summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--34851-0.txt2908
-rw-r--r--34851-0.zipbin0 -> 57910 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 2924 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/34851-0.txt b/34851-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..66f016c
--- /dev/null
+++ b/34851-0.txt
@@ -0,0 +1,2908 @@
+The Project Gutenberg EBook of Idylls, by Theocritus
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Idylls
+
+Author: Theocritus
+
+Translator: Ioannis Polemis
+
+Release Date: January 5, 2011 [EBook #34851]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK IDYLLS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Words with
+bold characters are enclosed in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
+ΕIΔΥΛΛΙΑ
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+I. ΠΟΛΕΜΗ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
+ΕΙΔΥΛΛΙΑ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΙΩΑΝ. ΠΟΛΕΜΗ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
+1911
+
+
+
+Η Βουκολική ποίησις, ως εκ των θεμάτων, περί τα οποία στρέφεται,
+είνε αρχαιοτάτη, προηγηθείσα της Επικής και εξικνουμένη μέχρι των
+πρώτων ριζών της Δραματικής ποιήσεως, με την οποίαν έχει κοινήν την
+καταγωγήν. Εις τους αγρούς και εις τα όρη, εις τας βοσκάς και εις
+τα δάση, όπου οι αγρόται και οι ποιμένες παρακαλούντες τους θεούς
+διά την ευόδωσιν των έργων των, ήρχισαν ήδη να ευρίσκουν
+ρυθμικωτέρας εκφράσεις προς εκδήλωσιν των ιδίων αισθημάτων, εδόθη η
+πρώτη ώθησις και εις τα δύο αυτά είδη της ποιήσεως, υπό μορφήν
+θρησκευτικήν κατ' αρχάς και κατόπιν υποκειμενικήν και συν τω χρόνω
+αντικειμενικήν.
+
+Η τελευταία αύτη μορφή ανεδείχθη πρώτη με τα έπη του τυφλού αοιδού,
+τα οποία δεν εβράδυναν να εκθρέψουν, ούτως ειπείν, και την
+προγενεστέραν, την υποκειμενικήν ή λυρικήν και εν συνδυασμώ μετ'
+εκείνης, την δραματικήν. Όταν η λυρική και δραματική ποίησις,
+εξαρθείσαι εις το έπακρον διά των μεγάλων διδασκάλων της τέχνης,
+ήρχισαν να παρακμάζουν, η βουκολική ποίησις αναγεννάται,
+δανειζομένη ύλην και υφήν παρ' όλων των άλλων ειδών και συνεχίζουσα
+την ιδίαν αυτής παράδοσιν. Και ανευρίσκομεν εις αυτήν και την
+απλότητα της πρώτης αφετηρίας της και την περιγραφήν της φύσεως και
+την αντικειμενικήν αφήγησιν των γεγονότων, ήτις διακρίνει την
+επικήν ποίησιν, και πολλαχού τον διάλογον, το ιδιαίτερον
+χαρακτηριστικόν της ποιήσεως της δραματικής. Ούτω το ειδύλλιον, το
+οποίον, ως και η λέξις εμφαίνει, είνε μικρόν τι είδος (μορφή)
+ποιήσεως, μας παρουσιάζεται ως μίγμα όλων των άλλων ειδών,
+διακρινόμενον δια την απλοϊκήν αφέλειαν, την οποίαν απαιτούν τα εν
+αυτώ δρώντα πρόσωπα, ποιμένες και αγρόται, και κοσμούμενον με την
+απέριττον εκείνην χάριν, την οποίαν προσδίδουν αφ' ενός μεν αυτή
+αύτη η απλοϊκή αφέλεια, αφ' ετέρου δε το περιβάλλον, εντός του
+οποίου δρα. Το περιβάλλον αυτό είνε η φύσις.
+
+Ο Θεόκριτος, το γένος, υιός του Πραξαγόρα και της Φιλίνης (ως ο
+ίδιος λέγει εις το XIV επίγραμμα) (1) ακμάσας περί το 280 π. Χ.,
+όχι μόνον τα μέγιστα συνετέλεσεν εις την αναγέννησιν της Βουκολικής
+ποιήσεως, αλλά θεωρείται τρόπον τινά ως ο δημιουργός της νέας αυτής
+μορφής. Οπωσδήποτε τα μέχρις ημών περισωθέντα τριάκοντα ειδύλλιά
+του καί τινα άλλα, ανεφίκτου τεχνικής τελειότητος και χάριτος
+απαραμίλλου, προβάλλουσιν αυτόν ως τον πρώτον των βουκολικών
+ποιητών, απείρως υπερέχοντα των μετέπειτα Μόσχου και Βίωνος,
+οίτινες εις πολλά τον εμιμήθησαν.
+
+Αναγινώσκων τις τα ειδύλλια του Θεοκρίτου μεταφέρεται μακράν των
+πόλεων, εις τα δάση και τα βουνά και τας παραλίας της Σικελίας, εις
+την κατά τους χρόνους του ποιητού, επί Ιέρωνος, ακμάζουσαν νήσον,
+της Μεγάλης Ελλάδος. Αι εικόνες διαδέχονται αλλήλας, εικόνες της
+ωραίας εκείνης φύσεως και εικόνες του φυσικού βίου των απλοϊκών
+προσώπων, τα οποία ο ποιητής μας καθιστά συμπαθέστατα· αι ιδέαι
+μάλλον εικονίζονται και αι παρομοιώσεις είνε ειλημμέναι εκ της
+φύσεως αυτής. Ολίγοι εκ των ποιητών εμιμήθησαν τόσον ακριβώς την
+φύσιν και κατέστησαν αυτήν τόσον ευάρεστον εις τους αναγνώστας των,
+όσον ο Θεόκριτος. Αλλά και εις τα μη καθαρώς βουκολικά ειδύλλιά
+του, οποία είνε αι Φαρμακεύτριαι, Έρως Κυνίσκας, αι Αδωνιάζουσαι,
+Χάριτες, Ελένης επιθαλάμιος καί τινα άλλα, εις τα οποία ανέρχεται
+εις λυρικόν ύψος, και εις αυτά ο μιμητής της φύσεως μας παρίσταται
+αμίμητος.
+
+Ο μεταφραστής των ανά χείρας ειδυλλίων θα εθεώρει τον εαυτόν του
+ευτυχή, εάν και κατ' ελάχιστον κατώρθωσε ν' αποδώση τας ποιητικάς
+αρετάς του πρωτοτύπου και να καταστήση αισθητοτέραν την ενότητα
+μεταξύ αυτού καί τινων ποιημάτων της δημοτικής μας ποιήσεως.
+ I. Π.
+
+Υ. Γ. Εις τους επιθυμούντας να παραβάλουν την μετάφρασιν προς το
+αρχαίον κείμενον καθιστώ γνωστόν ότι, μεταφράζων, είχον υπ' όψει
+την νεωτέραν έκδοσιν (1909) του Ερρίκου Ρουδόλφου Άρενς, εις την
+οποίαν όχι μόνον πολλοί στίχοι προηγουμένων εκδόσεων αφηρέθησαν,
+θεωρηθέντες ως παρείσακτοι, αλλά και πολλών μετεβλήθη η σειρά και
+άλλοι ουκ ολίγοι διωρθώθησαν, μεταβαλόντες ούτως έννοιαν.
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
+
+
+
+Θύρσις ή Ωδή............................ Σελ. 1
+Φαρμακεύτριαι........................... » 8
+Κώμος................................... » 17
+Νομείς, Βάττος και Κορύδων.............. » 20
+Βουκολιασταί: Δάφνις και Δαμοίτας....... » 25
+Βουκολιασταί: Δάφνις, Μενάλκας, Αιπόλος. » 28
+Βουκολιασταί: Δάφνις και Μενάλκας....... » 34
+Εργατίναι ή Θερισταί.................... » 37
+Κύκλωψ.................................. » 41
+Κυνίσκας Έρως ή Θυώνιχος................ » 45
+Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι.............. » 49
+Χάριτες ή Ιέρων......................... » 58
+Εγκώμιον εις Πτολεμαίον................. » 63
+Ελένης επιθαλάμιος...................... » 69
+Ηρακλίσκος.............................. » 72
+Βουκολίσκος............................. » 77
+Κηριοκλέπτης............................ » 80
+Ηλακάτη................................. » 81
+Λήναι ή Βάκχαι.......................... » 83
+Αλιείς (μετάφρασις Γ. Δροσίνη).......... » 85
+
+
+
+ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
+
+
+
+Άλλος είν' ο Θεόκριτος εκείνος απ' τη Χίο,
+
+εγ' όμως, πούχω γράψει αυτά, είμ' απ τις Συρακούσες
+
+κ' είμαι του Πραξαγόρα γυιός και της γνωστής Φιλίνης
+
+κι' απ' άλλη Μούσα ξενική τίποτα δεν επήρα.
+
+
+
+ΘΥΡΣΙΣ Ή ΩΔΗ
+
+
+
+ΘΥΡΣΙΣ
+ Γλυκά θροεί η κουκουναριά στης ρεμματιάς το πλάι,
+ όμως και συ, γιδοβοσκέ, γλυκειά φλογέρα παίζεις·
+ δώρο σου πρέπει δεύτερο, ύστερ' από τον Πάνα.
+ Αν τράγο θα διαλέξη αυτός, εσύ θα πάρης γίδα,
+ μα αν όμως γίδα πάρη αυτός, βετούλα εσένα πέφτει·
+ κ' είνε καλό το κρέας της ωσότου την αρμέξης.
+
+ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ
+ Βοσκέ μου, το τραγούδι σου γλυκύτερο είν' ακόμα
+ κι απ' το νερό που ηχολογά στάζοντας απ' το βράχο.
+ Αν προβατίνα πάρουνε για δώρο τους οι Μούσες,
+ θα πάρης το μαννάρι εσύ· κι αν πάλι της αρέση
+ να πάρουν το μαννάρι αυτές, συ παίρνεις προβατίνα.
+
+ΘΥΡΣΙΣ
+ Κάθεσ' εδώ, γιδοβοσκέ, να παίξης τη φλογέρα;
+ όσο θα παίζης, ξέννοιαζε, σου βόσκω εγώ τα γίδια.
+
+ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ
+ Δεν πρέπει σε κανένα μας να παίζη τη φλογέρα
+ τώρα καταμεσήμερα· φοβώμαστε τον Πάνα.
+ Την ώρ' αυτή κατάκοπος απ' το πολύ κυνήγι
+ κοιμάται κι αναπαύεται· κ' είνε πικρός, αλήθεια,
+ είνε πικρός και πάντα του στάζει χολή απ' τη μύτη.
+ Μα, Θύρσι, εσύ που τραγουδείς τα βάσανα του Δάφνι
+ και πρόκοψες στο γλυκερό βουκολικό τραγούδι,
+ έλα από κάτω απ' τη φτελιά κοντά μου να καθίσης,
+ αγνάντια εκεί στον Πρίαπο κι αντίκρυ στις Νεράιδες
+ πούνε τσοπάνικο σκαμνί, βελανιδιές το ησκιώνουν·
+ κι αν τραγουδήσης ώμορφα σαν την ημέρα εκείνη
+ που στο τραγούδι ενίκησες το Χρόμι απ' τη Λιβύα,
+ μια γίδα διπλομάννα εγώ σου τάζω να σου δώσω
+ να την αρμέξης τρεις φορές, πούχει τα δυο κατσίκια
+ και πάντα την αρμέγουνε μέσα σε δυο καρδάρες.
+ Και θα σου δώσω και βαθύ ποτήρι με δυο χέρια
+ πούν' αλειμμένο με κερί κ' είνε καινούργιο τόσο,
+ τόσο καινούργιο που θαρρείς μυρίζει το γλυφάνι.
+ Απάνω από τα χείλη του πλέκει κισσός κλωνάρια,
+ κισσός μαζί μ' ελίχρυσο· του ελίχρυσου η ψαλίδα
+ στρέφεται καμαρώνοντας τον κροκωτόν ανθό της.
+ Μέσα, γυναίκα που θεοί την έχουν ζωγραφίσει,
+ με μια κορδέλλα στα μαλλιά και πέπλο από τεχνίτη.
+ Από τη μια της τη μεριά κι απ' τη μεριά την άλλη
+ δυο άνδρες με πολλά μαλλιά λογομαχούν για δαύτη.
+ Όμως εκείνη ακούοντας δείχνει πως δεν τη νοιάζει·
+ και πότε με χαμόγελο θωρεί από 'δώ τον ένα,
+ πότε στον άλλο η πονηρή στρέφει το νου της πάλι.
+ Κι αυτοί ερωτοχτυπούμενοι με βουρκωμένα μάτια,
+ χάνουν τους κόπους άδικα, κακοπαθούν του κάκου.
+ Παρέκει γέροντας ψαράς σε ριζολίθι απάνω
+ σέρνει με βια το δίχτυ του, ένα μεγάλο δίχτυ,
+ και μοιάζει και στη δύναμι με κουρασμένον άντρα.
+ Λες και ψαρεύει μ' όλη του τη δύναμι στα χέρια·
+ πρήσκονται γύρω ολόγυρα του σβέρκου του τα νεύρα
+ και μοιάζει νιος στη δύναμι κι ας είνε κι ασπρομάλλης.
+ Κοντά-κοντά στο γέροντα το θαλασσοδαρμένο,
+ είν' έν' αμπέλι με πυκνά και κόκκινα σταφύλια
+ που το φυλάει μικρό παιδί στο φράχτη καθισμένο.
+ Στώνα πλευρό του μια αλεπού, στάλλο πλευρό του μια άλλη·
+ χώνετ' η μια στα κλήματα και τα τσαμπιά αφανίζει,
+ η άλλη πάει με πονηριά κρυφά προς το ταγάρι
+ ωσάν να λέη και στο παιδί πως δεν θε να 'συχάση
+ αν δεν ταφήση νηστικό κι αν δεν του φάη ό,τ' έχει.
+ Κρατεί σφερδούκλια το παιδί και δένει τα με σκοίνο
+ και τα σφερδούκλια δένοντας ακριδοπιάστρα πλέκει·
+ και μηδέ τόσο νοιάζεται γι' αμπέλι και ταγάρι
+ όση χαρά έχει μέσα του γι' αυτό το πλέξιμό του.
+ Στρώνονται φύλλ' απερουνιάς τριγύρω στο ποτήρι·
+ μεγάλο θάμμα αληθινά που το μυαλό ξιππάζει.
+ Απώνα Καλυδώνιο ταγόρασα βαρκάρη
+ κ' έδωκα γίδα κ' έδωκα κ' ένα κεφαλοτύρι·
+ δεν τάγγιξα στα χείλη μου κι απάρθενο απομένει.
+ Θα σου το δώσω με χαρά και μ' όλη την καρδιά μου
+ αν θα θελήσης να μου πης το γλυκερό τραγούδι.
+ Και δε θα σε γελάσω εγώ. Έλα, καλέ μου, 'πές το·
+ στον Άδη δε θα το φυλάς, γιατ' όλα εκεί ξεχνιούνται.
+
+ΘΥΡΣΙΣ
+
+ (Ωδή)
+
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ Ο Θύρσις απ' την Αίτνα εγώ κι αυτή η φωνή του Θύρσι·
+ Πού ήστε αν μαραίνονταν ο Δάφνις, πού κ' οι Νύμφες;
+ Στου Πηνειού τις λαγκαδιές, στου Πίνδου τα λαγκάδια;
+ Μηδέ στης Αίτνας την κορφή μηδέ στο ρέμμα του Άκι.
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ Εκείνον τον εθρήνησαν και λύκοι και τσακάλια
+ εκείνον και τον έκλαψε στο λόγγο το λιοντάρι.
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.,
+
+ Βώδια πολλά στα πόδια του, ταύροι πολλοί θρηνούσαν,
+ πολλές 'γελάδες και πολλές πολλές δαμαλοπούλες.
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ Ήρθαν βουκόλοι κ' ήρθανε γιδοβοσκοί τριγύρω
+ κι αναρωτούσαν όλοι τους σαν τι κακό έχει πάθει.
+ Ήρθε κι αυτός ο Πρίαπος, ήρθε κ' εκείνος κ' είπε:
+ «Πώς έτσι απομαραίνεσαι, δυστυχισμένε Δάφνι;
+ Η κόρη εκείνη π' αγαπάς περνοδιαβαίνει τώρα
+ σε βρύσες με τα κρυά νερά και σε πυκνά λαγκάδια.
+ Τι σε ζαλίζω; έχεις εσύ δυστυχισμένη αγάπη.»
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ «Τις γίδες που βατεύονται γιδοβοσκός θωρώντας
+ λιγώνεται απ' τη ζήλεια του που δεν εγίνη τράγος.»
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ «Και συ θωρώντας τα ώμορφα κοράσια να γελάνε
+ λιγώνεσαι απ' τη ζήλεια σου που δεν τα συντροφεύεις».
+ Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
+
+ Ήρθεν ακόμα κ' η γλυκειά και γελαστή Αφροδίτη
+ κ' ήταν στην όψη γελαστή, μα δολερή η καρδιά της·
+ κ' είπε: «Καυχώσουν πως λυγάς τον Έρωτα συ, Δάφνι,
+ μα ο τρομερός ο Έρωτας σ' ελύγησεν εσένα».
+ Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
+
+ Κι αυτός της αποκρίθηκε: «Απάνθρωπη Αφροδίτη,
+ που σε μισούν οι άνθρωποι κι οργίζονται μαζί σου·
+ λες τάχα να φοβώμαστε πράγματα τιποτένια;
+ αι! και νεκρός τον Έρωτα θα τυραγνάη ο Δάφνις».
+ Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
+
+ «Σύρε να βρης τον Άδωνι, τον ώμορφο Άδωνί σου,
+ σύρε στην Ίδη να τον βρης που βόσκει το κοπάδι.
+ Και κάνε και παλληκαριές μπροστά στο Διομήδη
+ λέγοντας πως ενίκησες το Δάφνι το βουκόλο».
+ Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
+
+ «Λύκοι, τσακάλια, αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά και πάλι,
+ αρκούδες που φωλιάζετε μέσ' σε σπηληές βουνήσιες·
+ ο Δάφνις ο βουκόλος σας δε θάνε πια σε λόγγους,
+ δε θάνε σε λαγκάδια πια, δε θάνε πια σε δάση.
+ Αρέθουσα, σ' αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά, ποτάμια».
+ Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
+
+ «Ω Παν, είτε στ' ατέλειωτου Λυκαίου τα κορφοβούνια,
+ είτε στου Μαίναλου γυρνάς τα πυκνωμένα δάση,
+ παράτησε της ξακουστής Ελίκης τακρωτήρι
+ και του Λυκαονίδη εκεί παράτησε το μνήμα,
+ αυτό που ακόμα κ' οι θεοί θωρώντας το θαυμάζουν,
+ κ' έλα σε τούτο το νησί της Σικελίας, έλα».
+ Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
+
+ «Έλα και πάρε, βασιλιά, τούτη μου τη φλογέρα
+ πούν' ώμορφη, γλυκόφωνη και με κερί δεμένη,
+ γιατί απ' τον τόσον έρωτα στον Άδη κατεβαίνει
+ ο Δάφνις που τα βώδια σου βόσκει εδώ πέρα, ο Δάφνις
+ που τις δαμαλοπούλες σου, τους ταύρους σου ποτίζει».
+ Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
+
+ «Βάτοι κι αγκάθια, τώρα σεις βγάλετε μενεξέδες
+ και συ, ζιμπούλι, στόλισε ταγκαθωτά βοτάνια,
+ οι άκαρπες κουκουναριές ας κάνουν τώρ' αχλάδια,
+ τώρα τα λάφια, θαρρετά, ας κυνηγούν τους σκύλλους
+ και τώρα οι κούκοι ας κελαϊδούν ταηδόνια να σωπαίνουν
+ κι όλα ας αλλάξουνε στη γη μια που πεθαίνει ο Δάφνις».
+ Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
+
+ Αυτά είπ' ο Δάφνις κ' έπεσε, κ' έδραμ' η Αφροδίτη
+ κ' έδραμε κ' εδοκίμασε να τον ανασηκώση·
+ μα της ζωής του την κλωστή την είχαν κόψει οι Μοίρες
+ και τον επήρε αγύριστα του χάρου το ποτάμι,
+ το Δάφνι που τον έστεργαν Μούσες και Νύμφες όλες.
+ Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
+
+ Και συ, καλέ γιδοβοσκέ, δόσε μου το ποτήρι,
+ δόσε μου και τη γίδα σου να την αρμέξω τώρα,
+ να στάξω από το γάλα της πρώτα σπονδές στις Μούσες.
+ Μούσες, σας χιλιοχαιρετώ και για 'δική σας χάρι
+ άλλη φορά γλυκύτερα θα ξανατραγουδήσω.
+
+ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ
+ Θύρσι, τώμορφο στόμα σου νάνε γεμάτο μέλι,
+ σύκα γλυκά του Αιγάλεου τα χείλη σου να ευφραίνουν
+ γιατί περνάς το τζίτζικα στο γλυκερό τραγούδι.
+ Να το ποτήρι θαύμασε πόσο καλά μυρίζει·
+ λες και στις βρύσες των Ωρών είνε μοσχοπλυμένο.
+ Έλα κοντά, Κισσαίθα μου· και συ άρμεξέ την τώρα.
+ Και σεις οι άλλες γίδες μου για μη χοροπηδάτε,
+ γιατ' είν' ο τράγος έτοιμος να σας καβαλλικέψη.
+
+
+
+ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΑΙ
+
+
+
+ Θέστυλι, πούν' οι δάφνες μου και πού τα μαγικά μου;
+ Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη,
+ αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι.
+ Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη,
+ ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε,
+ ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα.
+ Ω! δίχως άλλο ο Έρωτάς κ' η πονηρή Αφροδίτη
+ θα του σηκώσαν το μυαλό κ' έπιασεν άλλη αγάπη.
+ Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα
+ και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει.
+ Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια.
+ Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε·
+ στα μάγια πριν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα
+ και την Εκάτη πούρχεται μέσ' απ' της γης τα σπλάχνα
+ και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οι σκύλλοι.
+ Ω! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη,
+ συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος
+ και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης,
+ κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια
+ μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.
+
+Α'
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα (2) μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Για σένα αλεύρι στη φωτιά θα ρίξω πρώτα-πρώτα.
+ Θέστυλι, σκόρπα το λοιπόν. Άμοιρη, πούν' ο νους σου;
+ Σιχαμερή είμαι τάχα εγώ και περιγέλιο μ' έχεις;
+ Σκόρπα και λέγε αυτά: «σκορπώ τα κόκκαλα του Δέλφι».
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Ο Δέλφις μου με πίκρανε· δάφνη γι' αυτόν θα κάψω·
+ κι όπως η δάφνη στη φωτιά κροταλιστά θα σκάση
+ και θε ν' ανάψη στη στιγμή και στάχτη δε θ' αφήση
+ έτσι κι ο Δέλφις να καή στου πόθου μου τη φλόγα.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Τώρα θα κάψω πίτουρα κ' η Άρτεμι ας μαλάξη
+ και το διαμάντι το σκληρό και κάθε στέρεο άλλο.
+ Θέστυλι, άκου τα σκυλλιά στην πόλη πώς γαυγύζουν·
+ θάνε στους δρόμους η θεά και θα περιδιαβαίνη.
+ Κρούσε μιαν ώρ' αρχήτερα την χάλκινη τη λάμα.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Οι ανέμοι καταλάγιασαν, ησύχασε κι ο πόντος,
+ ο πόθος μέσ' στα στήθια μου ποτέ δεν ησυχάζει,
+ μα καίω και φλέγομαι γι' αυτόν, που μ' έκανε τη μαύρη,
+ αντί γυναίκα του σωστή, γυναίκα ντροπιασμένη.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Όπως ετούτο το κερί μέσ' στη φωτιά το λειώνω
+ έτσι κι από τον έρωτα να λειώση ευθύς κι ο Δέλφις·
+ κι όπως αυτή τη ρόδα μου γυρίζει η Αφροδίτη
+ έτσι κι αυτός να τριγυρνά στην πόρτα τη 'δική μου.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Στάζοντας τρεις φορές σπονδές τρεις φορές τέτοια κράζω:
+ Μ' όποια γυναίκα τώρ' αυτός ερωτικά πλαγιάζει,
+ τόσο να την απαρνηθή, όσο ο Θησέας στη Νάξο
+ την Αριάδνη αρνήθηκε την ωμορφομαλλούσα.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Στην Αρκαδία τη δασωτή φυτρώνει ένα χορτάρι,
+ το τρώνε και τρελλαίνονται κι άλογα και φοράδες
+ κι ορμούν και παίρνουν τα βουνά και τρέχουνε με λύσσα.
+ Έτσι το Δέλφι να τον 'δώ ν' αφήση την παλαίστρα
+ κ' έτσι με λύσσα σαν τρελλός στο σπίτι μου να δράμη.
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+ Τούτο το κουρελόπανο του Δέλφι τώχω πάρει,
+ κ' είν' απ' το γύρο χαμηλά της χλαίνας του κομμένο·
+ το ξαίνω και τα νήματα μέσ' στη φωτιά τα ρίχνω.
+ Αχ! Έρωτα σκληρόκαρδε, γιατί μούχεις ρουφήξει
+ όλο το αίμα της καρδιάς σαν απ' τη λίμνη αβδέλλα;
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι
+
+ Σαύρα θα κάψω στη φωτιά και θα την κάνω σκόνη
+ κ' ένα πιοτό, κακό πιοτό ταχυά θε να σου φέρω.
+ Πάρε τα μάγια, Θέστυλι, πάρε τα μάγια τώρα
+ και την κορφή της πόρτας του σύρε μ' αυτά ν' αλείψης
+ και λέγε ψιθυρίζοντας: «τα κόκκαλά του αλείφω.»
+
+ Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
+
+Β'.
+
+ Τώρα, πούμεινα μόνη μου, τον έρωτά μου ας κλάψω.
+ Πούθε ν' αρχίσω να θρηνώ, ποιος μου τον έχει φέρει;
+ Κανιστροφόρα η Αναξώ, η κόρη του Ευβούλου
+ στο λόγγο της Αρτέμιδος μας είχεν έρθει τότε·
+ θεριά την ετριγύριζαν και θηλυκό λιοντάρι.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθ' η αγάπη
+
+ Κ' η παραμάννα η άμοιρη του Θευχαρίδη, που ήταν
+ το σπίτι της στο σπίτι μου κοντά, πόρτα με πόρτα,
+ με θερμοπαρακάλεσε να πάω στο πανηγύρι·
+ κ' η δόλια εγώ ξεκίνησα να πάω ν' ακλουθήσω
+ φορώντας το ξανθόλινο κι ώμορφο φόρεμά μου
+ και στολισμένη με ταχνό της Κλεαρίστας πέπλο.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ Στο δρόμο, μόλις έφθασα στου Λύκωνα το σπίτι,
+ μαζί με τον Ευδάμνιππο είδα το Δέλφι εμπρός μου·
+ ξανθότερ' από ελίχρυσο είχαν κ' οι δυο τα γένεια
+ κ' εγυάλιζαν τα στήθια των πειότερ' απ' τη Σελήνη,
+ δείχνοντας πως εγύριζαν μόλις απ' την παλαίστρα.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ Τον είδα κ' ετρελλάθηκα κι άναψεν η καρδιά μου,
+ ξεθώριασεν η όψη μου κ' έσβυσ' η ωμορφιά μου,
+ κι ούτ' ένοιωσα τι γίνηκε στο πανηγύρι εκείνο
+ ούτε και ξέρω η δύστυχη πώς γύρισα στο σπίτι·
+ μα κάποια αρρώστια πύρινη άλλαξε τη θωριά μου
+ κ' ήμουν δέκα μερόνυχτα πεσμένη στο κρεββάτι.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ Συχνά-πυκνά το χρώμα μου κιτρίνιζε σα θράψος,
+ έπεφταν αναρίθμητες της κεφαλής μου οι τρίχες
+ κ' εκόλλησε το δέρμα μου στα κόκκαλά μου απάνω.
+ Και πού δεν πήγα η δύστυχη γυρεύοντας να γιάνω,
+ και ποια γερόντισσ' άφησα που ξέρει να ξορκίζη;
+ Τίποτα δε μ' αλάφραινε κ' έλειωνα με το χρόνο.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ Κ' εκάλεσα τη σκλάβα μου κι άνοιξα την καρδιά μου.
+ «Θέστυλι, βρες μου γιατρικό στη φοβερή μου αρρώστια
+ »Ο Δέλφις την ταλαίπωρη όλη δική του μ' έχει·
+ »μα στην παλαίστρα πήγαινε και παραμόνευέ τον
+ »εκεί συχνά πηγαίνει αυτός, εκεί ταρέσει νάνε».
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ «Κι όταν μονάχο τον ιδής γνέψε του να σιμώση,
+ και πες του πως τονε καλώ και φέρε τον στο σπίτι».
+ Έτσ' είπαμε' κ' επήγε αυτή και μούφερε το Δέλφι,
+ κ' εγώ μόλις τον ένοιωσα κ' εγώ μόλις τον είδα
+ να διασκελίζη ανάλαφρα της πόρτας το κατώφλι,
+
+ (Πες μου, Σελλήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη)
+
+ μου 'πάγωσ' όλο το κορμί πειότερο κι απ το χιόνι
+ κ' έσταζ' ιδρώτας άφθονος από το μέτωπό μου
+ σαν τη δροσούλα της νοτιάς, κ' εκόπηκ' η φωνή μου
+ και δε μ' απόμεινε φωνή μηδ' όση έχει το βρέφος
+ που ψιθυρίζοντας καλεί τη μάννα του στον ύπνο·
+ κ' ενέκρωσαν τα μέλη μου σαν της κερένιας κούκλας.
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ Και μόλις μ' είδε ο άπονος χαμήλωσε τα μάτια
+ και στο σκαμνί εθρονιάστηκε και τέτοια λόγια μούπε:
+ «Πρόλαβες και μ' εκάλεσες στο σπίτι σου, Σιμαίθα,
+ »όπως εγώ στο τρέξιμο πρόλαβα το Φιλίνο.»
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ «Όμως λογάριαζα κ' εγώ νάρθω τη νύκτ' απόψε,
+ »μα το γλυκό τον Έρωτα, μαζί μ' άλλους μου φίλους,
+ »κρύβοντας μέσ' στον κόρφο μου γλυκόμηλα του Βάκχου
+ »κ' ένα στεφάνι ολόγυρα στην κεφαλή φορώντας,
+ «στεφάνι λεύκας, ιερό κλωνάρι του Ηρακλέους,
+ «στεφάνι καταστόλιστο με κόκκινες κορδέλλες.»
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ »Κι αν με καλοδεχόσαστε, θα τώχα για χαρά μου
+ »αν μοναχά το στόμα σου το γλυκερό 'φιλούσα
+ » — γιατ' είμαι νιος ευγενικός κι ώμορφος μέσα σ' όλους —
+ »μ' αν εύρισκα την πόρτα σας κλειστή, μανταλωμένη,
+ »θάχα πελέκια κοφτερά, θάχα δαυλιά για δαύτη».
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ «Και τώρα χάρη εγώ χρωστώ στην Αφροδίτη πρώτα
+ »κ' ύστερα χάρη δεύτερη χρωστώ σε σένα πάλι
+ »που μ' έβγαλες απ' τη φωτιά του πόθου πριν με κάψη
+ »κ' έστειλες και μ' εκάλεσες ναρθώ στο σπιτικό σου·
+ »γιατί κι από το φλογερό ηφαίστειο της Λιπάρας
+ »πιο καυτερά, πιο φλογερά ο έρως καίει και φλέγει».
+
+ Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
+
+ «Αυτός σηκώνει τα μυαλά και κάνει και την κόρη,
+ »την κόρη την ανήξερη, να φεύγη από το σπίτι,
+ »και κάνει και τη νιόνυφη ν' αφήνη, ν' απαρνιέται
+
+ »το στρώμ' ακόμη το ζεστό του αντρός της και να φεύγη».
+ Είπε' κ' εγώ ευκολόπιστη τον έπιασ' απ' το χέρι
+ κι αγάλια τον επλάγιασα στο μαλακό μου στρώμα·
+ κι άρχισαν να μαλάζωνται μαζί τα δυο κορμιά μας
+ και τα ζεστά μας πρόσωπα ν' ανάβουν, να κορώνουν·
+ κ' εψιθυρίζαμε γλυκά στόμα με στόμα οι δυο μας.
+ Και να μη σ' τα πολυλογώ, Σελήνη αγαπημένη,
+ τα πιο μεγάλα εκάναμε κ' ήρθαμ' οι δυο σε πόθο.
+ Κι ως χθες κανείς μας απ' τους δυο παράπονο δεν είχε·
+ μα σήμερα ήρθε σπίτι μου η μάννα της Φιλίστας
+ και της χορεύτρας Μελαξώς, την ώρα που φοράδες
+ φέρνουν απ' τον ωκεανό στον ουρανό τρεχάτες
+ τη ροδοχέρα την Αυγή· και κοντά στάλλα μούπε
+ πως έχει πιάσει ο Δέλφις μου κάποια καινούργια αγάπη,
+ μα ποια αγαπά, δεν ήθελε να μου το φανερώση,
+ παρά μονάχα πως συχνά πίνει κρασί για κάποια
+ και πως το πίνει ανέρωτο και πως στολίζει ακόμα
+ την κάμαραν όπου μεθά μ' ευωδιαστά στεφάνια·
+ κ' ύστερα φεύγει βιαστικός. Αυτά μούπεν εκείνη
+ κ' εγώ ταναλογιάζομαι κι αληθινά τα βρίσκω·
+ γιατ' άλλοτε πολλές φορές ερχόταν την ημέρα
+ κι άφηνε και στο σπίτι μου το Δωρικό λαγήνι. (3)
+ Μα τώρα πούχω να τον 'δώ σωστά δώδεκα 'μέρες
+ κάποια άλλη θα τονε τραβά και με ξεχνάει εμένα.
+ Μα τώρα με τα μάγια μου θε να τον σφικτοδέσω,
+ κι αν πάλι θα με τυραγνά, τωρκίζομαι στις Μοίρες,
+ την πόρτα του Άδη ο άκαρδος ταχυά να πάη να κρούση.
+
+ Βαθυά μέσ' στο σεντούκι μου κρύβω κακά φαρμάκια
+ που ένας Ασσύριος κάποτε μου τάχει μαθημένα.
+
+ Μα εσύ στρέψε χαρούμενη ταλόγατά σου τώρα,
+ Σελήνη, στον ωκεανό· κ' εγώ θε να υπομένω
+ όπως ως τώρα υπόμενα τον πόνο της καρδιάς μου.
+ Σ' αφήνω 'γειά, λαμπρόχρωμη Σελήνη και σεις άστρα,
+ που αθόρυβα την άμαξα της νύκτας ακλουθάτε.
+
+
+
+ΚΩΜΟΣ
+
+
+
+ Για την Αμαρυλλίδα μου θα 'πώ ένα τραγουδάκι
+ κ' οι γίδες βόσκουν στο βουνό κι ο Τίτυρος τις βόσκει.
+ Βόσκε τις γίδες, Τίτυρε, και φέρε τες στο ρέμμα
+ κ' έχε το νου στο Λιβυκό και στο βαρβάτο τράγο,
+ τον τράγο τον ξανθόμαλλο, να μη σε κουτουλήση.
+
+ Πώς δεν προβάλλεις στη σπηληά να με καλέσης νάρθω;
+ Μ' εχθρεύεσαι το δύστυχο, γλυκειά μου Αμαρυλλίδα,
+ ή μήπως τάχα από κοντά με βρίσκεις πλατομύτη;
+
+ Αμαρυλλίδα αγάπη μου, με κάνεις να μαδήσω
+ τολόδροσο στεφάνι αυτό πούχω για σένα πλέξει
+ μ' ευωδιασμένα σέλινα και με μπουμπούκια κίστου.
+
+ Αλλοίμονό μου! δε μ' ακούς; τι έχω να πάθω ο μαύρος!
+ Να, δέκα μήλα σούφερα' τάκοψα 'κεί που μούπες·
+ να, δέκα μήλα, και ταχυά θε να σου φέρω κι άλλα.
+
+ Αχ! κύτταξε τον πόνο μου: Πώς ήθελα να γίνω
+ βομβολαλούσσα μέλισσα και νάρθω στη σπηληά σου,
+ μέσ' στον κισσό σου να χωθώ, στη φτέρη που σ' ησκιώνει.
+
+ Τώρα τον έρωτα ένοιωσα· σκληρός θεός· λιοντάρι
+ τον βύζαξε, κ' η μάννα του τον έθρεψε στο λόγγο.
+ Βαθυά - βαθυά ως τα κόκκαλα με κατακαίει εκείνος.
+ Όσο η ματιά σου είνε γλυκειά, τόσο η καρδιά σου πάγος·
+ αχ! μαυροφρύδα, δέξου με κ' ένα φιλάκι δος μου.
+ Και τα φιλάκια μοναχά έχουν κ' εκείνα γλύκα.
+
+ Θα βγάλω τη φλοκάτη μου στα κύματα να πέσω
+ από το βράχο που ο ψαράς παραμονεύει τόννους·
+ κι αν δεν πεθάνω, όμως κι αυτό θε να σ' ευφράνη εσένα.
+
+ Το ξέρω πως δε μ' αγαπάς· θέλοντας να το μάθω,
+ έκρουσα μέσ' στη φούχτα μου της παπαρούνας φύλλο
+ κ' εκείνο απομαράθηκε χωρίς να κάνη κρότο.
+
+ Μα κ' η κοσκινομάτισσα η σταχολόγα η Γραίω
+ κι αυτή που την ερώτησα αληθινά μου τώπε
+ πως είμ' εγώ τρελλός για σε και συ δε με λογιάζεις.
+
+ Φυλάω για σένα κάτασπρη και διπλομάννα γίδα,
+ που την ζητά η μελαχροινή του Μέρμνωνα δουλεύτρα·
+ σαν δε με καταδέχεσαι σ' αυτήν θα τη χαρίσω.
