summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/34874-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:02:33 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:02:33 -0700
commit70cfc80cd2a83186416d65ca5c5c0c0276da5f3d (patch)
treea2e3c321b904077afc2b5f6d20bee5ab679d85e5 /34874-0.txt
initial commit of ebook 34874HEADmain
Diffstat (limited to '34874-0.txt')
-rw-r--r--34874-0.txt4551
1 files changed, 4551 insertions, 0 deletions
diff --git a/34874-0.txt b/34874-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..73af66b
--- /dev/null
+++ b/34874-0.txt
@@ -0,0 +1,4551 @@
+The Project Gutenberg EBook of Phaedo, by Plato
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Phaedo
+
+Author: Plato
+
+Translator: Aristeidis Harokopos
+
+Release Date: January 7, 2011 [EBook #34874]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PHAEDO ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Endnotes notation was by page and number and has
+been converted to simple numbering. Words with bold
+characters are enclosed in &. One word inthe text appears
+to be erased. I have indicated it with [??].
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Η αρίθμηση των υποσημειώσεων στο τέλος του βιβλίου
+ήταν κατά σελίδα και αλλάχτηκε σε απλή αρίθμηση. Λέξεις με
+έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Μία λέξη στο κείμενο
+φαίνεται σβησμένη και την υποδηλώνω με [??].
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+ΦΑΙΔΩΝ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1910
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+ΦΑΙΔΩΝ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΑΡ. ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΏΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1910
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Ο «Φαίδων», αριστούργημα του δαιμονίου της αρχαιότητος φιλοσόφου
+Πλάτωνος, δεν είναι καθαρώς διάλογος. Είναι καλλιτέχνημα
+αποτελούμενον εκ διηγήσεως, συζητήσεων και μύθου. Κατά την εξέλιξιν
+της δραματικωτάτης σκηνής του θανάτου του διδασκάλου αυτού και
+μεγίστου των αρχαίων σοφών Σωκράτους ο συγγραφεύς παρεμβάλλει
+συζητήσεις και καταλήγει εις λύσεις δυσκόλων και υψηλών ζητημάτων
+αναγομένων εις την σφαίραν της ψυχολογίας, της ηθικής και της
+μεταφυσικής.
+
+Σκοπός του συγγραφέως προδήλως είναι ν' απεικονίση δια των ζωηροτέρων
+χρωμάτων την έξοχον μορφήν, το μεγαλείον της διανοίας και της ψυχής
+του Σωκράτους, διατυπών άμα και τας υψηλοτέρας ιδέας και γνώμας του
+φιλοσοφικού αυτού συστήματος. Δια τούτου όμως παρέχει τελείαν εικόνα
+και της ιδίας αυτού μεγαλοφυίας, σοφίας και απαραμίλλου καλαισθησίας.
+
+Παριστά τον νεαρόν του Σωκράτους μαθητήν Φαίδωνα, ο οποίος παρευρέθη
+εν τη φυλακή κατά την τελευταίαν της ζωής του διδασκάλου του ημέραν
+υπό το κράτος ακόμη βαθείας συγκινήσεως αφηγούμενον εις τον εκ
+Φλιούντος μη παραγενόμενον κατά την ημέραν εκείνην έτερον μαθητήν του
+Σωκράτους Εχεκράτην παν ό,τι εγένετο και ελέχθη κατά την αλησμόνητον
+εκείνην ημέραν παρ' αυτού και των παρευρεθέντων πιστών αυτώ μαθητών,
+τα κατά τας τελευταίας αυτού στιγμάς και την ατάραχον και γαλήνιον
+του βίου του τελευτήν. Η αφήγησις άρχεται από της στιγμής της εισόδου
+αυτών εν τη φυλακή, καθ' ην λύουσι τον Σωκράτην των δεσμών διαταγή
+[δοτική] των Ένδεκα, αρχόντων της φυλακής, και του επιτρέπουσι να
+διαθέση ελευθέρως την τελευταίαν του ημέραν μέχρι της δύσεως του ηλίου,
+ότε έμελλε να πίη το κώνειον.
+
+Παρουσιάζει ως εν εικόνι κατά την στιγμήν εκείνην τους φίλους αυτού
+περιστοιχίζοντας εν προφανεί πένθει την κλίνην, εφ' ης ο μέγας
+φιλόσοφος εκάθητο, και μετά θρησκευτικής ευλαβείας συζητούντας μετ'
+αυτού και ακροωμένους των σοφών αυτού και υψηλών σκέψεων εν τελεία
+αταραξία και γαλήνη ψυχής ομιλούντος.
+
+Η ομιλία περιστρέφεται επί του εξής ζητήματος: «υπάρχει εντός ημών
+έτερον τι, εντελώς διάφορον και διακεκριμένον του ημετέρου σώματος,
+όπερ μετά τον θάνατον τούτου επιζή αυτού και παραμένει αναλλοίωτον
+και αιώνιον;». Τούτο δ' αποτελεί και το πρώτον και μεγαλύτερον του
+διαλόγου μέρος. Εις το δεύτερον δ' αυτού μέρος ο Πλάτων αναγράφει όσα
+είπεν ο Σωκράτης διαλεγόμενος περί των κυκλοφορουσών μεταξύ των
+ανθρώπων δοξασιών &περί της μελλούσης ζωής της ψυχής ημών προσθείς
+ότι, αν αύται δεν είναι πάσαι επιδεκτικαί φιλοσοφικών αποδείξεων, δεν
+δύναται όμως και να αρνηθή απολύτως παν κύρος αυτών.&
+
+Μεταφράσαντες το αθάνατον του Πλάτωνος έργον χάριν των πολλών
+οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι απεβλέψαμεν ιδίως εις την σαφήνειαν,
+εις το πώς δηλαδή να υπερνικήσωμεν τας κολοσσαίας όντως δυσκολίας του
+εγχειρήματος καθιστώντες το κείμενον όσον ήτο δυνατόν καταληπτόν. Δια
+τούτο πολλαχού παρείδομεν και αυτάς της αρμονίας και καλλιεπείας τας
+απαιτήσεις, παρεθέσαμεν δε και εντός μεν παρενθέσεων συντόμους
+επεξηγήσεις και διασαφήσεις, εν τέλει δε του παρόντος τας απολύτως
+αναγκαίας σημειώσεις.
+ Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ
+
+
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+
+ΦΑΙΔΩΝ
+(ή περί ψυχής)
+
+Διάλογος εις τον εν Σικυωνία Φλιούν
+
+ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
+
+ΕΧΕΚΡΑΤΗΣ, ΦΑΙΔΩΝ, ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΚΕΒΗΣ, ΣΙΜΜΙΑΣ, ΚΡΙΤΩΝ, ο
+υπηρέτης των ένδεκα.
+
+ Εχεκράτης.
+Φαίδων (1), συ ο ίδιος ευρέθης πλησίον του Σωκράτους κατά την ημέραν,
+κατά την οποίαν έπιε το δηλητήριον μέσα εις την φυλακήν, ή ήκουσες
+κανένα άλλον να το λέγη;
+
+ Φαίδων.
+Εγώ ο ίδιος παρευρέθην, Εχεκράτη.
+
+ Εχεκράτης.
+Και ποία είναι λοιπόν εκείνα, τα οποία είπεν ο μεγάλος αυτός άνθρωπος
+προ του αποθάνη, και με ποίον τρόπον απέθανεν; Ειπέ μου, διότι με
+ευχαρίστησιν θα τακούσω. Διότι ούτε κανείς από τους Φλιασίους πολίτας
+πολυπηγαίνει τώρα εις τας Αθήνας, είναι δε πολύς καιρός, οπού ούτε
+κανένας ξένος μας έφθασεν από εκεί, ο οποίος να είναι εις κατάστασιν
+να μας πληροφορήση τίποτε καθαρόν περί του πράγματος τούτου, εκτός
+μόνον τούτου, ότι απέθανεν, αφού έπιε το δηλητήριον· τίποτε δε άλλο
+δεν ημπόρεσε κανείς να είπη.
+
+ Φαίδων.
+Δεν εμάθετε λοιπόν ούτε διά την δίκην του, με ποίον τρόπον έγινεν;
+
+ Εχεκράτης.
+Ναι· κάποιος μας το έκαμε γνωστόν· και ηπορούσαμεν μάλιστα, ότι, ενώ
+η δίκη έγινε προ πολλού, φαίνεται ότι ο Σωκράτης απέθανε πολύ
+υστερώτερα (2). Πόθεν τούτο προήλθεν, ω Φαίδων;
+
+ Φαίδων.
+Του συνέβη έν τυχαίον περιστατικόν, Εχεκράτη· διότι η πρύμνη του
+πλοίου, το οποίον αποστέλλουν οι Αθηναίοι κάθε χρόνον εις την Δήλον,
+συνέβη τυχαίως να είναι στεφανωμένη από την προηγουμένην της δίκης
+ημέραν.
+
+ Εχεκράτης.
+Αλλά το πλοίον τούτο τι πλοίον είναι;
+
+ Φαίδων.
+Τούτο είναι το πλοίον, καθώς λέγουσιν οι Αθηναίοι, με το οποίον ο
+Θησεύς μίαν φοράν ανεχώρησε φέρων μέσα τους επτά νέους και τας επτά
+νέας εις την Κρήτην (3) και ελύτρωσε και αυτούς και τον εαυτόν του.
+Έταξαν λοιπόν εις τον θεόν Απόλλωνα, καθώς λέγουν, εάν λυτρωθούν, να
+αποστέλλουν κάθε χρόνον θεωρίαν εις την Δήλον· την οποίαν λοιπόν
+πάντοτε τακτικά, και τώρα ακόμη, από τότε κάθε χρόνον αποστέλλουν εις
+τον θεόν εκείνον. Άμα λοιπόν αρχίσουν την θεωρίαν(4), υπάρχει
+καθιερωμένη συνήθεια εις αυτούς κατά την περίοδον ταύτην του καιρού
+να κάμνουν εξαγνισμόν της πόλεως, και να μη θανατώνουν δημοσίως
+κανένα, προτού το πλοίον να φθάση εις την Δήλον και από εκεί πάλιν να
+επιστρέψη. Έως να υπάγη δε και να επιστρέψη περνά πολύς καιρός, όταν
+τύχη να το εμποδίσουν ενάντιοι άνεμοι. Αρχίζει δε η τελετή της
+θεωρίας από την στιγμήν, κατά την οποίαν ο ιερεύς του Απόλλωνος
+στεφανώση την πρύμνην του πλοίου. Τούτο δε συνέβη να γίνη, καθώς
+έλεγα, την προηγουμένην ημέραν της δίκης. Διά τούτον τον λόγον έμεινε
+πολύν καιρόν ο Σωκράτης μέσα εις την φυλακήν, αφού ετελείωσεν η δίκη
+του, έως να τον θανατώσουν.
+
+ Εχεκράτης.
+Ειπέ μου τώρα κυρίως τα συμβάντα κατά τον θάνατόν του, Φαίδων, τι
+δηλαδή ελέχθη και τι επράχθη; Και ποίοι από τους οικείους του
+ευρέθησαν πλησίον εις τον μακαρίτην; ή μήπως οι άρχοντες δεν
+επέτρεψαν εις κανένα να παρευρεθή, και απέθανε μόνος, χωρίς να ευρεθή
+εκεί κανείς φίλος του;
+
+ Φαίδων.
+Ποσώς· αλλά παρευρέθησαν κάποιοι και μάλιστα πολλοί.
+
+ Εχεκράτης.
+Λάβε λοιπόν, σε παρακαλώ, την καλωσύνην να μου γνωστοποιήσης όλα
+αυτά, όσον το δυνατόν ακριβέστερον, εάν δεν έχης καμμίαν εργασίαν να
+σε εμποδίζη.
+
+ Φαίδων.
+Απεναντίας είμαι ελεύθερος τη αληθεία αυτήν την ώραν και θα
+προσπαθήσω να σου τα διηγηθώ. Καθ' όσον μάλιστα, εις εμέ τουλάχιστον,
+είναι πάντοτε από όλα τα πράγματα το πλέον ευχάριστον να ομιλώ εγώ ο
+ίδιος διά τον Σωκράτην και ν' ακούω άλλον να ομιλή δι' αυτόν και ούτω
+να τον φέρω εις την ενθύμησίν μου.
+
+ Εχεκράτης.
+Αλλ' όμως υπάρχουν και άλλοι, Φαίδων, οι όποιοι αισθάνονται την αυτήν
+ευχαρίστησιν, εκείνοι τουλάχιστον, οι οποίοι θα σε ακούσουν να ομιλής
+δι' αυτόν· αλλά προσπάθησε, όπως ημπορέσης, να τα διηγηθής όλα με
+όλην την ακρίβειαν.
+
+ Φαίδων.
+Και όμως εγώ, μα την αλήθειαν, ο οποίος ευρέθην παρών, εδοκίμασα
+παράξενον εντύπωσιν. Τω όντι, ουδέ συγκίνησις με κατέλαβεν, ενώ
+παρευρισκόμην εις τον θάνατον ανθρώπου φίλου μου· διότι ο μακαρίτης
+μου εφαίνετο ευτυχής, Εχεκράτη, και εκ της συμπεριφοράς του και εκ
+των λόγων του, και τόσον αφόβως και γενναίως ετελείωνε την ζωήν του,
+ώστε μου εφαίνετο, ότι εκείνος δεν επήγαινεν εις τον Άδην χωρίς την
+βοήθειαν κανενός θεού, αλλά και ότι, αφού υπάγη εκεί, θα είναι
+ευτυχής περισσότερον από κάθε άλλον καθ' οιονδήποτε καιρόν· ένεκα
+τούτων λοιπόν καμμία δυνατή λύπη δεν με εκυρίευσε, καθώς θα ενόμιζε
+κανείς ότι θα επάθαινα φυσικά, παρευρισκόμενος εις λυπηρόν πράγμα·
+ούτε πάλιν και ευχαρίστησις, καθώς συνήθως, οπού εκάμναμεν συζήτησιν
+περί φιλοσοφίας, διότι τοιαύτας ομιλίας εκάμναμεν· αλλά, πραγματικώς,
+μία εντύπωσις παράξενος, και έν ασυνήθιστον μίγμα, έν ανακάτωμα
+ευχαριστήσεως και λύπης με κατέλαβε, καθώς εσυλλογιζόμην ότι ένας
+τοιούτος άνθρωπος επρόκειτο ν' αποθάνη· και όλοι ημείς οι
+παρευρισκόμενοι ευρισκόμεθα σχεδόν εις την ιδίαν ψυχικήν κατάστασιν,
+άλλοτε μεν γελώντες, άλλοτε δε δακρύζοντες· ένας δε από ημάς και
+εξαιρετικώς από τους άλλους· συ βεβαίως γνωρίζεις τον άνθρωπον τούτον
+και τον χαρακτήρα του.
+
+ Εχεκράτης.
+Και πώς όχι;
+
+ Φαίδων.
+Και εκείνος λοιπόν ευρίσκετο όλως διόλου εις τοιαύτην κατάστασιν και
+εγώ ο ίδιος ήμην ταραγμένος και οι άλλοι.
+
+ Εχεκράτης.
+Και ποίοι, Φαίδων, έτυχε να παρευρίσκωνται εκεί (5);
+
+ Φαίδων.
+Από τους εντοπίους παρευρίσκετο και αυτός δα ο Απολλόδωρος, και ο
+Κριτόβουλος και ο πατήρ του ο Κρίτων· και προσέτι ο Ερμογένης, και ο
+Επιγένης, και ο Αισχίνης, και ο Αντισθένης· ήτο δε και ο Κτήσιππος ο
+Παιανιεύς, και ο Μενέξενος, και μερικοί άλλοι εντόπιοι· ο δε Πλάτων,
+νομίζω, ήτο ασθενής.
+
+ Εχεκράτης.
+Παρευρίσκοντο δε και τίποτε ξένοι;
+
+ Φαίδων.
+Ναι· και ο Σιμμίας, ο Θηβαίος, και ο Κέβης, και ο Φαιδώνδας· και από
+τα Μέγαρα ο Ευκλείδης και ο Τερψίων.
+
+ Εχεκράτης.
+Αλλά τι; Ο Αρίστιππος και ο Κλεόμβροτος δεν παρευρέθησαν;
+
+ Φαίδων.
+Όχι βέβαια· διότι έλεγαν ότι ευρίσκοντο εις την Αίγιναν.
+
+ Εχεκράτης.
+Παρευρίσκετο και κανείς άλλος;
+
+ Φαίδων.
+Νομίζω ότι αυτοί περίπου, τους οποίους ανέφερα, παρευρέθησαν.
+
+ Εχεκράτης.
+Και λοιπόν; Ποίαι, λέγεις, ήσαν αι ομιλίαι σας;
+
+ Φαίδων.
+Θα προσπαθήσω να σου τα διηγηθώ όλα· διότι ίσα ίσα εξακολουθητικώς
+και τας προηγουμένας ημέρας εσυνηθίζαμεν να ερχώμεθα και εγώ και οι
+άλλοι πλησίον του Σωκράτους, συναθροιζόμενοι από το πρωί εις το
+δικαστήριον, μέσα εις το οποίον έγινε και η δίκη· διότι ήτο πλησίον
+της φυλακής. Επεριμέναμεν λοιπόν κάθε φοράν έως ν' ανοίξη η φυλακή,
+συνομιλούντες μεταξύ μας· διότι η φυλακή δεν ήνοιγε πολύ πρωί. Άμα δε
+ήνοιγεν, εισηρχόμεθα πλησίον του Σωκράτους και τας περισσοτέρας φοράς
+επερνούσαμεν την ημέραν όλην μαζί του· και λοιπόν και τότε
+συνηθροίσθημεν πρωινώτερα. Διότι την προηγουμένην ημέραν, καθώς
+εξήλθομεν από την φυλακήν βράδυ, επληροφορήθημεν ότι το πλοίον είχεν
+έλθει από την Δήλον. Εσυστήσαμεν λοιπόν ο ένας εις τον άλλον να
+έλθωμεν όσον το δυνατόν πρωινώτερα εις το συνηθισμένον μέρος· και
+υπήγαμεν εκεί· και ο θυρωρός, ο οποίος συνήθιζε να μας ανοίγη, εξήλθε
+και μας είπε να περιμένωμεν και να μη εμβώμεν, παρά αφού αυτός μας
+παραγγείλη. Διότι, μας είπεν, οι Ένδεκα λύουν τον Σωκράτην και
+παραγγέλλουν να θανατωθή την ημέραν αυτήν. Αφού λοιπόν επέρασεν
+ολίγος καιρός, επέστρεψε και μας παρήγγειλε να εμβώμεν. Καθώς λοιπόν
+εμβήκαμεν εύρομεν τον μεν Σωκράτην λυμένον πλέον από τα δεσμά του,
+την δε Ξανθίππην, συ δα την γνωρίζεις, κρατούσαν το μικρόν παιδίον
+του και καθημένην πλησίον του. Καθώς λοιπόν η Ξανθίππη μας είδε,
+ήρχισε δυνατά να θρηνολογή και να λέγη από εκείνα, τα οποία αι
+γυναίκες συνηθίζουν, ότι δηλαδή, ω Σώκρατες, οι φίλοι σου θα
+ομιλήσουν εις σε δια τελευταίαν φοράν και συ εις αυτούς. Και ο
+Σωκράτης στρέψας τα βλέμματα προς τον Κρίτωνα, Κρίτων, είπεν, ας την
+πάρη κανείς εις το σπίτι. Και μερικοί μεν από τους δούλους του
+Κρίτωνος την επήραν, ενώ εκείνη εφώναζε και εκτυπάτο· ο δε Σωκράτης
+καθίσας επί της κλίνης του έκαμψε το πόδι του και το έτριψε με το
+χέρι του· και συγχρόνως, ενώ το έτριβεν, είπεν· Ω φίλοι μου, πόσον
+φαίνεται παράξενον τούτο, το οποίον οι άνθρωποι ονομάζουν
+&ευχαρίστησιν&· πόσον θαυμασίως σχετίζεται φυσικά με εκείνο, το
+οποίον θεωρείται εναντίον του, δηλαδή την &δυσαρέσκειαν&· και τα δύο
+αυτά να μη θέλουν να έρχωνται μαζί εις τον άνθρωπον, εάν δε κανείς
+επιζητή το έν από αυτά, και το επιτυγχάνη, σχεδόν πάντοτε να είναι
+υποχρεωμένος να λαμβάνη και το άλλο, ωσάν, ενώ είναι δύο, να είναι
+δεμένα από το ίδιον άκρον (6). Και μου φαίνεται, είπεν, εάν τα
+εσκέπτετο αυτά ο Αίσωπος, ότι θα εσύνθετε μύθον, ότι αυτά επολέμουν,
+και ο θεός, θέλων να τα συμφιλιώση, επειδή δεν ημπορούσε, συνέδεσε
+τας κορυφάς των εις το ίδιον μέρος· και διά τούτο εις εκείνον, εις
+τον οποίον έλθη το έν, ακολουθεί κατόπιν ύστερα και το άλλο, καθώς
+λοιπόν μου φαίνεται, συμβαίνει και εις εμέ τον ίδιον· επειδή το
+δυσάρεστον (ο πόνος) ήτο εις το σκέλος μου ένεκα των δεσμών, το
+ευχάριστον λοιπόν φαίνεται ότι τώρα ακολουθεί κατόπιν εκείνου.
+
+Ο Κέβης λοιπόν, διακόψας τον λόγον, είπε:
+
+Μα τον Δία, Σώκρατες, καλά βέβαια έκαμες να μου το ενθυμίσης. Διά τα
+ποιήματα, οπού έκαμες, διά τους στίχους δηλαδή, εις τους οποίους
+έβαλες τους μύθους του Αίσωπου, και διά τον Ύμνον σου εις τον
+Απόλλωνα, με ηρώτησαν έως τώρα και μερικοί άλλοι, τελευταίον δε και ο
+Ευηνός, τι τάχα εσκέφθης και, αφού ήλθες εδώ, έκαμες αυτά τα
+ποιήματα, ενώ προηγουμένως ποτέ κανέν ποίημα δεν έκαμες. Εάν λοιπόν
+ενδιαφέρεσαι κατά τι να ημπορέσω να δώσω απόκρισιν εις τον Ευηνόν,
+όταν και πάλιν μ' ερωτήση, διότι καλά ηξεύρω ότι θα μ' ερωτήση, ειπέ
+μου τι πρέπει να του είπω.
+
+Ειπέ λοιπόν εις αυτόν, Κέβη, είπε, την αλήθειαν, ότι έκαμα αυτά τα
+ποιήματα, όχι με τον σκοπόν να διαγωνισθώ με αυτόν εις την τέχνην,
+ούτε με τα ποιήματα αυτού· διότι εγνώριζον, ότι δεν είναι εύκολον·
+αλλά διά να ζητήσω την εξήγησιν μερικών ονείρων και διά να υπακούσω
+εις αυτά, δοκιμάζων μήπως από τας ωραίας τέχνας ταύτην, δηλαδή την
+ποίησιν, πολλάς φοράς με διατάττουν να εξασκώ. Διότι μου συμβαίνει
+τοιούτον τι πράγμα· το ίδιον όνειρον κατά την περασμένην ζωήν μου
+επανελαμβάνετο πολλάς φοράς, άλλοτε φαινόμενον με μίαν και άλλοτε με
+άλλην μορφήν, και μου έλεγε τα ίδια· δηλαδή, Σώκρατες, να καταγίνεσαι
+εις την μουσικήν, δηλαδή τας ωραίας τέχνας, και να ενασχολήσαι εις
+αυτήν. Και εγώ κατά τον μέχρι τούδε τουλάχιστον καιρόν υπέθετα ότι το
+όνειρον αυτό και με παρεκίνει και με διέταττε να κάμνω εκείνο το
+οποίον έκαμνα, καθώς εις τους αγώνας οι δίδοντες διαταγάς εις τους
+τρέχοντας· εσυλλογιζόμην λοιπόν ότι το όνειρον τούτο κατά τον αυτόν
+τρόπον με διατάττει να ασχολώμαι και εγώ εις τούτο, εις το οποίον
+ενασχολούμαι, δηλαδή εις την μουσικήν, διότι η μεν φιλοσοφία είναι
+μεγίστη μουσική, εγώ δε ενασχολούμαι εις αυτήν. Τώρα δε οπού και η
+δίκη έγινε και η εορτή του θεού με ημπόδιζε ν' αποθάνω, ενόμισα ότι
+έπρεπεν, εάν τυχόν το όνειρον με προστάττη να ενασχοληθώ εις την
+κοινώς λεγομένην μουσικήν, να μη δείξω απείθειαν εις αυτό, αλλά να το
+κάμω· διότι ασφαλέστερον ενόμισα ότι είναι να μη αναχωρήσω διά την
+άλλην ζωήν, προ του να αφοσιωθώ εις την ποίησιν ποιημάτων υπακούων
+εις το όνειρον. Ούτω λοιπόν έκαμα ποιήματα πρώτον εις τον θεόν
+Απόλλωνα, διά τον οποίον ήτο η προκειμένη θυσία· έπειτα δε από τον
+θεόν, σκεφθείς ότι ο ποιητής, εάν πρόκειται να είναι καθαυτό ποιητής,
+πρέπει να ευρίσκη μύθους και όχι να στιχουργή λόγους, εγώ δε δεν
+είχον τούτο το προτέρημα, διά ταύτα τους μύθους του Αισώπου, τους
+οποίους είχα προχείρους και εγνώριζα, από όσους μου ήλθαν εις τον
+νουν πρώτοι και τους ήξευρα, από αυτούς έβαλα εις στίχους. Ταύτα
+λοιπόν, Κέβη, να είπης εις τον Ευηνόν και να είναι καλά, και αν έχη
+σώας τας φρένας του, να ακολουθήση εμέ. Αναχωρώ δε διά τον άλλον
+κόσμον, ως φαίνεται, σήμερον· διότι οι Αθηναίοι ούτω διατάσσουν.
+
+Και ο Σιμμίας είπε·
+
+Τι παραγγελία είναι αυτή, την οποίαν δίδεις, ω Σώκρατες, εις τον
+Ευηνόν; διότι συνήντησα πολλάς φοράς τον άνθρωπον· από εκείνο λοιπόν
+που εκατάλαβα, σχεδόν με κανένα τρόπον δεν θα παραδεχθή ευχαρίστως
+αυτήν.
+
+Πώς λοιπόν; είπεν ο Σωκράτης, ο Ευηνός δεν είναι φιλόσοφος;
+
+Νομίζω ότι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και ο Ευηνός λοιπόν και κάθε άνθρωπος, ο οποίος μετέχει αξίως από
+αυτό το πράγμα, δηλαδή από φιλοσοφίαν, θα θελήση (να παραδεχθή αυτήν,
+ν' αναχωρήση δηλαδή και αυτός διά την άλλην ζωήν). Ίσως όμως δεν θα
+θανατώση τον εαυτόν του με την βίαν· διότι λέγουσιν ότι δεν
+επιτρέπεται τούτο από τον νόμον.
+
+Και συγχρόνως, ενώ έλεγε ταύτα, κατεβίβασε τον πόδα του από την
+κλίνην εις την γην και αφού εκάθισεν, από τότε ούτω πως συνωμίλει.
+
+Ο Κέβης λοιπόν ηρώτησεν αυτόν· Πώς το λέγεις αυτό, Σώκρατες, ότι δεν
+είναι συγχωρημένον να θανατώνη τις ο ίδιος τον εαυτόν του, ο δε
+φιλόσοφος ότι πρέπει ευχαρίστως ν' ακολουθή εκείνον, ο οποίος
+αποθνήσκει;
+
+Τι λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν έχετε ακούσει, συ και ο
+Σιμμίας, περί των τοιούτων ζητημάτων, αφού συνανεστράφητε τον
+φιλόσοφον Φιλόλαον (7);
+
+Δεν έχομεν ακούσει τίποτε καθαρόν τουλάχιστον περί αυτών, ω Σώκρατες.
+
+Αλλ' όμως και εγώ, είπεν ο Σωκράτης, λέγω περί αυτών όσα εξ ακοής
+ηξεύρω· εκείνα όμως, τα οποία έτυχε ν' ακούσω, δεν δυσκολεύομαι να τα
+είπω. Διότι ίσως και παρά πολύ αρμόζει, αφού πρόκειται να ταξειδεύσω
+εις εκείνον τον κόσμον, να εξετάζω καλώς και να εξιστορώ διά το
+ταξείδιον εις τα εκεί, ποίου είδους νομίζομεν ότι είναι αυτό. Διότι
+και τι άλλο ημπορεί να κάμη κανείς εις το διάστημα αυτό, από τώρα έως
+την δύσιν του ηλίου;
+
+Πού λοιπόν τάχα στηριζόμενοι, είπεν ο Κέβης, λέγουν ότι δεν είναι
+συγχωρημένον να θανατώνη τις τον εαυτόν του, Σώκρατες; διότι εγώ
+τουλάχιστον, τούτο, το οποίον τώρα συ με ηρώτησες, ήκουσα και τον
+Φιλόλαον να το λέγη, όταν έζη μαζί μας, έως τώρα δε και μερικούς
+άλλους, ότι δεν πρέπει να κάμνη τις τούτο (δηλαδή ν' αυτοκτονή)· ποτέ
+όμως έως τώρα δεν έχω ακούσει τίποτε καθαρόν περί αυτών των ζητημάτων
+από κανένα.
+
+Αλλά πρέπει να έχης θάρρος, είπεν ο Σωκράτης, διότι ίσως είναι
+δυνατόν ν' ακούσης τίποτε καταληπτόν. Ίσως όμως σου φανή παράξενον,
+ότι τούτο μόνον (δηλ. ο θάνατος) από όλα τα άλλα είναι απλούν (δηλαδή
+καλόν δι' όλους τους ανθρώπους (8)) όχι δι' άλλους καλόν και δι'
+άλλους κακόν (όπως τα άλλα πράγματα). Και ποτέ δεν συμβαίνει, καθώς
+και εις τα άλλα πράγματα, εις τους ανθρώπους — δηλαδή εις μερικάς
+περιστάσεις και εις μερικούς ανθρώπους να είναι προτιμότερον ν'
+αποθάνουν παρά να ζουν (όλοι δηλαδή είναι προτιμότερον ν' αποθάνουν).
+Ίσως δε σου φαίνεται παράξενον, ούτοι οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι
+καλύτερα δι' αυτούς ν' αποθάνουν, ότι δεν είναι θεάρεστον να κάμουν
+οι ίδιοι εις τον εαυτόν των αυτήν την ευεργεσίαν, αλλά να είναι
+ανάγκη να περιμένουν άλλον να τους ευεργετήση (θανατώνων αυτούς).
+
+Και ο Κέβης, αφού εχαμογέλασεν ολίγον, Ο Ζευς το ηξεύρει, είπε με την
+γλώσσαν του τόπου του.
+
+Βεβαίως, είπεν ο Σωκράτης, έτσι φαίνεται παράξενον, αλλ' ίσως έχει
+βεβαίως κάποιον λόγον. Και ο μεν λόγος, ο οποίος διά τα πράγματα αυτά
+λέγεται εις τους λαμβάνοντας μέρος εις τα μυστήρια (9), ότι δηλαδή
+ημείς οι άνθρωποι ευρισκόμεθα μέσα εις κάποιον φυλαττόμενον μέρος και
+ότι λοιπόν δεν πρέπει κανείς να ελευθερώνη από αυτό τον εαυτόν του,
+ούτε και να φεύγη κρυφά, μου φαίνεται ότι είναι μεγάλος λόγος και ότι
+δεν είναι εύκολον να τον καταλάβη ο καθένας. Αλλ' όμως το εξής
+τουλάχιστον μου φαίνεται, Κέβη, ότι καλά το λέγουν, ότι οι θεοί
+υπάρχουν, οι οποίοι φροντίζουν δι' ημάς (τους ανθρώπους) και ότι
+ημείς οι άνθρωποι είμεθα έν από τα κτήματα των θεών ή δεν συμφωνείς
+με αυτήν την γνώμην;
+
+Συμφωνώ, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, είπεν εκείνος, και συ, εάν κανέν από τα κτήματά σου (τους
+δούλους σου δηλαδή) ήθελε θανατώσει τον ίδιον τον εαυτόν του, χωρίς
+να τον διατάξης διά σημείου ότι θέλεις να θανατωθή, και εάν ηδύνασο
+να του επιβάλης καμμίαν τιμωρίαν, δεν θα το ετιμώρεις;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Ίσως λοιπόν υπό ταύτην την έποψιν δεν είναι σφάλμα το ότι δεν πρέπει
+κανείς να θανατώνη τον εαυτόν του προτού να στείλη εις αυτόν ο θεός
+καμμίαν ανάγκην (ώστε δηλαδή να μη ημπορή κανείς να κάμη αλλέως),
+καθώς έστειλε και την παρούσαν ανάγκην τώρα εις ημάς (οπού είμαι
+δηλαδή ηναγκαμένος ν' αποθάνω).
+
+Αλλά τούτο βεβαίως, είπεν ο Κέβης, φαίνεται αληθές· εκείνο όμως το
+οποίον τώρα θα έλεγες, ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να επιθυμούν ν'
+αποθνήσκουν χωρίς δυσαρέσκειαν, φαίνεται ωσάν παράλογον· εάν είναι
+ορθόν εκείνο το οποίον τώρα δα ελέγομεν, ότι δηλαδή υπάρχει θεός, ο
+οποίος φροντίζει δι' ημάς, και ότι ημείς είμεθα κτήματά του (δηλαδή
+δούλοι του). Διότι είναι παράλογον οι φρονιμώτατοι εκ των ανθρώπων να
+μη δυσαρεστώνται, όταν φεύγουν από αυτήν την υπηρεσίαν, εις την
+οποίαν είναι επιστάται των θεοί, οι οποίοι είναι άριστοι επιστάται
+των υπαρχόντων πραγμάτων· δεν θα νομίζη βεβαίως κανείς ότι αν γίνη
+ελεύθερος, θα φροντίζη καλύτερα (από τους θεούς) ο ίδιος διά τον
+εαυτόν του· αλλ' ίσως κανένας ανόητος άνθρωπος ήθελε σκεφθή αυτά, ότι
+δηλαδή πρέπει να φύγη από τον κύριόν του, χωρίς να συλλογισθή ότι δεν
+πρέπει κανείς βεβαίως να φεύγη από κοντά από τον αγαθόν κύριον, αλλ'
+ότι μάλιστα πρέπει κανείς να μένη πάντοτε κοντά του· διά τούτο, αν
+φύγη, θα φύγη ανοήτως πράττων· εκείνος δε ο οποίος έχει νουν επιθυμεί
+βέβαια να είναι πάντοτε πλησίον εις τον καλύτερόν του.
+
+Και έτσι λοιπόν, Σώκρατες, ορθόν είναι το εναντίον εκείνου το οποίον
+ελέγομεν. Ότι πρέπει βεβαίως οι μεν φρόνιμοι άνθρωποι να λυπώνται,
+όταν αποθνήσκουν, οι δε ανόητοι να ευχαριστώνται.
+
+Αφού ήκουσε λοιπόν αυτά ο Σωκράτης, μου εφάνη ότι ευχαριστήθη διά τα
+επιχειρήματα του Κέβητος, και, αφού έρριψε το βλέμμα του επάνω εις
+ημάς, είπε· Πάντοτε ο Κέβης εξετάζει και ευρίσκει μερικά επιχειρήματα
+και δεν συνηθίζει να παραδέχηται αμέσως ό,τι και αν ήθελεν ειπεί
+κανείς.
+
+Και ο Σιμμίας είπεν· Αλλ' όμως, Σώκρατες, τώρα τουλάχιστον και εγώ ο
+ίδιος νομίζω ότι ο Κέβης κάτι σωστόν λέγει· διότι διά ποίον τάχα
+λόγον άνθρωποι αληθινά σοφοί θ' απεφάσιζαν να φύγουν από κυρίους
+καλυτέρους του εαυτού των, και να τους αφήσουν χωρίς να λυπηθούν διά
+τούτο; Και μου φαίνεται ότι ο Κέβης κτυπά με τον λόγον του σε, ότι
+τόσον εύκολα το βαστά η καρδιά σου να φύγης και από ημάς και από
+καλούς κυρίους, καθώς και συ το ομολογείς, τους θεούς.
+
+Δίκαια, είπεν ο Σωκράτης, λέγετε. Διότι νομίζω, ότι λέγετε εκείνα τα
+οποία πρέπει να είπω εδώ, διά να απολογηθώ, όπως έκαμα εις το
+δικαστήριον.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Έλα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ας προσπαθήσω να απολογηθώ προς σας
+πειστικότερα, παρ' ό,τι απελογήθην προς τους δικαστάς. Διότι εγώ,
+είπε, Σιμμία και Κέβη, εάν μεν ενόμιζον ότι δεν θα υπάγω κατά πρώτον
+πλησίον εις άλλους θεούς και σοφούς και αγαθούς, έπειτα δε και
+πλησίον εις ανθρώπους, οι οποίοι έχουν αποθάνει καλυτέρους από τους
+εδώ, θα είχον άδικον να μη λυπώμαι διά τον θάνατόν μου. Τώρα όμως
+μάθετε καλώς, ότι ελπίζω να φθάσω εις ανθρώπους αγαθούς· και τούτο
+μεν δεν ημπορώ καλά να το βεβαιώσω· ότι όμως θα φθάσω πλησίον εις
+θεούς κυρίους πολύ αγαθούς, μάθετε καλώς ότι δύναμαι να βεβαιώσω και
+τούτο περισσότερον από κάθε άλλο εκ των τοιούτων πραγμάτων. Ώστε διά
+τας αιτίας ταύτας δεν λυπούμαι εξ ίσου, αλλ' είμαι πλήρης ελπίδος ότι
+υπάρχει κάτι δι' εκείνους οι οποίοι έχουν αποθάνει, και, καθώς από
+πολύν καιρόν λέγουσιν, υπάρχει κάτι πολύ καλύτερον διά τους καλούς
+παρά διά τους κακούς.
+
+Τι λοιπόν υπάρχει, ω Σώκρατες; είπεν ο Σιμμίας· ποίον από τα δύο,
+κρατών συ ο ίδιος διά τον εαυτόν σου την σκέψιν ταύτην, έχεις σκοπόν
+ν' αναχωρήσης απ' αυτήν την ζωήν ή ημπορείς να την κάμης γνωστήν και
+εις ημάς; Διότι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι τούτο είναι έν καλόν
+κοινόν και εις ημάς, και συγχρόνως είναι απολογία και διά σε, εάν μας
+κάμης να παραδεχθώμεν εκείνα τα οποία λέγεις.
+
+Αλλά θα προσπαθήσω, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον δε ας εξετάσωμεν
+τούτον εδώ τον Κρίτωνα, τι είναι εκείνο, το οποίον μου φαίνεται ότι
+θέλει να είπη από πολλήν ώραν.
+
+Και τι άλλο βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κρίτων, παρά εκείνο το οποίον
+από πολλήν ώραν μου λέγει ο μέλλων να σου δώση το δηλητήριον(10), ότι
+δηλαδή είναι χρεία να σου είπωμεν να ομιλής όσον το δυνατόν
+ολιγώτερον; Διότι, λέγει, ζεσταινόμεθα περισσότερον, όταν ομιλώμεν,
+και διόλου δεν πρέπει ζεστοί να λαμβάνωμεν το δηλητήριον· διότι
+αλλέως, όσοι κάμνουν τοιούτον τι, αναγκάζονται να πίνουν και δύο και
+τρεις φοράς.
+
+Και ο Σωκράτης είπεν· Άφησέ τον να λέγη· ας ετοιμάζη το δηλητήριόν
+του διά να το δώση και δύο, εάν δε είναι χρεία, και τρεις φοράς.
+
+Αλλ' όμως ήξευρα κάπως τι θα είπης, είπεν ο Κρίτων αλλ' αυτός από
+πολλήν ώραν επιμένει και με ενοχλεί.
+
+Άφησέ τον, είπεν ο Σωκράτης. Αλλ' εις σας λοιπόν τους δικαστάς θέλω
+τώρα ν' απολογηθώ περί των αιτίων διά τα οποία μου φαίνεται ότι
+άνθρωπος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωήν του εις την φιλοσοφίαν, όταν
+πρόκειται ν' αποθάνη, ευλόγως πρέπει να έχη γενναιότητα, και ότι
+πρέπει να είναι πλήρης ελπίδος ότι εκεί (εις την άλλην ζωήν) θα
+επιτύχη μέγιστα αγαθά, αφ' ού αποθάνη. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω να
+είπω, Σιμμία και Κέβη, τας αποδείξεις περί του ότι αυτά είναι όπως τα
+λέγω. Διότι όσοι έτυχε να καταγίνωνται σωστά εις την φιλοσοφίαν
+τρέχουν τον κίνδυνον να μη τους καταλαμβάνουν οι άλλοι ότι αυτοί
+κανέν άλλο έργον δεν κάμνουν παρά ν' αποθνήσκουν και να είναι
+αποθαμμένοι. Εάν λοιπόν τούτο είναι αληθές, θα ήτο βεβαίως γελοίον
+εις όλην των μεν την ζωήν να μη έχουν μέσα εις την καρδίαν των άλλο
+πράγμα παρά τούτο, δηλ. τον θάνατον όταν δε αυτός τέλος έλθη, να
+λυπώνται δι' εκείνο το πράγμα, το οποίον από πολύν καιρόν επεθύμουν
+και εζήτουν.
