diff options
Diffstat (limited to '35280-h')
| -rw-r--r-- | 35280-h/35280-h.htm | 4374 | ||||
| -rw-r--r-- | 35280-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 173936 bytes |
2 files changed, 4374 insertions, 0 deletions
diff --git a/35280-h/35280-h.htm b/35280-h/35280-h.htm new file mode 100644 index 0000000..eb20ed4 --- /dev/null +++ b/35280-h/35280-h.htm @@ -0,0 +1,4374 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Βολταίρος, Ο Αγαθούλης, Candide" /> +<title>Ο Αγαθούλης</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 30px; +} +</style> + +</head> + + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Candide, by Voltaire + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Candide + +Author: Voltaire + +Translator: K. B. + +Posting Date: March 29, 2012 [EBook #35280] +First Posted: February 14, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANDIDE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + +</pre> + + +<p>2a</p> + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The +spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been +converted to endnotes. In 2 instances I have corrected the text, using my own +judgement. I have included the added words in [].</p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η +ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις +μεταφέρθηκαν στο τέλος του βιβλίου. Σε 2 περιπτώσεις διόρθωσα κατά την κρίση +μου το κείμενο. Οι λέξεις που πρόσθεσα περικλείονται σε [].</p> + +<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="500" +height="664" +alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΞΕΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ</h3> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</h2> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ</h1> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΜΙΧ. I. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ +Α.Ε<br /> +ΑΘΗΝΑΙ — ΣΤΑΔΙΟΥ 14 — ΑΘΗΝΑΙ</h3> + +<h4 style="text-align: center; margin: 9em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΆ ΕΡΓΑ„ ΑΡΙΘ. +64</h4> +<hr></hr> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</h3> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ<br /><br /> +(CANDIDE)</h1> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Β.</h4> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ<br /> +ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ<br /> +ΑΘΗΝΑΙ 1922</h3> + +<p> +<br /> +Το διήγημα αυτό του Βολταίρου είναι μια σάτυρα ενάντια στο φιλοσοφικό δόγμα +της αισιοδοξίας του Λάιμπνιτε, ότι ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος από όσους +ημπορούσαν να γίνουν. Σ' εποχή που ρήμαζαν και ματοκυλούσαν την Ευρώπη οι +θρησκευτικοί πόλεμοι, ή οι ληστρικοί των διαφόρων ηγεμόνων, που η Ιερά +Εξέτασις έψηνε τους ανθρώπους σαν αρνιά, που οι αγριότητες των Ευρωπαίων +εμπόρων στην Αμερική είχαν ξεπατώσει τους ιθαγενείς, που η Μεσόγειος θάλασσα +ήταν γεμάτη Μπαρμπερίνους πειρατές, ώστε καμιά ασφάλεια δεν υπήρχε για τους +ταξιδιώτες, ένα τέτιο δόγμα ήτανε πολύ προκλητικό και δε μπορούσε να μη κινήση +τη σατυρική βέρβα του Βολταίρου, που η μεγαλοφυία του τούτο είχε το +χαρακτηριστικό: να βλέπει με ασύγκριτη διαύγεια τη γελοία όψι των ανθρωπίνων +σκέψεων και πράξεων.</p> + +<p>Σε κανένα του άλλο έργο δεν εξεδήλωσε τόσο άφθονη, τόσο πηγαία, τόσο +σπαρταριστή αυτή του τη βέρβα. Μας παρουσιάζει μ' ένα ύφος γρήγορο και άνετο +την αλλόκοτη και αξιοδάκρυτη μαζί Οδύσσεια του Αγαθούλη, αυτού τον +δυστυχισμένου μεταφυσικού, που μπροστά στις τραγικότερες περιπέτειες μπορεί +να συλλογίζεται περί αιτίας και αποτελέσματος. Μας περιφέρει μαζί του στη +Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Αφρική, Αμερική, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Τουρκία, +όπου με σειρές από ξεκαρδιστικά επεισόδια μας δείχνει την ηθική αποσύνθεσι +κάθε τόπου, τη δυστυχία και την άγνοια που δέρνει τα λαϊκά στρώματα, την +ασυνειδισία και την σκληρότητα και τη ματαιότητα των ανωτέρων στρωμάτων. Και +καταλήγει, πως ο καλύτερος τρόπος ν' αποφεύγη κανείς τον πόνο είναι η εργασία, +που ηθικοποιεί, καθώς και το να μην ανακατεύεται στα δημόσια πράγματα.</p> + +<p>Βέβαια η λύσις, που δίνει ο Βολταίρος είναι λιγάκι τολστοϊκή: άρνηση, +αντίσταση κατά του κακού. Όταν όμως βρίσκη, πως στο Ελδοράδο αναγκαστικά οι +άνθρωποι είναι αγαθοί κ' ευτυχισμένοι, γιατί δεν υπάρχει ζήτημα +αυτοσυντηρησίας, πλησιάζει την κοινωνιολογική λύση του προβλήματος, αλλά δεν +τη θεωρεί, φαίνεται, ανθρώπινα δυνατή, γιατί το Ελδοράδο είναι μια φανταστική +Ουτοπία.</p> + +<p>Ωστόσο η μορφωτική αξία του βιβλίου είναι αναμφισβήτητη: μας μαθαίνει πως +τα πράγματα δεν είναι καθόλου άριστα (από τότε έως τώρα είναι τα ίδια!), σαλεύει +μέσα μας το κύρος μερικών πραγμάτων, που τα θεωρούμε από παράδοση ιερά και +γεννά στην ψυχή μας την επιθυμία της αλλαγής. Μόνο αυτή η επιθυμία είναι η +μάννα της προόδου· αυτή μπορεί να μας οδηγήση στη ζήτηση και στην εύρεση μιας +λύσης, την οποία δεν δίνει ούτε μπορούσε να δώση τότες ο Βολταίρος.</p> + +<p> +<br /> +Ο Α Γ Α Θ Ο Υ Λ Η Σ<br /> +ΗΤΟΙ<br /> +ΠΕΡΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ</p> + +<p>Μεταφρασμένος από το Γερμανικό ΤΟΥ ΚΟΥ ΔΟΚΤΟΡΟΣ ΡΑΦΛ</p> + +<p>με της προσθήκες,</p> + +<p>που βρήκαν στην τσέπη του, όταν πέθανε στη Μίνδεν, εν έτει σωτηρίω +1759.</p> + +<p> +<br /> +ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ</p> + +<p> +<br /> +Ο ΑΓΑΘΟΥΛΗΣ (CANDIDE)</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ I<br /><br /> + +Πώς ο Αγαθούλης ανατράφηκε σ' έναν ωραίον πύργο και πώς διώχτηκε απ' +εκεί.</h4> + +<p> +<br /> +Ζούσε στη Βεστφαλία, στον πύργο του κυρίου βαρώνου Τούντερ-τεν- τρονκ, ένας +νέος, που η φύση τούχε δώσει το μαλακώτερο χαρακτήρα. Η φυσιογνωμία του +φανέρωνε την ψυχή του. Η κρίσις του ήτανε πολύ σωστή και το πνεύμα του πολύ +απλό: γι' αυτόν το λόγο, νομίζω, τον ωνόμασαν Αγαθούλη. Οι παλιοί υπηρέτες του +σπιτιού είχαν την υποψία, πως ήτανε γυιός της αδελφής του κυρίου βαρώνου κ' +ενός τιμίου ευπατρίδη από τα περίχωρα, που η δεσποινίς αυτή δε δέχτηκε ποτές να +τον παντρευτή, γιατί, δε μπορούσε να δείξει περισσότερες από εβδομήντα μια +γεννιές, ενώ το υπόλοιπο του γεννεαλογικού του δένδρου χανότανε μέσα στο +αίσχος του χρόνου.</p> + +<p>Ο κύριος βαρώνος ήταν ένας από τους δυνατώτερους άρχοντες της +Βεστφαλίας, γιατί ο πύργος του είχε πόρτα και παράθυρα. Μάλιστα η μεγάλη του +σάλα ήταν στολισμένη με χαλιά. Όλα τα φυλακόσκυλλά τους τα μεταχειριζότανε σε +ώρα ανάγκης, για κυνήγι. Οι σταυλίτες του ήσαν και κυνηγοί του. Ο εφημέριος του +χωριού ήταν ο ιδιαίτερος του παππάς. Τον ωνόμαζαν όλοι Αφέντη και γελούσαν, +όταν διηγότανε καμιά ιστορία!</p> + +<p>Η κυρία βαρωνέσσα, που ζύγιαζε πάνω-κάτω τριακόσιες πενήντα λίτρες, είχε γι' +αυτό τη γενικήν εχτίμηση και δεχότανε τον κόσμο με αξιοπρέπεια, που την έκαμνε +ακόμα πιο επιβλητική. Η κόρη της η Κυνεγόνδη, ηλικίας δεκαεπτά χρονών, ήτανε +ροδοκόκκινη, δροσάτη, παχουλή, ορεχτική. Ο γυιός του βαρώνου φαινότανε σε όλα +άξιος του πατέρα του. Ο καθηγητής Παγγλώσσης ήτανε το μαντείο του σπιτιού κι' ο +μικρός Αγαθούλης άκουε τη διδασκαλία του μ' όλη την καλή πίστη της ηλικίας του +και του χαρακτήρα του.</p> + +<p>Ο Παγγλώσσης δίδασκε τη μεταφυσικό-θεολογο-κοσμολογο-μηδαμινολογία. +Απόδειχνε θαυμάσια, πως δεν υπάρχει αποτέλεσμα χωρίς αιτία και πως σ' αυτόν +τον κόσμο, τον καλύτερον απ' όλους, ο πύργος του Άρχοντα βαρώνου ήταν ο +ωραιότερος απ' όλους τους πύργους κ' η κυρία η καλύτερη απ' όλες τις +βαρωνέσσες.</p> + +<p> — Είναι αποδειγμένο, έλεγε, πως τα πράγματα δε μπορούν νάναι +αλλιώς, διότι, αφού όλα έγιναν για κάπιο σκοπό, όλα αναγκαστικά έγιναν για τον +καλύτερο σκοπό. Παρατηρήστε καλά, πως οι μύτες έγιναν για να φορούν γυαλιά· κ' +έτσι έχομε γυαλιά. Τα πόδια είναι ολοφάνερα, κανωμένα για να φορούν παπούτσα, +κ' έτσι έχουμε παπούτσα. Οι πέτρες επλάσθηκαν για να πελεκιούνται και για να +κάμνομε πύργους· έτσι ο Αφέντης έχει ένα υπερβολικά ωραίον πύργο: ο +μεγαλύτερος βαρώνος της επαρχίας οφείλει νάχει την καλύτερη κατσίκα· και +επειδή τα γουρούνια έγειναν για να τρώγονται, τρώμε χοιρινό κρέας όλον το χρόνο. +Συνεπώς, εκείνοι, που παραδέχονται, πως όλα είναι καλά, είπαν μια ανοησία· +έπρεπε να πουν, πως όλα είναι καλύτερα!</p> + +<p>Ο Αγαθούλης άκουε προσεχτικά και πίστευε αθωότατα. Γιατί έβρισκε τη +δεσποινίδα Κυνεγόνδη εξαιρετικά όμορφη, αν και δεν έλαβε ποτέ το θάρος να της +το πη. Έφτανε στο συμπέρασμα, πως μετά την ευτυχία νάχει κανείς γεννηθή +βαρώνος του Τούντερ-τεν-τρονκ, ο δεύτερος βαθμός της ευτυχίας ήτανε να +υπάρχει η δεσποινίς Κυνεγόνδη· ο τρίτος να τη βλέπει καθημερινά· και ο τέταρτος +ν' ακούει τον Διδάσκαλο Παγγλώσση, τον μεγαλύτερο φιλόσοφο της επαρχίας και +συνεπώς όλης της Γης!</p> + +<p>Μια μέρα, η δεσποινίς Κυνεγόνδη, περιδιαβάζοντας κοντά στο παλάτι, μέσα +στο μικρό δάσος που τ' ωνομάζανε πάρκο, είδε μέσα σε κάτι χαμόκλαδα τον +δόχτορα Παγγλώσση, που έδινε ένα μάθημα φυσικής πειραματικής στην +καμαριέρα της μητέρας της, μια μικρούλα μελαχροινή και πολύ καλόβολη. Και +καθώς η δεσποινίς Κυνεγόνδη είχε μεγάλη κλίση για τις επιστήμες, παρατηρούσε +χωρίς ν' ανασαίνει τα δευτερωμένα πειράματα, στα οποία βρέθηκε θεατής. Είδε +καθαρά τον αποχρώντα λόγο του δόχτορα, τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, κ' +επέστρεψε όλη ταραγμένη, όλη σκεφτική, όλη γεμάτη από την επιθυμία να γίνει +σοφή, συλλογιζόμενη πως μπορούσε πολύ καλά να γίνει κι' αυτή ο αποχρών λόγος +του νεαρού Αγαθούλη, όπως κι' αυτός δικός της.</p> + +<p>Γυρίζοντας στο παλάτι συνάντησε τον Αγαθούλη και κοκκίνισε. Ο Αγαθούλης +κοκκίνισε κι' αυτός. Τον καλημέρισε με μια φωνή κομμένη. Ο Αγαθούλης της +μίλησε χωρίς να ξέρει τι έλεγε. Την άλλη μέρα, μετά το δείπνο, καθώς βγαίνανε +από την τραπεζαρία, η Κυνεγόνδη και ο Αγαθούλης βρεθήκανε πίσω από ένα +παραβάν η Κυνεγόνδη άφησε να της πέση το μαντήλι, ο Αγαθούλης το σήκωσε· +εκείνη τούπιασε το χέρι αθώα, ο νέος φίλησε αθώα το χέρι της νεαράς δεσποινίδος +με μια ζωηρότητα, ένα αίσθημα, μια χάρη ολότελα ξεχωριστή· τα στόματά τους +συναντήθηκαν, τα μάτια τους εφλογίστηκαν, τα πόδια τους τρεμουλιάσανε, τα +χέρια τους παραστράτησαν. Ο Κύριος βαρώνος του Τούντκρ-τεν-τρονκ πέρασε πλάι +από το παραβάν, και βλέποντας αυτήν την αιτία κι' αυτό το αποτέλεσμα, έδιωξε +τον Αγαθούλη από τον πύργο με δυνατές κλωτσιές στον πισινό· η Κυνεγόνδη +λιποθύμησε· μόλις συνήλθε μπατσίστηκε από την κυρία βαρωνέσσα: και όλα +έγιναν θλιβερά μέσα στο ωραιότερο και ευχαριστότερο παλάτι, που ήταν δυνατό +να υπάρξη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΚΕΦΑΛΑΙΟ II.<br /><br /> + +Τι έπαθε ο Αγαθούλης με τους Βουλγάρους.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης, διωγμένος από τον επίγειο παράδεισο, περπάτησε πολύν καιρό +χωρίς να ξέρει για πού, κλαίοντας, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, +στρέφοντας τα συχνά προς τ' ωραιότερο των παλατιών, που είχε μέσα του την +ωραιότερη από τις βαρωνέσσες. Κοιμήθηκε νηστικός μέσα στους αγρούς ανάμεσα +σε δυο αυλάκια· το χιόνι έπεφτε σε μεγάλες τουλούπες. Ο Αγαθούλης +καταμουσκεμένος, εσύρθηκε την άλλη μέρα προς την γειτονική πόλη Βαλντμπεργ- +κοφφ-τραρμπει-ντικντόρφφ, απένταρος, πεθαμένος από πείνα και κούραση. +Σταμάτησε θλιβερά στην πόρτα μιας ταβέρνας. Δυο άνθρωποι, ντυμένοι γαλάζια, +τον παρατήρησαν:</p> + +<p> — Σύντροφε, λέγει ο ένας, να ένας νέος πολύ καλοφκιασμένος και που +έχει το απαιτούμενο ανάστημα.</p> + +<p>Προχώρησαν προς τον Αγαθούλη και τον πήραν να δειπνήση με πολλήν +ευγένεια.</p> + +<p> — Κύριοι, τους είπε ο Αγαθούλης με γοητευτική μετριοφροσύνη, μου +κάμνετε πολλή τιμή, μα δεν έχω να πληρώσω το ρεφενέ μου.</p> + +<p> — Α! κύριε, του είπε ο ένας από τους γαλάζιους, οι άνθρωποι του δικού +σου αναστήματος και της δικιάς σου αξίας δεν πληρώνουν ποτές τίποτε. Δεν +είσασθε ψηλός πέντε πόδια και πέντε δάχτυλα;</p> + +<p> — Μάλιστα, κύριοι, αυτό είναι το ανάστημά μου, είπε κάμνοντας μίαν +υπόκλιση.</p> + +<p> — Α! Κύριε, καθήστε στο τραπέζι· όχι μονάχα θα πληρώσουμε για σας, +μα δε θα δεχτούμε ποτές ένας άνθρωπος σαν και σας να μην έχει χρήματα. Οι +άνθρωποι είναι κανωμένοι ν' αλληλοβοηθιούνται.</p> + +<p> — Έχετε δίκαιο, είπεν ο Αγαθούλης· αυτό μούλεγε πάντα ο κύριος +Παγγλώσσης και παρατηρώ καλά, πως όλα είναι άριστα.</p> + +<p>Τον παρακάλεσαν να δεχτή λίγα σκούδα. Τα παίρνει και κάνει να δώσει +απόδειξη, αλλά κείνοι δεν το επιτρέπουν και κάθουνται στο τραπέζι.</p> + +<p> — Δεν αγαπάτε τρυφερά.....;</p> + +<p> — Ω! ναι, απάντησε, αγαπώ τρυφερά τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Όχι, είπε ο ένας από τους κυρίους, σας ρωτούμε, αν αγαπάτε +τρυφερά τον βασιλέα των Βουλγάρων.</p> + +<p> — Καθόλου, απάντησε κείνος, γιατί δεν τον είδα ποτέ!</p> + +<p> — Πώς! είναι ο πιο χαριτωμένος από τους βασιλιάδες και πρέπει να +πιούμε στην υγειά του.</p> + +<p> — Ω! με πολλήν ευχαρίστησι, κύριοι.</p> + +<p>Και ήπιε.</p> + +<p> — Αυτό φτάνει, του είπαν, ιδού εσείς στήριγμα, υπερασπιστής, ήρως +των βουλγάρων! Εκάματε την τύχη σας και εξασφαλίσατε τη δόξα σας.</p> + +<p>Του βάζουν αμέσως τα σίδερα στα πόδια και τον πάνε στο σύνταγμα. Τον +βάζουν να κλίνη δεξιά, αριστερά, να βγάζη την τουφεκόβεργα, να ξαναβάζη την +τουφεκόβεργα, να πέφτη πρηνηδόν, να πυροβολή, να περπατή γρήγορα και του +δίνουν τριάντα ξυλιές· την επομένη κάμνει την άσκηση του κάπως λιγώτερο +άσκημα και τρώει μόνο είκοσι ξυλιές· τη μεθεπομένη του δίνουν μόνο δέκα και +θεωρείται από τους συντρόφους του ως θαύμα.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης τάχε χάσει και δεν καταλάβαινε καθόλου πως ήτανε ήρωας. Ένα +ωραίο ανοιξιάτικο πρωί αποφάσισε να πάει να περπατήση, βαδίζοντας ολόισα +μπροστά του, και πιστεύοντας πως ήτανε προνόμιο του ανθρωπίνου γένους, καθώς +και του ζωικού, να μεταχειρίζονται τα πόδια τους, όπως τους αρέσει. Δεν είχε κάμει +δυο λεύγες και να τέσσερις άλλοι ήρωες έξ ποδιών ύψους τον πλησιάζουν, τον +δένουν και τον πάνε σε μια φυλακή. Τον ρωτήσανε δικαστικά τι προτιμούσε +καλύτερα: να ραβδισθή τριανταέξ φορές από όλο το σύνταγμα ή να δεχθή με μιας +δώδεκα μολυβένιες σφαίρες στο κρανίο. Μάταια είπε, πως οι θελήσεις είναι +ελεύθερες και πως δεν ήθελε ούτε τόνα ούτε τάλλο· έπρεπε να διαλέξη· αποφάσισε +εν ονόματι του θείου δώρου, που ονομάζουν ελευθερία, να ραβδισθή τριανταέξ +φορές και έφαγε τις δυο. Το σύνταγμα είχε δυο χιλιάδες άντρες. Έφαγε λοιπόν +τέσσερις χιλιάδες ξυλιές, που απ' το σβέρκο ως τον πισινό του ξεγύμνωσαν όλα τα +ποντίκια και τα νεύρα. Ενώ ετοιμαζόντανε ν' αρχίσουν την τρίτη βόλτα, ο +Αγαθούλης μη βαστάνοντας πια, ζήτησε ως χάρη να ευαρεστηθούν να λάβουν την +καλωσύνη να του τινάξουν τα μυαλά· του κάμανε αυτό το χατήρι· του δένουν τα +μάτια· τον βάζουν να γονατίση. Αυτήν τη στιγμή περνά ο βασιλιάς των Βουλγάρων +και πληροφορείται το έγκλημα του καταδίκου: κι' όπως αυτός ο βασιλιάς ήτανε +μεγαλοφυής, κατάλαβε, απ' ό,τι του είπεν ο Αγαθούλης, πως ήταν ένας νεαρός +μεταφυσικός, που αγνοούσε ολότελα τα πράγματα του κόσμου τούτου και του +έδωσε χάρη με μια καλοκαγαθία, που θα υμνείται σ' όλες τις εφημερίδες και σ' +όλους τους αιώνες. Ένας γέρος χειρούργος εγιάτρεψε τον Αγαθούλη σε τρεις +βδομάδες με μαλαχτικά διδαγμένα από το Διοσκορίδη. Είχε τώρα λιγάκι δέρμα και +μπορούσε να περπατή, όταν ο βασιλιάς των Βουλγάρων κήρυξε πόλεμο στο +βασιλιά των Αβάρων.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +<br /> +ΚΕΦΑΛΑΙΟ III.<br /><br /> +Πώς ο Αγαθούλης έφυγε από τους Βουλγάρους και τι απόγινε</h4> + +<p> +<br /> +Τίποτε δεν ήτανε τόσο ωραίο, τόσο ευκίνητο, τόσο καλά συνταγμένο σαν τα δυο +εχθρικά στρατεύματα. Οι τρομπέτες, τα φλάουτα, τα όμποα, τα τούμπανα, τα +κανόνια αποτελούσαν μιαν αρμονία, που παρόμοια δεν υπήρξε ποτέ στην Κόλαση. +Τα κανόνια πρώτα-πρώτα ρίξανε κάτου έξη σχεδόν χιλιάδες από κάθε μεριά. Έπειτα +τα ομαδικά πυρά απάλλαξαν τον καλύτερο των κόσμων από ενιά ως δέκα χιλιάδες +κατεργαρέους, που του λέρωναν την επιφάνεια. Η ξιφολόγχη έγινε επίσης ο +αποχρών λόγος του θανάτου μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Το όλον μπορούσε +πολύ καλά να λογαριαστή σε καμιά τριανταριά χιλιάδες ψυχές. Ο Αγαθούλης, που +έτρεμε σαν φιλοσοφος, κρύφτηκε όσο μπορούσε καλύτερα κατά τη διάρκεια αυτού +του ηρωικού μακελλιού.</p> + +<p>Τέλος, ενώ οι δυο βασιλιάδες έκαναν δοξολογίες, καθένας στο στρατόπεδό του +αποφάσισε να πάη σ' άλλον τόπο να φιλοσοφή για τις αιτίες και τ' αποτελέσματα. +Πέρασε πάνω από τους σωρούς των σκοτωμένων και κείνων που ξεψυχούσαν κ' +έφτασε πρώτα σ' ένα γειτονικό χωριό. Ολόκληρο ήτανε στάχτη. Ήταν ένα χωρίο +αβαρικό, που οι Βούλγαροι τόχαν κάψει, σύμφωνα με τους νομούς του δημοσίου +δικαίου. Εδώ γέροι κατατρύπιοι από σφαίρες, έβλεπαν να πεθαίνουν οι σφαγμένες +γυναίκες τους, βαστώντας τα παιδιά τους στα ματωμένα τους βυζιά· εκεί κορίτσια +ξεκοιλιασμένα, αφού ικανοποίησαν τις φυσικές ανάγκες μερικών ηρώων, +ξεψυχούσαν· άλλοι μισοκαμμένοι φώναζαν να τους αποτελειώσουν σκοτώνοντάς +τους. Μυαλά ήτανε σκορπισμένα απάνω στη γη πλάι σε κομμένα χέρια και +πόδια.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης τόσκασε όσο μπορούσε γρηγορώτερα σ' ένα άλλο χωριό: αυτό +ήτανε Βουλγαρικό και οι Άβαροι ήρωες τόχαν περιποιηθή με τον ίδιο τρόπο. Ο +Αγαθούλης πάντα βαδίζοντας πάνω σε μέλη, που σπάραζαν ή ανάμεσα σε +ρημάδια, έφτασε τέλος, όξω από το θέατρο του πολέμου, έχοντας μερικά τρόφιμα +μέσα στο δισάκκι του και μη ξεχνώντας ποτέ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Τα τρόφιμα +του τέλειωσαν γρήγορα, όταν έφτασε στην Ολλανδία· αλλ' έχοντας ακουσμένα πως +όλος εδώ ο κόσμος ήτανε πλούσιος και καλοί χριστιανοί, δεν αμφέβαλλε πως θα +τον μεταχειριζοντανε τόσο καλά, όσο στον πύργο του κυρίου βαρώνου πριν διωχτή +για τα ωραία μάτια της δεσποινίδας Κυνεγόνδης.</p> + +<p>Ζήτησε ελεημοσύνη από πολλά σοβαρά προσώπατα, μα όλοι του απαντούσαν, +πως αν εξακολουθούσε να κάμνη αυτό το επάγγελμα, θα τον κλείνανε σε κανένα +σωφρονιστήριο για να μάθη να δουλεύη.</p> + +<p>Απευθύνθηκε κατόπι σ' έναν άνθρωπο, που μόλις είχε πάψη να μιλή μόνος +μιαν ολόκληρη ώρα περί ευσπλαχνίας μπροστά σε μια μεγάλη σύναξη ανθρώπων. +Ο ρήτορας αυτός, κυττάζοντάς τον λοξά, του είπε:</p> + +<p> — Τι έρχεστε να κάμετε εδώ. Σας έφερε κανείς καλός σκοπός;</p> + +<p> — Δεν υπάρχει διόλου αποτέλεσμα χωρίς αιτία, απάντησε με +μετριοφροσύνη ο Αγαθούλης· όλα είναι αλληλένδετα αναγκαστικά και κανωμένα +για τον καλύτερο σκοπό. Με διώξαν κοντά από τη Δεσποινίδα Κυνεγόνδη, πέρασα +από ραβδισμούς και πρέπει τώρα να ζητιανεύω το ψωμί μου, όσο να μπορέσω να +το κερδίζω. Όλ' αυτά δε μπορούσαν να συμβούν αλλιώς.</p> + +<p> — Φίλε μου, του είπεν ο ρήτορας και πιστεύεις πως ο Πάπας είναι ο +Αντίχριστος.</p> + +<p> — Δεν τόχα ως τόρα ακούσει να το λένε, απάντησε ο Αγαθούλης· μα είτε +είναι είτε δεν είναι, εγώ δεν έχω ψωμί!</p> + +<p> — Δεν είσαι άξιος να το φας, είπεν ο άλλος: Φεύγα, κατεργάρη, άθλιε μη +με λερώνης με την παρουσία σου.</p> + +<p>Η γυναίκα του ρήτορα είχε βγάλει το κεφάλι της στο παράθυρο και βλέποντας +έναν άνθρωπο, που αμφέβαλλε πως ο Πάπας είναι ο Αντίχριστος, τούρριξε στο +κεφάλι ένα τσουκάλι γεμάτο. . . . Ω! ουρανοί! Σε τι σημείο φτάνει ο θρησκευτικός +ζήλος των γυναικών!</p> + + +<p>Ένας άνθρωπος, που δεν είχε καθόλου βαφτισθή, ένας αγαθός αναβαφτιστής, +ονομαζόμενος Ιάκωβος, είδε το σκληρό κι' ατιμωτικό τρόπο, που μεταχειρίστηκαν +έναν αδερφό του, ένα ον δίπουν, άπτερον, έμψυχον. Τον επήρε σπίτι του, τον +καθάρισε, τούδωσε ψωμί και μπύρα, του χάρισε δύο φιορίνια, θέλησε μάλιστα να +τον μάθη να δουλεύη στο εργοστάσιό του, που έφκιανε περσικά χαλιά στην +Ολλανδία. Ο Αγαθούλης σχεδόν προσκυνώντας τον αναφώνησε!</p> + +<p> — Ο διδάσκαλος Παγγλώσσης τώπε πολύ σωστά πως όλα είναι άριστα σ' +αυτό τον κόσμο, γιατί είμαι άπειρα πιο συγκινημένος, με τη δική σας υπέρτατη +γενναιότητα παρά λυπημένος με τη σκληρότητα αυτού του κυρίου με το μαύρο +μανδύα και της κυρίας γυναίκας του.</p> + +<p>Την άλλη μέρα, περιδιαβάζοντας, συνάντησε ένα ζητιάνο, γεμάτον πληγές, με +μάτια σβυσμένα, την άκρη της μύτης φαγωμένη, το στόμα στραβωμένο, τα δόντια +μαύρα, που μιλούσε με το λαρύγγι, βασανιζόμενος από ένα σφοδρό βήχα και που +σε κάθε του βήξιμο φτυούσε κ' ένα δόντι.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV.<br /><br /> +Πώς ο Αγαθούλης συνάντησε τον παλιό του δάσκαλο της φιλοσοφίας, τον δόχτορα +Παγγλώσση και τι απέγινε.</h4> + +<p>Ο Αγαθούλης, περισσότερο από συμπάθεια παρά από φρίκη, έδωσε σ' αυτόν +τον τρομαχτικό ζητιάνο τα δύο φιορίνια, πούχε λάβει από τον έντιμο του +αναβαφτιστή, τον Ιάκωβο. Το φάνταγμα τον εκύτταξε στα μάτια, δάκρυσε και +ρίχτηκε στο λαιμό του. Ο Αγαθούλης τρομαγμένος πισωδρόμησε.</p> + +<p> — Αλλίμονο! είπεν ο ένας άθλιος στον άλλον άθλιο, δεν αναγνωρίζετε +πια τον αγαπημένο σας Παγγλώσση;</p> + +<p> — Τι ακούω! Σεις, αγαπημένε μου διδάσκαλε! Σεις σ' αυτά τα φριχτά +χάλια! Τι συμφορά λοιπόν σας βρήκε; Γιατί δεν είσθε πια στον ωραιότερο των +πύργων; Τι απέγινε η δεσποινίς Κυνεγόνδη, το μαργαριτάρι των κοριτσών, το +αριστούργημα της φύσης;</p> + +<p> — Δεν βαστώ πια, είπεν ο Παγγλώσσης.</p> + +<p>Ευθύς ο Αγαθούλης τον ωδήγησε στο σταύλο του Αναβαφτιστή, όπου τούδωσε +να φάγη λιγάκι ψωμί. Κι' όταν ο Παγγλώσσης ανάλαβε,</p> + +<p> — Λοιπόν, τον ξαναρωτά, η Κυνεγόνδη;. . . . .</p> + +<p> — Απέθανε, απάντησεν ο άλλος.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης στ' άκουσμα αυτής της λέξης λιποθύμησε. Ο φίλος του τον +ξανάφερε στις αισθήσεις του με λίγο κακό ξίδι, που βρέθηκε κατά τύχη μέσα στο +σταύλο. Ο Αγαθούλης ξανάνοιξε τα μάτια.</p> + +<p>Η Κυνεγόνδη απέθανε! Α! άριστε των κόσμων πού είσαι; Κι' από τι αρρώστια +πέθανε; Ίσως άραγε γιατί μ' είδε να με διώχνουν από τον ωραίον πύργο του κυρίου +πατέρα της με δυνατές κλωτσές;</p> + +<p> — Όχι! απάντησε ο Παγγλώσσης. Την ξεκοίλιασαν Βούλγαροι +στρατιώται, αφού πρώτα την εβίασαν όσο μπορεί να συμβή αυτό σε άνθρωπο. +Σπάσανε το κεφάλι του κυρίου βαρώνου, που θέλησε να την υπερασπισθή· την +κυρία βαρωνέσσα την κόψανε κομματάκια κομματάκια· ο αγαπητός μου μαθητής +έπαθε τα ίδια με την αδελφή του· όσο για τον πύργο, δεν έμεινε πείρα σε πείρα, +ούτε αποθήκη, ούτε πρόβατο, ούτε πάπια, ούτε δένδρο. Όμως εκδικηθήκαμε καλά, +γιατί οι Άβαροι κάμανε τα ίδια σε μια γειτονική βαρωνεία, που ανήκε σ' έναν +Βούλγαρο ευπατρίδη. Πάνω σ' αυτή τη διήγησι, ο Αγαθούλης λιποθύμησε άλλη μια +φορά. Μα όταν συνήλθε και είπε ό,τι έπρεπε να πη, ρώτησε για την αιτία και το +αποτέλεσμα και για τον αποχρώντα λόγο, που κατάντησε τον Παγγλώση σε μια +τόσο οιχτρή κατάστασι.</p> + +<p> — Αλλίμονο, είπεν ο άλλος. Είναι ο έρωτας: ο έρωτας ο παρηγορητής +του ανθρωπίνου γένους, ο διατηρητής του κόσμου, η ψυχή όλων των όντων, +πόχουν αισθήσεις, ο τρυφερός έρωτας!</p> + +<p> — Αλλίμονο! είπεν ο Αγαθούλης. Τόνε γνώρισα αυτόν τον έρωτα, αυτόν +το βασιληά των καρδιών, αυτή την ψυχή της ψυχής μας. Ποτές δε μου κόστισε +περισσότερο απόνα φιλί και είκοσι κλωτσιές στον πισινό. Πώς μια τόσο ωραία αιτία +μπόρεσε να προκαλέση σε σας ένα τόσο αποτρόπαιο αποτέλεσμα;</p> + +<p>Ο Παγγλώσσης απάντησε ως εξής:</p> + +<p> — Ω αγαπημένε μου Αγαθούλη· έχεις γνωρίσει την Πακέττα, αυτή την +νόστιμη ακόλουθο της σεβαστής μας βαρωνέσσας. Γεύτηκα στην αγκάλη της τις +χαρές του παραδείσου, που μου φέραν αυτά τα δεινά της κόλασης, από τα οποία +με βλέπετε φαγωμένον. Ήτανε η ίδια μολυσμένη κ' ίσως απέθανε απ' αυτά. Η +Πακέττα είχε πάρει αυτό το δώρο από έναν κορδελιέρο +(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>) +πολύ σοφόν, ο οποίος είχε ανεύρει την πρώτη πηγή του κακού· αυτός τόχε πάρει +από μια γρηά κόμησσα, που τόχε πάρει απόναν αξιωματικό του ιππικού, που το +χρεωστούσε σε μια μαρκησία, που τόχε πάρει απόναν υπηρέτη, που τόχε πάρει +από έναν ιησουίτη, ο οποίος όντας δόκιμος, τόχε πάρει απ' ευθείας από έναν +σύντροφο του Χριστοφόρου Κολόμβου. Όσο για μένα δεν θα το δώσω σε κανένα, +γιατί πεθαίνω.</p> + +<p> — Ω Παγγλώση, φώναξε ο Αγαθούλης, να μια παράξενη γενεαλογία! Δεν +ήταν ο διάβολος ο πρώτος σπόρος της;</p> + +<p> — Καθόλου, απάντησε ο μέγας αυτός άνθρωπος. Ήταν ένα πράγμα +απαραίτητο στον καλύτερο των κόσμων, ένα συστατικό του αναγκαίο, γιατί αν ο +Κολόμβος δεν άρπαζε σ' ένα νησί της Αμερικής αυτήν την αρρώστεια, που +φαρμακώνει όλη τη γενεά, που συχνά μάλιστα την εμποδίζει ολότελα και που +είναι, φανερά, το αντίθετο του μεγάλου σκοπού της φύσης, δε θάχαμε ούτε τη +σοκολάτα ούτε την κοκκινόμπογια της κοχενίλλης. Πρέπει ακόμα να +παρατηρήσομε, πως ίσαμε σήμερα, αυτή η αρρώστεια είναι ξεχωριστά της δικής +μας ηπείρου, όπως οι θεολογικοί καυγάδες. Οι Τούρκοι, οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι +Κινέζοι, οι Σιαμαίοι, οι Γιαπωνέζοι δεν την γνωρίζουν ακόμα· αλλ' υπάρχει αποχρών +λόγος να τη γνωρίσουν κι' αυτοί σε μερικούς αιώνες. Στο αναμεταξύ έκαμε +θαυμαστή πρόοδο αναμεταξύ μας και πιο πολύ σ' αυτούς τους μεγάλους στρατούς, +που αποτελούνται από μισθοφόρους, οι οποίοι αποφασίζουν για την τύχη των +Κρατών. Μπορούμε να βεβαιώσομε, πως, όταν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι +πολεμούν ταχτική μάχη ενάντια σε δυνάμεις ισάριθμες, υπάρχουν περίπου είκοσι +χιλιάδες σιφιλιδικοί από κάθε μέρος.</p> + +<p> — Ιδού τι είναι αξιοθαύμαστο, είπεν ο Αγαθούλης. Αλλά πρέπει να σε +γιατρέψομε.</p> + +<p> — Και πώς μπορώ; είπε ο Παγγλώσσης. Δεν έχω πεντάρα, φίλε μου, και +σ' όλη την έχταση αυτής της σφαίρας δε μπορεί κανείς ούτε αφαίμαξη να κάνη +ούτε μια πλύση, χωρίς να πληρώση κανείς άλλος γι' αυτόν.</p> + +<p>Αυτός ο τελευταίος λόγος έκαμε τον Αγαθούλη να πάρη μιαν απόφαση.</p> + +<p>Πήγε κ' έπεσε στα πόδια του εκλεκτικού αναβαφτιστή Ιακώβου και του +ζωγράφισε τόσο συγκινητικά τα χάλια, στα οποία είχε καταντήσει ο φίλος του, +ώστε ο αγαθός άνθρωπος δε δίστασε να συντρέξη τον δόχτορα Παγγλώσση. Και τον +εγιάτρεψε μ' έξοδά του. Ο Παγγλώσσης κατά τη θεραπεία έχασε μόνο τόνα μάτι +και τον' αυτί. Έγραφε καλά κ' ήξερε τέλεια την αριθμητική. Ο αναβαφτιστής +Ιάκωβος τον έκαμε λογιστή του. Μετά από δυο μήνες βρέθηκε στην ανάγκη να πάη +στη Λισσαβώνα για υποθέσεις του εμπορικές και πήρε μέσα στο πλοίο του τους +δυο φιλοσόφους. Ο Παγγλώσσης του εξήγησε, πως όλα ήταν όσο δεν μπορούσε +καλύτερα. Ο Ιάκωβος δεν είχε την ίδια γνώμη.</p> + +<p> — Πρέπει, έλεγεν, οι άνθρωποι νάχουν διαφθείρη τη φύση, γιατί δεν +γεννήθηκαν λύκοι κ' έγειναν λύκοι. Ο Θεός δεν τους έδωσε ούτε κανόνια των +εικοσιτεσσάρων, ούτε μπαγιοννέτες, κ' έφκιασαν μπαγιονέτες και κανόνια για να +αλληλοσκοτώνονται. Θα μπορούσα να λογαριάσω ακόμα τις χρεωκοπίες και τη +Δικαιοσύνη, που κατάσχει τις περιουσίες των χρεωκόπων για να κλέψη τους +δανειστές.