diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 34577-0.txt | 5586 | ||||
| -rw-r--r-- | 34577-0.zip | bin | 0 -> 128153 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 5602 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/34577-0.txt b/34577-0.txt new file mode 100644 index 0000000..dec77de --- /dev/null +++ b/34577-0.txt @@ -0,0 +1,5586 @@ +Project Gutenberg's Works: Poems - Prose Volume 2, by Kostas Krystallis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Works: Poems - Prose Volume 2 + +Author: Kostas Krystallis + +Release Date: December 5, 2010 [EBook #34577] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK WORKS: POEMS - PROSE VOLUME 2 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Bold words are included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. + + + + +Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ + +ΕΡΓΑ +ΠΟΙΗΜΑΤΑ — ΠΕΖΑ +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + +ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ +44 — Εν οδώ Σταδίου — 44 + +1912 + + + +Ο +ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ +ΤΟΥ +ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ + + «Πολλά με Νύμφαι δίδαξαν + »αν' ώρεα βουκολέοντα εσθλά.» + ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ + + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + +Ο Κρυστάλλης με τον &Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης& μας +παρουσιάζεται ζωντανός και μεστωμένος ποιητής, με φλογέραν ηχηροτέραν +και άσμα ζωηρότερον και υπόσχεται — εάν έζη — να συγκινήση τα πλήθη +των αναγνωστών, να κρούση αρμονικώτερον τας χορδάς και να δονίση τας +καρδίας. Περιλαμβάνει εν αυτώ δύο σειράς ποιημάτων, πρώτον «τα +τραγούδια του χωριού και δεύτερον τα «τα τραγούδια της στάνης». Το +όλον δε βιβλίον «'στήν Ήπειρο τ' αφιερώνει». Αλλά και άνευ της +αφιερώσεως, αρκεί μόνη των ποιημάτων η ανάγνωσις διά να κατανοθή +ευθύς ο ιδιάζων χαρακτήρ των· και των δύο σειρών τα τραγούδια +αποδίδουν της Ηπειρωτικής ζωής το σφρίγος και την χάριν αυτής +αποτυπούν. Υπέβαλε δε ταύτα εις τον περί τα τέλη του 1892 τελεσθέντα +ποιητικόν διαγωνισμόν και έτυχον του &«πρώτου και θερμοτάτου επαίνου»& +μόνον διότι ο εισηγητής της επιτροπής καταληφθείς υπό +καθαρευουσοληψίας εβράβευσεν έτερον ποίημα γραμμένον εις την +καθαρεύουσαν, εν ώ όλοι οι ποιηταί εις την δημώδη γλώσσαν συνεκίνησαν +και συνήρπασαν τα πλήθη και μόνον εις αυτήν είνε δυνατόν να +αναπαραστήσωσι τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον και να ψάλωσι τα +κατορθώματα των ηρώων του έθνους. Ο ποιητής όμως δεν εδέχθη τον +έπαινον τούτον και ο τόμος εις ον εξέδωκε το πρώτον, κατά τας αρχάς +του 1893, τα ποιήματα ουδέ καν ανέφερε τον &έπαινον&. Καθ' ον τρόπον +έγινεν η κρίσις του αγώνος ο Κρυστάλλης εθεώρησε προτιμότερον και +αξιοπρεπέστερον να μη γίνη σχετικός λόγος. Ποιήματα άλλως καθώς αυτά +τα οποία έχομεν την τιμήν να παρουσιάσωμεν εις τους αναγνώστας +καμμίαν δεν έχουν ανάγκην διακρίσεως και καμμίαν δεν έχουν ανάγκην +συστάσεως. + +Και από την κατά μέρος ανάγνωσιν εκάστου τραγουδιού και από την +μελέτην όλης της συλλογής εν γένει η ιδία ισχυρά εντύπωσις γίνεται +εις τον αναγνώστην, της ζωντανότητος και της εκφραστικότητος κόσμου +ολοκλήρου ποιητικού, πλουσιοτάτου και γραφικωτάτου τον οποίον κατά +βάθος εγνώρισε και εμελέτησε, ζωηρώς δε ησθάνθη και αναπαριστά εις τα +τραγούδια του ο ποιητής. + +Διά του έργου τούτου ο ποιητής ενεφανίσθη ενώπιον του κοινού με +αρτιώτερα και περισσότερα εφόδια, προσείλκυσεν όλων την συμπάθειαν +και απέδειξεν ότι ήτο προωρισμένος να συνεχίση το έργον του Ζαλοκώστα +και του Βαλαωρίτη, οι οποίοι ανέδειξαν και επέβαλον το Ηπειρωτικόν +ιδίωμα εν τη ποιήσει ως το πλουσιώτατον και επιτηδειότατον ποιητικόν +όργανον μεταξύ όλων των άλλων εν Ελλάδι. + +Τα έργα του ημετέρου συμπατριώτου επληθύνοντο οσημέραι και εάν +ύπουλος νόσος δεν υπέσκαπτε την υγείαν του η σημαία του θα εκυμάτιζε +υπερηφάνως εις τον Παρνασσόν. + +Εις το τέλος του έργου προσηρτήσαμεν λεξιλόγιον προς ευχερή +κατανόησιν λέξεών τινων. + +Γ. Κ. Γάγαρης + + + +ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ + + + + Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ + + + + Συχνά μέσ' 'ς το ηλιοστάλαμμα και μέσ' 'ς το μεσημέρι, + Κι' όταν κοιμούνται τα νερά, και βγαίνουν η Νεράιδες + Και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λέγουν. + + Όταν ισκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια, + Και ροβολούν βελάζοντας 'ς τες μάντρες τα κοπάδια, + Σουρίζοντάς τα ο νιος βοσκός, τέτοια τραγούδια λέγει. + + Τ' απόσπερνο κι' αποβραδύς, που βασιλεύει ο ήλιος, + Και με τα δυο καματερά γυρνάει ο ζευγολάτης + Απ' τ' όργωμά του 'ς το χωριό, τέτοια τραγούδια λέγει. + + Ο αγωγιάτης, τες ερμιές, τα δάση που διαβαίνει, + τον σάλαγον, οπού χτυπά τα φορτωμένα ζα του, + Για να περνάη το μάκρεμα, τέτοια τραγούδια λέγει. + + Όταν το γλυκοχάραμμα στα κορφοβούνια φέγγει, + Που στα χρυσά τα ονείρατα ξυπνά η χωριατοπούλα + Και πάει στη βρύση γιο νερό, τέτοια τραγούδια λέγει. + + Τα καλοκαίρια τα ξανθά, που οι ξενοδουλευτάδες + Θερίζουν άυπνοι ολονυχτίς τα καρπερά χωράφια + Με το φεγγάρι το λαμπρό, τέτοια τραγούδια λέγουν + + Τες χειμωνιάτικες βραδιές, που στα βουνά χιονίζει, + Γύρ' απ' την πύρα του σπιτιού συνάζονται η κοπέλλες, + Και πλέοντας ξόμπλια ωριόπλουμα, τέτοια τραγούδια λέγουν. + + Άγουρος του χωριού κ' εγώ, παιδί κ' εγώ της στάνης, + Όσες βολές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω + Κι' οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω. + + + + ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ + ΤΟΥ + ΧΩΡΙΟΥ + + + + + + + Η ΜΑΓΕΜΜΕΝΗ ΒΡΥΣΗ + + + + Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι + Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση. + + 'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα, + Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα. + + Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι, + Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει. + + Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα, + Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα, + + Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη + Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει. + + Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω. + Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω. + + Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη, + Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι. + + Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα + Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα. + + Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι + Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση». + + Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα. + Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα. + + Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση + Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση, + + Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη, + Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη. + + + + ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ + + + + Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει + Και τ' ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν, + Πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες, + Κι' ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης. + Την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι + Που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ' ακρογιάλια. + Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρω πεύκος + Και πίνει και ρουφάει δροσιά κι' αχολογάει και τρίζει + Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια + Και μ' αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει + θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν, + Τα ζάλογγα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι + Κ' οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν. + + Απ' όξω, απ' τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες, + Ηλιοκαμμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι, + Με τους ζυγούς, με τα βαριά τ' αλέτρια φορτωμένοι + Και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους. + Τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, τραχηλάτα, + «Οώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσινέ, Λαμπίρη»· + Κι' αργά τα βόιδια περπατούν και πού και πού μουγγρίζουν. + Γυρνούνε από τα έργα τους η λυγερές, γυρνούνε + Με τα ζαλίκια αχ' τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ' το πλύμα, + Με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω· + Και 'ςόποιο δέντρο κι' αν σταθούν, 'ς όποιο κοντρί ακουμπήσουν. + Εις το μουρμούρι του κλαριού, εις την θωριά του βράχου + Γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν: + — «Γεια και χαρά 'ς τον κόσμο μας, 'ς τον ώμορφό μας κόσμο!» + + Σαν το ζαρκάδι ο νιος βοσκός ξετρέχει την κοπή του· + Σουρίζει, σαλαγάει «όι, όι» και τήνε ροβολάει + Από τα πλάγια στο μαντρί, στην στρούγγα για ν' αρμέξη. + Από στεφάνι, από γκρεμόν, από ραϊδιό και λόγγο + Και του γιδάρη η σαλαγή στριγγιά στριγγιά γροικιέται + Τ' ανάποδο κοπάδι του «τσαπ, τσαπ! έι, έι» βαρώντας. + Κι' αχολογούν βελάσματα κι' αχολογούν κουδούνια. + Από μακρυά, αχ' το βουκουλιό, ακούγεται φλογέρα. + Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, + Και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει + Του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος. + Του κάμπου τάγρια τα πουλιά γυρνούν αχ' τες βοσκές τους, + Και μ' άμετρους κελαϊδισμούς μέσ' στα δέντρα κουρνιάζουν· + Σκαλώνει ο γκιώνης στο κλαρί και κλαίει τον αδερφό του. + 'Σ τα ρέπια, στα χαλάσματα, η κουκουβάγια σκούζει· + Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλεί η νεροχελώνα + Τ' αηδόνι κρύβεται βαθειά στ' αγκαθερά τα βάτα + Και την αγάπη τραγουδάει με τον γλυκό σκοπό του + Κ' η νυχτερίδα η μάγισσα, με το φτερούγισμά της + Το γλήγορο και το τρελλό, σχίζει τα σκότα απάνου + Και με τα ολόχαρα παιδιά του ζευγολάτη παίζει. + + Καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας, + Την απλοϊκή σας τη ζωή, πώχει περίσσιες χάρες. + Μα πλιο πολύ τον μαγικό ζηλεύω γυρισμό σας, + Όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος. + + + + Ο ΤΡΥΓΟΣ + + + + Όταν ανθίζ' η αγράμπελη κι' απλώνει τα κλαδιά της + 'Στό σχοίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια, + Στα ρέμματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου, + Κι' αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα + Γιομόζει από μοσχοβολιά με τον ανασασμό της. + Πυκνό πυκνό κι' ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται + Μέσ' από βράχους και κρινιά, μέσ' από ερμιές και κήπους, + Και τάνθη της βοσκολογά και πέρνει τον αχνό τους, + Και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του. + Έτσι η κοπέλλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια + Κ 'εις κάμπους κ 'εις βουνά σκορπούν, κι' όπ 'είνε αμπέλια + [τρέχουν, + Με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια + Και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζη ο τρύγος. + + Αναταράζονται η ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια, + Λες κι' από κάθε πέτρα ορθή, λες κι' από κάθε βάτον + Οπού στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει. + Πράσινη απλώνεται η φυτειά κ' η ράγες μεστωμένες, + Μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γυαλίζουν + Στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου οπ' ανατέλλει, + Σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια. + Η βέργες η καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες, + Κ' η περογλιές ξαπλώνονται 'ς τα δίπλατα κρεββάτια + Και στην πυκνή τους χλωρασιά και 'ς τον βαθύ τους ίσκιο + Την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν, + Την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι' απλώνει. + Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέση ο ήλιος. + Πότε να ισκιώσουν τα ριζά να δροσερέψη ο κάμπος. + + Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψη, + Νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος. + + Ο ήλιος 'χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν, + Θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι' απάνου βγήκαν τ' άστρα. + Διπλά ανασαίν' η αργατιά κι' απαρατάει το έργο, + Κ' εκεί που κληματόβεργες κι' από παλιούρια φράχτες + Καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν, + Και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι. + Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι + Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι. + Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες· + Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας + Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι + Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του. + Ως που τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν, + Και τότες οι χοροί χαλνούν, σκορπάν οι δουλευτάδες. + Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι' αποσταμένοι γέρνουν. + Κ' εκεί που σβύνονται η φωτιές έρμες ανάρια ανάρια, + Το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει, + Ως που να σκάση ο αυγερινός, που θα ξυπνήσουν πάλι, + Πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμμένον τρύγο. + + + + ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ + + + + Η Ζερβοπούλα η ώμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα + 'Στόν αργαλειό της ύφαινε κι' ανάρια ετραγουδούσε: + —Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμμένο 'ς το νυχτέρι, + Διασίδι, μ' όντας σ' έγνεθα τον συχνωνειρευόμουν, + Διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα, + Διασίδι, όντας σ' ετύλιγα 'ς την εκκλησιά τον είδα, + Διασίδι, όντας σ' εκόλναγα μώστειλεν αρραβώνα. + Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε, ... πέτα χρυσή σαΐτα, + 'Τρίξτε καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου, + Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου, + Γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη. + + + + ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ + + + + Ένα παλάτι αδιάβατο κλειστό και ρημαγμένο + Πανώρηο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο. + + Δέρν' η θολούρα, η χειμωνιά το έρμο το παλάτι, + Κι' ουδέ μιλάει το μάρμαρο, ουδέ κι' ανοίγει μάτι. + + Λάμπει ο ήλιος, κελαϊδούν της άνοιξης τ' αηδόνια, + Κ' εκείνο μένει ασάλευτο, βουβό από τόσα χρόνια. + + Κάποια νεράιδα της ερμιάς και μάγισσα ωργισμένη + Το καταράστηκε βαριά και μάρμαρο έχει γένει. + + Και το παλάτι ερήμαξε, το σκέπασαν τα δάση + Κι' ως τόρα πόδι ανθρωπινό δεν έχει εκεί περάσει. + + Μονάχα ο Χρόνος, που περνάει ολημερίς μπροστά του, + Έγραψε μέσ' στο μάρμαρο μαζί με τ' όνομά του: + + »Χαρά στην νια την ώμορφη που η Μοίρα θα της δείξη + Το σιδηρόχορτο να βρη, την πόρτ' αυτή ν' ανοίξη. + + Ν' αγκαλιαστή το μάρμαρο, σιμά του ν' αγρυπνήση + Σαράντα δυο μερόνυχτα, γλυκά να το ξυπνήση!» + + Είνε παλάτι ερημικό κι' απόκλειστο η καρδιά μου, + Μαρμαρωμένον βασιλιά βαστάει τον Έρωτά μου. + + Χαρά στην νια την ώμορφη, που την καρδιά θ' ανοίξη + Και με το κρύο το μάρμαρο τα χείλη της θα σμίξη! + + + + Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΡΒΑΝΑΡΟΣ + + + + Ένα πουλάκι λάλησε 'ς της ποταμιάς τα δέντρα, + Ένα πουλάκι οπού λαλεί τον Μάη με την αυγούλα + Κι' οπού ξυπνάει τους πιστικούς, ξυπνάει τους καρβανάρους, + 'Τούς καρβανάρους στ' άλογα, τους πιστικούς στα γίδια. + + Εξύπνησ' έναν γέροντα, γέροντα καρβανάρον, + Που κόνευε στην ποταμιά παράμερα του δρόμου. + Ξεπεδουκλώνει τ' άλογα και πάει να τα ποτίση. + Ερρόδιζεν η ανατολή κι' ο αυγερινός τραβιώταν, + Πάηνε στα οργώματα ο ζευγάς κι' η κοπελλιά στο πλύμα + Και το πουλάκι ολόγλυκον κελαϊδισμό κρατούσε. + + Άκουγε ο γέρος το πουλί, τήραε τα κορφοβούνια, + Ολογυρνούσε τα δεντρά, κ' έλεγε με τον νου του: + + — Καλότυχα, μωρέ δεντρά, που ζάτε χίλια χρόνια, + Που ανθίζετε κάθ' άνοιξη και κάθε καλοκαίρι. + Γεράματα δεν έχετε και χάρο δεν φοβάστε· + Σα μεσημέρια απλώνετε τον ίσκιο τον διαβάτη, + 'Σ τον ζευγολάτη, 'ς τον βοσκό, 'ςτού κοπαδιού τον πλήθο. + Την νύχτα ολόρθα κι' άγρυπνα, πίνετε και ροφάτε + Δροσιάν βουνίσια αχόρταγα, και το ταχύ, όταν φέγγει. + Εσείς παλάτια γίνεστε 'ς τον κότσυφα 'ς τ' αηδόνι. + Εσάς σας τρέφουν κρύα νερά, τα χιόνια σας πλαταίνουν. + Μωρέ βουνά, ψηλά βουνά, ψηλά και δασωμένα, + Τώρα που ο Μάης σας γιόμωσε μ' ανθούς, με χλόη, με νιάτα, + Γιατί δεν ξανανιώνετε κ' εσείς τον γέρο εμένα, + Σάμπως καινούρια γένονται και σάμπως ξανανιώνουν + Τούτα τα χαμηλά κλαριά και τα παλιά τα δέντρα, + Να γίνω πάλι ως ήμουν νιος, να γίνω παλλικάρι; + + + + Η ΠΟΘΟΠΛΑΝΤΑΓΜΕΝΗ + + + + Κάτω 'ς τον Μαραθόκαμπο, που ολονυχτής θερίζουν, + Κάποιος λεβέντης θεριστής ψηλό τραγούδι λέγει + Κι' ως το ξημέρωμα ξυπνόν βαστάει όλον τον κάμπο· + Βαστάει κ' εμένα ξύπνηγη την ποθοπλανταγμένην + Δέκα βραδιές ολόβολες 'ς τα παραθύρια απάνου, + Κι' απ' τον ήχο του τραγουδιού κι' απ' την γλυκειά φωνή του + Τα νυσταγμένα μάτια μου τον ύπνο δεν τον θέλουν. + Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, + Να κάτεχα, να γνώριζα! Ήλιε, γλυκέ πατέρα, + + Ήλιε, οπού μου χάρισες τόση εμμορφιά 'ς τον κόσμο, + Μη τα χαλάς τα νιάτα μου και μη τα φαρμακώνης. + Με τες χρυσές αχτίδες σου δείξε μου μιαν ημέρα + Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, + Να τον γνωρίσω, να τον 'δώ' διάνεμμα να του κάμω + Την νύχτα να μη τραγουδάη, 'ς τον κάμπο να μη βγαίνη, + Νάρχεται με του φεγγαριού τ' απόσκια 'ς την αυλή μου + Να τον χορταίνω φίλημα, να τον χορταίνω αγκάλια + + + + ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ + + + + Αφιερώνεται + 'ς τον αγαπημένον μου κ. Κ. Καζαντζήν. + + Του Αγγελοκάστρου ο Βασιλιάς διαλάλησε μια 'μέρα: + Ποιος ημπορεί την λίμνη μου να σπείρη πέρα ως πέρα, + Και ποιος 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήση; + 'Σ το ρέμμα του Ασπροπόταμου ποιος ημπορεί να στήση + 'Σ το χρόνο απάνω πέτρινο γεφύρι; Ας έρθη ομπρός μου + Διαμάντια, ασήμι, μάλαμα, κι' όλο το βιο του κόσμου + Να του χαρίσω αμέτρητο. + + Δεν άνοιξ' ένα στόμα, + Κι' ουδ' ένας δεν ωμίλησε. Ώρες περνούν ακόμα, + Κι' από τα πλήθη ωμορφονιός σαν σταυραητός πετιέται + Κι' έρχεται ομπρός 'ς τον Βασιλιά και τέτοια απολογιέται: + + — Την λίμνη σου αν δεν ημπορώ να σπείρω, να θερίσω, + Ούτε 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήσω, + Όμως γεφύρι πέτρινο μπορώ να θεμελιώσω + 'Στό ρέμμα του Ασπροπόταμου 'ςτόν χρόνο απάνω. Ως τόσο + Διαμάντια, ασήμι μάλαμα κι' όλο το βιο του κόσμου + Δε σου γυρεύω χάρισμα. Γυναίκα αν θέλης δος μου + Την κόρη σου. + + Είχε ο Βασιλιάς του γάμον του βλαστάρι + Μιαν θυγατέρα μοναχή, της χώρας του καμάρι, + Κι' από καιρόν ο ωμορφονιός την κόρη του αγαπούσε, + Κρυφά τον ωνειρεύονταν κι' αυτή και τον ποθούσε. + Όμως δεν ήτον βολετό του θρόνου αυτή βλαστάρι + Άντρα τον πρωτομάστορα των γεφυριών να πάρη. + + Δίνει το λόγο ο Βασιλιάς. + + — Λεβέντη, τόνομά σου; + + — Με λεν Μανόλη, Βασιλιά, + + — Όμως καλά στοχάσου· + Ο χρόνος αν παραδιαβή και δεν το θεμελιώσης, + Με τώμορφο κεφάλι σου το τάμμα θα πλερώσης. + + Αρχίζει σύνταχα η δουλειά. Σαν γίγαντοι πιθώνουν + Πέτρα σε πέτρα οι μάστοροι, και χτίζουν κι' ασβεστώνουν. + Όμως πάρα πολύ ψηλοί οι βράχοι εκεί υψωνόταν, + Το ρέμμα του Ασπροπόταμου ήτον πολύ βαθύ, + Κ' ούτε θεμέλιο μπόρειε εκεί ποτέ να στεριωθή, + Ό,τ' έχτιζαν ολημερής την νύχτα εκρεμνιζόταν, + Θλίβετ' ο νιος. + + Η αγάπη του κρυφά τον συντυχαίνει. + — Χωρίς ελπίδα, αφώτιστοι, θολοί, σκοτεινιασμένοι + Πέρασαν χρόνοι ολόβολοι, και τώρα που σιμόνει + Να φέξη η αυγή μας η γλυκειά, κι' η πίκρες μας, οι πόνοι + Να σβύσουν σαν τη καταχνιά, βογγάς, καλέ μου, ακόμα; + — Καϋμένη, δεν με κλαις και συ! του γάμου μας το στρώμα + Τάχα σαν πού ονειρεύεσαι;... Είν' τα βουνά ψηλά, + Το ρέμμα του Άσπρου είνε βαθύ, κι' ολόγοργο κυλά + Κι' ούτε θεμέλιο στέριωσαν ως σήμερα οι μαστόροι. + Ό,τι την μέρα χτίζεται χαλά την νύχτα, κόρη. + Κι' αν μέσ' 'ς το χρόνο δεν στηθή ακέρηο το γεφύρι, + Πάρε μου το κεφάλι εσύ, και σύρ' το εσύ του κύρη + Να πλερωθή το τάμμα του. + + Κ' έκλαιε το παλληκάρι + Έκλαιε σιμά κ' η αγάπη του. + + Μιαν νύχτα με φεγγάρι, + Τ' αστέρι του μεσονυχτιού το λαμπερό όταν σκάζη, + Το πατρικό το κάστρο της η κόρη το απαριάζει + Και πάει 'ς τον Ασπροπόταμο. Κάθεται μέσ' 'ς την άκρη, + Και τ' αφρισμένα του νερά τα ραίνει με το δάκρυ. + Νεράιδες απ' τα κύματα πηδούν χεροπιασμένες + Και σταίνουν τους πλεκτούς χορούς. Η οχθιές καμαρωμένες + Εντιλαλούνε τους αχούς. + + 'Σ τ' Άγραφα ασπρογαλιάζει + Η χαραυγούλα. Ο Αυγερινός, λαμπρός λαμπρός, σταλάζει + 'Σ το μέτωπό της τώμορφο αχτίδες διαμαντένιες. + Τ' άλλα τ' στέρια αχνίζουνε. Γελούνε σμαραγδένιες + Γύρω η κορφές. Η ξωτικές λυούν τους πλεκτούς χορούς των + Και χάνονται 'ς τα ρέμματα, κι' οπίσω τους αχούς των + Ακόμ' αντιλαλούν η οχθιές. Απ' όλες μια μονάχη + Είδε την κόρη οπώκλαιγε και την ρωτάει τι νάχη. + Τον μυστικό τον πόνο της η κόρη φανερώνει. + — Βασιλοπούλα, άδικα κλαις· γεφύρι δεν στεριώνει. + Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας, + Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας. + + Είπε κ' εχάθηκε κι αυτή 'ς του ποταμού το κύμα, + Το κύμα οπώγειν' ύστερα Βασιλοπούλας μνήμα. + + Έδοσε ο ήλιος. Πελεκούν οι μάστοροι και χτίζουν, + Στεριώνουν τα θεμέλια τους κι' απ' τότε δε βουλίζουν + Στο ρέμμα, ουδέ ξεσέρνονται· κι' απ' τότε κάθε βράδυ, + 'Σάν πέρναε το μεσάνυχτα κ' έσφιγγε το σκοτάδι, + Άκουε ο πρωτομάστορας τραγούδι γνώριμό του + Να βγαίνη απ' τα βαθιά νερά, άκουε κι' απ' τον καϋμό του + Ξυπνός στην ακροποταμιά ολονυχτής γυρνούσε. + Το μυστικό του τραγουδιού να μάθη δε μπορούσε, + — Και το γεφύρι στένεται κι' αυτός το καμαρώνει + — Ως π' άκουσε η Ξωθιές να λεν: «Γεφύρι δεν στεριώνει. + Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας. + Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας, + Κι' ως που μαθεύτηκε ο χαμός της κόρης πέρα ως πέρα. + + Μήνες περνούνε. Η ύστερη του χρόνου φτάνει μέρα, + Κι' όσο να πάρη ο ίσκιος της κι' ο ήλιος της να γείρη, + Θεμελιωμένο επρόβαλε κι' ακέριο το γεφύρι. + + 'Σ τον πικραμένον Βασιλιά, που μέρα νύχτα κλαίει + Της μοναχής του τον χαμό, έρχεται ο νιος και λέει: + — Τώστησα το γεφύρι μου, ψυλό και στοιχειωμένο, + Και τώμορφο κεφάλι μου δε θα το ιδής κομμένο. + Διαμάντια, ασήμι μάλαμα και βιο δε σου ζητούσα, + Τάμμα την κόρη σου ήθελα οπού την αγαπούσα. + Και τώρα που το στέριωσα, θα πάω να την ευρώ. + + Και πάει και ρίχνεται κι' αυτός μέσ' 'ς τ' Άσπρου το νερό. + + + ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ + + + + 'Στήν άκρη του γιαλιού ξανθή καθέται κόρη + Κι' ωρηόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι, + Μαντήλι του γαμπρού του γάμου της κανίσκι, + Την θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα. + Κεντάει του ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια, + Την γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια, + Κεντάει κ' ένα βουνό ψηλό ψηλό και μέγα· + Το χάραμμα γλυκά προβάλλει 'ς την κορφή του, + Και βάφεται η κορφή και τουρανού η λουρίδα + Ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι' ασημένια + Τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι' αυλακώνουν + Χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια + Κεντάει 'ς τες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι. + 'Σ τους όχτους, 'ς τα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε + Και φαίνονται βοσκοί, και 'ς τώμορφο κεντίδι + Φλογέρες λες κι' ακούς, λες και γροικάς τραγούδια, + Βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια. + + 'Σ τα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη + Με καλαμιές χρυσές. Ένας ψαράς 'ς την άκρη + Πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει. + Κάμπον πλατύν πλατύν με σμαραγδένιο νήμα + Ολόγυρα κεντάει. 'Σ τη μέση από τον κάμπο + Ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει + Με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια, + Με αηδόνια, με φωλιές· και 'ς το πανώρηο ξόπλι + Τον φλοίσβο του νερού θαρρείς κι' ακούς, της δάφνης + Τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις, + Πως τον κελαϊδισμό των αηδονιών ξανοίγεις, + Πως νοιώθεις το απαλό της φυλλουριάς μουρμούρι. + 'Σ την ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει + Που σκύφτει τα νερά να πιη τα κρυσταλλένια + Και ξάφνου σαϊτιά 'ς την πλάτη το λαβώνει· + Στρέφεται αυτό, κυττάει με πόνο την πληγή του. + Πάσχει ν' απαλλαχτή, δεν δύνεται το μαύρο, + Κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα + Βοήθεια λες ζητάει. + + Ολόυρα από τον κάμπο + Πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε + Με ολόχρυσα σπαρτά, με θημωνιές, με αλώνια. + Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια, + Κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμμορφα κοπελλούδια + Που 'μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε. + + Γάμον αρχοντικό 'ς ένα χωριό πλουμίζει + Με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι. + Δράκους αλλού κεντάει και λάμιες και νεράιδες, + Κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια· + 'Σ την άκρη του γιαλού την ίδια τη θωριά της + Ολόφαντη ιστορεί από εμμορφιάν και νειότη + Και πλούτον και αρχοντιά, και 'ς τα λευκά της χέρια + Τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντήλι, + Μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι, + Ανάρηα το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια: + + Μαντήλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο. + Ποιος νάνε τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήση; + Ποιος νάνε τάχα ο νιος που μ' ένα δαχτυλίδι, + Μαντήλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρη; + Ποιος νάνε τάχα ο νιος, που μ' ένα φίλημά του + Γλυκό και φλογερό απ' το λευκό μου χέρι + 'Σ την κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήση νύφην; + Ποιος νάνε τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια + Κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια + Εσύ, ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου! + Εσύ, φτερουγιαστέ καθάριε λογισμέ μου, + Γιατί δε μου τον λες, γιατί δεν μου τον δείχνεις, + Γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις + Σαν όνειρο χρυσό γλυκά 'ς την αγκαλιά μου; + + + + ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ + + + + Από μικρό κι' απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου, + Παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι' αγέρα + Κι' απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια + Και μέσ' 'ς τα σύγνεφα πετάς, μέσ' 'ς τα βουνά ανεμίζεις· + Φωλιάζεις μέσ' 'ς τα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα, + Με την βροντή ερωτεύεσαι, κι' απιδρομάς και παίζεις + Με τάγρια αστραποπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν + Του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες. + + Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι' ο πόθος μου 'ς τα στήθη, + Κι' απ' άφαντο, κι' απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου, + Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια + Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει· + Κ' έγεινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος + Κι' εφώλιασε βαθιά-βαθιά μέσ' 'ς τ' άσαρκο κορμί μου + Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη. + Μπεζέρισα να περπατώ 'ς του κάμπου τα λιοβόρια. + Θέλω τ' αψήλου ν' αναβώ' ν' αράξω θέλω, αητέ μου, + Μέσ' 'ς την παλιά μου κατοικιά, 'ς την πρώτη τη φωλιά μου + Θέλω ν' αράξω 'ς τα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα. + Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι, + Καθημερνή μου κι' ακριβή να τάχω συντροφιά μου. + Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι + Νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα σαν αδέρφι + Να μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη. + + Θέλω η βρυσούλα, η ρεμματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες, + Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους, + Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους + Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ζυπνούν το τάχυ, + Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου + Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια. + Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια + Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι' απάνου να πλαγιάζω, + Ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι. + + Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια, + Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι. + Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν + Θέλω να περπατώ 'γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια, + Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω. + Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς 'ςτά βράχια, + Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω. + Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια, + Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβύεμαι νύχτα μέρα. + Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο, + Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου, + Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος! + + + + ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ + ΤΗΣ + ΣΤΑΝΗΣ + + + + Η ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ + + + + Πού πας περδικομάτα μου, κατά 'ςτό μεσημέρι, + Που σε λερώνει ο κορνιαχτός και σε μαυρίζει ο ήλιος; + 'Στά φουντωτά τα δένδρα μου να ξαποστάσης έλα, + Να πιής οχ' τη βρυσούλα μου, να πάρης λίγη ανάσα, + Να ξαπλωθής 'ς τους ίσκιους μου όσο να πέσ' η κάψα + Κι' όσο να πάρη το δροσιό, κ' ύστερ' αν θέλης φεύγεις. + Κι' αν θέλης πάλι κάθεσαι και μου βοηθάς 'ς το θέρο + Όσο να ισκιώσουν τα ριζά και να μας πιάκ' η νύχτα, + Να πάμε 'ς την καλύβα μου να κοιμηθούμε αντάμα. + + — Εγώ είμαι κόρη του βουνού και τσέλιγγα κοπέλλα, + Τον κάμπο εγώ δεν τον φτουρώ και χλιό νερό δεν πίνω, + Δεν εχεράκωσα ποτέ δρεπάνι εγώ για θέρο, + Δε ζάρω από χερόλαβα, να πήγω γάλα ζάρω, + Ζάρω ν' αρμέω τα πρόβατα, να σαλαγάω