+
+Και ο Σιμμίας, αφ' ού εγέλασεν, είπε· Μ' έκαμες να γελάσω, μα τον
+Δία, ω Σώκρατες, εν ώ τώρα μάλιστα δεν είχον καμμίαν όρεξιν να
+γελάσω. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αφ' ού ακούσουν αυτό το
+οποίον λέγεις, δεν αμφιβάλλω ότι θα συμφωνήσουν ότι πολύ καλά ελέχθη
+αυτός ο λόγος διά τους καταγινομένους εις την φιλοσοφίαν, και οι μεν
+πατριώται μου οι Θηβαίοι παρά πολύ θα συνεφώνουν ότι πραγματικώς οι
+ενασχολούμενοι εις την φιλοσοφίαν επιθυμούν να αποθάνουν, και οι
+Θηβαίοι τουλάχιστον ηξεύρουν ότι τους αξίζει να πάθουν αυτό το
+πράγμα. Και λέγουν βεβαίως την αλήθειαν, Σιμμία· εκτός τούτου μόνον,
+ότι οι Θηβαίοι ηξεύρουν τούτο, εν ώ δεν ηξεύρουν βεβαίως πως οι
+αληθινοί φιλόσοφοι επιθυμούσι τον θάνατον και πως τους αξίζει ο
+θάνατος. Αλλ' αφ' ού αφήσωμεν ησύχους τους Θηβαίους, ας ομιλήσωμεν,
+είπε, μεταξύ μας· νομίζομεν ότι ο θάνατος είναι κανέν πράγμα;
+
+Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας διακόψας.
+
+Άρα γε μήπως είναι άλλο τι ο θάνατος παρά ο χωρισμός της ψυχής από το
+σώμα; Και μήπως το να είναι κανείς αποθαμμένος θα είπη το μεν σώμα,
+αφ' ού χωρισθή από την ψυχήν, να υπάρχη μόνον του χωριστά, η δε ψυχή,
+αφ' ού χωρισθή από το σώμα, να είναι μόνη της χωριστά; Άρα γε μήπως ο
+θάνατος είναι άλλο τι και όχι τούτο;
+
+Όχι, αλλά τούτο είναι, είπεν ο Σιμμίας. Εξέτασον λοιπόν, καλέ μου
+φίλε, εάν παραδέχησαι και συ ως ορθά εκείνα, τα οποία και εγώ
+παραδέχομαι· διότι νομίζω ότι από αυτά αναχωρούντες θα μάθωμεν
+καλύτερα εκείνα, δια τα οποία ερευνώμεν. Σου φαίνεται ότι αρμόζει εις
+φιλόσοφον άνθρωπον να ριφθή εις τας ονομαζομένας ηδονάς (γλέντια),
+λόγου χάριν τας εξής, τα φαγητά και τα ποτά;
+
+Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε; Του αρμόζει να ριφθή εις τα αφροδίσια;
+
+Ουδόλως, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε; Νομίζεις ότι ο τοιούτος άνθρωπος θεωρεί πολυτίμους τας άλλας
+διά το σώμα περιποιήσεις; Λόγου χάριν τας αποκτήσεις μεγαλοπρεπών
+φορεμάτων και υποδημάτων, και τους άλλους διά το σώμα στολισμούς,
+ποίον από τα δύο νομίζεις, ότι αποδίδει τιμήν εις αυτούς ή όχι,
+καθόσον δεν έχει απόλυτον ανάγκην να τους μεταχειρίζηται;
+
+Ο αληθινός φιλόσοφος, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον φρονώ, ότι δεν
+αποδίδει τιμήν εις αυτά.
+
+Δεν σου φαίνεται λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η ενασχόλησις του
+τοιούτου φιλοσόφου δεν αποβλέπει εις το σώμα, αλλά καθ' όσον ημπορεί
+απομακρύνεται από αυτό, διευθύνεται δε προς την ψυχήν;
+
+Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Άρα γε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, κατά πρώτον μεν εις τα τοιαύτα
+πράγματα δεν είναι φανερόν ότι ο φιλόσοφος χωρίζει όσον το δυνατόν
+περισσότερον την ψυχήν από την συγκοινωνίαν με το σώμα, εξαιρετικώς
+από τους άλλους ανθρώπους;
+
+Είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και ότι ίσως βέβαια, Σιμμία, λέγει ο Σωκράτης, οι περισσότεροι
+άνθρωποι φρονούσιν ότι δεν αξίζει τον κόπον να ζη εκείνος, εις τον
+οποίον κανέν από τα τοιαύτα δεν προξενεί ευχαρίστησιν, ούτε μέρος
+λαμβάνει εις αυτά, και ότι εκείνος όστις δεν φροντίζει διόλου διά τας
+ηδονάς, αι οποίαι προξενούνται διά μέσου του σώματος, κοντεύει κάπως
+να είναι αποθαμμένος.
+
+Λέγεις βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας, πράγματα πολύ αληθινά.
+
+Και τι να είπωμεν λοιπόν δι' αυτήν την απόκτησιν της γνώσεως, ποίον
+από τα δύο, είναι το σώμα εμπόδιον, εάν το συμπαραλαμβάνωμεν ως
+συμμέτοχον εις την ζήτησιν αυτής; Εξηγούμαι με το ακόλουθον
+παράδειγμα· η όρασις άρα γε και η ακοή προσφέρουν τίποτε αληθινόν εις
+τον άνθρωπον; Ή και οι ποιηταί (11) έχουν δίκαιον επαναλαμβάνοντες
+πάντοτε εις ημάς τα τοιαύτα τουλάχιστον, ότι ούτε ακούομεν τίποτε
+ακριβές ούτε βλέπομεν; Εν τούτοις, αν αύται από τας σωματικάς
+αισθήσεις δεν είναι μήτε ακριβείς μήτε καθαραί, αι άλλαι βεβαίως πολύ
+ολιγώτερον θα είναι τοιαύται· διότι όλαι είναι κάπως πλέον αδύνατοι
+από αυτάς. Ή δεν σας φαίνεται ότι είναι τοιαύται;
+
+Τοιαύται είναι βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Πότε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή επιτυγχάνει την αλήθειαν;
+Διότι, όταν μεν επιχειρή να εξετάση κανέν πράγμα μαζί με το σώμα,
+είναι φανερόν ότι τότε εξαπατάται από αυτό.
+
+Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Άρα γε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εάν γίνηται φανερόν εις την
+ψυχήν κανέν από ταληθινά πράγματα εις κανέν άλλο μέρος αυτής, δεν
+συμβαίνει τούτο εις την συλλογιστικήν αυτής ενέργειαν;
+
+Ναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Μεταχειρίζεται δε βεβαίως την λογικήν της ενέργειαν κάλλιστα,
+εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τότε όταν κανέν από αυτά δεν την ενοχλή,
+μήτε η ακοή, μήτε η όρασις, μήτε ο πόνος, μήτε η ευχαρίστησις, αλλ'
+ευρίσκηται όσον το δυνατόν περισσότερον μόνη της, αφίνουσα το σώμα
+κατά μέρος, και, όταν, καθόσον ημπορεί, μη συγκοινωνούσα με αυτό μήτε
+εγγίζουσα αυτό ορέγηται την πραγματικήν αλήθειαν.
+
+Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Δεν είναι λοιπόν αληθές, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι και εις αυτήν
+την περίστασιν η ψυχή του φιλοσόφου καταφρονεί τα μέγιστα το σώμα και
+φεύγει μακράν από αυτό, ζητεί δε να μείνη μόνη της;
+
+Τούτο είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Αλλά τι είναι λοιπόν αυτά οπού θα είπω, Σιμμία; Εξηκολούθησεν ο
+Σωκράτης, θα είπωμεν ότι το καθ' αυτό δίκαιον είναι κάτι τι, ή ότι
+δεν είναι τίποτε;
+
+Θα είπωμεν, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας, ότι είναι κάτι τι.
+
+Και το ωραίον και το αγαθόν, ότι είναι και αυτά κάτι τι;
+
+Και πώς όχι; Απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Έως τώρα λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είδες καμμίαν φοράν κανέν
+από τα τοιαύτα με τους οφθαλμούς σου;
+
+Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, ήγγισας αυτά με καμμίαν από τας άλλας
+σωματικάς σου αισθήσεις; Και λέγω τούτο δι' όλα, λόγου χάριν διά το
+μέγεθος, διά την υγείαν και με ένα λόγον διά την ουσίαν όλων των
+άλλων, δι' ό,τι δηλαδή τυχαίνει να είναι καθέν από αυτά· άρα γε το
+αληθέστατον μέρος αυτών είναι δυνατόν να το θεωρήση κανείς διά μέσου
+του σώματος; Ή μήπως συμβαίνει το εξής· όποιος από ημάς ήθελε
+προετοιμάσει τον εαυτόν του να εξετάση περισσότερον και ακριβέστερον
+με τον νουν του αυτό καθ' αυτό το κάθε πράγμα, περί του οποίου
+εξετάζει, αυτός ημπορεί να φθάση πλησιέστατα να λάβη γνώσιν του κάθε
+πράγματος;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν, εκείνος ήθελε κάμει τούτο
+καθαρώτατα, ο οποίος όσον το δυνατόν περισσότερον ήθελε διευθυνθή εις
+κάθε πράγμα με μόνην την διάνοιάν του, χωρίς να μεταχειρισθή μαζί την
+όρασιν, εν ώ σκέπτεται ο νους του, μήτε να σύρη καμμίαν άλλην
+αίσθησιν μαζί με την ενέργειαν του λογικού, αλλά μεταχειριζόμενος
+μόνην την διάνοιάν του καθαράν αναλαμβάνει να καταδιώξη καθέν από
+ταληθινά πράγματα μόνον του και καθαρόν, αφ' ού χωρισθή όσον το
+δυνατόν περισσότερον και από τους οφθαλμούς και από τα ώτα και, διά
+να είπωμεν ούτως, από όλον εν γένει το σώμα, διότι τούτο ταράττει και
+δεν αφήνει την ψυχήν ν' αποκτήση την αλήθειαν και την γνώσιν, όταν
+λαμβάνη και αυτό μέρος εις την εξέτασιν· άρα γε δεν είναι αυτός,
+Σιμμία, περισσότερον από κάθε άλλον εκείνος, που θα κατορθώση να εύρη
+το αληθινά υπάρχον;
+
+Θαυμάσια, είπεν ο Σιμμίας, πόσον αληθινά πράγματα λέγεις, ω Σώκρατες.
+
+Εξ όλων τούτων αναχωρούντες οι αληθινοί φιλόσοφοι, είπεν ο Σωκράτης,
+σχηματίζουσιν αναγκαίως τοιαύτην ιδέαν, ώστε και μεταξύ των τοιαύτα
+να λέγωσιν, ότι κάποιο μονοπάτι τρόπον τινά εις την σκέψιν μας
+αλλάζει τον δρόμον εις ημάς και εις το λογικόν· διότι εν όσω έχομεν
+το σώμα και η ψυχή μας είναι ανακατωμένη μαζί με το τοιούτον κακόν,
+ποτέ δεν θ' αποκτήσωμεν αρκετά εκείνο το οποίον επιθυμούμεν· λέγομεν
+δε ότι τούτο είναι η αλήθεια. Διότι το μεν σώμα παρέχει εις ημάς
+χιλίων ειδών φροντίδας διά την αναγκαίαν [??] ακόμη δε, αν επέλθωσι
+και μερικαί ασθένειαι εμποδίζουσιν ημάς από την επιδίωξιν του αληθινά
+υπάρχοντος, μας γεμίζει δε το σώμα από επιθυμίας και πάθη και φόβους
+και κάθε είδους πλάσματα της φαντασίας και πολλήν φλυαρίαν (12)·
+ώστε, καθώς λέγουσιν, ούτε και είναι πραγματικώς κατορθωτόν εις ημάς
+εξ αιτίας του να έχωμέν ποτε καμμίαν πραγματικήν γνώσιν, διότι
+πολέμους και ταραχάς και μάχας κανέν άλλο πράγμα δεν προξενεί παρά το
+σώμα και τα πάθη αυτού. Διότι όλοι οι πόλεμοι γίνονται διά την
+απόκτησιν των χρημάτων, υποχρεωνόμεθα δε ν' αποκτώμεν χρήματα εξ
+αιτίας του σώματος, γινόμενοι δούλοι εις την περιποίησιν αυτού και ως
+εκ τούτου, δηλαδή του σώματος, δι' όλους τούτους τους λόγους δεν
+ευρίσκομεν καιρόν διά την φιλοσοφίαν. Το δε χειρότερον από όλα, ότι,
+και εάν εύρωμεν καμμίαν ευκαιρίαν να χωρισθώμεν από αυτό και να
+επιδοθώμεν εις την εξέτασιν κανενός πράγματος, αυτό παρεμβαίνον πάλιν
+παντού εις τας ερεύνας μας, προξενεί εις ημάς ταραχήν και σύγχυσιν
+και έκπληξιν, ώστε εξ αιτίας του να μη ημπορώμεν να διακρίνωμεν την
+αλήθειαν αλλά πραγματικώς απεδείχθη εις ημάς ότι, εάν μέλλωμεν
+καμμίαν φοράν να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, πρέπει να χωρισθώμεν
+από αυτό και να παρατηρήσωμεν με μόνην την ψυχήν τα πράγματα μόνα·
+και τότε, καθώς φαίνεται, θα είναι δυνατόν εις ημάς ν' απολαύσωμεν
+εκείνο, το οποίον επιθυμούμεν και του οποίου λέγομεν ότι είμεθα
+ερασταί, δηλαδή την γνώσιν, αφ' ού παύσωμεν να ζώμεν, καθώς το
+λογικόν αποδεικνύει, όχι δε εν όσω ζώμεν. Διότι, εάν δεν είναι
+δυνατόν μαζί με το σώμα να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, έν από τα
+δύο, ή πουθενά δεν είναι δυνατόν ν' αποκτήσωμεν την πραγματικήν
+γνώσιν, ή είναι τούτο δυνατόν, αφού αποθάνωμεν· διότι τότε η ψυχή θα
+είναι μόνη της χωριστά από το σώμα, προτύτερα δε όχι· και ενόσω θα
+ευρισκώμεθα εις την ζωήν, θα είμεθα, καθώς φαίνεται, ούτω πλησιέστερα
+εις την αληθινήν γνώσιν, εάν όσον το δυνατόν περισσότερον παύσωμεν να
+έχωμεν συγκοινωνίαν με το σώμα, εκτός εν περιπτώσει απολύτου ανάγκης,
+και δεν γεμίζωμεν τον εαυτόν μας από την (μολυσμένην) φύσιν αυτού,
+αλλά μένωμεν καθαροί χωριστά από αυτό, έως ότου μας ελευθερώση ο
+ίδιος ο θεός. Και τοιουτοτρόπως χωριζόμενοι και μένοντες καθαροί από
+την ανοησίαν του σώματος, ως είναι επόμενον, θα είμεθα με άλλους
+τοιούτους (καθαρούς) και θα μάθωμεν διά μέσου του εαυτού μας την
+καθαράν πραγματικότητα· τούτο δε ίσως είναι η αλήθεια· διότι δεν
+είναι συγχωρημένον εις τον μη καθαρόν να εγγίση πράγμα καθαρόν.
+Νομίζω, Σιμμία, ότι είναι απαραίτητον όλοι οι αληθώς φιλομαθείς να
+λέγωσι τοιαύτα ο είς εις τον άλλον και να τα φρονώσι. Ή δεν νομίζεις
+ότι ούτω πρέπει να κάμνουν;
+
+Ούτω πρέπει να κάμνουν περισσότερον από κάθε άλλο, ω Σώκρατες, είπεν
+ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εάν ταύτα, φίλε μου, είναι αληθή,
+υπάρχει μεγάλη ελπίς διά κάθε άνθρωπον, όταν φθάση εκεί όπου εγώ τώρα
+πηγαίνω, ότι θα αποκτήση εκεί αρκετά, περισσότερον παρά εις κάθε άλλο
+μέρος, τούτο το πράγμα, ένεκα του οποίου ενησχολήθην πολύ καθ' όλην
+την περασμένην ζωήν μου, ώστε βεβαίως το ταξείδιον, το οποίον
+διετάχθην τώρα να κάμω, γίνεται με καλήν ελπίδα και δι' άλλον
+άνθρωπον, ο οποίος νομίζει ότι έχει προετοιμάσει τον νουν του εις το
+να είναι τρόπον τινά καθαρός.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Άρα γε δε κάθαρσις (της ψυχής) δεν συμβαίνει να είναι αυτό, το οποίον
+από πολλήν ώραν αναφέρομεν εις την ομιλίαν μας, το να χωρίζωμεν
+δηλαδή, όσον το δυνατόν περισσότερον την ψυχήν από το σώμα, και να
+συνηθίσωμεν αυτήν να συλλέγηται και να συναθροίζηται από όλα τα μέρη
+του σώματος χωριστά μόνη της, και να κατοική μόνη με τον εαυτόν της
+όσον το δυνατόν, και εις τον τωρινόν καιρόν και εις τον κατόπιν,
+ελευθερωνομένη από το σώμα, όπως λύεται κανείς από τα δεσμά;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν τούτο βεβαίως δεν ονομάζεται θάνατος, το λύσιμον δηλαδή
+και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εκείνοι δε, οι οποίοι ορθώς φιλοσοφούσι με όλην την καρδίαν των,
+καταγίνονται πάντοτε και μόνοι να την λύωσι (την ψυχήν), καθώς
+λέγομεν, και αυτή ίσα ίσα είναι η ενασχόλησις των φιλοσόφων, το
+λύσιμον και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, ή όχι;
+
+Είναι φανερόν ότι ναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν δεν θα ήτο γελοίον, εκείνο το οποίον έλεγον κατ' αρχάς,
+άνθρωπος, ο οποίος προετοιμάζει τον εαυτόν του κατά τον καιρόν της
+ζωής τοιουτοτρόπως, ώστε να είναι όσον το δυνατόν πλησιέστερον εις
+τον θάνατον, να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, και έπειτα, όταν αυτός
+(δηλαδή ο θάνατος) έλθη προς αυτόν, να λυπήται; τούτο δεν είναι
+γελοίον;
+
+Και πώς όχι; είπεν ο Σιμμίας.
+
+Πραγματικώς λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, όσοι φιλοσοφούσιν ορθώς
+καταγίνονται εις το να αποθάνωσι, και το να αποθάνωσι προξενεί εις
+αυτούς φόβον πολύ ολιγώτερον παρά εις όλους τους άλλους ανθρώπους.
+Εξέτασον δε από τα ακόλουθα. Εάν βεβαίως μισούν καθ' όλα το σώμα,
+επιθυμούν δε να έχωσι την ψυχήν των μόνην της, αφού δε γίνη τούτο,
+φοβούνται και λυπούνται, δεν θα ήτο τούτο μεγάλη ανοησία, εάν δεν
+υπάγουν μ' ευχαρίστησιν εκεί, οπού υπάρχει ελπίς ότι, αφού φθάσουν θα
+επιτύχωσιν εκείνο (το καλόν), το οποίον επεθύμουν καθ' όλην την ζωήν
+των· επεθύμουν δε γνώσιν (της αληθείας), θα έχωσι δε ελευθερωθή από
+εκείνο (το σώμα δηλαδή), το οποίον υπήρχε μαζί των και το οποίον
+είχον μισήσει· ή όταν αγαπητά παιδία και γυναίκες και υιοί των
+απέθανον, πολλοί βέβαια άνθρωποι ηθέλησαν με την καρδίαν των να
+υπάγωσιν εις τον Άδην, παρακινούμενοι από αυτήν την ελπίδα, ότι θα
+ίδωσιν εκεί εκείνους, τους οποίους επεθύμουν, και θα είναι μαζί με
+αυτούς, όταν δε κανείς πραγματικώς επιθυμή αληθινήν γνώσιν και λάβη
+με πολλήν βεβαιότητα αυτήν ίσα ίσα την ελπίδα, ότι δεν θα επιτύχη
+αυτήν εις κανέν άλλο μέρος κατά τρόπον άξιον λόγου παρά εις τον Άδην,
+θα λυπηθή, διότι πρόκειται ν' αποθάνη, και δεν θα υπάγη εκεί με
+ευχαρίστησιν; Πρέπει βεβαίως να νομίζωμεν, φίλε μου, ότι θα υπάγη
+ευχαρίστως, εάν είναι πραγματικώς φιλόσοφος· διότι θα σχηματίση
+ισχυράν πεποίθησιν περί τούτων, ότι δεν θα επιτύχη καθαρά την γνώσιν
+της αληθείας εις κανέν άλλο μέρος, παρά μόνον εκεί. Εάν δε τούτο
+είναι έτσι, δεν θα ήτο μεγάλη ανοησία, καθώς προ ολίγου έλεγον, εάν ο
+τοιούτος εφοβείτο τον θάνατον;
+
+Πολλή μεγάλη βεβαίως ανοησία θα ήτο, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διά σε αρκετή απόδειξις
+τούτο, ως προς άνθρωπον τον οποίον θα έβλεπες να λυπήται, διότι
+πρόκειται ν' αποθάνη, ότι αυτός βεβαίως δεν ήτο φιλόσοφος, αλλά
+κάποιος φιλοσώματος άνθρωπος; ο ίδιος δε κατά πάσαν πιθανότητα
+τυγχάνει να είναι και φιλοχρήματος και φιλόδοξος, έχων ή το έν από τα
+δύο αυτά ή και τα δύο;
+
+Είναι έτσι, είπεν ο Σιμμίας, πραγματικώς όπως λέγεις.
+
+Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, και η ονομαζομένη ανδρεία
+δεν ταιριάζει περισσότερον εις τους ούτω πως διακειμένους (δηλαδή
+τους φιλοσόφους);
+
+Εξάπαντος βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. Και η σωφροσύνη (η εγκράτεια
+δηλαδή), την οποίαν και ο όχλος όμοια ονομάζει σωφροσύνην, το να μη
+παρασύρηται δηλαδή κανείς από τας επιθυμίας, αλλά να τας περιφρονή
+και να τας κανονίζη, άρα γε δεν ταιριάζει εις μόνους τούτους, οι
+οποίοι παραπολύ περιφρονούσι το σώμα και ζώσι με φιλοσοφίαν;
+
+Δεν ημπορεί να είναι αλλέως, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Διότι, εάν θέλης, είπεν ο Σωκράτης, να εξετάσης με τον νουν σου και
+την ανδρείαν και την εγκράτειαν των άλλων, των μη φιλοσόφων, θα σοι
+φανή ότι δεν έχει τον τόπον της.
+
+Αλλά πώς λοιπόν τούτο, ω Σώκρατες; Είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ηξεύρεις, απεκρίθη ο Σωκράτης, ότι όλοι οι άλλοι (εκτός των
+φιλοσόφων) νομίζουσιν ότι ο θάνατος είναι έν από τα μεγαλύτερα κακά;
+
+Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Οι ανδρείοι λοιπόν από αυτούς δεν υπομένουσι τον θάνατον, όταν τον
+υπομένωσιν, από φόβον μόνον μεγαλυτέρων κακών;
+
+Αυτό είναι αλήθεια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Όλοι λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είναι ανδρείοι, διότι
+φοβούνται και η ανδρεία των είναι αποτέλεσμα φόβου, εκτός των
+φιλοσόφων. Και όμως είναι απρεπές να είναι κανείς ανδρείος ένεκα
+φόβου ή δειλίας.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Οι εγκρατείς από αυτούς δεν παθαίνουν αυτό το ίδιον; είναι δηλαδή
+εγκρατείς ένεκά τινος ακολασίας· και μολονότι λέγομεν βεβαίως ότι
+τούτο είναι αδύνατον, αλλ' όμως συμβαίνει εις αυτούς ό,τι παθαίνουν
+με αυτήν την ανόητον εγκράτειάν των να είναι το ίδιον με τούτο (το
+οποίον προείπομεν)· διότι, επειδή φοβούνται ότι θα στερηθώσιν άλλων
+ευχαριστήσεων και επειδή επιθυμούσιν εκείνας, απέχουσιν από άλλας,
+διότι κυριεύονται από άλλας πάλιν. Αν και ονομάζουσι βεβαίως
+ακολασίαν το να εξουσιάζηται κανείς από τας ηδονάς, αλλ' όμως
+συμβαίνει εις αυτούς, ενώ κυριεύονται από ηδονάς, να εξουσιάζουν
+αυτοί άλλας ηδονάς. Τούτο δε είναι όμοιον με εκείνο, το οποίον προ
+ολίγου ελέγομεν, ήγουν με το ότι αυτοί έγιναν εγκρατείς, τρόπον τινά
+ένεκα ακολασίας.
+
+Φαίνεται, βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ω καλότυχε Σιμμία, παρατήρησε, μήπως αυτός δεν είναι ο ίσος δρόμος, ο
+οποίος οδηγεί εις την αρετήν, το ν' ανταλλάσσωμεν δηλαδή ηδονάς με
+ηδονάς και λύπας με λύπας και φόβον με φόβον και μεγαλύτερα με
+μικρότερα, καθώς ανταλλάσσομεν νομίσματα· αλλά μήπως εκείνο μόνον
+είναι το σωστόν νόμισμα, η ορθή γνώσις, και μήπως πραγματικώς όλα
+αγοράζονται και πωλούνται με αυτό και μαζί με αυτό, και η ανδρεία
+δηλαδή και η εγκράτεια και η δικαιοσύνη, και μήπως με ένα λόγον η
+αληθινή αρετή είναι μαζί με την ορθήν γνώσιν, και όταν ακόμη και αι
+ευχαριστήσεις και οι φόβοι και όλα τα άλλα τα όμοια με αυτά και τα
+αποκτώμεν και τα χάνομεν. Ταύτα δε, όταν χωρισθώσιν από την ορθήν
+γνώσιν και ανταλλάσσωνται το έν με το άλλο, παρατήρησον μήπως η
+τοιαύτη αρετή είναι καμμία ζωγραφία σκιάς και πραγματικώς δουλική και
+δεν έχει τίποτε υγιές ουδέ αληθές· μήπως δε η αλήθεια είναι κάποια
+κάθαρσις από όλα τα τοιαύτα, και μήπως η εγκράτεια και η δικαιοσύνη
+και η ανδρεία και αυτή η ορθή γνώσις είναι κάποιος καθαρισμός (13),
+και βεβαίως αυτοί οι οποίοι μας εσύστησαν τας μυστικάς τελετάς (τα
+Ελευσίνια μυστήρια) δεν είναι βεβαίως άνθρωποι χωρίς αξίαν, αλλά
+μήπως πραγματικώς υπαινίττονται από πολύν καιρόν τούτο, ότι όποιος
+υπάγη εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να λάβη γνώσιν των μυστηρίων
+και λάβη μέρος εις την εκτέλεσιν αυτών θα ευρίσκηται μέσα εις την
+λάσπην (214), εκείνος δε ο οποίος καθαρισθή και λάβη μέρος εις την
+εκτέλεσιν αυτών, άμα φθάση εκεί, θα κατοική μαζί με τους θεούς,
+«διότι υπάρχουσι βεβαίως, λέγουσιν οι ενασχολούμενοι εις τας μυστικάς
+τελετάς, πολλοί μεν οι οποίοι φέρουν θύρσον, ολίγοι δε οι
+εμπνευσμένοι»(15). Αυτοί δε κατά την γνώμην μου δεν είναι άλλοι παρά
+όσοι υπήρξαν αληθείς φιλόσοφοι. Είς εκ των οποίων και εγώ βέβαια,
+καθόσον τουλάχιστον ημπόρεσα, δεν παρέλειψα τίποτε εις την ζωήν μου,
+αλλά προσεπάθησα με όλην μου την καρδίαν με κάθε τρόπον να γίνω. Εάν
+δε ορθώς προσεπάθησα και εάν ωφελήθην τίποτε, αφ' ού υπάγω εκεί, θα
+μάθω την αλήθειαν, εάν ο θεός θέλη, ολίγον υστερώτερα, καθώς μου
+φαίνεται. Εγώ λοιπόν αυτήν την απολογίαν κάμνω, Σιμμία και Κέβη, διά
+ν' αποδείξω ότι ευλόγως δεν δυσαρεστούμαι οπού αφήνω και σας και τους
+εδώ κυρίους μου, ούτε λυπούμαι, διότι νομίζω ότι και εκεί όχι
+ολιγώτερον παρά εδώ θ' απαντήσω και αγαθούς κυρίους και αγαθούς
+φίλους· τούτο δε οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το πιστεύουσιν. Εάν
+λοιπόν με την απολογίαν μου κατέπεισα σας περισσότερον παρά τους
+δικαστάς των Αθηναίων, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος.
+
+Αφ' ού λοιπόν είπε ταύτα ο Σωκράτης, ο Κέβης έλαβε τον λόγον και
+είπεν:
+
+Ω Σώκρατες, όσα μεν άλλα είπομεν εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι
+ορθά, όσα δε περί ψυχής προξενούν εις τους ανθρώπους μεγάλην
+απιστίαν, διότι φοβούνται μήπως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, δεν
+υπάρχει πλέον εις κανέν μέρος, αλλά καταστρέφεται και διαλύεται κατ'
+εκείνην την ημέραν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος ήθελεν αποθάνει,
+αμέσως καθώς χωρισθή από το σώμα, και μήπως, καθώς εξέρχεται, αφ' ού
+σκορπισθή ωσάν φύσημα ή καπνός, χαθή πετώσα και δεν υπάρχη πλέον εις
+κανέν μέρος· επειδή, εάν ήθελεν υπάρχει εις κανέν μέρος περιμαζευμένη
+μόνη της μέσα εις τον εαυτόν της και χωρισμένη από αυτά τα κακά, τα
+οποία προ ολίγου ανέφερες, θα υπήρχε πολλή και καλή ελπίς, ω
+Σώκρατες, ότι εκείνα τα οποία λέγεις είναι αληθινά. Αλλ' ίσως τούτο
+ίσα ίσα έχει ανάγκην από εξήγησιν και απόδειξιν όχι ολίγην, ότι η
+ψυχή του ανθρώπου, αφ' ού αποθάνη, εξακολουθεί να υπάρχη και έχει
+κάποιαν δύναμιν και γνώσιν.
+
+Αλήθειαν λέγεις, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, αλλά τι λοιπόν να κάμωμεν; Ή
+θέλεις να εξετάσωμεν συνομιλούντες περί αυτών ίσα ίσα των πραγμάτων,
+εάν είναι επόμενον να είναι έτσι, ή όχι;
+
+Εγώ λοιπόν βέβαια, είπεν ο Κέβης, ήθελον ακούσει με ευχαρίστησιν
+ποίαν γνώμην έχεις περί αυτών των πραγμάτων.
+
+Εγώ τουλάχιστον δεν φρονώ, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν κανείς ακούση
+τώρα, και κωμωδοποιός εάν είναι, όσα λέγω, ήθελεν είπει ότι πολυλογώ
+και ότι δεν ομιλώ διά πράγματα, τα οποία μας αποβλέπουν. Εάν λοιπόν
+νομίζης καλόν και αν είναι χρεία να εξετάσωμεν, ας εξετάσωμεν αυτό
+ούτω πως, αν αι ψυχαί των ανθρώπων, αφ' ού αποθάνουν, ευρίσκονται εις
+τον τόπον του Άδου ή όχι. Αυτή μεν η γνώμη, την οποίαν έχομεν
+αναφέρει, είναι παλαιά, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αι ψυχαί,
+φθάνουσαι εκεί (εις τον Άδην) από εδώ, και ότι εκ νέου εκείθεν
+φθάνουσιν εδώ και γεννώνται από τους αποθαμμένους. Και αν αυτό είναι
+έτσι, αν δηλαδή, οι ζωντανοί γίνωνται πάλιν από τους αποθαμμένους, θα
+παραδεχθώμεν άλλο τι παρά ότι αι ψυχαί μας υπάρχουν εκεί; Διότι δεν
+θα ήρχοντο βεβαίως πάλιν εδώ, εάν δεν υπήρχον, και τούτο θα ήτο
+αρκετή απόδειξις του ότι αυτά είναι αληθινά, εάν εγίνετο πραγματικώς
+φανερόν ότι οι ζωντανοί από πουθενά αλλού δεν γίνονται παρά από τους
+αποθαμμένους. Εάν δε τούτο δεν είναι αληθινόν, θα ήτο τότε ανάγκη
+καμμιάς άλλης αποδείξεως.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Το ακόλουθον, είπεν ο Σωκράτης, μη εξετάσης μόνον αναφορικώς προς
+τους ανθρώπους, εάν θέλης εύκολα να το μάθης, αλλά και αναφορικώς
+προς όλα τα ζώα και τα φυτά και προς όλα ομού όσα έρχονται εις την
+ζωήν· δι' όλα αυτά ας ίδωμεν, άρα γε όλα γίνονται κατ' αυτόν τον
+τρόπον, δηλαδή όχι από αλλού παρά τα εναντία γίνονται από τα εναντία
+των, όσα συμβαίνει να έχουν τοιούτον τι (δηλαδή το εναντίον των)·
+λόγου χάριν το ωραίον είναι βέβαια το εναντίον με το άσχημον, και το
+δίκαιον με το άδικον και βεβαίως και άλλα αμέτρητα είναι έτσι. Τούτο
+λοιπόν ας εξετάσωμεν· άρα γε είναι απαραίτητον εις όσα πράγματα
+υπάρχει κάτι άλλο εναντίον των, αυτά να μη γίνωνται από πουθενά
+αλλού, παρά από το εναντίον με αυτά; Λόγου χάριν όταν έν πράγμα
+γίνηται μεγαλύτερον, είναι βεβαίως απαραίτητον από μικρότερον οπού
+ήτο προτύτερα να γίνηται έπειτα μεγαλύτερον;
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Λοιπόν και εάν γίνη μικρότερον, από μεγαλύτερον που ήτο προτύτερα,
+δεν θα γίνη ύστερα μικρότερον; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης.
+
+Έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Επίσης, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, το πλέον αδύνατον δεν γίνεται από
+το δυνατώτερον, και το πλέον γρήγορον από το αργότερον;
+
+Βεβαίως, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι δε λέγεις εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Αν κανέν πράγμα γίνεται
+χειρότερον, δεν έγινε τοιούτον από καλύτερον οπού ήτο; Και, εάν γίνη
+δικαιότερον, δεν έγινεν από αδικώτερον;
+
+Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης,
+
+Έχομεν λοιπόν τούτο αρκετά αποδείξει, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλα τα
+πράγματα γίνονται κατ' αυτόν τον τρόπον, δηλαδή τα εναντία γίνονται
+από τα εναντία των.
+
+Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι δε πάλιν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει και κάτι εις αυτά τα
+πράγματα ωσάν αυτό όπου θα είπω, δηλαδή ανάμεσα εις όλα τα ζεύγη των
+εναντίων δύο γεννήσεις, επειδή αυτά είναι από δύο, ήγουν από τα έν
+εις το άλλο και πάλιν δευτέραν φοράν από το δεύτερον εις το πρώτον;
+Διότι μεταξύ ενός πράγματος μεγαλυτέρου και ενός μικρότερου υπάρχει
+αύξησις και ελάττωσις· και έτσι λέγομεν ότι το μεν έν αυξάνει, το δε
+άλλο μικραίνει.
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, το ανακάτωμα και ο χωρισμός και το κρύο και
+η ζέστη και όλα τα πράγματα έτσι γίνονται· αν δε εις μερικάς
+περιστάσεις δεν έχομεν ονόματα να τα ονομάζωμεν, πραγματικώς όμως
+παντού δεν ημπορεί να γίνωνται αλλέως πως παρά έτσι· δηλαδή να
+γίνωνται το έν από το άλλο και να υπάρχη παραγωγή του ενός από του
+άλλου και κατόπιν δευτέρα (παραγωγή) αντιστρόφως;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι λοιπόν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα εναντίον εις
+το να ζη κανείς, καθώς το να κοιμάται κανείς είναι εναντίον εις το να
+είναι έξυπνος;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Ποίον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Το να αποθάνη, είπεν ο Κέβης.
+
+Αυτά λοιπόν δεν γίνονται το έν από το άλλο, αφ' ού είναι εναντία;
+ηρώτησεν ο Σωκράτης και μεταξύ αυτών δεν γίνονται δύο γεννήσεις, αφ'
+ού είναι δύο;
+
+Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
+
+Εγώ λοιπόν θα σου είπω, είπεν ο Σωκράτης, το έν από τα δύο ζευγάρια,
+τα οποία προ ολίγου ανέφερα, και αυτό και τας γεννήσεις (οπού
+συμβαίνουν εις αυτό)· συ δε ειπέ μου το άλλο ζευγάρι, λέγω λοιπόν το
+μεν (έν μέλος του ζευγαριού) είναι το να κοιμάται κανείς, το δε
+(άλλο) το να είναι έξυπνος· και ότι από το να κοιμάται γίνεται το να
+είναι έξυπνος, και από το να είναι έξυπνος γίνεται το να κοιμάται.
+Και ότι αι γεννήσεις αυτών των δύο, η μεν μία είναι το αποκοίμισμα, η
+δε άλλη το ξύπνημα. Το εκατάλαβες αρκετά, είπεν ο Σωκράτης, ή όχι;
+
+Παραπολύ αρκετά, είπεν ο Κέβης.
+
+Λέγε μου λοιπόν και συ κατά τον αυτόν τρόπον, είπεν ο Σωκράτης, περί
+ζωής και θανάτου. Δεν λέγεις μεν ότι το ν' αποθάνη κανείς είναι
+εναντίον του να ζη;
+
+Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.
+
+Ότι δε αυτά γίνονται το έν από το άλλο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Απ' εκείνο λοιπόν, το οποίον ζη, ποίον γίνεται; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Εκείνο το οποίον είναι αποθαμμένον, είπεν ο Κέβης.
+
+Ποίον δε, είπεν ο Σωκράτης, γίνεται από το αποθαμμένον;
+
+Είναι αναπόφευκτον να ομολογήσω, είπεν ο Κέβης, ότι γίνεται το
+ζωντανόν.
+
+Τα ζωντανά λοιπόν και οι ζωντανοί, Κέβη, γίνονται από τα αποθαμμένα;
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης.
+
+Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αι ψυχαί μας υπάρχουσιν εις την χώραν του
+Άδου.
+
+Φαίνεται, είπεν ο Κέβης.
+
+Και από τας δύο γεννήσεις, οπού συμβαίνουν εις αυτά τα δύο πράγματα
+(την ζωήν και τον θάνατον δηλαδή), η μία τουλάχιστον δεν συμβαίνει να
+είναι ολοφάνερος; διότι το ότι αποθνήσκομεν δεν είναι αναμφιβόλως
+φανερόν, ή όχι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Πώς λοιπόν θα κάμωμεν; είπεν ο Σωκράτης· δεν θα παραδεχθώμεν εις
+ανταλλαγήν την εναντίαν γέννησιν, αλλά θα είναι η φύσις κουτσή κατά
+τούτο το μέρος; ή είμεθα υποχρεωμένοι να δώσωμεν εις ανταλλαγήν
+κάποιαν γέννησιν εναντίαν εις τον θάνατον;
+
+Χωρίς άλλο βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Ποία λοιπόν είναι αυτή, την οποίαν θα ανταποδώσωμεν; Ηρώτησεν ο
+Σωκράτης.
+
+Η αναβίωσις, απεκρίθη ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν το να ξαναζήση κανείς υπάρχη, αυτό,
+δηλαδή η ανάζησις, δεν θα είναι γέννησις ενός εις τους ζωντανούς από
+τους αποθαμμένους;
+
+Βεβαίως, είπεν ο Κέβης. Είμεθα λοιπόν σύμφωνοι εις τούτο, ότι οι
+ζωντανοί έχουν γίνει από τους αποθαμμένους, όχι ολιγώτερον από όσον
+οι αποθαμμένοι έγιναν από τους ζωντανούς· αφού λοιπόν τούτο είναι
+αληθινόν, είμεθα σύμφωνοι ότι τούτο βεβαίως είναι αρκετή απόδειξις,
+ότι χωρίς άλλο αι ψυχαί των αποθαμμένων κάπου ευρίσκονται, από όπου
+ίσα ίσα έρχονται πάλιν εις την ζωήν.
+
+Νομίζω, είπεν ο Κέβης, ω Σώκρατες, από όσα παρεδέχθημεν και αυτό
+είναι έτσι.
+
+Κύτταξε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, ότι άδικα δεν έχομεν
+παραδεχθή αυτά, καθώς μου φαίνεται, διότι, εάν τα πρώτα μέλη από τα
+ζευγάρια δεν ανταποδίδωνται πάντοτε εις τα δεύτερα γινόμενα, ωσάν να
+γυρίζουν εις ένα κύκλον, αλλ' η γέννησις είναι μία ευθεία προχώρησις
+μόνον από το έν εις το αντικρυνόν εναντίον του και δεν επιστρέφη
+πάλιν προς το άλλο μέρος, μήτε κάμνη γύρον, ήξευρε ότι όλα εις το
+τέλος θα ελάμβαναν το ίδιον σχήμα και θα επάθαινον το ίδιον πάθημα
+και θα έπαυον από του να γίνωνται.
+
+Πώς λέγεις; Είπεν ο Κέβης.