</p> + +<p> — Όλ' αυτά ήσαν απαραίτητα, απαντούσε ο μονόφθαλμος δόχτορας, και +οι ατομικές δυστυχίες κάμνουν την καθολική ευτυχία· σε τρόπο, που όσο υπάρχουν +περισσότερες ατομικές δυστυχίες, τόσο περισσότερο το σύνολο είναι +καλύτερα.</p> + +<p>Ενώ συζητούσαν ο ουρανός σκοτείνιασε, οι άνεμοι φύσηξαν από τα τέσσερα +σημεία τουρανού και το καράβι τόπιασε η τρομερώτερη τρικυμία μπροστά στο +λιμάνι της Λισσαβώνας.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ V.<br /><br /> + +Τρικυμία, ναυάγιο, σεισμός και τι απέγινε ο δόχτορας Παγγλώσσης, ο Αγαθούλης +και ο αναβαφτιστής Ιάκωβος.</h4> + +<p> +<br /> +Οι μισοί επιβάτες άρρωστοι, ξεψυχώντας απ' αυτές τις ανυπόφορες αγωνίες, που +το κούνημα του καραβιού προξενεί στα νεύρα και σ' όλα τα υγρά του σώματος, +που ταράζονται σε αντίθετες διευθύνσεις, δεν είχαν ούτε καν τη δύναμη ν' +ανησυχήσουν για τον κίνδυνο. Οι άλλοι μισοί ξεφωνούσαν και προσευχόντανε. Τα +πανιά ήτανε σκισμένα, τα κατάρτια σπασμένα, το καράβι ανοιγμένο. Σάλευε όποιος +μπορούσε, κανείς δε συνενοούτανε, κανένας δεν κυβερνούσε. Ο αναβαπτιστής +βοηθούσε λιγάκι στην κυβέρνησι του καραβιού· ήτανε πάνω στη γέφυρα: ένας +ναύτης θυμωμένος τόνε χτυπά απότομα και τον ξαπλώνει στα σανίδια: Αλλ' από το +χτύπημα, που τούδωσε, τινάχτηκε κι' ο ίδιος τόσο δυνατά, πούπεσε έξω από το +καράβι με το κεφάλι κάτω. Έμενε κει κρεμασμένος και γαντζωμένος από ένα +κομμάτι σπασμένου καταρτιού. Ο αγαθός Ιάκωβος τρέχει να τον βοηθήση, τον +βαστάει να ξανανέβη, αλλ' από την προσπάθεια, που κάμνει, γλυστράει και πέφτει +στη θάλασσα μπροστά στα μάτια του ναύτη, που τον αφήνει να χαθή χωρίς να +γυρίση να τον ιδή. Ο Αγαθούλης πλησιάζει, βλέπει τον ευεργέτη του που +ξαναφαίνεται μια στιγμή και που βυθίζεται για πάντα. Θέλει να ριχτή στη θαλασσα· +ο φιλόσοφος Παγγλώσσης τον εμποδίζει, αποδείχνωντάς του, πως ο κόρφος της +Λισσαβώνας κατασκευάσθηκε επίτηδες για να πνιγή σ' αυτόν ο αναβαφτιστής. Ενώ +το απόδειχνε 2a priori, το καράβι ανοίγει στη μέση κι' όλοι χάνονται εξόν από τον +Παγγλώσση, τον Αγαθούλη και αυτόν τον βάναυσο ναύτη, πούχε πνίξη τον ενάρετο +αναβαφτιστή· ο κατεργάρης κολύμπησε πετιχυμένα ως την παραλία όπου ο +Παγγλώσσης και ο Αγαθούλης είχαν φτάσει πάνω σε μια σανίδα.</p> + +<p>Όταν συνήλθαν λιγάκι βάδισαν προς τη Λισσαβώνα· τους έμειναν ολίγα +χρήματα, με τα οποία έλπιζαν να γλυτώσουν από την πείνα, αφού γλύτωσαν από +την τρικυμία.</p> + +<p>Μόλις επάτησαν το πόδι τους στην πόλη, κλαίοντας το θάνατο του ευεργέτη +τους, και νοιώθουν να τρέμει η γης κάτου από τα πόδια τους. Η θάλασσα υψώνεται +βράζοντας μέσα στο λιμάνι και σπάζει τα αγκυροβολημένα καΐκια. Φλογοστρόβιλοι +με στάχτες σκεπάζουν τους δρόμους και τις δημόσιες πλατείες. Τα σπίτια +γκρεμίζονται, οι στέγες αναποδογυρίζονται πάνω στα θεμέλια, τα θεμέλια +σκορπίζονται. Τριάντα χιλιάδες κάτοικοι κάθε ηλικίας και κάθε γένους πλακωθήκαν +κάτου από τα ερείπια. Ο ναύτης έλεγε σφυρίζοντας και βλασφημώντας:</p> + +<p> — Κάτι θα βγάλουμε δω πέρα.</p> + +<p> — Ποιος είναι ο αποχρών λόγος αυτού του φαινομένου; έλεγεν ο +Παγγλώσσης.</p> + +<p> — Να! η τελευταία μέρα του κόσμου, φώναξε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Ο ναύτης τρέχει αβάσταχτος μέσα στα χαλάσματα, αντιμετωπίζει το θάνατο για +ναύρη χρήματα, βρίσκει, τα παίρνει, μεθά, κι' αφού κοιμήθηκε για να χωνέψει το +κρασί, αγοράζει την εύνοια της πρώτης καλόβολης κοπέλλας, που συναντά πάνω +στα ερείπια των γκρεμισμένων σπιτιών κι' ανάμεσα στους πεθαμένους και σ' +αυτούς που ξεψυχούσαν. Ο Παγγλώσσης ωστόσο τόνε τραβούσε από το +μανίκι:</p> + +<p> — Φίλε μου, τούλεγε, αυτό δεν είναι σωστό. Παραβαίνετε την +παγκόσμια λογική, ξοδεύετε άσκημα τον καιρό σας.</p> + +<p> — Ξεροκέφαλο, του απάντησε ο άλλος· είμαι ναύτης γεννημένος στην +Παλαβία· πάτησα τέσσερις φορές πάνω στον εσταυρωμένο σε τέσσερά μου +ταξείδια στην Ιαπωνία· βρήκες τον άνθρωπό σου με την παγκόσμιά σου +λογική!</p> + +<p>Μερικά κομμάτια πέτρας πλήγωσαν τον Αγαθούλη· που ξαπλωμένος στο δρόμο +και σκεπασμένος από χαλάσματα, έλεγε στον Παγγλώσση:</p> + +<p> — Αλλίμονο! βρε μου λιγάκι κρασί και λάδι· πεθαίνω.</p> + +<p> — Αυτός ο σεισμός δεν είναι κάτι νέο, απάντησε ο Παγγλώσσης. Η πόλη +της Λίμας δοκίμασε τα ίδια τινάγματα πέρσυ στην Αμερική. Ίδιες αιτίες, ίδια +αποτελέσματα. Υπάρχει ασφαλώς ένα μακρύ στρώμα θειάφι κάτου από τη γης από +τη Λίμα ως τη Λισσαβώνα.</p> + +<p> — Τίποτε δεν είναι πιθανώτερο απ' αυτό. Όμως, για το θεό, λίγο λάδι +και κρασί.</p> + +<p> — Πώς πιθανό; απάντησε ο φιλόσοφος. Υποστηρίζω, πως το πράγμα +είναι αποδειγμένο</p> + +<p>Ο Αγαθούλης έχασε τις αισθήσεις του κι' ο Παγγλώσσης τούφερε λιγάκι νερό +από μια γειτονική βρύση.</p> + +<p>Την άλλη μέρα, αφού βρήκαν μερικά φαγώσιμα, γλυστρώντας ανάμεσα στα +χαλάσματα, αναστήλωσαν λιγάκι τις δυνάμεις των. Έπειτα βοηθήσανε μαζί με τους +άλλους στο φρόντισμα εκείνων, που γλύτωσαν από το θάνατο. Μερικοί κάτοικοι, +που τους είχαν βοηθήση, τους δώσαν ένα τόσο ωραίο δείπνο, όσο είναι δυνατό +μέσα σε τέτοια καταστροφή. Είναι αλήθεια, πως ήτανε λιγάκι θλιβερό· γιατί οι +συμπότες βρέχαν το ψωμί τους με δάκρυα. Αλλ' ο Παγγλώσσης τους παρηγόρησε, +βεβαιώνοντάς τους, πως τα πράγματα δε μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Γιατί έλεγε, +όλ' αυτά είναι όσο μπορούνε καλύτερα· γιατί αν υπάρχη ένα ηφαίστειο στη +Λισσαβώνα, αυτό δε μπορούσε νάναι αλλού γιατί είναι αδύνατο τα πράγματα να +μην είναι κει που είναι· γιατί όλα είναι καλά.</p> + +<p>Ένας κοντός άνθρωπος, μαύρος, που σχετιζότανε με την Ιερή Εξέταση, +καθισμένος πλάι του, έλαβε ευγενικά το λόγο και είπε!</p> + +<p> — Είναι φανερό, πως ο κύριος δεν πιστεύει στο προπατορικό αμάρτημα· +γιατί αν όλα είναι άριστα, τότε δεν υπάρχει ούτε αμάρτημα ούτε τιμωρία.</p> + +<p> — Ζητώ πολύ ταπεινά συγγνώμη από την εξοχότητά σας, απάντησε ο +Παγγλώσσης πολύ ευγενικώτερα. Η πτώση του ανθρώπου και η κατάρα του Θεού +μπαίνουν αναγκαστικά μέσα στον άριστο των κόσμων.</p> + +<p> — Ο κύριος δεν πιστεύει λοιπόν στην ελευθερία; είπε ο μαύρος +άνθρωπος</p> + +<p> — Η εξοχότητά σας θα με συγχωρήση, είπε ο Παγγλώσσης. Η ελευθερία +μπορεί να συνυπάρχη με την απόλυτη αναγκαιότητα, γιατί ήτανε αναγκαίο +νάμαστε ελεύθεροι. Γιατί επί τέλους η ετεραρχική θέλησις, . . .</p> + +<p>Ο Παγγλώσσης δεν πρόφθασε να τελειώση τη φράση, όταν ο μαύρος άνθρωπος +έκαμε ένα σημάδι στον ακόλουθό του, που του σερβίριζε κρασί του Πορτό ή του +Οπόρτο.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI.<br /><br /> +Πώς έκαμαν ένα ωραίο άουτο-ντα-φε για να σταματήσουν οι σεισμοί και πώς ο +Αγαθούλης εμαστιγώθηκε</h4> + +<p> +<br /> +Μετά το σεισμό, πούχε γκρεμίσει τα τρία τέταρτα της Λισσαβώνας, οι σοφοί του +τόπου δεν μπόρεσαν να βρουν άλλο μέσο πιο αποτελεσματικό για να προλάβουν +την τέλεια καταστροφή από το να δώσουν στο λαό ένα ωραίο άουτο-ντα-φε. Είχεν +αποφασισθή από το Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρας, πως το θέαμα μερικών +ανθρώπων ψημένων με σιγανή φωτιά σε μεγάλη επίσημη τελετή, είναι ένα +αλάνθαστο μυστικό για να εμποδίσουν τη γης να τρέμη.</p> + +<p>Πιάσαν λοιπόν έναν Βισκαϊανό, γιατί είχε παντρεφτή τη νουνά του και δυο +Πορτογάλους, οι οποίοι τρώγοντας ένα κοτόπουλο, πέταξαν το λαρδί του. Προ +μικρού είχαν δέσει, μετά το δείπνο, τον δόχτορα Παγγλώσση και τον μαθητή του +τον αφελή, τον ένα γιατί μίλησε και τον άλλο γιατί άκουσε με ύφος επιδοκιμαστικό. +Και τους δυο τους βάλανε χωριστά μέσα σε κάτι διαμερίσματα υπέροχης +δροσερότητος, μέσα στα οποία ποτέ κανείς δεν μπορούσε να ενοχληθή από τον +ήλιο.</p> + +<p>Μετά οχτώ μέρες τους ντύσανε και τους δυο με ένα κίτρινο ράσο και στόλισαν +το κεφάλι τους με μια μίτρα από καρτόνι: η μίτρα και το ράσο του Αγαθούλη είχε +ζωγραφισμένες φλόγες ανάποδες και διαβόλους χωρίς ουρά και νύχια· οι διάβολοι +όμως του Παγγλώση είχαν και ουρά και νύχια και οι φλόγες ήσαν όρθιες. Εβάδισαν, +έτσι ντυμένοι σα σε λιτανεία κι άκουσαν ένα λόγο πολύ παθητικό, ακολουθημένον +από μιαν ωραία ψαλμουδιά με ίσα.</p> + +<p>Ενώ ετραγουδούσαν μαστίγωναν τον Αγαθούλη στον πισινό με ρυθμό· το +Βισκαϊανό και τους δύο Πορτογάλους, που δε θελήσανε να φάνε λίπος, τους +κόψανε και τον Παγγλώση τον κρεμάσανε, αν και αυτό δεν ήτανε συνήθεια. Την +ίδια μέρα έγινε νέος σεισμός με τρομαχτικούς κρότους.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης τρομαγμένος, απομονωμένος, απελπισμένος, όλος τρέμοντας, +έλεγε μέσα του!</p> + +<p> — Εάν αυτός είναι ο καλύτερος των κόσμων, τότε τι είναι οι άλλοι; Πάλι +καλά, που μόνο με μαστίγωσαν. Το ίδιο έπαθα στους Βουλγάρους. Αλλ' ω +αγαπημένε μου Παγγλώσση! Μεγαλύτερε των φιλοσόφων, έπρεπε να σε ιδώ +κρεμασμένον χωρίς να ξέρω γιατί! Ω αγαπημένε μου αναβαφτιστή! άριστε των +ανθρώπων, έπρεπε να σε ιδώ να πνίγεσαι μέσα στο λιμάνι! Ω! δεσποινίδα +Κυνεγόνδη, μαργαριτάρι των παρθένων, έπρεπε να σου έχουν σκίση την +κοιλιά!</p> + +<p>Ξεκίνησε λοιπόν μόλις στεκάμενος στα πόδια του, αφού του βγάλαν λόγο, τόνε +μαστίγωσαν του δώσαν άφεση αμαρτιών και ευλογία, όταν μια γρηά τον εζύγωσε +και τούπε:</p> + +<p> — Παιδί μου, λάβε θάρρος, ακολούθα με.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII.<br /><br /> + +Πώς μία γρηά φρόντισε για τον Αγαθούλη και πώς ξανάβρε κείνην, που +αγαπούσε</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης δεν πήρε καθόλου θάρρος, ακολούθησε όμως τη γρηά μέσα σ' ένα +χαμόσπιτο. Τούδωσε ένα βάζο με αλοιφή να τριφτή, τον άφησε να φάγη και να πιή· +τούδειξε ένα κρεββατάκι αρκετά καθαρό και κοντά στο κρεββάτι ένα κοστούμι +ρούχα.</p> + +<p> — Φάτε, πιέτε, κοιμηθήτε, του είπε, και η παναγία της Ατόσσας, και ο +αφέντης μας ο Άης-Αντώνης της Πάδοβας, και ο αφέντης μας ο Άγιος Ιάκωβος της +Κομποστέλλας ας σας προστατέψουν. Θα ξανάρθω αύριο.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης πάντα απορώντας για τα όσα είδε, όσα υπέφερε, και ακόμα +περισσότερο για το σπλάχνος της γρηάς, θέλησε να της φιλήση το χέρι.</p> + +<p> — Δεν είναι το δικό μου χέρι που πρέπει να φιλήσετε, του είπε. Θα +ξανάρθω αύριο. Τριφτήτε με την αλοιφή, φάτε, κοιμηθήτε.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης, παρ' όλα του τα βάσανα, έφαγε και κοιμήθηκε. Το πρωί η γρηά +τούφερε το πρόγευμά του, ξέτασε τη ράχη του, την έτριψε η ίδια με μιαν άλλη +αλοιφή· τούφερε κατόπι να γευματίση και το βράδι ξαναγύρισε και τούφερε να +δειπνήση. Την μεθαυριανή μέρα τούκαμε τις ίδιες περιποιήσεις.</p> + +<p> — Ποιά είστε, τη ρωτούσε πάντα ο Αγαθούλης. Ποιος σας έδωσε τόση +κωλωσύνη; Πώς μπορώ να σας το ανταποδώσω;</p> + +<p>Η αγαθή γριά δεν απαντούσε τίποτε. Το βράδυ ξανάρθε χωρίς να του φέρη να +δειπνήση.</p> + +<p> — Ελάτε μαζί μου, του λέγει και μη βγάζετε τσιμουδιά.</p> + +<p>Τον παίρνει από το μπράτσο και βαδίζει μαζί του στην εξοχή ως ένα τέταρτο της +λεύγας. Φτάνουν σ' ένα σπίτι μοναχικό τριγυρισμένο από κήπους και κανάλια.</p> + +<p>Η γριά χτυπά μια μικρή θύρα. Ανοίγουν. Οδηγεί τον Αγαθούλη από μια σκάλα +κρυφή σε μια χρυσή σάλλα, τον αφήνει πάνω σ' έναν καναπέ από πολύχρωμο +μεταξόπανο, κλει την πόρτα και φεύγει. Ο Αγαθούλης νόμιζε, πως ονειρευότανε και +του φαινόταν η όλη του προτητερινή ζωή ένα όνειρο θανατερό και η τωρινή στιγμή +ένα όνειρο γλυκό.</p> + +<p>Η γριά ξαναφάνηκε σε λίγο. Κρατούσε με κόπο από το μπράτσο μια γυναίκα, +που έτρεμε, πούχε ανάστημα μεγαλόπρεπο, κ' έλαμπε ολόκληρη μέσα σε πετράδια +κ' ήτανε σκεπασμένη μ' έναν πέπλο.</p> + +<p> — Τραβήχτε αυτόν τον πέπλο, είπε η γριά στον Αγαθούλη.</p> + +<p>Ο νέος πλησιάζει· σηκώνει τον πέπλο με φοβισμένο χέρι. Τι στιγμή! Τι +ξάφνισμα! Νομίζει πως βλέπει τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Τη βλέπει πραγματικά, +ήταν η ίδια. Οι δυνάμεις του παραλυούνε, δε μπορεί να προφέρη λέξη, πέφτει στα +πόδια της. Η Κυνεγόνδη πέφτει πάνω στον καναπέ. Η γριά τους χύνει μυρωδιές, +αναλαβαίνουν τις αισθήσεις τους, ομιλούν: στην αρχή λένε λέξεις κομμένες, +ερωτήσεις κι' απαντήσεις διασταυρούμενες, στενάζουνε, κλαίνε, ξωφωνίζουν. Η +γριά τους συμβουλεύει να κάμνουν λιγώτερο θόρυβο και τους αφήνει μόνους.</p> + +<p> — Πώς! Είστε σεις; της λέγει ο Αγαθούλης· ζήτε! Σας ξαναβρίσκω στην +Πορτογαλλία! Δε σας εβίασαν λοιπόν; Δε σας ξεκοιλιάσανε, όπως με βεβαίωσε ο +φιλόσοφος Παγγλώσσης;</p> + +<p> — Ναι, είπε η ωραία Κυναιγόνδη· αλλά δεν πεθαίνει κανείς πάντα απ' +αυτά τα δυο δυστυχήματα.</p> + +<p> — Αλλ' ο μπαμπάς σας και η μαμά σας σκοτωθήκανε;</p> + +<p> — Αυτό είναι πάρα πολύ αληθινό, είπε η Κυνεγόνδη κλαίοντας.</p> + +<p> — Κι' ο αδερφός σας;</p> + +<p> — Τον αδερφό μου τον σκοτώσαν επίσης.</p> + +<p> — Και γιατί βρίσκεστε στην Πορτογαλλία; Και πώς μάθατε, πως ήμουνα +κ' εγώ εδώ; Και με τι παράξενη σύμπτωση με φέρατε σ' αυτό το σπίτι;</p> + +<p> — Θα σας τα πω όλ' αυτά, απάντησε η κυρία, μα πρέπει προτύτερα να +μου διηγηθήτε ό,τι σας συνέβη μετά απ' το αθώο εκείνο φίλημα, που μου δώσατε, +και τις κλωτσιές που λάβατε.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης υπάκουσε με βαθύτατο σεβασμό. Και, αν και κουρασμένος, αν +και η φωνή του ήταν αδύνατη κ' έτρεμε, αν και η ραχοκοκαλιά του πονούσε ακόμα +λίγο, της διηγήθηκε με τον πιο απροσποίητο τρόπο ό,τι του συνέβη από τη στιγμή +του αποχωρισμού τους. Η Κυνεγόνδη ύψωνε τα μάτια στον ουρανό. Έκλαψε για το +θάνατο του αγαθού αναβαφτιστή Ιακώβου· και κατόπι μίλησε ως εξής στον +Αγαθούλη, που δεν έχανε λέξη και την κατάτρωγε με τα μάτια του.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII.<br /><br /> + +Ιστορία της Κυνεγόνδης</h4> + +<p> +<br /> +Ήμουνα στο κρεββάτι μου και κοιμόμουνα βαθυά, όταν ευδόκησεν ο ουρανός να +στείλη τους Βουλγάρους στον ωραίο μας πύργο του Τούντερ- τεν-τρονκ. Σφάξανε +τον πατέρα μου και τον αδελφό μου και κάμανε τη μητέρα μου κομματάκια. Ένας +ψηλός βούλγαρος έξη ποδιών, βλέποντας, πως σ' αυτό το θέαμα έχασα τις +αισθήσεις μου, άρχισε να με βιάζη. Αυτό με συνέφερε, ανάλαβα τις αισθήσεις μου, +πάλαιψα, δάγκασα, γρατσούνισα, ήθελα να βγάλω τα μάτια αυτού του +χοντροβούργαρου, μη ξέροντας, πως ό,τι συνέβαινε μέσα στον πύργο του πατέρα +ήταν ένα πράγμα συνειθισμένο. Ο αγριάθρωπος μούδωσε μια μαχαιριά στο +αριστερό μέρος της κοιλιάς, που έχω ακόμη το σημάδι.</p> + +<p> — Αλλοίμονο! Ελπίζω να το ιδώ, είπεν ο απλοϊκός Αγαθούλης,</p> + +<p> — Θα το ιδήτε, είπεν η Κυνεγόνδη. Αλλ' ας εξακολουθήσομε.</p> + +<p> — Εξακολουθήστε, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Ξαναπήρε το νήμα της διήγησής της.</p> + +<p> — Τότες ένας Βούλγαρος αξιωματικός μπαίνει. Με βλέπει μέσα στα +αίματα, αλλ' ο στρατιώτης δεν ταράζεται. Ο αξιωματικός θυμώνει για την έλλειψη +σεβασμού, που τούδειχνε αυτός ο χτηνώδης στρατιώτης και τον σκοτώνει απάνω +μου. Ύστερα βάζει να μ' επιδέσουν και με φέρνει αιχμάλωτο στη σκηνή του. Εκεί +έπλενα τα λίγα πουκάμισα, που είχε, του μαγείρευα· μ' εύρισκε πολύ νόστιμη, +πρέπει να το ομολογήσω, και δε θ' αρνηθώ, πως ήτανε κι' αυτός πολύ +καλοφκιασμένος κ' είχε το δέρμα λευκό κ' απαλό. Αλλ' έξω απ' αυτά, λίγο πνεύμα, +λίγη φιλοσοφία. Φαινότανε καλά, πως δεν είχε μορφωθή από τον δόχτορα +Παγγλώση, Στο τέλος των τριών μηνών, αφού έχασε τα χρήματά του κι' αφού με +χόρτασε, με πούλησε σ' έναν Εβραίο ονομαζόμενο δον Ισσάχαρ, που εμπορευότανε +στην Ολλανδία και στην Πορτογαλλία και που αγαπούσε με πάθος τις γυναίκες. +Αυτός ο Εβραίος αφοσιώθηκε πολύ σε μένα, αλλά δεν κατώρθωσε να με νικήση. +Του αντιστάθηκα καλύτερα απ' ότι στο Βούλγαρο στρατιώτη. Ένα έντιμο πρόσωπο +μπορεί να βιαστή μια φορά, μα η αρετή του δε χάνεται. Ο Εβραίος για να με +δαμάση, μ' έφερε σ' αυτό το εξοχικό σπίτι, που βλέπετε. Πίστευα ως τώρα, πως δεν +υπήρχε τίποτε στη γη τόσο ωραίο σαν τον πύργο του Τούντερ-τεν-τρονκ: είχα +απατηθεί.</p> + +<p>Ο μέγας Ιεροξεταστής με παρατήρησε μια μέρα στη λειτουργία. Με κύτταξε +πολύ με τα γυαλιά του και μου παράγγειλε, πως είχε να μου μιλήση για πολύ +μυστικές υποθέσεις. Με ωδήγησε στο παλάτι του· του είπα την καταγωγή μου μού +παράστησε, πόσο ήτανε κατώτερο της τάξης μου ν' ανήκω σ' έναν Ισραηλίτη. +Πρότεινε από μέρος μου στον δον Ισσάχαρ να με παραχωρήση στο σεβασμιώτατο. +Ο δον Ισσάχαρ, που είναι ο τραπεζίτης της αυλής κι' άνθρωπος μεγάλης υπόληψης +δε δέχτηκε να κάμη τίποτε. Ο Ιερεξεταστής τον απείλησε μ' ένα άουτο-ντα-φε. +Τέλος ο Εβραίος μου φοβισμένος έκλεισε μια συμφωνία κατά την οποία το σπίτι κ' +εγώ θ' ανήκαμε και στους δυο από κοινού. Ο Εβραίος θάχε για τον εαυτό του τις +Δευτέρες, τις Τετάρτες και τα Σάββατα και ο Ιερεξεταστής τις άλλες μέρες της +βδομάδας. Είναι έξη μήνες τώρα, που βαστάει αυτή η σύμβαση· αλλ' όχι και χωρίς +καυγάδες, γιατί συχνά δε μπορούνε να ορίσουν, αν η νύχτα του Σαββάτου ανήκει +στον παλαιό η στο νέο νόμο! Όσο για μένα αντιστάθηκα ως τώρα και στους δυο· +και νομίζω πως γι' αυτό το λόγο με αγαπούνε πάντα.</p> + +<p>Τέλος για ν' απομακρύνουν τη συφορά των σεισμών και για να φοβίσουν τον +δον Ισσάχαρ, ευαρεστήθηκε ο σεβασμιώτατος Ιεροξεταστής να τελέση ένα άουτο- +ντα-φε. Μου έκαμε την τιμή να με καλέση. Με βάλανε σε πολύ καλή θέση. +Προσφέρανε στις κυρίες αναψυχτικά μεταξύ της λειτουργίας και της εκτέλεσης. Μ' +έπιασε, αληθινά, φρίκη βλέποντας να καίνε αυτούς τους δυο Ιουδαίους κι' αυτό το +χρηστό Βισκαϊανό, πούχε παντρεφτή τη νουνά του. Αλλά ποια ήταν η έκπληξή μου, +ο τρόμος μου, η ταραχή μου, σαν είδα μέσα σ' ένα κίτρινο ράσο και κάτου από μια +μίτρα κάποιον, που έμοιαζε του Παγγλώσση. Έτριβα τα μάτια μου, έβλεπα +προσεχτικά, είδα να τον κρεμούν· έπεσα λιπόθυμη. Μόλις συνήρθα, είδα εσάς +γυμνωμένον τσιτσίδι. Αυτό ήτανε το αποκορύφωμα της φρίκης, του τρόμου, του +πόνου της απελπισίας. Θα σας πω αληθινά, πως το δέρμα σας είναι πολύ πιο λευκό +και πιο ρόδινο από του βουλγάρου αξιωματικού. Αυτή η θέα διπλασίασε όλα τα +αισθήματα, που με καταπιέζανε, που με κατατρώγαν. Φώναξα, θέλησα να πω: +Σταθήτε, βάρβαροι! Μα η φωνή μου πνίγηκε και τα λόγια μου θάταν ανώφελα. +Αφού σας μαστιγώσανε καλά: πως συμβαίνει, έλεγα, ο αγαπητός Αγαθούλης κι' ο +σοφός Παγγλώσσης να βρίσκονται στη Λισσαβώνα, ο ένας για να φάγη εκατό +καμουτσικιές κι' ο άλλος να κρεμαστή κατά διαταγή του σεβασμιώτατου +Ιεροξεταστή, του οποίου είμαι η ερωμένη; Ο Παγγλώσσης λοιπόν μ' είχε πολύ +σκληρά απατήσει, όταν μούλεγε, πως όλα είναι άριστα στον κόσμο.</p> + +<p>Ταραγμένη, τρομαγμένη, άλλοτες έξω φρενών κι' άλλοτε έτοιμη να πεθάνω από +αδυναμία, είχα το κεφάλι μου γεμάτο από τη σφαγή του πατέρα μου, της μητέρας +μου, του αδερφού μου, γεμάτο από το θράσος του βούλγαρου παλιοστρατιώτη, +από τη μαχαιριά, που μούδωσε, από τη σκλαβιά μου, από το επάγγελμά μου της +μαγείρισσας, από τον Βούλγαρο αξιωματικό μου, από τον άθλιό μου δον Ισσάχαρ, +από το σιχαμερό μου Ιεροξεταστή, από το κρέμασμα του δόχτορα Παγγλώσση, από +το μεγάλο αυτό miswerer το μουρμουριστό ενώ σας μαστιγώνανε, και προ πάντων +από το φιλί, που σας έδωσα πίσω από το παραβάν την ημέρα, που σας είχα δει για +τελευταία φορά. Δόξασα το θεό, που σας ξανάφερνε σε μένα ύστερ' από τόσες +δοκιμασίες. Σύστησα στη γριά μου να σας περιποιηθή και να σας φέρη εδώ, μόλις +θα ήτανε δυνατό. Έκαμε πολύ καλά την παραγγελία μου. Απόλαυσα την +ανέκφραστη χαρά να σας ξαναϊδώ, να σας ακούσω, να σας μιλήσω. Πρέπει να +πεινάτε πολύ· έχω μεγάλη όρεξη, ας αρχίσουμε από το φαγητό.</p> + +<p>Να τους λοιπόν καθισμένοι οι δυο τους στο τραπέζι.! Και μετά το δείπνο +ξανακάθονται στον ωραίο καναπέ, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Ενώ ήσαν +εκεί, ιδού φτάνει ο σινιόρ δον Ισσάχαρ, ο ένας από τους κυρίους του σπιτιού! +Ήτανε Σάββατο. Ερχότανε να εξασκήση τα δικαιώματά του και να εκφράση το +μεγάλο του έρωτα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX.<br /><br /> + +Τι συνέβη στην Κυνεγόνδη, στον Αγαθούλη, στο μέγαν Ιεροξεταστή και στον +Εβραίο.</h4> + +<p> +<br /> +Αυτός ο Ισσάχαρ ήταν ο πιο χολερικός Εβραίος, που υπήρξε στη φυλή του Ισραήλ +από την εποχή της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνας.</p> + +<p> — Πώς! είπε· σκύλλε Γαλιλαίε, δε μας φτάνει ο Κύριος Ιεροξεταστής; +Πρέπει κι' αυτός ο κανάγιας να κάμνη μαζί μου μοιρασά;</p> + +<p>Λέγοντας τούτα τραβά ένα μακρύ μαχαίρι, που τόχε πάντα μαζί του και +νομίζοντας, πως ο αντίπαλος του ήταν άοπλος, ρίχνεται πάνω του. Αλλ' ο αγαθός +μας Βεστφαλιανός είχε πάρει ένα ωραίο σπαθί από τη γριά μαζί με το κοστούμι. +Τραβάει το σπαθί του, αν και ήταν άνθρωπος μαλακός, και σου ξαπλώνει τον +Ισραηλίτη ξερόν πάνω στις πλάκες, στα πόδια της ωραίας Κυνεγόνδης.</p> + +<p> — Παναγία Παρθένε! φώναξεν εκείνη, τι θα κάνομε τώρα; Ένας +άνθρωπος σκοτωμένος σπίτι μου! Αν η δικαιοσύνη έρθη, ήμαστε χαμένοι.</p> + +<p> — Εάν δεν είχαν κρεμάσει τον Παγγλώσση, είπεν ο Αγαθούλης, θα μας +έδινε καλή συμβουλή σ' αυτή μας την απόγνωση, γιατί τανε μέγας φιλόσοφος. +Τώρα που λείπει, ας συμβουλευτούμε τη γριά.</p> + +<p>Ήτανε πολύ μυαλωμένη κι άρχισε να λέγη τη γνώμη της, όταν μια άλλη θύρα +ανοίγει. Ήτανε μια μετά τα μεσάνυχτα, άρχιζε η Κυριακή. Αυτή η μέρα ανήκε στο +σεβασμιώτατο Ιεροξεταστή. Μπαίνει και βλέπει το μαστιγωμένον Αγαθούλη με το +σπαθί στο χέρι, έναν σκοτωμένον χάμου, τη Κυνεγόνδη ξώφρενη και τη γριά +δίνοντας συμβουλές.</p> + +<p>Ιδού τι συνέβη αυτή τη στιγμή μέσα στην ψυχή του Αγαθούλη και πώς +σκέφτηκε: Εάν ο άγιος άνθρωπος καλέση βοήθεια, θα με κάψη ασφαλώς στη +φωτιά και μπορεί να κάνη το ίδιο και στην Κυνεγόνδη. Μ' έχει μαστιγώσει +ανελέητα· είναι ο αντίπαλός μου· άρχισα τώρα να σκοτώνω· δεν υπάρχει καιρός για +δισταγμούς.</p> + +<p>Αυτές οι σκέψεις υπήρξαν καθαρές και γρήγορες· και δίχως να δώση καιρό στον +Ιεροξεταστή να συνέρθη από την έκπληξή του, τον τρυπά πέρα ως πέρα και τον +ρίχνει πλάι στον Εβραίο.</p> + +<p> — Να κι' άλλος, είπε η Κυνεγόνδη. Δεν υπάρχει γλυτωμός, είμαστε +αφωρισμένοι, η τελευταία μας ώρα έφτασε. Πώς έγινε σεις, που γεννηθήκατε τόσο +ήμερος να σκοτώνετε σε δυο λεφτά έναν Εβραίο κι' έναν επίσκοπο!</p> + +<p> — Ωραία μου Κυνεγόνδη, απάντησεν ο Αγαθούλης, όταν κανείς είναι +ερωτευμένος, ζηλιάρης και μαστιγωμένος από τα ιεροδικεία, δε γνωρίζει πια τον +εαυτό του!</p> + +<p>Τότες η γριά έλαβε το λόγο και είπε: Υπάρχουν τρία ανδαλούσια άλογα στο +σταύλο με τις σέλλες τους και τα χάμουρά τους. Ο γενναίος Αγαθούλης ας τα +ετοιμάση· η κυρία έχει χρυσαφικά και διαμάντια, ας ανεβούμε γρήγορα στ' άλογα, +αν και δε μπορώ να κάτσω παρά στο ένα κωλομέρι, κι' ας το δίνομε για τα Γάδειρα. +Κάμνει τον ωραιότερο καιρό του κόσμου κ' είναι πολύ ευχάριστο να ταξιδεύη +κανείς με τη νυχτερινή δροσιά.</p> + +<p>Ευθύς ο Αγαθούλης σελλώνει τα τρία άλογα. Η Κυνεγόνδη, η γριά κι' αυτός +κόβουν τριάντα μίλλια μονορούφι. Ενώ αυτοί απομακρυνόντανε, η Ιερά Εξέταση +φτάνει στο σπίτι· θάβουν τον σεβασμιώτατο σε μίαν ωραία εκκλησία και ρίχνουν +τον Ισσάχαρ στα σκουπίδια. Ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά ήσαν τώρα στη +μικρή πόλη Αβασένα, ανάμεσα στα βουνά της Σιέρρα Μορένα και μιλούσαν ως +εξής μέσα σε μια ταβέρνα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ.<br /><br /> + +Σε τι άθλια χάλια ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά φτάνουνε στα Γάδειρα και +πως μπαρκαρίζονται.</h4> + +<p> +<br /> + — Ποιος λοιπόν μπόρεσε να μου κλέψει τις πιστόλες +(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>) +μου και τα διαμαντικά μου, έλεγε κλαίοντας η Κυνεγόνδη. Πού νάβρη κανείς +Ιεροξεταστές κ' Εβραίους να του δώσουν άλλες;</p> + +<p> — Αλοίμονο! είπεν η γριά, υποψιάζομαι έναν αιδεσιμώτατον πατέρα +κορδελιέρο, που κοιμήθηκε ψες στο ίδιο ξενοδοχείο μαζί μας στο Μπανταγιός. Ο +θεός φυλάξοι να κάμω κρίση άδικη! Όμως μπήκε δυο φορές στο δωμάτιό μας κ' +έφυγε πολύ προτήτερα από μας.</p> + +<p> — Αλλίμονο! είπεν ο Αγαθούλης. Ο καλός Παγγλώσσης μου είχε συχνά +αποδείξει, πως τα αγαθά της γης είναι κοινά σ' όλους τους άνθρωπους και πώς +όλοι έχουν σ' αυτά ίσα δικαιώματα. Αυτός ο κορδελιέρος θα έπρεπε, σύμφωνα μ' +αυτή τη θεωρία, να μας αφήση με τι ν' αποτελειώσουμε το ταξίδι μας. Δε σας +απομένει λοιπόν τίποτες, ωραία Κυνεγόνδη;</p> + +<p> — Ούτε ένα μαραβεντί +(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>) + είπεν αυτή.</p> + +<p> — Τι ν' αποφασίσουμε; είπεν ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ας πουλήσομε ένα από τα τ' άλογά μας, είπεν η γρηά. Εγώ θα κάτσω +στα καπούλια του ζώου, πίσω από τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, αν και δε μπορώ να +βαστιέμαι παρά στο ένα κωλομέρι, και θα φτάσομε στα Γάδειρα.</p> + +<p>Μέσα στο ίδιο ξενοδοχείο ήταν ένας ηγούμενος Βενεδικτίνος· αγόρασε φτηνά +το άλογο. Ο Αγαθούλης, η Κυνεγόνδη κ' η γριά πέρασαν από τη Λουκένα, τη Χίλλα, +τη Λεμπρίξα και φτάσανε τέλος στα Γάδειρα. Εκεί ετοίμαζαν ένα στόλο και +μαζεύανε στρατό για να τιμωρήσουν τους αιδεσιμώτατους Ιησουίτες πατέρες της +Παραγουάης, γιατί κάπιο τάγμα τους κίνησε επανάσταση εναντίο των βασιλέων της +Ισπανίας και της Πορτογαλίας κοντά στη πόλη της Αγίας Μετάληψης. Ο Αγαθούλης, +επειδή είχε υπηρετήσει στο βουλγαρικό στρατό, έκαμε τα βουλγαρικά γυμνάσια +μπροστά στο στρατηγό του μικρού στρατού με τόση χάρη, σβελτωσύνη, δεξιότητα, +περηφάνεια και λυγεράδα, που του δώσανε να διευθύνη ένα σώμα πεζικού. Να +τονε λοιπόν αξιωματικό! Μπαρκαρίζεται με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, τη γριά, δυο +υπηρέτες και τα δυο ανδαλούσια άλογα, που ανήκαν άλλοτες στον κύριο μέγαν +Ιεροξεταστή της Πορτογαλλίας.</p> + +<p>Σ' όλο το ταξίδι μιλήσανε πολύ για τη φιλοσοφία του άτυχου Παγγλώσση.</p> + +<p> — Πηγαίνομε σ' άλλον κόσμο, έλεγεν ο Αγαθούλης: σ' αυτόν, χωρίς +αμφιβολία, όλα θάναι άριστα, γιατί πρέπει να ομολογήσομε, πως μπορεί κανείς να +κλαίη λιγάκι με ό,τι γίνεται στο δικό μας από άποψη φυσική και ηθική.</p> + +<p> — Σας αγαπώ μ' όλη μου την καρδιά, έλεγε η Κυνεγόνδη· μα έχω ακόμα +την ψυχή μου κατατρομαγμένη από ό,τι είδα κι' από ό,τι έπαθα.</p> + +<p> — Όλα θα παν καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης· ήδη η θάλασσα αυτού +του νέου κόσμου είναι καλύτερη από τις θάλασσες της Ευρώπης μας· είναι πιο +γαλήνια και οι άνεμοι σταθερώτεροι. Ασφαλώς ο νέος κόσμος είναι ο καλύτερος +των κόσμων.</p> + +<p> — Άμποτες! έλεγεν η Κυνεγόνδη· υπήρξα έως τώρα τόσο φριχτά +δυστυχής στο δικό μας, ώστε η καρδιά μου σχεδόν είναι κλεισμένη στις +ελπίδες.</p> + +<p> — Παραπονιέστε, τους είπε η γρηά· αλοίμονο! δεν επάθατε συφορές +σαν τις δικές μου.</p> + +<p>Η Κυνεγόνδη άρχισε σχεδόν να γελά κ' εύρισκε αυτή την αγαθή γυναίκα παρά +πολύ διασκεδαστική με το να λέγη πως ήτανε πιο δυστυχισμένη από κείνην.