diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 33577-0.txt | 6596 | ||||
| -rw-r--r-- | 33577-0.zip | bin | 0 -> 149868 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6612 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/33577-0.txt b/33577-0.txt new file mode 100644 index 0000000..9009640 --- /dev/null +++ b/33577-0.txt @@ -0,0 +1,6596 @@ +Project Gutenberg's The Gatherer and Other Stories, by Argyris Eftaliotis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Gatherer and Other Stories + The Vampire-Drama + +Author: Argyris Eftaliotis + +Release Date: August 29, 2010 [EBook #33577] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE GATHERER AND OTHER STORIES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, +otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words +are included in &, while words in italics are included in _. +Footnotes have been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με πλάγιους +χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο +τέλος του βιβλίου. + + + + +ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ + + + +Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ +ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ + +Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ +ΔΡΑΜΑ + + +ΑΘΗΝΑ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ +Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ + +1900 + + + +Αγαπητέ μου Αλέξαντρε, + +Αυτό το βιβλιαράκι είνε δικό σου. Το γιατί φανερώνεται από της +"Μαζώχτρας„ τον πρόλογο. Να μ' αφήσης λοιπό να σου το προσφέρω· +μικρό πράμα, θα πης, με μεγάλη όμως πονεσιά δουλεμένο. + +Μαζί με τη "Μαζώχτρα„ σούβαλα και μερικά άλλα παραμυθάκια, Κρητικά +και Νησιώτικα. Στο τέλος θα βρης κ' ένα έργο δραματικό που το +καταπιάστηκα χρόνια τώρα, και για να κάμω του Δροσίνη μας το +χατίρι, ίσως όμως και για να δείξω πως είμαι κ' εγώ Ρωμιός, με τη +Ρωμαίικη την πετριά της "πολυτεχνωσύνης„. + +Θα πης την είχε κι ο Γιαννίρης, ο μεγαλοπίχερος ο Γιαννίρης, τη +Ρωμαίικη αυτή την πετριά. Εκείνος όμως τάβγαζε πέρα και με μια +δύναμη που μας δείχνει τύπο Ρωμιού όχι τωρινού, παρά του Ρωμιού +που θα μας έρθη με τον καιρό. + +Ο τωρινός ο Ρωμιός — τον ξέρεις κι από μένα καλλίτερα· τόσο +καλλίτερα, που καταντάει από λόγου σου να τον έχω κ' εγώ +σπουδασμένο. — Δεν είνε κάστρο φιλολογικό που δε βάλθηκε να το +πάρη, από τη στιγμή που έπιασε κοντύλι στο χέρι του. Μη βλέπης πως +απότυχε — αυτό είνε άλλος λόγος, άλλη μελέτη. Η όρεξη και το +θάρρος δεν τούλειψε. Αυτό να βλέπουμε. Παλληκάρι σωστό. Τόχει το +αίμα του, τι τα θες. Ορίστε γιατί το είπα και το ξαναλέγω πως +μπορεί νάρθη μέρα που να μας παίρνη σταλήθεια τέτοια κάστρα ο +Ρωμιός, και να γίνεται Γιαννίρης. Θα το δη — δε γίνεται — πως για +να κάμη την όρεξή του πρέπει να δουλέψη, να σπάση το κεφάλι του, +να φέρη τάξη μέσα στανακατεμένο μυαλό του, να ρίξη λίγο νερό απάνω +στην κορωμένη του φαντασία, και το πιο σπουδαιότερο απ' όλα, να +μιμάται όχι τους ξένους, παρά τον εαυτό του. Ας τον αφίνουμε το +λοιπό να παίρνη το δρόμο του· κάτι θα μας φτειάξη μια μέρα. + +Αυτό λοιπό δεν είνε και πολύ μεγάλο κακό. Το μεγάλο το κακό είνε +που οι άλλοι οι Ρωμιοί που δεν πιάνουνε κοντύλι, δεν πιάνουνε μήτε +βιβλίο στο χέρι τους! + +Δε μιλώ για κείνους που μελετούνε, μήτε για κείνους που το +θαρρούνε χρέος τους να διαβάσουνε μερικά βιβλία, μάλιστα ξενικά, +και τέλος μήτε για όσους τους αρέσει να διαβάζουν κάποτες για να +σκοτώνουνε λίγον καιρό και μ' αυτόν τον τρόπο. Μα εννοώ το +διάβασμα το συστηματικό, ταναπόφευγο, το φυσικό εκείνο το κόλλημα +της ψυχής με το βιβλίο που βλέπουμε μέσα στο Λαό που μας φιλοξενεί +και τους δυο μας, και καταντάει πια να θρέφεται ο νους τους +διαβάζοντας καθώς το κορμί τους ανασαίνοντας ή τρώγοντας, που το +γυρεύει, ταπαιτεί, το κυνηγάει η ψυχή τους. Αυτό λοιπόν το +διάβασμα ο Ρωμιός μήτε το λαχτάρησε ακόμα, μήτε τονειρεύτηκε. Ίσως +επειδή όσα τούγραφαν ως προ μερικά χρόνια δεν κατεβαίνανε στην +ψυχή του, δεν περνούσανε μέσα στο αίμα του, δεν τον έθρεφαν, κ' +έτσι έμεινε σα ραχιτικός. Ίσως είνε κι άλλοι λόγοι, που τους +ταιριάζει ξέχωρη μελέτη. Η αλήθεια είνε πως το κακό υπάρχει. + +Τι να ελπίζη τώρα ο δύστυχος ο συγραφέας και τι να περιμένη από +τέτοια κατάσταση! Κι αυτό που κάμνει ηρωισμός είνε. Ο Dr Johnson +έλεγε πως όποιος δε γράφει με σκοπό να κερδίση χρήματα, είνε για +δέσιμο. Κ' επειδή ο Dr Johnson ανοησίες δεν έλεγε, συχνά το +συλλογίστηκα μήπως όλοι εμείς που γράφουμε χάρισμα, και για κόσμο +που δε διαβάζει, μήπως δεν τάχουμε χαμένα και μεις. + +Να δης όμως πως "έχει τη μέθοδό της κι αυτή η τρέλλα„. Πρώτο που +δε γράφουμε για τους ηλικιωμένους (αυτοί δε θαλλάξουνε — ξέγραψέ +τους), παρά για τους νέους. Κ' ένας νέος μέσα στους χίλιους να μας +διαβάση, να μας νοιώση και να μας πονέση, κέρδος κι αυτό. Ορίστε +λοιπόν που έχουμε ένα κ έ ρ δ ο ς. + +Και κέρδος υλικό μάλιστα. — Μικρό πράμα δεν είνε να μεγαλώσουνε +μερικά Ρωμιόπουλα με την ιδέα πως στραβά τους τα μαθαίνανε στο +Σκολειό, και πως αυτοί τα παιδιά τους θα τα βάλουνε να μάθουν τρία +τέσσερα πράματα μόνο· Πραχτικές γνώσες, την Αλήθεια, τα Ρωμαίικα, +και το Διάβασμα· και πως όλα τάλλα για τα παιδιά του Λαού είνε +χασομέρι. Σημαντική αμέσως οικονομία από τουλάχιστο τρία χρόνια, +που χάνουνται τώρα με τα δασκαλήσια μας τα συστήματα. Τρία χρόνια, +τόσα Ρωμιόπουλα, προς τόσα το χρόνο, λογάριασέ τα και κάμε τα τώρα +δραχμές. Κερδίζουμε, βλέπεις, και μεις, μόνο που τα κέρδη τα +καταθέτουμε μέσα σε Ταμεία που ονομάζουνται Μέλλοντα. Κι α μας +διαβάζη σήμερα ένα Ρωμιόπουλο, όχι στα χίλια, παρά και στις δέκα +χιλιάδες, ας μην το ξεχνούμε πως τους κατοπινούς μας θα τους +διαβάζη η Ρωμιοσύνη όλη με τον καιρό. + +Έτσι πρόκοψαν όλες οι αλήθειες ως την ώρα, κι ας μη +στενοχωριούμαστε που δε δουλεύει ο φυσικός ο νόμος πιο γλήγορα για +τα μας. + + Πάντα δικός σου + ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ + + + +Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ + +ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ + + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + + — Την ώρα δεν έβλεπα νάρθης, να μου τα πης, λέγω του φίλου μου +τις προάλλες, ό τι μεταγύρισε από πεταχτό ταξίδι ως την Κρήτη + + — Μην το θαρρής δα πως είνε κ' εύκολο να τα περιγράφω, μάλιστα +καταπώς τόκαμ' αυτό το ταξίδι. Μήτε μολύβι, μήτε