+
+Εκείνο το οποίον λέγω, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διόλου δύσκολον να
+το καταλάβης· αλλά λόγου χάριν: εάν το μεν να κοιμάται κανείς υπήρχε,
+το δε να εξυπνά δεν εγίνετο από το να κοιμάται ερχόμενον εις
+ανταπόκρισιν, ηξεύρεις ότι όλα επί τέλους ήθελον αποδείξει ως
+φλυαρίαν τον Ενδυμίωνα και δεν θα εφαίνετο αυτός πουθενά, διότι και
+όλα τα άλλα θα είχαν πάθει το ίδιον με αυτόν, δηλαδή θα εκοιμώντο·
+και εάν όλα μεν ανακατεύοντο, δεν εχωρίζοντο δε, γρήγορα θα συνέβαινε
+εκείνο το οποίον λέγει ο Αναξαγόρας (16), να είναι δηλαδή μαζί όλα τα
+πράγματα· ομοίως δε, φίλε Κέβη, και εάν όλα μεν ήθελον αποθνήσκει,
+όσα έγειναν μέτοχα ζωής, αφ' ού δε ήθελον αποθάνει, τα αποθαμμένα
+ήθελον μένει εις τούτο το σχήμα (δηλαδή το σχήμα του νεκρού) και δεν
+ήθελον ξαναζή πάλιν· άρα γε δεν θα ήτο πολύ αναπόφευκτον όλα επί
+τέλους να μένουν αποθαμμένα και μήτε έν μόνον να ζη; Διότι, εάν τα
+μεν ζώντα εγίνοντο από τάλλα (και όχι από τα αποθαμμένα), τα δε
+ζωντανά ήθελον αποθνήσκει, ποίον μέσον θα υπήρχε να μη απορροφηθούν
+όλα εις τον θάνατον (μηδενιζόμενα);
+
+Κανέν μέσον δεν θα υπήρχε, νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης· αλλά
+μου φαίνεται ότι λέγεις την τελείαν αλήθειαν.
+
+Έτσι είναι βεβαιότερα από κάθε άλλο πράγμα, νομίζω, Κέβη, είπεν ο
+Σωκράτης· και ότι δεν απατώμεθα ημείς οπού ομολογούμεν ότι αυτά είναι
+έτσι, αλλά και το να ξαναζή κανείς υπάρχει πραγματικώς και τα ότι οι
+ζώντες γίνονται από τους αποθαμμένους, και ότι αι ψυχαί των
+αποθαμμένων υπάρχουσι και ότι αι μεν αγαθαί είναι εις καλυτέραν
+κατάστασιν, αι δε κακαί εις χειροτέραν.
+
+Και προς τούτοις, είπεν ο Κέβης διακόψας, και σύμφωνα με εκείνην την
+γνώμην, εάν είναι αληθινή, την οποίαν συ, ω Σώκρατες, συνήθιζες συχνά
+να λέγης, ότι δηλαδή η μάθησις δεν τυχαίνει να είναι τίποτε άλλο εις
+ημάς παρά ξαναενθύμησις και σύμφωνα με τούτο ημείς, βεβαίως, έχομεν
+μάθει χωρίς άλλο εις κάποιον προηγούμενον καιρόν εκείνα τα οποία τώρα
+ξαναενθυμούμεθα. Τούτο δε είναι αδύνατον, εάν η ψυχή μας δεν υπήρχε
+κάπου προτού να έλθη μέσα εις αυτήν την ανθρωπίνην μορφήν, ώστε και
+υπό ταύτην την έποψιν φαίνεται ότι η ψυχή είναι πράγμα τι αθάνατον.
+
+Αλλά, Κέβη, είπεν ο Σιμμίας διακόψας, ποίαι είναι αι αποδείξεις
+τούτων των πραγμάτων, ενθύμισέ μου αυτάς, διότι πολύ πολύ δεν τας
+ενθυμούμαι εις αυτήν την στιγμήν.
+
+Θα σου τας ενθυμίσω με ένα μόνον λόγον ωραιότατον, είπεν ο Κέβης, ότι
+οι άνθρωποι, όταν ερωτώνται, εάν κανείς τους ερωτά καλά, μόνοι των
+λέγουν όλα τα πράγματα πώς είναι· και λοιπόν, εάν δεν συνέβαινε να
+υπάρχη μέσα εις αυτούς γνώσις και ορθόν λογικόν, δεν θα ήσαν ικανοί
+να κάμνουν τούτο. Έπειτα εάν τους φέρη κανείς επάνω εις γεωμετρικά
+σχήματα ή εις κανέν άλλο από τα τοιαύτα πράγματα, τότε θα αναγνωρίση
+καθαρότατα ότι τούτο είναι όπως λέγω.
+
+Εάν δε δεν πείθεσαι με τούτον τουλάχιστον τον τρόπον, Σιμμία, είπεν ο
+Σωκράτης, εξέτασε αν θα το παραδεχθής εξετάζων με τον ακόλουθον επάνω
+κάτω τρόπον. Δεν πείθεσαι λοιπόν πως η ονομαζόμενη μάθησις είναι
+ξαναενθύμησις;
+
+Εγώ μεν βέβαια δεν αμφιβάλλω δι' αυτό, είπεν ο Σιμμίας, αλλ' έχω
+χρείαν, είπε, να πάθω αυτό το ίδιον, περί του οποίου ομιλούμεν,
+δηλαδή να ξαναενθυμηθώ· και από εκείνα τα οποία ήρχισε να λέγη ο
+Κέβης τώρα επάνω κάτω ενθυμούμαι και πείθομαι· μ' όλα αυτά όμως θα
+ήκουον τώρα μ' ευχαρίστησιν πώς συ θα πραγματευθής το ζήτημα.
+
+Εγώ βέβαια θα το πραγματευθώ με τον εξής τρόπον, είπεν ο Σωκράτης,
+διότι είμεθα βέβαια σύμφωνοι εις τούτο, ότι, εάν κανείς ξαναενθυμηθή
+κανέν πράγμα, πρέπει αυτός τούτο το πράγμα να το έχη μάθη κάποτε
+προτήτερα.
+
+Βέβαια. Είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν παραδεχόμεθα και τούτο, ότι,
+όταν η γνώσις παρουσιάζεται με τοιούτον τρόπον, είναι ξαναενθύμησις;
+Αναφέρω δε και ένα τρόπον, τον εξής· εάν κανείς, αφ' ού ίδη ή ακούση
+κανέν άλλο πράγμα ή λάβη καμμίαν άλλην αίσθησιν αυτού, όχι μόνον δεν
+λάβη γνώσιν αυτού, αλλά και βάλη εις τον νουν του άλλο, του οποίου η
+γνώσις δεν είναι η ιδία, άρα γε δεν λέγομεν δικαίως τούτο, ότι
+ξαναενθυμήθη εκείνο, του οποίου εσχημάτισε την ιδέαν;
+
+Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Σιμμίας.
+
+Αυτό οπού λέγω, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης είναι ωσάν τα εξής· η
+παράστασις του ανθρώπου είναι βέβαια άλλη και η παράστασης της λύρας
+άλλη.
+
+Και πώς όχι; Είπεν ο Σιμμίας. Δεν ηξεύρεις λοιπόν ότι οι αγαπητικοί,
+όταν ίδουν λύραν, ή φόρεμα, ή κανέν άλλο πράγμα, από εκείνα τα οποία
+οι αγαπημένοι των συνηθίζουν να μεταχειρίζονται, παθαίνουν το
+ακόλουθον πράγμα; Λαμβάνουν γνώσιν της λύρας και σχηματίζουν εις τον
+νουν των την μορφήν του ανθρώπου, εις τον οποίον ανήκει η λύρα· τούτο
+δε είναι ξαναενθύμησις. Καθώς βέβαια και τον Σιμμίαν βλέπει κανείς
+πολλάς φοράς και ενθυμείται τον Κέβητα, και χίλια δύο άλλα τοιαύτα
+παραδείγματα ημπορεί βεβαίως να υπάρχουν.
+
+Χίλια δύο βέβαια, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Το τοιούτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι κάποια ξαναενθύμησις
+προπάντων όμως, όταν πάθη κανείς αυτά δι' εκείνα τα πράγματα, τα
+οποία έχει πλέον λησμονήσει ένεκα της πολυκαιρίας και διότι δεν τα
+βλέπει;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Είναι δυνατόν να ίδη κανείς άλογον
+ζωγραφισμένον και λύραν ζωγραφισμένην και να ενθυμηθή ένα άνθρωπον;
+Και να ίδη τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να ενθυμηθη τον Κέβητα;
+
+Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και να ίδη λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να
+ενθυμηθή τον ίδιον τον Σιμμίαν;
+
+Είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Άρα γε λοιπόν σύμφωνα με όλα αυτά δεν συμβαίνει ή ξαναενθύμησις να
+προκαλήται, άλλη μεν από πράγματα όμοια, άλλη δε από ανόμοια;
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Συμβαίνει, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Αλλ', όταν τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, κανείς ξαναενθυμήται κανέν
+πράγμα κινούμενος από τα όμοια πράγματα, άρα γε δεν είναι
+αναπόφευκτον να παθαίνη και τούτο ακόμη, να παριστάνη με τον νουν
+του, αν τούτο ομοιάζη εντελώς μ' εκείνο το οποίον ξαναενθυμήθη, ή αν
+του λείπη τίποτε;
+
+Αναπόφευκτον είναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Πρόσεξε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να ίδης αν αυτά οπού θα είπω είναι
+έτσι. Δεν λέγομεν, νομίζω, ότι υπάρχει κάποιον πράγμα το οποίον
+λέγεται ισότης; Δεν λέγω ξύλον οπού είναι ίσον με άλλο ξύλον, ούτε
+πέτραν ίσην με άλλην πέτραν, ούτε κανέν άλλο από τα τοιαύτα, αλλ'
+ανεξαρτήτως όλων τούτων έν άλλο πράγμα, την ιδίαν την ισότητα· θα
+παραδεχθώμεν ότι αυτή είναι κάτι, ή ότι δεν είναι τίποτε; Θα
+παραδεχθώμεν, μα τον Δία, ότι είναι κάτι, είπεν ο Σιμμίας, με απορίαν
+μας βέβαια.
+
+Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, γνωρίζομεν επίσης τι είναι αυτή η ισότης;
+
+Βεβαίως γνωρίζομεν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και πόθεν ελάβομεν την γνώσιν αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης, Άρα γε δεν
+την ελάβομεν από εκείνα, τα οποία προ ολίγου ελέγομεν, αφού δηλαδή
+είδομεν ίσα ξύλα ή πέτρας, ή τίποτε άλλα ίσα πράγματα, από αυτά
+εσχηματίσαμεν την ιδέαν εκείνου (δηλαδή της ισότητος), το οποίον
+είναι διαφορετικόν πράγμα από αυτά· ή μήπως δεν σου φαίνεται ότι
+είναι διαφορετικόν; Εξέτασε δε και κατά τον εξής τρόπον. Άρα γε ίσαι
+μεν πέτραι και κάποτε δένδρα, τα οποία είναι τα ίδια, δεν φαίνονται
+άλλοτε μεν ίσα, άλλοτε δε όχι;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε λέγεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Καμμίαν φοράν τα ίδια ίσα πράγματα
+σου εφάνησαν άνισα, ή η ισότης σου εφάνη ανισότης;
+
+Ποτέ βέβαια έως τώρα τουλάχιστον, ω Σώκρατες, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Αυτά τα ίσα πράγματα και η ιδία η ισότης δεν είναι λοιπόν έν και το
+αυτό πράγμα, είπεν ο Σωκράτης.
+
+Μου φαίνεται, είπεν ο Σιμμίας, ότι διόλου δεν είναι το ίδιον πράγμα.
+
+Αλλ' όμως, είπεν ο Σωκράτης, ενώ αυτά τα ίσα πράγματα είναι
+διαφορετικά από εκείνο, δηλαδή την ισότητα, από αυτά όμως δεν
+εσχημάτισες και την ιδέαν και την γνώσιν έλαβες εκείνου (δηλαδή της
+ισότητος);
+
+Αληθέστατα λέγεις, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Δεν έλαβες λοιπόν την ιδέαν αυτής (της ισότητος δηλαδή) είτε ομοιάζει
+με αυτά τα πράγματα, είτε δεν ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Τούτο δε (το αν ομοιάζει ή όχι η ισότης με τα ίσα πράγματα) δεν
+ενδιαφέρει διόλου, είπεν ο Σωκράτης.
+
+Διότι έως ότου να ίδης άλλο πράγμα, αφού είδες αυτό και σχημάτισες
+την ιδέαν άλλου, είτε όμοιον είναι αυτό, είτε ανόμοιον, αναπόφευκτον
+είναι τότε, είπεν ο Σωκράτης, αυτό (δηλαδή το πρώτον) να το
+ξαναενθυμηθής.
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Αλλά τι είναι το εξής; Είπεν ο Σωκράτης. Μήπως παθαίνομεν κάτι
+τοιούτον πού θα είπω, όταν βλέπωμεν και τα δένδρα και εκείνα τα
+πράγματα, τα οποία ελέγομεν, δηλαδή όταν βλέπωμεν τα ίσα πράγματα;
+Άρα γε αυτά μας φαίνονται ότι είναι τόσον ίσα, καθώς είναι εκείνο, το
+οποίον είναι η ιδία η ισότης; ή είναι κατά τι κατώτερα από εκείνο,
+διότι δεν είναι τοιαύτα, οποία είναι η ισότης, ή μήπως δεν είναι
+διόλου κατώτερα;
+
+Είναι κατά πολύ βέβαια κατώτερα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Δεν παραδεχόμεθα λοιπόν, όταν κανείς ίδη κανέν πράγμα και σχηματίση
+την ιδέαν του, ότι θέλει μεν τούτο το πράγμα, όπως τούτο το οποίον
+τώρα εγώ βλέπω, να είναι τοιούτον οποίον είναι έν άλλο από τα
+υπάρχοντα πράγματα, είναι όμως ελλιπές και δεν δύναται να είναι
+τοιούτον, οποίον είναι εκείνο, αλλ' είναι επομένως κατώτερον, δεν
+παραδεχόμεθα, λέγω, ότι χωρίς άλλο εκείνος ο οποίος σχηματίζει την
+ιδέαν τούτου έτυχε να γνωρίζη από προτήτερα εκείνο με το οποίον λέγει
+ότι τούτο ομοιάζει μεν, είναι όμως ελλιπέστερον;
+
+Χωρίς άλλο έτυχε να το γνωρίζη από προτύτερα, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι λοιπόν λέγεις: Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Έχομεν πάθει και ημείς το
+ίδιον πάθημα ή όχι, προκειμένου δια τα ίσα πράγματα και την καθ' αυτό
+ισότητα;
+
+Κατά πάντα βεβαίως το έχομεν πάθει, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Είναι λοιπόν απαραιτήτως βέβαιον, ότι ημείς ηξεύραμεν, είπεν ο
+Σωκράτης, την ισότητα προτήτερα, προ του καιρού εκείνου, κατά τον
+οποίον είδομεν διά πρώτην φοράν τα ίσα πράγματα ότι επιθυμούν μεν να
+είναι ωσάν την ισότητα, αλλ' ότι είναι όμως ελλιπέστερα.
+
+Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. Προς τούτοις παραδεχόμεθα και το εξής,
+ότι η ιδέα αυτή (δηλαδή της ισότητος) δεν μας προήλθεν από αλλού,
+μήτε είναι δυνατόν να σχηματισθή, παρά ή από την όρασιν ή από την
+αφήν ή από καμμίαν άλλην εκ των αισθήσεων.
+
+Και λέγω το ίδιον δι' όλα αυτά τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης.
+
+Είναι βεβαίως δι' όλα το ίδιον, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ως προς
+εκείνο τουλάχιστον, το οποίον η ομιλία θέλει να αποδείξη. Αλλ' όμως
+πρέπει λοιπόν από τας αισθήσεις βεβαίως να σχηματίση κανείς την ιδέαν
+ταύτην, ότι όλα τα εξαρτώμενα από τας αισθήσεις επιθυμούν εκείνο, το
+οποίον είναι πραγματικώς η ισότης, και ότι είναι ελλιπέστερα από
+αυτό· ή πώς το λέγετε σεις:
+
+Έτσι το λέγομεν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Προ του λοιπόν ημείς ν' αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης, να βλέπωμεν και
+ν' ακούωμεν και να αισθανώμεθα τα άλλα αισθήματα, πρέπει να έτυχε να
+έχωμεν λάβει γνώσιν της ιδέας της ισότητος, τι πράγμα αυτή είναι,
+αφού επρόκειτο να αναφέρωμεν εις αυτήν τα ίσα πράγματα, τα οποία
+αντιλαμβανόμεθα με τας αισθήσεις μας, διότι όλα μεν τα τοιαύτα (ίσα)
+πράγματα προσπαθούν να είναι ωσάν εκείνην, είναι όμως κατώτερα από
+αυτήν.
+
+Από όσα προείπομεν, ω Σώκρατες, πείθομαι ότι χωρίς άλλο έτσι είναι.
+
+Άμα εγεννήθημεν λοιπόν, δεν εβλέπομεν και ηκούομεν και είχομεν τας
+άλλας αισθήσεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Πρέπει δε, είπεν ο Σωκράτης, καθώς λέγομεν, προτήτερα από αυτά να
+είχομεν λάβει την γνώσιν, της ισότητος.
+
+Ναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Χωρίς άλλο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πρέπει να έχωμεν λάβει αυτήν,
+καθώς φαίνεται, προ του να γεννηθώμεν.
+
+Φανερόν είναι, είπεν ο Σιμμίας,
+
+Εάν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αφού ελάβομεν αυτήν την γνώσιν προ του
+να γεννηθώμεν, εγεννήθημεν κατέχοντες αυτήν, εγνωρίζαμεν και προ του
+να γεννηθώμεν και αμέσως οπού εγεννήθημεν, όχι μόνον την ισότητα και
+το μεγαλύτερον και το μικρότερον, αλλά και όλα τα τοιαύτα πράγματα.
+Διότι τώρα δεν ομιλούμεν περί της ισότητος μόνον κάπως περισσότερον
+παρά και περί της ιδέας της ωραιότητος, και της ιδέας της αγαθότητος
+και της δικαιοσύνης και της αγιότητος και, καθώς λέγω, περί όλων των
+πραγμάτων, εις τα οποία επικυρώνομεν εκείνο το οποίον πραγματικώς
+είναι και εις τας ερωτήσεις, όταν ερωτώμεν, και εις τας αποκρίσεις,
+όταν αποκρινώμεθα. Ώστε είναι χωρίς άλλο βέβαιον, ότι ημείς έχομεν
+λάβει τας γνώσεις όλων τούτων εν γένει προ του να γεννηθώμεν.
+
+Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και εάν μεν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, αφού τας ελάβομεν, δεν τας
+είχομεν λησμονήσει κάθε φοράν, θα εγεννώμεθα πάντοτε έχοντες αυτάς
+και θα τας ηξεύρομεν διαρκώς καθ' όλην την ζωήν μας. Διότι το να
+ηξεύρη κανείς συνίσταται εις τούτο, εις το, αφού λάβη γνώσιν ενός
+πράγματος, να την διατηρή και να μη την χάση· ή, Σιμμία, δεν
+ονομάζομεν λησμόνημα τούτο, τον χαμόν δηλαδή της γνώσεως;
+
+Βεβαιότατα, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εάν δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω, αφού τας ελάβομεν (τας
+γνώσεις) προ του να γεννηθώμεν, τας εχάσαμεν, αφού εγεννήθημεν,
+ύστερα δε μεταχειριζόμενοι τας αισθήσεις μας εις αυτά τα πράγματα
+λαμβάνωμεν πάλιν εκείνας τας γνώσεις, τας οποίας είχαμεν μίαν φοράν
+και προτήτερα, άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζομεν μάθησιν, δεν είναι
+το να λαμβάνωμεν πάλιν την (χαμένην) ιδικήν μας γνώσιν: Εάν δε
+είπωμεν επάνω κάτω αυτό ξαναενθύμησιν, δεν λέγομεν σωστά;
+
+Πολύ σωστά, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τούτο τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, μας εφάνη ότι δύναται να γείνη,
+αφού δηλαδή αισθανθώμεν κανέν πράγμα, ή διότι το είδομεν, ή διότι το
+ηκούσαμεν, ή διότι άλλως πως το ησθάνθημεν, να σχηματίσωμεν έπειτα
+από αυτό την ιδέαν άλλου πράγματος, το οποίον είχομεν λησμονήσει, με
+το οποίον τούτο ήτο μεν ανόμοιον, επλησίαζεν όμως, ή με το οποίον ήτο
+όμοιον· ώστε, καθώς λέγω, έν από τα δύο, ή εγεννήθημεν γνωρίζοντες
+αυτά και τα ηξεύρομεν καθ' όλην μας την ζωήν, ή ύστερα, εκείνοι, τους
+οποίους λέγομεν ότι τα μανθάνουν, αυτοί τίποτε άλλο δεν κάμνουν παρά
+τα ξαναενθυμούνται· και, η μάθησις ημπορεί να είναι απλή
+ξαναενθύμησις.
+
+Έτσι είναι και παρά πολύ, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ποίον από τα δύο λοιπόν προτιμάς, Σιμμία, να γεννηθώμεν ηξεύροντες, ή
+να ξαναενθυμώμεθα ύστερα εκείνα, των οποίων έχομεν λάβει προτήτερα
+γνώσιν;
+
+Δεν ημπορώ να εκλέξω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, κατά την παρούσαν
+στιγμήν. Τι δε λέγεις, δύνασαι να κάμης εκλογήν εις το ακόλουθον, που
+θα είπω;
+
+Και ποίαν γνώμην έχεις περί αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Άνθρωπος, ο
+οποίος ηξεύρει κάποιον πράγμα, ημπορεί να δώση λόγον δι' εκείνο, το
+οποίον ηξεύρει, ή όχι;
+
+Ημπορεί πολύ καλά χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και όλοι οι άνθρωποι σου φαίνεται ότι ημπορούν να δώσουν λόγον δι'
+αυτά τα πράγματα, διά τα οποία προ ολίγου ελέγομεν; Ηρώτησεν ο
+Σωκράτης.
+
+Θα το επεθύμουν βέβαια, είπεν ο Σιμμίας· αλλά πολύ περισσότερον
+φοβούμαι μήπως αύριον κατ' αυτήν την ώραν κανείς από τους ανθρώπους
+δεν θα είναι πλέον ικανός να κάμη τούτο το πράγμα αξίως.
+
+Δεν σου φαίνεται λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλοι ηξεύρουν
+αυτά τα πράγματα;
+
+Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ξαναενθυμούνται λοιπόν εκείνα τα πράγματα, τα οποία κάποτε έμαθαν:
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Χωρίς άλλο, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Πότε αι ψυχαί ημών έλαβον την γνώσιν αυτών των πραγμάτων; Ηρώτησεν ο
+Σωκράτης, διότι δεν έλαβον αυτήν βέβαια αφ' ού εγεννήθημεν άνθρωποι.
+
+Δεν την έλαβον βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Την έλαβον λοιπόν προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης.
+
+Ναι, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Αι ψυχαί λοιπόν, Σιμμία, υπήρχον και προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης,
+προτού να υπάρξουν με μορφήν ανθρώπου χωριστά από τα σώματα, και
+είχον γνώσιν.
+
+Εκτός λοιπόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εάν λαμβάνωμεν αυτάς τας
+γνώσεις εν ώ γεννώμεθα· διότι μόνον αυτός ο καιρός μας απομένει.
+
+Έστω, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης. Εις ποίον δε άλλον καιρόν χάνομεν
+αυτάς; Διότι βέβαια δεν γεννώμεθα έχοντες αυτάς, καθώς παρεδέχθημεν
+προ ολίγου. Η μήπως χάνομεν αυτάς κατά τούτον τον καιρόν, κατά τον
+οποίον και τας λαμβάνομεν; Ή δύνασαι να είπης κανένα άλλον καιρόν
+κατά τον οποίον τας χάνομεν;
+
+Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, αλλά δεν εκατάλαβα ότι τίποτε
+δεν έλεγα.
+
+Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, τα πράγματα είναι έτσι δι'
+ημάς; Εάν μεν δηλαδή εκείνα τα πράγματα τα οποία έχομεν πάντοτε εις
+το στόμα μας υπάρχωσι πραγματικώς, και κανέν ωραίον δηλαδή και κανέν
+αγαθόν και όλη η τοιαύτη ουσία και αναφέρωμεν εις αυτήν όλας τας
+εντυπώσεις οπού προέρχονται από τας αισθήσεις και η οποία ουσία
+υπήρχε προτήτερα ανευρίσκοντες αυτήν ότι ήτο ιδική μας, και εάν
+παραβάλωμεν με εκείνην τας εντυπώσεις ταύτας, είναι απαραίτητον όπως
+αυτά τα πράγματα υπάρχωσιν, έτσι και η ψυχή μας να υπάρχη και προτού
+ημείς να γεννηθώμεν εάν δε ταύτα τα πράγματα δεν υπάρχωσιν, αυτός ο
+λόγος μου θα ήτον ανωφελής; Άρα γε δεν είναι έτσι, και δεν είναι εξ
+ίσου απαραίτητον και αυτά να υπάρχουν και αι ψυχαί μας να έχουν
+υπάρξει, προτού να υπάρξωμεν και ημείς, και ότι, αν τα πράγματα ταύτα
+δεν υπήρχον, και αι ψυχαί μας επίσης δεν υπήρχον;
+
+Ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, μου φαίνεται ότι είναι παρά πολύ εξ ίσου
+αναγκαίον αυτό· και ο λόγος αυτός καταλήγει βεβαίως εις έν καλόν
+πράγμα, εις το ότι και η ψυχή μας και η ουσία, την οποίαν τώρα
+λέγεις, υπάρχει ομοίως, προτού ημείς να γεννηθώμεν. Διότι εγώ
+τουλάχιστον δεν έχω κανέν πράγμα, το οποίον να είναι εις τον νουν μου
+τόσον φανερόν, ωσάν τούτο, το ότι δηλαδή όλα τα τοιαύτα όσον είναι
+δυνατόν περισσότερον υπάρχουσι, και το ωραίον και το αγαθόν και όλα
+τα άλλα, τα οποία τώρα προ ολίγου συ έλεγες και εις εμέ τουλάχιστον
+έχει αποδειχθή τούτο αρκετά.
+
+Έχει αποδειχθή και εις τον Κέβητα; Είπεν ο Σωκράτης. Διότι πρέπει να
+καταπείσωμεν και εκείνον.
+
+Αρκετά έχει πεισθή, είπεν ο Σιμμίας, καθώς τουλάχιστον εγώ νομίζω· αν
+και είναι ο πλέον επίμονος από όλους τους ανθρώπους εις το να μη
+πιστεύη τους λόγους. Αλλά νομίζω ότι διά τούτο το πράγμα έχει πεισθή
+όχι ελλιπώς, ότι η ψυχή μας υπήρχε, προτού ημείς να γεννηθώμεν.
+
+Αν όμως, και αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει, εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη,
+ούτε εγώ ο ίδιος νομίζω ότι έχει αποδειχθή, ω Σώκρατες, είπεν ο
+Σιμμίας, αλλ' εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη η γνώμη του λαού, την
+οποίαν προ ολίγου έλεγεν ο Κέβης, μήπως η ψυχή, εν ώ αποθνήσκει ο
+άνθρωπος, διασκορπίζεται και μήπως τούτο είναι δι' αυτήν το τέλος της
+υπάρξεώς της. Διότι τι εμποδίζει αυτή μεν να γίνηται και να
+σχηματίζηται από κανέν άλλο μέρος, και να υπάρχη και πριν ακόμη έλθη
+εις ανθρώπινον σώμα, όταν δε έλθη και χωρίζηται από αυτό, τότε και
+αυτή να τελειώνη και να καταστρέφηται;
+
+Καλά λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Κέβης, διότι φαίνεται ότι έχει
+αποδειχθή, ωσάν το ήμισυ μέρος εκείνου το οποίον έπρεπε ν' αποδειχθή,
+ότι δηλαδή προτού ημείς γίνωμεν η ψυχή μας υπήρχε, πρέπει δε ν'
+αποδείξωμεν ακόμη και τούτο, αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει αν θα
+εξακολουθή να υπάρχη όχι ολιγώτερον παρά προτού ημείς γεννηθώμεν, εάν
+πρόκειται η απόδειξις να γείνη τελεία.
+
+Τούτο μεν έχει αποδειχθή, Σιμμία και Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, και
+τούτο θέλετε παραδεχθή, εάν ενώσητε την τελευταίαν ταύτην απόδειξιν
+μ' εκείνην, την οποίαν παρεδέχθημεν προτήτερα από αυτήν, ότι δηλαδή,
+κάθε τι το οποίον ζη γίνεται από εκείνο το οποίον έχει αποθάνει.
+Διότι, εάν η ψυχή υπάρχη και προτήτερα, είναι απαραίτητον αυτή
+μεταβαίνουσα εις την ζωήν και γεννωμένη να μη γεννάται από πουθενά
+αλλού παρά εκ του θανάτου και εκ του ότι έχει αποθάνει, πώς δεν είναι
+απαραίτητον αυτή να υπάρχη και αφ' ού ήθελεν αποθάνει, επειδή πρέπει
+βεβαίως αυτή να γεννηθή εκ νέου; Έχει λοιπόν αποδειχθή εκείνο, το
+οποίον και τώρα λέγετε.
+
+Αλλ' όμως μου φαίνεσθε και συ και ο Σιμμίας ότι ηθέλετε συζητήσει με
+ευχαρίστησιν και τούτο το ζήτημα ακόμη περισσότερον και ότι έχετε τον
+φόβον των παιδιών μήπως πραγματικώς ο άνεμος πάρη και διασκορπίση την
+ψυχήν εν ώ εξέρχεται από το σώμα και μάλιστα όταν τύχη κανείς ν'
+αποθνήσκη όχι εν καιρώ γαλήνης, αλλ' όταν φυσά κανένας μεγάλος
+άνεμος.
+
+Και ο Κέβης, αφ' ού εγέλασε δι' αυτό, είπεν· Ω Σώκρατες, προσπάθησε
+να μας αλλάξης την πεποίθησιν, ως προς αυτό που φοβούμεθα ή καλύτερον
+ως να μη είχαμεν τον φόβον αυτόν. Αλλ' ίσως μεταξύ μας υπάρχει και
+κανείς, ο οποίος φοβείται τα τοιαύτα. Τούτον λοιπόν ας προσπαθήσωμεν
+να καταπείσωμεν να μη φοβήται τον θάνατον, όπως φοβείται τους
+μπαμπούλας.
+
+Αλλά πρέπει, είπεν ο Σωκράτης, να του ψάλλωμεν κάθε ημέραν
+εξορκισμούς, έως που να ιατρευθή.
+
+Από πού λοιπόν να πάρωμεν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, καλόν
+εξορκιστήν διά τα τοιαύτα, επειδή, είπε, συ μας αφίνεις;
+
+Η μεν Ελλάς, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης είναι πολύ μεγάλη, μέσα εις την
+οποίαν θα υπάρχωσι κάπου ικανοί άνθρωποι, είναι δε πολλά και των
+βαρβάρων τα έθνη, τα οποία πρέπει να επισκεφθώμεν εξετάζοντες διά να
+εύρωμεν τοιούτον εξορκιστήν, χωρίς να λυπώμεθα ούτε χρήματα ούτε
+κόπους διότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα καταλληλότερον, διά το οποίον
+να εξοδεύητε χρήματα. Πρέπει δε να ζητήτε και σεις οι ίδιοι αναμεταξύ
+σας, διότι ίσως δεν θα ημπορέσητε να εύρητε άλλους εύκολα, οι οποίοι
+να ημπορούν να κάμνουν καλύτερα από σας τούτο το εξόρκισμα.
+
+Αλλά ταύτα μεν, είπεν ο Κέβης, θα γείνουν. Ας επιστρέψωμεν δε εις το
+μέρος εκείνο, εις το οποίον αφήσαμεν την ομιλίαν, εάν έχης
+ευχαρίστησιν. Αλλά βεβαίως έχω ευχαρίστησιν, είπεν ο Σωκράτης, διότι
+πώς να μη μ' ευχαριστή τούτο;
+
+Καλά λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, χρεωστούμεν
+ν' απευθύνωμεν εις τους εαυτούς μας μίαν τοιαύτην ερώτησιν· ποίον
+τάχα πράγμα είναι υποκείμενον να παθαίνη αυτό το πάθημα, δηλαδή να
+διαλύηται και διά ποίον πράγμα πρέπει να φοβώμεθα μήπως πάθη αυτό το
+πάθημα και εις ποίον μέρος του· και έπειτα από τούτο χρεωστούμεν
+πάλιν να εξετάσωμεν τι από τα δύο είναι η ψυχή (διαλυτόν ή
+αδιάλυτον), και κρίνοντες από αυτά να ελπίζωμεν ή να φοβώμεθα διά την
+ψυχήν μας. Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν εκείνο το
+οποίον έγεινεν από σύνθεσιν άλλων πραγμάτων και είναι σύνθετον
+πράγμα, είναι υποκείμενον να παθαίνη το εξής, να διαιρήται κατά τον
+τρόπον κατά τον οποίον συνετέθη; Εάν δε υπάρχη κανέν πράγμα, το
+οποίον να μη είναι σύνθετον, τούτο δεν είναι υποκείμενον, μόνον αυτό,
+να μη παθαίνη τοιαύτην διάλυσιν, περισσότερον από κάθε άλλο;
+
+Μου φαίνεται ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν εκείνα τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης, τα οποία ευρίσκονται
+πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και εις την ιδίαν απαραλλάκτως
+κατάστασιν, δεν είναι επόμενον ότι αυτά προ πάντων είναι τα ασύνθετα
+(δηλαδή δεν αποτελούνται από μέρη), εκείνα δε τα οποία είναι άλλοτε
+έτσι και άλλοτε αλλέως και ποτέ δεν ευρίσκονται εις την ιδίαν
+κατάστασιν, ότι αυτά είναι τα σύνθετα (δηλαδή τα αποτελούμενα από
+μέρη);
+
+Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Ας μεταβώμεν λοιπόν τώρα, είπεν ο Σωκράτης, εις εκείνα τα πράγματα
+περί των οποίων ωμιλούσαμεν προηγουμένως. Εκείνα τα πράγματα, τα
+οποία πραγματικώς υπάρχουν, και τα οποία εις την ομιλίαν μας
+εχαρακτηρίζαμεν ως τοιαύτα και εις τας ερωτήσεις και αποκρίσεις μας,
+τι από τα δύο, είναι τα ίδια πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, ή άλλοτε
+είναι έτσι και άλλοτε αλλέως. Η καθ' αυτό ισότης, η καθ' αυτό
+ωραιότης, κάθε πράγμα καθ' αυτό, το οποίον πραγματικώς υπάρχει, μήπως
+υφίσταταί ποτε καμμίαν και οποιουδήποτε είδους αλλαγήν; Ή καθ' έν από
+αυτά τα οποία είναι ενός μόνον είδους καθ' αυτό υπάρχοντα πράγματα,
+ευρίσκονται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον με μόνον τον εαυτόν των,
+αμετάβλητα και ποτέ δεν επιδέχονται εις κανέν μέρος και με κανένα
+τρόπον καμμίαν αλλαγήν; Δεν ημπορεί αλλέως, ω Σώκρατες, είπεν ο
+Κέβης, παρά να ευρίσκωνται κατά τον αυτόν τρόπον χωρίς καμμίαν
+αλλαγήν.
+
+Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης, διά τα πολλά ωραία πράγματα, λόγου
+χάριν δι' ωραίους ανθρώπους, ή ωραίους ίππους, ή ωραία φορέματα, ή
+δι' οιαδήποτε άλλα τοιαύτα πράγματα, ή δι' όλα εκείνα τα οποία έχουν
+το ίδιον όνομα με εκείνα, άρα γε δεν παθαίνουν καμμίαν αλλαγήν, ή
+όλως διόλου το εναντίον με εκείνα (δηλαδή τα πραγματικώς υπάρχοντα),
+διά να είπωμεν με ένα λόγον δεν ευρίσκονται ποσώς εις την αυτήν
+κατάστασιν ούτε τα ίδια με τον εαυτόν των, ούτε καμμίαν φοράν το έν
+με το άλλο;
+
+Ταύτα πάλιν έτσι είνε, είπεν ο Κέβης· ποτέ δεν ευρίσκονται εις την
+αυτήν κατάστασιν· και λοιπόν ημπορείς και να τα εγγίσης, και να τα
+ίδης και να τα αισθανθής με τας άλλας σου αισθήσεις· εκείνα όμως τα
+οποία ευρίσκονται εις την αυτήν κατάστασιν (αμετάβλητα), δεν δύνασαι
+να τα εγγίσης ποτέ με τίποτε άλλο παρά με την σκέψιν του νου σου,
+αλλά τα τοιαύτα δεν έχουν μορφήν και δεν ημπορεί να τα ίδη κανείς;
+
+Λέγεις, είπεν ο Κέβης, πράγματα όλως διόλου αληθινά.
+
+Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να παραδεχθώμεν των υπαρχόντων
+πραγμάτων δύο τάξεις, την τάξιν των ορατών και την τάξιν των αοράτων;
+
+Ας παραδεχθώμεν, είπεν ο Κέβης.
+
+Και ότι τα μεν αόρατα είναι πάντοτε τα ίδια αμετάβλητα, τα δε ορατά
+ότι δεν είναι ποτέ τα ίδια.
+
+Ας παραδεχθώμεν και τούτο, είπεν ο Κέβης.
+
+Έλα τώρα, είπεν ο Σωκράτης, ειπέ μου, αποτελούμεθα από τίποτε άλλο,
+παρά από δύο πράγματα, από το σώμα και από την ψυχήν;
+
+Από τίποτε άλλο, είπεν ο Κέβης.
+
+Με ποίαν λοιπόν από τας δύο τάξεις των πραγμάτων, είπεν ο Σωκράτης,
+το σώμα ομοιάζει περισσότερον και έχει περισσοτέραν συγγένειαν;
+
+Τούτο βεβαίως είναι φανερόν εις κάθε άνθρωπον είπεν, ο Κέβης, ότι
+ομοιάζει με τα ορατά πράγματα.
+
+Τι δε λέγεις; Η ψυχή είναι ορατόν πράγμα ή αόρατον; Ηρώτησεν ο
+Σωκράτης.
+
+Διά τους ανθρώπους τουλάχιστον δεν είναι ορατόν, ω Σώκρατες, είπεν ο
+Κέβης.
+
+Αλλ' όμως ημείς βέβαια ελέγομεν τα πράγματα ότι είναι άλλα ορατά και
+άλλα αόρατα διά την φύσιν των ανθρώπων· ή νομίζεις ότι το ελέγομεν
+και διά καμμίαν άλλην φύσιν; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Το ελέγομεν διά την φύσιν των ανθρώπων, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι λέγομεν λοιπόν διά την ψυχήν, είπεν ο Σωκράτης, ότι είναι πράγμα
+ορατόν, ή ότι δεν είναι ορατόν;
+
+Ότι δεν είναι ορατόν, είπεν ο Κέβης.
+
+Είναι λοιπόν αόρατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Η ψυχή λοιπόν ομοιάζει με το αόρατον περισσότερον παρ' ό,τι ομοιάζει
+το σώμα, το δε σώμα ομοιάζει περισσότερον με το ορατόν, είπεν ο
+Σωκράτης.
+
+Χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν δεν ελέγομεν από πολύν καιρόν και το εξής, ότι η ψυχή,
+όταν μεν μεταχειρίζηται και το σώμα διά να εξετάση κανέν πράγμα, ή
+διά μέσου της οράσεως, ή διά μέσου της ακοής, ή διά μέσου καμμίας
+άλλης αισθήσεως (διότι τούτο είναι το οποίον γίνεται διά του σώματος,
+η εξέτασις οιουδήποτε πράγματος διά της αισθήσεως), τότε μεν σύρεται
+από το σώμα εις τα πράγματα, τα οποία ποτέ δεν ευρίσκονται εις την
+ιδίαν κατάστασιν, και αυτή η ιδία περιπλανάται, ταράττεται και
+κλονίζεται ωσάν μεθυσμένη, διότι εγγίζει τοιαύτα πράγματα; Ηρώτησεν ο
+Σωκράτης.
+
+Βεβαίως, απεκρίθη ο Κέβης.
+
+Όταν όμως εξετάζη αυτή μόνη με τον εαυτόν της, εξηκολούθησεν ο
+Σωκράτης, φεύγει τότε και πηγαίνει εκεί, εις εκείνο το οποίον και
+καθαρόν είναι και πάντοτε υπάρχει και αθάνατον είναι και ευρίσκεται
+εις την ιδίαν κατάστασιν και, επειδή είναι της αυτής φύσεως με αυτό,
+ευρίσκεται πάντοτε με εκείνο, όταν όμως ευρεθή αυτή μόνη με τον
+εαυτόν της και γείνη τούτο δυνατόν εις αυτήν, και παύει πλέον την
+περιπλάνησιν και ως προς εκείνα τα αντικείμενα (τα πραγματικώς
+υπάρχοντα, τα αόρατα) ευρίσκεται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν υπό
+τους αυτούς όρους, διότι εγγίζει τοιαύτης φύσεως αντικείμενα; Και το
+πάθημά της τούτο δεν ονομάζεται φρόνησις (γνώσις, σοφία);
+
+Εντελώς καλά ομιλείς, ω Σώκρατες, και αληθινά πράγματα (λέγεις),
+είπεν ο Κέβης.