</p> + +<p> — Αλοίμονο! της είπε· αν δεν έχετε βιασθή από δυο βουλγάρους, αν δεν +ελάβατε δυο μαχαιριές στην κοιλιά, αν δε σας χαλάσανε δυο πύργους σας, αν δε +σφάξανε μπροστά στα μάτια σας δυο πατέρες, δυο μητέρες κι' αν δεν είδατε δυο +εραστές σας μαστιγωμένους σ' ένα άουτο-ντα-φε, δε βλέπω πώς θα μπορούσατε +να με υπερβήτε. Προσθέστε, πως γεννήθηκα βαρώνη με εβδομηνταδυό γενεές κι' +ότι κατάντησα μαγέρισσα.</p> + +<p> — Δεσποινίς, απάντησε η γριά. Δεν ξέρετε την καταγωγή μου. Κι' αν σας +έδειχνα τον πισινό μου, δε θα μιλούσατε, όπως μιλήσατε και θα σταματούσατε +στην κρίση σας.</p> + +<p>Αυτά τα λόγια προκάλεσαν υπερβολική περιέργεια στο πνεύμα της Κυνεγόνδης +και του Αγαθούλη. Η γριά τους μίλησε ως εξής.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI.<br /><br /> + +Ιστορία της Γριάς</h4> + +<p> +<br /> +Δεν είχα πάντα τα μάτια θαμπά και κόκκινα ολογύρω. Η μύτη του δεν άγγιζε πάντα +το πηγούνι μου και δεν ήμουνα πάντα υπηρέτρια. Είμαι η κόρη του πάπα +Ουρβανού Χ και της πριγκιπέσσας Παλεστρίνα. Μ' ανάθρεψαν ως τα δεκατέσσερά +μου χρόνια μέσα σ' ένα παλάτι, που μπροστά του όλοι οι πύργοι των Γερμανών +βαρώνων σας δε θα μπορούσανε να χρησιμέψουν ούτε για σταύλοι. Κ' ένα μου +μονάχα φουστάνι κόστιζε περισσότερο απ' όλα τα πλούτη της Βεστφαλίας. +Μεγάλωνα σε ομορφιά, χάρες, ταλέντα μέσα σε απολαύσεις, σεβασμούς κ' +ελπίδες. Άρχισα να εμπνέω έρωτα. Το στήθος μου έδενε· και τι στήθος! Λευκό, +στερεό, φκιασμένο σαν της Αφροδίτης των Μεδίκων. Και τι μάτια! τι βλέφαρα! τι +τσίνορα μαύρα! Τι φλόγες καίγανε μέσα στις κόρες των ματιών μου και σβήνανε +την αχτιδοβολιά των άστρων, όπως μου λέγαν οι ποιητές του τόπου. Οι γυναίκες, +που με ντύνανε και με ξεντύνανε πέφτανε σ' έκσταση κυττάζοντάς με από μπροστά +κι' από πίσω.</p> + +<p>Αρραβωνιάστηκα μ' έναν πρίγκηπα της Μάσσα-Καρράρας. Τι Πρίγκηπας! Τόσο +ωραίος όσο κ' εγώ, καμωμένος από γλυκάδες και χάρες, λάμποντας από πνεύμα +και καίοντας από έρωτα. Τον αγαπούσα, όπως αγαπούν για πρώτη φορά, +ειδωλολατρικά, παράφορα, Οι γάμοι μας ετοιμαστήκαν· ήτανε μια τελετή, μια +μεγαλοπρέπεια ανάκουστη· γιορτές αμαξάδες, όπερες-μπούφφες αδιάκοπες. Κι' +όλη η Ιταλία μου έκαμε σοννέτα, που κανένα δεν ήτανε της προκοπής. Άγγιζα τη +στιγμή της ευδαιμονίας μου, όταν μια γριά μαρκησία, που ήτανε πρώτα ερωμένη +του πρίγκηπά μου, τον προσκάλεσε σπίτι της να του προσφέρη σοκολάτα· πέθανε +σε λιγώτερο από δυο ώρες με τρομαχτικούς σπασμούς. Αλλά τούτο είναι μηδαμινό. +Η μητέρα μου πάνω στην απελπισία της και λιγώτερο λυπημένη από μένα, θέλησε +ν' απομακρυνθή για λίγον καιρό από έναν τόπο έτσι καταραμένο. Είχε κάπιο πολύ +ωραίο χτήμα κοντά στη Γαέτα. Μπαρκαριστήκαμε σε μια ντόπια γαλέρα, +κατάχρυση σαν την Άγια Τράπεζα του Άγιου Πέτρου της Ρώμης. Και να ένας +κορσάρος από τη Σάλη χύνεται απάνω μας και μας διπλαρώνει· οι στρατιώτες μας +αμυνθήκανε, σαν στρατιώτες του πάπα: γονάτισαν όλοι τους κλαίοντας και +ζητώντας από τον κουρσάρο άφεση αμαρτιών, που δίνεται στους πεθαμένους.</p> + +<p>Αμέσως τους γδύσανε τσιτσίδι σαν μαϊμούδες, καθώς και τη μητέρα μου, τις +κυρίες της τιμής και μένα. Είναι κάτι αξιοθαύμαστο η προσοχή με την οποία αυτοί +οι κύριοι γδύνουν τον κόσμο. Αλλ' ότι μ' εξέπληξε περισσότερο ήτανε, που βάλανε +σε όλους μας το δάχτυλο σ' ένα μέρος, όπου μεις δεν αφήνομε συνήθως να μας +βάλουν άλλο τίποτε από το σερβιτσάλι. Αυτή η τελετή μου φάνηκε πολύ παράξενη: +να πώς κρίνει κανείς όλα, όταν δεν έχει βγει από τον τόπο του. Έμαθα αμέσως, πως +θέλανε να ιδούν, μήπως κρύψαμε κει τίποτε διαμάντια! Είναι έθιμο καθιερωμένο +από αμνημονεύτων χρόνων μεταξύ των πολιτισμένων λαών, που διαπλέουν τις +θάλασσες. Έμαθα, πως οι κύριοι καλόγεροι ιππότες της Μάλτας δεν το +παραλείπουν ποτέ, όταν πιάνουνε Τούρκους και Τούρκισσες: είναι νόμος του +διεθνούς δικαίου, που δεν παραβαίνεται ποτές.</p> + +<p>Δε θα σας πω, πόσο είναι σκληρό για μια νέα πριγκιπέσσα να τη φέρνουνε +σκλάβα στο Μαρόκο μαζί με τη μητέρα της: καταλαβαίνετε καλά, τι τραβήξαμε +μέσα στο μαροκινό καράβι! Η μητέρα μου ήτανε ακόμη αρκετά όμορφη: οι κυρίες +της τιμής, οι καμαριέρες μας είχαν περισσότερα θέλγητρα απ' όσα μπορεί κανείς +να βρη σ' όλη την Αφρική: όσο για μένα ήμουνα θαμπωτική, ήμουνα η ίδια +ομορφιά, η ίδια χάρη κ' ήμουνα κορίτσι. Δεν έμεινα για πολύ. Αυτό το άνθος, που +ήτανε φυλαγμένο για τον ωραίο πρίγκιπα της Μάσσα-Καρράρας, μου πάρθηκε από +τον κουρσάρο καπετάνιο. Ήταν ένας απαίσιος νέγρος, που πίστευε μάλιστα, πως +μου κάμνει μεγάλη τιμή. Ασφαλώς έπρεπε νάχουμε η κυρία Πριγκιπέσσα του +Παλεστρίνα κ' εγώ πολύ δυνατή κράση για να βαστάξουμε σε όσα πάθαμε ίσαμε να +φτάξουμε στο Μαρόκο. Αλλ' ας τ' αφήσομε. Είναι πράγματα τόσο συνειθισμένα, +που δεν αξίζουνε τον κόπο να τα διηγιέται κανείς.</p> + +<p>Όταν εφτάσαμε, το Μαρόκο έπλεε μέσα στο αίμα. Πενήντα γιοι του σουλτάνου +Μουλέι-Ισμαήλ είχαν πόλεμο μεταξύ τους· πενήντα εμφύλιοι πόλεμοι, μαύρων +ενάντια σε μαύρους, μαύρων ενάντια σε μελαχροινούς, μιγάδων ενάντια σε +μιγάδες: ήταν ένα αδιάκοπο μακελειό σ' όλη την έκταση της αυτοκρατορίας.</p> + +<p>Μόλις ξεμπαρκαριστήκαμε, δυο μαύροι μιας φατρίας εχθρικής με τον κορσάρο +μας παρουσιαστήκανε να του πάρουν τη λεία του. Είμεθα μετά τα διαμάντια και το +χρυσάφι ό,τι είχε πολυτιμότερο. Βρέθηκα μάρτυρας σε μια μάχη, που παρόμοια +δεν έχετε στα δικά σας κλίματα της Ευρώπης. Οι βόρειοι λαοί δεν έχουν το αίμα +τόσο αψύ. Δεν έχουν τη λύσσα για τις γυναίκες, που είναι κοινή σ' όλη την Αφρική. +Θαρρείς, πως οι Ευρωπαίοι σας έχουν γάλα στις φλέβες τους· βιτριόλι, φλόγα +τρέχει στις φλέβες των κατοίκων του Άτλαντος και των γειτονικών μερών. +Πολεμήσανε με τη μανία των λιονταριών, των τίγρηδων, των φειδιών της χώρας +τους, για το ποιος θα μας πάρη. Ένας Μαύρος άρπαξε τη μητέρα μου από το δεξί +μπράτσο· ο υπολοχαγός του καπετάνιου μου την κρατούσε από το αριστερό· ένας +μαύρος στρατιώτης την έπιασε από τόνα πόδι, ένας από τους κουρσάρους την +κρατούσε από τ' άλλο. Όλες μας οι κοπέλλες βρεθήκανε σε μια στιγμή να +τραβιόνται από τέσσερις νομάτους. Ο καπετάνιος μου μ' έκρυβε από πίσω του. +Κρατούσε το λάζο στο χέρι και σκότωνε όποιον αντιστεκότανε στη λύσσα του. +Τέλος είδα όλες μας τις Ιταλίδες και τη μητέρα μου σκισμένες, σφαγμένες από τα +τέρατα, που τις διαμφισβητούσαν. Οι σκλάβοι, οι σύντροφοί μου, οι κουρσάροι +μας, στρατιώτες, ναύτες, μαύροι μελαχροινοί, άσπροι, μιγάδες και τέλος ο +καπετάνιος μου, όλοι σκοτωθήκανε κ' έμενα εγώ ξεψυχώντας απάνω σ' ένα σωρό +πτώματα. Παρόμοιες σκηνές γινόντανε, καθώς όλοι ξέρουν, σε μιαν έκταση +περισσότερη από τριακόσιες λεύγες χωρίς να ποραλείπη κανένας εκεί τις πέντε +προσευχές κάθε μέρα, που διατάζει ο Μωάμεθ.</p> + +<p>Με πολύν κόπο κατώρθωσα να βγω απ' αυτό το πλήθος των ματωμένων +πτωμάτων, που ήτανε σωρός, και σύρθηκα κάτου από μια πορτοκαλλιά στην όχθη +ενός γειτονικού ρυακιού. Έπεσα κει από την τρομάρα την κούραση, τη φρίκη, την +απελπισία, την πείνα. Σε λίγο οι καταβλημένες μου αισθήσεις παραδοθήκανε σ' +έναν ύπνο, που έμοιαζε περισσότερο με λιποθυμία παρά με ανάπαυση. Ήμουνα σ' +αυτήν την κατάσταση αδυναμίας κ' αναισθησίας και ανάμεσα ζωής και θανάτου, +όταν ένοιωσα να με πλακώνει κάτι, που σάλευε απάνω στο σώμα μου. Άνοιξα τα +μάτια κ' είδα έναν άνθρωπον άσπρο, που αναστέναζε κ' έλεγε ανάμεσα στα δόντια +του. <b>Ω τι συφορά να μην έχης αρχ . . . .</b></p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ.<br /><br /> + +Συνέχεια της Ιστορίας της γριάς.</h4> + +<p> +<br /> +Ξαφνισμένη και χαρούμενη, που άκουσα τη γλώσσα της πατρίδας μου κι' όχι +λιγώτερο απορώντας για τα λόγια, που μουρμούριζε αυτός ο άνθρωπος, του +απάντησα, πως υπήρχανε μεγαλύτερες δυστυχίες απ' αυτήν που παραπονιότανε. +Του εξήγησα σε λίγες λέξεις τις φρικαλεότητες, που είχα υποστή και ξανάπεσα +λιπόθυμη. Μ' έφερε σ' ένα γειτονικό σπίτι, μ' έβαλε στο κρεββάτι, μούδωσε να +φάγω, με περιποιήθηκε, με παρηγόρησε, μου έκαμε διάφορες κολακείες και μούπε +πως δεν είδε ποτές τίποτε τόσο ωραίο σαν κ' εμένα και πως ποτέ δε λυπήθηκε +τόσο, που έχασε αυτό, που κανείς δε μπορούσε να του το ξαναδώση.</p> + +<p> — Γεννήθηκα στη Νεάπολη, μου είπε. Εκεί μουνουχίζουν δυο ως τρεις +χιλιάδες παιδιά το χρόνο· τα μισά πεθαίνουνε, τα μισά κάμνουν μια φωνή +ωραιότερη από των γυναικών κ' οι άλλοι γίνονται κυβερνήτες κρατών. Μου κάμανε +αυτή την εγχείρηση με πολύ μεγάλη επιτυχία κ' έγινα ψάλτης, στο εκκλησάκι της +κυρίας πριγκιπέσσας του Παλεστρίνα.</p> + +<p> — Της μητέρας μου, έκραξα εγώ.</p> + +<p> — Της μητέρας σας! φώναξε κλαίοντας. Πώς! Είσαστε σεις εκείνη η +μικρούλα πριγκηπέσσα, που την ανάθρεψα ως την ηλικία των έξη χρονών και που +φαινόταν από τότε, πως θα γινότανε τόσο ωραία, όσο είστε σεις;</p> + +<p> — Είμαι η ίδια! Η μητέρα μου τετρακόσια βήματα από δω, είναι +κομματάκια κάτου από ένα σωρό πτώματα.</p> + +<p>Του διηγήθηκα, τι μας συνέβη. Μου διηγήθηκε επίσης τις περιπέτειές του κ' +έμαθα, πως τον είχε στείλει στο σουλτάνο του Μαρόκου μια χριστιανική Δύναμη +για να κλείση μ' αυτόν το μονάρχη συνθήκη, με την οποίαν θα του προμηθεύανε +μπαρούτι, κανόνια, καράβια κι' αυτός θα βοηθούσε στο ξεπάτωμα του εμπορίου +των άλλων χριστιανών. Η αποστολή μου τέλειωσε, είπε ο έντιμος ευνούχος, Θα +μπαρκαριστώ στην Κιούτα και θα σας πάω πίσω στην Ιταλία. <b>Μα τι συφορά να +μην έχης αρχίδ ....</b></p> + +<p>Τον ευχαρίστησα με δάκρυα όλο τρυφερότητα· αλλ' αντίς να με πάη στην Ιταλία +μ' έφερε στο Αλγέριο και με πούλησε στον μπέη αυτής της χώρας. Μόλις είχα +πουληθή, αυτή η πανούκλα, πούχε κάμει το γύρο της Αφρικής, της Ασίας, της +Ευρώπης, έπεσε στο Αλγέριο με μανία. Έχετε δει σεισμούς· αλλά, δεσποινίς, +πάθατε ποτές πανούκλα;</p> + +<p> — Ποτές! απάντησε η βαρωνέσσα.</p> + +<p> — Αν την παθαίνατε, επανάλαβε η γριά, θα ομολογούσατε, πως είναι +πολύ χειρότερη από ένα σεισμό.</p> + +<p>Είναι πολύ συνειθισμένη στην Αφρική· κόλλησα. Φαντασθήτε, τι κατάρα για την +κόρη ενός πάπα, δεκαπέντε χρονών, που σε τρείς μήνες δοκίμασε τη φτώχεια, τη +σκλαβιά, εβιάστηκε σχεδόν κάθε μέρα, είδε την μητέρα της κομμένην στα τέσσερα, +δοκίμασε την πείνα και τον πόλεμο και να πεθαίνη πανωλική στην Αφρική! Ωστόσο +δεν πέθανα· αλλ' ο ευνούχος μου κι' ο μπέης μου και σχεδόν όλο το σαράι +πεθάνανε.</p> + +<p>Όταν οι πρώτες καταστροφές αυτής της φριχτής πανούκλας περάσανε, +πουλήσανε τις σκλάβες του μπέη. Ένας έμπορος μ' αγόρασε και μ' έφερε στο +Τούνεζι. Με πούλησε σ' έναν άλλον έμπορο, που με ξαναπούλησε στην Τρίπολη· +από την Τρίπολη ξαναπουλήθηκα στην Αλεξάντρεια· από την Αλεξάντρεια στη +Σμύρνη· από τη Σμύρνη στην Πόλη. Τέλος με πήρε ένας αγάς των γιανιτσάρων, που +σε λίγο έλαβε διαταγή να πάη να βοηθήση το Αζόφ, που το πολιορκούσαν οι +Ρούσσοι.</p> + +<p>Ο Αγάς, που ήταν άνθρωπος πολύ γαλάντης, πήρε μαζί του όλο το σαράι του +και μας τοποθέτησε σ' ένα μικρό φρούριο απάνω στη Μαιώτιδα λίμνη, που το +φυλάγανε δυο μαύροι ευνούχοι και είκοσι στρατιώτες. Σκοτώσανε άφθονους +Ρούσσους, μα μας το πληρώσανε καλά: Οι γιανιτσάροι περάσανε το Αζόφ διά +πυρός και σιδήρου χωρίς να χαριστούν ούτε σε γένος ούτε σε ηλικία. Έμεινε μόνο +το δικό μας μικρό φρούριο. Οι εχθροί θελήσανε να μας πιάσουν με την πείνα. Οι +είκοσι γιανιτσάροι ωρκιστήκανε να μην παραδοθούνε ποτέ. Η έσχατη πείνα στην +οποία καταντήσανε τους ανάγκασε να φάνε τους δυο ευνούχους μας από φόβο +μην παραβιάσουν τον όρκο τους. Μετά είκοσι μέρες αποφασίσανε να φάνε τις +γυναίκες.</p> + +<p>Είχαμε κάποιον ιμάμη πολύ ευσεβή και πολύ πονόψυχο, που τους έβγαλε έναν +ωραίο λόγο, με τον οποίον τους έπεισε να μη μας σκοτώσουν ολότελα. Κόψτε, είπε +μονάχα ένα κωλομέρι από κάθε κυρία, θα κάμετε πολύ καλό τσιμπούσι. Αν +χρειαστή να ξανακάνετε το ίδιο, θάχετε ακόμα άλλα τόσα κωλομέρια σε λίγες +μέρες. Ο ουρανός θα σας αναγνωρίση αυτή τη φιλάνθρωπη πράξη και θα σας +βοηθήση.</p> + +<p>Είχε μεγάλην ευγλωττία· τους έπεισε: μας κάμανε αυτή τη φρικαλέα εγχείρηση· +ο ιμάμης μας έβαλε το ίδιο βάλσαμο, που βάζουν στα παιδιά, που σουνετίζουν: +όλες είμαστε του θανάτου.</p> + +<p>Μόλις οι γιανιτσάροι είχαν τελειώσει το φαγί, που τους προμηθέψαμε, κ' οι +Ρούσσοι φτάνουν απάνω σε ανάβαθα καΐκια. Ούτε ένας γιανίτσαρος δε γλύτωσε. +Οι Ρώσσοι δε δώσανε καμμιά προσοχή στην κατάσταση, που βρισκόμαστε! +Υπάρχουν παντού χειρούργοι Γάλλοι: ένας απ' αυτούς, που ήτανε πολύ ικανός, μας +φρόντισε, μας θεράπεψε. Και θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή, πως, όταν οι πληγές +μου κλείσανε καλά, μούκανε προτάσεις. Άλλωστε, είπε σε όλες μας να μας +παρηγορήση. Μας βεβαίωσε, πως σε πολλές πολιορκίες το ίδιο έχει συμβή και πως +αυτό ήτανε <b>ο νόμος του πολέμου.</b></p> + +<p>Όταν οι συντρόφισσες μου μπορέσανε να περπατήσουνε, τις πήγανε πεζές ως +τη Μόσχα. Βάλανε κλήρο κ' έπεσα σ' ένα βογιάρο, που μ' έκαμε κηπουρό του, και +μούδινε είκοσι καμουτσικιές την ημέρα. Αλλ' αυτός ο Αφέντης μετά δύο χρόνια +καταδικάστηκε στο θάνατο του τροχού μαζί με άλλους τριάντα βογιάρους για +κάποιαν αυλική ραδιουργία· δεν έχασα την ευκαιρία· τόσκασα· πέρασα όλη τη +Ρουσσία· έγινα πολύν καιρό υπηρέτρια σε μια ταβέρνα της Ρίγας, κατόπι στο +Ροστόκ, στο Βίσμαρ, στη Λειψία, στην Κάσσελ, στην Ουτρέχτη, στη Λεΰδη, στη +Χάγη, στη Ρότερνταμ: γέρασα μέσα στην αθλιότητα και το όνειδος, έχοντας τον +μισό μονάχα πισινό μου, θυμούμενη πάντα, πως ήμουνα κόρη ενός πάπα. Θέλησα +εκατό φορές να σκοτωθώ, αλλ' αγαπούσα ακόμα τη ζωή. Αυτή η γελοία αδυναμία +είναι ίσως ένα από τα πιο απαίσια μας ένστιχτα· διότι, τι υπάρχει πιο ανόητο από +το να κουβαλούμε διαρκώς ένα βάρος, που θέλομε πάντα να το ρίξομε από πάνω +μας; να μας κάνη φρίκη η ύπαρξη μας κι' όμως να τη διατηρούμε; τέλος να +χαηδεύομε το φίδι, που μας τρώγει, όσο που να μας φάγη ολότελα την +καρδιά;</p> + +<p>Είδα στους τόπους, που η μοίρα μ' έκαμε να περάσω, και στις ταβέρνες που +δούλεψα, έναν άπειρο αριθμό προσώπων, που μισούσανε την ύπαρξή τους· αλλ' +είδα μονάχα δώδεκα, που δώσανε θεληματικά τέλος στη δυστυχία τους, τρεις +νέγρους, τέσσερις εγγλέζους, τέσσερις από τη Γενεύη κ' ένα γερμανό καθηγητή, +ονομαζόμενο Ρόμπεκ. Στο τέλος έγινα υπηρέτρια του δον Ισσάχαρ· μ' έβαλε σε σας, +ωραία μου δεσποινίς. Αφωσιώθηκα στη μοίρα σας κι' απασχολήθηκα περισσότερο +για τις δικές σας δυστυχίες παρά για τις δικές μου. Δε θα σας μιλούσα μάλιστα +ποτές για τα δεινοπαθήματά μου, αν δεν μ' είχατε πειράξει λιγάκι κι' αν δεν ήτανε +συνήθεια, μέσα στο πλοίο, να διηγούνται οι άνθρωποι ιστορίες για να σκοτώνουν +την ανία. Τέλος, δεσποινίς, έχω πείρα, ξέρω τον κόσμο· λάβετε την ευχαρίστηση να +παρακαλέσετε κάθε επιβάτη να σας διηγηθή την ιστορία του κι' αν ευρεθή ένας, +που να μην έχη συχνά καταραστή τη ζωή του, που να μην είπε συχνά μέσα του, πως +είνε ο δυστυχέστερος των ανθρώπων, ρίξτε με στη θάλασσα με το κεφάλι +κάτου.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII.<br /><br /> + +Πώς ο Αγαθούλης αναγκάστηκε να χωριστή από την ωραία Κυνεγόνδη κι' από τη +γριά.</h4> + +<p> +<br /> +Η ωραία Κυνεγόνδη, αφού άκουσε την ιστορία της γριάς, της έκαμε όλες τις +φιλοφρονήσεις, που οφείλονται σ' ένα πρόσωπο της σειράς της και της αξίας της. +Δέχτηκε την πρόταση· παρακάλεσε όλους τους επιβάτες, τον ένα μετά τον άλλο, να +της διηγηθούνε τη ζωή τους. Ο Αγαθούλης και κείνη ομολογήσανε, πως η γριά είχε +δίκιο.</p> + +<p> — Είναι μεγάλη ατυχία, έλεγεν ο Αγαθούλης, που ο σοφός Παγγλώσσης +κρεμάστηκε παρά το έθιμο σ' ένα άουτο-ντα-φε. Θα μας έλεγε θαυμάσια πράγματα +για το φυσικό και ηθικό κακό, που σκεπάζουνε τη γη και θα ένοιωθα αρκετές +δυνάμεις για να τολμούσα να του φέρω με πολύ σεβασμό μερικές +αντιρρήσεις.</p> + +<p>Ενώ καθένας διηγότανε την ιστορία του, το πλοίο προχωρούσε. Προσεγγίσανε +στο Βουένος-Άυρες. Η Κυνεγόνδη, ο λοχαγός Αγαθούλης κ' η γριά πήγανε στον +Κυβερνήτη Ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ Σούζα. +Αυτός ο κύριος είχε μιαν αλαζονεία ανάλογη με τα τόσα του ονόματα. Μιλούσε +στους ανθρώπους με την ευγενικώτερη περιφρόνηση, σηκώνοντας τη μύτη τόσο +ψηλά, υψώνοντας τόσο ανελέητα τη φωνή του, παίρνοντας έναν τόνο τόσο +επιβλητικό, προσποιούμενος ένα βάδισμα τόσο αγέρωχο, που όσοι τόνε +χαιρετούσαν αισθανόντανε τη διάθεση να τονε δείρουν. Αγαπούσε τις γυναίκες +μανιακά. Η Κυνεγόνδη του φάνηκε το ωραιότερο πράγμα, που είδε στη ζωή του. Το +πρώτο, που έκαμε, ήτανε να ρωτήση, αν ήτανε γυναίκα του λοχαγού. Το ύφος με το +οποίον έκαμε την ερώτηση αυτή, ανησύχησε τον Αγαθούλη. Δεν τόλμησε να πη, +πως ήτανε γυναίκα του, γιατί πραγματικά δεν ήτανε· δεν τόλμησε να πη, πως ήταν +αδερφή του, γιατί επίσης δεν ήτανε. Και αν και αυτό το ασήμαντο ψέμα ήταν +κάποτε πολύ της μόδας στους παλαιούς και μπορούσε νάναι ωφέλιμο και στους +νεώτερους, η ψυχή του ωστόσο ήτανε πολύ καθαρή, ώστε να μη προδώση την +αλήθεια.</p> + +<p> — Η Δεσποινίς Κυνεγόνδη, είπε πρόκειται να μου κάνη την τιμή να με +παντρευτή και παρακαλούμε την εξοχότητά σας να ευαρεστηθή να μάς +στεφανώση.</p> + +<p>Ο Δον Φερνάδος ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουόρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ +Σούζα, στρίβοντας το μουστάκι, μειδίασε πικρά και διάταξε τον λοχαγόν Αγαθούλη +να πάη να επιθεωρήση το λόχο του. Ο Αγαθούλης υπάκουσε. Ο κυβερνήτης έμεινε +με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Της εξέφρασε το πάθος του, τη διαβεβαίωσε, πως +αύριο θα την πατρευότανε ενώπιον της Εκκλησίας, ή αλλέως, όπως θα ήτανε +ευχαριστότερο στα θέλγητρά της. Η Κυνεγόνδη του ζήτησε ένα τέταρτο της ώρας να +συνέρθη, να συμβουλευτή τη γριά κ' αποφασίση.</p> + +<p>Η γριά είπε στην Κυνεγόνδη:</p> + +<p> — Δεσποινίς· έχετε εβδομήντα δυο γενιές κι' ούτε ένα όβολο. Από σας +εξαρτάται να γίνετε η γυναίκα του μεγαλύτερου άρχοντα της Νότιας Αμερικής, ο +οποίος έχει ένα πολύ ωραίο μουστάκι. Μέσα σε τόσους κινδύνους δοκιμάστηκε η +ερωτική σας πίστη· έχετε βιασθή από τους βουλγάρους, ένας Εβραίος κ' ένας +Ιεροξεταστής απόλαυσαν τις χάρες σας. Οι δυστυχίες δίνουνε δικαιώματα. +Ομολογώ, πως αν ήμουνα στη θέση σας, δε θάχα κανένα δισταγμό να παντρευτώ +τον κύριο Κυβερνήτη και να κάμω πλούσιο τον κύριο λοχαγόν Αγαθούλη.</p> + +<p>Ενώ η γριά μιλούσε μ' όλη τη φρόνηση, που η ηλικία και η πείρα δίνουν, +βλέπουνε να μπαίνη ένα μικρό καΐκι στο λιμάνι· έφερνε ένα δικαστή και +αστυνόμους· να τι είχε συμβή.</p> + +<p>Η γρηά είχε καλά μαντέψει, πως ήταν ένας κορδελιέρος με τα φαρδομάνικα, +πούκλεψε τα χρήματα και τα κοσμήματα της Κυνεγόνδης στην πόλη Βαλδαγιός, +όταν φεύγανε βιαστικά με τον Αγαθούλη. Αυτός ο καλόγερος θέλησε να πουλήση +μερικά πετράδια σ' έναν έμπορο. Ο έμπορος ταναγνώρισε, πως ήτανε του μεγάλου +Ιεροξεταστή. Ο κορδελλιέρος, πριν τον κρεμάσουνε, μολόγησε, από πού τάχε +κλέψει· υπέδειξε τα πρόσωπα και το δρόμο πούχανε πάρει. Η φυγή της Κυνεγόνδης +και του Αγαθούλη έγινε πια γνωστή. Τους κυνήγησαν ως τα Γάδειρα· στείλανε, +χωρίς να χάνουνε καιρό, ένα πλοίο κατόπι τους. Το πλοίο είχε φτάσει τώρα στο +λιμάνι του Βουένος-Άυρες. Αμέσως διαδόθηκε η φήμη, πως ένας αλκάδης είχε +αποβιβασθή και πως κυνηγούσανε το δολοφόνο του σεβασμιώτατου +Αρχιεροξεταστή. Η συνετή γριά είδε αμέσως τι έπρεπε να κάμουν.</p> + +<p> — Δε μπορείται να φύγετε, είπε στην Κυνεγόνδη, και δεν έχετε τίποτε να +φοβηθήτε· δεν σκοτώσατε σεις το σεβασμιώτατο· άλλως τε ο κύριος Κυβερνήτης +που σας αγαπά, δε θ' αφήση να σας κακομεταχειριστούν. Μείνετε.</p> + +<p>Τρέχει αμέσως στον Αγαθούλη.</p> + +<p> — Φύγετε, του λέγει, ή σε μια ώρα θα σας ψήσουνε στη φωτιά. Δεν +έχετε στιγμή να χάνετε.</p> + +<p>Αλλά πώς να χωριστή από την Κυνεγόνδη και πού να καταφύγη;</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV.<br /><br /> + +Πώς δεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό οι Ιησουΐτες της Παραγουάης</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης είχε φέρει μαζί του από τα Γάδειρα έναν υπηρέτη, που όμοιοι του +βρίσκονται πολλοί στις αχτές της Ισπανίας και στις αποικίες. Ήτανε κατά το ένα +τέταρτο ισπανός, γιος ενός μιγάδα από το Τουκουμάν. Είχε κάνει ψάλτης, +νεωκόρος, ναύτης, καλόγερος διανομέας, στρατιώτης, λακές. Ονομαζότανε +Κακαμπός κι' αγαπούσε πολύ τον κύριό του, γιατί ο κύριος του ήταν υπερβολικά +καλός άνθρωπος. Σέλλωσε όσο μπορούσε γρηγορώτερα τα δυο ανδαλούσια +άλογα.</p> + +<p> — Εμπρός, κύριέ μου, ας ακολουθήσαμε τη συμβουλή της γριάς, ας +φύγομε κι' ας τρέχομε δίχως να κυττάμε πίσω μας.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης έκλαψε:</p> + +<p> — Ω αγαπημένη μου Κυνεγόνδη! Πρέπει να σ' εγκαταλείψω την ώρα, +που ο κύριος Κυβερνήτης επρόκειτο να μας στεφανώση! Κυνεγόνδη, φερμένη από +τόσο μακρυά, τι θ' απογίνης;</p> + +<p> — Θα γίνη ότι μπορεί, είπεν ο Κακαμπός. Οι γυναίκες δεν χάνονται +ποτές. Ο Θεός τις φροντίζει. Δρόμο.</p> + +<p> — Πού με πάς; Πού πάμε; Τι θα κάνουμε χωρίς την Κυνεγόνδη; έλεγεν ο +Αγαθούλης;</p> + +<p> — Στ' όνομα του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, είπεν ο Κακαμπός, +έως τώρα πηγαίνατε να πολεμήσετε τους Ιησουίτες· ας πάμε τώρα να +πολεμήσουμε γι' αυτούς. Ξέρω καλά τους δρόμους, θα σας φέρω στο βασίλειό +τους, θα καταγοητευθούν αποχτώντας ένα λοχαγό, που ξέρει τα βουλγαρικά +γυμνάσια. Θα κάμετε τεράστια περιουσία. Όταν κανείς δεν έχει τύχη σ' ένα κόσμο, +την βρίσκει σ' άλλονε. Είναι μεγάλη ηδονή να βλέπει κανείς και να κάμνη νέα +πράγματα.</p> + +<p> — Έχεις λοιπόν πάει στην Παραγουάη; είπεν ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ε! βέβαια, είπεν ο Κακαμπός. Έκαμα επιστάτης στο κολλέγιο της +Ανάληψης και ξέρω τη διοίκηση των λος πάδρες, όπως ξέρω τα σοκάκια των +Γαδείρων. Είναι κάτι θαυμάσιο αυτή η διοίκηση. Το βασίλειο έχει κόρα πιότερο +από τριακόσες λεύγες διάμετρο· είναι διαιρεμένο σε τριάντα επαρχίες. Οι λος +πάδρες τάχουν όλα κι' ο λαός τίποτε: είναι το αριστούργημα της λογικής και της +δικαιοσύνης. Όσο για μένα δε βρίσκω τίποτες θειότερο από τους λος πάδρες, που +εδώ μεν πολεμούνε το βασιλέα της Ισπανίας και το βασιλέα της Πορτογαλλίας, +αλλά στην Ευρώπη είναι μαζί τους: που σκοτώνουν εδώ τους Ισπανούς, αλλά στη +Μαδρίτη τους αποστέλλουν στους ουρανούς. Αυτό μ' ενθουσιάζει. Προχωρούμε: +θα γίνετε ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους. Τι ευχαρίστηση θα +λάβουν οι λος πάδρες, όταν μάθουνε, πως τους έρχεται ένας λοχαγός, που ξέρει τα +βουλγαρικά γυμνάσια!</p> + +<p>Όταν φτάσανε στα πρώτα φυλάκια, ο Κακαμπός είπε στο φρουρό, ότι ένας +λοχαγός ζητούσε να μιλήση στον κύριο διοικητή. Πήγανε να ειδοποιήσουνε τη +μεγάλη φρουρά. Ένας αξιωματικός Παραγουαϊάνος έτρεξε στον διοικητή να του +μεταδώσει την είδηση. Τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό πρώτα πρώτα τους +αφόπλισαν· τους πήρανε τα δυο τους ανδαλούσια άλογα. Έπειτα τους οδήγησαν +ανάμεσα σε δυο σειρές στρατιώτες. Ο διοικητής στέκεται στην μιαν άκρη με τον +τρικέρατο σκούφο στο κεφάλι, με το ράσο ανασηκωμένο, το σπαθί στο πλευρό, το +κοντάρι στο χέρι. Έκαμε ένα σημείο· αμέσως εικοσιτέσσερις στρατιώτες +περικυκλώνουν τους δυο ξένους. Ένας λοχίας τους λέγει, πως πρέπει να +περιμένουνε, πως ο διοικητής δε μπορεί να τους μιλήση, πως ο αιδεσιμώτατος +πατήρ της επαρχίας δεν επιτρέπει σε κανέναν Ισπανό ν' ανοίξη το στόμα του, παρά +μόνο επί παρουσία του και να μείνη περισσότερο από τρεις ώρες στον τόπο.</p> + +<p>—Και πού είναι ο αιδεσιμώτατος πατήρ της επαρχίας; είπεν ο Κακαμπός.</p> + +<p>—Είναι στην παράταξη, αφού λειτούργησε, απάντησε ο λοχίας και δε μπορείτε +να φιλήσετε τα σπιρούνια του παρά σε τρεις ώρες.</p> + +<p>—Αλλά, είπεν ο Κακαμπός, ο κύριος λοχαγός, που πεθαίνει της πείνας, όπως κ' +εγώ, δεν είναι ισπανός, είναι Γερμανός. Δεν μπορούμε να γευματίσουμε +περιμένοντας την αιδεσιμότητά του;</p> + +<p>Ο λοχίας έτρεξε αμέσως να μεταδώση αυτή την πληροφορία στο διοικητή.</p> + +<p>—Ευλογητός ο Θεός! φώναξε· αφού είναι γερμανός, μπορώ να του μιλήσω. Ας +τον φέρουνε στη φυλλωσιά μου. Αμέσως φέρνουνε τον Αγαθούλη σ' ένα κιόσκι με +κολόννες από πράσινο και χρυσό μάρμαρο και με καφάσια, πούχανε μέσα +παπαγάλους, κολύβρια, φραγκόκοττες κι' όλα τα σπανιώτερα πουλιά. Ένα +θαυμάσιο γεύμα ήτανε ετοιμασμένο μέσα σε χρυσά πιάτα· κ' ενώ οι Παραγουιανοί +τρώγανε καλαμπόκι μέσα σε ξύλινα πινάκια στον ανοιχτό κάμπο, μέσα στη κάψα +του ήλιου, ο αιδεσιμώτατος πατήρ διοικητής μπήκε στη φυλλωσιά.</p> + +<p>Ήταν ένα πολύ ωραίο παλληκάρι, με γεμάτο πρόσωπο, πολύ λευκό, πλούσιο σε +χρώματα, με τα φρύδια καμαρωτά, το μάτι ζωηρό, το αυτί ρόδινο, τα χείλη κόκκινα, +το ύφος περήφανο, αλλά μια περηφάνεια ούτε ισπανική ούτε ιησουιτική. +Ξαναδώσανε τα όπλα στον Αγαθούλη και στον Κακαμπό πού τους τάχανε πάρει, +καθώς και τα δυό ανδαλούσια άλογα. Ο Κακαμπός τους έβαλε να φάνε βρώμη +κοντά στη φυλλωσιά, έχοντας πάντα τα μάτια του σ' αυτά από φόβο κανενός +ξαφνικού.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης φίλησε τον ποδόγυρο του ράσου του διοικητή και κατόπι +καθήσανε στα τραπέζι.</p> + +<p> — Είστε λοιπόν Γερμανός; του είπε Γερμανικά ο Ιησουίτης.</p> + +<p> — Μάλιστα, αιδεσιμώτατε πάτερ, είπεν ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Κι' ο ένας κι' ο άλλος, προσφέροντας αυτές τις λέξεις, κυτταζόντανε με μια +υπέρτατη απορία και μια συγκίνηση, που δεν μπορούσανε να την κρύψουν.</p> + +<p> — Κι' από πιο μέρος της Γερμανίας είσαστε, τούπε ο Ιησουίτης.</p> + +<p> — Από τη βρωμοεπαρχία της Βεστφαλίας, είπεν ο Αγαθούλης. +Γεννήθηκα στον πύργο του Τούντερ-τεν-τρονκ.</p> + +<p> — Ουρανέ! είναι δυνατόν, φώναξε ο διοικητής.</p> + +<p> — Τι θαύμα! φώναξε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Είστε σεις; είπεν ο διοικητής.</p> + +<p> — Αυτό δεν είναι δυνατό! είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Πέφτουνε κ' οι δυο ανάσκελα· μετά αγκαλιάζονται, χύνουνε ποταμούς +δάκρυα.</p> + +<p> — Πώς! είστε σεις λοιπόν, αιδεσιμώτατε πάτερ, ο αδερφός της ωραίας +Κυνεγόνδης! Σεις, που σας σκοτώσανε οι Βούλγαροι! Σεις ο γυιός του κυρίου +βαρώνου! Σεις Ιησουίτης στην Παραγουάη! Πρέπει να ομολογήσουμε πως αυτός ο +κόσμος είναι παράξενο πράγμα! Ω! Παγγλώση! Παγγλώση! πώς θα χαιρόσουν, αν +δεν είχες κρεμαστή!</p> + +<p>Ο διοικητής διάταξε να τραβηχτούν οι νέγροι σκλάβοι και οι Παραγουιανοί, που +σερβίριζαν κρασί μέσα σε ποτήρια από ορυχτό κρύσταλλο. Ευχαρίστησε χίλιες +φορές το Θεό και τον Άγιο Ιγνάτιο· έσφιγγε τον Αγαθούλη μέσα στην αγκαλιά του· +τα πρόσωπά τους ήτανε λουσμένα στα δάκρυα.</p> + +<p> — Θα ξαφνιζόσαστε πολύ περισσότερο, θα συγκινόσαστε περισσότερο +και θα γινόσαστε πιο τρελλός από χαρά, είπε ο Αγαθούλης, αν σας έλεγα, πως η +δεσποινίς Κυνεγόνδη, η αδερφή σας, που τη θεωρείτε ξεκοιλιασμένη, είναι όλη +υγεία!</p> + +<p> — Πού;</p> + +<p> — Εδώ κοντά, στου κυρίου Κυβερνήτη του Μπουένος Άυρες κ' ερχόμουν +να σας πολεμήσω.