summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--34577-0.txt5586
-rw-r--r--34577-0.zipbin0 -> 128153 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 5602 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/34577-0.txt b/34577-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..dec77de
--- /dev/null
+++ b/34577-0.txt
@@ -0,0 +1,5586 @@
+Project Gutenberg's Works: Poems - Prose Volume 2, by Kostas Krystallis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Works: Poems - Prose Volume 2
+
+Author: Kostas Krystallis
+
+Release Date: December 5, 2010 [EBook #34577]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK WORKS: POEMS - PROSE VOLUME 2 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Bold words are included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+
+
+
+
+Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ
+
+ΕΡΓΑ
+ΠΟΙΗΜΑΤΑ — ΠΕΖΑ
+ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„
+44 — Εν οδώ Σταδίου — 44
+
+1912
+
+
+
+ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
+ΤΟΥ
+ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ
+
+ «Πολλά με Νύμφαι δίδαξαν
+ »αν' ώρεα βουκολέοντα εσθλά.»
+ ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ
+
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Ο Κρυστάλλης με τον &Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης& μας
+παρουσιάζεται ζωντανός και μεστωμένος ποιητής, με φλογέραν ηχηροτέραν
+και άσμα ζωηρότερον και υπόσχεται — εάν έζη — να συγκινήση τα πλήθη
+των αναγνωστών, να κρούση αρμονικώτερον τας χορδάς και να δονίση τας
+καρδίας. Περιλαμβάνει εν αυτώ δύο σειράς ποιημάτων, πρώτον «τα
+τραγούδια του χωριού και δεύτερον τα «τα τραγούδια της στάνης». Το
+όλον δε βιβλίον «'στήν Ήπειρο τ' αφιερώνει». Αλλά και άνευ της
+αφιερώσεως, αρκεί μόνη των ποιημάτων η ανάγνωσις διά να κατανοθή
+ευθύς ο ιδιάζων χαρακτήρ των· και των δύο σειρών τα τραγούδια
+αποδίδουν της Ηπειρωτικής ζωής το σφρίγος και την χάριν αυτής
+αποτυπούν. Υπέβαλε δε ταύτα εις τον περί τα τέλη του 1892 τελεσθέντα
+ποιητικόν διαγωνισμόν και έτυχον του &«πρώτου και θερμοτάτου επαίνου»&
+μόνον διότι ο εισηγητής της επιτροπής καταληφθείς υπό
+καθαρευουσοληψίας εβράβευσεν έτερον ποίημα γραμμένον εις την
+καθαρεύουσαν, εν ώ όλοι οι ποιηταί εις την δημώδη γλώσσαν συνεκίνησαν
+και συνήρπασαν τα πλήθη και μόνον εις αυτήν είνε δυνατόν να
+αναπαραστήσωσι τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον και να ψάλωσι τα
+κατορθώματα των ηρώων του έθνους. Ο ποιητής όμως δεν εδέχθη τον
+έπαινον τούτον και ο τόμος εις ον εξέδωκε το πρώτον, κατά τας αρχάς
+του 1893, τα ποιήματα ουδέ καν ανέφερε τον &έπαινον&. Καθ' ον τρόπον
+έγινεν η κρίσις του αγώνος ο Κρυστάλλης εθεώρησε προτιμότερον και
+αξιοπρεπέστερον να μη γίνη σχετικός λόγος. Ποιήματα άλλως καθώς αυτά
+τα οποία έχομεν την τιμήν να παρουσιάσωμεν εις τους αναγνώστας
+καμμίαν δεν έχουν ανάγκην διακρίσεως και καμμίαν δεν έχουν ανάγκην
+συστάσεως.
+
+Και από την κατά μέρος ανάγνωσιν εκάστου τραγουδιού και από την
+μελέτην όλης της συλλογής εν γένει η ιδία ισχυρά εντύπωσις γίνεται
+εις τον αναγνώστην, της ζωντανότητος και της εκφραστικότητος κόσμου
+ολοκλήρου ποιητικού, πλουσιοτάτου και γραφικωτάτου τον οποίον κατά
+βάθος εγνώρισε και εμελέτησε, ζωηρώς δε ησθάνθη και αναπαριστά εις τα
+τραγούδια του ο ποιητής.
+
+Διά του έργου τούτου ο ποιητής ενεφανίσθη ενώπιον του κοινού με
+αρτιώτερα και περισσότερα εφόδια, προσείλκυσεν όλων την συμπάθειαν
+και απέδειξεν ότι ήτο προωρισμένος να συνεχίση το έργον του Ζαλοκώστα
+και του Βαλαωρίτη, οι οποίοι ανέδειξαν και επέβαλον το Ηπειρωτικόν
+ιδίωμα εν τη ποιήσει ως το πλουσιώτατον και επιτηδειότατον ποιητικόν
+όργανον μεταξύ όλων των άλλων εν Ελλάδι.
+
+Τα έργα του ημετέρου συμπατριώτου επληθύνοντο οσημέραι και εάν
+ύπουλος νόσος δεν υπέσκαπτε την υγείαν του η σημαία του θα εκυμάτιζε
+υπερηφάνως εις τον Παρνασσόν.
+
+Εις το τέλος του έργου προσηρτήσαμεν λεξιλόγιον προς ευχερή
+κατανόησιν λέξεών τινων.
+
+Γ. Κ. Γάγαρης
+
+
+
+ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
+
+
+
+ Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ
+
+
+
+ Συχνά μέσ' 'ς το ηλιοστάλαμμα και μέσ' 'ς το μεσημέρι,
+ Κι' όταν κοιμούνται τα νερά, και βγαίνουν η Νεράιδες
+ Και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λέγουν.
+
+ Όταν ισκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια,
+ Και ροβολούν βελάζοντας 'ς τες μάντρες τα κοπάδια,
+ Σουρίζοντάς τα ο νιος βοσκός, τέτοια τραγούδια λέγει.
+
+ Τ' απόσπερνο κι' αποβραδύς, που βασιλεύει ο ήλιος,
+ Και με τα δυο καματερά γυρνάει ο ζευγολάτης
+ Απ' τ' όργωμά του 'ς το χωριό, τέτοια τραγούδια λέγει.
+
+ Ο αγωγιάτης, τες ερμιές, τα δάση που διαβαίνει,
+ τον σάλαγον, οπού χτυπά τα φορτωμένα ζα του,
+ Για να περνάη το μάκρεμα, τέτοια τραγούδια λέγει.
+
+ Όταν το γλυκοχάραμμα στα κορφοβούνια φέγγει,
+ Που στα χρυσά τα ονείρατα ξυπνά η χωριατοπούλα
+ Και πάει στη βρύση γιο νερό, τέτοια τραγούδια λέγει.
+
+ Τα καλοκαίρια τα ξανθά, που οι ξενοδουλευτάδες
+ Θερίζουν άυπνοι ολονυχτίς τα καρπερά χωράφια
+ Με το φεγγάρι το λαμπρό, τέτοια τραγούδια λέγουν
+
+ Τες χειμωνιάτικες βραδιές, που στα βουνά χιονίζει,
+ Γύρ' απ' την πύρα του σπιτιού συνάζονται η κοπέλλες,
+ Και πλέοντας ξόμπλια ωριόπλουμα, τέτοια τραγούδια λέγουν.
+
+ Άγουρος του χωριού κ' εγώ, παιδί κ' εγώ της στάνης,
+ Όσες βολές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω
+ Κι' οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω.
+
+
+
+ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
+ ΤΟΥ
+ ΧΩΡΙΟΥ
+
+
+
+
+
+
+ Η ΜΑΓΕΜΜΕΝΗ ΒΡΥΣΗ
+
+
+
+ Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι
+ Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση.
+
+ 'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα,
+ Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα.
+
+ Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι,
+ Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει.
+
+ Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα,
+ Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα,
+
+ Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη
+ Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει.
+
+ Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω.
+ Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω.
+
+ Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη,
+ Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι.
+
+ Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα
+ Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα.
+
+ Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι
+ Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση».
+
+ Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα.
+ Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα.
+
+ Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση
+ Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση,
+
+ Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη,
+ Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη.
+
+
+
+ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ
+
+
+
+ Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει
+ Και τ' ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,
+ Πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
+ Κι' ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.
+ Την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι
+ Που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ' ακρογιάλια.
+ Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρω πεύκος
+ Και πίνει και ρουφάει δροσιά κι' αχολογάει και τρίζει
+ Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια
+ Και μ' αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει
+ θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
+ Τα ζάλογγα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι
+ Κ' οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.
+
+ Απ' όξω, απ' τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες,
+ Ηλιοκαμμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
+ Με τους ζυγούς, με τα βαριά τ' αλέτρια φορτωμένοι
+ Και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους.
+ Τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, τραχηλάτα,
+ «Οώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσινέ, Λαμπίρη»·
+ Κι' αργά τα βόιδια περπατούν και πού και πού μουγγρίζουν.
+ Γυρνούνε από τα έργα τους η λυγερές, γυρνούνε
+ Με τα ζαλίκια αχ' τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ' το πλύμα,
+ Με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω·
+ Και 'ςόποιο δέντρο κι' αν σταθούν, 'ς όποιο κοντρί ακουμπήσουν.
+ Εις το μουρμούρι του κλαριού, εις την θωριά του βράχου
+ Γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν:
+ — «Γεια και χαρά 'ς τον κόσμο μας, 'ς τον ώμορφό μας κόσμο!»
+
+ Σαν το ζαρκάδι ο νιος βοσκός ξετρέχει την κοπή του·
+ Σουρίζει, σαλαγάει «όι, όι» και τήνε ροβολάει
+ Από τα πλάγια στο μαντρί, στην στρούγγα για ν' αρμέξη.
+ Από στεφάνι, από γκρεμόν, από ραϊδιό και λόγγο
+ Και του γιδάρη η σαλαγή στριγγιά στριγγιά γροικιέται
+ Τ' ανάποδο κοπάδι του «τσαπ, τσαπ! έι, έι» βαρώντας.
+ Κι' αχολογούν βελάσματα κι' αχολογούν κουδούνια.
+ Από μακρυά, αχ' το βουκουλιό, ακούγεται φλογέρα.
+ Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη,
+ Και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει
+ Του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος.
+ Του κάμπου τάγρια τα πουλιά γυρνούν αχ' τες βοσκές τους,
+ Και μ' άμετρους κελαϊδισμούς μέσ' στα δέντρα κουρνιάζουν·
+ Σκαλώνει ο γκιώνης στο κλαρί και κλαίει τον αδερφό του.
+ 'Σ τα ρέπια, στα χαλάσματα, η κουκουβάγια σκούζει·
+ Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλεί η νεροχελώνα
+ Τ' αηδόνι κρύβεται βαθειά στ' αγκαθερά τα βάτα
+ Και την αγάπη τραγουδάει με τον γλυκό σκοπό του
+ Κ' η νυχτερίδα η μάγισσα, με το φτερούγισμά της
+ Το γλήγορο και το τρελλό, σχίζει τα σκότα απάνου
+ Και με τα ολόχαρα παιδιά του ζευγολάτη παίζει.
+
+ Καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας,
+ Την απλοϊκή σας τη ζωή, πώχει περίσσιες χάρες.
+ Μα πλιο πολύ τον μαγικό ζηλεύω γυρισμό σας,
+ Όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος.
+
+
+
+ Ο ΤΡΥΓΟΣ
+
+
+
+ Όταν ανθίζ' η αγράμπελη κι' απλώνει τα κλαδιά της
+ 'Στό σχοίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια,
+ Στα ρέμματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου,
+ Κι' αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα
+ Γιομόζει από μοσχοβολιά με τον ανασασμό της.
+ Πυκνό πυκνό κι' ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται
+ Μέσ' από βράχους και κρινιά, μέσ' από ερμιές και κήπους,
+ Και τάνθη της βοσκολογά και πέρνει τον αχνό τους,
+ Και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του.
+ Έτσι η κοπέλλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια
+ Κ 'εις κάμπους κ 'εις βουνά σκορπούν, κι' όπ 'είνε αμπέλια
+ [τρέχουν,
+ Με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια
+ Και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζη ο τρύγος.
+
+ Αναταράζονται η ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια,
+ Λες κι' από κάθε πέτρα ορθή, λες κι' από κάθε βάτον
+ Οπού στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει.
+ Πράσινη απλώνεται η φυτειά κ' η ράγες μεστωμένες,
+ Μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γυαλίζουν
+ Στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου οπ' ανατέλλει,
+ Σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια.
+ Η βέργες η καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες,
+ Κ' η περογλιές ξαπλώνονται 'ς τα δίπλατα κρεββάτια
+ Και στην πυκνή τους χλωρασιά και 'ς τον βαθύ τους ίσκιο
+ Την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν,
+ Την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι' απλώνει.
+ Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέση ο ήλιος.
+ Πότε να ισκιώσουν τα ριζά να δροσερέψη ο κάμπος.
+
+ Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψη,
+ Νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος.
+
+ Ο ήλιος 'χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν,
+ Θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι' απάνου βγήκαν τ' άστρα.
+ Διπλά ανασαίν' η αργατιά κι' απαρατάει το έργο,
+ Κ' εκεί που κληματόβεργες κι' από παλιούρια φράχτες
+ Καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν,
+ Και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι.
+ Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι
+ Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι.
+ Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες·
+ Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας
+ Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι
+ Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του.
+ Ως που τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν,
+ Και τότες οι χοροί χαλνούν, σκορπάν οι δουλευτάδες.
+ Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι' αποσταμένοι γέρνουν.
+ Κ' εκεί που σβύνονται η φωτιές έρμες ανάρια ανάρια,
+ Το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει,
+ Ως που να σκάση ο αυγερινός, που θα ξυπνήσουν πάλι,
+ Πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμμένον τρύγο.
+
+
+
+ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ
+
+
+
+ Η Ζερβοπούλα η ώμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα
+ 'Στόν αργαλειό της ύφαινε κι' ανάρια ετραγουδούσε:
+ —Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμμένο 'ς το νυχτέρι,
+ Διασίδι, μ' όντας σ' έγνεθα τον συχνωνειρευόμουν,
+ Διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα,
+ Διασίδι, όντας σ' ετύλιγα 'ς την εκκλησιά τον είδα,
+ Διασίδι, όντας σ' εκόλναγα μώστειλεν αρραβώνα.
+ Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε, ... πέτα χρυσή σαΐτα,
+ 'Τρίξτε καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου,
+ Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου,
+ Γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη.
+
+
+
+ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
+
+
+
+ Ένα παλάτι αδιάβατο κλειστό και ρημαγμένο
+ Πανώρηο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
+
+ Δέρν' η θολούρα, η χειμωνιά το έρμο το παλάτι,
+ Κι' ουδέ μιλάει το μάρμαρο, ουδέ κι' ανοίγει μάτι.
+
+ Λάμπει ο ήλιος, κελαϊδούν της άνοιξης τ' αηδόνια,
+ Κ' εκείνο μένει ασάλευτο, βουβό από τόσα χρόνια.
+
+ Κάποια νεράιδα της ερμιάς και μάγισσα ωργισμένη
+ Το καταράστηκε βαριά και μάρμαρο έχει γένει.
+
+ Και το παλάτι ερήμαξε, το σκέπασαν τα δάση
+ Κι' ως τόρα πόδι ανθρωπινό δεν έχει εκεί περάσει.
+
+ Μονάχα ο Χρόνος, που περνάει ολημερίς μπροστά του,
+ Έγραψε μέσ' στο μάρμαρο μαζί με τ' όνομά του:
+
+ »Χαρά στην νια την ώμορφη που η Μοίρα θα της δείξη
+ Το σιδηρόχορτο να βρη, την πόρτ' αυτή ν' ανοίξη.
+
+ Ν' αγκαλιαστή το μάρμαρο, σιμά του ν' αγρυπνήση
+ Σαράντα δυο μερόνυχτα, γλυκά να το ξυπνήση!»
+
+ Είνε παλάτι ερημικό κι' απόκλειστο η καρδιά μου,
+ Μαρμαρωμένον βασιλιά βαστάει τον Έρωτά μου.
+
+ Χαρά στην νια την ώμορφη, που την καρδιά θ' ανοίξη
+ Και με το κρύο το μάρμαρο τα χείλη της θα σμίξη!
+
+
+
+ Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΡΒΑΝΑΡΟΣ
+
+
+
+ Ένα πουλάκι λάλησε 'ς της ποταμιάς τα δέντρα,
+ Ένα πουλάκι οπού λαλεί τον Μάη με την αυγούλα
+ Κι' οπού ξυπνάει τους πιστικούς, ξυπνάει τους καρβανάρους,
+ 'Τούς καρβανάρους στ' άλογα, τους πιστικούς στα γίδια.
+
+ Εξύπνησ' έναν γέροντα, γέροντα καρβανάρον,
+ Που κόνευε στην ποταμιά παράμερα του δρόμου.
+ Ξεπεδουκλώνει τ' άλογα και πάει να τα ποτίση.
+ Ερρόδιζεν η ανατολή κι' ο αυγερινός τραβιώταν,
+ Πάηνε στα οργώματα ο ζευγάς κι' η κοπελλιά στο πλύμα
+ Και το πουλάκι ολόγλυκον κελαϊδισμό κρατούσε.
+
+ Άκουγε ο γέρος το πουλί, τήραε τα κορφοβούνια,
+ Ολογυρνούσε τα δεντρά, κ' έλεγε με τον νου του:
+
+ — Καλότυχα, μωρέ δεντρά, που ζάτε χίλια χρόνια,
+ Που ανθίζετε κάθ' άνοιξη και κάθε καλοκαίρι.
+ Γεράματα δεν έχετε και χάρο δεν φοβάστε·
+ Σα μεσημέρια απλώνετε τον ίσκιο τον διαβάτη,
+ 'Σ τον ζευγολάτη, 'ς τον βοσκό, 'ςτού κοπαδιού τον πλήθο.
+ Την νύχτα ολόρθα κι' άγρυπνα, πίνετε και ροφάτε
+ Δροσιάν βουνίσια αχόρταγα, και το ταχύ, όταν φέγγει.
+ Εσείς παλάτια γίνεστε 'ς τον κότσυφα 'ς τ' αηδόνι.
+ Εσάς σας τρέφουν κρύα νερά, τα χιόνια σας πλαταίνουν.
+ Μωρέ βουνά, ψηλά βουνά, ψηλά και δασωμένα,
+ Τώρα που ο Μάης σας γιόμωσε μ' ανθούς, με χλόη, με νιάτα,
+ Γιατί δεν ξανανιώνετε κ' εσείς τον γέρο εμένα,
+ Σάμπως καινούρια γένονται και σάμπως ξανανιώνουν
+ Τούτα τα χαμηλά κλαριά και τα παλιά τα δέντρα,
+ Να γίνω πάλι ως ήμουν νιος, να γίνω παλλικάρι;
+
+
+
+ Η ΠΟΘΟΠΛΑΝΤΑΓΜΕΝΗ
+
+
+
+ Κάτω 'ς τον Μαραθόκαμπο, που ολονυχτής θερίζουν,
+ Κάποιος λεβέντης θεριστής ψηλό τραγούδι λέγει
+ Κι' ως το ξημέρωμα ξυπνόν βαστάει όλον τον κάμπο·
+ Βαστάει κ' εμένα ξύπνηγη την ποθοπλανταγμένην
+ Δέκα βραδιές ολόβολες 'ς τα παραθύρια απάνου,
+ Κι' απ' τον ήχο του τραγουδιού κι' απ' την γλυκειά φωνή του
+ Τα νυσταγμένα μάτια μου τον ύπνο δεν τον θέλουν.
+ Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα,
+ Να κάτεχα, να γνώριζα! Ήλιε, γλυκέ πατέρα,
+
+ Ήλιε, οπού μου χάρισες τόση εμμορφιά 'ς τον κόσμο,
+ Μη τα χαλάς τα νιάτα μου και μη τα φαρμακώνης.
+ Με τες χρυσές αχτίδες σου δείξε μου μιαν ημέρα
+ Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα,
+ Να τον γνωρίσω, να τον 'δώ' διάνεμμα να του κάμω
+ Την νύχτα να μη τραγουδάη, 'ς τον κάμπο να μη βγαίνη,
+ Νάρχεται με του φεγγαριού τ' απόσκια 'ς την αυλή μου
+ Να τον χορταίνω φίλημα, να τον χορταίνω αγκάλια
+
+
+
+ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ
+
+
+
+ Αφιερώνεται
+ 'ς τον αγαπημένον μου κ. Κ. Καζαντζήν.
+
+ Του Αγγελοκάστρου ο Βασιλιάς διαλάλησε μια 'μέρα:
+ Ποιος ημπορεί την λίμνη μου να σπείρη πέρα ως πέρα,
+ Και ποιος 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήση;
+ 'Σ το ρέμμα του Ασπροπόταμου ποιος ημπορεί να στήση
+ 'Σ το χρόνο απάνω πέτρινο γεφύρι; Ας έρθη ομπρός μου
+ Διαμάντια, ασήμι, μάλαμα, κι' όλο το βιο του κόσμου
+ Να του χαρίσω αμέτρητο.
+
+ Δεν άνοιξ' ένα στόμα,
+ Κι' ουδ' ένας δεν ωμίλησε. Ώρες περνούν ακόμα,
+ Κι' από τα πλήθη ωμορφονιός σαν σταυραητός πετιέται
+ Κι' έρχεται ομπρός 'ς τον Βασιλιά και τέτοια απολογιέται:
+
+ — Την λίμνη σου αν δεν ημπορώ να σπείρω, να θερίσω,
+ Ούτε 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήσω,
+ Όμως γεφύρι πέτρινο μπορώ να θεμελιώσω
+ 'Στό ρέμμα του Ασπροπόταμου 'ςτόν χρόνο απάνω. Ως τόσο
+ Διαμάντια, ασήμι μάλαμα κι' όλο το βιο του κόσμου
+ Δε σου γυρεύω χάρισμα. Γυναίκα αν θέλης δος μου
+ Την κόρη σου.
+
+ Είχε ο Βασιλιάς του γάμον του βλαστάρι
+ Μιαν θυγατέρα μοναχή, της χώρας του καμάρι,
+ Κι' από καιρόν ο ωμορφονιός την κόρη του αγαπούσε,
+ Κρυφά τον ωνειρεύονταν κι' αυτή και τον ποθούσε.
+ Όμως δεν ήτον βολετό του θρόνου αυτή βλαστάρι
+ Άντρα τον πρωτομάστορα των γεφυριών να πάρη.
+
+ Δίνει το λόγο ο Βασιλιάς.
+
+ — Λεβέντη, τόνομά σου;
+
+ — Με λεν Μανόλη, Βασιλιά,
+
+ — Όμως καλά στοχάσου·
+ Ο χρόνος αν παραδιαβή και δεν το θεμελιώσης,
+ Με τώμορφο κεφάλι σου το τάμμα θα πλερώσης.
+
+ Αρχίζει σύνταχα η δουλειά. Σαν γίγαντοι πιθώνουν
+ Πέτρα σε πέτρα οι μάστοροι, και χτίζουν κι' ασβεστώνουν.
+ Όμως πάρα πολύ ψηλοί οι βράχοι εκεί υψωνόταν,
+ Το ρέμμα του Ασπροπόταμου ήτον πολύ βαθύ,
+ Κ' ούτε θεμέλιο μπόρειε εκεί ποτέ να στεριωθή,
+ Ό,τ' έχτιζαν ολημερής την νύχτα εκρεμνιζόταν,
+ Θλίβετ' ο νιος.
+
+ Η αγάπη του κρυφά τον συντυχαίνει.
+ — Χωρίς ελπίδα, αφώτιστοι, θολοί, σκοτεινιασμένοι
+ Πέρασαν χρόνοι ολόβολοι, και τώρα που σιμόνει
+ Να φέξη η αυγή μας η γλυκειά, κι' η πίκρες μας, οι πόνοι
+ Να σβύσουν σαν τη καταχνιά, βογγάς, καλέ μου, ακόμα;
+ — Καϋμένη, δεν με κλαις και συ! του γάμου μας το στρώμα
+ Τάχα σαν πού ονειρεύεσαι;... Είν' τα βουνά ψηλά,
+ Το ρέμμα του Άσπρου είνε βαθύ, κι' ολόγοργο κυλά
+ Κι' ούτε θεμέλιο στέριωσαν ως σήμερα οι μαστόροι.
+ Ό,τι την μέρα χτίζεται χαλά την νύχτα, κόρη.
+ Κι' αν μέσ' 'ς το χρόνο δεν στηθή ακέρηο το γεφύρι,
+ Πάρε μου το κεφάλι εσύ, και σύρ' το εσύ του κύρη
+ Να πλερωθή το τάμμα του.
+
+ Κ' έκλαιε το παλληκάρι
+ Έκλαιε σιμά κ' η αγάπη του.
+
+ Μιαν νύχτα με φεγγάρι,
+ Τ' αστέρι του μεσονυχτιού το λαμπερό όταν σκάζη,
+ Το πατρικό το κάστρο της η κόρη το απαριάζει
+ Και πάει 'ς τον Ασπροπόταμο. Κάθεται μέσ' 'ς την άκρη,
+ Και τ' αφρισμένα του νερά τα ραίνει με το δάκρυ.
+ Νεράιδες απ' τα κύματα πηδούν χεροπιασμένες
+ Και σταίνουν τους πλεκτούς χορούς. Η οχθιές καμαρωμένες
+ Εντιλαλούνε τους αχούς.
+
+ 'Σ τ' Άγραφα ασπρογαλιάζει
+ Η χαραυγούλα. Ο Αυγερινός, λαμπρός λαμπρός, σταλάζει
+ 'Σ το μέτωπό της τώμορφο αχτίδες διαμαντένιες.
+ Τ' άλλα τ' στέρια αχνίζουνε. Γελούνε σμαραγδένιες
+ Γύρω η κορφές. Η ξωτικές λυούν τους πλεκτούς χορούς των
+ Και χάνονται 'ς τα ρέμματα, κι' οπίσω τους αχούς των
+ Ακόμ' αντιλαλούν η οχθιές. Απ' όλες μια μονάχη
+ Είδε την κόρη οπώκλαιγε και την ρωτάει τι νάχη.
+ Τον μυστικό τον πόνο της η κόρη φανερώνει.
+ — Βασιλοπούλα, άδικα κλαις· γεφύρι δεν στεριώνει.
+ Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας,
+ Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας.
+
+ Είπε κ' εχάθηκε κι αυτή 'ς του ποταμού το κύμα,
+ Το κύμα οπώγειν' ύστερα Βασιλοπούλας μνήμα.
+
+ Έδοσε ο ήλιος. Πελεκούν οι μάστοροι και χτίζουν,
+ Στεριώνουν τα θεμέλια τους κι' απ' τότε δε βουλίζουν
+ Στο ρέμμα, ουδέ ξεσέρνονται· κι' απ' τότε κάθε βράδυ,
+ 'Σάν πέρναε το μεσάνυχτα κ' έσφιγγε το σκοτάδι,
+ Άκουε ο πρωτομάστορας τραγούδι γνώριμό του
+ Να βγαίνη απ' τα βαθιά νερά, άκουε κι' απ' τον καϋμό του
+ Ξυπνός στην ακροποταμιά ολονυχτής γυρνούσε.
+ Το μυστικό του τραγουδιού να μάθη δε μπορούσε,
+ — Και το γεφύρι στένεται κι' αυτός το καμαρώνει
+ — Ως π' άκουσε η Ξωθιές να λεν: «Γεφύρι δεν στεριώνει.
+ Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας.
+ Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας,
+ Κι' ως που μαθεύτηκε ο χαμός της κόρης πέρα ως πέρα.
+
+ Μήνες περνούνε. Η ύστερη του χρόνου φτάνει μέρα,
+ Κι' όσο να πάρη ο ίσκιος της κι' ο ήλιος της να γείρη,
+ Θεμελιωμένο επρόβαλε κι' ακέριο το γεφύρι.
+
+ 'Σ τον πικραμένον Βασιλιά, που μέρα νύχτα κλαίει
+ Της μοναχής του τον χαμό, έρχεται ο νιος και λέει:
+ — Τώστησα το γεφύρι μου, ψυλό και στοιχειωμένο,
+ Και τώμορφο κεφάλι μου δε θα το ιδής κομμένο.
+ Διαμάντια, ασήμι μάλαμα και βιο δε σου ζητούσα,
+ Τάμμα την κόρη σου ήθελα οπού την αγαπούσα.
+ Και τώρα που το στέριωσα, θα πάω να την ευρώ.
+
+ Και πάει και ρίχνεται κι' αυτός μέσ' 'ς τ' Άσπρου το νερό.
+
+
+ ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ
+
+
+
+ 'Στήν άκρη του γιαλιού ξανθή καθέται κόρη
+ Κι' ωρηόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι,
+ Μαντήλι του γαμπρού του γάμου της κανίσκι,
+ Την θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα.
+ Κεντάει του ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
+ Την γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
+ Κεντάει κ' ένα βουνό ψηλό ψηλό και μέγα·
+ Το χάραμμα γλυκά προβάλλει 'ς την κορφή του,
+ Και βάφεται η κορφή και τουρανού η λουρίδα
+ Ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι' ασημένια
+ Τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι' αυλακώνουν
+ Χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια
+ Κεντάει 'ς τες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι.
+ 'Σ τους όχτους, 'ς τα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
+ Και φαίνονται βοσκοί, και 'ς τώμορφο κεντίδι
+ Φλογέρες λες κι' ακούς, λες και γροικάς τραγούδια,
+ Βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.
+
+ 'Σ τα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη
+ Με καλαμιές χρυσές. Ένας ψαράς 'ς την άκρη
+ Πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει.
+ Κάμπον πλατύν πλατύν με σμαραγδένιο νήμα
+ Ολόγυρα κεντάει. 'Σ τη μέση από τον κάμπο
+ Ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει
+ Με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια,
+ Με αηδόνια, με φωλιές· και 'ς το πανώρηο ξόπλι
+ Τον φλοίσβο του νερού θαρρείς κι' ακούς, της δάφνης
+ Τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις,
+ Πως τον κελαϊδισμό των αηδονιών ξανοίγεις,
+ Πως νοιώθεις το απαλό της φυλλουριάς μουρμούρι.
+ 'Σ την ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει
+ Που σκύφτει τα νερά να πιη τα κρυσταλλένια
+ Και ξάφνου σαϊτιά 'ς την πλάτη το λαβώνει·
+ Στρέφεται αυτό, κυττάει με πόνο την πληγή του.
+ Πάσχει ν' απαλλαχτή, δεν δύνεται το μαύρο,
+ Κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα
+ Βοήθεια λες ζητάει.
+
+ Ολόυρα από τον κάμπο
+ Πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε
+ Με ολόχρυσα σπαρτά, με θημωνιές, με αλώνια.
+ Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια,
+ Κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμμορφα κοπελλούδια
+ Που 'μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.
+
+ Γάμον αρχοντικό 'ς ένα χωριό πλουμίζει
+ Με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι.
+ Δράκους αλλού κεντάει και λάμιες και νεράιδες,
+ Κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια·
+ 'Σ την άκρη του γιαλού την ίδια τη θωριά της
+ Ολόφαντη ιστορεί από εμμορφιάν και νειότη
+ Και πλούτον και αρχοντιά, και 'ς τα λευκά της χέρια
+ Τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντήλι,
+ Μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι,
+ Ανάρηα το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:
+
+ Μαντήλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο.
+ Ποιος νάνε τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήση;
+ Ποιος νάνε τάχα ο νιος που μ' ένα δαχτυλίδι,
+ Μαντήλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρη;
+ Ποιος νάνε τάχα ο νιος, που μ' ένα φίλημά του
+ Γλυκό και φλογερό απ' το λευκό μου χέρι
+ 'Σ την κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήση νύφην;
+ Ποιος νάνε τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια
+ Κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια
+ Εσύ, ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου!
+ Εσύ, φτερουγιαστέ καθάριε λογισμέ μου,
+ Γιατί δε μου τον λες, γιατί δεν μου τον δείχνεις,
+ Γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις
+ Σαν όνειρο χρυσό γλυκά 'ς την αγκαλιά μου;
+
+
+
+ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ
+
+
+
+ Από μικρό κι' απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
+ Παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι' αγέρα
+ Κι' απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια
+ Και μέσ' 'ς τα σύγνεφα πετάς, μέσ' 'ς τα βουνά ανεμίζεις·
+ Φωλιάζεις μέσ' 'ς τα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,
+ Με την βροντή ερωτεύεσαι, κι' απιδρομάς και παίζεις
+ Με τάγρια αστραποπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
+ Του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.
+
+ Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι' ο πόθος μου 'ς τα στήθη,
+ Κι' απ' άφαντο, κι' απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
+ Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια
+ Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει·
+ Κ' έγεινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος
+ Κι' εφώλιασε βαθιά-βαθιά μέσ' 'ς τ' άσαρκο κορμί μου
+ Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη.
+ Μπεζέρισα να περπατώ 'ς του κάμπου τα λιοβόρια.
+ Θέλω τ' αψήλου ν' αναβώ' ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
+ Μέσ' 'ς την παλιά μου κατοικιά, 'ς την πρώτη τη φωλιά μου
+ Θέλω ν' αράξω 'ς τα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.
+ Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
+ Καθημερνή μου κι' ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
+ Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
+ Νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα σαν αδέρφι
+ Να μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.
+
+ Θέλω η βρυσούλα, η ρεμματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες,
+ Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους,
+ Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
+ Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ζυπνούν το τάχυ,
+ Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
+ Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.
+ Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
+ Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι' απάνου να πλαγιάζω,
+ Ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.
+
+ Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,
+ Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
+ Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν
+ Θέλω να περπατώ 'γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
+ Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.
+ Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς 'ςτά βράχια,
+ Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
+ Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
+ Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβύεμαι νύχτα μέρα.
+ Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
+ Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου,
+ Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!
+
+
+
+ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
+ ΤΗΣ
+ ΣΤΑΝΗΣ
+
+
+
+ Η ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ
+
+
+
+ Πού πας περδικομάτα μου, κατά 'ςτό μεσημέρι,
+ Που σε λερώνει ο κορνιαχτός και σε μαυρίζει ο ήλιος;
+ 'Στά φουντωτά τα δένδρα μου να ξαποστάσης έλα,
+ Να πιής οχ' τη βρυσούλα μου, να πάρης λίγη ανάσα,
+ Να ξαπλωθής 'ς τους ίσκιους μου όσο να πέσ' η κάψα
+ Κι' όσο να πάρη το δροσιό, κ' ύστερ' αν θέλης φεύγεις.
+ Κι' αν θέλης πάλι κάθεσαι και μου βοηθάς 'ς το θέρο
+ Όσο να ισκιώσουν τα ριζά και να μας πιάκ' η νύχτα,
+ Να πάμε 'ς την καλύβα μου να κοιμηθούμε αντάμα.
+
+ — Εγώ είμαι κόρη του βουνού και τσέλιγγα κοπέλλα,
+ Τον κάμπο εγώ δεν τον φτουρώ και χλιό νερό δεν πίνω,
+ Δεν εχεράκωσα ποτέ δρεπάνι εγώ για θέρο,
+ Δε ζάρω από χερόλαβα, να πήγω γάλα ζάρω,
+ Ζάρω ν' αρμέω τα πρόβατα, να σαλαγάω τα γίδια.
+ Βρωμοκαμπίτης δε θα ιδή το αμόλευτο κορμί μου,
+ 'Στά κορφοβούνια θ' ανεβώ, που δε ζαρίζει ο ήλιος,
+ Πώχει τη στρούγγα ο τάτας μου, που ν' η πολλές η στάνες,
+ Που 'νε τα κέδρα ταψηλά και τα νερά από χιόνια,
+ Που βγαίνει η πετροπέρδικα και κηλαϊδεί το τάχυ,
+ Το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ' απόβραδο η τρυγόνα.
+
+ Κι αν με λερώση ο κορνιαχτός κι' αν με μαυρίση ο ήλιος,
+ Απάνου εκεί θα να νιφτώ 'ς το κρύο νερό της βρύσης,
+ 'Στά γρέκια 'ς τα προσκάμνια μου θα γείρω ν' ανασάνω,
+ Θα να βοηθήσω 'ς τ' άρμεγμα του γέρου μου πατέρα,
+ Και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάη αυτός 'ς το σκάρο,
+ Τ' αδράχτι, η δρούγα κι' ο αργαλειός μ' ακαρτερούν εμένα.
+
+
+
+ Ο ΚΟΥΡΟΣ
+
+
+
+ Στειροχωρίζουν 'ς τον Κλαδά, τυροκομούν 'ς του Ζέρβα,
+ 'Στού Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, 'ς του Μπάρδα κούρον
+ [έχουν
+ Είκοσι πέντε είν' η κοπές, διακόσοι οι κουρευτάδες,
+ Κι' άλλ' εκατό που κουβαλούν κι' άλλ' εκατό που στρίβουν
+ Που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια.
+
+ Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν.
+
+ Ο γέρο Μπάρδας κάθεται σε στρουγγολίθι απάνου
+ Με το πλατύ το πόσι τον, με το μακρύ ραβδί του,
+ Με την χοντρή σου σάρικα πώχει πυκνόν το φλόκο,
+ Με τους εφτά του τους υγιούς, με τους εννιά γαμπρούς του,
+ Κι' όλο τηράει τα πρόβατα και λέει για το καθένα:
+
+ — Τήρα σαργιά πώχ' η χελιά, τήρα ποκάρι η κούλια,
+ Τήρα την στερφοκάλλεσα ρούντο μαλλί που βγάζει,
+ Η μονοβύζα η καψαλή τήρα κολτσίδες πώχει.
+ Πρόγγα, ωρέ Λιά, την κότσινα που ξυέται 'ς τα πολιούρια·
+ Ιστ ιστ, διαβολοπρόβατο. Εά! δε μ' ακούει το έρμο,
+ Μόχτα, ωρέ Λιά, και μάδεψε· φυλάξου απ' το βαρβάτο.
+
+ Η νυφοθυγατέρες του κερνούν τους κουρευτάδες.
+ Κερνούν παγούδα, ανθότυρο κερνούν αφρό γαλάτου.
+ Κ' οι γιοι του αράδα τα μαντριά συχνογυρνούν και κρένουν.
+ — Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια,
+ Τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρη η νύχτα,
+ Κ' είνε γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρη 'ς τον κούρο.
+
+ Ολημερής κουρεύουνε, το γιόμα τρων και πίνουν
+ Κ' εκεί 'ς το ηλιοβασίλεμμα σκολνούν κι' αποκουρεύουν,
+ Τότ' ένας γέρος κορευτής προβάλλει ομπρός και κρένει:
+
+ Για σκώτε απάνου, ωρέ παιδιά, για αφήστε τα ψαλίδια,
+ Για μάστε τούφα αμάραντο, μάστε χεριές αρείκη
+ Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάστε τον πρώτο δάσο
+ Και δέστε του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα,
+ Πάρτε και του γαλάτου αφρό ραντίστε τα ποκάρια,
+ Βάξτε; χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίξτε και τρία αρμούτια
+ Και ειπέτε και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι.
+
+ Σκώνονται απάνου τα παιδιά κι' αφίνουν τα ψαλίδια,
+ Μαζεύουν τούφα αμάραντο, κόβουν χεριές αρείκη
+ Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάνουν τον πρώτο δάσο
+ Και δένουν του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα
+
+ Παίρνουν και του γαλάτου αφρό ραντίζουν τα ποκάρια,
+ Σκούζουν: χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίχνουν και τρία
+ [αρμούτια
+ Και λέγουν και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι:
+
+ — Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσης χίλια χρόνια,
+ Να ζήσης σαν τον Έλυμπο, ν' ασπρίσης σαν τον Πίνδο,
+ Να ιδής υγιούς, να ιδής γαμπρούς και νυφοθυγατέρες,
+ Κι' αγγόνια και δισέγγονα να πιάκης να χαϊδέψης.
+ Νάχης χιλιάδες πρόβατα, νάχης χιλιάδες γίδια,
+ Με μύρια αργυροκούδουνα, να τα λαλούν να πρέπουν.
+ Ν' αρμέγης κάθε πρόβατο κ' εννιά αρμεγούς να βγάζης,
+ Ν' αρμέγης κάθε γίδι σου κι' άλλους εννιά να βγάζης.
+ Εσένα πρέπει, αφέντη μου, το πρώτο το βαρβάτο
+ Νάχη γερτάνι από φλουρί και κέρατα απ' ασήμι,
+ Να τ' ακλουθάν τα πρόβατα, να τ' ακλουθάν τα γίδια,
+ Να τα σουράς να χαίρεσαι και να τα καμαρώνης.
+ Εσένα πρέπει, αφέντη μου, για να καβαλικεύης
+ Τ' ασέλλινο, προσέλλινο, το κάλλιο το πουλάρι.
+ Οπώχει αστρί 'ς τα στήθια του, φεγγάρι 'ς τα καπούλια,
+ Και χίλιοι να σου το κρατούν να γέρνης να πεζεύης,
+ Να σιέσαι, να λυγίζεσαι, να κάτσης 'ς το προσκάμνι.
+ Κι' οχ' το προσκάμνι όντας σκωθής και μπης 'ςτόν αρμεγώνα
+ Το πλιο τρανό μαντρόσκυλλο να σ' ακλουθάη σου πρέπει.
+ Και πάλι ξαναπρέπει σου βαριάν αρμάτα νάχης,
+ Νάχης πολλές τες φορεσιές και χρυσοκεντισμένες,
+ Να ντυέσαι, να ξεντύνεσαι, ν' αλλάζης να ξαλλάζης,
+ Να κουβαλάς εδώ κ' εκεί τ' αμέτρητο το βιο σου.
+ Να διαφεντεύης 'ς τα βουνά, ν' ακούγεσαι 'ς τους κάμπους.
+ Λεν τα παιδιά του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι,
+ Και παίρνουν πάλι αφρόγαλα και πίνουν και ραντίζουν
+ Και ξανασκούζουν: χούι, χούι, χούι! ρίχνουν και τρία αρμούτια.
+
+
+
+ ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ
+
+
+
+ Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του.
+
+ — Τ' έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κ' είνε βαθιά βαμμένα;
+ Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα,
+ Μην τάβαψες με τη βαφή που βάφεις και τ' αρνιά σου:
+
+ — Ουδ' από χαμοκέρασα, ουδ' από μούρα εβάψαν,
+ Ουδ' από εκείνην τη βαφή που βάφω και τ' αρνιά μου.
+ Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω.
+ 'Σ τους ίσκιους και 'ς τους έλατους κούρευα την κοπή μου
+ Και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια·
+ Να την βοσκήσω 'ς τα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω
+ Και τα χορτάρια κόκκινα ταύρα κι' αυτά βαμμένα·
+ Κατέβηκα 'ς τον ποταμό να την περιποτίσω
+ Κ' εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα·
+ Παίρνω την ακροποταμιά και φτάνω 'ς ακροβούνι,
+ Εκεί οπού βγαίνει το νερό κι' οπού 'νε ο καταγός του,
+ Κ' είδα κοράσιο οπώσκυψτε κ' έπινε με τα χείλια,
+ Κ' είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα
+ Και 'ς όσες βρύσες έσκυφτε να πιη, 'ς όσα ποτάμια,
+ Έβαφαν όλα τα νερά· έβαψαν τα χορτάρια,
+ Έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια.
+ Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου,
+ Την κόρη αρπάζω οχ' τα μαλλιά, και την φιλώ 'ς τα χείλια.
+ Κ' έβαψαν και τα χείλια μου.
+
+
+
+ ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΑΣΤΡΟ
+ (ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ)
+
+
+
+ Βοσκαρούδικα κοπέλλια, έτσι η στάνες να πληθύνουν,
+ Να προκόψουν, να χιλιάσουν τα καλά σας τα κοπάδια,
+ Πέτε, αυτό το μονοπάτι πού να πάη, γιατ' είμαι ξένος.
+
+ — Στο Παλιόκαστρο, διαβάτη.
+
+ — 'Σ τα Χαλάσματα ψηλά.
+
+ — Τώρα σούρπωσε, νυχτώνει, πού θα περπατάς μονάχος;
+
+ — Μήνα οι βράχοι εκεί είν' μεγάλοι κι οι γκρεμοί ψηλοί μην είνε;
+
+ — Δεν είνε' βράχοι, ουδέ γκρεμοί είνε, είν' του Κάστρου το
+ [Στοιχειό.
+
+ Σκοταδιάζει, βγήκαν τάστρα. 'Σ το καλύβι λάμπ' η πύρα.
+ Τα βοσκόπουλο καθίζουν ολοτρόυρ' απ' τον ξένο,
+ Κι' αρχινάη να διηγάται το τρανό:
+
+ — 'Σ τα παλιά χρόνια,
+ Κάποιος Βασιλιάς του τόπου μια μονάχη κόρην είχε.
+ Κόρη αγνή σαν τη δροσούλα κι' ώμορφη σαν την αυγή.
+
+ Δυο λεβέντες αντρειωμένους λάβωσεν η ωμορφιά της.
+ Ήλιος 'ς την ωρηότη ο ένας, άστρο της αυγής ο άλλος.
+ Τους αγάπησε κ' η κόρη κ' έλυωνε σαν το κερί
+ Μη γνωρίζοντας η μαύρη ποιον ν' αφήση ποιον να πάρη.
+ Την τηρά αχαμνή ο πατέρας, γνοιάζεται το μυστικό της
+ Και με τα ψαρέμματά του τώβγαλε 'ς τ' αχείλη της.
+ Λέει στερνά:
+
+ — Βουλιούμαι, κόρη, Κάστρον αψηλό να χτίσω
+ Κι' αφ' τον ποταμό 'ς τη Χώρα το νερό χτιστό να φέρω.
+ Άνθρωποι του Παλατιού μας σήμερα θα διαλαλήσουν
+ 'Σ το λαό τον ορισμό μου. Ας ερθούν τα παλληκάρια,
+ Ένας το νερό ν' αρχίση το χτιστό, το Κάστρο ο άλλος.
+ Κι' αύριο ως που να γείρη ο ήλιος, πρώτος όποιος τους σκολάση
+ Ταίρι σου να γίνη εκείνος
+
+ Άρχεψαν τα παλληκάρια.
+ Κείνος πώχτιζε το Κάστρον, ως το μεσημέρι απάνου
+ Έτοιμα, πελεκημένα αράδιασε τα μάρμαρά του.
+ Μάρμαρα βαριοκομμένα, χάλαρα θεόρατα.
+ Πήρε κ' έκλωσεν ο ήλιος. Χτίζεται το Κάστρο ολοένα.
+ 'Σ το βασίλλεμμά του ακέριο πρόβαλε ψηλό και μέγα
+ Κ' έλαμπε σαν κρυσταλλένιο 'ς τες στερνές στερνές του
+ [αχτίδες.
+ Τρέχει ο νιος για το Παλάτι. Μέσ' 'ςτή μέση από το δρόμο
+ Αχ! τα σύνεργα θυμάται. Το 'χε ειπή κι' ο Βασιλιάς
+ Πως γυρίζοντας καθένας και τα σύνεργα να φέρη.
+ Σταματάει, γυρίζει οπίσω, μια βουκέντρα θέλει ο ήλιος,
+ Πάει αρπά τα σύνεργά του και γυρνά μονανεπνιάς
+
+ 'Σ το Παλάτι, αλαφιασμένος αφ' το δρόμο αφ' το τρεχιό.
