summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/35280-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '35280-h')
-rw-r--r--35280-h/35280-h.htm4374
-rw-r--r--35280-h/images/cover.jpgbin0 -> 173936 bytes
2 files changed, 4374 insertions, 0 deletions
diff --git a/35280-h/35280-h.htm b/35280-h/35280-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..eb20ed4
--- /dev/null
+++ b/35280-h/35280-h.htm
@@ -0,0 +1,4374 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Βολταίρος, Ο Αγαθούλης, Candide" />
+<title>Ο Αγαθούλης</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 30px;
+}
+</style>
+
+</head>
+
+
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Candide, by Voltaire
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Candide
+
+Author: Voltaire
+
+Translator: K. B.
+
+Posting Date: March 29, 2012 [EBook #35280]
+First Posted: February 14, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANDIDE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>2a</p>
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
+spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been
+converted to endnotes. In 2 instances I have corrected the text, using my own
+judgement. I have included the added words in [].</p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις
+μεταφέρθηκαν στο τέλος του βιβλίου. Σε 2 περιπτώσεις διόρθωσα κατά την κρίση
+μου το κείμενο. Οι λέξεις που πρόσθεσα περικλείονται σε [].</p>
+
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="500"
+height="664"
+alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΞΕΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ</h3>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</h2>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ</h1>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΜΙΧ. I. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ
+Α.Ε<br />
+ΑΘΗΝΑΙ — ΣΤΑΔΙΟΥ 14 — ΑΘΗΝΑΙ</h3>
+
+<h4 style="text-align: center; margin: 9em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΆ ΕΡΓΑ„ ΑΡΙΘ.
+64</h4>
+<hr></hr>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</h3>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ<br /><br />
+(CANDIDE)</h1>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Β.</h4>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ<br />
+ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ<br />
+ΑΘΗΝΑΙ 1922</h3>
+
+<p>
+<br />
+Το διήγημα αυτό του Βολταίρου είναι μια σάτυρα ενάντια στο φιλοσοφικό δόγμα
+της αισιοδοξίας του Λάιμπνιτε, ότι ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος από όσους
+ημπορούσαν να γίνουν. Σ' εποχή που ρήμαζαν και ματοκυλούσαν την Ευρώπη οι
+θρησκευτικοί πόλεμοι, ή οι ληστρικοί των διαφόρων ηγεμόνων, που η Ιερά
+Εξέτασις έψηνε τους ανθρώπους σαν αρνιά, που οι αγριότητες των Ευρωπαίων
+εμπόρων στην Αμερική είχαν ξεπατώσει τους ιθαγενείς, που η Μεσόγειος θάλασσα
+ήταν γεμάτη Μπαρμπερίνους πειρατές, ώστε καμιά ασφάλεια δεν υπήρχε για τους
+ταξιδιώτες, ένα τέτιο δόγμα ήτανε πολύ προκλητικό και δε μπορούσε να μη κινήση
+τη σατυρική βέρβα του Βολταίρου, που η μεγαλοφυία του τούτο είχε το
+χαρακτηριστικό: να βλέπει με ασύγκριτη διαύγεια τη γελοία όψι των ανθρωπίνων
+σκέψεων και πράξεων.</p>
+
+<p>Σε κανένα του άλλο έργο δεν εξεδήλωσε τόσο άφθονη, τόσο πηγαία, τόσο
+σπαρταριστή αυτή του τη βέρβα. Μας παρουσιάζει μ' ένα ύφος γρήγορο και άνετο
+την αλλόκοτη και αξιοδάκρυτη μαζί Οδύσσεια του Αγαθούλη, αυτού τον
+δυστυχισμένου μεταφυσικού, που μπροστά στις τραγικότερες περιπέτειες μπορεί
+να συλλογίζεται περί αιτίας και αποτελέσματος. Μας περιφέρει μαζί του στη
+Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Αφρική, Αμερική, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Τουρκία,
+όπου με σειρές από ξεκαρδιστικά επεισόδια μας δείχνει την ηθική αποσύνθεσι
+κάθε τόπου, τη δυστυχία και την άγνοια που δέρνει τα λαϊκά στρώματα, την
+ασυνειδισία και την σκληρότητα και τη ματαιότητα των ανωτέρων στρωμάτων. Και
+καταλήγει, πως ο καλύτερος τρόπος ν' αποφεύγη κανείς τον πόνο είναι η εργασία,
+που ηθικοποιεί, καθώς και το να μην ανακατεύεται στα δημόσια πράγματα.</p>
+
+<p>Βέβαια η λύσις, που δίνει ο Βολταίρος είναι λιγάκι τολστοϊκή: άρνηση,
+αντίσταση κατά του κακού. Όταν όμως βρίσκη, πως στο Ελδοράδο αναγκαστικά οι
+άνθρωποι είναι αγαθοί κ' ευτυχισμένοι, γιατί δεν υπάρχει ζήτημα
+αυτοσυντηρησίας, πλησιάζει την κοινωνιολογική λύση του προβλήματος, αλλά δεν
+τη θεωρεί, φαίνεται, ανθρώπινα δυνατή, γιατί το Ελδοράδο είναι μια φανταστική
+Ουτοπία.</p>
+
+<p>Ωστόσο η μορφωτική αξία του βιβλίου είναι αναμφισβήτητη: μας μαθαίνει πως
+τα πράγματα δεν είναι καθόλου άριστα (από τότε έως τώρα είναι τα ίδια!), σαλεύει
+μέσα μας το κύρος μερικών πραγμάτων, που τα θεωρούμε από παράδοση ιερά και
+γεννά στην ψυχή μας την επιθυμία της αλλαγής. Μόνο αυτή η επιθυμία είναι η
+μάννα της προόδου· αυτή μπορεί να μας οδηγήση στη ζήτηση και στην εύρεση μιας
+λύσης, την οποία δεν δίνει ούτε μπορούσε να δώση τότες ο Βολταίρος.</p>
+
+<p>
+<br />
+Ο Α Γ Α Θ Ο Υ Λ Η Σ<br />
+ΗΤΟΙ<br />
+ΠΕΡΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ</p>
+
+<p>Μεταφρασμένος από το Γερμανικό ΤΟΥ ΚΟΥ ΔΟΚΤΟΡΟΣ ΡΑΦΛ</p>
+
+<p>με της προσθήκες,</p>
+
+<p>που βρήκαν στην τσέπη του, όταν πέθανε στη Μίνδεν, εν έτει σωτηρίω
+1759.</p>
+
+<p>
+<br />
+ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</p>
+
+<p>
+<br />
+Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ (CANDIDE)</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ I<br /><br />
+
+Πώς ο Αγαθούλης ανατράφηκε σ' έναν ωραίον πύργο και πώς διώχτηκε απ'
+εκεί.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ζούσε στη Βεστφαλία, στον πύργο του κυρίου βαρώνου Τούντερ-τεν- τρονκ, ένας
+νέος, που η φύση τούχε δώσει το μαλακώτερο χαρακτήρα. Η φυσιογνωμία του
+φανέρωνε την ψυχή του. Η κρίσις του ήτανε πολύ σωστή και το πνεύμα του πολύ
+απλό: γι' αυτόν το λόγο, νομίζω, τον ωνόμασαν Αγαθούλη. Οι παλιοί υπηρέτες του
+σπιτιού είχαν την υποψία, πως ήτανε γυιός της αδελφής του κυρίου βαρώνου κ'
+ενός τιμίου ευπατρίδη από τα περίχωρα, που η δεσποινίς αυτή δε δέχτηκε ποτές να
+τον παντρευτή, γιατί, δε μπορούσε να δείξει περισσότερες από εβδομήντα μια
+γεννιές, ενώ το υπόλοιπο του γεννεαλογικού του δένδρου χανότανε μέσα στο
+αίσχος του χρόνου.</p>
+
+<p>Ο κύριος βαρώνος ήταν ένας από τους δυνατώτερους άρχοντες της
+Βεστφαλίας, γιατί ο πύργος του είχε πόρτα και παράθυρα. Μάλιστα η μεγάλη του
+σάλα ήταν στολισμένη με χαλιά. Όλα τα φυλακόσκυλλά τους τα μεταχειριζότανε σε
+ώρα ανάγκης, για κυνήγι. Οι σταυλίτες του ήσαν και κυνηγοί του. Ο εφημέριος του
+χωριού ήταν ο ιδιαίτερος του παππάς. Τον ωνόμαζαν όλοι Αφέντη και γελούσαν,
+όταν διηγότανε καμιά ιστορία!</p>
+
+<p>Η κυρία βαρωνέσσα, που ζύγιαζε πάνω-κάτω τριακόσιες πενήντα λίτρες, είχε γι'
+αυτό τη γενικήν εχτίμηση και δεχότανε τον κόσμο με αξιοπρέπεια, που την έκαμνε
+ακόμα πιο επιβλητική. Η κόρη της η Κυνεγόνδη, ηλικίας δεκαεπτά χρονών, ήτανε
+ροδοκόκκινη, δροσάτη, παχουλή, ορεχτική. Ο γυιός του βαρώνου φαινότανε σε όλα
+άξιος του πατέρα του. Ο καθηγητής Παγγλώσσης ήτανε το μαντείο του σπιτιού κι' ο
+μικρός Αγαθούλης άκουε τη διδασκαλία του μ' όλη την καλή πίστη της ηλικίας του
+και του χαρακτήρα του.</p>
+
+<p>Ο Παγγλώσσης δίδασκε τη μεταφυσικό-θεολογο-κοσμολογο-μηδαμινολογία.
+Απόδειχνε θαυμάσια, πως δεν υπάρχει αποτέλεσμα χωρίς αιτία και πως σ' αυτόν
+τον κόσμο, τον καλύτερον απ' όλους, ο πύργος του Άρχοντα βαρώνου ήταν ο
+ωραιότερος απ' όλους τους πύργους κ' η κυρία η καλύτερη απ' όλες τις
+βαρωνέσσες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αποδειγμένο, έλεγε, πως τα πράγματα δε μπορούν νάναι
+αλλιώς, διότι, αφού όλα έγιναν για κάπιο σκοπό, όλα αναγκαστικά έγιναν για τον
+καλύτερο σκοπό. Παρατηρήστε καλά, πως οι μύτες έγιναν για να φορούν γυαλιά· κ'
+έτσι έχομε γυαλιά. Τα πόδια είναι ολοφάνερα, κανωμένα για να φορούν παπούτσα,
+κ' έτσι έχουμε παπούτσα. Οι πέτρες επλάσθηκαν για να πελεκιούνται και για να
+κάμνομε πύργους· έτσι ο Αφέντης έχει ένα υπερβολικά ωραίον πύργο: ο
+μεγαλύτερος βαρώνος της επαρχίας οφείλει νάχει την καλύτερη κατσίκα· και
+επειδή τα γουρούνια έγειναν για να τρώγονται, τρώμε χοιρινό κρέας όλον το χρόνο.
+Συνεπώς, εκείνοι, που παραδέχονται, πως όλα είναι καλά, είπαν μια ανοησία·
+έπρεπε να πουν, πως όλα είναι καλύτερα!</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης άκουε προσεχτικά και πίστευε αθωότατα. Γιατί έβρισκε τη
+δεσποινίδα Κυνεγόνδη εξαιρετικά όμορφη, αν και δεν έλαβε ποτέ το θάρος να της
+το πη. Έφτανε στο συμπέρασμα, πως μετά την ευτυχία νάχει κανείς γεννηθή
+βαρώνος του Τούντερ-τεν-τρονκ, ο δεύτερος βαθμός της ευτυχίας ήτανε να
+υπάρχει η δεσποινίς Κυνεγόνδη· ο τρίτος να τη βλέπει καθημερινά· και ο τέταρτος
+ν' ακούει τον Διδάσκαλο Παγγλώσση, τον μεγαλύτερο φιλόσοφο της επαρχίας και
+συνεπώς όλης της Γης!</p>
+
+<p>Μια μέρα, η δεσποινίς Κυνεγόνδη, περιδιαβάζοντας κοντά στο παλάτι, μέσα
+στο μικρό δάσος που τ' ωνομάζανε πάρκο, είδε μέσα σε κάτι χαμόκλαδα τον
+δόχτορα Παγγλώσση, που έδινε ένα μάθημα φυσικής πειραματικής στην
+καμαριέρα της μητέρας της, μια μικρούλα μελαχροινή και πολύ καλόβολη. Και
+καθώς η δεσποινίς Κυνεγόνδη είχε μεγάλη κλίση για τις επιστήμες, παρατηρούσε
+χωρίς ν' ανασαίνει τα δευτερωμένα πειράματα, στα οποία βρέθηκε θεατής. Είδε
+καθαρά τον αποχρώντα λόγο του δόχτορα, τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, κ'
+επέστρεψε όλη ταραγμένη, όλη σκεφτική, όλη γεμάτη από την επιθυμία να γίνει
+σοφή, συλλογιζόμενη πως μπορούσε πολύ καλά να γίνει κι' αυτή ο αποχρών λόγος
+του νεαρού Αγαθούλη, όπως κι' αυτός δικός της.</p>
+
+<p>Γυρίζοντας στο παλάτι συνάντησε τον Αγαθούλη και κοκκίνισε. Ο Αγαθούλης
+κοκκίνισε κι' αυτός. Τον καλημέρισε με μια φωνή κομμένη. Ο Αγαθούλης της
+μίλησε χωρίς να ξέρει τι έλεγε. Την άλλη μέρα, μετά το δείπνο, καθώς βγαίνανε
+από την τραπεζαρία, η Κυνεγόνδη και ο Αγαθούλης βρεθήκανε πίσω από ένα
+παραβάν η Κυνεγόνδη άφησε να της πέση το μαντήλι, ο Αγαθούλης το σήκωσε·
+εκείνη τούπιασε το χέρι αθώα, ο νέος φίλησε αθώα το χέρι της νεαράς δεσποινίδος
+με μια ζωηρότητα, ένα αίσθημα, μια χάρη ολότελα ξεχωριστή· τα στόματά τους
+συναντήθηκαν, τα μάτια τους εφλογίστηκαν, τα πόδια τους τρεμουλιάσανε, τα
+χέρια τους παραστράτησαν. Ο Κύριος βαρώνος του Τούντκρ-τεν-τρονκ πέρασε πλάι
+από το παραβάν, και βλέποντας αυτήν την αιτία κι' αυτό το αποτέλεσμα, έδιωξε
+τον Αγαθούλη από τον πύργο με δυνατές κλωτσιές στον πισινό· η Κυνεγόνδη
+λιποθύμησε· μόλις συνήλθε μπατσίστηκε από την κυρία βαρωνέσσα: και όλα
+έγιναν θλιβερά μέσα στο ωραιότερο και ευχαριστότερο παλάτι, που ήταν δυνατό
+να υπάρξη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II.<br /><br />
+
+Τι έπαθε ο Αγαθούλης με τους Βουλγάρους.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης, διωγμένος από τον επίγειο παράδεισο, περπάτησε πολύν καιρό
+χωρίς να ξέρει για πού, κλαίοντας, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό,
+στρέφοντας τα συχνά προς τ' ωραιότερο των παλατιών, που είχε μέσα του την
+ωραιότερη από τις βαρωνέσσες. Κοιμήθηκε νηστικός μέσα στους αγρούς ανάμεσα
+σε δυο αυλάκια· το χιόνι έπεφτε σε μεγάλες τουλούπες. Ο Αγαθούλης
+καταμουσκεμένος, εσύρθηκε την άλλη μέρα προς την γειτονική πόλη Βαλντμπεργ-
+κοφφ-τραρμπει-ντικντόρφφ, απένταρος, πεθαμένος από πείνα και κούραση.
+Σταμάτησε θλιβερά στην πόρτα μιας ταβέρνας. Δυο άνθρωποι, ντυμένοι γαλάζια,
+τον παρατήρησαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σύντροφε, λέγει ο ένας, να ένας νέος πολύ καλοφκιασμένος και που
+έχει το απαιτούμενο ανάστημα.</p>
+
+<p>Προχώρησαν προς τον Αγαθούλη και τον πήραν να δειπνήση με πολλήν
+ευγένεια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριοι, τους είπε ο Αγαθούλης με γοητευτική μετριοφροσύνη, μου
+κάμνετε πολλή τιμή, μα δεν έχω να πληρώσω το ρεφενέ μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! κύριε, του είπε ο ένας από τους γαλάζιους, οι άνθρωποι του δικού
+σου αναστήματος και της δικιάς σου αξίας δεν πληρώνουν ποτές τίποτε. Δεν
+είσασθε ψηλός πέντε πόδια και πέντε δάχτυλα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριοι, αυτό είναι το ανάστημά μου, είπε κάμνοντας μίαν
+υπόκλιση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Κύριε, καθήστε στο τραπέζι· όχι μονάχα θα πληρώσουμε για σας,
+μα δε θα δεχτούμε ποτές ένας άνθρωπος σαν και σας να μην έχει χρήματα. Οι
+άνθρωποι είναι κανωμένοι ν' αλληλοβοηθιούνται.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε δίκαιο, είπεν ο Αγαθούλης· αυτό μούλεγε πάντα ο κύριος
+Παγγλώσσης και παρατηρώ καλά, πως όλα είναι άριστα.</p>
+
+<p>Τον παρακάλεσαν να δεχτή λίγα σκούδα. Τα παίρνει και κάνει να δώσει
+απόδειξη, αλλά κείνοι δεν το επιτρέπουν και κάθουνται στο τραπέζι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν αγαπάτε τρυφερά.....;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! ναι, απάντησε, αγαπώ τρυφερά τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, είπε ο ένας από τους κυρίους, σας ρωτούμε, αν αγαπάτε
+τρυφερά τον βασιλέα των Βουλγάρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καθόλου, απάντησε κείνος, γιατί δεν τον είδα ποτέ!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! είναι ο πιο χαριτωμένος από τους βασιλιάδες και πρέπει να
+πιούμε στην υγειά του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! με πολλήν ευχαρίστησι, κύριοι.</p>
+
+<p>Και ήπιε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό φτάνει, του είπαν, ιδού εσείς στήριγμα, υπερασπιστής, ήρως
+των βουλγάρων! Εκάματε την τύχη σας και εξασφαλίσατε τη δόξα σας.</p>
+
+<p>Του βάζουν αμέσως τα σίδερα στα πόδια και τον πάνε στο σύνταγμα. Τον
+βάζουν να κλίνη δεξιά, αριστερά, να βγάζη την τουφεκόβεργα, να ξαναβάζη την
+τουφεκόβεργα, να πέφτη πρηνηδόν, να πυροβολή, να περπατή γρήγορα και του
+δίνουν τριάντα ξυλιές· την επομένη κάμνει την άσκηση του κάπως λιγώτερο
+άσκημα και τρώει μόνο είκοσι ξυλιές· τη μεθεπομένη του δίνουν μόνο δέκα και
+θεωρείται από τους συντρόφους του ως θαύμα.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης τάχε χάσει και δεν καταλάβαινε καθόλου πως ήτανε ήρωας. Ένα
+ωραίο ανοιξιάτικο πρωί αποφάσισε να πάει να περπατήση, βαδίζοντας ολόισα
+μπροστά του, και πιστεύοντας πως ήτανε προνόμιο του ανθρωπίνου γένους, καθώς
+και του ζωικού, να μεταχειρίζονται τα πόδια τους, όπως τους αρέσει. Δεν είχε κάμει
+δυο λεύγες και να τέσσερις άλλοι ήρωες έξ ποδιών ύψους τον πλησιάζουν, τον
+δένουν και τον πάνε σε μια φυλακή. Τον ρωτήσανε δικαστικά τι προτιμούσε
+καλύτερα: να ραβδισθή τριανταέξ φορές από όλο το σύνταγμα ή να δεχθή με μιας
+δώδεκα μολυβένιες σφαίρες στο κρανίο. Μάταια είπε, πως οι θελήσεις είναι
+ελεύθερες και πως δεν ήθελε ούτε τόνα ούτε τάλλο· έπρεπε να διαλέξη· αποφάσισε
+εν ονόματι του θείου δώρου, που ονομάζουν ελευθερία, να ραβδισθή τριανταέξ
+φορές και έφαγε τις δυο. Το σύνταγμα είχε δυο χιλιάδες άντρες. Έφαγε λοιπόν
+τέσσερις χιλιάδες ξυλιές, που απ' το σβέρκο ως τον πισινό του ξεγύμνωσαν όλα τα
+ποντίκια και τα νεύρα. Ενώ ετοιμαζόντανε ν' αρχίσουν την τρίτη βόλτα, ο
+Αγαθούλης μη βαστάνοντας πια, ζήτησε ως χάρη να ευαρεστηθούν να λάβουν την
+καλωσύνη να του τινάξουν τα μυαλά· του κάμανε αυτό το χατήρι· του δένουν τα
+μάτια· τον βάζουν να γονατίση. Αυτήν τη στιγμή περνά ο βασιλιάς των Βουλγάρων
+και πληροφορείται το έγκλημα του καταδίκου: κι' όπως αυτός ο βασιλιάς ήτανε
+μεγαλοφυής, κατάλαβε, απ' ό,τι του είπεν ο Αγαθούλης, πως ήταν ένας νεαρός
+μεταφυσικός, που αγνοούσε ολότελα τα πράγματα του κόσμου τούτου και του
+έδωσε χάρη με μια καλοκαγαθία, που θα υμνείται σ' όλες τις εφημερίδες και σ'
+όλους τους αιώνες. Ένας γέρος χειρούργος εγιάτρεψε τον Αγαθούλη σε τρεις
+βδομάδες με μαλαχτικά διδαγμένα από το Διοσκορίδη. Είχε τώρα λιγάκι δέρμα και
+μπορούσε να περπατή, όταν ο βασιλιάς των Βουλγάρων κήρυξε πόλεμο στο
+βασιλιά των Αβάρων.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+<br />
+ΚΕΦΑΛΑΙΟ III.<br /><br />
+Πώς ο Αγαθούλης έφυγε από τους Βουλγάρους και τι απόγινε</h4>
+
+<p>
+<br />
+Τίποτε δεν ήτανε τόσο ωραίο, τόσο ευκίνητο, τόσο καλά συνταγμένο σαν τα δυο
+εχθρικά στρατεύματα. Οι τρομπέτες, τα φλάουτα, τα όμποα, τα τούμπανα, τα
+κανόνια αποτελούσαν μιαν αρμονία, που παρόμοια δεν υπήρξε ποτέ στην Κόλαση.
+Τα κανόνια πρώτα-πρώτα ρίξανε κάτου έξη σχεδόν χιλιάδες από κάθε μεριά. Έπειτα
+τα ομαδικά πυρά απάλλαξαν τον καλύτερο των κόσμων από ενιά ως δέκα χιλιάδες
+κατεργαρέους, που του λέρωναν την επιφάνεια. Η ξιφολόγχη έγινε επίσης ο
+αποχρών λόγος του θανάτου μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Το όλον μπορούσε
+πολύ καλά να λογαριαστή σε καμιά τριανταριά χιλιάδες ψυχές. Ο Αγαθούλης, που
+έτρεμε σαν φιλοσοφος, κρύφτηκε όσο μπορούσε καλύτερα κατά τη διάρκεια αυτού
+του ηρωικού μακελλιού.</p>
+
+<p>Τέλος, ενώ οι δυο βασιλιάδες έκαναν δοξολογίες, καθένας στο στρατόπεδό του
+αποφάσισε να πάη σ' άλλον τόπο να φιλοσοφή για τις αιτίες και τ' αποτελέσματα.
+Πέρασε πάνω από τους σωρούς των σκοτωμένων και κείνων που ξεψυχούσαν κ'
+έφτασε πρώτα σ' ένα γειτονικό χωριό. Ολόκληρο ήτανε στάχτη. Ήταν ένα χωρίο
+αβαρικό, που οι Βούλγαροι τόχαν κάψει, σύμφωνα με τους νομούς του δημοσίου
+δικαίου. Εδώ γέροι κατατρύπιοι από σφαίρες, έβλεπαν να πεθαίνουν οι σφαγμένες
+γυναίκες τους, βαστώντας τα παιδιά τους στα ματωμένα τους βυζιά· εκεί κορίτσια
+ξεκοιλιασμένα, αφού ικανοποίησαν τις φυσικές ανάγκες μερικών ηρώων,
+ξεψυχούσαν· άλλοι μισοκαμμένοι φώναζαν να τους αποτελειώσουν σκοτώνοντάς
+τους. Μυαλά ήτανε σκορπισμένα απάνω στη γη πλάι σε κομμένα χέρια και
+πόδια.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης τόσκασε όσο μπορούσε γρηγορώτερα σ' ένα άλλο χωριό: αυτό
+ήτανε Βουλγαρικό και οι Άβαροι ήρωες τόχαν περιποιηθή με τον ίδιο τρόπο. Ο
+Αγαθούλης πάντα βαδίζοντας πάνω σε μέλη, που σπάραζαν ή ανάμεσα σε
+ρημάδια, έφτασε τέλος, όξω από το θέατρο του πολέμου, έχοντας μερικά τρόφιμα
+μέσα στο δισάκκι του και μη ξεχνώντας ποτέ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Τα τρόφιμα
+του τέλειωσαν γρήγορα, όταν έφτασε στην Ολλανδία· αλλ' έχοντας ακουσμένα πως
+όλος εδώ ο κόσμος ήτανε πλούσιος και καλοί χριστιανοί, δεν αμφέβαλλε πως θα
+τον μεταχειριζοντανε τόσο καλά, όσο στον πύργο του κυρίου βαρώνου πριν διωχτή
+για τα ωραία μάτια της δεσποινίδας Κυνεγόνδης.</p>
+
+<p>Ζήτησε ελεημοσύνη από πολλά σοβαρά προσώπατα, μα όλοι του απαντούσαν,
+πως αν εξακολουθούσε να κάμνη αυτό το επάγγελμα, θα τον κλείνανε σε κανένα
+σωφρονιστήριο για να μάθη να δουλεύη.</p>
+
+<p>Απευθύνθηκε κατόπι σ' έναν άνθρωπο, που μόλις είχε πάψη να μιλή μόνος
+μιαν ολόκληρη ώρα περί ευσπλαχνίας μπροστά σε μια μεγάλη σύναξη ανθρώπων.
+Ο ρήτορας αυτός, κυττάζοντάς τον λοξά, του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έρχεστε να κάμετε εδώ. Σας έφερε κανείς καλός σκοπός;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν υπάρχει διόλου αποτέλεσμα χωρίς αιτία, απάντησε με
+μετριοφροσύνη ο Αγαθούλης· όλα είναι αλληλένδετα αναγκαστικά και κανωμένα
+για τον καλύτερο σκοπό. Με διώξαν κοντά από τη Δεσποινίδα Κυνεγόνδη, πέρασα
+από ραβδισμούς και πρέπει τώρα να ζητιανεύω το ψωμί μου, όσο να μπορέσω να
+το κερδίζω. Όλ' αυτά δε μπορούσαν να συμβούν αλλιώς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε μου, του είπεν ο ρήτορας και πιστεύεις πως ο Πάπας είναι ο
+Αντίχριστος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τόχα ως τόρα ακούσει να το λένε, απάντησε ο Αγαθούλης· μα είτε
+είναι είτε δεν είναι, εγώ δεν έχω ψωμί!</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είσαι άξιος να το φας, είπεν ο άλλος: Φεύγα, κατεργάρη, άθλιε μη
+με λερώνης με την παρουσία σου.</p>
+
+<p>Η γυναίκα του ρήτορα είχε βγάλει το κεφάλι της στο παράθυρο και βλέποντας
+έναν άνθρωπο, που αμφέβαλλε πως ο Πάπας είναι ο Αντίχριστος, τούρριξε στο
+κεφάλι ένα τσουκάλι γεμάτο. . . . Ω! ουρανοί! Σε τι σημείο φτάνει ο θρησκευτικός
+ζήλος των γυναικών!</p>
+
+
+<p>Ένας άνθρωπος, που δεν είχε καθόλου βαφτισθή, ένας αγαθός αναβαφτιστής,
+ονομαζόμενος Ιάκωβος, είδε το σκληρό κι' ατιμωτικό τρόπο, που μεταχειρίστηκαν
+έναν αδερφό του, ένα ον δίπουν, άπτερον, έμψυχον. Τον επήρε σπίτι του, τον
+καθάρισε, τούδωσε ψωμί και μπύρα, του χάρισε δύο φιορίνια, θέλησε μάλιστα να
+τον μάθη να δουλεύη στο εργοστάσιό του, που έφκιανε περσικά χαλιά στην
+Ολλανδία. Ο Αγαθούλης σχεδόν προσκυνώντας τον αναφώνησε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο διδάσκαλος Παγγλώσσης τώπε πολύ σωστά πως όλα είναι άριστα σ'
+αυτό τον κόσμο, γιατί είμαι άπειρα πιο συγκινημένος, με τη δική σας υπέρτατη
+γενναιότητα παρά λυπημένος με τη σκληρότητα αυτού του κυρίου με το μαύρο
+μανδύα και της κυρίας γυναίκας του.</p>
+
+<p>Την άλλη μέρα, περιδιαβάζοντας, συνάντησε ένα ζητιάνο, γεμάτον πληγές, με
+μάτια σβυσμένα, την άκρη της μύτης φαγωμένη, το στόμα στραβωμένο, τα δόντια
+μαύρα, που μιλούσε με το λαρύγγι, βασανιζόμενος από ένα σφοδρό βήχα και που
+σε κάθε του βήξιμο φτυούσε κ' ένα δόντι.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV.<br /><br />
+Πώς ο Αγαθούλης συνάντησε τον παλιό του δάσκαλο της φιλοσοφίας, τον δόχτορα
+Παγγλώσση και τι απέγινε.</h4>
+
+<p>Ο Αγαθούλης, περισσότερο από συμπάθεια παρά από φρίκη, έδωσε σ' αυτόν
+τον τρομαχτικό ζητιάνο τα δύο φιορίνια, πούχε λάβει από τον έντιμο του
+αναβαφτιστή, τον Ιάκωβο. Το φάνταγμα τον εκύτταξε στα μάτια, δάκρυσε και
+ρίχτηκε στο λαιμό του. Ο Αγαθούλης τρομαγμένος πισωδρόμησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλίμονο! είπεν ο ένας άθλιος στον άλλον άθλιο, δεν αναγνωρίζετε
+πια τον αγαπημένο σας Παγγλώσση;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ακούω! Σεις, αγαπημένε μου διδάσκαλε! Σεις σ' αυτά τα φριχτά
+χάλια! Τι συμφορά λοιπόν σας βρήκε; Γιατί δεν είσθε πια στον ωραιότερο των
+πύργων; Τι απέγινε η δεσποινίς Κυνεγόνδη, το μαργαριτάρι των κοριτσών, το
+αριστούργημα της φύσης;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βαστώ πια, είπεν ο Παγγλώσσης.</p>
+
+<p>Ευθύς ο Αγαθούλης τον ωδήγησε στο σταύλο του Αναβαφτιστή, όπου τούδωσε
+να φάγη λιγάκι ψωμί. Κι' όταν ο Παγγλώσσης ανάλαβε,</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, τον ξαναρωτά, η Κυνεγόνδη;. . . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Απέθανε, απάντησεν ο άλλος.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης στ' άκουσμα αυτής της λέξης λιποθύμησε. Ο φίλος του τον
+ξανάφερε στις αισθήσεις του με λίγο κακό ξίδι, που βρέθηκε κατά τύχη μέσα στο
+σταύλο. Ο Αγαθούλης ξανάνοιξε τα μάτια.</p>
+
+<p>Η Κυνεγόνδη απέθανε! Α! άριστε των κόσμων πού είσαι; Κι' από τι αρρώστια
+πέθανε; Ίσως άραγε γιατί μ' είδε να με διώχνουν από τον ωραίον πύργο του κυρίου
+πατέρα της με δυνατές κλωτσές;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι! απάντησε ο Παγγλώσσης. Την ξεκοίλιασαν Βούλγαροι
+στρατιώται, αφού πρώτα την εβίασαν όσο μπορεί να συμβή αυτό σε άνθρωπο.