</p> + +<p>Κάθε λέξη που λέγανε σ' αυτή τη συνδιάλεξη, πρόσθετε θαύμα στο θαύμα. Η +ψυχή τους ολόκληρη πετούσε πάνω στη γλώσσα τους, άκουε μέσα στ' αυτιά τους +και σπιθοβολούσε στα μάτια τους. Κι' όπως ήσαν Γερμανοί, μείνανε πολύ στο +τραπέζι, περιμένοντας τον αιδεσιμώτατο πατέρα της επαρχίας. Κι' ο διοικητής +μίλησε ως εξής τον αγαπημένο του Αγαθούλη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧV.<br /><br /> + +Πώς ο Αγαθούλης σκότωσε τον αδερφό της αγαπητής του Κυνεγόνδης</h4> + +<p> +<br /> +Θάχω πάντα, σ' όλη μου τη ζωή, ζωντανή στη μνήμη μου τη φριχτήν ημέρα, που +είδα να σκοτώνουν τον πατέρα μου και τη μητέρα μου και να βιάζουνε την αδερφή +μου. Όταν φύγανε οι Βούλγαροι, δε βρήκαμε πουθενά αυτή τη λατρευτή αδερφή· +βάλανε σ' ένα αμάξι τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και μένα, δυο υπηρέτριες και +τρία παιδιά σφαγμένα, για να μας πάνε να μας θάψουνε σε μια εκκλησιά +Ιησουιτών, δύο λεύγες μακρυά από τον πύργο των προγόνων μου. Ένας Ιησουίτης +μας έρριξε αγιασμό, τρομερά αλατισμένο· μερικές στάλες μπήκανε στα μάτια μου· +ο πάτερ παρετήρησε, πως το βλέφαρό μου σάλεψε λιγάκι· έβαλε το χέρι του πάνω +στην καρδιά μου και την ένοιωσε να χτυπά. Με περιποιηθήκανε και σε τρεις +εβδομάδες δε μούμεινε σημάδι. Ξέρετε, αγαπητέ μου Αγαθούλη, πως ήμουν +υπερβολικά ωραίος· έγινα ακόμη περισσότερο· έτσι ο αιδεσιμώτατος πατήρ +Κρουστ, ο ηγούμενος, αισθάνθηκε για μένα την τρυφερότερη φιλία· μούδωσε το +ένδυμα του δοκίμου· μετά λίγον καιρό με στείλανε στη Ρώμη. Ο πατήρ στρατηγός +είχε ανάγκη να στρατολογήση νέους Γερμανούς Ιησουίτες· γιατί οι αφέντες της +Παραγουάης δέχονται όσα μπορούνε λιγώτερο τους Ισπανούς Ιησουίτες· +προτιμούνε τους ξένους, γιατί μπορούνε να τους διευθύνουνε καλύτερα· +θεωρήθηκα κατάλληλος από τον αιδεσιμώτατο πατέρα στρατηγό να πάω να +δουλέψω σ' αυτή την άμπελο. Αναχωρήσαμε ένας Πολωνός, ένας Τυρολέζος κ' εγώ. +Με τιμήσανε, όταν έφθασα, με το αξίωμα του υποδιακόνου και του υπολοχαγού: +είμαι σήμερα ταγματάρχης και παπάς. Θα δεχθούμε γενναία τα στρατεύματα του +βασιλέα της Ισπανίας· σας λέω, πως θα τ' αφορίσουμε και θα τα νικήσουμε. Η Θεία +Πρόνοια σας στέλνει εδώ να μας συντρέξετε. Μα είναι πραγματικά αληθινό, πως η +αδελφή μου Κυνεγόνδη είναι δω κοντά, στου κυβερνήτη του Μπουένος-Άυρες;</p> + +<p>Ο Αγαθούλης του βεβαίωσε με όρκο, πως τίποτε δεν ήταν αληθινώτερο απ' +αυτό. Τα δάκρυά τους ξαναρχίσανε να τρέχουν.</p> + +<p>Ο βαρώνος δεν μπορούσε να κουρασθή φιλώντας τον Αγαθούλη· τον ονόμαζε +αδερφό του, σωτήρα του.</p> + +<p> — Α! ίσως, του είπε, θα μπορέσουμε μαζί, αγαπητέ μου Αγαθούλη, να +μπούμε νικητές στην πόλη και να πάρουμε την αδερφή μου Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Αυτό εύχομαι κ' εγώ, είπεν ο Αγαθούλης· γιατί λογάριαζα να την +παντρευτώ και το ελπίζω ακόμα.</p> + +<p> — Σεις, αυθάδη! του απάντησε ο βαρώνος, θάχετε την αναίδεια να +παντρευθήτε την αδερφή μου, πόχει εβδομήντα-δυο γενιές! Σας βρίσκω πολύ +ξετσίπωτο να τολμάτε να μιλάτε για ένα σχέδιο τόσο θρασύ!</p> + +<p>Ο Αγαθούλης απολιθωμένος από τούτα τα λόγια, του απάντησε:</p> + +<p> — Αίδεσιμώτατέ μου πάτερ, όλες οι γενιές του κόσμου δεν έχουνε καμιά +σημασία. Απέσπασα την αδελφή σας από τα χέρια ενός Εβραίου κ' ενός +Ιεροξεταστή· έχει μεγάλες υποχρεώσεις σε μένα και θέλει να με παντρευθή. Ο +διδάσκαλος Παγγλώσσης μούπε πολλές φορές, πως οι άνθρωποι είναι ίσοι και +ασφαλώς θα την παντρευτώ.</p> + +<p> — Αυτό θα το ιδούμε, κατεργάρη, του είπε ο Ιησουίτης βαρώνος του +Τούντερ-τεν-τρόνκ και συγχρόνως τούδωσε μια δυνατή χτυπιά με το πλατύ μέρος +του σπαθιού του πάνω στο πρόσωπο. Ο Αγαθούλης την ίδια στιγμή τραβά το δικό +του και το μπήγει ως το μανίκι μέσα στην κοιλιά του βαρώνου Ιησουίτη.</p> + +<p> — Θεέ μου! είπε, σκότωσα τον παλιό μου κύριο, το φίλο μου, τον +κουνιάδο μου! Είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και να που έχω σκοτώσει +ως τώρα τρεις ανθρώπους· και μέσα σ' αυτούς τους τρεις οι δύο είναι +παπάδες.</p> + +<p>Ο Κακαμπός, που φύλαγε σκοπός στην είσοδο της φυλλωσιάς έτρεξε μέσα.</p> + +<p> — Δε μας μένει άλλο από το να πουλήσουμε ακριβά τη ζωή μας, τούπε ο +αφέντης του. Θα μπούνε, χωρίς αμφιβολία, στη φυλλωσιά· πρέπει να πεθάνουμε +με τα όπλα στο χέρι.</p> + +<p>Ο Κακαμπός πούχε δη πολλά τέτια, δεν τάχασε καθόλου. Πήρε το ράσο του +Ιησουίτη, μα όπως του τόβγαζε, άρχισε να κλαίη. Αλλοίμονο! ό,τι φορούσε ο +βαρώνος, το φόρεσε του Αγαθούλη, τούδοσε τον τετράγωνο σκούφο του +σκοτωμένου και τον ανέβασε στο άλογο. Όλ' αυτά γίνανε σ' ένα λεφτό.</p> + +<p> — Τώρα δρόμο! αφέντη μου· όλοι θα σας πάρουνε για Ιησουίτη, που +πάει να δώση διαταγές· και θα περάσουμε τα σύνορα πριν μπορέσουνε να +τρέξουνε κατόπι μας.</p> + +<p>Πετούσε, λέγοντας αυτά, και φώναζε ισπανικά!</p> + +<p> — Τόπο, τόπο στον αιδεσιμώτατο πάτερ ταγματάρχη!</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI.<br /><br /> + +Τι συνέβη στους δυο ταξιδιώτες με δυο κορίτσια, δυο μαϊμούδες και με τους +άγριους, που λέγονται Αυτιάδες.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης κι' ο σύντροφος του ήσαν μακρυά από τα χαρακώματα και κανένας +δεν ήξερε ακόμα στο στρατόπεδο το θάνατο του Γερμανού Ιησουίτη. Ο άγρυπνος +Κακαμπός είχε φροντίσει να γεμίση τη βαλίτσα του ψωμί, ζαμπόνι, σοκολάτα, +φρούτα και μερικές μποτίλιες κρασί. Μπήκανε βαθυά με τ' ανδαλούσια τους άλογα +σ' έναν άγνωστο τόπο, όπου δε βρήκανε κανένα δρόμο. Τέλος ένα ωραίο λειβάδι +όλο ρυάκια παρουσιάστηκε μπροστά τους. Ο Κακαμπός προτείνει στον κύριό του +να φάνε και του δίνει πρώτος το παράδειγμα.</p> + +<p> — Πώς θέλεις, του έλεγε ο Αγαθούλης να φάγω ζαμπόνι, όταν έχω +σκοτώσει το γυιό του κυρίου βαρώνου και βρίσκομαι καταδικασμένος να μην +ξαναϊδώ ποτέ στη ζωή μου την ωραία Κυνεγόνδη; Τι θα μου χρησιμέψη να +παρατείνω τις άθλιές μου μέρες, αφού είμαι αναγκασμένος να τις σέρνω μακρυά +της όλο τύψεις κι' απελπισία; Και τι θα πη η εφημερίδα του Τρεβού;</p> + +<p>Μιλώντας έτσι, δεν έπαψε να τρώγει. Ο ήλιος βασίλευε. Οι δυο χαμένοι +ταξιδιώτες ακούσανε κάποιες μικρές φωνές που μοιάζανε γυναικείες. Δεν ξέρανε, +αν αυτές οι φωνές ήτανε χαράς ή πόνου· όμως πεταχτήκανε ορμητικά επάνω με +την ανησυχία και τον τρόμο, που εμπνέουν όλα σ' έναν τόπο άγνωστο. Αυτά τα +ξεφωνητά προερχόντανε από δυο κορίτσια ολόγυμνα, που τρέχανε ανάλαφρα στην +άκρη του λειβαδιού, ενώ δυο μαϊμούδες τις κυνηγούσανε και τις δαγκάνανε τους +πισινούς. Ο Αγαθούλης τις συμπόνεσε κι' όπως είχε μάθει να σημαδεύη καλά από +τους Βουλγάρους, θα μπορούσε να χτυπήση φουντούκι μέσα στο θάμνο του, χωρίς +να γγίξη τα φύλλα. Σηκώνει λοιπόν το δίκαννο του ισπανικό τουφέκι, τραβά και +σκοτώνει τις δυο μαϊμούδες.</p> + +<p> — Ευλογητός ο Θεός! αγαπημένε μου Κακαμπό! Έσωσα από μεγάλο +κίνδυνο αυτά τα δυο δυστυχισμένα πλάσματα, Αν έκανα αμαρτία σκοτώνοντας +έναν ιεροξεταστή κι' έναν Ιησουίτη, την επανώρθωσα σώζοντας τη ζωή των δυο +κοριτσιών. Είναι, φαίνεται, κορίτσια καλής τάξης και τούτη η περιπέτεια μπορεί να +μας δώση μεγάλα ωφελήματα σ' αυτό τον τόπο.</p> + +<p>Ήθελε να εξακολουθήση, μα η γλώσσα του πιάστηκε, άμα είδε τα δυο κορίτσια +ν' αγκαλιάζουνε τρυφερά τις δυο μαϊμούδες, να ξεσπούνε σε κλάματα πάνω στα +σώματά τους και να γεμίζουνε τον αέρα από τα πιο πονεμένα ξεφωνητά.</p> + +<p> — Δεν περίμενα τόση ψυχική αγαθότητα, είπε τέλος στον Κακαμπό, ο +οποίος του απάντησε.</p> + +<p> — Κάνατε τώρα δα μια περίφημα δουλειά! Σκοτώσατε τους ερωμένους +των κοριτσών.</p> + +<p> — Τους ερωμένους! είναι δυνατό; Με κοροϊδεύεις, Κακαμπό. Πώς να σε +πιστέψω;</p> + +<p> — Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός. Ξαφνιάζεστε πάντα με +όλα. Γιατί βρίσκετε τόσο παράξενο να υπάρχουνε μερικοί τόποι, όπου οι μαϊμούδες +δέχονται τις περιποιήσεις των γυναικών; Οι μαϊμούδες είναι τέταρτα ανθρώπων, +όπως εγώ τέταρτο Ισπανού.</p> + +<p> — Αλλοίμονο, επανάλαβε ο Αγαθούλης, θυμούμαι, πως έχω ακούσει να +λέη ο διδάσκαλος Παγγλώσης, ότι τον παλιό καιρό παρόμοια γεγονότα έχουνε γίνει +και οι τέτοιες μίξεις γεννήσανε τους αιγιπάνες, τους φαύνους, τους σατύρους, που +πολλοί μεγάλοι άντρες της αρχαιότητας τους είχανε δει. Μα τα νόμιζα όλ' αυτά +παραμύθια.</p> + +<p> — Οφείλετε τώρα να πεισθήτε, είπε ο Κακαμπός, πως είνε αλήθεια, και +βλέπετε, πώς τη θεωρούν όσοι δε λάβανε κάποια μόρφωση. Μα ό,τι φοβούμαι +είναι, μήπως αυτές οι κυρίες μας σκαρώσουνε καμιάν άσκημη δουλειά.</p> + +<p>Αυτές οι βάσιμες σκέψεις αναγκάσανε τον Αγαθούλη ν' αφήση το λειβάδι και +να χωθή μέσα σ' ένα δάσος. Εδείπνησαν εκεί με τον Κακαμπό· κ' οι δύο τους, αφού +καταράστηκαν τον Ιεροξεταστή της Πορτογαλλίας, τον Κυβερνήτη του Μπουένος +Άυρες και το βαρώνο, κοιμήθηκαν πάνω στα βρύα. Όταν ξύπνησαν, νοιώσαν πως +δεν μπορούσαν να σαλέψουν· η αιτία ήτανε, πως τη νύκτα οι Αυτιάδες, οι κάτοικοι +του τόπου, στους οποίους οι δύο κυρίες τους είχανε καταγγείλει, τους δέσανε με +σκοινιά από δεντρόφλουδο. Ήτανε περικυκλωμένοι από καμιά πενηνταριά +Αυτιάδες ολόγυμνους, ωπλισμένους με βέλη, ρόπαλα και μπαλτάδες από πέτρα. +Μερικοί βάζανε να βράσει ένα μεγάλο καζάνι' άλλοι ετοιμάζανε σούβλες κι' όλοι +τους φωνάζανε:</p> + +<p> — Είναι Ιησουίτης! ένας Ιησουίτης! Θα εκδικηθούμε, θα κάνουμε ωραίο +τσιμπούσι! Φάμε τον Ιησουίτη! Φάμε τον Ιησουίτη!</p> + +<p> — Σας είχα πει σωστά, αγαπητέ μου κύριε, φώναξε θλιβερά ο Κακαμπός, +πως αυτά τα δυο κορίτσια θα μας σκαρώνανε άσκημη ιστορία!</p> + +<p>Ο Αγαθούλης βλέποντας το καζάνι και τις σούβλες, φώναξε:</p> + +<p> — Ασφαλώς θα μας ψήσουν ή θα μας βράσουν! Α! τι θάλεγε ο +διδάσκαλος Παγγλώσης, αν έβλεπε, πως είναι κανωμένη η καθαρή ανθρώπινη +φύση. Όλα είναι καλά! έστω: μα ομολογώ, πως είναι πολύ σκληρό νάχω χάσει τη +δεσποινίδα Κυνεγόνδη και να σουβλιστώ από τους Αυτιάδες.</p> + +<p>Ο Κακαμπός δεν τάχανε ποτές.</p> + +<p> — Μην απελπίζεστε από τίποτε, είπε στον απαρηγόρητο Αγαθούλη. +Καταλαβαίνω λίγο τη γλώσσα αυτών των λαών· θα τους μιλήσω.</p> + +<p> — Μην παραλείψης, του είπε ο Αγαθούλης, να τους παραστήσης, τι +φριχτή απανθρωπιά είναι να ψήνουνε τους ανθρώπους και πόσο είναι +αντιχριστιανικό!</p> + +<p> — Κύριοι, είπε ο Κακαμπός, φαντάζεστε, πως θα φάτε σήμερα ένα +Ιησουίτη; Πολύ καλά! Τίποτε δεν είναι δικαιότερο από το να μεταχειρίζεται κανείς +έτσι τους εχθρούς του. Πραγματικά το φυσικό δίκαιο μας διδάσκει να φονεύουμε +τον πλησίον μας κ' έτσι γίνεται σ' όλη τη γη. Εάν εμείς δεν κάμνουμε χρήση του +φαγώματος των εχθρών μας, τούτο οφείλεται στο ότι βρίσκομε άλλη άφθονη +τροφή. Αλλά σε σας δε συμβαίνει το ίδιο. Βέβαια αξίζει περισσότερο να τρώγη +κανείς τους εχθρούς του παρά ν' αφήνη στα κοράκια τον καρπό της νίκης του. Αλλά +κύριοι, δε θα θέλατε να φάτε τους φίλους σας. Νομίζετε, πως πρόκειται να +περάσετε στη σούβλα ένα ιησουίτη κι' όμως είναι ο υπερασπιστής σας, ο εχθρός +των εχθρών σας, που πρόκειται να ψήσετε. Εγώ έχω γεννηθή στον τόπο σας· ο +κύριος, που βλέπετε, είναι ο αφέντης μου κι' όχι μονάχα δεν είναι ιησουίτης, μα +έχει σκοτώσει προ ολίγου ένα ιησουίτη και του πήρε τα ρούχα. Να το λάθος σας. +Για να βεβαιωθήτε για ό,τι σας λέγω, πάρτε το ράσο του και φέρτε το στα πρώτα +χαρακώματα του βασιλείου των λος πάδρες. Δε θα σας χρειαστή πολύς καιρός. +Μπορείτε πάντα να μας φάτε, αν βρήτε, πως σας είπα ψέματα. Αλλ' αν σας είπα +την αλήθεια, γνωρίζετε πολύ καλά τις αρχές του δημοσίου δικαίου, τα έθιμα, τους +νόμους για να μη μας κάνετε χάρη.</p> + +<p>Οι Αυτιάδες βρήκανε αυτή την κουβέντα πολύ λογική. Διαλέξανε δυο από τους +καλύτερους να πάνε γρήγορα να πληροφορηθούνε την αλήθεια. Οι δυο +απεσταλμένοι εκτελέσανε την αποστολή τους σαν φρόνιμοι άνθρωποι και γυρίσανε +σε λίγο φέρνοντας καλά νέα. Οι Αυτιάδες λύσανε τους δύο αιχμαλώτους και τους +κάνανε πλήθος περιποιήσεις, τους προσφέρανε κορίτσια, τους δώσανε αναψυχτικά +και τους συνωδέψανε ως τα σύνορα του κράτους των φωνάζοντας εύθυμα:</p> + +<p> — Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης! Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης!</p> + +<p> — Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να θαυμάζη τον απελευθερωτή του.</p> + +<p> — Τι λαός! έλεγε. Τι άνθρωποι! Τι ήθη! Αν δεν είχα την τιμή να δώσω +μια μεγάλη σπαθιά περνώντας πέρα-πέρα το κορμί του αδερφού της δεσποινίδας +Κυνεγόνδης, θα είχα φαγωθή χωρίς άλλο. Όμως παρ' όλα αυτά η καθαρή φύση +είναι αγαθή, αφού αυτοί εδώ οι άνθρωποι, αντί να με φάνε, μου κάνανε χίλιες +τιμές, όταν μάθανε, πως δεν ήμουνα ιησουίτης.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII<br /><br /> + +Ο Αγαθούλης κι ο σύντροφός τον φτάνουνε στο Ελδοράδο και τι βλέπουν +εκεί.</h4> + +<p> +<br /> +Όταν φτάσανε στα σύνορα των Αυτιάδων:</p> + +<p> — Βλέπετε, είπε ο Κακαμπός στον Αγαθούλη, πως αυτό εδώ το +ημισφαίριο δεν είναι καλύτερο από τάλλο. Πιστέψετέ με, ας γυρίσουμε στην +Ευρώπη με το συντομώτερο δρόμο.</p> + +<p> — Πώς να γυρίσουμε; είπε ο Αγαθούλης. Και που να πάμε; Αν πάω στην +πατρίδα μου, εκεί οι Βούλγαροι και οι Άβαροι σφάζουνε τα πάντα. Αν γυρίσω στην +Πορτογαλλία, θα με ψήσουνε. Αν μείνουμε σ' αυτόν εδώ τον τόπο, κινδυνεύουμε +κάθε στιγμή να μας περάσουνε στη σούβλα. Αλλά πώς ν' αποφασίσω ν' αφήσω το +μέρος του κόσμου, που η δεσποινίς Κυνεγόνδη κατοικεί;</p> + +<p> — Ας στρίψουμε προς τη Γαϋέννα, είπεν ο Κακαμπός· θα βρούμε κει +Γάλλους, που γυρίζουνε όλο τον κόσμο: θα μπορέσουνε να μας βοηθήσουνε. Ο +Θεός ίσως μας λυπηθή.</p> + +<p>Δεν ήταν εύκολο να πάνε στη Γαϋέννα· ξέρανε καλά προς ποιο μέρος έπρεπε να +βαδίσουν· αλλά παντού βουνά, ποτάμια, γκρεμοί, ληστές, άγριοι· υπήρχαν παντού +τρομερά εμπόδια. Τ' άλογά τους ψοφήσανε από την κούραση· οι προμήθειές τους +τελειώσανε, τραφήκαν ένα ολόκληρο μήνα με άγριους καρπούς και βρεθήκανε +τέλος κοντά σ' ένα μικρό ποταμάκι, που σ' όλο του το ρέμα είχε κοκοφοίνικες· μ' +αυτούς διατηρήσανε τη ζωή τους και τις ελπίδες τους.</p> + +<p>Ο Κακαμπός, που έδινε πάντα καλές συμβουλές σαν τη γριά, είπε στον +Αγαθούλη:</p> + +<p> — Δε μπορούμε πια, περπατήσαμε αρκετά, βλέπω μια μικρή βάρκα στην +όχθη, ας τη γεμίσουμε κοκοκάρυδα, ας ριχτούμε εμείς μέσα κι' ας αφεθούμε στο +ρέμα να μας πάη· ένα ποτάμι φέρνει πάντα σε κάποιο κατοικημένο μέρος. Αν δε +βρούμε πράγματα ευχάριστα, θα βρούμε τουλάχιστο πράγματα νέα.</p> + +<p> — Εμπρός! είπε ο Αγαθούλης· ας αφεθούμε στη θεία πρόνοια.</p> + +<p>Πλέξανε μερικές λεύγες ανάμεσα σε όχθες, άλλοτε ανθισμένες, άλλοτε χέρσες, +άλλοτε ομαλές, άλλοτε απόκρημνες. Το ποτάμι φάρδαινε πάντα· τέλος χανότανε +κάτου σε μια καμάρα από βράχους τρομαχτικούς, που υψωνόντανε ως τον ουρανό. +Οι δυο ταξιδιώτες είχανε το θάρρος, να εγκαταλειφτούνε στα κύματα κάτου απ' +αυτή την καμάρα. Το ποτάμι, στενεύοντας σ' αυτό το μέρος, τους έσερνε με μια +φριχτή ταχύτητα. Μετά εικοσιτέσσερις ώρες ξανάειδαν την ημέρα· αλλ' η βάρκα +τους τσακίστηκε ανάμεσα στις πέτρες· χρειάστηκε να συρθούνε από βράχο σε +βράχο σ' ένα διάστημα μιας ολόκληρης λεύγας· τέλος ανακαλύψανε έναν απέραντο +ορίζοντα περικλεισμένο από βουνά ασίμωτα. Ο τόπος ήτανε καλλιεργημένος κι' +από ευχαρίστηση απλή κι' από ανάγκη· παντού το χρήσιμο ήτανε ενωμένο με το +ευχάριστο: οι δρόμοι ήτανε γεμάτοι ή καλύτερα στολισμένοι με αμάξια από υλικό +λαμπερό, κουβαλώντας άντρες και γυναίκες μοναδικής ομορφιάς, και που τα +σέρνανε μεγάλα κόκκινα πρόβατα, που ξεπερνούσανε, στη γρηγοράδα τα καλύτερα +άλογα της Ανδαλουσίας, του Ζετουάν και του Μεκινέζ.</p> + +<p> — Να, ωστόσο, είπε ο Αγαθούλης, ένας τόπος, που αξίζει καλύτερα από +τη Βεστφαλία. Πήδησε στη γη με τον Κακαμπό κοντά στο πρώτο χωριό που +απαντήσανε. Μερικά παιδιά του χωριού, φορώντας χρωματιστά μεταξόρουχα +καταξεσκισμένα, παίζανε τις αμάδες στο έμπα του χωριού. Οι δυο μας άνθρωποι +του άλλου κόσμου διασκεδάζανε κοιτάζοντάς τα: οι αμάδες τους ήτανε πολύ +πλατιές και στρογγυλές, κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, και λαμποκοπούσαν +εξαιρετικά. Τους ήρθε επιθυμία να μάσουνε μερικές· ήτανε μάλαμμα, σμαράγδια, +ρουμπίνια, που το μικρότερό τους θα μπορούσε νάναι το μεγαλύτερο στόλισμα του +θρόνου της Μογγολίας.</p> + +<p> — Χωρίς αμφιβολία, είπεν ο Κακαμπός, αυτά τα παιδιά, θάναι τα +βασιλόπουλα του τόπου, που παίζουνε τις αμάδες.</p> + +<p>Ο δάσκαλος του χωριού παρουσιάστηκε αυτή τη στιγμή για να τα μπάση στο +σκολειό.</p> + +<p> — Να, είπε ο Αγαθούλης, ο παιδαγωγός της βασιλικής οικογένειας.</p> + +<p>Οι μικροί διαβολάκηδες πάψανε αμέσως το παιχνίδι τους αφήνοντας καταγίς +τις αμάδες τους κι' ό,τι τους χρησίμεψε στη διασκέδασί τους. Ο Αγαθούλης τα +μαζεύει, τρέχει στον παιδαγωγό και του τα παρουσιάζει ταπεινά, δίνοντάς του να +καταλάβη με σημεία, ότι οι βασιλικές τους υψηλότητες είχανε λησμονήσει το +χρυσάφι τους και τα πολύτιμα πετράδια τους. Ο δάσκαλος του χωριού +χαμογελώντας τα πέταξε χάμω, παρατήρησε μια στιγμή το πρόσωπο του Αγαθούλη +με πολλήν απορία κ' εξακολούθησε το δρόμο του.</p> + +<p>Οι ταξιδιώτες δεν παραλείψανε να μαζέψουνε χρυσάφι, ρουμπίνια και +σμαράγδια.</p> + +<p> — Πού είμαστε; φώναζε ο Αγαθούλης. Πρέπει τα βασιλόπουλα αυτού +του τόπου νάναι πολύ καλά αναθρεμμένα, αφού τα μαθαίνουν να περιφρονούνε +το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια.</p> + +<p>Ο Κακαμπός θάμαζε σαν τον Αγαθούλη. Πλησιάσανε τέλος στο πρώτο σπίτι του +χωριού· ήτανε χτισμένο σαν ευρωπαϊκό παλάτι. Πλήθος κόσμος σφιγγότανε στην +πόρτα κι' ακόμα περισσότερο μέσα· μια πολύ ευχάριστη μουσική ακουότανε και +μια ηδονική μυρωδιά κουζίνας τους έφτανε. Ο Κακαμπός πλησίασε στην πόρτα κι' +άκουσε να μιλούνε περουβιανά· ήτανε η μητρική του γλώσσα· γιατί όλος ο κόσμος +ξέρει, πως ο Κακαμπός είχε γεννηθή στο Τουκουάν, σ' ένα χωριό που δεν ξέρανε +άλλη γλώσσα απ' αυτήν.</p> + +<p> — Θα σας κάνω το διερμηνέα, λέγει στον Αγαθούλη. Ας μπούμε· είναι +ταβέρνα.</p> + +<p>Ευθύς δυο γκαρσόνια και δυο κοπέλλες του ξενοδοχείου, ντυμένοι χρυσά +φορέματα, με μαλλιά δεμένα με κορδέλλες, τους προσκαλούνε να κάτσουνε στο +τραπέζι. Τους σερβίρανε τέσσερες σούπες γαρνιρισμένες καθεμία με δυο +παπαγάλους, ένα μπούτι βραστό που ζύγιζε διακόσιες λίτρες, δυο μαϊμούδες +ψητές εξαίσιας γεύσης, τριακόσια κολύβρια σ' ένα πιάτο και εξακόσια μυγοπούλια +σ' ένα άλλο· επίσης ραγγού εκλεχτώτατα, γλυκίσματα νοστιμώτατα όλα μέσα σε +πιάτα από ορυχτό κρύσταλλο. Τα γκαρσόνια κ' οι κοπέλλες του ξενοδοχείου τους +κερνούσανε διάφορα λικέρ φκιασμένα από ζαχαροκάλαμο.</p> + +<p>Οι συμπότες ήσαν οι περισσότεροι έμποροι κι' αμαξάδες, όλοι τους ασύγκριτα +ευγενικοί, που κάνανε μερικές ερωτήσεις στον Κακαμπό με την πιο μεγάλη +διάκριση κι' απαντήσανε στις δικές τους με τρόπο ικανοποιητικό.</p> + +<p>Όταν τελείωσε το φαγί, ο Κακαμπός νόμισε, καθώς κι' ο Αγαθούλης, ότι +πληρώσανε καλά το λογαριασμό τους, ρίχνοντας απάνω στο τραπέζι δύο απ' αυτά +τα πλατιά κομμάτια του χρυσαφιού, πούχαν μαζέψει. Ο ξενοδόχος κ' η ξενοδόχα +σπάσανε στα γέλια και βαστούσανε πολλιώρα τα πλευρά τους. Τέλος +συνήλθανε.</p> + +<p> — Κύριοι, είπε ο ξενοδόχος, βλέπουμε καλά, πως είστε ξένοι· δεν +είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε ξένους. Συχωρέστε μας, αν αρχίσαμε να +γελάμε, όταν μας προσφέρατε για πληρωμή τα χαλίκια των μεγάλων μας δρόμων. +Δεν έχετε, χωρίς αμφιβολία, χρήματα του τόπου, μα δε χρειάζονται για να φάτ' +εδώ. Όλα τα ξενοδοχεία τα ιδρυμένα για την ευκολία του εμπορίου πληρώνονται +από το κράτος. Δεν είσαστε τυχεροί εδώ, γιατί ναι φτωχό το χωριό, μα κάθε αλλού +θα φιλοξενηθήτε, όπως σας αξίζει.</p> + +<p>Ο Κακαμπός εξηγούσε στον Αγαθούλη όλα τα λόγια του ξενοδόχου κι' ο +Αγαθούλης τον άκουε με τον ίδιο θαυμασμό και το ίδιο ξάφνισμα, που ο φίλος του +Κακαμπός του τα μετάδινε.</p> + +<p> — Ποιος τόπος λοιπόν είναι αυτός, λέγανε κι' ο ένας κι' ο άλλος, +άγνωστος απ' όλο τον άλλο κόσμο κι' όπου όλη η φύση είναι τόσο διάφορη από τη +δική μας; Είναι πιθανώς ο τόπος όπου όλα είναι καλά: γιατί πρέπει απολύτως να +υπάρχη ένας τέτοιος τόπος! Κι' ό,τι κι' αν είπε ο διδάσκαλος Παγγλώσης, συχνά +παρατήρησα, πως όλα ήτανε κακά στη Βεστφαλία.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">`ΙΟ XVIII.<br /><br /> + +Τι είδανε στη χώρα του Ελδοράδου.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Κακαμπός παράστησε στον ξενοδόχο όλη του την περιέργεια. Ο ξενοδόχος του +είπε:</p> + +<p> — Δεν ξέρω πολλά πράγματα, μα δεν είμαι δυσαρεστημένος. Έχουμ' +εδώ ένα γέρο, πρώην αυλικό, που είναι ο πιο σοφός άνθρωπος του βασιλείου κι' ο +πιο ομιλητικός! Αμέσως οδηγεί τον Κακαμπό στου γέρου. Ο Αγαθούλης έπαιζε +τώρα το δεύτερο ρόλο κι' ακολουθούσε τον υπηρέτη του. Μπήκανε σ' ένα σπίτι +πάρα πολύ απλό, γιατί η πόρτα ήτανε μόνο από ασήμι και τα κουφώματα των +διαμερισμάτων μόνο από χρυσάφι, αλλά δουλεμένα με τόσο γούστο, που τα +πλουσιώτερα κουφώματα δε μπορούνε να τους παραβγούνε. Ο αντιθάλαμος, +αληθινά, δεν ήτανε στολισμένος παρά μόνο με ρουμπίνια και σμαράγδια, αλλ' η +τάξη, που ήσαν όλα βαλμένα αντικαθιστούσε αρκετά αυτή την έσχατη +απλότητα.</p> + +<p>Ο γέρος υποδέχτηκε τους ξένους απάνω σ' ένα σοφά που το στρώμα του ήτανε +κανωμένο από φτερά κολυβρίων, και τους πρόσφερε λικέρ σε ποτήρια από +διαμάντι· κατόπι ικανοποίησε την περιέργειά τους ως εξής:</p> + +<p> — Είμαι εκατόν εβδομήντα δυο χρονών κι' έμαθα από το μακαρίτη +πατέρα μου, υπασπιστή του βασιλιά, τις καταπληχτικές επαναστάσεις του Περού, +που τις είδε με τα μάτια του. Το βασίλειο, που βρισκόμαστε, είναι η παλιά πατρίδα +των Ινκάς, που βγήκανε απ' εδώ πολύ απερίσκεπτα για να πάνε να υποτάξουν ένα +άλλο μέρος του κόσμου και που τέλος καταστραφήκανε από τους Ισπανούς.</p> + +<p>Οι πρίγκηπες της φυλής τους, που δε φύγανε από τον τόπο τους, ήσαν +σοφώτεροι. Νομοθέτησαν με τη συγκατάθεση του έθνους κανείς κάτοικος να μη +βγη στο μέλλον από το μικρό μας βασίλειο· κι' αυτό διατήρησε την αγνότητά μας +και την ευτυχία μας. Οι Ισπανοί έχουνε μια συγχισμένη ιδέα για τον τόπο μας, τον +ωνόμασαν Ελδοράδο, κ' ένας Άγγλος ονομαζόμενος ιππότης Ράλαϊχ κατώρθωσε να +πλησιάση ως εδώ προ εκατό χρόνια. Αλλ' όπως ήμαστε περικυκλωμένοι από +βράχους αζύγωτους κι' από γκρεμούς, σταθήκαμε έως τώρα εξασφαλισμένοι από +την αρπαχτικότητα των λαών της Ευρώπης, που έχουνε μιαν ακατανόητη μανία για +τα χαλίκια και τη λάσπη της γης μας και που για να τ' αποχτήσουνε, θα μας +σκοτώνανε όλους ως τον τελευταίο.</p> + +<p>Η συνομιλία βάσταξε αρκετά· κουβεντιάσανε για τη μορφή του πολιτεύματος, +τα έθιμα, τις γυναίκες, τα δημόσια θεάματα, τις τέχνες. Τέλος ο Αγαθούλης, πούχε +πάντα κλίση προς τη μεταφυσική, ρώτησε μέσον του Κακαμπό εάν στον τόπο τους +υπήρχε θρησκεία. Ο γέρος κοκκίνησε λιγάκι.</p> + +<p> — Πώς λοιπόν! είπε, μπορείτε ν' αμφιβάλλετε; Μήπως μας θεωρείτε +αχάριστους;</p> + +<p>Ο Κακαμπός ρώτησε ταπεινά ποια ήτανε η θρησκεία του Ελδοράδο. Ο γέρος +κοκκίνησε άλλη μια φορά.</p> + +<p> — Μήπως μπορεί να υπάρχουν δυο θρησκείες; είπε. Έχουμε νομίζω, τη +θρησκεία όλων των ανθρώπων· λατρεύουμε το Θεό απ' το βράδυ ως το πρωί.</p> + +<p> — Λατρεύετε ένα Θεό; ρώτησε ο Κακαμπός, χρησιμεύοντας πάντα ως +διερμηνέας των αποριών του Αγαθούλη.</p> + +<p> — Φανερό, είπε ο γέρος, πως δεν υπάρχουνε ούτε δυο, ούτε τρεις, ούτε +τέσσερις. Ομολογώ, πως οι άνθρωποι του κόσμου σας κάνουνε πολύ παράξενες +ερωτήσεις.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να ρωτά το γέρο. Θέλησε να μάθη, πώς +προσευχόντανε στο Ελδοράδο.</p> + +<p> — Δεν προσευχόμαστε καθόλου, είπε ο αγαθός και σεβάσμιος σοφός. +Δεν έχουμε τίποτε να του ζητήσουμε, μας τάδωσε όλα, όσα μας χρειάζονται· τον +ευχαριστούμε ακατάπαυτα.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης είχε την περιέργεια να ιδή κανένα παπά· ρώτησε πού είναι. Ο +αγαθός γέρος χαμογέλασε.</p> + +<p> — Φίλοι μου, είπε, είμαστε όλοι παπάδες. Ο βασιλιάς κι' όλοι οι αρχηγοί +οικογενειών ψέλνουνε ύμνους ευχαριστήριους πανηγυρικά κάθε πρωί και πέντε +έως εξ χιλιάδες μουσικοί τους συνοδεύουνε.</p> + +<p> — Πώς! δεν έχετε καθόλου καλογέρους που διδάσκουνε, συζητούνε, +κυβερνούνε, ραδιουργούνε και που ψήνουνε τους ανθρώπους, που δε +συμφωνούνε μαζί τους;</p> + +<p> — Θάπρεπε νάμαστε τρελοί, είπε ο γέρος· εδώ είμαστε όλοι σύμφωνοι +και δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε να πήτε με τους καλογέρους σας.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης σ' όλον αυτό το διάλογο στεκότανε εκστατικός κ' έλεγε μέσα +του:</p> + +<p>Αυτός ο τόπος διαφέρει πολύ από τη Βεστφαλία κι' από τον πύργο του κυρίου +βαρώνου. Αν ο δικός μας ο Παγγλώσσης έβλεπε το Ελδοράδο, δε θάλεγε πλέον πως +ο πύργος του Τούντ-τεν-τρονκ ήτανε ό,τι καλύτερο υπήρχε πάνω στη γη· είναι +βέβαιο, πως πρέπει κανείς να ταξιδεύη!</p> + +<p>Μετά απ' αυτή τη μακρυά συνομιλία, ο αγαθός γέρος διάταξε να ζέψουνε μια +καρότσα μ' έξη πρόβατα κ' έδωσε δώδεκα υπηρέτες του στους δυο ταξιδιώτες, για +να τους οδηγήσουνε στο Παλάτι.</p> + +<p> — Συχωρέστε με, τους είπε, αν η ηλικία μου με στερεί την τιμή να σας +συνοδέψω. Ο βασιλιάς θα σας δεχθή με τρόπο, που δε θα μείνετε δυσαρεστημένοι +και θα παραβλέψετε τα έθιμα του τόπου, αν μερικά δε σας αρέσουν.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης και ο Κακαμπός ανεβαίνουνε στην καρότσα· τα έξι πρόβατα +πετούσανε και σε λιγώτερο από τέσσερις ώρες φτάνουνε στο παλάτι του βασιλιά, +που βρισκότανε σε μιαν άκρη της πρωτεύουσας. Η πύλη ήτανε διακόσια είκοσι +πόδια ψηλή κ' εκατό πλατυά· είναι αδύνατο να εκφρασθή από τι υλικό ήτανε· +καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόση τεράστια υπεροχή έπρεπε νάχη σχετικά μ' αυτά +τα χαλίκια και μ' αυτήν την άμμο που τα ονομάζομε μεις χρυσάφι και πολύτιμα +πετράδια.</p> + +<p>Είκοσι κοπέλλες της φρουράς υποδεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό, +μόλις κατεβήκανε από την καρότσα, τους ωδηγήσανε στο λουτρό και τους ντύσανε +με φορέματα κανωμένα από χνούδι κολυβριού· ύστερα οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι +ανώτερες αξιωματικίνες του στέμματος τους ωδηγήσανε στο διαμέρισμα της +μεγαλειότητός του, ανάμεσα σε δυο σειρές από χίλιους μουσικούς, καθεμιά +σύμφωνα με το έθιμο. Όταν πλησιάσανε στην αίθουσα του θρόνου, ο Κακαμπός +ρώτησε έναν ανώτερο αξιωματικό, τι έπρεπε να κάνουνε για να χαιρετήσουνε την +μεγαλειότητά του: αν πρέπει να πέσουνε στα γόνατα ή να συρτούνε με την κοιλιά· +αν πρέπει να βάλουνε τα χέρια στο κεφάλι ή στον πισινό· αν φιλούνε τη σκόνη της +σάλλας: μ' ένα λόγο ποια είναι η εθιμοτυπία.</p> + +<p>Η συνήθεια, είπε ο ανώτερος αξιωματικός, είναι ν' αγκαλιάζουνε το βασιλιά και +να τον φιλούνε από τα δυο μάγουλα.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πηδήσανε στα λαιμό του βασιλιά, ο οποίος τους +δέχτηκε με τη μεγαλύτερη καλωσύνη, που μπορεί κανείς να φαντασθή και τους +προσκάλεσε ευγενικά στο δείπνο.