τα γίδια. + Βρωμοκαμπίτης δε θα ιδή το αμόλευτο κορμί μου, + 'Στά κορφοβούνια θ' ανεβώ, που δε ζαρίζει ο ήλιος, + Πώχει τη στρούγγα ο τάτας μου, που ν' η πολλές η στάνες, + Που 'νε τα κέδρα ταψηλά και τα νερά από χιόνια, + Που βγαίνει η πετροπέρδικα και κηλαϊδεί το τάχυ, + Το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ' απόβραδο η τρυγόνα. + + Κι αν με λερώση ο κορνιαχτός κι' αν με μαυρίση ο ήλιος, + Απάνου εκεί θα να νιφτώ 'ς το κρύο νερό της βρύσης, + 'Στά γρέκια 'ς τα προσκάμνια μου θα γείρω ν' ανασάνω, + Θα να βοηθήσω 'ς τ' άρμεγμα του γέρου μου πατέρα, + Και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάη αυτός 'ς το σκάρο, + Τ' αδράχτι, η δρούγα κι' ο αργαλειός μ' ακαρτερούν εμένα. + + + + Ο ΚΟΥΡΟΣ + + + + Στειροχωρίζουν 'ς τον Κλαδά, τυροκομούν 'ς του Ζέρβα, + 'Στού Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, 'ς του Μπάρδα κούρον + [έχουν + Είκοσι πέντε είν' η κοπές, διακόσοι οι κουρευτάδες, + Κι' άλλ' εκατό που κουβαλούν κι' άλλ' εκατό που στρίβουν + Που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια. + + Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν. + + Ο γέρο Μπάρδας κάθεται σε στρουγγολίθι απάνου + Με το πλατύ το πόσι τον, με το μακρύ ραβδί του, + Με την χοντρή σου σάρικα πώχει πυκνόν το φλόκο, + Με τους εφτά του τους υγιούς, με τους εννιά γαμπρούς του, + Κι' όλο τηράει τα πρόβατα και λέει για το καθένα: + + — Τήρα σαργιά πώχ' η χελιά, τήρα ποκάρι η κούλια, + Τήρα την στερφοκάλλεσα ρούντο μαλλί που βγάζει, + Η μονοβύζα η καψαλή τήρα κολτσίδες πώχει. + Πρόγγα, ωρέ Λιά, την κότσινα που ξυέται 'ς τα πολιούρια· + Ιστ ιστ, διαβολοπρόβατο. Εά! δε μ' ακούει το έρμο, + Μόχτα, ωρέ Λιά, και μάδεψε· φυλάξου απ' το βαρβάτο. + + Η νυφοθυγατέρες του κερνούν τους κουρευτάδες. + Κερνούν παγούδα, ανθότυρο κερνούν αφρό γαλάτου. + Κ' οι γιοι του αράδα τα μαντριά συχνογυρνούν και κρένουν. + — Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια, + Τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρη η νύχτα, + Κ' είνε γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρη 'ς τον κούρο. + + Ολημερής κουρεύουνε, το γιόμα τρων και πίνουν + Κ' εκεί 'ς το ηλιοβασίλεμμα σκολνούν κι' αποκουρεύουν, + Τότ' ένας γέρος κορευτής προβάλλει ομπρός και κρένει: + + Για σκώτε απάνου, ωρέ παιδιά, για αφήστε τα ψαλίδια, + Για μάστε τούφα αμάραντο, μάστε χεριές αρείκη + Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάστε τον πρώτο δάσο + Και δέστε του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα, + Πάρτε και του γαλάτου αφρό ραντίστε τα ποκάρια, + Βάξτε; χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίξτε και τρία αρμούτια + Και ειπέτε και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι. + + Σκώνονται απάνου τα παιδιά κι' αφίνουν τα ψαλίδια, + Μαζεύουν τούφα αμάραντο, κόβουν χεριές αρείκη + Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάνουν τον πρώτο δάσο + Και δένουν του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα + + Παίρνουν και του γαλάτου αφρό ραντίζουν τα ποκάρια, + Σκούζουν: χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίχνουν και τρία + [αρμούτια + Και λέγουν και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι: + + — Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσης χίλια χρόνια, + Να ζήσης σαν τον Έλυμπο, ν' ασπρίσης σαν τον Πίνδο, + Να ιδής υγιούς, να ιδής γαμπρούς και νυφοθυγατέρες, + Κι' αγγόνια και δισέγγονα να πιάκης να χαϊδέψης. + Νάχης χιλιάδες πρόβατα, νάχης χιλιάδες γίδια, + Με μύρια αργυροκούδουνα, να τα λαλούν να πρέπουν. + Ν' αρμέγης κάθε πρόβατο κ' εννιά αρμεγούς να βγάζης, + Ν' αρμέγης κάθε γίδι σου κι' άλλους εννιά να βγάζης. + Εσένα πρέπει, αφέντη μου, το πρώτο το βαρβάτο + Νάχη γερτάνι από φλουρί και κέρατα απ' ασήμι, + Να τ' ακλουθάν τα πρόβατα, να τ' ακλουθάν τα γίδια, + Να τα σουράς να χαίρεσαι και να τα καμαρώνης. + Εσένα πρέπει, αφέντη μου, για να καβαλικεύης + Τ' ασέλλινο, προσέλλινο, το κάλλιο το πουλάρι. + Οπώχει αστρί 'ς τα στήθια του, φεγγάρι 'ς τα καπούλια, + Και χίλιοι να σου το κρατούν να γέρνης να πεζεύης, + Να σιέσαι, να λυγίζεσαι, να κάτσης 'ς το προσκάμνι. + Κι' οχ' το προσκάμνι όντας σκωθής και μπης 'ςτόν αρμεγώνα + Το πλιο τρανό μαντρόσκυλλο να σ' ακλουθάη σου πρέπει. + Και πάλι ξαναπρέπει σου βαριάν αρμάτα νάχης, + Νάχης πολλές τες φορεσιές και χρυσοκεντισμένες, + Να ντυέσαι, να ξεντύνεσαι, ν' αλλάζης να ξαλλάζης, + Να κουβαλάς εδώ κ' εκεί τ' αμέτρητο το βιο σου. + Να διαφεντεύης 'ς τα βουνά, ν' ακούγεσαι 'ς τους κάμπους. + Λεν τα παιδιά του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι, + Και παίρνουν πάλι αφρόγαλα και πίνουν και ραντίζουν + Και ξανασκούζουν: χούι, χούι, χούι! ρίχνουν και τρία αρμούτια. + + + + ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ + + + + Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του. + + — Τ' έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κ' είνε βαθιά βαμμένα; + Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα, + Μην τάβαψες με τη βαφή που βάφεις και τ' αρνιά σου: + + — Ουδ' από χαμοκέρασα, ουδ' από μούρα εβάψαν, + Ουδ' από εκείνην τη βαφή που βάφω και τ' αρνιά μου. + Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω. + 'Σ τους ίσκιους και 'ς τους έλατους κούρευα την κοπή μου + Και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια· + Να την βοσκήσω 'ς τα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω + Και τα χορτάρια κόκκινα ταύρα κι' αυτά βαμμένα· + Κατέβηκα 'ς τον ποταμό να την περιποτίσω + Κ' εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα· + Παίρνω την ακροποταμιά και φτάνω 'ς ακροβούνι, + Εκεί οπού βγαίνει το νερό κι' οπού 'νε ο καταγός του, + Κ' είδα κοράσιο οπώσκυψτε κ' έπινε με τα χείλια, + Κ' είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα + Και 'ς όσες βρύσες έσκυφτε να πιη, 'ς όσα ποτάμια, + Έβαφαν όλα τα νερά· έβαψαν τα χορτάρια, + Έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια. + Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου, + Την κόρη αρπάζω οχ' τα μαλλιά, και την φιλώ 'ς τα χείλια. + Κ' έβαψαν και τα χείλια μου. + + + + ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΑΣΤΡΟ + (ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ) + + + + Βοσκαρούδικα κοπέλλια, έτσι η στάνες να πληθύνουν, + Να προκόψουν, να χιλιάσουν τα καλά σας τα κοπάδια, + Πέτε, αυτό το μονοπάτι πού να πάη, γιατ' είμαι ξένος. + + — Στο Παλιόκαστρο, διαβάτη. + + — 'Σ τα Χαλάσματα ψηλά. + + — Τώρα σούρπωσε, νυχτώνει, πού θα περπατάς μονάχος; + + — Μήνα οι βράχοι εκεί είν' μεγάλοι κι οι γκρεμοί ψηλοί μην είνε; + + — Δεν είνε' βράχοι, ουδέ γκρεμοί είνε, είν' του Κάστρου το + [Στοιχειό. + + Σκοταδιάζει, βγήκαν τάστρα. 'Σ το καλύβι λάμπ' η πύρα. + Τα βοσκόπουλο καθίζουν ολοτρόυρ' απ' τον ξένο, + Κι' αρχινάη να διηγάται το τρανό: + + — 'Σ τα παλιά χρόνια, + Κάποιος Βασιλιάς του τόπου μια μονάχη κόρην είχε. + Κόρη αγνή σαν τη δροσούλα κι' ώμορφη σαν την αυγή. + + Δυο λεβέντες αντρειωμένους λάβωσεν η ωμορφιά της. + Ήλιος 'ς την ωρηότη ο ένας, άστρο της αυγής ο άλλος. + Τους αγάπησε κ' η κόρη κ' έλυωνε σαν το κερί + Μη γνωρίζοντας η μαύρη ποιον ν' αφήση ποιον να πάρη. + Την τηρά αχαμνή ο πατέρας, γνοιάζεται το μυστικό της + Και με τα ψαρέμματά του τώβγαλε 'ς τ' αχείλη της. + Λέει στερνά: + + — Βουλιούμαι, κόρη, Κάστρον αψηλό να χτίσω + Κι' αφ' τον ποταμό 'ς τη Χώρα το νερό χτιστό να φέρω. + Άνθρωποι του Παλατιού μας σήμερα θα διαλαλήσουν + 'Σ το λαό τον ορισμό μου. Ας ερθούν τα παλληκάρια, + Ένας το νερό ν' αρχίση το χτιστό, το Κάστρο ο άλλος. + Κι' αύριο ως που να γείρη ο ήλιος, πρώτος όποιος τους σκολάση + Ταίρι σου να γίνη εκείνος + + Άρχεψαν τα παλληκάρια. + Κείνος πώχτιζε το Κάστρον, ως το μεσημέρι απάνου + Έτοιμα, πελεκημένα αράδιασε τα μάρμαρά του. + Μάρμαρα βαριοκομμένα, χάλαρα θεόρατα. + Πήρε κ' έκλωσεν ο ήλιος. Χτίζεται το Κάστρο ολοένα. + 'Σ το βασίλλεμμά του ακέριο πρόβαλε ψηλό και μέγα + Κ' έλαμπε σαν κρυσταλλένιο 'ς τες στερνές στερνές του + [αχτίδες. + Τρέχει ο νιος για το Παλάτι. Μέσ' 'ςτή μέση από το δρόμο + Αχ! τα σύνεργα θυμάται. Το 'χε ειπή κι' ο Βασιλιάς + Πως γυρίζοντας καθένας και τα σύνεργα να φέρη. + Σταματάει, γυρίζει οπίσω, μια βουκέντρα θέλει ο ήλιος, + Πάει αρπά τα σύνεργά του και γυρνά μονανεπνιάς + + 'Σ το Παλάτι, αλαφιασμένος αφ' το δρόμο αφ' το τρεχιό. + Μέσ' 'ς το πρώτο σκαλοπάτι φτάνει τ' άλλο παλληκάρι + Έτοιμο ν' ανέβη απάνου. Με τ' απίδρομο, με ορμή + Θέλει να το προσπεράση. Απλώνει αυτό να τ' αμποδίση. + Πιάνονται, έρχονται 'ς τα χέρια, κι' αγριεμένα σαν λιοντάρια + Με τα σύνεργα χτυπιούνται, πολεμάν να σκοτωθούν. + + Η ώμορφη βασιλοπούλα, που 'ς το παραθύρι απάνου + Με καρδιόχτυπο ακαρτέρει να δεχθή το ταίρι της, + Βλέποντας τον τσακωμό τους τρέχει να τα ξεχωρίση, + Όμως 'ς αίματα πνιγμένα ταύρε η αγλύκαντη τα δυο. + Αφ' τη λύπη, αφ' τον καϋμό της, κλείστηκε 'ς το Κάστρο + [της, + Κι' όρκον ώμνεψε 'ςτόν κόσμο να μη βγη, να μη ιδωθή. + Κάποτ' ύστερα μια μέρα βούλιαξε το έρμο Κάστρο + Κι' ούτε η κόρη εξαναφάνη. Μοναχά το βράδυ βράδυ, + Σίντα βασιλεύει ο ήλιος, σίντα ανάβονται τ' αστέρια, + Απ' του Κάστρου τα βουλίδια κι' από τα χαλάσματα + Λεν πως βγαίνει ασπροντυμένη, σαν Στοιχειό, σαν Φάντασμα. + + + + Ο ΣΚΑΡΟΣ + + + + Τι νάνε η λαμπερή φωτιά μέσ' 'ς το βουνό το πέρα + Πού πότε πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται; + + — Αυτήν την ώρα οι πιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν. + Βόσκουν αυτά με την δροσιά και με το κρύο της νύχτας + Σε γούπατον, σε λαγκαδιά και 'ς όχτους απλωμένα. + Γλυκός γλυκός αντίλαλος χύνεται απ' τα κουδούνια, + Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει, + Κάποτε σκύλου βάβυσμα βαθιά βαθιά γροικιέται + Μέσ' 'ς τη μαυρίλα την πυκνή. Κι' από τες στάνες γύρα + Οι πιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους, + Σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα, + Και μέσ' 'ςτήν πύρα της φωτιάς, 'ςτή μυρουδιά του κέδρου, + Καθένας λέει τα λόγια του. Κι' άλλος για αγάπες λέγει, + Και μολογάει πως αγαπάει από καιρόν μια κόρην + Οπού του κάνει το βαρύ, κι' αυτός απ' τον καϋμό του + Να την μιλήση δεν τρομά, να την τηράη λυγώνει. + + Άλλος μιλάει για το φιλί και λέει πόσο γλυκό είνε, + Και μολογάει πώς τ' άρπαξε το πρώτο από μια χήρα + Πώσκυψε για να πιη νερό μέσ' 'ς της Ωρηάς τη Βρύση + Και τώρα την καλόμαθε και με καλό το παίρνει. + Άλλος για κούρσες μολογάει, για κλέφτες, για πρωτάτα, + Γι' αρματωσιές, για σκοτωμούς, και κάπου κάπου απλώνει + Κι' αναγυρίζει τη φωτιά και παίρνει ένα τραγούδι. + Τραγούδι του παλιού καιρού, του Πάλλα το τραγούδι + Άλλος για το κυνήγι λέει 'ς της νύχτας το καρτέρι, + Σίντα ξεβγαίνει το καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι. + + Άλλος πιξάρι πελεκάει και ζωγραφίζει αγκλίτσαν, + Άλλος γαλαροκούδουνα περνάει 'ς τα κόθρα μέσα. + Άλλος αδράχτι σφοντυλάει και κλώθει τ' αρνοπόκι, + Άλλος καυκόπουλο κεντάει, άλλος καρδάραν δένει, + Άλλος για τράστον για αραγό μαδάει προβιάν καινούργια + Άλλος ξανοίγει τη φωτιά, τραβάει ολίγα θράκια + Και ψένει από ημερόδεντρο βαλάνια και μοιράζει. + Άλλος θυμάται τους χορούς, άλλος αγάλια αγάλια + Με την βραχνή τζαμάρα του το «λάγιο αρνί» μαθαίνει, + Άλλος τον ώμορφο βοσκό και την βασιλοπούλα + Θυμάται του παραμυθιού που τούλεγε η βαβά του + Κι' αρχίζει και το μολογάει και οι γύρα τον ακούνε. + + Κι' ένας, απ' όλους πλιο τρανός και απ' όλους λογισμένος, + Που γέρνει απάνου 'ςτο ραβδί, στερνός απ' όλους λέγει + Για την τσοπάνικη ζωή, κι' όλο τους ορμηνεύει + Για τη βοσκή, για τ' άρμεγμα, για της ερμιάς τ' αγρίμι, + Για το μαντρί, για σάλογον, για στάλισμα, για σκάρον. + Για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμον κούρο. + + + + ΣΚΑΝΙΟ + + + + Για ιδές μαλλιά κατεβατά, ξανθιά σαν το μετάξι, + Που κρέμονται 'ς τους πλάτες της και πέφτουν ως το χώμα + Σαν καταρράχτης, σαν νερό χρυσό μαλαματένιο. + + Για ιδές καθάριο μέτωπο και λαμπερό, σαν ήλιος + Του Μάρτη, του Μαγιάπριλου, που κρούει 'ςτο κορφοβούνι. + + Για ιδές μεγάλα, γαλανά και λυγωμένα μάτια, + Μάτια γλυκά, μάτια κρυφά, μάτια γιομάτα λάμψη, + Λες κ' είνε τόνα ο Αυγερινός και τ' άλλ' ο Αποσπερίτης. + + Φρύδια για ιδές δοξαρωτά, γραμμένα με κοντύλι. + Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που σμίγουν και φιλιούνται, + Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που ερχόνται να με ζώσουν. + + Για ιδές αχείλη κόκκινα, σαν με βαφή βαμμένα, + Που ανοίγουν και γλυκομιλούν, που κλειούνται και γελούνε, + Σαν τα τριαντάφυλλα του Μάη το βράδυ την αυγούλα. + + Για ιδές κορμί ψηλό, λυγνό κι' ολόρθο σαν τη λεύκα + Οπού την βρέχ' η ρεμματιά και την λυγάει τ' αγέρι. + + Για ιδές λαιμός γαλατιανός, λαιμός περιστερένιος + Και δροσερός σαν κρύο νερό και σαν βουνίσιο χιόνι. + + Για ιδές και κόρφος σαν μηλιά 'ς τα μήλα φορτωμένη. + + Κρίμα δεν είνε κι' αδικιά τέτοια ωμορφιά και νιότη + Να τήνε χαίρεται η ερμιά κ' εγώ γι' αυτήν να λυόνω; + Μη με σκανιάζης, μη με σκας και μη με φεύγης, κόρη. + Μπροστά μου μην ξαφνιάζεσαι σαν τ' άγριο το ζαρκάδι + Και χώνεσαι μέσ' 'ς τη λογγιά και κρύβεσαι 'ς την τούφα. + + Όντας με βλέπης μη προγγάς, κρίνε μου όντας σου κρένω + Και γέλα μ' όντας σου γελώ, κι' όντας απλώνω χέρι + Γείρε μου εσύ 'ς την αγκαλιά, δος μου τα δυο σου αχείλη. + + Τ' άκουσα που το τραγουδούν απάνου 'ς τα λουμάκια + Του λόγγου τ' άγρια πουλιά πώς αγαπά η καρδιά σου, + Πως διάλεξε αγαπητικόν τον δράκοντα τον Ήλιο. + + Πως δίχως ύπνο τριγυρνάς 'ς τα λόγγο, όλην την νύχτα, + Και το ταχύ που βγαίνει αυτός τον καρτεράς 'ς τη βρύση + Κι' όπ' είν' ανθοί και αμαλαγιές και πέφτεις και κυλιέσαι + Σαν την αρνάδα 'ς τες δροσιές και δίνεις το κορμί σου + Κι' ανοίγεις και την αγκαλιά 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά του. + + Μα εγώ το σκάνιο δε φτουρώ. Καρτέρι θα να κάμω. + Κόρη, και μέσ' 'ςτόν ύπνο σας, μέσ' 'ς ταγκαλιάσματά σας + Και μέσ' 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά, θαρθώ να τον παλέψω, + Κι' αν τον νικήσω, ξέρε το, δική μου θα να γένης. + + + + Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΟΣΚΟΣ + + + + Τ' έεις, ωρέ Νίκα, και βογγάς; Δώδεκα νύχτες τώρα + Ουδ' έχεις εύρει λαρωμό, ουδ' έχεις κλείσει μάτι. + Μη σου βαρούν τα βότανα; Μη σ' άναψεν η θέρμη; + + Ο Νίκας ήταν άρρωστος. Αμίλητος, χαμένος, + Βόγγαε σαν αγριοδάμαλο του λόγγου λαβωμένο. + Τρεις μήνους ήταν άρρωστος, τρεις μήνους κοιτασμένος. + Σάπηκαν τα γελέκια του, έρρεψε η λεβεντιά του, + Τώφαε η αρρώστεια το κορμί, κ' ελύθηκαν οι αρμοί του. + Τα δυο τα σταυραδέρφια του τον εγιατρολογούσαν + Με ρίζες, μ' αγριοβότανα, με σταυρωμούς, με ξόρκια. + + — Ξύπνα, Λαμπράκη, κι' άναψε το έρμο το λυχνάρι, + Πάρε κλαδιά αφ' τον οβορό, φέρε τα 'ςτό καλύβι, + Και χτύπα τα στουρνάρια μου λίγην φωτιά να κάμης. + Τι ο Νίκας δεν είνε καλά και δεν τον βρίσκ' η αυγούλα. + Σήκου, ωρέ Νίκα, κρίνε μου, κρίνε μου τ' ακριβού σου + Τον Λάζου, του σταυραδερφού, που σε ψυχοπονιέται. + Σήκου, το γλυκοχάραμμα να ιδής, 'ς τα κορφοβούνια, + Σήκου, να ιδής τα φράξα μας, να ιδής τα κρύα νερά μας, + Σήκου, να ιδής τα πρόβατα 'ς τες στρούγγες που βελάζουν, + Σήκου, τι τα μαντρόσκυλλα κατάρραχα βαβύζουν. + Σήκου, σε κράζουν τα πουλιά και σε καλημερίζουν. + Σήκου, σε κράζουν κ' η Ξωθιές που σ' έμαθαν τραγούδια. + + Μίλησε ο Νίκας υστερνά κι' ανάρια ανάρια λέγει: + —Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ... Με αγγελοκρούει ο Χά- + [ρος. + Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω, + Τ' έχω δυο λόγια να σας πω, να σας αφήκω διάτα. + Χαμός η αρρώστεια, ωρέ παιδιά, και χαλασμός ο Χάρος. + Καλά μου σταυραδέρφια μου, μη κλαίτε που πεθνήσκω, + Πάρετε το κουφάρι μου, βάλτε το σε κιβούρι, + Στολίστε το με λούλουδα της γης, μ' ανθούς του Μάη, + Και θάψτε το σε μια κορφή περίβλεφτην μεγάλη, + Για ν' αγναντεύω τα βουνά, τα χειμαδιά να βλέπω, + Να δέχουμαι την άνοιξην εσάς και τα κοπάδια, + Ν' ακούγω τες φλογέρες σας, ν' ακούγω τα τρουκάνια, + Ν' ακούω την καλημέρα σας, τα χαιρετίσματά σας. + Θάψτε με δίχως κλάυματα και δίχως μοιρολόγια, + Τουφέκια να μου ρίχνετε, τραγούδια να μου λέτε. + Μαζί μου, μέσ' 'ς το μνήμα μου, και το καυκί μου βάλτε, + Το πλουμιστό μου το καυκί, τον ώμορφο αραγό μου, + Το πενταπήχινο ραβδί, την ακριβή φλογέρα, + Και τ' ασημένια τ' άρματα. Λεν πως 'ς τον Κάτω Κόσμο + Οι νιοι βαστάνε τ' άρματα κ' η λυγερές τους στόλους. + Να κάτεχα, μωρέ παιδιά, κοπάδι εκεί θα ναύρω; + Θα ναύρω στρούγγες και μαντριά, θα ναύρω βοσκοτόπια; + ..................................................... + Απάνου από το μνήμα μου στήσετε ένα σταλίκι + Περίψηλο σαν έλατο, και 'ς την κορφή κρεμάστε + Την πλιο τρανή καρδάρα μου, να δείχνη ποιου είνε μνήμα, + Την ακριβή μου την κοπή, καλά μου σταυραδέρφια, + Έρμην μη την αφήκετε, μονάχην 'ς τα λιβάδια, + Ανάρμεχτην κι' ακούρευτην, δίχως μαντρί και στάλον. + Κι' αν μάθη η δόλια η μάνα μου κ' έρθη τη στρούγγα στρούγγα + Και σας ευρή με τα λερά, για εμένα αν σας ρωτήση, + Μην πήτε πως απέθανα, τι μ' έχει μοναχό της, + Να ειπήτε ότι σας λέρωσεν η αναλλαξιά κι' ο κούρος, + Να ειπήτε ότι μου ζήλεψαν την λεβεντιά η Νεράιδες + Και 'ς τα παλάτια τους συχνά τα ερημικά, με παίρνουν. + + + + ΕΛΑ ΒΟΣΚΟΥΛΑ ΕΛΑ + + + + Βοσκούλα μαυρομάτα μου της ερημιάς νεράιδα, + Μάγισσα της σπηλιάς ξανθή και του βουνού καμάρι, + Γιατί ανεβαίνεις τον γκρεμό και το στεφάνι απάνου + Και κόβεις μήλα αφ' τη μηλιά, την παραφορτωμένη + Και καρτεράς 'ς το διάσελο, το μονοπάτι πιάνεις, + Με το κοπάδι να διαβώ να με πετροβολήσης, + Να μου προγγάς τα πρόβατα, να μου σκορπάς τα γίδια, + Και να γελάς, να χαίρεσαι; Κατέβα εδώ, 'ς εμένα. + Μην τα πετάς τα μήλα σου, φέρε τα 'ς την ποδιά σου. + Φέρε τα και 'ς τον κόρφο σου για να τα φάμε αντάμα. + + Έλα 'ς την πέρα την πλαγιά, πούν' η πολλές η λεύκες + Και τα ρουπάκια τα ψηλά, οπώχω το μαντρί μου + Και στάνη και παραστάνη, να ιδής τα κρύα νερά μου, + Και τες χλωρές μου τες βοσκές. Έλα να ιδής, βοσκούλα, + Τα ισκιερά τα ορμάνια μου. Ν' αρμέξω το κοπάδι, + Να φας βουνίσιο αφρόγαλα κι' ανθότυρο, παγούδα + άσπρη γλυκειά, σαν το γλυκό το αμάλαγο κορμί σου. + Και σαν τα βγάλω αφ' τ' άρμεγμα και παν για να βοσκήσουν + Τα γίδια 'ς τ' αγριοπρίναρα, τα πρόβατα 'ς τα πλάγια, + Εμείς 'ς το φρύδι του αυλακιού, 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο + θα ξαπλωθούμε για δροσιά. Κ' εγώ θα να σου πάρω + Με την γλυκειά φλογέρα μου τώμορφο το τραγούδι, + Που μου το μάθαν η Ξωθιές. Έλα βοσκούλα έλα! + Έλα γιατί σαν νυχτωθώ μονάχος μου εκεί πέρα, + Από τα δάσα, αφ' τες σπηλιές, αφ' τα βαθειά λαγκάδια + Κι' αφ' τα κρεμάμενα νερά χιλιάδες θα προβάλουν + Της ερημιάς η ώμορφες, της νύχτας η νεράιδες, + Για να με πάρουν 'ς το χορό, για να μου ειπούν τραγούδια, + Και για να παίξουμε μαζή. Έλα βοσκούλα έλα! + + + + Ο ΓΕΝΝΟΣ + + + + Χειμώνιασε. Χιόνια πολλά 'ς τα κορφοβούνια πέφτουν, + Ρεύουν τα φύλλα των κλαριών, ξισκιώνουν τα λογγάρια, + Θολώνουν η νεροσυρμές, η βρύσες κρουσταλλιάζουν + Κ' οι τσελιγγάδες κουβαλούν 'ς τους κάμπους τα κοπάδια. + Ο Μάμαλης απ' τ' Άγραφα 'ς τη Λεπενού τα πήγε, + Ο Θάνος τ' Ασπροπόταμου, του Μαλακάση ο Μπάρδας + Κατέβηκαν για χειμαδιό 'ς τον κάμπο του Τρικκάλου, + Την Αλλασσώνα εδιάλεξε του Σμόλκα ο Χατζημπύρρος, + Ο Κάγκαλος του Ζαγοριού 'ς το Λούρο ξεχειμάζει. + Του Κουρμολιάσα ο τσέλιγγας, ο Τάκης ο Ψαλίδας, + Της Βαλαώρας τα ζερβά τα βοσκοτόπια πήρε. + + Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. 'Σ την στάνην του Ψαλίδα + Συμμαζωγμέν' οι πιστικοί ζενύχτιζαν 'ς τον γέννο, + Κ' είχαν τον γέννον όψιμο, κ' ήταν μεγάλη η στάνη. + Το μεσονύχτι μοναχά πήραν καιρό για δείπνο, + Κι' απόδειπνα 'ς τ' αχύρινο, 'ς το τουρλωτό καλύβι. + Τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες με παλιούρια. + Μέσ' 'ςτήν κορφήν ο τσέλιγγας σε στοιβανιές ξαπλώθη + Και διπλοπόδι οι πιστικοί περίγυρα εκαθήσαν. + Ο τσέλιγγας αναρωτάει αραδαριά καθέναν: + + — Πόσες απόψε γέννησαν; + + — Σαράντα, λάλα Γάκη. + + — Κ' είν' όλα, Λάμπη, ζωντανά; + + — Βγάλτε μονάχα πέντε. + + — Διπλάρια; + + — Δέκα. + + — Ισιάσαμαν. Τα ζωντανά βυζαίνουν; + + — Πίνουν σαν δυομηνίτικα. + + — Έχουν η μάνες γάλα; + + — Ως τα χορτάρια η πλιότερες τα σέρνουν τα μαστάρια. + + — Λιψές δεν είνε; + + — Κι' αν είνε, βυζαίνουν 'ς τα τσαγγάδια. + + —Με τα τσαγγάδια σήμερα ποιος ήταν; + + — Ο Γιαννίκας. + + — Με τα ψιμάρνια; + + — Ο Ζάγιαννας. + + — Με τα γαλάρια; + + — Ο Νάσης. + + — Με τα μηλιόρια; + + — Ο Θόδωρος. + + — Και με τα στέρφα; + + — Ο Χίτας. + + — Ο Δούκας πού είνε; + + — Για κλαρί. + + — Επήγε αργά; + + — Πολλιώρα. + + — Ζαβολαούδα! Εδιάλεξε κι' αυτός καιρόν απόψε + Με τέτοιον άγριο δρόλαπα να νυχτοπαραδέρνη. + + — Δεν είνε και κακόγκρανος, έχει ψημένην σάρκα. + + — Απόψε ουδέ τα Παγανά, παιδιά μου, δεν προβαίνουν. + Πήρε κοντά του πράμματα; + + — Πήρε τα οχτώ μουλάρια. + + — Μα την αξιάδα που 'δα εγώ 'ς το Λούκα εχτές το βράδυ.. + + — Σαν τι είδες, Λιάκο; + + — Μονάχος ετέλεψε το γέννο. + Πενήντα αρνιά προσθήλυασε μέσ' 'ς την τσαγγαδομάντρα. + + — Προχτές 'ς τον Παλιουρόφορο ζαλώθη ένα δαμάλι. + Θεριακωμένος! + + — Κορμαριά! + + — Και πετροκαταλύτης! + + — Σίμπα, Κωστούλα, τη φωτιά· τι ξύλιασα 'ς τη στρούγγα + Και πάω σαν καλαμόκουνα. + + — Ρε, τον καϋμένον Κόγια! + + — Όξω βαβύζει ένα σκυλί + + — Ο Καραγκούνης είνε, + Τον ξεχωρίζω απ' τη φωνή, σε γνώριμον βαβύζει. + + — Αλείψαταν με χαμαιλειό τον τσάρκο; + + — Και τα γρέκια. + + — Μην είνε ο Λούκας; + + — Δε μπορεί. + + — Θα νάναι ο Μπαρμπατόλιος. + + — Αλήθεια, πούνε ο γέροντας; Κ' έλεγα, ωρέ τι λείπει + 'Σ όλην αυτή τη συντροφιά κ' είν' έρμο το καλύβι· + Για σήκου, Νάση, κύταξε. + + — Πετάξου κι' ως τες μάντρες + Μη γέννησεν άλλη καμμιά. + + — Ο γέροντας ο ίδιος. + + — Γειά και χαρά σας, ρε παιδιά. + + — Καλώς τον Μπαρμπατόλιο. + Βρέχει όξω, Μπάρμπα; + + — Μοναχά; Για ιδές 'ς την κάπα χιόνια. + Κ' είμαι ζυφτάρι απ την κορφή ως τα ποδόνυχά μου. + Τι κοσμοχάλασ' είνε αυτή! Νερό μαζί και χιόνι, + Ένας κατάματος συρμός, ένα κακό δρολάπι! + Έχ' όπ' γυρίζω οχ' την αυγή. Έχασα τη φοράδα + Κ' έρρεψα 'ς τα ποδάρια μου, εσάπηκα 'ς τη νώπη + 'Στην Παλιουριά, 'ς τα Ροζανά, 'ς τα Λέλοβα, 'ς την Τάρα, + Έφτακα ως τα Λακκώματα, 'ς την Γκούρα, 'ς το Βολίτσι, + Γιομάτισα 'ς το Θίλιππα και τώρα βράδυ βράδυ + Μέσ' 'ς την Περιστερότρυπα την εύρηκα χωμένην. + + — Ως πού να βρέχη; + + — Τρικυμός, παιδιά μου, πέρα ως πέρα. + Ο Ζάλογγος δε φαίνεται, τον έχωσε η χιονούρα + Κ' η πυκνωμένη η συγνεφιά, κατά την Άρτα... μπόρα! + Αγνάντεψ' αχ' το Σέσοβο, η Λούτσα είν' αβλεμόνι, + Εβούλιαξε η Τρανταφυλλιά, πελάγωσε η Φραξίλα. + Πνίγεται ακέρια η Λάμαρη... Ήρθες, κυρ Γάκη, κι' όλας; + Άξιος οπού 'νε ο γρίβας σου; + + — Ανεμοπόδης, γέρο. + + — Ανοιχτοπάτης δυνατός. + + — Και νυχτομαθημένος. + + — Ο αβάσκαγος! + + — Την Πρέβεζα την παίρνει για τρεις ώρες. + + — Για πε μου από την Πρέβεζα. + + — Κάτσε 'ς την πύρα πρώτα + Να ξεπαγώσης και να φας. Σε νέκρωσεν η πάγρα, + Έχεις και τα γεράματα. Φέρε κολάστρα, Λάμπη. + Πάρε κι' οχ' το καταχυτό τον φυλαγμένον πλάτη. + Γλέπεις φωτιά που σ' άναψα, παπού, για τα στεγνώσης; + + — Χριστουγεννιάτικη σωστή. Κακός χειμώνας τούτος! + Τήρα καλομοπόδαρα! Ποντιάσαν 'ς τα λομπάρια. + Παρόμοια μ' εύρηκε χιονιά σαράντα χρόνια πίσω. + 'Σ τον Κάμπο ξεχειμάζαμε μα ήταν ο γέννος πρώιμος, + Έμπα Χαμένου, δούλευα 'ς του Γάκη τον πατέρα. + Το ξέρει ο τσέλιγγας καλά πως είμαι σπιτιακός του, + Τι εγώ τους αναλίκωσα κι' αυτόν και τον Γεωργούλα. + Για πε μου από την Πρέβεζα. + + — Κακά μαντάτα, γέρο. + Του Ζόγα 'ς το Παλιόκαστρο τον βδέλιασαν. + + — Αλήθεια; + Τον έφα' η κακοκεφαλιά. Του λεγα γω: «Ωρέ Ζόγα, + Μην παίρνης το Παλιόκαστρο τ' είνε γιομάτο αβδέλα, + Ρήμαξε τόσους πιστικούς, έλα 'ς την Καμαρίνα». + Αυτός δε μ' άκουσε,... και πάει. Είδες τον Καρτζονίκα; + + — Τον είδα, αυτός είνε καλά, είχε τον γέννον πρώιμον, + Είνε κι ο τόπος του ξερκός, αβαραγκιά κι' αγρίλι. + + — Εμείς πώς πάμε σήμερα; + + — Με τον Θεού το χέρι + Χιλιάζουν τα κοπάδια μας. Μ' αν δε ξεκόψη απόψε, + Κι' αν η χιονούρα κι η βροχή θα να κρατήση ακόμα + Ακέριο ένα μερόνυχτο, φοβάμαι τα ψιμάρνια. + + — Κυρ Γάκη, μην το μελετάς, πήρε κι' ανασταλάζει + Και το δρολάπι ανάριωσε, με την αυγή θ' ανοίξη, + Σηκώθη ένα ανεμόχολο. + + — Χειρότερα, το χιόνι + Θα κατεβή πυχτότερο, και αν θα το στρώση χάμου, + Τώρα θα γίνη κρούσταλλο. + + — Νοτίζ' η γης, θα λυώση. + Και μη χολοταράζεσαι. Πήγες 'ς τες μάντρες, Νάση; + + — Τα πρόβατά είνε μια χαρά και τα σκυλιά αλέστα. + + — Γλέπετε τι μας έκαμε κειο το κακό λιοβόρι + Τ' ανάποδου τ' Αλωναριού; Έμνε ο μαρκάλος πίσω. + Θυμάστε; Ανήμερα τ' Άι-Λια ρίξαμε τα κριάρια + Και τον Δεκαπενταύγουστο ξεσκόλασε ο μαρκάλος. + Μήτρο, ξεκρέμα το φλασκί να πιη κι' ο Μπαρμπατόλιος. + Ακνάτο αγιομαυρίτικο, παπού. + + — Ε, 'ς την υγειά σας, + Να καλοξεχειμάσουμε, + + — Καλή ψυχή, πατέρα. + + — Όλα είν' υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι + Και το καϋμένο το κρασί όλα τα θεμελιώνει, + + — Βύζαξε ακόμα μια βολά. + + — Ε, 'ς την υγειά σας πάλι + Και να μας ζήση ο τσέλιγγας ν' αξαίνουν η κοπές του. + Α! η γέρικ' η ψυχούλα μου μπροστέλεψε μια ψίχα, + Όλο κι' αναθερμαίνουμαι. + + — Βύζα την τσίτσα, βύζα. + + — Τι χιόνια τώρ' απανωτά να στοίβασε ο χειμώνας + 'Σ τα ξάρημά μας τα βουνά! + + — Τώρα; Οργιές και μπόγια + Πάνε τα Γαλαρόκαμπα, το Κουρμολιάσα σιάδι. + Ο Τσάρκος, η Κουρκούμπετα, η Γκάλτσα, η Τσάγια ο Μπάρρος. + Δεν ξεχωρίζουν πούπετα. + + — Και 'ς το χωριό; + + — Νυχτέρι + Θάχουν απόψε σπίτι μας. Του Τρίκκα τα πουρνάρια + Κούτσουρα τετραπανωτά θα καίγουν 'ς τη γωνιά μας, + Και παραστιάς ολόγυρα, μέσ' αφ' τον πυρομάχο, + Της γειτονιάς αραδιαστές θα κάθονται η κοπέλλες. + Η Σούλα, η Τέρω, η Γιάννα μου, του Χρηστοδήμα η κόρη. + Του Δαλαπάσκα η Γαλανή, τον Σούδα η μαυρομάτα. + Του Δίπλα η Μόρφω η κάλλεσα... + + — Φτάνει, κυρ Γάκη, φτάνει, + Τι τα καϋμένα τα παιδιά λυγκιάζονται που ακούνε. + + — Η δρούγα, η συρματόβεργες, το γνέμμα, το πλουμίδι + Απόψε αναμερίζονται. Τηράν τη φλόγα απόψε. + Με το βαρύ της το βοητό οπού τες σχίζει γλείφτει + Και τα χοντρά τα σύδαυλα, με την πνογά του ανέμου + Που σκάει 'ς το καταρρύχωμα κι' ανατρανίζει η στρέχα, + Που ξερριζώνει τα δεντρά, μαντεύονται η κοπέλλες. + Για εμάς μαντεύονται, παιδιά, για εμάς αναρωτούνε + Τ' άγρια τ' ανήμερα στοιχειά, για εμάς τάματα κάνουν, + Για εμάς χτυπά η καρδούλα τους. Και 'ς την κορφή βαλμένη + Μύθους και γεροντόλογα θα μολογά η γρηά μου. + + — Αχ, πότε θάρθ' η άνοιξη! + + — Αναστενάζεις, Διάκο; + + Ε, μη χολιάτε, ωρέ παιδιά, τρεις μήνες είνε ακόμα. + Σαν δύση ο ήλιος τ' Απριλιού και λυώσουνε τα χιόνια + Και χορταριάσουν η πλαγιές κι' ανθίσ' η αριά κι' ο γράβος, + Δικά μας είνε τα βουνά, τρεις μήνες είνε ακόμα. + Απόψε ο χρόνος ξεψυχάει κι 'αυτό το νεροπόντι + Θάνε ο στερνός παραδαρμός του ψυχομαχητού του. + Πρωτοχρονιά τ' αποταχιά, κυρ Γάκη, χάρισέ μας. + + — Σας τάζω από δυο κάλλεσες αντάμα με τ' αρνιά τους. + + — Να σου χιλιάσουν, τσέλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια! + + Και της ευχής ο αντίλαλος απ' το καλύβι μέσα + Ως όξω εχύθη, ως τα μαντριά, 'ς τους οβορούς 'ς τες στρούγγες: + + — Να σου χιλιάσουν, τσέλλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια! + + + + ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ + + + + Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης, + Να πάω να ζήσω 'ς το μαντρί, 'ς την ερημιά, 'ς τα δάσα, + Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια, + Κ' έναν σωρό μαντρόσκυλλα, νάχω και βοσκοτόπια + Το καλοκαίρι 'ς τα βουνά και τον χειμώ 'ς τους κάμπους. + Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι. + Νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, + Νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι, + Νάχω φλογέρα να λαλώ ν' αντιλαλούν οι κάμποι, + Νάχω και κόρην ώμορφη στεφανωτήν μου νάχω, + Να μου βοηθάη 'ς το σάλαγο, να μου βοηθάη 'ς τα γρέκια, + Κι' όντας θα τα σταλάζουμε τα δειλινά 'ς τους ίσκιους, + 'Σ της ρεματιάς τη χλωρασιά μαζύ της να πλαγιάζω, + Να με κοιμίζη με φιλιά 'ς τους δροσερούς της κόρφους. + + + +ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ + + + +_Απαριάζω_ = απαραιτώ. — _Άρματα και Αρματωσιά_= στολισμοί και +οπλισμός ( Αρματόνω, αρματωλός, άρματα, βλαχαρμάταις) — _Άγουρος_= +νέος. — _Αλογολάτης_= φύλακας των αλόγων. — _Απιδρομώ_=παίρνω +απόδρομα, παίρνω ζόρι για να τρέξω, για να ριχτώ 'μπροστά. — +_Άπλερο_, το πουλί με τα πρώτα σκυλομάλλια του — _Αράζω_ 'ς τα βουνά· +κατά μεταφοράν από τα καράβια συνηθισμένο εις τα πετούμενα μάλιστα +που πλένε κι' αυτά στον αγέρα — _Αρμεγός_, η καρδάρα, η βεδούρα, η +γκομπλίτσα. — _Ασέλλινο και προσέλλινο_ πουλάρι, πουλάρι άπιαστο +ασέλωτο ακόμη. — _Αρμεγώνας_= η στρούγγα. — _Αραγός_, ο δερμάτινος +τρουβάς ή τράστα των πιστικών λέγεται και _δραγατσίκα_. — _Αμαλαγιά_ +χλωρασιά, _αμάλλαγη_ — απείραχτη. — _Ανάλλαγος_, όποιος δεν έχει +αλλάξει φορεσιά. — _Αρμούτι_, είδος τουφεκιού — _Αρναπόκι_, τα κοντά +μαλλιά των αρνιών. — Αναλικώνω, μεγαλώνω, ανατρέφω. + +_Βουλίδια_, τα χαλάσματα του βουλιασμού των Κάστρων. — _Βάβυσμα_, +αλύχτισμα σκύλλων· _βαβύζω_ αλιχτάω, γαυγίγω — _Βοσκοτόπια_, οι τόποι +της βοσκής, τα λειβάδια — _Βαλαντούμαι_=δέρομαι από έρωτα, αγαπώ πάρα +πολύ — _Βέργα και βεργί_=το ραβδί· λέγεται και η βέργα του αργαλιού +και του ντουφεκιού. — _Βαρκός_ τόπος = βαλτώδης, βάλτος. — _Βαρβάτο_ +το μη μουνουχισμένον κριάρι ή τραγί το οποίον λέγεται και _γκεσέμι_. +— _Βάξτε_ — βρίστε, σκούξτε. — _Βίγλα_ μέρος υψηλόν, σκοπιά και +_βιγλίζω_, κατασκοπεύω, δοκιμάζω. + +_Γούπατος_, απάνεμο μέρος — _Γέννος_, όταν γεννούν τα πρόβατα εις τα +χειμαδιά, — _Γάργαρα και λαγαρά_ νερά ή χρώματα — καθαρά. — +_Γερτάνι_, αρμάθα από φλωριά διά λαιμούς και στήθια. — _Γράβος και +γαύβρος,_ δένδρον του βουνού. — _Γερός_ άβλαβος υγιής. — +_Γρέκια_=τόπος, εν ώ διανυκτερεύουν τα γιδοπρόβατα και μανδριά με +ψηλαίς φράχταις. + +_Δίνει_ ο ήλιος, ο Απρίλης κτλ. = ανατέλλει. — _Δρούγα_ = η ρόκα — +_Διάτα_=Διαθήκη. — _Δάσο_, λογγάρι, ρουμάνι, ορμάνι, κουρί, _ρογγιά_= +λόγγος. — _Γνοιάζομαι_, έχω έγνοιαν, σκέπτομαι, φροντίζω. +_Έργα_=δουλειά. + +_Ζάρω_ συνηθίζω, _ζακόνι_, συνήθεια. — _Ζερβά_, τα αριστερά. — +_Ζάλογγα_=πυκνά και μεγάλα λόγια. — _Ζαλίκι_= φόρτωμα ανθρώπου, +λέγεται κ' έχει τον διάβολο Ζαλίκι. — _Ζαχιάς_ και Ζάχος, όνομα +Ζαχαριάς. + +_Ηλιοστάλαμμα_=καταμεσήμερο (ντάλα μεσημέρι) — _Ημερόδεντρος_, ήμερος +δέντρος· _δέντρος_ η δρυς. Βαλάνια από ημερόδεντρον τρων και σήμερον +οι πιστικοί. + +_Θιαμαίνομαι_, θαυμάζω, εκπλήσσομαι + +_Ιστ, ιστ_ σάλαγοι προβάτων + +_Κοπή_=το κοπάδι, — _Κοτάω_=τολμώ. — _Κρούει ο ήλιος_ =βγαίνει, +ανατέλλει, χτυπάει. — _Καρβανάρος_, Ο αφέντης του καρβανιού — +_Κράκουρα_. η άκρα άκρα του ψηλού βουνού — _Καπρί_, αγριογούρουνο. — +_Κλαπατάρια_, φτερούγες των πουλιών — _Κούροι και κούρος_ Ο κουρεμός +του κοπαδιού. — _Κωλόκουρα_, τα μαλλιά που βγάζουν κουρεύοντας τα +πισινά των προβάτων — _Κολτσίδες_ αγκάθια που κολλούν τα μαλλιά των +προβάτων τα λεν και _σκάλια_ από το σκαλώνω. — _Καπούλια_ τα πισινά +των ζώων. — _Καταγός_ ποταμού ή αυλακιού, η πηγή, το κεφαλάρι, +_Γκλάβα_ εις Πωγώνιον της Ηπείρου. — _Κλίτσα_ και _αγκλίτσα_, το +ραβδί των ποιμένων. — _Κόθρα_ τα ξύλινα στέφανα που δένουν τα +κουδούνια και τα περούν 'ς τους λαιμούς των προβάτων. — +_Καυκί_=ξύλινον αγγείον. — _Κιβούρι_=το φέρετρον του νεκρού. — +_Κουρμαίνομαι_, αφικράζομαι, ακροώμαι. + +_Λιοβόρι_, ζεστός και δυνατός καλοκαιρινός άνεμος=λιψ. — _Λιάς_= +Ηλίας. — _Λουμάκι_, νεόφυτον δένδρον ευθυτενές. + +_Μπόρα_=λαίλαψ των αρχαίων (βροχή ραγδαία μετά ανέμου). — +_Μπεζερίζω_, σημαντικώτερον από το βαρυούμαι, δηλαδή βαρυούμαι έναν +τόπον ή μια ζωή με αηδίαν. — _Μ' αγγελοκρούει_ ο χάρος=πνέω τα +λοίσθια. — _Μάρα_ μαρασμός, πάθος, καϋμός. + +_Να πρέπουν_ (να τα λαλούν να πρέπουν) να διαπρέπουν, να δείχνωνται, +να γνωρίζωνται από μακρυά. + +_Ξενοδουλευτής_, ο εργαζόμενος (ρογιασμένος) εις ξένον αφέντην +εργάτης. — _Ξομπλιάζω_ σχεδιάζω, _ξόμπλι_ της πατούνας = σχέδιον με +κέντημα των καλτσών. — _Ξέφωτο_, το μέρος που φωτίζει πολύ ο ήλιος· +λέγεται και λιακωτό (ενίοτε και ηλιοστάσι). — _Ξαρίζει ο ήλιος_=καίει +αφόρητα· _ζάρα_, η φωτιά κυρίως η θράκα. + +_Οώ! Οώ!