+Σπάσανε το κεφάλι του κυρίου βαρώνου, που θέλησε να την υπερασπισθή· την
+κυρία βαρωνέσσα την κόψανε κομματάκια κομματάκια· ο αγαπητός μου μαθητής
+έπαθε τα ίδια με την αδελφή του· όσο για τον πύργο, δεν έμεινε πείρα σε πείρα,
+ούτε αποθήκη, ούτε πρόβατο, ούτε πάπια, ούτε δένδρο. Όμως εκδικηθήκαμε καλά,
+γιατί οι Άβαροι κάμανε τα ίδια σε μια γειτονική βαρωνεία, που ανήκε σ' έναν
+Βούλγαρο ευπατρίδη. Πάνω σ' αυτή τη διήγησι, ο Αγαθούλης λιποθύμησε άλλη μια
+φορά. Μα όταν συνήλθε και είπε ό,τι έπρεπε να πη, ρώτησε για την αιτία και το
+αποτέλεσμα και για τον αποχρώντα λόγο, που κατάντησε τον Παγγλώση σε μια
+τόσο οιχτρή κατάστασι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλίμονο, είπεν ο άλλος. Είναι ο έρωτας: ο έρωτας ο παρηγορητής
+του ανθρωπίνου γένους, ο διατηρητής του κόσμου, η ψυχή όλων των όντων,
+πόχουν αισθήσεις, ο τρυφερός έρωτας!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλίμονο! είπεν ο Αγαθούλης. Τόνε γνώρισα αυτόν τον έρωτα, αυτόν
+το βασιληά των καρδιών, αυτή την ψυχή της ψυχής μας. Ποτές δε μου κόστισε
+περισσότερο απόνα φιλί και είκοσι κλωτσιές στον πισινό. Πώς μια τόσο ωραία αιτία
+μπόρεσε να προκαλέση σε σας ένα τόσο αποτρόπαιο αποτέλεσμα;</p>
+
+<p>Ο Παγγλώσσης απάντησε ως εξής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω αγαπημένε μου Αγαθούλη· έχεις γνωρίσει την Πακέττα, αυτή την
+νόστιμη ακόλουθο της σεβαστής μας βαρωνέσσας. Γεύτηκα στην αγκάλη της τις
+χαρές του παραδείσου, που μου φέραν αυτά τα δεινά της κόλασης, από τα οποία
+με βλέπετε φαγωμένον. Ήτανε η ίδια μολυσμένη κ' ίσως απέθανε απ' αυτά. Η
+Πακέττα είχε πάρει αυτό το δώρο από έναν κορδελιέρο
+(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>)
+πολύ σοφόν, ο οποίος είχε ανεύρει την πρώτη πηγή του κακού· αυτός τόχε πάρει
+από μια γρηά κόμησσα, που τόχε πάρει απόναν αξιωματικό του ιππικού, που το
+χρεωστούσε σε μια μαρκησία, που τόχε πάρει απόναν υπηρέτη, που τόχε πάρει
+από έναν ιησουίτη, ο οποίος όντας δόκιμος, τόχε πάρει απ' ευθείας από έναν
+σύντροφο του Χριστοφόρου Κολόμβου. Όσο για μένα δεν θα το δώσω σε κανένα,
+γιατί πεθαίνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω Παγγλώση, φώναξε ο Αγαθούλης, να μια παράξενη γενεαλογία! Δεν
+ήταν ο διάβολος ο πρώτος σπόρος της;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καθόλου, απάντησε ο μέγας αυτός άνθρωπος. Ήταν ένα πράγμα
+απαραίτητο στον καλύτερο των κόσμων, ένα συστατικό του αναγκαίο, γιατί αν ο
+Κολόμβος δεν άρπαζε σ' ένα νησί της Αμερικής αυτήν την αρρώστεια, που
+φαρμακώνει όλη τη γενεά, που συχνά μάλιστα την εμποδίζει ολότελα και που
+είναι, φανερά, το αντίθετο του μεγάλου σκοπού της φύσης, δε θάχαμε ούτε τη
+σοκολάτα ούτε την κοκκινόμπογια της κοχενίλλης. Πρέπει ακόμα να
+παρατηρήσομε, πως ίσαμε σήμερα, αυτή η αρρώστεια είναι ξεχωριστά της δικής
+μας ηπείρου, όπως οι θεολογικοί καυγάδες. Οι Τούρκοι, οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι
+Κινέζοι, οι Σιαμαίοι, οι Γιαπωνέζοι δεν την γνωρίζουν ακόμα· αλλ' υπάρχει αποχρών
+λόγος να τη γνωρίσουν κι' αυτοί σε μερικούς αιώνες. Στο αναμεταξύ έκαμε
+θαυμαστή πρόοδο αναμεταξύ μας και πιο πολύ σ' αυτούς τους μεγάλους στρατούς,
+που αποτελούνται από μισθοφόρους, οι οποίοι αποφασίζουν για την τύχη των
+Κρατών. Μπορούμε να βεβαιώσομε, πως, όταν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι
+πολεμούν ταχτική μάχη ενάντια σε δυνάμεις ισάριθμες, υπάρχουν περίπου είκοσι
+χιλιάδες σιφιλιδικοί από κάθε μέρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ιδού τι είναι αξιοθαύμαστο, είπεν ο Αγαθούλης. Αλλά πρέπει να σε
+γιατρέψομε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πώς μπορώ; είπε ο Παγγλώσσης. Δεν έχω πεντάρα, φίλε μου, και
+σ' όλη την έχταση αυτής της σφαίρας δε μπορεί κανείς ούτε αφαίμαξη να κάνη
+ούτε μια πλύση, χωρίς να πληρώση κανείς άλλος γι' αυτόν.</p>
+
+<p>Αυτός ο τελευταίος λόγος έκαμε τον Αγαθούλη να πάρη μιαν απόφαση.</p>
+
+<p>Πήγε κ' έπεσε στα πόδια του εκλεκτικού αναβαφτιστή Ιακώβου και του
+ζωγράφισε τόσο συγκινητικά τα χάλια, στα οποία είχε καταντήσει ο φίλος του,
+ώστε ο αγαθός άνθρωπος δε δίστασε να συντρέξη τον δόχτορα Παγγλώσση. Και τον
+εγιάτρεψε μ' έξοδά του. Ο Παγγλώσσης κατά τη θεραπεία έχασε μόνο τόνα μάτι
+και τον' αυτί. Έγραφε καλά κ' ήξερε τέλεια την αριθμητική. Ο αναβαφτιστής
+Ιάκωβος τον έκαμε λογιστή του. Μετά από δυο μήνες βρέθηκε στην ανάγκη να πάη
+στη Λισσαβώνα για υποθέσεις του εμπορικές και πήρε μέσα στο πλοίο του τους
+δυο φιλοσόφους. Ο Παγγλώσσης του εξήγησε, πως όλα ήταν όσο δεν μπορούσε
+καλύτερα. Ο Ιάκωβος δεν είχε την ίδια γνώμη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρέπει, έλεγεν, οι άνθρωποι νάχουν διαφθείρη τη φύση, γιατί δεν
+γεννήθηκαν λύκοι κ' έγειναν λύκοι. Ο Θεός δεν τους έδωσε ούτε κανόνια των
+εικοσιτεσσάρων, ούτε μπαγιοννέτες, κ' έφκιασαν μπαγιονέτες και κανόνια για να
+αλληλοσκοτώνονται. Θα μπορούσα να λογαριάσω ακόμα τις χρεωκοπίες και τη
+Δικαιοσύνη, που κατάσχει τις περιουσίες των χρεωκόπων για να κλέψη τους
+δανειστές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλ' αυτά ήσαν απαραίτητα, απαντούσε ο μονόφθαλμος δόχτορας, και
+οι ατομικές δυστυχίες κάμνουν την καθολική ευτυχία· σε τρόπο, που όσο υπάρχουν
+περισσότερες ατομικές δυστυχίες, τόσο περισσότερο το σύνολο είναι
+καλύτερα.</p>
+
+<p>Ενώ συζητούσαν ο ουρανός σκοτείνιασε, οι άνεμοι φύσηξαν από τα τέσσερα
+σημεία τουρανού και το καράβι τόπιασε η τρομερώτερη τρικυμία μπροστά στο
+λιμάνι της Λισσαβώνας.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ V.<br /><br />
+
+Τρικυμία, ναυάγιο, σεισμός και τι απέγινε ο δόχτορας Παγγλώσσης, ο Αγαθούλης
+και ο αναβαφτιστής Ιάκωβος.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Οι μισοί επιβάτες άρρωστοι, ξεψυχώντας απ' αυτές τις ανυπόφορες αγωνίες, που
+το κούνημα του καραβιού προξενεί στα νεύρα και σ' όλα τα υγρά του σώματος,
+που ταράζονται σε αντίθετες διευθύνσεις, δεν είχαν ούτε καν τη δύναμη ν'
+ανησυχήσουν για τον κίνδυνο. Οι άλλοι μισοί ξεφωνούσαν και προσευχόντανε. Τα
+πανιά ήτανε σκισμένα, τα κατάρτια σπασμένα, το καράβι ανοιγμένο. Σάλευε όποιος
+μπορούσε, κανείς δε συνενοούτανε, κανένας δεν κυβερνούσε. Ο αναβαπτιστής
+βοηθούσε λιγάκι στην κυβέρνησι του καραβιού· ήτανε πάνω στη γέφυρα: ένας
+ναύτης θυμωμένος τόνε χτυπά απότομα και τον ξαπλώνει στα σανίδια: Αλλ' από το
+χτύπημα, που τούδωσε, τινάχτηκε κι' ο ίδιος τόσο δυνατά, πούπεσε έξω από το
+καράβι με το κεφάλι κάτω. Έμενε κει κρεμασμένος και γαντζωμένος από ένα
+κομμάτι σπασμένου καταρτιού. Ο αγαθός Ιάκωβος τρέχει να τον βοηθήση, τον
+βαστάει να ξανανέβη, αλλ' από την προσπάθεια, που κάμνει, γλυστράει και πέφτει
+στη θάλασσα μπροστά στα μάτια του ναύτη, που τον αφήνει να χαθή χωρίς να
+γυρίση να τον ιδή. Ο Αγαθούλης πλησιάζει, βλέπει τον ευεργέτη του που
+ξαναφαίνεται μια στιγμή και που βυθίζεται για πάντα. Θέλει να ριχτή στη θαλασσα·
+ο φιλόσοφος Παγγλώσσης τον εμποδίζει, αποδείχνωντάς του, πως ο κόρφος της
+Λισσαβώνας κατασκευάσθηκε επίτηδες για να πνιγή σ' αυτόν ο αναβαφτιστής. Ενώ
+το απόδειχνε 2a priori, το καράβι ανοίγει στη μέση κι' όλοι χάνονται εξόν από τον
+Παγγλώσση, τον Αγαθούλη και αυτόν τον βάναυσο ναύτη, πούχε πνίξη τον ενάρετο
+αναβαφτιστή· ο κατεργάρης κολύμπησε πετιχυμένα ως την παραλία όπου ο
+Παγγλώσσης και ο Αγαθούλης είχαν φτάσει πάνω σε μια σανίδα.</p>
+
+<p>Όταν συνήλθαν λιγάκι βάδισαν προς τη Λισσαβώνα· τους έμειναν ολίγα
+χρήματα, με τα οποία έλπιζαν να γλυτώσουν από την πείνα, αφού γλύτωσαν από
+την τρικυμία.</p>
+
+<p>Μόλις επάτησαν το πόδι τους στην πόλη, κλαίοντας το θάνατο του ευεργέτη
+τους, και νοιώθουν να τρέμει η γης κάτου από τα πόδια τους. Η θάλασσα υψώνεται
+βράζοντας μέσα στο λιμάνι και σπάζει τα αγκυροβολημένα καΐκια. Φλογοστρόβιλοι
+με στάχτες σκεπάζουν τους δρόμους και τις δημόσιες πλατείες. Τα σπίτια
+γκρεμίζονται, οι στέγες αναποδογυρίζονται πάνω στα θεμέλια, τα θεμέλια
+σκορπίζονται. Τριάντα χιλιάδες κάτοικοι κάθε ηλικίας και κάθε γένους πλακωθήκαν
+κάτου από τα ερείπια. Ο ναύτης έλεγε σφυρίζοντας και βλασφημώντας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάτι θα βγάλουμε δω πέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος είναι ο αποχρών λόγος αυτού του φαινομένου; έλεγεν ο
+Παγγλώσσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! η τελευταία μέρα του κόσμου, φώναξε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Ο ναύτης τρέχει αβάσταχτος μέσα στα χαλάσματα, αντιμετωπίζει το θάνατο για
+ναύρη χρήματα, βρίσκει, τα παίρνει, μεθά, κι' αφού κοιμήθηκε για να χωνέψει το
+κρασί, αγοράζει την εύνοια της πρώτης καλόβολης κοπέλλας, που συναντά πάνω
+στα ερείπια των γκρεμισμένων σπιτιών κι' ανάμεσα στους πεθαμένους και σ'
+αυτούς που ξεψυχούσαν. Ο Παγγλώσσης ωστόσο τόνε τραβούσε από το
+μανίκι:</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε μου, τούλεγε, αυτό δεν είναι σωστό. Παραβαίνετε την
+παγκόσμια λογική, ξοδεύετε άσκημα τον καιρό σας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξεροκέφαλο, του απάντησε ο άλλος· είμαι ναύτης γεννημένος στην
+Παλαβία· πάτησα τέσσερις φορές πάνω στον εσταυρωμένο σε τέσσερά μου
+ταξείδια στην Ιαπωνία· βρήκες τον άνθρωπό σου με την παγκόσμιά σου
+λογική!</p>
+
+<p>Μερικά κομμάτια πέτρας πλήγωσαν τον Αγαθούλη· που ξαπλωμένος στο δρόμο
+και σκεπασμένος από χαλάσματα, έλεγε στον Παγγλώσση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλίμονο! βρε μου λιγάκι κρασί και λάδι· πεθαίνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτός ο σεισμός δεν είναι κάτι νέο, απάντησε ο Παγγλώσσης. Η πόλη
+της Λίμας δοκίμασε τα ίδια τινάγματα πέρσυ στην Αμερική. Ίδιες αιτίες, ίδια
+αποτελέσματα. Υπάρχει ασφαλώς ένα μακρύ στρώμα θειάφι κάτου από τη γης από
+τη Λίμα ως τη Λισσαβώνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε δεν είναι πιθανώτερο απ' αυτό. Όμως, για το θεό, λίγο λάδι
+και κρασί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς πιθανό; απάντησε ο φιλόσοφος. Υποστηρίζω, πως το πράγμα
+είναι αποδειγμένο</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης έχασε τις αισθήσεις του κι' ο Παγγλώσσης τούφερε λιγάκι νερό
+από μια γειτονική βρύση.</p>
+
+<p>Την άλλη μέρα, αφού βρήκαν μερικά φαγώσιμα, γλυστρώντας ανάμεσα στα
+χαλάσματα, αναστήλωσαν λιγάκι τις δυνάμεις των. Έπειτα βοηθήσανε μαζί με τους
+άλλους στο φρόντισμα εκείνων, που γλύτωσαν από το θάνατο. Μερικοί κάτοικοι,
+που τους είχαν βοηθήση, τους δώσαν ένα τόσο ωραίο δείπνο, όσο είναι δυνατό
+μέσα σε τέτοια καταστροφή. Είναι αλήθεια, πως ήτανε λιγάκι θλιβερό· γιατί οι
+συμπότες βρέχαν το ψωμί τους με δάκρυα. Αλλ' ο Παγγλώσσης τους παρηγόρησε,
+βεβαιώνοντάς τους, πως τα πράγματα δε μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Γιατί έλεγε,
+όλ' αυτά είναι όσο μπορούνε καλύτερα· γιατί αν υπάρχη ένα ηφαίστειο στη
+Λισσαβώνα, αυτό δε μπορούσε νάναι αλλού γιατί είναι αδύνατο τα πράγματα να
+μην είναι κει που είναι· γιατί όλα είναι καλά.</p>
+
+<p>Ένας κοντός άνθρωπος, μαύρος, που σχετιζότανε με την Ιερή Εξέταση,
+καθισμένος πλάι του, έλαβε ευγενικά το λόγο και είπε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι φανερό, πως ο κύριος δεν πιστεύει στο προπατορικό αμάρτημα·
+γιατί αν όλα είναι άριστα, τότε δεν υπάρχει ούτε αμάρτημα ούτε τιμωρία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ζητώ πολύ ταπεινά συγγνώμη από την εξοχότητά σας, απάντησε ο
+Παγγλώσσης πολύ ευγενικώτερα. Η πτώση του ανθρώπου και η κατάρα του Θεού
+μπαίνουν αναγκαστικά μέσα στον άριστο των κόσμων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο κύριος δεν πιστεύει λοιπόν στην ελευθερία; είπε ο μαύρος
+άνθρωπος</p>
+
+<p>&nbsp;— Η εξοχότητά σας θα με συγχωρήση, είπε ο Παγγλώσσης. Η ελευθερία
+μπορεί να συνυπάρχη με την απόλυτη αναγκαιότητα, γιατί ήτανε αναγκαίο
+νάμαστε ελεύθεροι. Γιατί επί τέλους η ετεραρχική θέλησις, . . .</p>
+
+<p>Ο Παγγλώσσης δεν πρόφθασε να τελειώση τη φράση, όταν ο μαύρος άνθρωπος
+έκαμε ένα σημάδι στον ακόλουθό του, που του σερβίριζε κρασί του Πορτό ή του
+Οπόρτο.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI.<br /><br />
+Πώς έκαμαν ένα ωραίο άουτο-ντα-φε για να σταματήσουν οι σεισμοί και πώς ο
+Αγαθούλης εμαστιγώθηκε</h4>
+
+<p>
+<br />
+Μετά το σεισμό, πούχε γκρεμίσει τα τρία τέταρτα της Λισσαβώνας, οι σοφοί του
+τόπου δεν μπόρεσαν να βρουν άλλο μέσο πιο αποτελεσματικό για να προλάβουν
+την τέλεια καταστροφή από το να δώσουν στο λαό ένα ωραίο άουτο-ντα-φε. Είχεν
+αποφασισθή από το Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρας, πως το θέαμα μερικών
+ανθρώπων ψημένων με σιγανή φωτιά σε μεγάλη επίσημη τελετή, είναι ένα
+αλάνθαστο μυστικό για να εμποδίσουν τη γης να τρέμη.</p>
+
+<p>Πιάσαν λοιπόν έναν Βισκαϊανό, γιατί είχε παντρεφτή τη νουνά του και δυο
+Πορτογάλους, οι οποίοι τρώγοντας ένα κοτόπουλο, πέταξαν το λαρδί του. Προ
+μικρού είχαν δέσει, μετά το δείπνο, τον δόχτορα Παγγλώσση και τον μαθητή του
+τον αφελή, τον ένα γιατί μίλησε και τον άλλο γιατί άκουσε με ύφος επιδοκιμαστικό.
+Και τους δυο τους βάλανε χωριστά μέσα σε κάτι διαμερίσματα υπέροχης
+δροσερότητος, μέσα στα οποία ποτέ κανείς δεν μπορούσε να ενοχληθή από τον
+ήλιο.</p>
+
+<p>Μετά οχτώ μέρες τους ντύσανε και τους δυο με ένα κίτρινο ράσο και στόλισαν
+το κεφάλι τους με μια μίτρα από καρτόνι: η μίτρα και το ράσο του Αγαθούλη είχε
+ζωγραφισμένες φλόγες ανάποδες και διαβόλους χωρίς ουρά και νύχια· οι διάβολοι
+όμως του Παγγλώση είχαν και ουρά και νύχια και οι φλόγες ήσαν όρθιες. Εβάδισαν,
+έτσι ντυμένοι σα σε λιτανεία κι άκουσαν ένα λόγο πολύ παθητικό, ακολουθημένον
+από μιαν ωραία ψαλμουδιά με ίσα.</p>
+
+<p>Ενώ ετραγουδούσαν μαστίγωναν τον Αγαθούλη στον πισινό με ρυθμό· το
+Βισκαϊανό και τους δύο Πορτογάλους, που δε θελήσανε να φάνε λίπος, τους
+κόψανε και τον Παγγλώση τον κρεμάσανε, αν και αυτό δεν ήτανε συνήθεια. Την
+ίδια μέρα έγινε νέος σεισμός με τρομαχτικούς κρότους.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης τρομαγμένος, απομονωμένος, απελπισμένος, όλος τρέμοντας,
+έλεγε μέσα του!</p>
+
+<p>&nbsp;— Εάν αυτός είναι ο καλύτερος των κόσμων, τότε τι είναι οι άλλοι; Πάλι
+καλά, που μόνο με μαστίγωσαν. Το ίδιο έπαθα στους Βουλγάρους. Αλλ' ω
+αγαπημένε μου Παγγλώσση! Μεγαλύτερε των φιλοσόφων, έπρεπε να σε ιδώ
+κρεμασμένον χωρίς να ξέρω γιατί! Ω αγαπημένε μου αναβαφτιστή! άριστε των
+ανθρώπων, έπρεπε να σε ιδώ να πνίγεσαι μέσα στο λιμάνι! Ω! δεσποινίδα
+Κυνεγόνδη, μαργαριτάρι των παρθένων, έπρεπε να σου έχουν σκίση την
+κοιλιά!</p>
+
+<p>Ξεκίνησε λοιπόν μόλις στεκάμενος στα πόδια του, αφού του βγάλαν λόγο, τόνε
+μαστίγωσαν του δώσαν άφεση αμαρτιών και ευλογία, όταν μια γρηά τον εζύγωσε
+και τούπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Παιδί μου, λάβε θάρρος, ακολούθα με.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII.<br /><br />
+
+Πώς μία γρηά φρόντισε για τον Αγαθούλη και πώς ξανάβρε κείνην, που
+αγαπούσε</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης δεν πήρε καθόλου θάρρος, ακολούθησε όμως τη γρηά μέσα σ' ένα
+χαμόσπιτο. Τούδωσε ένα βάζο με αλοιφή να τριφτή, τον άφησε να φάγη και να πιή·
+τούδειξε ένα κρεββατάκι αρκετά καθαρό και κοντά στο κρεββάτι ένα κοστούμι
+ρούχα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φάτε, πιέτε, κοιμηθήτε, του είπε, και η παναγία της Ατόσσας, και ο
+αφέντης μας ο Άης-Αντώνης της Πάδοβας, και ο αφέντης μας ο Άγιος Ιάκωβος της
+Κομποστέλλας ας σας προστατέψουν. Θα ξανάρθω αύριο.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης πάντα απορώντας για τα όσα είδε, όσα υπέφερε, και ακόμα
+περισσότερο για το σπλάχνος της γρηάς, θέλησε να της φιλήση το χέρι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είναι το δικό μου χέρι που πρέπει να φιλήσετε, του είπε. Θα
+ξανάρθω αύριο. Τριφτήτε με την αλοιφή, φάτε, κοιμηθήτε.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης, παρ' όλα του τα βάσανα, έφαγε και κοιμήθηκε. Το πρωί η γρηά
+τούφερε το πρόγευμά του, ξέτασε τη ράχη του, την έτριψε η ίδια με μιαν άλλη
+αλοιφή· τούφερε κατόπι να γευματίση και το βράδι ξαναγύρισε και τούφερε να
+δειπνήση. Την μεθαυριανή μέρα τούκαμε τις ίδιες περιποιήσεις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιά είστε, τη ρωτούσε πάντα ο Αγαθούλης. Ποιος σας έδωσε τόση
+κωλωσύνη; Πώς μπορώ να σας το ανταποδώσω;</p>
+
+<p>Η αγαθή γριά δεν απαντούσε τίποτε. Το βράδυ ξανάρθε χωρίς να του φέρη να
+δειπνήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελάτε μαζί μου, του λέγει και μη βγάζετε τσιμουδιά.</p>
+
+<p>Τον παίρνει από το μπράτσο και βαδίζει μαζί του στην εξοχή ως ένα τέταρτο της
+λεύγας. Φτάνουν σ' ένα σπίτι μοναχικό τριγυρισμένο από κήπους και κανάλια.</p>
+
+<p>Η γριά χτυπά μια μικρή θύρα. Ανοίγουν. Οδηγεί τον Αγαθούλη από μια σκάλα
+κρυφή σε μια χρυσή σάλλα, τον αφήνει πάνω σ' έναν καναπέ από πολύχρωμο
+μεταξόπανο, κλει την πόρτα και φεύγει. Ο Αγαθούλης νόμιζε, πως ονειρευότανε και
+του φαινόταν η όλη του προτητερινή ζωή ένα όνειρο θανατερό και η τωρινή στιγμή
+ένα όνειρο γλυκό.</p>
+
+<p>Η γριά ξαναφάνηκε σε λίγο. Κρατούσε με κόπο από το μπράτσο μια γυναίκα,
+που έτρεμε, πούχε ανάστημα μεγαλόπρεπο, κ' έλαμπε ολόκληρη μέσα σε πετράδια
+κ' ήτανε σκεπασμένη μ' έναν πέπλο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τραβήχτε αυτόν τον πέπλο, είπε η γριά στον Αγαθούλη.</p>
+
+<p>Ο νέος πλησιάζει· σηκώνει τον πέπλο με φοβισμένο χέρι. Τι στιγμή! Τι
+ξάφνισμα! Νομίζει πως βλέπει τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Τη βλέπει πραγματικά,
+ήταν η ίδια. Οι δυνάμεις του παραλυούνε, δε μπορεί να προφέρη λέξη, πέφτει στα
+πόδια της. Η Κυνεγόνδη πέφτει πάνω στον καναπέ. Η γριά τους χύνει μυρωδιές,
+αναλαβαίνουν τις αισθήσεις τους, ομιλούν: στην αρχή λένε λέξεις κομμένες,
+ερωτήσεις κι' απαντήσεις διασταυρούμενες, στενάζουνε, κλαίνε, ξωφωνίζουν. Η
+γριά τους συμβουλεύει να κάμνουν λιγώτερο θόρυβο και τους αφήνει μόνους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! Είστε σεις; της λέγει ο Αγαθούλης· ζήτε! Σας ξαναβρίσκω στην
+Πορτογαλλία! Δε σας εβίασαν λοιπόν; Δε σας ξεκοιλιάσανε, όπως με βεβαίωσε ο
+φιλόσοφος Παγγλώσσης;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, είπε η ωραία Κυναιγόνδη· αλλά δεν πεθαίνει κανείς πάντα απ'
+αυτά τα δυο δυστυχήματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλ' ο μπαμπάς σας και η μαμά σας σκοτωθήκανε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είναι πάρα πολύ αληθινό, είπε η Κυνεγόνδη κλαίοντας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' ο αδερφός σας;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον αδερφό μου τον σκοτώσαν επίσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί βρίσκεστε στην Πορτογαλλία; Και πώς μάθατε, πως ήμουνα
+κ' εγώ εδώ; Και με τι παράξενη σύμπτωση με φέρατε σ' αυτό το σπίτι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σας τα πω όλ' αυτά, απάντησε η κυρία, μα πρέπει προτύτερα να
+μου διηγηθήτε ό,τι σας συνέβη μετά απ' το αθώο εκείνο φίλημα, που μου δώσατε,
+και τις κλωτσιές που λάβατε.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης υπάκουσε με βαθύτατο σεβασμό. Και, αν και κουρασμένος, αν
+και η φωνή του ήταν αδύνατη κ' έτρεμε, αν και η ραχοκοκαλιά του πονούσε ακόμα
+λίγο, της διηγήθηκε με τον πιο απροσποίητο τρόπο ό,τι του συνέβη από τη στιγμή
+του αποχωρισμού τους. Η Κυνεγόνδη ύψωνε τα μάτια στον ουρανό. Έκλαψε για το
+θάνατο του αγαθού αναβαφτιστή Ιακώβου· και κατόπι μίλησε ως εξής στον
+Αγαθούλη, που δεν έχανε λέξη και την κατάτρωγε με τα μάτια του.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII.<br /><br />
+
+Ιστορία της Κυνεγόνδης</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ήμουνα στο κρεββάτι μου και κοιμόμουνα βαθυά, όταν ευδόκησεν ο ουρανός να
+στείλη τους Βουλγάρους στον ωραίο μας πύργο του Τούντερ- τεν-τρονκ. Σφάξανε
+τον πατέρα μου και τον αδελφό μου και κάμανε τη μητέρα μου κομματάκια. Ένας
+ψηλός βούλγαρος έξη ποδιών, βλέποντας, πως σ' αυτό το θέαμα έχασα τις
+αισθήσεις μου, άρχισε να με βιάζη. Αυτό με συνέφερε, ανάλαβα τις αισθήσεις μου,
+πάλαιψα, δάγκασα, γρατσούνισα, ήθελα να βγάλω τα μάτια αυτού του
+χοντροβούργαρου, μη ξέροντας, πως ό,τι συνέβαινε μέσα στον πύργο του πατέρα
+ήταν ένα πράγμα συνειθισμένο. Ο αγριάθρωπος μούδωσε μια μαχαιριά στο
+αριστερό μέρος της κοιλιάς, που έχω ακόμη το σημάδι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλοίμονο! Ελπίζω να το ιδώ, είπεν ο απλοϊκός Αγαθούλης,</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα το ιδήτε, είπεν η Κυνεγόνδη. Αλλ' ας εξακολουθήσομε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εξακολουθήστε, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Ξαναπήρε το νήμα της διήγησής της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τότες ένας Βούλγαρος αξιωματικός μπαίνει. Με βλέπει μέσα στα
+αίματα, αλλ' ο στρατιώτης δεν ταράζεται. Ο αξιωματικός θυμώνει για την έλλειψη
+σεβασμού, που τούδειχνε αυτός ο χτηνώδης στρατιώτης και τον σκοτώνει απάνω
+μου. Ύστερα βάζει να μ' επιδέσουν και με φέρνει αιχμάλωτο στη σκηνή του. Εκεί
+έπλενα τα λίγα πουκάμισα, που είχε, του μαγείρευα· μ' εύρισκε πολύ νόστιμη,
+πρέπει να το ομολογήσω, και δε θ' αρνηθώ, πως ήτανε κι' αυτός πολύ
+καλοφκιασμένος κ' είχε το δέρμα λευκό κ' απαλό. Αλλ' έξω απ' αυτά, λίγο πνεύμα,
+λίγη φιλοσοφία. Φαινότανε καλά, πως δεν είχε μορφωθή από τον δόχτορα
+Παγγλώση, Στο τέλος των τριών μηνών, αφού έχασε τα χρήματά του κι' αφού με
+χόρτασε, με πούλησε σ' έναν Εβραίο ονομαζόμενο δον Ισσάχαρ, που εμπορευότανε
+στην Ολλανδία και στην Πορτογαλλία και που αγαπούσε με πάθος τις γυναίκες.
+Αυτός ο Εβραίος αφοσιώθηκε πολύ σε μένα, αλλά δεν κατώρθωσε να με νικήση.
+Του αντιστάθηκα καλύτερα απ' ότι στο Βούλγαρο στρατιώτη. Ένα έντιμο πρόσωπο
+μπορεί να βιαστή μια φορά, μα η αρετή του δε χάνεται. Ο Εβραίος για να με
+δαμάση, μ' έφερε σ' αυτό το εξοχικό σπίτι, που βλέπετε. Πίστευα ως τώρα, πως δεν
+υπήρχε τίποτε στη γη τόσο ωραίο σαν τον πύργο του Τούντερ-τεν-τρονκ: είχα
+απατηθεί.</p>
+
+<p>Ο μέγας Ιεροξεταστής με παρατήρησε μια μέρα στη λειτουργία. Με κύτταξε
+πολύ με τα γυαλιά του και μου παράγγειλε, πως είχε να μου μιλήση για πολύ
+μυστικές υποθέσεις. Με ωδήγησε στο παλάτι του· του είπα την καταγωγή μου μού
+παράστησε, πόσο ήτανε κατώτερο της τάξης μου ν' ανήκω σ' έναν Ισραηλίτη.
+Πρότεινε από μέρος μου στον δον Ισσάχαρ να με παραχωρήση στο σεβασμιώτατο.
+Ο δον Ισσάχαρ, που είναι ο τραπεζίτης της αυλής κι' άνθρωπος μεγάλης υπόληψης
+δε δέχτηκε να κάμη τίποτε. Ο Ιερεξεταστής τον απείλησε μ' ένα άουτο-ντα-φε.
+Τέλος ο Εβραίος μου φοβισμένος έκλεισε μια συμφωνία κατά την οποία το σπίτι κ'
+εγώ θ' ανήκαμε και στους δυο από κοινού. Ο Εβραίος θάχε για τον εαυτό του τις
+Δευτέρες, τις Τετάρτες και τα Σάββατα και ο Ιερεξεταστής τις άλλες μέρες της
+βδομάδας. Είναι έξη μήνες τώρα, που βαστάει αυτή η σύμβαση· αλλ' όχι και χωρίς
+καυγάδες, γιατί συχνά δε μπορούνε να ορίσουν, αν η νύχτα του Σαββάτου ανήκει
+στον παλαιό η στο νέο νόμο! Όσο για μένα αντιστάθηκα ως τώρα και στους δυο·
+και νομίζω πως γι' αυτό το λόγο με αγαπούνε πάντα.</p>
+
+<p>Τέλος για ν' απομακρύνουν τη συφορά των σεισμών και για να φοβίσουν τον
+δον Ισσάχαρ, ευαρεστήθηκε ο σεβασμιώτατος Ιεροξεταστής να τελέση ένα άουτο-
+ντα-φε. Μου έκαμε την τιμή να με καλέση. Με βάλανε σε πολύ καλή θέση.
+Προσφέρανε στις κυρίες αναψυχτικά μεταξύ της λειτουργίας και της εκτέλεσης. Μ'
+έπιασε, αληθινά, φρίκη βλέποντας να καίνε αυτούς τους δυο Ιουδαίους κι' αυτό το
+χρηστό Βισκαϊανό, πούχε παντρεφτή τη νουνά του. Αλλά ποια ήταν η έκπληξή μου,
+ο τρόμος μου, η ταραχή μου, σαν είδα μέσα σ' ένα κίτρινο ράσο και κάτου από μια
+μίτρα κάποιον, που έμοιαζε του Παγγλώσση. Έτριβα τα μάτια μου, έβλεπα
+προσεχτικά, είδα να τον κρεμούν· έπεσα λιπόθυμη. Μόλις συνήρθα, είδα εσάς
+γυμνωμένον τσιτσίδι. Αυτό ήτανε το αποκορύφωμα της φρίκης, του τρόμου, του
+πόνου της απελπισίας. Θα σας πω αληθινά, πως το δέρμα σας είναι πολύ πιο λευκό
+και πιο ρόδινο από του βουλγάρου αξιωματικού. Αυτή η θέα διπλασίασε όλα τα
+αισθήματα, που με καταπιέζανε, που με κατατρώγαν. Φώναξα, θέλησα να πω:
+Σταθήτε, βάρβαροι! Μα η φωνή μου πνίγηκε και τα λόγια μου θάταν ανώφελα.
+Αφού σας μαστιγώσανε καλά: πως συμβαίνει, έλεγα, ο αγαπητός Αγαθούλης κι' ο
+σοφός Παγγλώσσης να βρίσκονται στη Λισσαβώνα, ο ένας για να φάγη εκατό
+καμουτσικιές κι' ο άλλος να κρεμαστή κατά διαταγή του σεβασμιώτατου
+Ιεροξεταστή, του οποίου είμαι η ερωμένη; Ο Παγγλώσσης λοιπόν μ' είχε πολύ
+σκληρά απατήσει, όταν μούλεγε, πως όλα είναι άριστα στον κόσμο.</p>
+
+<p>Ταραγμένη, τρομαγμένη, άλλοτες έξω φρενών κι' άλλοτε έτοιμη να πεθάνω από
+αδυναμία, είχα το κεφάλι μου γεμάτο από τη σφαγή του πατέρα μου, της μητέρας
+μου, του αδερφού μου, γεμάτο από το θράσος του βούλγαρου παλιοστρατιώτη,
+από τη μαχαιριά, που μούδωσε, από τη σκλαβιά μου, από το επάγγελμά μου της
+μαγείρισσας, από τον Βούλγαρο αξιωματικό μου, από τον άθλιό μου δον Ισσάχαρ,
+από το σιχαμερό μου Ιεροξεταστή, από το κρέμασμα του δόχτορα Παγγλώσση, από
+το μεγάλο αυτό miswerer το μουρμουριστό ενώ σας μαστιγώνανε, και προ πάντων
+από το φιλί, που σας έδωσα πίσω από το παραβάν την ημέρα, που σας είχα δει για
+τελευταία φορά. Δόξασα το θεό, που σας ξανάφερνε σε μένα ύστερ' από τόσες
+δοκιμασίες. Σύστησα στη γριά μου να σας περιποιηθή και να σας φέρη εδώ, μόλις
+θα ήτανε δυνατό. Έκαμε πολύ καλά την παραγγελία μου. Απόλαυσα την
+ανέκφραστη χαρά να σας ξαναϊδώ, να σας ακούσω, να σας μιλήσω. Πρέπει να
+πεινάτε πολύ· έχω μεγάλη όρεξη, ας αρχίσουμε από το φαγητό.</p>
+
+<p>Να τους λοιπόν καθισμένοι οι δυο τους στο τραπέζι.! Και μετά το δείπνο
+ξανακάθονται στον ωραίο καναπέ, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Ενώ ήσαν
+εκεί, ιδού φτάνει ο σινιόρ δον Ισσάχαρ, ο ένας από τους κυρίους του σπιτιού!
+Ήτανε Σάββατο. Ερχότανε να εξασκήση τα δικαιώματά του και να εκφράση το
+μεγάλο του έρωτα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX.<br /><br />
+
+Τι συνέβη στην Κυνεγόνδη, στον Αγαθούλη, στο μέγαν Ιεροξεταστή και στον
+Εβραίο.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Αυτός ο Ισσάχαρ ήταν ο πιο χολερικός Εβραίος, που υπήρξε στη φυλή του Ισραήλ
+από την εποχή της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! είπε· σκύλλε Γαλιλαίε, δε μας φτάνει ο Κύριος Ιεροξεταστής;
+Πρέπει κι' αυτός ο κανάγιας να κάμνη μαζί μου μοιρασά;</p>
+
+<p>Λέγοντας τούτα τραβά ένα μακρύ μαχαίρι, που τόχε πάντα μαζί του και
+νομίζοντας, πως ο αντίπαλος του ήταν άοπλος, ρίχνεται πάνω του. Αλλ' ο αγαθός
+μας Βεστφαλιανός είχε πάρει ένα ωραίο σπαθί από τη γριά μαζί με το κοστούμι.
+Τραβάει το σπαθί του, αν και ήταν άνθρωπος μαλακός, και σου ξαπλώνει τον
+Ισραηλίτη ξερόν πάνω στις πλάκες, στα πόδια της ωραίας Κυνεγόνδης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία Παρθένε! φώναξεν εκείνη, τι θα κάνομε τώρα; Ένας
+άνθρωπος σκοτωμένος σπίτι μου! Αν η δικαιοσύνη έρθη, ήμαστε χαμένοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εάν δεν είχαν κρεμάσει τον Παγγλώσση, είπεν ο Αγαθούλης, θα μας
+έδινε καλή συμβουλή σ' αυτή μας την απόγνωση, γιατί τανε μέγας φιλόσοφος.
+Τώρα που λείπει, ας συμβουλευτούμε τη γριά.</p>
+
+<p>Ήτανε πολύ μυαλωμένη κι άρχισε να λέγη τη γνώμη της, όταν μια άλλη θύρα
+ανοίγει. Ήτανε μια μετά τα μεσάνυχτα, άρχιζε η Κυριακή. Αυτή η μέρα ανήκε στο
+σεβασμιώτατο Ιεροξεταστή. Μπαίνει και βλέπει το μαστιγωμένον Αγαθούλη με το
+σπαθί στο χέρι, έναν σκοτωμένον χάμου, τη Κυνεγόνδη ξώφρενη και τη γριά
+δίνοντας συμβουλές.</p>
+
+<p>Ιδού τι συνέβη αυτή τη στιγμή μέσα στην ψυχή του Αγαθούλη και πώς
+σκέφτηκε: Εάν ο άγιος άνθρωπος καλέση βοήθεια, θα με κάψη ασφαλώς στη
+φωτιά και μπορεί να κάνη το ίδιο και στην Κυνεγόνδη. Μ' έχει μαστιγώσει
+ανελέητα· είναι ο αντίπαλός μου· άρχισα τώρα να σκοτώνω· δεν υπάρχει καιρός για
+δισταγμούς.</p>
+
+<p>Αυτές οι σκέψεις υπήρξαν καθαρές και γρήγορες· και δίχως να δώση καιρό στον
+Ιεροξεταστή να συνέρθη από την έκπληξή του, τον τρυπά πέρα ως πέρα και τον
+ρίχνει πλάι στον Εβραίο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να κι' άλλος, είπε η Κυνεγόνδη. Δεν υπάρχει γλυτωμός, είμαστε
+αφωρισμένοι, η τελευταία μας ώρα έφτασε. Πώς έγινε σεις, που γεννηθήκατε τόσο
+ήμερος να σκοτώνετε σε δυο λεφτά έναν Εβραίο κι' έναν επίσκοπο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραία μου Κυνεγόνδη, απάντησεν ο Αγαθούλης, όταν κανείς είναι
+ερωτευμένος, ζηλιάρης και μαστιγωμένος από τα ιεροδικεία, δε γνωρίζει πια τον
+εαυτό του!</p>
+
+<p>Τότες η γριά έλαβε το λόγο και είπε: Υπάρχουν τρία ανδαλούσια άλογα στο
+σταύλο με τις σέλλες τους και τα χάμουρά τους. Ο γενναίος Αγαθούλης ας τα
+ετοιμάση· η κυρία έχει χρυσαφικά και διαμάντια, ας ανεβούμε γρήγορα στ' άλογα,
+αν και δε μπορώ να κάτσω παρά στο ένα κωλομέρι, κι' ας το δίνομε για τα Γάδειρα.
+Κάμνει τον ωραιότερο καιρό του κόσμου κ' είναι πολύ ευχάριστο να ταξιδεύη
+κανείς με τη νυχτερινή δροσιά.</p>
+
+<p>Ευθύς ο Αγαθούλης σελλώνει τα τρία άλογα. Η Κυνεγόνδη, η γριά κι' αυτός
+κόβουν τριάντα μίλλια μονορούφι. Ενώ αυτοί απομακρυνόντανε, η Ιερά Εξέταση
+φτάνει στο σπίτι· θάβουν τον σεβασμιώτατο σε μίαν ωραία εκκλησία και ρίχνουν
+τον Ισσάχαρ στα σκουπίδια. Ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά ήσαν τώρα στη
+μικρή πόλη Αβασένα, ανάμεσα στα βουνά της Σιέρρα Μορένα και μιλούσαν ως
+εξής μέσα σε μια ταβέρνα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ.<br /><br />
+
+Σε τι άθλια χάλια ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά φτάνουνε στα Γάδειρα και
+πως μπαρκαρίζονται.</h4>
+
+<p>
+<br />
+&nbsp;— Ποιος λοιπόν μπόρεσε να μου κλέψει τις πιστόλες
+(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>)
+μου και τα διαμαντικά μου, έλεγε κλαίοντας η Κυνεγόνδη. Πού νάβρη κανείς
+Ιεροξεταστές κ' Εβραίους να του δώσουν άλλες;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλοίμονο! είπεν η γριά, υποψιάζομαι έναν αιδεσιμώτατον πατέρα
+κορδελιέρο, που κοιμήθηκε ψες στο ίδιο ξενοδοχείο μαζί μας στο Μπανταγιός. Ο
+θεός φυλάξοι να κάμω κρίση άδικη! Όμως μπήκε δυο φορές στο δωμάτιό μας κ'
+έφυγε πολύ προτήτερα από μας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλίμονο! είπεν ο Αγαθούλης. Ο καλός Παγγλώσσης μου είχε συχνά
+αποδείξει, πως τα αγαθά της γης είναι κοινά σ' όλους τους άνθρωπους και πώς
+όλοι έχουν σ' αυτά ίσα δικαιώματα. Αυτός ο κορδελιέρος θα έπρεπε, σύμφωνα μ'
+αυτή τη θεωρία, να μας αφήση με τι ν' αποτελειώσουμε το ταξίδι μας. Δε σας
+απομένει λοιπόν τίποτες, ωραία Κυνεγόνδη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ούτε ένα μαραβεντί
+(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>)
+ είπεν αυτή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ν' αποφασίσουμε; είπεν ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας πουλήσομε ένα από τα τ' άλογά μας, είπεν η γρηά. Εγώ θα κάτσω
+στα καπούλια του ζώου, πίσω από τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, αν και δε μπορώ να
+βαστιέμαι παρά στο ένα κωλομέρι, και θα φτάσομε στα Γάδειρα.</p>
+
+<p>Μέσα στο ίδιο ξενοδοχείο ήταν ένας ηγούμενος Βενεδικτίνος· αγόρασε φτηνά
+το άλογο. Ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά πέρασαν από τη Λουκένα, τη Χίλλα,
+τη Λεμπρίξα και φτάσανε τέλος στα Γάδειρα. Εκεί ετοίμαζαν ένα στόλο και
+μαζεύανε στρατό για να τιμωρήσουν τους αιδεσιμώτατους Ιησουίτες πατέρες της
+Παραγουάης, γιατί κάπιο τάγμα τους κίνησε επανάσταση εναντίο των βασιλέων της
+Ισπανίας και της Πορτογαλίας κοντά στη πόλη της Αγίας Μετάληψης. Ο Αγαθούλης,
+επειδή είχε υπηρετήσει στο βουλγαρικό στρατό, έκαμε τα βουλγαρικά γυμνάσια
+μπροστά στο στρατηγό του μικρού στρατού με τόση χάρη, σβελτωσύνη, δεξιότητα,
+περηφάνεια και λυγεράδα, που του δώσανε να διευθύνη ένα σώμα πεζικού. Να
+τονε λοιπόν αξιωματικό! Μπαρκαρίζεται με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, τη γριά, δυο
+υπηρέτες και τα δυο ανδαλούσια άλογα, που ανήκαν άλλοτες στον κύριο μέγαν
+Ιεροξεταστή της Πορτογαλλίας.</p>
+
+<p>Σ' όλο το ταξίδι μιλήσανε πολύ για τη φιλοσοφία του άτυχου Παγγλώσση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πηγαίνομε σ' άλλον κόσμο, έλεγεν ο Αγαθούλης: σ' αυτόν, χωρίς
+αμφιβολία, όλα θάναι άριστα, γιατί πρέπει να ομολογήσομε, πως μπορεί κανείς να
+κλαίη λιγάκι με ό,τι γίνεται στο δικό μας από άποψη φυσική και ηθική.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σας αγαπώ μ' όλη μου την καρδιά, έλεγε η Κυνεγόνδη· μα έχω ακόμα
+την ψυχή μου κατατρομαγμένη από ό,τι είδα κι' από ό,τι έπαθα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλα θα παν καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης· ήδη η θάλασσα αυτού
+του νέου κόσμου είναι καλύτερη από τις θάλασσες της Ευρώπης μας· είναι πιο
+γαλήνια και οι άνεμοι σταθερώτεροι. Ασφαλώς ο νέος κόσμος είναι ο καλύτερος
+των κόσμων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άμποτες! έλεγεν η Κυνεγόνδη· υπήρξα έως τώρα τόσο φριχτά
+δυστυχής στο δικό μας, ώστε η καρδιά μου σχεδόν είναι κλεισμένη στις
+ελπίδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παραπονιέστε, τους είπε η γρηά· αλοίμονο! δεν επάθατε συφορές
+σαν τις δικές μου.</p>
+
+<p>Η Κυνεγόνδη άρχισε σχεδόν να γελά κ' εύρισκε αυτή την αγαθή γυναίκα παρά
+πολύ διασκεδαστική με το να λέγη πως ήτανε πιο δυστυχισμένη από κείνην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλοίμονο! της είπε· αν δεν έχετε βιασθή από δυο βουλγάρους, αν δεν
+ελάβατε δυο μαχαιριές στην κοιλιά, αν δε σας χαλάσανε δυο πύργους σας, αν δε
+σφάξανε μπροστά στα μάτια σας δυο πατέρες, δυο μητέρες κι' αν δεν είδατε δυο
+εραστές σας μαστιγωμένους σ' ένα άουτο-ντα-φε, δε βλέπω πώς θα μπορούσατε
+να με υπερβήτε. Προσθέστε, πως γεννήθηκα βαρώνη με εβδομηνταδυό γενεές κι'
+ότι κατάντησα μαγέρισσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεσποινίς, απάντησε η γριά. Δεν ξέρετε την καταγωγή μου. Κι' αν σας
+έδειχνα τον πισινό μου, δε θα μιλούσατε, όπως μιλήσατε και θα σταματούσατε
+στην κρίση σας.</p>
+
+<p>Αυτά τα λόγια προκάλεσαν υπερβολική περιέργεια στο πνεύμα της Κυνεγόνδης
+και του Αγαθούλη. Η γριά τους μίλησε ως εξής.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI.<br /><br />
+
+Ιστορία της Γριάς</h4>
+
+<p>
+<br />
+Δεν είχα πάντα τα μάτια θαμπά και κόκκινα ολογύρω. Η μύτη του δεν άγγιζε πάντα
+το πηγούνι μου και δεν ήμουνα πάντα υπηρέτρια. Είμαι η κόρη του πάπα
+Ουρβανού Χ και της πριγκιπέσσας Παλεστρίνα. Μ' ανάθρεψαν ως τα δεκατέσσερά
+μου χρόνια μέσα σ' ένα παλάτι, που μπροστά του όλοι οι πύργοι των Γερμανών
+βαρώνων σας δε θα μπορούσανε να χρησιμέψουν ούτε για σταύλοι. Κ' ένα μου
+μονάχα φουστάνι κόστιζε περισσότερο απ' όλα τα πλούτη της Βεστφαλίας.
