summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/35320-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '35320-h')
-rw-r--r--35320-h/35320-h.htm6222
-rw-r--r--35320-h/images/cover.jpgbin0 -> 81741 bytes
2 files changed, 6222 insertions, 0 deletions
diff --git a/35320-h/35320-h.htm b/35320-h/35320-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..e2b79d1
--- /dev/null
+++ b/35320-h/35320-h.htm
@@ -0,0 +1,6222 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Joseph Bedier, Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης, Νικόλαος Βεντήρης" />
+
+<title>Τριστάνος και Ιζόλδη</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+.mynote{
+ text-align: justify;
+ font-size: small;
+}
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Le roman de Tristan et Iseut
+
+Author: Joseph Bédier
+
+Translator: Nikolaos Ventiris
+
+Release Date: April 28, 2012 [EBook #35320]
+First Posted: February 18, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p class="mynote">Note: The tonic system has been changed from
+polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise. Single quotation marks are left as in the
+edition.//
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην
+έκδοση. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><br /><img src
+="images/cover.jpg" width="443" height="650"
+alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ</h3>
+<h5 style="text-align: center;">(JOSEPH B&Eacute;DIER)</h5>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΟ
+ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ<br /><br />
+ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ</h2>
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ
+ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ</h4>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν
+Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η </h4>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 12em">ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ
+ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„<br />ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />1922</h4>
+
+<p style="margin-top: 7em">Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν
+χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1
+έως 100. </p>
+
+<p>
+Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21 </p>
+
+<p>
+<br />
+Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο
+πρόσφατο από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του
+Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή
+πρόζα, είναι, αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο
+άξιος συνεχιστής των παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να
+χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό
+όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης ήπιαν, στους παληούς
+καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να ξαναπή τη θαυμασία
+τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, τους πόνους
+τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη του
+Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των
+Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την
+δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής
+σπουδής, την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε
+από την ομίχλη, και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως
+διόλου καινούργιες. Την ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ'
+αυτές χωρίς να σκέπτεται να της αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς
+να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι που την έθελγε στης
+συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε φθάσει μέχρι
+των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου, ο κ.
+Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους
+αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι.
+Η ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα
+κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για
+τον οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον
+χρειαζότανε νάναι ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου,
+όσων γνωρίζουμε στην ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης
+εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά και του Λασέβρ εχάθησαν
+ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις χιλιάδες στίχοι
+περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, ανωνύμου,
+χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: Τρεις
+απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι
+κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει
+ένα ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί
+πολυτιμότατοι κάποτε· μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το
+αχώνευτο εις πεζόν μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως
+αυξημένο από τους διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια
+λείψανα των χαμένων ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός
+στο σωρό όλων αυτών των ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από
+τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; Ένα από τα δύο: να προσκολληθή
+στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος δρόμος παρουσίαζε το
+πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης ξένες
+μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και
+ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο
+αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό
+βαρβαρικό στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα
+έργα της ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ
+προτίμησε τη δεύτερη λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό
+ακριβώς πειο ελκυστική για την τέχνη του και τη μόρφωσί του,
+και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως προς το σκοπό που είχε τάξει:
+ν' αναστήση για τους ανθρώπους των ημερών μας το θρύλο του
+Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που επήρε, εκείνη
+τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. Άρχισε
+λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του
+Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το
+κέντρο της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά
+στο πνεύμα του αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή
+τρόπο του τού αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι,
+μέχρι ως την παιδική κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την
+ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο
+κεφάλι και μέλη, όχι με μια μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα
+είδος οργανικής αναδημιουργίας, έτσι καθώς μας την
+παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, συμπληρώνονται
+εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της αρχικής
+φόρμας τους. </p>
+
+<p>Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο
+καλλίτερα όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και
+λιγώτερο ανεπτυγμένος. Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον
+Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε
+αρκετά ανόμοια, και που η ανομοιότης τους δεν τον
+στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά σ' ένα είδος
+προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή
+ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι'
+αυτός το ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη
+εκλεκτικότητα και καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που
+ακολουθεί το κομμάτι του Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι
+ενός ποιήματος συγγενεύοντος με του Μπερούλ, από τον Τομάς και
+τους μεταφραστές του, από τους υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά
+ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα ακόμη, επήρε ό,τι
+χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο διατηρημένο κομμάτι
+μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, μέσα στης
+διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα πήγαινε
+με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή
+είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης
+του — δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα
+και το χρώμα που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι
+έγραψε ολόκληρο το ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο
+όμοιους με τους στίχους του Μπερούλ, για να τους μεταφράση
+έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση επιμέλεια το είχε κάμει
+για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους στίχους. Αν ο παληός
+ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το έργο του, θα
+έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο και
+επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα
+λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο
+αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει
+παλαιά. </p>
+
+<p>Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του
+δωδεκάτου αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου
+ενάτου. Έτσι έπρεπε να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την
+ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό
+κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος εκυρίευσεν έκτοτε όλες της
+φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε από τότε ανάγονται
+στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού, αναγκαστικά, βλέπουμε
+τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη με μακρυά ρόμπα
+στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό και
+ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους
+ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε
+ο μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει
+κανείς σε πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο
+Μπερούλ προ πάντων, που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της
+πρωτογενούς βαρβαρότητος, άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος
+ο Τομάς, πειο προσεκτικός τηρητής των κανόνων της ευγενείας,
+μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει παράξενες απόψεις ως προς τον
+αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και του περιβάλλοντος όπου
+κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες συνήθως ενδείξεις
+των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι θα ήταν
+στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από
+τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του
+ημίθεος μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα
+εφευρέτης όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και
+αγριογούρουνα, ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και
+άλτης ασύγκριτος, θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους
+να δίνη παλμούς στην άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το
+κελάδημα όλων των πουλιών, και μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά
+ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων, προστάτης των πιστών
+του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή σχεδόν
+υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και
+φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά
+στον Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον
+έρωτα. Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο
+του Τριστάνου και της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους
+ενώνει, και τι είναι εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης
+διάφορες μορφές του, ένα ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα
+υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του συμβολισμού της αθέλητης,
+ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το ποτό, που η ενέργεια του
+— σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα βαστάει σ' όλη τη ζωή,
+και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η ιδέα αυτή που
+δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και
+μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης
+τέχνες της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να
+επιμείνω στα χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και
+αισθημάτων, που κάθε στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των
+Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο δυνατή και τόσο παράξενη
+εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε φυσικά με στοργή. Οι
+αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα αισθανθούν πόσο η
+ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου αιώνος
+αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον όπου
+την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την
+πλαισιώσουν. </p>
+
+<p>Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της
+Ιζόλδης, και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ'
+όλες της δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον
+καθιερωμένο ήδη τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε
+πραγματικά την επιτυχία στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην
+ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε γνωστή στον Ρωμανογερμανικό
+κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που
+την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που κυκλοφορεί σε όλα της τα
+επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες των δυο ηρώων: η
+ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο ψηλά απ'
+όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις, η
+ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών
+και τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο
+παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν
+καθηγιασμένη από τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία
+των ανθρωπίνων αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που
+παθαίνει η ερωτική ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το
+ζεύγος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο
+από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα, κυνηγημένο απ' όλες της
+καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους, που μάταια δοκιμάζει
+να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ' έναν τελευταίο
+και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται ακόμη σαν μια
+από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν κουράζεται ο
+άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την πραγματικότητα,
+και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι παρά
+εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η
+μορφή αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο
+γοητευτικές, είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η
+ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε
+παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό
+δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το παρεσκεύασε ο νεώτερος
+μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της μουσικής γοητείας, το
+ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως παρεπλάνησε πολλές
+καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό του νάναι
+ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς το
+ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή
+στη ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας
+από το άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο
+κατάρτι, χωρίς να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας
+που κάνει τους θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες
+ευδαιμονίες. </p>
+
+<p>Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος
+διατηρείται στην «ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να
+παρουσιάζη για τους συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά
+μικρότερος ως προς τους ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη
+είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά στης ψυχές όσο
+παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για ψυχές πολύ
+μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους τουλάχιστον
+στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη διατηρούν
+όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν
+πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη
+του Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια
+και τα φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους
+τρόπο του ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για
+τους μοντέρνους αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail,
+άκαμπτα, με εκφράσεις αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές.
+Αλλά πίσω από την εικόνα αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό
+χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε, όπως ο ήλιος πίσω από το
+vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό, που την φωτίζει
+και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη αστραπές. Ένα
+αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της καρδιάς,
+αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της
+κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του
+ανανεωτού του Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες
+που διψούν ιστορία και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να
+πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό
+έργο, είναι το θέλγητρο των λεπτομερειών, η μυστηριώδης και
+μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η επιτυχής επινόησις άλλων
+πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων και των
+αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα
+αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής
+μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και
+λεπτής ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου»
+για την οποία μιλούσε ο Γκαίτε. </p>
+
+<p style="text-align: right;">GASTON PARIS</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">
+Α'. Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ </h4>
+
+<p>
+Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία
+αγάπης και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της
+Βασίλισσας Ιζόλδης; Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη
+αγαπήθηκαν, και πώς πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ
+αιτίας εκείνης, αυτή εξ αιτίας εκείνου. </p>
+
+<p>Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς
+Μάρκος. Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο
+Βασιληάς του Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του
+φέρη βοήθεια. Τον εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή,
+σαν υποτελής, — τόσο πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή
+την αδελφή του, την ωραία Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν
+αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο έρωτα. </p>
+
+<p>Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την
+είχε πάρει του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο
+Δούκας Μόργκαν μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια,
+τα χωριά, και της πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα
+καράβια του και πήρε την Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος,
+στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε μπρος στον Πύργο του, στο
+Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του Στρατάρχου Ρόχαλτ, —
+του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον ονόμαζαν μ' ένα
+ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν συνάθροισε
+τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο. </p>
+
+<p>Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του
+ήτανε γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν
+τον είχε σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε
+κλάμματα, ούτε θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα
+και αδυνάτισαν. Η ψυχή της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή
+από το σώμα. Ο Ρόχαλτ προσπαθούσε να την παρηγορήση. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα
+καινούργιο πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια
+μέρα; Ας παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και
+να φυλάη τους ζωντανούς!... </p>
+
+<p>Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε,
+θέλοντας να πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε
+ένα παιδί, ένα γυιό. Τον αγκάλιασε. </p>
+
+<p>«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ.
+Και βλέπω τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα.
+Θλιμμένη σε γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου
+κάνω. Εξ αιτίας σου είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι,
+αφού, γεννήθηκες με τη λύπη, τόνομά σου θε είναι Θλιβερός,
+Τριστάνος». </p>
+
+<p>Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε
+πέθανε. </p>
+
+<p>Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν
+είχαν κι' όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε
+πεια ο Ρόχαλτ να βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε
+πη ότι: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να
+παραδοθή στην διάκρισι του Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο
+του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης
+τον παρουσίασε για δικό του, και τον ανάστησε μαζύ με τα
+παιδιά του. </p>
+
+<p>Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον
+πάρη από της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ'
+ένα γνωστικό δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο
+Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια του έμαθε όλες της τέχνες, που
+πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να χειρίζεται το κοντάρι, το
+ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη τους πέτρινους
+δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. Τον έμαθε
+να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους, να
+κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον
+έμαθε να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι'
+όταν το παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους,
+θάλεγε κανείς ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο
+δεν ήτανε παρά ένα, κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς
+το τόσο ευγενικό και περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και
+τη λεπτή μέση, δυνατό, πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον
+Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον
+Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που ξαναζούσε η χάρι τους και η
+νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο σαν παιδί του, ενώ
+μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του. </p>
+
+<p>Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια
+μέρα κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο
+στο καράβι τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς
+αρμένιζαν γι' άγνωστα μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο
+πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την
+ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η θάλασσα οργίζεται τα άπιστα
+καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της αρπαγές ούτε της προδοσίες.
+Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το καράβι με σκοτάδια, κι'
+οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή εκεί, στην τύχη. Στο
+τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη μαύρη καταχνιά μια
+ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες της: κομμάτια
+θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν. Γνωρίζοντας
+ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — που, ώρα
+μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και
+τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν
+οι άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι
+των Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν
+τη βάρκα του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας. </p>
+
+<p>Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα
+από μια έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος
+απέραντο. Θρηνούσε πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον
+πατέρα του, και τη γη του Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος
+κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή
+του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο ελάφι ξεπετάχτηκε. Το
+κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν πίσω του με
+μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα λαγωνικά
+είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και τα
+παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί,
+στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν
+έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του
+ελαφιού σαν νάθελε να τον κόψη. </p>
+
+<p>«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο
+ευγενικό ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ'
+αυτόν τον τόπο; — Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι
+κάνω που σας φαίνεται παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον
+ελαφιού, έπειτα θα κόψω το σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα
+πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό
+μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι έκαναν από τα παλαιικά
+χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα αν ξέρης καμμιά
+πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι, ωραίο
+αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε
+το τομάρι. Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα
+απείραγα. Έπειτα έκοψε τη γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την
+καρδιά, και τάλλα εντόσθια. </p>
+
+<p>Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον
+κύτταζαν, γοητευμένοι. </p>
+
+<p>«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες.
+Σε ποιον τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά
+σου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της
+συνήθειες της έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη
+τον πατέρα σου που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι
+κάποιος βαρώνος πλούσιος και δυνατός; </p>
+
+<p>Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη
+καλλίτερα, απάντησε με πονηρία. </p>
+
+<p>«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά
+από το σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά,
+γιατί ήθελα να μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των
+γειτονικών τόπων. Αν με θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους
+κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω ευχαρίστως, και θα σας μάθω,
+ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα συστήματα του κυνηγιού.»
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη
+τόπος όπου οι γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού
+δεν τα ξέρουν ούτε τα παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας,
+αφού το θέλεις, και καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε
+μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον κύριό μας». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε
+στους σκύλους την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους
+κυνηγούς πώς πρέπει να γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και
+το τάισμα των σκυλιών. Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα
+καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού και τάδωσε στους κυνηγούς:
+Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά και τα μεγάλα φιλέτα,
+σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια, και σ' άλλον τα
+πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για να
+καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του
+κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του. </p>
+
+<p>Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις
+ότου έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε
+γύρω, κήποι με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για
+ψάρεμα, και χωράφια καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο
+λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και
+ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε επίθεσι και κάθε πολεμική
+προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που τον είχαν χτίσει,
+παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους και
+καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου. </p>
+
+<p>«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ'
+ευλογήση σένα και τους άρχοντές σου!» </p>
+
+<p>Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη
+χαρά, είχε πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο
+Τριστάνος δεν το ήξευρε. </p>
+
+<p>Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα
+σαλπίσματα των κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης
+πόρτες οι βαρώνοι κι' ο ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος. </p>
+
+<p>Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος
+θαύμασε την ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του
+ελαφιού, και τα σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων
+θαύμαζε το ωραίο, ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να
+ξεκολλήσουν από πάνω του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη
+τρυφερότης; Ο Βασιληάς ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε
+να καταλάβη. </p>
+
+<p>Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα
+του, και η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την
+Μπλανσεφλέρ. </p>
+
+<p>Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός
+θαυματοποιός, μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους
+συναθροισμένους βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα.
+Ο Τριστάνος ήτανε καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς
+ο θαυματοποιός άρχιζε μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε
+ως εξής: </p>
+
+<p>«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός
+του, και γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι
+Βρεττανοί για να υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η
+φωνή σου είναι ωραία, τραγούδησε το καλά με την άρπα». </p>
+
+<p>Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε: </p>
+
+<p>«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων;
+Αν οι έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να
+παίζουν την άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και
+δείξε την τέχνη σου. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι
+βαρώνοι συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος
+θαύμαζε τον αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά,
+όπου άλλοτε ο Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ. </p>
+
+<p>Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα
+αμίλητος. </p>
+
+<p>«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε
+δίδαξε, ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους
+καλούς τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν
+μέσ' την καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους
+αναμνήσεις, και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες
+και ατυχίες. Για χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε
+πολύν καιρό κοντά μου, φίλε! </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως
+αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». </p>
+
+<p>Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία
+τρυφερότης μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο
+Τριστάνος ακολουθούσε τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και
+τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους
+πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο Βασιληάς ήτανε λυπημένος,
+έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι του. Οι βαρώνοι τον
+αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το ιδούμε
+παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα ακόμη
+από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο
+Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε
+μπορούσε να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ
+και το δάσκαλό του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το
+Λοοννουά. </p>
+
+<p>Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας
+ευχαριστήση, να λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας
+είναι τόσο ωραίο και έχει τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω
+φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και
+θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο
+Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην Κορνουάλη, ξαναύρε τον
+Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το ρουμπίνι, που
+άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του είπε:
+</p>
+
+<p>«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά,
+ανεψιός σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου
+Μπλανσεφλέρ. Ο Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το
+άδικο. Είναι καιρός να γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο». </p>
+
+<p>Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα
+άρματα του ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της
+Κουρνουάλης, πώς ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του
+πατέρα του, πώς προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον
+εσκότωσε και ανέκτησε την πατρίδα του. </p>
+
+<p>Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να
+ζήση ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά
+του τού έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους
+κόμητες και τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι: </p>
+
+<p>«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και
+εκδικήθηκα για τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και
+την δική σας. Όμως δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς
+Μάρκος της Κορνουάλης υπεστήριξαν τ' ορφανό και το
+περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους ονομάζω πατέρες. Δεν
+έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα μου τα δικαιώματά
+του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο πράγματα έχει
+ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα του. Στον
+Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης και
+ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά
+Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου
+είναι πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον
+Βασιληά Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά
+σεις, σαν πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου
+οφείλετε την συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου
+συμβουλέψη άλλη, απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!».
+</p>
+
+<p>Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και
+ο Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε
+για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Β'. Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ </h4>
+
+<p>
+Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι
+είχαν μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε
+μεγάλο στόλο για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος
+εξακολουθούσε ν' αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε
+χρόνια, να πληρώση ένα φόρο που έδιναν τον παληό καιρό οι
+πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι σύμφωνα με παληές συνθήκες,
+οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την Κορνουάλην τον πρώτο
+χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο τρακόσες λίτρες
+καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. Αλλά, κάθε
+τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες της
+Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε
+χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο
+Τινταγκέλ, για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη,
+τον Μόρχολτ που είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και
+βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε
+μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος με σφραγισμένα γράμματα είχε
+συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους βαρώνους του τόπου του,
+για να πάρη τη συμβουλή τους. </p>
+
+<p>Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην
+θολωτή σάλα του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο
+θρόνο του, ο Μόρχολτ μίλησε έτσι: </p>
+
+<p>«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του
+Βασιληά της Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να
+πληρώσης επί τέλους τον φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον
+καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή, παραγγέλνει να μου παραδώσης
+σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα κορίτσια δέκα πέντε χρονών,
+που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' όλες της οικογένειες της
+Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο στο λιμάνι του
+Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. Μολαταύτα —
+και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει, Βασιληά
+Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με
+μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την
+πρόκλησί του. Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει
+να πολεμήση, για να μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;» </p>
+
+<p>Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν
+τα κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του
+Μόρχολτ της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες
+ρωμαλέους άντρες. Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το
+σπαθί, μεγεμένο, έκοψε τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; —
+τόσα χρόνια τώρα που ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το
+γίγαντα στους υποτελείς τόπους για να πηγαίνη τα μηνύματά του;
+Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο άλλος συλλογιζότανε:
+«Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα κορίτσια, για να
+γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας έσωζε τάχα;»,
+Κι' όλοι σιωπούσαν. </p>
+
+<p>Ο Μόρχολτ είπε πάλι: </p>
+
+<p>«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την
+πρόκλησί μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα
+πάμε με βάρκες στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του
+Τινταγκέλ. Εκεί, ο ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε
+ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε τον αγώνα αυτό θα φωτίση
+όλη τη γενιά του». </p>
+
+<p>Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι
+κλεισμένο στο κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί
+μέσα όλα σωπαίνουν. </p>
+
+<p>Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά. </p>
+
+<p>«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η
+απόφασις σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον
+κλήρο και θα τα πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος
+κατοικείται μοναχά από σκλάβους». </p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά
+Μάρκου, και είπε: </p>
+
+<p>«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ
+θα πολεμήσω». </p>
+
+<p>Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν
+τόσο νεαρός ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του;
+Αλλά ο Τριστάνος έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και
+κείνος την εδέχτη. </p>
+
+<p>Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό
+βυσσινί πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του
+για τη μεγάλη περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την
+περικεφαλαία από μελανό ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη
+για τον αντρείο, και ντροπή για τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε,
+έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν
+τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο πένθος στη χώρα». Η
+καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι άνθρωποι του
+λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και ευχές,
+συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί
+στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά
+το νησί του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι
+του ένα πανί από πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί.
+Έδενε τη βάρκα στην παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι'
+αυτός στη στεριά έσπρωξε με το πόδι τη δική του κατά τη
+θάλασσα, μέσα. </p>
+
+<p>«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν
+κράτησες την βάρκα σου, όπως εγώ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας
+από τους δυο μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει
+μια βάρκα;». </p>
+
+<p>Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια,
+ετράβηξαν μέσα στο νησί. </p>
+
+<p>Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι
+ο θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή.
+Τότε, δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια
+τους, ενώ οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος
+στης σκηνές τους, γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος,
+το πορφυρό ιστίο: Ήταν η βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το
+νησί. Ξεφωνητά απελπισίας αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!»
+Αλλά καθώς μεγάλωνε, πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά
+την εσήκωσε στην κορυφή του ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που
+στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο σπαθιά κρατούσε στα χέρια.
+Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες πέταξαν να τον
+συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του κολυμπώντας.
+Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες
+γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους
+συντρόφους του Μόρχολτ: </p>
+
+<p>«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το
+σπαθί μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας
+έμεινε βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το
+κομμάτι το ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!». </p>
+
+<p>Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα
+ελευθερωμένα παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές
+κινώντας πράσινα κλαδιά, κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η
+γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο και τον ενθουσιασμό των
+ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων και των κεράτων, —
+τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του Θεού δε θα
+μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο
+ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου.
+Και το αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι. </p>
+
+<p>Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν
+στην Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο
+Μόρχολτ χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους
+του που τον χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την
+Βασίλισσα, και την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά,
+που η καλλονή της άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον
+υποδέχοντο, κι' αν είχε πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί
+ήξεραν τα βάλσαμα και τα γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους
+ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα πεια τι μπορούσαν να
+χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα τα μαγεμένα
+στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός,
+ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού
+σπαθιού έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το
+έβγαλε και τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν
+αγιοθήκη. Και σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και
+κόρη, ξανάλεγαν ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού
+και ρίχνανε την ίδια κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά
+της μία μία γυναίκα έπαιρνε το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα,
+η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το όνομα του Τριστάνου του
+Λοοννουά. </p>
+
+<p>Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα
+έτρεχε από της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε
+βυθίσει στη σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα
+φάρμακά τους και τη θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν
+καλά, τον άφησαν στη φύλαξι του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα
+έβγαινε από της πληγές του, ώστε και οι πειο αγαπημένοι του
+φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός από τον Βασιληά Μάρκο,
+τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που μόνοι μπορούσαν
+κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους υπερνικούσε τη
+φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν σε μια
+καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα
+κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε
+λοιπόν, Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας;
+Όχι, το γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη
+δική μου. Αλλά τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω.
+Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η
+καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω ν' αρμενίσω στην άγνωστη
+θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα μακρυά, μακρυά,
+καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που ίσως θα βρω
+τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω ακόμη,
+ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». </p>
+
+<p>Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος
+τούκανε το θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και
+δίχως κουπιά. Και ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα
+κοντά του την άρπα του. Τι να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια
+του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν; Τι να τα κάνη τα κουπιά;
+Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν
+από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα κάποιου παληού τους
+συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με τρεμουλιαστά χέρια,
+έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε κατάκοιτος μέσα ο
+αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και τον τράβηξε.
+</p>
+
+<p>Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά.
+Κάποτε, ο Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την
+άρπα. Επί τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε
+κοντά σε μια παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες
+είχαν αφήσει το λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά,
+και τράβαγαν με τα κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά
+μελωδία, ζωηρή και δυνατή, που κυλούσε απάνου στα κύματα.
+Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα απάνου από τα κύματα,
+άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής παρατήρησαν την
+περιπλανημένη βάρκα. </p>
+
+<p>«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το
+καράβι του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της
+Τύχης απάνω σε μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα
+κουπιά και τράβηξαν γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που
+πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε φαινότανε να ζη μέσα εκτός από
+τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν, η μελωδία αδυνάτιζε, στο
+τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια του Τριστάνου
+είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν ακόμη. Τον
+επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον
+πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να
+τον γιατρέψη. </p>
+
+<p>Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν
+νεκρός ο Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή.
+Μόνη αυτή, γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον
+Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το
+θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος, ζωογονημένος από τα γιατρικά
+της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις του, κατάλαβε ότι τα
+κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο κινδύνους. Αλλά
+τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή του, μπόρεσε
+γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε
+τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την
+Ισπανία όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί
+είχαν προσβάλει το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή
+τη βάρκα. Τον πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ
+δεν ανεγνώρισε τον ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο
+άσχημα το φαρμάκι είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του.
+Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά
+μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου γιατρέψει, κι' άρχιζε στα
+ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη και η δύναμη, κατάλαβε
+ότι έπρεπε να φύγη. </p>
+
+<p>Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα
+παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Γ'. Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ </h4>
+
+<p>
+Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι
+πειο άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον
+Τριστάνο για την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του
+είχε ο Βασιληάς. Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους:
+Αντρέ, Γκενελόν, Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ
+ήταν όπως και ο Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου.
+Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν'
+αφήση την χώρα του στον Τριστάνο, ο φθόνος τους άναψε και με
+ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους Άρχοντες της
+Κορνουάλλης. </p>
+
+<p>«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε,
+άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε
+αυτά τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο
+ανδραγάθημα. Αλλά με ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν
+πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος μέσα στη θάλασσα; Ποιος
+από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη μια βάρκα χωρίς
+πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά, καθώς λένε.
+Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για της
+πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν
+νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του
+που κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά
+Μάρκου. Πώς μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και
+τα θέλγητρα της μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα
+εδάφη σας θα εξαρτώνται από ένα μάγο!» </p>
+
+<p>Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι
+δεν ξέρουν ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και
+η καρδιά να τα κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της
+τόλμης. Γι' αυτό οι βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη
+γυναίκα μια βασιλοπούλα, που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους.
+Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε στους πύργους των, να του στήσουν
+πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε και έκανε όρκους ότι όσο
+ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ, καμμιά βασιλοπούλα δε θα
+γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος, που πολύ τον
+ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με υστεροβουλία,
+τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των
+βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον
+πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία
+στους βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του.
+</p>
+
+<p>Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε
+νάλθουν, και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν
+κάποια βασιλοπούλα πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα
+μονάχα να υποκριθώ, πως τη θέλω για γυναίκα;» </p>
+
+<p>Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη
+θάλασσα, δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα
+και εμαλώνανε. </p>
+
+<p>Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα. </p>
+
+<p>Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα,
+πειο λεπτή από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του
+ήλιου. </p>
+
+<p>Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους
+βαρώνους και τους είπε: </p>
+
+<p>«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον
+όμως αν θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες
+λοιπόν; </p>
+
+<p>&nbsp;— Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η
+χρυσή τρίχα, και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή
+τρίχα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά
+μαλλιά. Δυο χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον
+τόπο». </p>
+
+<p>Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον
+Τριστάνο με πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε
+συμβουλέψει την πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη
+χρυσή τρίχα, θυμήθηκε την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και
+μίλησε έτσι: </p>
+
+
+<p>«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η
+υποψίες των αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια
+ετοίμασες αυτό το τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα
+χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι
+θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω από τον τόπο της παρά από το
+νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και πάλι θέλω, ωραίε θείε,
+να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή μου στο ρεφούδο.
+Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή και τίμια
+αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την
+επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη
+Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά». </p>
+
+<p>Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί,
+μέλι, και άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον
+Γκορνεβάλη, εκατό ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους
+μέσα στους πειο αντρείους, και τους έβαλε και φόρεσαν
+κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά πρόστυχα πανιά, ώστε να
+μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη γέφυρα του καραβιού
+έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα, βελούδο, και
+πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά ισχυρού
+και μεγάλου. </p>
+
+<p>Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος: </p>
+
+<p>«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη; </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το
+λιμάνι του Βάιζεφορ». </p>
+
+<p>Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα
+από τον φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα
+πλοία της Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους
+κρεμούσε σε δίκρανα; Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε
+στον επικίνδυνο τόπο. </p>
+
+<p>Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ
+ότι οι σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν
+έλθει για ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί
+εμπόροι όλη την ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο
+ζατρίκι, και στο τάβλι, και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους
+κύβους παρά να μετράνε το σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους
+ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς να κάνη. </p>
+
+<p>Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο
+τρομερή που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα.