+
+ Παίζει το μάτι μ' το δεξί· μήπως την ανταμώσω;
+ Θα γύρω δίπλα στη φτελιά και θε να τραγουδήσω
+ κ' ίσως γυρίση να με 'δη· δεν είνε δα από πέτρα.
+
+ Την Αταλάντη θέλοντας να πάρη ο Ιππομένης,
+ παράβγηκε στο τρέξιμο κ' είχε στα χέρια μήλα,
+ κ' ευθύς τον ερωτεύθηκε μόλις τον είδ' εκείνη.
+
+ Όταν στην Πύλο ο Μέλαμπος έφερε το κοπάδι
+ από την Όθρυ, έγειρε στην αγκαλιά του Βία
+ η ωραία Πειρώ, της γνωστικής Αλφεσιβοίας η μάννα.
+
+ Και μήπως τάχα ο Άδωνις, μέσ' στα βουνά τσοπάνης,
+ δε μάγεψε τόσο τρελλά την ώμορφη Αφροδίτη
+ που και νεκρό στον κόρφο της σφικτά τον εκρατούσε;
+
+ Μα και τον Ενδυμίωνα ζηλεύω που εκοιμήθη
+ τον ύπνο τον αξύπνητο· και τον Γιασίων' ακόμα
+ που απόλαψε όσα δεν μπορούν οι αμάθευτοι νακούσουν.
+
+ Πονεί μου εμένα η κεφαλή κ' εσένα δε σε μέλει.
+ Θα πάψω το τραγούδι μου και θε να πέσω χάμω
+ νάρθουν οι λύκοι να με φαν για να χαρή η καρδιά σου.
+
+
+
+
+ΝΟΜΕΙΣ ΒΑΤΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΥΔΩΝ
+
+
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Οι αγελάδες που θωρώ μην είνε του Φιλώνδα;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Όχι· είνε του Αίγωνα· μ' άφησε να τις βόσκω.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Μήπως κρυφά και κλέφτικα το βράδυ τις αρμέγεις;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Τι λες! ο γέρος έρχεται και βάζει τα μοσχάρια
+ στη μάννα να βυζάξουνε και με προσέχει εμένα.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Και σε ποια χώραν άφαντος επήγεν ο βουκόλος;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Δεν τάμαθες; στον Αλφειό μαζί του τον επήρε
+ ο Μίλων.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Μπα; και πότε αυτός στα μάτια του είδε λάδι; (4)
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Μα λένε πως στη δύναμι τον Ηρακλή περνάει.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Και μένα μ' είπε η μάννα μου κι από τον Πολυδεύκη
+ πιο δυνατό.
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Κ' επήγ' εκεί μ' ένα σκερπάνι· πήρε
+ μαζί του είκοσι πρόβατα.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Αν είν' αλήθεια τούτα,
+ ο Μίλων τότε θα μπορή και λύκους να λυσσάξη.
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Κ' εδώ οι δαμαλοπούλες του με μουγκρυτά τον κράζουν.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Κακός βοσκός τις έλαχε· δυστυχισμένες πούνε!
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Αλήθεια· κι ούτε θέλουνε σαν πρώτα να βοσκήσουν.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Κείνης εκεί, τα κόκκαλα της έχουν απομείνει.
+ Μην τρέφεται σαν τζίτζικας με τη δροσιά μονάχα;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Καθόλου· χόρτο μαλακό δεμάτια την ταΐζω·
+ κι άλλοτε πάλι τη βοσκώ στις όχτες του Αισάρου
+ κι άλλοτε στο βαθύσκιωτο Λάτυμνο τήνε φέρνω.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Αδύνατος είνε κι αυτός ο κόκκινος ο ταύρος.
+ Τέτοιος είθε να λάχαινε στο δήμο του Λαμπρέα
+ στην Ήρα να τον σφάξουνε· τ' είνε κακός ο δήμος.
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Κι όμως τον φέρνω πάντοτε στο λιμνοθαλασσάκι,
+ στου Φύσκου τη ριζοβουνιά, στου Νήαιθου τις όχτες,
+ που όλα καλά φυτρώνουνε κι όλα καλά βλαστάνουν,
+ φυτρώνει γιδοβότανο και κονυζός κ' εκείνο
+ τώμορφο μελισσόχορτο το μοσχομυρωδάτο.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Αλλοίμονό σου, Αίγωνα! εσύ γυρεύεις νίκες
+ και τα φτωχά τα βώδια σου τραβούν κατά τον Άδη,
+ και τη φλογέρα πούκανες σκουριά την περιζώνει.
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Όσο για τη φλογέρα του, πριν φύγη για την Πίσα
+ μου την εχάρισε, κ' εγώ, τεχνίτης στη φλογέρα,
+ παίζω γλυκά και τεχνικά της Γλαύκης τα τραγούδια,
+ παίζω γλυκά και τεχνικά του Πύρρου τα τραγούδια.
+ Και τραγουδώ την Κρότωνα, τη Ζάκυνθο, κ' εκείνο
+ τακρόβουνο Λυκίνιο, που ο Αίγωνας μια μέρα
+ ογδώντα πίττες έφαγε μόνος και μοναχός του·
+ κι όπου ένα ταύρον άρπαξεν από το νύχι, κ' έτσι
+ τον έσυρεν απ' το βουνό και στην Αμαρυλλίδα
+ για δώρο της τον έδωκε· κι όλες μαζί οι γυναίκες
+ ανάκραξαν με θαυμασμό, κ' εγέλασε ο βουκόλος.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Αμαρυλλίδα μ' ώμορφη, και πεθαμμένη ακόμα
+ δε θε να σε ξεχάσωμε! Όσο μ' ευφραίνουν γίδες
+ τόσο και συ μ' ελύπησες που σβήστηκες κ' εχάθης.
+ Μοίρα σκληρή που μούλαχεν! Αλλοίμονο σε μένα!
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Θάρρος χρειάζεται η ζωή κι όλα καλλιτερεύουν
+ Οι ελπίδες για τους ζωντανούς και μόνο οι πεθαμμένοι
+ τίποτα δεν προσμένουνε, τίποτα δεν ελπίζουν.
+ Άλλοτε βρέχει ο ουρανός κι άλλοτε ξαστερώνει.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Ας έχω θάρρος. Διώξε τα 'δώ κάτω τα μοσχάρια
+ γιατί ριχτήκαν στης εληάς τα χαμηλά βλαστάρια.
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Ουστ! Ασπρομάλλη! σύρε συ, Κυμαίθα, προς το λόφο
+ Μα δεν ακούς; αι! μα το ναι, τέλος κακό θα σ' εύρη
+ αν δε θα φύγης από 'κεί. Για 'δές, ξαναπηγαίνει.
+ Πού νάνε τάχα η γκλίτσα μου ναρθώ να σε κτυπήσω;
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Κύττα, Κορύδων, προς θεού! ετούτο εδώ ταγκάθι
+ κάτ' από τον αστράγαλο μού τρύπησε το πόδι.
+ 'Δές τι βαθυά που χώθηκαν οι αδραχτυλίδες μέσα!
+ Το δαμαλάκι διώχνοντας, που κακό ψόφο νάχη,
+ πλήγωσα το ποδάρι μου. Είδες πούνε ταγκάθι;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Τώπιασα με τα νύχια μου· να, κύτταξέ το, Βάττε.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Πόσο μικρό ταγκύλωμα και πόσο πόνο κάνει!
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Μην τρέχης, Βάττε, στο βουνό ξυπόλυτος ποτέ σου,
+ γιατί φυτρώνουν παλουριές κι ασπαλωθιές κι αγκάθια.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Ας είνε· πες μου, φίλε μου, το γεροντάκι εκείνο
+ τη μαυροφρύδα κορασιά την αγαπάει ακόμα;
+
+ΚΟΡΥΔΩΝ
+ Ακόμα, δόλιε μου· και πριν πουρχόμουν κατά 'δώθε,
+ τους έπιασα τους δυο μαζί κάπου κοντά στη σκάφη.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Γειά σου, γέρο βαρβάτε μου! ή με τους Σατυρίσκους
+ ή με τους στραβοπόδαρους Πάνας θα συγγενεύης.
+
+
+
+
+ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ
+ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΟΙΤΑΣ
+
+
+
+ Δαμοίτας κάποτε, Άρατε, και Δάφνις ο βουκόλος
+ μάζεψαν τα κοπάδια τους κ' οι δυο σ' ένα λιβάδι·
+ ο ένας μόλις χνούδωνε κι ο άλλος ξανθογένης·
+ στη βράση του καλοκαιριού και μέσ' στο μεσημέρι
+ σε μια βρυσούλα εκάθονταν και τέτοια τραγουδούσαν.
+ Πρώτος ο Δάφνις άρχισε γιατί και τώπε πρώτος.
+
+ (Δάφνιδος ωδή)
+
+ Πολύφημε, στα πρόβατα ρίχνει η Γαλάτεια μήλα
+ και ρίχνοντας τα μήλα της σ' ερωτοπεριπαίζει·
+ και συ δε στρέφεις να την 'δης μηδέ να την κυττάξης,
+ μα κάθεσαι, κακότυχε, και παίζεις τη φλογέρα.
+ Τώρα κτυπάει τη σκύλλα σου που σου φυλάει ταρνάκια
+ κ' η σκύλλα προς τη θάλασσα κυττάζοντας γαυγύζει·
+ κοχλάζοντας τα κύματα, την ώμορφη νεράιδα
+ που τρέχει απάνω στο γιαλό, αχνά την καθρεφτίζουν.
+ Έχε το νου σου μη τυχόν στις γάμπες της ορμήση,
+ μέσ' στη στιγμή που η κορασιά μέσ' απ' το κύμα βγαίνει,
+ και της ξεσχίση τώμορφο και ταπαλό της δέρμα.
+ Αυτή από 'κείθε χίλια δυο τσακίσματα σου κάνει
+ σαν αγκινάρας λούλουδο στου θεριστή ταγέρι·
+ και φεύγει όταν την κυνηγάς, σε κυνηγά όταν φεύγης,
+ και λαχταρά για να σε 'δή· γιατί από την αγάπη
+ πολλές φορές, Πολύφημε, και τάσχημα ωμορφαίνουν.
+
+ Αντί για τον Πολύφημο απάντησε ο Δαμοίτας.
+
+ (Δαμοίτου ωδή)
+
+ Την είδα μα τον Πάνα, ναι, που κτύπαε το κοπάδι,
+ μα το γλυκό το μάτι μου που τώχω ένα μονάχο
+ κι άμποτε κι άμποτε μ' αυτό να βλέπω ως να πεθάνω,
+ κι ο Τήλεμος που το κακό προφήτεψε για μένα
+ κακό να 'δη στο σπίτι του κακό και στα παιδιά του.
+
+ Κ' εγώ πεισμώνοντάς τηνε δεν την κυττάζω διόλου,
+ και λέω πως άλλην αγαπώ, κ' εκείνη που τακούει,
+ απ' την πολλή τη ζήλεια της μαραίνεται και λειώνει
+ κι ορμώντας απ' τη θάλασσα τρελλή και μανιωμένη
+ μ' αναζητά μέσ' στις σπηληές και σ' όλα τα κοπάδια.
+
+ Σφυρίζω και στη σκύλλα μου να την γαυγύζη πάντα·
+ γιατί σαν ήμουν μια φορά γι' αυτήν ξετρελλαμένος
+ χαϊδολογώταν κρύβοντας τη μούρη της στα σκέλια.
+
+ Ίσως θωρώντας όλ' αυτά μαντάτορα θα στείλη
+ όμως εγώ τη θύρα μου θα την κρατώ κλεισμένη
+ ως να την κάνω να ορκισθή πως θάρθη να μου στρώση
+ γάμου κρεββάτι στη στεριά και στο νησί μας τούτο.
+ Γιατί δεν είμαι κι άσχημος όπως με λέει ο κόσμος.
+ Μια 'μέρα καθρεφτίστηκα στου πόντου τη γαλήνη
+ κ' είδα τα γένεια μ' ώμορφα κι ώμορφο τώνα μάτι
+ κ' είδα κι αυτά τα δόντια μου, τα κάτασπρά μου δόντια
+ να ξαπερνούν στη λάμψη των τα μάρμαρα της Πάρου.
+
+ Κ' εγώ για να μη βασκαθώ, χωρίς στιγμή να χάσω,
+ έφτυσ' αμέσως τρεις φορές στον εδικό μου κόρφο·
+ γιατ' έτσι μ' έμαθε η γρηά Κοτυταρίς να κάνω.
+
+ Είπ' ο Δαμοίτας κ' έπαψε κ' εφίλησε το Δάφνι
+ και μια φλογέρα τούδωκε· κ' ευθύς γι' αντιδοσίδι
+ ένα σουραύλι εχάρισεν ο Δάφνις στο Δαμοίτα.
+ Και το σουραύλι παίζοντας, παίζοντας τη φλογέρα,
+ τα δαμαλάκια εχόρευαν στη μαλακή τη χλόη.
+
+ Κ' έτσι κανείς δε νίκησε τον άλλο στο τραγούδι.
+
+
+
+ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ
+ΔΑΦΝΙΣ, ΜΕΝΑΛΚΑΣ, ΑΙΠΟΛΟΣ
+
+
+
+ Τα πρόβατά του βόσκοντας απάντησ' ο Μενάλκας
+ απάνω στα ψηλά βουνά το Δάφνι το βουκόλο.
+ Ήταν κ' οι δυο ξανθόμαλλα κι ανήλικα κοπέλια,
+ τεχνίτες στη φλογέρα οι δυο, τεχνίτες στο τραγούδι.
+ Και προς το Δάφνι στρέφοντας είπ' ο Μενάλκας πρώτος
+ «Δάφνι, που βώδια εσύ βοσκάς με τα μουγκρύσματά των
+ »θέλεις να δοκιμάσωμε ποιος κάλλιο τραγουδάει;
+ »Εγώ με το τραγούδι μου σου λέω πως θα νικήσω.»
+ Κι ο Δάφνις ταποκρίθηκε και τέτοια λόγια τούπε:
+ «Μενάλκα, που ταρνιά βοσκάς και παίζεις τη φλογέρα,
+ »ποτέ δε με νικάς εσύ κι αν σκάσης τραγουδώντας.»
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Θέλεις να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσης;
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Θέλω να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσω.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Τι στοίχημα να βάλωμε καλό και για τους δυο μας;
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Ένα μοσχάρι βάζω εγώ· εσύ τρανό κριάρι.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Δε βάζω το κριάρι εγώ, τ' έχω κακό πατέρα
+ κ' είνε κ' η μάννα μου κακιά, κι όταν γυρνώ το βράδυ
+ μου τα μετρούν τα πρόβατα και τα ξαναμετρούνε.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Τι θα κερδίση ο νικητής; τι στοίχημα θα βάλης;
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Θα βάλω τη φλογέρα μου, μ' εννιά φωνές φλογέρα,
+ απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη,
+ αυτή θα βάλω στοίχημα πούνε 'δικό μου πράμμα·
+ ό,τ' είνε του πατέρα μου δεν το στοιχηματίζω.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Ίδια φλογέρα έχω κ' εγώ, μ' εννιά φωνές φλογέρα,
+ απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη.
+ Τώρα κοντά την έκανα. Μούκοψε το καλάμι
+ ετούτο μου το δάχτυλο και μου πονάει ακόμα.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Ποιος θα μας κρίνη τώρα 'δώ και ποιος θα μας ακούση;
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Εκείνο το γιδοβοσκό — που ο σκύλλος του γαυγύζει
+ απόκοντα στα γίδια του — ας κράξωμε για νάρθη.
+
+ Και τα κοπέλια εκράξανε κι αυτός ήρθε ν' ακούση.
+ Κ' έβαλαν κλήρο κ' έλαχε κι άρχισεν ο Μενάλκας
+ κι ο Δάφνις αποκρίνονταν μ' αγροτικό τραγούδι
+ και τραγουδούσε δεύτερος. Κ' είπ' ο Μενάλκας πρώτος.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Εσείς από τη θεία γενιά κοιλάδες και ποτάμια,
+ αν κάποτ' ετραγούδησα κ' είπα γλυκό τραγούδι,
+ παρακαλώ σας, βόσκετε με προθυμιά ταρνιά μου·
+ κι αν έρθη ο Δάφνις από 'δώ φέρνοντας τις γελάδες,
+ την ίδια πάλι προθυμιά δείξετε και σ' εκείνον.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Βρυσούλες με τα κρύα νερά και γλυκερά βοτάνια,
+ αν είνε το τραγούδι μου σαν αηδονιού τραγούδι
+ θρέψετε τις γελάδες μου· κι αν έρθη κι ο Μενάλκας
+ μαζί με το κοπάδι του, όλ' άφθονα να τάβρη.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Όπου είν' ο Μίλων ο ώμορφος κι όπου διαβαίνει εκείνος,
+ εκεί με μέλι οι μέλισσες γεμίζουν τις κυψέλες,
+ εκείν' οι γίδες εύρωστες κ' είν' όλες διπλομάννες,
+ εκείνε κ' οι βελανιδιές ψηλότερες ακόμα·
+ σαν φεύγη αυτός, μαραίνονται βοτάνια και τσοπάνης.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Εκεί που πηγαινώρχεται πεντάμορφη η Νεράιδα,
+ εκείνε πάντα η άνοιξη, πάντα βοσκές, και πάντα
+ απ' τα μαστάρια αστείρευτα τα γάλατ' αναβλύζουν
+ και τρέφουν τα νιογέννητα· μα όταν εκείνη φεύγη,
+ στεγνώνουν και μαραίνονται γελάδες και βουκόλος.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Ω τράγε, εσένα πούχουνε οι άσπρες γίδες άντρα,
+ ώ λόγγε εσύ βαθύσκιωτε· σύρετε, γίδες, τώρα
+ σ' εκείνο το τρεχούμενο νεράκι· εκεί είν' εκείνος·
+ σύρε να βρης το Μίλωνα, σύρε και πες του, τράγε,
+ πως κι ο Πρωτεύς αν και θεός κι αυτός έβοσκε φώκες.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ [ελλείπουσι στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου]
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Μην εύχεσαι για κτήμα μου του Πέλοπος τη χώρα
+ μηδέ 'δικό μου θησαυρό το βιος του Κροίσου νάχω
+ και μηδέ καν να ξεπερνώ στο δρόμο τους ανέμους·
+ μα ευχήσου με να τραγουδώ κάτω απ' το βράχο τούτο,
+ να σ' αγκαλιάζω βλέποντας ταρνιά μου μαζωμένα,
+ που βόσκουνε στ' ολόδροσο Σικελικό ακρογιάλι.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Για όλα τα δένδρα είνε κακό, φρικτό κακό ο χειμώνας,
+ για τα ποτάμια η αναβροχιά, για τα πουλιά η παγίδα
+ και γι' ταγρίμια τα θεριά τα δίχτυα από λινάρι
+ και για τον άντρα ο έρωτας της κορασιάς. Ω Δία,
+ δεν είμαι μόνος που αγαπώ, και συ αγαπάς γυναίκες.
+
+ Έτσι λιανοτραγούδησαν με την αράδα οι δυο των,
+ μα το τραγούδι το στερνό πρωτάρχισ' ο Μενάλκας.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Λύκε, μακρυά απ' τα γίδια μου κι απ' τις γιδομαννάδες·
+ είμαι μικρός κι ανήξερος, μη θέλης το κακό μου.
