diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:02:33 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:02:33 -0700 |
| commit | 70cfc80cd2a83186416d65ca5c5c0c0276da5f3d (patch) | |
| tree | a2e3c321b904077afc2b5f6d20bee5ab679d85e5 /34874-0.txt | |
Diffstat (limited to '34874-0.txt')
| -rw-r--r-- | 34874-0.txt | 4551 |
1 files changed, 4551 insertions, 0 deletions
diff --git a/34874-0.txt b/34874-0.txt new file mode 100644 index 0000000..73af66b --- /dev/null +++ b/34874-0.txt @@ -0,0 +1,4551 @@ +The Project Gutenberg EBook of Phaedo, by Plato + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Phaedo + +Author: Plato + +Translator: Aristeidis Harokopos + +Release Date: January 7, 2011 [EBook #34874] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PHAEDO *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Endnotes notation was by page and number and has +been converted to simple numbering. Words with bold +characters are enclosed in &. One word inthe text appears +to be erased. I have indicated it with [??]. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Η αρίθμηση των υποσημειώσεων στο τέλος του βιβλίου +ήταν κατά σελίδα και αλλάχτηκε σε απλή αρίθμηση. Λέξεις με +έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Μία λέξη στο κείμενο +φαίνεται σβησμένη και την υποδηλώνω με [??]. + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +ΦΑΙΔΩΝ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1910 + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +ΦΑΙΔΩΝ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΑΡ. ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΏΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1910 + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + +Ο «Φαίδων», αριστούργημα του δαιμονίου της αρχαιότητος φιλοσόφου +Πλάτωνος, δεν είναι καθαρώς διάλογος. Είναι καλλιτέχνημα +αποτελούμενον εκ διηγήσεως, συζητήσεων και μύθου. Κατά την εξέλιξιν +της δραματικωτάτης σκηνής του θανάτου του διδασκάλου αυτού και +μεγίστου των αρχαίων σοφών Σωκράτους ο συγγραφεύς παρεμβάλλει +συζητήσεις και καταλήγει εις λύσεις δυσκόλων και υψηλών ζητημάτων +αναγομένων εις την σφαίραν της ψυχολογίας, της ηθικής και της +μεταφυσικής. + +Σκοπός του συγγραφέως προδήλως είναι ν' απεικονίση δια των ζωηροτέρων +χρωμάτων την έξοχον μορφήν, το μεγαλείον της διανοίας και της ψυχής +του Σωκράτους, διατυπών άμα και τας υψηλοτέρας ιδέας και γνώμας του +φιλοσοφικού αυτού συστήματος. Δια τούτου όμως παρέχει τελείαν εικόνα +και της ιδίας αυτού μεγαλοφυίας, σοφίας και απαραμίλλου καλαισθησίας. + +Παριστά τον νεαρόν του Σωκράτους μαθητήν Φαίδωνα, ο οποίος παρευρέθη +εν τη φυλακή κατά την τελευταίαν της ζωής του διδασκάλου του ημέραν +υπό το κράτος ακόμη βαθείας συγκινήσεως αφηγούμενον εις τον εκ +Φλιούντος μη παραγενόμενον κατά την ημέραν εκείνην έτερον μαθητήν του +Σωκράτους Εχεκράτην παν ό,τι εγένετο και ελέχθη κατά την αλησμόνητον +εκείνην ημέραν παρ' αυτού και των παρευρεθέντων πιστών αυτώ μαθητών, +τα κατά τας τελευταίας αυτού στιγμάς και την ατάραχον και γαλήνιον +του βίου του τελευτήν. Η αφήγησις άρχεται από της στιγμής της εισόδου +αυτών εν τη φυλακή, καθ' ην λύουσι τον Σωκράτην των δεσμών διαταγή +[δοτική] των Ένδεκα, αρχόντων της φυλακής, και του επιτρέπουσι να +διαθέση ελευθέρως την τελευταίαν του ημέραν μέχρι της δύσεως του ηλίου, +ότε έμελλε να πίη το κώνειον. + +Παρουσιάζει ως εν εικόνι κατά την στιγμήν εκείνην τους φίλους αυτού +περιστοιχίζοντας εν προφανεί πένθει την κλίνην, εφ' ης ο μέγας +φιλόσοφος εκάθητο, και μετά θρησκευτικής ευλαβείας συζητούντας μετ' +αυτού και ακροωμένους των σοφών αυτού και υψηλών σκέψεων εν τελεία +αταραξία και γαλήνη ψυχής ομιλούντος. + +Η ομιλία περιστρέφεται επί του εξής ζητήματος: «υπάρχει εντός ημών +έτερον τι, εντελώς διάφορον και διακεκριμένον του ημετέρου σώματος, +όπερ μετά τον θάνατον τούτου επιζή αυτού και παραμένει αναλλοίωτον +και αιώνιον;». Τούτο δ' αποτελεί και το πρώτον και μεγαλύτερον του +διαλόγου μέρος. Εις το δεύτερον δ' αυτού μέρος ο Πλάτων αναγράφει όσα +είπεν ο Σωκράτης διαλεγόμενος περί των κυκλοφορουσών μεταξύ των +ανθρώπων δοξασιών &περί της μελλούσης ζωής της ψυχής ημών προσθείς +ότι, αν αύται δεν είναι πάσαι επιδεκτικαί φιλοσοφικών αποδείξεων, δεν +δύναται όμως και να αρνηθή απολύτως παν κύρος αυτών.& + +Μεταφράσαντες το αθάνατον του Πλάτωνος έργον χάριν των πολλών +οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι απεβλέψαμεν ιδίως εις την σαφήνειαν, +εις το πώς δηλαδή να υπερνικήσωμεν τας κολοσσαίας όντως δυσκολίας του +εγχειρήματος καθιστώντες το κείμενον όσον ήτο δυνατόν καταληπτόν. Δια +τούτο πολλαχού παρείδομεν και αυτάς της αρμονίας και καλλιεπείας τας +απαιτήσεις, παρεθέσαμεν δε και εντός μεν παρενθέσεων συντόμους +επεξηγήσεις και διασαφήσεις, εν τέλει δε του παρόντος τας απολύτως +αναγκαίας σημειώσεις. + Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ + + + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ + +ΦΑΙΔΩΝ +(ή περί ψυχής) + +Διάλογος εις τον εν Σικυωνία Φλιούν + +ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ + +ΕΧΕΚΡΑΤΗΣ, ΦΑΙΔΩΝ, ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΚΕΒΗΣ, ΣΙΜΜΙΑΣ, ΚΡΙΤΩΝ, ο +υπηρέτης των ένδεκα. + + Εχεκράτης. +Φαίδων (1), συ ο ίδιος ευρέθης πλησίον του Σωκράτους κατά την ημέραν, +κατά την οποίαν έπιε το δηλητήριον μέσα εις την φυλακήν, ή ήκουσες +κανένα άλλον να το λέγη; + + Φαίδων. +Εγώ ο ίδιος παρευρέθην, Εχεκράτη. + + Εχεκράτης. +Και ποία είναι λοιπόν εκείνα, τα οποία είπεν ο μεγάλος αυτός άνθρωπος +προ του αποθάνη, και με ποίον τρόπον απέθανεν; Ειπέ μου, διότι με +ευχαρίστησιν θα τακούσω. Διότι ούτε κανείς από τους Φλιασίους πολίτας +πολυπηγαίνει τώρα εις τας Αθήνας, είναι δε πολύς καιρός, οπού ούτε +κανένας ξένος μας έφθασεν από εκεί, ο οποίος να είναι εις κατάστασιν +να μας πληροφορήση τίποτε καθαρόν περί του πράγματος τούτου, εκτός +μόνον τούτου, ότι απέθανεν, αφού έπιε το δηλητήριον· τίποτε δε άλλο +δεν ημπόρεσε κανείς να είπη. + + Φαίδων. +Δεν εμάθετε λοιπόν ούτε διά την δίκην του, με ποίον τρόπον έγινεν; + + Εχεκράτης. +Ναι· κάποιος μας το έκαμε γνωστόν· και ηπορούσαμεν μάλιστα, ότι, ενώ +η δίκη έγινε προ πολλού, φαίνεται ότι ο Σωκράτης απέθανε πολύ +υστερώτερα (2). Πόθεν τούτο προήλθεν, ω Φαίδων; + + Φαίδων. +Του συνέβη έν τυχαίον περιστατικόν, Εχεκράτη· διότι η πρύμνη του +πλοίου, το οποίον αποστέλλουν οι Αθηναίοι κάθε χρόνον εις την Δήλον, +συνέβη τυχαίως να είναι στεφανωμένη από την προηγουμένην της δίκης +ημέραν. + + Εχεκράτης. +Αλλά το πλοίον τούτο τι πλοίον είναι; + + Φαίδων. +Τούτο είναι το πλοίον, καθώς λέγουσιν οι Αθηναίοι, με το οποίον ο +Θησεύς μίαν φοράν ανεχώρησε φέρων μέσα τους επτά νέους και τας επτά +νέας εις την Κρήτην (3) και ελύτρωσε και αυτούς και τον εαυτόν του. +Έταξαν λοιπόν εις τον θεόν Απόλλωνα, καθώς λέγουν, εάν λυτρωθούν, να +αποστέλλουν κάθε χρόνον θεωρίαν εις την Δήλον· την οποίαν λοιπόν +πάντοτε τακτικά, και τώρα ακόμη, από τότε κάθε χρόνον αποστέλλουν εις +τον θεόν εκείνον. Άμα λοιπόν αρχίσουν την θεωρίαν(4), υπάρχει +καθιερωμένη συνήθεια εις αυτούς κατά την περίοδον ταύτην του καιρού +να κάμνουν εξαγνισμόν της πόλεως, και να μη θανατώνουν δημοσίως +κανένα, προτού το πλοίον να φθάση εις την Δήλον και από εκεί πάλιν να +επιστρέψη. Έως να υπάγη δε και να επιστρέψη περνά πολύς καιρός, όταν +τύχη να το εμποδίσουν ενάντιοι άνεμοι. Αρχίζει δε η τελετή της +θεωρίας από την στιγμήν, κατά την οποίαν ο ιερεύς του Απόλλωνος +στεφανώση την πρύμνην του πλοίου. Τούτο δε συνέβη να γίνη, καθώς +έλεγα, την προηγουμένην ημέραν της δίκης. Διά τούτον τον λόγον έμεινε +πολύν καιρόν ο Σωκράτης μέσα εις την φυλακήν, αφού ετελείωσεν η δίκη +του, έως να τον θανατώσουν. + + Εχεκράτης. +Ειπέ μου τώρα κυρίως τα συμβάντα κατά τον θάνατόν του, Φαίδων, τι +δηλαδή ελέχθη και τι επράχθη; Και ποίοι από τους οικείους του +ευρέθησαν πλησίον εις τον μακαρίτην; ή μήπως οι άρχοντες δεν +επέτρεψαν εις κανένα να παρευρεθή, και απέθανε μόνος, χωρίς να ευρεθή +εκεί κανείς φίλος του; + + Φαίδων. +Ποσώς· αλλά παρευρέθησαν κάποιοι και μάλιστα πολλοί. + + Εχεκράτης. +Λάβε λοιπόν, σε παρακαλώ, την καλωσύνην να μου γνωστοποιήσης όλα +αυτά, όσον το δυνατόν ακριβέστερον, εάν δεν έχης καμμίαν εργασίαν να +σε εμποδίζη. + + Φαίδων. +Απεναντίας είμαι ελεύθερος τη αληθεία αυτήν την ώραν και θα +προσπαθήσω να σου τα διηγηθώ. Καθ' όσον μάλιστα, εις εμέ τουλάχιστον, +είναι πάντοτε από όλα τα πράγματα το πλέον ευχάριστον να ομιλώ εγώ ο +ίδιος διά τον Σωκράτην και ν' ακούω άλλον να ομιλή δι' αυτόν και ούτω +να τον φέρω εις την ενθύμησίν μου. + + Εχεκράτης. +Αλλ' όμως υπάρχουν και άλλοι, Φαίδων, οι όποιοι αισθάνονται την αυτήν +ευχαρίστησιν, εκείνοι τουλάχιστον, οι οποίοι θα σε ακούσουν να ομιλής +δι' αυτόν· αλλά προσπάθησε, όπως ημπορέσης, να τα διηγηθής όλα με +όλην την ακρίβειαν. + + Φαίδων. +Και όμως εγώ, μα την αλήθειαν, ο οποίος ευρέθην παρών, εδοκίμασα +παράξενον εντύπωσιν. Τω όντι, ουδέ συγκίνησις με κατέλαβεν, ενώ +παρευρισκόμην εις τον θάνατον ανθρώπου φίλου μου· διότι ο μακαρίτης +μου εφαίνετο ευτυχής, Εχεκράτη, και εκ της συμπεριφοράς του και εκ +των λόγων του, και τόσον αφόβως και γενναίως ετελείωνε την ζωήν του, +ώστε μου εφαίνετο, ότι εκείνος δεν επήγαινεν εις τον Άδην χωρίς την +βοήθειαν κανενός θεού, αλλά και ότι, αφού υπάγη εκεί, θα είναι +ευτυχής περισσότερον από κάθε άλλον καθ' οιονδήποτε καιρόν· ένεκα +τούτων λοιπόν καμμία δυνατή λύπη δεν με εκυρίευσε, καθώς θα ενόμιζε +κανείς ότι θα επάθαινα φυσικά, παρευρισκόμενος εις λυπηρόν πράγμα· +ούτε πάλιν και ευχαρίστησις, καθώς συνήθως, οπού εκάμναμεν συζήτησιν +περί φιλοσοφίας, διότι τοιαύτας ομιλίας εκάμναμεν· αλλά, πραγματικώς, +μία εντύπωσις παράξενος, και έν ασυνήθιστον μίγμα, έν ανακάτωμα +ευχαριστήσεως και λύπης με κατέλαβε, καθώς εσυλλογιζόμην ότι ένας +τοιούτος άνθρωπος επρόκειτο ν' αποθάνη· και όλοι ημείς οι +παρευρισκόμενοι ευρισκόμεθα σχεδόν εις την ιδίαν ψυχικήν κατάστασιν, +άλλοτε μεν γελώντες, άλλοτε δε δακρύζοντες· ένας δε από ημάς και +εξαιρετικώς από τους άλλους· συ βεβαίως γνωρίζεις τον άνθρωπον τούτον +και τον χαρακτήρα του. + + Εχεκράτης. +Και πώς όχι; + + Φαίδων. +Και εκείνος λοιπόν ευρίσκετο όλως διόλου εις τοιαύτην κατάστασιν και +εγώ ο ίδιος ήμην ταραγμένος και οι άλλοι. + + Εχεκράτης. +Και ποίοι, Φαίδων, έτυχε να παρευρίσκωνται εκεί (5); + + Φαίδων. +Από τους εντοπίους παρευρίσκετο και αυτός δα ο Απολλόδωρος, και ο +Κριτόβουλος και ο πατήρ του ο Κρίτων· και προσέτι ο Ερμογένης, και ο +Επιγένης, και ο Αισχίνης, και ο Αντισθένης· ήτο δε και ο Κτήσιππος ο +Παιανιεύς, και ο Μενέξενος, και μερικοί άλλοι εντόπιοι· ο δε Πλάτων, +νομίζω, ήτο ασθενής. + + Εχεκράτης. +Παρευρίσκοντο δε και τίποτε ξένοι; + + Φαίδων. +Ναι· και ο Σιμμίας, ο Θηβαίος, και ο Κέβης, και ο Φαιδώνδας· και από +τα Μέγαρα ο Ευκλείδης και ο Τερψίων. + + Εχεκράτης. +Αλλά τι; Ο Αρίστιππος και ο Κλεόμβροτος δεν παρευρέθησαν; + + Φαίδων. +Όχι βέβαια· διότι έλεγαν ότι ευρίσκοντο εις την Αίγιναν. + + Εχεκράτης. +Παρευρίσκετο και κανείς άλλος; + + Φαίδων. +Νομίζω ότι αυτοί περίπου, τους οποίους ανέφερα, παρευρέθησαν. + + Εχεκράτης. +Και λοιπόν; Ποίαι, λέγεις, ήσαν αι ομιλίαι σας; + + Φαίδων. +Θα προσπαθήσω να σου τα διηγηθώ όλα· διότι ίσα ίσα εξακολουθητικώς +και τας προηγουμένας ημέρας εσυνηθίζαμεν να ερχώμεθα και εγώ και οι +άλλοι πλησίον του Σωκράτους, συναθροιζόμενοι από το πρωί εις το +δικαστήριον, μέσα εις το οποίον έγινε και η δίκη· διότι ήτο πλησίον +της φυλακής. Επεριμέναμεν λοιπόν κάθε φοράν έως ν' ανοίξη η φυλακή, +συνομιλούντες μεταξύ μας· διότι η φυλακή δεν ήνοιγε πολύ πρωί. Άμα δε +ήνοιγεν, εισηρχόμεθα πλησίον του Σωκράτους και τας περισσοτέρας φοράς +επερνούσαμεν την ημέραν όλην μαζί του· και λοιπόν και τότε +συνηθροίσθημεν πρωινώτερα. Διότι την προηγουμένην ημέραν, καθώς +εξήλθομεν από την φυλακήν βράδυ, επληροφορήθημεν ότι το πλοίον είχεν +έλθει από την Δήλον. Εσυστήσαμεν λοιπόν ο ένας εις τον άλλον να +έλθωμεν όσον το δυνατόν πρωινώτερα εις το συνηθισμένον μέρος· και +υπήγαμεν εκεί· και ο θυρωρός, ο οποίος συνήθιζε να μας ανοίγη, εξήλθε +και μας είπε να περιμένωμεν και να μη εμβώμεν, παρά αφού αυτός μας +παραγγείλη. Διότι, μας είπεν, οι Ένδεκα λύουν τον Σωκράτην και +παραγγέλλουν να θανατωθή την ημέραν αυτήν. Αφού λοιπόν επέρασεν +ολίγος καιρός, επέστρεψε και μας παρήγγειλε να εμβώμεν. Καθώς λοιπόν +εμβήκαμεν εύρομεν τον μεν Σωκράτην λυμένον πλέον από τα δεσμά του, +την δε Ξανθίππην, συ δα την γνωρίζεις, κρατούσαν το μικρόν παιδίον +του και καθημένην πλησίον του. Καθώς λοιπόν η Ξανθίππη μας είδε, +ήρχισε δυνατά να θρηνολογή και να λέγη από εκείνα, τα οποία αι +γυναίκες συνηθίζουν, ότι δηλαδή, ω Σώκρατες, οι φίλοι σου θα +ομιλήσουν εις σε δια τελευταίαν φοράν και συ εις αυτούς. Και ο +Σωκράτης στρέψας τα βλέμματα προς τον Κρίτωνα, Κρίτων, είπεν, ας την +πάρη κανείς εις το σπίτι. Και μερικοί μεν από τους δούλους του +Κρίτωνος την επήραν, ενώ εκείνη εφώναζε και εκτυπάτο· ο δε Σωκράτης +καθίσας επί της κλίνης του έκαμψε το πόδι του και το έτριψε με το +χέρι του· και συγχρόνως, ενώ το έτριβεν, είπεν· Ω φίλοι μου, πόσον +φαίνεται παράξενον τούτο, το οποίον οι άνθρωποι ονομάζουν +&ευχαρίστησιν&· πόσον θαυμασίως σχετίζεται φυσικά με εκείνο, το +οποίον θεωρείται εναντίον του, δηλαδή την &δυσαρέσκειαν&· και τα δύο +αυτά να μη θέλουν να έρχωνται μαζί εις τον άνθρωπον, εάν δε κανείς +επιζητή το έν από αυτά, και το επιτυγχάνη, σχεδόν πάντοτε να είναι +υποχρεωμένος να λαμβάνη και το άλλο, ωσάν, ενώ είναι δύο, να είναι +δεμένα από το ίδιον άκρον (6). Και μου φαίνεται, είπεν, εάν τα +εσκέπτετο αυτά ο Αίσωπος, ότι θα εσύνθετε μύθον, ότι αυτά επολέμουν, +και ο θεός, θέλων να τα συμφιλιώση, επειδή δεν ημπορούσε, συνέδεσε +τας κορυφάς των εις το ίδιον μέρος· και διά τούτο εις εκείνον, εις +τον οποίον έλθη το έν, ακολουθεί κατόπιν ύστερα και το άλλο, καθώς +λοιπόν μου φαίνεται, συμβαίνει και εις εμέ τον ίδιον· επειδή το +δυσάρεστον (ο πόνος) ήτο εις το σκέλος μου ένεκα των δεσμών, το +ευχάριστον λοιπόν φαίνεται ότι τώρα ακολουθεί κατόπιν εκείνου. + +Ο Κέβης λοιπόν, διακόψας τον λόγον, είπε: + +Μα τον Δία, Σώκρατες, καλά βέβαια έκαμες να μου το ενθυμίσης. Διά τα +ποιήματα, οπού έκαμες, διά τους στίχους δηλαδή, εις τους οποίους +έβαλες τους μύθους του Αίσωπου, και διά τον Ύμνον σου εις τον +Απόλλωνα, με ηρώτησαν έως τώρα και μερικοί άλλοι, τελευταίον δε και ο +Ευηνός, τι τάχα εσκέφθης και, αφού ήλθες εδώ, έκαμες αυτά τα +ποιήματα, ενώ προηγουμένως ποτέ κανέν ποίημα δεν έκαμες. Εάν λοιπόν +ενδιαφέρεσαι κατά τι να ημπορέσω να δώσω απόκρισιν εις τον Ευηνόν, +όταν και πάλιν μ' ερωτήση, διότι καλά ηξεύρω ότι θα μ' ερωτήση, ειπέ +μου τι πρέπει να του είπω. + +Ειπέ λοιπόν εις αυτόν, Κέβη, είπε, την αλήθειαν, ότι έκαμα αυτά τα +ποιήματα, όχι με τον σκοπόν να διαγωνισθώ με αυτόν εις την τέχνην, +ούτε με τα ποιήματα αυτού· διότι εγνώριζον, ότι δεν είναι εύκολον· +αλλά διά να ζητήσω την εξήγησιν μερικών ονείρων και διά να υπακούσω +εις αυτά, δοκιμάζων μήπως από τας ωραίας τέχνας ταύτην, δηλαδή την +ποίησιν, πολλάς φοράς με διατάττουν να εξασκώ. Διότι μου συμβαίνει +τοιούτον τι πράγμα· το ίδιον όνειρον κατά την περασμένην ζωήν μου +επανελαμβάνετο πολλάς φοράς, άλλοτε φαινόμενον με μίαν και άλλοτε με +άλλην μορφήν, και μου έλεγε τα ίδια· δηλαδή, Σώκρατες, να καταγίνεσαι +εις την μουσικήν, δηλαδή τας ωραίας τέχνας, και να ενασχολήσαι εις +αυτήν. Και εγώ κατά τον μέχρι τούδε τουλάχιστον καιρόν υπέθετα ότι το +όνειρον αυτό και με παρεκίνει και με διέταττε να κάμνω εκείνο το +οποίον έκαμνα, καθώς εις τους αγώνας οι δίδοντες διαταγάς εις τους +τρέχοντας· εσυλλογιζόμην λοιπόν ότι το όνειρον τούτο κατά τον αυτόν +τρόπον με διατάττει να ασχολώμαι και εγώ εις τούτο, εις το οποίον +ενασχολούμαι, δηλαδή εις την μουσικήν, διότι η μεν φιλοσοφία είναι +μεγίστη μουσική, εγώ δε ενασχολούμαι εις αυτήν. Τώρα δε οπού και η +δίκη έγινε και η εορτή του θεού με ημπόδιζε ν' αποθάνω, ενόμισα ότι +έπρεπεν, εάν τυχόν το όνειρον με προστάττη να ενασχοληθώ εις την +κοινώς λεγομένην μουσικήν, να μη δείξω απείθειαν εις αυτό, αλλά να το +κάμω· διότι ασφαλέστερον ενόμισα ότι είναι να μη αναχωρήσω διά την +άλλην ζωήν, προ του να αφοσιωθώ εις την ποίησιν ποιημάτων υπακούων +εις το όνειρον. Ούτω λοιπόν έκαμα ποιήματα πρώτον εις τον θεόν +Απόλλωνα, διά τον οποίον ήτο η προκειμένη θυσία· έπειτα δε από τον +θεόν, σκεφθείς ότι ο ποιητής, εάν πρόκειται να είναι καθαυτό ποιητής, +πρέπει να ευρίσκη μύθους και όχι να στιχουργή λόγους, εγώ δε δεν +είχον τούτο το προτέρημα, διά ταύτα τους μύθους του Αισώπου, τους +οποίους είχα προχείρους και εγνώριζα, από όσους μου ήλθαν εις τον +νουν πρώτοι και τους ήξευρα, από αυτούς έβαλα εις στίχους. Ταύτα +λοιπόν, Κέβη, να είπης εις τον Ευηνόν και να είναι καλά, και αν έχη +σώας τας φρένας του, να ακολουθήση εμέ. Αναχωρώ δε διά τον άλλον +κόσμον, ως φαίνεται, σήμερον· διότι οι Αθηναίοι ούτω διατάσσουν. + +Και ο Σιμμίας είπε· + +Τι παραγγελία είναι αυτή, την οποίαν δίδεις, ω Σώκρατες, εις τον +Ευηνόν; διότι συνήντησα πολλάς φοράς τον άνθρωπον· από εκείνο λοιπόν +που εκατάλαβα, σχεδόν με κανένα τρόπον δεν θα παραδεχθή ευχαρίστως +αυτήν. + +Πώς λοιπόν; είπεν ο Σωκράτης, ο Ευηνός δεν είναι φιλόσοφος; + +Νομίζω ότι είναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Και ο Ευηνός λοιπόν και κάθε άνθρωπος, ο οποίος μετέχει αξίως από +αυτό το πράγμα, δηλαδή από φιλοσοφίαν, θα θελήση (να παραδεχθή αυτήν, +ν' αναχωρήση δηλαδή και αυτός διά την άλλην ζωήν). Ίσως όμως δεν θα +θανατώση τον εαυτόν του με την βίαν· διότι λέγουσιν ότι δεν +επιτρέπεται τούτο από τον νόμον. + +Και συγχρόνως, ενώ έλεγε ταύτα, κατεβίβασε τον πόδα του από την +κλίνην εις την γην και αφού εκάθισεν, από τότε ούτω πως συνωμίλει. + +Ο Κέβης λοιπόν ηρώτησεν αυτόν· Πώς το λέγεις αυτό, Σώκρατες, ότι δεν +είναι συγχωρημένον να θανατώνη τις ο ίδιος τον εαυτόν του, ο δε +φιλόσοφος ότι πρέπει ευχαρίστως ν' ακολουθή εκείνον, ο οποίος +αποθνήσκει; + +Τι λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν έχετε ακούσει, συ και ο +Σιμμίας, περί των τοιούτων ζητημάτων, αφού συνανεστράφητε τον +φιλόσοφον Φιλόλαον (7); + +Δεν έχομεν ακούσει τίποτε καθαρόν τουλάχιστον περί αυτών, ω Σώκρατες. + +Αλλ' όμως και εγώ, είπεν ο Σωκράτης, λέγω περί αυτών όσα εξ ακοής +ηξεύρω· εκείνα όμως, τα οποία έτυχε ν' ακούσω, δεν δυσκολεύομαι να τα +είπω. Διότι ίσως και παρά πολύ αρμόζει, αφού πρόκειται να ταξειδεύσω +εις εκείνον τον κόσμον, να εξετάζω καλώς και να εξιστορώ διά το +ταξείδιον εις τα εκεί, ποίου είδους νομίζομεν ότι είναι αυτό. Διότι +και τι άλλο ημπορεί να κάμη κανείς εις το διάστημα αυτό, από τώρα έως +την δύσιν του ηλίου; + +Πού λοιπόν τάχα στηριζόμενοι, είπεν ο Κέβης, λέγουν ότι δεν είναι +συγχωρημένον να θανατώνη τις τον εαυτόν του, Σώκρατες; διότι εγώ +τουλάχιστον, τούτο, το οποίον τώρα συ με ηρώτησες, ήκουσα και τον +Φιλόλαον να το λέγη, όταν έζη μαζί μας, έως τώρα δε και μερικούς +άλλους, ότι δεν πρέπει να κάμνη τις τούτο (δηλαδή ν' αυτοκτονή)· ποτέ +όμως έως τώρα δεν έχω ακούσει τίποτε καθαρόν περί αυτών των ζητημάτων +από κανένα. + +Αλλά πρέπει να έχης θάρρος, είπεν ο Σωκράτης, διότι ίσως είναι +δυνατόν ν' ακούσης τίποτε καταληπτόν. Ίσως όμως σου φανή παράξενον, +ότι τούτο μόνον (δηλ. ο θάνατος) από όλα τα άλλα είναι απλούν (δηλαδή +καλόν δι' όλους τους ανθρώπους (8)) όχι δι' άλλους καλόν και δι' +άλλους κακόν (όπως τα άλλα πράγματα). Και ποτέ δεν συμβαίνει, καθώς +και εις τα άλλα πράγματα, εις τους ανθρώπους — δηλαδή εις μερικάς +περιστάσεις και εις μερικούς ανθρώπους να είναι προτιμότερον ν' +αποθάνουν παρά να ζουν (όλοι δηλαδή είναι προτιμότερον ν' αποθάνουν). +Ίσως δε σου φαίνεται παράξενον, ούτοι οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι +καλύτερα δι' αυτούς ν' αποθάνουν, ότι δεν είναι θεάρεστον να κάμουν +οι ίδιοι εις τον εαυτόν των αυτήν την ευεργεσίαν, αλλά να είναι +ανάγκη να περιμένουν άλλον να τους ευεργετήση (θανατώνων αυτούς). + +Και ο Κέβης, αφού εχαμογέλασεν ολίγον, Ο Ζευς το ηξεύρει, είπε με την +γλώσσαν του τόπου του. + +Βεβαίως, είπεν ο Σωκράτης, έτσι φαίνεται παράξενον, αλλ' ίσως έχει +βεβαίως κάποιον λόγον. Και ο μεν λόγος, ο οποίος διά τα πράγματα αυτά +λέγεται εις τους λαμβάνοντας μέρος εις τα μυστήρια (9), ότι δηλαδή +ημείς οι άνθρωποι ευρισκόμεθα μέσα εις κάποιον φυλαττόμενον μέρος και +ότι λοιπόν δεν πρέπει κανείς να ελευθερώνη από αυτό τον εαυτόν του, +ούτε και να φεύγη κρυφά, μου φαίνεται ότι είναι μεγάλος λόγος και ότι +δεν είναι εύκολον να τον καταλάβη ο καθένας. Αλλ' όμως το εξής +τουλάχιστον μου φαίνεται, Κέβη, ότι καλά το λέγουν, ότι οι θεοί +υπάρχουν, οι οποίοι φροντίζουν δι' ημάς (τους ανθρώπους) και ότι +ημείς οι άνθρωποι είμεθα έν από τα κτήματα των θεών ή δεν συμφωνείς +με αυτήν την γνώμην; + +Συμφωνώ, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν, είπεν εκείνος, και συ, εάν κανέν από τα κτήματά σου (τους +δούλους σου δηλαδή) ήθελε θανατώσει τον ίδιον τον εαυτόν του, χωρίς +να τον διατάξης διά σημείου ότι θέλεις να θανατωθή, και εάν ηδύνασο +να του επιβάλης καμμίαν τιμωρίαν, δεν θα το ετιμώρεις; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Ίσως λοιπόν υπό ταύτην την έποψιν δεν είναι σφάλμα το ότι δεν πρέπει +κανείς να θανατώνη τον εαυτόν του προτού να στείλη εις αυτόν ο θεός +καμμίαν ανάγκην (ώστε δηλαδή να μη ημπορή κανείς να κάμη αλλέως), +καθώς έστειλε και την παρούσαν ανάγκην τώρα εις ημάς (οπού είμαι +δηλαδή ηναγκαμένος ν' αποθάνω). + +Αλλά τούτο βεβαίως, είπεν ο Κέβης, φαίνεται αληθές· εκείνο όμως το +οποίον τώρα θα έλεγες, ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να επιθυμούν ν' +αποθνήσκουν χωρίς δυσαρέσκειαν, φαίνεται ωσάν παράλογον· εάν είναι +ορθόν εκείνο το οποίον τώρα δα ελέγομεν, ότι δηλαδή υπάρχει θεός, ο +οποίος φροντίζει δι' ημάς, και ότι ημείς είμεθα κτήματά του (δηλαδή +δούλοι του). Διότι είναι παράλογον οι φρονιμώτατοι εκ των ανθρώπων να +μη δυσαρεστώνται, όταν φεύγουν από αυτήν την υπηρεσίαν, εις την +οποίαν είναι επιστάται των θεοί, οι οποίοι είναι άριστοι επιστάται +των υπαρχόντων πραγμάτων· δεν θα νομίζη βεβαίως κανείς ότι αν γίνη +ελεύθερος, θα φροντίζη καλύτερα (από τους θεούς) ο ίδιος διά τον +εαυτόν του· αλλ' ίσως κανένας ανόητος άνθρωπος ήθελε σκεφθή αυτά, ότι +δηλαδή πρέπει να φύγη από τον κύριόν του, χωρίς να συλλογισθή ότι δεν +πρέπει κανείς βεβαίως να φεύγη από κοντά από τον αγαθόν κύριον, αλλ' +ότι μάλιστα πρέπει κανείς να μένη πάντοτε κοντά του· διά τούτο, αν +φύγη, θα φύγη ανοήτως πράττων· εκείνος δε ο οποίος έχει νουν επιθυμεί +βέβαια να είναι πάντοτε πλησίον εις τον καλύτερόν του. + +Και έτσι λοιπόν, Σώκρατες, ορθόν είναι το εναντίον εκείνου το οποίον +ελέγομεν. Ότι πρέπει βεβαίως οι μεν φρόνιμοι άνθρωποι να λυπώνται, +όταν αποθνήσκουν, οι δε ανόητοι να ευχαριστώνται. + +Αφού ήκουσε λοιπόν αυτά ο Σωκράτης, μου εφάνη ότι ευχαριστήθη διά τα +επιχειρήματα του Κέβητος, και, αφού έρριψε το βλέμμα του επάνω εις +ημάς, είπε· Πάντοτε ο Κέβης εξετάζει και ευρίσκει μερικά επιχειρήματα +και δεν συνηθίζει να παραδέχηται αμέσως ό,τι και αν ήθελεν ειπεί +κανείς. + +Και ο Σιμμίας είπεν· Αλλ' όμως, Σώκρατες, τώρα τουλάχιστον και εγώ ο +ίδιος νομίζω ότι ο Κέβης κάτι σωστόν λέγει· διότι διά ποίον τάχα +λόγον άνθρωποι αληθινά σοφοί θ' απεφάσιζαν να φύγουν από κυρίους +καλυτέρους του εαυτού των, και να τους αφήσουν χωρίς να λυπηθούν διά +τούτο; Και μου φαίνεται ότι ο Κέβης κτυπά με τον λόγον του σε, ότι +τόσον εύκολα το βαστά η καρδιά σου να φύγης και από ημάς και από +καλούς κυρίους, καθώς και συ το ομολογείς, τους θεούς. + +Δίκαια, είπεν ο Σωκράτης, λέγετε. Διότι νομίζω, ότι λέγετε εκείνα τα +οποία πρέπει να είπω εδώ, διά να απολογηθώ, όπως έκαμα εις το +δικαστήριον. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Έλα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ας προσπαθήσω να απολογηθώ προς σας +πειστικότερα, παρ' ό,τι απελογήθην προς τους δικαστάς. Διότι εγώ, +είπε, Σιμμία και Κέβη, εάν μεν ενόμιζον ότι δεν θα υπάγω κατά πρώτον +πλησίον εις άλλους θεούς και σοφούς και αγαθούς, έπειτα δε και +πλησίον εις ανθρώπους, οι οποίοι έχουν αποθάνει καλυτέρους από τους +εδώ, θα είχον άδικον να μη λυπώμαι διά τον θάνατόν μου. Τώρα όμως +μάθετε καλώς, ότι ελπίζω να φθάσω εις ανθρώπους αγαθούς· και τούτο +μεν δεν ημπορώ καλά να το βεβαιώσω· ότι όμως θα φθάσω πλησίον εις +θεούς κυρίους πολύ αγαθούς, μάθετε καλώς ότι δύναμαι να βεβαιώσω και +τούτο περισσότερον από κάθε άλλο εκ των τοιούτων πραγμάτων. Ώστε διά +τας αιτίας ταύτας δεν λυπούμαι εξ ίσου, αλλ' είμαι πλήρης ελπίδος ότι +υπάρχει κάτι δι' εκείνους οι οποίοι έχουν αποθάνει, και, καθώς από +πολύν καιρόν λέγουσιν, υπάρχει κάτι πολύ καλύτερον διά τους καλούς +παρά διά τους κακούς. + +Τι λοιπόν υπάρχει, ω Σώκρατες; είπεν ο Σιμμίας· ποίον από τα δύο, +κρατών συ ο ίδιος διά τον εαυτόν σου την σκέψιν ταύτην, έχεις σκοπόν +ν' αναχωρήσης απ' αυτήν την ζωήν ή ημπορείς να την κάμης γνωστήν και +εις ημάς; Διότι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι τούτο είναι έν καλόν +κοινόν και εις ημάς, και συγχρόνως είναι απολογία και διά σε, εάν μας +κάμης να παραδεχθώμεν εκείνα τα οποία λέγεις. + +Αλλά θα προσπαθήσω, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον δε ας εξετάσωμεν +τούτον εδώ τον Κρίτωνα, τι είναι εκείνο, το οποίον μου φαίνεται ότι +θέλει να είπη από πολλήν ώραν. + +Και τι άλλο βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κρίτων, παρά εκείνο το οποίον +από πολλήν ώραν μου λέγει ο μέλλων να σου δώση το δηλητήριον(10), ότι +δηλαδή είναι χρεία να σου είπωμεν να ομιλής όσον το δυνατόν +ολιγώτερον; Διότι, λέγει, ζεσταινόμεθα περισσότερον, όταν ομιλώμεν, +και διόλου δεν πρέπει ζεστοί να λαμβάνωμεν το δηλητήριον· διότι +αλλέως, όσοι κάμνουν τοιούτον τι, αναγκάζονται να πίνουν και δύο και +τρεις φοράς. + +Και ο Σωκράτης είπεν· Άφησέ τον να λέγη· ας ετοιμάζη το δηλητήριόν +του διά να το δώση και δύο, εάν δε είναι χρεία, και τρεις φοράς. + +Αλλ' όμως ήξευρα κάπως τι θα είπης, είπεν ο Κρίτων αλλ' αυτός από +πολλήν ώραν επιμένει και με ενοχλεί. + +Άφησέ τον, είπεν ο Σωκράτης. Αλλ' εις σας λοιπόν τους δικαστάς θέλω +τώρα ν' απολογηθώ περί των αιτίων διά τα οποία μου φαίνεται ότι +άνθρωπος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωήν του εις την φιλοσοφίαν, όταν +πρόκειται ν' αποθάνη, ευλόγως πρέπει να έχη γενναιότητα, και ότι +πρέπει να είναι πλήρης ελπίδος ότι εκεί (εις την άλλην ζωήν) θα +επιτύχη μέγιστα αγαθά, αφ' ού αποθάνη. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω να +είπω, Σιμμία και Κέβη, τας αποδείξεις περί του ότι αυτά είναι όπως τα +λέγω. Διότι όσοι έτυχε να καταγίνωνται σωστά εις την φιλοσοφίαν +τρέχουν τον κίνδυνον να μη τους καταλαμβάνουν οι άλλοι ότι αυτοί +κανέν άλλο έργον δεν κάμνουν παρά ν' αποθνήσκουν και να είναι +αποθαμμένοι. Εάν λοιπόν τούτο είναι αληθές, θα ήτο βεβαίως γελοίον +εις όλην των μεν την ζωήν να μη έχουν μέσα εις την καρδίαν των άλλο +πράγμα παρά τούτο, δηλ. τον θάνατον όταν δε αυτός τέλος έλθη, να +λυπώνται δι' εκείνο το πράγμα, το οποίον από πολύν καιρόν επεθύμουν +και εζήτουν. + +Και ο Σιμμίας, αφ' ού εγέλασεν, είπε· Μ' έκαμες να γελάσω, μα τον +Δία, ω Σώκρατες, εν ώ τώρα μάλιστα δεν είχον καμμίαν όρεξιν να +γελάσω. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αφ' ού ακούσουν αυτό το +οποίον λέγεις, δεν αμφιβάλλω ότι θα συμφωνήσουν ότι πολύ καλά ελέχθη +αυτός ο λόγος διά τους καταγινομένους εις την φιλοσοφίαν, και οι μεν +πατριώται μου οι Θηβαίοι παρά πολύ θα συνεφώνουν ότι πραγματικώς οι +ενασχολούμενοι εις την φιλοσοφίαν επιθυμούν να αποθάνουν, και οι +Θηβαίοι τουλάχιστον ηξεύρουν ότι τους αξίζει να πάθουν αυτό το +πράγμα. Και λέγουν βεβαίως την αλήθειαν, Σιμμία· εκτός τούτου μόνον, +ότι οι Θηβαίοι ηξεύρουν τούτο, εν ώ δεν ηξεύρουν βεβαίως πως οι +αληθινοί φιλόσοφοι επιθυμούσι τον θάνατον και πως τους αξίζει ο +θάνατος. Αλλ' αφ' ού αφήσωμεν ησύχους τους Θηβαίους, ας ομιλήσωμεν, +είπε, μεταξύ μας· νομίζομεν ότι ο θάνατος είναι κανέν πράγμα; + +Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας διακόψας. + +Άρα γε μήπως είναι άλλο τι ο θάνατος παρά ο χωρισμός της ψυχής από το +σώμα; Και μήπως το να είναι κανείς αποθαμμένος θα είπη το μεν σώμα, +αφ' ού χωρισθή από την ψυχήν, να υπάρχη μόνον του χωριστά, η δε ψυχή, +αφ' ού χωρισθή από το σώμα, να είναι μόνη της χωριστά; Άρα γε μήπως ο +θάνατος είναι άλλο τι και όχι τούτο; + +Όχι, αλλά τούτο είναι, είπεν ο Σιμμίας. Εξέτασον λοιπόν, καλέ μου +φίλε, εάν παραδέχησαι και συ ως ορθά εκείνα, τα οποία και εγώ +παραδέχομαι· διότι νομίζω ότι από αυτά αναχωρούντες θα μάθωμεν +καλύτερα εκείνα, δια τα οποία ερευνώμεν. Σου φαίνεται ότι αρμόζει εις +φιλόσοφον άνθρωπον να ριφθή εις τας ονομαζομένας ηδονάς (γλέντια), +λόγου χάριν τας εξής, τα φαγητά και τα ποτά; + +Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε; Του αρμόζει να ριφθή εις τα αφροδίσια; + +Ουδόλως, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε; Νομίζεις ότι ο τοιούτος άνθρωπος θεωρεί πολυτίμους τας άλλας +διά το σώμα περιποιήσεις; Λόγου χάριν τας αποκτήσεις μεγαλοπρεπών +φορεμάτων και υποδημάτων, και τους άλλους διά το σώμα στολισμούς, +ποίον από τα δύο νομίζεις, ότι αποδίδει τιμήν εις αυτούς ή όχι, +καθόσον δεν έχει απόλυτον ανάγκην να τους μεταχειρίζηται; + +Ο αληθινός φιλόσοφος, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον φρονώ, ότι δεν +αποδίδει τιμήν εις αυτά. + +Δεν σου φαίνεται λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η ενασχόλησις του +τοιούτου φιλοσόφου δεν αποβλέπει εις το σώμα, αλλά καθ' όσον ημπορεί +απομακρύνεται από αυτό, διευθύνεται δε προς την ψυχήν; + +Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας. + +Άρα γε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, κατά πρώτον μεν εις τα τοιαύτα +πράγματα δεν είναι φανερόν ότι ο φιλόσοφος χωρίζει όσον το δυνατόν +περισσότερον την ψυχήν από την συγκοινωνίαν με το σώμα, εξαιρετικώς +από τους άλλους ανθρώπους; + +Είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας. + +Και ότι ίσως βέβαια, Σιμμία, λέγει ο Σωκράτης, οι περισσότεροι +άνθρωποι φρονούσιν ότι δεν αξίζει τον κόπον να ζη εκείνος, εις τον +οποίον κανέν από τα τοιαύτα δεν προξενεί ευχαρίστησιν, ούτε μέρος +λαμβάνει εις αυτά, και ότι εκείνος όστις δεν φροντίζει διόλου διά τας +ηδονάς, αι οποίαι προξενούνται διά μέσου του σώματος, κοντεύει κάπως +να είναι αποθαμμένος. + +Λέγεις βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας, πράγματα πολύ αληθινά. + +Και τι να είπωμεν λοιπόν δι' αυτήν την απόκτησιν της γνώσεως, ποίον +από τα δύο, είναι το σώμα εμπόδιον, εάν το συμπαραλαμβάνωμεν ως +συμμέτοχον εις την ζήτησιν αυτής; Εξηγούμαι με το ακόλουθον +παράδειγμα· η όρασις άρα γε και η ακοή προσφέρουν τίποτε αληθινόν εις +τον άνθρωπον; Ή και οι ποιηταί (11) έχουν δίκαιον επαναλαμβάνοντες +πάντοτε εις ημάς τα τοιαύτα τουλάχιστον, ότι ούτε ακούομεν τίποτε +ακριβές ούτε βλέπομεν; Εν τούτοις, αν αύται από τας σωματικάς +αισθήσεις δεν είναι μήτε ακριβείς μήτε καθαραί, αι άλλαι βεβαίως πολύ +ολιγώτερον θα είναι τοιαύται· διότι όλαι είναι κάπως πλέον αδύνατοι +από αυτάς. Ή δεν σας φαίνεται ότι είναι τοιαύται; + +Τοιαύται είναι βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Πότε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή επιτυγχάνει την αλήθειαν; +Διότι, όταν μεν επιχειρή να εξετάση κανέν πράγμα μαζί με το σώμα, +είναι φανερόν ότι τότε εξαπατάται από αυτό. + +Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Σιμμίας. + +Άρα γε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εάν γίνηται φανερόν εις την +ψυχήν κανέν από ταληθινά πράγματα εις κανέν άλλο μέρος αυτής, δεν +συμβαίνει τούτο εις την συλλογιστικήν αυτής ενέργειαν; + +Ναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Μεταχειρίζεται δε βεβαίως την λογικήν της ενέργειαν κάλλιστα, +εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τότε όταν κανέν από αυτά δεν την ενοχλή, +μήτε η ακοή, μήτε η όρασις, μήτε ο πόνος, μήτε η ευχαρίστησις, αλλ' +ευρίσκηται όσον το δυνατόν περισσότερον μόνη της, αφίνουσα το σώμα +κατά μέρος, και, όταν, καθόσον ημπορεί, μη συγκοινωνούσα με αυτό μήτε +εγγίζουσα αυτό ορέγηται την πραγματικήν αλήθειαν. + +Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Σιμμίας. + +Δεν είναι λοιπόν αληθές, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι και εις αυτήν +την περίστασιν η ψυχή του φιλοσόφου καταφρονεί τα μέγιστα το σώμα και +φεύγει μακράν από αυτό, ζητεί δε να μείνη μόνη της; + +Τούτο είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας. + +Αλλά τι είναι λοιπόν αυτά οπού θα είπω, Σιμμία; Εξηκολούθησεν ο +Σωκράτης, θα είπωμεν ότι το καθ' αυτό δίκαιον είναι κάτι τι, ή ότι +δεν είναι τίποτε; + +Θα είπωμεν, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας, ότι είναι κάτι τι. + +Και το ωραίον και το αγαθόν, ότι είναι και αυτά κάτι τι; + +Και πώς όχι; Απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Έως τώρα λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είδες καμμίαν φοράν κανέν +από τα τοιαύτα με τους οφθαλμούς σου; + +Διόλου, είπεν ο Σιμμίας. + +Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, ήγγισας αυτά με καμμίαν από τας άλλας +σωματικάς σου αισθήσεις; Και λέγω τούτο δι' όλα, λόγου χάριν διά το +μέγεθος, διά την υγείαν και με ένα λόγον διά την ουσίαν όλων των +άλλων, δι' ό,τι δηλαδή τυχαίνει να είναι καθέν από αυτά· άρα γε το +αληθέστατον μέρος αυτών είναι δυνατόν να το θεωρήση κανείς διά μέσου +του σώματος; Ή μήπως συμβαίνει το εξής· όποιος από ημάς ήθελε +προετοιμάσει τον εαυτόν του να εξετάση περισσότερον και ακριβέστερον +με τον νουν του αυτό καθ' αυτό το κάθε πράγμα, περί του οποίου +εξετάζει, αυτός ημπορεί να φθάση πλησιέστατα να λάβη γνώσιν του κάθε +πράγματος; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν, εκείνος ήθελε κάμει τούτο +καθαρώτατα, ο οποίος όσον το δυνατόν περισσότερον ήθελε διευθυνθή εις +κάθε πράγμα με μόνην την διάνοιάν του, χωρίς να μεταχειρισθή μαζί την +όρασιν, εν ώ σκέπτεται ο νους του, μήτε να σύρη καμμίαν άλλην +αίσθησιν μαζί με την ενέργειαν του λογικού, αλλά μεταχειριζόμενος +μόνην την διάνοιάν του καθαράν αναλαμβάνει να καταδιώξη καθέν από +ταληθινά πράγματα μόνον του και καθαρόν, αφ' ού χωρισθή όσον το +δυνατόν περισσότερον και από τους οφθαλμούς και από τα ώτα και, διά +να είπωμεν ούτως, από όλον εν γένει το σώμα, διότι τούτο ταράττει και +δεν αφήνει την ψυχήν ν' αποκτήση την αλήθειαν και την γνώσιν, όταν +λαμβάνη και αυτό μέρος εις την εξέτασιν· άρα γε δεν είναι αυτός, +Σιμμία, περισσότερον από κάθε άλλον εκείνος, που θα κατορθώση να εύρη +το αληθινά υπάρχον; + +Θαυμάσια, είπεν ο Σιμμίας, πόσον αληθινά πράγματα λέγεις, ω Σώκρατες. + +Εξ όλων τούτων αναχωρούντες οι αληθινοί φιλόσοφοι, είπεν ο Σωκράτης, +σχηματίζουσιν αναγκαίως τοιαύτην ιδέαν, ώστε και μεταξύ των τοιαύτα +να λέγωσιν, ότι κάποιο μονοπάτι τρόπον τινά εις την σκέψιν μας +αλλάζει τον δρόμον εις ημάς και εις το λογικόν· διότι εν όσω έχομεν +το σώμα και η ψυχή μας είναι ανακατωμένη μαζί με το τοιούτον κακόν, +ποτέ δεν θ' αποκτήσωμεν αρκετά εκείνο το οποίον επιθυμούμεν· λέγομεν +δε ότι τούτο είναι η αλήθεια. Διότι το μεν σώμα παρέχει εις ημάς +χιλίων ειδών φροντίδας διά την αναγκαίαν [??] ακόμη δε, αν επέλθωσι +και μερικαί ασθένειαι εμποδίζουσιν ημάς από την επιδίωξιν του αληθινά +υπάρχοντος, μας γεμίζει δε το σώμα από επιθυμίας και πάθη και φόβους +και κάθε είδους πλάσματα της φαντασίας και πολλήν φλυαρίαν (12)· +ώστε, καθώς λέγουσιν, ούτε και είναι πραγματικώς κατορθωτόν εις ημάς +εξ αιτίας του να έχωμέν ποτε καμμίαν πραγματικήν γνώσιν, διότι +πολέμους και ταραχάς και μάχας κανέν άλλο πράγμα δεν προξενεί παρά το +σώμα και τα πάθη αυτού. Διότι όλοι οι πόλεμοι γίνονται διά την +απόκτησιν των χρημάτων, υποχρεωνόμεθα δε ν' αποκτώμεν χρήματα εξ +αιτίας του σώματος, γινόμενοι δούλοι εις την περιποίησιν αυτού και ως +εκ τούτου, δηλαδή του σώματος, δι' όλους τούτους τους λόγους δεν +ευρίσκομεν καιρόν διά την φιλοσοφίαν. Το δε χειρότερον από όλα, ότι, +και εάν εύρωμεν καμμίαν ευκαιρίαν να χωρισθώμεν από αυτό και να +επιδοθώμεν εις την εξέτασιν κανενός πράγματος, αυτό παρεμβαίνον πάλιν +παντού εις τας ερεύνας μας, προξενεί εις ημάς ταραχήν και σύγχυσιν +και έκπληξιν, ώστε εξ αιτίας του να μη ημπορώμεν να διακρίνωμεν την +αλήθειαν αλλά πραγματικώς απεδείχθη εις ημάς ότι, εάν μέλλωμεν +καμμίαν φοράν να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, πρέπει να χωρισθώμεν +από αυτό και να παρατηρήσωμεν με μόνην την ψυχήν τα πράγματα μόνα· +και τότε, καθώς φαίνεται, θα είναι δυνατόν εις ημάς ν' απολαύσωμεν +εκείνο, το οποίον επιθυμούμεν και του οποίου λέγομεν ότι είμεθα +ερασταί, δηλαδή την γνώσιν, αφ' ού παύσωμεν να ζώμεν, καθώς το +λογικόν αποδεικνύει, όχι δε εν όσω ζώμεν. Διότι, εάν δεν είναι +δυνατόν μαζί με το σώμα να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, έν από τα +δύο, ή πουθενά δεν είναι δυνατόν ν' αποκτήσωμεν την πραγματικήν +γνώσιν, ή είναι τούτο δυνατόν, αφού αποθάνωμεν· διότι τότε η ψυχή θα +είναι μόνη της χωριστά από το σώμα, προτύτερα δε όχι· και ενόσω θα +ευρισκώμεθα εις την ζωήν, θα είμεθα, καθώς φαίνεται, ούτω πλησιέστερα +εις την αληθινήν γνώσιν, εάν όσον το δυνατόν περισσότερον παύσωμεν να +έχωμεν συγκοινωνίαν με το σώμα, εκτός εν περιπτώσει απολύτου ανάγκης, +και δεν γεμίζωμεν τον εαυτόν μας από την (μολυσμένην) φύσιν αυτού, +αλλά μένωμεν καθαροί χωριστά από αυτό, έως ότου μας ελευθερώση ο +ίδιος ο θεός. Και τοιουτοτρόπως χωριζόμενοι και μένοντες καθαροί από +την ανοησίαν του σώματος, ως είναι επόμενον, θα είμεθα με άλλους +τοιούτους (καθαρούς) και θα μάθωμεν διά μέσου του εαυτού μας την +καθαράν πραγματικότητα· τούτο δε ίσως είναι η αλήθεια· διότι δεν +είναι συγχωρημένον εις τον μη καθαρόν να εγγίση πράγμα καθαρόν. +Νομίζω, Σιμμία, ότι είναι απαραίτητον όλοι οι αληθώς φιλομαθείς να +λέγωσι τοιαύτα ο είς εις τον άλλον και να τα φρονώσι. Ή δεν νομίζεις +ότι ούτω πρέπει να κάμνουν; + +Ούτω πρέπει να κάμνουν περισσότερον από κάθε άλλο, ω Σώκρατες, είπεν +ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εάν ταύτα, φίλε μου, είναι αληθή, +υπάρχει μεγάλη ελπίς διά κάθε άνθρωπον, όταν φθάση εκεί όπου εγώ τώρα +πηγαίνω, ότι θα αποκτήση εκεί αρκετά, περισσότερον παρά εις κάθε άλλο +μέρος, τούτο το πράγμα, ένεκα του οποίου ενησχολήθην πολύ καθ' όλην +την περασμένην ζωήν μου, ώστε βεβαίως το ταξείδιον, το οποίον +διετάχθην τώρα να κάμω, γίνεται με καλήν ελπίδα και δι' άλλον +άνθρωπον, ο οποίος νομίζει ότι έχει προετοιμάσει τον νουν του εις το +να είναι τρόπον τινά καθαρός. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Άρα γε δε κάθαρσις (της ψυχής) δεν συμβαίνει να είναι αυτό, το οποίον +από πολλήν ώραν αναφέρομεν εις την ομιλίαν μας, το να χωρίζωμεν +δηλαδή, όσον το δυνατόν περισσότερον την ψυχήν από το σώμα, και να +συνηθίσωμεν αυτήν να συλλέγηται και να συναθροίζηται από όλα τα μέρη +του σώματος χωριστά μόνη της, και να κατοική μόνη με τον εαυτόν της +όσον το δυνατόν, και εις τον τωρινόν καιρόν και εις τον κατόπιν, +ελευθερωνομένη από το σώμα, όπως λύεται κανείς από τα δεσμά; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν τούτο βεβαίως δεν ονομάζεται θάνατος, το λύσιμον δηλαδή +και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Εκείνοι δε, οι οποίοι ορθώς φιλοσοφούσι με όλην την καρδίαν των, +καταγίνονται πάντοτε και μόνοι να την λύωσι (την ψυχήν), καθώς +λέγομεν, και αυτή ίσα ίσα είναι η ενασχόλησις των φιλοσόφων, το +λύσιμον και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, ή όχι; + +Είναι φανερόν ότι ναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν δεν θα ήτο γελοίον, εκείνο το οποίον έλεγον κατ' αρχάς, +άνθρωπος, ο οποίος προετοιμάζει τον εαυτόν του κατά τον καιρόν της +ζωής τοιουτοτρόπως, ώστε να είναι όσον το δυνατόν πλησιέστερον εις +τον θάνατον, να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, και έπειτα, όταν αυτός +(δηλαδή ο θάνατος) έλθη προς αυτόν, να λυπήται; τούτο δεν είναι +γελοίον; + +Και πώς όχι; είπεν ο Σιμμίας. + +Πραγματικώς λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, όσοι φιλοσοφούσιν ορθώς +καταγίνονται εις το να αποθάνωσι, και το να αποθάνωσι προξενεί εις +αυτούς φόβον πολύ ολιγώτερον παρά εις όλους τους άλλους ανθρώπους. +Εξέτασον δε από τα ακόλουθα. Εάν βεβαίως μισούν καθ' όλα το σώμα, +επιθυμούν δε να έχωσι την ψυχήν των μόνην της, αφού δε γίνη τούτο, +φοβούνται και λυπούνται, δεν θα ήτο τούτο μεγάλη ανοησία, εάν δεν +υπάγουν μ' ευχαρίστησιν εκεί, οπού υπάρχει ελπίς ότι, αφού φθάσουν θα +επιτύχωσιν εκείνο (το καλόν), το οποίον επεθύμουν καθ' όλην την ζωήν +των· επεθύμουν δε γνώσιν (της αληθείας), θα έχωσι δε ελευθερωθή από +εκείνο (το σώμα δηλαδή), το οποίον υπήρχε μαζί των και το οποίον +είχον μισήσει· ή όταν αγαπητά παιδία και γυναίκες και υιοί των +απέθανον, πολλοί βέβαια άνθρωποι ηθέλησαν με την καρδίαν των να +υπάγωσιν εις τον Άδην, παρακινούμενοι από αυτήν την ελπίδα, ότι θα +ίδωσιν εκεί εκείνους, τους οποίους επεθύμουν, και θα είναι μαζί με +αυτούς, όταν δε κανείς πραγματικώς επιθυμή αληθινήν γνώσιν και λάβη +με πολλήν βεβαιότητα αυτήν ίσα ίσα την ελπίδα, ότι δεν θα επιτύχη +αυτήν εις κανέν άλλο μέρος κατά τρόπον άξιον λόγου παρά εις τον Άδην, +θα λυπηθή, διότι πρόκειται ν' αποθάνη, και δεν θα υπάγη εκεί με +ευχαρίστησιν; Πρέπει βεβαίως να νομίζωμεν, φίλε μου, ότι θα υπάγη +ευχαρίστως, εάν είναι πραγματικώς φιλόσοφος· διότι θα σχηματίση +ισχυράν πεποίθησιν περί τούτων, ότι δεν θα επιτύχη καθαρά την γνώσιν +της αληθείας εις κανέν άλλο μέρος, παρά μόνον εκεί. Εάν δε τούτο +είναι έτσι, δεν θα ήτο μεγάλη ανοησία, καθώς προ ολίγου έλεγον, εάν ο +τοιούτος εφοβείτο τον θάνατον; + +Πολλή μεγάλη βεβαίως ανοησία θα ήτο, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διά σε αρκετή απόδειξις +τούτο, ως προς άνθρωπον τον οποίον θα έβλεπες να λυπήται, διότι +πρόκειται ν' αποθάνη, ότι αυτός βεβαίως δεν ήτο φιλόσοφος, αλλά +κάποιος φιλοσώματος άνθρωπος; ο ίδιος δε κατά πάσαν πιθανότητα +τυγχάνει να είναι και φιλοχρήματος και φιλόδοξος, έχων ή το έν από τα +δύο αυτά ή και τα δύο; + +Είναι έτσι, είπεν ο Σιμμίας, πραγματικώς όπως λέγεις. + +Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, και η ονομαζομένη ανδρεία +δεν ταιριάζει περισσότερον εις τους ούτω πως διακειμένους (δηλαδή +τους φιλοσόφους); + +Εξάπαντος βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. Και η σωφροσύνη (η εγκράτεια +δηλαδή), την οποίαν και ο όχλος όμοια ονομάζει σωφροσύνην, το να μη +παρασύρηται δηλαδή κανείς από τας επιθυμίας, αλλά να τας περιφρονή +και να τας κανονίζη, άρα γε δεν ταιριάζει εις μόνους τούτους, οι +οποίοι παραπολύ περιφρονούσι το σώμα και ζώσι με φιλοσοφίαν; + +Δεν ημπορεί να είναι αλλέως, είπεν ο Σιμμίας. + +Διότι, εάν θέλης, είπεν ο Σωκράτης, να εξετάσης με τον νουν σου και +την ανδρείαν και την εγκράτειαν των άλλων, των μη φιλοσόφων, θα σοι +φανή ότι δεν έχει τον τόπον της. + +Αλλά πώς λοιπόν τούτο, ω Σώκρατες; Είπεν ο Σιμμίας. + +Ηξεύρεις, απεκρίθη ο Σωκράτης, ότι όλοι οι άλλοι (εκτός των +φιλοσόφων) νομίζουσιν ότι ο θάνατος είναι έν από τα μεγαλύτερα κακά; + +Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Σιμμίας. + +Οι ανδρείοι λοιπόν από αυτούς δεν υπομένουσι τον θάνατον, όταν τον +υπομένωσιν, από φόβον μόνον μεγαλυτέρων κακών; + +Αυτό είναι αλήθεια, είπεν ο Σιμμίας. + +Όλοι λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είναι ανδρείοι, διότι +φοβούνται και η ανδρεία των είναι αποτέλεσμα φόβου, εκτός των +φιλοσόφων. Και όμως είναι απρεπές να είναι κανείς ανδρείος ένεκα +φόβου ή δειλίας. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Οι εγκρατείς από αυτούς δεν παθαίνουν αυτό το ίδιον; είναι δηλαδή +εγκρατείς ένεκά τινος ακολασίας· και μολονότι λέγομεν βεβαίως ότι +τούτο είναι αδύνατον, αλλ' όμως συμβαίνει εις αυτούς ό,τι παθαίνουν +με αυτήν την ανόητον εγκράτειάν των να είναι το ίδιον με τούτο (το +οποίον προείπομεν)· διότι, επειδή φοβούνται ότι θα στερηθώσιν άλλων +ευχαριστήσεων και επειδή επιθυμούσιν εκείνας, απέχουσιν από άλλας, +διότι κυριεύονται από άλλας πάλιν. Αν και ονομάζουσι βεβαίως +ακολασίαν το να εξουσιάζηται κανείς από τας ηδονάς, αλλ' όμως +συμβαίνει εις αυτούς, ενώ κυριεύονται από ηδονάς, να εξουσιάζουν +αυτοί άλλας ηδονάς. Τούτο δε είναι όμοιον με εκείνο, το οποίον προ +ολίγου ελέγομεν, ήγουν με το ότι αυτοί έγιναν εγκρατείς, τρόπον τινά +ένεκα ακολασίας. + +Φαίνεται, βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Ω καλότυχε Σιμμία, παρατήρησε, μήπως αυτός δεν είναι ο ίσος δρόμος, ο +οποίος οδηγεί εις την αρετήν, το ν' ανταλλάσσωμεν δηλαδή ηδονάς με +ηδονάς και λύπας με λύπας και φόβον με φόβον και μεγαλύτερα με +μικρότερα, καθώς ανταλλάσσομεν νομίσματα· αλλά μήπως εκείνο μόνον +είναι το σωστόν νόμισμα, η ορθή γνώσις, και μήπως πραγματικώς όλα +αγοράζονται και πωλούνται με αυτό και μαζί με αυτό, και η ανδρεία +δηλαδή και η εγκράτεια και η δικαιοσύνη, και μήπως με ένα λόγον η +αληθινή αρετή είναι μαζί με την ορθήν γνώσιν, και όταν ακόμη και αι +ευχαριστήσεις και οι φόβοι και όλα τα άλλα τα όμοια με αυτά και τα +αποκτώμεν και τα χάνομεν. Ταύτα δε, όταν χωρισθώσιν από την ορθήν +γνώσιν και ανταλλάσσωνται το έν με το άλλο, παρατήρησον μήπως η +τοιαύτη αρετή είναι καμμία ζωγραφία σκιάς και πραγματικώς δουλική και +δεν έχει τίποτε υγιές ουδέ αληθές· μήπως δε η αλήθεια είναι κάποια +κάθαρσις από όλα τα τοιαύτα, και μήπως η εγκράτεια και η δικαιοσύνη +και η ανδρεία και αυτή η ορθή γνώσις είναι κάποιος καθαρισμός (13), +και βεβαίως αυτοί οι οποίοι μας εσύστησαν τας μυστικάς τελετάς (τα +Ελευσίνια μυστήρια) δεν είναι βεβαίως άνθρωποι χωρίς αξίαν, αλλά +μήπως πραγματικώς υπαινίττονται από πολύν καιρόν τούτο, ότι όποιος +υπάγη εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να λάβη γνώσιν των μυστηρίων +και λάβη μέρος εις την εκτέλεσιν αυτών θα ευρίσκηται μέσα εις την +λάσπην (214), εκείνος δε ο οποίος καθαρισθή και λάβη μέρος εις την +εκτέλεσιν αυτών, άμα φθάση εκεί, θα κατοική μαζί με τους θεούς, +«διότι υπάρχουσι βεβαίως, λέγουσιν οι ενασχολούμενοι εις τας μυστικάς +τελετάς, πολλοί μεν οι οποίοι φέρουν θύρσον, ολίγοι δε οι +εμπνευσμένοι»(15). Αυτοί δε κατά την γνώμην μου δεν είναι άλλοι παρά +όσοι υπήρξαν αληθείς φιλόσοφοι. Είς εκ των οποίων και εγώ βέβαια, +καθόσον τουλάχιστον ημπόρεσα, δεν παρέλειψα τίποτε εις την ζωήν μου, +αλλά προσεπάθησα με όλην μου την καρδίαν με κάθε τρόπον να γίνω. Εάν +δε ορθώς προσεπάθησα και εάν ωφελήθην τίποτε, αφ' ού υπάγω εκεί, θα +μάθω την αλήθειαν, εάν ο θεός θέλη, ολίγον υστερώτερα, καθώς μου +φαίνεται. Εγώ λοιπόν αυτήν την απολογίαν κάμνω, Σιμμία και Κέβη, διά +ν' αποδείξω ότι ευλόγως δεν δυσαρεστούμαι οπού αφήνω και σας και τους +εδώ κυρίους μου, ούτε λυπούμαι, διότι νομίζω ότι και εκεί όχι +ολιγώτερον παρά εδώ θ' απαντήσω και αγαθούς κυρίους και αγαθούς +φίλους· τούτο δε οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το πιστεύουσιν. Εάν +λοιπόν με την απολογίαν μου κατέπεισα σας περισσότερον παρά τους +δικαστάς των Αθηναίων, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος. + +Αφ' ού λοιπόν είπε ταύτα ο Σωκράτης, ο Κέβης έλαβε τον λόγον και +είπεν: + +Ω Σώκρατες, όσα μεν άλλα είπομεν εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι +ορθά, όσα δε περί ψυχής προξενούν εις τους ανθρώπους μεγάλην +απιστίαν, διότι φοβούνται μήπως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, δεν +υπάρχει πλέον εις κανέν μέρος, αλλά καταστρέφεται και διαλύεται κατ' +εκείνην την ημέραν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος ήθελεν αποθάνει, +αμέσως καθώς χωρισθή από το σώμα, και μήπως, καθώς εξέρχεται, αφ' ού +σκορπισθή ωσάν φύσημα ή καπνός, χαθή πετώσα και δεν υπάρχη πλέον εις +κανέν μέρος· επειδή, εάν ήθελεν υπάρχει εις κανέν μέρος περιμαζευμένη +μόνη της μέσα εις τον εαυτόν της και χωρισμένη από αυτά τα κακά, τα +οποία προ ολίγου ανέφερες, θα υπήρχε πολλή και καλή ελπίς, ω +Σώκρατες, ότι εκείνα τα οποία λέγεις είναι αληθινά. Αλλ' ίσως τούτο +ίσα ίσα έχει ανάγκην από εξήγησιν και απόδειξιν όχι ολίγην, ότι η +ψυχή του ανθρώπου, αφ' ού αποθάνη, εξακολουθεί να υπάρχη και έχει +κάποιαν δύναμιν και γνώσιν. + +Αλήθειαν λέγεις, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, αλλά τι λοιπόν να κάμωμεν; Ή +θέλεις να εξετάσωμεν συνομιλούντες περί αυτών ίσα ίσα των πραγμάτων, +εάν είναι επόμενον να είναι έτσι, ή όχι; + +Εγώ λοιπόν βέβαια, είπεν ο Κέβης, ήθελον ακούσει με ευχαρίστησιν +ποίαν γνώμην έχεις περί αυτών των πραγμάτων. + +Εγώ τουλάχιστον δεν φρονώ, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν κανείς ακούση +τώρα, και κωμωδοποιός εάν είναι, όσα λέγω, ήθελεν είπει ότι πολυλογώ +και ότι δεν ομιλώ διά πράγματα, τα οποία μας αποβλέπουν. Εάν λοιπόν +νομίζης καλόν και αν είναι χρεία να εξετάσωμεν, ας εξετάσωμεν αυτό +ούτω πως, αν αι ψυχαί των ανθρώπων, αφ' ού αποθάνουν, ευρίσκονται εις +τον τόπον του Άδου ή όχι. Αυτή μεν η γνώμη, την οποίαν έχομεν +αναφέρει, είναι παλαιά, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αι ψυχαί, +φθάνουσαι εκεί (εις τον Άδην) από εδώ, και ότι εκ νέου εκείθεν +φθάνουσιν εδώ και γεννώνται από τους αποθαμμένους. Και αν αυτό είναι +έτσι, αν δηλαδή, οι ζωντανοί γίνωνται πάλιν από τους αποθαμμένους, θα +παραδεχθώμεν άλλο τι παρά ότι αι ψυχαί μας υπάρχουν εκεί; Διότι δεν +θα ήρχοντο βεβαίως πάλιν εδώ, εάν δεν υπήρχον, και τούτο θα ήτο +αρκετή απόδειξις του ότι αυτά είναι αληθινά, εάν εγίνετο πραγματικώς +φανερόν ότι οι ζωντανοί από πουθενά αλλού δεν γίνονται παρά από τους +αποθαμμένους. Εάν δε τούτο δεν είναι αληθινόν, θα ήτο τότε ανάγκη +καμμιάς άλλης αποδείξεως. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Το ακόλουθον, είπεν ο Σωκράτης, μη εξετάσης μόνον αναφορικώς προς +τους ανθρώπους, εάν θέλης εύκολα να το μάθης, αλλά και αναφορικώς +προς όλα τα ζώα και τα φυτά και προς όλα ομού όσα έρχονται εις την +ζωήν· δι' όλα αυτά ας ίδωμεν, άρα γε όλα γίνονται κατ' αυτόν τον +τρόπον, δηλαδή όχι από αλλού παρά τα εναντία γίνονται από τα εναντία +των, όσα συμβαίνει να έχουν τοιούτον τι (δηλαδή το εναντίον των)· +λόγου χάριν το ωραίον είναι βέβαια το εναντίον με το άσχημον, και το +δίκαιον με το άδικον και βεβαίως και άλλα αμέτρητα είναι έτσι. Τούτο +λοιπόν ας εξετάσωμεν· άρα γε είναι απαραίτητον εις όσα πράγματα +υπάρχει κάτι άλλο εναντίον των, αυτά να μη γίνωνται από πουθενά +αλλού, παρά από το εναντίον με αυτά; Λόγου χάριν όταν έν πράγμα +γίνηται μεγαλύτερον, είναι βεβαίως απαραίτητον από μικρότερον οπού +ήτο προτύτερα να γίνηται έπειτα μεγαλύτερον; + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Λοιπόν και εάν γίνη μικρότερον, από μεγαλύτερον που ήτο προτύτερα, +δεν θα γίνη ύστερα μικρότερον; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. + +Έτσι είναι, είπεν ο Κέβης. + +Επίσης, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, το πλέον αδύνατον δεν γίνεται από +το δυνατώτερον, και το πλέον γρήγορον από το αργότερον; + +Βεβαίως, είπεν ο Κέβης. + +Τι δε λέγεις εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Αν κανέν πράγμα γίνεται +χειρότερον, δεν έγινε τοιούτον από καλύτερον οπού ήτο; Και, εάν γίνη +δικαιότερον, δεν έγινεν από αδικώτερον; + +Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης, + +Έχομεν λοιπόν τούτο αρκετά αποδείξει, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλα τα +πράγματα γίνονται κατ' αυτόν τον τρόπον, δηλαδή τα εναντία γίνονται +από τα εναντία των. + +Βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Τι δε πάλιν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει και κάτι εις αυτά τα +πράγματα ωσάν αυτό όπου θα είπω, δηλαδή ανάμεσα εις όλα τα ζεύγη των +εναντίων δύο γεννήσεις, επειδή αυτά είναι από δύο, ήγουν από τα έν +εις το άλλο και πάλιν δευτέραν φοράν από το δεύτερον εις το πρώτον; +Διότι μεταξύ ενός πράγματος μεγαλυτέρου και ενός μικρότερου υπάρχει +αύξησις και ελάττωσις· και έτσι λέγομεν ότι το μεν έν αυξάνει, το δε +άλλο μικραίνει. + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, το ανακάτωμα και ο χωρισμός και το κρύο και +η ζέστη και όλα τα πράγματα έτσι γίνονται· αν δε εις μερικάς +περιστάσεις δεν έχομεν ονόματα να τα ονομάζωμεν, πραγματικώς όμως +παντού δεν ημπορεί να γίνωνται αλλέως πως παρά έτσι· δηλαδή να +γίνωνται το έν από το άλλο και να υπάρχη παραγωγή του ενός από του +άλλου και κατόπιν δευτέρα (παραγωγή) αντιστρόφως; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Τι λοιπόν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα εναντίον εις +το να ζη κανείς, καθώς το να κοιμάται κανείς είναι εναντίον εις το να +είναι έξυπνος; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Ποίον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Το να αποθάνη, είπεν ο Κέβης. + +Αυτά λοιπόν δεν γίνονται το έν από το άλλο, αφ' ού είναι εναντία; +ηρώτησεν ο Σωκράτης και μεταξύ αυτών δεν γίνονται δύο γεννήσεις, αφ' +ού είναι δύο; + +Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης. + +Εγώ λοιπόν θα σου είπω, είπεν ο Σωκράτης, το έν από τα δύο ζευγάρια, +τα οποία προ ολίγου ανέφερα, και αυτό και τας γεννήσεις (οπού +συμβαίνουν εις αυτό)· συ δε ειπέ μου το άλλο ζευγάρι, λέγω λοιπόν το +μεν (έν μέλος του ζευγαριού) είναι το να κοιμάται κανείς, το δε +(άλλο) το να είναι έξυπνος· και ότι από το να κοιμάται γίνεται το να +είναι έξυπνος, και από το να είναι έξυπνος γίνεται το να κοιμάται. +Και ότι αι γεννήσεις αυτών των δύο, η μεν μία είναι το αποκοίμισμα, η +δε άλλη το ξύπνημα. Το εκατάλαβες αρκετά, είπεν ο Σωκράτης, ή όχι; + +Παραπολύ αρκετά, είπεν ο Κέβης. + +Λέγε μου λοιπόν και συ κατά τον αυτόν τρόπον, είπεν ο Σωκράτης, περί +ζωής και θανάτου. Δεν λέγεις μεν ότι το ν' αποθάνη κανείς είναι +εναντίον του να ζη; + +Μάλιστα, είπεν ο Κέβης. + +Ότι δε αυτά γίνονται το έν από το άλλο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Απ' εκείνο λοιπόν, το οποίον ζη, ποίον γίνεται; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Εκείνο το οποίον είναι αποθαμμένον, είπεν ο Κέβης. + +Ποίον δε, είπεν ο Σωκράτης, γίνεται από το αποθαμμένον; + +Είναι αναπόφευκτον να ομολογήσω, είπεν ο Κέβης, ότι γίνεται το +ζωντανόν. + +Τα ζωντανά λοιπόν και οι ζωντανοί, Κέβη, γίνονται από τα αποθαμμένα; +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης. + +Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αι ψυχαί μας υπάρχουσιν εις την χώραν του +Άδου. + +Φαίνεται, είπεν ο Κέβης. + +Και από τας δύο γεννήσεις, οπού συμβαίνουν εις αυτά τα δύο πράγματα +(την ζωήν και τον θάνατον δηλαδή), η μία τουλάχιστον δεν συμβαίνει να +είναι ολοφάνερος; διότι το ότι αποθνήσκομεν δεν είναι αναμφιβόλως +φανερόν, ή όχι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Πώς λοιπόν θα κάμωμεν; είπεν ο Σωκράτης· δεν θα παραδεχθώμεν εις +ανταλλαγήν την εναντίαν γέννησιν, αλλά θα είναι η φύσις κουτσή κατά +τούτο το μέρος; ή είμεθα υποχρεωμένοι να δώσωμεν εις ανταλλαγήν +κάποιαν γέννησιν εναντίαν εις τον θάνατον; + +Χωρίς άλλο βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Ποία λοιπόν είναι αυτή, την οποίαν θα ανταποδώσωμεν; Ηρώτησεν ο +Σωκράτης. + +Η αναβίωσις, απεκρίθη ο Κέβης. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν το να ξαναζήση κανείς υπάρχη, αυτό, +δηλαδή η ανάζησις, δεν θα είναι γέννησις ενός εις τους ζωντανούς από +τους αποθαμμένους; + +Βεβαίως, είπεν ο Κέβης. Είμεθα λοιπόν σύμφωνοι εις τούτο, ότι οι +ζωντανοί έχουν γίνει από τους αποθαμμένους, όχι ολιγώτερον από όσον +οι αποθαμμένοι έγιναν από τους ζωντανούς· αφού λοιπόν τούτο είναι +αληθινόν, είμεθα σύμφωνοι ότι τούτο βεβαίως είναι αρκετή απόδειξις, +ότι χωρίς άλλο αι ψυχαί των αποθαμμένων κάπου ευρίσκονται, από όπου +ίσα ίσα έρχονται πάλιν εις την ζωήν. + +Νομίζω, είπεν ο Κέβης, ω Σώκρατες, από όσα παρεδέχθημεν και αυτό +είναι έτσι. + +Κύτταξε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, ότι άδικα δεν έχομεν +παραδεχθή αυτά, καθώς μου φαίνεται, διότι, εάν τα πρώτα μέλη από τα +ζευγάρια δεν ανταποδίδωνται πάντοτε εις τα δεύτερα γινόμενα, ωσάν να +γυρίζουν εις ένα κύκλον, αλλ' η γέννησις είναι μία ευθεία προχώρησις +μόνον από το έν εις το αντικρυνόν εναντίον του και δεν επιστρέφη +πάλιν προς το άλλο μέρος, μήτε κάμνη γύρον, ήξευρε ότι όλα εις το +τέλος θα ελάμβαναν το ίδιον σχήμα και θα επάθαινον το ίδιον πάθημα +και θα έπαυον από του να γίνωνται. + +Πώς λέγεις; Είπεν ο Κέβης. + +Εκείνο το οποίον λέγω, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διόλου δύσκολον να +το καταλάβης· αλλά λόγου χάριν: εάν το μεν να κοιμάται κανείς υπήρχε, +το δε να εξυπνά δεν εγίνετο από το να κοιμάται ερχόμενον εις +ανταπόκρισιν, ηξεύρεις ότι όλα επί τέλους ήθελον αποδείξει ως +φλυαρίαν τον Ενδυμίωνα και δεν θα εφαίνετο αυτός πουθενά, διότι και +όλα τα άλλα θα είχαν πάθει το ίδιον με αυτόν, δηλαδή θα εκοιμώντο· +και εάν όλα μεν ανακατεύοντο, δεν εχωρίζοντο δε, γρήγορα θα συνέβαινε +εκείνο το οποίον λέγει ο Αναξαγόρας (16), να είναι δηλαδή μαζί όλα τα +πράγματα· ομοίως δε, φίλε Κέβη, και εάν όλα μεν ήθελον αποθνήσκει, +όσα έγειναν μέτοχα ζωής, αφ' ού δε ήθελον αποθάνει, τα αποθαμμένα +ήθελον μένει εις τούτο το σχήμα (δηλαδή το σχήμα του νεκρού) και δεν +ήθελον ξαναζή πάλιν· άρα γε δεν θα ήτο πολύ αναπόφευκτον όλα επί +τέλους να μένουν αποθαμμένα και μήτε έν μόνον να ζη; Διότι, εάν τα +μεν ζώντα εγίνοντο από τάλλα (και όχι από τα αποθαμμένα), τα δε +ζωντανά ήθελον αποθνήσκει, ποίον μέσον θα υπήρχε να μη απορροφηθούν +όλα εις τον θάνατον (μηδενιζόμενα); + +Κανέν μέσον δεν θα υπήρχε, νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης· αλλά +μου φαίνεται ότι λέγεις την τελείαν αλήθειαν. + +Έτσι είναι βεβαιότερα από κάθε άλλο πράγμα, νομίζω, Κέβη, είπεν ο +Σωκράτης· και ότι δεν απατώμεθα ημείς οπού ομολογούμεν ότι αυτά είναι +έτσι, αλλά και το να ξαναζή κανείς υπάρχει πραγματικώς και τα ότι οι +ζώντες γίνονται από τους αποθαμμένους, και ότι αι ψυχαί των +αποθαμμένων υπάρχουσι και ότι αι μεν αγαθαί είναι εις καλυτέραν +κατάστασιν, αι δε κακαί εις χειροτέραν. + +Και προς τούτοις, είπεν ο Κέβης διακόψας, και σύμφωνα με εκείνην την +γνώμην, εάν είναι αληθινή, την οποίαν συ, ω Σώκρατες, συνήθιζες συχνά +να λέγης, ότι δηλαδή η μάθησις δεν τυχαίνει να είναι τίποτε άλλο εις +ημάς παρά ξαναενθύμησις και σύμφωνα με τούτο ημείς, βεβαίως, έχομεν +μάθει χωρίς άλλο εις κάποιον προηγούμενον καιρόν εκείνα τα οποία τώρα +ξαναενθυμούμεθα. Τούτο δε είναι αδύνατον, εάν η ψυχή μας δεν υπήρχε +κάπου προτού να έλθη μέσα εις αυτήν την ανθρωπίνην μορφήν, ώστε και +υπό ταύτην την έποψιν φαίνεται ότι η ψυχή είναι πράγμα τι αθάνατον. + +Αλλά, Κέβη, είπεν ο Σιμμίας διακόψας, ποίαι είναι αι αποδείξεις +τούτων των πραγμάτων, ενθύμισέ μου αυτάς, διότι πολύ πολύ δεν τας +ενθυμούμαι εις αυτήν την στιγμήν. + +Θα σου τας ενθυμίσω με ένα μόνον λόγον ωραιότατον, είπεν ο Κέβης, ότι +οι άνθρωποι, όταν ερωτώνται, εάν κανείς τους ερωτά καλά, μόνοι των +λέγουν όλα τα πράγματα πώς είναι· και λοιπόν, εάν δεν συνέβαινε να +υπάρχη μέσα εις αυτούς γνώσις και ορθόν λογικόν, δεν θα ήσαν ικανοί +να κάμνουν τούτο. Έπειτα εάν τους φέρη κανείς επάνω εις γεωμετρικά +σχήματα ή εις κανέν άλλο από τα τοιαύτα πράγματα, τότε θα αναγνωρίση +καθαρότατα ότι τούτο είναι όπως λέγω. + +Εάν δε δεν πείθεσαι με τούτον τουλάχιστον τον τρόπον, Σιμμία, είπεν ο +Σωκράτης, εξέτασε αν θα το παραδεχθής εξετάζων με τον ακόλουθον επάνω +κάτω τρόπον. Δεν πείθεσαι λοιπόν πως η ονομαζόμενη μάθησις είναι +ξαναενθύμησις; + +Εγώ μεν βέβαια δεν αμφιβάλλω δι' αυτό, είπεν ο Σιμμίας, αλλ' έχω +χρείαν, είπε, να πάθω αυτό το ίδιον, περί του οποίου ομιλούμεν, +δηλαδή να ξαναενθυμηθώ· και από εκείνα τα οποία ήρχισε να λέγη ο +Κέβης τώρα επάνω κάτω ενθυμούμαι και πείθομαι· μ' όλα αυτά όμως θα +ήκουον τώρα μ' ευχαρίστησιν πώς συ θα πραγματευθής το ζήτημα. + +Εγώ βέβαια θα το πραγματευθώ με τον εξής τρόπον, είπεν ο Σωκράτης, +διότι είμεθα βέβαια σύμφωνοι εις τούτο, ότι, εάν κανείς ξαναενθυμηθή +κανέν πράγμα, πρέπει αυτός τούτο το πράγμα να το έχη μάθη κάποτε +προτήτερα. + +Βέβαια. Είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν παραδεχόμεθα και τούτο, ότι, +όταν η γνώσις παρουσιάζεται με τοιούτον τρόπον, είναι ξαναενθύμησις; +Αναφέρω δε και ένα τρόπον, τον εξής· εάν κανείς, αφ' ού ίδη ή ακούση +κανέν άλλο πράγμα ή λάβη καμμίαν άλλην αίσθησιν αυτού, όχι μόνον δεν +λάβη γνώσιν αυτού, αλλά και βάλη εις τον νουν του άλλο, του οποίου η +γνώσις δεν είναι η ιδία, άρα γε δεν λέγομεν δικαίως τούτο, ότι +ξαναενθυμήθη εκείνο, του οποίου εσχημάτισε την ιδέαν; + +Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Σιμμίας. + +Αυτό οπού λέγω, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης είναι ωσάν τα εξής· η +παράστασις του ανθρώπου είναι βέβαια άλλη και η παράστασης της λύρας +άλλη. + +Και πώς όχι; Είπεν ο Σιμμίας. Δεν ηξεύρεις λοιπόν ότι οι αγαπητικοί, +όταν ίδουν λύραν, ή φόρεμα, ή κανέν άλλο πράγμα, από εκείνα τα οποία +οι αγαπημένοι των συνηθίζουν να μεταχειρίζονται, παθαίνουν το +ακόλουθον πράγμα; Λαμβάνουν γνώσιν της λύρας και σχηματίζουν εις τον +νουν των την μορφήν του ανθρώπου, εις τον οποίον ανήκει η λύρα· τούτο +δε είναι ξαναενθύμησις. Καθώς βέβαια και τον Σιμμίαν βλέπει κανείς +πολλάς φοράς και ενθυμείται τον Κέβητα, και χίλια δύο άλλα τοιαύτα +παραδείγματα ημπορεί βεβαίως να υπάρχουν. + +Χίλια δύο βέβαια, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας. + +Το τοιούτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι κάποια ξαναενθύμησις +προπάντων όμως, όταν πάθη κανείς αυτά δι' εκείνα τα πράγματα, τα +οποία έχει πλέον λησμονήσει ένεκα της πολυκαιρίας και διότι δεν τα +βλέπει; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Είναι δυνατόν να ίδη κανείς άλογον +ζωγραφισμένον και λύραν ζωγραφισμένην και να ενθυμηθή ένα άνθρωπον; +Και να ίδη τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να ενθυμηθη τον Κέβητα; + +Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Και να ίδη λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να +ενθυμηθή τον ίδιον τον Σιμμίαν; + +Είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας. + +Άρα γε λοιπόν σύμφωνα με όλα αυτά δεν συμβαίνει ή ξαναενθύμησις να +προκαλήται, άλλη μεν από πράγματα όμοια, άλλη δε από ανόμοια; +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Συμβαίνει, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Αλλ', όταν τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, κανείς ξαναενθυμήται κανέν +πράγμα κινούμενος από τα όμοια πράγματα, άρα γε δεν είναι +αναπόφευκτον να παθαίνη και τούτο ακόμη, να παριστάνη με τον νουν +του, αν τούτο ομοιάζη εντελώς μ' εκείνο το οποίον ξαναενθυμήθη, ή αν +του λείπη τίποτε; + +Αναπόφευκτον είναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Πρόσεξε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να ίδης αν αυτά οπού θα είπω είναι +έτσι. Δεν λέγομεν, νομίζω, ότι υπάρχει κάποιον πράγμα το οποίον +λέγεται ισότης; Δεν λέγω ξύλον οπού είναι ίσον με άλλο ξύλον, ούτε +πέτραν ίσην με άλλην πέτραν, ούτε κανέν άλλο από τα τοιαύτα, αλλ' +ανεξαρτήτως όλων τούτων έν άλλο πράγμα, την ιδίαν την ισότητα· θα +παραδεχθώμεν ότι αυτή είναι κάτι, ή ότι δεν είναι τίποτε; Θα +παραδεχθώμεν, μα τον Δία, ότι είναι κάτι, είπεν ο Σιμμίας, με απορίαν +μας βέβαια. + +Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, γνωρίζομεν επίσης τι είναι αυτή η ισότης; + +Βεβαίως γνωρίζομεν, είπεν ο Σιμμίας. + +Και πόθεν ελάβομεν την γνώσιν αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης, Άρα γε δεν +την ελάβομεν από εκείνα, τα οποία προ ολίγου ελέγομεν, αφού δηλαδή +είδομεν ίσα ξύλα ή πέτρας, ή τίποτε άλλα ίσα πράγματα, από αυτά +εσχηματίσαμεν την ιδέαν εκείνου (δηλαδή της ισότητος), το οποίον +είναι διαφορετικόν πράγμα από αυτά· ή μήπως δεν σου φαίνεται ότι +είναι διαφορετικόν; Εξέτασε δε και κατά τον εξής τρόπον. Άρα γε ίσαι +μεν πέτραι και κάποτε δένδρα, τα οποία είναι τα ίδια, δεν φαίνονται +άλλοτε μεν ίσα, άλλοτε δε όχι; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε λέγεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Καμμίαν φοράν τα ίδια ίσα πράγματα +σου εφάνησαν άνισα, ή η ισότης σου εφάνη ανισότης; + +Ποτέ βέβαια έως τώρα τουλάχιστον, ω Σώκρατες, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Αυτά τα ίσα πράγματα και η ιδία η ισότης δεν είναι λοιπόν έν και το +αυτό πράγμα, είπεν ο Σωκράτης. + +Μου φαίνεται, είπεν ο Σιμμίας, ότι διόλου δεν είναι το ίδιον πράγμα. + +Αλλ' όμως, είπεν ο Σωκράτης, ενώ αυτά τα ίσα πράγματα είναι +διαφορετικά από εκείνο, δηλαδή την ισότητα, από αυτά όμως δεν +εσχημάτισες και την ιδέαν και την γνώσιν έλαβες εκείνου (δηλαδή της +ισότητος); + +Αληθέστατα λέγεις, είπεν ο Σιμμίας. + +Δεν έλαβες λοιπόν την ιδέαν αυτής (της ισότητος δηλαδή) είτε ομοιάζει +με αυτά τα πράγματα, είτε δεν ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Τούτο δε (το αν ομοιάζει ή όχι η ισότης με τα ίσα πράγματα) δεν +ενδιαφέρει διόλου, είπεν ο Σωκράτης. + +Διότι έως ότου να ίδης άλλο πράγμα, αφού είδες αυτό και σχημάτισες +την ιδέαν άλλου, είτε όμοιον είναι αυτό, είτε ανόμοιον, αναπόφευκτον +είναι τότε, είπεν ο Σωκράτης, αυτό (δηλαδή το πρώτον) να το +ξαναενθυμηθής. + +Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. + +Αλλά τι είναι το εξής; Είπεν ο Σωκράτης. Μήπως παθαίνομεν κάτι +τοιούτον πού θα είπω, όταν βλέπωμεν και τα δένδρα και εκείνα τα +πράγματα, τα οποία ελέγομεν, δηλαδή όταν βλέπωμεν τα ίσα πράγματα; +Άρα γε αυτά μας φαίνονται ότι είναι τόσον ίσα, καθώς είναι εκείνο, το +οποίον είναι η ιδία η ισότης; ή είναι κατά τι κατώτερα από εκείνο, +διότι δεν είναι τοιαύτα, οποία είναι η ισότης, ή μήπως δεν είναι +διόλου κατώτερα; + +Είναι κατά πολύ βέβαια κατώτερα, είπεν ο Σιμμίας. + +Δεν παραδεχόμεθα λοιπόν, όταν κανείς ίδη κανέν πράγμα και σχηματίση +την ιδέαν του, ότι θέλει μεν τούτο το πράγμα, όπως τούτο το οποίον +τώρα εγώ βλέπω, να είναι τοιούτον οποίον είναι έν άλλο από τα +υπάρχοντα πράγματα, είναι όμως ελλιπές και δεν δύναται να είναι +τοιούτον, οποίον είναι εκείνο, αλλ' είναι επομένως κατώτερον, δεν +παραδεχόμεθα, λέγω, ότι χωρίς άλλο εκείνος ο οποίος σχηματίζει την +ιδέαν τούτου έτυχε να γνωρίζη από προτήτερα εκείνο με το οποίον λέγει +ότι τούτο ομοιάζει μεν, είναι όμως ελλιπέστερον; + +Χωρίς άλλο έτυχε να το γνωρίζη από προτύτερα, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι λοιπόν λέγεις: Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Έχομεν πάθει και ημείς το +ίδιον πάθημα ή όχι, προκειμένου δια τα ίσα πράγματα και την καθ' αυτό +ισότητα; + +Κατά πάντα βεβαίως το έχομεν πάθει, είπεν ο Σιμμίας. + +Είναι λοιπόν απαραιτήτως βέβαιον, ότι ημείς ηξεύραμεν, είπεν ο +Σωκράτης, την ισότητα προτήτερα, προ του καιρού εκείνου, κατά τον +οποίον είδομεν διά πρώτην φοράν τα ίσα πράγματα ότι επιθυμούν μεν να +είναι ωσάν την ισότητα, αλλ' ότι είναι όμως ελλιπέστερα. + +Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. Προς τούτοις παραδεχόμεθα και το εξής, +ότι η ιδέα αυτή (δηλαδή της ισότητος) δεν μας προήλθεν από αλλού, +μήτε είναι δυνατόν να σχηματισθή, παρά ή από την όρασιν ή από την +αφήν ή από καμμίαν άλλην εκ των αισθήσεων. + +Και λέγω το ίδιον δι' όλα αυτά τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης. + +Είναι βεβαίως δι' όλα το ίδιον, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ως προς +εκείνο τουλάχιστον, το οποίον η ομιλία θέλει να αποδείξη. Αλλ' όμως +πρέπει λοιπόν από τας αισθήσεις βεβαίως να σχηματίση κανείς την ιδέαν +ταύτην, ότι όλα τα εξαρτώμενα από τας αισθήσεις επιθυμούν εκείνο, το +οποίον είναι πραγματικώς η ισότης, και ότι είναι ελλιπέστερα από +αυτό· ή πώς το λέγετε σεις: + +Έτσι το λέγομεν, είπεν ο Σιμμίας. + +Προ του λοιπόν ημείς ν' αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης, να βλέπωμεν και +ν' ακούωμεν και να αισθανώμεθα τα άλλα αισθήματα, πρέπει να έτυχε να +έχωμεν λάβει γνώσιν της ιδέας της ισότητος, τι πράγμα αυτή είναι, +αφού επρόκειτο να αναφέρωμεν εις αυτήν τα ίσα πράγματα, τα οποία +αντιλαμβανόμεθα με τας αισθήσεις μας, διότι όλα μεν τα τοιαύτα (ίσα) +πράγματα προσπαθούν να είναι ωσάν εκείνην, είναι όμως κατώτερα από +αυτήν. + +Από όσα προείπομεν, ω Σώκρατες, πείθομαι ότι χωρίς άλλο έτσι είναι. + +Άμα εγεννήθημεν λοιπόν, δεν εβλέπομεν και ηκούομεν και είχομεν τας +άλλας αισθήσεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Πρέπει δε, είπεν ο Σωκράτης, καθώς λέγομεν, προτήτερα από αυτά να +είχομεν λάβει την γνώσιν, της ισότητος. + +Ναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Χωρίς άλλο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πρέπει να έχωμεν λάβει αυτήν, +καθώς φαίνεται, προ του να γεννηθώμεν. + +Φανερόν είναι, είπεν ο Σιμμίας, + +Εάν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αφού ελάβομεν αυτήν την γνώσιν προ του +να γεννηθώμεν, εγεννήθημεν κατέχοντες αυτήν, εγνωρίζαμεν και προ του +να γεννηθώμεν και αμέσως οπού εγεννήθημεν, όχι μόνον την ισότητα και +το μεγαλύτερον και το μικρότερον, αλλά και όλα τα τοιαύτα πράγματα. +Διότι τώρα δεν ομιλούμεν περί της ισότητος μόνον κάπως περισσότερον +παρά και περί της ιδέας της ωραιότητος, και της ιδέας της αγαθότητος +και της δικαιοσύνης και της αγιότητος και, καθώς λέγω, περί όλων των +πραγμάτων, εις τα οποία επικυρώνομεν εκείνο το οποίον πραγματικώς +είναι και εις τας ερωτήσεις, όταν ερωτώμεν, και εις τας αποκρίσεις, +όταν αποκρινώμεθα. Ώστε είναι χωρίς άλλο βέβαιον, ότι ημείς έχομεν +λάβει τας γνώσεις όλων τούτων εν γένει προ του να γεννηθώμεν. + +Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Και εάν μεν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, αφού τας ελάβομεν, δεν τας +είχομεν λησμονήσει κάθε φοράν, θα εγεννώμεθα πάντοτε έχοντες αυτάς +και θα τας ηξεύρομεν διαρκώς καθ' όλην την ζωήν μας. Διότι το να +ηξεύρη κανείς συνίσταται εις τούτο, εις το, αφού λάβη γνώσιν ενός +πράγματος, να την διατηρή και να μη την χάση· ή, Σιμμία, δεν +ονομάζομεν λησμόνημα τούτο, τον χαμόν δηλαδή της γνώσεως; + +Βεβαιότατα, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας. + +Εάν δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω, αφού τας ελάβομεν (τας +γνώσεις) προ του να γεννηθώμεν, τας εχάσαμεν, αφού εγεννήθημεν, +ύστερα δε μεταχειριζόμενοι τας αισθήσεις μας εις αυτά τα πράγματα +λαμβάνωμεν πάλιν εκείνας τας γνώσεις, τας οποίας είχαμεν μίαν φοράν +και προτήτερα, άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζομεν μάθησιν, δεν είναι +το να λαμβάνωμεν πάλιν την (χαμένην) ιδικήν μας γνώσιν: Εάν δε +είπωμεν επάνω κάτω αυτό ξαναενθύμησιν, δεν λέγομεν σωστά; + +Πολύ σωστά, είπεν ο Σιμμίας. + +Τούτο τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, μας εφάνη ότι δύναται να γείνη, +αφού δηλαδή αισθανθώμεν κανέν πράγμα, ή διότι το είδομεν, ή διότι το +ηκούσαμεν, ή διότι άλλως πως το ησθάνθημεν, να σχηματίσωμεν έπειτα +από αυτό την ιδέαν άλλου πράγματος, το οποίον είχομεν λησμονήσει, με +το οποίον τούτο ήτο μεν ανόμοιον, επλησίαζεν όμως, ή με το οποίον ήτο +όμοιον· ώστε, καθώς λέγω, έν από τα δύο, ή εγεννήθημεν γνωρίζοντες +αυτά και τα ηξεύρομεν καθ' όλην μας την ζωήν, ή ύστερα, εκείνοι, τους +οποίους λέγομεν ότι τα μανθάνουν, αυτοί τίποτε άλλο δεν κάμνουν παρά +τα ξαναενθυμούνται· και, η μάθησις ημπορεί να είναι απλή +ξαναενθύμησις. + +Έτσι είναι και παρά πολύ, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας. + +Ποίον από τα δύο λοιπόν προτιμάς, Σιμμία, να γεννηθώμεν ηξεύροντες, ή +να ξαναενθυμώμεθα ύστερα εκείνα, των οποίων έχομεν λάβει προτήτερα +γνώσιν; + +Δεν ημπορώ να εκλέξω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, κατά την παρούσαν +στιγμήν. Τι δε λέγεις, δύνασαι να κάμης εκλογήν εις το ακόλουθον, που +θα είπω; + +Και ποίαν γνώμην έχεις περί αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Άνθρωπος, ο +οποίος ηξεύρει κάποιον πράγμα, ημπορεί να δώση λόγον δι' εκείνο, το +οποίον ηξεύρει, ή όχι; + +Ημπορεί πολύ καλά χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας. + +Και όλοι οι άνθρωποι σου φαίνεται ότι ημπορούν να δώσουν λόγον δι' +αυτά τα πράγματα, διά τα οποία προ ολίγου ελέγομεν; Ηρώτησεν ο +Σωκράτης. + +Θα το επεθύμουν βέβαια, είπεν ο Σιμμίας· αλλά πολύ περισσότερον +φοβούμαι μήπως αύριον κατ' αυτήν την ώραν κανείς από τους ανθρώπους +δεν θα είναι πλέον ικανός να κάμη τούτο το πράγμα αξίως. + +Δεν σου φαίνεται λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλοι ηξεύρουν +αυτά τα πράγματα; + +Διόλου, είπεν ο Σιμμίας. + +Ξαναενθυμούνται λοιπόν εκείνα τα πράγματα, τα οποία κάποτε έμαθαν: +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Χωρίς άλλο, είπεν ο Σιμμίας. + +Πότε αι ψυχαί ημών έλαβον την γνώσιν αυτών των πραγμάτων; Ηρώτησεν ο +Σωκράτης, διότι δεν έλαβον αυτήν βέβαια αφ' ού εγεννήθημεν άνθρωποι. + +Δεν την έλαβον βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Την έλαβον λοιπόν προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης. + +Ναι, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Αι ψυχαί λοιπόν, Σιμμία, υπήρχον και προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης, +προτού να υπάρξουν με μορφήν ανθρώπου χωριστά από τα σώματα, και +είχον γνώσιν. + +Εκτός λοιπόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εάν λαμβάνωμεν αυτάς τας +γνώσεις εν ώ γεννώμεθα· διότι μόνον αυτός ο καιρός μας απομένει. + +Έστω, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης. Εις ποίον δε άλλον καιρόν χάνομεν +αυτάς; Διότι βέβαια δεν γεννώμεθα έχοντες αυτάς, καθώς παρεδέχθημεν +προ ολίγου. Η μήπως χάνομεν αυτάς κατά τούτον τον καιρόν, κατά τον +οποίον και τας λαμβάνομεν; Ή δύνασαι να είπης κανένα άλλον καιρόν +κατά τον οποίον τας χάνομεν; + +Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, αλλά δεν εκατάλαβα ότι τίποτε +δεν έλεγα. + +Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, τα πράγματα είναι έτσι δι' +ημάς; Εάν μεν δηλαδή εκείνα τα πράγματα τα οποία έχομεν πάντοτε εις +το στόμα μας υπάρχωσι πραγματικώς, και κανέν ωραίον δηλαδή και κανέν +αγαθόν και όλη η τοιαύτη ουσία και αναφέρωμεν εις αυτήν όλας τας +εντυπώσεις οπού προέρχονται από τας αισθήσεις και η οποία ουσία +υπήρχε προτήτερα ανευρίσκοντες αυτήν ότι ήτο ιδική μας, και εάν +παραβάλωμεν με εκείνην τας εντυπώσεις ταύτας, είναι απαραίτητον όπως +αυτά τα πράγματα υπάρχωσιν, έτσι και η ψυχή μας να υπάρχη και προτού +ημείς να γεννηθώμεν εάν δε ταύτα τα πράγματα δεν υπάρχωσιν, αυτός ο +λόγος μου θα ήτον ανωφελής; Άρα γε δεν είναι έτσι, και δεν είναι εξ +ίσου απαραίτητον και αυτά να υπάρχουν και αι ψυχαί μας να έχουν +υπάρξει, προτού να υπάρξωμεν και ημείς, και ότι, αν τα πράγματα ταύτα +δεν υπήρχον, και αι ψυχαί μας επίσης δεν υπήρχον; + +Ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, μου φαίνεται ότι είναι παρά πολύ εξ ίσου +αναγκαίον αυτό· και ο λόγος αυτός καταλήγει βεβαίως εις έν καλόν +πράγμα, εις το ότι και η ψυχή μας και η ουσία, την οποίαν τώρα +λέγεις, υπάρχει ομοίως, προτού ημείς να γεννηθώμεν. Διότι εγώ +τουλάχιστον δεν έχω κανέν πράγμα, το οποίον να είναι εις τον νουν μου +τόσον φανερόν, ωσάν τούτο, το ότι δηλαδή όλα τα τοιαύτα όσον είναι +δυνατόν περισσότερον υπάρχουσι, και το ωραίον και το αγαθόν και όλα +τα άλλα, τα οποία τώρα προ ολίγου συ έλεγες και εις εμέ τουλάχιστον +έχει αποδειχθή τούτο αρκετά. + +Έχει αποδειχθή και εις τον Κέβητα; Είπεν ο Σωκράτης. Διότι πρέπει να +καταπείσωμεν και εκείνον. + +Αρκετά έχει πεισθή, είπεν ο Σιμμίας, καθώς τουλάχιστον εγώ νομίζω· αν +και είναι ο πλέον επίμονος από όλους τους ανθρώπους εις το να μη +πιστεύη τους λόγους. Αλλά νομίζω ότι διά τούτο το πράγμα έχει πεισθή +όχι ελλιπώς, ότι η ψυχή μας υπήρχε, προτού ημείς να γεννηθώμεν. + +Αν όμως, και αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει, εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη, +ούτε εγώ ο ίδιος νομίζω ότι έχει αποδειχθή, ω Σώκρατες, είπεν ο +Σιμμίας, αλλ' εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη η γνώμη του λαού, την +οποίαν προ ολίγου έλεγεν ο Κέβης, μήπως η ψυχή, εν ώ αποθνήσκει ο +άνθρωπος, διασκορπίζεται και μήπως τούτο είναι δι' αυτήν το τέλος της +υπάρξεώς της. Διότι τι εμποδίζει αυτή μεν να γίνηται και να +σχηματίζηται από κανέν άλλο μέρος, και να υπάρχη και πριν ακόμη έλθη +εις ανθρώπινον σώμα, όταν δε έλθη και χωρίζηται από αυτό, τότε και +αυτή να τελειώνη και να καταστρέφηται; + +Καλά λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Κέβης, διότι φαίνεται ότι έχει +αποδειχθή, ωσάν το ήμισυ μέρος εκείνου το οποίον έπρεπε ν' αποδειχθή, +ότι δηλαδή προτού ημείς γίνωμεν η ψυχή μας υπήρχε, πρέπει δε ν' +αποδείξωμεν ακόμη και τούτο, αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει αν θα +εξακολουθή να υπάρχη όχι ολιγώτερον παρά προτού ημείς γεννηθώμεν, εάν +πρόκειται η απόδειξις να γείνη τελεία. + +Τούτο μεν έχει αποδειχθή, Σιμμία και Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, και +τούτο θέλετε παραδεχθή, εάν ενώσητε την τελευταίαν ταύτην απόδειξιν +μ' εκείνην, την οποίαν παρεδέχθημεν προτήτερα από αυτήν, ότι δηλαδή, +κάθε τι το οποίον ζη γίνεται από εκείνο το οποίον έχει αποθάνει. +Διότι, εάν η ψυχή υπάρχη και προτήτερα, είναι απαραίτητον αυτή +μεταβαίνουσα εις την ζωήν και γεννωμένη να μη γεννάται από πουθενά +αλλού παρά εκ του θανάτου και εκ του ότι έχει αποθάνει, πώς δεν είναι +απαραίτητον αυτή να υπάρχη και αφ' ού ήθελεν αποθάνει, επειδή πρέπει +βεβαίως αυτή να γεννηθή εκ νέου; Έχει λοιπόν αποδειχθή εκείνο, το +οποίον και τώρα λέγετε. + +Αλλ' όμως μου φαίνεσθε και συ και ο Σιμμίας ότι ηθέλετε συζητήσει με +ευχαρίστησιν και τούτο το ζήτημα ακόμη περισσότερον και ότι έχετε τον +φόβον των παιδιών μήπως πραγματικώς ο άνεμος πάρη και διασκορπίση την +ψυχήν εν ώ εξέρχεται από το σώμα και μάλιστα όταν τύχη κανείς ν' +αποθνήσκη όχι εν καιρώ γαλήνης, αλλ' όταν φυσά κανένας μεγάλος +άνεμος. + +Και ο Κέβης, αφ' ού εγέλασε δι' αυτό, είπεν· Ω Σώκρατες, προσπάθησε +να μας αλλάξης την πεποίθησιν, ως προς αυτό που φοβούμεθα ή καλύτερον +ως να μη είχαμεν τον φόβον αυτόν. Αλλ' ίσως μεταξύ μας υπάρχει και +κανείς, ο οποίος φοβείται τα τοιαύτα. Τούτον λοιπόν ας προσπαθήσωμεν +να καταπείσωμεν να μη φοβήται τον θάνατον, όπως φοβείται τους +μπαμπούλας. + +Αλλά πρέπει, είπεν ο Σωκράτης, να του ψάλλωμεν κάθε ημέραν +εξορκισμούς, έως που να ιατρευθή. + +Από πού λοιπόν να πάρωμεν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, καλόν +εξορκιστήν διά τα τοιαύτα, επειδή, είπε, συ μας αφίνεις; + +Η μεν Ελλάς, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης είναι πολύ μεγάλη, μέσα εις την +οποίαν θα υπάρχωσι κάπου ικανοί άνθρωποι, είναι δε πολλά και των +βαρβάρων τα έθνη, τα οποία πρέπει να επισκεφθώμεν εξετάζοντες διά να +εύρωμεν τοιούτον εξορκιστήν, χωρίς να λυπώμεθα ούτε χρήματα ούτε +κόπους διότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα καταλληλότερον, διά το οποίον +να εξοδεύητε χρήματα. Πρέπει δε να ζητήτε και σεις οι ίδιοι αναμεταξύ +σας, διότι ίσως δεν θα ημπορέσητε να εύρητε άλλους εύκολα, οι οποίοι +να ημπορούν να κάμνουν καλύτερα από σας τούτο το εξόρκισμα. + +Αλλά ταύτα μεν, είπεν ο Κέβης, θα γείνουν. Ας επιστρέψωμεν δε εις το +μέρος εκείνο, εις το οποίον αφήσαμεν την ομιλίαν, εάν έχης +ευχαρίστησιν. Αλλά βεβαίως έχω ευχαρίστησιν, είπεν ο Σωκράτης, διότι +πώς να μη μ' ευχαριστή τούτο; + +Καλά λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, χρεωστούμεν +ν' απευθύνωμεν εις τους εαυτούς μας μίαν τοιαύτην ερώτησιν· ποίον +τάχα πράγμα είναι υποκείμενον να παθαίνη αυτό το πάθημα, δηλαδή να +διαλύηται και διά ποίον πράγμα πρέπει να φοβώμεθα μήπως πάθη αυτό το +πάθημα και εις ποίον μέρος του· και έπειτα από τούτο χρεωστούμεν +πάλιν να εξετάσωμεν τι από τα δύο είναι η ψυχή (διαλυτόν ή +αδιάλυτον), και κρίνοντες από αυτά να ελπίζωμεν ή να φοβώμεθα διά την +ψυχήν μας. Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν εκείνο το +οποίον έγεινεν από σύνθεσιν άλλων πραγμάτων και είναι σύνθετον +πράγμα, είναι υποκείμενον να παθαίνη το εξής, να διαιρήται κατά τον +τρόπον κατά τον οποίον συνετέθη; Εάν δε υπάρχη κανέν πράγμα, το +οποίον να μη είναι σύνθετον, τούτο δεν είναι υποκείμενον, μόνον αυτό, +να μη παθαίνη τοιαύτην διάλυσιν, περισσότερον από κάθε άλλο; + +Μου φαίνεται ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν εκείνα τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης, τα οποία ευρίσκονται +πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και εις την ιδίαν απαραλλάκτως +κατάστασιν, δεν είναι επόμενον ότι αυτά προ πάντων είναι τα ασύνθετα +(δηλαδή δεν αποτελούνται από μέρη), εκείνα δε τα οποία είναι άλλοτε +έτσι και άλλοτε αλλέως και ποτέ δεν ευρίσκονται εις την ιδίαν +κατάστασιν, ότι αυτά είναι τα σύνθετα (δηλαδή τα αποτελούμενα από +μέρη); + +Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης. + +Ας μεταβώμεν λοιπόν τώρα, είπεν ο Σωκράτης, εις εκείνα τα πράγματα +περί των οποίων ωμιλούσαμεν προηγουμένως. Εκείνα τα πράγματα, τα +οποία πραγματικώς υπάρχουν, και τα οποία εις την ομιλίαν μας +εχαρακτηρίζαμεν ως τοιαύτα και εις τας ερωτήσεις και αποκρίσεις μας, +τι από τα δύο, είναι τα ίδια πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, ή άλλοτε +είναι έτσι και άλλοτε αλλέως. Η καθ' αυτό ισότης, η καθ' αυτό +ωραιότης, κάθε πράγμα καθ' αυτό, το οποίον πραγματικώς υπάρχει, μήπως +υφίσταταί ποτε καμμίαν και οποιουδήποτε είδους αλλαγήν; Ή καθ' έν από +αυτά τα οποία είναι ενός μόνον είδους καθ' αυτό υπάρχοντα πράγματα, +ευρίσκονται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον με μόνον τον εαυτόν των, +αμετάβλητα και ποτέ δεν επιδέχονται εις κανέν μέρος και με κανένα +τρόπον καμμίαν αλλαγήν; Δεν ημπορεί αλλέως, ω Σώκρατες, είπεν ο +Κέβης, παρά να ευρίσκωνται κατά τον αυτόν τρόπον χωρίς καμμίαν +αλλαγήν. + +Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης, διά τα πολλά ωραία πράγματα, λόγου +χάριν δι' ωραίους ανθρώπους, ή ωραίους ίππους, ή ωραία φορέματα, ή +δι' οιαδήποτε άλλα τοιαύτα πράγματα, ή δι' όλα εκείνα τα οποία έχουν +το ίδιον όνομα με εκείνα, άρα γε δεν παθαίνουν καμμίαν αλλαγήν, ή +όλως διόλου το εναντίον με εκείνα (δηλαδή τα πραγματικώς υπάρχοντα), +διά να είπωμεν με ένα λόγον δεν ευρίσκονται ποσώς εις την αυτήν +κατάστασιν ούτε τα ίδια με τον εαυτόν των, ούτε καμμίαν φοράν το έν +με το άλλο; + +Ταύτα πάλιν έτσι είνε, είπεν ο Κέβης· ποτέ δεν ευρίσκονται εις την +αυτήν κατάστασιν· και λοιπόν ημπορείς και να τα εγγίσης, και να τα +ίδης και να τα αισθανθής με τας άλλας σου αισθήσεις· εκείνα όμως τα +οποία ευρίσκονται εις την αυτήν κατάστασιν (αμετάβλητα), δεν δύνασαι +να τα εγγίσης ποτέ με τίποτε άλλο παρά με την σκέψιν του νου σου, +αλλά τα τοιαύτα δεν έχουν μορφήν και δεν ημπορεί να τα ίδη κανείς; + +Λέγεις, είπεν ο Κέβης, πράγματα όλως διόλου αληθινά. + +Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να παραδεχθώμεν των υπαρχόντων +πραγμάτων δύο τάξεις, την τάξιν των ορατών και την τάξιν των αοράτων; + +Ας παραδεχθώμεν, είπεν ο Κέβης. + +Και ότι τα μεν αόρατα είναι πάντοτε τα ίδια αμετάβλητα, τα δε ορατά +ότι δεν είναι ποτέ τα ίδια. + +Ας παραδεχθώμεν και τούτο, είπεν ο Κέβης. + +Έλα τώρα, είπεν ο Σωκράτης, ειπέ μου, αποτελούμεθα από τίποτε άλλο, +παρά από δύο πράγματα, από το σώμα και από την ψυχήν; + +Από τίποτε άλλο, είπεν ο Κέβης. + +Με ποίαν λοιπόν από τας δύο τάξεις των πραγμάτων, είπεν ο Σωκράτης, +το σώμα ομοιάζει περισσότερον και έχει περισσοτέραν συγγένειαν; + +Τούτο βεβαίως είναι φανερόν εις κάθε άνθρωπον είπεν, ο Κέβης, ότι +ομοιάζει με τα ορατά πράγματα. + +Τι δε λέγεις; Η ψυχή είναι ορατόν πράγμα ή αόρατον; Ηρώτησεν ο +Σωκράτης. + +Διά τους ανθρώπους τουλάχιστον δεν είναι ορατόν, ω Σώκρατες, είπεν ο +Κέβης. + +Αλλ' όμως ημείς βέβαια ελέγομεν τα πράγματα ότι είναι άλλα ορατά και +άλλα αόρατα διά την φύσιν των ανθρώπων· ή νομίζεις ότι το ελέγομεν +και διά καμμίαν άλλην φύσιν; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Το ελέγομεν διά την φύσιν των ανθρώπων, είπεν ο Κέβης. + +Τι λέγομεν λοιπόν διά την ψυχήν, είπεν ο Σωκράτης, ότι είναι πράγμα +ορατόν, ή ότι δεν είναι ορατόν; + +Ότι δεν είναι ορατόν, είπεν ο Κέβης. + +Είναι λοιπόν αόρατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Η ψυχή λοιπόν ομοιάζει με το αόρατον περισσότερον παρ' ό,τι ομοιάζει +το σώμα, το δε σώμα ομοιάζει περισσότερον με το ορατόν, είπεν ο +Σωκράτης. + +Χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν δεν ελέγομεν από πολύν καιρόν και το εξής, ότι η ψυχή, +όταν μεν μεταχειρίζηται και το σώμα διά να εξετάση κανέν πράγμα, ή +διά μέσου της οράσεως, ή διά