+
+Με ποίον λοιπόν από τα δύο ταύτα είδη (δηλαδή τα ορατά και τα αόρατα
+ή πραγματικώς υπάρχοντα) σου φαίνεται πάλιν και κατόπιν όσων είπομεν
+προηγουμένως, και κατόπιν όσων λέγομεν τώρα, ότι η ψυχή έχει
+περισσοτέραν ομοιότητα και συγγένειαν;
+
+Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται, είπεν ο Κέβης, κατόπιν ταύτης της
+μεθόδου σου, ότι και ο πλέον χονδροκέφαλος ήθελε συμφωνήσει ότι η
+ψυχή όλη και καθ' όλα της περισσότερον ομοιάζει με εκείνο το οποίον
+ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή το αόρατον), παρά
+με εκείνο το οποίον δεν ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν.
+
+Και το σώμα, ηρώτησεν ο Σωκράτης;
+
+Έχει περισσοτέραν ομοιότητα με το άλλο (δηλαδή το ορατόν), απεκρίθη ο
+Κέβης.
+
+Παρατήρησον τώρα και υπό την ακόλουθον έποψιν, ότι, όταν η ψυχή και
+το σώμα ήθελον ευρίσκεσθαι μαζί, η φύσις διατάττει εις μεν το έν
+(δηλαδή το σώμα) να είναι δούλον και να εξουσιάζηται, εις δε την
+άλλην (δηλαδή την ψυχήν) να κυβερνά και να είναι κυρίαρχος· και
+σύμφωνα λοιπόν με αυτά πάλιν ποίον από τα δύο (τα σώμα ή η ψυχή) σου
+φαίνεται ότι είναι όμοιον με το θείον και ποίον με το θνητόν; Ή δεν
+σου φαίνεται ότι το μεν θείον εκ φύσεως έγεινεν ικανόν να εξουσιάζη
+και να κυβερνά, το δε θνητόν να εξουσιάζηται και να είναι δούλον;
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Εγώ τουλάχιστον έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης.
+
+Με ποίον λοιπόν από τα δύο (με το θείον ή με το θνητόν) η ψυχή
+ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Είναι βέβαια φανερόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, ότι η μεν ψυχή
+ομοιάζει με το θείον, το δε σώμα με το θνητόν.
+
+Εξέτασε λοιπόν, Κέβης είπεν ο Σωκράτης, αν εξ όλων, τα οποία έχομεν
+είπει, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι η μεν ψυχή είναι ομοιοτάτη με το
+θείον και αθάνατον και νοητόν και μονοειδές και αδιάλυτον και
+ευρισκόμενον πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή αναλλοίωτον)
+και υπό τους αυτούς όρους· το δε σώμα ότι είναι ομοιότατον με το
+ανθρώπινον και θνητόν και ανόητον και πολυειδές και ευκολοδιάλυτον
+και το οποίον ποτέ δεν ευρίσκεται εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή
+πάντοτε μεταβάλλεται).
+
+Εκτός τούτων έχομεν να είπωμεν τίποτε άλλο, αγαπητέ Κέβη, είπεν ο
+Σωκράτης, διά να αποδείξωμεν ότι αυτά δεν είναι έτσι;
+
+Τι λοιπόν λέγεις, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αφ' ού αυτά είναι έτσι,
+δεν είναι λοιπόν ίδιον του μεν σώματος γρήγορα να διαλύηται, της δε
+ψυχής πάλιν να είναι όλως διόλου αδιάλυτος, ή κάτι πλησίον με τούτο;
+
+Πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
+
+Παρατηρείς λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, όταν ο άνθρωπος αποθάνη, το
+μεν ορατόν μέρος αυτού, δηλαδή το σώμα, και το οποίον ευρίσκεται εις
+ορατόν τόπον, τον οποίον ονομάζομεν νεκρόν πτώμα, και το οποίον
+πρέπει να διαλυθή και ν' αποσυντεθή και να χαθή, δεν παθαίνει αμέσως
+τίποτε από αυτά, αλλά διατηρείται αρκετά πολύν καιρόν και αν κανείς
+αποθάνη, ο οποίος να είναι εύμορφος κατά το σώμα, διατηρείται με
+τοιαύτην ωραιότητα και παρά πολύ μάλιστα, διότι το σώμα αφ' ού πέση
+νεκρόν και ταριχευθή, καθώς εκείνα τα οποία έχουν ταριχευθή εις την
+Αίγυπτον, διατηρείται επί παρά πολύν καιρόν και σχεδόν πάντοτε·
+μερικά δε μέρη του σώματος, και τα οστά δηλαδή και τα νεύρα και όλα
+τα τοιαύτα, και εάν σαπούν, όμως, διά να είπωμεν έτσι, είναι αθάνατα·
+ή δεν είναι;
+
+Ναι, είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Η δε ψυχή λοιπόν, το αόρατον πράγμα, το οποίον πηγαίνει εις άλλον
+τόπον ωσάν αυτήν, ευγενή και καθαρόν και αόρατον, δηλαδή εις την
+κατοικίαν του Άδου, τη αληθεία πλησίον εις τον αγαθόν και σοφόν Θεόν,
+όπου, αν θέλη ο Θεός, μετ' ολίγον και η ιδική μου ψυχή θα υπάγη, αυτή
+λοιπόν η ψυχή, η οποία είναι τοιαύτη, και τοιουτοτρόπως έγεινεν εκ
+φύσεως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, θα διαλυθή και θα την χάσωμεν
+αμέσως, καθώς λέγουν οι περισσότεροι άνθρωποι; Αδύνατον είναι,
+αγαπητέ Κέβη και Σιμμία. Αλλά πολύ περισσότερον το πράγμα είναι ως
+εξής· εάν μεν η ψυχή χωρισθή από το σώμα καθαρά, χωρίς να σύρη μαζί
+της κανέν από τα ανήκοντα εις το σώμα, διότι θεληματικώς δεν ήτο
+συμμέτοχος εις τίποτε με αυτό κατά το διάστημα της ζωής, αλλ'
+απέφευγεν αυτό και ήτο συμμαζευμένη αυτή μόνη εις τον εαυτόν της,
+διότι διά τούτο εφρόντιζε πάντοτε· ότι τούτο δεν είναι τίποτε άλλο
+παρά ότι ορθώς εφιλοσόφει και εμελέτα πραγματικώς να αποθάνη ευκόλως·
+ή μήπως τούτο δεν είναι μελέτη θανάτου;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις τοιαύτην κατάστασιν
+ευρισκομένη δεν μεταβαίνει εις το όμοιον με αυτήν, το αόρατον, το
+θείον εν ταυτώ και αθάνατον και σοφόν, όπου, αφ' ού φθάση, ανήκει εις
+αυτήν να είναι ευτυχής, ελευθέρα από πλάνην και άγνοιαν και φόβους
+και αγρίας επιθυμίας και από τα άλλα ανθρώπινα κακά, καθώς δε λέγουν
+διά τους λαμβάνοντας μέρος εις τα μυστήρια, περνώσα αληθινά τον
+επίλοιπον καιρόν μαζί με θεούς. Να το παραδεχθώμεν έτσι, Κέβη, ή
+αλλέως; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Έτσι, μα τον Δία, είπεν ο Κέβης.
+
+Νομίζω δε, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν χωρισθή από το σώμα γεμάτη
+μιάσματα και ακαθαρσίας, διότι όλον τον καιρόν ευρίσκετο μαζί με το
+σώμα, και επεριποιείτο και ηγάπα τούτο, και ήτον από αυτό μαγευμένη,
+και ένεκα των επιθυμιών και ένεκα των ευχαριστήσεων, τόσον πολύ, ώστε
+να νομίζη ότι κανέν άλλο πράγμα δεν είναι αληθινόν παρά εκείνο, το
+οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον ημπορεί κανείς να πιάση και να
+ίδη και να πίη και να φάγη και να μεταχειρισθή εις τας αφροδισίους
+ευχαριστήσεις· εκείνο δε το οποίον είναι σκοτεινόν και δεν ημπορούν
+τα μάτια να ίδουν, ημπορεί δε κανείς να το ίδη και να το συλλάβη διά
+της φιλοσοφίας, τούτο δε συνηθισμένη να μισή και να το τρέμη και να
+το αποφεύγη· νομίζεις ότι μία λοιπόν ψυχή ευρισκομένη εις τοιαύτην
+κατάστασιν ότι θα χωρισθή από το σώμα καθαρά και απλή;
+
+Όλως διόλου, είπεν ο Κέβης.
+
+Αλλά νομίζω βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι θα αφήση το σώμα
+τυλιγμένη με εκείνο το οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον και η
+συναναστροφή και η συνεύρεσις με το σώμα, επειδή πάντοτε ευρίσκετο
+μαζί με αυτό και το επεριποιείτο πολύ, κατέστησαν εις αυτήν ωσάν
+φυσικόν.
+
+Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Πρέπει δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να πιστεύωμεν, φίλε μου, ότι αυτό
+(το μίασμα της ψυχής) είναι ογκώδες και βαρύ και γήινον και ορατόν το
+οποίον και έχουσα η τοιαύτη ψυχή γίνεται βαρεία και σύρεται πάλιν εις
+τον ορατόν τόπον, και επειδή φοβείται το αόρατον και τον Άδην,
+τριγυρίζει ολόγυρα εις τα μνημεία και εις τους τάφους. Ολόγυρα ίσα
+ίσα εις τα οποία παρετηρήθησαν μερικά φαντάσματα ψυχών, ωσάν σκιαί,
+φαντάσματα τοιαύτα οποία παρουσιάζουν αι τοιαύται ψυχαί, αι οποίαι
+ελύθησαν από το σώμα όχι καθαραί, αλλ' εξακολουθούσαι να έχουν μέρος
+από το ορατόν και διά τούτο βλέπονται.
+
+Τούτο βέβαια είναι επόμενον, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
+
+Επόμενον όμως είναι, Κέβη, ότι αύται δεν είναι βέβαια ψυχαί αγαθών
+ανθρώπων, αλλ' αι ψυχαί των κακών, αι οποίαι υποχρεώνονται να
+περιπλανώνται ολόγυρα εις τοιούτους τόπους υποφέρουσαι την τιμωρίαν
+της προηγουμένης των ζωής, η οποία ήτο κακή, και γυρίζουν εδώ και
+εκεί έως ότου, ένεκα της επιθυμίας της σωματικής μορφής, η οποία
+ακολουθεί μαζί των, δεθώσι πάλιν μέσα εις σώμα.
+
+Δένονται δε, καθώς είναι επόμενον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις
+τοιαύτας οποιασδήποτε συνηθείας, οποίας ήθελον εξασκήσει εις την ζωήν
+των.
+
+Και ποίαι είναι αυταί λοιπόν αι συνήθειαι τας οποίας λέγεις, ω
+Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Λόγου χάριν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι οποίοι έχουν
+εξασκήσει κοιλιοδουλείας και βιαιότητας και μέθας και δεν έδειξαν
+καμμίαν εντροπήν, είναι επόμενον ότι θα χωθώσι μέσα εις τα διάφορα
+γένη, των όνων και των τοιούτων ζώων. Ή δεν σου φαίνεται σωστόν;
+
+Τούτο οπού λέγεις είναι πολύ σωστόν, είπεν ο Κέβης.
+
+Εκείνοι δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οι οποίοι έχουν προτιμήσει τας
+αδικίας και τας τυραννίας και τας αρπαγάς, είναι επόμενον ότι θα
+χωθώσιν εις τα διάφορα είδη των λύκων και των γυπών και των ιεράκων ή
+εις ποίον άλλο μέρος θα παραδεχθώμεν ότι θα υπάγουν αι τοιαύται
+ψυχαί;
+
+Αναμφιβόλως, είπεν ο Κέβης, θα υπάγουν εις τα τοιαύτα μέρη.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, επίσης και τα άλλα είναι φανερά, ότι
+κάθε μία ψυχή θα υπάγη εις πράγμα όμοιον με εκείνο, εις το οποίον
+ενησχολείτο.
+
+Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης, και πώς όχι;
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνοι οι οποίοι εξήσκησαν την
+δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν, ακριβώς εκείνην την οποίαν
+ονομάζουσιν οι άνθρωποι εγκράτειαν και δικαιοσύνην, η οποία
+προέρχεται από συνήθειαν και επιμέλειαν μόνον χωρίς να φιλοσοφή
+κανείς και να σκέπτηται, δεν είναι από τούτους οι ευτυχέστατοι και οι
+οποίοι πηγαίνουν εις κάλλιστον τόπον;
+
+Πώς λοιπόν αυτοί είναι ευτυχέστατοι; ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Διότι, είπεν ο Σωκράτης, επόμενον είναι να επιστρέφουν πάλιν εις έν
+γένος ζώων ωσάν αυτούς κοινωνικόν και ήμερον, ίσως ή μελισσών ή
+σφηκών ή μυρμήκων ή και εκ νέου εις το ίδιον το ανθρώπινον γένος και
+να γίνωνται από αυτούς άνδρες φρόνιμοι.
+
+Επόμενον είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Εις δε το γένος των θεών δεν είναι επιτετραμμένον να υπάγη κανείς εάν
+δεν φιλοσοφήση και δεν αναχωρήση απ' εδώ εντελώς καθαρός· κανείς
+άλλος δηλαδή παρά ο φιλομαθής· αλλ' ένεκα τούτων, εξηκολούθησεν ο
+Σωκράτης, φίλοι μου Σιμμία και Κέβη, οι αληθώς φιλόσοφοι αποφεύγουν
+όλας τας επιθυμίας, αι οποίαι αναφέρονται εις το σώμα, και επιμένουν
+και δεν παραδίδονται εις αυτάς και δεν φοβούνται ποσώς την
+καταστροφήν της περιουσίας των και την πτωχείαν καθώς ο όχλος και οι
+φιλοχρήματοι, ούτε φοβούνται πάλιν μήπως δεν τους τιμήσουν και δεν
+τους δοξάσουν οι μοχθηροί, καθώς κάμνουν οι φίλαρχοι και οι
+φιλόδοξοι. Τούτου ένεκα αποφεύγουσιν αυτάς.
+
+Διότι δεν θα ήρμοζε τούτο εις αυτούς, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
+
+Μα τον Δία, δεν θα ήρμοζε, βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, επομένως
+εκείνοι, οι οποίοι φροντίζουν διά την ψυχήν των και δεν ζώσι
+πλάττοντες (δηλαδή περιποιούμενοι) τα σώματά των, αφ' ού
+αποχαιρετίσουν όλα αυτά, δεν ακολουθούν τον ίδιον δρόμον με τους
+δευτέρους τούτους, διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πού πηγαίνουν, αλλ'
+αυτοί, επειδή φρονούν ότι δεν πρέπει να πράττουν πράξεις εναντίας εις
+την φιλοσοφίαν και εις το λύσιμον και εις τον καθαρισμόν τον οποίον
+κάμνει εκείνη, διευθύνονται και ακολουθούν εκείνον τον δρόμον, τον
+οποίον εκείνη δεικνύει εις αυτούς.
+
+Πώς, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Εγώ θα σοι το είπω, είπεν ο Σωκράτης, διότι εκείνοι οι οποίοι αγαπώσι
+την μάθησιν (δηλαδή οι φιλόσοφοι), είπεν, ηξεύρουσιν ότι η φιλοσοφία
+επειδή παρέλαβε την ψυχήν των δεμένην αληθώς μέσα εις το σώμα και
+προσκολλημένην εις αυτό, υποχρεούμενην δε ωσάν διά φυλακίσεως να
+παρατηρή τα αληθινά υπάρχοντα πράγματα, διά μέσου τούτου (δηλαδή του
+σώματος), και όχι τον εαυτόν της διά του εαυτού της, και ότι κυλίεται
+μέσα εις τελείαν αμάθειαν και παρατηρήσασα καλώς ότι η φοβερά
+φυλάκισις προέρχεται ένεκα επιθυμιών, εις τρόπον ώστε ο ίδιος ο
+άνθρωπος να γίνηται βοηθός εις το να δεθή· όπως λοιπόν λέγω, εκείνοι
+οι οποίοι αγαπώσι την μάθησιν ηξεύρουν ότι η φιλοσοφία, αφού παραλάβη
+την ψυχήν αυτών ευρισκομένην εις τοιαύτην κατάστασιν, σιγά σιγά την
+παρηγορεί και προσπαθεί να την λύση, δεικνύουσα εις αυτήν ότι η μεν
+διά μέσα των ομμάτων παρατήρησις είναι γεμάτη από απάτην, από απάτην
+δε και η διά μέσου των ώτων και των άλλων αισθήσεων, πείθουσα δε
+αυτήν ν' απομακρύνηται από αυτά και να τα μεταχειρίζηται μόνον όταν
+είναι απόλυτη ανάγκη, παρακινούσα δε αυτήν να περιμαζεύηται και να
+συναθροίζηται μόνη μέσα εις τον εαυτόν της· να μη εμπιστεύηται δε εις
+κανένα άλλον, παρά μόνον αυτή εις τον εαυτόν της δι' οποιονδήποτε από
+τα πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον ήθελεν εξετάσει αυτή μόνη με τον
+εαυτόν της αυτό μόνον του· οποιονδήποτε δε πράγμα ήθελεν εξετάσει διά
+μέσου άλλων (δηλαδή αισθήσεων), επειδή είναι άλλο μέσα εις άλλα
+(δηλαδή αδιακόπως μεταβάλλεται), να νομίζη ότι δεν είναι διόλου
+αληθές, ότι δε είναι μεν το τοιούτον πράγμα και αισθητόν και ορατόν
+εκείνο δε, το οποίον μόνη της βλέπει, ότι είναι νοητόν και αόρατον.
+Εις τούτο λοιπόν το λύσιμον, επειδή νομίζει ότι δεν πρέπει να
+εναντιώνηται η ψυχή του αληθινού φιλοσόφου, διά τούτο αποφεύγει όσον
+ημπορεί και τας ευχαριστήσεις και τας επιθυμίας και τας λύπας και
+τους φόβους, επειδή σκέπτεται ότι, οπόταν ήθελε κανείς ευχαριστηθή
+δυνατά ή φοβηθή ή λυπηθή ή επιθυμήσει, δεν παθαίνει διόλου από αυτά
+κανέν κακόν τόσον μικρόν, όσον ήθελε νομίσει κανείς, οποίον παθαίνει
+λόγου χάριν ή όταν αρρωστήση ή όταν εξοδιάση τίποτε ένεκα των
+επιθυμιών του, αλλά παθαίνει εκείνο το οποίον είναι το μεγαλύτερον
+και το χειρότερον από όλα τα κακά, και χωρίς να το καταλαμβάνη.
+
+Ποίον είναι τούτο, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Ότι, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή κάθε ανθρώπου υποχρεώνεται συγχρόνως να
+ευχαριστηθή ή να δυσαρεστηθή δυνατά δι' οιονδήποτε αντικείμενον,
+νομίζουσα ότι εκείνο το αντικείμενον, εκ του οποίου παθαίνει τούτο
+περισσότερον, είναι και καθαρώτατον και αληθέστατον, εν ώ δεν είναι
+τοιούτον· ταύτα δε (τα οποία προξενούν την ευχαρίστησιν ή
+δυσαρέσκειαν) είναι προ πάντων τα ορατά ή όχι;
+
+Βεβαίως, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όταν παθαίνη τούτο προ πάντων η ψυχή,
+δεν δένεται καλά από το σώμα;
+
+Πώς λοιπόν; Ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Διότι, είπεν ο Σωκράτης, κάθε ευχαρίστησις και δυσαρέσκεια, ωσάν να
+έχη καρφίον, καρφώνει και προσκολλά αυτήν (την ψυχήν) εις το σώμα,
+και την κάμνει σωματοειδή και νομίζουσαν ότι είναι αληθινά εκείνα, τα
+οποία και το σώμα ήθελεν είπη ότι είναι αληθινά. Διότι, επειδή έχει
+την ιδίαν γνώμην με το σώμα και ευχαριστείται με τα ίδια πράγματα, με
+τα οποία και εκείνο ευχαριστείται, υποχρεώνεται, νομίζω, ν' αποκτήση
+τα ίδια ήθη και τα ίδια έθιμα με αυτό και τοιαύτα, ώστε ποτέ να μη
+φθάση καθαρά εις την κατοικίαν του Άδου, αλλά να εξέρχηται πάντοτε
+γεμάτη από το σώμα, ώστε γρήγορα να πίπτη πάλιν μέσα εις άλλο σώμα
+και να φυτρώνη εκεί ωσάν να σπείρηται και ένεκα τούτου να μη λαμβάνη
+μέρος εις την συναναστροφήν του θείου και καθαρού και μονοειδούς.
+
+Αληθέστατα λέγεις, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
+
+Ένεκα τούτων λοιπόν, Κέβη, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι
+οποίοι αληθινά επιθυμούσι να μανθάνωσιν, είναι εγκρατείς και
+ανδρείοι, όχι ένεκα εκείνων των λόγων, τους οποίους φαντάζεται ο
+όχλος· ή παραδέχεσαι την ιδέαν του λαού;
+
+Εγώ όχι, είπεν ο Κέβης.
+
+Όχι βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αλλ' η ψυχή φιλοσόφου ανθρώπου
+δεν είναι δυνατόν να σκεφθή παρά τοιουτοτρόπως· και δεν είναι δυνατόν
+να νομίση ότι πρέπει η μεν φιλοσοφία να λύη αυτήν, εν ώ δε εκείνη την
+λύει, αυτή να παραδίδη τον εαυτόν της εις τας ευχαριστήσεις και τας
+δυσαρεσκείας, να δένεται πάλιν και άλλας φοράς, και να πράττη έργον
+ατελείωτον, υφαίνουσα κατ' αντίθετον τρόπον το πανί της Πηνελόπης·
+αλλ' απεναντίας προετοιμάζουσα γαλήνην από αυτά τα πράγματα (δηλαδή
+αποχήν απ' αυτά), ακολουθούσα την λογικήν σκέψιν και ευρισκομένη
+πάντοτε μέσα εις την λογικήν ταύτην σκέψιν, θεωρούσα διαρκώς την
+αλήθειαν και το θείον και το ανώτερον από κάθε σκέψιν και τρεφομένη
+από εκείνο, πιστεύει ότι πρέπει να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, εν όσω
+εδώ ζη, και ότι, όταν τελειώση την εδώ ζωήν, αφ' ού φθάση εις εκείνο,
+το οποίον είναι της αυτής φύσεως και όμοιον με αυτήν, θα ελευθερωθή
+από τα ανθρώπινα κακά. Ένεκα δε του τοιούτου τρόπου της ζωής, Σιμμία
+και Κέβη, δεν είναι διόλου παράξενον ότι, αφ' ού εφαρμόση ταύτα κατά
+τον χωρισμόν της από το σώμα, δεν θα φοβηθή μήπως μερικοί άνεμοι
+φυσήσουν και την πάρουν και φύγη και πετώσα εδώ και εκεί χαθή και
+καταντήση τίποτε, ώστε να μη ευρίσκηται πουθενά.
+
+Αφ' ού είπε ταύτα ο Σωκράτης, έγεινε σιωπή, δια πολλήν ώραν· και ο
+ίδιος, καθώς φανερά εφαίνετο, ήτο συλλογισμένος με την ομιλίαν, την
+οποίαν έκαμε, καθώς και οι περισσότεροι από ημάς. Ο Κέβης δε και ο
+Σιμμίας συνομιλούν σιγά μεταξύ των και ο Σωκράτης, αφ' ού είδεν
+αυτούς τους δύο ομιλούντας, ηρώτησε:
+
+Τι ελέγετε μεταξύ σας; Μήπως σας φαίνεται ότι ωμίλησα ελλιπώς; Διότι
+το ζήτημα έχει ακόμη πολλάς αμφιβολίας και αντιρρήσεις, αν πρόκειται
+να διαπραγματευθή κανείς αυτά τα πράγματα αρκετά. Όταν λοιπόν
+εσκέπτεσθε κανέν άλλο πράγμα, δεν λέγω τίποτε· εάν δε έχητε ακόμη
+καμμίαν απορίαν δι' αυτά, διόλου μη δυσκολευθήτε να την είπητε και να
+διαπραγματευθήτε το ζήτημα και σεις οι ίδιοι, εάν νομίζητε ότι
+ημπορεί με κάποιον τρόπον να το είπη κανείς καλύτερα και να πάρητε
+πάλιν και εμέ μαζί σας (εις την συζήτησιν), όταν νομίζητε ότι μαζί
+μου θα ευκολυνθήτε περισσότερον.
+
+Και ο Σιμμίας είπε· και όμως, ω Σώκρατες, θα σοι είπω την αλήθειαν.
+Διότι από πολλήν ώραν και ο είς και ο άλλος από ημάς, επειδή έχομεν
+απορίας, ο είς σπρώχνει τον άλλον και του λέγει να ερωτήση, διότι
+επιθυμούμεν μεν ν' ακούσωμεν, δυσκολευόμεθα δε να σου προξενήσωμεν
+ενόχλησιν, μήπως τούτο σου είναι δυσάρεστον ένεκα της παρούσης
+συμφοράς.
+
+Και εκείνος, αφ' ού ήκουσε ταύτα με αταραξίαν, εγέλασε και είπεν·
+Αλλοίμονον, Σιμμία, βεβαίως δυσκόλως ήθελα πείσει τους άλλους
+ανθρώπους, ότι δεν νομίζω ως συμφοράν αυτό οπού μ' εύρε, όταν βέβαια
+δεν ημπορώ να πείσω ούτε σας· να φοβάσθε μήπως τώρα ευρίσκομαι κάπως
+εις περισσοτέραν λύπην· και, καθώς φαίνεται, σας φαίνομαι ότι είμαι
+κατά την μαντικήν τέχνην κατώτερος από τους κύκνους, οι οποίοι, ότε
+ήθελον καταλάβει ότι μέλλουν ν' αποθάνουν, εν ώ ψάλλουν και εις τον
+προηγούμενον καιρόν, τότε ίσα ίσα ψάλλουν περισσότερον και καλύτερον,
+χαίροντες, διότι μέλλουν να υπάγουν πλησίον του Θεού, του οποίου
+είναι υπηρέται. Οι δε άνθρωποι ένεκα του φόβου των διά τον θάνατον
+συκοφαντούν τους κύκνους και λέγουν ότι αυτοί, επειδή θρηνούν τον
+θάνατον, ψάλλουν από την λύπην των και δεν σκέπτονται ότι κανέν
+πτηνόν δεν ψάλλει, όταν πεινά ή κρυώνη ή έχη καμμίαν άλλην λύπην,
+ούτε η ιδία η αηδών ούτε η χελιδών ούτε ο τσαλαπετεινός, τα οποία
+λέγουν οι άνθρωποι ότι ψάλλουν, θρηνούντα από την λύπην των· αλλ'
+ούτε αυτά μου φαίνονται ότι ψάλλουν ένεκα λύπης, ούτε οι κύκνοι, αλλά
+νομίζω, ότι, επειδή είναι αφιερωμένοι εις τον Απόλλωνα, έχουν το
+προτέρημα να μαντεύουν, και επειδή ηξεύρουν από προτήτερα τα καλά τα
+οποία υπάρχουν εις τον Άδην, ψάλλουν και διασκεδάζουν εκείνην την
+ημέραν περισσότερον παρά κατά τον προηγούμενον καιρόν. Εγώ δε νομίζω
+ότι εδώ είμαι και εγώ δούλος μαζί με τους κύκνους, και αφιερωμένος
+εις τον ίδιον θεόν, και έχω λάβει από τον κύριόν μου το χάρισμα να
+μαντεύω καλύτερα από εκείνους, και να χωρίζωμαι από την ζωήν όχι
+περισσότερον από αυτούς κακοκαρδισμένος. Ένεκα τούτου λοιπόν πρέπει
+να λέγητε και να ερωτάτε ό,τι θελήσητε, εν όσω το επιτρέπουσιν οι
+Ένδεκα άρχοντες των Αθηναίων.
+
+Καλά λέγεις, είπεν ο Σιμμίαι· και εγώ θα σοι είπω την απορίαν την
+οποίαν έχω, και αυτός πάλιν (δηλαδή ο Κέβης) κατά τι δεν παραδέχεται
+όσα είπομεν. Διότι μου φαίνεται, ω Σώκρατες, προκειμένου περί
+τοιούτων ζητημάτων, καθώς ίσως φαίνεται και εις σε, ότι το να μάθη
+κανείς καθαρά την αλήθειαν εις την τωρινήν μας ζωήν είναι πράγμα ή
+αδύνατον ή παρά πολύ δύσκολον. Το να μη εξελέγχη όμως πάλιν με κάθε
+τρόπον εκείνα, τα οποία λέγονται περί αυτών, και να μη παραιτή,
+προτού να εξαντλήση κανείς την εξέτασιν καθ' όλα τα μέρη, είναι ίδιον
+ανθρώπου οκνηρού. Διότι πρέπει ως προς αυτά τα ζητήματα να κατορθώση
+τουλάχιστον έν από τα εξής· ή να μάθη πώς είναι από άλλους, ή να τα
+εύρη ο ίδιος, ή, εάν είναι αδύνατον να επιτύχη ταύτα, αφ' ού πάρη την
+καλυτέραν και δυσκολώτερα ανασκευαζομένην ανθρωπίνην γνώμην, αφ' ού
+αναβή επάνω εις αυτήν, όπως εκείνος οπού κινδυνεύει επάνω εις σχεδίαν
+(σάτι) να ταξειδεύση την ζωήν του, εάν δεν ημπορή κανείς να περάση
+αυτήν με περισσοτέραν ασφάλειαν και με ολιγώτερον κίνδυνον επάνω εις
+ασφαλέστερον πλοίον ή επάνω εις κανένα λόγον του θεού. Και λοιπόν και
+τώρα εγώ τουλάχιστον δεν θα εντραπώ να ερωτήσω, αφ' ού και συ λέγεις
+να το κάμω, και δεν θα κατηγορήσω τον εαυτόν μου εις υστερώτερον
+καιρόν, ότι δεν είπα τώρα εκείνα τα οποία μου ήλθον εις τον νουν.
+Διότι, όταν εξετάζω και με τον εαυτόν μου και μαζί με τούτον (δηλαδή
+τον Κέβητα) όσα είπομεν, μου φαίνεται ότι δεν είναι αρκετά, ω
+Σώκρατες.
+
+Και ο Σωκράτης είπε·
+
+Ίσως βέβαια, φίλε μου, να έχης δίκαιον, αλλά λέγε μου λοιπόν υπό
+ποίαν έποψιν δεν είναι αρκετά όσα είπομεν.
+
+Είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι υπό την ιδίαν έποψιν, υπό την οποίαν
+ημπορεί κανείς να ισχυρισθή το ίδιον και διά την αρμονίαν και διά την
+λύραν και τας χορδάς της· ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα αόρατον και
+χωρίς σώμα και εις χορδισμένην λύραν είναι πράγμα ωραιότατον και
+θείον· η ιδία δε λύρα και αι χορδαί της ότι είναι σώματα υλικά και
+πράγματα με μορφήν υλικήν, και σύνθετα και γήινα και από το ίδιον
+γένος με το θνητόν. Όταν λοιπόν κανείς ή κατασυντρίψη την λύραν ή την
+κάψη ή σπάση τας χορδάς, εάν κανείς επέμενεν εις τον ίδιον
+ισχυρισμόν, τον οποίον φέρεις συ, ότι δηλαδή εκείνη η αρμονία (την
+οποίαν ανέδιδεν η λύρα, όταν ήτο γερή) εξακολουθή να υπάρχη ακόμη,
+και ότι δεν εχάθη (διότι δεν ημπορεί να υπάρχη κανείς τρόπος η μεν
+λύρα να εξακολουθή να υπάρχη ακόμη εν ώ αι χορδαί της έχουν σπάση και
+αι χορδαί να εξακολουθούν να υπάρχουν, εν ώ έχουσι μορφήν θνητήν, η
+δε αρμονία, η οποία έχει την ιδίαν φύσιν και είναι από το αυτό γένος
+με το θείον και αθάνατον, να έχη χαθή απολεσθείσα προτήτερα από το
+φθαρτόν πράγμα)· αλλ' υποστηρίζει, ότι απαραιτήτως η αρμονία μόνη της
+εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη εις κάποιον μέρος, και ότι τα ξύλα και αι
+χορδαί θα σαπούν εντελώς προτού παρά να πάθη εκείνη το παραμικρόν
+(και τω όντι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και συ ο ίδιος έχεις σκεφθή
+τούτο, ότι θεωρούμεν την ψυχήν ότι είναι τοιούτον τι προ πάντων,
+καθώς δηλαδή το σώμα μας είναι τεντωμένον και συγκρατείται εις
+ισορροπίαν από το ζεστόν και το ψυχρόν και το ξηρόν και το υγρόν έτσι
+και η ψυχή μας είναι μίγμα από μερικά τοιαύτα στοιχεία και μία
+αρμονία αυτών των ιδίων, όταν αυτά ήθελον ανακατωθή αναμεταξύ των
+εύμορφα και με μέτρον· εάν λοιπόν η ψυχή τυχαίνη να είναι κάποια
+αρμονία, είναι φανερόν ότι, όταν το σώμα μας παρά πολύ χαλαρωθή ή
+παρά πολύ τεντωθή από ασθενείας και άλλα κακά, η μεν ψυχή είναι
+αναπόφευκτον ότι αμέσως θα χαθή, αν και είναι θειοτάτη, καθώς είναι
+και αι άλλαι αρμονίαι, και αι υπάρχουσαι εις τους ήχους και αι
+υπάρχουσαι εις όλα τα έργα των καλλιτεχνών· τα δε απομεινάρια καθενός
+σώματος θα διατηρηθούν πολύν καιρόν, έως ότου ή τελείως να καυθούν ή
+όλως διόλου να σαπούν)· πρόσεξε λοιπόν τι θα απαντήσωμεν εις τούτο το
+επιχείρημα, εάν δηλαδή υποστηρίζη κανείς, ότι η ψυχή, η οποία είναι
+μίγμα από τας ιδιότητας αι οποίαι υπάρχουσι μέσα εις το σώμα, πρώτη
+χάνεται, όταν συμβή ο ονομαζόμενος θάνατος.
+
+Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού περιέφερε τα βλέμματά του γύρω εις αυτούς,
+καθώς τας περισσοτέρας φοράς συνήθιζε, και αφ' ού εχαμογέλασεν,
+είπεν.
+
+Ο Σιμμίας όμως ομιλεί σωστά. Εάν λοιπόν κανείς από σας έχη
+μεγαλυτέραν από εμέ ευκολίαν, διατί δεν απεκρίθη; Διότι ομοιάζει με
+άνθρωπον, ο οποίος δεν επικρίνει άσχημα την ομιλίαν. Μου φαίνεται
+όμως ότι είναι χρεία προτού αποκριθώμεν να ακούσωμεν προηγουμένως
+ακόμη τον Κέβητα, ποίας πάλιν αυτός επικρίσεις κάμνει εις την
+ομιλίαν, διά να μεσολαβήση ολίγος καιρός και να σκεφθώμεν τι θα
+είπωμεν, έπειτα δε, αφ' ού ακούσωμεν τους λόγους του, ή να
+υποχωρήσωμεν εις αυτούς, εάν μας φανή ότι μας ψάλλουν καμμίαν
+αλήθειαν· εάν δε όχι, να υπερασπίσωμεν τότε τον ισχυρισμόν μας. Αλλ'
+έλα, Κέβη, είπε, λέγε τι είναι εκείνο, το οποίον, επειδή σε ταράττει,
+σε κάμνει να μη πιστεύης (τους λόγους μου).
+
+Ο Κέβης είπε:
+
+Λοιπόν το λέγω. Ότι η απόδειξις, μου φαίνεται, ευρίσκεται ακόμη εις
+το ίδιον σημείον και ότι επιδέχεται την ιδίαν αντίρρησιν, την οποίαν
+ελέγομεν εις τα προηγούμενα. Διότι, ότι μεν η ψυχή μας υπήρχε και
+προτού έλθη εις αυτήν την τωρινήν μορφήν, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν
+έχει αποδειχθή πολύ ευφυώς, και πολύ αρκετά, εάν δεν είναι δυσάρεστον
+να το είπη κανείς· ότι όμως εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου,
+και αφ' ού ημείς αποθάνωμεν, τούτο μου φαίνεται ότι δεν απεδείχθη.
+Δεν συμμερίζομαι όμως την αντίρρησιν του Σιμμίου, ότι η ψυχή δεν
+είναι πράγμα δυνατώτερον και το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν
+από το σώμα. Διότι μου φαίνεται ότι εις όλα αυτά είναι παρά πολύ
+ανωτέρα από το σώμα. Διατί λοιπόν, θα μου έλεγε κανείς, εξακολουθείς
+ακόμη να μη πείθησαι, αφ' ού βέβαια βλέπεις ότι, αφ' ού αποθάνη ο
+άνθρωπος, το πλέον αδύνατον μέρος του υπάρχει ακόμη· δεν σου φαίνεται
+ότι το διαρκέστερον μέρος του δεν ημπορεί παρά να διατηρήται ακόμη
+κατά τούτον τον καιρόν; Ως προς τούτο λοιπόν παρατήρησον το εξής, αν
+ομιλώ σωστά, διότι εγώ, καθώς φαίνεται, διά να παραστήσω το πράγμα,
+έχω χρείαν καθώς ο Σιμμίας, από μίαν εικόνα, διότι αυτά οπού λέγομεν
+μου φαίνεται ότι είναι όμοια, ως να έλεγε κανείς την εξής ομιλίαν δι'
+ένα άνθρωπον υφάντην, ο οποίος απέθανε γέρων, ότι ο άνθρωπος αυτός
+δεν εχάθη, αλλ' ίσως κάπου ευρίσκεται, παρουσίαζε δε ως απόδειξιν το
+φόρεμα, το οποίον ύφανεν ο ίδιος και εφορούσεν, ότι υπάρχει ακόμη
+γερόν και δεν εχάθη· και, εάν κανείς δεν επίστευεν εις αυτόν και τον
+ηρώτα ποίον από τα δύο διαρκεί περισσότερον καιρόν, η τάξις των
+ανθρώπων ή η τάξις των φορεμάτων, τα οποία και μεταχειριζόμεθα και
+φορούμεν· αφ' ού δε τω αποκριθή κανείς, ότι πολύ περισσότερον καιρόν
+διαρκεί η τάξις των ανθρώπων, νομίζει ότι, επειδή εκείνο οπού διαρκεί
+ολιγώτερον δεν εχάθη, έχει αποδειχθή ότι περισσότερον από κάθε πράγμα
+ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχη σώος· αλλ' ο άνθρωπος, νομίζω,
+Σιμμία, δεν είναι έτσι. Διότι εξέτασον και συ αυτά, τα οποία λέγω·
+Κάθε άνθρωπος ημπορεί να καταλάβη ότι εκείνος, όστις λέγει αυτό,
+λέγει ανοησίας, διότι αυτός ο υφάντης, αφ' ού κατέλυσε και ύφανε
+πολλά τοιαύτα φορέματα απέθανε μεν ύστερα από εκείνα, τα οποία ήσαν
+πολλά, προτήτερα όμως, νομίζω, από τελευταίον (το οποίον δεν
+επρόφθασε να καταλύση)· ένεκα τούτου όμως (ότι το τελευταίον φόρεμα
+διετηρήθη περισσότερον από αυτόν) δεν είναι διόλου ο άνθρωπος
+χειρότερόν τι από έν πράγμα και πλέον αδύνατον. Η αυτή παραβολή,
+νομίζω, ταιριάζει και εις την ψυχήν και το σώμα, και, εάν κανείς είπη
+τα ίδια και δι' αυτά, μοι φαίνεται ότι θα έλεγε σωστά, ότι η μεν ψυχή
+διαρκεί πολύν καιρόν, το δε σώμα είναι πλέον αδύνατον από αυτήν και
+διαρκεί ολιγώτερον καιρόν. Αλλά θα έλεγε βέβαια, ότι κάθε ψυχή
+καταλύει πολλά σώματα, αν μάλιστα ζήση πολλά έτη. Διότι, αν το σώμα
+φθείρηται και καταστρέφηται, εν ώ ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζη ακόμη,
+και η ψυχή ξαναϋφαίνη πάντοτε εκείνο το οποίον φθείρεται, θα ήτο
+βέβαια απαραίτητον, οπόταν η ψυχή θ' απέθνησκε, να τύχη να έχη το
+τελευταίον ύφασμα, και να χαθή αυτή προτήτερα μόνον από τούτο· αφ' ού
+δε η ψυχή χαθή (δηλαδή αποθάνη), τότε πλέον το σώμα αποδεικνύει την
+φυσικήν του αδυναμίαν και, αφ' ού σαπή, γρήγορα φθείρεται. Ώστε δεν
+είναι ακόμη πρέπον να έχωμεν ελπίδα, αφ' ού πιστεύσωμεν εις αυτήν την
+ομιλίαν, ότι, αφ' ού αποθάνωμεν, η ψυχή μας εξακολουθεί ακόμη να
+ευρίσκηται κάπου. Διότι, εάν εις εκείνον οπού λέγει αυτά ήθελεν
+υποχωρήσει κανείς και περισσότερον ακόμη παρά όσον συ λέγεις,
+συμφωνών με αυτόν ότι όχι μόνον η ψυχή μας υπήρχε κατά τον προτού
+ημείς γεννηθώμεν καιρόν, αλλά και ότι τίποτε δεν εμποδίζει, και αφ'
+ού αποθάνωμεν, αι ψυχαί μερικών να υπάρχουν και να μέλλουν να
+υπάρχουν ακόμη, και ότι μέλλουν να γεννηθούν πολλάς φοράς και ν'
+αποθάνουν πάλιν (διότι η ψυχή είναι εκ φύσεως τόσον δυνατή, ώστε
+αντέχει να γεννάται πολλάκις)· εν ώ δε συμφωνεί εις ταύτα, να μη
+υποχωρή πλέον ως προς τούτο, ότι αυτή κοπιάζει εις τας πολλάς
+γεννήσεις της, και ότι επί τέλους χάνεται όλως διόλου εις ένα από
+τους θανάτους· λέγη δε ότι κανείς δεν ηξεύρει αυτόν τον θάνατον και
+αυτήν την διάλυσιν του σώματος, η οποία φέρει την καταστροφήν εις την
+ψυχήν· διότι είναι αδύνατον εις οποιονδήποτε από ημάς να τον
+καταλάβη· εάν δε τούτο είναι έτσι, κάθε άνθρωπος, ο οποίος
+ξεθαρρεύεται με τον θάνατον, ανόητα ξεθαρρεύεται, εκτός αν ημπορή ν'
+αποδείξη ότι η ψυχή είναι πράγμα όλως διόλου αθάνατον και άφθαρτον·
+εάν δε δεν ημπορή να το αποδείξη, εκείνος ο οποίος πρόκειται ν'
+αποθάνη πρέπει δίχως άλλο πάντοτε να φοβήται διά την ψυχήν του, μήπως
+κατά τον τωρινόν χωρισμόν της από το σώμα χαθή όλως διόλου.