</p> + +<p>Στο αναμεταξύ τους σεργιανίσανε να ιδούν την πόλη, τα δημόσια χτίρια, ψηλά +ως τα σύγνεφα, τις αγορές με τις χίλιες κολόννες, τις βρύσες του καθάριου νερού, +τις βρύσες του ρόδινου νερού και των λικέρ από ζαχαροκάλαμο, που τρέχουνε +ακατάπαυτα σε μεγάλες πλατείες, στρωμένες μ' ένα είδος πετραδιών, που +σκορπούσανε μια μυρουδιά όμοια με του μοσκοκαρφιού και της κανέλλας. Ο +Αγαθούλης ζήτησε να ιδή το δικαστήριο, τη βουλή. Του είπανε πως δεν υπήρχανε +και πως δεν κάνουνε δίκες. Ρώτησε, αν υπήρχανε φυλακές, και του είπαν όχι. Ό,τι +τον ξάφνισε περισσότερο και τον ευχαρίστησε περισσότερο, ήτανε το Μέγαρο των +Επιστημών, μέσα στο οποίο είδε μια γαλαρία δυο χιλιάδες βήματα μάκρος, όλο +γεμάτην από όργανα μαθηματικής και φυσικής.</p> + +<p>Αφού σεργιανήσανε όλο το απόγευμα σχεδόν το χιλιοστό μέρος της πολιτείας, +τους ωδηγήσανε στο βασιλιά. Ο Αγαθούλης κάθησε στο τραπέζι ανάμεσα στη +Μεγαλειότητά του και στον υπηρέτη του τον Κακαμπό και πλήθος κυρίες. Ποτές +δεν έγινε λαμπρότερο γεύμα, και ποτές δεν έδειξε κανείς περισσότερο κέφι απ' όσο +η μεγαλειότητά του. Ο Κακαμπός εξηγούσε τα καλά λόγια του βασιλιά στον +Αγαθούλη κι' αν και μεταφρασμένα, φαινόντανε πάντα καλά λόγια. Απ' όλα, που +θαύμασε ο Αγαθούλης, αυτό δεν ήτανε το λιγώτερο εκπληχτικό.</p> + +<p>Πέρασαν ένα μήνα φιλοξενούμενοι έτσι. Ο Αγαθούλης έλεγε πάντα στον +Κακαμπό:</p> + +<p> — Είναι αλήθεια, φίλε μου, άλλη μια φορά, πως ο πύργος, που +γεννήθηκα, δεν αξίζει τον τόπο, που βρισκόμαστε τώρα· μα επί τέλους η δεσποινίς +Κυνεγόνδη δεν είναι εδώ κι' έχετε χωρίς αμφιβολία, κάποιαν ερωμένη στην +Ευρώπη. Αν μείνουμε εδώ, θα είμαστε, όπως όλοι οι άλλοι· ενώ αν γυρίσουμε στον +κόσμο μας, μονάχα μ' έξι πρόβατα φορτωμένα από τα χαλίκια του Ελδοράδου, θα +είμαστε πιο πλούσιοι απ' όλους μαζί τους βασιλιάδες· δε θα φοβόμαστε τους +ιεροξεταστές και θα μπορέσουμε εύκολα να ξαναπάρουμε τη δεσποινίδα +Κυνεγόνδη.</p> + +<p>Αυτός ο λόγος άρεσε του Κακαμπό· είναι τόσο ευχάριστο να τρέχη κανείς στον +κόσμο, νάχη υπόληψη στους συμπατριώτες του, να διηγέται με στόμφο ό,τι είδε +στα ταξίδιά του, ώστε οι δυο ευτυχισμένοι αποφασίσανε να μην είναι πια +ευτυχισμένοι και να ζητήσουνε την άδεια από τη μεγαλειότητά του να +φύγουνε.</p> + +<p> — Κάμνετε ανοησία, τους είπε ο βασιλιάς· ξέρω καλά, πως ο τόπος μου +είναι ασήμαντος· μα όταν κανείς είναι βολεμένος κάπου, πρέπει να μένει. Δεν έχω +βέβαια το δικαίωμα να κρατώ τους ξένους· αυτό είναι τυραννία που δεν υπάρχει +ούτε στα ήθη μας ούτε στους νόμους μας· όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι: +φύγετε, όταν θέλετε, αλλ' η έξοδος είναι πολύ δύσκολη. Είναι αδύνατο ν' ανεβήτε +τορμητικό ποτάμι, με το οποίον ήρθατε εδώ σαν από θαύμα, και που τρέχει κάτου +από τη καμάρα των βράχων. Τα βουνά, που περιγυρίζουνε το βασίλειό μου, έχουνε +ύψος δέκα χιλιάδων ποδιών κι' είναι ίσα σαν τοίχοι· πιάνουνε το καθένα σε πλάτος +περισσότερο από δέκα χιλιάδες λεύγες· δε μπορεί κανείς να κατέβη απ' αυτά παρά +από γκρεμούς. Όμως, επειδή το θέλετε απόλυτα να φύγετε, θα δώσω διαταγή +στους μηχανικούς να κάνουνε μια μηχανή, που να μπορή να σας μεταφέρη με +άνεση. Όταν θα σας φέρουνε απ' το πίσω μέρος των βουνών, κανείς δε θα μπορέση +να σας συνοδέψη: γιατί οι υπήκοοί μου, ωρκιστήκανε να μη βγούνε ποτές από τον +περίβολό τους κ' είναι αρκετά φρόνιμοι, που να μη παραβούνε τον όρκο τους. +Ζητήστε μου άλλωστε ό,τι ευαρεστείσθε.</p> + +<p> — Δε ζητούμε από τη μεγαλειότητά σας, είπεν ο Κακαμπός, παρά λίγα +πρόβατα φορτωμένα τρόφιμα, χαλίκια και λάσπη του τόπου.</p> + +<p>Ο βασιλιάς γέλασε:</p> + +<p> — Δεν καταλαβαίνω, είπε, τι γούστο βρίσκουνε οι Ευρωπαίοι στην +κίτρινη μας λάσπη· αλλά πάρετε όση θέλετε κι' άμποτε να σας χρησιμέψη.</p> + +<p>Έδωσε διαταγή αμέσως στους μηχανικούς του να κάνουνε μια μηχανή για να +σηκώσουνε ψηλά αυτούς τους δυο παράξενους ανθρώπους έξω από το +βασίλειο.</p> + +<p>Τρεις χιλιάδες άξιοι φυσικοί δουλέψανε γι' αυτήν· ήταν έτοιμη σε δεκαπέντε +μέρες και δεν κόστισε περισσότερο από είκοσι εκατομμύρια λίρες στερλίνες, +νόμισμα του τόπου. Βάλανε μέσα στη μηχανή τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό· +βάλανε ακόμα δυο μεγάλα κόκκινα πρόβατα με σέλλες και με χαλινάρια για να +τους χρησιμέψουνε για καβάλλα, εάν θα περνούσανε τα βουνά, είκοσι πρόβατα +σαμαρωμένα, κατάφορτα από τρόφιμα, άλλα τριάντα φορτωμένα με διάφορα +δώρα από ό,τι ο τόπος έχει πιο αξιοπερίεργο και πενήντα φορτωμένα μάλαμα, +πετράδια και διαμάντια. Ο βασιλιάς φίλησε τρυφερά τους δυο τυχοδιώχτες.</p> + +<p>Ήταν έξοχο θέαμα η αναχώρησή τους και ο μεγαλοπρεπής τρόπος με τον +οποίον υψωθήκανε αυτοί και τα πρόβατά τους πάνου από τα βουνά. Οι φυσικοί +τους αποχαιρετίσανε, αφού τους φέρανε σε μέρος ασφαλισμένο κι' ο Αγαθούλης +δεν είχε πια άλλη επιθυμία κι' άλλη σκέψι από το να πάη να προσφέρη τα πρόβατά +του στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Έχουμε, είπε, με τι να πληρώσουμε τον Κυβερνήτη του Βουένος- +Άυρες, αν η δεσποινίς Κυνεγόνδη ημπορεί να ξετιμηθή. Ας βαδίσουμε προς την +Γαϋέννη, ας μπούμε σ' ένα καΐκι και θα ιδούμε κατόπι ποιο βασίλειο μπορούμε ν' +αγοράσουμε.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX<br /><br /> + +Τι τους συνέβη στη Σουρινάμ και πώς ο Αγαθούλης γνώρισε το Μαρτίνο</h4> + +<p> +<br /> +Η πρώτη μέρα των δύο ταξιδιωτών μας υπήρξε πολύ ευχάριστη. Είχανε πολύ +θάρρος με την ιδέα πως ήσαν οι κάτοχοι περισσότερων θησαυρών απ' όσους η +Ασία, η Ευρώπη και η Αφρική μπορούσανε να μάσουνε. Ο Αγαθούλης +ενθουσιασμένος έγραφε τ' όνομα της Κυνεγόνδης απάνου στα δένδρα. Τη δεύτερη +μέρα δυο από τα πρόβατά τους βουλιάξανε μέσα στα έλη και χαθήκανε μαζί με τα +φορτώματά τους. Δυο άλλα πρόβατα ψοφήσανε απ' την κούραση λίγες μέρες +αργότερα· εφτά ή οχτώ ψοφήσανε κατόπι από την πείνα σε μια έρημο· άλλα +πέσανε σε λίγες μέρες μέσα σε γκρεμούς. Τέλος μετά εκατό μερών πορεία τους +μείνανε μονάχα δυο πρόβατα. Ο Αγαθούλης είπε στον Κακαμπό:</p> + +<p> — Φίλε μου, βλέπεις πόσο τα πλούτη αυτού του κόσμου είναι φθαρτά· +δεν υπάρχει τίποτε σταθερό έξω από την αρετή κι' από την ευτυχία του να +ξαναϊδούμε την δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Τ' ομολογώ, είπε ο Κακαμπός· αλλά μας μένουνε ακόμα δυο πρόβατα +με περισσότερους θησαυρούς απ' όσους θα μπορούσε ν' αποχτήση ποτές ο +βασιλιάς της Ισπανίας και διακρίνω πολύ μακρυά μια πολιτεία και θαρρώ, πως +είναι η Σουρινάμ, που ανήκει στους Ολλανδούς. Είμαστε στο τέλος των +ταλαιπωριών μας και στην αρχή της ευτυχίας μας.</p> + +<p>Ζυγώνοντας στην πολιτεία, απαντήσανε ένα νέγρο ξαπλωμένο στο χώμα, που +φορούσε μονάχα μισό φόρεμα δηλ. μισό πανταλόνι από γαλάζιο πανί. Του λείπανε +η αριστερή γάμπα και το δεξί χέρι.</p> + +<p> — Ε! Θεέ μου, του είπε ο Αγαθούλης ολλαντέζικα, τι κάνεις εδώ φίλε +μου σε τέτοια φριχτή κατάσταση;</p> + +<p> — Περιμένω τον αφέντη μου, απάντησε ο νέγρος, τον κύριο +Βάντερντέντουρ, τον περίφημο μεγαλέμπορο.</p> + +<p> — Μήπως ο κύριος Βάντερντέντουρ σ' έκανε σ' αυτά τα χάλια;</p> + +<p> — Μάλιστα, κύριε, απάντησε ο νέγρος. Αυτή είναι η συνήθεια· μας +δίνουν ένα πανένιο βρακί για φορεσιά δυο φορές το χρόνο. Όταν δουλεύουμε στα +ζαχαροποιεία κι' ο τροχός μας αρπάξη το δάχτυλο μας κόβουνε το χέρι· όταν +αποπειραθούμε να φύγουμε, μας κόβουνε το πόδι· μου τύχανε κ' οι δυο αυτές +περίπτωσες. Αυτά κοστίζει η ζάχαρη, που τρώτε στην Ευρώπη. Ωστόσο, όταν η +μητέρα μου με πούλησε για δυο σκούδα παταγωνικά στις αχτές της Γουινέας, +μούλεγε: « Αγαπητό μου παιδί, ευλόγα τα φετίς, λάτρευέ τα πάντα και θα σε +κάνουνε να ζήσης ευτυχής· έχεις την τιμή νάσαι σκλάβος των αφεντάδων μας των +λευκών και κάμνεις έτσι πλούσιους τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Αλίμονο! +δεν ξέρω, αν τους έκανα πλούσιους, όμως αυτοί δε με κάνανε εμένα! Οι σκύλλοι, οι +μαϊμούδες κι οι παπαγάλοι είναι χίλιες φορές λιγώτερο δυστυχισμένοι από μας· τα +ολλαντικά φετίς τα οποία μ' έχουνε προσηλυτίσει, μου λένε κάθε Κυριακή, πως +είμαστε όλοι παιδιά του Αδάμ, λευκοί και μαύροι. Δεν είμαι γεννεαλόγος· αλλ' [αν] +αυτοί οι ιεροκήρυκες λένε την αλήθεια, θα παραδεχθήτε, πως δεν είναι δυνατό να +μεταχειρισθή κανείς με φριχτότερο τρόπο τους συγγενείς του.</p> + +<p> — Ω! Παγγλώσση, φώναξε ο Αγαθούλης, δεν είχες φαντασθή τέτοια +βδελυγμία· θ' αρνηθώ κάθε αισιοδοξία!</p> + +<p> — Τι ' ναι η αισιοδοξία; ρωτούσε ο Κακαμπός.</p> + +<p> — Αλίμονο! είπε ο Αγαθούλης, είναι η λύσσα να υποστηρίζης, πως όλα +είναι καλά, όταν είναι κακά! Κ' έχυνε άφθονα δάκρυα κοιτάζοντας το νέγρο· και +κλαίοντας μπήκανε στη Σουρινάμ.</p> + +<p>Το πρώτο πράμα που ρώτησαν ήτανε αν υπάρχη στο λιμάνι κανένα καΐκι που +μπορεί να τους πάη στο Βουένος—Άυρες. Αυτός, στον οποίο απευθυνθήκανε, +ήτανε ένας Ισπανός πλοίαρχος που προσεφέρθηκε να τους υπηρετήση τίμια. Τους +έδωσε ραντεβού σε μια ταβέρνα. Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πήγανε και τον +περιμένανε με τα δυο τους πρόβατα.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης, πούχε την καρδιά στα χείλια, διηγήθηκε στον Ισπανό όλες του τις +περιπέτειες και του ωμολόγησε, πως ήθελε ν' απαγάγη την δεσποινίδα +Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Αδυνατώ να σας πάω στο Βουένος Άυρες, είπε ο πλοίαρχος: θα με +κρεμάσουνε, καθώς και σας. Η ωραία Κυνεγόνδη είναι η ευνοούμενη μαιτρέσσα +του Κυβερνήτη.</p> + +<p>Η πληροφορία αυτή τούρθε του Αγαθούλη σαν κεραυνός· έκλαψε πολύ. Τέλος +τράβηξε ιδιαιτέρως τον Κακαμπό.</p> + +<p> — Ιδού αγαπητέ μου φίλε, του είπε, τι πρέπει να κάνεις. Έχουμε καθένας +στις τσέπες μας πέντε έως έξι εκατομμυρίων διαμάντια· είσαι πιο επιτήδειος από +μένα· πήγαινε να πάρης τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη στο Βουένος Άυρες. Αν ο +Κυβερνήτης παρουσιάση δυσκολίες, δόστου ένα εκατομμύριο: αν δεν υποχωρή, +δόστου δυο· συ δε σκότωσες κανένα ιεροξεταστή, δε θα σε υποψιαστούν· θα +ναυλώσω άλλο πλοίο και θα πάω να σε περιμένω στη Βενετία: είνε τόπος +ελεύθερος, όπου δεν έχει κανείς να φοβηθή ούτε Βουλγάρους, ούτε Αβάρους, ούτε +Εβραίους, ούτε Ιεροξεταστές.</p> + +<p>Ο Κακαμπός χειροκρότησε αυτή τη σοφή λύση. Ήτανε απελπισμένος, αν θα +χωριζότανε από έναν καλόν αφέντη που τούχε γίνει φίλος εγκάρδιος. Αλλ' η χαρά +να του φανή χρήσιμος νίκησε τη λύπη που θα τον άφηνε. Φιληθήκανε κλαίοντας: ο +Αγαθούλης του σύστησε να μην ξεχάση την αγαθή γριά: Ο Κακαμπός έφυγε την +ίδια μέρα: ήτανε πολύ καλή καρδιά αυτός ο Κακαμπός.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης έμεινε ακόμα λίγον καιρό στο Σουρινάμ και περίμενε όσο νάβρη +κανέναν άλλον πλοίαρχο να τον πάη στην Ιταλία, αυτόν και τα δυο πρόβατα, που +του είχαν απομείνει. Πήρε υπηρέτες κι' αγόρασε ό,τι του χρησίμευε για ένα τόσο +μακρύ ταξείδι. Τέλος ο κύριος Βάντερντέντουρ, αφέντης ενός μεγάλου καραβιού, +παρουσιάζεται σ' αυτόν.</p> + +<p> — Πόσα θέλετε, τόνε ρώτησε ο Αγαθούλης, για να με πάτε κατ' ευθείαν +στη Βενετία, εμένα, τους ανθρώπους μου, τις αποσκευές μου κι' αυτά τα δυο +πρόβατα;</p> + +<p>Ο πλοίαρχος ζήτησε δέκα χιλιάδες πιάστρα· ο Αγαθούλης δεν αντέτεινε.</p> + +<p> — Ω! ω! είπε μέσα του ο πονηρός Βάντερντέντουρ, αυτός ο ξένος δίνει +μονομιάς δέκα χιλιάδες πιάστρα! Πρέπει νάναι πολύ πλούσιος.</p> + +<p>Ύστερα, χαλώντας την συμφωνία μετά ένα λεπτό, δήλωσε, πως δε μπορεί να +ταξιδέψη μ' ολιγώτερα από είκοσι χιλιάδες.</p> + +<p> — Ε! καλά, θα τα λάβης, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ουά! είπε χαμηλόφωνα ο έμπορος, αυτός ο άνθρωπος δίνει είκοσι +χιλιάδες πιάστρα με την ίδια ευκολία, που έδωσε δέκα.</p> + +<p>Τάστριψε πάλι και τούπε, πως δε μπορούσε να τον πάη στη Βενετία μ' +ολιγώτερα από τριάντα χιλιάδες πιάστρα.</p> + +<p> — Θα λάβης λοιπόν τριάντα, απάντησε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ω ω! είπε πάλι μέσα του ο Ολλανδός έμπορος, τριάντα χιλιάδες +πιάστρα δεν κοστίζουν τίποτε σ' αυτό τον άνθρωπο! χωρίς αμφιβολία τα δυο +πρόβατα είναι φορτωμένα άπειρους θησαυρούς. Ας μην επιμείνω περισσότερο: ας +πληρωθούμε πρώτα τις τριάντα χιλιάδες πιάστρα κι' έπειτα βλέπουμε.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης πούλησε δυο μικρά διαμάντια, που το μικρότερό τους άξιζε +περισσότερο απ' όλα τα χρήματα, που ζητούσε ο πλοίαρχος. Τον προπλήρωσε, τα +δυο πρόβατα μπαρκαριστήκανε πρώτα. Ο Αγαθούλης ακολουθούσε μέσα σε μια +μικρή βάρκα για να σμίξη το πλοίο στο λιμάνι· ο πλοίαρχος προλαβαίνει, ανοίγει τα +πανιά, ξεκινάει, ο αέρας είναι πρίμος.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης απελπισμένος και κατάπληχτος τον χάνει σε λίγο από τα μάτια +του.</p> + +<p>Αλίμονο! να μια κατεργαριά άξια του παλαιού Κόσμου.</p> + +<p>Ξαναγύρισε στην παραλία συντριμμένος από τη λύπη: γιατί, επί τέλους, έχασε +περιουσία δέκα βασιλιάδων.</p> + +<p>Πηγαίνει αμέσως στον Ολλανδό δικαστή· κι' όπως ήτανε λιγάκι ταραγμένος, +χτυπά απότομα την πόρτα· μπαίνει, εκθέτει το δυστύχημά του, φωνάζει λιγάκι +περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Ο δικαστής πρώτα τον βάζει να πληρώση δέκα +χιλιάδες πιάστρα για το θόρυβο, που έκανε· κατόπι τον άκουσε υπομονητικά, του +υποσχέθηκε να εξετάση την υπόθεσή του, μόλις ο έμπορος ξαναγυρίση, και τον +έβαλε να πληρώση άλλες δέκα χιλιάδες πιάστρα για έξοδα ακροάσεως.</p> + +<p>Αυτός ο τρόπος έφερε σε τέλεια απελπισία τον Αγαθούλη. Είχε, αλήθεια, +δοκιμάσει δυστυχήματα χίλιες φορές μεγαλύτερα· αλλ' η ψυχραιμία του δικαστή +και του πλοιάρχου, που τον έκλεψε, ερέθισε τη χολή του και τον βύθισε σε μαύρη +μελαγχολία. Η κακία των ανθρώπων παρουσιαζότανε στα μάτια του μ' όλη της την +ασχημιά και τρεφόταν όλο με θλιβερές σκέψεις. Τέλος, επειδή ένα γαλλικό καράβι +ήταν έτοιμο να φύγη για το Μπορντώ, αφού πια δεν είχε να μπαρκαρίση πρόβατα +φορτωμένα διαμάντια, νοίκιασε μια καμπίνα στη σωστή τιμή της και κοινοποίησε, +ενώ ακόμα ήτανε στην πόλη, πως θα πληρώση το ταξίδι, την τροφή και δυο +χιλιάδες πιάστρα σε όποιον τίμιο άνθρωπο θάθελε να τον συνοδέψη στο ταξίδι, με +τον όρο, πως αυτός ο άνθρωπος θάτανε ο πιο απογοητευμένος από την κατάστασή +του κι' ο πιο δυστυχισμένος της επαρχίας.</p> + +<p>Παρουσιαστήκανε πλήθος υποψήφιοι, που ολόκληρος στόλος δε θα μπορούσε +να τους χωρέση. Ο Αγαθούλης θέλοντας να διαλέξη μεταξύ τους τον πιο +ολοφάνερα δυστυχισμένο, ξεχώρισε καμιά εικοσαριά που φαινόντανε πιο +κοινωνικοί και που όλοι αξιούσανε να προτιμηθούνε. Τους μάζεψε μέσα στην +ταβέρνα του, τους έδωσε να φάνε με τον όρο, πως καθένας τους θα ορκιζότανε να +διηγηθή την ιστορία του δίνοντας την υπόσχεση, πως θα διαλέξη τον πιο +αξιολύπητο, τον πιο δικαιολογημένα δυσαρεστημένο από την κατάστασή του και +πως θάδινε στους άλλους κάποιο δώρο.</p> + +<p>Η συντροφιά κράτησε ως τις τέσσερες το πρωί.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης ακούοντας όλες τους τις περιπέτειες θυμότανε ό,τι τούλεγε η +γριά, όταν ερχότανε στο Βουένος Άυρες, και το στοίχημα που έβαλε, πως δεν +υπήρχε κανένας μέσα στο καράβι, που να μη του συνέβηκαν οι πιο μεγάλες +δυστυχίες. Συλλογιζότανε τον Παγγλώσση σε κάθε περιπέτεια, που του διηγόντανε. +— Αυτός ο Παγγλώσσης, έλεγε μέσα του, θα δυσκολευότανε ν' αποδείξη την +αλήθεια του συστήματός του. Θάθελα νάταν εδώ. Ασφαλώς, αν όλα είναι καλά, +αυτό συμβαίνει μόνο στο Ελδοράδο και σε κανένα μέρος του άλλου κόσμου.</p> + +<p>Τέλος προτίμησε ένα δυστυχισμένο σοφό, πούχε δουλέψει δέκα χρόνια για +τους βιβλιοπώλας του Άμστερνταμ. Σκέφτηκε, πως δεν υπάρχει άλλο επάγγελμα +στον κόσμο, που ν' απαγοητεύη περισσότερο.</p> + +<p>Αυτός ο σοφός, που ήταν άλλωστε ένας αγαθός άνθρωπος, τον είχε κλέψει η +γυναίκα του, τον είχε δείρει ο γυιός του, τον είχε εγκαταλείψει η κόρη του, +ακολουθώντας έναν Πορτογάλλο. Προ μικρού τον είχαν απολύσει από μια μικρή +θέση, με την οποία ζούσε. Οι ιεροκήρυκες του Σουρινάμ τον καταδίωκαν ως +σοσινιανό. Πρέπει να ομολογήσουμε, πως κι' οι άλλοι ήτανε τουλάχιστο τόσο +δυστυχισμένοι, όσο κι' αυτός. Αλλ' ο Αγαθούλης έλπιζε, πως ο σοφός θα τον έκαμνε +να ξεχνά τις λύπες του στο ταξίδι· οι αντίπαλοι του σοφού βρίσκανε, πως ο +Αγαθούλης τους αδίκησε πολύ, αλλά τους κατεύνασε δίνοντας στον καθένα εκατό +πιάστρα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX.<br /><br /> + +Τι τους συνέβη στο ταξίδι του Αγαθούλη και του Μαρτίνου.</h4> + +<p> +<br /> +Ο γέρο-σοφός, που ονομαζότανε Μαρτίνος, επιβιβάσθηκε τέλος με τον Αγαθούλη +για το Μπορντώ. Κι' ο ένας κι' ο άλλος είχανε πολλά ιδεί και πολλά πάθει. Κι' όταν +το καράβι θάνοιγε πανιά από το Σουρινάμ για την Ιαπωνία περνώντας από το +ακρωτήριο της Καλής-Ελπίδας,θάχανε καιρό να συζητήσουνε σε όλο τους το ταξίδι +για το φυσικό και ηθικό κακό.</p> + +<p>Ωστόσο ο Αγαθούλης υπερτερούσε κάπως τον Μαρτίνο, στο ότι έλπιζε πάντα +να ξαναϊδή τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, ενώ ο Μαρτίνος δεν έλπιζε τίποτα: επί πλέον +είχε χρυσάφι και διαμάντια· και μολονότι είχε χάσει εκατό μεγάλα πρόβατα +κόκκινα, φορτωμένα από τους πιο μεγάλους θησαυρούς της γης, μολονότι είχε +πάντα στην καρδιά του την ατιμία του ολλανδού πλοιάρχου, ωστόσο, σαν +συλλογιζόταν αυτά, που του μείνανε στις τσέπες, και σαν μιλούσε για την +Κυνεγόνδη, μάλιστα στο τέλος του φαγητού, έκλινε τότε προς το σύστημα του +Παγγλώσση.</p> + +<p> — Μα σεις, κύριε Μαρτίνε, είπε στο σοφό· τι σκέπτεστε για όλ' αυτά; +Ποια είναι η ιδέα σας για το ηθικό κακό και για το φυσικό κακό;</p> + +<p> — Κύριε, απάντησε ο Μαρτίνος, οι παπάδες μου με κατηγόρησαν ως +σοσινιανό· αλλ' η πραγματική αλήθεια είναι, πως είμαι μανιχαίος.</p> + +<p> — Με κοροϊδεύετε, είπε ο Αγαθούλης· δεν υπάρχουνε πια μανιχαίοι +στον κόσμο.</p> + +<p> — Είμ' εγώ! είπεν ο Μαρτίνος· σωστά στραβά, δε μπορώ να σκεφτώ +αλλιώτικα.</p> + +<p> — Πρέπει νάχετε το διάβολο μέσα σας, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Ανακατεύεται τόσο πολύ στα πράγματα του κόσμου τούτου, είπε ο Μαρτίνος, +που μπορεί πολύ καλά νάναι μέσα μου, όπως και παντού αλλού· αλλά σας +ομολογώ, πως ρίχνοντας το βλέμμα μου απάνου σ' αυτή τη σφαίρα ή καλύτερα τη +σφαιρίτσα, σκέπτομαι, πως ο Θεός την εγκατάλειψε όλην σε κάποιο πνεύμα +κακοποιό, εξόν από το Ελδοράδο. Δεν έχω διόλου ιδωμένα πολιτεία, που να μη +θέλη την καταστροφή της γειτονικής πολιτείας, ούτε οικογένεια που να μη θέλη το +ξεπάτωμα άλλης οικογένειας. Παντού οι αδύνατοι μισούνε τους δυνατούς, που +μπροστά τους σέρνονται κι' οι δυνατοί τους μεταχειρίζονται σαν κοπάδια και +πουλούνε το μαλλί τους και το κρέας τους. Ένα εκατομμύριο δολοφόνοι +καταταγμένοι σε συντάγματα, τρέχοντας από τη μια στην άλλη άκρα της Ευρώπης, +σκοτώνουνε και ληστεύουνε με πειθαρχία για να κερδίσουνε το ψωμί τους, γιατί +δεν υπάρχει επάγγελμα εντιμότερο απ' αυτό. Και στις πολιτείες που φαίνονται πως +χαίρονται την ειρήνη κι' όπου οι τέχνες ανθούνε, οι άνθρωποι κατατρώγονται από +περισσότερες επιθυμίες, φροντίδες κι' ανησυχίες, απ' όσα δοκιμάζει δεινά μια +πολιορκημένη πολιτεία. Οι μυστικές λύπες είναι πολύ δριμύτερες από τα δημόσια +δεινά. Μ' ένα λόγο, έχω τόσα ιδεί και τόσα υποφέρει, ώστε είμαι μανιχαίος.</p> + +<p> — Υπάρχουν ωστόσο και καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ίσως, έλεγε ο Μαρτίνος, αλλά δεν το γνωρίζω.</p> + +<p>Κει που συζητούσαν, ακούσανε μια κανονιά. Ο κρότος διπλασιάζεται από μια +στιγμή σε άλλη. Παίρνουν καθένας τα κιάλια του. Διακρίνουνε δυο καράβια που +πολεμούσανε σε απόσταση περίπου τριών μιλλιών· ο άνεμος έφερε και τόνα και +τάλλο τόσο κοντά στο γαλλικό καράβι, που λάβανε την ευχαρίστηση να βλέπουνε +τη μάχη με τέλειαν άνεση. Τέλος τόνα από τα δυο καράβια έρριξε στο άλλο μια +ομοβροντία τόσο χαμηλά και τόσο πετυχημένη που το βύθισε ολότελα. Ο +Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος διακρίνανε πολύ καθαρά καμμιά εκατοστή ανθρώπους +πάνω στη γέφυρα του πλοίου που βυθιζότανε. Σηκώναν όλοι τους τα χέρια στον +ουρανό και ξεφωνίζανε με φρίκη. Σε μια στιγμή όλα καταπιοθήκανε!</p> + +<p> — Καλά! είπε ο Μαρτίνος, να πώς οι άνθρωποι φέρνονται αναμεταξύ +τους.</p> + +<p> — Είναι αλήθεια, είπε ο Αγαθούλης, πως υπάρχει κάτι διαβολικό σ' αυτή +την υπόθεση.</p> + +<p>Ενώ μιλούσε, παρατήρησε κάτι λαμπερό κόκκινο, που κολυμπούσε κοντά στο +καράβι τους. Κατεβάσανε τη βάρκα να ιδούνε τι ήτανε· ήταν ένα από τα πρόβατά +του, που είχε χάσει άλλα εκατό τέτοια, φορτωμένα χοντρά διαμάντια του +Ελδοράδο.</p> + +<p>Ο Γάλλος καπετάνιος παρατήρησε σε λίγο, πως ο καπετάνιος του καραβιού που +νίκησε ήταν ισπανός και του βυθισμένου ήταν ένας ολλανδός πειρατής. Ήταν ο +ίδιος που έκλεψε τον Αγαθούλη. Τ' άπειρα πλούτη, που αυτός ο κακούργος είχε +αρπάξει, θαφτήκανε μέσα στη θάλασσα μαζί με τον ίδιο και δε σώθηκε παρά ένα +πρόβατο.</p> + +<p> — Βλέπετε, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, ότι το έγκλημα καμμιά φορά +τιμωριέται· αυτός ο κατεργάρης ο πλοίαρχος έλαβε την τύχη, που του άξιζε.</p> + +<p> — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος, αλλ' είναι σωστά νάχουνε χαθή μαζί του +κι' οι ταξειδιώτες, που ήσαν στο καράβι του; Ο Θεός τιμώρησε τον απατεώνα, ο +διάβολος έπνιξε τους άλλους.</p> + +<p>Ωστόσο το γαλλικό κι' ισπανικό καράβι εξακολουθήσανε το δρόμο τους κι' ο +Αγαθούλης εξακολούθησε τις συζητήσεις του με το Μαρτίνο. Συζητήσανε +δεκαπέντε μέρες συνεχώς κ' είχανε προχωρήσει τόσο στο θέμα, όσο και την πρώτη +μέρα. Μα επί τέλους μιλούσαν, έλεγαν τις ιδέες τους, παρηγοριόντανε. Ο +Αγαθούλης χάηδευε το πρόβατό του:</p> + +<p>Αφού σε ξαναβρήκα, έλεγε, ελπίζω να ξαναβρώ και την Κυνεγόνδη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI<br /><br /> + +Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πλησιάζουνε στις αχτές της Γαλλίας και +συζητούνε.</h4> + +<p> +<br /> +Είδαν επί τέλους τις αχτές της Γαλλίας.</p> + +<p> — Ήρθατε ποτέ στη Γαλλία κύριε Μαρτίνε; είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος· έχω διατρέξει πολλές επαρχίες. Αλλού οι +μισοί κάτοικοι είναι τρελοί, αλλού πολύ πονηροί, αλλού πολύ μαλακοί και πολύ +κουτοί· αλλού κάνουνε πνεύμα· και παντού η πρώτη απασχόληση είναι ο έρωτας· η +δεύτερη να κακολογούνε κ' η τρίτη να λένε ανοησίες.</p> + +<p> — Αλλά κύριε Μαρτίνε, έχετε ιδεί το Παρίσι;</p> + +<p> — Ναι, τόχω ιδεί το Παρίσι. Εκεί είναι όλα τα είδη των ανθρώπων, ένα +χάος, μια σαλάτα, όπου καθένας ζητεί την ηδονή κι' όπου σχεδόν κανείς δεν τη +βρίσκει, τουλάχιστο όπως μου φάνηκε. Έμεινα λίγον καιρό· όταν έφτασα μου +κλέψαν ό,τι είχα οι λωποδύτες στην αγορά του Σαιν-Ζερμαίν· με πήρανε και μένα +για κλέφτη και με κλείσανε οχτώ μέρες στη φυλακή· έπειτα έκαμα το διορθωτή σε +κάποιο τυπογραφείο, για να κερδίσω τ' απαιτούμενα για την επιστροφή μου με τα +πόδια στην Ολλανδία, Γνώρισα όλους τους κανάγηδες· συγγραφείς ραδιούργους, +θεόληπτους. Λέγεται, πως υπάρχουν άνθρωποι πολύ ευγενικοί σ' αυτή την πόλη· +ας το πιστέψουμε.</p> + +<p> — Όσο για μένα, δεν έχω καμιά περιέργεια να ιδώ τη Γαλλία, είπε ο +Αγαθούλης. Μαντεύετε εύκολα, πως όταν κανείς έχει ζήσει ένα μήνα στο +Ελδοράδο, δε φροντίζει να ιδή τίποτε επί της γης παρά μόνο τη δεσποινίδα +Κυνεγόνδη. Θα την περιμένω στη Βενετία· θα διασχίσουμε τη Γαλλία για να πάμε +στην Iταλία· δε θα με συνοδέψετε;</p> + +<p> — Πολύ ευχαρίστως, είπε ο Μαρτίνος· λέγουν, πως η Βενετία είναι καλή +μονάχα για τους ευγενείς Βενετσάνους· και πως, ωστόσο, δέχονται πολύ καλά τους +ξένους πούχουνε παράδες. Εγώ δεν έχω· έχετε σεις· θα σας ακολουθήσω +παντού.</p> + +<p> — Μια στιγμή! Πιστεύετε, πως η γης ήτανε πρώτα θάλασσα, όπως +διατείνεται αυτό το χοντρό βιβλίο του καπετάνιου;</p> + +<p> — Δεν πιστεύω τίποτα, είπε ο Μαρτίνος, ούτε σ' όλα τα +ονειροπολήματα, που μας διηγούνται αυτό τον τελευταίο καιρό.</p> + +<p> — Αλλά για ποιο σκοπό λοιπόν πλάστηκε αυτός ο κόσμος;</p> + +<p> — Για να μας κάνη να λυσσάξουμε, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p> — Δε σας εκπλήσσει πολύ, εξακολούθησε ο Αγαθούλης, ο έρωτας αυτών +των δυο κοριτσιών της χώρας των Αυτιάδων για τις δυο μαϊμούδες, που σας έχω +μιλήσει;</p> + +<p> — Καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· δε βλέπω τι παράξενο υπάρχει σ' αυτό το +πάθος. Έχω δη τόσα αλλόκοτα πράγματα, ώστε δεν υπάρχει πλέον τίποτε +αλλόκοτο.</p> + +<p> — Πιστεύετε, πως οι άνθρωποι σφαζόντανε πάντα αναμεταξύ τους, +όπως το κάνουνε σήμερα; Πως ήτανε πάντα ψεύτες, δόλιοι, άπιστοι, αχάριστοι, +κλέφτες, αχαρακτήριστοι, επιπόλαιοι, άνανδροι, φθονεροί, λαίμαργοι, μέθυσοι, +φιλάργυροι, φίλαρχοι, αιμόδιψοι, συκοφάντες, παραλυμένοι, φανατικοί, υποκριτές +και μωροί;</p> + +<p> — Παραδέχεστε, είπε ο Μαρτίνος, πως τα γεράκια τρώγανε πάντα +περιστέρια, όταν τα βρίσκανε;</p> + +<p> — Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία.</p> + +<p> — Ε! λοιπόν, αν τα γεράκια είχανε πάντα την ίδια φύση, πως θέλετε +νάχουν αλλάξει οι άνθρωποι τη δικιά τους;</p> + +<p> — Ω! υπάρχει μεγάλη διαφορά, είπε ο Αγαθούλης. Γιατί η ελευθερία της +βουλήσεως....</p> + +<p>Συζητώντας έτσι φτάσανε στο Μπορντώ.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII<br /><br /> + +Τι τους συνέβηκε στη Γαλλία</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης έμεινε στο Μπορντώ τόσο μονάχα καιρό, όσος του χρειαζότανε να +πουλήση μερικά βότσαλα του Ελδοράδο και να πετύχη ένα καλό αμάξι με δυο +θέσεις, γιατί δε μπορούσε πια να στερηθή τον φιλόσοφό του Μαρτίνο· μονάχα +λυπήθηκε πολύ, που χωρίστηκε το πρόβατό του, αφήνοντάς το στην Ακαδημία των +επιστημών του Μπορντώ, η οποία έθεσε ως θέμα για το βραβείο κείνης της +χρονιάς «γιατί το μαλλί αυτού του προβάτου ήτανε κόκκινο»· και το βραβείο +δόθηκε σ' ένα σοφό από τη βόρεια Γαλλία, ο οποίος απόδειξε με το Α συν Β πλην Γ +δια Ζ, πως το πρόβατο ώφειλε νάναι κόκκινο και πως θα πεθάνη από βλογιά.</p> + +<p>Ωστόσο όλοι οι ταξιδιώτες, που συνάντησε στις ταβέρνες του δρόμου, του +λέγανε!</p> + +<p> — Πάμε στο Παρίσι.</p> + +<p>Αυτή η γενική σπουδή του γέννησε επί τέλους την επιθυμία να ιδή αυτήν την +πρωτεύουσα· δεν θ' απομακρυνότανε και πολύ από το δρόμο της Βενετίας.</p> + +<p>Μπήκε στην πόλη από το προάστειο του Σαιν-Μαρσώ και θάρρεψε, πως +βρισκότανε στο χειρότερο χωριό της Βεστφαλίας.</p> + +<p>Μόλις ο Αγαθούλης εγκαταστάθηκε σ' ένα ξένο δοχείο, τον έπιασε ελαφρός +πυρετός από τους πολλούς κόπους. Επειδή είχε στο δάχτυλο ένα τεράστιο διαμάντι +κ' είχανε παρατηρήση μέσα στις αποσκευές του μια βαλίζα τρομερά βαριά, +βρεθήκανε αμέσως γύρω του δυο γιατροί, χωρίς να τους καλέση, μερικοί +επιστήθιοι φίλοι, που δεν τον αφήσανε ποτές μόνο του, και δυο θρησκόληπτες +γυναίκες, που του ζεσταίνανε τις σούπες. Ο Μαρτίνος έλεγε:</p> + +<p> — Θυμούμαι, πως αρρώστησα κ' εγώ στο Παρίσι στο πρώτο μου ταξίδι· +ήμουνα πολύ φτωχός· έτσι δεν είχα ούτε φίλους, ούτε γυναίκες ούτε γιατρούς κ' +έγιανα.