μέσου της ακοής, ή διά μέσου καμμίας +άλλης αισθήσεως (διότι τούτο είναι το οποίον γίνεται διά του σώματος, +η εξέτασις οιουδήποτε πράγματος διά της αισθήσεως), τότε μεν σύρεται +από το σώμα εις τα πράγματα, τα οποία ποτέ δεν ευρίσκονται εις την +ιδίαν κατάστασιν, και αυτή η ιδία περιπλανάται, ταράττεται και +κλονίζεται ωσάν μεθυσμένη, διότι εγγίζει τοιαύτα πράγματα; Ηρώτησεν ο +Σωκράτης. + +Βεβαίως, απεκρίθη ο Κέβης. + +Όταν όμως εξετάζη αυτή μόνη με τον εαυτόν της, εξηκολούθησεν ο +Σωκράτης, φεύγει τότε και πηγαίνει εκεί, εις εκείνο το οποίον και +καθαρόν είναι και πάντοτε υπάρχει και αθάνατον είναι και ευρίσκεται +εις την ιδίαν κατάστασιν και, επειδή είναι της αυτής φύσεως με αυτό, +ευρίσκεται πάντοτε με εκείνο, όταν όμως ευρεθή αυτή μόνη με τον +εαυτόν της και γείνη τούτο δυνατόν εις αυτήν, και παύει πλέον την +περιπλάνησιν και ως προς εκείνα τα αντικείμενα (τα πραγματικώς +υπάρχοντα, τα αόρατα) ευρίσκεται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν υπό +τους αυτούς όρους, διότι εγγίζει τοιαύτης φύσεως αντικείμενα; Και το +πάθημά της τούτο δεν ονομάζεται φρόνησις (γνώσις, σοφία); + +Εντελώς καλά ομιλείς, ω Σώκρατες, και αληθινά πράγματα (λέγεις), +είπεν ο Κέβης. + +Με ποίον λοιπόν από τα δύο ταύτα είδη (δηλαδή τα ορατά και τα αόρατα +ή πραγματικώς υπάρχοντα) σου φαίνεται πάλιν και κατόπιν όσων είπομεν +προηγουμένως, και κατόπιν όσων λέγομεν τώρα, ότι η ψυχή έχει +περισσοτέραν ομοιότητα και συγγένειαν; + +Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται, είπεν ο Κέβης, κατόπιν ταύτης της +μεθόδου σου, ότι και ο πλέον χονδροκέφαλος ήθελε συμφωνήσει ότι η +ψυχή όλη και καθ' όλα της περισσότερον ομοιάζει με εκείνο το οποίον +ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή το αόρατον), παρά +με εκείνο το οποίον δεν ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν. + +Και το σώμα, ηρώτησεν ο Σωκράτης; + +Έχει περισσοτέραν ομοιότητα με το άλλο (δηλαδή το ορατόν), απεκρίθη ο +Κέβης. + +Παρατήρησον τώρα και υπό την ακόλουθον έποψιν, ότι, όταν η ψυχή και +το σώμα ήθελον ευρίσκεσθαι μαζί, η φύσις διατάττει εις μεν το έν +(δηλαδή το σώμα) να είναι δούλον και να εξουσιάζηται, εις δε την +άλλην (δηλαδή την ψυχήν) να κυβερνά και να είναι κυρίαρχος· και +σύμφωνα λοιπόν με αυτά πάλιν ποίον από τα δύο (τα σώμα ή η ψυχή) σου +φαίνεται ότι είναι όμοιον με το θείον και ποίον με το θνητόν; Ή δεν +σου φαίνεται ότι το μεν θείον εκ φύσεως έγεινεν ικανόν να εξουσιάζη +και να κυβερνά, το δε θνητόν να εξουσιάζηται και να είναι δούλον; +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Εγώ τουλάχιστον έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης. + +Με ποίον λοιπόν από τα δύο (με το θείον ή με το θνητόν) η ψυχή +ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Είναι βέβαια φανερόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, ότι η μεν ψυχή +ομοιάζει με το θείον, το δε σώμα με το θνητόν. + +Εξέτασε λοιπόν, Κέβης είπεν ο Σωκράτης, αν εξ όλων, τα οποία έχομεν +είπει, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι η μεν ψυχή είναι ομοιοτάτη με το +θείον και αθάνατον και νοητόν και μονοειδές και αδιάλυτον και +ευρισκόμενον πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή αναλλοίωτον) +και υπό τους αυτούς όρους· το δε σώμα ότι είναι ομοιότατον με το +ανθρώπινον και θνητόν και ανόητον και πολυειδές και ευκολοδιάλυτον +και το οποίον ποτέ δεν ευρίσκεται εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή +πάντοτε μεταβάλλεται). + +Εκτός τούτων έχομεν να είπωμεν τίποτε άλλο, αγαπητέ Κέβη, είπεν ο +Σωκράτης, διά να αποδείξωμεν ότι αυτά δεν είναι έτσι; + +Τι λοιπόν λέγεις, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αφ' ού αυτά είναι έτσι, +δεν είναι λοιπόν ίδιον του μεν σώματος γρήγορα να διαλύηται, της δε +ψυχής πάλιν να είναι όλως διόλου αδιάλυτος, ή κάτι πλησίον με τούτο; + +Πώς όχι; Είπεν ο Κέβης. + +Παρατηρείς λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, όταν ο άνθρωπος αποθάνη, το +μεν ορατόν μέρος αυτού, δηλαδή το σώμα, και το οποίον ευρίσκεται εις +ορατόν τόπον, τον οποίον ονομάζομεν νεκρόν πτώμα, και το οποίον +πρέπει να διαλυθή και ν' αποσυντεθή και να χαθή, δεν παθαίνει αμέσως +τίποτε από αυτά, αλλά διατηρείται αρκετά πολύν καιρόν και αν κανείς +αποθάνη, ο οποίος να είναι εύμορφος κατά το σώμα, διατηρείται με +τοιαύτην ωραιότητα και παρά πολύ μάλιστα, διότι το σώμα αφ' ού πέση +νεκρόν και ταριχευθή, καθώς εκείνα τα οποία έχουν ταριχευθή εις την +Αίγυπτον, διατηρείται επί παρά πολύν καιρόν και σχεδόν πάντοτε· +μερικά δε μέρη του σώματος, και τα οστά δηλαδή και τα νεύρα και όλα +τα τοιαύτα, και εάν σαπούν, όμως, διά να είπωμεν έτσι, είναι αθάνατα· +ή δεν είναι; + +Ναι, είναι, είπεν ο Κέβης. + +Η δε ψυχή λοιπόν, το αόρατον πράγμα, το οποίον πηγαίνει εις άλλον +τόπον ωσάν αυτήν, ευγενή και καθαρόν και αόρατον, δηλαδή εις την +κατοικίαν του Άδου, τη αληθεία πλησίον εις τον αγαθόν και σοφόν Θεόν, +όπου, αν θέλη ο Θεός, μετ' ολίγον και η ιδική μου ψυχή θα υπάγη, αυτή +λοιπόν η ψυχή, η οποία είναι τοιαύτη, και τοιουτοτρόπως έγεινεν εκ +φύσεως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, θα διαλυθή και θα την χάσωμεν +αμέσως, καθώς λέγουν οι περισσότεροι άνθρωποι; Αδύνατον είναι, +αγαπητέ Κέβη και Σιμμία. Αλλά πολύ περισσότερον το πράγμα είναι ως +εξής· εάν μεν η ψυχή χωρισθή από το σώμα καθαρά, χωρίς να σύρη μαζί +της κανέν από τα ανήκοντα εις το σώμα, διότι θεληματικώς δεν ήτο +συμμέτοχος εις τίποτε με αυτό κατά το διάστημα της ζωής, αλλ' +απέφευγεν αυτό και ήτο συμμαζευμένη αυτή μόνη εις τον εαυτόν της, +διότι διά τούτο εφρόντιζε πάντοτε· ότι τούτο δεν είναι τίποτε άλλο +παρά ότι ορθώς εφιλοσόφει και εμελέτα πραγματικώς να αποθάνη ευκόλως· +ή μήπως τούτο δεν είναι μελέτη θανάτου; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις τοιαύτην κατάστασιν +ευρισκομένη δεν μεταβαίνει εις το όμοιον με αυτήν, το αόρατον, το +θείον εν ταυτώ και αθάνατον και σοφόν, όπου, αφ' ού φθάση, ανήκει εις +αυτήν να είναι ευτυχής, ελευθέρα από πλάνην και άγνοιαν και φόβους +και αγρίας επιθυμίας και από τα άλλα ανθρώπινα κακά, καθώς δε λέγουν +διά τους λαμβάνοντας μέρος εις τα μυστήρια, περνώσα αληθινά τον +επίλοιπον καιρόν μαζί με θεούς. Να το παραδεχθώμεν έτσι, Κέβη, ή +αλλέως; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Έτσι, μα τον Δία, είπεν ο Κέβης. + +Νομίζω δε, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν χωρισθή από το σώμα γεμάτη +μιάσματα και ακαθαρσίας, διότι όλον τον καιρόν ευρίσκετο μαζί με το +σώμα, και επεριποιείτο και ηγάπα τούτο, και ήτον από αυτό μαγευμένη, +και ένεκα των επιθυμιών και ένεκα των ευχαριστήσεων, τόσον πολύ, ώστε +να νομίζη ότι κανέν άλλο πράγμα δεν είναι αληθινόν παρά εκείνο, το +οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον ημπορεί κανείς να πιάση και να +ίδη και να πίη και να φάγη και να μεταχειρισθή εις τας αφροδισίους +ευχαριστήσεις· εκείνο δε το οποίον είναι σκοτεινόν και δεν ημπορούν +τα μάτια να ίδουν, ημπορεί δε κανείς να το ίδη και να το συλλάβη διά +της φιλοσοφίας, τούτο δε συνηθισμένη να μισή και να το τρέμη και να +το αποφεύγη· νομίζεις ότι μία λοιπόν ψυχή ευρισκομένη εις τοιαύτην +κατάστασιν ότι θα χωρισθή από το σώμα καθαρά και απλή; + +Όλως διόλου, είπεν ο Κέβης. + +Αλλά νομίζω βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι θα αφήση το σώμα +τυλιγμένη με εκείνο το οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον και η +συναναστροφή και η συνεύρεσις με το σώμα, επειδή πάντοτε ευρίσκετο +μαζί με αυτό και το επεριποιείτο πολύ, κατέστησαν εις αυτήν ωσάν +φυσικόν. + +Βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Πρέπει δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να πιστεύωμεν, φίλε μου, ότι αυτό +(το μίασμα της ψυχής) είναι ογκώδες και βαρύ και γήινον και ορατόν το +οποίον και έχουσα η τοιαύτη ψυχή γίνεται βαρεία και σύρεται πάλιν εις +τον ορατόν τόπον, και επειδή φοβείται το αόρατον και τον Άδην, +τριγυρίζει ολόγυρα εις τα μνημεία και εις τους τάφους. Ολόγυρα ίσα +ίσα εις τα οποία παρετηρήθησαν μερικά φαντάσματα ψυχών, ωσάν σκιαί, +φαντάσματα τοιαύτα οποία παρουσιάζουν αι τοιαύται ψυχαί, αι οποίαι +ελύθησαν από το σώμα όχι καθαραί, αλλ' εξακολουθούσαι να έχουν μέρος +από το ορατόν και διά τούτο βλέπονται. + +Τούτο βέβαια είναι επόμενον, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης. + +Επόμενον όμως είναι, Κέβη, ότι αύται δεν είναι βέβαια ψυχαί αγαθών +ανθρώπων, αλλ' αι ψυχαί των κακών, αι οποίαι υποχρεώνονται να +περιπλανώνται ολόγυρα εις τοιούτους τόπους υποφέρουσαι την τιμωρίαν +της προηγουμένης των ζωής, η οποία ήτο κακή, και γυρίζουν εδώ και +εκεί έως ότου, ένεκα της επιθυμίας της σωματικής μορφής, η οποία +ακολουθεί μαζί των, δεθώσι πάλιν μέσα εις σώμα. + +Δένονται δε, καθώς είναι επόμενον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις +τοιαύτας οποιασδήποτε συνηθείας, οποίας ήθελον εξασκήσει εις την ζωήν +των. + +Και ποίαι είναι αυταί λοιπόν αι συνήθειαι τας οποίας λέγεις, ω +Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης. + +Λόγου χάριν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι οποίοι έχουν +εξασκήσει κοιλιοδουλείας και βιαιότητας και μέθας και δεν έδειξαν +καμμίαν εντροπήν, είναι επόμενον ότι θα χωθώσι μέσα εις τα διάφορα +γένη, των όνων και των τοιούτων ζώων. Ή δεν σου φαίνεται σωστόν; + +Τούτο οπού λέγεις είναι πολύ σωστόν, είπεν ο Κέβης. + +Εκείνοι δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οι οποίοι έχουν προτιμήσει τας +αδικίας και τας τυραννίας και τας αρπαγάς, είναι επόμενον ότι θα +χωθώσιν εις τα διάφορα είδη των λύκων και των γυπών και των ιεράκων ή +εις ποίον άλλο μέρος θα παραδεχθώμεν ότι θα υπάγουν αι τοιαύται +ψυχαί; + +Αναμφιβόλως, είπεν ο Κέβης, θα υπάγουν εις τα τοιαύτα μέρη. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, επίσης και τα άλλα είναι φανερά, ότι +κάθε μία ψυχή θα υπάγη εις πράγμα όμοιον με εκείνο, εις το οποίον +ενησχολείτο. + +Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης, και πώς όχι; + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνοι οι οποίοι εξήσκησαν την +δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν, ακριβώς εκείνην την οποίαν +ονομάζουσιν οι άνθρωποι εγκράτειαν και δικαιοσύνην, η οποία +προέρχεται από συνήθειαν και επιμέλειαν μόνον χωρίς να φιλοσοφή +κανείς και να σκέπτηται, δεν είναι από τούτους οι ευτυχέστατοι και οι +οποίοι πηγαίνουν εις κάλλιστον τόπον; + +Πώς λοιπόν αυτοί είναι ευτυχέστατοι; ηρώτησεν ο Κέβης. + +Διότι, είπεν ο Σωκράτης, επόμενον είναι να επιστρέφουν πάλιν εις έν +γένος ζώων ωσάν αυτούς κοινωνικόν και ήμερον, ίσως ή μελισσών ή +σφηκών ή μυρμήκων ή και εκ νέου εις το ίδιον το ανθρώπινον γένος και +να γίνωνται από αυτούς άνδρες φρόνιμοι. + +Επόμενον είναι, είπεν ο Κέβης. + +Εις δε το γένος των θεών δεν είναι επιτετραμμένον να υπάγη κανείς εάν +δεν φιλοσοφήση και δεν αναχωρήση απ' εδώ εντελώς καθαρός· κανείς +άλλος δηλαδή παρά ο φιλομαθής· αλλ' ένεκα τούτων, εξηκολούθησεν ο +Σωκράτης, φίλοι μου Σιμμία και Κέβη, οι αληθώς φιλόσοφοι αποφεύγουν +όλας τας επιθυμίας, αι οποίαι αναφέρονται εις το σώμα, και επιμένουν +και δεν παραδίδονται εις αυτάς και δεν φοβούνται ποσώς την +καταστροφήν της περιουσίας των και την πτωχείαν καθώς ο όχλος και οι +φιλοχρήματοι, ούτε φοβούνται πάλιν μήπως δεν τους τιμήσουν και δεν +τους δοξάσουν οι μοχθηροί, καθώς κάμνουν οι φίλαρχοι και οι +φιλόδοξοι. Τούτου ένεκα αποφεύγουσιν αυτάς. + +Διότι δεν θα ήρμοζε τούτο εις αυτούς, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης. + +Μα τον Δία, δεν θα ήρμοζε, βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, επομένως +εκείνοι, οι οποίοι φροντίζουν διά την ψυχήν των και δεν ζώσι +πλάττοντες (δηλαδή περιποιούμενοι) τα σώματά των, αφ' ού +αποχαιρετίσουν όλα αυτά, δεν ακολουθούν τον ίδιον δρόμον με τους +δευτέρους τούτους, διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πού πηγαίνουν, αλλ' +αυτοί, επειδή φρονούν ότι δεν πρέπει να πράττουν πράξεις εναντίας εις +την φιλοσοφίαν και εις το λύσιμον και εις τον καθαρισμόν τον οποίον +κάμνει εκείνη, διευθύνονται και ακολουθούν εκείνον τον δρόμον, τον +οποίον εκείνη δεικνύει εις αυτούς. + +Πώς, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης. + +Εγώ θα σοι το είπω, είπεν ο Σωκράτης, διότι εκείνοι οι οποίοι αγαπώσι +την μάθησιν (δηλαδή οι φιλόσοφοι), είπεν, ηξεύρουσιν ότι η φιλοσοφία +επειδή παρέλαβε την ψυχήν των δεμένην αληθώς μέσα εις το σώμα και +προσκολλημένην εις αυτό, υποχρεούμενην δε ωσάν διά φυλακίσεως να +παρατηρή τα αληθινά υπάρχοντα πράγματα, διά μέσου τούτου (δηλαδή του +σώματος), και όχι τον εαυτόν της διά του εαυτού της, και ότι κυλίεται +μέσα εις τελείαν αμάθειαν και παρατηρήσασα καλώς ότι η φοβερά +φυλάκισις προέρχεται ένεκα επιθυμιών, εις τρόπον ώστε ο ίδιος ο +άνθρωπος να γίνηται βοηθός εις το να δεθή· όπως λοιπόν λέγω, εκείνοι +οι οποίοι αγαπώσι την μάθησιν ηξεύρουν ότι η φιλοσοφία, αφού παραλάβη +την ψυχήν αυτών ευρισκομένην εις τοιαύτην κατάστασιν, σιγά σιγά την +παρηγορεί και προσπαθεί να την λύση, δεικνύουσα εις αυτήν ότι η μεν +διά μέσα των ομμάτων παρατήρησις είναι γεμάτη από απάτην, από απάτην +δε και η διά μέσου των ώτων και των άλλων αισθήσεων, πείθουσα δε +αυτήν ν' απομακρύνηται από αυτά και να τα μεταχειρίζηται μόνον όταν +είναι απόλυτη ανάγκη, παρακινούσα δε αυτήν να περιμαζεύηται και να +συναθροίζηται μόνη μέσα εις τον εαυτόν της· να μη εμπιστεύηται δε εις +κανένα άλλον, παρά μόνον αυτή εις τον εαυτόν της δι' οποιονδήποτε από +τα πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον ήθελεν εξετάσει αυτή μόνη με τον +εαυτόν της αυτό μόνον του· οποιονδήποτε δε πράγμα ήθελεν εξετάσει διά +μέσου άλλων (δηλαδή αισθήσεων), επειδή είναι άλλο μέσα εις άλλα +(δηλαδή αδιακόπως μεταβάλλεται), να νομίζη ότι δεν είναι διόλου +αληθές, ότι δε είναι μεν το τοιούτον πράγμα και αισθητόν και ορατόν +εκείνο δε, το οποίον μόνη της βλέπει, ότι είναι νοητόν και αόρατον. +Εις τούτο λοιπόν το λύσιμον, επειδή νομίζει ότι δεν πρέπει να +εναντιώνηται η ψυχή του αληθινού φιλοσόφου, διά τούτο αποφεύγει όσον +ημπορεί και τας ευχαριστήσεις και τας επιθυμίας και τας λύπας και +τους φόβους, επειδή σκέπτεται ότι, οπόταν ήθελε κανείς ευχαριστηθή +δυνατά ή φοβηθή ή λυπηθή ή επιθυμήσει, δεν παθαίνει διόλου από αυτά +κανέν κακόν τόσον μικρόν, όσον ήθελε νομίσει κανείς, οποίον παθαίνει +λόγου χάριν ή όταν αρρωστήση ή όταν εξοδιάση τίποτε ένεκα των +επιθυμιών του, αλλά παθαίνει εκείνο το οποίον είναι το μεγαλύτερον +και το χειρότερον από όλα τα κακά, και χωρίς να το καταλαμβάνη. + +Ποίον είναι τούτο, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης. + +Ότι, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή κάθε ανθρώπου υποχρεώνεται συγχρόνως να +ευχαριστηθή ή να δυσαρεστηθή δυνατά δι' οιονδήποτε αντικείμενον, +νομίζουσα ότι εκείνο το αντικείμενον, εκ του οποίου παθαίνει τούτο +περισσότερον, είναι και καθαρώτατον και αληθέστατον, εν ώ δεν είναι +τοιούτον· ταύτα δε (τα οποία προξενούν την ευχαρίστησιν ή +δυσαρέσκειαν) είναι προ πάντων τα ορατά ή όχι; + +Βεβαίως, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όταν παθαίνη τούτο προ πάντων η ψυχή, +δεν δένεται καλά από το σώμα; + +Πώς λοιπόν; Ηρώτησεν ο Κέβης. + +Διότι, είπεν ο Σωκράτης, κάθε ευχαρίστησις και δυσαρέσκεια, ωσάν να +έχη καρφίον, καρφώνει και προσκολλά αυτήν (την ψυχήν) εις το σώμα, +και την κάμνει σωματοειδή και νομίζουσαν ότι είναι αληθινά εκείνα, τα +οποία και το σώμα ήθελεν είπη ότι είναι αληθινά. Διότι, επειδή έχει +την ιδίαν γνώμην με το σώμα και ευχαριστείται με τα ίδια πράγματα, με +τα οποία και εκείνο ευχαριστείται, υποχρεώνεται, νομίζω, ν' αποκτήση +τα ίδια ήθη και τα ίδια έθιμα με αυτό και τοιαύτα, ώστε ποτέ να μη +φθάση καθαρά εις την κατοικίαν του Άδου, αλλά να εξέρχηται πάντοτε +γεμάτη από το σώμα, ώστε γρήγορα να πίπτη πάλιν μέσα εις άλλο σώμα +και να φυτρώνη εκεί ωσάν να σπείρηται και ένεκα τούτου να μη λαμβάνη +μέρος εις την συναναστροφήν του θείου και καθαρού και μονοειδούς. + +Αληθέστατα λέγεις, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης. + +Ένεκα τούτων λοιπόν, Κέβη, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι +οποίοι αληθινά επιθυμούσι να μανθάνωσιν, είναι εγκρατείς και +ανδρείοι, όχι ένεκα εκείνων των λόγων, τους οποίους φαντάζεται ο +όχλος· ή παραδέχεσαι την ιδέαν του λαού; + +Εγώ όχι, είπεν ο Κέβης. + +Όχι βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αλλ' η ψυχή φιλοσόφου ανθρώπου +δεν είναι δυνατόν να σκεφθή παρά τοιουτοτρόπως· και δεν είναι δυνατόν +να νομίση ότι πρέπει η μεν φιλοσοφία να λύη αυτήν, εν ώ δε εκείνη την +λύει, αυτή να παραδίδη τον εαυτόν της εις τας ευχαριστήσεις και τας +δυσαρεσκείας, να δένεται πάλιν και άλλας φοράς, και να πράττη έργον +ατελείωτον, υφαίνουσα κατ' αντίθετον τρόπον το πανί της Πηνελόπης· +αλλ' απεναντίας προετοιμάζουσα γαλήνην από αυτά τα πράγματα (δηλαδή +αποχήν απ' αυτά), ακολουθούσα την λογικήν σκέψιν και ευρισκομένη +πάντοτε μέσα εις την λογικήν ταύτην σκέψιν, θεωρούσα διαρκώς την +αλήθειαν και το θείον και το ανώτερον από κάθε σκέψιν και τρεφομένη +από εκείνο, πιστεύει ότι πρέπει να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, εν όσω +εδώ ζη, και ότι, όταν τελειώση την εδώ ζωήν, αφ' ού φθάση εις εκείνο, +το οποίον είναι της αυτής φύσεως και όμοιον με αυτήν, θα ελευθερωθή +από τα ανθρώπινα κακά. Ένεκα δε του τοιούτου τρόπου της ζωής, Σιμμία +και Κέβη, δεν είναι διόλου παράξενον ότι, αφ' ού εφαρμόση ταύτα κατά +τον χωρισμόν της από το σώμα, δεν θα φοβηθή μήπως μερικοί άνεμοι +φυσήσουν και την πάρουν και φύγη και πετώσα εδώ και εκεί χαθή και +καταντήση τίποτε, ώστε να μη ευρίσκηται πουθενά. + +Αφ' ού είπε ταύτα ο Σωκράτης, έγεινε σιωπή, δια πολλήν ώραν· και ο +ίδιος, καθώς φανερά εφαίνετο, ήτο συλλογισμένος με την ομιλίαν, την +οποίαν έκαμε, καθώς και οι περισσότεροι από ημάς. Ο Κέβης δε και ο +Σιμμίας συνομιλούν σιγά μεταξύ των και ο Σωκράτης, αφ' ού είδεν +αυτούς τους δύο ομιλούντας, ηρώτησε: + +Τι ελέγετε μεταξύ σας; Μήπως σας φαίνεται ότι ωμίλησα ελλιπώς; Διότι +το ζήτημα έχει ακόμη πολλάς αμφιβολίας και αντιρρήσεις, αν πρόκειται +να διαπραγματευθή κανείς αυτά τα πράγματα αρκετά. Όταν λοιπόν +εσκέπτεσθε κανέν άλλο πράγμα, δεν λέγω τίποτε· εάν δε έχητε ακόμη +καμμίαν απορίαν δι' αυτά, διόλου μη δυσκολευθήτε να την είπητε και να +διαπραγματευθήτε το ζήτημα και σεις οι ίδιοι, εάν νομίζητε ότι +ημπορεί με κάποιον τρόπον να το είπη κανείς καλύτερα και να πάρητε +πάλιν και εμέ μαζί σας (εις την συζήτησιν), όταν νομίζητε ότι μαζί +μου θα ευκολυνθήτε περισσότερον. + +Και ο Σιμμίας είπε· και όμως, ω Σώκρατες, θα σοι είπω την αλήθειαν. +Διότι από πολλήν ώραν και ο είς και ο άλλος από ημάς, επειδή έχομεν +απορίας, ο είς σπρώχνει τον άλλον και του λέγει να ερωτήση, διότι +επιθυμούμεν μεν ν' ακούσωμεν, δυσκολευόμεθα δε να σου προξενήσωμεν +ενόχλησιν, μήπως τούτο σου είναι δυσάρεστον ένεκα της παρούσης +συμφοράς. + +Και εκείνος, αφ' ού ήκουσε ταύτα με αταραξίαν, εγέλασε και είπεν· +Αλλοίμονον, Σιμμία, βεβαίως δυσκόλως ήθελα πείσει τους άλλους +ανθρώπους, ότι δεν νομίζω ως συμφοράν αυτό οπού μ' εύρε, όταν βέβαια +δεν ημπορώ να πείσω ούτε σας· να φοβάσθε μήπως τώρα ευρίσκομαι κάπως +εις περισσοτέραν λύπην· και, καθώς φαίνεται, σας φαίνομαι ότι είμαι +κατά την μαντικήν τέχνην κατώτερος από τους κύκνους, οι οποίοι, ότε +ήθελον καταλάβει ότι μέλλουν ν' αποθάνουν, εν ώ ψάλλουν και εις τον +προηγούμενον καιρόν, τότε ίσα ίσα ψάλλουν περισσότερον και καλύτερον, +χαίροντες, διότι μέλλουν να υπάγουν πλησίον του Θεού, του οποίου +είναι υπηρέται. Οι δε άνθρωποι ένεκα του φόβου των διά τον θάνατον +συκοφαντούν τους κύκνους και λέγουν ότι αυτοί, επειδή θρηνούν τον +θάνατον, ψάλλουν από την λύπην των και δεν σκέπτονται ότι κανέν +πτηνόν δεν ψάλλει, όταν πεινά ή κρυώνη ή έχη καμμίαν άλλην λύπην, +ούτε η ιδία η αηδών ούτε η χελιδών ούτε ο τσαλαπετεινός, τα οποία +λέγουν οι άνθρωποι ότι ψάλλουν, θρηνούντα από την λύπην των· αλλ' +ούτε αυτά μου φαίνονται ότι ψάλλουν ένεκα λύπης, ούτε οι κύκνοι, αλλά +νομίζω, ότι, επειδή είναι αφιερωμένοι εις τον Απόλλωνα, έχουν το +προτέρημα να μαντεύουν, και επειδή ηξεύρουν από προτήτερα τα καλά τα +οποία υπάρχουν εις τον Άδην, ψάλλουν και διασκεδάζουν εκείνην την +ημέραν περισσότερον παρά κατά τον προηγούμενον καιρόν. Εγώ δε νομίζω +ότι εδώ είμαι και εγώ δούλος μαζί με τους κύκνους, και αφιερωμένος +εις τον ίδιον θεόν, και έχω λάβει από τον κύριόν μου το χάρισμα να +μαντεύω καλύτερα από εκείνους, και να χωρίζωμαι από την ζωήν όχι +περισσότερον από αυτούς κακοκαρδισμένος. Ένεκα τούτου λοιπόν πρέπει +να λέγητε και να ερωτάτε ό,τι θελήσητε, εν όσω το επιτρέπουσιν οι +Ένδεκα άρχοντες των Αθηναίων. + +Καλά λέγεις, είπεν ο Σιμμίαι· και εγώ θα σοι είπω την απορίαν την +οποίαν έχω, και αυτός πάλιν (δηλαδή ο Κέβης) κατά τι δεν παραδέχεται +όσα είπομεν. Διότι μου φαίνεται, ω Σώκρατες, προκειμένου περί +τοιούτων ζητημάτων, καθώς ίσως φαίνεται και εις σε, ότι το να μάθη +κανείς καθαρά την αλήθειαν εις την τωρινήν μας ζωήν είναι πράγμα ή +αδύνατον ή παρά πολύ δύσκολον. Το να μη εξελέγχη όμως πάλιν με κάθε +τρόπον εκείνα, τα οποία λέγονται περί αυτών, και να μη παραιτή, +προτού να εξαντλήση κανείς την εξέτασιν καθ' όλα τα μέρη, είναι ίδιον +ανθρώπου οκνηρού. Διότι πρέπει ως προς αυτά τα ζητήματα να κατορθώση +τουλάχιστον έν από τα εξής· ή να μάθη πώς είναι από άλλους, ή να τα +εύρη ο ίδιος, ή, εάν είναι αδύνατον να επιτύχη ταύτα, αφ' ού πάρη την +καλυτέραν και δυσκολώτερα ανασκευαζομένην ανθρωπίνην γνώμην, αφ' ού +αναβή επάνω εις αυτήν, όπως εκείνος οπού κινδυνεύει επάνω εις σχεδίαν +(σάτι) να ταξειδεύση την ζωήν του, εάν δεν ημπορή κανείς να περάση +αυτήν με περισσοτέραν ασφάλειαν και με ολιγώτερον κίνδυνον επάνω εις +ασφαλέστερον πλοίον ή επάνω εις κανένα λόγον του θεού. Και λοιπόν και +τώρα εγώ τουλάχιστον δεν θα εντραπώ να ερωτήσω, αφ' ού και συ λέγεις +να το κάμω, και δεν θα κατηγορήσω τον εαυτόν μου εις υστερώτερον +καιρόν, ότι δεν είπα τώρα εκείνα τα οποία μου ήλθον εις τον νουν. +Διότι, όταν εξετάζω και με τον εαυτόν μου και μαζί με τούτον (δηλαδή +τον Κέβητα) όσα είπομεν, μου φαίνεται ότι δεν είναι αρκετά, ω +Σώκρατες. + +Και ο Σωκράτης είπε· + +Ίσως βέβαια, φίλε μου, να έχης δίκαιον, αλλά λέγε μου λοιπόν υπό +ποίαν έποψιν δεν είναι αρκετά όσα είπομεν. + +Είπεν ο Σιμμίας. + +Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι υπό την ιδίαν έποψιν, υπό την οποίαν +ημπορεί κανείς να ισχυρισθή το ίδιον και διά την αρμονίαν και διά την +λύραν και τας χορδάς της· ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα αόρατον και +χωρίς σώμα και εις χορδισμένην λύραν είναι πράγμα ωραιότατον και +θείον· η ιδία δε λύρα και αι χορδαί της ότι είναι σώματα υλικά και +πράγματα με μορφήν υλικήν, και σύνθετα και γήινα και από το ίδιον +γένος με το θνητόν. Όταν λοιπόν κανείς ή κατασυντρίψη την λύραν ή την +κάψη ή σπάση τας χορδάς, εάν κανείς επέμενεν εις τον ίδιον +ισχυρισμόν, τον οποίον φέρεις συ, ότι δηλαδή εκείνη η αρμονία (την +οποίαν ανέδιδεν η λύρα, όταν ήτο γερή) εξακολουθή να υπάρχη ακόμη, +και ότι δεν εχάθη (διότι δεν ημπορεί να υπάρχη κανείς τρόπος η μεν +λύρα να εξακολουθή να υπάρχη ακόμη εν ώ αι χορδαί της έχουν σπάση και +αι χορδαί να εξακολουθούν να υπάρχουν, εν ώ έχουσι μορφήν θνητήν, η +δε αρμονία, η οποία έχει την ιδίαν φύσιν και είναι από το αυτό γένος +με το θείον και αθάνατον, να έχη χαθή απολεσθείσα προτήτερα από το +φθαρτόν πράγμα)· αλλ' υποστηρίζει, ότι απαραιτήτως η αρμονία μόνη της +εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη εις κάποιον μέρος, και ότι τα ξύλα και αι +χορδαί θα σαπούν εντελώς προτού παρά να πάθη εκείνη το παραμικρόν +(και τω όντι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και συ ο ίδιος έχεις σκεφθή +τούτο, ότι θεωρούμεν την ψυχήν ότι είναι τοιούτον τι προ πάντων, +καθώς δηλαδή το σώμα μας είναι τεντωμένον και συγκρατείται εις +ισορροπίαν από το ζεστόν και το ψυχρόν και το ξηρόν και το υγρόν έτσι +και η ψυχή μας είναι μίγμα από μερικά τοιαύτα στοιχεία και μία +αρμονία αυτών των ιδίων, όταν αυτά ήθελον ανακατωθή αναμεταξύ των +εύμορφα και με μέτρον· εάν λοιπόν η ψυχή τυχαίνη να είναι κάποια +αρμονία, είναι φανερόν ότι, όταν το σώμα μας παρά πολύ χαλαρωθή ή +παρά πολύ τεντωθή από ασθενείας και άλλα κακά, η μεν ψυχή είναι +αναπόφευκτον ότι αμέσως θα χαθή, αν και είναι θειοτάτη, καθώς είναι +και αι άλλαι αρμονίαι, και αι υπάρχουσαι εις τους ήχους και αι +υπάρχουσαι εις όλα τα έργα των καλλιτεχνών· τα δε απομεινάρια καθενός +σώματος θα διατηρηθούν πολύν καιρόν, έως ότου ή τελείως να καυθούν ή +όλως διόλου να σαπούν)· πρόσεξε λοιπόν τι θα απαντήσωμεν εις τούτο το +επιχείρημα, εάν δηλαδή υποστηρίζη κανείς, ότι η ψυχή, η οποία είναι +μίγμα από τας ιδιότητας αι οποίαι υπάρχουσι μέσα εις το σώμα, πρώτη +χάνεται, όταν συμβή ο ονομαζόμενος θάνατος. + +Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού περιέφερε τα βλέμματά του γύρω εις αυτούς, +καθώς τας περισσοτέρας φοράς συνήθιζε, και αφ' ού εχαμογέλασεν, +είπεν. + +Ο Σιμμίας όμως ομιλεί σωστά. Εάν λοιπόν κανείς από σας έχη +μεγαλυτέραν από εμέ ευκολίαν, διατί δεν απεκρίθη; Διότι ομοιάζει με +άνθρωπον, ο οποίος δεν επικρίνει άσχημα την ομιλίαν. Μου φαίνεται +όμως ότι είναι χρεία προτού αποκριθώμεν να ακούσωμεν προηγουμένως +ακόμη τον Κέβητα, ποίας πάλιν αυτός επικρίσεις κάμνει εις την +ομιλίαν, διά να μεσολαβήση ολίγος καιρός και να σκεφθώμεν τι θα +είπωμεν, έπειτα δε, αφ' ού ακούσωμεν τους λόγους του, ή να +υποχωρήσωμεν εις αυτούς, εάν μας φανή ότι μας ψάλλουν καμμίαν +αλήθειαν· εάν δε όχι, να υπερασπίσωμεν τότε τον ισχυρισμόν μας. Αλλ' +έλα, Κέβη, είπε, λέγε τι είναι εκείνο, το οποίον, επειδή σε ταράττει, +σε κάμνει να μη πιστεύης (τους λόγους μου). + +Ο Κέβης είπε: + +Λοιπόν το λέγω. Ότι η απόδειξις, μου φαίνεται, ευρίσκεται ακόμη εις +το ίδιον σημείον και ότι επιδέχεται την ιδίαν αντίρρησιν, την οποίαν +ελέγομεν εις τα προηγούμενα. Διότι, ότι μεν η ψυχή μας υπήρχε και +προτού έλθη εις αυτήν την τωρινήν μορφήν, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν +έχει αποδειχθή πολύ ευφυώς, και πολύ αρκετά, εάν δεν είναι δυσάρεστον +να το είπη κανείς· ότι όμως εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου, +και αφ' ού ημείς αποθάνωμεν, τούτο μου φαίνεται ότι δεν απεδείχθη. +Δεν συμμερίζομαι όμως την αντίρρησιν του Σιμμίου, ότι η ψυχή δεν +είναι πράγμα δυνατώτερον και το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν +από το σώμα. Διότι μου φαίνεται ότι εις όλα αυτά είναι παρά πολύ +ανωτέρα από το σώμα. Διατί λοιπόν, θα μου έλεγε κανείς, εξακολουθείς +ακόμη να μη πείθησαι, αφ' ού βέβαια βλέπεις ότι, αφ' ού αποθάνη ο +άνθρωπος, το πλέον αδύνατον μέρος του υπάρχει ακόμη· δεν σου φαίνεται +ότι το διαρκέστερον μέρος του δεν ημπορεί παρά να διατηρήται ακόμη +κατά τούτον τον καιρόν; Ως προς τούτο λοιπόν παρατήρησον το εξής, αν +ομιλώ σωστά, διότι εγώ, καθώς φαίνεται, διά να παραστήσω το πράγμα, +έχω χρείαν καθώς ο Σιμμίας, από μίαν εικόνα, διότι αυτά οπού λέγομεν +μου φαίνεται ότι είναι όμοια, ως να έλεγε κανείς την εξής ομιλίαν δι' +ένα άνθρωπον υφάντην, ο οποίος απέθανε γέρων, ότι ο άνθρωπος αυτός +δεν εχάθη, αλλ' ίσως κάπου ευρίσκεται, παρουσίαζε δε ως απόδειξιν το +φόρεμα, το οποίον ύφανεν ο ίδιος και εφορούσεν, ότι υπάρχει ακόμη +γερόν και δεν εχάθη· και, εάν κανείς δεν επίστευεν εις αυτόν και τον +ηρώτα ποίον από τα δύο διαρκεί περισσότερον καιρόν, η τάξις των +ανθρώπων ή η τάξις των φορεμάτων, τα οποία και μεταχειριζόμεθα και +φορούμεν· αφ' ού δε τω αποκριθή κανείς, ότι πολύ περισσότερον καιρόν +διαρκεί η τάξις των ανθρώπων, νομίζει ότι, επειδή εκείνο οπού διαρκεί +ολιγώτερον δεν εχάθη, έχει αποδειχθή ότι περισσότερον από κάθε πράγμα +ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχη σώος· αλλ' ο άνθρωπος, νομίζω, +Σιμμία, δεν είναι έτσι. Διότι εξέτασον και συ αυτά, τα οποία λέγω· +Κάθε άνθρωπος ημπορεί να καταλάβη ότι εκείνος, όστις λέγει αυτό, +λέγει ανοησίας, διότι αυτός ο υφάντης, αφ' ού κατέλυσε και ύφανε +πολλά τοιαύτα φορέματα απέθανε μεν ύστερα από εκείνα, τα οποία ήσαν +πολλά, προτήτερα όμως, νομίζω, από