+ Μέσ' 'ς το πρώτο σκαλοπάτι φτάνει τ' άλλο παλληκάρι
+ Έτοιμο ν' ανέβη απάνου. Με τ' απίδρομο, με ορμή
+ Θέλει να το προσπεράση. Απλώνει αυτό να τ' αμποδίση.
+ Πιάνονται, έρχονται 'ς τα χέρια, κι' αγριεμένα σαν λιοντάρια
+ Με τα σύνεργα χτυπιούνται, πολεμάν να σκοτωθούν.
+
+ Η ώμορφη βασιλοπούλα, που 'ς το παραθύρι απάνου
+ Με καρδιόχτυπο ακαρτέρει να δεχθή το ταίρι της,
+ Βλέποντας τον τσακωμό τους τρέχει να τα ξεχωρίση,
+ Όμως 'ς αίματα πνιγμένα ταύρε η αγλύκαντη τα δυο.
+ Αφ' τη λύπη, αφ' τον καϋμό της, κλείστηκε 'ς το Κάστρο
+ [της,
+ Κι' όρκον ώμνεψε 'ςτόν κόσμο να μη βγη, να μη ιδωθή.
+ Κάποτ' ύστερα μια μέρα βούλιαξε το έρμο Κάστρο
+ Κι' ούτε η κόρη εξαναφάνη. Μοναχά το βράδυ βράδυ,
+ Σίντα βασιλεύει ο ήλιος, σίντα ανάβονται τ' αστέρια,
+ Απ' του Κάστρου τα βουλίδια κι' από τα χαλάσματα
+ Λεν πως βγαίνει ασπροντυμένη, σαν Στοιχειό, σαν Φάντασμα.
+
+
+
+ Ο ΣΚΑΡΟΣ
+
+
+
+ Τι νάνε η λαμπερή φωτιά μέσ' 'ς το βουνό το πέρα
+ Πού πότε πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται;
+
+ — Αυτήν την ώρα οι πιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν.
+ Βόσκουν αυτά με την δροσιά και με το κρύο της νύχτας
+ Σε γούπατον, σε λαγκαδιά και 'ς όχτους απλωμένα.
+ Γλυκός γλυκός αντίλαλος χύνεται απ' τα κουδούνια,
+ Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει,
+ Κάποτε σκύλου βάβυσμα βαθιά βαθιά γροικιέται
+ Μέσ' 'ς τη μαυρίλα την πυκνή. Κι' από τες στάνες γύρα
+ Οι πιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους,
+ Σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα,
+ Και μέσ' 'ςτήν πύρα της φωτιάς, 'ςτή μυρουδιά του κέδρου,
+ Καθένας λέει τα λόγια του. Κι' άλλος για αγάπες λέγει,
+ Και μολογάει πως αγαπάει από καιρόν μια κόρην
+ Οπού του κάνει το βαρύ, κι' αυτός απ' τον καϋμό του
+ Να την μιλήση δεν τρομά, να την τηράη λυγώνει.
+
+ Άλλος μιλάει για το φιλί και λέει πόσο γλυκό είνε,
+ Και μολογάει πώς τ' άρπαξε το πρώτο από μια χήρα
+ Πώσκυψε για να πιη νερό μέσ' 'ς της Ωρηάς τη Βρύση
+ Και τώρα την καλόμαθε και με καλό το παίρνει.
+ Άλλος για κούρσες μολογάει, για κλέφτες, για πρωτάτα,
+ Γι' αρματωσιές, για σκοτωμούς, και κάπου κάπου απλώνει
+ Κι' αναγυρίζει τη φωτιά και παίρνει ένα τραγούδι.
+ Τραγούδι του παλιού καιρού, του Πάλλα το τραγούδι
+ Άλλος για το κυνήγι λέει 'ς της νύχτας το καρτέρι,
+ Σίντα ξεβγαίνει το καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι.
+
+ Άλλος πιξάρι πελεκάει και ζωγραφίζει αγκλίτσαν,
+ Άλλος γαλαροκούδουνα περνάει 'ς τα κόθρα μέσα.
+ Άλλος αδράχτι σφοντυλάει και κλώθει τ' αρνοπόκι,
+ Άλλος καυκόπουλο κεντάει, άλλος καρδάραν δένει,
+ Άλλος για τράστον για αραγό μαδάει προβιάν καινούργια
+ Άλλος ξανοίγει τη φωτιά, τραβάει ολίγα θράκια
+ Και ψένει από ημερόδεντρο βαλάνια και μοιράζει.
+ Άλλος θυμάται τους χορούς, άλλος αγάλια αγάλια
+ Με την βραχνή τζαμάρα του το «λάγιο αρνί» μαθαίνει,
+ Άλλος τον ώμορφο βοσκό και την βασιλοπούλα
+ Θυμάται του παραμυθιού που τούλεγε η βαβά του
+ Κι' αρχίζει και το μολογάει και οι γύρα τον ακούνε.
+
+ Κι' ένας, απ' όλους πλιο τρανός και απ' όλους λογισμένος,
+ Που γέρνει απάνου 'ςτο ραβδί, στερνός απ' όλους λέγει
+ Για την τσοπάνικη ζωή, κι' όλο τους ορμηνεύει
+ Για τη βοσκή, για τ' άρμεγμα, για της ερμιάς τ' αγρίμι,
+ Για το μαντρί, για σάλογον, για στάλισμα, για σκάρον.
+ Για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμον κούρο.
+
+
+
+ ΣΚΑΝΙΟ
+
+
+
+ Για ιδές μαλλιά κατεβατά, ξανθιά σαν το μετάξι,
+ Που κρέμονται 'ς τους πλάτες της και πέφτουν ως το χώμα
+ Σαν καταρράχτης, σαν νερό χρυσό μαλαματένιο.
+
+ Για ιδές καθάριο μέτωπο και λαμπερό, σαν ήλιος
+ Του Μάρτη, του Μαγιάπριλου, που κρούει 'ςτο κορφοβούνι.
+
+ Για ιδές μεγάλα, γαλανά και λυγωμένα μάτια,
+ Μάτια γλυκά, μάτια κρυφά, μάτια γιομάτα λάμψη,
+ Λες κ' είνε τόνα ο Αυγερινός και τ' άλλ' ο Αποσπερίτης.
+
+ Φρύδια για ιδές δοξαρωτά, γραμμένα με κοντύλι.
+ Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που σμίγουν και φιλιούνται,
+ Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που ερχόνται να με ζώσουν.
+
+ Για ιδές αχείλη κόκκινα, σαν με βαφή βαμμένα,
+ Που ανοίγουν και γλυκομιλούν, που κλειούνται και γελούνε,
+ Σαν τα τριαντάφυλλα του Μάη το βράδυ την αυγούλα.
+
+ Για ιδές κορμί ψηλό, λυγνό κι' ολόρθο σαν τη λεύκα
+ Οπού την βρέχ' η ρεμματιά και την λυγάει τ' αγέρι.
+
+ Για ιδές λαιμός γαλατιανός, λαιμός περιστερένιος
+ Και δροσερός σαν κρύο νερό και σαν βουνίσιο χιόνι.
+
+ Για ιδές και κόρφος σαν μηλιά 'ς τα μήλα φορτωμένη.
+
+ Κρίμα δεν είνε κι' αδικιά τέτοια ωμορφιά και νιότη
+ Να τήνε χαίρεται η ερμιά κ' εγώ γι' αυτήν να λυόνω;
+ Μη με σκανιάζης, μη με σκας και μη με φεύγης, κόρη.
+ Μπροστά μου μην ξαφνιάζεσαι σαν τ' άγριο το ζαρκάδι
+ Και χώνεσαι μέσ' 'ς τη λογγιά και κρύβεσαι 'ς την τούφα.
+
+ Όντας με βλέπης μη προγγάς, κρίνε μου όντας σου κρένω
+ Και γέλα μ' όντας σου γελώ, κι' όντας απλώνω χέρι
+ Γείρε μου εσύ 'ς την αγκαλιά, δος μου τα δυο σου αχείλη.
+
+ Τ' άκουσα που το τραγουδούν απάνου 'ς τα λουμάκια
+ Του λόγγου τ' άγρια πουλιά πώς αγαπά η καρδιά σου,
+ Πως διάλεξε αγαπητικόν τον δράκοντα τον Ήλιο.
+
+ Πως δίχως ύπνο τριγυρνάς 'ς τα λόγγο, όλην την νύχτα,
+ Και το ταχύ που βγαίνει αυτός τον καρτεράς 'ς τη βρύση
+ Κι' όπ' είν' ανθοί και αμαλαγιές και πέφτεις και κυλιέσαι
+ Σαν την αρνάδα 'ς τες δροσιές και δίνεις το κορμί σου
+ Κι' ανοίγεις και την αγκαλιά 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά του.
+
+ Μα εγώ το σκάνιο δε φτουρώ. Καρτέρι θα να κάμω.
+ Κόρη, και μέσ' 'ςτόν ύπνο σας, μέσ' 'ς ταγκαλιάσματά σας
+ Και μέσ' 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά, θαρθώ να τον παλέψω,
+ Κι' αν τον νικήσω, ξέρε το, δική μου θα να γένης.
+
+
+
+ Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΟΣΚΟΣ
+
+
+
+ Τ' έεις, ωρέ Νίκα, και βογγάς; Δώδεκα νύχτες τώρα
+ Ουδ' έχεις εύρει λαρωμό, ουδ' έχεις κλείσει μάτι.
+ Μη σου βαρούν τα βότανα; Μη σ' άναψεν η θέρμη;
+
+ Ο Νίκας ήταν άρρωστος. Αμίλητος, χαμένος,
+ Βόγγαε σαν αγριοδάμαλο του λόγγου λαβωμένο.
+ Τρεις μήνους ήταν άρρωστος, τρεις μήνους κοιτασμένος.
+ Σάπηκαν τα γελέκια του, έρρεψε η λεβεντιά του,
+ Τώφαε η αρρώστεια το κορμί, κ' ελύθηκαν οι αρμοί του.
+ Τα δυο τα σταυραδέρφια του τον εγιατρολογούσαν
+ Με ρίζες, μ' αγριοβότανα, με σταυρωμούς, με ξόρκια.
+
+ — Ξύπνα, Λαμπράκη, κι' άναψε το έρμο το λυχνάρι,
+ Πάρε κλαδιά αφ' τον οβορό, φέρε τα 'ςτό καλύβι,
+ Και χτύπα τα στουρνάρια μου λίγην φωτιά να κάμης.
+ Τι ο Νίκας δεν είνε καλά και δεν τον βρίσκ' η αυγούλα.
+ Σήκου, ωρέ Νίκα, κρίνε μου, κρίνε μου τ' ακριβού σου
+ Τον Λάζου, του σταυραδερφού, που σε ψυχοπονιέται.
+ Σήκου, το γλυκοχάραμμα να ιδής, 'ς τα κορφοβούνια,
+ Σήκου, να ιδής τα φράξα μας, να ιδής τα κρύα νερά μας,
+ Σήκου, να ιδής τα πρόβατα 'ς τες στρούγγες που βελάζουν,
+ Σήκου, τι τα μαντρόσκυλλα κατάρραχα βαβύζουν.
+ Σήκου, σε κράζουν τα πουλιά και σε καλημερίζουν.
+ Σήκου, σε κράζουν κ' η Ξωθιές που σ' έμαθαν τραγούδια.
+
+ Μίλησε ο Νίκας υστερνά κι' ανάρια ανάρια λέγει:
+ —Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ... Με αγγελοκρούει ο Χά-
+ [ρος.
+ Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
+ Τ' έχω δυο λόγια να σας πω, να σας αφήκω διάτα.
+ Χαμός η αρρώστεια, ωρέ παιδιά, και χαλασμός ο Χάρος.
+ Καλά μου σταυραδέρφια μου, μη κλαίτε που πεθνήσκω,
+ Πάρετε το κουφάρι μου, βάλτε το σε κιβούρι,
+ Στολίστε το με λούλουδα της γης, μ' ανθούς του Μάη,
+ Και θάψτε το σε μια κορφή περίβλεφτην μεγάλη,
+ Για ν' αγναντεύω τα βουνά, τα χειμαδιά να βλέπω,
+ Να δέχουμαι την άνοιξην εσάς και τα κοπάδια,
+ Ν' ακούγω τες φλογέρες σας, ν' ακούγω τα τρουκάνια,
+ Ν' ακούω την καλημέρα σας, τα χαιρετίσματά σας.
+ Θάψτε με δίχως κλάυματα και δίχως μοιρολόγια,
+ Τουφέκια να μου ρίχνετε, τραγούδια να μου λέτε.
+ Μαζί μου, μέσ' 'ς το μνήμα μου, και το καυκί μου βάλτε,
+ Το πλουμιστό μου το καυκί, τον ώμορφο αραγό μου,
+ Το πενταπήχινο ραβδί, την ακριβή φλογέρα,
+ Και τ' ασημένια τ' άρματα. Λεν πως 'ς τον Κάτω Κόσμο
+ Οι νιοι βαστάνε τ' άρματα κ' η λυγερές τους στόλους.
+ Να κάτεχα, μωρέ παιδιά, κοπάδι εκεί θα ναύρω;
+ Θα ναύρω στρούγγες και μαντριά, θα ναύρω βοσκοτόπια;
+ .....................................................
+ Απάνου από το μνήμα μου στήσετε ένα σταλίκι
+ Περίψηλο σαν έλατο, και 'ς την κορφή κρεμάστε
+ Την πλιο τρανή καρδάρα μου, να δείχνη ποιου είνε μνήμα,
+ Την ακριβή μου την κοπή, καλά μου σταυραδέρφια,
+ Έρμην μη την αφήκετε, μονάχην 'ς τα λιβάδια,
+ Ανάρμεχτην κι' ακούρευτην, δίχως μαντρί και στάλον.
+ Κι' αν μάθη η δόλια η μάνα μου κ' έρθη τη στρούγγα στρούγγα
+ Και σας ευρή με τα λερά, για εμένα αν σας ρωτήση,
+ Μην πήτε πως απέθανα, τι μ' έχει μοναχό της,
+ Να ειπήτε ότι σας λέρωσεν η αναλλαξιά κι' ο κούρος,
+ Να ειπήτε ότι μου ζήλεψαν την λεβεντιά η Νεράιδες
+ Και 'ς τα παλάτια τους συχνά τα ερημικά, με παίρνουν.
+
+
+
+ ΕΛΑ ΒΟΣΚΟΥΛΑ ΕΛΑ
+
+
+
+ Βοσκούλα μαυρομάτα μου της ερημιάς νεράιδα,
+ Μάγισσα της σπηλιάς ξανθή και του βουνού καμάρι,
+ Γιατί ανεβαίνεις τον γκρεμό και το στεφάνι απάνου
+ Και κόβεις μήλα αφ' τη μηλιά, την παραφορτωμένη
+ Και καρτεράς 'ς το διάσελο, το μονοπάτι πιάνεις,
+ Με το κοπάδι να διαβώ να με πετροβολήσης,
+ Να μου προγγάς τα πρόβατα, να μου σκορπάς τα γίδια,
+ Και να γελάς, να χαίρεσαι; Κατέβα εδώ, 'ς εμένα.
+ Μην τα πετάς τα μήλα σου, φέρε τα 'ς την ποδιά σου.
+ Φέρε τα και 'ς τον κόρφο σου για να τα φάμε αντάμα.
+
+ Έλα 'ς την πέρα την πλαγιά, πούν' η πολλές η λεύκες
+ Και τα ρουπάκια τα ψηλά, οπώχω το μαντρί μου
+ Και στάνη και παραστάνη, να ιδής τα κρύα νερά μου,
+ Και τες χλωρές μου τες βοσκές. Έλα να ιδής, βοσκούλα,
+ Τα ισκιερά τα ορμάνια μου. Ν' αρμέξω το κοπάδι,
+ Να φας βουνίσιο αφρόγαλα κι' ανθότυρο, παγούδα
+ άσπρη γλυκειά, σαν το γλυκό το αμάλαγο κορμί σου.
+ Και σαν τα βγάλω αφ' τ' άρμεγμα και παν για να βοσκήσουν
+ Τα γίδια 'ς τ' αγριοπρίναρα, τα πρόβατα 'ς τα πλάγια,
+ Εμείς 'ς το φρύδι του αυλακιού, 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο
+ θα ξαπλωθούμε για δροσιά. Κ' εγώ θα να σου πάρω
+ Με την γλυκειά φλογέρα μου τώμορφο το τραγούδι,
+ Που μου το μάθαν η Ξωθιές. Έλα βοσκούλα έλα!
+ Έλα γιατί σαν νυχτωθώ μονάχος μου εκεί πέρα,
+ Από τα δάσα, αφ' τες σπηλιές, αφ' τα βαθειά λαγκάδια
+ Κι' αφ' τα κρεμάμενα νερά χιλιάδες θα προβάλουν
+ Της ερημιάς η ώμορφες, της νύχτας η νεράιδες,
+ Για να με πάρουν 'ς το χορό, για να μου ειπούν τραγούδια,
+ Και για να παίξουμε μαζή. Έλα βοσκούλα έλα!
+
+
+
+ Ο ΓΕΝΝΟΣ
+
+
+
+ Χειμώνιασε. Χιόνια πολλά 'ς τα κορφοβούνια πέφτουν,
+ Ρεύουν τα φύλλα των κλαριών, ξισκιώνουν τα λογγάρια,
+ Θολώνουν η νεροσυρμές, η βρύσες κρουσταλλιάζουν
+ Κ' οι τσελιγγάδες κουβαλούν 'ς τους κάμπους τα κοπάδια.
+ Ο Μάμαλης απ' τ' Άγραφα 'ς τη Λεπενού τα πήγε,
+ Ο Θάνος τ' Ασπροπόταμου, του Μαλακάση ο Μπάρδας
+ Κατέβηκαν για χειμαδιό 'ς τον κάμπο του Τρικκάλου,
+ Την Αλλασσώνα εδιάλεξε του Σμόλκα ο Χατζημπύρρος,
+ Ο Κάγκαλος του Ζαγοριού 'ς το Λούρο ξεχειμάζει.
+ Του Κουρμολιάσα ο τσέλιγγας, ο Τάκης ο Ψαλίδας,
+ Της Βαλαώρας τα ζερβά τα βοσκοτόπια πήρε.
+
+ Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. 'Σ την στάνην του Ψαλίδα
+ Συμμαζωγμέν' οι πιστικοί ζενύχτιζαν 'ς τον γέννο,
+ Κ' είχαν τον γέννον όψιμο, κ' ήταν μεγάλη η στάνη.
+ Το μεσονύχτι μοναχά πήραν καιρό για δείπνο,
+ Κι' απόδειπνα 'ς τ' αχύρινο, 'ς το τουρλωτό καλύβι.
+ Τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες με παλιούρια.
+ Μέσ' 'ςτήν κορφήν ο τσέλιγγας σε στοιβανιές ξαπλώθη
+ Και διπλοπόδι οι πιστικοί περίγυρα εκαθήσαν.
+ Ο τσέλιγγας αναρωτάει αραδαριά καθέναν:
+
+ — Πόσες απόψε γέννησαν;
+
+ — Σαράντα, λάλα Γάκη.
+
+ — Κ' είν' όλα, Λάμπη, ζωντανά;
+
+ — Βγάλτε μονάχα πέντε.
+
+ — Διπλάρια;
+
+ — Δέκα.
+
+ — Ισιάσαμαν. Τα ζωντανά βυζαίνουν;
+
+ — Πίνουν σαν δυομηνίτικα.
+
+ — Έχουν η μάνες γάλα;
+
+ — Ως τα χορτάρια η πλιότερες τα σέρνουν τα μαστάρια.
+
+ — Λιψές δεν είνε;
+
+ — Κι' αν είνε, βυζαίνουν 'ς τα τσαγγάδια.
+
+ —Με τα τσαγγάδια σήμερα ποιος ήταν;
+
+ — Ο Γιαννίκας.
+
+ — Με τα ψιμάρνια;
+
+ — Ο Ζάγιαννας.
+
+ — Με τα γαλάρια;
+
+ — Ο Νάσης.
+
+ — Με τα μηλιόρια;
+
+ — Ο Θόδωρος.
+
+ — Και με τα στέρφα;
+
+ — Ο Χίτας.
+
+ — Ο Δούκας πού είνε;
+
+ — Για κλαρί.
+
+ — Επήγε αργά;
+
+ — Πολλιώρα.
+
+ — Ζαβολαούδα! Εδιάλεξε κι' αυτός καιρόν απόψε
+ Με τέτοιον άγριο δρόλαπα να νυχτοπαραδέρνη.
+
+ — Δεν είνε και κακόγκρανος, έχει ψημένην σάρκα.
+
+ — Απόψε ουδέ τα Παγανά, παιδιά μου, δεν προβαίνουν.
+ Πήρε κοντά του πράμματα;
+
+ — Πήρε τα οχτώ μουλάρια.
+
+ — Μα την αξιάδα που 'δα εγώ 'ς το Λούκα εχτές το βράδυ..
+
+ — Σαν τι είδες, Λιάκο;
+
+ — Μονάχος ετέλεψε το γέννο.
+ Πενήντα αρνιά προσθήλυασε μέσ' 'ς την τσαγγαδομάντρα.
+
+ — Προχτές 'ς τον Παλιουρόφορο ζαλώθη ένα δαμάλι.
+ Θεριακωμένος!
+
+ — Κορμαριά!
+
+ — Και πετροκαταλύτης!
+
+ — Σίμπα, Κωστούλα, τη φωτιά· τι ξύλιασα 'ς τη στρούγγα
+ Και πάω σαν καλαμόκουνα.
+
+ — Ρε, τον καϋμένον Κόγια!
+
+ — Όξω βαβύζει ένα σκυλί
+
+ — Ο Καραγκούνης είνε,
+ Τον ξεχωρίζω απ' τη φωνή, σε γνώριμον βαβύζει.
+
+ — Αλείψαταν με χαμαιλειό τον τσάρκο;
+
+ — Και τα γρέκια.
+
+ — Μην είνε ο Λούκας;
+
+ — Δε μπορεί.
+
+ — Θα νάναι ο Μπαρμπατόλιος.
+
+ — Αλήθεια, πούνε ο γέροντας; Κ' έλεγα, ωρέ τι λείπει
+ 'Σ όλην αυτή τη συντροφιά κ' είν' έρμο το καλύβι·
+ Για σήκου, Νάση, κύταξε.
+
+ — Πετάξου κι' ως τες μάντρες
+ Μη γέννησεν άλλη καμμιά.
+
+ — Ο γέροντας ο ίδιος.
+
+ — Γειά και χαρά σας, ρε παιδιά.
+
+ — Καλώς τον Μπαρμπατόλιο.
+ Βρέχει όξω, Μπάρμπα;
+
+ — Μοναχά; Για ιδές 'ς την κάπα χιόνια.
+ Κ' είμαι ζυφτάρι απ την κορφή ως τα ποδόνυχά μου.
+ Τι κοσμοχάλασ' είνε αυτή! Νερό μαζί και χιόνι,
+ Ένας κατάματος συρμός, ένα κακό δρολάπι!
+ Έχ' όπ' γυρίζω οχ' την αυγή. Έχασα τη φοράδα
+ Κ' έρρεψα 'ς τα ποδάρια μου, εσάπηκα 'ς τη νώπη
+ 'Στην Παλιουριά, 'ς τα Ροζανά, 'ς τα Λέλοβα, 'ς την Τάρα,
+ Έφτακα ως τα Λακκώματα, 'ς την Γκούρα, 'ς το Βολίτσι,
+ Γιομάτισα 'ς το Θίλιππα και τώρα βράδυ βράδυ
+ Μέσ' 'ς την Περιστερότρυπα την εύρηκα χωμένην.
+
+ — Ως πού να βρέχη;
+
+ — Τρικυμός, παιδιά μου, πέρα ως πέρα.
+ Ο Ζάλογγος δε φαίνεται, τον έχωσε η χιονούρα
+ Κ' η πυκνωμένη η συγνεφιά, κατά την Άρτα... μπόρα!
+ Αγνάντεψ' αχ' το Σέσοβο, η Λούτσα είν' αβλεμόνι,
+ Εβούλιαξε η Τρανταφυλλιά, πελάγωσε η Φραξίλα.
+ Πνίγεται ακέρια η Λάμαρη... Ήρθες, κυρ Γάκη, κι' όλας;
+ Άξιος οπού 'νε ο γρίβας σου;
+
+ — Ανεμοπόδης, γέρο.
+
+ — Ανοιχτοπάτης δυνατός.
+
+ — Και νυχτομαθημένος.
+
+ — Ο αβάσκαγος!
+
+ — Την Πρέβεζα την παίρνει για τρεις ώρες.
+
+ — Για πε μου από την Πρέβεζα.
+
+ — Κάτσε 'ς την πύρα πρώτα
+ Να ξεπαγώσης και να φας. Σε νέκρωσεν η πάγρα,
+ Έχεις και τα γεράματα. Φέρε κολάστρα, Λάμπη.
+ Πάρε κι' οχ' το καταχυτό τον φυλαγμένον πλάτη.
+ Γλέπεις φωτιά που σ' άναψα, παπού, για τα στεγνώσης;
+
+ — Χριστουγεννιάτικη σωστή. Κακός χειμώνας τούτος!
+ Τήρα καλομοπόδαρα! Ποντιάσαν 'ς τα λομπάρια.
+ Παρόμοια μ' εύρηκε χιονιά σαράντα χρόνια πίσω.
+ 'Σ τον Κάμπο ξεχειμάζαμε μα ήταν ο γέννος πρώιμος,
+ Έμπα Χαμένου, δούλευα 'ς του Γάκη τον πατέρα.
+ Το ξέρει ο τσέλιγγας καλά πως είμαι σπιτιακός του,
+ Τι εγώ τους αναλίκωσα κι' αυτόν και τον Γεωργούλα.
+ Για πε μου από την Πρέβεζα.
+
+ — Κακά μαντάτα, γέρο.
+ Του Ζόγα 'ς το Παλιόκαστρο τον βδέλιασαν.
+
+ — Αλήθεια;
+ Τον έφα' η κακοκεφαλιά. Του λεγα γω: «Ωρέ Ζόγα,
+ Μην παίρνης το Παλιόκαστρο τ' είνε γιομάτο αβδέλα,
+ Ρήμαξε τόσους πιστικούς, έλα 'ς την Καμαρίνα».
+ Αυτός δε μ' άκουσε,... και πάει. Είδες τον Καρτζονίκα;
+
+ — Τον είδα, αυτός είνε καλά, είχε τον γέννον πρώιμον,
+ Είνε κι ο τόπος του ξερκός, αβαραγκιά κι' αγρίλι.
+
+ — Εμείς πώς πάμε σήμερα;
+
+ — Με τον Θεού το χέρι
+ Χιλιάζουν τα κοπάδια μας. Μ' αν δε ξεκόψη απόψε,
+ Κι' αν η χιονούρα κι η βροχή θα να κρατήση ακόμα
+ Ακέριο ένα μερόνυχτο, φοβάμαι τα ψιμάρνια.
+
+ — Κυρ Γάκη, μην το μελετάς, πήρε κι' ανασταλάζει
+ Και το δρολάπι ανάριωσε, με την αυγή θ' ανοίξη,
+ Σηκώθη ένα ανεμόχολο.
+
+ — Χειρότερα, το χιόνι
+ Θα κατεβή πυχτότερο, και αν θα το στρώση χάμου,
+ Τώρα θα γίνη κρούσταλλο.
+
+ — Νοτίζ' η γης, θα λυώση.
+ Και μη χολοταράζεσαι. Πήγες 'ς τες μάντρες, Νάση;
+
+ — Τα πρόβατά είνε μια χαρά και τα σκυλιά αλέστα.
+
+ — Γλέπετε τι μας έκαμε κειο το κακό λιοβόρι
+ Τ' ανάποδου τ' Αλωναριού; Έμνε ο μαρκάλος πίσω.
+ Θυμάστε; Ανήμερα τ' Άι-Λια ρίξαμε τα κριάρια
+ Και τον Δεκαπενταύγουστο ξεσκόλασε ο μαρκάλος.
+ Μήτρο, ξεκρέμα το φλασκί να πιη κι' ο Μπαρμπατόλιος.
+ Ακνάτο αγιομαυρίτικο, παπού.
+
+ — Ε, 'ς την υγειά σας,
+ Να καλοξεχειμάσουμε,
+
+ — Καλή ψυχή, πατέρα.
+
+ — Όλα είν' υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι
+ Και το καϋμένο το κρασί όλα τα θεμελιώνει,
+
+ — Βύζαξε ακόμα μια βολά.
+
+ — Ε, 'ς την υγειά σας πάλι
+ Και να μας ζήση ο τσέλιγγας ν' αξαίνουν η κοπές του.
+ Α! η γέρικ' η ψυχούλα μου μπροστέλεψε μια ψίχα,
+ Όλο κι' αναθερμαίνουμαι.
+
+ — Βύζα την τσίτσα, βύζα.
+
+ — Τι χιόνια τώρ' απανωτά να στοίβασε ο χειμώνας
+ 'Σ τα ξάρημά μας τα βουνά!
+
+ — Τώρα; Οργιές και μπόγια
+ Πάνε τα Γαλαρόκαμπα, το Κουρμολιάσα σιάδι.
+ Ο Τσάρκος, η Κουρκούμπετα, η Γκάλτσα, η Τσάγια ο Μπάρρος.
+ Δεν ξεχωρίζουν πούπετα.
+
+ — Και 'ς το χωριό;
+
+ — Νυχτέρι
+ Θάχουν απόψε σπίτι μας. Του Τρίκκα τα πουρνάρια
+ Κούτσουρα τετραπανωτά θα καίγουν 'ς τη γωνιά μας,
+ Και παραστιάς ολόγυρα, μέσ' αφ' τον πυρομάχο,
+ Της γειτονιάς αραδιαστές θα κάθονται η κοπέλλες.
+ Η Σούλα, η Τέρω, η Γιάννα μου, του Χρηστοδήμα η κόρη.
+ Του Δαλαπάσκα η Γαλανή, τον Σούδα η μαυρομάτα.
+ Του Δίπλα η Μόρφω η κάλλεσα...
+
+ — Φτάνει, κυρ Γάκη, φτάνει,
+ Τι τα καϋμένα τα παιδιά λυγκιάζονται που ακούνε.
+
+ — Η δρούγα, η συρματόβεργες, το γνέμμα, το πλουμίδι
+ Απόψε αναμερίζονται. Τηράν τη φλόγα απόψε.
+ Με το βαρύ της το βοητό οπού τες σχίζει γλείφτει
+ Και τα χοντρά τα σύδαυλα, με την πνογά του ανέμου
+ Που σκάει 'ς το καταρρύχωμα κι' ανατρανίζει η στρέχα,
+ Που ξερριζώνει τα δεντρά, μαντεύονται η κοπέλλες.
+ Για εμάς μαντεύονται, παιδιά, για εμάς αναρωτούνε
+ Τ' άγρια τ' ανήμερα στοιχειά, για εμάς τάματα κάνουν,
+ Για εμάς χτυπά η καρδούλα τους. Και 'ς την κορφή βαλμένη
+ Μύθους και γεροντόλογα θα μολογά η γρηά μου.
+
+ — Αχ, πότε θάρθ' η άνοιξη!
+
+ — Αναστενάζεις, Διάκο;
+
+ Ε, μη χολιάτε, ωρέ παιδιά, τρεις μήνες είνε ακόμα.
+ Σαν δύση ο ήλιος τ' Απριλιού και λυώσουνε τα χιόνια
+ Και χορταριάσουν η πλαγιές κι' ανθίσ' η αριά κι' ο γράβος,
+ Δικά μας είνε τα βουνά, τρεις μήνες είνε ακόμα.
+ Απόψε ο χρόνος ξεψυχάει κι 'αυτό το νεροπόντι
+ Θάνε ο στερνός παραδαρμός του ψυχομαχητού του.
+ Πρωτοχρονιά τ' αποταχιά, κυρ Γάκη, χάρισέ μας.
+
+ — Σας τάζω από δυο κάλλεσες αντάμα με τ' αρνιά τους.
+
+ — Να σου χιλιάσουν, τσέλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
+
+ Και της ευχής ο αντίλαλος απ' το καλύβι μέσα
+ Ως όξω εχύθη, ως τα μαντριά, 'ς τους οβορούς 'ς τες στρούγγες:
+
+ — Να σου χιλιάσουν, τσέλλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
+
+
+
+ ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ
+
+
+
+ Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης,
+ Να πάω να ζήσω 'ς το μαντρί, 'ς την ερημιά, 'ς τα δάσα,
+ Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια,
+ Κ' έναν σωρό μαντρόσκυλλα, νάχω και βοσκοτόπια
+ Το καλοκαίρι 'ς τα βουνά και τον χειμώ 'ς τους κάμπους.
+ Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι.
+ Νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,
+ Νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,
+ Νάχω φλογέρα να λαλώ ν' αντιλαλούν οι κάμποι,
+ Νάχω και κόρην ώμορφη στεφανωτήν μου νάχω,
+ Να μου βοηθάη 'ς το σάλαγο, να μου βοηθάη 'ς τα γρέκια,
+ Κι' όντας θα τα σταλάζουμε τα δειλινά 'ς τους ίσκιους,
+ 'Σ της ρεματιάς τη χλωρασιά μαζύ της να πλαγιάζω,
+ Να με κοιμίζη με φιλιά 'ς τους δροσερούς της κόρφους.
+
+
+
+ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ
+
+
+
+_Απαριάζω_ = απαραιτώ. — _Άρματα και Αρματωσιά_= στολισμοί και
+οπλισμός ( Αρματόνω, αρματωλός, άρματα, βλαχαρμάταις) — _Άγουρος_=
+νέος. — _Αλογολάτης_= φύλακας των αλόγων. — _Απιδρομώ_=παίρνω
+απόδρομα, παίρνω ζόρι για να τρέξω, για να ριχτώ 'μπροστά. —
+_Άπλερο_, το πουλί με τα πρώτα σκυλομάλλια του — _Αράζω_ 'ς τα βουνά·
+κατά μεταφοράν από τα καράβια συνηθισμένο εις τα πετούμενα μάλιστα
+που πλένε κι' αυτά στον αγέρα — _Αρμεγός_, η καρδάρα, η βεδούρα, η
+γκομπλίτσα. — _Ασέλλινο και προσέλλινο_ πουλάρι, πουλάρι άπιαστο
+ασέλωτο ακόμη. — _Αρμεγώνας_= η στρούγγα. — _Αραγός_, ο δερμάτινος
+τρουβάς ή τράστα των πιστικών λέγεται και _δραγατσίκα_. — _Αμαλαγιά_
+χλωρασιά, _αμάλλαγη_ — απείραχτη. — _Ανάλλαγος_, όποιος δεν έχει
+αλλάξει φορεσιά. — _Αρμούτι_, είδος τουφεκιού — _Αρναπόκι_, τα κοντά
+μαλλιά των αρνιών. — Αναλικώνω, μεγαλώνω, ανατρέφω.
+
+_Βουλίδια_, τα χαλάσματα του βουλιασμού των Κάστρων. — _Βάβυσμα_,
+αλύχτισμα σκύλλων· _βαβύζω_ αλιχτάω, γαυγίγω — _Βοσκοτόπια_, οι τόποι
+της βοσκής, τα λειβάδια — _Βαλαντούμαι_=δέρομαι από έρωτα, αγαπώ πάρα
+πολύ — _Βέργα και βεργί_=το ραβδί· λέγεται και η βέργα του αργαλιού
+και του ντουφεκιού. — _Βαρκός_ τόπος = βαλτώδης, βάλτος. — _Βαρβάτο_
+το μη μουνουχισμένον κριάρι ή τραγί το οποίον λέγεται και _γκεσέμι_.
+— _Βάξτε_ — βρίστε, σκούξτε. — _Βίγλα_ μέρος υψηλόν, σκοπιά και
+_βιγλίζω_, κατασκοπεύω, δοκιμάζω.
+
+_Γούπατος_, απάνεμο μέρος — _Γέννος_, όταν γεννούν τα πρόβατα εις τα
+χειμαδιά, — _Γάργαρα και λαγαρά_ νερά ή χρώματα — καθαρά. —
+_Γερτάνι_, αρμάθα από φλωριά διά λαιμούς και στήθια. — _Γράβος και
+γαύβρος,_ δένδρον του βουνού. — _Γερός_ άβλαβος υγιής. —
+_Γρέκια_=τόπος, εν ώ διανυκτερεύουν τα γιδοπρόβατα και μανδριά με
+ψηλαίς φράχταις.
+
+_Δίνει_ ο ήλιος, ο Απρίλης κτλ. = ανατέλλει. — _Δρούγα_ = η ρόκα —
+_Διάτα_=Διαθήκη. — _Δάσο_, λογγάρι, ρουμάνι, ορμάνι, κουρί, _ρογγιά_=
+λόγγος. — _Γνοιάζομαι_, έχω έγνοιαν, σκέπτομαι, φροντίζω.
+_Έργα_=δουλειά.
+
+_Ζάρω_ συνηθίζω, _ζακόνι_, συνήθεια. — _Ζερβά_, τα αριστερά. —
+_Ζάλογγα_=πυκνά και μεγάλα λόγια. — _Ζαλίκι_= φόρτωμα ανθρώπου,
+λέγεται κ' έχει τον διάβολο Ζαλίκι. — _Ζαχιάς_ και Ζάχος, όνομα
+Ζαχαριάς.
+
+_Ηλιοστάλαμμα_=καταμεσήμερο (ντάλα μεσημέρι) — _Ημερόδεντρος_, ήμερος
+δέντρος· _δέντρος_ η δρυς. Βαλάνια από ημερόδεντρον τρων και σήμερον
+οι πιστικοί.
+
+_Θιαμαίνομαι_, θαυμάζω, εκπλήσσομαι
+
+_Ιστ, ιστ_ σάλαγοι προβάτων
+
+_Κοπή_=το κοπάδι, — _Κοτάω_=τολμώ. — _Κρούει ο ήλιος_ =βγαίνει,
+ανατέλλει, χτυπάει. — _Καρβανάρος_, Ο αφέντης του καρβανιού —
+_Κράκουρα_. η άκρα άκρα του ψηλού βουνού — _Καπρί_, αγριογούρουνο. —
+_Κλαπατάρια_, φτερούγες των πουλιών — _Κούροι και κούρος_ Ο κουρεμός
+του κοπαδιού. — _Κωλόκουρα_, τα μαλλιά που βγάζουν κουρεύοντας τα
+πισινά των προβάτων — _Κολτσίδες_ αγκάθια που κολλούν τα μαλλιά των
+προβάτων τα λεν και _σκάλια_ από το σκαλώνω. — _Καπούλια_ τα πισινά
+των ζώων. — _Καταγός_ ποταμού ή αυλακιού, η πηγή, το κεφαλάρι,
+_Γκλάβα_ εις Πωγώνιον της Ηπείρου. — _Κλίτσα_ και _αγκλίτσα_, το
+ραβδί των ποιμένων. — _Κόθρα_ τα ξύλινα στέφανα που δένουν τα
+κουδούνια και τα περούν 'ς τους λαιμούς των προβάτων. —
+_Καυκί_=ξύλινον αγγείον. — _Κιβούρι_=το φέρετρον του νεκρού. —
+_Κουρμαίνομαι_, αφικράζομαι, ακροώμαι.
+
+_Λιοβόρι_, ζεστός και δυνατός καλοκαιρινός άνεμος=λιψ. — _Λιάς_=
+Ηλίας. — _Λουμάκι_, νεόφυτον δένδρον ευθυτενές.
+
+_Μπόρα_=λαίλαψ των αρχαίων (βροχή ραγδαία μετά ανέμου). —
+_Μπεζερίζω_, σημαντικώτερον από το βαρυούμαι, δηλαδή βαρυούμαι έναν
+τόπον ή μια ζωή με αηδίαν. — _Μ' αγγελοκρούει_ ο χάρος=πνέω τα
+λοίσθια. — _Μάρα_ μαρασμός, πάθος, καϋμός.
+
+_Να πρέπουν_ (να τα λαλούν να πρέπουν) να διαπρέπουν, να δείχνωνται,
+να γνωρίζωνται από μακρυά.
+
+_Ξενοδουλευτής_, ο εργαζόμενος (ρογιασμένος) εις ξένον αφέντην
+εργάτης. — _Ξομπλιάζω_ σχεδιάζω, _ξόμπλι_ της πατούνας = σχέδιον με
+κέντημα των καλτσών. — _Ξέφωτο_, το μέρος που φωτίζει πολύ ο ήλιος·
+λέγεται και λιακωτό (ενίοτε και ηλιοστάσι). — _Ξαρίζει ο ήλιος_=καίει
+αφόρητα· _ζάρα_, η φωτιά κυρίως η θράκα.
+
+_Οώ! Οώ!_=σάλαγος βοδιού. — _Όι, όι_=σάλαγος προβάτων. — _Ορμάνι_
+δάσος πυκνόν.
+
+_Πετροκότσυφας_, πετροπέρδικα, πετροχελίδωνο, πέρδικα και χελιδόνι
+του βουνού — _Πλουμίζω_= κεντώ, _πλουμίδι_, κεντίδι. — _Περογλίες και
+περγουλιές_ τα απλωμένα επάνω εις κρεββάτια κλήματα. — _Πλατόνι,_ το
+αλάφι. — _Περδικομμάτα_, κόρη με μάτια ωραία σαν της πέρδικας. —
+_Προσκάμνια και στρουγγολίθια_, τα λιθάρια που είνε 'μπροστά 'ς την
+ποριά της στρούγγας και κάθηνται οι αρμεχτάδες. — _Πόσι_, μανδήλι.
+δεμένο 'ς το κεφάλι. — _Ποκάρι_=δέμα μαλιού ενός προβάτου. —
+_Προγγάω_, βαρώ, σκιάζω, σκορπάω τα κοπάδια βγαίνοντας 'μπροστά και
+ανοίγοντας τα χέρια. — _Πιξάρι_, δένδρον. — _Παληόκαστρο_, τα ερείπια
+ης αρχαίας Νικοπόλεως κοντά εις την Πρέβεζαν, επίσης τα ερείπια
+παντός κάστρου. — _Προβιά_, το δέρμα των προβάτων, _τραγιά_ των
+γυδιών, _αλογιά_ των αλόγων. — _Πολλιώρα_ προ ολίγης ώρας. —
+_Προσθήλυάζω και προστηλυάζω_ θέτω εις το βυζί των προβάτων όπως
+βυζάξωσι. — _Πάγρα_, παγωνιά.
+
+Ραϊδιό_=ραϊσμένοι μεγάλοι βράχοι, γκρεμοί. — _Ραδίζω_=διαβαίνω. —
+_Ροδάμι_, χαμόκλαδο. — _Ριζά_, η ρίζα, τα χαμοκλήματα του βουνού,
+δέντρου κτλ — _Ρώπια_, χαλάσματα, — _Ρουπάκια_ άγρια δένδρα του
+βουνού ανώμαλα.
+
+_Σαλαγάω_ συνηθίζεται εις μπουλούκι από πρόβατα, δηλαδή βαρώ
+'μπροστά, οδηγώ κτλ. Ο _σάλαγος_ και _σαλαγή_ έχουν ύστερα και την
+σημασίαν του θορύβου. — _Στίφτω_ επί ποταμού και βρύσης = στειρεύω,
+ξηραίνομαι. — _Στριγγιά_ φωνή = δυνατή οξεία· — _Στάνη_, 'ς τα χωριά
+συνήθως λέγεται το μέρος που βρίσκονται τα πρόβατα, το τσομπαναριό·
+εις τους νομαδικούς όμως πιστικούς _στάνη_ λέγεται το σύνολον 10, 20,
+30 καλυβιών δηλ κινητό χωριό τσομπαναραίων με αρχηγόν τον τσέλιγγα,
+τα και _σκουτέρια_ καλούμενα· — _Στοιβανιές_, η στοίβες των κλαριών
+και ξύλων που αραδιάζουν οι χωρικοί 'ς ταις αυλαίς και τα πεζούλια
+των σπητιών. — _Σκάρος_ νυκτερινή βοσκή. — _Στειροχωρίζω_, χωρίζω τα
+στέρφα (=στείρα) από τα γαλάρια. — _Σάρικα_, η φλοκάτα — _Σαργιά_, η
+κιτρινωπή λίγδα που βγάζουν τα μαλλιά των προβάτων. — _Σφοντυλάω_,
+στριφογυρίζω (αδράχτι, άνθρωπον). — _Στόλισμα και στάλος_ το μέρος ή
+η ώρα που σταλίζουν (αναπαύονται) τα γιδοπρόβατα, ιδίως το μεσημέρι.
+— _Σκάνιο_, θλίψις, μαρασμός, ρήμα σκανιάζω. — _Στουρνάρια_, η
+τσακμακόπετρες, που ανάφτουν χτυπώντας με τον _πριόβολο_ (πυροβόλο)·
+— _Στεφανωτήμου_ και _στέφανόμου_ — γυναίκα μου. — _Στια_, εστία,
+πυρά, ανθρακιά. — _Σκούζω_ φωνάζω. — _Σιαδάκι και σιαδαράκι_, ίσιος
+τόπος. — _Σεντούκι_ κασέλα μακρυά — _Σίντα_, όταν. — _Σταλίκι_ ίσιον
+ξύλον ξηρόν
+
+_Τσουγγρί_, κορφή βράχου, βουνού, δάσους — _Τρουκάνια_, τα τετράγωνα
+κουδούνια των προβάτων, _χαλαροκούδουνα_, τα συνηθισμένα κουδούνια
+του κοπαδιού που έχουν τους γλυκούς ήχους· _μπιμπίνες_ τα μεγάλα
+κουδούνια των κριαριών, των γκεσεμιών από τους ήχους των μπιμ-μπιμ·
+_κύπροι και κυπριά_ τα κουδούνια των γιδιών και τράγων. — _Τυροκομώ_,
+φκιάνω τυρί. — _Τζαμάρα_, μακρυά φλογέρα βραχνή· κατασκευάζεται και
+από φλοιόν ιτέας.
+
+_Φλόκος_, τα κρόσια της φλοκάτας και κάθε μαλλίνου υφάσματος. —
+_Φουρκάλλες_, διχαλωτόν ξύλον. — _Φτουρώ_ και _νταγιαντώ_ = βαστώ,
+υποφέρω. — _Φράξος_, δένδρον από τον φλοιόν του οποίου βάφονται τα
+μάλλινα υφάσματα κατάμαυρα.
+
+_Χερακώνω_, χουφτιάζω με το χέρι. _Χελιά, κούλια, κάλεσσα,
+στερφοκάλεσα, κανούτα, καψαλή, κότσινη, μονοβύζα_, ονόματα προβάτων
+διδόμενα από το χρώμα και από την μορφήν.
+
+
+
+Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
+
+
+
+[Η εν τω ημερολογίω «Ποικίλη Στοά του 1895 δημοσιευθείσα και
+ανευρεθείσα νυν ΓΚΟΛΦΩ αποτελεί το πρώτον σχέδιον του ΨΩΜΟΠΑΤΗ και
+συνεπώς εθεωρήσαμεν περιττόν να περιλάβωμεν αυτήν μεταξύ των
+δημοσιευομένων έργων, καθότι ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ ανεπτύχθη υπό του ιδίου
+ποιητού, ετροποποιήθη κ' ετριπλασιάσθη. Εδημοσιεύθη δε η ΓΚΟΛΦΩ υπό
+του εκδότου του ημερολογίου μετά τον θάνατον του ποιητού.)
+
+
+
+ Η ΠΕΤΡΑ
+
+
+
+ Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
+ Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα
+ Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες,
+ Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα.
+ Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν
+ Μες του Γιαννή Καράμπελα τάμορφα στανοτόπια
+ Βλέπουν στη χλόη τη δροσερή ολόρθο να προβάλη
+ Μαύρο λιθάρι, ατέριαστο με τάλλα τα λιθάρια,
+ Σημαδιακή κι' ανέγνωρη και πλάσης άλλης πέτρα,
+ Πέτρα που μάγια θάματα στο νου και μύθους φέρνει.
+ Τη δείχνει, ορθή που στέκεται, κορμί πανώριας κόρης,
+ Οπώχει σκόρπια τα μαλλιά και χαλασμένες πλέξες,
+ Οπώχει κόρφους ανοιχτούς, πώχει ποδιά λυμένη
+ Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα μαύρα
+ Μυρτιάς, αρείκης θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα.
+ Τη λέγουν «Χρύσω» οι πιστικοί που γύρω εκεί σταλίζουν.
+ Μαυρίζουν τα μαντρόσκυλα που τρώνε τους διαβάτες,
+ Έρχονται πρόθυμοι σιμά, πινάκι γάλα φέρνουν
+ Και για την πέτρα θλιβερό τέτοιο αρχινάνε μύθο.
+
+
+
+ ΤΟ ΚΟΠΕΛΙ
+
+
+
+ Όλοι αγαπούν της τάξης τους ανύπαντρα κοράσια,
+ Μα ο Λάμπρος, πιστικός φτωχός και τσέλιγγα κοπέλι,
+ Πήγε κι' αγάπησε ο ζαβός τ' αφέντη του την κόρη,
+ Την κόρη την μονάκριβη, τη Χρύσω την πανώρια.
+ Έτσ' αγαπούν καμμιά βολά τυφλά και δίχως γνώσει
+ Και χάνεται ο δόλιος νιος και χάνεται κ' η κόρη.
+ Τ' είνε του κόσμου απάτητο σημερινό ζακόνι,
+ Βασιλοπούλα ο βασιλιάς, φτωχιά ο φτωχός να παίρνη.
+ Και πάνε κείνα, πέρασαν αντάμα με τα χρόνια,
+ Τα παραμύθια τα χρυσά που μολογούνε οι γέροι,
+ Πώπαιρνε ο ρήγας βόσκισσα κι' ο χτίστης ρηγοπούλα.
+ Κι' ο Λάμπρος κάποτ' ένοιωθε τ' άπρεπο του καϊμού του.
+ Τότε τον βρέσκαν οι βοσκοί στα δέντρα ριζωμένο,
+ Με το κοπάδι αμάζευτο σ' όλα τα πλάγα σκόρπιο,
+ Να κλαίη να κλαίη και θλιβερά να λέη ο μαύρος τέτοια:
+ — «Άθλια καρδιά, πώς σκόνταψες τυφλή στο βρόχι τούτο;
+ Γιατ' είσ' ενού φτωχού καρδιά πούνε κυρά του η Χρύσω.
+ Εσύ καλά ήσουν μια βολά με τ' άστρα ερωτεμένη,
+ Με τα ρουμάνια, τα βουνά, τους κάμπους, τες βρυσούλες,
+ Με τα λουλούδια, τα πουλιά, τα γρέκια, τα γαλάρια,
+ Με την ξανθούλα ανατολή, με το ροδάτο δύσμα,
+ Με τούτη την Πεντάμορφη οπού τη λένε Πλάση.
+ Πώς σε ξεπλάνεψαν, καρδιά, δυο μαύρα μάτια κόρης,
+ Που την αγάπη σου ποτέ δε θα μπορής να δείξης;»
+ — Τι επέρασε πολύς καιρός, επέρασαν τρεις χρόνοι,
+ Που η κόρη τώφερνε ψωμί κάθε βραδύ στη στάνη
+ Και του βοηθούσε στ' άρμεγμα και τώπαιρνε το γάλα,
+ Κι' ο Λάμπρος πάντα δείλιαζε για να της πη τον πόνο.
+
+
+
+ Τ' ΑΣΤΡΙ
+
+
+
+ Άλλοτες γύρναε, θόλωνε σαν τον καιρό κι' ο νους του,
+ Και τρέμοντας, σαν άρρωστος οπού τ' άναφτ' η θέρμη,
+ Έγερνε στ' άστρο της βραδιάς τ' αχτιδοστολισμένο
+ Κ' έλεγε λόγια οπώδειχναν άσβεστο τον καϊμό του.
+ — «Άστρι τ' απόσπερνου λαρό, γλυκόφωτο, πανώριο,
+ Στην ωμορφάδα ασύγκριτο, στη λάμψη πρώτο απ' όλα,
+ Που με τ' απόκλωσμα του ηλιού προβάλλεις μες τη ράχη
+ Ανάερε λύχνε, ουρανικέ, οπ' άγγελος σε ανάφτει
+ Να σημαδεύης ένωρα τον ερχομό της νύχτας,
+ Για να ξεζεύη στ' όργωμα τα βώδια του ο ζευγίτης,
+ Να γέρνη από τον ποταμό που πλένει η κορασίδα.
+ Στον αρμεγώνα ο πιστικός να φέρνη το κοπάδι,
+ Να στρέφουν από τες βοσκές στην κούρνια τα πουλάκια,
+ Να κλειούν τα φύλλα του βουνού τον κάμπου τα λουλούδια
+ Και να ησυχάζουν πέλαγα, στεριές, ακέρια η Πλάση
+ Κάτου στον ίσκιο που ο Θεός απλώνει απανουθέ της.
+ Άγιο των μαγισσών αστρί και της αγάπης άστρι,
+ Οπού βαθύ χαιρετισμό σα προσευκήν ο κόσμος
+ Το πλιο ακριβό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει.
+ Που στάζει κάθε αχτίδα σου μες την καρδιά άγιο μύρο,
+ Κι' αν φέρνη σούρπωμα στη γη και στα ματάκια υπνίλα,
+ Όμως στα βάθια τ' άγνωρα ξυπνάει και ζωντανεύει
+ Όλα τα μάγια τα κρυφά της μεστωμένης νιότης,
+ Όλους τους πόθους, τους καϊμούς, τους πόνους, την αγάπη.
+ Κ' εγώ αγαπάω· συ μοναχά και τα πουλιά του λόγγου
+ Ξέρετε την αγάπη μου σ' όλην αυτήν την Πλάση.
+ Πολλές βολές στα μάτια της τα μαύρα και μεγάλα
+ Είδα να καθρεφτίζεται η λαμπερή σου αχτίδα
+ Πολλές βολές κουρμάστηκα οι αντίλαλοι του λόγγου
+ Να παίρνουν οχ το στόμα μου και στα πουλιά να λένε
+ Το χαϊδεμένο τόνομα της μαυρομάτας Χρύσως.
+ Να κάτεχες τι χαλασμός που γένετ' εδώ μέσα!
+ Είνε αβλεμόνι ο πόνος μου, πέλαγο δίχως άκρη,
+ Δρακόλιμνα χωρίς βυθό, γης χάσμα, στια μεγάλη,
+ Πόταμος με κατεβασιά που ριζιμιά ξεσέρνει.
+ Κ' η Χρύσω είν', άστρι, η μάγισσα που δύνεται και ξέρει
+ Πώς να μερέψη ο ποταμός, η στια πώς ν' αποσβύση,
+ Πώς του πελάου ο αβλέμονας, πώς ο βυθός της λίμνης
+ Να στίψουνε, να πατηθούν κι' ο χαλασμός να πάψη.
+ Όμως ποτέ δεν ξάνοιξα καλό ένα διάνεμά της.
+ Κ' η παπαρούνα, ο κύσσερας πώσκασα την αυγούλα
+ Με τη δεξιά παλάμη μου τίποτα δε μου δείξαν.
+ Μάδεψα εφτά ασπρολούλουδα πολιώρα μες το σάδι
+ Τα τέσσαρα μούπαν το ναι, τα τρία μούπαν όχι.
+ Από καθάριο μάλαμα κι' ασήμι να σε κάμω
+ Μέσα στο κατασάρκι μου να σε κρεμάσω σα γκόλφι,
+ Σα χαϊμαλί, σα φυλαχτό, να γένω δουλολάτρης
+ Να πέφτω να σε προσκυνάω το βράδυ που προβάλλεις.
+ Φέρτην, αστρί, τη Χρύσω μου φέρτην στον έρωτά μου.
+ Το δεξί μάτι μου φλυτρά μη θα γενή το θάμα;
+ Ω Χρύσω, που το χνώτο σου μοσχοβολάει σα γάλα,
+ Κι' ολόβολη μοσχοβολάς σαν άνθι από θυμάρι,
+ Πούσε οχ τα χιόνια ασπρότερη της Παγωμένης Ράχης,
+ Σαν την αγράμπελη ανθερή, γλυκειά σαν την παγούδα,
+ Σαν την αρνάδα κάλεσσα και σαν τη χλόη δροσάτη.
+ Χρυσοπηγή, χρυσόνειρο της άπραγής μου νιότης,
+ Δείξε μου μια βολά κ' εσύ σημάδι αγάπης, Χρύσω,
+ Τι ο μαύρος θα να βουρλιστώ με τον καϊμό που θρέφω,
+ Τι στα μελίγγια μου ο καϊμός βαριά ξανάφτει θέρμη,
+ Κι' αν κλαίγω, τα ματάκια μου για εσένα κλαίγουν, Χρύσω.
+
+
+
+ Η ΚΟΡΗ
+
+
+
+ Ένα σπερνό που αράδιαζε τέτοιους καϊμούς στ' αστέρι
+ Ο ερωτεμένος ο βοσκός γερμένος στο ραβδί του
+ Κ' έκρυβε στα δυο χέρια τον τα μάτια του που κλαίγαν,
+ Από του λόγγου τα δεντρά προβαίνει ξάφνου η Χρύσω,
+ Του αφεντικού του η μοναχή κι' αμάλαη θυγατέρα.
+ Περίμορφη σαν του βουνού την κάρια περδικούλα,
+ Μεστή σα στάχυ του θερτή, ξανθιά σαν την κερίθρα,
+ Φωτοπερίχυτη λαμπρή σαν τ' άστρι που ξεφεύγει,
+ Λαχταριστή κατάγλυκια σαν τη δροσοσταλίδα,
+ Σαν το κρινόχνουδο απαλή και μοσχοβολισμένη.
+ — Λάμπρο, δειλά ανακράζει τον. — Ποιος είνε; — Εγώ είμαι
+ η Χρύσω. —
+ — Τι τρέμεις; η όψη σου γιατί τόσες βαφές αλλάζει;
+ Πώς με τηράει το μάτι σου και στη καρδιά με σφάζει; —
+ Αμίλητη τα μάτια της η κόρη χαμηλώνει.
+ Τα ροδοκάλια της αυγής της δύσης η πορφύρα
+ Μες την πανώριαν όψη της αδερφικά είχαν σμίξει.
+ Τα χέρια της με της ποδιάς την άκρη άστοχα παίζαν
+ Και μια της φτέρνα εσύντριφτε της γης εν' άγριο γιούλι.
+ Καλότυχο χίλιες βολές της γης το λουλουδάκι
+ Που ξεψυχάει παράκαιρα κάτου από τέτοια φτέρνα.
+ — Μη γιατί κλαίω, γιατί βογγώ; της κρένει ο Λάμπρος πάλε.
+ Μύθος δεν είνε, εγώ πονώ κ' εσύ το ξέρεις Χρύσω. —
+ Η κόρη ολόρθη σώπαινε, κι' όντας σωπαίν' η κόρη
+ Κ' όντας δε φεύγει δε προγγά, θα πη πως δεν πεισμώνει,
+ Θα πη πως την ελόχεψε κι αυτή με το κεντρί της
+ Η μέλισσα η χρυσόφτερη που τήνε λεν Αγάπη,
+ Και με τα λόγια τα γλυκά τ' αγούρου αναγαλιάζει.
+ Ψάρεψε ο Λάμπρος στη σκοπή τ' άφαντο μυστικό της.
+ Τα στήθια του από ολόβολο κοτρώνι ξαλαφρώσαν,
+ Της αχνισμένης όψης του σφογγάει τον κρύον ίδρω,
+ Παίρνει βαθύν ανασασμό μες οχ τα φυλλοκάρδια.
+ Γροικάει καινούρια ανάκαρα, νέα ύπατα, νέα πόδια,
+ Τη συντριμμένη του ψυχή μπροστελεμένη νιόθει
+ Ξεθαρρεμένος σέρνεται στης κορασιάς το πλάγι,
+ Κι' ωσάν σε ονειροφαντασιά νάπλεε σιγά μιλεί της
+ Μ' όλα τα μάγια της φωνής και του καϊμού τη θέρμη.
+ — Μη ξεφτυλάς τ' ωριόπλουμο κεντίδι της ποδιάς σου
+ Μ' αυτά τα κρινοδάχτυλα πώχουν πλαστή για χάιδια.
+ Μ' αυτό το πόδι το μικρό που με μεθά η θωριά του
+ Μη το σκοτώνης τ' ώμορφο τ' αθώο της γης λουλούδι.
+ Κι' αυτά τα μάτια που καιρούς και μήνους με πλανεύουν
+ Κατά το χώμα ντροπαλά γιατί τα χαμηλώνεις;
+ Χρύσω, γλυκανασήκου τα, γύρε τα κατ' εμένα
+ Και στάλαξέ μου στην ψυχή με την αγνή τους σπίθα
+ Τα θάρρητα της παντοχής, τα βάρσαμα του πόνου.
+ Δος μου το τ' άσπρο χέρι σου μ' όλη τη βούλησή σου
+ Στην ξαναμένη μου καρδιά να το σιμώσω, Χρύσω,
+ Να νιόσεις τη λαχτάρα της, τους χτύπους της ν' ακούσης
+ Αχ! ο μεγάλος μου ο καϊμός θα να μ' αποσβολώση,
+ Θα γένω σαν τον ξέρακα τον αστραποκαμένο
+ Και θα χαθώ στην έρημο χωρίς δροσούλα κ' ίσκιο,
+ Χωρίς αντίρριμα χλωρό, χωρίς κλωνί ανθισμένο.
+ Έλα να ζήσουμε μαζί σαν τα τρυγόνια, Χρύσω,
+ Να περπατάμε τες ερμιές, τ' απάτητα τα λόγγα,
+ Πούνε τ' ανεύρετα νερά τ' αμάζωχτα λουλούδια,
+ Κι' οπού το λεν οι πέρδικοι κ' οι κούκοι ξεγνοιασμένοι.
+ Ιδές, ο Μάης με τες δροσιές και τα πολλά του τ' άνθια
+ Και με την ερωτάρικη τη μυστικιά του γλώσσα
+ Γροίκα, τρανά σ' ανακαλεί στη μαγική αγκαλιά του
+ Άκου, με τους κελαϊδισμούς τ' αηδόνια σ' ανακράζουν —
+
+
+
+ Η ΑΓΑΠΗ
+
+
+
+ Όταν από δροσόπαγο κλιτό και μαργωμένο
+ Μνήσκει στον κάμπο ολονυκτής τ' Απρίλη το λουλούδι
+ Και την αυγούλα το φιλούν μόλις του ήλιου η αχτίδες
+ Κ' εκείνο αναθερμαίνεται και ξεπαγώνει αγάλια·
+ Κ' η Χρύσω έτσι ξεπάγωνε κ' έτσ' αναθερμαινόταν
+ Με τα θερμά γλυκόλογα του πιστικού του Λάμπρου.
+ Πέφτει του Λάμπρου το ραβδί π' ακούμπαε το πλευρό του,
+ Της Χρύσως έπεφτε η ποδιά, τα χέρια χαρβαλώναν
+ Κι' άθελα βρέσκαν κι' άγγιζαν του πιστικού τα χέρια.
+ Έτρεμε σαν την καλαμιά κι' ανάγερνε τα μάτια
+ Πλημμυρισμένα από καϊμό και φλογερά απ' αγάπη,
+ Κι' όπως κοχλάζει απ' άνεμον η φουσκωμένη λίμνη
+ Έτσ' ανεβοκατέβαιναν οι αμαλαγοί της κόρφοι.
+ Στ' αντικρινό κατάρραχο έλαμπε τ' ώμορφ' άστρι,
+ Τα σπερινά τ' απόφοιτα στο βάθο ασπρολογούσαν
+ Και κάπου κάπου στη θαμπή και μακρινή τους φέξη
+ Το μονοπάτι του βουνού ξεχώριζε στους βράχους.
+ Ίσκιωνε ο κάμπος χαμηλά κ' η ρεματιές θολώναν,
+ Τ' αεράκι κρυφομίλαε με του βουνού τα φύλλα,
+ Γυρνούσαν από τες βοσκές τ' άγρια πουλιά της έρμου,
+ Σα λιθοσώρι ο χρυσαετός ατάραγος κι' ολόρθος
+ Ανάκραζε το τέρι του μες του γκρεμού το φρύδι,
+ Αράδιαζε από διάρραχο μικρό κοπάδι κι' άσπρο
+ Και κάπου ακουόταν σαλαγή, κάπου βραχνή φλογέρα.
+ Του Λάμπρου σκόρπια ολόγυρα τα πρόβατα βοσκούσαν
+ Και τα γαλαροκούδουνα γιομόζαν τον αέρα
+ Μ' αρμονικό κι' ολόγλυκο κι' ανάκουστο ηχολόι.
+ Στο σάδι παίζανε τ' αρνιά κι' ο νιος στην αγκαλιά του
+ Την κόρη βάσταε άλαλη και λιγοθυμισμένη.
+
+
+
+ ΤΟ ΚΡΙΜΑ
+
+
+
+ Πολλές βραδιές π' αντάμωναν φυλιώνταν από τότες
+ Κ' έλεγαν την αγάπη τους κι' άργαγε λίγο η Χρύσω
+ Κι' αν τη ρωτάγαν «τι άργησες;» τα γονικά στο σπίτι
+ Χίλιες τους εύρισκε αφορμές, μύρια της στράτας μπόδια.
+ Κ' ένα βραδύ από τα πολλά, κοντά το πρώτο σούρπο,
+ Δίχως ν' αρμέξουν πρόβατα, να ειπούν και πολλά λόγια.
+ Την πήρε από το χέρι ο νιος την ώμορφη την κόρη
+ Και να, σε δαύτη τη σπηλιά, στο μονοπάτι δίπλα,
+ Νυφούλα δίχως γάμου ευκές και βλογητό στεφάνι.
+ Με τα φιλιά την έσυρε με χάιδια ο ψωμοπάτης.
+ Χλόη δροσερή από τα βαρκά, μυρτιές από το ρέμα,
+ Πεύκα του λόγγου ευωδερά, λουλουδιασμένες δάφνες
+ Κι αρείκη του βουνού απαλή και νιόβγαλτο θυμάρι
+ Έκοψε κ' έστρωσε ο βοσκός κ' έγειρ' εκεί την κόρη.
+
+
+
+ ΤΟ ΘΑΜΑ
+
+
+
+ Στη ράχη πρόβαινε λαμπρό της χαραυγής τ' αστέρι,
+ Στου λόγγου τα πυκνά δενδρά ξυπνούσαν τα πουλάκια
+ Κι' ανάκραζαν με τους γλυκούς κελαϊδισμούς την πλάση.
+ Τότες ξυπνήσανε κ' οι νιοι μες την κρυφή φωλιά τους,
+ Στο μοσχοβολισμένο τους και μαλακό στρωσίδι,
+ Κομένοι αχνοί και βάρυπνοι και σα ξαγρυπνισμένοι,
+ Ξαρματωμένος ο βοσκός σα σκλάβος του πολέμου,
+ Η νια με κόρφους ανοιχτούς και με ποδιά λυμένη
+ Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα σκόρπια
+ Μυρτιάς, αρείκης, θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα.
+ Τους χτύπησε της χαραγής το παγερό τ' αέρι
+ Και ξαστερώσαν ξάνοιξαν οι μαύροι λογισμοί τους.
+ Τότες θυμήθηκε ο βοσκός τα ζωντανά, τη στάνη,
+ Κι' αφίνει ευτίς τη σπηλιά με τ' απαλό το στρώμα
+ Και την πανώρια αγάπη του με τα γλυκά φιλιά της,
+ Με τ' άσπρο, το μεστό κορμί, τη λιγερή τη μέση
+ Και την ολόθερμη αγκαλιά που χάρηκε όλη νύχτα.
+ Όμως το γρέκι του αδειανό κ' έρμη τη μάντρα βρίσκει.
+ Τα στρουγγολίθια, τα κλαριά, μπροστά του ζωντανέψαν
+ Κ' έγειναν όλ' αφεντικά κι' ανθρωπινά του κρέναν:
+ — Λάμπρε, πούνε τα ζωντανά; Λάμπρε, πούνε το βιο μου; —
+ Ο Λάμπρος αλλοφρένιασε κ' έχασε τα ύπατά του.
+ — Ω συμφορά, που μ' έσυρες άστοχε λογισμέ μου!
+ Πάτησα αφεντικού ψωμί κ' έχασα και το βιο του!
+ Είνε το κρίμα μου βαρύ σαν το βουνό του Σμόλκα,
+ Το κρίμα πώκαμα ο ζαβός μες το βρασμό της νιότης.
+ Το πώς στον κόσμο εγώ να βγω, τι λόγο θα να δώκω;
+ Ω θε μου, ιδές και σώσε με τι με τηράς ακόμα, —
+ Την ίδιαν ώρα πρόβαλε 'στούτο το σάδι η Χρύσω.
+ Η μαύρη εδώ είδε ολάνοιχτους και μαλαχτούς τους κόρφους
+ Και φιλημένον το λαιμό και την ποδιά λυμένη
+ Κ' εδώ θυμήθη κ' ένιοσε την άσβεστη ντροπή της.
+ — Μανούλα μου, ξεφώνησε σα λιγοθυμισμένη,
+ Με πλάνεψε και μ' έχασε με τα γλυκά του λόγια.
+ Όντας μου τάλλεε βολετό δεν ήταν πέτρα να ήμουν; —
+ Τους ελυπήθηκε ο Θεός γιατ' ήταν νιοι κ' οι δυο τους
+ Κ' έτσ' έγεινε ο βοσκός πουλί κ' η κόρη αυτείνα η πέτρα.
+
+
+
+ Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
+
+
+
+ Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
+ Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα,
+ Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες,
+ Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα,
+ Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
+ Ξάφνου από βράχου, από γκρεμού κορφή και από ραχούλα
+ Στριγγιά γροικάνε σουρατά, σα να σουράη τσοπάνης
+ Και σαλαγάει τα πρόβατα και σαλαγάει τα γίδια.
+ Τότες οι πιστικοί οι καλοί, που γύρω εκεί σταλίζουν,
+ Δείχναν με τες αγκλίτσες τους και τα στραβορράβδια
+ Σε βράχου απάνου, σε γκρεμού κορφή και σε ραχούλα
+ Μικρό σταχτόφτερο πουλί και λένε: — &Ω ψωμοπάτης&—
+
+
+
+ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
+ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΜΕΝΑ
+
+ Η ΑΡΠΑΓΗ
+ Η ΠΕΝΤΕΛΗ
+ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ
+ Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
+ Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
+ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
+
+
+
+ Η ΑΡΠΑΓΗ
+
+
+
+ Λεβέντες αρματώνονται να παν ν' αρπάξουν κόρην,
+ Κόρην για τον σταυράδερφο τον μπράτιμο το Θύμιο.
+ Νύχτα σελλώνουν τάλογα, νύχτα τα καλλιγώνουν,
+ Και αυτή του Θύμιου η αδερφή λύχνον κρατάει και φέγγει,
+ Τον λύχνο 'ς τόνα χέρι της και 'ς άλλο το ποτήρι,
+ Ποτήρι και καυκόπουλο που τους κερνάει και πίνουν,
+ Όσα ποτήρια τους κερνάει τους λέγει και τέτοια λόγια:
+ —Αυτού που πάτε, μπράτιμοι, αυτού που πάτε, αητοί μου,
+ Την κόρη που θ' αρπάξητε την ώρηα περδικούλα,
+ Μη μου την βαλτώσετε, φτερό να μην της πέση,
+ Σαν νύφη να την φέρετε και σαν μεγάλη αφέντρα.
+ Κ' εγώ στον καλογυρισμό θα νάβγω στο καρτέρι,
+ Να σας διπλώσω τα καυκιά και τα κρασοποτήρια.
+ Όλα του Ολύμπου τα χωριά, όλα κοράσια τρέφουν
+ Κοράσια σαν το κρύο νερό και της αυγής την στάλλα.
+ Μα σαν το κάτου το χωριό που γέρνει προς την Όσσα,
+ Που ασπρολογάει πλατύ, απλωτό που φλάμπουρα το ισκιώ-
+ [νουν
+ Και το ποτίζει ο πόταμος, λίγα χωριά γεννάνε
+ Τέτοια κοράσια που είδα εγώ, τέτοιες Ξωθιές του Ολύμπου
+ Και 'ς του χωριού τες ώμερφες ώμορφη και ακουσμένη
+ Ήταν η Δέσπω η μοναχή του Αρχόντου θυγατέρα.
+ Γκόλφι την είχε το χωριό κι' ο Όλυμπος τραγούδι,
+ Τα μάτια τα γραμμένα της και το τρανό όνομά της
+ Σκάζει τους νιους τους δύστυχους, πλαντάζει τες κοπέλλες,
+ Κ' ένα φτωχό βοσκόπουλο κι' ώμορφο κι' αντρειωμένο,
+ Απ' άλλο, μακρυνό χωριό, το μπλέξανε 'ς αγάπη.
+ Μπροστά της βγαίνει ολημερίς 'ς τη βρύσι 'ς το κοπάδι
+ Και με χιλιάδες λόγια του και με γλυκά τραγούδια
+ Την ωμορφιά της παίνεσε κ' έδειχνε τον καϊμό του
+ Κι' από τα λόγια τα πολλά κι' από τα γλυκά τραγούδια,
+ Εξεπλανέθη η ανήξερη κ' η άπραγη καρδιά της...
+ Ο Θύμιος στέλνει προξενιά. Δεν την εδέχθη ο Αρχος,
+ Και το φτωχό βοσκόπουλο το σκάει, το φοβερίζει,
+ — Εγώ είμαι ένα βοσκόπουλο, θρεμμένο μέσ' 'ς τα ορμάνια,
+ Και δεν με σκάζουν, άρχοντα, άργητες και φοβέρες,
+ Εμένα αγάπη μοναχά βαριά με βαλαντώνει,
+ Το βιο σου δεν σου γύρεψα, εγώ την Δέσπω θέλω,
+ Χίλια θα κάμω βολετά και θε να σου την πάρω.
+ 'Στήν ποταμιά της Σαλαμπριάς τρεις νιοι τρεις αντρειωμένοι,
+ Ο Γιάννης ο Πλανόγιαννος, ο Πάνος Πλατανιώτης,
+ Και το μικρό Αρχοντόπουλο αντάμα τρων και πίνουν,
+ Αντάμα έχουν και τάλογα σε μια ταγί δεμένα,
+ Σε μια ταγί σ' ένα δεντρί, σ' ένα παλιό πλατάνι,
+ Του Γιάννου το σιδερικό σκάφτει μανό το χώμα
+ Με τα χονδρά του πέταλα κι' ολόγυρα λιθάρια
+ Και σβόλους χώματα σκορπάει, του Πλατανιώτη ο μαύρος
+ Στο στόμα με τη γλώσσα του το χαλινό του δέρνει
+ Κι' αφρούς χύνουν τα ορθούνια του κι' όλο βαριά φρυμάζει,
+ Το δούριο τ' Αρχοντόπουλου το δέντρο αναταράζει
+ Κι' αυτιάζεται παράξενα και χλιμιντράει με ζόρι.
+ Ξάφνου τρεχάτος γλήγορος πλακώνει πεζοδρόμος.
+ — Εσείς τρώτε και πίνετε και πίσω σας κουρσεύουν,
+ Κουρσάροι καβαλλάριδες χουμήσαν στο χωριό μας.
+ Μ' ήλιον, με μέρα εχούμησαν και τώκαμαν λυμούρα.
+ Δριμόχολο και χαλασμός. Πάνε του Γιάννου οι κήποι.
+ Ξεθεμελιώσαν τες λιθιές, τες φράχτες, τα πλοκάρια.
+ Τ' αμπελοφύτια, τες σπορές του Πάνου ξεχωνιάσαν,
+ Και του μικρού Αρχοντόπουλου το πατρικό πατήσαν
+ Και σκλάβαν πήραν την καλή, την ακριβή αδερφή σου,
+ Ο Γιάννος επαινέθηκεν άλλους να σκάψη κήπους
+ Ο Πάνος λέει, άλλες σπορές, κι' αμπελοφύτια οργόνει.
+ Μα το μικρό Αρχοντόπουλο άλλη αδερφή δεν κάμνει.
+ Να πάη μονάχο ντρέπεται.
+
+
+
+ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ
+
+
+
+ Όλοι το ηλιοβασίλεμμα κυττάζουν το πανώρηο,
+ Κ' η κόρη οπώχει τον καϊμό τους κάμπους αγναντεύει,
+ Να ιδή κοπάδια αν έρχωνται κι' αν κούγωνται τρουκάνια.
+ Ουδέ κοπάδια φαίνονται κι' ουδέ τρουκάνια ηχούνε.
+ Δακρύζουν τα ματάκια της και τέτοια λέει ο νους της.
+ — Γιατί με κακοπάντρεψες, μανούλα με κλαρίτην,
+ Που κάνει μήνες στα βουνά και ξάμηνα στους κάμπους;
+ Άλλοι του πάνε το ψωμί, άλλοι του παν τα ρούχα,
+ Κ' εγώ κοιμούμαι μοναχή χειμώνα καλοκαίρι,
+ Με την ροκούλα μου αγκαλιά τ' αδράχτι στο ζωνάρι,
+ Βρέξε, χειμώνα, χιόνισε κλείσε τα κορφοβούνια,
+ 'Ρίξε ένα πετροχάλαζο κ' ένα πυκνό δρολάπι,
+ Για να πνιγούν τα χειμαδιά κ' οι κάμποι να χαλάσουν,
+ Για να βραχούν τα πρόβατα, τα κόθρα να μοσκέψουν,
+ Και να σαπούν τα ράμματα, να πέσουν τα τρουκάνια,
+ Να χάση ο γιός μου την κοπή, την στάνην ν' απαριάση,
+ Να φορτωθή τον αραγό, νάρθη να ζάη στο σπίτι.
+
+
+
+ Τ' ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ
+
+
+
+ Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι
+ Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω.
+ Τάχα από ποιο βουνόκορφο και ποιόν γκρεμό να πέφτη;
+ Σε τι λαγκάδι να περνά. Σαν ποιο λιβάδι τάχα
+ Να βρέχη, να δροσολογά; Τι δέντρα να ποτίζη
+ Και τι λουλούδια να φιλή; Τάχα σαν ποιο ακρογιάλι
+ Με αγάπη να το δέχεται γλυκά 'ς την αγκαλιά του;
+ Τι αγγέλοι τάχα, τι πουλιά, τι πρόβατα το πίνουν,
+ Και τι νεράιδες ώμορφες να λούζουν τα κορμιά τους;
+ Σαν πώς να λάμπη εκεί ο ουρανός; Σαν πώς να ξημερώνη;
+ Πώς να σουρπώνη από βραδίς; Τ' αστέρια πώς να φέγγουν
+ Σαν ποιο στρατί να βγαίνη εκεί; Σαν πού θα τ' απαντήσω;
+ Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι,
+ Βουνά, ποτάμια επέρναγα, νεροσυρμές και κάμπους,
+ Δεν τ' απαντούσα πούπωτα. Ψηλά σε κορφοβούνι
+ Μάγισσαν κόρην απαντάω απάν' το βράδυ βράδυ.
+ — Μάγισσα, ποιο είνε το στρατί, ποιο είνε το μονοπάτι
+ Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω;
+ — Διαβάτη μου κι' ωμορφονιέ, είνε μακρυά η πηγή του.
+ Νύχτωσε τώρα πού θα πας στην ερημιά μονάχος;
+ 'Στήν αβρετή μου τη σπηλά πέρνα την νύχτα απόψε,
+ Και με χάραμμα ταχιά σου δείχνω εγώ τον δρόμο.
+ Η Μάγισσα η ερημική, η Μάγισσα η πανώρηα,
+ Μου είπε το βράδυ στη σπηλιά. — Καλόγνωμε διαβάτη,
+ 'Στό πρώτο το ξημέρωμα τον ύπνο ν' απαριάσης,
+ Να πας για νάσαι στο νερό την ώρα που έβγη ο ήλιος.
+ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+
+
+ ΤΟ ΜΕΘΥΟ
+
+
+
+ Κάτω στην άκρη του γιαλού χωριατοπούλες πλέναν,
+ Πλέναν τα ρούχα κι' άπλωναν και με τον άμμο επέζαν,
+ Φύσηξε ένας κακός θρακιάς, φύσηξε τρεμουντάνα,
+ Και κάποιας ανασήκωσε το γυροφούστανό της,
+ Κ' εφάνη τ' άσπρο πόδι της κατάζορκο ως το γόνα,
+ Κ' έλαμψε ολόγυρα ο γιαλός, κ' έλαμψε ο κόσμος όλος.
+ Ο νιος ψαράς που διάβαινε στην άκρη από την λίμνη
+ Βλέποντας γόνατο λαμπρό, ζωγραφισμένο πόδι,
+ Μεθάει, χωρίς να πιη κρασί κι' από τον νουν του βγαίνει.
+
+
+
+ ΠΕΝΤΕΛΗ
+
+
+
+ Όσες βολές κινάω ν' αρθώ
+ Βουνό, να σε απολάψω,
+ — Βουνό, που μες' 'ς τ' ανέγνωρα
+ Και μυστικά σου βάθια,
+ Πώς μου εμεταμορφώθηκες
+ και μώγινες αγάπη
+ Κρυφοθιομαίνομαι κι' εγώ
+ Και μ' αγνωμιά απομνέσκω—
+ Όσες βολές κινάω ν' αρθώ.
+ Βουνό, να σ' απολάψω,
+ Μέσ' αφ' του χαμηλόκαμπου
+ Τα βαρετά τα πλάτια,
+ Τα βαρετά και τ' άδροσα,
+ Τα λιοπυροκαμένα,
+ Ο ευωδερός αγέρας σου
+ Κι' ο δροσοβολισμένος
+ Μου ροβολάει και μώρχεται
+ Να με συναπαντήση
+ Και μέσα μου νέα ύπατα.
+ Νέα δύναμι μου δίνει
+ Να ξεκαμπίσω, τα ισκερά,
+ Να φτάκω τα ριζά σου.
+ Και φθάνω οχ' την αγάπη σου
+ Θερμός και ξαναμμένος,
+ Και σου αγκαλιάζω του κορμιού
+ Τα ασύγκριτα τα κάλλη
+ Με τη θαμπή κι' αδύνατη
+ Κι' ανέτολμη ματιά μου,
+ Γιατί δεν φθάν' η αγκαλιά
+ Δεν φθάνουν μου τα χέρια —
+ Και βόσκω και κορφολογώ,
+ Βουνό τες ωμορφιές σου,
+ Τες ωμορφές σου πούν' θεϊκές
+ Παραδεισοπλασμένες —
+ Τα πολλά δάση, τες κορφές
+ και τα δροσόνερά σου.
+
+ Άλλοι τ' αφράτα μάρμαρα
+ Του κόρφου σου ας παινέσουν,
+ Οπού εις αγύριστους καιρούς
+ Θεούς έπλασε η τέχνη.
+ Άλλοι της Φράγκισας Κυράς
+ Ας περιτραγουδήσουν
+ Την ερωτάρικη ζωή
+ Και το θλιμμένο τέλος.
+ Εγώ 'ς τους άσπρους κόρφους σου
+ Δε θάν' απλώσω χέρι,
+ Ούτε για ξένες, για παληές
+ Θα γλυκοκλάψω αγάπες.
+ Εγώ με το τραγούδι μου
+ Να διαλαλήσω θέλω
+ Τα εξωτικά, τα ηλιόβλεφτα
+ Τα ολόφαντά σου κάλλη,
+ Οπού τους πόθους μου ξυπνούν
+ Κι' ανοίγουν μου τα μάτια
+ Και βλέπουν μέσ' 'ς τα κάλλη σου
+ Άλλων βουνώνε κάλλη.
+ Νάξερες, ώμορφο βουνό,
+ Τι μου θυμίζει εμένα
+ Ένα κεδρί, ένας πεύκος σου
+ Μια ρεμματιά, μια βρύσις;
+ Νάξερες πως ξαφνιάζομαι
+ Και πως αιτιολογούμαι
+ 'Σ της άγριάς σου Βαλανιδιάς
+ Το μυστικό μουρμούρι.
+ Νάξερες πως κ' η κάκοψη
+ Πως κι' η τραχιά της φλούδα
+ Γίνεται μέσ' 'ςτά χέρια μου
+ Η πλιο απαλή σαρκίδα.
+ Νάξερες ώμορφο βουνό
+ Τι ενθύμησες μου φέρνουν
+ Τ' απάτητα τα βάθητα
+ Της μαύρης λαγκαδιάς σου.
+ Νάξερες πως η άβυσσο
+ Και το τρανό της χάο
+ Λησμονημένα και παληά
+ Κρυφά μου αποσκεπάζουν.
+ Νάξερες ώμορφο βουνό
+ Τι κελαϊδεί 'ς' εμένα.
+ Της βρύσης σου το γάργαρο
+ Και δροσερό νεράκι.
+ Νάξερες πως κι' η πλιο μικρή
+ Γλυκειά σταλαματιά του
+ Μέσ' 'ς την καρδιά μου αρίφνητα
+ Μου ξανανοιώνει μάγια.
+ Νάξερες, ώμορφο βουνό.
+ Τι πόθους μου ξανάφτει
+ Κ' ένας ανθός σου ταπεινός
+ Με τη μοσχοβολιά του.
+ Νάξερες πως κι' η μυρουδιά
+ Του χόρτου σου, του βάτου,
+ Ονειροβότανου ακριβού
+ Για εμένα μυρουδιά είναι!
+
+ Γι' αυτό Βουνόμου, σ' αγαπώ
+ Περίσσ' απ' όλα τάλλα,
+ Γι' αυτό μέσα 'ς τανέγνωρα
+ Και μυστικά μου βάθια
+ Τόσο κρυφά, τόσ' άστοχα
+ Θερμή έχεις γίνει αγάπη.
+ Αθήναι 15 Ιουλίου 1892.
+
+
+
+ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑΣ
+
+
+
+ «Άρχετε Βουκολικαί τω πένθεος
+ «Άρχετε Μοίσαι.» (Μόσχος)
+
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Πώχεις παλάτια μαγικά 'ςτά ισκιερά τα δάση.
+ 'Στά κορφοβούνια τα ψηλά, 'ςτά βαθειά λαγκάδια,
+ 'Σταίς δαφνοσκέπασταις σπηλιαίς και 'στά βαθειά λαγκάδια,
+ Οπώχεις μάνα μάγισσα, πατέρα σου τον ήλιο,
+ Και ταις νεράιδες αδελφαίς, — ταις νυχτογεννημέναις,
+ Πώχεις ραγιάδες τους βοσκούς, τους ώμορφους ζευγίταις·
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, που ξένου ανθρώπου μάτι
+ Δεν σ' είδε, δεν σ' ελόγιασε νους ξένος, ξένο αχείλι
+ Δεν φίλησε τ' αχείλι σου, έλα 'ςτόν ακριβό σου,
+ Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
+
+ Πάρε δροσιά απ' τον Όλυμπο και δάκρυ από τον Πίνδο,
+ Δαφνούλ' από τον Παρνασσό, πεύκο απ' τη Γκιώνα πάρε,
+ Λουλούδια απ' τον Ταΰγετο, μυρτιαίς απ' την Πεντέλη,
+ Πάρ' άγιο χώμ' απ' τη Γραβιά κι' από τον Μαραθώνα
+ Κ' έλα να τα σκορπίσουμε 'ςτό νιόσκαφτό της μνήμα·
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
+ Πες 'ς τους ραγιάδες τους βοσκούς να βγάλουν τα κουδούνια
+ Από τα γιδοπρόβατα, να μη λαλούν φλογέραις·
+ Πες 'ς τα κορίτσια του Δαδιού να μη λαμπροφορέσουν,
+ 'Στά μαύρα πες τους να ντυθούν, και να μη τραγουδήσουν
+ 'Σάν παν 'ςτή βρύσι για νερό, 'ςτήν ποταμιά για πλύμα·
+ Πες να σωπάσουν τα πουλιά και να μη κελαϊδήσουν,
+ Κ' έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη,
+
+ Μέσα σε χρόνια δίσεχτα, σε τετρακόσια χρόνια
+ Σκλαβιάς και καταφρόνεσης, ένας λαός ακέρηος
+ Την ωνειρεύθηκε βαθειά — βαθειά με την ψυχή του,
+ Μέσ' 'ςτό κρυφό λημέρι του την ωνειρεύθη ο κλέφτης.
+ Τ' ώμορφο το βασιλόπουλο 'ςτή μάντρα που εκοιμάτο.
+ Ο ζευγολάτης 'ςτ' όργωμα, 'ςτό σάλαγο ο αγωγιάτης,
+ Ο άρχοντας 'ςτό παλάτι του, 'ςτά πέλαγά του ο ναύτης,
+ 'Στά άγια μυστήριά του ο παπάς, μέσ' 'ςτό γλυκό της ύπνο
+ Η ελληνοπούλα η ώμορφη και μέσ' 'ςτά παραμύθια
+ Και 'ςτά τραγούδια πώλεγε ο πατέρας 'ςτά παιδιά του.
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
+
+ Κι' απ' όλα αυτά τα ονείρατα κι' από τους πόθους όλους
+ Εφύτρωσε έναν Αύγουστο, σαν παραδείσου κρίνος,
+ Που εγιόμωσε όλαις ταις καρδιαίς απ' τη μοσχοβολιά του.
+ Την είδε ο ήλιος την αυγή που πρόβαλλε, 'ςτήν πλάση
+ Κ' έσκυψε και την φίλησε κι' απ' το φιλί του εκείνο
+ Έβαψαν τα μαλλάκια της χρυσά, γιομάτα λάμψι.
+ Ο ουρανός της χάρισε για ενθύμησι 'ςτά μάτια
+ Τη γαλανή την όψι του, τ' αηδόνια τη λαλιά τους,
+ Τα κυπαρίσσια, η λιγαριαίς τώμορφο το κορμί τους,
+ Η βρύσες τη δροσούλα τους, οι ανθοί τα ονείρατά τους.
+ Τ' αρνάκια του Μαγιάπριλου την άδολη καρδιά τους,
+ Ο σταυραετός οπώφυγε μια μέρ' από την Πόλι
+ Και μέσ' απ' την Αγιά-Σοφιά της έδωκε την Πίστι,
+ Η χαραυγή το γέλοιο της και τα ψηλά βουνά μας
+ Ασπράδι από τα χιόνια τους κι' από τα κρύα νερά τους.
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
+
+ Η αγάπη ακέρηου του λαού την έτρεφε σαν γάλα,
+ Σαν γάλα, 'σαν σταλαμματιά και 'σαν αχτίδες ήλιου.
+ Νυκτόημερα εμεγάλωνε κ' έπαιρνε νειάτα, μάγια.
+ Όσο που επέρασαν χρονιαίς κ' έφεξε μιαν αυγούλα
+ Που μας την πήρε ο Μόσκοβος 'ς το βασιληά του νύφη.
+ Ο ανθός οπού εγεννήθηκε για να τον τρέφη ο ήλιος
+ 'Σάν έχασε τον ήλιο του δεν έζησε, εμαράθη.
+ Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
+ Έλα να κλάψουμε κι' εμείς του Βασιληά την Κόρη.
+
+
+
+ Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
+
+
+
+ — Διωγμένη απ' τα παλάτια μου κι από τ' αρχοντικά μου,
+ Όπου κι' αν 'δούν τα μάτια μου θα πάω να κατοικήσω,
+ Ψηλά 'ς απάτητα βουνά, κάτου σε κάμπους έρμους.
+ Σύντροφο νάχω το θηριό, μίλημα τ' αγριοπούλι.
+
+ Κι' ανέβαινε η βασίλισσα μοιρολογώντας τέτοια
+ Ένα ψήλο βουνόκορφο. Πέρασε πλήθος χρόνια
+ 'Σ του ζευγολάτη τόργωμα, 'ς του πιστικού τη στάνη,
+ Μέσ' 'ς το καλύβι του ψαρά, 'ς τα μεσοχώρια μέσα,
+ Μέσα εις κελλιά μοναστηριού, 'ς αρματωλού λημέρια.
+ Άκουσε τ' αναστέναγμα του ναύτη, τ' αγωγιάτη
+ Του θεριστή του αργατικού έμαθε το τραγούδι,
+ Της βοσκοπούλας το σκοπό, το μοιρολόι του κλέφτη.
+ Το διαμαντένιο στέμμα της, οπώλαμπε 'σαν ήλιος,
+ Τούχε λερώσει ο κορνιαχτός του κάμπου. Την πορφύρα,
+ Οπού την χρυσοκέντησαν του παλατιού η παρθέναις,
+ Του λόγγου τ' αγριοπρίναρα κ' η αρηαίς την είχαν σχίσει
+ Κ' εσέρνουνταν 'ς ταις λαγκαδιαίς κομμάτια. Όμως τα νειάτα
+ Τ' αθάνατα, τα δροσερά, κ' η θεϊκή ωμορφιά της
+ Άγγιχτα, απείραχτα έμεναν και 'ς το θερμό του κάμπου
+ Και 'ς του βουνού την παγωνιά, κ' έλαμπε όθε περνούσε
+ Ωσάν ουρανογέννητη θεά, 'σαν νύμφη αρχαία.
+ Χαρά την είχαν τα βουνά, τρανό καμάρι οι κάμποι,
+ Τα δάση στόλισμα ακριβό, κρυφή 'περφάνεια η βρύσαις,
+ Αγάπη οι αητοί, και τα πουλιά της ερημιάς τραγούδι.
+ Κι' ανέβαινε ψηλούς γκρεμούς, διάβαινε μονοπάτια.
+ Την περασμένη δόξα της, τα χρόνια τα παληά της
+ Θυμάμενη αναστέναζε κ' έτρωγε την καρδιά της,
+ Έλαμπεν όμως κάποτε 'ς τα ροδαλά της χείλη
+ Κάνα γλυκό χαμόγελο, κι' άστραφτε καμμιά ελπίδα
+ Χρυσή 'ς τα μαύρα μάτια της, κ' έλεγε με το νου της:
+ — Κάποιο ποτέ θα να βρεθή 'ς το δρόμο ν' απαντήσω
+ Ώμορφο βασιλόπουλο ταίρι του να με κάμη.
+ Κ' ανέβαινε κ' εδιάβαινεν ερμιαίς και παρακλάδια.
+
+ Στερνά, με χρόνια, με καιρούς, εξάνοιξε μια μέρα
+ Πέρα 'ς άκρη τ' ουρανού, 'ς ενού βουνού κορφούλα,
+ Βουνού ψηλού και μακρινού, μέσ' σε γαλάζια αντάρα
+ Χτίριο ψηλό κι' ολόλευκο, σαν στοιχειμένον πύργον,
+ 'Σάν ερημόκκλησο παληό, σα ερημικό παλάτι.
