diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 34851-0.txt | 2908 | ||||
| -rw-r--r-- | 34851-0.zip | bin | 0 -> 57910 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 2924 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/34851-0.txt b/34851-0.txt new file mode 100644 index 0000000..66f016c --- /dev/null +++ b/34851-0.txt @@ -0,0 +1,2908 @@ +The Project Gutenberg EBook of Idylls, by Theocritus + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Idylls + +Author: Theocritus + +Translator: Ioannis Polemis + +Release Date: January 5, 2011 [EBook #34851] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK IDYLLS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Words with +bold characters are enclosed in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + +ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ +ΕIΔΥΛΛΙΑ + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +I. ΠΟΛΕΜΗ + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + +ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ +ΕΙΔΥΛΛΙΑ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΙΩΑΝ. ΠΟΛΕΜΗ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ +1911 + + + +Η Βουκολική ποίησις, ως εκ των θεμάτων, περί τα οποία στρέφεται, +είνε αρχαιοτάτη, προηγηθείσα της Επικής και εξικνουμένη μέχρι των +πρώτων ριζών της Δραματικής ποιήσεως, με την οποίαν έχει κοινήν την +καταγωγήν. Εις τους αγρούς και εις τα όρη, εις τας βοσκάς και εις +τα δάση, όπου οι αγρόται και οι ποιμένες παρακαλούντες τους θεούς +διά την ευόδωσιν των έργων των, ήρχισαν ήδη να ευρίσκουν +ρυθμικωτέρας εκφράσεις προς εκδήλωσιν των ιδίων αισθημάτων, εδόθη η +πρώτη ώθησις και εις τα δύο αυτά είδη της ποιήσεως, υπό μορφήν +θρησκευτικήν κατ' αρχάς και κατόπιν υποκειμενικήν και συν τω χρόνω +αντικειμενικήν. + +Η τελευταία αύτη μορφή ανεδείχθη πρώτη με τα έπη του τυφλού αοιδού, +τα οποία δεν εβράδυναν να εκθρέψουν, ούτως ειπείν, και την +προγενεστέραν, την υποκειμενικήν ή λυρικήν και εν συνδυασμώ μετ' +εκείνης, την δραματικήν. Όταν η λυρική και δραματική ποίησις, +εξαρθείσαι εις το έπακρον διά των μεγάλων διδασκάλων της τέχνης, +ήρχισαν να παρακμάζουν, η βουκολική ποίησις αναγεννάται, +δανειζομένη ύλην και υφήν παρ' όλων των άλλων ειδών και συνεχίζουσα +την ιδίαν αυτής παράδοσιν. Και ανευρίσκομεν εις αυτήν και την +απλότητα της πρώτης αφετηρίας της και την περιγραφήν της φύσεως και +την αντικειμενικήν αφήγησιν των γεγονότων, ήτις διακρίνει την +επικήν ποίησιν, και πολλαχού τον διάλογον, το ιδιαίτερον +χαρακτηριστικόν της ποιήσεως της δραματικής. Ούτω το ειδύλλιον, το +οποίον, ως και η λέξις εμφαίνει, είνε μικρόν τι είδος (μορφή) +ποιήσεως, μας παρουσιάζεται ως μίγμα όλων των άλλων ειδών, +διακρινόμενον δια την απλοϊκήν αφέλειαν, την οποίαν απαιτούν τα εν +αυτώ δρώντα πρόσωπα, ποιμένες και αγρόται, και κοσμούμενον με την +απέριττον εκείνην χάριν, την οποίαν προσδίδουν αφ' ενός μεν αυτή +αύτη η απλοϊκή αφέλεια, αφ' ετέρου δε το περιβάλλον, εντός του +οποίου δρα. Το περιβάλλον αυτό είνε η φύσις. + +Ο Θεόκριτος, το γένος, υιός του Πραξαγόρα και της Φιλίνης (ως ο +ίδιος λέγει εις το XIV επίγραμμα) (1) ακμάσας περί το 280 π. Χ., +όχι μόνον τα μέγιστα συνετέλεσεν εις την αναγέννησιν της Βουκολικής +ποιήσεως, αλλά θεωρείται τρόπον τινά ως ο δημιουργός της νέας αυτής +μορφής. Οπωσδήποτε τα μέχρις ημών περισωθέντα τριάκοντα ειδύλλιά +του καί τινα άλλα, ανεφίκτου τεχνικής τελειότητος και χάριτος +απαραμίλλου, προβάλλουσιν αυτόν ως τον πρώτον των βουκολικών +ποιητών, απείρως υπερέχοντα των μετέπειτα Μόσχου και Βίωνος, +οίτινες εις πολλά τον εμιμήθησαν. + +Αναγινώσκων τις τα ειδύλλια του Θεοκρίτου μεταφέρεται μακράν των +πόλεων, εις τα δάση και τα βουνά και τας παραλίας της Σικελίας, εις +την κατά τους χρόνους του ποιητού, επί Ιέρωνος, ακμάζουσαν νήσον, +της Μεγάλης Ελλάδος. Αι εικόνες διαδέχονται αλλήλας, εικόνες της +ωραίας εκείνης φύσεως και εικόνες του φυσικού βίου των απλοϊκών +προσώπων, τα οποία ο ποιητής μας καθιστά συμπαθέστατα· αι ιδέαι +μάλλον εικονίζονται και αι παρομοιώσεις είνε ειλημμέναι εκ της +φύσεως αυτής. Ολίγοι εκ των ποιητών εμιμήθησαν τόσον ακριβώς την +φύσιν και κατέστησαν αυτήν τόσον ευάρεστον εις τους αναγνώστας των, +όσον ο Θεόκριτος. Αλλά και εις τα μη καθαρώς βουκολικά ειδύλλιά +του, οποία είνε αι Φαρμακεύτριαι, Έρως Κυνίσκας, αι Αδωνιάζουσαι, +Χάριτες, Ελένης επιθαλάμιος καί τινα άλλα, εις τα οποία ανέρχεται +εις λυρικόν ύψος, και εις αυτά ο μιμητής της φύσεως μας παρίσταται +αμίμητος. + +Ο μεταφραστής των ανά χείρας ειδυλλίων θα εθεώρει τον εαυτόν του +ευτυχή, εάν και κατ' ελάχιστον κατώρθωσε ν' αποδώση τας ποιητικάς +αρετάς του πρωτοτύπου και να καταστήση αισθητοτέραν την ενότητα +μεταξύ αυτού καί τινων ποιημάτων της δημοτικής μας ποιήσεως. + I. Π. + +Υ. Γ. Εις τους επιθυμούντας να παραβάλουν την μετάφρασιν προς το +αρχαίον κείμενον καθιστώ γνωστόν ότι, μεταφράζων, είχον υπ' όψει +την νεωτέραν έκδοσιν (1909) του Ερρίκου Ρουδόλφου Άρενς, εις την +οποίαν όχι μόνον πολλοί στίχοι προηγουμένων εκδόσεων αφηρέθησαν, +θεωρηθέντες ως παρείσακτοι, αλλά και πολλών μετεβλήθη η σειρά και +άλλοι ουκ ολίγοι διωρθώθησαν, μεταβαλόντες ούτως έννοιαν. + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ + + + +Θύρσις ή Ωδή............................ Σελ. 1 +Φαρμακεύτριαι........................... » 8 +Κώμος................................... » 17 +Νομείς, Βάττος και Κορύδων.............. » 20 +Βουκολιασταί: Δάφνις και Δαμοίτας....... » 25 +Βουκολιασταί: Δάφνις, Μενάλκας, Αιπόλος. » 28 +Βουκολιασταί: Δάφνις και Μενάλκας....... » 34 +Εργατίναι ή Θερισταί.................... » 37 +Κύκλωψ.................................. » 41 +Κυνίσκας Έρως ή Θυώνιχος................ » 45 +Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι.............. » 49 +Χάριτες ή Ιέρων......................... » 58 +Εγκώμιον εις Πτολεμαίον................. » 63 +Ελένης επιθαλάμιος...................... » 69 +Ηρακλίσκος.............................. » 72 +Βουκολίσκος............................. » 77 +Κηριοκλέπτης............................ » 80 +Ηλακάτη................................. » 81 +Λήναι ή Βάκχαι.......................... » 83 +Αλιείς (μετάφρασις Γ. Δροσίνη).......... » 85 + + + +ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ + + + +Άλλος είν' ο Θεόκριτος εκείνος απ' τη Χίο, + +εγ' όμως, πούχω γράψει αυτά, είμ' απ τις Συρακούσες + +κ' είμαι του Πραξαγόρα γυιός και της γνωστής Φιλίνης + +κι' απ' άλλη Μούσα ξενική τίποτα δεν επήρα. + + + +ΘΥΡΣΙΣ Ή ΩΔΗ + + + +ΘΥΡΣΙΣ + Γλυκά θροεί η κουκουναριά στης ρεμματιάς το πλάι, + όμως και συ, γιδοβοσκέ, γλυκειά φλογέρα παίζεις· + δώρο σου πρέπει δεύτερο, ύστερ' από τον Πάνα. + Αν τράγο θα διαλέξη αυτός, εσύ θα πάρης γίδα, + μα αν όμως γίδα πάρη αυτός, βετούλα εσένα πέφτει· + κ' είνε καλό το κρέας της ωσότου την αρμέξης. + +ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ + Βοσκέ μου, το τραγούδι σου γλυκύτερο είν' ακόμα + κι απ' το νερό που ηχολογά στάζοντας απ' το βράχο. + Αν προβατίνα πάρουνε για δώρο τους οι Μούσες, + θα πάρης το μαννάρι εσύ· κι αν πάλι της αρέση + να πάρουν το μαννάρι αυτές, συ παίρνεις προβατίνα. + +ΘΥΡΣΙΣ + Κάθεσ' εδώ, γιδοβοσκέ, να παίξης τη φλογέρα; + όσο θα παίζης, ξέννοιαζε, σου βόσκω εγώ τα γίδια. + +ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ + Δεν πρέπει σε κανένα μας να παίζη τη φλογέρα + τώρα καταμεσήμερα· φοβώμαστε τον Πάνα. + Την ώρ' αυτή κατάκοπος απ' το πολύ κυνήγι + κοιμάται κι αναπαύεται· κ' είνε πικρός, αλήθεια, + είνε πικρός και πάντα του στάζει χολή απ' τη μύτη. + Μα, Θύρσι, εσύ που τραγουδείς τα βάσανα του Δάφνι + και πρόκοψες στο γλυκερό βουκολικό τραγούδι, + έλα από κάτω απ' τη φτελιά κοντά μου να καθίσης, + αγνάντια εκεί στον Πρίαπο κι αντίκρυ στις Νεράιδες + πούνε τσοπάνικο σκαμνί, βελανιδιές το ησκιώνουν· + κι αν τραγουδήσης ώμορφα σαν την ημέρα εκείνη + που στο τραγούδι ενίκησες το Χρόμι απ' τη Λιβύα, + μια γίδα διπλομάννα εγώ σου τάζω να σου δώσω + να την αρμέξης τρεις φορές, πούχει τα δυο κατσίκια + και πάντα την αρμέγουνε μέσα σε δυο καρδάρες. + Και θα σου δώσω και βαθύ ποτήρι με δυο χέρια + πούν' αλειμμένο με κερί κ' είνε καινούργιο τόσο, + τόσο καινούργιο που θαρρείς μυρίζει το γλυφάνι. + Απάνω από τα χείλη του πλέκει κισσός κλωνάρια, + κισσός μαζί μ' ελίχρυσο· του ελίχρυσου η ψαλίδα + στρέφεται καμαρώνοντας τον κροκωτόν ανθό της. + Μέσα, γυναίκα που θεοί την έχουν ζωγραφίσει, + με μια κορδέλλα στα μαλλιά και πέπλο από τεχνίτη. + Από τη μια της τη μεριά κι απ' τη μεριά την άλλη + δυο άνδρες με πολλά μαλλιά λογομαχούν για δαύτη. + Όμως εκείνη ακούοντας δείχνει πως δεν τη νοιάζει· + και πότε με χαμόγελο θωρεί από 'δώ τον ένα, + πότε στον άλλο η πονηρή στρέφει το νου της πάλι. + Κι αυτοί ερωτοχτυπούμενοι με βουρκωμένα μάτια, + χάνουν τους κόπους άδικα, κακοπαθούν του κάκου. + Παρέκει γέροντας ψαράς σε ριζολίθι απάνω + σέρνει με βια το δίχτυ του, ένα μεγάλο δίχτυ, + και μοιάζει και στη δύναμι με κουρασμένον άντρα. + Λες και ψαρεύει μ' όλη του τη δύναμι στα χέρια· + πρήσκονται γύρω ολόγυρα του σβέρκου του τα νεύρα + και μοιάζει νιος στη δύναμι κι ας είνε κι ασπρομάλλης. + Κοντά-κοντά στο γέροντα το θαλασσοδαρμένο, + είν' έν' αμπέλι με πυκνά και κόκκινα σταφύλια + που το φυλάει μικρό παιδί στο φράχτη καθισμένο. + Στώνα πλευρό του μια αλεπού, στάλλο πλευρό του μια άλλη· + χώνετ' η μια στα κλήματα και τα τσαμπιά αφανίζει, + η άλλη πάει με πονηριά κρυφά προς το ταγάρι + ωσάν να λέη και στο παιδί πως δεν θε να 'συχάση + αν δεν ταφήση νηστικό κι αν δεν του φάη ό,τ' έχει. + Κρατεί σφερδούκλια το παιδί και δένει τα με σκοίνο + και τα σφερδούκλια δένοντας ακριδοπιάστρα πλέκει· + και μηδέ τόσο νοιάζεται γι' αμπέλι και ταγάρι + όση χαρά έχει μέσα του γι' αυτό το πλέξιμό του. + Στρώνονται φύλλ' απερουνιάς τριγύρω στο ποτήρι· + μεγάλο θάμμα αληθινά που το μυαλό ξιππάζει. + Απώνα Καλυδώνιο ταγόρασα βαρκάρη + κ' έδωκα γίδα κ' έδωκα κ' ένα κεφαλοτύρι· + δεν τάγγιξα στα χείλη μου κι απάρθενο απομένει. + Θα σου το δώσω με χαρά και μ' όλη την καρδιά μου + αν θα θελήσης να μου πης το γλυκερό τραγούδι. + Και δε θα σε γελάσω εγώ. Έλα, καλέ μου, 'πές το· + στον Άδη δε θα το φυλάς, γιατ' όλα εκεί ξεχνιούνται. + +ΘΥΡΣΙΣ + + (Ωδή) + + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + Ο Θύρσις απ' την Αίτνα εγώ κι αυτή η φωνή του Θύρσι· + Πού ήστε αν μαραίνονταν ο Δάφνις, πού κ' οι Νύμφες; + Στου Πηνειού τις λαγκαδιές, στου Πίνδου τα λαγκάδια; + Μηδέ στης Αίτνας την κορφή μηδέ στο ρέμμα του Άκι. + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + Εκείνον τον εθρήνησαν και λύκοι και τσακάλια + εκείνον και τον έκλαψε στο λόγγο το λιοντάρι. + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι., + + Βώδια πολλά στα πόδια του, ταύροι πολλοί θρηνούσαν, + πολλές 'γελάδες και πολλές πολλές δαμαλοπούλες. + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + Ήρθαν βουκόλοι κ' ήρθανε γιδοβοσκοί τριγύρω + κι αναρωτούσαν όλοι τους σαν τι κακό έχει πάθει. + Ήρθε κι αυτός ο Πρίαπος, ήρθε κ' εκείνος κ' είπε: + «Πώς έτσι απομαραίνεσαι, δυστυχισμένε Δάφνι; + Η κόρη εκείνη π' αγαπάς περνοδιαβαίνει τώρα + σε βρύσες με τα κρυά νερά και σε πυκνά λαγκάδια. + Τι σε ζαλίζω; έχεις εσύ δυστυχισμένη αγάπη.» + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + «Τις γίδες που βατεύονται γιδοβοσκός θωρώντας + λιγώνεται απ' τη ζήλεια του που δεν εγίνη τράγος.» + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + «Και συ θωρώντας τα ώμορφα κοράσια να γελάνε + λιγώνεσαι απ' τη ζήλεια σου που δεν τα συντροφεύεις». + Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι. + + Ήρθεν ακόμα κ' η γλυκειά και γελαστή Αφροδίτη + κ' ήταν στην όψη γελαστή, μα δολερή η καρδιά της· + κ' είπε: «Καυχώσουν πως λυγάς τον Έρωτα συ, Δάφνι, + μα ο τρομερός ο Έρωτας σ' ελύγησεν εσένα». + Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι. + + Κι αυτός της αποκρίθηκε: «Απάνθρωπη Αφροδίτη, + που σε μισούν οι άνθρωποι κι οργίζονται μαζί σου· + λες τάχα να φοβώμαστε πράγματα τιποτένια; + αι! και νεκρός τον Έρωτα θα τυραγνάη ο Δάφνις». + Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι. + + «Σύρε να βρης τον Άδωνι, τον ώμορφο Άδωνί σου, + σύρε στην Ίδη να τον βρης που βόσκει το κοπάδι. + Και κάνε και παλληκαριές μπροστά στο Διομήδη + λέγοντας πως ενίκησες το Δάφνι το βουκόλο». + Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι. + + «Λύκοι, τσακάλια, αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά και πάλι, + αρκούδες που φωλιάζετε μέσ' σε σπηληές βουνήσιες· + ο Δάφνις ο βουκόλος σας δε θάνε πια σε λόγγους, + δε θάνε σε λαγκάδια πια, δε θάνε πια σε δάση. + Αρέθουσα, σ' αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά, ποτάμια». + Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι. + + «Ω Παν, είτε στ' ατέλειωτου Λυκαίου τα κορφοβούνια, + είτε στου Μαίναλου γυρνάς τα πυκνωμένα δάση, + παράτησε της