+Μεγάλωνα σε ομορφιά, χάρες, ταλέντα μέσα σε απολαύσεις, σεβασμούς κ'
+ελπίδες. Άρχισα να εμπνέω έρωτα. Το στήθος μου έδενε· και τι στήθος! Λευκό,
+στερεό, φκιασμένο σαν της Αφροδίτης των Μεδίκων. Και τι μάτια! τι βλέφαρα! τι
+τσίνορα μαύρα! Τι φλόγες καίγανε μέσα στις κόρες των ματιών μου και σβήνανε
+την αχτιδοβολιά των άστρων, όπως μου λέγαν οι ποιητές του τόπου. Οι γυναίκες,
+που με ντύνανε και με ξεντύνανε πέφτανε σ' έκσταση κυττάζοντάς με από μπροστά
+κι' από πίσω.</p>
+
+<p>Αρραβωνιάστηκα μ' έναν πρίγκηπα της Μάσσα-Καρράρας. Τι Πρίγκηπας! Τόσο
+ωραίος όσο κ' εγώ, καμωμένος από γλυκάδες και χάρες, λάμποντας από πνεύμα
+και καίοντας από έρωτα. Τον αγαπούσα, όπως αγαπούν για πρώτη φορά,
+ειδωλολατρικά, παράφορα, Οι γάμοι μας ετοιμαστήκαν· ήτανε μια τελετή, μια
+μεγαλοπρέπεια ανάκουστη· γιορτές αμαξάδες, όπερες-μπούφφες αδιάκοπες. Κι'
+όλη η Ιταλία μου έκαμε σοννέτα, που κανένα δεν ήτανε της προκοπής. Άγγιζα τη
+στιγμή της ευδαιμονίας μου, όταν μια γριά μαρκησία, που ήτανε πρώτα ερωμένη
+του πρίγκηπά μου, τον προσκάλεσε σπίτι της να του προσφέρη σοκολάτα· πέθανε
+σε λιγώτερο από δυο ώρες με τρομαχτικούς σπασμούς. Αλλά τούτο είναι μηδαμινό.
+Η μητέρα μου πάνω στην απελπισία της και λιγώτερο λυπημένη από μένα, θέλησε
+ν' απομακρυνθή για λίγον καιρό από έναν τόπο έτσι καταραμένο. Είχε κάπιο πολύ
+ωραίο χτήμα κοντά στη Γαέτα. Μπαρκαριστήκαμε σε μια ντόπια γαλέρα,
+κατάχρυση σαν την Άγια Τράπεζα του Άγιου Πέτρου της Ρώμης. Και να ένας
+κορσάρος από τη Σάλη χύνεται απάνω μας και μας διπλαρώνει· οι στρατιώτες μας
+αμυνθήκανε, σαν στρατιώτες του πάπα: γονάτισαν όλοι τους κλαίοντας και
+ζητώντας από τον κουρσάρο άφεση αμαρτιών, που δίνεται στους πεθαμένους.</p>
+
+<p>Αμέσως τους γδύσανε τσιτσίδι σαν μαϊμούδες, καθώς και τη μητέρα μου, τις
+κυρίες της τιμής και μένα. Είναι κάτι αξιοθαύμαστο η προσοχή με την οποία αυτοί
+οι κύριοι γδύνουν τον κόσμο. Αλλ' ότι μ' εξέπληξε περισσότερο ήτανε, που βάλανε
+σε όλους μας το δάχτυλο σ' ένα μέρος, όπου μεις δεν αφήνομε συνήθως να μας
+βάλουν άλλο τίποτε από το σερβιτσάλι. Αυτή η τελετή μου φάνηκε πολύ παράξενη:
+να πώς κρίνει κανείς όλα, όταν δεν έχει βγει από τον τόπο του. Έμαθα αμέσως, πως
+θέλανε να ιδούν, μήπως κρύψαμε κει τίποτε διαμάντια! Είναι έθιμο καθιερωμένο
+από αμνημονεύτων χρόνων μεταξύ των πολιτισμένων λαών, που διαπλέουν τις
+θάλασσες. Έμαθα, πως οι κύριοι καλόγεροι ιππότες της Μάλτας δεν το
+παραλείπουν ποτέ, όταν πιάνουνε Τούρκους και Τούρκισσες: είναι νόμος του
+διεθνούς δικαίου, που δεν παραβαίνεται ποτές.</p>
+
+<p>Δε θα σας πω, πόσο είναι σκληρό για μια νέα πριγκιπέσσα να τη φέρνουνε
+σκλάβα στο Μαρόκο μαζί με τη μητέρα της: καταλαβαίνετε καλά, τι τραβήξαμε
+μέσα στο μαροκινό καράβι! Η μητέρα μου ήτανε ακόμη αρκετά όμορφη: οι κυρίες
+της τιμής, οι καμαριέρες μας είχαν περισσότερα θέλγητρα απ' όσα μπορεί κανείς
+να βρη σ' όλη την Αφρική: όσο για μένα ήμουνα θαμπωτική, ήμουνα η ίδια
+ομορφιά, η ίδια χάρη κ' ήμουνα κορίτσι. Δεν έμεινα για πολύ. Αυτό το άνθος, που
+ήτανε φυλαγμένο για τον ωραίο πρίγκιπα της Μάσσα-Καρράρας, μου πάρθηκε από
+τον κουρσάρο καπετάνιο. Ήταν ένας απαίσιος νέγρος, που πίστευε μάλιστα, πως
+μου κάμνει μεγάλη τιμή. Ασφαλώς έπρεπε νάχουμε η κυρία Πριγκιπέσσα του
+Παλεστρίνα κ' εγώ πολύ δυνατή κράση για να βαστάξουμε σε όσα πάθαμε ίσαμε να
+φτάξουμε στο Μαρόκο. Αλλ' ας τ' αφήσομε. Είναι πράγματα τόσο συνειθισμένα,
+που δεν αξίζουνε τον κόπο να τα διηγιέται κανείς.</p>
+
+<p>Όταν εφτάσαμε, το Μαρόκο έπλεε μέσα στο αίμα. Πενήντα γιοι του σουλτάνου
+Μουλέι-Ισμαήλ είχαν πόλεμο μεταξύ τους· πενήντα εμφύλιοι πόλεμοι, μαύρων
+ενάντια σε μαύρους, μαύρων ενάντια σε μελαχροινούς, μιγάδων ενάντια σε
+μιγάδες: ήταν ένα αδιάκοπο μακελειό σ' όλη την έκταση της αυτοκρατορίας.</p>
+
+<p>Μόλις ξεμπαρκαριστήκαμε, δυο μαύροι μιας φατρίας εχθρικής με τον κορσάρο
+μας παρουσιαστήκανε να του πάρουν τη λεία του. Είμεθα μετά τα διαμάντια και το
+χρυσάφι ό,τι είχε πολυτιμότερο. Βρέθηκα μάρτυρας σε μια μάχη, που παρόμοια
+δεν έχετε στα δικά σας κλίματα της Ευρώπης. Οι βόρειοι λαοί δεν έχουν το αίμα
+τόσο αψύ. Δεν έχουν τη λύσσα για τις γυναίκες, που είναι κοινή σ' όλη την Αφρική.
+Θαρρείς, πως οι Ευρωπαίοι σας έχουν γάλα στις φλέβες τους· βιτριόλι, φλόγα
+τρέχει στις φλέβες των κατοίκων του Άτλαντος και των γειτονικών μερών.
+Πολεμήσανε με τη μανία των λιονταριών, των τίγρηδων, των φειδιών της χώρας
+τους, για το ποιος θα μας πάρη. Ένας Μαύρος άρπαξε τη μητέρα μου από το δεξί
+μπράτσο· ο υπολοχαγός του καπετάνιου μου την κρατούσε από το αριστερό· ένας
+μαύρος στρατιώτης την έπιασε από τόνα πόδι, ένας από τους κουρσάρους την
+κρατούσε από τ' άλλο. Όλες μας οι κοπέλλες βρεθήκανε σε μια στιγμή να
+τραβιόνται από τέσσερις νομάτους. Ο καπετάνιος μου μ' έκρυβε από πίσω του.
+Κρατούσε το λάζο στο χέρι και σκότωνε όποιον αντιστεκότανε στη λύσσα του.
+Τέλος είδα όλες μας τις Ιταλίδες και τη μητέρα μου σκισμένες, σφαγμένες από τα
+τέρατα, που τις διαμφισβητούσαν. Οι σκλάβοι, οι σύντροφοί μου, οι κουρσάροι
+μας, στρατιώτες, ναύτες, μαύροι μελαχροινοί, άσπροι, μιγάδες και τέλος ο
+καπετάνιος μου, όλοι σκοτωθήκανε κ' έμενα εγώ ξεψυχώντας απάνω σ' ένα σωρό
+πτώματα. Παρόμοιες σκηνές γινόντανε, καθώς όλοι ξέρουν, σε μιαν έκταση
+περισσότερη από τριακόσιες λεύγες χωρίς να ποραλείπη κανένας εκεί τις πέντε
+προσευχές κάθε μέρα, που διατάζει ο Μωάμεθ.</p>
+
+<p>Με πολύν κόπο κατώρθωσα να βγω απ' αυτό το πλήθος των ματωμένων
+πτωμάτων, που ήτανε σωρός, και σύρθηκα κάτου από μια πορτοκαλλιά στην όχθη
+ενός γειτονικού ρυακιού. Έπεσα κει από την τρομάρα την κούραση, τη φρίκη, την
+απελπισία, την πείνα. Σε λίγο οι καταβλημένες μου αισθήσεις παραδοθήκανε σ'
+έναν ύπνο, που έμοιαζε περισσότερο με λιποθυμία παρά με ανάπαυση. Ήμουνα σ'
+αυτήν την κατάσταση αδυναμίας κ' αναισθησίας και ανάμεσα ζωής και θανάτου,
+όταν ένοιωσα να με πλακώνει κάτι, που σάλευε απάνω στο σώμα μου. Άνοιξα τα
+μάτια κ' είδα έναν άνθρωπον άσπρο, που αναστέναζε κ' έλεγε ανάμεσα στα δόντια
+του. <b>Ω τι συφορά να μην έχης αρχ . . . .</b></p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ.<br /><br />
+
+Συνέχεια της Ιστορίας της γριάς.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ξαφνισμένη και χαρούμενη, που άκουσα τη γλώσσα της πατρίδας μου κι' όχι
+λιγώτερο απορώντας για τα λόγια, που μουρμούριζε αυτός ο άνθρωπος, του
+απάντησα, πως υπήρχανε μεγαλύτερες δυστυχίες απ' αυτήν που παραπονιότανε.
+Του εξήγησα σε λίγες λέξεις τις φρικαλεότητες, που είχα υποστή και ξανάπεσα
+λιπόθυμη. Μ' έφερε σ' ένα γειτονικό σπίτι, μ' έβαλε στο κρεββάτι, μούδωσε να
+φάγω, με περιποιήθηκε, με παρηγόρησε, μου έκαμε διάφορες κολακείες και μούπε
+πως δεν είδε ποτές τίποτε τόσο ωραίο σαν κ' εμένα και πως ποτέ δε λυπήθηκε
+τόσο, που έχασε αυτό, που κανείς δε μπορούσε να του το ξαναδώση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεννήθηκα στη Νεάπολη, μου είπε. Εκεί μουνουχίζουν δυο ως τρεις
+χιλιάδες παιδιά το χρόνο· τα μισά πεθαίνουνε, τα μισά κάμνουν μια φωνή
+ωραιότερη από των γυναικών κ' οι άλλοι γίνονται κυβερνήτες κρατών. Μου κάμανε
+αυτή την εγχείρηση με πολύ μεγάλη επιτυχία κ' έγινα ψάλτης, στο εκκλησάκι της
+κυρίας πριγκιπέσσας του Παλεστρίνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της μητέρας μου, έκραξα εγώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της μητέρας σας! φώναξε κλαίοντας. Πώς! Είσαστε σεις εκείνη η
+μικρούλα πριγκηπέσσα, που την ανάθρεψα ως την ηλικία των έξη χρονών και που
+φαινόταν από τότε, πως θα γινότανε τόσο ωραία, όσο είστε σεις;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι η ίδια! Η μητέρα μου τετρακόσια βήματα από δω, είναι
+κομματάκια κάτου από ένα σωρό πτώματα.</p>
+
+<p>Του διηγήθηκα, τι μας συνέβη. Μου διηγήθηκε επίσης τις περιπέτειές του κ'
+έμαθα, πως τον είχε στείλει στο σουλτάνο του Μαρόκου μια χριστιανική Δύναμη
+για να κλείση μ' αυτόν το μονάρχη συνθήκη, με την οποίαν θα του προμηθεύανε
+μπαρούτι, κανόνια, καράβια κι' αυτός θα βοηθούσε στο ξεπάτωμα του εμπορίου
+των άλλων χριστιανών. Η αποστολή μου τέλειωσε, είπε ο έντιμος ευνούχος, Θα
+μπαρκαριστώ στην Κιούτα και θα σας πάω πίσω στην Ιταλία. <b>Μα τι συφορά να
+μην έχης αρχίδ ....</b></p>
+
+<p>Τον ευχαρίστησα με δάκρυα όλο τρυφερότητα· αλλ' αντίς να με πάη στην Ιταλία
+μ' έφερε στο Αλγέριο και με πούλησε στον μπέη αυτής της χώρας. Μόλις είχα
+πουληθή, αυτή η πανούκλα, πούχε κάμει το γύρο της Αφρικής, της Ασίας, της
+Ευρώπης, έπεσε στο Αλγέριο με μανία. Έχετε δει σεισμούς· αλλά, δεσποινίς,
+πάθατε ποτές πανούκλα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποτές! απάντησε η βαρωνέσσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν την παθαίνατε, επανάλαβε η γριά, θα ομολογούσατε, πως είναι
+πολύ χειρότερη από ένα σεισμό.</p>
+
+<p>Είναι πολύ συνειθισμένη στην Αφρική· κόλλησα. Φαντασθήτε, τι κατάρα για την
+κόρη ενός πάπα, δεκαπέντε χρονών, που σε τρείς μήνες δοκίμασε τη φτώχεια, τη
+σκλαβιά, εβιάστηκε σχεδόν κάθε μέρα, είδε την μητέρα της κομμένην στα τέσσερα,
+δοκίμασε την πείνα και τον πόλεμο και να πεθαίνη πανωλική στην Αφρική! Ωστόσο
+δεν πέθανα· αλλ' ο ευνούχος μου κι' ο μπέης μου και σχεδόν όλο το σαράι
+πεθάνανε.</p>
+
+<p>Όταν οι πρώτες καταστροφές αυτής της φριχτής πανούκλας περάσανε,
+πουλήσανε τις σκλάβες του μπέη. Ένας έμπορος μ' αγόρασε και μ' έφερε στο
+Τούνεζι. Με πούλησε σ' έναν άλλον έμπορο, που με ξαναπούλησε στην Τρίπολη·
+από την Τρίπολη ξαναπουλήθηκα στην Αλεξάντρεια· από την Αλεξάντρεια στη
+Σμύρνη· από τη Σμύρνη στην Πόλη. Τέλος με πήρε ένας αγάς των γιανιτσάρων, που
+σε λίγο έλαβε διαταγή να πάη να βοηθήση το Αζόφ, που το πολιορκούσαν οι
+Ρούσσοι.</p>
+
+<p>Ο Αγάς, που ήταν άνθρωπος πολύ γαλάντης, πήρε μαζί του όλο το σαράι του
+και μας τοποθέτησε σ' ένα μικρό φρούριο απάνω στη Μαιώτιδα λίμνη, που το
+φυλάγανε δυο μαύροι ευνούχοι και είκοσι στρατιώτες. Σκοτώσανε άφθονους
+Ρούσσους, μα μας το πληρώσανε καλά: Οι γιανιτσάροι περάσανε το Αζόφ διά
+πυρός και σιδήρου χωρίς να χαριστούν ούτε σε γένος ούτε σε ηλικία. Έμεινε μόνο
+το δικό μας μικρό φρούριο. Οι εχθροί θελήσανε να μας πιάσουν με την πείνα. Οι
+είκοσι γιανιτσάροι ωρκιστήκανε να μην παραδοθούνε ποτέ. Η έσχατη πείνα στην
+οποία καταντήσανε τους ανάγκασε να φάνε τους δυο ευνούχους μας από φόβο
+μην παραβιάσουν τον όρκο τους. Μετά είκοσι μέρες αποφασίσανε να φάνε τις
+γυναίκες.</p>
+
+<p>Είχαμε κάποιον ιμάμη πολύ ευσεβή και πολύ πονόψυχο, που τους έβγαλε έναν
+ωραίο λόγο, με τον οποίον τους έπεισε να μη μας σκοτώσουν ολότελα. Κόψτε, είπε
+μονάχα ένα κωλομέρι από κάθε κυρία, θα κάμετε πολύ καλό τσιμπούσι. Αν
+χρειαστή να ξανακάνετε το ίδιο, θάχετε ακόμα άλλα τόσα κωλομέρια σε λίγες
+μέρες. Ο ουρανός θα σας αναγνωρίση αυτή τη φιλάνθρωπη πράξη και θα σας
+βοηθήση.</p>
+
+<p>Είχε μεγάλην ευγλωττία· τους έπεισε: μας κάμανε αυτή τη φρικαλέα εγχείρηση·
+ο ιμάμης μας έβαλε το ίδιο βάλσαμο, που βάζουν στα παιδιά, που σουνετίζουν:
+όλες είμαστε του θανάτου.</p>
+
+<p>Μόλις οι γιανιτσάροι είχαν τελειώσει το φαγί, που τους προμηθέψαμε, κ' οι
+Ρούσσοι φτάνουν απάνω σε ανάβαθα καΐκια. Ούτε ένας γιανίτσαρος δε γλύτωσε.
+Οι Ρώσσοι δε δώσανε καμμιά προσοχή στην κατάσταση, που βρισκόμαστε!
+Υπάρχουν παντού χειρούργοι Γάλλοι: ένας απ' αυτούς, που ήτανε πολύ ικανός, μας
+φρόντισε, μας θεράπεψε. Και θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή, πως, όταν οι πληγές
+μου κλείσανε καλά, μούκανε προτάσεις. Άλλωστε, είπε σε όλες μας να μας
+παρηγορήση. Μας βεβαίωσε, πως σε πολλές πολιορκίες το ίδιο έχει συμβή και πως
+αυτό ήτανε <b>ο νόμος του πολέμου.</b></p>
+
+<p>Όταν οι συντρόφισσες μου μπορέσανε να περπατήσουνε, τις πήγανε πεζές ως
+τη Μόσχα. Βάλανε κλήρο κ' έπεσα σ' ένα βογιάρο, που μ' έκαμε κηπουρό του, και
+μούδινε είκοσι καμουτσικιές την ημέρα. Αλλ' αυτός ο Αφέντης μετά δύο χρόνια
+καταδικάστηκε στο θάνατο του τροχού μαζί με άλλους τριάντα βογιάρους για
+κάποιαν αυλική ραδιουργία· δεν έχασα την ευκαιρία· τόσκασα· πέρασα όλη τη
+Ρουσσία· έγινα πολύν καιρό υπηρέτρια σε μια ταβέρνα της Ρίγας, κατόπι στο
+Ροστόκ, στο Βίσμαρ, στη Λειψία, στην Κάσσελ, στην Ουτρέχτη, στη Λεΰδη, στη
+Χάγη, στη Ρότερνταμ: γέρασα μέσα στην αθλιότητα και το όνειδος, έχοντας τον
+μισό μονάχα πισινό μου, θυμούμενη πάντα, πως ήμουνα κόρη ενός πάπα. Θέλησα
+εκατό φορές να σκοτωθώ, αλλ' αγαπούσα ακόμα τη ζωή. Αυτή η γελοία αδυναμία
+είναι ίσως ένα από τα πιο απαίσια μας ένστιχτα· διότι, τι υπάρχει πιο ανόητο από
+το να κουβαλούμε διαρκώς ένα βάρος, που θέλομε πάντα να το ρίξομε από πάνω
+μας; να μας κάνη φρίκη η ύπαρξη μας κι' όμως να τη διατηρούμε; τέλος να
+χαηδεύομε το φίδι, που μας τρώγει, όσο που να μας φάγη ολότελα την
+καρδιά;</p>
+
+<p>Είδα στους τόπους, που η μοίρα μ' έκαμε να περάσω, και στις ταβέρνες που
+δούλεψα, έναν άπειρο αριθμό προσώπων, που μισούσανε την ύπαρξή τους· αλλ'
+είδα μονάχα δώδεκα, που δώσανε θεληματικά τέλος στη δυστυχία τους, τρεις
+νέγρους, τέσσερις εγγλέζους, τέσσερις από τη Γενεύη κ' ένα γερμανό καθηγητή,
+ονομαζόμενο Ρόμπεκ. Στο τέλος έγινα υπηρέτρια του δον Ισσάχαρ· μ' έβαλε σε σας,
+ωραία μου δεσποινίς. Αφωσιώθηκα στη μοίρα σας κι' απασχολήθηκα περισσότερο
+για τις δικές σας δυστυχίες παρά για τις δικές μου. Δε θα σας μιλούσα μάλιστα
+ποτές για τα δεινοπαθήματά μου, αν δεν μ' είχατε πειράξει λιγάκι κι' αν δεν ήτανε
+συνήθεια, μέσα στο πλοίο, να διηγούνται οι άνθρωποι ιστορίες για να σκοτώνουν
+την ανία. Τέλος, δεσποινίς, έχω πείρα, ξέρω τον κόσμο· λάβετε την ευχαρίστηση να
+παρακαλέσετε κάθε επιβάτη να σας διηγηθή την ιστορία του κι' αν ευρεθή ένας,
+που να μην έχη συχνά καταραστή τη ζωή του, που να μην είπε συχνά μέσα του, πως
+είνε ο δυστυχέστερος των ανθρώπων, ρίξτε με στη θάλασσα με το κεφάλι
+κάτου.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII.<br /><br />
+
+Πώς ο Αγαθούλης αναγκάστηκε να χωριστή από την ωραία Κυνεγόνδη κι' από τη
+γριά.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Η ωραία Κυνεγόνδη, αφού άκουσε την ιστορία της γριάς, της έκαμε όλες τις
+φιλοφρονήσεις, που οφείλονται σ' ένα πρόσωπο της σειράς της και της αξίας της.
+Δέχτηκε την πρόταση· παρακάλεσε όλους τους επιβάτες, τον ένα μετά τον άλλο, να
+της διηγηθούνε τη ζωή τους. Ο Αγαθούλης και κείνη ομολογήσανε, πως η γριά είχε
+δίκιο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι μεγάλη ατυχία, έλεγεν ο Αγαθούλης, που ο σοφός Παγγλώσσης
+κρεμάστηκε παρά το έθιμο σ' ένα άουτο-ντα-φε. Θα μας έλεγε θαυμάσια πράγματα
+για το φυσικό και ηθικό κακό, που σκεπάζουνε τη γη και θα ένοιωθα αρκετές
+δυνάμεις για να τολμούσα να του φέρω με πολύ σεβασμό μερικές
+αντιρρήσεις.</p>
+
+<p>Ενώ καθένας διηγότανε την ιστορία του, το πλοίο προχωρούσε. Προσεγγίσανε
+στο Βουένος-Άυρες. Η Κυνεγόνδη, ο λοχαγός Αγαθούλης κ' η γριά πήγανε στον
+Κυβερνήτη Ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ Σούζα.
+Αυτός ο κύριος είχε μιαν αλαζονεία ανάλογη με τα τόσα του ονόματα. Μιλούσε
+στους ανθρώπους με την ευγενικώτερη περιφρόνηση, σηκώνοντας τη μύτη τόσο
+ψηλά, υψώνοντας τόσο ανελέητα τη φωνή του, παίρνοντας έναν τόνο τόσο
+επιβλητικό, προσποιούμενος ένα βάδισμα τόσο αγέρωχο, που όσοι τόνε
+χαιρετούσαν αισθανόντανε τη διάθεση να τονε δείρουν. Αγαπούσε τις γυναίκες
+μανιακά. Η Κυνεγόνδη του φάνηκε το ωραιότερο πράγμα, που είδε στη ζωή του. Το
+πρώτο, που έκαμε, ήτανε να ρωτήση, αν ήτανε γυναίκα του λοχαγού. Το ύφος με το
+οποίον έκαμε την ερώτηση αυτή, ανησύχησε τον Αγαθούλη. Δεν τόλμησε να πη,
+πως ήτανε γυναίκα του, γιατί πραγματικά δεν ήτανε· δεν τόλμησε να πη, πως ήταν
+αδερφή του, γιατί επίσης δεν ήτανε. Και αν και αυτό το ασήμαντο ψέμα ήταν
+κάποτε πολύ της μόδας στους παλαιούς και μπορούσε νάναι ωφέλιμο και στους
+νεώτερους, η ψυχή του ωστόσο ήτανε πολύ καθαρή, ώστε να μη προδώση την
+αλήθεια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Δεσποινίς Κυνεγόνδη, είπε πρόκειται να μου κάνη την τιμή να με
+παντρευτή και παρακαλούμε την εξοχότητά σας να ευαρεστηθή να μάς
+στεφανώση.</p>
+
+<p>Ο Δον Φερνάδος ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουόρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ
+Σούζα, στρίβοντας το μουστάκι, μειδίασε πικρά και διάταξε τον λοχαγόν Αγαθούλη
+να πάη να επιθεωρήση το λόχο του. Ο Αγαθούλης υπάκουσε. Ο κυβερνήτης έμεινε
+με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Της εξέφρασε το πάθος του, τη διαβεβαίωσε, πως
+αύριο θα την πατρευότανε ενώπιον της Εκκλησίας, ή αλλέως, όπως θα ήτανε
+ευχαριστότερο στα θέλγητρά της. Η Κυνεγόνδη του ζήτησε ένα τέταρτο της ώρας να
+συνέρθη, να συμβουλευτή τη γριά κ' αποφασίση.</p>
+
+<p>Η γριά είπε στην Κυνεγόνδη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεσποινίς· έχετε εβδομήντα δυο γενιές κι' ούτε ένα όβολο. Από σας
+εξαρτάται να γίνετε η γυναίκα του μεγαλύτερου άρχοντα της Νότιας Αμερικής, ο
+οποίος έχει ένα πολύ ωραίο μουστάκι. Μέσα σε τόσους κινδύνους δοκιμάστηκε η
+ερωτική σας πίστη· έχετε βιασθή από τους βουλγάρους, ένας Εβραίος κ' ένας
+Ιεροξεταστής απόλαυσαν τις χάρες σας. Οι δυστυχίες δίνουνε δικαιώματα.
+Ομολογώ, πως αν ήμουνα στη θέση σας, δε θάχα κανένα δισταγμό να παντρευτώ
+τον κύριο Κυβερνήτη και να κάμω πλούσιο τον κύριο λοχαγόν Αγαθούλη.</p>
+
+<p>Ενώ η γριά μιλούσε μ' όλη τη φρόνηση, που η ηλικία και η πείρα δίνουν,
+βλέπουνε να μπαίνη ένα μικρό καΐκι στο λιμάνι· έφερνε ένα δικαστή και
+αστυνόμους· να τι είχε συμβή.</p>
+
+<p>Η γρηά είχε καλά μαντέψει, πως ήταν ένας κορδελιέρος με τα φαρδομάνικα,
+πούκλεψε τα χρήματα και τα κοσμήματα της Κυνεγόνδης στην πόλη Βαλδαγιός,
+όταν φεύγανε βιαστικά με τον Αγαθούλη. Αυτός ο καλόγερος θέλησε να πουλήση
+μερικά πετράδια σ' έναν έμπορο. Ο έμπορος ταναγνώρισε, πως ήτανε του μεγάλου
+Ιεροξεταστή. Ο κορδελλιέρος, πριν τον κρεμάσουνε, μολόγησε, από πού τάχε
+κλέψει· υπέδειξε τα πρόσωπα και το δρόμο πούχανε πάρει. Η φυγή της Κυνεγόνδης
+και του Αγαθούλη έγινε πια γνωστή. Τους κυνήγησαν ως τα Γάδειρα· στείλανε,
+χωρίς να χάνουνε καιρό, ένα πλοίο κατόπι τους. Το πλοίο είχε φτάσει τώρα στο
+λιμάνι του Βουένος-Άυρες. Αμέσως διαδόθηκε η φήμη, πως ένας αλκάδης είχε
+αποβιβασθή και πως κυνηγούσανε το δολοφόνο του σεβασμιώτατου
+Αρχιεροξεταστή. Η συνετή γριά είδε αμέσως τι έπρεπε να κάμουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μπορείται να φύγετε, είπε στην Κυνεγόνδη, και δεν έχετε τίποτε να
+φοβηθήτε· δεν σκοτώσατε σεις το σεβασμιώτατο· άλλως τε ο κύριος Κυβερνήτης
+που σας αγαπά, δε θ' αφήση να σας κακομεταχειριστούν. Μείνετε.</p>
+
+<p>Τρέχει αμέσως στον Αγαθούλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φύγετε, του λέγει, ή σε μια ώρα θα σας ψήσουνε στη φωτιά. Δεν
+έχετε στιγμή να χάνετε.</p>
+
+<p>Αλλά πώς να χωριστή από την Κυνεγόνδη και πού να καταφύγη;</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV.<br /><br />
+
+Πώς δεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό οι Ιησουΐτες της Παραγουάης</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης είχε φέρει μαζί του από τα Γάδειρα έναν υπηρέτη, που όμοιοι του
+βρίσκονται πολλοί στις αχτές της Ισπανίας και στις αποικίες. Ήτανε κατά το ένα
+τέταρτο ισπανός, γιος ενός μιγάδα από το Τουκουμάν. Είχε κάνει ψάλτης,
+νεωκόρος, ναύτης, καλόγερος διανομέας, στρατιώτης, λακές. Ονομαζότανε
+Κακαμπός κι' αγαπούσε πολύ τον κύριό του, γιατί ο κύριος του ήταν υπερβολικά
+καλός άνθρωπος. Σέλλωσε όσο μπορούσε γρηγορώτερα τα δυο ανδαλούσια
+άλογα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός, κύριέ μου, ας ακολουθήσαμε τη συμβουλή της γριάς, ας
+φύγομε κι' ας τρέχομε δίχως να κυττάμε πίσω μας.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης έκλαψε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω αγαπημένη μου Κυνεγόνδη! Πρέπει να σ' εγκαταλείψω την ώρα,
+που ο κύριος Κυβερνήτης επρόκειτο να μας στεφανώση! Κυνεγόνδη, φερμένη από
+τόσο μακρυά, τι θ' απογίνης;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα γίνη ότι μπορεί, είπεν ο Κακαμπός. Οι γυναίκες δεν χάνονται
+ποτές. Ο Θεός τις φροντίζει. Δρόμο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού με πάς; Πού πάμε; Τι θα κάνουμε χωρίς την Κυνεγόνδη; έλεγεν ο
+Αγαθούλης;</p>
+
+<p>&nbsp;— Στ' όνομα του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, είπεν ο Κακαμπός,
+έως τώρα πηγαίνατε να πολεμήσετε τους Ιησουίτες· ας πάμε τώρα να
+πολεμήσουμε γι' αυτούς. Ξέρω καλά τους δρόμους, θα σας φέρω στο βασίλειό
+τους, θα καταγοητευθούν αποχτώντας ένα λοχαγό, που ξέρει τα βουλγαρικά
+γυμνάσια. Θα κάμετε τεράστια περιουσία. Όταν κανείς δεν έχει τύχη σ' ένα κόσμο,
+την βρίσκει σ' άλλονε. Είναι μεγάλη ηδονή να βλέπει κανείς και να κάμνη νέα
+πράγματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχεις λοιπόν πάει στην Παραγουάη; είπεν ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! βέβαια, είπεν ο Κακαμπός. Έκαμα επιστάτης στο κολλέγιο της
+Ανάληψης και ξέρω τη διοίκηση των λος πάδρες, όπως ξέρω τα σοκάκια των
+Γαδείρων. Είναι κάτι θαυμάσιο αυτή η διοίκηση. Το βασίλειο έχει κόρα πιότερο
+από τριακόσες λεύγες διάμετρο· είναι διαιρεμένο σε τριάντα επαρχίες. Οι λος
+πάδρες τάχουν όλα κι' ο λαός τίποτε: είναι το αριστούργημα της λογικής και της
+δικαιοσύνης. Όσο για μένα δε βρίσκω τίποτες θειότερο από τους λος πάδρες, που
+εδώ μεν πολεμούνε το βασιλέα της Ισπανίας και το βασιλέα της Πορτογαλλίας,
+αλλά στην Ευρώπη είναι μαζί τους: που σκοτώνουν εδώ τους Ισπανούς, αλλά στη
+Μαδρίτη τους αποστέλλουν στους ουρανούς. Αυτό μ' ενθουσιάζει. Προχωρούμε:
+θα γίνετε ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους. Τι ευχαρίστηση θα
+λάβουν οι λος πάδρες, όταν μάθουνε, πως τους έρχεται ένας λοχαγός, που ξέρει τα
+βουλγαρικά γυμνάσια!</p>
+
+<p>Όταν φτάσανε στα πρώτα φυλάκια, ο Κακαμπός είπε στο φρουρό, ότι ένας
+λοχαγός ζητούσε να μιλήση στον κύριο διοικητή. Πήγανε να ειδοποιήσουνε τη
+μεγάλη φρουρά. Ένας αξιωματικός Παραγουαϊάνος έτρεξε στον διοικητή να του
+μεταδώσει την είδηση. Τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό πρώτα πρώτα τους
+αφόπλισαν· τους πήρανε τα δυο τους ανδαλούσια άλογα. Έπειτα τους οδήγησαν
+ανάμεσα σε δυο σειρές στρατιώτες. Ο διοικητής στέκεται στην μιαν άκρη με τον
+τρικέρατο σκούφο στο κεφάλι, με το ράσο ανασηκωμένο, το σπαθί στο πλευρό, το
+κοντάρι στο χέρι. Έκαμε ένα σημείο· αμέσως εικοσιτέσσερις στρατιώτες
+περικυκλώνουν τους δυο ξένους. Ένας λοχίας τους λέγει, πως πρέπει να
+περιμένουνε, πως ο διοικητής δε μπορεί να τους μιλήση, πως ο αιδεσιμώτατος
+πατήρ της επαρχίας δεν επιτρέπει σε κανέναν Ισπανό ν' ανοίξη το στόμα του, παρά
+μόνο επί παρουσία του και να μείνη περισσότερο από τρεις ώρες στον τόπο.</p>
+
+<p>—Και πού είναι ο αιδεσιμώτατος πατήρ της επαρχίας; είπεν ο Κακαμπός.</p>
+
+<p>—Είναι στην παράταξη, αφού λειτούργησε, απάντησε ο λοχίας και δε μπορείτε
+να φιλήσετε τα σπιρούνια του παρά σε τρεις ώρες.</p>
+
+<p>—Αλλά, είπεν ο Κακαμπός, ο κύριος λοχαγός, που πεθαίνει της πείνας, όπως κ'
+εγώ, δεν είναι ισπανός, είναι Γερμανός. Δεν μπορούμε να γευματίσουμε
+περιμένοντας την αιδεσιμότητά του;</p>
+
+<p>Ο λοχίας έτρεξε αμέσως να μεταδώση αυτή την πληροφορία στο διοικητή.</p>
+
+<p>—Ευλογητός ο Θεός! φώναξε· αφού είναι γερμανός, μπορώ να του μιλήσω. Ας
+τον φέρουνε στη φυλλωσιά μου. Αμέσως φέρνουνε τον Αγαθούλη σ' ένα κιόσκι με
+κολόννες από πράσινο και χρυσό μάρμαρο και με καφάσια, πούχανε μέσα
+παπαγάλους, κολύβρια, φραγκόκοττες κι' όλα τα σπανιώτερα πουλιά. Ένα
+θαυμάσιο γεύμα ήτανε ετοιμασμένο μέσα σε χρυσά πιάτα· κ' ενώ οι Παραγουιανοί
+τρώγανε καλαμπόκι μέσα σε ξύλινα πινάκια στον ανοιχτό κάμπο, μέσα στη κάψα
+του ήλιου, ο αιδεσιμώτατος πατήρ διοικητής μπήκε στη φυλλωσιά.</p>
+
+<p>Ήταν ένα πολύ ωραίο παλληκάρι, με γεμάτο πρόσωπο, πολύ λευκό, πλούσιο σε
+χρώματα, με τα φρύδια καμαρωτά, το μάτι ζωηρό, το αυτί ρόδινο, τα χείλη κόκκινα,
+το ύφος περήφανο, αλλά μια περηφάνεια ούτε ισπανική ούτε ιησουιτική.
+Ξαναδώσανε τα όπλα στον Αγαθούλη και στον Κακαμπό πού τους τάχανε πάρει,
+καθώς και τα δυό ανδαλούσια άλογα. Ο Κακαμπός τους έβαλε να φάνε βρώμη
+κοντά στη φυλλωσιά, έχοντας πάντα τα μάτια του σ' αυτά από φόβο κανενός
+ξαφνικού.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης φίλησε τον ποδόγυρο του ράσου του διοικητή και κατόπι
+καθήσανε στα τραπέζι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είστε λοιπόν Γερμανός; του είπε Γερμανικά ο Ιησουίτης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, αιδεσιμώτατε πάτερ, είπεν ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Κι' ο ένας κι' ο άλλος, προσφέροντας αυτές τις λέξεις, κυτταζόντανε με μια
+υπέρτατη απορία και μια συγκίνηση, που δεν μπορούσανε να την κρύψουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' από πιο μέρος της Γερμανίας είσαστε, τούπε ο Ιησουίτης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Από τη βρωμοεπαρχία της Βεστφαλίας, είπεν ο Αγαθούλης.