</p> + +<p>Εν τω μεταξύ χάρη στα γιατρικά και τις αφαίμαξες η αρρώστια του Αγαθούλη +χειροτέρεψε. Ένας παπάς της συνοικίας ήρθε με πολύ γλυκάδα να του ζητήση ένα +γραμμάτιο πληρωτέον στο νεκροφόρο. Ο Αγαθούλης αρνήθηκε· οι θρησκόληπτες +τον βεβαιούσαμε, πως ήτανε καινούργια μόδα· ο Αγαθούλης απάντησε, πως δεν +ήτανε καθόλου άνθρωπος της μόδας. Ο Μαρτίνος θέλησε να πετάξει απ' το +παράθυρο αυτόν τον κύριο. Ο παπάς ορκιζότανε πως δε θα θάψει τον Αγαθούλη· ο +Μαρτίνος ορκιζότανε, πως θα θάψη τον παπά, αν εξακολουθούσε να τους ζαλίζη. Ο +καυγάς άναψε: Ο Μαρτίνος αρπάζει τον παπά από τον ώμο και τον πετάει όξω· +αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο και τους κάνανε αγωγή.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης έγιανε· και κατά την ανάρρωσή του είχε πολύ καλή συντροφιά +στο φαγητό του. Παίζανε δυνατό παιχνίδι. Ο Αγαθούλης απορούσε πολύ, πώς ποτέ +δεν του ερχόντανε οι άσσοι· ο Μαρτίνος δεν απορούσε καθόλου!</p> + +<p>Μεταξύ εκεινών, που τόνε συργιανίζανε στην πόλη, ήτανε κ' ένας κοντός αββάς +Περιγουρδίνος, ένας απ' αυτούς τους πρόθυμους ανθρώπους, πάντα ευκίνητος +πάντα περιποιητικός, αδιάντροπος, χαηδευτικός, ικανός για όλα, απ' αυτούς που +παραμονεύουνε τους ξένους, όταν περνούνε, τους διηγούνται τη σκανταλιστική +ιστορία της πόλης και τους προσφέρουνε ηδονές σε οποιαδήποτε τιμή. Αυτός +οδήγησε πρώτα-πρώτα τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο στην Κομεντί· Παίζανε μια +νέα τραγωδία. Ο Αγαθούλης βρέθηκε καθισμένος πλάι σε μερικούς, που ξέραν από +τραγωδίες. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κλαίη σε σκηνές, παιγμένες τέλεια. Ένας από +τους ειδικούς, που ήτανε πλάι του, τούπε σε κάποιο διάλειμμα:</p> + +<p> — Έχετε πολύ άδικο να κλαίτε· αυτή η ηθοποιός είναι πολύ κακή· ο +ηθοποιός, που παίζει μαζί της, είναι πολύ χειρότερος· το έργο είναι ακόμα πιο +χειρότερο από τους ηθοποιούς· ο συγγραφέας δεν ξέρει λέξι αραβικά, κι' όμως η +σκηνή υποτίθεται στην Αραβία: Επί πλέον είναι ένας άνθρωπος, που δεν πιστεύει +στις έμφυτες ιδέες· θα σας φέρω αύριο είκοσι μπροσούρες εναντίον του.</p> + +<p> — Κύριε; πόσα θεατρικά έργα έχετε στη Γαλλία; είπε ο Αγαθούλης στον +αββά.</p> + +<p> — Πέντε έως έξι χιλιάδες.</p> + +<p> — Είναι πολλά; είπε ο Αγαθούλης. Πόσα απ' αυτά είνε καλά;</p> + +<p> — Δεκαπέντε έως δεκάξι; απάντησε ο άλλος.</p> + +<p> — Πολλά! είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Του Αγαθούλη του άρεσε πολύ μια ηθοποιός, που έπαιζε τη βασίλισσα +Ελισσάβετ, σε μια πολύ περολογική τραγωδία, που την παρασταίνουν κάποτε.</p> + +<p> — Αυτή η ηθοποιός είπε στο Μαρτίνο, μου αρέσει πολύ· ομοιάζει +υπερβολικά με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, θα χαιρόμουνα πολύ αν τήνε +γνώριζα.</p> + +<p>Ο Περιγουρδίνος αββάς προσεφέρθηκε να τον εισαγάγη στην ηθοποιό. Ο +Αγαθούλης, αναθρεμμένος στη Γερμανία, ρώτησε, ποια ήτανε η ετικέττα και πώς +φέρνονται στη Γαλλία προς τη βασίλισσα της Αγγλίας.</p> + +<p> — Κατά τις περιστάσεις, είπε ο αββάς. Στις επαρχίες τις πάνε στην +ταβέρνα· στο Παρίσι τις σέβονται, σαν είναι ωραίες, και τις πετούνε στα σκουπίδια, +σαν πεθαίνουνε.</p> + +<p> — Τις βασίλισσες στα σκουπίδια! είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος. Ο κύριος αββάς έχει δίκιο. Ήμουνα στο +Παρίσι, όταν η δεσποινίς Μονίμη πέρασε απ' αυτή τη ζωή στην άλλη. Της +αρνηθήκανε, όπως λεν εδώ, τις <b>τιμές της ταφής</b>, δηλ. το να σαπίση μ' +όλους τους ζητιάνους της συνοικίας σ' ένα άθλιο νεκροταφείο. Τη θάψανε χωριστά +από τους συντρόφους της στη γωνιά της οδού της Βουργουνδίας· αυτό θα της +εκόστισε πολύ, γιατί το πνεύμα της ήτανε πολύ ευγενικό.</p> + +<p> — Αυτό είνε μεγάλη αγένεια, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Τι θέλετε, είπε ο Μαρτίνος· οι εδώ κάτοικοι είν' έτσι κανωμένοι· όλες +τις αντιφάσεις, που μπορείτε να φανταστήτε, όλες τις δυνατές ασυμφωνίες θα τις +βρήτε στην κυβέρνηση, στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα θεάματα αυτού του +αλλόκοτου έθνους.</p> + +<p> — Είναι αλήθεια πως γελούνε πάντα στο Παρίσι; είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Ναι, είπε ο αββάς, αλλά σαν μανιακοί· γιατί κλαίονται για όλα +ξεσπώντας στα γέλια· επίσης κάνουνε γελώντας τις πιο μυσαρές πράξεις.</p> + +<p> — Ποιο ήτανε αυτό το χοντρογούρουνο, που μου κακολογούσε τόσο το +δράμα, που μ' έκανε να κλαίω, και τους ηθοποιούς, που μου αρέσανε τόσο;</p> + +<p> — Είν' ένας φαρμακόψυχος, που κερδίζει τη ζωή του κακολογώντας όλα +τα δράματα κι' όλα τα βιβλία· μισεί οποίον πετυχαίνει, όπως οι ευνούχοι μισούνε +τους άρτιους· είν' ένα απ' αυτά τα φίδια της φιλολογίας, που τρέφονται από λάσπη +και φαρμάκι· είν' ένας λιβελλογράφος.</p> + +<p> — Τι θα πει λιβελλογράφος; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Είν' ένας που κάνει φυλλάδες, ένας Φρερώνος. +(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>) +</p> + +<p>Έτσι ο Αγαθούλης, ο Μαρτίνος κι' ο Περιγουρδίνος, συνομιλούσανε απάνου στη +σκάλα βλέποντας να περνά ο κόσμος μετά το τέλος της παράστασης.</p> + +<p> — Αν και βιάζομαι πολύ να ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, είπε ο +Αγαθούλης, θάθελα όμως να δειπνήσω με τη δεσποινίδα Κλαιρόν, γιατί μου +φάνηκε θαυμαστή κοπέλλα.</p> + +<p>Ο αββάς δεν ήτανε άνθρωπος, που μπορούσε να πλησιάση τη δεσποινίδα +Κλαιρόν, η οποία έβλεπε μονάχα πρόσωπα της υψηλής περιωπής.</p> + +<p> — Είνε στα νεύρα της απόψε, είπε· μα θα λάβω την τιμή να σας +οδηγήσω σε μια κυρία καθώς πρέπει, όπου θα γνωρίσετε το Παρίσι, σα νάχατε +μείνει σ' αυτό τέσσερα χρόνια.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης, που ήτανε φυσικά περίεργος, δέχτηκε να τον οδηγήσουνε στην +κυρία αυτή, στο βάθος του προαστείου του Αγίου Ονωρίου. Παίζανε εκεί φαραώ. +Δώδεκα θλιβεροί πονταδόροι κρατούσανε στα χέρια μια τράπουλα με τσακισμένα +χαρτιά, όπου κάθε τσάκιση σήμαινε και μια χασούρα.</p> + +<p>Μια βαθιά σιωπή βασίλευε, ωχρότητα ήτανε απλωμένη στα πρόσωπα των +πονταδόρων, ανησυχία στου μπανκαδόρου η οικοδέσποινα καθισμένη πλάι στον +ανελέητον αυτό μπανκαδόρο, παρακολουθούσε με μάτια αλωπούς όλες τις +πάρολες και τα σιέτε, που κάθε παίχτης σημάδευε στα χαρτιά του τσακίζοντάς τα, +με μια προσεχτικότητα αυστηρή, μα ευγενική· και δε θύμωνε καθόλου από φόβο +μη χάση την πελατεία της.</p> + +<p>Η κυρία έλεγε πως ονομαζότανε μαρκησία Παρολινιάκ. Η κόρη της, ως +δεκαπέντε χρονών, ήτανε μαζί με τους πονταδόρους κι' ειδοποιούσε μ' ένα +κλείσιμο του ματιού τις διάφορες κατεργαριές των δυστυχισμένων αυτών +ανθρώπων, που προσπαθούνε να επανορθώσουνε μ' αυτό τον τρόπο τις +σκληρότητες της τύχης. Ο Περιγουρδίνος αββάς, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος +μπήκανε· κανείς δε σηκώθηκε, ούτε τους χαιρέτισε, ούτε τους είδε. Όλοι ήτανε +βαθύτατα απασχολημένοι με τα χαρτιά τους.</p> + +<p> — Η κυρία βαρώνη του Τούντερ-τεν-τρονκ ήτανε πιο φιλοφρονητική, +είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Ωστόσο ο αββάς πλησίασε στ' αυτί της κυρίας μαρκησίας, η οποία +μισοσηκώθηκε, ετίμησε τον Αγαθούλη μ' ένα χαριτωμένο μειδίαμα και το Μαρτίνο +με μια κίνηση της κεφαλής ολότελα αριστοκρατική· είπε να δώσουνε κάθισμα και +μια τραπουλόχαρτα στον Αγαθούλη, ο οποίος έχασε πενήντα χιλιάδες φράγκα σε +δυο τάγια· μεθ' ό δειπνήσανε πολύ εύθυμα, κι' όλοι θαυμάσανε, που ο Αγαθούλης +δεν ταράχτηκε από το χάσιμό του. Οι λακέδες λέγανε αναμεταξύ τους στη γλώσσα +των λακέδων:</p> + +<p> — Πρέπει νάναι κανένας άγγλος μυλόρδος!</p> + +<p>Το δείπνο ήτανε όπως τα περισσότερα δείπνα του Παρισιού: στην αρχή σιωπή, +κατόπι μια αντάρα από λόγια, που δε μπορεί κανείς να ξεχωρίση τίποτα, ύστερα +οικειότητες, οι περισσότερες ηλίθιες, ψεύτικα νέα, κακές κρίσεις, λίγη πολιτική και +πολλή κακολογία· μιλήσανε επίσης για τα καινούργια βιβλία.</p> + +<p> — Είδατε, είπε ο Περιγουρδίνος αββάς, το μυθιστόρημα του κυρίου +Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας;</p> + +<p> — Μάλιστα, απάντησε ένας από τους συνδαιτυμόνες, μα δε μπόρεσα να +το τελειώσω. Έχουμε πλήθος αδιάντροπα έντυπα, μα όλα μαζί δε φτάνουνε την +αδιαντροπιά του Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας. Είμαι τόσο αηδιασμένος από +τούτη την απειρία των μυσαρών βιβλίων, που μας πλημμυρούνε, ώστε αποφάσισα +να ποντάρω στο φαραώ.</p> + +<p> — Και τα «Ανάμικτα» του αρχιδιακόνου Τρουμπλέ, πώς σας φαίνονται; +είπε ο αββάς.</p> + +<p> — Α! είπε η κυρία ντε Παρολινιάκ, τι πληχτικός θνητός! Πώς σας λέγει με +σπουδαιότητα ό,τι όλος ο κόσμος το ξέρει. Πώς συζητεί σοβαρά ό,τι δεν αξίζει τον +κόπο ούτε ελαφρά να σημειωθή! Πώς ιδιοποιείται, δίχως πνεύμα, το πνεύμα των +άλλων! Πώς καταστρέφει ό,τι κλέβει! Πώς με αηδιάζει! Αλλά δε θα με αηδιάση πια· +είναι πολύ νάχη διαβάση κανείς λίγες σελίδες του αρχιδιακόνου.</p> + +<p>Ήτανε στο τραπέζι ένας κύριος σοφός, με καλαισθησία, που υποστήριζε ό,τι +έλεγε η Μαρκησία. Μιλήσανε κατόπιν για τραγωδίες· η κυρία ρώτησε, γιατί +υπάρχουνε τραγωδίες, που παίζονται κάποτε και που δε μπορεί κανείς να τις +διαβάση. Ο άνθρωπος με την καλαισθησία εξήγησε πολύ καλά, πως ένα έργο +μπορεί νάχη κάποιο ενδιαφέρο και καμιά αξία: Απόδειξε με λίγα λόγια, πως δεν +αρκεί ν' αναπτύξη κανείς μιαν ή δύο από τις <b>θέσεις</b> εκείνες, που βρίσκονται +σ' όλα τα μυθιστορήματα και που γοητεύουνε πάντα τους θεατές: Αλλά πρέπει +νάναι κανείς καινούργιος, χωρίς νάναι παράδοξος, συχνά υψηλός και πάντοτε +φυσικός, να γνωρίζη την ανθρώπινη καρδιά και να την κάμνη να μιλή· νάναι +μεγάλος ποιητής, χωρίς τα πρόσωπα του έργου να φαίνονται ποιητές· να γνωρίζη +τέλεια τη γλώσσα του, να τη μιλή καθαρά, με συνεχή αρμονία, χωρίς ποτέ η ρίμα +να ζημιώνη το νόημα. Όποιος, επρόσθεσε, δεν τηρεί αυτούς τους κανόνες, μπορεί +να κάνη μιαν ή δυο τραγωδίες, που να χειροκροτηθούνε στο θέατρο, μα [δεν] θα +λογαριαστή ποτέ μεταξύ των καλών συγγραφέων. Υπάρχουνε πολύ λίγες καλές +τραγωδίες! άλλες είναι διαλογικά ειδύλλια καλογραμένα, καλοριμαρισμένα· άλλες +είναι πολιτικές συζητήσεις, που αποκοιμίζουν ή πλατυασμοί αποκρουστικοί· άλλες +είναι όνειρα τρελλού σε ύφος βάρβαρο, κουβέντες κομμένες, μακρυές αποστροφές +προς τους θεούς, γιατί δεν ξέρουνε να μιλούνε στους ανθρώπους, ψεύτικοι +κομπασμοί, κοινοτυπίες πομπώδικες.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης άκουσε αυτήν την ομιλία με προσοχή, σχημάτισε μεγάλη ιδέα για +τον συζητητή! Κι' όπως η κυρία Μαρκησία είχε φροντίσει να τον βάλη πλάι της, +έγειρε στ' αυτί της και τη ρώτησε, ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, που μιλούσε τόσο +καλά!</p> + +<p> — Είν' ένας σοφός, είπε η κυρία, που δεν ποντάρει ποτές, και που ο +αββάς μου τόνε φέρνει κάποτε στο δείπνο. Γνωρίζει τέλεια το ζήτημα των +τραγωδιών και των βιβλίων, κ' έκαμε και μια τραγωδία που την σφυρίξανε, κ' ένα +βιβλίο, που κανένα του αντίτυπο δε βγήκε από το μαγαζί του εκδότη του, εξόν ένα, +που μου αφιέρωσε.</p> + +<p>Μεγάλος άνθρωπος! Είπε ο Αγαθούλης· είν' ένας δεύτερος Παγγλώσσης.</p> + +<p>Τότες γυρίζοντας προς αυτόν, του είπε:</p> + +<p> — Κύριε, πιστεύετε, χωρίς αμφιβολία, πως όλα είναι καλά στον ηθικό +και στο φυσικό κόσμο και πως τίποτα δε μπορούσε νάναι αλλιώτικα;</p> + +<p>Εγώ, κύριε, του απάντησε ο σοφός, δεν πιστεύω τίποτ' απ' όλα αυτά:</p> + +<p>Βρίσκω, πως όλα πάνε ανάποδα σε μας· πως κανείς δε ξέρει ούτε ποια είναι η +θέση του, ούτε ποια η δουλιά του, ούτε τι κάμνει, ούτε τι πρέπει να κάμνη κ' έξω +από το δείπνο, που είναι αρκετά εύθυμο κι' όπου φαίνεται αρκετή ενότητα, όλος ο +άλλος καιρός περνά με καυγάδες: Ζανσενίστες εναντίον μολινιστών, άνθρωποι του +παρλαμέντου εναντίον ανθρώπων της εκκλησίας, άνθρωποι των γραμμάτων +εναντίον ανθρώπων των γραμμάτων, αυλικοί εναντίον αυλικών, τραπεζίτες +εναντίον του λαού, γυναίκες εναντίον ανδρών, συγγενείς εναντίον συγγενών· είν' +ένας αιώνιος πόλεμος.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης του απάντησε:</p> + +<p> — Είδα πολύ χειρότερα· αλλ' ένας σοφός, που κατόπι του συνέβη το +δυστύχημα να τον κρεμάσουνε, μ' έμαθε, πως όλ' αυτά είναι θαυμάσια· οι ήσκιοι +ενός ωραίου πίνακος.</p> + +<p>Ο κρεμασμένος σας κορόιδευε τον κόσμο, είπε ο Μαρτίνος· οι ήσκιοι σας είναι +στίγματα φοβερά.</p> + +<p> — Οι άνθρωποι κάνουνε τα στίγματα, είπε ο Αγαθούλης, και δε +μπορούνε να κάνουνε και αλλιώς.</p> + +<p> — Ώστε δεν είναι δικό τους λάθος, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Οι περισσότεροι πονταδόροι, που δεν καταλαβαίνανε τίποτε απ' αυτά τα λόγια, +πίνανε· κι' ο Μαρτίνος συζήτησε με το σοφό, κι' ο Αγαθούλης διηγήθηκε μερικές +του περιπέτειες στην οικοδέσποινα.</p> + +<p>Μετά το δείπνο, η Μαρκησία οδήγησε τον Αγαθούλη στην κάμαρά της και τον +έβαλε να καθίση σ' έναν καναπέ.</p> + +<p> — Ε! καλά, του είπε, αγαπάτε πάντα τρελά τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη του +Τούντερ-τεν-τρονκ;</p> + +<p> — Μάλιστα, κυρία, απάντησε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Η Μαρκησία συνέχισε μ' ένα τρυφερό μειδίαμα.</p> + +<p> — Απαντάτε σαν ένας νέος της Βεστφαλίας· ένας Γάλλος θα μούλεγε: +είναι αλήθεια, πως αγάπησα την δεσποινίδα Κυνεγόνδη, αλλά βλέποντάς σας, +φοβούμαι, μη δεν την αγαπώ πια!</p> + +<p> — Αλίμονο! Κυρία, είπε ο Αγαθούλης, θ' απαντήσω, όπως σας +αρέσει.</p> + +<p> — Το πάθος σας γι' αυτήν άρχισε, όταν εσηκώσατε από χάμου το +μαντήλι της· επιθυμώ να μου σηκώσετε την καλτσοδέττα.</p> + +<p> — Μ' όλη μου την καρδιά, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Και τήνε σήκωσε.</p> + +<p> — Αλλ' επιθυμώ να μου την ξαναβάλετε στην θέση της, είπε η +κυρία.</p> + +<p>Κι' ο Αγαθούλης την ξανάβαλε.</p> + +<p> — Βλέπετε, είπε η κυρία, είστε ξένος! Κάμνω συχνά τους εραστές μου +του Παρισιού να ξεροσταλιάζουν επί δεκαπέντε μέρες, αλλά παραδίνομαι σε σας +από την πρώτη νύχτα, γιατί πρέπει να φανώ φιλόξενη σ' ένα νέον της +Βεστφαλίας.</p> + +<p>Η ωραία είχε παρατηρήσει δύο τεράστια διαμάντια στα δύο χέρια του νεαρού +ξένου και τα παίνεσε με τόση καλή πίστη, ώστε από τα δάχτυλα του Αγαθούλη +περάσανε στα δάχτυλα τα δικά της.</p> + +<p>Όταν ο Αγαθούλης έφυγε με τον αββά Περιγουρδίνο αισθάνθηκε κάποιες +τύψεις, που έκανε απιστία στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Ο κύριος αββάς +συμμερίστηκε τη στενοχώρια του. Πολύ λίγο είχε λάβει μέρος στις πενήντα χιλιάδες +λίβρες, πούχασε ο Αγαθούλης στα χαρτιά και στην αξία των δύο μπριλλαντιών, που +μισό τάδωσε, μισό του τα κλέψανε. Το σχέδιο του αββά ήτανε να εκμεταλλευτή, +όσο μπορούσε, τα πλεονεκτήματα, που τούδινε η γνωριμία του Αγαθούλη. Του +μίλησε πολύ για την Κυνεγόνδη· κι' ο Αγαθούλης του είπε, πως θα ζητούσε +συγγνώμη από την ωραία του για την απιστία, που της έκανε, όταν θα την έβλεπε +στη Βενετία.</p> + +<p>Ο Περιγουρδίνος διπλασίασε τις φιλοφρονήσεις, τις περιποιήσεις του κ' έδειχνε +τρυφερό ενδιαφέρο για ό,τι έλεγε ο Αγαθούλης, για ό,τι έκαμνε, για ό,τι ήθελε να +κάνη.</p> + +<p> — Έχετε λοιπόν, κύριε, του είπε, ραντεβού στη Βενετία;</p> + +<p> — Μάλιστα, κύριε αββά, απάντησε ο Αγαθούλης. Είναι απόλυτη ανάγκη +να πάω να συναντήσω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p>Τότε, καθώς τον ξανάπιασε η ευχαρίστηση να μιλή για ό,τι αγαπούσε, +διηγήθηκε, κατά την συνήθειά του, ένα μέρος από τις περιπέτειές του μ' αυτή τη +περίφημη Βεστφαλιανή.</p> + +<p> — Νομίζω, είπε ο αββάς, πως η δεσποινίς Κυνεγόνδη είναι πολύ έξυπνη +και γράφει χαριτωμένες επιστολές.</p> + +<p> — Ποτές δεν έλαβα επιστολή της, είπε ο Αγαθούλης: γιατί, φαντασθήτε, +επειδή με διώξαν από τον πύργο για τον έρωτά της, δε μπόρεσα να της γράψω· +λίγο κατόπι έμαθα, πως είχε πεθάνει, αργότερα την ξαναβρήκα και την ξανάχασα +και της έστειλα από δυόμιση χιλιάδες λεύγες έναν αγγελιοφόρο, από τον οποίον +περιμένω απάντηση.</p> + +<p>Ο αββάς άκουε προσεχτικά και φαινότανε λιγάκι ρεμβώδης. Αποχαιρέτησε σε +λίγο τους δυο ξένους, αφού πρώτα τους φίλησε τρυφερά. Την επομένη ο +Αγαθούλης έλαβε, μόλις ξύπνησε, μιαν επιστολή, που έλεγε τα εξής!</p> + +<p>« Κύριε πολυαγαπημένε μου. Δω κι' οχτώ μέρες είμαι άρρωστη σ' αυτήν εδώ +την πόλη· μαθαίνω, πως είστε και σεις εδώ· θα πετούσα στην αγκαλιά σας, αν +μπορούσα να κινηθώ. Έμαθα, πως περάσατε από το Μπορντώ· άφησα εκεί τον +πιστό το Κακαμπό και τη γριά, που σε λίγο θάρτουνε να με βρούνε. Ο κυβερνήτης +του Μπουένος Άυρες μου τα πήρε όλα, αλλά μου μένει η καρδιά σας. Ελάτε, η +παρουσία σας θα μου ξαναδώση τη ζωή ή θα με σκοτώση από χαρά. »</p> + +<p>Αυτή η χαριτωμένη επιστολή, αυτή η ανέλπιστη επιστολή, γέμισε ανέκφραστη +χαρά τον Αγαθούλη· η αρρώστια της αγαπημένης του Κυνεγόνδης τόνε βύθισε στη +λύπη.</p> + +<p>Μ' αυτά τα δυο αντίθετα συναισθήματα, παίρνει το χρυσάφι του και τα +διαμάντια του, βάζει να τον οδηγήσουνε με το Μαρτίνο στο ξενοδοχείο, που έμενε +η δεσποινίς Κυνεγόνδη. Μπαίνει τρέμοντας από τη συγκίνηση, η καρδιά του χτυπά, +η φωνή του πιάνεται· θέλει ν' ανοίξη τους μπερντέδες του κρεββατιού, ζητά να +φέρουνε φως.</p> + +<p>Μη για το Θεό, λέγει η υπηρέτρια, το φως θα τη σκοτώση!</p> + +<p>Και ξαφνικά κλείνει τους μπερντέδες.</p> + +<p> — Αγαπημένη μου Κυνεγόνδη, λέγει ο Αγαθούλης κλαίοντας, πώς είστε; +Αν δε μπορείτε να με ιδήτε, μιλήστε μου τουλάχιστο.</p> + +<p>Δε μπορεί να μιλήση, λέγει η υπηρέτρια.</p> + +<p>Τραβάει ένα χέρι καλοθρεμμένο από το κρεββάτι, που ο Άγάθούλης το πότιζε +πολύν καιρό με δάκρυα, το γεμίζει διαμάντια, αφήνοντας ένα σακκί γεμάτο +χρυσάφι απάνου στο κάθισμα.</p> + +<p>Απάνω στους ενθουσιασμούς του φτάνει ένας αστυνόμος ακολουθημένος από +τον Περιγουρδίνο αββά κι' από ένα απόσπασμα.</p> + +<p> — Να τους, λέγει, οι δυο ύποπτοι ξένοι!</p> + +<p>Τους πιάνει αμέσως και διατάζει τους γενναίους του να τους πάνε στη +φυλακή.</p> + +<p> — Δε μεταχειρίζονται έτσι τους ξένους στο Ελδοράδο, είπε ο +Αγαθούλης.</p> + +<p> — Είμαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά μανιχαίος, είπε ο +Μαρτίνος.</p> + +<p> — Αλλά, κύριε, πού μας πάτε; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Στο μπουδρούμι, απάντησε ο αστυνόμος.</p> + +<p>Ο Μαρτίνος ξανάβρε την ψυχραιμία του και σκέφτηκε, πως η κυρία, που +έκαμνε την Κυνεγόνδη, ήτανε μια λωποδύτισσα, ο κύριος Περιγουρδίνος αββάς +ένας λωποδύτης, κι' ο αστυνόμος ένας άλλος λωποδύτης, από τον οποίον θα +μπορούσαν εύκολα να γλυτώσουνε.</p> + +<p>Αντί να υποβληθη στις διατυπώσεις της δικαιοσύνης, ο Αγαθούλης, φωτισμένος +από τη συμβουλή του Μαρτίνου, κ' εξ άλλου πάντα ανυπόμονος να ιδή την αληθινή +Κυνεγόνδη, προτείνει στον αστυνόμο τρία μικρά διαμάντια, που καθένα θα κόστιζε +τρεις χιλιάδες πιστόλες πάνου-κάτου.</p> + +<p>Α! κύριε, είπε ο άνθρωπος με το φιλντισένιο μπαστούνι, κι' αν είχετε κάνει όλα +τα εγκλήματα, που μπορεί να φανταστή κανείς, είστε ο πιο έντιμος άνθρωπος του +κόσμου! Το καθένα τρείς χιλιάδες πιστόλες! Κύριε, μπορώ να σκοτωθώ για σας, +αντί να σας οδηγήσω στη φυλακή. Πιάνουν όλους τους ξένους, αλλ' αφήστε σε +μένα την υπόθεση· έχω έναν αδερφό στη Λιέππη της Νορμανδίας, θα σας στείλω +εκεί, κι' αν έχετε κανένα διαμάντι να του δώσετε, θα σας φροντίση, όπως κ' +εγώ.</p> + +<p> — Και γιατί πιάνουν όλους τους ξένους; ρώτησε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Ο Περιγουρδίνος αββάς, έλαβε τότε το λόγο, και είπε:</p> + +<p> — Γιατί ένας ζητιάνος από τη χώρα της Ατρεβατίας άκουσε να λέμε +ανοησίες· αυτό μονάχα τον ώθησε σε πατροχτονία, όχι όπως εκείνη του 1610, το +Μάη το μήνα, αλλά σαν εκείνη του 1594 το μήνα Δεκέμβρη, και σαν εκείνες άλλων +χρόνων κι' άλλων μηνών από άλλους αλήτες, που είχαν ακούσει ανοησίες.</p> + +<p>Ο αστυνόμος τότες εξήγησε τι συνέβαινε.</p> + +<p> — Α! τα τέρατα! φώναξε ο Αγαθούλης. Τέτοιες φρικαλεότητες σ' ένα +λαό, που χορεύει και τραγουδεί! Δε θα μπορέσω να φύγω, όσο το γρηγορώτερο απ' +αυτό τον τόπο, όπου μαϊμούδες και τίγρεις παίζουνε μαζί. Είδα αρκούδες στον +τόπο μου· ανθρώπους είδα μόνο στο Ελδοράδο.</p> + +<p> — Για τόνομα του Θεού, κύριε αστυνόμε, στείλε με στη Βενετία, όπου +πρέπει να περιμένω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Δε μπορώ να σας στείλω αλλού παρά στην Κάτω Νορμανδία, είπε ο +σακαράκας.</p> + +<p>Αμέσως λέγει να του βγάλουνε τα σίδερα, λέγει πως έκανε λάθος, διώχνει τους +ανθρώπους του κι' οδηγεί στη Διέππη τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο και τους +αφήνει στα χέρια του αδερφού του.</p> + +<p>Υπήρχε στο λιμάνι ένα μικρό καΐκι ολλανδικό.</p> + +<p>Ο Νορμανδός, χάρη σε άλλα τρία μικρά διαμάντια έγινε ο πιο φιλοφρονητικός +άνθρωπος του κόσμου, μπαρκαρίζει τον Αγαθούλη και τους ανθρώπους του στο +καΐκι, που επρόκειτο να κάνη πανιά για το Πόρτσμουθ της Αγγλίας. Δεν ήτανε +βέβαια ο δρόμος της Βενετίας· αλλ' ο Αγαθούλης πίστευε, πως θα γλύτωνε από την +κόλαση· κ' ελογάριαζε να ξαναπάρη το δρόμο για τη Βενετία σε πρώτη +ευκαιρία.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIII.<br /><br /> + +Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος τραβάνε για τις αχτές της Αγγλίας. Τι βλέπουν +εκεί.</h4> + +<p> +<br /> + — Αχ! Παγγλώσση! Παγγλώσση! Αχ! Μαρτίνιε, Μαρτίνε! Αχ! αγαπημένη μου +Κυνεγόνδη! Τι είναι αυτός ο κόσμος; λέγει ο Αγαθούλης απάνου στο ολλανδικό +καράβι.</p> + +<p> — Κάτι τρελό κι' απαίσιο, απαντούσε ο Μαρτίνος.</p> + +<p> — Γνωρίζετε την Αγγλία; Είναι κ' εκεί έτσι τρελοί, όπως στη Γαλλία;</p> + +<p> — Άλλου είδους τρελοί, είπε ο Μαρτίνος. Ξέρετε, πως αυτά τα δύο έθνη +βρίσκονται σε πόλεμο για λίγα στρέμματα χιόνια προς το μέρος του Καναδά, και +πως ξοδεύουνε γι' αυτό τον πόλεμο πολύ περισσότερα απ' όσο κοστίζει ολόκληρος +ο Καναδάς; Το να σας πω ακριβώς σε ποιόν τόπο υπάρχουνε περισσότεροι για +δέσιμο, η ασθενής μου μόρφωση δε μου το επιτρέπει· ξέρω μονάχα, πως γενικά οι +άνθρωποι, που θα ιδούμε, είναι υπερβολικά χολερικοί.</p> + +<p>Μιλώντας έτσι ζυγώσανε στο Πόρτσμουθ· πλήθος κόσμου είχε γεμίσει την +παραλία και παρατηρούσε με προσοχή έναν άνθρωπο πολύ χοντρό γονατισμένο, +με τα μάτια δεμένα, πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου του στόλου· τέσσερις +στρατιώτες, τοποθετημένοι απέναντί του, του τραβήξανε καθένας τρεις σφαίρες +στο κρανίο, με τον πιο γαλήνιο τρόπο του κόσμου· κι' όλος ο συναθροισμένος λαός +γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος.</p> + +<p> — Τι ναι λοιπόν όλ' αυτά; φώναξε ο Αγαθούλης· και ποιος δαίμονας +εξουσιάζει παντού;</p> + +<p>Ρώτησε ποιος ήτανε αυτός ο χοντρός άνθρωπος, που τον σκοτώσανε με τόση +πομπή.</p> + +<p> — Είν' ένας ναύαρχος, του απαντήσανε.</p> + +<p> — Και γιατί τον σκοτώσανε αυτόν το ναύαρχο;</p> + +<p> — Γιατί δε σκότωσε πολύν κόσμο εναυμάχησε μ' ένα Γάλλο ναύαρχο κι' +αποδείχθηκε, πως δεν τον επλησίασε αρκετά.</p> + +<p> — Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, ο γάλλος ναύαρχος ήτανε τόσο μακρυά από +τον άγγλο, όσο τούτος από τον άλλον!</p> + +<p> — Αυτό είναι αναμφισβήτητο, του αποκριθήκανε· μα σ' αυτόν τον τόπο +θεωρείται καλό, από καιρό σε καιρό να σκοτώνουν ένα ναύαρχο για να κάνουνε +γενναίους τους άλλους.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης τόσο ταράχθηκε και τόσο αγανάχτησε απ' ό,τι έβλεπε, ώστε δε +θέλησε ούτε να πατήση το πόδι του στη στεριά και συμφώνησε με τον ολλανδό +πλοίαρχο (κι' ας τον έκλεβε κι' αυτός σαν τον άλλον του Σουρινάμ), για να τον φέρη +χωρίς αναβολή στη Βενετία.</p> + +<p>Ο πλοίαρχος ετοιμάστηκε σε δυο μέρες· περάσανε πλάι από τις ακτές της +Γαλλίας· περάσαν αντίκρα από τη Λισσαβώνα κι' ο Αγαθούλης ανατρίχιασε. +Μπήκανε στα στενά του Γιβραλτάρ και στη Μεσόγειο, και τέλος φτάσανε στη +Βενετία.</p> + +<p> — Ευλογητός ο Θεός! είπε ο Αγαθούλης, αγκαλιάζοντας το Μαρτίνο. +Εδώ θα ξαναϊδώ την ωραία Κυνεγόνδη. Έχω πεποίθηση στον Κακαμπό, και στον +εαυτό μου. Όλα είναι καλά, όλα πάνε καλά, όλα πάνε όσο το δυνατό +καλύτερα!</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIV<br /><br /> + +Περί Πακέττας και του αδελφού Γαρουφάλη.</h4> + +<p> +<br /> +Μόλις ήρθε στη Βενετία, ζήτησε τον Κακαμπό σ' όλες τις ταβέρνες, σ' όλα τα +καφενεία, σ' όλα τα πορνεία, και δεν τον βρήκε πουθενά. Έστελνε κάθε μέρα να +ψάχνουν όλα τα καράβια κι' όλες τις βάρκες· καμιά είδηση από τον Κακαμπό!</p> + +<p> — Πώς! έλεγε στο Μαρτίνο, είχα τον καιρό να περάσω από το Σουρινάμ +στο Μπορντώ, να πάω από το Μπορντώ στο Παρίσι, από το Παρίσι στη Διέππη, από +τη Διέππη στο Πόρτσμουθ, να παραπλεύσω την Πορτογαλία και την Ισπανία, να +διασχίσω όλη τη Μεσόγειο, να μείνω μερικούς μήνες στη Βενετία, κ' η ωραία +Κυνεγόνδη δεν ήρθε ακόμα!</p> + +<p>Συνάντησα, αντίς αυτήν, μιαν τιποτένια, κι' έναν περιγουρδίνο αββά! Η +Κυνεγόνδη πέθανε χωρίς άλλο! Δε μου μένει παρά να πεθάνω. Αχ πόσο θάτανε +καλύτερα νάμενα στον παράδεισο του Ελδοράδο παρά να γυρίσω σ' αυτήν την +καταραμένη Ευρώπη. Πόσο έχετε δίκιο, καλέ μου Μαρτίνε! Όλα είναι πλάνη και +συφορά!</p> + +<p>Τον έπιασε μαύρη μελαγχολία και δεν έλαβε μέρος στην όπερα alla moda ούτε +στις άλλες διασκεδάσεις του καρναβαλιού· ούτε μια γυναίκα δεν τούδωσε τον +παραμικρότερο πειρασμό. Ο Μαρτίνος του είπε:</p> + +<p> — Είστε πολύ απλοϊκός, αλήθεια, να φαντάζεστε πως ένας υπηρέτης +μιγάς, πόχει πέντε ως έξι εκατομμύρια στις τσέπες του, θα πάη να ζητήση την +ερωμένην σας στην άκρη του κόσμου, για να σας τήνε φέρη στη Βενετία. Θα την +πάρη για τον εαυτό του, αν την εύρη: αν δεν την εύρη, θα πάρη μιαν άλλη: σας +συμβουλεύω να ξεχάστε τον υπηρέτη σας τον Κακαμπό και την ερωμένη σας την +Κυνεγόνδη.</p> + +<p>Αλλά τα λόγια αυτά δεν παρηγορήσανε τον Αγαθούλη. Η μελαγχολία του +μεγάλωσε κι' ο Μαρτίνος δεν έπαυε να του αποδείχνη, πως υπήρχε πολύ λίγη +αρετή και πολύ λίγη ευτυχία πάνω στη γη, εξόν από το Ελδοράδο, όπου όμως +κανείς δε μπορούσε να πάη.</p> + +<p>Ενώ συζητούσανε γι' αυτό το σπουδαίο θέμα, περιμένοντας πάντα την +Κυνεγόνδη, ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα νεαρό θεατίνο +(<sup><a href="#fn5" id="ref5">5</a></sup>) + στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, που κρατούσε στο μπράτσο του μια κοπέλλα. Ο +θεατίνος φαινότανε πολύ δροσερός, παχουλός, δυνατός. Τα μάτια του λάμπανε, το +ύφος του ήτανε όλο πεποίθηση, το ανάστημά του ψηλό, το βάδισμά του +περήφανο. Η κοπέλλα ήτανε πολύ όμορφη και τραγουδούσε· κύτταζεν ερωτικά το +θεατίνο της και από καιρό σε καιρό του τσιμπούσε τα παχυά του μάγουλα.</p> + +<p> — Θα παραδεχτήτε, τουλάχιστο, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, πως +αυτοί εδώ οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι. Έως τώρα σ' όλη την οικουμένη βρήκα, +εξόν από το Ελδοράδο, μονάχα δυστυχισμένους, μα γι' αυτή την κοπέλα και για +τούτο τον θεατίνο στοιχηματίζω, πως είναι πολύ ευτυχισμένα πλάσματα.</p> + +<p> — Στοιχηματίζω, πως όχι! είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p> — Παρακάλεσέ τους, αν θέλης, είπε ο Αγαθούλης, να δειπνήσουνε μαζί +μας και θα ιδής, αν γελιέμαι.