χαρτί. Έτσι, με +τα μάτια και με το νου, αρπαχτά — απολογιέται ο λιοκαμένος μου +φίλος. + + — Και τι καλλίτερο; ζωντανά πράματα· τα γραμμένα τα βρίσκουμε κι +απ' αλλού. Να μου τα πης όμως με το νυ και με το σίγμα. Έτσι, να +θαρρέψω πως ταξιδεύω κ' εγώ στην Κρήτη. + + — Αυτό να το βγάλης από το νου σου· αδύνατο. Ο μεγαλήτερος ο +τεχνίτης ένα πράμα ξέρει και παρασταίνει με τρόπο που χωρεί στο +νου σου καταπώς είνε — τον άνθρωπο και τανθρώπινα. Τάλλα, ταπέξω, +τοποθεσίες και θέες, ό,τι θέλει ας κάμη, πλανερά θα τα παραστήση. +Όχι πως δεν τάχει αυτός αληθινά εικονισμένα μέσ' στο δικό του το +νου· αυτός τα φυλάει μια μορφιά στοιβασμένα. Η δική σου όμως η +φαντασία, μια και ταποδεχτή στα φτερούγια της, παίρνει δρόμο και +τα κολνάει όπου της κατέβη. Μήτε όπου της κατέβη, παρά όπου το +μνημονικό σου τηνε φυσήξη. Ας καθίσω τώρα εγώ κι ας σου παραστήσω, +να πούμε, την Κάντανο. Θα ξυπνήσουνε μέσα σου μύριες παλιές σκηνές +ανάλογες, θαρπάξη η φαντασία σου μια ή και πιώτερες, και θα σου +σκαρώση μιαν Κάντανο, που να τηνε δης την αληθινή καμιά μέρα, θα +γελάς με τη ψεύτικη την εικόνα που είχες παρμένη από τον τεχνίτη +σου. Για δαύτο κι ο τεχνίτης, ξέροντάς το αυτό που σου λέω, τι +κάμνει; Όλο ανάλογα ξετρυπώνει και βρίσκει, να σου παραστήση με +κάποια αλήθεια το τι δεν είδες. Όλο εικόνες και σύγκρισες. + + — Απελπισιά το λοιπόν! Κάνω του φίλου μου. Κι ως τόσο δε μ' +έπεισες. Ο καλός ο τεχνίτης ποτές δε σφάλλει. Δεν πάω να πω πως +δεν είσαι καλός τεχνίτης· μια όμως κι ανέβασες το ζήτημα στ' +αψηλά, πρέπει να σου αποδείξω πως λαθεύεις. Κοίταξε τον Όμηρο — + + — Γεια σου, τον Όμηρο, αντισκόβει ο φίλος. Πού και πότε είνε +μεγάλος ο πατέρας της τέχνης κι αληθινός; Όταν ιστορή ανθρώπινες +πράξες κι ανθρώπινους λογισμούς. Σε κάμνει και τα νοιώθεις +κατάβαθα κι αυτά και ταπόκρυφά τους τα ελατήρια. Γίνεται η ψυχή +σου ένα μαζί τους. Σε συνεπαίρνει μ' αυτόν τον τρόπο κι ο Όμηρος +κι ο Σαιξπήρος κι όλοι τους, επειδή μέσ' από τα φυλλοκάρδια σου το +παίρνουν το υλικό τους. Την ψυχή σου ιστορούνε. Πάρε όμως δυο +καλούς ζουγράφους· φαντάσου πως δε διάβασαν ποτές τους μήτ' Όμηρο +μήτε Ντάντε. Βάλ' τους να διαβάσουν. Κλείσ' τους έπειτα μέσα σε +ξέχωρες κάμαρες, και πες τους να ζουγραφίσουν, ας πούμε το νησί +της Καλυψώς κ' έναν κύκλο της Κόλασης, καταπώς τα παράλαβαν από +τον Όμηρο κι από τον Ντάντε. Πάρ' τις εικόνες τους ύστερα και κάμε +σύγκριση — + + — Κατάλαβα, του είπα, πρέπει να πάω και γω στην Κρήτη και να τα +δω. Κρίμας τη λαχτάρα που σ' απάντεχα τόσον καιρό να τακούσω. + + — Να σου πω τι θα κάμω, αποκρίνεται ο φίλος με χαμόγελο +παρηγορητικό, θα σου περιγράψω άκρες μέσες ό,τι μου πέση εύκολο, +αφού και τεχνίτης δε λέγω πως είμαι. Να μη γεμίσω και το νου σου +ψεύτικες ζουγραφιές. Έπειτα θα σου διηγηθώ ένα πολύ περίεργο +ιστορικό που τάκουσα εκεί κάτω, και που ίσως σου παραστήση μιαν +όψη της Κρητικής της ζωής. + + — Λαμπρά. Και σε τι γλώσσα, να πούμε; + + — Σε τι γλώσσα; Να, σ' αυτή τη γλώσσα που σου μιλώ. Αγκαλά +εκείνος που μου τα δηγήθηκε — ένας δικηγόρος σπουδασμένος, αν +αγαπάς, στην Αθήνα, — παράχωνε κάπου και μερικές φρασούλες της +καθαρεύουσας, σαν ξένος που είμουνα, βλέπεις. + + — Λοιπόν όχι στο Κρητικό το ιδίωμα! + + — Άλλο πάλε αυτό! Κ' ήθελες τάχα να τη χάψω μέσα σε δέκα μέρες τη +γλώσσα τους; Το πολύ, να σου πω μερικές λέξες. Να! Σαν τουφεκίσουν +κανένα, λεν πως του "παίξανε μια μπαλλοτέ„. + + — "Μπαρουθιά„ τόξερα γω. Έτσι τόλεγαν οι Σφακιανοί μια φορά. +Πήγες και στα Σφακιά; + + — Δεν μπόρεσα ως εκεί. Άλλη ιστορία. + + — Του κάκου· μαζί να ξαναπάμε· ν' ανεβούμε τότε και στα Σφακιά, +ν' ακούσουμε και τα χαριτωμένα τραγούδια τους, αφού οι +"μπαρουθιές„ τους παν πια και πάνε, δόξα νάχη ο Θεός.! Το θυμάσαι +το λιανοτράγουδο; + + Το κυπαρίσσι ρέγουμαι, το μυρισμένο ξύρο, + Οπού σου μοιάζει, μάθια μου, στο μάκρος και στο ψήρο. + + — Καθώς βλέπω, δουλειά δε θα κάμουμε, λέει ο φίλος ανυπόμονα. + + — Τώρα κι ομπρός λοιπόν, του απαντώ, εγώ σωπαίνω και συ λαλείς. + +Κι αρχίζει ο φίλος. + + — Από τα Χανιά ξεκινήσαμε με μουλάρια, ο αγωγιάτης — ένας ως εκεί +απάνω — κ' εγώ. + +Είχαμε γράμματα για τον Πέτρο το Μελουδάκη, νομικό στην Αγιά +Ειρήνη. Μήτε τουφέκι, μήτε μαχαίρι, μήτε ραβδί μαζί μας δεν +πήραμε. Κάμποσοι Οθωμανοί στα ξώχωρα, κ' είχαν πιασμένες τις +κοντορραχούλες, με τα τουφέκια στον ώμο. Κατέβηκ' ένας τους, μου +ζήτησε καπνό, τούδωκα μερικά τσιγάρα, τέλειωσε. Παρακείθε, μήτε +ψυχή Οθωμανός. Πήραμε τα μονοπάτια, αρχίσαμε τανέβασμα, και το +πρώτο πράμα πούπιασε το μάτι μου, εξόν από τις φυσικές ομορφιές, +κι αυτές τις αφίνουμε, είταν η ρήμαξη κ' η καταστροφή. Ελιές +σύρριζα κομμένες, ή και καμένες, κι ακόμα παραμέσα· όπου χωριό και +χαλάσματα. Λυπητερό θέαμα! Τάβλεπες τα καημένα τα παραβλάσταρα κι +ανάβλεπαν τρυφερά κι ολόχυμα, σα να το είχε βάλει πείσμα η φύση να +τη σκεπάση την ανθρώπινη τη βαρβαρωσύνη. + +Γης Μαδιάμ ο Παράδεισος εκείνος! Κ' οι κάτοικοί του, οι +αγγελόκορμοι εκείνοι οι λεβέντηδες, δίχως νόμο, δίχως τρόπο, δίχως +Κυβέρνηση, κι ως τόσο ησυχία παντού, παντού ειρήνη κι απαντεχιά. +Ως και στις χλωρασιές απάνω τάβλεπες τα πρόβατα κ' έβοσκαν +αναπαμένα κι αυτά, σα να μην έτυχε τίποτις. Το τουφέκι ως τόσο +πάντα στον ώμο.! Πού να ταφήση Κρητικός το τουφέκι, που με δαύτο +γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αν είνε πράμα που να τους συμπονάει +άνθρωπος τώρα που βλέπουν οι δύστυχοι χαραυγή άσπρης μέρας, είνε +που δε θα κρέμεται πια το Μαρτίνι κι ο Γκρας πίσω από τον ώμο +τους. + + — Και σε ποιο χωριό πρωτοσταθήκατε; + + — Στ' Αλικιανού. Το θυμάσαι το μέρος από τα προπερσινά. Εκεί σαν +πας, θα δης ασυνήθιστο πράμα· να τρέχη το ποτάμι μαβύ σαν τη +θάλασσα. Είνε εξαιτίας που κατεβάζει από τα βουνά τριγύρω και +στρώνει κάτω μολυβιά χαλίκια σκιστόπετρα. + +Τώρα κι ομπρός αρχίζαμε κι ανεβαίναμε στα γερά. Σταματήσαμε και +κονέψαμε στους δοξασμένους τους Λάκκους. Ξέρεις πως οι Λακκιώτες — + + — Τα ξέρω, τα ξέρω· από το δωδέκατο τον αιώνα μάλιστα. Άλλες +ιστορίες αυτές. + + — Ταφίνουμε λοιπόν και σκαλώνουμε παραπάνω, κατά τον Ομαλό. +Απλάδα κι αυτή περιξακουστή, ως τρεις χιλιάδες πόδια του ύψου, +τέσσερα μίλια φάρδος, και πέντ' έξη μάκρος, και τα βουνά +ολοτρόγυρα ακόμη πιο απόψηλα και πιο περήφανα. Αν έχης όρεξη να +σταθής και να κοιτάξης πίσωθέ σου καθώς ζυγώνεις τον Ομαλό, +θαγναντέψης το πέλαγο, τακρωτήρι, τον Κάβο — Σπάδα — όλα +ξετυλίγουνται στα μακριά σα "ζουγραφισμένα„, που λέει ο κόσμος. +Στον Ομαλό απάνω ανταμώσαμε και τον αρχηγό το Χατζημιχάλη μέσα στα +βουνήσια φωλιάσματά του. Τώρα χτίζει έναν πύργο εκεί, να πηγαίνη, +λέει, ο κόσμος και να πέρνη αγέρι. Μας κέρασε μαστίχα ο +χρυσόκαρδος ο καπετάνος, μας έκοψε καρπούζι, μας έφερε και +καρύδια. Τάσπανε τα καρύδια με τα σιδερένια του δόντια ο +καλότυχος, που λεγες κ' είταν παξιμαδάκια. Χαμογέλασε και μου είπε +με τη βροντερή του φωνή πως φόβο δεν έχει, σαν άκουσε πως φοβήθηκα +μην τύχη και σπάση τα δόντια του. + +Τάλλο το κόνεμά μας είτανε στην Αγιά Ειρήνη, από την παρακείθε +πλαγιά του βουνού, δίπλα στ' Απανωχώρι. Εκεί το λοιπόν μπρος στο +Καφενείο, αντάμωσα τον καλό μου τον Πέτρο που σούλεγα παραπάνω. +Ήρθε κατόπι κι ο αδερφός του ο Παυλής, δικηγόρος κι αυτός, και μας +βρήκε. + + — Και φορούσανε Κρητικά οι δικηγόροι αυτοί; + + — Δηλαδή μισά μισά, μάλιστα ο Παυλής. Στιβάνια στα πόδια, το +κεφάλι τυλιγμένο με μαύρο μαντίλι, στενά όμως φορεμένος κι αυτός, +καθώς ο αδερφός του, ο πιο κοσμογυρισμένος από τους δυο. Μ' +αποδεχτήκανε λοιπόν και με περιποιήθηκαν και τα δυο ταδέρφια με τη +φιλοξενία που την ξέρεις κι από τα δικά σας τα μέρη. Άλλο πράμα +αυτή η καλωσύνη. Του πουλιού το γάλα να σου πω πως μου βρήκανε, θα +σε γελάσω. Γάλα όμως πρόβειο και μυζήθρες και καρύδια και κάστανα +και γουρουνάκια κι αυγά, σου τα δίνουν οι Κρητικοί με την +παλληκαρήσια καρδιά τους, και το χαίρουνται ολόψυχα σαν τα +καλοδέχεσαι. Να μη σου τα πολυλογώ, τα ταιριάξαμε με τα δυο +ταδέρφια, και τους πήρα μαζί μου στο ταξίδι. + +Πρώτος μας σταθμός ύστερ' απ' την Αγιά Ειρήνη, παίρνοντας το φρύδι +του κατοπινού του βουνού, είταν η Κάντανο, γνωστή σου κι αυτή από +πρόπερσι· αγκαλά παλαιικό μέρος κι' αυτό. Πολιτεία άλλοτες, +περιφέρεια τώρα, με πέντ' έξη χωριά. Ωριόφαντος τόπος. Θεόρατη +λακκωματιά, ως έξη μίλια μάκρος, καστανιές γεμάτη στα βάθια της, +κι αψηλόκορμες ελιές στα βουνόπλαγα, πηχτές και φουντωμένες κι από +τις δυο τις μεριές. + + — Κι αποκάτου οι Σφακιανές οι μαζώχτρες που έρχουνται, λέει, από +τον Άη Γιάννη να βγάλουν το μεροκάματο. Και δεν τις ρώτηξες α +βγάζη κι ο τόπος τους ράδι; + + — Εγώ δεν τις είδα. Μα και να τις έβλεπα, θα τους έβγαζα μα την +αλήθεια το σκούφο μου, κι όχι από κοινή ευγένεια, παρ' από σέβας, +που γεννούν τέτοιους δράκους. Ας είνε. Από την Κάντανο τραβήξαμε +σύνταχα το πρωί δυτικά, κατά τα Κισαμιώτικα τα χωριά. Ποια χωριά +είδαμε, μη ρωτάς. Κι όχι πως πειράζει σ' αυτή την περιγραφή, μα +έρχεται, βλέπεις, κατόπι η ιστορία, κ' επειδή μου περνάει υποψία +πως μπορεί να τα γράψης, και γράφοντάς τα να παραχώσης και μερικά +που εγώ δεν τα είπα, κάλλιο να μείνουν τα κατατόπια δίχως ονόματα. + +Μείναμε σύφωνοι και σε τούτο, και πήγε ο φίλος ομπρός. + + — Το χωριό λοιπόν που πήγαμε και κατασταλάξαμε βράδυ βράδυ, θα +σου το βαφτίσω Παραμυθιά. Κι αυτό ανάμεσα σε βουνά, εδώ κ' εκεί +στημένα σαν πύργοι, που λες και τα διαφεντεύουν τα χωριουδάκια που +τάχουν αγκαλιασμένα μες' στα πλευρά τους. Ελιές και δω στις +βουνοπλαγιές, καστανιές και δω κάτω στα βαθιά τα λακκώματα. +Κατασκέπαστα τα κορφοβούνια ή με χλωρασιές ή μ' αρείκι, +καταστόλιστες οι ραχούλες με θυμάρια και με κουμαριές και με +βάτους, ως κάτω στα ριζοβούνια, όπου δεν τυχαίνει νάχουνε +λιόδεντρα φυτεμένα. + + — Μα αυτά είπαμε να μην τα λέμε. Έπειτα ταπομαντεύω κι από τα +δικά μας. + + — Ένα δυο άλλα όμως δε θα τα μαντέψης α δε σου τα πω. Πρώτο, τα +σπιτάκια τους — χάρβαλα τα πιώτερα τώρα — δεν είνε σαν τα δικά +σας, τα "σπιτάλια„. Είνε τόσα δα καλυβάκια. Ένα χαμώγι, και μια +κάμαρα αποπάνω του, που γίνεται κατά την ανάγκη σαλόνι, νυφιάτικη +κάμαρα ή και ξενώνας, όταν έχη μουσαφιρέους. Μερικά σεντούκια +κοντά στους τοίχους αραδιασμένα, κανέναν πάγκο παράπλευρα με τον +τοίχο κι αυτόνα, δύο τρία σκαμνιά ή καρέγλες, από κείνες με το +μονό τακκουμπήδι, τραπέζι, και το κρεββάτι στην κώχη. Σκάλα +λιθόχτιστη απέξω, σκαλί κι από μέσα που σανεβάζει στην ίδια την +κάμαρα. Κάτω πάλε στο χαμώγι η καθημερινή η ζωή. + + — Μακάρι, μα το ναι, να τα είχαμε κ' εμείς οι άλλοι νησιώτες +τέτοια σπίτια, και κανένα παλιοτούφεκο κρεμασμένο στον τοίχο. +Εμείς όχι τουφέκι, μα μήτε Κολοκοτρώνικη σουγιά δεν κρατούμε απάνω +μας. Άφησέ μας εμάς, και λέγε μου για τους Κρητικούς. + + — Σα να τόξερες πως για δαύτους ήθελα τώρα να πω δυο λόγια. Είνε +λοιπόν, που λες, αγγελοκάμωτοι σταλήθεια οι Κρητικοί. Όχι να πης +και πολύ αψηλόκορμοι, σαν το τραγούδι σου· μα θαρρείς και τεχνίτης +τόχυσε το κορμί τους — τέτοια συμμετρία. Πόδια και χέρια +ψιλοκάμωτα και μικρουλά. Τα μάτια τους ζωηρά κι ολόξυπνα, που λες +το καθένα τους κι απόνα ρωτηματικό. Όλα τα ρωτούν κι όλα να τα +μάθουνε γυρεύουνε. Στόμα σύμμετρο κι αυτό και πρόσχαρο, μισό +κοσμογνωρισιά, μισό γλύκα και καλωσύνη. Και μια γοργάδα! +Σκαρφαλώνουνε τα βουνά γοργοπόδαροι, σα να τάχουνε φτερουγιασμένα +καθώς ο Ερμής. + + — Και τα φορέματά τους; + + — Τα ξέρεις από τους κατακαημένους τους Πρόσφυγες. Στα μέρη που +πέρασα, τους έβλεπα με μαύρο μαντίλι περιτυλιγμένο στο κεφάλι τους +αντίς φέσι ή σκούφο (οι Οθωμανοί άσπρο μαντίλι), με κοντοβράκια +και με στιβάνια που ανέβαιναν ως τα γόνατα. Στο ζωνάρι χωμένο +πιστόλι κι ασπρομάνικο λάζο, και στον ώμο τουφέκι. + +Τέτοιος φαινότανε, κ' έτσι είτανε φορεμένος ο καλός μου ο Γιάνης +που μας φιλοξένησε στην Παραμυθιά. Έλειπε σαν μπήκαμε στ' απλοϊκό +σπιτικό του. Μας αποδέχτηκε η κερά του, νιόπαντρη κοπέλλα ως +δεκαφτά χρονών. Όχι κι ομορφιά που να τρελλαθής, μα πρόσχαρη και +σβέλτη κι αυτή, καθώς όλες τους, που σαν τις ζορκάδες τις έβλεπα +και πετιούνταν από δω κι από κει, στις ελιές, στα κάστανα, στις +νεροσυρμές, στα κοπάδια — παντού. Μας καλωσόρισε κ' η γριά η μάννα +τους συσταζούμενη γυναίκα και γνωστικιά. Όσο για τα γυναικήσια τα +φορέματα, δε μου φάνηκαν και πολύ διαφορετικά απ' αυτά που +βλέπουμε σε κοντινώτερά μας χωριά. + + — Τα ξέρω κι αυτά. Παντού τώρα κρυφογλιστράει η μόδα και τους +ταλλάζει. + + — Ως τόσο έχουν κ' οι γυναίκες τους τον Κρητικό τον αέρα, κι ας +μη φορούν πια όλες στιβάνια ως τα γόνατα, καθώς οι άντρες. Ό,τι +λοιπό βγήκε το συνηθισμένο το γλυκό κι ο καφές, να κι ο νοικοκύρης +ο Γιάνης και μπαίνει, και μας καλωσορίζει κι αυτός. Αποθέτει το +τουφέκι, καθίζει, αρχινάει η κουβέντα. Με μάγεψε μα την αλήθεια +αυτός ο άνθρωπος, που καθώς είπα, είνε της Κρητικής της ομορφιάς +και της λεβεντιάς εικόνα πιστή. Ο μαυριδερός μου ο Γιάνης, ο +λιγόλογος, ο αρχοντικός. Κάτι μούλεγε το πονετικό εκείνο το +πρόσωπο, τα κατάμαυρα μάτια του, που γλυκαστράφτανε στου λυχναριού +τις αχτίδες, το ήμερο και στοχαστικό του χαμόγελο, κάτι που μ' +αποτραβούσε, και στη ψυχή του μέσα γύρευε να με κατεβάση, να +γνωρίσω τα φυλλοκάρδια του, και να μάθω τον κρύφιο του πόνο. + +Τέλος, καθίσαμε στο φαγεί. Μονάχα οι άντρες όμως. Οι γυναίκες, +μάννα και νύφη, κάθισαν αντίκρυ σε σεντούκι απάνω, και μας +μιλούσαν αυτές από μακριά. Είπα φαγεί, μα έπρεπε να το πω +φαγοπότι, ή ποτοφάγι. Επειδή από την πρώτη δαγκαματιά άρχισε και +το κέρασμα. Λαμπρό, μπρούσικο Κισαμιώτικο. Μαζί του κατέβαινε η +σαλάτα που κολυμπούσε στο λάδι, μαζί του ταυγά τα τηγανιτά, μαζί +του το κομματιαστό το γουρουνάκι, το τυρί, τα κάστανα, τα καρύδια +— τίποτις μονάχο του δεν κατέβαινε. Και κάθε φορά "Εισυγεία!