+Ποτέ δεν είχεν ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο,
+φρικαλέο και καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο
+λιμάνι: </p>
+
+<p>«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα;
+Μη μου το κρύβετε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε.
+Βγαίνει από το πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που
+υπάρχει στον κόσμο. Κάθε μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και
+στέκεται σε μια από της πύλες της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί
+να μπη, κανείς να βγη, αν δε δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια
+τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα νύχια του την καταπίνει σε
+λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς για να πη τον πάτερ
+ημών. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά
+πέστε μου αν θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να
+πολεμήση το θεριό και να το σκοτώση. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το
+βέβαιο είναι, ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι
+τώρα. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο
+κήρυκα ότι θα δώση την κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον
+σκοτώση το τέρας, Αλλά το τέρας τους έφαγε όλους». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του.
+Οπλίζεται μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό
+το καράβι των εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και
+τόσο υπερήφανος καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί
+μόλις είχε χαράξει, κ' έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να
+καλπάζη κατά το μέρος που τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε
+άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα
+χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν κατά την πόλι. Ο Τριστάνος
+έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα ορθωμένα κόκκινα
+μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια του αλόγου
+του, και τον εσταμάτησε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος.
+Από ποιο δρόμο έρχεται ο δράκοντας;» </p>
+
+<p>Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε.
+</p>
+
+<p>Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια
+κόκκινα σαν κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά
+μακρυά και τριχωτά, νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα
+του ήταν λεπιδωτό. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι,
+ώστε κείνο, με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο, ώρμησε
+μολαταύτα κατά του τέρατος. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει
+απάνου στα χοντρά λέπια και γίνεται κομμάτια. Τότε ο
+αντρειωμένος τραβάει το σπαθί του, το σηκώνει, και το
+κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα, χωρίς όμως ούτε το τομάρι
+να σκίση. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα χτυπήματα. Ρίχνει
+να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. Με το στήθος ξέσκεπο ο
+Τριστάνος, σημαδεύει πάλι με το σπαθί, και χτυπάει το θεριό
+στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. Άδικα. Δεν
+μπορεί να το πληγώση. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια
+ένα διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου
+μαυρίζει σαν σβυμένο κάρβουνο, τ' άλογο του κυλιέται χάμου και
+ψοφάει. Αλλά ο Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το
+γερό ξίφος του μέσα στο στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει
+πέρα για πέρα και του κόβει την καρδιά στα δύο. Ο δράκοντας
+βγάζει, μια τελευταία φορά, το φρικτό μουγκρητό του και
+ψοφάει. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα
+του. Έπειτα, ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό, τράβηξε, για να
+πιή, σ' ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο
+πάρα πέρα. Αλλά το διαλυμένο δηλητήριο που βγήκε από την
+γλώσσα του τέρατος άναψε απάνου στο σώμα του, και ο αντρείος
+έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά χορτάρια που ήσαν γύρω από τον
+βάλτο. </p>
+
+<p>Λοιπόν μάθετε, ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά
+ήταν ο Αγκυγκεράν ο Ρούσσος, αυλάρχης του Βασιλέα της
+Ιρλανδίας, κι' ότι γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. Ήτανε δειλός,
+αλλά τόση είναι η δύναμις της αγάπης, ώστε κάθε πρωί
+παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο. Μολαταύτα σαν άκουγε από
+πολύ μακρυά το μουγκρητό του, ο ήρωας έφευγε. Εκείνη την
+ημέρα, ακολουθούμενος από τους τέσσερες συντρόφους του,
+ετόλμησε να γυρίση πίσω. Ηύρε τον δράκοντα σκοτωμένο, το νεκρό
+άλογο, την σπασμένη ασπίδα, και σκέφτηκε ότι ο νικητής θα
+πέθανε κι' όλα κάπου. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος, τώφερε
+στον Βασιλέα, και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή.
+</p>
+
+<p>Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα
+μη θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους
+υποτελείς του να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του.
+Εκεί εμπρός στο συνέδριο των αρχόντων, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν
+θάδινε αποδείξεις της νίκης του. </p>
+
+<p>Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ'
+αυτόν το θρασύδειλο, πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε.
+Αλλά την άλλη μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη, πήρε μαζύ της
+τον ακόλουθό της, τον ξανθό Περινίς, και την Βραγγίνα, την
+νεαρά υπηρέτρια και σύντροφό της, και οι τρεις μαζύ πήγαν
+καβάλλα μυστικά κατά την σπηλιά του θερίου, μέχρις ότου η
+Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι ίχνη με περίεργο σχήμα.
+Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το νεκρό άλογο: δεν
+ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας. Βεβαίως, κάποιος
+ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. Ζούσε όμως ακόμη; </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη, ο Περινίς, και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο
+τέλος, μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το
+κράνος του αντρειωμένου. Ανέπνεε ακόμη. Ο Περινίς τον πήρε στο
+άλογό του και τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών.
+Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη την περιπέτεια στη μητέρα της, και της
+εμπιστεύτηκε τον ξένο. Καθώς η Βασίλισσα του έβγαζε την
+πανοπλία του, η φαρμακωμένη γλώσσα του δράκοντα έπεσε από την
+μπότα. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε τον πληγωμένο με
+κάποιο βότανο, και του είπε: </p>
+
+<p>«Ξένε, γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. Όμως,
+ο αυλάρχης μας, ένας άπιστος, ένας τιποτένιος, τούκοψε το
+κεφάλι, και ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την
+Ξανθή. Θα μπορέσης, σε δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του
+με μονομαχία; </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, είπεν ο Τριστάνος, η προθεσμία είναι
+μικρή. Αλλά βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε.
+Κατάκτησα την Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Ίσως θα την
+κατακτήσω παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη». </p>
+
+<p>Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε
+αποτελεσματικά φάρμακα. Την άλλη μέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή του
+ετοίμασε μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που
+είχε φτιάσει η μητέρα της. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του
+πληγωμένου, είδε πόσο ήταν ωραίος, και συλλογίστηκε: </p>
+
+<p>«Σίγουρα, αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του, ο
+ιππότης μου θα πολεμήση καλά και γερά». Αλλά ο Τριστάνος
+ζωογονημένος από τη ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα, την
+εκύτταζε και σκεπτόμενος ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με
+τα χρυσά μαλλιά, άρχισε να χαμογελάη. </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. «Γιατί τάχα να
+γέλασε αυτός ο ξένος; Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη;
+Μην παραμέλησα καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε
+να του κάμη; Ναι, ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα
+όπλα του που τα μαύρισε το δηλητήριο». </p>
+
+<p>Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του
+Τριστάνου: «Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι,
+σκέφτηκε, γερή και σίγουρη. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός,
+αλαφρός, άξιος να τον φορή ένας ήρωας». Πήρε το ξίφος από την
+λαβή. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι' αυτό, όπως πρέπει σ' έναν
+τολμηρό βαρώνο». </p>
+
+<p>Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι, για να την καθαρίση, τη
+ματωμένη λάμα. Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Κυττάζει
+το σχήμα του τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε
+μέσα στο κεφάλι του Μόρχολτ; Διστάζει, κυττάζει πάλι, και
+θέλει να βεβαιωθή. Τρέχει στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο
+κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει από το κρανίο του Μόρχολτ.
+Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος που ήτανε τσακισμένο:
+μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του τσακίσματος. Τόσο
+καλά εφαρμόζανε! </p>
+
+<p>Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας
+γύρω από το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί, του φώναξε:
+</p>
+
+<p>«Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ, του
+αγαπημένου μου θείου. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά
+σου! </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Το
+σώμα του ήταν ακόμη σαν παράλυτο. Το πνεύμα του όμως έμεινε
+ευκίνητο. Μίλησε λοιπόν με τέχνη: </p>
+
+<p>«Έστω, θα πεθάνω. Μα, για να μην έχης βαρειές τύψεις,
+άκουσε. Βασιληά κόρη, μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία,
+αλλά και το δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι, έχεις δικαίωμα απάνω
+στη ζωή μου αφού δυο φορές μου την έσωσες και μου την
+απέδωκες. Μια φορά, άλλοτε: ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής
+που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα του το φαρμάκι με το οποίο
+ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ. Μην κοκκινίζης,
+τρυφερή κόρη, όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές. Δεν της επήρα
+μήπως, πολεμώντας τίμια και αντρίκια; Μήπως σκότωσα τον
+Μόρχολτ με προδοσία; Δεν με προεκάλεσε; Δεν ώφειλα να
+υπερασπίσω το σώμα μου; Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με
+περιμάζεψες στο βάλτο. Α! κόρη, για σένα πολέμησα το
+δράκοντα... Μα ας αφήσουμε αυτά. Ήθελα μοναχά να σου αποδείξω
+ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο θανάτου, έχεις
+δικαίωμα στη ζωή μου. Σκότωσέ με λοιπόν, αν σκέπτεσαι ότι θα
+σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Χωρίς άλλο, όταν θα
+βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη, θα σου είναι γλυκό να
+συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη, που είχε βάλει τη ζωή του
+στο ρεφούδο για να σε κατακτήση, σε είχε κατακτήσει, και συ
+τον εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!» </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη εφώναξε: </p>
+
+<p>«Αλλόκοτα λόγια ακούω. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να
+με κατακτήση; Α! δίχως άλλο, — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να
+πάρη στο καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης, έτσι
+και συ τώρα με τη σειρά σου, για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να
+πάρης σκλάβα σου εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες
+αγαπούσε... </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, κόρη Βασιληά, είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα
+δυο χελιδόνια πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα
+από τα χρυσά μαλλιά σου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου
+αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. Να γιατί πέρασα τη θάλασσα κι'
+ήρθα να σε ζητήσω. Να γιατί αντιμετώπισα το θερίο και το
+φαρμάκι του. Κύτταξε αυτή την τρίχα, ραμμένη μέσα στης χρυσές
+κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν, αλλά όχι
+και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου». </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια
+τον επενδύτη του Τριστάνου. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα
+πολλή. Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη, για σημείο
+ειρήνης, και του φόρεσε τα πλούσια ρούχα του. </p>
+
+<p>Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων, ο Τριστάνος έστειλε
+μυστικά στο καράβι του τον Περινίς, τον ακόλουθο της Ιζόλδης,
+για να παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή,
+στολισμένοι όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά:
+γιατί ήλπιζε την ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της
+περιπετείας. Ο Γκορνεβάλης και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από
+τέσσερες ημέρες που έχασαν τον Τριστάνο. Και πολύ χάρηκαν με
+την παραγγελία του. </p>
+
+<p>Ένας-ένας, στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται
+αναρίθμητοι οι βαρώνοι της Ιρλανδίας, μπήκαν και κάθησαν
+γραμμή στην ίδια σειρά. Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν
+απάνω στα πλούσια πορφυρά ενδύματά τους, τα μεταξωτά και
+βελουδένια. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν. «Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι
+μεγαλόπρεποι άρχοντες; Τους γνωρίζει κανείς; Κυττάχτε τι
+βαρύτιμοι μαντύες, στολισμένοι με γουναρικό και με χρυσάφι.
+Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών, στης πόρπες των γουναρικών, πώς
+αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια,
+τα μπερούλια, και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε
+τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση
+λαμπρότητα; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες; Και τίνος
+είναι;» Αλλά οι εκατό ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν
+εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους, οποίος και νάμπαινε. </p>
+
+<p>Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του
+θρόνου του, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν'
+αποδείξη με μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι
+αυτός εσκότωσε το θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την
+Iζόλδη γυναίκα. Τότε η Ιζόλδη υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα
+της, και είπε: </p>
+
+<p>« Βασιληά, υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι
+μπορεί ν' αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. Σ' αυτόν
+τον άνδρα, έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το
+κακό, και ότι η κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν
+τιποτένιο, δίνετε υπόσχεσι να του συγχωρήστε όλα τα παληά
+σφάλματα του, όσο μεγάλα κι' αν είναι, και να του δώστε την
+ειρήνη και την ευχαριστία σας;» </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν'
+απαντήση. Αλλά οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ, πλήθος: </p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμετέ το, Μεγαλειότατε, κάμετέ το! </p>
+
+<p>Ό Βασιληάς είπε: </p>
+
+<p>«Το υπόσχομαι!» </p>
+
+<p>Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του. </p>
+
+<p>«Πατέρα, δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της
+ειρήνης, ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον
+άνθρωπο!» </p>
+
+<p>Όταν πήρε το φίλημα, πήγε και ηύρε τον Τριστάνο, και τον
+ωδήγησεν από το χέρι στη συνάθροισι. Στη θέα του, οι εκατό
+ιππότες σηκώθηκαν όλοι μαζύ, τον εχαιρέτισαν με τα χέρια
+σταυρωμένα στο στήθος, και οι Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο
+αρχηγός τους. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως τότε, και μεγάλη
+κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές: </p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του
+Μόρχολτ! </p>
+
+<p>Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά, και μανιασμένες φωνές
+επανελάμβαναν: </p>
+
+<p>&nbsp;— Θάνατος! Θάνατος! </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασιληά, φώναξε η Ιζόλδη, φίλησε αυτόν τον άνθρωπο
+στο στόμα καθώς το υπεσχέθης. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα, και η βουή εγαλήνεψε.
+</p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και
+προεκάλεσε τον αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε
+να δεχτή, και ωμολόγησε την ψευτιά του. </p>
+
+<p>Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, ναι, εσκότωσα το Μόρχολτ, αλλά πέρασα τη θάλασσα
+για να σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. Για να ξεπλύνω το
+άδικο, έβαλα τη ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα
+από το θεριό. Και να που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή.
+Θα την πάρω λοιπόν στο καράβι μου. Μολαταύτα, για να μη
+βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης χώρες της Ιρλανδίας και της
+Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη, μάθετε ότι ο Βασιληάς
+Μάρκος, ο αγαπητός μου κύριος, θα την πάρη γυναίκα. Κυττάχτε
+κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να ορκισθούν στα
+λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει ειρήνη και
+αγάπη, και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη σαν
+αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. Και ότι όλοι οι άντρες της
+Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν
+βασίλισσά τους!» </p>
+
+<p>Με μεγάλη χαρά, φέρανε τα λείψανα των Αγίων, και οι εκατό
+ιππότες ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον
+Τριστάνο αν θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του. Μπρος στους
+βαρώνους της Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του, ο Τριστάνος
+ωρκίστη. Η Ιζόλδη η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία.
+Ώστε ο Τριστάνος αφού την κατέκτησε, την περιφρονούσε! Η ωραία
+ιστορία της χρυσής τρίχας δεν ήτανε παρά ένα ψέμμα... Και
+λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον... Αλλά ο Βασιληάς έβαλε το
+δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι του Τριστάνου. Και ο
+Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του Βασιληά
+της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του. </p>
+
+<p>Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου, με την πονηρία και
+με τη δύναμι, ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της
+Βασίλισσας με τα χρυσά μαλλιά. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Δ'. ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ </h4>
+
+<p>
+Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες
+της Κορνουάλης, η μητέρα της εμάζεψε χόρτα, άνθη και ρίζες, τα
+ανακάτεψε μέσα σε κρασί, και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. Αφού το
+αποτελείωσε με μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι
+και είπε κρυφά στη Βραγγίνα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά
+Μάρκου, και θα την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το
+μπουκαλάκι με το κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το
+με τέτοιον τρόπο ώστε κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα
+χείλι να μη τ' αγγίση. Αλλά όταν τη νύχτα του γάμου έρθη η
+στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους, θα χύσης αυτό το
+κρασί σ' ένα ποτήρι, και θα το παρουσιάσης στο Βασιληά Μάρκο
+και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. Πρόσεξε, κόρη, καλά ώστε
+μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό.
+Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ, θ'
+αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή,
+πάντα, στη ζωή και στο θάνατο». </p>
+
+<p>Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά
+της. </p>
+
+<p>Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την
+Ιζόλδη. Αλλά όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη, τόσο
+θλιβερώτερα θρηνούσε η τρυφερή κόρη. Καθισμένη κάτω από τη
+σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ με τη Βραγγίνα, την υπηρέτρια
+της, θυμότανε την πατρίδα της κ' έκλαιγε. </p>
+
+<p>«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι; Σε ποιον; Τι την
+περίμενε;» Όταν την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την
+ησυχάση με γλυκά λόγια, εθύμωνε, τον έδιωχνε, και το μίσος
+εφούσκωνε την καρδιά της. Είχ' ερθή αυτός ο άρπαγας, ο φονηάς
+του Μόρχολτ, και την επήρε με πανουργίες από τη μητέρα της και
+την πατρίδα της. Δεν κατεδέχτη να την κρατήση για τον εαυτό
+του, παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα κύματα, για τον
+εχθρικό του τόπο. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της. Καταραμένη νάναι
+η θάλασσα που με βαστάει. Καλλίτερα θα προτιμούσα να πεθάνω
+στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!...» </p>
+
+<p>Μια μέρα, οι άνεμοι έπεσαν, και τα πανιά κρεμόντανε,
+χαλαρωμένα, σ' τα κατάρτια. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα
+νησί. Βαρυεστημένοι από τη θάλασσα, οι εκατό ιππότες της
+Κορνουάλλης και οι ναυτικοί κατέβηκαν στην παραλία. Μοναχά η
+Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια είχανε μείνει στο καράβι. Ο
+Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και προσπαθούσε να γαληνέψη την
+καρδιά της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και διψούσαν, ζητήσανε να
+πιούν. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα ποτό, μέχρις ότου
+ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η μητέρα της
+Ιζόλδης στη Βραγγίνα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ηύρα κρασί! τους εφώναξε. </p>
+
+<p>Όχι δεν ήτανε κρασί. Ήτανε το πάθος, η τραχειά χαρά, και η
+αγωνία η ατελείωτη, κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι
+και τώδωσε στην κυρία της. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές,
+κ' έπειτα τώδωσε στον Τριστάνο, ο οποίος το άδειασε. </p>
+
+<p>Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που
+κύτταζαν ο ένας τον άλλο αμίλητοι, σαν ζαλισμένοι και σαν
+μαγεμένοι. Είδε μπροστά τους το μπουκαλάκι, σχεδόν άδειο, και
+το ποτήρι. Πήρε το μπουκαλάκι, έτρεξε στην πρύμη, το πέταξε
+στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας: </p>
+
+<p>«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα,
+καταραμένη η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη, φίλη,
+και σεις, Τριστάνε, το θάνατό σας ήπιατε!» </p>
+
+<p>... Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. Φαινότανε
+στον Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και
+μεθυστικά άνθη εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του
+και με δυνατά δεσμά ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της
+Ιζόλδης, και μαζύ όλη τη σκέψι του κι' όλες της επιθυμίες του.
+Σκεφτότανε: «Αντρέ, Ντενοαλέν, Γκενελόν, και Γοντοΐν, άπιστοι
+που με κατηγορούσατε ότι είχα στο μάτι τη χώρα του Βασιληά
+Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος, κ' έχω άλλο πράγμα
+παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε, που μ' αγάπησες
+ορφανό, προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου
+Μπλανσεφλέρ. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα
+χέρια με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε
+πανιά. .. Γιατί καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το
+περιπλανημένο παιδί, που ήρθε να σε προδώση; Α! μα τι έβαλα
+λοιπόν με το νου μου; Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου, κ' εγώ γυιός
+σου. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου και δεν μπορεί να μ'
+αγαπήση!». </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την
+είχε περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο; Ήθελε να τον μισή.
+Και δεν μπορούσε. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την
+τρυφερότητα αυτή, την πειο οδυνηρή από το μίσος. </p>
+
+<p>Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. Και πειο σκληρά
+ακόμη βασανιζότανε αυτή, που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει.
+Δυο μέρες τους παρακολούθησε, και τους είδε να διώχνουν κάθε
+τροφή, κάθε ποτό, πάθε στυλωτικό, και να ζητάη ο ένας τον
+άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο:
+δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο χωρισμένοι, και πειο πολύ
+δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και τρέμανε μπρος σ' τη
+φρίκη της πρώτης ομολογίας. </p>
+
+<p>Την τρίτη μέρα, καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη
+στημένη στη γέφυρα του καραβιού, τον είδε η Ιζόλδη να
+πλησιάζη, και ταπεινά του είπε: </p>
+
+<p>«Εμπάτε μέσα, κύριε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, απάντησε ο Τριστάνος, γιατί με λέτε
+κύριο. Δεν είμαι ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας;
+υποχρεωμένος να σας σέβωμαι, να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ
+σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου; </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη απάντησε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο
+κύριός μου. Το γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη
+και ότι είμαι σκλάβα σου. Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω
+τότε της πληγές του λαβωμένου τραγουδιστή; Γιατί να μην αφήσω
+να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα στα χόρτα του βάλτου; Γιατί
+να μην τον χτυπήσω, όταν ήτανε κατάκοιτος στο λουτρό, με το
+ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει; Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό
+που ξέρω σήμερα! </p>
+
+<p>&nbsp;— Ιζόλδη, τι ξέρετε λοιπόν σήμερα; τι είναι αυτό που
+σας βασανίζει; </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν, κι' όλα όσα βλέπω.
+Κι' ο ουρανός αυτός με βασανίζει, κι' η θάλασσα και το σώμα
+μου κι' η ζωή μου. </p>
+
+<p>Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου. </p>
+
+<p>Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. Τα χείλη της
+έτρεμαν. </p>
+
+<p>Εκείνος ξανάπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη, τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει; </p>
+
+<p>&nbsp;— Η αγάπη για σένα! απάντησε. </p>
+
+<p>Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Αλλά καθώς, για
+πρώτη φορά κι' οι δυο τους, ροφούσαν τη χαρά της αγάπης, η
+Βραγγίνα που τους παρακολουθούσε, άφησε μια φωνή, και με τα
+χέρια τεντωμένα ικετευτικά, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από
+δάκρυα, ερρίχτηκε στα πόδια τους: </p>
+
+<p>«Δυστυχισμένοι! σταματήστε, και γυρίστε πίσω αν μπορείτε
+ακόμη! Αλλά όχι. Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό, γιατί η δύναμι της
+αγάπης από τώρα κι' όλα ανίκητα σας τραβάει, και ποτέ πεια δε
+θα βρήτε χαρά δίχως λύπη. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που
+ήπιατε, το ερωτικό ποτό που η μητέρα σας, Ιζόλδη, μου είχεν
+εμπιστευθή. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος ώφειλε να το πιή με σας.
+Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους τρεις, κ' έτσι
+αδειάσατε σεις το ποτήρι. Φίλε Τριστάνε, φίλη Ιζόλδη,
+τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. Σας παραδίνω το
+σώμα μου, τη ζωή μου. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε, στο
+καταραμένο ποτήρι, την αγάπη και το θάνατο!» </p>
+
+<p>Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. Στα ωραία κορμιά τους
+ανατρίχιαζε η επιθυμία και η ζωή. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος! </p>
+
+<p>Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι, — που
+ταχύτερα τώρα πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά
+Μάρκου, — αιώνια ενωμένοι, αφέθηκαν στον έρωτα! </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ </h4>
+
+<p>
+Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία.
+Ο Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο
+Βασιληά. Ο Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι'
+αυτός από το χέρι. Με μεγάλες τιμές, την ωδήγησε στο παλάτι
+του Τινταγκέλ. Κι' όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα,
+εν τω μέσω των υποτελών, τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της
+όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο
+ήλιος της ανατολής. Τότε ο Βασιληάς Μάρκος ευλόγησε τα
+χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή τρίχα.
+Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι
+του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και
+της καρδιάς του. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα,
+ευγενικέ Βασιληά, το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια. </p>
+
+<p>Δέκα οχτώ μέρες αργότερα, συνάθροισε όλους τους βαρώνους,
+και έκανε το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Άλλα όταν ήρθε
+η νύχτα, η Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και
+για να ν' τη σώση από το θάνατο, επήρε τη θέσι της Ιζόλδης,
+στο γαμήλιο κρεβάτι. Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το
+μαγεμένο ποτό, και από αγάπη για τη φίλη και κυρία της,
+εθυσίασε, η πιστή, την αγνότητα του κορμιού της. Το σκοτάδι
+της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την πανουργία της και την
+ντροπή της. </p>
+
+<p>Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει
+στη θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους
+αγαπημένους, το μπουκάλι με το μαγικό ποτό. Παρά ότι το πρωί
+όταν η κυρία της επήγε στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου, η
+Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι, ό,τι έμενε από το φίλτρο και
+τώδωσε στους συζύγους. Και ότι ο μεν Βασιληάς Μάρκος ήπιε
+πολύ, ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της χάμου. Αλλά μάθετε,
+άρχοντες, ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν και ενόθεψαν
+την ιστορία. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα, τώκαναν γιατί δεν
+μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος
+αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Βέβαια, καθώς θα το ακούστε
+σε λίγο, ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος, με όλη την αγωνία, τα
+μαρτύρια, και τα τρομερά αντίποινα, ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη
+από την καρδιά του ούτε την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά
+μάθετε, άρχοντες, ότι δεν είχε πιεί από το μαγεμένο κρασί.
+Ούτε φαρμάκι, ούτε μαγεία: μονάχα η ευγενική τρυφερότης της
+καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη. </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η
+Ιζόλδη είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την
+τρυφερότητα του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι
+άνθρωποι του λαού την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της
+στης πλούσιες ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η
+Ιζόλδη έχει τα ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους
+τάπητες της Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της
+κουρτίνες όπου είναι κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι
+της Αμερικής, κι' όλα τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και
+των δασών. Η Ιζόλδη έχει τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της
+και ο Τριστάνος κοντά της, τη χαίρεται, και τη νύχτα και την
+ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια στους μεγάλους άρχοντες,
+κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με τους πιστούς και
+τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να τρέμη; Δεν
+κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να
+υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον
+ίδιο το γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την
+κατασκοπεύει; Ποιος μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την
+κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η Βραγγίνα την παραμονεύει. Η
+Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η Βραγγίνα την κρατεί
+στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να ετοιμάζη το
+κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου, αν
+τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την
+απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα.
+Όχι, δεν προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την
+ίδια την καρδιά της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη
+μεγάλη προδοσία που εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το
+ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε την, και σεις άρχοντες! </p>
+
+<p>Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν
+μακρυά, κι' ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη
+εκάλεσε δυο σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά
+Βυζαντινά, αν έδιναν όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της.
+Ωρκίσθηκαν. </p>
+
+<p>«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο
+δάσος, μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να
+μην ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε
+τη γλώσσα της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια
+που θα πη. Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και
+πλούσιοι». </p>
+
+<p>Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα. </p>
+
+<p>«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει.
+Θέλεις να πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην
+αρρώστεια μου; Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν.
+Γνωρίζουν πού φυτρώνουν τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους.
+λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε στέλνω στο δάσος, το κάνω
+επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την ησυχία μου». </p>
+
+<p>Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος,
+εκείνη θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν
+γύρω τους άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά. </p>
+
+<p>Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος». </p>
+
+<p>Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την
+ακολουθούσε. Άφησαν τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε
+βάτους, αγκάθια και γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος
+που βάδιζε μπροστά γύρισε κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του.
+Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο δούλο ζητώντας βοήθεια.
+Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι, και είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε. </p>
+
+<p>Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν'
+απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο
+λυπητερή και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν:
+</p>
+
+<p>«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η
+κυρία η δική σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο
+άδικο της έχεις κάνει». </p>
+
+<p>Απάντησε: </p>
+
+<p>«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε
+από την Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι,
+ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα
+των γάμων μας. Στη θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το
+γαμήλιο πουκάμισό της, και τη νύχτα των γάμων της, της
+εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το άδικο που της
+έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της στέλνω
+αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της
+τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές,
+με πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της.
+Ο καλός Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή
+της. Αδερφοί, χτυπάτε με τώρα». </p>
+
+<p>Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι
+ίσως ένα τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την
+έδεσαν σ' ένα δένδρο. </p>
+
+<p>Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη
+γλώσσα, την έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και
+παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι στην Ιζόλδη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη
+εξ αιτίας αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα
+ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία,
+και σας δάνεισε το δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό
+ήταν, έλεγε, το μόνο της έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε
+σας για τόσα καλά που της κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να
+προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή σας. Σας παραγγέλνει αγάπη
+και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της που τη φέρνουμε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη
+Βραγγίνα, την αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η
+μόνη μου φίλη; Φονηάδες, δώστετή μου πίσω. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε
+λίγες ώρες. Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει,
+μισεί». Την εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η
+αγαπημένη μου σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το
+ξέρατε κακούργοι. Την είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και
+σας την εμπιστεύτηκα για να την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω
+ότι την εσκοτώσατε, και θα σας κάψουνε απάνου στα κάρβουνα.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την
+ξαναφέρουμε σώα και απείραγη». </p>
+
+<p>Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη,
+πότε καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό
+της. Κράτησε τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο
+δένδρο που ήτανε δεμένη η Βραγγίνα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε
+ξαναφωνάζει». </p>
+
+<p>Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα
+γοτάτισε, ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η
+Βασίλισσα έπεσε κι' αυτή στα γόνατα μπροστά της και,
+αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν λιπόθυμες. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΣΤ'. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ </h4>
+
+<p>
+Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που
+πρέπει να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η
+μεθυσμένες καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους
+σπρώχνει, όπως η δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ'
+έτσι ακόμη, το γεράκι έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη
+λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις
+στης προφυλάξεις της Βραγγίνας, κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα
+στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε ώρα και σε κάθε τόπο,
+καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο πόθος, πώς τους
+σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως το
+καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι; </p>
+
+<p>Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον
+Τριστάνο για τα κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα.