τελευταίον (το οποίον δεν +επρόφθασε να καταλύση)· ένεκα τούτου όμως (ότι το τελευταίον φόρεμα +διετηρήθη περισσότερον από αυτόν) δεν είναι διόλου ο άνθρωπος +χειρότερόν τι από έν πράγμα και πλέον αδύνατον. Η αυτή παραβολή, +νομίζω, ταιριάζει και εις την ψυχήν και το σώμα, και, εάν κανείς είπη +τα ίδια και δι' αυτά, μοι φαίνεται ότι θα έλεγε σωστά, ότι η μεν ψυχή +διαρκεί πολύν καιρόν, το δε σώμα είναι πλέον αδύνατον από αυτήν και +διαρκεί ολιγώτερον καιρόν. Αλλά θα έλεγε βέβαια, ότι κάθε ψυχή +καταλύει πολλά σώματα, αν μάλιστα ζήση πολλά έτη. Διότι, αν το σώμα +φθείρηται και καταστρέφηται, εν ώ ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζη ακόμη, +και η ψυχή ξαναϋφαίνη πάντοτε εκείνο το οποίον φθείρεται, θα ήτο +βέβαια απαραίτητον, οπόταν η ψυχή θ' απέθνησκε, να τύχη να έχη το +τελευταίον ύφασμα, και να χαθή αυτή προτήτερα μόνον από τούτο· αφ' ού +δε η ψυχή χαθή (δηλαδή αποθάνη), τότε πλέον το σώμα αποδεικνύει την +φυσικήν του αδυναμίαν και, αφ' ού σαπή, γρήγορα φθείρεται. Ώστε δεν +είναι ακόμη πρέπον να έχωμεν ελπίδα, αφ' ού πιστεύσωμεν εις αυτήν την +ομιλίαν, ότι, αφ' ού αποθάνωμεν, η ψυχή μας εξακολουθεί ακόμη να +ευρίσκηται κάπου. Διότι, εάν εις εκείνον οπού λέγει αυτά ήθελεν +υποχωρήσει κανείς και περισσότερον ακόμη παρά όσον συ λέγεις, +συμφωνών με αυτόν ότι όχι μόνον η ψυχή μας υπήρχε κατά τον προτού +ημείς γεννηθώμεν καιρόν, αλλά και ότι τίποτε δεν εμποδίζει, και αφ' +ού αποθάνωμεν, αι ψυχαί μερικών να υπάρχουν και να μέλλουν να +υπάρχουν ακόμη, και ότι μέλλουν να γεννηθούν πολλάς φοράς και ν' +αποθάνουν πάλιν (διότι η ψυχή είναι εκ φύσεως τόσον δυνατή, ώστε +αντέχει να γεννάται πολλάκις)· εν ώ δε συμφωνεί εις ταύτα, να μη +υποχωρή πλέον ως προς τούτο, ότι αυτή κοπιάζει εις τας πολλάς +γεννήσεις της, και ότι επί τέλους χάνεται όλως διόλου εις ένα από +τους θανάτους· λέγη δε ότι κανείς δεν ηξεύρει αυτόν τον θάνατον και +αυτήν την διάλυσιν του σώματος, η οποία φέρει την καταστροφήν εις την +ψυχήν· διότι είναι αδύνατον εις οποιονδήποτε από ημάς να τον +καταλάβη· εάν δε τούτο είναι έτσι, κάθε άνθρωπος, ο οποίος +ξεθαρρεύεται με τον θάνατον, ανόητα ξεθαρρεύεται, εκτός αν ημπορή ν' +αποδείξη ότι η ψυχή είναι πράγμα όλως διόλου αθάνατον και άφθαρτον· +εάν δε δεν ημπορή να το αποδείξη, εκείνος ο οποίος πρόκειται ν' +αποθάνη πρέπει δίχως άλλο πάντοτε να φοβήται διά την ψυχήν του, μήπως +κατά τον τωρινόν χωρισμόν της από το σώμα χαθή όλως διόλου. + +Όλοι λοιπόν, αφ' ού ηκούσαμεν όσα αυτοί είπον, κατελήφθημεν από +λύπην, καθώς το ωμολογούσαμεν υστερώτερα αναμεταξύ μας, διότι, εν ώ +από την προηγουμένην ομιλίαν είχομεν παρά πολύ πεισθή, τώρα πάλιν +εφαίνετο ότι μας έφεραν άνω κάτω και μας έρριψαν εις απιστίαν όχι +μόνον με τους λόγους οι οποίοι ελέχθησαν προτήτερα, αλλά και με τους +λόγους οι οποίοι έμελλον να λεχθώσιν υστερώτερα, και μας έκαμαν ν' +αμφιβάλλωμεν μήπως δεν ηξεύρομεν διόλου να κρίνωμεν, ή μήπως και τα +ίδια τα πράγματα είναι απίστευτα. + +Μα τους θεούς, Φαίδων, βεβαίως σας συγχωρώ, διότι και εις εμέ τον +ίδιον, ο οποίος τώρα σε ήκουσα, μου έρχεται να είπω εις τον εαυτόν +μου κάτι παρόμοιον· εις ποίαν λοιπόν απόδειξιν πρέπει εις το εξής να +πιστεύσωμεν; Διότι εκείνη η οποία ήτο πολύ πιστευτή, η απόδειξις +δηλαδή την οποίαν ο Σωκράτης έλεγε, τώρα έπεσε τελείως και έγεινεν +απίστευτος, διότι αυτός ο ισχυρισμός και τώρα και πάντοτε θαυμασίως +εκυρίευσε την πεποίθησίν μου, ότι δηλαδή η ψυχή μας είναι κάποια +αρμονία· και άμα ελέχθη μου υπενθύμισε τρόπον τινά ότι και εγώ ο +ίδιος είχον προτήτερα την αυτήν ιδέαν. Και έχω πολλήν ανάγκην εκ νέου +ωσάν από την αρχήν, από καμμίαν άλλην απόδειξιν, η οποία να με +καταπείση, ότι η ψυχή εκείνου, ο οποίος απέθανε, δεν αποθνήσκει μαζί +με αυτόν. Διά το όνομα του θεού, λέγε λοιπόν, πώς ο Σωκράτης +εξηκολούθησε την ομιλίαν και ποίον από τα δύο εκαταλάβετε, ότι και +εκείνος κάπως ελυπήθη, καθώς λέγεις ότι σεις ελυπήθητε ή όχι, αλλ' +εξηκολούθει αταράχως να υποστηρίζη την γνώμην του; Και αν υπεστήριξεν +αρκετά, ή ελλιπώς; Διηγήσου μας, παρακαλώ, όλα όσον ακριβέστερα +ημπορείς. + +Πραγματικώς, Εχέκρατες, πολλάς φοράς μου έκαμεν εντύπωσιν ο Σωκράτης, +αλλά ποτέ άλλοτε δεν τον εθαύμασα περισσότερον, παρά τότε ευρεθείς +πλησίον του· και ότι μεν αυτός είχε πρόχειρον εκείνο το οποίον θα +έλεγεν ίσως, δεν είναι διόλου παράξενον· αλλ' εγώ βεβαίως εις αυτόν +εθαύμασα προ πάντων κατά πρώτον μεν το εξής, ότι εδέχθη με γλυκύτητα +και αγαθότητα και υπομονήν των νέων την ομιλίαν· έπειτα ότι τάχιστα +εκατάλαβε την εντύπωσιν, την οποίαν μας έκαμαν οι λόγοι (του Σιμμίου +και Κέβητος)· έπειτα πόσον καλά μας ιάτρευσε και μας έφερεν οπίσω, +ωσάν ανθρώπους, οι οποίοι ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν, και μας +παρεκίνησεν εις το να τον παρακολουθήσωμεν και να εξετάσωμεν το +ζήτημα μαζί του. + +Πώς λοιπόν; + +Θα σοι είπω· διότι έτυχε να κάθημαι εις τα δεξιά του πλησίον της +κλίνης, εις έν χαμηλόν κάθισμα· εκείνος δε εις κάθισμα πολύ +υψηλότερον του ιδικού μου. Αφ' ού εχάιδευσε την κεφαλήν μου και +ετράβηξε δυνατώτερα τας τρίχας, αι οποίαι εκρέμαντο επάνω εις τον +λαιμόν μου (διότι συνήθιζεν, όταν ετύχαινε περίστασις, να παίζη με τα +μαλλιά μου). + +Αύριον λοιπόν, είπεν, ίσως, Φαίδων, θα κόψης αυτά τα ωραία μαλλιά +(17). + +Έτσι φαίνεται, είπον εγώ, Σώκρατες. + +Όχι αύριον, είπεν ο Σωκράτης, αν βεβαίως με πιστεύσης. + +Άλλα διατί; είπον εγώ. + +Σήμερον, είπε, και εγώ θα κόψω τα ιδικά μου μαλλιά και συ αυτά, εάν +βεβαίως ο ισχυρισμός μας αποθάνη και δεν ημπορέσωμεν να τον +αναστήσωμεν. Και εάν εγώ ήμουν συ και ήθελον νικηθή εις την +συζήτησιν, θα έταζα με όρκον, καθώς οι Αργείοι, να μη αφήσω να +μεγαλώσουν τα μαλλιά προτού νικήσω καταπολεμών πάλιν τον ισχυρισμόν +του Σιμμίου και του Κέβητος. + +Αλλ' είπον εγώ· Λέγουν ότι ουδέ ο Ηρακλής είναι ικανός να τα βάλη με +δύο. + +Αλλά, είπε, κάλεσε εις βοήθειάν σου και εμέ, τον Ιόλαον, εν όσω ακόμη +είναι ημέρα. + +Σε προσκαλώ λοιπόν, είπον, όχι όπως ο Ηρακλής τον Ιόλαον, αλλ' όπως ο +Ιόλαος τον Ηρακλή. + +Δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν, είπεν ο Σωκράτης. Αλλά κατά πρώτον ας +προσέξωμεν μήπως πάθωμεν κανέν πάθημα. + +Ποίον πάθημα; Είπον εγώ. + +Μήπως γίνωμεν, είπεν αυτός, μισολόγοι, καθώς εκείνοι, οι οποίοι +γίνονται μισάνθρωποι, διότι δεν υπάρχει, είπε, μεγαλύτερον κακόν, το +οποίον ειμπορεί να πάθη κανείς από τούτο, να μισήση δηλαδή τους +λόγους· η μισολογία δε και η μισανθρωπία γίνονται κατά τον ίδιον +τρόπον. Διότι η μισανθρωπία εισχωρεί μέσα εις τον άνθρωπον εκ του ότι +επίστευσε παρά πολύ εις άλλον χωρίς υποψίαν και ενόμισε βεβαίως ότι ο +άνθρωπος αυτός ήτο εντελώς φιλαλήθης και ειλικρινής και αξιόπιστος. +Έπειτα ολίγον υστερώτερα εύρεν ότι ήτο τουναντίον πονηρός και ανάξιος +εμπιστοσύνης. Και άλλην φοράν πάλιν εύρεν άλλον τοιούτον και όταν +κανείς έπαθε τούτο πολλάς φοράς και προ πάντων από εκείνους, τους +οποίους ενόμισεν ότι ήσαν οι στενώτεροι φίλοι και σύντροφοί του, επί +τέλους λοιπόν ερχόμενος εις συχνάς συγκρούσεις καταντά να μισή όλους +και να νομίζη ότι κανέν πράγμα κανενός ανθρώπου ούτε εις το ελάχιστον +είναι ειλικρινές· ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι τούτο γίνεται έτσι; + +Βέβαια έτσι γίνεται, είπον εγώ. + +Και λοιπόν, είπεν αυτός, δεν είναι τούτο εντροπή; Και δεν είναι +φανερόν ότι ο τοιούτος άνθρωπος επιχειρεί να έρχηται εις σχέσεις με +τους ανθρώπους χωρίς να γνωρίζη την τέχνην των ανθρωπίνων πραγμάτων; +Διότι, εάν εις καμμίαν περίστασιν εσχετίζετο με τους ανθρώπους +γνωρίζων την τέχνην των, θα εθεώρει αυτούς έτσι, όπως είναι, ότι +δηλαδή οι μεν πολύ καλοί και πολύ κακοί είναι και οι μεν και οι δε +ολίγοι, οι δε αναμεταξύ τούτων (δηλαδή οι ολίγον καλοί και ολίγον +κακοί) είναι πολυαριθμότατοι. + +Πώς το λέγεις αυτό; Είπον εγώ. + +Καθώς, είπε, προκειμένου διά τα πολύ μικρά και τα πολύ μεγάλα +πράγματα, νομίζεις ότι υπάρχει πράγμα σπανιώτερον, παρά να εύρη +κανείς άνθρωπον ή παρά πολύ μεγάλον ή παρά πολύ μικρόν; Ή σκύλλον ή +οποιονδήποτε άλλο πράγμα; Ή να εύρη πάλιν παρά πολύ γρήγορον ή παρά +πολύ αργόν; Ή παρά πολύ ωραίον ή παρά πολύ άσχημον; Ή παρά πολύ +μαύρον ή παρά πολύ άσπρον; Ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι όλων των +τοιούτων πραγμάτων τα μεν τελευταία άκρα είναι σπάνια και ολίγα, τα +δε αναμεταξύ τούτων άφθονα και πολλά; + +Βεβαίως, είπον εγώ. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν προτείνη κανείς κακίας αγώνα, δεν +νομίζεις ότι και εις αυτόν ήθελον αναδειχθή πρώτοι πολύ ολίγοι; + +Είναι επόμενον βέβαια, είπον εγώ. + +Επόμενον βέβαια, είπεν ο Σωκράτης· αλλ' υπό ταύτην την έποψιν οι +λόγοι δεν είναι όμοιοι με τους ανθρώπους (αλλ' εις αυτήν την στιγμήν +συ με παρέσυρες από το θέμα, διότι ετραβούσες εμπρός και εγώ σε +ηκολούθουν)· αλλ' είναι όμοιοι οι λόγοι με τους ανθρώπους κατά τούτο, +ότι, όταν κανείς ήθελε πιστεύσει εις ένα λόγον ότι είναι αληθινός, +χωρίς να γνωρίζη την τέχνην να εξετάζη τους λόγους και έπειτα ολίγον +υστερώτερα φανή εις αυτόν ότι είναι ψευδής, άλλοτε μεν εν ώ είναι +ψευδής, άλλοτε δε εν ώ δεν είναι, και άλλοτε πάλιν άλλος λόγος και +πάλιν άλλος· και προ πάντων ίσα ίσα εκείνοι, οι οποίοι κατέγειναν εις +τους αντιρρητικούς λόγους (δηλαδή οι σοφισταί), ηξεύρεις ότι επί +τέλους νομίζουν ότι και μόνοι αυτοί έχουν καταλάβει τούτο, πως τίποτε +ούτε εις κανέν από τα πράγματα, ούτε εις καμμίαν από τας λογικάς +αποδείξεις είναι σωστόν ούτε σταθερόν, αλλ' όλα τα πραγματικώς +υπάρχοντα πράγματα αληθινά γυρίζουν άνω και κάτω, καθώς το ρεύμα εις +τον πορθμόν του Ευρίπου (18), και εις καμμίαν κατάστασιν δεν +διατηρούνται ποτέ σταθερά. + +Παρά πολύ αληθινά πράγματα λέγεις, είπον εγώ. + +Και λοιπόν, Φαίδων, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα ήτο λυπηρόν το πάθημα, +αν, εν ώ είναι μία λογική απόδειξις αληθινή και βεβαία και ημπορεί +κανείς να την καταλάβη, έπειτα, επειδή παρευρέθη κανείς εις λόγους +τινάς τοιούτους, οι οποίοι οι ίδιοι φαίνονται άλλοτε μεν ότι είναι +αληθινοί, άλλοτε δε ότι δεν είναι, να μη ήθελε κατηγορήσει κανείς τον +εαυτόν του μήτε την έλλειψιν της τέχνης εις τους λόγους του εαυτού +του, αλλ' επί τέλους, επειδή στενοχωρείται, προθύμως ν' απομακρύνη το +πταίσμα από τον εαυτόν του και να το ρίπτη εις τους λόγους (να νομίζη +δηλαδή ότι δεν πταίει αυτός αλλ' οι λόγοι) και να εξακολουθή πλέον +κατά την επίλοιπον ζωήν να μισή και να κακολογή τους λόγους και να +στερηθή τοιουτοτρόπως και της αληθείας και της γνώσεως των πραγμάτων, +τα οποία πραγματικώς υπάρχουσι. + +Μα τον Δία, είπον εγώ, τούτο είναι βέβαια λυπηρόν. + +Κατά πρώτον μεν, είπεν ο Σωκράτης, να μη μας συμβή τούτο, να βάλωμεν +μέσα εις την ψυχήν μας την ιδέαν, ότι από τας λογικάς σκέψεις +κοντεύει καμμία να μη είναι σωστή, αλλ' ας έχωμεν πολύ περισσότερον +την ιδέαν ότι ημείς έως τώρα δεν είμεθα ακόμη υγιείς κατά τον νουν +και ας επιδιώξωμεν με γενναιότητα και προθυμίαν να γείνωμεν υγιείς, +σεις μεν λοιπόν και οι άλλοι και ένεκα ολοκλήρου της μετά ταύτα ζωής +σας, εγώ δε ένεκα του ιδίου του θανάτου, διότι εις την παρούσαν +στιγμήν κοντεύω ως προς τούτο να μη είμαι φιλόσοφος, αλλά, όπως οι +όλως διόλου αμαθείς, άνθρωπος φιλόνεικος. Διότι και εκείνοι (οι +αμαθείς), όταν φιλονεικούν διά κανέν πράγμα, δεν φροντίζουσι μεν να +εξετάσωσι πώς είναι εκείνα τα πράγματα, περί των οποίων γίνεται η +συζήτησις, προσπαθούν δε με όλην των την καρδίαν πώς εκείνα, τα οποία +αυτοί υποστηρίζουν, να φανούν σωστά εις εκείνους, οι οποίοι +παρευρίσκονται· και εγώ νομίζω ότι εις την παρούσαν περίστασιν τόσον +μόνον θα είμαι διαφορετικός από εκείνους, ότι δεν θα επιδιώξω βεβαίως +εκείνα, τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις τους παρευρισκομένους ότι +είναι αληθινά, εκτός εάν κάμω τούτο βοηθητικώς, αλλά θα επιδιώξω όσω +το δυνατόν περισσότερον εκείνα τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις εμέ +τον ίδιον ότι είναι έτσι. Διότι συλλογίζομαι, αγαπητέ μου φίλε (και +παρατήρησον πόσον μ' ενδιαφέρει ο συλλογισμός ούτος). Εάν μεν εκείνα, +τα οποία λέγω, τυχαίνη να είναι αληθινά, το να πεισθή κανείς εις αυτά +είναι καλόν· εάν δε, αφ' ού αποθάνω, δεν υπάρχη τίποτε, αλλά +τουλάχιστον κατά τούτον τον ίδιον καιρόν, ο οποίος προηγείται του +θανάτου, θα είμαι ολιγώτερον δυσάρεστος εις τους παρευρισκομένους, +διότι δεν θρηνώ. Αυτή δε η άγνοια δεν θα μείνη μαζί μου (διότι θα ήτο +κακόν πράγμα), αλλ' ολίγον υστερώτερα θα χαθή. + +Προετοιμασμένοι λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον, Σιμμία και Κέβη, είπεν +ο Σωκράτης, έρχομαι, εις την συζήτησιν. Σεις όμως, αν πεισθήτε από +εμέ, αφ' ού λάβητε ολίγον υπ' όψιν σας τον Σωκράτην και πολύ +περισσότερον την αλήθειαν, αν μεν νομίσητε ότι σας λέγω καμμίαν +αλήθειαν, παραδεχθήτε αυτήν αν δε όχι, αντιτείνετε με όλα σας τα +επιχειρήματα, προσέχοντες από την προθυμίαν μου να μη απατήσω +συγχρόνως και τον εαυτόν μου και σας, και φύγω καθώς η μέλισσα αφήνων +το κεντρί μου. + +Αλλ' ας αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον υπενθυμίσατε εις εμέ +εκείνα, τα οποία ελέγετε, αν αποδειχθώ ότι δεν τα ενθυμούμαι. Ο μεν +Σιμμίας βεβαίως, καθώς εγώ νομίζω, δεν πείθεται και φοβείται μήπως η +ψυχή, αν και είναι πράγμα θειότερον και ωραιότερον από το σώμα, +χάνεται προτήτερα από αυτό, επειδή υπάρχει έχουσα μορφήν αρμονίας. Ο +δε Κέβης μου εφάνη ότι συμφωνεί μεν μαζί μου κατά τούτο, ότι η ψυχή +είναι πράγμα, το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα, αλλ' +ότι εις κανένα δεν είναι φανερόν το εξής, μήπως ίσα ίσα η ψυχή, αφ' +ού καταλύση εις πολλά σώματα και πολλάς φοράς, εν ώ παραιτεί το +τελευταίον της σώμα, χάνεται τότε και αυτή, και μήπως θάνατος είναι +τούτο το ίδιον, δηλαδή η καταστροφή μιας ψυχής· επειδή το σώμα +τουλάχιστον διόλου δεν παύει να χάνηται πάντοτε. Λοιπόν, Σιμμία και +Κέβη, άλλα είναι εκείνα, τα οποία πρέπει ημείς να εξετάσωμεν, ή αυτά; + +Και οι δύο λοιπόν συνεφώνησαν ότι αυτά είναι. + +Ποίον λοιπόν από τα δύο; είπεν ο Σωκράτης· δεν παραδέχεσθε όλους τους +προηγουμένους μου ισχυρισμούς, ή άλλους μεν παραδέχεσθε, άλλους δε +όχι; + +Απεκρίθησαν και οι δύο, ότι άλλους μεν παραδέχονται, άλλους δε όχι. + +Τι λοιπόν λέγετε, είπεν ο Σωκράτης, δι' εκείνον τον λόγον, εις τον +οποίον είπομεν ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, και ότι, αν τούτο +είναι έτσι, χρεωστούμεν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή μας ευρίσκετο +προτήτερα εις κάποιον άλλο μέρος, προτού δεσμευθή μέσα εις το σώμα; + +Εγώ μεν, είπεν ο Κέβης, και τότε επείσθην θαυμασιώτατα από αυτόν τον +ισχυρισμόν, και τώρα εξακολουθώ να τον παραδέχωμαι, όσον καμμίαν +άλλην γνώμην. + +Και εγώ βέβαια, είπεν ο Σιμμίας, έχω την ιδίαν γνώμην, και θα μου +εφαίνετο παρά πολύ παράξενον, αν δι' αυτό τουλάχιστον το ζήτημα +ήθελον ποτέ πλέον σχηματίσει άλλην γνώμην. + +Και ο Σωκράτης είπε· αλλ' όμως είσαι υποχρεωμένος, φίλε μου Θηβαίε, +να σχηματίσης άλλην γνώμην, αν τυχόν επιμείνης εις αυτήν την ιδέαν, +ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα σύνθετον και ότι η ψυχή εσχηματίσθη +ωσάν μία αρμονία από τας ιδιότητας του σώματος τεντωμένας (ως χορδή). +Διότι βεβαίως δεν θα παραδεχθής τον ισχυρισμόν του ιδίου εαυτού σου +ότι η αρμονία είχε σχηματισθή προτήτερα, προτού υπάρξουν εκείνα, εκ +των οποίων έπρεπε να σχηματισθή. Ή θα τον παραδεχθής; + +Διόλου δεν θα τον παραδεχθώ, είπεν, ω Σώκρατες. + +Καταλαμβάνεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι δεν είσαι σύμφωνος με τον +εαυτόν σου, όταν λέγης αφ' ενός μεν ότι η ψυχή υπήρχε προτού να έλθη +μέσα εις μορφήν και σώμα ανθρώπου, και εξ άλλου ότι αυτή εσχηματίσθη +από εκείνα, τα οποία ακόμη δεν υπήρχον; Διότι η αρμονία βεβαίως δεν +είναι όμοιον πράγμα με εκείνο, με το οποίον την παρομοιάζεις (δηλαδή +με την ψυχήν)· αλλά γεννώνται προηγουμένως και η λύρα και αι χορδαί +και οι ήχοι χωρίς ακόμη να ευρεθούν εις αρμονίαν· η δε αρμονία +σχηματίζεται τελευταία από όλα αυτά και χάνεται προτήτερα από αυτά· +πώς λοιπόν αυτός ο τελευταίος μου ισχυρισμός ημπορεί να είναι +σύμφωνος με εκείνον τον προηγούμενον; + +Διόλου δεν είναι σύμφωνος, είπεν ο Σιμμίας· και όμως, είπεν ο +Σωκράτης αν βεβαίως είναι σύμφωνος με τον άλλον σου ισχυρισμόν, +πρέπει να είναι σύμφωνος και με τον περί αρμονίας. + +Πρέπει βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας. + +Αυτός όμως, είπεν ο Σωκράτης, δεν σου είναι σύμφωνος, αλλά κύτταξε +ποίον από τους δύο προτιμάς, ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, ή ότι +η ψυχή είναι αρμονία. + +Πολύ περισσότερον προτιμώ τον πρώτον, είπεν, ω Σώκρατες, διότι αυτός +μου εγεννήθη εις τον νουν χωρίς απόδειξιν, επειδή κάπως εφαίνετο +αληθινός και ήρμοζε· διά το οποίον και τον παραδέχονται οι κοινοί +άνθρωποι· αλλ' εγώ εσχημάτισα την πεποίθησιν ότι όλοι οι ισχυρισμοί, +οι οποίοι μεταχειρίζονται ως αποδείξεις πράγματα που φαίνονται μόνον +αληθινά, είναι γεμάτοι ματαιότητα και απατώσι πολύ τους ανθρώπους, +και εις την Γεωμετρίαν και εις όλας τας άλλας επιστήμας. Τον δε +ισχυρισμόν περί της μαθήσεως και ξαναενθυμήσεως έχομεν ειπεί +βασιζόμενοι επί αρχής την οποίαν αξίζει να παραδεχθώμεν. Διότι +ειπομεν βέβαια ότι η ψυχή μας, και προτού ακόμη έλθει μέσα εις σώμα, +υπάρχει αναγκαίως, διότι το πράγμα, το οποίον ονομάζεται πραγματικώς +υπάρχον, ανήκει εις αυτήν. Εγώ δε έχω παραδεχθή την γνώμην ταύτην, +διότι κατέπεισα τον εαυτόν μου αρκετά και σωστά. Είμαι λοιπόν +υποχρεωμένος, καθώς φαίνεται, ένεκα τούτων των λόγων να μη +παραδέχωμαι, όταν εγώ ο ίδιος ή κανείς άλλος λέγη ότι η ψυχή είναι +αρμονία. + +Τι δε λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, σου φαίνεται ότι αρμόζει εις +ταύτην την αρμονίαν ή εις κανέν άλλο σύνθετον πράγμα να είναι +διαφορετικόν παρ' ό,τι είναι (τα μέρη) εκείνα, εκ των οποίων +αποτελείται; + +Διόλου, είπεν ο Σιμμίας. + +Ούτε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να κάμνη ή να παθαίνη άλλο τι, καθώς +εγώ νομίζω, παρά εκείνα, τα οποία αυτά (δηλαδή τα μέρη) κάμνουν ή +παθαίνουν. + +Ο Σιμμίας συνεφώνησε. + +Δεν ταιριάζει λοιπόν εις την αρμονίαν να προηγήται τούτων (των +στοιχείων της), αλλά να έρχηται έπειτα από αυτά. + +Συνεφώνησε και εις τούτο ο Σιμμίας. + +Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η αρμονία να κάμη κινήσεις ή ήχους +εναντίους, ή εις άλλο τι να είναι εναντία εις τα μέρη της, είπεν ο +Σωκράτης. + +Δεν είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης; Κάθε αρμονία δεν είναι κατ' εκείνο +αρμονία, κατά το οποίον τα μέρη της συμφωνήσουν; + +Δεν καταλαμβάνω, είπεν ο Σιμμίας. + +Ή δεν είναι αληθινόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, αν όλα τα μέρη της +έλθωσιν εις συμφωνίαν καλύτερα και περισσότερον, αν είναι δυνατόν να +γείνη τούτο, θα είναι τότε καλυτέρα και περισσοτέρα αρμονία, αν δε +χειρότερα και ολιγώτερον, θα είναι χειροτέρα και ολιγωτέρα αρμονία; + +Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Μήπως λοιπόν τούτο συμβαίνει και εις την ψυχήν, ώστε, έστω και κατ' +ελάχιστον, μία ψυχή να παθαίνη το ίδιον, δηλαδή μία ψυχή να είναι +περισσοτέρα και καλυτέρα ή χειροτέρα και ολιγωτέρα από μίαν άλλην; + +Παντάπασιν, είπεν ο Σιμμίας. + +Εμπρός λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διά το όνομα του Θεού· είναι αληθινά +αυτά, τα οποία λέγω, ότι άλλη μεν ψυχή έχει νουν και αρετήν και είναι +καλή, άλλη δε έχει ανοησίαν και μοχθηρίαν και είναι κακή; Και ταύτα +λέγονται αληθινά; + +Αληθινά βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Από εκείνους λοιπόν, οι οποίοι παραδέχονται ότι η ψυχή είναι αρμονία, +αυτή δηλαδή η αρετή και η κακία ως τι είδους πράγματα θα είπη κανείς +ότι ευρίσκονται μέσα εις τας ψυχάς; Τι από τα δύο, ως καμμία πάλιν +άλλη αρμονία και αναρμοστία; Και ότι η μεν μία, δηλαδή η καλή ψυχή, +εβάλθη εις αρμονίαν και ότι εν ώ είναι αρμονία έχει μέσα της μίαν +άλλην αρμονίαν, η δε κακή και αυτή δεν εβάλθη εις αρμονίαν και μέσα +της ότι δεν έχει άλλην αρμονίαν; + +Εγώ τουλάχιστον, είπεν ο Σιμμίας, δεν ημπορώ να είπω· είναι όμως +φανερόν ότι ο παραδεχθείς την γνώμην εκείνην τοιαύτα πράγματα θα +έλεγεν. + +Αλλά προηγουμένως έχομεν παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι μία ψυχή +δεν είναι διόλου περισσότερον ψυχή ή ολιγώτερον από μίαν άλλην· +εκείνο δε, το οποίον έχομεν παραδεχθή, είναι το εξής, ότι η μία +αρμονία δεν είναι διόλου καλύτερα ούτε περισσότερον αρμονία, ούτε +χειρότερα ούτε ολιγώτερον από μίαν άλλην αρμονίαν. Δεν είναι έτσι; + +Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Εκείνη δε, η οποία δεν είναι ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον +αρμονία, ότι ούτε εβάλθη περισσότερον η ολιγώτερον εις αρμονίαν. +Είναι έτσι; + +Έτσι είναι, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Εκείνη δε, η οποία ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον εβάλθη εις +αρμονίαν, είναι δυνατόν να λαμβάνη μέρος εις την αρμονίαν +περισσότερον ή ολιγώτερον ή εξ ίσου; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Εξ ίσου, είπεν ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν, επειδή η μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ή +ολιγώτερον ψυχή από μίαν άλλην, δεν εβάλθη λοιπόν εις αρμονίαν ούτε +περισσότερον ούτε ολιγώτερον από την άλλην; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Και αφού βεβαίως έπαθε τούτο, δεν θα είναι μέτοχος περισσοτέρας ούτε +αναρμοστίας ούτε αρμονίας; + +Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Αφού δε πάλιν έχει πάθει τούτο, είπεν ο Σωκράτης, άρα γε μία ψυχή +ημπορεί να είναι μέτοχος κακίας ή αρετής περισσότερον από μίαν άλλην, +αν η μεν κακία ήθελεν είναι αναρμοστία, η δε αρετή αρμονία; + +Διόλου περισσότερον, είπεν ο Σιμμίας. + +Ίσως δε βέβαια, Σιμμία, κατά την ορθήν σκέψιν βεβαιότερον είναι ότι +καμμία ψυχή, αν είναι αρμονία, δεν θα γείνη μέτοχος κακίας· διότι η +αρμονία, αν εντελώς είναι καθ' αυτό αρμονία, δεν θα γείνη ποτέ +μέτοχος αναρμοστίας; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. + +Ούτε η ψυχή λοιπόν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, ημπορεί να γείνη μέτοχος +κακίας, αν είναι εντελώς ψυχή. + +Και πώς ημπορεί να γείνη τούτο, σύμφωνα με εκείνα, τα οποία +προείπομεν; Ηρώτησεν ο Σιμμίας. + +Σύμφωνα λοιπόν με τούτον τον συλλογισμόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, +όλαι αι ψυχαί όλων όσα έχουν ζωήν θα είναι, δι' ημάς ομοίως καλαί, αν +αι ψυχαί έγειναν από την φύσιν όλαι ομοίως, να μη είναι τίποτε άλλο +παρά ψυχαί. + +Και εγώ, έτσι νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας. + +Και σου φαίνεται, είπεν ο Σωκράτης, ότι ο λόγος είναι σωστός και +σύμφωνος με την ορθήν σκέψιν, αν ήτο ορθή η υπόθεσις, ότι η ψυχή +είναι αρμονία; + +Καθόλου, είπεν ο Σιμμίας. + +Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Από όλα όσα υπάρχουσιν εις τον +άνθρωπον, λέγεις να υπάρχη κανένα άλλο, το οποίον να κυβερνά παρά +μόνον η ψυχή και προ πάντων όταν είναι σοφή; + +Όχι βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας. + +Κατά ποίον από τους δύο τρόπους, λέγεις ότι κυβερνά, υποχωρούσα εις +τα πάθη του σώματος ή και εναντιωνομένη εις αυτά; Καθώς λόγου χάριν, +όταν υπάρχη ζέστη και δίψα εις το σώμα, να το σύρη εις το εναντίον, +δηλαδή εις το να μη πίνη, και όταν υπάρχη πείνα εις το να μη τρώγη, +και εις άπειρα άλλα πράγματα βλέπομεν βέβαια ότι η ψυχή εναντιώνεται +εις τας ορέξεις του σώματος ή όχι; + +Βέβαια εναντιώνεται, απήντησεν ο Σιμμίας. + +Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δεν παρεδέχθημεν πάλιν εις τα +προηγούμενα ότι, αν είναι αρμονία, αυτή ποτέ δεν θα ψάλλη εναντία +προς εκείνα, διά των οποίων τεντώνεται και χαλαρώνεται και δονείται, +και εις ό,τι άλλο πάθημα παθαίνουν τα μέρη, από τα οποία συμβαίνει να +σχηματίζηται, αλλ' ότι ακολουθεί εκείνα και ποτέ δεν είναι δυνατόν να +τα κυβερνά; + +Παρεδέχθημεν, είπεν ο Σιμμίας· και πώς όχι; + +Τι λοιπόν φρονείς; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Τώρα δεν μας φαίνεται +ότι κάμνει όλον το εναντίον, ότι δηλαδή και διευθύνει όλα εκείνα, από +τα οποία θα έλεγε κανείς ότι σχηματίζεται και ότι εναντιώνεται σχεδόν +εις όλα καθ' όλον το διάστημα της ζωής, και ότι είναι κυρίαρχος αυτών +με όλους τους τρόπους, άλλα μεν τιμωρούσα σκληρότερα και με πόνους τα +αναγόμενα εις την Γυμναστικήν και την Ιατρικήν, άλλα δε με +μαλακώτερον τρόπον; Και άλλα μεν από αυτά φοβερίζουσα, άλλα δε +μαλώνουσα, συνομιλούσα με τας επιθυμίας και με τους θυμούς και με +τους φόβους, ωσάν να ήτο άλλη και να ωμίλει εις άλλο πράγμα; Καθώς +και ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν παρέστησε κάπου, όπου λέγει διά τον +Οδυσσέα· «Αφού εκτύπησε το στήθος του, είπε τον εξής λόγον εις την +καρδίαν του· Υπόφερε λοιπόν τούτο, καρδία μου, και άλλοτε υπέφερες +άλλο σκληρότερον». Νομίζεις λοιπόν ότι ο Όμηρος παρέστησεν αυτά +σκεπτόμενος ότι αυτή είναι μία αρμονία και ότι είναι τοιαύτη, ώστε να +διευθύνηται από τα πάθη του σώματος, και όχι τοιαύτη, ώστε και να +διευθύνη αυτά και να είναι κυρία και να είναι πράγμα θειότερον παρά +μία αρμονία; + +Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον νομίζω +ότι όχι. + +Με κανένα λοιπόν τρόπον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ω φίλτατε, δεν μας +έρχεται καλά να είπωμεν ότι η ψυχή είναι αρμονία. Διότι, καθώς +φαίνεται, ούτε με τον θείον ποιητήν Όμηρον θα ευρισκώμεθα σύμφωνοι, +ούτε ημείς οι ίδιοι με τον εαυτόν μας. + +Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. + +Έστω λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης. Την μεν αρμονίαν την Θηβαϊκήν, καθώς +φαίνεται, την εκάμαμεν κάπως αρκετά να μας λυπηθή· αλλά τας +απαιτήσεις του Κάδμου, Κέβη, πώς και με ποίον λόγον θα κατορθώσωμεν +να τας εξιλεώσωμεν; + +Νομίζω ότι συ θα εύρης τον τρόπον, είπεν ο Κέβης· μου είπες τω όντι +αυτόν τον λόγον σχετικώς προς την αρμονίαν περισσότερον θαυμάσια παρ' +ό,τι επερίμενα· διότι, όταν ο Σιμμίας εξέθετε τας απορίας του, μου +εφαίνετο πολύ παράξενον να εύρη κανείς καμμίαν απάντησιν εις τον +λόγον του και μου εφάνη λοιπόν πολύ παράξενον ότι δεν εδέχθη την +πρώτην έφοδον του λόγου σου. + +Δεν θα μου φανή λοιπόν ποσώς παράξενον αν πάθη τα ίδια και ο λόγος +του Κάδμου. + +Φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, μη μου λέγης μεγάλους επαίνους, μήπως +καμμία βασκανία αναποδογυρίση τον λόγον μου, τον οποίον μέλλω να +είπω. Αλλά δι' αυτά μεν ο θεός ας φροντίση. Ημείς, αφού πλησιάσωμεν +κατά τον Ομηρικόν τρόπον, ας δοκιμάσωμεν μήπως λέγεις τίποτε σωστόν. +Εκείνο δε, το οποίον ζητείς, είναι εν περιλήψει το εξής· απαιτείς ν' +αποδειχθή ότι η ψυχή μας δεν καταστρέφεται και είναι αθάνατος. Αν +άνθρωπος φιλόσοφος μέλλων ν' αποθάνη, έχων δε γενναιότητα και φρονών +ότι, αφού αποθάνη, θα είναι ευτυχής εκεί (εις την άλλην ζωήν) πολύ +περισσότερον ή αν απέθνησκε ζήσας άλλην ζωήν, ότι, λέγω, ούτος δεν +έχει γενναιότητα ανόητον και βλακώδη. Το δε ν' αποδείξωμεν ότι η ψυχή +είναι πράγμα δυνατόν και όμοιον με θεόν, και ότι υπήρχεν ακόμη +προτήτερα προτού ημείς οι άνθρωποι να γείνωμεν, λέγεις ότι τούτο δεν +εμποδίζει όλα αυτά να μη αποδεικνύουν μεν αθανασίαν της ψυχής, ν' +αποδεικνύουν δε ότι η ψυχή είναι πράγμα το οποίον διαρκεί πολύν +καιρόν και υπήρχε προτήτερα κάπου επί απροσδιόριστον καιρόν, και ότι +ήξευρε και έκαμε πολλά πράγματα· αλλά βεβαίως δεν ήτο διά τούτο +περισσότερον αθάνατος, αλλά και τούτο ακόμη, το ότι ήλθεν εις σώμα +ανθρώπου ήτο δι' αυτήν αρχή καταστροφής, ωσάν ασθένεια, και έζη +βασανιζομένη αυτήν την ζωήν και επί τέλους βεβαίως ότι καταστρέφεται +εις τον ονομαζόμενον θάνατον. Λέγεις δε ότι δεν υπάρχει καμμία +διαφορά, αν έλθη μίαν φοράν ή πολλάς φοράς εις σώμα, ώστε καθείς από +ημάς να φοβήται, διότι πρέπει να φοβήται κανείς, αν δεν είναι ανόητος +εκείνος ο οποίος δεν ηξεύρει ούτε έχει απόδειξιν να δώση, ότι η ψυχή +είναι πράγμα αθάνατον. Εκείνα, τα οποία λέγεις, Κέβη, είναι, νομίζω, +τοιαύτα επάνω κάτω· και τα επαναλαμβάνω πολλάς φοράς, διά να μη μας +ξεφύγη κανέν και προσθέσης ή αφαιρέσης τίποτε, αν θέλης. + +Και ο Κέβης είπεν· Εγώ τώρα δεν έχω χρείαν ούτε ν' αφαιρέσω, ούτε να +προσθέσω τίποτε. Αυτά δε είναι εκείνα, τα οποία