+
+Όλοι λοιπόν, αφ' ού ηκούσαμεν όσα αυτοί είπον, κατελήφθημεν από
+λύπην, καθώς το ωμολογούσαμεν υστερώτερα αναμεταξύ μας, διότι, εν ώ
+από την προηγουμένην ομιλίαν είχομεν παρά πολύ πεισθή, τώρα πάλιν
+εφαίνετο ότι μας έφεραν άνω κάτω και μας έρριψαν εις απιστίαν όχι
+μόνον με τους λόγους οι οποίοι ελέχθησαν προτήτερα, αλλά και με τους
+λόγους οι οποίοι έμελλον να λεχθώσιν υστερώτερα, και μας έκαμαν ν'
+αμφιβάλλωμεν μήπως δεν ηξεύρομεν διόλου να κρίνωμεν, ή μήπως και τα
+ίδια τα πράγματα είναι απίστευτα.
+
+Μα τους θεούς, Φαίδων, βεβαίως σας συγχωρώ, διότι και εις εμέ τον
+ίδιον, ο οποίος τώρα σε ήκουσα, μου έρχεται να είπω εις τον εαυτόν
+μου κάτι παρόμοιον· εις ποίαν λοιπόν απόδειξιν πρέπει εις το εξής να
+πιστεύσωμεν; Διότι εκείνη η οποία ήτο πολύ πιστευτή, η απόδειξις
+δηλαδή την οποίαν ο Σωκράτης έλεγε, τώρα έπεσε τελείως και έγεινεν
+απίστευτος, διότι αυτός ο ισχυρισμός και τώρα και πάντοτε θαυμασίως
+εκυρίευσε την πεποίθησίν μου, ότι δηλαδή η ψυχή μας είναι κάποια
+αρμονία· και άμα ελέχθη μου υπενθύμισε τρόπον τινά ότι και εγώ ο
+ίδιος είχον προτήτερα την αυτήν ιδέαν. Και έχω πολλήν ανάγκην εκ νέου
+ωσάν από την αρχήν, από καμμίαν άλλην απόδειξιν, η οποία να με
+καταπείση, ότι η ψυχή εκείνου, ο οποίος απέθανε, δεν αποθνήσκει μαζί
+με αυτόν. Διά το όνομα του θεού, λέγε λοιπόν, πώς ο Σωκράτης
+εξηκολούθησε την ομιλίαν και ποίον από τα δύο εκαταλάβετε, ότι και
+εκείνος κάπως ελυπήθη, καθώς λέγεις ότι σεις ελυπήθητε ή όχι, αλλ'
+εξηκολούθει αταράχως να υποστηρίζη την γνώμην του; Και αν υπεστήριξεν
+αρκετά, ή ελλιπώς; Διηγήσου μας, παρακαλώ, όλα όσον ακριβέστερα
+ημπορείς.
+
+Πραγματικώς, Εχέκρατες, πολλάς φοράς μου έκαμεν εντύπωσιν ο Σωκράτης,
+αλλά ποτέ άλλοτε δεν τον εθαύμασα περισσότερον, παρά τότε ευρεθείς
+πλησίον του· και ότι μεν αυτός είχε πρόχειρον εκείνο το οποίον θα
+έλεγεν ίσως, δεν είναι διόλου παράξενον· αλλ' εγώ βεβαίως εις αυτόν
+εθαύμασα προ πάντων κατά πρώτον μεν το εξής, ότι εδέχθη με γλυκύτητα
+και αγαθότητα και υπομονήν των νέων την ομιλίαν· έπειτα ότι τάχιστα
+εκατάλαβε την εντύπωσιν, την οποίαν μας έκαμαν οι λόγοι (του Σιμμίου
+και Κέβητος)· έπειτα πόσον καλά μας ιάτρευσε και μας έφερεν οπίσω,
+ωσάν ανθρώπους, οι οποίοι ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν, και μας
+παρεκίνησεν εις το να τον παρακολουθήσωμεν και να εξετάσωμεν το
+ζήτημα μαζί του.
+
+Πώς λοιπόν;
+
+Θα σοι είπω· διότι έτυχε να κάθημαι εις τα δεξιά του πλησίον της
+κλίνης, εις έν χαμηλόν κάθισμα· εκείνος δε εις κάθισμα πολύ
+υψηλότερον του ιδικού μου. Αφ' ού εχάιδευσε την κεφαλήν μου και
+ετράβηξε δυνατώτερα τας τρίχας, αι οποίαι εκρέμαντο επάνω εις τον
+λαιμόν μου (διότι συνήθιζεν, όταν ετύχαινε περίστασις, να παίζη με τα
+μαλλιά μου).
+
+Αύριον λοιπόν, είπεν, ίσως, Φαίδων, θα κόψης αυτά τα ωραία μαλλιά
+(17).
+
+Έτσι φαίνεται, είπον εγώ, Σώκρατες.
+
+Όχι αύριον, είπεν ο Σωκράτης, αν βεβαίως με πιστεύσης.
+
+Άλλα διατί; είπον εγώ.
+
+Σήμερον, είπε, και εγώ θα κόψω τα ιδικά μου μαλλιά και συ αυτά, εάν
+βεβαίως ο ισχυρισμός μας αποθάνη και δεν ημπορέσωμεν να τον
+αναστήσωμεν. Και εάν εγώ ήμουν συ και ήθελον νικηθή εις την
+συζήτησιν, θα έταζα με όρκον, καθώς οι Αργείοι, να μη αφήσω να
+μεγαλώσουν τα μαλλιά προτού νικήσω καταπολεμών πάλιν τον ισχυρισμόν
+του Σιμμίου και του Κέβητος.
+
+Αλλ' είπον εγώ· Λέγουν ότι ουδέ ο Ηρακλής είναι ικανός να τα βάλη με
+δύο.
+
+Αλλά, είπε, κάλεσε εις βοήθειάν σου και εμέ, τον Ιόλαον, εν όσω ακόμη
+είναι ημέρα.
+
+Σε προσκαλώ λοιπόν, είπον, όχι όπως ο Ηρακλής τον Ιόλαον, αλλ' όπως ο
+Ιόλαος τον Ηρακλή.
+
+Δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν, είπεν ο Σωκράτης. Αλλά κατά πρώτον ας
+προσέξωμεν μήπως πάθωμεν κανέν πάθημα.
+
+Ποίον πάθημα; Είπον εγώ.
+
+Μήπως γίνωμεν, είπεν αυτός, μισολόγοι, καθώς εκείνοι, οι οποίοι
+γίνονται μισάνθρωποι, διότι δεν υπάρχει, είπε, μεγαλύτερον κακόν, το
+οποίον ειμπορεί να πάθη κανείς από τούτο, να μισήση δηλαδή τους
+λόγους· η μισολογία δε και η μισανθρωπία γίνονται κατά τον ίδιον
+τρόπον. Διότι η μισανθρωπία εισχωρεί μέσα εις τον άνθρωπον εκ του ότι
+επίστευσε παρά πολύ εις άλλον χωρίς υποψίαν και ενόμισε βεβαίως ότι ο
+άνθρωπος αυτός ήτο εντελώς φιλαλήθης και ειλικρινής και αξιόπιστος.
+Έπειτα ολίγον υστερώτερα εύρεν ότι ήτο τουναντίον πονηρός και ανάξιος
+εμπιστοσύνης. Και άλλην φοράν πάλιν εύρεν άλλον τοιούτον και όταν
+κανείς έπαθε τούτο πολλάς φοράς και προ πάντων από εκείνους, τους
+οποίους ενόμισεν ότι ήσαν οι στενώτεροι φίλοι και σύντροφοί του, επί
+τέλους λοιπόν ερχόμενος εις συχνάς συγκρούσεις καταντά να μισή όλους
+και να νομίζη ότι κανέν πράγμα κανενός ανθρώπου ούτε εις το ελάχιστον
+είναι ειλικρινές· ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι τούτο γίνεται έτσι;
+
+Βέβαια έτσι γίνεται, είπον εγώ.
+
+Και λοιπόν, είπεν αυτός, δεν είναι τούτο εντροπή; Και δεν είναι
+φανερόν ότι ο τοιούτος άνθρωπος επιχειρεί να έρχηται εις σχέσεις με
+τους ανθρώπους χωρίς να γνωρίζη την τέχνην των ανθρωπίνων πραγμάτων;
+Διότι, εάν εις καμμίαν περίστασιν εσχετίζετο με τους ανθρώπους
+γνωρίζων την τέχνην των, θα εθεώρει αυτούς έτσι, όπως είναι, ότι
+δηλαδή οι μεν πολύ καλοί και πολύ κακοί είναι και οι μεν και οι δε
+ολίγοι, οι δε αναμεταξύ τούτων (δηλαδή οι ολίγον καλοί και ολίγον
+κακοί) είναι πολυαριθμότατοι.
+
+Πώς το λέγεις αυτό; Είπον εγώ.
+
+Καθώς, είπε, προκειμένου διά τα πολύ μικρά και τα πολύ μεγάλα
+πράγματα, νομίζεις ότι υπάρχει πράγμα σπανιώτερον, παρά να εύρη
+κανείς άνθρωπον ή παρά πολύ μεγάλον ή παρά πολύ μικρόν; Ή σκύλλον ή
+οποιονδήποτε άλλο πράγμα; Ή να εύρη πάλιν παρά πολύ γρήγορον ή παρά
+πολύ αργόν; Ή παρά πολύ ωραίον ή παρά πολύ άσχημον; Ή παρά πολύ
+μαύρον ή παρά πολύ άσπρον; Ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι όλων των
+τοιούτων πραγμάτων τα μεν τελευταία άκρα είναι σπάνια και ολίγα, τα
+δε αναμεταξύ τούτων άφθονα και πολλά;
+
+Βεβαίως, είπον εγώ.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν προτείνη κανείς κακίας αγώνα, δεν
+νομίζεις ότι και εις αυτόν ήθελον αναδειχθή πρώτοι πολύ ολίγοι;
+
+Είναι επόμενον βέβαια, είπον εγώ.
+
+Επόμενον βέβαια, είπεν ο Σωκράτης· αλλ' υπό ταύτην την έποψιν οι
+λόγοι δεν είναι όμοιοι με τους ανθρώπους (αλλ' εις αυτήν την στιγμήν
+συ με παρέσυρες από το θέμα, διότι ετραβούσες εμπρός και εγώ σε
+ηκολούθουν)· αλλ' είναι όμοιοι οι λόγοι με τους ανθρώπους κατά τούτο,
+ότι, όταν κανείς ήθελε πιστεύσει εις ένα λόγον ότι είναι αληθινός,
+χωρίς να γνωρίζη την τέχνην να εξετάζη τους λόγους και έπειτα ολίγον
+υστερώτερα φανή εις αυτόν ότι είναι ψευδής, άλλοτε μεν εν ώ είναι
+ψευδής, άλλοτε δε εν ώ δεν είναι, και άλλοτε πάλιν άλλος λόγος και
+πάλιν άλλος· και προ πάντων ίσα ίσα εκείνοι, οι οποίοι κατέγειναν εις
+τους αντιρρητικούς λόγους (δηλαδή οι σοφισταί), ηξεύρεις ότι επί
+τέλους νομίζουν ότι και μόνοι αυτοί έχουν καταλάβει τούτο, πως τίποτε
+ούτε εις κανέν από τα πράγματα, ούτε εις καμμίαν από τας λογικάς
+αποδείξεις είναι σωστόν ούτε σταθερόν, αλλ' όλα τα πραγματικώς
+υπάρχοντα πράγματα αληθινά γυρίζουν άνω και κάτω, καθώς το ρεύμα εις
+τον πορθμόν του Ευρίπου (18), και εις καμμίαν κατάστασιν δεν
+διατηρούνται ποτέ σταθερά.
+
+Παρά πολύ αληθινά πράγματα λέγεις, είπον εγώ.
+
+Και λοιπόν, Φαίδων, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα ήτο λυπηρόν το πάθημα,
+αν, εν ώ είναι μία λογική απόδειξις αληθινή και βεβαία και ημπορεί
+κανείς να την καταλάβη, έπειτα, επειδή παρευρέθη κανείς εις λόγους
+τινάς τοιούτους, οι οποίοι οι ίδιοι φαίνονται άλλοτε μεν ότι είναι
+αληθινοί, άλλοτε δε ότι δεν είναι, να μη ήθελε κατηγορήσει κανείς τον
+εαυτόν του μήτε την έλλειψιν της τέχνης εις τους λόγους του εαυτού
+του, αλλ' επί τέλους, επειδή στενοχωρείται, προθύμως ν' απομακρύνη το
+πταίσμα από τον εαυτόν του και να το ρίπτη εις τους λόγους (να νομίζη
+δηλαδή ότι δεν πταίει αυτός αλλ' οι λόγοι) και να εξακολουθή πλέον
+κατά την επίλοιπον ζωήν να μισή και να κακολογή τους λόγους και να
+στερηθή τοιουτοτρόπως και της αληθείας και της γνώσεως των πραγμάτων,
+τα οποία πραγματικώς υπάρχουσι.
+
+Μα τον Δία, είπον εγώ, τούτο είναι βέβαια λυπηρόν.
+
+Κατά πρώτον μεν, είπεν ο Σωκράτης, να μη μας συμβή τούτο, να βάλωμεν
+μέσα εις την ψυχήν μας την ιδέαν, ότι από τας λογικάς σκέψεις
+κοντεύει καμμία να μη είναι σωστή, αλλ' ας έχωμεν πολύ περισσότερον
+την ιδέαν ότι ημείς έως τώρα δεν είμεθα ακόμη υγιείς κατά τον νουν
+και ας επιδιώξωμεν με γενναιότητα και προθυμίαν να γείνωμεν υγιείς,
+σεις μεν λοιπόν και οι άλλοι και ένεκα ολοκλήρου της μετά ταύτα ζωής
+σας, εγώ δε ένεκα του ιδίου του θανάτου, διότι εις την παρούσαν
+στιγμήν κοντεύω ως προς τούτο να μη είμαι φιλόσοφος, αλλά, όπως οι
+όλως διόλου αμαθείς, άνθρωπος φιλόνεικος. Διότι και εκείνοι (οι
+αμαθείς), όταν φιλονεικούν διά κανέν πράγμα, δεν φροντίζουσι μεν να
+εξετάσωσι πώς είναι εκείνα τα πράγματα, περί των οποίων γίνεται η
+συζήτησις, προσπαθούν δε με όλην των την καρδίαν πώς εκείνα, τα οποία
+αυτοί υποστηρίζουν, να φανούν σωστά εις εκείνους, οι οποίοι
+παρευρίσκονται· και εγώ νομίζω ότι εις την παρούσαν περίστασιν τόσον
+μόνον θα είμαι διαφορετικός από εκείνους, ότι δεν θα επιδιώξω βεβαίως
+εκείνα, τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις τους παρευρισκομένους ότι
+είναι αληθινά, εκτός εάν κάμω τούτο βοηθητικώς, αλλά θα επιδιώξω όσω
+το δυνατόν περισσότερον εκείνα τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις εμέ
+τον ίδιον ότι είναι έτσι. Διότι συλλογίζομαι, αγαπητέ μου φίλε (και
+παρατήρησον πόσον μ' ενδιαφέρει ο συλλογισμός ούτος). Εάν μεν εκείνα,
+τα οποία λέγω, τυχαίνη να είναι αληθινά, το να πεισθή κανείς εις αυτά
+είναι καλόν· εάν δε, αφ' ού αποθάνω, δεν υπάρχη τίποτε, αλλά
+τουλάχιστον κατά τούτον τον ίδιον καιρόν, ο οποίος προηγείται του
+θανάτου, θα είμαι ολιγώτερον δυσάρεστος εις τους παρευρισκομένους,
+διότι δεν θρηνώ. Αυτή δε η άγνοια δεν θα μείνη μαζί μου (διότι θα ήτο
+κακόν πράγμα), αλλ' ολίγον υστερώτερα θα χαθή.
+
+Προετοιμασμένοι λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον, Σιμμία και Κέβη, είπεν
+ο Σωκράτης, έρχομαι, εις την συζήτησιν. Σεις όμως, αν πεισθήτε από
+εμέ, αφ' ού λάβητε ολίγον υπ' όψιν σας τον Σωκράτην και πολύ
+περισσότερον την αλήθειαν, αν μεν νομίσητε ότι σας λέγω καμμίαν
+αλήθειαν, παραδεχθήτε αυτήν αν δε όχι, αντιτείνετε με όλα σας τα
+επιχειρήματα, προσέχοντες από την προθυμίαν μου να μη απατήσω
+συγχρόνως και τον εαυτόν μου και σας, και φύγω καθώς η μέλισσα αφήνων
+το κεντρί μου.
+
+Αλλ' ας αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον υπενθυμίσατε εις εμέ
+εκείνα, τα οποία ελέγετε, αν αποδειχθώ ότι δεν τα ενθυμούμαι. Ο μεν
+Σιμμίας βεβαίως, καθώς εγώ νομίζω, δεν πείθεται και φοβείται μήπως η
+ψυχή, αν και είναι πράγμα θειότερον και ωραιότερον από το σώμα,
+χάνεται προτήτερα από αυτό, επειδή υπάρχει έχουσα μορφήν αρμονίας. Ο
+δε Κέβης μου εφάνη ότι συμφωνεί μεν μαζί μου κατά τούτο, ότι η ψυχή
+είναι πράγμα, το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα, αλλ'
+ότι εις κανένα δεν είναι φανερόν το εξής, μήπως ίσα ίσα η ψυχή, αφ'
+ού καταλύση εις πολλά σώματα και πολλάς φοράς, εν ώ παραιτεί το
+τελευταίον της σώμα, χάνεται τότε και αυτή, και μήπως θάνατος είναι
+τούτο το ίδιον, δηλαδή η καταστροφή μιας ψυχής· επειδή το σώμα
+τουλάχιστον διόλου δεν παύει να χάνηται πάντοτε. Λοιπόν, Σιμμία και
+Κέβη, άλλα είναι εκείνα, τα οποία πρέπει ημείς να εξετάσωμεν, ή αυτά;
+
+Και οι δύο λοιπόν συνεφώνησαν ότι αυτά είναι.
+
+Ποίον λοιπόν από τα δύο; είπεν ο Σωκράτης· δεν παραδέχεσθε όλους τους
+προηγουμένους μου ισχυρισμούς, ή άλλους μεν παραδέχεσθε, άλλους δε
+όχι;
+
+Απεκρίθησαν και οι δύο, ότι άλλους μεν παραδέχονται, άλλους δε όχι.
+
+Τι λοιπόν λέγετε, είπεν ο Σωκράτης, δι' εκείνον τον λόγον, εις τον
+οποίον είπομεν ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, και ότι, αν τούτο
+είναι έτσι, χρεωστούμεν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή μας ευρίσκετο
+προτήτερα εις κάποιον άλλο μέρος, προτού δεσμευθή μέσα εις το σώμα;
+
+Εγώ μεν, είπεν ο Κέβης, και τότε επείσθην θαυμασιώτατα από αυτόν τον
+ισχυρισμόν, και τώρα εξακολουθώ να τον παραδέχωμαι, όσον καμμίαν
+άλλην γνώμην.
+
+Και εγώ βέβαια, είπεν ο Σιμμίας, έχω την ιδίαν γνώμην, και θα μου
+εφαίνετο παρά πολύ παράξενον, αν δι' αυτό τουλάχιστον το ζήτημα
+ήθελον ποτέ πλέον σχηματίσει άλλην γνώμην.
+
+Και ο Σωκράτης είπε· αλλ' όμως είσαι υποχρεωμένος, φίλε μου Θηβαίε,
+να σχηματίσης άλλην γνώμην, αν τυχόν επιμείνης εις αυτήν την ιδέαν,
+ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα σύνθετον και ότι η ψυχή εσχηματίσθη
+ωσάν μία αρμονία από τας ιδιότητας του σώματος τεντωμένας (ως χορδή).
+Διότι βεβαίως δεν θα παραδεχθής τον ισχυρισμόν του ιδίου εαυτού σου
+ότι η αρμονία είχε σχηματισθή προτήτερα, προτού υπάρξουν εκείνα, εκ
+των οποίων έπρεπε να σχηματισθή. Ή θα τον παραδεχθής;
+
+Διόλου δεν θα τον παραδεχθώ, είπεν, ω Σώκρατες.
+
+Καταλαμβάνεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι δεν είσαι σύμφωνος με τον
+εαυτόν σου, όταν λέγης αφ' ενός μεν ότι η ψυχή υπήρχε προτού να έλθη
+μέσα εις μορφήν και σώμα ανθρώπου, και εξ άλλου ότι αυτή εσχηματίσθη
+από εκείνα, τα οποία ακόμη δεν υπήρχον; Διότι η αρμονία βεβαίως δεν
+είναι όμοιον πράγμα με εκείνο, με το οποίον την παρομοιάζεις (δηλαδή
+με την ψυχήν)· αλλά γεννώνται προηγουμένως και η λύρα και αι χορδαί
+και οι ήχοι χωρίς ακόμη να ευρεθούν εις αρμονίαν· η δε αρμονία
+σχηματίζεται τελευταία από όλα αυτά και χάνεται προτήτερα από αυτά·
+πώς λοιπόν αυτός ο τελευταίος μου ισχυρισμός ημπορεί να είναι
+σύμφωνος με εκείνον τον προηγούμενον;
+
+Διόλου δεν είναι σύμφωνος, είπεν ο Σιμμίας· και όμως, είπεν ο
+Σωκράτης αν βεβαίως είναι σύμφωνος με τον άλλον σου ισχυρισμόν,
+πρέπει να είναι σύμφωνος και με τον περί αρμονίας.
+
+Πρέπει βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Αυτός όμως, είπεν ο Σωκράτης, δεν σου είναι σύμφωνος, αλλά κύτταξε
+ποίον από τους δύο προτιμάς, ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, ή ότι
+η ψυχή είναι αρμονία.
+
+Πολύ περισσότερον προτιμώ τον πρώτον, είπεν, ω Σώκρατες, διότι αυτός
+μου εγεννήθη εις τον νουν χωρίς απόδειξιν, επειδή κάπως εφαίνετο
+αληθινός και ήρμοζε· διά το οποίον και τον παραδέχονται οι κοινοί
+άνθρωποι· αλλ' εγώ εσχημάτισα την πεποίθησιν ότι όλοι οι ισχυρισμοί,
+οι οποίοι μεταχειρίζονται ως αποδείξεις πράγματα που φαίνονται μόνον
+αληθινά, είναι γεμάτοι ματαιότητα και απατώσι πολύ τους ανθρώπους,
+και εις την Γεωμετρίαν και εις όλας τας άλλας επιστήμας. Τον δε
+ισχυρισμόν περί της μαθήσεως και ξαναενθυμήσεως έχομεν ειπεί
+βασιζόμενοι επί αρχής την οποίαν αξίζει να παραδεχθώμεν. Διότι
+ειπομεν βέβαια ότι η ψυχή μας, και προτού ακόμη έλθει μέσα εις σώμα,
+υπάρχει αναγκαίως, διότι το πράγμα, το οποίον ονομάζεται πραγματικώς
+υπάρχον, ανήκει εις αυτήν. Εγώ δε έχω παραδεχθή την γνώμην ταύτην,
+διότι κατέπεισα τον εαυτόν μου αρκετά και σωστά. Είμαι λοιπόν
+υποχρεωμένος, καθώς φαίνεται, ένεκα τούτων των λόγων να μη
+παραδέχωμαι, όταν εγώ ο ίδιος ή κανείς άλλος λέγη ότι η ψυχή είναι
+αρμονία.
+
+Τι δε λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, σου φαίνεται ότι αρμόζει εις
+ταύτην την αρμονίαν ή εις κανέν άλλο σύνθετον πράγμα να είναι
+διαφορετικόν παρ' ό,τι είναι (τα μέρη) εκείνα, εκ των οποίων
+αποτελείται;
+
+Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ούτε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να κάμνη ή να παθαίνη άλλο τι, καθώς
+εγώ νομίζω, παρά εκείνα, τα οποία αυτά (δηλαδή τα μέρη) κάμνουν ή
+παθαίνουν.
+
+Ο Σιμμίας συνεφώνησε.
+
+Δεν ταιριάζει λοιπόν εις την αρμονίαν να προηγήται τούτων (των
+στοιχείων της), αλλά να έρχηται έπειτα από αυτά.
+
+Συνεφώνησε και εις τούτο ο Σιμμίας.
+
+Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η αρμονία να κάμη κινήσεις ή ήχους
+εναντίους, ή εις άλλο τι να είναι εναντία εις τα μέρη της, είπεν ο
+Σωκράτης.
+
+Δεν είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης; Κάθε αρμονία δεν είναι κατ' εκείνο
+αρμονία, κατά το οποίον τα μέρη της συμφωνήσουν;
+
+Δεν καταλαμβάνω, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ή δεν είναι αληθινόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, αν όλα τα μέρη της
+έλθωσιν εις συμφωνίαν καλύτερα και περισσότερον, αν είναι δυνατόν να
+γείνη τούτο, θα είναι τότε καλυτέρα και περισσοτέρα αρμονία, αν δε
+χειρότερα και ολιγώτερον, θα είναι χειροτέρα και ολιγωτέρα αρμονία;
+
+Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Μήπως λοιπόν τούτο συμβαίνει και εις την ψυχήν, ώστε, έστω και κατ'
+ελάχιστον, μία ψυχή να παθαίνη το ίδιον, δηλαδή μία ψυχή να είναι
+περισσοτέρα και καλυτέρα ή χειροτέρα και ολιγωτέρα από μίαν άλλην;
+
+Παντάπασιν, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εμπρός λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διά το όνομα του Θεού· είναι αληθινά
+αυτά, τα οποία λέγω, ότι άλλη μεν ψυχή έχει νουν και αρετήν και είναι
+καλή, άλλη δε έχει ανοησίαν και μοχθηρίαν και είναι κακή; Και ταύτα
+λέγονται αληθινά;
+
+Αληθινά βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Από εκείνους λοιπόν, οι οποίοι παραδέχονται ότι η ψυχή είναι αρμονία,
+αυτή δηλαδή η αρετή και η κακία ως τι είδους πράγματα θα είπη κανείς
+ότι ευρίσκονται μέσα εις τας ψυχάς; Τι από τα δύο, ως καμμία πάλιν
+άλλη αρμονία και αναρμοστία; Και ότι η μεν μία, δηλαδή η καλή ψυχή,
+εβάλθη εις αρμονίαν και ότι εν ώ είναι αρμονία έχει μέσα της μίαν
+άλλην αρμονίαν, η δε κακή και αυτή δεν εβάλθη εις αρμονίαν και μέσα
+της ότι δεν έχει άλλην αρμονίαν;
+
+Εγώ τουλάχιστον, είπεν ο Σιμμίας, δεν ημπορώ να είπω· είναι όμως
+φανερόν ότι ο παραδεχθείς την γνώμην εκείνην τοιαύτα πράγματα θα
+έλεγεν.
+
+Αλλά προηγουμένως έχομεν παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι μία ψυχή
+δεν είναι διόλου περισσότερον ψυχή ή ολιγώτερον από μίαν άλλην·
+εκείνο δε, το οποίον έχομεν παραδεχθή, είναι το εξής, ότι η μία
+αρμονία δεν είναι διόλου καλύτερα ούτε περισσότερον αρμονία, ούτε
+χειρότερα ούτε ολιγώτερον από μίαν άλλην αρμονίαν. Δεν είναι έτσι;
+
+Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εκείνη δε, η οποία δεν είναι ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον
+αρμονία, ότι ούτε εβάλθη περισσότερον η ολιγώτερον εις αρμονίαν.
+Είναι έτσι;
+
+Έτσι είναι, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Εκείνη δε, η οποία ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον εβάλθη εις
+αρμονίαν, είναι δυνατόν να λαμβάνη μέρος εις την αρμονίαν
+περισσότερον ή ολιγώτερον ή εξ ίσου; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Εξ ίσου, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν, επειδή η μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ή
+ολιγώτερον ψυχή από μίαν άλλην, δεν εβάλθη λοιπόν εις αρμονίαν ούτε
+περισσότερον ούτε ολιγώτερον από την άλλην; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και αφού βεβαίως έπαθε τούτο, δεν θα είναι μέτοχος περισσοτέρας ούτε
+αναρμοστίας ούτε αρμονίας;
+
+Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Αφού δε πάλιν έχει πάθει τούτο, είπεν ο Σωκράτης, άρα γε μία ψυχή
+ημπορεί να είναι μέτοχος κακίας ή αρετής περισσότερον από μίαν άλλην,
+αν η μεν κακία ήθελεν είναι αναρμοστία, η δε αρετή αρμονία;
+
+Διόλου περισσότερον, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ίσως δε βέβαια, Σιμμία, κατά την ορθήν σκέψιν βεβαιότερον είναι ότι
+καμμία ψυχή, αν είναι αρμονία, δεν θα γείνη μέτοχος κακίας· διότι η
+αρμονία, αν εντελώς είναι καθ' αυτό αρμονία, δεν θα γείνη ποτέ
+μέτοχος αναρμοστίας; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Ούτε η ψυχή λοιπόν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, ημπορεί να γείνη μέτοχος
+κακίας, αν είναι εντελώς ψυχή.
+
+Και πώς ημπορεί να γείνη τούτο, σύμφωνα με εκείνα, τα οποία
+προείπομεν; Ηρώτησεν ο Σιμμίας.
+
+Σύμφωνα λοιπόν με τούτον τον συλλογισμόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης,
+όλαι αι ψυχαί όλων όσα έχουν ζωήν θα είναι, δι' ημάς ομοίως καλαί, αν
+αι ψυχαί έγειναν από την φύσιν όλαι ομοίως, να μη είναι τίποτε άλλο
+παρά ψυχαί.
+
+Και εγώ, έτσι νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Και σου φαίνεται, είπεν ο Σωκράτης, ότι ο λόγος είναι σωστός και
+σύμφωνος με την ορθήν σκέψιν, αν ήτο ορθή η υπόθεσις, ότι η ψυχή
+είναι αρμονία;
+
+Καθόλου, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Από όλα όσα υπάρχουσιν εις τον
+άνθρωπον, λέγεις να υπάρχη κανένα άλλο, το οποίον να κυβερνά παρά
+μόνον η ψυχή και προ πάντων όταν είναι σοφή;
+
+Όχι βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας.
+
+Κατά ποίον από τους δύο τρόπους, λέγεις ότι κυβερνά, υποχωρούσα εις
+τα πάθη του σώματος ή και εναντιωνομένη εις αυτά; Καθώς λόγου χάριν,
+όταν υπάρχη ζέστη και δίψα εις το σώμα, να το σύρη εις το εναντίον,
+δηλαδή εις το να μη πίνη, και όταν υπάρχη πείνα εις το να μη τρώγη,
+και εις άπειρα άλλα πράγματα βλέπομεν βέβαια ότι η ψυχή εναντιώνεται
+εις τας ορέξεις του σώματος ή όχι;
+
+Βέβαια εναντιώνεται, απήντησεν ο Σιμμίας.
+
+Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δεν παρεδέχθημεν πάλιν εις τα
+προηγούμενα ότι, αν είναι αρμονία, αυτή ποτέ δεν θα ψάλλη εναντία
+προς εκείνα, διά των οποίων τεντώνεται και χαλαρώνεται και δονείται,
+και εις ό,τι άλλο πάθημα παθαίνουν τα μέρη, από τα οποία συμβαίνει να
+σχηματίζηται, αλλ' ότι ακολουθεί εκείνα και ποτέ δεν είναι δυνατόν να
+τα κυβερνά;
+
+Παρεδέχθημεν, είπεν ο Σιμμίας· και πώς όχι;
+
+Τι λοιπόν φρονείς; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Τώρα δεν μας φαίνεται
+ότι κάμνει όλον το εναντίον, ότι δηλαδή και διευθύνει όλα εκείνα, από
+τα οποία θα έλεγε κανείς ότι σχηματίζεται και ότι εναντιώνεται σχεδόν
+εις όλα καθ' όλον το διάστημα της ζωής, και ότι είναι κυρίαρχος αυτών
+με όλους τους τρόπους, άλλα μεν τιμωρούσα σκληρότερα και με πόνους τα
+αναγόμενα εις την Γυμναστικήν και την Ιατρικήν, άλλα δε με
+μαλακώτερον τρόπον; Και άλλα μεν από αυτά φοβερίζουσα, άλλα δε
+μαλώνουσα, συνομιλούσα με τας επιθυμίας και με τους θυμούς και με
+τους φόβους, ωσάν να ήτο άλλη και να ωμίλει εις άλλο πράγμα; Καθώς
+και ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν παρέστησε κάπου, όπου λέγει διά τον
+Οδυσσέα· «Αφού εκτύπησε το στήθος του, είπε τον εξής λόγον εις την
+καρδίαν του· Υπόφερε λοιπόν τούτο, καρδία μου, και άλλοτε υπέφερες
+άλλο σκληρότερον». Νομίζεις λοιπόν ότι ο Όμηρος παρέστησεν αυτά
+σκεπτόμενος ότι αυτή είναι μία αρμονία και ότι είναι τοιαύτη, ώστε να
+διευθύνηται από τα πάθη του σώματος, και όχι τοιαύτη, ώστε και να
+διευθύνη αυτά και να είναι κυρία και να είναι πράγμα θειότερον παρά
+μία αρμονία;
+
+Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον νομίζω
+ότι όχι.
+
+Με κανένα λοιπόν τρόπον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ω φίλτατε, δεν μας
+έρχεται καλά να είπωμεν ότι η ψυχή είναι αρμονία. Διότι, καθώς
+φαίνεται, ούτε με τον θείον ποιητήν Όμηρον θα ευρισκώμεθα σύμφωνοι,
+ούτε ημείς οι ίδιοι με τον εαυτόν μας.
+
+Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Έστω λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης. Την μεν αρμονίαν την Θηβαϊκήν, καθώς
+φαίνεται, την εκάμαμεν κάπως αρκετά να μας λυπηθή· αλλά τας
+απαιτήσεις του Κάδμου, Κέβη, πώς και με ποίον λόγον θα κατορθώσωμεν
+να τας εξιλεώσωμεν;
+
+Νομίζω ότι συ θα εύρης τον τρόπον, είπεν ο Κέβης· μου είπες τω όντι
+αυτόν τον λόγον σχετικώς προς την αρμονίαν περισσότερον θαυμάσια παρ'
+ό,τι επερίμενα· διότι, όταν ο Σιμμίας εξέθετε τας απορίας του, μου
+εφαίνετο πολύ παράξενον να εύρη κανείς καμμίαν απάντησιν εις τον
+λόγον του και μου εφάνη λοιπόν πολύ παράξενον ότι δεν εδέχθη την
+πρώτην έφοδον του λόγου σου.
+
+Δεν θα μου φανή λοιπόν ποσώς παράξενον αν πάθη τα ίδια και ο λόγος
+του Κάδμου.
+
+Φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, μη μου λέγης μεγάλους επαίνους, μήπως
+καμμία βασκανία αναποδογυρίση τον λόγον μου, τον οποίον μέλλω να
+είπω. Αλλά δι' αυτά μεν ο θεός ας φροντίση. Ημείς, αφού πλησιάσωμεν
+κατά τον Ομηρικόν τρόπον, ας δοκιμάσωμεν μήπως λέγεις τίποτε σωστόν.
+Εκείνο δε, το οποίον ζητείς, είναι εν περιλήψει το εξής· απαιτείς ν'
+αποδειχθή ότι η ψυχή μας δεν καταστρέφεται και είναι αθάνατος. Αν
+άνθρωπος φιλόσοφος μέλλων ν' αποθάνη, έχων δε γενναιότητα και φρονών
+ότι, αφού αποθάνη, θα είναι ευτυχής εκεί (εις την άλλην ζωήν) πολύ
+περισσότερον ή αν απέθνησκε ζήσας άλλην ζωήν, ότι, λέγω, ούτος δεν
+έχει γενναιότητα ανόητον και βλακώδη. Το δε ν' αποδείξωμεν ότι η ψυχή
+είναι πράγμα δυνατόν και όμοιον με θεόν, και ότι υπήρχεν ακόμη
+προτήτερα προτού ημείς οι άνθρωποι να γείνωμεν, λέγεις ότι τούτο δεν
+εμποδίζει όλα αυτά να μη αποδεικνύουν μεν αθανασίαν της ψυχής, ν'
+αποδεικνύουν δε ότι η ψυχή είναι πράγμα το οποίον διαρκεί πολύν
+καιρόν και υπήρχε προτήτερα κάπου επί απροσδιόριστον καιρόν, και ότι
+ήξευρε και έκαμε πολλά πράγματα· αλλά βεβαίως δεν ήτο διά τούτο
+περισσότερον αθάνατος, αλλά και τούτο ακόμη, το ότι ήλθεν εις σώμα
+ανθρώπου ήτο δι' αυτήν αρχή καταστροφής, ωσάν ασθένεια, και έζη
+βασανιζομένη αυτήν την ζωήν και επί τέλους βεβαίως ότι καταστρέφεται
+εις τον ονομαζόμενον θάνατον. Λέγεις δε ότι δεν υπάρχει καμμία
+διαφορά, αν έλθη μίαν φοράν ή πολλάς φοράς εις σώμα, ώστε καθείς από
+ημάς να φοβήται, διότι πρέπει να φοβήται κανείς, αν δεν είναι ανόητος
+εκείνος ο οποίος δεν ηξεύρει ούτε έχει απόδειξιν να δώση, ότι η ψυχή
+είναι πράγμα αθάνατον. Εκείνα, τα οποία λέγεις, Κέβη, είναι, νομίζω,
+τοιαύτα επάνω κάτω· και τα επαναλαμβάνω πολλάς φοράς, διά να μη μας
+ξεφύγη κανέν και προσθέσης ή αφαιρέσης τίποτε, αν θέλης.
+
+Και ο Κέβης είπεν· Εγώ τώρα δεν έχω χρείαν ούτε ν' αφαιρέσω, ούτε να
+προσθέσω τίποτε. Αυτά δε είναι εκείνα, τα οποία λέγω.
+
+Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού εσταμάτησεν επί πολλήν ώραν την ομιλίαν και
+έκαμε κάποιαν σκέψιν μέσα εις τον νουν του, είπε· Δεν ζητείς, Κέβη,
+πράγμα εύκολον. Διότι πρέπει (διά να σου απαντήσω) να ερευνήσωμεν
+πέρα πέρα και να εύρωμεν την αιτίαν, διά την οποίαν υπάρχει γένεσις
+και φθορά. Εγώ λοιπόν, προκειμένου διά το ζήτημα τούτο, αν επιθυμής,
+θα σου εκθέσω τουλάχιστον όσα έπαθα εγώ ο ίδιος· έπειτα, αν κανέν από
+όσα θα είπω ήθελε σου φανή ωφέλιμον, διά να πεισθής περί εκείνων, τα
+οποία λέγεις, μεταχειρίσου το.
+
+Αλλ' επιθυμώ βεβαίως, είπεν ο Κέβης.