+ Ασπρόσυρε σκύλλε μου, γιατί τόσο βαθυά κοιμάσαι;
+ όταν κοπέλι είνε βοσκός, άγρυπνος μένει ο σκύλλος.
+
+ Και σεις, καλά μου πρόβατα, χλόη απαλή χορτάστε·
+ μη την φιλαργυρεύεστε, θε να φυτρώση πάλι.
+
+ Εμπρός! βόσκετε, βόσκετε, γεμίστε τα μαστάρια,
+ ταρνάκια να χορτάσουνε κ' εγώ τυρί να πήξω.
+
+ Κι άρχισ' ο Δάφνις δεύτερος το λιγερό τραγούδι.
+ Απ' τη σπηληά διβαίνοντας μαζί με τα δαμάλια,
+ μια σμιχτοφρύδα μ' είδε χθες κ' είπεν: ώμορφος πούνε!
+
+ Κ' εγώ δεν αποκρίθηκα, λόγο πικρό δεν είπα,
+ μα με τα μάτια χαμηλά τράβηξα στη δουλειά μου.
+
+ Είνε γλυκό το μουγκρυτό κ' η ανάσα της γελάδας,
+ γλυκό είνε και το πλάγιασμα στη ρεμματιά το θέρος.
+
+ Καμάρι της βελανιδιάς είνε τα βελανίδια,
+ μήλα καμάρι της μηλιάς, μοσχάρι της γελάδας
+ και του βουκόλου αληθινό καμάρ' είν' οι γελάδες.
+
+ Έτσι γλυκοτραγούδησαν τα δυο κοπέλια εκείνα
+ κ' εστράφηκε ο γιδοβοσκός κ' έτσι είπε κρίνοντάς τα:
+ «Είνε γλυκό το στόμα σου, γλυκειά η φωνή σου, Δάφνη.
+ »Κάλλιο ν' ακούω τραγούδι σου παρά να γλείφω μέλι.
+ »Πάρε και το σουραύλι του· νίκησες στο τραγούδι.
+ »Κι αν θες, εκεί που βόσκομε, κ' εμένα να με μάθης,
+ »μ' εκείνη την ακέρατη θα σε πληρώσω γίδα,
+ »που την καρδάρα ξεχειλά με το πολύ της γάλα».
+
+ Όπως πηδάει στη μάννα του το γίδι, έτσι κι ο Δάφνις
+ τα χέρια κροταλίζοντας πήδησ' απ' τη χαρά του.
+ Κι όπως η νύφη ντρέπεται, παρόμοια κι ο Δαμοίτας
+ εζάρωσε κι ανάνοιωσε τη λύπη στην καρδιά του.
+ Κι ο Δάφνις πρώτος στους βοσκούς εγίνηκε από τότε,
+ κι άγουρος επαντρεύτηκε κ' επήρε τη Νεράιδα.
+
+
+
+ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ
+ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑΛΚΑΣ,
+
+
+
+ Άρχισε, Δάφνι, να μας 'πής, βουκολικό τραγούδι,
+ άρχισε πρώτος, κ' ύστερα μας τραγουδεί ο Μενάλκας·
+ βάλετε τα μοσχάρια σας κάτ' από τις 'γελάδες,
+ βάλετε και τους ταύρους σας στις άγονες ακόμα.
+ Εκείν' ας βόσκουνε μαζί στα φυλλωμένα χόρτα
+ χωρίς να ξεμακραίνωνται καθόλου απ' το κοπάδι,
+ και συ τραγούδι αρχίνησε βουκολικό τραγούδι
+ κ' έπειτ' αποκρινάμενος τραγούδι ας 'πή ο Μενάλκας.
+
+ΔΑΦΝΙΣ
+ Το μουγκρυτό του μοσχαριού γλυκό, και της 'γελάδας,
+ και της φλογέρας η λαλιά γλυκειά, και του βουκόλου,
+ όλα γλυκά, κ' εγώ γλυκά, γλυκά θα τραγουδήσω.
+ Εκεί κοντά στη ρεμματιά πούχει το κρύο νεράκι.
+ έστησα το κρεββάτι μου κ' έστρωσα απάνω στρώμα
+ μ' άσπρες και μαλακές προβειές από 'γελάδες άσπρες,
+ που ο λίβας μου τις γκρέμισε 'ψηλά από τακροβούνια
+ ενώ βοσκούσαν κ' έτρωγαν της κουμαριάς τα φύλλα.
+ Τη φλόγα του καλοκαιριού τόσο τη λογαριάζω,
+ όσο τα λόγια των γονιών ο ερωτοχτυπημένος.
+ Τέτοια μας ετραγούδησεν ο Δάφνις ο βουκόλος
+ και τέτοια αποκρινάμενος τραγούδησ' ο Μενάλκας.
+
+ΜΕΝΑΛΚΑΣ
+ Η Αίτνα είν' η μητέρα μου, κ' εγώ για κατοικιά μου
+ έχω μιαν ώμορφη σπηληά μέσα σε κούφιο βράχο·
+ κ' έχω κι όσα στον ύπνο του βλέπει κανείς μονάχα,
+ κ' έχω πολλά τα πρόβατα κ' έχω πολλές τις γίδες
+ κ' έχω προβειές προσκέφαλο κ' έχω προβειές στα πόδια,
+ μελένιες γαλατόπιττες σε ξύλα απάνω ψήνω
+ και καίω στη βαρυχειμωνιά οξυάς ξερά κλωνάρια·
+ και τόσο λογαριάζω εγώ τον άγριο το χειμώνα,
+ όσο ο φαφούτης, τρώγοντας χυλό, ζητά καρύδια.
+
+ Κ' εγώ τους χειροκρότησα, κ' εχάρισα στο Δάφνι
+ ρόπαλο, απ' του πατέρα μου κομμένο το χωράφι,
+ που ήταν αυτοκάμωτο, έτοιμο κι απ' το δέντρο
+ και που τεχνίτης δεν μπορεί να βρη γι' αυτό ψεγάδι·
+ και στο Μενάλκα εχάρισα κογχύλι που είχα πιάσει
+ στου Ικάριου την ακρογιαλιά και το φαΐ του ωστόσο
+ πέντε μερίδια τώκανα, τήμαστε τότε πέντε.
+ Κ' εξεκαρδίστηκε γι' αυτό το δώρο μου ο Μενάλκας.
+
+ Χαίρετε, χιλιοχαίρετε, βουκολικές μου Μούσες,
+ κάνετε τώρα νακουστούν κι αυτά μου τα τραγούδια
+ που τα τραγούδησα κ' εγώ στους δυο βοσκούς εκείνους,
+ κι ούτε να βγάλη η γλώσσα μου στην άκρη φουσκαλλίδα.
+ Τζίτζικας τζίτζικ' αγαπά και μέρμηγκας μερμήγκι,
+ γέρακας γέρακ' αγαπά κ' εγώ αγαπώ τραγούδι·
+ κι άμποτε νάν' το σπίτι μου γεμάτο από τραγούδια.
+ Μηδέ κι ο ύπνος ο γλυκός τόσο γλυκός δεν είνε,
+ μηδέ κ' η ξάφνια η άνοιξη τόσο γλυκειά δεν είνε,
+ μηδέ και για τις μέλισσες τόσο γλυκά είνε τάνθια
+ όσο είν' οι Μούσες οι καλές για μένα αγαπημένες.
+ Όσους αυτές ορέγονται κι όσους καλοκυττάζουν,
+ αυτοί τα μαγικά πιοτά της Κίρκης δεν φοβούνται.
+
+
+
+ΕΡΓΑΤΙΝΑΙ Ή ΘΕΡΙΣΤΑΙ
+
+
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Δυστυχισμένε θεριστή, τέπαθες τώρα - τώρα;
+ Ούτε το δρόμο ακολουθείς, όπως και πριν, τον ίσο,
+ ούτε θερίζεις πλάγι μας, μα μένεις πάντα πίσω,
+ σαν πρόβατο που πλήγωσε το πόδι του έν' αγκάθι
+ και μένει πίσω απ' τάλλα αρνιά και πίσω απ' το κοπάδι.
+ Ποιος είσαι συ, κακόμοιρε, που 'μέρα μεσημέρι
+ αρχινισμένο αυλάκι σου αθέριστο ταφήνεις;
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Μίλων, που πάντα ακούραστος βραδυάζεσαι στο θέρος
+ κ' είσαι τραχύς σαν πέτρινος, ποτέ δε σούχει λάχει
+ να νοιώσης πόθο στην καρδιά για κάποιονε που λείπει;
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Ποτέ. Τι πόθο στην καρδιά νάχω γι' αυτούς που λείπουν;
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Δε σούχει λάχει κάποτε γι' αγάπη ναγρυπνήσης;
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Ούτε κι αυτό· τέτοιες δουλειές μας κακοσυνηθίζουν.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Εγώ ερωτοχτυπήθηκα εδώ κ' έντεκα 'μέρες.
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Αγέρα κοπανάς εσύ· μα εγώ καιρό δε χάνω.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Γι αυτό κ' εμπρός στην πόρτα μου ταφήνω τα χωράφια,
+ απ' τον καιρό που τάσπειρα, ασκάλιστα ως τα τώρα.
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Και ποια είνε που σε τυραγνά;
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Του Πολυβώτη η κόρη,
+ πούπαιζε το σουραύλι της στην άκρη στο ποτάμι.
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Τα γύρευες και τάπαθες· πληρώνεις τα έχεις κάνει·
+ Κοιμάτ' η ακρίδα ολονυκτίς μαζί σου πλάι με πλάι.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+ Με πήρες στο περίγελο; Είνε τυφλός ο Πλούτος
+ μάνε κι ο Έρωτας τυφλός. Μη λες μεγάλο λόγο.
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Εγώ, καλέ μου σύντροφε, δε λέω μεγάλο λόγο·
+ όμως και συ μην κάθεσαι, δούλευε το δρεπάνι
+ και λέγε για την κορασιά το ερωτικό τραγούδι
+ και τραγουδώντας δούλευε — τότ' η δουλειά γλυκειά 'νε.
+ Ξέρω πως είχες κάποτε του τραγουδιού τη χάρη.
+
+ΒΑΤΤΟΣ
+
+ (Ωδή)
+
+ Μαζί μου τραγουδήσετε, Μούσες, την κορασιά μου,
+ γιατί ό,τι σεις εγγίζετε, ώμορφα γίνοντ' όλα,
+
+ Βομβύκα αγαπημένη μου, Συριάνα όλοι σε λένε,
+ ηλιοκαμμένη, αδύνατη, μα εγώ σε λέω σταράτη.
+
+ Τα γιούλια είνε μαυρειδερά, μαυρειδεροί οι λαλέδες,
+ μα στα στεφάνια πάντοτε την πρώτη θέση παίρνουν.
+
+ Η γίδα γι' άνθη της ροδιάς, ο λύκος για τη γίδα,
+ για σπόρο ο γερανός, κ' εγώ τρελλαίνομαι για σένα.
+
+ Το βιος του Κροίσου ας είχα εγώ, να κάνω και τους δυο μας
+ χρυσοπλασμέν' αγάλματα, τάμμα στην Αφροδίτη,
+
+ Εσύ σουραύλι να κρατής τριαντάφυλλο είτε μήλο
+ κ' εγώ με πέδιλ' αλαφρά το χορευτή να κάνω.
+
+ Τα πόδια σου αλαφροπατούν κ' είνε γλυκειά η φωνή σου,
+ για τους καλούς τους τρόπους σου παινέματα δε βρίσκω.
+
+ΜΙΛΩΝ
+ Δεν ξέραμε πως τραγουδεί τόσο καλά ο εργάτης.
+ Αρμονικά τα ταίριασε τα λόγια του στις ρίμες.
+ Κρίμα σ' αυτά τα γένεια σου που ανώφελα τα φέρνεις!
+ Άκουσε και τι τραγουδούν στο θείο Λιτυέρση.
+
+ (Ωδή)
+
+ Δήμητρα συ χιλιόκαρπη, τούτο μου το χωράφι
+ κάνε το καλοδούλευτο και πολυκαρποφόρο.
+ Σφίγγετε τα δεμάτια σας να μην τα 'δούν διαβάτες
+ και πουν: εργάτες είν' αυτοί; κρίμα στο 'μεροδούλι.
+
+ Ας βλέπουν πίσω οι θημωνιές ή στο βοριά ή στη δύση.
+ Έτσι μονάχα θα μπορούν τα στάχυα να φουσκώνουν.
+
+ Όσοι αλωνίζουν, μη ζητούν ύπνο το μεσημέρι·
+ αυτή την ώρα τρίβονται σαν άχυρα τα στάχυα.
+
+ Όταν ξυπνά ο κορυδαλλός αρχίσετε το θέρος
+ και πάψετε όταν κοιμηθή· στο κάμμα αναπαυθήτε.
+
+ Καλότυχος ο βάτραχος με τη ζωή που κάνει,
+ μηδέ φροντίζει για νερό, γιατί παντού το βρίσκει.
+
+ Βράσε καλλίτερα φακή φιλάργυρ' επιστάτη,
+ μη κόβοντας το κύμινο κόψης το δάχτυλό σου.
+
+ Τέτοια τραγούδια, θεριστή, πρέπουν στους θεριστάδες·
+ κι όσο για την αγάπη σου, που κατατυραγνά σε,
+ τραγούδα την στη μάννα σου ταχυά μόλις ξυπνήση.
+
+
+
+ΚΥΚΛΩΨ
+
+
+
+ Νικία, για τον έρωτα βοτάνι δεν είν' άλλο,
+ μηδέ κανένα γιατρικό παρά τα τραγουδάκια·
+ αυτά αλαφρώνουν τα δεινά και τους καϊμούς γλυκαίνουν,
+ φθάνει να νοιώθης να τα βρης και να τα τραγουδήσης.
+ Θαρρώ πως θα το ξέρης δα και θα το καλοξέρης,
+ τ' είσαι γιατρός κι αγαπητός και στις εννιά τις Μούσες.
+ Έτσι περνούσεν εύκολα τον πόνο της καρδιάς του
+ κι ο Κυκλομμάτης ο παληός Πολύφημος εκείνος,
+ όταν με τη Γαλάτεια βρέθηκ' ερωτευμένος
+ τότε που πρωτοχνούδωναν τα πρώτα του γενάκια.
+ Δεν ήταν έρωτας αυτός με ρόδα και με μήλα
+ μάτανε τρέλλ' αληθινή, κ' έξω απ' τον έρωτά του
+ τίποτα δε λογάριαζε, τίποτα δεν ψηφούσε.
+ Πολλές φορές εγύριζαν απ' τα χλωρά λιβάδια
+ δίχως αυτόν τα πρόβατα κ' έρημα στο μαντρί των·
+ κ' εκείνος τη Γαλάτεια με πόνο τραγουδώντας
+ στα φύκια της ακρογιαλιάς απ' την αυγή ως το βράδυ,
+ ένοιωθε πόνο στην καρδιά κ' έλειων' από τον πόνο.
+ Μα τώχε βρη το γιατρικό· σε βράχο καθισμένος
+ και βλέποντας στη θάλασσα σαν τέτοια ετραγουδούσε.
+
+ (Ωδή)
+
+ Αφρόπλαστη Γαλάτεια, τι μ' αποδιώχνεις έτσι
+ σαν το μοσχάρι πεταχτή, σκληρή σαν αγουρίδα,
+ και βγαίνεις έξω στη στεριά την ώρα που κοιμούμαι
+ και πας τρεχάτη στο γιαλό μόλις ξυπνώ ο καϊμένος
+ σαν προβατίνα που άξαφνα το γερολύκο βλέπει;
+
+ Εγώ σε πρωταγάπησα, κόρη μου, σαν πρωτώρθες
+ θέλοντας με τη μάννα μου λαλέδες να μαζέψης
+ απ' το βουνό, κ' εγώ μπροστά σας έδειχνα τη στράτα.
+ Αχ! από τότε λαχταρώ και θέλω να σε βλέπω
+ και δεν μπορώ να κάνω αλλοιώς· μα δε σε νοιάζει εσένα.
+
+ Ξέρω, χαριτωμένη μου, γιατί με φεύγεις έτσι·
+ γιατ' έχω φρύδι τριχωτό σ' όλο το μέτωπο μου
+ που αρχίζει απ' τώνα μου ταυτί και φθάνει ίσα με τάλλο
+ κ' έχω ένα μάτι μοναχά κάτ' απ' το φρύδι εκείνο,
+ και πέφτ' η μύτη μου πλατειά κατά το στόμ' απάνω.
+
+ Μα μ' όλη μου την ασχημιά πρόβατα χίλια βόσκω,
+ κι αρμέγοντάς τα πίνω εγώ το πιο καλό τους γάλα·
+ και δε μου λείπει το τυρί μηδέ το καλοκαίρι
+ μηδέ και το φθινόπωρο μηδέ και το χειμώνα
+ κ' είνε τα τυροβόλια μου ολοχρονίς γεμάτα.
+
+ Και τη φλογέρα παίζω εγώ καλλίτερ' απ' τους άλλους
+ τους Κυκλομμάτες που είν' εδώ· και παίζω τη φλογέρα
+ για σένανε, γλυκόμηλο, και για παρηγοριά μου
+ τη νύχτα τα μεσάνυχτα. Κ' έχω πολλά λαφάκια
+ με τραχηλίτσες στο λαιμό, και τέσσερ' αρκουδάκια.
+ Μα έλα μαζί μου στη στεριά κι ό,τ' έχω χάρισμά σου,
+ Τη γαλανή τη θάλασσα για τη στεριά παραίτα
+ και πιο γλυκά θε να περνάς τις νύκτες στη σπηληά μου.
+ Μπροστά σε τόσα πούχω 'γώ, ποιος με τη θέλησή του
+ θα προτιμάη τη θάλασσα την αφροκυματούσσα;
+
+ Εκεί είνε δάφνες φουντωτές, κισσός σκοτεινιασμένος
+ και κυπαρίσσια λυγερά, εκεί είνε και ταμπέλι
+ που κάνει γλυκοστάφυλα, εκεί το κρύο νεράκι
+ που μου το στέλνει από ψηλά η δασωμένη η Αίτνα
+ βγαλμένο από τα χιόνια της, γάργαρο και δροσάτο.
+
+ Κι αν σου φανώ και πιο δασύς απ' όσο πρέπει νάμαι,
+ έχω βελανιδόξυλα κ' έχω φωτιά στη στάχτη·
+ κ' εγώ για το χατήρι σου μέσ' στη φωτιά θα πέσω
+ κι ας χάσω πια και τη ζωή κι αυτό μου τώνα μάτι
+ που άλλο δεν έχω τίποτα γλυκύτερο στον κόσμο.
+
+ Ωιμέ! που δε μ' εγέννησε με σπάραχνα η μητέρα,
+ νάπεφτα μέσ' στη θάλασσα να σου φιλώ το χέρι
+ αν δε σ' αρέση να φιλώ το γλυκερό σου στόμα·
+ κ' είτε με κρίνα κάτασπρα να σε φιλοδωρούσα
+ είτε με κοκκινόφυλλες κι ώμορφες παπαρούνες.