+Γνωρίζουν κι' όλα το μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται
+από επιθυμία, μίσος, και χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο
+Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να γίνεται μανία, τον
+Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας τα μαρτύρια.
+Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο τέλος το
+μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι εζήτησαν
+ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή.
+Λυπόμαστε και οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου
+αποκαλύψουμε ό,τι ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον
+Τριστάνο. Κι' ο Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε
+είχαμε ειδοποιήσει. Για την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς
+όλους σου τους συγγενείς κι' όλους σου τους βαρώνους, και μας
+αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο Τριστάνος αγαπάει τη
+Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια λόγια άρχισαν
+να λέγωνται δω και κει. </p>
+
+<p>Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την
+καρδιά μου στον Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας
+προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και
+μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο Τριστάνος, για την τιμή
+αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, και κάθε μια από
+της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. Αυτός είναι ο
+λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ περισσότερο
+από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο από
+κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι
+ακούσατε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη
+μπορής να το ιδής με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ'
+αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη
+καιρός. </p>
+
+<p>Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι.
+</p>
+
+<p>Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό.
+Αθέλητα κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα.
+Αλλά η Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο
+Βασιληάς προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα
+από λίγο αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και
+καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες
+του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το
+αφήσης, μη σούλθη πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και
+της γέφυρές του. Άπιστοι άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη
+προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα να επαναλάβω τα λόγια τους
+χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. Μη ζητάς λόγια να με
+καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς αποτέλεσμα.
+Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα σε
+είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά
+λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου
+θα με ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο.
+Πήγαινε, πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!» </p>
+
+<p>Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο: </p>
+
+<p>Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν
+λωποδύτης. Τι θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη
+θάλασσα για να ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες
+υπηρεσίες του σε κάποιον μακρυνό Βασιλέα!» </p>
+
+<p>Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε
+την τάφρο και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι
+δεν μπορούσε ν' απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη
+μικρή πολιτεία του Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου
+αστού μαζύ με τον Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από
+τον πυρετό, σκληρότερα πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η
+λόγχη του Μόρχολτ είχε δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν
+ήταν κατάκοιτος στην καλύβη μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν
+μακρυά από τη βρώμα των φρικτών πληγών του, τρεις άνθρωποι
+μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, ο Ντινάς ντε Λιντάν,
+και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν και ο
+Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς
+Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη
+βρώμα κάποιου φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη
+σου δεν μπορεί πεια να υπερνικήση τη φρίκη. </p>
+
+<p>Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία,
+σαν μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους
+καλοφτιαγμένους όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο
+και καβαλάρης τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και
+καβαλάρης σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό.
+</p>
+
+<p>Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή
+λυώνει κι' αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα
+στους ξένους που την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να
+φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και γελαστή. Και τη νύχτα,
+ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, αναγκάζεται να δαμάζη
+ακίνητη την ταραχή των μελών της και της ανατριχίλες του
+πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της φαίνεται ότι
+σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες έχουνε
+στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η
+ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά
+γόνατα της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα
+γόνατά της ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες. Σε λίγο οι ερασταί
+θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και ποιος άλλος θα
+τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο της ζωής
+της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο
+Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους
+αγαπημένους η Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα. </p>
+
+<p>Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο
+ερωτικό τέχνασμα. </p>
+
+<p>Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος,
+μεγάλος και κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία
+δέντρα τονέ στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και
+πουλιά. Στο πειο μακρυνό από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους
+πασσάλους του φράχτη, βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο
+ρωμαλέος κορμός του βαστάει άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα
+του, τρέχει γρήγορο το νερό καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε
+μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια
+στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον κήπο και φθάνει ως τον
+πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και μάλιστα μέσα στο
+διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη συμβουλή της
+Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο και
+λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω
+από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά
+σαν τον αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι
+πέρα, ως τα δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον
+ερχομό τους. Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει
+ν' απομακρύνη το Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη
+έτρεχε στο φίλο της. </p>
+
+<p>Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε
+βήμα μήπως πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις
+τη βλέπει ο Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της.
+Τότε η νύχτα κι' ο φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους
+προστατεύουν. . .. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι
+θαλασσινοί πως ο πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι'
+ότι με μάγια δυο φορές το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι,
+χάνεται και φεύγει από τα μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν
+είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον οποίο μιλάνε τα τραγούδια της
+άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' όλες της μεριές. Δέντρα
+ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο ήρωας ζη μέσα, χωρίς
+να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και καμμιά εχθρική
+δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...» </p>
+
+<p>Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών
+που χαιρετούν την αυγή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι'
+όλα. Δεν είν' αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα
+πάμε μαζύ στον ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει
+πίσω. Εκεί υψώνεται ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα
+από τα χίλια παράθυρα του λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα,
+τραγουδιστές παίζουν, και τραγουδάνε μελωδίες χωρίς τέλος. Ο
+ήλιος δε λάμπει εκεί, όμως κανείς δεν πεθυμάει το φως του.
+Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών». </p>
+
+<p>... Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του
+Τινταγκέλ, η αυγή φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες
+πέτρες . . . </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου
+διαλύονται. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν, ότι ο
+Τριστάνος είδε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά, και
+άδικα παραμονεύουν. Στο τέλος, ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον
+παιδέψη! — λέει σ' τους συντρόφους του: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο, τον καμπούρη.
+Γνωρίζει της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. Ξέρει,
+όταν γεννιέται ένα παιδί, να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά
+πλανήτες ώστε προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της
+ζωής του. Με τη δύναμι του Βουγιβού και του Νουαρού,
+ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. Αν θέλη θα μας πη της
+πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής». </p>
+
+<p>Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας, ο μικρόσωμος
+μοχθηρός άνθρωπος, εχάραξε τα σημεία της μαγείας, έρριξε όλα
+τα μάγια του, εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του
+Αυγερινού και είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Χαρήτε, ωραίοι άρχοντες. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε
+να τους πιάσετε. </p>
+
+<p>Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά. </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, είπεν ο μάγος, διατάχτε τους κυνηγούς σας
+νάχουν έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. Πέστε ότι
+εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι, και
+να με κρεμάστε από της διχάλες, αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε
+τι λόγια λέει ο Τριστάνος στη Βασίλισσα». </p>
+
+<p>Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς, αν και όχι με την καρδιά του. Σαν
+έπεσε η νύχτα, άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος, πήρε το νάνο
+πισοκάπουλα, και γύρισε στο Τινταγκέλ. Από μια είσοδο που
+ήξερε, μπήκε στον κήπο κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το
+μεγάλο πεύκο. </p>
+
+<p>«Ωραίε Βασιληά, πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του
+δένδρου. Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας
+χρειασθούν. Και ησυχάστε, δε θα περιμένετε πολύ. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φεύγα, σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς. </p>
+
+<p>Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε. </p>
+
+<p>Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Εκείνη τη
+νύχτα, καθαρό και ωραίο, έλαμπε το φεγγάρι. Κρυμμένος στα
+κλαδιά, ο Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς
+στύλους. Ο Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο
+νερό τα ξύλινα κομματάκια και τα κλαράκια. Αλλά, καθώς ήταν
+σκυμμένος στο νερό της πηγής, είδε να καθρεφτίζεται μέσα η
+εικόνα του Βασιληά. Α! αν μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια
+που φεύγουν. Αλλά όχι, τρέχουν γρήγορα, διά μέσου του κήπου.
+Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η Ιζόλδη παραμονεύει τον
+ερχομό τους. Τώρα, δίχως άλλο, θα τα είδε, θάρχεται! Ο Θεός να
+προστατέψη τους αγαπημένους. </p>
+
+<p>Έρχεται! Καθισμένος, ακίνητος, ο Τριστάνος την παρατηρεί,
+και απάνω στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που
+τεντώνεται στην κόρδα του τόξου. </p>
+
+<p>Έρχεται, ευκίνητη μα και προσεχτική, όπως συνηθίζει πάντα.
+«Τι συμβαίνει λοιπόν, σκέπτεται. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο
+Τριστάνος να με προϋπαντήση. Μην είδε τάχα κανένα;» </p>
+
+<p>Στέκεται, ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Ξαφνικά,
+στο φως του φεγγαριού, βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή.
+Γνωστική όπως όλες η γυναίκες, ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το
+φύλλωμα του δέντρου. «Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα,
+κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω εγώ πρώτη!» </p>
+
+<p>Πλησιάζει ακόμη. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον
+φίλο της: </p>
+
+<p>«Άρχοντα Τριστάνε, τι τόλμη πήρατε; Να με τραβήχτε τέτοια
+ώρα σ' αυτό το μέρος; Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να
+με ικετεύσετε, λέγατε. Τι να με ικετεύσετε; Τι περιμένετε από
+μένα; Επί τέλους ήρθα: γιατί, δε μπορώ να το λησμονήσω, ως
+Βασίλισσα είχα αυτήν την υποχρέωσι. Να με λοιπόν. Τι θέλετε;
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του
+Βασιληά. </p>
+
+<p>Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό
+που έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, Βασίλισσα, σας προσκάλεσα πολλές φορές και
+πάντοτε άδικα. Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς, ποτέ δεν
+καταδεχτήκατε ναρθήτε στην πρόσκλησί μου. Λυπηθήτε με το
+δυστυχισμένον. Ο Βασιληάς με μισεί, δεν ξέρω για ποιο λόγο,
+σεις τον ξέρετε ίσως. Ποίος άλλος θα μπορούσε να μαλακώση το
+θυμό του, εκτός από σας, ω τιμιωτάτη Βασίλισσα, ευγενική
+Ιζόλδη, που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά του; </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, άρχοντα Τριστάνε, δεν ξέρετε ότι μας
+υποπτεύεται και τους δυο; Και για ποία προδοσία! Πρέπει, γι'
+ακόμη μεγαλύτερη ντροπή, εγώ να σας το πω; Ο κύριος μου
+πιστεύει ότι σας αγαπώ με ένοχο έρωτα. Ο Θεός το ξέρει
+μολαταύτα, κι' αν λέω ψέμματα, ας παιδέψη το κορμί μου, ποτέ
+δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν άνθρωπο εκτός σ' εκείνον
+που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του. Και θέλετε,
+Τριστάνε, να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση; Αλλ' αν
+ήξερε μοναχά, ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο, θάρριχνε αύριο
+τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας: </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι
+παληάνθρωπος, αν δεν κάνη παληανθρωπιές». Μα σε ποία καρδιά
+μπόρεσε να γεννηθή τέτοια υποψία! </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θέλετε να πήτε, άρχοντα Τριστάνε; Όχι, ο
+Βασιληάς και κύριος μου, ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του
+τέτοια ατιμία. Αλλά οι προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να
+πιστέψη το ψέμμα, γιατί είναι εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες
+καρδιές. Αγαπιούνται, του είπαν, και οι προδότες του το
+παράστησαν ως έγκλημα. Ναι, με αγαπούσατε, Τριστάνε, γιατί να
+το αρνηθούμε; Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας και δε σας
+έσωσα δυο φορές τη ζωή; Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. Δεν είσαστε
+από τη γενιά του Βασιληά, και δεν άκουσα χίλιες φορές τη
+μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν
+δεν αγαπάη κι' όλο του το σώι; Γι' αγάπη του Βασιλιά, σας
+αγαπούσα, Τριστάνε. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση, θα χαρώ.
+Αλλά το σώμα μου τρέμει, φοβάμαι πολύ, φεύγω, έμεινα κι' όλα
+πάρα πολύ». </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς, μέσ' τα κλαδιά, λυπήθηκε, και γέλασε γλυκά.
+</p>
+
+<p>Η Ιζόλδη φεύγει, και ο Τριστάνος τη φωνάζει. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, για τόνομα του Χριστού, λυπηθήτε με,
+βοηθήστε με! Οι τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά
+από το Βασιληά όλους όσοι τον αγαπούν. Επέτυχαν το σκοπό τους,
+και τώρα τον περιγελούν. Έστω, θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό
+τον τόπο, μακρυά, — άθλιος όπως ήρθα άλλοτε. Αλλά τουλάχιστον,
+πήτε στο Βασιληά, γι' ανταμοιβή των περασμένων υπηρεσιών μου
+και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω μακρυά από δω, να μου
+δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου, και να εξοφλήσω το
+άλογό μου και τα όπλα μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, Τριστάνε, δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την
+αίτηση. Είμαι ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο, ολομόναχη σ' αυτό
+το παλάτι όπου κανείς δε μ' αγαπά, χωρίς στήριγμα κανένα, στη
+διάκρισι του Βασιληά. Αν του πω μια λέξι για σας, δε βλέπετε
+ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό θάνατο; Φίλε, ο Θεός να σας
+προστατεύη. Ο Βασιληάς σας μισεί, πολύ άδικα. Αλλά σ' όποιον
+τόπο και να πάτε, ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι αληθινός φίλος».
+</p>
+
+<p>Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η
+Βραγγίνα την πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Η Βασίλισσα της
+διηγείται την περιπέτεια. Η Βραγγίνα φωνάζει: </p>
+
+<p>«Ιζόλδη, κυρία μου, ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας.
+Είναι πατέρας πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων.» </p>
+
+<p>Κάτω από το μεγάλο πεύκο, ο Τριστάνος, στηριγμένος στο
+μαρμάρινο χείλος της λίμνης, θρηνούσε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη
+αδικία που μου κάνει ο αγαπητός μου κύριος! </p>
+
+<p>Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου, ο Βασιληάς είπε γελώντας:
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε ανηψιέ, ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. Να, το
+μακρυνό ταξίδι που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί, τελείωσε κι' όλα.
+</p>
+
+<p>Κει κάτω, σ' ένα πλάτωμα του δάσους, ο νάνος Φροσίνος
+εξέταζε την τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει, ότι ο Βασιληάς
+τον απειλούσε με θάνατο. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή,
+φούσκωσε από θυμό, και γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της
+Ουαλλίας. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Ζ'. Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ </h4>
+
+<p>
+Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. Του έδωσε την
+άδεια να γυρίση πίσω στο παλάτι, και όπως άλλοτε, ο Τριστάνος
+κοιμάται στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους
+σπητικούς. Όποτε θέλει, μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. Ο
+Βασιληάς δεν έχει πεια καμμιά ανησυχία. Αλλά ποιος λοιπόν
+μπορεί πολύν καιρό να κρατήση μυστικούς τους έρωτές του;
+Αλλοίμονο, ο έρωτας δεν κρύβεται. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες, και καθώς ο
+αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό
+δάσος να πλανάται, άθλιο και ελεεινό, το νάνο καμπούρη, τον
+ξανάφερε στο Βασιληά, ο οποίος τον ελυπήθη και του συχώρεσε το
+σφάλμα του. </p>
+
+<p>Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να
+μεγαλώση το μίσος των βαρώνων. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον
+Τριστάνο με τη Βασίλισσα, έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς
+δεν έδιωχνε τον ανηψιό του μακρυά από τη χώρα, αυτοί θ'
+αποτραβιώντανε στους οχυρούς πύργους των για να τον
+πολεμήσουν. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής, όπως
+θέλεις. Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. Αγαπάει τη
+Βασίλισσα, κι' είναι φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. Μεις
+δε θάν' το ανεχθούμε ποτέ». </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς τους ακούει, αναστενάζει, χαμηλώνει το κεφάλι
+κατά τη γη, σωπαίνει. </p>
+
+<p>«Όχι Βασιληά, δε θάν' το ανεχθούμε πεια. Γιατί ξέρουμε τώρα
+ότι αυτή η είδησι, αλλόκοτη άλλοτε, έπαυσε πεια να σου
+φαίνεται παράξενη. Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους. Τι
+θα κάμης; Σκέψου και συμβουλέψου. Όσο για μας, αν δεν
+απομακρύνης μια για πάντα τον ανηψιό σου, θα τραβηχτούμε στης
+βαρωνείες μες παίρνοντας και τους γείτονες μας μακρυά από την
+αυλή σου, γιατί δεν μπορούμε ν' ανεχτούμε να μένη περισσότερο
+εδώ. Βασιληά, διάλεξε μεταξύ των δυο! </p>
+
+<p>&nbsp;— Άρχοντες, μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που
+λέγατε για τον Τριστάνο, και μετάνοιωσα. Αλλά είστε υποτελείς
+μου, και δε θέλω να χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου.
+Συμβουλεύτε με λοιπόν, σας παρακαλώ, σεις που μου οφείλετε
+συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε
+αγέρωχο εγωισμό. </p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, Άρχοντα, καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Δεν
+τούχετε εμπιστοσύνη, από την ιστορία του κήπου. Μολαταύτα δεν
+είχε διαβάσει στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ
+κάτω από το πεύκο; Ξέρει χίλια πράγματα. Πάρτε συμβουλή απ'
+αυτόν». </p>
+
+<p>Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. Ο Ντενοαλέν τον
+αγκάλιασε. Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά.
+</p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή
+καλπασμό στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή
+καλοσφραγισμένη με κερί, για το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος
+κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Βγε από το δωμάτιό σου την
+ώρα του πρώτου ύπνου, και σ' το ορκίζομαι στο Θεό και στο νόμο
+της Ρώμης, πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη θα θελήση
+να της μιλήση προτού φύγη. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω κάβο
+και χωρίς να τον δης και συ, τότε σκότωσέ με. Για τ' άλλα,
+άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης
+τίποτε στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του
+ύπνου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, απήντησε ο Μάρκος, έτσι ας γίνη». </p>
+
+<p>Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Πήγε σ' ένα
+φούρνο, αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της
+ρόμπας του. Α! ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια
+προδοσία. Τη νύχτα, σαν απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του
+κοιμήθηκαν στην αίθουσα που ήτανε κολλητά στη δική του, ο
+Τριστάνος, κατά τη συνήθειά του, ήρθε στο δωμάτιο του Βασιληά
+Μάρκου. </p>
+
+<p>«Ωραίε ανηψιέ, κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε
+και θα πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά
+Αρθούρο, να την ανοίξη μπροστά σας. Χαιρετήστε τον από μέρος
+μου και μείνετε μια μέρα μονάχα κοντά του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασιληά, θα την πάω αύριο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, αύριο την αυγή». </p>
+
+<p>Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. Από το κρεββάτι
+του έως το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις
+κονταριού. Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της
+Βασίλισσας, κι' αποφάσισε αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος,
+να την πλησιάση. Α! Θεέ! Τι τρελλή σκέψις. </p>
+
+<p>Ό νάνος κοιμώτανε, όπως πάντα, στο δωμάτιο του Βασιληά.
+Όταν πίστεψε ότι όλοι κοιμώντανε, σηκώθη και ανάμεσα στο
+κρεββάτι του Τριστάνου και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή
+φαρίνα. Αν ο ένας από τους αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον
+άλλο, η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος των βημάτων. Αλλά καθώς τη
+σκορπούσε, ο Τριστάνος, που έμεινε ξύπνιος τον είδε. </p>
+
+<p>«Τι πα να πη αυτό; Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με
+υπηρετή για το καλό μου. Αλλά θα την πάθη. Πολύ τρελλός θάταν
+όποιος θάφηνε να του πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του». </p>
+
+<p>Κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω,
+ακολουθούμενος από τον νάνο καμπούρη. Σκοτάδι ήταν μέσ' το
+δωμάτιο. Ούτε κερί αναμμένο, ούτε λάμπα. Ο Τριστάνος σηκώθηκε
+όρθιος στο κρεββάτι του. Θεέ, γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις;
+Ενώνει τα πόδια, μετράει την απόστασι, πηδάει, και ξαναπέφτει
+στο κρεββάτι του Βασιληά. Αλλοίμονο! την προηγουμένη, στο
+δάσος, ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον είχε χτυπήσει στη γάμπα με
+το δόντι του, και, για τη δυστυχία του, η πληγή δεν ήταν
+δεμένη. Στο τάνημα του πηδήματος, άνοιξε κι' άρχισε να τρέχη.
+Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και
+κοκκινίζει, τα σεντόνια. Έξω στο φως του φεγγαριού, ο νάνος
+είδε με τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί.
+Τρεμούλιασε από τη χαρά του, και είπε στο Βασιληά: </p>
+
+<p>«Πήγαινε, κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα,
+κρέμασέ με!» </p>
+
+<p>Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο, ο Βασιλιάς, ο νάνος, και οι
+τέσσερες προδότες. Ο Τριστάνος τους ακούει. Σηκώνεται, πηδάει,
+φτάνει στο κρεββάτι του. Αλλοίμονο, κατά το πέρασμα, το αίμα
+χύθηκε άφθονο από την πληγή, στη φαρίνα. </p>
+
+<p>Να, ο Βασιληάς, οι βαρώνοι, και ο νάνος που κρατεί ένα φως.
+Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται. Είχαν μείνει
+μόνοι στο δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του
+Τριστάνου και έμενεν ακίνητος. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και
+στο πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα. </p>
+
+<p>Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την
+αντρεία του, τον κρατούν στο κρεββάτι, κι' απειλούν τη
+Βασίλισσα και την κοροϊδεύουν, την περιγελούν και της
+υπόσχονται καλή δικαιοσύνη. Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει.
+</p>
+
+<p>«Τριστάνε, λέγει ο Βασιληάς, τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν
+περνάει. Αύριο θα πεθάνετε». </p>
+
+<p>Του φωνάζει: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, χάρι ζητώ. Για τόνομα και για τα πάθη του
+Χριστού, Μεγαλειότατε, έλεος για μας! </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε θείε, δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. Τι με
+νοιάζει για το θάνατο; Βέβαια, αν δεν ήτανε ο φόβος μη
+θυμώστε, αυτοί οι τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το
+θράσος τους, αυτοί, που δίχως τη δική σας προστασία, ούτε να
+μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν. Αλλά, από σεβασμό και αγάπη για
+σας, παραδίνομαι στη διάκρισί σας. Κάμετέ με ό,τι θέλετε. Να
+με, Μεγαλειότατε. Αλλά λυπηθήτε τη Βασίλισσα!» </p>
+
+<p>Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του.
+</p>
+
+<p>«Έλεος για τη Βασίλισσα. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται
+κανείς που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την
+αγάπησα ποτέ μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο, σε
+κλειστό χώρο. Μεγαλειότατε, χάρι γι' αυτήν, για τόνομα του
+Μεγάλου Θεού». </p>
+
+
+<p>Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά, αυτόν και τη
+Βασίλισσα. Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με
+μονομαχία την αθωότητά του, κομμάτια θα τον έκαναν προτού
+ανεχτή να τόνε δέσουν έτσι χυδαία. </p>
+
+<p>Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό, και ήξερε ότι κανείς δε θα
+τολμούσε να σηκώση απάνω του σπαθί, μέσα σε κλειστό χώρο. Και
+βέβαια, με το δίκηο του, είχε την πεποίθησι στο Θεό. Όταν
+έκανε όρκο ότι ποτέ δεν είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο
+έρωτα, οι προδότες γελούσαν για την αδιάντροπη αγυρτεία του.
+Αλλά σας επικαλούμαι, Άρχοντες: σεις που ξέρετε την αλήθεια
+για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα, σεις που καταλαβαίνετε,
+— έλεγε ψέμματα; Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από το πράγμα,
+παρά από την κρίσι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα, μα ο Θεός
+βλέπει της καρδιές, και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι'
+αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με
+μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του, και γι' αυτό ο Θεός
+πέρνει στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Γι' αυτό και ο
+Τριστάνος ζητούσε δικαιοσύνη και μονομαχία, και γι' αυτό
+παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα Μάρκο. Μα αν είχε προΐδει τι θα
+γινότανε, σίγουρα θα σκότωνε τους προδότες. Α! Θεέ! γιατί δεν
+τους σκότωνε; </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Η'. ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ </h4>
+
+<p>
+Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα, τρέχει το κακό μαντάτο κατά την
+πολιτεία: πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, κι' ο
+Βασιληάς θέλει να τους σκοτώση. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι
+του λαού, όλοι κλαίνε: </p>
+
+<p>«Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε; Τριστάνε, αντρειωμένε
+βαρώνε, θα πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία; Και συ,
+Βασίλισσα αγνή, Βασίλισσα τιμημένη, σε ποιον τόπο θα γεννηθή
+ποτέ βασιλοπούλα τόσο ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη; Αυτά
+λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του ο νάνος καμπούρης; Ω! που να
+μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον απαντήση στο δρόμο του και
+δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του! Τριστάνε, αγαπημένε
+ώμορφε φίλε, όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας για ν' αρπάξη
+τα παιδιά μας, κανένας από τους βαρώνους μας δεν ετόλμησε να
+ζώση τ' άρματα, κι' όλοι, σαν τους μουγγούς, έμεναν αμίλητοι.
+Και μοναχά συ, Τριστάνε, πολέμησες για όλους μας, για όλη την
+Κορνουάλλη, και σκότωσες το Μόρχολτ. Και λίγο έλειψε να
+πεθάνης από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί
+του. Σήμερα, ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου;»
+</p>
+
+<p>Οι θρήνοι, η κραυγές, περνούν όλη την πολιτεία. Όλοι
+τρέχουνε στο παλάτι. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος
+που κανείς βαρώνος — όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος —
+δεν τολμά να πη κουβέντα για να τον μαλακώση. </p>
+
+<p>Η μέρα πλησιάζει. Φεύγει η νύχτα. Προτού σηκωθή ο ήλιος, ο
+Βασιληάς καλπάζει όξω από την πόλι, στον τόπο οπού συνήθιζε να
+δικάζη! Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν
+με χοντρές και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και
+μαύρα, βγαλμένα από την γη μαζύ με της ρίζες τους. </p>
+
+<p>Πρωί-πρωί, χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι
+άνθρωποι της Κορνουάλλης. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι
+κλαίνε εκτός από τον νάνο του Τινταγκέλ. Τότε ο Βασιληάς τους
+μίλησε έτσι: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη
+Βασίλισσα, γιατί εγκλημάτησαν». </p>
+
+<p>Όλοι φώναξαν: </p>
+
+<p>«Δίκη, Βασιληά. Να γίνη δίκη πρώτα. Είναι ντροπή και κρίμα,
+να τους σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Βασιληά, αναβολή και έλεος γι'
+αυτούς!» </p>
+
+<p>Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς: </p>
+
+<p>«Όχι, ούτε αναβολή, ούτε έλεος, ούτε δίκη. Μα τον Ύψιστο
+Θεό που έφτιασε τον κόσμο, αν κανείς τολμήση να δευτερώση
+αυτήν την αίτησι, πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!» </p>
+
+<p>Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να
+φέρουνε πρώτον τον Τριστάνο. </p>
+
+<p>Καίνε ταγκάθια, όλοι μένουν αμίλητοι, κι' ο Βασιληάς
+περιμένει. </p>
+
+<p>Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι
+φυλάνε τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά.
+Καλέ Θεέ! τι χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την
+προσβολή, μα τι ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον
+πάνε. Και η Βασίλισσα, σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει: </p>
+
+<p>«Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη
+χαρά!» </p>
+
+<p>Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι, για τον
+τόπο της φωτιάς. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους, τους
+φτάνει, πηδάει από το άτι που τρέχει ακόμη. Είναι ο Ντινάς, ο
+καλός αυλάρχης. Στο άκουσμα των συμβάντων, άφησε αμέσως τον
+πύργο του Λιντάν. Ο αφρός, ο ιδρώτας, και το αίμα αυλάκια
+κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του: </p>
+
+<p>«Υγιέ, πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Ο Θεός θα με βοηθήση
+ίσως να δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο
+σας. Για την ώρα, μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν
+τη μικρή υπηρεσία: Φίλοι, είπε στους υπηρέτες, δεν μπορώ να
+βλέπω αυτά τα σκοινιά, — κι' ο Ντινάς, έκοψε τα σκοινιά με το
+σπαθί του. Αν δοκιμάση να φύγη, μήπως δεν έχετε τα σπαθιά
+σας;» </p>
+
+<p>Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη, ξανακαβαλλικεύει και φεύγει.
+</p>
+
+<p>Λοιπόν, ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους.
+Αυτός, που ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο, δέχτηκε
+ευνοϊκά τα δάκρυα και της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον
+παρακαλούσαν για τους βασανισμένους εραστές. Κοντά στο δρόμο
+που περνούσε ο Τριστάνος, στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα
+κατά το βορρηά, βρισκότανε ένα εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα.
+Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό
+γκρεμό του γυαλού, βραχώδη, με απότομες κατωφερειές. </p>
+
+<p>Στο ιερό, βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή
+τζαμαρία, περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη. </p>
+
+<p>«Κύριοι, είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του, αφήστε με να
+μπω σ' αυτό το εξωκκλήσι. Σε λίγο θα πεθάνω. Θέλω να
+παρακαλέσω το Θεό να με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου.
+Κύριοι, το εκκλησάκι δεν έχει άλλη έξοδο απ' αυτή. Καθένας σας
+κρατάει το σπαθί του στα χέρια. Ξέρετε καλά ότι μόνον απ'
+αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω, κι' άμα παρακαλέσω το Θεό,
+θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!» </p>
+
+<p>«Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες.