_=σάλαγος βοδιού. — _Όι, όι_=σάλαγος προβάτων. — _Ορμάνι_ +δάσος πυκνόν. + +_Πετροκότσυφας_, πετροπέρδικα, πετροχελίδωνο, πέρδικα και χελιδόνι +του βουνού — _Πλουμίζω_= κεντώ, _πλουμίδι_, κεντίδι. — _Περογλίες και +περγουλιές_ τα απλωμένα επάνω εις κρεββάτια κλήματα. — _Πλατόνι,_ το +αλάφι. — _Περδικομμάτα_, κόρη με μάτια ωραία σαν της πέρδικας. — +_Προσκάμνια και στρουγγολίθια_, τα λιθάρια που είνε 'μπροστά 'ς την +ποριά της στρούγγας και κάθηνται οι αρμεχτάδες. — _Πόσι_, μανδήλι. +δεμένο 'ς το κεφάλι. — _Ποκάρι_=δέμα μαλιού ενός προβάτου. — +_Προγγάω_, βαρώ, σκιάζω, σκορπάω τα κοπάδια βγαίνοντας 'μπροστά και +ανοίγοντας τα χέρια. — _Πιξάρι_, δένδρον. — _Παληόκαστρο_, τα ερείπια +ης αρχαίας Νικοπόλεως κοντά εις την Πρέβεζαν, επίσης τα ερείπια +παντός κάστρου. — _Προβιά_, το δέρμα των προβάτων, _τραγιά_ των +γυδιών, _αλογιά_ των αλόγων. — _Πολλιώρα_ προ ολίγης ώρας. — +_Προσθήλυάζω και προστηλυάζω_ θέτω εις το βυζί των προβάτων όπως +βυζάξωσι. — _Πάγρα_, παγωνιά. + +Ραϊδιό_=ραϊσμένοι μεγάλοι βράχοι, γκρεμοί. — _Ραδίζω_=διαβαίνω. — +_Ροδάμι_, χαμόκλαδο. — _Ριζά_, η ρίζα, τα χαμοκλήματα του βουνού, +δέντρου κτλ — _Ρώπια_, χαλάσματα, — _Ρουπάκια_ άγρια δένδρα του +βουνού ανώμαλα. + +_Σαλαγάω_ συνηθίζεται εις μπουλούκι από πρόβατα, δηλαδή βαρώ +'μπροστά, οδηγώ κτλ. Ο _σάλαγος_ και _σαλαγή_ έχουν ύστερα και την +σημασίαν του θορύβου. — _Στίφτω_ επί ποταμού και βρύσης = στειρεύω, +ξηραίνομαι. — _Στριγγιά_ φωνή = δυνατή οξεία· — _Στάνη_, 'ς τα χωριά +συνήθως λέγεται το μέρος που βρίσκονται τα πρόβατα, το τσομπαναριό· +εις τους νομαδικούς όμως πιστικούς _στάνη_ λέγεται το σύνολον 10, 20, +30 καλυβιών δηλ κινητό χωριό τσομπαναραίων με αρχηγόν τον τσέλιγγα, +τα και _σκουτέρια_ καλούμενα· — _Στοιβανιές_, η στοίβες των κλαριών +και ξύλων που αραδιάζουν οι χωρικοί 'ς ταις αυλαίς και τα πεζούλια +των σπητιών. — _Σκάρος_ νυκτερινή βοσκή. — _Στειροχωρίζω_, χωρίζω τα +στέρφα (=στείρα) από τα γαλάρια. — _Σάρικα_, η φλοκάτα — _Σαργιά_, η +κιτρινωπή λίγδα που βγάζουν τα μαλλιά των προβάτων. — _Σφοντυλάω_, +στριφογυρίζω (αδράχτι, άνθρωπον). — _Στόλισμα και στάλος_ το μέρος ή +η ώρα που σταλίζουν (αναπαύονται) τα γιδοπρόβατα, ιδίως το μεσημέρι. +— _Σκάνιο_, θλίψις, μαρασμός, ρήμα σκανιάζω. — _Στουρνάρια_, η +τσακμακόπετρες, που ανάφτουν χτυπώντας με τον _πριόβολο_ (πυροβόλο)· +— _Στεφανωτήμου_ και _στέφανόμου_ — γυναίκα μου. — _Στια_, εστία, +πυρά, ανθρακιά. — _Σκούζω_ φωνάζω. — _Σιαδάκι και σιαδαράκι_, ίσιος +τόπος. — _Σεντούκι_ κασέλα μακρυά — _Σίντα_, όταν. — _Σταλίκι_ ίσιον +ξύλον ξηρόν + +_Τσουγγρί_, κορφή βράχου, βουνού, δάσους — _Τρουκάνια_, τα τετράγωνα +κουδούνια των προβάτων, _χαλαροκούδουνα_, τα συνηθισμένα κουδούνια +του κοπαδιού που έχουν τους γλυκούς ήχους· _μπιμπίνες_ τα μεγάλα +κουδούνια των κριαριών, των γκεσεμιών από τους ήχους των μπιμ-μπιμ· +_κύπροι και κυπριά_ τα κουδούνια των γιδιών και τράγων. — _Τυροκομώ_, +φκιάνω τυρί. — _Τζαμάρα_, μακρυά φλογέρα βραχνή· κατασκευάζεται και +από φλοιόν ιτέας. + +_Φλόκος_, τα κρόσια της φλοκάτας και κάθε μαλλίνου υφάσματος. — +_Φουρκάλλες_, διχαλωτόν ξύλον. — _Φτουρώ_ και _νταγιαντώ_ = βαστώ, +υποφέρω. — _Φράξος_, δένδρον από τον φλοιόν του οποίου βάφονται τα +μάλλινα υφάσματα κατάμαυρα. + +_Χερακώνω_, χουφτιάζω με το χέρι. _Χελιά, κούλια, κάλεσσα, +στερφοκάλεσα, κανούτα, καψαλή, κότσινη, μονοβύζα_, ονόματα προβάτων +διδόμενα από το χρώμα και από την μορφήν. + + + +Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ + + + +[Η εν τω ημερολογίω «Ποικίλη Στοά του 1895 δημοσιευθείσα και +ανευρεθείσα νυν ΓΚΟΛΦΩ αποτελεί το πρώτον σχέδιον του ΨΩΜΟΠΑΤΗ και +συνεπώς εθεωρήσαμεν περιττόν να περιλάβωμεν αυτήν μεταξύ των +δημοσιευομένων έργων, καθότι ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ ανεπτύχθη υπό του ιδίου +ποιητού, ετροποποιήθη κ' ετριπλασιάσθη. Εδημοσιεύθη δε η ΓΚΟΛΦΩ υπό +του εκδότου του ημερολογίου μετά τον θάνατον του ποιητού.) + + + + Η ΠΕΤΡΑ + + + + Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, + Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα + Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες, + Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα. + Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν + Μες του Γιαννή Καράμπελα τάμορφα στανοτόπια + Βλέπουν στη χλόη τη δροσερή ολόρθο να προβάλη + Μαύρο λιθάρι, ατέριαστο με τάλλα τα λιθάρια, + Σημαδιακή κι' ανέγνωρη και πλάσης άλλης πέτρα, + Πέτρα που μάγια θάματα στο νου και μύθους φέρνει. + Τη δείχνει, ορθή που στέκεται, κορμί πανώριας κόρης, + Οπώχει σκόρπια τα μαλλιά και χαλασμένες πλέξες, + Οπώχει κόρφους ανοιχτούς, πώχει ποδιά λυμένη + Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα μαύρα + Μυρτιάς, αρείκης θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα. + Τη λέγουν «Χρύσω» οι πιστικοί που γύρω εκεί σταλίζουν. + Μαυρίζουν τα μαντρόσκυλα που τρώνε τους διαβάτες, + Έρχονται πρόθυμοι σιμά, πινάκι γάλα φέρνουν + Και για την πέτρα θλιβερό τέτοιο αρχινάνε μύθο. + + + + ΤΟ ΚΟΠΕΛΙ + + + + Όλοι αγαπούν της τάξης τους ανύπαντρα κοράσια, + Μα ο Λάμπρος, πιστικός φτωχός και τσέλιγγα κοπέλι, + Πήγε κι' αγάπησε ο ζαβός τ' αφέντη του την κόρη, + Την κόρη την μονάκριβη, τη Χρύσω την πανώρια. + Έτσ' αγαπούν καμμιά βολά τυφλά και δίχως γνώσει + Και χάνεται ο δόλιος νιος και χάνεται κ' η κόρη. + Τ' είνε του κόσμου απάτητο σημερινό ζακόνι, + Βασιλοπούλα ο βασιλιάς, φτωχιά ο φτωχός να παίρνη. + Και πάνε κείνα, πέρασαν αντάμα με τα χρόνια, + Τα παραμύθια τα χρυσά που μολογούνε οι γέροι, + Πώπαιρνε ο ρήγας βόσκισσα κι' ο χτίστης ρηγοπούλα. + Κι' ο Λάμπρος κάποτ' ένοιωθε τ' άπρεπο του καϊμού του. + Τότε τον βρέσκαν οι βοσκοί στα δέντρα ριζωμένο, + Με το κοπάδι αμάζευτο σ' όλα τα πλάγα σκόρπιο, + Να κλαίη να κλαίη και θλιβερά να λέη ο μαύρος τέτοια: + — «Άθλια καρδιά, πώς σκόνταψες τυφλή στο βρόχι τούτο; + Γιατ' είσ' ενού φτωχού καρδιά πούνε κυρά του η Χρύσω. + Εσύ καλά ήσουν μια βολά με τ' άστρα ερωτεμένη, + Με τα ρουμάνια, τα βουνά, τους κάμπους, τες βρυσούλες, + Με τα λουλούδια, τα πουλιά, τα γρέκια, τα γαλάρια, + Με την ξανθούλα ανατολή, με το ροδάτο δύσμα, + Με τούτη την Πεντάμορφη οπού τη λένε Πλάση. + Πώς σε ξεπλάνεψαν, καρδιά, δυο μαύρα μάτια κόρης, + Που την αγάπη σου ποτέ δε θα μπορής να δείξης;» + — Τι επέρασε πολύς καιρός, επέρασαν τρεις χρόνοι, + Που η κόρη τώφερνε ψωμί κάθε βραδύ στη στάνη + Και του βοηθούσε στ' άρμεγμα και τώπαιρνε το γάλα, + Κι' ο Λάμπρος πάντα δείλιαζε για να της πη τον πόνο. + + + + Τ' ΑΣΤΡΙ + + + + Άλλοτες γύρναε, θόλωνε σαν τον καιρό κι' ο νους του, + Και τρέμοντας, σαν άρρωστος οπού τ' άναφτ' η θέρμη, + Έγερνε στ' άστρο της βραδιάς τ' αχτιδοστολισμένο + Κ' έλεγε λόγια οπώδειχναν άσβεστο τον καϊμό του. + — «Άστρι τ' απόσπερνου λαρό, γλυκόφωτο, πανώριο, + Στην ωμορφάδα ασύγκριτο, στη λάμψη πρώτο απ' όλα, + Που με τ' απόκλωσμα του ηλιού προβάλλεις μες τη ράχη + Ανάερε λύχνε, ουρανικέ, οπ' άγγελος σε ανάφτει + Να σημαδεύης ένωρα τον ερχομό της νύχτας, + Για να ξεζεύη στ' όργωμα τα βώδια του ο ζευγίτης, + Να γέρνη από τον ποταμό που πλένει η κορασίδα. + Στον αρμεγώνα ο πιστικός να φέρνη το κοπάδι, + Να στρέφουν από τες βοσκές στην κούρνια τα πουλάκια, + Να κλειούν τα φύλλα του βουνού τον κάμπου τα λουλούδια + Και να ησυχάζουν πέλαγα, στεριές, ακέρια η Πλάση + Κάτου στον ίσκιο που ο Θεός απλώνει απανουθέ της. + Άγιο των μαγισσών αστρί και της αγάπης άστρι, + Οπού βαθύ χαιρετισμό σα προσευκήν ο κόσμος + Το πλιο ακριβό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει. + Που στάζει κάθε αχτίδα σου μες την καρδιά άγιο μύρο, + Κι' αν φέρνη σούρπωμα στη γη και στα ματάκια υπνίλα, + Όμως στα βάθια τ' άγνωρα ξυπνάει και ζωντανεύει + Όλα τα μάγια τα κρυφά της μεστωμένης νιότης, + Όλους τους πόθους, τους καϊμούς, τους πόνους, την αγάπη. + Κ' εγώ αγαπάω· συ μοναχά και τα πουλιά του λόγγου + Ξέρετε την αγάπη μου σ' όλην αυτήν την Πλάση. + Πολλές βολές στα μάτια της τα μαύρα και μεγάλα + Είδα να καθρεφτίζεται η λαμπερή σου αχτίδα + Πολλές βολές κουρμάστηκα οι αντίλαλοι του λόγγου + Να παίρνουν οχ το στόμα μου και στα πουλιά να λένε + Το χαϊδεμένο τόνομα της μαυρομάτας Χρύσως. + Να κάτεχες τι χαλασμός που γένετ' εδώ μέσα! + Είνε αβλεμόνι ο πόνος μου, πέλαγο δίχως άκρη, + Δρακόλιμνα χωρίς βυθό, γης χάσμα, στια μεγάλη, + Πόταμος με κατεβασιά που ριζιμιά ξεσέρνει. + Κ' η Χρύσω είν', άστρι, η μάγισσα που δύνεται και ξέρει + Πώς να μερέψη ο ποταμός, η στια πώς ν' αποσβύση, + Πώς του πελάου ο αβλέμονας, πώς ο βυθός της λίμνης + Να στίψουνε, να πατηθούν κι' ο χαλασμός να πάψη. + Όμως ποτέ δεν ξάνοιξα καλό ένα διάνεμά της. + Κ' η παπαρούνα, ο κύσσερας πώσκασα την αυγούλα + Με τη δεξιά παλάμη μου τίποτα δε μου δείξαν. + Μάδεψα εφτά ασπρολούλουδα πολιώρα μες το σάδι + Τα τέσσαρα μούπαν το ναι, τα τρία μούπαν όχι. + Από καθάριο μάλαμα κι' ασήμι να σε κάμω + Μέσα στο κατασάρκι μου να σε κρεμάσω σα γκόλφι, + Σα χαϊμαλί, σα φυλαχτό, να γένω δουλολάτρης + Να πέφτω να σε προσκυνάω το βράδυ που προβάλλεις. + Φέρτην, αστρί, τη Χρύσω μου φέρτην στον έρωτά μου. + Το δεξί μάτι μου φλυτρά μη θα γενή το θάμα; + Ω Χρύσω, που το χνώτο σου μοσχοβολάει σα γάλα, + Κι' ολόβολη μοσχοβολάς σαν άνθι από θυμάρι, + Πούσε οχ τα χιόνια ασπρότερη της Παγωμένης Ράχης, + Σαν την αγράμπελη ανθερή, γλυκειά σαν την παγούδα, + Σαν την αρνάδα κάλεσσα και σαν τη χλόη δροσάτη. + Χρυσοπηγή, χρυσόνειρο της άπραγής μου νιότης, + Δείξε μου μια βολά κ' εσύ σημάδι αγάπης, Χρύσω, + Τι ο μαύρος θα να βουρλιστώ με τον καϊμό που θρέφω, + Τι στα μελίγγια μου ο καϊμός βαριά ξανάφτει θέρμη, + Κι' αν κλαίγω, τα ματάκια μου για εσένα κλαίγουν, Χρύσω. + + + + Η ΚΟΡΗ + + + + Ένα σπερνό που αράδιαζε τέτοιους καϊμούς στ' αστέρι + Ο ερωτεμένος ο βοσκός γερμένος στο ραβδί του + Κ' έκρυβε στα δυο χέρια τον τα μάτια του που κλαίγαν, + Από του λόγγου τα δεντρά προβαίνει ξάφνου η Χρύσω, + Του αφεντικού του η μοναχή κι' αμάλαη θυγατέρα. + Περίμορφη σαν του βουνού την κάρια περδικούλα, + Μεστή σα στάχυ του θερτή, ξανθιά σαν την κερίθρα, + Φωτοπερίχυτη λαμπρή σαν τ' άστρι που ξεφεύγει, + Λαχταριστή κατάγλυκια σαν τη δροσοσταλίδα, + Σαν το κρινόχνουδο απαλή και μοσχοβολισμένη. + — Λάμπρο, δειλά ανακράζει τον. — Ποιος είνε; — Εγώ είμαι + η Χρύσω. — + — Τι τρέμεις; η όψη σου γιατί τόσες βαφές αλλάζει; + Πώς με τηράει το μάτι σου και στη καρδιά με σφάζει; — + Αμίλητη τα μάτια της η κόρη χαμηλώνει. + Τα ροδοκάλια της αυγής της δύσης η πορφύρα + Μες την πανώριαν όψη της αδερφικά είχαν σμίξει. + Τα χέρια της με της ποδιάς την άκρη άστοχα παίζαν + Και μια της φτέρνα εσύντριφτε της γης εν' άγριο γιούλι. + Καλότυχο χίλιες βολές της γης το λουλουδάκι + Που ξεψυχάει παράκαιρα κάτου από τέτοια φτέρνα. + — Μη γιατί κλαίω, γιατί βογγώ; της κρένει ο Λάμπρος πάλε. + Μύθος δεν είνε, εγώ πονώ κ' εσύ το ξέρεις Χρύσω. — + Η κόρη ολόρθη σώπαινε, κι' όντας σωπαίν' η κόρη + Κ' όντας δε φεύγει δε προγγά, θα πη πως δεν πεισμώνει, + Θα πη πως την ελόχεψε κι αυτή με το κεντρί της + Η μέλισσα η χρυσόφτερη που τήνε λεν Αγάπη, + Και με τα λόγια τα γλυκά τ' αγούρου αναγαλιάζει. + Ψάρεψε ο Λάμπρος στη σκοπή τ' άφαντο μυστικό της. + Τα στήθια του από ολόβολο κοτρώνι ξαλαφρώσαν, + Της αχνισμένης όψης του σφογγάει τον κρύον ίδρω, + Παίρνει βαθύν ανασασμό μες οχ τα φυλλοκάρδια. + Γροικάει καινούρια ανάκαρα, νέα ύπατα, νέα πόδια, + Τη συντριμμένη του ψυχή μπροστελεμένη νιόθει + Ξεθαρρεμένος σέρνεται στης κορασιάς το πλάγι, + Κι' ωσάν σε ονειροφαντασιά νάπλεε σιγά μιλεί της + Μ' όλα τα μάγια της φωνής και του καϊμού τη θέρμη. + — Μη ξεφτυλάς τ' ωριόπλουμο κεντίδι της ποδιάς σου + Μ' αυτά τα κρινοδάχτυλα πώχουν πλαστή για χάιδια. + Μ' αυτό το πόδι το μικρό που με μεθά η θωριά του + Μη το σκοτώνης τ' ώμορφο τ' αθώο της γης λουλούδι. + Κι' αυτά τα μάτια που καιρούς και μήνους με πλανεύουν + Κατά το χώμα ντροπαλά γιατί τα χαμηλώνεις; + Χρύσω, γλυκανασήκου τα, γύρε τα κατ' εμένα + Και στάλαξέ μου στην ψυχή με την αγνή τους σπίθα + Τα θάρρητα της παντοχής, τα βάρσαμα του πόνου. + Δος μου το τ' άσπρο χέρι σου μ' όλη τη βούλησή σου + Στην ξαναμένη μου καρδιά να το σιμώσω, Χρύσω, + Να νιόσεις τη λαχτάρα της, τους χτύπους της ν' ακούσης + Αχ! ο μεγάλος μου ο καϊμός θα να μ' αποσβολώση, + Θα γένω σαν τον ξέρακα τον αστραποκαμένο + Και θα χαθώ στην έρημο χωρίς δροσούλα κ' ίσκιο, + Χωρίς αντίρριμα χλωρό, χωρίς κλωνί ανθισμένο. + Έλα να ζήσουμε μαζί σαν τα τρυγόνια, Χρύσω, + Να περπατάμε τες ερμιές, τ' απάτητα τα λόγγα, + Πούνε τ' ανεύρετα νερά τ' αμάζωχτα λουλούδια, + Κι' οπού το λεν οι πέρδικοι κ' οι κούκοι ξεγνοιασμένοι. + Ιδές, ο Μάης με τες δροσιές και τα πολλά του τ' άνθια + Και με την ερωτάρικη τη μυστικιά του γλώσσα + Γροίκα, τρανά σ' ανακαλεί στη μαγική αγκαλιά του + Άκου, με τους κελαϊδισμούς τ' αηδόνια σ' ανακράζουν — + + + + Η ΑΓΑΠΗ + + + + Όταν από δροσόπαγο κλιτό και μαργωμένο + Μνήσκει στον κάμπο ολονυκτής τ' Απρίλη το λουλούδι + Και την αυγούλα το φιλούν μόλις του ήλιου η αχτίδες + Κ' εκείνο αναθερμαίνεται και ξεπαγώνει αγάλια· + Κ' η Χρύσω έτσι ξεπάγωνε κ' έτσ' αναθερμαινόταν + Με τα θερμά γλυκόλογα του πιστικού του Λάμπρου. + Πέφτει του Λάμπρου το ραβδί π' ακούμπαε το πλευρό του, + Της Χρύσως έπεφτε η ποδιά, τα χέρια χαρβαλώναν + Κι' άθελα βρέσκαν κι' άγγιζαν του πιστικού τα χέρια. + Έτρεμε σαν την καλαμιά κι' ανάγερνε τα μάτια + Πλημμυρισμένα από καϊμό και φλογερά απ' αγάπη, + Κι' όπως κοχλάζει απ' άνεμον η φουσκωμένη λίμνη + Έτσ' ανεβοκατέβαιναν οι αμαλαγοί της κόρφοι. + Στ' αντικρινό κατάρραχο έλαμπε τ' ώμορφ' άστρι, + Τα σπερινά τ' απόφοιτα στο βάθο ασπρολογούσαν + Και κάπου κάπου στη θαμπή και μακρινή τους φέξη + Το μονοπάτι του βουνού ξεχώριζε στους βράχους. + Ίσκιωνε ο κάμπος χαμηλά κ' η ρεματιές θολώναν, + Τ' αεράκι κρυφομίλαε με του βουνού τα φύλλα, + Γυρνούσαν από τες βοσκές τ' άγρια πουλιά της έρμου, + Σα λιθοσώρι ο χρυσαετός ατάραγος κι' ολόρθος + Ανάκραζε το τέρι του μες του γκρεμού το φρύδι, + Αράδιαζε από διάρραχο μικρό κοπάδι κι' άσπρο + Και κάπου ακουόταν σαλαγή, κάπου βραχνή φλογέρα. + Του Λάμπρου σκόρπια ολόγυρα τα πρόβατα βοσκούσαν + Και τα γαλαροκούδουνα γιομόζαν τον αέρα + Μ' αρμονικό κι' ολόγλυκο κι' ανάκουστο ηχολόι. + Στο σάδι παίζανε τ' αρνιά κι' ο νιος στην αγκαλιά του + Την κόρη βάσταε άλαλη και λιγοθυμισμένη. + + + + ΤΟ ΚΡΙΜΑ + + + + Πολλές βραδιές π' αντάμωναν φυλιώνταν από τότες + Κ' έλεγαν την αγάπη τους κι' άργαγε λίγο η Χρύσω + Κι' αν τη ρωτάγαν «τι άργησες;» τα γονικά στο σπίτι + Χίλιες τους εύρισκε αφορμές, μύρια της στράτας μπόδια. + Κ' ένα βραδύ από τα πολλά, κοντά το πρώτο σούρπο, + Δίχως ν' αρμέξουν πρόβατα, να ειπούν και πολλά λόγια. + Την πήρε από το χέρι ο νιος την ώμορφη την κόρη + Και να, σε δαύτη τη σπηλιά, στο μονοπάτι δίπλα, + Νυφούλα δίχως γάμου ευκές και βλογητό στεφάνι. + Με τα φιλιά την έσυρε με χάιδια ο ψωμοπάτης. + Χλόη δροσερή από τα βαρκά, μυρτιές από το ρέμα, + Πεύκα του λόγγου ευωδερά, λουλουδιασμένες δάφνες + Κι αρείκη του βουνού απαλή και νιόβγαλτο θυμάρι + Έκοψε κ' έστρωσε ο βοσκός κ' έγειρ' εκεί την κόρη. + + + + ΤΟ ΘΑΜΑ + + + + Στη ράχη πρόβαινε λαμπρό της χαραυγής τ' αστέρι, + Στου λόγγου τα πυκνά δενδρά ξυπνούσαν τα πουλάκια + Κι' ανάκραζαν με τους γλυκούς κελαϊδισμούς την πλάση. + Τότες ξυπνήσανε κ' οι νιοι μες την κρυφή φωλιά τους, + Στο μοσχοβολισμένο τους και μαλακό στρωσίδι, + Κομένοι αχνοί και βάρυπνοι και σα ξαγρυπνισμένοι, + Ξαρματωμένος ο βοσκός σα σκλάβος του πολέμου, + Η νια με κόρφους ανοιχτούς και με ποδιά λυμένη + Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα σκόρπια + Μυρτιάς, αρείκης, θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα. + Τους χτύπησε της χαραγής το παγερό τ' αέρι + Και ξαστερώσαν ξάνοιξαν οι μαύροι λογισμοί τους. + Τότες θυμήθηκε ο βοσκός τα ζωντανά, τη στάνη, + Κι' αφίνει ευτίς τη σπηλιά με τ' απαλό το στρώμα + Και την πανώρια αγάπη του με τα γλυκά φιλιά της, + Με τ' άσπρο, το μεστό κορμί, τη λιγερή τη μέση + Και την ολόθερμη αγκαλιά που χάρηκε όλη νύχτα. + Όμως το γρέκι του αδειανό κ' έρμη τη μάντρα βρίσκει. + Τα στρουγγολίθια, τα κλαριά, μπροστά του ζωντανέψαν + Κ' έγειναν όλ' αφεντικά κι' ανθρωπινά του κρέναν: + — Λάμπρε, πούνε τα ζωντανά; Λάμπρε, πούνε το βιο μου; — + Ο Λάμπρος αλλοφρένιασε κ' έχασε τα ύπατά του. + — Ω συμφορά, που μ' έσυρες άστοχε λογισμέ μου! + Πάτησα αφεντικού ψωμί κ' έχασα και το βιο του! + Είνε το κρίμα μου βαρύ σαν το βουνό του Σμόλκα, + Το κρίμα πώκαμα ο ζαβός μες το βρασμό της νιότης. + Το πώς στον κόσμο εγώ να βγω, τι λόγο θα να δώκω; + Ω θε μου, ιδές και σώσε με τι με τηράς ακόμα, — + Την ίδιαν ώρα πρόβαλε 'στούτο το σάδι η Χρύσω. + Η μαύρη εδώ είδε ολάνοιχτους και μαλαχτούς τους κόρφους + Και φιλημένον το λαιμό και την ποδιά λυμένη + Κ' εδώ θυμήθη κ' ένιοσε την άσβεστη ντροπή της. + — Μανούλα μου, ξεφώνησε σα λιγοθυμισμένη, + Με πλάνεψε και μ' έχασε με τα γλυκά του λόγια. + Όντας μου τάλλεε βολετό δεν ήταν πέτρα να ήμουν; — + Τους ελυπήθηκε ο Θεός γιατ' ήταν νιοι κ' οι δυο τους + Κ' έτσ' έγεινε ο βοσκός πουλί κ' η κόρη αυτείνα η πέτρα. + + + + Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ + + + + Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, + Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα, + Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες, + Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα, + Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, + Ξάφνου από βράχου, από γκρεμού κορφή και από ραχούλα + Στριγγιά γροικάνε σουρατά, σα να σουράη τσοπάνης + Και σαλαγάει τα πρόβατα και σαλαγάει τα γίδια. + Τότες οι πιστικοί οι καλοί, που γύρω εκεί σταλίζουν, + Δείχναν με τες αγκλίτσες τους και τα στραβορράβδια + Σε βράχου απάνου, σε γκρεμού κορφή και σε ραχούλα + Μικρό σταχτόφτερο πουλί και λένε: — &Ω ψωμοπάτης&— + + + + ΠΟΙΗΜΑΤΑ + ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΜΕΝΑ + + Η ΑΡΠΑΓΗ + Η ΠΕΝΤΕΛΗ + Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ + Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ + Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ + Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ + + + + Η ΑΡΠΑΓΗ + + + + Λεβέντες αρματώνονται να παν ν' αρπάξουν κόρην, + Κόρην για τον σταυράδερφο τον μπράτιμο το Θύμιο. + Νύχτα σελλώνουν τάλογα, νύχτα τα καλλιγώνουν, + Και αυτή του Θύμιου η αδερφή λύχνον κρατάει και φέγγει, + Τον λύχνο 'ς τόνα χέρι της και 'ς άλλο το ποτήρι, + Ποτήρι και καυκόπουλο που τους κερνάει και πίνουν, + Όσα ποτήρια τους κερνάει τους λέγει και τέτοια λόγια: + —Αυτού που πάτε, μπράτιμοι, αυτού που πάτε, αητοί μου, + Την κόρη που θ' αρπάξητε την ώρηα περδικούλα, + Μη μου την βαλτώσετε, φτερό να μην της πέση, + Σαν νύφη να την φέρετε και σαν μεγάλη αφέντρα. + Κ' εγώ στον καλογυρισμό θα νάβγω στο καρτέρι, + Να σας διπλώσω τα καυκιά και τα κρασοποτήρια. + Όλα του Ολύμπου τα χωριά, όλα κοράσια τρέφουν + Κοράσια σαν το κρύο νερό και της αυγής την στάλλα. + Μα σαν το κάτου το χωριό που γέρνει προς την Όσσα, + Που ασπρολογάει πλατύ, απλωτό που φλάμπουρα το ισκιώ- + [νουν + Και το ποτίζει ο πόταμος, λίγα χωριά γεννάνε + Τέτοια κοράσια που είδα εγώ, τέτοιες Ξωθιές του Ολύμπου + Και 'ς του χωριού τες ώμερφες ώμορφη και ακουσμένη + Ήταν η Δέσπω η μοναχή του Αρχόντου θυγατέρα. + Γκόλφι την είχε το χωριό κι' ο Όλυμπος τραγούδι, + Τα μάτια τα γραμμένα της και το τρανό όνομά της + Σκάζει τους νιους τους δύστυχους, πλαντάζει τες κοπέλλες, + Κ' ένα φτωχό βοσκόπουλο κι' ώμορφο κι' αντρειωμένο, + Απ' άλλο, μακρυνό χωριό, το μπλέξανε 'ς αγάπη. + Μπροστά της βγαίνει ολημερίς 'ς τη βρύσι 'ς το κοπάδι + Και με χιλιάδες λόγια του και με γλυκά τραγούδια + Την ωμορφιά της παίνεσε κ' έδειχνε τον καϊμό του + Κι' από τα λόγια τα πολλά κι' από τα γλυκά τραγούδια, + Εξεπλανέθη η ανήξερη κ' η άπραγη καρδιά της... + Ο Θύμιος στέλνει προξενιά. Δεν την εδέχθη ο Αρχος, + Και το φτωχό βοσκόπουλο το σκάει, το φοβερίζει, + — Εγώ είμαι ένα βοσκόπουλο, θρεμμένο μέσ' 'ς τα ορμάνια, + Και δεν με σκάζουν, άρχοντα, άργητες και φοβέρες, + Εμένα αγάπη μοναχά βαριά με βαλαντώνει, + Το βιο σου δεν σου γύρεψα, εγώ την Δέσπω θέλω, + Χίλια θα κάμω βολετά και θε να σου την πάρω. + 'Στήν ποταμιά της Σαλαμπριάς τρεις νιοι τρεις αντρειωμένοι, + Ο Γιάννης ο Πλανόγιαννος, ο Πάνος Πλατανιώτης, + Και το μικρό Αρχοντόπουλο αντάμα τρων και πίνουν, + Αντάμα έχουν και τάλογα σε μια ταγί δεμένα, + Σε μια ταγί σ' ένα δεντρί, σ' ένα παλιό πλατάνι, + Του Γιάννου το σιδερικό σκάφτει μανό το χώμα + Με τα χονδρά του πέταλα κι' ολόγυρα λιθάρια + Και σβόλους χώματα σκορπάει, του Πλατανιώτη ο μαύρος + Στο στόμα με τη γλώσσα του το χαλινό του δέρνει + Κι' αφρούς χύνουν τα ορθούνια του κι' όλο βαριά φρυμάζει, + Το δούριο τ' Αρχοντόπουλου το δέντρο αναταράζει + Κι' αυτιάζεται παράξενα και χλιμιντράει με ζόρι. + Ξάφνου τρεχάτος γλήγορος πλακώνει πεζοδρόμος. + — Εσείς τρώτε και πίνετε και πίσω σας κουρσεύουν, + Κουρσάροι καβαλλάριδες χουμήσαν στο χωριό μας. + Μ' ήλιον, με μέρα εχούμησαν και τώκαμαν λυμούρα. + Δριμόχολο και χαλασμός. Πάνε του Γιάννου οι κήποι. + Ξεθεμελιώσαν τες λιθιές, τες φράχτες, τα πλοκάρια. + Τ' αμπελοφύτια, τες σπορές του Πάνου ξεχωνιάσαν, + Και του μικρού Αρχοντόπουλου το πατρικό πατήσαν + Και σκλάβαν πήραν την καλή, την ακριβή αδερφή σου, + Ο Γιάννος επαινέθηκεν άλλους να σκάψη κήπους + Ο Πάνος λέει, άλλες σπορές, κι' αμπελοφύτια οργόνει. + Μα το μικρό Αρχοντόπουλο άλλη αδερφή δεν κάμνει. + Να πάη μονάχο ντρέπεται. + + + + ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ + + + + Όλοι το ηλιοβασίλεμμα κυττάζουν το πανώρηο, + Κ' η κόρη οπώχει τον καϊμό τους κάμπους αγναντεύει, + Να ιδή κοπάδια αν έρχωνται κι' αν κούγωνται τρουκάνια. + Ουδέ κοπάδια φαίνονται κι' ουδέ τρουκάνια ηχούνε. + Δακρύζουν τα ματάκια της και τέτοια λέει ο νους της. + — Γιατί με κακοπάντρεψες, μανούλα με κλαρίτην, + Που κάνει μήνες στα βουνά και ξάμηνα στους κάμπους; + Άλλοι του πάνε το ψωμί, άλλοι του παν τα ρούχα, + Κ' εγώ κοιμούμαι μοναχή χειμώνα καλοκαίρι, + Με την ροκούλα μου αγκαλιά τ' αδράχτι στο ζωνάρι, + Βρέξε, χειμώνα, χιόνισε κλείσε τα κορφοβούνια, + 'Ρίξε ένα πετροχάλαζο κ' ένα πυκνό δρολάπι, + Για να πνιγούν τα χειμαδιά κ' οι κάμποι να χαλάσουν, + Για να βραχούν τα πρόβατα, τα κόθρα να μοσκέψουν, + Και να σαπούν τα ράμματα, να πέσουν τα τρουκάνια, + Να χάση ο γιός μου την κοπή, την στάνην ν' απαριάση, + Να φορτωθή τον αραγό, νάρθη να ζάη στο σπίτι. + + + + Τ' ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ + + + + Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι + Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω. + Τάχα από ποιο βουνόκορφο και ποιόν γκρεμό να πέφτη; + Σε τι λαγκάδι να περνά. Σαν ποιο λιβάδι τάχα + Να βρέχη, να δροσολογά; Τι δέντρα να ποτίζη + Και τι λουλούδια να φιλή; Τάχα σαν ποιο ακρογιάλι + Με αγάπη να το δέχεται γλυκά 'ς την αγκαλιά του; + Τι αγγέλοι τάχα, τι πουλιά, τι πρόβατα το πίνουν, + Και τι νεράιδες ώμορφες να λούζουν τα κορμιά τους; + Σαν πώς να λάμπη εκεί ο ουρανός; Σαν πώς να ξημερώνη; + Πώς να σουρπώνη από βραδίς; Τ' αστέρια πώς να φέγγουν + Σαν ποιο στρατί να βγαίνη εκεί; Σαν πού θα τ' απαντήσω; + Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι, + Βουνά, ποτάμια επέρναγα, νεροσυρμές και κάμπους, + Δεν τ' απαντούσα πούπωτα. Ψηλά σε κορφοβούνι + Μάγισσαν κόρην απαντάω απάν' το βράδυ βράδυ. + — Μάγισσα, ποιο είνε το στρατί, ποιο είνε το μονοπάτι + Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω; + — Διαβάτη μου κι' ωμορφονιέ, είνε μακρυά η πηγή του. + Νύχτωσε τώρα πού θα πας στην ερημιά μονάχος; + 'Στήν αβρετή μου τη σπηλά πέρνα την νύχτα απόψε, + Και με χάραμμα ταχιά σου δείχνω εγώ τον δρόμο. + Η Μάγισσα η ερημική, η Μάγισσα η πανώρηα, + Μου είπε το βράδυ στη σπηλιά. — Καλόγνωμε διαβάτη, + 'Στό πρώτο το ξημέρωμα τον ύπνο ν' απαριάσης, + Να πας για νάσαι στο νερό την ώρα που έβγη ο ήλιος. + . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + + + + ΤΟ ΜΕΘΥΟ + + + + Κάτω στην άκρη του γιαλού χωριατοπούλες πλέναν, + Πλέναν τα ρούχα κι' άπλωναν και με τον άμμο επέζαν, + Φύσηξε ένας κακός θρακιάς, φύσηξε τρεμουντάνα, + Και κάποιας ανασήκωσε το γυροφούστανό της, + Κ' εφάνη τ' άσπρο πόδι της κατάζορκο ως το γόνα, + Κ' έλαμψε ολόγυρα ο γιαλός, κ' έλαμψε ο κόσμος όλος. + Ο νιος ψαράς που διάβαινε στην άκρη από την λίμνη + Βλέποντας γόνατο λαμπρό, ζωγραφισμένο πόδι, + Μεθάει, χωρίς να πιη κρασί κι' από τον νουν του βγαίνει. + + + + ΠΕΝΤΕΛΗ + + + + Όσες βολές κινάω ν' αρθώ + Βουνό, να σε απολάψω, + — Βουνό, που μες' 'ς τ' ανέγνωρα + Και μυστικά σου βάθια, + Πώς μου εμεταμορφώθηκες + και μώγινες αγάπη + Κρυφοθιομαίνομαι κι' εγώ + Και μ' αγνωμιά απομνέσκω— + Όσες βολές κινάω ν' αρθώ. + Βουνό, να σ' απολάψω, + Μέσ' αφ' του χαμηλόκαμπου + Τα βαρετά τα πλάτια, + Τα βαρετά και τ' άδροσα, + Τα λιοπυροκαμένα, + Ο ευωδερός αγέρας σου + Κι' ο δροσοβολισμένος + Μου ροβολάει και μώρχεται + Να με συναπαντήση + Και μέσα μου νέα ύπατα. + Νέα δύναμι μου δίνει + Να ξεκαμπίσω, τα ισκερά, + Να φτάκω τα ριζά σου. + Και φθάνω οχ' την αγάπη σου + Θερμός και ξαναμμένος, + Και σου αγκαλιάζω του κορμιού + Τα ασύγκριτα τα κάλλη + Με τη θαμπή κι' αδύνατη + Κι' ανέτολμη ματιά μου, + Γιατί δεν φθάν' η αγκαλιά + Δεν φθάνουν μου τα χέρια — + Και βόσκω και κορφολογώ, + Βουνό τες ωμορφιές σου, + Τες ωμορφές σου πούν' θεϊκές + Παραδεισοπλασμένες — + Τα πολλά δάση, τες κορφές + και τα δροσόνερά σου. + + Άλλοι τ' αφράτα μάρμαρα + Του κόρφου σου ας παινέσουν, + Οπού εις αγύριστους καιρούς + Θεούς έπλασε η τέχνη. + Άλλοι της Φράγκισας Κυράς + Ας περιτραγουδήσουν + Την ερωτάρικη ζωή + Και το θλιμμένο τέλος. + Εγώ 'ς τους άσπρους κόρφους σου + Δε θάν' απλώσω χέρι, + Ούτε για ξένες, για παληές + Θα γλυκοκλάψω αγάπες. + Εγώ με το τραγούδι μου + Να διαλαλήσω θέλω + Τα εξωτικά, τα ηλιόβλεφτα + Τα ολόφαντά σου κάλλη, + Οπού τους πόθους μου ξυπνούν + Κι' ανοίγουν μου τα μάτια + Και βλέπουν μέσ' 'ς τα κάλλη σου + Άλλων βουνώνε κάλλη. + Νάξερες, ώμορφο βουνό, + Τι μου θυμίζει εμένα + Ένα κεδρί, ένας πεύκος σου + Μια ρεμματιά, μια βρύσις; + Νάξερες πως ξαφνιάζομαι + Και πως αιτιολογούμαι + 'Σ της άγριάς σου Βαλανιδιάς + Το μυστικό μουρμούρι. + Νάξερες πως κ' η κάκοψη + Πως κι' η τραχιά της φλούδα + Γίνεται μέσ' 'ςτά χέρια μου + Η πλιο απαλή σαρκίδα. + Νάξερες ώμορφο βουνό + Τι ενθύμησες μου φέρνουν + Τ' απάτητα τα βάθητα + Της μαύρης λαγκαδιάς σου. + Νάξερες πως η άβυσσο + Και το τρανό της χάο + Λησμονημένα και παληά + Κρυφά μου αποσκεπάζουν. + Νάξερες ώμορφο βουνό + Τι κελαϊδεί 'ς' εμένα. + Της βρύσης σου το γάργαρο + Και δροσερό νεράκι. + Νάξερες πως κι' η πλιο μικρή + Γλυκειά σταλαματιά του + Μέσ' 'ς την καρδιά μου αρίφνητα + Μου ξανανοιώνει μάγια. + Νάξερες, ώμορφο βουνό. + Τι πόθους μου ξανάφτει + Κ' ένας ανθός σου ταπεινός + Με τη μοσχοβολιά του. + Νάξερες πως κι' η μυρουδιά + Του χόρτου σου, του βάτου, + Ονειροβότανου ακριβού + Για εμένα μυρουδιά είναι! + + Γι' αυτό Βουνόμου, σ' αγαπώ + Περίσσ' απ' όλα τάλλα, + Γι' αυτό μέσα 'ς τανέγνωρα + Και μυστικά μου βάθια + Τόσο κρυφά, τόσ' άστοχα + Θερμή έχεις γίνει αγάπη. + Αθήναι 15 Ιουλίου 1892. + + + + Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑΣ + + + + «Άρχετε Βουκολικαί τω πένθεος + «Άρχετε Μοίσαι.» (Μόσχος) + + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Πώχεις παλάτια μαγικά 'ςτά ισκιερά τα δάση. + 'Στά κορφοβούνια τα ψηλά, 'ςτά βαθειά λαγκάδια, + 'Σταίς δαφνοσκέπασταις σπηλιαίς και 'στά βαθειά λαγκάδια, + Οπώχεις μάνα μάγισσα, πατέρα σου τον ήλιο, + Και ταις νεράιδες αδελφαίς, — ταις νυχτογεννημέναις, + Πώχεις ραγιάδες τους βοσκούς, τους ώμορφους ζευγίταις· + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, που ξένου ανθρώπου μάτι + Δεν σ' είδε, δεν σ' ελόγιασε νους ξένος, ξένο αχείλι + Δεν φίλησε τ' αχείλι σου, έλα 'ςτόν ακριβό σου, + Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. + + Πάρε δροσιά απ' τον Όλυμπο και δάκρυ από τον Πίνδο, + Δαφνούλ' από τον Παρνασσό, πεύκο απ' τη Γκιώνα πάρε, + Λουλούδια απ' τον Ταΰγετο, μυρτιαίς απ' την Πεντέλη, + Πάρ' άγιο χώμ' απ' τη Γραβιά κι' από τον Μαραθώνα + Κ' έλα να τα σκορπίσουμε 'ςτό νιόσκαφτό της μνήμα· + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. + Πες 'ς τους ραγιάδες τους βοσκούς να βγάλουν τα κουδούνια + Από τα γιδοπρόβατα, να μη λαλούν φλογέραις· + Πες 'ς τα κορίτσια του Δαδιού να μη λαμπροφορέσουν, + 'Στά μαύρα πες τους να ντυθούν, και να μη τραγουδήσουν + 'Σάν παν 'ςτή βρύσι για νερό, 'ςτήν ποταμιά για πλύμα· + Πες