summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20110218-35320-0.txt5675
-rw-r--r--old/20110218-35320-0.zipbin0 -> 132238 bytes
2 files changed, 5675 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110218-35320-0.txt b/old/20110218-35320-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..4e6bcae
--- /dev/null
+++ b/old/20110218-35320-0.txt
@@ -0,0 +1,5675 @@
+Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Le roman de Tristan et Iseut
+
+Author: Joseph Bédier
+
+Translator: Nikolaos Ventiris
+
+Release Date: February 18, 2011 [EBook #35320]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Single
+quotation marks are left as in the edition.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην έκδοση.
+
+
+
+ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ
+(JOSEPH BÉDIER))
+
+ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
+ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ
+
+
+
+ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922
+
+Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό
+αντίτυπα αριθμημένα από 1 έως 100.
+
+
+Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21
+
+
+
+Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο πρόσφατο
+από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του Τριστάνου και
+της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή πρόζα, είναι,
+αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο άξιος συνεχιστής των
+παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της
+γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης
+ήπιαν, στους παληούς καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να
+ξαναπή τη θαυμασία τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους,
+τους πόνους τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη
+του Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των
+Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την
+δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής σπουδής,
+την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε από την ομίχλη,
+και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως διόλου καινούργιες. Την
+ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ' αυτές χωρίς να σκέπτεται να της
+αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι
+που την έθελγε στης συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε
+φθάσει μέχρι των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου,
+ο κ. Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους
+αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι. Η
+ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα
+κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για τον
+οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον χρειαζότανε νάναι
+ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου, όσων γνωρίζουμε στην
+ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά
+και του Λασέβρ εχάθησαν ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις
+χιλιάδες στίχοι περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου,
+ανωνύμου, χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις:
+Τρεις απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι
+κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει ένα
+ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί πολυτιμότατοι κάποτε·
+μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το αχώνευτο εις πεζόν
+μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως αυξημένο από τους
+διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια λείψανα των χαμένων
+ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός στο σωρό όλων αυτών των
+ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από τα γκρεμισμένα οικοδομήματα;
+Ένα από τα δύο: να προσκολληθή στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος
+δρόμος παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης
+ξένες μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και
+ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο
+αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό βαρβαρικό
+στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα έργα της
+ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ προτίμησε τη δεύτερη
+λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό ακριβώς πειο ελκυστική για
+την τέχνη του και τη μόρφωσί του, και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως
+προς το σκοπό που είχε τάξει: ν' αναστήση για τους ανθρώπους των
+ημερών μας το θρύλο του Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που
+επήρε, εκείνη τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία.
+Άρχισε λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του
+Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το κέντρο
+της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά στο πνεύμα του
+αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή τρόπο του τού
+αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι, μέχρι ως την παιδική
+κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους
+του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο κεφάλι και μέλη, όχι με μια
+μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα είδος οργανικής αναδημιουργίας,
+έτσι καθώς μας την παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα,
+συμπληρώνονται εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της
+αρχικής φόρμας τους.
+
+Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο καλλίτερα
+όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και λιγώτερο ανεπτυγμένος.
+Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος
+στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε αρκετά ανόμοια, και που η
+ανομοιότης τους δεν τον στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά
+σ' ένα είδος προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή
+ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' αυτός το
+ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη εκλεκτικότητα και
+καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που ακολουθεί το κομμάτι του
+Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι ενός ποιήματος συγγενεύοντος με
+του Μπερούλ, από τον Τομάς και τους μεταφραστές του, από τους
+υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα
+ακόμη, επήρε ό,τι χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο
+διατηρημένο κομμάτι μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε,
+μέσα στης διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα
+πήγαινε με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή
+είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης του —
+δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα και το χρώμα
+που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι έγραψε ολόκληρο το
+ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο όμοιους με τους στίχους του
+Μπερούλ, για να τους μεταφράση έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση
+επιμέλεια το είχε κάμει για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους
+στίχους. Αν ο παληός ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το
+έργο του, θα έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο
+και επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα
+λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο
+αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει παλαιά.
+
+Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του δωδεκάτου
+αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου ενάτου. Έτσι έπρεπε
+να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την ιστορία του Τριστάνου και
+της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος
+εκυρίευσεν έκτοτε όλες της φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε
+από τότε ανάγονται στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού,
+αναγκαστικά, βλέπουμε τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη
+με μακρυά ρόμπα στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό
+και ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους
+ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε ο
+μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει κανείς σε
+πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο Μπερούλ προ πάντων,
+που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της πρωτογενούς βαρβαρότητος,
+άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος ο Τομάς, πειο προσεκτικός
+τηρητής των κανόνων της ευγενείας, μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει
+παράξενες απόψεις ως προς τον αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και
+του περιβάλλοντος όπου κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες
+συνήθως ενδείξεις των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι
+θα ήταν στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από
+τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του ημίθεος
+μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα εφευρέτης
+όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και αγριογούρουνα,
+ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και άλτης ασύγκριτος,
+θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους να δίνη παλμούς στην
+άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το κελάδημα όλων των πουλιών, και
+μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων,
+προστάτης των πιστών του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή
+σχεδόν υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και
+φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά στον
+Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον έρωτα. Δεν
+πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο του Τριστάνου και
+της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους ενώνει, και τι είναι
+εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης διάφορες μορφές του, ένα
+ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του
+συμβολισμού της αθέλητης, ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το
+ποτό, που η ενέργεια του — σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα
+βαστάει σ' όλη τη ζωή, και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η
+ιδέα αυτή που δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και
+μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης τέχνες
+της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να επιμείνω στα
+χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και αισθημάτων, που κάθε
+στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο
+δυνατή και τόσο παράξενη εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε
+φυσικά με στοργή. Οι αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα
+αισθανθούν πόσο η ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου
+αιώνος αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον
+όπου την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την
+πλαισιώσουν.
+
+Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης,
+και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ' όλες της
+δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον καθιερωμένο ήδη
+τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε πραγματικά την επιτυχία
+στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε
+γνωστή στον Ρωμανογερμανικό κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο
+δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που
+κυκλοφορεί σε όλα της τα επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες
+των δυο ηρώων: η ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο
+ψηλά απ' όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις,
+η ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών και
+τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο
+παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν καθηγιασμένη από
+τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία των ανθρωπίνων
+αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που παθαίνει η ερωτική
+ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το ζεύγος του Τριστάνου και
+της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα,
+κυνηγημένο απ' όλες της καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους,
+που μάταια δοκιμάζει να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ'
+έναν τελευταίο και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται
+ακόμη σαν μια από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν
+κουράζεται ο άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την
+πραγματικότητα, και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι
+παρά εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η μορφή
+αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο γοητευτικές,
+είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η ιστορία του Τριστάνου
+και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς
+ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το
+παρεσκεύασε ο νεώτερος μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της
+μουσικής γοητείας, το ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως
+παρεπλάνησε πολλές καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό
+του νάναι ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς
+το ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή στη
+ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας από το
+άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο κατάρτι, χωρίς
+να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας που κάνει τους
+θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες ευδαιμονίες.
+
+Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος διατηρείται στην
+«ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να παρουσιάζη για τους
+συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά μικρότερος ως προς τους
+ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά
+στης ψυχές όσο παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για
+ψυχές πολύ μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους
+τουλάχιστον στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη
+διατηρούν όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν
+πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του
+Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια και τα
+φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους τρόπο του
+ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για τους μοντέρνους
+αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail, άκαμπτα, με εκφράσεις
+αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές. Αλλά πίσω από την εικόνα
+αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε,
+όπως ο ήλιος πίσω από το vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό,
+που την φωτίζει και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη
+αστραπές. Ένα αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της
+καρδιάς, αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της
+κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του ανανεωτού του
+Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες που διψούν ιστορία
+και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με
+γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό έργο, είναι το θέλγητρο των
+λεπτομερειών, η μυστηριώδης και μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η
+επιτυχής επινόησις άλλων πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων
+και των αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα
+αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής
+μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και λεπτής
+ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» για την οποία
+μιλούσε ο Γκαίτε.
+
+ GASTON PARIS
+
+
+
+Α'.
+Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ
+
+
+
+Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία αγάπης
+και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της Βασίλισσας Ιζόλδης;
+Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη αγαπήθηκαν, και πώς
+πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ αιτίας εκείνης, αυτή εξ
+αιτίας εκείνου.
+
+Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς Μάρκος.
+Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο Βασιληάς του
+Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του φέρη βοήθεια. Τον
+εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή, σαν υποτελής, — τόσο
+πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή την αδελφή του, την ωραία
+Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο
+έρωτα.
+
+Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την είχε πάρει
+του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο Δούκας Μόργκαν
+μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια, τα χωριά, και της
+πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα καράβια του και πήρε την
+Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος, στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε
+μπρος στον Πύργο του, στο Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του
+Στρατάρχου Ρόχαλτ, — του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον
+ονόμαζαν μ' ένα ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν
+συνάθροισε τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο.
+
+Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του ήτανε
+γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν τον είχε
+σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε κλάμματα, ούτε
+θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα και αδυνάτισαν. Η ψυχή
+της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή από το σώμα. Ο Ρόχαλτ
+προσπαθούσε να την παρηγορήση.
+
+ — Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα καινούργιο
+πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια μέρα; Ας
+παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και να φυλάη τους
+ζωντανούς!...
+
+Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε, θέλοντας να
+πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε ένα παιδί, ένα
+γυιό. Τον αγκάλιασε.
+
+«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. Και βλέπω
+τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. Θλιμμένη σε
+γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου κάνω. Εξ αιτίας σου
+είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι, αφού, γεννήθηκες με τη λύπη,
+τόνομά σου θε είναι Θλιβερός, Τριστάνος».
+
+Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε πέθανε.
+
+Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν είχαν κι'
+όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε πεια ο Ρόχαλτ να
+βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε πη ότι: «η τρέλλα δεν
+είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να παραδοθή στην διάκρισι του
+Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό
+του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης τον παρουσίασε για δικό του, και τον
+ανάστησε μαζύ με τα παιδιά του.
+
+Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον πάρη από
+της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' ένα γνωστικό
+δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια
+του έμαθε όλες της τέχνες, που πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να
+χειρίζεται το κοντάρι, το ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη
+τους πέτρινους δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια.
+Τον έμαθε να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους,
+να κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον έμαθε
+να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι' όταν το
+παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους, θάλεγε κανείς
+ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο δεν ήτανε παρά ένα,
+κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς το τόσο ευγενικό και
+περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και τη λεπτή μέση, δυνατό,
+πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο
+γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που
+ξαναζούσε η χάρι τους και η νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο
+σαν παιδί του, ενώ μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του.
+
+Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια μέρα
+κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο στο καράβι
+τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς αρμένιζαν γι' άγνωστα
+μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή
+η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η
+θάλασσα οργίζεται τα άπιστα καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της
+αρπαγές ούτε της προδοσίες. Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το
+καράβι με σκοτάδια, κι' οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή
+εκεί, στην τύχη. Στο τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη
+μαύρη καταχνιά μια ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες
+της: κομμάτια θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν.
+Γνωρίζοντας ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί —
+που, ώρα μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και
+τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν οι
+άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι των
+Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν τη βάρκα
+του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας.
+
+Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα από μια
+έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος απέραντο. Θρηνούσε
+πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον πατέρα του, και τη γη του
+Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές
+χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο
+ελάφι ξεπετάχτηκε. Το κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν
+πίσω του με μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα
+λαγωνικά είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και
+τα παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί,
+στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν
+έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του ελαφιού
+σαν νάθελε να τον κόψη.
+
+«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο ευγενικό
+ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' αυτόν τον τόπο;
+
+ — Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι κάνω που σας φαίνεται
+παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον ελαφιού, έπειτα θα κόψω το
+σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα
+μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι
+έκαναν από τα παλαιικά χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα
+αν ξέρης καμμιά πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι,
+ωραίο αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως».
+
+Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε το τομάρι.
+Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα απείραγα. Έπειτα έκοψε τη
+γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την καρδιά, και τάλλα εντόσθια.
+
+Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον κύτταζαν,
+γοητευμένοι.
+
+«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. Σε ποιον
+τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά σου.
+
+ — Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της συνήθειες της
+έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά.
+
+ — Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη τον πατέρα σου
+που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι κάποιος βαρώνος
+πλούσιος και δυνατός;
+
+Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη καλλίτερα,
+απάντησε με πονηρία.
+
+«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά από το
+σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά, γιατί ήθελα να
+μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των γειτονικών τόπων. Αν με
+θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω
+ευχαρίστως, και θα σας μάθω, ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα
+συστήματα του κυνηγιού.»
+
+ — Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη τόπος όπου οι
+γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού δεν τα ξέρουν ούτε τα
+παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας, αφού το θέλεις, και
+καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον
+κύριό μας».
+
+Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε στους σκύλους
+την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους κυνηγούς πώς πρέπει να
+γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και το τάισμα των σκυλιών.
+Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού
+και τάδωσε στους κυνηγούς: Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά
+και τα μεγάλα φιλέτα, σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια,
+και σ' άλλον τα πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για
+να καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του
+κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του.
+
+Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις ότου
+έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε γύρω, κήποι
+με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για ψάρεμα, και χωράφια
+καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο
+αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε
+επίθεσι και κάθε πολεμική προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που
+τον είχαν χτίσει, παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους
+και καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς.
+
+Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου.
+
+«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται.
+
+ — Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ' ευλογήση σένα και
+τους άρχοντές σου!»
+
+Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη χαρά, είχε
+πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο Τριστάνος δεν το
+ήξευρε.
+
+Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα σαλπίσματα των
+κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης πόρτες οι βαρώνοι κι' ο
+ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος.
+
+Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος θαύμασε την
+ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του ελαφιού, και τα
+σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων θαύμαζε το ωραίο,
+ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω
+του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη τρυφερότης; Ο Βασιληάς
+ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε να καταλάβη.
+
+Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα του, και
+η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την Μπλανσεφλέρ.
+
+Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός θαυματοποιός,
+μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους συναθροισμένους
+βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. Ο Τριστάνος ήτανε
+καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς ο θαυματοποιός άρχιζε
+μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε ως εξής:
+
+«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός του, και
+γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι Βρεττανοί για να
+υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η φωνή σου είναι ωραία,
+τραγούδησε το καλά με την άρπα».
+
+Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε:
+
+«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; Αν οι
+έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να παίζουν την
+άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και δείξε την τέχνη σου.
+
+Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι βαρώνοι
+συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος θαύμαζε τον
+αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, όπου άλλοτε ο
+Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ.
+
+Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα αμίλητος.
+
+«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε δίδαξε,
+ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους καλούς
+τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν μέσ' την
+καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους αναμνήσεις,
+και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες και ατυχίες. Για
+χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε πολύν καιρό κοντά μου,
+φίλε!
+
+ — Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως αρπιστής, ως
+κυνηγός, και ως υποτελής».
+
+Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία τρυφερότης
+μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο Τριστάνος ακολουθούσε
+τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε
+στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο
+Βασιληάς ήτανε λυπημένος, έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι
+του. Οι βαρώνοι τον αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το
+ιδούμε παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα
+ακόμη από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο
+Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε μπορούσε
+να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ και το δάσκαλό
+του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το Λοοννουά.
+
+Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας ευχαριστήση, να
+λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας είναι τόσο ωραίο και έχει
+τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν
+σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν
+καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην
+Κορνουάλη, ξαναύρε τον Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το
+ρουμπίνι, που άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του
+είπε:
+
+«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ανεψιός
+σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Ο
+Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το άδικο. Είναι καιρός να
+γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο».
+
+Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα άρματα του
+ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της Κουρνουάλης, πώς
+ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του πατέρα του, πώς
+προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον εσκότωσε και ανέκτησε την
+πατρίδα του.
+
+Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να ζήση
+ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά του τού
+έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους κόμητες και
+τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι:
+
+«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και εκδικήθηκα για
+τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και την δική σας. Όμως
+δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς Μάρκος της Κορνουάλης
+υπεστήριξαν τ' ορφανό και το περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους
+ονομάζω πατέρες. Δεν έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα
+μου τα δικαιώματά του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο
+πράγματα έχει ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα
+του. Στον Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης
+και ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά
+Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου είναι
+πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον Βασιληά
+Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά σεις, σαν
+πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου οφείλετε την
+συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου συμβουλέψη άλλη,
+απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!».
+
+Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και ο
+Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε για τη
+χώρα του Βασιληά Μάρκου.
+
+
+
+Β'.
+Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ
+
+
+
+Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι είχαν
+μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε μεγάλο στόλο
+για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος εξακολουθούσε ν'
+αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε χρόνια, να πληρώση ένα φόρο
+που έδιναν τον παληό καιρό οι πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι
+σύμφωνα με παληές συνθήκες, οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την
+Κορνουάλην τον πρώτο χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο
+τρακόσες λίτρες καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι.
+Αλλά, κάθε τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες
+της Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε
+χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο Τινταγκέλ,
+για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη, τον Μόρχολτ που
+είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν
+μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος
+με σφραγισμένα γράμματα είχε συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους
+βαρώνους του τόπου του, για να πάρη τη συμβουλή τους.
+
+Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην θολωτή σάλα
+του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο θρόνο του, ο Μόρχολτ
+μίλησε έτσι:
+
+«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του Βασιληά της
+Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να πληρώσης επί τέλους τον
+φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή,
+παραγγέλνει να μου παραδώσης σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα
+κορίτσια δέκα πέντε χρονών, που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ'
+όλες της οικογένειες της Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο
+στο λιμάνι του Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας.
+Μολαταύτα — και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει,
+Βασιληά Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με
+μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την πρόκλησί του.
+Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει να πολεμήση, για να
+μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;»
+
+Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν τα
+κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του Μόρχολτ
+της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες ρωμαλέους άντρες.
+Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το σπαθί, μεγεμένο, έκοψε
+τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; — τόσα χρόνια τώρα που ο
+Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το γίγαντα στους υποτελείς τόπους για
+να πηγαίνη τα μηνύματά του; Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο
+άλλος συλλογιζότανε: «Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα
+κορίτσια, για να γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας
+έσωζε τάχα;», Κι' όλοι σιωπούσαν.
+
+Ο Μόρχολτ είπε πάλι:
+
+«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την πρόκλησί
+μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα πάμε με βάρκες
+στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του Τινταγκέλ. Εκεί, ο
+ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε
+τον αγώνα αυτό θα φωτίση όλη τη γενιά του».
+
+Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι κλεισμένο στο
+κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί μέσα όλα σωπαίνουν.
+
+Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά.
+
+«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η απόφασις
+σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον κλήρο και θα τα
+πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος κατοικείται μοναχά από
+σκλάβους».
+
+Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά Μάρκου, και
+είπε:
+
+«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ θα
+πολεμήσω».
+
+Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν τόσο νεαρός
+ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του; Αλλά ο Τριστάνος
+έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και κείνος την εδέχτη.
+
+Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό βυσσινί
+πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του για τη μεγάλη
+περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την περικεφαλαία από μελανό
+ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη για τον αντρείο, και ντροπή για
+τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε, έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη
+δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο
+πένθος στη χώρα». Η καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι
+άνθρωποι του λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και
+ευχές, συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί
+στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε.
+
+Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά το νησί
+του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι του ένα πανί από
+πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί. Έδενε τη βάρκα στην
+παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' αυτός στη στεριά έσπρωξε με
+το πόδι τη δική του κατά τη θάλασσα, μέσα.
+
+«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν κράτησες την
+βάρκα σου, όπως εγώ;
+
+ — Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας από τους δυο
+μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει μια βάρκα;».
+
+Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια, ετράβηξαν
+μέσα στο νησί.
+
+Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι ο
+θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. Τότε,
+δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια τους, ενώ
+οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος στης σκηνές τους,
+γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος, το πορφυρό ιστίο: Ήταν η
+βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το νησί. Ξεφωνητά απελπισίας
+αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» Αλλά καθώς μεγάλωνε,
+πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά την εσήκωσε στην κορυφή του
+ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο
+σπαθιά κρατούσε στα χέρια. Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες
+πέταξαν να τον συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του
+κολυμπώντας. Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες
+γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους
+συντρόφους του Μόρχολτ:
+
+«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το σπαθί
+μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας έμεινε
+βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το κομμάτι το
+ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!».
+
+Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα ελευθερωμένα
+παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές κινώντας πράσινα κλαδιά,
+κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο
+και τον ενθουσιασμό των ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων
+και των κεράτων, — τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του
+Θεού δε θα μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο
+ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Και το
+αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι.
+
+Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν στην
+Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο Μόρχολτ
+χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους του που τον
+χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την Βασίλισσα, και
+την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά, που η καλλονή της
+άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον υποδέχοντο, κι' αν είχε
+πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί ήξεραν τα βάλσαμα και τα
+γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα
+πεια τι μπορούσαν να χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα
+τα μαγεμένα στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός,
+ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού σπαθιού
+έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το έβγαλε και
+τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν αγιοθήκη. Και
+σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και κόρη, ξανάλεγαν
+ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού και ρίχνανε την ίδια
+κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά της μία μία γυναίκα έπαιρνε
+το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το
+όνομα του Τριστάνου του Λοοννουά.
+
+Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα έτρεχε από
+της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε βυθίσει στη
+σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα φάρμακά τους και τη
+θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν καλά, τον άφησαν στη φύλαξι
+του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα έβγαινε από της πληγές του, ώστε
+και οι πειο αγαπημένοι του φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός
+από τον Βασιληά Μάρκο, τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που
+μόνοι μπορούσαν κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους
+υπερνικούσε τη φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν
+σε μια καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα
+κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε λοιπόν,
+Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας; Όχι, το
+γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη δική μου. Αλλά
+τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω. Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα
+να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω
+ν' αρμενίσω στην άγνωστη θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα
+μακρυά, μακρυά, καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που
+ίσως θα βρω τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω
+ακόμη, ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής».
+
+Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος τούκανε το
+θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και δίχως κουπιά. Και
+ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα κοντά του την άρπα του. Τι
+να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν;
+Τι να τα κάνη τα κουπιά; Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα
+μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα
+κάποιου παληού τους συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με
+τρεμουλιαστά χέρια, έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε
+κατάκοιτος μέσα ο αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και
+τον τράβηξε.
+
+Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. Κάποτε, ο
+Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την άρπα. Επί
+τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε κοντά σε μια
+παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες είχαν αφήσει το
+λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά, και τράβαγαν με τα
+κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά μελωδία, ζωηρή και δυνατή,
+που κυλούσε απάνου στα κύματα. Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα
+απάνου από τα κύματα, άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής
+παρατήρησαν την περιπλανημένη βάρκα.
+
+«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το καράβι
+του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της Τύχης απάνω σε
+μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα κουπιά και τράβηξαν
+γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε
+φαινότανε να ζη μέσα εκτός από τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν,
+η μελωδία αδυνάτιζε, στο τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια
+του Τριστάνου είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν
+ακόμη. Τον επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον
+πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να τον
+γιατρέψη.
+
+Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν νεκρός ο
+Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. Μόνη αυτή,
+γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή
+μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος,
+ζωογονημένος από τα γιατρικά της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις
+του, κατάλαβε ότι τα κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο
+κινδύνους. Αλλά τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή
+του, μπόρεσε γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε
+τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την Ισπανία
+όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί είχαν προσβάλει
+το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή τη βάρκα. Τον
+πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ δεν ανεγνώρισε τον
+ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο άσχημα το φαρμάκι είχε
+παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα
+μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου
+γιατρέψει, κι' άρχιζε στα ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη
+και η δύναμη, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγη.
+
+Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα
+παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο.
+
+
+
+Γ'.
+Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ
+
+
+
+Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι πειο
+άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον Τριστάνο για
+την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του είχε ο Βασιληάς.
+Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: Αντρέ, Γκενελόν,
+Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ ήταν όπως και ο
+Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς
+μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' αφήση την χώρα του στον Τριστάνο,
+ο φθόνος τους άναψε και με ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους
+Άρχοντες της Κορνουάλλης.
+
+«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε,
+άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε αυτά
+τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο ανδραγάθημα. Αλλά με
+ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος
+μέσα στη θάλασσα; Ποιος από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη
+μια βάρκα χωρίς πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά,
+καθώς λένε. Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για
+της πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν
+νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του που
+κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά Μάρκου. Πώς
+μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και τα θέλγητρα της
+μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα εδάφη σας θα εξαρτώνται
+από ένα μάγο!»
+
+Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν
+ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και η καρδιά να τα
+κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της τόλμης. Γι' αυτό οι
+βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη γυναίκα μια βασιλοπούλα,
+που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε
+στους πύργους των, να του στήσουν πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε
+και έκανε όρκους ότι όσο ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ,
+καμμιά βασιλοπούλα δε θα γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος,
+που πολύ τον ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με
+υστεροβουλία, τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των
+βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον
+πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία στους
+βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του.
+
+Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε νάλθουν,
+και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν κάποια βασιλοπούλα
+πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα μονάχα να υποκριθώ, πως τη
+θέλω για γυναίκα;»
+
+Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα,
+δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα και εμαλώνανε.
+
+Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα.
+
+Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα, πειο λεπτή
+από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του ήλιου.
+
+Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους βαρώνους
+και τους είπε:
+
+«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον όμως αν
+θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα.
+
+ — Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες λοιπόν;
+
+ — Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η χρυσή τρίχα,
+και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη.
+
+ — Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή τρίχα;
+
+ — Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Δυο
+χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον τόπο».
+
+Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον Τριστάνο με
+πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε συμβουλέψει την
+πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη χρυσή τρίχα, θυμήθηκε
+την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και μίλησε έτσι:
+
+«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η υποψίες των
+αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια ετοίμασες αυτό το
+τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι
+το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω
+από τον τόπο της παρά από το νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και
+πάλι θέλω, ωραίε θείε, να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή
+μου στο ρεφούδο. Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή
+και τίμια αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την
+επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη Βασίλισσα με
+τα χρυσά μαλλιά».
+
+Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί, μέλι, και
+άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον Γκορνεβάλη, εκατό
+ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους μέσα στους πειο αντρείους,
+και τους έβαλε και φόρεσαν κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά
+πρόστυχα πανιά, ώστε να μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη
+γέφυρα του καραβιού έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα,
+βελούδο, και πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά
+ισχυρού και μεγάλου.
+
+Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος:
+
+«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη;
+
+ — Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το λιμάνι του
+Βάιζεφορ».
+
+Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα από τον
+φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα πλοία της
+Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους κρεμούσε σε δίκρανα;
+Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε στον επικίνδυνο τόπο.
+
+Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ ότι οι
+σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν έλθει για
+ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί εμπόροι όλη την
+ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο ζατρίκι, και στο τάβλι,
+και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους κύβους παρά να μετράνε το
+σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς
+να κάνη.
+
+Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο τρομερή
+που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. Ποτέ δεν είχεν
+ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο, φρικαλέο και
+καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο λιμάνι:
+
+«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα; Μη μου
+το κρύβετε.
+
+ — Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε. Βγαίνει από το
+πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που υπάρχει στον κόσμο. Κάθε
+μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και στέκεται σε μια από της πύλες
+της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί να μπη, κανείς να βγη, αν δε
+δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα
+νύχια του την καταπίνει σε λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς
+για να πη τον πάτερ ημών.