+</p>
+
+<p>Τον αφήκαν να μπη. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι, περνάει το
+χορό, φθάνει στην τζαμαρία του ιερού, πιάνει το παράθυρο, το
+ανοίγει και πηδάει στο γκρεμό... Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά
+ο θάνατος στη φωτιά, μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι. </p>
+
+<p>Αλλά, μάθετε, Άρχοντες, ότι ο Θεός τον ελυπήθη. Ο άνεμος
+πιάνεται στα ρούχα του, τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια
+πλατειά πέτρα στα πόδια του γκρεμού. Οι άνθρωποι της
+Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν την πέτρα «Πήδημα του
+Τριστάνου». </p>
+
+<p>Μπρος στην εκκλησιά, οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Άδικα
+όμως, — γιατί τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του.
+Φεύγει... Ο αλαφρός άμμος βουλιάζει στα πόδια του. Πέφτει
+χάμω, γυρίζει πίσω, βλέπει μακρυά τη φωτιά. Τριζομανάνε η
+φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. Κι' ο Τριστάνος
+φεύγει.. </p>
+
+<p>Ζωσμένος το σπαθί του, μ' αμπολυμένα χαλινάρια, — στα
+τέσσερα, — είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. Ο
+Βασιληάς θα τον έψηνε ζωντανό, αντί του αφεντικού του.
+Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι' ο Τριστάνος φώναξε: </p>
+
+<p>«Δάσκαλε, ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με
+ωφελεί; Χωρίς την Ιζόλδη, τι μ' ωφελεί; Γιατί καλλίτερα να μην
+γίνω κομμάτια στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα, Ιζόλδη, και σένα θα σε
+σκοτώση. Για μένα την καίνε! Γι' αυτή, πρέπει κ' εγώ να
+πεθάνω». </p>
+
+<p>Ο Γκορνεβάλης του είπε: </p>
+
+<p>«Ωραίε άρχοντα, ησυχάστε, μην ακούτε το θυμό σας. Κυττάχτε
+αυτόν τον πυκνό θάμνο, το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. Ας
+κρυφτούμε κει. Πολλοί περνάνε από το δρόμο. Θα μας πουν νέα.
+Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη, ορκίζομαι στο Χριστό, τον υγιό της
+Μαρίας, ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω από στέγη αν δεν την
+εκδικηθούμε πρώτα». </p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραίε μου δάσκαλε, δεν έχω το σπαθί μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να το, σου το έφερα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, δάσκαλε. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το
+Θεό! </p>
+
+<p>&nbsp;— Γιε, έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα
+που θα σ' ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που
+ίσως σου χρειαστή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φέρε δω, ωραίε δάσκαλε, Μα το Θεό στον οποίο
+πιστεύω, θα πάω τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, μη βιάζεσαι έτσι, είπε ο Γκορνεβάλης. Ο Θεός
+βέβαια σου φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Σκέψου ότι δεν είναι
+στο χέρι σου να ζυγώσης στη φωτιά. Γύρω είναι οι αστοί, και
+φοβούνται το Βασιληά. Σ' αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου,
+κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν. Γιε μου, καλά έχουνε πη: «η
+τρέλλα δεν είναι αντρεία». Περίμενε λίγο! .. .» </p>
+
+<p>Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό, ένας φτωχός άνθρωπος
+του λαού τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. Έτρεξε στο
+Τινταγκέλ και γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, πάψε πεια τα κλάμματα. Ο φίλος σου
+ξέφυγε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα τω θεώ, είπε η Ιζόλδη. Τώρα ας με δέσουν ας με
+κάνουν ό,τι θέλουν, ας με σκοτώσουν, δε με μέλει πεια». </p>
+
+<p>Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά
+που το αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. Αλλά εκείνη είπε
+γελαστή: </p>
+
+<p>«Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο, την ώρα που ο καλός Θεός
+πήρε το φίλο μου από τα νύχια των απίστων, βέβαια, δε θάξιζα
+τίποτα!» </p>
+
+<p>Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε
+από τη τζαμαρία της μικρής εκκλησίας, πρασίνισε από το θυμό
+του, και διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη. </p>
+
+<p>Τη σέρνουν. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της
+αιθούσης, απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα.
+Μεγάλη βουή ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ, λυπηθήτε την.
+Αγνή Βασίλισσα, Βασίλισσα τιμημένη. Τι πένθος έρριξαν στον
+τόπο αυτοί που σας πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!» </p>
+
+<p>Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια, που
+βγάνουν μεγάλες φλόγες. </p>
+
+<p>Ο Ντινάς, ο άρχοντας του Λιντάν, πέφτει στα πόδια του
+Βασιλιά. </p>
+
+<p>«Βασιληά, άκουσέ με. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και
+τίμια, χωρίς κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή
+ποια γρηά γυναίκα θα μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία
+που κράτησα στη ζωή μου; Για αμοιβή, κάνε μου, Μεγαλειότατε,
+τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα. Θέλεις ζωντανή να την κάψης,
+χωρίς δίκη. Είναι άδικο πράγμα, αφού δεν αναγνωρίζει το
+έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Σκέψου άλλωστε: αν κάψης
+το σώμα της, καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια στον τόπο. Ο
+Τριστάνος ξέφυγε. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της πεδιάδες,
+τα δάση, τους πόρους, τα στενά. Κ' είναι τολμηρός. Βέβαια
+είσαι θείος του, και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. Αλλά
+όλους τους βαρώνους, τους υποτελείς σου, που θα πιάση, θα τους
+σκοτώση». </p>
+
+<p>Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα
+λόγια. Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους
+παραμονεύη. </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ'
+όλη μου τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα
+φύλακας και σαν Εγγυητής της». </p>
+
+<p>Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι
+κι' ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή. </p>
+
+<p>Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε: </p>
+
+<p>«Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την
+υπηρεσία σου». </p>
+
+<p>Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο
+άτι του κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το
+κεφάλι σκυφτό. </p>
+
+<p>Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω,
+φωνάζει, καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες. </p>
+
+<p>Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη,
+πλεγμένο με λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι
+πλεγμένη στα μαλλιά της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος
+μπορούσε να τη δη χωρίς να τη λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε
+καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που της έχουνε δέσει τα
+χέρια! </p>
+
+<p>Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και
+ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και
+στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους,
+κάτω από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα. </p>
+
+<p>Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο
+Βασιληά με τη στριγγιά φωνή του: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το
+καμίνι. Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά
+θα την κάψη αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα
+την στάχτη της. Κι' όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία
+της θα τελειώση κι' όλα. Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη
+χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη, αλλά στην ατιμία κι' όλο
+ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το θέλεις;» </p>
+
+<p>Απάντησε ο Βασιληάς: </p>
+
+<p>«Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι,
+χειρότερη από το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο,
+πειο πολύ θα τον αγαπήσω. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι
+μου. Να, έχω δω εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την
+έχουμε όλοι μαζική. Η αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη
+στους λεπρούς σου, ποτέ γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος.
+Να, τα κουρέλια μας είναι κολλημένα στης πληγές μας που
+βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά σου ευχαριστιότανε με τα
+πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με τα στολίδια, με
+της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και της
+χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ'
+αναγκασθή να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ
+μας, τότε η Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία
+της, και θα πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των
+αγκαθιών!» </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος.
+Επί τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το
+χέρι. Κείνη φωνάζει: </p>
+
+<p>&nbsp;— Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να
+καώ!» </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι
+εκατό λεπροί αναδεύουνε γύρω της. </p>
+
+<p>Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες
+η καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος.
+Η Ιζόλδη φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία
+κατεβαίνει έξω από την πόλι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο
+Γκορνεβάλης αφήνει κραυγή: </p>
+
+<p>&nbsp;— «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ
+τη, αν θέλης να ζήσης!» </p>
+
+<p>Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του. </p>
+
+<p>«Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να
+η στιγμή να δείχτε την αντρεία σας!» </p>
+
+<p>Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να
+ρίχνουνε κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια
+τους, να φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα
+δεκανίκια τους: άλλοι απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο
+Τριστάνος συχαινότανε να τους χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται
+ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο: βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος
+ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο σκυλλολόι. Ο
+Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του κατάφερε
+στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα
+κακοφτιαγμένα πόδια του. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει
+πεια καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας
+την πεδιάδα, μπήκαν στο δάσος του Μορουά. Εκεί, στα μεγάλα
+δάση, ο Τριστάνος αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από
+τείχη φρουρίου. </p>
+
+<p>Με τη δύσι του ηλίου, σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου
+βουνού. Ο φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. Ανάπαυσε το κεφάλι
+της στο σώμα του Τριστάνου και απεκοιμήθη. </p>
+
+<p>Το πρωί, ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο
+του και δυο καλοφτιαγμένα βέλη, και τάδωσε στον Τριστάνο, τον
+καλό τοξότη, που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. Ο
+Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι.
+Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα, έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε
+με φύλλα. </p>
+
+<p>Τότε, στο βάθος του αγρίου δάσους, άρχισε για τους φυγάδες
+η τραχειά ζωή, — αγαπημένη μολαταύτα. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Θ'. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ </h4>
+
+<p>
+Στο βάθος του αγρίου δάσους, με μεγάλους μόχθους, σαν
+κυνηγημένα ζώα, γυρίζουν δω κ' εκεί, και σπάνια τολμούν να
+ξαναπάνε το βράδυ στο άσυλο της προηγουμένης. Τρώνε όλο κρέας
+των αγριμιών και πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Τ' αδυνατισμένα
+πρόσωπά τους γίνονται χλωμά, τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια,
+ξεσκισμένα από τ' αγκάθια. Αγαπιούνται όμως. Δεν υποφέρουν.
+</p>
+
+<p>Μια μέρα, καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση, έφθασαν
+κατά τύχη στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν. </p>
+
+<p>Στον ήλιο, σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών, κοντά στο εκκλησάκι
+του, ο σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του, πήγαινε με
+μικρά βήματα. </p>
+
+<p>«Άρχοντα Τριστάνε, φώναξε, μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι
+άνθρωποι της Κουρνουάλλης. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' όλο
+τον τόπο. Όποιος σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι
+οι βαρώνοι ορκίστηκαν να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό.
+Μετανοήστε, Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν
+μετανοή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να μετανοήσω, άρχοντα Ογκρίν; Και για ποιο έγκλημα;
+Σεις μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα;
+Ναι, το καλό ποτό μας έχει μεθύσει, και θα προτιμούσα να
+ζητανιεύω όλη μου τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με
+χόρτα και με ρίζες μαζύ με την Ιζόλδη παρά νάμαι, δίχως αυτή,
+Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας. </p>
+
+<p>&nbsp;— Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί
+εχάσατε τούτον τον κόσμο και τον άλλο. Όποιος προδίνει τον
+κύριό του, τον διαμελίζουν με δυο άλογα, ή τον καίνε στην
+πυρά, και όπου πέση η στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει, και
+τ' όργωμα μένει μάταιο. Τα δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται.
+Τριστάνε, δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε κείνον που την πήρε
+γυναίκα, κατά τον νόμο της Ρώμης. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα πεια δεν του ανήκει. Την έδωκε στους λεπρούς
+του. Από τα χέρια τους την πήρα. Από δω και πέρα είναι δική
+μου. Δε μπορώ να την χωριστώ, ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από
+μένα. </p>
+
+<p>Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε,
+με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό.
+Ο ερημίτης της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. Αλλά, με
+κλάμματα εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον
+πιστέψη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλοίμονο, είπε ο Ογκρίν, πώς να παρηγορήση κανείς
+πεθαμένους; Μετανόησε, Τριστάνε· γιατί, όποιος ζη στην αμαρτία
+χωρίς να μετανοή, είναι πεθαμένος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι! είμαι ζωντανός, και ούτε μετανοώ. Θα γυρίσουμε
+στο δάσος που μας προστατεύει και μας φυλάει. Έλα, Ιζόλδη,
+φίλη!» </p>
+
+<p>Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Μπήκαν στα ψηλά
+χόρτα και της φτέρες. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά
+τους. Και χαθήκανε μέσ' τα φυλλώματα. </p>
+
+<p>Ακούστε μια ωραία περιπέτεια, Άρχοντες. Ο Τριστάνος είχε
+αναστήσει ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό, ώμορφο, ζωηρό, ελαφρό στην
+τρεχάλα. Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το
+όμοιό του για το κυνήγι με το τόξο. Τον έλεγαν Χουσδάν. Τον
+είχαν κλείσει στον ψηλότερο πύργο του φρουρίου, μ' ένα βαρύ
+ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό. Από την ημέρα που έχασε τον κύριό
+του, δεν ήθελε καμμιά τροφή, έξυνε το χώμα με τα πόδια, τα
+μάτια του έτρεχαν, ούρλιαζε. Πολλοί τον ελυπήθηπαν. </p>
+
+<p>«Χουσδάν, έλεγαν, κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον
+κύριό του, σαν εσένα. Ναι, σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός
+μου φίλος, είναι το λαγωνικό μου». </p>
+
+<p>Κι' ο Βασιληάς Μάρκος, συλλογιζότανε τα περασμένα, κ' έλεγε
+μέσα του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι
+τον αφεντικό του. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την
+Κορνουάλλη που ναξίζη το νύχι του Τριστάνου;» </p>
+
+<p>Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. Θα ιδούμε αν
+κάνη έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Αν όχι, θα τον δήτε,
+μόλις λυθή, με το στόμα ανοικτό, με τη γλώσσα μια πήχυ έξω, να
+κυνηγάη, για να δαγκώση, ζώα και ανθρώπους». </p>
+
+<p>Τον λύνουν. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου
+άλλοτε βρισκότανε ο Τριστάνος. Γαυγίζει, κλαίει, ψάχνει, επί
+τέλους βρίσκει τα ίχνη του κυρίου του. Διασχίζει βήμα προς
+βήμα το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της
+φωτιάς. Όλοι τον πέρνουν από πίσω. Γαυγίζει δυνατά, και
+σκαρφαλώνει κατά την ακτή. Μπαίνει στην εκκλησιά και πηδάει
+στο βωμό. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία, πέφτει στα πόδια
+του βράχου, ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία, στέκει μια
+στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος, έπειτα φεύγει
+για το δάσος. Όλοι συγκινούνται. </p>
+
+<p>«Ωραίε Βασιληά, λένε οι ιππότες, ας πάψουμε πεια να τον
+ακολουθούμε. Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός
+δεν θάταν εύκολος». </p>
+
+<p>Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. Το δάσος αντιλαλούσε από τα
+γαυγητά του Χουσδάν, κι' από μακρυά ο Τριστάνος, η Βασίλισσα
+κι' ο Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως
+άλλο ο βασιληάς τους κυνηγάει, σαν άγρια θερία, με λαγωνικά.
+Βυθίζονται σε κάτι πυκνά φυλλώματα. Στην άκρη στέκεται όρθιος
+ο Τριστάνος με τεντωμένο το τόξο του. Αλλά ο Χουσδάν,
+βλέποντας και αναγνωρίζοντας τον κύριο του, πηδάει απάνω του,
+κουνάει το κεφάλι και την ουρά, τεντώνεται, κυλιέται χάμου.
+Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά; Έπειτα τρέχει στην Ιζόλδη την
+Ξανθή, στον Γκορνεβάλη, ακόμη και στο άλογο, και κάνει χαρές.
+Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος. </p>
+
+<p>«Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη
+αυτό το σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο, ένας άνθρωπος
+καταδιωγμένος; Στης πεδιάδες και στα δάση, σ' όλη τη χώρα του,
+ο Βασιληάς μας κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας
+προδώση. Α! η αγάπη κ' η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ
+να βρη το θάνατο. Μολαταύτα, πρέπει να φυλαχτούμε. Τι να
+κάνουμε; Συμβουλεύτε με!» </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε: </p>
+
+<p>«Λυπηθήτε τον, άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν
+Ουαλλό δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' ακολουθή
+χωρίς γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. Φίλε Τριστάνε,
+τι χαρά αν κατωρθώναμε, σιγά-σιγά με υπομονή, να γυμνάσουμε
+έτσι τον Χουσδάν!» </p>
+
+<p>Σκέφτηκε μια στιγμή, ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της
+Ιζόλδης. Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε: </p>
+
+<p>«Θα δοκιμάσω. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!» </p>
+
+<p>Σε λίγο, ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι, ξεπετάει ένα
+ζαρκάδι, και το πληγώνει μ' ένα βέλος. Το λαγωνικό θέλει να
+τρέξη πίσω του και γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος
+αντιλαλεί. Ο Τριστάνος, χτυπώντας, το κάνει να σωπάση. Ο
+Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον κύριό του, παραξενεύεται
+και μην τολμώντας πεια να γαυγίση, αφήνει ταχνάρια. Ο
+Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του, έπειτα χτυπά την μπότα
+του με την καρυδένια μπαγκέτα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι
+κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Μ' αυτό το σύνθημα, ο
+Χουσδάν θέλει πάλι να γαυγίση, κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. Μ'
+αυτή τη διδασκαλία, σ' ένα μήνα μοναχά, τον εγύμνασε να
+κυνηγάη στα μουγγά. Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή
+αγριοκάτσικο, ο Χουσδάν χωρίς πεια να γαυγίζη, ακολουθούσε
+ταχνάρια στον πάγο, στο χιόνι ή στα χορτάρια. Αν πρόφταινε το
+αγρίμι στα δάση, ήξερε να σημαδεύη το μέρος μαζεύοντας φύλλα.
+Αν τώπιανε στην πεδιάδα, εσώρευε χόρτα απάνω στο σκοτωμένο
+αγρίμι και χωρίς γαυγητό, γύριζε να βρη τον κύριό του. </p>
+
+<p>Το καλοκαίρι φεύγει, κι' έρχεται ο χειμώνας. Οι αγαπητικοί
+έζησαν χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. Στο χώμα, σκληρό από
+την ψύχρα, η παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων.
+Με τη δύναμι της αγάπης, ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν
+αισθάνθηκαν την αθλιότητα της θέσεως τους. </p>
+
+<p>Αλλά, όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία, έστησαν κάτω από τα
+μεγάλα δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. Ο Τριστάνος
+ήξερε από παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του δάσους.
+Μπορούσε να κάνη το αηδόνι, το μελισσοφάγο, το φλώρο, κι' όλο
+το βασίλειο των πουλιών!.. </p>
+
+<p>Και, συχνά, πολυάριθμα πουλιά, τραβηγμένα από τη φωνή του,
+κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας, με το λαιμό
+φουσκωμένο, τα τραγούδια τους, — μέσα στο φως. </p>
+
+<p>Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο
+δάσος. Γιατί κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους
+κυνηγήση. Εγνώριζαν ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα
+κλαδιά των δέντρων. Μια μέρα μολαταύτα, ένας από τους άπιστους
+προδότες, ο Γκενελόν, — που καταραμένος νάναι από το Θεό —
+παρασύρθηκε από την ορμή του κυνηγίου, κι' ετόλμησε να
+προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του Μορουά. Εκείνο το
+πρωί, στην παρυφή του δάσους, ο Γκορνεβάλης είχε ξεσελλώσει το
+άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Κει κάτω, στην
+καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά
+αγκαλιασμένοι. </p>
+
+<p>Ξαφνικά, ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών:
+με μεγάλη ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι, που είχε
+ριχτεί στη χαράδρα. Μακρυά, στην πεδιάδα, φάνηκε ένας κυνηγός.
+Ο Γκορνεβάλης τον εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν, ο άνθρωπος που
+περισσότερο απ' όλους μισούσε ο Τριστάνος. Μόνος, χωρίς
+ιπποκόμο, με τα σπηρούνια βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του
+αλόγου του, έτρεχε στα τέσσερα. </p>
+
+<p>Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, ο Γκορνεβάλης, τον
+παραμονεύει: γρήγορα έρχεται, αργά θα γυρίση. </p>
+
+<p>Περνάει. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του,
+πιάνει το χαλινό, και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό
+πούχε κάμει αυτός ο άνθρωπος, τόνε ρίχνει κάτω, τον κάνει
+κομμάτια, και φεύγει, πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι.
+</p>
+
+<p>Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα
+κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι, απάνω στην ανθισμένη χλόη. Ο
+Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα, με το κεφάλι του σκοτωμένου στο
+χέρι. </p>
+
+<p>Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα,
+αλληστρατισμένοι, σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος,
+τούδωσαν στα τέσσερα, καταπράσινοι από το φόβο. Από τότε,
+κανείς πεια δεν ήρθε να κυνηγήση στο δάσος. </p>
+
+<p>Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε, ο Γκορνεβάλης
+κρέμασε από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας, και τα
+πυκνά φύλλα το επλαισίωναν γύρω-γύρω. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα
+φύλλα, το κεφάλι που τον εκύτταζε. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν.
+Ταραγμένος, σηκώνεται όρθιος. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει:
+</p>
+
+<p>«Ησύχασε, είναι νεκρός. Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Γιε,
+ήταν εχθρός σου!». </p>
+
+<p>Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του, ο πειο
+μισητός, ο Γκενελόν, είναι σκοτωμένος! </p>
+
+<p>Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Ο
+τρόμος φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι
+κει μέσα. Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ
+τ ο» τόξο, που πάντοτε πετύχαινε το στόχο, άνθρωπο ή αγρίμι
+στο σημαδεμένο μέρος. </p>
+
+<p>Άρχοντες, ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα, στην εποχή του
+θερισμού, λίγο μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά,
+χαιρέτιζαν κελαδώντας την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Ο
+Τριστάνος βγήκε από την καλύβα, έζωσε το σπαθί του, ετοίμασε
+το «Αλάθευτο», και έφυγε να κυνηγήση στο δάσος. Μέχρι το βράδυ
+κατακόπηκε από την κούρασι. Ω! όχι ποτέ άνθρωποι δεν
+αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά. </p>
+
+<p>Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι, τσακισμένος από τη
+βαρειά ζέστη, αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του. </p>
+
+<p>«Φίλε, που έλειπες όλη την ημέρα;» </p>
+
+<p>&nbsp;— Κυνηγούσα ένα ελάφι, κ' είμαι σκοτωμένος από την
+κούρασι. Κύττα, ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. Θάθελα να
+πέσω να κοιμηθώ». </p>
+
+<p>Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά, τη στρωμένη με δροσερά
+χόρτα πρώτη ξαπλώθη η Βασίλισσα, και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα
+της, αποθέτοντας το σπαθί του στη μέση, γυμνό. Τυχερό τους που
+δεν είχανε βγάλει τα ρούχα τους. Η Βασίλισσα φορούσε στο
+δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα ωραία σμαράγδια που της είχε
+δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των γάμων. Τα δάχτυλά της
+τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε απάνω το
+δαχτυλίδι. Κοιμώντανε έτσι, σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα
+χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του, το άλλο
+ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν
+καθόλου. Ούτε ένα φύσημα αύρας, ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Από
+μια χαραμάδα της σκεπής, μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα
+κ' έπεφτε στο πρόσωπο της Ιζόλδης, που έλαμπε σαν το χιόνι.
+</p>
+
+<p>Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα
+χόρτα ήτανε πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο
+Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα
+των σωμάτων, ακολούθησε τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την
+καλύβα. Τους είδε να κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και
+τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια.
+Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες μακρυά, ανέβη τα σκαλιά
+της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που προήδρευε σε
+κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του. </p>
+
+<p>«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα;
+Θάλεγε κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ'
+οπίσω τους να τα πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης
+δικαιοσύνη για κανένα άδικο που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε
+από το δάσος μου;» </p>
+
+<p>Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του
+είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε,
+και μ' έπιασε φόβος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Σε ποιο μέρος; </p>
+
+<p>&nbsp;— Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται
+αγκαλιασμένοι. Έλα γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους,
+κοντά στον Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι
+είδες. Θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης. </p>
+
+<p>Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο
+Σταυρό. Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε
+πάρα κάτω, θα πάη με αισχρό θάνατο. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το
+σπαθί του, και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία.
+Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό
+του: τι τρυφερότητα είχε δείξει τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη
+η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν τους πιάση, ω! πώς θα
+τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα εκδικηθή εκείνους που
+τον ατίμασαν!... </p>
+
+<p>Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά.
+Πήγαινέ με γρήγορα, γρήγορα, γραμμή». </p>
+
+<p>Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς
+ακολουθεί τον κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που
+άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος,
+ένας από τους δυο, ο Θεός ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο.
+Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά- σιγά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, κοντεύουμε. </p>
+
+<p>Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου
+στα κλαδιά μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και
+ξαφνικά, σ' ένα ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την
+ανθοφορτωμένη καλύβα. </p>
+
+<p>Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει
+κάτω, κι' εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και
+ορκίζεται ακόμη μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή.
+</p>
+
+<p>Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος,
+κραδαίνοντας το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι
+πένθος αν χτυπήση... Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν
+αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί χωρίζει τα σώματά τους: </p>
+
+<p>«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που
+ζουν μαζύ στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν
+να τους χωρίζη αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι
+μια ολόγυμνη λάμα που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και
+φύλακας αγνότητος; Αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα
+κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε θα τους σκοτώσω. Θάτανε
+μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν ξυπνούσα τον Τριστάνο
+κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο, πολύν καιρό θα
+μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω έτσι ώστε,
+ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους, ότι δε
+θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε». </p>
+
+<p>Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο
+της Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με
+γουναρικό. «Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την
+Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα κλαδιά για να κλείση την χαραματιά
+από την οποία έμπαινε ο ήλιος. Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το
+δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε δώσει στη Βασίλισσα: με
+πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα η Βασίλισσα τόσο
+είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την παραμικρή
+προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που του
+είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που
+χώριζε τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί
+που είχε σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι
+του το δικό του, βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και
+είπε στο δασοφύλακα. </p>
+
+<p>«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι
+σου». </p>
+
+<p>Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια
+πλουσία σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε
+απάνω της και πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή
+και ξύπνησε: τα με γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά
+στο στήθος της. Με τη φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος,
+θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί του και στη θέσι του βλέπει το
+Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και η Βασίλισσα βλέπει στο
+δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου: </p>
+
+<p>«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!»
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε
+μόνος, θα φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και
+θα μας κάψη μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...» </p>
+
+<p>Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για
+την Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια
+τους φέρνει αυτή η αγάπη! ... </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">Ι'. Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ </h4>
+
+<p>
+Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα
+ακολουθήσει ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα
+μέσα στο σκοτεινό δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε. </p>
+
+<p>«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς.
+Πήρε το σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του,
+μπορούσε να με χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν
+ήθελε πάλι να με πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα
+μάφησε το ίδιο το σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από
+φόβο, παρά από τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας
+συγχωρήσης. Να μας συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση
+αθώωσι για ένα τέτοιο έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν
+εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε. Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς,
+του πηδήματος από την εκκλησιά, της ενέδρας κατά των λεπρών,
+ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην προστασία του. Θυμήθηκε τότε το
+παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα στα πόδια του, και τη χώρα
+του Λοοννουά που για χάρι του εγκατέλειψα, και τη λόγχη του
+Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την τιμή του. Θυμήθηκε ότι
+δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια ζήτησα κρίσι,
+δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της καρδιάς του
+κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει κανείς.
+Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την αγάπη
+μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα
+ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να
+νικήσω σε μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη
+σου, και για σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την
+περικεφαλαία! Αλλά τι σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα
+του την έδινα; Γιατί καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου;
+Προ ολίγου, καταδιωγμένος απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και
+να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών.
+Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική μου. Να τώρα που με τη
+σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά μου κι' απόκτησε
+πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε δίπλα του και
+τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα της; Αντί
+των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το άγριο
+δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό
+δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και
+τον ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη
+στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την
+επήρε με το Νόμο της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους
+ανθρώπους του τόπου του;» </p>
+
+<p>Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος
+μέσα στη νύχτα. </p>
+
+<p>Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που
+τους εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την
+επάνοδο του Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το
+χρυσό δαχτυλίδι, που είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς
+Μάρκος. Σκέφτηκε: </p>
+
+<p>«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό
+δαχτυλίδι, δεν είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με
+παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι, είναι ο στοργικός άρχοντας που
+από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στη χώρα του, με
+υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον Τριστάνο! Αλλά
+ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος στο
+παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που
+θα τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν
+έπρεπε, γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες
+να ζητάη κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου
+ξεχνάει όλες αυτές της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή,
+καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος, και ζη έτσι σαν άγριος!...»
