diff options
Diffstat (limited to '35320-h')
| -rw-r--r-- | 35320-h/35320-h.htm | 6222 | ||||
| -rw-r--r-- | 35320-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 81741 bytes |
2 files changed, 6222 insertions, 0 deletions
diff --git a/35320-h/35320-h.htm b/35320-h/35320-h.htm new file mode 100644 index 0000000..e2b79d1 --- /dev/null +++ b/35320-h/35320-h.htm @@ -0,0 +1,6222 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Joseph Bedier, Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης, Νικόλαος Βεντήρης" /> + +<title>Τριστάνος και Ιζόλδη</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +.mynote{ + text-align: justify; + font-size: small; +} +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Le roman de Tristan et Iseut + +Author: Joseph Bédier + +Translator: Nikolaos Ventiris + +Release Date: April 28, 2012 [EBook #35320] +First Posted: February 18, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + +</pre> + + +<p class="mynote">Note: The tonic system has been changed from +polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. Single quotation marks are left as in the +edition.// +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην +έκδοση. </p> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src +="images/cover.jpg" width="443" height="650" +alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ</h3> +<h5 style="text-align: center;">(JOSEPH BÉDIER)</h5> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΟ +ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ<br /><br /> +ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ</h2> +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ +ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ</h4> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν +Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η </h4> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 12em">ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ +ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„<br />ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />1922</h4> + +<p style="margin-top: 7em">Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν +χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1 +έως 100. </p> + +<p> +Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21 </p> + +<p> +<br /> +Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο +πρόσφατο από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του +Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή +πρόζα, είναι, αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο +άξιος συνεχιστής των παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να +χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό +όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης ήπιαν, στους παληούς +καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να ξαναπή τη θαυμασία +τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, τους πόνους +τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη του +Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των +Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την +δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής +σπουδής, την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε +από την ομίχλη, και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως +διόλου καινούργιες. Την ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ' +αυτές χωρίς να σκέπτεται να της αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς +να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι που την έθελγε στης +συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε φθάσει μέχρι +των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου, ο κ. +Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους +αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι. +Η ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα +κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για +τον οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον +χρειαζότανε νάναι ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου, +όσων γνωρίζουμε στην ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης +εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά και του Λασέβρ εχάθησαν +ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις χιλιάδες στίχοι +περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, ανωνύμου, +χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: Τρεις +απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι +κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει +ένα ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί +πολυτιμότατοι κάποτε· μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το +αχώνευτο εις πεζόν μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως +αυξημένο από τους διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια +λείψανα των χαμένων ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός +στο σωρό όλων αυτών των ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από +τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; Ένα από τα δύο: να προσκολληθή +στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος δρόμος παρουσίαζε το +πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης ξένες +μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και +ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο +αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό +βαρβαρικό στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα +έργα της ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ +προτίμησε τη δεύτερη λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό +ακριβώς πειο ελκυστική για την τέχνη του και τη μόρφωσί του, +και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως προς το σκοπό που είχε τάξει: +ν' αναστήση για τους ανθρώπους των ημερών μας το θρύλο του +Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που επήρε, εκείνη +τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. Άρχισε +λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του +Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το +κέντρο της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά +στο πνεύμα του αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή +τρόπο του τού αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι, +μέχρι ως την παιδική κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την +ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο +κεφάλι και μέλη, όχι με μια μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα +είδος οργανικής αναδημιουργίας, έτσι καθώς μας την +παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, συμπληρώνονται +εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της αρχικής +φόρμας τους. </p> + +<p>Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο +καλλίτερα όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και +λιγώτερο ανεπτυγμένος. Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον +Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε +αρκετά ανόμοια, και που η ανομοιότης τους δεν τον +στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά σ' ένα είδος +προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή +ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' +αυτός το ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη +εκλεκτικότητα και καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που +ακολουθεί το κομμάτι του Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι +ενός ποιήματος συγγενεύοντος με του Μπερούλ, από τον Τομάς και +τους μεταφραστές του, από τους υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά +ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα ακόμη, επήρε ό,τι +χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο διατηρημένο κομμάτι +μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, μέσα στης +διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα πήγαινε +με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή +είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης +του — δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα +και το χρώμα που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι +έγραψε ολόκληρο το ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο +όμοιους με τους στίχους του Μπερούλ, για να τους μεταφράση +έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση επιμέλεια το είχε κάμει +για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους στίχους. Αν ο παληός +ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το έργο του, θα +έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο και +επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα +λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο +αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει +παλαιά. </p> + +<p>Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του +δωδεκάτου αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου +ενάτου. Έτσι έπρεπε να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την +ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό +κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος εκυρίευσεν έκτοτε όλες της +φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε από τότε ανάγονται +στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού, αναγκαστικά, βλέπουμε +τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη με μακρυά ρόμπα +στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό και +ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους +ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε +ο μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει +κανείς σε πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο +Μπερούλ προ πάντων, που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της +πρωτογενούς βαρβαρότητος, άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος +ο Τομάς, πειο προσεκτικός τηρητής των κανόνων της ευγενείας, +μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει παράξενες απόψεις ως προς τον +αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και του περιβάλλοντος όπου +κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες συνήθως ενδείξεις +των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι θα ήταν +στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από +τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του +ημίθεος μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα +εφευρέτης όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και +αγριογούρουνα, ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και +άλτης ασύγκριτος, θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους +να δίνη παλμούς στην άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το +κελάδημα όλων των πουλιών, και μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά +ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων, προστάτης των πιστών +του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή σχεδόν +υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και +φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά +στον Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον +έρωτα. Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο +του Τριστάνου και της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους +ενώνει, και τι είναι εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης +διάφορες μορφές του, ένα ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα +υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του συμβολισμού της αθέλητης, +ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το ποτό, που η ενέργεια του +— σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα βαστάει σ' όλη τη ζωή, +και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η ιδέα αυτή που +δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και +μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης +τέχνες της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να +επιμείνω στα χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και +αισθημάτων, που κάθε στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των +Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο δυνατή και τόσο παράξενη +εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε φυσικά με στοργή. Οι +αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα αισθανθούν πόσο η +ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου αιώνος +αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον όπου +την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την +πλαισιώσουν. </p> + +<p>Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της +Ιζόλδης, και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ' +όλες της δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον +καθιερωμένο ήδη τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε +πραγματικά την επιτυχία στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην +ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε γνωστή στον Ρωμανογερμανικό +κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που +την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που κυκλοφορεί σε όλα της τα +επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες των δυο ηρώων: η +ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο ψηλά απ' +όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις, η +ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών +και τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο +παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν +καθηγιασμένη από τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία +των ανθρωπίνων αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που +παθαίνει η ερωτική ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το +ζεύγος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο +από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα, κυνηγημένο απ' όλες της +καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους, που μάταια δοκιμάζει +να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ' έναν τελευταίο +και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται ακόμη σαν μια +από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν κουράζεται ο +άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την πραγματικότητα, +και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι παρά +εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η +μορφή αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο +γοητευτικές, είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η +ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε +παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό +δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το παρεσκεύασε ο νεώτερος +μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της μουσικής γοητείας, το +ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως παρεπλάνησε πολλές +καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό του νάναι +ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς το +ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή +στη ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας +από το άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο +κατάρτι, χωρίς να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας +που κάνει τους θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες +ευδαιμονίες. </p> + +<p>Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος +διατηρείται στην «ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να +παρουσιάζη για τους συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά +μικρότερος ως προς τους ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη +είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά στης ψυχές όσο +παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για ψυχές πολύ +μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους τουλάχιστον +στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη διατηρούν +όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν +πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη +του Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια +και τα φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους +τρόπο του ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για +τους μοντέρνους αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail, +άκαμπτα, με εκφράσεις αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές. +Αλλά πίσω από την εικόνα αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό +χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε, όπως ο ήλιος πίσω από το +vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό, που την φωτίζει +και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη αστραπές. Ένα +αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της καρδιάς, +αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της +κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του +ανανεωτού του Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες +που διψούν ιστορία και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να +πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό +έργο, είναι το θέλγητρο των λεπτομερειών, η μυστηριώδης και +μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η επιτυχής επινόησις άλλων +πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων και των +αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα +αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής +μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και +λεπτής ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» +για την οποία μιλούσε ο Γκαίτε. </p> + +<p style="text-align: right;">GASTON PARIS</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;"> +Α'. Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ </h4> + +<p> +Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία +αγάπης και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της +Βασίλισσας Ιζόλδης; Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη +αγαπήθηκαν, και πώς πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ +αιτίας εκείνης, αυτή εξ αιτίας εκείνου. </p> + +<p>Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς +Μάρκος. Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο +Βασιληάς του Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του +φέρη βοήθεια. Τον εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή, +σαν υποτελής, — τόσο πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή +την αδελφή του, την ωραία Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν +αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο έρωτα. </p> + +<p>Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την +είχε πάρει του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο +Δούκας Μόργκαν μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια, +τα χωριά, και της πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα +καράβια του και πήρε την Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος, +στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε μπρος στον Πύργο του, στο +Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του Στρατάρχου Ρόχαλτ, — +του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον ονόμαζαν μ' ένα +ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν συνάθροισε +τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο. </p> + +<p>Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του +ήτανε γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν +τον είχε σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε +κλάμματα, ούτε θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα +και αδυνάτισαν. Η ψυχή της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή +από το σώμα. Ο Ρόχαλτ προσπαθούσε να την παρηγορήση. </p> + +<p> — Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα +καινούργιο πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια +μέρα; Ας παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και +να φυλάη τους ζωντανούς!... </p> + +<p>Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε, +θέλοντας να πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε +ένα παιδί, ένα γυιό. Τον αγκάλιασε. </p> + +<p>«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. +Και βλέπω τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. +Θλιμμένη σε γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου +κάνω. Εξ αιτίας σου είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι, +αφού, γεννήθηκες με τη λύπη, τόνομά σου θε είναι Θλιβερός, +Τριστάνος». </p> + +<p>Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε +πέθανε. </p> + +<p>Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν +είχαν κι' όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε +πεια ο Ρόχαλτ να βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε +πη ότι: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να +παραδοθή στην διάκρισι του Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο +του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης +τον παρουσίασε για δικό του, και τον ανάστησε μαζύ με τα +παιδιά του. </p> + +<p>Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον +πάρη από της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' +ένα γνωστικό δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο +Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια του έμαθε όλες της τέχνες, που +πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να χειρίζεται το κοντάρι, το +ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη τους πέτρινους +δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. Τον έμαθε +να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους, να +κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον +έμαθε να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι' +όταν το παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους, +θάλεγε κανείς ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο +δεν ήτανε παρά ένα, κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς +το τόσο ευγενικό και περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και +τη λεπτή μέση, δυνατό, πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον +Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον +Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που ξαναζούσε η χάρι τους και η +νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο σαν παιδί του, ενώ +μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του. </p> + +<p>Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια +μέρα κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο +στο καράβι τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς +αρμένιζαν γι' άγνωστα μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο +πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την +ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η θάλασσα οργίζεται τα άπιστα +καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της αρπαγές ούτε της προδοσίες. +Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το καράβι με σκοτάδια, κι' +οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή εκεί, στην τύχη. Στο +τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη μαύρη καταχνιά μια +ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες της: κομμάτια +θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν. Γνωρίζοντας +ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — που, ώρα +μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και +τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν +οι άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι +των Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν +τη βάρκα του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας. </p> + +<p>Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα +από μια έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος +απέραντο. Θρηνούσε πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον +πατέρα του, και τη γη του Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος +κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή +του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο ελάφι ξεπετάχτηκε. Το +κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν πίσω του με +μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα λαγωνικά +είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και τα +παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί, +στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν +έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του +ελαφιού σαν νάθελε να τον κόψη. </p> + +<p>«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο +ευγενικό ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' +αυτόν τον τόπο; — Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι +κάνω που σας φαίνεται παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον +ελαφιού, έπειτα θα κόψω το σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα +πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό +μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι έκαναν από τα παλαιικά +χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα αν ξέρης καμμιά +πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι, ωραίο +αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως». </p> + +<p>Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε +το τομάρι. Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα +απείραγα. Έπειτα έκοψε τη γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την +καρδιά, και τάλλα εντόσθια. </p> + +<p>Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον +κύτταζαν, γοητευμένοι. </p> + +<p>«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. +Σε ποιον τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά +σου. </p> + +<p> — Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της +συνήθειες της έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά. </p> + +<p> — Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη +τον πατέρα σου που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι +κάποιος βαρώνος πλούσιος και δυνατός; </p> + +<p>Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη +καλλίτερα, απάντησε με πονηρία. </p> + +<p>«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά +από το σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά, +γιατί ήθελα να μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των +γειτονικών τόπων. Αν με θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους +κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω ευχαρίστως, και θα σας μάθω, +ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα συστήματα του κυνηγιού.» +</p> + +<p> — Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη +τόπος όπου οι γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού +δεν τα ξέρουν ούτε τα παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας, +αφού το θέλεις, και καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε +μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον κύριό μας». </p> + +<p>Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε +στους σκύλους την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους +κυνηγούς πώς πρέπει να γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και +το τάισμα των σκυλιών. Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα +καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού και τάδωσε στους κυνηγούς: +Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά και τα μεγάλα φιλέτα, +σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια, και σ' άλλον τα +πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για να +καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του +κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του. </p> + +<p>Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις +ότου έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε +γύρω, κήποι με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για +ψάρεμα, και χωράφια καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο +λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και +ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε επίθεσι και κάθε πολεμική +προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που τον είχαν χτίσει, +παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους και +καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς. </p> + +<p>Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου. </p> + +<p>«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται. </p> + +<p> — Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ' +ευλογήση σένα και τους άρχοντές σου!» </p> + +<p>Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη +χαρά, είχε πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο +Τριστάνος δεν το ήξευρε. </p> + +<p>Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα +σαλπίσματα των κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης +πόρτες οι βαρώνοι κι' ο ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος. </p> + +<p>Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος +θαύμασε την ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του +ελαφιού, και τα σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων +θαύμαζε το ωραίο, ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να +ξεκολλήσουν από πάνω του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη +τρυφερότης; Ο Βασιληάς ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε +να καταλάβη. </p> + +<p>Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα +του, και η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την +Μπλανσεφλέρ. </p> + +<p>Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός +θαυματοποιός, μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους +συναθροισμένους βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. +Ο Τριστάνος ήτανε καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς +ο θαυματοποιός άρχιζε μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε +ως εξής: </p> + +<p>«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός +του, και γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι +Βρεττανοί για να υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η +φωνή σου είναι ωραία, τραγούδησε το καλά με την άρπα». </p> + +<p>Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε: </p> + +<p>«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; +Αν οι έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να +παίζουν την άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και +δείξε την τέχνη σου. </p> + +<p>Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι +βαρώνοι συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος +θαύμαζε τον αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, +όπου άλλοτε ο Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ. </p> + +<p>Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα +αμίλητος. </p> + +<p>«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε +δίδαξε, ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους +καλούς τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν +μέσ' την καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους +αναμνήσεις, και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες +και ατυχίες. Για χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε +πολύν καιρό κοντά μου, φίλε! </p> + +<p> — Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως +αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». </p> + +<p>Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία +τρυφερότης μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο +Τριστάνος ακολουθούσε τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και +τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους +πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο Βασιληάς ήτανε λυπημένος, +έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι του. Οι βαρώνοι τον +αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το ιδούμε +παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα ακόμη +από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο +Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε +μπορούσε να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ +και το δάσκαλό του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το +Λοοννουά. </p> + +<p>Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας +ευχαριστήση, να λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας +είναι τόσο ωραίο και έχει τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω +φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και +θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο +Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην Κορνουάλη, ξαναύρε τον +Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το ρουμπίνι, που +άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του είπε: +</p> + +<p>«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, +ανεψιός σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου +Μπλανσεφλέρ. Ο Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το +άδικο. Είναι καιρός να γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο». </p> + +<p>Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα +άρματα του ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της +Κουρνουάλης, πώς ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του +πατέρα του, πώς προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον +εσκότωσε και ανέκτησε την πατρίδα του. </p> + +<p>Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να +ζήση ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά +του τού έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους +κόμητες και τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι: </p> + +<p>«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και +εκδικήθηκα για τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και +την δική σας. Όμως δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς +Μάρκος της Κορνουάλης υπεστήριξαν τ' ορφανό και το +περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους ονομάζω πατέρες. Δεν +έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα μου τα δικαιώματά +του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο πράγματα έχει +ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα του. Στον +Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης και +ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά +Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου +είναι πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον +Βασιληά Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά +σεις, σαν πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου +οφείλετε την συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου +συμβουλέψη άλλη, απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!». +</p> + +<p>Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και +ο Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε +για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Β'. Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ </h4> + +<p> +Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι +είχαν μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε +μεγάλο στόλο για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος +εξακολουθούσε ν' αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε +χρόνια, να πληρώση ένα φόρο που έδιναν τον παληό καιρό οι +πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι σύμφωνα με παληές συνθήκες, +οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την Κορνουάλην τον πρώτο +χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο τρακόσες λίτρες +καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. Αλλά, κάθε +τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες της +Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε +χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο +Τινταγκέλ, για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη, +τον Μόρχολτ που είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και +βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε +μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος με σφραγισμένα γράμματα είχε +συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους βαρώνους του τόπου του, +για να πάρη τη συμβουλή τους. </p> + +<p>Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην +θολωτή σάλα του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο +θρόνο του, ο Μόρχολτ μίλησε έτσι: </p> + +<p>«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του +Βασιληά της Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να +πληρώσης επί τέλους τον φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον +καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή, παραγγέλνει να μου παραδώσης +σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα κορίτσια δέκα πέντε χρονών, +που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' όλες της οικογένειες της +Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο στο λιμάνι του +Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. Μολαταύτα — +και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει, Βασιληά +Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με +μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την +πρόκλησί του. Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει +να πολεμήση, για να μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;» </p> + +<p>Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν +τα κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του +Μόρχολτ της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες +ρωμαλέους άντρες. Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το +σπαθί, μεγεμένο, έκοψε τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; — +τόσα χρόνια τώρα που ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το +γίγαντα στους υποτελείς τόπους για να πηγαίνη τα μηνύματά του; +Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο άλλος συλλογιζότανε: +«Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα κορίτσια, για να +γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας έσωζε τάχα;», +Κι' όλοι σιωπούσαν. </p> + +<p>Ο Μόρχολτ είπε πάλι: </p> + +<p>«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την +πρόκλησί μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα +πάμε με βάρκες στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του +Τινταγκέλ. Εκεί, ο ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε +ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε τον αγώνα αυτό θα φωτίση +όλη τη γενιά του». </p> + +<p>Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι +κλεισμένο στο κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί +μέσα όλα σωπαίνουν. </p> + +<p>Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά. </p> + +<p>«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η +απόφασις σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον +κλήρο και θα τα πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος +κατοικείται μοναχά από σκλάβους». </p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά +Μάρκου, και είπε: </p> + +<p>«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ +θα πολεμήσω». </p> + +<p>Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν +τόσο νεαρός ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του; +Αλλά ο Τριστάνος έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και +κείνος την εδέχτη. </p> + +<p>Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό +βυσσινί πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του +για τη μεγάλη περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την +περικεφαλαία από μελανό ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη +για τον αντρείο, και ντροπή για τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε, +έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν +τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο πένθος στη χώρα». Η +καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι άνθρωποι του +λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και ευχές, +συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί +στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε. </p> + +<p>Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά +το νησί του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι +του ένα πανί από πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί. +Έδενε τη βάρκα στην παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' +αυτός στη στεριά έσπρωξε με το πόδι τη δική του κατά τη +θάλασσα, μέσα. </p> + +<p>«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν +κράτησες την βάρκα σου, όπως εγώ; </p> + +<p> — Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας +από τους δυο μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει +μια βάρκα;». </p> + +<p>Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια, +ετράβηξαν μέσα στο νησί. </p> + +<p>Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι +ο θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. +Τότε, δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια +τους, ενώ οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος +στης σκηνές τους, γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος, +το πορφυρό ιστίο: Ήταν η βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το +νησί. Ξεφωνητά απελπισίας αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» +Αλλά καθώς μεγάλωνε, πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά +την εσήκωσε στην κορυφή του ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που +στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο σπαθιά κρατούσε στα χέρια. +Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες πέταξαν να τον +συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του κολυμπώντας. +Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες +γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους +συντρόφους του Μόρχολτ: </p> + +<p>«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το +σπαθί μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας +έμεινε βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το +κομμάτι το ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!». </p> + +<p>Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα +ελευθερωμένα παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές +κινώντας πράσινα κλαδιά, κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η +γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο και τον ενθουσιασμό των +ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων και των κεράτων, — +τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του Θεού δε θα +μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο +ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. +Και το αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι. </p> + +<p>Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν +στην Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο +Μόρχολτ χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους +του που τον χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την +Βασίλισσα, και την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά, +που η καλλονή της άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον +υποδέχοντο, κι' αν είχε πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί +ήξεραν τα βάλσαμα και τα γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους +ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα πεια τι μπορούσαν να +χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα τα μαγεμένα +στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός, +ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού +σπαθιού έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το +έβγαλε και τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν +αγιοθήκη. Και σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και +κόρη, ξανάλεγαν ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού +και ρίχνανε την ίδια κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά +της μία μία γυναίκα έπαιρνε το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα, +η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το όνομα του Τριστάνου του +Λοοννουά. </p> + +<p>Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα +έτρεχε από της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε +βυθίσει στη σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα +φάρμακά τους και τη θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν +καλά, τον άφησαν στη φύλαξι του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα +έβγαινε από της πληγές του, ώστε και οι πειο αγαπημένοι του +φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός από τον Βασιληά Μάρκο, +τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που μόνοι μπορούσαν +κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους υπερνικούσε τη +φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν σε μια +καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα +κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε +λοιπόν, Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας; +Όχι, το γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη +δική μου. Αλλά τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω. +Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η +καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω ν' αρμενίσω στην άγνωστη +θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα μακρυά, μακρυά, +καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που ίσως θα βρω +τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω ακόμη, +ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». </p> + +<p>Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος +τούκανε το θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και +δίχως κουπιά. Και ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα +κοντά του την άρπα του. Τι να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια +του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν; Τι να τα κάνη τα κουπιά; +Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν +από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα κάποιου παληού τους +συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με τρεμουλιαστά χέρια, +έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε κατάκοιτος μέσα ο +αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και τον τράβηξε. +</p> + +<p>Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. +Κάποτε, ο Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την +άρπα. Επί τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε +κοντά σε μια παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες +είχαν αφήσει το λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά, +και τράβαγαν με τα κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά +μελωδία, ζωηρή και δυνατή, που κυλούσε απάνου στα κύματα. +Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα απάνου από τα κύματα, +άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής παρατήρησαν την +περιπλανημένη βάρκα. </p> + +<p>«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το +καράβι του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της +Τύχης απάνω σε μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα +κουπιά και τράβηξαν γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που +πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε φαινότανε να ζη μέσα εκτός από +τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν, η μελωδία αδυνάτιζε, στο +τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια του Τριστάνου +είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν ακόμη. Τον +επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον +πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να +τον γιατρέψη. </p> + +<p>Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν +νεκρός ο Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. +Μόνη αυτή, γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον +Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το +θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος, ζωογονημένος από τα γιατρικά +της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις του, κατάλαβε ότι τα +κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο κινδύνους. Αλλά +τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή του, μπόρεσε +γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε +τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την +Ισπανία όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί +είχαν προσβάλει το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή +τη βάρκα. Τον πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ +δεν ανεγνώρισε τον ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο +άσχημα το φαρμάκι είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. +Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά +μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου γιατρέψει, κι' άρχιζε στα +ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη και η δύναμη, κατάλαβε +ότι έπρεπε να φύγη. </p> + +<p>Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα +παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Γ'. Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ </h4> + +<p> +Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι +πειο άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον +Τριστάνο για την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του +είχε ο Βασιληάς. Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: +Αντρέ, Γκενελόν, Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ +ήταν όπως και ο Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. +Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' +αφήση την χώρα του στον Τριστάνο, ο φθόνος τους άναψε και με +ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους Άρχοντες της +Κορνουάλλης. </p> + +<p>«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε, +άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε +αυτά τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο +ανδραγάθημα. Αλλά με ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν +πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος μέσα στη θάλασσα; Ποιος +από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη μια βάρκα χωρίς +πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά, καθώς λένε. +Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για της +πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν +νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του +που κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά +Μάρκου. Πώς μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και +τα θέλγητρα της μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα +εδάφη σας θα εξαρτώνται από ένα μάγο!» </p> + +<p>Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι +δεν ξέρουν ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και +η καρδιά να τα κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της +τόλμης. Γι' αυτό οι βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη +γυναίκα μια βασιλοπούλα, που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. +Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε στους πύργους των, να του στήσουν +πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε και έκανε όρκους ότι όσο +ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ, καμμιά βασιλοπούλα δε θα +γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος, που πολύ τον +ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με υστεροβουλία, +τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των +βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον +πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία +στους βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του. +</p> + +<p>Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε +νάλθουν, και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν +κάποια βασιλοπούλα πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα +μονάχα να υποκριθώ, πως τη θέλω για γυναίκα;» </p> + +<p>Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη +θάλασσα, δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα +και εμαλώνανε. </p> + +<p>Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα. </p> + +<p>Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα, +πειο λεπτή από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του +ήλιου. </p> + +<p>Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους +βαρώνους και τους είπε: </p> + +<p>«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον +όμως αν θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα. </p> + +<p> — Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες +λοιπόν; </p> + +<p> — Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η +χρυσή τρίχα, και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη. </p> + +<p> — Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή +τρίχα; </p> + +<p> — Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά +μαλλιά. Δυο χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον +τόπο». </p> + +<p>Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον +Τριστάνο με πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε +συμβουλέψει την πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη +χρυσή τρίχα, θυμήθηκε την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και +μίλησε έτσι: </p> + + +<p>«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η +υποψίες των αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια +ετοίμασες αυτό το τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα +χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι +θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω από τον τόπο της παρά από το +νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και πάλι θέλω, ωραίε θείε, +να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή μου στο ρεφούδο. +Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή και τίμια +αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την +επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη +Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά». </p> + +<p>Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί, +μέλι, και άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον +Γκορνεβάλη, εκατό ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους +μέσα στους πειο αντρείους, και τους έβαλε και φόρεσαν +κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά πρόστυχα πανιά, ώστε να +μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη γέφυρα του καραβιού +έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα, βελούδο, και +πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά ισχυρού +και μεγάλου. </p> + +<p>Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος: </p> + +<p>«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη; </p> + +<p> — Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το +λιμάνι του Βάιζεφορ». </p> + +<p>Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα +από τον φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα +πλοία της Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους +κρεμούσε σε δίκρανα; Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε +στον επικίνδυνο τόπο. </p> + +<p>Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ +ότι οι σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν +έλθει για ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί +εμπόροι όλη την ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο +ζατρίκι, και στο τάβλι, και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους +κύβους παρά να μετράνε το σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους +ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς να κάνη. </p> + +<p>Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο +τρομερή που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. +Ποτέ δεν είχεν ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο, +φρικαλέο και καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο +λιμάνι: </p> + +<p>«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα; +Μη μου το κρύβετε. </p> + +<p> — Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε. +Βγαίνει από το πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που +υπάρχει στον κόσμο. Κάθε μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και +στέκεται σε μια από της πύλες της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί +να μπη, κανείς να βγη, αν δε δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια +τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα νύχια του την καταπίνει σε +λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς για να πη τον πάτερ +ημών. </p> + +<p> — Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά +πέστε μου αν θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να +πολεμήση το θεριό και να το σκοτώση. </p> + +<p> — Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το +βέβαιο είναι, ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι +τώρα. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο +κήρυκα ότι θα δώση την κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον +σκοτώση το τέρας, Αλλά το τέρας τους έφαγε όλους». </p> + +<p>Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. +Οπλίζεται μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό +το καράβι των εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και +τόσο υπερήφανος καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί +μόλις είχε χαράξει, κ' έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να +καλπάζη κατά το μέρος που τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε +άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα +χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν κατά την πόλι. Ο Τριστάνος +έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα ορθωμένα κόκκινα +μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια του αλόγου +του, και τον εσταμάτησε. </p> + +<p> — Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. +Από ποιο δρόμο έρχεται ο δράκοντας;» </p> + +<p>Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε. +</p> + +<p>Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια +κόκκινα σαν κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά +μακρυά και τριχωτά, νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα +του ήταν λεπιδωτό. </p> + +<p>Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι, +ώστε κείνο, με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο, ώρμησε +μολαταύτα κατά του τέρατος. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει +απάνου στα χοντρά λέπια και γίνεται κομμάτια. Τότε ο +αντρειωμένος τραβάει το σπαθί του, το σηκώνει, και το +κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα, χωρίς όμως ούτε το τομάρι +να σκίση. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα χτυπήματα. Ρίχνει +να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. Με το στήθος ξέσκεπο ο +Τριστάνος, σημαδεύει πάλι με το σπαθί, και χτυπάει το θεριό +στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. Άδικα. Δεν +μπορεί να το πληγώση. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια +ένα διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου +μαυρίζει σαν σβυμένο κάρβουνο, τ' άλογο του κυλιέται χάμου και +ψοφάει. Αλλά ο Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το +γερό ξίφος του μέσα στο στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει +πέρα για πέρα και του κόβει την καρδιά στα δύο. Ο δράκοντας +βγάζει, μια τελευταία φορά, το φρικτό μουγκρητό του και +ψοφάει. </p> + +<p>Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα +του. Έπειτα, ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό, τράβηξε, για να +πιή, σ' ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο +πάρα πέρα. Αλλά το διαλυμένο δηλητήριο που βγήκε από την +γλώσσα του τέρατος άναψε απάνου στο σώμα του, και ο αντρείος +έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά χορτάρια που ήσαν γύρω από τον +βάλτο. </p> + +<p>Λοιπόν μάθετε, ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά +ήταν ο Αγκυγκεράν ο Ρούσσος, αυλάρχης του Βασιλέα της +Ιρλανδίας, κι' ότι γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. Ήτανε δειλός, +αλλά τόση είναι η δύναμις της αγάπης, ώστε κάθε πρωί +παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο. Μολαταύτα σαν άκουγε από +πολύ μακρυά το μουγκρητό του, ο ήρωας έφευγε. Εκείνη την +ημέρα, ακολουθούμενος από τους τέσσερες συντρόφους του, +ετόλμησε να γυρίση πίσω. Ηύρε τον δράκοντα σκοτωμένο, το νεκρό +άλογο, την σπασμένη ασπίδα, και σκέφτηκε ότι ο νικητής θα +πέθανε κι' όλα κάπου. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος, τώφερε +στον Βασιλέα, και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή. +</p> + +<p>Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα +μη θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους +υποτελείς του να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του. +Εκεί εμπρός στο συνέδριο των αρχόντων, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν +θάδινε αποδείξεις της νίκης του. </p> + +<p>Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ' +αυτόν το θρασύδειλο, πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε. +Αλλά την άλλη μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη, πήρε μαζύ της +τον ακόλουθό της, τον ξανθό Περινίς, και την Βραγγίνα, την +νεαρά υπηρέτρια και σύντροφό της, και οι τρεις μαζύ πήγαν +καβάλλα μυστικά κατά την σπηλιά του θερίου, μέχρις ότου η +Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι ίχνη με περίεργο σχήμα. +Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το νεκρό άλογο: δεν +ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας. Βεβαίως, κάποιος +ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. Ζούσε όμως ακόμη; </p> + +<p>Η Ιζόλδη, ο Περινίς, και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο +τέλος, μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το +κράνος του αντρειωμένου. Ανέπνεε ακόμη. Ο Περινίς τον πήρε στο +άλογό του και τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών. +Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη την περιπέτεια στη μητέρα της, και της +εμπιστεύτηκε τον ξένο. Καθώς η Βασίλισσα του έβγαζε την +πανοπλία του, η φαρμακωμένη γλώσσα του δράκοντα έπεσε από την +μπότα. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε τον πληγωμένο με +κάποιο βότανο, και του είπε: </p> + +<p>«Ξένε, γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. Όμως, +ο αυλάρχης μας, ένας άπιστος, ένας τιποτένιος, τούκοψε το +κεφάλι, και ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την +Ξανθή. Θα μπορέσης, σε δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του +με μονομαχία; </p> + +<p> — Βασίλισσα, είπεν ο Τριστάνος, η προθεσμία είναι +μικρή. Αλλά βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε. +Κατάκτησα την Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Ίσως θα την +κατακτήσω παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη». </p> + +<p>Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε +αποτελεσματικά φάρμακα. Την άλλη μέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή του +ετοίμασε μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που +είχε φτιάσει η μητέρα της. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του +πληγωμένου, είδε πόσο ήταν ωραίος, και συλλογίστηκε: </p> + +<p>«Σίγουρα, αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του, ο +ιππότης μου θα πολεμήση καλά και γερά». Αλλά ο Τριστάνος +ζωογονημένος από τη ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα, την +εκύτταζε και σκεπτόμενος ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με +τα χρυσά μαλλιά, άρχισε να χαμογελάη. </p> + +<p>Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. «Γιατί τάχα να +γέλασε αυτός ο ξένος; Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη; +Μην παραμέλησα καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε +να του κάμη; Ναι, ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα +όπλα του που τα μαύρισε το δηλητήριο». </p> + +<p>Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του +Τριστάνου: «Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι, +σκέφτηκε, γερή και σίγουρη. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός, +αλαφρός, άξιος να τον φορή ένας ήρωας». Πήρε το ξίφος από την +λαβή. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι' αυτό, όπως πρέπει σ' έναν +τολμηρό βαρώνο». </p> + +<p>Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι, για να την καθαρίση, τη +ματωμένη λάμα. Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Κυττάζει +το σχήμα του τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε +μέσα στο κεφάλι του Μόρχολτ; Διστάζει, κυττάζει πάλι, και +θέλει να βεβαιωθή. Τρέχει στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο +κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει από το κρανίο του Μόρχολτ. +Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος που ήτανε τσακισμένο: +μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του τσακίσματος. Τόσο +καλά εφαρμόζανε! </p> + +<p>Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας +γύρω από το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί, του φώναξε: +</p> + +<p>«Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ, του +αγαπημένου μου θείου. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά +σου! </p> + +<p>Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Το +σώμα του ήταν ακόμη σαν παράλυτο. Το πνεύμα του όμως έμεινε +ευκίνητο. Μίλησε λοιπόν με τέχνη: </p> + +<p>«Έστω, θα πεθάνω. Μα, για να μην έχης βαρειές τύψεις, +άκουσε. Βασιληά κόρη, μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία, +αλλά και το δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι, έχεις δικαίωμα απάνω +στη ζωή μου αφού δυο φορές μου την έσωσες και μου την +απέδωκες. Μια φορά, άλλοτε: ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής +που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα του το φαρμάκι με το οποίο +ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ. Μην κοκκινίζης, +τρυφερή κόρη, όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές. Δεν της επήρα +μήπως, πολεμώντας τίμια και αντρίκια; Μήπως σκότωσα τον +Μόρχολτ με προδοσία; Δεν με προεκάλεσε; Δεν ώφειλα να +υπερασπίσω το σώμα μου; Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με +περιμάζεψες στο βάλτο. Α! κόρη, για σένα πολέμησα το +δράκοντα... Μα ας αφήσουμε αυτά. Ήθελα μοναχά να σου αποδείξω +ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο θανάτου, έχεις +δικαίωμα στη ζωή μου. Σκότωσέ με λοιπόν, αν σκέπτεσαι ότι θα +σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Χωρίς άλλο, όταν θα +βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη, θα σου είναι γλυκό να +συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη, που είχε βάλει τη ζωή του +στο ρεφούδο για να σε κατακτήση, σε είχε κατακτήσει, και συ +τον εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!» </p> + +<p>Η Ιζόλδη εφώναξε: </p> + +<p>«Αλλόκοτα λόγια ακούω. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να +με κατακτήση; Α! δίχως άλλο, — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να +πάρη στο καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης, έτσι +και συ τώρα με τη σειρά σου, για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να +πάρης σκλάβα σου εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες +αγαπούσε... </p> + +<p> — Όχι, κόρη Βασιληά, είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα +δυο χελιδόνια πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα +από τα χρυσά μαλλιά σου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου +αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. Να γιατί πέρασα τη θάλασσα κι' +ήρθα να σε ζητήσω. Να γιατί αντιμετώπισα το θερίο και το +φαρμάκι του. Κύτταξε αυτή την τρίχα, ραμμένη μέσα στης χρυσές +κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν, αλλά όχι +και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου». </p> + +<p>Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια +τον επενδύτη του Τριστάνου. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα +πολλή. Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη, για σημείο +ειρήνης, και του φόρεσε τα πλούσια ρούχα του. </p> + +<p>Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων, ο Τριστάνος έστειλε +μυστικά στο καράβι του τον Περινίς, τον ακόλουθο της Ιζόλδης, +για να παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή, +στολισμένοι όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά: +γιατί ήλπιζε την ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της +περιπετείας. Ο Γκορνεβάλης και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από +τέσσερες ημέρες που έχασαν τον Τριστάνο. Και πολύ χάρηκαν με +την παραγγελία του. </p> + +<p>Ένας-ένας, στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται +αναρίθμητοι οι βαρώνοι της Ιρλανδίας, μπήκαν και κάθησαν +γραμμή στην ίδια σειρά. Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν +απάνω στα πλούσια πορφυρά ενδύματά τους, τα μεταξωτά και +βελουδένια. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν. «Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι +μεγαλόπρεποι άρχοντες; Τους γνωρίζει κανείς; Κυττάχτε τι +βαρύτιμοι μαντύες, στολισμένοι με γουναρικό και με χρυσάφι. +Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών, στης πόρπες των γουναρικών, πώς +αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια, +τα μπερούλια, και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε +τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση +λαμπρότητα; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες; Και τίνος +είναι;» Αλλά οι εκατό ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν +εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους, οποίος και νάμπαινε. </p> + +<p>Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του +θρόνου του, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν' +αποδείξη με μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι +αυτός εσκότωσε το θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την +Iζόλδη γυναίκα. Τότε η Ιζόλδη υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα +της, και είπε: </p> + +<p>« Βασιληά, υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι +μπορεί ν' αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. Σ' αυτόν +τον άνδρα, έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το +κακό, και ότι η κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν +τιποτένιο, δίνετε υπόσχεσι να του συγχωρήστε όλα τα παληά +σφάλματα του, όσο μεγάλα κι' αν είναι, και να του δώστε την +ειρήνη και την ευχαριστία σας;» </p> + +<p>Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν' +απαντήση. Αλλά οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ, πλήθος: </p> + +<p> — Κάμετέ το, Μεγαλειότατε, κάμετέ το! </p> + +<p>Ό Βασιληάς είπε: </p> + +<p>«Το υπόσχομαι!» </p> + +<p>Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του. </p> + +<p>«Πατέρα, δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της +ειρήνης, ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον +άνθρωπο!» </p> + +<p>Όταν πήρε το φίλημα, πήγε και ηύρε τον Τριστάνο, και τον +ωδήγησεν από το χέρι στη συνάθροισι. Στη θέα του, οι εκατό +ιππότες σηκώθηκαν όλοι μαζύ, τον εχαιρέτισαν με τα χέρια +σταυρωμένα στο στήθος, και οι Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο +αρχηγός τους. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως τότε, και μεγάλη +κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές: </p> + +<p> — Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του +Μόρχολτ! </p> + +<p>Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά, και μανιασμένες φωνές +επανελάμβαναν: </p> + +<p> — Θάνατος! Θάνατος! </p> + +<p> — Βασιληά, φώναξε η Ιζόλδη, φίλησε αυτόν τον άνθρωπο +στο στόμα καθώς το υπεσχέθης. </p> + +<p>Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα, και η βουή εγαλήνεψε. +</p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και +προεκάλεσε τον αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε +να δεχτή, και ωμολόγησε την ψευτιά του. </p> + +<p>Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι: </p> + +<p>«Άρχοντες, ναι, εσκότωσα το Μόρχολτ, αλλά πέρασα τη θάλασσα +για να σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. Για να ξεπλύνω το +άδικο, έβαλα τη ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα +από το θεριό. Και να που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή. +Θα την πάρω λοιπόν στο καράβι μου. Μολαταύτα, για να μη +βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης χώρες της Ιρλανδίας και της +Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη, μάθετε ότι ο Βασιληάς +Μάρκος, ο αγαπητός μου κύριος, θα την πάρη γυναίκα. Κυττάχτε +κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να ορκισθούν στα +λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει ειρήνη και +αγάπη, και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη σαν +αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. Και ότι όλοι οι άντρες της +Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν +βασίλισσά τους!» </p> + +<p>Με μεγάλη χαρά, φέρανε τα λείψανα των Αγίων, και οι εκατό +ιππότες ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια. </p> + +<p>Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον +Τριστάνο αν θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του. Μπρος στους +βαρώνους της Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του, ο Τριστάνος +ωρκίστη. Η Ιζόλδη η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία. +Ώστε ο Τριστάνος αφού την κατέκτησε, την περιφρονούσε! Η ωραία +ιστορία της χρυσής τρίχας δεν ήτανε παρά ένα ψέμμα... Και +λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον... Αλλά ο Βασιληάς έβαλε το +δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι του Τριστάνου. Και ο +Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του Βασιληά +της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του. </p> + +<p>Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου, με την πονηρία και +με τη δύναμι, ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της +Βασίλισσας με τα χρυσά μαλλιά. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Δ'. ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ </h4> + +<p> +Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες +της Κορνουάλης, η μητέρα της εμάζεψε χόρτα, άνθη και ρίζες, τα +ανακάτεψε μέσα σε κρασί, και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. Αφού το +αποτελείωσε με μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι +και είπε κρυφά στη Βραγγίνα. </p> + +<p> — Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά +Μάρκου, και θα την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το +μπουκαλάκι με το κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το +με τέτοιον τρόπο ώστε κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα +χείλι να μη τ' αγγίση. Αλλά όταν τη νύχτα του γάμου έρθη η +στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους, θα χύσης αυτό το +κρασί σ' ένα ποτήρι, και θα το παρουσιάσης στο Βασιληά Μάρκο +και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. Πρόσεξε, κόρη, καλά ώστε +μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό. +Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ, θ' +αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή, +πάντα, στη ζωή και στο θάνατο». </p> + +<p>Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά +της. </p> + +<p>Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την +Ιζόλδη. Αλλά όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη, τόσο +θλιβερώτερα θρηνούσε η τρυφερή κόρη. Καθισμένη κάτω από τη +σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ με τη Βραγγίνα, την υπηρέτρια +της, θυμότανε την πατρίδα της κ' έκλαιγε. </p> + +<p>«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι; Σε ποιον; Τι την +περίμενε;» Όταν την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την +ησυχάση με γλυκά λόγια, εθύμωνε, τον έδιωχνε, και το μίσος +εφούσκωνε την καρδιά της. Είχ' ερθή αυτός ο άρπαγας, ο φονηάς +του Μόρχολτ, και την επήρε με πανουργίες από τη μητέρα της και +την πατρίδα της. Δεν κατεδέχτη να την κρατήση για τον εαυτό +του, παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα κύματα, για τον +εχθρικό του τόπο. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της. Καταραμένη νάναι +η θάλασσα που με βαστάει. Καλλίτερα θα προτιμούσα να πεθάνω +στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!...» </p> + +<p>Μια μέρα, οι άνεμοι έπεσαν, και τα πανιά κρεμόντανε, +χαλαρωμένα, σ' τα κατάρτια. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα +νησί. Βαρυεστημένοι από τη θάλασσα, οι εκατό ιππότες της +Κορνουάλλης και οι ναυτικοί κατέβηκαν στην παραλία. Μοναχά η +Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια είχανε μείνει στο καράβι. Ο +Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και προσπαθούσε να γαληνέψη την +καρδιά της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και διψούσαν, ζητήσανε να +πιούν. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα ποτό, μέχρις ότου +ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η μητέρα της +Ιζόλδης στη Βραγγίνα. </p> + +<p> — Ηύρα κρασί! τους εφώναξε. </p> + +<p>Όχι δεν ήτανε κρασί. Ήτανε το πάθος, η τραχειά χαρά, και η +αγωνία η ατελείωτη, κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι +και τώδωσε στην κυρία της. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές, +κ' έπειτα τώδωσε στον Τριστάνο, ο οποίος το άδειασε. </p> + +<p>Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που +κύτταζαν ο ένας τον άλλο αμίλητοι, σαν ζαλισμένοι και σαν +μαγεμένοι. Είδε μπροστά τους το μπουκαλάκι, σχεδόν άδειο, και +το ποτήρι. Πήρε το μπουκαλάκι, έτρεξε στην πρύμη, το πέταξε +στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας: </p> + +<p>«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα, +καταραμένη η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη, φίλη, +και σεις, Τριστάνε, το θάνατό σας ήπιατε!» </p> + +<p>... Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. Φαινότανε +στον Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και +μεθυστικά άνθη εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του +και με δυνατά δεσμά ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της +Ιζόλδης, και μαζύ όλη τη σκέψι του κι' όλες της επιθυμίες του. +Σκεφτότανε: «Αντρέ, Ντενοαλέν, Γκενελόν, και Γοντοΐν, άπιστοι +που με κατηγορούσατε ότι είχα στο μάτι τη χώρα του Βασιληά +Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος, κ' έχω άλλο πράγμα +παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε, που μ' αγάπησες +ορφανό, προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου +Μπλανσεφλέρ. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα +χέρια με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε +πανιά. .. Γιατί καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το +περιπλανημένο παιδί, που ήρθε να σε προδώση; Α! μα τι έβαλα +λοιπόν με το νου μου; Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου, κ' εγώ γυιός +σου. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου και δεν μπορεί να μ' +αγαπήση!». </p> + +<p>Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την +είχε περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο; Ήθελε να τον μισή. +Και δεν μπορούσε. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την +τρυφερότητα αυτή, την πειο οδυνηρή από το μίσος. </p> + +<p>Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. Και πειο σκληρά +ακόμη βασανιζότανε αυτή, που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει. +Δυο μέρες τους παρακολούθησε, και τους είδε να διώχνουν κάθε +τροφή, κάθε ποτό, πάθε στυλωτικό, και να ζητάη ο ένας τον +άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο: +δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο χωρισμένοι, και πειο πολύ +δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και τρέμανε μπρος σ' τη +φρίκη της πρώτης ομολογίας. </p> + +<p>Την τρίτη μέρα, καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη +στημένη στη γέφυρα του καραβιού, τον είδε η Ιζόλδη να +πλησιάζη, και ταπεινά του είπε: </p> + +<p>«Εμπάτε μέσα, κύριε. </p> + +<p> — Βασίλισσα, απάντησε ο Τριστάνος, γιατί με λέτε +κύριο. Δεν είμαι ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας; +υποχρεωμένος να σας σέβωμαι, να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ +σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου; </p> + +<p>Η Ιζόλδη απάντησε: </p> + +<p> — Όχι, το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο +κύριός μου. Το γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη +και ότι είμαι σκλάβα σου. Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω +τότε της πληγές του λαβωμένου τραγουδιστή; Γιατί να μην αφήσω +να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα στα χόρτα του βάλτου; Γιατί +να μην τον χτυπήσω, όταν ήτανε κατάκοιτος στο λουτρό, με το +ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει; Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό +που ξέρω σήμερα! </p> + +<p> — Ιζόλδη, τι ξέρετε λοιπόν σήμερα; τι είναι αυτό που +σας βασανίζει; </p> + +<p> — Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν, κι' όλα όσα βλέπω. +Κι' ο ουρανός αυτός με βασανίζει, κι' η θάλασσα και το σώμα +μου κι' η ζωή μου. </p> + +<p>Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου. </p> + +<p>Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. Τα χείλη της +έτρεμαν. </p> + +<p>Εκείνος ξανάπε: </p> + +<p> — Φίλη, τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει; </p> + +<p> — Η αγάπη για σένα! απάντησε. </p> + +<p>Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Αλλά καθώς, για +πρώτη φορά κι' οι δυο τους, ροφούσαν τη χαρά της αγάπης, η +Βραγγίνα που τους παρακολουθούσε, άφησε μια φωνή, και με τα +χέρια τεντωμένα ικετευτικά, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από +δάκρυα, ερρίχτηκε στα πόδια τους: </p> + +<p>«Δυστυχισμένοι! σταματήστε, και γυρίστε πίσω αν μπορείτε +ακόμη! Αλλά όχι. Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό, γιατί η δύναμι της +αγάπης από τώρα κι' όλα ανίκητα σας τραβάει, και ποτέ πεια δε +θα βρήτε χαρά δίχως λύπη. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που +ήπιατε, το ερωτικό ποτό που η μητέρα σας, Ιζόλδη, μου είχεν +εμπιστευθή. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος ώφειλε να το πιή με σας. +Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους τρεις, κ' έτσι +αδειάσατε σεις το ποτήρι. Φίλε Τριστάνε, φίλη Ιζόλδη, +τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. Σας παραδίνω το +σώμα μου, τη ζωή μου. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε, στο +καταραμένο ποτήρι, την αγάπη και το θάνατο!» </p> + +<p>Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. Στα ωραία κορμιά τους +ανατρίχιαζε η επιθυμία και η ζωή. </p> + +<p>Ο Τριστάνος είπε: </p> + +<p> — Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος! </p> + +<p>Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι, — που +ταχύτερα τώρα πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά +Μάρκου, — αιώνια ενωμένοι, αφέθηκαν στον έρωτα! </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ </h4> + +<p> +Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία. +Ο Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο +Βασιληά. Ο Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι' +αυτός από το χέρι. Με μεγάλες τιμές, την ωδήγησε στο παλάτι +του Τινταγκέλ. Κι' όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα, +εν τω μέσω των υποτελών, τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της +όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο +ήλιος της ανατολής. Τότε ο Βασιληάς Μάρκος ευλόγησε τα +χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή τρίχα. +Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι +του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και +της καρδιάς του. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα, +ευγενικέ Βασιληά, το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια. </p> + +<p>Δέκα οχτώ μέρες αργότερα, συνάθροισε όλους τους βαρώνους, +και έκανε το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Άλλα όταν ήρθε +η νύχτα, η Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και +για να ν' τη σώση από το θάνατο, επήρε τη θέσι της Ιζόλδης, +στο γαμήλιο κρεβάτι. Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το +μαγεμένο ποτό, και από αγάπη για τη φίλη και κυρία της, +εθυσίασε, η πιστή, την αγνότητα του κορμιού της. Το σκοτάδι +της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την πανουργία της και την +ντροπή της. </p> + +<p>Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει +στη θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους +αγαπημένους, το μπουκάλι με το μαγικό ποτό. Παρά ότι το πρωί +όταν η κυρία της επήγε στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου, η +Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι, ό,τι έμενε από το φίλτρο και +τώδωσε στους συζύγους. Και ότι ο μεν Βασιληάς Μάρκος ήπιε +πολύ, ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της χάμου. Αλλά μάθετε, +άρχοντες, ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν και ενόθεψαν +την ιστορία. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα, τώκαναν γιατί δεν +μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος +αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Βέβαια, καθώς θα το ακούστε +σε λίγο, ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος, με όλη την αγωνία, τα +μαρτύρια, και τα τρομερά αντίποινα, ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη +από την καρδιά του ούτε την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά +μάθετε, άρχοντες, ότι δεν είχε πιεί από το μαγεμένο κρασί. +Ούτε φαρμάκι, ούτε μαγεία: μονάχα η ευγενική τρυφερότης της +καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη. </p> + +<p>Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η +Ιζόλδη είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την +τρυφερότητα του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι +άνθρωποι του λαού την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της +στης πλούσιες ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η +Ιζόλδη έχει τα ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους +τάπητες της Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της +κουρτίνες όπου είναι κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι +της Αμερικής, κι' όλα τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και +των δασών. Η Ιζόλδη έχει τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της +και ο Τριστάνος κοντά της, τη χαίρεται, και τη νύχτα και την +ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια στους μεγάλους άρχοντες, +κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με τους πιστούς και +τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να τρέμη; Δεν +κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να +υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον +ίδιο το γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την +κατασκοπεύει; Ποιος μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την +κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η Βραγγίνα την παραμονεύει. Η +Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η Βραγγίνα την κρατεί +στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να ετοιμάζη το +κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου, αν +τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την +απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. +Όχι, δεν προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την +ίδια την καρδιά της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη +μεγάλη προδοσία που εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το +ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε την, και σεις άρχοντες! </p> + +<p>Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν +μακρυά, κι' ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη +εκάλεσε δυο σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά +Βυζαντινά, αν έδιναν όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. +Ωρκίσθηκαν. </p> + +<p>«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο +δάσος, μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να +μην ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε +τη γλώσσα της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια +που θα πη. Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και +πλούσιοι». </p> + +<p>Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα. </p> + +<p>«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει. +Θέλεις να πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην +αρρώστεια μου; Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν. +Γνωρίζουν πού φυτρώνουν τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους. +λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε στέλνω στο δάσος, το κάνω +επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την ησυχία μου». </p> + +<p>Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος, +εκείνη θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν +γύρω τους άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά. </p> + +<p>Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος». </p> + +<p>Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την +ακολουθούσε. Άφησαν τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε +βάτους, αγκάθια και γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος +που βάδιζε μπροστά γύρισε κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. +Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο δούλο ζητώντας βοήθεια. +Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι, και είπε: </p> + +<p> — Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε. </p> + +<p>Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν' +απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο +λυπητερή και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν: +</p> + +<p>«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η +κυρία η δική σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο +άδικο της έχεις κάνει». </p> + +<p>Απάντησε: </p> + +<p>«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε +από την Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι, +ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα +των γάμων μας. Στη θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το +γαμήλιο πουκάμισό της, και τη νύχτα των γάμων της, της +εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το άδικο που της +έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της στέλνω +αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της +τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές, +με πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. +Ο καλός Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή +της. Αδερφοί, χτυπάτε με τώρα». </p> + +<p>Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι +ίσως ένα τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την +έδεσαν σ' ένα δένδρο. </p> + +<p>Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη +γλώσσα, την έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και +παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι στην Ιζόλδη. </p> + +<p> — Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη. </p> + +<p> — Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη +εξ αιτίας αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα +ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία, +και σας δάνεισε το δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό +ήταν, έλεγε, το μόνο της έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε +σας για τόσα καλά που της κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να +προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή σας. Σας παραγγέλνει αγάπη +και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της που τη φέρνουμε. </p> + +<p> — Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη +Βραγγίνα, την αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η +μόνη μου φίλη; Φονηάδες, δώστετή μου πίσω. </p> + +<p> — Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε +λίγες ώρες. Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει, +μισεί». Την εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε. </p> + +<p> — Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η +αγαπημένη μου σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το +ξέρατε κακούργοι. Την είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και +σας την εμπιστεύτηκα για να την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω +ότι την εσκοτώσατε, και θα σας κάψουνε απάνου στα κάρβουνα. +</p> + +<p> — Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την +ξαναφέρουμε σώα και απείραγη». </p> + +<p>Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη, +πότε καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό +της. Κράτησε τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο +δένδρο που ήτανε δεμένη η Βραγγίνα. </p> + +<p> — Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε +ξαναφωνάζει». </p> + +<p>Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα +γοτάτισε, ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η +Βασίλισσα έπεσε κι' αυτή στα γόνατα μπροστά της και, +αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν λιπόθυμες. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΣΤ'. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ </h4> + +<p> +Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που +πρέπει να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η +μεθυσμένες καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους +σπρώχνει, όπως η δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ' +έτσι ακόμη, το γεράκι έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη +λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις +στης προφυλάξεις της Βραγγίνας, κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα +στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε ώρα και σε κάθε τόπο, +καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο πόθος, πώς τους +σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως το +καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι; </p> + +<p>Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον +Τριστάνο για τα κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. +Γνωρίζουν κι' όλα το μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται +από επιθυμία, μίσος, και χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο +Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να γίνεται μανία, τον +Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας τα μαρτύρια. +Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο τέλος το +μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι εζήτησαν +ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε: </p> + +<p> — Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. +Λυπόμαστε και οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου +αποκαλύψουμε ό,τι ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον +Τριστάνο. Κι' ο Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε +είχαμε ειδοποιήσει. Για την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς +όλους σου τους συγγενείς κι' όλους σου τους βαρώνους, και μας +αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο Τριστάνος αγαπάει τη +Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια λόγια άρχισαν +να λέγωνται δω και κει. </p> + +<p>Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε. </p> + +<p> — Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την +καρδιά μου στον Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας +προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και +μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο Τριστάνος, για την τιμή +αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, και κάθε μια από +της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. Αυτός είναι ο +λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ περισσότερο +από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο από +κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι +ακούσατε; </p> + +<p> — Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη +μπορής να το ιδής με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' +αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη +καιρός. </p> + +<p>Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι. +</p> + +<p>Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. +Αθέλητα κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. +Αλλά η Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο +Βασιληάς προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα +από λίγο αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και +καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες +του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του είπε: </p> + +<p> — Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το +αφήσης, μη σούλθη πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και +της γέφυρές του. Άπιστοι άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη +προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα να επαναλάβω τα λόγια τους +χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. Μη ζητάς λόγια να με +καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς αποτέλεσμα. +Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα σε +είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά +λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου +θα με ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. +Πήγαινε, πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!» </p> + +<p>Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο: </p> + +<p>Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν +λωποδύτης. Τι θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη +θάλασσα για να ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες +υπηρεσίες του σε κάποιον μακρυνό Βασιλέα!» </p> + +<p>Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε +την τάφρο και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι +δεν μπορούσε ν' απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη +μικρή πολιτεία του Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου +αστού μαζύ με τον Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από +τον πυρετό, σκληρότερα πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η +λόγχη του Μόρχολτ είχε δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν +ήταν κατάκοιτος στην καλύβη μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν +μακρυά από τη βρώμα των φρικτών πληγών του, τρεις άνθρωποι +μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, +και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν και ο +Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς +Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε: </p> + +<p> — Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη +βρώμα κάποιου φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη +σου δεν μπορεί πεια να υπερνικήση τη φρίκη. </p> + +<p>Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, +σαν μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους +καλοφτιαγμένους όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο +και καβαλάρης τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και +καβαλάρης σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό. +</p> + +<p>Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή +λυώνει κι' αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα +στους ξένους που την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να +φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και γελαστή. Και τη νύχτα, +ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, αναγκάζεται να δαμάζη +ακίνητη την ταραχή των μελών της και της ανατριχίλες του +πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της φαίνεται ότι +σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες έχουνε +στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η +ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά +γόνατα της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα +γόνατά της ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες. Σε λίγο οι ερασταί +θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και ποιος άλλος θα +τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο της ζωής +της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο +Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους +αγαπημένους η Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα. </p> + +<p>Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο +ερωτικό τέχνασμα. </p> + +<p>Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, +μεγάλος και κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία +δέντρα τονέ στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και +πουλιά. Στο πειο μακρυνό από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους +πασσάλους του φράχτη, βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο +ρωμαλέος κορμός του βαστάει άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα +του, τρέχει γρήγορο το νερό καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε +μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια +στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον κήπο και φθάνει ως τον +πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και μάλιστα μέσα στο +διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη συμβουλή της +Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο και +λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω +από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά +σαν τον αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι +πέρα, ως τα δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον +ερχομό τους. Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει +ν' απομακρύνη το Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη +έτρεχε στο φίλο της. </p> + +<p>Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε +βήμα μήπως πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις +τη βλέπει ο Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. +Τότε η νύχτα κι' ο φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους +προστατεύουν. . .. </p> + +<p> — Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι +θαλασσινοί πως ο πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' +ότι με μάγια δυο φορές το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, +χάνεται και φεύγει από τα μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν +είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον οποίο μιλάνε τα τραγούδια της +άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' όλες της μεριές. Δέντρα +ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο ήρωας ζη μέσα, χωρίς +να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και καμμιά εχθρική +δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...» </p> + +<p>Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών +που χαιρετούν την αυγή. </p> + +<p> — Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι' +όλα. Δεν είν' αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα +πάμε μαζύ στον ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει +πίσω. Εκεί υψώνεται ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα +από τα χίλια παράθυρα του λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα, +τραγουδιστές παίζουν, και τραγουδάνε μελωδίες χωρίς τέλος. Ο +ήλιος δε λάμπει εκεί, όμως κανείς δεν πεθυμάει το φως του. +Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών». </p> + +<p>... Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του +Τινταγκέλ, η αυγή φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες +πέτρες . . . </p> + +<p>Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου +διαλύονται. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν, ότι ο +Τριστάνος είδε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά, και +άδικα παραμονεύουν. Στο τέλος, ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον +παιδέψη! — λέει σ' τους συντρόφους του: </p> + +<p>«Άρχοντες, ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο, τον καμπούρη. +Γνωρίζει της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. Ξέρει, +όταν γεννιέται ένα παιδί, να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά +πλανήτες ώστε προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της +ζωής του. Με τη δύναμι του Βουγιβού και του Νουαρού, +ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. Αν θέλη θα μας πη της +πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής». </p> + +<p>Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας, ο μικρόσωμος +μοχθηρός άνθρωπος, εχάραξε τα σημεία της μαγείας, έρριξε όλα +τα μάγια του, εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του +Αυγερινού και είπε: </p> + +<p> — Χαρήτε, ωραίοι άρχοντες. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε +να τους πιάσετε. </p> + +<p>Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά. </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, είπεν ο μάγος, διατάχτε τους κυνηγούς σας +νάχουν έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. Πέστε ότι +εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι, και +να με κρεμάστε από της διχάλες, αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε +τι λόγια λέει ο Τριστάνος στη Βασίλισσα». </p> + +<p>Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς, αν και όχι με την καρδιά του. Σαν +έπεσε η νύχτα, άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος, πήρε το νάνο +πισοκάπουλα, και γύρισε στο Τινταγκέλ. Από μια είσοδο που +ήξερε, μπήκε στον κήπο κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το +μεγάλο πεύκο. </p> + +<p>«Ωραίε Βασιληά, πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του +δένδρου. Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας +χρειασθούν. Και ησυχάστε, δε θα περιμένετε πολύ. </p> + +<p> — Φεύγα, σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς. </p> + +<p>Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε. </p> + +<p>Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Εκείνη τη +νύχτα, καθαρό και ωραίο, έλαμπε το φεγγάρι. Κρυμμένος στα +κλαδιά, ο Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς +στύλους. Ο Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο +νερό τα ξύλινα κομματάκια και τα κλαράκια. Αλλά, καθώς ήταν +σκυμμένος στο νερό της πηγής, είδε να καθρεφτίζεται μέσα η +εικόνα του Βασιληά. Α! αν μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια +που φεύγουν. Αλλά όχι, τρέχουν γρήγορα, διά μέσου του κήπου. +Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η Ιζόλδη παραμονεύει τον +ερχομό τους. Τώρα, δίχως άλλο, θα τα είδε, θάρχεται! Ο Θεός να +προστατέψη τους αγαπημένους. </p> + +<p>Έρχεται! Καθισμένος, ακίνητος, ο Τριστάνος την παρατηρεί, +και απάνω στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που +τεντώνεται στην κόρδα του τόξου. </p> + +<p>Έρχεται, ευκίνητη μα και προσεχτική, όπως συνηθίζει πάντα. +«Τι συμβαίνει λοιπόν, σκέπτεται. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο +Τριστάνος να με προϋπαντήση. Μην είδε τάχα κανένα;» </p> + +<p>Στέκεται, ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Ξαφνικά, +στο φως του φεγγαριού, βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή. +Γνωστική όπως όλες η γυναίκες, ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το +φύλλωμα του δέντρου. «Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα, +κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω εγώ πρώτη!» </p> + +<p>Πλησιάζει ακόμη. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον +φίλο της: </p> + +<p>«Άρχοντα Τριστάνε, τι τόλμη πήρατε; Να με τραβήχτε τέτοια +ώρα σ' αυτό το μέρος; Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να +με ικετεύσετε, λέγατε. Τι να με ικετεύσετε; Τι περιμένετε από +μένα; Επί τέλους ήρθα: γιατί, δε μπορώ να το λησμονήσω, ως +Βασίλισσα είχα αυτήν την υποχρέωσι. Να με λοιπόν. Τι θέλετε; +</p> + +<p> — Βασίλισσα, να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του +Βασιληά. </p> + +<p>Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό +που έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο. </p> + +<p> — Ναι, Βασίλισσα, σας προσκάλεσα πολλές φορές και +πάντοτε άδικα. Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς, ποτέ δεν +καταδεχτήκατε ναρθήτε στην πρόσκλησί μου. Λυπηθήτε με το +δυστυχισμένον. Ο Βασιληάς με μισεί, δεν ξέρω για ποιο λόγο, +σεις τον ξέρετε ίσως. Ποίος άλλος θα μπορούσε να μαλακώση το +θυμό του, εκτός από σας, ω τιμιωτάτη Βασίλισσα, ευγενική +Ιζόλδη, που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά του; </p> + +<p> — Αλήθεια, άρχοντα Τριστάνε, δεν ξέρετε ότι μας +υποπτεύεται και τους δυο; Και για ποία προδοσία! Πρέπει, γι' +ακόμη μεγαλύτερη ντροπή, εγώ να σας το πω; Ο κύριος μου +πιστεύει ότι σας αγαπώ με ένοχο έρωτα. Ο Θεός το ξέρει +μολαταύτα, κι' αν λέω ψέμματα, ας παιδέψη το κορμί μου, ποτέ +δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν άνθρωπο εκτός σ' εκείνον +που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του. Και θέλετε, +Τριστάνε, να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση; Αλλ' αν +ήξερε μοναχά, ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο, θάρριχνε αύριο +τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!» </p> + +<p>Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας: </p> + +<p> — Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι +παληάνθρωπος, αν δεν κάνη παληανθρωπιές». Μα σε ποία καρδιά +μπόρεσε να γεννηθή τέτοια υποψία! </p> + +<p> — Τι θέλετε να πήτε, άρχοντα Τριστάνε; Όχι, ο +Βασιληάς και κύριος μου, ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του +τέτοια ατιμία. Αλλά οι προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να +πιστέψη το ψέμμα, γιατί είναι εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες +καρδιές. Αγαπιούνται, του είπαν, και οι προδότες του το +παράστησαν ως έγκλημα. Ναι, με αγαπούσατε, Τριστάνε, γιατί να +το αρνηθούμε; Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας και δε σας +έσωσα δυο φορές τη ζωή; Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. Δεν είσαστε +από τη γενιά του Βασιληά, και δεν άκουσα χίλιες φορές τη +μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν +δεν αγαπάη κι' όλο του το σώι; Γι' αγάπη του Βασιλιά, σας +αγαπούσα, Τριστάνε. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση, θα χαρώ. +Αλλά το σώμα μου τρέμει, φοβάμαι πολύ, φεύγω, έμεινα κι' όλα +πάρα πολύ». </p> + +<p>Ο Βασιληάς, μέσ' τα κλαδιά, λυπήθηκε, και γέλασε γλυκά. +</p> + +<p>Η Ιζόλδη φεύγει, και ο Τριστάνος τη φωνάζει. </p> + +<p> — Βασίλισσα, για τόνομα του Χριστού, λυπηθήτε με, +βοηθήστε με! Οι τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά +από το Βασιληά όλους όσοι τον αγαπούν. Επέτυχαν το σκοπό τους, +και τώρα τον περιγελούν. Έστω, θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό +τον τόπο, μακρυά, — άθλιος όπως ήρθα άλλοτε. Αλλά τουλάχιστον, +πήτε στο Βασιληά, γι' ανταμοιβή των περασμένων υπηρεσιών μου +και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω μακρυά από δω, να μου +δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου, και να εξοφλήσω το +άλογό μου και τα όπλα μου. </p> + +<p> — Όχι, Τριστάνε, δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την +αίτηση. Είμαι ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο, ολομόναχη σ' αυτό +το παλάτι όπου κανείς δε μ' αγαπά, χωρίς στήριγμα κανένα, στη +διάκρισι του Βασιληά. Αν του πω μια λέξι για σας, δε βλέπετε +ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό θάνατο; Φίλε, ο Θεός να σας +προστατεύη. Ο Βασιληάς σας μισεί, πολύ άδικα. Αλλά σ' όποιον +τόπο και να πάτε, ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι αληθινός φίλος». +</p> + +<p>Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η +Βραγγίνα την πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Η Βασίλισσα της +διηγείται την περιπέτεια. Η Βραγγίνα φωνάζει: </p> + +<p>«Ιζόλδη, κυρία μου, ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας. +Είναι πατέρας πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων.» </p> + +<p>Κάτω από το μεγάλο πεύκο, ο Τριστάνος, στηριγμένος στο +μαρμάρινο χείλος της λίμνης, θρηνούσε: </p> + +<p> — Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη +αδικία που μου κάνει ο αγαπητός μου κύριος! </p> + +<p>Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου, ο Βασιληάς είπε γελώντας: +</p> + +<p> — Ωραίε ανηψιέ, ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. Να, το +μακρυνό ταξίδι που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί, τελείωσε κι' όλα. +</p> + +<p>Κει κάτω, σ' ένα πλάτωμα του δάσους, ο νάνος Φροσίνος +εξέταζε την τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει, ότι ο Βασιληάς +τον απειλούσε με θάνατο. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή, +φούσκωσε από θυμό, και γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της +Ουαλλίας. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Ζ'. Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ </h4> + +<p> +Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. Του έδωσε την +άδεια να γυρίση πίσω στο παλάτι, και όπως άλλοτε, ο Τριστάνος +κοιμάται στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους +σπητικούς. Όποτε θέλει, μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. Ο +Βασιληάς δεν έχει πεια καμμιά ανησυχία. Αλλά ποιος λοιπόν +μπορεί πολύν καιρό να κρατήση μυστικούς τους έρωτές του; +Αλλοίμονο, ο έρωτας δεν κρύβεται. </p> + +<p>Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες, και καθώς ο +αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό +δάσος να πλανάται, άθλιο και ελεεινό, το νάνο καμπούρη, τον +ξανάφερε στο Βασιληά, ο οποίος τον ελυπήθη και του συχώρεσε το +σφάλμα του. </p> + +<p>Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να +μεγαλώση το μίσος των βαρώνων. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον +Τριστάνο με τη Βασίλισσα, έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς +δεν έδιωχνε τον ανηψιό του μακρυά από τη χώρα, αυτοί θ' +αποτραβιώντανε στους οχυρούς πύργους των για να τον +πολεμήσουν. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής, όπως +θέλεις. Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. Αγαπάει τη +Βασίλισσα, κι' είναι φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. Μεις +δε θάν' το ανεχθούμε ποτέ». </p> + +<p>Ο Βασιληάς τους ακούει, αναστενάζει, χαμηλώνει το κεφάλι +κατά τη γη, σωπαίνει. </p> + +<p>«Όχι Βασιληά, δε θάν' το ανεχθούμε πεια. Γιατί ξέρουμε τώρα +ότι αυτή η είδησι, αλλόκοτη άλλοτε, έπαυσε πεια να σου +φαίνεται παράξενη. Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους. Τι +θα κάμης; Σκέψου και συμβουλέψου. Όσο για μας, αν δεν +απομακρύνης μια για πάντα τον ανηψιό σου, θα τραβηχτούμε στης +βαρωνείες μες παίρνοντας και τους γείτονες μας μακρυά από την +αυλή σου, γιατί δεν μπορούμε ν' ανεχτούμε να μένη περισσότερο +εδώ. Βασιληά, διάλεξε μεταξύ των δυο! </p> + +<p> — Άρχοντες, μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που +λέγατε για τον Τριστάνο, και μετάνοιωσα. Αλλά είστε υποτελείς +μου, και δε θέλω να χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου. +Συμβουλεύτε με λοιπόν, σας παρακαλώ, σεις που μου οφείλετε +συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε +αγέρωχο εγωισμό. </p> + +<p> — Λοιπόν, Άρχοντα, καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Δεν +τούχετε εμπιστοσύνη, από την ιστορία του κήπου. Μολαταύτα δεν +είχε διαβάσει στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ +κάτω από το πεύκο; Ξέρει χίλια πράγματα. Πάρτε συμβουλή απ' +αυτόν». </p> + +<p>Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. Ο Ντενοαλέν τον +αγκάλιασε. Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά. +</p> + +<p>«Μεγαλειότατε, διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή +καλπασμό στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή +καλοσφραγισμένη με κερί, για το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος +κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Βγε από το δωμάτιό σου την +ώρα του πρώτου ύπνου, και σ' το ορκίζομαι στο Θεό και στο νόμο +της Ρώμης, πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη θα θελήση +να της μιλήση προτού φύγη. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω κάβο +και χωρίς να τον δης και συ, τότε σκότωσέ με. Για τ' άλλα, +άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης +τίποτε στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του +ύπνου. </p> + +<p> — Ναι, απήντησε ο Μάρκος, έτσι ας γίνη». </p> + +<p>Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Πήγε σ' ένα +φούρνο, αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της +ρόμπας του. Α! ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια +προδοσία. Τη νύχτα, σαν απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του +κοιμήθηκαν στην αίθουσα που ήτανε κολλητά στη δική του, ο +Τριστάνος, κατά τη συνήθειά του, ήρθε στο δωμάτιο του Βασιληά +Μάρκου. </p> + +<p>«Ωραίε ανηψιέ, κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε +και θα πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά +Αρθούρο, να την ανοίξη μπροστά σας. Χαιρετήστε τον από μέρος +μου και μείνετε μια μέρα μονάχα κοντά του. </p> + +<p> — Βασιληά, θα την πάω αύριο. </p> + +<p> — Ναι, αύριο την αυγή». </p> + +<p>Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. Από το κρεββάτι +του έως το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις +κονταριού. Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της +Βασίλισσας, κι' αποφάσισε αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος, +να την πλησιάση. Α! Θεέ! Τι τρελλή σκέψις. </p> + +<p>Ό νάνος κοιμώτανε, όπως πάντα, στο δωμάτιο του Βασιληά. +Όταν πίστεψε ότι όλοι κοιμώντανε, σηκώθη και ανάμεσα στο +κρεββάτι του Τριστάνου και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή +φαρίνα. Αν ο ένας από τους αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον +άλλο, η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος των βημάτων. Αλλά καθώς τη +σκορπούσε, ο Τριστάνος, που έμεινε ξύπνιος τον είδε. </p> + +<p>«Τι πα να πη αυτό; Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με +υπηρετή για το καλό μου. Αλλά θα την πάθη. Πολύ τρελλός θάταν +όποιος θάφηνε να του πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του». </p> + +<p>Κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω, +ακολουθούμενος από τον νάνο καμπούρη. Σκοτάδι ήταν μέσ' το +δωμάτιο. Ούτε κερί αναμμένο, ούτε λάμπα. Ο Τριστάνος σηκώθηκε +όρθιος στο κρεββάτι του. Θεέ, γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις; +Ενώνει τα πόδια, μετράει την απόστασι, πηδάει, και ξαναπέφτει +στο κρεββάτι του Βασιληά. Αλλοίμονο! την προηγουμένη, στο +δάσος, ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον είχε χτυπήσει στη γάμπα με +το δόντι του, και, για τη δυστυχία του, η πληγή δεν ήταν +δεμένη. Στο τάνημα του πηδήματος, άνοιξε κι' άρχισε να τρέχη. +Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και +κοκκινίζει, τα σεντόνια. Έξω στο φως του φεγγαριού, ο νάνος +είδε με τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί. +Τρεμούλιασε από τη χαρά του, και είπε στο Βασιληά: </p> + +<p>«Πήγαινε, κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα, +κρέμασέ με!» </p> + +<p>Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο, ο Βασιλιάς, ο νάνος, και οι +τέσσερες προδότες. Ο Τριστάνος τους ακούει. Σηκώνεται, πηδάει, +φτάνει στο κρεββάτι του. Αλλοίμονο, κατά το πέρασμα, το αίμα +χύθηκε άφθονο από την πληγή, στη φαρίνα. </p> + +<p>Να, ο Βασιληάς, οι βαρώνοι, και ο νάνος που κρατεί ένα φως. +Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται. Είχαν μείνει +μόνοι στο δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του +Τριστάνου και έμενεν ακίνητος. </p> + +<p>Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και +στο πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα. </p> + +<p>Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την +αντρεία του, τον κρατούν στο κρεββάτι, κι' απειλούν τη +Βασίλισσα και την κοροϊδεύουν, την περιγελούν και της +υπόσχονται καλή δικαιοσύνη. Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει. +</p> + +<p>«Τριστάνε, λέγει ο Βασιληάς, τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν +περνάει. Αύριο θα πεθάνετε». </p> + +<p>Του φωνάζει: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, χάρι ζητώ. Για τόνομα και για τα πάθη του +Χριστού, Μεγαλειότατε, έλεος για μας! </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες. </p> + +<p> — Ωραίε θείε, δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. Τι με +νοιάζει για το θάνατο; Βέβαια, αν δεν ήτανε ο φόβος μη +θυμώστε, αυτοί οι τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το +θράσος τους, αυτοί, που δίχως τη δική σας προστασία, ούτε να +μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν. Αλλά, από σεβασμό και αγάπη για +σας, παραδίνομαι στη διάκρισί σας. Κάμετέ με ό,τι θέλετε. Να +με, Μεγαλειότατε. Αλλά λυπηθήτε τη Βασίλισσα!» </p> + +<p>Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του. +</p> + +<p>«Έλεος για τη Βασίλισσα. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται +κανείς που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την +αγάπησα ποτέ μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο, σε +κλειστό χώρο. Μεγαλειότατε, χάρι γι' αυτήν, για τόνομα του +Μεγάλου Θεού». </p> + + +<p>Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά, αυτόν και τη +Βασίλισσα. Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με +μονομαχία την αθωότητά του, κομμάτια θα τον έκαναν προτού +ανεχτή να τόνε δέσουν έτσι χυδαία. </p> + +<p>Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό, και ήξερε ότι κανείς δε θα +τολμούσε να σηκώση απάνω του σπαθί, μέσα σε κλειστό χώρο. Και +βέβαια, με το δίκηο του, είχε την πεποίθησι στο Θεό. Όταν +έκανε όρκο ότι ποτέ δεν είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο +έρωτα, οι προδότες γελούσαν για την αδιάντροπη αγυρτεία του. +Αλλά σας επικαλούμαι, Άρχοντες: σεις που ξέρετε την αλήθεια +για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα, σεις που καταλαβαίνετε, +— έλεγε ψέμματα; Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από το πράγμα, +παρά από την κρίσι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα, μα ο Θεός +βλέπει της καρδιές, και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι' +αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με +μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του, και γι' αυτό ο Θεός +πέρνει στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Γι' αυτό και ο +Τριστάνος ζητούσε δικαιοσύνη και μονομαχία, και γι' αυτό +παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα Μάρκο. Μα αν είχε προΐδει τι θα +γινότανε, σίγουρα θα σκότωνε τους προδότες. Α! Θεέ! γιατί δεν +τους σκότωνε; </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Η'. ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ </h4> + +<p> +Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα, τρέχει το κακό μαντάτο κατά την +πολιτεία: πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, κι' ο +Βασιληάς θέλει να τους σκοτώση. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι +του λαού, όλοι κλαίνε: </p> + +<p>«Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε; Τριστάνε, αντρειωμένε +βαρώνε, θα πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία; Και συ, +Βασίλισσα αγνή, Βασίλισσα τιμημένη, σε ποιον τόπο θα γεννηθή +ποτέ βασιλοπούλα τόσο ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη; Αυτά +λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του ο νάνος καμπούρης; Ω! που να +μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον απαντήση στο δρόμο του και +δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του! Τριστάνε, αγαπημένε +ώμορφε φίλε, όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας για ν' αρπάξη +τα παιδιά μας, κανένας από τους βαρώνους μας δεν ετόλμησε να +ζώση τ' άρματα, κι' όλοι, σαν τους μουγγούς, έμεναν αμίλητοι. +Και μοναχά συ, Τριστάνε, πολέμησες για όλους μας, για όλη την +Κορνουάλλη, και σκότωσες το Μόρχολτ. Και λίγο έλειψε να +πεθάνης από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί +του. Σήμερα, ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου;» +</p> + +<p>Οι θρήνοι, η κραυγές, περνούν όλη την πολιτεία. Όλοι +τρέχουνε στο παλάτι. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος +που κανείς βαρώνος — όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος — +δεν τολμά να πη κουβέντα για να τον μαλακώση. </p> + +<p>Η μέρα πλησιάζει. Φεύγει η νύχτα. Προτού σηκωθή ο ήλιος, ο +Βασιληάς καλπάζει όξω από την πόλι, στον τόπο οπού συνήθιζε να +δικάζη! Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν +με χοντρές και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και +μαύρα, βγαλμένα από την γη μαζύ με της ρίζες τους. </p> + +<p>Πρωί-πρωί, χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι +άνθρωποι της Κορνουάλλης. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι +κλαίνε εκτός από τον νάνο του Τινταγκέλ. Τότε ο Βασιληάς τους +μίλησε έτσι: </p> + +<p>«Άρχοντες, αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη +Βασίλισσα, γιατί εγκλημάτησαν». </p> + +<p>Όλοι φώναξαν: </p> + +<p>«Δίκη, Βασιληά. Να γίνη δίκη πρώτα. Είναι ντροπή και κρίμα, +να τους σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Βασιληά, αναβολή και έλεος γι' +αυτούς!» </p> + +<p>Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς: </p> + +<p>«Όχι, ούτε αναβολή, ούτε έλεος, ούτε δίκη. Μα τον Ύψιστο +Θεό που έφτιασε τον κόσμο, αν κανείς τολμήση να δευτερώση +αυτήν την αίτησι, πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!» </p> + +<p>Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να +φέρουνε πρώτον τον Τριστάνο. </p> + +<p>Καίνε ταγκάθια, όλοι μένουν αμίλητοι, κι' ο Βασιληάς +περιμένει. </p> + +<p>Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι +φυλάνε τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. +Καλέ Θεέ! τι χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την +προσβολή, μα τι ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον +πάνε. Και η Βασίλισσα, σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει: </p> + +<p>«Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη +χαρά!» </p> + +<p>Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι, για τον +τόπο της φωτιάς. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους, τους +φτάνει, πηδάει από το άτι που τρέχει ακόμη. Είναι ο Ντινάς, ο +καλός αυλάρχης. Στο άκουσμα των συμβάντων, άφησε αμέσως τον +πύργο του Λιντάν. Ο αφρός, ο ιδρώτας, και το αίμα αυλάκια +κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του: </p> + +<p>«Υγιέ, πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Ο Θεός θα με βοηθήση +ίσως να δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο +σας. Για την ώρα, μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν +τη μικρή υπηρεσία: Φίλοι, είπε στους υπηρέτες, δεν μπορώ να +βλέπω αυτά τα σκοινιά, — κι' ο Ντινάς, έκοψε τα σκοινιά με το +σπαθί του. Αν δοκιμάση να φύγη, μήπως δεν έχετε τα σπαθιά +σας;» </p> + +<p>Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη, ξανακαβαλλικεύει και φεύγει. +</p> + +<p>Λοιπόν, ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους. +Αυτός, που ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο, δέχτηκε +ευνοϊκά τα δάκρυα και της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον +παρακαλούσαν για τους βασανισμένους εραστές. Κοντά στο δρόμο +που περνούσε ο Τριστάνος, στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα +κατά το βορρηά, βρισκότανε ένα εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα. +Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό +γκρεμό του γυαλού, βραχώδη, με απότομες κατωφερειές. </p> + +<p>Στο ιερό, βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή +τζαμαρία, περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη. </p> + +<p>«Κύριοι, είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του, αφήστε με να +μπω σ' αυτό το εξωκκλήσι. Σε λίγο θα πεθάνω. Θέλω να +παρακαλέσω το Θεό να με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου. +Κύριοι, το εκκλησάκι δεν έχει άλλη έξοδο απ' αυτή. Καθένας σας +κρατάει το σπαθί του στα χέρια. Ξέρετε καλά ότι μόνον απ' +αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω, κι' άμα παρακαλέσω το Θεό, +θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!» </p> + +<p>«Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες. +</p> + +<p>Τον αφήκαν να μπη. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι, περνάει το +χορό, φθάνει στην τζαμαρία του ιερού, πιάνει το παράθυρο, το +ανοίγει και πηδάει στο γκρεμό... Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά +ο θάνατος στη φωτιά, μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι. </p> + +<p>Αλλά, μάθετε, Άρχοντες, ότι ο Θεός τον ελυπήθη. Ο άνεμος +πιάνεται στα ρούχα του, τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια +πλατειά πέτρα στα πόδια του γκρεμού. Οι άνθρωποι της +Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν την πέτρα «Πήδημα του +Τριστάνου». </p> + +<p>Μπρος στην εκκλησιά, οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Άδικα +όμως, — γιατί τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του. +Φεύγει... Ο αλαφρός άμμος βουλιάζει στα πόδια του. Πέφτει +χάμω, γυρίζει πίσω, βλέπει μακρυά τη φωτιά. Τριζομανάνε η +φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. Κι' ο Τριστάνος +φεύγει.. </p> + +<p>Ζωσμένος το σπαθί του, μ' αμπολυμένα χαλινάρια, — στα +τέσσερα, — είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. Ο +Βασιληάς θα τον έψηνε ζωντανό, αντί του αφεντικού του. +Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι' ο Τριστάνος φώναξε: </p> + +<p>«Δάσκαλε, ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με +ωφελεί; Χωρίς την Ιζόλδη, τι μ' ωφελεί; Γιατί καλλίτερα να μην +γίνω κομμάτια στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα, Ιζόλδη, και σένα θα σε +σκοτώση. Για μένα την καίνε! Γι' αυτή, πρέπει κ' εγώ να +πεθάνω». </p> + +<p>Ο Γκορνεβάλης του είπε: </p> + +<p>«Ωραίε άρχοντα, ησυχάστε, μην ακούτε το θυμό σας. Κυττάχτε +αυτόν τον πυκνό θάμνο, το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. Ας +κρυφτούμε κει. Πολλοί περνάνε από το δρόμο. Θα μας πουν νέα. +Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη, ορκίζομαι στο Χριστό, τον υγιό της +Μαρίας, ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω από στέγη αν δεν την +εκδικηθούμε πρώτα». </p> + +<p> — Ωραίε μου δάσκαλε, δεν έχω το σπαθί μου. </p> + +<p> — Να το, σου το έφερα. </p> + +<p> — Καλά, δάσκαλε. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το +Θεό! </p> + +<p> — Γιε, έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα +που θα σ' ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που +ίσως σου χρειαστή. </p> + +<p> — Φέρε δω, ωραίε δάσκαλε, Μα το Θεό στον οποίο +πιστεύω, θα πάω τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου. </p> + +<p> — Όχι, μη βιάζεσαι έτσι, είπε ο Γκορνεβάλης. Ο Θεός +βέβαια σου φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Σκέψου ότι δεν είναι +στο χέρι σου να ζυγώσης στη φωτιά. Γύρω είναι οι αστοί, και +φοβούνται το Βασιληά. Σ' αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου, +κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν. Γιε μου, καλά έχουνε πη: «η +τρέλλα δεν είναι αντρεία». Περίμενε λίγο! .. .» </p> + +<p>Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό, ένας φτωχός άνθρωπος +του λαού τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. Έτρεξε στο +Τινταγκέλ και γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης. </p> + +<p> — Βασίλισσα, πάψε πεια τα κλάμματα. Ο φίλος σου +ξέφυγε. </p> + +<p> — Δόξα τω θεώ, είπε η Ιζόλδη. Τώρα ας με δέσουν ας με +κάνουν ό,τι θέλουν, ας με σκοτώσουν, δε με μέλει πεια». </p> + +<p>Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά +που το αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. Αλλά εκείνη είπε +γελαστή: </p> + +<p>«Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο, την ώρα που ο καλός Θεός +πήρε το φίλο μου από τα νύχια των απίστων, βέβαια, δε θάξιζα +τίποτα!» </p> + +<p>Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε +από τη τζαμαρία της μικρής εκκλησίας, πρασίνισε από το θυμό +του, και διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη. </p> + +<p>Τη σέρνουν. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της +αιθούσης, απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα. +Μεγάλη βουή ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ, λυπηθήτε την. +Αγνή Βασίλισσα, Βασίλισσα τιμημένη. Τι πένθος έρριξαν στον +τόπο αυτοί που σας πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!» </p> + +<p>Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια, που +βγάνουν μεγάλες φλόγες. </p> + +<p>Ο Ντινάς, ο άρχοντας του Λιντάν, πέφτει στα πόδια του +Βασιλιά. </p> + +<p>«Βασιληά, άκουσέ με. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και +τίμια, χωρίς κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή +ποια γρηά γυναίκα θα μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία +που κράτησα στη ζωή μου; Για αμοιβή, κάνε μου, Μεγαλειότατε, +τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα. Θέλεις ζωντανή να την κάψης, +χωρίς δίκη. Είναι άδικο πράγμα, αφού δεν αναγνωρίζει το +έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Σκέψου άλλωστε: αν κάψης +το σώμα της, καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια στον τόπο. Ο +Τριστάνος ξέφυγε. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της πεδιάδες, +τα δάση, τους πόρους, τα στενά. Κ' είναι τολμηρός. Βέβαια +είσαι θείος του, και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. Αλλά +όλους τους βαρώνους, τους υποτελείς σου, που θα πιάση, θα τους +σκοτώση». </p> + +<p>Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα +λόγια. Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους +παραμονεύη. </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ' +όλη μου τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα +φύλακας και σαν Εγγυητής της». </p> + +<p>Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι +κι' ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή. </p> + +<p>Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε: </p> + +<p>«Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την +υπηρεσία σου». </p> + +<p>Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο +άτι του κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το +κεφάλι σκυφτό. </p> + +<p>Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω, +φωνάζει, καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες. </p> + +<p>Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη, +πλεγμένο με λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι +πλεγμένη στα μαλλιά της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος +μπορούσε να τη δη χωρίς να τη λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε +καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που της έχουνε δέσει τα +χέρια! </p> + +<p>Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και +ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και +στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους, +κάτω από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα. </p> + +<p>Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο +Βασιληά με τη στριγγιά φωνή του: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το +καμίνι. Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά +θα την κάψη αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα +την στάχτη της. Κι' όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία +της θα τελειώση κι' όλα. Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη +χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη, αλλά στην ατιμία κι' όλο +ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το θέλεις;» </p> + +<p>Απάντησε ο Βασιληάς: </p> + +<p>«Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι, +χειρότερη από το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο, +πειο πολύ θα τον αγαπήσω. </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι +μου. Να, έχω δω εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την +έχουμε όλοι μαζική. Η αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη +στους λεπρούς σου, ποτέ γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος. +Να, τα κουρέλια μας είναι κολλημένα στης πληγές μας που +βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά σου ευχαριστιότανε με τα +πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με τα στολίδια, με +της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και της +χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ' +αναγκασθή να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ +μας, τότε η Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία +της, και θα πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των +αγκαθιών!» </p> + +<p>Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος. +Επί τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το +χέρι. Κείνη φωνάζει: </p> + +<p> — Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να +καώ!» </p> + +<p>Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι +εκατό λεπροί αναδεύουνε γύρω της. </p> + +<p>Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες +η καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος. +Η Ιζόλδη φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία +κατεβαίνει έξω από την πόλι. </p> + +<p> — Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο +Γκορνεβάλης αφήνει κραυγή: </p> + +<p> — «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!» </p> + +<p>Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο. </p> + +<p> — Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ +τη, αν θέλης να ζήσης!» </p> + +<p>Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του. </p> + +<p>«Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να +η στιγμή να δείχτε την αντρεία σας!» </p> + +<p>Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να +ρίχνουνε κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια +τους, να φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα +δεκανίκια τους: άλλοι απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο +Τριστάνος συχαινότανε να τους χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται +ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο: βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος +ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο σκυλλολόι. Ο +Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του κατάφερε +στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα +κακοφτιαγμένα πόδια του. </p> + +<p>Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει +πεια καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας +την πεδιάδα, μπήκαν στο δάσος του Μορουά. Εκεί, στα μεγάλα +δάση, ο Τριστάνος αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από +τείχη φρουρίου. </p> + +<p>Με τη δύσι του ηλίου, σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου +βουνού. Ο φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. Ανάπαυσε το κεφάλι +της στο σώμα του Τριστάνου και απεκοιμήθη. </p> + +<p>Το πρωί, ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο +του και δυο καλοφτιαγμένα βέλη, και τάδωσε στον Τριστάνο, τον +καλό τοξότη, που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. Ο +Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι. +Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα, έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε +με φύλλα. </p> + +<p>Τότε, στο βάθος του αγρίου δάσους, άρχισε για τους φυγάδες +η τραχειά ζωή, — αγαπημένη μολαταύτα. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Θ'. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ </h4> + +<p> +Στο βάθος του αγρίου δάσους, με μεγάλους μόχθους, σαν +κυνηγημένα ζώα, γυρίζουν δω κ' εκεί, και σπάνια τολμούν να +ξαναπάνε το βράδυ στο άσυλο της προηγουμένης. Τρώνε όλο κρέας +των αγριμιών και πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Τ' αδυνατισμένα +πρόσωπά τους γίνονται χλωμά, τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια, +ξεσκισμένα από τ' αγκάθια. Αγαπιούνται όμως. Δεν υποφέρουν. +</p> + +<p>Μια μέρα, καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση, έφθασαν +κατά τύχη στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν. </p> + +<p>Στον ήλιο, σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών, κοντά στο εκκλησάκι +του, ο σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του, πήγαινε με +μικρά βήματα. </p> + +<p>«Άρχοντα Τριστάνε, φώναξε, μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι +άνθρωποι της Κουρνουάλλης. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' όλο +τον τόπο. Όποιος σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι +οι βαρώνοι ορκίστηκαν να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό. +Μετανοήστε, Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν +μετανοή. </p> + +<p> — Να μετανοήσω, άρχοντα Ογκρίν; Και για ποιο έγκλημα; +Σεις μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα; +Ναι, το καλό ποτό μας έχει μεθύσει, και θα προτιμούσα να +ζητανιεύω όλη μου τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με +χόρτα και με ρίζες μαζύ με την Ιζόλδη παρά νάμαι, δίχως αυτή, +Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας. </p> + +<p> — Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί +εχάσατε τούτον τον κόσμο και τον άλλο. Όποιος προδίνει τον +κύριό του, τον διαμελίζουν με δυο άλογα, ή τον καίνε στην +πυρά, και όπου πέση η στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει, και +τ' όργωμα μένει μάταιο. Τα δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται. +Τριστάνε, δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε κείνον που την πήρε +γυναίκα, κατά τον νόμο της Ρώμης. </p> + +<p> — Τώρα πεια δεν του ανήκει. Την έδωκε στους λεπρούς +του. Από τα χέρια τους την πήρα. Από δω και πέρα είναι δική +μου. Δε μπορώ να την χωριστώ, ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από +μένα. </p> + +<p>Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε, +με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό. +Ο ερημίτης της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. Αλλά, με +κλάμματα εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον +πιστέψη. </p> + +<p> — Αλλοίμονο, είπε ο Ογκρίν, πώς να παρηγορήση κανείς +πεθαμένους; Μετανόησε, Τριστάνε· γιατί, όποιος ζη στην αμαρτία +χωρίς να μετανοή, είναι πεθαμένος. </p> + +<p> — Όχι! είμαι ζωντανός, και ούτε μετανοώ. Θα γυρίσουμε +στο δάσος που μας προστατεύει και μας φυλάει. Έλα, Ιζόλδη, +φίλη!» </p> + +<p>Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Μπήκαν στα ψηλά +χόρτα και της φτέρες. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά +τους. Και χαθήκανε μέσ' τα φυλλώματα. </p> + +<p>Ακούστε μια ωραία περιπέτεια, Άρχοντες. Ο Τριστάνος είχε +αναστήσει ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό, ώμορφο, ζωηρό, ελαφρό στην +τρεχάλα. Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το +όμοιό του για το κυνήγι με το τόξο. Τον έλεγαν Χουσδάν. Τον +είχαν κλείσει στον ψηλότερο πύργο του φρουρίου, μ' ένα βαρύ +ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό. Από την ημέρα που έχασε τον κύριό +του, δεν ήθελε καμμιά τροφή, έξυνε το χώμα με τα πόδια, τα +μάτια του έτρεχαν, ούρλιαζε. Πολλοί τον ελυπήθηπαν. </p> + +<p>«Χουσδάν, έλεγαν, κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον +κύριό του, σαν εσένα. Ναι, σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός +μου φίλος, είναι το λαγωνικό μου». </p> + +<p>Κι' ο Βασιληάς Μάρκος, συλλογιζότανε τα περασμένα, κ' έλεγε +μέσα του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι +τον αφεντικό του. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την +Κορνουάλλη που ναξίζη το νύχι του Τριστάνου;» </p> + +<p>Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. Θα ιδούμε αν +κάνη έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Αν όχι, θα τον δήτε, +μόλις λυθή, με το στόμα ανοικτό, με τη γλώσσα μια πήχυ έξω, να +κυνηγάη, για να δαγκώση, ζώα και ανθρώπους». </p> + +<p>Τον λύνουν. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου +άλλοτε βρισκότανε ο Τριστάνος. Γαυγίζει, κλαίει, ψάχνει, επί +τέλους βρίσκει τα ίχνη του κυρίου του. Διασχίζει βήμα προς +βήμα το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της +φωτιάς. Όλοι τον πέρνουν από πίσω. Γαυγίζει δυνατά, και +σκαρφαλώνει κατά την ακτή. Μπαίνει στην εκκλησιά και πηδάει +στο βωμό. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία, πέφτει στα πόδια +του βράχου, ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία, στέκει μια +στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος, έπειτα φεύγει +για το δάσος. Όλοι συγκινούνται. </p> + +<p>«Ωραίε Βασιληά, λένε οι ιππότες, ας πάψουμε πεια να τον +ακολουθούμε. Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός +δεν θάταν εύκολος». </p> + +<p>Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. Το δάσος αντιλαλούσε από τα +γαυγητά του Χουσδάν, κι' από μακρυά ο Τριστάνος, η Βασίλισσα +κι' ο Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως +άλλο ο βασιληάς τους κυνηγάει, σαν άγρια θερία, με λαγωνικά. +Βυθίζονται σε κάτι πυκνά φυλλώματα. Στην άκρη στέκεται όρθιος +ο Τριστάνος με τεντωμένο το τόξο του. Αλλά ο Χουσδάν, +βλέποντας και αναγνωρίζοντας τον κύριο του, πηδάει απάνω του, +κουνάει το κεφάλι και την ουρά, τεντώνεται, κυλιέται χάμου. +Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά; Έπειτα τρέχει στην Ιζόλδη την +Ξανθή, στον Γκορνεβάλη, ακόμη και στο άλογο, και κάνει χαρές. +Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος. </p> + +<p>«Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη +αυτό το σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο, ένας άνθρωπος +καταδιωγμένος; Στης πεδιάδες και στα δάση, σ' όλη τη χώρα του, +ο Βασιληάς μας κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας +προδώση. Α! η αγάπη κ' η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ +να βρη το θάνατο. Μολαταύτα, πρέπει να φυλαχτούμε. Τι να +κάνουμε; Συμβουλεύτε με!» </p> + +<p>Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε: </p> + +<p>«Λυπηθήτε τον, άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν +Ουαλλό δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' ακολουθή +χωρίς γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. Φίλε Τριστάνε, +τι χαρά αν κατωρθώναμε, σιγά-σιγά με υπομονή, να γυμνάσουμε +έτσι τον Χουσδάν!» </p> + +<p>Σκέφτηκε μια στιγμή, ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της +Ιζόλδης. Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε: </p> + +<p>«Θα δοκιμάσω. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!» </p> + +<p>Σε λίγο, ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι, ξεπετάει ένα +ζαρκάδι, και το πληγώνει μ' ένα βέλος. Το λαγωνικό θέλει να +τρέξη πίσω του και γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος +αντιλαλεί. Ο Τριστάνος, χτυπώντας, το κάνει να σωπάση. Ο +Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον κύριό του, παραξενεύεται +και μην τολμώντας πεια να γαυγίση, αφήνει ταχνάρια. Ο +Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του, έπειτα χτυπά την μπότα +του με την καρυδένια μπαγκέτα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι +κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Μ' αυτό το σύνθημα, ο +Χουσδάν θέλει πάλι να γαυγίση, κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. Μ' +αυτή τη διδασκαλία, σ' ένα μήνα μοναχά, τον εγύμνασε να +κυνηγάη στα μουγγά. Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή +αγριοκάτσικο, ο Χουσδάν χωρίς πεια να γαυγίζη, ακολουθούσε +ταχνάρια στον πάγο, στο χιόνι ή στα χορτάρια. Αν πρόφταινε το +αγρίμι στα δάση, ήξερε να σημαδεύη το μέρος μαζεύοντας φύλλα. +Αν τώπιανε στην πεδιάδα, εσώρευε χόρτα απάνω στο σκοτωμένο +αγρίμι και χωρίς γαυγητό, γύριζε να βρη τον κύριό του. </p> + +<p>Το καλοκαίρι φεύγει, κι' έρχεται ο χειμώνας. Οι αγαπητικοί +έζησαν χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. Στο χώμα, σκληρό από +την ψύχρα, η παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων. +Με τη δύναμι της αγάπης, ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν +αισθάνθηκαν την αθλιότητα της θέσεως τους. </p> + +<p>Αλλά, όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία, έστησαν κάτω από τα +μεγάλα δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. Ο Τριστάνος +ήξερε από παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του δάσους. +Μπορούσε να κάνη το αηδόνι, το μελισσοφάγο, το φλώρο, κι' όλο +το βασίλειο των πουλιών!.. </p> + +<p>Και, συχνά, πολυάριθμα πουλιά, τραβηγμένα από τη φωνή του, +κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας, με το λαιμό +φουσκωμένο, τα τραγούδια τους, — μέσα στο φως. </p> + +<p>Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο +δάσος. Γιατί κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους +κυνηγήση. Εγνώριζαν ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα +κλαδιά των δέντρων. Μια μέρα μολαταύτα, ένας από τους άπιστους +προδότες, ο Γκενελόν, — που καταραμένος νάναι από το Θεό — +παρασύρθηκε από την ορμή του κυνηγίου, κι' ετόλμησε να +προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του Μορουά. Εκείνο το +πρωί, στην παρυφή του δάσους, ο Γκορνεβάλης είχε ξεσελλώσει το +άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Κει κάτω, στην +καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά +αγκαλιασμένοι. </p> + +<p>Ξαφνικά, ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών: +με μεγάλη ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι, που είχε +ριχτεί στη χαράδρα. Μακρυά, στην πεδιάδα, φάνηκε ένας κυνηγός. +Ο Γκορνεβάλης τον εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν, ο άνθρωπος που +περισσότερο απ' όλους μισούσε ο Τριστάνος. Μόνος, χωρίς +ιπποκόμο, με τα σπηρούνια βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του +αλόγου του, έτρεχε στα τέσσερα. </p> + +<p>Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, ο Γκορνεβάλης, τον +παραμονεύει: γρήγορα έρχεται, αργά θα γυρίση. </p> + +<p>Περνάει. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του, +πιάνει το χαλινό, και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό +πούχε κάμει αυτός ο άνθρωπος, τόνε ρίχνει κάτω, τον κάνει +κομμάτια, και φεύγει, πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι. +</p> + +<p>Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα +κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι, απάνω στην ανθισμένη χλόη. Ο +Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα, με το κεφάλι του σκοτωμένου στο +χέρι. </p> + +<p>Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα, +αλληστρατισμένοι, σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος, +τούδωσαν στα τέσσερα, καταπράσινοι από το φόβο. Από τότε, +κανείς πεια δεν ήρθε να κυνηγήση στο δάσος. </p> + +<p>Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε, ο Γκορνεβάλης +κρέμασε από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας, και τα +πυκνά φύλλα το επλαισίωναν γύρω-γύρω. </p> + +<p>Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα +φύλλα, το κεφάλι που τον εκύτταζε. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν. +Ταραγμένος, σηκώνεται όρθιος. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει: +</p> + +<p>«Ησύχασε, είναι νεκρός. Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Γιε, +ήταν εχθρός σου!». </p> + +<p>Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του, ο πειο +μισητός, ο Γκενελόν, είναι σκοτωμένος! </p> + +<p>Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Ο +τρόμος φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι +κει μέσα. Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ +τ ο» τόξο, που πάντοτε πετύχαινε το στόχο, άνθρωπο ή αγρίμι +στο σημαδεμένο μέρος. </p> + +<p>Άρχοντες, ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα, στην εποχή του +θερισμού, λίγο μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά, +χαιρέτιζαν κελαδώντας την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Ο +Τριστάνος βγήκε από την καλύβα, έζωσε το σπαθί του, ετοίμασε +το «Αλάθευτο», και έφυγε να κυνηγήση στο δάσος. Μέχρι το βράδυ +κατακόπηκε από την κούρασι. Ω! όχι ποτέ άνθρωποι δεν +αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά. </p> + +<p>Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι, τσακισμένος από τη +βαρειά ζέστη, αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του. </p> + +<p>«Φίλε, που έλειπες όλη την ημέρα;» </p> + +<p> — Κυνηγούσα ένα ελάφι, κ' είμαι σκοτωμένος από την +κούρασι. Κύττα, ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. Θάθελα να +πέσω να κοιμηθώ». </p> + +<p>Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά, τη στρωμένη με δροσερά +χόρτα πρώτη ξαπλώθη η Βασίλισσα, και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα +της, αποθέτοντας το σπαθί του στη μέση, γυμνό. Τυχερό τους που +δεν είχανε βγάλει τα ρούχα τους. Η Βασίλισσα φορούσε στο +δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα ωραία σμαράγδια που της είχε +δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των γάμων. Τα δάχτυλά της +τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε απάνω το +δαχτυλίδι. Κοιμώντανε έτσι, σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα +χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του, το άλλο +ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν +καθόλου. Ούτε ένα φύσημα αύρας, ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Από +μια χαραμάδα της σκεπής, μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα +κ' έπεφτε στο πρόσωπο της Ιζόλδης, που έλαμπε σαν το χιόνι. +</p> + +<p>Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα +χόρτα ήτανε πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο +Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα +των σωμάτων, ακολούθησε τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την +καλύβα. Τους είδε να κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και +τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια. +Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες μακρυά, ανέβη τα σκαλιά +της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που προήδρευε σε +κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του. </p> + +<p>«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα; +Θάλεγε κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' +οπίσω τους να τα πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης +δικαιοσύνη για κανένα άδικο που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε +από το δάσος μου;» </p> + +<p>Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του +είπε: </p> + +<p> — «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε, +και μ' έπιασε φόβος. </p> + +<p> — Σε ποιο μέρος; </p> + +<p> — Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται +αγκαλιασμένοι. Έλα γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι. </p> + +<p> — Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους, +κοντά στον Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι +είδες. Θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης. </p> + +<p>Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο +Σταυρό. Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε +πάρα κάτω, θα πάη με αισχρό θάνατο. </p> + +<p>Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το +σπαθί του, και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία. +Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό +του: τι τρυφερότητα είχε δείξει τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη +η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν τους πιάση, ω! πώς θα +τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα εκδικηθή εκείνους που +τον ατίμασαν!... </p> + +<p>Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά. +Πήγαινέ με γρήγορα, γρήγορα, γραμμή». </p> + +<p>Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς +ακολουθεί τον κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που +άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος, +ένας από τους δυο, ο Θεός ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο. +Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά- σιγά. </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, κοντεύουμε. </p> + +<p>Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου +στα κλαδιά μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και +ξαφνικά, σ' ένα ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την +ανθοφορτωμένη καλύβα. </p> + +<p>Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει +κάτω, κι' εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και +ορκίζεται ακόμη μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή. +</p> + +<p>Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος, +κραδαίνοντας το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι +πένθος αν χτυπήση... Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν +αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί χωρίζει τα σώματά τους: </p> + +<p>«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που +ζουν μαζύ στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν +να τους χωρίζη αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι +μια ολόγυμνη λάμα που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και +φύλακας αγνότητος; Αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα +κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε θα τους σκοτώσω. Θάτανε +μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν ξυπνούσα τον Τριστάνο +κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο, πολύν καιρό θα +μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω έτσι ώστε, +ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους, ότι δε +θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε». </p> + +<p>Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο +της Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με +γουναρικό. «Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την +Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα κλαδιά για να κλείση την χαραματιά +από την οποία έμπαινε ο ήλιος. Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το +δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε δώσει στη Βασίλισσα: με +πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα η Βασίλισσα τόσο +είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την παραμικρή +προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που του +είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που +χώριζε τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί +που είχε σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι +του το δικό του, βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και +είπε στο δασοφύλακα. </p> + +<p>«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι +σου». </p> + +<p>Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια +πλουσία σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε +απάνω της και πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή +και ξύπνησε: τα με γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά +στο στήθος της. Με τη φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος, +θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί του και στη θέσι του βλέπει το +Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και η Βασίλισσα βλέπει στο +δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου: </p> + +<p>«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!» +</p> + +<p> — Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε +μόνος, θα φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και +θα μας κάψη μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...» </p> + +<p>Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για +την Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια +τους φέρνει αυτή η αγάπη! ... </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">Ι'. Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ </h4> + +<p> +Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα +ακολουθήσει ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα +μέσα στο σκοτεινό δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε. </p> + +<p>«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. +Πήρε το σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του, +μπορούσε να με χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν +ήθελε πάλι να με πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα +μάφησε το ίδιο το σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από +φόβο, παρά από τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας +συγχωρήσης. Να μας συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση +αθώωσι για ένα τέτοιο έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν +εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε. Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς, +του πηδήματος από την εκκλησιά, της ενέδρας κατά των λεπρών, +ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην προστασία του. Θυμήθηκε τότε το +παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα στα πόδια του, και τη χώρα +του Λοοννουά που για χάρι του εγκατέλειψα, και τη λόγχη του +Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την τιμή του. Θυμήθηκε ότι +δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια ζήτησα κρίσι, +δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της καρδιάς του +κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει κανείς. +Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την αγάπη +μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα +ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να +νικήσω σε μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη +σου, και για σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την +περικεφαλαία! Αλλά τι σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα +του την έδινα; Γιατί καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου; +Προ ολίγου, καταδιωγμένος απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και +να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. +Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική μου. Να τώρα που με τη +σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά μου κι' απόκτησε +πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε δίπλα του και +τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα της; Αντί +των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το άγριο +δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό +δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και +τον ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη +στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την +επήρε με το Νόμο της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους +ανθρώπους του τόπου του;» </p> + +<p>Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος +μέσα στη νύχτα. </p> + +<p>Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που +τους εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την +επάνοδο του Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το +χρυσό δαχτυλίδι, που είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς +Μάρκος. Σκέφτηκε: </p> + +<p>«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό +δαχτυλίδι, δεν είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με +παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι, είναι ο στοργικός άρχοντας που +από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στη χώρα του, με +υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον Τριστάνο! Αλλά +ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος στο +παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που +θα τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν +έπρεπε, γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες +να ζητάη κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου +ξεχνάει όλες αυτές της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή, +καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος, και ζη έτσι σαν άγριος!...» +</p> + +<p>Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν +τα βήματα του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και +να τον αλαφρώση από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το +«αλάθευτο» και τα βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί. </p> + +<p>«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά +Μάρκου. Ήρθε να μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε». </p> + +<p>Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο +Τριστάνος την είδε να κλαίη. </p> + +<p>«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά +Μάρκο! Αν μου επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ +ούτε με γεγονότα ούτε με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα, +όποιος ιππότης του Βασιλείου του από το Ντινάν μέχρι το +Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα μεύρισκε αντιμέτωπο +μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο Βασιλιάς ήθελε να +επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον υπηρετούσα με +μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν +προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα +στη Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου +κι' αν πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός +σας. Ιζόλδη, ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν +ήτανε η μίζερη αυτή ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον +καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν τον έρημο τόπο». </p> + +<p> — Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος +του. Ας γυρίσουμε σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε +έλεος από τον Ουράνιο Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!» </p> + +<p>Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που +οδηγούσε ο Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα +περνώντας τ' αγαπημένα δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως +μιλιά. </p> + +<p>Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που +έφτασαν στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο +Ογκρίν εδιάβαζε σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους +φώναξε τρυφερά: </p> + +<p>«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη +η τρέλλα σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!» </p> + +<p>Ο Τριστάνος του είπε: </p> + +<p>« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα +συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα, +θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να +με ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως +οφείλω». </p> + +<p>Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή, +θρηνητικά: </p> + +<p>«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή +αγάπησα τον Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα +σώματά μας τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν». </p> + +<p>Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε +παντοδύναμε Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω +αρκετά ώστε να μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους +συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε +μια επιστολή όπου ο Τριστάνος επρότεινε συμβιβασμό στο +Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο Τριστάνος την εσφράγισε +από κάτω με το δαχτυλίδι του. </p> + +<p> — Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης. +</p> + +<p> — Θα την πάω μοναχός μου. </p> + +<p> — Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την +παράτολμη εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους +ανθρώπους του Παλατιού. </p> + +<p> — Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη +στο ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον +ιπποκόμο μου, ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου». </p> + +<p>Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο +μαζύ με τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. +Στα τείχη, οι φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα +στην τάφρο και διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. +Πέρασε όπως άλλοτε τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε +τη μαρμάρινη σκάλα, την πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε +στο παράθυρο πίσω από το οποίο κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. +Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε. </p> + +<p>«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια +ώρα; </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια +επιστολή. Την αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε +κρεμάστε την απάντησί σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού. </p> + +<p> — Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με. </p> + +<p>Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα. +</p> + +<p>«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου! </p> + +<p>Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' +ένα ελαφρό πήδημα βρέθηκε στη σέλλα. </p> + +<p>«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν +το δρόμο». </p> + +<p>Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν +τον ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΑ'. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ </h4> + +<p> +Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το +γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον +το Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα +όσα παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και +κατά βάθος εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα. </p> + +<p>Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι' +όταν μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς: +</p> + +<p>«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ' +είστε υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα +συμβουλεύτε με, το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή». </p> + +<p>Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια +του, κι' όρθιος μπροστά στο Βασιληά: </p> + +<p>«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα +χαιρετίσματα και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία +του. Έπειτα προσθέτει: Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και +κατάκτησα την κόρη του Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την +έδωκαν. Ήμουν κύριος να την κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την +έφερα στον τόπο σας και σας τήνε παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την +πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας έκαμαν να πιστέψετε τα +ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε και κύριέ μου, +θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας λυπήθηκε. +Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη που +την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και +γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το +αξιοκατάκριτο; Η Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς, +έτρεξα να την βοηθήσω, και την επήρα. Μπορούσα να μείνω με +δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή την κατάστασι εκείνη που, +αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή της; Έφυγα μαζύ της +στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και να κατέβω +στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει +διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα +όπως τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω +οποιονδήποτε και να υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου +θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν +είχα για τη Βασίλισσα έρωτα τέτοιον που να σας προσβάλλη. +Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν αντίπαλο, κι' αν δεν +μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με μπροστά στους +ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να πάρτε +πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους +βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν, +απεναντίας, δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα +και θα πάω στον Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης, +και δεν θακούστε πεια ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε, +πάρτε συμβουλή από τους βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα +συμβιβασμό, θα ξαναπάω την Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την +επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον τόπο της». </p> + +<p>Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος +τους πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί +που την εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το +προτείνει, να πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της +Φρίζης. Παράγγειλέ του να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε +μέρα και γρήγορα». </p> + +<p>Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές: </p> + +<p>«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;». </p> + +<p>Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα: </p> + +<p>«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι +πρέπει να γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ +μέσα στα καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις +στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε +γρήγορα». </p> + +<p>Προσέθεσε: </p> + +<p>«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και +αγάπη». </p> + +<p>Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε +την επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο +ερημίτης διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο, +σύμφωνα με τη συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την +Ιζόλδη, μα όχι να κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή +του. Όσο για τον Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη +Βασίλισσα στα χέρια του Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο, +όφειλε ύστερα να περάση τη θάλασσα και να φύγη». </p> + +<p>«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι +ανάγκη μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ +αιτίας μου υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας +χαρίσω ένα δώρο, εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο +όπου πηγαίνω, θα σας στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη +θέλησί σας και στην πρώτη πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο, +αμέσως θα τρέξω». Στέναξε η Ιζόλδη και είπε: </p> + +<p>«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ +λαγωνικό δε θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω +θα σε θυμάμαι και θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα +δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το +στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από +μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν +πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. Αλλά μόλις το ιδώ, +καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα μ' εμποδίσουν +να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι. +</p> + +<p> — Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν. </p> + +<p> — Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι. </p> + +<p>Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη. </p> + +<p>Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο +Ογκρίν είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε +γουναρικό, πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα, +ερμίνα, σιντζάπια, κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη +ένα βασιλικό άλογο σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην, +σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' +αυτά τα αλλόκοτα και μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που +τόσον καιρό είχε μαζέψει. Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο +άλογο τα πλούσια υφάσματα και γύρισε κοντά στην Ιζόλδη: </p> + +<p>«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα +δώρα, για νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο +του Κινδύνου. Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω +καθόλου πείρα σ' αυτά τα πράγματα». </p> + +<p>Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι +εντός τριών ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό +με τη Βασίλισσα. Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την +τελετή. Όλοι επιθυμούσαν να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη, +όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους προδότες, τους τρεις που +ζούσαν ακόμη. </p> + +<p>Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με +το βέλος που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός. +Όσο για το δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα +τον σκοτώση μ' ένα ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που +μισεί την αδικία, θα δώση εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των +εχθρών των. </p> + +<p>Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του +Κινδύνου, τα λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και +στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη με της πλούσιες σκηνές των +βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε με την Ιζόλδη, κι' +από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία του και το +θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος και +είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο. </p> + +<p>«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι +ιππότες του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα +μπορούμε πεια να μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και +δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω αν ποτέ σου στείλω κανέναν +απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω! </p> + +<p> — Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την +πράσινη πέτρα, ούτε πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα +μεμποδίση να κάνω το θέλημα του φίλου μου. </p> + +<p> — Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη. </p> + +<p>Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά +του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. </p> + +<p>«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. +Σε λίγο θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές +ημέρες. Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο +Βασιληάς, στο θυμό του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη. +Ποιος θα με υπερασπιστή κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο +δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί +του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη νύχτα. Θα στείλω τον +Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με κακομεταχειρίζεται. </p> + +<p> — Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου +Όρρι. Όποιος σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το +Διάβολο». </p> + +<p>Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν +τους χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους +δικούς του, ο Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε +ο Ντινάς ντε Λιντάν. </p> + +<p>Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το +άλογο της Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε: </p> + +<p>«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά +σ' όλο τον κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για +να μπορέσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. +Ποτέ δεν εδικάστηκα. Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν +νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή, +αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω σε μακρυνόν τόπο». </p> + +<p>Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε +στα χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ' +εμπιστευόμενος τη Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να +πάρη συμβουλή. </p> + +<p>Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και +χίλιες περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα, +και χαριτωμένο φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο +μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση +τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση +και της τελευταίες οικονομίες του, για να την στολίση. Η ρόμπα +της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα μάτια της γαλανά, και +φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου. </p> + +<p>Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν +άλλοτε, ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την +στιγμή, ένας βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον +πείση: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ' +αυτόν θα εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου». </p> + +<p>Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι +προδότες είπαν: </p> + +<p>«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και +πιστά. Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε. +Αλλά, αν ο Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ' +αρχίσουν τα λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για +λίγον καιρό, και μια μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης». </p> + +<p>Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν' +απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη +Βασίλισσα, να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η +Βασίλισσα ντράπηκε μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε. </p> + +<p>Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας +στον ανηψιό του: </p> + +<p>«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό +μου ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα. +</p> + +<p> — Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα, +τίποτα. Όπως μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο +Βασιληά της Φρίζης». </p> + +<p>Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον +ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά, +δεν εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της. </p> + +<p>Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες, +γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να +υποδεχτούν την Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του +Τριστάνου, χαιρέτιζαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της +Βασίλισσας. Η καμπάνες χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους +δρόμους, στολισμένους με μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η +λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι κόμητες και οι πρίγκηπες, με +την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο +το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο τραπέζι, και για να +πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε την ελευθερία σε +εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι ιππότες, +δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα. </p> + +<p>Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη +Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος +τον έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι +προδότες! </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΒ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ </h4> + +<p> +Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι +σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα +από τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους +φθάση. Λοιπόν μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας +ακούγοντας το θόρυβο των κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε +το άλογο του στη μέση ενός ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του +καλπάζοντας και οι τρεις: </p> + +<p>«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς +δίκη, κ' ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν +είναι και πάλι άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι +του τόπου σου σας κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη +καλλίτερα να ζητήση μόνη της την κρίσι του Θεού. Τι θα της +στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι +δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα σίδερο κοκκινισμένο στη +φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν την εύκολη δοκιμή +θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες». </p> + +<p>Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος: </p> + +<p>«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που +ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό +μου. Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία; +Τι καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες, +δεν προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την +υπερασπίση, σας προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε. +Γιατί δε ζωστήκατε εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν +πήρατε τα κοντάρια σας; Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα. +Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι εδώ πέρα αυτόν που, από σας, +έδιωξα!» </p> + +<p>Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους. </p> + +<p>Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον +έβλεπαν κι' όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ... +</p> + +<p>«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας +δίναμε τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω +και πίσω θα σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι +την αγάπη σας!» </p> + +<p>Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του: </p> + +<p>«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την +αγάπη μου! Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις +από τον τόπο μου! </p> + +<p> — Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί, +για ν' ανέβη κανείς!» </p> + +<p>Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες. </p> + +<p>Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος +βάρεσε τ' άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της +αιθούσης, κ' η Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' +αντηχούν στης πλάκες. </p> + +<p>Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε +το σπαθί καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο +Μάρκος την πήρε από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη +ρίχνοντας απάνω του τα μάτια της, είδε τα ευγενικά +χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το θυμό. Τέτοιος της είχε +φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα μανιασμένος. </p> + +<p>«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο +Βασιλιάς». </p> + +<p>Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια +του Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. +Λίγο-λίγο πήρε κουράγιο εκείνη. </p> + +<p>«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι; </p> + +<p> — Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο. </p> + +<p> — Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι. </p> + +<p> — Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει +τάχα να τα πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;» </p> + +<p>Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα. </p> + +<p>«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις +προδότες που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις: +Αντρέ, Δενοαλέν, και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου. +</p> + +<p> — Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον +μου; </p> + +<p> — Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα. </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη +σκέψι του. Αλλά έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια +είπαν εναντίον μου. Κι' από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από +σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο, ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από +σας, Μεγαλειότατε, για να με υπερασπίση. </p> + +<p> — Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να +δικαιολογηθής με όρκο και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. +«Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν οφείλει από μόνη της να ζητήση την +κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα για τους αθώους. Τι θα της +εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. Έτσι μια για πάντα θα +μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό έλεγαν. Αλλ' ας +τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω». </p> + +<p>Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά. </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή +σας. Θα δικαιολογηθώ με όρκο. </p> + +<p> — Πότε; </p> + +<p> — Σε δέκα μέρες. </p> + +<p> — Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη. </p> + +<p> — Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να +παραγγείλετε στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ +με τον άρχοντα Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό +ιππότες ως τα σύνορα της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην +όχθη του ποταμού που χωρίζει τα Βασίλειά σας. Θέλω κει, +μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι μοναχά μπροστά στους +βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να ορκιστώ, κι' +οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά καινούργια +δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε θα +τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν +εγγυηταί της δίκης». </p> + +<p>Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του +Μάρκου στο Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον +Τριστάνο τον ακόλουθό της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό. </p> + +<p>Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα +μονοπάτια, ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου, +από πολλές ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του +ιστόρησε όλα τα συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα +της δίκης, την ώρα και τον τόπο που είχαν ορισθή. </p> + +<p>«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα, +μ' ένδυμα προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο, +αλλά τόσο καλά αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας +αναγνωρίση. Για να φθάση στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να +περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην αντίθετη όχθη, κει που θα +βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου, θα την περιμένετε. +Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την βοηθήστε. Η κυρία μου +φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει εμπιστοσύνη στην +καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα χέρια των +λεπρών». </p> + +<p> — Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες +της ότι θα κάνω το θέλημά της». </p> + +<p>Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ, +συνέβη να παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα +που άλλοτε ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην +καλύβα, και τους πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος, +είχε περηφανευτή για την προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα +λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε προσεχτικά με φυλλώματα, για να +πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε που ερχότανε καταπάνω του +ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να φύγη. Ο Περινίς τον +εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας: </p> + +<p>«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις, +αί; Κάθησε αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι' +όλα τον κόπο να σκάψης». </p> + +<p>Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και +κεφάλι έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο +Πιστός, έσπρωξε με το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον +σκεπασμένο με φύλλα. </p> + +<p>Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι +βαρώνοι της Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους, +έφθασαν — λαμπρή συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον +ποταμό. Από την αντικρυνή όχθη, οι ιππότες του Βασιληά +Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' αστραφτερά τους λάβαρα. </p> + +<p>Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος +στην όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο +δισκάκι του και με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε +ελεημοσύνη. </p> + +<p>Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη, +η Ιζόλδη ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν: </p> + +<p>«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να +λερώσω τα μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας +πορθμέας να με βοηθήση». </p> + +<p>Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή. </p> + +<p>«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε +τη Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε +βλέπω, μη λυγίσης στη μέση του δρόμου». </p> + +<p>Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του +είπε κείνη σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον +άμμο». </p> + +<p>Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη +Βασίλισσα σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες +άδραξαν τα κουπιά και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο. +</p> + +<p>«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή +από μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους». </p> + +<p>Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον +προσκυνητή. </p> + +<p>Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω +ένα πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα +λείψανα των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο +άρχοντας Γκωβαίν, ο Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό +την επίβλεψί τους. </p> + +<p>Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα +στολίδια της από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους +φτωχούς επαίτες. Έβγαλε τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο +σάλι, και τάδωσε κι' αυτά. Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το +φόρεμά της, και τα ποδήματά της τα στολισμένα με πολύτιμα +πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια τουνίκα χωρίς μανίκια, +και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά, προχώρησε μπροστά στους +Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν σιωπηλοί, κ' +έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με +τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και +είπε: </p> + +<p>«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και +σεις άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις +όλοι που ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και +σ' όλα τα άγια λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι +ότι ποτέ κανείς άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε +στα χέρια του εκτός από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι' +από το φτωχό προσκυνητή που προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα +πόδια σας. </p> + +<p> — Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος; </p> + +<p> — Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι +του την αληθινή. </p> + +<p> — Αμήν, είπε η Ιζόλδη». </p> + +<p>Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη. </p> + +<p>Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα +γυμνά μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί, +έκανε εννιά βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα +σταυρόν, ανοιχτά. Κι' όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε +απείραχτο και αβρό σαν το δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς. </p> + +<p>Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε +προς το Θεό. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΓ'. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ </h4> + +<p> +Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ' +έρριξε μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε +βαθειά στην καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που +είχε δώσει στο Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την +Κορνουάλλη. </p> + +<p>Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο +Βασιληάς την αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς +Αρθούρος θ' ανελάμβανε την προστασία της, και στο μέλλον, +καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί +να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε +κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την ησυχία της Ιζόλδης. +Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη απόφασι πως για +τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του προσκυνητή +— στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια του. +</p> + +<p>Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση +από τον τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη +ημέρα, αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και +είπε στο Γκορνεβάλη: </p> + +<p>«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη +χώρα της Ουαλλίας.» </p> + +<p>Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος +τους περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου +άλλοτε ο Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η +νύχτα. Στη στροφή, όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να +υψώνεται στην ξαστεριά τ' ουρανού τον εύρωστο κορμό του +μεγάλου πεύκου. </p> + +<p>«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. +Θα γυρίσω σε λίγο. </p> + +<p> — Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;» </p> + +<p>Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι' +όλα το κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο +μαρμαρένιο πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα, +καλοκομμένα ξυλάκια στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε +πεια. Με φρόνιμα και αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε +άλλοτε η Βασίλισσα, ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι. </p> + +<p>Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε +άγρυπνη η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του +παραθύρου όπου έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή +ενός αηδονιού. </p> + +<p>Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να +μαγέψη τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο +γλυκειά που καμμιά σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα +μπορούσε να την ακούση δίχως να συγκινηθή. «Από που νάρχεται +αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε: +»Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο δάσος του Μορουά έκανε, +για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών. Φεύγει, κι' αυτό, +είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι το αηδόνι, +όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με μεγάλη +θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!» </p> + +<p>Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία. </p> + +<p>«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και +τους όρκους που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι +με νοιάζει ο θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!» </p> + +<p>Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο +σχεδόν κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη +γειτονική αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με +τη σειρά τους. Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε +ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά στης πόρτες και στα παράθυρα, +φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη, είχαν όλοι αποκοιμηθή, +πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η Ιζόλδη πέρασε τα +ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας. Έκαμε +κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς. +Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε. </p> + +<p>Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. +Σφιχτά δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως +την αυγή, σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον +Βασιληά και όλους τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι +εγλέντησαν τη χαρά τους και την αγάπη τους. </p> + +<p>Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες +μέρες, καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να +πάη στης δίκες του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου +Όρρι, και τόλμησε κάθε πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από +τον κήπο ως της αίθουσες των γυναικών. </p> + +<p>Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον +Ντενοαλέν, και τον Γκοντοΐν. </p> + +<p>«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη +φωληά. </p> + +<p> — Ποιος; </p> + +<p> — Ο Τριστάνος. </p> + +<p> — Πότε τον είδες; </p> + +<p> — Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και +σεις αύριο την αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του +ζωσμένο, ένα τόξο στο χέρι, δυο βέλη στο άλλο. </p> + +<p> — Πού θα τον δούμε; </p> + +<p> — Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω +τι θα μου δώστε; </p> + +<p> — Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος +σκλάβος. </p> + +<p> — Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να +ιδή στο δωμάτιο της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που +βρίσκεται πειο ψηλά στο τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα +τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης σκεπάζει τη θέα. Ένας από +τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον κήπο. Θα κόψη ένα +μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας σκαρφαλώση τότε +ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το κλαδί το πανί +της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε τότε ό,τι +σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!» </p> + +<p>Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος +πρώτος θάχε τη χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος +συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την +αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη μέρα την αυγή, ωραίοι +Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο! </p> + +<p>Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος, +αφήνοντας την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του +παλατιού μέσα από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς +έβγαινε από μια λόχμη, κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον +Γκοντοΐν που έβγαινε από τον πύργο του. </p> + +<p>Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε +παραμονεύοντας: </p> + +<p>«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με +αντιληφθή πριν από την στιγμή που θέλω!» </p> + +<p>Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο +Γκοντοΐν πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος +βγήκε από τη λόχμη απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του, +σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος ήτανε εκτός βολής φτασμένος. +</p> + +<p>Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας +σιγά-σιγά το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην, +ο Ντενοαλέν, ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο +Τριστάνος τον παραφύλαξε, κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον +είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά του να ξετρυπώσουν κάποιο +αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και πυκνών χόρτων. Μα, +προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα του, ο κύριός +τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα μπορέση να +την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος +πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον +εχτρό του. Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: +«Μ' έφαγες!», κ' έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το +κεφάλι, έκοψε της μπούκλες που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό +του, και της έχωσε στη μπότα του. Ήθελε να της δείξη στην +Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της φίλης του. «Αλλοίμονο! +συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε! αχ, να μη μπορέσω +να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!» </p> + +<p>Καθάρισε το σπαθί του, το ξανάβαλε στη θήκη, έσυρε απάνω +από το πτώμα έναν κορμό δέντρου, κι' αφήνοντας το βουτηγμένο +στο αίμα, έφυγε, με το σκουφάκι στο κεφάλι, για τη φίλη του. +</p> + +<p>Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει. +Σκαρφαλωμένος κι' όλα στο ψηλό παράθυρο, είχε χώσει το μακρύ +κλαδί του μέσ' την κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν +απομακρύνει δυο άκρες του υφάσματος και κύτταζε μέσα στο +καλοστρωμένο δωμάτιο. Στην αρχή δεν είδε κανέναν άλλο εκτός +από τον Περινίς. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα κρατώντας ακόμα το +χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη Βασίλισσα με τα +χρυσά μαλλιά». </p> + +<p>Αλλά να, μπήκε η Ιζόλδη. Έπειτα ο Τριστάνος. Κρατούσε σ' το +ένα του χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές +μπούκλες ανδρός. Έβγαλε την κάπα, και φάνηκε το ωραίο του +σώμα. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η Ξανθή για να τον χαιρετίση, και +καθώς σηκωνότανε, με το κεφάλι στραμμένο απάνω του, βλέπει τη +σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν, ριγμένη στο παραπέτασμα. Ο +Τριστάνος της έλεγε: </p> + +<p>«Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες; είναι του Ντενοαλέν. +Σου πήρα εκδίκηση απάνω του. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε +θα πουλήση θώρακα ούτε κοντάρι! </p> + +<p> — Καλά, άρχοντα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας, παρακαλώ. +Θάθελα να ιδώ αν τεντώνεται εύκολα». </p> + +<p>Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι, χωρίς να καταλαβαίνη +καλά. Η Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε, κύτταξε +αν η χορδή ήτανε καλή, και με σιγανή και γρήγορη φωνή: </p> + +<p>« — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει, είπε. Σημάδεψε καλά +Τριστάνε!» </p> + +<p>Πήρε την κατάλληλη στάσι, σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά +στην κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. «Ο Θεός να +οδήγηση καλά αυτό το τόξο». Είπε, γυρίζει κατά το τείχος, +ρίχνει. Το μακρύ βέλος σφυρίζει στον αέρα, ταχύτερο από +χελιδόνι και γεράκι, βγάζει το μάτι του προδότη, ξεσκίζει το +μυαλό του, σαν τη σάρκα μήλου, και σταματάει παλλόμενο απάνω +στο κρανίο. Δίχως κιχ, ο Γκοντοΐν σωριάζεται και πέφτει απάνω +σ' ένα στύλο. </p> + +<p>«Και τώρα φίλε, φεύγε, λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. Το +βλέπεις οι προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. Ο Αντρέ ζη, +θα το προδώση στο Βασιληά. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην +καλύβα του δασοφύλακα. Φεύγα, φίλε. Ο Περινίς ο Πιστός θα +κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος, τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη +τίποτα ο Βασιληάς. Αλλά συ, φεύγα απ' αυτόν τον τόπο, για τη +σωτηρία τη δική σου και τη δική μου». </p> + +<p>Ο Τριστάνος είπε: </p> + +<p>«Πώς θα μπορέσω να ζήσω; </p> + +<p> — Ναι, φίλε Τριστάνε, είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε +σα δεμένοι σε μια ζωή, ο ένας με τον άλλο. Και γω πώς θα +μπορέσω να ζήσω; Το σώμα μου μένει εδώ. Έχεις την καρδιά μου. +</p> + +<p> — Ιζόλδη, φίλη, φεύγω, δεν ξέρω για ποιον τόπο. Αλλ' +αν ποτέ ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, θα κάμης +ό,τι σου ζητήσω μ' αυτό; </p> + +<p> — Ναι, το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την +πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε Βασιλική +διαταγή θα μ' εμποδίσουν να κάνω τη θέλησι του φίλου μου, κι' +ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας είναι! </p> + +<p> — Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε +ανταμείψη. </p> + +<p> — Φίλε, ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!» </p> + +<p>Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία, στον τόπο του ευγενικού +Δούκα Γκιλαίν. Ο Δούκας ήτανε νέος, ισχυρός, αγαθός. Τον +εδέχθη σαν έναν ευπρόσδεκτο ξένο. Για να κάνη χαρά και τιμή +στον Τριστάνο, τίποτα δεν παράλειψε. Αλλά ούτε η περιπέτειες +ούτε η γιορτές μπόρεσαν να καταπραΰνουν την αγωνία του +Τριστάνου. </p> + +<p>Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα, τόσο +θλιμμένη ήταν η καρδιά του, που αναστέναζε χωρίς να το +καταλαβαίνη, δυνατά. Ο Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του +διάταξε να του φέρουν στο ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο +σκυλλάκι του που με μαγεία στης θλιβερές ώρες, εγοήτευε τα +μάτια του και την καρδιά του. Σ' ένα τραπέζι σκεπασμένο με +ευγενική και πλούσια πορφύρα, ετοποθέτησαν το σκυλλάκι του +Πτικρού. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε στείλει +από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. Κανείς δε +θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και +την καλλονή του. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες +θαυμάσιες διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι +τρίχωμα είχε. Ο τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το +χιόνι, τα πισινά του πειο πράσινα από τριφύλλι, το ένα από τα +πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα, το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι, η +κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι, η ράχη ρόδινη. Αλλά όταν το +κύττταζε κανείς πειο πολύ, όλα αυτά τα χρώματα χόρευαν στα +μάτια και άλλαζαν, πότε άσπρα και κίτρινα, πράσινα, μπλε, +πορφυρά, σκοτεινά ή φωτεινά. Στο λαιμό του, κρεμότανε από μια +χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι, που τόσο χαρωπά, καθαρά, και +γλυκά χτυπούσε, ώστε ακούγοντάς το, η καρδιά του Τριστάνου +μαλάκωσε, εγλυκάθη, κι' ο πόνος του έλυωσε. Δε θυμώτανε πεια +καμμιά από της πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για +τη Βασίλισσα. Γιατί αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του +κουδουνιού: η καρδιά σαν το άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά, +τόσο χαρωπά, τόσο καθαρά, ξεχνούσε κάθε πόνο. Κ' ενώ ο +Τριστάνος, συγκινημένος, από τη μαγεία, χάιδευε το μικρό +μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη, και του οποίου το +τρίχωμα φαινότανε, στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο +ύφασμα, συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την +Ιζόλδη. Μα πώς να κάμη; Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού +περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, και κανείς δε θα μπορούσε, +ούτε με παρακαλετά ούτε με πονηρίες, να τον καταφέρη να του το +πάρη. </p> + +<p>Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα: </p> + +<p>«Άρχοντα, τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα +σου από το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό, που σας ζητεί τόσο +βαρείς φόρους; </p> + +<p> — Μα την αλήθεια, θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα +πλούτη μου ό,τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. Αλλά κανείς δε θα +τολμήση να τα βάλη με το γίγαντα. </p> + +<p> — Να λόγια θαυμάσια, ξανάπεν ο Τριστάνος. Αλλά σ' +έναν τόπο μόνο με την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το +χρυσάφι της Παβίας, δε θα παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου +να πολεμήσω το γίγαντα. </p> + +<p> — Τότε, είπεν ο Δούκας Γκιλαίν, ο Θεός ο υιός της +Παρθένου να σας συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!» +</p> + +<p>Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά +του. Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. Στο τέλος η αντρεία +ενίκησε τη δύναμι, το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο, κι' ο +Τριστάνος έκοψε τη δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο +Δούκα. </p> + +<p>«Άρχοντα, γι' ανταμοιβή, καθώς υποσχεθήκατε, δώστε μου τον +Πτικρού, το μαγεμένο σκυλλάκι σας. </p> + +<p> — Φίλε, τι εζήτησες;! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα +την αδερφή μου και το μισόν τόπο μου. </p> + +<p> — Άρχοντα, ωραία είναι η αδερφή σου, κι' ωραία είναι +επίσης η χώρα σου. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό, +τώκανα για να κερδίσω το μαγεμένο σκυλλί σας. Θυμηθήτε την +υπόσχεσί σας! </p> + +<p> — Πάρ' το λοιπόν. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη +χαρά των ματιών μου και τη χαρά της καρδιάς μου!». </p> + +<p>Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της +Ουαλλίας, γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους +του στην Κορνουάλλη. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και +το παράδωσε κρυφά στη Βασίλισσα. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον +τραγουδιστή, και στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα +της Ιρλανδίας της έστελνε αυτό το δώρο. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ' +έφτιασε για το σκυλλί ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι +και πολύτιμα πετράδια, κι' όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της, για +θύμησι του φίλου της. Και κάθε φορά που το κύτταζε, λύπη, +αγωνία, νοσταλγίες, έφευγαν από την καρδιά της. </p> + +<p>Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. Αν εύρισκε τόση γλύκα να +το κυττάζη, ήταν, συλλογιζότανε, επειδή τώστελνε ο Τριστάνος. +Ήταν δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε +λύπη. Αλλά μια μέρα αντελήφθη, ότι ήτανε μαγεία, κι' ότι +μοναχά το ντιν-ντιν του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της. +</p> + +<p>«Α! σκέφτηκε, στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον +τρόπο, ενώ ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος; Θα μπορούσε να +κρατήση αυτό το μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον +πόνο του. Αλλ' από ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το +στείλη, να μου δώση τη χαρά του και να ξαναπάρη τη λύπη του. +Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα, Τριστάνε, θέλω να υποφέρω όσο +υποφέρεις και συ». </p> + +<p>Πήρε το μαγικό κουδουνάκι, άκουσε μια τελευταία φορά το +ντιν-ντιν, τώλυσε σιγά-σιγά. Έπειτα, από το ανοιχτό παράθυρο, +τώρριξε στη θάλασσα. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΕ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ </h4> + +<p> +Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο +ένας χωρίς τον άλλο. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος, +αλλά ήτανε μαζύ και ο θάνατος και η ζωή. </p> + +<p>Γύρισε της θάλασσες, τα νησιά, και τους τόπους, για να +διώξη την απελπισία του. Ξαναείδε την πατρίδα του, το +Λοοννουά, όπου ο Ρόχαλτ ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα +τρυφερότητος. Αλλά, μη βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου +του, ο Τριστάνος έφυγε στα δουκάτα και στα βασίλεια, ζητώντας +περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην Φρίζα, από την Φρίζα στη +Γαβοΐα, από τη Γερμανία στην Ισπανία, πολλούς άρχοντες +υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Αλλοίμονο! δυο +ολόκληρες χρονιές, κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη, +ούτε καλό ούτε κακό. </p> + +<p>Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον +λησμονούσε. </p> + +<p> +Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα, καθώς εκάλπαζε με μόνο τον +Γκορνεβάλη, να μπη στη χώρα της Βρεττάνης. Πέρασαν μια πεδιάδα +λεηλατημένη. Παντού τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους, +χωράφια — ωργωμένα από τη φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν +στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος: +</p> + +<p>«Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές +η περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την +ξαναϊδώ. Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης +χώρες που γύριζα; Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. Στο +Τινταγκέλ, ο Βασιληάς την τιμάει και την υπηρετεί. Ζη μέσα στη +χαρά. Βέβαια το κουδουνάκι του μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά. +Με ξεχνάει, και λίγο τη μέλει για της περασμένες χαρές και +λύπες, λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο που περιπλανιέται σ' +αυτόν τον καταστραμμένο τόπο, Κ' εγώ λοιπόν δε θα ξεχάσω ποτέ +κείνη που με ξεχνάει; Ποτέ δε θα βρω κάποια που να γιατρέψη τη +λύπη μου;» </p> + +<p>Δυο μέρες, ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια +και της πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή, άνθρωπο, σκύλλο, +κόκκορα. Την τρίτη μέρα, κατά το δείλι, πλησίασαν σ' ένα λόφο +όπου υψωνότανε ένα παληό εξωκκλήσι, και πολύ κοντά το οίκημα +ενός ερημίτη. Ο ερημίτης δε φορούσε φορέματα από υφάσματα, +παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και μάλλινα κουρέλια στη ράχι. +Προύμητα στο χώμα, με τα γόνατα και τους αγκώνες γυμνούς, +παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του εμπνεύση σωτήριες +προσευχές. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους φρεσκοφερμένους, +κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο, πήρε τάρματα του +Τριστάνου, έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Δεν τους έδωσε πλούσια +φαγιά, αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με +στάχτη. Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε +καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν +αυτός ο ρημαγμένος τόπος. </p> + +<p>«Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης, +του Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια +και χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά +υποστατικά. Ο κόμης Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. Οι +στρατιώτες του έσπειραν παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε +πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν για όλη τους τη ζωή +πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος. </p> + +<p> — Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ +τάκαμε όλα αυτά στον Άρχοντά σας, το Χόελ; </p> + +<p> — Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου. +Μάθετε, ότι ο Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. Λοιπόν, ο +Δούκας έχει μια κόρη, μια πεντάμορφη κόρη, κι' ο κόμης ήθελε +να την πάρη γυναίκα. Αλλά ο πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ' +ένα υποτελή, κι' ο κόμης Ριόλ θέλησε να την πάρη δια της βίας. +Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή τη δουλειά!» </p> + +<p>Ρώτησε ο Τριστάνος: </p> + +<p>«Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη, βαστάει τον πόλεμο; </p> + +<p> — Με μεγάλη δυσκολία, Άρχοντα. Μολαταύτα το τελευταίο +του φρούριο το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη, γιατί δυνατά είναι τα +τείχη του, και δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του, του +Καερντέν, του καλού ιππότη. Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα +και πεινάνε: θα μπορέσουν να βαστήξουν πολύ ακόμη;» </p> + +<p>Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του +Κάρχαιξ. </p> + +<p>«Άρχοντα, δυο μίλλια μοναχά». </p> + +<p>Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο +ερημίτης και μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος +αποχαιρέτισε τον σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ. +</p> + +<p>Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο +μια περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί +κεφαλής των μαζύ με το γυιό του Καερντέν. Είπε τ' όνομά του +κι' ο Τριστάνος του είπε: </p> + +<p>«Είμαι ο Τριστάνος, Βασιληάς του Λοοννουά, κι' ο Μάρκος ο +Βασιλιάς της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Έμαθα, άρχοντα, ότι +οι υποτελείς σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου +προσφέρω της υπηρεσίες μου. </p> + +<p> — Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε, πηγαίνετε το δρόμο σας +κι' ο Θεός να σας ανταμείψη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα; Δεν +έχουμε πεια τροφές. Καθόλου σιτάρι, μόνον με κουκιά και +κριθάρι βαστιώμαστε. </p> + +<p> — Τι με μέλει; είπεν ο Τριστάνος. Έζησα δυο χρόνια +ολόκληρα σ' ένα δάσος και ζούσα με χόρτα, ρίζες, και με +κυνήγι, και μάθετε ότι εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. Διατάχτε να +μ' ανοίξουν την πόρτα». </p> + +<p>Ο Καερδέν είπε τότε: «Αφού είναι τόσο γενναίος, πατέρα, +δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα καλά μας και στης δυστυχίες +μας». </p> + +<p>Με τιμή τον εδέχτηκαν. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα +τείχη, και στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με +πασσάλους, όπου κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες +τούδειξε μακρυά στον κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε +στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε +στον Τριστάνο: </p> + +<p> — Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η +μητέρα μου κι' η αδερφή μου. </p> + +<p>Με τα χέρια ενωμένα, μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Η +μητέρα και η κόρη, καθισμένες σ' έναν καναπέ, κεντούσαν με +χρυσή κλωστή ένα πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν +κάποιον παληό σκοπό: έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη, καθισμένη στον +άνεμο κάτω από τον άσπρο βάτο, πεθυμάει και περιμένει το φίλο +της, το Ντον, που τόσο πολύ αργεί νάρθη. Ο Τριστάνος της +χαιρέτησε, αντιχαιρέτισαν εκείνες, κ' έπειτα οι δυο ιππότες +κάθησαν δίπλα τους. Ο Καερδέν δείχνοντας τ' ωραίο τούλι που +κεντούσε η μητέρα του: </p> + +<p>«Κυττάχτε, είπε, ωραίε φίλε Τριστάνε, τι εργάτισα είναι η +μητέρα μου. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και +τ' άμφια, για να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Και πώς τα +χέρια της αδερφής μου κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο +μεταξωτό. Μα την πίστι, ωραία αδερφή, με το δίκηο σου να σε +λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!». </p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος, ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη, την +εκύτταξε πειο γλυκά, και χαμογελώντας. </p> + +<p>Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια +μακρυά από το Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του +Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν πεια να περάσουν της πόρτες να τον +χτυπήσουν. </p> + +<p>Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και +δώδεκα νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους +θώρακας και της περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος +των ελάτων μέχρι της εχθρικές σκηνές. Έπειτα, ορμώντας ξαφνικά +από το μέρος που παραμόνευαν, άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του +κόμητος Ριόλ. Απ' αυτή τη μέρα, αλλάζοντας πονηρίες και +αντρεία, έρριχναν κάτω της σκηνές του, χτυπούσαν της +εφοδιοπομπές, σκότωναν τους άντρες, και ποτέ δεν εγύριζαν στο +Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Έτσι, ο Τριστάνος κι' ο +Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι' +ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο +τους, καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία. </p> + +<p>Λοιπόν, καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές, συζητώντας +για ευγένεια και ιπποτισμό, συχνά ο Καερδέν παινούσε στον +αγαπητό του σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια, την απλή, +την ωραία. </p> + +<p>Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε +λαχανιάζοντας από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες +φωνάζοντας: </p> + +<p>«Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να +κάνη επίθεσι!» </p> + +<p>Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν +στον κάμπο να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η +τριγωνικές σημαίες των ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ +που προχωρούσε σε καλή τάξι. Ο Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν +παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των ιπποτών, μπρος στης +πόρτες των τειχών. </p> + +<p>Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου, σταμάτησαν τάλογα, με τα +κοντάρια χαμηλωμένα, ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω +τους τα βέλη. </p> + +<p>Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία +είχε ξυπνήσει ο φρουρός. Δένει της μπότες του, περνάει το +κοντοκάπι του, της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια. +Φορεί το θώρακα, σιάζει την περικεφαλαία. Ανεβαίνει, +σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την +ασπίδα σηκωμένη στο στήθος, φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν +καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν κι' όλα κατά τα τείχη. +Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα των αλόγων που +σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και τα +χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που +κάτω από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα. +Μπροστά σε όλους, ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει, +βλέποντας νάρχεται απάνω του ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός +του κόμητος Ριόλ. Ώρμησαν με τα κοντάρια χαμηλωμένα και +χτυπήθηκαν. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το δικό του χωρίς να +κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο χτύπημα παραμέρισε +την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το μαυρειδερό σίδερο +στο πλευρό, ως τη λαβή. Αναποδογυρισμένος από τη σέλλα ο +ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει. </p> + +<p>Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' +απάνω του Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο +Τριστάνος του κόβει το δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του +Τριστάνου έσπασε στα χέρια του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο +στήθος του εχθρικού αλόγου, πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε +νεκρό, χάμω στο λειβάδι. </p> + +<p>Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο +χέρι: </p> + +<p>«Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' +αφίνει τον κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός +απ' αυτό το λειβάδι. </p> + +<p> — Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ, +σπρώχνοντας κατ' απάνω του το άτι. </p> + +<p>Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και +σηκώνοντας το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην +περικεφαλαία του Ριόλ: την εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε +κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι γλύστρησε από τον ώμο του +ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο κλονίστηκε κ' έπεσε +χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και σηκώθηκε πάλι +όρθιος. Πεζοί κ' οι δύο, με της ασπίδες τρυπημένες, +τσακισμένες, με της κάσκες σαλατιασμένες, σμίγουν και +χτυπιούνται. Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι +της κάσκας. Το χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο, +που ο κόμης έπεσε χάμω, στα γόνατα και στα χέρια. </p> + +<p>«Σήκω τώρα αν μπορής, υποτελή, του φωνάζει ο Τριστάνος. +Κακή ώρα ήρθες δω πέρα, και θα πεθάνης!» </p> + +<p>Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα +χτύπημα πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει +ακάλυπτο. Ο Ριόλ ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη +ζωή, κι' ο Τριστάνος πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί +απ' όλες της μεριές οι βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν +τον κύριό τους. Αλλά ο κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος, +αιχμάλωτος. </p> + +<p>Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ, να +του ορκισθή πάλι πίστι και τιμή, να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα +χωριά και της πολιτείες. Στη διαταγή του, η μάχη έπαψε, κι' +απεμακρύνθη ο στρατός του. </p> + +<p>Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ, ο Καερδέν είπε στον +πατέρα του: </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Δε +βρίσκεται καλλίτερος ιππότης, κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από +ένα βαρώνο με τέτοια αντρεία». </p> + +<p>Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του, ο Δούκας Χοέλ +εκάλεσε τον Τριστάνο: </p> + +<p>«Φίλε, ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά, που έσωσες +αυτόν τον τόπο. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Η +κόρη μου η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών, +βασιλιάδων και βασιλισσών: πάρτε την. Σας τη δίνω». </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, την παίρνω, είπεν ο Τριστάνος. </p> + +<p>Α! Άρχοντες, γιατί είπε αυτόν το λόγο; Γι' αυτόν το λόγο +πέθανε. </p> + +<p>Όρισαν την ημέρα, ώρισαν την προθεσμία. Ο Δούκας έρχεται με +τους φίλους του, ο Τριστάνος με τους δικούς του. Ο εφημέριος +του παλατιού ψέλνει τη λειτουργία. Μπροστά σ' όλους, στην +πόρτα του μοναστηριού, σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας, +ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. +Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και πλούσιοι. Μα σαν ήρθε η νύχτα, +ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου τούβγαζαν τα ρούχα του, συνέβηκε +ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό μανίκι του κοντοκαπιού, να +παρασύρουν από το δάχτυλο του το δαχτυλίδι με την πράσινη +πέτρα, το δώρο της Ιζόλδης. Καθαρό ήχο άφησε πέφτοντας στης +πλάκες. </p> + +<p>Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει. Ξυπνάει τότε η παληά +αγάπη του· κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε. +</p> + +<p>Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το +δώρο: μέσα στο δάσος του τώδωκε, στο δάσος όπου προς χάρι του +είχε κακοπαθήσει στην τραχειά ζωή. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα +στην άλλη Ιζόλδη, ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. Τι τρέλλα +χτύπησε την καρδιά του ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη +του για προδοσία; Όχι· αυτή υπόμενε για χάρι του όλες της +δυστυχίες, μόνο αυτός την είχε προδώσει. </p> + +<p>Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του, την απλή, την +ωραία. Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. Και στης δυο είχε +φανή άπιστος. </p> + +<p>Μολαταύτα, η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, παραξενευότανε να +τον ακούη, ξαπλωμένο δίπλα της, ν' αναστενάζη. Στο τέλος, σαν +ντροπιασμένη λίγο του είπε: </p> + +<p>«Αγαπητέ Άρχοντα, μη σας πρόσβαλα σε τίποτα; Γιατί δε μου +δίνετε ούτ' ένα φιλί; Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου, κι' +αν μπορώ, θα σας ανταμείψω ωραία. </p> + +<p> — Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, μη θυμώσετε, αλλά έχω +δώσει όρκο. Άλλοτε, σε άλλον τόπο, είχα πολεμήσει ένα +δράκοντα, κι' ήρθα κοντά στο θάνατο, όταν θυμήθηκα τη +Θεομήτορα. Της έδωκα υπόσχεσι, ότι αν είχε την καλωσύνη να μ' +ελευτερώση από το θεριό, αν έπαιρνα ποτέ γυναίκα, ένα χρόνο +ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα. </p> + +<p> — Λοιπόν, είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, θα το +υπομείνω όπως μπορώ». </p> + +<p>Αλλά όταν η υπηρέτριες, το πρωί, της φόρεσαν τον πέπλο των +παντρεμμένων γυναικών, γέλασε θλιβερά, και συλλογίστηκε ότι +δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΣΤ'. ΚΑΕΡΔΕΝ </h4> + +<p> +Μερικές ημέρες αργότερα ο Δούκας Χοέλ, ο αυλάρχης του, και +όλοι οι κυνηγοί του, ο Τριστάνος, η Ιζόλδη με τα λευκά χέρια +κι' ο Καερδέν, εβγήκαν μαζύ από το παλάτι για να κυνηγήσουν +στο δάσος. Σ' ένα στενό δρόμο, ο Τριστάνος κάλπαζε δίπλα στον +Καερδέν που κρατούσε με το δεξί του χέρι τα χαλινάρια του +αλόγου της Ιζόλδης με τα Λευκά χέρια. Λοιπόν, το άλογο +σκόνταψε σ' ένα λάκκο νερό. Το νερό πετάχτηκε δυνατά, και τα +ρούχα της Ιζόλδης έγιναν μουσκίδι: απάνω από τα γόνατα ανέβηκε +η κρυάδα. Άφησε εκείνη μικρή φωνή, και σπηρούνισε το άλογό της +γελώντας τόσο δυνατά και καθαρά ώστε ο Καερδέν τρέχοντας πίσω +της, την ερώτησε: </p> + +<p>«Ωραία αδερφή, γιατί γελάτε; </p> + +<p> — Για μια ιδέα που μου ήρθε, ωραίε αδερφέ. Όταν το +νερό πετάχτηκε απάνω μου, του είπα: «Νερό, είσαι τολμηρότερο +από όσο υπήρξε ποτέ ο Τριστάνος ο τολμηρός!». Γι' αυτό γέλασα. +Αλλά πολλά είπα, αδερφέ, και μετανοιώνω». </p> + +<p>Ο Καερδέν, παραξενεμένος, την ετσίτωσε τόσο πολύ με της +ερωτήσεις, ώστε στο τέλος αναγκάσθηκε να του πη την αλήθεια +για το γάμο της. </p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος τους έφτασε, κ' εκάλπασαν μαζύ κι' οι +τρεις, αμίλητοι, μέχρι το σπήτι του κυνηγιού. Κει κάλεσε ο +Καερδέν τον Τριστάνο να κουβεντιάσουν, και του είπε: </p> + +<p>«Άρχοντα Τριστάνε, η αδερφή μου μού ωμολόγησε την αλήθεια +για τους γάμους σας. Σε είχα αδερφό και σύντροφο. Αλλά δεν +κράτησες πίστι, και ντρόπιασες το σύνδεσμό μας. Από δω και +πέρα, αν δεν μου δώστε ικανοποίησι, μάθετε ότι σας προκαλώ». +</p> + +<p>Ο Τριστάνος απάντησε: </p> + +<p>«Ναι, ήρθα εδώ σε σας για δυστυχία σας. Αλλά μάθε τη συφορά +μου, ωραίε γλυκέ φίλε, αδερφέ και σύντροφε, και ίσως η καρδιά +σου μαλακώση. Μάθε ότι έχω μια άλλη Ιζόλδη, ωραιότερη απ' όλες +της γυναίκες, που υπέφερε και υποφέρει ακόμη προς χάρι μου +χίλιες πίκρες. Βέβαια η αδερφή σου με αγαπά και με τιμά. Αλλά +γι' αγάπη μου, η άλλη Ιζόλδη περιποιέται μ' ακόμη μεγαλύτερες +τιμές απ' όσες μου κάνει η αδερφή σου, ένα σκυλλί που της +έδωσα. Έλα, ας αφήσουμε αυτό το κυνήγι, ακολούθα με όπου θα σε +οδηγήσω. Θα σου πω τη δυστυχία της ζωής μου». </p> + +<p>Δίχως μιλιά έτρεξαν με τάλογα σ' ένα βαθύ μέρος του δάσους. +Εκεί, ο Τριστάνος απεκάλυψε τη ζωή του στον Καερδέν. Είπε πώς +είχε πιή στη θάλασσα την αγάπη και το θάνατο. Είπε την +προδοσία των βαρώνων και του νάνου. Είπε πώς ωδηγήθη η +Βασίλισσα στην πυρά, πώς παρεδόθη στους λεπρούς, και της +αγάπες τους στο μεγάλο άγριο δάσος. Πώς την είχε παραδώσει στο +Βασιληά Μάρκο. Και πώς, αφού έφυγε μακρυά της, θέλησε ν' +αγαπήση την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Πώς ήξερε πεια τώρα ότι +δε θα μπορούσε δίχως τη Βασίλισσα, ούτε να ζήση ούτε να +πεθάνη. </p> + +<p>Ο Καερδέν σωπαίνει και παραξενεύεται. Αισθάνεται, αθέλητα, +να μαλακώνη ο θυμός του. </p> + +<p>«Φίλε, λέει στο τέλος, θαυμάσια λόγια ακούω. Συγκινήσατε +την καρδιά μου μέχρι του οίκτου. Υπομείνατε τόσες πίκρες που ο +Θεός να φυλάη τους Χριστιανούς. Ας γυρίσουμε στο Κάρχαιξ. Την +τρίτη μέρα, αν μπορώ, θα σου πω τη σκέψι μου». </p> + +<p>Στο δωμάτιο της, στο Τινταγκέλ, η Ιζόλδη η Ξανθή στενάζει +για τον Τριστάνο και τον προσκαλεί. Να την αγαπάη πάντοτε; +άλλη σκέψι δεν έχει, ούτε άλλη ελπίδα, ούτε άλλη επιθυμία. Όλη +της η επιθυμία είναι σ' αυτόν, και δυο χρόνια τώρα δεν ξέρει +τίποτε από μέρους του. Πού είναι; Σε ποιον τόπο; Να ζη τάχα +τουλάχιστον; </p> + +<p>Στο δωμάτιο της, η Ιζόλδη η Ξανθή είναι καθισμένη και +τραγουδάει σιγανά κάποιο θλιβερό ερωτικό τραγούδι. Λέει πώς +έπιασαν ξαφνικά και σκότωσαν τον Γκουρόν για την αγάπη της +γυναίκας που αγαπούσε πειο πολύ από κάθε τι στον κόσμο· και +πώς με δόλο ο κόμης έδωσε την καρδιά του Γκουρόν στη γυναίκα +του να τη φάη, και τη λύπη αυτηνής. </p> + +<p>Γλυκά τραγουδάει η Βασίλισσα, κανονίζοντας τη φωνή της με +την άρπα. Τα χέρια είναι ωραία, καλό το τραγούδι, σιγανός ο +τόνος και γλυκειά η φωνή. </p> + +<p>Κείνη τη στιγμή μπαίνει ο Καριάδος, πλούσιος κόμης από +κάποιο μακρυνό νησί. Είχεν έλθει στο Τινταγκέλ για να προσφέρη +στη Βασίλισσα της υπηρεσίες του, και πολλές φορές μετά την +αναχώρησι του Τριστάνου της είχε πη τον έρωτά του. Αλλά η +Βασίλισσα απέκρουε της αιτήσεις του και τον έλεγε τρελλό. Ήταν +ωραίος ιππότης, αλαζονικός και υπερήφανος, μιλούσε ευχάριστα, +αλλά η αξία του ήτανε μεγαλύτερη μέσα στα δωμάτια των γυναικών +παρά στη μάχη. Ηύρε την Ιζόλδη να τραγουδάη, και της είπε +γελαστά: </p> + +<p>«Αρχόντισσα, τι θλιβερό τραγούδι, θλιβερό σαν του +νεκροπουλιού. Δε λένε πώς αυτό το πουλί κελαδάει όταν είναι να +πεθάνη κανείς; Το θάνατό μου βέβαια αγγέλλει το τραγούδι σας: +γιατί πεθαίνω από την αγάπη σας! </p> + +<p> — Έστω, του είπεν η Ιζόλδη. Μακάρι το τραγούδι, μου +να σημαίνη το θάνατό σας, γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς +να μου φέρετε κάποιο κακό μαντάτο. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι +και γκιώνης για να πήτε κακά για τον Τριστάνο. Σήμερα, τι κακό +νέο μου φέρνετε πάλι;» </p> + +<p>Ο Καριάδος απάντησε: </p> + +<p>«Βασίλισσα, είσαστε θυμωμένη, και δεν ξέρω γιατί. Αλλά πολύ +τρελλός είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Ό,τι κι' αν +γίνη με το θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι, να τι κακή +είδησι σας φέρνει ο γκιώνης: ο Τριστάνος, ο φίλος σας, είναι +χαμένος για σας, Αρχόντισσα Ιζόλδη. Πήρε γυναίκα σ' άλλον +τόπο. Από δω και πέρα μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού, +γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη σας. Πήρε με μεγάλες τιμές +γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, την κόρη του Δουκός +της Βρεττάνης». Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. Η Ιζόλδη η Ξανθή +χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα. </p> + +<p>Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο: </p> + +<p>«Φίλε, συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι, αν μούπατε την +αλήθεια, η ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη +και τρέλλα, και τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε +για την αδερφή μου την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Λοιπόν +ακούστε τι θα σας πω. Θα περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ +στο Τινταγκέλ. Θα ξαναδήτε τη Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν +σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας μένη πιστή. Αν σας +λησμόνησε, ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο την Ιζόλδη την +αδερφή μου, την απλή, την ωραία. Θα σας ακολουθήσω. Δεν είμαι +ισάδελφος και σύντροφός σας; </p> + +<p> — Αδερφέ, είπεν ο Τριστάνος, καλά έχει ειπωθή ότι η +καρδιά ενός άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου». </p> + +<p>Σε λίγο, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν +προσκυνητές, πήραν ρόπαλα και κάπες, σα νάθελαν να πάνε να +προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα σε μακρυνό τόπο. Απεχαιρέτισαν +τον Δούκα Χοέλ. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ τον Γκορνεβάλη, κι' ο +Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. Μυστικά, αρμάτωσαν ένα καράβι +κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη. </p> + +<p>Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός, κ' ένα πρωί, πριν από +την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Εκεί +δίχως άλλο ο καλός αυλάρχης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, θα τους +φιλοξενούσε και θα μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό +τους. </p> + +<p>Κατά την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν, +όταν είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε +τον ίδιο δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά +σιγά. Ερρίχτηκαν πίσω από τα δέντρα, κι' ο άνθρωπος πέρασε +χωρίς να τους δη γιατί ήταν κοιμισμένος. Ο Τριστάνος τον +ανεγνώρισε. </p> + +<p> — Αδερφέ, είπε σιγανά στον Καερδέν, είναι ο ίδιος ο +Ντινάς ντε Λιντάν. Κοιμάται. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη +του και βλέπει ακόμη όνειρα γι' αυτή. Δε θάτανε ευγενικό να +τον ξυπνήσουμε. Μόνο ακολούθα με από μακρυά». </p> + +<p>Έφτασε τον Ντινάς, έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια, κι' +αθόρυβα εβάδισε δίπλα του. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου +ξύπνησε τον Ντινάς. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον Τριστάνο, +διστάζει: </p> + +<p>«Συ, Τριστάνε, εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε +ξαναβλέπω. Είναι τόσος καιρός που την περίμενα! </p> + +<p> — Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Τι νέα έχετε από τη +Βασίλισσα; </p> + +<p> — Αλλοίμονο! Κακά νέα. Ο Βασιληάς την αγαπάει και την +τιμάει. Μα αυτή από τότε πώφυγες, μαραίνεται και κλαίει για +σένα. Α! γιατί να γυρίσης κοντά της; Γυρεύεις πάλι το θάνατό +της και το δικό σου; Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα, άφησέ την +στην ησυχία της. </p> + +<p> — Φίλε, είπεν ο Τριστάνος. Κάμετε μου μια χάρι. +Κρύψετέ με στο Λιντάν, πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την +ξαναΐδώ μια φορά ακόμη». </p> + +<p>Ο Ντινάς απάντησε: </p> + +<p>«Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε, αν δε +βεβαιωθώ ότι σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της +γυναίκες του κόσμου. </p> + +<p> — Α! Άρχοντα, πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή +περισσότερο από όλες της γυναίκες του κόσμου. </p> + +<p> — Λοιπόν καλά, ακολούθα με, Τριστάνε. θα σε βοηθήσω». +</p> + +<p>Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο, τον Γκορνεβάλη, +τον Καερδέν και τον ιπποκόμο του, κι' όταν ο Τριστάνος του +ιστόρησε λέξι προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του, ο +Ντινάς πήγε στο Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. Έμαθε ότι +σε τρεις ημέρες, η Βασίλισσα Ιζόλδη, ο Βασιληάς Μάρκος, όλη +του η ακολουθία, οι ιπποκόμοι, οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ +για να εγκατασταθούν στο Παλάτι του Άσπρου Κάμπου, όπου μεγάλα +κυνήγια είχαν προετοιμαστή. Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη +Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι και το μήνυμα που +θα πήγαινε στη Βασίλισσα. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΖ'. ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ </h4> + +<p> +Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ, ανέβη τα σκαλιά, και +μπήκε στην αίθουσα. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η +Ιζόλδη η Ξανθή, καθισμένοι, έπαιζαν ζατρίκι. Ο Ντινάς πήρε +θέσι κοντά στη Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί, για να παρακολουθήση +τάχα το παιγνίδι, και δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα +κομμάτια έβαλε το χέρι του στο ζατρίκι. Τη δεύτερη φορά η +Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι. Τότε +βαρυέστησε το παιγνίδι. Σκούντησε ελαφρά το χέρι του Ντινάς με +τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία δω κ' εκεί. +</p> + +<p>«Κυττάχτε, αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι, είπε, και δε +μπορώ πεια να το εξακολουθήσω». </p> + +<p>Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα, η Βασίλισσα αποσύρεται +στο δωμάτιο της, και καλεί τον Ντινάς κοντά της. </p> + +<p>«Φίλε, σε στέλνει ο Τριστάνος; </p> + +<p> — Ναι, Βασίλισσα. Βρίσκεται στο Λιντάν, κρυμμένος +στον πύργο μου. </p> + +<p> — Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη; </p> + +<p> — Βασίλισσα, αλήθεια σας είπαν. Βεβαιώνει όμως ότι +καθόλου δε σας πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας +αγαπά περισσότερο απ' όλες της γυναίκες. Ότι θα πεθάνη αν δε +σας ξαναϊδή, έστω και μια φορά ακόμη. Σας εξορκίζει να +δεχτήτε, στον όρκο που του κάνατε την τελευταία φορά που σας +μίλησε». </p> + +<p>Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη, και κάμποση ώρα +έμεινε αμίλητη. Έπειτα απάντησε: </p> + +<p>«Ναι, την τελευταία φορά που μου μίλησε, θυμάμαι που του +είπα: «Αν ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε +πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν +να κάνω το θέλημα του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή +τρέλλα. </p> + +<p> — Βασίλισσα, σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ +για τον Άσπρο Κάμπο. Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι +κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα βάτα. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε. +</p> + +<p> — Είπα. Ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή +βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου». +</p> + +<p>Την παράλλη μέρα, ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου +ετοιμαζότανε για την αναχώρησι από το Τινταγκέλ, ο Τριστάνος, +ο Γκορνεβάλης, ο Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του, φόρεσαν τους +θώρακες, πήρανε τα σπαθιά και της ασπίδες τους, κι' από +κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ' ωρισμένο μέρος. Μέσα από το +δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο Κάμπο. Ο ένας ωραίος +και διατηρημένος καλά, όπου θα περνούσε η βασιλική συνοδεία, ο +άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Ο Τριστάνος κι' ο +Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους: θα τους +περίμεναν εκεί, φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. Οι ίδιοι +τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων +και βάτων. Μπροστά, στο δρόμο, ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί +μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα. </p> + +<p>Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Πρώτα-πρώτα η +συνοδεία του Βασιληά Μάρκου. Με ωραία τάξι έρχονται οι +σιτιστές και οι πεταλωτές, οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι, +έρχονται οι γραφιάδες, έρχονται οι οδηγοί των σκυλλιών +κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά, έπειτα οι γερακοτρόφοι +κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι, έπειτα οι κυνηγοί, +έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Πηγαίνουν σιγά, με καλή +σειρά δύο-δύο, κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς, πλούσια +ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο +περήφανα άλογά τους. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος. +Θαμπώθηκε ο Καερδέν βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του, δυο +από τη μια μεριά, δυο από την άλλη, ντυμένους στο χρυσάφι και +στην πορφύρα. </p> + +<p>Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Πρώτα-πρώτα +πηγαίνουν η πλύντριες κι' η καμαριέρες, κι' έπειτα η γυναίκες +και η κόρες των κομητών και των βαρώνων. Μία-μία περνούν, κ' +ένας νεαρός ιππότης συνοδεύει κάθε μια τους. Τέλος πλησιάζει +ένα άλογο με την ωραιότερη γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο +Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και πρόσωπο, μέση χαμηλή, φρύδια +ζωγραφιστά, μάτια γελαστά, και μικρά δοντάκια. Φορεί κόκκινη +πλούσια ρόμπα. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι και πετράδια +στολίζει το φωτεινό της μέτωπο: </p> + +<p> — Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν. </p> + +<p> — Η Βασίλισσα; λέει ο Τριστάνος. Όχι, είναι η +Καμίλλη, η υπηρέτρια της». </p> + +<p>Έπειτα, σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από +το χιόνι του Φλεβάρη, πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Τα +λαμπρά μάτια της κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό +νερό της πηγής. </p> + +<p> — Α! να την, η Βασίλισσα, τώρα τη βλέπω! λέει ο +Καερδέν. </p> + +<p> — Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή, λέει ο +Τριστάνος». </p> + +<p>Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας, σα να ξεχείλισε ξαφνικά +το φως του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η +Ιζόλδη η Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον +τιμωρήση! — εκάλπαζε δεξιά της. </p> + +<p>Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν +από τη συστάδα, κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη +του την τρυφερότητα. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου +της. Κυττάζει χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά +αγκαλιασμένο από το αγιόκλημα, και συλλογιέται μέσα της: «Ναι +έτσι είμαστε μεις, φίλε. Ούτε σεις δίχως εμένα. Ούτε εγώ δίχως +εσέ». Σταματάει τ' άλογό της, κατεβαίνει, πηγαίνει σε μια +φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι σκυλλιού στολισμένο με +πολύτιμα πετράδια. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό χαλί ήτανε +ξαπλωμένος ο Πτικρού. Τον πέρνει στα χέρια της, τον χαϋδεύει, +του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Έπειτα τον ξαναβάζει στο +σπητάκι του, και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή +φωνή: </p> + +<p>«Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά +σας, σας αγαπώ και σας χαιρετώ. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς +Μάρκος θα καλπάση για τον Άσπρο Κάμπο, εγώ θα μείνω στον πύργο +του Σαιν-Λουμπέν. Πουλάκια, ελάτε κοντά μου κι' εκεί. Πλούσια +θα σας ανταμείψω απόψε, σαν καλούς τραγουδιστές που είστε». +</p> + +<p>Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. Αλλά ο Αντρέ +ο προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα +στη σέλλα, κι' η πομπή απεμακρύνθη. </p> + +<p>Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια, Άρχοντες. Τον καιρό +όπου περνούσε η Βασιλική πομπή, κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο +Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των +κυρίων τους, παρουσιάστηκε ξαφνικά, ένας ιππότης αρματωμένος: +Μπλεχερή τον έλεγαν. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και +το οικόσημο του Τριστάνου. «Τι είδα σκέφτηκε. Είναι ο +Γκορνεβάλης, κι' αυτός ο άλλος θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·». +Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους, φωνάζοντας «Τριστάνε!» +Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα μεταβολή κ' έφευγαν. +Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους, φωνάζοντας: </p> + +<p>«Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω». </p> + +<p>Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα. </p> + +<p>«Στάσου, Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω, +στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής!» </p> + +<p>Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι, εξ +ονόματος της Ιζόλδης της Ξανθής. Άδικα. Εξαφανίστηκαν, κι' ο +Μπλεχερή δεν μπόρεσε να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους, +και το πήρε λάφυρο. Έφτασε στο παλάτι του Σαιν-Λουμπέν την +ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει η Βασίλισσα. Την ηύρε +μοναχή και της είπε: </p> + +<p>«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι εδώ. Τον είδα στον +παραμελημένο δρόμο πώρχεται από το Τινταγκέλ. Τρεις φορές τον +κάλεσα να σταθή, ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της +Ξανθής. Μα τον είχε πιάσει φόβος, και δεν τόλμησε να με +περιμένη. </p> + +<p> — Ψέμματα και τρέλλες λέτε, ωραίε άρχοντα. Πώς μπορεί +να βρίσκεται δω ο Τριστάνος; Πώς θάφευγε μπροστά σας; Πώς δε +θα σταματούσε άμα άκουγε τόνομά μου; </p> + +<p> — Μολαταύτα, Βασίλισσα, τον είδα, και μάλιστα του +πήρα ένα από τάλογά του. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ' +αλώνι». </p> + +<p>Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Λυπήθηκε, γιατί +αγαπούσε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. Την άφησε, +μετανοιώνοντας που μίλησε. </p> + +<p>Τότε, η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα +πολύ έζησα, αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει +και με ντροπιάζει. Άλλοτε, για τόνομά μου, και ποιον εχτρό δε +θ' αντιμετώπιζε; Είναι γενναίος. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή, +αν δεν καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του, α! — +είναι γιατί τον κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Γιατί γύρισε; Με είχε +προδώσει, και θέλησε παραπανιστά, να μ' εξευτελίση: αυτό +είναι! Δε τον έφταναν τα παληά μαρτύριά μου; Ας γυρίση λοιπόν, +ντροπιασμένος κι' αυτός, στην Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια!» </p> + +<p>Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό, και του είπε της ειδήσεις +που είχε φέρει ο Μπλεχερή. Προσέθεσε: </p> + +<p>«Φίλε, πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο +δρόμο που πάει από το Τινταγκέλ στο Σαιν-Λουμπέν. Να του πης +πώς δεν τον χαιρετώ, και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα +βάλω τους υπηρέτες και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω». </p> + +<p>Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους +είπε το μήνυμα της Βασίλισσας. </p> + +<p>«Αδελφέ, φώναξε ο Τριστάνος, τι μου λες εκεί; Πώς θα +μπορούσα να φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού, όπως βλέπεις και +μόνος σου, δεν έχουμε δω τάλογά μας. Ο Γκορνεβάλης και ένας +ιπποκόμος τα φύλαγαν. Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος, +κι' ακόμη τους γυρεύομε!» </p> + +<p>Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του +Καερδέν. Ωμολόγησαν το πάθημά τους. </p> + +<p>«Περινίς, ωραίε γλυκειέ φίλε, είπεν ο Τριστάνος, γύρισε +γρήγορα στην κυρία σου. Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και +χαιρετισμό, ότι πάντοτε της έμεινα πιστός, ότι μου είναι η +πειο αγαπητή απ' όλες της γυναίκες. Πέσ' της να σε ξαναστείλη +να μου φέρης τη συγγνώμη της. Θα περιμένω δω να γυρίσης». </p> + +<p>Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό,τι +είδε κι' άκουσε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε. </p> + +<p>«Α! Περινίς, ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο +πατέρας μου σε είχε προορίσει, από παιδάκι ακόμη, να με +υπηρετής. Αλλά ο Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα +και τα δώρα του. Και συ, με πρόδωσες. Φύγε από δω!» </p> + +<p>Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της. </p> + +<p>«Κυρία, σκληρά λόγια ακούω. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη +στη ζωή μου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. Λυπάμαι σας να +κάνετε αυτή την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. Πολύ αργά θα +είναι όταν μετανοήστε. </p> + +<p> — Φεύγα, δε σε πιστεύω. Και συ, Περινίς, συ ο Περινίς +ο Πιστός, με πρόδωσες!». </p> + +<p>Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη +συγγνώμη της Βασίλισσας. Ο Περινίς δε φάνηκε. </p> + +<p>Το πρωί, ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα, +βάφει μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο, και +γίνεται σα λεπρός. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη +ελεημοσύνες. </p> + +<p>Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη +φωνή του ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. Θα μπορέση +τάχα να ιδή πουθενά τη Βασίλισσα; </p> + +<p>Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Η Βραγγίνα, η +γυναίκες της, οι βαλέδες της, τη συνοδεύουν. Πέρνει το δρόμο +που πάει στην Εκκλησιά. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες, +χτυπάει το τασσάκι του, παρακαλεί με παραπονετική φωνή: </p> + +<p>«Βασίλισσα, βοηθήστε με. Πεινάω!» </p> + +<p>Από το ωραίο του σώμα, από το ανάστημά του, η Ιζόλδη τον +ανεγνώρισε. Σύσσωμη ανατριχιάζει, μα δεν καταδέχεται να +χαμηλώση το βλέμμα της απάνω του. Ο λεπρός την ικετεύει, +σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη κανείς. Σέρνεται πίσω της. +</p> + +<p>«Βασίλισσα, αν τολμώ να σας πλησιάζω, μη θυμώνετε. Λυπηθήτε +με, το αξίζω!». </p> + +<p>Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες: </p> + +<p>«Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!». </p> + +<p>Οι βαλέδες τον σπρώχνουν, τον χτυπούν. Εκείνος αντιστέκεται +και φωνάζει: </p> + +<p>«Βασίλισσα, λυπηθήτε με!». </p> + +<p>Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε +ακόμη όταν μπήκε στην εκκλησιά. Όταν την άκουσε να γελάη, ο +λεπρός έφυγε. Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό. +Έπειτα λύθηκε όλο το κορμί της, κ' έπεσε στα γόνατα, με το +πρόσωπο χάμω, και τα χέρια σταυρωμένα. </p> + +<p>Την ίδια μέρα, ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς, σε +τέτοιο χάλι που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα, και το καράβι +του αρμένισε για τη Βρεττάνη. </p> + +<p>Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. Όταν έμαθε από +τον Ντινάς ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να +πιστεύη ότι ο Περινίς της είχε πη την αλήθεια. Ότι ο Τριστάνος +δεν είχε φύγει, προκαλεσμένος στ' όνομά της. Ότι πολύ άδικα +τον έδιωξε: «Πώς, συλλογιζότανε, σας έδιωξα λοιπόν σας, +Τριστάνε, φίλε! Τώρα πεια με μισείτε και ποτέ δε θα σας +ξαναϊδώ. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο τουλάχιστον μετάνοιωσα, ούτε +τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου, και θα σας την προσφέρω +ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!» </p> + +<p>Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και +την πλάνη της, η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο +χιτώνα των ασκητών. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΗ'. Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ </h4> + +<p> +Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη, στα Κάρχαιξ, κι' όλοι τον +υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ, κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα +Λευκά χέρια. </p> + +<p>Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. Τι άξιζε πεια γι' +αυτόν όλος ο άλλος κόσμος; Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της. +Έπειτα μια μέρα, σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή, έστω κι' +αν έβανε πάλι τους βαλέδες της να τον χτυπήσουν. Μακρυά της, +ήξερε ότι ο θάνατός του ήτανε βέβαιος και προσεχής. Καλλίτερα +να πέθαινε με μιας, παρά σιγά- σιγά κάθε μέρα. Όποιος ζη με +πόνο είναι σαν πεθαμμένος. Ο Τριστάνος επιθυμεί το θάνατο, +θέλει το θάνατο. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η Βασίλισσα ότι +πέθανε για την αγάπη της. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα είναι +έτσι πειο γλυκός. </p> + +<p>Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα, ούτε τους +συγγενείς, ούτε τους φίλους, και μάλιστα ούτε τον Καερδέν, τον +αγαπημένο του σύντροφο. </p> + +<p>Έφυγε άθλια ντυμένος, με τα πόδια, — γιατί κανείς δε δίνει +προσοχή στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους +δρόμους. Βάδισε, βάδισε, ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας. +</p> + +<p>Στο λιμάνι, ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να +ξεκινήση. Οι ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά, και σήκωναν την +άγκυρα για ν' αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα. </p> + +<p>«Ο Θεός να σας φυλάη, άρχοντες, ο Θεός να σας βοηθήση να +κάνετε καλό ταξείδι. Για ποιον τόπο είσαστε; </p> + +<p> — Για το Τινταγκέλ. </p> + +<p> — Για το Τινταγκέλ; Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!». +</p> + +<p>Μπαίνει μέσα. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά, το καράβι +τρέχει στα κύμματα. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ' +ευθείαν στην Κουρνουάλλη, και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο +λιμάνι του Τινταγκέλ. Πέρα από το λιμάνι, υψώνεται προς τη +θάλασσα το παλάτι, φραγμένο απ' όλες της μεριές. Δεν μπορούσε +να μπη κανείς παρά μόνον από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και +νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την εφύλαγαν. Πώς να μπη; </p> + +<p>Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία. +Έμαθε από έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι +προ ολίγου είχε προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη. </p> + +<p>«Αλλά πού είναι η Βασίλισσα; Και η Βραγγίνα η ωραία της +υπηρέτρια; </p> + +<p> — Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται, δεν πάει πολύ +που της είδα. Η Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη, όπως +πάντα». </p> + +<p>Στ' όνομα της Ιζόλδης, ο Τριστάνος αναστέναξε, και σκέφτηκε +πώς ούτε με πονηρία, ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να ξαναϊδή +τη φίλη του. Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε. </p> + +<p>«Αλλά τι κι' αν με σκοτώση; Δεν οφείλω να πεθάνω για την +αγάπη σου, Ιζόλδη; Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα, από να πεθαίνω; +Αλλά σεις τουλάχιστον, Ιζόλδη, αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ, θα +καταδεχόσαστε να μιλήστε στο φίλο σας; Δε θα βάνατε τους +βαλέδες σας να με διώξουνε πάλι; Ναι, θα επιχειρήσω μια +κατεργαριά. Θα ντυθώ σαν τρελλός, κι' αυτή η τρέλλα θάναι +μεγάλη φρονιμάδα. Όποιος με πιστέψη αποβλακωμένο θάναι +λιγώτερο γνωστικός από μένα, κι' όποιος με πιστέψη τρελλό θα +είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ». </p> + +<p>Ένας ψαρράς περνούσε, φορώντας κοντοκάπι από χονδρό +χνουδωτό πανί, και μεγάλη κουκούλα. Τον βλέπει ο Τριστάνος, +του κάνει νόημα, τον πέρνει κατά μέρος. </p> + +<p>«Φίλε, θέλεις ναλλάξουμε ρούχα; Δώσε μου το κοντοκάπι σου. +Μου αρέσει πολύ». </p> + +<p>Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου, και βρίσκοντας τα +καλλίτερα από τα δικά του, τα πήρε αμέσως και γρήγορα-γρήγορα +έφυγε, χαίροντας για την αλλαγή. </p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του, +σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Άλειψε τη φάτσα του +μ' ένα υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο, φερμένο από τον τόπο +του, κι' αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν +τόσο αλλόκοτα που κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον +αναγνωρίση. Έκοψε ένα κλαδί καρυδιάς, το έφτιασε ρόπαλο, και +το κρέμασε στο λαιμό του. Κ' έτσι, ξυπόλητος, τράβηξε γραμμή +στο παλάτι. </p> + +<p>Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός, και του +φώναξε: </p> + +<p>«Ελάτε κοντά, πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό;» </p> + +<p>Απάντησε ο Τριστάνος, αλλάζοντας τη φωνή του: </p> + +<p>«Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. Πήρε +μια παπαδιά, μια χοντρή κυρία με βέλο. Από το Μπεζανσόν μέχρι +το Μον, δεν έμεινε παππάς, αββάς, καλόγερος, καλογεροπαίδι, να +μην πάη στους γάμους. Κι' όλοι στον κάμπο, βαστώντας τα +μπαστούνια τους και της μαγκούρες τους, πηδούν, παίζουν, και +χορεύουν στη σκιά των μεγάλων δέντρων. Αλλά τους άφησα για +νάρθω εδώ. Γιατί οφείλω το βράδυ να σερβίρω στο τραπέζι του +Βασιληά». </p> + +<p>Ο πορτιέρης του είπε: </p> + +<p>«Έμπάτε λοιπόν, άρχοντα, γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού. +Είσαστε μεγαλόσωμος και τριχωτός, και μοιάζετε αρκετά του +πατέρα σας». </p> + +<p>Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο, παίζοντας με το ρόπαλό του, +βαλέδες και ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του, και τον +κυνηγούσαν σαν λύκο από δω κι' από κει. </p> + +<p>«Κυττάχτε τον τρελλό, χου, χου, χου!» </p> + +<p>Του ρίχνουν πέτρες, τον χτυπούν με τα ραβδιά. Αλλά τους +ξεφεύγει με τρόπο: αν του επιτίθενται, από τ' αριστερά, +γυρίζει και χτυπάει δεξιά. </p> + +<p>Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά, σέρνονται πίσω του ολόκληρο +πλήθος, φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας, όπου κάτω από το θόλο +του θρόνου, και στο πλευρό της Βασίλισσας, ήταν καθισμένος ο +Βασιληάς Μάρκος. Πλησιάζει στην πόρτα, κρεμάει το ρόπαλο στο +λαιμό του, και μπαίνει. </p> + +<p>Ο Βασιληάς τον είδε και είπε: </p> + +<p>«Να ένας καλός σύντροφος. Φέρτε τονε κοντά». </p> + +<p>Τον οδηγούν, με το ρόπαλο στο λαιμό. «Φίλε καλώς ήρθατε!» +</p> + +<p>Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του: +</p> + +<p>«Μεγαλειότατε, καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους +Βασιλιάδες, το ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από +τρυφερότητα. Ο Θεός να σας προστατεύη, ωραίε Άρχοντα! </p> + +<p> — Φίλε, τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα; </p> + +<p> — Την Ιζόλδη, που τόσο πολυαγάπησα. Έχω μια αδερφή, +και σας την φέρνω, — την πανώρηα Βρουνεώτη. Ή Βασίλισσα είναι +πληχτική για σας, για δοκιμάστε αυτή. Ας κάμουμε αλλαγή, σας +δίνω την αδελφή μου δανείστε μου την Ιζόλδη. Θα την πάρω και +θα σας υπηρετήσω με αγάπη». </p> + +<p>Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό: </p> + +<p>«Αν σου δώσω τη Βασίλισσα, τι θα θελήσης να την κάμης; Πού +θα την πας; </p> + +<p> — Κει πάνω, μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα, σ' +ένα ωραίο γυάλινο παλάτι. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες +του, οι άνεμοι δε μπορούν να το σκίσουν. Θα πάω τη Βασίλισσα +σ' ένα δωμάτιο όλο κρύσταλλο, στολισμένο με ρόδα, ολόλαμπρο +κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο ήλιος». </p> + +<p>Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους: </p> + +<p>«Να ένας τρελλός, που ξέρει και μιλάει με τέχνη». </p> + +<p>Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη. +</p> + +<p>«Φίλε, του είπεν ο Μάρκος, πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η +Βασίλισσα θα προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα; </p> + +<p> — Μεγαλειότατε, έχω μεγάλα δικαιώματα για να με +προσέξη. Πολλά έκαμα γι' αυτήν, κι' απ' αυτήν κατάντησα +τρελλός. </p> + +<p> — Ποιος είσαι λοιπόν; </p> + +<p> — Είμαι ο Τριστάνος, εκείνος που τόσο αγάπησε την +Ιζόλδη, κι' ως που να πεθάνη θα την αγαπάη. </p> + +<p>Αναστέναξε η Ιζόλδη, ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου, +άλλαξε το χρώμα της, και θυμωμένη του είπε: </p> + +<p>«Φύγε από δω. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε, +βρωμοπαλαβέ!». </p> + +<p>Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε: </p> + +<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάσαι τότε που, μισοπεθαμμένος από +το φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ, περνώντας τη θάλασσα, με την +άρπα μου μοναχό σύντροφο, ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας, της +Ιρλανδίας; Μ' εγιατρέψατε. Δε θυμόσαστε πεια, Βασίλισσα;» </p> + +<p>Η Ιζόλδη απάντησε; </p> + +<p>«Φύγε από δω, τρελλέ, ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε +συ ο ίδιος». </p> + +<p>Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους, και τους έσπρωξε +προς την πόρτα φωνάζοντας: </p> + +<p>«Τρελλοί, όξω από δω. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη +Βασίλισσα. Ήρθα δω μέσα γιατί την αγαπάω». </p> + +<p>Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη. </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, διώχτε αυτόν τον τρελλό». </p> + +<p>Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του </p> + +<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που +σκότωσα στον τόπο σας; Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου, και +ολόκαυτος από το φαρμάκι, έπεσα χάμω κοντά στο έλος. Ήμουνα +τότε ένας θαυμάσιος ιππότης!. . . . Και περίμενα το θάνατο +όταν ήρθατε σεις και με βοηθήσατε». </p> + +<p>Απάντησε η Ιζόλδη: </p> + +<p>«Πάψε, μη βρίζης τους ιππότες. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από +γέννησή σου. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν +δω πέρα, αντί να σε πετάξουν στη θάλασσα!» </p> + +<p>Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε: </p> + +<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με +σκοτώστε με το σπαθί μου; Και την ιστορία της χρυσής τρίχας +που σας μαλάκωσε την καρδιά; Και πώς σας υπερασπίστηκα +εναντίον του ανάντρου αυλάρχη; </p> + +<p> — Παύτε, μοχθηρέ ψεύτη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε +τα παραμύθια σας; Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ, +και το κρασί σας έφερε όλα αυτά τα ονείρατα. </p> + +<p> — Αλήθεια, ναι, είμαι μεθυσμένος, και με τέτοιο ποτό +που ποτέ πεια δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. Βασίλισσα +Ιζόλδη δε θυμόσαστε εκείνη την τόσο ωραία, την τόσο θερμή μέρα +μέσα στην πλατειά θάλασσα; Είχατε δίψα!, δε θυμώσαστε, ω κόρη +Βασιληά; Στο ίδιο ποτήρι ήπιαμε μαζύ. Από τότε είμαι +παντοτεινά ζαλισμένος από κακό μεθύσι...» </p> + +<p>Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια, που μοναχά αυτή και +κανένας άλλος μπορούσε να καταλάβη, έκρυψε το κεφάλι μέσα στο +μαντύα της, σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. Αλλά ο Βασιλέας την +εκράτησε από τη βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση +δίπλα του. </p> + +<p> — Περιμένετε λίγο, Ιζόλδη φίλη, νακούσωμε αυτές της +τρέλλες ως το τέλος. Τρελλέ, τι δουλειά ξέρεις να κάνης; </p> + +<p> — Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες. </p> + +<p> — Αλήθεια, ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με +πουλιά; </p> + +<p> — Βέβαια, όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος, ξέρω να +πιάνω με τα λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα, +και τους κύκνους τους άσπρους και τους σταχτερούς, και τ' +αγριοπερίστερα. Με το τόξο μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!» +</p> + +<p>Για καλά γέλασαν όλοι, κι' ο Βασιληάς ρώτησε: </p> + +<p>«Και τι πιάνεις, αδερφέ, όταν κυνηγάς στο ποτάμι. </p> + +<p> — Ό,τι βρίσκω. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες +αρκούδες. Τ' αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς. +Κι' όταν γυρίζω σ' αυτόν που με φιλοξενεί, ξέρω πολύ καλά να +παίζω με το ρόπαλο, να μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους, +να κουρδίζω την άρπα και να τραγουδάω, και ν' αγαπώ της +Βασίλισσες, και να ρίχνω στα ποταμάκια καλοκομμένα κομματάκια +ξύλο. Μα την αλήθεια, δεν είμαι καλός τραγουδιστής; Σήμερα +είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί». </p> + +<p>Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο: </p> + +<p>«Φευγάτε από δω, Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη; +Δε φάγατε αρκετά; Δεν χορτάσατε;» </p> + +<p>Ο Βασιληάς, αφού διασκέδασε με τον τρελλό, καβάλλησε το άτι +του κ' ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους +ιπποκόμους. </p> + +<p>«Μεγαλειότατε, του είπεν η Βασίλισσα, είμαι κουρασμένη κι' +αδιάθετη! Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Δε +μπορώ ν' ακούω περισσότερο αυτές της τρέλλες». </p> + +<p>Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεββάτι, κ' +είχε μεγάλη λύπη. </p> + +<p>«Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ; Η καρδιά μου βαρειά είναι +και πληγωμένη. Βραγγίνα, αγαπητή αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο +σκληρή και τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο. +Είναι κει ένας τρελλός, κουρεμένος σταυρωτά, που ήρθε δω μέσα +στην κακή ώρα. Αυτός ο τρελλός, αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή +μάντης, γιατί ξέρει με το νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή +και την ύπαρξί μου. Ξέρει πράγματα που μόνον εσύ, εγώ, κι' ο +Τριστάνος γνωρίζουμε. Τα ξέρει, ο αλήτης, με της μαγείες του». +</p> + +<p>Η Βραγγίνα απάντησε: </p> + +<p>«Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος; </p> + +<p> — Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος, είναι ο καλλίτερος +ιππότης, ενώ αυτός είναι κακοφτιαγμένος, απαίσιος. Καταραμένος +νάναι από το Θεό. Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε, καταραμένο +το καράβι που μας τον έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω +στα βαθειά κύματα. </p> + +<p> — Ήσυχάστε, κυρία, είπεν η Βραγγίνα. Πάρα πολλές +κατάρες κι' αφορεσμούς λέτε σήμερα. Πού μάθατε αυτό το +επάγγελμα; Ποιος ξέρει αν αυτός ο άνθρωπος δεν είναι +αποσταλμένος από τον Τριστάνο; </p> + +<p> — Δεν πιστεύω, δεν τον ανεγνώρισα. Αλλά πηγαίνετε να +τον βρήτε, ωραία φίλη, μιλήστε του, κυττάχτε αν θα τον +αναγνωρίστε». </p> + +<p>Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος, +είχε καθήσει σε έναν πάγκο. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε, άφησε +κάτω το ρόπαλο κ' είπε: </p> + +<p>«Βραγγίνα, άδολη Βραγγίνα, σας εξορκίζω στο Θεό, λυπηθήτε +με! </p> + +<p> — Βρωμερέ τρελλέ, ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου; +</p> + +<p> — Ωραία, είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου. +Ορκίζομαι στα μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά, ότι αν το +λογικό έφυγε απ' αυτό το κεφάλι, σεις είσαστε η αιτία, ωραία. +Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε το ποτό που ήπια στην ανοιχτή +θάλασσα; Το ήπια, με τη μεγάλη ζέστη, σ' ένα χρυσό ποτήρι, κ' +έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Σεις μόνη το μάθατε, ωραία. Δε +θυμόσαστε πεια; </p> + +<p> — Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα, και καταταραγμένη, +ώρμησε προς το δωμάτιο της Ιζόλδης. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω +της, φωνάζοντας «Έλεος!» </p> + +<p>Μπαίνει, βλέπει την Ιζόλδη, ορμά απάνω της, με τα χέρια +τεντωμένα, θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Αλλά +ντροπιασμένη, βρεγμένη από ιδρώτα αγωνίας, οπισθοχωρεί κατά +πίσω, τον αποφεύγει. Ο Τριστάνος βλέποντας ότι αποφεύγει την +προσέγγισί του, τρέμει από θυμό κι' από πείσμα, κι' υποχωρεί +κατά τον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Και με την παραλαγμένη φωνή +του: </p> + +<p>«Βέβαια, είπε, έζησα πάρα πολύ, αφού είδα την ημέρα όπου η +Ιζόλδη με διώχνει, δεν καταδέχεται να μαγαπήση, με +μεταχειρίζεται σαν χυδαίο. Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ, αργά +ξεχνάει. Ιζόλδη, είναι ωραίο και πολύτιμο πράγμα μια πηγή, μια +πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει, με μεγάλα και καθαρά +κύματα. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει τίποτε πεια. Έτσι +είναι η αγάπη όταν ξεραθή». </p> + +<p>Η Ιζόλδη απάντησε: </p> + +<p>«Αδελφέ, σας κυττάζω, αμφιβάλλω, τρέμω, δεν ξέρω, δεν +αναγνωρίζω τον Τριστάνο. </p> + +<p> — Βασίλισσα Ιζόλδη, είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο +σας αγάπησε. Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα +στα κρεββάτια μας; Και το πήδημα που έκαμα, και το αίμα που +έτρεξε από την πληγή μου, — και το δώρο που σας έστειλα, το +σκύλλο Πτικρού με το μαγικό κουδουνάκι; Δε θυμόσαστε τα +χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο ρυάκι;» </p> + +<p>Η Ιζόλδη τον κυττάζει, αναστενάζει, δεν ξέρει τι να πη και +τι να πιστέψη, βλέπει ότι τα ξέρει όλα, μα θάτανε τρέλλα να +ομολογήση πώς είναι ο Τριστάνος. Κι' ο Τριστάνος της λέει: +</p> + +<p>«Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα, γνωρίζω δα με ξεχάσατε, και σας +κατηγορώ για προδοσία. Γνώρισα μολαταύτα, ωραία, ημέρες που μ' +αγαπούσατε με έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος, στην καλυβίτσα με +τα φύλλα. Θυμόσαστε ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν, +το καλό μου το σκυλλί; 'Α! αυτός μ' αγάπησε πάντοτε, και προς +χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη την Ξανθή. Πού είναι; Τι τον +κάματε; Αυτός τουλάχιστον θα με ανεγνώριζε. </p> + +<p> — Θα σας ανεγνώριζε; Λέτε μια τρέλλα. Γιατί από τότε +που λείπει ο Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την +καλύβα του κι' όποιος τον πλησιάση του ρίχνεται, Βραγγίνα, +φέρε μου τον εδώ. </p> + +<p>Η Βραγγίνα τον φέρνει. </p> + +<p>«Έλα δω, Χουσδάν, λέει ο Τριστάνος. Ήσουν δικός μου, σε +ξαναπέρνω». </p> + +<p>Ακούγοντας τη φωνή του, ο Χουσδάν, τραβάει την αλυσσίδα του +από τα χέρια της Βραγγίνας, τρέχει στον κύριό του, κυλιέται +στα πόδια του, λείχει τα χέρια του, γαυγίζει χαρωπά. </p> + +<p>«Χουσδάν, φωνάζει ο τρελλός, ευλογημένος νάναι ο κόπος που +έκανα για να σ' αναστήσω. Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη +που τόσο αγαπούσα. Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. Θαναγνωρίση +τουλάχιστον αυτό το δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε, με κλάμματα +και με φιλιά, την ημέρα του χωρισμού; Αυτό το δαχτυλιδάκι με +την πράσινη πέτρα ποτέ δε μάφησε. Πολλές φορές του ζήτησα +συμβουλή στης συφορές μου. Πολλές φορές αυτή την πράσινη πέτρα +την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου». </p> + +<p>Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. Ανοίγει τα χέρια της: </p> + +<p>«Νάμε! Πάρε με, Τριστάνε!» </p> + +<p>Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του: </p> + +<p>«Φίλη, πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης, πειο πολύ από +το σκύλλο; Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι; Δεν αισθάνεσαι πως θα +ήτανε πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την +ανάμνησι των παληών μας ερώτων; Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής +μου; Τον ήχο της καρδιάς μου έπρεπε ν' ακούσης. </p> + +<p> — Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα +απ' ό,τι νομίζεις. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν +πονηρίες. Έπρεπε να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το +σκύλλο, με κίνδυνο να σε πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά +στα μάτια μου; Ούτε η ανάμνησι της περασμένης ζωής, ούτε ο +ήχος της φωνής σου, ούτε κι' αυτό το δαχτυλίδι ακόμη +αποδεικνύουν τίποτε, γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι +κατεργαριές μοχθηρού μάγου. Μολαταύτα, παραδίνομαι, στη θέα +του δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι, άμα το ξαναϊδώ, έστω κι' αν +πρόκειται να χαθώ, θα κάνω ό,τι μου πης, είτε γνωστικό είτε +τρέλλα είναι. Φρονιμάδα ή τρέλλα, — να με! Πάρε με, Τριστάνε!» +</p> + +<p>Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Όταν συνήλθε, +ο Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της +και το πρόσωπό της. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα. Κρατεί +την Βασίλισσα στα χέρια του. </p> + +<p>Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό, οι υπηρέτες τον έβαλαν +να κοιμάται στα σκαλιά της σάλας, σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα. +Γλυκά υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Κάποτε +κάποτε πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του, περνούσε +από την τρώγλη του στην αίθουσα της Βασιλίσσης. </p> + +<p>Αλλά, έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν +την πανουργία. Ειδοποίησαν τον Αντρέ, ο οποίος έβαλε μπρος στα +δωμάτια των γυναικών, τρεις σπιούνους, αρματωμένους. Όταν ο +Τριστάνος θέλησε να περάση την πόρτα: </p> + +<p>«Πίσω, τρελλέ, φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να +κοιμηθής στ' άχερα. </p> + +<p> — Αι τι, ωραίοι άρχοντες, είπεν ο τρελλός δε θα πάω +απόψε ν' αγκαλιάσω την Βασίλισσα; Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και +με περιμένει;» </p> + +<p>Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν +να περάση. </p> + +<p>Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του: </p> + +<p>«Φίλη, πρέπει κι' όλα να φεύγω. Σε λίγο θα μανακαλύψουν. +Πρέπει να φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Ο +θάνατος μου είναι κοντινός: μακρυά μας, ο πόθος θα με πεθάνη. +</p> + +<p> — Φίλε, κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε +απάνω σ' αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η +ψυχές μας να φύγουν. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον +οποίο μου μιλούσες άλλοτε. Στον τόπο από τον οποίο δε +γυρίζουν, όπου λαμπροί μουσικοί τραγουδούν ρυθμούς χωρίς +τέλος. Πάρε με! </p> + +<p> — Ναι, θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών. +Πλησιάζει ο καιρός. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να +πιούμε; κι' άλλες χαρές; Πλησιάζει ο καιρός. Όταν έρθη το +πλήρωμα του χρόνου, αν σε καλέσω Ιζόλδη, θάρθης; </p> + +<p> — Φίλε, φώναξέ με, το ξέρεις πώς θάρθω! </p> + +<p> — Φίλη, ο Θεός να σε ανταμείψη! </p> + +<p>Όταν πέρασε το κατώφλι, οι σπιούνοι, ερρίχτηκαν απάνω του. +Ο τρελλός έσκασε τα γέλοια, στριφογύρισε το ρόπαλό του και +είπε: </p> + +<p>«Με διώχνετε, ωραίοι άρχοντες. Γιατί τάχα; Δεν έχω να κάνω +πεια τίποτα κει μέσα, αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να +ετοιμάσω το ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα, το +κρυστάλλινο σπήτι, το στολισμένο με ρόδα, φωτεινό το πρωί όταν +λάμπη ο ήλιος. </p> + + +<p>«Φεύγα, λοιπόν, τρελλέ. Στο διάβολο!» </p> + +<p>Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία, έφυγε +χοροπηδώντας. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΙΘ'. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ </h4> + +<p style="text-align: right;"> +[Amor condusse noi ad una morte.<br />D a n t e.] </p> + +<p>Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη, στο Κάρχαιξ, +πήγε να βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν, εναντίον +ενός βαρώνου Μπενταλίς. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του +στήσανε ο Μπενταλίς κι' οι αδερφοί του. Ο Τριστάνος σκότωσε τα +εφτά αδέρφια. Αλλά πληγώθηκε κι' αυτός με μια κονταριά, και το +κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο. </p> + +<p>Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ, όπου +τούδεσαν της πληγές. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί, μα κανείς δε +μπόρεσε να γιατρέψη το φαρμάκι, γιατί ούτε το ανακάλυψαν +καθόλου. Δεν καταλάβανε ούτε ένα κατάπλασμα να βάλουν για να +τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Άδικα κοπανίζουν της ρίζες τους, +άδικα μαζεύουν χόρτα, άδικα φτιάνουν ποτά. Ο Τριστάνος όλο και +χειροτερεύει. Το δηλητήριο απλώνεται στο σώμα του. Πρασινίζει. +Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του. </p> + +<p>Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. Κατάλαβε ότι πέθαινε. +Θέλησε τότε να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς να πάη ως +εκεί; Στην αδυναμία που βρίσκεται, η θάλασσα θα τον σκότωνε. +Κι' άλλωστε κι' αν έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη, πώς θα +γλύτωνε από τους εχθρούς του; Θρηνεί. Το φαρμάκι τον +βασανίζει, ω αγωνία! — και περιμένει το θάνατο. </p> + +<p>Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του, γιατί κι' +οι δύο αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη, θέλησε να μη μείνη +κανείς μέσ' το δωμάτιο, εκτός από τον Καερδέν, και μάλιστα +ούτε στα γειτονικά δωμάτια να μη μείνη κανείς. Η Ιζόλδη, η +γυναίκα του, θαύμαζε μέσα της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα. +Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε τ' αυτί της στον τοίχο. +Ακούει. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει απ' όξω, γι' +ασφάλεια. </p> + +<p>Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του, σηκώνεται, +στηρίζεται στον τοίχο. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε +μαζύ τρυφερά. Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα, που τόσο +γρήγωρα πήρε τέλος, τη μεγάλη φιλία τους, και της αγάπες τους. +Κι' ο ένας θρηνεί για τον άλλο. </p> + +<p>«Ωραίε γλυκέ φίλε, λέει ο Τριστάνος, είμαι σε ξένον τόπο +όπου δεν έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα, εκτός από σε. +Μόνον συ μούδωσες χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Πεθαίνω. +Θα ήθελα να ξαναϊδώ την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς, με τι +τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι μου; Α! αν είχα έναν +απεσταλμένο, που νάθελε να πάη κει πέρα, αμέσως θαρχότανε η +Ιζόλδη, τόσο πολύ μαγαπάει. Καερδέν, ωραίε σύντροφε, στη φιλία +μας, στην ευγένεια της καρδίας σου, στη συμμαχία μας, σε +παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα, κι' αν της πας +το μήνυμά μου, σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ +απ' όλους τους ανθρώπους». </p> + +<p>Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη, ν' απελπίζεται, να +θρηνή. Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα, κι' απαντά +γλυκά, με αγάπη: </p> + +<p>«Μην κλαις άλλο, ωραίε σύντροφε, θα κάνω το θέλημά σου. +Φίλε, για την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. Καμμιά +συφορά, καμμιά αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό,τι μπορώ. +Πέστε ό,τι θέλετε να μηνύσω στη Βασίλισσα, κι' ετοιμάζομαι!» +</p> + +<p>Ο Τριστάνος απάντησε: </p> + +<p>«Φίλε, ευχαριστώ. Λοιπόν, άκουσε την παράκλησί μου. Πάρε +αυτό το δαχτυλίδι. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης. +Όταν θα φθάσης στον τόπο της, κατάφερε να περάσης μέσα στην +Αυλή, ως έμπορος. Παρουσίασε της μεταξωτά, κάνε ώστε να ιδή το +δαχτυλίδι. Αμέσως εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά. +Τότε πες της ότι η καρδιά μου τη χαιρετά. Ότι μονάχα αυτή +μπορεί να μου κάνη καλό. Πες της ότι, αν δεν έρθη πεθαίνω. Πες +της να θυμηθή της περασμένες μας χαρές, της μεγάλες λύπες, +τους μεγάλους πόνους, και της χαρές, και της πίκρες της άδολης +και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο κρασί που μαζύ +ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα ότι μόνον +αυτή θ' αγαπώ. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!» </p> + +<p>Πίσω από τον τοίχο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά +τα λόγια. Σχεδόν ελιποθύμησε. </p> + +<p>«Κάνε γρήγωρα, σύντροφε, και γύρισε αμέσως εδώ. Αν αργήσης, +δε θα με ξαναϊδής πεια. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες, και φέρε +μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Κρύψε την αναχώρησί σου από την +αδερφή σου, ή πέσε ότι πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Θα πάρης +το ωραίο μου καράβι. Πάρε μαζύ σου δυο πανιά, το ένα μαύρο το +άλλο άσπρο. Αν φέρνης τη Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο +πανί, κι' αν δεν την φέρνης βάλε το μαύρο, ν' αρμενίσης μ' +αυτό. Φίλε, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ. Ο Θεός να σε +οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!» </p> + +<p>Αναστενάζει, κλαίει και θρηνεί, κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν, +φιλεί τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά. </p> + +<p>Με τον πρώτο άνεμο, έβαλε μπρος. Οι ναύτες σηκώσανε της +άγκυρες, τέντωσαν το πανί, κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο +αεράκι. Η πλώρη έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. Είχαν πάρει μαζύ +πλούσια υφάσματα, μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς, σερβίτσια +από το Τουρ, κρασιά του Ποατού, πουλιά σπάνια της Ισπανίας, +και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη +Βασίλισσα. Οχτώ μέρες, οχτώ νύχτες, έσκισαν τα κύματα, και με +φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την Κορνουάλλη. </p> + +<p>Οργή γυναίκας, τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται. +Όπου μια γυναίκα αγαπάει πειο πολύ, κει θα εκδικηθή πειο +σκληρά. Γρήγωρα έρχεται η αγάπη στης γυναίκες, γρήγωρα και το +μίσος. Κ' η έχθρα τους, άμα έρθη μια φορά, βαστάει πειο πολύ, +παρά η αγάπη. Ξέρουνε η γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα, μα +όχι το μίσος. Όρθια πίσω από τον τοίχο, όλα τα άκουσεν η +Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Κράτησε καλά στο μυαλό της τα λόγια +του Τριστάνου. Αν μπορέση μια μέρα, πώς θα εκδικηθή κείνον που +περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο! Μολαταύτα δεν +έδειξε τίποτα, και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο δωμάτιο +του Τριστάνου, και κρύβοντας την οργή της, εξακολούθησε να τον +υπηρετή και να τον περιποιέται, καθώς πρέπει σε μια που +αγαπάει. Του μιλούσε γλυκά, τον φιλούσε στα χείλη, και τον +ρωτούσε αν θα γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον +εγιάτρεβε. Μα πάντα ζητούσε να βρη την εκδίκησι. </p> + +<p>Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο +λιμάνι του Τινταγκέλ. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα, +ένα ωραίο μετάλλινο ποτήρι, κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι, +και τα χάρισε στο Βασιληά Μάρκο, παρακαλώντας τον με ευγένεια +να του παραχωρήση την προστασία του και την ειρήνη του, για να +μπορέση να εμπορευθή στον τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε +από αυλικό ούτε από υποκόμη. Κι' ο Βασιληάς του το παραχώρησε +μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του παλατιού του. </p> + +<p>Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη +δουλεμένη με φίνο χρυσάφι. </p> + +<p>«Βασίλισσα, είπε, το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το +δαχτυλίδι του Τριστάνου, τώβαλε δίπλα. «Κυττάχτε, Βασίλισσα: +το χρυσάφι αυτής της πόρπης είναι πολυτιμότερο, κι' όμως κι' +αυτού του δαχτυλιδιού το χρυσάφι την έχει την αξία του...» +</p> + +<p>Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, +τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της, — φόβος την +έκοψε τι θάκουγε. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν, κοντά σ' ένα +παράθυρο, για να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το +δαχτυλίδι. </p> + +<p>Ο Καερδέν της είπεν απλά: </p> + +<p>«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό +σπαθί, και πεθαίνει. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του +κάνετε καλό. </p> + +<p>Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που +υποφέρατε μαζύ. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. Σας το δίνει». +</p> + +<p>Μισολιποθυμισμένη, απάντησε η Ιζόλδη: </p> + +<p>«Φίλε, θα σας ακολουθήσω. Αύριο, το πρωί, έχετε έτοιμο το +καράβι σας γι' αναχώρησι!» </p> + +<p>Την άλλη μέρα το πρωί, η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να +κυνηγήση με τα γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της. +Αλλά ο Δούκας Αντρέ την παραμόνευε, και την συνώδευσε. Όταν +βγήκαν στα χωράφια, όχι μακρυά από την παραλία, ένας φασιανός +πέταξε ψηλά. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα γεράκι για να τον πιάση, +αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το γεράκι πήρε φόρα και +χάθηκε. </p> + +<p>«Κυττάχτε, Άρχοντα Αντρέ, είπεν η Βασίλισσα, το γεράκι +κούρνιασε κει κάτω, στο λιμάνι, στο κατάρτι ενός άγνωστου +καραβιού. Τίνος είναι; </p> + +<p> — Κυρία, είπεν ο Ανρέ, είναι το καράβι του εμπόρου +της Βρεττάνης που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Πάμε να +πιάσουμε το γεράκι μας». </p> + +<p>Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα, σαν γεφυράκι, από το καράβι +του στη στεριά. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα. </p> + +<p>«Βασίλισσα, αν θέλατε, να μπαίνατε στο καράβι μου να σας +έδειχνα τα πλούσια εμπορεύματά μου; </p> + +<p> — Ευχαρίστως, άρχοντα, απάντησεν η Βασίλισσα. </p> + +<p>Κατεβαίνει από τ' άλογο, πάει κατ' ευθείαν στη μικρή +γέφυρα, την περνάει, μπαίνει στο καράβι. Ο Αντρέ θέλει να την +ακολουθήση, και πατάει στην τάβλα. Αλλά ο Καερδέν, όρθιος στην +κουπαστή, τον χτυπάει με το κουπί του. Ο Αντρέ κλονίζεται και +πέφτει στη θάλασσα. Ο Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί +και τον βουλιάζει μέσα στα κύματα, φωνάζοντας: </p> + +<p>«Πέθανε, προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες +στον Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!» </p> + +<p>Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο +τους είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Ο Γκενελόν, +ο Γκοντοΐν, ο Ντενοαελέν, κι' ο Αντρέ. </p> + +<p>Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο +δροσερός πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα +πανιά. Έξω από το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και +φωτεινή πέρα, κάτω από της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το +καράβι. </p> + +<p>Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει +με πόθο τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια, +κι' αν ζη ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην +παραλία να κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα +έχει το πανί του. Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην +καρδιά του. Έπειτ' από λίγο είπε και τον πήγαν στην ακτή του +Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον ουρανό, κύτταζε μακρυά στη +θάλασσα. </p> + +<p>Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να +κλάψουν όσους αγαπούν. </p> + +<p>Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε +μακρυά, και πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος +καταιγίδας σηκώνεται. Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το +καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο «προσήνεμο» και με θλιμμένη +καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος. Τα βαθειά κύμματα +αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά, μαυρίζει η +θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και κατάρτια +τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται στη +διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν +ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην +πρύμη κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το +καράβι και την πέρνει μακρυά. </p> + +<p>Η Ιζόλδη φωνάζει: </p> + +<p>«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω +αρκετά για να ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη, +μοναχά μια φορά. Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε, +μια φορά αν σας μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. +Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός, +κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη μου λύπη. Λίγο με μέλει για το +θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα +το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. Τέτοιος είναι ο έρωτάς +μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα, ούτ' εγώ δίχως +εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με τον δικό +μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε να +πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας. +Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως +δε θα μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας +ολοένα να έρθω. Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να +γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα, +θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ' +απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν μάθαινα το θάνατό σας, δε θα +ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το Θεό, ή να προφθάσω να σε +κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο θάνατο!». </p> + +<p>Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά +έπειτα από πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο +Καερδέν σηκώνει το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο +Τριστάνος από το χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη +Βρεττάνη .... Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την +καταιγίδα, η θάλασσα γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο +άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν +άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι' αριστερά, μπρος και πίσω. +Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η φουρτούνα είχεν αρπάξει +τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την τρίτη νύχτα, η +Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το κεφάλι +μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ' +έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό. +</p> + +<p>Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να +μένη στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος +στο παλάτι έκλαιγε για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. +Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί, αναστενάζει. Λίγο θέλει για +να πεθάνη από τον καϋμό του. </p> + +<p>Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε +η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε. </p> + +<p>Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει: </p> + +<p>«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. +Σιγά-σιγά προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να +σου φέρη τη γιατρειά σου» </p> + +<p>Αναταράζεται ο Τριστάνος. </p> + +<p>«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;! +Λοιπόν, πέστε μου τι πανί έχει. </p> + +<p> — Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ +ψηλά, γιατί ο άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι +κατάμαυρο». </p> + +<p>Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε: </p> + +<p>«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές: +«Ιζόλδη, φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή. </p> + +<p>Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του +Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ' +έναν πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο. +</p> + +<p>Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε +δυνατά τα πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη +η Ξανθή βγήκε όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. +Άκουσε να χτυπούν η καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα +μοναστήρια. </p> + +<p>Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι +θρήνοι. </p> + +<p>Ένας γέρος της λέει: </p> + +<p>«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος, +ο τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και +βοηθούσε όσους υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν +τον τόπο, άλλοτε. </p> + +<p>Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. +Ανεβαίνει πατά το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο +μπούστος της έχει ξελυθή. Οι Βρεττανοί την κυττάζουν +θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο ώμορφη γυναίκα. Ποία +είναι; Πούθ' έρχεται; </p> + +<p>Κοντά στον Τριστάνο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, τρελλή από +το κακό που η ίδια είχε κάνει, χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές +απάνω από το πτώμα. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε: </p> + +<p>«Σηκωθήτε, κυρία, κι' αφήστε με να πλησιάσω. Έχω πειο πολλά +δικαιώματα να τον κλάψω, πιστεύτε με. Πειο πολύ τον αγάπησα». +</p> + +<p>Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. Έπειτα +ξεσκέπασε λίγο το σώμα, ξαπλώθη κοντά του, δίπλα στο φίλο της, +του φίλησε το στόμα και το πρόσωπο, και τον αγκάλιασε σφιχτά. +Κορμί με κορμί, στόμα με στόμα, παραδίνει έτσι την ψυχή της, +και πεθαίνει κοντά του για τον πόνο του φίλου της. </p> + +<p>Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, +πέρασε τη θάλασσα, και σαν ήρθε στη Βρεττάνη, είπε κ' έφτιασαν +και στόλισαν δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη, το +άλλο με βύριλλο για τον Τριστάνο. Πήρε στο καράβι του για τη +Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους σώματα. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι, +δεξιά και αριστερά από το ιερό, τους έθαψε σε δυο μνήματα. +Αλλά τη νύχτα, από το μνήμα του Τριστάνου ξεφύτρωσε ένας +πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά, με άνθη +αρωματικά. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον +τάφο της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. Την +άλλη μέρα ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος, ανθισμένος, και ζωηρός +και βυθίζεται στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. Τρεις φορές +θέλησαν να τον κόψουν. Άδικα. Έπειτα το είπαν του Βασιληά +Μάρκου, κ' εκείνος διάταξε να μη ξανακόψουν πεια το θάμνο. +</p> + +<p>Άρχοντες, οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού, ο Βερούλ, +κι' ο Θωμάς, κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ, κι' ο κύριος Γκόττφριδ, +αφηγήθηκαν αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν, όχι για +τους άλλους. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. +Χαιρετούν τους σκεφτικούς και τους ευτυχισμένους, κείνους +πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν πόθο στην καρδιά, τους +χαρούμενους και τους λυπημένους, όλους τους εραστές. Εύχονται +να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια, για την αδικία, για +το πείσμα, για τον πόνο, για όλες της πίκρες της αγάπης! </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom: +3em;">ΤΕΛΟΣ </h4> + +<p> +<br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p> + +<table> +<tr><td></td><td align='center'>Δρ.</td></tr> +<tr><td>Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ. +Καλοσγούρου</td><td align='center'>8. —</td></tr> +<tr><td>Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ. +Καλοσγούρου</td><td align='center'>4. —</td></tr> +<tr><td>Βουτυρά Α., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα</td><td +align='center'>4. —</td></tr> +<tr><td>Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια</td><td align='center'>6. +—</td></tr> +<tr><td>Αι Γυναίκες</td><td align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td>Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου</td><td +align='center'>7.50</td></tr> +<tr><td>Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε. +Χρυσάφη</td><td align='center'>4.50</td></tr> +<tr><td>Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου</td><td +align='center'>6. —</td></tr> +<tr><td>Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα</td><td +align='center'>6. —</td></tr> +<tr><td>Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη</td><td +align='center'>5.50</td></tr> +<tr><td>Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια</td><td +align='center'>2. —</td></tr> +<tr><td>Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της +ζωής</td><td align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ. +Βουτιερίδου</td><td align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td>Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα, μετάφρασις +Αιμιλίας<br /> + Καραβία</td><td align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου</td><td +align='center'>7. —</td></tr> +<tr><td>Moreas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές</td><td +align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Μπεντιέ Ιωσ., Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της +Ιζόλδης, <br /> +μετάφρ. Ν. Α. Βεντήρη</td><td align='center'>7. —</td></tr> +<tr><td>Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης +Δενδρινού</td><td align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td>Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ. +Γερ.Σπαταλά</td><td align='center'>4. —</td></tr> +<tr><td>Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ. +Φιλήντα</td><td align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο</td><td +align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td align='center'>Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει) +μυθισ.</td><td align='center'>7. —</td></tr> +<tr><td>Πουτσίνι Π, Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ. +Κόκκαλη</td><td align='center'>2. —</td></tr> +<tr><td>Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλρι, μετάφρασις Ι. Ε. +Χρυσάφη</td><td align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td>Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ. +Σχινά</td><td align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα, πρόλογος και +μετάφρασις Γ. <br /> +Καλοσγούρου</td><td align='center'>1.50</td></tr> +<tr><td align='center'>Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά</td><td +align='center'>18. —</td></tr> +<tr><td>Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ. +Τρικογλίδη</td><td align='center'>3.50</td></tr> +<tr><td>Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I. +Βεργωτή</td><td align='center'>4. —</td></tr> +<tr><td>Τσέχωφ Α., Νύκτα στο νεκροταφείο. Διηγήματα, +μετάφρασις<br /> + Αγ. Κωνσταντινίδου</td><td align='center'>4.50</td></tr> +<tr><td>Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α. +Πρωτοπάτση</td><td align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα</td><td +align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td>Χρηστομάνου, Το βιβλίον της Αυτοκράτ. Ελισάβετ</td><td +align='center'>7.50</td></tr> +<tr><td>Ψυχάρη Γ., Ζωή κι' αγάπη στη μοναξιά</td><td +align='center'>10. —</td></tr> +<tr><td align='center'>Σα λάμπει ο ήλιος</td><td +align='center'>4. —</td></tr> +<tr><td align='center'>Απολογία</td><td align='center'>6. — +</td></tr> +<tr><td align='center'>Δύο Αδέρφια</td><td align='center'>10. +—</td></tr> +<tr><td align='center'>Το ταξίδι μου</td><td align='center'>6. +—</td></tr> +<tr><td align='center'>Στον ίσκιο του πλατάνου</td><td +align='center'>5. —</td></tr> +<tr><td align='center'>Πολλά πράματα</td><td align='center'>4. +—</td></tr> +<tr><td align='center'>Τρία λόγια</td><td align='center'>6. — +</td></tr> +</table> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT *** + +***** This file should be named 35320-h.htm or 35320-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/5/3/2/35320/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + diff --git a/35320-h/images/cover.jpg b/35320-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..78f54bc --- /dev/null +++ b/35320-h/images/cover.jpg |