+
+Άκουε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διότι θ' αρχίσω. Εγώ λοιπόν,
+εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, Κέβη, όταν ήμην νέος με υπερβολικήν ζέσιν
+επεθύμησα ν' αποκτήσω εκείνην την επιστήμην, την οποίαν ονομάζουν
+ιστορίαν της φύσεως. Διότι μου εφαίνετο ότι είναι υψηλόν πράγμα να
+γνωρίζω του κάθε πράγματος τας αιτίας, διατί δηλαδή γίνεται κάθε
+πράγμα, διατί καταστρέφεται και διατί υπάρχει· και πολλάς φοράς
+εγύριζα τον εαυτόν μου επάνω και κάτω, διά να εξετάζω κατά πρώτον
+ωσάν τα εξής πράγματα· άρα γε, όταν το ζεστόν και το ψυχρόν (19)
+λάβουν καμμίαν σήψιν, καθώς μερικοί έλεγον, αρχίζουν να παράγωνται τα
+ζωύφια; Και ποίον από τα δύο, το αίμα είναι εκείνο, διά του οποίου
+σκεπτόμεθα, ή ο αήρ, ή η φωτιά, ή δεν είναι μεν κανένα από αυτά, ο
+εγκέφαλος δε είναι εκείνος, ο οποίος μας κάμνει τας αισθήσεις και της
+ακοής και της οράσεως και της οσφρήσεως, από αυτάς δε τας αισθήσεις
+γίνεται η ενθύμησις και η φαντασία, από δε την ενθύμησιν και την
+φαντασίαν, αφ' ού λάβουν ανάπαυσιν, σύμφωνα με αυτά γίνεται η γνώσις.
+Και πάλιν εξετάζων τας φθοράς των πραγμάτων τούτων και τα παθήματα
+ολόγυρα και εις τον ουρανόν και εις την γην εφάνηκα εις τον εαυτόν
+μου ότι είμαι τόσον ανίκανος διά την τοιαύτην εξέτασιν, όσον κανέν
+πράγμα εις τον κόσμον. Θα σοι είπω δε και επαρκή απόδειξιν τούτου·
+εγώ λοιπόν εκείνα, τα οποία και προτήτερα ήξευρα καλά, καθώς και εγώ
+ο ίδιος ενόμιζον και οι άλλοι, τότε από αυτήν την εξέτασιν εστραβώθην
+τόσον πολύ, ώστε εξέμαθα και εκείνα ακόμη, τα οποία προτήτερα
+ενόμιζον ότι ήξευρα, και δι' άλλα πολλά πράγματα και περί του διατί ο
+άνθρωπος μεγαλώνει. Διότι προτήτερα ενόμιζον ότι αυτό το πράγμα είναι
+φανερόν εις κάθε άνθρωπον, ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει ένεκα του τρώγειν
+και πίνειν. Διότι, αφ' ού από τας τροφάς κρέατα προστίθενται εις τα
+κρέατα, κόκκαλα δε εις τα κόκκαλα, και έτσι κατά την ιδίαν αναλογίαν
+και εις καθέν από τα άλλα προστίθενται τα ανήκοντα εις αυτά, τότε
+λοιπόν ενόμιζον ότι εκείνος ο όγκος, ο οποίος ήτο ολίγος, έχει γείνει
+ύστερα πολύς και τοιουτοτρόπως ο μικρός άνθρωπος γίνεται μεγάλος.
+Έτσι ενόμιζον τότε· δεν νομίζεις ότι είχον δίκαιον;
+
+Νομίζω ότι ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Εξέτασε λοιπόν ακόμη και τα εξής, είπεν ο Σωκράτης. Εγώ λοιπόν
+ενόμιζον ότι αρκετά ήξευρον ότι, όταν ένας άνθρωπος υψηλός φανή
+στεκόμενος κοντά εις ένα κοντόν, είναι μεγαλύτερος από αυτόν κατά την
+ιδίαν την κεφαλήν του (η οποία εξέχει), και ένας ίππος μεγαλύτερος
+από ένα ίππον μικρότερον και ακόμη άλλα φανερώτερα από αυτά, ενόμιζον
+δε τα δέκα ότι είναι περισσότερα από τα οκτώ, διότι έχουν δύο
+περισσότερα· και εκείνο όπου έχει μήκος δύο πήχεων ότι είναι
+μεγαλύτερον από εκείνο οπού έχει μήκος ενός πήχεως, διότι υπερτερεί
+αυτό κατά το ήμισυ.
+
+Και τώρα λοιπόν, είπεν ο Κέβης, τι (νέαν) γνώμην έχεις δι' αυτά τα
+πράγματα;
+
+Μα τον Δία, είπεν ο Σωκράτης (έχω την γνώμην), ότι εγώ ευρίσκομαι
+κάπου μακράν από του να νομίζω ότι ηξεύρω την αιτίαν κανενός από αυτά
+τα πράγματα, εγώ τουλάχιστον, ο οποίος δεν παραδέχομαι ότι ηξεύρω
+ούτε τούτο, ότι, όταν κανείς προσθέση έν εις το έν ή εκείνο το έν,
+εις το οποίον προσετέθη το άλλο έν, έγινε δύο, ή εκείνο, το οποίον
+προσετέθη, και εκείνο, εις το οποίον προσετέθη, εξ αιτίας της
+προσθέσεως του ενός εις το άλλο έγειναν δύο. Διότι απορώ πώς, ότε
+καθένα από αυτά ήτο χωριστά από το άλλο, καθένα από αυτά ήτο έν, και
+δεν ήσαν τότε καθέν χωριστά δύο, αφ' ού δε επλησίασαν το έν με το
+άλλο, τούτο λοιπόν έγεινεν εις αυτά αιτία να γείνουν δύο, η
+συνεύρεσίς των δηλαδή, διότι ετέθη το έν κοντά εις το άλλο. Ούτε
+βέβαια, εάν κανείς σχίση έν πράγμα εις το μέσον, ημπορώ ακόμη να
+πεισθώ ότι τούτο, δηλαδή το σχίσιμον, έγεινε πάλιν αιτία να γείνουν
+δύο· διότι η αιτία αυτή του ότι γίνονται δύο καταντά εναντία παρά η
+τότε (δηλαδή η αιτία του προηγουμένου παραδείγματος)· διότι τότε
+αιτία ήτο (να γείνουν δύο) ότι το έν εφαίνετο πλησίον εις το άλλο και
+ότι το έν προσετίθετο εις το άλλο· τώρα δε ότι το έν απομακρύνεται
+και χωρίζεται από το άλλο· ουδέ βέβαια καταπείθω πλέον τον εαυτόν μου
+ότι ηξεύρω διά ποίαν αιτίαν γίνεται το έν· και, εις κοντολογίαν, δεν
+ηξεύρω ούτε διά κανέν άλλο πράγμα, διά ποίαν αιτίαν γίνεται ή χάνεται
+ή υπάρχει, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπον της μεθόδου, αλλά εγώ ο ίδιος
+όπως έτυχεν ανακατεύω κάποιον άλλον τρόπον (εις τον νουν μου), τούτον
+δε δεν τον παραδέχομαι διόλου.
+
+Αλλ' όταν ήκουσα μίαν φοράν κάποιον, ο οποίος ανεγίνωσκεν εις έν
+βιβλίον, το οποίον έλεγεν ότι είναι του Αναξαγόρου, ότι λοιπόν ο νους
+είναι εκείνος, ο οποίος βάλλει εις τάξιν όλα και είναι αίτιος όλων
+των πραγμάτων, εχάρην δι' αυτήν την αιτίαν, και μου εφάνη ότι εις
+κάποιον τρόπον είναι σωστόν τω ότι ο νους είναι ο αίτιος όλων και
+εσκέφθην ότι, αν τούτο είναι έτσι, ο νους βέβαια, ο οποίος
+τακτοποιεί, βάλλει εις τάξιν όλα, και θέτει κάθε πράγμα εις εκείνην
+την θέσιν, όπου θα ευρίσκηται όσον το δυνατόν καλύτερα· αν λοιπόν
+θέλη κανείς να εύρη διά κάθε πράγμα κατά ποίον τρόπον γίνεται, ή
+ξεγίνεται, ή υπάρχει, πρέπει να εύρη δι' αυτό το πράγμα τούτο, κατά
+ποίον τρόπον είναι καλύτερα δι' αυτό, ή να υπάρχη, ή να παθαίνη, ή να
+κάμνη ό,τι δήποτε άλλο· ένεκα λοιπόν τούτου του συλλογισμού, αρμόζει
+εις τον άνθρωπον να μη εξετάζη και διά τον εαυτόν του και διά τα άλλα
+πράγματα, παρά το ωφελιμώτερον και το καλύτερον· είναι δε ανάγκη
+αυτός ο ίδιος να ηξεύρη και το χειρότερον· διότι δι' αυτά τα δύο (το
+καλύτερον δηλαδή και το χειρότερον) υπάρχει και ιδία επιστήμη. Αυτά
+λοιπόν σκεπτόμενος ευχαριστημένος ενόμιζον ότι έχω εύρει σύμφωνα με
+την επιθυμίαν μου τον Αναξαγόραν διδάσκαλον της αιτίας των υπαρχόντων
+πραγμάτων και ότι θα μοι είπη, κατά πρώτον μεν, ποίον από τα δύο, η
+γη είναι πλατεία(20) ή στρογγύλη· αφού δε μου το είπη, ότι θα μου
+διηγηθή έπειτα ποία η αιτία και ποία η ανάγκη τούτου του πράγματος,
+λέγων ποίον είναι το καλύτερον και διατί ήτο καλύτερον να είναι
+τοιαύτη· και εάν λέγη ότι αυτή είναι εις το μέσον (21) του κόσμου,
+ότι θα διηγηθή έπειτα πως ήτο καλύτερα να είναι εις το μέσον· και αν
+μου αποδείξη ταύτα, θα ήμην διατεθειμένος να μη επιθυμήσω πλέον άλλο
+είδος αιτίας. Και λοιπόν ήμην έτοιμος κατά τον αυτόν τρόπον να
+ερωτήσω επίσης και περί του ηλίου και περί της σελήνης και περί των
+άλλων άστρων και διά την ταχύτητα του ενός ως προς την του άλλου και
+διά τας στροφάς των και διά τα άλλα των παθήματα και να μάθω πως τάχα
+είναι καλύτερον κανέν από αυτά και να κάμνη και να παθαίνη αυτά, τα
+οποία παθαίνει. Διότι ενόμιζον ότι αυτός λέγων βέβαια ότι αυτά
+εβάλθησαν εις τάξιν από ένα νουν δεν ηδύνατό ποτε να φέρη άλλην
+αιτίαν δι' αυτά, παρ' ότι το καλύτερον είναι να ευρίσκωνται αυτά έτσι
+όπως ευρίσκονται· ενόμιζον λοιπόν ότι αυτός την αιτίαν εκάστου
+πράγματος ιδιαιτέρως και όλων κοινώς θα εξήγει· προς τούτοις ποίον
+είναι το καλύτερον διά καθέν ιδιαιτέρως και ποίον είναι το κοινόν εις
+όλα αγαθόν. Και πολύν θησαυρόν αν μοι έδιδον, δεν θα επώλουν τας περί
+τούτου ελπίδας μου, αλλά αφού έλαβα τα βιβλία του με μεγάλην βίαν
+ανεγίνωσκα όσον ηδυνάμην γρηγορώτερα, διά να μάθω το γρηγορώτερον
+ποίον είναι το καλύτερον και ποίον το χειρότερον. Εξεκίνησα λοιπόν
+και έφυγα, φίλε μου, χάσας την θαυμαστήν ελπίδα μου, επειδή προχωρών
+και αναγινώσκων (εις τα βιβλία του) βλέπω άνθρωπον, ο οποίος δεν
+μεταχερίζεται διόλου τον νουν, και ούτε εδείκνυε κάποιας αιτίας διά
+την ωραίαν διάταξιν των πραγμάτων (του κόσμου)· εθεώρει δε ως αιτίας
+αυτών τους αέρας και τους αιθέρας και τα νερά και άλλα πολλά και
+αλλόκοτα. Και μου εφάνη ότι έχει πάθει κάτι πολύ όμοιον, ωσάν να
+έλεγε κανείς ότι ο Σωκράτης κάμνει με νουν όλα όσα κάμνει, και έπειτα
+αρχίζων να λέγη τας αιτίας καθενός, το οποίον κάμνω, να λέγη κατά
+πρώτον μεν ότι κάθημαι τώρα εδώ διά ταύτας τας αιτίας, διότι το σώμα
+μου αποτελείται από κόκκαλα και από νεύρα, και ότι τα μεν κόκκαλα
+είναι στερεά και είναι χωρισμένα το έν από το άλλο, έχοντα
+συνδέσμους, τα δε νεύρα είναι ικανά να τεντώνωνται και να
+χαλαρώνωνται δένοντα ολόγυρα τα κόκκαλα με τα κρέατα και με το δέρμα,
+το οποίον και συγκρατεί αυτά όλα· ότι λοιπόν τα κόκκαλα, επειδή
+υψώνονται εκεί όπου εγγίζει το έν με το άλλο, τα νεύρα χαλαρωνόμενα
+και τεντωνόμενα κάμνουν εμέ τώρα να είμαι ικανός να λυγίζω τα μέλη
+μου· και δι' αυτήν την αιτίαν διπλωθείς κάθημαι εδώ· και ο οποίος
+πάλιν να λέγη εις σας άλλας τοιούτου είδους αιτίας διά το ότι
+συνομιλούμεν, λέγων ως αιτίας τούτου φωνάς και αέρας και ακοάς και
+πάμπολλα άλλα τοιαύτα, παραμελήσας να είπη τας αληθινάς αιτίας, ότι
+δηλαδή, επειδή οι Αθηναίοι ενόμισαν ότι είναι καλύτερα να με
+καταδικάσουν, διά τούτους λοιπόν τους λόγους και εγώ ενόμισα
+καλύτερον να καθίσω εδώ, και δικαιότερον μένων εδώ να υποστώ την
+τιμωρίαν, την οποίαν ήθελον διατάξει· επειδή, μα τον σκύλλον, καθώς
+εγώ νομίζω, και τα νεύρα αυτά και τα κόκκαλα από πολύν καιρόν θα
+ευρίσκοντο ή εις τα περίχωρα των Μεγάρων ή εις τα περίχωρα των
+Βοιωτών (22), οδηγούμενα από την ιδέαν ότι τούτο είναι το καλύτερον,
+αν δεν ενόμιζον ότι είναι δικαιότερον και ωραιότερον προτού να φύγω
+και να κρυφθώ, να υποστώ από την πόλιν την τιμωρίαν, την οποίαν
+ήθελεν επιβάλει. Αλλά να ονομάζη κανείς αίτια τας τοιαύτας
+αιτιολογίας είναι πολύ ανόητον. Εάν δε είπη κανείς, ότι, αν δεν είχον
+τα τοιαύτα και κόκκαλα και νεύρα και όσα άλλα έχω, δεν θα ήμην ικανός
+να εκτελέσω όσα απεφάσισα, θα είπη την αλήθειαν· να είπη όμως ότι διά
+μέσου τούτων εκτελώ όσα κάμνω και ότι κατά τούτο ενεργώ με νουν,
+αλλ' όχι εκλέγων εκείνο, το οποίον είναι προτιμότερον, ο λόγος ούτος
+θα ήτο πολύ μεγάλη ανοησία· διότι είναι ανοησία να μη είναι κανείς
+ικανός να διακρίνη ότι το αίτιον είναι πράγμα άλλο, και εκείνο, χωρίς
+το οποίον το αίτιον δεν θα ήτο ποτέ αίτιον, είναι πάλιν άλλο· το
+οποίον οι κοινοί άνθρωποι μου φαίνονται ότι πασπατεύουν όπως κάμνομεν
+εις τα σκοτεινά μεταχειριζόμενοι ξένον όνομα, ώστε να ονομάζουν αυτό
+αίτιον (χωρίς να είναι αίτιον). Διά τούτο λοιπόν ο μεν είς
+(φιλόσοφος) αφ' ού βάλη ολόγυρα εις την γην ένα σίφωνα να γυρίζη,
+κάμνει την γην να μένη εις τον τόπον της αποκάτω από τον ουρανόν· ο
+δε άλλος θέτει υποκάτωθέν της τον αέρα ωσάν μίαν πλατείαν σκάφην·
+ουδέ ζητούν να εύρωσι την δύναμιν, η οποία έθεσεν αυτά έτσι όπως ήτο
+δυνατόν αυτά να βαλθώσι καλύτερα· ούτε νομίζουν ότι αυτά τα πράγματα
+έχουν κάποιαν θείαν δύναμιν· αλλά νομίζουν ότι ημπορούν να εύρουν
+κανένα Άτλαντα δυνατώτερον και πλέον αθάνατον από αυτόν και πλέον
+ικανόν να τα βαστάζη όλα και νομίζουν ότι το αγαθόν, και το οποίον
+δένει όλα και συγκρατεί αληθινά, είναι τίποτε. Εγώ λοιπόν θα εγινόμην
+με μεγάλην ευχαρίστησιν μαθητής εις οποιονδήποτε, διά να μάθω πώς
+είναι η τοιαύτη αιτία· επειδή δε την εστερήθην και ούτε εγώ ο ίδιος
+υπήρξα ικανός να την εύρω, ούτε ημπόρεσα να την μάθω από άλλον,
+επιθυμείς, είπεν ο Σωκράτης, Κέβη, να σου εκθέσω κατά ποίον τρόπον
+διεξήγαγον το δεύτερον ταξείδιον διά την ζήτησιν της αιτίας;
+
+Επιθυμώ όσον δεν φαντάζεσαι, είπεν ο Κέβης.
+
+Ενόμισα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έπειτα από αυτά, αφού απέκαμα
+εξετάζων εκείνα, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσιν, ότι έπρεπε να
+προσέξω μήπως πάθω εκείνο, το οποίον παθαίνουσιν εκείνοι, οι οποίοι
+παρατηρούν και εξετάζουσι τον ήλιον, όταν παθαίνη έκλειψιν· διότι
+μερικοί βέβαια παθαίνουν βλάβην εις τα μάτια, εκτός εάν εξετάζουν την
+εικόνα του μέσα εις νερόν ή εις άλλο όμοιον πράγμα. Και εγώ εσκέφθην
+κάτι τοιούτον πράγμα, και εφοβήθην μήπως όλως διόλου τυφλωθώ κατά την
+ψυχήν, κυττάζων με τα ομμάτιά μου τα πράγματα, και προσπαθών να τα
+εγγίσω με κάθε μίαν από τας αισθήσεις μου. Ενόμισα λοιπόν ότι πρέπει
+να καταφύγω εις τας λογικάς αποδείξεις και εις εκείνας να εξετάσω την
+αλήθειαν εκείνων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουν. Ίσως μεν δεν
+ομοιάζουσι λοιπόν εις κάποιον τρόπον με εκείνο, με το οποίον τα
+παραβάλλω. Διότι δεν πολυπαραδέχομαι, ότι, όποιος εξετάζει τα
+πραγματικώς υπάρχοντα μέσα εις τας λογικάς των αποδείξεις, τα
+εξετάζει μέσα εις εικόνας αυτών περισσότερον παρά εκείνος, ο οποίος
+τα εξετάζει μέσα εις τα έργα των. Επομένως επεδόθην εις την κατά τον
+τρόπον τούτον εξέτασιν και θέτων ως βάσιν κάθε φοράν μίαν απόδειξιν,
+εκείνην, την οποίαν ήθελον κρίνει ως την στερεωτέραν, εκείνα μεν, τα
+οποία ήθελον μου φανή ότι συμφωνούν με αυτήν, τα θεωρώ ότι είναι
+αληθινά και ως προς τας αιτίας και ως προς όλα τα άλλα, όσα δε δεν
+συμφωνούν, τα θεωρώ ότι δεν είναι αληθινά. Επιθυμώ δε να σου εξηγήσω
+καθαρώτερα εκείνα, τα οποία λέγω. Διότι νομίζω ότι συ τώρα δεν
+καταλαμβάνεις.
+
+Μα τον Δία, είπεν ο Κέβης, δεν πολυκαταλαμβάνω.
+
+Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, με αυτά δεν λέγω τίποτε νέον, αλλά εκείνα, τα
+οποία διόλου δεν έχω παύσει να λέγω και άλλοτε πάντοτε και εις την
+προηγουμένην ομιλίαν μου. Διότι έρχομαι τώρα να προσπαθήσω να σου
+αποδείξω το είδος της αιτίας, το οποίον έχω εξετάσει, και μεταβαίνω
+πάλιν εις εκείνα, διά τα οποία τόσα έχουν είπει, και αρχίζω από
+εκείνα, θέτων ως βάσιν το τι είναι μόνον του ωραίον, και αγαθόν, και
+μέγα, και όλα τα άλλα· τα οποία αν παραδεχθής και συμφωνήσης με εμέ,
+ότι πράγματι υπάρχουν αυτά, ελπίζω από αυτά και να σου αποδείξω την
+αιτίαν, και να εύρωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον.
+
+Αλλ' όμως, είπεν ο Κέβης, θα κάμης γρήγορα ν' αποδείξης αυτά, διά να
+τα παραδεχθώ;
+
+Εξέτασε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τα επακόλουθα εκείνων, αν
+σου φαίνονται σωστά, όπως και εις εμέ. Διότι μου φαίνεται, ότι, αν
+υπάρχη άλλο ωραίον, εκτός του καθ' αυτό (και μόνου του) ωραίου, τούτο
+διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι ωραίον παρά διότι έχει μέρος από
+εκείνο το ωραίον και λέγω λοιπόν ότι το αυτό ημπορεί να είπωμεν δι'
+όλα τα πράγματα. Παραδέχεσαι την τοιαύτην αιτίαν;
+
+Παραδέχομαι, είπεν ο Κέβης.
+
+Δεν καταλαμβάνω λοιπόν ακόμη, είπεν ο Σωκράτης, ούτε ημπορώ να
+γνωρίσω τας άλλας αιτίας τας σοφάς· αλλ' αν κανείς μου είπη, τι
+κάμνει έν πράγμα οποιονδήποτε να είναι ωραίον, μήπως διότι έχει χρώμα
+ως ωραίον άνθος, ή σχήμα (δηλαδή αναλογίαν), ή οποιονδήποτε άλλο από
+τα τοιαύτα; Αφήνω μεν τα άλλα κατά μέρος (διότι με όλα τα άλλα
+συγχύζομαι), κρατώ δε μαζί μου καθαρά και άτεχνα και ίσως ανόητα
+τούτο μόνον, ότι κανέν άλλο δεν κάμνει έν πράγμα καθ' αυτό ωραίον,
+παρά μόνον το ότι είναι παρόν, ή ότι λαμβάνει μέρος με οποιονδήποτε
+τρόπον ή έτσι ή αλλέως εκείνο το (καθαυτό) ωραίον. Διότι δεν βεβαιώνω
+ακόμη αυτό το πράγμα, αλλά βεβαιώνω ότι όλα τα ωραία γίνονται ωραία
+διά του (καθαυτό) ωραίου. Διότι τούτο μου φαίνεται ότι είναι το πλέον
+ασφαλές διά να αποκριθώ και εις τον εαυτόν μου και εις άλλον, και
+κρατούμενος από αυτό νομίζω ότι δεν θα πέσω ποτέ, αλλ' ότι θα είναι
+ασφαλές και εις εμέ και εις οιονδήποτε άλλον να αποκριθή, ότι τα
+ωραία γίνονται ωραία διά του ωραίου. Ή δεν νομίζεις και συ έτσι;
+
+Έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης.
+
+Και επομένως τα μεγάλα δεν γίνονται μεγάλα διά του μεγέθους, και τα
+μεγαλύτερα (γίνονται) μεγαλύτερα, και τα μικρότερα (γίνονται)
+μικρότερα διά της μικρότητος;
+
+Ναι, απεκρίθη ο Κέβης.
+
+Ούτε συ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, θα παρεδέχεσο, αν κανείς
+έλεγεν, ότι είς άλλος είναι μεγαλύτερος από ένα άλλον κατά την
+κεφαλήν, και είς μικρότερος ότι είναι μικρότερος τούτου κατά το ίδιον
+(δηλαδή κατά την κεφαλήν), αλλά θα διεμαρτύρεσο (υποστηρίζων), ότι συ
+μεν δεν λέγεις τίποτε άλλο παρά ότι κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι
+μεγαλύτερον από έν άλλο πράγμα, κατά τίποτε άλλο δεν είναι
+μεγαλύτερον από αυτά παρά κατά το μέγεθος, και ότι ένεκα τούτου είναι
+μεγαλύτερον, ένεκα δηλαδή του μεγέθους· το δε μικρότερον διά καμμίαν
+άλλην αιτίαν δεν είναι μικρότερον από άλλο παρά ένεκα της μικρότητος,
+και είναι μικρότερον ένεκα τούτου, ένεκα δηλαδή της μικρότητος· (ή
+δεν θα διεμαρτύρεσο) φοβούμενος, νομίζω, μήπως κανένας ενάντιος
+ισχυρισμός σου εναντιωθή, αν είπης ότι κάποιος είναι μεγαλύτερος ή
+μικρότερος άλλου κατά την κεφαλήν, αντιτάσσων ότι κατά πρώτον μεν
+κατά το αυτό πράγμα (δηλαδή κατά την κεφαλήν) υποστηρίζεις ότι το
+μεγαλύτερον είναι μεγαλύτερον και το μικρότερον είναι μικρότερον,
+έπειτα ότι υποστηρίζεις ότι ο μεγαλύτερος είναι μεγαλύτερος κατά την
+κεφαλήν, η οποία είναι μικρά (μικρόν πράγμα δηλαδή), και ότι τούτο
+είναι τερατώδης ισχυρισμός, το να είναι δηλαδή κανείς μεγάλος κατά
+τι, το οποίον είναι μικρόν. Ή δεν θα εφοβείσο αυτάς τας αντιφάσεις;
+
+Και ο Κέβης εγέλασε και είπε· Βέβαια (θα τας εφοβούμην).
+
+Θα εφοβείσο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να είπης ότι τα δέκα είναι
+περισσότερα από τα οκτώ κατά δύο, και ότι τα υπερτερούν δι' αυτήν την
+αιτίαν και όχι κατά το πλήθος και ένεκα του πλήθους (της πολλότητος
+δηλαδή); και ότι το έχον μάκρος δύο πήχεων είναι κατά το ήμισυ
+μεγαλύτερον από εκείνο, το οποίον έχει μάκρος ενός πήχεως, και όχι
+κατά το μέγεθος, διότι υπάρχει (και εις το παράδειγμα τούτο ίσως) ο
+ίδιος φόβος (της αντιρρήσεως).
+
+Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι δε λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Δεν θα εδυσκολεύεσο να είπης,
+όταν έν προστεθή εις άλλο έν, ότι η πρόσθεσις είναι αιτία, όπου
+έγειναν δύο, ή, όταν έν σχισθή εις δύο, ότι αιτία (του δύο) είναι το
+σχίσιμον; και δεν θα εφώναζες δυνατά ότι δεν ηξεύρεις κάθε πράγμα να
+γίνεται με άλλον τρόπον, πάρα αφού λάβη μέρος της ανηκούσης εις καθέν
+ουσίας, της οποίας ήθελε λάβει μέρος· και ότι εις (τα παραδείγματα)
+ταύτα δεν έχεις να είπης άλλην αιτίαν του ότι έγειναν (το έν και έν ή
+το ήμισυ και το ήμισυ) δύο, παρά διότι έλαβον μέρος εις την δυάδα και
+ότι πρέπει εκείνα, τα οποία μέλλουν να είναι δύο, να λάβουν μέρος εις
+αυτήν και εκείνο, το οποίον μέλλει να είναι έν (πρέπει να λάβη
+μέρος), εις την μονάδα; θα άφηνες δε κατά μέρος αυτά τα σχισίματα και
+τας προσθέσεις και τας άλλας τας τοιαύτας νοστιμάδας, αφήνων ν'
+αποκριθώσι με αυτάς εκείνοι, οι οποίοι είναι σοφώτεροι από σε· συ δε
+φοβούμενος, καθώς λέγουν, τον ίσκιον σου και την απειρίαν σου,
+στηριζόμενος εις την στερεότητα εκείνην της βάσεως (μας), δεν θα
+απεκρίνεσο τοιουτοτρόπως; Εάν δε εστηρίζετο κανείς εις την ιδίαν
+(μας) βάσιν, διά να την προσβάλη, θα τον άφηνες να λέγη και δεν θα
+απεκρίνεσο, έως ότου να εξετάσης, αν όσα συμπεραίνονται από εκείνην,
+κατά την κρίσιν σου, συμφωνούν ή δεν συμφωνούν μεταξύ των; όταν δε
+παρουσιάζετο ανάγκη να δώσης λόγον και δι' αυτήν την ιδίαν (βάσιν),
+θα έδιδες επίσης, θέτων πάλιν άλλην βάσιν, εκείνην, η οποία θα
+εφαίνετο καλυτέρα παρά τας προηγουμένας, έως να φθάσης εις κανέν
+πράγμα αρκετόν (δηλαδή αδιαφιλονείκητον); συγχρόνως δε (δεν είναι
+αληθές) ότι δεν θα τα ανεκάτευες καθώς οι φιλόνεικοι, συζητών και διά
+την βάσιν και διά τα εξ αυτής συμπεράσματα, εάν ήθελες να εύρης κανέν
+από τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα; διότι ίσως εκείνοι ούτε
+ομιλούσιν ούτε φροντίζουσι δι' αυτό το πράγμα (δηλαδή διά τα
+πραγματικώς υπάρχοντα)· διότι είναι καλοί ανακατεύοντες όλα μαζί από
+την μεγάλην προκοπήν των να κατορθώνουν εν τούτοις να αρέσκουν οι
+ίδιοι εις τον εαυτόν των· συ δε, αν είσαι ένας από τους φιλοσόφους,
+θα έκαμνες, νομίζω, καθώς εγώ λέγω.
+
+Αληθέστατα λέγεις, είπον μαζί και ο Σιμμίας και ο Κέβης.
+
+Μα τον Δία, Φαίδων, είπεν ο Εχεκράτης, δίκαιον είχον βέβαια. Διότι
+μου φαίνεται ότι εκείνος όσον ήτο δυνατόν θαυμασίως καθαρά είπεν αυτά
+δι' εκείνον, ο οποίος έχει έστω και μικρόν νουν.
+
+Και συγχρόνως εχαμογέλασε και είπε· Φαίνομαι ότι ομιλώ με
+λεπτομέρειαν συμβολαιογραφικήν αλλ' αυτό τουλάχιστον είναι βέβαια
+όπως λέγω.
+
+Συνεφώνησεν ο Κέβης.
+
+Το λέγω δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ένεκα τούτου, επειδή επιθυμώ να
+σχηματίσης και συ την γνώμην, την οποίαν εσχημάτισα και εγώ. Διότι
+μου φαίνεται ότι όχι μόνον το ίδιον το μέγεθος ποτέ δεν θέλει να
+είναι συγχρόνως μεγάλον και μικρόν, αλλά ότι και το μέγεθος, το
+οποίον είναι μέσα εις ημάς, ποτέ δεν παραδέχεται την μικρότητα, ούτε
+θέλει να υπερτερήται, αλλ' έν από τα δύο· ή ότι φεύγει και
+αποσύρεται, όταν το εναντίον του, δηλαδή η μικρότης, πλησιάζη προς
+αυτό, ή άμα εκείνη (δηλαδή η μικρότης) παρουσιασθή, αυτό (δηλαδή το
+μέγεθος) χάνεται· και ότι, αν διαμείνη και δεχθή την μικρότητα, δεν
+θέλει να είναι άλλο παρά ό,τι ήτο προτήτερα. Καθώς εγώ αφ' ού εδέχθην
+και υπέμεινα την μικρότητα και εξακολουθώ ακόμη να είμαι εκείνος,
+οπού είμαι, είμαι δε ο ίδιος μικρός άνθρωπος, εκείνο δε (δηλαδή το
+μέγεθος), το οποίον είναι μεγάλο, δεν ετόλμησε να γείνη μικρόν επίσης
+δε και το μικρόν, το οποίον είναι μέσα μας, δεν θέλει ποτέ να γείνη
+μεγάλον, ούτε να είναι, ούτε κανένα άλλο από τα μεταξύ των εναντία,
+το οποίον είναι ακόμη ό,τι ήτο προτήτερα, θέλει ποτέ να γείνη και να
+είναι το εναντίον παρ' ό,τι είναι, αλλά ή απέρχεται ή χάνεται, όταν
+πάθη τούτο.
+
+Μου φαίνεται, είπεν ο Κέβης, ότι είναι καθ' όλα έτσι.
+
+Και είς από τους παρευρεθέντας (ποίος δε ήτο, καθαρά δεν ενθυμούμαι),
+άμα ήκουσεν αυτά, είπε· Διά το όνομα των θεών, δεν παρεδέχθημεν εις
+τας προηγουμένας ομιλίας μας το εναντίον ίσα ίσα από αυτά, τα οποία
+λέγομεν τώρα, ότι το μεγαλύτερον γίνεται από το μικρότερον και το
+μικρότερον από το μεγαλύτερον, και ότι υπάρχει πραγματικώς αυτός ο
+τρόπος να γίνωνται τα εναντία από τα εναντία; Τώρα δε λέγομεν,
+νομίζω, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να γείνη ποτέ.
+
+Έτσι βέβαια ενομίσαμεν όλοι οι παρευρισκόμενοι, Εχέκρατες, είπεν ο
+Φαίδων.
+
+Έτσι νομίζομεν και ημείς, είπεν ο Εχεκράτης, οι οποίοι δεν ήμεθα
+εκεί, τακούομεν δε τώρα. Αλλά ποία λοιπόν ήσαν εκείνα, τα οποία
+ελέχθησαν έπειτα από αυτά;
+
+Καθώς μεν εγώ νομίζω, απεκρίθη ο Φαίδων, αφ' ού παρεδέχθημεν τας
+σκέψεις του ταύτας και ωμολογήσαμεν ότι κάθε μία ιδέα είναι κάτι,
+οπού υπάρχει, και ότι τα άλλα, τα οποία λαμβάνουν μέρος από αυτήν,
+λαμβάνουν από αυτήν την ιδίαν το όνομά των, εξηκολούθησεν έπειτα να
+ερωτά τον Κέβητα τοιουτοτρόπως· Εάν λοιπόν λέγης ότι αυτά είναι έτσι,
+όταν λέγης ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτην και
+μικρότερος από τον Φαίδωνα, άρα γε δεν λέγεις τότε ότι υπάρχουν και
+τα δύο εις τον Σιμμίαν και μέγεθος και μικρότης;
+
+Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.
+
+Αλλά λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, παραδέχεσαι ότι το να είναι
+μεγαλύτερος ο Σιμμίας από τον Σωκράτην, δεν είναι μα την αλήθειαν
+έτσι, όπως το λέγομεν με τα λόγια· διότι ο Σιμμίας βέβαια δεν έγεινεν
+εκ φύσεως τοιούτος, ώστε να υπερτερή διά τούτο, διότι είναι Σιμμίας,
+αλλ' ένεκα του μεγέθους, το οποίον τυχαίνει να έχη. Ούτε να υπερτερή
+πάλιν τον Σωκράτην, διότι Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά διότι ο
+Σωκράτης έχει μικρότητα σχετικώς με το μέγεθος εκείνου;
+
+Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
+
+Ούτε πάλιν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να υπερτερήται από τον Φαίδωνα
+ένεκα τούτου, ότι Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά διότι ο Φαίδων έχει
+μέγεθος σχετικώς με την μικρότητα του Σιμμίου;
+
+Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Κέβης.
+
+Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Σιμμίας λέγομεν ότι είναι μικρός και μεγάλος,
+διότι είναι ανάμεσα και εις τα δύο, προσφέρων μεν την μικρότητά του
+να την υπερτερή το μέγεθος του ενός, προσφέρων δε το μέγεθός του να
+υπερτερή την μικρότητα του άλλου.
+
+Και ο Σωκράτης, αφ' ού επρόβαλεν εμπρός την κεφαλήν του και ήκουσεν,
+είπε· το εκράτησες εις την ενθύμησίν σου με γενναιότητα· δεν
+καταλαμβάνεις όμως την διαφοράν μεταξύ εκείνου, το οποίον τώρα
+λέγομεν, και εκείνου, το οποίον είπομεν τότε. Διότι τότε μεν ελέγομεν
+ότι το εναντίον πράγμα γίνεται από το εναντίον πράγμα· τώρα δε
+λέγομεν, ότι το ίδιον το εναντίον δεν είναι δυνατόν να γείνη εναντίον
+εις τον εαυτόν του, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα μας, ούτε
+εκείνο, το οποίον είναι μέσα εις την φύσιν. Διότι τότε μεν, φίλε μου,
+ελέγομεν περί εκείνων των πραγμάτων, τα οποία έχουσι τα εναντία των,
+και τα οποία ονομάζομεν με το όνομα εκείνων, τώρα δε ομιλούμεν περί
+εκείνων των ιδίων πραγμάτων, τα οποία, επειδή είναι μέσα εις τα
+υπάρχοντα, δίδουν το όνομά των εις αυτά· δεν ημπορούμεν δε να είπωμεν
+ποτέ ότι αυτά τα ίδια θα θελήσουν να δεχθούν να γίνωνται το έν από το
+άλλο. Και συγχρόνως κυττάξας τον Κέβητα είπεν· Άρα γε, Κέβη, μήπως
+τυχόν κανέν από αυτά, τα οποία αυτός είπεν, ετάραξε και σε;
+
+Δεν ευρίσκομαι εις τοιαύτην κατάστασιν, είπεν ο Κέβης· αν και δεν
+ημπορώ να είπω, ότι πολλά πράγματα δεν με ταράττουν.
+
+Έχομεν λοιπόν μαζί παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, τούτο μόνον, ότι
+κανέν εναντίον πράγμα δεν ημπορεί να είναι το εναντίον εις τον εαυτόν
+του.
+
+Δεν ημπορεί διόλου, είπεν ο Κέβης.
+
+Εξέτασε λοιπόν, παρακαλώ, είπεν ο Σωκράτης, ακόμη και το εξής, διά να
+ίδωμεν αν θα το παραδεχθής· ονομάζεις κανέν πράγμα ζεστόν και κρύον;
+
+Ναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζεις χιόνα και φωτιάν;
+
+Μα τον Δία, όχι βέβαια.
+
+Αλλά το ζεστόν είναι άλλο παρά η φωτιά και το κρύον άλλο παρά το
+χιόνι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Αλλά τουλάχιστον το εξής, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι το
+παραδέχεσαι, ότι ποτέ το χιόνι, εν όσω τουλάχιστον είναι χιόνι, αφού
+δεχθή το ζεστόν, καθώς ελέγομεν εις τα προηγούμενα, θα εξακολουθήση
+να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή χιόνι και ζεστόν
+(συγχρόνως), αλλ' όταν πλησιάση το ζεστόν, ή θα υποχωρήση εις αυτό ή
+θα χαθή.
+
+Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Και η φωτιά βεβαίως πάλιν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όταν το ψυχρόν
+πλησιάση εις αυτήν, ή θα υποχωρήση ή θα χαθή· δεν θα τολμήση όμως
+ποτέ, αφού δεχθή την ψυχρότητα, να εξακολουθή να είναι ακόμη εκείνο,
+το οποίον ήτο, δηλαδή φωτιά και ψυχρόν μαζί.
+
+Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
+
+Συμβαίνει λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ως προς μερικά από τα τοιαύτα,
+ώστε όχι μόνον η ιδέα των να κρίνηται αξία να έχη το ίδιον όνομα,
+πάντοτε καθ' όλον τον καιρόν, αλλά και έν άλλο, το οποίον δεν είναι
+μεν εκείνο, έχει όμως την μορφήν εκείνου πάντοτε, όταν ήθελεν
+υπάρχει. Ακόμη δε εις το εξής παράδειγμα θα είναι ίσως καθαρώτερον
+εκείνο, το οποίον λέγω, διότι πρέπει πάντοτε το περιττόν (το μονόν)
+να λαμβάνη το όνομα τούτου, το οποίον τώρα αναφέρομεν, ή όχι;
+
+Πρέπει βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Αλλ' ερωτώ τούτο, είπεν ο Σωκράτης· Άρα γε είναι το μονόν από τα
+πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον φέρει αυτό το όνομα, ή υπάρχει και
+κανέν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, το οποίον είναι το μονόν,
+αλλ' όμως πρέπει να ονομάζωμεν και αυτό πάντοτε με το ιδικόν του
+όνομα, διότι εκ φύσεως είναι τοιούτον, ώστε ποτέ να μη υπάρχη χωρίς
+το μονόν; λέγω δε ότι αυτό είναι ένα τοιούτον πράγμα, ωσάν εκείνο, το
+οποίον έπαθε και η τριάς και πολλοί άλλοι αριθμοί. Εξέτασε λοιπόν διά
+την τριάδα, άρα γε δεν σου φαίνεται ότι πρέπει να την ονομάζωμεν
+πάντοτε και με το ιδικόν της όνομα και με το όνομα του περιττού
+(δηλαδή του μονού αριθμού), το οποίον δεν είναι το όνομα της τριάδος;
+Αλλ' όμως και η τριάς και η πεντάς και όλον το ήμισυ μέρος των
+αριθμών είναι κάπως εκ φύσεως τοιούτον, ώστε, εν ώ δεν είναι ό,τι
+είναι το περιττόν (το μονόν), είναι όμως πάντοτε καθείς από αυτούς
+αριθμός περιττός (δηλαδή μονός). Και πάλιν τα δύο και τα τέσσαρα και
+όλη πάλιν η άλλη σειρά των αριθμών, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το
+άρτιον (δηλαδή το ζυγόν), καθείς όμως από αυτούς είναι πάντοτε άρτιος
+(δηλαδή ζυγός). Το παραδέχεσαι ή όχι;
+
+Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης.