+
+ Εκείνα καλοκαίρι ανθούν και τούτες το χειμώνα.
+ Όμως αν έρθη, κόρη μου, κάποιος καραβοκύρης
+ μαζί με το καράβι του, κολύμπι θε να μάθω
+ να κολυμπήσω και ναρθώ στης θάλασσας τα βύθη
+ να 'δώ τι βρίσκεις μέσα εκεί και τ' είνε που σ' ευφραίνει.
+ Έβγα, Γαλάτεια, στη στεριά και μείνε και ξεχάσου
+ όπως εδώ ξεχνάω κ' εγώ στο σπίτι να γυρίσω.
+ Έβγα να βόσκης πρόβατα μαζί μου στο λιβάδι,
+ ν' αρμέγης γάλα και μ' αυτό χλωρό τυρί να πήζης
+ μ' εκείνη την τραχειά πιτυά που θε να ρίχνης μέσα.
+
+ Μένα μου φταίγ' η μάννα μου κ' εγώ μαζί της τάχω,
+ που ενώ με βλέπει πιο αχαμνό μέρα με την ημέρα,
+ ποτέ δε σου ξεστόμισε λόγο καλό για μένα.
+ Όμως κ' εγώ θε να της 'πώ τάχα πως μ' έχουν πιάσει
+ σπασμοί στα δυο ποδάρια μου και πόνοι στο κεφάλι,
+ για να την 'δώ να θλίβεται όπως θλιμμένος είμαι.
+
+ Αι! Κυκλομμάτη, πού πετούν, πού πάν' τα λογικά σου;
+ Αν έπλεκες καλάθια εδώ κι αν μάζευες χορτάρι
+ και τώφερνες στα πρόβατα, πιο γνωστικός θε νάσουν.
+ Εκεί που φθάνεις άπλωνε· τι κυνηγάς του κάκου
+ αυτά που φεύγουν άπιαστα και χάνοντ' απ' ομπρός σου;
+ Θα βρης άλλη Γαλάτεια και πιο ώμορφη από κείνη.
+
+ Πολλές κοπέλλες με καλούν να παίζω με τη νύκτα
+ κι όλες αυτές γλυκογελούν αν τις καλοκυττάξω.
+ Αυτό μου δείχνει πως κ' εγώ κάτι στον κόσμο θάμαι.
+
+ Έτσι ο Πολύφημος αυτός τον έρωτα περνούσε
+ με τα γλυκά τραγούδια του· κ' ήταν πιο κερδισμένος
+ παρά αν ζητούσε γιατρειά ξοδεύοντας χρυσάφι.
+
+
+
+ΚΥΝΙΣΚΑΣ ΕΡΩΣ Ή ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+
+
+
+ΑΙΣΧΙΝΗΣ
+ Ώρα καλή, Θυώνιχε.
+
+ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+ Ώρα καλή σου, Αισχίνη.
+
+ΑΙΣΧΙΝΗΣ
+ Είχες πολύν καιρό ναρθής.
+
+ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+ Πολύν καιρό; τι τρέχει;
+
+ΑΙΣΧΙΝΗΣ
+ Δεν τα πηγαίνομε καλά.
+
+ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+ Λιπόσαρκο σε βρίσκω,
+ και τα μαλλιά σου αχτένιστα και το μακρύ μουστάκι.
+ Τέτοιος μας ήρθε μια φορά κάποιος του Πυθαγόρα,
+ χλωμός, χλωμός, ξυπόλυτος· μας έλεγε πως ήταν
+ απ' την Αθήνα. Κ' ήταν δα κι αυτός ερωτευμένος,
+ όμως, θαρρώ, με το φαΐ.
+
+ΑΙΣΧΙΝΗΣ
+ Εσύ μου χωρατεύεις,
+ μα έμεναν' η Κυνίσκη μου με βρίζει τον καϊμένο
+ και μούρχεται να τρελλαθώ.
+
+ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+ Έτσ' ήσουν πάντα, Αισχίνη,
+ θυμώνεις κι αφαρπάζεσαι καλά του καθουμένου
+ κι όλα τα θες όποτε θες. Μα πες μου, τι καινούργιο;
+
+ΑΙΣΧΙΝΗΣ
+ Ο Αργείος κ' εγώ κι ο Θεσσαλός ο καβαλλάρης Άπις
+ κι ο στρατιώτης Κλεύνικος ετρώγαμε στο σπίτι.
+ Τους είχα σφάξει δυο πουλιά και χοίρο του γαλάτου,
+ είχα κι ανοίξει βίβλινο κρασί τεσσάρων χρόνων
+ πούλεγες μόλις τώφεραν από το πατητήρι.
+ Εκεί που εσιγοπίναμε μας ήρθε και να πιούμε
+ καθένας κάποιου στην υγειά και να τον νοματίση.
+ Εμείς, όπως και τώπαμε, λέγαμε τώνομά του·
+ μα εκείνη δε μας τώλεγε, τ' ήμουν εγώ κοντά της.
+ Φαντάζεσαι τη θέση μου και τ' είχα μέσ' στο νου μου; —
+ Δε θα μας 'πής, τι σώπασες; μαν είδες κάνα λύκο;
+ της είπε κάποιος παίζοντας.
+ — Το βρήκες, τούπ' εκείνη·
+ κι άναψε κ' εκοκκίνισε τόσο, που απ' τη θωριά της
+ λύχνο μπορούσες ν' άναβες. Ξέρεις ποιος είν' ο Λύκος;
+ Αυτός ο Λύκος είν' ο γυιός του γείτονα του Λάβα,
+ ψηλός και καλοκάμωτος και σε πολλούς αρέσει.
+ Για κείνου εκεί τον έρωτα λιγώνετ' η Κυνίσκη.
+ Άκουσα κάποτε κ' εγώ γι' αυτό να ψιθυρίζουν,
+ μάκανα πως δεν τάκουσα, χωρίς να το ξετάσω·
+ ντρεπόμουνα τα γένεια μου έτσι σαν άντρας πούμαι.
+ Κ' εκεί πούμαστ' οι τέσσερης κουτούκι στο μεθύσι,
+ ο Θεσσαλός με πονηριά και για να με πειράξη,
+ άρχισε να μας τραγουδή του Λύκου το τραγούδι,
+ τραγούδι αυτό θεσσαλικό· ξάφνω η Κυνίσκη τότε
+ αρχίνησε τα κλάμματα κ' έκλαιγε τόσο, τόσο
+ όσο ποτέ δε θάκλαιγεν έξη χρονών κορίτσι
+ που επιθυμεί και λαχταρά την αγκαλιά της μάννας.
+ Όταν την είδα εθύμωσα, με ξέρεις πως θυμώνω,
+ και δυο γροθιές της έδωκα στα δυο της τα μηλίγγια
+ κι αυτή τα πέπλα ανάσυρε κι απ' το σκαμνί εσηκώθη.
+ «Κακούργα, δε σ' αρέσω εγώ, άλλον ποθεί η καρδιά σου·
+ »σύρε και χαϊδολόγα τον. Γι' αυτόν τα δάκρυα χύνεις».
+ Χύθηκ' ευθύς ακράτητη κ' εβγήκε από την πόρτα,
+ πιο γρήγορη, πιο πεταχτή κι από τη χελιδόνα,
+ που πηγαινώρχεται, τροφή να φέρη στα πουλιά της.
+ Κ' έφυγε' πιάσ' ταμπέλια της που λέει κ' η παροιμία.
+ Δυο μήνες τώρα πέρασαν που δεν την ξαναείδα
+ κι άφησα γένεια μακρυά σαν νάμουν απ' τη Θράκη.
+ Ο Λύκος τώρα είνε γι' αυτήν όλο το παν, στο Λύκο
+ τη νύκτα τα μεσάνυκτα την πόρτα της ανοίγει,
+ και μένα με καταφρονεί σαν νάμουν Μεγαρίτης
+ κι ούτε με συλλογίζεται κι ούτε με λογαριάζει.
+ Κι αν ημπορούσα δα κ' εγώ να την καταφρονέσω,
+ καθόλου δε θα μ' έμελε κι όλα καλά θε νάταν.
+ Μα εγώ είμαι στην αγάπη της πιστάγκωνα δεμένος
+ και μήτε βρίσκω γιατρικό στον άτυχο έρωτά μου.
+ Ξέρω πως όταν άλλοτε κι ο συνομήλικός μου
+ ο Σίμος ερωτεύτηκε μια τέτοια ψεύτρα κόρη,
+ ταξίδεψε στην ξενιτειά και γιατρεμμένος ήρθε.
+ Θα πάω κ' εγώ στην ξενιτειά· δε λέω πως θάμαι πρώτος,
+ μα δε θε νάμαι και στερνός μέσ' στους πολεμιστάδες.
+
+ΘΥΩΝΙΧΟΣ
+ Άμποτε αυτά που επιθυμείς όπως τα θες να γίνουν.
+ Μ' αν όμως σώνει και καλά ποθής να ταξιδέψης,
+ στον Πτολεμαίο πήγαινε στρατιώτης να δουλέψης.
+ Είν' ανοιχτόκαρδος, καλός κ' ευγενικός στους τρόπους,
+ τη χάρη δεν τη λησμονεί, τις τέχνες προστατεύει,
+ ξέρει και ποιος τον αγαπά, ποιος θέλει το κακό του,
+ δίνει πολλά και σε πολλούς κι ούτε ποτέ του αρνιέται,
+ να δώση σ' όποιον του ζητά, σαν βασιλιάς οπούνε,
+ φθάνει να ξέρουν μοναχά τι πρέπει να ζητήσουν.
+ Αν θες λοιπόν ν' αρματωθής, πολεμιστής να γένης
+ κι αν σου βαστούν τα πόδια σου να περπατής μ' ασπίδα,
+ σύρε μιαν ώρ' αρχήτερα στην Αίγυπτο. Τα χρόνια
+ τασπρίζουν τα μηλίγγια μας κ' η ασπράδ' αγάλια-αγάλια
+ από τα δυο μηλίγγια μας στα γένεια κατεβαίνει.
+ Ό,τι μπορούμε ας κάνωμε όσο βαστούν τα πόδια.
+
+
+
+ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ Ή ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ
+
+
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Εδώ είν' η Πραξινόη;
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Εδώ. Πολύν καιρό είχες νάρθης.
+ Πώς ήταν τούτο το καλό; Κάθισμα φέρε, Ευνόη,
+ και βάλε και προσκέφαλο.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Ωραία!
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Κάθισε τώρα.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Τι τράβηξα ως που νάρθω εδώ! πώς γλύτωσα δεν ξέρω.
+ Τι κόσμος και τι άμαξες! ένα σωρό στρατιώτες·
+ όπου κι αν στρέψης για να 'δής, παντού χλαμύδες βλέπεις.
+ Κι ο δρόμος είν' ατελείωτος και το δικό σου σπίτι
+ ώρες μακρυά απ' το σπίτι μου.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Έτσ' ήθελε ο τρελλός μου
+ εδώ στα πέρατα της γης ναρθή φωλιά να πιάση,
+ γιατί δεν είνε σπίτι αυτό· κι αυτό, μόνο και μόνο
+ για να μην είμαστε κοντά στη γειτονιά την ίδια.
+ Πάντα του τέτοιος, φθονερός, παράξενος, γρυνιάρης.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Δεν πρέπει για τον άντρα σου να λες αυτά τα λόγια
+ μπρος στο μικρό. Για κύτταξε, καλέ, πώς σε κυττάζει.
+ Έννοια σου, Ζωπυρίων μου, δεν λέει για τον παπάκη.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Πώς νοιώθει, αλήθεια το μικρό! — Καλός είν' ο παπάκης.
+ Εκείνος ο κρεμανταλάς (ας λέμε πάντα εκείνος)
+ πήγε να πάρη κάποτε σαπούνι και φκυασίδι,
+ κ' ενώ ξεκίνησε γι' αυτά, μου γύρισε μ' αλάτι.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Ίδιος είνε κι ο άντρας μου ο Διοκλείδης, ίδιος·
+ άδικα και παράλογα τα χρήματα ξοδεύει.
+ Πέταξ' εχθές εφτά δραχμές τάχα μαλλί να πάρη
+ κι αγόρασε μαδήματα βρώμικα και σκυλλίσια
+ και πέντε στοίβες έφερε. Μα σήκω τώρα πάμε·
+ πάρε το πανωφόρι σου και ταπαλό σου πέπλο
+ και στο παλάτι ας τρέξουμε του πλούσιου Πτολεμαίου,
+ να 'δούμ' εκεί τον Άδωνι. Λένε πως πανηγύρι
+ μεγάλο η βασίλισσα γι' αυτόν έχει ετοιμάσει.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Ο πλούσιος όλα πλούσια τα κάνει. Τι χαρά μου!
+ Θάχω να λέω ένα σωρό σ' αυτούς που δε θα πάνε.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Καιρός να ξεκινήσουμε, καλή μου Πραξινόη.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Όσοι δεν έχουνε δουλειά, έχουνε πάντα σχόλη.
+ Φέρε μου τώρα να πλυθώ, Ευνόη εσύ ακαμάτρα,
+ που σαν τις γάττες πάντοτε σ' αρέσει το ραχάτι.
+ Κουνήσου, φέρ' ευθύς νερό. Κύττα, σαπούνι φέρνει.
+ Ας είνε, δος μου το κι αυτό. Μα πρόσεχε, καϊμένη!
+ μη χύνης δα τόσο νερό, βρέχεις το φόρεμά μου.
+ Φθάνει. Ποτέ δε νίφτηκα τόσο καλά, ποτέ μου.
+ Και της κασέλλας το κλειδί που νάνε; φέρε μου το.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Ετούτο σου το φόρεμα με τις πολλές τις δίπλες
+ σου πάει, αλήθεια, μια χαρά. Πόσο να σου κοστίζη
+ το ύφασμα;
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Μην τα ρωτάς, Γοργώ μου· μου κοστίζει
+ απάνω από εκατό δραχμές, χωρίς να λογαριάσω
+ τους κόπους για το ράψιμο.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Θάσ' ευχαριστημένη.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Πάρα πολύ. Φέρε μου πια το πανωφόρι, Ευνόη,
+ και βάλε μου το σκιάδι μου με χάρη στο κεφάλι.
+ Παιδί μου, δε θαρθής μαζί, κάθισ' εδώ, χρυσό μου,
+ είνε χιλιάδες άλογα κ' είν' ο μπαμπούλας έξω
+ και τα δαγκώνει τα παιδιά. Κλαίγε όσο θέλεις τώρα·
+ εγώ δε θέλω να σε 'δώ να μου κουτσαίνης. Πάμε.
+ Πάρε, Φρυγία, το παιδί, βάλε τη σκύλλα μέσα
+ και κλείσε την οξώπορτα. — Θεέ μου, τι κόσμος πούνε!
+ Πώς θα περάσωμε, καλέ, μέσ' από τόσο πλήθος;
+ θαρρείς μερμήγκια αμέτρητα χιλιάδες και χιλιάδες.
+ Πόσα καλά μας έκανεν ο Πτολεμαίος αφότου
+ πέθανεν ο πατέρας του! Κανείς ληστής δεν πιάνει
+ στο δρόμο τους διαβάτες πια· κανένας από κείνους
+ που πλάνευαν με ψεύτικα και κλέφτικα παιγνίδια.
+ Γοργώ μου, τι θα γίνωμε; πώπω τι κόσμος πούνε!
+ Να τάλογα του βασιλιά. Κύττα μη με πατήσης,
+ φίλε μου συ. Σηκώθηκε στα πισινά ποδάρια
+ αυτό το κόκκιν' άλογο' για 'δές τι άγριο πούνε!
+ Ευνόη, δε φυλάγεσαι; Αλλοί που το κρατάει!
+ θα τον τσαλαπατήση εκεί. Αλήθεια, τι καλά μου
+ που δεν επήρα το μικρό και τάφησα στο σπίτι!
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Αι! Πραξινόη, ησύχασε, είμαστε πίσω τώρα,
+ τάλογα πέρασαν εμπρός.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Ανάσανα. Δεν ξέρεις
+ πόσο φοβούμαι από μικρή τάλογο και το φίδι.
+ Δεν πάμε γρηγορώτερα; θα μας στρημώξη ο κόσμος.
+
+ΓΟΡΓΩ (πρός τινα γραίαν)
+ Απ' το παλάτι έρχεσαι, κυρούλα;
+
+ΓΡΑΥΣ
+ Ναι, παιδιά μου.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Είν' εύκολο να 'μπούμ' εκεί;
+
+ΓΡΑΥΣ
+ Πανώρηα μου κοράσια,
+ οι Αχαιοί εδοκίμασαν κ' εμπήκαν στην Τρωάδα.
+ Καθένας δοκιμάζοντας όλα τα κατορθώνει.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Χρησμούς μας είπεν η γρηά κ' επήγε στο καλό της.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Και τι δεν ξέρουν, μα και τι δεν ξέρουν οι γυναίκες!
+ ως και το πώς επήρε ο Ζευς την Ήρα για γυναίκα.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Για κύττα, Πραξινόη, εκεί στου παλατιού τις πόρτες
+ τι κόσμος που στρημώνεται.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Δος μου, Γοργώ, το χέρι·
+ και συ το χέρι να κρατής της Ευτυχίας, Ευνόη,
+ και πρόσεχε να μη χαθής. Όλες μαζί να μπούμε·
+ Ευνόη, κοντά μας πάντοτε. Αλλοίμονο, Γοργώ μου,
+ μου ξέσχισαν το φόρεμα. Πρόσεχε συ, καϊμένε,
+ το πανωφόρι μου.
+
+ΞΕΝΟΣ
+ Κυρά, τι θέλεις να σου κάνω;
+ μήπως είνε στο χέρι μου; όσο μπορώ, προσέχω.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Καλέ, τι κόσμος είν' αυτός; σπρώχνονται σαν τους χοίρους.
+
+ΞΕΝΟΣ
+ Κυρά μου, μη φοβάσαι πια· καλά είμαστ' εδώ πέρα.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Πάντα καλά νάσαι και συ και πάντα καλό νάχης
+ που αληθινά με νοιάζεσαι και με φροντίζεις τόσο.
+ Είσαι καλός και σπλαχνικός. Στρημώνετ' η Ευνόη
+ μέσα στο πλήθος το πολύ· εμπρός, Ευνόη, σπρώξε,
+ σπρώξε και συ. Πολύ καλά. Τέλειωσε. Όλες μέσα·
+ όπως θε νάλεγε κι αυτός που κλει τη νύφη απόξω.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Για κύττα αυτά τα υφάσματα τα υφαντοκεντημένα,
+ για κύττα τι ψιλοδουλειά και πόση χάρην έχουν
+ λες κ' έχουν γίνει για θεούς.
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Χαρά στα χέρια εκείνα
+ που τάφαιναν μ' υπομονή! Χαρά στους τους ζωγράφους
+ πούκαναν τέτοιες ζωγραφιές κ' έτσι χωρίς ψεγάδι.
+ Στέκονται κι αναδεύονται σαν νάχουν ζωντανέψει,
+ σαν νάχουν μέσα τους ψυχή κι όχι σαν υφασμένα.