+
+ — Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά πέστε μου αν
+θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να πολεμήση το θεριό
+και να το σκοτώση.
+
+ — Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι,
+ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι τώρα. Γιατί ο
+Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο κήρυκα ότι θα δώση την
+κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον σκοτώση το τέρας, Αλλά το
+τέρας τους έφαγε όλους».
+
+Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. Οπλίζεται
+μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό το καράβι των
+εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και τόσο υπερήφανος
+καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί μόλις είχε χαράξει, κ'
+έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να καλπάζη κατά το μέρος που
+τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο.
+Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν
+κατά την πόλι. Ο Τριστάνος έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα
+ορθωμένα κόκκινα μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια
+του αλόγου του, και τον εσταμάτησε.
+
+ — Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. Από ποιο
+δρόμο έρχεται ο δράκοντας;»
+
+Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε.
+
+Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια κόκκινα σαν
+κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά μακρυά και τριχωτά,
+νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα του ήταν λεπιδωτό.
+
+Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι, ώστε
+κείνο, με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο, ώρμησε μολαταύτα κατά
+του τέρατος. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει απάνου στα χοντρά
+λέπια και γίνεται κομμάτια. Τότε ο αντρειωμένος τραβάει το σπαθί
+του, το σηκώνει, και το κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα, χωρίς
+όμως ούτε το τομάρι να σκίση. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα
+χτυπήματα. Ρίχνει να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. Με το
+στήθος ξέσκεπο ο Τριστάνος, σημαδεύει πάλι με το σπαθί, και χτυπάει
+το θεριό στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. Άδικα. Δεν
+μπορεί να το πληγώση. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια ένα
+διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου μαυρίζει
+σαν σβυμένο κάρβουνο, τ' άλογο του κυλιέται χάμου και ψοφάει. Αλλά ο
+Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το γερό ξίφος του μέσα στο
+στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει πέρα για πέρα και του κόβει την
+καρδιά στα δύο. Ο δράκοντας βγάζει, μια τελευταία φορά, το φρικτό
+μουγκρητό του και ψοφάει.
+
+Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα του.
+Έπειτα, ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό, τράβηξε, για να πιή, σ'
+ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο πάρα πέρα. Αλλά
+το διαλυμένο δηλητήριο που βγήκε από την γλώσσα του τέρατος άναψε
+απάνου στο σώμα του, και ο αντρείος έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά
+χορτάρια που ήσαν γύρω από τον βάλτο.
+
+Λοιπόν μάθετε, ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά ήταν ο
+Αγκυγκεράν ο Ρούσσος, αυλάρχης του Βασιλέα της Ιρλανδίας, κι' ότι
+γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. Ήτανε δειλός, αλλά τόση είναι η δύναμις
+της αγάπης, ώστε κάθε πρωί παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο.
+Μολαταύτα σαν άκουγε από πολύ μακρυά το μουγκρητό του, ο ήρωας
+έφευγε. Εκείνη την ημέρα, ακολουθούμενος από τους τέσσερες
+συντρόφους του, ετόλμησε να γυρίση πίσω. Ηύρε τον δράκοντα
+σκοτωμένο, το νεκρό άλογο, την σπασμένη ασπίδα, και σκέφτηκε ότι ο
+νικητής θα πέθανε κι' όλα κάπου. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος,
+τώφερε στον Βασιλέα, και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή.
+
+Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα μη
+θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους υποτελείς του
+να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του. Εκεί εμπρός στο
+συνέδριο των αρχόντων, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν θάδινε αποδείξεις της
+νίκης του.
+
+Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ' αυτόν το
+θρασύδειλο, πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε. Αλλά την άλλη
+μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη, πήρε μαζύ της τον ακόλουθό της,
+τον ξανθό Περινίς, και την Βραγγίνα, την νεαρά υπηρέτρια και
+σύντροφό της, και οι τρεις μαζύ πήγαν καβάλλα μυστικά κατά την
+σπηλιά του θερίου, μέχρις ότου η Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι
+ίχνη με περίεργο σχήμα. Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το
+νεκρό άλογο: δεν ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας.
+Βεβαίως, κάποιος ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. Ζούσε όμως ακόμη;
+
+Η Ιζόλδη, ο Περινίς, και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο τέλος,
+μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το κράνος του
+αντρειωμένου. Ανέπνεε ακόμη. Ο Περινίς τον πήρε στο άλογό του και
+τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών. Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη
+την περιπέτεια στη μητέρα της, και της εμπιστεύτηκε τον ξένο. Καθώς
+η Βασίλισσα του έβγαζε την πανοπλία του, η φαρμακωμένη γλώσσα του
+δράκοντα έπεσε από την μπότα. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε
+τον πληγωμένο με κάποιο βότανο, και του είπε:
+
+«Ξένε, γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. Όμως, ο
+αυλάρχης μας, ένας άπιστος, ένας τιποτένιος, τούκοψε το κεφάλι, και
+ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα μπορέσης, σε
+δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του με μονομαχία;
+
+ — Βασίλισσα, είπεν ο Τριστάνος, η προθεσμία είναι μικρή. Αλλά
+βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε. Κατάκτησα την
+Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Ίσως θα την κατακτήσω
+παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη».
+
+Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε
+αποτελεσματικά φάρμακα. Την άλλη μέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή του ετοίμασε
+μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που είχε φτιάσει η
+μητέρα της. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του πληγωμένου, είδε
+πόσο ήταν ωραίος, και συλλογίστηκε:
+
+«Σίγουρα, αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του, ο ιππότης
+μου θα πολεμήση καλά και γερά». Αλλά ο Τριστάνος ζωογονημένος από τη
+ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα, την εκύτταζε και σκεπτόμενος
+ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά, άρχισε να
+χαμογελάη.
+
+Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. «Γιατί τάχα να γέλασε αυτός ο
+ξένος; Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη; Μην παραμέλησα
+καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε να του κάμη; Ναι,
+ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα όπλα του που τα μαύρισε
+το δηλητήριο».
+
+Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του Τριστάνου:
+«Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι, σκέφτηκε, γερή και
+σίγουρη. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός, αλαφρός, άξιος να τον φορή
+ένας ήρωας». Πήρε το ξίφος από την λαβή. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι'
+αυτό, όπως πρέπει σ' έναν τολμηρό βαρώνο».
+
+Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι, για να την καθαρίση, τη ματωμένη λάμα.
+Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Κυττάζει το σχήμα του
+τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε μέσα στο κεφάλι
+του Μόρχολτ; Διστάζει, κυττάζει πάλι, και θέλει να βεβαιωθή. Τρέχει
+στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει
+από το κρανίο του Μόρχολτ. Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος
+που ήτανε τσακισμένο: μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του
+τσακίσματος. Τόσο καλά εφαρμόζανε!
+
+Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας γύρω από
+το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί, του φώναξε:
+
+«Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ, του
+αγαπημένου μου θείου. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά σου!
+
+Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Το σώμα του
+ήταν ακόμη σαν παράλυτο. Το πνεύμα του όμως έμεινε ευκίνητο. Μίλησε
+λοιπόν με τέχνη:
+
+«Έστω, θα πεθάνω. Μα, για να μην έχης βαρειές τύψεις, άκουσε.
+Βασιληά κόρη, μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία, αλλά και το
+δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι, έχεις δικαίωμα απάνω στη ζωή μου αφού
+δυο φορές μου την έσωσες και μου την απέδωκες. Μια φορά, άλλοτε:
+ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα
+του το φαρμάκι με το οποίο ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ.
+Μην κοκκινίζης, τρυφερή κόρη, όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές. Δεν
+της επήρα μήπως, πολεμώντας τίμια και αντρίκια; Μήπως σκότωσα τον
+Μόρχολτ με προδοσία; Δεν με προεκάλεσε; Δεν ώφειλα να υπερασπίσω το
+σώμα μου; Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με περιμάζεψες στο βάλτο.
+Α! κόρη, για σένα πολέμησα το δράκοντα... Μα ας αφήσουμε αυτά. Ήθελα
+μοναχά να σου αποδείξω ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο
+θανάτου, έχεις δικαίωμα στη ζωή μου. Σκότωσέ με λοιπόν, αν σκέπτεσαι
+ότι θα σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Χωρίς άλλο, όταν θα
+βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη, θα σου είναι γλυκό να
+συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη, που είχε βάλει τη ζωή του στο
+ρεφούδο για να σε κατακτήση, σε είχε κατακτήσει, και συ τον
+εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!»
+
+Η Ιζόλδη εφώναξε:
+
+«Αλλόκοτα λόγια ακούω. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να με
+κατακτήση; Α! δίχως άλλο, — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να πάρη στο
+καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης, έτσι και συ τώρα με
+τη σειρά σου, για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να πάρης σκλάβα σου
+εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες αγαπούσε...
+
+ — Όχι, κόρη Βασιληά, είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα δυο χελιδόνια
+πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα από τα χρυσά μαλλιά
+σου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. Να
+γιατί πέρασα τη θάλασσα κι' ήρθα να σε ζητήσω. Να γιατί αντιμετώπισα
+το θερίο και το φαρμάκι του. Κύτταξε αυτή την τρίχα, ραμμένη μέσα
+στης χρυσές κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν, αλλά
+όχι και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου».
+
+Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια τον
+επενδύτη του Τριστάνου. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα πολλή.
+Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη, για σημείο ειρήνης, και του
+φόρεσε τα πλούσια ρούχα του.
+
+Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων, ο Τριστάνος έστειλε μυστικά
+στο καράβι του τον Περινίς, τον ακόλουθο της Ιζόλδης, για να
+παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή, στολισμένοι
+όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά: γιατί ήλπιζε την
+ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της περιπετείας. Ο Γκορνεβάλης
+και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από τέσσερες ημέρες που έχασαν τον
+Τριστάνο. Και πολύ χάρηκαν με την παραγγελία του.
+
+Ένας-ένας, στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται αναρίθμητοι οι
+βαρώνοι της Ιρλανδίας, μπήκαν και κάθησαν γραμμή στην ίδια σειρά.
+Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν απάνω στα πλούσια πορφυρά
+ενδύματά τους, τα μεταξωτά και βελουδένια. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν.
+«Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μεγαλόπρεποι άρχοντες; Τους γνωρίζει
+κανείς; Κυττάχτε τι βαρύτιμοι μαντύες, στολισμένοι με γουναρικό και
+με χρυσάφι. Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών, στης πόρπες των
+γουναρικών, πώς αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια, τα
+σμαράγδια, τα μπερούλια, και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε
+τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση λαμπρότητα; Από
+πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες; Και τίνος είναι;» Αλλά οι εκατό
+ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους,
+οποίος και νάμπαινε.
+
+Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του θρόνου
+του, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν' αποδείξη με
+μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι αυτός εσκότωσε το
+θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την Iζόλδη γυναίκα. Τότε η Ιζόλδη
+υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα της, και είπε:
+
+« Βασιληά, υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι μπορεί ν'
+αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. Σ' αυτόν τον άνδρα,
+έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το κακό, και ότι η
+κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν τιποτένιο, δίνετε υπόσχεσι
+να του συγχωρήστε όλα τα παληά σφάλματα του, όσο μεγάλα κι' αν
+είναι, και να του δώστε την ειρήνη και την ευχαριστία σας;»
+
+Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν' απαντήση. Αλλά
+οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ, πλήθος:
+
+ — Κάμετέ το, Μεγαλειότατε, κάμετέ το!
+
+Ό Βασιληάς είπε:
+
+«Το υπόσχομαι!»
+
+Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του.
+
+«Πατέρα, δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της ειρήνης,
+ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον άνθρωπο!»
+
+Όταν πήρε το φίλημα, πήγε και ηύρε τον Τριστάνο, και τον ωδήγησεν
+από το χέρι στη συνάθροισι. Στη θέα του, οι εκατό ιππότες σηκώθηκαν
+όλοι μαζύ, τον εχαιρέτισαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, και οι
+Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο αρχηγός τους. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως
+τότε, και μεγάλη κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές:
+
+ — Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ!
+
+Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά, και μανιασμένες φωνές επανελάμβαναν:
+
+ — Θάνατος! Θάνατος!
+
+ — Βασιληά, φώναξε η Ιζόλδη, φίλησε αυτόν τον άνθρωπο στο στόμα
+καθώς το υπεσχέθης.
+
+Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα, και η βουή εγαλήνεψε.
+
+Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και προεκάλεσε τον
+αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε να δεχτή, και
+ωμολόγησε την ψευτιά του.
+
+Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι:
+
+«Άρχοντες, ναι, εσκότωσα το Μόρχολτ, αλλά πέρασα τη θάλασσα για να
+σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. Για να ξεπλύνω το άδικο, έβαλα τη
+ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα από το θεριό. Και να
+που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα την πάρω λοιπόν στο
+καράβι μου. Μολαταύτα, για να μη βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης
+χώρες της Ιρλανδίας και της Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη,
+μάθετε ότι ο Βασιληάς Μάρκος, ο αγαπητός μου κύριος, θα την πάρη
+γυναίκα. Κυττάχτε κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να
+ορκισθούν στα λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει
+ειρήνη και αγάπη, και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη
+σαν αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. Και ότι όλοι οι άντρες της
+Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν βασίλισσά
+τους!»
+
+Με μεγάλη χαρά, φέρανε τα λείψανα των Αγίων, και οι εκατό ιππότες
+ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια.
+
+Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον Τριστάνο αν
+θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του. Μπρος στους βαρώνους της
+Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του, ο Τριστάνος ωρκίστη. Η Ιζόλδη
+η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία. Ώστε ο Τριστάνος αφού την
+κατέκτησε, την περιφρονούσε! Η ωραία ιστορία της χρυσής τρίχας δεν
+ήτανε παρά ένα ψέμμα... Και λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον... Αλλά
+ο Βασιληάς έβαλε το δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι του
+Τριστάνου. Και ο Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του
+Βασιληά της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του.
+
+Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου, με την πονηρία και με τη
+δύναμι, ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της Βασίλισσας με τα
+χρυσά μαλλιά.
+
+
+
+
+Δ'.
+ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ
+
+
+
+Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες της
+Κορνουάλης, η μητέρα της εμάζεψε χόρτα, άνθη και ρίζες, τα ανακάτεψε
+μέσα σε κρασί, και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. Αφού το αποτελείωσε με
+μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι και είπε κρυφά στη
+Βραγγίνα.
+
+ — Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά Μάρκου, και θα
+την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το μπουκαλάκι με το
+κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το με τέτοιον τρόπο ώστε
+κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα χείλι να μη τ' αγγίση. Αλλά όταν
+τη νύχτα του γάμου έρθη η στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους,
+θα χύσης αυτό το κρασί σ' ένα ποτήρι, και θα το παρουσιάσης στο
+Βασιληά Μάρκο και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. Πρόσεξε, κόρη, καλά
+ώστε μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό.
+Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ, θ'
+αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή, πάντα,
+στη ζωή και στο θάνατο».
+
+Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά της.
+
+Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την Ιζόλδη. Αλλά
+όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη, τόσο θλιβερώτερα θρηνούσε
+η τρυφερή κόρη. Καθισμένη κάτω από τη σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ
+με τη Βραγγίνα, την υπηρέτρια της, θυμότανε την πατρίδα της κ'
+έκλαιγε.
+
+«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι; Σε ποιον; Τι την περίμενε;» Όταν
+την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την ησυχάση με γλυκά λόγια,
+εθύμωνε, τον έδιωχνε, και το μίσος εφούσκωνε την καρδιά της. Είχ'
+ερθή αυτός ο άρπαγας, ο φονηάς του Μόρχολτ, και την επήρε με
+πανουργίες από τη μητέρα της και την πατρίδα της. Δεν κατεδέχτη να
+την κρατήση για τον εαυτό του, παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα
+κύματα, για τον εχθρικό του τόπο. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της.
+Καταραμένη νάναι η θάλασσα που με βαστάει. Καλλίτερα θα προτιμούσα
+να πεθάνω στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!...»
+
+Μια μέρα, οι άνεμοι έπεσαν, και τα πανιά κρεμόντανε, χαλαρωμένα, σ'
+τα κατάρτια. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα νησί. Βαρυεστημένοι
+από τη θάλασσα, οι εκατό ιππότες της Κορνουάλλης και οι ναυτικοί
+κατέβηκαν στην παραλία. Μοναχά η Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια
+είχανε μείνει στο καράβι. Ο Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και
+προσπαθούσε να γαληνέψη την καρδιά της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και
+διψούσαν, ζητήσανε να πιούν. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα
+ποτό, μέχρις ότου ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η
+μητέρα της Ιζόλδης στη Βραγγίνα.
+
+ — Ηύρα κρασί! τους εφώναξε.
+
+Όχι δεν ήτανε κρασί. Ήτανε το πάθος, η τραχειά χαρά, και η αγωνία η
+ατελείωτη, κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι και τώδωσε στην
+κυρία της. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές, κ' έπειτα τώδωσε στον
+Τριστάνο, ο οποίος το άδειασε.
+
+Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που κύτταζαν ο ένας
+τον άλλο αμίλητοι, σαν ζαλισμένοι και σαν μαγεμένοι. Είδε μπροστά
+τους το μπουκαλάκι, σχεδόν άδειο, και το ποτήρι. Πήρε το μπουκαλάκι,
+έτρεξε στην πρύμη, το πέταξε στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας:
+
+«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα, καταραμένη
+η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη, φίλη, και σεις,
+Τριστάνε, το θάνατό σας ήπιατε!»
+
+... Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. Φαινότανε στον
+Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και μεθυστικά άνθη
+εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του και με δυνατά δεσμά
+ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης, και μαζύ όλη τη σκέψι
+του κι' όλες της επιθυμίες του. Σκεφτότανε: «Αντρέ, Ντενοαλέν,
+Γκενελόν, και Γοντοΐν, άπιστοι που με κατηγορούσατε ότι είχα στο
+μάτι τη χώρα του Βασιληά Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος, κ'
+έχω άλλο πράγμα παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε, που μ'
+αγάπησες ορφανό, προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου
+Μπλανσεφλέρ. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα χέρια
+με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε πανιά. .. Γιατί
+καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το περιπλανημένο παιδί,
+που ήρθε να σε προδώση; Α! μα τι έβαλα λοιπόν με το νου μου; Η
+Ιζόλδη είναι γυναίκα σου, κ' εγώ γυιός σου. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα
+σου και δεν μπορεί να μ' αγαπήση!».
+
+Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την είχε
+περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο; Ήθελε να τον μισή. Και δεν
+μπορούσε. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την τρυφερότητα αυτή,
+την πειο οδυνηρή από το μίσος.
+
+Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. Και πειο σκληρά ακόμη
+βασανιζότανε αυτή, που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει. Δυο μέρες τους
+παρακολούθησε, και τους είδε να διώχνουν κάθε τροφή, κάθε ποτό, πάθε
+στυλωτικό, και να ζητάη ο ένας τον άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν
+ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο: δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο
+χωρισμένοι, και πειο πολύ δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και
+τρέμανε μπρος σ' τη φρίκη της πρώτης ομολογίας.
+
+Την τρίτη μέρα, καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη στημένη
+στη γέφυρα του καραβιού, τον είδε η Ιζόλδη να πλησιάζη, και ταπεινά
+του είπε:
+
+«Εμπάτε μέσα, κύριε.
+
+ — Βασίλισσα, απάντησε ο Τριστάνος, γιατί με λέτε κύριο. Δεν είμαι
+ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας; υποχρεωμένος να σας σέβωμαι,
+να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου;
+
+Η Ιζόλδη απάντησε:
+
+ — Όχι, το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο κύριός μου. Το
+γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη και ότι είμαι σκλάβα
+σου. Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω τότε της πληγές του λαβωμένου
+τραγουδιστή; Γιατί να μην αφήσω να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα
+στα χόρτα του βάλτου; Γιατί να μην τον χτυπήσω, όταν ήτανε
+κατάκοιτος στο λουτρό, με το ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει;
+Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό που ξέρω σήμερα!
+
+ — Ιζόλδη, τι ξέρετε λοιπόν σήμερα; τι είναι αυτό που σας
+βασανίζει;
+
+ — Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν, κι' όλα όσα βλέπω. Κι' ο ουρανός
+αυτός με βασανίζει, κι' η θάλασσα και το σώμα μου κι' η ζωή μου.
+
+Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου.
+
+Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. Τα χείλη της έτρεμαν.
+
+Εκείνος ξανάπε:
+
+ — Φίλη, τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει;
+
+ — Η αγάπη για σένα! απάντησε.
+
+Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Αλλά καθώς, για πρώτη φορά
+κι' οι δυο τους, ροφούσαν τη χαρά της αγάπης, η Βραγγίνα που τους
+παρακολουθούσε, άφησε μια φωνή, και με τα χέρια τεντωμένα
+ικετευτικά, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από δάκρυα, ερρίχτηκε στα
+πόδια τους:
+
+«Δυστυχισμένοι! σταματήστε, και γυρίστε πίσω αν μπορείτε ακόμη! Αλλά
+όχι. Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό, γιατί η δύναμι της αγάπης από τώρα
+κι' όλα ανίκητα σας τραβάει, και ποτέ πεια δε θα βρήτε χαρά δίχως
+λύπη. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που ήπιατε, το ερωτικό ποτό που
+η μητέρα σας, Ιζόλδη, μου είχεν εμπιστευθή. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος
+ώφειλε να το πιή με σας. Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους
+τρεις, κ' έτσι αδειάσατε σεις το ποτήρι. Φίλε Τριστάνε, φίλη Ιζόλδη,
+τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. Σας παραδίνω το σώμα
+μου, τη ζωή μου. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε, στο καταραμένο
+ποτήρι, την αγάπη και το θάνατο!»
+
+Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. Στα ωραία κορμιά τους ανατρίχιαζε η
+επιθυμία και η ζωή.
+
+Ο Τριστάνος είπε:
+
+ — Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος!
+
+Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι, — που ταχύτερα τώρα
+πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου, — αιώνια
+ενωμένοι, αφέθηκαν στον έρωτα!
+
+
+
+Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ
+
+
+
+Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία. Ο
+Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο Βασιληά. Ο
+Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι' αυτός από το
+χέρι. Με μεγάλες τιμές, την ωδήγησε στο παλάτι του Τινταγκέλ. Κι'
+όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα, εν τω μέσω των υποτελών,
+τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας
+σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο ήλιος της ανατολής. Τότε ο Βασιληάς
+Μάρκος ευλόγησε τα χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή
+τρίχα. Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι
+του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και της
+καρδιάς του. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα, ευγενικέ
+Βασιληά, το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια.
+
+Δέκα οχτώ μέρες αργότερα, συνάθροισε όλους τους βαρώνους, και έκανε
+το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Άλλα όταν ήρθε η νύχτα, η
+Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και για να ν' τη
+σώση από το θάνατο, επήρε τη θέσι της Ιζόλδης, στο γαμήλιο κρεβάτι.
+Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το μαγεμένο ποτό, και από αγάπη
+για τη φίλη και κυρία της, εθυσίασε, η πιστή, την αγνότητα του
+κορμιού της. Το σκοτάδι της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την
+πανουργία της και την ντροπή της.
+
+Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει στη
+θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους αγαπημένους, το
+μπουκάλι με το μαγικό ποτό. Παρά ότι το πρωί όταν η κυρία της επήγε
+στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου, η Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι, ό,τι
+έμενε από το φίλτρο και τώδωσε στους συζύγους. Και ότι ο μεν
+Βασιληάς Μάρκος ήπιε πολύ, ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της
+χάμου. Αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν
+και ενόθεψαν την ιστορία. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα, τώκαναν γιατί
+δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος
+αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Βέβαια, καθώς θα το ακούστε σε
+λίγο, ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος, με όλη την αγωνία, τα μαρτύρια, και τα
+τρομερά αντίποινα, ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη από την καρδιά του ούτε
+την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι δεν είχε
+πιεί από το μαγεμένο κρασί. Ούτε φαρμάκι, ούτε μαγεία: μονάχα η
+ευγενική τρυφερότης της καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη.
+
+Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η Ιζόλδη
+είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την τρυφερότητα
+του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι άνθρωποι του λαού
+την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της στης πλούσιες
+ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η Ιζόλδη έχει τα
+ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους τάπητες της
+Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της κουρτίνες όπου είναι
+κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι της Αμερικής, κι' όλα
+τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και των δασών. Η Ιζόλδη έχει
+τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της και ο Τριστάνος κοντά της, τη
+χαίρεται, και τη νύχτα και την ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια
+στους μεγάλους άρχοντες, κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με
+τους πιστούς και τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να
+τρέμη; Δεν κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να
+υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον ίδιο το
+γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την κατασκοπεύει; Ποιος
+μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η
+Βραγγίνα την παραμονεύει. Η Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η
+Βραγγίνα την κρατεί στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να
+ετοιμάζη το κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου,
+αν τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την
+απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. Όχι, δεν
+προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την ίδια την καρδιά
+της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη μεγάλη προδοσία που
+εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε
+την, και σεις άρχοντες!
+
+Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν μακρυά, κι'
+ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη εκάλεσε δυο
+σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά Βυζαντινά, αν έδιναν
+όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. Ωρκίσθηκαν.
+
+«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο δάσος,
+μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να μην
+ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε τη γλώσσα
+της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια που θα πη.
+Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και πλούσιοι».
+
+Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα.
+
+«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει. Θέλεις να
+πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην αρρώστεια μου;
+Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν. Γνωρίζουν πού φυτρώνουν
+τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους. λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε
+στέλνω στο δάσος, το κάνω επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την
+ησυχία μου».
+
+Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος, εκείνη
+θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν γύρω τους
+άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά.
+
+Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος».
+
+Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την ακολουθούσε. Άφησαν
+τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε βάτους, αγκάθια και
+γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος που βάδιζε μπροστά γύρισε
+κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο
+δούλο ζητώντας βοήθεια. Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι,
+και είπε:
+
+ — Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε.
+
+Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν'
+απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο λυπητερή
+και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν:
+
+«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η κυρία η δική
+σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο άδικο της έχεις
+κάνει».
+
+Απάντησε:
+
+«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε από την
+Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι, ένα πουκάμισο
+άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα των γάμων μας. Στη
+θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το γαμήλιο πουκάμισό της, και τη
+νύχτα των γάμων της, της εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το
+άδικο που της έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της
+στέλνω αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της
+τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές, με
+πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. Ο καλός
+Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή της. Αδερφοί,
+χτυπάτε με τώρα».
+
+Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι ίσως ένα
+τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την έδεσαν σ' ένα
+δένδρο.
+
+Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη γλώσσα, την
+έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι
+στην Ιζόλδη.
+
+ — Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη.
+
+ — Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη εξ αιτίας
+αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα ένα πουκάμισο
+άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία, και σας δάνεισε το
+δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό ήταν, έλεγε, το μόνο της
+έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε σας για τόσα καλά που της
+κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή
+σας. Σας παραγγέλνει αγάπη και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της
+που τη φέρνουμε.
+
+ — Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη Βραγγίνα, την
+αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η μόνη μου φίλη;
+Φονηάδες, δώστετή μου πίσω.
+
+ — Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε λίγες ώρες.
+Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει, μισεί». Την
+εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε.
+
+ — Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η αγαπημένη μου
+σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το ξέρατε κακούργοι. Την
+είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και σας την εμπιστεύτηκα για να
+την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω ότι την εσκοτώσατε, και θα σας
+κάψουνε απάνου στα κάρβουνα.
+
+ — Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την ξαναφέρουμε
+σώα και απείραγη».
+
+Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη, πότε
+καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό της. Κράτησε
+τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο δένδρο που ήτανε
+δεμένη η Βραγγίνα.
+
+ — Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε ξαναφωνάζει».
+
+Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα γοτάτισε,
+ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η Βασίλισσα έπεσε κι'
+αυτή στα γόνατα μπροστά της και, αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν
+λιπόθυμες.
+
+
+
+ΣΤ'.
+ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ
+
+
+
+Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που πρέπει
+να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η μεθυσμένες
+καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους σπρώχνει, όπως η
+δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ' έτσι ακόμη, το γεράκι
+έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη
+ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις στης προφυλάξεις της Βραγγίνας,
+κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε
+ώρα και σε κάθε τόπο, καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο
+πόθος, πώς τους σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως
+το καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι;
+
+Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον Τριστάνο για τα
+κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. Γνωρίζουν κι' όλα το
+μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται από επιθυμία, μίσος, και
+χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να
+γίνεται μανία, τον Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας
+τα μαρτύρια. Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο
+τέλος το μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι
+εζήτησαν ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε:
+
+ — Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. Λυπόμαστε και
+οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου αποκαλύψουμε ό,τι
+ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον Τριστάνο. Κι' ο
+Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε είχαμε ειδοποιήσει. Για
+την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς όλους σου τους συγγενείς κι'
+όλους σου τους βαρώνους, και μας αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο
+Τριστάνος αγαπάει τη Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια
+λόγια άρχισαν να λέγωνται δω και κει.
+
+Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε.
+
+ — Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την καρδιά μου στον
+Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε
+όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο
+Τριστάνος, για την τιμή αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε,
+και κάθε μια από της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη.
+Αυτός είναι ο λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ
+περισσότερο από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο
+από κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι
+ακούσατε;
+
+ — Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη μπορής να το ιδής
+με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε,
+ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη καιρός.
+
+Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι.
+
+Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. Αθέλητα
+κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. Αλλά η
+Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο Βασιληάς
+προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα από λίγο
+αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και καταλαβαίνοντας ότι δε θα
+μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του
+είπε:
+
+ — Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το αφήσης, μη σούλθη
+πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και της γέφυρές του. Άπιστοι
+άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα
+να επαναλάβω τα λόγια τους χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε.
+Μη ζητάς λόγια να με καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς
+αποτέλεσμα. Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα
+σε είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά
+λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου θα με
+ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. Πήγαινε,
+πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!»
+
+Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο:
+
+Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν λωποδύτης. Τι
+θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη θάλασσα για να
+ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες υπηρεσίες του σε
+κάποιον μακρυνό Βασιλέα!»
+
+Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε την τάφρο
+και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ν'
+απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη μικρή πολιτεία του
+Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου αστού μαζύ με τον
+Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από τον πυρετό, σκληρότερα
+πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η λόγχη του Μόρχολτ είχε
+δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν ήταν κατάκοιτος στην καλύβη
+μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν μακρυά από τη βρώμα των φρικτών
+πληγών του, τρεις άνθρωποι μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης,
+ο Ντινάς ντε Λιντάν, και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν
+και ο Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς
+Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε:
+
+ — Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη βρώμα κάποιου
+φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη σου δεν μπορεί πεια
+να υπερνικήση τη φρίκη.
+
+Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, σαν
+μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους καλοφτιαγμένους
+όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο και καβαλάρης
+τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και καβαλάρης
+σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό.
+
+Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή λυώνει κι'
+αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα στους ξένους που
+την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και
+γελαστή. Και τη νύχτα, ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου,
+αναγκάζεται να δαμάζη ακίνητη την ταραχή των μελών της και της
+ανατριχίλες του πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της
+φαίνεται ότι σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες
+έχουνε στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η
+ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά γόνατα
+της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα γόνατά της
+ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες.
+
+Σε λίγο οι ερασταί θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και
+ποιος άλλος θα τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο
+της ζωής της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο
+Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους αγαπημένους η
+Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα.
+
+Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο ερωτικό
+τέχνασμα.
+
+Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, μεγάλος και
+κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία δέντρα τονέ
+στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και πουλιά. Στο πειο μακρυνό
+από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους πασσάλους του φράχτη,
+βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο ρωμαλέος κορμός του βαστάει
+άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα του, τρέχει γρήγορο το νερό
+καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και
+διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον
+κήπο και φθάνει ως τον πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και
+μάλιστα μέσα στο διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη
+συμβουλή της Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο
+και λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω
+από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά σαν τον
+αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι πέρα, ως τα
+δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον ερχομό τους.
+Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει ν' απομακρύνη το
+Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη έτρεχε στο φίλο της.
+
+Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε βήμα μήπως
+πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις τη βλέπει ο
+Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. Τότε η νύχτα κι' ο
+φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους προστατεύουν. . ..
+
+ — Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι θαλασσινοί πως ο
+πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' ότι με μάγια δυο φορές
+το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, χάνεται και φεύγει από τα
+μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον
+οποίο μιλάνε τα τραγούδια της άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ'
+όλες της μεριές. Δέντρα ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο
+ήρωας ζη μέσα, χωρίς να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και
+καμμιά εχθρική δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...»
+
+Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών που
+χαιρετούν την αυγή.
+
+ — Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι' όλα. Δεν είν'
+αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα πάμε μαζύ στον
+ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει πίσω. Εκεί υψώνεται
+ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα από τα χίλια παράθυρα του
+λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα, τραγουδιστές παίζουν, και
+τραγουδάνε μελωδίες χωρίς τέλος. Ο ήλιος δε λάμπει εκεί, όμως κανείς
+δεν πεθυμάει το φως του. Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών».
+
+... Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του Τινταγκέλ, η αυγή
+φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες πέτρες . . .
+
+Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου
+διαλύονται. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν, ότι ο Τριστάνος
+είδε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά, και άδικα
+παραμονεύουν. Στο τέλος, ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον παιδέψη! —
+λέει σ' τους συντρόφους του:
+
+«Άρχοντες, ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο, τον καμπούρη. Γνωρίζει
+της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. Ξέρει, όταν γεννιέται
+ένα παιδί, να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά πλανήτες ώστε
+προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της ζωής του. Με τη δύναμι
+του Βουγιβού και του Νουαρού, ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. Αν
+θέλη θα μας πη της πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής».
+
+Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας, ο μικρόσωμος μοχθηρός
+άνθρωπος, εχάραξε τα σημεία της μαγείας, έρριξε όλα τα μάγια του,
+εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του Αυγερινού και είπε:
+
+ — Χαρήτε, ωραίοι άρχοντες. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε να τους
+πιάσετε.
+
+Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά.
+
+«Μεγαλειότατε, είπεν ο μάγος, διατάχτε τους κυνηγούς σας νάχουν
+έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. Πέστε ότι εφτά μέρες κ'
+εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι, και να με κρεμάστε από
+της διχάλες, αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε τι λόγια λέει ο Τριστάνος
+στη Βασίλισσα».
+
+Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς, αν και όχι με την καρδιά του. Σαν έπεσε η
+νύχτα, άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος, πήρε το νάνο πισοκάπουλα,
+και γύρισε στο Τινταγκέλ. Από μια είσοδο που ήξερε, μπήκε στον κήπο
+κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το μεγάλο πεύκο.
+
+«Ωραίε Βασιληά, πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του δένδρου.
+Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας χρειασθούν. Και
+ησυχάστε, δε θα περιμένετε πολύ.
+
+ — Φεύγα, σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς.
+
+Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε.
+
+Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Εκείνη τη νύχτα,
+καθαρό και ωραίο, έλαμπε το φεγγάρι. Κρυμμένος στα κλαδιά, ο
+Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς στύλους. Ο
+Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο νερό τα ξύλινα
+κομματάκια και τα κλαράκια. Αλλά, καθώς ήταν σκυμμένος στο νερό της
+πηγής, είδε να καθρεφτίζεται μέσα η εικόνα του Βασιληά. Α! αν
+μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια που φεύγουν. Αλλά όχι, τρέχουν
+γρήγορα, διά μέσου του κήπου. Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η
+Ιζόλδη παραμονεύει τον ερχομό τους. Τώρα, δίχως άλλο, θα τα είδε,
+θάρχεται! Ο Θεός να προστατέψη τους αγαπημένους.
+
+Έρχεται! Καθισμένος, ακίνητος, ο Τριστάνος την παρατηρεί, και απάνω
+στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που τεντώνεται στην κόρδα
+του τόξου.
+
+Έρχεται, ευκίνητη μα και προσεχτική, όπως συνηθίζει πάντα. «Τι
+συμβαίνει λοιπόν, σκέπτεται. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο Τριστάνος να
+με προϋπαντήση. Μην είδε τάχα κανένα;»
+
+Στέκεται, ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Ξαφνικά, στο φως
+του φεγγαριού, βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή. Γνωστική όπως
+όλες η γυναίκες, ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το φύλλωμα του δέντρου.
+«Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα, κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω
+εγώ πρώτη!»
+
+Πλησιάζει ακόμη. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον φίλο της:
+
+«Άρχοντα Τριστάνε, τι τόλμη πήρατε; Να με τραβήχτε τέτοια ώρα σ'
+αυτό το μέρος; Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να με
+ικετεύσετε, λέγατε. Τι να με ικετεύσετε; Τι περιμένετε από μένα; Επί
+τέλους ήρθα: γιατί, δε μπορώ να το λησμονήσω, ως Βασίλισσα είχα
+αυτήν την υποχρέωσι. Να με λοιπόν. Τι θέλετε;
+
+ — Βασίλισσα, να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του Βασιληά.
+
+Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό που
+έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο.
+
+ — Ναι, Βασίλισσα, σας προσκάλεσα πολλές φορές και πάντοτε άδικα.
+Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς, ποτέ δεν καταδεχτήκατε ναρθήτε στην
+πρόσκλησί μου. Λυπηθήτε με το δυστυχισμένον. Ο Βασιληάς με μισεί,
+δεν ξέρω για ποιο λόγο, σεις τον ξέρετε ίσως. Ποίος άλλος θα
+μπορούσε να μαλακώση το θυμό του, εκτός από σας, ω τιμιωτάτη
+Βασίλισσα, ευγενική Ιζόλδη, που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά
+του;
+
+ — Αλήθεια, άρχοντα Τριστάνε, δεν ξέρετε ότι μας υποπτεύεται και
+τους δυο; Και για ποία προδοσία! Πρέπει, γι' ακόμη μεγαλύτερη
+ντροπή, εγώ να σας το πω; Ο κύριος μου πιστεύει ότι σας αγαπώ με
+ένοχο έρωτα. Ο Θεός το ξέρει μολαταύτα, κι' αν λέω ψέμματα, ας
+παιδέψη το κορμί μου, ποτέ δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν
+άνθρωπο εκτός σ' εκείνον που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του.
+Και θέλετε, Τριστάνε, να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση;
+Αλλ' αν ήξερε μοναχά, ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο, θάρριχνε
+αύριο τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!»
+
+Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας:
+
+ — Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι παληάνθρωπος, αν δεν
+κάνη παληανθρωπιές». Μα σε ποία καρδιά μπόρεσε να γεννηθή τέτοια
+υποψία!
+
+ — Τι θέλετε να πήτε, άρχοντα Τριστάνε; Όχι, ο Βασιληάς και κύριος
+μου, ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του τέτοια ατιμία. Αλλά οι
+προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να πιστέψη το ψέμμα, γιατί είναι
+εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες καρδιές. Αγαπιούνται, του είπαν, και
+οι προδότες του το παράστησαν ως έγκλημα. Ναι, με αγαπούσατε,
+Τριστάνε, γιατί να το αρνηθούμε; Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας
+και δε σας έσωσα δυο φορές τη ζωή; Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. Δεν
+είσαστε από τη γενιά του Βασιληά, και δεν άκουσα χίλιες φορές τη
+μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν δεν
+αγαπάη κι' όλο του το σώι; Γι' αγάπη του Βασιλιά, σας αγαπούσα,
+Τριστάνε. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση, θα χαρώ. Αλλά το σώμα μου
+τρέμει, φοβάμαι πολύ, φεύγω, έμεινα κι' όλα πάρα πολύ».
+
+Ο Βασιληάς, μέσ' τα κλαδιά, λυπήθηκε, και γέλασε γλυκά.
+
+Η Ιζόλδη φεύγει, και ο Τριστάνος τη φωνάζει.
+
+ — Βασίλισσα, για τόνομα του Χριστού, λυπηθήτε με, βοηθήστε με! Οι
+τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά από το Βασιληά όλους
+όσοι τον αγαπούν. Επέτυχαν το σκοπό τους, και τώρα τον περιγελούν.
+Έστω, θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό τον τόπο, μακρυά, — άθλιος όπως
+ήρθα άλλοτε. Αλλά τουλάχιστον, πήτε στο Βασιληά, γι' ανταμοιβή των
+περασμένων υπηρεσιών μου και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω
+μακρυά από δω, να μου δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου, και
+να εξοφλήσω το άλογό μου και τα όπλα μου.
+
+ — Όχι, Τριστάνε, δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την αίτηση. Είμαι
+ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο, ολομόναχη σ' αυτό το παλάτι όπου κανείς
+δε μ' αγαπά, χωρίς στήριγμα κανένα, στη διάκρισι του Βασιληά. Αν του
+πω μια λέξι για σας, δε βλέπετε ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό
+θάνατο; Φίλε, ο Θεός να σας προστατεύη. Ο Βασιληάς σας μισεί, πολύ
+άδικα. Αλλά σ' όποιον τόπο και να πάτε, ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι
+αληθινός φίλος».
+
+Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η Βραγγίνα την
+πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Η Βασίλισσα της διηγείται την
+περιπέτεια. Η Βραγγίνα φωνάζει:
+
+«Ιζόλδη, κυρία μου, ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας. Είναι πατέρας
+πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων.»
+
+Κάτω από το μεγάλο πεύκο, ο Τριστάνος, στηριγμένος στο μαρμάρινο
+χείλος της λίμνης, θρηνούσε:
+
+ — Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη αδικία που μου
+κάνει ο αγαπητός μου κύριος!
+
+Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου, ο Βασιληάς είπε γελώντας:
+
+ — Ωραίε ανηψιέ, ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. Να, το μακρυνό ταξίδι
+που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί, τελείωσε κι' όλα.
+
+Κει κάτω, σ' ένα πλάτωμα του δάσους, ο νάνος Φροσίνος εξέταζε την
+τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει, ότι ο Βασιληάς τον απειλούσε με
+θάνατο. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή, φούσκωσε από θυμό, και
+γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της Ουαλλίας.
+
+
+
+
+Ζ'.
+Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ
+
+
+
+Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. Του έδωσε την άδεια
+να γυρίση πίσω στο παλάτι, και όπως άλλοτε, ο Τριστάνος κοιμάται στο
+Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπητικούς. Όποτε
+θέλει, μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. Ο Βασιληάς δεν έχει πεια
+καμμιά ανησυχία. Αλλά ποιος λοιπόν μπορεί πολύν καιρό να κρατήση
+μυστικούς τους έρωτές του; Αλλοίμονο, ο έρωτας δεν κρύβεται.
+
+Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες, και καθώς ο αυλάρχης Ντινάς
+ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό δάσος να πλανάται, άθλιο
+και ελεεινό, το νάνο καμπούρη, τον ξανάφερε στο Βασιληά, ο οποίος
+τον ελυπήθη και του συχώρεσε το σφάλμα του.
+
+Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να μεγαλώση το
+μίσος των βαρώνων. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον Τριστάνο με τη
+Βασίλισσα, έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς δεν έδιωχνε τον
+ανηψιό του μακρυά από τη χώρα, αυτοί θ' αποτραβιώντανε στους οχυρούς
+πύργους των για να τον πολεμήσουν. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά:
+
+«Μεγαλειότατε, μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής, όπως θέλεις.
+Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. Αγαπάει τη Βασίλισσα, κι' είναι
+φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. Μεις δε θάν' το ανεχθούμε
+ποτέ».
+
+Ο Βασιληάς τους ακούει, αναστενάζει, χαμηλώνει το κεφάλι κατά τη γη,
+σωπαίνει.
+
+«Όχι Βασιληά, δε θάν' το ανεχθούμε πεια. Γιατί ξέρουμε τώρα ότι αυτή
+η είδησι, αλλόκοτη άλλοτε, έπαυσε πεια να σου φαίνεται παράξενη.
+Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους. Τι θα κάμης; Σκέψου και
+συμβουλέψου. Όσο για μας, αν δεν απομακρύνης μια για πάντα τον
+ανηψιό σου, θα τραβηχτούμε στης βαρωνείες μες παίρνοντας και τους
+γείτονες μας μακρυά από την αυλή σου, γιατί δεν μπορούμε ν'
+ανεχτούμε να μένη περισσότερο εδώ. Βασιληά, διάλεξε μεταξύ των δυο!
+
+ — Άρχοντες, μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που λέγατε για τον
+Τριστάνο, και μετάνοιωσα. Αλλά είστε υποτελείς μου, και δε θέλω να
+χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου. Συμβουλεύτε με λοιπόν, σας
+παρακαλώ, σεις που μου οφείλετε συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι
+αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε αγέρωχο εγωισμό.
+
+ — Λοιπόν, Άρχοντα, καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Δεν τούχετε
+εμπιστοσύνη, από την ιστορία του κήπου. Μολαταύτα δεν είχε διαβάσει
+στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ κάτω από το πεύκο;
+Ξέρει χίλια πράγματα. Πάρτε συμβουλή απ' αυτόν».
+
+Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. Ο Ντενοαλέν τον αγκάλιασε.
+Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά.
+
+«Μεγαλειότατε, διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή καλπασμό
+στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή καλοσφραγισμένη με κερί, για
+το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Βγε
+από το δωμάτιό σου την ώρα του πρώτου ύπνου, και σ' το ορκίζομαι στο
+Θεό και στο νόμο της Ρώμης, πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη
+θα θελήση να της μιλήση προτού φύγη. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω
+κάβο και χωρίς να τον δης και συ, τότε σκότωσέ με. Για τ' άλλα,
+άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης τίποτε
+στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του ύπνου.
+
+ — Ναι, απήντησε ο Μάρκος, έτσι ας γίνη».
+
+Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Πήγε σ' ένα φούρνο,
+αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της ρόμπας του. Α!
+ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια προδοσία. Τη νύχτα, σαν
+απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του κοιμήθηκαν στην αίθουσα που
+ήτανε κολλητά στη δική του, ο Τριστάνος, κατά τη συνήθειά του, ήρθε
+στο δωμάτιο του Βασιληά Μάρκου.
+
+«Ωραίε ανηψιέ, κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε και θα
+πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά Αρθούρο, να την
+ανοίξη μπροστά σας. Χαιρετήστε τον από μέρος μου και μείνετε μια
+μέρα μονάχα κοντά του.
+
+ — Βασιληά, θα την πάω αύριο.
+
+ — Ναι, αύριο την αυγή».
+
+Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. Από το κρεββάτι του έως
+το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις κονταριού.
+Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της Βασίλισσας, κι' αποφάσισε
+αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος, να την πλησιάση. Α! Θεέ! Τι
+τρελλή σκέψις.
+
+Ό νάνος κοιμώτανε, όπως πάντα, στο δωμάτιο του Βασιληά. Όταν πίστεψε
+ότι όλοι κοιμώντανε, σηκώθη και ανάμεσα στο κρεββάτι του Τριστάνου
+και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή φαρίνα. Αν ο ένας από τους
+αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον άλλο, η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος
+των βημάτων. Αλλά καθώς τη σκορπούσε, ο Τριστάνος, που έμεινε
+ξύπνιος τον είδε.
+
+«Τι πα να πη αυτό; Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με υπηρετή για το
+καλό μου. Αλλά θα την πάθη. Πολύ τρελλός θάταν όποιος θάφηνε να του
+πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του».
+
+Κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω, ακολουθούμενος
+από τον νάνο καμπούρη. Σκοτάδι ήταν μέσ' το δωμάτιο. Ούτε κερί
+αναμμένο, ούτε λάμπα. Ο Τριστάνος σηκώθηκε όρθιος στο κρεββάτι του.
+Θεέ, γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις; Ενώνει τα πόδια, μετράει την
+απόστασι, πηδάει, και ξαναπέφτει στο κρεββάτι του Βασιληά.
+Αλλοίμονο! την προηγουμένη, στο δάσος, ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον
+είχε χτυπήσει στη γάμπα με το δόντι του, και, για τη δυστυχία του, η
+πληγή δεν ήταν δεμένη. Στο τάνημα του πηδήματος, άνοιξε κι' άρχισε
+να τρέχη. Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και
+κοκκινίζει, τα σεντόνια. Έξω στο φως του φεγγαριού, ο νάνος είδε με
+τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί. Τρεμούλιασε από τη χαρά
+του, και είπε στο Βασιληά:
+
+«Πήγαινε, κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα, κρέμασέ με!»
+
+Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο, ο Βασιλιάς, ο νάνος, και οι τέσσερες
+προδότες. Ο Τριστάνος τους ακούει. Σηκώνεται, πηδάει, φτάνει στο
+κρεββάτι του. Αλλοίμονο, κατά το πέρασμα, το αίμα χύθηκε άφθονο από
+την πληγή, στη φαρίνα.
+
+Να, ο Βασιληάς, οι βαρώνοι, και ο νάνος που κρατεί ένα φως. Ο
+Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται. Είχαν μείνει μόνοι στο
+δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του Τριστάνου και
+έμενεν ακίνητος.
+
+Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και στο
+πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα.
+
+Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την αντρεία του,
+τον κρατούν στο κρεββάτι, κι' απειλούν τη Βασίλισσα και την
+κοροϊδεύουν, την περιγελούν και της υπόσχονται καλή δικαιοσύνη.
+Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει.
+
+«Τριστάνε, λέγει ο Βασιληάς, τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν περνάει.
+Αύριο θα πεθάνετε».
+
+Του φωνάζει:
+
+«Μεγαλειότατε, χάρι ζητώ. Για τόνομα και για τα πάθη του Χριστού,
+Μεγαλειότατε, έλεος για μας!
+
+ — Μεγαλειότατε, εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες.
+
+ — Ωραίε θείε, δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. Τι με νοιάζει για
+το θάνατο; Βέβαια, αν δεν ήτανε ο φόβος μη θυμώστε, αυτοί οι
+τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το θράσος τους, αυτοί, που
+δίχως τη δική σας προστασία, ούτε να μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν.
+Αλλά, από σεβασμό και αγάπη για σας, παραδίνομαι στη διάκρισί σας.
+Κάμετέ με ό,τι θέλετε. Να με, Μεγαλειότατε. Αλλά λυπηθήτε τη
+Βασίλισσα!»
+
+Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του.
+
+«Έλεος για τη Βασίλισσα. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται κανείς
+που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την αγάπησα ποτέ
+μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο, σε κλειστό χώρο.
+Μεγαλειότατε, χάρι γι' αυτήν, για τόνομα του Μεγάλου Θεού».
+
+Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά, αυτόν και τη Βασίλισσα.
+Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με μονομαχία την
+αθωότητά του, κομμάτια θα τον έκαναν προτού ανεχτή να τόνε δέσουν
+έτσι χυδαία.
+
+Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό, και ήξερε ότι κανείς δε θα τολμούσε να
+σηκώση απάνω του σπαθί, μέσα σε κλειστό χώρο. Και βέβαια, με το
+δίκηο του, είχε την πεποίθησι στο Θεό. Όταν έκανε όρκο ότι ποτέ δεν
+είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο έρωτα, οι προδότες γελούσαν για
+την αδιάντροπη αγυρτεία του. Αλλά σας επικαλούμαι, Άρχοντες: σεις
+που ξέρετε την αλήθεια για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα, σεις
+που καταλαβαίνετε, — έλεγε ψέμματα; Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από
+το πράγμα, παρά από την κρίσι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα, μα ο
+Θεός βλέπει της καρδιές, και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι'
+αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με
+μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του, και γι' αυτό ο Θεός πέρνει
+στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Γι' αυτό και ο Τριστάνος ζητούσε
+δικαιοσύνη και μονομαχία, και γι' αυτό παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα
+Μάρκο. Μα αν είχε προΐδει τι θα γινότανε, σίγουρα θα σκότωνε τους
+προδότες. Α! Θεέ! γιατί δεν τους σκότωνε;
+
+
+
+Η'.
+ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ
+
+
+
+Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα, τρέχει το κακό μαντάτο κατά την πολιτεία:
+πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, κι' ο Βασιληάς θέλει να τους
+σκοτώση. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι του λαού, όλοι κλαίνε:
+
+«Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε; Τριστάνε, αντρειωμένε βαρώνε, θα
+πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία; Και συ, Βασίλισσα αγνή,
+Βασίλισσα τιμημένη, σε ποιον τόπο θα γεννηθή ποτέ βασιλοπούλα τόσο
+ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη; Αυτά λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του
+ο νάνος καμπούρης; Ω! που να μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον
+απαντήση στο δρόμο του και δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του!
+Τριστάνε, αγαπημένε ώμορφε φίλε, όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας
+για ν' αρπάξη τα παιδιά μας, κανένας από τους βαρώνους μας δεν
+ετόλμησε να ζώση τ' άρματα, κι' όλοι, σαν τους μουγγούς, έμεναν
+αμίλητοι. Και μοναχά συ, Τριστάνε, πολέμησες για όλους μας, για όλη
+την Κορνουάλλη, και σκότωσες το Μόρχολτ. Και λίγο έλειψε να πεθάνης
+από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί του. Σήμερα,
+ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου;»
+
+Οι θρήνοι, η κραυγές, περνούν όλη την πολιτεία. Όλοι τρέχουνε στο
+παλάτι. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος που κανείς βαρώνος —
+όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος — δεν τολμά να πη κουβέντα
+για να τον μαλακώση.
+
+Η μέρα πλησιάζει. Φεύγει η νύχτα. Προτού σηκωθή ο ήλιος, ο Βασιληάς
+καλπάζει όξω από την πόλι, στον τόπο οπού συνήθιζε να δικάζη!
+Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν με χοντρές
+και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και μαύρα, βγαλμένα από
+την γη μαζύ με της ρίζες τους.
+
+Πρωί-πρωί, χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι άνθρωποι
+της Κορνουάλλης. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι κλαίνε εκτός από
+τον νάνο του Τινταγκέλ. Τότε ο Βασιληάς τους μίλησε έτσι:
+
+«Άρχοντες, αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα,
+γιατί εγκλημάτησαν».
+
+Όλοι φώναξαν:
+
+«Δίκη, Βασιληά. Να γίνη δίκη πρώτα. Είναι ντροπή και κρίμα, να τους
+σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Βασιληά, αναβολή και έλεος γι' αυτούς!»
+
+Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς:
+
+«Όχι, ούτε αναβολή, ούτε έλεος, ούτε δίκη. Μα τον Ύψιστο Θεό που
+έφτιασε τον κόσμο, αν κανείς τολμήση να δευτερώση αυτήν την αίτησι,
+πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!»
+
+Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να φέρουνε
+πρώτον τον Τριστάνο.
+
+Καίνε ταγκάθια, όλοι μένουν αμίλητοι, κι' ο Βασιληάς περιμένει.
+
+Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι φυλάνε
+τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. Καλέ Θεέ! τι
+χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την προσβολή, μα τι
+ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον πάνε. Και η Βασίλισσα,
+σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει:
+
+«Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη χαρά!»
+
+Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι, για τον τόπο της
+φωτιάς. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους, τους φτάνει, πηδάει
+από το άτι που τρέχει ακόμη. Είναι ο Ντινάς, ο καλός αυλάρχης. Στο
+άκουσμα των συμβάντων, άφησε αμέσως τον πύργο του Λιντάν. Ο αφρός, ο
+ιδρώτας, και το αίμα αυλάκια κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του:
+
+«Υγιέ, πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Ο Θεός θα με βοηθήση ίσως να
+δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο σας. Για την
+ώρα, μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν τη μικρή υπηρεσία:
+Φίλοι, είπε στους υπηρέτες, δεν μπορώ να βλέπω αυτά τα σκοινιά, —
+κι' ο Ντινάς, έκοψε τα σκοινιά με το σπαθί του. Αν δοκιμάση να φύγη,
+μήπως δεν έχετε τα σπαθιά σας;»
+
+Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη, ξανακαβαλλικεύει και φεύγει.
+
+Λοιπόν, ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους. Αυτός, που
+ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο, δέχτηκε ευνοϊκά τα δάκρυα και
+της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον παρακαλούσαν για τους
+βασανισμένους εραστές. Κοντά στο δρόμο που περνούσε ο Τριστάνος,
+στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα κατά το βορρηά, βρισκότανε ένα
+εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα. Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε
+χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό γκρεμό του γυαλού, βραχώδη, με απότομες
+κατωφερειές.