να σωπάσουν τα πουλιά και να μη κελαϊδήσουν, + Κ' έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη, + + Μέσα σε χρόνια δίσεχτα, σε τετρακόσια χρόνια + Σκλαβιάς και καταφρόνεσης, ένας λαός ακέρηος + Την ωνειρεύθηκε βαθειά — βαθειά με την ψυχή του, + Μέσ' 'ςτό κρυφό λημέρι του την ωνειρεύθη ο κλέφτης. + Τ' ώμορφο το βασιλόπουλο 'ςτή μάντρα που εκοιμάτο. + Ο ζευγολάτης 'ςτ' όργωμα, 'ςτό σάλαγο ο αγωγιάτης, + Ο άρχοντας 'ςτό παλάτι του, 'ςτά πέλαγά του ο ναύτης, + 'Στά άγια μυστήριά του ο παπάς, μέσ' 'ςτό γλυκό της ύπνο + Η ελληνοπούλα η ώμορφη και μέσ' 'ςτά παραμύθια + Και 'ςτά τραγούδια πώλεγε ο πατέρας 'ςτά παιδιά του. + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. + + Κι' απ' όλα αυτά τα ονείρατα κι' από τους πόθους όλους + Εφύτρωσε έναν Αύγουστο, σαν παραδείσου κρίνος, + Που εγιόμωσε όλαις ταις καρδιαίς απ' τη μοσχοβολιά του. + Την είδε ο ήλιος την αυγή που πρόβαλλε, 'ςτήν πλάση + Κ' έσκυψε και την φίλησε κι' απ' το φιλί του εκείνο + Έβαψαν τα μαλλάκια της χρυσά, γιομάτα λάμψι. + Ο ουρανός της χάρισε για ενθύμησι 'ςτά μάτια + Τη γαλανή την όψι του, τ' αηδόνια τη λαλιά τους, + Τα κυπαρίσσια, η λιγαριαίς τώμορφο το κορμί τους, + Η βρύσες τη δροσούλα τους, οι ανθοί τα ονείρατά τους. + Τ' αρνάκια του Μαγιάπριλου την άδολη καρδιά τους, + Ο σταυραετός οπώφυγε μια μέρ' από την Πόλι + Και μέσ' απ' την Αγιά-Σοφιά της έδωκε την Πίστι, + Η χαραυγή το γέλοιο της και τα ψηλά βουνά μας + Ασπράδι από τα χιόνια τους κι' από τα κρύα νερά τους. + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. + + Η αγάπη ακέρηου του λαού την έτρεφε σαν γάλα, + Σαν γάλα, 'σαν σταλαμματιά και 'σαν αχτίδες ήλιου. + Νυκτόημερα εμεγάλωνε κ' έπαιρνε νειάτα, μάγια. + Όσο που επέρασαν χρονιαίς κ' έφεξε μιαν αυγούλα + Που μας την πήρε ο Μόσκοβος 'ς το βασιληά του νύφη. + Ο ανθός οπού εγεννήθηκε για να τον τρέφη ο ήλιος + 'Σάν έχασε τον ήλιο του δεν έζησε, εμαράθη. + Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, + Έλα να κλάψουμε κι' εμείς του Βασιληά την Κόρη. + + + + Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ + + + + — Διωγμένη απ' τα παλάτια μου κι από τ' αρχοντικά μου, + Όπου κι' αν 'δούν τα μάτια μου θα πάω να κατοικήσω, + Ψηλά 'ς απάτητα βουνά, κάτου σε κάμπους έρμους. + Σύντροφο νάχω το θηριό, μίλημα τ' αγριοπούλι. + + Κι' ανέβαινε η βασίλισσα μοιρολογώντας τέτοια + Ένα ψήλο βουνόκορφο. Πέρασε πλήθος χρόνια + 'Σ του ζευγολάτη τόργωμα, 'ς του πιστικού τη στάνη, + Μέσ' 'ς το καλύβι του ψαρά, 'ς τα μεσοχώρια μέσα, + Μέσα εις κελλιά μοναστηριού, 'ς αρματωλού λημέρια. + Άκουσε τ' αναστέναγμα του ναύτη, τ' αγωγιάτη + Του θεριστή του αργατικού έμαθε το τραγούδι, + Της βοσκοπούλας το σκοπό, το μοιρολόι του κλέφτη. + Το διαμαντένιο στέμμα της, οπώλαμπε 'σαν ήλιος, + Τούχε λερώσει ο κορνιαχτός του κάμπου. Την πορφύρα, + Οπού την χρυσοκέντησαν του παλατιού η παρθέναις, + Του λόγγου τ' αγριοπρίναρα κ' η αρηαίς την είχαν σχίσει + Κ' εσέρνουνταν 'ς ταις λαγκαδιαίς κομμάτια. Όμως τα νειάτα + Τ' αθάνατα, τα δροσερά, κ' η θεϊκή ωμορφιά της + Άγγιχτα, απείραχτα έμεναν και 'ς το θερμό του κάμπου + Και 'ς του βουνού την παγωνιά, κ' έλαμπε όθε περνούσε + Ωσάν ουρανογέννητη θεά, 'σαν νύμφη αρχαία. + Χαρά την είχαν τα βουνά, τρανό καμάρι οι κάμποι, + Τα δάση στόλισμα ακριβό, κρυφή 'περφάνεια η βρύσαις, + Αγάπη οι αητοί, και τα πουλιά της ερημιάς τραγούδι. + Κι' ανέβαινε ψηλούς γκρεμούς, διάβαινε μονοπάτια. + Την περασμένη δόξα της, τα χρόνια τα παληά της + Θυμάμενη αναστέναζε κ' έτρωγε την καρδιά της, + Έλαμπεν όμως κάποτε 'ς τα ροδαλά της χείλη + Κάνα γλυκό χαμόγελο, κι' άστραφτε καμμιά ελπίδα + Χρυσή 'ς τα μαύρα μάτια της, κ' έλεγε με το νου της: + — Κάποιο ποτέ θα να βρεθή 'ς το δρόμο ν' απαντήσω + Ώμορφο βασιλόπουλο ταίρι του να με κάμη. + Κ' ανέβαινε κ' εδιάβαινεν ερμιαίς και παρακλάδια. + + Στερνά, με χρόνια, με καιρούς, εξάνοιξε μια μέρα + Πέρα 'ς άκρη τ' ουρανού, 'ς ενού βουνού κορφούλα, + Βουνού ψηλού και μακρινού, μέσ' σε γαλάζια αντάρα + Χτίριο ψηλό κι' ολόλευκο, σαν στοιχειμένον πύργον, + 'Σάν ερημόκκλησο παληό, σα ερημικό παλάτι. + Βρίσκει ένα γέρο και 'ρωτά: — Πες μου, καϋμένε γέρο, + Τ' είν' τ' άσπρο εκείνο το ψηλό μέσ' 'ς το βουνό το πέρα; + Μην είν' παληό ερημόκκλησο, μη στοιχειωμένος πύργος, + Μη είν' παλάτι ερημικό; — Του Ήλιου είν' το παλάτι, + Του ωραίου, του ολόφωτου θεού. Αυτός γυρνά 'ς τον κόσμο + Φως για να δώση και ζωή με ταις λαμπραίς του αχτίδες. + Κι' απ' όξω απ' το παλάτι του, ολόυρα 'ς το περιαύλι, + Οπού το ζώνουν πάρθενα, παληά, βαθειά τα λόγγα, + Μαρμαρωμένα μένουνε, βουβά από χίλια χρόνια + Πανώρηα βασιλόπουλα. Αν είσαι ανδρειωμένη + Και 'ς το παλάτι πας γοργά, πριχού διαγείρη ο Ήλιος + Και μπης ως μέσα αθώρητη και 'ς το χαμώι κατέβης, + Πούνε τ' αθάνατο νερό που λούει το θείο κορμί του + Κάθε βραδούλα πώρχεται κι' αυγή που ξεκινάει, + Κι' αν πάρης μέσ' 'ς τα χέρια σου και βγης κι αράδα-αράδα. + Τα βουβαμένα, τ' άλαλα τα μάρμαρα ραντίσης + Και ιδής να λάβουνε ζωή, να κρίνουν να ξυπνήσουν, + Τότε χαρά 'ς εσένανε. + + Είπε και φεύγει ο γέρος. + + Όσο να ισκιώσουν τα νερά κι' όσο να γείρη ο Ήλιος + Απ' όξω απ' το παλάτι του αλαλαγμός κι' αντάρα. + Ζωντάνεψαν τα μάρμαρα πούταν βουβά και κρύα + Κ' έμμορφα βασιλόπουλα πεζά κι' αρματωμένα + Ντυμένα μέσ' 'ς το μάλαμμα τα λόγγα πηλαλάνε + Κι' απ' όλα των τα στόματα 'σαν μια φωνή γροικιέται: + — Ποιος είν' αυτός οπώκαμε τέτοιο καλό μεγάλο + Το βιο να του χαρίσουμε και ταις χρυσαίς κορώναις! + + Απ' το παλάτι ξέμακρα να ξαποστάσουν στέκουν + Και ρίχνουν κλήρο και λαχνό, 'ς όποιον απ' όλους πέση, + Γυναίκα του η βασίλισσα σκλάβοι του οι άλλοι νάναι. + Κ' ένας μικρός και πλειο ώμορφος πετιέται και φωνάζει: + — Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει. + Όλοι μαζί χρυσό θρονί διαμαντοκολλημένο + Θα να της στήσουμε τρανό-τρανό ως τα ουράνια + Και σαν τον Ήλιο φωτερό, νέα κεντιστή πορφύρα + Θα να την ντύσουμε λαμπρή, και το παληό της στέμμα + Καινούργιο θα το χύσουμε. Θάνε βασίλισσα όλων, + Θεά μας θάνε και κυρά, κ' ημείς πιστοί της λάτραις. + Το σκήπτρο το περίπλουμο που θα κρατάη 'ς τα χέρια + Θα νάνε μαγικό ραβδί που θα οδηγάη τον νου μας + Που θα οδηγάει τα έργα μας, το κάθε πάτημά μας. + Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει! + + Όλοι αγκαλιάζουν τον μικρό και την ορμήνεια ακούνε. + + + + Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ + + + + Ποιος πέρασε απ' τα βουνά τ' Ασπροποτάμου απάνω + Κ' εκεί δεν είδε τον αητό 'ς τα βράχια θρονιασμένον; + Στέκεται ορθός κατάκορφα, λες κ' είνε λιθοσώρι. + Το φλογερό το μάτι του σπιθοβολάει σαν πόρη. + Τηράει ολόυρα τους γκρεμούς, τηράει το χάσμα κάτω + Και κάπου σκύφτει, προς την γη καρφώνει αφτιά και μάτια + Κι' ακαρτεράει αντίλαλους κι' ακούει και ξεδιαλέγει. + + 'Σ' άλλο λιθάρι αντίπερα τ' αητάκι του καθέται. + Βολαίς-βολαίς σέρνει κραυγή. Σέρνει κι' ο αητός παρόμοιαν, + Κι' ανοίγει τα φτερούγια του και χαμηλώνει ολίγο, + Κ' ύστερα πάλι ασηκώνεται κι' ολόρθος απομένει + Ασάλευτος και σιωπηλός ωσάν μαρμαρωμένος. + + Κάποτε εμπρός του 'ς τους γκρεμούς διαβαίνουν περιστέρια + Και πέρδικες κι' άλλα πουλιά των λαγκαδιών, των βράχων, + Και δεν τα καταδέχεται και δεν τα κυνηγάει ... + Βοήν και ποδοβολητό ξάφνου τ' αγέρει φέρνει, + Ακούεται κ' ένα σούριγμα. Ο αητός ανατριχιάζει + Κράζει ελαφρά το ταίρι του, τα νύχια του αναδεύει. + Και τα φτερά με το ραμφί δυο-τρεις βολαίς χτυπάει. + + Είν' αγριογίδια που περνούν γοργά κι' αρμαθιασμένα, + Μπροστά μπροστά πάει το τραγί, οπ' οδηγάει και σέρνει, + Κ' έρχεται από κοντά η κοπή, γίδια και γιδομόσχια. + Και γίνεται μεγάλος θρος 'ς της σάρες, 'ς ταις χιλιάδες! + Κάπου πηδούν ψηλά ραϊδιά, κάπου σουράει ο τράγος, + Κι' αντιλαλούν σπηλιαίς, γκρεμοί το ποδοβολητό τους. + + Ξαγνάντισαν σε μια πλαγιά. Ξάφνου κραυγή αντιχάει + Κι' ο αητός χουμάει βαρύς, γοργός σαν αστραπή που πέφτει + Μέσ' 'ς του στερνού το μέτωπο τα νύχια του καρφώνει + Και το χτυπάει με το ραμφί, με τα φτερά το δέρνει. + Ρεκάζει τ' αγριόγιδο, μπροστά σουράει ο τράγος, + Και τρέχει ακράτητη η κοπή κι' αραδιαστή κι' ακέρια, + Τρέχει και τ' αγριόγιδο με τον οχτρό του απάνω. + Ζαλίζεται καμμιά βολά, ξεκόβεται από τάλλα, + Και με τα ορθά του κέρατα τον σταυραετό παλεύει, + Παίρνει καινούργιο απίδρομο και δύναμιν και θάρρος + Και τρέχει πάλι και πηδάει και ρεκασμόν ξεσέρνει. + + Στερνά δειλιάζει, σταματά και ματωμένο γέρνει. + Ο αητός χαρούμενη κραυγή, κραυγή της νίκης χύνει, + Κι' έρχεται με το ταίρι του και του γιδιού τα σπλάχνα, + Τ' ανοίγουν με τα νύχια τους. Το ψυχομαχητό του + Τους αγαλλιάζει, τους μεθάει, κι' από τ' αγάλλιασμά τους + Κι' από το μέθυο ανάβεται, φλογίζεται η ματιά τους. + Κι' όταν θερμό τελεύεται του κυνηγού το γαίμα + Μπήγουν οι δυο τους το ραμφί και πίνουν και χορταίνουν. + + + +ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ + + + +Τον Σεμπτέμβριον του 1892 εξέλιπεν ο τελευταίος αετός του ηρωικού +Σουλίου ο στρατηγός Δημήτριος Ν. Μπότσαρης εν ηλικία 85 ετών. +Εγεννήθη εν τω πεφημισμένω Σουλίω τω 1807 εν μέσω της κλαγγής των +όπλων και των ενδόξων μαχών. Ήτο υιός του σχόντος την αρχηγίαν της +ενδόξου εξόδου του Μεσολογγίου και πρώτος εξάδελφος του ήρωος +Μπότσαρη. Δωδεκαετής εζώσθη τα άρματα και συνεπολέμησε μετά του +γενναίου αυτού πατρός και των άλλων λεοντοκάρδων Σουλιωτών, +συμμεριζόμενος τας κακουχίας και τους κινδύνους εκείνων, πηδών από +βράχου εις βράχον ως έλαφος και αγωνιζόμενος υπέρ της πατρίδος. +Έφηβος ήτο ο Δημ. Μπότσαρης ότε εξερράγη η επανάστασις καθ' όλην την +διάρκειαν της οποίας ηγωνίσθη εκ των πρώτων και πολλάκις ανεπλήρου +τον ένδοξον πατέρα του εν τη αρχηγία, όταν εκείνος απουσίαζεν εκ των +μαχών καλούμενος εις άλλας υπηρεσίας της μαχομένης πατρίδος. Η διά +τον Δημ. Μπότσαρην ενδοξοτέρα αναπλήρωσις του πατρός του ήτο η εν τω +στρατοπέδω Φαλήρου εν ηλικία δεκαεννέα ετών· διότι είχε κληθή τότε +εις την πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν ως αντιπρόσωπος των Σουλιωτών. +Εν τη αρχηγία του σώματός του διεκρίθη επί συνέσει και ανδρεία, ώστε +εφείλκυσε τας συμπαθείας των γενναίων μαχητών και την αγάπην και +εκτίμησιν του στρατάρχου Καραϊσκάκη. + +Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων της πατρίδος ο Μπότσαρης +κατετάχθη εις τον ενεργόν στρατόν και έλαβε μέρος εις όλας τας +εθνικάς περιπετείας. Διο και ετιμήθη πολλάκις δι' εμπιστευτικών +θέσεων. Εκ πεποιθήσεως αντεστρατεύετο προς τον αείμνηστον Όθωνα και +κατεδιώχθη. Μετά την έλευσιν του Βασιλέως Γεωργίου διωρίσθη +υπασπιστής αυτού. Ετιμήθη διά του Μεγαλοσταύρου και άλλων ξένων +παρασήμων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής και πρόεδρος του συλλόγου της +«Ανατολικής ομοσπονδίας». Ημείς αντί παντός άλλου εγκωμίου +εδημοσιεύσαμεν εις το πρώτον φύλλον (18 Σεπτεμβρίου 1892) της «Φωνής +της Ηπείρου» το ποίημα του Κρυστάλλη. + Γ. Κ. Γ. + + + +ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ +ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ + + + + Πάρε τραγούδι μου φτερά, ξεφτέρι, αετός να γίνης + Και πέτα γλήγορο μακρυά, πέτα κατά το Σούλι, + Διάβαινε κάμπους και βουνά, κ' εκεί σαν απαράξης + 'Στην Κιάφα απάνου ν' ανεβής, τρανή λαλιά να σύρης + «Ο υιός του Νότη απέθανεν, ο υιός του Νότη πάει!» + + Όπου ταμπούρια άλλους καιρούς και μετερίζια εσκάφταν + Κ' εσαλαγούσαν Λιαπουργιάν, αρματωλοί οι Σουλιώτες, + Τώρα, βοσκοί, 'στα ράχια τους τσάρκους και στρούγγες χτίνουν + Και σαλαγάνε γιδερά. Έναν καιρό θυμούνταν + Βολές βολές 'στό σκάρο τους τα περασμένα χρόνια + Κ' έλεγαν της Τζαβέλενας, του Μάρκου τα τραγούδια, + Και τα κλαριά, ανετρίχιζαν, δακρύζαν αίμα οι βράχοι + Πέρα και γύρου όπ' άκουγαν για τους παλιούς των φίλους. + + Τώρα που θα να πας εκεί, τραγούδι φτερωτό μου, + Που θ' ανεβής κατάκορφα 'ς την Κιάφα και θα σκούξης + «Ο υιός του Νότη απέθανε, ο υιός του Νότη πάει», + Τάχα θα νιώσουν μέσα τους μέσ' τα βαθιά τους σπλάχνα + Πόνον ακόμα, χαλασμό, τα κορφοβούνια εκείνα; + Τάχα θ' αστράψη ο Ζάλογγος, θα μπουμπουνίση ο Πίνδος, + Τάχα η Χειμάρρα θα ρυασθή, θα να δακρύσ' η Πάργα; + + Τάχα 'στό Κούγκι, το βουβό, το ξεθεμελιωμένο, + Θ' αναστηθή οχ' τη στάχτη του κανένας πολεμάρχος, + Να κάτση να σου διηγηθή την λεβεντιά του Μήτρου; + Τάχα κανένα ριζιμό, κανένα ορθό κοτρώνι, + Θα να ξυπνήση να σου ειπή με ξέχωρο καμάρι, + «'Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη + »Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης, + »Κ' ερρίχτηκε 'στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το + »Και νικητής σαν έγυρε 'σ εμένα πάλιν ήρθε + »Στον δροσερόν τον ίσκιο μου να κάτση ν' ανασάνη»; + + Πάρε τραγούδι μου φτερά, σύρε 'ς το Κακοσούλι, + Κι' αν δης να γίνη χλαλοή, κ' αν δης να πέσουν δάκρυα, + Πέτ' από 'κεί χαρούμενο 'ς Ανατολή και Δύσι + Να διαλαλήσης δυνατά 'ς τον κόσμο πέρα ως πέρα, + Ότι, το Σούλι ακόμη ζη, ότ' είν' ακόμα ελπίδα. + Κι' αν βρης νεκρίλα κ' ερημιά, κι' αν δεν ακούσης κλάυμα, + Γύρνα τραγούδι μου φτωχό, κι' είνε θεϊκή κατάρα. + + Κι' όντας διαγύρης από εκεί, φέρε κλαρί οχ' τη Λάκκα + Και πάχνη από τον Ζάλογγο και χώμα από το Κούγκι, + Το μνήμα να στολίσουμε του γέρου πολεμάρχου. + Θ' αναγαλλιάση, απάνω του σαν θα τα νιώση ο Μήτρος. + Και δεν θα του φανή βαριά η αραχνιασμένη πλάκα. + Θα λέη πως μέσ' το Σούλι του τ' αγαπητό κοιμάται, + Και θα ονειρεύεται γλυκά της νειότης του τα χρόνια + + Αυτού που πας, πολέμαρχε, κι' αυτού που κατεβαίνεις, + Πόσοι παλιοί σου σύντροφοι, θρεφτάρια του πολέμου, + Να σ' αρωτήσουν καρτερούν για το καϋμένο Σούλι! + Να μη δειλιάσης!..... Να το ειπής, ότι είνε σκλάβο ακόμα! + + + +ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ + + + +ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ + + + + (ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ) + (Φιλική Γραφή από τα Γιάννινα]. + + + +«Νυκτών' η Παραμονή, αγαπημένε μου. Άλλους καιρούς, — θυμάσαι, — τα +στενά και τα σταυροδρόμια μας εγιόμοζαν κόσμον από 'δω από την πόλη +και από τα χωριά όξω. Η Καλούτσασμη σήμερα, η Λούτσα, η Καμάρες, το +Κουρμανιό, η Σκάλα, το Σταυροπάζαρο, ο Πλάτανος, τα Γάλατα, όλα είν' +έρμα κι' άλαλα σήμερα. Τα γυναικόπεδα μοναχά της φτωχολογιάς +σωριασμένα στρυμώνονται στα παραπόρτια των Ελεών. Καρτερούν το μικρό +το Χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Κι' η βροχή που απ' την αυγή +ασταμάτηγη πέφτει με το δρυμόνι, δέρνει τ' ασκέπαστα τα κεφάλια τους, +κι' από τα τρυπημένα τους ρούχα ζώνεται ως μέσα στα ζόρκα κορμιά τους +και τα καταποντιάζει. Τα δύστυχα! . . . Αραδαριά στο παζάρι οι +αργαστηριαρέοι κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς δουλιά, κι' +άλλοι με σκυφτά τα κεφάλια, λες κι' ακαρτερούν βοήθεια από τον +ουρανό. Μα ο ουρανός ρίχνει την συγκρατούμενη βροχή του σκεπασμένος +πέρα ως πέρ' από σύγνεφα. Επελάγωσαν οι δρόμοι μας όλοι, μούσκεψαν οι +τοίχοι κι' η σκέπες των σπιτιών. Νοτίζουν όλα τα πράμματά μας. Και +μια μεγάλ' υγρασία, που περνάει την σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας +εζάρωσε ολότελα. Τα βουνά πέρα είνε τυλιγμένα σε μπόρα και δεν +φαίνονται. Βρέχ' εδώ και χιονίζει εκεί. + +Έχει περάσει από δυο ώρες το δειλινό και σήμαντρο κανένα δεν +εδιαλάλησε την αγιότη της αυριανής μέρας, κι' οι παπάδες δεν έψαλαν +τον εσπερινό σήμερα. Η εκκλησίες είνε κλειστές. Βουβά τα σήμαντρα, +βουβοί κι' οι παπάδες. Η αυλές και τα κατώφλια εχορτάριασαν. Η +αράχνες κλώθουν τα υφάδια τους και διάζονται στες πόρτες και στα +παραθύρια. Μέσα σκουριάζουν άπλυτα τα πολύφωτα κι' οι κηροστάτες, +μουχλιάζουν η εικόνες, ιδρώνουν νοτιά οι τοίχοι κι' οι μεσανοί οι +στύλοι, παγώνει το λάδι στα σβυστά ασημοκάντηλα και τα δισκοπότηρα +μένουν δίχως μεταλαβιά απάνου στην Προσκομιδή και στην Άγια Τράπεζα. + +*** + +Ξέρεις το μυρολόι της Πόλης, όταν την έπαιρνε ο Τούρκος. Σ' άκουσα +πολλές φορές να το λες όξω που βγαίναμε τες ηλιοφανιές κι' έβλεπα να +νοτίζουν από δάκρυο τα ματόφυλλά σου όντας έλεες και ξανάλεες με +θλιβερό σκοπό το πικρό γύρισμά του: «Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι +Χριστιανοί!» Ήρθε καιρός τώρα οπού το μοιρολόι και τ' απόφωνο τούτο +το λέμε και το ξαναλέμε εδώ οι Χριστιανοί όλοι. Το λέμε και κλαίμε +όλοι με πυρωμένα δάκρυα. + +Με τον ερχομό της νύχτας η βροχή κάπως ξέκοψε. Μα ο ουρανός είνε +πάντα κρυμμένος στα σύγνεφα, λες και θρηνάει κι' αυτός τα μαυρισμένα +μας Χριστούγεννα. + +Όσο σφίγγει το σκοτάδι, τόσο απλώνεται η ερμιά στην πόλη μας. Ως +πώφτακεν ώρα οπού τα Γιάννινα ώμιαζαν κοιμητήρι, κι' ας είμασταν +ζωντανοί όλοι στα σπίτια μας, κι' ας είμασταν ξύπνηγοι όλοι. Νεκρίλα, +μωρέ αδερφέ, νεκρίλα απέραντη η νυχτιά τούτη. Όξω στα καλτερίμια +βροντούσαν ακόμα κάπου κάπου η σταλαματιές κι' η κάναλες των +κεραμιδιών και συχναπόκοβαν την ερημιά και την σιγαλιά τα πατήματα +του παζάρμπαση και του καρακολιού. + +Είχαν σκολάσ' η νοικοκυρές τα πλυσίματα και τ' ασπρίσματα των σπιτιών +τους κι' έλαμπαν τούτ' από την παστράδα και το νοικοκυριό. Εφώτιζε +την ανατολική γωνιά της σπιτομάννας η αναμμένη καντήλα των +εικονισμάτων. Έκαιγε στην εστιά η φωτιά η Χριστουγεννιάτικη, καμωμένη +από τετραπάνωτα σύδαυλα κι' εζέσταινε το σπίτι όλο. Είχαμεν γευτή τον +απλό σαρακοστιανό δείπνο μας και συμμαζωγμένοι γύρα της όλοι, από τα +παιδιά ως τους γέρους, εκαρτερούσαμαν τα Χριστούγεννα. Του κάκου +αγρυπνούσαμαν. Χριστός δεν εγεννιώνταν για εμάς την νύχτα τούτη. Κι' +αν γεννιώνταν, ποιος θα να μας το φανέρωνε; Στον συγνεφιασμένον μας +ουρανό δεν θα νάτουν βολετό να 'δούμε ποτέ τ' αστέρι που τώδειξε μια +φορά στους Μάγους. Τα σήμαντρα δεν θα μας το διαλαλούσαν, κι' οι +κράχτες δεν θα μας το φώναζαν. Η εκκλησιές μας ήταν κλειστές και στα +'κονίσματα των σπιτιών μας ετοιμαζόμασταν για να πούμε την δέησή μας. + +«Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!» + +*** + +Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα. Η ίδια νεκρίλα στην πόλη μας. Η ίδια +κουβέντα στα σπίτια, για το κλείσιμο των εκκλησιών. Και λέγουν +ανάμεσα πως κάπου κρυφοσυνάζονται και κρυφοσυντάζονται για ταραχές +την αυγή. Τα μικρά τα παιδιά ξεδειλιασμέν' από την φωτιά κι' +αποσταμέν' από τα παιγνίδια, αποκοιμιώνταν ένα ένα στα γόνατα των +γονιών τους, εκεί παραστιάς. + +Ήρθεν η ώρα του όρθρου. Εβουβαθήκαμαν μονοκοπανιάς όλοι. Λόγος δεν +έσκαε τότε στα χείλια μας. Εμείναμε ασάλευτοι κι' ακαρτερούσαμε μήπως +ακούσωμεν σήμαντρο πουθενά ή κράχτην. Ξέρεις τι ώρα γιομάτη μυστήριο +ιερό και θρησκευτικό γήτεμμα είνε τούτη που ακαρτεράς άγρυπνος τόση +νυχτιά ν' ακούσης ν' άρχεται ο κράχτης στη γειτονιά σου χτυπώντας +παντού στες αυλόπορτες το βροντερό εκείνο μπαμ-μπαμ-μπαμ! με το +ξύλινο το τσοκάνι του. Πετιέσαι τότες όξω στην κρεββάτα σου ή στο +παραθύρι κι' ακούς να τρικυμίζουν τον αγέρα και τα σκοτάδια οι +γλυκύτατοι και μαγικοί ήχοι του σημανταριού, ποιοι μακρυνοί και ποιοι +κοντινοί. Και βλέπεις τότε ν' ανοίγουν πόρτες και να γιομόζουν οι +δρόμοι από κόσμον οπού πηγαίνουν ν' ακούσουν στην εκκλησιά τα +Χριστούγεννα. + +Συνειθισμένος απ' αυτά, σαν εκαρτέρεσα βουβός τόσην ώρα και δεν +ακουρμάστηκα πουθενά κράχτην, απετάχτηκα στην κρεββάτα. Πίσα το +σκοτάδι όξω και το κρύο φαρμακερό. Στηλώνω τ' αυτί κι' ακαρτερώ κι' +εκεί ολόρθος ωσάν μαρμαρωμένος. Δεν άκουσα τίποτε ο μαύρος. Ως που μ' +ανάγκασαν η φωνές της μανούλας μου να μπω μέσα να μην παγώσω. + + — Έμπα μέσα, μου λέει, παιδί μου, να μην παγώσης αυτού, και +Χριστούγεννα δεν έρχονται για εμάς φέτο. + +Κι' εγώ μπαίνοντας στον οντά εμουρμούρισα θλιβερά: + +—_ Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί! + +Κι' έννοιωσα να νοτίζη δάκρυ τα ματόφυλλά μου. + +*** + +Εξημέρωσεν. Η δέηση έγεινε μπροστά στα 'κονίσματα των σπιτιών μας. +Εγώ έψαλα το «η Γέννησίς σου Χριστέ». Κι' ανάρια ανάρια εβγαίναμε από +τα σπίτια, να μάθουμε κάνα καινούριο χαμπέρι. Κανένας δεν ήξερε +τίποτε. Όλων η όψες η ξαγρυπνισμένες και κατσουφιασμένες από την +θλίψι, ώμοιαζαν τον μυσοσυγνεφιασμένον κι' αγέλαστον ουρανό μας. + +Τρέχουμε στη Μητρόπολη. Κι' εκεί τίποτε δεν ειξέρουν. Ο Δεσπότης +ορμηνεύ' ησυχία κι' υπομονή. Η υπομονή μας ήταν μεγάλη μέσ' την +καρδιά μας, μα η ησυχία που καταΐσκιωνε σαν θείο χέρι ως τώρα τα +γαληνεμένα μας στήθια, άρχεψε να τραβιέται απάνου και ν' αφανίζεται +σαν την αντάρα της λίμνης μας την πρωινή, κι' ο βοργιάς της στέρησης +της εκκλησιάς άρχιζε ν' αναταράζη τα βάθητά μας. + + — Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες! Αυτός ο λόγος +επέταε στα στόματα όλων κι' αυτός ο λόγος άναφτε μέσα στα σπλάχνα +μας. Οι τούρκοι είχαν γίν' άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από +ταραχές. Γιατί κι' όλοι μας, δεν ακαρτερούσαμεν, παρά ταραχές. + + — Τα χωριά δε θα λα το νταγιαντίσουν. + +Έλεγαν άλλοι. + + — Εκκλησιά πουθενά δε θα λ' ανοίξη με το στανιό, αν είμεστε +Χριστιανοί κι' αν έχουμε Πατριάρχην. + + — Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίξουν. + + — Από την Πόλη θα λ' αρχινήση ο χαλασμός, αν θα λ' αρχινήση. + +Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ως που σίμωσε το γιώμα. Κι' όλοι μας δεν +καρτερούσαμε πλια τώρα παρά χαλασμό. + +Επεινάσαμεν κι' αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιώμα να φάμε. +Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι' εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την +εκκλησιά το πρωί. Φέτο, οπού δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μας +πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας την νύχτ' απ' ώρα 'ς ώρα το σήμαντρο και +τον κράχτη. Κι' από την αγρύπνια αύτη μας εγένονταν αγγλέουρας το φαΐ +μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας. + +*** + +Άξαφνα, μέσ' στο φαΐ απάνου, έν απέραντο και δυνατό σημανταριό +ανατάραξεν όλην την πόλη μας. + + — Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά +στό στόμα του. + + — Χστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάννα. + +Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν. + +Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους. + +Πετιούμαστε με τον πατέρα στό δρόμο να μάθουμε. + +Όλ' έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους +ρωτάμε τι γίνεται. + + — Ανοίγουν η εκκλησιές, μας λέγουν. + + — Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό; + + — Μωρ' τι με το στανιό, που νικήσαμαν. Πήραμαν τα προνόμια. + + — Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα +προνόμια! . . . + +Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' όλοι ετρέχαμαν κατά τη +Μητρόπολη. Εκεί ηύραμαν ολάνιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι' +αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε +γιομόσει κόσμον η εκκλησία και μέσα και στην αυλή ακόμα. Η εικόνες +δεν πρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς. + +Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και η όψες των +Χριστιανών, οπ' έλαμπαν τώρα τηρούμενες κι' αυλακωμένες κάπου κάπου +από δάκρυα. Και μέσ' από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα +ουράνια η μυστική δέηση τούτη: + + — Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε +νικήτρα, δόσε κι' εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να +φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως +που να σωθούν καμμιά μέρα η αμαρτίες μας κι' ως που να δούμε άστρο +ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ' άστρο». + +*** + +Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντάς σας σήμερα ελεύθερα εβουλήθηκα να +σας γυρίσω μ' αυτήν δυο χρόνια πίσω, να σας γυρίσω με τον νου στα +Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών. + +Δάκρυσ' αλήθεια διαβάζοντες τότες του φίλου μου την γραφή και +γέρνοντας κι' εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια: + + — Δόσε, Θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνη απ' ολούθε νικήτρα· +όμως δόσε και κάθε τόσο τέτοιες στο τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν +κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζη η +πατσαβουριασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμμιά βολά για +καλλίτερο. (1892) + + + +ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ + + + +Όσες βολές η σκύλλα Ξενητιά με κερνάει τα πικρά της κρατηροπότηρα, +αχ! δεν ηξέρω πώς μώρχεται τότε και λησμονώντας κι' απαριάζοντας όλον +τον περίγυρά μου κόσμο, χύνονται σαν λυσσαγμένος μέσα μου, και με τα +σιδερένια νύχια του λογισμού, σαν κακούργος σκάφτω την έρμη μου +καρδιά κι' από των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τες παλιές μου +Ενθύμησες. — Η πρώτες συγκίνησες, που κέντισαν την παιδική μας ψυχή, +αφίνουν μέσα μας Ενθύμησες άσβεστες· κ' είνε το νήμα το μυστικό, οπού +μας δένει και μας κολλάει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μας. + + — Χαρά στον που τώχει ειπή! + +Ενθύμησες είνε και τα &Πεζογραφήματά& μου. + + + +Η ΕΙΚΟΝΑ + + + +Τ' ανοιξιάτικα πρωινά, οπώβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα κάποτες +από τον καφενέ του Ζώη τ' Αζώηρου. + +Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ' Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον +καφενέ του. Είχε συγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που +καθότουν αυτός, χήρος κι άτεκνος, με τη μεσόκοπην αδερφή του, την +Κυρά Τσεβούλα. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες, κ' η αδερφή του +έβραζε τους καφέδες μέσα, 'ς το ίδιο τζάκι, 'ς την ίδια γωνίστρα του +σπιτιού, οπώβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ +τον καφέ του, γιατ' είχε πάντα 'ς το νου ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό +και ζημιές πλειότερες παρά κέρδη, κι αυτός το ψωμί του, οπώβγαζε με +τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζη και να το τρώη με τον ίδρω του και +με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμμα και με την αδικιά, γιατ, ήξερε πως +κ' οι μουστερίδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον +ίδρω και με την τιμιότη. + +Είν' αλήθια, πως κάποτε, πριν παντρευτή ο Αζώηρος, έβλεπε την +καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιάνων κι αναστέναζε +νυχτόημερα, κ' ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα +σωθικά και τη νιότη του, πώς να βρη τρόπο κι αυτός ν' αρχοντέψη, ν' +αποχτήση κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια. Τότες δεν +ήτον καφετζής ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι 'ς το Κουρμανιό κάτου, +οπού χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχουριά +κυράδων. Κ' ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ' είχε καλφάδες και +παρακαλφάδες εις τ' αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν +τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν, τα νυχτέρια, με χρυσάφια +και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό +αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κ' έκραζε συχνά +πυκνά. + + — Δόστε του, μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσιμ'. + +Τότες ήτον οπούχε βάλει 'ς το νου του για ν' αρχοντέψη ο Ζώης. Έπιανε +και παράν αλήθια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδερφή του. +Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα .... +ποιος τον κουβέντιαζε! Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ' η δυο η +αδερφάδες του, δεν είχανε πού να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο +«Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα «Το μοναχό μας, τ' αρχοντοπλό +μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας». Είχε γιομώσ' η +γειτονιά με τ' όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ' όλ ' αυτά τα χαϊδευτικά +χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι +ο Ζώης. Να το γκρεμίση από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που +εγεννήθηκε και που τ' άφηκε μαζί με την τέχνη και με τ' αργαστήρι ο +σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρω Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του +μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα +πατώματα. Έλα όμως που ο πόνος της γρηάς για το «φτωχικό» της ήταν +μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθή καινούργιο ψηλό +σπίτι απάνω του. + + — Σαν έχς σκοπό να το γκεμίσης, γιε μ', τούλεγεν η γρηά, γρέμσε με +κ' εμένα 'ς το λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κ' εγώ αποκάτ' +από τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ' εγώ, και τότες +κάμε ό,τι θελς εσύ. + + — Μα, μάννα· δεν κρένεις καλά, έλεγε ο Ζώης. Δε γλέπεις που δε μας +χωρεί τώρα το παλιόσπιτο; Τώρ' αξήσαμαν και θ' αξήσουμε ακόμα με +φαμλιά και με δούλους. Πού να ζήσουμ' εδώ μέσα 'ς αυτό το κοτέτσι +όλοι μαζί. Για βάλε με το νου σου πως έχουμε και κάποιο καλό όνομα κι +όλας όξω τώρα, και τσότσου παρά 'ςτή σακούλα .... Άσε με να το ρίξω, +δεν είνε λόγι' αυτά που λες. Δε θα ζήσουμε φτωχικά και τώρα υπ' +αρχοντέψαμαν. + +Τα ίδια της λαλούσε κ' η γυναίκα του Ζώη, η καλομαθημένη +αρχοντοπούλα, τα ίδια της έψελναν κ' η «ξεμυαλισμένες» όπως τες έλεγε +η γρηά, αδερφάδες του. Μα η Κυρά Χσούλα δεν ετέντωνε αυτί σε κανένα. + + — Πιάκαμαν λίγους παράδες τώρα, εμουρμούριζε, κ' επήρε ο νους σας +αγέρα. Χαλασιές και φουρτούνε σας! Πού ξέρουμε τάχατε τι μας βγάζ' η +αυριανή, χαντακωμένες! + +Τότες σύγκαιρα, απόχτησε και γυιόν η γυναίκα του Ζώη και για την +καλοπέρασή της άναψε μεγαλύτερος μέσα 'ς τους λογισμούς του ο πόθος +του αρχοντικού σπιτιού. Πέρασεν όμως τότε και μια ιδέα άλλη 'ςτό νου +του. Ότι, άρχοντας αυτός τώρα, πώς θα μπορή ν' ανεβοκατεβαίνη από το +σπίτι 'ςτ' αργαστήρι κι από τ' αργαστήρι 'ςτό σπίτι του αυγή, γιόμα +και βράδυ περπατώντας, τόσο δρόμο, τόσον ανήφορο. Εσκέφθηκε λοιπόν +πώς θα να ήτον καλλίτερο ν' αφήκη απείραχτο το φτωχόσπιτο της γρηάς +απάνου 'ς την Καραβατιά, νοικιάζοντάς το σε κανένα φτωχό γείτονά του, +και ν' αγοράση αυτός ψηλό σπίτι παρακάτου, κατά το παζάρι, 'ςτ' +Αρχοντικά. Κ' η ιδέα τούτη ερρίζωσε πλια 'ςτά μυαλά του κι όλο +χαρούμενος έλεγε τώρα, γυρίζοντας το βράδυ, 'ςτη γρηά του. + + — Έλα, και σώγεινε το χατήρι να μην το γκρεμίσουμε, μάνα, έλα. + +Κ' η γρηά δόξαζε τον «Μεγαλοδύναμο» οπέβλεπεν ότ' η κούφια και +καταστρεφτικιά φλόγα των παιδιών της εσβύνονταν κ' εκατακάθονταν όσο +πέρναε ο καιρός. Πού να τώξερεν η μαύρη πως ο γιός της ολημερίς +παράδερνε 'ςτούς δρόμους των Αρχοντικών, για να βρη σπίτι της αρεσιάς +του, να τ' αγοράση! Τότες άρχεψε να ψευτίζη και την τέχνη του λίγο ο +Ζώης, για να κερδαίνη πλιότερα. Η λεχωνιά όμως της γυναίκας του δεν +επήγαινε καλά. Είχεν ανάψει θέρμη βαριά 'ςτό κορμί της, κι' οι +γιατροί πούχε καλέσει ο Ζώης, οι καλλύτεροι γιατροί των Γιαννίνων, +έφευγαν από το σπίτι του με κατεβασμένα φρύδια. Κάποτε κι' όλας +φανέρωσαν σε κάποιον 'ςτή γειτονιά ότ' η λεχώνα κιντύνευε. + +Ως εδώ ήτον γραμμένο να βλαστήση και να κλαρωθή το περήφανο δέντρο +της αρχοντιάς του δόλιου Αζώηρου. Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μέσ' +'ςτόν κορμό του της γυναίκας του η αρρώστεια, και το κουφάλιαζε λίγο +λίγο. Και μια νύχτα, συνεφιασμένη και θλιβερή, αστροπέλεκας ξαφνικός +έπεσε κατάκορφ' απάνω του και του γκρέμισεν όλα τα φύλλα και τα ωραία +κλωνάρια, κι από το φουντωτό και ζηλεμένο δέντρο έμεινε μοναχά ένα +ολόρθο κατακαμένο και κούφιο κορμί, το κορμί του ίδιου του Ζώη. Φωτιά +έπιακε μια βραδιά 'ςτά «Τσαρτσίτικα» και τ' αργαστήρι τ' Αζώηρου μ' +όλα τα περίγυρά του γείνηκαν στάχτη ως την αυγή. Κόλπος τούρθε τότε +του βαριόμοιρου Ζώη. Πάει το πλειότερο το βιο του. Τώφαε και το +επίλοιπο η αρρώστεια κ' η λεχωνιά της γυναίκας του, που τράβηξε +χρόνον καιρό, κι όπου τη γκρέμισε κι αυτή μέσα στον τάφο μαζί με το +παιδάκι της. Πέθανε σε κάμποσον καιρό ύστερα κ' η μαύρ' η μάνα του. +Πέθανεν από τον καϋμό της για την τρομερή συμφορά και με τούτα τα +στερνά λόγια στα χείλη της: + + — Πιαστήκαμαν από λίγους παράδες, και πήρε ο νου σας αγέρα, παιδιά +μου. Χαλασιές και φουρτούνες μας! Ποιος να τούξερε τι θα μας εύρισκε +σήμερα, χαντακωμένα μου! + +Κι' απ' όλο τούτο τ' ανεμόχολο και τον καταποτήρα, που παράσυρε το σπίτι +του ξύρριζα, γλύτωσε ο Ζώης μοναχά κ' η αδερφή του, η Κυρά Τσεβούλα, +οπού δεν είχε προφθάσει να την παντρέψη κι αυτή. Και μαζί με τους +ανθρώπους του και με την ευτυχία, παν κ' η μεγάλες ιδέες του δύστυχου +κ' οι πόθοι του για ψηλά σπίτια και γι' αρχοντική καλοπέραση. Σαν +παραδαρμένο από βαριά νεροποντή κι' ανεμοζάλη χελιδόνι, χώθηκε +ζαλισμένος αποκάτου από τη στρέχα του φτωχικού πατρικού του και +συμμαζώχτηκε ολότρομος σε μια γωνιά, τηρώντας πότε να περάσ' η κακή +μπόρα. + +Κι' όλες τες συφορές του αυτές έρριχνεν ύστερα ο Αζώηρος 'ςτόν κακό +σκοπό πώβαλε με το νου του να γκρεμίση το χαμηλό πατρικό του και να +ζητήση αλλού παλάτια και περηφάνιες. + + — Κι' ο σκοπός κ' οι πόθοι αυτοί μ' έφεραν, έλεγε με το νου του +αναστενάζοντας, 'ςτό φρύδι του γκρεμού, της κόλασης, να ψευτίσω την +τέχνη μου και να χαλαστώ ο ίδιος, να σκάψω ο ίδιος το λάκκο μου με τα +χέρια μου. Διαβολομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, καλά λέει ο λόγος. Τώρα +χτυπάω το κεφάλι μου, μόν' 'ςτά χαμένα. + +Κ' ένας γέροντας τούρκος προβατάρης, γείτονάς του, σα να τον έβανε +επιταυτού κανένας να του ριζώση βαθύτερα την ιδέα τούτη, του +απαντούσε ολοένα, όσες φορές τον εύρισκε ο Ζώης και τον ρώταε για το +βιο του. + + — Ινσαλά, σαν θέλ' ου Γιαραμπής, καλά πάμε, κυρ Ζώη. Όποιους τράει +τν ισιάδα, πουτές δεν έχει να φουβθή τη ζμιά, είνε μαζύ τ' ου Θαγός. +Μότ' παραστράτησες απού τν ισιάδα, μότ' τη μόλεψες την τέχν' και του +βιο σ', πλάκωσε του κακό, κι μότ' πλακώσ' τόνα, καρτέρ' κι τ' άλλου. +Ιγώ πουτές δεν του χαλάου του γάλα μ, κι γι' αυτό ούτε του χάνου +πουτές, ούτε κι τα πράταμ' παθαίνουν τίπουτας. Κύτταξε του γειτουνά +μας του Μπράχου· είχινε ζλέψ', μούλεγε, ψλά σπίτια και γρόσια πουλλά. +Χάλασε του γάλα τ' για να κιρδέν' πλισσότερα. Ίσια τούρθε του κακό. +Το 'χασε όλου του κουπάδ' απ' αβλουγιά. Ιγώ πουτεσιμ δε ζήλεψα τρανά +σπίτια κι μεγαλουσύνες. Δε λέου πως δεν τα θέλου τάχα μ', μόν' δεν τα +θέλου με τν αδικιά κι με τ' ψευτιά, Αν είνε για να τ' απουχτήσου, να +τ' αποχτήσου με τουν ίδρουτά μ' κι με τν ισιάδα. Να, σαν εκείνουν +τουν άρχουντα του ρουμιό πώχει τα μεγαλύτερα σπίτια κι τα καλλύτερ' +αργαστήρια σήμερα μέσα 'ςτά Γιάννινα, κι όπουτις περνάει αυτός 'ςτού +παζάρ' με τ' αριό κι περήφανου περπάτμα τ', είδες; όλ' προσκόνουνται +κι' όλ' τουν χαιρετάν. Αυτός, . . . άσκουλσούντ'. Τ' απόχτσε με τν +αξιάδα τ' κι τ' αξίζ' να τα χαίρεται κι να τα καμάρων' τώρα. + +Ο τούρκος γείτονας δεν ήξερε, αλήθια, πως κι ο Ζώης από τες σάπιες +εκείνες ιδέες της αρχοντιάς την έπαθε· μα ο Ζώης που πόναγε, πίστεψε +'στά λόγια τούτα πως τούχε τούμπανο ο κόσμος όλος το κόλασμά του, κι +από τότες ωρκίστηκε να μη ξαναβγή. Εκλείστηκε με τη αδερφή του 'ςτο +φτωχικό του μέσα κι αποφάσισε να περάση τες στερνές μέρες του με κάτι +απομεινάρια που τούχε αφήκ' η φωτιά κι ο χάρος. Τες ώρες του πέρναε +τώρα 'ςτόν κήπο του μέσα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας. Αργότερα +όμως, για να φύγη τη μοναξιά και τη συλλογή που τον πλάκων' έτσι +ολομόναχον, εσκέφθηκε να στήση τρεις πέντε μπάγγους ορθούς 'ςτήν αυλή +του και να συνάζη γύρα του τους γερόντους της γειτονιάς, και μ' την +αφορμή να τους κάμνη τον καφετζή να βρίσκη κουβέντα και χρονοτριβή μ' +αυτούς. Ύστερα ήτον ακόμα νιος, και δε θα τον εβάρενε το σερβίρισμα +των καφέδων του. + +*** + +Στην αυλή του σπιτιού του λοιπόν είχε στήσει τον καφενέ του ο Ζώης ο +Αζώηρος. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες κ' η αδερφή του, η Κυρά +Τσεβούλα, έβραζε τους καφέδες. Παλιός χαμηλός τοίχος από ξηρολίθι +έκλειγε ολόγυρα το κτήμα τούτο τ' Αζώηρου, που τον μισό τόπο έπιανε +το σπίτι με την αυλή και τον άλλο μισό ο κήπος με τες φυτιές και με +τα δένδρα του, καλοσκαμμένος και καλοφυτεμένος, και φραγμένος με ψηλή +καλαμωτή. Έλαμπε από πάστρα η αυλή του. Οι βασιλικοί με τους +χιλιοχρώματους μενεξέδες, που στόλιζαν αραδαριά τες αλτάνες και τα +πεζούλια της, εμοσχοβόλιζαν τον αέρα, και το βουνάκι της Καραβατιάς +από πάνου κατέβαζε μια δροσιά παραδείσια την αυγή και τ' απόσπερνο. + +Όλ' αυτά τα καλά, με τα παθήματα και με τους αμόλευτους καφέδες του +Ζώη, σύναζαν 'ςτόν καφενέ του τους γέρους της γειτονιάς. Είχενε και +πηγάδι με σπάνιο νερό ο Αζώηρος, οπού δεν άργησαν να το μυριστούν κι' +άλλοι και που κατάντησεν από στόμα σε στόμα να διαλαληθή 'ς όλους +εκείνους τους απάνου μαχαλάδες ο καφενές και να συχνάζουν 'ς αυτόν +όχι μονάχα οι γερόντοι μα κι άλλοι πολλοί. Κ' έβγαιναν 'ςτόν ανήφορο +εκείνο κι από τα χαμηλότερα σπίτια, για ν' απολάψουν την δροσιά του +βουνού και τ' αθάνατο νερό τ' Αζώηρου, που ήτον κατάκρυο και +καλοχώνευτο κι οπ' έβρισκαν συχνά μέσα του χλωρά φύλλα πεύκου κι +οξιάς και πουρναριού των ψηλωμάτων του Πίνδου. Οι δραγάτες οι +αρβανίτες κ' οι φυλαχτάδες των μπέηδων και των αγάδων της Καραβατιάς, +όλοι εκεί συναπαντώνταν κ' έλεγαν τα σκηπετάρικά τους. Άσε την +Πρωτομαγιά και τέτιες άλλες χρονιάρικες μέρες, οπού δεν είχενε πού να +βάλη τον κόσμο να κάτση 'ςτόν καφενέ του ο Αζώηρος. Εκόντευαν κάποτε +να ξυπνήσουν μέσα του και να ξανανάψουν τα παλιά όνειρα κ' οι +σβεσμένοι πόθοι για ν' αρχοντέψη και με τον καφενέ. Όμως τον +εκρατούσαν σφιχτά δεμένο 'ςτήν τιμιότη της τέχνης του τα λόγια του +«μπαμπά» όπως τον έλεγε τον τούρκο προβατάρη γείτονά του, που του +θυμούσαν τα περασμένα παθήματά του. + +Πολλές φορές γύριζα κ' εγώ από το γάλα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, τ' +ανοιξιάτικα αυγερινά, που ανέβαινα 'ςτό βουνό χαράματα. Ετύχαινεν +όμως να διαβαίνω από κει και τες σκόλες κανέν' απόβραδο, πώβγαινα +κατά την Καραβατιά, είτε για τα καστανά και γλυκά και μεγάλα και +μυγδαλοσχισμένα μάτια των κορασιών της. Οι συχνότεροι γερόντοι, +πώβρισκα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, ήταν ο Γερο-καλαμένιος, ο +αγαπημένος μου, που τον είχα γνωρίσει απ' αλλού κι είχα μάθει τόσα +παλαιά κι αξετίμητα πράματ' απ' αυτόν, ο Πάνος ο Γερακάρης, ο Λυγδάς +ο Λιονταρής, ο Θωμάς ο Γοργόλης, ο Μάνθος ο Μπαλιούλιας κι ο +Διαμαντής ο Βάρδας. Όλοι κηράδες κι ανυφαντίδες και χρυσοκεντιστάδες +'ςτά νιάτα τους, και τώρα απόμαχοι όλοι του ζανατιού τους. +Εμαζόνονταν εκεί με τα δικανίκια και με τα τσιμπούκια τους κ' +έστρωναν αδιάκοπες και μακριές κουβέντες, όλο για πράματα του +περασμένου καιρού τους. Κ' εγώ, 'ςτή μέση τους, χόρταινα ιστορίες και +σοφά λόγια. + +Τ' απόγιομα εκείνο, μόλις προσπέρασα το κατώφλι της αυλόπορτας του +Ζώη τ' Αζώηρου κ' ηύρα τους συνειθισμένους μουστερίδες του, τους +γερόντους κι αρβανιτάδες, συμμαζωγμένους 'ς ένα μπάγγο, απανωτούς, με +καρφωμένα και μάτια και νουν απάνου σε μιαν εικόνα, που βαστούσε +καταμεσής ο Ζώης 'ςτά χέρια του. Ούτε μ' ένοιωσαν όταν εμπήκα. Τους +εσίμωσα κ' ετήραξα κ' εγώ την εικόνα. Η εικόνα ήτον παλιά κι +αξιοπερίεργη. Παράσταινε καβαλάρη παλληκαρά με γιγάντιο ανάστημα και +με πανώργια μορφή. Είχε ασπροκκόκινο το πρόσωπο και περίσσια έμμορφο +και καλοσυνάτο κ' ευγενικό, πρόσωπο βασιλικό καθαρό. Γρυπή τη μύτη, +το μέτωπο καθάριο και πλατύ, το γένειο μακρύ και γυρμένο κατά εμπρός +λίγο και κομμένον τον τσαμπά. Εφαίνετο σαν να του χάρισε η φύση όλο +του το κορμί ασύγκριτην επιδεξιότη και ξεχωριστή δύναμη. Εφόρειε +μεγάλη σκούφια 'ςτό κεφάλι του, στολισμένη με ωραία φτερά, και μακρύ +μεταξοπράσινο δουλαμά, περιπλουμισμένον με χρυσά σιρίτια, που φάνταζε +θαυμάσια, καμωμένος με πολλή μαστοριά και με τέτοια τέχνη ντυμένος, +όπου σα σκέπαζεν από τη μέση και κάτου τ' άρματα, εφαίνονταν και τ' +άρματα κ' εφαίνονταν κι αυτός. + +Από τ' αλόγου του το τρεχιό κυματίζονταν ο δουλαμάς κι άφινε να λάμπη +'ς τα στήθια του χρυσή η αλυσσίδα του βασιλικού παρασήμου του κ' ένας +διαμαντοκολλημένος σταυρός, οπού φαίνονταν σαν να τον φύλαε 'ς τον +κόρφο του δίπλα γκόλφι με βαθύτατη ευλάβεια. Με τον κυματισμό του +δουλαμά πρόβαλαν 'ς το φως και τα μεγάλα κίτρινα ποδήματά του. +Δαμισκί σπαθί κρέμονταν με χρυσά λουριά από τη ζώνη του κατά το +ζέρβιο πλευρό και πίσω από το γόνατό του κρύβονταν το κρανένιο +απελατίκι του. Κι' απάνου 'ς όλ' αυτά, η λαμπράδα των ομματιών του +και του κορμιού του η λεβεντιά έδειχναν ότ' ήτον 'ς την καρδιά δράκος +τούτος και λιοντάρι 'ς τη δύναμη. Αρχοντιά κι ωμορφιά και στόλος 'ς +το ανάστημα του όλο. Με το ζερβό χέρι βάσταε τα χαλινάρια τ' αλόγου +και με το δεξιό την μακρυά λάντζα, είδος κονταριού με σιδερένιο στόκο +'ς την κορφή και με μικρό κόκκινο φλάμπουρο με τον αητό το δικέφαλο +μέσ' τη μέση. + +Τ' άλογό του ήτον μαύρο και κατά το μέτωπο μοναχά λίγο μπάλλιο, +ντυμένο κι' αυτό με χρυσάργυρη σέλλα και με φαντά φάλαρα. Είχε +περήφανα σηκωμένο κατ' απάνω το κεφάλι του κ' η πλούσια και +γιαλιστερή χιούτη του χύνονταν σα κύμα τρικυμιστή 'ς τα στήθη του +αναβάτη. Σπιθοβολούσαν τα μεγάλα τα μάτια του κι' άφριζαν τα διάπλατα +τα ρουθούνια κ' εσπαρτάριζαν, ωσάν νάχυναν κατά πέρα χλημίντρισμα +ηχερό. Ελύγαε σαν την οχιά το κορμί του κ' εσήκωνε τη μαλλιαρή ουρά +πίσω, όπ' έπεφτε ανεμισμένη κι' αστραφτερή, σαν καταρράχτης +λαγκαδιάς, μέσα σε σκοταδερή νύχτα, οπ' αναλάμπει 'ς την αριάν +αστροφεγγιά. Τα πόδια του τ' ανεμόφτερα δεν επατούσαν ολότελα γη, κ' +ελαμποκοπούσαν και τα τέσσερ' ασημοπέταλά του. + +Κι' αποκάτου έφερνε την επιγραφή της φράγκικα χαραγμένη και πλουμερή, +οπώδειχνε τ' όνομα του παλληκαρά καβαλάρη και τον τόπο οπού ιστορήθη, +την ξακουσμένη Φλωρέντια. + +Οι γέροι κ' οι αρβανίτες, που την τηρούσαν καταπλακωμένοι, δεν +εγνώριζαν να ξεδιαλέξουν τα φράγκικα και πλουμερά γράμματα της +επιγραφής, κ' έπασχαν από τη μορφή κι από τ' άρματα του καβαλάρη να +τον πεικάσουν. Κι' άλλος τον έλεγε Άι Γιώργη κι άλλος Άι Δημήτρη, +άλλος αρχαίον έλληνα κι' άλλος στρατιώτη παλιό της Φραγκιάς και της +Φλάντρας. Αφού διάβασα την επιγραφή της εγώ, την εξανακύτταξα μια +φορά πάλι καλλύτερα την εικόνα και ρώτησα τον καφετζή τον Αζώηρο, πού +την είχε βρη. Πριν όμως μ' απολογηθή τούτος, ο Γεροκαλαμένιος, ο +φίλος μου, έστρεψε κατά πάνω μου τα δυο ματογιάλια του, — σα να μου +γνώρισε τη φωνή κ' εγύρευε να ιδή αν είμαι ο ίδιος, — και σα με είδε +κοντά του, γύρισε κατά τους άλλους κ' είπε: + + — Σταθήτε και το δασκαλόπουλο θα μας το δείξη τι φανερών' η εικόνα, +μωρέ παιδιά. Το γνωρίζω γω, ξέρει πολλά πράματ' αυτό, και θάν' το +ξηγήση. + +Εχαμογέλασα με τ' αγαθά λόγια του γέρου, γλυκοκυτάζοντάς τον, κ' +είπα: + + — Δεν τον γνωρίζετε το βασιλιά μας; + + — . . . . . . . + +Βουβαμάρα χύθηκε για λίγην ώρα 'ςτή μέση μας με τα λόγια μου αυτά, +και μ' ολάνοιχτα γλέφαρα και με σφιγμένα χείλη, κατάματα μ' εκύτταζαν +όλοι, σα νάθελαν με τη δύναμη της ματιάς των να ξεθάψουν από τα +φυλλοκάρδια μου το μυστικό τ' όνομα του βασιλιά τούτου. Και σα δεν +έκρενα εγώ ακόμα, άρχεψαν να ξανατηράν την εικόνα αυτοί και να λεν: + + — Ο Γεώργιος; οι γερόντοι. + + — Σουλτάνι; (ο Σουλτάνος;) οι αρβανίτες. + + — Τι Γεώργιος και τι Σουλτάνος μου λέτε ... Ο βασιλιάς των +Ηπειρωτών είνε τούτος. + +Οι αρβανίτες ούτε μίλησαν τότες. Εμούδιασαν κ' οι γερόντοι. Κι' αυτός +ο Ζώης ο Αζώηρος, ο καφετζής, οπ' ούτε αυτός είξερε τι αξετίμητον +εικόνα είχενε τόσα χρόνια μέσα 'ς το σπίτι του. Μοναχά ο +Γεροκαλαμένιος γύρισε πάλι κατ' εμένα τα ματογιάλια του και μ' +ερώτησε αγάλια αγάλια: + + — Ο Πύρρος, παιδί μου; + + — Μπύρο' μώρ' μπύρρ'. Χλαλόησαν παρευτύς τα στόματα των +αρβανιτάδων. + +Δεν επρόφτακα ν' αποσώσω τ' όνομα, μωρές παιδιά, κι αστραποβόλησαν με +μιας όλων τα μάτια ολόγυρα και χώρια των αρβανιτάδων όπου χούμησαν +απανωτοί κ' εσκέπασαν την εικόνα με χίλια φιλήματα. + +Οι γέροι δεν εμίλησαν τότες. Είχαν καρφώσει γερά τα μάτια τους απάνω +'ςτήν εικόνα κι ο λογισμός τους ποιος ξέρει σε τι καιρούς και σε τι +τόπους αρμένιζε. Μοναχά οι αρβανιτάδες εσυντυχιώνταν κ' έλεγαν ο ένας +τ' αλλουνού με τη γλώσσα τους: + + — Μωρέ Σκέντο ιχούμπουρ! (Ωρέ Σκέντο χαντακωμένε!) Νάτος ο βασιλιάς +των αρβανιτάδων. Τήρα, ωρέ καψαρέ, βασιλιά πούχαμεν μια βολά οι +δύστυχοι. + + — Για βιστό κουρμ για βιστό τριμρί! (Για τήρα κορμί, για τήρα +λεβεντιά!) Τήρα ευγενική σάρκα, τήρα μορφή βασιλικιά, τήρα μάτι +αετού, τήρα μέτωπο σαν κορφοβούνι που χαράζει απάνω του η μέρα! + + — Τήρα άρματα κι άλογο και φορεσιά; + + — Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο, άιντε μωρ' ινγκιούαρ μπρετ ισκηπετάρβε! +(Άιντε ωρέ Σκεντέρμπεη, άιντε ωρέ ξακουσμένε αρβανιτοβασιλιά!) Δε θα +ν' αναστηθής μια βολά πάλε και δε θα να μας κράξης με το τρανό και +περήφανο εκείνο διαλάλημά σου: «Σα ρον Σκεντερμπέο, σκηπετάρ νουκ το +τεμπένεν κουρ σκλαβ τε τιέρβε!» (Όσο ζάει ο Σκεντέρμπεης, οι +αρβανίτες δε θα να καταντήσουν ποτές σκλάβοι των άλλων!) Κι' αλήθια, +ωρέ μπύρρο μ'. Αν δεν απέθνησκες δε θα να πέφταμεν κ' εμείς, δε θα να +σερνόμασταν, ωρέ μαύρε μου Λιούλιο, κλαρίτες και παλιοδραγάτες σήμερα +'ςτά ντερβένια του κόσμου, δίχως ψωμί, δίχως καλύβι, με μισήν κάπα +απάνου μας και με μισό τσαρούχι. + +Μαζί με τα λόγια του Τζαφέρη σταματάει κ' η πέννα μου εδώ, γιατ' +αναγιόμωσαν δάκρυα τα μάτια του δόλιου αρβανίτη. Ο Σκέντος, ο +Λιούλιος κ' οι άλλοι οι συντρόφοι τους αναδάκρυσαν παρόμοια κι αυτοί +κ' εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα +κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες. Α! τη σκηνή +εκείνη δε θα την λησμονήσω ποτέ στη ζωή μου, καθώς και την άλλη οπ' +ακολούθησεν ύστερα. + +Ο καφετζής ο Αζώηρος μας είπεν ότι στα καλά χρόνια του τού την είχε +πωλήσει την εικόνα ένας μπέης γείτονάς του, οπώφευγε από τα Γιάννινα +κ' εξέκαμε τα σωθέματα του σεραγιού του. Ελέγονταν Ζεϊνέλμπεης +τούτος, κ' η γεννιά του κρατούσε, καθώς γνώριζεν από τους παλιούς +του, από τη μέσα την Αρβανιτιά, από την Κρόγια. Τι τάχα παράξενο να +ήταν κι αγγόνι του Καστριώτη ο μπέης τούτος; + +Κ' ύστερα, ο Γεροκαλαμένιος μας έβαλε αραδαριά ολόγυρά του κι +αρχίνησε να μας μονολογάη για τον Καστριώτη. + + — Άιντε, μωρέ πλιάκ' ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Για σου, ωρέ γέρο +ντελή, που τα ξέρεις όλα). Του φώναζαν κάθε τόσο οι αρβανίτες. + +Κι' ο Γερακαλαμένιος μας αράδιεζε κομμάτια από τα πολλά του +Σκεντέρμπεη. Μας έλεγε: + + — Πριν γεννηθή ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά, η μάνα του, βασίλισσα +της Αρβανιτιάς, ωνειρεύτηκε πως θα ν' αποχτούσε θεριό ανήμερο κι +ανυπόταχτο. Και σα γεννήθηκε, από τα μικρά χρόνια παιγνίδια του ήτανε +τ' άρματα. Οι δασκάλοι του, που τον μάθαιναν γράμματα και βασιλικό +φέρσιμο κι ανδρειότη, τον εσυνήθιζαν ταχτικά 'ςτά κυνήγια και τον +έθρεφαν βολές βολές με καρδιές αρκουδιού και με πνεμμόνια από καπρί. +Όντας πήρε ανάστημα και λεβεντιά και κορμί κι αγέρα, κ' επρόβαλε +παλληκαράς κι αντρειωμένος κ' έμαθε πως αγριοδάμαλο του λόγγου έπεφτε +κ' εχάλαε της αδερφής του τα κτήματα κι οπούχε σκοτώσει όσους είχαν +πάει κατά πάνω του, καβαλικεύει τ' αχώριστο τ' άλογό του, το μπάλλιο, +κι άδραμε· το απάντησε, και με μια σπαθιά μοναχά του κατάκοψε την +τραχηλιά πέρα ως πέρα και το θανάτωσε. Το ίδιο και μ' ένα καπρί μέσα +'ςτά ρουμάνια της φραγκιάς, που κυνηγούσαν με της Πούλιας το βασιλιά +μαζί. Ο φράγκος βασιλιάς σκιάχτηκε κι ανατρόμαξε 'ςτό συναπάντημα του +θεριού. Ο Σκεντέρμπεης όμως του ρίχτηκε με το δαμασκί του 'ςτό χέρι +και του χώρισε το κορμί σε δύο κομμάτια. + + — Την πάλλα του την φυλάν 'ςτήν Πόλι μαζί με τους άλλους θησαυρούς +των Σουλτάνων, καθώς μώλεγε ο μπέης μου· είπε ο Σκέντος. Λένε, μα το +Θεό, πως και το μάλαγμά της μοναχά γιαίνει αρρώστιες και δείχνει +θάμματα. + + — Ο Σουλτάν Μουχαμέτης, ο Ασβιούκ όπως τον έλεγαν, ξανάρχισε ο +Γεροκαλαμένιος, που τον πολεμούσε, ακούγοντας πολλά για το σπαθί του, +έστειλε σ' αυτόν άνθρωπό του και του το γύρεψε να το ιδή από +περιέργια. Ο Σκεντέρμπεης το 'στειλε μετά χαράς, κι ο Σουλτάνος +επρόσταξε τους πλέον αντρειωμένους του να το δοκιμάσουν. Μα πού να +κάνη όσα έκανε το σπαθί 'ςτά χέρια του αφεντικού του. Ο Σουλτάνος +γυρίζοντας το πίσω του μήνυσε τούτα. «Τέτοια και καλύτερα σπαθιά έχω +κ' εγώ μέσα στ' ασκέρια μου αμέτρητα και δεν επίστεψα πως μ' ένα +τέτοιο και συ κατορθώνεις τα όσ' ακούω και δοκιμάζω θάμματά σου». + + — Ο Σκεντέρμπεης τότες μπροστά 'ςτά μάτια του αποστολάτορα του +Μουχαμέτη κάλεσε να του φέρουν έν' άλογο, χούφτιασε το σπαθί κι αφού +τ' ανέμισε και το 'παιξε λίγο, το κατέβασε σαν αστραπή 'στό λαιμό του +ζώου και το χώρισε με μιας. Και του είπε του αποστολάτορα: «Σύρε τώρα +και ειπέ του Σουλτάνου σου, πως αν είχε μπροστά του το απλό κι' +ασήμαντο τούτο σπαθί, δεν είχεν όμως εκεί και το χέρι μου». + + — Άιντε μωρ' πλιάκ' ιντεμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Άιντε, ωρέ γέρο +ντελή, που τα ξέρεις εσύ όλα). Εφώναζαν αδιάκοπα 'ς το μολογημό του +οι αρβανίτες, και τον χάιδευαν 'ς τον ώμο, κ' εσέρνονταν κοντύτερα 'ς +το πλευρό του. Κι' ο γέρος εξακολουθούσε. + + — Με δυο Σουλτάνους ολόβολους επολέμησε ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά +μου, κ' έσφαξε αυτός ο ίδιος με το σπαθί του 'ς τα εικοστρία χρόνια +που πολεμούσε πλιότερους από δύο χιλιάδες νομάτους, μοναχά αυτός. +Είχεν ολόγυρά του πότε δεκαπέντε και πότε είκοσι χιλιάδες +παλληκαράκια αρβανιτόπουλα, κ' ενίκαε πάντα κ' εσκόρπαε κάθε βολά +στρατέμματ' ακέρια από εκατό και διακόσες χιλιάδες οχτρούς. Είχε +καταντήσει το σκιάχτρο κ' η φοβέρα των Σουλτάνων. Είχε βρη απόγωνο κι +ίσκιο αποκάτου από την πάλλα του η χριστιανοσύνη. Κι' αν τον +εβαήθαγε, μωρέ παιδιά, κ' η αναθεματισμέν' η Φραγκιά, εγώ σας το λέω +πώς μέσ' την Πόλη μια μέρα θα να 'μπαινε και θα να 'σταινε μέσ' τ' +Ατ-μεϊν-ταν το περήφανο φλάμπουρό του, μέσ' εκεί που σήμερ' ανεμίζουν +τα τούγια και λάμπουν τα μισοφέγγαρα. . . . Τι με τηράτε με τέτοια +παραξενιά; Ο ίδιος ο Σουλτάνος ο Μουχαμέτης το είπε, πώς αν ο +Σκεντέρμπεης ήθελεν έχει ανώτερη δύναμη, δίχως άλλο όλον τον κόσμο +ήθελε βάλει αποκάτου από το φλάμπουρό του! + + — Άιντε, μωρέ πλιάκ' ιντερμπούαρ! (Για σου, ωρέ γέρο ντελή!) +εφώναξαν πάλι οι αρβανίτες. + + — Όλ' αυτά ακουστά τάχω, μωρέ παιδιά μου, πως τα λεν τα χαρτιά και +τα στόματα των παλιών. Ακουρμαστήτε και τούτο που ο ίδιος με τα μάτια +μου το διάβασα. Μια βολά ο φράγκος πρίγκηπας του Ταράντου, ύστερ' από +καλό πετσόκομμα πώφαε από το στρατό του Σκεντέρμπεη, τώστειλε ένα +πικρό γράμμα για εκδίκηση ο ανεύγενος, που του κατηγορούσε τη γενιά +του Σκεντέρμπεη και που παρώμοιαζε τους αρβανίτες του με κοπάδι χαζά +κι ασυλλόγιστα πρόβατα. . . . + + — Του κι τέμενε, του κι τέμενε, παλιοφρέγκ μουρντάρ! (Τη μάνα σου, +παλιόφραγκε μουρντάρη!) Έβρισαν μέσ' τη μέση του λόγου του +Γεροκαλαμένιου οι αρβανιτάδες. + + — Μα να ιδήτε τι τ' απαντάει κι ο Σκεντέρμπεης. «Εγώ ο +Σκεντέρμπεης, του γράφει, βασιλιάς της Αρβανιτιάς, σ' εσένα τον +πρίγκηπα του Ταράντου. Κατηγοράς πολύ βαριά κι άσχημα τους ανθρώπους +μου και παρομοιάζεις τ' ασκέρι μου με χαζά πρόβατα. Τα έργατά μας σου +έδειξαν την αξιάδα μας και την παλληκαριά μας. Κι' αν θέλης να ξέρης +πλιότερα για την γεννιά και για το σόι μας, μάθε το, ότι κρατιούμαστε +από τους παλιούς Ηπειρώτες, μέσ' από κείνους πώσυρε μια βολά ο +βασιλιάς Πύρρος μαζί του και σας επάτησε όλον τον τόπο, όπως εμείς +τες προάλλες, όπου σας πήραμαν αληθινά σαν κοπάδι από τραγιά μπροστά +και σας εσαλαγήσαμαν ως τα σπίτια σας, χωρίς να σας δούμε ολότελα τη +μορφή, παρά μοναχά τες πλάτες σας εκτός απ' εκείνους που πιάκαμαν από +σας σκλάβους. + + — Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο τρίμ'! (Άιντε, ωρέ Σκεντέρμπεη +παλληκαρά!) Φώναξαν οι αρβανίτες. + +«Άιντε, μωρ' πλιάκ' ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ! (Για σου, ωρέ γέρο +ντελή, που τα ξέρεις εσύ όλα!) + +Και πέρασαν ένας ένας και φίλησαν αραδαριά το Γεροκαλαμένιο 'ςτ' +ασπρόμαλλο κεφάλι, λέγοντάς του μ' εγκαρδιακό πόνο και με τρυφερό +καϋμό, που τον έδειχναν ολοφάνερα τα βουρκωμένα μάτια κ' η χαρούμενη +μορφή τους: + + — Γιέμε βλέζερ, μωρέ πλιακ, λέτε γιέμε νγκα ντου μπέσ', — ε λένε +θόνε τσε ντούαν γκόλιλιτε βρομέψουρα τα χασ μεβέ. (Είμεστε αδέρφια, +ωρέ γέρο, ας είμεστε από δυο πίστες, — κι ας λεν ό,τι θέλουν τα +μαγαρισμένα τα στόματα των οχτρών μας). + + + +ΣΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ + + + +Μόλις εβγάλαμε τον ανήφορα του Διποτάμου κ' εκονέψαμε 'ςτές Δυο +Εκκλησιές. + +Μας είχε πάρει το μεσημέρι. + +Φωτιάν έχυνε ο ουρανός από πάνου μας. Ο ήλιος εζάριζε. Αύγουστος +μήνας. Βάχτι καλοκαίρι. Της ποταμιάς η πνοή δεν έφταν' εδώ. Και τ' +αέρι που κατέβαζαν τα βουνά, άναφτε 'ςτήν πετρίλα που πέρναε και μας +έπνιγε τον ανασασμό. Και δε δύνονταν να μας δροσερέψουν ούτε η +πρασινάδα του αριού λόγγου που διαβαίναμε, ούτε της ρεμματιάς το +τρεχάμενο λιγοστό νερό. Μαραμένες από το λιοπύρι και ξεδροσισμένες +εκρέμονταν από τα πουρνάρια η αγράμπελες, παρόμοιες με την κόρη του +Θεόκριτου ύστερ' από το κρυφό πλάγιασμά της με το ερωτεμένο το +βοσκόπουλο. Και 'ςτά λουμάκια οι ζιζικάδες εσυγκρατούσαν τ' ατέλειωτο +και μονότονο τραγούδι τους. Τα πουλάκια της ερημιάς δεν ακουγόταν. +Πετούσαν από κλαρί σε κλαρί με ξανοιγμένα τα στόματα από την κάψα, +ζητώντας δροσιά, βουβά κι άλαλα, με την αγωνία ζωγραφισμένη 'στά +μικρά ζωηρά ματάκια τους. Η γαλατσίδα, η σχοιναριά και το χαμοκέρασο +ανάδιναν βαριά σύσμιχτη μυρουδιά, θερμασμέν' από την αχτίδα. Και μας +εζάλιζε η αντιλιάδα που βάριε 'ςτά πετρώματα κ' έπεφτε σα χεριά +πύρινη 'ςτά κουρασμένα μάτια μας. + +Ξεφόρτωναν 'ςτόν ίσκιο οι αγωγιάτες. Τέσσερες αγωγιάτες, ψηλοί +βλάχοι, με τες άσπρες μάλλινες φορεσιές, με ξουρισμένους τους +σβέρκους και τους τσαμπάδες κοντούς αρβανίτικους. Ο Χίτας ο Πολιάνος, +ο Γιάννης ο Αρβανίτης, ο Γάκης ο Γκιτρίμης κι ο Ντούλας ο +Μπαρμπούτας. Εξέσφιξαν τες ίγγλες, έδεσαν τα προκόβια 'ςτά σαμάρια, +έβγαλαν τα καπίστρια, πεδίκλωσαν κι' απόλυκαν τα δεκατρία μουλάρια +τους να βοσκήσουν 'ςτά ξηραμένα χορτάρια της πλαγιάς απόπερ' από το +ρέμμα. Εγιοματίσαμε. Ήτον η σαρακοστή του Δεκαπενταύγουστου κ' +εφάγαμε ξερό ψωμί μ' ελιές και με ξύδι 'ς ένα πινάκι ξύλινο πώφερνε +μαζί του ο Γάκης ο Γκιτρίμης. + +Ύστερα ο Χίτας ο Πολιάνος πήγε να φέρη κρυόνερο με το βουτσέλι από +μια βρύση κρυφή τον ανήφορο, χωμένη μέσα 'ςτά σχοίνα, που μοναχά οι +αγωγιάτες κ' οι πιστικοί την ηξέρουν. Ο Γιάννης ο Αρβανίτης κατέβηκε +'ςτήν ποταμιά για να κλέψη σταφύλια από τα λιγοστά αφύλαγ' αμπέλια +των Παλιοχωρίτων. + +Γήραμε να πάρουμε και λίγον ύπνο. + +Ένας από τους αγωγιάτες πήγε κοντά 'ςτά πράμματα για να μη πηδήσουν +δώθε από το ρέμμα και μπουν μέσα 'ςτά καλαμπόκια και κάμουν ζημιά. Τα +λίγα χωράφια των Παλιοχωρίτων, χωρισμένα με ξερολίθι και βασταγμένα +με τοίχους απάνου 'ςτές κατωφέριες και 'ςτούς βράχους, ήταν σπαρμένα +με καλαμπόκι. Ξερκά όμως, δίχως νερό τα καϋμένα τα σπαρτά, +μπροστέλευαν εδώ κ' εκεί ανάριες τες λυγνές καλαμιές τους με τ' +αχαμνά στάχια, κ' έγερναν καταμεριά τες μαραμένες τους φούντες +λυπητερά, σαν κεφάλια παραπονεμένων ραγιάδων. + +Εγώ έπιακα έναν παχύν ίσκιο βαλανιδιάς, σιμά σε παλιόν ξερότοιχο +χωραφιού, έστρωσα της καβάλας μου τη φλοκωτή βελέντζα καταγής 'ςτ' +απάτητα ξηρόχορτα, έβαλα προσκέφαλο το δισάκκι μου το τράγιο, και +χωρίς να βγάλω ούτε φόρεμα ούτε τσαρούχια, ξαπλώθηκα τ' ανάσκελα +σκεπασμένος μ' ένα λαφρό κοντοπάνι. Όσο να με πάρη ο ύπνος, έρριχνα +τα μάτια μου 'ςτά ντυμένα βουνά του Δρύσκου και του Βασταβετσιού +αντίπερα, όπου τα σκέπαζε μια αγανή καταχνιά γαλάζια, άκουα τους +εύθυμους τραγουδιστάδες του καλοκαιριού, τους ζιζικάδες, παρέβαλλα +τους ήχους όπ' έρχονταν από τα πέντε τσοκάνια των μουλαριών, κ' +εκύτταζα μια κόκκινη πλουμιστή πασχαλίτσα, που κολλημένη απάνου 'ς +ένα κίτρινο αγριολούλουδο, πούχε ανθίσει ανάμεσα 'ςτά χορτάρια και +'ςτά περιπλοκάδια του παλιού τοίχου, βύζανε το γλυκό χυμό του. Μου +θύμησε το ζαχάρωμα που απολάβει κανένας κολλημένος 'ςτά κόκκινα και +φλογερά χείλη της κορασιάς. Και με τη θύμηση αυτή την κατάγλυκια, +αποκοιμήθηκα. + +Όταν μ' εξύπνησαν για να κινήσουμε, είδα που ξέβγαιναν από τες ζόρκες +κορφές του Σπανού, απάνου, μεγάλα μαυριδερά σύγνεφα μ' άσπρες ράχες, +ωσάν κύματα αφρισμένα. Εχρυσώνονταν κ' εγιάλιζαν τα μπροστινά +ασπράδια τους από τον ήλιο και πίσω πίσω η μαυρίλα τους πρόβαινε +φοβερή. + +Φόρτωσαν οι αγωγιάτες. + +Πρώτα έκαμαν τες καβάλες μας κ' ύστερα τα φορτιά. Εγώ μοναχά κι ο +ξάδερφος μου ήμεσταν καβάλες. Τ' άλλα τα πράμματα τάχαν φορτωμένα με +μαλλιά δικά τους και ξένα οι αγωγιάτες. + +Σαν αποφόρτωσαν και ξεκινήσαμε γνοιάστηκε ο Πολιάνος τα σύγνεφα κ' +είπε: + + — Βροχή θα μας πάρη. + + — Σύγνεφο είνε και θα διαβή, απολογήθηκε ο Αρβανίτης. + + — Γκέσ' γκέσ'! ρούσ' ρούσ'! + +Φώναξε ο Γκιτρίμης 'στές δυο μούλες, τη γκέσα και τη ρούσα, πούχαμ' +εγώ κι ο ξάδερφός μου κι οπού τραβούσαν μπροστά. Κ' η γλήγορες +μούλες, μόλις άκουσαν τη σαλαγή τ' αγωγιάτη, έσφιξαν την περπατησιά +τους και μας μάκρεναν από το καρβάνι. Τους μπήκαμε κ' εμείς ύστερα με +τα συρτάρια του καπιστριού 'ςτά καπούλια και με τες φτέρνες μας 'ςτά +λαγγόνια κ' έστρωσαν 'ςτόν ανήφορα της βρύσης του Ζαβογιάννη το πλιο +γλήγορο και πλιο καμαρωμένο ραβάνι τους. Εμείς στη βρύση του +Ζαβογιάννη κι αυτοί 'ςτόν Πλάτανο της ρεμματιάς. Αυτοί 'ςτή βρύση του +Ζαβογιάννη κι εμείς 'ςτού Τρίκκα. Μια τουφεκιά τόπον αλάργα. + +Μέσ' του Τρίκκα, τα σύγνεφα μας σκέπασαν τον ήλιο και βαθιά αχολόγησε +μια βροντή. + +Όσο μας δρόσισαν τα σύγνεφα που μας ίσκιωσαν από το λιοπύρι, τόσο μας +φόβισε η βροντή. Σηκώθηκε κι' έν ανεμόχολο δυνατό ξάφνου, που τύλιξε +μεσουρανής τον κορνιαχτό κ' επάσχιζε να ξερριζώση τα δέντρα. Σκόρπαε +τα ξηρά φύλλα τους και του βουνού τα στεγνά τσάχαλα, τα παράδερνε εδώ +κι' εκεί 'ςτό χάος του αθέρα και τ' άρριχνεν ύστερα ολόβολα μίλια +μακριά από τη γη που τα σήκωσε κι από τα κλαράκια που τα 'κοψε'. Σαν +επέρασε μια στιγμή τ' ανεμόχολο, έλαμψε λίγο ο ήλιος 'ςτά λόγγα του +Σκλούπου πέρα, και κατόπι δεν τον ξανάειδαμε ως την άλλη αυγή. Κατόπι +ξανάλθε τ' ανεμόχολο με χοντρές στάλες βροχής, και της βροντής οι +αντίλαλοι μας εσίμωναν. Ως που τ' ανάριο ανεμόβροχο έγεινε πυκνότατο +κι ως που τ' αστροπελέκια τ' ουρανού έσκαγαν κατακεφαλής μας. + +Τότε σα νάνοιξαν αποπάνου μας καταρράχτες αρίφνητοι. + +Μας έζωσε η μπόρα στενά στενά ολόγυρα, μας έδερνε το νεροπόντι +αλύπητα, μας έσπρωχνε ο άνεμος, μας φλώμοναν τα μάτια η αναλαμπές των +αστραπών όπ' έσχιζαν τα σύγνεφα από χίλιες μεριές κι οπού γιόμοζαν +τον αέρα με τη βαριά μυρουδιά της θιάφης, και μας ξεκώφεναν οι +βρόντοι και τα ρεκάσματα κ' οι βρουχισμοί του ανήμερου αστραποπέλεκα, +που πήδαε φλογερός και θανατοφόρος από κορφοβούνι σε κορφοβούνι κι +από λογγιά σε λογγιά, κυνηγώντας τον Πειρασμό. + +Τρικυμός μέγας. Γαζέπι απάντεχο. + +Ο ξάδερφος μου ερχόταν παραπίσω. Στες κοδέλες του δασωμένου ανήφορα +του Τρίκκα τον έχασα, μέσα 'ςτά κοκρόνια, 'ςτές πουρναρότουφες και +'ςτή θολούρα. + +Ξεπέζεψα γλήγορα να πάρω απάνω μου την καπότα. Τραβώντας την όμως +έγειρε η καβάλα μου, κι ούτε ανάκαρα είχα, ούτε ο συρμυτός μ' άφινε +να την ανασηκώσω. Ξάφνου πελάγωσε ο δρόμος μου και κατάθολο ορμητικό +ρέμμα νερού μου πόντιασε τα καλαμοπόδαρα ως τα γόνατα. Σύνωρα η +μαυρίλα με κυκλώνει πηχτότερη, η βροχή πέφτει πλιο πυκνή και πλιο +δαρτή και 'ςτό πλάη μου ο κεραυνός εμπουμπούνιζε τρανταχτά κι άγρια +τον αθέρα κ' εφώτιζεν υπέρλαμπρα τη σκοτεινάδα, ως πώμεινα πολλήν ώρα +ολότρομος με κλεισμέν' από την θαμπάδα τα μάτια. Τότε το φόρτωμα του +μουλαριού μ' έφυγε από την αγκαλιά που το βάσταγα πάσχοντας να τ' +ανασηκώσω, και κύλισε 'ςτά ποδάρια μου μέσ' το νερό το θολωμένο. + +Όταν εγύρισ' από το χωριό, με μέρες, είδα παράμερα του δρόμου εδώ +έναν ξέρακα ουρανογείτονα περιγδαρμένον από τη φλούδα κι από τα +κλωνάρια του. Ήτον ο έλατος ο τρανός, πούχε κάψει τ' αστραποπέλεκο +δίπλα μου τώρα. + +Τώρα η καπότα μου έγεινε δυσκολόβρετη. Την είχε αποκάτω του το +πεσμένο σαμάρι του μουλαριού. Τα χρειάστηκα τώρα. Έπλεγαν 'ςτό νερό +τα ποδάρια μου, μ' έπνιγε βροχή αποπάνου, μώμπαινε από την τραχηλιά +μέσα κατάσαρκα η σταλαματιά της, μου μούσκεσε τα σκουτιά, μου +πόντιαζε το κορμί κ' έπεφτε κάτου, 'ςτά λαγαρά και 'ςτά σκέλια. +Βόηθαε κι ο άνεμος. Μου ξάνοιγε τα φορέματα κ' εύρισκε η βροχή καιρό +και τόπο να με προυχάη όπου της βόλειε. Άρχισα να τρεμουλιάζω από το +κρύο που με σήκωνε. Μ' εφόβιζε κ' η θεομηνία. Μ' έσκιαζαν και τα +κλαριά γύρα που μώμοιαζαν 'ςτή μεγάλη μου παραζάλη, 'ςτή φοβερή +μαυρίλα και 'ςτο άναμμα του τρικυμού, με κακούς ανθρώπους, με +φαντάσματα, μ' ίσκιους. Φώναξα του ξαδερφού μου. Ούτ' εγώ δεν +αγροίκησα τη φωνή μου. Τόσο ήτον αδύνατη μέσ' τη μέση της μανισμένης +χλαλοής του τρικυμού και 'ςτήν ταραχή των κατεβασμένων λαγκαδιών. + +Το καϋμένο το ζώο μου, ολόγυμνο, με κρεμασμένο το σαμάρι από τη +ζερβιά του μεριά, τώπνιγε η βροχή. Εγιάλιζε μουσκεμμένη η τρίχα του +κ' έσταζε το νερό από τ' αυτιά τα κατεβασμένα, από τα ρουθούνια τα +χαρβαλωμένα, από την κοντή χύτη, από την μακριάν ουρά, από την +κοιλιά, απ' ολούθε. Μ' ετήραε