+ Και τι δεν κάνει ο άνθρωπος και τι δεν κατορθώνει!
+ Για κύτταξε τον Άδωνι το μυριαγαπημένο,
+ που πεθαμμένος και νεκρός στον Άδην αγαπιέται,
+ κύτταξε πώς ξαπλώνεται σ' έν' αργυρό κρεββάτι
+ μέσα στην πρώτη νιότη του, στο πρώτο χνούδωμά του.
+
+ΕΤΕΡΟΣ ΞΕΝΟΣ
+ Εσείς πια δεν θα πάψετε, μωρόλογες τρυγόνες,
+ που με παπίσια προφορά πλαταίνετε τα λόγια;
+
+ΠΡΑΞΙΝΟΗ
+ Μπα! που ξεφύτρωσεν αυτός; Και τι σε μέλει εσένα
+ αν φλύαρες είμαστ' εμείς; τους σκλάβους να προστάζης.
+ Γυναίκες που γεννήθηκαν μέσα στις Συρακούσες
+ δεν παίρνουν από προσταγές. Μάθε και τούτο ακόμα,
+ πως μέσ' από την Κόρινθον είν' η καταγωγή μας
+ με το Βελλεροφόντη· εκεί τα δωρικά μιλούνε
+ κ' εμείς μιλούμε δωρικά κ' είνε δικαίωμά μας.
+ Έναν αυφέντη μοναχά γνωρίζομε στον κόσμο,
+ εσένα δε σε σκιάζομαι μηδέ σε λογαριάζω.
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα
+ η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας,
+ εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι.
+ Κάτι καλό θε να μας 'πή· να, τη φωνή ακονίζει.
+
+ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
+ Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος
+ και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη·
+ πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο,
+ μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνί σου οι Ώρες·
+ αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους,
+ που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.
+
+ Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη,
+ τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει,
+ σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία·
+ κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη,
+ για χάρη σου, ώ ξακουστή και πολυλατρευμένη,
+ πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει.
+ Ολόγυρά του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων
+ κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια
+ και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία.
+ Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες
+ με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι
+ κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι·
+ κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.
+
+ Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει·
+ νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν,
+ σαν ταηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε
+ και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.
+
+ Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους
+ που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία·
+ για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο.
+ Τώρα θα 'πή κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πή η Σάμος:
+ «Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυο κρεββάτια.»
+ Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη.
+ Μα δεν κεντούν το φίλημα ταχνούδωτά του χείλια.
+
+ Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα·
+ κ' εμείς ας τόνε φέρωμε, πριν καλοξημερώση,
+ με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω,
+ κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια,
+ όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.
+
+ «Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους
+ »που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο.
+ »Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων,
+ «μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ
+ »ο πρώτος απ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη,
+ »μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος
+ »που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα,
+ »μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι
+ »του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι
+ »και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος,
+ »μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη.
+ »Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι
+ »και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος.
+ »Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.»
+
+ΓΟΡΓΩ
+ Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη;
+ Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει
+ κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της.
+ Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι.
+ Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του
+ κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη.
+ Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης
+ χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης.
+
+
+
+ΧΑΡΙΤΕΣ Ή ΙΕΡΩΝ
+
+
+
+ Πάντοτ' οι κόρες του Διός υμνούν τους αθανάτους
+ και πάντα υμνούν οι ποιηταί τη δόξα των ηρώων.
+ Θεές οι Μούσες τους θεούς να τραγουδούνε πρέπει,
+ άνθρωποι εμείς και πρέπει μας να τραγουδούμε ανθρώπους.
+ Μα ποιος απ' όσους κατοικούν κάτω απ' το φως του ήλιου
+ τις χάριτές μας δέχεται μ' ολάνοικτες αγκάλες
+ και δεν τις αποδιώχνει ευθύς δίχως κανένα δώρο
+ Κι αυτές με φρύδια σουφρωτά και με γυμνά τα πόδια
+ ξαναγυρίζουν σπίτι μας και μας παραπονιούνται
+ πως άδικα τις στείλαμε να κάνουν τόσο δρόμο.
+ Κι όταν ξαναγυρίζουνε δίχως κανένα κέρδος,
+ κρύβονται πάλιν οκνηρές μέσ' σταδειανό κουτί των
+ και στα ψυχρά των γόνατα στηρίζουν το κεφάλι.
+ Ποιος είν' εκείνος σήμερα ο τόσο ανοιχτοχέρης
+ που θα δεχθή τους ύμνους μας και θα μας δείξη αγάπη;
+ Δεν ξέρω· οι άντρες σήμερα δε λαχταρούν επαίνους
+ γι' ανδραγαθίες κι αρετές όπως στα πρώτα χρόνια,
+ μα νοιάζονται και κόβονται χρήματα να κερδίσουν.
+ Καθένας με τα χέρια του στον κόρφο του χωμένα
+ κυττάζει ολόγυρα να 'δή πούθε το χρήμα θάρθη
+ και μήτε ταποτρίμματα στέργει να δώση σ' άλλους,
+ και λέει: «καθένας μας εδώ κυττάει τον εαυτό του
+ »κ' εγώ κυττάζω όσο μπορώ πειότερα ν' αποκτήσω·
+ »πάντα φροντίζουν οι θεοί για τους τραγουδιστάδες.
+ »Κ' έπειτα, ποιόν νακούσωμε; Ο Όμηρος φθάνει για όλους.
+ »Για μένα πιο καλός, αυτός που χρήμα δε μου παίρνει.»
+
+ Τρελλοί, τι κέρδος απ' το βιος πούνε βαθιά κρυμμένο;
+ κανένα. Αυτός που επιθυμεί να 'δή καλό απ' το βιος του,
+ μέρος σκορπά για λόγου του και μέρος για τη φτώχεια,
+ κάνει καλό σε συγγενείς, κάνει καλό και σ' άλλους
+ και κάνει και συχνές-πυκνές για τους θεούς θυσίες
+ κ' είνε το σπίτι του ανοιχτό και καλοδέχετ' όλους
+ και στο τραπέζι τους καλεί με προθυμιά μεγάλη
+ και φεύγουν όταν θέλουνε και τους ξεπροβοδώνει·
+ κι απ' όλους περισσότερο τιμάει τους ποιητάς μας
+ αν θέλη και παινέματα ν' ακούση όταν πεθάνη
+ και να μην κλαίη αδόξαστος μέσα στον κρύο τον Άδη,
+ σαν το φτωχό το δουλευτή και τον ερημοσπίτη
+ πούχουν οι απαλάμες του κάλους απ' το σκερπάνι.
+ Πολλοί που σκλάβοι εδούλευαν στου Αντίοχου τα χωράφια
+ και στα χωράφια άλλοι πολλοί του βασιλιά του Αλεύα
+ επαίρνανε προμήθειες για ολόκληρο το μήνα·
+ πολλά μοσχάρια και πολλές καλόθρεφτες γελάδες
+ εγύριζαν με μουγκρυτά στων Σκοπαδών τις στάνες·
+ κοπάδια αρνιά των Κρεωνδών έβοσκαν στα λιβάδια,
+ των Κρεωνδών που εδέχονταν φιλόξενα τους ξένους·
+ μα απ' όλα αυτά τι κέρδισαν, τι πήρανε μαζί των,
+ όταν ο Χάρος ο σκληρός στη βάρκα του τους πήρε;
+ λησμονημένοι θάμεναν και ξεχασμένοι πάντα
+ αν δεν τους έκανε γνωστούς και ξακουστούς στον κόσμο
+ η αιολική πολύχορδη του Σιμωνίδη λύρα·
+ μα κι άλογα γοργόποδα δοξάστηκαν κ' εκείνα
+ που απ' τους αγώνας έφερναν της νίκης τα στεφάνια.
+ Ποιος της Λυκίας τους ήρωας, τον Κύκνο από το χρώμα
+ και ποιος τους γυιούς του Πρίαμου θα γνώριζεν ωστόσο
+ αν δεν υμνούσαν ποιηταί τους παλαιούς πολέμους;
+ Ούτ' ο Οδυσσεύς που εγύριζε χαμένος δέκα χρόνια
+ και στα στερνά και ζωντανός κατέβηκε στον Άδη
+ κ' εξέφυγε κι απ' τη σπηληά του άγριου Κυκλομμάτη,
+ μα κι ούτε κι ο χοιροβοσκός ο Εύμαιος, κι ο βουκόλος
+ Φιλοίτιος, ούτε κι αυτός ο ηρωικός Λαέρτης
+ θε νάχαν την πολύχρονη και την τρανή των δόξα
+ αν δεν τους αποθέωναν του Ομήρου τα τραγούδια.
+
+ Μόνον οι Μούσες φέρνουνε τη δόξα στους ανθρώπους,
+ και τα πολλά τα χρήματα, που οι πεθαμμένοι αφήνουν,
+ τα τρώνε και τα χαίρονται όσοι απομένουν πίσω.
+ Μ' αν θέλης το φιλάργυρο να τόνε μεταλλάξης
+ είνε σαν να σου πέρασε να πας στο περιγιάλι
+ και να μετράς τα κύματα που στέλνει εκεί ο αγέρας,
+ ή σαν να θες με το νερό ν' ασπρίση η μαύρη πέτρα.
+ Μακρυά από με ο φιλάργυρος με το πολύ το βιος του
+ κι ας λαχταρά κι ας δέρνεται για να συνάξη κι άλλο·
+ εγώ το βιος δεν το ποθώ, μα προτιμώ και θέλω
+ του κόσμου την υπόληψη, του κόσμου την αγάπη.
+ Με τη βοήθεια των Μουσών ψάχνω να βρω τον άντρα
+ που να ταξίζη να του 'πώ παινετικά τραγούδια·
+ γιατ' είνε δύσκολο πολύ τέτοιους ανθρώπους ναύρης
+ χωρίς τις κόρες του Διός που γνωστικά λογιάζει.
+ Ακόμα δεν απόκαμεν ο ουρανός γυρνώντας
+ να σέρνη και να φέρνη εδώ τους μήνες και τους χρόνους·
+ πολλά θα σύρουν άρματα τάλογα τα βαρβάτα·
+ και θα φανή κι ο νικητής που ωδή θε να του πλέξω·
+ και θάν' οι νίκες του τρανές σαν του Αχιλλέως τις νίκες
+ ή σαν τις νίκες του Αίαντος πέρα στην πεδιάδα
+ πούν' ο Σιμόεις ποταμός, πούνε κι ο τάφος του Ίλου.
+ Από τα τώρα οι Φοίνικες άρχισαν να τον τρέμουν,
+ οι Φοίνικες που κατοικούν στην άκρη της Λιβύας
+ στη χώρα την απλόστρωτη κατά τη δύση του ήλιου.
+ Οι Συρακούσιοι κρατούν τα δόρατά τους τώρα
+ κ' οι ασπίδες από ξύλο ιτιάς τα χέρια τους βαραίνουν.
+ Ανάμεσα σ' όλους αυτούς περήφανος ο Ιέρων
+ σαν τους αρχαίους ήρωας αρματωμένος είνε·
+ την περικεφαλαία του τρίχες αλόγου ησκιώνουν.
+ Πατέρα Δία, κι Αθηνά θεά, και Περσεφόνη
+ όπου με τη μητέρα σου μαζί σας έχει λάχει
+ η πλούσια και πολύκαρπη των Εφυραίων χώρα,
+ είθε από τούτο το νησί κακήν κακώς να φύγουν
+ οι εχθροί, κι όσοι γλυτώσουνε, το μήνυμα του ολέθρου
+ να φέρουν στην πατρίδα των και σ' όλους τους 'δικούς των·
+ κ' οι χώρες μας που οι βάρβαροι τις έχουνε ρημάξει
+ σαν μάννες να καλοδεχτούν και πάλι τα παιδιά των
+ ναρχίσουν να δουλεύωνται τα έρημα χωράφια·
+ καλοθρεμμένα πρόβατα στους κάμπους να βελάζουν
+ τα βώδια να γυρίζουνε το βραδυνό στις στάνες
+ στον οδοιπόρο δείχνοντας το βήμα του να βιάση·
+ ταλέτρι για το σπόρισμα τη γη να ξανανιώνη,
+ μέσ' στον καιρό που ο τζίτζικας, κρυμμένος στακροκλώνια
+ να μην τον εύρουν οι βοσκοί, δεν παύει το τραγούδι·
+ ναπλώνουν γύρω στάρματα τα υφάδια των οι αράχνες
+ κι ο πόλεμος να ξεχαστή και τώνομά του ακόμα·
+ οι ωδές να φέρουν άφταστη του Ιέρωνος τη δόξα
+ πέρα και πέρα, πιο μακρυά κι απ' της Σκυθίας τον πόντο,
+ στα κάστρα που η Σεμίραμις με πίσσα τάχει στρώσει
+ και μέσα εκεί εβασίλευε — κάστρα πλατιά, μεγάλα.
+ Δεν είμαι μόνος μου, πολλούς οι Μούσες αγαπούνε
+ κι όλοι μας στην Αρέθουσα θα πλέξωμε τραγούδια,
+ θα πλέξωμ' ύμνους στο λαό, στου Ιέρωνος τις νίκες.
+ Ω Χάριτες του Ετεοκλή, Χάριτες, που αγαπάτε
+ τον ξακουσμένο Ορχομενό κάποτ' εχθρό της Θήβας,
+ εγώ δεν πάω ακάλεστος, μα σ' όσους με καλέσουν,
+ παίρνω τις Μούσες συντροφιά και θαρρετά θα δράμω.
+ Όμως και σας, ω Χάριτες, μαζί μου θα σας πάρω,
+ γιατί χωρίς τις Χάριτες τίποτε δεν αρέσει.
+ Άμποτε, Χάριτες, εγώ πάντα μαζί σας νάμαι.
+
+
+
+ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΝ
+
+
+
+ Αρχή και τέλος της ωδής ο Ζευς ας είνε, ω Μούσαι,
+ όταν στον πρώτο απ' τους θεούς πλέκωμ' εμείς τραγούδια·
+ κι ο Πτολεμαίος που δείχνεται πρώτος μέσ' στους ανθρώπους
+ κι αυτός ας είνε στην αρχή, στη μέση και στο τέλος.
+ Οι ήρωες που γεννήθηκαν από τους ημιθέους
+ σοφούς ευρήκαν ποιητάς στ' ανδραγαθήματά των·
+ κ' εγώ, που ξέρω να επαινώ, τον Πτολεμαίο θα ψάλω·
+ γιατί τους ύμνους κ' οι θεοί τους έχουν για καμάρι.
+ Καθώς μέσ' σε βαθήσκιωτο, πυκνόδεντρο λαγκάδι
+ ο ξυλοκόπος πούρχεται δεν ξέρει πού ναρχίση,
+ έτσι δεν ξέρω μηδ' εγώ τι να πρωτοδιαλέξω
+ απ' όσα έδωκαν οι θεοί στο βασιλέα εκείνο.
+
+ Ο ξακουστός πατέρας του, ο Πτολεμαίος του Λάγου,
+ δείχνονταν πάντοτ' άξιος έργα τρανά να κάνη,
+ που μήτε να τα στοχασθούν οι άλλοι δεν μπορούσαν.
+ Εκείνος αξιώθηκεν αθάνατος να γίνη
+ και στα παλάτια του Διός θρόνος χρυσός του εστήθη.
+ Στο πλάγι του ο Αλέξανδρος που οι Πέρσαι τόνε τρέμουν·
+ αντίκρυ, στέρεος και γερός, διαμαντοκαμωμένος
+ στέκετ'ο θρόνος του Ηρακλή του αντρείου κενταυροφόνου·
+ εκεί κ' εκείνος χαίρεται μ' όλους μαζί τους άλλους
+ το φαγοπότι των θεών, και μυριοκαμαρώνει
+ ταγγόνια του, που απόσβησεν ο Ζευς τα γηρατειά των
+ κ' εγίνηκαν αθάνατοι οι απόγονοι του εκείνοι.
+ Γιατ' η γενιά των και των δυο κρατά απ' τον Ηρακλείδη
+ και φθάνει λογαριάζοντας ως το στερνό Ηρακλέα.
+ Όταν χορτάση πίνοντας το μυρωδάτο νέκταρ
+ κ' έρχεται στης γυναίκας του να γύρη την αγκάλη,
+ στον ένα τη φάρετρά του δίνει και το δοξάρι,
+ στον άλλο δίνει το βαρύ με ρόζους ρόπαλό του.
+ Κι αυτοί, κρατώντας τάρματα, τον φέρνουνε κ' οι δυο των
+ το γυιό του Δία στην κάμαρα της ασπροπόδας Ήβης.
+
+ Η Βερενίκη ανάλαμπε στις φρόνιμες γυναίκες
+ κ' ήταν ασύγκριτη τιμή και δόξα στους γονιούς της.
+ Τον κόρφο εκείνης η θεά της Κύπρου η Αφροδίτη
+ εχάιδεψε με ταπαλά και λυγερά της χέρια·
+ γι' αυτό και δεν αγάπησε, κατά πως λένε, τόσο
+ κανένας τη γυναίκα του, όσον ο Πτολεμαίος.
+ Όμως ακόμα πιο πολύ τον αγαπούσ' εκείνη·
+ έτσι, κι όταν επήγαινε στην κλίνη της μ' αγάπη,
+ εμπιστευόταν θαρρετά το θρόνο του στους γυιούς του.
+ Σε ξένους άντρες πάει ο νους της άπιστης γυναίκας·
+ κι αν είν' οι γέννες της πολλές και γόνιμη είν' εκείνη,
+ μα τα παιδιά της δεν μπορούν να μοιάζουν του πατέρα,
+ Εσύ, Αφροδίτη, η πιο ώμορφη μέσ' στις θεές του Ολύμπου,
+ εσύ την επροστάτευες και μήτε την αφήκες
+ το θλιβερό τον ποταμό του Χάρου να περάση·
+ μα βιαστικά την άρπαξες πριν φτάση να πατήση
+ στη βάρκα την κατάμαυρη που σέρνει πεθαμμένους,
+ και στο 'δικό σου το ναό την έβαλες για πάντα
+ κι απ' τις 'δικές σου τις τιμές έδωκες και σ' εκείνη.
+ Από 'κει μέσα, σπλαχνική, χαρίζει στους ανθρώπους
+ γλυκειές αγάπες, διώχνοντας τις πικραμμένες έννοιες.
+
+ Με τον Τυδέα εγέννησεν η μαυροφρύδα Αργεία
+ τον Καλυδώνιον ήρωα τον τρομερό Διομήδη,
+ με τον Πηλέα εγέννησεν η βαθοκόρφα Θέτις
+ τον Αχιλλέα, τον ξακουστό και πρώτο στο κοντάρι,
+ με Πτολεμαίο το μαχητή το μαχητήν εσένα
+ η Βερενίκη η ζηλευτή γέννησε, Πτολεμαίε.
+ Εσένα η Κέα, νιογέννητο, μόλις το φως πρωτώδες,
+ σ' επήρε απ' τη μητέρα σου, σ' ανάθρεψεν εκείνη.