ξακουστής Ελίκης τακρωτήρι + και του Λυκαονίδη εκεί παράτησε το μνήμα, + αυτό που ακόμα κ' οι θεοί θωρώντας το θαυμάζουν, + κ' έλα σε τούτο το νησί της Σικελίας, έλα». + Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι. + + «Έλα και πάρε, βασιλιά, τούτη μου τη φλογέρα + πούν' ώμορφη, γλυκόφωνη και με κερί δεμένη, + γιατί απ' τον τόσον έρωτα στον Άδη κατεβαίνει + ο Δάφνις που τα βώδια σου βόσκει εδώ πέρα, ο Δάφνις + που τις δαμαλοπούλες σου, τους ταύρους σου ποτίζει». + Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι. + + «Βάτοι κι αγκάθια, τώρα σεις βγάλετε μενεξέδες + και συ, ζιμπούλι, στόλισε ταγκαθωτά βοτάνια, + οι άκαρπες κουκουναριές ας κάνουν τώρ' αχλάδια, + τώρα τα λάφια, θαρρετά, ας κυνηγούν τους σκύλλους + και τώρα οι κούκοι ας κελαϊδούν ταηδόνια να σωπαίνουν + κι όλα ας αλλάξουνε στη γη μια που πεθαίνει ο Δάφνις». + Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι. + + Αυτά είπ' ο Δάφνις κ' έπεσε, κ' έδραμ' η Αφροδίτη + κ' έδραμε κ' εδοκίμασε να τον ανασηκώση· + μα της ζωής του την κλωστή την είχαν κόψει οι Μοίρες + και τον επήρε αγύριστα του χάρου το ποτάμι, + το Δάφνι που τον έστεργαν Μούσες και Νύμφες όλες. + Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι. + + Και συ, καλέ γιδοβοσκέ, δόσε μου το ποτήρι, + δόσε μου και τη γίδα σου να την αρμέξω τώρα, + να στάξω από το γάλα της πρώτα σπονδές στις Μούσες. + Μούσες, σας χιλιοχαιρετώ και για 'δική σας χάρι + άλλη φορά γλυκύτερα θα ξανατραγουδήσω. + +ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ + Θύρσι, τώμορφο στόμα σου νάνε γεμάτο μέλι, + σύκα γλυκά του Αιγάλεου τα χείλη σου να ευφραίνουν + γιατί περνάς το τζίτζικα στο γλυκερό τραγούδι. + Να το ποτήρι θαύμασε πόσο καλά μυρίζει· + λες και στις βρύσες των Ωρών είνε μοσχοπλυμένο. + Έλα κοντά, Κισσαίθα μου· και συ άρμεξέ την τώρα. + Και σεις οι άλλες γίδες μου για μη χοροπηδάτε, + γιατ' είν' ο τράγος έτοιμος να σας καβαλλικέψη. + + + +ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΑΙ + + + + Θέστυλι, πούν' οι δάφνες μου και πού τα μαγικά μου; + Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη, + αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι. + Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη, + ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε, + ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα. + Ω! δίχως άλλο ο Έρωτάς κ' η πονηρή Αφροδίτη + θα του σηκώσαν το μυαλό κ' έπιασεν άλλη αγάπη. + Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα + και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει. + Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια. + Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε· + στα μάγια πριν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα + και την Εκάτη πούρχεται μέσ' απ' της γης τα σπλάχνα + και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οι σκύλλοι. + Ω! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη, + συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος + και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης, + κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια + μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης. + +Α' + + Φέρε τον, σουσουράδα (2) μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Για σένα αλεύρι στη φωτιά θα ρίξω πρώτα-πρώτα. + Θέστυλι, σκόρπα το λοιπόν. Άμοιρη, πούν' ο νους σου; + Σιχαμερή είμαι τάχα εγώ και περιγέλιο μ' έχεις; + Σκόρπα και λέγε αυτά: «σκορπώ τα κόκκαλα του Δέλφι». + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Ο Δέλφις μου με πίκρανε· δάφνη γι' αυτόν θα κάψω· + κι όπως η δάφνη στη φωτιά κροταλιστά θα σκάση + και θε ν' ανάψη στη στιγμή και στάχτη δε θ' αφήση + έτσι κι ο Δέλφις να καή στου πόθου μου τη φλόγα. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Τώρα θα κάψω πίτουρα κ' η Άρτεμι ας μαλάξη + και το διαμάντι το σκληρό και κάθε στέρεο άλλο. + Θέστυλι, άκου τα σκυλλιά στην πόλη πώς γαυγύζουν· + θάνε στους δρόμους η θεά και θα περιδιαβαίνη. + Κρούσε μιαν ώρ' αρχήτερα την χάλκινη τη λάμα. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Οι ανέμοι καταλάγιασαν, ησύχασε κι ο πόντος, + ο πόθος μέσ' στα στήθια μου ποτέ δεν ησυχάζει, + μα καίω και φλέγομαι γι' αυτόν, που μ' έκανε τη μαύρη, + αντί γυναίκα του σωστή, γυναίκα ντροπιασμένη. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Όπως ετούτο το κερί μέσ' στη φωτιά το λειώνω + έτσι κι από τον έρωτα να λειώση ευθύς κι ο Δέλφις· + κι όπως αυτή τη ρόδα μου γυρίζει η Αφροδίτη + έτσι κι αυτός να τριγυρνά στην πόρτα τη 'δική μου. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Στάζοντας τρεις φορές σπονδές τρεις φορές τέτοια κράζω: + Μ' όποια γυναίκα τώρ' αυτός ερωτικά πλαγιάζει, + τόσο να την απαρνηθή, όσο ο Θησέας στη Νάξο + την Αριάδνη αρνήθηκε την ωμορφομαλλούσα. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Στην Αρκαδία τη δασωτή φυτρώνει ένα χορτάρι, + το τρώνε και τρελλαίνονται κι άλογα και φοράδες + κι ορμούν και παίρνουν τα βουνά και τρέχουνε με λύσσα. + Έτσι το Δέλφι να τον 'δώ ν' αφήση την παλαίστρα + κ' έτσι με λύσσα σαν τρελλός στο σπίτι μου να δράμη. + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + + Τούτο το κουρελόπανο του Δέλφι τώχω πάρει, + κ' είν' απ' το γύρο χαμηλά της χλαίνας του κομμένο· + το ξαίνω και τα νήματα μέσ' στη φωτιά τα ρίχνω. + Αχ! Έρωτα σκληρόκαρδε, γιατί μούχεις ρουφήξει + όλο το αίμα της καρδιάς σαν απ' τη λίμνη αβδέλλα; + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι + + Σαύρα θα κάψω στη φωτιά και θα την κάνω σκόνη + κ' ένα πιοτό, κακό πιοτό ταχυά θε να σου φέρω. + Πάρε τα μάγια, Θέστυλι, πάρε τα μάγια τώρα + και την κορφή της πόρτας του σύρε μ' αυτά ν' αλείψης + και λέγε ψιθυρίζοντας: «τα κόκκαλά του αλείφω.» + + Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι. + +Β'. + + Τώρα, πούμεινα μόνη μου, τον έρωτά μου ας κλάψω. + Πούθε ν' αρχίσω να θρηνώ, ποιος μου τον έχει φέρει; + Κανιστροφόρα η Αναξώ, η κόρη του Ευβούλου + στο λόγγο της Αρτέμιδος μας είχεν έρθει τότε· + θεριά την ετριγύριζαν και θηλυκό λιοντάρι. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθ' η αγάπη + + Κ' η παραμάννα η άμοιρη του Θευχαρίδη, που ήταν + το σπίτι της στο σπίτι μου κοντά, πόρτα με πόρτα, + με θερμοπαρακάλεσε να πάω στο πανηγύρι· + κ' η δόλια εγώ ξεκίνησα να πάω ν' ακλουθήσω + φορώντας το ξανθόλινο κι ώμορφο φόρεμά μου + και στολισμένη με ταχνό της Κλεαρίστας πέπλο. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + Στο δρόμο, μόλις έφθασα στου Λύκωνα το σπίτι, + μαζί με τον Ευδάμνιππο είδα το Δέλφι εμπρός μου· + ξανθότερ' από ελίχρυσο είχαν κ' οι δυο τα γένεια + κ' εγυάλιζαν τα στήθια των πειότερ' απ' τη Σελήνη, + δείχνοντας πως εγύριζαν μόλις απ' την παλαίστρα. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + Τον είδα κ' ετρελλάθηκα κι άναψεν η καρδιά μου, + ξεθώριασεν η όψη μου κ' έσβυσ' η ωμορφιά μου, + κι ούτ' ένοιωσα τι γίνηκε στο πανηγύρι εκείνο + ούτε και ξέρω η δύστυχη πώς γύρισα στο σπίτι· + μα κάποια αρρώστια πύρινη άλλαξε τη θωριά μου + κ' ήμουν δέκα μερόνυχτα πεσμένη στο κρεββάτι. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + Συχνά-πυκνά το χρώμα μου κιτρίνιζε σα θράψος, + έπεφταν αναρίθμητες της κεφαλής μου οι τρίχες + κ' εκόλλησε το δέρμα μου στα κόκκαλά μου απάνω. + Και πού δεν πήγα η δύστυχη γυρεύοντας να γιάνω, + και ποια γερόντισσ' άφησα που ξέρει να ξορκίζη; + Τίποτα δε μ' αλάφραινε κ' έλειωνα με το χρόνο. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + Κ' εκάλεσα τη σκλάβα μου κι άνοιξα την καρδιά μου. + «Θέστυλι, βρες μου γιατρικό στη φοβερή μου αρρώστια + »Ο Δέλφις την ταλαίπωρη όλη δική του μ' έχει· + »μα στην παλαίστρα πήγαινε και παραμόνευέ τον + »εκεί συχνά πηγαίνει αυτός, εκεί ταρέσει νάνε». + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + «Κι όταν μονάχο τον ιδής γνέψε του να σιμώση, + και πες του πως τονε καλώ και φέρε τον στο σπίτι». + Έτσ' είπαμε' κ' επήγε αυτή και μούφερε το Δέλφι, + κ' εγώ μόλις τον ένοιωσα κ' εγώ μόλις τον είδα + να διασκελίζη ανάλαφρα της πόρτας το κατώφλι, + + (Πες μου, Σελλήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη) + + μου 'πάγωσ' όλο το κορμί πειότερο κι απ το χιόνι + κ' έσταζ' ιδρώτας άφθονος από το μέτωπό μου + σαν τη δροσούλα της νοτιάς, κ' εκόπηκ' η φωνή μου + και δε μ' απόμεινε φωνή μηδ' όση έχει το βρέφος + που ψιθυρίζοντας καλεί τη μάννα του στον ύπνο· + κ' ενέκρωσαν τα μέλη μου σαν της κερένιας κούκλας. + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + Και μόλις μ' είδε ο άπονος χαμήλωσε τα μάτια + και στο σκαμνί εθρονιάστηκε και τέτοια λόγια μούπε: + «Πρόλαβες και μ' εκάλεσες στο σπίτι σου, Σιμαίθα, + »όπως εγώ στο τρέξιμο πρόλαβα το Φιλίνο.» + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + «Όμως λογάριαζα κ' εγώ νάρθω τη νύκτ' απόψε, + »μα το γλυκό τον Έρωτα, μαζί μ' άλλους μου φίλους, + »κρύβοντας μέσ' στον κόρφο μου γλυκόμηλα του Βάκχου + »κ' ένα στεφάνι ολόγυρα στην κεφαλή φορώντας, + «στεφάνι λεύκας, ιερό κλωνάρι του Ηρακλέους, + «στεφάνι καταστόλιστο με κόκκινες κορδέλλες.» + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + »Κι αν με καλοδεχόσαστε, θα τώχα για χαρά μου + »αν μοναχά το στόμα σου το γλυκερό 'φιλούσα + » — γιατ' είμαι νιος ευγενικός κι ώμορφος μέσα σ' όλους — + »μ' αν εύρισκα την πόρτα σας κλειστή, μανταλωμένη, + »θάχα πελέκια κοφτερά, θάχα δαυλιά για δαύτη». + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + «Και τώρα χάρη εγώ χρωστώ στην Αφροδίτη πρώτα + »κ' ύστερα χάρη δεύτερη χρωστώ σε σένα πάλι + »που μ' έβγαλες απ' τη φωτιά του πόθου πριν με κάψη + »κ' έστειλες και μ' εκάλεσες ναρθώ στο σπιτικό σου· + »γιατί κι από το φλογερό ηφαίστειο της Λιπάρας + »πιο καυτερά, πιο φλογερά ο έρως καίει και φλέγει». + + Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη. + + «Αυτός σηκώνει τα μυαλά και κάνει και την κόρη, + »την κόρη την ανήξερη, να φεύγη από το σπίτι, + »και κάνει και τη νιόνυφη ν' αφήνη, ν' απαρνιέται + + »το στρώμ' ακόμη το ζεστό του αντρός της και να φεύγη». + Είπε' κ' εγώ ευκολόπιστη τον έπιασ' απ' το χέρι + κι αγάλια τον επλάγιασα στο μαλακό μου στρώμα· + κι άρχισαν να μαλάζωνται μαζί τα δυο κορμιά μας + και τα ζεστά μας πρόσωπα ν' ανάβουν, να κορώνουν· + κ' εψιθυρίζαμε γλυκά στόμα με στόμα οι δυο μας. + Και να μη σ' τα πολυλογώ, Σελήνη αγαπημένη, + τα πιο μεγάλα εκάναμε κ' ήρθαμ' οι δυο σε πόθο. + Κι ως χθες κανείς μας απ' τους δυο παράπονο δεν είχε· + μα σήμερα ήρθε σπίτι μου η μάννα της Φιλίστας + και της χορεύτρας Μελαξώς, την ώρα που φοράδες + φέρνουν απ' τον ωκεανό στον ουρανό τρεχάτες + τη ροδοχέρα την Αυγή· και κοντά στάλλα μούπε + πως έχει πιάσει ο Δέλφις μου κάποια καινούργια αγάπη, + μα ποια αγαπά, δεν ήθελε να μου το φανερώση, + παρά μονάχα πως συχνά πίνει κρασί για κάποια + και πως το πίνει ανέρωτο και πως στολίζει ακόμα + την κάμαραν όπου μεθά μ' ευωδιαστά στεφάνια· + κ' ύστερα φεύγει βιαστικός. Αυτά μούπεν εκείνη + κ' εγώ ταναλογιάζομαι κι αληθινά τα βρίσκω· + γιατ' άλλοτε πολλές φορές ερχόταν την ημέρα + κι άφηνε και στο σπίτι μου το Δωρικό λαγήνι. (3) + Μα τώρα πούχω να τον 'δώ σωστά δώδεκα 'μέρες + κάποια άλλη θα τονε τραβά και με ξεχνάει εμένα. + Μα τώρα με τα μάγια μου θε να τον σφικτοδέσω, + κι αν πάλι θα με τυραγνά, τωρκίζομαι στις Μοίρες, + την πόρτα του Άδη ο άκαρδος ταχυά να πάη να κρούση. + + Βαθυά μέσ' στο σεντούκι μου κρύβω κακά φαρμάκια + που ένας Ασσύριος κάποτε μου τάχει μαθημένα. + + Μα εσύ στρέψε χαρούμενη ταλόγατά σου τώρα, + Σελήνη, στον ωκεανό· κ' εγώ θε να υπομένω + όπως ως τώρα υπόμενα τον πόνο της καρδιάς μου. + Σ' αφήνω 'γειά, λαμπρόχρωμη Σελήνη και σεις άστρα, + που αθόρυβα την άμαξα της νύκτας ακλουθάτε. + + + +ΚΩΜΟΣ + + + + Για την Αμαρυλλίδα μου θα 'πώ ένα τραγουδάκι + κ' οι γίδες βόσκουν στο βουνό κι ο Τίτυρος τις βόσκει. + Βόσκε τις γίδες, Τίτυρε, και φέρε τες στο ρέμμα + κ' έχε το νου στο Λιβυκό και στο βαρβάτο τράγο, + τον τράγο τον ξανθόμαλλο, να μη σε κουτουλήση. + + Πώς δεν προβάλλεις στη σπηληά να με καλέσης νάρθω; + Μ' εχθρεύεσαι το δύστυχο, γλυκειά μου Αμαρυλλίδα, + ή μήπως τάχα από κοντά με βρίσκεις πλατομύτη; + + Αμαρυλλίδα αγάπη μου, με κάνεις να μαδήσω + τολόδροσο στεφάνι αυτό πούχω για σένα πλέξει + μ' ευωδιασμένα σέλινα και με μπουμπούκια κίστου. + + Αλλοίμονό μου! δε μ' ακούς; τι έχω να πάθω ο μαύρος! + Να, δέκα μήλα σούφερα' τάκοψα 'κεί που μούπες· + να, δέκα μήλα, και ταχυά θε να σου φέρω κι άλλα. + + Αχ! κύτταξε τον πόνο μου: Πώς ήθελα να γίνω + βομβολαλούσσα μέλισσα και νάρθω στη σπηληά σου, + μέσ' στον κισσό σου να χωθώ, στη φτέρη που σ' ησκιώνει. + + Τώρα τον έρωτα ένοιωσα· σκληρός θεός· λιοντάρι + τον βύζαξε, κ' η μάννα του τον έθρεψε στο λόγγο. + Βαθυά - βαθυά ως τα κόκκαλα με κατακαίει εκείνος. + Όσο η ματιά σου είνε γλυκειά, τόσο η καρδιά σου πάγος· + αχ! μαυροφρύδα, δέξου με κ' ένα φιλάκι δος μου. + Και τα φιλάκια μοναχά έχουν κ' εκείνα γλύκα. + + Θα