„ Την +μπουκάλα ο κυρ Γιάννης στο πλάγι, και δος του Κισαμιώτικο. Κατά το +τέλος περουνιάζει κι απόνα κοψίδι κρέας και τα προσφέρνει τω +γυναικώνε με ποτήρι κρασί. Τιμητικό συνήθιο κι αυτό. Προσηκώθηκαν +οι γυναίκες κ' ήπιαν, αφού μας προσχαιρέτησαν όλους με την αράδα. + + — Τώρα να σε κεράσω κ' εγώ, που τα δηγάσαι με τόση όρεξη, λέγω +του φίλου. + + — Ναι, να με κεράσης. Να την ανιστορήσω τη μαγική εκείνη ζωή. Που +λες. Σαν αποφάγαμε, και το γλεντίσαμε με τα κάστανα τα ο φ τ ά, +καθώς τα λεν, και με το Κισαμιώτικο, μας καλονύχτισαν, και +πλαγιάσαμε. Εγώ στο κρεββάτι, οι άλλοι στον πάγκο, ή και κατάχαμα. +Τη νύχτα, βρίσκοντας εγώ το κρεββάτι σαν άβολο, σηκώθηκα και +πλάγιασα στην άλλη την άκρη του πάγκου. Ξυπνάει κατόπι ο Πέτρος, +και τηρώντας αδειανό το κρεββάτι (έφεγγε η καντήλα), ανατινάζεται +στο ποδάρι και μου φωνάζει "τι γενήκατε!„ Φοβήθηκε ο δύστυχος μην +έπαθα τίποτις, μα γλήγορα τον καθησύχασα με το τράντασμα του +γέλοιου μου, και πρέπει να τους ξύπνησα και τους αλλουνούς +αποκάτω. + +Ταποταχύ, σάνε σηκωθήκαμε και προγεματίσαμε, και ξανάπιαμε πάλε +κρασί, και μας πρόσφερε η γριά ζεμπίλι γεμάτο κάστανα για το +δρόμο, ξεκινήσαμε κατά την Κάντανο, πήραμε σα να πούμε πάλε την +πίσω γύρα, παραστρατώντας κάποτε να κοιτάξουμε κανένα χωριό. Και +σάλλες τρεις τέσσερεις μέρες μέσα, είμαστε στα Χανιά. + + — Κ' η ιστορία; + + — Τώρα κ' η ιστορία. Σα βγήκαμε το λοιπόν και ξεκινήσαμε, κάνω +εγώ του Πέτρου — Τι όμορφο παλληκάρι, και τι συμπαθητικό, αυτός ο +Γιάνης! + + — Και να τήραγες τον αδερφό του τον Πανάγο, απολογιέται ο Πέτρος. +Και νάκουγες και την ιστορία τους. + +Ίσα ίσα ώρα για ιστορίες. Τους κουρντίζω λοιπόν και τους δύο τους +κι' αρχίζουνε. Όσα αποξεχνούσε ο ένας ταπόσων' ο άλλος, κ' έτσι +κάμαμε κάμποσο δρόμο. Και για να νοιώσης και συ κάτι από ζωή +Κρητική — ας είνε και τόσο δα — σου τα ξαναλέγω τώρα με λίγα +λόγια. + + + +Η Μ Α Ζ Ω Χ Τ Ρ Α + + + +1 + +ΤΑ έλουζε ο ήλιος από τον καταμεσήμερο θρόνο του τα λιόδεντρα της +Παραμυθιάς, του πρόσχαρου εκείνου χωριού, που σκαλωμένο σε μιαν +από τις βουνοπλαγιές του Κισάμου, ξάστραφτε δίπλα στα δέντρα σα να +γύρευε να δείξη την ομορφιά του μ' ερωτιάρικη περηφάνεια στ' +αντικρινό το βουνό. Πλούσια η χρονιά, άλλο τίποτις καρπό τον +Οχτώβρη εκείνο τα φουντωμένα κλωνιά, που καθώς έπαιζε ο +μεσημερίτης ανάμεσα στα μύρια ξανθόφυλλά τους, θάρρειες και κάθε +φύλλου τρεμούλιασμα ξεφανέρωνε κι από μια ελιά, καλοθρεμμένη, +βαθοπόρφυρη, με ταργυρόλαμπο χνούδι. + +Όντας Σαβάτο μέρα, οι πιώτερες οι μαζώχτρες είταν παγεμένες να +νοιαστούνε τα σπιτικά τους. Μια και μονάχη κοπέλλα απόμενε στου +Πανάγου τα δέντρα, να μαζώξη ταπομεινάρια, πρι να σημάνη Σπερνός. +Δεν είχε και σπιτικό να πολυνοιαστή η λυγερή μας Παραμυθιώτισσα. +Άλλο στον κόσμο δεν είχε παρά τη θεια της την Πασκαλιά, +ζαροπρόσωπη και σκυφτή γριά, που σφαλισμένη μέσ' στο καλύβι της +κατά την άλλη άκρη του χωριού, περνούσε τις μερούλες της με τα +γουρουνάκια της, έχοντας μαζί της και τη μαζώχτρα την Ασήμω, σαν +ορφανεμένη που είταν από γονιούς, τουρκοφαγωμένους χρόνια πολλά. +Δεν πολυσυφωνούσαν τα χνώτα τους όμως. Η θεια όλο με τα +γουρουνάκια της, με τα ορνίθια της και με τις άλλες δουλίτσες της, +η καθεμιά τους αλύπητος κόπανος απάνω στο παιχνιδιάρικο το κεφάλι +της ανιψιάς. Αφορμή λοιπό ναποτελειώση το μάζωμα, την άφινε τη +γριά η Aσήμω να νοικοκυρεύεται απατή της. + +Πήρε δεν πήρε ταυτί της του μεσημεριού το ναμάζι (είχε κι +Οθωμανούς η Παραμυθιά), κι αφίνει το μάζωμα η Ασήμω, σακκούλι και +καλάθι μισόγεμα, και με το λίγο φαεί της ροβολάει, κατά τις +καστανιές στη λακκωματιά. Ήθελε να ραχατέψη η Ασήμω. Ήθελε να το +ρίξη στην ξαπλωσιά δυο στιγμές και να ζήση, να βυθιστή στα +χαδευτικά τα ονείρατα, που το κορίτσι, και μαζώχτρα να είνε, +πρέπει να τα γυρέψη. + +Παράξενο πλάσμα η Ασήμω και μαγικό. Σα να μην είτανε για τέτοια +λογής μαζώματα γεννημένη. Τα χέρια της, θα πης, ροζωμένα, από το +τρίβε — τρίβε στο χώμα· μα πάντα μικρουλά και χυτά. Τα στιβάνια +της όχι της ώρας, κι' ίσως στραβοπατημένα λιγάκι. Μα κι αυτά +μικροκάμωτα. Και δίχως άλλο, αν κατείχε η μαζώχτρα μας από +ταληθινά τα μάγια της τέχνης, θα τηνε βλέπαμε τώρα ξυπόλυτη κι +ανεμοπόδαρη, καθώς κατέβαινε στα παράμερα εκείνα λημέρια. Δεν +έφεγγαν από την πάστρα οι ποδιές της, που δω και κει ο αψύς ο +χυμός της ελιάς τις είχε στυμμένες. Τα θεόμαυρά της μαλλιά, η +πίσσα εκείνη η ψιλόχνουδη κι η μαλακόφεγγη, κατέβαινε κι έπαιζε +όπως τύχαινε απάνω στις τορνευτές ωμοπλάτες της. Ως και τα +κατάμεστά της τα στήθια τα χαδεύανε μερικές πλεξούδες. Μα απ' όλα +πιο ελκυστικό και πιο νεραϊδίστικο φαίνουνταν το πρόσωπό της, κι +ας είταν και λιοκαμμένο. Χαμηλωμένα καθώς γέρναν τα μεγάλα της +μάτια, αδύνατο να τα κοιτάξης απάνω στη γοργή της περπατηξιά· +τάκρινες όμως από τα πηχτά, τα μαύρα ματόκλαδα, καθώς και τα +φρύδια. Κι όσο για τη μιλιά τους (αφού μιλούν και τα μάτια), την +απείκαζες από το γελαστό μα και μαριόλικο στόμα, από τα +μισανοιγμένα τα χείλη, από τα χνουδερά και παχουλούτσικα μάγουλα. +Ένα και μονάχο ψεγάδι στο παράμορφο εκείνο το πρόσωπο, που κι αυτό +για καλό της ομορφιάς καταντούσε. Το λαξευτό της σαγώνι δεν είχε +και τη στρογγυλάδα που βρίσκεις σταρχαία ταγάλματα. Όσο για τη +μύτη δεν πείραζε. Η τέλεια της η συμμετρία της έσωνε. + +Δεν άργησε να ζυγώση τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. +Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει +πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί αποκάτω καθίζει, και +γεύεται ταπλοϊκό της φαγεί. Άψε σβύσε το γιόμα της. Λες κ' είτανε +πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι +απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα +όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθειά, μα αυτή +την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε +όρεξη να πλαγιάση απάνω σε μερικά κιτρινόφυλλα που θάρρειες +πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα +πιώτερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα τόνα με τάλλο απάνω στους κλώνους. +Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξέννοιαστα, και κοίταζε την +ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, +και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της. +Τήραγε τα φύλλα που σάλευαν και που σαλεύοντας άφιναν κάθε λίγο +και ξεγλιστρούσαν απ' ανάμεσά τους αχτίδες που αστράφτανε στα +μισοκλεισμένα της μάτια σαν πρώτου νερού διαμάντια. Μα μ' όρεξη +ακόμη πιο παιχνιδιάρικη κοίταζ' ένα τσαμπάκι σταφύλι, μέρος +φαγωμένο από κοτσύφους ή από σφήγγες, μέρος κιτρινόφεγγο και +κατάλαμπρο, που το φύλαγε διαφεντεμένο από κλέφτες ή εργάτες μήνες +και μήνες μεγάλη κληματαριά, της καστανιάς εκείνης αχώριστη κι +αγκαλιαστή φιλενάδα. Το λόγιαζε τορεχτικό το τσαμπί και στα χείλη +της χόρευαν αμίλητες χάρες, κρυφοί αντίλαλοι της καρδιάς. Ήσυχος +είταν και σιγανός, μα βαθύς κι ο ανασασμός της. + +Παράξενη την είπα και μαγικιά τότες που έπαιρνε τον κατήφορο +βεργολυγερή και γοργοπόδαρη. Μα τα πιο αξετίμωτα μάγια της, +κρυμμένα εκείνη την ώρα στα φυλλοκάρδια της μέσα, δεν ταγνάντευες +τότες σαν τώρα, που λες και τάβγαζε και σα στολίδια τα ξετύλιγε +και τα γλυκοκαμάρωνε. + +Πολλά, θα μου πης, τα τόσα παινέδια για μια μαζώχτρα. Το σκαρί της +όμως δεν είταν από μαζώχτρες. Εκεί καταστάλαξε, μα πούθε ξεκίνησε, +ένας θεός το κατέχει. Α με πολυσφίξης, θα σου αποκριθώ πως +ξεκίνησε από λαμπρότερων αιώνων αγκάλες, από τα μακαρισμένα τα +χρόνια που οι αθάνατοί μας τεχνίτες βρίσκανε πρότυπα όπου κι αν +πρωτογύρευαν. Και τάχα τι παράξενο να κατέβαινε από τα δοξασμένα +εκείνα τα ύψη; Όλα τα είχε της Ελληνικής ομορφιάς, εξόν το κατιτίς +εκείνο που είνε της σκλαβιάς κι όχι της λευτεριάς, της ψυχής κι +όχι της μορφής, μα έχει δεν έχει θανέβη και στη μορφή, και πότε σ' +όλη την όψη μας περιχιέται, πότε δυο τρία της μέρη διαλέγει και +φωλιάζει εκεί μέσα. Από την πανώρια εκείνη τη μαζώχτρα διάλεξε τα +ψιλούτσικα τα χείλη, το σαγώνι το μυτερό, τα παράπηχτα φρύδια. + +Άραγες θαποκοιμούνταν εκεί και θα ονειρευότανε σταλήθεια; Άραγες +θα σηκώνουνταν αμέσως και θα ξαναπήγαινε στην αγγαρειά της; Ποιος +το ξέρει. Συνέβηκε όμως κάτι που την ξάφνισε απάνω στο +γλυκονείριασμά της. + +2 + +Την ώρα ίσια ίσια που η Ασήμω χωνότανε μέσα στα μεσημεριανά +κατατόπια της, ξεκινούσε κι ο Πανάγος από το σπίτι να ρίξη μια +ματιά στις δουλειές του. Το χωριό, καθώς ίδαμε, δεν είταν και πολύ +μακριά. Πήρε το μονοπάτι και πότε διαβαίνοντας από βάτους ανάμεσα, +πότε από θυμάρια κι από ρίγανες, πότε πάλε πηδώντας λιθάρια ξερά +και γυμνά, ζυγώνει τα λιοφυτεμένα βουνόπλαγα. Δεν άργησε να βρεθή +στα δικά του τα δέντρα. Ανεβοκατέβαινε, σεριάνιζε, κι απολογάριαζε +τα μαξούλια του. + +Άλλο άγαλμα πάλε αυτός. Ως εικοσιτριώ χρονών παλληκάρι. Εσείς, που +τα μετράτε με το διαβήτη, κοπιάστε να του βρήτε ψεγάδι στο πρόσωπο +το μαυριδερό, στο κυπαρισσένιο κορμί, στη δαχτυλιδένια τη μέση. +Μονομιάς θα το δήτε, πως ο ίδιος ο μάστορης που έπλασε της Ασήμως +την ομορφιά, έχυσε και του Πανάγου τη χάρη. Μα του Πανάγου με κάτι +πιώτερη γνωρισιά. Την ομορφιά την περέχυνε κάποια σα μελαχολία, σα +σοβαρότη, που έλειπε ολότελα από της μαζώχτρας την όψη. Έπειτα +χείλη πιο παχουλούτσικα, σαγώνι πιο στρογγυλωτό. Το μουστάκι του +πάλε, το καστανό, το ψιλόχνουδο, το πηχτουλό, σου παρουσίαζε +αντροσύνη και ζεστασιά, που τα ψιλογραμμένα τα φρύδια δεν τηνε +δείχνανε. Όσο για τα μαύρα του μάτια, τα στοχαστικά και τα +γοργοκίνητα, τέλος δεν είχε η λυπητερή διαφανάδα τους. Με το +Κρητικό το μαυρομάντιλο τυλιγμένο περίγυρα στην κορφή του, δεν τα +πολυστερούσουνα τα σγουρά του. Στερούσουν όμως, αν τύχαινε κ' +ήθελες μάθημα τέχνης από το φυσικό, στερούσουν τα σκέλια, κρυμμένα +καθώς είταν μες στα μακριά τα στιβάνια. + +Στέκετ' ομπρός στο μισόγεμο το σακκούλι ο Πανάγος. Γνωρίζοντας τις +συνήθειες της λυγερής, το μαντεύει κατά που τράβηξε, και τηράει +μαριόλικα προς τα κάτω. Η ώρα το είχε; της ηλικίας είταν; της +μοίρας του; Αναπόφευγη λαχτάρα τονε συνεπαίρνει να κινήση και να +βρη την κοπέλλα. Ίσως και λιγουλή περιέργεια. Τράβηξε τον κάτω το +δρόμο δίχως δεύτερη συλλογή. Άμα ζύγωσε τη δασωμένη κοιλάδα, +άρχισε κι αλαφροπάταγε σα να κυνηγούσε περδίκι, τηρώντας από +παντού. Την είδε δεν την είδε, και χώθηκε πίσωθε χοντρόκορμης +καστανιάς. Είταν ό,τι τέλειωνε το ψωμί της. Στέκουνταν ασάλευτος, +ανάσαστος, τα μάτια στηλωμένα απάνω της, μισανοιγμένα τα +γελαζούμενα χείλη του, ως είκοσι βήματα μακριά. Δεν του ξέφυγε +μήτ' ένα της κίνημα. Όλα τα είδε, ταποκαμάρωσε, τάννοιωσε. Ίδρος +ψιλός τον περέχυνε τότες που η Ασήμω κοίταζε το σταφύλι. Σύφλογη +λαχτάρα τον περιτύλιξε και του στέγνωνε το λαρύγγι. Από +στοχαζούμενος εργάτης του κόσμου έγεινε μονομιάς ο Πανάγος +αχαλίνωτος ποιητής, παιχνίδι της φαντασίας. Μήτε τονειρεύουνταν, +πρι να ξεκινήση από το σπίτι του, τέτοιο απερίμενο απάντημα. +Νοικοκύρης συσταζούμενος καθώς είτανε, μ' αδέρφια και με φαμελιά +καλονόματη στο χωριό του, άλλη έννοια δεν είχε ως την ώρα παρά τις +ελιές του και το τουφέκι του. + +Από τη στιγμή όμως που πήγε και βρήκε το χτήμα του έρημο, γύρω +τριγύρω μήτε ψυχή, κι ως τόσο ο κόσμος γεμάτος ζωή κι ομορφιά, +γεμάτος χίλια δυο μάγια που η φύση τα στένει να ξυπνήση τη νιότη +και να της θυμίση πως την κρατάει αιώνια της σκλάβα, κάτι σαν +τρέλλα τον άδραξε τον Πανάγο και τον κατρακύλησε τον κατήφορο. Το +γνώριζε πως άλλη μαζώχτρα δεν έμνησκε τώρα παρά την Ασήμω. Τα +γνώριζε τα κρύφια της καταπότια. Την ήξερε την Ασήμω από παιδί. Θα +πης, μια και βγήκανε στον κόσμο, άλλαξαν κ' οι δρόμοι τους πια. Ο +Πανάγος με την παρέα του, η Ασήμω με τις μαζώχτρες της. Κάθε όμως +φορά που τόβρισκε βολικό η Ασήμω, μα στο μάζωμα είτανε, μα στο +χωριό, μα στο πανηγύρι, του κρυφοπέταγε φλογερές ματιές. Το σκαρί +της, το αίμα της, η ψυχή της όλη, αρχοντόπουλο γύρευε. Και ποιος +τον ξεπερνούσε τον Πανάγο στην