+</p>
+
+<p>Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν
+τα βήματα του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και
+να τον αλαφρώση από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το
+«αλάθευτο» και τα βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί. </p>
+
+<p>«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά
+Μάρκου. Ήρθε να μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε». </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο
+Τριστάνος την είδε να κλαίη. </p>
+
+<p>«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά
+Μάρκο! Αν μου επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ
+ούτε με γεγονότα ούτε με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα,
+όποιος ιππότης του Βασιλείου του από το Ντινάν μέχρι το
+Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα μεύρισκε αντιμέτωπο
+μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο Βασιλιάς ήθελε να
+επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον υπηρετούσα με
+μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν
+προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα
+στη Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου
+κι' αν πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός
+σας. Ιζόλδη, ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν
+ήτανε η μίζερη αυτή ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον
+καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν τον έρημο τόπο». </p>
+
+<p>&nbsp;— Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος
+του. Ας γυρίσουμε σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε
+έλεος από τον Ουράνιο Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!» </p>
+
+<p>Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που
+οδηγούσε ο Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα
+περνώντας τ' αγαπημένα δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως
+μιλιά. </p>
+
+<p>Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που
+έφτασαν στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο
+Ογκρίν εδιάβαζε σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους
+φώναξε τρυφερά: </p>
+
+<p>«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη
+η τρέλλα σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος του είπε: </p>
+
+<p>« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα
+συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα,
+θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να
+με ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως
+οφείλω». </p>
+
+<p>Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή,
+θρηνητικά: </p>
+
+<p>«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή
+αγάπησα τον Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα
+σώματά μας τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν». </p>
+
+<p>Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε
+παντοδύναμε Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω
+αρκετά ώστε να μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους
+συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε
+μια επιστολή όπου ο Τριστάνος επρότεινε συμβιβασμό στο
+Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο Τριστάνος την εσφράγισε
+από κάτω με το δαχτυλίδι του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα την πάω μοναχός μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την
+παράτολμη εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους
+ανθρώπους του Παλατιού. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη
+στο ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον
+ιπποκόμο μου, ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου». </p>
+
+<p>Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο
+μαζύ με τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε.
+Στα τείχη, οι φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα
+στην τάφρο και διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του.
+Πέρασε όπως άλλοτε τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε
+τη μαρμάρινη σκάλα, την πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε
+στο παράθυρο πίσω από το οποίο κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος.
+Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε. </p>
+
+<p>«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια
+ώρα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια
+επιστολή. Την αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε
+κρεμάστε την απάντησί σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού. </p>
+
+<p>&nbsp;— Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με. </p>
+
+<p>Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα.
+</p>
+
+<p>«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου! </p>
+
+<p>Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ'
+ένα ελαφρό πήδημα βρέθηκε στη σέλλα. </p>
+
+<p>«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν
+το δρόμο». </p>
+
+<p>Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν
+τον ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΑ'. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ </h4>
+
+<p>
+Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το
+γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον
+το Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα
+όσα παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και
+κατά βάθος εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα. </p>
+
+<p>Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι'
+όταν μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς:
+</p>
+
+<p>«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ'
+είστε υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα
+συμβουλεύτε με, το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή». </p>
+
+<p>Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια
+του, κι' όρθιος μπροστά στο Βασιληά: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα
+χαιρετίσματα και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία
+του. Έπειτα προσθέτει: Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και
+κατάκτησα την κόρη του Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την
+έδωκαν. Ήμουν κύριος να την κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την
+έφερα στον τόπο σας και σας τήνε παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την
+πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας έκαμαν να πιστέψετε τα
+ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε και κύριέ μου,
+θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας λυπήθηκε.
+Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη που
+την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και
+γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το
+αξιοκατάκριτο; Η Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς,
+έτρεξα να την βοηθήσω, και την επήρα. Μπορούσα να μείνω με
+δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή την κατάστασι εκείνη που,
+αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή της; Έφυγα μαζύ της
+στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και να κατέβω
+στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει
+διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα
+όπως τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω
+οποιονδήποτε και να υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου
+θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν
+είχα για τη Βασίλισσα έρωτα τέτοιον που να σας προσβάλλη.
+Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν αντίπαλο, κι' αν δεν
+μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με μπροστά στους
+ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να πάρτε
+πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους
+βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν,
+απεναντίας, δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα
+και θα πάω στον Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης,
+και δεν θακούστε πεια ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε,
+πάρτε συμβουλή από τους βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα
+συμβιβασμό, θα ξαναπάω την Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την
+επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον τόπο της». </p>
+
+<p>Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος
+τους πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί
+που την εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το
+προτείνει, να πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της
+Φρίζης. Παράγγειλέ του να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε
+μέρα και γρήγορα». </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές: </p>
+
+<p>«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;». </p>
+
+<p>Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα: </p>
+
+<p>«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι
+πρέπει να γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ
+μέσα στα καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις
+στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε
+γρήγορα». </p>
+
+<p>Προσέθεσε: </p>
+
+<p>«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και
+αγάπη». </p>
+
+<p>Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε
+την επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο
+ερημίτης διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο,
+σύμφωνα με τη συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την
+Ιζόλδη, μα όχι να κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή
+του. Όσο για τον Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη
+Βασίλισσα στα χέρια του Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο,
+όφειλε ύστερα να περάση τη θάλασσα και να φύγη». </p>
+
+<p>«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι
+ανάγκη μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ
+αιτίας μου υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας
+χαρίσω ένα δώρο, εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο
+όπου πηγαίνω, θα σας στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη
+θέλησί σας και στην πρώτη πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο,
+αμέσως θα τρέξω». Στέναξε η Ιζόλδη και είπε: </p>
+
+<p>«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ
+λαγωνικό δε θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω
+θα σε θυμάμαι και θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα
+δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το
+στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από
+μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν
+πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. Αλλά μόλις το ιδώ,
+καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα μ' εμποδίσουν
+να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι. </p>
+
+<p>Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη. </p>
+
+<p>Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο
+Ογκρίν είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε
+γουναρικό, πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα,
+ερμίνα, σιντζάπια, κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη
+ένα βασιλικό άλογο σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην,
+σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι'
+αυτά τα αλλόκοτα και μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που
+τόσον καιρό είχε μαζέψει. Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο
+άλογο τα πλούσια υφάσματα και γύρισε κοντά στην Ιζόλδη: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα
+δώρα, για νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο
+του Κινδύνου. Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω
+καθόλου πείρα σ' αυτά τα πράγματα». </p>
+
+<p>Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι
+εντός τριών ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό
+με τη Βασίλισσα. Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την
+τελετή. Όλοι επιθυμούσαν να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη,
+όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους προδότες, τους τρεις που
+ζούσαν ακόμη. </p>
+
+<p>Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με
+το βέλος που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός.
+Όσο για το δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα
+τον σκοτώση μ' ένα ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που
+μισεί την αδικία, θα δώση εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των
+εχθρών των. </p>
+
+<p>Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του
+Κινδύνου, τα λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και
+στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη με της πλούσιες σκηνές των
+βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε με την Ιζόλδη, κι'
+από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία του και το
+θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος και
+είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο. </p>
+
+<p>«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι
+ιππότες του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα
+μπορούμε πεια να μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και
+δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω αν ποτέ σου στείλω κανέναν
+απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω! </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την
+πράσινη πέτρα, ούτε πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα
+μεμποδίση να κάνω το θέλημα του φίλου μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη. </p>
+
+<p>Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά
+του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. </p>
+
+<p>«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι.
+Σε λίγο θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές
+ημέρες. Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο
+Βασιληάς, στο θυμό του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη.
+Ποιος θα με υπερασπιστή κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο
+δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί
+του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη νύχτα. Θα στείλω τον
+Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με κακομεταχειρίζεται. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου
+Όρρι. Όποιος σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το
+Διάβολο». </p>
+
+<p>Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν
+τους χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους
+δικούς του, ο Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε
+ο Ντινάς ντε Λιντάν. </p>
+
+<p>Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το
+άλογο της Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε: </p>
+
+<p>«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά
+σ' όλο τον κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για
+να μπορέσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών.
+Ποτέ δεν εδικάστηκα. Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν
+νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή,
+αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω σε μακρυνόν τόπο». </p>
+
+<p>Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε
+στα χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ'
+εμπιστευόμενος τη Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να
+πάρη συμβουλή. </p>
+
+<p>Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και
+χίλιες περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα,
+και χαριτωμένο φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο
+μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση
+τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση
+και της τελευταίες οικονομίες του, για να την στολίση. Η ρόμπα
+της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα μάτια της γαλανά, και
+φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου. </p>
+
+<p>Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν
+άλλοτε, ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την
+στιγμή, ένας βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον
+πείση: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ'
+αυτόν θα εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου». </p>
+
+<p>Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι
+προδότες είπαν: </p>
+
+<p>«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και
+πιστά. Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε.
+Αλλά, αν ο Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ'
+αρχίσουν τα λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για
+λίγον καιρό, και μια μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης». </p>
+
+<p>Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν'
+απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη
+Βασίλισσα, να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η
+Βασίλισσα ντράπηκε μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε. </p>
+
+<p>Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας
+στον ανηψιό του: </p>
+
+<p>«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό
+μου ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα,
+τίποτα. Όπως μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο
+Βασιληά της Φρίζης». </p>
+
+<p>Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον
+ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά,
+δεν εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της. </p>
+
+<p>Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες,
+γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να
+υποδεχτούν την Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του
+Τριστάνου, χαιρέτιζαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της
+Βασίλισσας. Η καμπάνες χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους
+δρόμους, στολισμένους με μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η
+λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι κόμητες και οι πρίγκηπες, με
+την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο
+το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο τραπέζι, και για να
+πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε την ελευθερία σε
+εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι ιππότες,
+δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα. </p>
+
+<p>Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη
+Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος
+τον έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι
+προδότες! </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΒ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ </h4>
+
+<p>
+Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι
+σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα
+από τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους
+φθάση. Λοιπόν μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας
+ακούγοντας το θόρυβο των κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε
+το άλογο του στη μέση ενός ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του
+καλπάζοντας και οι τρεις: </p>
+
+<p>«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς
+δίκη, κ' ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν
+είναι και πάλι άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι
+του τόπου σου σας κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη
+καλλίτερα να ζητήση μόνη της την κρίσι του Θεού. Τι θα της
+στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι
+δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα σίδερο κοκκινισμένο στη
+φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν την εύκολη δοκιμή
+θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες». </p>
+
+<p>Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος: </p>
+
+<p>«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που
+ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό
+μου. Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία;
+Τι καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες,
+δεν προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την
+υπερασπίση, σας προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε.
+Γιατί δε ζωστήκατε εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν
+πήρατε τα κοντάρια σας; Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα.
+Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι εδώ πέρα αυτόν που, από σας,
+έδιωξα!» </p>
+
+<p>Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους. </p>
+
+<p>Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον
+έβλεπαν κι' όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ...
+</p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας
+δίναμε τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω
+και πίσω θα σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι
+την αγάπη σας!» </p>
+
+<p>Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του: </p>
+
+<p>«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την
+αγάπη μου! Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις
+από τον τόπο μου! </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί,
+για ν' ανέβη κανείς!» </p>
+
+<p>Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες. </p>
+
+<p>Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος
+βάρεσε τ' άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της
+αιθούσης, κ' η Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν'
+αντηχούν στης πλάκες. </p>
+
+<p>Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε
+το σπαθί καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο
+Μάρκος την πήρε από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη
+ρίχνοντας απάνω του τα μάτια της, είδε τα ευγενικά
+χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το θυμό. Τέτοιος της είχε
+φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα μανιασμένος. </p>
+
+<p>«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο
+Βασιλιάς». </p>
+
+<p>Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια
+του Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά.
+Λίγο-λίγο πήρε κουράγιο εκείνη. </p>
+
+<p>«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι; </p>
+
+<p>&nbsp;— Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει
+τάχα να τα πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;» </p>
+
+<p>Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα. </p>
+
+<p>«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις
+προδότες που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις:
+Αντρέ, Δενοαλέν, και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον
+μου; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη
+σκέψι του. Αλλά έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια
+είπαν εναντίον μου. Κι' από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από
+σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο, ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από
+σας, Μεγαλειότατε, για να με υπερασπίση. </p>
+
+<p>&nbsp;— Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να
+δικαιολογηθής με όρκο και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου.
+«Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν οφείλει από μόνη της να ζητήση την
+κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα για τους αθώους. Τι θα της
+εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. Έτσι μια για πάντα θα
+μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό έλεγαν. Αλλ' ας
+τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω». </p>
+
+<p>Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά. </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή
+σας. Θα δικαιολογηθώ με όρκο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πότε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Σε δέκα μέρες. </p>
+
+<p>&nbsp;— Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να
+παραγγείλετε στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ
+με τον άρχοντα Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό
+ιππότες ως τα σύνορα της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην
+όχθη του ποταμού που χωρίζει τα Βασίλειά σας. Θέλω κει,
+μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι μοναχά μπροστά στους
+βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να ορκιστώ, κι'
+οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά καινούργια
+δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε θα
+τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν
+εγγυηταί της δίκης». </p>
+
+<p>Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του
+Μάρκου στο Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον
+Τριστάνο τον ακόλουθό της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό. </p>
+
+<p>Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα
+μονοπάτια, ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου,
+από πολλές ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του
+ιστόρησε όλα τα συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα
+της δίκης, την ώρα και τον τόπο που είχαν ορισθή. </p>
+
+<p>«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα,
+μ' ένδυμα προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο,
+αλλά τόσο καλά αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας
+αναγνωρίση. Για να φθάση στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να
+περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην αντίθετη όχθη, κει που θα
+βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου, θα την περιμένετε.
+Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την βοηθήστε. Η κυρία μου
+φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει εμπιστοσύνη στην
+καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα χέρια των
+λεπρών». </p>
+
+<p>&nbsp;— Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες
+της ότι θα κάνω το θέλημά της». </p>
+
+<p>Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ,
+συνέβη να παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα
+που άλλοτε ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην
+καλύβα, και τους πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος,
+είχε περηφανευτή για την προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα
+λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε προσεχτικά με φυλλώματα, για να
+πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε που ερχότανε καταπάνω του
+ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να φύγη. Ο Περινίς τον
+εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας: </p>
+
+<p>«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις,
+αί; Κάθησε αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι'
+όλα τον κόπο να σκάψης». </p>
+
+<p>Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και
+κεφάλι έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο
+Πιστός, έσπρωξε με το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον
+σκεπασμένο με φύλλα. </p>
+
+<p>Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι
+βαρώνοι της Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους,
+έφθασαν — λαμπρή συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον
+ποταμό. Από την αντικρυνή όχθη, οι ιππότες του Βασιληά
+Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' αστραφτερά τους λάβαρα. </p>
+
+<p>Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος
+στην όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο
+δισκάκι του και με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε
+ελεημοσύνη. </p>
+
+<p>Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη,
+η Ιζόλδη ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να
+λερώσω τα μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας
+πορθμέας να με βοηθήση». </p>
+
+<p>Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή. </p>
+
+<p>«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε
+τη Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε
+βλέπω, μη λυγίσης στη μέση του δρόμου». </p>
+
+<p>Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του
+είπε κείνη σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον
+άμμο». </p>
+
+<p>Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη
+Βασίλισσα σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες
+άδραξαν τα κουπιά και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο.
+</p>
+
+<p>«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή
+από μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους». </p>
+
+<p>Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον
+προσκυνητή. </p>
+
+<p>Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω
+ένα πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα
+λείψανα των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο
+άρχοντας Γκωβαίν, ο Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό
+την επίβλεψί τους. </p>
+
+<p>Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα
+στολίδια της από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους
+φτωχούς επαίτες. Έβγαλε τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο
+σάλι, και τάδωσε κι' αυτά. Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το
+φόρεμά της, και τα ποδήματά της τα στολισμένα με πολύτιμα
+πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια τουνίκα χωρίς μανίκια,
+και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά, προχώρησε μπροστά στους
+Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν σιωπηλοί, κ'
+έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με
+τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και
+είπε: </p>
+
+<p>«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και
+σεις άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις
+όλοι που ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και
+σ' όλα τα άγια λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι
+ότι ποτέ κανείς άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε
+στα χέρια του εκτός από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι'
+από το φτωχό προσκυνητή που προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα
+πόδια σας. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι
+του την αληθινή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αμήν, είπε η Ιζόλδη». </p>
+
+<p>Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη. </p>
+
+<p>Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα
+γυμνά μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί,
+έκανε εννιά βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα
+σταυρόν, ανοιχτά. Κι' όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε
+απείραχτο και αβρό σαν το δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς. </p>
+
+<p>Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε
+προς το Θεό. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΓ'. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ </h4>
+
+<p>
+Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ'
+έρριξε μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε
+βαθειά στην καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που
+είχε δώσει στο Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την
+Κορνουάλλη. </p>
+
+<p>Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο
+Βασιληάς την αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς
+Αρθούρος θ' ανελάμβανε την προστασία της, και στο μέλλον,
+καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί
+να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε
+κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την ησυχία της Ιζόλδης.
+Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη απόφασι πως για
+τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του προσκυνητή
+— στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια του.
+</p>
+
+<p>Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση
+από τον τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη
+ημέρα, αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και
+είπε στο Γκορνεβάλη: </p>
+
+<p>«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη
+χώρα της Ουαλλίας.» </p>
+
+<p>Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος
+τους περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου
+άλλοτε ο Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η
+νύχτα. Στη στροφή, όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να
+υψώνεται στην ξαστεριά τ' ουρανού τον εύρωστο κορμό του
+μεγάλου πεύκου. </p>
+
+<p>«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης.
+Θα γυρίσω σε λίγο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;» </p>
+
+<p>Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι'
+όλα το κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο
+μαρμαρένιο πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα,
+καλοκομμένα ξυλάκια στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε
+πεια. Με φρόνιμα και αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε
+άλλοτε η Βασίλισσα, ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι. </p>
+
+<p>Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε
+άγρυπνη η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του
+παραθύρου όπου έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή
+ενός αηδονιού. </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να
+μαγέψη τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο
+γλυκειά που καμμιά σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα
+μπορούσε να την ακούση δίχως να συγκινηθή. «Από που νάρχεται
+αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε:
+»Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο δάσος του Μορουά έκανε,
+για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών. Φεύγει, κι' αυτό,
+είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι το αηδόνι,
+όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με μεγάλη
+θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!» </p>
+
+<p>Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία. </p>
+
+<p>«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και
+τους όρκους που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι
+με νοιάζει ο θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!» </p>
+
+<p>Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο
+σχεδόν κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη
+γειτονική αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με
+τη σειρά τους. Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε
+ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά στης πόρτες και στα παράθυρα,
+φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη, είχαν όλοι αποκοιμηθή,
+πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η Ιζόλδη πέρασε τα
+ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας. Έκαμε
+κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς.
+Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε. </p>
+
+<p>Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του.
+Σφιχτά δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως
+την αυγή, σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον
+Βασιληά και όλους τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι
+εγλέντησαν τη χαρά τους και την αγάπη τους. </p>
+
+<p>Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες
+μέρες, καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να
+πάη στης δίκες του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου
+Όρρι, και τόλμησε κάθε πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από
+τον κήπο ως της αίθουσες των γυναικών. </p>
+
+<p>Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον
+Ντενοαλέν, και τον Γκοντοΐν. </p>
+
+<p>«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη
+φωληά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Τριστάνος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πότε τον είδες; </p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και
+σεις αύριο την αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του
+ζωσμένο, ένα τόξο στο χέρι, δυο βέλη στο άλλο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πού θα τον δούμε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω
+τι θα μου δώστε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος
+σκλάβος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να
+ιδή στο δωμάτιο της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που
+βρίσκεται πειο ψηλά στο τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα
+τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης σκεπάζει τη θέα. Ένας από
+τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον κήπο. Θα κόψη ένα
+μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας σκαρφαλώση τότε
+ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το κλαδί το πανί
+της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε τότε ό,τι
+σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!» </p>
+
+<p>Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος
+πρώτος θάχε τη χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος
+συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την
+αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη μέρα την αυγή, ωραίοι
+Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο! </p>
+
+<p>Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος,
+αφήνοντας την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του
+παλατιού μέσα από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς
+έβγαινε από μια λόχμη, κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον
+Γκοντοΐν που έβγαινε από τον πύργο του. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε
+παραμονεύοντας: </p>
+
+<p>«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με
+αντιληφθή πριν από την στιγμή που θέλω!» </p>
+
+<p>Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο
+Γκοντοΐν πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος
+βγήκε από τη λόχμη απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του,
+σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος ήτανε εκτός βολής φτασμένος.
+</p>
+
+<p>Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας
+σιγά-σιγά το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην,
+ο Ντενοαλέν, ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο
+Τριστάνος τον παραφύλαξε, κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον
+είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά του να ξετρυπώσουν κάποιο
+αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και πυκνών χόρτων. Μα,
+προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα του, ο κύριός
+τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα μπορέση να
+την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος
+πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον
+εχτρό του. Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη:
+«Μ' έφαγες!», κ' έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το
+κεφάλι, έκοψε της μπούκλες που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό
+του, και της έχωσε στη μπότα του. Ήθελε να της δείξη στην
+Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της φίλης του. «Αλλοίμονο!
+συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε! αχ, να μη μπορέσω
+να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!» </p>
+
+<p>Καθάρισε το σπαθί του, το ξανάβαλε στη θήκη, έσυρε απάνω
+από το πτώμα έναν κορμό δέντρου, κι' αφήνοντας το βουτηγμένο
+στο αίμα, έφυγε, με το σκουφάκι στο κεφάλι, για τη φίλη του.
+</p>
+
+<p>Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει.
+Σκαρφαλωμένος κι' όλα στο ψηλό παράθυρο, είχε χώσει το μακρύ
+κλαδί του μέσ' την κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν
+απομακρύνει δυο άκρες του υφάσματος και κύτταζε μέσα στο
+καλοστρωμένο δωμάτιο. Στην αρχή δεν είδε κανέναν άλλο εκτός
+από τον Περινίς. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα κρατώντας ακόμα το
+χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη Βασίλισσα με τα
+χρυσά μαλλιά». </p>
+
+<p>Αλλά να, μπήκε η Ιζόλδη. Έπειτα ο Τριστάνος. Κρατούσε σ' το
+ένα του χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές
+μπούκλες ανδρός. Έβγαλε την κάπα, και φάνηκε το ωραίο του
+σώμα. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η Ξανθή για να τον χαιρετίση, και
+καθώς σηκωνότανε, με το κεφάλι στραμμένο απάνω του, βλέπει τη
+σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν, ριγμένη στο παραπέτασμα. Ο
+Τριστάνος της έλεγε: </p>
+
+<p>«Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες; είναι του Ντενοαλέν.
+Σου πήρα εκδίκηση απάνω του. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε
+θα πουλήση θώρακα ούτε κοντάρι! </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, άρχοντα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας, παρακαλώ.
+Θάθελα να ιδώ αν τεντώνεται εύκολα». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι, χωρίς να καταλαβαίνη
+καλά. Η Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε, κύτταξε
+αν η χορδή ήτανε καλή, και με σιγανή και γρήγορη φωνή: </p>
+
+<p>« — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει, είπε. Σημάδεψε καλά
+Τριστάνε!» </p>
+
+<p>Πήρε την κατάλληλη στάσι, σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά
+στην κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. «Ο Θεός να
+οδήγηση καλά αυτό το τόξο». Είπε, γυρίζει κατά το τείχος,
+ρίχνει. Το μακρύ βέλος σφυρίζει στον αέρα, ταχύτερο από
+χελιδόνι και γεράκι, βγάζει το μάτι του προδότη, ξεσκίζει το
+μυαλό του, σαν τη σάρκα μήλου, και σταματάει παλλόμενο απάνω
+στο κρανίο. Δίχως κιχ, ο Γκοντοΐν σωριάζεται και πέφτει απάνω
+σ' ένα στύλο. </p>
+
+<p>«Και τώρα φίλε, φεύγε, λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. Το
+βλέπεις οι προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. Ο Αντρέ ζη,
+θα το προδώση στο Βασιληά. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην
+καλύβα του δασοφύλακα. Φεύγα, φίλε. Ο Περινίς ο Πιστός θα
+κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος, τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη
+τίποτα ο Βασιληάς. Αλλά συ, φεύγα απ' αυτόν τον τόπο, για τη
+σωτηρία τη δική σου και τη δική μου». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος είπε: </p>
+
+<p>«Πώς θα μπορέσω να ζήσω; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, φίλε Τριστάνε, είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε
+σα δεμένοι σε μια ζωή, ο ένας με τον άλλο. Και γω πώς θα
+μπορέσω να ζήσω; Το σώμα μου μένει εδώ. Έχεις την καρδιά μου.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Ιζόλδη, φίλη, φεύγω, δεν ξέρω για ποιον τόπο. Αλλ'
+αν ποτέ ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, θα κάμης
+ό,τι σου ζητήσω μ' αυτό; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την
+πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε Βασιλική
+διαταγή θα μ' εμποδίσουν να κάνω τη θέλησι του φίλου μου, κι'
+ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας είναι! </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε
+ανταμείψη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία, στον τόπο του ευγενικού
+Δούκα Γκιλαίν. Ο Δούκας ήτανε νέος, ισχυρός, αγαθός. Τον
+εδέχθη σαν έναν ευπρόσδεκτο ξένο. Για να κάνη χαρά και τιμή
+στον Τριστάνο, τίποτα δεν παράλειψε. Αλλά ούτε η περιπέτειες
+ούτε η γιορτές μπόρεσαν να καταπραΰνουν την αγωνία του
+Τριστάνου. </p>
+
+<p>Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα, τόσο
+θλιμμένη ήταν η καρδιά του, που αναστέναζε χωρίς να το
+καταλαβαίνη, δυνατά. Ο Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του
+διάταξε να του φέρουν στο ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο
+σκυλλάκι του που με μαγεία στης θλιβερές ώρες, εγοήτευε τα
+μάτια του και την καρδιά του. Σ' ένα τραπέζι σκεπασμένο με
+ευγενική και πλούσια πορφύρα, ετοποθέτησαν το σκυλλάκι του
+Πτικρού. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε στείλει
+από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. Κανείς δε
+θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και
+την καλλονή του. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες
+θαυμάσιες διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι
+τρίχωμα είχε. Ο τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το
+χιόνι, τα πισινά του πειο πράσινα από τριφύλλι, το ένα από τα
+πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα, το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι, η
+κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι, η ράχη ρόδινη. Αλλά όταν το
+κύττταζε κανείς πειο πολύ, όλα αυτά τα χρώματα χόρευαν στα
+μάτια και άλλαζαν, πότε άσπρα και κίτρινα, πράσινα, μπλε,
+πορφυρά, σκοτεινά ή φωτεινά. Στο λαιμό του, κρεμότανε από μια
+χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι, που τόσο χαρωπά, καθαρά, και
+γλυκά χτυπούσε, ώστε ακούγοντάς το, η καρδιά του Τριστάνου
+μαλάκωσε, εγλυκάθη, κι' ο πόνος του έλυωσε. Δε θυμώτανε πεια
+καμμιά από της πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για
+τη Βασίλισσα. Γιατί αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του
+κουδουνιού: η καρδιά σαν το άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά,
+τόσο χαρωπά, τόσο καθαρά, ξεχνούσε κάθε πόνο. Κ' ενώ ο
+Τριστάνος, συγκινημένος, από τη μαγεία, χάιδευε το μικρό
+μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη, και του οποίου το
+τρίχωμα φαινότανε, στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο
+ύφασμα, συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την
+Ιζόλδη. Μα πώς να κάμη; Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού
+περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, και κανείς δε θα μπορούσε,
+ούτε με παρακαλετά ούτε με πονηρίες, να τον καταφέρη να του το
+πάρη. </p>
+
+<p>Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα: </p>
+
+<p>«Άρχοντα, τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα
+σου από το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό, που σας ζητεί τόσο
+βαρείς φόρους; </p>
+
+<p>&nbsp;— Μα την αλήθεια, θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα
+πλούτη μου ό,τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. Αλλά κανείς δε θα
+τολμήση να τα βάλη με το γίγαντα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να λόγια θαυμάσια, ξανάπεν ο Τριστάνος. Αλλά σ'
+έναν τόπο μόνο με την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το
+χρυσάφι της Παβίας, δε θα παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου
+να πολεμήσω το γίγαντα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τότε, είπεν ο Δούκας Γκιλαίν, ο Θεός ο υιός της
+Παρθένου να σας συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!»
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά
+του. Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. Στο τέλος η αντρεία
+ενίκησε τη δύναμι, το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο, κι' ο
+Τριστάνος έκοψε τη δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο
+Δούκα. </p>
+
+<p>«Άρχοντα, γι' ανταμοιβή, καθώς υποσχεθήκατε, δώστε μου τον
+Πτικρού, το μαγεμένο σκυλλάκι σας. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, τι εζήτησες;! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα
+την αδερφή μου και το μισόν τόπο μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Άρχοντα, ωραία είναι η αδερφή σου, κι' ωραία είναι
+επίσης η χώρα σου. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό,
+τώκανα για να κερδίσω το μαγεμένο σκυλλί σας. Θυμηθήτε την
+υπόσχεσί σας! </p>
+
+<p>&nbsp;— Πάρ' το λοιπόν. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη
+χαρά των ματιών μου και τη χαρά της καρδιάς μου!». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της
+Ουαλλίας, γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους
+του στην Κορνουάλλη. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και
+το παράδωσε κρυφά στη Βασίλισσα. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον
+τραγουδιστή, και στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα
+της Ιρλανδίας της έστελνε αυτό το δώρο. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ'
+έφτιασε για το σκυλλί ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι
+και πολύτιμα πετράδια, κι' όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της, για
+θύμησι του φίλου της. Και κάθε φορά που το κύτταζε, λύπη,
+αγωνία, νοσταλγίες, έφευγαν από την καρδιά της. </p>
+
+<p>Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. Αν εύρισκε τόση γλύκα να
+το κυττάζη, ήταν, συλλογιζότανε, επειδή τώστελνε ο Τριστάνος.