+ Βρίσκει ένα γέρο και 'ρωτά: — Πες μου, καϋμένε γέρο,
+ Τ' είν' τ' άσπρο εκείνο το ψηλό μέσ' 'ς το βουνό το πέρα;
+ Μην είν' παληό ερημόκκλησο, μη στοιχειωμένος πύργος,
+ Μη είν' παλάτι ερημικό; — Του Ήλιου είν' το παλάτι,
+ Του ωραίου, του ολόφωτου θεού. Αυτός γυρνά 'ς τον κόσμο
+ Φως για να δώση και ζωή με ταις λαμπραίς του αχτίδες.
+ Κι' απ' όξω απ' το παλάτι του, ολόυρα 'ς το περιαύλι,
+ Οπού το ζώνουν πάρθενα, παληά, βαθειά τα λόγγα,
+ Μαρμαρωμένα μένουνε, βουβά από χίλια χρόνια
+ Πανώρηα βασιλόπουλα. Αν είσαι ανδρειωμένη
+ Και 'ς το παλάτι πας γοργά, πριχού διαγείρη ο Ήλιος
+ Και μπης ως μέσα αθώρητη και 'ς το χαμώι κατέβης,
+ Πούνε τ' αθάνατο νερό που λούει το θείο κορμί του
+ Κάθε βραδούλα πώρχεται κι' αυγή που ξεκινάει,
+ Κι' αν πάρης μέσ' 'ς τα χέρια σου και βγης κι αράδα-αράδα.
+ Τα βουβαμένα, τ' άλαλα τα μάρμαρα ραντίσης
+ Και ιδής να λάβουνε ζωή, να κρίνουν να ξυπνήσουν,
+ Τότε χαρά 'ς εσένανε.
+
+ Είπε και φεύγει ο γέρος.
+
+ Όσο να ισκιώσουν τα νερά κι' όσο να γείρη ο Ήλιος
+ Απ' όξω απ' το παλάτι του αλαλαγμός κι' αντάρα.
+ Ζωντάνεψαν τα μάρμαρα πούταν βουβά και κρύα
+ Κ' έμμορφα βασιλόπουλα πεζά κι' αρματωμένα
+ Ντυμένα μέσ' 'ς το μάλαμμα τα λόγγα πηλαλάνε
+ Κι' απ' όλα των τα στόματα 'σαν μια φωνή γροικιέται:
+ — Ποιος είν' αυτός οπώκαμε τέτοιο καλό μεγάλο
+ Το βιο να του χαρίσουμε και ταις χρυσαίς κορώναις!
+
+ Απ' το παλάτι ξέμακρα να ξαποστάσουν στέκουν
+ Και ρίχνουν κλήρο και λαχνό, 'ς όποιον απ' όλους πέση,
+ Γυναίκα του η βασίλισσα σκλάβοι του οι άλλοι νάναι.
+ Κ' ένας μικρός και πλειο ώμορφος πετιέται και φωνάζει:
+ — Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει.
+ Όλοι μαζί χρυσό θρονί διαμαντοκολλημένο
+ Θα να της στήσουμε τρανό-τρανό ως τα ουράνια
+ Και σαν τον Ήλιο φωτερό, νέα κεντιστή πορφύρα
+ Θα να την ντύσουμε λαμπρή, και το παληό της στέμμα
+ Καινούργιο θα το χύσουμε. Θάνε βασίλισσα όλων,
+ Θεά μας θάνε και κυρά, κ' ημείς πιστοί της λάτραις.
+ Το σκήπτρο το περίπλουμο που θα κρατάη 'ς τα χέρια
+ Θα νάνε μαγικό ραβδί που θα οδηγάη τον νου μας
+ Που θα οδηγάει τα έργα μας, το κάθε πάτημά μας.
+ Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει!
+
+ Όλοι αγκαλιάζουν τον μικρό και την ορμήνεια ακούνε.
+
+
+
+ Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
+
+
+
+ Ποιος πέρασε απ' τα βουνά τ' Ασπροποτάμου απάνω
+ Κ' εκεί δεν είδε τον αητό 'ς τα βράχια θρονιασμένον;
+ Στέκεται ορθός κατάκορφα, λες κ' είνε λιθοσώρι.
+ Το φλογερό το μάτι του σπιθοβολάει σαν πόρη.
+ Τηράει ολόυρα τους γκρεμούς, τηράει το χάσμα κάτω
+ Και κάπου σκύφτει, προς την γη καρφώνει αφτιά και μάτια
+ Κι' ακαρτεράει αντίλαλους κι' ακούει και ξεδιαλέγει.
+
+ 'Σ' άλλο λιθάρι αντίπερα τ' αητάκι του καθέται.
+ Βολαίς-βολαίς σέρνει κραυγή. Σέρνει κι' ο αητός παρόμοιαν,
+ Κι' ανοίγει τα φτερούγια του και χαμηλώνει ολίγο,
+ Κ' ύστερα πάλι ασηκώνεται κι' ολόρθος απομένει
+ Ασάλευτος και σιωπηλός ωσάν μαρμαρωμένος.
+
+ Κάποτε εμπρός του 'ς τους γκρεμούς διαβαίνουν περιστέρια
+ Και πέρδικες κι' άλλα πουλιά των λαγκαδιών, των βράχων,
+ Και δεν τα καταδέχεται και δεν τα κυνηγάει ...
+ Βοήν και ποδοβολητό ξάφνου τ' αγέρει φέρνει,
+ Ακούεται κ' ένα σούριγμα. Ο αητός ανατριχιάζει
+ Κράζει ελαφρά το ταίρι του, τα νύχια του αναδεύει.
+ Και τα φτερά με το ραμφί δυο-τρεις βολαίς χτυπάει.
+
+ Είν' αγριογίδια που περνούν γοργά κι' αρμαθιασμένα,
+ Μπροστά μπροστά πάει το τραγί, οπ' οδηγάει και σέρνει,
+ Κ' έρχεται από κοντά η κοπή, γίδια και γιδομόσχια.
+ Και γίνεται μεγάλος θρος 'ς της σάρες, 'ς ταις χιλιάδες!
+ Κάπου πηδούν ψηλά ραϊδιά, κάπου σουράει ο τράγος,
+ Κι' αντιλαλούν σπηλιαίς, γκρεμοί το ποδοβολητό τους.
+
+ Ξαγνάντισαν σε μια πλαγιά. Ξάφνου κραυγή αντιχάει
+ Κι' ο αητός χουμάει βαρύς, γοργός σαν αστραπή που πέφτει
+ Μέσ' 'ς του στερνού το μέτωπο τα νύχια του καρφώνει
+ Και το χτυπάει με το ραμφί, με τα φτερά το δέρνει.
+ Ρεκάζει τ' αγριόγιδο, μπροστά σουράει ο τράγος,
+ Και τρέχει ακράτητη η κοπή κι' αραδιαστή κι' ακέρια,
+ Τρέχει και τ' αγριόγιδο με τον οχτρό του απάνω.
+ Ζαλίζεται καμμιά βολά, ξεκόβεται από τάλλα,
+ Και με τα ορθά του κέρατα τον σταυραετό παλεύει,
+ Παίρνει καινούργιο απίδρομο και δύναμιν και θάρρος
+ Και τρέχει πάλι και πηδάει και ρεκασμόν ξεσέρνει.
+
+ Στερνά δειλιάζει, σταματά και ματωμένο γέρνει.
+ Ο αητός χαρούμενη κραυγή, κραυγή της νίκης χύνει,
+ Κι' έρχεται με το ταίρι του και του γιδιού τα σπλάχνα,
+ Τ' ανοίγουν με τα νύχια τους. Το ψυχομαχητό του
+ Τους αγαλλιάζει, τους μεθάει, κι' από τ' αγάλλιασμά τους
+ Κι' από το μέθυο ανάβεται, φλογίζεται η ματιά τους.
+ Κι' όταν θερμό τελεύεται του κυνηγού το γαίμα
+ Μπήγουν οι δυο τους το ραμφί και πίνουν και χορταίνουν.
+
+
+
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
+
+
+
+Τον Σεμπτέμβριον του 1892 εξέλιπεν ο τελευταίος αετός του ηρωικού
+Σουλίου ο στρατηγός Δημήτριος Ν. Μπότσαρης εν ηλικία 85 ετών.
+Εγεννήθη εν τω πεφημισμένω Σουλίω τω 1807 εν μέσω της κλαγγής των
+όπλων και των ενδόξων μαχών. Ήτο υιός του σχόντος την αρχηγίαν της
+ενδόξου εξόδου του Μεσολογγίου και πρώτος εξάδελφος του ήρωος
+Μπότσαρη. Δωδεκαετής εζώσθη τα άρματα και συνεπολέμησε μετά του
+γενναίου αυτού πατρός και των άλλων λεοντοκάρδων Σουλιωτών,
+συμμεριζόμενος τας κακουχίας και τους κινδύνους εκείνων, πηδών από
+βράχου εις βράχον ως έλαφος και αγωνιζόμενος υπέρ της πατρίδος.
+Έφηβος ήτο ο Δημ. Μπότσαρης ότε εξερράγη η επανάστασις καθ' όλην την
+διάρκειαν της οποίας ηγωνίσθη εκ των πρώτων και πολλάκις ανεπλήρου
+τον ένδοξον πατέρα του εν τη αρχηγία, όταν εκείνος απουσίαζεν εκ των
+μαχών καλούμενος εις άλλας υπηρεσίας της μαχομένης πατρίδος. Η διά
+τον Δημ. Μπότσαρην ενδοξοτέρα αναπλήρωσις του πατρός του ήτο η εν τω
+στρατοπέδω Φαλήρου εν ηλικία δεκαεννέα ετών· διότι είχε κληθή τότε
+εις την πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν ως αντιπρόσωπος των Σουλιωτών.
+Εν τη αρχηγία του σώματός του διεκρίθη επί συνέσει και ανδρεία, ώστε
+εφείλκυσε τας συμπαθείας των γενναίων μαχητών και την αγάπην και
+εκτίμησιν του στρατάρχου Καραϊσκάκη.
+
+Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων της πατρίδος ο Μπότσαρης
+κατετάχθη εις τον ενεργόν στρατόν και έλαβε μέρος εις όλας τας
+εθνικάς περιπετείας. Διο και ετιμήθη πολλάκις δι' εμπιστευτικών
+θέσεων. Εκ πεποιθήσεως αντεστρατεύετο προς τον αείμνηστον Όθωνα και
+κατεδιώχθη. Μετά την έλευσιν του Βασιλέως Γεωργίου διωρίσθη
+υπασπιστής αυτού. Ετιμήθη διά του Μεγαλοσταύρου και άλλων ξένων
+παρασήμων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής και πρόεδρος του συλλόγου της
+«Ανατολικής ομοσπονδίας». Ημείς αντί παντός άλλου εγκωμίου
+εδημοσιεύσαμεν εις το πρώτον φύλλον (18 Σεπτεμβρίου 1892) της «Φωνής
+της Ηπείρου» το ποίημα του Κρυστάλλη.
+ Γ. Κ. Γ.
+
+
+
+ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
+
+
+
+ Πάρε τραγούδι μου φτερά, ξεφτέρι, αετός να γίνης
+ Και πέτα γλήγορο μακρυά, πέτα κατά το Σούλι,
+ Διάβαινε κάμπους και βουνά, κ' εκεί σαν απαράξης
+ 'Στην Κιάφα απάνου ν' ανεβής, τρανή λαλιά να σύρης
+ «Ο υιός του Νότη απέθανεν, ο υιός του Νότη πάει!»
+
+ Όπου ταμπούρια άλλους καιρούς και μετερίζια εσκάφταν
+ Κ' εσαλαγούσαν Λιαπουργιάν, αρματωλοί οι Σουλιώτες,
+ Τώρα, βοσκοί, 'στα ράχια τους τσάρκους και στρούγγες χτίνουν
+ Και σαλαγάνε γιδερά. Έναν καιρό θυμούνταν
+ Βολές βολές 'στό σκάρο τους τα περασμένα χρόνια
+ Κ' έλεγαν της Τζαβέλενας, του Μάρκου τα τραγούδια,
+ Και τα κλαριά, ανετρίχιζαν, δακρύζαν αίμα οι βράχοι
+ Πέρα και γύρου όπ' άκουγαν για τους παλιούς των φίλους.
+
+ Τώρα που θα να πας εκεί, τραγούδι φτερωτό μου,
+ Που θ' ανεβής κατάκορφα 'ς την Κιάφα και θα σκούξης
+ «Ο υιός του Νότη απέθανε, ο υιός του Νότη πάει»,
+ Τάχα θα νιώσουν μέσα τους μέσ' τα βαθιά τους σπλάχνα
+ Πόνον ακόμα, χαλασμό, τα κορφοβούνια εκείνα;
+ Τάχα θ' αστράψη ο Ζάλογγος, θα μπουμπουνίση ο Πίνδος,
+ Τάχα η Χειμάρρα θα ρυασθή, θα να δακρύσ' η Πάργα;
+
+ Τάχα 'στό Κούγκι, το βουβό, το ξεθεμελιωμένο,
+ Θ' αναστηθή οχ' τη στάχτη του κανένας πολεμάρχος,
+ Να κάτση να σου διηγηθή την λεβεντιά του Μήτρου;
+ Τάχα κανένα ριζιμό, κανένα ορθό κοτρώνι,
+ Θα να ξυπνήση να σου ειπή με ξέχωρο καμάρι,
+ «'Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη
+ »Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης,
+ »Κ' ερρίχτηκε 'στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το
+ »Και νικητής σαν έγυρε 'σ εμένα πάλιν ήρθε
+ »Στον δροσερόν τον ίσκιο μου να κάτση ν' ανασάνη»;
+
+ Πάρε τραγούδι μου φτερά, σύρε 'ς το Κακοσούλι,
+ Κι' αν δης να γίνη χλαλοή, κ' αν δης να πέσουν δάκρυα,
+ Πέτ' από 'κεί χαρούμενο 'ς Ανατολή και Δύσι
+ Να διαλαλήσης δυνατά 'ς τον κόσμο πέρα ως πέρα,
+ Ότι, το Σούλι ακόμη ζη, ότ' είν' ακόμα ελπίδα.
+ Κι' αν βρης νεκρίλα κ' ερημιά, κι' αν δεν ακούσης κλάυμα,
+ Γύρνα τραγούδι μου φτωχό, κι' είνε θεϊκή κατάρα.
+
+ Κι' όντας διαγύρης από εκεί, φέρε κλαρί οχ' τη Λάκκα
+ Και πάχνη από τον Ζάλογγο και χώμα από το Κούγκι,
+ Το μνήμα να στολίσουμε του γέρου πολεμάρχου.
+ Θ' αναγαλλιάση, απάνω του σαν θα τα νιώση ο Μήτρος.
+ Και δεν θα του φανή βαριά η αραχνιασμένη πλάκα.
+ Θα λέη πως μέσ' το Σούλι του τ' αγαπητό κοιμάται,
+ Και θα ονειρεύεται γλυκά της νειότης του τα χρόνια
+
+ Αυτού που πας, πολέμαρχε, κι' αυτού που κατεβαίνεις,
+ Πόσοι παλιοί σου σύντροφοι, θρεφτάρια του πολέμου,
+ Να σ' αρωτήσουν καρτερούν για το καϋμένο Σούλι!
+ Να μη δειλιάσης!..... Να το ειπής, ότι είνε σκλάβο ακόμα!
+
+
+
+ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ
+
+
+
+ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
+
+
+
+ (ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ)
+ (Φιλική Γραφή από τα Γιάννινα].
+
+
+
+«Νυκτών' η Παραμονή, αγαπημένε μου. Άλλους καιρούς, — θυμάσαι, — τα
+στενά και τα σταυροδρόμια μας εγιόμοζαν κόσμον από 'δω από την πόλη
+και από τα χωριά όξω. Η Καλούτσασμη σήμερα, η Λούτσα, η Καμάρες, το
+Κουρμανιό, η Σκάλα, το Σταυροπάζαρο, ο Πλάτανος, τα Γάλατα, όλα είν'
+έρμα κι' άλαλα σήμερα. Τα γυναικόπεδα μοναχά της φτωχολογιάς
+σωριασμένα στρυμώνονται στα παραπόρτια των Ελεών. Καρτερούν το μικρό
+το Χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Κι' η βροχή που απ' την αυγή
+ασταμάτηγη πέφτει με το δρυμόνι, δέρνει τ' ασκέπαστα τα κεφάλια τους,
+κι' από τα τρυπημένα τους ρούχα ζώνεται ως μέσα στα ζόρκα κορμιά τους
+και τα καταποντιάζει. Τα δύστυχα! . . . Αραδαριά στο παζάρι οι
+αργαστηριαρέοι κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς δουλιά, κι'
+άλλοι με σκυφτά τα κεφάλια, λες κι' ακαρτερούν βοήθεια από τον
+ουρανό. Μα ο ουρανός ρίχνει την συγκρατούμενη βροχή του σκεπασμένος
+πέρα ως πέρ' από σύγνεφα. Επελάγωσαν οι δρόμοι μας όλοι, μούσκεψαν οι
+τοίχοι κι' η σκέπες των σπιτιών. Νοτίζουν όλα τα πράμματά μας. Και
+μια μεγάλ' υγρασία, που περνάει την σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας
+εζάρωσε ολότελα. Τα βουνά πέρα είνε τυλιγμένα σε μπόρα και δεν
+φαίνονται. Βρέχ' εδώ και χιονίζει εκεί.
+
+Έχει περάσει από δυο ώρες το δειλινό και σήμαντρο κανένα δεν
+εδιαλάλησε την αγιότη της αυριανής μέρας, κι' οι παπάδες δεν έψαλαν
+τον εσπερινό σήμερα. Η εκκλησίες είνε κλειστές. Βουβά τα σήμαντρα,
+βουβοί κι' οι παπάδες. Η αυλές και τα κατώφλια εχορτάριασαν. Η
+αράχνες κλώθουν τα υφάδια τους και διάζονται στες πόρτες και στα
+παραθύρια. Μέσα σκουριάζουν άπλυτα τα πολύφωτα κι' οι κηροστάτες,
+μουχλιάζουν η εικόνες, ιδρώνουν νοτιά οι τοίχοι κι' οι μεσανοί οι
+στύλοι, παγώνει το λάδι στα σβυστά ασημοκάντηλα και τα δισκοπότηρα
+μένουν δίχως μεταλαβιά απάνου στην Προσκομιδή και στην Άγια Τράπεζα.
+
+***
+
+Ξέρεις το μυρολόι της Πόλης, όταν την έπαιρνε ο Τούρκος. Σ' άκουσα
+πολλές φορές να το λες όξω που βγαίναμε τες ηλιοφανιές κι' έβλεπα να
+νοτίζουν από δάκρυο τα ματόφυλλά σου όντας έλεες και ξανάλεες με
+θλιβερό σκοπό το πικρό γύρισμά του: «Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι
+Χριστιανοί!» Ήρθε καιρός τώρα οπού το μοιρολόι και τ' απόφωνο τούτο
+το λέμε και το ξαναλέμε εδώ οι Χριστιανοί όλοι. Το λέμε και κλαίμε
+όλοι με πυρωμένα δάκρυα.
+
+Με τον ερχομό της νύχτας η βροχή κάπως ξέκοψε. Μα ο ουρανός είνε
+πάντα κρυμμένος στα σύγνεφα, λες και θρηνάει κι' αυτός τα μαυρισμένα
+μας Χριστούγεννα.
+
+Όσο σφίγγει το σκοτάδι, τόσο απλώνεται η ερμιά στην πόλη μας. Ως
+πώφτακεν ώρα οπού τα Γιάννινα ώμιαζαν κοιμητήρι, κι' ας είμασταν
+ζωντανοί όλοι στα σπίτια μας, κι' ας είμασταν ξύπνηγοι όλοι. Νεκρίλα,
+μωρέ αδερφέ, νεκρίλα απέραντη η νυχτιά τούτη. Όξω στα καλτερίμια
+βροντούσαν ακόμα κάπου κάπου η σταλαματιές κι' η κάναλες των
+κεραμιδιών και συχναπόκοβαν την ερημιά και την σιγαλιά τα πατήματα
+του παζάρμπαση και του καρακολιού.
+
+Είχαν σκολάσ' η νοικοκυρές τα πλυσίματα και τ' ασπρίσματα των σπιτιών
+τους κι' έλαμπαν τούτ' από την παστράδα και το νοικοκυριό. Εφώτιζε
+την ανατολική γωνιά της σπιτομάννας η αναμμένη καντήλα των
+εικονισμάτων. Έκαιγε στην εστιά η φωτιά η Χριστουγεννιάτικη, καμωμένη
+από τετραπάνωτα σύδαυλα κι' εζέσταινε το σπίτι όλο. Είχαμεν γευτή τον
+απλό σαρακοστιανό δείπνο μας και συμμαζωγμένοι γύρα της όλοι, από τα
+παιδιά ως τους γέρους, εκαρτερούσαμαν τα Χριστούγεννα. Του κάκου
+αγρυπνούσαμαν. Χριστός δεν εγεννιώνταν για εμάς την νύχτα τούτη. Κι'
+αν γεννιώνταν, ποιος θα να μας το φανέρωνε; Στον συγνεφιασμένον μας
+ουρανό δεν θα νάτουν βολετό να 'δούμε ποτέ τ' αστέρι που τώδειξε μια
+φορά στους Μάγους. Τα σήμαντρα δεν θα μας το διαλαλούσαν, κι' οι
+κράχτες δεν θα μας το φώναζαν. Η εκκλησιές μας ήταν κλειστές και στα
+'κονίσματα των σπιτιών μας ετοιμαζόμασταν για να πούμε την δέησή μας.
+
+«Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!»
+
+***
+
+Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα. Η ίδια νεκρίλα στην πόλη μας. Η ίδια
+κουβέντα στα σπίτια, για το κλείσιμο των εκκλησιών. Και λέγουν
+ανάμεσα πως κάπου κρυφοσυνάζονται και κρυφοσυντάζονται για ταραχές
+την αυγή. Τα μικρά τα παιδιά ξεδειλιασμέν' από την φωτιά κι'
+αποσταμέν' από τα παιγνίδια, αποκοιμιώνταν ένα ένα στα γόνατα των
+γονιών τους, εκεί παραστιάς.
+
+Ήρθεν η ώρα του όρθρου. Εβουβαθήκαμαν μονοκοπανιάς όλοι. Λόγος δεν
+έσκαε τότε στα χείλια μας. Εμείναμε ασάλευτοι κι' ακαρτερούσαμε μήπως
+ακούσωμεν σήμαντρο πουθενά ή κράχτην. Ξέρεις τι ώρα γιομάτη μυστήριο
+ιερό και θρησκευτικό γήτεμμα είνε τούτη που ακαρτεράς άγρυπνος τόση
+νυχτιά ν' ακούσης ν' άρχεται ο κράχτης στη γειτονιά σου χτυπώντας
+παντού στες αυλόπορτες το βροντερό εκείνο μπαμ-μπαμ-μπαμ! με το
+ξύλινο το τσοκάνι του. Πετιέσαι τότες όξω στην κρεββάτα σου ή στο
+παραθύρι κι' ακούς να τρικυμίζουν τον αγέρα και τα σκοτάδια οι
+γλυκύτατοι και μαγικοί ήχοι του σημανταριού, ποιοι μακρυνοί και ποιοι
+κοντινοί. Και βλέπεις τότε ν' ανοίγουν πόρτες και να γιομόζουν οι
+δρόμοι από κόσμον οπού πηγαίνουν ν' ακούσουν στην εκκλησιά τα
+Χριστούγεννα.
+
+Συνειθισμένος απ' αυτά, σαν εκαρτέρεσα βουβός τόσην ώρα και δεν
+ακουρμάστηκα πουθενά κράχτην, απετάχτηκα στην κρεββάτα. Πίσα το
+σκοτάδι όξω και το κρύο φαρμακερό. Στηλώνω τ' αυτί κι' ακαρτερώ κι'
+εκεί ολόρθος ωσάν μαρμαρωμένος. Δεν άκουσα τίποτε ο μαύρος. Ως που μ'
+ανάγκασαν η φωνές της μανούλας μου να μπω μέσα να μην παγώσω.
+
+ — Έμπα μέσα, μου λέει, παιδί μου, να μην παγώσης αυτού, και
+Χριστούγεννα δεν έρχονται για εμάς φέτο.
+
+Κι' εγώ μπαίνοντας στον οντά εμουρμούρισα θλιβερά:
+
+—_ Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!
+
+Κι' έννοιωσα να νοτίζη δάκρυ τα ματόφυλλά μου.
+
+***
+
+Εξημέρωσεν. Η δέηση έγεινε μπροστά στα 'κονίσματα των σπιτιών μας.
+Εγώ έψαλα το «η Γέννησίς σου Χριστέ». Κι' ανάρια ανάρια εβγαίναμε από
+τα σπίτια, να μάθουμε κάνα καινούριο χαμπέρι. Κανένας δεν ήξερε
+τίποτε. Όλων η όψες η ξαγρυπνισμένες και κατσουφιασμένες από την
+θλίψι, ώμοιαζαν τον μυσοσυγνεφιασμένον κι' αγέλαστον ουρανό μας.
+
+Τρέχουμε στη Μητρόπολη. Κι' εκεί τίποτε δεν ειξέρουν. Ο Δεσπότης
+ορμηνεύ' ησυχία κι' υπομονή. Η υπομονή μας ήταν μεγάλη μέσ' την
+καρδιά μας, μα η ησυχία που καταΐσκιωνε σαν θείο χέρι ως τώρα τα
+γαληνεμένα μας στήθια, άρχεψε να τραβιέται απάνου και ν' αφανίζεται
+σαν την αντάρα της λίμνης μας την πρωινή, κι' ο βοργιάς της στέρησης
+της εκκλησιάς άρχιζε ν' αναταράζη τα βάθητά μας.
+
+ — Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες! Αυτός ο λόγος
+επέταε στα στόματα όλων κι' αυτός ο λόγος άναφτε μέσα στα σπλάχνα
+μας. Οι τούρκοι είχαν γίν' άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από
+ταραχές. Γιατί κι' όλοι μας, δεν ακαρτερούσαμεν, παρά ταραχές.
+
+ — Τα χωριά δε θα λα το νταγιαντίσουν.
+
+Έλεγαν άλλοι.
+
+ — Εκκλησιά πουθενά δε θα λ' ανοίξη με το στανιό, αν είμεστε
+Χριστιανοί κι' αν έχουμε Πατριάρχην.
+
+ — Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίξουν.
+
+ — Από την Πόλη θα λ' αρχινήση ο χαλασμός, αν θα λ' αρχινήση.
+
+Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ως που σίμωσε το γιώμα. Κι' όλοι μας δεν
+καρτερούσαμε πλια τώρα παρά χαλασμό.
+
+Επεινάσαμεν κι' αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιώμα να φάμε.
+Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι' εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την
+εκκλησιά το πρωί. Φέτο, οπού δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μας
+πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας την νύχτ' απ' ώρα 'ς ώρα το σήμαντρο και
+τον κράχτη. Κι' από την αγρύπνια αύτη μας εγένονταν αγγλέουρας το φαΐ
+μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
+
+***
+
+Άξαφνα, μέσ' στο φαΐ απάνου, έν απέραντο και δυνατό σημανταριό
+ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
+
+ — Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά
+στό στόμα του.
+
+ — Χστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάννα.
+
+Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν.
+
+Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους.
+
+Πετιούμαστε με τον πατέρα στό δρόμο να μάθουμε.
+
+Όλ' έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους
+ρωτάμε τι γίνεται.
+
+ — Ανοίγουν η εκκλησιές, μας λέγουν.
+
+ — Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
+
+ — Μωρ' τι με το στανιό, που νικήσαμαν. Πήραμαν τα προνόμια.
+
+ — Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα
+προνόμια! . . .
+
+Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' όλοι ετρέχαμαν κατά τη
+Μητρόπολη. Εκεί ηύραμαν ολάνιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι'
+αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε
+γιομόσει κόσμον η εκκλησία και μέσα και στην αυλή ακόμα. Η εικόνες
+δεν πρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς.
+
+Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και η όψες των
+Χριστιανών, οπ' έλαμπαν τώρα τηρούμενες κι' αυλακωμένες κάπου κάπου
+από δάκρυα. Και μέσ' από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα
+ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
+
+ — Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε
+νικήτρα, δόσε κι' εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να
+φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως
+που να σωθούν καμμιά μέρα η αμαρτίες μας κι' ως που να δούμε άστρο
+ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ' άστρο».
+
+***
+
+Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντάς σας σήμερα ελεύθερα εβουλήθηκα να
+σας γυρίσω μ' αυτήν δυο χρόνια πίσω, να σας γυρίσω με τον νου στα
+Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών.
+
+Δάκρυσ' αλήθεια διαβάζοντες τότες του φίλου μου την γραφή και
+γέρνοντας κι' εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια:
+
+ — Δόσε, Θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνη απ' ολούθε νικήτρα·
+όμως δόσε και κάθε τόσο τέτοιες στο τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν
+κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζη η
+πατσαβουριασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμμιά βολά για
+καλλίτερο. (1892)
+
+
+
+ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
+
+
+
+Όσες βολές η σκύλλα Ξενητιά με κερνάει τα πικρά της κρατηροπότηρα,
+αχ! δεν ηξέρω πώς μώρχεται τότε και λησμονώντας κι' απαριάζοντας όλον
+τον περίγυρά μου κόσμο, χύνονται σαν λυσσαγμένος μέσα μου, και με τα
+σιδερένια νύχια του λογισμού, σαν κακούργος σκάφτω την έρμη μου
+καρδιά κι' από των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τες παλιές μου
+Ενθύμησες. — Η πρώτες συγκίνησες, που κέντισαν την παιδική μας ψυχή,
+αφίνουν μέσα μας Ενθύμησες άσβεστες· κ' είνε το νήμα το μυστικό, οπού
+μας δένει και μας κολλάει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μας.
+
+ — Χαρά στον που τώχει ειπή!
+
+Ενθύμησες είνε και τα &Πεζογραφήματά& μου.
+
+
+
+Η ΕΙΚΟΝΑ
+
+
+
+Τ' ανοιξιάτικα πρωινά, οπώβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα κάποτες
+από τον καφενέ του Ζώη τ' Αζώηρου.
+
+Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ' Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον
+καφενέ του. Είχε συγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που
+καθότουν αυτός, χήρος κι άτεκνος, με τη μεσόκοπην αδερφή του, την
+Κυρά Τσεβούλα. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες, κ' η αδερφή του
+έβραζε τους καφέδες μέσα, 'ς το ίδιο τζάκι, 'ς την ίδια γωνίστρα του
+σπιτιού, οπώβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ
+τον καφέ του, γιατ' είχε πάντα 'ς το νου ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό
+και ζημιές πλειότερες παρά κέρδη, κι αυτός το ψωμί του, οπώβγαζε με
+τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζη και να το τρώη με τον ίδρω του και
+με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμμα και με την αδικιά, γιατ, ήξερε πως
+κ' οι μουστερίδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον
+ίδρω και με την τιμιότη.
+
+Είν' αλήθια, πως κάποτε, πριν παντρευτή ο Αζώηρος, έβλεπε την
+καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιάνων κι αναστέναζε
+νυχτόημερα, κ' ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα
+σωθικά και τη νιότη του, πώς να βρη τρόπο κι αυτός ν' αρχοντέψη, ν'
+αποχτήση κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια. Τότες δεν
+ήτον καφετζής ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι 'ς το Κουρμανιό κάτου,
+οπού χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχουριά
+κυράδων. Κ' ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ' είχε καλφάδες και
+παρακαλφάδες εις τ' αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν
+τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν, τα νυχτέρια, με χρυσάφια
+και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό
+αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κ' έκραζε συχνά
+πυκνά.
+
+ — Δόστε του, μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσιμ'.
+
+Τότες ήτον οπούχε βάλει 'ς το νου του για ν' αρχοντέψη ο Ζώης. Έπιανε
+και παράν αλήθια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδερφή του.
+Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα ....
+ποιος τον κουβέντιαζε! Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ' η δυο η
+αδερφάδες του, δεν είχανε πού να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο
+«Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα «Το μοναχό μας, τ' αρχοντοπλό
+μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας». Είχε γιομώσ' η
+γειτονιά με τ' όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ' όλ ' αυτά τα χαϊδευτικά
+χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι
+ο Ζώης. Να το γκρεμίση από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που
+εγεννήθηκε και που τ' άφηκε μαζί με την τέχνη και με τ' αργαστήρι ο
+σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρω Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του
+μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα
+πατώματα. Έλα όμως που ο πόνος της γρηάς για το «φτωχικό» της ήταν
+μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθή καινούργιο ψηλό
+σπίτι απάνω του.
+
+ — Σαν έχς σκοπό να το γκεμίσης, γιε μ', τούλεγεν η γρηά, γρέμσε με
+κ' εμένα 'ς το λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κ' εγώ αποκάτ'
+από τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ' εγώ, και τότες
+κάμε ό,τι θελς εσύ.
+
+ — Μα, μάννα· δεν κρένεις καλά, έλεγε ο Ζώης. Δε γλέπεις που δε μας
+χωρεί τώρα το παλιόσπιτο; Τώρ' αξήσαμαν και θ' αξήσουμε ακόμα με
+φαμλιά και με δούλους. Πού να ζήσουμ' εδώ μέσα 'ς αυτό το κοτέτσι
+όλοι μαζί. Για βάλε με το νου σου πως έχουμε και κάποιο καλό όνομα κι
+όλας όξω τώρα, και τσότσου παρά 'ςτή σακούλα .... Άσε με να το ρίξω,
+δεν είνε λόγι' αυτά που λες. Δε θα ζήσουμε φτωχικά και τώρα υπ'
+αρχοντέψαμαν.
+
+Τα ίδια της λαλούσε κ' η γυναίκα του Ζώη, η καλομαθημένη
+αρχοντοπούλα, τα ίδια της έψελναν κ' η «ξεμυαλισμένες» όπως τες έλεγε
+η γρηά, αδερφάδες του. Μα η Κυρά Χσούλα δεν ετέντωνε αυτί σε κανένα.
+
+ — Πιάκαμαν λίγους παράδες τώρα, εμουρμούριζε, κ' επήρε ο νους σας
+αγέρα. Χαλασιές και φουρτούνε σας! Πού ξέρουμε τάχατε τι μας βγάζ' η
+αυριανή, χαντακωμένες!
+
+Τότες σύγκαιρα, απόχτησε και γυιόν η γυναίκα του Ζώη και για την
+καλοπέρασή της άναψε μεγαλύτερος μέσα 'ς τους λογισμούς του ο πόθος
+του αρχοντικού σπιτιού. Πέρασεν όμως τότε και μια ιδέα άλλη 'ςτό νου
+του. Ότι, άρχοντας αυτός τώρα, πώς θα μπορή ν' ανεβοκατεβαίνη από το
+σπίτι 'ςτ' αργαστήρι κι από τ' αργαστήρι 'ςτό σπίτι του αυγή, γιόμα
+και βράδυ περπατώντας, τόσο δρόμο, τόσον ανήφορο. Εσκέφθηκε λοιπόν
+πώς θα να ήτον καλλίτερο ν' αφήκη απείραχτο το φτωχόσπιτο της γρηάς
+απάνου 'ς την Καραβατιά, νοικιάζοντάς το σε κανένα φτωχό γείτονά του,
+και ν' αγοράση αυτός ψηλό σπίτι παρακάτου, κατά το παζάρι, 'ςτ'
+Αρχοντικά. Κ' η ιδέα τούτη ερρίζωσε πλια 'ςτά μυαλά του κι όλο
+χαρούμενος έλεγε τώρα, γυρίζοντας το βράδυ, 'ςτη γρηά του.
+
+ — Έλα, και σώγεινε το χατήρι να μην το γκρεμίσουμε, μάνα, έλα.
+
+Κ' η γρηά δόξαζε τον «Μεγαλοδύναμο» οπέβλεπεν ότ' η κούφια και
+καταστρεφτικιά φλόγα των παιδιών της εσβύνονταν κ' εκατακάθονταν όσο
+πέρναε ο καιρός. Πού να τώξερεν η μαύρη πως ο γιός της ολημερίς
+παράδερνε 'ςτούς δρόμους των Αρχοντικών, για να βρη σπίτι της αρεσιάς
+του, να τ' αγοράση! Τότες άρχεψε να ψευτίζη και την τέχνη του λίγο ο
+Ζώης, για να κερδαίνη πλιότερα. Η λεχωνιά όμως της γυναίκας του δεν
+επήγαινε καλά. Είχεν ανάψει θέρμη βαριά 'ςτό κορμί της, κι' οι
+γιατροί πούχε καλέσει ο Ζώης, οι καλλύτεροι γιατροί των Γιαννίνων,
+έφευγαν από το σπίτι του με κατεβασμένα φρύδια. Κάποτε κι' όλας
+φανέρωσαν σε κάποιον 'ςτή γειτονιά ότ' η λεχώνα κιντύνευε.
+
+Ως εδώ ήτον γραμμένο να βλαστήση και να κλαρωθή το περήφανο δέντρο
+της αρχοντιάς του δόλιου Αζώηρου. Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μέσ'
+'ςτόν κορμό του της γυναίκας του η αρρώστεια, και το κουφάλιαζε λίγο
+λίγο. Και μια νύχτα, συνεφιασμένη και θλιβερή, αστροπέλεκας ξαφνικός
+έπεσε κατάκορφ' απάνω του και του γκρέμισεν όλα τα φύλλα και τα ωραία
+κλωνάρια, κι από το φουντωτό και ζηλεμένο δέντρο έμεινε μοναχά ένα
+ολόρθο κατακαμένο και κούφιο κορμί, το κορμί του ίδιου του Ζώη. Φωτιά
+έπιακε μια βραδιά 'ςτά «Τσαρτσίτικα» και τ' αργαστήρι τ' Αζώηρου μ'
+όλα τα περίγυρά του γείνηκαν στάχτη ως την αυγή. Κόλπος τούρθε τότε
+του βαριόμοιρου Ζώη. Πάει το πλειότερο το βιο του. Τώφαε και το
+επίλοιπο η αρρώστεια κ' η λεχωνιά της γυναίκας του, που τράβηξε
+χρόνον καιρό, κι όπου τη γκρέμισε κι αυτή μέσα στον τάφο μαζί με το
+παιδάκι της. Πέθανε σε κάμποσον καιρό ύστερα κ' η μαύρ' η μάνα του.
+Πέθανεν από τον καϋμό της για την τρομερή συμφορά και με τούτα τα
+στερνά λόγια στα χείλη της:
+
+ — Πιαστήκαμαν από λίγους παράδες, και πήρε ο νου σας αγέρα, παιδιά
+μου. Χαλασιές και φουρτούνες μας! Ποιος να τούξερε τι θα μας εύρισκε
+σήμερα, χαντακωμένα μου!
+
+Κι' απ' όλο τούτο τ' ανεμόχολο και τον καταποτήρα, που παράσυρε το σπίτι
+του ξύρριζα, γλύτωσε ο Ζώης μοναχά κ' η αδερφή του, η Κυρά Τσεβούλα,
+οπού δεν είχε προφθάσει να την παντρέψη κι αυτή. Και μαζί με τους
+ανθρώπους του και με την ευτυχία, παν κ' η μεγάλες ιδέες του δύστυχου
+κ' οι πόθοι του για ψηλά σπίτια και γι' αρχοντική καλοπέραση. Σαν
+παραδαρμένο από βαριά νεροποντή κι' ανεμοζάλη χελιδόνι, χώθηκε
+ζαλισμένος αποκάτου από τη στρέχα του φτωχικού πατρικού του και
+συμμαζώχτηκε ολότρομος σε μια γωνιά, τηρώντας πότε να περάσ' η κακή
+μπόρα.
+
+Κι' όλες τες συφορές του αυτές έρριχνεν ύστερα ο Αζώηρος 'ςτόν κακό
+σκοπό πώβαλε με το νου του να γκρεμίση το χαμηλό πατρικό του και να
+ζητήση αλλού παλάτια και περηφάνιες.
+
+ — Κι' ο σκοπός κ' οι πόθοι αυτοί μ' έφεραν, έλεγε με το νου του
+αναστενάζοντας, 'ςτό φρύδι του γκρεμού, της κόλασης, να ψευτίσω την
+τέχνη μου και να χαλαστώ ο ίδιος, να σκάψω ο ίδιος το λάκκο μου με τα
+χέρια μου. Διαβολομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, καλά λέει ο λόγος. Τώρα
+χτυπάω το κεφάλι μου, μόν' 'ςτά χαμένα.
+
+Κ' ένας γέροντας τούρκος προβατάρης, γείτονάς του, σα να τον έβανε
+επιταυτού κανένας να του ριζώση βαθύτερα την ιδέα τούτη, του
+απαντούσε ολοένα, όσες φορές τον εύρισκε ο Ζώης και τον ρώταε για το
+βιο του.
+
+ — Ινσαλά, σαν θέλ' ου Γιαραμπής, καλά πάμε, κυρ Ζώη. Όποιους τράει
+τν ισιάδα, πουτές δεν έχει να φουβθή τη ζμιά, είνε μαζύ τ' ου Θαγός.
+Μότ' παραστράτησες απού τν ισιάδα, μότ' τη μόλεψες την τέχν' και του
+βιο σ', πλάκωσε του κακό, κι μότ' πλακώσ' τόνα, καρτέρ' κι τ' άλλου.
+Ιγώ πουτές δεν του χαλάου του γάλα μ, κι γι' αυτό ούτε του χάνου
+πουτές, ούτε κι τα πράταμ' παθαίνουν τίπουτας. Κύτταξε του γειτουνά
+μας του Μπράχου· είχινε ζλέψ', μούλεγε, ψλά σπίτια και γρόσια πουλλά.
+Χάλασε του γάλα τ' για να κιρδέν' πλισσότερα. Ίσια τούρθε του κακό.
+Το 'χασε όλου του κουπάδ' απ' αβλουγιά. Ιγώ πουτεσιμ δε ζήλεψα τρανά
+σπίτια κι μεγαλουσύνες. Δε λέου πως δεν τα θέλου τάχα μ', μόν' δεν τα
+θέλου με τν αδικιά κι με τ' ψευτιά, Αν είνε για να τ' απουχτήσου, να
+τ' αποχτήσου με τουν ίδρουτά μ' κι με τν ισιάδα. Να, σαν εκείνουν
+τουν άρχουντα του ρουμιό πώχει τα μεγαλύτερα σπίτια κι τα καλλύτερ'
+αργαστήρια σήμερα μέσα 'ςτά Γιάννινα, κι όπουτις περνάει αυτός 'ςτού
+παζάρ' με τ' αριό κι περήφανου περπάτμα τ', είδες; όλ' προσκόνουνται
+κι' όλ' τουν χαιρετάν. Αυτός, . . . άσκουλσούντ'. Τ' απόχτσε με τν
+αξιάδα τ' κι τ' αξίζ' να τα χαίρεται κι να τα καμάρων' τώρα.
+
+Ο τούρκος γείτονας δεν ήξερε, αλήθια, πως κι ο Ζώης από τες σάπιες
+εκείνες ιδέες της αρχοντιάς την έπαθε· μα ο Ζώης που πόναγε, πίστεψε
+'στά λόγια τούτα πως τούχε τούμπανο ο κόσμος όλος το κόλασμά του, κι
+από τότες ωρκίστηκε να μη ξαναβγή. Εκλείστηκε με τη αδερφή του 'ςτο
+φτωχικό του μέσα κι αποφάσισε να περάση τες στερνές μέρες του με κάτι
+απομεινάρια που τούχε αφήκ' η φωτιά κι ο χάρος. Τες ώρες του πέρναε
+τώρα 'ςτόν κήπο του μέσα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας. Αργότερα
+όμως, για να φύγη τη μοναξιά και τη συλλογή που τον πλάκων' έτσι
+ολομόναχον, εσκέφθηκε να στήση τρεις πέντε μπάγγους ορθούς 'ςτήν αυλή
+του και να συνάζη γύρα του τους γερόντους της γειτονιάς, και μ' την
+αφορμή να τους κάμνη τον καφετζή να βρίσκη κουβέντα και χρονοτριβή μ'
+αυτούς. Ύστερα ήτον ακόμα νιος, και δε θα τον εβάρενε το σερβίρισμα
+των καφέδων του.
+
+***
+
+Στην αυλή του σπιτιού του λοιπόν είχε στήσει τον καφενέ του ο Ζώης ο
+Αζώηρος. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες κ' η αδερφή του, η Κυρά
+Τσεβούλα, έβραζε τους καφέδες. Παλιός χαμηλός τοίχος από ξηρολίθι
+έκλειγε ολόγυρα το κτήμα τούτο τ' Αζώηρου, που τον μισό τόπο έπιανε
+το σπίτι με την αυλή και τον άλλο μισό ο κήπος με τες φυτιές και με
+τα δένδρα του, καλοσκαμμένος και καλοφυτεμένος, και φραγμένος με ψηλή
+καλαμωτή. Έλαμπε από πάστρα η αυλή του. Οι βασιλικοί με τους
+χιλιοχρώματους μενεξέδες, που στόλιζαν αραδαριά τες αλτάνες και τα
+πεζούλια της, εμοσχοβόλιζαν τον αέρα, και το βουνάκι της Καραβατιάς
+από πάνου κατέβαζε μια δροσιά παραδείσια την αυγή και τ' απόσπερνο.
+
+Όλ' αυτά τα καλά, με τα παθήματα και με τους αμόλευτους καφέδες του
+Ζώη, σύναζαν 'ςτόν καφενέ του τους γέρους της γειτονιάς. Είχενε και
+πηγάδι με σπάνιο νερό ο Αζώηρος, οπού δεν άργησαν να το μυριστούν κι'
+άλλοι και που κατάντησεν από στόμα σε στόμα να διαλαληθή 'ς όλους
+εκείνους τους απάνου μαχαλάδες ο καφενές και να συχνάζουν 'ς αυτόν
+όχι μονάχα οι γερόντοι μα κι άλλοι πολλοί. Κ' έβγαιναν 'ςτόν ανήφορο
+εκείνο κι από τα χαμηλότερα σπίτια, για ν' απολάψουν την δροσιά του
+βουνού και τ' αθάνατο νερό τ' Αζώηρου, που ήτον κατάκρυο και
+καλοχώνευτο κι οπ' έβρισκαν συχνά μέσα του χλωρά φύλλα πεύκου κι
+οξιάς και πουρναριού των ψηλωμάτων του Πίνδου. Οι δραγάτες οι
+αρβανίτες κ' οι φυλαχτάδες των μπέηδων και των αγάδων της Καραβατιάς,
+όλοι εκεί συναπαντώνταν κ' έλεγαν τα σκηπετάρικά τους. Άσε την
+Πρωτομαγιά και τέτιες άλλες χρονιάρικες μέρες, οπού δεν είχενε πού να
+βάλη τον κόσμο να κάτση 'ςτόν καφενέ του ο Αζώηρος. Εκόντευαν κάποτε
+να ξυπνήσουν μέσα του και να ξανανάψουν τα παλιά όνειρα κ' οι
+σβεσμένοι πόθοι για ν' αρχοντέψη και με τον καφενέ. Όμως τον
+εκρατούσαν σφιχτά δεμένο 'ςτήν τιμιότη της τέχνης του τα λόγια του
+«μπαμπά» όπως τον έλεγε τον τούρκο προβατάρη γείτονά του, που του
+θυμούσαν τα περασμένα παθήματά του.