</p> + +<p>Ευθύς τους πλησιάζει, τους χαιρετά και τους προσκαλεί νάρθουνε στο +ξενοδοχείο του να φάνε μακαρόγια, πέρδικες της Λομβαρδίας, χαβιάρι μαύρο, και +να πιούνε κρασί του Μοντεπουλστιάνο, δάκρυα του Χριστού, κυπριώτικο και +σαμιώτικο.</p> + +<p>Η δεσποινίς κοκκίνησε, ο θεατίνος δέχτηκε κ' εκείνη τον ακολούθησε +κοιτάζοντας τον Αγαθούλη μ' έκπληξη και ταραχή, ενώ δάκρυα θαμπώνανε τα +μάτια της. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο του Αγαθούλη, τούπε:</p> + +<p> — Πώς λοιπόν, κύριε Αγαθούλη, δεν αναγνωρίζετε πια την Πακέττα;</p> + +<p>Σ' αυτά τα λόγια ο Αγαθούλης, που δεν την είχε έως τώρα προσέξει, +απάντησε:</p> + +<p> — Αλίμονο, δυστυχισμένο μου παιδί, σεις λοιπόν εφέρατε τον δόχτορα +Παγγλώσση στα όμορφα χάλια, που τον είδα;</p> + +<p> — Αλίμονο, κύριε, είμ' εγώ, είπε η Πακέττα. Βλέπω, πως τάχετε +πληροφορηθή όλα. Έμαθα όλα τα τρομερά δυστυχήματα, που πέσανε σ' το σπίτι +της κυρίας Βαρωνέσσας και στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Σας ορκίζομαι, πως η μοίρα +μου δεν υπήρξε λιγώτερο θλιβερή. Ήμουνε πολύ αθώα, όταν με γνωρίσατε. Ένας +κορδελιέρος, που ήτανε ο εξομολογητής μου, με πλάνεψε. Οι συνέπειες υπήρξανε +φριχτές· βρέθηκα στην ανάγκη να φύγω από τον πύργο λίγο αργότερα από τότε, +που ο κύριος βαρώνος σας είχε διώξει με δυνατές κλωτσιές στον πισινό. Αν ένας +περίφημος γιατρός δε με λυπότανε, θα πέθαινα. Έκανα λίγον καιρό, από +ευγνωμοσύνη, μαιτρέσσα αυτού του γιατρού. Η γυναίκα του, που λύσσαε από +ζήλεια, μ' έδερνε κάθε μέρα ανελέητα· ήτανε μανιακή. Αυτός ο γιατρός ήτανε ο πιο +άσχημος απ' όλους τους άντρες κ' εγώ η πιο δυστυχισμένη απ' όλα τα πλάσματα, +αφού έτρωγα ξύλο για έναν άντρα, που δεν τον αγαπούσα. Ξέρετε, κύριε, πόσο +είναι επικίνδυνο, για μια ζηλιάρα νάναι γυναίκα γιατρού. Αυτός, μην υποφέροντας +τις γκρίνιες της, της έδωσε μια μέρα, για να τη γιατρέψη από κάποιο μικρό συνάχι, +ένα γιατρικό τόσο αποτελεσματικό, που πέθανε σε δυο ώρες με φριχτούς +σπασμούς. Οι γονείς της κυρίας καταγγείλανε το γιατρό για φόνο κ' εκείνος +τόσκασε κρυφά, μα βάλανε μένα στη φυλακή. Η αθωότητά μου δε θα μ' έσωζε, αν +δεν ήμουνα λιγάκι όμορφη. Ο δικαστής μ' απάλλαξε με τον όρο να διαδεχτή το +γιατρό. Σε λίγο με υποσκέλισε μια άλλη, με διώξανε χωρίς να με πλερώσουνε κι' +αναγκάστηκα να εξακολουθήσω αυτό το απαίσιο επάγγελμα, που σας αρέσει τόσο +εσάς των αντρών και που είναι για μας άβυσσο αθλιότητας. Ήρθα να εξασκήσω την +εργασία μου στη Βενετία. Αχ! κύριε, δε μπορείτε να φανταστήτε, τι θα πη νάσαστε +υποχρεωμένη να χαηδεύετε με την ίδια αδιαφορία ένα γέρο έμπορο, ένα δικηγόρο, +έναν καλόγερο, ένα γονδολιέρο, έναν αββά· νάσαστε εκθεμένη σ' όλους τους +εξευτελισμούς, σ' όλους τους διασυρμούς· να καταντάτε συχνά στο σημείο να +δανείζεστε ένα πουκάμισο για να πηγαίνετε να σας το σηκώνη ένας άντρας +συχαμερός: να σας κλέβη ο ένας, ό,τι κερδίσατε από τον άλλο· να σας φορολογούν +οι αστυνόμοι και να σας περιμένουνε στο βάθος του μέλλοντός σας φριχτά +γηρατειά, ένα νοσοκομείο και μια κοπριά, ε! τότε θα συμπεράνετε, πως είμαι ένα +από τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα του κόσμου.</p> + +<p>Έτσι η Πακέττα άνοιγε την καρδιά της στον καλόν Αγαθούλη, μέσα σ' ένα +δωμάτιο, μπροστά στο Μαρτίνο, ο οποίος έλεγε στον Αγαθούλη.</p> + +<p> — Βλέπετε, πως έχω κερδίσει έως τώρα το μισό στοίχημα.</p> + +<p>Ο αδελφός Γαρουφάλης είχε μείνει στην τραπεζαρία κ' έπινε από λίγο- λίγο +προσμένοντας το δείπνο.</p> + +<p> — Αλλά, είπε ο Αγαθούλης στην Πακέττα, είχατε το ύφος τόσο εύθυμο, +τόσο ευχαριστημένο, όταν σας συνάντησα, τραγουδούσατε, χαηδεύατε το θεατίνο +με μια χάρη ολότελα φυσική· μου φανήκατε τόσο ευτυχισμένη, όσο τώρα λέτε, πως +είσαστε δυστυχισμένη.</p> + + +<p> — Αχ! κύριε, απάντησε η Πακκέττα, κι' αυτό ακόμα είναι μια από της +αθλιότητες του επαγγέλματος. Χτες μ' έκλεψε και μ' έδειρε ένας αξιωματικός και +πρέπει σήμερα να φαίνομαι, πως έχω κέφι, για ν' αρέσω σ' έναν καλόγερο.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης δε ζήτησε περισσότερα· ωμολόγησε, πως ο Μαρτίνος είχε δίκιο. +Καθήσανε στο τραπέζι με την Πακέττα και το θεατίνο· το δείπνο στάθηκε πολύ +ευχάριστο και στο τέλος μιλήσανε με κάμποση εμπιστοσύνη.</p> + +<p> — Πατέρα μου, είπε ο Αγαθούλης στον καλόγερο, μου φαίνεστε, πως η +μοίρα σας έχει ευνοήσει σε βαθμό, που όλοι να σας ζηλεύουνε· Το άνθος της +υγείας λάμπει στο πρόσωπό σας, η φυσιογνωμία σας δείχνει την ευδαιμονία· έχετε +μια πολύ ωραία κοπέλλα για να σας διασκεδάζη, και μοιάζετε πολύ +ευχαριστημένος, που είσαστε θεατίνος.</p> + +<p> — Μα την πίστη μου, είπε ο αδελφός Γαρουφάλης θα πεθυμούσα όλ' οι +θεατίνοι να πνιγούνε στο βάθος της θάλασσας. Εκατό φορές μου ήρθε ο πειρασμός +να βάλω φωτιά στο μοναστήρι και να πάω να γίνω τούρκος. Οι γονείς μου με +αναγκάσανε στην ηλικία των δεκαπέντε μου χρόνων, να ζωστώ αυτό το απαίσιο +ράσο, για ν' αφήσουνε περισσότερη περιουσία σ' έναν καταραμένο μεγαλύτερο +αδερφό μου, που άμποτες ο Θεός να τον πνίξη!</p> + +<p>Η ζήλεια, η διχόνοια, η λύσσα, κατοικούνε στα μοναστήρια. Είναι αλήθεια, πως +έβγαλα μερικούς κακούς λόγους, από τους οποίους κέρδισα λίγα χρήματα, αλλ' ο +ηγούμενος μούκλεψε τα μισά· τα υπόλοιπα τα διαθέτω να διατηρώ γυναίκες· αλλ' +όταν επιστρέφω το βράδυ στο μοναστήρι, είμ' έτοιμος να σπάσω το κεφάλι μου +στους τοίχους του κοιτώνα· κι' όλοι οι συνάδερφοι μου έχουνε την ίδια +επιθυμία.</p> + +<p>Ο Μαρτίνος γυρίζοντας προς τον Αγαθούλη με τη συνειθισμένη του +ψυχραιμία:</p> + +<p> — Ε! λοιπόν του λέγει, κέρδισα όλο το στοίχημα!</p> + +<p>Ο Αγαθούλης έδωσε δυο χιλιάδες πιάστρα στην Πακέττα και χίλια στον αδερφό +Γαρουφάλη.</p> + +<p> — Σας απαντώ, είπε, πως μ' αυτά τα χρήματα τους έκανα ευτυχείς.</p> + +<p> — Δεν το πιστεύω καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· θα τους κάνετε μ' αυτά τα +χρήματα πολύ πιο δυστυχείς.</p> + +<p> — Ας γίνη ό,τι θέλη· αλλ' ένα πράγμα με παρηγορεί: βλέπω, πως +ξαναβρίσκει κανείς συχνά πρόσωπα που δεν έλπιζε ποτές να τα συναντήση. Είναι +πολύ πιθανό, αφού ξαναβρήκα το κόκκινό μου πρόβατο και την Πακέττα, να +ξανασυναντήσω επίσης την Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος, να σας δώση μιαν ημέρα την ευτυχία· αλλά +γι' αυτό αμφιβάλλω πολύ.</p> + +<p> — Είστε πολύ σκληρός, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Γιατί έχω ζήσει πολύ, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p> — Αλλά παρατηρήστε αυτούς τους γονδολιέρους, είπε ο Αγαθούλης· +τραγουδούν ακατάπαυτα.</p> + +<p> — Να τους ιδήτε σπίτι τους με τις γυναίκες τους και τα κουτσούβελά +τους, είπε ο Μαρτίνος. Ο δόγης έχει τις πίκρες του, οι γονδολιέροι τις δικές τους. +Είναι αλήθεια, πως γενικά η τύχη ενός γονδολιέρου είναι προτιμότερη από του +δόγη· αλλά βλέπω τη διαφορά τόσο ασήμαντη, ώστε δεν αξίζει τον κόπο να +σημειωθή.</p> + +<p> — Μιλούνε, είπε ο Αγαθούλης, για κάποιον συγκλητικό Ποκοκουράντη, +που κατοικεί σ' αυτό το ωραίο παλάτι στη Μπρέντα και που δέχεται αρκετά +φιλόφρονα τους ξένους. Ισχυρίζονται πως είναι ένας άνθρωπος, που δε γνώρισε +ποτέ πίκρες.</p> + +<p> — Θάθελα να ιδώ ένα τόσο σπάνιο ον, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης αμέσως έστειλε να ζητήση την άδεια από τον εξοχώτατο +Ποκοκουράντη να πάη την επομένη να τον επισκεφθή.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV<br /><br /> + +Επίσκεψη στου Άρχοντα Ποκοκουράντη Βενετσάνου άρχοντα.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πήγανε με γόνδολα στη Μπρέντα και φτάσανε στο +παλάτι του άρχοντα Ποκοκουράντη. Οι κήποι ήταν εξαίσιοι και στολισμένοι με +ωραία μαρμάρινα αγάλματα· του παλατιού η αρχιτεχτονική κομψότατη. Ο +οικοδεσπότης, ηλικίας εξήντα χρονών, υποδέχτηκε πολύ ευγενικά τους δύο +περίεργους αλλά με πολύ ολίγη προθυμία, κι' αυτό σύγχισε τον Αγαθούλη και δεν +άρεσε του Μαρτίνου.</p> + +<p>Και πρώτα-πρώτα δυο κορίτσια καθαροντυμένα σερβίρανε σοκολάτα καλά +αφρισμένη. Ο Αγαθούλης δεν κρατήθηκε από το να επαινέση την ομορφιά, τους +καλούς τρόπους και την επιδεξιωσύνη τους.</p> + +<p> — Είναι πολύ καλά κορίτσια, είπε ο συγκλητικός Ποκοκουράντης: τις +βάζω κάποτε να κοιμούνται στο κρεββάτι μου γιατί μαι πολύ αηδιασμένος από τις +κυράδες της πολιτείας, από τις κοκκεταρίες τους, τις ζήλιες τους, τους καυγάδες +τους, τα νεύρα τους, τις μικρολογιές τους, τις αλαζονείες τους, τις ανοησίες τους κι +από τα σονέττα, που πρέπει να τις κάμνω ή να παραγγέλω να τις κάμνουν: αλλά μ' +όλα αυτά, κι' αυτές η δυο κοπέλλες αρχίζουνε να μου γίνονται κουραστικές.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης μετά το γεύμα περιδιαβάζοντας μέσα σε μια μακρυά γαλαρία, +θαύμαζε την ομορφιά των ζωγραφικών πινάκων. Ρώτησε ποιανού μεγάλου τεχνίτη +ήτανε οι δυο πρώτοι.</p> + +<p> — Είναι του Ραφαήλου, είπε ο συγκλητικός· τους αγόρασα πολύ ακριβά +από ματαιότητα δω και λίγα χρόνια· λέγουν, πως είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στην +Ιταλία, αλλά μένα δε μου αρέσουνε καθόλου: το χρώμα είναι πολύ σκοτεινό, τα +πρόσωπα δεν είναι αρκετά στρογγυλεμένα και δεν ξεκόβουν αρκετά· οι ενδυμασίες +δε φαίνονται καθόλου νάναι από ύφασμα: με ένα λόγο, ό,τι κι' αν λένε, δε βρίσκω +σ' αυτές μιαν αληθινή ομοιότητα με τη φύση: αλλά τέτοιου είδους δεν υπάρχουν. +Έχω πολλούς πίνακες, μα δεν τους προσέχω πια.</p> + +<p>Ενώ περιμένανε το δείπνο, ο Ποκοκουράντης έβαλε να παίξουνε ένα κοντσέρτο. +Ο Αγαθούλης βρήκε τη μουσική υπέροχη.</p> + +<p> — Αυτός ο θόρυβος, είπε ο Ποκοκουράντης, ημπορεί να διασκεδάση για +μισή ώρα· αλλ' αν βαστάξει περισσότερο, κουράζει όλους, αν και κανείς δεν τολμά +να το ομολογήση. Η μουσική σήμερα είναι μονάχα η τέχνη, που εκτελεί πράγματα +δύσκολα· ό,τι είναι δύσκολο, δε μπορεί ναρέση πολλή ώρα.</p> + +<p>Θα προτιμούσα ίσως την όπερα, αν δεν είχαν εύρει, το μυστικό να φτιάνουνε +τερατουργήματα που μ' εξοργίζουν. Όποιος θέλει ας πηγαίνη να βλέπη κακές +τραγωδίες βαλμένες σε μουσική, καμωμένες για ένα ή δυο γελοία τραγούδια, όπου +δοκιμάζεται η αξία του λαρυγγιού μιας ηθοποιού· ας χλωμιαίνη από ηδονή όποιος +θέλει ή οποίος μπορεί, βλέποντας ένα μουνούχο να τσαμπουνά το ρόλο του +Καίσαρα ή του Κάτωνα και να περιφέρεται μ' ένα ύφος αδέξιο πάνου στα σανίδια: +όσο για μένα έπαψα από πολύν καιρό να ενδιαφέρομαι γι' αυτές τις μιζέριες, που +αποτελούνε σήμερα τη δόξα της Ιταλίας και που οι ηγεμόνες τις πληρώνουνε τόσο +ακριβά.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης το αμφισβήτησε λιγάκι, αλλά με πολλή διάκριση. Ο Μαρτίνος +ήτανε τέλεια σύμφωνος με το συγκλητικό.</p> + +<p>Καθίσανε στο τραπέζι· και μετά ένα έξοχο δείπνο, περάσανε στη βιβλιοθήκη. Ο +Αγαθούλης βλέποντας έναν Όμηρο μεγαλόπρεπα δεμένο, παίνεσε τον +εκλαμπρότατο για την καλαισθησία του.</p> + +<p> — Να! ένα βιβλίο, που ήταν η απόλαυση του δόχτορα Παγγλώσση, του +καλύτερου φιλοσόφου της Γερμανίας.</p> + +<p> — Δεν είναι και δική μου, είπε ψυχρά ο Ποκοκουράντης: με κάνανε +άλλοτες να πιστεύω, πως ευχαριστιόμουνα διαβάζοντάς τον· αλλ' αυτή η συνεχής +επανάληψη μαχών, που όλες μοιάζουν αναμεταξύ τους, αυτοί οι θεοί που +ενεργούνε πάντα, χωρίς να κάμνουνε τίποτε το οριστικό, αυτή η Ελένη, που είναι η +αιτία του πολέμου και που μόλις εμφανίζεται στο έργο· αυτή η Τροία, που την +πολιορκούνε και δεν την κυριεύουνε ποτέ· όλ' αυτά μου προξενούσανε την πιο +θανάσιμη πλήξη. Ρώτησα μερικούς σοφούς, αν έπλητταν όσο κι' εγώ σ' αυτό το +διάβασμα: όλοι οι ειλικρινείς άνθρωποι μου ομολογήσανε, πως το βιβλίο τους +έπεφτε απ' τα χέρια, αλλ' έπρεπε πάντα να το έχουνε στη βιβλιοθήκη, σαν ένα +μνηνείο της αρχαιότητας, όπως αυτά τα σκουριασμένα νομίσματα, που δεν +περνούνε πια.</p> + +<p> — Η εξοχότητά σας σκέπτεται τα ίδια και για το Βιργίλιο; ρώτησε ο +Αγαθούλης,</p> + +<p> — Παραδέχομαι, είπε ο Ποκοκουράντης, πως το δεύτερο, το τέταρτο και +το έχτο βιβλίο της Αινειάδας του είναι έξοχα· αλλά για τον ευσεβή του Αινεία, το +δυνατό Κλοάνθη και το φίλο του τον Αχάτη και το μικρόν Ασκάνιο και τον ηλίθιο +βασιλιά Λατίνο και τη χωριάτισσα Αμάτα και την άνοστη Λαβινία, πιστεύω, πως δεν +υπάρχει τίποτε πιο κρύο και πιο δυσάρεστο. Προτιμώ τον Τάσσο και τους μύθους +του Αριόστου, που σε κάνουνε να κοιμάσαι όρθιος.</p> + +<p> — Να τολμήσω να σας ρωτήσω, κύριε, είπε ο Αγαθούλης, αν δε σας +δίνει μεγάλη ευχαρίστηση το διάβασμα του Ορατίου;</p> + +<p> — Έχει γνωμικά, είπε ο Ποκοκουράντης, που μπορούνε να ωφελήσουν +έναν άνθρωπο του κόσμου και που όντας βαλμένα σε στίχους ενεργητικούς, +χαράζονται ευκολώτερα στη μνήμη: αλλά λίγο μ' ενδιαφέρει το ταξίδι του στο +Βρινδήσιο κ' η περιγραφή του ενός κακού δείπνου κ' οι χαμάλικοι καυγάδες μεταξύ +ενός κάποιου Πουπίλου, που τα λόγια του, λέγει, ήτανε γεμάτα έμπυο, κι' ενός +άλλου, που τα λόγια του ήτανε γεμάτα ξίδι. Διάβασα μ' έσχατη αηδία τους</p> + +<p>χονδροειδείς στοίχους του ενάντια στις γριές και τις μάγισσες· και δε βλέπω, τι +αξία έχει το να λέγη στο φίλο του Μαικήνα, πως, αν τον λογαριάση μεταξύ των +λυρικών ποιητών, θα χτυπήση τάστρα με το υψηλό του μέτωπο. Οι μωροί +θαυμάζουν όλα σ' έναν ποιητή αναγνωρισμένο. Εγώ διαβάζω για τον εαυτό μου· +αγαπώ μονάχα ό,τι μου κάνει.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης είχε μάθη να μην κρίνη τίποτα μόνος του κι' απορούσε πολύ απ' +ό,τι άκουε. Αλλ' ο Μαρτίνος εύρισκε τον τρόπο της σκέψης του Ποκοκουράντη πολύ +λογικό:</p> + +<p> — Ω, να ένας Κικέρωνας, είπε ο Αγαθούλης· αυτόν το μεγάλον άντρα, +είμαι βέβαιος, πως δεν παύετε να τον διαβάζετε.</p> + +<p> — Δεν τον διαβάζω ποτές, απάντησε ο Βενετσάνος· Τι μ' ενδιαφέρει, αν +υπεράσπισε το Ραβίριο ή τον Κλουέντιο; Έχω αρκετές δίκες, που κρίνω: +περισσότερο θα μου κάνανε τα φιλοσοφικά του έργα, μα σαν είδα πως αμφέβαλλε +για όλα, συμπέρανα, πως ήξερα όσα κι αυτός και πως δεν είχα ανάγκη από +κανένανε, για να τ' αγνοώ όλα.</p> + +<p> — Α! να ογδόντα τόμοι μιας ακαδημίας των επιστημών, φώναξε ο +Μαρτίνος· μπορεί να υπάρχη δω μέσα κάτι καλό.</p> + +<p> — Θα υπήρχε, είπε ο Ποκοκουράντης, αν ένας από τους συγγραφείς +αυτών των ανακατεμένων σωρών είχε εφεύρει την τέχνη να κάμνη καρφίτσες· μα +σε όλ' αυτά τα βιβλία υπάρχουνε μονάχα κούφια συστήματα και τίποτα +ωφέλιμο.</p> + +<p> — Ω! πόσα θεατρικά έργα βλέπω εδώ, είπε ο Αγαθούλης, Ιταλικά, +Ισπανικά, Γαλλικά.</p> + +<p>Ναι, απάντησε ο συγκλητικός, είναι τρεις χιλιάδες και δεν έχει ούτε τρεις +ντουζίνες καλά. Αυτές τις συλλογές λόγια, που όλες μαζί δεν αξίζουνε μια σελίδα +του Σενέκα, κι' όλους αυτούς τους χοντρούς τόμους θεολογίας, δεν τους ανοίγω +ποτέ, ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος.</p> + +<p>Ο Μαρτίνος παρατήρησε θέσεις γεμάτες αγγλικά βιβλία.</p> + +<p> — Νομίζω, πως ένας δημοκράτης πρέπει να βρίσκη ευχαρίστηση στα +περισσότερα απ' αυτά τα έργα, τα γραμμένα με τόση ελευθερία.</p> + +<p> — Ναι, απάντησε ο Ποκοκουράντης, είναι καλό να γράφη κανείς ό,τι +σκέπτεται: αυτό είναι το προνόμιο του ανθρώπου. Σ' όλη μας την Ιταλία γράφουν +ό,τι δεν σκέπτονται· αυτοί που κατοικούνε στην πατρίδα των Καισάρων και των +Αντωνίνων, δεν τολμούνε νάχουνε μιαν ιδέα χωρίς την άδεια ενός Ιακωβίνου. +Θάμουν ευχαριστημένος από την ελευθερία, που εμπνέει τους Άγγλους +διανοουμένους, αν η εμπάθεια κ' η προκατάληψη δεν καταστρέφανε ό,τι άξιο έχει +αυτή η πολύτιμη ελευθερία. Ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα Μίλτωνα και ρώτησε, +αν ο Ποκοκουράντης θέα εύρισκε αυτόν τον συγγραφέα μεγάλον άνθρωπο.</p> + +<p> — Ποιόν; είπεν ο Ποκοκουράντης, αυτόν το βάρβαρο, που +υπομνηματίζει φλυαρώτατα το πρώτο κεφάλαιο της «Γενέσεως» σε δέκα βιβλία και +σε στίχους τραχείς; αυτόν τον χονδροειδή μιμητή των Ελλήνων, που παραμορφώνει +τη δημιουργία, κι' ο οποίος, ενώ ο Μωυσής παρασταίνει τον Αιώνιο να κάμνη τον +κόσμο με το λόγο, βάζει τον Μεσσία να παίρνη ένα μεγάλο διαβήτη απ' όνα +ερμάριο τουρανού και να το δίνει του Θεού να σχεδιάση το έργο του; Εγώ θα +εχτιμήσω εκείνον, που χάλασε την κόλαση και το διάβολο του Τάσσου· που +μεταμορφώνει τον Εωσφόρο άλλοτε σε βάτραχο, άλλοτε σε πυγμαίο; που τον βάζει +να επαναλαβαίνη εκατό φορές τα ίδια λόγια; που τον βάζει να συζητή Θεολογία; ο +οποίος μιμούμενος σοβαρά την κωμικήν εύρεση των πυροβόλων όπλων από τον +Αριόστο, βάζει τους διαβόλους να τραβούνε κανονιές στον ουρανό; Ούτε σε μένα +ούτε σε άλλον κανένα στην Ιταλία δε μπορέσανε ν' αρέσουν όλες αυτές οι θλιβερές +παραδοξότητες. <b>Ο γάμος της Αμαρτίας και του θανάτου</b> και τα φίδια, που +γεννά η Αμαρτία, προκαλούνε τον έμετο κάθε ανθρώπου με λεπτό γούστο, κι' η +μακρυά του περιγραφή ενός νοσοκομείου είναι καλή μονάχα για νεκροθάφτες. +Αυτό το σκοτεινό, αλλόκοτο, κι' αηδιαστικό ποίημα περιφρονήθηκε στη γέννησή +του· το θεωρώ σήμερα, όπως το θεωρήσανε στην πατρίδα του οι σύγχρονοί του. Το +κάτου-κάτου λέγω ό,τι σκέπτομαι και πολύ λίγο με μέλει, τι σκέπτονται οι άλλοι για +μένα.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης ήτανε λυπημένος απ' αυτά τα λόγια· σεβότανε τον Όμηρο, +αγαπούσε λίγο το Μίλτωνα.</p> + +<p> — Αλίμονο! είπε πολύ σιγά στο Μαρτίνο ω! τι ανώτερος άνθρωπος! +μουρμούρισε ανάμεσα στα δόντια του. Τι μεγαλοφυία αυτός ο Ποκοκουράντης! +Τίποτε δεν μπορεί να του αρέση.</p> + +<p>Αφού έτσι επιθεωρήσανε όλα τα βιβλία, κατεβήκανε στον κήπο. Ο Αγαθούλης +παίνεσε όλες του τις ομορφιές.</p> + +<p> — Δεν ξέρω τίποτε τόσο κακού γούστου, είπε ο οικοδεσπότης· είναι +μικροπράγματα· αλλά από αύριο θα φυτέψω άλλα με σχέδιο πολύ +ευγενικώτερο.</p> + +<p>Όταν οι δυο φιλοπερίεργοι αποχαιρετήσανε την εξοχότητά του:</p> + +<p> — Λοιπόν, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, θα ομολογήσετε, πως αυτός, +είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους, γιατί ναι πάνω από ό,τι +κατέχει.</p> + +<p>Δε βλέπετε, πως τον αηδιάζει ό,τι κατέχει; Ο Πλάτων είπε, δω και τόσον καιρό, +πως τα καλύτερα στομάχια δεν είναι κείνα, που αρνιούνται όλες τις τροφές.</p> + +<p> — Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει ηδονή στο να κριτικάρη κανείς +τα πάντα, να αισθάνεται ελαττώματα, εκεί που οι άλλοι νομίζουνε, πως βλέπουν +ομορφιές;</p> + +<p> — Πάει να πη, απάντησε ο Μαρτίνος, πως είναι μια ηδονή το να μην +έχης καμιά ηδονή!</p> + +<p> — Ω! καλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει λοιπόν άλλος ευτυχής από +μένα, όταν θα ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p> — Είναι πάντα καλό να ελπίζη κανείς, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Ωστόσο οι μέρες, οι μήνες περνούσανε. Ο Κακαμπός δεν ερχότανε καθόλου κι' +ο Αγαθούλης ήτανε τόσο βυθισμένος στη λύπη του, που ούτε καν συλλογίστηκε, +πως η Πακέττα κι' ο αδερφός Γαρουφάλης δεν ήρθανε να τον ευχαριστήσουνε.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI<br /><br /> + +Για ένα δείπνο, που έκανε ο Μαρτίνος μ' έξι ξένους και ποιοι ήτανε αυτοί.</h4> + +<p> +<br /> +Ένα βράδι, που ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πηγαίνανε να καθήσουνε στο τραπέζι +μαζί με τους ξένους, που μένανε στο ίδιο ξενοδοχείο, ένας άνθρωπος +καρβουνοπρόσωπος τον πλησίασε από πίσω και πιάνοντάς τον από το μπράτσο +του είπε:</p> + +<p> — Ετοιμαστήτε ν' αναχωρήσετε μαζί μας, μην αρνηθήτε.</p> + +<p>Γυρίζει και βλέπει τον Κακαμπό. Ε, μονάχα η θέα της Κυνεγόνδης θα μπορούσε +να τον εκπλήξη και τον χαροποιήση περισσότερο. Λίγο έλειψε να τρελαθή από +χαρά. Αγκαλιάζει τον αγαπημένο του φίλο.</p> + +<p> — Η Κυνεγόνδη είν' εδώ, χωρίς άλλο; Πού είναι; Πήγαινέ με κοντά της, +για ν' αποθάνω από χαρά!</p> + +<p> — Η Κυνεγόνδη δεν είν' εδώ, είπεν ο Κακαμπός· είναι στην +Κωσταντινούπολη.</p> + +<p> — Α! ουρανέ! στην Πόλη! Αλλά και στην Κίνα νάτανε, θα πετούσα έως +εκεί· πάμε!</p> + +<p> — Θα φύγουμε μετά το δείπνο, είπε ο Κακαμπός. Δε μπορώ να σας πω +περισσότερα· είμαι σκλάβος· ο αφέντης μου με περιμένει· πρέπει να πάω να του +σερβίρω στο τραπέζι· μη λέτε λέξη, φάτε και νάσαστε έτοιμος.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης, μισός χαρά, μισός λύπη, γοητευμένος, που ξανάδε τον πιστό του +υπηρέτη, ξαφνισμένος, που τον είδε σκλάβο, γεμάτος από τη σκέψη να ξανάβρη +την αγαπημένη του, με την καρδιά ταραγμένη το πνεύμα άνω κάτω, κάθισε στο +τραπέζι με το Μαρτίνο, που παρακολουθούσε με ψυχραιμία όλες αυτές τις +περιπέτεις, μαζί με τους άλλους έξι ξένους, που είχαν έρθει να περάσουνε τα +καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Ο Κακαμπός, που έχυνε κρασί σ' έναν απ' αυτούς τους έξι ξένους, πλησίασε στ' +αυτί του αφέντη του, κατά το τέλος του δείπνου, και τούπε:</p> + +<p> — Η Μεγαλειότητά σας ημπορεί ν' αναχωρήση όποτε θέλη, το καράβι +είναι έτοιμο.</p> + +<p>Αφού είπε αυτές τις λέξεις, βγήκε έξω. Οι άλλοι, που τρώγανε στο ίδιο τραπέζι, +κοιταζόντανε μ' έκπληξη χωρίς να προφέρουνε λέξη, όταν ένας δεύτερος υπηρέτης +πλησιάζει τον αφέντη του και του λέγει:</p> + +<p> — Το φορείο της Μεγαλειότητά σας είναι στην Πάδοβα κ' η βάρκα +έτοιμη. Ο αφέντης έκαμε ένα σημάδι κι' ο υπηρέτης βγήκε έξω. Όλοι οι άλλοι +ξανακοιταχτήκανε πάλι κ' η κοινή έκπληξη διπλασιάστηκε. Ένας τρίτος υπηρέτης +πλησίασε επίσης έναν τρίτο ξένο και τούπε:</p> + +<p> — Η Μεγαλειότητά σας δε θα μείνη πολύν καιρό εδώ· θα τα ετοιμάσω +όλα.</p> + +<p>Κ' ευθύς εξαφανίστηκε.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος δεν αμφιβάλανε πως είχαν εμπρός τους +μασκαράδες του καρναβαλιού. Ένας τέταρτος υπηρέτης είπε στον τέταρτον +αφέντη.</p> + +<p> — Η μεγαλειότητά σας θ' αναχωρήση, όποτε θέλη, και βγήκε έξω σαν +τους άλλους.</p> + +<p>Ο πέμτος υπηρέτης είπε τα ίδια στον πέμτο αφέντη. Αλλά ο έχτος υπηρέτης, +μίλησε διαφορετικά στον έχτο αφέντη, που καθότανε πλάι στον Αγαθούλη.</p> + +<p> — Μα την πίστη μου, Μεγαλειότατε, δε θέλουνε πια να κάνουνε +πίστωση στη μεγαλειότητά σας, ούτε και σε μένα· και μπορεί αξιόλογα απόψε να +μας φυλακίσουνε και σας και μένα· πάω να φροντίσω για τον εαυτό μου! +Χαίρετε!</p> + +<p>Αφού όλοι οι υπηρέτες εξαφανιστήκανε, οι έξι ξένοι, ο Αγαθούλης κι' ο +Μαρτίνος μένανε βυθισμένοι σε βαθυά σιγή. Επί τέλους ο Αγαθούλης τη +διάκοψε!</p> + +<p> — Κύριοι, είπε, να μια μοναδική αστειότητα. Γιατί ήσαστε όλοι +βασιλιάδες; Όσο μια μένα, σας ομολογώ, πως δεν είμαι βασιλιάς, καθώς κι' ο φίλος +ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Ο αφέντης του Κακαμπό έλαβε τότε με πολλή σοβαρότητα το λόγο και είπε +Ιταλικά!</p> + +<p> — Δεν αστειεύομαι καθόλου! Ονομάζομαι Μεχμέτ ο Γος. Έκανα +Σουλτάνος πολλά χρόνια· είχα εκθρονίσει τον αδερφό μου· ο ανεψιός μου μ' +εκθρόνισε, κόψανε τον λαιμό των βεζύρηδών μου· αποτελειώνω τις μέρες της ζωής +μου μέσα στο παλιό Σαράι. Ο ανεψιός μου, ο μέγας σουλτάνος Μαχμούτ, μου +επιτρέπει να ταξιδεύω κάποτε για την υγεία μου· κ' έτσι ήρθα να περάσω τα +καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Ένας νέος, που βρισκότανε πλάι στον Αχμέτ μίλησε κατόπι και είπε:</p> + +<p> — Ονομάζομαι Ιβάν· ήμουν αυτοκράτορας πασών των Ρωσσιών· μ' +εκθρόνισαν, όταν ακόμα ήμουνα στην κούνια· τον πατέρα μου και τη μητέρα μου +τη φυλακίσανε· μ' αναθρέψανε μέσα στη φυλακή· έχω κάποτε την άδεια να +ταξιδεύω, συνοδευμένος από τους φυλακές μου· κ' ήρθα να περάσω τα +καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Ο τρίτος είπε:</p> + +<p> — Είμαι ο Κάρολος Εδουάρδος, βασιλιάς της Αγγλίας· ο πατέρας μου, +μου παραχώρησε τα δικαιώματά του στη βασιλεία· πολέμησα για να τα +υποστηρίξω· ξερρριζώσανε την καρδιά από οχτακόσιους του κόμματός μου, και +τους τη χτυπήσανε στα μούτρα· με βάλανε στη φυλακή· πάω στη Ρώμη να +επισκεφτώ τον πατέρα μου, εκθρονισμένον όπως κ' εγώ κι' ο παπούς μου· κ' ήρθα +να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Ο τέταρτος είπε:</p> + +<p> — Είμαι βασιλιάς των Πολάκων· η τύχη του πολέμου μου στέρησε τις +κληρονομικές μου χώρες κι' ο πατέρας μου έπαθε το ίδιο· αφήνομαι στη Θεία +Πρόνοια, όπως ο Σουλτάνος Αχμέτ, ο αυτοκράτορας Ιβάν κι' ο βασιλιάς Κάρολος +Εδουάρδος, στους οποίους άμποτε ο Θεός να δίνει χρόνια πολλά· κ' ήρθα να +περάσω τα Καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Ο πέμτος είπε:</p> + +<p> — Κ' εγώ είμαι βασιλιάς των Πολάκων· έχασα δυο φορές το βασίλειό +μου· αλλ' η Πρόνοια μου έδωσε άλλο κράτος, στο όποιο έκανα τόσα αγαθά, όσα +δεν κάνανε όλοι οι βασιλιάδες των Σαρματών μαζί στις όχθες του Βιστούλα. +Αφήνομαι κ' εγώ στη Θεία Πρόνοια· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη +Βενετία.</p> + +<p>Έμενε να μιλήση ο έχτος μονάρχης.</p> + +<p>Κύριοι, είπε, δεν είμαι τόσο μέγας Αφέντης όπως εσείς· αλλ' επί τέλους υπήρξα +βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς· είμαι ο Θεόδωρος· μ' εκλέξανε βασιλιά της +Κορσικής· με ωνομάσανε, <b>Μεγαλειότατον</b>, αλλά τώρα μόλις μ' ονομάζουνε +<b>Κύριο</b>· έκοψα νομίσματα και δεν έχω ούτ' ένα δηνάριο· Είχα δυο +γραμματείς της Επικρατείας, και δεν έχω έναν υπηρέτη· είχα καθήσει σε θρόνο κ' +έμεινα πολύν καιρό, στη Λόντρα, φυλακή πάνω στ' άχερα· φοβούμαι πολύ, μην +πάθω τα ίδια κ' εδώ, αν κ' ήρθα να περάσω, όπως οι Μεγαλειότητές σας, τα +καρναβάλια στη Βενετία.</p> + +<p>Οι άλλοι πέντε βασιλιάδες ακούσανε αυτά τα λόγια μ' ευγενική συμπάθεια: Ο +καθένας απ' αυτούς έδωκε είκοσι τσεκίνια στο βασιλιά Θεόδωρο, για ν' αγοράση +ρούχα και πουκάμισα· ο Αγαθούλης του χάρισε ένα διαμάντι, πόκανε δυο χιλιάδες +τσεκίνια.</p> + +<p> — Ποιος νάναι άραγε αυτός ο άνθρωπος, λέγανε οι πέντε βασιλιάδες, +που μπορεί να δίνη εκατό φορές περισσότερα από μας και τα δίνει; Μήπως ήσαστε +και σεις βασιλιάς, κύριε;</p> + +<p> — Όχι, κύριοι, και δεν το επιθυμώ καθόλου! Την ώρα, που φεύγανε από +το τραπέζι, φτάσανε στο ίδιο ξενοδοχείο έξι γαληνότατες υψηλότητες, που είχανε +χάσει ομοίως τα κράτη τους εξ αιτίας του πολέμου και που ήρθανε να περάσουνε +τα καρναβάλια στη Βενετία. Αλλ' ο Αγαθούλης δεν τους πρόσεξε καθόλου: ήτανε +ολότελα απασχολημένος να πάη νάβρη την αγαπημένη του Κυνεγόνδη στην +Κωνσταντινούπολη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVII.<br /><br /> + +Ταξίδι του Αγαθούλη στην Κωσταντινούπολη.</h4> + +<p> +<br /> +Ο πιστός Κακαμπός είχε καταφέρει τον τούρκο πλοίαρχο, που θα μετέφερνε το +σουλτάνο Αχμέτ στην Κωσταντινούπολη, να δεχτή στο καράβι τον Αγαθούλη και το +Μαρτίνο. Κι' ο ένας κι' ο άλλος επιβιβαστήκανε, αφού πρώτα προσκυνήσανε την +άθλια Μεγαλειότητά του. Ο Αγαθούλης, ενώ βαδίζανε προς το καράβι, έλεγε στο +Μαρτίνο:</p> + +<p> — Να, ωστόσο, έξι ξεθρονισμένοι βασιλιάδες, με τους οποίους +δειπνήσαμε! Κ' επί πλέον μέσα σ' αυτούς τους έξι υπήρχε κ' ένας, που τούκανα +ελεημοσύνη. Ίσως υπάρχουνε πολλοί άλλοι πρίγκιπες πιο κακότυχοι. Εγώ έχασα +μόνο έξι πρόβατα και τώρα πετώ στην αγκαλιά της Κυνεγόνδης. Αγαπητέ μου +Μαρτίνε, άλλη μια φορά ο Παγγλώσης είχε δίκιο, πως όλα είναι καλά.