+Ήταν δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε
+λύπη. Αλλά μια μέρα αντελήφθη, ότι ήτανε μαγεία, κι' ότι
+μοναχά το ντιν-ντιν του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της.
+</p>
+
+<p>«Α! σκέφτηκε, στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον
+τρόπο, ενώ ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος; Θα μπορούσε να
+κρατήση αυτό το μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον
+πόνο του. Αλλ' από ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το
+στείλη, να μου δώση τη χαρά του και να ξαναπάρη τη λύπη του.
+Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα, Τριστάνε, θέλω να υποφέρω όσο
+υποφέρεις και συ». </p>
+
+<p>Πήρε το μαγικό κουδουνάκι, άκουσε μια τελευταία φορά το
+ντιν-ντιν, τώλυσε σιγά-σιγά. Έπειτα, από το ανοιχτό παράθυρο,
+τώρριξε στη θάλασσα. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΕ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ </h4>
+
+<p>
+Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο
+ένας χωρίς τον άλλο. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος,
+αλλά ήτανε μαζύ και ο θάνατος και η ζωή. </p>
+
+<p>Γύρισε της θάλασσες, τα νησιά, και τους τόπους, για να
+διώξη την απελπισία του. Ξαναείδε την πατρίδα του, το
+Λοοννουά, όπου ο Ρόχαλτ ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα
+τρυφερότητος. Αλλά, μη βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου
+του, ο Τριστάνος έφυγε στα δουκάτα και στα βασίλεια, ζητώντας
+περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην Φρίζα, από την Φρίζα στη
+Γαβοΐα, από τη Γερμανία στην Ισπανία, πολλούς άρχοντες
+υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Αλλοίμονο! δυο
+ολόκληρες χρονιές, κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη,
+ούτε καλό ούτε κακό. </p>
+
+<p>Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον
+λησμονούσε. </p>
+
+<p>
+Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα, καθώς εκάλπαζε με μόνο τον
+Γκορνεβάλη, να μπη στη χώρα της Βρεττάνης. Πέρασαν μια πεδιάδα
+λεηλατημένη. Παντού τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους,
+χωράφια — ωργωμένα από τη φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν
+στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος:
+</p>
+
+<p>«Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές
+η περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την
+ξαναϊδώ. Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης
+χώρες που γύριζα; Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. Στο
+Τινταγκέλ, ο Βασιληάς την τιμάει και την υπηρετεί. Ζη μέσα στη
+χαρά. Βέβαια το κουδουνάκι του μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά.
+Με ξεχνάει, και λίγο τη μέλει για της περασμένες χαρές και
+λύπες, λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο που περιπλανιέται σ'
+αυτόν τον καταστραμμένο τόπο, Κ' εγώ λοιπόν δε θα ξεχάσω ποτέ
+κείνη που με ξεχνάει; Ποτέ δε θα βρω κάποια που να γιατρέψη τη
+λύπη μου;» </p>
+
+<p>Δυο μέρες, ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια
+και της πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή, άνθρωπο, σκύλλο,
+κόκκορα. Την τρίτη μέρα, κατά το δείλι, πλησίασαν σ' ένα λόφο
+όπου υψωνότανε ένα παληό εξωκκλήσι, και πολύ κοντά το οίκημα
+ενός ερημίτη. Ο ερημίτης δε φορούσε φορέματα από υφάσματα,
+παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και μάλλινα κουρέλια στη ράχι.
+Προύμητα στο χώμα, με τα γόνατα και τους αγκώνες γυμνούς,
+παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του εμπνεύση σωτήριες
+προσευχές. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους φρεσκοφερμένους,
+κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο, πήρε τάρματα του
+Τριστάνου, έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Δεν τους έδωσε πλούσια
+φαγιά, αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με
+στάχτη. Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε
+καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν
+αυτός ο ρημαγμένος τόπος. </p>
+
+<p>«Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης,
+του Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια
+και χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά
+υποστατικά. Ο κόμης Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. Οι
+στρατιώτες του έσπειραν παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε
+πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν για όλη τους τη ζωή
+πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ
+τάκαμε όλα αυτά στον Άρχοντά σας, το Χόελ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου.
+Μάθετε, ότι ο Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. Λοιπόν, ο
+Δούκας έχει μια κόρη, μια πεντάμορφη κόρη, κι' ο κόμης ήθελε
+να την πάρη γυναίκα. Αλλά ο πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ'
+ένα υποτελή, κι' ο κόμης Ριόλ θέλησε να την πάρη δια της βίας.
+Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή τη δουλειά!» </p>
+
+<p>Ρώτησε ο Τριστάνος: </p>
+
+<p>«Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη, βαστάει τον πόλεμο; </p>
+
+<p>&nbsp;— Με μεγάλη δυσκολία, Άρχοντα. Μολαταύτα το τελευταίο
+του φρούριο το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη, γιατί δυνατά είναι τα
+τείχη του, και δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του, του
+Καερντέν, του καλού ιππότη. Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα
+και πεινάνε: θα μπορέσουν να βαστήξουν πολύ ακόμη;» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του
+Κάρχαιξ. </p>
+
+<p>«Άρχοντα, δυο μίλλια μοναχά». </p>
+
+<p>Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο
+ερημίτης και μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος
+αποχαιρέτισε τον σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ.
+</p>
+
+<p>Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο
+μια περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί
+κεφαλής των μαζύ με το γυιό του Καερντέν. Είπε τ' όνομά του
+κι' ο Τριστάνος του είπε: </p>
+
+<p>«Είμαι ο Τριστάνος, Βασιληάς του Λοοννουά, κι' ο Μάρκος ο
+Βασιλιάς της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Έμαθα, άρχοντα, ότι
+οι υποτελείς σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου
+προσφέρω της υπηρεσίες μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε, πηγαίνετε το δρόμο σας
+κι' ο Θεός να σας ανταμείψη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα; Δεν
+έχουμε πεια τροφές. Καθόλου σιτάρι, μόνον με κουκιά και
+κριθάρι βαστιώμαστε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι με μέλει; είπεν ο Τριστάνος. Έζησα δυο χρόνια
+ολόκληρα σ' ένα δάσος και ζούσα με χόρτα, ρίζες, και με
+κυνήγι, και μάθετε ότι εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. Διατάχτε να
+μ' ανοίξουν την πόρτα». </p>
+
+<p>Ο Καερδέν είπε τότε: «Αφού είναι τόσο γενναίος, πατέρα,
+δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα καλά μας και στης δυστυχίες
+μας». </p>
+
+<p>Με τιμή τον εδέχτηκαν. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα
+τείχη, και στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με
+πασσάλους, όπου κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες
+τούδειξε μακρυά στον κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε
+στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε
+στον Τριστάνο: </p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η
+μητέρα μου κι' η αδερφή μου. </p>
+
+<p>Με τα χέρια ενωμένα, μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Η
+μητέρα και η κόρη, καθισμένες σ' έναν καναπέ, κεντούσαν με
+χρυσή κλωστή ένα πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν
+κάποιον παληό σκοπό: έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη, καθισμένη στον
+άνεμο κάτω από τον άσπρο βάτο, πεθυμάει και περιμένει το φίλο
+της, το Ντον, που τόσο πολύ αργεί νάρθη. Ο Τριστάνος της
+χαιρέτησε, αντιχαιρέτισαν εκείνες, κ' έπειτα οι δυο ιππότες
+κάθησαν δίπλα τους. Ο Καερδέν δείχνοντας τ' ωραίο τούλι που
+κεντούσε η μητέρα του: </p>
+
+<p>«Κυττάχτε, είπε, ωραίε φίλε Τριστάνε, τι εργάτισα είναι η
+μητέρα μου. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και
+τ' άμφια, για να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Και πώς τα
+χέρια της αδερφής μου κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο
+μεταξωτό. Μα την πίστι, ωραία αδερφή, με το δίκηο σου να σε
+λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!». </p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος, ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη, την
+εκύτταξε πειο γλυκά, και χαμογελώντας. </p>
+
+<p>Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια
+μακρυά από το Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του
+Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν πεια να περάσουν της πόρτες να τον
+χτυπήσουν. </p>
+
+<p>Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και
+δώδεκα νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους
+θώρακας και της περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος
+των ελάτων μέχρι της εχθρικές σκηνές. Έπειτα, ορμώντας ξαφνικά
+από το μέρος που παραμόνευαν, άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του
+κόμητος Ριόλ. Απ' αυτή τη μέρα, αλλάζοντας πονηρίες και
+αντρεία, έρριχναν κάτω της σκηνές του, χτυπούσαν της
+εφοδιοπομπές, σκότωναν τους άντρες, και ποτέ δεν εγύριζαν στο
+Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Έτσι, ο Τριστάνος κι' ο
+Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι'
+ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο
+τους, καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία. </p>
+
+<p>Λοιπόν, καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές, συζητώντας
+για ευγένεια και ιπποτισμό, συχνά ο Καερδέν παινούσε στον
+αγαπητό του σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια, την απλή,
+την ωραία. </p>
+
+<p>Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε
+λαχανιάζοντας από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες
+φωνάζοντας: </p>
+
+<p>«Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να
+κάνη επίθεσι!» </p>
+
+<p>Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν
+στον κάμπο να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η
+τριγωνικές σημαίες των ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ
+που προχωρούσε σε καλή τάξι. Ο Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν
+παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των ιπποτών, μπρος στης
+πόρτες των τειχών. </p>
+
+<p>Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου, σταμάτησαν τάλογα, με τα
+κοντάρια χαμηλωμένα, ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω
+τους τα βέλη. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία
+είχε ξυπνήσει ο φρουρός. Δένει της μπότες του, περνάει το
+κοντοκάπι του, της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια.
+Φορεί το θώρακα, σιάζει την περικεφαλαία. Ανεβαίνει,
+σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την
+ασπίδα σηκωμένη στο στήθος, φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν
+καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν κι' όλα κατά τα τείχη.
+Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα των αλόγων που
+σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και τα
+χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που
+κάτω από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα.
+Μπροστά σε όλους, ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει,
+βλέποντας νάρχεται απάνω του ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός
+του κόμητος Ριόλ. Ώρμησαν με τα κοντάρια χαμηλωμένα και
+χτυπήθηκαν. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το δικό του χωρίς να
+κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο χτύπημα παραμέρισε
+την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το μαυρειδερό σίδερο
+στο πλευρό, ως τη λαβή. Αναποδογυρισμένος από τη σέλλα ο
+ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει. </p>
+
+<p>Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ'
+απάνω του Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο
+Τριστάνος του κόβει το δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του
+Τριστάνου έσπασε στα χέρια του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο
+στήθος του εχθρικού αλόγου, πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε
+νεκρό, χάμω στο λειβάδι. </p>
+
+<p>Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο
+χέρι: </p>
+
+<p>«Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π'
+αφίνει τον κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός
+απ' αυτό το λειβάδι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ,
+σπρώχνοντας κατ' απάνω του το άτι. </p>
+
+<p>Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και
+σηκώνοντας το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην
+περικεφαλαία του Ριόλ: την εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε
+κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι γλύστρησε από τον ώμο του
+ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο κλονίστηκε κ' έπεσε
+χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και σηκώθηκε πάλι
+όρθιος. Πεζοί κ' οι δύο, με της ασπίδες τρυπημένες,
+τσακισμένες, με της κάσκες σαλατιασμένες, σμίγουν και
+χτυπιούνται. Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι
+της κάσκας. Το χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο,
+που ο κόμης έπεσε χάμω, στα γόνατα και στα χέρια. </p>
+
+<p>«Σήκω τώρα αν μπορής, υποτελή, του φωνάζει ο Τριστάνος.
+Κακή ώρα ήρθες δω πέρα, και θα πεθάνης!» </p>
+
+<p>Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα
+χτύπημα πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει
+ακάλυπτο. Ο Ριόλ ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη
+ζωή, κι' ο Τριστάνος πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί
+απ' όλες της μεριές οι βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν
+τον κύριό τους. Αλλά ο κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος,
+αιχμάλωτος. </p>
+
+<p>Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ, να
+του ορκισθή πάλι πίστι και τιμή, να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα
+χωριά και της πολιτείες. Στη διαταγή του, η μάχη έπαψε, κι'
+απεμακρύνθη ο στρατός του. </p>
+
+<p>Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ, ο Καερδέν είπε στον
+πατέρα του: </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Δε
+βρίσκεται καλλίτερος ιππότης, κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από
+ένα βαρώνο με τέτοια αντρεία». </p>
+
+<p>Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του, ο Δούκας Χοέλ
+εκάλεσε τον Τριστάνο: </p>
+
+<p>«Φίλε, ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά, που έσωσες
+αυτόν τον τόπο. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Η
+κόρη μου η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών,
+βασιλιάδων και βασιλισσών: πάρτε την. Σας τη δίνω». </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, την παίρνω, είπεν ο Τριστάνος. </p>
+
+<p>Α! Άρχοντες, γιατί είπε αυτόν το λόγο; Γι' αυτόν το λόγο
+πέθανε. </p>
+
+<p>Όρισαν την ημέρα, ώρισαν την προθεσμία. Ο Δούκας έρχεται με
+τους φίλους του, ο Τριστάνος με τους δικούς του. Ο εφημέριος
+του παλατιού ψέλνει τη λειτουργία. Μπροστά σ' όλους, στην
+πόρτα του μοναστηριού, σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας,
+ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια.
+Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και πλούσιοι. Μα σαν ήρθε η νύχτα,
+ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου τούβγαζαν τα ρούχα του, συνέβηκε
+ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό μανίκι του κοντοκαπιού, να
+παρασύρουν από το δάχτυλο του το δαχτυλίδι με την πράσινη
+πέτρα, το δώρο της Ιζόλδης. Καθαρό ήχο άφησε πέφτοντας στης
+πλάκες. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει. Ξυπνάει τότε η παληά
+αγάπη του· κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε.
+</p>
+
+<p>Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το
+δώρο: μέσα στο δάσος του τώδωκε, στο δάσος όπου προς χάρι του
+είχε κακοπαθήσει στην τραχειά ζωή. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα
+στην άλλη Ιζόλδη, ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. Τι τρέλλα
+χτύπησε την καρδιά του ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη
+του για προδοσία; Όχι· αυτή υπόμενε για χάρι του όλες της
+δυστυχίες, μόνο αυτός την είχε προδώσει. </p>
+
+<p>Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του, την απλή, την
+ωραία. Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. Και στης δυο είχε
+φανή άπιστος. </p>
+
+<p>Μολαταύτα, η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, παραξενευότανε να
+τον ακούη, ξαπλωμένο δίπλα της, ν' αναστενάζη. Στο τέλος, σαν
+ντροπιασμένη λίγο του είπε: </p>
+
+<p>«Αγαπητέ Άρχοντα, μη σας πρόσβαλα σε τίποτα; Γιατί δε μου
+δίνετε ούτ' ένα φιλί; Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου, κι'
+αν μπορώ, θα σας ανταμείψω ωραία. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, μη θυμώσετε, αλλά έχω
+δώσει όρκο. Άλλοτε, σε άλλον τόπο, είχα πολεμήσει ένα
+δράκοντα, κι' ήρθα κοντά στο θάνατο, όταν θυμήθηκα τη
+Θεομήτορα. Της έδωκα υπόσχεσι, ότι αν είχε την καλωσύνη να μ'
+ελευτερώση από το θεριό, αν έπαιρνα ποτέ γυναίκα, ένα χρόνο
+ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, θα το
+υπομείνω όπως μπορώ». </p>
+
+<p>Αλλά όταν η υπηρέτριες, το πρωί, της φόρεσαν τον πέπλο των
+παντρεμμένων γυναικών, γέλασε θλιβερά, και συλλογίστηκε ότι
+δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΣΤ'. ΚΑΕΡΔΕΝ </h4>
+
+<p>
+Μερικές ημέρες αργότερα ο Δούκας Χοέλ, ο αυλάρχης του, και
+όλοι οι κυνηγοί του, ο Τριστάνος, η Ιζόλδη με τα λευκά χέρια
+κι' ο Καερδέν, εβγήκαν μαζύ από το παλάτι για να κυνηγήσουν
+στο δάσος. Σ' ένα στενό δρόμο, ο Τριστάνος κάλπαζε δίπλα στον
+Καερδέν που κρατούσε με το δεξί του χέρι τα χαλινάρια του
+αλόγου της Ιζόλδης με τα Λευκά χέρια. Λοιπόν, το άλογο
+σκόνταψε σ' ένα λάκκο νερό. Το νερό πετάχτηκε δυνατά, και τα
+ρούχα της Ιζόλδης έγιναν μουσκίδι: απάνω από τα γόνατα ανέβηκε
+η κρυάδα. Άφησε εκείνη μικρή φωνή, και σπηρούνισε το άλογό της
+γελώντας τόσο δυνατά και καθαρά ώστε ο Καερδέν τρέχοντας πίσω
+της, την ερώτησε: </p>
+
+<p>«Ωραία αδερφή, γιατί γελάτε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Για μια ιδέα που μου ήρθε, ωραίε αδερφέ. Όταν το
+νερό πετάχτηκε απάνω μου, του είπα: «Νερό, είσαι τολμηρότερο
+από όσο υπήρξε ποτέ ο Τριστάνος ο τολμηρός!». Γι' αυτό γέλασα.
+Αλλά πολλά είπα, αδερφέ, και μετανοιώνω». </p>
+
+<p>Ο Καερδέν, παραξενεμένος, την ετσίτωσε τόσο πολύ με της
+ερωτήσεις, ώστε στο τέλος αναγκάσθηκε να του πη την αλήθεια
+για το γάμο της. </p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος τους έφτασε, κ' εκάλπασαν μαζύ κι' οι
+τρεις, αμίλητοι, μέχρι το σπήτι του κυνηγιού. Κει κάλεσε ο
+Καερδέν τον Τριστάνο να κουβεντιάσουν, και του είπε: </p>
+
+<p>«Άρχοντα Τριστάνε, η αδερφή μου μού ωμολόγησε την αλήθεια
+για τους γάμους σας. Σε είχα αδερφό και σύντροφο. Αλλά δεν
+κράτησες πίστι, και ντρόπιασες το σύνδεσμό μας. Από δω και
+πέρα, αν δεν μου δώστε ικανοποίησι, μάθετε ότι σας προκαλώ».
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος απάντησε: </p>
+
+<p>«Ναι, ήρθα εδώ σε σας για δυστυχία σας. Αλλά μάθε τη συφορά
+μου, ωραίε γλυκέ φίλε, αδερφέ και σύντροφε, και ίσως η καρδιά
+σου μαλακώση. Μάθε ότι έχω μια άλλη Ιζόλδη, ωραιότερη απ' όλες
+της γυναίκες, που υπέφερε και υποφέρει ακόμη προς χάρι μου
+χίλιες πίκρες. Βέβαια η αδερφή σου με αγαπά και με τιμά. Αλλά
+γι' αγάπη μου, η άλλη Ιζόλδη περιποιέται μ' ακόμη μεγαλύτερες
+τιμές απ' όσες μου κάνει η αδερφή σου, ένα σκυλλί που της
+έδωσα. Έλα, ας αφήσουμε αυτό το κυνήγι, ακολούθα με όπου θα σε
+οδηγήσω. Θα σου πω τη δυστυχία της ζωής μου». </p>
+
+<p>Δίχως μιλιά έτρεξαν με τάλογα σ' ένα βαθύ μέρος του δάσους.
+Εκεί, ο Τριστάνος απεκάλυψε τη ζωή του στον Καερδέν. Είπε πώς
+είχε πιή στη θάλασσα την αγάπη και το θάνατο. Είπε την
+προδοσία των βαρώνων και του νάνου. Είπε πώς ωδηγήθη η
+Βασίλισσα στην πυρά, πώς παρεδόθη στους λεπρούς, και της
+αγάπες τους στο μεγάλο άγριο δάσος. Πώς την είχε παραδώσει στο
+Βασιληά Μάρκο. Και πώς, αφού έφυγε μακρυά της, θέλησε ν'
+αγαπήση την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Πώς ήξερε πεια τώρα ότι
+δε θα μπορούσε δίχως τη Βασίλισσα, ούτε να ζήση ούτε να
+πεθάνη. </p>
+
+<p>Ο Καερδέν σωπαίνει και παραξενεύεται. Αισθάνεται, αθέλητα,
+να μαλακώνη ο θυμός του. </p>
+
+<p>«Φίλε, λέει στο τέλος, θαυμάσια λόγια ακούω. Συγκινήσατε
+την καρδιά μου μέχρι του οίκτου. Υπομείνατε τόσες πίκρες που ο
+Θεός να φυλάη τους Χριστιανούς. Ας γυρίσουμε στο Κάρχαιξ. Την
+τρίτη μέρα, αν μπορώ, θα σου πω τη σκέψι μου». </p>
+
+<p>Στο δωμάτιο της, στο Τινταγκέλ, η Ιζόλδη η Ξανθή στενάζει
+για τον Τριστάνο και τον προσκαλεί. Να την αγαπάη πάντοτε;
+άλλη σκέψι δεν έχει, ούτε άλλη ελπίδα, ούτε άλλη επιθυμία. Όλη
+της η επιθυμία είναι σ' αυτόν, και δυο χρόνια τώρα δεν ξέρει
+τίποτε από μέρους του. Πού είναι; Σε ποιον τόπο; Να ζη τάχα
+τουλάχιστον; </p>
+
+<p>Στο δωμάτιο της, η Ιζόλδη η Ξανθή είναι καθισμένη και
+τραγουδάει σιγανά κάποιο θλιβερό ερωτικό τραγούδι. Λέει πώς
+έπιασαν ξαφνικά και σκότωσαν τον Γκουρόν για την αγάπη της
+γυναίκας που αγαπούσε πειο πολύ από κάθε τι στον κόσμο· και
+πώς με δόλο ο κόμης έδωσε την καρδιά του Γκουρόν στη γυναίκα
+του να τη φάη, και τη λύπη αυτηνής. </p>
+
+<p>Γλυκά τραγουδάει η Βασίλισσα, κανονίζοντας τη φωνή της με
+την άρπα. Τα χέρια είναι ωραία, καλό το τραγούδι, σιγανός ο
+τόνος και γλυκειά η φωνή. </p>
+
+<p>Κείνη τη στιγμή μπαίνει ο Καριάδος, πλούσιος κόμης από
+κάποιο μακρυνό νησί. Είχεν έλθει στο Τινταγκέλ για να προσφέρη
+στη Βασίλισσα της υπηρεσίες του, και πολλές φορές μετά την
+αναχώρησι του Τριστάνου της είχε πη τον έρωτά του. Αλλά η
+Βασίλισσα απέκρουε της αιτήσεις του και τον έλεγε τρελλό. Ήταν
+ωραίος ιππότης, αλαζονικός και υπερήφανος, μιλούσε ευχάριστα,
+αλλά η αξία του ήτανε μεγαλύτερη μέσα στα δωμάτια των γυναικών
+παρά στη μάχη. Ηύρε την Ιζόλδη να τραγουδάη, και της είπε
+γελαστά: </p>
+
+<p>«Αρχόντισσα, τι θλιβερό τραγούδι, θλιβερό σαν του
+νεκροπουλιού. Δε λένε πώς αυτό το πουλί κελαδάει όταν είναι να
+πεθάνη κανείς; Το θάνατό μου βέβαια αγγέλλει το τραγούδι σας:
+γιατί πεθαίνω από την αγάπη σας! </p>
+
+<p>&nbsp;— Έστω, του είπεν η Ιζόλδη. Μακάρι το τραγούδι, μου
+να σημαίνη το θάνατό σας, γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς
+να μου φέρετε κάποιο κακό μαντάτο. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι
+και γκιώνης για να πήτε κακά για τον Τριστάνο. Σήμερα, τι κακό
+νέο μου φέρνετε πάλι;» </p>
+
+<p>Ο Καριάδος απάντησε: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, είσαστε θυμωμένη, και δεν ξέρω γιατί. Αλλά πολύ
+τρελλός είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Ό,τι κι' αν
+γίνη με το θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι, να τι κακή
+είδησι σας φέρνει ο γκιώνης: ο Τριστάνος, ο φίλος σας, είναι
+χαμένος για σας, Αρχόντισσα Ιζόλδη. Πήρε γυναίκα σ' άλλον
+τόπο. Από δω και πέρα μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού,
+γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη σας. Πήρε με μεγάλες τιμές
+γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, την κόρη του Δουκός
+της Βρεττάνης». Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. Η Ιζόλδη η Ξανθή
+χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα. </p>
+
+<p>Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο: </p>
+
+<p>«Φίλε, συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι, αν μούπατε την
+αλήθεια, η ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη
+και τρέλλα, και τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε
+για την αδερφή μου την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Λοιπόν
+ακούστε τι θα σας πω. Θα περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ
+στο Τινταγκέλ. Θα ξαναδήτε τη Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν
+σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας μένη πιστή. Αν σας
+λησμόνησε, ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο την Ιζόλδη την
+αδερφή μου, την απλή, την ωραία. Θα σας ακολουθήσω. Δεν είμαι
+ισάδελφος και σύντροφός σας; </p>
+
+<p>&nbsp;— Αδερφέ, είπεν ο Τριστάνος, καλά έχει ειπωθή ότι η
+καρδιά ενός άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου». </p>
+
+<p>Σε λίγο, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν
+προσκυνητές, πήραν ρόπαλα και κάπες, σα νάθελαν να πάνε να
+προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα σε μακρυνό τόπο. Απεχαιρέτισαν
+τον Δούκα Χοέλ. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ τον Γκορνεβάλη, κι' ο
+Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. Μυστικά, αρμάτωσαν ένα καράβι
+κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη. </p>
+
+<p>Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός, κ' ένα πρωί, πριν από
+την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Εκεί
+δίχως άλλο ο καλός αυλάρχης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, θα τους
+φιλοξενούσε και θα μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό
+τους. </p>
+
+<p>Κατά την αυγή, οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν,
+όταν είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε
+τον ίδιο δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά
+σιγά. Ερρίχτηκαν πίσω από τα δέντρα, κι' ο άνθρωπος πέρασε
+χωρίς να τους δη γιατί ήταν κοιμισμένος. Ο Τριστάνος τον
+ανεγνώρισε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αδερφέ, είπε σιγανά στον Καερδέν, είναι ο ίδιος ο
+Ντινάς ντε Λιντάν. Κοιμάται. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη
+του και βλέπει ακόμη όνειρα γι' αυτή. Δε θάτανε ευγενικό να
+τον ξυπνήσουμε. Μόνο ακολούθα με από μακρυά». </p>
+
+<p>Έφτασε τον Ντινάς, έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια, κι'
+αθόρυβα εβάδισε δίπλα του. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου
+ξύπνησε τον Ντινάς. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον Τριστάνο,
+διστάζει: </p>
+
+<p>«Συ, Τριστάνε, εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε
+ξαναβλέπω. Είναι τόσος καιρός που την περίμενα! </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Τι νέα έχετε από τη
+Βασίλισσα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλοίμονο! Κακά νέα. Ο Βασιληάς την αγαπάει και την
+τιμάει. Μα αυτή από τότε πώφυγες, μαραίνεται και κλαίει για
+σένα. Α! γιατί να γυρίσης κοντά της; Γυρεύεις πάλι το θάνατό
+της και το δικό σου; Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα, άφησέ την
+στην ησυχία της. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, είπεν ο Τριστάνος. Κάμετε μου μια χάρι.
+Κρύψετέ με στο Λιντάν, πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την
+ξαναΐδώ μια φορά ακόμη». </p>
+
+<p>Ο Ντινάς απάντησε: </p>
+
+<p>«Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε, αν δε
+βεβαιωθώ ότι σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της
+γυναίκες του κόσμου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Άρχοντα, πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή
+περισσότερο από όλες της γυναίκες του κόσμου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν καλά, ακολούθα με, Τριστάνε. θα σε βοηθήσω».
+</p>
+
+<p>Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο, τον Γκορνεβάλη,
+τον Καερδέν και τον ιπποκόμο του, κι' όταν ο Τριστάνος του
+ιστόρησε λέξι προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του, ο
+Ντινάς πήγε στο Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. Έμαθε ότι
+σε τρεις ημέρες, η Βασίλισσα Ιζόλδη, ο Βασιληάς Μάρκος, όλη
+του η ακολουθία, οι ιπποκόμοι, οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ
+για να εγκατασταθούν στο Παλάτι του Άσπρου Κάμπου, όπου μεγάλα
+κυνήγια είχαν προετοιμαστή. Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη
+Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι και το μήνυμα που
+θα πήγαινε στη Βασίλισσα. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΖ'. ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ </h4>
+
+<p>
+Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ, ανέβη τα σκαλιά, και
+μπήκε στην αίθουσα. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η
+Ιζόλδη η Ξανθή, καθισμένοι, έπαιζαν ζατρίκι. Ο Ντινάς πήρε
+θέσι κοντά στη Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί, για να παρακολουθήση
+τάχα το παιγνίδι, και δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα
+κομμάτια έβαλε το χέρι του στο ζατρίκι. Τη δεύτερη φορά η
+Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι. Τότε
+βαρυέστησε το παιγνίδι. Σκούντησε ελαφρά το χέρι του Ντινάς με
+τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία δω κ' εκεί.