+
+Πολλές φορές γύριζα κ' εγώ από το γάλα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, τ'
+ανοιξιάτικα αυγερινά, που ανέβαινα 'ςτό βουνό χαράματα. Ετύχαινεν
+όμως να διαβαίνω από κει και τες σκόλες κανέν' απόβραδο, πώβγαινα
+κατά την Καραβατιά, είτε για τα καστανά και γλυκά και μεγάλα και
+μυγδαλοσχισμένα μάτια των κορασιών της. Οι συχνότεροι γερόντοι,
+πώβρισκα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, ήταν ο Γερο-καλαμένιος, ο
+αγαπημένος μου, που τον είχα γνωρίσει απ' αλλού κι είχα μάθει τόσα
+παλαιά κι αξετίμητα πράματ' απ' αυτόν, ο Πάνος ο Γερακάρης, ο Λυγδάς
+ο Λιονταρής, ο Θωμάς ο Γοργόλης, ο Μάνθος ο Μπαλιούλιας κι ο
+Διαμαντής ο Βάρδας. Όλοι κηράδες κι ανυφαντίδες και χρυσοκεντιστάδες
+'ςτά νιάτα τους, και τώρα απόμαχοι όλοι του ζανατιού τους.
+Εμαζόνονταν εκεί με τα δικανίκια και με τα τσιμπούκια τους κ'
+έστρωναν αδιάκοπες και μακριές κουβέντες, όλο για πράματα του
+περασμένου καιρού τους. Κ' εγώ, 'ςτή μέση τους, χόρταινα ιστορίες και
+σοφά λόγια.
+
+Τ' απόγιομα εκείνο, μόλις προσπέρασα το κατώφλι της αυλόπορτας του
+Ζώη τ' Αζώηρου κ' ηύρα τους συνειθισμένους μουστερίδες του, τους
+γερόντους κι αρβανιτάδες, συμμαζωγμένους 'ς ένα μπάγγο, απανωτούς, με
+καρφωμένα και μάτια και νουν απάνου σε μιαν εικόνα, που βαστούσε
+καταμεσής ο Ζώης 'ςτά χέρια του. Ούτε μ' ένοιωσαν όταν εμπήκα. Τους
+εσίμωσα κ' ετήραξα κ' εγώ την εικόνα. Η εικόνα ήτον παλιά κι
+αξιοπερίεργη. Παράσταινε καβαλάρη παλληκαρά με γιγάντιο ανάστημα και
+με πανώργια μορφή. Είχε ασπροκκόκινο το πρόσωπο και περίσσια έμμορφο
+και καλοσυνάτο κ' ευγενικό, πρόσωπο βασιλικό καθαρό. Γρυπή τη μύτη,
+το μέτωπο καθάριο και πλατύ, το γένειο μακρύ και γυρμένο κατά εμπρός
+λίγο και κομμένον τον τσαμπά. Εφαίνετο σαν να του χάρισε η φύση όλο
+του το κορμί ασύγκριτην επιδεξιότη και ξεχωριστή δύναμη. Εφόρειε
+μεγάλη σκούφια 'ςτό κεφάλι του, στολισμένη με ωραία φτερά, και μακρύ
+μεταξοπράσινο δουλαμά, περιπλουμισμένον με χρυσά σιρίτια, που φάνταζε
+θαυμάσια, καμωμένος με πολλή μαστοριά και με τέτοια τέχνη ντυμένος,
+όπου σα σκέπαζεν από τη μέση και κάτου τ' άρματα, εφαίνονταν και τ'
+άρματα κ' εφαίνονταν κι αυτός.
+
+Από τ' αλόγου του το τρεχιό κυματίζονταν ο δουλαμάς κι άφινε να λάμπη
+'ς τα στήθια του χρυσή η αλυσσίδα του βασιλικού παρασήμου του κ' ένας
+διαμαντοκολλημένος σταυρός, οπού φαίνονταν σαν να τον φύλαε 'ς τον
+κόρφο του δίπλα γκόλφι με βαθύτατη ευλάβεια. Με τον κυματισμό του
+δουλαμά πρόβαλαν 'ς το φως και τα μεγάλα κίτρινα ποδήματά του.
+Δαμισκί σπαθί κρέμονταν με χρυσά λουριά από τη ζώνη του κατά το
+ζέρβιο πλευρό και πίσω από το γόνατό του κρύβονταν το κρανένιο
+απελατίκι του. Κι' απάνου 'ς όλ' αυτά, η λαμπράδα των ομματιών του
+και του κορμιού του η λεβεντιά έδειχναν ότ' ήτον 'ς την καρδιά δράκος
+τούτος και λιοντάρι 'ς τη δύναμη. Αρχοντιά κι ωμορφιά και στόλος 'ς
+το ανάστημα του όλο. Με το ζερβό χέρι βάσταε τα χαλινάρια τ' αλόγου
+και με το δεξιό την μακρυά λάντζα, είδος κονταριού με σιδερένιο στόκο
+'ς την κορφή και με μικρό κόκκινο φλάμπουρο με τον αητό το δικέφαλο
+μέσ' τη μέση.
+
+Τ' άλογό του ήτον μαύρο και κατά το μέτωπο μοναχά λίγο μπάλλιο,
+ντυμένο κι' αυτό με χρυσάργυρη σέλλα και με φαντά φάλαρα. Είχε
+περήφανα σηκωμένο κατ' απάνω το κεφάλι του κ' η πλούσια και
+γιαλιστερή χιούτη του χύνονταν σα κύμα τρικυμιστή 'ς τα στήθη του
+αναβάτη. Σπιθοβολούσαν τα μεγάλα τα μάτια του κι' άφριζαν τα διάπλατα
+τα ρουθούνια κ' εσπαρτάριζαν, ωσάν νάχυναν κατά πέρα χλημίντρισμα
+ηχερό. Ελύγαε σαν την οχιά το κορμί του κ' εσήκωνε τη μαλλιαρή ουρά
+πίσω, όπ' έπεφτε ανεμισμένη κι' αστραφτερή, σαν καταρράχτης
+λαγκαδιάς, μέσα σε σκοταδερή νύχτα, οπ' αναλάμπει 'ς την αριάν
+αστροφεγγιά. Τα πόδια του τ' ανεμόφτερα δεν επατούσαν ολότελα γη, κ'
+ελαμποκοπούσαν και τα τέσσερ' ασημοπέταλά του.
+
+Κι' αποκάτου έφερνε την επιγραφή της φράγκικα χαραγμένη και πλουμερή,
+οπώδειχνε τ' όνομα του παλληκαρά καβαλάρη και τον τόπο οπού ιστορήθη,
+την ξακουσμένη Φλωρέντια.
+
+Οι γέροι κ' οι αρβανίτες, που την τηρούσαν καταπλακωμένοι, δεν
+εγνώριζαν να ξεδιαλέξουν τα φράγκικα και πλουμερά γράμματα της
+επιγραφής, κ' έπασχαν από τη μορφή κι από τ' άρματα του καβαλάρη να
+τον πεικάσουν. Κι' άλλος τον έλεγε Άι Γιώργη κι άλλος Άι Δημήτρη,
+άλλος αρχαίον έλληνα κι' άλλος στρατιώτη παλιό της Φραγκιάς και της
+Φλάντρας. Αφού διάβασα την επιγραφή της εγώ, την εξανακύτταξα μια
+φορά πάλι καλλύτερα την εικόνα και ρώτησα τον καφετζή τον Αζώηρο, πού
+την είχε βρη. Πριν όμως μ' απολογηθή τούτος, ο Γεροκαλαμένιος, ο
+φίλος μου, έστρεψε κατά πάνω μου τα δυο ματογιάλια του, — σα να μου
+γνώρισε τη φωνή κ' εγύρευε να ιδή αν είμαι ο ίδιος, — και σα με είδε
+κοντά του, γύρισε κατά τους άλλους κ' είπε:
+
+ — Σταθήτε και το δασκαλόπουλο θα μας το δείξη τι φανερών' η εικόνα,
+μωρέ παιδιά. Το γνωρίζω γω, ξέρει πολλά πράματ' αυτό, και θάν' το
+ξηγήση.
+
+Εχαμογέλασα με τ' αγαθά λόγια του γέρου, γλυκοκυτάζοντάς τον, κ'
+είπα:
+
+ — Δεν τον γνωρίζετε το βασιλιά μας;
+
+ — . . . . . . .
+
+Βουβαμάρα χύθηκε για λίγην ώρα 'ςτή μέση μας με τα λόγια μου αυτά,
+και μ' ολάνοιχτα γλέφαρα και με σφιγμένα χείλη, κατάματα μ' εκύτταζαν
+όλοι, σα νάθελαν με τη δύναμη της ματιάς των να ξεθάψουν από τα
+φυλλοκάρδια μου το μυστικό τ' όνομα του βασιλιά τούτου. Και σα δεν
+έκρενα εγώ ακόμα, άρχεψαν να ξανατηράν την εικόνα αυτοί και να λεν:
+
+ — Ο Γεώργιος; οι γερόντοι.
+
+ — Σουλτάνι; (ο Σουλτάνος;) οι αρβανίτες.
+
+ — Τι Γεώργιος και τι Σουλτάνος μου λέτε ... Ο βασιλιάς των
+Ηπειρωτών είνε τούτος.
+
+Οι αρβανίτες ούτε μίλησαν τότες. Εμούδιασαν κ' οι γερόντοι. Κι' αυτός
+ο Ζώης ο Αζώηρος, ο καφετζής, οπ' ούτε αυτός είξερε τι αξετίμητον
+εικόνα είχενε τόσα χρόνια μέσα 'ς το σπίτι του. Μοναχά ο
+Γεροκαλαμένιος γύρισε πάλι κατ' εμένα τα ματογιάλια του και μ'
+ερώτησε αγάλια αγάλια:
+
+ — Ο Πύρρος, παιδί μου;
+
+ — Μπύρο' μώρ' μπύρρ'. Χλαλόησαν παρευτύς τα στόματα των
+αρβανιτάδων.
+
+Δεν επρόφτακα ν' αποσώσω τ' όνομα, μωρές παιδιά, κι αστραποβόλησαν με
+μιας όλων τα μάτια ολόγυρα και χώρια των αρβανιτάδων όπου χούμησαν
+απανωτοί κ' εσκέπασαν την εικόνα με χίλια φιλήματα.
+
+Οι γέροι δεν εμίλησαν τότες. Είχαν καρφώσει γερά τα μάτια τους απάνω
+'ςτήν εικόνα κι ο λογισμός τους ποιος ξέρει σε τι καιρούς και σε τι
+τόπους αρμένιζε. Μοναχά οι αρβανιτάδες εσυντυχιώνταν κ' έλεγαν ο ένας
+τ' αλλουνού με τη γλώσσα τους:
+
+ — Μωρέ Σκέντο ιχούμπουρ! (Ωρέ Σκέντο χαντακωμένε!) Νάτος ο βασιλιάς
+των αρβανιτάδων. Τήρα, ωρέ καψαρέ, βασιλιά πούχαμεν μια βολά οι
+δύστυχοι.
+
+ — Για βιστό κουρμ για βιστό τριμρί! (Για τήρα κορμί, για τήρα
+λεβεντιά!) Τήρα ευγενική σάρκα, τήρα μορφή βασιλικιά, τήρα μάτι
+αετού, τήρα μέτωπο σαν κορφοβούνι που χαράζει απάνω του η μέρα!
+
+ — Τήρα άρματα κι άλογο και φορεσιά;
+
+ — Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο, άιντε μωρ' ινγκιούαρ μπρετ ισκηπετάρβε!
+(Άιντε ωρέ Σκεντέρμπεη, άιντε ωρέ ξακουσμένε αρβανιτοβασιλιά!) Δε θα
+ν' αναστηθής μια βολά πάλε και δε θα να μας κράξης με το τρανό και
+περήφανο εκείνο διαλάλημά σου: «Σα ρον Σκεντερμπέο, σκηπετάρ νουκ το
+τεμπένεν κουρ σκλαβ τε τιέρβε!» (Όσο ζάει ο Σκεντέρμπεης, οι
+αρβανίτες δε θα να καταντήσουν ποτές σκλάβοι των άλλων!) Κι' αλήθια,
+ωρέ μπύρρο μ'. Αν δεν απέθνησκες δε θα να πέφταμεν κ' εμείς, δε θα να
+σερνόμασταν, ωρέ μαύρε μου Λιούλιο, κλαρίτες και παλιοδραγάτες σήμερα
+'ςτά ντερβένια του κόσμου, δίχως ψωμί, δίχως καλύβι, με μισήν κάπα
+απάνου μας και με μισό τσαρούχι.
+
+Μαζί με τα λόγια του Τζαφέρη σταματάει κ' η πέννα μου εδώ, γιατ'
+αναγιόμωσαν δάκρυα τα μάτια του δόλιου αρβανίτη. Ο Σκέντος, ο
+Λιούλιος κ' οι άλλοι οι συντρόφοι τους αναδάκρυσαν παρόμοια κι αυτοί
+κ' εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα
+κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες. Α! τη σκηνή
+εκείνη δε θα την λησμονήσω ποτέ στη ζωή μου, καθώς και την άλλη οπ'
+ακολούθησεν ύστερα.
+
+Ο καφετζής ο Αζώηρος μας είπεν ότι στα καλά χρόνια του τού την είχε
+πωλήσει την εικόνα ένας μπέης γείτονάς του, οπώφευγε από τα Γιάννινα
+κ' εξέκαμε τα σωθέματα του σεραγιού του. Ελέγονταν Ζεϊνέλμπεης
+τούτος, κ' η γεννιά του κρατούσε, καθώς γνώριζεν από τους παλιούς
+του, από τη μέσα την Αρβανιτιά, από την Κρόγια. Τι τάχα παράξενο να
+ήταν κι αγγόνι του Καστριώτη ο μπέης τούτος;
+
+Κ' ύστερα, ο Γεροκαλαμένιος μας έβαλε αραδαριά ολόγυρά του κι
+αρχίνησε να μας μονολογάη για τον Καστριώτη.
+
+ — Άιντε, μωρέ πλιάκ' ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Για σου, ωρέ γέρο
+ντελή, που τα ξέρεις όλα). Του φώναζαν κάθε τόσο οι αρβανίτες.
+
+Κι' ο Γερακαλαμένιος μας αράδιεζε κομμάτια από τα πολλά του
+Σκεντέρμπεη. Μας έλεγε:
+
+ — Πριν γεννηθή ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά, η μάνα του, βασίλισσα
+της Αρβανιτιάς, ωνειρεύτηκε πως θα ν' αποχτούσε θεριό ανήμερο κι
+ανυπόταχτο. Και σα γεννήθηκε, από τα μικρά χρόνια παιγνίδια του ήτανε
+τ' άρματα. Οι δασκάλοι του, που τον μάθαιναν γράμματα και βασιλικό
+φέρσιμο κι ανδρειότη, τον εσυνήθιζαν ταχτικά 'ςτά κυνήγια και τον
+έθρεφαν βολές βολές με καρδιές αρκουδιού και με πνεμμόνια από καπρί.
+Όντας πήρε ανάστημα και λεβεντιά και κορμί κι αγέρα, κ' επρόβαλε
+παλληκαράς κι αντρειωμένος κ' έμαθε πως αγριοδάμαλο του λόγγου έπεφτε
+κ' εχάλαε της αδερφής του τα κτήματα κι οπούχε σκοτώσει όσους είχαν
+πάει κατά πάνω του, καβαλικεύει τ' αχώριστο τ' άλογό του, το μπάλλιο,
+κι άδραμε· το απάντησε, και με μια σπαθιά μοναχά του κατάκοψε την
+τραχηλιά πέρα ως πέρα και το θανάτωσε. Το ίδιο και μ' ένα καπρί μέσα
+'ςτά ρουμάνια της φραγκιάς, που κυνηγούσαν με της Πούλιας το βασιλιά
+μαζί. Ο φράγκος βασιλιάς σκιάχτηκε κι ανατρόμαξε 'ςτό συναπάντημα του
+θεριού. Ο Σκεντέρμπεης όμως του ρίχτηκε με το δαμασκί του 'ςτό χέρι
+και του χώρισε το κορμί σε δύο κομμάτια.
+
+ — Την πάλλα του την φυλάν 'ςτήν Πόλι μαζί με τους άλλους θησαυρούς
+των Σουλτάνων, καθώς μώλεγε ο μπέης μου· είπε ο Σκέντος. Λένε, μα το
+Θεό, πως και το μάλαγμά της μοναχά γιαίνει αρρώστιες και δείχνει
+θάμματα.
+
+ — Ο Σουλτάν Μουχαμέτης, ο Ασβιούκ όπως τον έλεγαν, ξανάρχισε ο
+Γεροκαλαμένιος, που τον πολεμούσε, ακούγοντας πολλά για το σπαθί του,
+έστειλε σ' αυτόν άνθρωπό του και του το γύρεψε να το ιδή από
+περιέργια. Ο Σκεντέρμπεης το 'στειλε μετά χαράς, κι ο Σουλτάνος
+επρόσταξε τους πλέον αντρειωμένους του να το δοκιμάσουν. Μα πού να
+κάνη όσα έκανε το σπαθί 'ςτά χέρια του αφεντικού του. Ο Σουλτάνος
+γυρίζοντας το πίσω του μήνυσε τούτα. «Τέτοια και καλύτερα σπαθιά έχω
+κ' εγώ μέσα στ' ασκέρια μου αμέτρητα και δεν επίστεψα πως μ' ένα
+τέτοιο και συ κατορθώνεις τα όσ' ακούω και δοκιμάζω θάμματά σου».
+
+ — Ο Σκεντέρμπεης τότες μπροστά 'ςτά μάτια του αποστολάτορα του
+Μουχαμέτη κάλεσε να του φέρουν έν' άλογο, χούφτιασε το σπαθί κι αφού
+τ' ανέμισε και το 'παιξε λίγο, το κατέβασε σαν αστραπή 'στό λαιμό του
+ζώου και το χώρισε με μιας. Και του είπε του αποστολάτορα: «Σύρε τώρα
+και ειπέ του Σουλτάνου σου, πως αν είχε μπροστά του το απλό κι'
+ασήμαντο τούτο σπαθί, δεν είχεν όμως εκεί και το χέρι μου».
+
+ — Άιντε μωρ' πλιάκ' ιντεμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Άιντε, ωρέ γέρο
+ντελή, που τα ξέρεις εσύ όλα). Εφώναζαν αδιάκοπα 'ς το μολογημό του
+οι αρβανίτες, και τον χάιδευαν 'ς τον ώμο, κ' εσέρνονταν κοντύτερα 'ς
+το πλευρό του. Κι' ο γέρος εξακολουθούσε.
+
+ — Με δυο Σουλτάνους ολόβολους επολέμησε ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά
+μου, κ' έσφαξε αυτός ο ίδιος με το σπαθί του 'ς τα εικοστρία χρόνια
+που πολεμούσε πλιότερους από δύο χιλιάδες νομάτους, μοναχά αυτός.
+Είχεν ολόγυρά του πότε δεκαπέντε και πότε είκοσι χιλιάδες
+παλληκαράκια αρβανιτόπουλα, κ' ενίκαε πάντα κ' εσκόρπαε κάθε βολά
+στρατέμματ' ακέρια από εκατό και διακόσες χιλιάδες οχτρούς. Είχε
+καταντήσει το σκιάχτρο κ' η φοβέρα των Σουλτάνων. Είχε βρη απόγωνο κι
+ίσκιο αποκάτου από την πάλλα του η χριστιανοσύνη. Κι' αν τον
+εβαήθαγε, μωρέ παιδιά, κ' η αναθεματισμέν' η Φραγκιά, εγώ σας το λέω
+πώς μέσ' την Πόλη μια μέρα θα να 'μπαινε και θα να 'σταινε μέσ' τ'
+Ατ-μεϊν-ταν το περήφανο φλάμπουρό του, μέσ' εκεί που σήμερ' ανεμίζουν
+τα τούγια και λάμπουν τα μισοφέγγαρα. . . . Τι με τηράτε με τέτοια
+παραξενιά; Ο ίδιος ο Σουλτάνος ο Μουχαμέτης το είπε, πώς αν ο
+Σκεντέρμπεης ήθελεν έχει ανώτερη δύναμη, δίχως άλλο όλον τον κόσμο
+ήθελε βάλει αποκάτου από το φλάμπουρό του!
+
+ — Άιντε, μωρέ πλιάκ' ιντερμπούαρ! (Για σου, ωρέ γέρο ντελή!)
+εφώναξαν πάλι οι αρβανίτες.
+
+ — Όλ' αυτά ακουστά τάχω, μωρέ παιδιά μου, πως τα λεν τα χαρτιά και
+τα στόματα των παλιών. Ακουρμαστήτε και τούτο που ο ίδιος με τα μάτια
+μου το διάβασα. Μια βολά ο φράγκος πρίγκηπας του Ταράντου, ύστερ' από
+καλό πετσόκομμα πώφαε από το στρατό του Σκεντέρμπεη, τώστειλε ένα
+πικρό γράμμα για εκδίκηση ο ανεύγενος, που του κατηγορούσε τη γενιά
+του Σκεντέρμπεη και που παρώμοιαζε τους αρβανίτες του με κοπάδι χαζά
+κι ασυλλόγιστα πρόβατα. . . .
+
+ — Του κι τέμενε, του κι τέμενε, παλιοφρέγκ μουρντάρ! (Τη μάνα σου,
+παλιόφραγκε μουρντάρη!) Έβρισαν μέσ' τη μέση του λόγου του
+Γεροκαλαμένιου οι αρβανιτάδες.
+
+ — Μα να ιδήτε τι τ' απαντάει κι ο Σκεντέρμπεης. «Εγώ ο
+Σκεντέρμπεης, του γράφει, βασιλιάς της Αρβανιτιάς, σ' εσένα τον
+πρίγκηπα του Ταράντου. Κατηγοράς πολύ βαριά κι άσχημα τους ανθρώπους
+μου και παρομοιάζεις τ' ασκέρι μου με χαζά πρόβατα. Τα έργατά μας σου
+έδειξαν την αξιάδα μας και την παλληκαριά μας. Κι' αν θέλης να ξέρης
+πλιότερα για την γεννιά και για το σόι μας, μάθε το, ότι κρατιούμαστε
+από τους παλιούς Ηπειρώτες, μέσ' από κείνους πώσυρε μια βολά ο
+βασιλιάς Πύρρος μαζί του και σας επάτησε όλον τον τόπο, όπως εμείς
+τες προάλλες, όπου σας πήραμαν αληθινά σαν κοπάδι από τραγιά μπροστά
+και σας εσαλαγήσαμαν ως τα σπίτια σας, χωρίς να σας δούμε ολότελα τη
+μορφή, παρά μοναχά τες πλάτες σας εκτός απ' εκείνους που πιάκαμαν από
+σας σκλάβους.
+
+ — Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο τρίμ'! (Άιντε, ωρέ Σκεντέρμπεη
+παλληκαρά!) Φώναξαν οι αρβανίτες.
+
+«Άιντε, μωρ' πλιάκ' ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ! (Για σου, ωρέ γέρο
+ντελή, που τα ξέρεις εσύ όλα!)
+
+Και πέρασαν ένας ένας και φίλησαν αραδαριά το Γεροκαλαμένιο 'ςτ'
+ασπρόμαλλο κεφάλι, λέγοντάς του μ' εγκαρδιακό πόνο και με τρυφερό
+καϋμό, που τον έδειχναν ολοφάνερα τα βουρκωμένα μάτια κ' η χαρούμενη
+μορφή τους:
+
+ — Γιέμε βλέζερ, μωρέ πλιακ, λέτε γιέμε νγκα ντου μπέσ', — ε λένε
+θόνε τσε ντούαν γκόλιλιτε βρομέψουρα τα χασ μεβέ. (Είμεστε αδέρφια,
+ωρέ γέρο, ας είμεστε από δυο πίστες, — κι ας λεν ό,τι θέλουν τα
+μαγαρισμένα τα στόματα των οχτρών μας).
+
+
+
+ΣΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ
+
+
+
+Μόλις εβγάλαμε τον ανήφορα του Διποτάμου κ' εκονέψαμε 'ςτές Δυο
+Εκκλησιές.
+
+Μας είχε πάρει το μεσημέρι.
+
+Φωτιάν έχυνε ο ουρανός από πάνου μας. Ο ήλιος εζάριζε. Αύγουστος
+μήνας. Βάχτι καλοκαίρι. Της ποταμιάς η πνοή δεν έφταν' εδώ. Και τ'
+αέρι που κατέβαζαν τα βουνά, άναφτε 'ςτήν πετρίλα που πέρναε και μας
+έπνιγε τον ανασασμό. Και δε δύνονταν να μας δροσερέψουν ούτε η
+πρασινάδα του αριού λόγγου που διαβαίναμε, ούτε της ρεμματιάς το
+τρεχάμενο λιγοστό νερό. Μαραμένες από το λιοπύρι και ξεδροσισμένες
+εκρέμονταν από τα πουρνάρια η αγράμπελες, παρόμοιες με την κόρη του
+Θεόκριτου ύστερ' από το κρυφό πλάγιασμά της με το ερωτεμένο το
+βοσκόπουλο. Και 'ςτά λουμάκια οι ζιζικάδες εσυγκρατούσαν τ' ατέλειωτο
+και μονότονο τραγούδι τους. Τα πουλάκια της ερημιάς δεν ακουγόταν.
+Πετούσαν από κλαρί σε κλαρί με ξανοιγμένα τα στόματα από την κάψα,
+ζητώντας δροσιά, βουβά κι άλαλα, με την αγωνία ζωγραφισμένη 'στά
+μικρά ζωηρά ματάκια τους. Η γαλατσίδα, η σχοιναριά και το χαμοκέρασο
+ανάδιναν βαριά σύσμιχτη μυρουδιά, θερμασμέν' από την αχτίδα. Και μας
+εζάλιζε η αντιλιάδα που βάριε 'ςτά πετρώματα κ' έπεφτε σα χεριά
+πύρινη 'ςτά κουρασμένα μάτια μας.
+
+Ξεφόρτωναν 'ςτόν ίσκιο οι αγωγιάτες. Τέσσερες αγωγιάτες, ψηλοί
+βλάχοι, με τες άσπρες μάλλινες φορεσιές, με ξουρισμένους τους
+σβέρκους και τους τσαμπάδες κοντούς αρβανίτικους. Ο Χίτας ο Πολιάνος,
+ο Γιάννης ο Αρβανίτης, ο Γάκης ο Γκιτρίμης κι ο Ντούλας ο
+Μπαρμπούτας. Εξέσφιξαν τες ίγγλες, έδεσαν τα προκόβια 'ςτά σαμάρια,
+έβγαλαν τα καπίστρια, πεδίκλωσαν κι' απόλυκαν τα δεκατρία μουλάρια
+τους να βοσκήσουν 'ςτά ξηραμένα χορτάρια της πλαγιάς απόπερ' από το
+ρέμμα. Εγιοματίσαμε. Ήτον η σαρακοστή του Δεκαπενταύγουστου κ'
+εφάγαμε ξερό ψωμί μ' ελιές και με ξύδι 'ς ένα πινάκι ξύλινο πώφερνε
+μαζί του ο Γάκης ο Γκιτρίμης.
+
+Ύστερα ο Χίτας ο Πολιάνος πήγε να φέρη κρυόνερο με το βουτσέλι από
+μια βρύση κρυφή τον ανήφορο, χωμένη μέσα 'ςτά σχοίνα, που μοναχά οι
+αγωγιάτες κ' οι πιστικοί την ηξέρουν. Ο Γιάννης ο Αρβανίτης κατέβηκε
+'ςτήν ποταμιά για να κλέψη σταφύλια από τα λιγοστά αφύλαγ' αμπέλια
+των Παλιοχωρίτων.
+
+Γήραμε να πάρουμε και λίγον ύπνο.
+
+Ένας από τους αγωγιάτες πήγε κοντά 'ςτά πράμματα για να μη πηδήσουν
+δώθε από το ρέμμα και μπουν μέσα 'ςτά καλαμπόκια και κάμουν ζημιά. Τα
+λίγα χωράφια των Παλιοχωρίτων, χωρισμένα με ξερολίθι και βασταγμένα
+με τοίχους απάνου 'ςτές κατωφέριες και 'ςτούς βράχους, ήταν σπαρμένα
+με καλαμπόκι. Ξερκά όμως, δίχως νερό τα καϋμένα τα σπαρτά,
+μπροστέλευαν εδώ κ' εκεί ανάριες τες λυγνές καλαμιές τους με τ'
+αχαμνά στάχια, κ' έγερναν καταμεριά τες μαραμένες τους φούντες
+λυπητερά, σαν κεφάλια παραπονεμένων ραγιάδων.
+
+Εγώ έπιακα έναν παχύν ίσκιο βαλανιδιάς, σιμά σε παλιόν ξερότοιχο
+χωραφιού, έστρωσα της καβάλας μου τη φλοκωτή βελέντζα καταγής 'ςτ'
+απάτητα ξηρόχορτα, έβαλα προσκέφαλο το δισάκκι μου το τράγιο, και
+χωρίς να βγάλω ούτε φόρεμα ούτε τσαρούχια, ξαπλώθηκα τ' ανάσκελα
+σκεπασμένος μ' ένα λαφρό κοντοπάνι. Όσο να με πάρη ο ύπνος, έρριχνα
+τα μάτια μου 'ςτά ντυμένα βουνά του Δρύσκου και του Βασταβετσιού
+αντίπερα, όπου τα σκέπαζε μια αγανή καταχνιά γαλάζια, άκουα τους
+εύθυμους τραγουδιστάδες του καλοκαιριού, τους ζιζικάδες, παρέβαλλα
+τους ήχους όπ' έρχονταν από τα πέντε τσοκάνια των μουλαριών, κ'
+εκύτταζα μια κόκκινη πλουμιστή πασχαλίτσα, που κολλημένη απάνου 'ς
+ένα κίτρινο αγριολούλουδο, πούχε ανθίσει ανάμεσα 'ςτά χορτάρια και
+'ςτά περιπλοκάδια του παλιού τοίχου, βύζανε το γλυκό χυμό του. Μου
+θύμησε το ζαχάρωμα που απολάβει κανένας κολλημένος 'ςτά κόκκινα και
+φλογερά χείλη της κορασιάς. Και με τη θύμηση αυτή την κατάγλυκια,
+αποκοιμήθηκα.
+
+Όταν μ' εξύπνησαν για να κινήσουμε, είδα που ξέβγαιναν από τες ζόρκες
+κορφές του Σπανού, απάνου, μεγάλα μαυριδερά σύγνεφα μ' άσπρες ράχες,
+ωσάν κύματα αφρισμένα. Εχρυσώνονταν κ' εγιάλιζαν τα μπροστινά
+ασπράδια τους από τον ήλιο και πίσω πίσω η μαυρίλα τους πρόβαινε
+φοβερή.
+
+Φόρτωσαν οι αγωγιάτες.
+
+Πρώτα έκαμαν τες καβάλες μας κ' ύστερα τα φορτιά. Εγώ μοναχά κι ο
+ξάδερφος μου ήμεσταν καβάλες. Τ' άλλα τα πράμματα τάχαν φορτωμένα με
+μαλλιά δικά τους και ξένα οι αγωγιάτες.
+
+Σαν αποφόρτωσαν και ξεκινήσαμε γνοιάστηκε ο Πολιάνος τα σύγνεφα κ'
+είπε:
+
+ — Βροχή θα μας πάρη.
+
+ — Σύγνεφο είνε και θα διαβή, απολογήθηκε ο Αρβανίτης.
+
+ — Γκέσ' γκέσ'! ρούσ' ρούσ'!
+
+Φώναξε ο Γκιτρίμης 'στές δυο μούλες, τη γκέσα και τη ρούσα, πούχαμ'
+εγώ κι ο ξάδερφός μου κι οπού τραβούσαν μπροστά. Κ' η γλήγορες
+μούλες, μόλις άκουσαν τη σαλαγή τ' αγωγιάτη, έσφιξαν την περπατησιά
+τους και μας μάκρεναν από το καρβάνι. Τους μπήκαμε κ' εμείς ύστερα με
+τα συρτάρια του καπιστριού 'ςτά καπούλια και με τες φτέρνες μας 'ςτά
+λαγγόνια κ' έστρωσαν 'ςτόν ανήφορα της βρύσης του Ζαβογιάννη το πλιο
+γλήγορο και πλιο καμαρωμένο ραβάνι τους. Εμείς στη βρύση του
+Ζαβογιάννη κι αυτοί 'ςτόν Πλάτανο της ρεμματιάς. Αυτοί 'ςτή βρύση του
+Ζαβογιάννη κι εμείς 'ςτού Τρίκκα. Μια τουφεκιά τόπον αλάργα.
+
+Μέσ' του Τρίκκα, τα σύγνεφα μας σκέπασαν τον ήλιο και βαθιά αχολόγησε
+μια βροντή.
+
+Όσο μας δρόσισαν τα σύγνεφα που μας ίσκιωσαν από το λιοπύρι, τόσο μας
+φόβισε η βροντή. Σηκώθηκε κι' έν ανεμόχολο δυνατό ξάφνου, που τύλιξε
+μεσουρανής τον κορνιαχτό κ' επάσχιζε να ξερριζώση τα δέντρα. Σκόρπαε
+τα ξηρά φύλλα τους και του βουνού τα στεγνά τσάχαλα, τα παράδερνε εδώ
+κι' εκεί 'ςτό χάος του αθέρα και τ' άρριχνεν ύστερα ολόβολα μίλια
+μακριά από τη γη που τα σήκωσε κι από τα κλαράκια που τα 'κοψε'. Σαν
+επέρασε μια στιγμή τ' ανεμόχολο, έλαμψε λίγο ο ήλιος 'ςτά λόγγα του
+Σκλούπου πέρα, και κατόπι δεν τον ξανάειδαμε ως την άλλη αυγή. Κατόπι
+ξανάλθε τ' ανεμόχολο με χοντρές στάλες βροχής, και της βροντής οι
+αντίλαλοι μας εσίμωναν. Ως που τ' ανάριο ανεμόβροχο έγεινε πυκνότατο
+κι ως που τ' αστροπελέκια τ' ουρανού έσκαγαν κατακεφαλής μας.
+
+Τότε σα νάνοιξαν αποπάνου μας καταρράχτες αρίφνητοι.
+
+Μας έζωσε η μπόρα στενά στενά ολόγυρα, μας έδερνε το νεροπόντι
+αλύπητα, μας έσπρωχνε ο άνεμος, μας φλώμοναν τα μάτια η αναλαμπές των
+αστραπών όπ' έσχιζαν τα σύγνεφα από χίλιες μεριές κι οπού γιόμοζαν
+τον αέρα με τη βαριά μυρουδιά της θιάφης, και μας ξεκώφεναν οι
+βρόντοι και τα ρεκάσματα κ' οι βρουχισμοί του ανήμερου αστραποπέλεκα,
+που πήδαε φλογερός και θανατοφόρος από κορφοβούνι σε κορφοβούνι κι
+από λογγιά σε λογγιά, κυνηγώντας τον Πειρασμό.
+
+Τρικυμός μέγας. Γαζέπι απάντεχο.
+
+Ο ξάδερφος μου ερχόταν παραπίσω. Στες κοδέλες του δασωμένου ανήφορα
+του Τρίκκα τον έχασα, μέσα 'ςτά κοκρόνια, 'ςτές πουρναρότουφες και
+'ςτή θολούρα.
+
+Ξεπέζεψα γλήγορα να πάρω απάνω μου την καπότα. Τραβώντας την όμως
+έγειρε η καβάλα μου, κι ούτε ανάκαρα είχα, ούτε ο συρμυτός μ' άφινε
+να την ανασηκώσω. Ξάφνου πελάγωσε ο δρόμος μου και κατάθολο ορμητικό
+ρέμμα νερού μου πόντιασε τα καλαμοπόδαρα ως τα γόνατα. Σύνωρα η
+μαυρίλα με κυκλώνει πηχτότερη, η βροχή πέφτει πλιο πυκνή και πλιο
+δαρτή και 'ςτό πλάη μου ο κεραυνός εμπουμπούνιζε τρανταχτά κι άγρια
+τον αθέρα κ' εφώτιζεν υπέρλαμπρα τη σκοτεινάδα, ως πώμεινα πολλήν ώρα
+ολότρομος με κλεισμέν' από την θαμπάδα τα μάτια. Τότε το φόρτωμα του
+μουλαριού μ' έφυγε από την αγκαλιά που το βάσταγα πάσχοντας να τ'
+ανασηκώσω, και κύλισε 'ςτά ποδάρια μου μέσ' το νερό το θολωμένο.
+
+Όταν εγύρισ' από το χωριό, με μέρες, είδα παράμερα του δρόμου εδώ
+έναν ξέρακα ουρανογείτονα περιγδαρμένον από τη φλούδα κι από τα
+κλωνάρια του. Ήτον ο έλατος ο τρανός, πούχε κάψει τ' αστραποπέλεκο
+δίπλα μου τώρα.
+
+Τώρα η καπότα μου έγεινε δυσκολόβρετη. Την είχε αποκάτω του το
+πεσμένο σαμάρι του μουλαριού. Τα χρειάστηκα τώρα. Έπλεγαν 'ςτό νερό
+τα ποδάρια μου, μ' έπνιγε βροχή αποπάνου, μώμπαινε από την τραχηλιά
+μέσα κατάσαρκα η σταλαματιά της, μου μούσκεσε τα σκουτιά, μου
+πόντιαζε το κορμί κ' έπεφτε κάτου, 'ςτά λαγαρά και 'ςτά σκέλια.
+Βόηθαε κι ο άνεμος. Μου ξάνοιγε τα φορέματα κ' εύρισκε η βροχή καιρό
+και τόπο να με προυχάη όπου της βόλειε. Άρχισα να τρεμουλιάζω από το
+κρύο που με σήκωνε. Μ' εφόβιζε κ' η θεομηνία. Μ' έσκιαζαν και τα
+κλαριά γύρα που μώμοιαζαν 'ςτή μεγάλη μου παραζάλη, 'ςτή φοβερή
+μαυρίλα και 'ςτο άναμμα του τρικυμού, με κακούς ανθρώπους, με
+φαντάσματα, μ' ίσκιους. Φώναξα του ξαδερφού μου. Ούτ' εγώ δεν
+αγροίκησα τη φωνή μου. Τόσο ήτον αδύνατη μέσ' τη μέση της μανισμένης
+χλαλοής του τρικυμού και 'ςτήν ταραχή των κατεβασμένων λαγκαδιών.
+
+Το καϋμένο το ζώο μου, ολόγυμνο, με κρεμασμένο το σαμάρι από τη
+ζερβιά του μεριά, τώπνιγε η βροχή. Εγιάλιζε μουσκεμμένη η τρίχα του
+κ' έσταζε το νερό από τ' αυτιά τα κατεβασμένα, από τα ρουθούνια τα
+χαρβαλωμένα, από την κοντή χύτη, από την μακριάν ουρά, από την
+κοιλιά, απ' ολούθε. Μ' ετήραε παραπονετικά με τα μάτια του τα μεγάλα,
+σα να μου ζητούσε βοήθεια. Γιατί πάσχιζε να γυρίση τα πισινά του κατά
+το συρμητό της βροχής και δε δύνονταν, καρφωμένο εκεί 'ςτόν τόπο, από
+το πεσμένο σαμάρι, που ολοένα το καταπλάκωναν οι άμμοι και τα χαλίκια
+που παρέσερνε η σούδα του δρόμου. Το λυπιόμουν το μαύρο πλιότερο κι
+από τον εαυτό μου. Φοβόμουν να μην κάμη 'ςτά μάτια. Αλλά ποια βοήθεια
+μπορούσα να του προσφέρω και δεν του την πρόσφερα;
+
+Εφώναξα πάλι του ξαδερφού μου. Εφώναξα έναν ένα κατ' όνομα τους
+αγωγιάτες. Τα μπουμπουνίσματα τ' ουρανού μ' αποκρινόνταν κ' οι
+βρουχισμοί του ανέμου.
+
+Το μουλάρι, σα νάνοιωσε τους φόβους μου, άρχισε να φυσομανάη δυνατά
+με τα διάπλατα ρουθούνια του, ν' ανασηκώνη τ' αυτιά του και να χύνη
+χλημιντρίσματα δυνατά κατά εκεί που γύριζα εγώ το πρόσωπό μου
+φωνάζοντας. Τώρα μώδινε αυτό το καϋμένο βοήθεια. Όμως ούτε η φωνές
+μου ούτε τα χλημιντρίσματά του μας έφερναν απάντηση ανθρωπινή, μέσ'
+τη νεροποντή που μας έπνιγε.
+
+Μπορούσα να φύγω εγώ και να γυρίσω 'ςτού Τρίκκα μοναχός μου. Μα τότε
+τι θα γενότουν το δόλιο μουλάρι.
+
+Ξάφνου φωτάει μια ιδέα το σκοτεινιασμένο λογισμό μου, παρόμοια με την
+αστραπή που φώταε ολόγυρά μου τη σκοτεινιασμένη πλάση. Σπρώχνω μ' όλο
+το ζόρι μου και ρίχνω τη μούλα καταγής δίπλα, απάνου 'ςτό πεσμένο
+σαμάρι της. Ψάχνω εκεί και βρίσκω εύκολα τα λουριά της μάλλινης
+ίγγλας της, τα λύνω και την ξαλαφρόνω από το σαμάρι. Ύστερα την
+ετράβηξ' από το καπίστρι κ' εσηκώθηκε ορθή. Όταν σηκώθηκε ορθή έρευαν
+ποτάμι τα νερά από πάνου της, σαν είχε βουτηχθή 'ςτό βηρό μέσα. Έτσι
+την έσυρ' από το καπίστρι, κι' αφίνοντας εκεί το σαμάρι της με τη
+καβάλα μου ολόβολη, κολυμπημένα 'ςτό νερό μέσα, γύρισα μαζύ με τη
+μούλα το κατήφορο 'ςτό χάνι του Τρίκκα.
+
+Το χάνι ήτον κλεισμένο. Έλειπε 'ςτό χωριό του ο Παλιοχωρίτης χανζής.
+Στου κατωγιού του την πόρτα στέκονταν 'ς ένα παραστάτη ριζωμένος ο
+ξάδερφός μου, ζυφτάρι καμωμένος από τη βροχή. Η μούλα του δε μπόρεσε
+να βαστάξη 'ςτό συρμητό. Κόλωσε με μιας πίσω. Θέλησε τούτος με τα
+χτυπήματα να τη βάλη μπροστά. Κι αυτή, μέσ' το πείσμα της, πέταξε δυο
+τρεις κλοτσιές με τα πισινά της, τον έρριξε τ' απίστομα 'ςτό σιάδι,
+κ' έφυγε μοναχή της τον κατήφορο κ' εχώθηκε 'ςτά κλαριά του λόγγου
+μέσα.
+
+Όλη την επίλοιπη βροχή εκεί την εφάγαμε, ολόρθοι 'ςτήν πόρτα του
+κατωγιού, με τον ξάδερφό μου.
+
+Ύστερα, σα πήρε ν' ανασταλάζη, φάνηκαν κ' οι αγωγιάτες. Πρόφτακαν
+αυτοί κ' έπιακαν τα μεγάλα κλαριά του λόγγου.
+
+Ο Πολιάνος πήγε να βρη τη χαμένη μούλα του, που καβαλίκευε ο ξάδερφός
+μου, ο Γκιτρίμης πήρε τον ανήφορο να ξεθάψη από την αρίνα την καβάλα
+μου, ο Μπαρμπούτας ετσόλιαζε τα φορτωμένα πράμματα, κι ο Γιάννης ο
+Αρβανίτης σκαρφάλωσε από χαρακιά σε χαρακιά του τοίχου με τα ζόρκα
+ποδάρια του 'ςτό παραθύρι του χανιού, τάνοιξε μ' ένα γερό γρόθο,
+πήδησε μέσα και μας άνοιξε από μέσα την πόρτα.
+
+Η καλή μας τύχη πούχε καν κοντοπούρναρα ξηρά το χάνι μέσα. Τους
+βάλαμε φωτιά και κάμαμε μια τζόρα για να στεγνώσουμε. Απόξω,
+ανασταλάζοντας ο ουρανός, σουρούπωσε. Άστοχα από τη σκοτεινάδα της
+μπόρας βρεθήκαμε 'ςτόν ίσκιο της νύχτας που πρόβαινε αγαλιγάλι. Τον
+ήλιο δεν τον ξανάειδαμε ως την αυγή. Να ξενυχτίσουμε 'ςτό χάνι δεν
+ειμπορούσαμε, γιατί τα πράμματα ήθελαν θροφή και 'ςτό χάνι θροφή δεν
+ήτον.
+
+ — Απάνου 'ς του μοναστηριού τα σιάδια θα βγούνε νάβρουμε βοσκή,
+λέει ο Πολιάνος.
+
+Βγήκαμε και 'ςτού μοναστηριού τα σιάδια με το σουρούπωμα. Εδώ μας
+εύρηκε κ' η νύχτα. Κονέψαμε. Στα κράκουρα κατάψηλα. Στην κορφή τ'
+ανήφορα. Είχαμε μπροστά τα Χαλάσματα. Ο Γάκης ο Γκιτρίμης έλεγε να
+περάσουμε αποβραδύς και τα Χαλάσματα, για να μη βρούμε το δρόμο
+χαλασμένο την αυγή. Μα νύχτα πάλι πώς να περάσουμε τα Χαλάσματα, που
+κινδυνεύαμε χωρίς άλλο να χαθούμε; Ύστερα ο Γιάννης ο Ρόκας από το
+χωριό κι ο Δήμος ο Αλοίμονος από το Παλιοχώρι, πούχαν πάρει τη χρονιά
+εκείνη το δρόμο, θάβγαιναν την άλλη μέρα με τους αργάτες και με τα
+σύνεργά τους και θα τον έφτιαναν.
+
+ — Έτσι θα κάνουμε τρεις μέρες ως το χωριό, λέει ο Γκιτρίμης.
+
+ — Κ' εκεί πού να χαθούμε τέτοιαν ώρα 'ςτά Χαλάσματα ολότελα; Τον
+ρωτάει ο Μπαρμπούτας.
+
+Όλ' εύραμε καλύτερα τα λόγια του Μπαρμπούτα κ' έτσι μείναμ' εδώ, 'ςτά
+Χαλάσματα. Ξεφόρτωσαν οι αγωγιάτες κι άπλωσαν 'ςτά θεόρατα κοτρώνια,
+περίγυρα της χορταριασμένης πλαγιάς, τα τσόλια των μουλαριών τους με
+τα δικά μας τα διπλάρια και τες καπότες. Κατόπι κουβάλησαν κάτι
+χοντρά κούτσουρα που κατέβασαν ως εκεί τα ξερολάγκαδα από τες ράχες.
+Τέτοιαν πύρα δεν ξανάειδα ποτές άλλη φορά.
+
+Ξέκοψε σιγά σιγά η βροχή.