λέγω. + +Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού εσταμάτησεν επί πολλήν ώραν την ομιλίαν και +έκαμε κάποιαν σκέψιν μέσα εις τον νουν του, είπε· Δεν ζητείς, Κέβη, +πράγμα εύκολον. Διότι πρέπει (διά να σου απαντήσω) να ερευνήσωμεν +πέρα πέρα και να εύρωμεν την αιτίαν, διά την οποίαν υπάρχει γένεσις +και φθορά. Εγώ λοιπόν, προκειμένου διά το ζήτημα τούτο, αν επιθυμής, +θα σου εκθέσω τουλάχιστον όσα έπαθα εγώ ο ίδιος· έπειτα, αν κανέν από +όσα θα είπω ήθελε σου φανή ωφέλιμον, διά να πεισθής περί εκείνων, τα +οποία λέγεις, μεταχειρίσου το. + +Αλλ' επιθυμώ βεβαίως, είπεν ο Κέβης. + +Άκουε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διότι θ' αρχίσω. Εγώ λοιπόν, +εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, Κέβη, όταν ήμην νέος με υπερβολικήν ζέσιν +επεθύμησα ν' αποκτήσω εκείνην την επιστήμην, την οποίαν ονομάζουν +ιστορίαν της φύσεως. Διότι μου εφαίνετο ότι είναι υψηλόν πράγμα να +γνωρίζω του κάθε πράγματος τας αιτίας, διατί δηλαδή γίνεται κάθε +πράγμα, διατί καταστρέφεται και διατί υπάρχει· και πολλάς φοράς +εγύριζα τον εαυτόν μου επάνω και κάτω, διά να εξετάζω κατά πρώτον +ωσάν τα εξής πράγματα· άρα γε, όταν το ζεστόν και το ψυχρόν (19) +λάβουν καμμίαν σήψιν, καθώς μερικοί έλεγον, αρχίζουν να παράγωνται τα +ζωύφια; Και ποίον από τα δύο, το αίμα είναι εκείνο, διά του οποίου +σκεπτόμεθα, ή ο αήρ, ή η φωτιά, ή δεν είναι μεν κανένα από αυτά, ο +εγκέφαλος δε είναι εκείνος, ο οποίος μας κάμνει τας αισθήσεις και της +ακοής και της οράσεως και της οσφρήσεως, από αυτάς δε τας αισθήσεις +γίνεται η ενθύμησις και η φαντασία, από δε την ενθύμησιν και την +φαντασίαν, αφ' ού λάβουν ανάπαυσιν, σύμφωνα με αυτά γίνεται η γνώσις. +Και πάλιν εξετάζων τας φθοράς των πραγμάτων τούτων και τα παθήματα +ολόγυρα και εις τον ουρανόν και εις την γην εφάνηκα εις τον εαυτόν +μου ότι είμαι τόσον ανίκανος διά την τοιαύτην εξέτασιν, όσον κανέν +πράγμα εις τον κόσμον. Θα σοι είπω δε και επαρκή απόδειξιν τούτου· +εγώ λοιπόν εκείνα, τα οποία και προτήτερα ήξευρα καλά, καθώς και εγώ +ο ίδιος ενόμιζον και οι άλλοι, τότε από αυτήν την εξέτασιν εστραβώθην +τόσον πολύ, ώστε εξέμαθα και εκείνα ακόμη, τα οποία προτήτερα +ενόμιζον ότι ήξευρα, και δι' άλλα πολλά πράγματα και περί του διατί ο +άνθρωπος μεγαλώνει. Διότι προτήτερα ενόμιζον ότι αυτό το πράγμα είναι +φανερόν εις κάθε άνθρωπον, ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει ένεκα του τρώγειν +και πίνειν. Διότι, αφ' ού από τας τροφάς κρέατα προστίθενται εις τα +κρέατα, κόκκαλα δε εις τα κόκκαλα, και έτσι κατά την ιδίαν αναλογίαν +και εις καθέν από τα άλλα προστίθενται τα ανήκοντα εις αυτά, τότε +λοιπόν ενόμιζον ότι εκείνος ο όγκος, ο οποίος ήτο ολίγος, έχει γείνει +ύστερα πολύς και τοιουτοτρόπως ο μικρός άνθρωπος γίνεται μεγάλος. +Έτσι ενόμιζον τότε· δεν νομίζεις ότι είχον δίκαιον; + +Νομίζω ότι ναι, είπεν ο Κέβης. + +Εξέτασε λοιπόν ακόμη και τα εξής, είπεν ο Σωκράτης. Εγώ λοιπόν +ενόμιζον ότι αρκετά ήξευρον ότι, όταν ένας άνθρωπος υψηλός φανή +στεκόμενος κοντά εις ένα κοντόν, είναι μεγαλύτερος από αυτόν κατά την +ιδίαν την κεφαλήν του (η οποία εξέχει), και ένας ίππος μεγαλύτερος +από ένα ίππον μικρότερον και ακόμη άλλα φανερώτερα από αυτά, ενόμιζον +δε τα δέκα ότι είναι περισσότερα από τα οκτώ, διότι έχουν δύο +περισσότερα· και εκείνο όπου έχει μήκος δύο πήχεων ότι είναι +μεγαλύτερον από εκείνο οπού έχει μήκος ενός πήχεως, διότι υπερτερεί +αυτό κατά το ήμισυ. + +Και τώρα λοιπόν, είπεν ο Κέβης, τι (νέαν) γνώμην έχεις δι' αυτά τα +πράγματα; + +Μα τον Δία, είπεν ο Σωκράτης (έχω την γνώμην), ότι εγώ ευρίσκομαι +κάπου μακράν από του να νομίζω ότι ηξεύρω την αιτίαν κανενός από αυτά +τα πράγματα, εγώ τουλάχιστον, ο οποίος δεν παραδέχομαι ότι ηξεύρω +ούτε τούτο, ότι, όταν κανείς προσθέση έν εις το έν ή εκείνο το έν, +εις το οποίον προσετέθη το άλλο έν, έγινε δύο, ή εκείνο, το οποίον +προσετέθη, και εκείνο, εις το οποίον προσετέθη, εξ αιτίας της +προσθέσεως του ενός εις το άλλο έγειναν δύο. Διότι απορώ πώς, ότε +καθένα από αυτά ήτο χωριστά από το άλλο, καθένα από αυτά ήτο έν, και +δεν ήσαν τότε καθέν χωριστά δύο, αφ' ού δε επλησίασαν το έν με το +άλλο, τούτο λοιπόν έγεινεν εις αυτά αιτία να γείνουν δύο, η +συνεύρεσίς των δηλαδή, διότι ετέθη το έν κοντά εις το άλλο. Ούτε +βέβαια, εάν κανείς σχίση έν πράγμα εις το μέσον, ημπορώ ακόμη να +πεισθώ ότι τούτο, δηλαδή το σχίσιμον, έγεινε πάλιν αιτία να γείνουν +δύο· διότι η αιτία αυτή του ότι γίνονται δύο καταντά εναντία παρά η +τότε (δηλαδή η αιτία του προηγουμένου παραδείγματος)· διότι τότε +αιτία ήτο (να γείνουν δύο) ότι το έν εφαίνετο πλησίον εις το άλλο και +ότι το έν προσετίθετο εις το άλλο· τώρα δε ότι το έν απομακρύνεται +και χωρίζεται από το άλλο· ουδέ βέβαια καταπείθω πλέον τον εαυτόν μου +ότι ηξεύρω διά ποίαν αιτίαν γίνεται το έν· και, εις κοντολογίαν, δεν +ηξεύρω ούτε διά κανέν άλλο πράγμα, διά ποίαν αιτίαν γίνεται ή χάνεται +ή υπάρχει, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπον της μεθόδου, αλλά εγώ ο ίδιος +όπως έτυχεν ανακατεύω κάποιον άλλον τρόπον (εις τον νουν μου), τούτον +δε δεν τον παραδέχομαι διόλου. + +Αλλ' όταν ήκουσα μίαν φοράν κάποιον, ο οποίος ανεγίνωσκεν εις έν +βιβλίον, το οποίον έλεγεν ότι είναι του Αναξαγόρου, ότι λοιπόν ο νους +είναι εκείνος, ο οποίος βάλλει εις τάξιν όλα και είναι αίτιος όλων +των πραγμάτων, εχάρην δι' αυτήν την αιτίαν, και μου εφάνη ότι εις +κάποιον τρόπον είναι σωστόν τω ότι ο νους είναι ο αίτιος όλων και +εσκέφθην ότι, αν τούτο είναι έτσι, ο νους βέβαια, ο οποίος +τακτοποιεί, βάλλει εις τάξιν όλα, και θέτει κάθε πράγμα εις εκείνην +την θέσιν, όπου θα ευρίσκηται όσον το δυνατόν καλύτερα· αν λοιπόν +θέλη κανείς να εύρη διά κάθε πράγμα κατά ποίον τρόπον γίνεται, ή +ξεγίνεται, ή υπάρχει, πρέπει να εύρη δι' αυτό το πράγμα τούτο, κατά +ποίον τρόπον είναι καλύτερα δι' αυτό, ή να υπάρχη, ή να παθαίνη, ή να +κάμνη ό,τι δήποτε άλλο· ένεκα λοιπόν τούτου του συλλογισμού, αρμόζει +εις τον άνθρωπον να μη εξετάζη και διά τον εαυτόν του και διά τα άλλα +πράγματα, παρά το ωφελιμώτερον και το καλύτερον· είναι δε ανάγκη +αυτός ο ίδιος να ηξεύρη και το χειρότερον· διότι δι' αυτά τα δύο (το +καλύτερον δηλαδή και το χειρότερον) υπάρχει και ιδία επιστήμη. Αυτά +λοιπόν σκεπτόμενος ευχαριστημένος ενόμιζον ότι έχω εύρει σύμφωνα με +την επιθυμίαν μου τον Αναξαγόραν διδάσκαλον της αιτίας των υπαρχόντων +πραγμάτων και ότι θα μοι είπη, κατά πρώτον μεν, ποίον από τα δύο, η +γη είναι πλατεία(20) ή στρογγύλη· αφού δε μου το είπη, ότι θα μου +διηγηθή έπειτα ποία η αιτία και ποία η ανάγκη τούτου του πράγματος, +λέγων ποίον είναι το καλύτερον και διατί ήτο καλύτερον να είναι +τοιαύτη· και εάν λέγη ότι αυτή είναι εις το μέσον (21) του κόσμου, +ότι θα διηγηθή έπειτα πως ήτο καλύτερα να είναι εις το μέσον· και αν +μου αποδείξη ταύτα, θα ήμην διατεθειμένος να μη επιθυμήσω πλέον άλλο +είδος αιτίας. Και λοιπόν ήμην έτοιμος κατά τον αυτόν τρόπον να +ερωτήσω επίσης και περί του ηλίου και περί της σελήνης και περί των +άλλων άστρων και διά την ταχύτητα του ενός ως προς την του άλλου και +διά τας στροφάς των και διά τα άλλα των παθήματα και να μάθω πως τάχα +είναι καλύτερον κανέν από αυτά και να κάμνη και να παθαίνη αυτά, τα +οποία παθαίνει. Διότι ενόμιζον ότι αυτός λέγων βέβαια ότι αυτά +εβάλθησαν εις τάξιν από ένα νουν δεν ηδύνατό ποτε να φέρη άλλην +αιτίαν δι' αυτά, παρ' ότι το καλύτερον είναι να ευρίσκωνται αυτά έτσι +όπως ευρίσκονται· ενόμιζον λοιπόν ότι αυτός την αιτίαν εκάστου +πράγματος ιδιαιτέρως και όλων κοινώς θα εξήγει· προς τούτοις ποίον +είναι το καλύτερον διά καθέν ιδιαιτέρως και ποίον είναι το κοινόν εις +όλα αγαθόν. Και πολύν θησαυρόν αν μοι έδιδον, δεν θα επώλουν τας περί +τούτου ελπίδας μου, αλλά αφού έλαβα τα βιβλία του με μεγάλην βίαν +ανεγίνωσκα όσον ηδυνάμην γρηγορώτερα, διά να μάθω το γρηγορώτερον +ποίον είναι το καλύτερον και ποίον το χειρότερον. Εξεκίνησα λοιπόν +και έφυγα, φίλε μου, χάσας την θαυμαστήν ελπίδα μου, επειδή προχωρών +και αναγινώσκων (εις τα βιβλία του) βλέπω άνθρωπον, ο οποίος δεν +μεταχερίζεται διόλου τον νουν, και ούτε εδείκνυε κάποιας αιτίας διά +την ωραίαν διάταξιν των πραγμάτων (του κόσμου)· εθεώρει δε ως αιτίας +αυτών τους αέρας και τους αιθέρας και τα νερά και άλλα πολλά και +αλλόκοτα. Και μου εφάνη ότι έχει πάθει κάτι πολύ όμοιον, ωσάν να +έλεγε κανείς ότι ο Σωκράτης κάμνει με νουν όλα όσα κάμνει, και έπειτα +αρχίζων να λέγη τας αιτίας καθενός, το οποίον κάμνω, να λέγη κατά +πρώτον μεν ότι κάθημαι τώρα εδώ διά ταύτας τας αιτίας, διότι το σώμα +μου αποτελείται από κόκκαλα και από νεύρα, και ότι τα μεν κόκκαλα +είναι στερεά και είναι χωρισμένα το έν από το άλλο, έχοντα +συνδέσμους, τα δε νεύρα είναι ικανά να τεντώνωνται και να +χαλαρώνωνται δένοντα ολόγυρα τα κόκκαλα με τα κρέατα και με το δέρμα, +το οποίον και συγκρατεί αυτά όλα· ότι λοιπόν τα κόκκαλα, επειδή +υψώνονται εκεί όπου εγγίζει το έν με το άλλο, τα νεύρα χαλαρωνόμενα +και τεντωνόμενα κάμνουν εμέ τώρα να είμαι ικανός να λυγίζω τα μέλη +μου· και δι' αυτήν την αιτίαν διπλωθείς κάθημαι εδώ· και ο οποίος +πάλιν να λέγη εις σας άλλας τοιούτου είδους αιτίας διά το ότι +συνομιλούμεν, λέγων ως αιτίας τούτου φωνάς και αέρας και ακοάς και +πάμπολλα άλλα τοιαύτα, παραμελήσας να είπη τας αληθινάς αιτίας, ότι +δηλαδή, επειδή οι Αθηναίοι ενόμισαν ότι είναι καλύτερα να με +καταδικάσουν, διά τούτους λοιπόν τους λόγους και εγώ ενόμισα +καλύτερον να καθίσω εδώ, και δικαιότερον μένων εδώ να υποστώ την +τιμωρίαν, την οποίαν ήθελον διατάξει· επειδή, μα τον σκύλλον, καθώς +εγώ νομίζω, και τα νεύρα αυτά και τα κόκκαλα από πολύν καιρόν θα +ευρίσκοντο ή εις τα περίχωρα των Μεγάρων ή εις τα περίχωρα των +Βοιωτών (22), οδηγούμενα από την ιδέαν ότι τούτο είναι το καλύτερον, +αν δεν ενόμιζον ότι είναι δικαιότερον και ωραιότερον προτού να φύγω +και να κρυφθώ, να υποστώ από την πόλιν την τιμωρίαν, την οποίαν +ήθελεν επιβάλει. Αλλά να ονομάζη κανείς αίτια τας τοιαύτας +αιτιολογίας είναι πολύ ανόητον. Εάν δε είπη κανείς, ότι, αν δεν είχον +τα τοιαύτα και κόκκαλα και νεύρα και όσα άλλα έχω, δεν θα ήμην ικανός +να εκτελέσω όσα απεφάσισα, θα είπη την αλήθειαν· να είπη όμως ότι διά +μέσου τούτων εκτελώ όσα κάμνω και ότι κατά τούτο ενεργώ με νουν, +αλλ' όχι εκλέγων εκείνο, το οποίον είναι προτιμότερον, ο λόγος ούτος +θα ήτο πολύ μεγάλη ανοησία· διότι είναι ανοησία να μη είναι κανείς +ικανός να διακρίνη ότι το αίτιον είναι πράγμα άλλο, και εκείνο, χωρίς +το οποίον το αίτιον δεν θα ήτο ποτέ αίτιον, είναι πάλιν άλλο· το +οποίον οι κοινοί άνθρωποι μου φαίνονται ότι πασπατεύουν όπως κάμνομεν +εις τα σκοτεινά μεταχειριζόμενοι ξένον όνομα, ώστε να ονομάζουν αυτό +αίτιον (χωρίς να είναι αίτιον). Διά τούτο λοιπόν ο μεν είς +(φιλόσοφος) αφ' ού βάλη ολόγυρα εις την γην ένα σίφωνα να γυρίζη, +κάμνει την γην να μένη εις τον τόπον της αποκάτω από τον ουρανόν· ο +δε άλλος θέτει υποκάτωθέν της τον αέρα ωσάν μίαν πλατείαν σκάφην· +ουδέ ζητούν να εύρωσι την δύναμιν, η οποία έθεσεν αυτά έτσι όπως ήτο +δυνατόν αυτά να βαλθώσι καλύτερα· ούτε νομίζουν ότι αυτά τα πράγματα +έχουν κάποιαν θείαν δύναμιν· αλλά νομίζουν ότι ημπορούν να εύρουν +κανένα Άτλαντα δυνατώτερον και πλέον αθάνατον από αυτόν και πλέον +ικανόν να τα βαστάζη όλα και νομίζουν ότι το αγαθόν, και το οποίον +δένει όλα και συγκρατεί αληθινά, είναι τίποτε. Εγώ λοιπόν θα εγινόμην +με μεγάλην ευχαρίστησιν μαθητής εις οποιονδήποτε, διά να μάθω πώς +είναι η τοιαύτη αιτία· επειδή δε την εστερήθην και ούτε εγώ ο ίδιος +υπήρξα ικανός να την εύρω, ούτε ημπόρεσα να την μάθω από άλλον, +επιθυμείς, είπεν ο Σωκράτης, Κέβη, να σου εκθέσω κατά ποίον τρόπον +διεξήγαγον το δεύτερον ταξείδιον διά την ζήτησιν της αιτίας; + +Επιθυμώ όσον δεν φαντάζεσαι, είπεν ο Κέβης. + +Ενόμισα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έπειτα από αυτά, αφού απέκαμα +εξετάζων εκείνα, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσιν, ότι έπρεπε να +προσέξω μήπως πάθω εκείνο, το οποίον παθαίνουσιν εκείνοι, οι οποίοι +παρατηρούν και εξετάζουσι τον ήλιον, όταν παθαίνη έκλειψιν· διότι +μερικοί βέβαια παθαίνουν βλάβην εις τα μάτια, εκτός εάν εξετάζουν την +εικόνα του μέσα εις νερόν ή εις άλλο όμοιον πράγμα. Και εγώ εσκέφθην +κάτι τοιούτον πράγμα, και εφοβήθην μήπως όλως διόλου τυφλωθώ κατά την +ψυχήν, κυττάζων με τα ομμάτιά μου τα πράγματα, και προσπαθών να τα +εγγίσω με κάθε μίαν από τας αισθήσεις μου. Ενόμισα λοιπόν ότι πρέπει +να καταφύγω εις τας λογικάς αποδείξεις και εις εκείνας να εξετάσω την +αλήθειαν εκείνων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουν. Ίσως μεν δεν +ομοιάζουσι λοιπόν εις κάποιον τρόπον με εκείνο, με το οποίον τα +παραβάλλω. Διότι δεν πολυπαραδέχομαι, ότι, όποιος εξετάζει τα +πραγματικώς υπάρχοντα μέσα εις τας λογικάς των αποδείξεις, τα +εξετάζει μέσα εις εικόνας αυτών περισσότερον παρά εκείνος, ο οποίος +τα εξετάζει μέσα εις τα έργα των. Επομένως επεδόθην εις την κατά τον +τρόπον τούτον εξέτασιν και θέτων ως βάσιν κάθε φοράν μίαν απόδειξιν, +εκείνην, την οποίαν ήθελον κρίνει ως την στερεωτέραν, εκείνα μεν, τα +οποία ήθελον μου φανή ότι συμφωνούν με αυτήν, τα θεωρώ ότι είναι +αληθινά και ως προς τας αιτίας και ως προς όλα τα άλλα, όσα δε δεν +συμφωνούν, τα θεωρώ ότι δεν είναι αληθινά. Επιθυμώ δε να σου εξηγήσω +καθαρώτερα εκείνα, τα οποία λέγω. Διότι νομίζω ότι συ τώρα δεν +καταλαμβάνεις. + +Μα τον Δία, είπεν ο Κέβης, δεν πολυκαταλαμβάνω. + +Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, με αυτά δεν λέγω τίποτε νέον, αλλά εκείνα, τα +οποία διόλου δεν έχω παύσει να λέγω και άλλοτε πάντοτε και εις την +προηγουμένην ομιλίαν μου. Διότι έρχομαι τώρα να προσπαθήσω να σου +αποδείξω το είδος της αιτίας, το οποίον έχω εξετάσει, και μεταβαίνω +πάλιν εις εκείνα, διά τα οποία τόσα έχουν είπει, και αρχίζω από +εκείνα, θέτων ως βάσιν το τι είναι μόνον του ωραίον, και αγαθόν, και +μέγα, και όλα τα άλλα· τα οποία αν παραδεχθής και συμφωνήσης με εμέ, +ότι πράγματι υπάρχουν αυτά, ελπίζω από αυτά και να σου αποδείξω την +αιτίαν, και να εύρωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον. + +Αλλ' όμως, είπεν ο Κέβης, θα κάμης γρήγορα ν' αποδείξης αυτά, διά να +τα παραδεχθώ; + +Εξέτασε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τα επακόλουθα εκείνων, αν +σου φαίνονται σωστά, όπως και εις εμέ. Διότι μου φαίνεται, ότι, αν +υπάρχη άλλο ωραίον, εκτός του καθ' αυτό (και μόνου του) ωραίου, τούτο +διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι ωραίον παρά διότι έχει μέρος από +εκείνο το ωραίον και λέγω λοιπόν ότι το αυτό ημπορεί να είπωμεν δι' +όλα τα πράγματα. Παραδέχεσαι την τοιαύτην αιτίαν; + +Παραδέχομαι, είπεν ο Κέβης. + +Δεν καταλαμβάνω λοιπόν ακόμη, είπεν ο Σωκράτης, ούτε ημπορώ να +γνωρίσω τας άλλας αιτίας τας σοφάς· αλλ' αν κανείς μου είπη, τι +κάμνει έν πράγμα οποιονδήποτε να είναι ωραίον, μήπως διότι έχει χρώμα +ως ωραίον άνθος, ή σχήμα (δηλαδή αναλογίαν), ή οποιονδήποτε άλλο από +τα τοιαύτα; Αφήνω μεν τα άλλα κατά μέρος (διότι με όλα τα άλλα +συγχύζομαι), κρατώ δε μαζί μου καθαρά και άτεχνα και ίσως ανόητα +τούτο μόνον, ότι κανέν άλλο δεν κάμνει έν πράγμα καθ' αυτό ωραίον, +παρά μόνον το ότι είναι παρόν, ή ότι λαμβάνει μέρος με οποιονδήποτε +τρόπον ή έτσι ή αλλέως εκείνο το (καθαυτό) ωραίον. Διότι δεν βεβαιώνω +ακόμη αυτό το πράγμα, αλλά βεβαιώνω ότι όλα τα ωραία γίνονται ωραία +διά του (καθαυτό) ωραίου. Διότι τούτο μου φαίνεται ότι είναι το πλέον +ασφαλές διά να αποκριθώ και εις τον εαυτόν μου και εις άλλον, και +κρατούμενος από αυτό νομίζω ότι δεν θα πέσω ποτέ, αλλ' ότι θα είναι +ασφαλές και εις εμέ και εις οιονδήποτε άλλον να αποκριθή, ότι τα +ωραία γίνονται ωραία διά του ωραίου. Ή δεν νομίζεις και συ έτσι; + +Έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης. + +Και επομένως τα μεγάλα δεν γίνονται μεγάλα διά του μεγέθους, και τα +μεγαλύτερα (γίνονται) μεγαλύτερα, και τα μικρότερα (γίνονται) +μικρότερα διά της μικρότητος; + +Ναι, απεκρίθη ο Κέβης. + +Ούτε συ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, θα παρεδέχεσο, αν κανείς +έλεγεν, ότι είς άλλος είναι μεγαλύτερος από ένα άλλον κατά την +κεφαλήν, και είς μικρότερος ότι είναι μικρότερος τούτου κατά το ίδιον +(δηλαδή κατά την κεφαλήν), αλλά θα διεμαρτύρεσο (υποστηρίζων), ότι συ +μεν δεν λέγεις τίποτε άλλο παρά ότι κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι +μεγαλύτερον από έν άλλο πράγμα, κατά τίποτε άλλο δεν είναι +μεγαλύτερον από αυτά παρά κατά το μέγεθος, και ότι ένεκα τούτου είναι +μεγαλύτερον, ένεκα δηλαδή του μεγέθους· το δε μικρότερον διά καμμίαν +άλλην αιτίαν δεν είναι μικρότερον από άλλο παρά ένεκα της μικρότητος, +και είναι μικρότερον ένεκα τούτου, ένεκα δηλαδή της μικρότητος· (ή +δεν θα διεμαρτύρεσο) φοβούμενος, νομίζω, μήπως κανένας ενάντιος +ισχυρισμός σου εναντιωθή, αν είπης ότι κάποιος είναι μεγαλύτερος ή +μικρότερος άλλου κατά την κεφαλήν, αντιτάσσων ότι κατά πρώτον μεν +κατά το αυτό πράγμα (δηλαδή κατά την κεφαλήν) υποστηρίζεις ότι το +μεγαλύτερον είναι μεγαλύτερον και το μικρότερον είναι μικρότερον, +έπειτα ότι υποστηρίζεις ότι ο μεγαλύτερος είναι μεγαλύτερος κατά την +κεφαλήν, η οποία είναι μικρά (μικρόν πράγμα δηλαδή), και ότι τούτο +είναι τερατώδης ισχυρισμός, το να είναι δηλαδή κανείς μεγάλος κατά +τι, το οποίον είναι μικρόν. Ή δεν θα εφοβείσο αυτάς τας αντιφάσεις; + +Και ο Κέβης εγέλασε και είπε· Βέβαια (θα τας εφοβούμην). + +Θα εφοβείσο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να είπης ότι τα δέκα είναι +περισσότερα από τα οκτώ κατά δύο, και ότι τα υπερτερούν δι' αυτήν την +αιτίαν και όχι κατά το πλήθος και ένεκα του πλήθους (της πολλότητος +δηλαδή); και ότι το έχον μάκρος δύο πήχεων είναι κατά το ήμισυ +μεγαλύτερον από εκείνο, το οποίον έχει μάκρος ενός πήχεως, και όχι +κατά το μέγεθος, διότι υπάρχει (και εις το παράδειγμα τούτο ίσως) ο +ίδιος φόβος (της αντιρρήσεως). + +Βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Τι δε λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Δεν θα εδυσκολεύεσο να είπης, +όταν έν προστεθή εις άλλο έν, ότι η πρόσθεσις είναι αιτία, όπου +έγειναν δύο, ή, όταν έν σχισθή εις δύο, ότι αιτία (του δύο) είναι το +σχίσιμον; και δεν θα εφώναζες δυνατά ότι δεν ηξεύρεις κάθε πράγμα να +γίνεται με άλλον τρόπον, πάρα αφού λάβη μέρος της ανηκούσης εις καθέν +ουσίας, της οποίας ήθελε λάβει μέρος· και ότι εις (τα παραδείγματα) +ταύτα δεν έχεις να είπης άλλην αιτίαν του ότι έγειναν (το έν και έν ή +το ήμισυ και το ήμισυ) δύο, παρά διότι έλαβον μέρος εις την δυάδα και +ότι πρέπει εκείνα, τα οποία μέλλουν να είναι δύο, να λάβουν μέρος εις +αυτήν και εκείνο, το οποίον μέλλει να είναι έν (πρέπει να λάβη +μέρος), εις την μονάδα; θα άφηνες δε κατά μέρος αυτά τα σχισίματα και +τας προσθέσεις και τας άλλας τας τοιαύτας νοστιμάδας, αφήνων ν' +αποκριθώσι με αυτάς εκείνοι, οι οποίοι είναι σοφώτεροι από σε· συ δε +φοβούμενος, καθώς λέγουν, τον ίσκιον σου και την απειρίαν σου, +στηριζόμενος εις την στερεότητα εκείνην της βάσεως (μας), δεν θα +απεκρίνεσο τοιουτοτρόπως; Εάν δε εστηρίζετο κανείς εις την ιδίαν +(μας) βάσιν, διά να την προσβάλη, θα τον άφηνες να λέγη και δεν θα +απεκρίνεσο, έως ότου να εξετάσης, αν όσα συμπεραίνονται από εκείνην, +κατά την κρίσιν σου, συμφωνούν ή δεν συμφωνούν μεταξύ των; όταν δε +παρουσιάζετο ανάγκη να δώσης λόγον και δι' αυτήν την ιδίαν (βάσιν), +θα έδιδες επίσης, θέτων πάλιν άλλην βάσιν, εκείνην, η οποία θα +εφαίνετο καλυτέρα παρά τας προηγουμένας, έως να φθάσης εις κανέν +πράγμα αρκετόν (δηλαδή αδιαφιλονείκητον); συγχρόνως δε (δεν είναι +αληθές) ότι δεν θα τα ανεκάτευες καθώς οι φιλόνεικοι, συζητών και διά +την βάσιν και διά τα εξ αυτής συμπεράσματα, εάν ήθελες να εύρης κανέν +από τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα; διότι ίσως εκείνοι ούτε +ομιλούσιν ούτε φροντίζουσι δι' αυτό το πράγμα (δηλαδή διά τα +πραγματικώς υπάρχοντα)· διότι είναι καλοί ανακατεύοντες όλα μαζί από +την μεγάλην προκοπήν των να κατορθώνουν εν τούτοις να αρέσκουν οι +ίδιοι εις τον εαυτόν των· συ δε, αν είσαι ένας από τους φιλοσόφους, +θα έκαμνες, νομίζω, καθώς εγώ λέγω. + +Αληθέστατα λέγεις, είπον μαζί και ο Σιμμίας και ο Κέβης. + +Μα τον Δία, Φαίδων, είπεν ο Εχεκράτης, δίκαιον είχον βέβαια. Διότι +μου φαίνεται ότι εκείνος όσον ήτο δυνατόν θαυμασίως καθαρά είπεν αυτά +δι' εκείνον, ο οποίος έχει έστω και μικρόν νουν. + +Και συγχρόνως εχαμογέλασε και είπε· Φαίνομαι ότι ομιλώ με +λεπτομέρειαν συμβολαιογραφικήν αλλ' αυτό τουλάχιστον είναι βέβαια +όπως λέγω. + +Συνεφώνησεν ο Κέβης. + +Το λέγω δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ένεκα τούτου, επειδή επιθυμώ να +σχηματίσης και συ την γνώμην, την οποίαν εσχημάτισα και εγώ. Διότι +μου φαίνεται ότι όχι μόνον το ίδιον το μέγεθος ποτέ δεν θέλει να +είναι συγχρόνως μεγάλον και μικρόν, αλλά ότι και το μέγεθος, το +οποίον είναι μέσα εις ημάς, ποτέ δεν παραδέχεται την μικρότητα, ούτε +θέλει να υπερτερήται, αλλ' έν από τα δύο· ή ότι φεύγει και +αποσύρεται, όταν το εναντίον του, δηλαδή η μικρότης, πλησιάζη προς +αυτό, ή άμα εκείνη (δηλαδή η μικρότης) παρουσιασθή, αυτό (δηλαδή το +μέγεθος) χάνεται· και ότι, αν διαμείνη και δεχθή την μικρότητα, δεν +θέλει να είναι άλλο παρά ό,τι ήτο προτήτερα. Καθώς εγώ αφ' ού εδέχθην +και υπέμεινα την μικρότητα και εξακολουθώ ακόμη να είμαι εκείνος, +οπού είμαι, είμαι δε ο ίδιος μικρός άνθρωπος, εκείνο δε (δηλαδή το +μέγεθος), το οποίον είναι μεγάλο, δεν ετόλμησε να γείνη μικρόν επίσης +δε και το μικρόν, το οποίον είναι μέσα μας, δεν θέλει ποτέ να γείνη +μεγάλον, ούτε να είναι, ούτε κανένα άλλο από τα μεταξύ των εναντία, +το οποίον είναι ακόμη ό,τι ήτο προτήτερα, θέλει ποτέ να γείνη και να +είναι το εναντίον παρ' ό,τι είναι, αλλά ή απέρχεται ή χάνεται, όταν +πάθη τούτο. + +Μου φαίνεται, είπεν ο Κέβης, ότι είναι καθ' όλα έτσι. + +Και είς από τους παρευρεθέντας (ποίος δε ήτο, καθαρά δεν ενθυμούμαι), +άμα ήκουσεν αυτά, είπε· Διά το όνομα των θεών, δεν παρεδέχθημεν εις +τας προηγουμένας ομιλίας μας το εναντίον ίσα ίσα από αυτά, τα οποία +λέγομεν τώρα, ότι το μεγαλύτερον γίνεται από το μικρότερον και το +μικρότερον από το μεγαλύτερον, και ότι υπάρχει πραγματικώς αυτός ο +τρόπος να γίνωνται τα εναντία από τα εναντία; Τώρα δε λέγομεν, +νομίζω, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να γείνη ποτέ. + +Έτσι βέβαια ενομίσαμεν όλοι οι παρευρισκόμενοι, Εχέκρατες, είπεν ο +Φαίδων. + +Έτσι νομίζομεν και ημείς, είπεν ο Εχεκράτης, οι οποίοι δεν ήμεθα +εκεί, τακούομεν δε τώρα. Αλλά ποία λοιπόν ήσαν εκείνα, τα οποία +ελέχθησαν έπειτα από αυτά; + +Καθώς μεν εγώ νομίζω, απεκρίθη ο Φαίδων, αφ' ού παρεδέχθημεν τας +σκέψεις του ταύτας και ωμολογήσαμεν ότι κάθε μία ιδέα είναι κάτι, +οπού υπάρχει, και ότι τα άλλα, τα οποία λαμβάνουν μέρος από αυτήν, +λαμβάνουν από αυτήν την ιδίαν το όνομά των, εξηκολούθησεν έπειτα να +ερωτά τον Κέβητα τοιουτοτρόπως· Εάν λοιπόν λέγης ότι αυτά είναι έτσι, +όταν λέγης ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτην και +μικρότερος από τον Φαίδωνα, άρα γε δεν λέγεις τότε ότι υπάρχουν και +τα δύο εις τον Σιμμίαν και μέγεθος και μικρότης; + +Μάλιστα, είπεν ο Κέβης. + +Αλλά λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, παραδέχεσαι ότι το να είναι +μεγαλύτερος ο Σιμμίας από τον Σωκράτην, δεν είναι μα την αλήθειαν +έτσι, όπως το λέγομεν με τα λόγια· διότι ο Σιμμίας βέβαια δεν έγεινεν +εκ φύσεως τοιούτος, ώστε να υπερτερή διά τούτο, διότι είναι Σιμμίας, +αλλ' ένεκα του μεγέθους, το οποίον τυχαίνει να έχη. Ούτε να υπερτερή +πάλιν τον Σωκράτην, διότι Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά διότι ο +Σωκράτης έχει μικρότητα σχετικώς με το μέγεθος εκείνου; + +Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. + +Ούτε πάλιν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να υπερτερήται από τον Φαίδωνα +ένεκα τούτου, ότι Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά διότι ο Φαίδων έχει +μέγεθος σχετικώς με την μικρότητα του Σιμμίου; + +Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Κέβης. + +Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Σιμμίας λέγομεν ότι είναι μικρός και μεγάλος, +διότι είναι ανάμεσα και εις τα δύο, προσφέρων μεν την μικρότητά του +να την υπερτερή το μέγεθος του ενός, προσφέρων δε το μέγεθός του να +υπερτερή την μικρότητα του άλλου. + +Και ο Σωκράτης, αφ' ού επρόβαλεν εμπρός την κεφαλήν του και ήκουσεν, +είπε· το εκράτησες εις την ενθύμησίν σου με γενναιότητα· δεν +καταλαμβάνεις όμως την διαφοράν μεταξύ εκείνου, το οποίον τώρα +λέγομεν, και εκείνου, το οποίον είπομεν τότε. Διότι τότε μεν ελέγομεν +ότι το εναντίον πράγμα γίνεται από το εναντίον πράγμα· τώρα δε +λέγομεν, ότι το ίδιον το εναντίον δεν είναι δυνατόν να γείνη εναντίον +εις τον εαυτόν του, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα μας, ούτε +εκείνο, το οποίον είναι μέσα εις την φύσιν. Διότι τότε μεν, φίλε μου, +ελέγομεν περί εκείνων των πραγμάτων, τα οποία έχουσι τα εναντία των, +και τα οποία ονομάζομεν με το όνομα εκείνων, τώρα δε ομιλούμεν περί +εκείνων των ιδίων πραγμάτων, τα οποία, επειδή είναι μέσα εις τα +υπάρχοντα, δίδουν το όνομά των εις αυτά· δεν ημπορούμεν δε να είπωμεν +ποτέ ότι αυτά τα ίδια θα θελήσουν να δεχθούν να γίνωνται το έν από το +άλλο. Και συγχρόνως κυττάξας τον Κέβητα είπεν· Άρα γε, Κέβη, μήπως +τυχόν κανέν από αυτά, τα οποία αυτός είπεν, ετάραξε και σε; + +Δεν ευρίσκομαι εις τοιαύτην κατάστασιν, είπεν ο Κέβης· αν και δεν +ημπορώ να είπω, ότι πολλά πράγματα δεν με ταράττουν. + +Έχομεν λοιπόν μαζί παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, τούτο μόνον, ότι +κανέν εναντίον πράγμα δεν ημπορεί να είναι το εναντίον εις τον εαυτόν +του. + +Δεν ημπορεί διόλου, είπεν ο Κέβης. + +Εξέτασε λοιπόν, παρακαλώ, είπεν ο Σωκράτης, ακόμη και το εξής, διά να +ίδωμεν αν θα το παραδεχθής· ονομάζεις κανέν πράγμα ζεστόν και κρύον; + +Ναι βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζεις χιόνα και φωτιάν; + +Μα τον Δία, όχι βέβαια. + +Αλλά το ζεστόν είναι άλλο παρά η φωτιά και το κρύον άλλο παρά το +χιόνι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Αλλά τουλάχιστον το εξής, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι το +παραδέχεσαι, ότι ποτέ το χιόνι, εν όσω τουλάχιστον είναι χιόνι, αφού +δεχθή το ζεστόν, καθώς ελέγομεν εις τα προηγούμενα, θα εξακολουθήση +να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή χιόνι και ζεστόν +(συγχρόνως), αλλ' όταν πλησιάση το ζεστόν, ή θα υποχωρήση εις αυτό ή +θα χαθή. + +Βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Και η φωτιά βεβαίως πάλιν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όταν το ψυχρόν +πλησιάση εις αυτήν, ή θα υποχωρήση ή θα χαθή· δεν θα τολμήση όμως +ποτέ, αφού δεχθή την ψυχρότητα, να εξακολουθή να είναι ακόμη εκείνο, +το οποίον ήτο, δηλαδή φωτιά και ψυχρόν μαζί. + +Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. + +Συμβαίνει λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ως προς μερικά από τα τοιαύτα, +ώστε όχι μόνον η ιδέα των να κρίνηται αξία να έχη το ίδιον όνομα, +πάντοτε καθ' όλον τον καιρόν, αλλά και έν άλλο, το οποίον δεν είναι +μεν εκείνο, έχει όμως την μορφήν εκείνου πάντοτε, όταν ήθελεν +υπάρχει. Ακόμη δε εις το εξής παράδειγμα θα είναι ίσως καθαρώτερον +εκείνο, το οποίον λέγω, διότι πρέπει πάντοτε το περιττόν (το μονόν) +να λαμβάνη το όνομα τούτου, το οποίον τώρα αναφέρομεν, ή όχι; + +Πρέπει βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Αλλ' ερωτώ τούτο, είπεν ο Σωκράτης· Άρα γε είναι το μονόν από τα +πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον φέρει αυτό το όνομα, ή υπάρχει και +κανέν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, το οποίον είναι το μονόν, +αλλ' όμως πρέπει να ονομάζωμεν και αυτό πάντοτε με το ιδικόν του +όνομα, διότι εκ φύσεως είναι τοιούτον, ώστε ποτέ να μη υπάρχη χωρίς +το μονόν; λέγω δε ότι αυτό είναι ένα τοιούτον πράγμα, ωσάν εκείνο, το +οποίον έπαθε και η τριάς και πολλοί άλλοι αριθμοί. Εξέτασε λοιπόν διά +την τριάδα, άρα γε δεν σου φαίνεται ότι πρέπει να την ονομάζωμεν +πάντοτε και με το ιδικόν της όνομα και με το όνομα του περιττού +(δηλαδή του μονού αριθμού), το οποίον δεν είναι το όνομα της τριάδος; +Αλλ' όμως και η τριάς και η πεντάς και όλον