+
+Πρόσεχε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον θέλω ν' αποδείξω·
+είναι δε το εξής· ότι όχι μόνον εκείνα τα εναντία φαίνονται ότι το έν
+δεν δέχεται το άλλο, αλλά και όσα, εν ώ δεν είναι εναντία μεταξύ των,
+έχουν πάντοτε τα εναντία των· φαίνεται ότι ούτε αυτά δέχονται εκείνην
+την ιδέαν, η οποία ήθελεν είναι εναντία με την υπάρχουσαν εις αυτά,
+αλλά, όταν αύτη παρουσιασθή, αυτά ή χάνονται ή υποχωρούν, Ή δεν θα
+είπωμεν ότι τα τρία και θα χαθούν και θα πάθουν ό,τι δήποτε άλλο
+πάθημα, προτού παρά να υποφέρωσιν, εν ώ είναι ακόμη τρία, να γείνωσι
+ζυγά;
+
+Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Και όμως, είπεν ο Σωκράτης, ο αριθμός δύο τουλάχιστον δεν είναι
+πράγμα εναντίον εις τον αριθμόν τρία.
+
+Δεν είναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όχι μόνον αι εναντίαι ιδέαι δεν
+υποφέρουσιν η μία την άλλην, όταν παρουσιάζηται, αλλά και μερικά άλλα
+ακόμη δεν υποφέρουσι τα εναντία, όταν παρουσιάζονται.
+
+Αληθέστατα πράγματα λέγεις, είπεν ο Κέβης.
+
+Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν είμεθα ικανοί, να προσδιορίσωμεν,
+οποία είναι αυτά;
+
+Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.
+
+Άρα γε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι εκείνα τα πράγματα,
+τα οποία, όποιον πράγμα και αν καταλάβωσι, το υποχρεώνουσιν όχι μόνον
+να έχη την ιδέαν του εαυτού του, αλλά προς τούτοις και την ιδέαν
+κανενός άλλου πράγματος εναντίου πάντοτε με αυτό;
+
+Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Κέβης.
+
+Καθώς ελέγομεν προ ολίγου, είπεν ο Σωκράτης· διότι θα ηξεύρης βέβαια
+ότι εκείνα τα πράγματα, τα οποία ήθελε καταλάβει η ιδέα των τριών,
+είναι ηναγκασμένα όχι μόνον να είναι τρία, αλλά να είναι και περιττά
+(δηλαδή μονά);
+
+Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.
+
+Δεν λέγομεν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η εναντία ιδέα εις εκείνην
+την μορφήν, η οποία το κάμνει τοιούτον, δεν είναι δυνατόν ποτε να
+έλθη εις το τοιούτον πράγμα;
+
+Δεν είναι βέβαια δυνατόν να έλθη, είπεν ο Κέβης.
+
+Το έκαμε δε βέβαια η ιδέα του περιττού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Εναντία δε εις ταύτην είναι η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού);
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Εις τα τρία λοιπόν η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού) δεν θα έλθη
+ποτέ; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Δεν θα έλθη βέβαια, απήντησεν ο Κέβης.
+
+Τα τρία λοιπόν είναι αμέτοχα εις το άρτιον (δηλαδή εις το ζυγόν);
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Αμέτοχα, απήντησεν ο Κέβης.
+
+Η τριάς λοιπόν είναι ανάρτιος (δηλαδή δεν είναι ζυγή);
+
+Ναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Ιδού λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον έλεγον να
+προσδιορίσωμεν, ποία δηλαδή πράγματα, εν ώ δεν είναι εναντία με άλλο,
+όμως δεν δέχονται αυτό ως εναντίον (καθώς τώρα η τριάς, η οποία, εν ώ
+δεν είναι εναντία εις τον ζυγόν αριθμόν, δεν δέχεται όμως αυτόν ένεκα
+τούτου διόλου, διότι φέρει πάντοτε κατόπιν του εκείνο, το οποίον
+είναι εναντίον· έτσι και η δυάς φέρει μαζί της το εναντίον εις το
+μονόν, και η φωτιά το εναντίον εις το ψυχρόν και άλλα πράγματα
+παραπολλά κάμνουν το ίδιον)· αλλά κύτταξε τώρα αν σου αρέσει να
+κάμωμεν έτσι τον ορισμόν, ότι όχι μόνον το εναντίον δεν δέχεται το
+εναντίον, αλλά και εκείνο που ήθελε φέρει μαζί του κάτι εναντίον προς
+εκείνο, προς το οποίον αυτό διευθύνεται, αυτό το ίδιον πού φέρει μαζί
+του, ποτέ δεν θα δεχθή το εναντίον εκείνου, το οποίον έφερε μαζί του.
+Ενθυμήσου δε πάλιν· διότι είναι καλύτερον ν' ακούη κανείς πολλάς
+φοράς· τα πέντε δεν θα δεχθούν την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του
+ζυγού), ούτε να δέκα, δηλαδή το διπλάσιον του πέντε, θα δεχθούν την
+ιδέαν του περιττού, δηλαδή του μονού· τούτο λοιπόν το διπλάσιον, αν
+και αυτό δεν είναι εναντίον με το περιττόν, όμως δεν θα δεχθή την
+ιδέαν του περιττού (δηλαδή του μονού). Ούτε τα τρία τέταρτα, ούτε τα
+άλλα τα τοιαύτα, ούτε το ήμισυ θα δεχθή την ιδέαν του όλου και το
+τρίτον πάλιν και όλα τα τοιαύτα μέρη δεν θα δεχθούν την ιδέαν του
+όλου· (ειπέ) αν με καταλαμβάνεις και νομίζεις και συ ότι αυτά είναι
+έτσι.
+
+Και μου φαίνονται σωστά, είπεν ο Κέβης, και πολύ καλά σε καταλαμβάνω.
+
+Λέγε μου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πάλιν από την αρχήν, και μη μου
+αποκρίνεσαι εκείνο, το οποίον σε ερωτώ, αλλά με άλλον τρόπον, κάμνων
+όπως κάμνω και εγώ. Θέλω δε να είπω ότι εκτός της αποκρίσεως εκείνης
+της βεβαίας, την οποίαν έλεγον κατ' αρχάς, βλέπω τώρα, κατόπιν
+εκείνων, τα οποία λέγομεν, και άλλην ασφαλή απόκρισιν. Διότι, αν μ'
+ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν υπάρξη μέσα εις το σώμα,
+το σώμα θα είναι θερμόν, δεν θα σοι είπω εκείνην την αμαθή απόκρισιν,
+η οποία είναι ασφαλής; Ότι δηλαδή είναι η θερμότης, αλλά κατόπιν
+εκείνων, τα οποία τώρα λέγομεν, θα σοι είπω απόκρισιν τεχνικωτέραν
+(σοφωτέραν), ότι δηλαδή είναι η φωτιά· ούτε αν μ' ερωτήσης, ποίον
+είναι εκείνο, το οποίον όταν συμβή μέσα εις το σώμα, το σώμα θ'
+αρρωστήση, δεν θα σοι είπω ότι είναι η αρρώστια, αλλά θα σοι είπω ότι
+είναι η θέρμη· ούτε εις το ποίον όταν συμβή μέσα εις τον αριθμόν, ο
+αριθμός γίνεται περιττός (δηλαδή μονός), δεν θα σοι είπω ότι είναι η
+περιττότης, αλλά η μονάς, και εις τα άλλα ομοίως. Αλλά κύτταξε, αν
+τώρα πλέον ηξεύρεις αρκετά εκείνο, το οποίον θέλω.
+
+Αλλά πολύ αρκετά το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.
+
+Αποκρίσου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον αν
+γείνη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι ζωντανόν;
+
+Είναι η ψυχή, είπεν ο Κέβης.
+
+Τούτο λοιπόν συμβαίνει πάντοτε έτσι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
+
+Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οποιονδήποτε πράγμα και αν
+καταλάβη, έρχεται πάντοτε εις αυτό φέρουσα ζωήν;
+
+Έτσι έρχεται βέβαια, είπεν ο Κέβης.
+
+Ποίον λοιπόν από τα δύο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα
+εναντίον εις την ζωήν ή δεν υπάρχει κανέν;
+
+Υπάρχει έν, είπεν ο Κέβης.
+
+Ποίον; ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Ο θάνατος, απεκρίθη ο Κέβης.
+
+Η ψυχή λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα δεχθή ποτέ το εναντίον εις
+εκείνο, το οποίον φέρει πάντοτε μαζί της, καθώς εμείναμεν σύμφωνοι
+συνεπεία των προηγουμένων συλλογισμών μας.
+
+Τούτο είναι και παρά πολύ βέβαιον, είπεν ο Κέβης.
+
+Τι λοιπόν λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Εκείνο, το οποίον δεν
+δέχεται την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), τώρα πώς το
+ονομάζομεν;
+
+Ανάρτιον, είπεν ο Κέβης.
+
+Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται το δίκαιον, εξηκολούθησεν ο
+Σωκράτης, και εκείνο, το οποίον δεν δέχεται το μουσικόν δηλαδή το
+αγαθόν);
+
+Άμουσον (δηλαδή κακόν) το δεύτερον, είπεν ο Κέβης, άδικον δε το άλλο.
+
+Έστω, είπεν ο Σωκράτης. Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται θάνατον, πώς
+το ονομάζομεν;
+
+Αθάνατον, είπεν ο Κέβης.
+
+Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δέχεται ή δεν δέχεται
+θάνατον;
+
+Δεν δέχεται, είπεν ο Κέβης.
+
+Είναι λοιπόν η ψυχή αθάνατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Αθάνατον είναι, απεκρίθη ο Κέβης.
+
+Έστω, είπεν ο Σωκράτης· να είπωμεν λοιπόν ότι τούτο έχει αποδειχθή, ή
+μήπως νομίζεις ότι δεν απεδείχθη;
+
+Και πολύ αρκετά απεδείχθη, ω Σώκρατες.
+
+Τι λοιπόν λέγεις, Κέβη; Είπεν ο Σωκράτης. Αν ήτο υποχρεωτικόν εις το
+ανάρτιον (δηλαδή εις εκείνο, οπού δεν είναι μονόν), να είναι
+άφθαρτον, τα τρία θα ήσαν άλλο τίποτε παρά άφθαρτα;
+
+Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αν ήτο υποχρεωτικόν και το
+άζεστον να είναι άφθαρτον, οπόταν ήθελε πλησιάσει κανείς ζεστόν επάνω
+εις χιόνι, το χιόνι δεν θα εγλύτωνε και θα έμενεν απείρακτον και
+άλυωτον; Διότι βεβαίως δεν θα εφθείρετο, ούτε πάλιν υποφέρον το
+ζεστόν θα εδέχετο την ζέστην.
+
+Αληθινά λέγεις, είπεν ο Κέβης.
+
+Ομοίως δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι και το άκρυον, εάν
+ήτο άφθαρτον, οπόταν κανέν κρύον πράγμα επλησίαζεν επάνω εις την
+φωτιάν, αυτή ποτέ δεν θα εσβύνετο, ούτε θα εφθείρετο, αλλά θα έφευγεν
+εκείθεν απείρακτος.
+
+Άφευκτον είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι απαραίτητον να είπωμεν το
+ίδιον και διά το αθάνατον; Εάν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, είναι
+αδύνατον εις την ψυχήν να φθαρή, όταν ο θάνατος έλθη εις αυτήν·
+διότι, σύμφωνα με όσα είπομεν προηγουμένως, δεν θα δεχθή τον θάνατον,
+ούτε θα γείνη αποθαμμένη καθώς είπομεν τα τρία, ούτε βέβαια πάλιν το
+περιττόν (δηλ. το μονόν), θα γείνη άρτιον (ζυγόν), ούτε η φωτιά θα
+γείνη κρύον, ούτε βέβαια η ζέστη, η οποία είναι μέσα εις την φωτιάν,
+δύναται να γείνη κρύον. Αλλά, ημπορούσε, να είπη κανείς, τι εμποδίζει
+το μεν μονόν να μη γίνεται ζυγόν, όταν πλησιάζη εις αυτό το ζυγόν,
+καθώς έχομεν παραδεχθή, αφ' ού δε αυτό (δηλαδή το μονόν) φθαρή, εις
+τον τόπον εκείνου να γείνη έν ζυγόν; Εις εκείνον, οπού λέγει αυτά,
+δεν δυνάμεθα να φιλονεικήσωμεν, υποστηρίζοντες ότι το μονόν δεν
+χάνεται· διότι το ανάρτιον (δηλαδή το μονόν) δεν είναι άφθαρτον.
+Διότι, αν παρεδεχόμεθα τούτο, θα υπεστηρίζομεν ευκόλως, ότι, όταν το
+ζυγόν παρουσιασθή, το μονόν και τα τρία παίρνουν και φεύγουν· και διά
+την φωτιάν και το ζεστόν και τα άλλα θα εσυζητούσαμεν με τον ίδιον
+τρόπον, ή όχι;
+
+Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
+
+Και τώρα λοιπόν επίσης, είπεν ο Σωκράτης, προκειμένου διά το
+αθάνατον, αν μεν παραδεχθώμεν ότι το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η
+ψυχή, κοντά εις το ότι είναι αθάνατος, θα ήτο και άφθαρτος. Εάν δε
+δεν παραδεχθώμεν, θα είναι χρεία άλλης αποδείξεως.
+
+Αλλά δεν είναι διόλου χρεία τουλάχιστον διά τούτο, είπεν ο Κέβης,
+διότι ποίον πράγμα θα απέφευγε την φθοράν, αν βεβαίως εκείνο, το
+οποίον είναι αθάνατον και αναλλοίωτον, δέχεται φθοράν;
+
+Ο δε θεός βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, και η ιδέα της ζωής, και κάθε
+άλλο πράγμα, το οποίον είναι αθάνατον, δεν ημπορεί παρά όλοι να
+βεβαιώσουν, καθώς νομίζω, ότι ποτέ δεν φθείρονται.
+
+Όλοι βέβαια, μα τον Δία, οι άνθρωποι τουλάχιστον θα το βεβαιώσουν·
+και πολύ περισσότερον, καθώς εγώ φρονώ, οι θεοί, είπεν ο Κέβης.
+
+Αφού λοιπόν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, αν συμβαίνη να
+είναι αθάνατος, ημπορεί να είναι άλλο τίποτε παρά και άφθαρτος;
+Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
+
+Δεν ημπορεί παρά έτσι να είναι, είπεν ο Κέβης.
+
+Όταν λοιπόν επέλθη θάνατος εις τον άνθρωπον, καθώς φαίνεται, το μεν
+θνητόν μέρος αποθνήσκει, το δε αθάνατον σηκώνεται και φεύγει
+απείρακτον και άφθαρτον, αφού σιγά σιγά δώση τόπον εις τον θάνατον.
+
+Έτσι φαίνεται, είπεν ο Κέβης.
+
+Η ψυχή λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, είναι πράγμα αθάνατον και
+άφθαρτον περισσότερον από κάθε άλλο· και αι ψυχαί μας πραγματικώς θα
+ευρίσκωνται εις την κατοικίαν του Άδου.
+
+Εγώ λοιπόν βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, δεν ευρίσκω τίποτε
+εναντίον να είπω εις αυτό, ούτε κανένα τρόπον να μη πιστεύσω εις τους
+λόγους σου· αλλ' αν αυτός εδώ ο Σιμμίας, ή κανείς άλλος έχη τι να
+είπη, θα κάμη καλά να μη κρατήση σιωπήν διότι, αν θέλη κανείς να είπη
+ή να ακούση τίποτε διά τα τοιαύτα πράγματα, δεν ηξεύρω εις ποίαν
+άλλην ευκαιρίαν παρά εις την παρουσιαζομένην τώρα ημπορεί ν' αναβάλη
+το πράγμα.
+
+Αλλ' όμως, είπεν αυτός, δηλαδή ο Σιμμίας, δεν έχω πλέον λόγους να μη
+πιστεύω έπειτα από όσα είπες. Ένεκα όμως του μεγαλείου των πραγμάτων,
+περί των οποίων ωμιλήσαμεν, και επειδή δεν έχω υπόληψιν εις την
+ανθρωπίνην αδυναμίαν, ευρίσκομαι υποχρεωμένος να έχω ακόμη απιστίαν
+μέσα εις τον εαυτόν μου ως προς όσα είπομεν.
+
+Όχι μόνον τούτο βέβαια, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, αλλά λέγεις καλά
+και αυτά τα πράγματα και τας πρώτας των βάσεις, και αν ακόμη τας
+πιστεύητε, πρέπει όμως πάλιν να τας εξετάσωμεν καθαρώτερα και αν τας
+αναλύσητε αρκετά, θα παρακολουθήσητε, καθώς νομίζω, την ομιλίαν μου,
+όσον περισσότερον ημπορεί είς άνθρωπος να την παρακολουθήση· και αν
+τούτο το ίδιον συμπέρασμα γείνη φανερόν, δεν θα ζητήσητε καμμίαν
+παραπάνω απόδειξιν.
+
+Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
+
+Αλλά το εξής βεβαίως, φίλοι μου, είπεν ο Σωκράτης, είναι δίκαιον να
+σκεφθώμεν, ότι, αν η ψυχή είναι αθάνατος, έχει επομένως ανάγκην από
+φροντίδα δι' αυτήν, όχι μόνον διά τούτον τον καιρόν, κατά τον οποίον
+διαρκεί εκείνο, το οποίον ονομάζομεν ζωήν, αλλά δι' όλον εν γένει τον
+καιρόν· και ο κίνδυνος τώρα μάλιστα και θα αποδειχθή, ότι είναι παρά
+πολύ φοβερός, εάν κανείς παραμελήση αυτήν. Διότι, εάν μεν ο θάνατος
+θα ήτο παύσις από κάθε πράγμα, το να αποθάνουν θα ήτο διά τους κακούς
+ανθρώπους εύρημα· ν' απελευθερωθούν δηλαδή συγχρόνως και από το σώμα
+των και από την κακίαν των, μαζί με την ψυχήν τώρα δε, επειδή
+φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν ημπορεί να υπάρχη δι' αυτήν
+κανείς άλλος τρόπος ν' αποφύγη τα κακά, ούτε καμμία άλλη σωτηρία,
+παρά να γείνη όσω το δυνατόν καλυτέρα και σοφωτέρα. Διότι η ψυχή
+πηγαίνει εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να έχη τίποτε άλλο παρά την
+ανατροφήν της και τας συνηθείας της· τα οποία και λέγουσι μάλιστα ότι
+τα μέγιστα ωφελούν ή βλάπτουν εκείνον, ο οποίος έπαυσε να ζη, αμέσως
+άμα αρχίση το ταξείδιόν του δι' εκεί. Λέγουσι δε τοιουτοτρόπως, ότι
+τάχα ο άγγελος καθενός, εις τον οποίον έλαχεν, όταν έζη, αυτός
+αναλαμβάνει να οδηγήση κάθε αποθανόντα εις ένα κάποιον τόπον, όπου οι
+συναθροισθέντες, αφ' ού κριθούν, πρέπει να πορευθούν εις την
+κατοικίαν του Άδου μαζί με εκείνον (δηλαδή τον άγγελον) ως οδηγόν,
+εις τον οποίον είναι διατεταγμένον τους απ' εδώ να περάση εκεί. Εκεί
+δε, αφ' ού πάθωσιν όσα πρέπει να πάθωσι και μείνωσιν όσον καιρόν
+χρειάζεται, άλλος οδηγός τους φέρει πάλιν εδώ κατά διαστήματα καιρού
+πολλά και μεγάλα (23). Το δε ταξείδιον λοιπόν δεν είναι όπως ο
+Τήλεφος του Αισχύλου το διηγείται. Διότι εκείνος μεν λέγει ότι δρόμος
+απλούς φέρει εις τον τόπον του Άδου· εις εμέ όμως φαίνεται ότι ούτε
+απλούς είναι ο δρόμος ούτε είς· διότι τότε δεν θα υπήρχεν ανάγκη από
+οδηγούς· διότι, όταν ο δρόμος είναι είς, δεν είναι βέβαια δυνατόν να
+τον χάση κανείς ποτέ. Τώρα όμως φαίνεται ότι έχει και χαράδρας και
+γύρους πολλούς· και λέγω τούτο συμπεραίνων από τα γινόμενα και εις
+τας θυσίας και εις τας θρησκευτικάς τελετάς τας γινομένας εδώ (εις
+την γην). Η ψυχή λοιπόν η εγκρατής και σοφή ακολουθεί τον οδηγόν της
+και ηξεύρει τα συμβαίνοντα εις αυτήν. Εκείνη δε, η οποία έχει
+σωματικάς επιθυμίας, το οποίον είπον εις τα προηγούμενα, συρομένη από
+έρωτα προς το σώμα και προς τον ορατόν (δηλαδή τον υλικόν) τόπον επί
+πολύν καιρόν, αφ' ού αντισταθή πολύ και πάθη πολλά, φεύγει συρομένη
+με την βίαν από τον διατεταγμένον άγγελον και με δυσκολίαν. Άμα δε
+φθάση εκεί, οπού έφθασαν αι άλλαι, την μεν ακάθαρτον και η οποία
+έκαμε καμμίαν τοιαύτην ακαθαρσίαν, ή ανεμίχθη εις αδίκους φόνους, ή
+έχει πράξει άλλας τοιαύτας πράξεις, αι οποίαι τυγχάνει να είναι
+αδελφαί τούτων και πράξεις ψυχών αδελφών (δηλαδή ομοίων με αυτήν),
+κάθε μία ψυχή αποφεύγει αυτήν και δεν γυρίζει να την κυττάξη και δεν
+θέλει να γείνη ούτε συνοδοιπόρος αυτής ούτε οδηγός· αυτή δε γυρίζει
+εδώ και εκεί κυριευμένη από τελείαν αμηχανίαν, έως να περάσουν
+κάμποσοι χρόνοι, οι οποίοι αφ' ού περάσουν, αναγκαστικώς σύρεται εις
+την κατοικίαν, η οποία της αρμόζει. Εκείνη δε, η οποία επέρασε την
+ζωήν καθαρά και με εγκράτειαν, αφ' ού απαντήση συνοδοιπόρους και
+οδηγούς θεούς, κάθε μία, λέγω, τοιαύτη ψυχή θα κατοικήση εις τον
+τόπον, ο οποίος αρμόζει εις αυτήν.
+
+Είναι δε πολλοί και αξιοθαύμαστοι τόποι της γης· και αυτή δε η ιδία
+(η γη) δεν είναι ούτε τοιαύτη ούτε τόσον μεγάλη, όσον νομίζουν
+εκείνοι, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί της γης, καθώς κάποιος
+μ' έχει πληροφορήσει.
+
+Και ο Σιμμίας είπε· Πώς λέγεις αυτά, Σώκρατες; Διότι βεβαίως και εγώ
+έχω ακούσει πολλά διά την γην, όχι όμως αυτά, τα οποία σε
+επληροφόρησαν· θ' ακούσω ευχαρίστως.
+
+Αλλ' όμως, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, να διηγηθώ εκείνα τουλάχιστον,
+τα οποία υπάρχουν, δεν μου φαίνεται βέβαια ότι χρειάζεται η τέχνη του
+Γλαύκου (24)· το ν' αποδείξω όμως ότι είναι αληθινά μου φαίνεται
+τόσον δύσκολον, ώστε να μη φθάνη η τέχνη του Γλαύκου. Και αφ' ενός
+μεν ίσως δεν θα είμαι δι' αυτό ικανός, αφ' ετέρου δε, και αν ήξευρα,
+η ζωή η ιδική μου, Σιμμία, μου φαίνεται ότι δεν θα είναι αρκετή διά
+τόσον μακρυνήν ομιλίαν. Τίποτε όμως δεν μ' εμποδίζει να είπω ποία
+είμαι πληροφορημένος ότι είναι η μορφή της γης, και ποίοι είναι οι
+τόποι της.
+
+Αλλά και αυτά είναι αρκετά, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Εγώ λοιπόν έχω πεισθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι κατά πρώτον μεν, αν
+ευρίσκηται εις το μέσον του ουρανού και είναι στρογγυλή, αυτή δεν
+έχει ανάγκην ούτε από τον αέρα, ούτε από κανένα άλλο τοιούτον
+απαραίτητον στήριγμα, διά να μη πέση· αλλ' η ομοιότης του ουρανού του
+ιδίου με τον εαυτόν του από όλα τα μέρη, και της ιδίας της γης η
+ισορροπία, είναι αρκετή να την κρατή (να μη πέση). Διότι πράγμα
+ισόρροπον, όταν το βάλωμεν εις το μέσον ενός άλλου ομοίου πράγματος,
+δεν ημπορεί να κλίνη από κανέν μέρος ούτε περισσότερον ούτε
+ολιγώτερον. Επειδή δε ευρίσκεται κατά τον ίδιον τρόπον, εξακολουθεί
+να μένη ακλινές. Κατά πρώτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει
+διά τούτο πεποίθησιν.
+
+Και δικαίως, είπεν ο Σιμμίας.
+
+Προς τούτοις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει πεποίθησιν, ότι
+η γη είναι έν πράγμα πολύ μεγάλον· και ότε ημείς, οι οποίοι
+κατοικούμεν από τον ποταμόν Φάσιν(25) έως εις τας στήλας του
+Ηρακλέους, κατοικούμεν εις έν μικρόν μέρος της, κατοικούντες ολόγυρα
+εις την θάλασσαν, όπως μυρμήκια ή βάτραχοι ολόγυρα εις λίμνην, και
+ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι κατοικούν αλλού εις πολλούς τόπους ωσάν
+αυτόν. Διότι από όλα τα μέρη ολόγυρα εις την γην υπάρχουν πολλά
+βαθουλά μέρη και είναι πολλών ειδών και κατά το σχήμα και κατά την
+μεγαλότητα, εις τα οποία έχει συναθροισθή και το νερόν και η ομίχλη
+και ο αήρ· η καθ' αυτό δε γη (η ιδέα δηλαδή της γης, ήτοι η
+πνευματική γη), ότι ευρίσκεται καθαρά μέσα εις τον ουρανόν τον
+καθαρόν, μέσα εις τον οποίον υπάρχουσι τα άστρα, τον οποίον λοιπόν οι
+περισσότεροι από εκείνους, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί των
+τοιούτων πραγμάτων, ονομάζουν αιθέρα· του οποίου αυτά (τα οποία
+είπομεν προτήτερα) είναι καταπάτια και συμμαζεύονται πάντοτε εις τα
+βαθουλά μέρη της γης. Ημείς λοιπόν κατοικούμεν εις τα βαθουλά μέρη
+της χωρίς να το καταλαμβάνωμεν, και νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω
+εις την επιφάνειάν της, καθώς αν ένας, ο οποίος κατοικεί εις το μέσον
+του βυθού της θαλάσσης, ήθελε νομίζει ότι κατοικεί επάνω εις την
+επιφάνειαν αυτής, και βλέπων διά μέσου του νερού τον ήλιον και τα
+άλλα άστρα ήθελε νομίζει ότι η θάλασσα είναι ουρανός, ένεκα δε του
+βάρους και της αδυναμίας του ποτέ να μη έχη φθάσει εις τα επάνω επάνω
+μέρη της θαλάσσης, ούτε εξήλθέ ποτε και επρόβαλε το κεφάλι του έξω
+από την θάλασσαν, ώστε να έχη ίδει εις τον εδώ τόπον πόσον είναι
+καθαρώτερος και ωραιότερος από εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκεται,
+ούτε έχει ακούσει περί αυτού κανένα άλλον, όστις τον έχει ίδει· έτσι
+λοιπόν και ημείς έχομεν πάθει το ίδιον. Διότι, εν ώ κατοικούμεν εις
+κάποιον βαθουλόν μέρος της γης, νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις
+αυτήν, και ονομάζομεν ουρανόν τον αέρα, ωσάν να ήτο αυτός ουρανός και
+τα άστρα να εκινούντο διά μέσου τούτου· η αιτία δε οπού γίνεται τούτο
+είναι ότι ημείς ένεκα αδυναμίας και ένεκα βάρους δεν είμεθα ικανοί να
+διαπεράσωμεν τον αέρα και να φθάσωμεν εις το επάνω επάνω μέρος του.
+Επειδή, αν κανείς φθάση εις τα τελευταία επάνω μέρη αυτού, ή αφ' ού
+κάμη πτερά πετάξη υψηλά, αφ' ού προβάλη εκεί την κεφαλήν του, θα
+έβλεπε καλά (τα εκεί), καθώς εδώ τα ψάρια, όταν προβάλουν την κεφαλήν
+έξω από την θάλασσαν, βλέπουσι τα εδώ, έτσι ημπορεί να ίδη κανείς και
+τα εκεί· και αν η φυσική του αντοχή ήθελεν είναι αρκετή, ώστε ν'
+ανθέξη να θεωρή, θα ημπορούσε τότε να γνωρίση ότι εκείνος είναι ο
+αληθινός ουρανός και το αληθινόν φως και η πραγματικώς αληθινή γη.
+Διότι αυτή εδώ η γη και αι πέτραι και όλος εν γένει ο εδώ τόπος είναι
+χαλασμένα και καταφαγωμένα, καθώς τα εντός της θαλάσσης από την
+αλμύραν και ούτε φυτρώνουν ούτε ευρίσκονται μέσα εις την θάλασσαν
+άξια λόγου, ούτε τέλεια διά να είπωμεν μ' ένα λόγον· σπήλαια δε και
+άμμος, και όπου ήθελεν υπάρχει και ξηρά, υπάρχει άπειρος πηλός και
+λάσπαι πολλαί· και πράγματα, τα οποία ουδέ κατά το ελάχιστον δεν
+είναι άξια να παραβληθούν με τας ωραιότητας, αι οποίαι είναι εις τα
+μέρη μας. Εκείνα δε πάλιν (δηλ. του ουρανού τα πράγματα) ήθελον φανή
+ότι είναι πολύ ακόμη περισσότερον ανώτερα από τα πράγματα, τα οποία
+είναι εδώ εις ημάς. Αν δε είναι χρεία να είπωμεν και ένα ωραίον
+μύθον, αξίζει τον κόπον να τον ακούσης, Σιμμία, διά να μάθης τι
+είδους είναι τα ευρισκόμενα εις την (αληθινήν) γην, η οποία είναι
+υποκάτω του ουρανού.
+
+Αλλά βεβαίως, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ημείς τουλάχιστον ηθέλομεν
+ακούσει μ' ευχαρίστησιν.
+
+Λέγουν λοιπόν, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η τοιαύτη
+γη, εάν κανείς ήθελε την παρατηρήσει από υψηλά, θα τω εφαίνετο ότι
+είναι ωσάν μία από τας δωδεκασκύτους σφαίρας (δηλαδή σφαίρας, των
+οποίων η έξωθεν επιφάνεια έχει δώδεκα ζώνας διαφόρων χρωμάτων), με
+ποικίλα και διάφορα χρώματα χρωματισμένη, των οποίων χρωμάτων, ως και
+τα εδώ υπάρχοντα, τα οποία μεταχειρίζονται οι ζωγράφοι, είναι τρόπον
+τινά δείγματα. Εκεί δε λέγουν ότι η γη είναι από τοιαύτα χρώματα και
+από πολύ ακόμη λαμπρότερα και καθαρώτερα παρά αυτά. Διότι άλλο μεν
+μέρος είναι βαθύ κόκκινον και θαυμασίας ωραιότητος, άλλο δε έχει
+χρώμα χρυσούν· άλλο δε όσον γίνεται άσπρον, ασπρότερον από γύψον ή
+χιόνι και συμπληρώνεται με τον ίδιον τρόπον από τα άλλα χρώματα και
+από ακόμη περισσότερα και ωραιότερα παρά όσα ημείς έχομεν ίδει. Διότι
+ως και αυτά ακόμη τα βαθουλά μέρη της, τα οποία είναι γεμάτα από
+νερόν και αέρα παρουσιάζουν έν είδος χρώματος, διότι γυαλίζουν μέσα
+εις τα πολλά και διάφορα άλλα χρώματα, ώστε η θεωρία της να
+παρουσιάζηται ωσάν έν αδιάκοπον όλον με πολλά και διάφορα χρώματα.
+Εις αυτήν δε την γην, η οποία είναι τοιαύτη, εκείνα τα οποία
+φυτρώνουν, βγαίνουν ανάλογα (κατά την τελειότητα), και δένδρα δηλαδή
+και άνθη και καρποί και βουνά, όμοια δε πάλιν και αι πέτραι έχουν την
+τελειότητα με την ιδίαν αναλογίαν και την διαφάνειαν και τα χρώματα
+ωραιότερα· των οποίων και αι εδώ μικραί πέτραι, αι οποίαι πολύ
+εκτιμώνται, είναι μικρά κομμάτια, το σάρδιον δηλαδή και οι ιάσπιδες
+και οι σμάραγδοι, και όλοι οι τοιούτοι (πολύτιμοι λίθοι)· εκεί δε δεν
+υπάρχει τίποτε, το οποίον να μη είναι ωσάν αυτούς και ακόμη
+ωραιότερον. Και η αιτία τούτου του πράγματος είναι, ότι εκείναι αι
+πέτραι είναι καθαραί και δεν είναι καταφαγωμέναι, ούτε χαλασμέναι από
+σαπίλαν και αλμύραν, και από εκείνα, τα οποία έχουν συντρέξει εδώ,
+και τα οποία προξενούν ασχημίας και ασθενείας και εις τας πέτρας και
+εις την γην και εις τα άλλα και ζώα και φυτά· η δε γη αυτή λέγουν ότι
+είναι στολισμένη και με όλα αυτά και ακόμη με χρυσόν και με άργυρον
+και με τα άλλα τα παρόμοια επίσης· διότι αυτά τα μέταλλα υπάρχουν
+φανερά και είναι πολυάριθμα και μεγάλα και εις όλα τα μέρη της γης·
+ώστε το να ίδη κανείς αυτήν είναι από εκείνα όπου βλέπουν οι
+ευτυχισμένοι θεαταί. Λέγουν δε, ότι υπάρχουν επάνω εις αυτήν και άλλα
+πολλά ζώα και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το
+εσωτερικόν της ξηράς, άλλοι δε ολόγυρα εις τον αέρα, καθώς ημείς,
+όπου κατοικούμεν ολόγυρα εις την θάλασσαν· άλλοι δε εις νησιά, τα
+οποία περιβρέχει ο αήρ, και είναι πλησίον εις την μεγάλην ξηράν και
+μ' ένα λόγον εις ό,τι μας χρησιμεύει εδώ, το νερόν και η θάλασσα,
+χρησιμεύει εκεί ο αήρ· εις ό,τι δε χρησιμεύει εις ημάς ο αήρ,
+χρησιμεύει εις εκείνους ο αιθήρ. Αι δε εποχαί του έτους είναι εις
+αυτούς τόσον εύκρατοι (δηλαδή ούτε πολύ ζεσταί ούτε πολύ ψυχραί), ώστε
+εκείνοι να μη αρρωστούν, και να ζουν πολύ περισσότερον καιρόν παρά οι
+εδώ, και είναι ανώτεροι από ημάς και κατά την όρασιν και κατά την
+ακοήν και κατά την νόησιν και καθ' όλα τα τοιαύτα, όσον είναι
+ανώτερος ο αήρ από το νερόν, και ο αιθήρ από τον αέρα κατά την
+καθαρότητα. Και υπάρχουν λοιπόν εις αυτούς και ιερά δάση και ναοί των
+θεών μέσα εις τα οποία είναι πραγματικώς κάτοικοι θεοί και προφητείαι
+και μαντείαι και παρουσιάσεις θεών και άλλαι τοιαύται συγκοινωνίαι
+συμβαίνουν μεταξύ αυτών και των θεών. Και ότι βεβαίως ο ήλιος και η
+σελήνη και τα άστρα βλέπονται από αυτούς καθ' αυτό, όπως είναι
+πραγματικώς, και σύμφωνος με αυτά τα πράγματα είναι και η επίλοιπος
+ευτυχία των.
+
+Και λοιπόν όλη αυτή η γη και όσα είναι ολόγυρα εις την γην είναι εκ
+φύσεως όπως είπαμεν· ολόγυρα δε εις αυτήν ολόκληρον, εις τα βαθουλά
+της μέρη, υπάρχουν πολλοί τόποι· άλλοι βαθύτεροι και περισσότερον
+ανοικτοί παρά οι ευρισκόμενοι εδώ όπου κατοικούμεν ημείς· άλλοι δε,
+εν ώ είναι βαθύτεροι, έχουν άνοιγμα μικρότερον παρά ο τόπος, όπου
+είμεθα ημείς· υπάρχουν δε και μερικοί μικρότεροι κατά το βάθος παρά
+οι εδώ και πλατύτεροι· όλοι δε αυτοί (οι βαθείς τόποι) εις πολλά μέρη
+είναι τρυπημένοι κάτωθεν και συγκοινωνούν με υπονόμους πλατυτέρας και
+στενωτέρας ο ένας με τον άλλον υπογείως και έχουν μέρος που εξέρχεσαι
+από τον ένα εις τον άλλον· όπου πολύ μεν νερό τρέχει από τους μεν εις
+τους δε, καθώς εις τα σπήλαια των ηφαιστίων και άπειρους ποσότητες
+ακαταπαύστων ρευμάτων ποταμών, τα οποία τρέχουν υπογείως, και νερών
+ζεστών και κρύων, τρέχει δε και πολλή φωτιά και μεγάλοι ποταμοί
+φωτιάς, και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού, άλλου πλέον καθαρού και άλλου
+πλέον λασπώδους· καθώς εις την Σικελίαν (εις το ηφαίστειον Αίτναν) οι
+ποταμοί του πηλού, οι οποίοι τρέχουν προτήτερα από το ρεύμα της λάβας
+και η ιδία η λάβα· από τους οποίους ποταμούς και κάθε τόπος (βαθύς)
+γεμίζει, από εκείνους δηλαδή, οι οποίοι ήθελε συμπέσει εις κάθε τόπον
+κάθε φοράν να περάσουν και όλα αυτά (τα ρεύματα) ότι κινούνται επάνω
+και κάτω ωσάν καμμία κούνια (η οποία να κουνιέται) υπάρχουσα μέσα εις
+την γην. Ιδού δε πώς κινείται φυσικά αυτή η κούνια· υπάρχει έν από τα
+χάσματα της γης, το μεγαλύτερον άλλως από όλα, το οποίον έχει
+τρυπημένην ολόκληρον την γην από το έν άκρον έως εις το άλλο και
+είναι εκείνο, το οποίον ο Όμηρος αναφέρει λέγων· «πολύ μακράν, όπου
+υπάρχει το βαθύτατον βάραθρον υποκάτω της γης». Το οποίον και εις
+άλλα μέρη και εκείνος και πολλοί άλλοι από τους ποιητάς ωνόμασαν
+Τάρταρον. Διότι και όλοι οι ποταμοί τρέχουσι μέσα εις αυτό το χάσμα
+και όλοι πάλιν από αυτό τρέχουν έξω. Καθείς δε από αυτούς τους
+ποταμούς γίνεται τοιούτος, όπως είναι η γη, από την οποίαν περνά. Η
+δε αιτία του ότι όλα τα ρεύματα και εξέρχονται από εδώ και τρέχουν
+πάλιν εδώ μέσα, είναι ότι αυτό το υγρόν δεν έχει ούτε βυθόν ούτε
+στήριγμα. Κρέμαται λοιπόν εις τον αέρα και βράζει αναβαίνον και
+καταβαίνον, και ο αήρ και ο άνεμος, όστις είναι ολόγυρα εις αυτό,
+κάμνει το ίδιον. Διότι το ακολουθεί και όταν ριφθή εις το εκείθεν της
+γης μέρος και όταν ριφθή εις το εδώθεν. Και καθώς ο αήρ εκείνων, οι
+οποίοι αναπνέουν, πάντοτε και εξέρχεται (από το στόμα) και εισέρχεται
+τρέχων, έτσι και εκεί ο άνεμος υψωνόμενος μαζί με το υγρόν προξενεί
+μερικούς ανέμους φοβερούς και απεριγράπτους, και όταν εισέρχηται και
+όταν εξέρχηται. Και όταν λοιπόν το νερόν, αφ' ού ορμήση, αποσυρθή εις
+τον τόπον, ο οποίος ονομάζεται κάτω, διά μέσου της γης τρέχει μέσα
+εις τα μέρη, τα οποία ευρίσκονται εις εκείνα τα ρεύματα και τα
+γεμίζει, καθώς όταν εκβάλωμεν νερόν με άντλημα· όταν δε πάλιν φύγη
+από εκεί και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ· αυτά δε, αφ'
+ού γεμίσουν, τρέχουν διά μέσου των υπονόμων και διά μέσου της γης
+και, αφ' ού φθάσουν καθέν εις κάθε τόπον, εις τον οποίον
+διευθύνονται, κάμνουν θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και βρύσεις.