+
+Τα σύγνεφα τραβήχτηκαν ένα έν' από τον ουρανό και ξαστέρωσε το
+απέραντο χάος του. Το σκοτάδι που μας περίφραξε ήτον βαθύτατο. Το
+κρύο τ' απόβροχου αψύ. Έλαμπαν συμπυκνωμένα τ' αστέρια αποπάνου μας
+γλυκύτατα, σα να ζητούσαν να μερέψουν χαϊδευτικά με τα θεϊκά φιλήματά
+τους το καταπονεμένο μας από τη θολούρα κορμί. Η ασημένια αχτίδα ενού
+μεγάλου και λαμπερώτατου, πούχε προβάλει κατά την Τσούμα του Δράκου
+τ' αψήλου, έπεφτε ως τα φυλλοκάρδια μου και τα γλύκαινε και τα
+βαλσάμωνε. Η νύχτα ήτον σιωπηλότατη. Μόνον ο καταρράχτης της
+σιμοτινής λαγκαδιάς θορυβούσε τα σκότη. Φυφύριζαν τα βρεμμένα ξύλα
+της πύρας μας κ' η απλωτερή λάμψη της έβαφε με το πορφύρινο χρώμα της
+τα κοτρώνια και τες όψες μας, που καθόμασταν αραδαριά σταυροπόδι
+ολόγυρά της.
+
+ — Τι χάση κόσμου που ήτον αυτή! Λέει ο Μαρμπούτας, αναγυρίζοντας τα
+σύδαυλα της φωτιάς.
+
+ — Τέτοια νεροποντή ποτέ δε με μετάχε βρη, λέει ο Πολιάνος.
+
+ — Ουδ' εγώ τη θυμάμαι, είπε κι ο Γιάννης ο Αρβανίτης.
+
+Δεν ηξέρω αν ακόμα τη θυμούνται οι αγωγιάτες μου, όμως εγώ δε θα τηνε
+ξεχάσω ποτέ, μου φαίνεται, γιατ' ακριβά τήνε πλέρωσ' αργότερα μ'
+αρρώστια τρίμηνη 'ςτό στρώμα.
+
+Απόδειπνα άρχεψαν άλλες κουβέντες οι αγωγιάτες.
+
+Είπαν τα χωριανικά πρώτα. Πιάνονταν τότε οι χωριανοί για τες βοσκές
+απάνου, για τα βουνά, κ' είχαν χωριστή σε δύο μερίδες, 'ςτούς
+καποτορραφτάδες, οπού δεν έχουν πρόβατα κι οπού γύρευαν πλερωμή για
+τα βοσκοτόπια του Γαλαρόκαμπου, και 'ςτούς προβατάρηδες οπούθελαν να
+βόσκουν τα κοπάδια τους ανέξοδα 'ςτά βουνά. Κ' είχαν έρθη σε μεγάλους
+καυγάδες η δυο τούτες μερίδες αναμεταξύ τους. Αρματώνονταν από τη μια
+κι από την άλλη μεριά. Έπιαναν έτσι σαν οχτροί τα βοσκοτόπια απάνου.
+Λημέριαζαν, ξενύχτιζαν εκεί όλο το καλοκαίρι. Εκείνοι εχυμούσαν με
+χουγιακτά και με ποδοβολή κ' έβγαζαν τα κοπάδια από τα βοσκοτόπια.
+Τούτοι πάλι πετιώνταν από τα ριζιμιά που παραφύλαγαν το ζωντανό βιο
+τους κ' έπαιρναν ομπροστά σαν τραγιά τους κυνηγητάδες. Κ' έτσι καμμιά
+βολά έρχονταν και 'ςτά χέρια και κάπου κάπου και 'ςτ' άρματα, κ'
+έπαιζε ξύλο κι άνοιγαν λαβωματιές. Κακοπάθαιναν και τα μαύρα τα
+πρόβατα.
+
+Αυτά ξανάλεγαν οι αγωγιάτες. Κ' έπαιρναν όλο το δίκιο με το μεράδι
+τους αυτοί, γιατ' ήταν από τη φάρα των τσελιγκάδων.
+
+Ύστερα είπαν για τους νέους μουχτάριδες πού θα νάβγαζαν τη χρονιά
+εκείνη. Δυο βγάζ' η φάρα τους, και συζητούσαν ποιους θα προτιμούσαν.
+Κι' ανάφερναν ονόματα, Γάκης Σούλτης, Λάμπης Γκιτρίμης, Κώστας Μάκης,
+Μήτρος Νίκας.
+
+Κατόπι πέσαν 'ςτών χειμαδιών το ζήτημα. Πού θα να ξεχείμαζαν φέτο,
+'ςτής Άρτας ή 'ςτής Πρέβεζας τον κάμπο. Κι αράδιαζαν ονομασίες
+χειμαδιών, Κάμπος, Μαμτσαούση, Γρεμενίτσα, Λούρος, Λάμαρη,
+Τρανταφυλλιά, Φραξίλα, Παλιουρόφορο, Παλιόκαστρο, Πούντα.
+
+Εγώ, ακούγοντας, αναγύριζα τη φωτιά κι αποστέγνωνα ολοένα όσα σκουτιά
+του κορμιού μου δεν είχα προφτάσει να στεγνώσω 'ςτό χάνι του Τρίκκα.
+
+Ξάφνου γροικάμε να ροβολάν από τον ανήφορο 'ςτούς χαλιάδες ποδοβολητά
+και κουδουνισμοί κοπαδιού.
+
+ — Κύπρους έχουν, γιδερά είνε. Πετιέται και λέει ο Γκιτρίμης.
+
+Κι' αληθινά. Σε λίγο πέρασαν από κοντά μας καμμιά πενηνταριά γίδια
+πηδώντας τον κατήφορο.
+
+ — Γουαί, γουαί! φίου! . . . Ακούστηκε και του γιδάρη η στριγγιά
+σαλαγή και το ψηλό σούρισμα, και χέρι χέρι νάτος μας πρόβαλε ξαφνικά
+μπροστά.
+
+ — Καλμέρα σας.
+
+Μας χαιρέτισε ορθός με την αγκλίτσα 'στο χέρι και με την τραβατσίκα
+'ςτόν ώμο.
+
+ — Τον ανάποδό σου το χρόνο, στραβόξυλο του διατάνου, του λέει ο
+Αρβανίτης. Μέρα για μεσάνυχτα είνε τώρα, ωρέ χαντακωμένε; Τι την κακή
+σ' καλημερνάς;
+
+ — Μ' τι να ειπώ ντε; Είπε ο γιδάρης, κυτάζοντας τον Αρβανίτη με
+βλακίστικο γέλοιο.
+
+ — Για σας, ώρα καλή, μ' τι, καλμέρα αδά;
+
+ — Άσ' τον άνθρωπο να καλημερνάει γι' αύριο, λέει ο Πολιάνος.
+
+ — Ε, για σας δα, ώρα καλή, ξαναγελάει βλακίστικα ο πιστικός.
+
+ — Πούθ΄ είσαι ωρέ; τον ρωτάει ο Αρβανίτης.
+
+ — Απ' το Παλιοχώρι.
+
+ — Πώς σε λεν;
+
+ — Μπάρτζο.
+
+Μπάρτζους λεν τους τράγους πώχουν τα μούτρα παρδαλά, ασπρόμαυρα.
+Παρόμοιος ήταν 'στό πρόσωπο κι ο γιδάρης τούτος. Παιδί ακόμα,
+παλληκαράς, κ' είχε τα κοντά του μαλλιά μεριές άσπρα και μεριές
+μαύρα. Παρασήμαδος άνθρωπος. Το πηγούνι του μακρύ, απόλαε το κατήφορο
+μυτερό τραχιό γένειο, μόλις ίδρωναν τα μουστάκια του, σπανός θα να
+γένονταν, η μύτη του γερακάτη, υπερβολικά καμαρωτή, έγγιζε με την
+άκρα της τ' απάνω αχείλι κ' έδινε στην όψη του μορφή μπούτσικου
+τράγου. Τα μαύρα και μεγάλα του μάτια, που γιάλιζαν σα σβυσμένα
+κάρβουνα μέσα στες κόχες τους, ήταν γιομάτα βαρβατίλα, άλλης ειδής
+μάτια, και τα φρύδια του τάχε γυρμέν' ανάποδα κατ' απάνω, σαν των
+νεράιδων που λεν τα παραμύθια. Σωστός τράγος ο αβάσκαγος. Όλα του
+κορμιού του και της όψης τα σημάδια με τράγο τον παρώμοιαζαν. Ο
+Γεροθεόκριτος, αν ήτον, θα τον παρώμοιαζε με τον Πάνα. Ο Αρβανίτης ο
+Γιάννης, σαν τον ανατράνισε από την κορφή ως τα πόδια, του λέει:
+
+— Ωρέ, να μη λάθεψε και σ' έπιακε με κάναν τράγο η μάνα σου στη
+στάνη;
+
+Ο πιστικός εγέλασε πάλι βλακίστικα χωρίς να ειπή λόγο.
+
+ — Είνε μεγάλο το χωριό σου ωρέ; Του κάνει πάλι ο Αρβανίτης.
+
+ — Κασαμπάς, σαν τα Γιάννινα.
+
+ — Όχι δα, λάθεψες, σαν την Πόλη ήθελες να πης, του λέει γελιώντας ο
+Πολιάνος.
+
+ — Ε, σαν την Πόλη, ντε κ' εγώ.
+
+ — Έχς πάει εσύ στα Γιάννινα;
+
+ — Όχι.
+
+ — Τότενες πού τα ξερς;
+
+ — Όπως τα γλέπω από τη ράχη. Έτσ' είνε κι αυτά μέσα στο λόγγο
+χωμένα, σαν το χωριό μ'. Έχουν και μια λούτσα στν' άκρη. Εκεί
+ποτίζουν τα πράμματά τσ' αυτοίνοι; Για, μαλλιά τράω κ' χετε
+φορτωμένα. Άιντε άιντε ωρέ, τι τσελιγκάδες θα νάν' εκεί; Μα τσ' φτάν'
+εκείν' δα η τοσούλα η μικρή η λούτσα για να ποτίζουν τα κοπάδια τσ';
+Κι' όλο 'ςτόν κάμπο αυτοίν,' κάθουνται; Δε βγαίνουν στο βνο μπιτ και
+μπιτ; Ζάνε τα πρόβατά τσ' και το καλοκαίρ' στον κάμπο;
+
+Ο Αρβανίτης, που τον εκύτταζε και τόρα με ολάνοιχτα τα μάτια για τα
+παράξενα λόγια του, δε φτούρησε πλια και του φώναξε με ειρωνικό
+χαμόγελο.
+
+ — Τι κουτοκουβεντιάζεις, ωρ' αγριόγιδο; . . .
+
+Δεν πρόφτακε να πη άλλο, κ' εμείς όλοι σκάσαμε τα γέλοια δυνατά.
+Τούτο τον πείραξε το γιδοβοσκό, κοκκίνησε 'ςτό πρόσωπο από ντροπή,
+δεν ξαναγέλασε, μας κύτταξε αραδαριά όλους γοργά γοργά και λέγοντας:
+
+ — Ωρέ, σεις με περιγελάτε! έκαμε τρεχάλα τον κατήφορο πηδώντας σαν
+το κατσίκι.
+
+Τότες αχολόγησαν τα σιάδια από χαχάγελα, κι' ο Γιάννης ο Αρβανίτης
+σούριζε δυνατά με τα δυο δάχτυλά του καταπίσω του γιδοβοσκού πώφευγε,
+και του ρέκαζε σαν τραγί:
+
+ — Μπε κε κε κε κε! τσαπ, τσαπ!
+
+ — Ου, το ζωντόβολο! φώναξε ο Πολιάνος.
+
+ — Ωρέ είμεστε κ' εμείς εκεί 'πάνου, μα τούτος είνε μπιτ για το
+διάτανο, άμ' ντιπ αγρίμ', ωρ' αδερφέ;
+
+Κ' ύστερ' από μιαν ώρα ακόμα θυμούμασταν τη μορφή και τα λόγια του
+Μπάρτζου και γελάγαμε.
+
+ — Γιατί παραξενεύεστε; λέει ο Γκιτρίμης, πόσ' είνε τέτοι' εδ'
+απάν'!
+
+ — Μπορεί νάνε, μα όχι τόσο σαν τούτον λέει ο Αρβανίτης.
+
+ — Και χειρότερ' ακόμα, ξαναλέει ο Γκιτρίμης. Πού να ιδήτε τον Κώστα
+Θόδωρο, εδώ δα, στην Ποσβάλα! Εγώ δεν τον είδα, μα όπως μου
+μολόγησαν. Είν' ενενήντα χρονών άνθρωπος. Αφ' όντας μικρό παιδί πήρε
+τον τρουβά και τη γκλίτσα στο χέρι του και πάει στα πρόβατα, δεν
+ξαναγύρισε στο χωριό. Ξέμαθε ολότελ' από το χωριό τώρα. Άλλοι του παν
+το ψωμί, άλλοι του παν την αλλαξιά· όλο στα βουνά του αυτός, στα
+κλαριά, στους ίσκους. Το χειμώνα κατεβαίνει στα χειμαδιά της Λάμαρης.
+Πού να ζυγώσ' εκεί στο χωριό! Ούτε κι από γυναίκα ξέρει ακόμα. Μια
+βολά πέρναε απόξω από τα Γιάννινα κατηφορώντας στα χειμαδιά. Ο
+χωριανός του ο Καράλης τώγεινε κολτσίδα για να τον πάρη μια ψύχα στα
+Γιάννινα. Ο Κώστα Θόδωρος δεν το κουνούσε από το κοπάδι. Στον πάτο
+τον κατάφερε ο Καράλης. Ακούτε ή όχι; Ο Κώστα Θόδωρος καρτέρειε να
+ιδή στα Γιάννινα στρούγγες κι αυτός και μαντριά. Για τσελιγγάτο τάχε
+πάρει στο νου του κι αυτός. Μήνα ρώτησε καμμιά βολά για να μάθη; Τι
+τον έννοιαζε για να ρωτήση; Κ' ύστερα, σα γέροντας, έλεγε πως τα
+ξέρει όλα, αφού ήξερε κι ορμήνευε τους μικρότερους για τη τσομπάνικη
+ζωή· και να ρωτήση τώρα τους μικρότερους για τα Γιάννινα, του
+'ρχόνταν ντροπή, ήτον περήφανος. Κ' έτσι τάπλασε αυτός στο λογισμό
+του σα μεγάλο τσελιγκάτο. Σα μπήκε στα Γιάννινα κ' είδε τα ψηλά
+εκείνα τα σπίτι με τα πολλά παραθύρια, τους δρόμους, τα μπεζεστένια,
+το παζάρι, τα μαγαζιά, τα κάστρα, τα σαράγια, τον κόσμο, την κίνηση,
+μαθημένος αυτός από τα χαμηλά του γρέκια από τη συντροφιά του
+κοπαδιού κι από την ερημιά του βουνού και του χειμαδιού, έμεινε
+ολόρθος, κ' έχασκε σαν αλλαλιασμένος. Κ' ύστερα πώφυγε, τύναξε στο
+κουμέρκι τον κορνιαχτό από τα βοϊδοτσάρουχά του, πήρε κ' ένα λιθάρι
+κ' έρριξε πίσω του, και του λέει του Καράλη: «Πίσω μου είσε, διάτανε!
+αμ' που μ' έφερες εδώ, ωρέ κουμπάρε; πάντεχα που ήμουν πεσμένος μέσα
+στην κόλαση; Ακόμα βουίζουν τ' αυτιά μ' απ' την αχλαλουή των
+κολασμένων. Μπα, π' να τους κάψ' η αστραπή ντε. Μ' τι ήταν τούτ' ωρέ
+Καράλ'! Σα διατάν' μώμοιαζαν όλοι ντυμέν' έτσι. Σαν εκείνους π' γλέπω
+τ' Λαμπρή 'στν ' Αγιά-Παρασκευή 'στν εκκλησιά, πώχουν ζουγραφσμέν'
+την κόλασ'. Κ' εκείν' οι δρόμ', κ' εκείνα τα σπίτια; Μπα, θε μ',
+φύλαξέ με!» Κ' έκαμε το σταυρό του ο άνθρωπος. «Μωρέ πώς ζαν έτσ'
+απανουτοί, πώς παίρνουν αέρα!» Έλεγε. Ο Καράλης γέλαε, τι νάκανε.
+Τώρ' αν το ρωτήσης τον Κώστα Θόδωρο για τα Γιάννινα: «Φεύγα, γιε μ',
+θα σου πη, από δαύτα, μη μπης εκεί μέσα τι θα πεθάν'ς. Μια ψύχα μπήκα
+'γω μέσα μια βολά όλ' όλ' 'ςτή ζωή μ' και πήγε να μ' πιαστή η ανάσα.
+Φεύγ' από δαύτα μακριά. Βνο και πάλε βνο. Στάν' και πάλε στάν'».
+
+—_Κ' εγώ το 'χω ακουστά για τον Κώστα Θόδωρο, λέει ο Πολιάνος.
+
+ — Να σας μολογήσω 'γώ άλλο ένα.
+
+Λέει ο Μπαρμπούτας. Και μας μολόγησε για τους δώδεκα τσελιγκάδες,
+πούχαν τα δεκατρία σαμσιά (τσιμπούκια), «βέργ' αγιό, μαμέ παφίλ λουλέ
+βοϊδοκέ» (βέργ' απ' αγιόκλημα, μαμέν από πάφιλα και λουλέν από
+βοϊδοκέρατο). Που πήγαν μια φορά στην εκκλησιά και πήραν το διάκο για
+τράγο, τ' άγιο βήμα για τσαγκαδομάντρα, τους ψαλμούς για τραγούδια,
+το θυμιατό για σιδεροσφεντόνα και τα κλωνιά του λιβανιού για
+γιδοκακαράντζες. Πώχασαν μέσα το Γώγο, σα σκώθηκαν να φύγουν, κ'
+έμπηξαν τες φωνές για να τον βρουν. Πώκαμαν το Γώγο παπά, πούξερε το
+«πάτερ ημών» μοναχά όλο όλο, που λειτούργαε για εκκλησιά στο μανδρί
+μέσα, και μοίραζε για μεταλαβιά ξυνόγαλο στην κολοκύθα. Που δεν
+ήξεραν πότε πέφτ' η Λαμπρή και λογάριαζαν με χαράκια στες γκλίτσες
+και με γιδοκακαράντζες για να το βρουν. Πούρθε ο Γεροκουδούνας
+ύστερα, ο θρήσκος, που πήγαινε ταχτικά κάθε χρονιά μια βολά στην
+εκκλησιά, κ' ήξερεν όλα τα εκκλησιαστικά και τους είπε πως ανάμεσα
+από Σαββάτο και Δευτέρα πέφτ' η Λαμπρή.
+
+Κι' άλλα τέτοια μας είπε ο Μπαρμπούτας.
+
+Ως που με δείλιασε η φωτιά εμένα, και τυλιγμένος σε μια καπότα
+αποκοιμήθηκα στο χέρι.
+
+Με τα γλυκοχαράμματα διαβήκαμε τα Χαλάσματα. Κάπου κάπου βρήκαμε
+χαλασμένον το δρόμο. Ο τόπος εδώ είνε όλος σάπιο χώμα, δίχως βράχο
+ολότελα. Κι' όποτε βρέχει ξεκόβονται μπλάνες μπλάνες τα χώματα και
+ρεύουν στο χάο κάτου. Παρασέρνονται τότε και δρόμος και κλαριά, ό,τι
+τύχει απάνου τους. Βλέπαμε την αυγή απ' αντίπερα το πανόραμα τούτο,
+που μας το σκέπασε ο ήλιος κατόπι με τους αχνούς πώβγαλαν, από τη
+νώπη του τόπου, η καυτερές του αχτίνες.
+
+
+
+ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙ
+ΤΟΥ ΓΕΡΟΚΑΛΑΜΕΝΙΟΥ
+
+
+
+Στα Γιάννινα, σε μιαν ακρινή γειτονιά, ζούσε τώρα και λίγα χρόνια ο
+Γεροκαλαμένιος εννενηντάρης και μεγαλύτερος, παλιό κόκκαλο. Ύστερ'
+από τον πεθαμό του, ανάμεσα στες παλιές φυλλάδες, που μπόρεσα για να
+ιδώ, βρήκα το _Σημειωματάρι_ του τούτο:
+
+_1811, Αυγούστου 21_, μέρα Σαββάτο. Κλείσθηκε ο Αλή-πασας στο Κάστρο
+και στες 24 μέρα Τετράδη έβαλαν φωτιά στα Γιάννινα και τάκαψαν. Την
+Πέφτη το πουρνό στες 25 του μηνός βρεθήκαμαν δίχως σπίτια, δίχως
+τίποτας. Όποιος πρόφταινε και γλύτωνε τίποτας, γλύτωσε. Οι άλλοι
+μείναμαν ζάρκοι κ' έρμοι. Χαιρετίζοντας τότε για πάντα με δάκρυα τα
+καϋμένα τα Γιάννινα, πήραμαν τα βουνά. Άλλοι πήγαν κατά τα Κούρεντα
+κ' άλλοι κατά τα Ζαγόρια. Εμείς καμμιά εκατονπενηνταριά φαμήλιες
+πήγαμαν στο Μέτσοβο και στα χωριά του, περάσαμαν πέντε χρόνια ακέρια
+κακά κι ανάποδα. Στες 5 Τρυητή του 1826 γυρίσαμαν πάλι στα Γιάννινα.
+
+_1827 Μαϊού 22_. Ήρθε στα Γιάννινα ο γιος του Ρούμελη Βαλεσή Ιμήν
+Πασάς έχοντας μαζί του και το Σουλεϊμάν-μπέη κεχαγιά της Κόνιτσας. Το
+ερχόμενο Σάββατο ήρθε το χαμπέρι, ότι παραδόθηκε η Αθήνα. Ο Μάης όλος
+ήταν βροχερός. Το παζάρι είνε γιομάτο από σκλάβους του Μεσολογγιού
+που τους έφεραν τ' ασκέρια του Βαλή και τους πωλούν σα πρόβατα στο
+ικάντο στους αρχόντους και μπέηδες Τούρκους Γιαννιώτες.
+
+_1830, Απριλίου 21_. Χαλασμός κόσμου σήμερ' από βροχή. Ύστερ' απ'
+αυτήν έρριξε χαλάζι δυνατό που κάθε σπιρί του ζύγιαζε δέκα δράμια κ΄
+έκαμε μεγάλες καταστροφές.
+
+_1830, Τρυητή πρώτη_. Απέθανεν ο εν Κυρίω μακάριος Βενέδικτος
+δεσπότης του Γιαννίνου. Τον ίδιον καιρό διορίστηκε κι ο γιος του Βαλή
+Ρεσίτ ο Ιμήν-πασάς Βαλής στα Γιάννινα.
+
+_1831, Άι-Ταξιάρχη 18_, μέρα Τετράδη. Εφώναξε το Δεσπότη ο Κεχαγιά-
+μπέης και τον πρόσταξε να βγάλη όξω από το σπίτι τη φαμιλιά του
+Δημήτρη Μωραΐτη. Έστειλε και τον Περιστεράς Άγιον και το Σπύρο Γκούμα
+κ' έναν άνθρωπό του και του πήραν όλο το βιο κι αυτόν με τη φαμηλιά
+του τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κανένας δεν ήξερε την
+αιτία.
+
+_1832_, Όλο το Θερτή και τον Αλωνάρη και τον Αύγουστο δεν έβρεζε
+στάλα. Γι' αυτό στέρφεψαν και τα πηγάδια των Γιαννίνων όλα κι ο
+κόσμος όλος πίνει από το νερό της λίμνης.
+
+_1832, Τρυητή 20_. Επειδή τα Γιάννινα δεν είχαν ακόμα Κισλά, τ'
+ασκέρια στέλνουνταν από τον Πασά κονάκια στα σπίτια των Χριστιανών
+και των Οβραίων. Ένας μπίμπασης κάθονταν σ' ένα σπίτι σιμά από το
+σπίτι του κυρ Αναστάση Γοργόλη. Ο μπίμπασης είδε μια μέρα τες δύο
+ώμορφες τσιούπρες του κυρ Γοργόλη κ' εκολάστηκε· κύτταξε με κάθε
+τρόπο να τες απατήση. Μα σαν του εστάθη αδύνατο τι συλλογίστηκε· να
+φέρη μπροστά στον Αχμέτ-αγά κεχαγιά δυο φανατικούς Τούρκους να πουν
+πως άκουσαν αυτοί με τ' αυτιά τους τες δυο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη
+να λεν πώς θέλουν να γίνουν Τούρκισσες. Ο Κεχαγιάς έστειλε ίσια να
+φέρουν τες τσιούπρες στο μιντζιλίσι. Οι δημογέροντοι και η αρχοντιά
+των Γιαννίνων σαν τώμαθαν, κατάλαβαν το τι έτρεχε κ' ίσια πήγαν και
+πήραν κρυφά τες τσιούπρες από το πατρικό τους σπίτι και τες πήγαν στη
+Μητρόπολη. Όμως ο Μεχμέτ αγάς, άνθρωπος φανατικός κι αυτός και
+σκύλινος, άμα τώμαθε αυτό σηκώθηκε ο ίδιος μια νύχτα και πήγε στη
+Μητρόπολη με δυο ταμπόρια ασκέρι· μπήκε στους οντάδες του Δεσπότη,
+τον εφοβέριξε, τον έβρισε και πρόσταξε τ' ασκέρι του να πάρουν τες
+δυο τσιούπρες και να τες παν σε Τούρκικο σπίτι. Τι να ιδής τότες. Δυο
+ώμορφες και τρυφερές αρχοντοπούλες να σέρνωνται άσπλαχνα από τα
+μαλλιά κι από τα χρυσά μανίκια τους με κλάμματα και με μεγάλους
+σκουσμούς. Εταράχτηκαν όλα τα Γιάννινα εκείνη τη νύχτα. Όλοι είμασταν
+στο ποδάρι, μα κανένας δεν έκρινε για να μη γένη διπλό και τρίδιπλο
+το κακό. Τες συνοδέψαμαν μοναχά, έτσι αμίλητοι, ως στο σπίτι που τες
+έκλεισαν. Αύριο οι χριστιανοί συνάχτηκαν στη Μητρόπολη κ' είπαν να
+παν όλοι μαζί στο σαράι να πέσουν στα ποδάρια του Κεχαγιά (γιατί ο
+Ιμήν πασάς έλειπε στα Μπιτώλια) να ζητήσουν τες τσιούπρες λέγοντας,
+ότι ψέμματα είπαν οι Τούρκοι του μπίμπαση. Μα αντίς δίκιο εκεί ηύραν
+βρισιές και δαρμούς. Δεν έφτακε κι αυτό μοναχά· ο Κεχαγιάς τους
+κατηγόρησε στον Ιμίν πασά στα Μπιτώλια πως οι χριστιανοί των
+Γιαννίνων επαναστάτησαν και χύθηκαν σα λύκοι απάνω του. Ο Ιμίν πασάς
+αφορμή γύρευε· και στέλνει διαταγή να κάμουν σουργούνι πέντε
+αρχόντους των Γιαννίνων, τον κυρ Δημητράκη Αθανασίου, τον κυρ
+Νικολάκη Τζίνη και τον κυρ Σπύρο Γγκούμα στα Μπιτώλια, το κυρ Δημήτρη
+Δρόσο και τον κυρ Γιαννάκη Νάγιου στο Πρεμέτι, και πρόσταξε να
+ξετάζουν τες δύο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη στο Δεφδερδάραγά του που
+έστελνε εξεπιτούτου στα Γιάννινα. Φώναξαν τότες στο σπίτι του κυρ
+Αλέξη τες τσιούπρες και τες ξέταξε ο Δεφδερδάραγας του Ιμήν πασά αν
+ήθελαν αλήθεια να γίνουν Τούρκισσες ή όχι. Κ' επειδής με τόσα
+ταξίματα και με τόσους φοβερισμούς ούτε λόγο μπόρεσε να τες βγάλη από
+το στόμα για να τουρκέψουν τες έκαμε σουργούνι μαζί με τον πατέρα
+τους στην Άρτα.
+
+_1833, Φλεβάρης μήνας_. Γυρνώντας ο Ιμήν πασάς από τα Μπιτώλια έστησε
+τα τσιγγέλια.
+
+_1834, Αλωνάρη 27_. Του Αγίου Παντελεήμονος έγεινε μεγάλος σεισμός
+που έπεσαν καμπόσα σπίτια, σκοτώθηκαν και δυο άνθρωποι.
+
+_1840, Μάης μήνας_. Γύρισα από τη Βλαχιά πούχα ξενιτευθή για έξ
+χρόνια με το μπάρμπα μου.
+
+_1841, Απρίλη πρώτη_. Εκοιμήθη ο μακαρία τη λήξει γενόμενος Λεόντιος
+δεσπότης, που δεν ήτον Κυριακή και γιορτή που να μη βγάλη λόγο στες
+εκκλησιές μέσα στα Γιάννινα και στα χωριά.
+
+_1841, Απρίλη 15_. Από την πολλή φουρτούνα κι απ' τες αστραπές έπεσε
+το τζαμί του Πασά Καλού στο Κάστρο.
+
+_1853, Οχτώμβρη 3_. Ελειτούργησε στη Μητρόπολη ο Ζαγορίσιος
+Ιωαννίκιος με τέσσερες άλλους δεσποτάδες τον Παραμυθίας, Περιστεράς,
+Ξανθουπόλεως και Ευδοξιάδων καθώς και με τον Έξαρχο και όλους τους
+ηγουμένους και την άλλη μέρα έφυγε για την Πόλη με κάμποσους
+αρχόντους των Γιαννίνων.
+
+_1854, Φλεβαριού 26_. Των Αγίων Θεοδώρων ο καπετάν Θοδωράκης Γρίβας
+στο Κουτσουλιό πολέμησε με τ' ασκέρια του Αβδή πασά από το πρωί ως το
+βράδυ με ολίγα παλληκάρια και με το γιο του το Δημητράκη. Το βράδυ τ'
+ασκέρια φοβήθηκαν μην πλακώσουν και Σουλιώτες και γύρισαν στα
+Γιάννινα και την αυγή ο Γρίβας έφυγε για το Μέτσοβο.
+
+_1855, Φλεβαριού 6_, μέρα Τετράδη. Ήρθε δεσπότης στα Γιάννινα ο
+Παρθενιάς ή Κόκκινος και τον εδεχτήκαμαν όλος ο κόσμος με μεγάλη
+παράταξη από την Αγία Κατερίνα ως τη Μητρόπολη.
+
+_1855, Τρυητή 15_, μέρα Πέφτη. Στες 3 η ώρα έπιασε τρομερή βροχή με
+νερό καταπράσινο, Και στες 5 η ώρα ήρθε το χαμπέρι που νίκησαν η
+σύμμαχες δυνάμεις τη Ρωσία στην Κριμαία και σήκωσαν στο Κάστρο τες
+σημαίες της Τουρκίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Σαρδηνίας. Το
+βράδυ άναψαν φώτα και κανδύλια σ' όλα τα σπίτια και σ' όλο το παζάρι,
+ανέβασαν και καμπάνες στα καμπαναριά του Αγίου Νικολάου, του
+Αρχιμανδριού και της Αγίας Κατερίνας. Αλλά στες δύο της νυκτός με
+προσταγή του Πασά τες κατέβασαν πάλι. Την Παρασκευή ο Δεσπότης μ'
+όλους τους Προξένους έκαμε δοξολογία στη Μητρόπολη.
+
+_1856, Φλεβαριού 22_. Διαβάστηκε στο Σαράι Σουλτανικό φιρμάνι.
+
+_1856, Αυγούστου 3_. Έγεινε δοξολογία για τον Ναπολέοντα.
+
+_1857, Θερτή 11_, μέρα Κυριακή. Όλη τη νύχτα έκαμε μεγάλη θεομηνία.
+Εξεριζώθηκαν πολλά δέντρα κι ανθρώποι κάηκαν από αστροπελέκια. Φόβος
+έπιακε όλα τα Γιάννινα.
+
+_1858, μήνας Γεννάρης_. Από το πολύ κρύο πάγωσε η λίμνη πέρα πέρα.
+
+_1858, Απριλιού 12_. Ήρθαν 30 Κοζάκοι.
+
+_1858, Θερτή 29_, μέρα Κυριακή. Εκκλησιάστηκαν οι Κοζάκοι για πρώτη
+φορά στη Μητρόπολη με μεγάλη παράταξη και με βάρδια στην πόρτα της
+εκκλησιάς.
+
+_1861, Θερτή 18_, μέρα Κυριακή, των Αγίων Πάντων. Εφάνηκε κομήτης
+στον ουρανό και την άλλη μέρα ήρθε χαμπέρι από την Πόλη ότι έγεινε
+Σουλτάνος ο Αβδούλ Αζίζ Χαν.
+
+_1861, Τρυητή 14_. Έγεινε δοξολογία για την αποτυχία της δολοφονίας
+της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας.
+
+_1863, Φλεβαριού 7_. Ένα Οβραιόπουλο, πώκαμε τον πραγματευτή στη
+Ζίτσα, γύρεψε να γένη χριστιανός και έγεινε.
+
+_Οχτώμβρης 27_, μέρα Κυριακή. Έγεινε μεγάλη δοξολογία για την ανάβαση
+στο θρόνο του Γεωργίου Α' βασιλέως των Ελλήνων.
+
+_1864, πρώτη Γενναριού_. Επάγωσε η λίμνη κι οι άνθρωποι περπατούσαν
+στον πάγο της ως το νησί.
+
+_1865. Πρώτη Μαϊού_. Ένα Οβραιόπουλο έγεινε Ρωμιός και το έβγαλαν στ'
+όνομα Γιώργη.
+
+_1866, Μάης μήνας_ κ' έπεσε φοβερό χαλάζι που στρώθηκε σα χιόνι στη
+γης. Έκαμε μεγάλες ζημιές.
+
+_1868_. Εχθροπραξίες αναμεταξύ Ελλάδος και Τουρκιάς. Άναψε ο Κρητικός
+πόλεμος. Κ' εδώ κρυφά κρυφά εστήθηκαν κομητάτα κ' έφερναν τουφέκια
+και μπαρούτες από την Ελλάδα, κ' ετοιμάζονταν για επανάσταση.
+
+_1869_. Το Γεννάρη μήνα έπεσε το χιόνι μέσα στα Γιάννινα μία πήχη.
+Από το κρύο δε μπορούσαν να δουλέψουν ο κόσμος. Το παζάρι κλείστηκε
+όλο.
+
+_1869, Θερτή 10_. Ήρθε δεσπότης ο Σωφρόνιος.
+
+_1869, Θερτή 13_. Εχειροτονήθη επίσκοπος Παραμυθιάς κυρ Άθιμος
+Τσάτσος.
+
+_1869_. Στες 29 Θερτή ημέρα Τρίτη κατά τα ξημερώματα εκάηκαν τα
+Γιάννινα. Τη φωτιά την έβαλαν οι ίδιοι Τούρκοι.
+
+_1870, Απριλίου 19_. Εκάηκαν τα παλάτια τ' Αλή-πασα στο Κάστρο.
+
+_1872_. Τη νύχτα της 24 Γενναριού φάνηκε ο ουρανός σκεπασμένος με ένα
+κόκκινο χρώμα. Οι γραμματισμένοι τώλεγαν Βόρειο Σέλας.
+
+_1872, Απριλίου 15_ την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου οι Οβραίοι έβρισαν
+το Χριστό. Χύθηκαν τότες οι Χριστιανοί κ' έδερναν κ' έσφαζαν κ'
+έριχναν τα σπίτια των Οβραίων. Και τόση ήτον η οργή των Χριστιανών
+που κατέβηκαν όλα τ' ασκέρια και δε μπορούσαν να τους κάμουν καλά.
+
+_1872_. Όλος ο Νοέμβρης ζεστός. Τόσο που φύτρωσαν και καλοκαιρινά
+λουλούδια, μανουσάκια.
+
+_1874, Θερτή 17_. Εφάνηκε κομήτης μέγας.
+
+_1874_. Στες 14 Αυγούστου μαζώχτηκαν όλοι οι Χριστιανοί στη Μητρόπολη
+κ' εγύρευαν να καθαιρέσουν το Σωφρόνιο.
+
+_1875, Αυγούστου 14_. Επανάσταση της Αρζεγοβίνας.
+
+_1875, Τρυητής μήνας_. Η Ελλάδα κ' η Τουρκιά συνάζουν ασκέρια στα
+σύνορα.
+
+_1876_. Έπεσε ο Σουλτάν Αβδούλ-Αζίζ κ' έγεινε Σουλτάνος ο Μουράτ το
+Μάη μήνα, και τον Αύγουστο έδωκε και τούτος την παραίτησή του κι'
+ανέβηκε ο Αβδούλ-Χαμήτ.
+
+_1876_. Στες 15 Αγιαντριά λημούριαξαν οι ρεντίφιδες Αρβανίτες το
+παζάρι των Γιαννίνων και στες 17 κάηκε το Ελληνικό Προξενείο.
+
+_1877 Θερτή 10_. Πέθανε ο αγαθώτατος Χουσνή πασάς. Τον έκλαψαν όλα τα
+Γιάννινα.
+
+_1878, Μάρτη 4_. Έφεραν 120 σκλάβους από την επανάσταση του
+Λυκουρσιού. Τους είχαν ζάρκους και δεμένους με την ελληνική σημαία
+τους μαζί. Τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κ' οι
+χριστιανοί έτρεξαν και σύναξαν απ' όλα τα σπίτια φορέματα και θροφή
+και τους συμπονέθηκαν.
+
+_1878, Μαϊού 5_. Έπεσε στα γεννήματα ακρίδα. Τόση πολλή που όντας
+πετούσε σκοτάδιαζε τον ήλιο. Την ίδια μέρα ήρθε χαμπέρι από τη
+Θεσσαλία, ότι μια γυναίκα απόχτησε τρία παιδιά κολλημένα σ' ένα κορμί
+και τα τρία.
+
+_1878, Οχτώμβρη 30_. Μεγάλη ξέρα, Πείνα τρομερή στα χωριά. Το ψωμί
+πήγε γρόσια 3 την οκά, το κριάς 7 1/2, το βούτυρο 21, το τυρί 10, τ'
+αυγά σαράντα παράδες το ένα.
+
+_1879_. Κατά τον Απρίλη μήνα έγεινε μεγάλη πλημμύρα. Τα νερά έφτακαν
+ως το Νιοχώρι και τα καΐκια πάγαιναν ως το χάνι της Ασφάκας.
+
+_1879_. Η πείνα πήρε ποδάρι. Τ' αλεύρι πήγε γρόσια 4 ως 4 1/2 την
+οκά.
+
+_1880, 7 Γενναριού_, πάγωσε η λίμνη. Και το χιόνι βάσταξε 15 μέρες
+καταγής.
+
+_1880, Φλεβαριού 27, έπεσε η μονέδα της Τουρκιάς. Το μετζίτι από
+γρόσια 23 ήρθε 19.
+
+_1880, Αυγούστου 1_. Ο Κ. Τσακμάκης και Β. Παπα-Κρεμύδας
+κατηγορήθηκαν για επαναστάτες και τους έκαμαν σουργούνι για την Πόλη.
+
+_1881, Απρίλης μήνας_, και έπεσε χιόνι στες κορφές των βουνών.
+
+_1881, Θερτή 24_. Έπιακαν τους νοικοκυραίους Κύρον Κυρούσην, Σ. Π.
+Κολοβόν, Δ. Πλάτονα, Δ. Στατερά και Γ. Καλαντζή και τους έκαμαν
+σουργούνι στον Ταρσανά της Πόλης, γιατί τους κατηγόρησαν για
+επαναστάτες και ότι έβρισαν το Σουλτάνο.
+
+_1881, Αλωνάρη 10_. Ελευθερώθηκε η Θεσσαλία. Η δικές μας ελπίδες
+εσβύστηκαν.
+
+***
+
+Ύστερ' από λίγες μέρες πέθανεν ο Γεροκαλαμένιος με το μαράζι και με
+το παράπονο που δεν είδ' ελεύθερη την πατρίδα του.
+
+
+
+ΤΟ ΣΟΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟ
+
+
+
+Κατέβαινε αγάλια αγάλια κατακόκκινος ο ήλιος στο πέλαγο, πίσω από τα
+παλιά κάστρα και τα πυκνά κυπαρίσσια της Πάργας. Είχεν απ' ώρα
+αποχαιρετήσει τον πλατύ κάμπο του Φαναριού κ' έδινε τώρα τα στερνά
+του γλυκοφιλήματα στες ψηλές κ' ένδοξες κορυφές του Σουλιού. Ξηρές κι
+ολόγυμνες η κορυφές τούτες, δίχως κλαρί, δίχως φυτιά, σαν
+καψαλισμένες από την πολλή μπαρούτη που κάηκε απάνω τους,
+ερροδοβάφοντο, σα να κοκκίνιζαν παρθενικά στα φιλήματα του ερωτεμένου
+ηλιού, σα νάνοιωθαν κάποια ζωή νιότικη μέσα τους, σα νάθελαν να
+δείξουν ότι ποτέ δε γεράζουν τα βουνά ταύτα, ότι χτυπάει μέσα τους
+πάντα λεβέντικη καρδιά κι ανυπόταχτη, και βράζει μέγας θυμός κι
+απάτητος. Και σμιγμένο με το καθάριο, με το γάργαρο του λαμπρού
+ουρανού τ' ώμορφο εκείνο φως της ύστατης αντηλιάδας, τα δυο μαζί,
+παρουσίαζαν ένα είδος φανταστικό φως, μιαν απερίγραφτη λάμψη, πώλεγες
+ότ' είνε το φως τ' αθάνατο κ' η λάμψη η ιερή που περιχύνει η δόξα τα
+ηρωικά τούτα και τιμημένα βουνά.
+
+Ο Λάμπρος Ζάρμπας ακουμπισμένος στο παραθύρι του σπιτιού του την ώρα
+εκείνη, κύτταζε από τον κάμπο του Φαναριού το φωτολουσμένο Σούλι του,
+με μάτια ατάραγα από κει και με λογισμό βυθισμένο σ' απέραντες
+σκέψες.
+
+Ήτον Σουλιώτης ο Λάμπρος Ζάρμπας, από τα χωριά της Λάκκας απάνου.
+Κάθε αλωνάρη μήνα μοναχά, που μάζωνε τα ρύζια του, κατέβαινε κάτου
+στον κάμπο, και το χινόπωρο πάλι πώσπερνε.
+
+Τώρα αλώνιζε.
+
+Το σπίτι του, χτισμένο από τα χρόνια του παπού του, ξηρολίθι απλό,
+δίπατο όμως και κάπως ψηλό, πιάνει τον όχτο του Γλυκύ, μέσ' εκεί που
+κατεβαίνουν απόκρημνα τα πλευρά του Σουλιού και του Τσεκουράτη και
+που πηδάει ακράτητος προς τον κάμπο ο πόταμος, ξεβγαίνοντας από τα
+βαθιά φαράγκια των βουνών που κακοσέρνεται τόσο δρόμο. Λες και φυλάει
+εδώ σαν πολεμικός πύργος, το μοναδικό διάβα της Λάκκας από το μέρος
+του Φαναριού. Βογγάει άγρια στο πλευρό του το θυμωμένο ρέμμα γιομάτο
+αφρούς και φοβέρα, κρέμονται απανουθιό του οι κοκκινόβραχοι του
+γκρεμού σαν ατίναχτ' αστροπελέκια, γύρου το περιζώνουν λίγ'
+αγριοπρίναρα οπ' αρματώνουν τον τραχιόν εκείνο ριζό και κάτου
+απλώνεται ολάνοιχτος ο παχιός και καρπερός κάμπος ως την Πάργα κι ως
+την Παραμυθιά πέρα.
+
+Ο Λάμπρος Ζάρμπας ήτον σαράντα ως σαρανταδυό χρονών άντρας, ψηλός και
+λιγνός, με μάτια αετού, ολόρθο κορμί, μακριά ξανθόμαλλα, μουστάκι
+ψαρό και περήφανα κατ' απάνου στριμένο. Ολοζώντανη σουλιώτικη
+λεβεντιά. Στεφανωμένος με παρόμοια Σουλιώτισσα, φυσικό ήτο ν'
+αποχτήση και γιόν τέτοιο, παλληκαρά.
+
+Την ώρα εκείν' η γυναίκα του είχεν αποκουβαλήσει τα στερνά σακκιά του
+ρυζιού από τον οβορό στο κατώη και πήρε να ποτίση στον ποταμό τ'
+άλογο. Το γιο του τον είχε στείλει από την αυγή στα Γιάννινα με δυο
+φορτώματα ρύζια. Κι' αυτός ανεβασμένος στο σπίτι για να πιή το ρακί
+ύστερ' από τ' ολόβολο μεροδούλι του, ακούμπησε στο παραθύρι για λίγο,
+και κυττάζοντας από κει τα βουνά απάνου ντυμένα με τη βασιλική τους
+πορφύρα, ξεχάστηκε αγάλια αγάλια.
+
+***
+
+Ξάφνου γροικάει στην αυλή φωνή.
+
+ — Μάνα, . . . πούνε ο Λάμπρος;
+
+Ήτον η φωνή του παιδιού του, μισοκομένη φωνή, βγαλμένη απ' τ'
+αλαφιασμένα στήθια.
+
+ — Τ' έπαθες μωρέ Φώτο;
+
+Ακούεται κ' η φωνή της μάνας, οπώδενε τ' άλογο στον ταβλά. Και
+σύνωρα, πατήματα βιαστικά ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του απάνου
+σπιτιού.
+
+Ο Λάμπρος χάνει με μιας όλες τες προτερινές σκέψες του, τραβιέται
+αλλαξοπρόσωπος από το παραθύρι και πάει κατά την πόρτα. Μες το πρώτο
+σκαλοπάτι απαντάει το γιο του ανεβασμένον. Είχε αγριεμένα τα μαλλιά,
+δίχως σκούφια, φλογισμένα τα μάτια, πρόσωπο ιδρωμένο κατάμαυρο από
+τον κορνιαχτό. Και κράταε στα χέρια του ένα τουφέκι μαρτίνι και μιαν
+αρμάθα φουσέκια.
+
+ — Τ' έπαθες, μωρέ Φώτο;
+
+Το ρώτησε κι ο Λάμπρος.
+
+ — Σκότωσα! . . σκότωσα το Μπεϊλούλαγα, Λάμπρο!
+
+Είπε βροντερά κι άφοβα το δεκαοχτώχρονο παλληκάρι, κ' εμπήκε μ' ορμή
+μες το σπίτι. Έρριξ' εδώ καταγής τ' άρματα κ' έπεσε ξάπλα σ' ένα
+προσκέφαλο απάνου σφουγγίζοντας τον ίδρω του. Ο πατέρας κ' η μάνα
+του, αμίλητοι, σα βουβοί, τον ακολούθησαν ως μέσα, κ' εδώ στάθηκαν
+ολόρθοι και τον τηρούσαν μοναχά ξαφνιασμένοι κι αναίσθητοι.
+
+ — Τι με τηράτε; Σκότωσα σας λέω το Μπεϊλούλαγα, σκωθήτε να φύγουμε!
+
+ — Φώναξε πάλι σ' ολίγο ο Φώτος.
+
+ — Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα!
+
+Είπε ο Λάμπρος, πηδώντας από τον τόπο του, σαν τώρα να το πρωτάκουσε,
+σα να μη το 'χε ακούσει από την πόρτα ακόμα. Η μάνα δεν εμίλησε μηδέ
+τώρα, κατέβασε μοναχά τα φρύδια. Ο Λάμπρος κράταε ακόμα το ρώτημά
+του.