+Γεννήθηκα στον πύργο του Τούντερ-τεν-τρονκ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ουρανέ! είναι δυνατόν, φώναξε ο διοικητής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θαύμα! φώναξε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είστε σεις; είπεν ο διοικητής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό δεν είναι δυνατό! είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Πέφτουνε κ' οι δυο ανάσκελα· μετά αγκαλιάζονται, χύνουνε ποταμούς
+δάκρυα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! είστε σεις λοιπόν, αιδεσιμώτατε πάτερ, ο αδερφός της ωραίας
+Κυνεγόνδης! Σεις, που σας σκοτώσανε οι Βούλγαροι! Σεις ο γυιός του κυρίου
+βαρώνου! Σεις Ιησουίτης στην Παραγουάη! Πρέπει να ομολογήσουμε πως αυτός ο
+κόσμος είναι παράξενο πράγμα! Ω! Παγγλώση! Παγγλώση! πώς θα χαιρόσουν, αν
+δεν είχες κρεμαστή!</p>
+
+<p>Ο διοικητής διάταξε να τραβηχτούν οι νέγροι σκλάβοι και οι Παραγουιανοί, που
+σερβίριζαν κρασί μέσα σε ποτήρια από ορυχτό κρύσταλλο. Ευχαρίστησε χίλιες
+φορές το Θεό και τον Άγιο Ιγνάτιο· έσφιγγε τον Αγαθούλη μέσα στην αγκαλιά του·
+τα πρόσωπά τους ήτανε λουσμένα στα δάκρυα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα ξαφνιζόσαστε πολύ περισσότερο, θα συγκινόσαστε περισσότερο
+και θα γινόσαστε πιο τρελλός από χαρά, είπε ο Αγαθούλης, αν σας έλεγα, πως η
+δεσποινίς Κυνεγόνδη, η αδερφή σας, που τη θεωρείτε ξεκοιλιασμένη, είναι όλη
+υγεία!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού;</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ κοντά, στου κυρίου Κυβερνήτη του Μπουένος Άυρες κ' ερχόμουν
+να σας πολεμήσω.</p>
+
+<p>Κάθε λέξη που λέγανε σ' αυτή τη συνδιάλεξη, πρόσθετε θαύμα στο θαύμα. Η
+ψυχή τους ολόκληρη πετούσε πάνω στη γλώσσα τους, άκουε μέσα στ' αυτιά τους
+και σπιθοβολούσε στα μάτια τους. Κι' όπως ήσαν Γερμανοί, μείνανε πολύ στο
+τραπέζι, περιμένοντας τον αιδεσιμώτατο πατέρα της επαρχίας. Κι' ο διοικητής
+μίλησε ως εξής τον αγαπημένο του Αγαθούλη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧV.<br /><br />
+
+Πώς ο Αγαθούλης σκότωσε τον αδερφό της αγαπητής του Κυνεγόνδης</h4>
+
+<p>
+<br />
+Θάχω πάντα, σ' όλη μου τη ζωή, ζωντανή στη μνήμη μου τη φριχτήν ημέρα, που
+είδα να σκοτώνουν τον πατέρα μου και τη μητέρα μου και να βιάζουνε την αδερφή
+μου. Όταν φύγανε οι Βούλγαροι, δε βρήκαμε πουθενά αυτή τη λατρευτή αδερφή·
+βάλανε σ' ένα αμάξι τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και μένα, δυο υπηρέτριες και
+τρία παιδιά σφαγμένα, για να μας πάνε να μας θάψουνε σε μια εκκλησιά
+Ιησουιτών, δύο λεύγες μακρυά από τον πύργο των προγόνων μου. Ένας Ιησουίτης
+μας έρριξε αγιασμό, τρομερά αλατισμένο· μερικές στάλες μπήκανε στα μάτια μου·
+ο πάτερ παρετήρησε, πως το βλέφαρό μου σάλεψε λιγάκι· έβαλε το χέρι του πάνω
+στην καρδιά μου και την ένοιωσε να χτυπά. Με περιποιηθήκανε και σε τρεις
+εβδομάδες δε μούμεινε σημάδι. Ξέρετε, αγαπητέ μου Αγαθούλη, πως ήμουν
+υπερβολικά ωραίος· έγινα ακόμη περισσότερο· έτσι ο αιδεσιμώτατος πατήρ
+Κρουστ, ο ηγούμενος, αισθάνθηκε για μένα την τρυφερότερη φιλία· μούδωσε το
+ένδυμα του δοκίμου· μετά λίγον καιρό με στείλανε στη Ρώμη. Ο πατήρ στρατηγός
+είχε ανάγκη να στρατολογήση νέους Γερμανούς Ιησουίτες· γιατί οι αφέντες της
+Παραγουάης δέχονται όσα μπορούνε λιγώτερο τους Ισπανούς Ιησουίτες·
+προτιμούνε τους ξένους, γιατί μπορούνε να τους διευθύνουνε καλύτερα·
+θεωρήθηκα κατάλληλος από τον αιδεσιμώτατο πατέρα στρατηγό να πάω να
+δουλέψω σ' αυτή την άμπελο. Αναχωρήσαμε ένας Πολωνός, ένας Τυρολέζος κ' εγώ.
+Με τιμήσανε, όταν έφθασα, με το αξίωμα του υποδιακόνου και του υπολοχαγού:
+είμαι σήμερα ταγματάρχης και παπάς. Θα δεχθούμε γενναία τα στρατεύματα του
+βασιλέα της Ισπανίας· σας λέω, πως θα τ' αφορίσουμε και θα τα νικήσουμε. Η Θεία
+Πρόνοια σας στέλνει εδώ να μας συντρέξετε. Μα είναι πραγματικά αληθινό, πως η
+αδελφή μου Κυνεγόνδη είναι δω κοντά, στου κυβερνήτη του Μπουένος-Άυρες;</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης του βεβαίωσε με όρκο, πως τίποτε δεν ήταν αληθινώτερο απ'
+αυτό. Τα δάκρυά τους ξαναρχίσανε να τρέχουν.</p>
+
+<p>Ο βαρώνος δεν μπορούσε να κουρασθή φιλώντας τον Αγαθούλη· τον ονόμαζε
+αδερφό του, σωτήρα του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ίσως, του είπε, θα μπορέσουμε μαζί, αγαπητέ μου Αγαθούλη, να
+μπούμε νικητές στην πόλη και να πάρουμε την αδερφή μου Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό εύχομαι κ' εγώ, είπεν ο Αγαθούλης· γιατί λογάριαζα να την
+παντρευτώ και το ελπίζω ακόμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σεις, αυθάδη! του απάντησε ο βαρώνος, θάχετε την αναίδεια να
+παντρευθήτε την αδερφή μου, πόχει εβδομήντα-δυο γενιές! Σας βρίσκω πολύ
+ξετσίπωτο να τολμάτε να μιλάτε για ένα σχέδιο τόσο θρασύ!</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης απολιθωμένος από τούτα τα λόγια, του απάντησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αίδεσιμώτατέ μου πάτερ, όλες οι γενιές του κόσμου δεν έχουνε καμιά
+σημασία. Απέσπασα την αδελφή σας από τα χέρια ενός Εβραίου κ' ενός
+Ιεροξεταστή· έχει μεγάλες υποχρεώσεις σε μένα και θέλει να με παντρευθή. Ο
+διδάσκαλος Παγγλώσσης μούπε πολλές φορές, πως οι άνθρωποι είναι ίσοι και
+ασφαλώς θα την παντρευτώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό θα το ιδούμε, κατεργάρη, του είπε ο Ιησουίτης βαρώνος του
+Τούντερ-τεν-τρόνκ και συγχρόνως τούδωσε μια δυνατή χτυπιά με το πλατύ μέρος
+του σπαθιού του πάνω στο πρόσωπο. Ο Αγαθούλης την ίδια στιγμή τραβά το δικό
+του και το μπήγει ως το μανίκι μέσα στην κοιλιά του βαρώνου Ιησουίτη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεέ μου! είπε, σκότωσα τον παλιό μου κύριο, το φίλο μου, τον
+κουνιάδο μου! Είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και να που έχω σκοτώσει
+ως τώρα τρεις ανθρώπους· και μέσα σ' αυτούς τους τρεις οι δύο είναι
+παπάδες.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός, που φύλαγε σκοπός στην είσοδο της φυλλωσιάς έτρεξε μέσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μας μένει άλλο από το να πουλήσουμε ακριβά τη ζωή μας, τούπε ο
+αφέντης του. Θα μπούνε, χωρίς αμφιβολία, στη φυλλωσιά· πρέπει να πεθάνουμε
+με τα όπλα στο χέρι.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός πούχε δη πολλά τέτια, δεν τάχασε καθόλου. Πήρε το ράσο του
+Ιησουίτη, μα όπως του τόβγαζε, άρχισε να κλαίη. Αλλοίμονο! ό,τι φορούσε ο
+βαρώνος, το φόρεσε του Αγαθούλη, τούδοσε τον τετράγωνο σκούφο του
+σκοτωμένου και τον ανέβασε στο άλογο. Όλ' αυτά γίνανε σ' ένα λεφτό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα δρόμο! αφέντη μου· όλοι θα σας πάρουνε για Ιησουίτη, που
+πάει να δώση διαταγές· και θα περάσουμε τα σύνορα πριν μπορέσουνε να
+τρέξουνε κατόπι μας.</p>
+
+<p>Πετούσε, λέγοντας αυτά, και φώναζε ισπανικά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τόπο, τόπο στον αιδεσιμώτατο πάτερ ταγματάρχη!</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI.<br /><br />
+
+Τι συνέβη στους δυο ταξιδιώτες με δυο κορίτσια, δυο μαϊμούδες και με τους
+άγριους, που λέγονται Αυτιάδες.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης κι' ο σύντροφος του ήσαν μακρυά από τα χαρακώματα και κανένας
+δεν ήξερε ακόμα στο στρατόπεδο το θάνατο του Γερμανού Ιησουίτη. Ο άγρυπνος
+Κακαμπός είχε φροντίσει να γεμίση τη βαλίτσα του ψωμί, ζαμπόνι, σοκολάτα,
+φρούτα και μερικές μποτίλιες κρασί. Μπήκανε βαθυά με τ' ανδαλούσια τους άλογα
+σ' έναν άγνωστο τόπο, όπου δε βρήκανε κανένα δρόμο. Τέλος ένα ωραίο λειβάδι
+όλο ρυάκια παρουσιάστηκε μπροστά τους. Ο Κακαμπός προτείνει στον κύριό του
+να φάνε και του δίνει πρώτος το παράδειγμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς θέλεις, του έλεγε ο Αγαθούλης να φάγω ζαμπόνι, όταν έχω
+σκοτώσει το γυιό του κυρίου βαρώνου και βρίσκομαι καταδικασμένος να μην
+ξαναϊδώ ποτέ στη ζωή μου την ωραία Κυνεγόνδη; Τι θα μου χρησιμέψη να
+παρατείνω τις άθλιές μου μέρες, αφού είμαι αναγκασμένος να τις σέρνω μακρυά
+της όλο τύψεις κι' απελπισία; Και τι θα πη η εφημερίδα του Τρεβού;</p>
+
+<p>Μιλώντας έτσι, δεν έπαψε να τρώγει. Ο ήλιος βασίλευε. Οι δυο χαμένοι
+ταξιδιώτες ακούσανε κάποιες μικρές φωνές που μοιάζανε γυναικείες. Δεν ξέρανε,
+αν αυτές οι φωνές ήτανε χαράς ή πόνου· όμως πεταχτήκανε ορμητικά επάνω με
+την ανησυχία και τον τρόμο, που εμπνέουν όλα σ' έναν τόπο άγνωστο. Αυτά τα
+ξεφωνητά προερχόντανε από δυο κορίτσια ολόγυμνα, που τρέχανε ανάλαφρα στην
+άκρη του λειβαδιού, ενώ δυο μαϊμούδες τις κυνηγούσανε και τις δαγκάνανε τους
+πισινούς. Ο Αγαθούλης τις συμπόνεσε κι' όπως είχε μάθει να σημαδεύη καλά από
+τους Βουλγάρους, θα μπορούσε να χτυπήση φουντούκι μέσα στο θάμνο του, χωρίς
+να γγίξη τα φύλλα. Σηκώνει λοιπόν το δίκαννο του ισπανικό τουφέκι, τραβά και
+σκοτώνει τις δυο μαϊμούδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ευλογητός ο Θεός! αγαπημένε μου Κακαμπό! Έσωσα από μεγάλο
+κίνδυνο αυτά τα δυο δυστυχισμένα πλάσματα, Αν έκανα αμαρτία σκοτώνοντας
+έναν ιεροξεταστή κι' έναν Ιησουίτη, την επανώρθωσα σώζοντας τη ζωή των δυο
+κοριτσιών. Είναι, φαίνεται, κορίτσια καλής τάξης και τούτη η περιπέτεια μπορεί να
+μας δώση μεγάλα ωφελήματα σ' αυτό τον τόπο.</p>
+
+<p>Ήθελε να εξακολουθήση, μα η γλώσσα του πιάστηκε, άμα είδε τα δυο κορίτσια
+ν' αγκαλιάζουνε τρυφερά τις δυο μαϊμούδες, να ξεσπούνε σε κλάματα πάνω στα
+σώματά τους και να γεμίζουνε τον αέρα από τα πιο πονεμένα ξεφωνητά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν περίμενα τόση ψυχική αγαθότητα, είπε τέλος στον Κακαμπό, ο
+οποίος του απάντησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάνατε τώρα δα μια περίφημα δουλειά! Σκοτώσατε τους ερωμένους
+των κοριτσών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τους ερωμένους! είναι δυνατό; Με κοροϊδεύεις, Κακαμπό. Πώς να σε
+πιστέψω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός. Ξαφνιάζεστε πάντα με
+όλα. Γιατί βρίσκετε τόσο παράξενο να υπάρχουνε μερικοί τόποι, όπου οι μαϊμούδες
+δέχονται τις περιποιήσεις των γυναικών; Οι μαϊμούδες είναι τέταρτα ανθρώπων,
+όπως εγώ τέταρτο Ισπανού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλοίμονο, επανάλαβε ο Αγαθούλης, θυμούμαι, πως έχω ακούσει να
+λέη ο διδάσκαλος Παγγλώσης, ότι τον παλιό καιρό παρόμοια γεγονότα έχουνε γίνει
+και οι τέτοιες μίξεις γεννήσανε τους αιγιπάνες, τους φαύνους, τους σατύρους, που
+πολλοί μεγάλοι άντρες της αρχαιότητας τους είχανε δει. Μα τα νόμιζα όλ' αυτά
+παραμύθια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Οφείλετε τώρα να πεισθήτε, είπε ο Κακαμπός, πως είνε αλήθεια, και
+βλέπετε, πώς τη θεωρούν όσοι δε λάβανε κάποια μόρφωση. Μα ό,τι φοβούμαι
+είναι, μήπως αυτές οι κυρίες μας σκαρώσουνε καμιάν άσκημη δουλειά.</p>
+
+<p>Αυτές οι βάσιμες σκέψεις αναγκάσανε τον Αγαθούλη ν' αφήση το λειβάδι και
+να χωθή μέσα σ' ένα δάσος. Εδείπνησαν εκεί με τον Κακαμπό· κ' οι δύο τους, αφού
+καταράστηκαν τον Ιεροξεταστή της Πορτογαλλίας, τον Κυβερνήτη του Μπουένος
+Άυρες και το βαρώνο, κοιμήθηκαν πάνω στα βρύα. Όταν ξύπνησαν, νοιώσαν πως
+δεν μπορούσαν να σαλέψουν· η αιτία ήτανε, πως τη νύκτα οι Αυτιάδες, οι κάτοικοι
+του τόπου, στους οποίους οι δύο κυρίες τους είχανε καταγγείλει, τους δέσανε με
+σκοινιά από δεντρόφλουδο. Ήτανε περικυκλωμένοι από καμιά πενηνταριά
+Αυτιάδες ολόγυμνους, ωπλισμένους με βέλη, ρόπαλα και μπαλτάδες από πέτρα.
+Μερικοί βάζανε να βράσει ένα μεγάλο καζάνι' άλλοι ετοιμάζανε σούβλες κι' όλοι
+τους φωνάζανε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι Ιησουίτης! ένας Ιησουίτης! Θα εκδικηθούμε, θα κάνουμε ωραίο
+τσιμπούσι! Φάμε τον Ιησουίτη! Φάμε τον Ιησουίτη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Σας είχα πει σωστά, αγαπητέ μου κύριε, φώναξε θλιβερά ο Κακαμπός,
+πως αυτά τα δυο κορίτσια θα μας σκαρώνανε άσκημη ιστορία!</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης βλέποντας το καζάνι και τις σούβλες, φώναξε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ασφαλώς θα μας ψήσουν ή θα μας βράσουν! Α! τι θάλεγε ο
+διδάσκαλος Παγγλώσης, αν έβλεπε, πως είναι κανωμένη η καθαρή ανθρώπινη
+φύση. Όλα είναι καλά! έστω: μα ομολογώ, πως είναι πολύ σκληρό νάχω χάσει τη
+δεσποινίδα Κυνεγόνδη και να σουβλιστώ από τους Αυτιάδες.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός δεν τάχανε ποτές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μην απελπίζεστε από τίποτε, είπε στον απαρηγόρητο Αγαθούλη.
+Καταλαβαίνω λίγο τη γλώσσα αυτών των λαών· θα τους μιλήσω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μην παραλείψης, του είπε ο Αγαθούλης, να τους παραστήσης, τι
+φριχτή απανθρωπιά είναι να ψήνουνε τους ανθρώπους και πόσο είναι
+αντιχριστιανικό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριοι, είπε ο Κακαμπός, φαντάζεστε, πως θα φάτε σήμερα ένα
+Ιησουίτη; Πολύ καλά! Τίποτε δεν είναι δικαιότερο από το να μεταχειρίζεται κανείς
+έτσι τους εχθρούς του. Πραγματικά το φυσικό δίκαιο μας διδάσκει να φονεύουμε
+τον πλησίον μας κ' έτσι γίνεται σ' όλη τη γη. Εάν εμείς δεν κάμνουμε χρήση του
+φαγώματος των εχθρών μας, τούτο οφείλεται στο ότι βρίσκομε άλλη άφθονη
+τροφή. Αλλά σε σας δε συμβαίνει το ίδιο. Βέβαια αξίζει περισσότερο να τρώγη
+κανείς τους εχθρούς του παρά ν' αφήνη στα κοράκια τον καρπό της νίκης του. Αλλά
+κύριοι, δε θα θέλατε να φάτε τους φίλους σας. Νομίζετε, πως πρόκειται να
+περάσετε στη σούβλα ένα ιησουίτη κι' όμως είναι ο υπερασπιστής σας, ο εχθρός
+των εχθρών σας, που πρόκειται να ψήσετε. Εγώ έχω γεννηθή στον τόπο σας· ο
+κύριος, που βλέπετε, είναι ο αφέντης μου κι' όχι μονάχα δεν είναι ιησουίτης, μα
+έχει σκοτώσει προ ολίγου ένα ιησουίτη και του πήρε τα ρούχα. Να το λάθος σας.
+Για να βεβαιωθήτε για ό,τι σας λέγω, πάρτε το ράσο του και φέρτε το στα πρώτα
+χαρακώματα του βασιλείου των λος πάδρες. Δε θα σας χρειαστή πολύς καιρός.
+Μπορείτε πάντα να μας φάτε, αν βρήτε, πως σας είπα ψέματα. Αλλ' αν σας είπα
+την αλήθεια, γνωρίζετε πολύ καλά τις αρχές του δημοσίου δικαίου, τα έθιμα, τους
+νόμους για να μη μας κάνετε χάρη.</p>
+
+<p>Οι Αυτιάδες βρήκανε αυτή την κουβέντα πολύ λογική. Διαλέξανε δυο από τους
+καλύτερους να πάνε γρήγορα να πληροφορηθούνε την αλήθεια. Οι δυο
+απεσταλμένοι εκτελέσανε την αποστολή τους σαν φρόνιμοι άνθρωποι και γυρίσανε
+σε λίγο φέρνοντας καλά νέα. Οι Αυτιάδες λύσανε τους δύο αιχμαλώτους και τους
+κάνανε πλήθος περιποιήσεις, τους προσφέρανε κορίτσια, τους δώσανε αναψυχτικά
+και τους συνωδέψανε ως τα σύνορα του κράτους των φωνάζοντας εύθυμα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης! Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να θαυμάζη τον απελευθερωτή του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λαός! έλεγε. Τι άνθρωποι! Τι ήθη! Αν δεν είχα την τιμή να δώσω
+μια μεγάλη σπαθιά περνώντας πέρα-πέρα το κορμί του αδερφού της δεσποινίδας
+Κυνεγόνδης, θα είχα φαγωθή χωρίς άλλο. Όμως παρ' όλα αυτά η καθαρή φύση
+είναι αγαθή, αφού αυτοί εδώ οι άνθρωποι, αντί να με φάνε, μου κάνανε χίλιες
+τιμές, όταν μάθανε, πως δεν ήμουνα ιησουίτης.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII<br /><br />
+
+Ο Αγαθούλης κι ο σύντροφός τον φτάνουνε στο Ελδοράδο και τι βλέπουν
+εκεί.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Όταν φτάσανε στα σύνορα των Αυτιάδων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπετε, είπε ο Κακαμπός στον Αγαθούλη, πως αυτό εδώ το
+ημισφαίριο δεν είναι καλύτερο από τάλλο. Πιστέψετέ με, ας γυρίσουμε στην
+Ευρώπη με το συντομώτερο δρόμο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς να γυρίσουμε; είπε ο Αγαθούλης. Και που να πάμε; Αν πάω στην
+πατρίδα μου, εκεί οι Βούλγαροι και οι Άβαροι σφάζουνε τα πάντα. Αν γυρίσω στην
+Πορτογαλλία, θα με ψήσουνε. Αν μείνουμε σ' αυτόν εδώ τον τόπο, κινδυνεύουμε
+κάθε στιγμή να μας περάσουνε στη σούβλα. Αλλά πώς ν' αποφασίσω ν' αφήσω το
+μέρος του κόσμου, που η δεσποινίς Κυνεγόνδη κατοικεί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας στρίψουμε προς τη Γαϋέννα, είπεν ο Κακαμπός· θα βρούμε κει
+Γάλλους, που γυρίζουνε όλο τον κόσμο: θα μπορέσουνε να μας βοηθήσουνε. Ο
+Θεός ίσως μας λυπηθή.</p>
+
+<p>Δεν ήταν εύκολο να πάνε στη Γαϋέννα· ξέρανε καλά προς ποιο μέρος έπρεπε να
+βαδίσουν· αλλά παντού βουνά, ποτάμια, γκρεμοί, ληστές, άγριοι· υπήρχαν παντού
+τρομερά εμπόδια. Τ' άλογά τους ψοφήσανε από την κούραση· οι προμήθειές τους
+τελειώσανε, τραφήκαν ένα ολόκληρο μήνα με άγριους καρπούς και βρεθήκανε
+τέλος κοντά σ' ένα μικρό ποταμάκι, που σ' όλο του το ρέμα είχε κοκοφοίνικες· μ'
+αυτούς διατηρήσανε τη ζωή τους και τις ελπίδες τους.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός, που έδινε πάντα καλές συμβουλές σαν τη γριά, είπε στον
+Αγαθούλη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μπορούμε πια, περπατήσαμε αρκετά, βλέπω μια μικρή βάρκα στην
+όχθη, ας τη γεμίσουμε κοκοκάρυδα, ας ριχτούμε εμείς μέσα κι' ας αφεθούμε στο
+ρέμα να μας πάη· ένα ποτάμι φέρνει πάντα σε κάποιο κατοικημένο μέρος. Αν δε
+βρούμε πράγματα ευχάριστα, θα βρούμε τουλάχιστο πράγματα νέα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός! είπε ο Αγαθούλης· ας αφεθούμε στη θεία πρόνοια.</p>
+
+<p>Πλέξανε μερικές λεύγες ανάμεσα σε όχθες, άλλοτε ανθισμένες, άλλοτε χέρσες,
+άλλοτε ομαλές, άλλοτε απόκρημνες. Το ποτάμι φάρδαινε πάντα· τέλος χανότανε
+κάτου σε μια καμάρα από βράχους τρομαχτικούς, που υψωνόντανε ως τον ουρανό.
+Οι δυο ταξιδιώτες είχανε το θάρρος, να εγκαταλειφτούνε στα κύματα κάτου απ'
+αυτή την καμάρα. Το ποτάμι, στενεύοντας σ' αυτό το μέρος, τους έσερνε με μια
+φριχτή ταχύτητα. Μετά εικοσιτέσσερις ώρες ξανάειδαν την ημέρα· αλλ' η βάρκα
+τους τσακίστηκε ανάμεσα στις πέτρες· χρειάστηκε να συρθούνε από βράχο σε
+βράχο σ' ένα διάστημα μιας ολόκληρης λεύγας· τέλος ανακαλύψανε έναν απέραντο
+ορίζοντα περικλεισμένο από βουνά ασίμωτα. Ο τόπος ήτανε καλλιεργημένος κι'
+από ευχαρίστηση απλή κι' από ανάγκη· παντού το χρήσιμο ήτανε ενωμένο με το
+ευχάριστο: οι δρόμοι ήτανε γεμάτοι ή καλύτερα στολισμένοι με αμάξια από υλικό
+λαμπερό, κουβαλώντας άντρες και γυναίκες μοναδικής ομορφιάς, και που τα
+σέρνανε μεγάλα κόκκινα πρόβατα, που ξεπερνούσανε, στη γρηγοράδα τα καλύτερα
+άλογα της Ανδαλουσίας, του Ζετουάν και του Μεκινέζ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, ωστόσο, είπε ο Αγαθούλης, ένας τόπος, που αξίζει καλύτερα από
+τη Βεστφαλία. Πήδησε στη γη με τον Κακαμπό κοντά στο πρώτο χωριό που
+απαντήσανε. Μερικά παιδιά του χωριού, φορώντας χρωματιστά μεταξόρουχα
+καταξεσκισμένα, παίζανε τις αμάδες στο έμπα του χωριού. Οι δυο μας άνθρωποι
+του άλλου κόσμου διασκεδάζανε κοιτάζοντάς τα: οι αμάδες τους ήτανε πολύ
+πλατιές και στρογγυλές, κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, και λαμποκοπούσαν
+εξαιρετικά. Τους ήρθε επιθυμία να μάσουνε μερικές· ήτανε μάλαμμα, σμαράγδια,
+ρουμπίνια, που το μικρότερό τους θα μπορούσε νάναι το μεγαλύτερο στόλισμα του
+θρόνου της Μογγολίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χωρίς αμφιβολία, είπεν ο Κακαμπός, αυτά τα παιδιά, θάναι τα
+βασιλόπουλα του τόπου, που παίζουνε τις αμάδες.</p>
+
+<p>Ο δάσκαλος του χωριού παρουσιάστηκε αυτή τη στιγμή για να τα μπάση στο
+σκολειό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, είπε ο Αγαθούλης, ο παιδαγωγός της βασιλικής οικογένειας.</p>
+
+<p>Οι μικροί διαβολάκηδες πάψανε αμέσως το παιχνίδι τους αφήνοντας καταγίς
+τις αμάδες τους κι' ό,τι τους χρησίμεψε στη διασκέδασί τους. Ο Αγαθούλης τα
+μαζεύει, τρέχει στον παιδαγωγό και του τα παρουσιάζει ταπεινά, δίνοντάς του να
+καταλάβη με σημεία, ότι οι βασιλικές τους υψηλότητες είχανε λησμονήσει το
+χρυσάφι τους και τα πολύτιμα πετράδια τους. Ο δάσκαλος του χωριού
+χαμογελώντας τα πέταξε χάμω, παρατήρησε μια στιγμή το πρόσωπο του Αγαθούλη
+με πολλήν απορία κ' εξακολούθησε το δρόμο του.</p>
+
+<p>Οι ταξιδιώτες δεν παραλείψανε να μαζέψουνε χρυσάφι, ρουμπίνια και
+σμαράγδια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού είμαστε; φώναζε ο Αγαθούλης. Πρέπει τα βασιλόπουλα αυτού
+του τόπου νάναι πολύ καλά αναθρεμμένα, αφού τα μαθαίνουν να περιφρονούνε
+το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός θάμαζε σαν τον Αγαθούλη. Πλησιάσανε τέλος στο πρώτο σπίτι του
+χωριού· ήτανε χτισμένο σαν ευρωπαϊκό παλάτι. Πλήθος κόσμος σφιγγότανε στην
+πόρτα κι' ακόμα περισσότερο μέσα· μια πολύ ευχάριστη μουσική ακουότανε και
+μια ηδονική μυρωδιά κουζίνας τους έφτανε. Ο Κακαμπός πλησίασε στην πόρτα κι'
+άκουσε να μιλούνε περουβιανά· ήτανε η μητρική του γλώσσα· γιατί όλος ο κόσμος
+ξέρει, πως ο Κακαμπός είχε γεννηθή στο Τουκουάν, σ' ένα χωριό που δεν ξέρανε
+άλλη γλώσσα απ' αυτήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σας κάνω το διερμηνέα, λέγει στον Αγαθούλη. Ας μπούμε· είναι
+ταβέρνα.</p>
+
+<p>Ευθύς δυο γκαρσόνια και δυο κοπέλλες του ξενοδοχείου, ντυμένοι χρυσά
+φορέματα, με μαλλιά δεμένα με κορδέλλες, τους προσκαλούνε να κάτσουνε στο
+τραπέζι. Τους σερβίρανε τέσσερες σούπες γαρνιρισμένες καθεμία με δυο
+παπαγάλους, ένα μπούτι βραστό που ζύγιζε διακόσιες λίτρες, δυο μαϊμούδες
+ψητές εξαίσιας γεύσης, τριακόσια κολύβρια σ' ένα πιάτο και εξακόσια μυγοπούλια
+σ' ένα άλλο· επίσης ραγγού εκλεχτώτατα, γλυκίσματα νοστιμώτατα όλα μέσα σε
+πιάτα από ορυχτό κρύσταλλο. Τα γκαρσόνια κ' οι κοπέλλες του ξενοδοχείου τους
+κερνούσανε διάφορα λικέρ φκιασμένα από ζαχαροκάλαμο.</p>
+
+<p>Οι συμπότες ήσαν οι περισσότεροι έμποροι κι' αμαξάδες, όλοι τους ασύγκριτα
+ευγενικοί, που κάνανε μερικές ερωτήσεις στον Κακαμπό με την πιο μεγάλη
+διάκριση κι' απαντήσανε στις δικές τους με τρόπο ικανοποιητικό.</p>
+
+<p>Όταν τελείωσε το φαγί, ο Κακαμπός νόμισε, καθώς κι' ο Αγαθούλης, ότι
+πληρώσανε καλά το λογαριασμό τους, ρίχνοντας απάνω στο τραπέζι δύο απ' αυτά
+τα πλατιά κομμάτια του χρυσαφιού, πούχαν μαζέψει. Ο ξενοδόχος κ' η ξενοδόχα
+σπάσανε στα γέλια και βαστούσανε πολλιώρα τα πλευρά τους. Τέλος
+συνήλθανε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριοι, είπε ο ξενοδόχος, βλέπουμε καλά, πως είστε ξένοι· δεν
+είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε ξένους. Συχωρέστε μας, αν αρχίσαμε να
+γελάμε, όταν μας προσφέρατε για πληρωμή τα χαλίκια των μεγάλων μας δρόμων.
+Δεν έχετε, χωρίς αμφιβολία, χρήματα του τόπου, μα δε χρειάζονται για να φάτ'
+εδώ. Όλα τα ξενοδοχεία τα ιδρυμένα για την ευκολία του εμπορίου πληρώνονται
+από το κράτος. Δεν είσαστε τυχεροί εδώ, γιατί ναι φτωχό το χωριό, μα κάθε αλλού
+θα φιλοξενηθήτε, όπως σας αξίζει.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός εξηγούσε στον Αγαθούλη όλα τα λόγια του ξενοδόχου κι' ο
+Αγαθούλης τον άκουε με τον ίδιο θαυμασμό και το ίδιο ξάφνισμα, που ο φίλος του
+Κακαμπός του τα μετάδινε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος τόπος λοιπόν είναι αυτός, λέγανε κι' ο ένας κι' ο άλλος,
+άγνωστος απ' όλο τον άλλο κόσμο κι' όπου όλη η φύση είναι τόσο διάφορη από τη
+δική μας; Είναι πιθανώς ο τόπος όπου όλα είναι καλά: γιατί πρέπει απολύτως να
+υπάρχη ένας τέτοιος τόπος! Κι' ό,τι κι' αν είπε ο διδάσκαλος Παγγλώσης, συχνά
+παρατήρησα, πως όλα ήτανε κακά στη Βεστφαλία.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">`ΙΟ XVIII.<br /><br />
+
+Τι είδανε στη χώρα του Ελδοράδου.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Κακαμπός παράστησε στον ξενοδόχο όλη του την περιέργεια. Ο ξενοδόχος του
+είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω πολλά πράγματα, μα δεν είμαι δυσαρεστημένος. Έχουμ'
+εδώ ένα γέρο, πρώην αυλικό, που είναι ο πιο σοφός άνθρωπος του βασιλείου κι' ο
+πιο ομιλητικός! Αμέσως οδηγεί τον Κακαμπό στου γέρου. Ο Αγαθούλης έπαιζε
+τώρα το δεύτερο ρόλο κι' ακολουθούσε τον υπηρέτη του. Μπήκανε σ' ένα σπίτι
+πάρα πολύ απλό, γιατί η πόρτα ήτανε μόνο από ασήμι και τα κουφώματα των
+διαμερισμάτων μόνο από χρυσάφι, αλλά δουλεμένα με τόσο γούστο, που τα
+πλουσιώτερα κουφώματα δε μπορούνε να τους παραβγούνε. Ο αντιθάλαμος,
+αληθινά, δεν ήτανε στολισμένος παρά μόνο με ρουμπίνια και σμαράγδια, αλλ' η
+τάξη, που ήσαν όλα βαλμένα αντικαθιστούσε αρκετά αυτή την έσχατη
+απλότητα.</p>
+
+<p>Ο γέρος υποδέχτηκε τους ξένους απάνω σ' ένα σοφά που το στρώμα του ήτανε
+κανωμένο από φτερά κολυβρίων, και τους πρόσφερε λικέρ σε ποτήρια από
+διαμάντι· κατόπι ικανοποίησε την περιέργειά τους ως εξής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι εκατόν εβδομήντα δυο χρονών κι' έμαθα από το μακαρίτη
+πατέρα μου, υπασπιστή του βασιλιά, τις καταπληχτικές επαναστάσεις του Περού,
+που τις είδε με τα μάτια του. Το βασίλειο, που βρισκόμαστε, είναι η παλιά πατρίδα
+των Ινκάς, που βγήκανε απ' εδώ πολύ απερίσκεπτα για να πάνε να υποτάξουν ένα
+άλλο μέρος του κόσμου και που τέλος καταστραφήκανε από τους Ισπανούς.</p>
+
+<p>Οι πρίγκηπες της φυλής τους, που δε φύγανε από τον τόπο τους, ήσαν
+σοφώτεροι. Νομοθέτησαν με τη συγκατάθεση του έθνους κανείς κάτοικος να μη
+βγη στο μέλλον από το μικρό μας βασίλειο· κι' αυτό διατήρησε την αγνότητά μας
+και την ευτυχία μας. Οι Ισπανοί έχουνε μια συγχισμένη ιδέα για τον τόπο μας, τον
+ωνόμασαν Ελδοράδο, κ' ένας Άγγλος ονομαζόμενος ιππότης Ράλαϊχ κατώρθωσε να
+πλησιάση ως εδώ προ εκατό χρόνια. Αλλ' όπως ήμαστε περικυκλωμένοι από
+βράχους αζύγωτους κι' από γκρεμούς, σταθήκαμε έως τώρα εξασφαλισμένοι από
+την αρπαχτικότητα των λαών της Ευρώπης, που έχουνε μιαν ακατανόητη μανία για
+τα χαλίκια και τη λάσπη της γης μας και που για να τ' αποχτήσουνε, θα μας
+σκοτώνανε όλους ως τον τελευταίο.</p>
+
+<p>Η συνομιλία βάσταξε αρκετά· κουβεντιάσανε για τη μορφή του πολιτεύματος,
+τα έθιμα, τις γυναίκες, τα δημόσια θεάματα, τις τέχνες. Τέλος ο Αγαθούλης, πούχε
+πάντα κλίση προς τη μεταφυσική, ρώτησε μέσον του Κακαμπό εάν στον τόπο τους
+υπήρχε θρησκεία. Ο γέρος κοκκίνησε λιγάκι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς λοιπόν! είπε, μπορείτε ν' αμφιβάλλετε; Μήπως μας θεωρείτε
+αχάριστους;</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός ρώτησε ταπεινά ποια ήτανε η θρησκεία του Ελδοράδο. Ο γέρος
+κοκκίνησε άλλη μια φορά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως μπορεί να υπάρχουν δυο θρησκείες; είπε. Έχουμε νομίζω, τη
+θρησκεία όλων των ανθρώπων· λατρεύουμε το Θεό απ' το βράδυ ως το πρωί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λατρεύετε ένα Θεό; ρώτησε ο Κακαμπός, χρησιμεύοντας πάντα ως
+διερμηνέας των αποριών του Αγαθούλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φανερό, είπε ο γέρος, πως δεν υπάρχουνε ούτε δυο, ούτε τρεις, ούτε
+τέσσερις. Ομολογώ, πως οι άνθρωποι του κόσμου σας κάνουνε πολύ παράξενες
+ερωτήσεις.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να ρωτά το γέρο. Θέλησε να μάθη, πώς
+προσευχόντανε στο Ελδοράδο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν προσευχόμαστε καθόλου, είπε ο αγαθός και σεβάσμιος σοφός.