+Από εδώ δε πάλιν, αφ' ού βυθισθούν κάτω εις την γην, άλλα μεν
+περιτρέχουν τόπους μακρυνωτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε
+ολιγωτέρους και συντομωτέρους και χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον·
+άλλα μεν πολύ, άλλα δε ολίγον παρακάτω του μέρους, από το οποίον
+εξήλθον· όλα δε τρέχουν μέσα εις τον Τάρταρον υποκάτω από το μέρος,
+από το οποίον εξήλθον. Και μερικά μεν εξήλθον ακριβώς απέναντι του
+μέρους, από το οποίον εισέρχονται, μερικά δε από το ίδιον μέρος.
+Υπάρχουν δε και μερικά, τα οποία, αφ' ού κάμουν ολόκληρον τον γύρον,
+περιτυλιχθούν δηλαδή ολόγυρα εις την γην ή μίαν ή και πολλάς φοράς
+καθώς οι όφεις, αφ' ού καταβούν όσον είναι δυνατόν κάτω, χύνονται
+πάλιν μέσα εις τον Τάρταρον· είναι δε δυνατόν να καταβούν από το έν
+μέρος ή από το άλλο έως εις το μέσον, παρά πέραν όμως όχι. Διότι, από
+το έν μέρος και από το άλλο, το μέρος γίνεται ανηφορικόν.
+
+Τα μεν άλλα ρεύματα λοιπόν είναι πολλά και μεγάλα και κάθε λογής· εις
+αυτά δε τα πολλά ρεύματα υπάρχουν τέσσαρα, εκ των οποίων το
+μεγαλύτερον, το οποίον τρέχει πλέον έξω από όλα και γύρω γύρω, είναι
+ο ονομαζόμενος ωκεανός· ακριβώς δε απέναντι τούτου και τρέχων με
+αντίθετον διεύθυνσιν είναι ο Αχέρων, ο οποίος τρέχει και διά μέσου
+άλλων ερήμων τόπων και υποκάτω από την γην, τρέχων δε φθάνει εις την
+λίμνην Αχερουσιάδα, όπου αι ψυχαί των περισσοτέρων αποθανόντων
+φθάνουσι, και αφ' ού μείνωσι μερικούς χρόνους διωρισμένους, άλλαι μεν
+περισσοτέρους, άλλαι δε ολιγωτέρους, αποστέλλονται πάλιν (εις τούτον
+τον κόσμον), διά να γείνουν ζώα. Τρίτος δε ποταμός χύνεται ανάμεσα
+εις τούτους, και κοντά εις το μέρος, όπου πηγάζει, πίπτει μέσα εις
+ένα μεγάλον τόπον, όπου κάμνει πολλή φωτιά και κάμνει λίμνην
+μεγαλυτέραν από την ιδικήν μας θάλασσαν· εκεί βράζει νερό και πηλός.
+Από εδώ δε προχωρεί γύρω θολός και λασπωμένος· περιτυλίσσων δε την
+γην φθάνει και εις άλλα μέρη και εις τα άκρα της λίμνης Αχερουσιάδος,
+χωρίς ν' ανακατωθή με το νερόν της· αφ' ού δε κάμη πολλούς γύρους
+υποκάτω εις την γην, ρίπτεται εις τα παρακάτω από τον Τάρταρον μέρη·
+αυτός δε είναι ο ποταμός, τον οποίον ονομάζουν ακόμη Πυριφλεγέθοντα,
+του οποίου και τα ρυάκια εις όποιον μέρος της γης τύχωσι φυσώσιν
+επάνω κομμάτια του ρεύματος (δηλαδή την λάβαν εις τα ηφαίστεια).
+Ακριβώς δε πάλιν αντικρύ με τούτον ο τέταρτος ποταμός πίπτει εις ένα
+τόπον κατ' αρχάς φοβερόν και άγριον, καθώς λέγουν· ολόκληρος δ' έχει
+χρώμα ωσάν το γαλάζιον· τον οποίον ονομάζουσι Στύγιον· αυτός ο
+ποταμός κάμνει την λίμνην Στύγα, χυνόμενος εις αυτήν. Ούτος δε, αφ'
+ού πέση μέσα εις αυτήν την λίμνην και λάβη μέσα εις το νερόν της
+φοβεράς δυνάμεις, χύνεται τότε εις την γην και προχωρεί
+περιτυλισσόμενος κυκλοτερώς κατά διεύθυνσιν εναντίαν του
+Πυριφλεγέθοντος, και από το εναντίον μέρος ερχόμενος τον απαντά μέσα
+εις την λίμνην Αχερουσιάδα· και ούτε τούτου το νερόν ανακατεύεται με
+κανέν άλλο, αλλά και αυτός, αφ' ού περιτριγυρίση κυκλοτερώς, χύνεται
+μέσα εις τον Τάρταρον από το απέναντι μέρος του Πυριφλεγέθοντος. Το
+όνομά του δε είναι, καθώς λέγουν οι ποιηταί Κωκυτός.
+
+Αυτά λοιπόν τα πράγματα η φύσις έτσι τα διέταξεν, όταν δε οι
+αποθανόντες φθάσωσιν εις τον τόπον, όπου ο άγγελος φέρει τον καθένα,
+κατά πρώτον μεν δικάζονται και εκείνοι, οι οποίοι έζησαν καλά και
+άγια, και εκείνοι, οι οποίοι δεν έζησαν καλά. Και εκείνοι μεν, οι
+οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έχουν ζήσει μέτρια (δηλαδή ούτε καλά ούτε
+κακά), αφ' ού πορευθούν εις τον Αχέροντα ποταμόν, αναβαίνουν επάνω
+εις πλοιάρια, τα οποία υπάρχουν εκεί δι' αυτούς, και επάνω εις αυτά
+ταξειδεύοντες φθάνουν εις την λίμνην και εκεί και κατοικούσι και
+ελευθερώνονται καθαριζόμενοι, υποφέροντες τιμωρίας διά τα αδικήματά
+των, αν κανείς από αυτούς έπραξε καμμίαν αδικίαν, και λαμβάνουσιν
+ανταμοιβάς διά καλά των έργα, ο καθείς σύμφωνα με την αξίαν του.
+Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι είναι εις κατάστασιν
+αθεράπευτον ένεκα των μεγάλων των σφαλμάτων, διότι έχουν πράξει ή
+πολλάς και μεγάλας ιεροσυλίας, ή πολλούς αδίκους και παρανόμους
+φόνους, ή άλλας πράξεις του αυτού είδους, η δε αρμόζουσα εις αυτούς
+μοίρα τους ρίπτει μέσα εις τον Τάρταρον, όπου δεν εξέρχονται πλέον
+ποτέ· εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελε θεωρηθή ότι υπέπεσαν εις σφάλματα,
+τα οποία ημπορούν μεν να θεραπευθούν, είναι όμως μεγάλα, διότι
+έπραξαν λόγου χάριν ένεκα θυμού καμμίαν βιαίαν πράξιν εναντίον του
+πατρός ή της μητρός των και μετανοούντες δι' αυτήν έζησαν την
+επίλοιπον ζωήν, ή με κανένα άλλον τοιούτον τρόπον έγειναν φονείς,
+είναι αναγκαίον αυτοί να πέσουν μεν μέσα εις τον Τάρταρον, άμα όμως
+πέσουν, το κύμα τους εκβάλλει, αφ' ού μένουν εκεί ένα χρόνον, και
+τους μεν φονείς φέρει εις τον Κωκυτόν, τους δε πατροκτόνους και
+μητροκτόνους εις τον Πυριφλεγέθοντα. Συρόμενοι δε όταν φθάσουν εις
+την λίμνην Αχερουσιάδα, εκεί φωνάζουν και προσκαλούν οι μεν πρώτοι
+εκείνους, τους οποίους εθανάτωσαν, οι δε άλλοι εκείνους, τους οποίους
+προσέβαλον, αφ' ού δε τους προσκαλέσουν, τους ικετεύουν και τους
+παρακαλούν να επιτρέψουν εις αυτούς να περάσουν εις την λίμνην και να
+τους δεχθούν. Και αν μεν τους καταφέρουν, εξέρχονται εις την ξηράν
+και παύουν τα βάσανά των· αν όμως δεν τους καταφέρουν, σύρονται πάλιν
+οπίσω εις τον Τάρταρον και από εκεί εκ νέου εις τους ποταμούς· και
+δεν παύουν από του να παθαίνουν αυτά έως ότου καταφέρωσιν εκείνους,
+τους οποίους ηδίκησαν. Διότι αυτή είναι η τιμωρία, η οποία επεβλήθη
+εις αυτούς από τους δικαστάς. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή
+ότι έζησαν εξαιρετικώς με αγιότητα, αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι
+ελευθερώνονται και λυτρώνονται από τούτους τους τόπους, οι οποίοι
+ευρίσκονται εις την γην, ωσάν από φυλακάς, φθάνουν δε επάνω εις την
+καθαράν κατοικίαν και ορίζονται να κατοικούν επάνω εις εκείνην την
+γην. Από τούτους δε τους ιδίους εκείνοι, οι οποίοι εκαθαρίσθησαν
+αρκετά διά της φιλοσοφίας, εις τον κατόπιν καιρόν ζουν όλως διόλου
+χωρίς σώματα και φθάνουν εις κατοικίας ακόμη ωραιοτέρας από αυτάς,
+τας οποίας ούτε εύκολον είναι ούτε ο καιρός κατά την παρούσαν στιγμήν
+μας εξαρκεί να παραστήσωμεν.
+
+Αλλά πρέπει ένεκα τούτων των λόγων, τους οποίους εξεθέσαμεν, Σιμμία,
+να προσπαθώμεν με κάθε τρόπον, ώστε ν' αποκτήσωμεν εν καιρώ της ζωής
+μας αρετήν και σοφίαν. Διότι το βραβείον της νίκης είναι ωραίον και η
+ελπίς μεγάλη. Το μεν να βεβαιώση κανείς ότι αυτά είναι έτσι, όπως εγώ
+τα διηγήθην, δεν αρμόζει εις άνθρωπον, ο οποίος έχει νουν· ότι όμως ή
+ταύτα υπάρχουσι πραγματικώς ή κάποια άλλα παρόμοια οία τας ψυχάς μας
+και τας κατοικίας των, επειδή βεβαίως η ψυχή φαίνεται ότι είναι
+πράγμα αθάνατον, μου φαίνεται ότι τούτο και αρμόζει και αξίζει τον
+κόπον να κινδυνεύση κανείς να πιστεύση ότι είναι έτσι. Διότι ο
+κίνδυνος είναι ωραίος και χρειάζεται να τραγωδήση κανείς εις τον
+εαυτόν του τα τοιαύτα μαγικά τραγούδια. Διά τούτο λοιπόν εγώ από
+πολλήν ώραν μακραίνω την μυθολογικήν διήγησιν. Αλλά διά τούτους τους
+λόγους λοιπόν πρέπει να έχη πεποίθησιν διά την ψυχήν του εκείνος ο
+άνθρωπος, ο οποίος εις το διάστημα της ζωής του τας μεν άλλας
+ευχαριστήσεις τας σωματικάς και τους στολισμούς απεχαιρέτισε, διότι
+είναι ξένοι δι' αυτόν, και επειδή ενόμισεν ότι αυτοί προξενούν εις
+αυτόν το κακόν, επεδίωξε δε τας ευχαριστήσεις της μαθήσεως, και αφού
+εστόλισε την ψυχήν του όχι με στολισμόν ξένον, αλλά με τον ιδικόν
+της, δηλαδή με εγκράτειαν, και δικαιοσύνην, και ανδρείαν, και
+ελευθερίαν, και αλήθειαν, τοιουτοτρόπως περιμένει το ταξείδιον διά
+τον τόπον του Άδου, διά να υπάγη εκεί, όταν η ειμαρμένη τον καλέση.
+Σεις μεν λοιπόν, είπε, Σιμμία και Κέβη, και οι άλλοι καθείς με την
+σειράν του εις κάποιον καιρόν θα κάμητε το ταξείδιον τούτο· η δε
+ειμαρμένη, καθώς θα έλεγεν είς ποιητής τραγικός (26), προσκαλεί τώρα
+εμέ και επάνω κάτω είναι η ώρα μου να διευθυνθώ εις το λουτρόν. Διότι
+είναι καλύτερον βέβαια να πίω το δηλητήριον, αφού λουσθώ, και να μη
+δώσω ενόχλησιν εις τας γυναίκας.
+
+Αφ' ού λοιπόν αυτός είπε ταύτα, ο Κρίτων είπεν· Έστω, ω Σώκρατες. Τι
+δε παραγγέλλεις εις τούτους ή εις εμέ, ή διά τα παιδία σου ή διά
+κανέν άλλο πράγμα, το οποίον ημπορούμεν να κάμωμεν διά σε, διά να σ'
+ευχαριστήσωμεν;
+
+Ημπορείτε να κάμητε εκείνα, τα οποία λέγω πάντοτε, Κρίτων, είπεν ο
+Σωκράτης· κανέν νεώτερον δεν έχω να προσθέσω, ότι δηλαδή σεις
+φροντίζοντες διά τον εαυτόν σας θα πράξητε εκείνα, τα οποία θα
+πράξητε, ώστε να είναι ευχάριστα και εις εμέ και εις τους ιδικούς μου
+και εις τους εαυτούς σας, και αν ακόμη δεν το υποσχεθήτε τώρα· αν δε
+αμελήτε τον εαυτόν σας και δεν θέλητε να ζήτε σύμφωνα με εκείνα, τα
+οποία τώρα και εις τον προηγούμενον καιρόν είπομεν ωσάν με
+παραδείγματα, και πολλά αν υποσχεθήτε εις τον παρόντα καιρόν και
+δυνατά, τίποτε περισσότερον δεν θα κάμητε.
+
+Θα βαλθώμεν λοιπόν με την καρδίαν μας να κάμωμεν αυτά έτσι, είπεν ο
+Κρίτων. Με ποίον δε τρόπον να σε θάψωμεν;
+
+Όπως θελήσητε, είπεν ο Σωκράτης· αν όμως με πιάσητε και δεν σας
+ξεφύγω. Αφ' ού δε συγχρόνως εγέλασε με γλυκύ χαμόγελον και μας
+εκύτταξεν, είπεν:
+
+Δεν ημπορώ να καταπείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο
+Σωκράτης, ο οποίος συνομιλεί τώρα και θέτει εις τάξιν κάθε πράγμα, το
+οποίον λέγει, αλλά νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, τον οποίον έπειτα
+θα ίδη από ολίγον αποθαμμένον, και διά τούτο ερωτά πώς να με θάψη.
+Ότι λοιπόν εγώ από πολύν καιρόν έκαμα πολύν λόγον, ότι, αφ' ού πίω το
+δηλητήριον, δεν θα μένω πλέον πλησίον σας, αλλά θα υπάγω να κατοικήσω
+εις τας κατοικίας της ευτυχίας, όπου κατοικούν οι μακάριοι, μου
+φαίνεται ότι είπον ουχί ανωφελώς, διά να παρηγορήσω από το έν μέρος
+σας και από το άλλο τον εαυτόν μου. Γίνετε λοιπόν εγγυηταί μου προς
+τον Κρίτωνα, είπε, δίδοντες εις αυτόν εγγύησιν εναντίαν προς εκείνην,
+την οποίαν αυτός έδωκε προς τους δικαστάς. Διότι ούτος μεν υπεσχέθη
+(εις τους δικαστάς), ότι εγώ τω όντι θα μείνω και δεν θα φύγω· σεις
+δε εγγυηθήτε, ότι τω όντι δεν θα μείνω, αφ' ού αποθάνω, αλλά θα πάρω
+να φύγω, διά να υποφέρη ευκολώτερα ο Κρίτων την λύπην και να μη
+αισθάνηται θλίψιν προς χάριν μου βλέπων ότι παθαίνω μερικά φοβερά
+πράγματα· βλέπων δηλαδή το σώμα μου ή να καίηται ή να χώνηται μέσα
+εις την γην, ούτε να λέγη εν καιρώ της κηδείας μου ότι, ή εκθέτει τον
+Σωκράτην, ή εκφέρει τον Σωκράτην, ή θάπτει τον Σωκράτην. Διότι ήξευρε
+καλά, είπεν ο Σωκράτης, κάλλιστε Κρίτων, ότι το να μη εκφράζηται
+κανείς καλά δεν είναι μόνον αυτό καθ' εαυτό σφάλμα, αλλά προξενεί και
+βλάβην εις τας ψυχάς. Αλλά πρέπει και γενναιότητα να έχω και να σου
+είπω να θάψης το σώμα μου και να το θάψης όπως σου αρέση καλύτερα και
+όπως νομίσης ότι ήθελεν είναι περισσότερον σύμφωνον με τους νόμους.
+Αφ' ού είπεν αυτά, εκείνος μεν εσηκώθη να υπάγη εις έν δωμάτιον, διά
+να λουσθή, και ο Κρίτων τον ηκολούθει· επεριμένομεν λοιπόν
+συνομιλούντες μεταξύ μας δι' όσα είχον λεχθή και εξετάζοντες αυτά
+πάλιν και τότε δε αναφέροντες πόσον μεγάλην συμφοράν θα πάθωμεν,
+νομίζοντες αληθώς ότι θα περάσωμεν την μετά ταύτα ζωήν ορφανοί, ωσάν
+να εχάσαμεν πατέρα. Αφ' ού δε ελούσθη, έφεραν προς αυτόν και τα
+παιδία του (διότι είχε δύο υιούς μικρούς και ένα μεγάλον), έφθασαν δε
+αι γυναίκες της οικογενείας του, και αφ' ού συνωμίλησε με εκείνας
+ενώπιον του Κρίτωνος και παρήγγειλεν εις αυτάς εκείνα, τα οποία
+ήθελε, τας μεν γυναίκας και τα παιδία διέταξε ν' αναχωρήσωσιν, ο
+ίδιος δε ήλθε πλησίον μας και επλησίαζε πλέον το βασίλευμα του ηλίου,
+διότι έμεινε μέσα πολύν καιρόν. Αφ' ού δε ήλθεν, εκάθισε λουσμένος
+και κατόπιν δεν είπε πλέον πολλάς ομιλίας. Και ο υπηρέτης των Ένδεκα
+ήλθε, και σταθείς πλησίον του είπεν Ω Σώκρατες, δεν θα σε καταδικάσω
+δι' εκείνο, διά το οποίον καταδικάζω άλλους, ότι θυμώνουν εναντίον
+μου και με καταρώνται, όταν παραγγέλλω εις αυτούς να πίωσι το
+δηλητήριον, εν ώ με υποχρεώνουν οι άρχοντες να κάμω τούτο· εγώ και
+από άλλα σε εγνώρισα εις το διάστημα του καιρού τούτου, ότι είσαι
+γενναιότατος και γλυκύτατος και ο κάλλιστος άνθρωπος από όσους έως
+τώρα ήλθον εδώ· και λοιπόν και τώρα καλώς γνωρίζω, ότι δεν
+δυσαρεστείσαι εναντίον μου, επειδή γνωρίζεις ποίοι είναι οι αίτιοι·
+αλλά με εκείνους. Τώρα λοιπόν, διότι ηξεύρεις εκείνο, το οποίον ήλθα
+να σου αναγγείλω, χαίρε και προσπάθησον να υποφέρης όσον το δυνατόν
+γενναιότερον εκείνο, το οποίον δεν ημπορείς ν' αποφύγης. Και
+συγχρόνως, αφ' ού εδάκρυσεν, εγύρισεν από το άλλο μέρος και ανεχώρει.
+Και ο Σωκράτης, ρίψας έν βλέμμα προς αυτόν, και συ, χαίρε, είπε· και
+ημείς θα πράξωμεν αυτά (τα οποία παρήγγειλας). Και συγχρόνως στρέψας
+προς ημάς είπε· Πόσον φιλόφρων(27) είναι ο άνθρωπος αυτός· και εις
+όλου του καιρού αυτού το διάστημα μ' επλησίαζε, και συνωμίλει κάποτε
+μαζί μου και ήτο ο καλύτερος άνθρωπος και τώρα με πόσον γενναίαν
+καρδίαν με κλαίει. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτων, ας υπακούσωμεν εις αυτόν
+και ας φέρη κανείς το δηλητήριον, εάν έχη τριφθή· εάν δε όχι, ο
+άνθρωπος, ας το τρίψη.
+
+Και ο Κρίτων είπεν· Αλλ' εγώ νομίζω, ω Σώκρατες, ότι είναι ακόμη
+ήλιος επάνω εις τα βουνά και ακόμη δεν έχει βασιλεύσει· και συγχρόνως
+ηξεύρω και άλλους, οι οποίοι το πίνουν πολύ αργά, αφ' ού δοθή εις
+αυτούς η παραγγελία και αφ' ού δειπνήσουν και πίουν πολύ καλά και
+μερικοί μάλιστα αφ' ού συνευρεθούν με εκείνους, τους οποίους ήθελον
+επιθυμήσει· αλλά διόλου μη βιάζησαι, διότι υπάρχει ακόμη καιρός.
+
+Και ο Σωκράτης είπεν· Ευλόγως, βέβαια, ω Κρίτων, εκείνοι, τους
+οποίους συ λέγεις, κάμνουν αυτά· διότι νομίζουν ότι, να κάμουν αυτά,
+θα κερδίσουν και εγώ βέβαια ευλόγως δεν θα κάμω αυτά· διότι νομίζω
+ότι, αν πίω ολίγον υστερώτερα, τίποτε άλλο δεν θα κερδίσω παρ' ό,τι
+θα γείνω γελοίος εις τον εαυτόν μου επιθυμών την ζωήν και λυπούμενος
+έν πράγμα, το οποίον δεν είναι τίποτε. Αλλ' έλα, είπε, υπάκουσε και
+μη κάμης αλλέως.
+
+Και ο Κρίτων, άμα ήκουσε τούτο, έκαμε νεύμα εις τον υπηρέτην, ο
+οποίος έστεκε πλησίον και ούτος, αφ' ού εξήλθε και έλειψε πολλήν
+ώραν, ήλθεν οδηγών εκείνον, ο οποίος έμελλε να δώση το δηλητήριον και
+το έφερε τριμμένον μέσα εις έν ποτήριον. Ο δε Σωκράτης, άμα είδε τον
+άνθρωπον, είπεν· Έστω, φίλτατε, ειπέ μοι (διότι συ ηξεύρεις αυτά τα
+πράγματα) τι πρέπει να κάμω.
+
+Τίποτε άλλο, είπεν εκείνος, παρά αφού το πίης να περιφέρησαι, έως να
+αισθανθής βάρος εις τα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσης και έτσι αυτό
+θα ενεργήση. Και συγχρόνως επρόσφερε το ποτήριον εις τον Σωκράτην.
+Και αυτός, αφού το έλαβε και παρά πολύ γαλήνιος, Εχεκράτη, χωρίς
+διόλου να τρέμη, ούτε ν' αλλάξη το χρώμα του, ούτε η όψις του
+προσώπου του, αλλά καθώς συνήθιζε, κυττάξας με σταθερότητα προς τον
+άνθρωπον είπε· Τι λέγεις δι' αυτό το ποτόν, επιτρέπεται να κάμωμεν
+σπονδήν από αυτό εις κάποιον ή όχι;
+
+Τρίβομεν τόσον, ω Σώκρατες, είπεν, όσον νομίζομεν ότι είναι αρκετόν,
+διά να πίη κανείς.
+
+Εκατάλαβα, είπεν ο Σωκράτης, αλλ' ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει
+να ευχηθή κανείς εις τους θεούς η αλλαγή της κατοικίας απ' εδώ εις τα
+εκεί να γείνη ευτυχής· το οποίον και εγώ εύχομαι λοιπόν και άμποτε να
+γείνη κατ' αυτόν τον τρόπον. Και άμα είπεν αυτούς τους λόγους
+εσταμάτησε και το έπιεν όλον με πολλήν ευκολίαν και ηρεμίαν. Και οι
+περισσότεροι από ημάς έως εκείνην την στιγμήν αρκετά ημπόρεσαν να
+κρατήσουν τα δάκρυα των· αλλά, άμα τον είδομεν να το πίνη και να το
+τελειώση, δεν ημπορέσαμεν πλέον να κρατηθώμεν. Αλλ' εναντίον βεβαίως
+της θελήσεώς μου τα δάκρυα επήραν δρόμον αφθόνως, ώστε σκεπάσας με
+τον μανδύαν το πρόσωπον έκλαια ελευθέρως τον εαυτόν μου, διότι δεν
+έκλαιον βεβαίως εκείνον, αλλά την κακήν μου τύχην, σκεπτόμενος ποίον
+άνδρα φίλον έχανα. Ο δε Κρίτων ακόμη προτήτερα από εμέ, επειδή δεν
+ήτο ικανός να κρατήση τα δάκρυα, εξήλθεν. Ο δε Απολλόδωρος και
+προηγουμένως δεν έπαυε διόλου από του να κλαίη, και τώρα, αφ' ού
+εξέβαλε δυνατόν βογγητόν κλαίων και στενάζων, έκαμεν όλους τους
+παρευρισκομένους να κλαίουν, εκτός μόνου του Σωκράτους. Εκείνος δε
+είπε· Τι είναι αυτά όπου κάμνετε, παράξενοι άνθρωποι; Αλλ' εγώ προ
+πάντων δι' αυτήν την αιτίαν (δηλαδή διά να μη κλαίουν) έδιωξα τας
+γυναίκας, διά να μη κάμνουν τοιαύτα σφάλματα· διότι έχω ακούσει ότι
+πρέπει κανείς να ξεψυχά εν τω μέσω καλών λόγων. Αλλά ησυχάσατε,
+παρακαλώ, και δείξατε γενναιότητα. Και ημείς, άμα ηκούσαμεν αυτά,
+εντράπημεν και εκρατήσαμεν τα δάκρυά μας. Εκείνος δε, αφ' ού
+περιεπάτησε, μόλις είπεν ότι αισθάνεται βάρος εις τα σκέλη,
+επλάγιασεν ανάσκελα, διότι ο άνθρωπος έτσι διέταξε να κάμη· και
+συγχρόνως αυτός, ο οποίος έδωκε το δηλητήριον, εγγίζων αυτόν, αφ' ού
+επέρασεν ολίγος καιρός, εξήταζε τους πόδας και τα σκέλη του και
+έπειτα πιέσας δυνατά τον πόδα του τον ηρώτησεν αν αισθάνεται· εκείνος
+δε είπεν ότι όχι· κατόπιν επίεσε τας κνήμας του και προχωρών εις τα
+επάνω μέρη του σώματος με πιέσεις εδείκνυε το σώμα του και εις ημάς
+ότι εκρύωνε και επάγωνε το σώμα. Και ο ίδιος ήγγισε πάλιν και είπεν
+ότι, όταν φθάση το ψύχος εις την καρδίαν, τότε θ' αποθάνη. Τώρα πλέον
+τα πέριξ της κάτω κοιλίας μέρη του σχεδόν εκρύωσαν· και ξεσκεπασθείς,
+διότι ήτο σκεπασμένος, είπε τους τελευταίους του λόγους· Ω Κρίτων,
+είπε, χρεωστούμεν ένα πετεινόν εις τον Ασκληπιόν· πληρώσατε λοιπόν το
+χρέος και μη αμελήσητε (28).
+
+Αλλ' αυτά θα γείνουν, είπεν ο Κρίτων κύτταξε όμως μήπως έχης τίποτε
+άλλο να παραγγείλης. Ενώ δε αυτός έκαμεν αυτήν την ερώτησιν, ο
+Σωκράτης δεν απεκρίθη πλέον τίποτε. Αλλ' αφ' ού επέρασεν ολίγος
+καιρός εκινήθη, και ο άνθρωπος εξεσκέπασεν αυτόν. Και είχε τα μάτια
+του προσηλωμένα ακίνητα· ο δε Κρίτων, καθώς είδε τούτο, του έκλεισε
+και το στόμα και τα μάτια.
+
+Τοιούτον μας υπήρξεν, Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, του
+καλυτέρου, καθώς ημείς ημπορούμεν να βεβαιώσωμεν, ανδρός, και αφ'
+ετέρου του σοφωτάτου και δικαιοτάτου από όλους τους τότε, όσους
+εγνωρίσαμεν.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
+ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
+συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
+(Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,
+στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,
+στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,
+Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,
+Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου
+τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην
+Ελλάδα.
+
+Φαίδων είναι υψηλή και μεγάλη μελέτη περί ψυχής. Εν μέσω των μαθητών
+του ο Σωκράτης εις τας τελευταίας ώρας της ζωής του διδάσκει με
+ηρεμίαν και γαλήνην τον θείον προορισμόν του ανθρώπου και προσάγει,
+ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της μετά θάνατον ζωής. Η λιτή δραματική
+αφήγησις του διά κωνείου θανάτου του Σωκράτους εις το τέλος του
+διαλόγου είναι μία από τας θαυμασιωτέρας σελίδας της παγκοσμίου
+φιλολογίας. Η μετάφρασις πιστή και σαφής υπό του κ. Αρ. Χαροκόπου.
+
+ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
+
+ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
+ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
+
+ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+
+
+
+1) Ο Φαίδων κατήγετο εξ Ήλιδος και ήτο είς των καλυτέρων του
+Σωκράτους και του Πλάτωνος φίλων. Νέον ακόμη τον συνέλαβον πειραταί
+και εξηγόρασε παρ' αυτών τούτον ο Σωκράτης, του οποίου εγένετο μετά
+τούτο μαθητής. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του επέστρεψεν εις την
+Ήλιδα και συνέστησε την καλουμένην Ερετριακήν φιλοσοφικήν σχολήν. — Ο
+Εχεκράτης δε ήτο εκ της Φλιούντος πόλεως της Σικυωνίας, αναφερόμενος
+και ως οπαδός του φιλοσόφου Πυθαγόρου.
+
+2) Ο Σωκράτης, καθώς αναφέρει ο Ξενοφών, έπιε το κώνειον τριάκοντα
+ημέρας μετά την εις θάνατον καταδίκην του.
+
+3) Μίνως ο β', βασιλεύς της Κρήτης, εκδικούμενος τους Αθηναίους
+θανατώσαντας τον υιόν αυτού Ανδρόγεων, επολιόρκησε τας Αθήνας και
+συγκατετέθη να λύση την πολιορκίαν μόνον, αφού οι Αθηναίοι ανέλαβον
+την υποχρέωσιν να πέμπουν εις Κρήτην κατ' έτος επτά νέους και επτά
+νέας προς τροφήν του Μινωταύρου, τέρατος κατά το ήμισυ βοός και κατά
+το έτερον ήμισυ ανθρώπου, κλεισμένου δε εντός του αδιεξόδου
+λαβυρίνθου. Η υποχρέωσις αύτη εξετελέσθη πιστώς επί δύο έτη, κατά δε
+το τρίτον έτος, ο Θησεύς, υιός του βασιλέως των Αθηνών Αιγέως,
+εκουσίως περιληφθείς μεταξύ των επτά νέων, απήλλαξε του φόρου τούτου
+την πατρίδα του φονεύσας τον Μινώταυρον και επανελθών σώος μετά των
+συντρόφων του.
+
+4) Θεωρία εκαλείτο θρησκευτική αποστολή θυσίας μετά επισήμου
+πρεσβείας εις τον εν τη νήσω Δήλω φημιζόμενον ναόν του Απόλλωνος.
+
+Η θεωρία ήρχιζε με διακόσμησιν διά στεφάνου της πρύμνης του
+αποσταλησομένου πλοίου.
+
+5) Εκ των παρευρεθέντων κατά τας τελευταίας του Σωκράτους στιγμάς
+πολλοί εγένοντο ιδρυταί ή πεφημισμένοι οπαδοί Φιλοσοφικών σχολών. Ο
+Αθηναίος Αισχίνης ήτο πεφημισμένος του Σωκράτους οπαδός. Ό Αντισθένης
+εγένετο ιδρυτής της σχολής των Κυνικών. Ο Μενέξενος εν διαλόγω του
+Πλάτωνος φέροντι το όνομά του εξαίρεται διά την φιλοπατρίαν του. Ο
+Σιμμίας και ο Κέβης φέρονται ως ονομαστοί Σωκρατικοί· ο τελευταίος
+μάλιστα συνέγραψε τον «Πίνακα» αλληγορίαν έξοχον της ανθρωπίνης ζωής.
+Ο Ευκλείδης και ο Τερψίων ήσαν Μεγαρείς. Ο Ευκλείδης την εριστικήν
+καλουμένην φιλοσοφικήν σχολήν του Ξενοφάνους μετωνόμασε Μεγαρικήν,
+τόσον δε πόθον είχε ν' ακροάται, της διδασκαλίας του Σωκράτους, ώστε
+καταδικαζομένου εις θάνατον παντός Μεγαρέως τολμώντος να έλθη εις
+Αθήνας διά νόμου, αυτός ήρχετο ενδυμένος γυναικεία, ίνα μη τον
+αναγνωρίζουν. Ο Αρίστιππος εγένετο αρχηγός της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής
+Σχολής. Είναι ο πρώτος εκ των Σωκρατικών, όστις απήτει δίδακτρα παρά
+των ακροατών της διδασκαλίας αυτού, κατηγορήθη δ' ως φιλήδονος και
+χαμερπής κόλαξ εν τη αυλή του τυράννου της Σικελίας Διονυσίου. Ο
+Πλάτων ομιλεί ενταύθα δηκτικώς περί αυτού και του εξ Αμβρακίας
+Κλεομβρότου, διότι ενώ διέμενον πλησίον των Αθηνών, δεν έσπευσαν κατά
+την τελευταίαν και κρίσιμον στιγμήν, ως είχον καθήκον, προς τον
+διδάσκαλον αυτών. Λέγουσι μάλιστα, ότι ο Κλεόμβροτος αναγνούς τον
+Φαίδωνα ερρίφθη αφ' υψηλού εις την θάλασσαν και επνίγη.
+
+6) Η μεταφορά αύτη λαμβάνεται εκ του αποτελέσματος του παραγομένου εκ
+δύο σχοινιών συνδεδεμένον εχόντων το τελευταίον άκρον του ενός μετά
+του πρώτου του ετέρου, διαπεπερασμένων δε επί τροχαλίας, ώστε
+συρομένου του ενός συμπαρασύρεται και το έτερον.
+
+7) Ο εκ Κρότωνος της Ιταλίας Φιλόλαος υπήρξε μαθητής του εκ Τάραντος
+Αρχύτα και κατ' ακολουθίαν οπαδός του Πυθαγόρου, επληροφορήθη δε περί
+αυτού ο Πλάτων διατριβών εν Ιταλία. Οι Πυθαγόρειοι επρέσβευον ότι δεν
+επιτρέπεται η αυτοκτονία. Ο Φιλόλαος εδίδαξεν έπειτα και εν Θήβαις,
+ένθα ο Σιμμίας και ο Κέβης ηκροάσαντο των διδασκαλιών αυτού.
+
+8) Λέγων ο Σωκράτης ότι ο θάνατος είναι απλούν, δηλ. πάντοτε και διά
+πάντας μόνον αγαθόν, κατ' αντίθεσιν προς άλλα, οίον την νόσον, τον
+γάμον κτλ., τα οποία δι' άλλους είναι αγαθόν και δι' άλλους κακόν,
+νοεί τον απόλυτον θάνατον, δηλ. τον χωρισμόν της ψυχής από παντός εν
+γένει υλικού στοιχείου και από πάσης εν γένει υλικής επιδράσεως, την
+τελείαν δηλαδή αυτής απομόνωσιν και καθαρότητα.
+
+9) Υπονοεί ενταύθα ο Σωκράτης τας μυστικάς διδασκαλίας τας γενομένας
+εις τα μυστήρια του Ορφέως και της Δήμητρος, τας οποίας μόνον οι
+μεμυημένοι ήκουον, τηρούντες αυτάς απολύτως μυστικάς, και διά τούτο
+απόρρητα εκαλούντο και τα μυστικά δόγματα της σχολής του Πυθαγόρου.
+
+10) Το φάρμακον έδιδεν ο υπό τας διαταγάς των ένδεκα δούλος, τον
+οποίον εκάλουν και δημόσιον ή δήμιον.
+
+Ο υπηρέτης παραγγέλλει εις τον Σωκράτην μετά την λήψιν του κωνείου να
+μη ομιλή, μήτε να κινήται διά να μη, θερμανθέντος του σώματος, γίνη
+πέψις του φαρμάκου και δεν επέλθη ο θάνατος εξ αυτού.
+
+11) Ποιητάς ενταύθα εννοεί τον Παρμενίδην, Εμπεδοκλέα και Επίχαρμον,
+οι οποίοι πρεσβεύουν ότι διά των αισθήσεων ουδεμίαν ακριβή γνώσιν
+λαμβάνομεν. Ο Επίχαρμος έλεγε· «Νους ορά και νους ακούει, τα δ' άλλα
+πάντα κωφά και τυφλά».
+
+12)Φλυαρίαν ονομάζει ο Πλάτων παν το περιττόν και εν λόγοις και εν
+έργοις.
+
+13) Ο καθαρμός ήτο η πρώτη πράξις της μυήσεως εις τα μυστήρια, η β'
+ήτο η της τελετής παράδοσις, η γ' η εποπτεία, η δ' η ανάθεσις και
+επίδεσις στεμμάτων, η ε' το θεοφιλές και η θεοίς συνδίαιτος
+ευδαιμονία.
+
+14) Δες κατωτέρω
+
+15) Αυτή και η ανωτέρω υποσημείωση είναι παρωδία στίχων του Ορφέως, ο
+οποίος λέγει δι' αυτών ότι «όστις δεν λάβη μέρος εις την τελετήν των
+μυστηρίων θα ευρίσκεται κάτω ωσάν μέσα εις λάσπην» και ότι «πολλοί
+μεν είναι οι κρατούντες ράβδον (ναρθηκοφόροι)», οι παριστάμενοι δηλ.
+εις τα μυστήρια, «ολίγοι δε οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων
+(Βάκχοι)». Νάρθηξ είναι η ράβδος, την οποίαν εκράτουν εις τα
+μυστήρια, Βάκχοι δ' εκαλούντο οι τελείως μεμυημένοι, οι ιερείς
+γενόμενοι των μυστηρίων.
+
+16) Ο Αναξαγόρας επρέσβευεν ότι όλα τα στοιχεία απετέλουν εν αρχή
+μίγμα συγκεχυμένον, εις το οποίον το πνεύμα κατόπιν επήνεγκε την
+τάξιν. «Ομού, λέγει, πάντα χρήματα ην, νους δε αυτά διείλε και
+διεκόσμησε».
+
+17) Οι αρχαίοι έκειρον τας τρίχας εις ένδειξιν πένθους αντιθέτως από
+σήμερον.
+
+18) Ο πορθμός του Ευρίπου λέγουσιν ότι επτάκις της ημέρας είχε
+παλίρροιαν και άμπωτιν.
+
+19) Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ιδίως ο Αναξαγόρας και ο Αρχέλαος εφρόνουν
+ότι τα ζώα έγειναν «εξ υγρού τε και θερμού και γεώδους». Ο Αρχέλαος
+έλεγε «δύο αιτίας είναι της γενέσεως, θερμόν και ψυχρόν».
+
+20) Προ του Αναξαγόρου, ο Αναξίμανδρος εφρόνει ότι η γη είναι
+επίπεδον, ο δε Αναξιμένης ότι είναι στρογγύλη.
+
+21) Η γνώμη των Ιώνων και Ελεατών φιλοσόφων είναι ότι η γη ευρίσκεται
+εν τω μέσω του κόσμου.
+
+22) Οι φίλοι του συνεβούλευον τον Σωκράτη να φύγη εις τα Μέγαρα ή την
+Βοιωτίαν.
+
+23) Η μετενσάρκωσις υπεστηρίζετο και υπό του φιλοσόφου Εμπεδοκλέους
+
+24) «Ουχ η Γλαύκου τέχνη» είναι ελληνική παροιμία λεγομένη διά τα μη
+έχοντα ανάγκην ευφυίας και ετοιμότητος διά να εκτελεσθώσιν. Άγνωστος
+είναι η προέλευσίς της.
+
+25) Γενικώς τότε επιστεύετο ότι η Ευρώπη εξετείνετο μέχρι του Φάσιδος
+ποταμού προς Ανατολάς.
+
+26) Υπαινίσσεται χωρίον τι της Αλκήστιδος του Ευριπίδου, το εξής:
+
+ «Ορώ δίκωπον ορώ σκάφος [εν λίμνα],
+ νεκύων δε πορθμεύς
+ έχων χέρ' επί κοντώ Χάρων μ' ήδη καλεί· τι μέλλεις;
+
+ Επείγου· συ κατείργεις.
+ τάδε τοι με σπερχόμενος ταχύνει.
+
+27) «Αστείος» γίνεται εκ του «άστυ», το οποίον σημαίνει πόλις.
+Αστείοι ελέγοντο οι ευγενείς τους τρόπους, οι φιλόφρονες και
+χαρίεντες, οίοι είναι οι μάλλον πολιτισμένοι κάτοικοι των πόλεων.
+
+28) Είναι αστεϊσμός του Σωκράτους κατά τας τελευταίας του στιγμάς,
+δι' ου θέλει να εκφράση ότι ελευθερούμενος υπό του θανάτου από πάντων
+των εν ανθρώποις δεινών και ιατρευόμενος ούτως οριστικώς οφείλει να
+εκφράση την ευγνωμοσύνην του προς τον θεόν της Ιατρικής προσφέρων
+αυτώ την συνήθη θυσίαν.
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Phaedo, by Plato
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PHAEDO ***
+
+***** This file should be named 34874-0.txt or 34874-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/4/8/7/34874/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.