+
+ — Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα! Και πώς έκαμες, μπρε παιδί μου;
+
+ — Στη Σκάλα της Παραμυθιάς, μες τον ανήφορο, π' ανέβαινα με τα
+φορτώματά μου, τον ηύρα μπροστά μου το βουρκόλακκα. Πάαινε καβάλα
+στάλογό του για τα Γιάννινα κι αυτός. Είχε πέσ' η κάψα. Είχε γήρει ο
+ήλιος. «Για σου Μπεϊλούλαγα» τον χαιρετάω. «Καλώς το Φώτο», μου λέει.
+«Για που ώρα καλή;» «Για τα Γιάννινα». «Κ' εγώ για τα Γιάννινα
+είμαι». «Ε, μαζί θα λα πάμε, καλή συντροφιά θάμεστε». Ύστερα με
+ρώτησε για τ' εσένα. Κατόπι μου γύρεψε καπνό από το μεσακό χωράφι.
+Τώδωκα καπνό και πααίναμ' έτσι κουβεντιάζοντας το δρόμο δρόμο, αυτός
+μπροστά κ' εγώ παραπίσω. Δεν περπάταγε γλήγορα τ' άλογό του και
+κοντεύαμε να νυχτώσουμε κατάστρατα. «Βάρτο του λέω, αυτό το παλιάλογο
+γιατί μας πήρε η νύχτα». Αυτός θύμωσε γιατί να του πω παλιάλογο το
+ψώφιο του κι αρχινάει να με βρίζη. «Μη βρίζης, αγά, του κάνω, γιατί
+δε σου είπα και κάνα βαρύ λόγο». Εκείνος τίποτα, δε σταμάταε τα
+βρισίδια του. Φούσκωνα τότενες, Λάμπρο. «Τσώπα, μωρέ βρωμόσκυλλε, του
+κρένω, γιατί σου τρώω το κεφάλι». Ο αγάς πιάστηκε από το μαρτίνι του.
+Εγώ άρματα δεν είχ' απάνου μου αλλ' από το σουγιά και τα καληγοσφύρια
+των αλόγων. Χύνουμαι ίσ' απάνου του, τ' αρπάζω το τουφέκι από τα
+χέρια και φωτιά τώχω. Μες το ριζάρτι τον πήρε. Έμπηξε μια δυνατή φωνή
+κ' έγηρε κάτου από τ' άλογο. Του παίρνω τότες και τα φουσεκλίκια κ'
+εκεί που ξεψύχαε γυρίζω και του λέω: «Ε, ωρέ αγά, πάρτα τώρα εσύ και
+τα ρύζια και τ' άλογα κι άει κατά διαόλου». Και τ' απαριάζω όλα
+ουδεκεί στην ερημιά και κάνω μοναχός μου έτσι για τον κατήφορο
+γλήγορος.
+
+ — Και τώρα;
+
+ — Τώρα να σκωθούμε και να φύγουμε. Θα μας γνωρίσουν τ' άλογα και θα
+λα μας πιάκουν.
+
+ — Να φύγουμε! Πού να φύγουμε και πού να πάμε; Τ' ήταν αυτό που μας
+έκαμες, μπρε παιδί μου. Αμ' εγώ δεν έχω τρεις μήνους που βήκ' από τα
+σίδερα και τώρα πάλε για τα μπουτρούμια με ξεκινάς, μωρέ Φώτο;
+
+Κι' ο δόλιος πατέρας έκρυψε στα δυο του χέρια το πρόσωπο σα νάκλαιγε.
+
+Τότες η μάνα τίναξε περήφανα, σαν τη λιόντισσα, το κεφάλι κατ' αυτόν
+και του λέει με καταφρονητικό πικρόγελο.
+
+ — Κλαις, ωρέ χαντακωμένε Λάμπρο, κλαις; Δες είσ' εσύ, πώχεις φάει
+δέκα τούρκους με τα χέρια σου ως τα τώρα, ωρέ Λάμπρο, και γιατί πάει
+κι ο Μπεϊλούλαγας σήμερα κλαις σαν το μικρό παιδί και μαλώνεις το
+Φώτο; Αν μας το σκότωνε το παιδί ο σκύλλαρος, τι θα να γενόμασταν
+εμείς τότες, ωρέ καϋμένε; Άιντε να φύγουμε γλήγορ' απόψε. Ειδεμή
+ξεντύσου τη φουστανέλα κ' έλα να σου δέσω το μαντήλι μου στο κεφάλι,
+να σου βάλω και τα σιγγούνια μου, και κάτσε εσύ εδώ να φυλάξης το
+ρημαδικό μας. Για γυναίκα σου πρέπει εσένα σήμερα κι όχι γι' άντρας.
+Εγώ σηκώνομαι με το Φώτο και φεύγουμε. Για το πού 'νε το Ρωμέικο,
+ουδ' εδώ, στην Άρτα.
+
+Τα λόγι' αυτά τ' αντριωμένα της Βασίλως τον εζεμάτισαν το Λάμπρο, κι
+ανατινάχτηκε αδάκρυτος από τον τόπο του, σα λαβωμένο λάφι.
+
+ — Να φύγουμε, είπε, να φύγουμε. Δεν είν' άλλη προκοπή, δεν είν' άλλο
+σελιαμέτι. Να νυχτώση και να φύγουμε. Τοίμασε, Βασίλω, να φορτώσουμε.
+Ό,τι να φορτώσουμε στο ντουρί και να φύγουμε.
+
+***
+
+Νύχτωσε.
+
+Χαμηλά, τα βάθη του κάμπου τα πλάκωνε μια σκοτεινάδα αριά και κάπου
+κάπου μόλις ξεχώριζαν ανάμεσα στα χωράφια τα σπιτάκια των ζευγάδων
+Σουλιωτών, αλαργεμένα τόν' απ' τ' άλλο. Φιδωτό το ποτάμι στα λιβάδια,
+σέρνονταν προς το πέλαγο σιγαλινά κι αργά πολύ, σαν πεζόδρομος, οπού
+διαβαίνοντας γλήγορος κακοτράχαλα και δυσκολοπάτητα βουνά, πέφτει
+στερνά στον απλωτό κάμπο, όθε ξαγναντίζει το καλύβι του, και
+κοντοκρατάει την περπατησιά του και πάει σιγά σιγά, ξαποσταίνοντας
+και ξιδρώνοντας. Ο ουρανός απάνου γιόμοζε απ' αμέτρητ' αστέρια. Το
+σπίτι του Λάμπρου Ζάρμπα, σα νάνοιθε — το δόλιο! — τη συφορά που του
+μέλλονταν, τη μοναξιά, την κλεισμάρα και την ερήμωση που θα το
+δέχονταν, έστεκε μες το ριζοβούνι, ορθό, ατάραγο, σκηθρωπό,
+παραπονεμένο, σα χαροκαμένος ήρωγας, οπ' αν του στέρφεψαν η πολλές
+συφορές τα δάκρυα, νοιώθει όμως τ' ανεμόχολο να φουσκώνη στα στήθια
+του μέσα και το χαλασμό να του πλακώνη βαριά την καρδιά. Ολόγυρά του
+και μέσα του βασίλευε νέκρα και σιωπή. Μοναχά το ποτάμι μούγγριζε
+δίπλα του, σα να τούλεγε ότι το μούγγρισμ' αυτό θα νάχη από δω και
+πέρα συντροφιά και κουβέντα του, ως που ο καιρός κ' η βροχές θα να το
+σωριάσουν στα ρέματά του.
+
+Ο Φώτος είχε τραβήξει με τάλογο φορτωμένο κατά το δρόμο της Λάκκας. Ο
+Λάμπρος κ' η γυναίκα του καθόνταν στα πεζούλια της αυλής σιωπηλοί,
+καρτερώντας να σφίξη καλά το σκοτάδι για να κινήσουν κι αυτοί.
+
+Πέρασεν αρκετή ώρα. Ύστερα δυο τρεις ηχεροί κρότοι και λίγες
+πατημασιές τάραξαν για τελευταία βολά την ερημιά τούτη. Ήταν τα
+στριφογυρίσματα του κλειδιού της πόρτας του σπιτιού και τα πατήματα
+του Λάμπρου και της Βασίλως, οπώφευγαν από τα χώματά τους δίχως
+μιλιά, δίχως δάκρυα.
+
+***
+
+Ο δρόμος, λιθοστρωμένος κάπου κάπου από τον καιρό τ' Αλήπασ' ακόμα,
+ακολουθάει την ποταμιά κι ανεβαίνοντας κατά τη Λάκκα πέφτει μέσα στα
+βάθη των Στενών του Σουλιού. Εδώ βογγάει ο ποταμός σα στοιχιό και
+χτυπάει από 'να βράχο σ' άλλονε τ' αφρισμένα νερά του. Λίγες λεύκες
+χιλιόχρονες στολίζουν τους όχτους του. Δεξιά και ζερβιά τα βουνά
+σηκώνονται μεσουρανής ορθά και κατάκρημνα, όλο στεφάνια και ζωνάρια
+σπαρμένα με αγριοπρίναρα. Ζερβιά μεριά στάθηκε ο Φώτος με τάλογο για
+να καρτερέση. Μες εκεί που ολομόναχο στενό και δυσέβρετο μονοπάτι
+φέρνει, από τα χρόνια εκείνα της παλληκαριάς και του πολέμου, από το
+ποτάμι στο Κακοσούλι απάνου, κι οπού τ' ανέβαιναν τότες η
+Σουλιώτισσες ζαλικωμένες με βαρέλες νερό και τραγουδώντας.
+
+Το σκοτάδι πίσσα περίγυρα. Κάτι λίγο ξεχώριζε μπροστά του τ' άσπρο
+ρέμμα του ποταμού που μούγγριζε σα να τον φοβέριζε να τον καταπιή.
+Και ψηλά ψηλά, μες τα κράκουρα, ξανοίγονταν απάν' από τα βουνά στενή
+μακρουλή λουρίδα αστερωμένου ουρανού. Έδεσε τ' άλογο σε μια λεύκα ο
+Φώτος κι ακούμπησε κι αυτός σ' ένα κοντρί κεβυθίστηκε σε συλλοή. Ούτ'
+εφαίνονταν αν ζούσε χωμένος μέσα στον άδη τούτο τ' απάνου κόσμου.
+
+Σε λίγην ώρα όμως, ξάφνου, πετιέται ορθός σα μαχαιρωμένος, αγκαλιάζει
+τ' αλόγου του το λαιμό και του καταφιλεί το μέτωπο με δάκρυα και με
+τέτοια θλιβερά λόγια, μισοκομέν' από λυγμούς.
+
+ — Κακότυχέ μου ντουρί, δε θα λα ιδής άλλη βολά τώρα τη Χάιδω την
+ώμορφη, δε θα λα σου χαϊδέψη πάλε τη χιούτη σου με τα μαρμαρένια της
+χέρια, δε θα λα σε ταγίση άλλη βολά το βρώμι στην πλουμισμένη της
+ποδιά. Πάει, απ' απόψε η Χάιδω μας χάνει. Πώς θα λα τον φτουρίσουμε
+αυτόν το μισεμό Κακότυχέ μου ντουρί, κακότυχε μου ντουρί. . .
+
+Τώρα και πέντε χρόνια πέρναγ' από την Άρτα.
+
+Μέσα στο περιαύλι της Πυργιορίτσας μου δείξαν τον τάφο του κακότυχου
+Φώτου. Και κλαίοντας ο πατέρας του ο ίδιος, ο Λάμπρος Ζάρμπας, μου
+διηγήθηκε την ιστορία του.
+
+ — Δε θα λα τον λησμονήσω ποτές το Φώτο μου, μούλεγε, τι μώχει κάψει
+του μαύρου την καρδιά με το θάνατό του. Και κατά την παραγγολή που μ'
+άφινε στο ψυχομάχημά του, θα λα ξεθάψω μια μέρα τα κοκκαλάκια του και
+θα λα τα πάω στο Σούλι, γιατ' ο καϋμός του Σουλιού εστάθηκε θάνατός
+του.
+
+ — Κι' ο καϋμός της Χάιδως.
+
+Είπα γω με το νου μου.
+
+
+
+ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
+ΤΗΣ ΚΑΣΤΡΙΤΣΑΣ
+
+
+
+Με το καϊκάκι το βράδυ βράδυ προς το ηλιοβασίλεμμα, πλέοντας τη
+νερατόστρωτη λίμνη, βγήκαμεν από τη Σκάλα του Κάστρου σε μιάμισην ώρα
+εις τ' αντίπερα βουνό της Καστρίτσας κατά το μύλο του Βεήπ Εφέντη. Ο
+μύλος τούτος βρίσκεται στα βάθη της λίμνης, κατά την όχθη, μέσα σε
+πυκνόν καλαμιώνα. Στρέφεται με τα νερά της κι απαντιέται απ' αυτά με
+ψηλό και κουρασανόχτιστον τοίχο. Κ' έχει αποκάτω του τη μεγάλη και
+παλιά καταβόθρα της λίμνης τη Βοϊνίκοβα, όπου χάνονται τα νερά που
+τόνε κινούν. Την άνοιξη όμως και το καλοκαίρι μονάχα δουλεύει, κι
+αλέθει τα γεννήματα των γύρωθε χωριών του κάμπου, γιατί το χινόπωρο
+και το χειμώνα από τες πολλές βροχές κι από τα χιονόνερα που λυόνουν
+στα βουνά και κατεβαίνουν στους κάμπους πλημμυρίζ' η λίμνη και τον
+αποσκεπάζει ολότελα.
+
+Απάνω από το μύλο διαβαίνει ξύρριζα στο βουνό το λιθοστρωμένο
+ντερβένι του Μετσόβου. Μονοπάτι μικρό, οπού πολλές βολές το χάναμε
+μπροστά μας, μας έφερεν ύστερ' από λίγον ανήφορο ανάμεσ' από βράχους
+κι απ' αγκαθερές φυτιές στο μοναστήρι ψηλά. Το μοναστήρι είνε
+τεσσεράγκωνο με ψηλούς και πλατιούς τοίχους και με σιδερένιες χοντρές
+πόρτες. Μέσα στο περιαύλι είνε τα κελλιά, η αποθήκες κ' η στέρνα του,
+και καταμεσής η εκκλησιά, μικρή σταυρωτή εκκλησιά, χτισμένη απάνου σε
+μεγάλα θεμέλια παλιού ελληνικού ιερού, μ' ώμορφες ζωγραφιές μέσα και
+με ψηλήν τούρλα, οπού πηδάει απάνω από τη στέγη κι οπόχει κακότεχνα
+χαραγμένα στο κουρασάνι της τα γράμματα &τ ο γ'&, επιγραφή ίσως του
+καιρού που χτίστηκε. Έχει και μια στενή πλακοστρωμένη αυλή γύρω.
+
+Ήτον η 23 Τρυγητή, μέρα τ' Άιγιαννιού, και το μοναστήρι πανηγύριζε.
+Γι' αυτό τα κελλιά όλα κ' η κρεββάτες του, κι η αποθήκες και τα
+χαμώγια κ' η αυλή κ' η εκκλησιά ακόμα μέσα ήταν πέρα πέρα πιασμέν'
+από πλήθη προσκυνητών, οπούχαν συμμαζωχτή εκεί μες απ' τα Γιάννινα κι
+απ' τα χωριά ολόγυρα. Φτάσαμ' εκεί νύχτα εμείς. Ο καλόγερος
+αναγκάστηκε να μας φιλοξενήση στο δικό του κελλί και να μας παραδώκη
+για την επίλοιπη περιποίηση στα χέρια τ' αναγνώστη του μοναστηριού,
+ενός προθυμοτάτου και ξυπνού χωριατόπουλου, γιατ' αυτός έτρεχεν όξω
+εδώ κ' εκεί να καταλαρώση το πολύληθο κι ανήσυχο πνευματικό του
+κοπάδι. Ο καλόγερος οπού δε δείχνονταν και τόσο ζωηρός, δεν αγαπούσε
+πολύ, φαίνεται, και την καψοπαστράδα. Γιατί το κελλί του ώμοιαζε
+στάνη, καλύβι τσοπάνικο, γιομάτο λύγδες και στρωσίδια και διπλάρια
+χοντρά μάλλινα. Οι τοίχοι ήταν κατάμαυροι σαν τοίχοι καπνισμένης
+σπηλιάς κι ο μικρός λύχνος που φώτιζε θαμπός και μισόφωτος τον απλό
+δείπνο μας, έβγαζε μια αφόρετη βαριά μυρουδιά πολυκαιρισμένου λαδιού.
+Θαμπότερο όμως ήτον το μικρό καντυλάκι, που σε μια αραχνιασμένη γωνιά
+έλουε με το νυσταγμένο του φως τρεις μεγάλες γυμνές εικόνες, που απ'
+την πολυκαιριά ούτε ξεχώριζαν ζωγραφιές και πρόσωπ' απανωθέ τους.
+Ολόγυρα κρέμονταν από σιδερένια καρφιά κι από πουρναρένια παλούκια
+μπηγμένα μέσα στους τοίχους σχισμένα και καταλερωμένα ράσα, δυο
+μεγάλες λαγήνες απ' ασπρόχωμα, μια φοβερή πλόσκα χαλκωματένια γιομάτη
+από λάδι και τότε γλήγωρα καλαϊσμένη, δώδεκα αραδιαστές σκορδαρμάθες
+περασμένες απάνω σε καπνισμένη δοκάρα κ' ένα ζευγάρι δεκανίκια από
+κρανιά. Κι' απάνω στα ράφια μαύριζαν λίγες φυλλάδες η μια απάνω στην
+άλλη, σκεπασμένες με παχιά σκόνη ποιος ξέρει από τι καιρό, ένα
+μπρούζινο καλαμάρι μικρό και μια μαύρη παλιά καλογερική σκούφια.
+
+Ύστερ' από το δείπνο, πούταν λιάνωμα, ψημμένο βετούλι, βγήκαμε κ'
+εμείς στην αυλή όξω. Στη μέση της είχε στηθή ολόρθος μασαλάς
+σιδερένιος κι απάνω του καίονταν αδιάκοπα χοντρές σχίζες δαδιού
+πώχυναν γύρα φανταστική αναλαμπή και βαριά μυρουδιά κ' εγιόμοζαν τον
+αγέρα από σύγνεφα μαύρου κατάπυκνου καπνού. Οι πανηγυριστάδες, σα να
+μην έφταναν οι αμέτρητοι εκείνοι πούχαμεν εύρει εμείς εκεί,
+εξακολουθούσαν νάρχωνται ακόμα μπουλούκια μπουλούκια και
+καλοφορεμένοι όλοι τους. Κατά τα μεσάνυχτα άρχισεν ο χορός, μεγάλος
+και συρτός χορός γύρ' από το μασαλά. Τον έσερναν τρεις Αρβανίτες
+δραγάτες, από κείνους που παίρνουν πάντα μεράδι στα πανηγύρια και
+στους γάμους των χωριών που βρίσκονται, φορτωμένοι με τες βαριές
+κάπες τους, με διπλές αρμαθιές φουσέκια απάνω στα στήθια σε τόπο
+σταυρωτού που φορούσαν μια φορά οι κλέφτες, με ζευγάρι πιστόλες
+μαλαμοκαπνισμένες στο σελιάχι και με καινούρια τουφέκια μαρτίνι στους
+ώμους τους. Κι' ακολουθούσε από κοντά συγκρατούμενη η λεβεντιά των
+χωριών, αντρειωμένοι παλληκαράδες και ροδοπρόσωποι, που τους
+τραγουδούσαν· γιατ' οι Αρβανίτες δεν ήξεραν τα ρωμέικα τραγούδια να
+ειπούν, και το χορό πώσερναν, τον έσερναν κι αυτόν μηχανικά κι όπως
+ήθελαν. Κ' έφερνε κάθε τόσο τους γύρους της από στόμα σε στόμα η
+πλόσκα με το κρασί, σα να χόρευε κι αυτή ανάμεσα στους
+πανηγυριστάδες. Ως πούρθαν στο κέφι οι Αρβανίτες και δε δείλιασαν να
+ειπούν τότε κι αυτοί τα τραγούδια τους, αδιάφορο αν μετρητοί από τους
+μαζωμένους περίγυρα τους καταλαβαίναν. Ούτε λόγον ειμπόρεσα να
+κατακρατήσω κ' εγώ στο νου μου άλλον από τα γυρίσματα που συχνά συχνά
+ξανάλεγαν «Γκιολέκκα μορ Γκιολέκκα» και «ω μπυρ ω μπυρ Αλή-πασά». Και
+σαν απόστασαν ύστερα κομμένοι και καταϊδρωμένοι κι οι τρεις,
+τραβήχτηκαν από το χορό, κ' επήραν αράδα 'ς αυτόν τα χωριατόπουλα
+μπάζοντες τώρα μια μια και πολλές από τες γυναίκες τους. Τα τραγούδια
+τους ήταν όλα τραγούδια της ζωής τους, του χωραφιού, της στάνης, του
+καλυβιού, της δουλιάς και της αγάπης τραγούδια και κάπου κάπου και
+κανένα της ξενιτιάς. Κλέφτικο όμως τραγούδι ουδ' ένα δεν άκουσα. Μα
+κι ο χορός τους ακόμα δεν ήτον ο πολύδιπλος και ζωηρός εκείνος χορός
+οπώβλεπα στα χωριά των βουνών. Συρτός, ολόστρωτος και σιγαληνότατος
+χορός, παρόμοιος με πλεούμενην αρμάδα βαρκούλες, οπού οι ναύτες με τα
+κουπιά τρεις τες σπρώχνουν μπροστά και μια τες γυρίζουν πίσω. Μικρά
+ξυπόλυτα και ξεσκούφωτα παιδαρέλια, πηδώντας στη μέση τ' ανοιχτού
+χορού σύμφωνα με του τραγουδιού το σκοπό και την αρμονία, έτρεφαν
+βολές βολές με τα δαυλιά την πύρα του μασαλά.
+
+Πολύ λίγοι έκλεισαν εδώ μάτι τη νύχτα κείνη. Την αυγή από βαθύν
+όρθρο, ως που να βγη ο ήλιος, λειτούργησεν η εκκλησιά, όπου μ' όλο το
+νυχτερό γλέντι παρευρέθηκαν ολόρθοι οι πανηγυριστάδες. Κι' όταν
+πρωτόρριχνε ο ήλιος τες αχτίδες του κατά την πεδιάδα από τα ψηλά
+κορφοβούνια του Πίνδου κ' η εκκλησιά απολειτούργησε, όλος ο κόσμος
+εκείνος ο αμέτρητος του πανηγυριού χύθηκε στες ράχες του βουνού
+απάνω, ανάμεσα στα χαλάσματα. Κατάρραχα το βουνό της Καστρίτσας
+ανοίγεται απλωτό και καλόχτιστο και πέφτει σιγά σιγά κι ομαλά κατά
+την άκρα του προς τη λίμνη. Τ' απλωτό τούτο σιάδι είνε ζόρκο από
+δέντρα και κατασκεπασμένο από ρεπιθέμελα και χαλάσματ' αμέτρητα, από
+ναούς, από τάφους, από παλάτια, από στέρνες και βρύσες του καιρού των
+Ελλήνων, των Ρωμέων και των Βυζαντινών κι ολούθε απάνω ξεθάφτονται
+κάθε τόσο από τον καλόγερο κι από τους χωρικούς σκέλεθρ' ανθρωπινά,
+παλιές μονέδες και στολίδια ακριβά κι αξετίμωτα. Και γύρα, κατά τες
+άκρες, που τα πλευρά του κατεβαίνουν στον κάμπο βραχόσπαρτα, ζώνεται
+το βουνό με καταχαλασμένα θεμέλια πολύγωνου κάστρου, γιομάτου πύργους
+και παραπόρτια, χτισμένου πρώτα με μεγάλα χοντροκομμένα πελασγικά
+ξηρολίθια κ' ύστερα με μικρά λιανολίθαρα συγκολλημένα μ' ασβεστόχωμα
+και με βύσαλα. Τα μεγάλα πελασγικά χάλαρα, προσαρμοσμένα τόσο
+πιτήδεια τόνα με τ' άλλο, με κάτι μικρούλες σφίνες κάπου κάπου
+ανάμεσα, δείχνουν τη μεγάλ' υπομονή και την τέχνη των χεριών που
+τάχτιζαν. Λάμπουν και σήμερ' ακόμα τα γιαλιστερά μάρμαρα του
+παλατιού.
+
+Και το πλατύχωρο του τόπου, η λαμπρότη κ' η μεγαλοπρέπεια των
+χαλασμάτων ύστερ' από τόσες χιλιάδες χρόνια αφ' όντας χτίσθηκαν, τα
+στολίδια κ' η μονέδες οπού ξεθάφτονται, κ' η θέση αυτή τους ακόμα
+κοντά στη λίμνη κι απάνω σε βουνό, μες τη μέση της χώρας των Μολοσσών
+και κατάστρατα του δερβενιού που φέρνει από την Ήπειρο στη Θεσσαλία,
+δείχνουν πως, μια βολά, μεγάλη και περίφημη πολιτεία ηπειρωτική
+ακούονταν εδώ δα, που ποιος ξέρει πότε θα να φανερωθούν τάχα το όνομά
+της κ' η ιστορία της. Αυτοί που κατοικούν τον κάμπο ολόγυρά της λένε,
+καθώς μαθαίνουν από παπούν και γονιό, ότι τα κάστρ' αυτά ήταν θρόνος
+βασιλιά μεγάλου μια μέρα και δείχνουν καταμεσής των χαλασμάτων εις
+έναν όχτο απάνω, οπ' αγναντεύει δεξιά ζερβιά κι ολόγυρα ολούθε τον
+κάμπο, «το μνήμα της βασιλοπούλας».
+
+Και λένε για το χαλασμό της οι ίδιοι, πώς Αλαμάνοι κουρσάροι την
+είχαν τριγυρισμένη έναν καιρό, και σα δε μπόρεσαν με την παληκαριά να
+την πατήσουν, διάλεξαν σύμμαχό τους την πονηριά και το δόλο. Πήραν
+ξελάκκου ένα κοπάδι κριάρια μια νύχτα σκοταδερή, δίχως αστροφεγγιά
+και σελήνη, δέσαν στα κέρατά τους λαμπάδες αναμμένες και φρύγανα και
+σαλαγώντας τα σκάρισαν από τον κάμπο στον ανατολικόν ανήφορο του
+βουνού κατά το κάστρο απάνω, φωνάζοντας κι αυτοί και τραγουδώντας.
+Βλέποντας το πλήθος των φώτων που κινούνταν κι οπώρχουνταν κατ' απάνω
+με σάλαγο και με χλαλοή οι άγρυπνοι του κάστρου φυλαχτάδες, νοιώθουν
+πως οι Αλαμανοί χούμησαν να τους πατήσουν· κράζουνε στ' άρματα το
+λαό, κ' οι πολεμιστάδες τετραπάνωτοι, πλακώνουν κι αραδιάζονται
+αρματωμένοι κι ακράτητοι απάνω στες τάπιες. Κ' οι Αλαμανοί, απ' άλλη
+μεριά, από κει πούχαν αφεθή τα τείχι' αφύλαχτα κ' έρημα, χυμάν και
+κρυφά μπαίνουν στα κάστρα μέσα και την πατούν την πολιτεία και
+σφάζουν και χαλνούνε και σκλαβώνουν. Απάνω από τριάντα χιλιάδες λαό,
+λένε οι χωρικοί σήμερα, έπαιρνε η πολιτεία αυτή τότε.
+
+Παύλε Αιμίλιε! Σκληρέ κι άπονε πολέμαρχε της Ρώμης! Ποιος ξέρει με
+πόσων γυναικοπαίδων σκλαβιά χόρτασες εδώ δα τα βάρβαρα πάθη σου! Απ'
+άκρη 'ς άκρη στην Ήπειρο σήμερα, σε κάθε κορφή, σε κάθε χαμήλωμα
+βουνού, σε κάθε όχτο κάμπου, σε κάθε περιγιάλι και σε κάθε
+ακροποταμιά, τα ρεπιθεμέλα και τα χαλάσματα των κάστρων και των ναών
+που αναποδογύρισε η αλύγιστη σπάθη σου, σωριασμένα πέτρα απάνου σε
+πέτρα, σηκώνονται ολούθε σα μεγάλα και βαριά αναθέματα στ' άγριο κ'
+αιματόχαρο όνομά σου!
+
+***
+
+Από την κορφή του βουνού της Καστρίτσας ανοίγεται μπροστά στα μάτια
+του περιηγητού μεγάλο πανόραμα κ' έμμορφο. Ο ουρανός απλώνεται απάνω
+καθάριος και γαλανός κι από τ' αμέτρητα κι ανερεύνητα ύψη του χύνει ο
+χινοπωριάτικος ήλιος τες θαλπερές του αχτίδες στην πλάση κάτω, που
+προβάλλει σα νιόπαντρη γυναίκα, ζωηρή, γιομάτη φως και χρώματα κι
+ωμορφιά. Δεξά ο κάμπος, μοιρασμένος από τους ζευγολάτες αδερφικά 'ς
+ίσια και κανονικά τετράγωνα κομμάτια, αναχαράζει κι ακαρτερεί ώρα 'ς
+ώρα ταλέτρια και τα καματερά, να διαβούν από πάνω του και να τον
+οργώσουν. Ζερβά η λίμνη ατάραχη, απλωτερή, ολόστρωτη και μακρουλή, με
+το χαϊδεμμένο κι ακριβό νησάκι της μες τη μέση και με τον καλαμιώνα
+περίγυρα, καθρεφτίζει στα βάθη της, σα να σφίγγη απάνου στα στήθη της
+ερωτικά τον γαλανόν ουρανό και τ' αντίπερα καμαρωμένο βουνό της.
+Κάπου κάπου οργώνει τα νερά της κανένα καϊκάκι. Ανάλαφρη κι αγανή
+καταχνιά σηκώνεται σα σινδόνι από πάνω της σαν καιάμενου λιβανιού
+καπνός. Κατά τες δυτικές Οχθιές της, που ανάμεσ' απ' αυτή κι από
+σειρά χαμηλών βουνών απλωμένων από βοριά σε νότο σχηματίζεται μια
+μικρή κοιλάδα, στενή λουρίδα, που ανταμώνει τον πέρα με τον δώθε
+πλατύκαμπο, συμπυκνώνεται η πόλη του Γιαννίνου σε μεγάλο άπλωμα, με
+τα βυζαντινά κι αλή-πασαλήτικα κάστρα της, χωμένα μέσα στη λίμνη, με
+τους στενούς και λιθόστρωτους δρόμους, τα παλιά σπίτια και σαράγια,
+τα μπεζιστένια, τες εκκλησιές και τα σκολιά, με τες πικνές σκεπές και
+τα πολλά δέντρα και με τους δεκαοχτώ μιναρέδες της, που με περίσσιο
+θράσο πετιούνται απάνου από κάθε χτίριο και κάθε κλαρί κι οπού τα
+κατακίτρινα μεσοφέγγαρά τους αστραποβολούν στον ήλιο. Κι' ολοτρόγυρα
+τα Καμποχώρια, αμέτρητα μικρά και μεγάλα χωριά, που στολίζουν με τα
+σπιτάκια τους κάθε όχτο κάμπο και κάθε ριζό βουνού. Κι' ολόγυρ' από
+τα χωριά κι από τον κάμπο ορθώνονται σα φράχτες και σα ταμπούρια, οι
+λόφοι, τα χαμηλώματα των γύρωθε βουνών, οπ' αναβαίνοντας απανωτά σα
+σκαλοπάτια σχηματίζουν σιγά σιγά τα ψηλά κι άγρια και κακοτράχαλα
+καταρράχια του Πίνδου, του Σουλιού και του Δέλβινου, που κλειούν
+περίγυρα σα γιγάντιες κορνίζες, τη μεγάλη αυτή κι ωμμορφότατη εικόνα.
+Και τα καταρράχια αυτά όλα πλυμένα τώρ' από τα πρωτοβρόχια
+τοιμάζονται να καρτερέσουν απάνω τους τα χιόνια και τ' αστροπελέκια
+και τα δρολάπια του κακού χειμώνα, ζόρκ' από δάσα γιατ' έχουν πέσει
+τα φύλλα τους κ' έρημ' από κοπάδια γιατ' ολοένα κατέβαιναν τότε στα
+χειμαδιά κ' επλημμυρίζαν δαιδάλαια κι απλωτερά τα λιβάδια του κάμπου
+πέρα και τα ριζοβούνια.
+
+— Αλλά και στην κορφή του βουνού απάνω το όραμα της ημέρας εκείνης
+ήτον εμμορφώτατο. Τρεις χιλιάδες και πλειότερες πανηγυριστάδες τήραε
+κανένας σκορπισμένες ανάμεσα στ' ανοιχτά ρεπιθεμέλα των παλαιών
+χτιρίων. Έλεγες ότ' είχαν συκωθή σύγκορμοι από τους τάφους των οι
+παλιοί κάτοικοι της μεγάλης αυτής και ξακουσμένης των Μολοσσών
+πολιτείας. Κ' εσυγχίζονταν κ' επαρδάλωναν κατά τους σωρούς η φορεσιές
+κ' η φυσιογνωμίες των χιλιάδων εκείνων. Κ' είχεν ολομπροστά του ο
+παρατηρητής σχεδόν όλες τες ενδυμασιές κι όλες τες φυσιογνωμίες των
+λαών της Ηπείρου. Όχι βέβαια γιατί φρόντισαν να κατεβούν τούτοι
+κατευθείαν από τα μέρη τους στο πανηγύρι. Αλλά γιατί τυχαίνουν να
+βρίσκωνται καθημερινώς στα Γιάννινα μέσα. Κ' έβλεπες τους Γιαννιώτες,
+τους παλιούς Γιαννιώτες, τους Ζαγορίσιους και τους Πρεβεζάνους με
+τους πανένιους τσουμπέδες τους σκουροχρωματισμένους, τες μακριές και
+παχιές γούνες, τα κατακκόκινα φέσια τους, τες ευγενικές, κάτασπρες
+και κάλοψες σάρκες τους, τους Αρτινούς, τους Σουλιώτες και τους
+Αρβανιτάδες, φουστανελλοφόρους, μ' αλαφρούς άσπρους σκούφους στα
+κεφάλια τους, αλλά με διαφορετικές φυσιογνωμίες, τους Αρτινούς με την
+πονηριά και την εξυπνάδα στα μάτια, τους Σουλιώτες με την περηφάνια
+στο μέτωπο και την πολεμικότη στο κορμί όλο, τους Αρβανίτες, τους
+Λιάπιδες με τη μπέσα και την εκδίκηση και τους Τσάμιδες με την
+απιστία και το δόλο στο στόμα· του Πίνδου τους λαούς τους βλαχόφωνους
+με τες κοντές φουστανέλλες και με τα χονδρά μάλλινα τσιπούνια τους,
+άσπρα και μαύρα, ανθρώπους του βουνού, προβατάριδες, τραχιούς,
+απονήρευτους, αγαθούς, μ' αόριστες ματιές, με παχιές άντζες, με
+στήθια ολάνοιχτα και δασιά και με την καρδιά στα χείλη· τους
+κατοίκους των περιχώρων της Κόνιτσας και του Δέλβινου, τους
+γνωρισμένους χτίστες και βαρελάδες, που μαύριζαν σαν καλιακούδες με
+τες μακρυές κι ολόμαυρες ενδυμασιές και τα πουτούρια τους· όμως
+πολυπληθέστεροι απ' όλους ήταν οι χωρικοί του Γιαννίνου, με τ' άσπρα
+φορέματα και τες χοντρές μπαρμπούτες, με τα ρωμαλέα κορμιά και τες
+κάκοψες μορφές, άνθρωποι του δικελλιού και της αλετροπόδας όλοι.
+
+Παρόμοιες μ' αυτούς είνε κ' η γυναίκες τους, με τη διαφορά ότι τούτες
+καταφορτώνονται από βαριά ασημένια και μαλαμοκαπνισμένα στολίδια από
+το κεφάλι ως τη μέση κι ότι κάπου κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται, σαν
+την αγράμπελη ανάμεσα στα βάτα, και καμμιά υποφερτή εμμορφιά. Η
+γυναίκες του Σουλιού και των Κατσανοχωριών φοράν σιγγούνια πολύλοξα
+κι ολίγα στολίδια· είνε ψηλές όμως σκληρομαθημένες και περήφανες, με
+μέτριαν Εμμορφιά κι αυτές, αλλά με τη δυσκολόβρετην αξιάδα να πιάνουν
+στα δουλευτικά χέρια τους με την ίδια πιτηδειοσύνη και τ' αλέτρι και
+το τουφέκι, η λεβέντισες. Έρχοντ' ύστερα η Ζαγορίσσιες κι η Βλάχισσες
+του Πίνδου, που δένουν τόσ' ώμορφα το μαντηλάκι τους στο κεφάλι και
+που συνειθίζουν να περικεντούν με κόκκινα και πλουμερά μεταξωτά
+γαϊτάνια τες καλοκομμένες κι αρμονικά ταιρισμένες στο λιγερό τους
+κορμί σάρικες· ανάμεσα σε τούτες η ωμορφιά δεν είνε σπάνια, κι όπου
+βρίσκεται προβάλλει στην εντέλεια, κ' ίσα ίσα κατ' αυτό πλειότερο
+παραλλάζουν από τες γυναίκες της Κόνιτσας. Κι' όλες η γυναίκες της
+Ηπείρου φοράν μαύρα. Τ' Αργυρόκαστρου μοναχά και του Δελβιναμιού η
+γυναίκες, παντού ξεχωρίζουν για την ασπράδα της φορεσιάς και την
+ασπράδα της ώμορφης όψης των αντάμα. Και στερνές η γυναίκες του
+Γιαννίνου, κ' έπειτα της Άρτας και της Πρέβεζας, που με τα ίδια
+μεταξωτά κι ατλαζένια και λαχουριά απλά φουστάνια φοριούνται,
+ντύνονται με τα ίδια απαλά κοντογούνια και με το ίδιο μαύρο γεμενί
+δένουν στον ίδιο τρόπο τα μαυροπλέξουδα κεφάλια τους. Η ευγένεια κ' η
+λεπτότη τούτων εδώ ξεχωρίζει από μακριά ανάμεσα στες άλλες ομόφυλλές
+του. Παρόμοια κι η γλυκιά, η μαλακή κι ήμερη εκείνη προφορά τους,
+όντας μιλούν κι όντας τραγουδάνε. Ξεχωρίζουν όμως κ' η μία από την
+άλλη κατά την ωμορφιά και τα σημάδια του κορμιού των. Και τον
+ξεχωρισμό τούτο φανερώνει και το χαριτωμένο τραγούδι, που γεννήθηκ'
+εκεί σε παλιά χρόνια κι' ακόμα ζη αθάνατο κι άγγιχτο από στόμα σε
+στόμα:
+
+ Στα Γιάννινα είν' η ώμορφες, στην Άρτα η μαυρομμάτες
+ Και στην καϋμένη Πρέβεζα κοντούλες και γιομάτες.
+
+Όλες αυτές η ηπειρωτικές μορφές είχαν συμμαζωχθή την ημέρα εκείνη
+απάνου στα πλατιά της Καστρίτσας χαλάσματα. Όλ' αυτά τα ηπειρωτικά
+πλήθια συνειθίζουν μια φορά κάθε χρόνο κατά τον Τρυγητή να ξυπνάν με
+τον ποδοβολητό και με τες φωνές τους από τον χιλιόχρονο ύπνο τους
+τους παλιούς αντίλαλους των σκόρπιων και θλιβερών χαλασμάτων της
+ερημωμένης Καστρίτσας. Τα παιδιά τα μικρά κ' η κοπέλλες έτρεχαν εδώ
+κ' εκεί, σαν πεταλούδες, κ' εμάζευαν χεριές χεριές τα χινοπωριάτικα
+τ' αγριολούλουδα. Οι παλληκαράδες δοκίμαζαν να σηκώσουν απάνου χοντρά
+χάλαρα, θεμέλια ποιος ξέρει τίνων σπιτιών, και πλάκες θεριωμένες,
+σκεπάσματα τις ξέρει ποιανών πεθαμένων. Κ' εθύμιζαν έτσι τους
+αντρειωμένους αγαπητικούς της βασιλοπούλας του τραγουδιού, οπ'
+αγωνίζονταν ποιος να σηκώση τον παλαιγό βράχο, το ριζωμένο λιθάρι,
+που κοίτονταν μέσα στο περιβόλι της, στη μέση στην αυλή της, για να
+την πάρη γυναίκα του, καθώς τους είχε τάξει. Οι άντρες και με τα
+μάτια και με τα χέρια και με τα λόγια έδειχναν τον τρανό θαυμασμό
+τους για τα έργατα των παπούδων τους, και κάποτε κάποτε δε
+λησμονούσαν να ρίχνουν βαριά κατάρα και φοβερό ανάθεμα σ' εκείνους
+τους άθεους που τα χάλασαν και τα ξεχώνιασαν. Κ' έτρεχαν όλοι μαζί
+από πόρτα σε πόρτα κι από προμαχώνα σε προμαχώνα. Κάποιος έβλεπε
+δίπλα στους παραστάτες καμμιάς πόρτας από μέσα μεγάλες τετράγωνες
+τρύπες ως βαθιά στον τοίχο χωμένες κ' εφώναζε: — «Μωρέ, τηράτε· με
+ξύλινους σύρτες αμπάρωναν σαν εμάς τες πόρτες τους κ' οι παλιοί. Να η
+τρύπες από τους σύρτες! .» — Κάπου εύρισκε ο άλλος στη γη κάνα
+κομμάτι αγγειό πήλινο, είτε καμμιά πέτρα καλοπελεκημένη ή κάνα παλιό
+κόκκαλο ανθρωπινό ξεθαμμένο από τους τάφους και συμπυκνώνονταν εκεί
+ολόγυρά του οι άλλοι απανωτοί για να ιδούν, για να πιάκουν κι αυτοί
+για να περιεργαστούν. Κ' έλεγε ο καθένας το θαυμαστικό λόγο του. Κι'
+όταν ο γούμενος έβγαλε κ' έδειξ' εκεί μπροστά ασημένιες μονέδες και
+στολίδια μαλαματένια που ξέθαφτε κάποτε από τα μνήματα των χαλασμάτων
+π' άνοιγε τακτικά, σαν το θεριό των λόγγων της Αραπιάς, είδα τους
+καϋμένους χωριάτες να βγάζουν από τες λερωμένες κι αχαμνές σακούλες
+τους μετζίτια ολάκερ' ασημένια και τάλλαρα και να τ' αλάζουν με τα
+παλιά κείνα λείψανα, μόνο και μόνο για να τα κρεμάσουν σα γκόλφι και
+φυλαχτό μαζύ με τους σταυρούς και τα κωνσταντινάτα απάνω στα φέσια
+και στα χαϊμαλιά των μικρών παιδιών τους. Τ' απομεινάρια των
+ειδωλολάτριδων Ελλήνων, οπού με τόση μανία και μίσος κατάτρεχαν και
+τα χαλνούσαν οι πρώτοι χριστιανοί, οι σημερινοί χωρικοί μας τα θωρούν
+άγια, γιομάτα γιατριά και δύναμη φυλαχτική.
+
+***
+
+Δε μείναμε ως το τέλος του πανηγυριού. Ενώ κατεβαίναμε τα τατσάβραχα
+προς τη λίμνη κατά το μεσημέρι, ακούγαμε ότι μας συνόδευε από πίσω το
+κατηφόρισμά μας ποιμενικό τραγούδι, π' αντιλαλούσαν απ' αυτό τα
+πλευρά του βουνού και τα τείχια του παλιού κάστρου. Ητον ο γιδάρης
+του μοναστηριού, που τραγουδώντας κατέβαινε να ιδή τι να γίνωνται τα
+βακούφικα, πούχαν μείνει την ημέρα κείνη για χάρι του πανηγυριού με
+το μικρό κοπέλλι του και με δυο σκυλιά. Ολόγυρά μας από τα
+χορταριασμένα κομμάτια της γης πρόβαλλαν ολόχαρα εδώ κ' εκεί τα
+πρωτόλουβα λουλούδια του χινόπωρου, η ξανθές κυκλαμιές, που τες
+ανάκραξαν ερωτικά από τα κλωνάρια του πριναριού οι συμπαθητικοί
+καλογιάννοι με το μονότονο κ' επαναληπτικό, το γλυκό και χαριτωμένο
+κελαϊδισμό τους. Κι' όντας εμπήκαμε στο καϊκάκι κ' ετράβηξε τα κουπιά
+του κατά τα Γιάννινα ο γέρος καϊξής μας, σα νάκλειε με μαλαματένιο
+κλειδί μέσα σε διαμαντένιο σεντούκι όλες εκείνες μας τες εντύπωσες
+από τ' ωραίο πανηγύρι μας είπε:
+
+ — Σα σήμερα το βράδυ, μωρέ παιδιά, μώλεγεν ο πατέρας μου, πως καθώς
+γύρναγαν οι πανηγυρίσιοι στα Γιάννινα της στεριάς κι απέρναγαν από
+τον πλάτανο τ' Αλήπασα, είδαν απόξω κει το σκοτομό του κλέφτη του
+Κατσαντώνη και τ' αδερφού του.
+
+
+
+Η ΔΑΣΚΑΛΑ
+
+
+
+Ταξίδεψα κάποτε, — μας έλεγε ο Μήτρος, — με τη δασκάλα ενού χωριού. Ο
+δρόμος μας ήτον μακρινός, κ' είχαμε συντροφιά το αγωγιάτη μας, δυο
+μεσόκοπους πεζούς κ' ένα νιοστεφανωμένο αντρόγυνο. Η δασκάλα τότε
+πρωτοπήγαινε στο χωριό, ύστερ' από τέσσερα πέντε χρόνια που μαθήτευε
+τα σχολειά του Κεστοράτη. Ήτον ως δεκάξη δεκαεφτά χρονών κόρη,
+ντροπαλή, λιγομίλητη, σεμνή, ροδοκόκκινη στο πρόσωπο και χαριτωμένη,
+γιομάτη χυμό και νιότη, με δυο καστανά γλυκά μάτια, με καλοκαμωμένο
+κορμί, μεστούς κόρφους και θρεμμένα κνήμια, καθώς δείχνονταν τούτα ως
+απάνου ξέσκεπα, όταν ευρίσκονταν καβάλα το φουστάνι της δε βολούσε να
+πέφτη κάτου και κάτου. Και μοναχή της να ταξίδευε με τον αγωγιάτη,
+δεν εκιντύνευε ποτέ. Μα για κάθε κακό ένας δικός της την είχε
+παραδώκει στην προστασία και στην ευθύνη του νιου τ' αντρόγυνου.
+
+Το βράδυ κονέψαμε σ' ένα μοναστήρι παλιό και μεγάλο, κατάστρατα στην
+ερημιά. Όσο να φτάκουμ' εδώ, όλο τον κάμπο, που διαβήκαμε, τον
+εσήκωσα με τα σωστά στο πόδι εγώ με τα τραγούδια και με τα εύθυμα
+λόγια μου. Αλλ' ούτε λόγο, ούτε καν χαμόγελο ένα δε μπόρεσα να της
+κλέψω της σκληρής. Το μοναστήρι είνε χτισμένο μέσα στο λόγγο. Έχει
+ψηλούς τοίχους περίγυρα κι από μέσα τα κελλιά αραδιασμένα με τες
+κρεββάτες τους, την πλακοστρωμένη αυλή με τα δέντρα της και το
+εκκλησάκι, μικρούτσικο και παλιό, από τα χίλια εκατό, καθώς γράφει
+στο νάρθηκά του, σκοτεινό, ήσυχο, όλο ευλάβεια και θρησκευτική
+ανατριχίλα. Φάγαμε σένα τραπέζι κοινό, διπλοπόδι καταγής στρωμένοι,
+ό,τ' έφερνε καθένας μαζή του κι ό,τι μας ψευτοτοίμασε ο φιλόξενος
+καλόγερος του μοναστηριού. Πολλά λόγια για απόδειπνα δεν αλλάξαμε,
+γιατί κι αποσταμέν' είμεσταν και την αυγή έπρεπε να ξυπνήσουμε
+γλήγορα για να φύγουμε δίχως ήλιο. Και πλαγιάσαμε.