+Δεν έχουμε τίποτε να του ζητήσουμε, μας τάδωσε όλα, όσα μας χρειάζονται· τον
+ευχαριστούμε ακατάπαυτα.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης είχε την περιέργεια να ιδή κανένα παπά· ρώτησε πού είναι. Ο
+αγαθός γέρος χαμογέλασε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλοι μου, είπε, είμαστε όλοι παπάδες. Ο βασιλιάς κι' όλοι οι αρχηγοί
+οικογενειών ψέλνουνε ύμνους ευχαριστήριους πανηγυρικά κάθε πρωί και πέντε
+έως εξ χιλιάδες μουσικοί τους συνοδεύουνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! δεν έχετε καθόλου καλογέρους που διδάσκουνε, συζητούνε,
+κυβερνούνε, ραδιουργούνε και που ψήνουνε τους ανθρώπους, που δε
+συμφωνούνε μαζί τους;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάπρεπε νάμαστε τρελοί, είπε ο γέρος· εδώ είμαστε όλοι σύμφωνοι
+και δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε να πήτε με τους καλογέρους σας.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης σ' όλον αυτό το διάλογο στεκότανε εκστατικός κ' έλεγε μέσα
+του:</p>
+
+<p>Αυτός ο τόπος διαφέρει πολύ από τη Βεστφαλία κι' από τον πύργο του κυρίου
+βαρώνου. Αν ο δικός μας ο Παγγλώσσης έβλεπε το Ελδοράδο, δε θάλεγε πλέον πως
+ο πύργος του Τούντ-τεν-τρονκ ήτανε ό,τι καλύτερο υπήρχε πάνω στη γη· είναι
+βέβαιο, πως πρέπει κανείς να ταξιδεύη!</p>
+
+<p>Μετά απ' αυτή τη μακρυά συνομιλία, ο αγαθός γέρος διάταξε να ζέψουνε μια
+καρότσα μ' έξη πρόβατα κ' έδωσε δώδεκα υπηρέτες του στους δυο ταξιδιώτες, για
+να τους οδηγήσουνε στο Παλάτι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Συχωρέστε με, τους είπε, αν η ηλικία μου με στερεί την τιμή να σας
+συνοδέψω. Ο βασιλιάς θα σας δεχθή με τρόπο, που δε θα μείνετε δυσαρεστημένοι
+και θα παραβλέψετε τα έθιμα του τόπου, αν μερικά δε σας αρέσουν.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης και ο Κακαμπός ανεβαίνουνε στην καρότσα· τα έξι πρόβατα
+πετούσανε και σε λιγώτερο από τέσσερις ώρες φτάνουνε στο παλάτι του βασιλιά,
+που βρισκότανε σε μιαν άκρη της πρωτεύουσας. Η πύλη ήτανε διακόσια είκοσι
+πόδια ψηλή κ' εκατό πλατυά· είναι αδύνατο να εκφρασθή από τι υλικό ήτανε·
+καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόση τεράστια υπεροχή έπρεπε νάχη σχετικά μ' αυτά
+τα χαλίκια και μ' αυτήν την άμμο που τα ονομάζομε μεις χρυσάφι και πολύτιμα
+πετράδια.</p>
+
+<p>Είκοσι κοπέλλες της φρουράς υποδεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό,
+μόλις κατεβήκανε από την καρότσα, τους ωδηγήσανε στο λουτρό και τους ντύσανε
+με φορέματα κανωμένα από χνούδι κολυβριού· ύστερα οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι
+ανώτερες αξιωματικίνες του στέμματος τους ωδηγήσανε στο διαμέρισμα της
+μεγαλειότητός του, ανάμεσα σε δυο σειρές από χίλιους μουσικούς, καθεμιά
+σύμφωνα με το έθιμο. Όταν πλησιάσανε στην αίθουσα του θρόνου, ο Κακαμπός
+ρώτησε έναν ανώτερο αξιωματικό, τι έπρεπε να κάνουνε για να χαιρετήσουνε την
+μεγαλειότητά του: αν πρέπει να πέσουνε στα γόνατα ή να συρτούνε με την κοιλιά·
+αν πρέπει να βάλουνε τα χέρια στο κεφάλι ή στον πισινό· αν φιλούνε τη σκόνη της
+σάλλας: μ' ένα λόγο ποια είναι η εθιμοτυπία.</p>
+
+<p>Η συνήθεια, είπε ο ανώτερος αξιωματικός, είναι ν' αγκαλιάζουνε το βασιλιά και
+να τον φιλούνε από τα δυο μάγουλα.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πηδήσανε στα λαιμό του βασιλιά, ο οποίος τους
+δέχτηκε με τη μεγαλύτερη καλωσύνη, που μπορεί κανείς να φαντασθή και τους
+προσκάλεσε ευγενικά στο δείπνο.</p>
+
+<p>Στο αναμεταξύ τους σεργιανίσανε να ιδούν την πόλη, τα δημόσια χτίρια, ψηλά
+ως τα σύγνεφα, τις αγορές με τις χίλιες κολόννες, τις βρύσες του καθάριου νερού,
+τις βρύσες του ρόδινου νερού και των λικέρ από ζαχαροκάλαμο, που τρέχουνε
+ακατάπαυτα σε μεγάλες πλατείες, στρωμένες μ' ένα είδος πετραδιών, που
+σκορπούσανε μια μυρουδιά όμοια με του μοσκοκαρφιού και της κανέλλας. Ο
+Αγαθούλης ζήτησε να ιδή το δικαστήριο, τη βουλή. Του είπανε πως δεν υπήρχανε
+και πως δεν κάνουνε δίκες. Ρώτησε, αν υπήρχανε φυλακές, και του είπαν όχι. Ό,τι
+τον ξάφνισε περισσότερο και τον ευχαρίστησε περισσότερο, ήτανε το Μέγαρο των
+Επιστημών, μέσα στο οποίο είδε μια γαλαρία δυο χιλιάδες βήματα μάκρος, όλο
+γεμάτην από όργανα μαθηματικής και φυσικής.</p>
+
+<p>Αφού σεργιανήσανε όλο το απόγευμα σχεδόν το χιλιοστό μέρος της πολιτείας,
+τους ωδηγήσανε στο βασιλιά. Ο Αγαθούλης κάθησε στο τραπέζι ανάμεσα στη
+Μεγαλειότητά του και στον υπηρέτη του τον Κακαμπό και πλήθος κυρίες. Ποτές
+δεν έγινε λαμπρότερο γεύμα, και ποτές δεν έδειξε κανείς περισσότερο κέφι απ' όσο
+η μεγαλειότητά του. Ο Κακαμπός εξηγούσε τα καλά λόγια του βασιλιά στον
+Αγαθούλη κι' αν και μεταφρασμένα, φαινόντανε πάντα καλά λόγια. Απ' όλα, που
+θαύμασε ο Αγαθούλης, αυτό δεν ήτανε το λιγώτερο εκπληχτικό.</p>
+
+<p>Πέρασαν ένα μήνα φιλοξενούμενοι έτσι. Ο Αγαθούλης έλεγε πάντα στον
+Κακαμπό:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αλήθεια, φίλε μου, άλλη μια φορά, πως ο πύργος, που
+γεννήθηκα, δεν αξίζει τον τόπο, που βρισκόμαστε τώρα· μα επί τέλους η δεσποινίς
+Κυνεγόνδη δεν είναι εδώ κι' έχετε χωρίς αμφιβολία, κάποιαν ερωμένη στην
+Ευρώπη. Αν μείνουμε εδώ, θα είμαστε, όπως όλοι οι άλλοι· ενώ αν γυρίσουμε στον
+κόσμο μας, μονάχα μ' έξι πρόβατα φορτωμένα από τα χαλίκια του Ελδοράδου, θα
+είμαστε πιο πλούσιοι απ' όλους μαζί τους βασιλιάδες· δε θα φοβόμαστε τους
+ιεροξεταστές και θα μπορέσουμε εύκολα να ξαναπάρουμε τη δεσποινίδα
+Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>Αυτός ο λόγος άρεσε του Κακαμπό· είναι τόσο ευχάριστο να τρέχη κανείς στον
+κόσμο, νάχη υπόληψη στους συμπατριώτες του, να διηγέται με στόμφο ό,τι είδε
+στα ταξίδιά του, ώστε οι δυο ευτυχισμένοι αποφασίσανε να μην είναι πια
+ευτυχισμένοι και να ζητήσουνε την άδεια από τη μεγαλειότητά του να
+φύγουνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμνετε ανοησία, τους είπε ο βασιλιάς· ξέρω καλά, πως ο τόπος μου
+είναι ασήμαντος· μα όταν κανείς είναι βολεμένος κάπου, πρέπει να μένει. Δεν έχω
+βέβαια το δικαίωμα να κρατώ τους ξένους· αυτό είναι τυραννία που δεν υπάρχει
+ούτε στα ήθη μας ούτε στους νόμους μας· όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι:
+φύγετε, όταν θέλετε, αλλ' η έξοδος είναι πολύ δύσκολη. Είναι αδύνατο ν' ανεβήτε
+τορμητικό ποτάμι, με το οποίον ήρθατε εδώ σαν από θαύμα, και που τρέχει κάτου
+από τη καμάρα των βράχων. Τα βουνά, που περιγυρίζουνε το βασίλειό μου, έχουνε
+ύψος δέκα χιλιάδων ποδιών κι' είναι ίσα σαν τοίχοι· πιάνουνε το καθένα σε πλάτος
+περισσότερο από δέκα χιλιάδες λεύγες· δε μπορεί κανείς να κατέβη απ' αυτά παρά
+από γκρεμούς. Όμως, επειδή το θέλετε απόλυτα να φύγετε, θα δώσω διαταγή
+στους μηχανικούς να κάνουνε μια μηχανή, που να μπορή να σας μεταφέρη με
+άνεση. Όταν θα σας φέρουνε απ' το πίσω μέρος των βουνών, κανείς δε θα μπορέση
+να σας συνοδέψη: γιατί οι υπήκοοί μου, ωρκιστήκανε να μη βγούνε ποτές από τον
+περίβολό τους κ' είναι αρκετά φρόνιμοι, που να μη παραβούνε τον όρκο τους.
+Ζητήστε μου άλλωστε ό,τι ευαρεστείσθε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε ζητούμε από τη μεγαλειότητά σας, είπεν ο Κακαμπός, παρά λίγα
+πρόβατα φορτωμένα τρόφιμα, χαλίκια και λάσπη του τόπου.</p>
+
+<p>Ο βασιλιάς γέλασε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν καταλαβαίνω, είπε, τι γούστο βρίσκουνε οι Ευρωπαίοι στην
+κίτρινη μας λάσπη· αλλά πάρετε όση θέλετε κι' άμποτε να σας χρησιμέψη.</p>
+
+<p>Έδωσε διαταγή αμέσως στους μηχανικούς του να κάνουνε μια μηχανή για να
+σηκώσουνε ψηλά αυτούς τους δυο παράξενους ανθρώπους έξω από το
+βασίλειο.</p>
+
+<p>Τρεις χιλιάδες άξιοι φυσικοί δουλέψανε γι' αυτήν· ήταν έτοιμη σε δεκαπέντε
+μέρες και δεν κόστισε περισσότερο από είκοσι εκατομμύρια λίρες στερλίνες,
+νόμισμα του τόπου. Βάλανε μέσα στη μηχανή τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό·
+βάλανε ακόμα δυο μεγάλα κόκκινα πρόβατα με σέλλες και με χαλινάρια για να
+τους χρησιμέψουνε για καβάλλα, εάν θα περνούσανε τα βουνά, είκοσι πρόβατα
+σαμαρωμένα, κατάφορτα από τρόφιμα, άλλα τριάντα φορτωμένα με διάφορα
+δώρα από ό,τι ο τόπος έχει πιο αξιοπερίεργο και πενήντα φορτωμένα μάλαμα,
+πετράδια και διαμάντια. Ο βασιλιάς φίλησε τρυφερά τους δυο τυχοδιώχτες.</p>
+
+<p>Ήταν έξοχο θέαμα η αναχώρησή τους και ο μεγαλοπρεπής τρόπος με τον
+οποίον υψωθήκανε αυτοί και τα πρόβατά τους πάνου από τα βουνά. Οι φυσικοί
+τους αποχαιρετίσανε, αφού τους φέρανε σε μέρος ασφαλισμένο κι' ο Αγαθούλης
+δεν είχε πια άλλη επιθυμία κι' άλλη σκέψι από το να πάη να προσφέρη τα πρόβατά
+του στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχουμε, είπε, με τι να πληρώσουμε τον Κυβερνήτη του Βουένος-
+Άυρες, αν η δεσποινίς Κυνεγόνδη ημπορεί να ξετιμηθή. Ας βαδίσουμε προς την
+Γαϋέννη, ας μπούμε σ' ένα καΐκι και θα ιδούμε κατόπι ποιο βασίλειο μπορούμε ν'
+αγοράσουμε.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX<br /><br />
+
+Τι τους συνέβη στη Σουρινάμ και πώς ο Αγαθούλης γνώρισε το Μαρτίνο</h4>
+
+<p>
+<br />
+Η πρώτη μέρα των δύο ταξιδιωτών μας υπήρξε πολύ ευχάριστη. Είχανε πολύ
+θάρρος με την ιδέα πως ήσαν οι κάτοχοι περισσότερων θησαυρών απ' όσους η
+Ασία, η Ευρώπη και η Αφρική μπορούσανε να μάσουνε. Ο Αγαθούλης
+ενθουσιασμένος έγραφε τ' όνομα της Κυνεγόνδης απάνου στα δένδρα. Τη δεύτερη
+μέρα δυο από τα πρόβατά τους βουλιάξανε μέσα στα έλη και χαθήκανε μαζί με τα
+φορτώματά τους. Δυο άλλα πρόβατα ψοφήσανε απ' την κούραση λίγες μέρες
+αργότερα· εφτά ή οχτώ ψοφήσανε κατόπι από την πείνα σε μια έρημο· άλλα
+πέσανε σε λίγες μέρες μέσα σε γκρεμούς. Τέλος μετά εκατό μερών πορεία τους
+μείνανε μονάχα δυο πρόβατα. Ο Αγαθούλης είπε στον Κακαμπό:</p>
+
+<p>&nbsp;— Φίλε μου, βλέπεις πόσο τα πλούτη αυτού του κόσμου είναι φθαρτά·
+δεν υπάρχει τίποτε σταθερό έξω από την αρετή κι' από την ευτυχία του να
+ξαναϊδούμε την δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τ' ομολογώ, είπε ο Κακαμπός· αλλά μας μένουνε ακόμα δυο πρόβατα
+με περισσότερους θησαυρούς απ' όσους θα μπορούσε ν' αποχτήση ποτές ο
+βασιλιάς της Ισπανίας και διακρίνω πολύ μακρυά μια πολιτεία και θαρρώ, πως
+είναι η Σουρινάμ, που ανήκει στους Ολλανδούς. Είμαστε στο τέλος των
+ταλαιπωριών μας και στην αρχή της ευτυχίας μας.</p>
+
+<p>Ζυγώνοντας στην πολιτεία, απαντήσανε ένα νέγρο ξαπλωμένο στο χώμα, που
+φορούσε μονάχα μισό φόρεμα δηλ. μισό πανταλόνι από γαλάζιο πανί. Του λείπανε
+η αριστερή γάμπα και το δεξί χέρι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! Θεέ μου, του είπε ο Αγαθούλης ολλαντέζικα, τι κάνεις εδώ φίλε
+μου σε τέτοια φριχτή κατάσταση;</p>
+
+<p>&nbsp;— Περιμένω τον αφέντη μου, απάντησε ο νέγρος, τον κύριο
+Βάντερντέντουρ, τον περίφημο μεγαλέμπορο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως ο κύριος Βάντερντέντουρ σ' έκανε σ' αυτά τα χάλια;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε, απάντησε ο νέγρος. Αυτή είναι η συνήθεια· μας
+δίνουν ένα πανένιο βρακί για φορεσιά δυο φορές το χρόνο. Όταν δουλεύουμε στα
+ζαχαροποιεία κι' ο τροχός μας αρπάξη το δάχτυλο μας κόβουνε το χέρι· όταν
+αποπειραθούμε να φύγουμε, μας κόβουνε το πόδι· μου τύχανε κ' οι δυο αυτές
+περίπτωσες. Αυτά κοστίζει η ζάχαρη, που τρώτε στην Ευρώπη. Ωστόσο, όταν η
+μητέρα μου με πούλησε για δυο σκούδα παταγωνικά στις αχτές της Γουινέας,
+μούλεγε: « Αγαπητό μου παιδί, ευλόγα τα φετίς, λάτρευέ τα πάντα και θα σε
+κάνουνε να ζήσης ευτυχής· έχεις την τιμή νάσαι σκλάβος των αφεντάδων μας των
+λευκών και κάμνεις έτσι πλούσιους τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Αλίμονο!
+δεν ξέρω, αν τους έκανα πλούσιους, όμως αυτοί δε με κάνανε εμένα! Οι σκύλλοι, οι
+μαϊμούδες κι οι παπαγάλοι είναι χίλιες φορές λιγώτερο δυστυχισμένοι από μας· τα
+ολλαντικά φετίς τα οποία μ' έχουνε προσηλυτίσει, μου λένε κάθε Κυριακή, πως
+είμαστε όλοι παιδιά του Αδάμ, λευκοί και μαύροι. Δεν είμαι γεννεαλόγος· αλλ' [αν]
+αυτοί οι ιεροκήρυκες λένε την αλήθεια, θα παραδεχθήτε, πως δεν είναι δυνατό να
+μεταχειρισθή κανείς με φριχτότερο τρόπο τους συγγενείς του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! Παγγλώσση, φώναξε ο Αγαθούλης, δεν είχες φαντασθή τέτοια
+βδελυγμία· θ' αρνηθώ κάθε αισιοδοξία!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ' ναι η αισιοδοξία; ρωτούσε ο Κακαμπός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλίμονο! είπε ο Αγαθούλης, είναι η λύσσα να υποστηρίζης, πως όλα
+είναι καλά, όταν είναι κακά! Κ' έχυνε άφθονα δάκρυα κοιτάζοντας το νέγρο· και
+κλαίοντας μπήκανε στη Σουρινάμ.</p>
+
+<p>Το πρώτο πράμα που ρώτησαν ήτανε αν υπάρχη στο λιμάνι κανένα καΐκι που
+μπορεί να τους πάη στο Βουένος—Άυρες. Αυτός, στον οποίο απευθυνθήκανε,
+ήτανε ένας Ισπανός πλοίαρχος που προσεφέρθηκε να τους υπηρετήση τίμια. Τους
+έδωσε ραντεβού σε μια ταβέρνα. Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πήγανε και τον
+περιμένανε με τα δυο τους πρόβατα.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης, πούχε την καρδιά στα χείλια, διηγήθηκε στον Ισπανό όλες του τις
+περιπέτειες και του ωμολόγησε, πως ήθελε ν' απαγάγη την δεσποινίδα
+Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αδυνατώ να σας πάω στο Βουένος Άυρες, είπε ο πλοίαρχος: θα με
+κρεμάσουνε, καθώς και σας. Η ωραία Κυνεγόνδη είναι η ευνοούμενη μαιτρέσσα
+του Κυβερνήτη.</p>
+
+<p>Η πληροφορία αυτή τούρθε του Αγαθούλη σαν κεραυνός· έκλαψε πολύ. Τέλος
+τράβηξε ιδιαιτέρως τον Κακαμπό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ιδού αγαπητέ μου φίλε, του είπε, τι πρέπει να κάνεις. Έχουμε καθένας
+στις τσέπες μας πέντε έως έξι εκατομμυρίων διαμάντια· είσαι πιο επιτήδειος από
+μένα· πήγαινε να πάρης τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη στο Βουένος Άυρες. Αν ο
+Κυβερνήτης παρουσιάση δυσκολίες, δόστου ένα εκατομμύριο: αν δεν υποχωρή,
+δόστου δυο· συ δε σκότωσες κανένα ιεροξεταστή, δε θα σε υποψιαστούν· θα
+ναυλώσω άλλο πλοίο και θα πάω να σε περιμένω στη Βενετία: είνε τόπος
+ελεύθερος, όπου δεν έχει κανείς να φοβηθή ούτε Βουλγάρους, ούτε Αβάρους, ούτε
+Εβραίους, ούτε Ιεροξεταστές.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός χειροκρότησε αυτή τη σοφή λύση. Ήτανε απελπισμένος, αν θα
+χωριζότανε από έναν καλόν αφέντη που τούχε γίνει φίλος εγκάρδιος. Αλλ' η χαρά
+να του φανή χρήσιμος νίκησε τη λύπη που θα τον άφηνε. Φιληθήκανε κλαίοντας: ο
+Αγαθούλης του σύστησε να μην ξεχάση την αγαθή γριά: Ο Κακαμπός έφυγε την
+ίδια μέρα: ήτανε πολύ καλή καρδιά αυτός ο Κακαμπός.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης έμεινε ακόμα λίγον καιρό στο Σουρινάμ και περίμενε όσο νάβρη
+κανέναν άλλον πλοίαρχο να τον πάη στην Ιταλία, αυτόν και τα δυο πρόβατα, που
+του είχαν απομείνει. Πήρε υπηρέτες κι' αγόρασε ό,τι του χρησίμευε για ένα τόσο
+μακρύ ταξείδι. Τέλος ο κύριος Βάντερντέντουρ, αφέντης ενός μεγάλου καραβιού,
+παρουσιάζεται σ' αυτόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πόσα θέλετε, τόνε ρώτησε ο Αγαθούλης, για να με πάτε κατ' ευθείαν
+στη Βενετία, εμένα, τους ανθρώπους μου, τις αποσκευές μου κι' αυτά τα δυο
+πρόβατα;</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος ζήτησε δέκα χιλιάδες πιάστρα· ο Αγαθούλης δεν αντέτεινε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! ω! είπε μέσα του ο πονηρός Βάντερντέντουρ, αυτός ο ξένος δίνει
+μονομιάς δέκα χιλιάδες πιάστρα! Πρέπει νάναι πολύ πλούσιος.</p>
+
+<p>Ύστερα, χαλώντας την συμφωνία μετά ένα λεπτό, δήλωσε, πως δε μπορεί να
+ταξιδέψη μ' ολιγώτερα από είκοσι χιλιάδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! καλά, θα τα λάβης, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ουά! είπε χαμηλόφωνα ο έμπορος, αυτός ο άνθρωπος δίνει είκοσι
+χιλιάδες πιάστρα με την ίδια ευκολία, που έδωσε δέκα.</p>
+
+<p>Τάστριψε πάλι και τούπε, πως δε μπορούσε να τον πάη στη Βενετία μ'
+ολιγώτερα από τριάντα χιλιάδες πιάστρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα λάβης λοιπόν τριάντα, απάντησε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω ω! είπε πάλι μέσα του ο Ολλανδός έμπορος, τριάντα χιλιάδες
+πιάστρα δεν κοστίζουν τίποτε σ' αυτό τον άνθρωπο! χωρίς αμφιβολία τα δυο
+πρόβατα είναι φορτωμένα άπειρους θησαυρούς. Ας μην επιμείνω περισσότερο: ας
+πληρωθούμε πρώτα τις τριάντα χιλιάδες πιάστρα κι' έπειτα βλέπουμε.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης πούλησε δυο μικρά διαμάντια, που το μικρότερό τους άξιζε
+περισσότερο απ' όλα τα χρήματα, που ζητούσε ο πλοίαρχος. Τον προπλήρωσε, τα
+δυο πρόβατα μπαρκαριστήκανε πρώτα. Ο Αγαθούλης ακολουθούσε μέσα σε μια
+μικρή βάρκα για να σμίξη το πλοίο στο λιμάνι· ο πλοίαρχος προλαβαίνει, ανοίγει τα
+πανιά, ξεκινάει, ο αέρας είναι πρίμος.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης απελπισμένος και κατάπληχτος τον χάνει σε λίγο από τα μάτια
+του.</p>
+
+<p>Αλίμονο! να μια κατεργαριά άξια του παλαιού Κόσμου.</p>
+
+<p>Ξαναγύρισε στην παραλία συντριμμένος από τη λύπη: γιατί, επί τέλους, έχασε
+περιουσία δέκα βασιλιάδων.</p>
+
+<p>Πηγαίνει αμέσως στον Ολλανδό δικαστή· κι' όπως ήτανε λιγάκι ταραγμένος,
+χτυπά απότομα την πόρτα· μπαίνει, εκθέτει το δυστύχημά του, φωνάζει λιγάκι
+περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Ο δικαστής πρώτα τον βάζει να πληρώση δέκα
+χιλιάδες πιάστρα για το θόρυβο, που έκανε· κατόπι τον άκουσε υπομονητικά, του
+υποσχέθηκε να εξετάση την υπόθεσή του, μόλις ο έμπορος ξαναγυρίση, και τον
+έβαλε να πληρώση άλλες δέκα χιλιάδες πιάστρα για έξοδα ακροάσεως.</p>
+
+<p>Αυτός ο τρόπος έφερε σε τέλεια απελπισία τον Αγαθούλη. Είχε, αλήθεια,
+δοκιμάσει δυστυχήματα χίλιες φορές μεγαλύτερα· αλλ' η ψυχραιμία του δικαστή
+και του πλοιάρχου, που τον έκλεψε, ερέθισε τη χολή του και τον βύθισε σε μαύρη
+μελαγχολία. Η κακία των ανθρώπων παρουσιαζότανε στα μάτια του μ' όλη της την
+ασχημιά και τρεφόταν όλο με θλιβερές σκέψεις. Τέλος, επειδή ένα γαλλικό καράβι
+ήταν έτοιμο να φύγη για το Μπορντώ, αφού πια δεν είχε να μπαρκαρίση πρόβατα
+φορτωμένα διαμάντια, νοίκιασε μια καμπίνα στη σωστή τιμή της και κοινοποίησε,
+ενώ ακόμα ήτανε στην πόλη, πως θα πληρώση το ταξίδι, την τροφή και δυο
+χιλιάδες πιάστρα σε όποιον τίμιο άνθρωπο θάθελε να τον συνοδέψη στο ταξίδι, με
+τον όρο, πως αυτός ο άνθρωπος θάτανε ο πιο απογοητευμένος από την κατάστασή
+του κι' ο πιο δυστυχισμένος της επαρχίας.</p>
+
+<p>Παρουσιαστήκανε πλήθος υποψήφιοι, που ολόκληρος στόλος δε θα μπορούσε
+να τους χωρέση. Ο Αγαθούλης θέλοντας να διαλέξη μεταξύ τους τον πιο
+ολοφάνερα δυστυχισμένο, ξεχώρισε καμιά εικοσαριά που φαινόντανε πιο
+κοινωνικοί και που όλοι αξιούσανε να προτιμηθούνε. Τους μάζεψε μέσα στην
+ταβέρνα του, τους έδωσε να φάνε με τον όρο, πως καθένας τους θα ορκιζότανε να
+διηγηθή την ιστορία του δίνοντας την υπόσχεση, πως θα διαλέξη τον πιο
+αξιολύπητο, τον πιο δικαιολογημένα δυσαρεστημένο από την κατάστασή του και
+πως θάδινε στους άλλους κάποιο δώρο.</p>
+
+<p>Η συντροφιά κράτησε ως τις τέσσερες το πρωί.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης ακούοντας όλες τους τις περιπέτειες θυμότανε ό,τι τούλεγε η
+γριά, όταν ερχότανε στο Βουένος Άυρες, και το στοίχημα που έβαλε, πως δεν
+υπήρχε κανένας μέσα στο καράβι, που να μη του συνέβηκαν οι πιο μεγάλες
+δυστυχίες. Συλλογιζότανε τον Παγγλώσση σε κάθε περιπέτεια, που του διηγόντανε.
+— Αυτός ο Παγγλώσσης, έλεγε μέσα του, θα δυσκολευότανε ν' αποδείξη την
+αλήθεια του συστήματός του. Θάθελα νάταν εδώ. Ασφαλώς, αν όλα είναι καλά,
+αυτό συμβαίνει μόνο στο Ελδοράδο και σε κανένα μέρος του άλλου κόσμου.</p>
+
+<p>Τέλος προτίμησε ένα δυστυχισμένο σοφό, πούχε δουλέψει δέκα χρόνια για
+τους βιβλιοπώλας του Άμστερνταμ. Σκέφτηκε, πως δεν υπάρχει άλλο επάγγελμα
+στον κόσμο, που ν' απαγοητεύη περισσότερο.</p>
+
+<p>Αυτός ο σοφός, που ήταν άλλωστε ένας αγαθός άνθρωπος, τον είχε κλέψει η
+γυναίκα του, τον είχε δείρει ο γυιός του, τον είχε εγκαταλείψει η κόρη του,
+ακολουθώντας έναν Πορτογάλλο. Προ μικρού τον είχαν απολύσει από μια μικρή
+θέση, με την οποία ζούσε. Οι ιεροκήρυκες του Σουρινάμ τον καταδίωκαν ως
+σοσινιανό. Πρέπει να ομολογήσουμε, πως κι' οι άλλοι ήτανε τουλάχιστο τόσο
+δυστυχισμένοι, όσο κι' αυτός. Αλλ' ο Αγαθούλης έλπιζε, πως ο σοφός θα τον έκαμνε
+να ξεχνά τις λύπες του στο ταξίδι· οι αντίπαλοι του σοφού βρίσκανε, πως ο
+Αγαθούλης τους αδίκησε πολύ, αλλά τους κατεύνασε δίνοντας στον καθένα εκατό
+πιάστρα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX.<br /><br />
+
+Τι τους συνέβη στο ταξίδι του Αγαθούλη και του Μαρτίνου.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο γέρο-σοφός, που ονομαζότανε Μαρτίνος, επιβιβάσθηκε τέλος με τον Αγαθούλη
+για το Μπορντώ. Κι' ο ένας κι' ο άλλος είχανε πολλά ιδεί και πολλά πάθει. Κι' όταν
+το καράβι θάνοιγε πανιά από το Σουρινάμ για την Ιαπωνία περνώντας από το
+ακρωτήριο της Καλής-Ελπίδας,θάχανε καιρό να συζητήσουνε σε όλο τους το ταξίδι
+για το φυσικό και ηθικό κακό.</p>
+
+<p>Ωστόσο ο Αγαθούλης υπερτερούσε κάπως τον Μαρτίνο, στο ότι έλπιζε πάντα
+να ξαναϊδή τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, ενώ ο Μαρτίνος δεν έλπιζε τίποτα: επί πλέον
+είχε χρυσάφι και διαμάντια· και μολονότι είχε χάσει εκατό μεγάλα πρόβατα
+κόκκινα, φορτωμένα από τους πιο μεγάλους θησαυρούς της γης, μολονότι είχε
+πάντα στην καρδιά του την ατιμία του ολλανδού πλοιάρχου, ωστόσο, σαν
+συλλογιζόταν αυτά, που του μείνανε στις τσέπες, και σαν μιλούσε για την
+Κυνεγόνδη, μάλιστα στο τέλος του φαγητού, έκλινε τότε προς το σύστημα του
+Παγγλώσση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα σεις, κύριε Μαρτίνε, είπε στο σοφό· τι σκέπτεστε για όλ' αυτά;
+Ποια είναι η ιδέα σας για το ηθικό κακό και για το φυσικό κακό;</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε, απάντησε ο Μαρτίνος, οι παπάδες μου με κατηγόρησαν ως
+σοσινιανό· αλλ' η πραγματική αλήθεια είναι, πως είμαι μανιχαίος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Με κοροϊδεύετε, είπε ο Αγαθούλης· δεν υπάρχουνε πια μανιχαίοι
+στον κόσμο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμ' εγώ! είπεν ο Μαρτίνος· σωστά στραβά, δε μπορώ να σκεφτώ
+αλλιώτικα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρέπει νάχετε το διάβολο μέσα σας, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Ανακατεύεται τόσο πολύ στα πράγματα του κόσμου τούτου, είπε ο Μαρτίνος,
+που μπορεί πολύ καλά νάναι μέσα μου, όπως και παντού αλλού· αλλά σας
+ομολογώ, πως ρίχνοντας το βλέμμα μου απάνου σ' αυτή τη σφαίρα ή καλύτερα τη
+σφαιρίτσα, σκέπτομαι, πως ο Θεός την εγκατάλειψε όλην σε κάποιο πνεύμα
+κακοποιό, εξόν από το Ελδοράδο. Δεν έχω διόλου ιδωμένα πολιτεία, που να μη
+θέλη την καταστροφή της γειτονικής πολιτείας, ούτε οικογένεια που να μη θέλη το
+ξεπάτωμα άλλης οικογένειας. Παντού οι αδύνατοι μισούνε τους δυνατούς, που
+μπροστά τους σέρνονται κι' οι δυνατοί τους μεταχειρίζονται σαν κοπάδια και
+πουλούνε το μαλλί τους και το κρέας τους. Ένα εκατομμύριο δολοφόνοι
+καταταγμένοι σε συντάγματα, τρέχοντας από τη μια στην άλλη άκρα της Ευρώπης,
+σκοτώνουνε και ληστεύουνε με πειθαρχία για να κερδίσουνε το ψωμί τους, γιατί
+δεν υπάρχει επάγγελμα εντιμότερο απ' αυτό. Και στις πολιτείες που φαίνονται πως
+χαίρονται την ειρήνη κι' όπου οι τέχνες ανθούνε, οι άνθρωποι κατατρώγονται από
+περισσότερες επιθυμίες, φροντίδες κι' ανησυχίες, απ' όσα δοκιμάζει δεινά μια
+πολιορκημένη πολιτεία. Οι μυστικές λύπες είναι πολύ δριμύτερες από τα δημόσια
+δεινά. Μ' ένα λόγο, έχω τόσα ιδεί και τόσα υποφέρει, ώστε είμαι μανιχαίος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Υπάρχουν ωστόσο και καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσως, έλεγε ο Μαρτίνος, αλλά δεν το γνωρίζω.</p>
+
+<p>Κει που συζητούσαν, ακούσανε μια κανονιά. Ο κρότος διπλασιάζεται από μια
+στιγμή σε άλλη. Παίρνουν καθένας τα κιάλια του. Διακρίνουνε δυο καράβια που
+πολεμούσανε σε απόσταση περίπου τριών μιλλιών· ο άνεμος έφερε και τόνα και
+τάλλο τόσο κοντά στο γαλλικό καράβι, που λάβανε την ευχαρίστηση να βλέπουνε
+τη μάχη με τέλειαν άνεση. Τέλος τόνα από τα δυο καράβια έρριξε στο άλλο μια
+ομοβροντία τόσο χαμηλά και τόσο πετυχημένη που το βύθισε ολότελα. Ο
+Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος διακρίνανε πολύ καθαρά καμμιά εκατοστή ανθρώπους
+πάνω στη γέφυρα του πλοίου που βυθιζότανε. Σηκώναν όλοι τους τα χέρια στον
+ουρανό και ξεφωνίζανε με φρίκη. Σε μια στιγμή όλα καταπιοθήκανε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά! είπε ο Μαρτίνος, να πώς οι άνθρωποι φέρνονται αναμεταξύ
+τους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αλήθεια, είπε ο Αγαθούλης, πως υπάρχει κάτι διαβολικό σ' αυτή
+την υπόθεση.</p>
+
+<p>Ενώ μιλούσε, παρατήρησε κάτι λαμπερό κόκκινο, που κολυμπούσε κοντά στο
+καράβι τους. Κατεβάσανε τη βάρκα να ιδούνε τι ήτανε· ήταν ένα από τα πρόβατά
+του, που είχε χάσει άλλα εκατό τέτοια, φορτωμένα χοντρά διαμάντια του
+Ελδοράδο.</p>
+
+<p>Ο Γάλλος καπετάνιος παρατήρησε σε λίγο, πως ο καπετάνιος του καραβιού που
+νίκησε ήταν ισπανός και του βυθισμένου ήταν ένας ολλανδός πειρατής. Ήταν ο
+ίδιος που έκλεψε τον Αγαθούλη. Τ' άπειρα πλούτη, που αυτός ο κακούργος είχε
+αρπάξει, θαφτήκανε μέσα στη θάλασσα μαζί με τον ίδιο και δε σώθηκε παρά ένα
+πρόβατο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπετε, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, ότι το έγκλημα καμμιά φορά
+τιμωριέται· αυτός ο κατεργάρης ο πλοίαρχος έλαβε την τύχη, που του άξιζε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος, αλλ' είναι σωστά νάχουνε χαθή μαζί του
+κι' οι ταξειδιώτες, που ήσαν στο καράβι του; Ο Θεός τιμώρησε τον απατεώνα, ο
+διάβολος έπνιξε τους άλλους.</p>
+
+<p>Ωστόσο το γαλλικό κι' ισπανικό καράβι εξακολουθήσανε το δρόμο τους κι' ο
+Αγαθούλης εξακολούθησε τις συζητήσεις του με το Μαρτίνο. Συζητήσανε
+δεκαπέντε μέρες συνεχώς κ' είχανε προχωρήσει τόσο στο θέμα, όσο και την πρώτη
+μέρα. Μα επί τέλους μιλούσαν, έλεγαν τις ιδέες τους, παρηγοριόντανε. Ο
+Αγαθούλης χάηδευε το πρόβατό του:</p>
+
+<p>Αφού σε ξαναβρήκα, έλεγε, ελπίζω να ξαναβρώ και την Κυνεγόνδη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI<br /><br />
+
+Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πλησιάζουνε στις αχτές της Γαλλίας και
+συζητούνε.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Είδαν επί τέλους τις αχτές της Γαλλίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήρθατε ποτέ στη Γαλλία κύριε Μαρτίνε; είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος· έχω διατρέξει πολλές επαρχίες. Αλλού οι
+μισοί κάτοικοι είναι τρελοί, αλλού πολύ πονηροί, αλλού πολύ μαλακοί και πολύ
+κουτοί· αλλού κάνουνε πνεύμα· και παντού η πρώτη απασχόληση είναι ο έρωτας· η
+δεύτερη να κακολογούνε κ' η τρίτη να λένε ανοησίες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά κύριε Μαρτίνε, έχετε ιδεί το Παρίσι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, τόχω ιδεί το Παρίσι. Εκεί είναι όλα τα είδη των ανθρώπων, ένα
+χάος, μια σαλάτα, όπου καθένας ζητεί την ηδονή κι' όπου σχεδόν κανείς δεν τη
+βρίσκει, τουλάχιστο όπως μου φάνηκε. Έμεινα λίγον καιρό· όταν έφτασα μου
+κλέψαν ό,τι είχα οι λωποδύτες στην αγορά του Σαιν-Ζερμαίν· με πήρανε και μένα
+για κλέφτη και με κλείσανε οχτώ μέρες στη φυλακή· έπειτα έκαμα το διορθωτή σε
+κάποιο τυπογραφείο, για να κερδίσω τ' απαιτούμενα για την επιστροφή μου με τα
+πόδια στην Ολλανδία, Γνώρισα όλους τους κανάγηδες· συγγραφείς ραδιούργους,
+θεόληπτους. Λέγεται, πως υπάρχουν άνθρωποι πολύ ευγενικοί σ' αυτή την πόλη·
+ας το πιστέψουμε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όσο για μένα, δεν έχω καμιά περιέργεια να ιδώ τη Γαλλία, είπε ο
+Αγαθούλης. Μαντεύετε εύκολα, πως όταν κανείς έχει ζήσει ένα μήνα στο
+Ελδοράδο, δε φροντίζει να ιδή τίποτε επί της γης παρά μόνο τη δεσποινίδα
+Κυνεγόνδη. Θα την περιμένω στη Βενετία· θα διασχίσουμε τη Γαλλία για να πάμε
+στην Iταλία· δε θα με συνοδέψετε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολύ ευχαρίστως, είπε ο Μαρτίνος· λέγουν, πως η Βενετία είναι καλή
+μονάχα για τους ευγενείς Βενετσάνους· και πως, ωστόσο, δέχονται πολύ καλά τους
+ξένους πούχουνε παράδες. Εγώ δεν έχω· έχετε σεις· θα σας ακολουθήσω
+παντού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μια στιγμή! Πιστεύετε, πως η γης ήτανε πρώτα θάλασσα, όπως
+διατείνεται αυτό το χοντρό βιβλίο του καπετάνιου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πιστεύω τίποτα, είπε ο Μαρτίνος, ούτε σ' όλα τα
+ονειροπολήματα, που μας διηγούνται αυτό τον τελευταίο καιρό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά για ποιο σκοπό λοιπόν πλάστηκε αυτός ο κόσμος;</p>
+
+<p>&nbsp;— Για να μας κάνη να λυσσάξουμε, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε σας εκπλήσσει πολύ, εξακολούθησε ο Αγαθούλης, ο έρωτας αυτών
+των δυο κοριτσιών της χώρας των Αυτιάδων για τις δυο μαϊμούδες, που σας έχω
+μιλήσει;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· δε βλέπω τι παράξενο υπάρχει σ' αυτό το
+πάθος. Έχω δη τόσα αλλόκοτα πράγματα, ώστε δεν υπάρχει πλέον τίποτε
+αλλόκοτο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πιστεύετε, πως οι άνθρωποι σφαζόντανε πάντα αναμεταξύ τους,
+όπως το κάνουνε σήμερα; Πως ήτανε πάντα ψεύτες, δόλιοι, άπιστοι, αχάριστοι,
+κλέφτες, αχαρακτήριστοι, επιπόλαιοι, άνανδροι, φθονεροί, λαίμαργοι, μέθυσοι,
+φιλάργυροι, φίλαρχοι, αιμόδιψοι, συκοφάντες, παραλυμένοι, φανατικοί, υποκριτές
+και μωροί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Παραδέχεστε, είπε ο Μαρτίνος, πως τα γεράκια τρώγανε πάντα
+περιστέρια, όταν τα βρίσκανε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! λοιπόν, αν τα γεράκια είχανε πάντα την ίδια φύση, πως θέλετε
+νάχουν αλλάξει οι άνθρωποι τη δικιά τους;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! υπάρχει μεγάλη διαφορά, είπε ο Αγαθούλης. Γιατί η ελευθερία της
+βουλήσεως....</p>
+
+<p>Συζητώντας έτσι φτάσανε στο Μπορντώ.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII<br /><br />
+
+Τι τους συνέβηκε στη Γαλλία</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης έμεινε στο Μπορντώ τόσο μονάχα καιρό, όσος του χρειαζότανε να
+πουλήση μερικά βότσαλα του Ελδοράδο και να πετύχη ένα καλό αμάξι με δυο
+θέσεις, γιατί δε μπορούσε πια να στερηθή τον φιλόσοφό του Μαρτίνο· μονάχα
+λυπήθηκε πολύ, που χωρίστηκε το πρόβατό του, αφήνοντάς το στην Ακαδημία των
+επιστημών του Μπορντώ, η οποία έθεσε ως θέμα για το βραβείο κείνης της
+χρονιάς «γιατί το μαλλί αυτού του προβάτου ήτανε κόκκινο»· και το βραβείο
+δόθηκε σ' ένα σοφό από τη βόρεια Γαλλία, ο οποίος απόδειξε με το Α συν Β πλην Γ
+δια Ζ, πως το πρόβατο ώφειλε νάναι κόκκινο και πως θα πεθάνη από βλογιά.</p>
+
+<p>Ωστόσο όλοι οι ταξιδιώτες, που συνάντησε στις ταβέρνες του δρόμου, του
+λέγανε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάμε στο Παρίσι.</p>
+
+<p>Αυτή η γενική σπουδή του γέννησε επί τέλους την επιθυμία να ιδή αυτήν την
+πρωτεύουσα· δεν θ' απομακρυνότανε και πολύ από το δρόμο της Βενετίας.</p>
+
+<p>Μπήκε στην πόλη από το προάστειο του Σαιν-Μαρσώ και θάρρεψε, πως
+βρισκότανε στο χειρότερο χωριό της Βεστφαλίας.</p>
+
+<p>Μόλις ο Αγαθούλης εγκαταστάθηκε σ' ένα ξένο δοχείο, τον έπιασε ελαφρός
+πυρετός από τους πολλούς κόπους. Επειδή είχε στο δάχτυλο ένα τεράστιο διαμάντι
+κ' είχανε παρατηρήση μέσα στις αποσκευές του μια βαλίζα τρομερά βαριά,
+βρεθήκανε αμέσως γύρω του δυο γιατροί, χωρίς να τους καλέση, μερικοί
+επιστήθιοι φίλοι, που δεν τον αφήσανε ποτές μόνο του, και δυο θρησκόληπτες
+γυναίκες, που του ζεσταίνανε τις σούπες. Ο Μαρτίνος έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θυμούμαι, πως αρρώστησα κ' εγώ στο Παρίσι στο πρώτο μου ταξίδι·
+ήμουνα πολύ φτωχός· έτσι δεν είχα ούτε φίλους, ούτε γυναίκες ούτε γιατρούς κ'
+έγιανα.</p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ χάρη στα γιατρικά και τις αφαίμαξες η αρρώστια του Αγαθούλη
+χειροτέρεψε. Ένας παπάς της συνοικίας ήρθε με πολύ γλυκάδα να του ζητήση ένα
+γραμμάτιο πληρωτέον στο νεκροφόρο. Ο Αγαθούλης αρνήθηκε· οι θρησκόληπτες
+τον βεβαιούσαμε, πως ήτανε καινούργια μόδα· ο Αγαθούλης απάντησε, πως δεν
+ήτανε καθόλου άνθρωπος της μόδας. Ο Μαρτίνος θέλησε να πετάξει απ' το
+παράθυρο αυτόν τον κύριο. Ο παπάς ορκιζότανε πως δε θα θάψει τον Αγαθούλη· ο
+Μαρτίνος ορκιζότανε, πως θα θάψη τον παπά, αν εξακολουθούσε να τους ζαλίζη. Ο
+καυγάς άναψε: Ο Μαρτίνος αρπάζει τον παπά από τον ώμο και τον πετάει όξω·
+αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο και τους κάνανε αγωγή.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης έγιανε· και κατά την ανάρρωσή του είχε πολύ καλή συντροφιά
+στο φαγητό του. Παίζανε δυνατό παιχνίδι. Ο Αγαθούλης απορούσε πολύ, πώς ποτέ
+δεν του ερχόντανε οι άσσοι· ο Μαρτίνος δεν απορούσε καθόλου!</p>
+
+<p>Μεταξύ εκεινών, που τόνε συργιανίζανε στην πόλη, ήτανε κ' ένας κοντός αββάς
+Περιγουρδίνος, ένας απ' αυτούς τους πρόθυμους ανθρώπους, πάντα ευκίνητος
+πάντα περιποιητικός, αδιάντροπος, χαηδευτικός, ικανός για όλα, απ' αυτούς που
+παραμονεύουνε τους ξένους, όταν περνούνε, τους διηγούνται τη σκανταλιστική
+ιστορία της πόλης και τους προσφέρουνε ηδονές σε οποιαδήποτε τιμή. Αυτός
+οδήγησε πρώτα-πρώτα τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο στην Κομεντί· Παίζανε μια
+νέα τραγωδία. Ο Αγαθούλης βρέθηκε καθισμένος πλάι σε μερικούς, που ξέραν από
+τραγωδίες. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κλαίη σε σκηνές, παιγμένες τέλεια. Ένας από
+τους ειδικούς, που ήτανε πλάι του, τούπε σε κάποιο διάλειμμα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε πολύ άδικο να κλαίτε· αυτή η ηθοποιός είναι πολύ κακή· ο
+ηθοποιός, που παίζει μαζί της, είναι πολύ χειρότερος· το έργο είναι ακόμα πιο
+χειρότερο από τους ηθοποιούς· ο συγγραφέας δεν ξέρει λέξι αραβικά, κι' όμως η
+σκηνή υποτίθεται στην Αραβία: Επί πλέον είναι ένας άνθρωπος, που δεν πιστεύει
+στις έμφυτες ιδέες· θα σας φέρω αύριο είκοσι μπροσούρες εναντίον του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε; πόσα θεατρικά έργα έχετε στη Γαλλία; είπε ο Αγαθούλης στον
+αββά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πέντε έως έξι χιλιάδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι πολλά; είπε ο Αγαθούλης. Πόσα απ' αυτά είνε καλά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεκαπέντε έως δεκάξι; απάντησε ο άλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολλά! είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Του Αγαθούλη του άρεσε πολύ μια ηθοποιός, που έπαιζε τη βασίλισσα
+Ελισσάβετ, σε μια πολύ περολογική τραγωδία, που την παρασταίνουν κάποτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτή η ηθοποιός είπε στο Μαρτίνο, μου αρέσει πολύ· ομοιάζει
+υπερβολικά με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, θα χαιρόμουνα πολύ αν τήνε
+γνώριζα.</p>
+
+<p>Ο Περιγουρδίνος αββάς προσεφέρθηκε να τον εισαγάγη στην ηθοποιό. Ο
+Αγαθούλης, αναθρεμμένος στη Γερμανία, ρώτησε, ποια ήτανε η ετικέττα και πώς
+φέρνονται στη Γαλλία προς τη βασίλισσα της Αγγλίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κατά τις περιστάσεις, είπε ο αββάς. Στις επαρχίες τις πάνε στην
+ταβέρνα· στο Παρίσι τις σέβονται, σαν είναι ωραίες, και τις πετούνε στα σκουπίδια,
+σαν πεθαίνουνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τις βασίλισσες στα σκουπίδια! είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος. Ο κύριος αββάς έχει δίκιο. Ήμουνα στο
+Παρίσι, όταν η δεσποινίς Μονίμη πέρασε απ' αυτή τη ζωή στην άλλη. Της
+αρνηθήκανε, όπως λεν εδώ, τις <b>τιμές της ταφής</b>, δηλ. το να σαπίση μ'
+όλους τους ζητιάνους της συνοικίας σ' ένα άθλιο νεκροταφείο. Τη θάψανε χωριστά
+από τους συντρόφους της στη γωνιά της οδού της Βουργουνδίας· αυτό θα της
+εκόστισε πολύ, γιατί το πνεύμα της ήτανε πολύ ευγενικό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είνε μεγάλη αγένεια, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θέλετε, είπε ο Μαρτίνος· οι εδώ κάτοικοι είν' έτσι κανωμένοι· όλες
+τις αντιφάσεις, που μπορείτε να φανταστήτε, όλες τις δυνατές ασυμφωνίες θα τις
+βρήτε στην κυβέρνηση, στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα θεάματα αυτού του
+αλλόκοτου έθνους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αλήθεια πως γελούνε πάντα στο Παρίσι; είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, είπε ο αββάς, αλλά σαν μανιακοί· γιατί κλαίονται για όλα
+ξεσπώντας στα γέλια· επίσης κάνουνε γελώντας τις πιο μυσαρές πράξεις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιο ήτανε αυτό το χοντρογούρουνο, που μου κακολογούσε τόσο το
+δράμα, που μ' έκανε να κλαίω, και τους ηθοποιούς, που μου αρέσανε τόσο;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είν' ένας φαρμακόψυχος, που κερδίζει τη ζωή του κακολογώντας όλα
+τα δράματα κι' όλα τα βιβλία· μισεί οποίον πετυχαίνει, όπως οι ευνούχοι μισούνε
+τους άρτιους· είν' ένα απ' αυτά τα φίδια της φιλολογίας, που τρέφονται από λάσπη
+και φαρμάκι· είν' ένας λιβελλογράφος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θα πει λιβελλογράφος; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είν' ένας που κάνει φυλλάδες, ένας Φρερώνος.