βγάλω τη φλοκάτη μου στα κύματα να πέσω + από το βράχο που ο ψαράς παραμονεύει τόννους· + κι αν δεν πεθάνω, όμως κι αυτό θε να σ' ευφράνη εσένα. + + Το ξέρω πως δε μ' αγαπάς· θέλοντας να το μάθω, + έκρουσα μέσ' στη φούχτα μου της παπαρούνας φύλλο + κ' εκείνο απομαράθηκε χωρίς να κάνη κρότο. + + Μα κ' η κοσκινομάτισσα η σταχολόγα η Γραίω + κι αυτή που την ερώτησα αληθινά μου τώπε + πως είμ' εγώ τρελλός για σε και συ δε με λογιάζεις. + + Φυλάω για σένα κάτασπρη και διπλομάννα γίδα, + που την ζητά η μελαχροινή του Μέρμνωνα δουλεύτρα· + σαν δε με καταδέχεσαι σ' αυτήν θα τη χαρίσω. + + Παίζει το μάτι μ' το δεξί· μήπως την ανταμώσω; + Θα γύρω δίπλα στη φτελιά και θε να τραγουδήσω + κ' ίσως γυρίση να με 'δη· δεν είνε δα από πέτρα. + + Την Αταλάντη θέλοντας να πάρη ο Ιππομένης, + παράβγηκε στο τρέξιμο κ' είχε στα χέρια μήλα, + κ' ευθύς τον ερωτεύθηκε μόλις τον είδ' εκείνη. + + Όταν στην Πύλο ο Μέλαμπος έφερε το κοπάδι + από την Όθρυ, έγειρε στην αγκαλιά του Βία + η ωραία Πειρώ, της γνωστικής Αλφεσιβοίας η μάννα. + + Και μήπως τάχα ο Άδωνις, μέσ' στα βουνά τσοπάνης, + δε μάγεψε τόσο τρελλά την ώμορφη Αφροδίτη + που και νεκρό στον κόρφο της σφικτά τον εκρατούσε; + + Μα και τον Ενδυμίωνα ζηλεύω που εκοιμήθη + τον ύπνο τον αξύπνητο· και τον Γιασίων' ακόμα + που απόλαψε όσα δεν μπορούν οι αμάθευτοι νακούσουν. + + Πονεί μου εμένα η κεφαλή κ' εσένα δε σε μέλει. + Θα πάψω το τραγούδι μου και θε να πέσω χάμω + νάρθουν οι λύκοι να με φαν για να χαρή η καρδιά σου. + + + + +ΝΟΜΕΙΣ ΒΑΤΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΥΔΩΝ + + + +ΒΑΤΤΟΣ + Οι αγελάδες που θωρώ μην είνε του Φιλώνδα; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Όχι· είνε του Αίγωνα· μ' άφησε να τις βόσκω. + +ΒΑΤΤΟΣ + Μήπως κρυφά και κλέφτικα το βράδυ τις αρμέγεις; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Τι λες! ο γέρος έρχεται και βάζει τα μοσχάρια + στη μάννα να βυζάξουνε και με προσέχει εμένα. + +ΒΑΤΤΟΣ + Και σε ποια χώραν άφαντος επήγεν ο βουκόλος; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Δεν τάμαθες; στον Αλφειό μαζί του τον επήρε + ο Μίλων. + +ΒΑΤΤΟΣ + Μπα; και πότε αυτός στα μάτια του είδε λάδι; (4) + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Μα λένε πως στη δύναμι τον Ηρακλή περνάει. + +ΒΑΤΤΟΣ + Και μένα μ' είπε η μάννα μου κι από τον Πολυδεύκη + πιο δυνατό. + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Κ' επήγ' εκεί μ' ένα σκερπάνι· πήρε + μαζί του είκοσι πρόβατα. + +ΒΑΤΤΟΣ + Αν είν' αλήθεια τούτα, + ο Μίλων τότε θα μπορή και λύκους να λυσσάξη. + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Κ' εδώ οι δαμαλοπούλες του με μουγκρυτά τον κράζουν. + +ΒΑΤΤΟΣ + Κακός βοσκός τις έλαχε· δυστυχισμένες πούνε! + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Αλήθεια· κι ούτε θέλουνε σαν πρώτα να βοσκήσουν. + +ΒΑΤΤΟΣ + Κείνης εκεί, τα κόκκαλα της έχουν απομείνει. + Μην τρέφεται σαν τζίτζικας με τη δροσιά μονάχα; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Καθόλου· χόρτο μαλακό δεμάτια την ταΐζω· + κι άλλοτε πάλι τη βοσκώ στις όχτες του Αισάρου + κι άλλοτε στο βαθύσκιωτο Λάτυμνο τήνε φέρνω. + +ΒΑΤΤΟΣ + Αδύνατος είνε κι αυτός ο κόκκινος ο ταύρος. + Τέτοιος είθε να λάχαινε στο δήμο του Λαμπρέα + στην Ήρα να τον σφάξουνε· τ' είνε κακός ο δήμος. + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Κι όμως τον φέρνω πάντοτε στο λιμνοθαλασσάκι, + στου Φύσκου τη ριζοβουνιά, στου Νήαιθου τις όχτες, + που όλα καλά φυτρώνουνε κι όλα καλά βλαστάνουν, + φυτρώνει γιδοβότανο και κονυζός κ' εκείνο + τώμορφο μελισσόχορτο το μοσχομυρωδάτο. + +ΒΑΤΤΟΣ + Αλλοίμονό σου, Αίγωνα! εσύ γυρεύεις νίκες + και τα φτωχά τα βώδια σου τραβούν κατά τον Άδη, + και τη φλογέρα πούκανες σκουριά την περιζώνει. + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Όσο για τη φλογέρα του, πριν φύγη για την Πίσα + μου την εχάρισε, κ' εγώ, τεχνίτης στη φλογέρα, + παίζω γλυκά και τεχνικά της Γλαύκης τα τραγούδια, + παίζω γλυκά και τεχνικά του Πύρρου τα τραγούδια. + Και τραγουδώ την Κρότωνα, τη Ζάκυνθο, κ' εκείνο + τακρόβουνο Λυκίνιο, που ο Αίγωνας μια μέρα + ογδώντα πίττες έφαγε μόνος και μοναχός του· + κι όπου ένα ταύρον άρπαξεν από το νύχι, κ' έτσι + τον έσυρεν απ' το βουνό και στην Αμαρυλλίδα + για δώρο της τον έδωκε· κι όλες μαζί οι γυναίκες + ανάκραξαν με θαυμασμό, κ' εγέλασε ο βουκόλος. + +ΒΑΤΤΟΣ + Αμαρυλλίδα μ' ώμορφη, και πεθαμμένη ακόμα + δε θε να σε ξεχάσωμε! Όσο μ' ευφραίνουν γίδες + τόσο και συ μ' ελύπησες που σβήστηκες κ' εχάθης. + Μοίρα σκληρή που μούλαχεν! Αλλοίμονο σε μένα! + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Θάρρος χρειάζεται η ζωή κι όλα καλλιτερεύουν + Οι ελπίδες για τους ζωντανούς και μόνο οι πεθαμμένοι + τίποτα δεν προσμένουνε, τίποτα δεν ελπίζουν. + Άλλοτε βρέχει ο ουρανός κι άλλοτε ξαστερώνει. + +ΒΑΤΤΟΣ + Ας έχω θάρρος. Διώξε τα 'δώ κάτω τα μοσχάρια + γιατί ριχτήκαν στης εληάς τα χαμηλά βλαστάρια. + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Ουστ! Ασπρομάλλη! σύρε συ, Κυμαίθα, προς το λόφο + Μα δεν ακούς; αι! μα το ναι, τέλος κακό θα σ' εύρη + αν δε θα φύγης από 'κεί. Για 'δές, ξαναπηγαίνει. + Πού νάνε τάχα η γκλίτσα μου ναρθώ να σε κτυπήσω; + +ΒΑΤΤΟΣ + Κύττα, Κορύδων, προς θεού! ετούτο εδώ ταγκάθι + κάτ' από τον αστράγαλο μού τρύπησε το πόδι. + 'Δές τι βαθυά που χώθηκαν οι αδραχτυλίδες μέσα! + Το δαμαλάκι διώχνοντας, που κακό ψόφο νάχη, + πλήγωσα το ποδάρι μου. Είδες πούνε ταγκάθι; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Τώπιασα με τα νύχια μου· να, κύτταξέ το, Βάττε. + +ΒΑΤΤΟΣ + Πόσο μικρό ταγκύλωμα και πόσο πόνο κάνει! + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Μην τρέχης, Βάττε, στο βουνό ξυπόλυτος ποτέ σου, + γιατί φυτρώνουν παλουριές κι ασπαλωθιές κι αγκάθια. + +ΒΑΤΤΟΣ + Ας είνε· πες μου, φίλε μου, το γεροντάκι εκείνο + τη μαυροφρύδα κορασιά την αγαπάει ακόμα; + +ΚΟΡΥΔΩΝ + Ακόμα, δόλιε μου· και πριν πουρχόμουν κατά 'δώθε, + τους έπιασα τους δυο μαζί κάπου κοντά στη σκάφη. + +ΒΑΤΤΟΣ + Γειά σου, γέρο βαρβάτε μου! ή με τους Σατυρίσκους + ή με τους στραβοπόδαρους Πάνας θα συγγενεύης. + + + + +ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ +ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΟΙΤΑΣ + + + + Δαμοίτας κάποτε, Άρατε, και Δάφνις ο βουκόλος + μάζεψαν τα κοπάδια τους κ' οι δυο σ' ένα λιβάδι· + ο ένας μόλις χνούδωνε κι ο άλλος ξανθογένης· + στη βράση του καλοκαιριού και μέσ' στο μεσημέρι + σε μια βρυσούλα εκάθονταν και τέτοια τραγουδούσαν. + Πρώτος ο Δάφνις άρχισε γιατί και τώπε πρώτος. + + (Δάφνιδος ωδή) + + Πολύφημε, στα πρόβατα ρίχνει η Γαλάτεια μήλα + και ρίχνοντας τα μήλα της σ' ερωτοπεριπαίζει· + και συ δε στρέφεις να την 'δης μηδέ να την κυττάξης, + μα κάθεσαι, κακότυχε, και παίζεις τη φλογέρα. + Τώρα κτυπάει τη σκύλλα σου που σου φυλάει ταρνάκια + κ' η σκύλλα προς τη θάλασσα κυττάζοντας γαυγύζει· + κοχλάζοντας τα κύματα, την ώμορφη νεράιδα + που τρέχει απάνω στο γιαλό, αχνά την καθρεφτίζουν. + Έχε το νου σου μη τυχόν στις γάμπες της ορμήση, + μέσ' στη στιγμή που η κορασιά μέσ' απ' το κύμα βγαίνει, + και της ξεσχίση τώμορφο και ταπαλό της δέρμα. + Αυτή από 'κείθε χίλια δυο τσακίσματα σου κάνει + σαν αγκινάρας λούλουδο στου θεριστή ταγέρι· + και φεύγει όταν την κυνηγάς, σε κυνηγά όταν φεύγης, + και λαχταρά για να σε 'δή· γιατί από την αγάπη + πολλές φορές, Πολύφημε, και τάσχημα ωμορφαίνουν. + + Αντί για τον Πολύφημο απάντησε ο Δαμοίτας. + + (Δαμοίτου ωδή) + + Την είδα μα τον Πάνα, ναι, που κτύπαε το κοπάδι, + μα το γλυκό το μάτι μου που τώχω ένα μονάχο + κι άμποτε κι άμποτε μ' αυτό να βλέπω ως να πεθάνω, + κι ο Τήλεμος που το κακό προφήτεψε για μένα + κακό να 'δη στο σπίτι του κακό και στα παιδιά του. + + Κ' εγώ πεισμώνοντάς τηνε δεν την κυττάζω διόλου, + και λέω πως άλλην αγαπώ, κ' εκείνη που τακούει, + απ' την πολλή τη ζήλεια της μαραίνεται και λειώνει + κι ορμώντας απ' τη θάλασσα τρελλή και μανιωμένη + μ' αναζητά μέσ' στις σπηληές και σ' όλα τα κοπάδια. + + Σφυρίζω και στη σκύλλα μου να την γαυγύζη πάντα· + γιατί σαν ήμουν μια φορά γι' αυτήν ξετρελλαμένος + χαϊδολογώταν κρύβοντας τη μούρη της στα σκέλια. + + Ίσως θωρώντας όλ' αυτά μαντάτορα θα στείλη + όμως εγώ τη θύρα μου θα την κρατώ κλεισμένη + ως να την κάνω να ορκισθή πως θάρθη να μου στρώση + γάμου κρεββάτι στη στεριά και στο νησί μας τούτο. + Γιατί δεν είμαι κι άσχημος όπως με λέει ο κόσμος. + Μια 'μέρα καθρεφτίστηκα στου πόντου τη γαλήνη + κ' είδα τα γένεια μ' ώμορφα κι ώμορφο τώνα μάτι + κ' είδα κι αυτά τα δόντια μου, τα κάτασπρά μου δόντια + να ξαπερνούν στη λάμψη των τα μάρμαρα της Πάρου. + + Κ' εγώ για να μη βασκαθώ, χωρίς στιγμή να χάσω, + έφτυσ' αμέσως τρεις φορές στον εδικό μου κόρφο· + γιατ' έτσι μ' έμαθε η γρηά Κοτυταρίς να κάνω. + + Είπ' ο Δαμοίτας κ' έπαψε κ' εφίλησε το Δάφνι + και μια φλογέρα τούδωκε· κ' ευθύς γι' αντιδοσίδι + ένα σουραύλι εχάρισεν ο Δάφνις στο Δαμοίτα. + Και το σουραύλι παίζοντας, παίζοντας τη φλογέρα, + τα δαμαλάκια εχόρευαν στη μαλακή τη χλόη. + + Κ' έτσι κανείς δε νίκησε τον άλλο στο τραγούδι. + + + +ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ +ΔΑΦΝΙΣ, ΜΕΝΑΛΚΑΣ, ΑΙΠΟΛΟΣ + + + + Τα πρόβατά του βόσκοντας απάντησ' ο Μενάλκας + απάνω στα ψηλά βουνά το Δάφνι το βουκόλο. + Ήταν κ' οι δυο ξανθόμαλλα κι ανήλικα κοπέλια, + τεχνίτες στη φλογέρα οι δυο, τεχνίτες στο τραγούδι. + Και προς το Δάφνι στρέφοντας είπ' ο Μενάλκας πρώτος + «Δάφνι, που βώδια εσύ βοσκάς με τα μουγκρύσματά των + »θέλεις να δοκιμάσωμε ποιος κάλλιο τραγουδάει; + »Εγώ με το τραγούδι μου σου λέω πως θα νικήσω.» + Κι ο Δάφνις ταποκρίθηκε και τέτοια λόγια τούπε: + «Μενάλκα, που ταρνιά βοσκάς και παίζεις τη φλογέρα, + »ποτέ δε με νικάς εσύ κι αν σκάσης τραγουδώντας.» + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Θέλεις να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσης; + +ΔΑΦΝΙΣ + Θέλω να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσω. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Τι στοίχημα να βάλωμε καλό και για τους δυο μας; + +ΔΑΦΝΙΣ + Ένα μοσχάρι βάζω εγώ· εσύ τρανό κριάρι. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Δε βάζω το κριάρι εγώ, τ' έχω κακό πατέρα + κ' είνε κ' η μάννα μου κακιά, κι όταν γυρνώ το βράδυ + μου τα μετρούν τα πρόβατα και τα ξαναμετρούνε. + +ΔΑΦΝΙΣ + Τι θα κερδίση ο νικητής; τι στοίχημα θα βάλης; + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Θα βάλω τη φλογέρα μου, μ' εννιά φωνές φλογέρα, + απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη, + αυτή θα βάλω στοίχημα πούνε 'δικό μου πράμμα· + ό,τ' είνε του πατέρα μου δεν το στοιχηματίζω. + +ΔΑΦΝΙΣ + Ίδια φλογέρα έχω κ' εγώ, μ' εννιά φωνές φλογέρα, + απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη. + Τώρα κοντά την έκανα. Μούκοψε το καλάμι + ετούτο μου το δάχτυλο και μου πονάει ακόμα. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Ποιος θα μας κρίνη τώρα 'δώ και ποιος θα μας ακούση; + +ΔΑΦΝΙΣ + Εκείνο το γιδοβοσκό — που ο σκύλλος του γαυγύζει + απόκοντα στα γίδια του — ας κράξωμε για νάρθη. + + Και τα κοπέλια εκράξανε κι αυτός ήρθε ν' ακούση. + Κ' έβαλαν κλήρο κ' έλαχε κι άρχισεν ο Μενάλκας + κι ο Δάφνις αποκρίνονταν μ' αγροτικό τραγούδι + και τραγουδούσε δεύτερος. Κ' είπ' ο Μενάλκας πρώτος. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Εσείς από τη θεία γενιά κοιλάδες και ποτάμια, + αν κάποτ' ετραγούδησα κ' είπα γλυκό τραγούδι, + παρακαλώ σας, βόσκετε με προθυμιά ταρνιά μου· + κι αν έρθη ο Δάφνις από 'δώ φέρνοντας τις γελάδες, + την ίδια πάλι προθυμιά δείξετε και σ' εκείνον. + +ΔΑΦΝΙΣ + Βρυσούλες με τα κρύα νερά και γλυκερά βοτάνια, + αν είνε το τραγούδι μου σαν αηδονιού τραγούδι + θρέψετε τις γελάδες μου· κι αν έρθη κι ο Μενάλκας + μαζί με το κοπάδι του, όλ' άφθονα να τάβρη. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Όπου είν' ο Μίλων ο ώμορφος κι όπου διαβαίνει εκείνος, + εκεί με μέλι οι μέλισσες γεμίζουν τις κυψέλες, + εκείν' οι γίδες εύρωστες κ' είν' όλες διπλομάννες, + εκείνε κ' οι βελανιδιές ψηλότερες ακόμα· + σαν φεύγη αυτός, μαραίνονται βοτάνια και τσοπάνης. + +ΔΑΦΝΙΣ + Εκεί που πηγαινώρχεται πεντάμορφη η Νεράιδα, + εκείνε πάντα η άνοιξη, πάντα βοσκές, και πάντα + απ' τα μαστάρια αστείρευτα τα γάλατ' αναβλύζουν + και τρέφουν τα νιογέννητα· μα όταν εκείνη φεύγη, + στεγνώνουν και μαραίνονται γελάδες και βουκόλος. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Ω τράγε, εσένα πούχουνε οι άσπρες γίδες άντρα, + ώ λόγγε εσύ βαθύσκιωτε· σύρετε, γίδες, τώρα + σ' εκείνο το τρεχούμενο νεράκι· εκεί είν' εκείνος· + σύρε να βρης το Μίλωνα, σύρε και πες του, τράγε, + πως κι ο Πρωτεύς αν και θεός κι αυτός έβοσκε φώκες. + +ΔΑΦΝΙΣ + [ελλείπουσι στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου] + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Μην εύχεσαι για κτήμα μου του Πέλοπος τη χώρα + μηδέ 'δικό μου θησαυρό το βιος του Κροίσου νάχω + και μηδέ καν να ξεπερνώ στο δρόμο τους ανέμους· + μα ευχήσου με να τραγουδώ κάτω απ' το βράχο τούτο, + να σ' αγκαλιάζω βλέποντας ταρνιά μου μαζωμένα, + που βόσκουνε στ' ολόδροσο Σικελικό ακρογιάλι. + +ΔΑΦΝΙΣ + Για όλα τα δένδρα είνε κακό, φρικτό κακό ο χειμώνας, + για τα ποτάμια η αναβροχιά, για τα πουλιά η παγίδα + και γι' ταγρίμια τα θεριά τα δίχτυα από λινάρι + και για τον άντρα ο έρωτας της κορασιάς. Ω Δία, + δεν είμαι μόνος που αγαπώ, και συ αγαπάς γυναίκες. + + Έτσι λιανοτραγούδησαν με την αράδα οι δυο των, + μα το τραγούδι το στερνό πρωτάρχισ' ο Μενάλκας. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Λύκε, μακρυά απ' τα γίδια μου κι απ' τις γιδομαννάδες· + είμαι μικρός κι ανήξερος, μη θέλης το κακό μου. + Ασπρόσυρε σκύλλε μου, γιατί τόσο βαθυά κοιμάσαι; + όταν κοπέλι είνε βοσκός, άγρυπνος μένει ο σκύλλος. + + Και σεις, καλά μου πρόβατα, χλόη απαλή χορτάστε· + μη την φιλαργυρεύεστε, θε να φυτρώση πάλι. + + Εμπρός! βόσκετε, βόσκετε, γεμίστε τα μαστάρια, + ταρνάκια να χορτάσουνε κ' εγώ τυρί να πήξω. + + Κι άρχισ' ο Δάφνις δεύτερος το λιγερό τραγούδι. + Απ' τη σπηληά διβαίνοντας μαζί με τα δαμάλια, + μια σμιχτοφρύδα μ' είδε χθες κ' είπεν: ώμορφος πούνε! + + Κ' εγώ δεν αποκρίθηκα, λόγο πικρό δεν είπα, + μα με τα μάτια χαμηλά τράβηξα στη δουλειά μου. + + Είνε γλυκό το μουγκρυτό κ' η ανάσα της γελάδας, + γλυκό είνε και το πλάγιασμα στη ρεμματιά το θέρος. + + Καμάρι της βελανιδιάς είνε τα βελανίδια, + μήλα καμάρι της μηλιάς, μοσχάρι της γελάδας + και του βουκόλου αληθινό καμάρ' είν' οι γελάδες. + + Έτσι γλυκοτραγούδησαν τα δυο κοπέλια εκείνα + κ' εστράφηκε ο γιδοβοσκός κ' έτσι είπε κρίνοντάς τα: + «Είνε γλυκό το στόμα σου, γλυκειά η φωνή σου, Δάφνη. + »Κάλλιο ν' ακούω τραγούδι σου παρά να γλείφω μέλι. + »Πάρε και το σουραύλι του· νίκησες στο τραγούδι. + »Κι αν θες, εκεί που βόσκομε, κ' εμένα να με μάθης, + »μ' εκείνη την ακέρατη θα σε πληρώσω γίδα, + »που την καρδάρα ξεχειλά με το πολύ της γάλα». + + Όπως πηδάει στη μάννα του το γίδι, έτσι κι ο Δάφνις + τα χέρια κροταλίζοντας πήδησ' απ' τη χαρά του. + Κι όπως η νύφη ντρέπεται, παρόμοια κι ο Δαμοίτας + εζάρωσε κι ανάνοιωσε τη λύπη στην καρδιά του. + Κι ο Δάφνις πρώτος στους βοσκούς εγίνηκε από τότε, + κι άγουρος επαντρεύτηκε κ' επήρε τη Νεράιδα. + + + +ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ +ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑΛΚΑΣ, + + + + Άρχισε, Δάφνι, να μας 'πής, βουκολικό τραγούδι, + άρχισε πρώτος, κ' ύστερα μας τραγουδεί ο Μενάλκας· + βάλετε τα μοσχάρια σας κάτ' από τις 'γελάδες, + βάλετε και τους ταύρους σας στις άγονες ακόμα. + Εκείν' ας βόσκουνε μαζί στα φυλλωμένα χόρτα + χωρίς να ξεμακραίνωνται καθόλου απ' το κοπάδι, + και συ τραγούδι αρχίνησε βουκολικό τραγούδι + κ' έπειτ' αποκρινάμενος τραγούδι ας 'πή ο Μενάλκας. + +ΔΑΦΝΙΣ + Το μουγκρυτό του μοσχαριού γλυκό, και της 'γελάδας, + και της φλογέρας η λαλιά γλυκειά, και του βουκόλου, + όλα γλυκά, κ' εγώ γλυκά, γλυκά θα τραγουδήσω. + Εκεί κοντά στη ρεμματιά πούχει το κρύο νεράκι. + έστησα το κρεββάτι μου κ' έστρωσα απάνω στρώμα + μ' άσπρες και μαλακές προβειές από 'γελάδες άσπρες, + που ο λίβας μου τις γκρέμισε 'ψηλά από τακροβούνια + ενώ βοσκούσαν κ' έτρωγαν της κουμαριάς τα φύλλα. + Τη φλόγα του καλοκαιριού τόσο τη λογαριάζω, + όσο τα λόγια των γονιών ο ερωτοχτυπημένος. + Τέτοια μας ετραγούδησεν ο Δάφνις ο βουκόλος + και τέτοια αποκρινάμενος τραγούδησ' ο Μενάλκας. + +ΜΕΝΑΛΚΑΣ + Η Αίτνα είν' η μητέρα μου, κ' εγώ για κατοικιά μου + έχω μιαν ώμορφη σπηληά μέσα σε κούφιο βράχο· + κ' έχω κι όσα στον ύπνο του βλέπει κανείς μονάχα, + κ' έχω πολλά τα πρόβατα κ' έχω πολλές τις γίδες + κ' έχω προβειές προσκέφαλο κ' έχω προβειές στα πόδια, + μελένιες γαλατόπιττες σε ξύλα απάνω ψήνω + και καίω στη βαρυχειμωνιά οξυάς ξερά κλωνάρια· + και τόσο λογαριάζω εγώ τον άγριο το χειμώνα, + όσο ο φαφούτης, τρώγοντας χυλό, ζητά καρύδια. + + Κ' εγώ τους χειροκρότησα, κ' εχάρισα στο Δάφνι + ρόπαλο, απ' του πατέρα μου κομμένο το χωράφι, + που ήταν αυτοκάμωτο, έτοιμο κι απ' το δέντρο + και που τεχνίτης δεν μπορεί να βρη γι' αυτό ψεγάδι· + και στο Μενάλκα εχάρισα κογχύλι που είχα πιάσει + στου Ικάριου την ακρογιαλιά και το φαΐ του ωστόσο + πέντε μερίδια τώκανα, τήμαστε τότε πέντε. + Κ' εξεκαρδίστηκε γι' αυτό το δώρο μου ο Μενάλκας. + + Χαίρετε, χιλιοχαίρετε, βουκολικές μου Μούσες, + κάνετε τώρα νακουστούν κι αυτά μου τα τραγούδια + που τα τραγούδησα κ' εγώ στους δυο βοσκούς εκείνους, + κι ούτε να βγάλη η γλώσσα μου στην άκρη φουσκαλλίδα. + Τζίτζικας τζίτζικ' αγαπά και μέρμηγκας μερμήγκι, + γέρακας γέρακ' αγαπά κ' εγώ αγαπώ τραγούδι· + κι άμποτε νάν' το σπίτι μου γεμάτο από τραγούδια. + Μηδέ κι ο ύπνος ο γλυκός τόσο γλυκός δεν είνε, + μηδέ κ' η ξάφνια η άνοιξη τόσο γλυκειά δεν είνε, + μηδέ και για τις μέλισσες τόσο γλυκά είνε τάνθια + όσο είν' οι Μούσες οι καλές για μένα αγαπημένες. + Όσους αυτές ορέγονται κι όσους καλοκυττάζουν, + αυτοί τα μαγικά πιοτά της Κίρκης δεν φοβούνται. + + + +ΕΡΓΑΤΙΝΑΙ Ή ΘΕΡΙΣΤΑΙ + + + +ΜΙΛΩΝ + Δυστυχισμένε θεριστή, τέπαθες τώρα - τώρα; + Ούτε το δρόμο ακολουθείς, όπως και πριν, τον ίσο, + ούτε θερίζεις πλάγι μας, μα μένεις πάντα πίσω, + σαν πρόβατο που πλήγωσε το πόδι του έν' αγκάθι + και μένει πίσω απ' τάλλα αρνιά και πίσω απ' το κοπάδι. + Ποιος είσαι συ, κακόμοιρε, που 'μέρα μεσημέρι + αρχινισμένο αυλάκι σου αθέριστο ταφήνεις; + +ΒΑΤΤΟΣ + Μίλων, που πάντα ακούραστος βραδυάζεσαι στο θέρος + κ' είσαι τραχύς σαν πέτρινος, ποτέ δε σούχει λάχει + να νοιώσης πόθο στην καρδιά για κάποιονε που λείπει; + +ΜΙΛΩΝ + Ποτέ. Τι πόθο στην καρδιά νάχω γι' αυτούς που λείπουν; + +ΒΑΤΤΟΣ + Δε σούχει λάχει κάποτε γι' αγάπη ναγρυπνήσης; + +ΜΙΛΩΝ + Ούτε κι αυτό· τέτοιες δουλειές μας κακοσυνηθίζουν. + +ΒΑΤΤΟΣ + Εγώ ερωτοχτυπήθηκα εδώ κ' έντεκα 'μέρες. + +ΜΙΛΩΝ + Αγέρα κοπανάς εσύ· μα εγώ καιρό δε χάνω. + +ΒΑΤΤΟΣ + Γι αυτό κ' εμπρός στην πόρτα μου ταφήνω τα χωράφια, + απ' τον καιρό που τάσπειρα, ασκάλιστα ως τα τώρα. + +ΜΙΛΩΝ + Και ποια είνε που σε τυραγνά; + +ΒΑΤΤΟΣ + Του Πολυβώτη η κόρη, + πούπαιζε το σουραύλι της στην άκρη στο ποτάμι. + +ΜΙΛΩΝ + Τα γύρευες και τάπαθες· πληρώνεις τα έχεις κάνει· + Κοιμάτ' η ακρίδα ολονυκτίς μαζί σου πλάι με πλάι. + +ΒΑΤΤΟΣ + Με πήρες στο περίγελο; Είνε τυφλός ο Πλούτος + μάνε κι ο Έρωτας τυφλός. Μη λες μεγάλο λόγο. + +ΜΙΛΩΝ + Εγώ, καλέ μου σύντροφε, δε λέω μεγάλο λόγο· + όμως και συ μην κάθεσαι, δούλευε το δρεπάνι + και λέγε για την κορασιά το ερωτικό τραγούδι + και τραγουδώντας δούλευε — τότ' η δουλειά γλυκειά 'νε. + Ξέρω πως είχες κάποτε του τραγουδιού τη χάρη. + +ΒΑΤΤΟΣ + + (Ωδή) + + Μαζί μου τραγουδήσετε, Μούσες, την κορασιά μου, + γιατί ό,τι σεις εγγίζετε, ώμορφα γίνοντ' όλα, + + Βομβύκα αγαπημένη μου, Συριάνα όλοι σε λένε, + ηλιοκαμμένη, αδύνατη, μα εγώ σε λέω σταράτη. + + Τα γιούλια είνε μαυρειδερά, μαυρειδεροί οι λαλέδες, + μα στα στεφάνια πάντοτε την πρώτη θέση παίρνουν. + + Η γίδα γι' άνθη της ροδιάς, ο λύκος για τη γίδα, + για σπόρο ο γερανός, κ' εγώ τρελλαίνομαι για σένα. + + Το βιος του Κροίσου ας είχα εγώ, να κάνω και τους δυο μας + χρυσοπλασμέν' αγάλματα, τάμμα στην Αφροδίτη, + + Εσύ σουραύλι να κρατής τριαντάφυλλο είτε μήλο + κ' εγώ με πέδιλ' αλαφρά το χορευτή να κάνω. + + Τα πόδια σου αλαφροπατούν κ' είνε γλυκειά η φωνή σου, + για τους καλούς τους τρόπους σου παινέματα δε βρίσκω. + +ΜΙΛΩΝ + Δεν ξέραμε πως τραγουδεί τόσο καλά ο εργάτης. + Αρμονικά τα ταίριασε τα λόγια του στις ρίμες. + Κρίμα σ' αυτά τα γένεια σου που ανώφελα τα φέρνεις! + Άκουσε και τι τραγουδούν στο θείο Λιτυέρση. + + (Ωδή) + + Δήμητρα συ χιλιόκαρπη, τούτο μου το χωράφι + κάνε το καλοδούλευτο και πολυκαρποφόρο. + Σφίγγετε τα δεμάτια σας να μην τα 'δούν διαβάτες + και πουν: εργάτες είν' αυτοί; κρίμα στο 'μεροδούλι. + + Ας βλέπουν πίσω οι θημωνιές ή στο βοριά ή στη δύση. + Έτσι μονάχα θα μπορούν τα στάχυα να φουσκώνουν. + + Όσοι αλωνίζουν, μη ζητούν ύπνο το μεσημέρι· + αυτή την ώρα τρίβονται σαν άχυρα τα στάχυα. + + Όταν ξυπνά ο κορυδαλλός αρχίσετε το θέρος + και πάψετε όταν κοιμηθή· στο κάμμα αναπαυθήτε. + + Καλότυχος ο βάτραχος με τη ζωή που κάνει, + μηδέ φροντίζει για νερό, γιατί παντού το βρίσκει. + + Βράσε καλλίτερα φακή φιλάργυρ' επιστάτη, + μη κόβοντας το κύμινο κόψης το δάχτυλό σου. + + Τέτοια τραγούδια, θεριστή, πρέπουν στους θεριστάδες· + κι όσο για την αγάπη σου, που κατατυραγνά σε, + τραγούδα την στη μάννα σου ταχυά μόλις ξυπνήση. + + + +ΚΥΚΛΩΨ + + + + Νικία, για τον έρωτα βοτάνι δεν είν' άλλο, + μηδέ κανένα γιατρικό παρά τα τραγουδάκια· + αυτά αλαφρώνουν τα δεινά και τους καϊμούς γλυκαίνουν, + φθάνει να νοιώθης να τα βρης και να τα τραγουδήσης. + Θαρρώ πως θα το ξέρης δα και θα το καλοξέρης, + τ' είσαι γιατρός κι αγαπητός και στις εννιά τις Μούσες. + Έτσι περνούσεν εύκολα τον πόνο της καρδιάς του + κι ο Κυκλομμάτης ο παληός Πολύφημος εκείνος, + όταν με τη Γαλάτεια βρέθηκ' ερωτευμένος + τότε που πρωτοχνούδωναν τα πρώτα του γενάκια. + Δεν ήταν έρωτας αυτός με ρόδα και με μήλα + μάτανε τρέλλ' αληθινή, κ' έξω απ' τον έρωτά του + τίποτα δε λογάριαζε, τίποτα δεν ψηφούσε. + Πολλές φορές εγύριζαν απ' τα χλωρά λιβάδια + δίχως αυτόν τα πρόβατα κ' έρημα στο μαντρί των· + κ' εκείνος τη Γαλάτεια με πόνο τραγουδώντας + στα φύκια της ακρογιαλιάς απ' την αυγή ως το βράδυ, + ένοιωθε πόνο στην καρδιά κ' έλειων' από τον πόνο. + Μα τώχε βρη το γιατρικό· σε βράχο καθισμένος + και βλέποντας στη θάλασσα σαν τέτοια ετραγουδούσε. + + (Ωδή) + + Αφρόπλαστη Γαλάτεια, τι μ' αποδιώχνεις έτσι + σαν το μοσχάρι πεταχτή, σκληρή σαν αγουρίδα, + και βγαίνεις έξω στη στεριά την ώρα που κοιμούμαι + και πας τρεχάτη στο γιαλό μόλις ξυπνώ ο καϊμένος + σαν προβατίνα που άξαφνα το γερολύκο βλέπει; + + Εγώ σε πρωταγάπησα, κόρη μου, σαν πρωτώρθες + θέλοντας με τη μάννα μου λαλέδες να μαζέψης + απ' το βουνό, κ' εγώ μπροστά σας έδειχνα τη στράτα. + Αχ! από τότε λαχταρώ και θέλω να σε βλέπω + και δεν μπορώ να κάνω αλλοιώς· μα δε σε νοιάζει εσένα. + + Ξέρω, χαριτωμένη μου, γιατί με φεύγεις έτσι· + γιατ' έχω φρύδι τριχωτό σ' όλο το μέτωπο μου + που αρχίζει απ' τώνα μου ταυτί και φθάνει ίσα με τάλλο + κ' έχω ένα μάτι μοναχά κάτ' απ' το φρύδι εκείνο, + και πέφτ' η μύτη μου πλατειά κατά το στόμ' απάνω. + + Μα μ' όλη μου την ασχημιά πρόβατα χίλια βόσκω, + κι αρμέγοντάς τα πίνω εγώ το πιο καλό τους γάλα· + και δε μου λείπει το τυρί μηδέ το καλοκαίρι + μηδέ και το φθινόπωρο μηδέ και το χειμώνα + κ' είνε τα τυροβόλια μου ολοχρονίς γεμάτα. + + Και τη φλογέρα παίζω εγώ καλλίτερ' απ' τους άλλους + τους Κυκλομμάτες που είν' εδώ· και παίζω τη φλογέρα + για σένανε, γλυκόμηλο, και για παρηγοριά μου + τη νύχτα τα μεσάνυχτα. Κ' έχω πολλά λαφάκια + με τραχηλίτσες στο λαιμό, και τέσσερ' αρκουδάκια. + Μα έλα μαζί μου στη στεριά κι ό,τ' έχω χάρισμά σου, + Τη γαλανή τη θάλασσα για τη στεριά παραίτα + και πιο γλυκά θε να περνάς τις νύκτες στη σπηληά μου. + Μπροστά σε τόσα πούχω 'γώ, ποιος με τη θέλησή του + θα προτιμάη τη θάλασσα την αφροκυματούσσα; + + Εκεί είνε δάφνες φουντωτές, κισσός σκοτεινιασμένος + και κυπαρίσσια λυγερά, εκεί είνε και ταμπέλι + που κάνει γλυκοστάφυλα, εκεί το κρύο νεράκι + που μου το στέλνει από ψηλά η δασωμένη η Αίτνα + βγαλμένο από τα χιόνια της, γάργαρο και δροσάτο. + + Κι αν σου φανώ και πιο δασύς απ' όσο πρέπει νάμαι, + έχω βελανιδόξυλα κ' έχω φωτιά στη στάχτη· + κ' εγώ για το χατήρι σου μέσ' στη φωτιά θα πέσω + κι ας χάσω πια και τη ζωή κι αυτό μου τώνα μάτι + που άλλο δεν έχω τίποτα γλυκύτερο στον κόσμο. + + Ωιμέ! που δε μ' εγέννησε με σπάραχνα η μητέρα, + νάπεφτα μέσ' στη θάλασσα να σου φιλώ το χέρι + αν δε σ' αρέση να φιλώ το γλυκερό σου στόμα· + κ' είτε με κρίνα κάτασπρα να σε φιλοδωρούσα + είτε με κοκκινόφυλλες κι ώμορφες παπαρούνες. + + Εκείνα καλοκαίρι ανθούν και τούτες το χειμώνα. + Όμως αν έρθη, κόρη μου, κάποιος καραβοκύρης + μαζί με το καράβι του, κολύμπι θε να μάθω + να κολυμπήσω και ναρθώ στης θάλασσας τα βύθη + να 'δώ τι βρίσκεις μέσα εκεί και τ' είνε που σ' ευφραίνει. + Έβγα, Γαλάτεια, στη στεριά και μείνε και ξεχάσου + όπως εδώ ξεχνάω κ' εγώ στο σπίτι να γυρίσω. + Έβγα να βόσκης πρόβατα μαζί μου στο λιβάδι, + ν' αρμέγης γάλα και μ' αυτό χλωρό τυρί να πήζης + μ' εκείνη την τραχειά πιτυά που θε να ρίχνης μέσα. + + Μένα μου φταίγ' η μάννα μου κ' εγώ μαζί της τάχω, + που ενώ με βλέπει πιο αχαμνό μέρα με την ημέρα, + ποτέ δε σου ξεστόμισε λόγο καλό για μένα. + Όμως κ' εγώ θε να της 'πώ τάχα πως μ' έχουν πιάσει + σπασμοί στα δυο ποδάρια μου και πόνοι στο κεφάλι, + για να την 'δώ να θλίβεται όπως θλιμμένος είμαι. + + Αι! Κυκλομμάτη, πού πετούν, πού πάν' τα λογικά σου; + Αν έπλεκες καλάθια εδώ κι αν μάζευες χορτάρι + και τώφερνες στα πρόβατα, πιο γνωστικός θε νάσουν. + Εκεί που φθάνεις άπλωνε· τι κυνηγάς του κάκου + αυτά που φεύγουν άπιαστα και χάνοντ' απ' ομπρός σου; + Θα βρης άλλη Γαλάτεια και πιο ώμορφη από κείνη. + + Πολλές κοπέλλες με καλούν να παίζω με τη νύκτα + κι όλες αυτές γλυκογελούν αν τις καλοκυττάξω. + Αυτό μου δείχνει