+
+Πλαγιάσαμε στην αυλή του μοναστηριού αραδαριά. Ήτον καλοκαίρι, θερτής
+μήνας, που 'νε μια χαρά να κοιμάται κανένας όξω. Αλλά πού να βρω ύπνο
+'γώ. Όχι γιατ' είχα κοντά μου προσάναμμα. Ο Θεός μάρτυράς μου. Η
+δασκάλα κοιμώνταν πολύ μακριά, στην άκρη άκρη, πίσω από το νιο τ'
+αντρόγυνο. Αλλά γιατ' όταν έτσι τυχαίνει να ξενυχτίζω στην οξοχή, η
+όψη, η θεά της ξυπνάει κάποιο αίσθημα κρυφό κι άγνωρο μέσα μου, που
+δε μπορώ να το λαρώσω. Κι' αγρύπναγα ξαπλωμένος αποκάτου από το
+σκέπασμά μου, κυττάζοντας στον ξάστερο ουρανό το φεγγάρι, οπ'
+αρμένιζε αγάλια αγάλια εκεί απάνου και περίχυνε με το λαμπρό του φως
+όλη την πλάση κάτου. Οι ίσκιοι των δέντρων της αυλής έπεφταν σα
+φαντάσματα γύρω μου κι απάνου στες σκεπές των κελλιών. Αεράκι δε
+φύσαγε ολότελα. Φύλλο δεν εκουνώνταν. Νεκρίλα διάπλατη, σιωπή
+βαθύτατη βασίλευε. Ούτε λαλίτσα νυχτοπουλιού, ούτε ήχος φλογέρας.
+Ουδέ βάβισμα σκύλλου, ουδ' αγωγιάτη σαλαγή, ουδέ κυπρί ζώου δεν
+αγροικάτο. Ο λογισμός μου πέταγε ελεύθερος, ανέμποδος και γοργός στ'
+άπειρο τ' αψήλου κ' εδροσολογιέταν μέσα στα μυστικά κάλλια της
+σεληνοφώτιτιστης νύχτας. Κάποτε κάποτε μούρχετο και να σηκωθώ, να
+πεταχτώ όξω από το μοναστήρι και να χωθώ μέσα στα ρουμάνια του, να
+μονιάσω σαν το θεριό. Μου φαινότουν πως έτσι μονάχα θα να 'βρεσκα
+λαρωμό, πως έτσι θα να γλυκοκοιμιώμουν. Κι' όσο να σκάση της χαραγής
+τ' άστρι στο καταρράχι του βουνού, κ' εγώ δε θυμάμαι πλια πόσα
+γλυκομιλήματα κρυφά ν' άλλαξα με τη δροσερή και μοσχοβολισμένη εκείνη
+νύχτα, σα βασίλεψε και το φεγγάρι στερνά και μας αφήκε στα σκοτεινά
+έτσι ολομόναχους.
+
+Με τα πρώτα γλυκοχαράματα ξύπνησε ο γνοιαστικός αγωγιάτης, πριν να
+φωνάξουν ακόμα τα ορνίθια, και κρένοντάς μας επήγε στα ζα του. Πρώτος
+πετάχτηκα ορθός εγώ κ' εβγήκα στην οξώπορτα. Τον κοιμάμενο κάμπο
+χαμηλά σκέπαζε σαν απέραντο πουπουλένιο πάπλωμα η νυχτερινή καταχνιά,
+πυκνή και γαλάζια. Τον ανασασμό του τον ήσυχο κι απαλό, σαν εργατάρη,
+σα ζευγά, μοσχοβολισμένον από τες ευωδιές των ανθών του, τον έφερνε
+τον ανήφορο η χασκωτή και δασιά λαγκαδιά π' ανέβαινε ολόιση κατά το
+κορφοβούνι. Μ' εχτύπησε του μοσχοβολισμού του η πλημμύρα τρικυμιστά
+κι άξαφνα κι ανάσαναν βιαστικά και πνιχτά τα πνεμμόνια μου, σα να
+βουτούσα μέσα σε μοσχοβολισμένο νερό άπατης λίμνης. Ε, και να κάτεχα
+το γλυκό τόνειρο που νανούριζε την ώρα εκείνη τον κοιμάμενο κάμπο!
+
+Ακολούθησα τον αγωγιάτη με τα πράμματά του στη κοντινή βρύση που πήγε
+να τα ποτίση. Τότες ξυπνούσαν και τα πουλάκια στα δέντρα κι άρχιζαν
+τους κελαϊδισμούς των. Τότες ακούστηκαν και τα ορνίθια, από τα
+σκόρπια ολόγυρα καλύβια στα λόγγα και στα χωράφια ανάμεσα.
+Χλιμίντρησαν δυνατά και δυο μουλάρια, σα να χαιρέτιζαν κι αυτά τα
+καϋμένα το γλυκοξημέρωμα, εκεί που δρόσιζαν τα διψασμένα ρουθούνια
+τους στο νερό. Ο αγωγιάτης τ' αράδιασε ύστερ' από κουτσάκι σε
+κουτσάκι σαμαριού με τα καπίστριά τους και τάσυρε κατά το μοναστήρι
+σουρίζοντας. Κ' εγώ βρέχοντας στη βρυσούλα το πρόσωπό μου,
+συλλογιζόμουν πόσες κρυόβρυσες τέτοιες, σε τέτοια παρόμοια μαγική
+ώρα, έχουνε δροσέψει το θερμασμένο μου μέτωπο κ' ανοίξει τα βάρυπνα
+μάτια μου με τα κρυσταλλόνερά τους.
+
+Όσο να γυρίσω 'γώ στο μοναστήρι είχαν σηκωθή κ' είχαν φορτώσει κιόλας
+οι άλλοι. Βγήκα στερνός από τη χαμηλή σιδερόπορτα του ξώτοιχου,
+σέρνοντας από το καπίστρι το μουλάρι μου κι ακολουθάμενος από ψηλόν
+ήμερο σκύλλαρο με οκνά μάτια και μαλλιά μακρύτατα παρδαλά. Όξω από το
+περιαύλι, που κατηφορνούσε χορταριασμένο το σιάδι κατά τη λαγκαδιά,
+ξάνοιξα μες το θαμπό φως της αυγούλας την καμπάνα του μοναστηριού,
+κρεμασμένη απάνου σ' ένα χιλιόχρονο πουρνάρι. Σίμωσα το πουρνάρι,
+βαστώντας το καπίστρι του μουλαριού στα χέρια μου, και πιάνομαι από
+το σχοινί της καμπάνας, που το κούναε δώθε και κείθε τ' απαλό φύσημα
+τ' αυγερινού δροσόπαγου. Με τους πρώτους της χτύπους όμως προγγάει το
+μουλάρι μου ξαφνιασμένο και ξεφεύγει από τα χέρια μου με κίντυνο να
+με παρασύρη κ' εμένα τον κατήφορο, αν δεν τ' απολούσα. Το μουλάρι το
+ξανάπιακε ο αγωγιάτης, κ' εγώ ξακολούθησα να βαράω την καμπάνα δυνατά
+κι αδιάκοπα. Δεν ξημέρωνε, όχι, γιορτή, για να καλέσω μ' αυτή τους
+γύρωθε χριστιανούς στην εκκλησιά, κι όσοι θα την άκουσαν κείνη την
+ώρα, ποιος ξέρει τι θα να βάλαν με το νου τους, — αλλά μου ερχότουν
+έτσι καλά να την γροικάω να σημαίνη, οι ήχοι της κ' οι αντίλαλοί τους
+να σμίγουν με τους κελαϊδισμούς των πουλιών, με το μουρμούρι του
+λόγγου και με τα ξεφωνητά των ορνιθιών, σ' έναν αρμονικό ύμνο της
+Χρυσαυγής που πρόβαινε στο βουνό γλυκοθώρητη και ντροπαλή, σα
+νυφούλα.
+
+Οι άντρες δεν εκβαλίκεψαν. Ένας απ' αυτούς, ο νιόγαμπρος, είχε
+αγοράσει ένα πιστόλι, κι ανεβαίνοντας όλοι μαζή απάνου από το δρόμο,
+στους όχτους, έρριχναν στα πουρνάρια μ' αυτό, δοκιμάζοντά το πόσο
+έκοφτε, Εγώ μοναχά ακολουθούσα τες γυναίκες, — τη νιόνυφη και τη
+δασκάλα, — κι ο αγωγιάτης, που χάζευε κι αυτός με το πιστόλι από
+μακριά κ' έμνησκε πίσω πίσω. Ο δρόμος ήτον ολίγο ανηφορικός εδώ κ'
+έσχιζε το πυκνό δάσος του μοναστηριού. Κοδελώνονταν ολόγυρ' απ'
+όχτους, πήδαε ρεμματιές, ανέβαινε μικρούς βράχους. Κ' εκεί που
+πηγαίναμε αγάλια αγάλια εμείς οι τρεις καβάλα, εμένα μούρθε πάλε η
+όρεξη η βραδυνή για να τραγουδήσω. Σας ξομολογιέμαι. Όταν τυχαίνω σε
+δρόμο, ή θα μου κρατάη μέσα κάθε αναπνοή και κάθε κρίση ο θαυμασμός
+της φύσης ολόγυρα ή θ' απολύεται ακράτητ' η χαρά κι ο ενθουσιασμός
+μου σε τραγούδια και σε γελούμενα λόγια. Είχα πάρη, — θυμάσαι σαν
+τώρα —, το τραγούδι που λέει, πως ένα παλληκάρι γυρνώντας νύχτ' από
+τον πόλεμο που πολεμούσε κι από τη βίγλα που φύλαε, έπεσε να βρη
+λίγον ύπνο στην αγκαλιά της αγάπης του, κι αυτή μόλις χάραξε η
+ανατολή κι άρχεψαν τους κελαϊδισμούς η πέρδικες και τ' αηδόνια, του
+φώναζε να τον ξυπνίση, ν' αγκαλιάση το κυπαρισένιο της το κορμί και
+να φιλήση τον αμάλαγο κόρφο της και τον παρθενικό λαιμό, πούταν
+άσπρος σαν χιόνι και δροσερός σαν το κρυόνερο πώρχεται από τα
+κορφοβούνια.
+
+Η νιόνυφη, ζωηρή κι ανοιχτόκαρδη γυναίκα, δοκιμασμένη στα τέτοια
+γλυκοξυπνίσματα της αυγής στο νυφιάτικο στρώμα της, δείχνονταν
+περίχαρη και δεν άφινε κλωθογύρισμα δρόμου που να μη γυρνά και να μου
+πιδοκιμάζη με χαμόγελο την επιτυχία του καλού τραγουδιού. Μα η
+δασκάλα. . . . μωρέ τσιμουδιά, η σκληρή. Αν δεν είχε δοκιμάση κι
+αυτή, σαν τη νιόνυφη, τη γλυκάδα της χαραγής του τραγουδιού, τάχα δεν
+την ωνειρεύονταν όμως;
+
+Ξάφνου σε μια λόξα της ρεμματιάς, απάνου στο γύρισμα του τραγουδιού
+μου, ακούω ένα σφιχτό ξεφωνητό και βλέπω τη δασκάλα να κατρακυλίζεται
+στο χαμηλό γκρεμό του βράχου. Μη παντέχετε πως ήτον αυτοκτονία. Κάθε
+άλλο. Το ζώο, που καβαλίκευε, έκαμε να πηδήση ένα κοντρί σα σκαλοπάτι
+φυτρωμένο μες το δρόμο και με το πήδημά του η κόρη ξέγνοιαστη απάνω
+του τραντάχτηκε κ' έγυρε κατά τη λαγκαδιά. Κόβεται τότε η ίγγλα του
+σαμαριού και πέφτει τούτο μαζή με την καβάλα και με την κόρη κάτου
+στο βάθο. Έμπηξε κ' η νιόνυφη τες φωνές. Ο αγωγιάτης ήταν πολύ πίσω
+ακόμα. Πηδάω ευτύς από το ζώο και τρέχω προς τη δασκάλα, που
+ξαπλωμένη απάνου σε μια πλάκα, μες τη σούδα πούχε πέσει, δε μπορούσε
+να πάρη ανασασμό. Την πιάνω από τη μέση την ανασηκώνω ορθή στα πόδια
+της, την ακουμπάω σ' ένα κοτρώνι, και την ραντίζω με τα χέρια μου
+νερό στο αχνό πρόσωπό της. Κ' όσο ναρθή ο αγωγιάτης και να πάρουν κ'
+οι άλλοι είδησι, την συνέφερα εγώ. Η νιόνυφη δε μπορούσε να πηδήση,
+κι αυτή από την καβάλα της να μου δώση βοηθητικό χέρι, κ' έστεκε εκεί
+ορθή κ' εφώναζε. Ως και τα μουλάρια τα καϋμένα σταμάτησαν μοναχά τους
+κ' είχαν κι αυτά γυρμένα κι ολάνοιχτα τα μάτια τους κατά εμάς. Εκείνο
+που καβαλίκευε η κόρη, γυμνό και ξαφνιασμένο, τρεμούλιαζε ολόρθο,
+τρομαγμένο από το ξαφνικό και βαρύ πέσιμο της κυράς του. Ο πρώτος μου
+λόγος, άμα τη συνέφερα, ήτον να τη ρωτήσω πού βάρεσε. Η κόρη σήκωσε
+τα μεγάλα καστανά μάτια της, κυκλωμένα περίγυρα κατά τες κώχες με μια
+αλαφριά μελανή λουρίδ' από τη λαχτάρα, και νοτισμένα από δυο χοντρά
+μαργαριτάρια, δάκρυα που τότες άρχιζαν ν' αναβρύζουν, με κύτταξε τόσο
+συμπαθητικά που ποτέ δε θα το λησμονήσω στη ζωή μου, και μούπε
+ανάλαφρα:
+
+ — Πουθενά, . . . σ' ευχαριστώ.
+
+Κ' έκαμε να σηκωθή, πιάνοντας με το δεξί χέρι της τη μέση και με τ'
+άλλο ακουμπώντας στο κοτρώνι που κάθονταν. Μα δεν την άφηκα, για
+ναρθή στα ύπατά της, καλλίτερα. Σαν πλάκωσαν σε λίγο οι άλλοι από τον
+ανήφορο με τον αγωγιάτη, μου την άρπαξαν — έτσι θα το ειπώ, — από τα
+χέρια μου, με την παντοχή πως μ' απαλλάζουν από βάρος, που εγώ ήμουν
+τόσο ευχαριστημένος ενόσω μοναχός μου της πρόσφερνα τη βοήθεια μου.
+Είχα φοβηθή κ' εγώ πολύ. Είχα 'πη στην αρχή πως δε θα την εύρισκα,
+εκεί που έτρεξα, ζωντανή. — τόσο βαριά και τόσο άσχημα είχε πέσει η
+καϋμένη, — κ' είχε πανιάσει το πρόσωπό μου πλειότερο κι από το δικό
+της. Σα μ' αναμέρισαν εμένα, τραβήχτηκα σε μια τούφα κ' έκατσα ν'
+ανασάνω. Αυτή αγάλια αγάλια ήρθε στα συγκαλά της και τη σήκωσαν να
+κινήσουμε γιατ' είχε περάσ' η ώρα, είχε δύσει ο ήλιος. Πέρασε κοντά
+μου, μ' είδε πανιασμένον και με ρώτησε σιγαλινά:
+
+ — Πού χτύπησες, πού σε πονεί;
+
+Στην ταραχή και στη λαχτάρα της ενόμισε πως είχα πέσει κ' εγώ. Και
+μώκαμε την ίδια ρώτησι που της είχα κάμει εγώ, όταν την πρωτόφερα στο
+λογισμό της μοναχός μου.
+
+Άσχημα έκαμα που είπα ότι μου την άρπαξαν πλέον από τα χέρια μου οι
+άλλοι κι ότι μ' αναμέρισαν ολότελα εμένα. Γιατ' όταν ήρθε η ώρα να
+ξεκινήσουμε πάλι, κι ο αγωγιάτης με τους δυο πεζοδρόμους έμειναν να
+ράψουν την ίγγλα του μουλαριού και να ξαναφκιάσουν την καβάλα της, ο
+νιόγαμπρος φρόντισε να κατασυχάση και να συνοδέψη την ξαφνισμένην
+καλή του, κ' η δόλια η κόρη, εκτός που θα 'μνησκε μόνη της πίσω, μα
+στενοχωριότουν κιόλας να ξανανέβη στο ζώο που την έρριξε.
+
+Τους κρυφούς συλλογισμούς της κόρης ο νιος τους νοιώθει. Χωρίς να
+καβαλικέψω, τραβώντας από το συρτάρι το μουλάρι μου, τη σίμωσα και τη
+ρώτησα αν μπορεί να ξανακαβαλικέψη το δικό της σα να τώξερα.
+
+ — Να μώδιναν άλλο καλλίτερα θα να ήτον, μου είπε χαμηλοκυττάζοντας.
+
+ — Πάρ' το δικό μου, της λέω.
+
+ — Και συ;
+
+ — Το δικό σου.
+
+ — Καϋμένε, θα σε ρίξη, μώκαμε μ' έκφραση ανατριχίχιλας.
+
+ — Έγνοιά σου.
+
+ — Μα και το δικό σου είν' άγριο.
+
+ — Ποιος σου το είπε; Δεν το βλέπεις τι ήμερα που περπατάει;
+
+ — Ναι, μα 'κεί που ξαφνίστηκε, με την καμπάνα. . . . . στο
+μοναστήρι κάτου;
+
+ — Μα εκεί ξαφνίστηκε.
+
+ — Καϋμένε, τώρα σε συλλογίζομαι τι θα πάθαινες αν σ' έσερνε μαζή
+του σ' εκείνον τον κατήφορο.
+
+ — Δε θα χτύπαγα, ήταν χορτάρια.
+
+Κ' εγέλασα. Εχαμογέλασε κι αυτή. Ήτον το πρώτο χαμογέλοιο που είδα να
+γλυκοχαράζη στα χείλη της. Φαντασθήτε τη χαρά μου. Έτσι μείναμε
+σύμφωνοι για τα μουλάρια μας και την παρακάλεσα να περάση να
+καβαλικέψη. Τη βοήθησα ν' ανεβή. Εκεί που η ζερβιά παλάμη μου
+χεράκωνε την αμασχάλη της την τρυφερή και το δεξί χέρι μου κράταε το
+σκληρό κουτσάκι του σαμαριού για να μη γέρνη, τότες έννοιωσε αυτή το
+πρόσωπό της νοτισμένο ακόμα κ' είδε βρεμμένα και τα μπροστινά ρούχα
+της.
+
+ — Κύτταξε, μου είπε, πώς έγεινα από τα νερά κει πώπεσα.
+
+ — Δε σ' έβρεξε η ρεμματιά, σ' εράντισα γω με τα χέρια μου για να σε
+συνεφέρω.
+
+Κοκκίνισε σαν την παπαρούνα τ' Απρίλη στο πρόσωπο, μου χάρισε και
+δεύτερη συμπαθητικιά ματιά που μου ανατάραξε τα σωθικά όλα. Όπως
+θολώνει κάθε διαβάτης στο πέρασμά του τα λαγαρά βάθη του ποπαμού, και
+με το σιγαλό της «ευχαριστώ» την άκουσα να μουρμουρίση και τούτα:
+
+ — Αλλοίμονό μου, πώς κατάντησα.
+
+Ήταν σεμνότατα τα λόγια της και δεν της αντιλογήθηκα.
+
+Όσο να μας προφτάκουν οι πισινοί με το μουλάρι, ανέβηκα κάμποσον
+δρόμο πεζός εγώ στο πλάι της. Είχε τραβήξει πολύ μπροστά και το νιο
+τ' αντρόγυνο. Στο διάστημ' αυτό βρεθήκαμε οι δυο μας ολομόναχοι και
+συμφιλιωμένοι μέσα στο λόγγο. Χίλια γλυκά λόγια μώρχονταν στο νου για
+να της 'πω. Αλλ' όλα πνίγονταν ξαφνικά μες το λάρυγγά μου, που τον
+εστένευε δεν ξέρω κ' εγώ ποια δύναμη αόρατη κι αυστηρή. Όμως σε
+τέτοιες περίστασες γένονται καλοφωνότερο στόμα τα καϋμένα τα μάτια.
+Τότες μιλούν αυτά. Στο διάστημα κείνο, πόσα δεν της είπαν της κόρης
+τούτης τα μάτια μου. Κι' ακούν τα μάτια τότες. Κι' αυτινής μιλούσαν
+κι άκουγαν μοναχά τα μάτια. Έννοιωθα 'γω ότι τα μάτια της άκουγαν το
+τι της λέγαν τα δικά μου, όπως παρόμοια έννοιωθα το τι μου λέγαν τα
+δικά της. Όμως τι μούλεγε και τι της έλεγα, δε σας το μολογώ. Μπορεί
+να το φαντάζεστε.
+
+Καβαλίκεψα κ' εγώ. Κάποιος λέει πως πλάγιασε σε κοριτσιού κρεββάτι
+και δεν τον άφηκαν να κλείση μάτι όλη τη νύχτα οι ψύλλοι. Εμένα,
+καθισμένον στην καβάλα της δασκάλας, δε μ' έφαγαν ούτε ψύλλοι ούτε
+κορέοι. Δεν έμεινα όμως κι ανέβλαβος ολότελα. Από την ώρα που με το
+πέσιμο της μου κόπηκε ξαφνικά το τρυφερό τραγούδι στη μέση, δεν
+ξαναμούρθε ευθυμία. Μια σκυθρωπάδα μ' εβάρυνε, τρανή σαν τον Πίνδο
+που θ' ανεβαίναμε σ' ολίγο. Ούτε τραγούδι πλια από τότες, ούτε
+γέλοιο, ούτε ζωηρό λόγο, ούτε μιλιά. Τραγουδούσαν οι άλλοι άντρες,
+φώναζαν, γελούσαν, έρριχναν πιστολιές από καβάλα στα δέντρα που
+διαβαίναμε' χωράτευαν με τους διαβάτες που συναπαντούσαμε, έσκιαζαν
+με ρεκασμούς τα γίδια που βρίσκαμε να βόσκουν κατάστρατα
+σκαρφαλωμένα, στ' αγριοπρίναρα, ξάφνιζαν με χουγιακτά τον πιστικό που
+στον όχτο παράμερα βαρούσε την τζαμάρα του. Εγώ αναίσθητος, ξένος και
+παντάξενος σ' όλ' αυτά. Τόσο, που μερικές φορές στα κοτρώνια που
+ανέβαινε το μουλάρι μου κόντεψα με τα τινάγματά μου να την πάθω σαν
+τη δασκάλα να κατρακυλισθώ σε βαθύτερους λάκκους.
+
+ — Τήρα μπροστά σου, μπρε παιδί μ', μου φώναζε ο αγωγιάτης, τι θα πας
+κ' εσύ στο ρέμμα κάτου καμμιάν ώρα. Είνε κακοτοπιά δώ, τήρα μπροστά
+σου.
+
+Στες κακοτοπιές πούταν στενός ο δρόμος, σωστό μονοπάτι, εγώ πήγαινα
+πίσω πίσω, στερνός απ' όλους, κ' είχα τη δασκάλα μπροστά και τον
+αγωγιάτη από κοντά. Όπου βγαίναμε σε σιάδι, τύχαινε κάποτε να πάω
+ζυγά ζυγά μ' αυτήν. Έστρεφε τότες αυτή κατ' εμένα, μ' εκύτταζε
+συμπαθητικά και μου χαμογελούσε γλυκά γλυκά. Μια φορά μου είπε ήσυχα,
+σα για να μη την ακούσουν ούτε τα πουλιά που γλυκοτσιμπιώνταν απάνω
+στα κλωνάρια του δάσου.
+
+ — Γιατί δε λες και συ τίποτα, πούνε η πρώτη χαρά σου; Χαμογέλασα
+μοναχά και δεν έχω αντιλογιά ότι τα μάτια μου, που την αντίκρυσαν,
+της φανερώσαν τη γλυκειά ανατριχίλα που περίτρεξε από φλέβα σε φλέβα
+κι απ' αρμό σ' αρμό το αίμα μου.
+
+ — Μη σε στενοχωρεί που μώδωκες την καβάλα σου; Μου ξανάειπε,
+
+Εγώ δε μπόρεσα να κρατήσω έν' αλαφρό αναστέναγμα που γεννήθηκε μέσα
+μου από κάθε άλλο αίσθημα παρά από τη στενοχώρια, πώβαζε αυτή με το
+νου της. Όμως για να μη την αφήκω να μένη στη βλαβερή ιδέα της, της
+μίλησα χαμογελώντας πάλι:
+
+ — Τώρα σ' έκαμα να μου μιλάς, δεν έχω ανάγκη να ξαναξεφουρνίσω
+ζωηρά λόγια, δεν το κατάλαβες;
+
+Ήτον πολύ τολμηρός ο λόγος μου τούτος κ' έφερε στο απαλό μάγουλό της
+το βαθύτερο της φωτιάς χρώμα. Αλλά δεν επειράχτηκε, γιατ' είδα να
+ξεβάψη γλήγορα πάλι και να με γλυκοτηρά.
+
+Έτσι περάσαμε όλο το δρόμο, ως το χωριό. Εγώ παντού την
+επεριποιόμουν. Εγώ την ανεβοκατέβαζα από το ζώο μου στους ανήφορους
+και στους κατήφορους, εγώ την έπιανα από το χέρι στα ποτάμια και
+στους γκρεμούς, εγώ την επότιζα νερό με τ' αχώριστο πιξαρένιο
+καυκόπουλό μου στες κρυόβρυσες του Πίνδου, εγώ της έδωκα το ψάθινο
+σκιάδι μου, πώφερνα πάντα στα ταξείδια, για να μη την κάψουν τα
+λιοπύρια του Θερτή. Κι' αυτή όλο μ' ευχαριστούσε και μου χαμογελούσε
+γλυκά, κ' εγώ, αμίλητος πάντα, όλο ανατρίχιαζα γλυκότερα μέσα μου.
+
+Κάποτε τη ρώτησα στο δρόμο να μου ειπή πού χτύπησε.
+
+ — Πουθενά, μώλεγε αυτή συμπαθητικά. Αλλ' από τ' αλαφρό σούφρωμα τ'
+ώμορφου προσώπου της κι από το συχνό βάλσιμο του χεριού της στη μέση,
+κατά τα νεφρά, ένοιωθα 'γώ ότι χτύπησε κι ότι πονούσε και τόκρυφτε.
+Όσο που της είπα μια φορά.
+
+ — Μα, μη το κρύβης από μένα.
+
+Τώρα που με κύτταξε, τα μάτια της ήταν υγρότατα και στην υγρότη τους
+μέσα ξάνοιξα σα μέσα σε καθαρή ανάβρα, πως είχαν βουρκώσει και τα
+δικά μου.
+
+Κι' άλλη μια φορά τη ρώτησα πώς έκαμε κ' έπεσε στη λαγκαδιά εκεί
+κάτου. Κι' αυτή μου είπε κοκκινισμένη στο πρόσωπο:
+
+ — Μ' είχε συνεπάρει . . . κάποια συλλογή ... η πρωινή νύστα, . . .
+το ξημέρωμα . . . ξέρω κ' εγώ . . . το τραγούδι σου . . .
+
+Δεν είπεν άλλο. Χαμήλωσε και τα μάτια. Ούτ' εγώ μπόρεσα να την τηράω
+περισσότερο κατά πρόσωπο γιατ' ο λόγος της τούτος άναψε θέρμη μες τα
+μελίγγια μου.
+
+Ύστερ' από καμμιά δεκαριά μέρες απαντηθήκαμε σ' ένα στενό κατηφορικό
+δρόμο του χωριού. Εγώ ανέβαινα κι αυτή κατέβαινε. Βαστούσε στ'
+αριστερό χέρι της κατιφένιο σακκουλάκι, πλουμισμένο με μετάξι απ' όξω
+και γιομάτο από βιβλιαράκια. Ήτον πρωί ακόμα. Δεν είχε πάει δυο
+βουκέντρες ο ήλιος. Χαιρετιστήκαμε. Κύτταξα ότι κ' εγώ κι αυτή
+σφίξαμε τα χέρια μας και δε μας έρχονταν να τ' αφήκουμε ο ένας τ'
+αλλουνού. Στα πρόσωπα είχαμε γίνει κ' οι δυο, σαν τον καρπό της
+κερασιάς όταν ουρμάζει, κατακόκκινοι. Κι' όσο τηράγαμε ο ένας τον
+άλλον κατάματα, τόσο πλειότερο άναφταν η όψες μας κ' υγραίνονταν τα
+μάτια. Τη ρώτησα:
+
+ — Πώς πάει το χτύπημα;
+
+ — Τώρα, ... με πονεί εδώ.
+
+Μου είπε γλυκά και μώδειξε με το χεράκι της δίπλα στο πλευρό της κατά
+το ψυχικό.
+
+Καταλάβατε τ' ήθελε να 'πη η κόρη;
+
+Ε, σας φτάνουν ως εδώ, τάλλα δε σας τα φανερώνω.
+
+
+
+ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ
+
+
+
+ — Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε
+όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη, νάχη
+τ' Άι — Νικόλα την κατάρα!
+
+Τέτοια διαλάλησε προσταγή το σαββατόβραδο στο μεσοχώρι και στ'
+ανηφορικά σταυροδρόμια ο πρωτόγερος, ανεβαίνοντας σε ξάγναντους και
+σε πεζούλια απάνου, ακουμπώντας κατά πίσω το χοντροκαμωμένο κορμί του
+στο δεκανίκι του το κρανένιο και προβάλλοντας κατά 'μπρός τ' ανοιχτά
+στήθια του, ως νάθελε να βγάλη μες από τα σωθικά όλη του τη βροντερή
+φωνή και να την χύση, σ' όλο το χωριό γύρα.
+
+Και το ταχύ, μόλις ετσάκισαν τα εφτά μεσάνυχτα κ' έσκασε μες τ'
+ανατολικά κορφοβούνια το λαμπρότατο αστέρι, ο Γελαντζής, ξάφνου μαζί
+κ' η πέντε καμπάνες των αψηλών μας καμπαναριών ανατάραξαν το χωριό,
+σκόρπισαν από τα ματόφυλλα των χωριανών τον γλυκόν αυγερινό ύπνο, σαν
+ανεμοζάλη ωργισμένη που σηκώνετ' άξαφνα και σκορπάει την πάχνη και
+την καταχνιά που πλακώνουν τη πλάση.
+
+Η καμπάνες χτυπάνε ζωηρά κι αδιάκοπα. Άλλες με παιδιάτικους
+ασημένιους ήχους, μαθημένες από τα παιδιά που κράζουνε στο σχολιό
+σημαίνοντας αυγή κι απόγιομα κι άλλες με ήχους θλιβερούς και
+βαρυτάτους συνηθισμένες από τους θανάτους κι από τα ξόδια που
+συχνότερα διαλαλούσαν· και μια, η μεγαλύτερη του καμπαναριού τ' Άι —
+Νικόλα, τρυπημένη κατάκορφ' από τουφεκιά κλέφτικη, ξεχώριζε απ' όλες
+με το βραχνό και σχισμένον ήχο της.
+
+Τ' αυγουστιάτικο το φεγγάρι, κυκλωμένο κι ολόλαμπρο, έφεγγε καταμεσής
+τ' ουρανού, ίσκιωνε τες φυτιές και τα λαγκάδια, τες σπηλιές και τα
+ριζιμιά, τους φράχτες και τους πλοκούς, τα κλαριά και τες στιβανιές·
+κ' εφώταε περίγυρα τα βουνά όλα και τους γκρεμνούς και το χωριό μέσα.
+Ήταν θεού χαρά· Μέρα η νύχτα. Τα καλτερίμια των ανηφορικών δρόμων του
+χωριού, η πέτρινες ρούγες, τα μαρμαρένια πεζούλια, η αφρόπλακες και
+τ' ασπρολίθια των σπιτιών γιάλιζαν, λαμπύριζαν στο σεληνόφωτο.
+Άνοιγαν ανάρια κι αραδαριά τα παραθύρια τα καγγελωτά, σα βάρυπνα
+μάτια μεγάλα, κ' έφεγγαν μέσα τα σπίτια. Ύστερ' άνοιγαν πόρτες και
+παραπόρτια κ' εχύνονταν στους δρόμους πλήθος άντρες και γυναικόπαιδα
+κ' έπερναν τον ανήφορο.
+
+Η καμπάνες ολοένα δε σταμάταγαν. Τα πλήθη όσο ψηλότερ' ανέβαιναν τόσο
+συμπυκνώνονταν, κι αγάλια αγάλια οι κορφινοί του χωριού δρόμοι
+ώμοιαζαν σκοταδερές ρεμματιές και λαγκάδια δασιά, τόσο μαυρολογούσαν.
+Κι' ο θρος, οπ' ακούγονταν στα χαμηλώματα, στα καλτερίμια και στα
+χαλίκια από τα πατήματα των λιγοστών διαβατών, σιγά σιγά γένονταν τον
+ανήφορο σάλαγος, κι από σάλαγο πλιο ψηλά χλαλοή. Κι' από τη χλαλοήν
+αυτή τη μεγάλη και αφ' το πολύ το σημανταριό ξαφνισμένα τα ορνίθια
+ξύπναγαν στην κούρνια τους και φώναζαν κι αυτά πάρωρα. Και πίσω πίσω
+οι δημογέροντες του χωριού με τες κραυγές και με τα βιολιά, από ρούγα
+σε ρούγα κι απ' αυλόπετρα σ' αυλόπορτ' ανηφορώντας, ξύπνιζαν κ'
+έπαιρναν ομπροστά όσους δε δυνήθηκαν να ξυπνίσουν η καμπάνες.
+
+***
+
+Δυο μεγάλες βαθιές ποταμιές, που κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ψηλά,
+ζώνουν τον μαχαιροκομμένο κοκκινόβραχο που βαστάει το χωριό μας
+απάνου του. Από το φρύδι του βράχου, που χάσκει ομπρός κάτου γκρεμός
+φοβερός κι άβυσσος άπατη, αρχίζουν τα σπίτια του χωριού άσπρα άσπρα
+κι αραδιασμένα τον ανήφορο τόν' απάν' από τάλλο, σα σκαλοπάτια, ως
+την κορφή. Και με το σχήμα του το τριγωνικό μοιάζει τη νύχτα, με τ'
+αναμμένα τα φώτα, σα μέγα πολυκάντυλο το χωριό μας.
+
+Βγήκανε στην κορφή απάνου. Εδώ σώνεται ο ανήφορος, κι ανοίγονται
+στρωτά σάδια και πλαγιές. Συμπυκνωμένο εδώ το πλήθος σωρούς σωρούς,
+μαύριζε τα σάδια και τες πλαγιές. Ως πούρθαν κ' οι δημογέροντες με τα
+βιολιά. Με τα βιολιά τώρα, με τες χαρές και με τα τραγούδια που
+κάμανε πέρα, σμιγμένοι και χωριστά οι άνδρες από τες γυναίκες, δεν
+παράλλαζαν από συμπεθεριό κι από ψίκι. Ένα μοναχά. Οπ' ούτε νύφην
+ούτε γαμπρό πήγαιναν για να πάρουν. Με τες τριχιές ριγμένες
+πισόπλατα, είτε κρεμάμενες από τα χέρια, πήγαιναν για μάρμαρα.
+
+Είχε καή το χειμώνα η πλιο μεγάλη εκκλησιά του χωριού μας, ο Άι-
+Νικόλας, και το καλοκαίρι εκείνο την ξανάχτιζαν οι χωριανοί. Πλέρωναν
+μοναχά τα μεροδούλια των μαστόρων και κουβαλούσαν αυτοί από τα βουνά
+απάνου κάθε βδομάδα την πλάκα και τα μάρμαρα.
+
+Εκεί που τελειώνουν πλέον τα σάδια κι αρχίζει πάλε η μπροστέλλα του
+βουνού, εκεί ήταν τα μάρμαρα. Εκεί με τους κασμάδες και με τους
+λοστούς δουλεύντας όλο το μεροβδόμαδο τάχαν αραδιάσει σωρούς σωρούς
+χοντροκομμένα τ' αφράτα μάρμαρα οι μαρμαράδες. Σαν ο γόνος του
+μελισσιού που ρίχνει και φεύγει από το κρινί και σκαλώνει απανωτό
+στριμωμμένο στο πρώτο κλωνάρι του κλαριού που τυχαίνει μπροστά του
+και το κλωνάρι μαυρίζει ολόβολο, έτσι μαύρισαν τώρα τα κάτασπρα
+εκείνα κι αστραφτερά σα χιόνια μαρμαροσώρια, από τα πλήθη που
+κόλλησαν απανουθιό τους. Άντρες και γυναίκες, δίπλωναν τες φλοκάτες
+τους σταυρωτά κατά πίσω, τες πίστρωναν ύστερα σα προσκέφαλα κ'
+εφορτωνόνταν ο ένας με τον άλλον τα θεόρατα μάρμαρα. Ως που
+φορτώθηκαν όλοι κι ως π' αναλήφτηκαν από μπροστά οι άσπροι σωροί.
+
+Όταν ξεκίνησαν τον κατήφορο κατά το χωριό, χάραζε.
+
+Άχνιζε τώρα κατά τη δύσι του το φεγγάρι και στ' ανατολικά
+κορφοβούνια, εκεί που πρώτα έλαμπε ο Γελαντζής, έσκαε ο Αυγερινός
+τώρα. Ο Μπάρρος, ο Καταρραχιάς, τ' Αυτί, η Νύφες κι άλλες ολόγυρα
+κορφές ασπρογάλιαζαν στο γλυκοχάραμμα. Πλήθος αυλάκια αφρόδροσα, οπ'
+έρχονται από τα κεφαλόβρυσ' απάνου κι οπ' αυλακώνουν εδώ κ' εκεί
+ολούθε τα πλάγια εκείνα, ξύπναγαν στα πατήματα του λιθοφορτωμένου
+κόσμου και με τα τρυφερά τους μουρμουρητά έλεγες ότι τόνα ρωτάει
+τάλλο, νυσταγμένο το μαύρο ακόμα, για το ξαφνικό εκείνο και παράωρο
+ποδοβολητό του λαού.
+
+Ξύπναγε η πετροπέρδικα στα τουφωτά κοντοπρίναρα που κοιμώταν, έλουε
+τον ώμορφο λαιμό και τα καμαρωτά στήθια της στα κρυσταλλόνερα μέσα κι
+ανέβαινε στην κορφή του γκρεμού κι άρχιζε τον ολόγλυκο κελαϊδισμό
+της. Η πέρδικα ξύπναγε το βοσκόπουλο στη μάντρα του και το βοσκόπουλο
+το καλό με τη γλυκειά του φλογέρα ξύπναγεν όλη την πλάση.
+
+***
+
+Οι χωριανοί ροβόλαγαν τον κατήφοοο φορτωμένοι με τα θεόρατα μάρμαρα.
+Κατέβαιναν, κ' έτρεχαν κιόλας ποιος να πρωτοπεράση τον άλλονε, ποια
+να παραδιαβή την άλλη. Κ' έσκαγαν εκεί γέλοια και χαρούμενες φωνές.
+Μπροστά τα βιολιά πάντα κ' οι δημογέροντες κ' οι παπάδες, φορτωμένοι
+κι αυτοί, και πίσω το πλήθος. Και πάρα πίσω ακόμα, τα ξακουστότερα
+του χωριού παλληκάρια, οπού συν τρία και συν τέσσερα μαζί κατέβαζαν
+στους στοιχειωμένους ώμους τους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους
+βαοιοκομμένους βράχους. Εδώ θυμώνταν κανένας τους παλιούς
+αντρειωμένους των τραγουδιών, τους σαραντάπηχους των παραμυθιών.
+
+Κάπου κάπου σταμάταγαν για να ξανασάνουν και να συγκεντρωθούν.
+
+Όταν χτύπησε ο ήλιος στα βουνά, οι φορτωμένοι πληθυσμοί έφτακαν στην
+κορφή του χωριού. Κ' ύστερ' από λίγην ώρα, που ξεφορτώνονταν αυτοί
+στο περιαύλι της εκκλησίας, η χρυσές του αχτίδες στεφάνωναν τα
+ιδρωμένα και περήφανα μέτωπά τους. Τα λιθοσώρια οπ' άσπριζαν
+ολονυχτής στο βουνό απάνου, λαμποκοπούσαν τώρα στο περιαύλι της
+εκκλησιάς· και γύρα τους ολόρθος ο κόσμος του χωριού, ξεφορτωμένος
+και κατακόκκινος και χαριτωμένος κι ώμορφος και λαμπρός, εδέχονταν με
+χαρές και με παινετικά λόγια τους αντρειωμένους, οπού στερνοί στερνοί
+κατέβαζαν στους στοιχειωμένους των ώμους απάνου ολόβολα χάλαρα,
+ακέριους βαριοκομμένους βράχους.
+
+Είχαν οι μαστόροι τώρα για μια βδομάδα μάρμαρα να δουλέψουν. Ως το
+σαββατόβραδο τάλλο, που ο πρωτόγερος θα φώναζε πάλι στο μεσοχώρι και
+στ' ανηφορικά σταυροδρόμια το συνηθισμένο διαλάλημά του.
+
+ — Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε
+όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη νάχη τ'
+Άι-Νικόλα την κατάρα!
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ Β'. ΤΟΜΟΥ
+
+
+
+Πρόλογος Σελ 5
+Αφιέρωσις » 7
+
+Α.—Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
+Η Μαγεμμένη βρύσι » 13
+Το Ηλιοβασίλεμμα » 14
+Ο Τρύγος » 17
+Τραγούδι του Αργαλειού » 19
+Το Μαρμαρομένο βασιλόπουλο » 20
+Ο Γέρος Καρβανάρος » 21
+Η Ποθοπλανταγμένη » 22
+Το Γεφύρι του Μανώλη » 23
+Το Κέντημα του μαντηλιού » 28
+Στο Σταυραητό » 31
+
+Β. — ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ
+Η Περδικομάτα » 35
+Ο Κούρος » 36
+Το Φίλημα » 39
+Το Καλιόκαστρο (της Πρέβεζας) » 40
+Ο Σκάρος » 42
+Ο Σκάνιος » 44
+Ο ετοιμοθάνατος βοσκός » 46
+Έλα βοσκούλα έλα » 48
+Ο Γέννος » 50
+Ήθελα νάμουν τσέλιγγας » 57
+Λεξιλόγιον » 59
+
+Γ.—Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
+Η Πέτρα » 65
+Το Κοπέλι » 66
+Τ' Αστρί » 67
+Η Κόρη » 70
+Η Αγάπη » 72
+Το Κρίμα » 73
+Το Θάμα » 74
+Ο Ψωμοπάτης » 76
+
+Δ. — ΠΟΙΗΜΑΤΑ
+(Το πρώτον δημοσιευόμενα).
+
+Η Αρπαγή » 79
+Το Παράπονο της Βοσκοπούλας » 82
+Τ'Αθάνατο νερό » 82
+Το Μέθυο » 83
+Η Πεντέλη » 84
+Ο Θάνατος της βασιλοπούλας » 88
+Η Διωγμένη Βασίλισσα Σελ. 91
+Ο Αητός του Ασπροποτάμου » 94
+Δημήτριος Μπότσαρης (Βιογραφία)
+Στον θάνατο του στρατηγού
+Δημητρίου Νότη Μπότσαρη » 99
+
+Ε. — ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ
+Προπέρσινα Χριστούγεννα
+(ανέκδοτοι)............ » 103
+
+ΣΤ. — ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
+Η Εικόνα........ » 115
+Στα Χαλάσματα » 135
+Το Σημειωματάρι του Γεροκα-
+λαμένιου » 155
+Το Σουλιωτόπουλο » 167
+Το Πανυγύρι της Καστρίτσας » 179
+Η Δασκάλα » 196
+Τα Μάρμαρα » 209
+
+
+
+Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΒΑΓΝΕΡ Κ. Απλή ζωή μετάφρ. Φωτιάδου Δρ. 1.—
+ΒΙΚΕΛΑ Δ. Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν » 2.—
+ΒΙΚΕΛΑ Δ. Σύστασις Ελλην. Βασιλείου » 1.—
+ΓΡΗΓΟΡΟΒΙΟΥ Φ. Αθηναΐς ιστορ. διήγ. μετάφρ. Σ. Λάμπρου » 1.—
+ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ συμβάντων της Ελληνικής φυλής Δ. Κολοκοτρώνη » 1.50—
+ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ Π. Εισαγωγή εις την Ιστορίαν ΙΘ' αιώνος » 4.—
+ Ιστορία του ΙΘ' » » 25.—
+ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΠ. Λόγοι και άρθρα » 3.—
+ΜΗΛΙΑΡΑΚΗ ΑΝΤ. Αμοργός. Μετ ??? » 3.—
+» Γεωγραφία Κεφαλληνίας. Μετά γεωγραφικού πίνακος » 2.—
+» Γεωγραφία του νομού Κορινθίας. Μετά γεωγραφικ. πίν. » 2.—
+ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Ιστορικαί Πραγματείαι
+ΡΑΓΚΑΒΗ ΑΛ. Απομνημονεύματα τομ 2 σελ. 807 » 10.—
+ΣΥΓΓΡΟΥ ΑΝΔΡ. Απομνημονεύματα τομ. 3 » 4.50.—
+ΣΜΑΪΛΣ Σ. Βοήθει Σαυτόν » 2.50—
+ΠΑΓΑΝΕΛΗ ΣΠ. Πέραν του Ισθμού » 3.—
+» Αθηναϊκαί ημέραι
+» Πάρεργα Φύλλα
+» Από Ακροπόλεως εις αλτιν δ?
+ΠΑΛΑΜΑ Κ. Ύμνος εις την Αθηνάν » 1.—
+» Ο Τάφος. Έκδ. Β'. Ο Πρώτος λόγος των Παραδείσων » 2.—
+ΠΟΛΕΜΗ Ι. Το παληό βιολί » 3.—
+» Αλάβαστρα » 3.—
+» Βασιλιάς Ανήλιαγος » 1.50
+» Χειμώνανθοι » 3.—
+ΠΟΛΙΤΟΥ Ν. (Μεριμέ Γρ.) Κολόμβα » 2.—
+ΡΑΓΚΑΒΗ ΚΛ. Η Δούκισσα των Αθηνών » 1.50—
+ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡ. Ελληνική Κοσμιότης » 2.—
+
+
+ΤΙΜΑΤΑΙ (Τόμοι 2) ΔΡΑΧ 5
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Works: Poems - Prose Volume 2, by Kostas Krystallis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK WORKS: POEMS - PROSE VOLUME 2 ***
+
+***** This file should be named 34577-0.txt or 34577-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/4/5/7/34577/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/34577-0.zip b/34577-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..325ddfd
--- /dev/null
+++ b/34577-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..6b06561
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #34577 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34577)