+ Γιατί στην Κέα ανάνοιωσε της γέννας της τους πόνους
+ κι απ' την Ειλείθυια ζήτησε βοήθεια η Βερενίκη·
+ κ' η Ειλείθυια παράστεκε κι αλάφρωνε τους πόνους
+ και το παιδί γεννήθηκεν ίδιο με τον πατέρα.
+ Κ' έκραξ' η Κέα χαρούμενη μόλις το βρέφος είδε
+ και φιλικά το χάιδεψε και τέτοια λόγια τούπε:
+ «Όλ' η ζωή σου τυχερή κ' ευτυχισμένη νάνε
+ »κ' η γέννησή σου εμένανε τόσο να με τιμήση
+ »όσο τη Δήλο ετίμησεν η γέννηση του Φοίβου·
+ »και τόσο και τον Τρίοπο το λόφο να τιμήση
+ [τιμώντας και τους Δωριείς που γειτονεύουν πλάι]
+ όσο τη Ρήνεια αγάπησεν ο βασιλιάς ο Απόλλων»,
+
+ Έτσ' είπ' εκείνο το νησί' κ' εκεί ψηλά στα νέφη
+ έκρωξε τότε τρεις φορές ένας αϊτός μεγάλος.
+ Του Δία ήταν σημάδι αυτό. Πάντοτ' ο Ζευς φροντίζει
+ για κάθε βασιλιά καλό· στον πιο καλόν απ' όλους,
+ μόλις γεννιέται, ευθύς ο Ζευς τέτοια σημάδια δείχνει.
+ Γι' αυτό και τον ακολουθεί του πλούτου η ευτυχία
+ και βασιλεύει σε στεριά και θάλασσα μεγάλη.
+ Χιλιάδες χώρες και λαοί χιλιάδες και χιλιάδες
+ δουλεύουν τη σπαρμένη γη κι ο Ζευς τήνε ποτίζει·
+ μα σαν αυτή την Αίγυπτο, που πλημμυρίζει ο Νείλος,
+ κι ο Νείλος πλημμυρίζοντας το χώμα μαλακώνει,
+ τόσο καλή και καρπερή καμμιά άλλη γη δεν είνε.
+ Ούτ' έχει κι άλλος βασιλιάς τόσες δουλεύτρες χώρες,
+ χιλιάδες αλογάριαστες, απάνω από τρακόσες,
+ όπως ο μεγαλόπρεπος εκείνος Πτολεμαίος.
+ Κ' είνε 'δικό του το πολύ το μέρος της Φοινίκης
+ και της Συρίας το πιο πολύ, μα και της Αραβίας
+ και της Λιβύας το πειότερο και της Αιθιοπίας.
+ Κ' οι Πάμφυλοι κ' οι Κίλικες, τα παλληκάρια εκείνα,
+ κ' οι Κάρες οι πολεμικοί στις προσταγές του είν' όλοι
+ και τα Κυκλαδικά νησιά κι αυτά στις προσταγές του·
+ και τα λαμπρά καράβια του τον πόντον αρμενίζουν,
+ κι όλ' η στεριά κ' η θάλασσα, τα γάργαρα ποτάμια
+ τον Πτολεμαίο το βασιλιά για βασιλιά γνωρίζουν.
+ Και καβαλλάρηδες πολλοί κι ασπιδοφόροι τόσοι
+ τον τριγυρνούν, αστράφτοντας στα χάλκινα άρματά των.
+ Κι όλους και κάθε βασιλιά στα πλούτη ξαπερνάει·
+ τόσο το βιος από παντού μέρα με την ημέρα
+ στα πλούσια τα παλάτια του συνάζεται κι αυξαίνει.
+
+ Μα κι ο λαός του ατάραχα κ' ειρηνικά δουλεύει.
+ Ποιος τάχα εχθρός απ' τη στεριά, διαβαίνοντας το Νείλο,
+ θε νάρθη μέσ' στις χώρες του να τις αναστατώση
+ και ποιος από τη θάλασσα θε νάβγη απ' το καράβι
+ και σαν εχθρός θε να ριχτή στων Αιγυπτίων τα βώδια,
+ ενόσω αυτές τις χώρες του φυλάει ο Πτολεμαίος
+ ο ξανθομάλλης βασιλιάς με την παλληκαριά του;
+ Κ' έχει την έννοια να κρατά και την κληρονομιά του
+ και σαν μεγάλος βασιλιάς να την αυξαίνη ακόμα.
+ Όμως δεν είνε ανώφελο το βιος όπου συνάζει
+ όπως το βιος που ακούραστα συνάζουν τα μερμήγκια (5).
+ Στους μεγαλόπρεπους ναούς δίνει πολύ απ' το βιος του
+ και με θυσίες παντοτινές και με χαρίσματα' άλλα.
+ Σε κάθε ανδρείο βασιλιά πλούτη πολλά χαρίζει,
+ χαρίζει και στις χώρες του και στους καλούς του φίλους.
+ Ούτ' ήρθε απ' του Διόνυσου τους ιερούς αγώνας
+ τραγουδιστής γλυκόφωνος, τεχνίτης στο τραγούδι
+ που να μην πήρε πληρωμή όση στην τέχνη αξίζει.
+ Τον τραγουδούν οι ποιηταί για όσα καλά τους κάνει.
+ Και τ' είνε πιο καλλίτερο στον πλούσιο τον άντρα
+ από τη δόξα την τρανή που οι Μούσες του χαρίζουν;
+ Εκείν' η δόξα πάντοτε μένει στους γυιούς του Ατρείδη·
+ ταμέτρητα τα λάφυρα που βρήκαν και που πήραν,
+ όταν το πόδι επάτησαν στου Πρίαμου τα παλάτια,
+ εκείνα τάκρυψεν η γη και δεν ξαναγυρίζουν.
+
+ Ο Πτολεμαίος για σεβασμό στη μνήμη των γονιών του,
+ έκτισ' ευωδιαστούς ναούς για δόξα και τιμή τους
+ και με στολίδια ολόχρυσα, στολίδια ελεφαντένια
+ έχει γεμίσει τους ναούς, νάνε βοήθεια σ' όλους.
+ Κι όλο το χρόνο, στους βωμούς που φλογοκοκκινίζουν,
+ κάνει θυσίες από μεριά βωδιών καλοθρεμμένων
+ κ' εκείνος κ' η γυναίκα του· ευγενικιά γυναίκα,
+ που σαν αυτή τον άντρα της καμμιά δεν αγκαλιάζει,
+ γιατί τον έχει κι αδερφό γιατί τον έχει κι άντρα·
+ έτσι κι ο γάμος έγινε των δυο των αθανάτων
+ που η Ρέα τους εγέννησε για βασιλείς του Ολύμπου·
+ και στρώνει το κρεββάτι τους, του Δία και της Ήρας,
+ παρθένα η Ίρις, πλένοντας τα χέρια της με μύρα.
+ Ω Πτολεμαίε βασιλιά, χαίρε! εγώ και σένα
+ σε τραγουδώ όπως τραγουδώ τους άλλους ημιθέους,
+ κ' ελπίζω το τραγούδι μου παντοτινό να μείνη·
+ αυτήν εγώ την αρετή γυρεύω από το Δία.
+
+
+
+ΕΛΕΝΗΣ ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ
+
+
+
+ Όταν ο γυιός ο πιο στερνός του Ατρέως, ο ξανθομάλλης
+ Μενέλαος, με την ώμορφη κι αγαπημένη Ελένη,
+ την κόρη του Τυνδάρεου, παντρεύτηκε στη Σπάρτη,
+ δώδεκ' ανθοστεφάνωτα κι απάρθενα κοράσια,
+ οι πρώτες και καλλίτερες στη χώρα αρχοντοπούλες,
+ έστησαν όλες το χορό κ' εχόρευαν αντάμα
+ απ' έξω από την κάμαρα τη μυριοστολισμένη.
+ Κ' έπλεκαν τα ποδάρια των και ρυθμικά εκροτούσαν
+ κι αντικροτούσε δυνατά κ' η κάμαρα του γάμου·
+ κι όλες ετραγουδούσανε κ έλεγαν τέτοια λόγια:
+
+ (Υμέναιος)
+
+ Τι τόσο βιάστηκες, γαμπρέ, στον ύπνο να το ρίξης;
+ δεν σου βαστάν τα γόνατα ή μη αγαπάς τον ύπνο;
+ ή μήπως ήπιες πιο πολύ πριν πέσης στο κρεββάτι;
+ Αν ήθελες να κοιμηθής, ας διάλεγες την ώρα
+ κι ας άφηνες την κορασιά με τάλλα τα κοράσια
+ να παίζη ως τα χαράμματα στης μάννας της το πλάι,
+ αφού 'δική σου θάν' αυτή και σήμερα και πάντα.
+
+ Καλότυχε γαμπρέ, οιωνός καλός θάχε πετάξει
+ όταν στη Σπάρτη ερχόσουνα που ήταν κ' οι άλλοι αρχόντοι.
+ Μονάχα εσύ, Μενέλαε, από τους ημιθέους
+ εσύ θε νάχης πεθερό το Δία, το γυιό του Κρόνου.
+ Μαζί σου τώρα επλάγιασε του Δία η θυγατέρα,
+ που σαν αυτήν άλλη καμμιά στην Αχαΐα δεν είνε·
+ κι ώμορφη θάν' η γέννα της, αν το παιδί της μοιάζη.
+ Εμείς οι συνομήλικες που κατά τον Ευρώτα
+ σαν άντρες θε να τρέξωμε, διακόσες τόσες κόρες,
+ μόλις η Ελένη η ώμορφη προβάλη ανάμεσα μας
+ καμμιά από 'μας δε δείχνεται, καμμιά δίχως ψεγάδι.
+
+ Αυγή, δείχνοντας ώμορφη τη διάφανή της όψη,
+ σελήνη, ωραία βασίλισσα στη σκοτεινιά της νύχτας,
+ άνοιξη Ανθοπερίχυτη κ' ύστερ' απ' το χειμώνα,
+ τέτοια η χρυσή η Ελένη μας ανάμεσά μας λάμπει.
+ Κι όπως στολίδ' είνε της γης ταθέριστο χωράφι,
+ στολίδι του περιβολιού τωλόρθο κυπαρίσσι,
+ στολίδι στο άρμα η ώμορφη θεσσαλική φοράδα,
+ έτσι στη Λακεδαίμονα στολίδι είν' η Ελένη.
+
+ Ούτε καμμιά άλλη εργόχειρα με τόση τέχνη κάνει,
+ ούτε καμμιά στον αργαλειό, φασμένο με το χτένι
+ κόβει πανί τόσο κρουστό απ' τα ψηλά δοκάρια,
+ ούτ' άλλη ξέρει να κτυπά τόσο καλά το υφάδι
+ κ' υφαίνοντας να τραγουδή την Άρτεμι με χάρη
+ και την τεχνήτραν Αθηνά, καμμιά σαν την Ελένη
+ που μέσ' στα δυο ματάκια της οι πόθοι είνε κρυμμένοι.
+
+ Εσ' είσαι πια στο σπίτι σου, χαριτωμένη κόρη,
+ [κ' εμείς κοράσια ελεύθερα θα πάμε στα λιβάδια]
+ μόλις χαράξ' η χαραυγή, να μάσωμε λουλούδια,
+ να μάσωμε, να πλέξωμε στεφάνια ευωδιασμένα
+ και σένα θα θυμώμαστε και θα σε λαχταρούμε,
+ όπως ποθούν και λαχταρούν της μάννας το μαστάρι
+ τα βυζανιάρικα ταρνιά που τρέφονται με γάλα.
+
+ Πρώτες θε να σου πλέξωμε στεφάνι από τριφύλλι
+ και θε να το κρεμάσωμε σε σκιερό πλατάνι,
+ πρώτες λάδι θα στάξωμεν απ' αργυρό λαγήνι
+ γύρω τριγύρω στη σκιά που ρίχνει το πλατάνι
+ και τέτοια θα χαράξωμε στη φλούδα του κορμού του
+ για να διαβάζη όποιος περνά, για να θωρή γραμμένο
+ «Ελένης δέντρον είμ' εγώ, προσκύνα με, διαβάτη».
+
+ Χαίρετε, νύφη και γαμπρέ με πεθερό το Δία,
+ χαίρετε! κι άμποτε η Λητώ, που τα παιδιά φροντίζει,
+ πολλά παιδιά, καλά παιδιά στους δυο σας να χαρίση
+ κ' ίσην αγάπη και στους δυο να στείλ' η Αφροδίτη,
+ κι ο Ζευς να κάνη αμέτρητο κι αμέτρητο το βιος σας
+ για νάνε πάντα ατέλειωτο και πάντα να πηγαίνη
+ από φαμίλια αρχοντική σ' αρχοντική φαμίλια.
+
+ Αγκαλιαστήτε ερωτικά και γλυκοκοιμηθήτε
+ κι ανάλαφρα ξυπνήσετε και πάλι την αυγούλα.
+ Εμείς θε να ξανάρθωμε μόλις γλυκοχαράξη
+ και κράξη ο πρώτος πετεινός με το λαιμό του ολόρθο
+
+ Γι' αυτό το γάμο, Υμέναιε, δείξε χαρά μεγάλη.
+
+
+
+ΗΡΑΚΛΙΣΚΟΣ
+
+
+
+ (Απόσπασμα)
+
+ Τον Ηρακλή, δέκα μηνών, τον Ιφικλή, μια νύκτα
+ μικρότερό του μοναχά, η μάννα τους η Αλκμήνη
+ αφού πρώτα τους έλουσε κ' εχόρτασέ τους γάλα
+ αγάλια τους επλάγιασε σε χάλκινην ασπίδα,
+ όπου την είχε λάφυρο παρμένη ο Αμφιτρύων
+ απ' τον Πτερέλαο, πούλαχεν εμπρός του σκοτωμένος.
+ Κ' είπε, τα κεφαλάκια των χαϊδεύοντας η Αλκμήνη:
+ «Ύπνο γλυκό κ' ύπνο αλαφρό, παιδιά μου κοιμηθήτε,
+ »κλείσετε τα ματάκια σας, ευτυχισμένα αδέρφια·
+ »καλότυχο το πλάγιασμα και το ξημέρωμά σας».
+ Και λέγοντας τα λόγια αυτά κουνούσε την ασπίδα
+ και τα παιδιά κοιμήθηκαν κ' ύπνος γλυκός τα πήρε.
+
+ Και 'κεί προς τα μεσάνυχτα, δυο δράκοντες, δυο φίδια,
+ μαύροι, κυματοκούνητοι, σταλμένοι από την Ήρα
+ με προσταγή τρομαχτική τον Ηρακλή να φάνε,
+ ωρμήσανε κ' εδιάβηκαν της θύρας το κατώφλι.
+ Εσέρνονταν κατάχαμα κ' οι δυο μ' άγρια λύσσα
+ κι ανάλαμπαν τα μάτια των και φλόγες εσκορπούσαν
+ και μέσ' από το στόμα των πικρό φαρμάκι εφτύναν.
+ Μα όταν τα χείλη γλείφοντας εσίμωσαν τα βρέφη
+ ευθύς εκείνα εξύπνησαν με φώτιση του Δία
+ και φως εχύθη ολόγυρα κ' έλαμψε όλο το σπίτι.
+
+ Και μόλις είδ' ο Ιφικλής απάνω απ' την ασπίδα
+ εκείνα τα κακά θεριά, τα σκιαχτερά των δόντια,
+ έκραξεν απ' το φόβο του κ' εκλότσησεν αμέσως
+ το μάλλινό του σκέπασμα γυρεύοντας να φύγη·
+ όμως ο άλλος, ο Ηρακλής, άπλωσ' ευθύς τα χέρια
+ κ' εγίνηκαν τα δάχτυλα χαλκάδες στο λαιμό τους
+ εκεί που τα φαρμάκια τους όλα τα φίδια κρύβουν,
+ τα φίδια αυτά που κ' οι θεοί τα εχθρεύονται για πάντα.
+
+ Τότε στο βυζανιάρικο ταδάκρυτο το βρέφος
+ τυλίχτηκαν ολόγυρα σφικτά-σφικτά τα φίδια,
+ και πάλι ξετυλίχτηκαν ζητώντας να ξεφύγουν
+ απ' των χεριών το σφίξιμο που τόσο τους πονούσε.
+ Άκουσ' η Αλκμήνη την κραυγή κ' εφώναξε κ' εκείνη:
+ «Σήκω, Αμφιτρύων εμένα, ιδές, με παραπήρε ο φόβος·
+ »σήκω όπως είσαι, μη ζητάς σάνδαλα να φορέσης.
+ »Σήκω και βιάσου· δεν ακούς πως κράζει ο Ιφικλής μας;
+ »ή μη δε βλέπεις πως ενώ νύκτα βαθειά είν' ακόμα
+ »οι τοίχοι γύρω φέγγουνε σαν νάχη ξημερώσει;
+ »Άντρα μου, μέσ' στο σπίτι μας κάτι κακό θα τρέχη».
+
+ Είπε· κι αυτός κατέβηκεν ευθύς απ' το κρεββάτι
+ κι άρπαξε τώμορφο σπαθί που κρέμονταν αιώνια
+ στο κέδρινο κρεββάτι του ψηλά σ' ένα παλούκι.
+ Με τώνα χέρι του κρατεί το νιόκλωστο ζουνάρι,
+ με τάλλο σέρνει το σπαθί μέσ' από το θηκάρι,
+ θηκάρι καλοδούλευτο και κοσμοξακουσμένο.
+ Τότε με μιας η κάμαρα σκοτείνιασε και πάλι·
+ κ έκραξε αυτός τους δούλους του, που ύπνο βαρύ εκοιμώνταν
+ «Φέρετε φως, ανάψτε φως από τη σκάρα αμέσως
+ »και σύρετε τα δυνατά τα μάνταλα απ' τις θύρες».
+
+ (Λείπουν στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου)
+
+ «Εκείνος κράζει· ατρόμητοι δούλοι του σηκωθήτε».
+ Είπεν αυτή που στις σκληρές μυλόπετρες κοιμώταν.
+ Κ' ήρθαν οι δούλοι βιαστικά και μ' αναμμένους λύχνους,
+ κ' εγέμισεν η κάμαρα. Και μόλις είδαν όλοι
+ το βυζανιάρικο Ηρακλή να σφίγγη με τα χέρια
+ τους δράκοντας, ανάκραξαν χτυπώντας τις παλάμες.
+ Κ' εκείνος, στον πατέρα του δείχνοντας τα δυο φίδια
+ σπαρτάριζεν από χαρά σηκώνοντάς τα απάνω,
+ κ' ύστερα γέλασε κ' εμπρός στα πόδια του πατέρα
+ ταπόθεσε τα δυο θεριά ψόφια και καρωμένα.
+
+ Η Αλκμήνη ευθύς τον Ιφικλή στον κόρφο της επήρε
+ ξερόν από το φόβο του· σκέπασ' ο Αμφιτρύων
+ με μια προβειάν, αρνιού προβειά, τον Ηρακλή το βρέφος
+ κ' έπεσε στο κρεββάτι του και πάλι αποκοιμήθη.