παραπονετικά με τα μάτια του τα μεγάλα, +σα να μου ζητούσε βοήθεια. Γιατί πάσχιζε να γυρίση τα πισινά του κατά +το συρμητό της βροχής και δε δύνονταν, καρφωμένο εκεί 'ςτόν τόπο, από +το πεσμένο σαμάρι, που ολοένα το καταπλάκωναν οι άμμοι και τα χαλίκια +που παρέσερνε η σούδα του δρόμου. Το λυπιόμουν το μαύρο πλιότερο κι +από τον εαυτό μου. Φοβόμουν να μην κάμη 'ςτά μάτια. Αλλά ποια βοήθεια +μπορούσα να του προσφέρω και δεν του την πρόσφερα; + +Εφώναξα πάλι του ξαδερφού μου. Εφώναξα έναν ένα κατ' όνομα τους +αγωγιάτες. Τα μπουμπουνίσματα τ' ουρανού μ' αποκρινόνταν κ' οι +βρουχισμοί του ανέμου. + +Το μουλάρι, σα νάνοιωσε τους φόβους μου, άρχισε να φυσομανάη δυνατά +με τα διάπλατα ρουθούνια του, ν' ανασηκώνη τ' αυτιά του και να χύνη +χλημιντρίσματα δυνατά κατά εκεί που γύριζα εγώ το πρόσωπό μου +φωνάζοντας. Τώρα μώδινε αυτό το καϋμένο βοήθεια. Όμως ούτε η φωνές +μου ούτε τα χλημιντρίσματά του μας έφερναν απάντηση ανθρωπινή, μέσ' +τη νεροποντή που μας έπνιγε. + +Μπορούσα να φύγω εγώ και να γυρίσω 'ςτού Τρίκκα μοναχός μου. Μα τότε +τι θα γενότουν το δόλιο μουλάρι. + +Ξάφνου φωτάει μια ιδέα το σκοτεινιασμένο λογισμό μου, παρόμοια με την +αστραπή που φώταε ολόγυρά μου τη σκοτεινιασμένη πλάση. Σπρώχνω μ' όλο +το ζόρι μου και ρίχνω τη μούλα καταγής δίπλα, απάνου 'ςτό πεσμένο +σαμάρι της. Ψάχνω εκεί και βρίσκω εύκολα τα λουριά της μάλλινης +ίγγλας της, τα λύνω και την ξαλαφρόνω από το σαμάρι. Ύστερα την +ετράβηξ' από το καπίστρι κ' εσηκώθηκε ορθή. Όταν σηκώθηκε ορθή έρευαν +ποτάμι τα νερά από πάνου της, σαν είχε βουτηχθή 'ςτό βηρό μέσα. Έτσι +την έσυρ' από το καπίστρι, κι' αφίνοντας εκεί το σαμάρι της με τη +καβάλα μου ολόβολη, κολυμπημένα 'ςτό νερό μέσα, γύρισα μαζύ με τη +μούλα το κατήφορο 'ςτό χάνι του Τρίκκα. + +Το χάνι ήτον κλεισμένο. Έλειπε 'ςτό χωριό του ο Παλιοχωρίτης χανζής. +Στου κατωγιού του την πόρτα στέκονταν 'ς ένα παραστάτη ριζωμένος ο +ξάδερφός μου, ζυφτάρι καμωμένος από τη βροχή. Η μούλα του δε μπόρεσε +να βαστάξη 'ςτό συρμητό. Κόλωσε με μιας πίσω. Θέλησε τούτος με τα +χτυπήματα να τη βάλη μπροστά. Κι αυτή, μέσ' το πείσμα της, πέταξε δυο +τρεις κλοτσιές με τα πισινά της, τον έρριξε τ' απίστομα 'ςτό σιάδι, +κ' έφυγε μοναχή της τον κατήφορο κ' εχώθηκε 'ςτά κλαριά του λόγγου +μέσα. + +Όλη την επίλοιπη βροχή εκεί την εφάγαμε, ολόρθοι 'ςτήν πόρτα του +κατωγιού, με τον ξάδερφό μου. + +Ύστερα, σα πήρε ν' ανασταλάζη, φάνηκαν κ' οι αγωγιάτες. Πρόφτακαν +αυτοί κ' έπιακαν τα μεγάλα κλαριά του λόγγου. + +Ο Πολιάνος πήγε να βρη τη χαμένη μούλα του, που καβαλίκευε ο ξάδερφός +μου, ο Γκιτρίμης πήρε τον ανήφορο να ξεθάψη από την αρίνα την καβάλα +μου, ο Μπαρμπούτας ετσόλιαζε τα φορτωμένα πράμματα, κι ο Γιάννης ο +Αρβανίτης σκαρφάλωσε από χαρακιά σε χαρακιά του τοίχου με τα ζόρκα +ποδάρια του 'ςτό παραθύρι του χανιού, τάνοιξε μ' ένα γερό γρόθο, +πήδησε μέσα και μας άνοιξε από μέσα την πόρτα. + +Η καλή μας τύχη πούχε καν κοντοπούρναρα ξηρά το χάνι μέσα. Τους +βάλαμε φωτιά και κάμαμε μια τζόρα για να στεγνώσουμε. Απόξω, +ανασταλάζοντας ο ουρανός, σουρούπωσε. Άστοχα από τη σκοτεινάδα της +μπόρας βρεθήκαμε 'ςτόν ίσκιο της νύχτας που πρόβαινε αγαλιγάλι. Τον +ήλιο δεν τον ξανάειδαμε ως την αυγή. Να ξενυχτίσουμε 'ςτό χάνι δεν +ειμπορούσαμε, γιατί τα πράμματα ήθελαν θροφή και 'ςτό χάνι θροφή δεν +ήτον. + + — Απάνου 'ς του μοναστηριού τα σιάδια θα βγούνε νάβρουμε βοσκή, +λέει ο Πολιάνος. + +Βγήκαμε και 'ςτού μοναστηριού τα σιάδια με το σουρούπωμα. Εδώ μας +εύρηκε κ' η νύχτα. Κονέψαμε. Στα κράκουρα κατάψηλα. Στην κορφή τ' +ανήφορα. Είχαμε μπροστά τα Χαλάσματα. Ο Γάκης ο Γκιτρίμης έλεγε να +περάσουμε αποβραδύς και τα Χαλάσματα, για να μη βρούμε το δρόμο +χαλασμένο την αυγή. Μα νύχτα πάλι πώς να περάσουμε τα Χαλάσματα, που +κινδυνεύαμε χωρίς άλλο να χαθούμε; Ύστερα ο Γιάννης ο Ρόκας από το +χωριό κι ο Δήμος ο Αλοίμονος από το Παλιοχώρι, πούχαν πάρει τη χρονιά +εκείνη το δρόμο, θάβγαιναν την άλλη μέρα με τους αργάτες και με τα +σύνεργά τους και θα τον έφτιαναν. + + — Έτσι θα κάνουμε τρεις μέρες ως το χωριό, λέει ο Γκιτρίμης. + + — Κ' εκεί πού να χαθούμε τέτοιαν ώρα 'ςτά Χαλάσματα ολότελα; Τον +ρωτάει ο Μπαρμπούτας. + +Όλ' εύραμε καλύτερα τα λόγια του Μπαρμπούτα κ' έτσι μείναμ' εδώ, 'ςτά +Χαλάσματα. Ξεφόρτωσαν οι αγωγιάτες κι άπλωσαν 'ςτά θεόρατα κοτρώνια, +περίγυρα της χορταριασμένης πλαγιάς, τα τσόλια των μουλαριών τους με +τα δικά μας τα διπλάρια και τες καπότες. Κατόπι κουβάλησαν κάτι +χοντρά κούτσουρα που κατέβασαν ως εκεί τα ξερολάγκαδα από τες ράχες. +Τέτοιαν πύρα δεν ξανάειδα ποτές άλλη φορά. + +Ξέκοψε σιγά σιγά η βροχή. + +Τα σύγνεφα τραβήχτηκαν ένα έν' από τον ουρανό και ξαστέρωσε το +απέραντο χάος του. Το σκοτάδι που μας περίφραξε ήτον βαθύτατο. Το +κρύο τ' απόβροχου αψύ. Έλαμπαν συμπυκνωμένα τ' αστέρια αποπάνου μας +γλυκύτατα, σα να ζητούσαν να μερέψουν χαϊδευτικά με τα θεϊκά φιλήματά +τους το καταπονεμένο μας από τη θολούρα κορμί. Η ασημένια αχτίδα ενού +μεγάλου και λαμπερώτατου, πούχε προβάλει κατά την Τσούμα του Δράκου +τ' αψήλου, έπεφτε ως τα φυλλοκάρδια μου και τα γλύκαινε και τα +βαλσάμωνε. Η νύχτα ήτον σιωπηλότατη. Μόνον ο καταρράχτης της +σιμοτινής λαγκαδιάς θορυβούσε τα σκότη. Φυφύριζαν τα βρεμμένα ξύλα +της πύρας μας κ' η απλωτερή λάμψη της έβαφε με το πορφύρινο χρώμα της +τα κοτρώνια και τες όψες μας, που καθόμασταν αραδαριά σταυροπόδι +ολόγυρά της. + + — Τι χάση κόσμου που ήτον αυτή! Λέει ο Μαρμπούτας, αναγυρίζοντας τα +σύδαυλα της φωτιάς. + + — Τέτοια νεροποντή ποτέ δε με μετάχε βρη, λέει ο Πολιάνος. + + — Ουδ' εγώ τη θυμάμαι, είπε κι ο Γιάννης ο Αρβανίτης. + +Δεν ηξέρω αν ακόμα τη θυμούνται οι αγωγιάτες μου, όμως εγώ δε θα τηνε +ξεχάσω ποτέ, μου φαίνεται, γιατ' ακριβά τήνε πλέρωσ' αργότερα μ' +αρρώστια τρίμηνη 'ςτό στρώμα. + +Απόδειπνα άρχεψαν άλλες κουβέντες οι αγωγιάτες. + +Είπαν τα χωριανικά πρώτα. Πιάνονταν τότε οι χωριανοί για τες βοσκές +απάνου, για τα βουνά, κ' είχαν χωριστή σε δύο μερίδες, 'ςτούς +καποτορραφτάδες, οπού δεν έχουν πρόβατα κι οπού γύρευαν πλερωμή για +τα βοσκοτόπια του Γαλαρόκαμπου, και 'ςτούς προβατάρηδες οπούθελαν να +βόσκουν τα κοπάδια τους ανέξοδα 'ςτά βουνά. Κ' είχαν έρθη σε μεγάλους +καυγάδες η δυο τούτες μερίδες αναμεταξύ τους. Αρματώνονταν από τη μια +κι από την άλλη μεριά. Έπιαναν έτσι σαν οχτροί τα βοσκοτόπια απάνου. +Λημέριαζαν, ξενύχτιζαν εκεί όλο το καλοκαίρι. Εκείνοι εχυμούσαν με +χουγιακτά και με ποδοβολή κ' έβγαζαν τα κοπάδια από τα βοσκοτόπια. +Τούτοι πάλι πετιώνταν από τα ριζιμιά που παραφύλαγαν το ζωντανό βιο +τους κ' έπαιρναν ομπροστά σαν τραγιά τους κυνηγητάδες. Κ' έτσι καμμιά +βολά έρχονταν και 'ςτά χέρια και κάπου κάπου και 'ςτ' άρματα, κ' +έπαιζε ξύλο κι άνοιγαν λαβωματιές. Κακοπάθαιναν και τα μαύρα τα +πρόβατα. + +Αυτά ξανάλεγαν οι αγωγιάτες. Κ' έπαιρναν όλο το δίκιο με το μεράδι +τους αυτοί, γιατ' ήταν από τη φάρα των τσελιγκάδων. + +Ύστερα είπαν για τους νέους μουχτάριδες πού θα νάβγαζαν τη χρονιά +εκείνη. Δυο βγάζ' η φάρα τους, και συζητούσαν ποιους θα προτιμούσαν. +Κι' ανάφερναν ονόματα, Γάκης Σούλτης, Λάμπης Γκιτρίμης, Κώστας Μάκης, +Μήτρος Νίκας. + +Κατόπι πέσαν 'ςτών χειμαδιών το ζήτημα. Πού θα να ξεχείμαζαν φέτο, +'ςτής Άρτας ή 'ςτής Πρέβεζας τον κάμπο. Κι αράδιαζαν ονομασίες +χειμαδιών, Κάμπος, Μαμτσαούση, Γρεμενίτσα, Λούρος, Λάμαρη, +Τρανταφυλλιά, Φραξίλα, Παλιουρόφορο, Παλιόκαστρο, Πούντα. + +Εγώ, ακούγοντας, αναγύριζα τη φωτιά κι αποστέγνωνα ολοένα όσα σκουτιά +του κορμιού μου δεν είχα προφτάσει να στεγνώσω 'ςτό χάνι του Τρίκκα. + +Ξάφνου γροικάμε να ροβολάν από τον ανήφορο 'ςτούς χαλιάδες ποδοβολητά +και κουδουνισμοί κοπαδιού. + + — Κύπρους έχουν, γιδερά είνε. Πετιέται και λέει ο Γκιτρίμης. + +Κι' αληθινά. Σε λίγο πέρασαν από κοντά μας καμμιά πενηνταριά γίδια +πηδώντας τον κατήφορο. + + — Γουαί, γουαί! φίου! . . . Ακούστηκε και του γιδάρη η στριγγιά +σαλαγή και το ψηλό σούρισμα, και χέρι χέρι νάτος μας πρόβαλε ξαφνικά +μπροστά. + + — Καλμέρα σας. + +Μας χαιρέτισε ορθός με την αγκλίτσα 'στο χέρι και με την τραβατσίκα +'ςτόν ώμο. + + — Τον ανάποδό σου το χρόνο, στραβόξυλο του διατάνου, του λέει ο +Αρβανίτης. Μέρα για μεσάνυχτα είνε τώρα, ωρέ χαντακωμένε; Τι την κακή +σ' καλημερνάς; + + — Μ' τι να ειπώ ντε; Είπε ο γιδάρης, κυτάζοντας τον Αρβανίτη με +βλακίστικο γέλοιο. + + — Για σας, ώρα καλή, μ' τι, καλμέρα αδά; + + — Άσ' τον άνθρωπο να καλημερνάει γι' αύριο, λέει ο Πολιάνος. + + — Ε, για σας δα, ώρα καλή, ξαναγελάει βλακίστικα ο πιστικός. + + — Πούθ΄ είσαι ωρέ; τον ρωτάει ο Αρβανίτης. + + — Απ' το Παλιοχώρι. + + — Πώς σε λεν; + + — Μπάρτζο. + +Μπάρτζους λεν τους τράγους πώχουν τα μούτρα παρδαλά, ασπρόμαυρα. +Παρόμοιος ήταν 'στό πρόσωπο κι ο γιδάρης τούτος. Παιδί ακόμα, +παλληκαράς, κ' είχε τα κοντά του μαλλιά μεριές άσπρα και μεριές +μαύρα. Παρασήμαδος άνθρωπος. Το πηγούνι του μακρύ, απόλαε το κατήφορο +μυτερό τραχιό γένειο, μόλις ίδρωναν τα μουστάκια του, σπανός θα να +γένονταν, η μύτη του γερακάτη, υπερβολικά καμαρωτή, έγγιζε με την +άκρα της τ' απάνω αχείλι κ' έδινε στην όψη του μορφή μπούτσικου +τράγου. Τα μαύρα και μεγάλα του μάτια, που γιάλιζαν σα σβυσμένα +κάρβουνα μέσα στες κόχες τους, ήταν γιομάτα βαρβατίλα, άλλης ειδής +μάτια, και τα φρύδια του τάχε γυρμέν' ανάποδα κατ' απάνω, σαν των +νεράιδων που λεν τα παραμύθια. Σωστός τράγος ο αβάσκαγος. Όλα του +κορμιού του και της όψης τα σημάδια με τράγο τον παρώμοιαζαν. Ο +Γεροθεόκριτος, αν ήτον, θα τον παρώμοιαζε με τον Πάνα. Ο Αρβανίτης ο +Γιάννης, σαν τον ανατράνισε από την κορφή ως τα πόδια, του λέει: + +— Ωρέ, να μη λάθεψε και σ' έπιακε με κάναν τράγο η μάνα σου στη +στάνη; + +Ο πιστικός εγέλασε πάλι βλακίστικα χωρίς να ειπή λόγο. + + — Είνε μεγάλο το χωριό σου ωρέ; Του κάνει πάλι ο Αρβανίτης. + + — Κασαμπάς, σαν τα Γιάννινα. + + — Όχι δα, λάθεψες, σαν την Πόλη ήθελες να πης, του λέει γελιώντας ο +Πολιάνος. + + — Ε, σαν την Πόλη, ντε κ' εγώ. + + — Έχς πάει εσύ στα Γιάννινα; + + — Όχι. + + — Τότενες πού τα ξερς; + + — Όπως τα γλέπω από τη ράχη. Έτσ' είνε κι αυτά μέσα στο λόγγο +χωμένα, σαν το χωριό μ'. Έχουν και μια λούτσα στν' άκρη. Εκεί +ποτίζουν τα πράμματά τσ' αυτοίνοι; Για, μαλλιά τράω κ' χετε +φορτωμένα. Άιντε άιντε ωρέ, τι τσελιγκάδες θα νάν' εκεί; Μα τσ' φτάν' +εκείν' δα η τοσούλα η μικρή η λούτσα για να ποτίζουν τα κοπάδια τσ'; +Κι' όλο 'ςτόν κάμπο αυτοίν,' κάθουνται; Δε βγαίνουν στο βνο μπιτ και +μπιτ; Ζάνε τα πρόβατά τσ' και το καλοκαίρ' στον κάμπο; + +Ο Αρβανίτης, που τον εκύτταζε και τόρα με ολάνοιχτα τα μάτια για τα +παράξενα λόγια του, δε φτούρησε πλια και του φώναξε με ειρωνικό +χαμόγελο. + + — Τι κουτοκουβεντιάζεις, ωρ' αγριόγιδο; . . . + +Δεν πρόφτακε να πη άλλο, κ' εμείς όλοι σκάσαμε τα γέλοια δυνατά. +Τούτο τον πείραξε το γιδοβοσκό, κοκκίνησε 'ςτό πρόσωπο από ντροπή, +δεν ξαναγέλασε, μας κύτταξε αραδαριά όλους γοργά γοργά και λέγοντας: + + — Ωρέ, σεις με περιγελάτε! έκαμε τρεχάλα τον κατήφορο πηδώντας σαν +το κατσίκι. + +Τότες αχολόγησαν τα σιάδια από χαχάγελα, κι' ο Γιάννης ο Αρβανίτης +σούριζε δυνατά με τα δυο δάχτυλά του καταπίσω του γιδοβοσκού πώφευγε, +και του ρέκαζε σαν τραγί: + + — Μπε κε κε κε κε! τσαπ, τσαπ! + + — Ου, το ζωντόβολο! φώναξε ο Πολιάνος. + + — Ωρέ είμεστε κ' εμείς εκεί 'πάνου, μα τούτος είνε μπιτ για το +διάτανο, άμ' ντιπ αγρίμ', ωρ' αδερφέ; + +Κ' ύστερ' από μιαν ώρα ακόμα θυμούμασταν τη μορφή και τα λόγια του +Μπάρτζου και γελάγαμε. + + — Γιατί παραξενεύεστε; λέει ο Γκιτρίμης, πόσ' είνε τέτοι' εδ' +απάν'! + + — Μπορεί νάνε, μα όχι τόσο σαν τούτον λέει ο Αρβανίτης. + + — Και χειρότερ' ακόμα, ξαναλέει ο Γκιτρίμης. Πού να ιδήτε τον Κώστα +Θόδωρο, εδώ δα, στην Ποσβάλα! Εγώ δεν τον είδα, μα όπως μου +μολόγησαν. Είν' ενενήντα χρονών άνθρωπος. Αφ' όντας μικρό παιδί πήρε +τον τρουβά και τη γκλίτσα στο χέρι του και πάει στα πρόβατα, δεν +ξαναγύρισε στο χωριό. Ξέμαθε ολότελ' από το χωριό τώρα. Άλλοι του παν +το ψωμί, άλλοι του παν την αλλαξιά· όλο στα βουνά του αυτός, στα +κλαριά, στους ίσκους. Το χειμώνα κατεβαίνει στα χειμαδιά της Λάμαρης. +Πού να ζυγώσ' εκεί στο χωριό! Ούτε κι από γυναίκα ξέρει ακόμα. Μια +βολά πέρναε απόξω από τα Γιάννινα κατηφορώντας στα χειμαδιά. Ο +χωριανός του ο Καράλης τώγεινε κολτσίδα για να τον πάρη μια ψύχα στα +Γιάννινα. Ο Κώστα Θόδωρος δεν το κουνούσε από το κοπάδι. Στον πάτο +τον κατάφερε ο Καράλης. Ακούτε ή όχι; Ο Κώστα Θόδωρος καρτέρειε να +ιδή στα Γιάννινα στρούγγες κι αυτός και μαντριά. Για τσελιγγάτο τάχε +πάρει στο νου του κι αυτός. Μήνα ρώτησε καμμιά βολά για να μάθη; Τι +τον έννοιαζε για να ρωτήση; Κ' ύστερα, σα γέροντας, έλεγε πως τα +ξέρει όλα, αφού ήξερε κι ορμήνευε τους μικρότερους για τη τσομπάνικη +ζωή· και να ρωτήση τώρα τους μικρότερους για τα Γιάννινα, του +'ρχόνταν ντροπή, ήτον περήφανος. Κ' έτσι τάπλασε αυτός στο λογισμό +του σα μεγάλο τσελιγκάτο. Σα μπήκε στα Γιάννινα κ' είδε τα ψηλά +εκείνα τα σπίτι με τα πολλά παραθύρια, τους δρόμους, τα μπεζεστένια, +το παζάρι, τα μαγαζιά, τα κάστρα, τα σαράγια, τον κόσμο, την κίνηση, +μαθημένος αυτός από τα χαμηλά του γρέκια από τη συντροφιά του +κοπαδιού κι από την ερημιά του βουνού και του χειμαδιού, έμεινε +ολόρθος, κ' έχασκε σαν αλλαλιασμένος. Κ' ύστερα πώφυγε, τύναξε στο +κουμέρκι τον κορνιαχτό από τα βοϊδοτσάρουχά του, πήρε κ' ένα λιθάρι +κ' έρριξε πίσω του, και του λέει του Καράλη: «Πίσω μου είσε, διάτανε! +αμ' που μ' έφερες εδώ, ωρέ κουμπάρε; πάντεχα που ήμουν πεσμένος μέσα +στην κόλαση; Ακόμα βουίζουν τ' αυτιά μ' απ' την αχλαλουή των +κολασμένων. Μπα, π' να τους κάψ' η αστραπή ντε. Μ' τι ήταν τούτ' ωρέ +Καράλ'! Σα διατάν' μώμοιαζαν όλοι ντυμέν' έτσι. Σαν εκείνους π' γλέπω +τ' Λαμπρή 'στν ' Αγιά-Παρασκευή 'στν εκκλησιά, πώχουν ζουγραφσμέν' +την κόλασ'. Κ' εκείν' οι δρόμ', κ' εκείνα τα σπίτια; Μπα, θε μ', +φύλαξέ με!» Κ' έκαμε το σταυρό του ο άνθρωπος. «Μωρέ πώς ζαν έτσ' +απανουτοί, πώς παίρνουν αέρα!» Έλεγε. Ο Καράλης γέλαε, τι νάκανε. +Τώρ' αν το ρωτήσης τον Κώστα Θόδωρο για τα Γιάννινα: «Φεύγα, γιε μ', +θα σου πη, από δαύτα, μη μπης εκεί μέσα τι θα πεθάν'ς. Μια ψύχα μπήκα +'γω μέσα μια βολά όλ' όλ' 'ςτή ζωή μ' και πήγε να μ' πιαστή η ανάσα. +Φεύγ' από δαύτα μακριά. Βνο και πάλε βνο. Στάν' και πάλε στάν'». + +—_Κ' εγώ το 'χω ακουστά για τον Κώστα Θόδωρο, λέει ο Πολιάνος. + + — Να σας μολογήσω 'γώ άλλο ένα. + +Λέει ο Μπαρμπούτας. Και μας μολόγησε για τους δώδεκα τσελιγκάδες, +πούχαν τα δεκατρία σαμσιά (τσιμπούκια), «βέργ' αγιό, μαμέ παφίλ λουλέ +βοϊδοκέ» (βέργ' απ' αγιόκλημα, μαμέν από πάφιλα και λουλέν από +βοϊδοκέρατο). Που πήγαν μια φορά στην εκκλησιά και πήραν το διάκο για +τράγο, τ' άγιο βήμα για τσαγκαδομάντρα, τους ψαλμούς για τραγούδια, +το θυμιατό για σιδεροσφεντόνα και τα κλωνιά του λιβανιού για +γιδοκακαράντζες. Πώχασαν μέσα το Γώγο, σα σκώθηκαν να φύγουν, κ' +έμπηξαν τες φωνές για να τον βρουν. Πώκαμαν το Γώγο παπά, πούξερε το +«πάτερ ημών» μοναχά όλο όλο, που λειτούργαε για εκκλησιά στο μανδρί +μέσα, και μοίραζε για μεταλαβιά ξυνόγαλο στην κολοκύθα. Που δεν +ήξεραν πότε πέφτ' η Λαμπρή και λογάριαζαν με χαράκια στες γκλίτσες +και με γιδοκακαράντζες για να το βρουν. Πούρθε ο Γεροκουδούνας +ύστερα, ο θρήσκος, που πήγαινε ταχτικά κάθε χρονιά μια βολά στην +εκκλησιά, κ' ήξερεν όλα τα εκκλησιαστικά και τους είπε πως ανάμεσα +από Σαββάτο και Δευτέρα πέφτ' η Λαμπρή. + +Κι' άλλα τέτοια μας είπε ο Μπαρμπούτας. + +Ως που με δείλιασε η φωτιά εμένα, και τυλιγμένος σε μια καπότα +αποκοιμήθηκα στο χέρι. + +Με τα γλυκοχαράμματα διαβήκαμε τα Χαλάσματα. Κάπου κάπου βρήκαμε +χαλασμένον το δρόμο. Ο τόπος εδώ είνε όλος σάπιο χώμα, δίχως βράχο +ολότελα. Κι' όποτε βρέχει ξεκόβονται μπλάνες μπλάνες τα χώματα και +ρεύουν στο χάο κάτου. Παρασέρνονται τότε και δρόμος και κλαριά, ό,τι +τύχει απάνου τους. Βλέπαμε την αυγή απ' αντίπερα το πανόραμα τούτο, +που μας το σκέπασε ο ήλιος κατόπι με τους αχνούς πώβγαλαν, από τη +νώπη του τόπου, η καυτερές του αχτίνες. + + + +ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙ +ΤΟΥ ΓΕΡΟΚΑΛΑΜΕΝΙΟΥ + + + +Στα Γιάννινα, σε μιαν ακρινή γειτονιά, ζούσε τώρα και λίγα χρόνια ο +Γεροκαλαμένιος εννενηντάρης και μεγαλύτερος, παλιό κόκκαλο. Ύστερ' +από τον πεθαμό του, ανάμεσα στες παλιές φυλλάδες, που μπόρεσα για να +ιδώ, βρήκα το _Σημειωματάρι_ του τούτο: + +_1811, Αυγούστου 21_, μέρα Σαββάτο. Κλείσθηκε ο Αλή-πασας στο Κάστρο +και στες 24 μέρα Τετράδη έβαλαν φωτιά στα Γιάννινα και τάκαψαν. Την +Πέφτη το πουρνό στες 25 του μηνός βρεθήκαμαν δίχως σπίτια, δίχως +τίποτας. Όποιος πρόφταινε και γλύτωνε τίποτας, γλύτωσε. Οι άλλοι +μείναμαν ζάρκοι κ' έρμοι. Χαιρετίζοντας τότε για πάντα με δάκρυα τα +καϋμένα τα Γιάννινα, πήραμαν τα βουνά. Άλλοι πήγαν κατά τα Κούρεντα +κ' άλλοι κατά τα Ζαγόρια. Εμείς καμμιά εκατονπενηνταριά φαμήλιες +πήγαμαν στο Μέτσοβο και στα χωριά του, περάσαμαν πέντε χρόνια ακέρια +κακά κι ανάποδα. Στες 5 Τρυητή του 1826 γυρίσαμαν πάλι στα Γιάννινα. + +_1827 Μαϊού 22_. Ήρθε στα Γιάννινα ο γιος του Ρούμελη Βαλεσή Ιμήν +Πασάς έχοντας μαζί του και το Σουλεϊμάν-μπέη κεχαγιά της Κόνιτσας. Το +ερχόμενο Σάββατο ήρθε το χαμπέρι, ότι παραδόθηκε η Αθήνα. Ο Μάης όλος +ήταν βροχερός. Το παζάρι είνε γιομάτο από σκλάβους του Μεσολογγιού +που τους έφεραν τ' ασκέρια του Βαλή και τους πωλούν σα πρόβατα στο +ικάντο στους αρχόντους και μπέηδες Τούρκους Γιαννιώτες. + +_1830, Απριλίου 21_. Χαλασμός κόσμου σήμερ' από βροχή. Ύστερ' απ' +αυτήν έρριξε χαλάζι δυνατό που κάθε σπιρί του ζύγιαζε δέκα δράμια κ΄ +έκαμε μεγάλες καταστροφές. + +_1830, Τρυητή πρώτη_. Απέθανεν ο εν Κυρίω μακάριος Βενέδικτος +δεσπότης του Γιαννίνου. Τον ίδιον καιρό διορίστηκε κι ο γιος του Βαλή +Ρεσίτ ο Ιμήν-πασάς Βαλής στα Γιάννινα. + +_1831, Άι-Ταξιάρχη 18_, μέρα Τετράδη. Εφώναξε το Δεσπότη ο Κεχαγιά- +μπέης και τον πρόσταξε να βγάλη όξω από το σπίτι τη φαμιλιά του +Δημήτρη Μωραΐτη. Έστειλε και τον Περιστεράς Άγιον και το Σπύρο Γκούμα +κ' έναν άνθρωπό του και του πήραν όλο το βιο κι αυτόν με τη φαμηλιά +του τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κανένας δεν ήξερε την +αιτία. + +_1832_, Όλο το Θερτή και τον Αλωνάρη και τον Αύγουστο δεν έβρεζε +στάλα. Γι' αυτό στέρφεψαν και τα πηγάδια των Γιαννίνων όλα κι ο +κόσμος όλος πίνει από το νερό της λίμνης. + +_1832, Τρυητή 20_. Επειδή τα Γιάννινα δεν είχαν ακόμα Κισλά, τ' +ασκέρια στέλνουνταν από τον Πασά κονάκια στα σπίτια των Χριστιανών +και των Οβραίων. Ένας μπίμπασης κάθονταν σ' ένα σπίτι σιμά από το +σπίτι του κυρ Αναστάση Γοργόλη. Ο μπίμπασης είδε μια μέρα τες δύο +ώμορφες τσιούπρες του κυρ Γοργόλη κ' εκολάστηκε· κύτταξε με κάθε +τρόπο να τες απατήση. Μα σαν του εστάθη αδύνατο τι συλλογίστηκε· να +φέρη μπροστά στον Αχμέτ-αγά κεχαγιά δυο φανατικούς Τούρκους να πουν +πως άκουσαν αυτοί με τ' αυτιά τους τες δυο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη +να λεν πώς θέλουν να γίνουν Τούρκισσες. Ο Κεχαγιάς έστειλε ίσια να +φέρουν τες τσιούπρες στο μιντζιλίσι. Οι δημογέροντοι και η αρχοντιά +των Γιαννίνων σαν τώμαθαν, κατάλαβαν το τι έτρεχε κ' ίσια πήγαν και +πήραν κρυφά τες τσιούπρες από το πατρικό τους σπίτι και τες πήγαν στη +Μητρόπολη. Όμως ο Μεχμέτ αγάς, άνθρωπος φανατικός κι αυτός και +σκύλινος, άμα τώμαθε αυτό σηκώθηκε ο ίδιος μια νύχτα και πήγε στη +Μητρόπολη με δυο ταμπόρια ασκέρι· μπήκε στους οντάδες του Δεσπότη, +τον εφοβέριξε, τον έβρισε και πρόσταξε τ' ασκέρι του να πάρουν τες +δυο τσιούπρες και να τες παν σε Τούρκικο σπίτι. Τι να ιδής τότες. Δυο +ώμορφες και τρυφερές αρχοντοπούλες να σέρνωνται άσπλαχνα από τα +μαλλιά κι από τα χρυσά μανίκια τους με κλάμματα και με μεγάλους +σκουσμούς. Εταράχτηκαν όλα τα Γιάννινα εκείνη τη νύχτα. Όλοι είμασταν +στο ποδάρι, μα κανένας δεν έκρινε για να μη γένη διπλό και τρίδιπλο +το κακό. Τες συνοδέψαμαν μοναχά, έτσι αμίλητοι, ως στο σπίτι που τες +έκλεισαν. Αύριο οι χριστιανοί συνάχτηκαν στη Μητρόπολη κ' είπαν να +παν όλοι μαζί στο σαράι να πέσουν στα ποδάρια του Κεχαγιά (γιατί ο +Ιμήν πασάς έλειπε στα Μπιτώλια) να ζητήσουν τες τσιούπρες λέγοντας, +ότι ψέμματα είπαν οι Τούρκοι του μπίμπαση. Μα αντίς δίκιο εκεί ηύραν +βρισιές και δαρμούς. Δεν έφτακε κι αυτό μοναχά· ο Κεχαγιάς τους +κατηγόρησε στον Ιμίν πασά στα Μπιτώλια πως οι χριστιανοί των +Γιαννίνων επαναστάτησαν και χύθηκαν σα λύκοι απάνω του. Ο Ιμίν πασάς +αφορμή γύρευε· και στέλνει διαταγή να κάμουν σουργούνι πέντε +αρχόντους των Γιαννίνων, τον κυρ Δημητράκη Αθανασίου, τον κυρ +Νικολάκη Τζίνη και τον κυρ Σπύρο Γγκούμα στα Μπιτώλια, το κυρ Δημήτρη +Δρόσο και τον κυρ Γιαννάκη Νάγιου στο Πρεμέτι, και πρόσταξε να +ξετάζουν τες δύο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη στο Δεφδερδάραγά του που +έστελνε εξεπιτούτου στα Γιάννινα. Φώναξαν τότες στο σπίτι του κυρ +Αλέξη τες τσιούπρες και τες ξέταξε ο Δεφδερδάραγας του Ιμήν πασά αν +ήθελαν αλήθεια να γίνουν Τούρκισσες ή όχι. Κ' επειδής με τόσα +ταξίματα και με τόσους φοβερισμούς ούτε λόγο μπόρεσε να τες βγάλη από +το στόμα για να τουρκέψουν τες έκαμε σουργούνι μαζί με τον πατέρα +τους στην Άρτα. + +_1833, Φλεβάρης μήνας_. Γυρνώντας ο Ιμήν πασάς από τα Μπιτώλια έστησε +τα τσιγγέλια. + +_1834, Αλωνάρη 27_. Του Αγίου Παντελεήμονος έγεινε μεγάλος σεισμός +που έπεσαν καμπόσα σπίτια, σκοτώθηκαν και δυο άνθρωποι. + +_1840, Μάης μήνας_. Γύρισα από τη Βλαχιά πούχα ξενιτευθή για έξ +χρόνια με το μπάρμπα μου. + +_1841, Απρίλη πρώτη_. Εκοιμήθη ο μακαρία τη λήξει γενόμενος Λεόντιος +δεσπότης, που δεν ήτον Κυριακή και γιορτή που να μη βγάλη λόγο στες +εκκλησιές μέσα στα Γιάννινα και στα χωριά. + +_1841, Απρίλη 15_. Από την πολλή φουρτούνα κι απ' τες αστραπές έπεσε +το τζαμί του Πασά Καλού στο Κάστρο. + +_1853, Οχτώμβρη 3_. Ελειτούργησε στη Μητρόπολη ο Ζαγορίσιος +Ιωαννίκιος με τέσσερες άλλους δεσποτάδες τον Παραμυθίας, Περιστεράς, +Ξανθουπόλεως και Ευδοξιάδων καθώς και με τον Έξαρχο και όλους τους +ηγουμένους και την άλλη μέρα έφυγε για την Πόλη με κάμποσους +αρχόντους των Γιαννίνων. + +_1854, Φλεβαριού 26_. Των Αγίων Θεοδώρων ο καπετάν Θοδωράκης Γρίβας +στο Κουτσουλιό πολέμησε με τ' ασκέρια του Αβδή πασά από το πρωί ως το +βράδυ με ολίγα παλληκάρια και με το γιο του το Δημητράκη. Το βράδυ τ' +ασκέρια φοβήθηκαν μην πλακώσουν και Σουλιώτες και γύρισαν στα +Γιάννινα και την αυγή ο Γρίβας έφυγε για το Μέτσοβο. + +_1855, Φλεβαριού 6_, μέρα Τετράδη. Ήρθε δεσπότης στα Γιάννινα ο +Παρθενιάς ή Κόκκινος και τον εδεχτήκαμαν όλος ο κόσμος με μεγάλη +παράταξη από την Αγία Κατερίνα ως τη Μητρόπολη. + +_1855, Τρυητή 15_, μέρα Πέφτη. Στες 3 η ώρα έπιασε τρομερή βροχή με +νερό καταπράσινο, Και στες 5 η ώρα ήρθε το χαμπέρι που νίκησαν η +σύμμαχες δυνάμεις τη Ρωσία στην Κριμαία και σήκωσαν στο Κάστρο τες +σημαίες της Τουρκίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Σαρδηνίας. Το +βράδυ άναψαν φώτα και κανδύλια σ' όλα τα σπίτια και σ' όλο το παζάρι, +ανέβασαν και καμπάνες στα καμπαναριά του Αγίου Νικολάου, του +Αρχιμανδριού και της Αγίας Κατερίνας. Αλλά στες δύο της νυκτός με +προσταγή του Πασά τες κατέβασαν πάλι. Την Παρασκευή ο Δεσπότης μ' +όλους τους Προξένους έκαμε δοξολογία στη Μητρόπολη. + +_1856, Φλεβαριού 22_. Διαβάστηκε στο Σαράι Σουλτανικό φιρμάνι. + +_1856, Αυγούστου 3_. Έγεινε δοξολογία για τον Ναπολέοντα. + +_1857, Θερτή 11_, μέρα Κυριακή. Όλη τη νύχτα έκαμε μεγάλη θεομηνία. +Εξεριζώθηκαν πολλά δέντρα κι ανθρώποι κάηκαν από αστροπελέκια. Φόβος +έπιακε όλα τα Γιάννινα. + +_1858, μήνας Γεννάρης_. Από το πολύ κρύο πάγωσε η λίμνη πέρα πέρα. + +_1858, Απριλιού 12_. Ήρθαν 30 Κοζάκοι. + +_1858, Θερτή 29_, μέρα Κυριακή. Εκκλησιάστηκαν οι Κοζάκοι για πρώτη +φορά στη Μητρόπολη με μεγάλη παράταξη και με βάρδια στην πόρτα της +εκκλησιάς. + +_1861, Θερτή 18_, μέρα Κυριακή, των Αγίων Πάντων. Εφάνηκε κομήτης +στον ουρανό και την άλλη μέρα ήρθε χαμπέρι από την Πόλη ότι έγεινε +Σουλτάνος ο Αβδούλ Αζίζ Χαν. + +_1861, Τρυητή 14_. Έγεινε δοξολογία για την αποτυχία της δολοφονίας +της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας. + +_1863, Φλεβαριού 7_. Ένα Οβραιόπουλο, πώκαμε τον πραγματευτή στη +Ζίτσα, γύρεψε να γένη χριστιανός και έγεινε. + +_Οχτώμβρης 27_, μέρα Κυριακή. Έγεινε μεγάλη δοξολογία για την ανάβαση +στο θρόνο του Γεωργίου Α' βασιλέως των Ελλήνων. + +_1864, πρώτη Γενναριού_. Επάγωσε η λίμνη κι οι άνθρωποι περπατούσαν +στον πάγο της ως το νησί. + +_1865. Πρώτη Μαϊού_. Ένα Οβραιόπουλο έγεινε Ρωμιός και το έβγαλαν στ' +όνομα Γιώργη. + +_1866, Μάης μήνας_ κ' έπεσε φοβερό χαλάζι που στρώθηκε σα χιόνι στη +γης. Έκαμε μεγάλες ζημιές. + +_1868_. Εχθροπραξίες αναμεταξύ Ελλάδος και Τουρκιάς. Άναψε ο Κρητικός +πόλεμος. Κ' εδώ κρυφά κρυφά εστήθηκαν κομητάτα κ' έφερναν τουφέκια +και μπαρούτες από την Ελλάδα, κ' ετοιμάζονταν για επανάσταση. + +_1869_. Το Γεννάρη μήνα έπεσε το χιόνι μέσα στα Γιάννινα μία πήχη. +Από το κρύο δε μπορούσαν να δουλέψουν ο κόσμος. Το παζάρι κλείστηκε +όλο. + +_1869, Θερτή 10_. Ήρθε δεσπότης ο Σωφρόνιος. + +_1869, Θερτή 13_. Εχειροτονήθη επίσκοπος Παραμυθιάς κυρ Άθιμος +Τσάτσος. + +_1869_. Στες 29 Θερτή ημέρα Τρίτη κατά τα ξημερώματα εκάηκαν τα +Γιάννινα. Τη φωτιά την έβαλαν οι ίδιοι Τούρκοι. + +_1870, Απριλίου 19_. Εκάηκαν τα παλάτια τ' Αλή-πασα στο Κάστρο. + +_1872_. Τη νύχτα της 24 Γενναριού φάνηκε ο ουρανός σκεπασμένος με ένα +κόκκινο χρώμα. Οι γραμματισμένοι τώλεγαν Βόρειο Σέλας. + +_1872, Απριλίου 15_ την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου οι Οβραίοι έβρισαν +το Χριστό. Χύθηκαν τότες οι Χριστιανοί κ' έδερναν κ' έσφαζαν κ' +έριχναν τα σπίτια των Οβραίων. Και τόση ήτον η οργή των Χριστιανών +που κατέβηκαν όλα τ' ασκέρια και δε μπορούσαν να τους κάμουν καλά. + +_1872_. Όλος ο Νοέμβρης ζεστός. Τόσο που φύτρωσαν και καλοκαιρινά +λουλούδια, μανουσάκια. + +_1874, Θερτή 17_. Εφάνηκε κομήτης μέγας. + +_1874_. Στες 14 Αυγούστου μαζώχτηκαν όλοι οι Χριστιανοί στη Μητρόπολη +κ' εγύρευαν να καθαιρέσουν το Σωφρόνιο. + +_1875, Αυγούστου 14_. Επανάσταση της Αρζεγοβίνας. + +_1875, Τρυητής μήνας_. Η Ελλάδα κ' η Τουρκιά συνάζουν ασκέρια στα +σύνορα. + +_1876_. Έπεσε ο Σουλτάν Αβδούλ-Αζίζ κ' έγεινε Σουλτάνος ο Μουράτ το +Μάη μήνα, και τον Αύγουστο έδωκε και τούτος την παραίτησή του κι' +ανέβηκε ο Αβδούλ-Χαμήτ. + +_1876_. Στες 15 Αγιαντριά λημούριαξαν οι ρεντίφιδες Αρβανίτες το +παζάρι των Γιαννίνων και στες 17 κάηκε το Ελληνικό Προξενείο. + +_1877 Θερτή 10_. Πέθανε ο αγαθώτατος Χουσνή πασάς. Τον έκλαψαν όλα τα +Γιάννινα. + +_1878, Μάρτη 4_. Έφεραν 120 σκλάβους από την επανάσταση του +Λυκουρσιού. Τους είχαν ζάρκους και δεμένους με την ελληνική σημαία +τους μαζί. Τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κ' οι +χριστιανοί έτρεξαν και σύναξαν απ' όλα τα σπίτια φορέματα και θροφή +και τους συμπονέθηκαν. + +_1878, Μαϊού 5_. Έπεσε στα γεννήματα ακρίδα. Τόση πολλή που όντας +πετούσε σκοτάδιαζε τον ήλιο. Την ίδια μέρα ήρθε χαμπέρι από τη +Θεσσαλία, ότι μια γυναίκα απόχτησε τρία παιδιά κολλημένα σ' ένα κορμί +και τα τρία. + +_1878, Οχτώμβρη 30_. Μεγάλη ξέρα, Πείνα τρομερή στα χωριά. Το ψωμί +πήγε γρόσια 3 την οκά, το κριάς 7 1/2, το βούτυρο 21, το τυρί 10, τ' +αυγά σαράντα παράδες το ένα. + +_1879_. Κατά τον Απρίλη μήνα έγεινε μεγάλη πλημμύρα. Τα νερά έφτακαν +ως το Νιοχώρι και τα καΐκια πάγαιναν ως το χάνι της Ασφάκας. + +_1879_. Η πείνα πήρε ποδάρι. Τ' αλεύρι πήγε γρόσια 4 ως 4 1/2 την +οκά. + +_1880, 7 Γενναριού_, πάγωσε η λίμνη. Και το χιόνι βάσταξε 15 μέρες +καταγής. + +_1880, Φλεβαριού 27, έπεσε η μονέδα της Τουρκιάς. Το μετζίτι από +γρόσια 23 ήρθε 19. + +_1880, Αυγούστου 1_. Ο Κ. Τσακμάκης και Β. Παπα-Κρεμύδας +κατηγορήθηκαν για επαναστάτες και τους έκαμαν σουργούνι για την Πόλη. + +_1881, Απρίλης μήνας_, και έπεσε χιόνι στες κορφές των βουνών. + +_1881, Θερτή 24_. Έπιακαν τους νοικοκυραίους Κύρον Κυρούσην, Σ. Π. +Κολοβόν, Δ. Πλάτονα, Δ. Στατερά και Γ. Καλαντζή και τους έκαμαν +σουργούνι στον Ταρσανά της Πόλης, γιατί τους κατηγόρησαν για +επαναστάτες και ότι έβρισαν το Σουλτάνο. + +_1881, Αλωνάρη 10_. Ελευθερώθηκε η Θεσσαλία. Η δικές μας ελπίδες +εσβύστηκαν. + +*** + +Ύστερ' από λίγες μέρες πέθανεν ο Γεροκαλαμένιος με το μαράζι και με +το παράπονο που δεν είδ' ελεύθερη την πατρίδα του. + + + +ΤΟ ΣΟΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟ + + + +Κατέβαινε αγάλια αγάλια κατακόκκινος ο ήλιος στο πέλαγο, πίσω από τα +παλιά κάστρα και τα πυκνά κυπαρίσσια της Πάργας. Είχεν απ' ώρα +αποχαιρετήσει τον πλατύ κάμπο του Φαναριού κ' έδινε τώρα τα στερνά +του γλυκοφιλήματα στες ψηλές κ' ένδοξες κορυφές του Σουλιού. Ξηρές κι +ολόγυμνες η κορυφές τούτες, δίχως κλαρί, δίχως φυτιά, σαν +καψαλισμένες από την πολλή μπαρούτη που κάηκε απάνω τους, +ερροδοβάφοντο, σα να κοκκίνιζαν παρθενικά στα φιλήματα του ερωτεμένου +ηλιού, σα νάνοιωθαν κάποια ζωή νιότικη μέσα τους, σα νάθελαν να +δείξουν ότι ποτέ δε γεράζουν τα βουνά ταύτα, ότι χτυπάει μέσα τους +πάντα λεβέντικη καρδιά κι ανυπόταχτη, και βράζει μέγας θυμός κι +απάτητος. Και σμιγμένο με το καθάριο, με το γάργαρο του λαμπρού +ουρανού τ' ώμορφο εκείνο φως της ύστατης αντηλιάδας, τα δυο μαζί, +παρουσίαζαν ένα είδος φανταστικό φως, μιαν απερίγραφτη λάμψη, πώλεγες +ότ' είνε το φως τ' αθάνατο κ' η λάμψη η ιερή που περιχύνει η δόξα τα +ηρωικά τούτα και τιμημένα βουνά. + +Ο Λάμπρος Ζάρμπας ακουμπισμένος στο παραθύρι του σπιτιού του την ώρα +εκείνη, κύτταζε από τον κάμπο του Φαναριού το φωτολουσμένο Σούλι του, +με μάτια ατάραγα από κει και με λογισμό βυθισμένο σ' απέραντες +σκέψες. + +Ήτον Σουλιώτης ο Λάμπρος Ζάρμπας, από τα χωριά της Λάκκας απάνου. +Κάθε αλωνάρη μήνα μοναχά, που μάζωνε τα ρύζια του, κατέβαινε κάτου +στον κάμπο, και το χινόπωρο πάλι πώσπερνε. + +Τώρα αλώνιζε. + +Το σπίτι του, χτισμένο από τα χρόνια του παπού του, ξηρολίθι απλό, +δίπατο όμως και κάπως ψηλό, πιάνει τον όχτο του Γλυκύ, μέσ' εκεί που +κατεβαίνουν απόκρημνα τα πλευρά του Σουλιού και του Τσεκουράτη και +που πηδάει ακράτητος προς τον κάμπο ο πόταμος, ξεβγαίνοντας από τα +βαθιά φαράγκια των βουνών που κακοσέρνεται τόσο δρόμο. Λες και φυλάει +εδώ σαν πολεμικός πύργος, το μοναδικό διάβα της Λάκκας από το μέρος +του Φαναριού. Βογγάει άγρια στο πλευρό του το θυμωμένο ρέμμα γιομάτο +αφρούς και φοβέρα, κρέμονται απανουθιό του οι κοκκινόβραχοι του +γκρεμού σαν ατίναχτ' αστροπελέκια, γύρου το περιζώνουν λίγ' +αγριοπρίναρα οπ' αρματώνουν τον τραχιόν εκείνο ριζό και κάτου +απλώνεται ολάνοιχτος ο παχιός και καρπερός κάμπος ως την Πάργα κι ως +την Παραμυθιά πέρα. + +Ο Λάμπρος Ζάρμπας ήτον σαράντα ως σαρανταδυό