το ήμισυ μέρος των +αριθμών είναι κάπως εκ φύσεως τοιούτον, ώστε, εν ώ δεν είναι ό,τι +είναι το περιττόν (το μονόν), είναι όμως πάντοτε καθείς από αυτούς +αριθμός περιττός (δηλαδή μονός). Και πάλιν τα δύο και τα τέσσαρα και +όλη πάλιν η άλλη σειρά των αριθμών, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το +άρτιον (δηλαδή το ζυγόν), καθείς όμως από αυτούς είναι πάντοτε άρτιος +(δηλαδή ζυγός). Το παραδέχεσαι ή όχι; + +Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης. + +Πρόσεχε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον θέλω ν' αποδείξω· +είναι δε το εξής· ότι όχι μόνον εκείνα τα εναντία φαίνονται ότι το έν +δεν δέχεται το άλλο, αλλά και όσα, εν ώ δεν είναι εναντία μεταξύ των, +έχουν πάντοτε τα εναντία των· φαίνεται ότι ούτε αυτά δέχονται εκείνην +την ιδέαν, η οποία ήθελεν είναι εναντία με την υπάρχουσαν εις αυτά, +αλλά, όταν αύτη παρουσιασθή, αυτά ή χάνονται ή υποχωρούν, Ή δεν θα +είπωμεν ότι τα τρία και θα χαθούν και θα πάθουν ό,τι δήποτε άλλο +πάθημα, προτού παρά να υποφέρωσιν, εν ώ είναι ακόμη τρία, να γείνωσι +ζυγά; + +Βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Και όμως, είπεν ο Σωκράτης, ο αριθμός δύο τουλάχιστον δεν είναι +πράγμα εναντίον εις τον αριθμόν τρία. + +Δεν είναι βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όχι μόνον αι εναντίαι ιδέαι δεν +υποφέρουσιν η μία την άλλην, όταν παρουσιάζηται, αλλά και μερικά άλλα +ακόμη δεν υποφέρουσι τα εναντία, όταν παρουσιάζονται. + +Αληθέστατα πράγματα λέγεις, είπεν ο Κέβης. + +Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν είμεθα ικανοί, να προσδιορίσωμεν, +οποία είναι αυτά; + +Μάλιστα, είπεν ο Κέβης. + +Άρα γε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι εκείνα τα πράγματα, +τα οποία, όποιον πράγμα και αν καταλάβωσι, το υποχρεώνουσιν όχι μόνον +να έχη την ιδέαν του εαυτού του, αλλά προς τούτοις και την ιδέαν +κανενός άλλου πράγματος εναντίου πάντοτε με αυτό; + +Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Κέβης. + +Καθώς ελέγομεν προ ολίγου, είπεν ο Σωκράτης· διότι θα ηξεύρης βέβαια +ότι εκείνα τα πράγματα, τα οποία ήθελε καταλάβει η ιδέα των τριών, +είναι ηναγκασμένα όχι μόνον να είναι τρία, αλλά να είναι και περιττά +(δηλαδή μονά); + +Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης. + +Δεν λέγομεν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η εναντία ιδέα εις εκείνην +την μορφήν, η οποία το κάμνει τοιούτον, δεν είναι δυνατόν ποτε να +έλθη εις το τοιούτον πράγμα; + +Δεν είναι βέβαια δυνατόν να έλθη, είπεν ο Κέβης. + +Το έκαμε δε βέβαια η ιδέα του περιττού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Εναντία δε εις ταύτην είναι η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού); + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Εις τα τρία λοιπόν η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού) δεν θα έλθη +ποτέ; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Δεν θα έλθη βέβαια, απήντησεν ο Κέβης. + +Τα τρία λοιπόν είναι αμέτοχα εις το άρτιον (δηλαδή εις το ζυγόν); +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Αμέτοχα, απήντησεν ο Κέβης. + +Η τριάς λοιπόν είναι ανάρτιος (δηλαδή δεν είναι ζυγή); + +Ναι, είπεν ο Κέβης. + +Ιδού λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον έλεγον να +προσδιορίσωμεν, ποία δηλαδή πράγματα, εν ώ δεν είναι εναντία με άλλο, +όμως δεν δέχονται αυτό ως εναντίον (καθώς τώρα η τριάς, η οποία, εν ώ +δεν είναι εναντία εις τον ζυγόν αριθμόν, δεν δέχεται όμως αυτόν ένεκα +τούτου διόλου, διότι φέρει πάντοτε κατόπιν του εκείνο, το οποίον +είναι εναντίον· έτσι και η δυάς φέρει μαζί της το εναντίον εις το +μονόν, και η φωτιά το εναντίον εις το ψυχρόν και άλλα πράγματα +παραπολλά κάμνουν το ίδιον)· αλλά κύτταξε τώρα αν σου αρέσει να +κάμωμεν έτσι τον ορισμόν, ότι όχι μόνον το εναντίον δεν δέχεται το +εναντίον, αλλά και εκείνο που ήθελε φέρει μαζί του κάτι εναντίον προς +εκείνο, προς το οποίον αυτό διευθύνεται, αυτό το ίδιον πού φέρει μαζί +του, ποτέ δεν θα δεχθή το εναντίον εκείνου, το οποίον έφερε μαζί του. +Ενθυμήσου δε πάλιν· διότι είναι καλύτερον ν' ακούη κανείς πολλάς +φοράς· τα πέντε δεν θα δεχθούν την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του +ζυγού), ούτε να δέκα, δηλαδή το διπλάσιον του πέντε, θα δεχθούν την +ιδέαν του περιττού, δηλαδή του μονού· τούτο λοιπόν το διπλάσιον, αν +και αυτό δεν είναι εναντίον με το περιττόν, όμως δεν θα δεχθή την +ιδέαν του περιττού (δηλαδή του μονού). Ούτε τα τρία τέταρτα, ούτε τα +άλλα τα τοιαύτα, ούτε το ήμισυ θα δεχθή την ιδέαν του όλου και το +τρίτον πάλιν και όλα τα τοιαύτα μέρη δεν θα δεχθούν την ιδέαν του +όλου· (ειπέ) αν με καταλαμβάνεις και νομίζεις και συ ότι αυτά είναι +έτσι. + +Και μου φαίνονται σωστά, είπεν ο Κέβης, και πολύ καλά σε καταλαμβάνω. + +Λέγε μου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πάλιν από την αρχήν, και μη μου +αποκρίνεσαι εκείνο, το οποίον σε ερωτώ, αλλά με άλλον τρόπον, κάμνων +όπως κάμνω και εγώ. Θέλω δε να είπω ότι εκτός της αποκρίσεως εκείνης +της βεβαίας, την οποίαν έλεγον κατ' αρχάς, βλέπω τώρα, κατόπιν +εκείνων, τα οποία λέγομεν, και άλλην ασφαλή απόκρισιν. Διότι, αν μ' +ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν υπάρξη μέσα εις το σώμα, +το σώμα θα είναι θερμόν, δεν θα σοι είπω εκείνην την αμαθή απόκρισιν, +η οποία είναι ασφαλής; Ότι δηλαδή είναι η θερμότης, αλλά κατόπιν +εκείνων, τα οποία τώρα λέγομεν, θα σοι είπω απόκρισιν τεχνικωτέραν +(σοφωτέραν), ότι δηλαδή είναι η φωτιά· ούτε αν μ' ερωτήσης, ποίον +είναι εκείνο, το οποίον όταν συμβή μέσα εις το σώμα, το σώμα θ' +αρρωστήση, δεν θα σοι είπω ότι είναι η αρρώστια, αλλά θα σοι είπω ότι +είναι η θέρμη· ούτε εις το ποίον όταν συμβή μέσα εις τον αριθμόν, ο +αριθμός γίνεται περιττός (δηλαδή μονός), δεν θα σοι είπω ότι είναι η +περιττότης, αλλά η μονάς, και εις τα άλλα ομοίως. Αλλά κύτταξε, αν +τώρα πλέον ηξεύρεις αρκετά εκείνο, το οποίον θέλω. + +Αλλά πολύ αρκετά το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης. + +Αποκρίσου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον αν +γείνη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι ζωντανόν; + +Είναι η ψυχή, είπεν ο Κέβης. + +Τούτο λοιπόν συμβαίνει πάντοτε έτσι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης. + +Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οποιονδήποτε πράγμα και αν +καταλάβη, έρχεται πάντοτε εις αυτό φέρουσα ζωήν; + +Έτσι έρχεται βέβαια, είπεν ο Κέβης. + +Ποίον λοιπόν από τα δύο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα +εναντίον εις την ζωήν ή δεν υπάρχει κανέν; + +Υπάρχει έν, είπεν ο Κέβης. + +Ποίον; ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Ο θάνατος, απεκρίθη ο Κέβης. + +Η ψυχή λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα δεχθή ποτέ το εναντίον εις +εκείνο, το οποίον φέρει πάντοτε μαζί της, καθώς εμείναμεν σύμφωνοι +συνεπεία των προηγουμένων συλλογισμών μας. + +Τούτο είναι και παρά πολύ βέβαιον, είπεν ο Κέβης. + +Τι λοιπόν λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Εκείνο, το οποίον δεν +δέχεται την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), τώρα πώς το +ονομάζομεν; + +Ανάρτιον, είπεν ο Κέβης. + +Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται το δίκαιον, εξηκολούθησεν ο +Σωκράτης, και εκείνο, το οποίον δεν δέχεται το μουσικόν δηλαδή το +αγαθόν); + +Άμουσον (δηλαδή κακόν) το δεύτερον, είπεν ο Κέβης, άδικον δε το άλλο. + +Έστω, είπεν ο Σωκράτης. Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται θάνατον, πώς +το ονομάζομεν; + +Αθάνατον, είπεν ο Κέβης. + +Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δέχεται ή δεν δέχεται +θάνατον; + +Δεν δέχεται, είπεν ο Κέβης. + +Είναι λοιπόν η ψυχή αθάνατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Αθάνατον είναι, απεκρίθη ο Κέβης. + +Έστω, είπεν ο Σωκράτης· να είπωμεν λοιπόν ότι τούτο έχει αποδειχθή, ή +μήπως νομίζεις ότι δεν απεδείχθη; + +Και πολύ αρκετά απεδείχθη, ω Σώκρατες. + +Τι λοιπόν λέγεις, Κέβη; Είπεν ο Σωκράτης. Αν ήτο υποχρεωτικόν εις το +ανάρτιον (δηλαδή εις εκείνο, οπού δεν είναι μονόν), να είναι +άφθαρτον, τα τρία θα ήσαν άλλο τίποτε παρά άφθαρτα; + +Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αν ήτο υποχρεωτικόν και το +άζεστον να είναι άφθαρτον, οπόταν ήθελε πλησιάσει κανείς ζεστόν επάνω +εις χιόνι, το χιόνι δεν θα εγλύτωνε και θα έμενεν απείρακτον και +άλυωτον; Διότι βεβαίως δεν θα εφθείρετο, ούτε πάλιν υποφέρον το +ζεστόν θα εδέχετο την ζέστην. + +Αληθινά λέγεις, είπεν ο Κέβης. + +Ομοίως δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι και το άκρυον, εάν +ήτο άφθαρτον, οπόταν κανέν κρύον πράγμα επλησίαζεν επάνω εις την +φωτιάν, αυτή ποτέ δεν θα εσβύνετο, ούτε θα εφθείρετο, αλλά θα έφευγεν +εκείθεν απείρακτος. + +Άφευκτον είναι, είπεν ο Κέβης. + +Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι απαραίτητον να είπωμεν το +ίδιον και διά το αθάνατον; Εάν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, είναι +αδύνατον εις την ψυχήν να φθαρή, όταν ο θάνατος έλθη εις αυτήν· +διότι, σύμφωνα με όσα είπομεν προηγουμένως, δεν θα δεχθή τον θάνατον, +ούτε θα γείνη αποθαμμένη καθώς είπομεν τα τρία, ούτε βέβαια πάλιν το +περιττόν (δηλ. το μονόν), θα γείνη άρτιον (ζυγόν), ούτε η φωτιά θα +γείνη κρύον, ούτε βέβαια η ζέστη, η οποία είναι μέσα εις την φωτιάν, +δύναται να γείνη κρύον. Αλλά, ημπορούσε, να είπη κανείς, τι εμποδίζει +το μεν μονόν να μη γίνεται ζυγόν, όταν πλησιάζη εις αυτό το ζυγόν, +καθώς έχομεν παραδεχθή, αφ' ού δε αυτό (δηλαδή το μονόν) φθαρή, εις +τον τόπον εκείνου να γείνη έν ζυγόν; Εις εκείνον, οπού λέγει αυτά, +δεν δυνάμεθα να φιλονεικήσωμεν, υποστηρίζοντες ότι το μονόν δεν +χάνεται· διότι το ανάρτιον (δηλαδή το μονόν) δεν είναι άφθαρτον. +Διότι, αν παρεδεχόμεθα τούτο, θα υπεστηρίζομεν ευκόλως, ότι, όταν το +ζυγόν παρουσιασθή, το μονόν και τα τρία παίρνουν και φεύγουν· και διά +την φωτιάν και το ζεστόν και τα άλλα θα εσυζητούσαμεν με τον ίδιον +τρόπον, ή όχι; + +Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης. + +Και τώρα λοιπόν επίσης, είπεν ο Σωκράτης, προκειμένου διά το +αθάνατον, αν μεν παραδεχθώμεν ότι το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η +ψυχή, κοντά εις το ότι είναι αθάνατος, θα ήτο και άφθαρτος. Εάν δε +δεν παραδεχθώμεν, θα είναι χρεία άλλης αποδείξεως. + +Αλλά δεν είναι διόλου χρεία τουλάχιστον διά τούτο, είπεν ο Κέβης, +διότι ποίον πράγμα θα απέφευγε την φθοράν, αν βεβαίως εκείνο, το +οποίον είναι αθάνατον και αναλλοίωτον, δέχεται φθοράν; + +Ο δε θεός βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, και η ιδέα της ζωής, και κάθε +άλλο πράγμα, το οποίον είναι αθάνατον, δεν ημπορεί παρά όλοι να +βεβαιώσουν, καθώς νομίζω, ότι ποτέ δεν φθείρονται. + +Όλοι βέβαια, μα τον Δία, οι άνθρωποι τουλάχιστον θα το βεβαιώσουν· +και πολύ περισσότερον, καθώς εγώ φρονώ, οι θεοί, είπεν ο Κέβης. + +Αφού λοιπόν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, αν συμβαίνη να +είναι αθάνατος, ημπορεί να είναι άλλο τίποτε παρά και άφθαρτος; +Ηρώτησεν ο Σωκράτης. + +Δεν ημπορεί παρά έτσι να είναι, είπεν ο Κέβης. + +Όταν λοιπόν επέλθη θάνατος εις τον άνθρωπον, καθώς φαίνεται, το μεν +θνητόν μέρος αποθνήσκει, το δε αθάνατον σηκώνεται και φεύγει +απείρακτον και άφθαρτον, αφού σιγά σιγά δώση τόπον εις τον θάνατον. + +Έτσι φαίνεται, είπεν ο Κέβης. + +Η ψυχή λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, είναι πράγμα αθάνατον και +άφθαρτον περισσότερον από κάθε άλλο· και αι ψυχαί μας πραγματικώς θα +ευρίσκωνται εις την κατοικίαν του Άδου. + +Εγώ λοιπόν βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, δεν ευρίσκω τίποτε +εναντίον να είπω εις αυτό, ούτε κανένα τρόπον να μη πιστεύσω εις τους +λόγους σου· αλλ' αν αυτός εδώ ο Σιμμίας, ή κανείς άλλος έχη τι να +είπη, θα κάμη καλά να μη κρατήση σιωπήν διότι, αν θέλη κανείς να είπη +ή να ακούση τίποτε διά τα τοιαύτα πράγματα, δεν ηξεύρω εις ποίαν +άλλην ευκαιρίαν παρά εις την παρουσιαζομένην τώρα ημπορεί ν' αναβάλη +το πράγμα. + +Αλλ' όμως, είπεν αυτός, δηλαδή ο Σιμμίας, δεν έχω πλέον λόγους να μη +πιστεύω έπειτα από όσα είπες. Ένεκα όμως του μεγαλείου των πραγμάτων, +περί των οποίων ωμιλήσαμεν, και επειδή δεν έχω υπόληψιν εις την +ανθρωπίνην αδυναμίαν, ευρίσκομαι υποχρεωμένος να έχω ακόμη απιστίαν +μέσα εις τον εαυτόν μου ως προς όσα είπομεν. + +Όχι μόνον τούτο βέβαια, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, αλλά λέγεις καλά +και αυτά τα πράγματα και τας πρώτας των βάσεις, και αν ακόμη τας +πιστεύητε, πρέπει όμως πάλιν να τας εξετάσωμεν καθαρώτερα και αν τας +αναλύσητε αρκετά, θα παρακολουθήσητε, καθώς νομίζω, την ομιλίαν μου, +όσον περισσότερον ημπορεί είς άνθρωπος να την παρακολουθήση· και αν +τούτο το ίδιον συμπέρασμα γείνη φανερόν, δεν θα ζητήσητε καμμίαν +παραπάνω απόδειξιν. + +Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. + +Αλλά το εξής βεβαίως, φίλοι μου, είπεν ο Σωκράτης, είναι δίκαιον να +σκεφθώμεν, ότι, αν η ψυχή είναι αθάνατος, έχει επομένως ανάγκην από +φροντίδα δι' αυτήν, όχι μόνον διά τούτον τον καιρόν, κατά τον οποίον +διαρκεί εκείνο, το οποίον ονομάζομεν ζωήν, αλλά δι' όλον εν γένει τον +καιρόν· και ο κίνδυνος τώρα μάλιστα και θα αποδειχθή, ότι είναι παρά +πολύ φοβερός, εάν κανείς παραμελήση αυτήν. Διότι, εάν μεν ο θάνατος +θα ήτο παύσις από κάθε πράγμα, το να αποθάνουν θα ήτο διά τους κακούς +ανθρώπους εύρημα· ν' απελευθερωθούν δηλαδή συγχρόνως και από το σώμα +των και από την κακίαν των, μαζί με την ψυχήν τώρα δε, επειδή +φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν ημπορεί να υπάρχη δι' αυτήν +κανείς άλλος τρόπος ν' αποφύγη τα κακά, ούτε καμμία άλλη σωτηρία, +παρά να γείνη όσω το δυνατόν καλυτέρα και σοφωτέρα. Διότι η ψυχή +πηγαίνει εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να έχη τίποτε άλλο παρά την +ανατροφήν της και τας συνηθείας της· τα οποία και λέγουσι μάλιστα ότι +τα μέγιστα ωφελούν ή βλάπτουν εκείνον, ο οποίος έπαυσε να ζη, αμέσως +άμα αρχίση το ταξείδιόν του δι' εκεί. Λέγουσι δε τοιουτοτρόπως, ότι +τάχα ο άγγελος καθενός, εις τον οποίον έλαχεν, όταν έζη, αυτός +αναλαμβάνει να οδηγήση κάθε αποθανόντα εις ένα κάποιον τόπον, όπου οι +συναθροισθέντες, αφ' ού κριθούν, πρέπει να πορευθούν εις την +κατοικίαν του Άδου μαζί με εκείνον (δηλαδή τον άγγελον) ως οδηγόν, +εις τον οποίον είναι διατεταγμένον τους απ' εδώ να περάση εκεί. Εκεί +δε, αφ' ού πάθωσιν όσα πρέπει να πάθωσι και μείνωσιν όσον καιρόν +χρειάζεται, άλλος οδηγός τους φέρει πάλιν εδώ κατά διαστήματα καιρού +πολλά και μεγάλα (23). Το δε ταξείδιον λοιπόν δεν είναι όπως ο +Τήλεφος του Αισχύλου το διηγείται. Διότι εκείνος μεν λέγει ότι δρόμος +απλούς φέρει εις τον τόπον του Άδου· εις εμέ όμως φαίνεται ότι ούτε +απλούς είναι ο δρόμος ούτε είς· διότι τότε δεν θα υπήρχεν ανάγκη από +οδηγούς· διότι, όταν ο δρόμος είναι είς, δεν είναι βέβαια δυνατόν να +τον χάση κανείς ποτέ. Τώρα όμως φαίνεται ότι έχει και χαράδρας και +γύρους πολλούς· και λέγω τούτο συμπεραίνων από τα γινόμενα και εις +τας θυσίας και εις τας θρησκευτικάς τελετάς τας γινομένας εδώ (εις +την γην). Η ψυχή λοιπόν η εγκρατής και σοφή ακολουθεί τον οδηγόν της +και ηξεύρει τα συμβαίνοντα εις αυτήν. Εκείνη δε, η οποία έχει +σωματικάς επιθυμίας, το οποίον είπον εις τα προηγούμενα, συρομένη από +έρωτα προς το σώμα και προς τον ορατόν (δηλαδή τον υλικόν) τόπον επί +πολύν καιρόν, αφ' ού αντισταθή πολύ και πάθη πολλά, φεύγει συρομένη +με την βίαν από τον διατεταγμένον άγγελον και με δυσκολίαν. Άμα δε +φθάση εκεί, οπού έφθασαν αι άλλαι, την μεν ακάθαρτον και η οποία +έκαμε καμμίαν τοιαύτην ακαθαρσίαν, ή ανεμίχθη εις αδίκους φόνους, ή +έχει πράξει άλλας τοιαύτας πράξεις, αι οποίαι τυγχάνει να είναι +αδελφαί τούτων και πράξεις ψυχών αδελφών (δηλαδή ομοίων με αυτήν), +κάθε μία ψυχή αποφεύγει αυτήν και δεν γυρίζει να την κυττάξη και δεν +θέλει να γείνη ούτε συνοδοιπόρος αυτής ούτε οδηγός· αυτή δε γυρίζει +εδώ και εκεί κυριευμένη από τελείαν αμηχανίαν, έως να περάσουν +κάμποσοι χρόνοι, οι οποίοι αφ' ού περάσουν, αναγκαστικώς σύρεται εις +την κατοικίαν, η οποία της αρμόζει. Εκείνη δε, η οποία επέρασε την +ζωήν καθαρά και με εγκράτειαν, αφ' ού απαντήση συνοδοιπόρους και +οδηγούς θεούς, κάθε μία, λέγω, τοιαύτη ψυχή θα κατοικήση εις τον +τόπον, ο οποίος αρμόζει εις αυτήν. + +Είναι δε πολλοί και αξιοθαύμαστοι τόποι της γης· και αυτή δε η ιδία +(η γη) δεν είναι ούτε τοιαύτη ούτε τόσον μεγάλη, όσον νομίζουν +εκείνοι, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί της γης, καθώς κάποιος +μ' έχει πληροφορήσει. + +Και ο Σιμμίας είπε· Πώς λέγεις αυτά, Σώκρατες; Διότι βεβαίως και εγώ +έχω ακούσει πολλά διά την γην, όχι όμως αυτά, τα οποία σε +επληροφόρησαν· θ' ακούσω ευχαρίστως. + +Αλλ' όμως, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, να διηγηθώ εκείνα τουλάχιστον, +τα οποία υπάρχουν, δεν μου φαίνεται βέβαια ότι χρειάζεται η τέχνη του +Γλαύκου (24)· το ν' αποδείξω όμως ότι είναι αληθινά μου φαίνεται +τόσον δύσκολον, ώστε να μη φθάνη η τέχνη του Γλαύκου. Και αφ' ενός +μεν ίσως δεν θα είμαι δι' αυτό ικανός, αφ' ετέρου δε, και αν ήξευρα, +η ζωή η ιδική μου, Σιμμία, μου φαίνεται ότι δεν θα είναι αρκετή διά +τόσον μακρυνήν ομιλίαν. Τίποτε όμως δεν μ' εμποδίζει να είπω ποία +είμαι πληροφορημένος ότι είναι η μορφή της γης, και ποίοι είναι οι +τόποι της. + +Αλλά και αυτά είναι αρκετά, είπεν ο Σιμμίας. + +Εγώ λοιπόν έχω πεισθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι κατά πρώτον μεν, αν +ευρίσκηται εις το μέσον του ουρανού και είναι στρογγυλή, αυτή δεν +έχει ανάγκην ούτε από τον αέρα, ούτε από κανένα άλλο τοιούτον +απαραίτητον στήριγμα, διά να μη πέση· αλλ' η ομοιότης του ουρανού του +ιδίου με τον εαυτόν του από όλα τα μέρη, και της ιδίας της γης η +ισορροπία, είναι αρκετή να την κρατή (να μη πέση). Διότι πράγμα +ισόρροπον, όταν το βάλωμεν εις το μέσον ενός άλλου ομοίου πράγματος, +δεν ημπορεί να κλίνη από κανέν μέρος ούτε περισσότερον ούτε +ολιγώτερον. Επειδή δε ευρίσκεται κατά τον ίδιον τρόπον, εξακολουθεί +να μένη ακλινές. Κατά πρώτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει +διά τούτο πεποίθησιν. + +Και δικαίως, είπεν ο Σιμμίας. + +Προς τούτοις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει πεποίθησιν, ότι +η γη είναι έν πράγμα πολύ μεγάλον· και ότε ημείς, οι οποίοι +κατοικούμεν από τον ποταμόν Φάσιν(25) έως εις τας στήλας του +Ηρακλέους, κατοικούμεν εις έν μικρόν μέρος της, κατοικούντες ολόγυρα +εις την θάλασσαν, όπως μυρμήκια ή βάτραχοι ολόγυρα εις λίμνην, και +ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι κατοικούν αλλού εις πολλούς τόπους ωσάν +αυτόν. Διότι από όλα τα μέρη ολόγυρα εις την γην υπάρχουν πολλά +βαθουλά μέρη και είναι πολλών ειδών και κατά το σχήμα και κατά την +μεγαλότητα, εις τα οποία έχει συναθροισθή και το νερόν και η ομίχλη +και ο αήρ· η καθ' αυτό δε γη (η ιδέα δηλαδή της γης, ήτοι η +πνευματική γη), ότι ευρίσκεται καθαρά μέσα εις τον ουρανόν τον +καθαρόν, μέσα εις τον οποίον υπάρχουσι τα άστρα, τον οποίον λοιπόν οι +περισσότεροι από εκείνους, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί των +τοιούτων πραγμάτων, ονομάζουν αιθέρα· του οποίου αυτά (τα οποία +είπομεν προτήτερα) είναι καταπάτια και συμμαζεύονται πάντοτε εις τα +βαθουλά μέρη της γης. Ημείς λοιπόν κατοικούμεν εις τα βαθουλά μέρη +της χωρίς να το καταλαμβάνωμεν, και νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω +εις την επιφάνειάν της, καθώς αν ένας, ο οποίος κατοικεί εις το μέσον +του βυθού της θαλάσσης, ήθελε νομίζει ότι κατοικεί επάνω εις την +επιφάνειαν αυτής, και βλέπων διά μέσου του νερού τον ήλιον και τα +άλλα άστρα ήθελε νομίζει ότι η θάλασσα είναι ουρανός, ένεκα δε του +βάρους και της αδυναμίας του ποτέ να μη έχη φθάσει εις τα επάνω επάνω +μέρη της θαλάσσης, ούτε εξήλθέ ποτε και επρόβαλε το κεφάλι του έξω +από την θάλασσαν, ώστε να έχη ίδει εις τον εδώ τόπον πόσον είναι +καθαρώτερος και ωραιότερος από εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκεται, +ούτε έχει ακούσει περί αυτού κανένα άλλον, όστις τον έχει ίδει· έτσι +λοιπόν και ημείς έχομεν πάθει το ίδιον. Διότι, εν ώ κατοικούμεν εις +κάποιον βαθουλόν μέρος της γης, νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις +αυτήν, και ονομάζομεν ουρανόν τον αέρα, ωσάν να ήτο αυτός ουρανός και +τα άστρα να εκινούντο διά μέσου τούτου· η αιτία δε οπού γίνεται τούτο +είναι ότι ημείς ένεκα αδυναμίας και ένεκα βάρους δεν είμεθα ικανοί να +διαπεράσωμεν τον αέρα και να φθάσωμεν εις το επάνω επάνω μέρος του. +Επειδή, αν κανείς φθάση εις τα τελευταία επάνω μέρη αυτού, ή αφ' ού +κάμη πτερά πετάξη υψηλά, αφ' ού προβάλη εκεί την κεφαλήν του, θα +έβλεπε καλά (τα εκεί), καθώς εδώ τα ψάρια, όταν προβάλουν την κεφαλήν +έξω από την θάλασσαν, βλέπουσι τα εδώ, έτσι ημπορεί να ίδη κανείς και +τα εκεί· και αν η φυσική του αντοχή ήθελεν είναι αρκετή, ώστε ν' +ανθέξη να θεωρή, θα ημπορούσε τότε να γνωρίση ότι εκείνος είναι ο +αληθινός ουρανός και το αληθινόν φως και η πραγματικώς αληθινή γη. +Διότι αυτή εδώ η γη και αι πέτραι και όλος εν γένει ο εδώ τόπος είναι +χαλασμένα και καταφαγωμένα, καθώς τα εντός της θαλάσσης από την +αλμύραν και ούτε φυτρώνουν ούτε ευρίσκονται μέσα εις την θάλασσαν +άξια λόγου, ούτε τέλεια διά να είπωμεν μ' ένα λόγον· σπήλαια δε και +άμμος, και όπου ήθελεν υπάρχει και ξηρά, υπάρχει άπειρος πηλός και +λάσπαι πολλαί· και πράγματα, τα οποία ουδέ κατά το ελάχιστον δεν +είναι άξια να παραβληθούν με τας ωραιότητας, αι οποίαι είναι εις τα +μέρη μας. Εκείνα δε πάλιν (δηλ. του ουρανού τα πράγματα) ήθελον φανή +ότι είναι πολύ ακόμη περισσότερον ανώτερα από τα πράγματα, τα οποία +είναι εδώ εις ημάς. Αν δε είναι χρεία να είπωμεν και ένα ωραίον +μύθον, αξίζει τον κόπον να τον ακούσης, Σιμμία, διά να μάθης τι +είδους είναι τα ευρισκόμενα εις την (αληθινήν) γην, η οποία είναι +υποκάτω του ουρανού. + +Αλλά βεβαίως, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ημείς τουλάχιστον ηθέλομεν +ακούσει μ' ευχαρίστησιν. + +Λέγουν λοιπόν, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η τοιαύτη +γη, εάν κανείς ήθελε την παρατηρήσει από υψηλά, θα τω εφαίνετο ότι +είναι ωσάν μία από τας δωδεκασκύτους σφαίρας (δηλαδή σφαίρας, των +οποίων η έξωθεν επιφάνεια έχει δώδεκα ζώνας διαφόρων χρωμάτων), με +ποικίλα και διάφορα χρώματα χρωματισμένη, των οποίων χρωμάτων, ως και +τα εδώ υπάρχοντα, τα οποία μεταχειρίζονται οι ζωγράφοι, είναι τρόπον +τινά δείγματα. Εκεί δε λέγουν ότι η γη είναι από τοιαύτα χρώματα και +από πολύ ακόμη λαμπρότερα και καθαρώτερα παρά αυτά. Διότι άλλο μεν +μέρος είναι βαθύ κόκκινον και θαυμασίας ωραιότητος, άλλο δε έχει +χρώμα χρυσούν· άλλο δε όσον γίνεται άσπρον, ασπρότερον από γύψον ή +χιόνι και συμπληρώνεται με τον ίδιον τρόπον από τα άλλα χρώματα και +από ακόμη περισσότερα και ωραιότερα παρά όσα ημείς έχομεν ίδει. Διότι +ως και αυτά ακόμη τα βαθουλά μέρη της, τα οποία είναι γεμάτα από +νερόν και αέρα παρουσιάζουν έν είδος χρώματος, διότι γυαλίζουν μέσα +εις τα πολλά και διάφορα άλλα χρώματα, ώστε η θεωρία της να +παρουσιάζηται ωσάν έν αδιάκοπον όλον με πολλά και διάφορα χρώματα. +Εις αυτήν δε την γην, η οποία είναι τοιαύτη, εκείνα τα οποία +φυτρώνουν, βγαίνουν ανάλογα (κατά την τελειότητα), και δένδρα δηλαδή +και άνθη και καρποί και βουνά, όμοια δε πάλιν και αι πέτραι έχουν την +τελειότητα με την ιδίαν αναλογίαν και την διαφάνειαν και τα χρώματα +ωραιότερα· των οποίων και αι εδώ μικραί πέτραι, αι οποίαι πολύ +εκτιμώνται, είναι μικρά κομμάτια, το σάρδιον δηλαδή και οι ιάσπιδες +και οι σμάραγδοι, και όλοι οι τοιούτοι (πολύτιμοι λίθοι)· εκεί δε δεν +υπάρχει τίποτε, το οποίον να μη είναι ωσάν αυτούς και ακόμη +ωραιότερον. Και η αιτία τούτου του πράγματος είναι, ότι εκείναι αι +πέτραι είναι καθαραί και δεν είναι καταφαγωμέναι, ούτε χαλασμέναι από +σαπίλαν και αλμύραν, και από εκείνα, τα οποία έχουν συντρέξει εδώ, +και τα οποία προξενούν ασχημίας και ασθενείας και εις τας πέτρας και +εις την γην και εις τα άλλα και ζώα και φυτά· η δε γη αυτή λέγουν ότι +είναι στολισμένη και με όλα αυτά και ακόμη με χρυσόν και με άργυρον +και με τα άλλα τα παρόμοια επίσης· διότι αυτά τα μέταλλα υπάρχουν +φανερά και είναι πολυάριθμα και μεγάλα και εις όλα τα μέρη της γης· +ώστε το να ίδη κανείς αυτήν είναι από εκείνα όπου βλέπουν οι +ευτυχισμένοι θεαταί. Λέγουν δε, ότι υπάρχουν επάνω εις αυτήν και άλλα +πολλά ζώα και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το +εσωτερικόν της ξηράς, άλλοι δε ολόγυρα εις τον αέρα, καθώς ημείς, +όπου κατοικούμεν ολόγυρα εις την θάλασσαν· άλλοι δε εις νησιά, τα +οποία περιβρέχει ο αήρ, και είναι πλησίον εις την μεγάλην ξηράν και +μ' ένα λόγον εις ό,τι μας χρησιμεύει εδώ, το νερόν και η θάλασσα, +χρησιμεύει εκεί ο αήρ· εις ό,τι δε χρησιμεύει εις ημάς ο αήρ, +χρησιμεύει εις εκείνους ο αιθήρ. Αι δε εποχαί του έτους είναι εις +αυτούς τόσον εύκρατοι (δηλαδή ούτε πολύ ζεσταί ούτε πολύ ψυχραί), ώστε +εκείνοι να μη αρρωστούν, και να ζουν πολύ περισσότερον καιρόν παρά οι +εδώ, και είναι ανώτεροι από ημάς και κατά την όρασιν και κατά την +ακοήν και κατά την νόησιν και καθ' όλα τα τοιαύτα, όσον είναι +ανώτερος ο αήρ από το νερόν, και ο αιθήρ από τον αέρα κατά την +καθαρότητα. Και υπάρχουν λοιπόν εις αυτούς και ιερά δάση και ναοί των +θεών μέσα εις τα οποία είναι πραγματικώς κάτοικοι θεοί και προφητείαι +και μαντείαι και παρουσιάσεις θεών και άλλαι τοιαύται συγκοινωνίαι +συμβαίνουν μεταξύ αυτών και των θεών. Και ότι βεβαίως ο ήλιος και η +σελήνη και τα άστρα βλέπονται από αυτούς καθ' αυτό, όπως είναι +πραγματικώς, και σύμφωνος με αυτά τα πράγματα είναι και η επίλοιπος +ευτυχία των. + +Και λοιπόν όλη αυτή η γη και όσα είναι ολόγυρα εις την γην είναι εκ +φύσεως όπως είπαμεν· ολόγυρα δε εις αυτήν ολόκληρον, εις τα βαθουλά +της μέρη, υπάρχουν πολλοί τόποι· άλλοι βαθύτεροι και περισσότερον +ανοικτοί παρά οι ευρισκόμενοι εδώ όπου κατοικούμεν ημείς· άλλοι δε, +εν ώ είναι βαθύτεροι, έχουν άνοιγμα μικρότερον παρά ο τόπος, όπου +είμεθα ημείς· υπάρχουν δε και μερικοί μικρότεροι κατά το βάθος παρά +οι εδώ και πλατύτεροι· όλοι δε αυτοί (οι βαθείς τόποι) εις πολλά μέρη +είναι τρυπημένοι κάτωθεν και συγκοινωνούν με υπονόμους πλατυτέρας και +στενωτέρας ο ένας με τον άλλον υπογείως και έχουν μέρος που εξέρχεσαι +από τον ένα εις τον άλλον· όπου πολύ μεν νερό τρέχει από τους μεν εις +τους δε, καθώς εις τα σπήλαια των ηφαιστίων και άπειρους ποσότητες +ακαταπαύστων ρευμάτων ποταμών, τα οποία τρέχουν υπογείως, και νερών +ζεστών και κρύων, τρέχει δε και πολλή φωτιά και μεγάλοι ποταμοί +φωτιάς, και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού, άλλου πλέον καθαρού και άλλου +πλέον λασπώδους· καθώς εις την Σικελίαν (εις το ηφαίστειον Αίτναν) οι +ποταμοί του πηλού, οι οποίοι τρέχουν προτήτερα από το ρεύμα της λάβας +και η ιδία η λάβα· από τους οποίους ποταμούς και κάθε τόπος (βαθύς) +γεμίζει, από εκείνους δηλαδή, οι οποίοι ήθελε συμπέσει εις κάθε τόπον +κάθε φοράν να περάσουν και όλα αυτά (τα ρεύματα) ότι κινούνται επάνω +και κάτω ωσάν καμμία κούνια (η οποία να κουνιέται) υπάρχουσα μέσα εις +την γην. Ιδού δε πώς κινείται φυσικά αυτή η κούνια· υπάρχει έν από τα +χάσματα της γης, το μεγαλύτερον άλλως από όλα, το οποίον έχει +τρυπημένην ολόκληρον την γην από το έν άκρον έως εις το άλλο και +είναι εκείνο, το οποίον ο Όμηρος αναφέρει λέγων· «πολύ μακράν, όπου +υπάρχει το βαθύτατον βάραθρον υποκάτω της γης». Το οποίον και εις +άλλα μέρη και εκείνος και πολλοί άλλοι από τους ποιητάς ωνόμασαν +Τάρταρον. Διότι και όλοι οι ποταμοί τρέχουσι μέσα εις αυτό το χάσμα +και όλοι πάλιν από αυτό τρέχουν έξω. Καθείς δε από αυτούς τους +ποταμούς γίνεται τοιούτος, όπως είναι η γη, από την οποίαν περνά. Η +δε αιτία του ότι όλα τα ρεύματα και εξέρχονται από εδώ και τρέχουν +πάλιν εδώ μέσα, είναι ότι αυτό το υγρόν δεν έχει ούτε βυθόν ούτε +στήριγμα. Κρέμαται λοιπόν εις τον αέρα και βράζει αναβαίνον και +καταβαίνον, και ο αήρ και ο άνεμος, όστις είναι ολόγυρα εις αυτό, +κάμνει το ίδιον. Διότι το ακολουθεί και όταν ριφθή εις το εκείθεν της +γης μέρος και όταν ριφθή εις το εδώθεν. Και καθώς ο αήρ εκείνων, οι +οποίοι αναπνέουν, πάντοτε και εξέρχεται (από το στόμα) και εισέρχεται +τρέχων, έτσι