</p> + +<p>Το εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος.</p> + +<p>Αλλά, επανάλαβε ο Αγαθούλης, να μια περιπέτεια πολύ ολίγο αληθοφανής, +που μας έτυχε στη Βενετία. Δεν έχει ποτές ακουστή ή ειπωθή, πως έξι βασιλιάδες +ξεθρονισμένοι δειπνήσανε μαζί σε μια ταβέρνα.</p> + +<p>Αυτό δεν είναι περισσότερο παράξενο, είπε ο Μαρτίνος, από τα περισσότερα +πράγματα, που μας συμβήκανε. Είναι πολύ κοινό πράγμα να ξεθρονίζονται +βασιλιάδες. Κ' εξόν από την τιμή, που λάβαμε να δειπνήσομε μαζί τους, είναι κάτι, +που δεν αξίζει το προσέξουμε περισσότερο. Δεν ενδιαφέρει με ποιους συντρώγει +κανείς, αρκεί να τρώγει καλά!</p> + +<p>Μόλις ο Αγαθούλης μπήκε στο καράβι, πήδησε στο λαιμό του παλιού του +υπηρέτη, του φίλου του Κακαμπό.</p> + +<p> — Ε, λοιπόν; τον ερώτησε· τι κάμνει η Κυνεγόνδη; Είναι πάντα θαύμα +ομορφιάς; Μ' αγαπά πάντα; Πώς είναι; Της αγόρασες κανένα παλάτι στην +Πόλη;</p> + +<p> — Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός, η Κυνεγόνδη πλένει στην +Προποντίδα τα πιάτα ενός πρίγκιπα, που δεν έχει αρκετά πιάτα. Είναι σκλάβα στο +σπίτι ενός παλιού ηγεμόνα, που ονομάζεται Ραγκόνσκης, στον οποίον ο μέγας +σουλτάνος δίνει τρία σκούδα την ημέρα κι' άσυλο· Αλλά το πιο θλιβερό, είναι, που +έχασε την ομορφιά της και που έγινε φριχτά άσκημη.</p> + +<p> — Αχ! ωραία ή άσκημη, είπε ο Αγαθούλης, είμαι τίμιος άνθρωπος και +καθήκο μου είναι να την αγαπώ παντοτεινά. Αλλά πώς μπόρεσε να ξεπέση σ' αυτή +την ελεεινή κατάσταση με τα πέντε έως έξι εκατομμύρια, που είχες πάρει μαζί +σου;</p> + +<p> — Καλά, είπε ο Κακαμπός· μου χρειαστήκανε να δώσω δυο στο σενόρ +ντον Φερνάνδο ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος, υ Σούζα, +κυβερνήτη του Βουέννος-Άυρες, για να λάβω την άδεια να ξαναπάρω τη +δεσποινίδα Κυνεγόνδη· ένας πειρατής κατόπι μας ξεγύμνωσε απ' ό,τι μας έμεινε. +Αυτός ο πειρατής μας έφερε στο ακρωτήριο Ματαπάν, στη Μήλο, στην Ικαρία, στη +Σάμο, στην Πέτρα, στα Δαρδανέλλια, στο Μαρμαρά, στο Σκούταρι. Η Κυνεγόνδη κ' +η γριά υπηρετούνε σ' αυτόν τον πρίγκιπα, για τον οποίον σας μίλησα, κ' εγώ είμαι +σκλάβος του ξεθρονισμένου σουλτάνου.</p> + +<p> — Τι τρομερά δυστυχήματα δεμένα τόνα με τάλλο σαν αλυσίδα! είπε ο +Αγαθούλης. Μα το κάτω-κάτω μου μένουν ακόμα λίγα διαμάντια· θα λευτερώσω +εύκολα την Κυνεγόνδη. Είναι μεγάλη συφορά, που έγινε τόσο άσκημη!</p> + +<p>Έπειτα, γυρίζοντας στο Μαρτίνο:</p> + +<p> — Ποιος, νομίζετε, πως είναι πιο αξιολύπητος από το σουλτάνο Αχμέτ, +τον αυτοκράτορα Ιβάν, το βασιλιά Κάρολο-Εδουάρδο και μένα;</p> + +<p>Δεν ξέρω, είπε ο Μαρτίνος· θάπρεπε νάμαι μέσα στις καρδιές σας για να το +γνωρίζω.</p> + +<p> — Αχ! είπε ο Αγαθούλης· αν ήταν εδώ ο Παγγλώσσης, θα τόξερε και θα +μας το μάθαινε.</p> + +<p>Δεν ξέρω με ποια ζυγαριά ο Παγγλώσσης σας μπορούσε να ζυγιάζη τα +δυστυχήματα των ανθρώπων να εχτιμά τις λύπες τους. Ό,τι πιστεύω είναι, πως +υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη πιο αξιολύπητοι από το βασιλιά +Εδουάρδο, τον αυτοκράτορα Ιβάν και το σουλτάνο Αχμέτ.</p> + +<p> — Αυτό είναι πολύ πιθανό, είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p>Σε λίγες μέρες φτάσανε στο Βόσπορο. Ο Αγαθούλης πρώτα-πρώτα ξαγόρασε +τον Κακαμπό πολύ ακριβά· και, δίχως να χάνη καιρό, ρίχτηκε σε μια γαλέρα με τους +συντρόφους του, για να πάη στις αχτές της Προποντίδας να ζητήση την Κυνεγόνδη, +όσο άσκημη κι' αν ήτανε.</p> + +<p>Υπήρχανε μέσα στους κατάδικους, που τραβούσανε κουπί, δυο, που +τραβούσανε πολύ κακά και στους οποίους ο λεβαντίνος πλοίαρχος έδινε από καιρό +σε καιρό μερικές χτυπιές μ' ένα βούνευρο στις γυμνές τους πλάτες. Ο Αγαθούλης μ' +ένα πολύ φυσικό κίνημα τους κοιτούσε προσεχτικά και τους πλησίασε με +σπλάχνος. Μερικά χαραχτηριστικά του μεταμορφωμένου προσώπου των του +φανήκανε, πως μοιάζουνε λιγάκι με του Παγγλώσση και του δυστυχισμένου +Ιησουίτη, αυτού του βαρώνου, του αδερφού της Κυνεγόνδης. Αυτή η σκέψη τον +συγκίνησε και τον λύπησε. Τους παρατήρησε ακόμα πιο προσεχτικώτερα.</p> + +<p> — Αληθινά, είπε στον Κακαμπό, αν δεν είχα ιδεί με τα μάτια μου να +κρεμάνε το δόχτορα Παγγλώσση κι' αν δεν είχα τη δυστυχία να σκοτώσω το +βαρώνο, θα πίστευα, πως είναι αυτοί, που τραβούνε κουπί μέσα σ' αυτή τη +γαλέρα.</p> + +<p>Μόλις ακούσανε τα ονόματα Παγγλώσσης και βαρώνος, οι δυο κατάδικοι +βγάλανε μεγάλο ξεφωνητό, σταματήσανε πάνω στον μπάγκο τους, αφήνοντας τα +κουπιά τους να πέσουνε.</p> + +<p>Ο λεβαντίνος πλοίαρχος έτρεξε καταπάνω τους και οι χτυπιές του βούνευρου +πέφτανε βροχή.</p> + +<p> — Στάσου! στάσου! άρχοντα, φώναξε ο Αγαθούλης, θα σας δώσω όσα +χρήματα θέλετε.</p> + +<p> — Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο ένας από τους κατάδικους.</p> + +<p> — Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο άλλος.</p> + +<p> — Είναι όνειρο; έλεγε ο Αγαθούλης· είμαι ξύπνιος; είμαι μέσα σ' αυτή τη +γαλέρα; Αυτός είναι ο κύριος βαρώνος, που τον σκότωσα; Αυτός είναι ο +διδάσκαλος Παγγλώσσης, που τον είδα να τον κρεμάνε;</p> + +<p> — Είμαστε μεις, είμαστε μεις! απαντούσαν εκείνοι</p> + +<p> — Πώς! αυτός είναι ο μέγας φιλόσοφος; έλεγε ο Μαρτίνος.</p> + +<p> — Ε! κύριε λεβαντίνε πλοίαρχε, πόσα θέλετε για την αγορά του κυρίου +Τούντερ-τεν-τρονκ, ενός από τους πρώτους βαρώνους της αυτοκρατορίας, και του +κυρίου Παγγλώσση, του βαθύτερου μεταφυσικού της Γερμανίας;</p> + +<p> — Σκύλλε χριστιανέ, απάντησε ο λεβαντίνος πλοίαρχος, αφού αυτοί οι +δυο σκυλλοχριστιανοί κατάδικοι είναι βαρώνοι και μεταφυσικοί, κι' αυτά θάναι +μεγάλα αξιώματα στον τόπο τους, θα μου δώσης πενήντα χιλιάδες τσεκίνια.</p> + +<p>Θα τα λάβετε, κύριε· οδηγήστε με σαν αστραπή στην Κώσταντινούπολη και θα +πληρωθήτε αμέσως. Αλλ' όχι, οδηγήστε με στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.</p> + +<p>Ο λεβαντίνος πλοίαρχος με την πρώτη προσφορά του Αγαθούλη είχε γυρίσει +την πλώρη προς την Πόλη και το καΐκι έτρεχε με τα κουπιά γρηγορώτερα απ' όσο +ένα πουλί σκίζει τους αέρες.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης φίλησε εκατό φορές τον Παγγλώσση και το βαρώνο.</p> + +<p>Και πώς συνέβη να μη σας έχω σκοτώσει, κύριε βαρώνε; και σεις, αγαπητέ μου +Παγγλώσση, πώς βρίσκεστε στη ζωή, αφού σας κρεμάσανε;</p> + +<p> — Και γιατί κ' οι δυο είστε καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα +στην Τουρκία;</p> + +<p> — Είναι αλήθεια, πως η αγαπημένη μου αδερφή βρίσκεται σ' αυτόν τον +τόπο; ρωτούσε ο βαρώνος.</p> + +<p> — Ναι, απαντούσε ο Κακαμπός.</p> + +<p> — Ξαναβλέπω λοιπόν τον αγαπητό μου Αγαθούλη, έλεγε ο +Παγγλώσσης.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης τους παρουσίασε το Μαρτίνο και τον Κακαμπό. Φιληθήκανε όλοι +τους. Μιλούσανε όλοι μαζί. Η γαλέρα πετούσε· σε λίγο ήσαν μέσα στο λιμάνι. +Φώναξαν έναν Εβραίο, στον οποίον ο Αγαθούλης πούλησε για πενήντα χιλιάδες +τσεκίνια ένα διαμάντι, που κόστιζε εκατό χιλιάδες. Ο Εβραίος ωρκιζότανε στ' όνομα +του Αβραάμ, πως δε μπορούσε να δώση περισσότερα. Πλήρωσε αμέσως τη ξαγορά +του βαρώνου και του Παγγλώσση. Ο τελευταίος έπεσε στα πόδια του ευεργέτη του +και τάβρεξε με δάκρυα. Ο βαρώνος τον ευχαρίστησε με μια κλίση της κεφαλής και +υποσχέθηκε να επιστρέψη αυτά τα χρήματα σε πρώτη ευκαιρία.</p> + +<p> — Αλλ' είναι δυνατό η αδερφή μου να βρίσκεται στην Τουρκία;</p> + +<p> — Τίποτε δεν είναι δυνατώτερο απ' αυτό, απάντησε ο Κακαμπός, αφού +πλένει τα πιάτα ενός πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας.</p> + +<p>Φωνάξανε αμέσως άλλους δυο Εβραίους· ο Αγαθούλης, πούλησε κι' άλλα +διαμάντια· και φύγανε όλοι τους με μιαν άλλη γαλέρα για να πάνε να βρούνε την +Κυνεγόνδη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVIII<br /><br /> + +Τι συνέβη στον Αγαθούλη, στην Κυνεγόνδη, στον Παγγλώσση, στο Μαρτίνο +κ.τ.λ.</h4> + +<p> +<br /> + — Συγγνώμην άλλη μια φορά. είπε ο Αγαθούλης στον βαρώνο, +αιδεσιμώτατε πάτερ, που σας έδωκα μια σπαθιά πέρα ως πέρα.</p> + +<p> — Ας μη ξαναμιλήσουμε γι' αυτό, απάντησε ο βαρώνος· ομολογώ, πως +υπήρξα λιγάκι ζωηρός· αλλ' αφού θέλετε να μάθετε ποια τύχη μ' έρριξε σε +καταναγκαστικά έργα, θα σας πω, πως αφού με γιάτρεψε από τις πληγές μου ο +αδερφός φαρμακοποιός του κολλεγίου, ένα σώμα Ισπανικό μας επετέθηκε και μ' +αιχμαλώτησε. Με βάλανε φυλακή στο Βουένος Άυρες, λίγο καιρό μετά που η +αδερφή μου είχε αναχωρήσει. Ζήτησα να με πάνε στη Ρώμη, στον αδερφό +στρατηγό. Εκεί με διωρίσανε στην Κωσταντινούπολη παπά του πρεσβευτή της +Γαλλίας. Δεν είχα οχτώ μέρες, που ανάλαβα τα καθήκοντά μου, όταν συνάντησα +κάποιο βράδυ ένα νεαρό τσογλάνι, πολύ ωραία φκιασμένο. Έκαμνε ζέστη: το παιδί +θέλησε να κάνη μπάνιο· δεν έχασα την ευκαιρία να κάνω κ' εγώ ένα μπάνιο. Δεν +ήξερα, πως θάτανε θανάσιμο έγκλημα για ένα χριστιανό να βρεθή ολόγυμνος μ' +ένα νεαρό μουλσουμάνο. Ένας καδής διάταξε να μου δώσουν εκατό ξυλιές στις +πατούσες των ποδιών και με καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα. Δεν πιστεύω +νάχη γίνη ως τώρα φριχτότερη αδικία. Αλλά θάθελα να ξέρω, γιατί η αδερφή μου +βρίσκεται στην κουζίνα ενός Τρανσυλβανού ηγεμόνα, πόχει καταφύγει στην +Τουρκία.</p> + +<p> — Αλλά σας, αγαπητέ μου Παγγλώσση, πώς συνέβη να σας ξαναϊδώ; +είπε ο Αγαθούλης.</p> + +<p> — Αληθινά, είπε ο Παγγλώσσης, με είδατε κρεμασμένο· φυσικά ώφειλα +να καώ ζωντανός· αλλά θυμάστε, πως είχε πιάσει καταιγίδα, τη στιγμή, που +πηγαίνανε να με ψήσουν· η καταιγίδα ήτανε τόσο σφοδρή, που απελπιστήκανε, +πως θ' ανάβανε τη φωτιά· με κρεμάσανε λοιπόν γιατί δεν μπορέσανε να κάνουνε +τίποτε καλύτερο· ένας χειρούργος αγόρασε το σώμα μου, το πήγε σπίτι του για να +του κάνει ανατομία. Μούκαμε στην αρχή μια σταυροειδή τομή από τον αφαλό έως +τον ώμο. Αλλά κανείς δεν μπορεί νάχει κρεμαστή τόσο κακά, όσο εγώ. Ο +εκτελεστής των υψηλών έργων της Ιεράς Εξέτασης, που ήτανε υποδιάκονος, έκαιε +τους ανθρώπους, να πούμε την αλήθεια, θαυμάσια, αλλά δεν ήτανε συνειθισμένος +να τους κρεμά: το σκοινί ήτανε βρεμένο, δε λύγιζε και δέθηκε άσκημα· τέλος +ανάπνεα ακόμα. Αυτή η τομή μ' έκανε να βγάλω μια τρομερή φωνή, που ο +χειρούργος μου έπεσε τ' ανάσκελα· και νομίζοντας, πως έσκιζε το διάβολο, έφυγε +πεθαμένος του φόβου και μάλιστα, καθώς έτρεχε, γκρεμίστηκε από τη σκάλα. Η +γυναίκα του, απόνα πλαγινό δωμάτιο, έτρεξε, σαν άκουσε το θόρυβο: με είδε +ξαπλωμένο στο τραπέζι με τη σταυροειδή τομή μου· τρόμαξε περισσότερο από τον +άνδρα της, τούδωσε γρήγορα κ' έπεσε πάνω του στη σκάλα. Όταν συνήρθανε +λιγάκι, άκουσα τη γυναίκα του χειρούργου να λέη στον άντρα της:</p> + +<p> — Γιατί, καλέ μου, σου κατέβηκε να κάνης ανατομία σ' έναν αιρετικό; +δεν ξέρεις, πως ο διάβολος κατοικεί πάντα μέσα στο σώμα αυτών των ανθρώπων; +Πάω γρήγορα να φωνάξω έναν παπά να τον ξορκίση. Μ' έπιασε τρεμούλα, σαν +άκουσα αυτήν την απόφαση κ' έμασα τις λίγες δυνάμεις, που μ ' απόμειναν, για να +φωνάξω:</p> + +<p> — Λυπηθήτε με!</p> + +<p>Τέλος ένας Πορτογάλλος μπαρμπέρης έδειξε κουράγιο: ξανάραψε το δέρμα +μου· ακόμα κ' η γυναίκα του με φρόντισε· σηκώθηκα στο πόδι μέσα σε δεκαπέντε +μέρες. Ο μπαρμπέρης μου βρήκε δουλιά· κ' έγινα λακές ενός Μαλτέζου ιππότη, +που πήγαινε στη Βενετία· αλλ' επειδή ο κύριός μου δεν είχε να με πληρώση, μπήκα +στην υπηρεσία ενός Βενετσάνου εμπόρου και τον ακολούθησα στην +Κωσταντινούπολη.</p> + +<p>Μια μέρα μου κατέβηκε να μπω σ' ένα τζαμί· ήτανε μέσα μονάχα ένας γέρος +Ιμάμης και μια νέα θρήσκα, πολύ νόστιμη, που προσευχότανε· το στήθος της ήτανε +όλο ξεσκέπαστο: είχε ανάμεσα στα δυο βυζιά της ένα ωραίο μπουκέττο από +λαλέδες, τριαντάφυλλα, ανεμώνες, βατράχια, ζουμπούλια, ηράνθεμα.</p> + +<p>Ξαφνικά της πέφτει το μπουκέττο· το σήκωσα και το ξανάβαλα στη θέση του με +πολλή προθυμία και σεβασμό. Άργησα όμως τόσο πολύ σ' αυτή τη δουλιά, που ο +Ιμάμης θύμωσε και βλέποντας, πως είμαι χριστιανός, φώναξε βοήθεια. Με πήγανε +στον κατή, ο οποίος έβαλε να μου δώσουν εκατό ξυλιές μ' ένα πέταυρο στις +πατούσες των ποδιών, και μ' έστειλε στα καταναγκαστικά έργα. Μ' αλυσσοδέσανε +ακριβώς στην ίδια γαλέρα και στον ίδιο μπάγκο με τον κύριο βαρώνο. Ήτανε μαζί +μας τέσσερις νέοι από τη Μασσαλία, πέντε ναπολιτάνοι παπάδες, και δυο +καλογέροι από την Κέρκυρα, που μας είπανε, πως παρόμοια επεισόδια +συμβαίνουνε κάθε μέρα. Ο κύριος βαρώνος υποστήριζε, πως αδικήθηκε πολύ +περισσότερο από μένα· εγώ υποστήριζα, πως ήτανε λιγώτερο κακό να ξαναβάλη +κανείς ένα μπουκέττο στο στήθος μιας γυναίκας, παρά να βρεθή ολόγυμνος μ' ένα +τσογλάνι. Συζητούσαμε ακατάπαυτα και τρώγαμε είκοσι χτυπιές με βούνευρο την +ημέρα, όταν <b>η αιτιώδης αλληλουχία</b> των γεγονότων του κόσμου τούτου +σας έφερε στη γαλέρα μας, όπου μας ξαγοράσατε.</p> + +<p>Καλά λοιπόν, αγαπητέ μου Παγγλώσση, του ο Αγαθούλης, όταν σας κρεμάσανε, +σας σκίζανε, σας τσακίζανε στο ξύλο και τραβούσατε κουπί στις γαλέρες, +σκεφτόσαστε πάντα, πως όλα είνε άριστα σ' αυτό τον κόσμο;</p> + +<p>Έχω πάντα την πρώτη μου γνώμη, απάντησε ο Παγγλώσσης· γιατί επί τέλους +είμαι φιλόσοφος· δεν ταιριάζει ν' αναιρώ τα λόγια μου. Ο Λάιμπνιτς δε μπορεί +νάχει λάθος, κ' εξ άλλου <b>η προϋπάρχουσα Αρμονία</b> είναι τ' ωραιότερο +πράγμα του κόσμου, όσο και το <b>πλήρες κ' η αιθέρια ύλη</b>.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">XXIX ΚΕΦΑΛΑΙΟ<br /><br /> + +Πώς ο Αγαθούλης ξανάβρε την Κυνεγόνδη και τη γριά</h4> + +<p> +<br /> +Ενώ ο Αγαθούλης, ο βαρώνος, ο Παγγλώσσης, ο Μαρτίνος κι' ο Κακαμπός +διηγόντανε τις περιπέτειές τους, και συζητούσανε για τα γεγονότα τα τυχαία ή μη +τυχαία του κόσμου τούτου και για τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, για το ηθικό κακό +και το φυσικό κακό, για την ελευθερία και την αναγκαιότητα, για τις παρηγοριές, +που μπορεί νάχη κανείς, όταν βρίσκεται στα κάτεργα στην Τουρκία, πλησιάσανε τις +αχτές της Προποντίδας, στο σπίτι του Τρανσυλβανού πρίγκιπα. Τα πρώτα +πράγματα, που είδαν, ήτανε η γριά κ' η Κυνεγόνδη, που απλώνανε πετσέτες στα +σκοινιά να στεγνώσουνε.</p> + +<p>Ο βαρώνος κιτρίνισε, σαν τις είδε. Ο τρυφερός ερωτευμένος Αγαθούλης, σαν +είδε την ωραία του Κυνεγόνδη μαυρισμένη, με τα μάτια βαθουλωμένα, το στήθος +πεσμένο, τα μάγουλα ζαρωμένα, τα χέρια κόκκινα και ροζωμένα, πισωδρόμησε +τρία βήματα, όλος φρίκη, και προχώρησε κατόπι με καλωσύνη. Εκείνη φίλησε τον +Αγαθούλη και τον αδερφό της: οι δυο τους τη γριά: ο Αγαθούλης τις ξαγόρασε και +τις δυο.</p> + +<p>Υπήρχε ένα μικρό χτήμα κει κοντά· η γριά πρότεινε στον Αγαθούλη να +εγκατασταθούν εκεί, περιμένοντας ώσπου όλοι τους να βρούνε καλύτερη τύχη. Η +Κυνεγόνδη δεν ήξερε, πως είχε ασκημήνει, γιατί κανείς δεν της τόχε πει: θύμισε +στον Αγαθούλη τις υποσχέσεις του μ' ένα τόνο τόσο απόλυτο, που ο καλός +Αγαθούλης δεν τόλμησε ν' αρνηθή. Δήλωσε λοιπόν στο βαρώνο, πως θα +παντρευότανε την αδερφή του.</p> + +<p> — Δε θ' ανεχτώ ποτές, απάντησε ο βαρώνος, τέτοια ταπείνωση από +μέρος της και τέτοια αυθάδεια από μέρος σας· αυτήν την ατιμία δε θα την ανεχτώ +ποτέ! γιατί τα παιδιά της αδερφής μου δε θα μπορέσουνε να μπουν στο +εκκλησιαστικό στάδιο της Γερμανίας. Όχι! η αδερφή μου θα παντρευτή μοναχά ένα +βαρώνο της αυτοκρατορίας.</p> + +<p>Η Κυνεγόνδη ρίχτηκε στα πόδια του και τα έβρεξε με δάκρυα· εκείνος ήτανε +ανένδοτος.</p> + +<p> — Θεοπάλαβε, του φώναξε ο Αγαθούλης, σε γλύτωσα από τα κάτεργα, +πλήρωσα την ξαγορά σου, πλήρωσα την ξαγορά της αδερφής σου, που έπλυνε +πιάτα, που είναι άσκημη κ' έχω την καλωσύνη να την κάνω γυναίκα μου κ' έχεις την +απαίτηση ακόμα ν' αρνιέσαι. Θα σε ξανασκοτώσω, αν υπακούσω στην οργή +μου.</p> + +<p>Μπορείς να με σκοτώσης άλλη μια φορά, αλλά δε θα παντρευτής την αδερφή +μου, ενόσω εγώ ζω!</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">Συμπέρασμα</h3> + +<p> +<br /> +Ο Αγαθούλης, στο βάθος της καρδιάς του, δεν είχε καμιάν επιθυμία να παντρευτή +την Κυνεγόνδη· αλλ' η έσχατη αναίδεια του βαρώνου τον έκανε ν' αποφασίση το +γάμο, και η Κυνεγόνδη τον επίεζε τόσο πολύ, που δε μπόρεσε ν' αναιρέση το λόγο +του. Συβουλεύτηκε τον Παγγλώσση, το Μαρτίνο, και τον πιστό Κακαμπό. Ο +Παγγλώσσης εσύνταξε ένα ωραίο υπόμνημα, με το οποίο απόδειχνε, πως ο +βαρώνος δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω στην αδερφή του και πως εκείνη +μπορούσε, σύμφωνα με τους νόμους της αυτοκρατορίας, να παντρευτή τον +Αγαθούλη εξ αριστεράς χειρός. Ο Μαρτίνος γνωμοδότησε να ρίξουνε το βαρώνο +στη θάλασσα. Ο Κακαμπός πρότεινε να τον παραδώσουνε στο λεβαντίνο πλοίαρχο +να τον ξαναβάλουνε στα καταναγκαστικά έργα, και μετά να τον στείλουνε στον +πατέρα στρατηγό στη Ρώμη με το πρώτο καΐκι. Η γνώμη του θεωρήθηκε πολύ καλή· +η γριά την ενέκρινε· δεν είπανε τίποτε της αδερφής του· με λίγα χρήματα το σχέδιο +εκτελέσθηκε κ' είχανε την ευχαρίστηση, που πιάσαν έναν ιησουίτη και τιμωρήσανε +την αλαζονεία ενός Γερμανού βαρώνου.</p> + +<p>Ήτανε πολύ φυσικό να φανταστή κανείς, πως ο Αγαθούλης ύστερ' από τόσες +συμφορές, παντρεμένος με την αγαπημένη του και ζώντας με το φιλόσοφο +Παγγλώσση, το φιλόσοφο Μαρτίνο, το συνετό Κακαμπό και τη γριά, έχοντας εξ +άλλου φερμένα τόσα πολλά διαμάντια από την πατρίδα των παλαιών Ινκάς, θα +περνούσε την πιο ευχάριστη ζωή στον κόσμο. Αλλά τον είχανε τόσο κατακλέψει οι +Εβραίοι ώστε δεν τούμενε τίποτες άλλο από το μικρό του χτήμα· η γυναίκα του +ασκημαίνοντας μέρα με την ημέρα περισσότερο γινότανε πεισματιάρα κι' +ανυπόφορη· η γριά ήτανε αρρωστιάρα κι' ακόμα πιο μουρμούρα από τη +Κυνεγόνδη. Ο Κακαμπός, που δούλευε στο περιβόλι και πήγαινε να πουλή +λαχανικά στην Κωσταντινούπολη, ήτανε κατασκοτωμένος από τη δουλιά και +καταριότανε τη μοίρα του. Ο Παγγλώσσης ήτανε απελπισμένος, που δεν έλαμπε σε +κανένα πανεπιστήμιο της Γερμανίας. Όσο για το Μαρτίνο, ήτανε σταθερά +πεπεισμένος, πως παντού είναι κανείς εξίσου κακά: και δεχότανε τα πράγματα +υπομονετικά! Ο Αγαθούλης ο Παγγλώσσης κι' ο Μαρτίνος συζητούσανε κάποτε +μεταφυσική και ηθική. Βλέπανε συχνά να περνούνε κάτου από τα παράθυρα της +έπαυλης καΐκια φορτωμένα εφέντηδες, πασάδες, κατήδες, που τους έστελνε ο +σουλτάνος εξορία στη Λήμνο, στη Μυτιλήνη στην Ερζερούμ· βλέπανε να έρχονται +άλλοι κατήδες, άλλοι πασάδες, άλλοι εφέντηδες, που αντικαθιστούσανε τους +εξωρισμένους και που τους εξορίζανε κι' αυτούς με τη σειρά τους· βλέπανε +κεφάλια καθαρισμένα από τα αίματα, παραγεμισμένα με άχερα, που τα πηγαίνανε +να τα παρουσιάσουνε στην Υψηλή Πύλη. Αυτά τα θεάματα διπλασιάσανε τις +συζητήσεις κι' όσον δε συζητούσανε, η ανία ήτανε τόσο υπερβολική, που η γριά +τόλμησε μια μέρα να τους πη:</p> + +<p> — Θάθελα να ξέρω τι ναι χειρότερο: νάχεις βιαστή εκατό φορές από +νέγρους πειρατές, να σούχουν κόψει τόνα κωλομέρι, νάχης ξυλοκοπηθή από τους +Βουλγάρους, νάχης μαστιγωθή και κρεμαστή σ' ένα άουτο- νταφέ, νάχης σκιστή με +το μαχαίρι, νάχης τραβήξη κουπί σε γαλέρα, νάχης όλες τις δυστυχίες, που έχουμε +μεις περάσει, ή να μένης δω, χωρίς να κάμνης τίποτα;</p> + +<p> — Είναι σπουδαίο το θέμα, απάντησε ο Αγαθούλης· αυτά τα λόγια +προκαλέσανε νέες σκέψεις, κι' ο Μαρτίνος έβγαλε το συμπέρασμα, πως ο +άνθρωπος έχει γεννηθή για να ζη μέσα σε σπασμούς ανησυχίας ή μέσα στο +λήθαργο τη πλήξης. Ο Αγαθούλης δε συμφωνούσε· αλλά και δεν βεβαίωνε τίποτα. +Ο Παγγλώσσης ομολογούσε, πως είχε πάντα φριχτά υποφέρει· αλλ' αφού +υποστήριξε μια φορά, πως όλα ήτανε θαυμάσια, το υποστήριζε πάντα, αν και δεν +το πίστευε καθόλου.</p> + +<p>Ένα γεγονός επιβεβαίωσε τελειωτικά τα αποτρόπαια αξιώματα του Μαρτίνου κ' +έκανε τον Αγαθούλη ν' αμφιβάλη περισσότερο από κάθε φορά και τον Παγγλώσση +να τα χάση. Είδανε μια μέρα να ζυγώνουνε στο χτήμα τους η Πακέττα κι' ο αδερφός +Γαρουφάλης σε κατάσταση έσχατης δυστυχίας. Είχανε φάγει πολύ γρήγορα τις +τρεις χιλιάδες πιάστρα, χωρίσανε, τα ξαναφκιάσανε, ξαναμαλλώσανε, τους βάλανε +στη φυλακή, το σκάσανε, και τέλος ο αδερφός Γαρουφάλης τούρκεψε! Η Πακέττα +ξακολουθούσε παντού το επάγγελμά της και δεν κέρδιζε τίποτα.</p> + +<p>Τόχα προβλέψει, είπε ο Μαρτίνος στον Αγαθούλης, πώς το ρεγάλο σου +γρήγορα θα τρωγότανε και θα τους έκαμνε πιο δυστυχείς. Έχετε φάγει +εκατομμύρια πιάστρα σεις κι' ο Κακαμπός, και δεν είστε πιο ευτυχής από την +Πακέττα και τον αδερφό Γαρουφάλη.</p> + +<p>Αχ! Αχ! είπε ο Παγγλώσσης στην Πακέττα, ο ουρανός λοιπόν σας στέλνει σε +μας. Δυστυχισμένο μου παιδί! ξέρετε, πως μου κοστίσατε την άκρη της μύτης, έν' +αυτί κ' ένα μάτι; Πώς γενήκατε! Ε! τι ναι αυτός ο κόσμος.</p> + +<p>Αυτή η νέα περιπέτεια τους έκανε να φιλοσοφήσουνε περισσότερο από κάθε +άλλη φορά.</p> + +<p>Υπήρχε κει γύρω ένας δερβίσης περίφημος, που θεωριότανε ο καλύτερος +φιλόσοφος της Τουρκίας· πήγανε να τον συμβουλευτούνε· ο Παγγλώσσης έλαβε το +λόγο κ' είπε:</p> + +<p> — Διδάσκαλε, ερχόμαστε να σας παρακαλέσουμε να μας πήτε για ποιο +λόγο πλάστηκε αυτό το αλλόκοτο ζώο ο άνθρωπος.</p> + +<p> — Τι σ' ενδιαφέρει; του είπε ο δερβίσης· αυτό δεν είναι δική σου +δουλιά!</p> + +<p> — Αλλά, σεβασμιώτατε πάτερ, υπάρχουνε τόσα κακά πάνου στη γη.</p> + +<p> — Τι σημαίνει, αν υπάρχουνε κακά ή καλά;</p> + +<p> — Τι πρέπει λοιπόν να κάνω;</p> + +<p> — Να μουλλώνης! είπε ο δερβίσης.</p> + +<p> — Θα κολακευόμουνα πολύ, αν θέλατε να συζητήσω μαζί σας ολίγο για +τις αιτίες και τ' αποτελέσματα, για τον άριστο των κόσμων, για την πηγή του κακού, +για τη φύση της ψυχής και για την προϋπάρχουσα αρμονία.</p> + +<p>Ο δερβίσης μόλις τάκουσε αυτά τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.</p> + +<p>Ενώ γινότανε αυτή η συνομιλία, διαδόθηκε η είδηση, πως μόλις προ ολίγου +είχανε στραγγαλίσει στην Πόλη δυο βεζύρηδες, και το μουφτή και πως είχανε +παλουκώσει πολλούς φίλους των. Αύτη η καταστροφή έκανε μεγάλο θόρυβο για +κάμποσες ώρες. Ο Παγγλώσσης, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος, επιστρέφοντας στο +μικρό τους χτήμα, απαντήσανε έναν αγαθό γέροντα, που δροσιζότανε στην πόρτα +του κάτου από πυκνές πορτοκαλιές. Ο Παγγλώσσης, που ήτανε τόσο περίεργος, +όσο και λογικευτής, τον ρώτησε, πώς λεγότανε ο μουφτής που στραγγαλίσανε.</p> + +<p> — Δεν ξέρω τίποτα, απάντησε ο αγαθός άνθρωπος και δεν έμαθα ποτές +τόνομα κανενός μουφτή και κανενός βεζύρη. Αγνοώ ολότελα το πράμα, για το +οποίο μου μιλάτε· είμαι της γνώμης, πως γενικά όσοι ανακατεύονται στα πολιτικά +χάνονται καμιά φορά άθλια και πως το αξίζουν. Αλλά δε ρωτώ ποτές να μάθω τι +κάνουνε στην Κωσταντινούπολη. Αρκιέμαι να στέλνω εκεί να πουλώ τους καρπούς +του περιβολιού μου.</p> + +<p>Αφού είπε αυτά τα λόγια, κάλεσε τους ξένους να μπούνε στο σπίτι: οι δυο του +κόρες και τα δυο του αγόρια τους προσφέρανε πολλών ειδών σερμπέτια, που τα +κάνανε οι ίδιοι, καϊμάκι με ζαχαρωμένα κομματάκια κίτρο, πορτοκάλλια, λεμόνια, +γλυκολέιμονα, ανανάδες, φυστίκια, καφέ της Μέκκας, που δεν ήτανε καθόλου +ανακατεμένος με καφέ της Βαταβίας και των νησιών. Μετά οι δυο κόρες αυτού του +καλού μουσουλμάνου βάλανε μυρωδιές στα γένια του Αγαθούλη, του Παγγλώσση +και του Μαρτίνου.</p> + +<p>Θάχετε, είπε ο Αγαθούλης στον Τούρκο, κανένα μεγάλο και λαμπρό χτήμα.</p> + +<p>Έχω μονάχα είκοσι στρέμματα, απάντησε ο Τούρκος τα καλλιεργώ με τα παιδιά +μου· η δουλειά διώχνει από μας τρία μεγάλα κακά: την ανία, την αμαρτία και τη +φτώχεια.</p> + +<p>Ο Αγαθούλης γυρίζοντας στο χτήμα του έκανε βαθυούς συλλογισμούς απάνου +στα λόγια του Τούρκου. Είπε στον Παγγλώσση και στο Μαρτίνο!</p> + +<p> — Αυτός ο αγαθός γέρος μου φαίνεται, πως δημιούργησε μια τύχη πολύ +προτιμότερη από των έξι βασιλιάδων, με τους οποίους λάβαμε τη τιμή να +δειπνήσουμε.</p> + +<p> — Τα μεγαλεία, είπε ο Παγγλώσσης, είναι πολύ επικίνδυνα, σύμφωνα με +τις γνώμες όλων των φιλοσόφων. Γιατί, επί τέλους, ο Εγλών, βασιλιάς των +Μωαβιτών, δολοφονήθηκε από τον Αώδ· ο Αβεσαλώμ κρεμάστηκε από τα μαλλιά +του και τρυπήθηκε με τρεις κονταριές· ο βασιλιάς Ναβάβ, γυιός του Ιεροβοάμ, +σκοτώθηκε από το Βαασά· ο βασιλιάς Ελά από το Ζαμβρί· ο Οχοσίας από τον Ιεχού· +η Αθάλεια από τον Ιοϊάδα· οι βασιλιάδες Ιωακείμ, Ιεχωνίας, Σεδεκίας, γενήκανε +σκλάβοι. Ξέρετε τι τέλος λάβανε ο Κροίσος, ο Αστυάγης, ο Δαρείος, ο Διονύσιος των +Συρακουσών, ο Πύρρος, ο Περσέας, ο Αννίβας, ο Ιουγούρθας, ο Αριόβιστος, ο +Καίσαρας, ο Πομπήιος, ο Νέρωνας, ο Όθωνας, ο Βιτέλλιος, ο Δομιτανός, ο Ριχάρδος +II της Αγγλίας, ο Εδουάρδος II, ο Ερρίκος VI, ο Ριχάρδος III, η Μαρία Στούαρτ, ο +Κάρολος I, οι τρεις Ερρίκοι της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Ερρίκος IV; Ξέρετε....</p> + +<p> — Ξέρω επίσης, είπε ο Αγαθούλης, πως πρέπει να καλλιεργούμε το +περιβόλι μας.</p> + +<p> — Έχετε δίκιο, είπε ο Παγγλώσσης· γιατί όταν ο άνθρωπος εβάλθηκε +στον κήπο της Εδέμ, εβάλθηκε για να τον καλλιεργή: κι' αυτό αποδείχνει, πως ο +άνθρωπος δεν είναι καμωμένος για την ανάπαυση.</p> + +<p> — Ας δουλεύουμε, χωρίς να συζητούμε, είπε ο Μαρτίνος· είναι ο μόνος +τρόπος να κάνουμε τη ζωή υποφερτή.</p> + +<p>Όλη η μικρή συντροφιά δέχτηκε αυτό το σχέδιο, κι' ο καθένας αρχίνησε να +εξασκή τα ταλέντα του. Η Κυνογόνδη αληθινά πολύ άσκημη, μα γίνηκε μια έξοχη +ζαχαροπλάστισα. Η Πακέττα κεντούσε κι' η γριά φρόντιζε για τ' ασπρόρρουχα. Ως +κι' αυτός ο αδερφός Γαρουφάλης δούλευε. Γίνηκε καλός μαραγκός και μάλιστα +τίμιος άνθρωπος, κι' ο Παγγλώσης έλεγε καμμιά φορά στον Αγαθούλη:</p> + +<p> — Όλα τα γεγονότα είναι αλληλένδετα στον καλύτερον από τους +κόσμους· γιατί το κάτου-κάτου αν δεν σας διώχνανε από έναν ωραίο πύργο με +δυνατές κλωτσιές στον πισινό για τον έρωτα της δεσποινίδας Κυνεγόνδης, αν δεν +περνούσατε από την ιερά εξέταση, αν δεν είχατε διατρέξει την Αμερική με τα +πόδια, αν δεν είχατε δώσει μια γερή σπαθιά στο βαρώνο, αν δεν είχατε χάσει όλα +σας τα πρόβατα της ευλογημένης χώρας του Ελδοράδο, δε θα τρώγατε εδώ κίτρα +γλυκό και φυστίκια.</p> + +<p> — Καλά τα λες, αποκρίθηκε ο Αγαθούλης, αλλά πρέπει να δουλεύουμε +το περιβόλι μας.</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥΛΗ</p> +<hr></hr> +<p id="fn1">1) Φραγκισκανό καλόγερο.<a href="#ref1" +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn2">2) Τα χρήματά μου.<a href="#ref2" title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn3">3) 1/2 λεφτό.<a href="#ref3" title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn4">4) Κριτικός της εποχής, εχθρός του Βολταίρου.<a href="#ref4" +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn5">5) Θεατίνοι· τάγμα καλογερικό.<a href="#ref5" +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p> +</p> + +<p> + </p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Candide, by Voltaire + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CANDIDE *** + +***** This file should be named 35280-h.htm or 35280-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/5/2/8/35280/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + diff --git a/35280-h/images/cover.jpg b/35280-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..17f96e5 --- /dev/null +++ b/35280-h/images/cover.jpg |