χρονών άντρας, ψηλός και +λιγνός, με μάτια αετού, ολόρθο κορμί, μακριά ξανθόμαλλα, μουστάκι +ψαρό και περήφανα κατ' απάνου στριμένο. Ολοζώντανη σουλιώτικη +λεβεντιά. Στεφανωμένος με παρόμοια Σουλιώτισσα, φυσικό ήτο ν' +αποχτήση και γιόν τέτοιο, παλληκαρά. + +Την ώρα εκείν' η γυναίκα του είχεν αποκουβαλήσει τα στερνά σακκιά του +ρυζιού από τον οβορό στο κατώη και πήρε να ποτίση στον ποταμό τ' +άλογο. Το γιο του τον είχε στείλει από την αυγή στα Γιάννινα με δυο +φορτώματα ρύζια. Κι' αυτός ανεβασμένος στο σπίτι για να πιή το ρακί +ύστερ' από τ' ολόβολο μεροδούλι του, ακούμπησε στο παραθύρι για λίγο, +και κυττάζοντας από κει τα βουνά απάνου ντυμένα με τη βασιλική τους +πορφύρα, ξεχάστηκε αγάλια αγάλια. + +*** + +Ξάφνου γροικάει στην αυλή φωνή. + + — Μάνα, . . . πούνε ο Λάμπρος; + +Ήτον η φωνή του παιδιού του, μισοκομένη φωνή, βγαλμένη απ' τ' +αλαφιασμένα στήθια. + + — Τ' έπαθες μωρέ Φώτο; + +Ακούεται κ' η φωνή της μάνας, οπώδενε τ' άλογο στον ταβλά. Και +σύνωρα, πατήματα βιαστικά ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του απάνου +σπιτιού. + +Ο Λάμπρος χάνει με μιας όλες τες προτερινές σκέψες του, τραβιέται +αλλαξοπρόσωπος από το παραθύρι και πάει κατά την πόρτα. Μες το πρώτο +σκαλοπάτι απαντάει το γιο του ανεβασμένον. Είχε αγριεμένα τα μαλλιά, +δίχως σκούφια, φλογισμένα τα μάτια, πρόσωπο ιδρωμένο κατάμαυρο από +τον κορνιαχτό. Και κράταε στα χέρια του ένα τουφέκι μαρτίνι και μιαν +αρμάθα φουσέκια. + + — Τ' έπαθες, μωρέ Φώτο; + +Το ρώτησε κι ο Λάμπρος. + + — Σκότωσα! . . σκότωσα το Μπεϊλούλαγα, Λάμπρο! + +Είπε βροντερά κι άφοβα το δεκαοχτώχρονο παλληκάρι, κ' εμπήκε μ' ορμή +μες το σπίτι. Έρριξ' εδώ καταγής τ' άρματα κ' έπεσε ξάπλα σ' ένα +προσκέφαλο απάνου σφουγγίζοντας τον ίδρω του. Ο πατέρας κ' η μάνα +του, αμίλητοι, σα βουβοί, τον ακολούθησαν ως μέσα, κ' εδώ στάθηκαν +ολόρθοι και τον τηρούσαν μοναχά ξαφνιασμένοι κι αναίσθητοι. + + — Τι με τηράτε; Σκότωσα σας λέω το Μπεϊλούλαγα, σκωθήτε να φύγουμε! + + — Φώναξε πάλι σ' ολίγο ο Φώτος. + + — Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα! + +Είπε ο Λάμπρος, πηδώντας από τον τόπο του, σαν τώρα να το πρωτάκουσε, +σα να μη το 'χε ακούσει από την πόρτα ακόμα. Η μάνα δεν εμίλησε μηδέ +τώρα, κατέβασε μοναχά τα φρύδια. Ο Λάμπρος κράταε ακόμα το ρώτημά +του. + + — Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα! Και πώς έκαμες, μπρε παιδί μου; + + — Στη Σκάλα της Παραμυθιάς, μες τον ανήφορο, π' ανέβαινα με τα +φορτώματά μου, τον ηύρα μπροστά μου το βουρκόλακκα. Πάαινε καβάλα +στάλογό του για τα Γιάννινα κι αυτός. Είχε πέσ' η κάψα. Είχε γήρει ο +ήλιος. «Για σου Μπεϊλούλαγα» τον χαιρετάω. «Καλώς το Φώτο», μου λέει. +«Για που ώρα καλή;» «Για τα Γιάννινα». «Κ' εγώ για τα Γιάννινα +είμαι». «Ε, μαζί θα λα πάμε, καλή συντροφιά θάμεστε». Ύστερα με +ρώτησε για τ' εσένα. Κατόπι μου γύρεψε καπνό από το μεσακό χωράφι. +Τώδωκα καπνό και πααίναμ' έτσι κουβεντιάζοντας το δρόμο δρόμο, αυτός +μπροστά κ' εγώ παραπίσω. Δεν περπάταγε γλήγορα τ' άλογό του και +κοντεύαμε να νυχτώσουμε κατάστρατα. «Βάρτο του λέω, αυτό το παλιάλογο +γιατί μας πήρε η νύχτα». Αυτός θύμωσε γιατί να του πω παλιάλογο το +ψώφιο του κι αρχινάει να με βρίζη. «Μη βρίζης, αγά, του κάνω, γιατί +δε σου είπα και κάνα βαρύ λόγο». Εκείνος τίποτα, δε σταμάταε τα +βρισίδια του. Φούσκωνα τότενες, Λάμπρο. «Τσώπα, μωρέ βρωμόσκυλλε, του +κρένω, γιατί σου τρώω το κεφάλι». Ο αγάς πιάστηκε από το μαρτίνι του. +Εγώ άρματα δεν είχ' απάνου μου αλλ' από το σουγιά και τα καληγοσφύρια +των αλόγων. Χύνουμαι ίσ' απάνου του, τ' αρπάζω το τουφέκι από τα +χέρια και φωτιά τώχω. Μες το ριζάρτι τον πήρε. Έμπηξε μια δυνατή φωνή +κ' έγηρε κάτου από τ' άλογο. Του παίρνω τότες και τα φουσεκλίκια κ' +εκεί που ξεψύχαε γυρίζω και του λέω: «Ε, ωρέ αγά, πάρτα τώρα εσύ και +τα ρύζια και τ' άλογα κι άει κατά διαόλου». Και τ' απαριάζω όλα +ουδεκεί στην ερημιά και κάνω μοναχός μου έτσι για τον κατήφορο +γλήγορος. + + — Και τώρα; + + — Τώρα να σκωθούμε και να φύγουμε. Θα μας γνωρίσουν τ' άλογα και θα +λα μας πιάκουν. + + — Να φύγουμε! Πού να φύγουμε και πού να πάμε; Τ' ήταν αυτό που μας +έκαμες, μπρε παιδί μου. Αμ' εγώ δεν έχω τρεις μήνους που βήκ' από τα +σίδερα και τώρα πάλε για τα μπουτρούμια με ξεκινάς, μωρέ Φώτο; + +Κι' ο δόλιος πατέρας έκρυψε στα δυο του χέρια το πρόσωπο σα νάκλαιγε. + +Τότες η μάνα τίναξε περήφανα, σαν τη λιόντισσα, το κεφάλι κατ' αυτόν +και του λέει με καταφρονητικό πικρόγελο. + + — Κλαις, ωρέ χαντακωμένε Λάμπρο, κλαις; Δες είσ' εσύ, πώχεις φάει +δέκα τούρκους με τα χέρια σου ως τα τώρα, ωρέ Λάμπρο, και γιατί πάει +κι ο Μπεϊλούλαγας σήμερα κλαις σαν το μικρό παιδί και μαλώνεις το +Φώτο; Αν μας το σκότωνε το παιδί ο σκύλλαρος, τι θα να γενόμασταν +εμείς τότες, ωρέ καϋμένε; Άιντε να φύγουμε γλήγορ' απόψε. Ειδεμή +ξεντύσου τη φουστανέλα κ' έλα να σου δέσω το μαντήλι μου στο κεφάλι, +να σου βάλω και τα σιγγούνια μου, και κάτσε εσύ εδώ να φυλάξης το +ρημαδικό μας. Για γυναίκα σου πρέπει εσένα σήμερα κι όχι γι' άντρας. +Εγώ σηκώνομαι με το Φώτο και φεύγουμε. Για το πού 'νε το Ρωμέικο, +ουδ' εδώ, στην Άρτα. + +Τα λόγι' αυτά τ' αντριωμένα της Βασίλως τον εζεμάτισαν το Λάμπρο, κι +ανατινάχτηκε αδάκρυτος από τον τόπο του, σα λαβωμένο λάφι. + + — Να φύγουμε, είπε, να φύγουμε. Δεν είν' άλλη προκοπή, δεν είν' άλλο +σελιαμέτι. Να νυχτώση και να φύγουμε. Τοίμασε, Βασίλω, να φορτώσουμε. +Ό,τι να φορτώσουμε στο ντουρί και να φύγουμε. + +*** + +Νύχτωσε. + +Χαμηλά, τα βάθη του κάμπου τα πλάκωνε μια σκοτεινάδα αριά και κάπου +κάπου μόλις ξεχώριζαν ανάμεσα στα χωράφια τα σπιτάκια των ζευγάδων +Σουλιωτών, αλαργεμένα τόν' απ' τ' άλλο. Φιδωτό το ποτάμι στα λιβάδια, +σέρνονταν προς το πέλαγο σιγαλινά κι αργά πολύ, σαν πεζόδρομος, οπού +διαβαίνοντας γλήγορος κακοτράχαλα και δυσκολοπάτητα βουνά, πέφτει +στερνά στον απλωτό κάμπο, όθε ξαγναντίζει το καλύβι του, και +κοντοκρατάει την περπατησιά του και πάει σιγά σιγά, ξαποσταίνοντας +και ξιδρώνοντας. Ο ουρανός απάνου γιόμοζε απ' αμέτρητ' αστέρια. Το +σπίτι του Λάμπρου Ζάρμπα, σα νάνοιθε — το δόλιο! — τη συφορά που του +μέλλονταν, τη μοναξιά, την κλεισμάρα και την ερήμωση που θα το +δέχονταν, έστεκε μες το ριζοβούνι, ορθό, ατάραγο, σκηθρωπό, +παραπονεμένο, σα χαροκαμένος ήρωγας, οπ' αν του στέρφεψαν η πολλές +συφορές τα δάκρυα, νοιώθει όμως τ' ανεμόχολο να φουσκώνη στα στήθια +του μέσα και το χαλασμό να του πλακώνη βαριά την καρδιά. Ολόγυρά του +και μέσα του βασίλευε νέκρα και σιωπή. Μοναχά το ποτάμι μούγγριζε +δίπλα του, σα να τούλεγε ότι το μούγγρισμ' αυτό θα νάχη από δω και +πέρα συντροφιά και κουβέντα του, ως που ο καιρός κ' η βροχές θα να το +σωριάσουν στα ρέματά του. + +Ο Φώτος είχε τραβήξει με τάλογο φορτωμένο κατά το δρόμο της Λάκκας. Ο +Λάμπρος κ' η γυναίκα του καθόνταν στα πεζούλια της αυλής σιωπηλοί, +καρτερώντας να σφίξη καλά το σκοτάδι για να κινήσουν κι αυτοί. + +Πέρασεν αρκετή ώρα. Ύστερα δυο τρεις ηχεροί κρότοι και λίγες +πατημασιές τάραξαν για τελευταία βολά την ερημιά τούτη. Ήταν τα +στριφογυρίσματα του κλειδιού της πόρτας του σπιτιού και τα πατήματα +του Λάμπρου και της Βασίλως, οπώφευγαν από τα χώματά τους δίχως +μιλιά, δίχως δάκρυα. + +*** + +Ο δρόμος, λιθοστρωμένος κάπου κάπου από τον καιρό τ' Αλήπασ' ακόμα, +ακολουθάει την ποταμιά κι ανεβαίνοντας κατά τη Λάκκα πέφτει μέσα στα +βάθη των Στενών του Σουλιού. Εδώ βογγάει ο ποταμός σα στοιχιό και +χτυπάει από 'να βράχο σ' άλλονε τ' αφρισμένα νερά του. Λίγες λεύκες +χιλιόχρονες στολίζουν τους όχτους του. Δεξιά και ζερβιά τα βουνά +σηκώνονται μεσουρανής ορθά και κατάκρημνα, όλο στεφάνια και ζωνάρια +σπαρμένα με αγριοπρίναρα. Ζερβιά μεριά στάθηκε ο Φώτος με τάλογο για +να καρτερέση. Μες εκεί που ολομόναχο στενό και δυσέβρετο μονοπάτι +φέρνει, από τα χρόνια εκείνα της παλληκαριάς και του πολέμου, από το +ποτάμι στο Κακοσούλι απάνου, κι οπού τ' ανέβαιναν τότες η +Σουλιώτισσες ζαλικωμένες με βαρέλες νερό και τραγουδώντας. + +Το σκοτάδι πίσσα περίγυρα. Κάτι λίγο ξεχώριζε μπροστά του τ' άσπρο +ρέμμα του ποταμού που μούγγριζε σα να τον φοβέριζε να τον καταπιή. +Και ψηλά ψηλά, μες τα κράκουρα, ξανοίγονταν απάν' από τα βουνά στενή +μακρουλή λουρίδα αστερωμένου ουρανού. Έδεσε τ' άλογο σε μια λεύκα ο +Φώτος κι ακούμπησε κι αυτός σ' ένα κοντρί κεβυθίστηκε σε συλλοή. Ούτ' +εφαίνονταν αν ζούσε χωμένος μέσα στον άδη τούτο τ' απάνου κόσμου. + +Σε λίγην ώρα όμως, ξάφνου, πετιέται ορθός σα μαχαιρωμένος, αγκαλιάζει +τ' αλόγου του το λαιμό και του καταφιλεί το μέτωπο με δάκρυα και με +τέτοια θλιβερά λόγια, μισοκομέν' από λυγμούς. + + — Κακότυχέ μου ντουρί, δε θα λα ιδής άλλη βολά τώρα τη Χάιδω την +ώμορφη, δε θα λα σου χαϊδέψη πάλε τη χιούτη σου με τα μαρμαρένια της +χέρια, δε θα λα σε ταγίση άλλη βολά το βρώμι στην πλουμισμένη της +ποδιά. Πάει, απ' απόψε η Χάιδω μας χάνει. Πώς θα λα τον φτουρίσουμε +αυτόν το μισεμό Κακότυχέ μου ντουρί, κακότυχε μου ντουρί. . . + +Τώρα και πέντε χρόνια πέρναγ' από την Άρτα. + +Μέσα στο περιαύλι της Πυργιορίτσας μου δείξαν τον τάφο του κακότυχου +Φώτου. Και κλαίοντας ο πατέρας του ο ίδιος, ο Λάμπρος Ζάρμπας, μου +διηγήθηκε την ιστορία του. + + — Δε θα λα τον λησμονήσω ποτές το Φώτο μου, μούλεγε, τι μώχει κάψει +του μαύρου την καρδιά με το θάνατό του. Και κατά την παραγγολή που μ' +άφινε στο ψυχομάχημά του, θα λα ξεθάψω μια μέρα τα κοκκαλάκια του και +θα λα τα πάω στο Σούλι, γιατ' ο καϋμός του Σουλιού εστάθηκε θάνατός +του. + + — Κι' ο καϋμός της Χάιδως. + +Είπα γω με το νου μου. + + + +ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ +ΤΗΣ ΚΑΣΤΡΙΤΣΑΣ + + + +Με το καϊκάκι το βράδυ βράδυ προς το ηλιοβασίλεμμα, πλέοντας τη +νερατόστρωτη λίμνη, βγήκαμεν από τη Σκάλα του Κάστρου σε μιάμισην ώρα +εις τ' αντίπερα βουνό της Καστρίτσας κατά το μύλο του Βεήπ Εφέντη. Ο +μύλος τούτος βρίσκεται στα βάθη της λίμνης, κατά την όχθη, μέσα σε +πυκνόν καλαμιώνα. Στρέφεται με τα νερά της κι απαντιέται απ' αυτά με +ψηλό και κουρασανόχτιστον τοίχο. Κ' έχει αποκάτω του τη μεγάλη και +παλιά καταβόθρα της λίμνης τη Βοϊνίκοβα, όπου χάνονται τα νερά που +τόνε κινούν. Την άνοιξη όμως και το καλοκαίρι μονάχα δουλεύει, κι +αλέθει τα γεννήματα των γύρωθε χωριών του κάμπου, γιατί το χινόπωρο +και το χειμώνα από τες πολλές βροχές κι από τα χιονόνερα που λυόνουν +στα βουνά και κατεβαίνουν στους κάμπους πλημμυρίζ' η λίμνη και τον +αποσκεπάζει ολότελα. + +Απάνω από το μύλο διαβαίνει ξύρριζα στο βουνό το λιθοστρωμένο +ντερβένι του Μετσόβου. Μονοπάτι μικρό, οπού πολλές βολές το χάναμε +μπροστά μας, μας έφερεν ύστερ' από λίγον ανήφορο ανάμεσ' από βράχους +κι απ' αγκαθερές φυτιές στο μοναστήρι ψηλά. Το μοναστήρι είνε +τεσσεράγκωνο με ψηλούς και πλατιούς τοίχους και με σιδερένιες χοντρές +πόρτες. Μέσα στο περιαύλι είνε τα κελλιά, η αποθήκες κ' η στέρνα του, +και καταμεσής η εκκλησιά, μικρή σταυρωτή εκκλησιά, χτισμένη απάνου σε +μεγάλα θεμέλια παλιού ελληνικού ιερού, μ' ώμορφες ζωγραφιές μέσα και +με ψηλήν τούρλα, οπού πηδάει απάνω από τη στέγη κι οπόχει κακότεχνα +χαραγμένα στο κουρασάνι της τα γράμματα &τ ο γ'&, επιγραφή ίσως του +καιρού που χτίστηκε. Έχει και μια στενή πλακοστρωμένη αυλή γύρω. + +Ήτον η 23 Τρυγητή, μέρα τ' Άιγιαννιού, και το μοναστήρι πανηγύριζε. +Γι' αυτό τα κελλιά όλα κ' η κρεββάτες του, κι η αποθήκες και τα +χαμώγια κ' η αυλή κ' η εκκλησιά ακόμα μέσα ήταν πέρα πέρα πιασμέν' +από πλήθη προσκυνητών, οπούχαν συμμαζωχτή εκεί μες απ' τα Γιάννινα κι +απ' τα χωριά ολόγυρα. Φτάσαμ' εκεί νύχτα εμείς. Ο καλόγερος +αναγκάστηκε να μας φιλοξενήση στο δικό του κελλί και να μας παραδώκη +για την επίλοιπη περιποίηση στα χέρια τ' αναγνώστη του μοναστηριού, +ενός προθυμοτάτου και ξυπνού χωριατόπουλου, γιατ' αυτός έτρεχεν όξω +εδώ κ' εκεί να καταλαρώση το πολύληθο κι ανήσυχο πνευματικό του +κοπάδι. Ο καλόγερος οπού δε δείχνονταν και τόσο ζωηρός, δεν αγαπούσε +πολύ, φαίνεται, και την καψοπαστράδα. Γιατί το κελλί του ώμοιαζε +στάνη, καλύβι τσοπάνικο, γιομάτο λύγδες και στρωσίδια και διπλάρια +χοντρά μάλλινα. Οι τοίχοι ήταν κατάμαυροι σαν τοίχοι καπνισμένης +σπηλιάς κι ο μικρός λύχνος που φώτιζε θαμπός και μισόφωτος τον απλό +δείπνο μας, έβγαζε μια αφόρετη βαριά μυρουδιά πολυκαιρισμένου λαδιού. +Θαμπότερο όμως ήτον το μικρό καντυλάκι, που σε μια αραχνιασμένη γωνιά +έλουε με το νυσταγμένο του φως τρεις μεγάλες γυμνές εικόνες, που απ' +την πολυκαιριά ούτε ξεχώριζαν ζωγραφιές και πρόσωπ' απανωθέ τους. +Ολόγυρα κρέμονταν από σιδερένια καρφιά κι από πουρναρένια παλούκια +μπηγμένα μέσα στους τοίχους σχισμένα και καταλερωμένα ράσα, δυο +μεγάλες λαγήνες απ' ασπρόχωμα, μια φοβερή πλόσκα χαλκωματένια γιομάτη +από λάδι και τότε γλήγωρα καλαϊσμένη, δώδεκα αραδιαστές σκορδαρμάθες +περασμένες απάνω σε καπνισμένη δοκάρα κ' ένα ζευγάρι δεκανίκια από +κρανιά. Κι' απάνω στα ράφια μαύριζαν λίγες φυλλάδες η μια απάνω στην +άλλη, σκεπασμένες με παχιά σκόνη ποιος ξέρει από τι καιρό, ένα +μπρούζινο καλαμάρι μικρό και μια μαύρη παλιά καλογερική σκούφια. + +Ύστερ' από το δείπνο, πούταν λιάνωμα, ψημμένο βετούλι, βγήκαμε κ' +εμείς στην αυλή όξω. Στη μέση της είχε στηθή ολόρθος μασαλάς +σιδερένιος κι απάνω του καίονταν αδιάκοπα χοντρές σχίζες δαδιού +πώχυναν γύρα φανταστική αναλαμπή και βαριά μυρουδιά κ' εγιόμοζαν τον +αγέρα από σύγνεφα μαύρου κατάπυκνου καπνού. Οι πανηγυριστάδες, σα να +μην έφταναν οι αμέτρητοι εκείνοι πούχαμεν εύρει εμείς εκεί, +εξακολουθούσαν νάρχωνται ακόμα μπουλούκια μπουλούκια και +καλοφορεμένοι όλοι τους. Κατά τα μεσάνυχτα άρχισεν ο χορός, μεγάλος +και συρτός χορός γύρ' από το μασαλά. Τον έσερναν τρεις Αρβανίτες +δραγάτες, από κείνους που παίρνουν πάντα μεράδι στα πανηγύρια και +στους γάμους των χωριών που βρίσκονται, φορτωμένοι με τες βαριές +κάπες τους, με διπλές αρμαθιές φουσέκια απάνω στα στήθια σε τόπο +σταυρωτού που φορούσαν μια φορά οι κλέφτες, με ζευγάρι πιστόλες +μαλαμοκαπνισμένες στο σελιάχι και με καινούρια τουφέκια μαρτίνι στους +ώμους τους. Κι' ακολουθούσε από κοντά συγκρατούμενη η λεβεντιά των +χωριών, αντρειωμένοι παλληκαράδες και ροδοπρόσωποι, που τους +τραγουδούσαν· γιατ' οι Αρβανίτες δεν ήξεραν τα ρωμέικα τραγούδια να +ειπούν, και το χορό πώσερναν, τον έσερναν κι αυτόν μηχανικά κι όπως +ήθελαν. Κ' έφερνε κάθε τόσο τους γύρους της από στόμα σε στόμα η +πλόσκα με το κρασί, σα να χόρευε κι αυτή ανάμεσα στους +πανηγυριστάδες. Ως πούρθαν στο κέφι οι Αρβανίτες και δε δείλιασαν να +ειπούν τότε κι αυτοί τα τραγούδια τους, αδιάφορο αν μετρητοί από τους +μαζωμένους περίγυρα τους καταλαβαίναν. Ούτε λόγον ειμπόρεσα να +κατακρατήσω κ' εγώ στο νου μου άλλον από τα γυρίσματα που συχνά συχνά +ξανάλεγαν «Γκιολέκκα μορ Γκιολέκκα» και «ω μπυρ ω μπυρ Αλή-πασά». Και +σαν απόστασαν ύστερα κομμένοι και καταϊδρωμένοι κι οι τρεις, +τραβήχτηκαν από το χορό, κ' επήραν αράδα 'ς αυτόν τα χωριατόπουλα +μπάζοντες τώρα μια μια και πολλές από τες γυναίκες τους. Τα τραγούδια +τους ήταν όλα τραγούδια της ζωής τους, του χωραφιού, της στάνης, του +καλυβιού, της δουλιάς και της αγάπης τραγούδια και κάπου κάπου και +κανένα της ξενιτιάς. Κλέφτικο όμως τραγούδι ουδ' ένα δεν άκουσα. Μα +κι ο χορός τους ακόμα δεν ήτον ο πολύδιπλος και ζωηρός εκείνος χορός +οπώβλεπα στα χωριά των βουνών. Συρτός, ολόστρωτος και σιγαληνότατος +χορός, παρόμοιος με πλεούμενην αρμάδα βαρκούλες, οπού οι ναύτες με τα +κουπιά τρεις τες σπρώχνουν μπροστά και μια τες γυρίζουν πίσω. Μικρά +ξυπόλυτα και ξεσκούφωτα παιδαρέλια, πηδώντας στη μέση τ' ανοιχτού +χορού σύμφωνα με του τραγουδιού το σκοπό και την αρμονία, έτρεφαν +βολές βολές με τα δαυλιά την πύρα του μασαλά. + +Πολύ λίγοι έκλεισαν εδώ μάτι τη νύχτα κείνη. Την αυγή από βαθύν +όρθρο, ως που να βγη ο ήλιος, λειτούργησεν η εκκλησιά, όπου μ' όλο το +νυχτερό γλέντι παρευρέθηκαν ολόρθοι οι πανηγυριστάδες. Κι' όταν +πρωτόρριχνε ο ήλιος τες αχτίδες του κατά την πεδιάδα από τα ψηλά +κορφοβούνια του Πίνδου κ' η εκκλησιά απολειτούργησε, όλος ο κόσμος +εκείνος ο αμέτρητος του πανηγυριού χύθηκε στες ράχες του βουνού +απάνω, ανάμεσα στα χαλάσματα. Κατάρραχα το βουνό της Καστρίτσας +ανοίγεται απλωτό και καλόχτιστο και πέφτει σιγά σιγά κι ομαλά κατά +την άκρα του προς τη λίμνη. Τ' απλωτό τούτο σιάδι είνε ζόρκο από +δέντρα και κατασκεπασμένο από ρεπιθέμελα και χαλάσματ' αμέτρητα, από +ναούς, από τάφους, από παλάτια, από στέρνες και βρύσες του καιρού των +Ελλήνων, των Ρωμέων και των Βυζαντινών κι ολούθε απάνω ξεθάφτονται +κάθε τόσο από τον καλόγερο κι από τους χωρικούς σκέλεθρ' ανθρωπινά, +παλιές μονέδες και στολίδια ακριβά κι αξετίμωτα. Και γύρα, κατά τες +άκρες, που τα πλευρά του κατεβαίνουν στον κάμπο βραχόσπαρτα, ζώνεται +το βουνό με καταχαλασμένα θεμέλια πολύγωνου κάστρου, γιομάτου πύργους +και παραπόρτια, χτισμένου πρώτα με μεγάλα χοντροκομμένα πελασγικά +ξηρολίθια κ' ύστερα με μικρά λιανολίθαρα συγκολλημένα μ' ασβεστόχωμα +και με βύσαλα. Τα μεγάλα πελασγικά χάλαρα, προσαρμοσμένα τόσο +πιτήδεια τόνα με τ' άλλο, με κάτι μικρούλες σφίνες κάπου κάπου +ανάμεσα, δείχνουν τη μεγάλ' υπομονή και την τέχνη των χεριών που +τάχτιζαν. Λάμπουν και σήμερ' ακόμα τα γιαλιστερά μάρμαρα του +παλατιού. + +Και το πλατύχωρο του τόπου, η λαμπρότη κ' η μεγαλοπρέπεια των +χαλασμάτων ύστερ' από τόσες χιλιάδες χρόνια αφ' όντας χτίσθηκαν, τα +στολίδια κ' η μονέδες οπού ξεθάφτονται, κ' η θέση αυτή τους ακόμα +κοντά στη λίμνη κι απάνω σε βουνό, μες τη μέση της χώρας των Μολοσσών +και κατάστρατα του δερβενιού που φέρνει από την Ήπειρο στη Θεσσαλία, +δείχνουν πως, μια βολά, μεγάλη και περίφημη πολιτεία ηπειρωτική +ακούονταν εδώ δα, που ποιος ξέρει πότε θα να φανερωθούν τάχα το όνομά +της κ' η ιστορία της. Αυτοί που κατοικούν τον κάμπο ολόγυρά της λένε, +καθώς μαθαίνουν από παπούν και γονιό, ότι τα κάστρ' αυτά ήταν θρόνος +βασιλιά μεγάλου μια μέρα και δείχνουν καταμεσής των χαλασμάτων εις +έναν όχτο απάνω, οπ' αγναντεύει δεξιά ζερβιά κι ολόγυρα ολούθε τον +κάμπο, «το μνήμα της βασιλοπούλας». + +Και λένε για το χαλασμό της οι ίδιοι, πώς Αλαμάνοι κουρσάροι την +είχαν τριγυρισμένη έναν καιρό, και σα δε μπόρεσαν με την παληκαριά να +την πατήσουν, διάλεξαν σύμμαχό τους την πονηριά και το δόλο. Πήραν +ξελάκκου ένα κοπάδι κριάρια μια νύχτα σκοταδερή, δίχως αστροφεγγιά +και σελήνη, δέσαν στα κέρατά τους λαμπάδες αναμμένες και φρύγανα και +σαλαγώντας τα σκάρισαν από τον κάμπο στον ανατολικόν ανήφορο του +βουνού κατά το κάστρο απάνω, φωνάζοντας κι αυτοί και τραγουδώντας. +Βλέποντας το πλήθος των φώτων που κινούνταν κι οπώρχουνταν κατ' απάνω +με σάλαγο και με χλαλοή οι άγρυπνοι του κάστρου φυλαχτάδες, νοιώθουν +πως οι Αλαμανοί χούμησαν να τους πατήσουν· κράζουνε στ' άρματα το +λαό, κ' οι πολεμιστάδες τετραπάνωτοι, πλακώνουν κι αραδιάζονται +αρματωμένοι κι ακράτητοι απάνω στες τάπιες. Κ' οι Αλαμανοί, απ' άλλη +μεριά, από κει πούχαν αφεθή τα τείχι' αφύλαχτα κ' έρημα, χυμάν και +κρυφά μπαίνουν στα κάστρα μέσα και την πατούν την πολιτεία και +σφάζουν και χαλνούνε και σκλαβώνουν. Απάνω από τριάντα χιλιάδες λαό, +λένε οι χωρικοί σήμερα, έπαιρνε η πολιτεία αυτή τότε. + +Παύλε Αιμίλιε! Σκληρέ κι άπονε πολέμαρχε της Ρώμης! Ποιος ξέρει με +πόσων γυναικοπαίδων σκλαβιά χόρτασες εδώ δα τα βάρβαρα πάθη σου! Απ' +άκρη 'ς άκρη στην Ήπειρο σήμερα, σε κάθε κορφή, σε κάθε χαμήλωμα +βουνού, σε κάθε όχτο κάμπου, σε κάθε περιγιάλι και σε κάθε +ακροποταμιά, τα ρεπιθεμέλα και τα χαλάσματα των κάστρων και των ναών +που αναποδογύρισε η αλύγιστη σπάθη σου, σωριασμένα πέτρα απάνου σε +πέτρα, σηκώνονται ολούθε σα μεγάλα και βαριά αναθέματα στ' άγριο κ' +αιματόχαρο όνομά σου! + +*** + +Από την κορφή του βουνού της Καστρίτσας ανοίγεται μπροστά στα μάτια +του περιηγητού μεγάλο πανόραμα κ' έμμορφο. Ο ουρανός απλώνεται απάνω +καθάριος και γαλανός κι από τ' αμέτρητα κι ανερεύνητα ύψη του χύνει ο +χινοπωριάτικος ήλιος τες θαλπερές του αχτίδες στην πλάση κάτω, που +προβάλλει σα νιόπαντρη γυναίκα, ζωηρή, γιομάτη φως και χρώματα κι +ωμορφιά. Δεξά ο κάμπος, μοιρασμένος από τους ζευγολάτες αδερφικά 'ς +ίσια και κανονικά τετράγωνα κομμάτια, αναχαράζει κι ακαρτερεί ώρα 'ς +ώρα ταλέτρια και τα καματερά, να διαβούν από πάνω του και να τον +οργώσουν. Ζερβά η λίμνη ατάραχη, απλωτερή, ολόστρωτη και μακρουλή, με +το χαϊδεμμένο κι ακριβό νησάκι της μες τη μέση και με τον καλαμιώνα +περίγυρα, καθρεφτίζει στα βάθη της, σα να σφίγγη απάνου στα στήθη της +ερωτικά τον γαλανόν ουρανό και τ' αντίπερα καμαρωμένο βουνό της. +Κάπου κάπου οργώνει τα νερά της κανένα καϊκάκι. Ανάλαφρη κι αγανή +καταχνιά σηκώνεται σα σινδόνι από πάνω της σαν καιάμενου λιβανιού +καπνός. Κατά τες δυτικές Οχθιές της, που ανάμεσ' απ' αυτή κι από +σειρά χαμηλών βουνών απλωμένων από βοριά σε νότο σχηματίζεται μια +μικρή κοιλάδα, στενή λουρίδα, που ανταμώνει τον πέρα με τον δώθε +πλατύκαμπο, συμπυκνώνεται η πόλη του Γιαννίνου σε μεγάλο άπλωμα, με +τα βυζαντινά κι αλή-πασαλήτικα κάστρα της, χωμένα μέσα στη λίμνη, με +τους στενούς και λιθόστρωτους δρόμους, τα παλιά σπίτια και σαράγια, +τα μπεζιστένια, τες εκκλησιές και τα σκολιά, με τες πικνές σκεπές και +τα πολλά δέντρα και με τους δεκαοχτώ μιναρέδες της, που με περίσσιο +θράσο πετιούνται απάνου από κάθε χτίριο και κάθε κλαρί κι οπού τα +κατακίτρινα μεσοφέγγαρά τους αστραποβολούν στον ήλιο. Κι' ολοτρόγυρα +τα Καμποχώρια, αμέτρητα μικρά και μεγάλα χωριά, που στολίζουν με τα +σπιτάκια τους κάθε όχτο κάμπο και κάθε ριζό βουνού. Κι' ολόγυρ' από +τα χωριά κι από τον κάμπο ορθώνονται σα φράχτες και σα ταμπούρια, οι +λόφοι, τα χαμηλώματα των γύρωθε βουνών, οπ' αναβαίνοντας απανωτά σα +σκαλοπάτια σχηματίζουν σιγά σιγά τα ψηλά κι άγρια και κακοτράχαλα +καταρράχια του Πίνδου, του Σουλιού και του Δέλβινου, που κλειούν +περίγυρα σα γιγάντιες κορνίζες, τη μεγάλη αυτή κι ωμμορφότατη εικόνα. +Και τα καταρράχια αυτά όλα πλυμένα τώρ' από τα πρωτοβρόχια +τοιμάζονται να καρτερέσουν απάνω τους τα χιόνια και τ' αστροπελέκια +και τα δρολάπια του κακού χειμώνα, ζόρκ' από δάσα γιατ' έχουν πέσει +τα φύλλα τους κ' έρημ' από κοπάδια γιατ' ολοένα κατέβαιναν τότε στα +χειμαδιά κ' επλημμυρίζαν δαιδάλαια κι απλωτερά τα λιβάδια του κάμπου +πέρα και τα ριζοβούνια. + +— Αλλά και στην κορφή του βουνού απάνω το όραμα της ημέρας εκείνης +ήτον εμμορφώτατο. Τρεις χιλιάδες και πλειότερες πανηγυριστάδες τήραε +κανένας σκορπισμένες ανάμεσα στ' ανοιχτά ρεπιθεμέλα των παλαιών +χτιρίων. Έλεγες ότ' είχαν συκωθή σύγκορμοι από τους τάφους των οι +παλιοί κάτοικοι της μεγάλης αυτής και ξακουσμένης των Μολοσσών +πολιτείας. Κ' εσυγχίζονταν κ' επαρδάλωναν κατά τους σωρούς η φορεσιές +κ' η φυσιογνωμίες των χιλιάδων εκείνων. Κ' είχεν ολομπροστά του ο +παρατηρητής σχεδόν όλες τες ενδυμασιές κι όλες τες φυσιογνωμίες των +λαών της Ηπείρου. Όχι βέβαια γιατί φρόντισαν να κατεβούν τούτοι +κατευθείαν από τα μέρη τους στο πανηγύρι. Αλλά γιατί τυχαίνουν να +βρίσκωνται καθημερινώς στα Γιάννινα μέσα. Κ' έβλεπες τους Γιαννιώτες, +τους παλιούς Γιαννιώτες, τους Ζαγορίσιους και τους Πρεβεζάνους με +τους πανένιους τσουμπέδες τους σκουροχρωματισμένους, τες μακριές και +παχιές γούνες, τα κατακκόκινα φέσια τους, τες ευγενικές, κάτασπρες +και κάλοψες σάρκες τους, τους Αρτινούς, τους Σουλιώτες και τους +Αρβανιτάδες, φουστανελλοφόρους, μ' αλαφρούς άσπρους σκούφους στα +κεφάλια τους, αλλά με διαφορετικές φυσιογνωμίες, τους Αρτινούς με την +πονηριά και την εξυπνάδα στα μάτια, τους Σουλιώτες με την περηφάνια +στο μέτωπο και την πολεμικότη στο κορμί όλο, τους Αρβανίτες, τους +Λιάπιδες με τη μπέσα και την εκδίκηση και τους Τσάμιδες με την +απιστία και το δόλο στο στόμα· του Πίνδου τους λαούς τους βλαχόφωνους +με τες κοντές φουστανέλλες και με τα χονδρά μάλλινα τσιπούνια τους, +άσπρα και μαύρα, ανθρώπους του βουνού, προβατάριδες, τραχιούς, +απονήρευτους, αγαθούς, μ' αόριστες ματιές, με παχιές άντζες, με +στήθια ολάνοιχτα και δασιά και με την καρδιά στα χείλη· τους +κατοίκους των περιχώρων της Κόνιτσας και του Δέλβινου, τους +γνωρισμένους χτίστες και βαρελάδες, που μαύριζαν σαν καλιακούδες με +τες μακρυές κι ολόμαυρες ενδυμασιές και τα πουτούρια τους· όμως +πολυπληθέστεροι απ' όλους ήταν οι χωρικοί του Γιαννίνου, με τ' άσπρα +φορέματα και τες χοντρές μπαρμπούτες, με τα ρωμαλέα κορμιά και τες +κάκοψες μορφές, άνθρωποι του δικελλιού και της αλετροπόδας όλοι. + +Παρόμοιες μ' αυτούς είνε κ' η γυναίκες τους, με τη διαφορά ότι τούτες +καταφορτώνονται από βαριά ασημένια και μαλαμοκαπνισμένα στολίδια από +το κεφάλι ως τη μέση κι ότι κάπου κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται, σαν +την αγράμπελη ανάμεσα στα βάτα, και καμμιά υποφερτή εμμορφιά. Η +γυναίκες του Σουλιού και των Κατσανοχωριών φοράν σιγγούνια πολύλοξα +κι ολίγα στολίδια· είνε ψηλές όμως σκληρομαθημένες και περήφανες, με +μέτριαν Εμμορφιά κι αυτές, αλλά με τη δυσκολόβρετην αξιάδα να πιάνουν +στα δουλευτικά χέρια τους με την ίδια πιτηδειοσύνη και τ' αλέτρι και +το τουφέκι, η λεβέντισες. Έρχοντ' ύστερα η Ζαγορίσσιες κι η Βλάχισσες +του Πίνδου, που δένουν τόσ' ώμορφα το μαντηλάκι τους στο κεφάλι και +που συνειθίζουν να περικεντούν με κόκκινα και πλουμερά μεταξωτά +γαϊτάνια τες καλοκομμένες κι αρμονικά ταιρισμένες στο λιγερό τους +κορμί σάρικες· ανάμεσα σε τούτες η ωμορφιά δεν είνε σπάνια, κι όπου +βρίσκεται προβάλλει στην εντέλεια, κ' ίσα ίσα κατ' αυτό πλειότερο +παραλλάζουν από τες γυναίκες της Κόνιτσας. Κι' όλες η γυναίκες της +Ηπείρου φοράν μαύρα. Τ' Αργυρόκαστρου μοναχά και του Δελβιναμιού η +γυναίκες, παντού ξεχωρίζουν για την ασπράδα της φορεσιάς και την +ασπράδα της ώμορφης όψης των αντάμα. Και στερνές η γυναίκες του +Γιαννίνου, κ' έπειτα της Άρτας και της Πρέβεζας, που με τα ίδια +μεταξωτά κι ατλαζένια και λαχουριά απλά φουστάνια φοριούνται, +ντύνονται με τα ίδια απαλά κοντογούνια και με το ίδιο μαύρο γεμενί +δένουν στον ίδιο τρόπο τα μαυροπλέξουδα κεφάλια τους. Η ευγένεια κ' η +λεπτότη τούτων εδώ ξεχωρίζει από μακριά ανάμεσα στες άλλες ομόφυλλές +του. Παρόμοια κι η γλυκιά, η μαλακή κι ήμερη εκείνη προφορά τους, +όντας μιλούν κι όντας τραγουδάνε. Ξεχωρίζουν όμως κ' η μία από την +άλλη κατά την ωμορφιά και τα σημάδια του κορμιού των. Και τον +ξεχωρισμό τούτο φανερώνει και το χαριτωμένο τραγούδι, που γεννήθηκ' +εκεί σε παλιά χρόνια κι' ακόμα ζη αθάνατο κι άγγιχτο από στόμα σε +στόμα: + + Στα Γιάννινα είν' η ώμορφες, στην Άρτα η μαυρομμάτες + Και στην καϋμένη Πρέβεζα κοντούλες και γιομάτες. + +Όλες αυτές η ηπειρωτικές μορφές είχαν συμμαζωχθή την ημέρα εκείνη +απάνου στα πλατιά της Καστρίτσας χαλάσματα. Όλ' αυτά τα ηπειρωτικά +πλήθια συνειθίζουν μια φορά κάθε χρόνο κατά τον Τρυγητή να ξυπνάν με +τον ποδοβολητό και με τες φωνές τους από τον χιλιόχρονο ύπνο τους +τους παλιούς αντίλαλους των σκόρπιων και θλιβερών χαλασμάτων της +ερημωμένης Καστρίτσας. Τα παιδιά τα μικρά κ' η κοπέλλες έτρεχαν εδώ +κ' εκεί, σαν πεταλούδες, κ' εμάζευαν χεριές χεριές τα χινοπωριάτικα +τ' αγριολούλουδα. Οι παλληκαράδες δοκίμαζαν να σηκώσουν απάνου χοντρά +χάλαρα, θεμέλια ποιος ξέρει τίνων σπιτιών, και πλάκες θεριωμένες, +σκεπάσματα τις ξέρει ποιανών πεθαμένων. Κ' εθύμιζαν έτσι τους +αντρειωμένους αγαπητικούς της βασιλοπούλας του τραγουδιού, οπ' +αγωνίζονταν ποιος να σηκώση τον παλαιγό βράχο, το ριζωμένο λιθάρι, +που κοίτονταν μέσα στο περιβόλι της, στη μέση στην αυλή της, για να +την πάρη γυναίκα του, καθώς τους είχε τάξει. Οι άντρες και με τα +μάτια και με τα χέρια και με τα λόγια έδειχναν τον τρανό θαυμασμό +τους για τα έργατα των παπούδων τους, και κάποτε κάποτε δε +λησμονούσαν να ρίχνουν βαριά κατάρα και φοβερό ανάθεμα σ' εκείνους +τους άθεους που τα χάλασαν και τα ξεχώνιασαν. Κ' έτρεχαν όλοι μαζί +από πόρτα σε πόρτα κι από προμαχώνα σε προμαχώνα. Κάποιος έβλεπε +δίπλα στους παραστάτες καμμιάς πόρτας από μέσα μεγάλες τετράγωνες +τρύπες ως βαθιά στον τοίχο χωμένες κ' εφώναζε: — «Μωρέ, τηράτε· με +ξύλινους σύρτες αμπάρωναν σαν εμάς τες πόρτες τους κ' οι παλιοί. Να η +τρύπες από τους σύρτες! .» — Κάπου εύρισκε ο άλλος στη γη κάνα +κομμάτι αγγειό πήλινο, είτε καμμιά πέτρα καλοπελεκημένη ή κάνα παλιό +κόκκαλο ανθρωπινό ξεθαμμένο από τους τάφους και συμπυκνώνονταν εκεί +ολόγυρά του οι άλλοι απανωτοί για να ιδούν, για να πιάκουν κι αυτοί +για να περιεργαστούν. Κ' έλεγε ο καθένας το θαυμαστικό λόγο του. Κι' +όταν ο γούμενος έβγαλε κ' έδειξ' εκεί μπροστά ασημένιες μονέδες και +στολίδια μαλαματένια που ξέθαφτε κάποτε από τα μνήματα των χαλασμάτων +π' άνοιγε τακτικά, σαν το θεριό των λόγγων της Αραπιάς, είδα τους +καϋμένους χωριάτες να βγάζουν από τες λερωμένες κι αχαμνές σακούλες +τους μετζίτια ολάκερ' ασημένια και τάλλαρα και να τ' αλάζουν με τα +παλιά κείνα λείψανα, μόνο και μόνο για να τα κρεμάσουν σα γκόλφι και +φυλαχτό μαζύ με τους σταυρούς και τα κωνσταντινάτα απάνω στα φέσια +και στα χαϊμαλιά των μικρών παιδιών τους. Τ' απομεινάρια των +ειδωλολάτριδων Ελλήνων, οπού με τόση μανία και μίσος κατάτρεχαν και +τα χαλνούσαν οι πρώτοι χριστιανοί, οι σημερινοί χωρικοί μας τα θωρούν +άγια, γιομάτα γιατριά και δύναμη φυλαχτική. + +*** + +Δε μείναμε ως το τέλος του πανηγυριού. Ενώ κατεβαίναμε τα τατσάβραχα +προς τη λίμνη κατά το μεσημέρι, ακούγαμε ότι μας συνόδευε από πίσω το +κατηφόρισμά μας ποιμενικό τραγούδι, π' αντιλαλούσαν απ' αυτό τα +πλευρά του βουνού και τα τείχια του παλιού κάστρου. Ητον ο γιδάρης +του μοναστηριού, που τραγουδώντας κατέβαινε να ιδή τι να γίνωνται τα +βακούφικα, πούχαν μείνει την ημέρα κείνη για χάρι του πανηγυριού με +το μικρό κοπέλλι του και με δυο σκυλιά. Ολόγυρά μας από τα +χορταριασμένα κομμάτια της γης πρόβαλλαν ολόχαρα εδώ κ' εκεί τα +πρωτόλουβα λουλούδια του χινόπωρου, η ξανθές κυκλαμιές, που τες +ανάκραξαν ερωτικά από τα κλωνάρια του πριναριού οι συμπαθητικοί +καλογιάννοι με το μονότονο κ' επαναληπτικό, το γλυκό και χαριτωμένο +κελαϊδισμό τους. Κι' όντας εμπήκαμε στο καϊκάκι κ' ετράβηξε τα κουπιά +του κατά τα Γιάννινα ο γέρος καϊξής μας, σα νάκλειε με μαλαματένιο +κλειδί μέσα σε διαμαντένιο σεντούκι όλες εκείνες μας τες εντύπωσες +από τ' ωραίο πανηγύρι μας είπε: + + — Σα σήμερα το βράδυ, μωρέ παιδιά, μώλεγεν ο πατέρας μου, πως καθώς +γύρναγαν οι πανηγυρίσιοι στα Γιάννινα της στεριάς κι απέρναγαν από +τον πλάτανο τ' Αλήπασα, είδαν απόξω κει το σκοτομό του κλέφτη του +Κατσαντώνη και τ' αδερφού του. + + + +Η ΔΑΣΚΑΛΑ + + + +Ταξίδεψα κάποτε, — μας έλεγε ο Μήτρος, — με τη δασκάλα ενού χωριού. Ο +δρόμος μας ήτον μακρινός, κ' είχαμε συντροφιά το αγωγιάτη μας, δυο +μεσόκοπους πεζούς κ' ένα νιοστεφανωμένο αντρόγυνο. Η δασκάλα τότε +πρωτοπήγαινε στο χωριό, ύστερ' από τέσσερα πέντε χρόνια που μαθήτευε +τα σχολειά του Κεστοράτη. Ήτον ως δεκάξη δεκαεφτά χρονών κόρη, +ντροπαλή, λιγομίλητη, σεμνή, ροδοκόκκινη στο πρόσωπο και χαριτωμένη, +γιομάτη χυμό και νιότη, με δυο καστανά γλυκά μάτια, με καλοκαμωμένο +κορμί, μεστούς κόρφους και θρεμμένα κνήμια, καθώς δείχνονταν τούτα ως +απάνου ξέσκεπα, όταν ευρίσκονταν καβάλα το φουστάνι της δε βολούσε να +πέφτη κάτου και κάτου. Και μοναχή της να ταξίδευε με τον αγωγιάτη, +δεν εκιντύνευε ποτέ. Μα για κάθε κακό ένας δικός της την είχε +παραδώκει στην προστασία και στην ευθύνη του νιου τ' αντρόγυνου. + +Το βράδυ κονέψαμε σ' ένα μοναστήρι παλιό και μεγάλο, κατάστρατα στην +ερημιά. Όσο να φτάκουμ' εδώ, όλο τον κάμπο, που διαβήκαμε, τον +εσήκωσα με τα σωστά στο πόδι εγώ με τα τραγούδια και με τα εύθυμα +λόγια μου. Αλλ' ούτε λόγο, ούτε καν χαμόγελο ένα δε μπόρεσα να της +κλέψω της σκληρής. Το μοναστήρι είνε χτισμένο μέσα στο λόγγο. Έχει +ψηλούς τοίχους περίγυρα κι από μέσα τα κελλιά αραδιασμένα με τες +κρεββάτες τους, την πλακοστρωμένη αυλή με τα δέντρα της και το +εκκλησάκι, μικρούτσικο και παλιό, από τα χίλια εκατό, καθώς γράφει +στο νάρθηκά του, σκοτεινό, ήσυχο, όλο ευλάβεια και θρησκευτική +ανατριχίλα. Φάγαμε σένα τραπέζι κοινό, διπλοπόδι καταγής στρωμένοι, +ό,τ' έφερνε καθένας μαζή του κι ό,τι μας ψευτοτοίμασε ο φιλόξενος +καλόγερος του μοναστηριού. Πολλά λόγια για απόδειπνα δεν αλλάξαμε, +γιατί κι αποσταμέν' είμεσταν και την αυγή έπρεπε να ξυπνήσουμε +γλήγορα για να φύγουμε δίχως ήλιο. Και πλαγιάσαμε. + +Πλαγιάσαμε στην αυλή του μοναστηριού αραδαριά. Ήτον καλοκαίρι, θερτής +μήνας, που 'νε μια χαρά να κοιμάται κανένας όξω. Αλλά πού να βρω ύπνο +'γώ. Όχι γιατ' είχα κοντά μου προσάναμμα. Ο Θεός μάρτυράς μου. Η +δασκάλα κοιμώνταν πολύ μακριά, στην άκρη άκρη, πίσω από το νιο τ' +αντρόγυνο. Αλλά γιατ' όταν έτσι τυχαίνει να ξενυχτίζω στην οξοχή, η +όψη, η θεά της ξυπνάει κάποιο αίσθημα κρυφό κι άγνωρο μέσα μου, που +δε μπορώ να το λαρώσω. Κι' αγρύπναγα ξαπλωμένος αποκάτου από το +σκέπασμά μου, κυττάζοντας στον ξάστερο ουρανό το φεγγάρι, οπ' +αρμένιζε αγάλια αγάλια εκεί απάνου και περίχυνε με το λαμπρό του φως +όλη την πλάση κάτου. Οι ίσκιοι των δέντρων της αυλής έπεφταν σα +φαντάσματα γύρω μου κι απάνου στες σκεπές των κελλιών. Αεράκι δε +φύσαγε ολότελα. Φύλλο δεν εκουνώνταν. Νεκρίλα διάπλατη, σιωπή +βαθύτατη βασίλευε. Ούτε λαλίτσα νυχτοπουλιού, ούτε ήχος φλογέρας. +Ουδέ βάβισμα σκύλλου, ουδ' αγωγιάτη σαλαγή, ουδέ κυπρί ζώου δεν +αγροικάτο. Ο λογισμός μου πέταγε ελεύθερος, ανέμποδος και γοργός στ' +άπειρο τ' αψήλου κ' εδροσολογιέταν μέσα στα μυστικά κάλλια της +σεληνοφώτιτιστης νύχτας. Κάποτε κάποτε μούρχετο και να σηκωθώ, να +πεταχτώ όξω από το μοναστήρι και να χωθώ μέσα στα ρουμάνια του, να +μονιάσω σαν το θεριό. Μου φαινότουν πως έτσι μονάχα θα να 'βρεσκα +λαρωμό, πως έτσι θα να γλυκοκοιμιώμουν. Κι' όσο να σκάση της χαραγής +τ' άστρι στο καταρράχι του βουνού, κ' εγώ δε θυμάμαι πλια πόσα +γλυκομιλήματα κρυφά ν' άλλαξα με τη δροσερή και μοσχοβολισμένη εκείνη +νύχτα, σα βασίλεψε και το φεγγάρι στερνά και μας αφήκε στα σκοτεινά +έτσι ολομόναχους. + +Με τα πρώτα γλυκοχαράματα ξύπνησε ο γνοιαστικός αγωγιάτης, πριν να +φωνάξουν ακόμα τα ορνίθια, και κρένοντάς μας επήγε στα ζα του. Πρώτος +πετάχτηκα ορθός εγώ κ' εβγήκα στην οξώπορτα. Τον κοιμάμενο κάμπο +χαμηλά σκέπαζε σαν απέραντο πουπουλένιο πάπλωμα η νυχτερινή καταχνιά, +πυκνή και γαλάζια. Τον ανασασμό του τον ήσυχο κι απαλό, σαν εργατάρη, +σα ζευγά, μοσχοβολισμένον από τες ευωδιές των ανθών του, τον έφερνε +τον ανήφορο η χασκωτή και δασιά λαγκαδιά π' ανέβαινε ολόιση κατά το +κορφοβούνι. Μ' εχτύπησε του μοσχοβολισμού του η πλημμύρα τρικυμιστά +κι άξαφνα κι ανάσαναν βιαστικά και πνιχτά τα πνεμμόνια μου, σα να +βουτούσα μέσα σε μοσχοβολισμένο νερό άπατης λίμνης. Ε, και να κάτεχα +το γλυκό τόνειρο που νανούριζε την ώρα εκείνη τον κοιμάμενο κάμπο! + +Ακολούθησα τον αγωγιάτη με τα πράμματά του στη κοντινή βρύση που πήγε +να τα ποτίση. Τότες ξυπνούσαν και τα πουλάκια στα δέντρα κι άρχιζαν +τους κελαϊδισμούς των. Τότες ακούστηκαν και τα ορνίθια, από τα +σκόρπια ολόγυρα καλύβια στα λόγγα και στα χωράφια ανάμεσα. +Χλιμίντρησαν δυνατά και δυο μουλάρια, σα να χαιρέτιζαν κι αυτά τα +καϋμένα το γλυκοξημέρωμα, εκεί που δρόσιζαν τα διψασμένα ρουθούνια +τους στο νερό. Ο αγωγιάτης τ' αράδιασε ύστερ' από κουτσάκι σε +κουτσάκι σαμαριού με τα καπίστριά τους και τάσυρε κατά το μοναστήρι +σουρίζοντας. Κ' εγώ βρέχοντας στη βρυσούλα το πρόσωπό μου, +συλλογιζόμουν πόσες κρυόβρυσες τέτοιες, σε τέτοια παρόμοια μαγική +ώρα, έχουνε δροσέψει το θερμασμένο μου μέτωπο κ' ανοίξει τα βάρυπνα +μάτια μου με τα κρυσταλλόνερά τους. + +Όσο να γυρίσω 'γώ στο μοναστήρι είχαν σηκωθή κ' είχαν φορτώσει κιόλας +οι άλλοι. Βγήκα στερνός από τη χαμηλή σιδερόπορτα του ξώτοιχου, +σέρνοντας από το καπίστρι το μουλάρι μου κι ακολουθάμενος από ψηλόν +ήμερο σκύλλαρο με οκνά μάτια και μαλλιά μακρύτατα παρδαλά. Όξω από το +περιαύλι, που κατηφορνούσε χορταριασμένο το σιάδι κατά τη λαγκαδιά, +ξάνοιξα μες το θαμπό φως της αυγούλας την καμπάνα του μοναστηριού, +κρεμασμένη απάνου σ' ένα χιλιόχρονο πουρνάρι. Σίμωσα το πουρνάρι, +βαστώντας το καπίστρι του μουλαριού στα χέρια μου, και πιάνομαι από +το σχοινί της καμπάνας, που το κούναε δώθε και κείθε τ' απαλό φύσημα +τ' αυγερινού δροσόπαγου. Με τους πρώτους της χτύπους όμως προγγάει το +μουλάρι μου ξαφνιασμένο και ξεφεύγει από τα χέρια μου με κίντυνο να +με παρασύρη κ' εμένα τον κατήφορο, αν δεν τ' απολούσα. Το μουλάρι το +ξανάπιακε ο αγωγιάτης, κ' εγώ ξακολούθησα να βαράω την καμπάνα δυνατά +κι αδιάκοπα. Δεν ξημέρωνε, όχι, γιορτή, για να καλέσω μ' αυτή τους +γύρωθε χριστιανούς στην εκκλησιά, κι όσοι θα την άκουσαν κείνη την +ώρα, ποιος ξέρει τι θα να βάλαν με το νου τους, — αλλά μου ερχότουν +έτσι καλά να την γροικάω να σημαίνη, οι ήχοι της κ' οι αντίλαλοί τους +να σμίγουν με τους κελαϊδισμούς των πουλιών, με το μουρμούρι του +λόγγου και με τα ξεφωνητά των ορνιθιών, σ' έναν αρμονικό ύμνο της +Χρυσαυγής που πρόβαινε στο βουνό γλυκοθώρητη και ντροπαλή, σα +νυφούλα. + +Οι άντρες δεν εκβαλίκεψαν. Ένας απ' αυτούς, ο νιόγαμπρος, είχε +αγοράσει ένα πιστόλι, κι ανεβαίνοντας όλοι μαζή απάνου από το δρόμο, +στους όχτους, έρριχναν στα πουρνάρια μ' αυτό, δοκιμάζοντά το πόσο +έκοφτε, Εγώ μοναχά ακολουθούσα τες γυναίκες, — τη νιόνυφη και τη +δασκάλα, — κι ο αγωγιάτης, που χάζευε κι αυτός με το πιστόλι από +μακριά κ' έμνησκε πίσω πίσω. Ο δρόμος ήτον ολίγο ανηφορικός εδώ κ' +έσχιζε το πυκνό δάσος του μοναστηριού. Κοδελώνονταν ολόγυρ' απ' +όχτους, πήδαε ρεμματιές, ανέβαινε μικρούς βράχους. Κ' εκεί που +πηγαίναμε αγάλια αγάλια εμείς οι τρεις καβάλα, εμένα μούρθε πάλε η +όρεξη η βραδυνή για να τραγουδήσω. Σας ξομολογιέμαι. Όταν τυχαίνω σε +δρόμο, ή θα μου κρατάη μέσα κάθε αναπνοή και κάθε κρίση ο θαυμασμός +της φύσης ολόγυρα ή θ' απολύεται ακράτητ' η χαρά κι ο ενθουσιασμός +μου σε τραγούδια και σε γελούμενα λόγια. Είχα πάρη, — θυμάσαι σαν +τώρα —, το τραγούδι που λέει, πως ένα παλληκάρι γυρνώντας νύχτ' από +τον πόλεμο που πολεμούσε κι από τη βίγλα που φύλαε, έπεσε να βρη +λίγον ύπνο στην αγκαλιά της αγάπης του, κι αυτή μόλις χάραξε η +ανατολή κι άρχεψαν τους κελαϊδισμούς η πέρδικες και τ' αηδόνια, του +φώναζε να τον ξυπνίση, ν' αγκαλιάση το κυπαρισένιο της το κορμί και +να φιλήση τον αμάλαγο κόρφο της και τον παρθενικό λαιμό, πούταν +άσπρος σαν χιόνι και δροσερός σαν το κρυόνερο πώρχεται από τα +κορφοβούνια. + +Η νιόνυφη, ζωηρή κι ανοιχτόκαρδη γυναίκα, δοκιμασμένη στα τέτοια +γλυκοξυπνίσματα της αυγής στο νυφιάτικο στρώμα της, δείχνονταν +περίχαρη και δεν άφινε κλωθογύρισμα δρόμου που να μη γυρνά και να μου +πιδοκιμάζη με χαμόγελο την επιτυχία του καλού τραγουδιού. Μα η +δασκάλα. . . . μωρέ τσιμουδιά, η σκληρή. Αν δεν είχε δοκιμάση κι +αυτή, σαν τη νιόνυφη, τη γλυκάδα της χαραγής του τραγουδιού, τάχα δεν +την ωνειρεύονταν όμως; + +Ξάφνου σε μια λόξα της ρεμματιάς, απάνου στο γύρισμα του τραγουδιού +μου, ακούω ένα σφιχτό ξεφωνητό και βλέπω τη δασκάλα να κατρακυλίζεται +στο χαμηλό γκρεμό του βράχου. Μη παντέχετε πως ήτον αυτοκτονία. Κάθε +άλλο. Το ζώο, που καβαλίκευε, έκαμε να πηδήση ένα κοντρί σα σκαλοπάτι +φυτρωμένο μες το δρόμο και με το πήδημά του η κόρη ξέγνοιαστη απάνω +του τραντάχτηκε κ' έγυρε κατά τη λαγκαδιά. Κόβεται τότε η ίγγλα του +σαμαριού και πέφτει τούτο μαζή με την καβάλα και με την κόρη κάτου +στο βάθο. Έμπηξε κ' η νιόνυφη τες φωνές. Ο αγωγιάτης ήταν πολύ πίσω +ακόμα. Πηδάω ευτύς από το ζώο και τρέχω προς τη δασκάλα, που +ξαπλωμένη απάνου σε μια πλάκα, μες τη σούδα πούχε πέσει, δε μπορούσε +να πάρη ανασασμό. Την πιάνω από τη μέση την ανασηκώνω ορθή στα πόδια +της, την ακουμπάω σ' ένα κοτρώνι, και την ραντίζω με τα χέρια μου +νερό στο αχνό πρόσωπό της. Κ' όσο ναρθή ο αγωγιάτης και να πάρουν κ' +οι άλλοι είδησι, την συνέφερα εγώ. Η νιόνυφη δε μπορούσε να πηδήση, +κι αυτή από την καβάλα της να μου δώση βοηθητικό χέρι, κ' έστεκε εκεί +ορθή κ' εφώναζε. Ως και τα μουλάρια τα καϋμένα σταμάτησαν μοναχά τους +κ' είχαν κι αυτά γυρμένα κι ολάνοιχτα τα μάτια τους κατά εμάς. Εκείνο +που καβαλίκευε η κόρη, γυμνό και ξαφνιασμένο, τρεμούλιαζε ολόρθο, +τρομαγμένο από το ξαφνικό και βαρύ πέσιμο της κυράς του. Ο πρώτος μου +λόγος, άμα τη συνέφερα, ήτον να τη ρωτήσω πού βάρεσε. Η κόρη σήκωσε +τα μεγάλα καστανά μάτια της, κυκλωμένα περίγυρα κατά τες κώχες με μια +αλαφριά μελανή λουρίδ' από τη λαχτάρα, και νοτισμένα από δυο χοντρά +μαργαριτάρια, δάκρυα που τότες άρχιζαν ν' αναβρύζουν, με κύτταξε τόσο +συμπαθητικά που ποτέ δε θα το λησμονήσω στη ζωή μου, και μούπε +ανάλαφρα: + + — Πουθενά, . . . σ' ευχαριστώ. + +Κ' έκαμε να σηκωθή, πιάνοντας με το δεξί χέρι της τη μέση και με τ' +άλλο ακουμπώντας στο κοτρώνι που κάθονταν. Μα δεν την άφηκα, για +ναρθή στα ύπατά της, καλλίτερα. Σαν πλάκωσαν σε λίγο οι άλλοι από τον +ανήφορο με τον αγωγιάτη, μου την άρπαξαν — έτσι θα το ειπώ, — από τα +χέρια μου, με την παντοχή πως μ' απαλλάζουν από βάρος, που εγώ ήμουν +τόσο ευχαριστημένος ενόσω μοναχός μου της πρόσφερνα τη βοήθεια μου. +Είχα φοβηθή κ' εγώ πολύ. Είχα 'πη στην αρχή πως δε θα την εύρισκα, +εκεί που έτρεξα, ζωντανή. — τόσο βαριά και τόσο άσχημα είχε πέσει η +καϋμένη, — κ' είχε πανιάσει το πρόσωπό μου πλειότερο κι από το δικό +της. Σα μ' αναμέρισαν εμένα, τραβήχτηκα σε μια τούφα κ' έκατσα ν' +ανασάνω. Αυτή αγάλια αγάλια ήρθε στα συγκαλά της και τη σήκωσαν να +κινήσουμε γιατ' είχε περάσ' η ώρα, είχε δύσει ο ήλιος. Πέρασε κοντά +μου, μ' είδε πανιασμένον και με ρώτησε σιγαλινά: + + — Πού χτύπησες, πού σε πονεί; + +Στην ταραχή και στη λαχτάρα της ενόμισε πως είχα πέσει κ' εγώ. Και +μώκαμε την ίδια ρώτησι που της είχα κάμει εγώ, όταν την πρωτόφερα στο +λογισμό της μοναχός μου. + +Άσχημα έκαμα που είπα ότι μου την άρπαξαν πλέον από τα χέρια μου οι +άλλοι κι ότι μ' αναμέρισαν ολότελα εμένα. Γιατ' όταν ήρθε η ώρα να +ξεκινήσουμε πάλι, κι ο αγωγιάτης με τους δυο πεζοδρόμους έμειναν να +ράψουν την ίγγλα του μουλαριού και να ξαναφκιάσουν την καβάλα της, ο +νιόγαμπρος φρόντισε να κατασυχάση και να συνοδέψη την ξαφνισμένην +καλή του, κ' η δόλια η κόρη, εκτός που θα 'μνησκε μόνη της πίσω, μα +στενοχωριότουν κιόλας να ξανανέβη στο ζώο που την έρριξε. + +Τους κρυφούς συλλογισμούς της κόρης ο νιος τους νοιώθει. Χωρίς να +καβαλικέψω, τραβώντας από το συρτάρι το μουλάρι μου, τη σίμωσα και τη +ρώτησα αν μπορεί να ξανακαβαλικέψη το δικό της σα να τώξερα. + + — Να μώδιναν άλλο καλλίτερα θα να ήτον, μου είπε χαμηλοκυττάζοντας. + + — Πάρ' το δικό μου, της λέω. + + — Και συ; + + — Το δικό σου. + + — Καϋμένε, θα σε ρίξη, μώκαμε μ' έκφραση ανατριχίχιλας. + + — Έγνοιά σου. + + — Μα και το δικό σου είν' άγριο. + + — Ποιος σου το είπε; Δεν το βλέπεις τι ήμερα που περπατάει; + + — Ναι, μα 'κεί που ξαφνίστηκε, με την καμπάνα. . . . . στο +μοναστήρι κάτου; + + — Μα εκεί ξαφνίστηκε. + + — Καϋμένε, τώρα σε συλλογίζομαι τι θα πάθαινες αν σ' έσερνε μαζή +του σ' εκείνον τον κατήφορο. + + — Δε θα χτύπαγα, ήταν χορτάρια. + +Κ' εγέλασα. Εχαμογέλασε κι αυτή. Ήτον το πρώτο χαμογέλοιο που είδα να +γλυκοχαράζη στα χείλη της. Φαντασθήτε τη χαρά μου. Έτσι μείναμε +σύμφωνοι για τα μουλάρια μας και την παρακάλεσα να περάση να +καβαλικέψη. Τη βοήθησα ν' ανεβή. Εκεί που η ζερβιά παλάμη μου +χεράκωνε την αμασχάλη της την τρυφερή και το δεξί χέρι μου κράταε το +σκληρό κουτσάκι του σαμαριού για να μη γέρνη, τότες έννοιωσε αυτή το +πρόσωπό της νοτισμένο ακόμα κ' είδε βρεμμένα και τα μπροστινά ρούχα +της. + + — Κύτταξε, μου είπε, πώς έγεινα από τα νερά κει πώπεσα. + + — Δε σ' έβρεξε η ρεμματιά, σ' εράντισα γω με τα χέρια μου για να σε +συνεφέρω. + +Κοκκίνισε σαν την παπαρούνα τ' Απρίλη στο πρόσωπο, μου χάρισε και +δεύτερη συμπαθητικιά ματιά που μου ανατάραξε τα σωθικά όλα. Όπως +θολώνει κάθε διαβάτης στο πέρασμά του τα λαγαρά βάθη του ποπαμού, και +με το σιγαλό της «ευχαριστώ» την άκουσα να μουρμουρίση και τούτα: + + — Αλλοίμονό μου, πώς κατάντησα. + +Ήταν σεμνότατα τα λόγια της και δεν της αντιλογήθηκα. + +Όσο να μας προφτάκουν οι πισινοί με το μουλάρι, ανέβηκα κάμποσον +δρόμο πεζός εγώ στο πλάι της. Είχε τραβήξει πολύ μπροστά και το νιο +τ' αντρόγυνο. Στο διάστημ' αυτό βρεθήκαμε οι δυο μας ολομόναχοι και +συμφιλιωμένοι μέσα στο λόγγο. Χίλια γλυκά λόγια μώρχονταν στο νου για +να της 'πω. Αλλ' όλα πνίγονταν ξαφνικά μες το λάρυγγά μου, που τον +εστένευε δεν ξέρω κ' εγώ ποια δύναμη αόρατη κι αυστηρή. Όμως σε +τέτοιες περίστασες γένονται καλοφωνότερο στόμα τα καϋμένα τα μάτια. +Τότες μιλούν αυτά. Στο διάστημα κείνο, πόσα δεν της είπαν της κόρης +τούτης τα μάτια μου. Κι' ακούν τα μάτια τότες. Κι' αυτινής μιλούσαν +κι άκουγαν μοναχά τα μάτια. Έννοιωθα 'γω ότι τα μάτια της άκουγαν το +τι της λέγαν τα δικά μου, όπως παρόμοια έννοιωθα το τι μου λέγαν τα +δικά της. Όμως τι μούλεγε και τι της έλεγα, δε σας το μολογώ. Μπορεί +να το φαντάζεστε. + +Καβαλίκεψα κ' εγώ. Κάποιος λέει πως πλάγιασε σε κοριτσιού κρεββάτι +και δεν τον άφηκαν να κλείση μάτι όλη τη νύχτα οι ψύλλοι. Εμένα, +καθισμένον στην καβάλα της δασκάλας, δε μ' έφαγαν ούτε ψύλλοι ούτε +κορέοι. Δεν έμεινα όμως κι ανέβλαβος ολότελα. Από την ώρα που με το +πέσιμο της μου κόπηκε ξαφνικά το τρυφερό τραγούδι στη μέση, δεν +ξαναμούρθε ευθυμία. Μια σκυθρωπάδα μ' εβάρυνε, τρανή σαν τον Πίνδο +που θ' ανεβαίναμε σ' ολίγο. Ούτε τραγούδι πλια από τότες, ούτε +γέλοιο, ούτε ζωηρό λόγο, ούτε μιλιά. Τραγουδούσαν οι άλλοι άντρες, +φώναζαν, γελούσαν, έρριχναν πιστολιές από καβάλα στα δέντρα που +διαβαίναμε' χωράτευαν με τους διαβάτες που συναπαντούσαμε, έσκιαζαν +με ρεκασμούς τα γίδια που βρίσκαμε να βόσκουν κατάστρατα +σκαρφαλωμένα, στ' αγριοπρίναρα, ξάφνιζαν με χουγιακτά τον πιστικό που +στον όχτο παράμερα βαρούσε την τζαμάρα του. Εγώ αναίσθητος, ξένος και +παντάξενος σ' όλ' αυτά. Τόσο, που μερικές φορές στα κοτρώνια που +ανέβαινε το μουλάρι μου κόντεψα με τα τινάγματά μου να την πάθω σαν +τη δασκάλα να κατρακυλισθώ σε βαθύτερους λάκκους. + + — Τήρα μπροστά σου, μπρε παιδί μ', μου φώναζε ο αγωγιάτης, τι θα πας +κ' εσύ στο ρέμμα κάτου καμμιάν ώρα. Είνε κακοτοπιά δώ, τήρα μπροστά +σου. + +Στες κακοτοπιές πούταν στενός ο δρόμος, σωστό μονοπάτι, εγώ πήγαινα +πίσω πίσω, στερνός απ' όλους, κ' είχα τη δασκάλα μπροστά και τον +αγωγιάτη από κοντά. Όπου βγαίναμε σε σιάδι, τύχαινε κάποτε να πάω +ζυγά ζυγά μ' αυτήν. Έστρεφε τότες αυτή κατ' εμένα, μ' εκύτταζε +συμπαθητικά και μου χαμογελούσε γλυκά γλυκά. Μια φορά μου είπε ήσυχα, +σα για να μη την ακούσουν ούτε τα πουλιά που γλυκοτσιμπιώνταν απάνω +στα κλωνάρια του δάσου. + + — Γιατί δε λες και συ τίποτα, πούνε η πρώτη χαρά σου; Χαμογέλασα +μοναχά και δεν έχω αντιλογιά ότι τα μάτια μου, που την αντίκρυσαν, +της φανερώσαν τη γλυκειά ανατριχίλα που περίτρεξε από φλέβα σε φλέβα +κι απ' αρμό σ' αρμό το αίμα μου. + + — Μη σε στενοχωρεί που μώδωκες την καβάλα σου; Μου ξανάειπε, + +Εγώ δε μπόρεσα να κρατήσω έν' αλαφρό αναστέναγμα που γεννήθηκε μέσα +μου από κάθε άλλο αίσθημα παρά από τη στενοχώρια, πώβαζε αυτή με το +νου της. Όμως για να μη την αφήκω να μένη στη βλαβερή ιδέα της, της +μίλησα χαμογελώντας πάλι: + + — Τώρα σ' έκαμα να μου μιλάς, δεν έχω ανάγκη να ξαναξεφουρνίσω +ζωηρά λόγια, δεν το κατάλαβες; + +Ήτον πολύ τολμηρός ο λόγος μου τούτος κ' έφερε στο απαλό μάγουλό της +το βαθύτερο της φωτιάς χρώμα. Αλλά δεν επειράχτηκε, γιατ' είδα να +ξεβάψη γλήγορα πάλι και να με γλυκοτηρά. + +Έτσι περάσαμε όλο το δρόμο, ως το χωριό. Εγώ παντού την +επεριποιόμουν. Εγώ την ανεβοκατέβαζα από το ζώο μου στους ανήφορους +και στους κατήφορους, εγώ την έπιανα από το χέρι στα ποτάμια και +στους γκρεμούς, εγώ την επότιζα νερό με τ' αχώριστο πιξαρένιο +καυκόπουλό μου στες κρυόβρυσες του Πίνδου, εγώ της έδωκα το ψάθινο +σκιάδι μου, πώφερνα πάντα στα ταξείδια, για να μη την κάψουν τα +λιοπύρια του Θερτή. Κι' αυτή όλο μ' ευχαριστούσε και μου χαμογελούσε +γλυκά, κ' εγώ, αμίλητος πάντα, όλο ανατρίχιαζα γλυκότερα μέσα μου. + +Κάποτε τη ρώτησα στο δρόμο να μου ειπή πού χτύπησε. + + — Πουθενά, μώλεγε αυτή συμπαθητικά. Αλλ' από τ' αλαφρό σούφρωμα τ' +ώμορφου προσώπου της κι από το συχνό βάλσιμο του χεριού της στη μέση, +κατά τα νεφρά, ένοιωθα 'γώ ότι χτύπησε κι ότι πονούσε και τόκρυφτε. +Όσο που της είπα μια φορά. + + — Μα, μη το κρύβης από μένα. + +Τώρα που με κύτταξε, τα μάτια της ήταν υγρότατα και στην υγρότη τους +μέσα ξάνοιξα σα μέσα σε καθαρή ανάβρα, πως είχαν βουρκώσει και τα +δικά μου. + +Κι' άλλη μια φορά τη ρώτησα πώς έκαμε κ' έπεσε στη λαγκαδιά εκεί +κάτου. Κι' αυτή μου είπε κοκκινισμένη στο πρόσωπο: + + — Μ' είχε συνεπάρει . . . κάποια συλλογή ... η πρωινή νύστα, . . . +το ξημέρωμα . . . ξέρω κ' εγώ . . . το τραγούδι σου . . . + +Δεν είπεν άλλο. Χαμήλωσε και τα μάτια. Ούτ' εγώ μπόρεσα να την τηράω +περισσότερο κατά πρόσωπο γιατ' ο λόγος της τούτος άναψε θέρμη μες τα +μελίγγια μου. + +Ύστερ' από καμμιά δεκαριά μέρες απαντηθήκαμε σ' ένα στενό κατηφορικό +δρόμο του χωριού. Εγώ ανέβαινα κι αυτή κατέβαινε. Βαστούσε στ' +αριστερό χέρι της κατιφένιο σακκουλάκι, πλουμισμένο με μετάξι απ' όξω +και γιομάτο από βιβλιαράκια. Ήτον πρωί ακόμα. Δεν είχε πάει δυο +βουκέντρες ο ήλιος. Χαιρετιστήκαμε. Κύτταξα ότι κ' εγώ κι αυτή +σφίξαμε τα χέρια μας και δε μας έρχονταν να τ' αφήκουμε ο ένας τ' +αλλουνού. Στα πρόσωπα είχαμε γίνει κ' οι δυο, σαν τον καρπό της +κερασιάς όταν ουρμάζει, κατακόκκινοι. Κι' όσο τηράγαμε ο ένας τον +άλλον κατάματα, τόσο πλειότερο άναφταν η όψες μας κ' υγραίνονταν τα +μάτια. Τη ρώτησα: + + — Πώς πάει το χτύπημα; + + — Τώρα, ... με πονεί εδώ. + +Μου είπε γλυκά και μώδειξε με το χεράκι της δίπλα στο πλευρό της κατά +το ψυχικό. + +Καταλάβατε τ' ήθελε να 'πη η κόρη; + +Ε, σας φτάνουν ως εδώ, τάλλα δε σας τα φανερώνω. + + + +ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ + + + + — Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε +όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη, νάχη +τ' Άι — Νικόλα την κατάρα! + +Τέτοια διαλάλησε προσταγή το σαββατόβραδο στο μεσοχώρι και στ' +ανηφορικά σταυροδρόμια ο πρωτόγερος, ανεβαίνοντας σε ξάγναντους και +σε πεζούλια απάνου, ακουμπώντας κατά πίσω το χοντροκαμωμένο κορμί του +στο δεκανίκι του το κρανένιο και προβάλλοντας κατά 'μπρός τ' ανοιχτά +στήθια του, ως νάθελε να βγάλη μες από τα σωθικά όλη του τη βροντερή +φωνή και να την χύση, σ' όλο το χωριό γύρα. + +Και το ταχύ, μόλις ετσάκισαν τα εφτά μεσάνυχτα κ' έσκασε μες τ' +ανατολικά κορφοβούνια το λαμπρότατο αστέρι, ο Γελαντζής, ξάφνου μαζί +κ' η πέντε καμπάνες των αψηλών μας καμπαναριών ανατάραξαν το χωριό, +σκόρπισαν από τα ματόφυλλα των χωριανών τον γλυκόν αυγερινό ύπνο, σαν +ανεμοζάλη ωργισμένη που σηκώνετ' άξαφνα και σκορπάει την πάχνη και +την καταχνιά που πλακώνουν τη πλάση. + +Η καμπάνες χτυπάνε ζωηρά κι αδιάκοπα. Άλλες με παιδιάτικους +ασημένιους ήχους, μαθημένες από τα παιδιά που κράζουνε στο σχολιό +σημαίνοντας αυγή κι απόγιομα κι άλλες με ήχους θλιβερούς και +βαρυτάτους συνηθισμένες από τους θανάτους κι από τα ξόδια που +συχνότερα διαλαλούσαν· και μια, η μεγαλύτερη του καμπαναριού τ' Άι — +Νικόλα, τρυπημένη κατάκορφ' από τουφεκιά κλέφτικη, ξεχώριζε απ' όλες +με το βραχνό και σχισμένον ήχο της. + +Τ' αυγουστιάτικο το φεγγάρι, κυκλωμένο κι ολόλαμπρο, έφεγγε καταμεσής +τ' ουρανού, ίσκιωνε τες φυτιές και τα λαγκάδια, τες σπηλιές και τα +ριζιμιά, τους φράχτες και τους πλοκούς, τα κλαριά και τες στιβανιές· +κ' εφώταε περίγυρα τα βουνά όλα και τους γκρεμνούς και το χωριό μέσα. +Ήταν θεού χαρά· Μέρα η νύχτα. Τα καλτερίμια των ανηφορικών δρόμων του +χωριού, η πέτρινες ρούγες, τα μαρμαρένια πεζούλια, η αφρόπλακες και +τ' ασπρολίθια των σπιτιών γιάλιζαν, λαμπύριζαν στο σεληνόφωτο. +Άνοιγαν ανάρια κι αραδαριά τα παραθύρια τα καγγελωτά, σα βάρυπνα +μάτια μεγάλα, κ' έφεγγαν μέσα τα σπίτια. Ύστερ' άνοιγαν πόρτες και +παραπόρτια κ' εχύνονταν στους δρόμους πλήθος άντρες και γυναικόπαιδα +κ' έπερναν τον ανήφορο. + +Η καμπάνες ολοένα δε σταμάταγαν. Τα πλήθη όσο ψηλότερ' ανέβαιναν τόσο +συμπυκνώνονταν, κι αγάλια αγάλια οι κορφινοί του χωριού δρόμοι +ώμοιαζαν σκοταδερές ρεμματιές και λαγκάδια δασιά, τόσο μαυρολογούσαν. +Κι' ο θρος, οπ' ακούγονταν στα χαμηλώματα, στα καλτερίμια και στα +χαλίκια από τα πατήματα των λιγοστών διαβατών, σιγά σιγά γένονταν τον +ανήφορο σάλαγος, κι από σάλαγο πλιο ψηλά χλαλοή. Κι' από τη χλαλοήν +αυτή τη μεγάλη και αφ' το πολύ το σημανταριό ξαφνισμένα τα ορνίθια +ξύπναγαν στην κούρνια τους και φώναζαν κι αυτά πάρωρα. Και πίσω πίσω +οι δημογέροντες του χωριού με τες κραυγές και με τα βιολιά, από ρούγα +σε ρούγα κι απ' αυλόπετρα σ' αυλόπορτ' ανηφορώντας, ξύπνιζαν κ' +έπαιρναν ομπροστά όσους δε δυνήθηκαν να ξυπνίσουν η καμπάνες. + +*** + +Δυο μεγάλες βαθιές ποταμιές, που κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ψηλά, +ζώνουν τον μαχαιροκομμένο κοκκινόβραχο που βαστάει το χωριό μας +απάνου του. Από το φρύδι του βράχου, που χάσκει ομπρός κάτου γκρεμός +φοβερός κι άβυσσος άπατη, αρχίζουν τα σπίτια του χωριού άσπρα άσπρα +κι αραδιασμένα τον ανήφορο τόν' απάν' από τάλλο, σα σκαλοπάτια, ως +την κορφή. Και με το σχήμα του το τριγωνικό μοιάζει τη νύχτα, με τ' +αναμμένα τα φώτα, σα μέγα πολυκάντυλο το χωριό μας. + +Βγήκανε στην κορφή απάνου. Εδώ σώνεται ο ανήφορος, κι ανοίγονται +στρωτά σάδια και πλαγιές. Συμπυκνωμένο εδώ το πλήθος σωρούς σωρούς, +μαύριζε τα σάδια και τες πλαγιές. Ως πούρθαν κ' οι δημογέροντες με τα +βιολιά. Με τα βιολιά τώρα, με τες χαρές και με τα τραγούδια που +κάμανε πέρα, σμιγμένοι και χωριστά οι άνδρες από τες γυναίκες, δεν +παράλλαζαν από συμπεθεριό κι από ψίκι. Ένα μοναχά. Οπ' ούτε νύφην +ούτε γαμπρό πήγαιναν για να πάρουν. Με τες τριχιές ριγμένες +πισόπλατα, είτε κρεμάμενες από τα χέρια, πήγαιναν για μάρμαρα. + +Είχε καή το χειμώνα η πλιο μεγάλη εκκλησιά του χωριού μας, ο Άι- +Νικόλας, και το καλοκαίρι εκείνο την ξανάχτιζαν οι χωριανοί. Πλέρωναν +μοναχά τα μεροδούλια των μαστόρων και κουβαλούσαν αυτοί από τα βουνά +απάνου κάθε βδομάδα την πλάκα και τα μάρμαρα. + +Εκεί που τελειώνουν πλέον τα σάδια κι αρχίζει πάλε η μπροστέλλα του +βουνού, εκεί ήταν τα μάρμαρα. Εκεί με τους κασμάδες και με τους +λοστούς δουλεύντας όλο το μεροβδόμαδο τάχαν αραδιάσει σωρούς σωρούς +χοντροκομμένα τ' αφράτα μάρμαρα οι μαρμαράδες. Σαν ο γόνος του +μελισσιού που ρίχνει και φεύγει από το κρινί και σκαλώνει απανωτό +στριμωμμένο στο πρώτο κλωνάρι του κλαριού που τυχαίνει μπροστά του +και το κλωνάρι μαυρίζει ολόβολο, έτσι μαύρισαν τώρα τα κάτασπρα +εκείνα κι αστραφτερά σα χιόνια μαρμαροσώρια, από τα πλήθη που +κόλλησαν απανουθιό τους. Άντρες και γυναίκες, δίπλωναν τες φλοκάτες +τους σταυρωτά κατά πίσω, τες πίστρωναν ύστερα σα προσκέφαλα κ' +εφορτωνόνταν ο ένας με τον άλλον τα θεόρατα μάρμαρα. Ως που +φορτώθηκαν όλοι κι ως π' αναλήφτηκαν από μπροστά οι άσπροι σωροί. + +Όταν ξεκίνησαν τον κατήφορο κατά το χωριό, χάραζε. + +Άχνιζε τώρα κατά τη δύσι του το φεγγάρι και στ' ανατολικά +κορφοβούνια, εκεί που πρώτα έλαμπε ο Γελαντζής, έσκαε ο Αυγερινός +τώρα. Ο Μπάρρος, ο Καταρραχιάς, τ' Αυτί, η Νύφες κι άλλες ολόγυρα +κορφές ασπρογάλιαζαν στο γλυκοχάραμμα. Πλήθος αυλάκια αφρόδροσα, οπ' +έρχονται από τα κεφαλόβρυσ' απάνου κι οπ' αυλακώνουν εδώ κ' εκεί +ολούθε τα πλάγια εκείνα, ξύπναγαν στα πατήματα του λιθοφορτωμένου +κόσμου και με τα τρυφερά τους μουρμουρητά έλεγες ότι τόνα ρωτάει +τάλλο, νυσταγμένο το μαύρο ακόμα, για το ξαφνικό εκείνο και παράωρο +ποδοβολητό του λαού. + +Ξύπναγε η πετροπέρδικα στα τουφωτά κοντοπρίναρα που κοιμώταν, έλουε +τον ώμορφο λαιμό και τα καμαρωτά στήθια της στα κρυσταλλόνερα μέσα κι +ανέβαινε στην κορφή του γκρεμού κι άρχιζε τον ολόγλυκο κελαϊδισμό +της. Η πέρδικα ξύπναγε το βοσκόπουλο στη μάντρα του και το βοσκόπουλο +το καλό με τη γλυκειά του φλογέρα ξύπναγεν όλη την πλάση. + +*** + +Οι χωριανοί ροβόλαγαν τον κατήφοοο φορτωμένοι με τα θεόρατα μάρμαρα. +Κατέβαιναν, κ' έτρεχαν κιόλας ποιος να πρωτοπεράση τον άλλονε, ποια +να παραδιαβή την άλλη. Κ' έσκαγαν εκεί γέλοια και χαρούμενες φωνές. +Μπροστά τα βιολιά πάντα κ' οι δημογέροντες κ' οι παπάδες, φορτωμένοι +κι αυτοί, και πίσω το πλήθος. Και πάρα πίσω ακόμα, τα ξακουστότερα +του χωριού παλληκάρια, οπού συν τρία και συν τέσσερα μαζί κατέβαζαν +στους στοιχειωμένους ώμους τους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους +βαοιοκομμένους βράχους. Εδώ θυμώνταν κανένας τους παλιούς +αντρειωμένους των τραγουδιών, τους σαραντάπηχους των παραμυθιών. + +Κάπου κάπου σταμάταγαν για να ξανασάνουν και να συγκεντρωθούν. + +Όταν χτύπησε ο ήλιος στα βουνά, οι φορτωμένοι πληθυσμοί έφτακαν στην +κορφή του χωριού. Κ' ύστερ' από λίγην ώρα, που ξεφορτώνονταν αυτοί +στο περιαύλι της εκκλησίας, η χρυσές του αχτίδες στεφάνωναν τα +ιδρωμένα και περήφανα μέτωπά τους. Τα λιθοσώρια οπ' άσπριζαν +ολονυχτής στο βουνό απάνου, λαμποκοπούσαν τώρα στο περιαύλι της +εκκλησιάς· και γύρα τους ολόρθος ο κόσμος του χωριού, ξεφορτωμένος +και κατακόκκινος και χαριτωμένος κι ώμορφος και λαμπρός, εδέχονταν με +χαρές και με παινετικά λόγια τους αντρειωμένους, οπού στερνοί στερνοί +κατέβαζαν στους στοιχειωμένους των ώμους απάνου ολόβολα χάλαρα, +ακέριους βαριοκομμένους βράχους. + +Είχαν οι μαστόροι τώρα για μια βδομάδα μάρμαρα να δουλέψουν. Ως το +σαββατόβραδο τάλλο, που ο πρωτόγερος θα φώναζε πάλι στο μεσοχώρι και +στ' ανηφορικά σταυροδρόμια το συνηθισμένο διαλάλημά του. + + — Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε +όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη νάχη τ' +Άι-Νικόλα την κατάρα! + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ Β'. ΤΟΜΟΥ + + + +Πρόλογος Σελ 5 +Αφιέρωσις » 7 + +Α.—Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ +Η Μαγεμμένη βρύσι » 13 +Το Ηλιοβασίλεμμα » 14 +Ο Τρύγος » 17 +Τραγούδι του Αργαλειού » 19 +Το Μαρμαρομένο βασιλόπουλο » 20 +Ο Γέρος Καρβανάρος » 21 +Η Ποθοπλανταγμένη » 22 +Το Γεφύρι του Μανώλη » 23 +Το Κέντημα του μαντηλιού » 28 +Στο Σταυραητό » 31 + +Β. — ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ +Η Περδικομάτα » 35 +Ο Κούρος » 36 +Το Φίλημα » 39 +Το Καλιόκαστρο (της Πρέβεζας) » 40 +Ο Σκάρος » 42 +Ο Σκάνιος » 44 +Ο ετοιμοθάνατος βοσκός » 46 +Έλα βοσκούλα έλα » 48 +Ο Γέννος » 50 +Ήθελα νάμουν τσέλιγγας » 57 +Λεξιλόγιον » 59 + +Γ.—Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ +Η Πέτρα » 65 +Το Κοπέλι » 66 +Τ' Αστρί » 67 +Η Κόρη » 70 +Η Αγάπη » 72 +Το Κρίμα » 73 +Το Θάμα » 74 +Ο Ψωμοπάτης » 76 + +Δ. — ΠΟΙΗΜΑΤΑ +(Το πρώτον δημοσιευόμενα). + +Η Αρπαγή » 79 +Το Παράπονο της Βοσκοπούλας » 82 +Τ'Αθάνατο νερό » 82 +Το Μέθυο » 83 +Η Πεντέλη » 84 +Ο Θάνατος της βασιλοπούλας » 88 +Η Διωγμένη Βασίλισσα Σελ. 91 +Ο Αητός του Ασπροποτάμου » 94 +Δημήτριος Μπότσαρης (Βιογραφία) +Στον θάνατο του στρατηγού +Δημητρίου Νότη Μπότσαρη » 99 + +Ε. — ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ +Προπέρσινα Χριστούγεννα +(ανέκδοτοι)............ » 103 + +ΣΤ. — ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ +Η Εικόνα........ » 115 +Στα Χαλάσματα » 135 +Το Σημειωματάρι του Γεροκα- +λαμένιου » 155 +Το Σουλιωτόπουλο » 167 +Το Πανυγύρι της Καστρίτσας » 179 +Η Δασκάλα » 196 +Τα Μάρμαρα » 209 + + + +Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΒΑΓΝΕΡ Κ. Απλή ζωή μετάφρ. Φωτιάδου Δρ. 1.— +ΒΙΚΕΛΑ Δ. Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν » 2.— +ΒΙΚΕΛΑ Δ. Σύστασις Ελλην. Βασιλείου » 1.— +ΓΡΗΓΟΡΟΒΙΟΥ Φ. Αθηναΐς ιστορ. διήγ. μετάφρ. Σ. Λάμπρου » 1.— +ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ συμβάντων της Ελληνικής φυλής Δ. Κολοκοτρώνη » 1.50— +ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ Π. Εισαγωγή εις την Ιστορίαν ΙΘ' αιώνος » 4.— + Ιστορία του ΙΘ' » » 25.— +ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΠ. Λόγοι και άρθρα » 3.— +ΜΗΛΙΑΡΑΚΗ ΑΝΤ. Αμοργός. Μετ ??? » 3.— +» Γεωγραφία Κεφαλληνίας. Μετά γεωγραφικού πίνακος » 2.— +» Γεωγραφία του νομού Κορινθίας. Μετά γεωγραφικ. πίν. » 2.— +ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Ιστορικαί Πραγματείαι +ΡΑΓΚΑΒΗ ΑΛ. Απομνημονεύματα τομ 2 σελ. 807 » 10.— +ΣΥΓΓΡΟΥ ΑΝΔΡ. Απομνημονεύματα τομ. 3 » 4.50.— +ΣΜΑΪΛΣ Σ. Βοήθει Σαυτόν » 2.50— +ΠΑΓΑΝΕΛΗ ΣΠ. Πέραν του Ισθμού » 3.— +» Αθηναϊκαί ημέραι +» Πάρεργα Φύλλα +» Από Ακροπόλεως εις αλτιν δ? +ΠΑΛΑΜΑ Κ. Ύμνος εις την Αθηνάν » 1.— +» Ο Τάφος. Έκδ. Β'. Ο Πρώτος λόγος των Παραδείσων » 2.— +ΠΟΛΕΜΗ Ι. Το παληό βιολί » 3.— +» Αλάβαστρα » 3.— +» Βασιλιάς Ανήλιαγος » 1.50 +» Χειμώνανθοι » 3.— +ΠΟΛΙΤΟΥ Ν. (Μεριμέ Γρ.) Κολόμβα » 2.— +ΡΑΓΚΑΒΗ ΚΛ. Η Δούκισσα των Αθηνών » 1.50— +ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡ. Ελληνική Κοσμιότης » 2.— + + +ΤΙΜΑΤΑΙ (Τόμοι 2) ΔΡΑΧ 5 + + + + + + +End of Project Gutenberg's Works: Poems - Prose Volume 2, by Kostas Krystallis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK WORKS: POEMS - PROSE VOLUME 2 *** + +***** This file should be named 34577-0.txt or 34577-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/4/5/7/34577/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/34577-0.zip b/34577-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..325ddfd --- /dev/null +++ b/34577-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..6b06561 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #34577 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34577) |