+
+ Τρίτη φορά τη χαραυγή τα ορνίθια ετραγουδούσαν·
+ η Αλκμήνη στέλνει και καλεί το μάντι Τειρεσία
+ που αλάθευτα επροφήτευε και έλεγε την αλήθεια.
+ Η Αλκμήνη του ανιστόρησε το πράγμα όπως εγίνη
+ και τον επαρακάλεσεν απόκριση να δώση.
+ «Κι αν μέλλη νάβγη σε κακό κι αν οι θεοί το θέλουν,
+ »μη φοβηθής να μου το 'πής, μηδέ να μου το κρύψης·
+ » γιατί το ξέρω, δεν μπορεί κανένας να ξεφύγη
+ »απ' όσα με ταδράχτι της η Μοίρα του τού κλώθει.
+ »Εσύ το ξέρεις πιο καλά, εγώ θα σου το μάθω;»
+ Έτσ' είπεν η βασίλισσα κι αυτός της αποκρίθη:
+ «Θάρρευε και μη σκιάζεσαι, καλών παιδιών μητέρα,
+ »που ρέει μέσα στις φλέβες σου το αίμα του Περσέως.
+ »Απ' όσα μέλλει να γενούν τα πιο καλά στοχάσου.
+ »Σ' τωρκίζομαι στο γλυκό φως που μούστωσε απ 'τα μάτια,
+ »ότι πολλές, πάρα πολλές των Αχαιών γυναίκες,
+ »τυλίγοντας το δειλινό το νήμα των στο γόνα
+ »θα λένε και θα τραγουδούν τώνομα της Αλκμήνης·
+ »οι Αργείες θε να τον σέβωνται το γυιό σου που μια μέρα
+ »θε ν' ανεβή στον ουρανό τον αστροφωτισμένο,
+ »ήρως αυτός πλατόστηθος που όλα μπροστά του κι όλοι
+ »και τα θεριά κ' οι άνθρωποι μικρότεροι του θάνε.
+ »Όταν με την αντρεία του θα κάνη δώδεκ' άθλους
+ »είνε γραφτό του στου Διός να μένη τα παλάτια
+ »και το θνητό του το κορμί θα κάψουν στην Τραχίνα,
+ »και θε να τον καλέσουνε οι αθάνατοι γαμπρό τους
+ » αυτοί που τώρα εστείλανε θεριά για να τον φάνε·
+ [»θε νάρθ' ημέρα κάποτε που ο σουβλοδόντης λύκος
+ »θα 'δή λαφάκι στη φωλιά και δεν θα το πειράξη].
+ »Μα νάχετ' έτοιμη φωτιά κρυμμένη μέσ' στη στάχτη
+ »και ρίξετε ξερά κλαδιά, κατάξερα κλωνάρια
+ »ασπαλουθιάς ή παλουριού, αγριαπιδιάς ή βάτου
+ »και κατά τα μεσάνυχτα κάψετε τα δυο φίδια,
+ »την ώρα πούθελαν αυτά να φάνε το παιδί σου.
+ »Και την αυγή τη στάχτη τους μια δούλα να συνάξη
+ »και να την φέρη μακρυά και μέσα στο ποτάμι
+ »να τήνε ρίξη από ψηλά, ψηλά απ' τον άγριο βράχο,
+ »και να μη στρέψη πίσω της όταν γυρνά στο σπίτι.
+ »Στο σπίτι τότε κάψετε πρώτα καθάρειο θειάφι,
+ »έπειτα μ' αρμυρό νερό και με νερό της βρύσης
+ »ραντίσετε την κάμαρα μ' εληάς χλωρό κλωνάρι.
+ »Και τότε χοίρο αρσενικό προσφέρετε στο Δία
+ »θυσία, για να τον κάνετε να πάψη την οργή του».
+
+ Είπε, κι ανέβηκε γοργός, μ' όλα τα γηρατειά του,
+ σ' ελεφαντένιαν άμαξαν ο μάντις Τειρεσίας.
+
+
+
+ΒΟΥΚΟΛΙΣΚΟΣ
+
+
+
+ Γλυκό φιλάκι εζήτησα να πάρω απ' την Ευνίκη
+ κ' εκείνη μ' αναγέλασε και τέτοια λόγια μούπε:
+ «Γκρεμίσου, κακορρίζικε, και φύγε από κοντά μου!
+ »βοσκός εσύ πως τόλμησες φιλί να μου ζητήσης;
+ »εγώ δεν εσυνήθισα να με φιλούν χωριάτες,
+ »μόνο σε χείλη χωριανά κολλώ τα δυο μου χείλη.
+ »Εσύ μήτε στον ύπνο σου ποτέ θα με φιλήσης
+ «Γλυκά θωρείς, γλυκά μιλείς κι ώμορφα χωρατεύεις
+ »κ' είν' απαλά τα χάδια σου και τρυφερά τα λόγια
+ »κ' έχεις τα γένεια μαλακά κι ώμορφα τα μαλλιά σου!
+ »Τα χείλη σου έχουν αρρώστια κ' έχεις τα χέρια μαύρα
+ »κ' η μουρουδιά σου είνε κακιά· φύγε μη με λερώσης».
+ Και λέγοντάς τα, τρεις φορές έφτυσε μέσ' στον κόρφο
+ κι' αδιάκοπα μ' εκύτταζεν απ' την κορφή ως τα νύχια
+ και ζάρωνε τα χείλη της και με λοξοθωρούσε,
+ κ' έπειτα καμαρώνοντας για τη γλυκειά ωμορφιά της.
+ άπονα με περίπαιζε μ' ένα συρτό της γέλιο.
+ Κ' εμένα μέσα μου έβρασε κ' εκόχλασε το αίμα
+ κι' από τον πόνο τον πολύ κοκκίνισ' η θωριά μου
+ όπως τα ρόδα γίνονται κόκκιν' απ' τη δροσούλα.
+ Κ' έφυγε, με παράτησε· κ' εμέ ο θυμός με πνίγει
+ πως έτσι μ' επερίπαιξε με τόσες χάρες πούχω.
+
+ Βοσκοί, δεν είμ' ωμορφονειός; πέτε μου την αλήθεια·
+ ή μήπως έξαφνα ο θεός άλλαξε τη θωριά μου;
+ γιατ' άλλοτε στην όψη μου σγουρό το χνούδι ανθούσε
+ κ' εσκέπαζε κ' εστόλιζε τα κατωσάγωνά μου
+ όπως του δένδρου τον κορμό χλωρός κισσός στολίζει·
+ και τα μαλλιά σαν σέλινα μούπεφταν στα μηλίγγια,
+ κ' είχα το μέτωπο λευκό πάνω απ' τα μαύρα φρύδια,
+ κ' ήταν τα δυο τα μάτια μου πιο χαροπά απ' τα μάτια
+ της Αθηνάς της ώμορφης και της γαλανομμάτας,
+ κι είχα κορμί πιο παχουλό κι από το χλωροτύρι,
+ κ' έβγαινεν απ' το στόμα μου γλυκειά-γλυκειά η φωνή μου
+ κι από το μέλι πιο γλυκειά που βγαίνει απ' την κηρήθρα
+ κ' ήταν και το τραγούδι μου γλυκό γλυκό κ' εκείνο
+ είτε φλογέραν έπαιζα, σουραύλι είτε καλάμι·
+ και στα βουνά που εγύριζα, όλες εκεί οι γυναίκες,
+ όλες με βρίσκαν ώμορφο κι όλες των μ' αγαπούσαν
+ και μόνο εκείνη η χωριανή δε μούδειξεν αγάπη
+ παρά με καταφρόνεσε γιατ' είμαι βοϊδολάτης.
+ Τάχα δεν άκουσε ποτέ πως βώδια στα λιβάδια
+ έβοσκεν ο Διόνυσος, ο ώμορφος γυιός του Δία;
+ Τάχα δεν ξέρ' η άπονη πως ένα βοϊδολάτη
+ κ' η Αφροδίτη αγάπησε κ' ήταν τρελλή για 'κείνον
+ και στης Φρυγίας τα βουνά γύριζε βοσκοπούλα,
+ κι αγάπησε τον Άδωνι μέσ' στα πυκνά λαγκάδια
+ και στα λαγκάδια τα πυκνά τον έκλαψεν εκείνη;
+ Κι ο Ενδυμίων τι ήτανε; δεν ήταν βοϊδολάτης;
+ μα τόσο τον αγάπησε κ' εκείνον η Σελήνη
+ πούφευγεν απ' τον Όλυμπο κρυφά-κρυφά μονάχη
+ και στις χαράδρες πήγαινε κ' επλάγιαζε μαζί του.
+ Και συ, Κυβέλη, τάχατε δεν κλαις το βοϊδολάτη;
+ Μήπως κι ο Ζευς δεν έγινεν αϊτός για βοϊδολάτη;
+
+ Μόνο η Ευνίκη, πιο ώμορφη τάχα κι απ' την Κυβέλη
+ κι απ' τη Σελήνη πιο ώμορφη κι από την Αφροδίτη,
+ αυτή δεν καταδέχεται, δε θέλει βοϊδολάτη.
+ Και συ, Αφροδίτη, εδώ κ' εμπρός μην αγαπάς εκείνον,
+ μη τον γυρεύης στο βουνό, μη τον ζητάς στη χώρα,
+ μα μόνη κι ολομόναχη τη νύκτα να κοιμάσαι.
+
+
+
+ΚΗΡΙΟΛΕΠΤΗΣ
+
+
+
+ Εκέντρωσε μια μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη
+ όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη,
+ κι όλα του τακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της.
+ Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια
+ κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο·
+ κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη
+ κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη
+ πως είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει.
+ Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε:
+ Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις;
+ Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις.
+
+
+
+ΗΛΑΚΑΤΗ
+
+
+
+ Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες
+ η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη,
+ έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως
+ πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια.
+ Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση,
+ το φίλο το Νικία μου να 'δώ και να φιλήσω,
+ που οι χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει,
+ και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι,
+ εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο,
+ να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα
+ και νήματα για διάφανα φορέματα γυναικεία.
+ Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια
+ κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους
+ πάντα το χρόνο δυο φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα
+ κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες.
+ Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες
+ μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακάματρας σπίτι,
+ γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα
+ την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας,
+ πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς, της Σικελίας καμάρι.
+ Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι
+ που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες·
+ αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης
+ έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο ταδράχτι
+ και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της
+ εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο.
+ Όποιος σε 'δή στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια,
+ μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο.
+ Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι.
+
+
+
+ΛΗΝΑΙ Ή ΒΑΚΧΑΙ
+
+
+
+ Αγαύη κι Αυτονόη κ' Ινώ, του Κάδμου οι θυγατέρες,
+ τρεις ήταν και τρεις έκαναν πομπές του Διονύσου
+ στον Κιθαιρώνα. Εσύναξαν εκείθεν άγρια φύλλα
+ πυκνόφυλλης βελανιδιάς, χλωρού κισσού κλωνάρια,
+ επήρανε στα χέρια τους και νιόβγαλτα σπερδούκλια
+ κ' έκαναν δώδεκα βωμούς σ' ολάνοιχτο λιβάδι,
+ εννιά για το Διόνυσο και τρεις για τη Σεμέλη.
+ Έβγαλαν τότε τα ιερά μέσ' από το κουτί των
+ και στους βωμούς ταπίθωσαν μ' ευχές πολλές στο Βάκχο,
+ όπως αυτός επιθυμεί κι όπως τις είχε μάθει.
+
+ Ο δύστυχος Πενθεύς κρυφά, από τραχύ ένα βράχο,
+ πίσω από σκίνο γέρικο, εθώρει ό,τι γενόταν.
+
+ Πρώτη τον εκατάλαβεν η Αυτονόη, κι αμέσως
+ έρριξε φοβερή κραυγή και ξαφνικά πηδώντας
+ εγκρέμισε κ' εσκόρπισε τα σύμβολα του Βάκχου
+ πούν' άπρεπο να τα θωρούν οι αμάθευτοι οι ανθρώποι.
+ Τότε κ' εκείνη εμάνιωσε κ' εμάνιωσαν κ' οι άλλες.
+ Φεύγει ο Πενθεύς τρεχάμενος και κατατρομαγμένος,
+ κι αυτές, ανασηκώνοντας το φόρεμα στη ζώνη,
+ έτρεχαν κατά πίσω του και τον εκυνηγούσαν.
+ Κ' είπεν ο δύστυχος Πενθεύς: «τι θέλετε, γυναίκες;».
+ «Τώρα θα 'δής τι θέλομε» τούπεν η Αυτονόη.
+ Και σαν λιοντάρι που γεννά μουγκρύζοντας η Αγαύη
+ τούκοψε το κεφάλι του μητέρα του κι' ας ήταν,
+ και στην κοιλιά του ορμητικά η Ινώ ποδοπατώντας
+ του σύντριψε τον ώμο του μ' όλη την ωμοπλάτη·
+ τα ίδια κι απαράλλαχτα κ' η τρίτη η Αυτονόη·
+ κ' οι άλλες που τη βακχική πομπήν ακολουθούσαν
+ ταπομεινάρια κρέατα μοίρασαν μεταξύ των,
+ κι όλες γεμάτες αίματα γυρίσανε στη Θήβα
+ φέρνοντας από το βουνό πένθος κι όχι Πενθέα.
+
+ Δε νοιάζομαι· μηδέ κανείς ας νοιάζεται για 'κείνον
+ που εχθρεύεται ο Διόνυσος, χειρότερα κι αν πάθη,
+ άντρας απ' τη γυναίκα του ή και παιδί απ' τη μάννα·
+ εγώ είμαι θρήσκος και ποθώ να ευχαριστώ τους θρήσκους.
+ Πάντοτ' ο θρήσκος άνθρωπος έχει τιμή απ' το Δία.
+ Του θρήσκου τα παιδιά ευτυχούν, κακοπαθούν του αθρήσκου.
+ Χαίρε, Διόνυσε, που ο Ζευς σ' έβγαλ' απ' το μερί του
+ και σέρριξε στο Δράκανο το χιονοσκεπασμένο·
+ χαίρε, Σεμέλη, χαίρετε και σεις οι αδερφές της
+ κόρες του Κάδμου ηρωικές που δίκαια τιμωρείτε·
+ αυτό που εσείς εκάνατε τώχε προστάξει ο Βάκχος.
+ Κανείς ας μην καταφρονή ό,τι οι θεοί προστάζουν.
+
+
+
+ΑΛΙΕΙΣ
+
+
+
+ (Μετάφρασις Γ. Δροσίνη (6))
+
+ Δυο γέροι ψαροκυνηγοί μαζ' ήταν πλαγιασμένοι
+ 'πάνω στα βούρλα τα στεγνά, μέσ' στην πλεκτή καλύβα·
+ Της ψαρικής τα σύνεργα είχαν εκεί κοντά τους·
+ τα κοφινάκια τα ρηχά, τα μακρυά καλάμια,
+ ταγκίστρια, τα δολώματα, τις πετονιές, τα δίχτυα·
+ τα βρόχια τους και τα κουπιά και τη γρηά τους βάρκα.
+ Και κάτω απ' τα κεφάλια τους αντί για προσκεφάλι
+ ένα στενό κοντόψαθο και ρούχο και στρωσίδι.
+ Αυτά είν' όλα τα σύνεργα και πλούτη των ψαράδων.
+ Δεν έχουν θύρα με κλειδί και φύλακά τους σκύλλο,
+ μηδέ φοβούνται από κλεψιά — η φτώχια τους φυλάει.
+ Έπειτα δα και γείτονα δεν έχουνε κανένα
+ και γύρω βρέχει η θάλασσα τη χαμηλή καλύβα.
+ I. Π.
+
+ Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι
+ κ' οι δυο ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια·
+ εδιώξανε τον ύπνο τους κι αρχίσαν να 'μιλούνε:
+ — Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες
+ το καλοκαίρ' είν' πλιο μικρές που μεγάλων' η 'μέρα·
+ Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη!...
+ Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες;
+ — Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι.
+ Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο,
+ μόνον οι έννοιες σε 'ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν.
+ — Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι,
+ κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης.
+ Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυο την ψαρική μας,
+ το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατά μας.
+ Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης·
+ γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση,
+ εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης.
+ Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τι κανείς να κάνη
+ πάνω στα φύκια ξαπλωτός, κοντά στο περιγιάλι;...
+ — Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα,
+ στον σύντροφό σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης.
+ — Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι
+ (θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα
+ και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι)
+ είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο
+ τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι.
+ Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι
+ γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' ταγκίστρι —
+ Όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει
+ κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα, —
+ λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και 'μάτωσε ταγκίστρι,
+ κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι,
+ γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα.
+ Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου·
+ πως μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι;
+ Έπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα ταγκίστρι
+ για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα,
+ και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τανασέρνω
+ και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο,
+ ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο.
+ Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε
+ κανένα ψάρι 'ξωτικό ή ψάρι μαγεμμένο.
+ Προσεκτικά ξεκάρφωσα ταγκίστρι από τα χείλη,
+ μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι·
+ τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα
+ πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι,
+ παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω.
+ Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφέ μου,
+ πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι
+ μ αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία.
+ — Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι,
+ γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες·
+ ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγη σ' ταλήθεια,
+ ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας,
+ γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης.
+
+
+
+ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
+ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
+ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
+
+***
+
+1) Το επίγραμμα αυτό δεν θεωρείται εκ των αναμφισβητήτων.
+Συρακούσιος
+
+2) Η σεισοπυγίς (σουσουράδα) ήτο αφιερωμένη εις την Αφροδίτην
+και δια τούτο την μετεχειρίζοντο εις τας ερωτικάς μαγγανείας.
+
+3) Το ελαιοδοχείον δια την παλαίστραν. Θέλει να δείξη την μεγάλην
+οικειότητα που τους συνέδεε.
+
+4) Το είδε λάδι = έχει ιδέαν από πάλην· διότι οι παλαίοντες
+ηλείφοντο με έλαιον.
+
+5) Εννοεί τους χρυσοφόρους μύρμηκας των Ινδών, οι οποίοι, μεγάλοι
+ως αλώπεκες, εξώρυττον τον χρυσόν.
+
+6) Σημ. Εις την σειράν των υπ' εμού μεταφρασθέντων Ειδυλλίων του
+Θεοκρίτου, παρεκάλεσα τον ποιητήν κ. Γ. Δροσίνην να μου επιτρέψη να
+συμπεριλάβω και το άνω, υπ' εκείνου άλλοτε μεταφρασθέν και
+δημοσιευθέν υπό τον τίτλον &Οι Ψαράδες& είς τινα των ποιητικών του
+συλλογών. Και τούτο, όχι μόνον διά την ακριβή απόδοσιν της
+ποιητικής χάριτος και απλότητος του πρωτοτύπου, αλλά και επί πλέον
+διότι είναι το μόνον εκ των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου που
+πραγματεύεται θέμα θαλασσινόν.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Idylls, by Theocritus
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK IDYLLS ***
+
+***** This file should be named 34851-0.txt or 34851-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/4/8/5/34851/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/34851-0.zip b/34851-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..89290cc
--- /dev/null
+++ b/34851-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..cd346e2
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #34851 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34851)