+
+Στο ιερό, βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή τζαμαρία,
+περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη.
+
+«Κύριοι, είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του, αφήστε με να μπω σ'
+αυτό το εξωκκλήσι. Σε λίγο θα πεθάνω. Θέλω να παρακαλέσω το Θεό να
+με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου. Κύριοι, το εκκλησάκι δεν έχει
+άλλη έξοδο απ' αυτή. Καθένας σας κρατάει το σπαθί του στα χέρια.
+Ξέρετε καλά ότι μόνον απ' αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω, κι' άμα
+παρακαλέσω το Θεό, θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!»
+
+«Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες.
+
+Τον αφήκαν να μπη. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι, περνάει το χορό, φθάνει
+στην τζαμαρία του ιερού, πιάνει το παράθυρο, το ανοίγει και πηδάει
+στο γκρεμό... Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά ο θάνατος στη φωτιά,
+μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι.
+
+Αλλά, μάθετε, Άρχοντες, ότι ο Θεός τον ελυπήθη. Ο άνεμος πιάνεται
+στα ρούχα του, τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια πλατειά πέτρα στα
+πόδια του γκρεμού. Οι άνθρωποι της Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν
+την πέτρα «Πήδημα του Τριστάνου».
+
+Μπρος στην εκκλησιά, οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Άδικα όμως, — γιατί
+τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του. Φεύγει... Ο αλαφρός άμμος
+βουλιάζει στα πόδια του. Πέφτει χάμω, γυρίζει πίσω, βλέπει μακρυά τη
+φωτιά. Τριζομανάνε η φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. Κι'
+ο Τριστάνος φεύγει..
+
+Ζωσμένος το σπαθί του, μ' αμπολυμένα χαλινάρια, — στα τέσσερα, —
+είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. Ο Βασιληάς θα τον έψηνε
+ζωντανό, αντί του αφεντικού του. Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι'
+ο Τριστάνος φώναξε:
+
+«Δάσκαλε, ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με ωφελεί;
+Χωρίς την Ιζόλδη, τι μ' ωφελεί; Γιατί καλλίτερα να μην γίνω κομμάτια
+στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα, Ιζόλδη, και σένα θα σε σκοτώση. Για μένα την
+καίνε! Γι' αυτή, πρέπει κ' εγώ να πεθάνω».
+
+Ο Γκορνεβάλης του είπε:
+
+«Ωραίε άρχοντα, ησυχάστε, μην ακούτε το θυμό σας. Κυττάχτε αυτόν τον
+πυκνό θάμνο, το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. Ας κρυφτούμε κει. Πολλοί
+περνάνε από το δρόμο. Θα μας πουν νέα. Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη,
+ορκίζομαι στο Χριστό, τον υγιό της Μαρίας, ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω
+από στέγη αν δεν την εκδικηθούμε πρώτα».
+
+ — Ωραίε μου δάσκαλε, δεν έχω το σπαθί μου.
+
+ — Να το, σου το έφερα.
+
+ — Καλά, δάσκαλε. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το Θεό!
+
+ — Γιε, έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα που θα σ'
+ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που ίσως σου
+χρειαστή.
+
+ — Φέρε δω, ωραίε δάσκαλε, Μα το Θεό στον οποίο πιστεύω, θα πάω
+τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου.
+
+ — Όχι, μη βιάζεσαι έτσι, είπε ο Γκορνεβάλης. Ο Θεός βέβαια σου
+φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Σκέψου ότι δεν είναι στο χέρι σου να
+ζυγώσης στη φωτιά. Γύρω είναι οι αστοί, και φοβούνται το Βασιληά. Σ'
+αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου, κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν.
+Γιε μου, καλά έχουνε πη: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Περίμενε
+λίγο! .. .»
+
+Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό, ένας φτωχός άνθρωπος του λαού
+τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. Έτρεξε στο Τινταγκέλ και
+γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης.
+
+ — Βασίλισσα, πάψε πεια τα κλάμματα. Ο φίλος σου ξέφυγε.
+
+ — Δόξα τω θεώ, είπε η Ιζόλδη. Τώρα ας με δέσουν ας με κάνουν ό,τι
+θέλουν, ας με σκοτώσουν, δε με μέλει πεια».
+
+Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά που το
+αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. Αλλά εκείνη είπε γελαστή:
+
+«Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο, την ώρα που ο καλός Θεός πήρε το
+φίλο μου από τα νύχια των απίστων, βέβαια, δε θάξιζα τίποτα!»
+
+Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε από τη
+τζαμαρία της μικρής εκκλησίας, πρασίνισε από το θυμό του, και
+διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη.
+
+Τη σέρνουν. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της αιθούσης,
+απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα. Μεγάλη βουή
+ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ, λυπηθήτε την. Αγνή Βασίλισσα,
+Βασίλισσα τιμημένη. Τι πένθος έρριξαν στον τόπο αυτοί που σας
+πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!»
+
+Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια, που βγάνουν
+μεγάλες φλόγες.
+
+Ο Ντινάς, ο άρχοντας του Λιντάν, πέφτει στα πόδια του Βασιλιά.
+
+«Βασιληά, άκουσέ με. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και τίμια, χωρίς
+κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή ποια γρηά γυναίκα θα
+μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία που κράτησα στη ζωή μου;
+Για αμοιβή, κάνε μου, Μεγαλειότατε, τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα.
+Θέλεις ζωντανή να την κάψης, χωρίς δίκη. Είναι άδικο πράγμα, αφού
+δεν αναγνωρίζει το έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Σκέψου
+άλλωστε: αν κάψης το σώμα της, καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια
+στον τόπο. Ο Τριστάνος ξέφυγε. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της
+πεδιάδες, τα δάση, τους πόρους, τα στενά. Κ' είναι τολμηρός. Βέβαια
+είσαι θείος του, και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. Αλλά όλους
+τους βαρώνους, τους υποτελείς σου, που θα πιάση, θα τους σκοτώση».
+
+Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα λόγια.
+Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους παραμονεύη.
+
+«Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ' όλη μου
+τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα φύλακας και
+σαν Εγγυητής της».
+
+Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι κι'
+ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή.
+
+Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε:
+
+«Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την υπηρεσία
+σου».
+
+Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο άτι του
+κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το κεφάλι σκυφτό.
+
+Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω, φωνάζει,
+καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες.
+
+Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη, πλεγμένο με
+λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι πλεγμένη στα μαλλιά
+της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος μπορούσε να τη δη χωρίς να τη
+λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που
+της έχουνε δέσει τα χέρια!
+
+Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και
+ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και
+στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους, κάτω
+από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα.
+
+Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο Βασιληά με τη
+στριγγιά φωνή του:
+
+«Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το καμίνι.
+Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά θα την κάψη
+αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα την στάχτη της. Κι'
+όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία της θα τελειώση κι' όλα.
+Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη,
+αλλά στην ατιμία κι' όλο ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το
+θέλεις;»
+
+Απάντησε ο Βασιληάς:
+
+«Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι, χειρότερη από
+το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο, πειο πολύ θα τον
+αγαπήσω.
+
+ — Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι μου. Να, έχω δω
+εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την έχουμε όλοι μαζική. Η
+αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη στους λεπρούς σου, ποτέ
+γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος. Να, τα κουρέλια μας είναι
+κολλημένα στης πληγές μας που βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά
+σου ευχαριστιότανε με τα πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με
+τα στολίδια, με της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και
+της χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ' αναγκασθή
+να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ μας, τότε η
+Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία της, και θα
+πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των αγκαθιών!»
+
+Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος. Επί
+τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το χέρι. Κείνη
+φωνάζει:
+
+ — Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να καώ!»
+
+Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι εκατό λεπροί
+αναδεύουνε γύρω της.
+
+Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες η
+καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος. Η Ιζόλδη
+φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία κατεβαίνει έξω
+από την πόλι.
+
+ — Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης
+αφήνει κραυγή:
+
+ — «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!»
+
+Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο.
+
+ — Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ τη, αν θέλης
+να ζήσης!»
+
+Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του.
+
+«Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να η στιγμή
+να δείχτε την αντρεία σας!»
+
+Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να ρίχνουνε
+κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια τους, να
+φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα δεκανίκια τους: άλλοι
+απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο Τριστάνος συχαινότανε να τους
+χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο:
+βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο
+σκυλλολόι. Ο Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του
+κατάφερε στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα
+κακοφτιαγμένα πόδια του.
+
+Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει πεια
+καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας την πεδιάδα,
+μπήκαν στο δάσος του Μορουά. Εκεί, στα μεγάλα δάση, ο Τριστάνος
+αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από τείχη φρουρίου.
+
+Με τη δύσι του ηλίου, σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου βουνού. Ο
+φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. Ανάπαυσε το κεφάλι της στο σώμα
+του Τριστάνου και απεκοιμήθη.
+
+Το πρωί, ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο του και
+δυο καλοφτιαγμένα βέλη, και τάδωσε στον Τριστάνο, τον καλό τοξότη,
+που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. Ο Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από
+ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι. Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα,
+έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε με φύλλα.
+
+Τότε, στο βάθος του αγρίου δάσους, άρχισε για τους φυγάδες η τραχειά
+ζωή, — αγαπημένη μολαταύτα.
+
+
+
+Θ'.
+ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ
+
+
+
+Στο βάθος του αγρίου δάσους, με μεγάλους μόχθους, σαν κυνηγημένα
+ζώα, γυρίζουν δω κ' εκεί, και σπάνια τολμούν να ξαναπάνε το βράδυ
+στο άσυλο της προηγουμένης. Τρώνε όλο κρέας των αγριμιών και
+πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Τ' αδυνατισμένα πρόσωπά τους γίνονται
+χλωμά, τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια, ξεσκισμένα από τ' αγκάθια.
+Αγαπιούνται όμως. Δεν υποφέρουν.
+
+Μια μέρα, καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση, έφθασαν κατά τύχη
+στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν.
+
+Στον ήλιο, σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών, κοντά στο εκκλησάκι του, ο
+σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του, πήγαινε με μικρά
+βήματα.
+
+«Άρχοντα Τριστάνε, φώναξε, μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι άνθρωποι
+της Κουρνουάλλης. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' όλο τον τόπο. Όποιος
+σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι οι βαρώνοι ορκίστηκαν
+να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό. Μετανοήστε, Τριστάνε! Ο Θεός
+συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν μετανοή.
+
+ — Να μετανοήσω, άρχοντα Ογκρίν; Και για ποιο έγκλημα; Σεις
+μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα; Ναι, το
+καλό ποτό μας έχει μεθύσει, και θα προτιμούσα να ζητανιεύω όλη μου
+τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με χόρτα και με ρίζες μαζύ με
+την Ιζόλδη παρά νάμαι, δίχως αυτή, Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας.
+
+ — Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί εχάσατε τούτον
+τον κόσμο και τον άλλο. Όποιος προδίνει τον κύριό του, τον
+διαμελίζουν με δυο άλογα, ή τον καίνε στην πυρά, και όπου πέση η
+στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει, και τ' όργωμα μένει μάταιο. Τα
+δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται. Τριστάνε, δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε
+κείνον που την πήρε γυναίκα, κατά τον νόμο της Ρώμης.
+
+ — Τώρα πεια δεν του ανήκει. Την έδωκε στους λεπρούς του. Από τα
+χέρια τους την πήρα. Από δω και πέρα είναι δική μου. Δε μπορώ να την
+χωριστώ, ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από μένα.
+
+Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε, με το
+κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό. Ο ερημίτης
+της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. Αλλά, με κλάμματα εκείνη
+κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον πιστέψη.
+
+ — Αλλοίμονο, είπε ο Ογκρίν, πώς να παρηγορήση κανείς πεθαμένους;
+Μετανόησε, Τριστάνε· γιατί, όποιος ζη στην αμαρτία χωρίς να μετανοή,
+είναι πεθαμένος.
+
+ — Όχι! είμαι ζωντανός, και ούτε μετανοώ. Θα γυρίσουμε στο δάσος που
+μας προστατεύει και μας φυλάει. Έλα, Ιζόλδη, φίλη!»
+
+Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Μπήκαν στα ψηλά χόρτα και
+της φτέρες. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά τους. Και χαθήκανε
+μέσ' τα φυλλώματα.
+
+Ακούστε μια ωραία περιπέτεια, Άρχοντες. Ο Τριστάνος είχε αναστήσει
+ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό, ώμορφο, ζωηρό, ελαφρό στην τρεχάλα.
+Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το όμοιό του για
+το κυνήγι με το τόξο. Τον έλεγαν Χουσδάν. Τον είχαν κλείσει στον
+ψηλότερο πύργο του φρουρίου, μ' ένα βαρύ ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό.
+Από την ημέρα που έχασε τον κύριό του, δεν ήθελε καμμιά τροφή, έξυνε
+το χώμα με τα πόδια, τα μάτια του έτρεχαν, ούρλιαζε. Πολλοί τον
+ελυπήθηπαν.
+
+«Χουσδάν, έλεγαν, κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον κύριό του,
+σαν εσένα. Ναι, σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός μου φίλος, είναι
+το λαγωνικό μου».
+
+Κι' ο Βασιληάς Μάρκος, συλλογιζότανε τα περασμένα, κ' έλεγε μέσα
+του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι τον
+αφεντικό του. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την Κορνουάλλη που
+ναξίζη το νύχι του Τριστάνου;»
+
+Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά:
+
+«Μεγαλειότατε, διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. Θα ιδούμε αν κάνη
+έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Αν όχι, θα τον δήτε, μόλις λυθή,
+με το στόμα ανοικτό, με τη γλώσσα μια πήχυ έξω, να κυνηγάη, για να
+δαγκώση, ζώα και ανθρώπους».
+
+Τον λύνουν. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου άλλοτε
+βρισκότανε ο Τριστάνος. Γαυγίζει, κλαίει, ψάχνει, επί τέλους βρίσκει
+τα ίχνη του κυρίου του. Διασχίζει βήμα προς βήμα το δρόμο που είχε
+ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της φωτιάς. Όλοι τον πέρνουν από
+πίσω. Γαυγίζει δυνατά, και σκαρφαλώνει κατά την ακτή. Μπαίνει στην
+εκκλησιά και πηδάει στο βωμό. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία,
+πέφτει στα πόδια του βράχου, ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία,
+στέκει μια στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος, έπειτα
+φεύγει για το δάσος. Όλοι συγκινούνται.
+
+«Ωραίε Βασιληά, λένε οι ιππότες, ας πάψουμε πεια να τον ακολουθούμε.
+Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός δεν θάταν εύκολος».
+
+Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. Το δάσος αντιλαλούσε από τα γαυγητά
+του Χουσδάν, κι' από μακρυά ο Τριστάνος, η Βασίλισσα κι' ο
+Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως άλλο ο
+βασιληάς τους κυνηγάει, σαν άγρια θερία, με λαγωνικά. Βυθίζονται σε
+κάτι πυκνά φυλλώματα. Στην άκρη στέκεται όρθιος ο Τριστάνος με
+τεντωμένο το τόξο του. Αλλά ο Χουσδάν, βλέποντας και αναγνωρίζοντας
+τον κύριο του, πηδάει απάνω του, κουνάει το κεφάλι και την ουρά,
+τεντώνεται, κυλιέται χάμου. Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά; Έπειτα
+τρέχει στην Ιζόλδη την Ξανθή, στον Γκορνεβάλη, ακόμη και στο άλογο,
+και κάνει χαρές. Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος.
+
+«Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη αυτό το
+σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο, ένας άνθρωπος καταδιωγμένος;
+Στης πεδιάδες και στα δάση, σ' όλη τη χώρα του, ο Βασιληάς μας
+κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας προδώση. Α! η αγάπη κ'
+η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ να βρη το θάνατο. Μολαταύτα,
+πρέπει να φυλαχτούμε. Τι να κάνουμε; Συμβουλεύτε με!»
+
+Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε:
+
+«Λυπηθήτε τον, άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν Ουαλλό
+δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' ακολουθή χωρίς
+γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. Φίλε Τριστάνε, τι χαρά αν
+κατωρθώναμε, σιγά-σιγά με υπομονή, να γυμνάσουμε έτσι τον Χουσδάν!»
+
+Σκέφτηκε μια στιγμή, ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της Ιζόλδης.
+Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε:
+
+«Θα δοκιμάσω. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!»
+
+Σε λίγο, ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι, ξεπετάει ένα ζαρκάδι, και
+το πληγώνει μ' ένα βέλος. Το λαγωνικό θέλει να τρέξη πίσω του και
+γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος αντιλαλεί. Ο Τριστάνος,
+χτυπώντας, το κάνει να σωπάση. Ο Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον
+κύριό του, παραξενεύεται και μην τολμώντας πεια να γαυγίση, αφήνει
+ταχνάρια. Ο Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του, έπειτα χτυπά την
+μπότα του με την καρυδένια μπαγκέτα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι
+κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Μ' αυτό το σύνθημα, ο Χουσδάν
+θέλει πάλι να γαυγίση, κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. Μ' αυτή τη
+διδασκαλία, σ' ένα μήνα μοναχά, τον εγύμνασε να κυνηγάη στα μουγγά.
+Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή αγριοκάτσικο, ο Χουσδάν
+χωρίς πεια να γαυγίζη, ακολουθούσε ταχνάρια στον πάγο, στο χιόνι ή
+στα χορτάρια. Αν πρόφταινε το αγρίμι στα δάση, ήξερε να σημαδεύη το
+μέρος μαζεύοντας φύλλα. Αν τώπιανε στην πεδιάδα, εσώρευε χόρτα απάνω
+στο σκοτωμένο αγρίμι και χωρίς γαυγητό, γύριζε να βρη τον κύριό του.
+
+Το καλοκαίρι φεύγει, κι' έρχεται ο χειμώνας. Οι αγαπητικοί έζησαν
+χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. Στο χώμα, σκληρό από την ψύχρα, η
+παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων. Με τη δύναμι της
+αγάπης, ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν αισθάνθηκαν την αθλιότητα της
+θέσεως τους.
+
+Αλλά, όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία, έστησαν κάτω από τα μεγάλα
+δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. Ο Τριστάνος ήξερε από
+παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του δάσους. Μπορούσε να κάνη το
+αηδόνι, το μελισσοφάγο, το φλώρο, κι' όλο το βασίλειο των πουλιών!..
+
+Και, συχνά, πολυάριθμα πουλιά, τραβηγμένα από τη φωνή του,
+κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας, με το λαιμό φουσκωμένο, τα
+τραγούδια τους, — μέσα στο φως.
+
+Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο δάσος. Γιατί
+κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους κυνηγήση. Εγνώριζαν
+ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα κλαδιά των δέντρων. Μια μέρα
+μολαταύτα, ένας από τους άπιστους προδότες, ο Γκενελόν, — που
+καταραμένος νάναι από το Θεό — παρασύρθηκε από την ορμή του
+κυνηγίου, κι' ετόλμησε να προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του
+Μορουά. Εκείνο το πρωί, στην παρυφή του δάσους, ο Γκορνεβάλης είχε
+ξεσελλώσει το άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Κει
+κάτω, στην καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά
+αγκαλιασμένοι.
+
+Ξαφνικά, ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών: με μεγάλη
+ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι, που είχε ριχτεί στη χαράδρα.
+Μακρυά, στην πεδιάδα, φάνηκε ένας κυνηγός. Ο Γκορνεβάλης τον
+εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν, ο άνθρωπος που περισσότερο απ' όλους
+μισούσε ο Τριστάνος. Μόνος, χωρίς ιπποκόμο, με τα σπηρούνια
+βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του αλόγου του, έτρεχε στα τέσσερα.
+
+Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, ο Γκορνεβάλης, τον παραμονεύει:
+γρήγορα έρχεται, αργά θα γυρίση.
+
+Περνάει. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του, πιάνει το
+χαλινό, και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό πούχε κάμει αυτός
+ο άνθρωπος, τόνε ρίχνει κάτω, τον κάνει κομμάτια, και φεύγει,
+πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι.
+
+Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα
+κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι, απάνω στην ανθισμένη χλόη. Ο
+Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα, με το κεφάλι του σκοτωμένου στο χέρι.
+
+Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα,
+αλληστρατισμένοι, σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος, τούδωσαν
+στα τέσσερα, καταπράσινοι από το φόβο. Από τότε, κανείς πεια δεν
+ήρθε να κυνηγήση στο δάσος.
+
+Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε, ο Γκορνεβάλης κρέμασε
+από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας, και τα πυκνά φύλλα
+το επλαισίωναν γύρω-γύρω.
+
+Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα φύλλα, το
+κεφάλι που τον εκύτταζε. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν. Ταραγμένος,
+σηκώνεται όρθιος. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει:
+
+«Ησύχασε, είναι νεκρός. Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Γιε, ήταν
+εχθρός σου!».
+
+Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του, ο πειο μισητός, ο
+Γκενελόν, είναι σκοτωμένος!
+
+Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Ο τρόμος
+φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι κει μέσα.
+Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ τ ο» τόξο, που
+πάντοτε πετύχαινε το στόχο, άνθρωπο ή αγρίμι στο σημαδεμένο μέρος.
+
+Άρχοντες, ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα, στην εποχή του θερισμού, λίγο
+μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά, χαιρέτιζαν κελαδώντας
+την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Ο Τριστάνος βγήκε από την καλύβα,
+έζωσε το σπαθί του, ετοίμασε το «Αλάθευτο», και έφυγε να κυνηγήση
+στο δάσος. Μέχρι το βράδυ κατακόπηκε από την κούρασι. Ω! όχι ποτέ
+άνθρωποι δεν αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά.
+
+Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι, τσακισμένος από τη βαρειά
+ζέστη, αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του.
+
+«Φίλε, που έλειπες όλη την ημέρα;»
+
+ — Κυνηγούσα ένα ελάφι, κ' είμαι σκοτωμένος από την κούρασι. Κύττα,
+ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. Θάθελα να πέσω να κοιμηθώ».
+
+Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά, τη στρωμένη με δροσερά χόρτα πρώτη
+ξαπλώθη η Βασίλισσα, και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα της, αποθέτοντας το
+σπαθί του στη μέση, γυμνό. Τυχερό τους που δεν είχανε βγάλει τα
+ρούχα τους. Η Βασίλισσα φορούσε στο δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα
+ωραία σμαράγδια που της είχε δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των
+γάμων. Τα δάχτυλά της τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε
+απάνω το δαχτυλίδι. Κοιμώντανε έτσι, σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα
+χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του, το άλλο
+ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν καθόλου.
+Ούτε ένα φύσημα αύρας, ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Από μια χαραμάδα της
+σκεπής, μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα κ' έπεφτε στο πρόσωπο
+της Ιζόλδης, που έλαμπε σαν το χιόνι.
+
+Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα χόρτα ήτανε
+πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο Τριστάνος και η
+Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα των σωμάτων, ακολούθησε
+τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την καλύβα. Τους είδε να
+κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο
+Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια. Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες
+μακρυά, ανέβη τα σκαλιά της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που
+προήδρευε σε κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του.
+
+«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα; Θάλεγε
+κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' οπίσω τους να τα
+πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης δικαιοσύνη για κανένα άδικο
+που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε από το δάσος μου;»
+
+Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του είπε:
+
+ — «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε, και μ' έπιασε
+φόβος.
+
+ — Σε ποιο μέρος;
+
+ — Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Έλα
+γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι.
+
+ — Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους, κοντά στον
+Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι είδες. Θα σου δώσω
+χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης.
+
+Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο Σταυρό.
+Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε πάρα κάτω, θα
+πάη με αισχρό θάνατο.
+
+Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το σπαθί του,
+και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία. Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη
+νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό του: τι τρυφερότητα είχε δείξει
+τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν
+τους πιάση, ω! πώς θα τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα
+εκδικηθή εκείνους που τον ατίμασαν!...
+
+Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά. Πήγαινέ με
+γρήγορα, γρήγορα, γραμμή».
+
+Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς ακολουθεί τον
+κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά
+χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος, ένας από τους δυο, ο Θεός
+ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο. Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά-
+σιγά.
+
+ — Μεγαλειότατε, κοντεύουμε.
+
+Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου στα κλαδιά
+μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και ξαφνικά, σ' ένα
+ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την ανθοφορτωμένη καλύβα.
+
+Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει κάτω, κι'
+εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και ορκίζεται ακόμη
+μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή.
+
+Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος, κραδαίνοντας
+το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι πένθος αν χτυπήση...
+Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί
+χωρίζει τα σώματά τους:
+
+«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που ζουν μαζύ
+στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν να τους χωρίζη
+αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι μια ολόγυμνη λάμα
+που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και φύλακας αγνότητος; Αν
+αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε
+θα τους σκοτώσω. Θάτανε μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν
+ξυπνούσα τον Τριστάνο κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο,
+πολύν καιρό θα μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω
+έτσι ώστε, ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους,
+ότι δε θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε».
+
+Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο της
+Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με γουναρικό.
+«Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα
+κλαδιά για να κλείση την χαραματιά από την οποία έμπαινε ο ήλιος.
+Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε
+δώσει στη Βασίλισσα: με πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα
+η Βασίλισσα τόσο είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την
+παραμικρή προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που
+του είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που χώριζε
+τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί που είχε
+σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι του το δικό του,
+βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και είπε στο δασοφύλακα.
+
+«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι σου».
+
+Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια πλουσία
+σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε απάνω της και
+πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή και ξύπνησε: τα με
+γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά στο στήθος της. Με τη
+φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος, θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί
+του και στη θέσι του βλέπει το Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και
+η Βασίλισσα βλέπει στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου:
+
+«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!»
+
+ — Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε μόνος, θα
+φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και θα μας κάψη
+μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...»
+
+Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για την
+Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια τους φέρνει
+αυτή η αγάπη! ...
+
+
+
+Ι'.
+Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ
+
+
+
+Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα ακολουθήσει
+ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα μέσα στο σκοτεινό
+δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε.
+
+«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. Πήρε το
+σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του, μπορούσε να με
+χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν ήθελε πάλι να με
+πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα μάφησε το ίδιο το
+σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από φόβο, παρά από
+τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας συγχωρήσης. Να μας
+συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση αθώωσι για ένα τέτοιο
+έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε.
+Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς, του πηδήματος από την εκκλησιά,
+της ενέδρας κατά των λεπρών, ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην
+προστασία του. Θυμήθηκε τότε το παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα
+στα πόδια του, και τη χώρα του Λοοννουά που για χάρι του
+εγκατέλειψα, και τη λόγχη του Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την
+τιμή του. Θυμήθηκε ότι δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια
+ζήτησα κρίσι, δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της
+καρδιάς του κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει
+κανείς. Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την
+αγάπη μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα
+ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να νικήσω σε
+μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη σου, και για
+σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την περικεφαλαία! Αλλά τι
+σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα του την έδινα; Γιατί
+καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου; Προ ολίγου, καταδιωγμένος
+απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την
+Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική
+μου. Να τώρα που με τη σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά
+μου κι' απόκτησε πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε
+δίπλα του και τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα
+της; Αντί των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το
+άγριο δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό
+δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και τον
+ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη στα χέρια
+του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την επήρε με το Νόμο
+της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους ανθρώπους του τόπου του;»
+
+Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος μέσα στη
+νύχτα.
+
+Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που τους
+εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την επάνοδο του
+Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το χρυσό δαχτυλίδι, που
+είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς Μάρκος. Σκέφτηκε:
+
+«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό δαχτυλίδι, δεν
+είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι,
+είναι ο στοργικός άρχοντας που από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι
+μου στη χώρα του, με υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον
+Τριστάνο! Αλλά ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος
+στο παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που θα
+τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν έπρεπε,
+γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες να ζητάη
+κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου ξεχνάει όλες αυτές
+της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή, καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος,
+και ζη έτσι σαν άγριος!...»