και εκεί ο άνεμος υψωνόμενος μαζί με το υγρόν προξενεί +μερικούς ανέμους φοβερούς και απεριγράπτους, και όταν εισέρχηται και +όταν εξέρχηται. Και όταν λοιπόν το νερόν, αφ' ού ορμήση, αποσυρθή εις +τον τόπον, ο οποίος ονομάζεται κάτω, διά μέσου της γης τρέχει μέσα +εις τα μέρη, τα οποία ευρίσκονται εις εκείνα τα ρεύματα και τα +γεμίζει, καθώς όταν εκβάλωμεν νερόν με άντλημα· όταν δε πάλιν φύγη +από εκεί και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ· αυτά δε, αφ' +ού γεμίσουν, τρέχουν διά μέσου των υπονόμων και διά μέσου της γης +και, αφ' ού φθάσουν καθέν εις κάθε τόπον, εις τον οποίον +διευθύνονται, κάμνουν θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και βρύσεις. +Από εδώ δε πάλιν, αφ' ού βυθισθούν κάτω εις την γην, άλλα μεν +περιτρέχουν τόπους μακρυνωτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε +ολιγωτέρους και συντομωτέρους και χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον· +άλλα μεν πολύ, άλλα δε ολίγον παρακάτω του μέρους, από το οποίον +εξήλθον· όλα δε τρέχουν μέσα εις τον Τάρταρον υποκάτω από το μέρος, +από το οποίον εξήλθον. Και μερικά μεν εξήλθον ακριβώς απέναντι του +μέρους, από το οποίον εισέρχονται, μερικά δε από το ίδιον μέρος. +Υπάρχουν δε και μερικά, τα οποία, αφ' ού κάμουν ολόκληρον τον γύρον, +περιτυλιχθούν δηλαδή ολόγυρα εις την γην ή μίαν ή και πολλάς φοράς +καθώς οι όφεις, αφ' ού καταβούν όσον είναι δυνατόν κάτω, χύνονται +πάλιν μέσα εις τον Τάρταρον· είναι δε δυνατόν να καταβούν από το έν +μέρος ή από το άλλο έως εις το μέσον, παρά πέραν όμως όχι. Διότι, από +το έν μέρος και από το άλλο, το μέρος γίνεται ανηφορικόν. + +Τα μεν άλλα ρεύματα λοιπόν είναι πολλά και μεγάλα και κάθε λογής· εις +αυτά δε τα πολλά ρεύματα υπάρχουν τέσσαρα, εκ των οποίων το +μεγαλύτερον, το οποίον τρέχει πλέον έξω από όλα και γύρω γύρω, είναι +ο ονομαζόμενος ωκεανός· ακριβώς δε απέναντι τούτου και τρέχων με +αντίθετον διεύθυνσιν είναι ο Αχέρων, ο οποίος τρέχει και διά μέσου +άλλων ερήμων τόπων και υποκάτω από την γην, τρέχων δε φθάνει εις την +λίμνην Αχερουσιάδα, όπου αι ψυχαί των περισσοτέρων αποθανόντων +φθάνουσι, και αφ' ού μείνωσι μερικούς χρόνους διωρισμένους, άλλαι μεν +περισσοτέρους, άλλαι δε ολιγωτέρους, αποστέλλονται πάλιν (εις τούτον +τον κόσμον), διά να γείνουν ζώα. Τρίτος δε ποταμός χύνεται ανάμεσα +εις τούτους, και κοντά εις το μέρος, όπου πηγάζει, πίπτει μέσα εις +ένα μεγάλον τόπον, όπου κάμνει πολλή φωτιά και κάμνει λίμνην +μεγαλυτέραν από την ιδικήν μας θάλασσαν· εκεί βράζει νερό και πηλός. +Από εδώ δε προχωρεί γύρω θολός και λασπωμένος· περιτυλίσσων δε την +γην φθάνει και εις άλλα μέρη και εις τα άκρα της λίμνης Αχερουσιάδος, +χωρίς ν' ανακατωθή με το νερόν της· αφ' ού δε κάμη πολλούς γύρους +υποκάτω εις την γην, ρίπτεται εις τα παρακάτω από τον Τάρταρον μέρη· +αυτός δε είναι ο ποταμός, τον οποίον ονομάζουν ακόμη Πυριφλεγέθοντα, +του οποίου και τα ρυάκια εις όποιον μέρος της γης τύχωσι φυσώσιν +επάνω κομμάτια του ρεύματος (δηλαδή την λάβαν εις τα ηφαίστεια). +Ακριβώς δε πάλιν αντικρύ με τούτον ο τέταρτος ποταμός πίπτει εις ένα +τόπον κατ' αρχάς φοβερόν και άγριον, καθώς λέγουν· ολόκληρος δ' έχει +χρώμα ωσάν το γαλάζιον· τον οποίον ονομάζουσι Στύγιον· αυτός ο +ποταμός κάμνει την λίμνην Στύγα, χυνόμενος εις αυτήν. Ούτος δε, αφ' +ού πέση μέσα εις αυτήν την λίμνην και λάβη μέσα εις το νερόν της +φοβεράς δυνάμεις, χύνεται τότε εις την γην και προχωρεί +περιτυλισσόμενος κυκλοτερώς κατά διεύθυνσιν εναντίαν του +Πυριφλεγέθοντος, και από το εναντίον μέρος ερχόμενος τον απαντά μέσα +εις την λίμνην Αχερουσιάδα· και ούτε τούτου το νερόν ανακατεύεται με +κανέν άλλο, αλλά και αυτός, αφ' ού περιτριγυρίση κυκλοτερώς, χύνεται +μέσα εις τον Τάρταρον από το απέναντι μέρος του Πυριφλεγέθοντος. Το +όνομά του δε είναι, καθώς λέγουν οι ποιηταί Κωκυτός. + +Αυτά λοιπόν τα πράγματα η φύσις έτσι τα διέταξεν, όταν δε οι +αποθανόντες φθάσωσιν εις τον τόπον, όπου ο άγγελος φέρει τον καθένα, +κατά πρώτον μεν δικάζονται και εκείνοι, οι οποίοι έζησαν καλά και +άγια, και εκείνοι, οι οποίοι δεν έζησαν καλά. Και εκείνοι μεν, οι +οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έχουν ζήσει μέτρια (δηλαδή ούτε καλά ούτε +κακά), αφ' ού πορευθούν εις τον Αχέροντα ποταμόν, αναβαίνουν επάνω +εις πλοιάρια, τα οποία υπάρχουν εκεί δι' αυτούς, και επάνω εις αυτά +ταξειδεύοντες φθάνουν εις την λίμνην και εκεί και κατοικούσι και +ελευθερώνονται καθαριζόμενοι, υποφέροντες τιμωρίας διά τα αδικήματά +των, αν κανείς από αυτούς έπραξε καμμίαν αδικίαν, και λαμβάνουσιν +ανταμοιβάς διά καλά των έργα, ο καθείς σύμφωνα με την αξίαν του. +Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι είναι εις κατάστασιν +αθεράπευτον ένεκα των μεγάλων των σφαλμάτων, διότι έχουν πράξει ή +πολλάς και μεγάλας ιεροσυλίας, ή πολλούς αδίκους και παρανόμους +φόνους, ή άλλας πράξεις του αυτού είδους, η δε αρμόζουσα εις αυτούς +μοίρα τους ρίπτει μέσα εις τον Τάρταρον, όπου δεν εξέρχονται πλέον +ποτέ· εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελε θεωρηθή ότι υπέπεσαν εις σφάλματα, +τα οποία ημπορούν μεν να θεραπευθούν, είναι όμως μεγάλα, διότι +έπραξαν λόγου χάριν ένεκα θυμού καμμίαν βιαίαν πράξιν εναντίον του +πατρός ή της μητρός των και μετανοούντες δι' αυτήν έζησαν την +επίλοιπον ζωήν, ή με κανένα άλλον τοιούτον τρόπον έγειναν φονείς, +είναι αναγκαίον αυτοί να πέσουν μεν μέσα εις τον Τάρταρον, άμα όμως +πέσουν, το κύμα τους εκβάλλει, αφ' ού μένουν εκεί ένα χρόνον, και +τους μεν φονείς φέρει εις τον Κωκυτόν, τους δε πατροκτόνους και +μητροκτόνους εις τον Πυριφλεγέθοντα. Συρόμενοι δε όταν φθάσουν εις +την λίμνην Αχερουσιάδα, εκεί φωνάζουν και προσκαλούν οι μεν πρώτοι +εκείνους, τους οποίους εθανάτωσαν, οι δε άλλοι εκείνους, τους οποίους +προσέβαλον, αφ' ού δε τους προσκαλέσουν, τους ικετεύουν και τους +παρακαλούν να επιτρέψουν εις αυτούς να περάσουν εις την λίμνην και να +τους δεχθούν. Και αν μεν τους καταφέρουν, εξέρχονται εις την ξηράν +και παύουν τα βάσανά των· αν όμως δεν τους καταφέρουν, σύρονται πάλιν +οπίσω εις τον Τάρταρον και από εκεί εκ νέου εις τους ποταμούς· και +δεν παύουν από του να παθαίνουν αυτά έως ότου καταφέρωσιν εκείνους, +τους οποίους ηδίκησαν. Διότι αυτή είναι η τιμωρία, η οποία επεβλήθη +εις αυτούς από τους δικαστάς. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή +ότι έζησαν εξαιρετικώς με αγιότητα, αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι +ελευθερώνονται και λυτρώνονται από τούτους τους τόπους, οι οποίοι +ευρίσκονται εις την γην, ωσάν από φυλακάς, φθάνουν δε επάνω εις την +καθαράν κατοικίαν και ορίζονται να κατοικούν επάνω εις εκείνην την +γην. Από τούτους δε τους ιδίους εκείνοι, οι οποίοι εκαθαρίσθησαν +αρκετά διά της φιλοσοφίας, εις τον κατόπιν καιρόν ζουν όλως διόλου +χωρίς σώματα και φθάνουν εις κατοικίας ακόμη ωραιοτέρας από αυτάς, +τας οποίας ούτε εύκολον είναι ούτε ο καιρός κατά την παρούσαν στιγμήν +μας εξαρκεί να παραστήσωμεν. + +Αλλά πρέπει ένεκα τούτων των λόγων, τους οποίους εξεθέσαμεν, Σιμμία, +να προσπαθώμεν με κάθε τρόπον, ώστε ν' αποκτήσωμεν εν καιρώ της ζωής +μας αρετήν και σοφίαν. Διότι το βραβείον της νίκης είναι ωραίον και η +ελπίς μεγάλη. Το μεν να βεβαιώση κανείς ότι αυτά είναι έτσι, όπως εγώ +τα διηγήθην, δεν αρμόζει εις άνθρωπον, ο οποίος έχει νουν· ότι όμως ή +ταύτα υπάρχουσι πραγματικώς ή κάποια άλλα παρόμοια οία τας ψυχάς μας +και τας κατοικίας των, επειδή βεβαίως η ψυχή φαίνεται ότι είναι +πράγμα αθάνατον, μου φαίνεται ότι τούτο και αρμόζει και αξίζει τον +κόπον να κινδυνεύση κανείς να πιστεύση ότι είναι έτσι. Διότι ο +κίνδυνος είναι ωραίος και χρειάζεται να τραγωδήση κανείς εις τον +εαυτόν του τα τοιαύτα μαγικά τραγούδια. Διά τούτο λοιπόν εγώ από +πολλήν ώραν μακραίνω την μυθολογικήν διήγησιν. Αλλά διά τούτους τους +λόγους λοιπόν πρέπει να έχη πεποίθησιν διά την ψυχήν του εκείνος ο +άνθρωπος, ο οποίος εις το διάστημα της ζωής του τας μεν άλλας +ευχαριστήσεις τας σωματικάς και τους στολισμούς απεχαιρέτισε, διότι +είναι ξένοι δι' αυτόν, και επειδή ενόμισεν ότι αυτοί προξενούν εις +αυτόν το κακόν, επεδίωξε δε τας ευχαριστήσεις της μαθήσεως, και αφού +εστόλισε την ψυχήν του όχι με στολισμόν ξένον, αλλά με τον ιδικόν +της, δηλαδή με εγκράτειαν, και δικαιοσύνην, και ανδρείαν, και +ελευθερίαν, και αλήθειαν, τοιουτοτρόπως περιμένει το ταξείδιον διά +τον τόπον του Άδου, διά να υπάγη εκεί, όταν η ειμαρμένη τον καλέση. +Σεις μεν λοιπόν, είπε, Σιμμία και Κέβη, και οι άλλοι καθείς με την +σειράν του εις κάποιον καιρόν θα κάμητε το ταξείδιον τούτο· η δε +ειμαρμένη, καθώς θα έλεγεν είς ποιητής τραγικός (26), προσκαλεί τώρα +εμέ και επάνω κάτω είναι η ώρα μου να διευθυνθώ εις το λουτρόν. Διότι +είναι καλύτερον βέβαια να πίω το δηλητήριον, αφού λουσθώ, και να μη +δώσω ενόχλησιν εις τας γυναίκας. + +Αφ' ού λοιπόν αυτός είπε ταύτα, ο Κρίτων είπεν· Έστω, ω Σώκρατες. Τι +δε παραγγέλλεις εις τούτους ή εις εμέ, ή διά τα παιδία σου ή διά +κανέν άλλο πράγμα, το οποίον ημπορούμεν να κάμωμεν διά σε, διά να σ' +ευχαριστήσωμεν; + +Ημπορείτε να κάμητε εκείνα, τα οποία λέγω πάντοτε, Κρίτων, είπεν ο +Σωκράτης· κανέν νεώτερον δεν έχω να προσθέσω, ότι δηλαδή σεις +φροντίζοντες διά τον εαυτόν σας θα πράξητε εκείνα, τα οποία θα +πράξητε, ώστε να είναι ευχάριστα και εις εμέ και εις τους ιδικούς μου +και εις τους εαυτούς σας, και αν ακόμη δεν το υποσχεθήτε τώρα· αν δε +αμελήτε τον εαυτόν σας και δεν θέλητε να ζήτε σύμφωνα με εκείνα, τα +οποία τώρα και εις τον προηγούμενον καιρόν είπομεν ωσάν με +παραδείγματα, και πολλά αν υποσχεθήτε εις τον παρόντα καιρόν και +δυνατά, τίποτε περισσότερον δεν θα κάμητε. + +Θα βαλθώμεν λοιπόν με την καρδίαν μας να κάμωμεν αυτά έτσι, είπεν ο +Κρίτων. Με ποίον δε τρόπον να σε θάψωμεν; + +Όπως θελήσητε, είπεν ο Σωκράτης· αν όμως με πιάσητε και δεν σας +ξεφύγω. Αφ' ού δε συγχρόνως εγέλασε με γλυκύ χαμόγελον και μας +εκύτταξεν, είπεν: + +Δεν ημπορώ να καταπείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο +Σωκράτης, ο οποίος συνομιλεί τώρα και θέτει εις τάξιν κάθε πράγμα, το +οποίον λέγει, αλλά νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, τον οποίον έπειτα +θα ίδη από ολίγον αποθαμμένον, και διά τούτο ερωτά πώς να με θάψη. +Ότι λοιπόν εγώ από πολύν καιρόν έκαμα πολύν λόγον, ότι, αφ' ού πίω το +δηλητήριον, δεν θα μένω πλέον πλησίον σας, αλλά θα υπάγω να κατοικήσω +εις τας κατοικίας της ευτυχίας, όπου κατοικούν οι μακάριοι, μου +φαίνεται ότι είπον ουχί ανωφελώς, διά να παρηγορήσω από το έν μέρος +σας και από το άλλο τον εαυτόν μου. Γίνετε λοιπόν εγγυηταί μου προς +τον Κρίτωνα, είπε, δίδοντες εις αυτόν εγγύησιν εναντίαν προς εκείνην, +την οποίαν αυτός έδωκε προς τους δικαστάς. Διότι ούτος μεν υπεσχέθη +(εις τους δικαστάς), ότι εγώ τω όντι θα μείνω και δεν θα φύγω· σεις +δε εγγυηθήτε, ότι τω όντι δεν θα μείνω, αφ' ού αποθάνω, αλλά θα πάρω +να φύγω, διά να υποφέρη ευκολώτερα ο Κρίτων την λύπην και να μη +αισθάνηται θλίψιν προς χάριν μου βλέπων ότι παθαίνω μερικά φοβερά +πράγματα· βλέπων δηλαδή το σώμα μου ή να καίηται ή να χώνηται μέσα +εις την γην, ούτε να λέγη εν καιρώ της κηδείας μου ότι, ή εκθέτει τον +Σωκράτην, ή εκφέρει τον Σωκράτην, ή θάπτει τον Σωκράτην. Διότι ήξευρε +καλά, είπεν ο Σωκράτης, κάλλιστε Κρίτων, ότι το να μη εκφράζηται +κανείς καλά δεν είναι μόνον αυτό καθ' εαυτό σφάλμα, αλλά προξενεί και +βλάβην εις τας ψυχάς. Αλλά πρέπει και γενναιότητα να έχω και να σου +είπω να θάψης το σώμα μου και να το θάψης όπως σου αρέση καλύτερα και +όπως νομίσης ότι ήθελεν είναι περισσότερον σύμφωνον με τους νόμους. +Αφ' ού είπεν αυτά, εκείνος μεν εσηκώθη να υπάγη εις έν δωμάτιον, διά +να λουσθή, και ο Κρίτων τον ηκολούθει· επεριμένομεν λοιπόν +συνομιλούντες μεταξύ μας δι' όσα είχον λεχθή και εξετάζοντες αυτά +πάλιν και τότε δε αναφέροντες πόσον μεγάλην συμφοράν θα πάθωμεν, +νομίζοντες αληθώς ότι θα περάσωμεν την μετά ταύτα ζωήν ορφανοί, ωσάν +να εχάσαμεν πατέρα. Αφ' ού δε ελούσθη, έφεραν προς αυτόν και τα +παιδία του (διότι είχε δύο υιούς μικρούς και ένα μεγάλον), έφθασαν δε +αι γυναίκες της οικογενείας του, και αφ' ού συνωμίλησε με εκείνας +ενώπιον του Κρίτωνος και παρήγγειλεν εις αυτάς εκείνα, τα οποία +ήθελε, τας μεν γυναίκας και τα παιδία διέταξε ν' αναχωρήσωσιν, ο +ίδιος δε ήλθε πλησίον μας και επλησίαζε πλέον το βασίλευμα του ηλίου, +διότι έμεινε μέσα πολύν καιρόν. Αφ' ού δε ήλθεν, εκάθισε λουσμένος +και κατόπιν δεν είπε πλέον πολλάς ομιλίας. Και ο υπηρέτης των Ένδεκα +ήλθε, και σταθείς πλησίον του είπεν Ω Σώκρατες, δεν θα σε καταδικάσω +δι' εκείνο, διά το οποίον καταδικάζω άλλους, ότι θυμώνουν εναντίον +μου και με καταρώνται, όταν παραγγέλλω εις αυτούς να πίωσι το +δηλητήριον, εν ώ με υποχρεώνουν οι άρχοντες να κάμω τούτο· εγώ και +από άλλα σε εγνώρισα εις το διάστημα του καιρού τούτου, ότι είσαι +γενναιότατος και γλυκύτατος και ο κάλλιστος άνθρωπος από όσους έως +τώρα ήλθον εδώ· και λοιπόν και τώρα καλώς γνωρίζω, ότι δεν +δυσαρεστείσαι εναντίον μου, επειδή γνωρίζεις ποίοι είναι οι αίτιοι· +αλλά με εκείνους. Τώρα λοιπόν, διότι ηξεύρεις εκείνο, το οποίον ήλθα +να σου αναγγείλω, χαίρε και προσπάθησον να υποφέρης όσον το δυνατόν +γενναιότερον εκείνο, το οποίον δεν ημπορείς ν' αποφύγης. Και +συγχρόνως, αφ' ού εδάκρυσεν, εγύρισεν από το άλλο μέρος και ανεχώρει. +Και ο Σωκράτης, ρίψας έν βλέμμα προς αυτόν, και συ, χαίρε, είπε· και +ημείς θα πράξωμεν αυτά (τα οποία παρήγγειλας). Και συγχρόνως στρέψας +προς ημάς είπε· Πόσον φιλόφρων(27) είναι ο άνθρωπος αυτός· και εις +όλου του καιρού αυτού το διάστημα μ' επλησίαζε, και συνωμίλει κάποτε +μαζί μου και ήτο ο καλύτερος άνθρωπος και τώρα με πόσον γενναίαν +καρδίαν με κλαίει. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτων, ας υπακούσωμεν εις αυτόν +και ας φέρη κανείς το δηλητήριον, εάν έχη τριφθή· εάν δε όχι, ο +άνθρωπος, ας το τρίψη. + +Και ο Κρίτων είπεν· Αλλ' εγώ νομίζω, ω Σώκρατες, ότι είναι ακόμη +ήλιος επάνω εις τα βουνά και ακόμη δεν έχει βασιλεύσει· και συγχρόνως +ηξεύρω και άλλους, οι οποίοι το πίνουν πολύ αργά, αφ' ού δοθή εις +αυτούς η παραγγελία και αφ' ού δειπνήσουν και πίουν πολύ καλά και +μερικοί μάλιστα αφ' ού συνευρεθούν με εκείνους, τους οποίους ήθελον +επιθυμήσει· αλλά διόλου μη βιάζησαι, διότι υπάρχει ακόμη καιρός. + +Και ο Σωκράτης είπεν· Ευλόγως, βέβαια, ω Κρίτων, εκείνοι, τους +οποίους συ λέγεις, κάμνουν αυτά· διότι νομίζουν ότι, να κάμουν αυτά, +θα κερδίσουν και εγώ βέβαια ευλόγως δεν θα κάμω αυτά· διότι νομίζω +ότι, αν πίω ολίγον υστερώτερα, τίποτε άλλο δεν θα κερδίσω παρ' ό,τι +θα γείνω γελοίος εις τον εαυτόν μου επιθυμών την ζωήν και λυπούμενος +έν πράγμα, το οποίον δεν είναι τίποτε. Αλλ' έλα, είπε, υπάκουσε και +μη κάμης αλλέως. + +Και ο Κρίτων, άμα ήκουσε τούτο, έκαμε νεύμα εις τον υπηρέτην, ο +οποίος έστεκε πλησίον και ούτος, αφ' ού εξήλθε και έλειψε πολλήν +ώραν, ήλθεν οδηγών εκείνον, ο οποίος έμελλε να δώση το δηλητήριον και +το έφερε τριμμένον μέσα εις έν ποτήριον. Ο δε Σωκράτης, άμα είδε τον +άνθρωπον, είπεν· Έστω, φίλτατε, ειπέ μοι (διότι συ ηξεύρεις αυτά τα +πράγματα) τι πρέπει να κάμω. + +Τίποτε άλλο, είπεν εκείνος, παρά αφού το πίης να περιφέρησαι, έως να +αισθανθής βάρος εις τα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσης και έτσι αυτό +θα ενεργήση. Και συγχρόνως επρόσφερε το ποτήριον εις τον Σωκράτην. +Και αυτός, αφού το έλαβε και παρά πολύ γαλήνιος, Εχεκράτη, χωρίς +διόλου να τρέμη, ούτε ν' αλλάξη το χρώμα του, ούτε η όψις του +προσώπου του, αλλά καθώς συνήθιζε, κυττάξας με σταθερότητα προς τον +άνθρωπον είπε· Τι λέγεις δι' αυτό το ποτόν, επιτρέπεται να κάμωμεν +σπονδήν από αυτό εις κάποιον ή όχι; + +Τρίβομεν τόσον, ω Σώκρατες, είπεν, όσον νομίζομεν ότι είναι αρκετόν, +διά να πίη κανείς. + +Εκατάλαβα, είπεν ο Σωκράτης, αλλ' ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει +να ευχηθή κανείς εις τους θεούς η αλλαγή της κατοικίας απ' εδώ εις τα +εκεί να γείνη ευτυχής· το οποίον και εγώ εύχομαι λοιπόν και άμποτε να +γείνη κατ' αυτόν τον τρόπον. Και άμα είπεν αυτούς τους λόγους +εσταμάτησε και το έπιεν όλον με πολλήν ευκολίαν και ηρεμίαν. Και οι +περισσότεροι από ημάς έως εκείνην την στιγμήν αρκετά ημπόρεσαν να +κρατήσουν τα δάκρυα των· αλλά, άμα τον είδομεν να το πίνη και να το +τελειώση, δεν ημπορέσαμεν πλέον να κρατηθώμεν. Αλλ' εναντίον βεβαίως +της θελήσεώς μου τα δάκρυα επήραν δρόμον αφθόνως, ώστε σκεπάσας με +τον μανδύαν το πρόσωπον έκλαια ελευθέρως τον εαυτόν μου, διότι δεν +έκλαιον βεβαίως εκείνον, αλλά την κακήν μου τύχην, σκεπτόμενος ποίον +άνδρα φίλον έχανα. Ο δε Κρίτων ακόμη προτήτερα από εμέ, επειδή δεν +ήτο ικανός να κρατήση τα δάκρυα, εξήλθεν. Ο δε Απολλόδωρος και +προηγουμένως δεν έπαυε διόλου από του να κλαίη, και τώρα, αφ' ού +εξέβαλε δυνατόν βογγητόν κλαίων και στενάζων, έκαμεν όλους τους +παρευρισκομένους να κλαίουν, εκτός μόνου του Σωκράτους. Εκείνος δε +είπε· Τι είναι αυτά όπου κάμνετε, παράξενοι άνθρωποι; Αλλ' εγώ προ +πάντων δι' αυτήν την αιτίαν (δηλαδή διά να μη κλαίουν) έδιωξα τας +γυναίκας, διά να μη κάμνουν τοιαύτα σφάλματα· διότι έχω ακούσει ότι +πρέπει κανείς να ξεψυχά εν τω μέσω καλών λόγων. Αλλά ησυχάσατε, +παρακαλώ, και δείξατε γενναιότητα. Και ημείς, άμα ηκούσαμεν αυτά, +εντράπημεν και εκρατήσαμεν τα δάκρυά μας. Εκείνος δε, αφ' ού +περιεπάτησε, μόλις είπεν ότι αισθάνεται βάρος εις τα σκέλη, +επλάγιασεν ανάσκελα, διότι ο άνθρωπος έτσι διέταξε να κάμη· και +συγχρόνως αυτός, ο οποίος έδωκε το δηλητήριον, εγγίζων αυτόν, αφ' ού +επέρασεν ολίγος καιρός, εξήταζε τους πόδας και τα σκέλη του και +έπειτα πιέσας δυνατά τον πόδα του τον ηρώτησεν αν αισθάνεται· εκείνος +δε είπεν ότι όχι· κατόπιν επίεσε τας κνήμας του και προχωρών εις τα +επάνω μέρη του σώματος με πιέσεις εδείκνυε το σώμα του και εις ημάς +ότι εκρύωνε και επάγωνε το σώμα. Και ο ίδιος ήγγισε πάλιν και είπεν +ότι, όταν φθάση το ψύχος εις την καρδίαν, τότε θ' αποθάνη. Τώρα πλέον +τα πέριξ της κάτω κοιλίας μέρη του σχεδόν εκρύωσαν· και ξεσκεπασθείς, +διότι ήτο σκεπασμένος, είπε τους τελευταίους του λόγους· Ω Κρίτων, +είπε, χρεωστούμεν ένα πετεινόν εις τον Ασκληπιόν· πληρώσατε λοιπόν το +χρέος και μη αμελήσητε (28). + +Αλλ' αυτά θα γείνουν, είπεν ο Κρίτων κύτταξε όμως μήπως έχης τίποτε +άλλο να παραγγείλης. Ενώ δε αυτός έκαμεν αυτήν την ερώτησιν, ο +Σωκράτης δεν απεκρίθη πλέον τίποτε. Αλλ' αφ' ού επέρασεν ολίγος +καιρός εκινήθη, και ο άνθρωπος εξεσκέπασεν αυτόν. Και είχε τα μάτια +του προσηλωμένα ακίνητα· ο δε Κρίτων, καθώς είδε τούτο, του έκλεισε +και το στόμα και τα μάτια. + +Τοιούτον μας υπήρξεν, Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, του +καλυτέρου, καθώς ημείς ημπορούμεν να βεβαιώσωμεν, ανδρός, και αφ' +ετέρου του σοφωτάτου και δικαιοτάτου από όλους τους τότε, όσους +εγνωρίσαμεν. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + + +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν +ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν +συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη +(Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, +στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, +στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, +Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, +Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου +τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην +Ελλάδα. + +Φαίδων είναι υψηλή και μεγάλη μελέτη περί ψυχής. Εν μέσω των μαθητών +του ο Σωκράτης εις τας τελευταίας ώρας της ζωής του διδάσκει με +ηρεμίαν και γαλήνην τον θείον προορισμόν του ανθρώπου και προσάγει, +ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της μετά θάνατον ζωής. Η λιτή δραματική +αφήγησις του διά κωνείου θανάτου του Σωκράτους εις το τέλος του +διαλόγου είναι μία από τας θαυμασιωτέρας σελίδας της παγκοσμίου +φιλολογίας. Η μετάφρασις πιστή και σαφής υπό του κ. Αρ. Χαροκόπου. + +ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ + +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. +ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506 + +ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10 + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ + + + +1) Ο Φαίδων κατήγετο εξ Ήλιδος και ήτο είς των καλυτέρων του +Σωκράτους και του Πλάτωνος φίλων. Νέον ακόμη τον συνέλαβον πειραταί +και εξηγόρασε παρ' αυτών τούτον ο Σωκράτης, του οποίου εγένετο μετά +τούτο μαθητής. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του επέστρεψεν εις την +Ήλιδα και συνέστησε την καλουμένην Ερετριακήν φιλοσοφικήν σχολήν. — Ο +Εχεκράτης δε ήτο εκ της Φλιούντος πόλεως της Σικυωνίας, αναφερόμενος +και ως οπαδός του φιλοσόφου Πυθαγόρου. + +2) Ο Σωκράτης, καθώς αναφέρει ο Ξενοφών, έπιε το κώνειον τριάκοντα +ημέρας μετά την εις θάνατον καταδίκην του. + +3) Μίνως ο β', βασιλεύς της Κρήτης, εκδικούμενος τους Αθηναίους +θανατώσαντας τον υιόν αυτού Ανδρόγεων, επολιόρκησε τας Αθήνας και +συγκατετέθη να λύση την πολιορκίαν μόνον, αφού οι Αθηναίοι ανέλαβον +την υποχρέωσιν να πέμπουν εις Κρήτην κατ' έτος επτά νέους και επτά +νέας προς τροφήν του Μινωταύρου, τέρατος κατά το ήμισυ βοός και κατά +το έτερον ήμισυ ανθρώπου, κλεισμένου δε εντός του αδιεξόδου +λαβυρίνθου. Η υποχρέωσις αύτη εξετελέσθη πιστώς επί δύο έτη, κατά δε +το τρίτον έτος, ο Θησεύς, υιός του βασιλέως των Αθηνών Αιγέως, +εκουσίως περιληφθείς μεταξύ των επτά νέων, απήλλαξε του φόρου τούτου +την πατρίδα του φονεύσας τον Μινώταυρον και επανελθών σώος μετά των +συντρόφων του. + +4) Θεωρία εκαλείτο θρησκευτική αποστολή θυσίας μετά επισήμου +πρεσβείας εις τον εν τη νήσω Δήλω φημιζόμενον ναόν του Απόλλωνος. + +Η θεωρία ήρχιζε με διακόσμησιν διά στεφάνου της πρύμνης του +αποσταλησομένου πλοίου. + +5) Εκ των παρευρεθέντων κατά τας τελευταίας του Σωκράτους στιγμάς +πολλοί εγένοντο ιδρυταί ή πεφημισμένοι οπαδοί Φιλοσοφικών σχολών. Ο +Αθηναίος Αισχίνης ήτο πεφημισμένος του Σωκράτους οπαδός. Ό Αντισθένης +εγένετο ιδρυτής της σχολής των Κυνικών. Ο Μενέξενος εν διαλόγω του +Πλάτωνος φέροντι το όνομά του εξαίρεται διά την φιλοπατρίαν του. Ο +Σιμμίας και ο Κέβης φέρονται ως ονομαστοί Σωκρατικοί· ο τελευταίος +μάλιστα συνέγραψε τον «Πίνακα» αλληγορίαν έξοχον της ανθρωπίνης ζωής. +Ο Ευκλείδης και ο Τερψίων ήσαν Μεγαρείς. Ο Ευκλείδης την εριστικήν +καλουμένην φιλοσοφικήν σχολήν του Ξενοφάνους μετωνόμασε Μεγαρικήν, +τόσον δε πόθον είχε ν' ακροάται, της διδασκαλίας του Σωκράτους, ώστε +καταδικαζομένου εις θάνατον παντός Μεγαρέως τολμώντος να έλθη εις +Αθήνας διά νόμου, αυτός ήρχετο ενδυμένος γυναικεία, ίνα μη τον +αναγνωρίζουν. Ο Αρίστιππος εγένετο αρχηγός της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής +Σχολής. Είναι ο πρώτος εκ των Σωκρατικών, όστις απήτει δίδακτρα παρά +των ακροατών της διδασκαλίας αυτού, κατηγορήθη δ' ως φιλήδονος και +χαμερπής κόλαξ εν τη αυλή του τυράννου της Σικελίας Διονυσίου. Ο +Πλάτων ομιλεί ενταύθα δηκτικώς περί αυτού και του εξ Αμβρακίας +Κλεομβρότου, διότι ενώ διέμενον πλησίον των Αθηνών, δεν έσπευσαν κατά +την τελευταίαν και κρίσιμον στιγμήν, ως είχον καθήκον, προς τον +διδάσκαλον αυτών. Λέγουσι μάλιστα, ότι ο Κλεόμβροτος αναγνούς τον +Φαίδωνα ερρίφθη αφ' υψηλού εις την θάλασσαν και επνίγη. + +6) Η μεταφορά αύτη λαμβάνεται εκ του αποτελέσματος του παραγομένου εκ +δύο σχοινιών συνδεδεμένον εχόντων το τελευταίον άκρον του ενός μετά +του πρώτου του ετέρου, διαπεπερασμένων δε επί τροχαλίας, ώστε +συρομένου του ενός συμπαρασύρεται και το έτερον. + +7) Ο εκ Κρότωνος της Ιταλίας Φιλόλαος υπήρξε μαθητής του εκ Τάραντος +Αρχύτα και κατ' ακολουθίαν οπαδός του Πυθαγόρου, επληροφορήθη δε περί +αυτού ο Πλάτων διατριβών εν Ιταλία. Οι Πυθαγόρειοι επρέσβευον ότι δεν +επιτρέπεται η αυτοκτονία. Ο Φιλόλαος εδίδαξεν έπειτα και εν Θήβαις, +ένθα ο Σιμμίας και ο Κέβης ηκροάσαντο των διδασκαλιών αυτού. + +8) Λέγων ο Σωκράτης ότι ο θάνατος είναι απλούν, δηλ. πάντοτε και διά +πάντας μόνον αγαθόν, κατ' αντίθεσιν προς άλλα, οίον την νόσον, τον +γάμον κτλ., τα οποία δι' άλλους είναι αγαθόν και δι' άλλους κακόν, +νοεί τον απόλυτον θάνατον, δηλ. τον χωρισμόν της ψυχής από παντός εν +γένει υλικού στοιχείου και από πάσης εν γένει υλικής επιδράσεως, την +τελείαν δηλαδή αυτής απομόνωσιν και καθαρότητα. + +9) Υπονοεί ενταύθα ο Σωκράτης τας μυστικάς διδασκαλίας τας γενομένας +εις τα μυστήρια του Ορφέως και της Δήμητρος, τας οποίας μόνον οι +μεμυημένοι ήκουον, τηρούντες αυτάς απολύτως μυστικάς, και διά τούτο +απόρρητα εκαλούντο και τα μυστικά δόγματα της σχολής του Πυθαγόρου. + +10) Το φάρμακον έδιδεν ο υπό τας διαταγάς των ένδεκα δούλος, τον +οποίον εκάλουν και δημόσιον ή δήμιον. + +Ο υπηρέτης παραγγέλλει εις τον Σωκράτην μετά την λήψιν του κωνείου να +μη ομιλή, μήτε να κινήται διά να μη, θερμανθέντος του σώματος, γίνη +πέψις του φαρμάκου και δεν επέλθη ο θάνατος εξ αυτού. + +11) Ποιητάς ενταύθα εννοεί τον Παρμενίδην, Εμπεδοκλέα και Επίχαρμον, +οι οποίοι πρεσβεύουν ότι διά των αισθήσεων ουδεμίαν ακριβή γνώσιν +λαμβάνομεν. Ο Επίχαρμος έλεγε· «Νους ορά και νους ακούει, τα δ' άλλα +πάντα κωφά και τυφλά». + +12)Φλυαρίαν ονομάζει ο Πλάτων παν το περιττόν και εν λόγοις και εν +έργοις. + +13) Ο καθαρμός ήτο η πρώτη πράξις της μυήσεως εις τα μυστήρια, η β' +ήτο η της τελετής παράδοσις, η γ' η εποπτεία, η δ' η ανάθεσις και +επίδεσις στεμμάτων, η ε' το θεοφιλές και η θεοίς συνδίαιτος +ευδαιμονία. + +14) Δες κατωτέρω + +15) Αυτή και η ανωτέρω υποσημείωση είναι παρωδία στίχων του Ορφέως, ο +οποίος λέγει δι' αυτών ότι «όστις δεν λάβη μέρος εις την τελετήν των +μυστηρίων θα ευρίσκεται κάτω ωσάν μέσα εις λάσπην» και ότι «πολλοί +μεν είναι οι κρατούντες ράβδον (ναρθηκοφόροι)», οι παριστάμενοι δηλ. +εις τα μυστήρια, «ολίγοι δε οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων +(Βάκχοι)». Νάρθηξ είναι η ράβδος, την οποίαν εκράτουν εις τα +μυστήρια, Βάκχοι δ' εκαλούντο οι τελείως μεμυημένοι, οι ιερείς +γενόμενοι των μυστηρίων. + +16) Ο Αναξαγόρας επρέσβευεν ότι όλα τα στοιχεία απετέλουν εν αρχή +μίγμα συγκεχυμένον, εις το οποίον το πνεύμα κατόπιν επήνεγκε την +τάξιν. «Ομού, λέγει, πάντα χρήματα ην, νους δε αυτά διείλε και +διεκόσμησε». + +17) Οι αρχαίοι έκειρον τας τρίχας εις ένδειξιν πένθους αντιθέτως από +σήμερον. + +18) Ο πορθμός του Ευρίπου λέγουσιν ότι επτάκις της ημέρας είχε +παλίρροιαν και άμπωτιν. + +19) Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ιδίως ο Αναξαγόρας και ο Αρχέλαος εφρόνουν +ότι τα ζώα έγειναν «εξ υγρού τε και θερμού και γεώδους». Ο Αρχέλαος +έλεγε «δύο αιτίας είναι της γενέσεως, θερμόν και ψυχρόν». + +20) Προ του Αναξαγόρου, ο Αναξίμανδρος εφρόνει ότι η γη είναι +επίπεδον, ο δε Αναξιμένης ότι είναι στρογγύλη. + +21) Η γνώμη των Ιώνων και Ελεατών φιλοσόφων είναι ότι η γη ευρίσκεται +εν τω μέσω του κόσμου. + +22) Οι φίλοι του συνεβούλευον τον Σωκράτη να φύγη εις τα Μέγαρα ή την +Βοιωτίαν. + +23) Η μετενσάρκωσις υπεστηρίζετο και υπό του φιλοσόφου Εμπεδοκλέους + +24) «Ουχ η Γλαύκου τέχνη» είναι ελληνική παροιμία λεγομένη διά τα μη +έχοντα ανάγκην ευφυίας και ετοιμότητος διά να εκτελεσθώσιν. Άγνωστος +είναι η προέλευσίς της. + +25) Γενικώς τότε επιστεύετο ότι η Ευρώπη εξετείνετο μέχρι του Φάσιδος +ποταμού προς Ανατολάς. + +26) Υπαινίσσεται χωρίον τι της Αλκήστιδος του Ευριπίδου, το εξής: + + «Ορώ δίκωπον ορώ σκάφος [εν λίμνα], + νεκύων δε πορθμεύς + έχων χέρ' επί κοντώ Χάρων μ' ήδη καλεί· τι μέλλεις; + + Επείγου· συ κατείργεις. + τάδε τοι με σπερχόμενος ταχύνει. + +27) «Αστείος» γίνεται εκ του «άστυ», το οποίον σημαίνει πόλις. +Αστείοι ελέγοντο οι ευγενείς τους τρόπους, οι φιλόφρονες και +χαρίεντες, οίοι είναι οι μάλλον πολιτισμένοι κάτοικοι των πόλεων. + +28) Είναι αστεϊσμός του Σωκράτους κατά τας τελευταίας του στιγμάς, +δι' ου θέλει να εκφράση ότι ελευθερούμενος υπό του θανάτου από πάντων +των εν ανθρώποις δεινών και ιατρευόμενος ούτως οριστικώς οφείλει να +εκφράση την ευγνωμοσύνην του προς τον θεόν της Ιατρικής προσφέρων +αυτώ την συνήθη θυσίαν. + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Phaedo, by Plato + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PHAEDO *** + +***** This file should be named 34874-0.txt or 34874-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/4/8/7/34874/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
