρασί σας +έφερε όλα αυτά τα ονείρατα. + + — Αλήθεια, ναι, είμαι μεθυσμένος, και με τέτοιο ποτό που ποτέ πεια +δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. Βασίλισσα Ιζόλδη δε θυμόσαστε +εκείνη την τόσο ωραία, την τόσο θερμή μέρα μέσα στην πλατειά +θάλασσα; Είχατε δίψα!, δε θυμώσαστε, ω κόρη Βασιληά; Στο ίδιο ποτήρι +ήπιαμε μαζύ. Από τότε είμαι παντοτεινά ζαλισμένος από κακό +μεθύσι...» + +Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια, που μοναχά αυτή και κανένας +άλλος μπορούσε να καταλάβη, έκρυψε το κεφάλι μέσα στο μαντύα της, +σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. Αλλά ο Βασιλέας την εκράτησε από τη +βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση δίπλα του. + + — Περιμένετε λίγο, Ιζόλδη φίλη, νακούσωμε αυτές της τρέλλες ως το +τέλος. Τρελλέ, τι δουλειά ξέρεις να κάνης; + + — Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες. + + — Αλήθεια, ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με πουλιά; + + — Βέβαια, όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος, ξέρω να πιάνω με τα +λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα, και τους κύκνους +τους άσπρους και τους σταχτερούς, και τ' αγριοπερίστερα. Με το τόξο +μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!» + +Για καλά γέλασαν όλοι, κι' ο Βασιληάς ρώτησε: + +«Και τι πιάνεις, αδερφέ, όταν κυνηγάς στο ποτάμι. + + — Ό,τι βρίσκω. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες αρκούδες. Τ' +αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς. Κι' όταν γυρίζω σ' +αυτόν που με φιλοξενεί, ξέρω πολύ καλά να παίζω με το ρόπαλο, να +μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους, να κουρδίζω την άρπα και να +τραγουδάω, και ν' αγαπώ της Βασίλισσες, και να ρίχνω στα ποταμάκια +καλοκομμένα κομματάκια ξύλο. Μα την αλήθεια, δεν είμαι καλός +τραγουδιστής; Σήμερα είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί». + +Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο: + +«Φευγάτε από δω, Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη; Δε +φάγατε αρκετά; Δεν χορτάσατε;» + +Ο Βασιληάς, αφού διασκέδασε με τον τρελλό, καβάλλησε το άτι του κ' +ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους ιπποκόμους. + +«Μεγαλειότατε, του είπεν η Βασίλισσα, είμαι κουρασμένη κι' αδιάθετη! +Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Δε μπορώ ν' ακούω +περισσότερο αυτές της τρέλλες». + +Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεββάτι, κ' είχε +μεγάλη λύπη. + +«Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ; Η καρδιά μου βαρειά είναι και +πληγωμένη. Βραγγίνα, αγαπητή αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο σκληρή και +τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο. Είναι κει ένας +τρελλός, κουρεμένος σταυρωτά, που ήρθε δω μέσα στην κακή ώρα. Αυτός +ο τρελλός, αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή μάντης, γιατί ξέρει με το +νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή και την ύπαρξί μου. Ξέρει πράγματα +που μόνον εσύ, εγώ, κι' ο Τριστάνος γνωρίζουμε. Τα ξέρει, ο αλήτης, +με της μαγείες του». + +Η Βραγγίνα απάντησε: + +«Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος; + + — Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος, είναι ο καλλίτερος ιππότης, ενώ +αυτός είναι κακοφτιαγμένος, απαίσιος. Καταραμένος νάναι από το Θεό. +Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε, καταραμένο το καράβι που μας τον +έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω στα βαθειά κύματα. + + — Ήσυχάστε, κυρία, είπεν η Βραγγίνα. Πάρα πολλές κατάρες κι' +αφορεσμούς λέτε σήμερα. Πού μάθατε αυτό το επάγγελμα; Ποιος ξέρει αν +αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αποσταλμένος από τον Τριστάνο; + + — Δεν πιστεύω, δεν τον ανεγνώρισα. Αλλά πηγαίνετε να τον βρήτε, +ωραία φίλη, μιλήστε του, κυττάχτε αν θα τον αναγνωρίστε». + +Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος, είχε +καθήσει σε έναν πάγκο. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε, άφησε κάτω το +ρόπαλο κ' είπε: + +«Βραγγίνα, άδολη Βραγγίνα, σας εξορκίζω στο Θεό, λυπηθήτε με! + + — Βρωμερέ τρελλέ, ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου; + + — Ωραία, είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου. Ορκίζομαι στα +μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά, ότι αν το λογικό έφυγε απ' αυτό +το κεφάλι, σεις είσαστε η αιτία, ωραία. Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε +το ποτό που ήπια στην ανοιχτή θάλασσα; Το ήπια, με τη μεγάλη ζέστη, +σ' ένα χρυσό ποτήρι, κ' έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Σεις μόνη το +μάθατε, ωραία. Δε θυμόσαστε πεια; + + — Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα, και καταταραγμένη, ώρμησε προς το +δωμάτιο της Ιζόλδης. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω της, φωνάζοντας +«Έλεος!» + +Μπαίνει, βλέπει την Ιζόλδη, ορμά απάνω της, με τα χέρια τεντωμένα, +θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Αλλά ντροπιασμένη, βρεγμένη από +ιδρώτα αγωνίας, οπισθοχωρεί κατά πίσω, τον αποφεύγει. Ο Τριστάνος +βλέποντας ότι αποφεύγει την προσέγγισί του, τρέμει από θυμό κι' από +πείσμα, κι' υποχωρεί κατά τον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Και με την +παραλαγμένη φωνή του: + +«Βέβαια, είπε, έζησα πάρα πολύ, αφού είδα την ημέρα όπου η Ιζόλδη με +διώχνει, δεν καταδέχεται να μαγαπήση, με μεταχειρίζεται σαν χυδαίο. +Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ, αργά ξεχνάει. Ιζόλδη, είναι ωραίο και +πολύτιμο πράγμα μια πηγή, μια πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει, +με μεγάλα και καθαρά κύματα. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει +τίποτε πεια. Έτσι είναι η αγάπη όταν ξεραθή». + +Η Ιζόλδη απάντησε: + +«Αδελφέ, σας κυττάζω, αμφιβάλλω, τρέμω, δεν ξέρω, δεν αναγνωρίζω τον +Τριστάνο. + + — Βασίλισσα Ιζόλδη, είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο σας αγάπησε. +Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα στα κρεββάτια μας; +Και το πήδημα που έκαμα, και το αίμα που έτρεξε από την πληγή μου, — +και το δώρο που σας έστειλα, το σκύλλο Πτικρού με το μαγικό +κουδουνάκι; Δε θυμόσαστε τα χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο +ρυάκι;» + +Η Ιζόλδη τον κυττάζει, αναστενάζει, δεν ξέρει τι να πη και τι να +πιστέψη, βλέπει ότι τα ξέρει όλα, μα θάτανε τρέλλα να ομολογήση πώς +είναι ο Τριστάνος. Κι' ο Τριστάνος της λέει: + +«Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα, γνωρίζω δα με ξεχάσατε, και σας κατηγορώ +για προδοσία. Γνώρισα μολαταύτα, ωραία, ημέρες που μ' αγαπούσατε με +έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος, στην καλυβίτσα με τα φύλλα. Θυμόσαστε +ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν, το καλό μου το σκυλλί; 'Α! +αυτός μ' αγάπησε πάντοτε, και προς χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη +την Ξανθή. Πού είναι; Τι τον κάματε; Αυτός τουλάχιστον θα με +ανεγνώριζε. + + — Θα σας ανεγνώριζε; Λέτε μια τρέλλα. Γιατί από τότε που λείπει ο +Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την καλύβα του κι' όποιος +τον πλησιάση του ρίχνεται, Βραγγίνα, φέρε μου τον εδώ. + +Η Βραγγίνα τον φέρνει. + +«Έλα δω, Χουσδάν, λέει ο Τριστάνος. Ήσουν δικός μου, σε ξαναπέρνω». + +Ακούγοντας τη φωνή του, ο Χουσδάν, τραβάει την αλυσσίδα του από τα +χέρια της Βραγγίνας, τρέχει στον κύριό του, κυλιέται στα πόδια του, +λείχει τα χέρια του, γαυγίζει χαρωπά. + +«Χουσδάν, φωνάζει ο τρελλός, ευλογημένος νάναι ο κόπος που έκανα για +να σ' αναστήσω. Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη που τόσο αγαπούσα. +Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. Θαναγνωρίση τουλάχιστον αυτό το +δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε, με κλάμματα και με φιλιά, την ημέρα +του χωρισμού; Αυτό το δαχτυλιδάκι με την πράσινη πέτρα ποτέ δε +μάφησε. Πολλές φορές του ζήτησα συμβουλή στης συφορές μου. Πολλές +φορές αυτή την πράσινη πέτρα την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου». + +Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. Ανοίγει τα χέρια της: + +«Νάμε! Πάρε με, Τριστάνε!» + +Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του: + +«Φίλη, πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης, πειο πολύ από το +σκύλλο; Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι; Δεν αισθάνεσαι πως θα ήτανε +πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την ανάμνησι των παληών +μας ερώτων; Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής μου; Τον ήχο της καρδιάς +μου έπρεπε ν' ακούσης. + + — Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα απ' ό,τι +νομίζεις. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν πονηρίες. Έπρεπε +να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το σκύλλο, με κίνδυνο να σε +πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά στα μάτια μου; Ούτε η ανάμνησι +της περασμένης ζωής, ούτε ο ήχος της φωνής σου, ούτε κι' αυτό το +δαχτυλίδι ακόμη αποδεικνύουν τίποτε, γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι +κατεργαριές μοχθηρού μάγου. Μολαταύτα, παραδίνομαι, στη θέα του +δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι, άμα το ξαναϊδώ, έστω κι' αν πρόκειται να +χαθώ, θα κάνω ό,τι μου πης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι. +Φρονιμάδα ή τρέλλα, — να με! Πάρε με, Τριστάνε!» + +Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Όταν συνήλθε, ο +Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της και το +πρόσωπό της. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα. Κρατεί την Βασίλισσα +στα χέρια του. + +Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό, οι υπηρέτες τον έβαλαν να +κοιμάται στα σκαλιά της σάλας, σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα. Γλυκά +υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Κάποτε κάποτε +πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του, περνούσε από την τρώγλη +του στην αίθουσα της Βασιλίσσης. + +Αλλά, έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν την +πανουργία. Ειδοποίησαν τον Αντρέ, ο οποίος έβαλε μπρος στα δωμάτια +των γυναικών, τρεις σπιούνους, αρματωμένους. Όταν ο Τριστάνος θέλησε +να περάση την πόρτα: + +«Πίσω, τρελλέ, φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να κοιμηθής στ' +άχερα. + + — Αι τι, ωραίοι άρχοντες, είπεν ο τρελλός δε θα πάω απόψε ν' +αγκαλιάσω την Βασίλισσα; Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και με περιμένει;» + +Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν να +περάση. + +Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του: + +«Φίλη, πρέπει κι' όλα να φεύγω. Σε λίγο θα μανακαλύψουν. Πρέπει να +φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Ο θάνατος μου είναι +κοντινός: μακρυά μας, ο πόθος θα με πεθάνη. + + — Φίλε, κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε απάνω σ' +αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η ψυχές μας να +φύγουν. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον οποίο μου μιλούσες +άλλοτε. Στον τόπο από τον οποίο δε γυρίζουν, όπου λαμπροί μουσικοί +τραγουδούν ρυθμούς χωρίς τέλος. Πάρε με! + + — Ναι, θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών. Πλησιάζει ο +καιρός. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να πιούμε; κι' άλλες +χαρές; Πλησιάζει ο καιρός. Όταν έρθη το πλήρωμα του χρόνου, αν σε +καλέσω Ιζόλδη, θάρθης; + + — Φίλε, φώναξέ με, το ξέρεις πώς θάρθω! + + — Φίλη, ο Θεός να σε ανταμείψη! + +Όταν πέρασε το κατώφλι, οι σπιούνοι, ερρίχτηκαν απάνω του. Ο τρελλός +έσκασε τα γέλοια, στριφογύρισε το ρόπαλό του και είπε: + +«Με διώχνετε, ωραίοι άρχοντες. Γιατί τάχα; Δεν έχω να κάνω πεια +τίποτα κει μέσα, αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να ετοιμάσω το +ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα, το κρυστάλλινο σπήτι, το +στολισμένο με ρόδα, φωτεινό το πρωί όταν λάμπη ο ήλιος. + +«Φεύγα, λοιπόν, τρελλέ. Στο διάβολο!» + +Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία, έφυγε +χοροπηδώντας. + + + + +ΙΘ'. +Ο ΘΑΝΑΤΟΣ + + + + [Amor condusse noi ad una morte. + D a n t e.] + +Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη, στο Κάρχαιξ, πήγε να +βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν, εναντίον ενός βαρώνου +Μπενταλίς. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του στήσανε ο Μπενταλίς κι' +οι αδερφοί του. Ο Τριστάνος σκότωσε τα εφτά αδέρφια. Αλλά πληγώθηκε +κι' αυτός με μια κονταριά, και το κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο. + +Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ, όπου τούδεσαν της +πληγές. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί, μα κανείς δε μπόρεσε να γιατρέψη +το φαρμάκι, γιατί ούτε το ανακάλυψαν καθόλου. Δεν καταλάβανε ούτε +ένα κατάπλασμα να βάλουν για να τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Άδικα +κοπανίζουν της ρίζες τους, άδικα μαζεύουν χόρτα, άδικα φτιάνουν +ποτά. Ο Τριστάνος όλο και χειροτερεύει. Το δηλητήριο απλώνεται στο +σώμα του. Πρασινίζει. Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του. + +Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. Κατάλαβε ότι πέθαινε. Θέλησε τότε +να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς να πάη ως εκεί; Στην +αδυναμία που βρίσκεται, η θάλασσα θα τον σκότωνε. Κι' άλλωστε κι' αν +έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη, πώς θα γλύτωνε από τους εχθρούς του; +Θρηνεί. Το φαρμάκι τον βασανίζει, ω αγωνία! — και περιμένει το +θάνατο. + +Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του, γιατί κι' οι δύο +αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη, θέλησε να μη μείνη κανείς μέσ' το +δωμάτιο, εκτός από τον Καερδέν, και μάλιστα ούτε στα γειτονικά +δωμάτια να μη μείνη κανείς. Η Ιζόλδη, η γυναίκα του, θαύμαζε μέσα +της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα. Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε +τ' αυτί της στον τοίχο. Ακούει. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει +απ' όξω, γι' ασφάλεια. + +Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του, σηκώνεται, στηρίζεται +στον τοίχο. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε μαζύ τρυφερά. +Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα, που τόσο γρήγωρα πήρε τέλος, τη +μεγάλη φιλία τους, και της αγάπες τους. Κι' ο ένας θρηνεί για τον +άλλο. + +«Ωραίε γλυκέ φίλε, λέει ο Τριστάνος, είμαι σε ξένον τόπο όπου δεν +έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα, εκτός από σε. Μόνον συ μούδωσες +χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Πεθαίνω. Θα ήθελα να ξαναϊδώ την +Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς, με τι τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι +μου; Α! αν είχα έναν απεσταλμένο, που νάθελε να πάη κει πέρα, αμέσως +θαρχότανε η Ιζόλδη, τόσο πολύ μαγαπάει. Καερδέν, ωραίε σύντροφε, στη +φιλία μας, στην ευγένεια της καρδίας σου, στη συμμαχία μας, σε +παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα, κι' αν της πας το +μήνυμά μου, σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ απ' όλους +τους ανθρώπους». + +Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη, ν' απελπίζεται, να θρηνή. +Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα, κι' απαντά γλυκά, με αγάπη: + +«Μην κλαις άλλο, ωραίε σύντροφε, θα κάνω το θέλημά σου. Φίλε, για +την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. Καμμιά συφορά, καμμιά +αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό,τι μπορώ. Πέστε ό,τι θέλετε να +μηνύσω στη Βασίλισσα, κι' ετοιμάζομαι!» + +Ο Τριστάνος απάντησε: + +«Φίλε, ευχαριστώ. Λοιπόν, άκουσε την παράκλησί μου. Πάρε αυτό το +δαχτυλίδι. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης. Όταν θα φθάσης +στον τόπο της, κατάφερε να περάσης μέσα στην Αυλή, ως έμπορος. +Παρουσίασε της μεταξωτά, κάνε ώστε να ιδή το δαχτυλίδι. Αμέσως +εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά. Τότε πες της ότι η +καρδιά μου τη χαιρετά. Ότι μονάχα αυτή μπορεί να μου κάνη καλό. Πες +της ότι, αν δεν έρθη πεθαίνω. Πες της να θυμηθή της περασμένες μας +χαρές, της μεγάλες λύπες, τους μεγάλους πόνους, και της χαρές, και +της πίκρες της άδολης και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο +κρασί που μαζύ ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα +ότι μόνον αυτή θ' αγαπώ. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!» + +Πίσω από τον τοίχο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά τα λόγια. +Σχεδόν ελιποθύμησε. + +«Κάνε γρήγωρα, σύντροφε, και γύρισε αμέσως εδώ. Αν αργήσης, δε θα με +ξαναϊδής πεια. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες, και φέρε μου την Ιζόλδη +την Ξανθή. Κρύψε την αναχώρησί σου από την αδερφή σου, ή πέσε ότι +πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Θα πάρης το ωραίο μου καράβι. Πάρε +μαζύ σου δυο πανιά, το ένα μαύρο το άλλο άσπρο. Αν φέρνης τη +Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο πανί, κι' αν δεν την φέρνης βάλε το +μαύρο, ν' αρμενίσης μ' αυτό. Φίλε, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ. +Ο Θεός να σε οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!» + +Αναστενάζει, κλαίει και θρηνεί, κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν, φιλεί +τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά. + +Με τον πρώτο άνεμο, έβαλε μπρος. Οι ναύτες σηκώσανε της άγκυρες, +τέντωσαν το πανί, κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο αεράκι. Η πλώρη +έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. Είχαν πάρει μαζύ πλούσια υφάσματα, +μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς, σερβίτσια από το Τουρ, κρασιά του +Ποατού, πουλιά σπάνια της Ισπανίας, και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε +ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη Βασίλισσα. Οχτώ μέρες, οχτώ νύχτες, +έσκισαν τα κύματα, και με φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την +Κορνουάλλη. + +Οργή γυναίκας, τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται. Όπου μια +γυναίκα αγαπάει πειο πολύ, κει θα εκδικηθή πειο σκληρά. Γρήγωρα +έρχεται η αγάπη στης γυναίκες, γρήγωρα και το μίσος. Κ' η έχθρα +τους, άμα έρθη μια φορά, βαστάει πειο πολύ, παρά η αγάπη. Ξέρουνε η +γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα, μα όχι το μίσος. Όρθια πίσω από +τον τοίχο, όλα τα άκουσεν η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Κράτησε καλά +στο μυαλό της τα λόγια του Τριστάνου. Αν μπορέση μια μέρα, πώς θα +εκδικηθή κείνον που περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο! +Μολαταύτα δεν έδειξε τίποτα, και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο +δωμάτιο του Τριστάνου, και κρύβοντας την οργή της, εξακολούθησε να +τον υπηρετή και να τον περιποιέται, καθώς πρέπει σε μια που αγαπάει. +Του μιλούσε γλυκά, τον φιλούσε στα χείλη, και τον ρωτούσε αν θα +γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον εγιάτρεβε. Μα πάντα +ζητούσε να βρη την εκδίκησι. + +Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο λιμάνι του +Τινταγκέλ. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα, ένα ωραίο +μετάλλινο ποτήρι, κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι, και τα χάρισε στο +Βασιληά Μάρκο, παρακαλώντας τον με ευγένεια να του παραχωρήση την +προστασία του και την ειρήνη του, για να μπορέση να εμπορευθή στον +τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε από αυλικό ούτε από υποκόμη. Κι' ο +Βασιληάς του το παραχώρησε μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του +παλατιού του. + +Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη δουλεμένη με +φίνο χρυσάφι. + +«Βασίλισσα, είπε, το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το δαχτυλίδι +του Τριστάνου, τώβαλε δίπλα. «Κυττάχτε, Βασίλισσα: το χρυσάφι αυτής +της πόρπης είναι πολυτιμότερο, κι' όμως κι' αυτού του δαχτυλιδιού το +χρυσάφι την έχει την αξία του...» + +Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, +τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της, — φόβος την έκοψε +τι θάκουγε. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν, κοντά σ' ένα παράθυρο, για +να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το δαχτυλίδι. + +Ο Καερδέν της είπεν απλά: + +«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό σπαθί, και +πεθαίνει. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του κάνετε καλό. + +Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που +υποφέρατε μαζύ. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. Σας το δίνει». + +Μισολιποθυμισμένη, απάντησε η Ιζόλδη: + +«Φίλε, θα σας ακολουθήσω. Αύριο, το πρωί, έχετε έτοιμο το καράβι σας +γι' αναχώρησι!» + +Την άλλη μέρα το πρωί, η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να κυνηγήση με τα +γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της. Αλλά ο Δούκας Αντρέ την +παραμόνευε, και την συνώδευσε. Όταν βγήκαν στα χωράφια, όχι μακρυά +από την παραλία, ένας φασιανός πέταξε ψηλά. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα +γεράκι για να τον πιάση, αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το +γεράκι πήρε φόρα και χάθηκε. + +«Κυττάχτε, Άρχοντα Αντρέ, είπεν η Βασίλισσα, το γεράκι κούρνιασε κει +κάτω, στο λιμάνι, στο κατάρτι ενός άγνωστου καραβιού. Τίνος είναι; + + — Κυρία, είπεν ο Ανρέ, είναι το καράβι του εμπόρου της Βρεττάνης +που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Πάμε να πιάσουμε το γεράκι μας». + +Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα, σαν γεφυράκι, από το καράβι του στη +στεριά. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα. + +«Βασίλισσα, αν θέλατε, να μπαίνατε στο καράβι μου να σας έδειχνα τα +πλούσια εμπορεύματά μου; + + — Ευχαρίστως, άρχοντα, απάντησεν η Βασίλισσα. + +Κατεβαίνει από τ' άλογο, πάει κατ' ευθείαν στη μικρή γέφυρα, την +περνάει, μπαίνει στο καράβι. Ο Αντρέ θέλει να την ακολουθήση, και +πατάει στην τάβλα. Αλλά ο Καερδέν, όρθιος στην κουπαστή, τον χτυπάει +με το κουπί του. Ο Αντρέ κλονίζεται και πέφτει στη θάλασσα. Ο +Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί και τον βουλιάζει μέσα στα +κύματα, φωνάζοντας: + +«Πέθανε, προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες στον +Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!» + +Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο τους +είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Ο Γκενελόν, ο +Γκοντοΐν, ο Ντενοαελέν, κι' ο Αντρέ. + +Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο δροσερός +πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα πανιά. Έξω από +το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και φωτεινή πέρα, κάτω από +της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το καράβι. + +Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει με πόθο +τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια, κι' αν ζη +ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην παραλία να +κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα έχει το πανί του. +Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην καρδιά του. Έπειτ' από λίγο +είπε και τον πήγαν στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον +ουρανό, κύτταζε μακρυά στη θάλασσα. + +Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να κλάψουν όσους +αγαπούν. + +Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε μακρυά, και +πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος καταιγίδας σηκώνεται. +Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο +«προσήνεμο» και με θλιμμένη καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος. +Τα βαθειά κύμματα αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά, +μαυρίζει η θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και +κατάρτια τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται +στη διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν +ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην πρύμη +κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το καράβι και +την πέρνει μακρυά. + +Η Ιζόλδη φωνάζει: + +«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά για να +ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη, μοναχά μια φορά. +Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε, μια φορά αν σας +μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις +εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός, κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη +μου λύπη. Λίγο με μέλει για το θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον +δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. +Τέτοιος είναι ο έρωτάς μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα, +ούτ' εγώ δίχως εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με +τον δικό μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε +να πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας. +Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως δε θα +μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας ολοένα να έρθω. +Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα +από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα, θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα +Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ' απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν +μάθαινα το θάνατό σας, δε θα ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το +Θεό, ή να προφθάσω να σε κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο +θάνατο!». + +Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά έπειτα από +πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο Καερδέν σηκώνει +το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο Τριστάνος από το +χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη Βρεττάνη .... +Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την καταιγίδα, η θάλασσα +γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα +πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι' +αριστερά, μπρος και πίσω. Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η +φουρτούνα είχεν αρπάξει τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την +τρίτη νύχτα, η Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το +κεφάλι μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ' +έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό. + +Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να μένη στην +ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος στο παλάτι έκλαιγε +για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί, +αναστενάζει. Λίγο θέλει για να πεθάνη από τον καϋμό του. + +Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε η Ιζόλδη +με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε. + +Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει: + +«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. Σιγά-σιγά +προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να σου φέρη τη +γιατρειά σου» + +Αναταράζεται ο Τριστάνος. + +«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;! Λοιπόν, πέστε +μου τι πανί έχει. + + — Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ ψηλά, γιατί ο +άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι κατάμαυρο». + +Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε: + +«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές: «Ιζόλδη, +φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή. + +Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του +Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ' έναν +πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο. + +Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε δυνατά τα +πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη η Ξανθή βγήκε +όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. Άκουσε να χτυπούν η +καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα μοναστήρια. + +Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι θρήνοι. + +Ένας γέρος της λέει: + +«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος, ο +τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και βοηθούσε όσους +υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν τον τόπο, άλλοτε. + +Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. Ανεβαίνει πατά +το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο μπούστος της έχει ξελυθή. +Οι Βρεττανοί την κυττάζουν θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο +ώμορφη γυναίκα. Ποία είναι; Πούθ' έρχεται; + +Κοντά στον Τριστάνο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, τρελλή από το κακό +που η ίδια είχε κάνει, χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές απάνω από το +πτώμα. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε: + +«Σηκωθήτε, κυρία, κι' αφήστε με να πλησιάσω. Έχω πειο πολλά +δικαιώματα να τον κλάψω, πιστεύτε με. Πειο πολύ τον αγάπησα». + +Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. Έπειτα ξεσκέπασε λίγο +το σώμα, ξαπλώθη κοντά του, δίπλα στο φίλο της, του φίλησε το στόμα +και το πρόσωπο, και τον αγκάλιασε σφιχτά. Κορμί με κορμί, στόμα με +στόμα, παραδίνει έτσι την ψυχή της, και πεθαίνει κοντά του για τον +πόνο του φίλου της. + +Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, πέρασε τη +θάλασσα, και σαν ήρθε στη Βρεττάνη, είπε κ' έφτιασαν και στόλισαν +δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη, το άλλο με βύριλλο για +τον Τριστάνο. Πήρε στο καράβι του για τη Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους +σώματα. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι, δεξιά και αριστερά από το ιερό, τους +έθαψε σε δυο μνήματα. Αλλά τη νύχτα, από το μνήμα του Τριστάνου +ξεφύτρωσε ένας πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά, με άνθη +αρωματικά. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον τάφο +της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. Την άλλη μέρα +ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος, ανθισμένος, και ζωηρός και βυθίζεται +στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. Τρεις φορές θέλησαν να τον κόψουν. +Άδικα. Έπειτα το είπαν του Βασιληά Μάρκου, κ' εκείνος διάταξε να μη +ξανακόψουν πεια το θάμνο. + +Άρχοντες, οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού, ο Βερούλ, κι' ο +Θωμάς, κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ, κι' ο κύριος Γκόττφριδ, αφηγήθηκαν +αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν, όχι για τους άλλους. Σας +στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. Χαιρετούν τους σκεφτικούς και +τους ευτυχισμένους, κείνους πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν +πόθο στην καρδιά, τους χαρούμενους και τους λυπημένους, όλους τους +εραστές. Εύχονται να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια, για την +αδικία, για το πείσμα, για τον πόνο, για όλες της πίκρες της αγάπης! + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + Δρ. +Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 8. — +Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 4. — +Βουτυρά Α., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα . . . 4. — +Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια ............. 6. — + » » Αι Γυναίκες ........... 3.50 +Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου 7.50 +Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε. Χρυσάφη 4.50 +Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου ....... 6. — +Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα .......... 6. — +Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη .... 5.50 +Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια ........ 2. — +Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της ζωής 5. — +Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ. Βουτιερίδου . . 3.50 +Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα, μετάφρασις +Αιμιλίας Καραβία ............... 5. — +Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου .... 7. — +Moréas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές .... 5. — +Μπεντιέ Ιωσ., Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της +Ιζόλδης, μετάφρ. Ν. Α. Βεντήρη ......... 7. — +Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης Δενδρινού 3.50 +Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ. Γερ.Σπαταλά4. — +Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ. Φιλήντα 5. — +Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο .... 3.50 + » Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει) μυθισ. . 7. — +Πουτσίνι Π, Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ. Κόκκαλη 2. — +Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλρι, μετάφρασις Ι. Ε. Χρυσάφη 3.50 +Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ. Σχινά 5. — +Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα, πρόλογος και μετά- +φρασις Γ. Καλοσγούρου............. 1.50 + » Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά ..... 18. — +Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ. Τρικογλίδη 3.50 +Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I. Βεργωτή 4. — +Τσέχωφ Α., Νύκτα στο νεκροταφείο. Διηγήματα, μετά- +φρασις Αγ. Κωνσταντινίδου........... 4.50 +Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α. Πρωτοπάτση 5. — +Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα ...... 5. — +Χρηστομάνου, Το βιβλίον της Αυτοκράτ. Ελισάβετ . . . 7.50 +Ψυχάρη Γ., Ζωή κι' αγάπη στη μοναξιά......... 10. — + » Σα λάμπει ο ήλιος ............ 4. — + » Απολογία................ 6. — + » Δύο Αδέρφια.............. 10. — + » Το ταξίδι μου.............. 6. — + » Στον ίσκιο του πλατάνου ......... 5. — + » Πολλά πράματα............. 4. — + » Τρία λόγια................ 6. — + + + + + +End of Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT *** + +***** This file should be named 35320-0.txt or 35320-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/5/3/2/35320/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20110218-35320-0.zip b/old/20110218-35320-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..42af278 --- /dev/null +++ b/old/20110218-35320-0.zip |