+
+Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν τα βήματα
+του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και να τον αλαφρώση
+από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το «αλάθευτο» και τα
+βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί.
+
+«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά Μάρκου. Ήρθε να
+μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε».
+
+Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο Τριστάνος
+την είδε να κλαίη.
+
+«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά Μάρκο! Αν μου
+επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ ούτε με γεγονότα ούτε
+με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα, όποιος ιππότης του Βασιλείου του
+από το Ντινάν μέχρι το Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα
+μεύρισκε αντιμέτωπο μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο
+Βασιλιάς ήθελε να επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον
+υπηρετούσα με μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν
+προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα στη
+Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου κι' αν
+πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός σας. Ιζόλδη,
+ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν ήτανε η μίζερη αυτή
+ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν
+τον έρημο τόπο».
+
+ — Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος του. Ας γυρίσουμε
+σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε έλεος από τον Ουράνιο
+Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!»
+
+Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που οδηγούσε ο
+Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα περνώντας τ' αγαπημένα
+δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως μιλιά.
+
+Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που έφτασαν
+στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο Ογκρίν εδιάβαζε
+σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους φώναξε τρυφερά:
+
+«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη η τρέλλα
+σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!»
+
+Ο Τριστάνος του είπε:
+
+« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα
+συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα,
+θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να με
+ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως οφείλω».
+
+Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή, θρηνητικά:
+
+«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή αγάπησα τον
+Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα σώματά μας
+τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν».
+
+Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε παντοδύναμε
+Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω αρκετά ώστε να
+μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα
+πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε μια επιστολή όπου ο Τριστάνος
+επρότεινε συμβιβασμό στο Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο
+Τριστάνος την εσφράγισε από κάτω με το δαχτυλίδι του.
+
+ — Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης.
+
+ — Θα την πάω μοναχός μου.
+
+ — Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την παράτολμη
+εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους ανθρώπους του
+Παλατιού.
+
+ — Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη στο
+ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον ιπποκόμο μου,
+ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου».
+
+Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο μαζύ με
+τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. Στα τείχη, οι
+φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα στην τάφρο και
+διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. Πέρασε όπως άλλοτε
+τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε τη μαρμάρινη σκάλα, την
+πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε στο παράθυρο πίσω από το οποίο
+κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε.
+
+«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια ώρα;
+
+ — Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια επιστολή. Την
+αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε κρεμάστε την απάντησί
+σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού.
+
+ — Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με.
+
+Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα.
+
+«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου!
+
+Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' ένα ελαφρό
+πήδημα βρέθηκε στη σέλλα.
+
+«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν το δρόμο».
+
+Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν τον
+ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε.
+
+
+
+
+ΙΑ'.
+Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ
+
+
+
+Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το
+γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον το
+Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα όσα
+παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και κατά βάθος
+εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα.
+
+Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι' όταν
+μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς:
+
+«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ' είστε
+υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα συμβουλεύτε με,
+το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή».
+
+Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια του, κι'
+όρθιος μπροστά στο Βασιληά:
+
+«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα χαιρετίσματα
+και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία του. Έπειτα προσθέτει:
+Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και κατάκτησα την κόρη του
+Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την έδωκαν. Ήμουν κύριος να την
+κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την έφερα στον τόπο σας και σας τήνε
+παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας
+έκαμαν να πιστέψετε τα ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε
+και κύριέ μου, θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας
+λυπήθηκε. Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη
+που την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και
+γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το αξιοκατάκριτο; Η
+Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς, έτρεξα να την βοηθήσω, και
+την επήρα. Μπορούσα να μείνω με δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή
+την κατάστασι εκείνη που, αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή
+της; Έφυγα μαζύ της στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και
+να κατέβω στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει
+διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα όπως
+τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω οποιονδήποτε και να
+υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα
+δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν είχα για τη Βασίλισσα έρωτα
+τέτοιον που να σας προσβάλλη. Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν
+αντίπαλο, κι' αν δεν μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με
+μπροστά στους ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να
+πάρτε πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους
+βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν, απεναντίας,
+δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα και θα πάω στον
+Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης, και δεν θακούστε πεια
+ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε, πάρτε συμβουλή από τους
+βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα συμβιβασμό, θα ξαναπάω την
+Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον
+τόπο της».
+
+Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος τους
+πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά:
+
+«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί που την
+εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το προτείνει, να
+πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της Φρίζης. Παράγγειλέ του
+να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε μέρα και γρήγορα».
+
+Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές:
+
+«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;».
+
+Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα:
+
+«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι πρέπει να
+γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ μέσα στα
+καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις στο κλαδί του
+Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε γρήγορα».
+
+Προσέθεσε:
+
+«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και αγάπη».
+
+Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε την
+επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο ερημίτης
+διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο, σύμφωνα με τη
+συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την Ιζόλδη, μα όχι να
+κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή του. Όσο για τον
+Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη Βασίλισσα στα χέρια του
+Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο, όφειλε ύστερα να περάση τη
+θάλασσα και να φύγη».
+
+«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι ανάγκη
+μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ αιτίας μου
+υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας χαρίσω ένα δώρο,
+εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο όπου πηγαίνω, θα σας
+στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη θέλησί σας και στην πρώτη
+πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο, αμέσως θα τρέξω».
+
+Στέναξε η Ιζόλδη και είπε:
+
+«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ λαγωνικό δε
+θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω θα σε θυμάμαι και
+θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα,
+πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας
+απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι
+κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι.
+Αλλά μόλις το ιδώ, καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα
+μ' εμποδίσουν να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε
+τρέλλα είναι.
+
+ — Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν.
+
+ — Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι.
+
+Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη.
+
+Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο Ογκρίν
+είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε γουναρικό,
+πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα, ερμίνα, σιντζάπια,
+κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη ένα βασιλικό άλογο
+σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην, σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι
+γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' αυτά τα αλλόκοτα και
+μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που τόσον καιρό είχε μαζέψει.
+Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο άλογο τα πλούσια υφάσματα και
+γύρισε κοντά στην Ιζόλδη:
+
+«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα δώρα, για
+νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο του Κινδύνου.
+Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτά
+τα πράγματα».
+
+Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι εντός τριών
+ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό με τη Βασίλισσα.
+Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την τελετή. Όλοι επιθυμούσαν
+να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη, όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους
+προδότες, τους τρεις που ζούσαν ακόμη.
+
+Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με το βέλος
+που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός. Όσο για το
+δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα τον σκοτώση μ' ένα
+ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που μισεί την αδικία, θα δώση
+εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των εχθρών των.
+
+Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του Κινδύνου, τα
+λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη
+με της πλούσιες σκηνές των βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε
+με την Ιζόλδη, κι' από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία
+του και το θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος
+και είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο.
+
+«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι ιππότες
+του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα μπορούμε πεια να
+μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω
+αν ποτέ σου στείλω κανέναν απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω!
+
+ — Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε
+πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα μεμποδίση να κάνω το
+θέλημα του φίλου μου.
+
+ — Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη.
+
+Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά του και την
+έσφιξε στην αγκαλιά του.
+
+«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. Σε λίγο
+θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές ημέρες.
+Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο Βασιληάς, στο θυμό
+του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη. Ποιος θα με υπερασπιστή
+κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση
+μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη
+νύχτα. Θα στείλω τον Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με
+κακομεταχειρίζεται.
+
+ — Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου Όρρι. Όποιος
+σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το Διάβολο».
+
+Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν τους
+χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους δικούς του, ο
+Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε ο Ντινάς ντε
+Λιντάν.
+
+Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το άλογο της
+Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε:
+
+«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά σ' όλο τον
+κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για να μπορέσω να
+υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. Ποτέ δεν εδικάστηκα.
+Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν
+νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή, αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω
+σε μακρυνόν τόπο».
+
+Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε στα
+χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ' εμπιστευόμενος τη
+Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να πάρη συμβουλή.
+
+Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και χίλιες
+περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα, και χαριτωμένο
+φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο μεγάλο μεταξωτό φόρεμα.
+Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό
+γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση και της τελευταίες οικονομίες του,
+για να την στολίση. Η ρόμπα της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα
+μάτια της γαλανά, και φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου.
+
+Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν άλλοτε,
+ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την στιγμή, ένας
+βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον πείση:
+
+«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ' αυτόν θα
+εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου».
+
+Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι προδότες
+είπαν:
+
+«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και πιστά.
+Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε. Αλλά, αν ο
+Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ' αρχίσουν τα
+λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για λίγον καιρό, και μια
+μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης».
+
+Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν'
+απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη Βασίλισσα,
+να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η Βασίλισσα ντράπηκε
+μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε.
+
+Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας στον ανηψιό
+του:
+
+«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό μου
+ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα.
+
+ — Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα, τίποτα. Όπως
+μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο Βασιληά της Φρίζης».
+
+Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον
+ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά, δεν
+εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της.
+
+Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες, γυναίκες
+και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να υποδεχτούν την
+Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του Τριστάνου, χαιρέτιζαν με
+μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της Βασίλισσας. Η καμπάνες
+χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους δρόμους, στολισμένους με
+μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι
+κόμητες και οι πρίγκηπες, με την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του
+παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο
+τραπέζι, και για να πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε
+την ελευθερία σε εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι
+ιππότες, δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα.
+
+Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη
+Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος τον
+έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι προδότες!
+
+
+
+ΙΒ'.
+Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ
+
+
+
+Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι
+σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα από
+τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους φθάση. Λοιπόν
+μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας ακούγοντας το θόρυβο των
+κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε το άλογο του στη μέση ενός
+ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του καλπάζοντας και οι τρεις:
+
+«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς δίκη, κ'
+ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν είναι και πάλι
+άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι του τόπου σου σας
+κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη καλλίτερα να ζητήση μόνη της
+την κρίσι του Θεού. Τι θα της στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να
+ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα
+σίδερο κοκκινισμένο στη φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν
+την εύκολη δοκιμή θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες».
+
+Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος:
+
+«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που
+ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό μου.
+Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία; Τι
+καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες, δεν
+προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την υπερασπίση, σας
+προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε. Γιατί δε ζωστήκατε
+εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν πήρατε τα κοντάρια σας;
+Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα. Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι
+εδώ πέρα αυτόν που, από σας, έδιωξα!»
+
+Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους.
+
+Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον έβλεπαν κι'
+όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ...
+
+«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας δίναμε
+τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω και πίσω θα
+σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι την αγάπη σας!»
+
+Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του:
+
+«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την αγάπη μου!
+Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις από τον τόπο μου!
+
+ — Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί, για ν' ανέβη
+κανείς!»
+
+Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες.
+
+Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος βάρεσε τ'
+άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της αιθούσης, κ' η
+Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' αντηχούν στης πλάκες.
+
+Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε το σπαθί
+καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο Μάρκος την πήρε
+από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη ρίχνοντας απάνω του τα
+μάτια της, είδε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το
+θυμό. Τέτοιος της είχε φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα
+μανιασμένος.
+
+«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο Βασιλιάς».
+
+Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια του
+Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. Λίγο-λίγο
+πήρε κουράγιο εκείνη.
+
+«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι;
+
+ — Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο.
+
+ — Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι.
+
+ — Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει τάχα να τα
+πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;»
+
+Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα.
+
+«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις προδότες
+που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις: Αντρέ, Δενοαλέν,
+και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου.
+
+ — Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον μου;
+
+ — Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα.
+
+ — Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη σκέψι του. Αλλά
+έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια είπαν εναντίον μου. Κι'
+από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο,
+ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από σας, Μεγαλειότατε, για να με
+υπερασπίση.
+
+ — Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να δικαιολογηθής με όρκο
+και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. «Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν
+οφείλει από μόνη της να ζητήση την κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα
+για τους αθώους. Τι θα της εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής.
+Έτσι μια για πάντα θα μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό
+έλεγαν. Αλλ' ας τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω».
+
+Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά.
+
+«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή σας. Θα
+δικαιολογηθώ με όρκο.
+
+ — Πότε;
+
+ — Σε δέκα μέρες.
+
+ — Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη.
+
+ — Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να παραγγείλετε
+στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ με τον άρχοντα
+Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό ιππότες ως τα σύνορα
+της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην όχθη του ποταμού που χωρίζει
+τα Βασίλειά σας. Θέλω κει, μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι
+μοναχά μπροστά στους βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να
+ορκιστώ, κι' οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά
+καινούργια δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε
+θα τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν εγγυηταί
+της δίκης».
+
+Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του Μάρκου στο
+Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον Τριστάνο τον ακόλουθό
+της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό.
+
+Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα μονοπάτια,
+ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου, από πολλές
+ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του ιστόρησε όλα τα
+συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα της δίκης, την ώρα και
+τον τόπο που είχαν ορισθή.
+
+«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα, μ' ένδυμα
+προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο, αλλά τόσο καλά
+αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας αναγνωρίση. Για να φθάση
+στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην
+αντίθετη όχθη, κει που θα βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά
+Αρθούρου, θα την περιμένετε. Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την
+βοηθήστε. Η κυρία μου φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει
+εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα
+χέρια των λεπρών».
+
+ — Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες της ότι θα
+κάνω το θέλημά της».
+
+Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ, συνέβη να
+παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα που άλλοτε
+ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην καλύβα, και τους
+πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος, είχε περηφανευτή για την
+προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε
+προσεχτικά με φυλλώματα, για να πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε
+που ερχότανε καταπάνω του ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να
+φύγη. Ο Περινίς τον εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας:
+
+«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις, αί; Κάθησε
+αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι' όλα τον κόπο να
+σκάψης».
+
+Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και κεφάλι
+έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο Πιστός, έσπρωξε με
+το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον σκεπασμένο με φύλλα.
+
+Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι βαρώνοι της
+Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους, έφθασαν — λαμπρή
+συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον ποταμό. Από την αντικρυνή
+όχθη, οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ'
+αστραφτερά τους λάβαρα.
+
+Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος στην
+όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο δισκάκι του και
+με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε ελεημοσύνη.
+
+Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη, η Ιζόλδη
+ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν:
+
+«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να λερώσω τα
+μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας πορθμέας να με
+βοηθήση».
+
+Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή.
+
+«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε τη
+Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε βλέπω, μη
+λυγίσης στη μέση του δρόμου».
+
+Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του είπε κείνη
+σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον άμμο».
+
+Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη Βασίλισσα
+σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες άδραξαν τα κουπιά
+και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο.
+
+«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή από
+μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους».
+
+Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον προσκυνητή.
+
+Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω ένα
+πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα λείψανα
+των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο άρχοντας Γκωβαίν, ο
+Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό την επίβλεψί τους.
+
+Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα στολίδια της
+από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους φτωχούς επαίτες. Έβγαλε
+τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο σάλι, και τάδωσε κι' αυτά.
+Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το φόρεμά της, και τα ποδήματά της
+τα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια
+τουνίκα χωρίς μανίκια, και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά,
+προχώρησε μπροστά στους Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν
+σιωπηλοί, κ' έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με
+τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και είπε:
+
+«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και σεις
+άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις όλοι που
+ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και σ' όλα τα άγια
+λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι ότι ποτέ κανείς
+άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε στα χέρια του εκτός
+από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι' από το φτωχό προσκυνητή που
+προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα πόδια σας.
+
+ — Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος;
+
+ — Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι του την
+αληθινή.
+
+ — Αμήν, είπε η Ιζόλδη».
+
+Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη.
+
+Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα γυμνά
+μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί, έκανε εννιά
+βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα σταυρόν, ανοιχτά. Κι'
+όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε απείραχτο και αβρό σαν το
+δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς.
+
+Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε προς το Θεό.
+
+
+
+ΙΓ'.
+Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
+
+
+
+Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ' έρριξε
+μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε βαθειά στην
+καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που είχε δώσει στο
+Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την Κορνουάλλη.
+
+Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο Βασιληάς την
+αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς Αρθούρος θ' ανελάμβανε
+την προστασία της, και στο μέλλον, καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια
+να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το
+Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την
+ησυχία της Ιζόλδης. Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη
+απόφασι πως για τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του
+προσκυνητή — στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια
+του.
+
+Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση από τον
+τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη ημέρα,
+αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και είπε στο
+Γκορνεβάλη:
+
+«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη χώρα της
+Ουαλλίας.»
+
+Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος τους
+περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου άλλοτε ο
+Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η νύχτα. Στη στροφή,
+όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να υψώνεται στην ξαστεριά τ'
+ουρανού τον εύρωστο κορμό του μεγάλου πεύκου.
+
+«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. Θα
+γυρίσω σε λίγο.
+
+ — Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;»
+
+Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι' όλα το
+κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο μαρμαρένιο
+πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα, καλοκομμένα ξυλάκια
+στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε πεια. Με φρόνιμα και
+αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε άλλοτε η Βασίλισσα,
+ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι.
+
+Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε άγρυπνη
+η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του παραθύρου όπου
+έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή ενός αηδονιού.
+
+Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να μαγέψη
+τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο γλυκειά που καμμιά
+σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα μπορούσε να την ακούση δίχως
+να συγκινηθή. «Από που νάρχεται αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η
+Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε: »Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο
+δάσος του Μορουά έκανε, για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών.
+Φεύγει, κι' αυτό, είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι
+το αηδόνι, όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με
+μεγάλη θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!»
+
+Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία.
+
+«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και τους όρκους
+που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι με νοιάζει ο
+θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!»
+
+Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο σχεδόν
+κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη γειτονική
+αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με τη σειρά τους.
+Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά
+στης πόρτες και στα παράθυρα, φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη,
+είχαν όλοι αποκοιμηθή, πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η
+Ιζόλδη πέρασε τα ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας.
+Έκαμε κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς.
+Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε.
+
+Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. Σφιχτά
+δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως την αυγή,
+σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον Βασιληά και όλους
+τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι εγλέντησαν τη χαρά τους και
+την αγάπη τους.
+
+Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες μέρες,
+καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να πάη στης δίκες
+του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου Όρρι, και τόλμησε κάθε
+πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από τον κήπο ως της αίθουσες των
+γυναικών.
+
+Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον Ντενοαλέν,
+και τον Γκοντοΐν.
+
+«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη φωληά.
+
+ — Ποιος;
+
+ — Ο Τριστάνος.
+
+ — Πότε τον είδες;
+
+ — Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και σεις αύριο την
+αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του ζωσμένο, ένα τόξο στο
+χέρι, δυο βέλη στο άλλο.
+
+ — Πού θα τον δούμε;
+
+ — Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω τι θα μου
+δώστε;
+
+ — Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος σκλάβος.
+
+ — Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να ιδή στο δωμάτιο
+της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που βρίσκεται πειο ψηλά στο
+τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης
+σκεπάζει τη θέα. Ένας από τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον
+κήπο. Θα κόψη ένα μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας
+σκαρφαλώση τότε ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το
+κλαδί το πανί της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε
+τότε ό,τι σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!»
+
+Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος πρώτος θάχε τη
+χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν.
+Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη
+μέρα την αυγή, ωραίοι Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο!
+
+Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος, αφήνοντας
+την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του παλατιού μέσα
+από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς έβγαινε από μια λόχμη,
+κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον Γκοντοΐν που έβγαινε από τον
+πύργο του.
+
+Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε παραμονεύοντας:
+
+«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με αντιληφθή
+πριν από την στιγμή που θέλω!»
+
+Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο Γκοντοΐν
+πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος βγήκε από τη λόχμη
+απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του, σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος
+ήτανε εκτός βολής φτασμένος.
+
+Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά
+το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην, ο Ντενοαλέν,
+ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο Τριστάνος τον παραφύλαξε,
+κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά
+του να ξετρυπώσουν κάποιο αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και
+πυκνών χόρτων. Μα, προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα
+του, ο κύριός τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα
+μπορέση να την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος
+πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον εχτρό του.
+Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: «Μ' έφαγες!», κ'
+έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το κεφάλι, έκοψε της μπούκλες
+που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό του, και της έχωσε στη μπότα του.
+Ήθελε να της δείξη στην Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της
+φίλης του. «Αλλοίμονο! συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε!
+αχ, να μη μπορέσω να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!»
+
+Καθάρισε το σπαθί του, το ξανάβαλε στη θήκη, έσυρε απάνω από το
+πτώμα έναν κορμό δέντρου, κι' αφήνοντας το βουτηγμένο στο αίμα,
+έφυγε, με το σκουφάκι στο κεφάλι, για τη φίλη του.
+
+Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει. Σκαρφαλωμένος
+κι' όλα στο ψηλό παράθυρο, είχε χώσει το μακρύ κλαδί του μέσ' την
+κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν απομακρύνει δυο άκρες του
+υφάσματος και κύτταζε μέσα στο καλοστρωμένο δωμάτιο. Στην αρχή δεν
+είδε κανέναν άλλο εκτός από τον Περινίς. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα
+κρατώντας ακόμα το χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη
+Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά».
+
+Αλλά να, μπήκε η Ιζόλδη. Έπειτα ο Τριστάνος. Κρατούσε σ' το ένα του
+χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές μπούκλες ανδρός.
+Έβγαλε την κάπα, και φάνηκε το ωραίο του σώμα. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η
+Ξανθή για να τον χαιρετίση, και καθώς σηκωνότανε, με το κεφάλι
+στραμμένο απάνω του, βλέπει τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν,
+ριγμένη στο παραπέτασμα. Ο Τριστάνος της έλεγε:
+
+«Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες; είναι του Ντενοαλέν. Σου πήρα
+εκδίκηση απάνω του. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε θα πουλήση
+θώρακα ούτε κοντάρι!
+
+ — Καλά, άρχοντα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας, παρακαλώ. Θάθελα να ιδώ
+αν τεντώνεται εύκολα».
+
+Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι, χωρίς να καταλαβαίνη καλά. Η
+Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε, κύτταξε αν η χορδή
+ήτανε καλή, και με σιγανή και γρήγορη φωνή:
+
+« — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει, είπε. Σημάδεψε καλά Τριστάνε!»
+
+Πήρε την κατάλληλη στάσι, σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά στην
+κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. «Ο Θεός να οδήγηση καλά
+αυτό το τόξο». Είπε, γυρίζει κατά το τείχος, ρίχνει. Το μακρύ βέλος
+σφυρίζει στον αέρα, ταχύτερο από χελιδόνι και γεράκι, βγάζει το μάτι
+του προδότη, ξεσκίζει το μυαλό του, σαν τη σάρκα μήλου, και
+σταματάει παλλόμενο απάνω στο κρανίο. Δίχως κιχ, ο Γκοντοΐν
+σωριάζεται και πέφτει απάνω σ' ένα στύλο.
+
+«Και τώρα φίλε, φεύγε, λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. Το βλέπεις οι
+προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. Ο Αντρέ ζη, θα το προδώση στο
+Βασιληά. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην καλύβα του δασοφύλακα.
+Φεύγα, φίλε. Ο Περινίς ο Πιστός θα κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος,
+τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη τίποτα ο Βασιληάς. Αλλά συ, φεύγα απ'
+αυτόν τον τόπο, για τη σωτηρία τη δική σου και τη δική μου».
+
+Ο Τριστάνος είπε:
+
+«Πώς θα μπορέσω να ζήσω;
+
+ — Ναι, φίλε Τριστάνε, είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε σα δεμένοι σε
+μια ζωή, ο ένας με τον άλλο. Και γω πώς θα μπορέσω να ζήσω; Το σώμα
+μου μένει εδώ. Έχεις την καρδιά μου.
+
+ — Ιζόλδη, φίλη, φεύγω, δεν ξέρω για ποιον τόπο. Αλλ' αν ποτέ
+ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, θα κάμης ό,τι σου ζητήσω
+μ' αυτό;
+
+ — Ναι, το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα,
+ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε Βασιλική διαταγή θα μ' εμποδίσουν να
+κάνω τη θέλησι του φίλου μου, κι' ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας
+είναι!
+
+ — Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ανταμείψη.
+
+ — Φίλε, ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!»
+
+Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία, στον τόπο του ευγενικού Δούκα
+Γκιλαίν. Ο Δούκας ήτανε νέος, ισχυρός, αγαθός. Τον εδέχθη σαν έναν
+ευπρόσδεκτο ξένο. Για να κάνη χαρά και τιμή στον Τριστάνο, τίποτα
+δεν παράλειψε. Αλλά ούτε η περιπέτειες ούτε η γιορτές μπόρεσαν να
+καταπραΰνουν την αγωνία του Τριστάνου.
+
+Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα, τόσο θλιμμένη
+ήταν η καρδιά του, που αναστέναζε χωρίς να το καταλαβαίνη, δυνατά. Ο
+Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του διάταξε να του φέρουν στο
+ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο σκυλλάκι του που με μαγεία στης
+θλιβερές ώρες, εγοήτευε τα μάτια του και την καρδιά του. Σ' ένα
+τραπέζι σκεπασμένο με ευγενική και πλούσια πορφύρα, ετοποθέτησαν το
+σκυλλάκι του Πτικρού. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε
+στείλει από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. Κανείς δε
+θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και την
+καλλονή του. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες θαυμάσιες
+διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι τρίχωμα είχε. Ο
+τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το χιόνι, τα πισινά του πειο
+πράσινα από τριφύλλι, το ένα από τα πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα,
+το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι, η κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι, η ράχη
+ρόδινη. Αλλά όταν το κύττταζε κανείς πειο πολύ, όλα αυτά τα χρώματα
+χόρευαν στα μάτια και άλλαζαν, πότε άσπρα και κίτρινα, πράσινα,
+μπλε, πορφυρά, σκοτεινά ή φωτεινά. Στο λαιμό του, κρεμότανε από μια
+χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι, που τόσο χαρωπά, καθαρά, και γλυκά
+χτυπούσε, ώστε ακούγοντάς το, η καρδιά του Τριστάνου μαλάκωσε,
+εγλυκάθη, κι' ο πόνος του έλυωσε. Δε θυμώτανε πεια καμμιά από της
+πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για τη Βασίλισσα. Γιατί
+αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του κουδουνιού: η καρδιά σαν το
+άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά, τόσο χαρωπά, τόσο καθαρά, ξεχνούσε
+κάθε πόνο. Κ' ενώ ο Τριστάνος, συγκινημένος, από τη μαγεία, χάιδευε
+το μικρό μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη, και του οποίου
+το τρίχωμα φαινότανε, στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο ύφασμα,
+συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την Ιζόλδη. Μα πώς
+να κάμη; Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού περισσότερο από κάθε
+τι στον κόσμο, και κανείς δε θα μπορούσε, ούτε με παρακαλετά ούτε με
+πονηρίες, να τον καταφέρη να του το πάρη.
+
+Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα:
+
+«Άρχοντα, τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα σου από
+το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό, που σας ζητεί τόσο βαρείς φόρους;
+
+ — Μα την αλήθεια, θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα πλούτη μου
+ό,τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. Αλλά κανείς δε θα τολμήση να τα βάλη
+με το γίγαντα.
+
+ — Να λόγια θαυμάσια, ξανάπεν ο Τριστάνος. Αλλά σ' έναν τόπο μόνο με
+την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το χρυσάφι της Παβίας, δε θα
+παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου να πολεμήσω το γίγαντα.
+
+ — Τότε, είπεν ο Δούκας Γκιλαίν, ο Θεός ο υιός της Παρθένου να σας
+συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!»
+
+Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά του.
+Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. Στο τέλος η αντρεία ενίκησε τη
+δύναμι, το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο, κι' ο Τριστάνος έκοψε τη
+δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο Δούκα.
+
+«Άρχοντα, γι' ανταμοιβή, καθώς υποσχεθήκατε, δώστε μου τον Πτικρού,
+το μαγεμένο σκυλλάκι σας.
+
+ — Φίλε, τι εζήτησες;! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα την αδερφή
+μου και το μισόν τόπο μου.