πως κ' εγώ κάτι στον κόσμο θάμαι. + + Έτσι ο Πολύφημος αυτός τον έρωτα περνούσε + με τα γλυκά τραγούδια του· κ' ήταν πιο κερδισμένος + παρά αν ζητούσε γιατρειά ξοδεύοντας χρυσάφι. + + + +ΚΥΝΙΣΚΑΣ ΕΡΩΣ Ή ΘΥΩΝΙΧΟΣ + + + +ΑΙΣΧΙΝΗΣ + Ώρα καλή, Θυώνιχε. + +ΘΥΩΝΙΧΟΣ + Ώρα καλή σου, Αισχίνη. + +ΑΙΣΧΙΝΗΣ + Είχες πολύν καιρό ναρθής. + +ΘΥΩΝΙΧΟΣ + Πολύν καιρό; τι τρέχει; + +ΑΙΣΧΙΝΗΣ + Δεν τα πηγαίνομε καλά. + +ΘΥΩΝΙΧΟΣ + Λιπόσαρκο σε βρίσκω, + και τα μαλλιά σου αχτένιστα και το μακρύ μουστάκι. + Τέτοιος μας ήρθε μια φορά κάποιος του Πυθαγόρα, + χλωμός, χλωμός, ξυπόλυτος· μας έλεγε πως ήταν + απ' την Αθήνα. Κ' ήταν δα κι αυτός ερωτευμένος, + όμως, θαρρώ, με το φαΐ. + +ΑΙΣΧΙΝΗΣ + Εσύ μου χωρατεύεις, + μα έμεναν' η Κυνίσκη μου με βρίζει τον καϊμένο + και μούρχεται να τρελλαθώ. + +ΘΥΩΝΙΧΟΣ + Έτσ' ήσουν πάντα, Αισχίνη, + θυμώνεις κι αφαρπάζεσαι καλά του καθουμένου + κι όλα τα θες όποτε θες. Μα πες μου, τι καινούργιο; + +ΑΙΣΧΙΝΗΣ + Ο Αργείος κ' εγώ κι ο Θεσσαλός ο καβαλλάρης Άπις + κι ο στρατιώτης Κλεύνικος ετρώγαμε στο σπίτι. + Τους είχα σφάξει δυο πουλιά και χοίρο του γαλάτου, + είχα κι ανοίξει βίβλινο κρασί τεσσάρων χρόνων + πούλεγες μόλις τώφεραν από το πατητήρι. + Εκεί που εσιγοπίναμε μας ήρθε και να πιούμε + καθένας κάποιου στην υγειά και να τον νοματίση. + Εμείς, όπως και τώπαμε, λέγαμε τώνομά του· + μα εκείνη δε μας τώλεγε, τ' ήμουν εγώ κοντά της. + Φαντάζεσαι τη θέση μου και τ' είχα μέσ' στο νου μου; — + Δε θα μας 'πής, τι σώπασες; μαν είδες κάνα λύκο; + της είπε κάποιος παίζοντας. + — Το βρήκες, τούπ' εκείνη· + κι άναψε κ' εκοκκίνισε τόσο, που απ' τη θωριά της + λύχνο μπορούσες ν' άναβες. Ξέρεις ποιος είν' ο Λύκος; + Αυτός ο Λύκος είν' ο γυιός του γείτονα του Λάβα, + ψηλός και καλοκάμωτος και σε πολλούς αρέσει. + Για κείνου εκεί τον έρωτα λιγώνετ' η Κυνίσκη. + Άκουσα κάποτε κ' εγώ γι' αυτό να ψιθυρίζουν, + μάκανα πως δεν τάκουσα, χωρίς να το ξετάσω· + ντρεπόμουνα τα γένεια μου έτσι σαν άντρας πούμαι. + Κ' εκεί πούμαστ' οι τέσσερης κουτούκι στο μεθύσι, + ο Θεσσαλός με πονηριά και για να με πειράξη, + άρχισε να μας τραγουδή του Λύκου το τραγούδι, + τραγούδι αυτό θεσσαλικό· ξάφνω η Κυνίσκη τότε + αρχίνησε τα κλάμματα κ' έκλαιγε τόσο, τόσο + όσο ποτέ δε θάκλαιγεν έξη χρονών κορίτσι + που επιθυμεί και λαχταρά την αγκαλιά της μάννας. + Όταν την είδα εθύμωσα, με ξέρεις πως θυμώνω, + και δυο γροθιές της έδωκα στα δυο της τα μηλίγγια + κι αυτή τα πέπλα ανάσυρε κι απ' το σκαμνί εσηκώθη. + «Κακούργα, δε σ' αρέσω εγώ, άλλον ποθεί η καρδιά σου· + »σύρε και χαϊδολόγα τον. Γι' αυτόν τα δάκρυα χύνεις». + Χύθηκ' ευθύς ακράτητη κ' εβγήκε από την πόρτα, + πιο γρήγορη, πιο πεταχτή κι από τη χελιδόνα, + που πηγαινώρχεται, τροφή να φέρη στα πουλιά της. + Κ' έφυγε' πιάσ' ταμπέλια της που λέει κ' η παροιμία. + Δυο μήνες τώρα πέρασαν που δεν την ξαναείδα + κι άφησα γένεια μακρυά σαν νάμουν απ' τη Θράκη. + Ο Λύκος τώρα είνε γι' αυτήν όλο το παν, στο Λύκο + τη νύκτα τα μεσάνυκτα την πόρτα της ανοίγει, + και μένα με καταφρονεί σαν νάμουν Μεγαρίτης + κι ούτε με συλλογίζεται κι ούτε με λογαριάζει. + Κι αν ημπορούσα δα κ' εγώ να την καταφρονέσω, + καθόλου δε θα μ' έμελε κι όλα καλά θε νάταν. + Μα εγώ είμαι στην αγάπη της πιστάγκωνα δεμένος + και μήτε βρίσκω γιατρικό στον άτυχο έρωτά μου. + Ξέρω πως όταν άλλοτε κι ο συνομήλικός μου + ο Σίμος ερωτεύτηκε μια τέτοια ψεύτρα κόρη, + ταξίδεψε στην ξενιτειά και γιατρεμμένος ήρθε. + Θα πάω κ' εγώ στην ξενιτειά· δε λέω πως θάμαι πρώτος, + μα δε θε νάμαι και στερνός μέσ' στους πολεμιστάδες. + +ΘΥΩΝΙΧΟΣ + Άμποτε αυτά που επιθυμείς όπως τα θες να γίνουν. + Μ' αν όμως σώνει και καλά ποθής να ταξιδέψης, + στον Πτολεμαίο πήγαινε στρατιώτης να δουλέψης. + Είν' ανοιχτόκαρδος, καλός κ' ευγενικός στους τρόπους, + τη χάρη δεν τη λησμονεί, τις τέχνες προστατεύει, + ξέρει και ποιος τον αγαπά, ποιος θέλει το κακό του, + δίνει πολλά και σε πολλούς κι ούτε ποτέ του αρνιέται, + να δώση σ' όποιον του ζητά, σαν βασιλιάς οπούνε, + φθάνει να ξέρουν μοναχά τι πρέπει να ζητήσουν. + Αν θες λοιπόν ν' αρματωθής, πολεμιστής να γένης + κι αν σου βαστούν τα πόδια σου να περπατής μ' ασπίδα, + σύρε μιαν ώρ' αρχήτερα στην Αίγυπτο. Τα χρόνια + τασπρίζουν τα μηλίγγια μας κ' η ασπράδ' αγάλια-αγάλια + από τα δυο μηλίγγια μας στα γένεια κατεβαίνει. + Ό,τι μπορούμε ας κάνωμε όσο βαστούν τα πόδια. + + + +ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ Ή ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ + + + +ΓΟΡΓΩ + Εδώ είν' η Πραξινόη; + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Εδώ. Πολύν καιρό είχες νάρθης. + Πώς ήταν τούτο το καλό; Κάθισμα φέρε, Ευνόη, + και βάλε και προσκέφαλο. + +ΓΟΡΓΩ + Ωραία! + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Κάθισε τώρα. + +ΓΟΡΓΩ + Τι τράβηξα ως που νάρθω εδώ! πώς γλύτωσα δεν ξέρω. + Τι κόσμος και τι άμαξες! ένα σωρό στρατιώτες· + όπου κι αν στρέψης για να 'δής, παντού χλαμύδες βλέπεις. + Κι ο δρόμος είν' ατελείωτος και το δικό σου σπίτι + ώρες μακρυά απ' το σπίτι μου. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Έτσ' ήθελε ο τρελλός μου + εδώ στα πέρατα της γης ναρθή φωλιά να πιάση, + γιατί δεν είνε σπίτι αυτό· κι αυτό, μόνο και μόνο + για να μην είμαστε κοντά στη γειτονιά την ίδια. + Πάντα του τέτοιος, φθονερός, παράξενος, γρυνιάρης. + +ΓΟΡΓΩ + Δεν πρέπει για τον άντρα σου να λες αυτά τα λόγια + μπρος στο μικρό. Για κύτταξε, καλέ, πώς σε κυττάζει. + Έννοια σου, Ζωπυρίων μου, δεν λέει για τον παπάκη. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Πώς νοιώθει, αλήθεια το μικρό! — Καλός είν' ο παπάκης. + Εκείνος ο κρεμανταλάς (ας λέμε πάντα εκείνος) + πήγε να πάρη κάποτε σαπούνι και φκυασίδι, + κ' ενώ ξεκίνησε γι' αυτά, μου γύρισε μ' αλάτι. + +ΓΟΡΓΩ + Ίδιος είνε κι ο άντρας μου ο Διοκλείδης, ίδιος· + άδικα και παράλογα τα χρήματα ξοδεύει. + Πέταξ' εχθές εφτά δραχμές τάχα μαλλί να πάρη + κι αγόρασε μαδήματα βρώμικα και σκυλλίσια + και πέντε στοίβες έφερε. Μα σήκω τώρα πάμε· + πάρε το πανωφόρι σου και ταπαλό σου πέπλο + και στο παλάτι ας τρέξουμε του πλούσιου Πτολεμαίου, + να 'δούμ' εκεί τον Άδωνι. Λένε πως πανηγύρι + μεγάλο η βασίλισσα γι' αυτόν έχει ετοιμάσει. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Ο πλούσιος όλα πλούσια τα κάνει. Τι χαρά μου! + Θάχω να λέω ένα σωρό σ' αυτούς που δε θα πάνε. + +ΓΟΡΓΩ + Καιρός να ξεκινήσουμε, καλή μου Πραξινόη. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Όσοι δεν έχουνε δουλειά, έχουνε πάντα σχόλη. + Φέρε μου τώρα να πλυθώ, Ευνόη εσύ ακαμάτρα, + που σαν τις γάττες πάντοτε σ' αρέσει το ραχάτι. + Κουνήσου, φέρ' ευθύς νερό. Κύττα, σαπούνι φέρνει. + Ας είνε, δος μου το κι αυτό. Μα πρόσεχε, καϊμένη! + μη χύνης δα τόσο νερό, βρέχεις το φόρεμά μου. + Φθάνει. Ποτέ δε νίφτηκα τόσο καλά, ποτέ μου. + Και της κασέλλας το κλειδί που νάνε; φέρε μου το. + +ΓΟΡΓΩ + Ετούτο σου το φόρεμα με τις πολλές τις δίπλες + σου πάει, αλήθεια, μια χαρά. Πόσο να σου κοστίζη + το ύφασμα; + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Μην τα ρωτάς, Γοργώ μου· μου κοστίζει + απάνω από εκατό δραχμές, χωρίς να λογαριάσω + τους κόπους για το ράψιμο. + +ΓΟΡΓΩ + Θάσ' ευχαριστημένη. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Πάρα πολύ. Φέρε μου πια το πανωφόρι, Ευνόη, + και βάλε μου το σκιάδι μου με χάρη στο κεφάλι. + Παιδί μου, δε θαρθής μαζί, κάθισ' εδώ, χρυσό μου, + είνε χιλιάδες άλογα κ' είν' ο μπαμπούλας έξω + και τα δαγκώνει τα παιδιά. Κλαίγε όσο θέλεις τώρα· + εγώ δε θέλω να σε 'δώ να μου κουτσαίνης. Πάμε. + Πάρε, Φρυγία, το παιδί, βάλε τη σκύλλα μέσα + και κλείσε την οξώπορτα. — Θεέ μου, τι κόσμος πούνε! + Πώς θα περάσωμε, καλέ, μέσ' από τόσο πλήθος; + θαρρείς μερμήγκια αμέτρητα χιλιάδες και χιλιάδες. + Πόσα καλά μας έκανεν ο Πτολεμαίος αφότου + πέθανεν ο πατέρας του! Κανείς ληστής δεν πιάνει + στο δρόμο τους διαβάτες πια· κανένας από κείνους + που πλάνευαν με ψεύτικα και κλέφτικα παιγνίδια. + Γοργώ μου, τι θα γίνωμε; πώπω τι κόσμος πούνε! + Να τάλογα του βασιλιά. Κύττα μη με πατήσης, + φίλε μου συ. Σηκώθηκε στα πισινά ποδάρια + αυτό το κόκκιν' άλογο' για 'δές τι άγριο πούνε! + Ευνόη, δε φυλάγεσαι; Αλλοί που το κρατάει! + θα τον τσαλαπατήση εκεί. Αλήθεια, τι καλά μου + που δεν επήρα το μικρό και τάφησα στο σπίτι! + +ΓΟΡΓΩ + Αι! Πραξινόη, ησύχασε, είμαστε πίσω τώρα, + τάλογα πέρασαν εμπρός. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Ανάσανα. Δεν ξέρεις + πόσο φοβούμαι από μικρή τάλογο και το φίδι. + Δεν πάμε γρηγορώτερα; θα μας στρημώξη ο κόσμος. + +ΓΟΡΓΩ (πρός τινα γραίαν) + Απ' το παλάτι έρχεσαι, κυρούλα; + +ΓΡΑΥΣ + Ναι, παιδιά μου. + +ΓΟΡΓΩ + Είν' εύκολο να 'μπούμ' εκεί; + +ΓΡΑΥΣ + Πανώρηα μου κοράσια, + οι Αχαιοί εδοκίμασαν κ' εμπήκαν στην Τρωάδα. + Καθένας δοκιμάζοντας όλα τα κατορθώνει. + +ΓΟΡΓΩ + Χρησμούς μας είπεν η γρηά κ' επήγε στο καλό της. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Και τι δεν ξέρουν, μα και τι δεν ξέρουν οι γυναίκες! + ως και το πώς επήρε ο Ζευς την Ήρα για γυναίκα. + +ΓΟΡΓΩ + Για κύττα, Πραξινόη, εκεί στου παλατιού τις πόρτες + τι κόσμος που στρημώνεται. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Δος μου, Γοργώ, το χέρι· + και συ το χέρι να κρατής της Ευτυχίας, Ευνόη, + και πρόσεχε να μη χαθής. Όλες μαζί να μπούμε· + Ευνόη, κοντά μας πάντοτε. Αλλοίμονο, Γοργώ μου, + μου ξέσχισαν το φόρεμα. Πρόσεχε συ, καϊμένε, + το πανωφόρι μου. + +ΞΕΝΟΣ + Κυρά, τι θέλεις να σου κάνω; + μήπως είνε στο χέρι μου; όσο μπορώ, προσέχω. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Καλέ, τι κόσμος είν' αυτός; σπρώχνονται σαν τους χοίρους. + +ΞΕΝΟΣ + Κυρά μου, μη φοβάσαι πια· καλά είμαστ' εδώ πέρα. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Πάντα καλά νάσαι και συ και πάντα καλό νάχης + που αληθινά με νοιάζεσαι και με φροντίζεις τόσο. + Είσαι καλός και σπλαχνικός. Στρημώνετ' η Ευνόη + μέσα στο πλήθος το πολύ· εμπρός, Ευνόη, σπρώξε, + σπρώξε και συ. Πολύ καλά. Τέλειωσε. Όλες μέσα· + όπως θε νάλεγε κι αυτός που κλει τη νύφη απόξω. + +ΓΟΡΓΩ + Για κύττα αυτά τα υφάσματα τα υφαντοκεντημένα, + για κύττα τι ψιλοδουλειά και πόση χάρην έχουν + λες κ' έχουν γίνει για θεούς. + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Χαρά στα χέρια εκείνα + που τάφαιναν μ' υπομονή! Χαρά στους τους ζωγράφους + πούκαναν τέτοιες ζωγραφιές κ' έτσι χωρίς ψεγάδι. + Στέκονται κι αναδεύονται σαν νάχουν ζωντανέψει, + σαν νάχουν μέσα τους ψυχή κι όχι σαν υφασμένα. + Και τι δεν κάνει ο άνθρωπος και τι δεν κατορθώνει! + Για κύτταξε τον Άδωνι το μυριαγαπημένο, + που πεθαμμένος και νεκρός στον Άδην αγαπιέται, + κύτταξε πώς ξαπλώνεται σ' έν' αργυρό κρεββάτι + μέσα στην πρώτη νιότη του, στο πρώτο χνούδωμά του. + +ΕΤΕΡΟΣ ΞΕΝΟΣ + Εσείς πια δεν θα πάψετε, μωρόλογες τρυγόνες, + που με παπίσια προφορά πλαταίνετε τα λόγια; + +ΠΡΑΞΙΝΟΗ + Μπα! που ξεφύτρωσεν αυτός; Και τι σε μέλει εσένα + αν φλύαρες είμαστ' εμείς; τους σκλάβους να προστάζης. + Γυναίκες που γεννήθηκαν μέσα στις Συρακούσες + δεν παίρνουν από προσταγές. Μάθε και τούτο ακόμα, + πως μέσ' από την Κόρινθον είν' η καταγωγή μας + με το Βελλεροφόντη· εκεί τα δωρικά μιλούνε + κ' εμείς μιλούμε δωρικά κ' είνε δικαίωμά μας. + Έναν αυφέντη μοναχά γνωρίζομε στον κόσμο, + εσένα δε σε σκιάζομαι μηδέ σε λογαριάζω. + +ΓΟΡΓΩ + Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα + η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας, + εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι. + Κάτι καλό θε να μας 'πή· να, τη φωνή ακονίζει. + +ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ + Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος + και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη· + πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο, + μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνί σου οι Ώρες· + αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους, + που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν. + + Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη, + τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει, + σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία· + κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη, + για χάρη σου, ώ ξακουστή και πολυλατρευμένη, + πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει. + Ολόγυρά του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων + κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια + και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία. + Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες + με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι + κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι· + κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του. + + Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει· + νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν, + σαν ταηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε + και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι. + + Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους + που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία· + για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο. + Τώρα θα 'πή κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πή η Σάμος: + «Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυο κρεββάτια.» + Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη. + Μα δεν κεντούν το φίλημα ταχνούδωτά του χείλια. + + Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα· + κ' εμείς ας τόνε φέρωμε, πριν καλοξημερώση, + με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω, + κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια, + όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι. + + «Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους + »που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο. + »Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων, + «μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ + »ο πρώτος απ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη, + »μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος + »που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα, + »μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι + »του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι + »και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος, + »μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη. + »Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι + »και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος. + »Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.» + +ΓΟΡΓΩ + Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη; + Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει + κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της. + Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι. + Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του + κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη. + Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης + χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης. + + + +ΧΑΡΙΤΕΣ Ή ΙΕΡΩΝ + + + + Πάντοτ' οι κόρες του Διός υμνούν τους αθανάτους + και πάντα υμνούν οι ποιηταί τη δόξα των ηρώων. + Θεές οι Μούσες τους θεούς να τραγουδούνε πρέπει, + άνθρωποι εμείς και πρέπει μας να τραγουδούμε ανθρώπους. + Μα ποιος απ' όσους κατοικούν κάτω απ' το φως του ήλιου + τις χάριτές μας δέχεται μ' ολάνοικτες αγκάλες + και δεν τις αποδιώχνει ευθύς δίχως κανένα δώρο + Κι αυτές με φρύδια σουφρωτά και με γυμνά τα πόδια + ξαναγυρίζουν σπίτι μας και μας παραπονιούνται + πως άδικα τις στείλαμε να κάνουν τόσο δρόμο. + Κι όταν ξαναγυρίζουνε δίχως κανένα κέρδος, + κρύβονται πάλιν οκνηρές μέσ' σταδειανό κουτί των + και στα ψυχρά των γόνατα στηρίζουν το κεφάλι. + Ποιος είν' εκείνος σήμερα ο τόσο ανοιχτοχέρης + που θα δεχθή τους ύμνους μας και θα μας δείξη αγάπη; + Δεν ξέρω· οι άντρες σήμερα δε λαχταρούν επαίνους + γι' ανδραγαθίες κι αρετές όπως στα πρώτα χρόνια, + μα νοιάζονται και κόβονται χρήματα να κερδίσουν. + Καθένας με τα χέρια του στον κόρφο του χωμένα + κυττάζει ολόγυρα να 'δή πούθε το χρήμα θάρθη + και μήτε ταποτρίμματα στέργει να δώση σ' άλλους, + και λέει: «καθένας μας εδώ κυττάει τον εαυτό του + »κ' εγώ κυττάζω όσο μπορώ πειότερα ν' αποκτήσω· + »πάντα φροντίζουν οι θεοί για τους τραγουδιστάδες. + »Κ' έπειτα, ποιόν νακούσωμε; Ο Όμηρος φθάνει για όλους. + »Για μένα πιο καλός, αυτός που χρήμα δε μου παίρνει.» + + Τρελλοί, τι κέρδος απ' το βιος πούνε βαθιά κρυμμένο; + κανένα. Αυτός που επιθυμεί να 'δή καλό απ' το βιος του, + μέρος σκορπά για λόγου του και μέρος για τη φτώχεια, + κάνει καλό σε συγγενείς, κάνει καλό και σ' άλλους + και κάνει και συχνές-πυκνές για τους θεούς θυσίες + κ' είνε το σπίτι του ανοιχτό και καλοδέχετ' όλους + και στο τραπέζι τους καλεί με προθυμιά μεγάλη + και φεύγουν όταν θέλουνε και τους ξεπροβοδώνει· + κι απ' όλους περισσότερο τιμάει τους ποιητάς μας + αν θέλη και παινέματα ν' ακούση όταν πεθάνη + και να μην κλαίη αδόξαστος μέσα στον κρύο τον Άδη, + σαν το φτωχό το δουλευτή και τον ερημοσπίτη + πούχουν οι απαλάμες του κάλους απ' το σκερπάνι. + Πολλοί που σκλάβοι εδούλευαν στου Αντίοχου τα χωράφια + και στα χωράφια άλλοι πολλοί του βασιλιά του Αλεύα + επαίρνανε προμήθειες για ολόκληρο το μήνα· + πολλά μοσχάρια και πολλές καλόθρεφτες γελάδες + εγύριζαν με μουγκρυτά στων Σκοπαδών τις στάνες· + κοπάδια αρνιά των Κρεωνδών έβοσκαν στα λιβάδια, + των Κρεωνδών που εδέχονταν φιλόξενα τους ξένους· + μα απ' όλα αυτά τι κέρδισαν, τι πήρανε μαζί των, + όταν ο Χάρος ο σκληρός στη βάρκα του τους πήρε; + λησμονημένοι θάμεναν και ξεχασμένοι πάντα + αν δεν τους έκανε γνωστούς και ξακουστούς στον κόσμο + η αιολική πολύχορδη του Σιμωνίδη λύρα· + μα κι άλογα γοργόποδα δοξάστηκαν κ' εκείνα + που απ' τους αγώνας έφερναν της νίκης τα στεφάνια. + Ποιος της Λυκίας τους ήρωας, τον Κύκνο από το χρώμα + και ποιος τους γυιούς του Πρίαμου θα γνώριζεν ωστόσο + αν δεν υμνούσαν ποιηταί τους παλαιούς πολέμους; + Ούτ' ο Οδυσσεύς που εγύριζε χαμένος δέκα χρόνια + και στα στερνά και ζωντανός κατέβηκε στον Άδη + κ' εξέφυγε κι απ' τη σπηληά του άγριου Κυκλομμάτη, + μα κι ούτε κι ο χοιροβοσκός ο Εύμαιος, κι ο βουκόλος + Φιλοίτιος, ούτε κι αυτός ο ηρωικός Λαέρτης + θε νάχαν την πολύχρονη και την τρανή των δόξα + αν δεν τους αποθέωναν του Ομήρου τα τραγούδια. + + Μόνον οι Μούσες φέρνουνε τη δόξα στους ανθρώπους, + και τα πολλά τα χρήματα, που οι πεθαμμένοι αφήνουν, + τα τρώνε και τα χαίρονται όσοι απομένουν πίσω. + Μ' αν θέλης το φιλάργυρο να τόνε μεταλλάξης + είνε σαν να σου πέρασε να πας στο περιγιάλι + και να μετράς τα κύματα που στέλνει εκεί ο αγέρας, + ή σαν να θες με το νερό ν' ασπρίση η μαύρη πέτρα. + Μακρυά από με ο φιλάργυρος με το πολύ το βιος του + κι ας λαχταρά κι ας δέρνεται για να συνάξη κι άλλο· + εγώ το βιος δεν το ποθώ, μα προτιμώ και θέλω + του κόσμου την υπόληψη, του κόσμου την αγάπη. + Με τη βοήθεια των Μουσών ψάχνω να βρω τον άντρα + που να ταξίζη να του 'πώ παινετικά τραγούδια· + γιατ' είνε δύσκολο πολύ τέτοιους ανθρώπους ναύρης + χωρίς τις κόρες του Διός που γνωστικά λογιάζει. + Ακόμα δεν απόκαμεν ο ουρανός γυρνώντας + να σέρνη και να φέρνη εδώ τους μήνες και τους χρόνους· + πολλά θα σύρουν άρματα τάλογα τα βαρβάτα· + και θα φανή κι ο νικητής που ωδή θε να του πλέξω· + και θάν' οι νίκες του τρανές σαν του Αχιλλέως τις νίκες + ή σαν τις νίκες του Αίαντος πέρα στην πεδιάδα + πούν' ο Σιμόεις ποταμός, πούνε κι ο τάφος του Ίλου. + Από τα τώρα οι Φοίνικες άρχισαν να τον τρέμουν, + οι Φοίνικες που κατοικούν στην άκρη της Λιβύας + στη χώρα την απλόστρωτη κατά τη δύση του ήλιου. + Οι Συρακούσιοι κρατούν τα δόρατά τους τώρα + κ' οι ασπίδες από ξύλο ιτιάς τα χέρια τους βαραίνουν. + Ανάμεσα σ' όλους αυτούς περήφανος ο Ιέρων + σαν τους αρχαίους ήρωας αρματωμένος είνε· + την περικεφαλαία του τρίχες αλόγου ησκιώνουν. + Πατέρα Δία, κι Αθηνά θεά, και Περσεφόνη + όπου με τη μητέρα σου μαζί σας έχει λάχει + η πλούσια και πολύκαρπη των Εφυραίων χώρα, + είθε από τούτο το νησί κακήν κακώς να φύγουν + οι εχθροί, κι όσοι γλυτώσουνε, το μήνυμα του ολέθρου + να φέρουν στην πατρίδα των και σ' όλους τους 'δικούς των· + κ' οι χώρες μας που οι βάρβαροι τις έχουνε ρημάξει + σαν μάννες να καλοδεχτούν και πάλι τα παιδιά των + ναρχίσουν να δουλεύωνται τα έρημα χωράφια· + καλοθρεμμένα πρόβατα στους κάμπους να βελάζουν + τα βώδια να γυρίζουνε το βραδυνό στις στάνες + στον οδοιπόρο δείχνοντας το βήμα του να βιάση· + ταλέτρι για το σπόρισμα τη γη να ξανανιώνη, + μέσ' στον καιρό που ο τζίτζικας, κρυμμένος στακροκλώνια + να μην τον εύρουν οι βοσκοί, δεν παύει το τραγούδι· + ναπλώνουν γύρω στάρματα τα υφάδια των οι αράχνες + κι ο πόλεμος να ξεχαστή και τώνομά του ακόμα· + οι ωδές να φέρουν άφταστη του Ιέρωνος τη δόξα + πέρα και πέρα, πιο μακρυά κι απ' της Σκυθίας τον πόντο, + στα κάστρα που η Σεμίραμις με πίσσα τάχει στρώσει + και μέσα εκεί εβασίλευε — κάστρα πλατιά, μεγάλα. + Δεν είμαι μόνος μου, πολλούς οι Μούσες αγαπούνε + κι όλοι μας στην Αρέθουσα θα πλέξωμε τραγούδια, + θα πλέξωμ' ύμνους στο λαό, στου Ιέρωνος τις νίκες. + Ω Χάριτες του Ετεοκλή, Χάριτες, που αγαπάτε + τον ξακουσμένο Ορχομενό κάποτ' εχθρό της Θήβας, + εγώ δεν πάω ακάλεστος, μα σ' όσους με καλέσουν, + παίρνω τις Μούσες συντροφιά και θαρρετά θα δράμω. + Όμως και σας, ω Χάριτες, μαζί μου θα σας πάρω, + γιατί χωρίς τις Χάριτες τίποτε δεν αρέσει. + Άμποτε, Χάριτες, εγώ πάντα μαζί σας νάμαι. + + + +ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΝ + + + + Αρχή και τέλος της ωδής ο Ζευς ας είνε, ω Μούσαι, + όταν στον πρώτο απ' τους θεούς πλέκωμ' εμείς τραγούδια· + κι ο Πτολεμαίος που δείχνεται πρώτος μέσ' στους ανθρώπους + κι αυτός ας είνε στην αρχή, στη μέση και στο τέλος. + Οι ήρωες που γεννήθηκαν από τους ημιθέους + σοφούς ευρήκαν ποιητάς στ' ανδραγαθήματά των· + κ' εγώ, που ξέρω να επαινώ, τον Πτολεμαίο θα ψάλω· + γιατί τους ύμνους κ' οι θεοί τους έχουν για καμάρι. + Καθώς μέσ' σε βαθήσκιωτο, πυκνόδεντρο λαγκάδι + ο ξυλοκόπος πούρχεται δεν ξέρει πού ναρχίση, + έτσι δεν ξέρω μηδ' εγώ τι να πρωτοδιαλέξω + απ' όσα έδωκαν οι θεοί στο βασιλέα εκείνο. + + Ο ξακουστός πατέρας του, ο Πτολεμαίος του Λάγου, + δείχνονταν πάντοτ' άξιος έργα τρανά να κάνη, + που μήτε να τα στοχασθούν οι άλλοι δεν μπορούσαν. + Εκείνος αξιώθηκεν αθάνατος να γίνη + και στα παλάτια του Διός θρόνος χρυσός του εστήθη. + Στο πλάγι του ο Αλέξανδρος που οι Πέρσαι τόνε τρέμουν· + αντίκρυ, στέρεος και γερός, διαμαντοκαμωμένος + στέκετ'ο θρόνος του Ηρακλή του αντρείου κενταυροφόνου· + εκεί κ' εκείνος χαίρεται μ' όλους μαζί τους άλλους + το φαγοπότι των θεών, και μυριοκαμαρώνει + ταγγόνια του, που απόσβησεν ο Ζευς τα γηρατειά των + κ' εγίνηκαν αθάνατοι οι απόγονοι του εκείνοι. + Γιατ' η γενιά των και των δυο κρατά απ' τον Ηρακλείδη + και φθάνει λογαριάζοντας ως το στερνό Ηρακλέα. + Όταν χορτάση πίνοντας το μυρωδάτο νέκταρ + κ' έρχεται στης γυναίκας του να γύρη την αγκάλη, + στον ένα τη φάρετρά του δίνει και το δοξάρι, + στον άλλο δίνει το βαρύ με ρόζους ρόπαλό του. + Κι αυτοί, κρατώντας τάρματα, τον φέρνουνε κ' οι δυο των + το γυιό του Δία στην κάμαρα της ασπροπόδας Ήβης. + + Η Βερενίκη ανάλαμπε στις φρόνιμες γυναίκες + κ' ήταν ασύγκριτη τιμή και δόξα στους γονιούς της. + Τον κόρφο εκείνης η θεά της Κύπρου η Αφροδίτη + εχάιδεψε με ταπαλά και λυγερά της χέρια· + γι' αυτό και δεν αγάπησε, κατά πως λένε, τόσο + κανένας τη γυναίκα του, όσον ο Πτολεμαίος. + Όμως ακόμα πιο πολύ τον αγαπούσ' εκείνη· + έτσι, κι όταν επήγαινε στην κλίνη της μ' αγάπη, + εμπιστευόταν θαρρετά το θρόνο του στους γυιούς του. + Σε ξένους άντρες πάει ο νους της άπιστης γυναίκας· + κι αν είν' οι γέννες της πολλές και γόνιμη είν' εκείνη, + μα τα παιδιά της δεν μπορούν να μοιάζουν του πατέρα, + Εσύ, Αφροδίτη, η πιο ώμορφη μέσ' στις θεές του Ολύμπου, + εσύ την επροστάτευες και μήτε την αφήκες + το θλιβερό τον ποταμό του Χάρου να περάση· + μα βιαστικά την άρπαξες πριν φτάση να πατήση + στη βάρκα την κατάμαυρη που σέρνει πεθαμμένους, + και στο 'δικό σου το ναό την έβαλες για πάντα + κι απ' τις 'δικές σου τις τιμές έδωκες και σ' εκείνη. + Από 'κει μέσα, σπλαχνική, χαρίζει στους ανθρώπους + γλυκειές αγάπες, διώχνοντας τις πικραμμένες έννοιες. + + Με τον Τυδέα εγέννησεν η μαυροφρύδα Αργεία + τον Καλυδώνιον ήρωα τον τρομερό Διομήδη, + με τον Πηλέα εγέννησεν η βαθοκόρφα Θέτις + τον Αχιλλέα, τον ξακουστό και πρώτο στο κοντάρι, + με Πτολεμαίο το μαχητή το μαχητήν εσένα + η Βερενίκη η ζηλευτή γέννησε, Πτολεμαίε. + Εσένα η Κέα, νιογέννητο, μόλις το φως πρωτώδες, + σ' επήρε απ' τη μητέρα σου, σ' ανάθρεψεν εκείνη. + Γιατί στην Κέα ανάνοιωσε της γέννας της τους πόνους + κι απ' την Ειλείθυια ζήτησε βοήθεια η Βερενίκη· + κ' η Ειλείθυια παράστεκε κι αλάφρωνε τους πόνους + και το παιδί γεννήθηκεν ίδιο με τον πατέρα. + Κ' έκραξ' η Κέα χαρούμενη μόλις το βρέφος είδε + και φιλικά το χάιδεψε και τέτοια λόγια τούπε: + «Όλ' η ζωή σου τυχερή κ' ευτυχισμένη νάνε + »κ' η γέννησή σου εμένανε τόσο να με τιμήση + »όσο τη Δήλο ετίμησεν η γέννηση του Φοίβου· + »και τόσο και τον Τρίοπο το λόφο να τιμήση + [τιμώντας και τους Δωριείς που γειτονεύουν πλάι] + όσο τη Ρήνεια αγάπησεν ο βασιλιάς ο Απόλλων», + + Έτσ' είπ' εκείνο το νησί' κ' εκεί ψηλά στα νέφη + έκρωξε τότε τρεις φορές ένας αϊτός μεγάλος. + Του Δία ήταν σημάδι αυτό. Πάντοτ' ο Ζευς φροντίζει + για κάθε βασιλιά καλό· στον πιο καλόν απ' όλους, + μόλις γεννιέται, ευθύς ο Ζευς τέτοια σημάδια δείχνει. + Γι' αυτό και τον ακολουθεί του πλούτου η ευτυχία + και βασιλεύει σε στεριά και θάλασσα μεγάλη. + Χιλιάδες χώρες και λαοί χιλιάδες και χιλιάδες + δουλεύουν τη σπαρμένη γη κι ο Ζευς τήνε ποτίζει· + μα σαν αυτή την Αίγυπτο, που πλημμυρίζει ο Νείλος, + κι ο Νείλος πλημμυρίζοντας το χώμα μαλακώνει, + τόσο καλή και καρπερή καμμιά άλλη γη δεν είνε. + Ούτ' έχει κι άλλος βασιλιάς τόσες