+(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>)
+</p>
+
+<p>Έτσι ο Αγαθούλης, ο Μαρτίνος κι' ο Περιγουρδίνος, συνομιλούσανε απάνου στη
+σκάλα βλέποντας να περνά ο κόσμος μετά το τέλος της παράστασης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν και βιάζομαι πολύ να ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, είπε ο
+Αγαθούλης, θάθελα όμως να δειπνήσω με τη δεσποινίδα Κλαιρόν, γιατί μου
+φάνηκε θαυμαστή κοπέλλα.</p>
+
+<p>Ο αββάς δεν ήτανε άνθρωπος, που μπορούσε να πλησιάση τη δεσποινίδα
+Κλαιρόν, η οποία έβλεπε μονάχα πρόσωπα της υψηλής περιωπής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε στα νεύρα της απόψε, είπε· μα θα λάβω την τιμή να σας
+οδηγήσω σε μια κυρία καθώς πρέπει, όπου θα γνωρίσετε το Παρίσι, σα νάχατε
+μείνει σ' αυτό τέσσερα χρόνια.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης, που ήτανε φυσικά περίεργος, δέχτηκε να τον οδηγήσουνε στην
+κυρία αυτή, στο βάθος του προαστείου του Αγίου Ονωρίου. Παίζανε εκεί φαραώ.
+Δώδεκα θλιβεροί πονταδόροι κρατούσανε στα χέρια μια τράπουλα με τσακισμένα
+χαρτιά, όπου κάθε τσάκιση σήμαινε και μια χασούρα.</p>
+
+<p>Μια βαθιά σιωπή βασίλευε, ωχρότητα ήτανε απλωμένη στα πρόσωπα των
+πονταδόρων, ανησυχία στου μπανκαδόρου η οικοδέσποινα καθισμένη πλάι στον
+ανελέητον αυτό μπανκαδόρο, παρακολουθούσε με μάτια αλωπούς όλες τις
+πάρολες και τα σιέτε, που κάθε παίχτης σημάδευε στα χαρτιά του τσακίζοντάς τα,
+με μια προσεχτικότητα αυστηρή, μα ευγενική· και δε θύμωνε καθόλου από φόβο
+μη χάση την πελατεία της.</p>
+
+<p>Η κυρία έλεγε πως ονομαζότανε μαρκησία Παρολινιάκ. Η κόρη της, ως
+δεκαπέντε χρονών, ήτανε μαζί με τους πονταδόρους κι' ειδοποιούσε μ' ένα
+κλείσιμο του ματιού τις διάφορες κατεργαριές των δυστυχισμένων αυτών
+ανθρώπων, που προσπαθούνε να επανορθώσουνε μ' αυτό τον τρόπο τις
+σκληρότητες της τύχης. Ο Περιγουρδίνος αββάς, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος
+μπήκανε· κανείς δε σηκώθηκε, ούτε τους χαιρέτισε, ούτε τους είδε. Όλοι ήτανε
+βαθύτατα απασχολημένοι με τα χαρτιά τους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η κυρία βαρώνη του Τούντερ-τεν-τρονκ ήτανε πιο φιλοφρονητική,
+είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Ωστόσο ο αββάς πλησίασε στ' αυτί της κυρίας μαρκησίας, η οποία
+μισοσηκώθηκε, ετίμησε τον Αγαθούλη μ' ένα χαριτωμένο μειδίαμα και το Μαρτίνο
+με μια κίνηση της κεφαλής ολότελα αριστοκρατική· είπε να δώσουνε κάθισμα και
+μια τραπουλόχαρτα στον Αγαθούλη, ο οποίος έχασε πενήντα χιλιάδες φράγκα σε
+δυο τάγια· μεθ' ό δειπνήσανε πολύ εύθυμα, κι' όλοι θαυμάσανε, που ο Αγαθούλης
+δεν ταράχτηκε από το χάσιμό του. Οι λακέδες λέγανε αναμεταξύ τους στη γλώσσα
+των λακέδων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρέπει νάναι κανένας άγγλος μυλόρδος!</p>
+
+<p>Το δείπνο ήτανε όπως τα περισσότερα δείπνα του Παρισιού: στην αρχή σιωπή,
+κατόπι μια αντάρα από λόγια, που δε μπορεί κανείς να ξεχωρίση τίποτα, ύστερα
+οικειότητες, οι περισσότερες ηλίθιες, ψεύτικα νέα, κακές κρίσεις, λίγη πολιτική και
+πολλή κακολογία· μιλήσανε επίσης για τα καινούργια βιβλία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδατε, είπε ο Περιγουρδίνος αββάς, το μυθιστόρημα του κυρίου
+Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, απάντησε ένας από τους συνδαιτυμόνες, μα δε μπόρεσα να
+το τελειώσω. Έχουμε πλήθος αδιάντροπα έντυπα, μα όλα μαζί δε φτάνουνε την
+αδιαντροπιά του Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας. Είμαι τόσο αηδιασμένος από
+τούτη την απειρία των μυσαρών βιβλίων, που μας πλημμυρούνε, ώστε αποφάσισα
+να ποντάρω στο φαραώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τα «Ανάμικτα» του αρχιδιακόνου Τρουμπλέ, πώς σας φαίνονται;
+είπε ο αββάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! είπε η κυρία ντε Παρολινιάκ, τι πληχτικός θνητός! Πώς σας λέγει με
+σπουδαιότητα ό,τι όλος ο κόσμος το ξέρει. Πώς συζητεί σοβαρά ό,τι δεν αξίζει τον
+κόπο ούτε ελαφρά να σημειωθή! Πώς ιδιοποιείται, δίχως πνεύμα, το πνεύμα των
+άλλων! Πώς καταστρέφει ό,τι κλέβει! Πώς με αηδιάζει! Αλλά δε θα με αηδιάση πια·
+είναι πολύ νάχη διαβάση κανείς λίγες σελίδες του αρχιδιακόνου.</p>
+
+<p>Ήτανε στο τραπέζι ένας κύριος σοφός, με καλαισθησία, που υποστήριζε ό,τι
+έλεγε η Μαρκησία. Μιλήσανε κατόπιν για τραγωδίες· η κυρία ρώτησε, γιατί
+υπάρχουνε τραγωδίες, που παίζονται κάποτε και που δε μπορεί κανείς να τις
+διαβάση. Ο άνθρωπος με την καλαισθησία εξήγησε πολύ καλά, πως ένα έργο
+μπορεί νάχη κάποιο ενδιαφέρο και καμιά αξία: Απόδειξε με λίγα λόγια, πως δεν
+αρκεί ν' αναπτύξη κανείς μιαν ή δύο από τις <b>θέσεις</b> εκείνες, που βρίσκονται
+σ' όλα τα μυθιστορήματα και που γοητεύουνε πάντα τους θεατές: Αλλά πρέπει
+νάναι κανείς καινούργιος, χωρίς νάναι παράδοξος, συχνά υψηλός και πάντοτε
+φυσικός, να γνωρίζη την ανθρώπινη καρδιά και να την κάμνη να μιλή· νάναι
+μεγάλος ποιητής, χωρίς τα πρόσωπα του έργου να φαίνονται ποιητές· να γνωρίζη
+τέλεια τη γλώσσα του, να τη μιλή καθαρά, με συνεχή αρμονία, χωρίς ποτέ η ρίμα
+να ζημιώνη το νόημα. Όποιος, επρόσθεσε, δεν τηρεί αυτούς τους κανόνες, μπορεί
+να κάνη μιαν ή δυο τραγωδίες, που να χειροκροτηθούνε στο θέατρο, μα [δεν] θα
+λογαριαστή ποτέ μεταξύ των καλών συγγραφέων. Υπάρχουνε πολύ λίγες καλές
+τραγωδίες! άλλες είναι διαλογικά ειδύλλια καλογραμένα, καλοριμαρισμένα· άλλες
+είναι πολιτικές συζητήσεις, που αποκοιμίζουν ή πλατυασμοί αποκρουστικοί· άλλες
+είναι όνειρα τρελλού σε ύφος βάρβαρο, κουβέντες κομμένες, μακρυές αποστροφές
+προς τους θεούς, γιατί δεν ξέρουνε να μιλούνε στους ανθρώπους, ψεύτικοι
+κομπασμοί, κοινοτυπίες πομπώδικες.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης άκουσε αυτήν την ομιλία με προσοχή, σχημάτισε μεγάλη ιδέα για
+τον συζητητή! Κι' όπως η κυρία Μαρκησία είχε φροντίσει να τον βάλη πλάι της,
+έγειρε στ' αυτί της και τη ρώτησε, ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, που μιλούσε τόσο
+καλά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Είν' ένας σοφός, είπε η κυρία, που δεν ποντάρει ποτές, και που ο
+αββάς μου τόνε φέρνει κάποτε στο δείπνο. Γνωρίζει τέλεια το ζήτημα των
+τραγωδιών και των βιβλίων, κ' έκαμε και μια τραγωδία που την σφυρίξανε, κ' ένα
+βιβλίο, που κανένα του αντίτυπο δε βγήκε από το μαγαζί του εκδότη του, εξόν ένα,
+που μου αφιέρωσε.</p>
+
+<p>Μεγάλος άνθρωπος! Είπε ο Αγαθούλης· είν' ένας δεύτερος Παγγλώσσης.</p>
+
+<p>Τότες γυρίζοντας προς αυτόν, του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε, πιστεύετε, χωρίς αμφιβολία, πως όλα είναι καλά στον ηθικό
+και στο φυσικό κόσμο και πως τίποτα δε μπορούσε νάναι αλλιώτικα;</p>
+
+<p>Εγώ, κύριε, του απάντησε ο σοφός, δεν πιστεύω τίποτ' απ' όλα αυτά:</p>
+
+<p>Βρίσκω, πως όλα πάνε ανάποδα σε μας· πως κανείς δε ξέρει ούτε ποια είναι η
+θέση του, ούτε ποια η δουλιά του, ούτε τι κάμνει, ούτε τι πρέπει να κάμνη κ' έξω
+από το δείπνο, που είναι αρκετά εύθυμο κι' όπου φαίνεται αρκετή ενότητα, όλος ο
+άλλος καιρός περνά με καυγάδες: Ζανσενίστες εναντίον μολινιστών, άνθρωποι του
+παρλαμέντου εναντίον ανθρώπων της εκκλησίας, άνθρωποι των γραμμάτων
+εναντίον ανθρώπων των γραμμάτων, αυλικοί εναντίον αυλικών, τραπεζίτες
+εναντίον του λαού, γυναίκες εναντίον ανδρών, συγγενείς εναντίον συγγενών· είν'
+ένας αιώνιος πόλεμος.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης του απάντησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδα πολύ χειρότερα· αλλ' ένας σοφός, που κατόπι του συνέβη το
+δυστύχημα να τον κρεμάσουνε, μ' έμαθε, πως όλ' αυτά είναι θαυμάσια· οι ήσκιοι
+ενός ωραίου πίνακος.</p>
+
+<p>Ο κρεμασμένος σας κορόιδευε τον κόσμο, είπε ο Μαρτίνος· οι ήσκιοι σας είναι
+στίγματα φοβερά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Οι άνθρωποι κάνουνε τα στίγματα, είπε ο Αγαθούλης, και δε
+μπορούνε να κάνουνε και αλλιώς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ώστε δεν είναι δικό τους λάθος, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Οι περισσότεροι πονταδόροι, που δεν καταλαβαίνανε τίποτε απ' αυτά τα λόγια,
+πίνανε· κι' ο Μαρτίνος συζήτησε με το σοφό, κι' ο Αγαθούλης διηγήθηκε μερικές
+του περιπέτειες στην οικοδέσποινα.</p>
+
+<p>Μετά το δείπνο, η Μαρκησία οδήγησε τον Αγαθούλη στην κάμαρά της και τον
+έβαλε να καθίση σ' έναν καναπέ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! καλά, του είπε, αγαπάτε πάντα τρελά τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη του
+Τούντερ-τεν-τρονκ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, κυρία, απάντησε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Η Μαρκησία συνέχισε μ' ένα τρυφερό μειδίαμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Απαντάτε σαν ένας νέος της Βεστφαλίας· ένας Γάλλος θα μούλεγε:
+είναι αλήθεια, πως αγάπησα την δεσποινίδα Κυνεγόνδη, αλλά βλέποντάς σας,
+φοβούμαι, μη δεν την αγαπώ πια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλίμονο! Κυρία, είπε ο Αγαθούλης, θ' απαντήσω, όπως σας
+αρέσει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το πάθος σας γι' αυτήν άρχισε, όταν εσηκώσατε από χάμου το
+μαντήλι της· επιθυμώ να μου σηκώσετε την καλτσοδέττα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μ' όλη μου την καρδιά, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Και τήνε σήκωσε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλ' επιθυμώ να μου την ξαναβάλετε στην θέση της, είπε η
+κυρία.</p>
+
+<p>Κι' ο Αγαθούλης την ξανάβαλε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπετε, είπε η κυρία, είστε ξένος! Κάμνω συχνά τους εραστές μου
+του Παρισιού να ξεροσταλιάζουν επί δεκαπέντε μέρες, αλλά παραδίνομαι σε σας
+από την πρώτη νύχτα, γιατί πρέπει να φανώ φιλόξενη σ' ένα νέον της
+Βεστφαλίας.</p>
+
+<p>Η ωραία είχε παρατηρήσει δύο τεράστια διαμάντια στα δύο χέρια του νεαρού
+ξένου και τα παίνεσε με τόση καλή πίστη, ώστε από τα δάχτυλα του Αγαθούλη
+περάσανε στα δάχτυλα τα δικά της.</p>
+
+<p>Όταν ο Αγαθούλης έφυγε με τον αββά Περιγουρδίνο αισθάνθηκε κάποιες
+τύψεις, που έκανε απιστία στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Ο κύριος αββάς
+συμμερίστηκε τη στενοχώρια του. Πολύ λίγο είχε λάβει μέρος στις πενήντα χιλιάδες
+λίβρες, πούχασε ο Αγαθούλης στα χαρτιά και στην αξία των δύο μπριλλαντιών, που
+μισό τάδωσε, μισό του τα κλέψανε. Το σχέδιο του αββά ήτανε να εκμεταλλευτή,
+όσο μπορούσε, τα πλεονεκτήματα, που τούδινε η γνωριμία του Αγαθούλη. Του
+μίλησε πολύ για την Κυνεγόνδη· κι' ο Αγαθούλης του είπε, πως θα ζητούσε
+συγγνώμη από την ωραία του για την απιστία, που της έκανε, όταν θα την έβλεπε
+στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο Περιγουρδίνος διπλασίασε τις φιλοφρονήσεις, τις περιποιήσεις του κ' έδειχνε
+τρυφερό ενδιαφέρο για ό,τι έλεγε ο Αγαθούλης, για ό,τι έκαμνε, για ό,τι ήθελε να
+κάνη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε λοιπόν, κύριε, του είπε, ραντεβού στη Βενετία;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε αββά, απάντησε ο Αγαθούλης. Είναι απόλυτη ανάγκη
+να πάω να συναντήσω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>Τότε, καθώς τον ξανάπιασε η ευχαρίστηση να μιλή για ό,τι αγαπούσε,
+διηγήθηκε, κατά την συνήθειά του, ένα μέρος από τις περιπέτειές του μ' αυτή τη
+περίφημη Βεστφαλιανή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νομίζω, είπε ο αββάς, πως η δεσποινίς Κυνεγόνδη είναι πολύ έξυπνη
+και γράφει χαριτωμένες επιστολές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποτές δεν έλαβα επιστολή της, είπε ο Αγαθούλης: γιατί, φαντασθήτε,
+επειδή με διώξαν από τον πύργο για τον έρωτά της, δε μπόρεσα να της γράψω·
+λίγο κατόπι έμαθα, πως είχε πεθάνει, αργότερα την ξαναβρήκα και την ξανάχασα
+και της έστειλα από δυόμιση χιλιάδες λεύγες έναν αγγελιοφόρο, από τον οποίον
+περιμένω απάντηση.</p>
+
+<p>Ο αββάς άκουε προσεχτικά και φαινότανε λιγάκι ρεμβώδης. Αποχαιρέτησε σε
+λίγο τους δυο ξένους, αφού πρώτα τους φίλησε τρυφερά. Την επομένη ο
+Αγαθούλης έλαβε, μόλις ξύπνησε, μιαν επιστολή, που έλεγε τα εξής!</p>
+
+<p>« Κύριε πολυαγαπημένε μου. Δω κι' οχτώ μέρες είμαι άρρωστη σ' αυτήν εδώ
+την πόλη· μαθαίνω, πως είστε και σεις εδώ· θα πετούσα στην αγκαλιά σας, αν
+μπορούσα να κινηθώ. Έμαθα, πως περάσατε από το Μπορντώ· άφησα εκεί τον
+πιστό το Κακαμπό και τη γριά, που σε λίγο θάρτουνε να με βρούνε. Ο κυβερνήτης
+του Μπουένος Άυρες μου τα πήρε όλα, αλλά μου μένει η καρδιά σας. Ελάτε, η
+παρουσία σας θα μου ξαναδώση τη ζωή ή θα με σκοτώση από χαρά. »</p>
+
+<p>Αυτή η χαριτωμένη επιστολή, αυτή η ανέλπιστη επιστολή, γέμισε ανέκφραστη
+χαρά τον Αγαθούλη· η αρρώστια της αγαπημένης του Κυνεγόνδης τόνε βύθισε στη
+λύπη.</p>
+
+<p>Μ' αυτά τα δυο αντίθετα συναισθήματα, παίρνει το χρυσάφι του και τα
+διαμάντια του, βάζει να τον οδηγήσουνε με το Μαρτίνο στο ξενοδοχείο, που έμενε
+η δεσποινίς Κυνεγόνδη. Μπαίνει τρέμοντας από τη συγκίνηση, η καρδιά του χτυπά,
+η φωνή του πιάνεται· θέλει ν' ανοίξη τους μπερντέδες του κρεββατιού, ζητά να
+φέρουνε φως.</p>
+
+<p>Μη για το Θεό, λέγει η υπηρέτρια, το φως θα τη σκοτώση!</p>
+
+<p>Και ξαφνικά κλείνει τους μπερντέδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγαπημένη μου Κυνεγόνδη, λέγει ο Αγαθούλης κλαίοντας, πώς είστε;
+Αν δε μπορείτε να με ιδήτε, μιλήστε μου τουλάχιστο.</p>
+
+<p>Δε μπορεί να μιλήση, λέγει η υπηρέτρια.</p>
+
+<p>Τραβάει ένα χέρι καλοθρεμμένο από το κρεββάτι, που ο Άγάθούλης το πότιζε
+πολύν καιρό με δάκρυα, το γεμίζει διαμάντια, αφήνοντας ένα σακκί γεμάτο
+χρυσάφι απάνου στο κάθισμα.</p>
+
+<p>Απάνω στους ενθουσιασμούς του φτάνει ένας αστυνόμος ακολουθημένος από
+τον Περιγουρδίνο αββά κι' από ένα απόσπασμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τους, λέγει, οι δυο ύποπτοι ξένοι!</p>
+
+<p>Τους πιάνει αμέσως και διατάζει τους γενναίους του να τους πάνε στη
+φυλακή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μεταχειρίζονται έτσι τους ξένους στο Ελδοράδο, είπε ο
+Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά μανιχαίος, είπε ο
+Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά, κύριε, πού μας πάτε; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στο μπουδρούμι, απάντησε ο αστυνόμος.</p>
+
+<p>Ο Μαρτίνος ξανάβρε την ψυχραιμία του και σκέφτηκε, πως η κυρία, που
+έκαμνε την Κυνεγόνδη, ήτανε μια λωποδύτισσα, ο κύριος Περιγουρδίνος αββάς
+ένας λωποδύτης, κι' ο αστυνόμος ένας άλλος λωποδύτης, από τον οποίον θα
+μπορούσαν εύκολα να γλυτώσουνε.</p>
+
+<p>Αντί να υποβληθη στις διατυπώσεις της δικαιοσύνης, ο Αγαθούλης, φωτισμένος
+από τη συμβουλή του Μαρτίνου, κ' εξ άλλου πάντα ανυπόμονος να ιδή την αληθινή
+Κυνεγόνδη, προτείνει στον αστυνόμο τρία μικρά διαμάντια, που καθένα θα κόστιζε
+τρεις χιλιάδες πιστόλες πάνου-κάτου.</p>
+
+<p>Α! κύριε, είπε ο άνθρωπος με το φιλντισένιο μπαστούνι, κι' αν είχετε κάνει όλα
+τα εγκλήματα, που μπορεί να φανταστή κανείς, είστε ο πιο έντιμος άνθρωπος του
+κόσμου! Το καθένα τρείς χιλιάδες πιστόλες! Κύριε, μπορώ να σκοτωθώ για σας,
+αντί να σας οδηγήσω στη φυλακή. Πιάνουν όλους τους ξένους, αλλ' αφήστε σε
+μένα την υπόθεση· έχω έναν αδερφό στη Λιέππη της Νορμανδίας, θα σας στείλω
+εκεί, κι' αν έχετε κανένα διαμάντι να του δώσετε, θα σας φροντίση, όπως κ'
+εγώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί πιάνουν όλους τους ξένους; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Ο Περιγουρδίνος αββάς, έλαβε τότε το λόγο, και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί ένας ζητιάνος από τη χώρα της Ατρεβατίας άκουσε να λέμε
+ανοησίες· αυτό μονάχα τον ώθησε σε πατροχτονία, όχι όπως εκείνη του 1610, το
+Μάη το μήνα, αλλά σαν εκείνη του 1594 το μήνα Δεκέμβρη, και σαν εκείνες άλλων
+χρόνων κι' άλλων μηνών από άλλους αλήτες, που είχαν ακούσει ανοησίες.</p>
+
+<p>Ο αστυνόμος τότες εξήγησε τι συνέβαινε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! τα τέρατα! φώναξε ο Αγαθούλης. Τέτοιες φρικαλεότητες σ' ένα
+λαό, που χορεύει και τραγουδεί! Δε θα μπορέσω να φύγω, όσο το γρηγορώτερο απ'
+αυτό τον τόπο, όπου μαϊμούδες και τίγρεις παίζουνε μαζί. Είδα αρκούδες στον
+τόπο μου· ανθρώπους είδα μόνο στο Ελδοράδο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για τόνομα του Θεού, κύριε αστυνόμε, στείλε με στη Βενετία, όπου
+πρέπει να περιμένω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μπορώ να σας στείλω αλλού παρά στην Κάτω Νορμανδία, είπε ο
+σακαράκας.</p>
+
+<p>Αμέσως λέγει να του βγάλουνε τα σίδερα, λέγει πως έκανε λάθος, διώχνει τους
+ανθρώπους του κι' οδηγεί στη Διέππη τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο και τους
+αφήνει στα χέρια του αδερφού του.</p>
+
+<p>Υπήρχε στο λιμάνι ένα μικρό καΐκι ολλανδικό.</p>
+
+<p>Ο Νορμανδός, χάρη σε άλλα τρία μικρά διαμάντια έγινε ο πιο φιλοφρονητικός
+άνθρωπος του κόσμου, μπαρκαρίζει τον Αγαθούλη και τους ανθρώπους του στο
+καΐκι, που επρόκειτο να κάνη πανιά για το Πόρτσμουθ της Αγγλίας. Δεν ήτανε
+βέβαια ο δρόμος της Βενετίας· αλλ' ο Αγαθούλης πίστευε, πως θα γλύτωνε από την
+κόλαση· κ' ελογάριαζε να ξαναπάρη το δρόμο για τη Βενετία σε πρώτη
+ευκαιρία.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIII.<br /><br />
+
+Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος τραβάνε για τις αχτές της Αγγλίας. Τι βλέπουν
+εκεί.</h4>
+
+<p>
+<br />
+&nbsp;— Αχ! Παγγλώσση! Παγγλώσση! Αχ! Μαρτίνιε, Μαρτίνε! Αχ! αγαπημένη μου
+Κυνεγόνδη! Τι είναι αυτός ο κόσμος; λέγει ο Αγαθούλης απάνου στο ολλανδικό
+καράβι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάτι τρελό κι' απαίσιο, απαντούσε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γνωρίζετε την Αγγλία; Είναι κ' εκεί έτσι τρελοί, όπως στη Γαλλία;</p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλου είδους τρελοί, είπε ο Μαρτίνος. Ξέρετε, πως αυτά τα δύο έθνη
+βρίσκονται σε πόλεμο για λίγα στρέμματα χιόνια προς το μέρος του Καναδά, και
+πως ξοδεύουνε γι' αυτό τον πόλεμο πολύ περισσότερα απ' όσο κοστίζει ολόκληρος
+ο Καναδάς; Το να σας πω ακριβώς σε ποιόν τόπο υπάρχουνε περισσότεροι για
+δέσιμο, η ασθενής μου μόρφωση δε μου το επιτρέπει· ξέρω μονάχα, πως γενικά οι
+άνθρωποι, που θα ιδούμε, είναι υπερβολικά χολερικοί.</p>
+
+<p>Μιλώντας έτσι ζυγώσανε στο Πόρτσμουθ· πλήθος κόσμου είχε γεμίσει την
+παραλία και παρατηρούσε με προσοχή έναν άνθρωπο πολύ χοντρό γονατισμένο,
+με τα μάτια δεμένα, πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου του στόλου· τέσσερις
+στρατιώτες, τοποθετημένοι απέναντί του, του τραβήξανε καθένας τρεις σφαίρες
+στο κρανίο, με τον πιο γαλήνιο τρόπο του κόσμου· κι' όλος ο συναθροισμένος λαός
+γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ναι λοιπόν όλ' αυτά; φώναξε ο Αγαθούλης· και ποιος δαίμονας
+εξουσιάζει παντού;</p>
+
+<p>Ρώτησε ποιος ήτανε αυτός ο χοντρός άνθρωπος, που τον σκοτώσανε με τόση
+πομπή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είν' ένας ναύαρχος, του απαντήσανε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί τον σκοτώσανε αυτόν το ναύαρχο;</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί δε σκότωσε πολύν κόσμο εναυμάχησε μ' ένα Γάλλο ναύαρχο κι'
+αποδείχθηκε, πως δεν τον επλησίασε αρκετά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, ο γάλλος ναύαρχος ήτανε τόσο μακρυά από
+τον άγγλο, όσο τούτος από τον άλλον!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είναι αναμφισβήτητο, του αποκριθήκανε· μα σ' αυτόν τον τόπο
+θεωρείται καλό, από καιρό σε καιρό να σκοτώνουν ένα ναύαρχο για να κάνουνε
+γενναίους τους άλλους.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης τόσο ταράχθηκε και τόσο αγανάχτησε απ' ό,τι έβλεπε, ώστε δε
+θέλησε ούτε να πατήση το πόδι του στη στεριά και συμφώνησε με τον ολλανδό
+πλοίαρχο (κι' ας τον έκλεβε κι' αυτός σαν τον άλλον του Σουρινάμ), για να τον φέρη
+χωρίς αναβολή στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος ετοιμάστηκε σε δυο μέρες· περάσανε πλάι από τις ακτές της
+Γαλλίας· περάσαν αντίκρα από τη Λισσαβώνα κι' ο Αγαθούλης ανατρίχιασε.
+Μπήκανε στα στενά του Γιβραλτάρ και στη Μεσόγειο, και τέλος φτάσανε στη
+Βενετία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ευλογητός ο Θεός! είπε ο Αγαθούλης, αγκαλιάζοντας το Μαρτίνο.