+
+ — Άρχοντα, ωραία είναι η αδερφή σου, κι' ωραία είναι επίσης η χώρα
+σου. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό, τώκανα για να κερδίσω
+το μαγεμένο σκυλλί σας. Θυμηθήτε την υπόσχεσί σας!
+
+ — Πάρ' το λοιπόν. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη χαρά των ματιών
+μου και τη χαρά της καρδιάς μου!».
+
+Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της Ουαλλίας,
+γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους του στην
+Κορνουάλλη. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και το παράδωσε
+κρυφά στη Βασίλισσα. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον τραγουδιστή, και
+στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα της Ιρλανδίας της
+έστελνε αυτό το δώρο. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ' έφτιασε για το σκυλλί
+ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια, κι'
+όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της, για θύμησι του φίλου της. Και κάθε
+φορά που το κύτταζε, λύπη, αγωνία, νοσταλγίες, έφευγαν από την
+καρδιά της.
+
+Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. Αν εύρισκε τόση γλύκα να το
+κυττάζη, ήταν, συλλογιζότανε, επειδή τώστελνε ο Τριστάνος. Ήταν
+δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε λύπη. Αλλά
+μια μέρα αντελήφθη, ότι ήτανε μαγεία, κι' ότι μοναχά το ντιν-ντιν
+του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της.
+
+«Α! σκέφτηκε, στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον τρόπο, ενώ
+ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος; Θα μπορούσε να κρατήση αυτό το
+μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον πόνο του. Αλλ' από
+ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το στείλη, να μου δώση τη χαρά
+του και να ξαναπάρη τη λύπη του. Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα,
+Τριστάνε, θέλω να υποφέρω όσο υποφέρεις και συ».
+
+Πήρε το μαγικό κουδουνάκι, άκουσε μια τελευταία φορά το ντιν-ντιν,
+τώλυσε σιγά-σιγά. Έπειτα, από το ανοιχτό παράθυρο, τώρριξε στη
+θάλασσα.
+
+
+
+ΙΕ'.
+Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ
+
+
+
+Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο ένας
+χωρίς τον άλλο. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος, αλλά ήτανε
+μαζύ και ο θάνατος και η ζωή.
+
+Γύρισε της θάλασσες, τα νησιά, και τους τόπους, για να διώξη την
+απελπισία του. Ξαναείδε την πατρίδα του, το Λοοννουά, όπου ο Ρόχαλτ
+ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα τρυφερότητος. Αλλά, μη
+βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου του, ο Τριστάνος έφυγε στα
+δουκάτα και στα βασίλεια, ζητώντας περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην
+Φρίζα, από την Φρίζα στη Γαβοΐα, από τη Γερμανία στην Ισπανία,
+πολλούς άρχοντες υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Αλλοίμονο!
+δυο ολόκληρες χρονιές, κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη,
+ούτε καλό ούτε κακό.
+
+Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον λησμονούσε.
+
+Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα, καθώς εκάλπαζε με μόνο τον Γκορνεβάλη, να
+μπη στη χώρα της Βρεττάνης. Πέρασαν μια πεδιάδα λεηλατημένη. Παντού
+τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους, χωράφια — ωργωμένα από τη
+φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο
+κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος:
+
+«Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές η
+περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την ξαναϊδώ.
+Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης χώρες που γύριζα;
+Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. Στο Τινταγκέλ, ο Βασιληάς την τιμάει
+και την υπηρετεί. Ζη μέσα στη χαρά. Βέβαια το κουδουνάκι του
+μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά. Με ξεχνάει, και λίγο τη μέλει για
+της περασμένες χαρές και λύπες, λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο
+που περιπλανιέται σ' αυτόν τον καταστραμμένο τόπο, Κ' εγώ λοιπόν δε
+θα ξεχάσω ποτέ κείνη που με ξεχνάει; Ποτέ δε θα βρω κάποια που να
+γιατρέψη τη λύπη μου;»
+
+Δυο μέρες, ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια και της
+πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή, άνθρωπο, σκύλλο, κόκκορα. Την τρίτη
+μέρα, κατά το δείλι, πλησίασαν σ' ένα λόφο όπου υψωνότανε ένα παληό
+εξωκκλήσι, και πολύ κοντά το οίκημα ενός ερημίτη. Ο ερημίτης δε
+φορούσε φορέματα από υφάσματα, παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και
+μάλλινα κουρέλια στη ράχι. Προύμητα στο χώμα, με τα γόνατα και τους
+αγκώνες γυμνούς, παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του
+εμπνεύση σωτήριες προσευχές. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους
+φρεσκοφερμένους, κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο, πήρε
+τάρματα του Τριστάνου, έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Δεν τους έδωσε
+πλούσια φαγιά, αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με
+στάχτη. Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε
+καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο
+ρημαγμένος τόπος.
+
+«Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης, του
+Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια και
+χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά υποστατικά. Ο κόμης
+Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. Οι στρατιώτες του έσπειραν
+παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν
+για όλη τους τη ζωή πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος.
+
+ — Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ τάκαμε όλα αυτά
+στον Άρχοντά σας, το Χόελ;
+
+ — Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου. Μάθετε, ότι ο
+Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. Λοιπόν, ο Δούκας έχει μια κόρη,
+μια πεντάμορφη κόρη, κι' ο κόμης ήθελε να την πάρη γυναίκα. Αλλά ο
+πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ' ένα υποτελή, κι' ο κόμης Ριόλ
+θέλησε να την πάρη δια της βίας. Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή
+τη δουλειά!»
+
+Ρώτησε ο Τριστάνος:
+
+«Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη, βαστάει τον πόλεμο;
+
+ — Με μεγάλη δυσκολία, Άρχοντα. Μολαταύτα το τελευταίο του φρούριο
+το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη, γιατί δυνατά είναι τα τείχη του, και
+δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του, του Καερντέν, του καλού ιππότη.
+Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα και πεινάνε: θα μπορέσουν να
+βαστήξουν πολύ ακόμη;»
+
+Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του Κάρχαιξ.
+
+«Άρχοντα, δυο μίλλια μοναχά».
+
+Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο ερημίτης και
+μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος αποχαιρέτισε τον
+σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ.
+
+Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο μια
+περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί κεφαλής των
+μαζύ με το γυιό του Καερντέν. Είπε τ' όνομά του κι' ο Τριστάνος του
+είπε:
+
+«Είμαι ο Τριστάνος, Βασιληάς του Λοοννουά, κι' ο Μάρκος ο Βασιλιάς
+της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Έμαθα, άρχοντα, ότι οι υποτελείς
+σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου προσφέρω της υπηρεσίες
+μου.
+
+ — Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε, πηγαίνετε το δρόμο σας κι' ο Θεός να
+σας ανταμείψη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα; Δεν έχουμε πεια τροφές.
+Καθόλου σιτάρι, μόνον με κουκιά και κριθάρι βαστιώμαστε.
+
+ — Τι με μέλει; είπεν ο Τριστάνος. Έζησα δυο χρόνια ολόκληρα σ' ένα
+δάσος και ζούσα με χόρτα, ρίζες, και με κυνήγι, και μάθετε ότι
+εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. Διατάχτε να μ' ανοίξουν την πόρτα».
+
+Ο Καερδέν είπε τότε:
+
+«Αφού είναι τόσο γενναίος, πατέρα, δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα
+καλά μας και στης δυστυχίες μας».
+
+Με τιμή τον εδέχτηκαν. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα τείχη, και
+στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με πασσάλους, όπου
+κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες τούδειξε μακρυά στον
+κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν
+γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε στον Τριστάνο:
+
+ — Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η μητέρα μου
+κι' η αδερφή μου.
+
+Με τα χέρια ενωμένα, μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Η μητέρα και η
+κόρη, καθισμένες σ' έναν καναπέ, κεντούσαν με χρυσή κλωστή ένα
+πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν κάποιον παληό σκοπό:
+έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη, καθισμένη στον άνεμο κάτω από τον άσπρο
+βάτο, πεθυμάει και περιμένει το φίλο της, το Ντον, που τόσο πολύ
+αργεί νάρθη. Ο Τριστάνος της χαιρέτησε, αντιχαιρέτισαν εκείνες, κ'
+έπειτα οι δυο ιππότες κάθησαν δίπλα τους. Ο Καερδέν δείχνοντας τ'
+ωραίο τούλι που κεντούσε η μητέρα του:
+
+«Κυττάχτε, είπε, ωραίε φίλε Τριστάνε, τι εργάτισα είναι η μητέρα
+μου. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και τ' άμφια, για
+να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Και πώς τα χέρια της αδερφής μου
+κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο μεταξωτό. Μα την πίστι, ωραία
+αδερφή, με το δίκηο σου να σε λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!».
+
+Τότε ο Τριστάνος, ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη, την εκύτταξε πειο
+γλυκά, και χαμογελώντας.
+
+Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια μακρυά από το
+Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν
+πεια να περάσουν της πόρτες να τον χτυπήσουν.
+
+Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και δώδεκα
+νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους θώρακας και της
+περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος των ελάτων μέχρι της
+εχθρικές σκηνές. Έπειτα, ορμώντας ξαφνικά από το μέρος που
+παραμόνευαν, άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του κόμητος Ριόλ. Απ' αυτή
+τη μέρα, αλλάζοντας πονηρίες και αντρεία, έρριχναν κάτω της σκηνές
+του, χτυπούσαν της εφοδιοπομπές, σκότωναν τους άντρες, και ποτέ δεν
+εγύριζαν στο Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Έτσι, ο Τριστάνος
+κι' ο Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι'
+ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο τους,
+καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία.
+
+Λοιπόν, καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές, συζητώντας για
+ευγένεια και ιπποτισμό, συχνά ο Καερδέν παινούσε στον αγαπητό του
+σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια, την απλή, την ωραία.
+
+Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε λαχανιάζοντας
+από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες φωνάζοντας:
+
+«Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να κάνη
+επίθεσι!»
+
+Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν στον κάμπο
+να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η τριγωνικές σημαίες των
+ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ που προχωρούσε σε καλή τάξι. Ο
+Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των
+ιπποτών, μπρος στης πόρτες των τειχών.
+
+Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου, σταμάτησαν τάλογα, με τα κοντάρια
+χαμηλωμένα, ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω τους τα βέλη.
+
+Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία είχε
+ξυπνήσει ο φρουρός. Δένει της μπότες του, περνάει το κοντοκάπι του,
+της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια. Φορεί το θώρακα, σιάζει
+την περικεφαλαία. Ανεβαίνει, σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την
+πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την ασπίδα σηκωμένη στο στήθος,
+φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν
+κι' όλα κατά τα τείχη. Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα
+των αλόγων που σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και
+τα χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που κάτω
+από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα. Μπροστά σε όλους,
+ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει, βλέποντας νάρχεται απάνω του
+ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός του κόμητος Ριόλ. Ώρμησαν με τα
+κοντάρια χαμηλωμένα και χτυπήθηκαν. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το
+δικό του χωρίς να κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο
+χτύπημα παραμέρισε την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το
+μαυρειδερό σίδερο στο πλευρό, ως τη λαβή. Αναποδογυρισμένος από τη
+σέλλα ο ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει.
+
+Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' απάνω του
+Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο Τριστάνος του κόβει το
+δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του Τριστάνου έσπασε στα χέρια
+του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο στήθος του εχθρικού αλόγου,
+πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε νεκρό, χάμω στο λειβάδι.
+
+Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο χέρι:
+
+«Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' αφίνει τον
+κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός απ' αυτό το
+λειβάδι.
+
+ — Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ, σπρώχνοντας
+κατ' απάνω του το άτι.
+
+Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και σηκώνοντας
+το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην περικεφαλαία του Ριόλ: την
+εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι
+γλύστρησε από τον ώμο του ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο
+κλονίστηκε κ' έπεσε χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και
+σηκώθηκε πάλι όρθιος. Πεζοί κ' οι δύο, με της ασπίδες τρυπημένες,
+τσακισμένες, με της κάσκες σαλατιασμένες, σμίγουν και χτυπιούνται.
+Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι της κάσκας. Το
+χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο, που ο κόμης έπεσε
+χάμω, στα γόνατα και στα χέρια.
+
+«Σήκω τώρα αν μπορής, υποτελή, του φωνάζει ο Τριστάνος. Κακή ώρα
+ήρθες δω πέρα, και θα πεθάνης!»
+
+Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα χτύπημα
+πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει ακάλυπτο. Ο Ριόλ
+ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη ζωή, κι' ο Τριστάνος
+πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί απ' όλες της μεριές οι
+βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν τον κύριό τους. Αλλά ο
+κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος, αιχμάλωτος.
+
+Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ, να του
+ορκισθή πάλι πίστι και τιμή, να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα χωριά και
+της πολιτείες. Στη διαταγή του, η μάχη έπαψε, κι' απεμακρύνθη ο
+στρατός του.
+
+Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ, ο Καερδέν είπε στον πατέρα του:
+
+«Μεγαλειότατε, καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Δε βρίσκεται
+καλλίτερος ιππότης, κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από ένα βαρώνο με
+τέτοια αντρεία».
+
+Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του, ο Δούκας Χοέλ εκάλεσε τον
+Τριστάνο:
+
+«Φίλε, ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά, που έσωσες αυτόν
+τον τόπο. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Η κόρη μου η
+Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών, βασιλιάδων και
+βασιλισσών: πάρτε την. Σας τη δίνω».
+
+ — Μεγαλειότατε, την παίρνω, είπεν ο Τριστάνος.
+
+Α! Άρχοντες, γιατί είπε αυτόν το λόγο; Γι' αυτόν το λόγο πέθανε.
+
+Όρισαν την ημέρα, ώρισαν την προθεσμία. Ο Δούκας έρχεται με τους
+φίλους του, ο Τριστάνος με τους δικούς του. Ο εφημέριος του παλατιού
+ψέλνει τη λειτουργία. Μπροστά σ' όλους, στην πόρτα του μοναστηριού,
+σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας, ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα
+την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και
+πλούσιοι. Μα σαν ήρθε η νύχτα, ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου
+τούβγαζαν τα ρούχα του, συνέβηκε ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό
+μανίκι του κοντοκαπιού, να παρασύρουν από το δάχτυλο του το
+δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, το δώρο της Ιζόλδης. Καθαρό ήχο
+άφησε πέφτοντας στης πλάκες.
+
+Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει. Ξυπνάει τότε η παληά αγάπη του·
+κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε.
+
+Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το δώρο: μέσα
+στο δάσος του τώδωκε, στο δάσος όπου προς χάρι του είχε κακοπαθήσει
+στην τραχειά ζωή. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα στην άλλη Ιζόλδη,
+ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. Τι τρέλλα χτύπησε την καρδιά του
+ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη του για προδοσία; Όχι· αυτή
+υπόμενε για χάρι του όλες της δυστυχίες, μόνο αυτός την είχε
+προδώσει.
+
+Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του, την απλή, την ωραία.
+Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. Και στης δυο είχε φανή
+άπιστος.
+
+Μολαταύτα, η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, παραξενευότανε να τον ακούη,
+ξαπλωμένο δίπλα της, ν' αναστενάζη. Στο τέλος, σαν ντροπιασμένη λίγο
+του είπε:
+
+«Αγαπητέ Άρχοντα, μη σας πρόσβαλα σε τίποτα; Γιατί δε μου δίνετε
+ούτ' ένα φιλί; Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου, κι' αν μπορώ, θα
+σας ανταμείψω ωραία.
+
+ — Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, μη θυμώσετε, αλλά έχω δώσει όρκο.
+Άλλοτε, σε άλλον τόπο, είχα πολεμήσει ένα δράκοντα, κι' ήρθα κοντά
+στο θάνατο, όταν θυμήθηκα τη Θεομήτορα. Της έδωκα υπόσχεσι, ότι αν
+είχε την καλωσύνη να μ' ελευτερώση από το θεριό, αν έπαιρνα ποτέ
+γυναίκα, ένα χρόνο ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα.
+
+ — Λοιπόν, είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, θα το υπομείνω όπως
+μπορώ».
+
+Αλλά όταν η υπηρέτριες, το πρωί, της φόρεσαν τον πέπλο των
+παντρεμμένων γυναικών, γέλασε θλιβερά, και συλλογίστηκε ότι δεν είχε
+δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι.
+
+
+
+ΙΣΤ'.
+ΚΑΕΡΔΕΝ
+
+
+
+Μερικές ημέρες αργότερα ο Δούκας Χοέλ, ο αυλάρχης του, και όλοι οι
+κυνηγοί του, ο Τριστάνος, η Ιζόλδη με τα λευκά χέρια κι' ο Καερδέν,
+εβγήκαν μαζύ από το παλάτι για να κυνηγήσουν στο δάσος. Σ' ένα στενό
+δρόμο, ο Τριστάνος κάλπαζε δίπλα στον Καερδέν που κρατούσε με το
+δεξί του χέρι τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης με τα Λευκά χέρια.
+Λοιπόν, το άλογο σκόνταψε σ' ένα λάκκο νερό. Το νερό πετάχτηκε
+δυνατά, και τα ρούχα της Ιζόλδης έγιναν μουσκίδι: απάνω από τα
+γόνατα ανέβηκε η κρυάδα. Άφησε εκείνη μικρή φωνή, και σπηρούνισε το
+άλογό της γελώντας τόσο δυνατά και καθαρά ώστε ο Καερδέν τρέχοντας
+πίσω της, την ερώτησε:
+
+«Ωραία αδερφή, γιατί γελάτε;
+
+ — Για μια ιδέα που μου ήρθε, ωραίε αδερφέ. Όταν το νερό πετάχτηκε
+απάνω μου, του είπα: «Νερό, είσαι τολμηρότερο από όσο υπήρξε ποτέ ο
+Τριστάνος ο τολμηρός!». Γι' αυτό γέλασα. Αλλά πολλά είπα, αδερφέ,
+και μετανοιώνω».
+
+Ο Καερδέν, παραξενεμένος, την ετσίτωσε τόσο πολύ με της ερωτήσεις,
+ώστε στο τέλος αναγκάσθηκε να του πη την αλήθεια για το γάμο της.
+
+Τότε ο Τριστάνος τους έφτασε, κ' εκάλπασαν μαζύ κι' οι τρεις,
+αμίλητοι, μέχρι το σπήτι του κυνηγιού. Κει κάλεσε ο Καερδέν τον
+Τριστάνο να κουβεντιάσουν, και του είπε:
+
+«Άρχοντα Τριστάνε, η αδερφή μου μού ωμολόγησε την αλήθεια για τους
+γάμους σας. Σε είχα αδερφό και σύντροφο. Αλλά δεν κράτησες πίστι,
+και ντρόπιασες το σύνδεσμό μας. Από δω και πέρα, αν δεν μου δώστε
+ικανοποίησι, μάθετε ότι σας προκαλώ».
+
+Ο Τριστάνος απάντησε:
+
+«Ναι, ήρθα εδώ σε σας για δυστυχία σας. Αλλά μάθε τη συφορά μου,
+ωραίε γλυκέ φίλε, αδερφέ και σύντροφε, και ίσως η καρδιά σου
+μαλακώση. Μάθε ότι έχω μια άλλη Ιζόλδη, ωραιότερη απ' όλες της
+γυναίκες, που υπέφερε και υποφέρει ακόμη προς χάρι μου χίλιες
+πίκρες. Βέβαια η αδερφή σου με αγαπά και με τιμά. Αλλά γι' αγάπη
+μου, η άλλη Ιζόλδη περιποιέται μ' ακόμη μεγαλύτερες τιμές απ' όσες
+μου κάνει η αδερφή σου, ένα σκυλλί που της έδωσα. Έλα, ας αφήσουμε
+αυτό το κυνήγι, ακολούθα με όπου θα σε οδηγήσω. Θα σου πω τη
+δυστυχία της ζωής μου».
+
+Δίχως μιλιά έτρεξαν με τάλογα σ' ένα βαθύ μέρος του δάσους. Εκεί, ο
+Τριστάνος απεκάλυψε τη ζωή του στον Καερδέν. Είπε πώς είχε πιή στη
+θάλασσα την αγάπη και το θάνατο. Είπε την προδοσία των βαρώνων και
+του νάνου. Είπε πώς ωδηγήθη η Βασίλισσα στην πυρά, πώς παρεδόθη
+στους λεπρούς, και της αγάπες τους στο μεγάλο άγριο δάσος. Πώς την
+είχε παραδώσει στο Βασιληά Μάρκο. Και πώς, αφού έφυγε μακρυά της,
+θέλησε ν' αγαπήση την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Πώς ήξερε πεια τώρα
+ότι δε θα μπορούσε δίχως τη Βασίλισσα, ούτε να ζήση ούτε να πεθάνη.
+
+Ο Καερδέν σωπαίνει και παραξενεύεται. Αισθάνεται, αθέλητα, να
+μαλακώνη ο θυμός του.
+
+«Φίλε, λέει στο τέλος, θαυμάσια λόγια ακούω. Συγκινήσατε την καρδιά
+μου μέχρι του οίκτου. Υπομείνατε τόσες πίκρες που ο Θεός να φυλάη
+τους Χριστιανούς. Ας γυρίσουμε στο Κάρχαιξ. Την τρίτη μέρα, αν
+μπορώ, θα σου πω τη σκέψι μου».
+
+Στο δωμάτιο της, στο Τινταγκέλ, η Ιζόλδη η Ξανθή στενάζει για τον
+Τριστάνο και τον προσκαλεί. Να την αγαπάη πάντοτε; άλλη σκέψι δεν
+έχει, ούτε άλλη ελπίδα, ούτε άλλη επιθυμία. Όλη της η επιθυμία είναι
+σ' αυτόν, και δυο χρόνια τώρα δεν ξέρει τίποτε από μέρους του. Πού
+είναι; Σε ποιον τόπο; Να ζη τάχα τουλάχιστον;
+
+Στο δωμάτιο της, η Ιζόλδη η Ξανθή είναι καθισμένη και τραγουδάει
+σιγανά κάποιο θλιβερό ερωτικό τραγούδι. Λέει πώς έπιασαν ξαφνικά και
+σκότωσαν τον Γκουρόν για την αγάπη της γυναίκας που αγαπούσε πειο
+πολύ από κάθε τι στον κόσμο· και πώς με δόλο ο κόμης έδωσε την
+καρδιά του Γκουρόν στη γυναίκα του να τη φάη, και τη λύπη αυτηνής.
+
+Γλυκά τραγουδάει η Βασίλισσα, κανονίζοντας τη φωνή της με την άρπα.
+Τα χέρια είναι ωραία, καλό το τραγούδι, σιγανός ο τόνος και γλυκειά
+η φωνή.
+
+Κείνη τη στιγμή μπαίνει ο Καριάδος, πλούσιος κόμης από κάποιο
+μακρυνό νησί. Είχεν έλθει στο Τινταγκέλ για να προσφέρη στη
+Βασίλισσα της υπηρεσίες του, και πολλές φορές μετά την αναχώρησι του
+Τριστάνου της είχε πη τον έρωτά του. Αλλά η Βασίλισσα απέκρουε της
+αιτήσεις του και τον έλεγε τρελλό. Ήταν ωραίος ιππότης, αλαζονικός
+και υπερήφανος, μιλούσε ευχάριστα, αλλά η αξία του ήτανε μεγαλύτερη
+μέσα στα δωμάτια των γυναικών παρά στη μάχη. Ηύρε την Ιζόλδη να
+τραγουδάη, και της είπε γελαστά:
+
+«Αρχόντισσα, τι θλιβερό τραγούδι, θλιβερό σαν του νεκροπουλιού. Δε
+λένε πώς αυτό το πουλί κελαδάει όταν είναι να πεθάνη κανείς; Το
+θάνατό μου βέβαια αγγέλλει το τραγούδι σας: γιατί πεθαίνω από την
+αγάπη σας!
+
+ — Έστω, του είπεν η Ιζόλδη. Μακάρι το τραγούδι, μου να σημαίνη το
+θάνατό σας, γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς να μου φέρετε κάποιο
+κακό μαντάτο. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι και γκιώνης για να πήτε
+κακά για τον Τριστάνο. Σήμερα, τι κακό νέο μου φέρνετε πάλι;»
+
+Ο Καριάδος απάντησε:
+
+«Βασίλισσα, είσαστε θυμωμένη, και δεν ξέρω γιατί. Αλλά πολύ τρελλός
+είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Ό,τι κι' αν γίνη με το
+θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι, να τι κακή είδησι σας φέρνει
+ο γκιώνης: ο Τριστάνος, ο φίλος σας, είναι χαμένος για σας,
+Αρχόντισσα Ιζόλδη. Πήρε γυναίκα σ' άλλον τόπο. Από δω και πέρα
+μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού, γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη
+σας. Πήρε με μεγάλες τιμές γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια,
+την κόρη του Δουκός της Βρεττάνης». Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. Η
+Ιζόλδη η Ξανθή χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα.
+
+Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο:
+
+«Φίλε, συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι, αν μούπατε την αλήθεια, η
+ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη και τρέλλα, και
+τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε για την αδερφή μου
+την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Λοιπόν ακούστε τι θα σας πω. Θα
+περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ στο Τινταγκέλ. Θα ξαναδήτε τη
+Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας
+μένη πιστή. Αν σας λησμόνησε, ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο
+την Ιζόλδη την αδερφή μου, την απλή, την ωραία. Θα σας ακολουθήσω.
+Δεν είμαι ισάδελφος και σύντροφός σας;
+
+ — Αδερφέ, είπεν ο Τριστάνος, καλά έχει ειπωθή ότι η καρδιά ενός
+άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου».
+
+Σε λίγο, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν προσκυνητές, πήραν
+ρόπαλα και κάπες, σα νάθελαν να πάνε να προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα
+σε μακρυνό τόπο. Απεχαιρέτισαν τον Δούκα Χοέλ. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ
+τον Γκορνεβάλη, κι' ο Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. Μυστικά,
+αρμάτωσαν ένα καράβι κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη.
+
+Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός, κ' ένα πρωί, πριν από την
+αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Εκεί δίχως άλλο ο
+καλός αυλάρχης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, θα τους φιλοξενούσε και θα
+μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό τους.
+
+Κατά την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν, όταν
+είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε τον ίδιο
+δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά σιγά. Ερρίχτηκαν
+πίσω από τα δέντρα, κι' ο άνθρωπος πέρασε χωρίς να τους δη γιατί
+ήταν κοιμισμένος. Ο Τριστάνος τον ανεγνώρισε.
+
+ — Αδερφέ, είπε σιγανά στον Καερδέν, είναι ο ίδιος ο Ντινάς ντε
+Λιντάν. Κοιμάται. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη του και βλέπει
+ακόμη όνειρα γι' αυτή. Δε θάτανε ευγενικό να τον ξυπνήσουμε. Μόνο
+ακολούθα με από μακρυά».
+
+Έφτασε τον Ντινάς, έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια, κι' αθόρυβα
+εβάδισε δίπλα του. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου ξύπνησε τον
+Ντινάς. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον Τριστάνο, διστάζει:
+
+«Συ, Τριστάνε, εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε ξαναβλέπω.
+Είναι τόσος καιρός που την περίμενα!
+
+ — Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Τι νέα έχετε από τη Βασίλισσα;
+
+ — Αλλοίμονο! Κακά νέα. Ο Βασιληάς την αγαπάει και την τιμάει. Μα
+αυτή από τότε πώφυγες, μαραίνεται και κλαίει για σένα. Α! γιατί να
+γυρίσης κοντά της; Γυρεύεις πάλι το θάνατό της και το δικό σου;
+Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα, άφησέ την στην ησυχία της.
+
+ — Φίλε, είπεν ο Τριστάνος. Κάμετε μου μια χάρι. Κρύψετέ με στο
+Λιντάν, πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την ξαναΐδώ μια φορά
+ακόμη».
+
+Ο Ντινάς απάντησε:
+
+«Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε, αν δε βεβαιωθώ ότι
+σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της γυναίκες του κόσμου.
+
+ — Α! Άρχοντα, πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή περισσότερο από όλες
+της γυναίκες του κόσμου.
+
+ — Λοιπόν καλά, ακολούθα με, Τριστάνε. θα σε βοηθήσω».