δουλεύτρες χώρες, + χιλιάδες αλογάριαστες, απάνω από τρακόσες, + όπως ο μεγαλόπρεπος εκείνος Πτολεμαίος. + Κ' είνε 'δικό του το πολύ το μέρος της Φοινίκης + και της Συρίας το πιο πολύ, μα και της Αραβίας + και της Λιβύας το πειότερο και της Αιθιοπίας. + Κ' οι Πάμφυλοι κ' οι Κίλικες, τα παλληκάρια εκείνα, + κ' οι Κάρες οι πολεμικοί στις προσταγές του είν' όλοι + και τα Κυκλαδικά νησιά κι αυτά στις προσταγές του· + και τα λαμπρά καράβια του τον πόντον αρμενίζουν, + κι όλ' η στεριά κ' η θάλασσα, τα γάργαρα ποτάμια + τον Πτολεμαίο το βασιλιά για βασιλιά γνωρίζουν. + Και καβαλλάρηδες πολλοί κι ασπιδοφόροι τόσοι + τον τριγυρνούν, αστράφτοντας στα χάλκινα άρματά των. + Κι όλους και κάθε βασιλιά στα πλούτη ξαπερνάει· + τόσο το βιος από παντού μέρα με την ημέρα + στα πλούσια τα παλάτια του συνάζεται κι αυξαίνει. + + Μα κι ο λαός του ατάραχα κ' ειρηνικά δουλεύει. + Ποιος τάχα εχθρός απ' τη στεριά, διαβαίνοντας το Νείλο, + θε νάρθη μέσ' στις χώρες του να τις αναστατώση + και ποιος από τη θάλασσα θε νάβγη απ' το καράβι + και σαν εχθρός θε να ριχτή στων Αιγυπτίων τα βώδια, + ενόσω αυτές τις χώρες του φυλάει ο Πτολεμαίος + ο ξανθομάλλης βασιλιάς με την παλληκαριά του; + Κ' έχει την έννοια να κρατά και την κληρονομιά του + και σαν μεγάλος βασιλιάς να την αυξαίνη ακόμα. + Όμως δεν είνε ανώφελο το βιος όπου συνάζει + όπως το βιος που ακούραστα συνάζουν τα μερμήγκια (5). + Στους μεγαλόπρεπους ναούς δίνει πολύ απ' το βιος του + και με θυσίες παντοτινές και με χαρίσματα' άλλα. + Σε κάθε ανδρείο βασιλιά πλούτη πολλά χαρίζει, + χαρίζει και στις χώρες του και στους καλούς του φίλους. + Ούτ' ήρθε απ' του Διόνυσου τους ιερούς αγώνας + τραγουδιστής γλυκόφωνος, τεχνίτης στο τραγούδι + που να μην πήρε πληρωμή όση στην τέχνη αξίζει. + Τον τραγουδούν οι ποιηταί για όσα καλά τους κάνει. + Και τ' είνε πιο καλλίτερο στον πλούσιο τον άντρα + από τη δόξα την τρανή που οι Μούσες του χαρίζουν; + Εκείν' η δόξα πάντοτε μένει στους γυιούς του Ατρείδη· + ταμέτρητα τα λάφυρα που βρήκαν και που πήραν, + όταν το πόδι επάτησαν στου Πρίαμου τα παλάτια, + εκείνα τάκρυψεν η γη και δεν ξαναγυρίζουν. + + Ο Πτολεμαίος για σεβασμό στη μνήμη των γονιών του, + έκτισ' ευωδιαστούς ναούς για δόξα και τιμή τους + και με στολίδια ολόχρυσα, στολίδια ελεφαντένια + έχει γεμίσει τους ναούς, νάνε βοήθεια σ' όλους. + Κι όλο το χρόνο, στους βωμούς που φλογοκοκκινίζουν, + κάνει θυσίες από μεριά βωδιών καλοθρεμμένων + κ' εκείνος κ' η γυναίκα του· ευγενικιά γυναίκα, + που σαν αυτή τον άντρα της καμμιά δεν αγκαλιάζει, + γιατί τον έχει κι αδερφό γιατί τον έχει κι άντρα· + έτσι κι ο γάμος έγινε των δυο των αθανάτων + που η Ρέα τους εγέννησε για βασιλείς του Ολύμπου· + και στρώνει το κρεββάτι τους, του Δία και της Ήρας, + παρθένα η Ίρις, πλένοντας τα χέρια της με μύρα. + Ω Πτολεμαίε βασιλιά, χαίρε! εγώ και σένα + σε τραγουδώ όπως τραγουδώ τους άλλους ημιθέους, + κ' ελπίζω το τραγούδι μου παντοτινό να μείνη· + αυτήν εγώ την αρετή γυρεύω από το Δία. + + + +ΕΛΕΝΗΣ ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ + + + + Όταν ο γυιός ο πιο στερνός του Ατρέως, ο ξανθομάλλης + Μενέλαος, με την ώμορφη κι αγαπημένη Ελένη, + την κόρη του Τυνδάρεου, παντρεύτηκε στη Σπάρτη, + δώδεκ' ανθοστεφάνωτα κι απάρθενα κοράσια, + οι πρώτες και καλλίτερες στη χώρα αρχοντοπούλες, + έστησαν όλες το χορό κ' εχόρευαν αντάμα + απ' έξω από την κάμαρα τη μυριοστολισμένη. + Κ' έπλεκαν τα ποδάρια των και ρυθμικά εκροτούσαν + κι αντικροτούσε δυνατά κ' η κάμαρα του γάμου· + κι όλες ετραγουδούσανε κ έλεγαν τέτοια λόγια: + + (Υμέναιος) + + Τι τόσο βιάστηκες, γαμπρέ, στον ύπνο να το ρίξης; + δεν σου βαστάν τα γόνατα ή μη αγαπάς τον ύπνο; + ή μήπως ήπιες πιο πολύ πριν πέσης στο κρεββάτι; + Αν ήθελες να κοιμηθής, ας διάλεγες την ώρα + κι ας άφηνες την κορασιά με τάλλα τα κοράσια + να παίζη ως τα χαράμματα στης μάννας της το πλάι, + αφού 'δική σου θάν' αυτή και σήμερα και πάντα. + + Καλότυχε γαμπρέ, οιωνός καλός θάχε πετάξει + όταν στη Σπάρτη ερχόσουνα που ήταν κ' οι άλλοι αρχόντοι. + Μονάχα εσύ, Μενέλαε, από τους ημιθέους + εσύ θε νάχης πεθερό το Δία, το γυιό του Κρόνου. + Μαζί σου τώρα επλάγιασε του Δία η θυγατέρα, + που σαν αυτήν άλλη καμμιά στην Αχαΐα δεν είνε· + κι ώμορφη θάν' η γέννα της, αν το παιδί της μοιάζη. + Εμείς οι συνομήλικες που κατά τον Ευρώτα + σαν άντρες θε να τρέξωμε, διακόσες τόσες κόρες, + μόλις η Ελένη η ώμορφη προβάλη ανάμεσα μας + καμμιά από 'μας δε δείχνεται, καμμιά δίχως ψεγάδι. + + Αυγή, δείχνοντας ώμορφη τη διάφανή της όψη, + σελήνη, ωραία βασίλισσα στη σκοτεινιά της νύχτας, + άνοιξη Ανθοπερίχυτη κ' ύστερ' απ' το χειμώνα, + τέτοια η χρυσή η Ελένη μας ανάμεσά μας λάμπει. + Κι όπως στολίδ' είνε της γης ταθέριστο χωράφι, + στολίδι του περιβολιού τωλόρθο κυπαρίσσι, + στολίδι στο άρμα η ώμορφη θεσσαλική φοράδα, + έτσι στη Λακεδαίμονα στολίδι είν' η Ελένη. + + Ούτε καμμιά άλλη εργόχειρα με τόση τέχνη κάνει, + ούτε καμμιά στον αργαλειό, φασμένο με το χτένι + κόβει πανί τόσο κρουστό απ' τα ψηλά δοκάρια, + ούτ' άλλη ξέρει να κτυπά τόσο καλά το υφάδι + κ' υφαίνοντας να τραγουδή την Άρτεμι με χάρη + και την τεχνήτραν Αθηνά, καμμιά σαν την Ελένη + που μέσ' στα δυο ματάκια της οι πόθοι είνε κρυμμένοι. + + Εσ' είσαι πια στο σπίτι σου, χαριτωμένη κόρη, + [κ' εμείς κοράσια ελεύθερα θα πάμε στα λιβάδια] + μόλις χαράξ' η χαραυγή, να μάσωμε λουλούδια, + να μάσωμε, να πλέξωμε στεφάνια ευωδιασμένα + και σένα θα θυμώμαστε και θα σε λαχταρούμε, + όπως ποθούν και λαχταρούν της μάννας το μαστάρι + τα βυζανιάρικα ταρνιά που τρέφονται με γάλα. + + Πρώτες θε να σου πλέξωμε στεφάνι από τριφύλλι + και θε να το κρεμάσωμε σε σκιερό πλατάνι, + πρώτες λάδι θα στάξωμεν απ' αργυρό λαγήνι + γύρω τριγύρω στη σκιά που ρίχνει το πλατάνι + και τέτοια θα χαράξωμε στη φλούδα του κορμού του + για να διαβάζη όποιος περνά, για να θωρή γραμμένο + «Ελένης δέντρον είμ' εγώ, προσκύνα με, διαβάτη». + + Χαίρετε, νύφη και γαμπρέ με πεθερό το Δία, + χαίρετε! κι άμποτε η Λητώ, που τα παιδιά φροντίζει, + πολλά παιδιά, καλά παιδιά στους δυο σας να χαρίση + κ' ίσην αγάπη και στους δυο να στείλ' η Αφροδίτη, + κι ο Ζευς να κάνη αμέτρητο κι αμέτρητο το βιος σας + για νάνε πάντα ατέλειωτο και πάντα να πηγαίνη + από φαμίλια αρχοντική σ' αρχοντική φαμίλια. + + Αγκαλιαστήτε ερωτικά και γλυκοκοιμηθήτε + κι ανάλαφρα ξυπνήσετε και πάλι την αυγούλα. + Εμείς θε να ξανάρθωμε μόλις γλυκοχαράξη + και κράξη ο πρώτος πετεινός με το λαιμό του ολόρθο + + Γι' αυτό το γάμο, Υμέναιε, δείξε χαρά μεγάλη. + + + +ΗΡΑΚΛΙΣΚΟΣ + + + + (Απόσπασμα) + + Τον Ηρακλή, δέκα μηνών, τον Ιφικλή, μια νύκτα + μικρότερό του μοναχά, η μάννα τους η Αλκμήνη + αφού πρώτα τους έλουσε κ' εχόρτασέ τους γάλα + αγάλια τους επλάγιασε σε χάλκινην ασπίδα, + όπου την είχε λάφυρο παρμένη ο Αμφιτρύων + απ' τον Πτερέλαο, πούλαχεν εμπρός του σκοτωμένος. + Κ' είπε, τα κεφαλάκια των χαϊδεύοντας η Αλκμήνη: + «Ύπνο γλυκό κ' ύπνο αλαφρό, παιδιά μου κοιμηθήτε, + »κλείσετε τα ματάκια σας, ευτυχισμένα αδέρφια· + »καλότυχο το πλάγιασμα και το ξημέρωμά σας». + Και λέγοντας τα λόγια αυτά κουνούσε την ασπίδα + και τα παιδιά κοιμήθηκαν κ' ύπνος γλυκός τα πήρε. + + Και 'κεί προς τα μεσάνυχτα, δυο δράκοντες, δυο φίδια, + μαύροι, κυματοκούνητοι, σταλμένοι από την Ήρα + με προσταγή τρομαχτική τον Ηρακλή να φάνε, + ωρμήσανε κ' εδιάβηκαν της θύρας το κατώφλι. + Εσέρνονταν κατάχαμα κ' οι δυο μ' άγρια λύσσα + κι ανάλαμπαν τα μάτια των και φλόγες εσκορπούσαν + και μέσ' από το στόμα των πικρό φαρμάκι εφτύναν. + Μα όταν τα χείλη γλείφοντας εσίμωσαν τα βρέφη + ευθύς εκείνα εξύπνησαν με φώτιση του Δία + και φως εχύθη ολόγυρα κ' έλαμψε όλο το σπίτι. + + Και μόλις είδ' ο Ιφικλής απάνω απ' την ασπίδα + εκείνα τα κακά θεριά, τα σκιαχτερά των δόντια, + έκραξεν απ' το φόβο του κ' εκλότσησεν αμέσως + το μάλλινό του σκέπασμα γυρεύοντας να φύγη· + όμως ο άλλος, ο Ηρακλής, άπλωσ' ευθύς τα χέρια + κ' εγίνηκαν τα δάχτυλα χαλκάδες στο λαιμό τους + εκεί που τα φαρμάκια τους όλα τα φίδια κρύβουν, + τα φίδια αυτά που κ' οι θεοί τα εχθρεύονται για πάντα. + + Τότε στο βυζανιάρικο ταδάκρυτο το βρέφος + τυλίχτηκαν ολόγυρα σφικτά-σφικτά τα φίδια, + και πάλι ξετυλίχτηκαν ζητώντας να ξεφύγουν + απ' των χεριών το σφίξιμο που τόσο τους πονούσε. + Άκουσ' η Αλκμήνη την κραυγή κ' εφώναξε κ' εκείνη: + «Σήκω, Αμφιτρύων εμένα, ιδές, με παραπήρε ο φόβος· + »σήκω όπως είσαι, μη ζητάς σάνδαλα να φορέσης. + »Σήκω και βιάσου· δεν ακούς πως κράζει ο Ιφικλής μας; + »ή μη δε βλέπεις πως ενώ νύκτα βαθειά είν' ακόμα + »οι τοίχοι γύρω φέγγουνε σαν νάχη ξημερώσει; + »Άντρα μου, μέσ' στο σπίτι μας κάτι κακό θα τρέχη». + + Είπε· κι αυτός κατέβηκεν ευθύς απ' το κρεββάτι + κι άρπαξε τώμορφο σπαθί που κρέμονταν αιώνια + στο κέδρινο κρεββάτι του ψηλά σ' ένα παλούκι. + Με τώνα χέρι του κρατεί το νιόκλωστο ζουνάρι, + με τάλλο σέρνει το σπαθί μέσ' από το θηκάρι, + θηκάρι καλοδούλευτο και κοσμοξακουσμένο. + Τότε με μιας η κάμαρα σκοτείνιασε και πάλι· + κ έκραξε αυτός τους δούλους του, που ύπνο βαρύ εκοιμώνταν + «Φέρετε φως, ανάψτε φως από τη σκάρα αμέσως + »και σύρετε τα δυνατά τα μάνταλα απ' τις θύρες». + + (Λείπουν στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου) + + «Εκείνος κράζει· ατρόμητοι δούλοι του σηκωθήτε». + Είπεν αυτή που στις σκληρές μυλόπετρες κοιμώταν. + Κ' ήρθαν οι δούλοι βιαστικά και μ' αναμμένους λύχνους, + κ' εγέμισεν η κάμαρα. Και μόλις είδαν όλοι + το βυζανιάρικο Ηρακλή να σφίγγη με τα χέρια + τους δράκοντας, ανάκραξαν χτυπώντας τις παλάμες. + Κ' εκείνος, στον πατέρα του δείχνοντας τα δυο φίδια + σπαρτάριζεν από χαρά σηκώνοντάς τα απάνω, + κ' ύστερα γέλασε κ' εμπρός στα πόδια του πατέρα + ταπόθεσε τα δυο θεριά ψόφια και καρωμένα. + + Η Αλκμήνη ευθύς τον Ιφικλή στον κόρφο της επήρε + ξερόν από το φόβο του· σκέπασ' ο Αμφιτρύων + με μια προβειάν, αρνιού προβειά, τον Ηρακλή το βρέφος + κ' έπεσε στο κρεββάτι του και πάλι αποκοιμήθη. + + Τρίτη φορά τη χαραυγή τα ορνίθια ετραγουδούσαν· + η Αλκμήνη στέλνει και καλεί το μάντι Τειρεσία + που αλάθευτα επροφήτευε και έλεγε την αλήθεια. + Η Αλκμήνη του ανιστόρησε το πράγμα όπως εγίνη + και τον επαρακάλεσεν απόκριση να δώση. + «Κι αν μέλλη νάβγη σε κακό κι αν οι θεοί το θέλουν, + »μη φοβηθής να μου το 'πής, μηδέ να μου το κρύψης· + » γιατί το ξέρω, δεν μπορεί κανένας να ξεφύγη + »απ' όσα με ταδράχτι της η Μοίρα του τού κλώθει. + »Εσύ το ξέρεις πιο καλά, εγώ θα σου το μάθω;» + Έτσ' είπεν η βασίλισσα κι αυτός της αποκρίθη: + «Θάρρευε και μη σκιάζεσαι, καλών παιδιών μητέρα, + »που ρέει μέσα στις φλέβες σου το αίμα του Περσέως. + »Απ' όσα μέλλει να γενούν τα πιο καλά στοχάσου. + »Σ' τωρκίζομαι στο γλυκό φως που μούστωσε απ 'τα μάτια, + »ότι πολλές, πάρα πολλές των Αχαιών γυναίκες, + »τυλίγοντας το δειλινό το νήμα των στο γόνα + »θα λένε και θα τραγουδούν τώνομα της Αλκμήνης· + »οι Αργείες θε να τον σέβωνται το γυιό σου που μια μέρα + »θε ν' ανεβή στον ουρανό τον αστροφωτισμένο, + »ήρως αυτός πλατόστηθος που όλα μπροστά του κι όλοι + »και τα θεριά κ' οι άνθρωποι μικρότεροι του θάνε. + »Όταν με την αντρεία του θα κάνη δώδεκ' άθλους + »είνε γραφτό του στου Διός να μένη τα παλάτια + »και το θνητό του το κορμί θα κάψουν στην Τραχίνα, + »και θε να τον καλέσουνε οι αθάνατοι γαμπρό τους + » αυτοί που τώρα εστείλανε θεριά για να τον φάνε· + [»θε νάρθ' ημέρα κάποτε που ο σουβλοδόντης λύκος + »θα 'δή λαφάκι στη φωλιά και δεν θα το πειράξη]. + »Μα νάχετ' έτοιμη φωτιά κρυμμένη μέσ' στη στάχτη + »και ρίξετε ξερά κλαδιά, κατάξερα κλωνάρια + »ασπαλουθιάς ή παλουριού, αγριαπιδιάς ή βάτου + »και κατά τα μεσάνυχτα κάψετε τα δυο φίδια, + »την ώρα πούθελαν αυτά να φάνε το παιδί σου. + »Και την αυγή τη στάχτη τους μια δούλα να συνάξη + »και να την φέρη μακρυά και μέσα στο ποτάμι + »να τήνε ρίξη από ψηλά, ψηλά απ' τον άγριο βράχο, + »και να μη στρέψη πίσω της όταν γυρνά στο σπίτι. + »Στο σπίτι τότε κάψετε πρώτα καθάρειο θειάφι, + »έπειτα μ' αρμυρό νερό και με νερό της βρύσης + »ραντίσετε την κάμαρα μ' εληάς χλωρό κλωνάρι. + »Και τότε χοίρο αρσενικό προσφέρετε στο Δία + »θυσία, για να τον κάνετε να πάψη την οργή του». + + Είπε, κι ανέβηκε γοργός, μ' όλα τα γηρατειά του, + σ' ελεφαντένιαν άμαξαν ο μάντις Τειρεσίας. + + + +ΒΟΥΚΟΛΙΣΚΟΣ + + + + Γλυκό φιλάκι εζήτησα να πάρω απ' την Ευνίκη + κ' εκείνη μ' αναγέλασε και τέτοια λόγια μούπε: + «Γκρεμίσου, κακορρίζικε, και φύγε από κοντά μου! + »βοσκός εσύ πως τόλμησες φιλί να μου ζητήσης; + »εγώ δεν εσυνήθισα να με φιλούν χωριάτες, + »μόνο σε χείλη χωριανά κολλώ τα δυο μου χείλη. + »Εσύ μήτε στον ύπνο σου ποτέ θα με φιλήσης + «Γλυκά θωρείς, γλυκά μιλείς κι ώμορφα χωρατεύεις + »κ' είν' απαλά τα χάδια σου και τρυφερά τα λόγια + »κ' έχεις τα γένεια μαλακά κι ώμορφα τα μαλλιά σου! + »Τα χείλη σου έχουν αρρώστια κ' έχεις τα χέρια μαύρα + »κ' η μουρουδιά σου είνε κακιά· φύγε μη με λερώσης». + Και λέγοντάς τα, τρεις φορές έφτυσε μέσ' στον κόρφο + κι' αδιάκοπα μ' εκύτταζεν απ' την κορφή ως τα νύχια + και ζάρωνε τα χείλη της και με λοξοθωρούσε, + κ' έπειτα καμαρώνοντας για τη γλυκειά ωμορφιά της. + άπονα με περίπαιζε μ' ένα συρτό της γέλιο. + Κ' εμένα μέσα μου έβρασε κ' εκόχλασε το αίμα + κι' από τον πόνο τον πολύ κοκκίνισ' η θωριά μου + όπως τα ρόδα γίνονται κόκκιν' απ' τη δροσούλα. + Κ' έφυγε, με παράτησε· κ' εμέ ο θυμός με πνίγει + πως έτσι μ' επερίπαιξε με τόσες χάρες πούχω. + + Βοσκοί, δεν είμ' ωμορφονειός; πέτε μου την αλήθεια· + ή μήπως έξαφνα ο θεός άλλαξε τη θωριά μου; + γιατ' άλλοτε στην όψη μου σγουρό το χνούδι ανθούσε + κ' εσκέπαζε κ' εστόλιζε τα κατωσάγωνά μου + όπως του δένδρου τον κορμό χλωρός κισσός στολίζει· + και τα μαλλιά σαν σέλινα μούπεφταν στα μηλίγγια, + κ' είχα το μέτωπο λευκό πάνω απ' τα μαύρα φρύδια, + κ' ήταν τα δυο τα μάτια μου πιο χαροπά απ' τα μάτια + της Αθηνάς της ώμορφης και της γαλανομμάτας, + κι είχα κορμί πιο παχουλό κι από το χλωροτύρι, + κ' έβγαινεν απ' το στόμα μου γλυκειά-γλυκειά η φωνή μου + κι από το μέλι πιο γλυκειά που βγαίνει απ' την κηρήθρα + κ' ήταν και το τραγούδι μου γλυκό γλυκό κ' εκείνο + είτε φλογέραν έπαιζα, σουραύλι είτε καλάμι· + και στα βουνά που εγύριζα, όλες εκεί οι γυναίκες, + όλες με βρίσκαν ώμορφο κι όλες των μ' αγαπούσαν + και μόνο εκείνη η χωριανή δε μούδειξεν αγάπη + παρά με καταφρόνεσε γιατ' είμαι βοϊδολάτης. + Τάχα δεν άκουσε ποτέ πως βώδια στα λιβάδια + έβοσκεν ο Διόνυσος, ο ώμορφος γυιός του Δία; + Τάχα δεν ξέρ' η άπονη πως ένα βοϊδολάτη + κ' η Αφροδίτη αγάπησε κ' ήταν τρελλή για 'κείνον + και στης Φρυγίας τα βουνά γύριζε βοσκοπούλα, + κι αγάπησε τον Άδωνι μέσ' στα πυκνά λαγκάδια + και στα λαγκάδια τα πυκνά τον έκλαψεν εκείνη; + Κι ο Ενδυμίων τι ήτανε; δεν ήταν βοϊδολάτης; + μα τόσο τον αγάπησε κ' εκείνον η Σελήνη + πούφευγεν απ' τον Όλυμπο κρυφά-κρυφά μονάχη + και στις χαράδρες πήγαινε κ' επλάγιαζε μαζί του. + Και συ, Κυβέλη, τάχατε δεν κλαις το βοϊδολάτη; + Μήπως κι ο Ζευς δεν έγινεν αϊτός για βοϊδολάτη; + + Μόνο η Ευνίκη, πιο ώμορφη τάχα κι απ' την Κυβέλη + κι απ' τη Σελήνη πιο ώμορφη κι από την Αφροδίτη, + αυτή δεν καταδέχεται, δε θέλει βοϊδολάτη. + Και συ, Αφροδίτη, εδώ κ' εμπρός μην αγαπάς εκείνον, + μη τον γυρεύης στο βουνό, μη τον ζητάς στη χώρα, + μα μόνη κι ολομόναχη τη νύκτα να κοιμάσαι. + + + +ΚΗΡΙΟΛΕΠΤΗΣ + + + + Εκέντρωσε μια μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη + όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη, + κι όλα του τακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της. + Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια + κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο· + κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη + κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη + πως είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει. + Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε: + Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις; + Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις. + + + +ΗΛΑΚΑΤΗ + + + + Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες + η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη, + έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως + πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια. + Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση, + το φίλο το Νικία μου να 'δώ και να φιλήσω, + που οι χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει, + και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι, + εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο, + να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα + και νήματα για διάφανα φορέματα γυναικεία. + Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια + κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους + πάντα το χρόνο δυο φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα + κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες. + Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες + μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακάματρας σπίτι, + γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα + την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας, + πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς, της Σικελίας καμάρι. + Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι + που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες· + αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης + έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο ταδράχτι + και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της + εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο. + Όποιος σε 'δή στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια, + μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο. + Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι. + + + +ΛΗΝΑΙ Ή ΒΑΚΧΑΙ + + + + Αγαύη κι Αυτονόη κ' Ινώ, του Κάδμου οι θυγατέρες, + τρεις ήταν και τρεις έκαναν πομπές του Διονύσου + στον Κιθαιρώνα. Εσύναξαν εκείθεν άγρια φύλλα + πυκνόφυλλης βελανιδιάς, χλωρού κισσού κλωνάρια, + επήρανε στα χέρια τους και νιόβγαλτα σπερδούκλια + κ' έκαναν δώδεκα βωμούς σ' ολάνοιχτο λιβάδι, + εννιά για το Διόνυσο και τρεις για τη Σεμέλη. + Έβγαλαν τότε τα ιερά μέσ' από το κουτί των + και στους βωμούς ταπίθωσαν μ' ευχές πολλές στο Βάκχο, + όπως αυτός επιθυμεί κι όπως τις είχε μάθει. + + Ο δύστυχος Πενθεύς κρυφά, από τραχύ ένα βράχο, + πίσω από σκίνο γέρικο, εθώρει ό,τι γενόταν. + + Πρώτη τον εκατάλαβεν η Αυτονόη, κι αμέσως + έρριξε φοβερή κραυγή και ξαφνικά πηδώντας + εγκρέμισε κ' εσκόρπισε τα σύμβολα του Βάκχου + πούν' άπρεπο να τα θωρούν οι αμάθευτοι οι ανθρώποι. + Τότε κ' εκείνη εμάνιωσε κ' εμάνιωσαν κ' οι άλλες. + Φεύγει ο Πενθεύς τρεχάμενος και κατατρομαγμένος, + κι αυτές, ανασηκώνοντας το φόρεμα στη ζώνη, + έτρεχαν κατά πίσω του και τον εκυνηγούσαν. + Κ' είπεν ο δύστυχος Πενθεύς: «τι θέλετε, γυναίκες;». + «Τώρα θα 'δής τι θέλομε» τούπεν η Αυτονόη. + Και σαν λιοντάρι που γεννά μουγκρύζοντας η Αγαύη + τούκοψε το κεφάλι του μητέρα του κι' ας ήταν, + και στην κοιλιά του ορμητικά η Ινώ ποδοπατώντας + του σύντριψε τον ώμο του μ' όλη την ωμοπλάτη· + τα ίδια κι απαράλλαχτα κ' η τρίτη η Αυτονόη· + κ' οι άλλες που τη βακχική πομπήν ακολουθούσαν + ταπομεινάρια κρέατα μοίρασαν μεταξύ των, + κι όλες γεμάτες αίματα γυρίσανε στη Θήβα + φέρνοντας από το βουνό πένθος κι όχι Πενθέα. + + Δε νοιάζομαι· μηδέ κανείς ας νοιάζεται για 'κείνον + που εχθρεύεται ο Διόνυσος, χειρότερα κι αν πάθη, + άντρας απ' τη γυναίκα του ή και παιδί απ' τη μάννα· + εγώ είμαι θρήσκος και ποθώ να ευχαριστώ τους θρήσκους. + Πάντοτ' ο θρήσκος άνθρωπος έχει τιμή απ' το Δία. + Του θρήσκου τα παιδιά ευτυχούν, κακοπαθούν του αθρήσκου. + Χαίρε, Διόνυσε, που ο Ζευς σ' έβγαλ' απ' το μερί του + και σέρριξε στο Δράκανο το χιονοσκεπασμένο· + χαίρε, Σεμέλη, χαίρετε και σεις οι αδερφές της + κόρες του Κάδμου ηρωικές που δίκαια τιμωρείτε· + αυτό που εσείς εκάνατε τώχε προστάξει ο Βάκχος. + Κανείς ας μην καταφρονή ό,τι οι θεοί προστάζουν. + + + +ΑΛΙΕΙΣ + + + + (Μετάφρασις Γ. Δροσίνη (6)) + + Δυο γέροι ψαροκυνηγοί μαζ' ήταν πλαγιασμένοι + 'πάνω στα βούρλα τα στεγνά, μέσ' στην πλεκτή καλύβα· + Της ψαρικής τα σύνεργα είχαν εκεί κοντά τους· + τα κοφινάκια τα ρηχά, τα μακρυά καλάμια, + ταγκίστρια, τα δολώματα, τις πετονιές, τα δίχτυα· + τα βρόχια τους και τα κουπιά και τη γρηά τους βάρκα. + Και κάτω απ' τα κεφάλια τους αντί για προσκεφάλι + ένα στενό κοντόψαθο και ρούχο και στρωσίδι. + Αυτά είν' όλα τα σύνεργα και πλούτη των ψαράδων. + Δεν έχουν θύρα με κλειδί και φύλακά τους σκύλλο, + μηδέ φοβούνται από κλεψιά — η φτώχια τους φυλάει. + Έπειτα δα και γείτονα δεν έχουνε κανένα + και γύρω βρέχει η θάλασσα τη χαμηλή καλύβα. + I. Π. + + Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι + κ' οι δυο ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια· + εδιώξανε τον ύπνο τους κι αρχίσαν να 'μιλούνε: + — Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες + το καλοκαίρ' είν' πλιο μικρές που μεγάλων' η 'μέρα· + Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη!... + Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες; + — Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι. + Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο, + μόνον οι έννοιες σε 'ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν. + — Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι, + κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης. + Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυο την ψαρική μας, + το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατά μας. + Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης· + γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση, + εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης. + Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τι κανείς να κάνη + πάνω στα φύκια ξαπλωτός, κοντά στο περιγιάλι;... + — Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα, + στον σύντροφό σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης. + — Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι + (θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα + και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι) + είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο + τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι. + Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι + γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' ταγκίστρι — + Όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει + κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα, — + λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και 'μάτωσε ταγκίστρι, + κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι, + γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα. + Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου· + πως μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι; + Έπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα ταγκίστρι + για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα, + και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τανασέρνω + και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο, + ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο. + Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε + κανένα ψάρι 'ξωτικό ή ψάρι μαγεμμένο. + Προσεκτικά ξεκάρφωσα ταγκίστρι από τα χείλη, + μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι· + τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα + πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι, + παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω. + Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφέ μου, + πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι + μ αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία. + — Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι, + γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες· + ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγη σ' ταλήθεια, + ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας, + γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης. + + + +ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. +ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506 + +*** + +1) Το επίγραμμα αυτό δεν θεωρείται εκ των αναμφισβητήτων. +Συρακούσιος + +2) Η σεισοπυγίς (σουσουράδα) ήτο αφιερωμένη εις την Αφροδίτην +και δια τούτο την μετεχειρίζοντο εις τας ερωτικάς μαγγανείας. + +3) Το ελαιοδοχείον δια την παλαίστραν. Θέλει να δείξη την μεγάλην +οικειότητα που τους συνέδεε. + +4) Το είδε λάδι = έχει ιδέαν από πάλην· διότι οι παλαίοντες +ηλείφοντο με έλαιον. + +5) Εννοεί τους χρυσοφόρους μύρμηκας των Ινδών, οι οποίοι, μεγάλοι +ως αλώπεκες, εξώρυττον τον χρυσόν. + +6) Σημ. Εις την σειράν των υπ' εμού μεταφρασθέντων Ειδυλλίων του +Θεοκρίτου, παρεκάλεσα τον ποιητήν κ. Γ. Δροσίνην να μου επιτρέψη να +συμπεριλάβω και το άνω, υπ' εκείνου άλλοτε μεταφρασθέν και +δημοσιευθέν υπό τον τίτλον &Οι Ψαράδες& είς τινα των ποιητικών του +συλλογών. Και τούτο, όχι μόνον διά την ακριβή απόδοσιν της +ποιητικής χάριτος και απλότητος του πρωτοτύπου, αλλά και επί πλέον +διότι είναι το μόνον εκ των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου που +πραγματεύεται θέμα θαλασσινόν. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Idylls, by Theocritus + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK IDYLLS *** + +***** This file should be named 34851-0.txt or 34851-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/4/8/5/34851/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/34851-0.zip b/34851-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..89290cc --- /dev/null +++ b/34851-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..cd346e2 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #34851 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34851) |