+Εδώ θα ξαναϊδώ την ωραία Κυνεγόνδη. Έχω πεποίθηση στον Κακαμπό, και στον
+εαυτό μου. Όλα είναι καλά, όλα πάνε καλά, όλα πάνε όσο το δυνατό
+καλύτερα!</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIV<br /><br />
+
+Περί Πακέττας και του αδελφού Γαρουφάλη.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Μόλις ήρθε στη Βενετία, ζήτησε τον Κακαμπό σ' όλες τις ταβέρνες, σ' όλα τα
+καφενεία, σ' όλα τα πορνεία, και δεν τον βρήκε πουθενά. Έστελνε κάθε μέρα να
+ψάχνουν όλα τα καράβια κι' όλες τις βάρκες· καμιά είδηση από τον Κακαμπό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! έλεγε στο Μαρτίνο, είχα τον καιρό να περάσω από το Σουρινάμ
+στο Μπορντώ, να πάω από το Μπορντώ στο Παρίσι, από το Παρίσι στη Διέππη, από
+τη Διέππη στο Πόρτσμουθ, να παραπλεύσω την Πορτογαλία και την Ισπανία, να
+διασχίσω όλη τη Μεσόγειο, να μείνω μερικούς μήνες στη Βενετία, κ' η ωραία
+Κυνεγόνδη δεν ήρθε ακόμα!</p>
+
+<p>Συνάντησα, αντίς αυτήν, μιαν τιποτένια, κι' έναν περιγουρδίνο αββά! Η
+Κυνεγόνδη πέθανε χωρίς άλλο! Δε μου μένει παρά να πεθάνω. Αχ πόσο θάτανε
+καλύτερα νάμενα στον παράδεισο του Ελδοράδο παρά να γυρίσω σ' αυτήν την
+καταραμένη Ευρώπη. Πόσο έχετε δίκιο, καλέ μου Μαρτίνε! Όλα είναι πλάνη και
+συφορά!</p>
+
+<p>Τον έπιασε μαύρη μελαγχολία και δεν έλαβε μέρος στην όπερα alla moda ούτε
+στις άλλες διασκεδάσεις του καρναβαλιού· ούτε μια γυναίκα δεν τούδωσε τον
+παραμικρότερο πειρασμό. Ο Μαρτίνος του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είστε πολύ απλοϊκός, αλήθεια, να φαντάζεστε πως ένας υπηρέτης
+μιγάς, πόχει πέντε ως έξι εκατομμύρια στις τσέπες του, θα πάη να ζητήση την
+ερωμένην σας στην άκρη του κόσμου, για να σας τήνε φέρη στη Βενετία. Θα την
+πάρη για τον εαυτό του, αν την εύρη: αν δεν την εύρη, θα πάρη μιαν άλλη: σας
+συμβουλεύω να ξεχάστε τον υπηρέτη σας τον Κακαμπό και την ερωμένη σας την
+Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>Αλλά τα λόγια αυτά δεν παρηγορήσανε τον Αγαθούλη. Η μελαγχολία του
+μεγάλωσε κι' ο Μαρτίνος δεν έπαυε να του αποδείχνη, πως υπήρχε πολύ λίγη
+αρετή και πολύ λίγη ευτυχία πάνω στη γη, εξόν από το Ελδοράδο, όπου όμως
+κανείς δε μπορούσε να πάη.</p>
+
+<p>Ενώ συζητούσανε γι' αυτό το σπουδαίο θέμα, περιμένοντας πάντα την
+Κυνεγόνδη, ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα νεαρό θεατίνο
+(<sup><a href="#fn5" id="ref5">5</a></sup>)
+ στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, που κρατούσε στο μπράτσο του μια κοπέλλα. Ο
+θεατίνος φαινότανε πολύ δροσερός, παχουλός, δυνατός. Τα μάτια του λάμπανε, το
+ύφος του ήτανε όλο πεποίθηση, το ανάστημά του ψηλό, το βάδισμά του
+περήφανο. Η κοπέλλα ήτανε πολύ όμορφη και τραγουδούσε· κύτταζεν ερωτικά το
+θεατίνο της και από καιρό σε καιρό του τσιμπούσε τα παχυά του μάγουλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα παραδεχτήτε, τουλάχιστο, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, πως
+αυτοί εδώ οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι. Έως τώρα σ' όλη την οικουμένη βρήκα,
+εξόν από το Ελδοράδο, μονάχα δυστυχισμένους, μα γι' αυτή την κοπέλα και για
+τούτο τον θεατίνο στοιχηματίζω, πως είναι πολύ ευτυχισμένα πλάσματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στοιχηματίζω, πως όχι! είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παρακάλεσέ τους, αν θέλης, είπε ο Αγαθούλης, να δειπνήσουνε μαζί
+μας και θα ιδής, αν γελιέμαι.</p>
+
+<p>Ευθύς τους πλησιάζει, τους χαιρετά και τους προσκαλεί νάρθουνε στο
+ξενοδοχείο του να φάνε μακαρόγια, πέρδικες της Λομβαρδίας, χαβιάρι μαύρο, και
+να πιούνε κρασί του Μοντεπουλστιάνο, δάκρυα του Χριστού, κυπριώτικο και
+σαμιώτικο.</p>
+
+<p>Η δεσποινίς κοκκίνησε, ο θεατίνος δέχτηκε κ' εκείνη τον ακολούθησε
+κοιτάζοντας τον Αγαθούλη μ' έκπληξη και ταραχή, ενώ δάκρυα θαμπώνανε τα
+μάτια της. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο του Αγαθούλη, τούπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς λοιπόν, κύριε Αγαθούλη, δεν αναγνωρίζετε πια την Πακέττα;</p>
+
+<p>Σ' αυτά τα λόγια ο Αγαθούλης, που δεν την είχε έως τώρα προσέξει,
+απάντησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλίμονο, δυστυχισμένο μου παιδί, σεις λοιπόν εφέρατε τον δόχτορα
+Παγγλώσση στα όμορφα χάλια, που τον είδα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλίμονο, κύριε, είμ' εγώ, είπε η Πακέττα. Βλέπω, πως τάχετε
+πληροφορηθή όλα. Έμαθα όλα τα τρομερά δυστυχήματα, που πέσανε σ' το σπίτι
+της κυρίας Βαρωνέσσας και στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Σας ορκίζομαι, πως η μοίρα
+μου δεν υπήρξε λιγώτερο θλιβερή. Ήμουνε πολύ αθώα, όταν με γνωρίσατε. Ένας
+κορδελιέρος, που ήτανε ο εξομολογητής μου, με πλάνεψε. Οι συνέπειες υπήρξανε
+φριχτές· βρέθηκα στην ανάγκη να φύγω από τον πύργο λίγο αργότερα από τότε,
+που ο κύριος βαρώνος σας είχε διώξει με δυνατές κλωτσιές στον πισινό. Αν ένας
+περίφημος γιατρός δε με λυπότανε, θα πέθαινα. Έκανα λίγον καιρό, από
+ευγνωμοσύνη, μαιτρέσσα αυτού του γιατρού. Η γυναίκα του, που λύσσαε από
+ζήλεια, μ' έδερνε κάθε μέρα ανελέητα· ήτανε μανιακή. Αυτός ο γιατρός ήτανε ο πιο
+άσχημος απ' όλους τους άντρες κ' εγώ η πιο δυστυχισμένη απ' όλα τα πλάσματα,
+αφού έτρωγα ξύλο για έναν άντρα, που δεν τον αγαπούσα. Ξέρετε, κύριε, πόσο
+είναι επικίνδυνο, για μια ζηλιάρα νάναι γυναίκα γιατρού. Αυτός, μην υποφέροντας
+τις γκρίνιες της, της έδωσε μια μέρα, για να τη γιατρέψη από κάποιο μικρό συνάχι,
+ένα γιατρικό τόσο αποτελεσματικό, που πέθανε σε δυο ώρες με φριχτούς
+σπασμούς. Οι γονείς της κυρίας καταγγείλανε το γιατρό για φόνο κ' εκείνος
+τόσκασε κρυφά, μα βάλανε μένα στη φυλακή. Η αθωότητά μου δε θα μ' έσωζε, αν
+δεν ήμουνα λιγάκι όμορφη. Ο δικαστής μ' απάλλαξε με τον όρο να διαδεχτή το
+γιατρό. Σε λίγο με υποσκέλισε μια άλλη, με διώξανε χωρίς να με πλερώσουνε κι'
+αναγκάστηκα να εξακολουθήσω αυτό το απαίσιο επάγγελμα, που σας αρέσει τόσο
+εσάς των αντρών και που είναι για μας άβυσσο αθλιότητας. Ήρθα να εξασκήσω την
+εργασία μου στη Βενετία. Αχ! κύριε, δε μπορείτε να φανταστήτε, τι θα πη νάσαστε
+υποχρεωμένη να χαηδεύετε με την ίδια αδιαφορία ένα γέρο έμπορο, ένα δικηγόρο,
+έναν καλόγερο, ένα γονδολιέρο, έναν αββά· νάσαστε εκθεμένη σ' όλους τους
+εξευτελισμούς, σ' όλους τους διασυρμούς· να καταντάτε συχνά στο σημείο να
+δανείζεστε ένα πουκάμισο για να πηγαίνετε να σας το σηκώνη ένας άντρας
+συχαμερός: να σας κλέβη ο ένας, ό,τι κερδίσατε από τον άλλο· να σας φορολογούν
+οι αστυνόμοι και να σας περιμένουνε στο βάθος του μέλλοντός σας φριχτά
+γηρατειά, ένα νοσοκομείο και μια κοπριά, ε! τότε θα συμπεράνετε, πως είμαι ένα
+από τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα του κόσμου.</p>
+
+<p>Έτσι η Πακέττα άνοιγε την καρδιά της στον καλόν Αγαθούλη, μέσα σ' ένα
+δωμάτιο, μπροστά στο Μαρτίνο, ο οποίος έλεγε στον Αγαθούλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπετε, πως έχω κερδίσει έως τώρα το μισό στοίχημα.</p>
+
+<p>Ο αδελφός Γαρουφάλης είχε μείνει στην τραπεζαρία κ' έπινε από λίγο- λίγο
+προσμένοντας το δείπνο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης στην Πακέττα, είχατε το ύφος τόσο εύθυμο,
+τόσο ευχαριστημένο, όταν σας συνάντησα, τραγουδούσατε, χαηδεύατε το θεατίνο
+με μια χάρη ολότελα φυσική· μου φανήκατε τόσο ευτυχισμένη, όσο τώρα λέτε, πως
+είσαστε δυστυχισμένη.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Αχ! κύριε, απάντησε η Πακκέττα, κι' αυτό ακόμα είναι μια από της
+αθλιότητες του επαγγέλματος. Χτες μ' έκλεψε και μ' έδειρε ένας αξιωματικός και
+πρέπει σήμερα να φαίνομαι, πως έχω κέφι, για ν' αρέσω σ' έναν καλόγερο.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης δε ζήτησε περισσότερα· ωμολόγησε, πως ο Μαρτίνος είχε δίκιο.
+Καθήσανε στο τραπέζι με την Πακέττα και το θεατίνο· το δείπνο στάθηκε πολύ
+ευχάριστο και στο τέλος μιλήσανε με κάμποση εμπιστοσύνη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πατέρα μου, είπε ο Αγαθούλης στον καλόγερο, μου φαίνεστε, πως η
+μοίρα σας έχει ευνοήσει σε βαθμό, που όλοι να σας ζηλεύουνε· Το άνθος της
+υγείας λάμπει στο πρόσωπό σας, η φυσιογνωμία σας δείχνει την ευδαιμονία· έχετε
+μια πολύ ωραία κοπέλλα για να σας διασκεδάζη, και μοιάζετε πολύ
+ευχαριστημένος, που είσαστε θεατίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα την πίστη μου, είπε ο αδελφός Γαρουφάλης θα πεθυμούσα όλ' οι
+θεατίνοι να πνιγούνε στο βάθος της θάλασσας. Εκατό φορές μου ήρθε ο πειρασμός
+να βάλω φωτιά στο μοναστήρι και να πάω να γίνω τούρκος. Οι γονείς μου με
+αναγκάσανε στην ηλικία των δεκαπέντε μου χρόνων, να ζωστώ αυτό το απαίσιο
+ράσο, για ν' αφήσουνε περισσότερη περιουσία σ' έναν καταραμένο μεγαλύτερο
+αδερφό μου, που άμποτες ο Θεός να τον πνίξη!</p>
+
+<p>Η ζήλεια, η διχόνοια, η λύσσα, κατοικούνε στα μοναστήρια. Είναι αλήθεια, πως
+έβγαλα μερικούς κακούς λόγους, από τους οποίους κέρδισα λίγα χρήματα, αλλ' ο
+ηγούμενος μούκλεψε τα μισά· τα υπόλοιπα τα διαθέτω να διατηρώ γυναίκες· αλλ'
+όταν επιστρέφω το βράδυ στο μοναστήρι, είμ' έτοιμος να σπάσω το κεφάλι μου
+στους τοίχους του κοιτώνα· κι' όλοι οι συνάδερφοι μου έχουνε την ίδια
+επιθυμία.</p>
+
+<p>Ο Μαρτίνος γυρίζοντας προς τον Αγαθούλη με τη συνειθισμένη του
+ψυχραιμία:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! λοιπόν του λέγει, κέρδισα όλο το στοίχημα!</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης έδωσε δυο χιλιάδες πιάστρα στην Πακέττα και χίλια στον αδερφό
+Γαρουφάλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σας απαντώ, είπε, πως μ' αυτά τα χρήματα τους έκανα ευτυχείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν το πιστεύω καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· θα τους κάνετε μ' αυτά τα
+χρήματα πολύ πιο δυστυχείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας γίνη ό,τι θέλη· αλλ' ένα πράγμα με παρηγορεί: βλέπω, πως
+ξαναβρίσκει κανείς συχνά πρόσωπα που δεν έλπιζε ποτές να τα συναντήση. Είναι
+πολύ πιθανό, αφού ξαναβρήκα το κόκκινό μου πρόβατο και την Πακέττα, να
+ξανασυναντήσω επίσης την Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος, να σας δώση μιαν ημέρα την ευτυχία· αλλά
+γι' αυτό αμφιβάλλω πολύ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είστε πολύ σκληρός, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί έχω ζήσει πολύ, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά παρατηρήστε αυτούς τους γονδολιέρους, είπε ο Αγαθούλης·
+τραγουδούν ακατάπαυτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τους ιδήτε σπίτι τους με τις γυναίκες τους και τα κουτσούβελά
+τους, είπε ο Μαρτίνος. Ο δόγης έχει τις πίκρες του, οι γονδολιέροι τις δικές τους.
+Είναι αλήθεια, πως γενικά η τύχη ενός γονδολιέρου είναι προτιμότερη από του
+δόγη· αλλά βλέπω τη διαφορά τόσο ασήμαντη, ώστε δεν αξίζει τον κόπο να
+σημειωθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μιλούνε, είπε ο Αγαθούλης, για κάποιον συγκλητικό Ποκοκουράντη,
+που κατοικεί σ' αυτό το ωραίο παλάτι στη Μπρέντα και που δέχεται αρκετά
+φιλόφρονα τους ξένους. Ισχυρίζονται πως είναι ένας άνθρωπος, που δε γνώρισε
+ποτέ πίκρες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάθελα να ιδώ ένα τόσο σπάνιο ον, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης αμέσως έστειλε να ζητήση την άδεια από τον εξοχώτατο
+Ποκοκουράντη να πάη την επομένη να τον επισκεφθή.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV<br /><br />
+
+Επίσκεψη στου Άρχοντα Ποκοκουράντη Βενετσάνου άρχοντα.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πήγανε με γόνδολα στη Μπρέντα και φτάσανε στο
+παλάτι του άρχοντα Ποκοκουράντη. Οι κήποι ήταν εξαίσιοι και στολισμένοι με
+ωραία μαρμάρινα αγάλματα· του παλατιού η αρχιτεχτονική κομψότατη. Ο
+οικοδεσπότης, ηλικίας εξήντα χρονών, υποδέχτηκε πολύ ευγενικά τους δύο
+περίεργους αλλά με πολύ ολίγη προθυμία, κι' αυτό σύγχισε τον Αγαθούλη και δεν
+άρεσε του Μαρτίνου.</p>
+
+<p>Και πρώτα-πρώτα δυο κορίτσια καθαροντυμένα σερβίρανε σοκολάτα καλά
+αφρισμένη. Ο Αγαθούλης δεν κρατήθηκε από το να επαινέση την ομορφιά, τους
+καλούς τρόπους και την επιδεξιωσύνη τους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι πολύ καλά κορίτσια, είπε ο συγκλητικός Ποκοκουράντης: τις
+βάζω κάποτε να κοιμούνται στο κρεββάτι μου γιατί μαι πολύ αηδιασμένος από τις
+κυράδες της πολιτείας, από τις κοκκεταρίες τους, τις ζήλιες τους, τους καυγάδες
+τους, τα νεύρα τους, τις μικρολογιές τους, τις αλαζονείες τους, τις ανοησίες τους κι
+από τα σονέττα, που πρέπει να τις κάμνω ή να παραγγέλω να τις κάμνουν: αλλά μ'
+όλα αυτά, κι' αυτές η δυο κοπέλλες αρχίζουνε να μου γίνονται κουραστικές.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης μετά το γεύμα περιδιαβάζοντας μέσα σε μια μακρυά γαλαρία,
+θαύμαζε την ομορφιά των ζωγραφικών πινάκων. Ρώτησε ποιανού μεγάλου τεχνίτη
+ήτανε οι δυο πρώτοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι του Ραφαήλου, είπε ο συγκλητικός· τους αγόρασα πολύ ακριβά
+από ματαιότητα δω και λίγα χρόνια· λέγουν, πως είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στην
+Ιταλία, αλλά μένα δε μου αρέσουνε καθόλου: το χρώμα είναι πολύ σκοτεινό, τα
+πρόσωπα δεν είναι αρκετά στρογγυλεμένα και δεν ξεκόβουν αρκετά· οι ενδυμασίες
+δε φαίνονται καθόλου νάναι από ύφασμα: με ένα λόγο, ό,τι κι' αν λένε, δε βρίσκω
+σ' αυτές μιαν αληθινή ομοιότητα με τη φύση: αλλά τέτοιου είδους δεν υπάρχουν.
+Έχω πολλούς πίνακες, μα δεν τους προσέχω πια.</p>
+
+<p>Ενώ περιμένανε το δείπνο, ο Ποκοκουράντης έβαλε να παίξουνε ένα κοντσέρτο.
+Ο Αγαθούλης βρήκε τη μουσική υπέροχη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτός ο θόρυβος, είπε ο Ποκοκουράντης, ημπορεί να διασκεδάση για
+μισή ώρα· αλλ' αν βαστάξει περισσότερο, κουράζει όλους, αν και κανείς δεν τολμά
+να το ομολογήση. Η μουσική σήμερα είναι μονάχα η τέχνη, που εκτελεί πράγματα
+δύσκολα· ό,τι είναι δύσκολο, δε μπορεί ναρέση πολλή ώρα.</p>
+
+<p>Θα προτιμούσα ίσως την όπερα, αν δεν είχαν εύρει, το μυστικό να φτιάνουνε
+τερατουργήματα που μ' εξοργίζουν. Όποιος θέλει ας πηγαίνη να βλέπη κακές
+τραγωδίες βαλμένες σε μουσική, καμωμένες για ένα ή δυο γελοία τραγούδια, όπου
+δοκιμάζεται η αξία του λαρυγγιού μιας ηθοποιού· ας χλωμιαίνη από ηδονή όποιος
+θέλει ή οποίος μπορεί, βλέποντας ένα μουνούχο να τσαμπουνά το ρόλο του
+Καίσαρα ή του Κάτωνα και να περιφέρεται μ' ένα ύφος αδέξιο πάνου στα σανίδια:
+όσο για μένα έπαψα από πολύν καιρό να ενδιαφέρομαι γι' αυτές τις μιζέριες, που
+αποτελούνε σήμερα τη δόξα της Ιταλίας και που οι ηγεμόνες τις πληρώνουνε τόσο
+ακριβά.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης το αμφισβήτησε λιγάκι, αλλά με πολλή διάκριση. Ο Μαρτίνος
+ήτανε τέλεια σύμφωνος με το συγκλητικό.</p>
+
+<p>Καθίσανε στο τραπέζι· και μετά ένα έξοχο δείπνο, περάσανε στη βιβλιοθήκη. Ο
+Αγαθούλης βλέποντας έναν Όμηρο μεγαλόπρεπα δεμένο, παίνεσε τον
+εκλαμπρότατο για την καλαισθησία του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! ένα βιβλίο, που ήταν η απόλαυση του δόχτορα Παγγλώσση, του
+καλύτερου φιλοσόφου της Γερμανίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είναι και δική μου, είπε ψυχρά ο Ποκοκουράντης: με κάνανε
+άλλοτες να πιστεύω, πως ευχαριστιόμουνα διαβάζοντάς τον· αλλ' αυτή η συνεχής
+επανάληψη μαχών, που όλες μοιάζουν αναμεταξύ τους, αυτοί οι θεοί που
+ενεργούνε πάντα, χωρίς να κάμνουνε τίποτε το οριστικό, αυτή η Ελένη, που είναι η
+αιτία του πολέμου και που μόλις εμφανίζεται στο έργο· αυτή η Τροία, που την
+πολιορκούνε και δεν την κυριεύουνε ποτέ· όλ' αυτά μου προξενούσανε την πιο
+θανάσιμη πλήξη. Ρώτησα μερικούς σοφούς, αν έπλητταν όσο κι' εγώ σ' αυτό το
+διάβασμα: όλοι οι ειλικρινείς άνθρωποι μου ομολογήσανε, πως το βιβλίο τους
+έπεφτε απ' τα χέρια, αλλ' έπρεπε πάντα να το έχουνε στη βιβλιοθήκη, σαν ένα
+μνηνείο της αρχαιότητας, όπως αυτά τα σκουριασμένα νομίσματα, που δεν
+περνούνε πια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η εξοχότητά σας σκέπτεται τα ίδια και για το Βιργίλιο; ρώτησε ο
+Αγαθούλης,</p>
+
+<p>&nbsp;— Παραδέχομαι, είπε ο Ποκοκουράντης, πως το δεύτερο, το τέταρτο και
+το έχτο βιβλίο της Αινειάδας του είναι έξοχα· αλλά για τον ευσεβή του Αινεία, το
+δυνατό Κλοάνθη και το φίλο του τον Αχάτη και το μικρόν Ασκάνιο και τον ηλίθιο
+βασιλιά Λατίνο και τη χωριάτισσα Αμάτα και την άνοστη Λαβινία, πιστεύω, πως δεν
+υπάρχει τίποτε πιο κρύο και πιο δυσάρεστο. Προτιμώ τον Τάσσο και τους μύθους
+του Αριόστου, που σε κάνουνε να κοιμάσαι όρθιος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τολμήσω να σας ρωτήσω, κύριε, είπε ο Αγαθούλης, αν δε σας
+δίνει μεγάλη ευχαρίστηση το διάβασμα του Ορατίου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει γνωμικά, είπε ο Ποκοκουράντης, που μπορούνε να ωφελήσουν
+έναν άνθρωπο του κόσμου και που όντας βαλμένα σε στίχους ενεργητικούς,
+χαράζονται ευκολώτερα στη μνήμη: αλλά λίγο μ' ενδιαφέρει το ταξίδι του στο
+Βρινδήσιο κ' η περιγραφή του ενός κακού δείπνου κ' οι χαμάλικοι καυγάδες μεταξύ
+ενός κάποιου Πουπίλου, που τα λόγια του, λέγει, ήτανε γεμάτα έμπυο, κι' ενός
+άλλου, που τα λόγια του ήτανε γεμάτα ξίδι. Διάβασα μ' έσχατη αηδία τους</p>
+
+<p>χονδροειδείς στοίχους του ενάντια στις γριές και τις μάγισσες· και δε βλέπω, τι
+αξία έχει το να λέγη στο φίλο του Μαικήνα, πως, αν τον λογαριάση μεταξύ των
+λυρικών ποιητών, θα χτυπήση τάστρα με το υψηλό του μέτωπο. Οι μωροί
+θαυμάζουν όλα σ' έναν ποιητή αναγνωρισμένο. Εγώ διαβάζω για τον εαυτό μου·
+αγαπώ μονάχα ό,τι μου κάνει.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης είχε μάθη να μην κρίνη τίποτα μόνος του κι' απορούσε πολύ απ'
+ό,τι άκουε. Αλλ' ο Μαρτίνος εύρισκε τον τρόπο της σκέψης του Ποκοκουράντη πολύ
+λογικό:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω, να ένας Κικέρωνας, είπε ο Αγαθούλης· αυτόν το μεγάλον άντρα,
+είμαι βέβαιος, πως δεν παύετε να τον διαβάζετε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τον διαβάζω ποτές, απάντησε ο Βενετσάνος· Τι μ' ενδιαφέρει, αν
+υπεράσπισε το Ραβίριο ή τον Κλουέντιο; Έχω αρκετές δίκες, που κρίνω:
+περισσότερο θα μου κάνανε τα φιλοσοφικά του έργα, μα σαν είδα πως αμφέβαλλε
+για όλα, συμπέρανα, πως ήξερα όσα κι αυτός και πως δεν είχα ανάγκη από
+κανένανε, για να τ' αγνοώ όλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! να ογδόντα τόμοι μιας ακαδημίας των επιστημών, φώναξε ο
+Μαρτίνος· μπορεί να υπάρχη δω μέσα κάτι καλό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα υπήρχε, είπε ο Ποκοκουράντης, αν ένας από τους συγγραφείς
+αυτών των ανακατεμένων σωρών είχε εφεύρει την τέχνη να κάμνη καρφίτσες· μα
+σε όλ' αυτά τα βιβλία υπάρχουνε μονάχα κούφια συστήματα και τίποτα
+ωφέλιμο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! πόσα θεατρικά έργα βλέπω εδώ, είπε ο Αγαθούλης, Ιταλικά,
+Ισπανικά, Γαλλικά.</p>
+
+<p>Ναι, απάντησε ο συγκλητικός, είναι τρεις χιλιάδες και δεν έχει ούτε τρεις
+ντουζίνες καλά. Αυτές τις συλλογές λόγια, που όλες μαζί δεν αξίζουνε μια σελίδα
+του Σενέκα, κι' όλους αυτούς τους χοντρούς τόμους θεολογίας, δεν τους ανοίγω
+ποτέ, ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος.</p>
+
+<p>Ο Μαρτίνος παρατήρησε θέσεις γεμάτες αγγλικά βιβλία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νομίζω, πως ένας δημοκράτης πρέπει να βρίσκη ευχαρίστηση στα
+περισσότερα απ' αυτά τα έργα, τα γραμμένα με τόση ελευθερία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, απάντησε ο Ποκοκουράντης, είναι καλό να γράφη κανείς ό,τι
+σκέπτεται: αυτό είναι το προνόμιο του ανθρώπου. Σ' όλη μας την Ιταλία γράφουν
+ό,τι δεν σκέπτονται· αυτοί που κατοικούνε στην πατρίδα των Καισάρων και των
+Αντωνίνων, δεν τολμούνε νάχουνε μιαν ιδέα χωρίς την άδεια ενός Ιακωβίνου.
+Θάμουν ευχαριστημένος από την ελευθερία, που εμπνέει τους Άγγλους
+διανοουμένους, αν η εμπάθεια κ' η προκατάληψη δεν καταστρέφανε ό,τι άξιο έχει
+αυτή η πολύτιμη ελευθερία. Ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα Μίλτωνα και ρώτησε,
+αν ο Ποκοκουράντης θέα εύρισκε αυτόν τον συγγραφέα μεγάλον άνθρωπο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιόν; είπεν ο Ποκοκουράντης, αυτόν το βάρβαρο, που
+υπομνηματίζει φλυαρώτατα το πρώτο κεφάλαιο της «Γενέσεως» σε δέκα βιβλία και
+σε στίχους τραχείς; αυτόν τον χονδροειδή μιμητή των Ελλήνων, που παραμορφώνει
+τη δημιουργία, κι' ο οποίος, ενώ ο Μωυσής παρασταίνει τον Αιώνιο να κάμνη τον
+κόσμο με το λόγο, βάζει τον Μεσσία να παίρνη ένα μεγάλο διαβήτη απ' όνα
+ερμάριο τουρανού και να το δίνει του Θεού να σχεδιάση το έργο του; Εγώ θα
+εχτιμήσω εκείνον, που χάλασε την κόλαση και το διάβολο του Τάσσου· που
+μεταμορφώνει τον Εωσφόρο άλλοτε σε βάτραχο, άλλοτε σε πυγμαίο; που τον βάζει
+να επαναλαβαίνη εκατό φορές τα ίδια λόγια; που τον βάζει να συζητή Θεολογία; ο
+οποίος μιμούμενος σοβαρά την κωμικήν εύρεση των πυροβόλων όπλων από τον
+Αριόστο, βάζει τους διαβόλους να τραβούνε κανονιές στον ουρανό; Ούτε σε μένα
+ούτε σε άλλον κανένα στην Ιταλία δε μπορέσανε ν' αρέσουν όλες αυτές οι θλιβερές
+παραδοξότητες. <b>Ο γάμος της Αμαρτίας και του θανάτου</b> και τα φίδια, που
+γεννά η Αμαρτία, προκαλούνε τον έμετο κάθε ανθρώπου με λεπτό γούστο, κι' η
+μακρυά του περιγραφή ενός νοσοκομείου είναι καλή μονάχα για νεκροθάφτες.
+Αυτό το σκοτεινό, αλλόκοτο, κι' αηδιαστικό ποίημα περιφρονήθηκε στη γέννησή
+του· το θεωρώ σήμερα, όπως το θεωρήσανε στην πατρίδα του οι σύγχρονοί του. Το
+κάτου-κάτου λέγω ό,τι σκέπτομαι και πολύ λίγο με μέλει, τι σκέπτονται οι άλλοι για
+μένα.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης ήτανε λυπημένος απ' αυτά τα λόγια· σεβότανε τον Όμηρο,
+αγαπούσε λίγο το Μίλτωνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλίμονο! είπε πολύ σιγά στο Μαρτίνο ω! τι ανώτερος άνθρωπος!
+μουρμούρισε ανάμεσα στα δόντια του. Τι μεγαλοφυία αυτός ο Ποκοκουράντης!
+Τίποτε δεν μπορεί να του αρέση.</p>
+
+<p>Αφού έτσι επιθεωρήσανε όλα τα βιβλία, κατεβήκανε στον κήπο. Ο Αγαθούλης
+παίνεσε όλες του τις ομορφιές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω τίποτε τόσο κακού γούστου, είπε ο οικοδεσπότης· είναι
+μικροπράγματα· αλλά από αύριο θα φυτέψω άλλα με σχέδιο πολύ
+ευγενικώτερο.</p>
+
+<p>Όταν οι δυο φιλοπερίεργοι αποχαιρετήσανε την εξοχότητά του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, θα ομολογήσετε, πως αυτός,
+είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους, γιατί ναι πάνω από ό,τι
+κατέχει.</p>
+
+<p>Δε βλέπετε, πως τον αηδιάζει ό,τι κατέχει; Ο Πλάτων είπε, δω και τόσον καιρό,
+πως τα καλύτερα στομάχια δεν είναι κείνα, που αρνιούνται όλες τις τροφές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει ηδονή στο να κριτικάρη κανείς
+τα πάντα, να αισθάνεται ελαττώματα, εκεί που οι άλλοι νομίζουνε, πως βλέπουν
+ομορφιές;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει να πη, απάντησε ο Μαρτίνος, πως είναι μια ηδονή το να μην
+έχης καμιά ηδονή!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! καλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει λοιπόν άλλος ευτυχής από
+μένα, όταν θα ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι πάντα καλό να ελπίζη κανείς, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Ωστόσο οι μέρες, οι μήνες περνούσανε. Ο Κακαμπός δεν ερχότανε καθόλου κι'
+ο Αγαθούλης ήτανε τόσο βυθισμένος στη λύπη του, που ούτε καν συλλογίστηκε,
+πως η Πακέττα κι' ο αδερφός Γαρουφάλης δεν ήρθανε να τον ευχαριστήσουνε.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI<br /><br />
+
+Για ένα δείπνο, που έκανε ο Μαρτίνος μ' έξι ξένους και ποιοι ήτανε αυτοί.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ένα βράδι, που ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πηγαίνανε να καθήσουνε στο τραπέζι
+μαζί με τους ξένους, που μένανε στο ίδιο ξενοδοχείο, ένας άνθρωπος
+καρβουνοπρόσωπος τον πλησίασε από πίσω και πιάνοντάς τον από το μπράτσο
+του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ετοιμαστήτε ν' αναχωρήσετε μαζί μας, μην αρνηθήτε.</p>
+
+<p>Γυρίζει και βλέπει τον Κακαμπό. Ε, μονάχα η θέα της Κυνεγόνδης θα μπορούσε
+να τον εκπλήξη και τον χαροποιήση περισσότερο. Λίγο έλειψε να τρελαθή από
+χαρά. Αγκαλιάζει τον αγαπημένο του φίλο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Κυνεγόνδη είν' εδώ, χωρίς άλλο; Πού είναι; Πήγαινέ με κοντά της,
+για ν' αποθάνω από χαρά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Κυνεγόνδη δεν είν' εδώ, είπεν ο Κακαμπός· είναι στην
+Κωσταντινούπολη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ουρανέ! στην Πόλη! Αλλά και στην Κίνα νάτανε, θα πετούσα έως
+εκεί· πάμε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα φύγουμε μετά το δείπνο, είπε ο Κακαμπός. Δε μπορώ να σας πω
+περισσότερα· είμαι σκλάβος· ο αφέντης μου με περιμένει· πρέπει να πάω να του
+σερβίρω στο τραπέζι· μη λέτε λέξη, φάτε και νάσαστε έτοιμος.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης, μισός χαρά, μισός λύπη, γοητευμένος, που ξανάδε τον πιστό του
+υπηρέτη, ξαφνισμένος, που τον είδε σκλάβο, γεμάτος από τη σκέψη να ξανάβρη
+την αγαπημένη του, με την καρδιά ταραγμένη το πνεύμα άνω κάτω, κάθισε στο
+τραπέζι με το Μαρτίνο, που παρακολουθούσε με ψυχραιμία όλες αυτές τις
+περιπέτεις, μαζί με τους άλλους έξι ξένους, που είχαν έρθει να περάσουνε τα
+καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο Κακαμπός, που έχυνε κρασί σ' έναν απ' αυτούς τους έξι ξένους, πλησίασε στ'
+αυτί του αφέντη του, κατά το τέλος του δείπνου, και τούπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Μεγαλειότητά σας ημπορεί ν' αναχωρήση όποτε θέλη, το καράβι
+είναι έτοιμο.</p>
+
+<p>Αφού είπε αυτές τις λέξεις, βγήκε έξω. Οι άλλοι, που τρώγανε στο ίδιο τραπέζι,
+κοιταζόντανε μ' έκπληξη χωρίς να προφέρουνε λέξη, όταν ένας δεύτερος υπηρέτης
+πλησιάζει τον αφέντη του και του λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το φορείο της Μεγαλειότητά σας είναι στην Πάδοβα κ' η βάρκα
+έτοιμη. Ο αφέντης έκαμε ένα σημάδι κι' ο υπηρέτης βγήκε έξω. Όλοι οι άλλοι
+ξανακοιταχτήκανε πάλι κ' η κοινή έκπληξη διπλασιάστηκε. Ένας τρίτος υπηρέτης
+πλησίασε επίσης έναν τρίτο ξένο και τούπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Μεγαλειότητά σας δε θα μείνη πολύν καιρό εδώ· θα τα ετοιμάσω
+όλα.</p>
+
+<p>Κ' ευθύς εξαφανίστηκε.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος δεν αμφιβάλανε πως είχαν εμπρός τους
+μασκαράδες του καρναβαλιού. Ένας τέταρτος υπηρέτης είπε στον τέταρτον
+αφέντη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η μεγαλειότητά σας θ' αναχωρήση, όποτε θέλη, και βγήκε έξω σαν
+τους άλλους.</p>
+
+<p>Ο πέμτος υπηρέτης είπε τα ίδια στον πέμτο αφέντη. Αλλά ο έχτος υπηρέτης,
+μίλησε διαφορετικά στον έχτο αφέντη, που καθότανε πλάι στον Αγαθούλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα την πίστη μου, Μεγαλειότατε, δε θέλουνε πια να κάνουνε
+πίστωση στη μεγαλειότητά σας, ούτε και σε μένα· και μπορεί αξιόλογα απόψε να
+μας φυλακίσουνε και σας και μένα· πάω να φροντίσω για τον εαυτό μου!
+Χαίρετε!</p>
+
+<p>Αφού όλοι οι υπηρέτες εξαφανιστήκανε, οι έξι ξένοι, ο Αγαθούλης κι' ο
+Μαρτίνος μένανε βυθισμένοι σε βαθυά σιγή. Επί τέλους ο Αγαθούλης τη
+διάκοψε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριοι, είπε, να μια μοναδική αστειότητα. Γιατί ήσαστε όλοι
+βασιλιάδες; Όσο μια μένα, σας ομολογώ, πως δεν είμαι βασιλιάς, καθώς κι' ο φίλος
+ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Ο αφέντης του Κακαμπό έλαβε τότε με πολλή σοβαρότητα το λόγο και είπε
+Ιταλικά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν αστειεύομαι καθόλου! Ονομάζομαι Μεχμέτ ο Γος. Έκανα
+Σουλτάνος πολλά χρόνια· είχα εκθρονίσει τον αδερφό μου· ο ανεψιός μου μ'
+εκθρόνισε, κόψανε τον λαιμό των βεζύρηδών μου· αποτελειώνω τις μέρες της ζωής
+μου μέσα στο παλιό Σαράι. Ο ανεψιός μου, ο μέγας σουλτάνος Μαχμούτ, μου
+επιτρέπει να ταξιδεύω κάποτε για την υγεία μου· κ' έτσι ήρθα να περάσω τα
+καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ένας νέος, που βρισκότανε πλάι στον Αχμέτ μίλησε κατόπι και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ονομάζομαι Ιβάν· ήμουν αυτοκράτορας πασών των Ρωσσιών· μ'
+εκθρόνισαν, όταν ακόμα ήμουνα στην κούνια· τον πατέρα μου και τη μητέρα μου
+τη φυλακίσανε· μ' αναθρέψανε μέσα στη φυλακή· έχω κάποτε την άδεια να
+ταξιδεύω, συνοδευμένος από τους φυλακές μου· κ' ήρθα να περάσω τα
+καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο τρίτος είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι ο Κάρολος Εδουάρδος, βασιλιάς της Αγγλίας· ο πατέρας μου,
+μου παραχώρησε τα δικαιώματά του στη βασιλεία· πολέμησα για να τα
+υποστηρίξω· ξερρριζώσανε την καρδιά από οχτακόσιους του κόμματός μου, και
+τους τη χτυπήσανε στα μούτρα· με βάλανε στη φυλακή· πάω στη Ρώμη να
+επισκεφτώ τον πατέρα μου, εκθρονισμένον όπως κ' εγώ κι' ο παπούς μου· κ' ήρθα
+να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο τέταρτος είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι βασιλιάς των Πολάκων· η τύχη του πολέμου μου στέρησε τις
+κληρονομικές μου χώρες κι' ο πατέρας μου έπαθε το ίδιο· αφήνομαι στη Θεία
+Πρόνοια, όπως ο Σουλτάνος Αχμέτ, ο αυτοκράτορας Ιβάν κι' ο βασιλιάς Κάρολος
+Εδουάρδος, στους οποίους άμποτε ο Θεός να δίνει χρόνια πολλά· κ' ήρθα να
+περάσω τα Καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Ο πέμτος είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' εγώ είμαι βασιλιάς των Πολάκων· έχασα δυο φορές το βασίλειό
+μου· αλλ' η Πρόνοια μου έδωσε άλλο κράτος, στο όποιο έκανα τόσα αγαθά, όσα
+δεν κάνανε όλοι οι βασιλιάδες των Σαρματών μαζί στις όχθες του Βιστούλα.
+Αφήνομαι κ' εγώ στη Θεία Πρόνοια· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη
+Βενετία.</p>
+
+<p>Έμενε να μιλήση ο έχτος μονάρχης.</p>
+
+<p>Κύριοι, είπε, δεν είμαι τόσο μέγας Αφέντης όπως εσείς· αλλ' επί τέλους υπήρξα
+βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς· είμαι ο Θεόδωρος· μ' εκλέξανε βασιλιά της
+Κορσικής· με ωνομάσανε, <b>Μεγαλειότατον</b>, αλλά τώρα μόλις μ' ονομάζουνε
+<b>Κύριο</b>· έκοψα νομίσματα και δεν έχω ούτ' ένα δηνάριο· Είχα δυο
+γραμματείς της Επικρατείας, και δεν έχω έναν υπηρέτη· είχα καθήσει σε θρόνο κ'
+έμεινα πολύν καιρό, στη Λόντρα, φυλακή πάνω στ' άχερα· φοβούμαι πολύ, μην
+πάθω τα ίδια κ' εδώ, αν κ' ήρθα να περάσω, όπως οι Μεγαλειότητές σας, τα
+καρναβάλια στη Βενετία.</p>
+
+<p>Οι άλλοι πέντε βασιλιάδες ακούσανε αυτά τα λόγια μ' ευγενική συμπάθεια: Ο
+καθένας απ' αυτούς έδωκε είκοσι τσεκίνια στο βασιλιά Θεόδωρο, για ν' αγοράση
+ρούχα και πουκάμισα· ο Αγαθούλης του χάρισε ένα διαμάντι, πόκανε δυο χιλιάδες
+τσεκίνια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος νάναι άραγε αυτός ο άνθρωπος, λέγανε οι πέντε βασιλιάδες,
+που μπορεί να δίνη εκατό φορές περισσότερα από μας και τα δίνει; Μήπως ήσαστε
+και σεις βασιλιάς, κύριε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, κύριοι, και δεν το επιθυμώ καθόλου! Την ώρα, που φεύγανε από
+το τραπέζι, φτάσανε στο ίδιο ξενοδοχείο έξι γαληνότατες υψηλότητες, που είχανε
+χάσει ομοίως τα κράτη τους εξ αιτίας του πολέμου και που ήρθανε να περάσουνε
+τα καρναβάλια στη Βενετία. Αλλ' ο Αγαθούλης δεν τους πρόσεξε καθόλου: ήτανε
+ολότελα απασχολημένος να πάη νάβρη την αγαπημένη του Κυνεγόνδη στην
+Κωνσταντινούπολη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVII.<br /><br />
+
+Ταξίδι του Αγαθούλη στην Κωσταντινούπολη.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο πιστός Κακαμπός είχε καταφέρει τον τούρκο πλοίαρχο, που θα μετέφερνε το
+σουλτάνο Αχμέτ στην Κωσταντινούπολη, να δεχτή στο καράβι τον Αγαθούλη και το
+Μαρτίνο. Κι' ο ένας κι' ο άλλος επιβιβαστήκανε, αφού πρώτα προσκυνήσανε την
+άθλια Μεγαλειότητά του. Ο Αγαθούλης, ενώ βαδίζανε προς το καράβι, έλεγε στο
+Μαρτίνο:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, ωστόσο, έξι ξεθρονισμένοι βασιλιάδες, με τους οποίους
+δειπνήσαμε! Κ' επί πλέον μέσα σ' αυτούς τους έξι υπήρχε κ' ένας, που τούκανα
+ελεημοσύνη. Ίσως υπάρχουνε πολλοί άλλοι πρίγκιπες πιο κακότυχοι. Εγώ έχασα
+μόνο έξι πρόβατα και τώρα πετώ στην αγκαλιά της Κυνεγόνδης. Αγαπητέ μου
+Μαρτίνε, άλλη μια φορά ο Παγγλώσης είχε δίκιο, πως όλα είναι καλά.</p>
+
+<p>Το εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>Αλλά, επανάλαβε ο Αγαθούλης, να μια περιπέτεια πολύ ολίγο αληθοφανής,
+που μας έτυχε στη Βενετία. Δεν έχει ποτές ακουστή ή ειπωθή, πως έξι βασιλιάδες
+ξεθρονισμένοι δειπνήσανε μαζί σε μια ταβέρνα.</p>
+
+<p>Αυτό δεν είναι περισσότερο παράξενο, είπε ο Μαρτίνος, από τα περισσότερα
+πράγματα, που μας συμβήκανε. Είναι πολύ κοινό πράγμα να ξεθρονίζονται
+βασιλιάδες. Κ' εξόν από την τιμή, που λάβαμε να δειπνήσομε μαζί τους, είναι κάτι,
+που δεν αξίζει το προσέξουμε περισσότερο. Δεν ενδιαφέρει με ποιους συντρώγει
+κανείς, αρκεί να τρώγει καλά!</p>
+
+<p>Μόλις ο Αγαθούλης μπήκε στο καράβι, πήδησε στο λαιμό του παλιού του
+υπηρέτη, του φίλου του Κακαμπό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, λοιπόν; τον ερώτησε· τι κάμνει η Κυνεγόνδη; Είναι πάντα θαύμα
+ομορφιάς; Μ' αγαπά πάντα; Πώς είναι; Της αγόρασες κανένα παλάτι στην
+Πόλη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός, η Κυνεγόνδη πλένει στην
+Προποντίδα τα πιάτα ενός πρίγκιπα, που δεν έχει αρκετά πιάτα. Είναι σκλάβα στο
+σπίτι ενός παλιού ηγεμόνα, που ονομάζεται Ραγκόνσκης, στον οποίον ο μέγας
+σουλτάνος δίνει τρία σκούδα την ημέρα κι' άσυλο· Αλλά το πιο θλιβερό, είναι, που
+έχασε την ομορφιά της και που έγινε φριχτά άσκημη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! ωραία ή άσκημη, είπε ο Αγαθούλης, είμαι τίμιος άνθρωπος και
+καθήκο μου είναι να την αγαπώ παντοτεινά. Αλλά πώς μπόρεσε να ξεπέση σ' αυτή
+την ελεεινή κατάσταση με τα πέντε έως έξι εκατομμύρια, που είχες πάρει μαζί
+σου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, είπε ο Κακαμπός· μου χρειαστήκανε να δώσω δυο στο σενόρ
+ντον Φερνάνδο ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ Σούζα,
+κυβερνήτη του Βουέννος-Άυρες, για να λάβω την άδεια να ξαναπάρω τη
+δεσποινίδα Κυνεγόνδη· ένας πειρατής κατόπι μας ξεγύμνωσε απ' ό,τι μας έμεινε.