αρχοντιά και στη λεβεντιά; +Καμώνουνταν τον κουτό ο γνωστικός ο Πανάγος, είνε αλήθεια. Μα δεν +μπορούσε και να μην τα βλέπη, να μην τα νοιώθη. Κ' έτσι ήρθε ώρα +και πλημμύρισαν την καρδιά του, και ξεχείλισαν, κ' έπνιξαν το +λογισμό του οι μελετημένες εκείνες οι μαριολιές της. + +Και να καταλάβης πως ο Πανάγος δεν το σκόπευε να το ρίξη σε τέτοιο +γλέντι, να μπλέξη σε βρόχια κρύφιας αγάπης, μα ας είτανε και προς +ώρας, — νά που δε νοιάστηκε να παραγγείλη να μην αφήσουνε το +λαγωνικό του και ξεπορτίση και τρέξη κατόπι του. Παρ' άμα γύρισε +το σκυλί από τις γειτονικές του περιοδίες, και δεν βρήκε τον +αφέντη του σπίτι, πήρε το μονοπάτι κι αυτός, και πρι ναποτραβήξη, +ας είταν και μια φορά, την ξεκρεμασμένη του γλώσσα, σκύβε σκύβε +και μύριζε μύριζε βρέθηκε μέσα στα λιόδεντρα. Από κει πάλε μια και +δυο και στις καστανιές. Και πρι να τον πάρη του Πανάγου το μάτι, +κοντοστέκεται ο Πιστός ως δέκα βήματα δεξά του, ακκουμπάει στα +πισωμέρια του μια στιγμή, τινάζει αστραπές από τα ολόξυπνα μάτια +του, και δες του ένα ολόχαρο αλήχτισμα. Ολόρθη αμέσως από τη μια η +ξαφνισμένη η Ασήμω, ξύλο μονάχο από την άλλη ο Πανάγος! +Κοιταχτήκανε κατάματα μια στιγμή. + + — Με ξίππασες, καημένε, του κάνει η Ασήμω, συμμαζεύοντας τα +τσακισμένα της φορέματα και μαλλιά. + + — Τι τήραες εκεί απάνω; της λέει ο Πανάγος, και στο πρόσωπό του +συνανταμώνουνταν το χαμόγελο της αγάπης με το κοκκίνισμα της +ντροπής. + + — Το σταφύλι, απολογιέται η μαζώχτρα, και χαμηλώνει τα μάτια. + + — Το σταφύλι λαχτάρησες; της ξαναλέει ζυγώνοντας, καθώς πηδούσε ο +σκύλος στα γόνατά του λαχανιασμένος. Εγώ να σου το κατεβάσω το +σταφύλι. + +Αποθέτει χάμω το τουφέκι, κι ώσπου να γυρίσης να 'δης, βρέθηκε στο +δέντρο απάνω. Κόβει το σταφύλι, και το πετάει στην ανοιγμένη ποδιά +της. + + — Δε σκορπίστηκαν οι ρώγες, φωνάζει η μαζώχτρα αποκάτω, κρατώντας +στο χέρι το κεχλιμπαρένιο τσαμπί αψηλά, αψηλά, και με ξέθαρρο +γέλοιο δείχνοντας ταψεγάδιαστα δόντια της. + +Σαν κατέβηκε ο Πανάγος, δεν είταν πια και πολύ θολωμένος ο νους +του· δεν απορούσε τι να κάμη και τι να πη· παρά εκεί που το +κράταγε αυτή ακόμα το τσαμπί και το γλυκοκοίταζε, σκύβει να φιλήση +το χνουδάτο της μάγουλο. Έβαλε τον αγκώνα της η Ασήμω, σα να τον +αποσπρώξη. Πιάνει τότες εκείνος το χέρι της και το γλυκοσφίγγει. +Αυτό το γλυκοσφίξιμο, αυτή η αμίλητη η προξενειά της κρύφιας +αγάπης, τάκαμε όλα τα γνωστικά του συστήματα, όλους τους σοβαρούς +λογισμούς του και τις νοικοκυρεμένες ξαποφασιές του — όλα φωτιά +και φλόγα τα γύρισε. Μέθησε ο Πανάγος κακό μεθήσι. Όσο για την +Ασήμω, μεθησμένη καθώς είταν τώρα και χρόνια, και μεθήσι ακόμα πιο +σημαντικώτερο, της φιλοδοξίας και της μεγαλωσιάς, φόβο δεν είχε +πια τώρα. Αφήκε δίχως την παραμικρή συμμάζεψη τολόζεστό της αίμα +και πήρε βράση και βράση. Τονε δαιμόνιζε ο φλογερός ο ανασασμός +της, τα ολοκόκκινα μάγουλα, τα σύνυγρα μάτια. Δολώματα όλα +λογαριασμένα με τετραπέρατη τέχνη, μα όχι και με το ζόρι φερμένα. +Όση γνωρισιά κι απόφαση απομέσα, άλλη τόση γλύκα και τρυφερωσύνη +απέξω. Στεκότανε σα μεγαλογυναίκα μα την αλήθεια, με λογισμούς +ανώτερους και πιο ξεδιαλισμένους από κοινής μαζώχτρας. Δεν τον +κοίταγε τώρα κατάματα, παρά χάμου πάλε οι ματιές της. Ίσως και +διαλογίζουνταν ακόμα τόνειρο της ζωής της, πώς να το πετύχη +καλλίτερα. Ως τόσο το χέρι της τάφινε πάντα στου λεβέντη το χέρι. +Μισακκούμπησε τέλος στον ώμο του και το συλλογισμένο κεφάλι της. +Αυτό σα να τον ξύπνησε τον Πανάγο. Σα να συνέφερε μια στιγμή. Μα +ό,τι έκαμε να συμμαζευτή, να κι αρχίζει ο σκύλος, που χοροπηδούσε +ως την ώρα τριγύρω τους, και γλείφει τάλλο της το χεράκι, που +κράταγε το τσαμπί· λες κ' ήρθαν όλα και τη βοηθήσανε την Ασήμω. +Δεν έσωνε πια του Πανάγου η γνώση να τα χαλάση τα μάγια της. +Θέλοντας μη θέλοντας άπλωσε κ' έβαλε τα δυο του χέρια γύρω στο +μαλακό της λαιμό. Τον ξαναείδε τότες και κείνη κατάματα με μάτια +που κολυμπούσανε στην αγάπη. + + — Θα με πάρης; τονε ρωτάει σιγά σιγά. + + — Ακούς εκεί; και πώς όχι, πουλί μου; Μηγαρής δεν τους ξέρουμε +τους γονιούς σου; Ένα μετά μας είταν και κείνοι. + + — Άλλο τώρα δε θέλω, αυτό μου σώνει. Πάρ' το εσύ το τσαμπί. Τι δε +σου αξίζει εσένα! + +Και του τόβαζε στο στόμα του ρώγα ρώγα, και τον γλυκοκοίταζε καθώς +μάννα γλυκοκοιτάζει το μονάκριβό της βυζάνοντάς το. + +Πέρασε κάμποση ώρα. Σήμαινε ο Σπερνός κι ο Πανάγος με την Ασήμω +ξανανεβαίνανε στο χτήμα, αρραβωνιασμένοι ανάμεσά τους. + +3 + +Είταν πια βράδυ βράδυ σα γύριζε η Ασήμω στο φτωχικό της, όξω κι +όξω του χωριού δίπλα σε θολή ρεματιά, — καταδεχάμενος τόπος για +γουρουνάκια, για χήνες και για ορνίθια. Την ηύρε τη θεια της και +συμμάζωνε τη φτερουγιαστή φαμελιά της, να καταλαγιάσουνε πρι να +σκοτεινιάση. Στέκουνταν καταμεσής χωραφιού και τα φώναζε, το κάθε +είδος στη γλώσσα του, — τα έρμα της, καθώς τάλεγε. + + — Έλα, έλα και θα σου πω, της κράζει η Ασήμω. Άφινέ τα τά +κοτόπουλα κ' έρχουνται μοναχά τους. Έλα, και θα το δης το πουλί +που σου φέρνω. + +Ζυγώνει σιγοπερπατώντας η σκυφτή γριούλα, και της λέει. + + — Τι 'ναι μαθές αυτά που γυρεύεις πάλε να μου πουλήσης στα +γεράματά μου; Πώς γίνεται και δε μούφερες μαθές ξύλα απόψε; Τα +γόνατά μου κοπήκανε μάζευε μάζευε κούτσουρα. + + — Να παράδες, που τη γρίνα δεν μπορείς να τη ξεχάσης και μια +βραδιά. Τρέχα και πες κανενός να σου φέρη. Τι με λογιάζεις έτσι; +δεν τάκλεψα· το μεροδούλι μου είνε. + + — Το μεροδούλι σου; κι αμέ ύστερα; ανακράζει η γριά τρεμάμενη και +σαν πλαντασμένη. + + — Ύστερα; Έχει ο Θεός και για ύστερα. Ως από βδομάδα μπορεί να +είμαι και νύφη. Και τότες πια λέω του γαμπρού και σου φτιάνει και +σένα φουστάνι, που πας να μείνης . . . + + — Έλα στο νου σου, κορίτσι μου! Σαββάτο βράδυ κιόλας. Και +σταυροκοπιέται. + + — Δε σ' απογελώ, κ' έννοια σου. Λωλή δεν είμαι. Το είπα, το +ξανάειπα, πως θα γίνη, κ' έγινε. Και μ' αρχοντόπουλο, όχι παίξε +γέλασε. Τον Πανάγο, θεια, τον Πανάγο! + +Και χτυπούσε τον ένα γρόθο απάνω στον άλλο, τάχα να δείξη πως +πέρασε το θέλημά της. + +Φαινότανε σα Μαινάδα, σαν τρελλή Αφροδίτη, με τέτοια ομορφιά και +με τέτοια φερσίματα, σαν έβγαλε τα στιβάνια της, και στεκάμενη +γυμνόποδη και γυμναστράγαλη, ξεμάλλιαγη και δρώμενη ακόμ' από τη +ζεστασιά, λαλούσε της θειας της αυτά τα λόγια με μάτια ορθάνοιχτα +και με σαν παλληκαρίσια κορμοστασιά. + +Όλη εκείνη τη βραδινή την πέρασε η θεια Πασκαλιά στης γειτονιάς τα +κατώφλια. Όχι