+
+Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο, τον Γκορνεβάλη, τον
+Καερδέν και τον ιπποκόμο του, κι' όταν ο Τριστάνος του ιστόρησε λέξι
+προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του, ο Ντινάς πήγε στο
+Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. Έμαθε ότι σε τρεις ημέρες, η
+Βασίλισσα Ιζόλδη, ο Βασιληάς Μάρκος, όλη του η ακολουθία, οι
+ιπποκόμοι, οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ για να εγκατασταθούν στο
+Παλάτι του Άσπρου Κάμπου, όπου μεγάλα κυνήγια είχαν προετοιμαστή.
+Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το
+πράσινο πετράδι και το μήνυμα που θα πήγαινε στη Βασίλισσα.
+
+
+
+ΙΖ'.
+ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ
+
+
+
+Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ, ανέβη τα σκαλιά, και μπήκε
+στην αίθουσα. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η Ιζόλδη η
+Ξανθή, καθισμένοι, έπαιζαν ζατρίκι. Ο Ντινάς πήρε θέσι κοντά στη
+Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί, για να παρακολουθήση τάχα το παιγνίδι, και
+δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα κομμάτια έβαλε το χέρι του στο
+ζατρίκι. Τη δεύτερη φορά η Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το
+πράσινο πετράδι. Τότε βαρυέστησε το παιγνίδι. Σκούντησε ελαφρά το
+χέρι του Ντινάς με τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία
+δω κ' εκεί.
+
+«Κυττάχτε, αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι, είπε, και δε μπορώ
+πεια να το εξακολουθήσω».
+
+Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα, η Βασίλισσα αποσύρεται στο
+δωμάτιο της, και καλεί τον Ντινάς κοντά της.
+
+«Φίλε, σε στέλνει ο Τριστάνος;
+
+ — Ναι, Βασίλισσα. Βρίσκεται στο Λιντάν, κρυμμένος στον πύργο μου.
+
+ — Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη;
+
+ — Βασίλισσα, αλήθεια σας είπαν. Βεβαιώνει όμως ότι καθόλου δε σας
+πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας αγαπά περισσότερο απ'
+όλες της γυναίκες. Ότι θα πεθάνη αν δε σας ξαναϊδή, έστω και μια
+φορά ακόμη. Σας εξορκίζει να δεχτήτε, στον όρκο που του κάνατε την
+τελευταία φορά που σας μίλησε».
+
+Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη, και κάμποση ώρα έμεινε
+αμίλητη. Έπειτα απάντησε:
+
+«Ναι, την τελευταία φορά που μου μίλησε, θυμάμαι που του είπα: «Αν
+ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε
+φρούριο, ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα
+του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή τρέλλα.
+
+ — Βασίλισσα, σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ για τον Άσπρο
+Κάμπο. Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα
+βάτα. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε.
+
+ — Είπα. Ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή βασιλική θα μ'
+εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου».
+
+Την παράλλη μέρα, ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου ετοιμαζότανε για
+την αναχώρησι από το Τινταγκέλ, ο Τριστάνος, ο Γκορνεβάλης, ο
+Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του, φόρεσαν τους θώρακες, πήρανε τα σπαθιά
+και της ασπίδες τους, κι' από κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ'
+ωρισμένο μέρος. Μέσα από το δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο
+Κάμπο. Ο ένας ωραίος και διατηρημένος καλά, όπου θα περνούσε η
+βασιλική συνοδεία, ο άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Ο
+Τριστάνος κι' ο Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους:
+θα τους περίμεναν εκεί, φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. Οι
+ίδιοι τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων
+και βάτων. Μπροστά, στο δρόμο, ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί
+μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα.
+
+Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Πρώτα-πρώτα η συνοδεία του
+Βασιληά Μάρκου. Με ωραία τάξι έρχονται οι σιτιστές και οι πεταλωτές,
+οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι, έρχονται οι γραφιάδες, έρχονται οι
+οδηγοί των σκυλλιών κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά, έπειτα οι
+γερακοτρόφοι κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι, έπειτα οι
+κυνηγοί, έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Πηγαίνουν σιγά, με καλή
+σειρά δύο-δύο, κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς, πλούσια
+ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο περήφανα
+άλογά τους. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος. Θαμπώθηκε ο Καερδέν
+βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του, δυο από τη μια μεριά, δυο από
+την άλλη, ντυμένους στο χρυσάφι και στην πορφύρα.
+
+Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Πρώτα-πρώτα πηγαίνουν η
+πλύντριες κι' η καμαριέρες, κι' έπειτα η γυναίκες και η κόρες των
+κομητών και των βαρώνων. Μία-μία περνούν, κ' ένας νεαρός ιππότης
+συνοδεύει κάθε μια τους. Τέλος πλησιάζει ένα άλογο με την ωραιότερη
+γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και
+πρόσωπο, μέση χαμηλή, φρύδια ζωγραφιστά, μάτια γελαστά, και μικρά
+δοντάκια. Φορεί κόκκινη πλούσια ρόμπα. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι
+και πετράδια στολίζει το φωτεινό της μέτωπο:
+
+ — Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν.
+
+ — Η Βασίλισσα; λέει ο Τριστάνος. Όχι, είναι η Καμίλλη, η υπηρέτρια
+της».
+
+Έπειτα, σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από το χιόνι
+του Φλεβάρη, πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Τα λαμπρά μάτια της
+κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό νερό της πηγής.
+
+ — Α! να την, η Βασίλισσα, τώρα τη βλέπω! λέει ο Καερδέν.
+
+ — Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή, λέει ο Τριστάνος».
+
+Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας, σα να ξεχείλισε ξαφνικά το φως
+του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η Ιζόλδη η
+Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον τιμωρήση! —
+εκάλπαζε δεξιά της.
+
+Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν από τη
+συστάδα, κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη του την
+τρυφερότητα. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. Κυττάζει
+χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά αγκαλιασμένο από το
+αγιόκλημα, και συλλογιέται μέσα της: «Ναι έτσι είμαστε μεις, φίλε.
+Ούτε σεις δίχως εμένα. Ούτε εγώ δίχως εσέ». Σταματάει τ' άλογό της,
+κατεβαίνει, πηγαίνει σε μια φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι
+σκυλλιού στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό
+χαλί ήτανε ξαπλωμένος ο Πτικρού. Τον πέρνει στα χέρια της, τον
+χαϋδεύει, του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Έπειτα τον ξαναβάζει στο
+σπητάκι του, και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή φωνή:
+
+«Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά σας, σας
+αγαπώ και σας χαιρετώ. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς Μάρκος θα καλπάση
+για τον Άσπρο Κάμπο, εγώ θα μείνω στον πύργο του Σαιν-Λουμπέν.
+Πουλάκια, ελάτε κοντά μου κι' εκεί. Πλούσια θα σας ανταμείψω απόψε,
+σαν καλούς τραγουδιστές που είστε».
+
+Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. Αλλά ο Αντρέ ο
+προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα στη σέλλα,
+κι' η πομπή απεμακρύνθη.
+
+Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια, Άρχοντες. Τον καιρό όπου
+περνούσε η Βασιλική πομπή, κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο
+Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των κυρίων
+τους, παρουσιάστηκε ξαφνικά, ένας ιππότης αρματωμένος: Μπλεχερή τον
+έλεγαν. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και το οικόσημο του
+Τριστάνου. «Τι είδα σκέφτηκε. Είναι ο Γκορνεβάλης, κι' αυτός ο άλλος
+θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·». Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους,
+φωνάζοντας «Τριστάνε!» Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα
+μεταβολή κ' έφευγαν. Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους, φωνάζοντας:
+
+«Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω».
+
+Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα.
+
+«Στάσου, Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω, στ' όνομα
+της Ιζόλδης της Ξανθής!»
+
+Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι, εξ ονόματος της
+Ιζόλδης της Ξανθής. Άδικα. Εξαφανίστηκαν, κι' ο Μπλεχερή δεν μπόρεσε
+να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους, και το πήρε λάφυρο. Έφτασε
+στο παλάτι του Σαιν-Λουμπέν την ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει
+η Βασίλισσα. Την ηύρε μοναχή και της είπε:
+
+«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι εδώ. Τον είδα στον παραμελημένο δρόμο
+πώρχεται από το Τινταγκέλ. Τρεις φορές τον κάλεσα να σταθή,
+ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής. Μα τον είχε πιάσει
+φόβος, και δεν τόλμησε να με περιμένη.
+
+ — Ψέμματα και τρέλλες λέτε, ωραίε άρχοντα. Πώς μπορεί να βρίσκεται
+δω ο Τριστάνος; Πώς θάφευγε μπροστά σας; Πώς δε θα σταματούσε άμα
+άκουγε τόνομά μου;
+
+ — Μολαταύτα, Βασίλισσα, τον είδα, και μάλιστα του πήρα ένα από
+τάλογά του. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ' αλώνι».
+
+Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Λυπήθηκε, γιατί αγαπούσε
+τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. Την άφησε, μετανοιώνοντας που μίλησε.
+
+Τότε, η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα πολύ έζησα,
+αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει και με
+ντροπιάζει. Άλλοτε, για τόνομά μου, και ποιον εχτρό δε θ'
+αντιμετώπιζε; Είναι γενναίος. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή, αν δεν
+καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του, α! — είναι γιατί τον
+κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Γιατί γύρισε; Με είχε προδώσει, και θέλησε
+παραπανιστά, να μ' εξευτελίση: αυτό είναι! Δε τον έφταναν τα παληά
+μαρτύριά μου; Ας γυρίση λοιπόν, ντροπιασμένος κι' αυτός, στην Ιζόλδη
+με τα Λευκά χέρια!»
+
+Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό, και του είπε της ειδήσεις που είχε
+φέρει ο Μπλεχερή. Προσέθεσε:
+
+«Φίλε, πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο δρόμο
+που πάει από το Τινταγκέλ στο Σαιν-Λουμπέν. Να του πης πώς δεν τον
+χαιρετώ, και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα βάλω τους υπηρέτες
+και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω».
+
+Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους είπε το
+μήνυμα της Βασίλισσας.
+
+«Αδελφέ, φώναξε ο Τριστάνος, τι μου λες εκεί; Πώς θα μπορούσα να
+φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού, όπως βλέπεις και μόνος σου, δεν
+έχουμε δω τάλογά μας. Ο Γκορνεβάλης και ένας ιπποκόμος τα φύλαγαν.
+Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος, κι' ακόμη τους γυρεύομε!»
+
+Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν.
+Ωμολόγησαν το πάθημά τους.
+
+«Περινίς, ωραίε γλυκειέ φίλε, είπεν ο Τριστάνος, γύρισε γρήγορα στην
+κυρία σου. Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και χαιρετισμό, ότι πάντοτε
+της έμεινα πιστός, ότι μου είναι η πειο αγαπητή απ' όλες της
+γυναίκες. Πέσ' της να σε ξαναστείλη να μου φέρης τη συγγνώμη της. Θα
+περιμένω δω να γυρίσης».
+
+Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό,τι είδε κι'
+άκουσε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε.
+
+«Α! Περινίς, ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο πατέρας μου
+σε είχε προορίσει, από παιδάκι ακόμη, να με υπηρετής. Αλλά ο
+Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα και τα δώρα του. Και συ,
+με πρόδωσες. Φύγε από δω!»
+
+Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της.
+
+«Κυρία, σκληρά λόγια ακούω. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη στη ζωή
+μου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. Λυπάμαι σας να κάνετε αυτή
+την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. Πολύ αργά θα είναι όταν
+μετανοήστε.
+
+ — Φεύγα, δε σε πιστεύω. Και συ, Περινίς, συ ο Περινίς ο Πιστός, με
+πρόδωσες!».
+
+Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη συγγνώμη της
+Βασίλισσας. Ο Περινίς δε φάνηκε.
+
+Το πρωί, ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα, βάφει
+μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο, και γίνεται σα
+λεπρός. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη ελεημοσύνες.
+
+Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη φωνή του
+ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. Θα μπορέση τάχα να ιδή
+πουθενά τη Βασίλισσα;
+
+Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Η Βραγγίνα, η γυναίκες
+της, οι βαλέδες της, τη συνοδεύουν. Πέρνει το δρόμο που πάει στην
+Εκκλησιά. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες, χτυπάει το τασσάκι του,
+παρακαλεί με παραπονετική φωνή:
+
+«Βασίλισσα, βοηθήστε με. Πεινάω!»
+
+Από το ωραίο του σώμα, από το ανάστημά του, η Ιζόλδη τον ανεγνώρισε.
+Σύσσωμη ανατριχιάζει, μα δεν καταδέχεται να χαμηλώση το βλέμμα της
+απάνω του. Ο λεπρός την ικετεύει, σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη
+κανείς. Σέρνεται πίσω της.
+
+«Βασίλισσα, αν τολμώ να σας πλησιάζω, μη θυμώνετε. Λυπηθήτε με, το
+αξίζω!».
+
+Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες:
+
+«Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!».
+
+Οι βαλέδες τον σπρώχνουν, τον χτυπούν. Εκείνος αντιστέκεται και
+φωνάζει:
+
+«Βασίλισσα, λυπηθήτε με!».
+
+Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε ακόμη
+όταν μπήκε στην εκκλησιά. Όταν την άκουσε να γελάη, ο λεπρός έφυγε.
+Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό. Έπειτα λύθηκε όλο το
+κορμί της, κ' έπεσε στα γόνατα, με το πρόσωπο χάμω, και τα χέρια
+σταυρωμένα.
+
+Την ίδια μέρα, ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς, σε τέτοιο χάλι
+που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα, και το καράβι του αρμένισε για
+τη Βρεττάνη.
+
+Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. Όταν έμαθε από τον Ντινάς
+ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να πιστεύη ότι ο
+Περινίς της είχε πη την αλήθεια. Ότι ο Τριστάνος δεν είχε φύγει,
+προκαλεσμένος στ' όνομά της. Ότι πολύ άδικα τον έδιωξε: «Πώς,
+συλλογιζότανε, σας έδιωξα λοιπόν σας, Τριστάνε, φίλε! Τώρα πεια με
+μισείτε και ποτέ δε θα σας ξαναϊδώ. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο
+τουλάχιστον μετάνοιωσα, ούτε τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου,
+και θα σας την προσφέρω ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!»
+
+Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και την πλάνη
+της, η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο χιτώνα των
+ασκητών.
+
+
+
+ΙΗ'.
+Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ
+
+
+
+Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη, στα Κάρχαιξ, κι' όλοι τον
+υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ, κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα Λευκά
+χέρια.
+
+Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. Τι άξιζε πεια γι' αυτόν όλος
+ο άλλος κόσμος; Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της. Έπειτα μια μέρα,
+σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή, έστω κι' αν έβανε πάλι τους
+βαλέδες της να τον χτυπήσουν. Μακρυά της, ήξερε ότι ο θάνατός του
+ήτανε βέβαιος και προσεχής. Καλλίτερα να πέθαινε με μιας, παρά σιγά-
+σιγά κάθε μέρα. Όποιος ζη με πόνο είναι σαν πεθαμμένος. Ο Τριστάνος
+επιθυμεί το θάνατο, θέλει το θάνατο. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η
+Βασίλισσα ότι πέθανε για την αγάπη της. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα
+είναι έτσι πειο γλυκός.
+
+Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα, ούτε τους
+συγγενείς, ούτε τους φίλους, και μάλιστα ούτε τον Καερδέν, τον
+αγαπημένο του σύντροφο.
+
+Έφυγε άθλια ντυμένος, με τα πόδια, — γιατί κανείς δε δίνει προσοχή
+στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους δρόμους.
+Βάδισε, βάδισε, ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας.
+
+Στο λιμάνι, ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να ξεκινήση. Οι
+ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά, και σήκωναν την άγκυρα για ν'
+αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα.
+
+«Ο Θεός να σας φυλάη, άρχοντες, ο Θεός να σας βοηθήση να κάνετε καλό
+ταξείδι. Για ποιον τόπο είσαστε;
+
+ — Για το Τινταγκέλ.
+
+ — Για το Τινταγκέλ; Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!».
+
+Μπαίνει μέσα. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά, το καράβι τρέχει
+στα κύμματα. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ' ευθείαν στην
+Κουρνουάλλη, και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο λιμάνι του
+Τινταγκέλ. Πέρα από το λιμάνι, υψώνεται προς τη θάλασσα το παλάτι,
+φραγμένο απ' όλες της μεριές. Δεν μπορούσε να μπη κανείς παρά μόνον
+από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την
+εφύλαγαν. Πώς να μπη;
+
+Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία. Έμαθε από
+έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι προ ολίγου είχε
+προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη.
+
+«Αλλά πού είναι η Βασίλισσα; Και η Βραγγίνα η ωραία της υπηρέτρια;
+
+ — Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται, δεν πάει πολύ που της είδα. Η
+Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη, όπως πάντα».
+
+Στ' όνομα της Ιζόλδης, ο Τριστάνος αναστέναξε, και σκέφτηκε πώς ούτε
+με πονηρία, ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να ξαναϊδή τη φίλη του.
+Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε.
+
+«Αλλά τι κι' αν με σκοτώση; Δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σου,
+Ιζόλδη; Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα, από να πεθαίνω; Αλλά σεις
+τουλάχιστον, Ιζόλδη, αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ, θα καταδεχόσαστε
+να μιλήστε στο φίλο σας; Δε θα βάνατε τους βαλέδες σας να με
+διώξουνε πάλι; Ναι, θα επιχειρήσω μια κατεργαριά. Θα ντυθώ σαν
+τρελλός, κι' αυτή η τρέλλα θάναι μεγάλη φρονιμάδα. Όποιος με πιστέψη
+αποβλακωμένο θάναι λιγώτερο γνωστικός από μένα, κι' όποιος με
+πιστέψη τρελλό θα είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ».
+
+Ένας ψαρράς περνούσε, φορώντας κοντοκάπι από χονδρό χνουδωτό πανί,
+και μεγάλη κουκούλα. Τον βλέπει ο Τριστάνος, του κάνει νόημα, τον
+πέρνει κατά μέρος.
+
+«Φίλε, θέλεις ναλλάξουμε ρούχα; Δώσε μου το κοντοκάπι σου. Μου
+αρέσει πολύ».
+
+Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου, και βρίσκοντας τα καλλίτερα
+από τα δικά του, τα πήρε αμέσως και γρήγορα-γρήγορα έφυγε, χαίροντας
+για την αλλαγή.
+
+Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του,
+σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Άλειψε τη φάτσα του μ' ένα
+υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο, φερμένο από τον τόπο του, κι'
+αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν τόσο αλλόκοτα που
+κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον αναγνωρίση. Έκοψε ένα κλαδί
+καρυδιάς, το έφτιασε ρόπαλο, και το κρέμασε στο λαιμό του. Κ' έτσι,
+ξυπόλητος, τράβηξε γραμμή στο παλάτι.
+
+Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός, και του φώναξε:
+
+«Ελάτε κοντά, πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό;»
+
+Απάντησε ο Τριστάνος, αλλάζοντας τη φωνή του:
+
+«Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. Πήρε μια
+παπαδιά, μια χοντρή κυρία με βέλο. Από το Μπεζανσόν μέχρι το Μον,
+δεν έμεινε παππάς, αββάς, καλόγερος, καλογεροπαίδι, να μην πάη στους
+γάμους. Κι' όλοι στον κάμπο, βαστώντας τα μπαστούνια τους και της
+μαγκούρες τους, πηδούν, παίζουν, και χορεύουν στη σκιά των μεγάλων
+δέντρων. Αλλά τους άφησα για νάρθω εδώ. Γιατί οφείλω το βράδυ να
+σερβίρω στο τραπέζι του Βασιληά».
+
+Ο πορτιέρης του είπε:
+
+«Έμπάτε λοιπόν, άρχοντα, γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού. Είσαστε
+μεγαλόσωμος και τριχωτός, και μοιάζετε αρκετά του πατέρα σας».
+
+Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο, παίζοντας με το ρόπαλό του, βαλέδες και
+ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του, και τον κυνηγούσαν σαν λύκο
+από δω κι' από κει.
+
+«Κυττάχτε τον τρελλό, χου, χου, χου!»
+
+Του ρίχνουν πέτρες, τον χτυπούν με τα ραβδιά. Αλλά τους ξεφεύγει με
+τρόπο: αν του επιτίθενται, από τ' αριστερά, γυρίζει και χτυπάει
+δεξιά.
+
+Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά, σέρνονται πίσω του ολόκληρο πλήθος,
+φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας, όπου κάτω από το θόλο του θρόνου,
+και στο πλευρό της Βασίλισσας, ήταν καθισμένος ο Βασιληάς Μάρκος.
+Πλησιάζει στην πόρτα, κρεμάει το ρόπαλο στο λαιμό του, και μπαίνει.
+
+Ο Βασιληάς τον είδε και είπε:
+
+«Να ένας καλός σύντροφος. Φέρτε τονε κοντά».
+
+Τον οδηγούν, με το ρόπαλο στο λαιμό. «Φίλε καλώς ήρθατε!»
+
+Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του:
+
+«Μεγαλειότατε, καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους Βασιλιάδες, το
+ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από τρυφερότητα. Ο Θεός
+να σας προστατεύη, ωραίε Άρχοντα!
+
+ — Φίλε, τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα;
+
+ — Την Ιζόλδη, που τόσο πολυαγάπησα. Έχω μια αδερφή, και σας την
+φέρνω, — την πανώρηα Βρουνεώτη. Ή Βασίλισσα είναι πληχτική για σας,
+για δοκιμάστε αυτή. Ας κάμουμε αλλαγή, σας δίνω την αδελφή μου
+δανείστε μου την Ιζόλδη. Θα την πάρω και θα σας υπηρετήσω με αγάπη».
+
+Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό:
+
+«Αν σου δώσω τη Βασίλισσα, τι θα θελήσης να την κάμης; Πού θα την
+πας;
+
+ — Κει πάνω, μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα, σ' ένα ωραίο
+γυάλινο παλάτι. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες του, οι άνεμοι δε
+μπορούν να το σκίσουν. Θα πάω τη Βασίλισσα σ' ένα δωμάτιο όλο
+κρύσταλλο, στολισμένο με ρόδα, ολόλαμπρο κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο
+ήλιος».
+
+Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους:
+
+«Να ένας τρελλός, που ξέρει και μιλάει με τέχνη».
+
+Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη.
+
+«Φίλε, του είπεν ο Μάρκος, πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η Βασίλισσα θα
+προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα;
+
+ — Μεγαλειότατε, έχω μεγάλα δικαιώματα για να με προσέξη. Πολλά
+έκαμα γι' αυτήν, κι' απ' αυτήν κατάντησα τρελλός.
+
+ — Ποιος είσαι λοιπόν;
+
+ — Είμαι ο Τριστάνος, εκείνος που τόσο αγάπησε την Ιζόλδη, κι' ως
+που να πεθάνη θα την αγαπάη.
+
+Αναστέναξε η Ιζόλδη, ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου, άλλαξε το
+χρώμα της, και θυμωμένη του είπε:
+
+«Φύγε από δω. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε, βρωμοπαλαβέ!».
+
+Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε:
+
+«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάσαι τότε που, μισοπεθαμμένος από το
+φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ, περνώντας τη θάλασσα, με την άρπα μου
+μοναχό σύντροφο, ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας, της Ιρλανδίας; Μ'
+εγιατρέψατε. Δε θυμόσαστε πεια, Βασίλισσα;»
+
+Η Ιζόλδη απάντησε;
+
+«Φύγε από δω, τρελλέ, ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε συ ο
+ίδιος».
+
+Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους, και τους έσπρωξε προς την
+πόρτα φωνάζοντας:
+
+«Τρελλοί, όξω από δω. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη Βασίλισσα. Ήρθα
+δω μέσα γιατί την αγαπάω».
+
+Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη.
+
+«Μεγαλειότατε, διώχτε αυτόν τον τρελλό».
+
+Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του
+
+«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που σκότωσα στον
+τόπο σας; Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου, και ολόκαυτος από το
+φαρμάκι, έπεσα χάμω κοντά στο έλος. Ήμουνα τότε ένας θαυμάσιος
+ιππότης!. . . . Και περίμενα το θάνατο όταν ήρθατε σεις και με
+βοηθήσατε».
+
+Απάντησε η Ιζόλδη:
+
+«Πάψε, μη βρίζης τους ιππότες. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από γέννησή
+σου. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν δω πέρα, αντί
+να σε πετάξουν στη θάλασσα!»
+
+Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε:
+
+«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με σκοτώστε
+με το σπαθί μου; Και την ιστορία της χρυσής τρίχας που σας μαλάκωσε
+την καρδιά; Και πώς σας υπερασπίστηκα εναντίον του ανάντρου αυλάρχη;
+
+ — Παύτε, μοχθηρέ ψεύτη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε τα παραμύθια
+σας; Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ, και το κρασί σας
+έφερε όλα αυτά τα ονείρατα.
+
+ — Αλήθεια, ναι, είμαι μεθυσμένος, και με τέτοιο ποτό που ποτέ πεια
+δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. Βασίλισσα Ιζόλδη δε θυμόσαστε
+εκείνη την τόσο ωραία, την τόσο θερμή μέρα μέσα στην πλατειά
+θάλασσα; Είχατε δίψα!, δε θυμώσαστε, ω κόρη Βασιληά; Στο ίδιο ποτήρι
+ήπιαμε μαζύ. Από τότε είμαι παντοτεινά ζαλισμένος από κακό
+μεθύσι...»
+
+Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια, που μοναχά αυτή και κανένας
+άλλος μπορούσε να καταλάβη, έκρυψε το κεφάλι μέσα στο μαντύα της,
+σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. Αλλά ο Βασιλέας την εκράτησε από τη
+βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση δίπλα του.
+
+ — Περιμένετε λίγο, Ιζόλδη φίλη, νακούσωμε αυτές της τρέλλες ως το
+τέλος. Τρελλέ, τι δουλειά ξέρεις να κάνης;
+
+ — Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες.
+
+ — Αλήθεια, ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με πουλιά;
+
+ — Βέβαια, όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος, ξέρω να πιάνω με τα
+λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα, και τους κύκνους
+τους άσπρους και τους σταχτερούς, και τ' αγριοπερίστερα. Με το τόξο
+μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!»
+
+Για καλά γέλασαν όλοι, κι' ο Βασιληάς ρώτησε:
+
+«Και τι πιάνεις, αδερφέ, όταν κυνηγάς στο ποτάμι.
+
+ — Ό,τι βρίσκω. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες αρκούδες. Τ'
+αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς. Κι' όταν γυρίζω σ'
+αυτόν που με φιλοξενεί, ξέρω πολύ καλά να παίζω με το ρόπαλο, να
+μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους, να κουρδίζω την άρπα και να
+τραγουδάω, και ν' αγαπώ της Βασίλισσες, και να ρίχνω στα ποταμάκια
+καλοκομμένα κομματάκια ξύλο. Μα την αλήθεια, δεν είμαι καλός
+τραγουδιστής; Σήμερα είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί».
+
+Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο:
+
+«Φευγάτε από δω, Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη; Δε
+φάγατε αρκετά; Δεν χορτάσατε;»
+
+Ο Βασιληάς, αφού διασκέδασε με τον τρελλό, καβάλλησε το άτι του κ'
+ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους ιπποκόμους.
+
+«Μεγαλειότατε, του είπεν η Βασίλισσα, είμαι κουρασμένη κι' αδιάθετη!
+Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Δε μπορώ ν' ακούω
+περισσότερο αυτές της τρέλλες».
+
+Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεββάτι, κ' είχε
+μεγάλη λύπη.
+
+«Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ; Η καρδιά μου βαρειά είναι και
+πληγωμένη. Βραγγίνα, αγαπητή αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο σκληρή και
+τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο. Είναι κει ένας
+τρελλός, κουρεμένος σταυρωτά, που ήρθε δω μέσα στην κακή ώρα. Αυτός
+ο τρελλός, αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή μάντης, γιατί ξέρει με το
+νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή και την ύπαρξί μου. Ξέρει πράγματα
+που μόνον εσύ, εγώ, κι' ο Τριστάνος γνωρίζουμε. Τα ξέρει, ο αλήτης,
+με της μαγείες του».
+
+Η Βραγγίνα απάντησε:
+
+«Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος;
+
+ — Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος, είναι ο καλλίτερος ιππότης, ενώ
+αυτός είναι κακοφτιαγμένος, απαίσιος. Καταραμένος νάναι από το Θεό.
+Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε, καταραμένο το καράβι που μας τον
+έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω στα βαθειά κύματα.
+
+ — Ήσυχάστε, κυρία, είπεν η Βραγγίνα. Πάρα πολλές κατάρες κι'
+αφορεσμούς λέτε σήμερα. Πού μάθατε αυτό το επάγγελμα; Ποιος ξέρει αν
+αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αποσταλμένος από τον Τριστάνο;
+
+ — Δεν πιστεύω, δεν τον ανεγνώρισα. Αλλά πηγαίνετε να τον βρήτε,
+ωραία φίλη, μιλήστε του, κυττάχτε αν θα τον αναγνωρίστε».
+
+Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος, είχε
+καθήσει σε έναν πάγκο. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε, άφησε κάτω το
+ρόπαλο κ' είπε:
+
+«Βραγγίνα, άδολη Βραγγίνα, σας εξορκίζω στο Θεό, λυπηθήτε με!
+
+ — Βρωμερέ τρελλέ, ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου;
+
+ — Ωραία, είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου. Ορκίζομαι στα
+μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά, ότι αν το λογικό έφυγε απ' αυτό
+το κεφάλι, σεις είσαστε η αιτία, ωραία. Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε
+το ποτό που ήπια στην ανοιχτή θάλασσα; Το ήπια, με τη μεγάλη ζέστη,
+σ' ένα χρυσό ποτήρι, κ' έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Σεις μόνη το
+μάθατε, ωραία. Δε θυμόσαστε πεια;
+
+ — Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα, και καταταραγμένη, ώρμησε προς το
+δωμάτιο της Ιζόλδης. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω της, φωνάζοντας
+«Έλεος!»
+
+Μπαίνει, βλέπει την Ιζόλδη, ορμά απάνω της, με τα χέρια τεντωμένα,
+θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Αλλά ντροπιασμένη, βρεγμένη από
+ιδρώτα αγωνίας, οπισθοχωρεί κατά πίσω, τον αποφεύγει. Ο Τριστάνος
+βλέποντας ότι αποφεύγει την προσέγγισί του, τρέμει από θυμό κι' από
+πείσμα, κι' υποχωρεί κατά τον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Και με την
+παραλαγμένη φωνή του:
+
+«Βέβαια, είπε, έζησα πάρα πολύ, αφού είδα την ημέρα όπου η Ιζόλδη με
+διώχνει, δεν καταδέχεται να μαγαπήση, με μεταχειρίζεται σαν χυδαίο.
+Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ, αργά ξεχνάει. Ιζόλδη, είναι ωραίο και
+πολύτιμο πράγμα μια πηγή, μια πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει,
+με μεγάλα και καθαρά κύματα. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει
+τίποτε πεια. Έτσι είναι η αγάπη όταν ξεραθή».
+
+Η Ιζόλδη απάντησε:
+
+«Αδελφέ, σας κυττάζω, αμφιβάλλω, τρέμω, δεν ξέρω, δεν αναγνωρίζω τον
+Τριστάνο.
+
+ — Βασίλισσα Ιζόλδη, είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο σας αγάπησε.
+Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα στα κρεββάτια μας;
+Και το πήδημα που έκαμα, και το αίμα που έτρεξε από την πληγή μου, —
+και το δώρο που σας έστειλα, το σκύλλο Πτικρού με το μαγικό
+κουδουνάκι; Δε θυμόσαστε τα χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο
+ρυάκι;»
+
+Η Ιζόλδη τον κυττάζει, αναστενάζει, δεν ξέρει τι να πη και τι να
+πιστέψη, βλέπει ότι τα ξέρει όλα, μα θάτανε τρέλλα να ομολογήση πώς
+είναι ο Τριστάνος. Κι' ο Τριστάνος της λέει:
+
+«Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα, γνωρίζω δα με ξεχάσατε, και σας κατηγορώ
+για προδοσία. Γνώρισα μολαταύτα, ωραία, ημέρες που μ' αγαπούσατε με
+έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος, στην καλυβίτσα με τα φύλλα. Θυμόσαστε
+ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν, το καλό μου το σκυλλί; 'Α!
+αυτός μ' αγάπησε πάντοτε, και προς χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη
+την Ξανθή. Πού είναι; Τι τον κάματε; Αυτός τουλάχιστον θα με
+ανεγνώριζε.
+
+ — Θα σας ανεγνώριζε; Λέτε μια τρέλλα. Γιατί από τότε που λείπει ο
+Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την καλύβα του κι' όποιος
+τον πλησιάση του ρίχνεται, Βραγγίνα, φέρε μου τον εδώ.
+
+Η Βραγγίνα τον φέρνει.
+
+«Έλα δω, Χουσδάν, λέει ο Τριστάνος. Ήσουν δικός μου, σε ξαναπέρνω».
+
+Ακούγοντας τη φωνή του, ο Χουσδάν, τραβάει την αλυσσίδα του από τα
+χέρια της Βραγγίνας, τρέχει στον κύριό του, κυλιέται στα πόδια του,
+λείχει τα χέρια του, γαυγίζει χαρωπά.
+
+«Χουσδάν, φωνάζει ο τρελλός, ευλογημένος νάναι ο κόπος που έκανα για
+να σ' αναστήσω. Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη που τόσο αγαπούσα.
+Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. Θαναγνωρίση τουλάχιστον αυτό το
+δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε, με κλάμματα και με φιλιά, την ημέρα
+του χωρισμού; Αυτό το δαχτυλιδάκι με την πράσινη πέτρα ποτέ δε
+μάφησε. Πολλές φορές του ζήτησα συμβουλή στης συφορές μου. Πολλές
+φορές αυτή την πράσινη πέτρα την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου».
+
+Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. Ανοίγει τα χέρια της:
+
+«Νάμε! Πάρε με, Τριστάνε!»
+
+Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του:
+
+«Φίλη, πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης, πειο πολύ από το
+σκύλλο; Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι; Δεν αισθάνεσαι πως θα ήτανε
+πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την ανάμνησι των παληών
+μας ερώτων; Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής μου; Τον ήχο της καρδιάς
+μου έπρεπε ν' ακούσης.
+
+ — Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα απ' ό,τι
+νομίζεις. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν πονηρίες. Έπρεπε
+να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το σκύλλο, με κίνδυνο να σε
+πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά στα μάτια μου; Ούτε η ανάμνησι
+της περασμένης ζωής, ούτε ο ήχος της φωνής σου, ούτε κι' αυτό το
+δαχτυλίδι ακόμη αποδεικνύουν τίποτε, γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι
+κατεργαριές μοχθηρού μάγου. Μολαταύτα, παραδίνομαι, στη θέα του
+δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι, άμα το ξαναϊδώ, έστω κι' αν πρόκειται να
+χαθώ, θα κάνω ό,τι μου πης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι.
+Φρονιμάδα ή τρέλλα, — να με! Πάρε με, Τριστάνε!»
+
+Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Όταν συνήλθε, ο
+Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της και το
+πρόσωπό της. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα. Κρατεί την Βασίλισσα
+στα χέρια του.
+
+Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό, οι υπηρέτες τον έβαλαν να
+κοιμάται στα σκαλιά της σάλας, σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα. Γλυκά
+υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Κάποτε κάποτε
+πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του, περνούσε από την τρώγλη
+του στην αίθουσα της Βασιλίσσης.
+
+Αλλά, έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν την
+πανουργία. Ειδοποίησαν τον Αντρέ, ο οποίος έβαλε μπρος στα δωμάτια
+των γυναικών, τρεις σπιούνους, αρματωμένους. Όταν ο Τριστάνος θέλησε
+να περάση την πόρτα:
+
+«Πίσω, τρελλέ, φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να κοιμηθής στ'
+άχερα.
+
+ — Αι τι, ωραίοι άρχοντες, είπεν ο τρελλός δε θα πάω απόψε ν'
+αγκαλιάσω την Βασίλισσα; Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και με περιμένει;»
+
+Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν να
+περάση.
+
+Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του:
+
+«Φίλη, πρέπει κι' όλα να φεύγω. Σε λίγο θα μανακαλύψουν. Πρέπει να
+φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Ο θάνατος μου είναι
+κοντινός: μακρυά μας, ο πόθος θα με πεθάνη.
+
+ — Φίλε, κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε απάνω σ'
+αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η ψυχές μας να
+φύγουν. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον οποίο μου μιλούσες
+άλλοτε. Στον τόπο από τον οποίο δε γυρίζουν, όπου λαμπροί μουσικοί
+τραγουδούν ρυθμούς χωρίς τέλος. Πάρε με!
+
+ — Ναι, θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών. Πλησιάζει ο
+καιρός. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να πιούμε; κι' άλλες
+χαρές; Πλησιάζει ο καιρός. Όταν έρθη το πλήρωμα του χρόνου, αν σε
+καλέσω Ιζόλδη, θάρθης;
+
+ — Φίλε, φώναξέ με, το ξέρεις πώς θάρθω!
+
+ — Φίλη, ο Θεός να σε ανταμείψη!
+
+Όταν πέρασε το κατώφλι, οι σπιούνοι, ερρίχτηκαν απάνω του. Ο τρελλός
+έσκασε τα γέλοια, στριφογύρισε το ρόπαλό του και είπε:
+
+«Με διώχνετε, ωραίοι άρχοντες. Γιατί τάχα; Δεν έχω να κάνω πεια
+τίποτα κει μέσα, αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να ετοιμάσω το
+ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα, το κρυστάλλινο σπήτι, το
+στολισμένο με ρόδα, φωτεινό το πρωί όταν λάμπη ο ήλιος.
+
+«Φεύγα, λοιπόν, τρελλέ. Στο διάβολο!»
+
+Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία, έφυγε
+χοροπηδώντας.
+
+
+
+
+ΙΘ'.
+Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
+
+
+
+ [Amor condusse noi ad una morte.
+ D a n t e.]
+
+Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη, στο Κάρχαιξ, πήγε να
+βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν, εναντίον ενός βαρώνου
+Μπενταλίς. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του στήσανε ο Μπενταλίς κι'
+οι αδερφοί του. Ο Τριστάνος σκότωσε τα εφτά αδέρφια. Αλλά πληγώθηκε
+κι' αυτός με μια κονταριά, και το κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο.
+
+Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ, όπου τούδεσαν της
+πληγές. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί, μα κανείς δε μπόρεσε να γιατρέψη
+το φαρμάκι, γιατί ούτε το ανακάλυψαν καθόλου. Δεν καταλάβανε ούτε
+ένα κατάπλασμα να βάλουν για να τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Άδικα
+κοπανίζουν της ρίζες τους, άδικα μαζεύουν χόρτα, άδικα φτιάνουν
+ποτά. Ο Τριστάνος όλο και χειροτερεύει. Το δηλητήριο απλώνεται στο
+σώμα του. Πρασινίζει. Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του.
+
+Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. Κατάλαβε ότι πέθαινε. Θέλησε τότε
+να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς να πάη ως εκεί; Στην
+αδυναμία που βρίσκεται, η θάλασσα θα τον σκότωνε. Κι' άλλωστε κι' αν
+έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη, πώς θα γλύτωνε από τους εχθρούς του;
+Θρηνεί. Το φαρμάκι τον βασανίζει, ω αγωνία! — και περιμένει το
+θάνατο.
+
+Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του, γιατί κι' οι δύο
+αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη, θέλησε να μη μείνη κανείς μέσ' το
+δωμάτιο, εκτός από τον Καερδέν, και μάλιστα ούτε στα γειτονικά
+δωμάτια να μη μείνη κανείς. Η Ιζόλδη, η γυναίκα του, θαύμαζε μέσα
+της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα. Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε
+τ' αυτί της στον τοίχο. Ακούει. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει
+απ' όξω, γι' ασφάλεια.
+
+Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του, σηκώνεται, στηρίζεται
+στον τοίχο. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε μαζύ τρυφερά.
+Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα, που τόσο γρήγωρα πήρε τέλος, τη
+μεγάλη φιλία τους, και της αγάπες τους. Κι' ο ένας θρηνεί για τον
+άλλο.
+
+«Ωραίε γλυκέ φίλε, λέει ο Τριστάνος, είμαι σε ξένον τόπο όπου δεν
+έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα, εκτός από σε. Μόνον συ μούδωσες
+χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Πεθαίνω. Θα ήθελα να ξαναϊδώ την
+Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς, με τι τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι
+μου; Α! αν είχα έναν απεσταλμένο, που νάθελε να πάη κει πέρα, αμέσως
+θαρχότανε η Ιζόλδη, τόσο πολύ μαγαπάει. Καερδέν, ωραίε σύντροφε, στη
+φιλία μας, στην ευγένεια της καρδίας σου, στη συμμαχία μας, σε
+παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα, κι' αν της πας το
+μήνυμά μου, σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ απ' όλους
+τους ανθρώπους».
+
+Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη, ν' απελπίζεται, να θρηνή.
+Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα, κι' απαντά γλυκά, με αγάπη:
+
+«Μην κλαις άλλο, ωραίε σύντροφε, θα κάνω το θέλημά σου. Φίλε, για
+την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. Καμμιά συφορά, καμμιά
+αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό,τι μπορώ. Πέστε ό,τι θέλετε να
+μηνύσω στη Βασίλισσα, κι' ετοιμάζομαι!»
+
+Ο Τριστάνος απάντησε:
+
+«Φίλε, ευχαριστώ. Λοιπόν, άκουσε την παράκλησί μου. Πάρε αυτό το
+δαχτυλίδι. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης. Όταν θα φθάσης
+στον τόπο της, κατάφερε να περάσης μέσα στην Αυλή, ως έμπορος.
+Παρουσίασε της μεταξωτά, κάνε ώστε να ιδή το δαχτυλίδι. Αμέσως
+εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά. Τότε πες της ότι η
+καρδιά μου τη χαιρετά. Ότι μονάχα αυτή μπορεί να μου κάνη καλό. Πες
+της ότι, αν δεν έρθη πεθαίνω. Πες της να θυμηθή της περασμένες μας
+χαρές, της μεγάλες λύπες, τους μεγάλους πόνους, και της χαρές, και
+της πίκρες της άδολης και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο
+κρασί που μαζύ ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα
+ότι μόνον αυτή θ' αγαπώ. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!»
+
+Πίσω από τον τοίχο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά τα λόγια.
+Σχεδόν ελιποθύμησε.
+
+«Κάνε γρήγωρα, σύντροφε, και γύρισε αμέσως εδώ. Αν αργήσης, δε θα με
+ξαναϊδής πεια. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες, και φέρε μου την Ιζόλδη
+την Ξανθή. Κρύψε την αναχώρησί σου από την αδερφή σου, ή πέσε ότι
+πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Θα πάρης το ωραίο μου καράβι. Πάρε
+μαζύ σου δυο πανιά, το ένα μαύρο το άλλο άσπρο. Αν φέρνης τη
+Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο πανί, κι' αν δεν την φέρνης βάλε το
+μαύρο, ν' αρμενίσης μ' αυτό. Φίλε, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ.
+Ο Θεός να σε οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!»
+
+Αναστενάζει, κλαίει και θρηνεί, κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν, φιλεί
+τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά.
+
+Με τον πρώτο άνεμο, έβαλε μπρος. Οι ναύτες σηκώσανε της άγκυρες,
+τέντωσαν το πανί, κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο αεράκι. Η πλώρη
+έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. Είχαν πάρει μαζύ πλούσια υφάσματα,
+μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς, σερβίτσια από το Τουρ, κρασιά του
+Ποατού, πουλιά σπάνια της Ισπανίας, και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε
+ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη Βασίλισσα. Οχτώ μέρες, οχτώ νύχτες,
+έσκισαν τα κύματα, και με φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την
+Κορνουάλλη.
+
+Οργή γυναίκας, τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται. Όπου μια
+γυναίκα αγαπάει πειο πολύ, κει θα εκδικηθή πειο σκληρά. Γρήγωρα
+έρχεται η αγάπη στης γυναίκες, γρήγωρα και το μίσος. Κ' η έχθρα
+τους, άμα έρθη μια φορά, βαστάει πειο πολύ, παρά η αγάπη. Ξέρουνε η
+γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα, μα όχι το μίσος. Όρθια πίσω από
+τον τοίχο, όλα τα άκουσεν η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Κράτησε καλά
+στο μυαλό της τα λόγια του Τριστάνου. Αν μπορέση μια μέρα, πώς θα
+εκδικηθή κείνον που περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο!
+Μολαταύτα δεν έδειξε τίποτα, και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο
+δωμάτιο του Τριστάνου, και κρύβοντας την οργή της, εξακολούθησε να
+τον υπηρετή και να τον περιποιέται, καθώς πρέπει σε μια που αγαπάει.
+Του μιλούσε γλυκά, τον φιλούσε στα χείλη, και τον ρωτούσε αν θα
+γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον εγιάτρεβε. Μα πάντα
+ζητούσε να βρη την εκδίκησι.
+
+Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο λιμάνι του
+Τινταγκέλ. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα, ένα ωραίο
+μετάλλινο ποτήρι, κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι, και τα χάρισε στο
+Βασιληά Μάρκο, παρακαλώντας τον με ευγένεια να του παραχωρήση την
+προστασία του και την ειρήνη του, για να μπορέση να εμπορευθή στον
+τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε από αυλικό ούτε από υποκόμη. Κι' ο
+Βασιληάς του το παραχώρησε μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του
+παλατιού του.
+
+Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη δουλεμένη με
+φίνο χρυσάφι.
+
+«Βασίλισσα, είπε, το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το δαχτυλίδι
+του Τριστάνου, τώβαλε δίπλα. «Κυττάχτε, Βασίλισσα: το χρυσάφι αυτής
+της πόρπης είναι πολυτιμότερο, κι' όμως κι' αυτού του δαχτυλιδιού το
+χρυσάφι την έχει την αξία του...»
+
+Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα,
+τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της, — φόβος την έκοψε
+τι θάκουγε. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν, κοντά σ' ένα παράθυρο, για
+να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το δαχτυλίδι.
+
+Ο Καερδέν της είπεν απλά:
+
+«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό σπαθί, και
+πεθαίνει. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του κάνετε καλό.
+
+Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που
+υποφέρατε μαζύ. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. Σας το δίνει».
+
+Μισολιποθυμισμένη, απάντησε η Ιζόλδη:
+
+«Φίλε, θα σας ακολουθήσω. Αύριο, το πρωί, έχετε έτοιμο το καράβι σας
+γι' αναχώρησι!»
+
+Την άλλη μέρα το πρωί, η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να κυνηγήση με τα
+γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της. Αλλά ο Δούκας Αντρέ την
+παραμόνευε, και την συνώδευσε. Όταν βγήκαν στα χωράφια, όχι μακρυά
+από την παραλία, ένας φασιανός πέταξε ψηλά. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα
+γεράκι για να τον πιάση, αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το
+γεράκι πήρε φόρα και χάθηκε.
+
+«Κυττάχτε, Άρχοντα Αντρέ, είπεν η Βασίλισσα, το γεράκι κούρνιασε κει
+κάτω, στο λιμάνι, στο κατάρτι ενός άγνωστου καραβιού. Τίνος είναι;
+
+ — Κυρία, είπεν ο Ανρέ, είναι το καράβι του εμπόρου της Βρεττάνης
+που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Πάμε να πιάσουμε το γεράκι μας».
+
+Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα, σαν γεφυράκι, από το καράβι του στη
+στεριά. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα.
+
+«Βασίλισσα, αν θέλατε, να μπαίνατε στο καράβι μου να σας έδειχνα τα
+πλούσια εμπορεύματά μου;
+
+ — Ευχαρίστως, άρχοντα, απάντησεν η Βασίλισσα.
+
+Κατεβαίνει από τ' άλογο, πάει κατ' ευθείαν στη μικρή γέφυρα, την
+περνάει, μπαίνει στο καράβι. Ο Αντρέ θέλει να την ακολουθήση, και
+πατάει στην τάβλα. Αλλά ο Καερδέν, όρθιος στην κουπαστή, τον χτυπάει
+με το κουπί του. Ο Αντρέ κλονίζεται και πέφτει στη θάλασσα. Ο
+Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί και τον βουλιάζει μέσα στα
+κύματα, φωνάζοντας:
+
+«Πέθανε, προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες στον
+Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!»
+
+Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο τους
+είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Ο Γκενελόν, ο
+Γκοντοΐν, ο Ντενοαελέν, κι' ο Αντρέ.
+
+Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο δροσερός
+πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα πανιά. Έξω από
+το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και φωτεινή πέρα, κάτω από
+της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το καράβι.
+
+Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει με πόθο
+τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια, κι' αν ζη
+ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην παραλία να
+κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα έχει το πανί του.
+Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην καρδιά του. Έπειτ' από λίγο
+είπε και τον πήγαν στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον
+ουρανό, κύτταζε μακρυά στη θάλασσα.
+
+Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να κλάψουν όσους
+αγαπούν.
+
+Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε μακρυά, και
+πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος καταιγίδας σηκώνεται.
+Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο
+«προσήνεμο» και με θλιμμένη καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος.
+Τα βαθειά κύμματα αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά,
+μαυρίζει η θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και
+κατάρτια τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται
+στη διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν
+ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην πρύμη
+κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το καράβι και
+την πέρνει μακρυά.
+
+Η Ιζόλδη φωνάζει:
+
+«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά για να
+ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη, μοναχά μια φορά.
+Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε, μια φορά αν σας
+μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις
+εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός, κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη
+μου λύπη. Λίγο με μέλει για το θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον
+δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά.
+Τέτοιος είναι ο έρωτάς μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα,
+ούτ' εγώ δίχως εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με
+τον δικό μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε
+να πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας.
+Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως δε θα
+μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας ολοένα να έρθω.
+Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα
+από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα, θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα
+Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ' απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν
+μάθαινα το θάνατό σας, δε θα ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το
+Θεό, ή να προφθάσω να σε κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο
+θάνατο!».
+
+Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά έπειτα από
+πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο Καερδέν σηκώνει
+το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο Τριστάνος από το
+χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη Βρεττάνη ....
+Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την καταιγίδα, η θάλασσα
+γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα
+πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι'
+αριστερά, μπρος και πίσω. Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η
+φουρτούνα είχεν αρπάξει τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την
+τρίτη νύχτα, η Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το
+κεφάλι μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ'
+έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό.
+
+Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να μένη στην
+ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος στο παλάτι έκλαιγε
+για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί,
+αναστενάζει. Λίγο θέλει για να πεθάνη από τον καϋμό του.
+
+Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε η Ιζόλδη
+με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε.
+
+Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει:
+
+«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. Σιγά-σιγά
+προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να σου φέρη τη
+γιατρειά σου»
+
+Αναταράζεται ο Τριστάνος.
+
+«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;! Λοιπόν, πέστε
+μου τι πανί έχει.
+
+ — Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ ψηλά, γιατί ο
+άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι κατάμαυρο».
+
+Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε:
+
+«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές: «Ιζόλδη,
+φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή.
+
+Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του
+Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ' έναν
+πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο.
+
+Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε δυνατά τα
+πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη η Ξανθή βγήκε
+όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. Άκουσε να χτυπούν η
+καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα μοναστήρια.
+
+Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι θρήνοι.
+
+Ένας γέρος της λέει:
+
+«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος, ο
+τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και βοηθούσε όσους
+υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν τον τόπο, άλλοτε.
+
+Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. Ανεβαίνει πατά
+το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο μπούστος της έχει ξελυθή.
+Οι Βρεττανοί την κυττάζουν θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο
+ώμορφη γυναίκα. Ποία είναι; Πούθ' έρχεται;
+
+Κοντά στον Τριστάνο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, τρελλή από το κακό
+που η ίδια είχε κάνει, χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές απάνω από το
+πτώμα. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε:
+
+«Σηκωθήτε, κυρία, κι' αφήστε με να πλησιάσω. Έχω πειο πολλά
+δικαιώματα να τον κλάψω, πιστεύτε με. Πειο πολύ τον αγάπησα».
+
+Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. Έπειτα ξεσκέπασε λίγο
+το σώμα, ξαπλώθη κοντά του, δίπλα στο φίλο της, του φίλησε το στόμα
+και το πρόσωπο, και τον αγκάλιασε σφιχτά. Κορμί με κορμί, στόμα με
+στόμα, παραδίνει έτσι την ψυχή της, και πεθαίνει κοντά του για τον
+πόνο του φίλου της.
+
+Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, πέρασε τη
+θάλασσα, και σαν ήρθε στη Βρεττάνη, είπε κ' έφτιασαν και στόλισαν
+δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη, το άλλο με βύριλλο για
+τον Τριστάνο. Πήρε στο καράβι του για τη Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους
+σώματα. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι, δεξιά και αριστερά από το ιερό, τους
+έθαψε σε δυο μνήματα. Αλλά τη νύχτα, από το μνήμα του Τριστάνου
+ξεφύτρωσε ένας πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά, με άνθη
+αρωματικά. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον τάφο
+της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. Την άλλη μέρα
+ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος, ανθισμένος, και ζωηρός και βυθίζεται
+στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. Τρεις φορές θέλησαν να τον κόψουν.
+Άδικα. Έπειτα το είπαν του Βασιληά Μάρκου, κ' εκείνος διάταξε να μη
+ξανακόψουν πεια το θάμνο.
+
+Άρχοντες, οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού, ο Βερούλ, κι' ο
+Θωμάς, κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ, κι' ο κύριος Γκόττφριδ, αφηγήθηκαν
+αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν, όχι για τους άλλους. Σας
+στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. Χαιρετούν τους σκεφτικούς και
+τους ευτυχισμένους, κείνους πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν
+πόθο στην καρδιά, τους χαρούμενους και τους λυπημένους, όλους τους
+εραστές. Εύχονται να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια, για την
+αδικία, για το πείσμα, για τον πόνο, για όλες της πίκρες της αγάπης!
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ Δρ.
+Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 8. —
+Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 4. —
+Βουτυρά Α., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα . . . 4. —
+Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια ............. 6. —
+ » » Αι Γυναίκες ........... 3.50
+Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου 7.50
+Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε. Χρυσάφη 4.50
+Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου ....... 6. —
+Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα .......... 6. —
+Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη .... 5.50
+Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια ........ 2. —
+Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της ζωής 5. —
+Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ. Βουτιερίδου . . 3.50
+Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα, μετάφρασις
+Αιμιλίας Καραβία ............... 5. —
+Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου .... 7. —
+Moréas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές .... 5. —
+Μπεντιέ Ιωσ., Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της
+Ιζόλδης, μετάφρ. Ν. Α. Βεντήρη ......... 7. —
+Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης Δενδρινού 3.50
+Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ. Γερ.Σπαταλά4. —
+Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ. Φιλήντα 5. —
+Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο .... 3.50
+ » Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει) μυθισ. . 7. —
+Πουτσίνι Π, Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ. Κόκκαλη 2. —
+Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλρι, μετάφρασις Ι. Ε. Χρυσάφη 3.50
+Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ. Σχινά 5. —
+Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα, πρόλογος και μετά-
+φρασις Γ. Καλοσγούρου............. 1.50
+ » Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά ..... 18. —
+Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ. Τρικογλίδη 3.50
+Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I. Βεργωτή 4. —
+Τσέχωφ Α., Νύκτα στο νεκροταφείο. Διηγήματα, μετά-
+φρασις Αγ. Κωνσταντινίδου........... 4.50
+Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α. Πρωτοπάτση 5. —
+Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα ...... 5. —
+Χρηστομάνου, Το βιβλίον της Αυτοκράτ. Ελισάβετ . . . 7.50
+Ψυχάρη Γ., Ζωή κι' αγάπη στη μοναξιά......... 10. —
+ » Σα λάμπει ο ήλιος ............ 4. —
+ » Απολογία................ 6. —
+ » Δύο Αδέρφια.............. 10. —
+ » Το ταξίδι μου.............. 6. —
+ » Στον ίσκιο του πλατάνου ......... 5. —
+ » Πολλά πράματα............. 4. —
+ » Τρία λόγια................ 6. —
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT ***
+
+***** This file should be named 35320-0.txt or 35320-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/5/3/2/35320/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20110218-35320-0.zip b/old/20110218-35320-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..42af278
--- /dev/null
+++ b/old/20110218-35320-0.zip
Binary files differ