+Αυτός ο πειρατής μας έφερε στο ακρωτήριο Ματαπάν, στη Μήλο, στην Ικαρία, στη
+Σάμο, στην Πέτρα, στα Δαρδανέλλια, στο Μαρμαρά, στο Σκούταρι. Η Κυνεγόνδη κ'
+η γριά υπηρετούνε σ' αυτόν τον πρίγκιπα, για τον οποίον σας μίλησα, κ' εγώ είμαι
+σκλάβος του ξεθρονισμένου σουλτάνου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρομερά δυστυχήματα δεμένα τόνα με τάλλο σαν αλυσίδα! είπε ο
+Αγαθούλης. Μα το κάτω-κάτω μου μένουν ακόμα λίγα διαμάντια· θα λευτερώσω
+εύκολα την Κυνεγόνδη. Είναι μεγάλη συφορά, που έγινε τόσο άσκημη!</p>
+
+<p>Έπειτα, γυρίζοντας στο Μαρτίνο:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος, νομίζετε, πως είναι πιο αξιολύπητος από το σουλτάνο Αχμέτ,
+τον αυτοκράτορα Ιβάν, το βασιλιά Κάρολο-Εδουάρδο και μένα;</p>
+
+<p>Δεν ξέρω, είπε ο Μαρτίνος· θάπρεπε νάμαι μέσα στις καρδιές σας για να το
+γνωρίζω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! είπε ο Αγαθούλης· αν ήταν εδώ ο Παγγλώσσης, θα τόξερε και θα
+μας το μάθαινε.</p>
+
+<p>Δεν ξέρω με ποια ζυγαριά ο Παγγλώσσης σας μπορούσε να ζυγιάζη τα
+δυστυχήματα των ανθρώπων να εχτιμά τις λύπες τους. Ό,τι πιστεύω είναι, πως
+υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη πιο αξιολύπητοι από το βασιλιά
+Εδουάρδο, τον αυτοκράτορα Ιβάν και το σουλτάνο Αχμέτ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είναι πολύ πιθανό, είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>Σε λίγες μέρες φτάσανε στο Βόσπορο. Ο Αγαθούλης πρώτα-πρώτα ξαγόρασε
+τον Κακαμπό πολύ ακριβά· και, δίχως να χάνη καιρό, ρίχτηκε σε μια γαλέρα με τους
+συντρόφους του, για να πάη στις αχτές της Προποντίδας να ζητήση την Κυνεγόνδη,
+όσο άσκημη κι' αν ήτανε.</p>
+
+<p>Υπήρχανε μέσα στους κατάδικους, που τραβούσανε κουπί, δυο, που
+τραβούσανε πολύ κακά και στους οποίους ο λεβαντίνος πλοίαρχος έδινε από καιρό
+σε καιρό μερικές χτυπιές μ' ένα βούνευρο στις γυμνές τους πλάτες. Ο Αγαθούλης μ'
+ένα πολύ φυσικό κίνημα τους κοιτούσε προσεχτικά και τους πλησίασε με
+σπλάχνος. Μερικά χαραχτηριστικά του μεταμορφωμένου προσώπου των του
+φανήκανε, πως μοιάζουνε λιγάκι με του Παγγλώσση και του δυστυχισμένου
+Ιησουίτη, αυτού του βαρώνου, του αδερφού της Κυνεγόνδης. Αυτή η σκέψη τον
+συγκίνησε και τον λύπησε. Τους παρατήρησε ακόμα πιο προσεχτικώτερα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αληθινά, είπε στον Κακαμπό, αν δεν είχα ιδεί με τα μάτια μου να
+κρεμάνε το δόχτορα Παγγλώσση κι' αν δεν είχα τη δυστυχία να σκοτώσω το
+βαρώνο, θα πίστευα, πως είναι αυτοί, που τραβούνε κουπί μέσα σ' αυτή τη
+γαλέρα.</p>
+
+<p>Μόλις ακούσανε τα ονόματα Παγγλώσσης και βαρώνος, οι δυο κατάδικοι
+βγάλανε μεγάλο ξεφωνητό, σταματήσανε πάνω στον μπάγκο τους, αφήνοντας τα
+κουπιά τους να πέσουνε.</p>
+
+<p>Ο λεβαντίνος πλοίαρχος έτρεξε καταπάνω τους και οι χτυπιές του βούνευρου
+πέφτανε βροχή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στάσου! στάσου! άρχοντα, φώναξε ο Αγαθούλης, θα σας δώσω όσα
+χρήματα θέλετε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο ένας από τους κατάδικους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο άλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι όνειρο; έλεγε ο Αγαθούλης· είμαι ξύπνιος; είμαι μέσα σ' αυτή τη
+γαλέρα; Αυτός είναι ο κύριος βαρώνος, που τον σκότωσα; Αυτός είναι ο
+διδάσκαλος Παγγλώσσης, που τον είδα να τον κρεμάνε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαστε μεις, είμαστε μεις! απαντούσαν εκείνοι</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς! αυτός είναι ο μέγας φιλόσοφος; έλεγε ο Μαρτίνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! κύριε λεβαντίνε πλοίαρχε, πόσα θέλετε για την αγορά του κυρίου
+Τούντερ-τεν-τρονκ, ενός από τους πρώτους βαρώνους της αυτοκρατορίας, και του
+κυρίου Παγγλώσση, του βαθύτερου μεταφυσικού της Γερμανίας;</p>
+
+<p>&nbsp;— Σκύλλε χριστιανέ, απάντησε ο λεβαντίνος πλοίαρχος, αφού αυτοί οι
+δυο σκυλλοχριστιανοί κατάδικοι είναι βαρώνοι και μεταφυσικοί, κι' αυτά θάναι
+μεγάλα αξιώματα στον τόπο τους, θα μου δώσης πενήντα χιλιάδες τσεκίνια.</p>
+
+<p>Θα τα λάβετε, κύριε· οδηγήστε με σαν αστραπή στην Κώσταντινούπολη και θα
+πληρωθήτε αμέσως. Αλλ' όχι, οδηγήστε με στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p>
+
+<p>Ο λεβαντίνος πλοίαρχος με την πρώτη προσφορά του Αγαθούλη είχε γυρίσει
+την πλώρη προς την Πόλη και το καΐκι έτρεχε με τα κουπιά γρηγορώτερα απ' όσο
+ένα πουλί σκίζει τους αέρες.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης φίλησε εκατό φορές τον Παγγλώσση και το βαρώνο.</p>
+
+<p>Και πώς συνέβη να μη σας έχω σκοτώσει, κύριε βαρώνε; και σεις, αγαπητέ μου
+Παγγλώσση, πώς βρίσκεστε στη ζωή, αφού σας κρεμάσανε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί κ' οι δυο είστε καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα
+στην Τουρκία;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι αλήθεια, πως η αγαπημένη μου αδερφή βρίσκεται σ' αυτόν τον
+τόπο; ρωτούσε ο βαρώνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, απαντούσε ο Κακαμπός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξαναβλέπω λοιπόν τον αγαπητό μου Αγαθούλη, έλεγε ο
+Παγγλώσσης.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης τους παρουσίασε το Μαρτίνο και τον Κακαμπό. Φιληθήκανε όλοι
+τους. Μιλούσανε όλοι μαζί. Η γαλέρα πετούσε· σε λίγο ήσαν μέσα στο λιμάνι.
+Φώναξαν έναν Εβραίο, στον οποίον ο Αγαθούλης πούλησε για πενήντα χιλιάδες
+τσεκίνια ένα διαμάντι, που κόστιζε εκατό χιλιάδες. Ο Εβραίος ωρκιζότανε στ' όνομα
+του Αβραάμ, πως δε μπορούσε να δώση περισσότερα. Πλήρωσε αμέσως τη ξαγορά
+του βαρώνου και του Παγγλώσση. Ο τελευταίος έπεσε στα πόδια του ευεργέτη του
+και τάβρεξε με δάκρυα. Ο βαρώνος τον ευχαρίστησε με μια κλίση της κεφαλής και
+υποσχέθηκε να επιστρέψη αυτά τα χρήματα σε πρώτη ευκαιρία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλ' είναι δυνατό η αδερφή μου να βρίσκεται στην Τουρκία;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε δεν είναι δυνατώτερο απ' αυτό, απάντησε ο Κακαμπός, αφού
+πλένει τα πιάτα ενός πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας.</p>
+
+<p>Φωνάξανε αμέσως άλλους δυο Εβραίους· ο Αγαθούλης, πούλησε κι' άλλα
+διαμάντια· και φύγανε όλοι τους με μιαν άλλη γαλέρα για να πάνε να βρούνε την
+Κυνεγόνδη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVIII<br /><br />
+
+Τι συνέβη στον Αγαθούλη, στην Κυνεγόνδη, στον Παγγλώσση, στο Μαρτίνο
+κ.τ.λ.</h4>
+
+<p>
+<br />
+&nbsp;— Συγγνώμην άλλη μια φορά. είπε ο Αγαθούλης στον βαρώνο,
+αιδεσιμώτατε πάτερ, που σας έδωκα μια σπαθιά πέρα ως πέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας μη ξαναμιλήσουμε γι' αυτό, απάντησε ο βαρώνος· ομολογώ, πως
+υπήρξα λιγάκι ζωηρός· αλλ' αφού θέλετε να μάθετε ποια τύχη μ' έρριξε σε
+καταναγκαστικά έργα, θα σας πω, πως αφού με γιάτρεψε από τις πληγές μου ο
+αδερφός φαρμακοποιός του κολλεγίου, ένα σώμα Ισπανικό μας επετέθηκε και μ'
+αιχμαλώτησε. Με βάλανε φυλακή στο Βουένος Άυρες, λίγο καιρό μετά που η
+αδερφή μου είχε αναχωρήσει. Ζήτησα να με πάνε στη Ρώμη, στον αδερφό
+στρατηγό. Εκεί με διωρίσανε στην Κωσταντινούπολη παπά του πρεσβευτή της
+Γαλλίας. Δεν είχα οχτώ μέρες, που ανάλαβα τα καθήκοντά μου, όταν συνάντησα
+κάποιο βράδυ ένα νεαρό τσογλάνι, πολύ ωραία φκιασμένο. Έκαμνε ζέστη: το παιδί
+θέλησε να κάνη μπάνιο· δεν έχασα την ευκαιρία να κάνω κ' εγώ ένα μπάνιο. Δεν
+ήξερα, πως θάτανε θανάσιμο έγκλημα για ένα χριστιανό να βρεθή ολόγυμνος μ'
+ένα νεαρό μουλσουμάνο. Ένας καδής διάταξε να μου δώσουν εκατό ξυλιές στις
+πατούσες των ποδιών και με καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα. Δεν πιστεύω
+νάχη γίνη ως τώρα φριχτότερη αδικία. Αλλά θάθελα να ξέρω, γιατί η αδερφή μου
+βρίσκεται στην κουζίνα ενός Τρανσυλβανού ηγεμόνα, πόχει καταφύγει στην
+Τουρκία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά σας, αγαπητέ μου Παγγλώσση, πώς συνέβη να σας ξαναϊδώ;
+είπε ο Αγαθούλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αληθινά, είπε ο Παγγλώσσης, με είδατε κρεμασμένο· φυσικά ώφειλα
+να καώ ζωντανός· αλλά θυμάστε, πως είχε πιάσει καταιγίδα, τη στιγμή, που
+πηγαίνανε να με ψήσουν· η καταιγίδα ήτανε τόσο σφοδρή, που απελπιστήκανε,
+πως θ' ανάβανε τη φωτιά· με κρεμάσανε λοιπόν γιατί δεν μπορέσανε να κάνουνε
+τίποτε καλύτερο· ένας χειρούργος αγόρασε το σώμα μου, το πήγε σπίτι του για να
+του κάνει ανατομία. Μούκαμε στην αρχή μια σταυροειδή τομή από τον αφαλό έως
+τον ώμο. Αλλά κανείς δεν μπορεί νάχει κρεμαστή τόσο κακά, όσο εγώ. Ο
+εκτελεστής των υψηλών έργων της Ιεράς Εξέτασης, που ήτανε υποδιάκονος, έκαιε
+τους ανθρώπους, να πούμε την αλήθεια, θαυμάσια, αλλά δεν ήτανε συνειθισμένος
+να τους κρεμά: το σκοινί ήτανε βρεμένο, δε λύγιζε και δέθηκε άσκημα· τέλος
+ανάπνεα ακόμα. Αυτή η τομή μ' έκανε να βγάλω μια τρομερή φωνή, που ο
+χειρούργος μου έπεσε τ' ανάσκελα· και νομίζοντας, πως έσκιζε το διάβολο, έφυγε
+πεθαμένος του φόβου και μάλιστα, καθώς έτρεχε, γκρεμίστηκε από τη σκάλα. Η
+γυναίκα του, απόνα πλαγινό δωμάτιο, έτρεξε, σαν άκουσε το θόρυβο: με είδε
+ξαπλωμένο στο τραπέζι με τη σταυροειδή τομή μου· τρόμαξε περισσότερο από τον
+άνδρα της, τούδωσε γρήγορα κ' έπεσε πάνω του στη σκάλα. Όταν συνήρθανε
+λιγάκι, άκουσα τη γυναίκα του χειρούργου να λέη στον άντρα της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί, καλέ μου, σου κατέβηκε να κάνης ανατομία σ' έναν αιρετικό;
+δεν ξέρεις, πως ο διάβολος κατοικεί πάντα μέσα στο σώμα αυτών των ανθρώπων;
+Πάω γρήγορα να φωνάξω έναν παπά να τον ξορκίση. Μ' έπιασε τρεμούλα, σαν
+άκουσα αυτήν την απόφαση κ' έμασα τις λίγες δυνάμεις, που μ ' απόμειναν, για να
+φωνάξω:</p>
+
+<p>&nbsp;— Λυπηθήτε με!</p>
+
+<p>Τέλος ένας Πορτογάλλος μπαρμπέρης έδειξε κουράγιο: ξανάραψε το δέρμα
+μου· ακόμα κ' η γυναίκα του με φρόντισε· σηκώθηκα στο πόδι μέσα σε δεκαπέντε
+μέρες. Ο μπαρμπέρης μου βρήκε δουλιά· κ' έγινα λακές ενός Μαλτέζου ιππότη,
+που πήγαινε στη Βενετία· αλλ' επειδή ο κύριός μου δεν είχε να με πληρώση, μπήκα
+στην υπηρεσία ενός Βενετσάνου εμπόρου και τον ακολούθησα στην
+Κωσταντινούπολη.</p>
+
+<p>Μια μέρα μου κατέβηκε να μπω σ' ένα τζαμί· ήτανε μέσα μονάχα ένας γέρος
+Ιμάμης και μια νέα θρήσκα, πολύ νόστιμη, που προσευχότανε· το στήθος της ήτανε
+όλο ξεσκέπαστο: είχε ανάμεσα στα δυο βυζιά της ένα ωραίο μπουκέττο από
+λαλέδες, τριαντάφυλλα, ανεμώνες, βατράχια, ζουμπούλια, ηράνθεμα.</p>
+
+<p>Ξαφνικά της πέφτει το μπουκέττο· το σήκωσα και το ξανάβαλα στη θέση του με
+πολλή προθυμία και σεβασμό. Άργησα όμως τόσο πολύ σ' αυτή τη δουλιά, που ο
+Ιμάμης θύμωσε και βλέποντας, πως είμαι χριστιανός, φώναξε βοήθεια. Με πήγανε
+στον κατή, ο οποίος έβαλε να μου δώσουν εκατό ξυλιές μ' ένα πέταυρο στις
+πατούσες των ποδιών, και μ' έστειλε στα καταναγκαστικά έργα. Μ' αλυσσοδέσανε
+ακριβώς στην ίδια γαλέρα και στον ίδιο μπάγκο με τον κύριο βαρώνο. Ήτανε μαζί
+μας τέσσερις νέοι από τη Μασσαλία, πέντε ναπολιτάνοι παπάδες, και δυο
+καλογέροι από την Κέρκυρα, που μας είπανε, πως παρόμοια επεισόδια
+συμβαίνουνε κάθε μέρα. Ο κύριος βαρώνος υποστήριζε, πως αδικήθηκε πολύ
+περισσότερο από μένα· εγώ υποστήριζα, πως ήτανε λιγώτερο κακό να ξαναβάλη
+κανείς ένα μπουκέττο στο στήθος μιας γυναίκας, παρά να βρεθή ολόγυμνος μ' ένα
+τσογλάνι. Συζητούσαμε ακατάπαυτα και τρώγαμε είκοσι χτυπιές με βούνευρο την
+ημέρα, όταν <b>η αιτιώδης αλληλουχία</b> των γεγονότων του κόσμου τούτου
+σας έφερε στη γαλέρα μας, όπου μας ξαγοράσατε.</p>
+
+<p>Καλά λοιπόν, αγαπητέ μου Παγγλώσση, του ο Αγαθούλης, όταν σας κρεμάσανε,
+σας σκίζανε, σας τσακίζανε στο ξύλο και τραβούσατε κουπί στις γαλέρες,
+σκεφτόσαστε πάντα, πως όλα είνε άριστα σ' αυτό τον κόσμο;</p>
+
+<p>Έχω πάντα την πρώτη μου γνώμη, απάντησε ο Παγγλώσσης· γιατί επί τέλους
+είμαι φιλόσοφος· δεν ταιριάζει ν' αναιρώ τα λόγια μου. Ο Λάιμπνιτς δε μπορεί
+νάχει λάθος, κ' εξ άλλου <b>η προϋπάρχουσα Αρμονία</b> είναι τ' ωραιότερο
+πράγμα του κόσμου, όσο και το <b>πλήρες κ' η αιθέρια ύλη</b>.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">XXIX ΚΕΦΑΛΑΙΟ<br /><br />
+
+Πώς ο Αγαθούλης ξανάβρε την Κυνεγόνδη και τη γριά</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ενώ ο Αγαθούλης, ο βαρώνος, ο Παγγλώσσης, ο Μαρτίνος κι' ο Κακαμπός
+διηγόντανε τις περιπέτειές τους, και συζητούσανε για τα γεγονότα τα τυχαία ή μη
+τυχαία του κόσμου τούτου και για τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, για το ηθικό κακό
+και το φυσικό κακό, για την ελευθερία και την αναγκαιότητα, για τις παρηγοριές,
+που μπορεί νάχη κανείς, όταν βρίσκεται στα κάτεργα στην Τουρκία, πλησιάσανε τις
+αχτές της Προποντίδας, στο σπίτι του Τρανσυλβανού πρίγκιπα. Τα πρώτα
+πράγματα, που είδαν, ήτανε η γριά κ' η Κυνεγόνδη, που απλώνανε πετσέτες στα
+σκοινιά να στεγνώσουνε.</p>
+
+<p>Ο βαρώνος κιτρίνισε, σαν τις είδε. Ο τρυφερός ερωτευμένος Αγαθούλης, σαν
+είδε την ωραία του Κυνεγόνδη μαυρισμένη, με τα μάτια βαθουλωμένα, το στήθος
+πεσμένο, τα μάγουλα ζαρωμένα, τα χέρια κόκκινα και ροζωμένα, πισωδρόμησε
+τρία βήματα, όλος φρίκη, και προχώρησε κατόπι με καλωσύνη. Εκείνη φίλησε τον
+Αγαθούλη και τον αδερφό της: οι δυο τους τη γριά: ο Αγαθούλης τις ξαγόρασε και
+τις δυο.</p>
+
+<p>Υπήρχε ένα μικρό χτήμα κει κοντά· η γριά πρότεινε στον Αγαθούλη να
+εγκατασταθούν εκεί, περιμένοντας ώσπου όλοι τους να βρούνε καλύτερη τύχη. Η
+Κυνεγόνδη δεν ήξερε, πως είχε ασκημήνει, γιατί κανείς δεν της τόχε πει: θύμισε
+στον Αγαθούλη τις υποσχέσεις του μ' ένα τόνο τόσο απόλυτο, που ο καλός
+Αγαθούλης δεν τόλμησε ν' αρνηθή. Δήλωσε λοιπόν στο βαρώνο, πως θα
+παντρευότανε την αδερφή του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε θ' ανεχτώ ποτές, απάντησε ο βαρώνος, τέτοια ταπείνωση από
+μέρος της και τέτοια αυθάδεια από μέρος σας· αυτήν την ατιμία δε θα την ανεχτώ
+ποτέ! γιατί τα παιδιά της αδερφής μου δε θα μπορέσουνε να μπουν στο
+εκκλησιαστικό στάδιο της Γερμανίας. Όχι! η αδερφή μου θα παντρευτή μοναχά ένα
+βαρώνο της αυτοκρατορίας.</p>
+
+<p>Η Κυνεγόνδη ρίχτηκε στα πόδια του και τα έβρεξε με δάκρυα· εκείνος ήτανε
+ανένδοτος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεοπάλαβε, του φώναξε ο Αγαθούλης, σε γλύτωσα από τα κάτεργα,
+πλήρωσα την ξαγορά σου, πλήρωσα την ξαγορά της αδερφής σου, που έπλυνε
+πιάτα, που είναι άσκημη κ' έχω την καλωσύνη να την κάνω γυναίκα μου κ' έχεις την
+απαίτηση ακόμα ν' αρνιέσαι. Θα σε ξανασκοτώσω, αν υπακούσω στην οργή
+μου.</p>
+
+<p>Μπορείς να με σκοτώσης άλλη μια φορά, αλλά δε θα παντρευτής την αδερφή
+μου, ενόσω εγώ ζω!</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">Συμπέρασμα</h3>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αγαθούλης, στο βάθος της καρδιάς του, δεν είχε καμιάν επιθυμία να παντρευτή
+την Κυνεγόνδη· αλλ' η έσχατη αναίδεια του βαρώνου τον έκανε ν' αποφασίση το
+γάμο, και η Κυνεγόνδη τον επίεζε τόσο πολύ, που δε μπόρεσε ν' αναιρέση το λόγο
+του. Συβουλεύτηκε τον Παγγλώσση, το Μαρτίνο, και τον πιστό Κακαμπό. Ο
+Παγγλώσσης εσύνταξε ένα ωραίο υπόμνημα, με το οποίο απόδειχνε, πως ο
+βαρώνος δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω στην αδερφή του και πως εκείνη
+μπορούσε, σύμφωνα με τους νόμους της αυτοκρατορίας, να παντρευτή τον
+Αγαθούλη εξ αριστεράς χειρός. Ο Μαρτίνος γνωμοδότησε να ρίξουνε το βαρώνο
+στη θάλασσα. Ο Κακαμπός πρότεινε να τον παραδώσουνε στο λεβαντίνο πλοίαρχο
+να τον ξαναβάλουνε στα καταναγκαστικά έργα, και μετά να τον στείλουνε στον
+πατέρα στρατηγό στη Ρώμη με το πρώτο καΐκι. Η γνώμη του θεωρήθηκε πολύ καλή·
+η γριά την ενέκρινε· δεν είπανε τίποτε της αδερφής του· με λίγα χρήματα το σχέδιο
+εκτελέσθηκε κ' είχανε την ευχαρίστηση, που πιάσαν έναν ιησουίτη και τιμωρήσανε
+την αλαζονεία ενός Γερμανού βαρώνου.</p>
+
+<p>Ήτανε πολύ φυσικό να φανταστή κανείς, πως ο Αγαθούλης ύστερ' από τόσες
+συμφορές, παντρεμένος με την αγαπημένη του και ζώντας με το φιλόσοφο
+Παγγλώσση, το φιλόσοφο Μαρτίνο, το συνετό Κακαμπό και τη γριά, έχοντας εξ
+άλλου φερμένα τόσα πολλά διαμάντια από την πατρίδα των παλαιών Ινκάς, θα
+περνούσε την πιο ευχάριστη ζωή στον κόσμο. Αλλά τον είχανε τόσο κατακλέψει οι
+Εβραίοι ώστε δεν τούμενε τίποτες άλλο από το μικρό του χτήμα· η γυναίκα του
+ασκημαίνοντας μέρα με την ημέρα περισσότερο γινότανε πεισματιάρα κι'
+ανυπόφορη· η γριά ήτανε αρρωστιάρα κι' ακόμα πιο μουρμούρα από τη
+Κυνεγόνδη. Ο Κακαμπός, που δούλευε στο περιβόλι και πήγαινε να πουλή
+λαχανικά στην Κωσταντινούπολη, ήτανε κατασκοτωμένος από τη δουλιά και
+καταριότανε τη μοίρα του. Ο Παγγλώσσης ήτανε απελπισμένος, που δεν έλαμπε σε
+κανένα πανεπιστήμιο της Γερμανίας. Όσο για το Μαρτίνο, ήτανε σταθερά
+πεπεισμένος, πως παντού είναι κανείς εξίσου κακά: και δεχότανε τα πράγματα
+υπομονετικά! Ο Αγαθούλης ο Παγγλώσσης κι' ο Μαρτίνος συζητούσανε κάποτε
+μεταφυσική και ηθική. Βλέπανε συχνά να περνούνε κάτου από τα παράθυρα της
+έπαυλης καΐκια φορτωμένα εφέντηδες, πασάδες, κατήδες, που τους έστελνε ο
+σουλτάνος εξορία στη Λήμνο, στη Μυτιλήνη στην Ερζερούμ· βλέπανε να έρχονται
+άλλοι κατήδες, άλλοι πασάδες, άλλοι εφέντηδες, που αντικαθιστούσανε τους
+εξωρισμένους και που τους εξορίζανε κι' αυτούς με τη σειρά τους· βλέπανε
+κεφάλια καθαρισμένα από τα αίματα, παραγεμισμένα με άχερα, που τα πηγαίνανε
+να τα παρουσιάσουνε στην Υψηλή Πύλη. Αυτά τα θεάματα διπλασιάσανε τις
+συζητήσεις κι' όσον δε συζητούσανε, η ανία ήτανε τόσο υπερβολική, που η γριά
+τόλμησε μια μέρα να τους πη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάθελα να ξέρω τι ναι χειρότερο: νάχεις βιαστή εκατό φορές από
+νέγρους πειρατές, να σούχουν κόψει τόνα κωλομέρι, νάχης ξυλοκοπηθή από τους
+Βουλγάρους, νάχης μαστιγωθή και κρεμαστή σ' ένα άουτο- νταφέ, νάχης σκιστή με
+το μαχαίρι, νάχης τραβήξη κουπί σε γαλέρα, νάχης όλες τις δυστυχίες, που έχουμε
+μεις περάσει, ή να μένης δω, χωρίς να κάμνης τίποτα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είναι σπουδαίο το θέμα, απάντησε ο Αγαθούλης· αυτά τα λόγια
+προκαλέσανε νέες σκέψεις, κι' ο Μαρτίνος έβγαλε το συμπέρασμα, πως ο
+άνθρωπος έχει γεννηθή για να ζη μέσα σε σπασμούς ανησυχίας ή μέσα στο
+λήθαργο τη πλήξης. Ο Αγαθούλης δε συμφωνούσε· αλλά και δεν βεβαίωνε τίποτα.
+Ο Παγγλώσσης ομολογούσε, πως είχε πάντα φριχτά υποφέρει· αλλ' αφού
+υποστήριξε μια φορά, πως όλα ήτανε θαυμάσια, το υποστήριζε πάντα, αν και δεν
+το πίστευε καθόλου.</p>
+
+<p>Ένα γεγονός επιβεβαίωσε τελειωτικά τα αποτρόπαια αξιώματα του Μαρτίνου κ'
+έκανε τον Αγαθούλη ν' αμφιβάλη περισσότερο από κάθε φορά και τον Παγγλώσση
+να τα χάση. Είδανε μια μέρα να ζυγώνουνε στο χτήμα τους η Πακέττα κι' ο αδερφός
+Γαρουφάλης σε κατάσταση έσχατης δυστυχίας. Είχανε φάγει πολύ γρήγορα τις
+τρεις χιλιάδες πιάστρα, χωρίσανε, τα ξαναφκιάσανε, ξαναμαλλώσανε, τους βάλανε
+στη φυλακή, το σκάσανε, και τέλος ο αδερφός Γαρουφάλης τούρκεψε! Η Πακέττα
+ξακολουθούσε παντού το επάγγελμά της και δεν κέρδιζε τίποτα.</p>
+
+<p>Τόχα προβλέψει, είπε ο Μαρτίνος στον Αγαθούλης, πώς το ρεγάλο σου
+γρήγορα θα τρωγότανε και θα τους έκαμνε πιο δυστυχείς. Έχετε φάγει
+εκατομμύρια πιάστρα σεις κι' ο Κακαμπός, και δεν είστε πιο ευτυχής από την
+Πακέττα και τον αδερφό Γαρουφάλη.</p>
+
+<p>Αχ! Αχ! είπε ο Παγγλώσσης στην Πακέττα, ο ουρανός λοιπόν σας στέλνει σε
+μας. Δυστυχισμένο μου παιδί! ξέρετε, πως μου κοστίσατε την άκρη της μύτης, έν'
+αυτί κ' ένα μάτι; Πώς γενήκατε! Ε! τι ναι αυτός ο κόσμος.</p>
+
+<p>Αυτή η νέα περιπέτεια τους έκανε να φιλοσοφήσουνε περισσότερο από κάθε
+άλλη φορά.</p>
+
+<p>Υπήρχε κει γύρω ένας δερβίσης περίφημος, που θεωριότανε ο καλύτερος
+φιλόσοφος της Τουρκίας· πήγανε να τον συμβουλευτούνε· ο Παγγλώσσης έλαβε το
+λόγο κ' είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Διδάσκαλε, ερχόμαστε να σας παρακαλέσουμε να μας πήτε για ποιο
+λόγο πλάστηκε αυτό το αλλόκοτο ζώο ο άνθρωπος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι σ' ενδιαφέρει; του είπε ο δερβίσης· αυτό δεν είναι δική σου
+δουλιά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά, σεβασμιώτατε πάτερ, υπάρχουνε τόσα κακά πάνου στη γη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι σημαίνει, αν υπάρχουνε κακά ή καλά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι πρέπει λοιπόν να κάνω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μουλλώνης! είπε ο δερβίσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα κολακευόμουνα πολύ, αν θέλατε να συζητήσω μαζί σας ολίγο για
+τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, για τον άριστο των κόσμων, για την πηγή του κακού,
+για τη φύση της ψυχής και για την προϋπάρχουσα αρμονία.</p>
+
+<p>Ο δερβίσης μόλις τάκουσε αυτά τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.</p>
+
+<p>Ενώ γινότανε αυτή η συνομιλία, διαδόθηκε η είδηση, πως μόλις προ ολίγου
+είχανε στραγγαλίσει στην Πόλη δυο βεζύρηδες, και το μουφτή και πως είχανε
+παλουκώσει πολλούς φίλους των. Αύτη η καταστροφή έκανε μεγάλο θόρυβο για
+κάμποσες ώρες. Ο Παγγλώσσης, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος, επιστρέφοντας στο
+μικρό τους χτήμα, απαντήσανε έναν αγαθό γέροντα, που δροσιζότανε στην πόρτα
+του κάτου από πυκνές πορτοκαλιές. Ο Παγγλώσσης, που ήτανε τόσο περίεργος,
+όσο και λογικευτής, τον ρώτησε, πώς λεγότανε ο μουφτής που στραγγαλίσανε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω τίποτα, απάντησε ο αγαθός άνθρωπος και δεν έμαθα ποτές
+τόνομα κανενός μουφτή και κανενός βεζύρη. Αγνοώ ολότελα το πράμα, για το
+οποίο μου μιλάτε· είμαι της γνώμης, πως γενικά όσοι ανακατεύονται στα πολιτικά
+χάνονται καμιά φορά άθλια και πως το αξίζουν. Αλλά δε ρωτώ ποτές να μάθω τι
+κάνουνε στην Κωσταντινούπολη. Αρκιέμαι να στέλνω εκεί να πουλώ τους καρπούς
+του περιβολιού μου.</p>
+
+<p>Αφού είπε αυτά τα λόγια, κάλεσε τους ξένους να μπούνε στο σπίτι: οι δυο του
+κόρες και τα δυο του αγόρια τους προσφέρανε πολλών ειδών σερμπέτια, που τα
+κάνανε οι ίδιοι, καϊμάκι με ζαχαρωμένα κομματάκια κίτρο, πορτοκάλλια, λεμόνια,
+γλυκολέιμονα, ανανάδες, φυστίκια, καφέ της Μέκκας, που δεν ήτανε καθόλου
+ανακατεμένος με καφέ της Βαταβίας και των νησιών. Μετά οι δυο κόρες αυτού του
+καλού μουσουλμάνου βάλανε μυρωδιές στα γένια του Αγαθούλη, του Παγγλώσση
+και του Μαρτίνου.</p>
+
+<p>Θάχετε, είπε ο Αγαθούλης στον Τούρκο, κανένα μεγάλο και λαμπρό χτήμα.</p>
+
+<p>Έχω μονάχα είκοσι στρέμματα, απάντησε ο Τούρκος τα καλλιεργώ με τα παιδιά
+μου· η δουλειά διώχνει από μας τρία μεγάλα κακά: την ανία, την αμαρτία και τη
+φτώχεια.</p>
+
+<p>Ο Αγαθούλης γυρίζοντας στο χτήμα του έκανε βαθυούς συλλογισμούς απάνου
+στα λόγια του Τούρκου. Είπε στον Παγγλώσση και στο Μαρτίνο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτός ο αγαθός γέρος μου φαίνεται, πως δημιούργησε μια τύχη πολύ
+προτιμότερη από των έξι βασιλιάδων, με τους οποίους λάβαμε τη τιμή να
+δειπνήσουμε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα μεγαλεία, είπε ο Παγγλώσσης, είναι πολύ επικίνδυνα, σύμφωνα με
+τις γνώμες όλων των φιλοσόφων. Γιατί, επί τέλους, ο Εγλών, βασιλιάς των
+Μωαβιτών, δολοφονήθηκε από τον Αώδ· ο Αβεσαλώμ κρεμάστηκε από τα μαλλιά
+του και τρυπήθηκε με τρεις κονταριές· ο βασιλιάς Ναβάβ, γυιός του Ιεροβοάμ,
+σκοτώθηκε από το Βαασά· ο βασιλιάς Ελά από το Ζαμβρί· ο Οχοσίας από τον Ιεχού·
+η Αθάλεια από τον Ιοϊάδα· οι βασιλιάδες Ιωακείμ, Ιεχωνίας, Σεδεκίας, γενήκανε
+σκλάβοι. Ξέρετε τι τέλος λάβανε ο Κροίσος, ο Αστυάγης, ο Δαρείος, ο Διονύσιος των
+Συρακουσών, ο Πύρρος, ο Περσέας, ο Αννίβας, ο Ιουγούρθας, ο Αριόβιστος, ο
+Καίσαρας, ο Πομπήιος, ο Νέρωνας, ο Όθωνας, ο Βιτέλλιος, ο Δομιτανός, ο Ριχάρδος
+II της Αγγλίας, ο Εδουάρδος II, ο Ερρίκος VI, ο Ριχάρδος III, η Μαρία Στούαρτ, ο
+Κάρολος I, οι τρεις Ερρίκοι της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Ερρίκος IV; Ξέρετε....</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρω επίσης, είπε ο Αγαθούλης, πως πρέπει να καλλιεργούμε το
+περιβόλι μας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε δίκιο, είπε ο Παγγλώσσης· γιατί όταν ο άνθρωπος εβάλθηκε
+στον κήπο της Εδέμ, εβάλθηκε για να τον καλλιεργή: κι' αυτό αποδείχνει, πως ο
+άνθρωπος δεν είναι καμωμένος για την ανάπαυση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας δουλεύουμε, χωρίς να συζητούμε, είπε ο Μαρτίνος· είναι ο μόνος
+τρόπος να κάνουμε τη ζωή υποφερτή.</p>
+
+<p>Όλη η μικρή συντροφιά δέχτηκε αυτό το σχέδιο, κι' ο καθένας αρχίνησε να
+εξασκή τα ταλέντα του. Η Κυνογόνδη αληθινά πολύ άσκημη, μα γίνηκε μια έξοχη
+ζαχαροπλάστισα. Η Πακέττα κεντούσε κι' η γριά φρόντιζε για τ' ασπρόρρουχα. Ως
+κι' αυτός ο αδερφός Γαρουφάλης δούλευε. Γίνηκε καλός μαραγκός και μάλιστα
+τίμιος άνθρωπος, κι' ο Παγγλώσης έλεγε καμμιά φορά στον Αγαθούλη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλα τα γεγονότα είναι αλληλένδετα στον καλύτερον από τους
+κόσμους· γιατί το κάτου-κάτου αν δεν σας διώχνανε από έναν ωραίο πύργο με
+δυνατές κλωτσιές στον πισινό για τον έρωτα της δεσποινίδας Κυνεγόνδης, αν δεν
+περνούσατε από την ιερά εξέταση, αν δεν είχατε διατρέξει την Αμερική με τα
+πόδια, αν δεν είχατε δώσει μια γερή σπαθιά στο βαρώνο, αν δεν είχατε χάσει όλα
+σας τα πρόβατα της ευλογημένης χώρας του Ελδοράδο, δε θα τρώγατε εδώ κίτρα
+γλυκό και φυστίκια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά τα λες, αποκρίθηκε ο Αγαθούλης, αλλά πρέπει να δουλεύουμε
+το περιβόλι μας.</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥΛΗ</p>
+<hr></hr>
+<p id="fn1">1) Φραγκισκανό καλόγερο.<a href="#ref1"
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn2">2) Τα χρήματά μου.<a href="#ref2" title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn3">3) 1/2 λεφτό.<a href="#ref3" title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn4">4) Κριτικός της εποχής, εχθρός του Βολταίρου.<a href="#ref4"
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn5">5) Θεατίνοι· τάγμα καλογερικό.<a href="#ref5"
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p>
+</p>
+
+<p>
+&nbsp;</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Candide, by Voltaire
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANDIDE ***
+
+***** This file should be named 35280-h.htm or 35280-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/5/2/8/35280/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
diff --git a/35280-h/images/cover.jpg b/35280-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..17f96e5
--- /dev/null
+++ b/35280-h/images/cover.jpg
Binary files differ