και πως πολυπήγαιν' εκεί, γιατί όντας λιγάκι +ξεμωραμένη την πείραζαν, κ' έτσι την απόφευγε την πολλή συντροφιά. +Απόψε όμως άλλο πράμα. Πήγε και παραπήγε. Δος του ψαλίδισμα η +γλώσσα της για το ριζικό της ανιψιάς της. Έτρεξαν και μερικές να +τηνε συχαρούν την Ασήμω. Απομείνανε θα πης· δίχως ξύλα, απομείνανε +και δίχως κάτι ψόνια για την αποταχινή. Μα δε χαλνούσε κι ο κόσμος +με δαύτα. Έτσι λέγανε μια μια οι γειτόνισσες, και τους φέρνανε +δανεικά. Ως και ψωμί δανεικό τους κουβάλησαν. + +Κομπόδεμα λοιπόν η μαζώχτρα η Ασήμω, κομπόδεμα η θεια της η +Πασκαλιά, κομπόδεμα κ' οι γειτόνοι. + +Την Κεριακή η Ασήμω την πέρασε, σα δεν πετιούνταν καμιά να τηνε δη +και να τη μακαρίση, βγάζοντας κι αραδιάζοντας όσα προικιά τα είχε +από χρόνια θησαυρισμένα, και μετρώντας τα και ψάχνοντάς τα. +Σεντόνια βαμπακομέταξα νυφικά, παπλώματα μυριόπλουμα και +μυριοκόλλητα, μαντιλάκια στο μάγκανο χρυσοκεντημένα, κάλτσες +λευκοβάμπακες, καπνοσακκούλες μετάξι πλεγμένες πολυχρωμάτιστες, +ζώνες, πουκάμισα μπιμπιλωτά, φαρδομάνικα και φαρδόλαιμα, +βρακοζώνες αντρίκιες και γυναικίσιες, άλλα για λόγου της, άλλα για +το γαμπρό και για τους συμπεθέρους, — τι δεν έκρυβε το +προικοσεντούκι της φτωχής, μα νοικοκυρεμένης Ασήμως. Τάνοιγε, +τάπλωνε, τάβλεπε, τα ξανάβλεπε, τα ξαναδίπλωνε, ταπόθετε πάλε σαν +άγια λείψανα μέσ' στο σεντούκι, και φορεμένη καθώς είτανε σήμερα +τασπροκάθαρα κεριακάτικά της, λουσμένη κι όσο γίνεται στολισμένη, +άξιζε να την κοιτάζη άνθρωπος με τις ώρες, άφησε πια την +περίλαμπρη ομορφιά της, μα για ταναγάλλιασμα εκείνο που +αλαφροπέταγε απάνω στο περήφανο πρόσωπό της, που αλήθεψε το +χαδεμένο της όνειρο. Και κάθε φορά που τα δίπλωνε τα +μοσκομυρισμένα συγύρια της και τα ξαναστοίβαζε, κοντοστέκουνταν +και λίγο και συλλογιότανε το τι ερωτιάρικα λόγια θα του ξαναπή +αύριο του καλού της σαν τον ανταμώση το βράδυ καταπώς συφωνήσανε, +και ποια μέρα θα βάλουνε κιόλας για τον καθαυτό τον αρραβώνα, που +πρέπει να τελεστή κι αυτός με την τάξη του, να την αναγνωρίσουνε +νύφη τους κ' οι συμπεθέροι. + +Στην εκκλησιά πάλε εκείνη την πρωινή, που από τον όρθρο πήγε και +στάθηκε η θεια Πασκαλιά στο στασίδι της, μεγάλο και πολύ σούσουρο +ταπολείτουργο. Μα και στη λειτουργιά απάνω κάτι μουρμουρητά +κρυφοδιάβηκαν από δω κι από κει, κι ώσπου να πη ο Παπά Χαράλαμπος +το στερνό στερνό του Αμήν, τόξερε όλη η εκκλησιά, γυναίκες, +άντρες, ψαλτάδες, ίσως κι ο ίδιος ο Παπάς, πως ο Πανάγος κ' η +Ασήμω τα ψήσανε. + +Σαν κατέβηκαν οι άντρες στο καφενείο να πιουν τον καφέ τους, ήρθε +δεν ήρθε ο Πανάγος με το μικρό του αδερφό το Γιάνη, και τραβάει το +σκαμνί του κοντά τους ένας λεβέντης κάτι πιο μεγαλήτερος από τον +Πανάγο, το ίδιο το σουσούμι απάνω κάτω, μα σαν πιο ξανθουλός, πιο +ανοιχτόκαρδος, πιο γελαζούμενος· ίσως και λιγάκι πιο παχουλός. + + — Είνε αλήθεια αυτά που ακούγω; σκύβει και κρυφορωτάει τον +Πανάγο. + + — Τι άκουσες; + + — Να πως η Ασήμω της θεια Πασκαλιάς λέει. . . + +Κάμνει αμέσως το σταυρό του περίλυπα χαμογελώντας ο Πανάγος, και, + + — Να μην το πη κανείς πως έχει και τίποτις από τον κόσμο κρυφό, +απολογιέται του αξαδέρφου του τού Μιχάλη. Μα στάσου δα, βλογημένε, +να προλάβω και να σε ρωτήξω τη γνώμη σου πρώτα. + +Ο Πανάγος κι ο Μιχάλης είταν πρώτ' αξαδέρφια συγγένεια, μα στην +αγάπη και στην ξεφαντωσιά πιώτερο παρ' αδέρφια. Τίποτις δεν +καταπιάνουνταν ο ένας, δίχως να το πρωτοπή του αλλουνού. Κατάντησε +να τους λένε τους δυο τους «διπλάρια», ή κάτι τέτοιο. Όπου ο ένας, +εκεί κι ο άλλος, μα γλέντι είτανε, μα κυνήγι, πόλεμος, σκοτωμός. +Αχώριστοι σ' όλα τους. + +Κάθισε, και πίνοντας τον καφέ του, του αποξήγησε τη δουλειά, ο +Πανάγος, άκρες μέσες, μιλώντας του χαμηλόφωνα πάντα. + + — Πιάστηκα στα βρόχια της, ξαναείπε, τι τα θες. Α βγης έξω και +πης του ήλιου πως δεν καψώνει, πες μου και μένα πως η καρδιά μου +είναι πέτρα ομπρός στην ομορφιά της. + + — Μωρέ τι πέτρα και τι ξεπέτρα, που ο κόσμος σ' έχει κιόλας +αρρεβωνιασμένο, κι ακόμα πιώτερο. Τηνε γλυκοφίλησες, λέει, +απανωτά, και σέκαμε, λέει, και σκαρφάλωσες μια θεόρατη καστανιά σα +νυφίτσα να της κόψης ένα τσαμπί, κ' ύστερα, λέει . . . + + — Σήκω, σήκω να πάμε σπίτι σου, και σου τα λέω. Δεν αξίζει εδώ. +Κοίταξε πως αυτιάζουνται όλοι τους. + +Σηκώθηκαν οι τρεις τους, κ' ίσια στου Μιχάλη το σπίτι. Η +Μιχάλαινα, ό,τι γύρισε κι αυτή από τη λειτουργιά. Έβγαζε τη σκέπη +της και την απόθετε απάνω σε σεντούκια μαζί με το μαντιλάκι της, +και ταντίδωρο μέσα τυλιγμένο, για τη γριά τη μάννα της απάνω. + +Λες και σαν ορθόκορμη κι αρματωμένη Αθηνά σταθηκε μπροστά στον +Πανάγο άμα τον είδε κ' έμπαινε στο χαμώγι, και μετρώντας τον +πατόκορφα με τα θεογάλανα εκείνα τα μάτια της, μόνο που δεν τον +έτρωγε καθώς του φώναζε η αρχοντικιά, η ασπρόδερμη κ' η +φεγγαροπρόσωπη η Μιχάλαινα. + + — Τι 'ναι μαθές αυτά που αντιλαλήξανε πάλε μέσα στον κόσμο! Δεν +είναι καμώματ' αυτά, και να λείψης. Ρεζίλι μαθές πολεμάς να μας +κάμης! + +Τούκοψε μονομιάς τον ανασασμό σαν άνεμος η χολοβρασμένη η +Μιχάλαινα. Κι όχι πως είταν ο Πανάγος από κείνους που τους +συνεπαίρνει μιας γυναίκας φωνοκόπι, ας είνε και της ανοιχτομίλητης +της Μιχάλαινας. Μα καθώς είδαμε, ο Πανάγος είτανε δυο λογιώ. Δυο +μεριές τις είχε. Τη μια, γνώση, ζύγισμα, στοχασιά. Την άλλη, ίσως +την πιο μικρότερη, φωτιά κι αγάπη και πάθος. Από την ώρα που +χωρίστηκε από την Ασήμω ο Πανάγος, άρχιζε η γνωστική η μεριά και +δούλευε, όλο δούλευε μες στα κατάβαθα του λογισμού του. Σαράκι τον +έτρωγε· και τι σαράκι; τρυπάνι και τον διαπερνούσε το νου του. +Ησυχία δεν του άφινε η γνώση. Τόσο, που τη νύχτα εκείνη — ακοίμητη +νύχτα — αναπετάχτηκε μιαν ώρα από το κρεββάτι, έκαμε ένα τσιγάρο, +και πίνοντας το ανάκραζε ολομόναχος — Μωρέ στο διάβολο, και να +γεννιούμουνα μπούφος! + +Όσα τούψελνε αυτή την πρωινή η Μιχάλαινα, κι ακόμη πιο χερότερα, +τα είχε πωμένα ο ίδιος του εαυτού του χίλιες φορές αποβραδίς κι +απονυχτίς. Με τι συνείδηση τώρα και με τι δυνατογνωμιά να της +εναντιωθή της μανιασμένης του αξαδέρφης. + +Ο Μιχάλης καθώς κι ο Γιάνης σωπαίνανε. Τόξεραν πως σε καλού +δικηγόρου χέρια βρίσκουνταν η δουλειά τους. + + — Είναι καλή αυτή για τη ράχη του, μουρμούριζε ο Μιχάλης κάτω από +το ξανθουλό του μουστάκι. + +Στεκότανε σαν παιδί φταιξιάρικο ο Πανάγος. + + — Άλλοι μας, κι άλλοι μας! ξεφώνιζε η Μιχάλαινα, σέρνοντας τα +κόκκινα μάγουλά της με τα δυο της χέρια. Που θα βάλουμε στα +σπιτικά μας και