+</p>
+
+<p>«Κυττάχτε, αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι, είπε, και δε
+μπορώ πεια να το εξακολουθήσω». </p>
+
+<p>Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα, η Βασίλισσα αποσύρεται
+στο δωμάτιο της, και καλεί τον Ντινάς κοντά της. </p>
+
+<p>«Φίλε, σε στέλνει ο Τριστάνος; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, Βασίλισσα. Βρίσκεται στο Λιντάν, κρυμμένος
+στον πύργο μου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη; </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, αλήθεια σας είπαν. Βεβαιώνει όμως ότι
+καθόλου δε σας πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας
+αγαπά περισσότερο απ' όλες της γυναίκες. Ότι θα πεθάνη αν δε
+σας ξαναϊδή, έστω και μια φορά ακόμη. Σας εξορκίζει να
+δεχτήτε, στον όρκο που του κάνατε την τελευταία φορά που σας
+μίλησε». </p>
+
+<p>Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη, και κάμποση ώρα
+έμεινε αμίλητη. Έπειτα απάντησε: </p>
+
+<p>«Ναι, την τελευταία φορά που μου μίλησε, θυμάμαι που του
+είπα: «Αν ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε
+πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν
+να κάνω το θέλημα του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή
+τρέλλα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα, σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ
+για τον Άσπρο Κάμπο. Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι
+κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα βάτα. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Είπα. Ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε διαταγή
+βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου».
+</p>
+
+<p>Την παράλλη μέρα, ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου
+ετοιμαζότανε για την αναχώρησι από το Τινταγκέλ, ο Τριστάνος,
+ο Γκορνεβάλης, ο Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του, φόρεσαν τους
+θώρακες, πήρανε τα σπαθιά και της ασπίδες τους, κι' από
+κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ' ωρισμένο μέρος. Μέσα από το
+δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο Κάμπο. Ο ένας ωραίος
+και διατηρημένος καλά, όπου θα περνούσε η βασιλική συνοδεία, ο
+άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Ο Τριστάνος κι' ο
+Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους: θα τους
+περίμεναν εκεί, φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. Οι ίδιοι
+τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων
+και βάτων. Μπροστά, στο δρόμο, ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί
+μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα. </p>
+
+<p>Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Πρώτα-πρώτα η
+συνοδεία του Βασιληά Μάρκου. Με ωραία τάξι έρχονται οι
+σιτιστές και οι πεταλωτές, οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι,
+έρχονται οι γραφιάδες, έρχονται οι οδηγοί των σκυλλιών
+κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά, έπειτα οι γερακοτρόφοι
+κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι, έπειτα οι κυνηγοί,
+έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Πηγαίνουν σιγά, με καλή
+σειρά δύο-δύο, κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς, πλούσια
+ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο
+περήφανα άλογά τους. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος.
+Θαμπώθηκε ο Καερδέν βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του, δυο
+από τη μια μεριά, δυο από την άλλη, ντυμένους στο χρυσάφι και
+στην πορφύρα. </p>
+
+<p>Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Πρώτα-πρώτα
+πηγαίνουν η πλύντριες κι' η καμαριέρες, κι' έπειτα η γυναίκες
+και η κόρες των κομητών και των βαρώνων. Μία-μία περνούν, κ'
+ένας νεαρός ιππότης συνοδεύει κάθε μια τους. Τέλος πλησιάζει
+ένα άλογο με την ωραιότερη γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο
+Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και πρόσωπο, μέση χαμηλή, φρύδια
+ζωγραφιστά, μάτια γελαστά, και μικρά δοντάκια. Φορεί κόκκινη
+πλούσια ρόμπα. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι και πετράδια
+στολίζει το φωτεινό της μέτωπο: </p>
+
+<p>&nbsp;— Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Η Βασίλισσα; λέει ο Τριστάνος. Όχι, είναι η
+Καμίλλη, η υπηρέτρια της». </p>
+
+<p>Έπειτα, σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από
+το χιόνι του Φλεβάρη, πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Τα
+λαμπρά μάτια της κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό
+νερό της πηγής. </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! να την, η Βασίλισσα, τώρα τη βλέπω! λέει ο
+Καερδέν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή, λέει ο
+Τριστάνος». </p>
+
+<p>Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας, σα να ξεχείλισε ξαφνικά
+το φως του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η
+Ιζόλδη η Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον
+τιμωρήση! — εκάλπαζε δεξιά της. </p>
+
+<p>Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν
+από τη συστάδα, κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη
+του την τρυφερότητα. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου
+της. Κυττάζει χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά
+αγκαλιασμένο από το αγιόκλημα, και συλλογιέται μέσα της: «Ναι
+έτσι είμαστε μεις, φίλε. Ούτε σεις δίχως εμένα. Ούτε εγώ δίχως
+εσέ». Σταματάει τ' άλογό της, κατεβαίνει, πηγαίνει σε μια
+φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι σκυλλιού στολισμένο με
+πολύτιμα πετράδια. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό χαλί ήτανε
+ξαπλωμένος ο Πτικρού. Τον πέρνει στα χέρια της, τον χαϋδεύει,
+του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Έπειτα τον ξαναβάζει στο
+σπητάκι του, και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή
+φωνή: </p>
+
+<p>«Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά
+σας, σας αγαπώ και σας χαιρετώ. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς
+Μάρκος θα καλπάση για τον Άσπρο Κάμπο, εγώ θα μείνω στον πύργο
+του Σαιν-Λουμπέν. Πουλάκια, ελάτε κοντά μου κι' εκεί. Πλούσια
+θα σας ανταμείψω απόψε, σαν καλούς τραγουδιστές που είστε».
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. Αλλά ο Αντρέ
+ο προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα
+στη σέλλα, κι' η πομπή απεμακρύνθη. </p>
+
+<p>Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια, Άρχοντες. Τον καιρό
+όπου περνούσε η Βασιλική πομπή, κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο
+Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των
+κυρίων τους, παρουσιάστηκε ξαφνικά, ένας ιππότης αρματωμένος:
+Μπλεχερή τον έλεγαν. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και
+το οικόσημο του Τριστάνου. «Τι είδα σκέφτηκε. Είναι ο
+Γκορνεβάλης, κι' αυτός ο άλλος θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·».
+Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους, φωνάζοντας «Τριστάνε!»
+Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα μεταβολή κ' έφευγαν.
+Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους, φωνάζοντας: </p>
+
+<p>«Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω». </p>
+
+<p>Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα. </p>
+
+<p>«Στάσου, Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω,
+στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής!» </p>
+
+<p>Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι, εξ
+ονόματος της Ιζόλδης της Ξανθής. Άδικα. Εξαφανίστηκαν, κι' ο
+Μπλεχερή δεν μπόρεσε να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους,
+και το πήρε λάφυρο. Έφτασε στο παλάτι του Σαιν-Λουμπέν την
+ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει η Βασίλισσα. Την ηύρε
+μοναχή και της είπε: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι εδώ. Τον είδα στον
+παραμελημένο δρόμο πώρχεται από το Τινταγκέλ. Τρεις φορές τον
+κάλεσα να σταθή, ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της
+Ξανθής. Μα τον είχε πιάσει φόβος, και δεν τόλμησε να με
+περιμένη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ψέμματα και τρέλλες λέτε, ωραίε άρχοντα. Πώς μπορεί
+να βρίσκεται δω ο Τριστάνος; Πώς θάφευγε μπροστά σας; Πώς δε
+θα σταματούσε άμα άκουγε τόνομά μου; </p>
+
+<p>&nbsp;— Μολαταύτα, Βασίλισσα, τον είδα, και μάλιστα του
+πήρα ένα από τάλογά του. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ'
+αλώνι». </p>
+
+<p>Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Λυπήθηκε, γιατί
+αγαπούσε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. Την άφησε,
+μετανοιώνοντας που μίλησε. </p>
+
+<p>Τότε, η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα
+πολύ έζησα, αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει
+και με ντροπιάζει. Άλλοτε, για τόνομά μου, και ποιον εχτρό δε
+θ' αντιμετώπιζε; Είναι γενναίος. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή,
+αν δεν καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του, α! —
+είναι γιατί τον κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Γιατί γύρισε; Με είχε
+προδώσει, και θέλησε παραπανιστά, να μ' εξευτελίση: αυτό
+είναι! Δε τον έφταναν τα παληά μαρτύριά μου; Ας γυρίση λοιπόν,
+ντροπιασμένος κι' αυτός, στην Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια!» </p>
+
+<p>Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό, και του είπε της ειδήσεις
+που είχε φέρει ο Μπλεχερή. Προσέθεσε: </p>
+
+<p>«Φίλε, πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο
+δρόμο που πάει από το Τινταγκέλ στο Σαιν-Λουμπέν. Να του πης
+πώς δεν τον χαιρετώ, και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα
+βάλω τους υπηρέτες και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω». </p>
+
+<p>Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους
+είπε το μήνυμα της Βασίλισσας. </p>
+
+<p>«Αδελφέ, φώναξε ο Τριστάνος, τι μου λες εκεί; Πώς θα
+μπορούσα να φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού, όπως βλέπεις και
+μόνος σου, δεν έχουμε δω τάλογά μας. Ο Γκορνεβάλης και ένας
+ιπποκόμος τα φύλαγαν. Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος,
+κι' ακόμη τους γυρεύομε!» </p>
+
+<p>Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του
+Καερδέν. Ωμολόγησαν το πάθημά τους. </p>
+
+<p>«Περινίς, ωραίε γλυκειέ φίλε, είπεν ο Τριστάνος, γύρισε
+γρήγορα στην κυρία σου. Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και
+χαιρετισμό, ότι πάντοτε της έμεινα πιστός, ότι μου είναι η
+πειο αγαπητή απ' όλες της γυναίκες. Πέσ' της να σε ξαναστείλη
+να μου φέρης τη συγγνώμη της. Θα περιμένω δω να γυρίσης». </p>
+
+<p>Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό,τι
+είδε κι' άκουσε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε. </p>
+
+<p>«Α! Περινίς, ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο
+πατέρας μου σε είχε προορίσει, από παιδάκι ακόμη, να με
+υπηρετής. Αλλά ο Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα
+και τα δώρα του. Και συ, με πρόδωσες. Φύγε από δω!» </p>
+
+<p>Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της. </p>
+
+<p>«Κυρία, σκληρά λόγια ακούω. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη
+στη ζωή μου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. Λυπάμαι σας να
+κάνετε αυτή την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. Πολύ αργά θα
+είναι όταν μετανοήστε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φεύγα, δε σε πιστεύω. Και συ, Περινίς, συ ο Περινίς
+ο Πιστός, με πρόδωσες!». </p>
+
+<p>Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη
+συγγνώμη της Βασίλισσας. Ο Περινίς δε φάνηκε. </p>
+
+<p>Το πρωί, ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα,
+βάφει μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο, και
+γίνεται σα λεπρός. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη
+ελεημοσύνες. </p>
+
+<p>Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη
+φωνή του ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. Θα μπορέση
+τάχα να ιδή πουθενά τη Βασίλισσα; </p>
+
+<p>Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Η Βραγγίνα, η
+γυναίκες της, οι βαλέδες της, τη συνοδεύουν. Πέρνει το δρόμο
+που πάει στην Εκκλησιά. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες,
+χτυπάει το τασσάκι του, παρακαλεί με παραπονετική φωνή: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, βοηθήστε με. Πεινάω!» </p>
+
+<p>Από το ωραίο του σώμα, από το ανάστημά του, η Ιζόλδη τον
+ανεγνώρισε. Σύσσωμη ανατριχιάζει, μα δεν καταδέχεται να
+χαμηλώση το βλέμμα της απάνω του. Ο λεπρός την ικετεύει,
+σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη κανείς. Σέρνεται πίσω της.
+</p>
+
+<p>«Βασίλισσα, αν τολμώ να σας πλησιάζω, μη θυμώνετε. Λυπηθήτε
+με, το αξίζω!». </p>
+
+<p>Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες: </p>
+
+<p>«Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!». </p>
+
+<p>Οι βαλέδες τον σπρώχνουν, τον χτυπούν. Εκείνος αντιστέκεται
+και φωνάζει: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, λυπηθήτε με!». </p>
+
+<p>Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε
+ακόμη όταν μπήκε στην εκκλησιά. Όταν την άκουσε να γελάη, ο
+λεπρός έφυγε. Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό.
+Έπειτα λύθηκε όλο το κορμί της, κ' έπεσε στα γόνατα, με το
+πρόσωπο χάμω, και τα χέρια σταυρωμένα. </p>
+
+<p>Την ίδια μέρα, ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς, σε
+τέτοιο χάλι που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα, και το καράβι
+του αρμένισε για τη Βρεττάνη. </p>
+
+<p>Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. Όταν έμαθε από
+τον Ντινάς ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να
+πιστεύη ότι ο Περινίς της είχε πη την αλήθεια. Ότι ο Τριστάνος
+δεν είχε φύγει, προκαλεσμένος στ' όνομά της. Ότι πολύ άδικα
+τον έδιωξε: «Πώς, συλλογιζότανε, σας έδιωξα λοιπόν σας,
+Τριστάνε, φίλε! Τώρα πεια με μισείτε και ποτέ δε θα σας
+ξαναϊδώ. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο τουλάχιστον μετάνοιωσα, ούτε
+τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου, και θα σας την προσφέρω
+ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!» </p>
+
+<p>Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και
+την πλάνη της, η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο
+χιτώνα των ασκητών. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΗ'. Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ </h4>
+
+<p>
+Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη, στα Κάρχαιξ, κι' όλοι τον
+υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ, κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα
+Λευκά χέρια. </p>
+
+<p>Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. Τι άξιζε πεια γι'
+αυτόν όλος ο άλλος κόσμος; Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της.
+Έπειτα μια μέρα, σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή, έστω κι'
+αν έβανε πάλι τους βαλέδες της να τον χτυπήσουν. Μακρυά της,
+ήξερε ότι ο θάνατός του ήτανε βέβαιος και προσεχής. Καλλίτερα
+να πέθαινε με μιας, παρά σιγά- σιγά κάθε μέρα. Όποιος ζη με
+πόνο είναι σαν πεθαμμένος. Ο Τριστάνος επιθυμεί το θάνατο,
+θέλει το θάνατο. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η Βασίλισσα ότι
+πέθανε για την αγάπη της. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα είναι
+έτσι πειο γλυκός. </p>
+
+<p>Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα, ούτε τους
+συγγενείς, ούτε τους φίλους, και μάλιστα ούτε τον Καερδέν, τον
+αγαπημένο του σύντροφο. </p>
+
+<p>Έφυγε άθλια ντυμένος, με τα πόδια, — γιατί κανείς δε δίνει
+προσοχή στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους
+δρόμους. Βάδισε, βάδισε, ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας.
+</p>
+
+<p>Στο λιμάνι, ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να
+ξεκινήση. Οι ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά, και σήκωναν την
+άγκυρα για ν' αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα. </p>
+
+<p>«Ο Θεός να σας φυλάη, άρχοντες, ο Θεός να σας βοηθήση να
+κάνετε καλό ταξείδι. Για ποιον τόπο είσαστε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Για το Τινταγκέλ. </p>
+
+<p>&nbsp;— Για το Τινταγκέλ; Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!».
+</p>
+
+<p>Μπαίνει μέσα. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά, το καράβι
+τρέχει στα κύμματα. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ'
+ευθείαν στην Κουρνουάλλη, και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο
+λιμάνι του Τινταγκέλ. Πέρα από το λιμάνι, υψώνεται προς τη
+θάλασσα το παλάτι, φραγμένο απ' όλες της μεριές. Δεν μπορούσε
+να μπη κανείς παρά μόνον από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και
+νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την εφύλαγαν. Πώς να μπη; </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία.
+Έμαθε από έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι
+προ ολίγου είχε προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη. </p>
+
+<p>«Αλλά πού είναι η Βασίλισσα; Και η Βραγγίνα η ωραία της
+υπηρέτρια; </p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται, δεν πάει πολύ
+που της είδα. Η Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη, όπως
+πάντα». </p>
+
+<p>Στ' όνομα της Ιζόλδης, ο Τριστάνος αναστέναξε, και σκέφτηκε
+πώς ούτε με πονηρία, ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να ξαναϊδή
+τη φίλη του. Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε. </p>
+
+<p>«Αλλά τι κι' αν με σκοτώση; Δεν οφείλω να πεθάνω για την
+αγάπη σου, Ιζόλδη; Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα, από να πεθαίνω;
+Αλλά σεις τουλάχιστον, Ιζόλδη, αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ, θα
+καταδεχόσαστε να μιλήστε στο φίλο σας; Δε θα βάνατε τους
+βαλέδες σας να με διώξουνε πάλι; Ναι, θα επιχειρήσω μια
+κατεργαριά. Θα ντυθώ σαν τρελλός, κι' αυτή η τρέλλα θάναι
+μεγάλη φρονιμάδα. Όποιος με πιστέψη αποβλακωμένο θάναι
+λιγώτερο γνωστικός από μένα, κι' όποιος με πιστέψη τρελλό θα
+είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ». </p>
+
+<p>Ένας ψαρράς περνούσε, φορώντας κοντοκάπι από χονδρό
+χνουδωτό πανί, και μεγάλη κουκούλα. Τον βλέπει ο Τριστάνος,
+του κάνει νόημα, τον πέρνει κατά μέρος. </p>
+
+<p>«Φίλε, θέλεις ναλλάξουμε ρούχα; Δώσε μου το κοντοκάπι σου.
+Μου αρέσει πολύ». </p>
+
+<p>Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου, και βρίσκοντας τα
+καλλίτερα από τα δικά του, τα πήρε αμέσως και γρήγορα-γρήγορα
+έφυγε, χαίροντας για την αλλαγή. </p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του,
+σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Άλειψε τη φάτσα του
+μ' ένα υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο, φερμένο από τον τόπο
+του, κι' αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν
+τόσο αλλόκοτα που κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον
+αναγνωρίση. Έκοψε ένα κλαδί καρυδιάς, το έφτιασε ρόπαλο, και
+το κρέμασε στο λαιμό του. Κ' έτσι, ξυπόλητος, τράβηξε γραμμή
+στο παλάτι. </p>
+
+<p>Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός, και του
+φώναξε: </p>
+
+<p>«Ελάτε κοντά, πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό;» </p>
+
+<p>Απάντησε ο Τριστάνος, αλλάζοντας τη φωνή του: </p>
+
+<p>«Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. Πήρε
+μια παπαδιά, μια χοντρή κυρία με βέλο. Από το Μπεζανσόν μέχρι
+το Μον, δεν έμεινε παππάς, αββάς, καλόγερος, καλογεροπαίδι, να
+μην πάη στους γάμους. Κι' όλοι στον κάμπο, βαστώντας τα
+μπαστούνια τους και της μαγκούρες τους, πηδούν, παίζουν, και
+χορεύουν στη σκιά των μεγάλων δέντρων. Αλλά τους άφησα για
+νάρθω εδώ. Γιατί οφείλω το βράδυ να σερβίρω στο τραπέζι του
+Βασιληά». </p>
+
+<p>Ο πορτιέρης του είπε: </p>
+
+<p>«Έμπάτε λοιπόν, άρχοντα, γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού.
+Είσαστε μεγαλόσωμος και τριχωτός, και μοιάζετε αρκετά του
+πατέρα σας». </p>
+
+<p>Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο, παίζοντας με το ρόπαλό του,
+βαλέδες και ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του, και τον
+κυνηγούσαν σαν λύκο από δω κι' από κει. </p>
+
+<p>«Κυττάχτε τον τρελλό, χου, χου, χου!» </p>
+
+<p>Του ρίχνουν πέτρες, τον χτυπούν με τα ραβδιά. Αλλά τους
+ξεφεύγει με τρόπο: αν του επιτίθενται, από τ' αριστερά,
+γυρίζει και χτυπάει δεξιά. </p>
+
+<p>Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά, σέρνονται πίσω του ολόκληρο
+πλήθος, φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας, όπου κάτω από το θόλο
+του θρόνου, και στο πλευρό της Βασίλισσας, ήταν καθισμένος ο
+Βασιληάς Μάρκος. Πλησιάζει στην πόρτα, κρεμάει το ρόπαλο στο
+λαιμό του, και μπαίνει. </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς τον είδε και είπε: </p>
+
+<p>«Να ένας καλός σύντροφος. Φέρτε τονε κοντά». </p>
+
+<p>Τον οδηγούν, με το ρόπαλο στο λαιμό. «Φίλε καλώς ήρθατε!»
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του:
+</p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους
+Βασιλιάδες, το ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από
+τρυφερότητα. Ο Θεός να σας προστατεύη, ωραίε Άρχοντα! </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Την Ιζόλδη, που τόσο πολυαγάπησα. Έχω μια αδερφή,
+και σας την φέρνω, — την πανώρηα Βρουνεώτη. Ή Βασίλισσα είναι
+πληχτική για σας, για δοκιμάστε αυτή. Ας κάμουμε αλλαγή, σας
+δίνω την αδελφή μου δανείστε μου την Ιζόλδη. Θα την πάρω και
+θα σας υπηρετήσω με αγάπη». </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό: </p>
+
+<p>«Αν σου δώσω τη Βασίλισσα, τι θα θελήσης να την κάμης; Πού
+θα την πας; </p>
+
+<p>&nbsp;— Κει πάνω, μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα, σ'
+ένα ωραίο γυάλινο παλάτι. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες
+του, οι άνεμοι δε μπορούν να το σκίσουν. Θα πάω τη Βασίλισσα
+σ' ένα δωμάτιο όλο κρύσταλλο, στολισμένο με ρόδα, ολόλαμπρο
+κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο ήλιος». </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους: </p>
+
+<p>«Να ένας τρελλός, που ξέρει και μιλάει με τέχνη». </p>
+
+<p>Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη.
+</p>
+
+<p>«Φίλε, του είπεν ο Μάρκος, πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η
+Βασίλισσα θα προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγαλειότατε, έχω μεγάλα δικαιώματα για να με
+προσέξη. Πολλά έκαμα γι' αυτήν, κι' απ' αυτήν κατάντησα
+τρελλός. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος είσαι λοιπόν; </p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι ο Τριστάνος, εκείνος που τόσο αγάπησε την
+Ιζόλδη, κι' ως που να πεθάνη θα την αγαπάη. </p>
+
+<p>Αναστέναξε η Ιζόλδη, ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου,
+άλλαξε το χρώμα της, και θυμωμένη του είπε: </p>
+
+<p>«Φύγε από δω. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε,
+βρωμοπαλαβέ!». </p>
+
+<p>Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάσαι τότε που, μισοπεθαμμένος από
+το φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ, περνώντας τη θάλασσα, με την
+άρπα μου μοναχό σύντροφο, ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας, της
+Ιρλανδίας; Μ' εγιατρέψατε. Δε θυμόσαστε πεια, Βασίλισσα;» </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη απάντησε; </p>
+
+<p>«Φύγε από δω, τρελλέ, ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε
+συ ο ίδιος». </p>
+
+<p>Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους, και τους έσπρωξε
+προς την πόρτα φωνάζοντας: </p>
+
+<p>«Τρελλοί, όξω από δω. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη
+Βασίλισσα. Ήρθα δω μέσα γιατί την αγαπάω». </p>
+
+<p>Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη. </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, διώχτε αυτόν τον τρελλό». </p>
+
+<p>Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του </p>
+
+<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που
+σκότωσα στον τόπο σας; Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου, και
+ολόκαυτος από το φαρμάκι, έπεσα χάμω κοντά στο έλος. Ήμουνα
+τότε ένας θαυμάσιος ιππότης!. . . . Και περίμενα το θάνατο
+όταν ήρθατε σεις και με βοηθήσατε». </p>
+
+<p>Απάντησε η Ιζόλδη: </p>
+
+<p>«Πάψε, μη βρίζης τους ιππότες. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από
+γέννησή σου. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν
+δω πέρα, αντί να σε πετάξουν στη θάλασσα!» </p>
+
+<p>Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα Ιζόλδη, δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με
+σκοτώστε με το σπαθί μου; Και την ιστορία της χρυσής τρίχας
+που σας μαλάκωσε την καρδιά; Και πώς σας υπερασπίστηκα
+εναντίον του ανάντρου αυλάρχη; </p>
+
+<p>&nbsp;— Παύτε, μοχθηρέ ψεύτη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε
+τα παραμύθια σας; Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ,
+και το κρασί σας έφερε όλα αυτά τα ονείρατα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, ναι, είμαι μεθυσμένος, και με τέτοιο ποτό
+που ποτέ πεια δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. Βασίλισσα
+Ιζόλδη δε θυμόσαστε εκείνη την τόσο ωραία, την τόσο θερμή μέρα
+μέσα στην πλατειά θάλασσα; Είχατε δίψα!, δε θυμώσαστε, ω κόρη
+Βασιληά; Στο ίδιο ποτήρι ήπιαμε μαζύ. Από τότε είμαι
+παντοτεινά ζαλισμένος από κακό μεθύσι...» </p>
+
+<p>Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια, που μοναχά αυτή και
+κανένας άλλος μπορούσε να καταλάβη, έκρυψε το κεφάλι μέσα στο
+μαντύα της, σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. Αλλά ο Βασιλέας την
+εκράτησε από τη βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση
+δίπλα του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Περιμένετε λίγο, Ιζόλδη φίλη, νακούσωμε αυτές της
+τρέλλες ως το τέλος. Τρελλέ, τι δουλειά ξέρεις να κάνης; </p>
+
+<p>&nbsp;— Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με
+πουλιά; </p>
+
+<p>&nbsp;— Βέβαια, όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος, ξέρω να
+πιάνω με τα λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα,
+και τους κύκνους τους άσπρους και τους σταχτερούς, και τ'
+αγριοπερίστερα. Με το τόξο μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!»
+</p>
+
+<p>Για καλά γέλασαν όλοι, κι' ο Βασιληάς ρώτησε: </p>
+
+<p>«Και τι πιάνεις, αδερφέ, όταν κυνηγάς στο ποτάμι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ό,τι βρίσκω. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες
+αρκούδες. Τ' αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς.
+Κι' όταν γυρίζω σ' αυτόν που με φιλοξενεί, ξέρω πολύ καλά να
+παίζω με το ρόπαλο, να μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους,
+να κουρδίζω την άρπα και να τραγουδάω, και ν' αγαπώ της
+Βασίλισσες, και να ρίχνω στα ποταμάκια καλοκομμένα κομματάκια
+ξύλο. Μα την αλήθεια, δεν είμαι καλός τραγουδιστής; Σήμερα
+είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί». </p>
+
+<p>Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο: </p>
+
+<p>«Φευγάτε από δω, Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη;
+Δε φάγατε αρκετά; Δεν χορτάσατε;» </p>
+
+<p>Ο Βασιληάς, αφού διασκέδασε με τον τρελλό, καβάλλησε το άτι
+του κ' ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους
+ιπποκόμους. </p>
+
+<p>«Μεγαλειότατε, του είπεν η Βασίλισσα, είμαι κουρασμένη κι'
+αδιάθετη! Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Δε
+μπορώ ν' ακούω περισσότερο αυτές της τρέλλες». </p>
+
+<p>Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της, έπεσε στο κρεββάτι, κ'
+είχε μεγάλη λύπη. </p>
+
+<p>«Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ; Η καρδιά μου βαρειά είναι
+και πληγωμένη. Βραγγίνα, αγαπητή αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο
+σκληρή και τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο.
+Είναι κει ένας τρελλός, κουρεμένος σταυρωτά, που ήρθε δω μέσα
+στην κακή ώρα. Αυτός ο τρελλός, αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή
+μάντης, γιατί ξέρει με το νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή
+και την ύπαρξί μου. Ξέρει πράγματα που μόνον εσύ, εγώ, κι' ο
+Τριστάνος γνωρίζουμε. Τα ξέρει, ο αλήτης, με της μαγείες του».
+</p>
+
+<p>Η Βραγγίνα απάντησε: </p>
+
+<p>«Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος; </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος, είναι ο καλλίτερος
+ιππότης, ενώ αυτός είναι κακοφτιαγμένος, απαίσιος. Καταραμένος
+νάναι από το Θεό. Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε, καταραμένο
+το καράβι που μας τον έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω
+στα βαθειά κύματα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ήσυχάστε, κυρία, είπεν η Βραγγίνα. Πάρα πολλές
+κατάρες κι' αφορεσμούς λέτε σήμερα. Πού μάθατε αυτό το
+επάγγελμα; Ποιος ξέρει αν αυτός ο άνθρωπος δεν είναι
+αποσταλμένος από τον Τριστάνο; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πιστεύω, δεν τον ανεγνώρισα. Αλλά πηγαίνετε να
+τον βρήτε, ωραία φίλη, μιλήστε του, κυττάχτε αν θα τον
+αναγνωρίστε». </p>
+
+<p>Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος,
+είχε καθήσει σε έναν πάγκο. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε, άφησε
+κάτω το ρόπαλο κ' είπε: </p>
+
+<p>«Βραγγίνα, άδολη Βραγγίνα, σας εξορκίζω στο Θεό, λυπηθήτε
+με! </p>
+
+<p>&nbsp;— Βρωμερέ τρελλέ, ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου;
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραία, είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου.
+Ορκίζομαι στα μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά, ότι αν το
+λογικό έφυγε απ' αυτό το κεφάλι, σεις είσαστε η αιτία, ωραία.
+Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε το ποτό που ήπια στην ανοιχτή
+θάλασσα; Το ήπια, με τη μεγάλη ζέστη, σ' ένα χρυσό ποτήρι, κ'
+έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Σεις μόνη το μάθατε, ωραία. Δε
+θυμόσαστε πεια; </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα, και καταταραγμένη,
+ώρμησε προς το δωμάτιο της Ιζόλδης. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω
+της, φωνάζοντας «Έλεος!» </p>
+
+<p>Μπαίνει, βλέπει την Ιζόλδη, ορμά απάνω της, με τα χέρια
+τεντωμένα, θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Αλλά
+ντροπιασμένη, βρεγμένη από ιδρώτα αγωνίας, οπισθοχωρεί κατά
+πίσω, τον αποφεύγει. Ο Τριστάνος βλέποντας ότι αποφεύγει την
+προσέγγισί του, τρέμει από θυμό κι' από πείσμα, κι' υποχωρεί
+κατά τον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Και με την παραλαγμένη φωνή
+του: </p>
+
+<p>«Βέβαια, είπε, έζησα πάρα πολύ, αφού είδα την ημέρα όπου η
+Ιζόλδη με διώχνει, δεν καταδέχεται να μαγαπήση, με
+μεταχειρίζεται σαν χυδαίο. Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ, αργά
+ξεχνάει. Ιζόλδη, είναι ωραίο και πολύτιμο πράγμα μια πηγή, μια
+πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει, με μεγάλα και καθαρά
+κύματα. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει τίποτε πεια. Έτσι
+είναι η αγάπη όταν ξεραθή». </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη απάντησε: </p>
+
+<p>«Αδελφέ, σας κυττάζω, αμφιβάλλω, τρέμω, δεν ξέρω, δεν
+αναγνωρίζω τον Τριστάνο. </p>
+
+<p>&nbsp;— Βασίλισσα Ιζόλδη, είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο
+σας αγάπησε. Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα
+στα κρεββάτια μας; Και το πήδημα που έκαμα, και το αίμα που
+έτρεξε από την πληγή μου, — και το δώρο που σας έστειλα, το
+σκύλλο Πτικρού με το μαγικό κουδουνάκι; Δε θυμόσαστε τα
+χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο ρυάκι;» </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη τον κυττάζει, αναστενάζει, δεν ξέρει τι να πη και
+τι να πιστέψη, βλέπει ότι τα ξέρει όλα, μα θάτανε τρέλλα να
+ομολογήση πώς είναι ο Τριστάνος. Κι' ο Τριστάνος της λέει:
+</p>
+
+<p>«Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα, γνωρίζω δα με ξεχάσατε, και σας
+κατηγορώ για προδοσία. Γνώρισα μολαταύτα, ωραία, ημέρες που μ'
+αγαπούσατε με έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος, στην καλυβίτσα με
+τα φύλλα. Θυμόσαστε ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν,
+το καλό μου το σκυλλί; 'Α! αυτός μ' αγάπησε πάντοτε, και προς
+χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη την Ξανθή. Πού είναι; Τι τον
+κάματε; Αυτός τουλάχιστον θα με ανεγνώριζε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σας ανεγνώριζε; Λέτε μια τρέλλα. Γιατί από τότε
+που λείπει ο Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την
+καλύβα του κι' όποιος τον πλησιάση του ρίχνεται, Βραγγίνα,
+φέρε μου τον εδώ. </p>
+
+<p>Η Βραγγίνα τον φέρνει. </p>
+
+<p>«Έλα δω, Χουσδάν, λέει ο Τριστάνος. Ήσουν δικός μου, σε
+ξαναπέρνω». </p>
+
+<p>Ακούγοντας τη φωνή του, ο Χουσδάν, τραβάει την αλυσσίδα του
+από τα χέρια της Βραγγίνας, τρέχει στον κύριό του, κυλιέται
+στα πόδια του, λείχει τα χέρια του, γαυγίζει χαρωπά. </p>
+
+<p>«Χουσδάν, φωνάζει ο τρελλός, ευλογημένος νάναι ο κόπος που
+έκανα για να σ' αναστήσω. Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη
+που τόσο αγαπούσα. Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. Θαναγνωρίση
+τουλάχιστον αυτό το δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε, με κλάμματα
+και με φιλιά, την ημέρα του χωρισμού; Αυτό το δαχτυλιδάκι με
+την πράσινη πέτρα ποτέ δε μάφησε. Πολλές φορές του ζήτησα
+συμβουλή στης συφορές μου. Πολλές φορές αυτή την πράσινη πέτρα
+την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου». </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. Ανοίγει τα χέρια της: </p>
+
+<p>«Νάμε! Πάρε με, Τριστάνε!» </p>
+
+<p>Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του: </p>
+
+<p>«Φίλη, πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης, πειο πολύ από
+το σκύλλο; Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι; Δεν αισθάνεσαι πως θα
+ήτανε πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την
+ανάμνησι των παληών μας ερώτων; Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής
+μου; Τον ήχο της καρδιάς μου έπρεπε ν' ακούσης. </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα
+απ' ό,τι νομίζεις. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν
+πονηρίες. Έπρεπε να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το
+σκύλλο, με κίνδυνο να σε πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά
+στα μάτια μου; Ούτε η ανάμνησι της περασμένης ζωής, ούτε ο
+ήχος της φωνής σου, ούτε κι' αυτό το δαχτυλίδι ακόμη
+αποδεικνύουν τίποτε, γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι
+κατεργαριές μοχθηρού μάγου. Μολαταύτα, παραδίνομαι, στη θέα
+του δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι, άμα το ξαναϊδώ, έστω κι' αν
+πρόκειται να χαθώ, θα κάνω ό,τι μου πης, είτε γνωστικό είτε
+τρέλλα είναι. Φρονιμάδα ή τρέλλα, — να με! Πάρε με, Τριστάνε!»
+</p>
+
+<p>Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Όταν συνήλθε,
+ο Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της
+και το πρόσωπό της. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα. Κρατεί
+την Βασίλισσα στα χέρια του. </p>
+
+<p>Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό, οι υπηρέτες τον έβαλαν
+να κοιμάται στα σκαλιά της σάλας, σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα.
+Γλυκά υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Κάποτε
+κάποτε πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του, περνούσε
+από την τρώγλη του στην αίθουσα της Βασιλίσσης. </p>
+
+<p>Αλλά, έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν
+την πανουργία. Ειδοποίησαν τον Αντρέ, ο οποίος έβαλε μπρος στα
+δωμάτια των γυναικών, τρεις σπιούνους, αρματωμένους. Όταν ο
+Τριστάνος θέλησε να περάση την πόρτα: </p>
+
+<p>«Πίσω, τρελλέ, φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να
+κοιμηθής στ' άχερα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αι τι, ωραίοι άρχοντες, είπεν ο τρελλός δε θα πάω
+απόψε ν' αγκαλιάσω την Βασίλισσα; Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και
+με περιμένει;» </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν
+να περάση. </p>
+
+<p>Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του: </p>
+
+<p>«Φίλη, πρέπει κι' όλα να φεύγω. Σε λίγο θα μανακαλύψουν.
+Πρέπει να φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Ο
+θάνατος μου είναι κοντινός: μακρυά μας, ο πόθος θα με πεθάνη.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε
+απάνω σ' αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η
+ψυχές μας να φύγουν. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον
+οποίο μου μιλούσες άλλοτε. Στον τόπο από τον οποίο δε
+γυρίζουν, όπου λαμπροί μουσικοί τραγουδούν ρυθμούς χωρίς
+τέλος. Πάρε με! </p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών.
+Πλησιάζει ο καιρός. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να
+πιούμε; κι' άλλες χαρές; Πλησιάζει ο καιρός. Όταν έρθη το
+πλήρωμα του χρόνου, αν σε καλέσω Ιζόλδη, θάρθης; </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε, φώναξέ με, το ξέρεις πώς θάρθω! </p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλη, ο Θεός να σε ανταμείψη! </p>
+
+<p>Όταν πέρασε το κατώφλι, οι σπιούνοι, ερρίχτηκαν απάνω του.
+Ο τρελλός έσκασε τα γέλοια, στριφογύρισε το ρόπαλό του και
+είπε: </p>
+
+<p>«Με διώχνετε, ωραίοι άρχοντες. Γιατί τάχα; Δεν έχω να κάνω
+πεια τίποτα κει μέσα, αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να
+ετοιμάσω το ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα, το
+κρυστάλλινο σπήτι, το στολισμένο με ρόδα, φωτεινό το πρωί όταν
+λάμπη ο ήλιος. </p>
+
+
+<p>«Φεύγα, λοιπόν, τρελλέ. Στο διάβολο!» </p>
+
+<p>Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία, έφυγε
+χοροπηδώντας. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΙΘ'. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ </h4>
+
+<p style="text-align: right;">
+[Amor condusse noi ad una morte.<br />D a n t e.] </p>
+
+<p>Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη, στο Κάρχαιξ,
+πήγε να βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν, εναντίον
+ενός βαρώνου Μπενταλίς. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του
+στήσανε ο Μπενταλίς κι' οι αδερφοί του. Ο Τριστάνος σκότωσε τα
+εφτά αδέρφια. Αλλά πληγώθηκε κι' αυτός με μια κονταριά, και το
+κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο. </p>
+
+<p>Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ, όπου
+τούδεσαν της πληγές. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί, μα κανείς δε
+μπόρεσε να γιατρέψη το φαρμάκι, γιατί ούτε το ανακάλυψαν
+καθόλου. Δεν καταλάβανε ούτε ένα κατάπλασμα να βάλουν για να
+τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Άδικα κοπανίζουν της ρίζες τους,
+άδικα μαζεύουν χόρτα, άδικα φτιάνουν ποτά. Ο Τριστάνος όλο και
+χειροτερεύει. Το δηλητήριο απλώνεται στο σώμα του. Πρασινίζει.
+Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του. </p>
+
+<p>Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. Κατάλαβε ότι πέθαινε.
+Θέλησε τότε να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς να πάη ως
+εκεί; Στην αδυναμία που βρίσκεται, η θάλασσα θα τον σκότωνε.
+Κι' άλλωστε κι' αν έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη, πώς θα
+γλύτωνε από τους εχθρούς του; Θρηνεί. Το φαρμάκι τον
+βασανίζει, ω αγωνία! — και περιμένει το θάνατο. </p>
+
+<p>Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του, γιατί κι'
+οι δύο αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη, θέλησε να μη μείνη
+κανείς μέσ' το δωμάτιο, εκτός από τον Καερδέν, και μάλιστα
+ούτε στα γειτονικά δωμάτια να μη μείνη κανείς. Η Ιζόλδη, η
+γυναίκα του, θαύμαζε μέσα της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα.
+Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε τ' αυτί της στον τοίχο.
+Ακούει. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει απ' όξω, γι'
+ασφάλεια. </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του, σηκώνεται,
+στηρίζεται στον τοίχο. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε
+μαζύ τρυφερά. Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα, που τόσο
+γρήγωρα πήρε τέλος, τη μεγάλη φιλία τους, και της αγάπες τους.
+Κι' ο ένας θρηνεί για τον άλλο. </p>
+
+<p>«Ωραίε γλυκέ φίλε, λέει ο Τριστάνος, είμαι σε ξένον τόπο
+όπου δεν έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα, εκτός από σε.
+Μόνον συ μούδωσες χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Πεθαίνω.
+Θα ήθελα να ξαναϊδώ την Ιζόλδη την Ξανθή. Μα πώς, με τι
+τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι μου; Α! αν είχα έναν
+απεσταλμένο, που νάθελε να πάη κει πέρα, αμέσως θαρχότανε η
+Ιζόλδη, τόσο πολύ μαγαπάει. Καερδέν, ωραίε σύντροφε, στη φιλία
+μας, στην ευγένεια της καρδίας σου, στη συμμαχία μας, σε
+παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα, κι' αν της πας
+το μήνυμά μου, σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ
+απ' όλους τους ανθρώπους». </p>
+
+<p>Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη, ν' απελπίζεται, να
+θρηνή. Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα, κι' απαντά
+γλυκά, με αγάπη: </p>
+
+<p>«Μην κλαις άλλο, ωραίε σύντροφε, θα κάνω το θέλημά σου.
+Φίλε, για την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. Καμμιά
+συφορά, καμμιά αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό,τι μπορώ.
+Πέστε ό,τι θέλετε να μηνύσω στη Βασίλισσα, κι' ετοιμάζομαι!»
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος απάντησε: </p>
+
+<p>«Φίλε, ευχαριστώ. Λοιπόν, άκουσε την παράκλησί μου. Πάρε
+αυτό το δαχτυλίδι. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης.
+Όταν θα φθάσης στον τόπο της, κατάφερε να περάσης μέσα στην
+Αυλή, ως έμπορος. Παρουσίασε της μεταξωτά, κάνε ώστε να ιδή το
+δαχτυλίδι. Αμέσως εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά.
+Τότε πες της ότι η καρδιά μου τη χαιρετά. Ότι μονάχα αυτή
+μπορεί να μου κάνη καλό. Πες της ότι, αν δεν έρθη πεθαίνω. Πες
+της να θυμηθή της περασμένες μας χαρές, της μεγάλες λύπες,
+τους μεγάλους πόνους, και της χαρές, και της πίκρες της άδολης
+και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο κρασί που μαζύ
+ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα ότι μόνον
+αυτή θ' αγαπώ. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!» </p>
+
+<p>Πίσω από τον τοίχο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά
+τα λόγια. Σχεδόν ελιποθύμησε. </p>
+
+<p>«Κάνε γρήγωρα, σύντροφε, και γύρισε αμέσως εδώ. Αν αργήσης,
+δε θα με ξαναϊδής πεια. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες, και φέρε
+μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Κρύψε την αναχώρησί σου από την
+αδερφή σου, ή πέσε ότι πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Θα πάρης
+το ωραίο μου καράβι. Πάρε μαζύ σου δυο πανιά, το ένα μαύρο το
+άλλο άσπρο. Αν φέρνης τη Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο
+πανί, κι' αν δεν την φέρνης βάλε το μαύρο, ν' αρμενίσης μ'
+αυτό. Φίλε, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ. Ο Θεός να σε
+οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!» </p>
+
+<p>Αναστενάζει, κλαίει και θρηνεί, κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν,
+φιλεί τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά. </p>
+
+<p>Με τον πρώτο άνεμο, έβαλε μπρος. Οι ναύτες σηκώσανε της
+άγκυρες, τέντωσαν το πανί, κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο
+αεράκι. Η πλώρη έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. Είχαν πάρει μαζύ
+πλούσια υφάσματα, μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς, σερβίτσια
+από το Τουρ, κρασιά του Ποατού, πουλιά σπάνια της Ισπανίας,
+και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη
+Βασίλισσα. Οχτώ μέρες, οχτώ νύχτες, έσκισαν τα κύματα, και με
+φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την Κορνουάλλη. </p>
+
+<p>Οργή γυναίκας, τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται.
+Όπου μια γυναίκα αγαπάει πειο πολύ, κει θα εκδικηθή πειο
+σκληρά. Γρήγωρα έρχεται η αγάπη στης γυναίκες, γρήγωρα και το
+μίσος. Κ' η έχθρα τους, άμα έρθη μια φορά, βαστάει πειο πολύ,
+παρά η αγάπη. Ξέρουνε η γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα, μα
+όχι το μίσος. Όρθια πίσω από τον τοίχο, όλα τα άκουσεν η
+Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Κράτησε καλά στο μυαλό της τα λόγια
+του Τριστάνου. Αν μπορέση μια μέρα, πώς θα εκδικηθή κείνον που
+περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο! Μολαταύτα δεν
+έδειξε τίποτα, και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο δωμάτιο
+του Τριστάνου, και κρύβοντας την οργή της, εξακολούθησε να τον
+υπηρετή και να τον περιποιέται, καθώς πρέπει σε μια που
+αγαπάει. Του μιλούσε γλυκά, τον φιλούσε στα χείλη, και τον
+ρωτούσε αν θα γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον
+εγιάτρεβε. Μα πάντα ζητούσε να βρη την εκδίκησι. </p>
+
+<p>Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο
+λιμάνι του Τινταγκέλ. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα,
+ένα ωραίο μετάλλινο ποτήρι, κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι,
+και τα χάρισε στο Βασιληά Μάρκο, παρακαλώντας τον με ευγένεια
+να του παραχωρήση την προστασία του και την ειρήνη του, για να
+μπορέση να εμπορευθή στον τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε
+από αυλικό ούτε από υποκόμη. Κι' ο Βασιληάς του το παραχώρησε
+μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του παλατιού του. </p>
+
+<p>Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη
+δουλεμένη με φίνο χρυσάφι. </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, είπε, το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το
+δαχτυλίδι του Τριστάνου, τώβαλε δίπλα. «Κυττάχτε, Βασίλισσα:
+το χρυσάφι αυτής της πόρπης είναι πολυτιμότερο, κι' όμως κι'
+αυτού του δαχτυλιδιού το χρυσάφι την έχει την αξία του...»
+</p>
+
+<p>Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα,
+τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της, — φόβος την
+έκοψε τι θάκουγε. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν, κοντά σ' ένα
+παράθυρο, για να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το
+δαχτυλίδι. </p>
+
+<p>Ο Καερδέν της είπεν απλά: </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό
+σπαθί, και πεθαίνει. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του
+κάνετε καλό. </p>
+
+<p>Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που
+υποφέρατε μαζύ. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. Σας το δίνει».
+</p>
+
+<p>Μισολιποθυμισμένη, απάντησε η Ιζόλδη: </p>
+
+<p>«Φίλε, θα σας ακολουθήσω. Αύριο, το πρωί, έχετε έτοιμο το
+καράβι σας γι' αναχώρησι!» </p>
+
+<p>Την άλλη μέρα το πρωί, η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να
+κυνηγήση με τα γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της.
+Αλλά ο Δούκας Αντρέ την παραμόνευε, και την συνώδευσε. Όταν
+βγήκαν στα χωράφια, όχι μακρυά από την παραλία, ένας φασιανός
+πέταξε ψηλά. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα γεράκι για να τον πιάση,
+αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το γεράκι πήρε φόρα και
+χάθηκε. </p>
+
+<p>«Κυττάχτε, Άρχοντα Αντρέ, είπεν η Βασίλισσα, το γεράκι
+κούρνιασε κει κάτω, στο λιμάνι, στο κατάρτι ενός άγνωστου
+καραβιού. Τίνος είναι; </p>
+
+<p>&nbsp;— Κυρία, είπεν ο Ανρέ, είναι το καράβι του εμπόρου
+της Βρεττάνης που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Πάμε να
+πιάσουμε το γεράκι μας». </p>
+
+<p>Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα, σαν γεφυράκι, από το καράβι
+του στη στεριά. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα. </p>
+
+<p>«Βασίλισσα, αν θέλατε, να μπαίνατε στο καράβι μου να σας
+έδειχνα τα πλούσια εμπορεύματά μου; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευχαρίστως, άρχοντα, απάντησεν η Βασίλισσα. </p>
+
+<p>Κατεβαίνει από τ' άλογο, πάει κατ' ευθείαν στη μικρή
+γέφυρα, την περνάει, μπαίνει στο καράβι. Ο Αντρέ θέλει να την
+ακολουθήση, και πατάει στην τάβλα. Αλλά ο Καερδέν, όρθιος στην
+κουπαστή, τον χτυπάει με το κουπί του. Ο Αντρέ κλονίζεται και
+πέφτει στη θάλασσα. Ο Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί
+και τον βουλιάζει μέσα στα κύματα, φωνάζοντας: </p>
+
+<p>«Πέθανε, προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες
+στον Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!» </p>
+
+<p>Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο
+τους είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Ο Γκενελόν,
+ο Γκοντοΐν, ο Ντενοαελέν, κι' ο Αντρέ. </p>
+
+<p>Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο
+δροσερός πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα
+πανιά. Έξω από το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και
+φωτεινή πέρα, κάτω από της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το
+καράβι. </p>
+
+<p>Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει
+με πόθο τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια,
+κι' αν ζη ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην
+παραλία να κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα
+έχει το πανί του. Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην
+καρδιά του. Έπειτ' από λίγο είπε και τον πήγαν στην ακτή του
+Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον ουρανό, κύτταζε μακρυά στη
+θάλασσα. </p>
+
+<p>Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να
+κλάψουν όσους αγαπούν. </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε
+μακρυά, και πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος
+καταιγίδας σηκώνεται. Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το
+καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο «προσήνεμο» και με θλιμμένη
+καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος. Τα βαθειά κύμματα
+αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά, μαυρίζει η
+θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και κατάρτια
+τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται στη
+διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν
+ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην
+πρύμη κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το
+καράβι και την πέρνει μακρυά. </p>
+
+<p>Η Ιζόλδη φωνάζει: </p>
+
+<p>«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω
+αρκετά για να ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη,
+μοναχά μια φορά. Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε,
+μια φορά αν σας μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω.
+Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός,
+κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη μου λύπη. Λίγο με μέλει για το
+θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα
+το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. Τέτοιος είναι ο έρωτάς
+μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα, ούτ' εγώ δίχως
+εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με τον δικό
+μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε να
+πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας.
+Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως
+δε θα μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας
+ολοένα να έρθω. Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να
+γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα,
+θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ'
+απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν μάθαινα το θάνατό σας, δε θα
+ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το Θεό, ή να προφθάσω να σε
+κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο θάνατο!». </p>
+
+<p>Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά
+έπειτα από πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο
+Καερδέν σηκώνει το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο
+Τριστάνος από το χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη
+Βρεττάνη .... Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την
+καταιγίδα, η θάλασσα γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο
+άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν
+άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι' αριστερά, μπρος και πίσω.
+Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η φουρτούνα είχεν αρπάξει
+τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την τρίτη νύχτα, η
+Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το κεφάλι
+μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ'
+έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό.
+</p>
+
+<p>Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να
+μένη στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος
+στο παλάτι έκλαιγε για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε.
+Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί, αναστενάζει. Λίγο θέλει για
+να πεθάνη από τον καϋμό του. </p>
+
+<p>Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε
+η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε. </p>
+
+<p>Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει: </p>
+
+<p>«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα.
+Σιγά-σιγά προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να
+σου φέρη τη γιατρειά σου» </p>
+
+<p>Αναταράζεται ο Τριστάνος. </p>
+
+<p>«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;!
+Λοιπόν, πέστε μου τι πανί έχει. </p>
+
+<p>&nbsp;— Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ
+ψηλά, γιατί ο άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι
+κατάμαυρο». </p>
+
+<p>Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε: </p>
+
+<p>«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές:
+«Ιζόλδη, φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή. </p>
+
+<p>Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του
+Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ'
+έναν πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο.
+</p>
+
+<p>Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε
+δυνατά τα πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη
+η Ξανθή βγήκε όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους.
+Άκουσε να χτυπούν η καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα
+μοναστήρια. </p>
+
+<p>Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι
+θρήνοι. </p>
+
+<p>Ένας γέρος της λέει: </p>
+
+<p>«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος,
+ο τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και
+βοηθούσε όσους υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν
+τον τόπο, άλλοτε. </p>
+
+<p>Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά.
+Ανεβαίνει πατά το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο
+μπούστος της έχει ξελυθή. Οι Βρεττανοί την κυττάζουν
+θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο ώμορφη γυναίκα. Ποία
+είναι; Πούθ' έρχεται; </p>
+
+<p>Κοντά στον Τριστάνο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, τρελλή από
+το κακό που η ίδια είχε κάνει, χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές
+απάνω από το πτώμα. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε: </p>
+
+<p>«Σηκωθήτε, κυρία, κι' αφήστε με να πλησιάσω. Έχω πειο πολλά
+δικαιώματα να τον κλάψω, πιστεύτε με. Πειο πολύ τον αγάπησα».
+</p>
+
+<p>Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. Έπειτα
+ξεσκέπασε λίγο το σώμα, ξαπλώθη κοντά του, δίπλα στο φίλο της,
+του φίλησε το στόμα και το πρόσωπο, και τον αγκάλιασε σφιχτά.
+Κορμί με κορμί, στόμα με στόμα, παραδίνει έτσι την ψυχή της,
+και πεθαίνει κοντά του για τον πόνο του φίλου της. </p>
+
+<p>Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων,
+πέρασε τη θάλασσα, και σαν ήρθε στη Βρεττάνη, είπε κ' έφτιασαν
+και στόλισαν δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη, το
+άλλο με βύριλλο για τον Τριστάνο. Πήρε στο καράβι του για τη
+Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους σώματα. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι,
+δεξιά και αριστερά από το ιερό, τους έθαψε σε δυο μνήματα.
+Αλλά τη νύχτα, από το μνήμα του Τριστάνου ξεφύτρωσε ένας
+πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά, με άνθη
+αρωματικά. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον
+τάφο της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. Την
+άλλη μέρα ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος, ανθισμένος, και ζωηρός
+και βυθίζεται στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. Τρεις φορές
+θέλησαν να τον κόψουν. Άδικα. Έπειτα το είπαν του Βασιληά
+Μάρκου, κ' εκείνος διάταξε να μη ξανακόψουν πεια το θάμνο.
+</p>
+
+<p>Άρχοντες, οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού, ο Βερούλ,
+κι' ο Θωμάς, κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ, κι' ο κύριος Γκόττφριδ,
+αφηγήθηκαν αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν, όχι για
+τους άλλους. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους.
+Χαιρετούν τους σκεφτικούς και τους ευτυχισμένους, κείνους
+πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν πόθο στην καρδιά, τους
+χαρούμενους και τους λυπημένους, όλους τους εραστές. Εύχονται
+να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια, για την αδικία, για
+το πείσμα, για τον πόνο, για όλες της πίκρες της αγάπης! </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em; margin-bottom:
+3em;">ΤΕΛΟΣ </h4>
+
+<p>
+<br />
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p>
+
+<table>
+<tr><td></td><td align='center'>Δρ.</td></tr>
+<tr><td>Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ.
+Καλοσγούρου</td><td align='center'>8. —</td></tr>
+<tr><td>Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ.
+Καλοσγούρου</td><td align='center'>4. —</td></tr>
+<tr><td>Βουτυρά Α., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα</td><td
+align='center'>4. —</td></tr>
+<tr><td>Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια</td><td align='center'>6.
+—</td></tr>
+<tr><td>Αι Γυναίκες</td><td align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td>Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου</td><td
+align='center'>7.50</td></tr>
+<tr><td>Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε.
+Χρυσάφη</td><td align='center'>4.50</td></tr>
+<tr><td>Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου</td><td
+align='center'>6. —</td></tr>
+<tr><td>Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα</td><td
+align='center'>6. —</td></tr>
+<tr><td>Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη</td><td
+align='center'>5.50</td></tr>
+<tr><td>Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια</td><td
+align='center'>2. —</td></tr>
+<tr><td>Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της
+ζωής</td><td align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ.
+Βουτιερίδου</td><td align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td>Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα, μετάφρασις
+Αιμιλίας<br />
+ Καραβία</td><td align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου</td><td
+align='center'>7. —</td></tr>
+<tr><td>Moreas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές</td><td
+align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Μπεντιέ Ιωσ., Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της
+Ιζόλδης, <br />
+μετάφρ. Ν. Α. Βεντήρη</td><td align='center'>7. —</td></tr>
+<tr><td>Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης
+Δενδρινού</td><td align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td>Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ.
+Γερ.Σπαταλά</td><td align='center'>4. —</td></tr>
+<tr><td>Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ.
+Φιλήντα</td><td align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο</td><td
+align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td align='center'>Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει)
+μυθισ.</td><td align='center'>7. —</td></tr>
+<tr><td>Πουτσίνι Π, Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ.
+Κόκκαλη</td><td align='center'>2. —</td></tr>
+<tr><td>Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλρι, μετάφρασις Ι. Ε.
+Χρυσάφη</td><td align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td>Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ.
+Σχινά</td><td align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα, πρόλογος και
+μετάφρασις Γ. <br />
+Καλοσγούρου</td><td align='center'>1.50</td></tr>
+<tr><td align='center'>Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά</td><td
+align='center'>18. —</td></tr>
+<tr><td>Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ.
+Τρικογλίδη</td><td align='center'>3.50</td></tr>
+<tr><td>Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I.
+Βεργωτή</td><td align='center'>4. —</td></tr>
+<tr><td>Τσέχωφ Α., Νύκτα στο νεκροταφείο. Διηγήματα,
+μετάφρασις<br />
+ Αγ. Κωνσταντινίδου</td><td align='center'>4.50</td></tr>
+<tr><td>Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α.
+Πρωτοπάτση</td><td align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα</td><td
+align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td>Χρηστομάνου, Το βιβλίον της Αυτοκράτ. Ελισάβετ</td><td
+align='center'>7.50</td></tr>
+<tr><td>Ψυχάρη Γ., Ζωή κι' αγάπη στη μοναξιά</td><td
+align='center'>10. —</td></tr>
+<tr><td align='center'>Σα λάμπει ο ήλιος</td><td
+align='center'>4. —</td></tr>
+<tr><td align='center'>Απολογία</td><td align='center'>6. —
+</td></tr>
+<tr><td align='center'>Δύο Αδέρφια</td><td align='center'>10.
+—</td></tr>
+<tr><td align='center'>Το ταξίδι μου</td><td align='center'>6.
+—</td></tr>
+<tr><td align='center'>Στον ίσκιο του πλατάνου</td><td
+align='center'>5. —</td></tr>
+<tr><td align='center'>Πολλά πράματα</td><td align='center'>4.
+—</td></tr>
+<tr><td align='center'>Τρία λόγια</td><td align='center'>6. —
+</td></tr>
+</table>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LE ROMAN DE TRISTAN ET ISEUT ***
+
+***** This file should be named 35320-h.htm or 35320-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/5/3/2/35320/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
diff --git a/35320-h/images/cover.jpg b/35320-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..78f54bc
--- /dev/null
+++ b/35320-h/images/cover.jpg
Binary files differ