την ψυχοπαίδα της γουρουνούς! + + — Σώνει σου, Βασιλική, γυρίζει και της κάνει ο Πανάγος. Μωρό +παιδί δεν είμαι, να με σκιάζης δα και με τέτοιες κοροϊδίες. Κι από +μένα καλλίτερα το ξέρεις πούθε έρχεται η Ασήμω. + + — Ναι. Σάματις δεν τη γλυκόβλεπαν οι Τούρκοι τη μάννα της! Ας τα +Πανάγο, ας τα! Όσο τα σκαλίζης . . . ας τα, σου λέω. + +Κι άπλωσε το χέρι της και ξαναπήρε το μαντίλι από τη σεντούκα, να +δώση δουλειά στα ταραγμένα της νεύρα. + + — Μα αν της τόταξα; Ξαναλέει ο Πανάγος με καρδιοχτύπι, σα +νάρριχνε τη στερνή του την τουφεκιά. + + — Και τι μ' αυτό; γυρίζει και του κραίνει η Μιχάλαινα με +σουφρωμένα φρύδια και με χείλη που στάζανε φαρμάκι. — Και τι μ' +αυτό; Μηγαρής τίμια σου φέρθηκε αυτή να σε μπλέξη στη βρακοζώνη +της; Και δεν το κατέχω τάχα πως χρόνους και χρόνους σε παραμόνευε +να σε πιάση, κ' είχε δεν είχε το κατάφερε να σε κωλοσύρη εχτές +εκεί κάτου σαν πεινασμένο γατί; + +Μείνανε μερική ώρα όλοι τους αμίλητοι, όλοι στεκάμενοι ο ένας +αντίκρυ του άλλου, μες στο χαμώγι. Κι ότι σάλευε ο Πανάγος τ' +αχείλι του κάτι να πη, κάτι να μουρμουρίση, χτυπάει αποπάνω η γριά +— είταν ανήμπορη αυτή κ' έμενε σπίτι — και φωνάζει πως να μην +κρυώση ο καφές. + +Ανέβηκαν, κι άλλαξαν ομιλία. Ελιές, μαζώματα, λαγούς, κάστανα, +κυνήγι, Τούρκους, τουφεκιές, μπαλλοτές, κ' έτσι πέρασε κάμποση +ώρα. Σάνε γύρισε μεσημέρι και σηκώθηκαν τα δυο ταδέρφια να +κινήσουν κατά το σπίτι τους, τους ξεπροβόδωναν ο Μιχάλης κ' η +γυναίκα του ως όξω από την πόρτα, και δος του πια τότε μουρμουρητά +και χειρονομίες. + + — Άφησέ με και τα βολέβω, ακούστηκε κ' έλεγε ο Πανάγος +πηγαίνοντας. + +4 + +Σαν έφεξε δευτέρα κι ο κόσμος ξεκινούσε να πάη στη δουλειά του, +δεν περνούσε πια το δρόμο με το καλάθι η Ασήμω καθώς πάντα, να +τραβήξη κατά τα δέντρα, νανταμώση συντρόφισσες, και να κόβουνε και +να ράβουνε διαβαίνοντας. Αλλού ταξίδευε τώρα ο νους της. Έπρεπε +τώρα να σκαρώση νοικοκεριό, να διαρμίση το σπιτικό της, να βαστάξη +και κάποια θέση. Κομμάτι και το βαρύ, να την ψηφάη κι ο κόσμος. +Σφαλιέται λοιπό μες στο καλύβι της, κι αρχινάει και ξεσκονίζει +ανέμες, ρόκες, αδράχτια, μαγκάνους. Είχε κ' η γριούλα κάτι δικά +της να νοιαστή. Περνώντας κι αυτή καλή μαγείρισσα — και ποια +νησιώτισσα δε γεννήθηκε με τη μασιά και με τη σκάρα στο χέρι! — +αφίνει τα γουρουνάκια και τις όρνιθες στην τύχη τους, και +καταπιάνεται τα πιο απόβαθα μυστήρια της παινεμένης της τέχνης. +Ανοίγει τσίπες, τσακίζει αμύγδαλα, γουδοτρίβει κανέλλες και +κόκκινες ζάχαρες — όλα για τα μπουρέκια και για τάλλα γλυκύσματα +που θα χρειαστούνε όπου και να είνε. Πρόβαλαν και δυο τρεις άλλες +γριές από τη γειτονιά, και της πρόσφερναν, άλλη συβουλή, άλλη +γνώμη, κι άλλη την καλή της ευκή, αν και κρυφοτρώγουνταν όλες τους +κι από κάποια ζούλια, και σαν τύχαινε βολικό, χτυπούσαν και τα +ρουθούνια τους μπαινοβγαίνοντας. Φανερά να το δείξουνε, δεν +πολυταίριαζε. Έπειτα, ποιος τόξερε και τι καλό μπορούσε να τους +κάμη καμιά μέρα η Ασήμω; + +Μια από τις παντογνώστριες αυτές, ό,τι μίσεψε από της Ασήμως, +ύστερ' από κάμποση ώρα κουβέντα το τι πρέπει να γίνεται και τι να +μη γίνεται σαν αρραβωνιάζεται κορίτσι, να τηνε πάλε στο κατώφλι +λαχανιασμένη, κομμένο το χρώμα της, την ποδιά της στα χέρια, σα να +την κυνηγούσανε Τούρκοι. + + — Μωρή τι έπαθες, που θεός να σέβρη, κράζει η Ασήμω απομέσα, εκεί +που σκάλιζε τα κοριτσίστικα σύνεργά της. + + — Αμέ και τι να μην πάθω, κακόμοιρη, που έρχεται και μου λέει ο +γέρο — Σταμάτης μου, ό,τι ανέβηκε από του Φώτη το καπελιό, πως +είνε λέει όλα ψέματα, και δεν τόχει σκοπό ο αφέντης μας ο Πανάγος, +μήτε το είχε ποτές του. Ο Θεός να με βγάλη ψεύτρα, μα τάκουσε από +μέρος που δεν έχει να πης, από τον αξάδερφό του τον κυρ Μιχάλη +λέει τάκουσε. Ύστερα, λέει, κατέβηκε κι ο Πανάγος στο καπελιό, +λέει, και του πάτησε ένα βρισίδι, λέει, του Σταμάτη μου που +αποκότησε και τονε συχάρηκε, που δε μεταγίνεται, λέει. Μωρή και δε +μου λες, μορφούλα μου, πως είσαι θεόλωλη και μας έφερες έτσι δα +άνω κάτω δίχως λόγο στα καλά καθούμενα; Μωρή, και δεν τρέχεις στις +ελιές σου, κακόσυρτη, και δεν αφίνεις τις ρόκες και τα προικιά, +μην πάτε και ψοφήστε της πείνας, κ' εσύ κ' η θεια σου; + +Και λέγοντάς τα αυτά μεγαλόφωνα η φοβερόγλωσση η γειτόνισσα +κράταγε τις χέρες της ακκουμπησμένες απάνω στους γόφους της, +πούλεγες και το μαντίλι της έρριχνε να πιάση γερή λογομάχητα, και +να τις αποστομώση μια και καλή και τις δυο, θεια κι ανιψιά. Κι όχι +από κακογνωμιά κι από παράλογο πείσμα, παρά να ξεθυμάνη, που είχε +κι αυτή κόρη για παντρειά, κι όχι γαμπρό, μα μήτε δαυλό, που λέει +ο λόγος, δεν μπόρειε να της βρη. + +Δεν έγινε η αποθυμιά της γειτόνισσας. Χύμιξε ολόχλωμη κι αμίλητη η +Ασήμω, και με μια της σκουντιά σφάληξε την πόρτα κατάμπροστά της. +Ξεφώνιζε η γειτόνισσα απέξω, μα τα ξεφωνητά της λίγο λίγο +αδυνάτιζαν, καθώς έφευγε και πήγαινε. Έμεινε τότες η θεια κ' η +ανιψιά μαρμαρωμένες, κοιτώντας η μια την άλληνα. + + — Τρέχα να δης, αλήθεια είνε ή ψέματα, λέει η Ασήμω της θειας της +προσεχτικά, σαν πολεμιστής που ακούγει προδοσία και στέλνει +υποταχτικό του να δη τι τρέχει. + +Βγαίνει η γριά με το ραβδί της, τρομαγμένη και κακώς έχοντας. Δεν +άργησε να γυρίση. Ήρθε ολότρεμη, δακρυσμένη, δεμένη η γλώσσα της, +κ' έπεσε χάμου και στηθοδερνότανε σα μοιρολογίστρα. Μήτε λόγο η +πλανταγμένη η Ασήμω. Σκυλοπνίγουνταν η ψυχή της μέσα σε λαβωμένης +περηφάνειας φριχτή αγωνία. Μήτε φωνή, μήτ' αναστεναγμό δεν +μπορούσε να βγάλη· παρ' αρπάζει τη μαγουλήκα της, το ρίχτει απάνω +της, και πετιέται όξω. Γύρισε δεξά κατά τη γειτονική την εξοχή, +και πρι να τη μυριστή άνθρωπος χάθηκε μες σε ρουμάνια και πίσω από +δέντρα. + +Ανέβαινε τανηφορικά μονοπάτια σαν τη λωλή. Λες και στο κορφοβούνι +γύρευε να σκαλώση, ναγναντέψη τον κόσμο περίγυρα, και να τονε +φτύση με στόμα φαρμακωμένο. Τέτοια λύσσα έβραζε μέσα της. + +Κι ως τόσο ποτές η Ασήμω δε φάνηκε ομορφότερη, τα μάτια της ποτές +δε σπιθοβόλησαν πιο αστραφτερά από τη φοβερή εκείνη τη βραδινή. +Διάβαινε χαμόδεντρα, πηδούσε λιθάρια, ανεβοκατέβαινε λακκωσιές, +σκαρφάλωνε βράχους, σαν αγρίμι κυνηγημένο από τη φωλιά του, +πούλεγες τρύπα γύρευε να γλυτώση. Ζυγώνει σε μέρος που ξάνοιγαν οι +βράχοι εκεί απάνω, κ' έκαμναν είδος δώμα. Στέκοντας εκεί είχες τα +τούρκικα τα σπίτια καταδεξά λίγο παρακάτου, τα τούρκικα τα +λιόδεντρα πάνωθέ τους από την ίδια μεριά, ολόγυμνα καταρράχια και +βοσκιές πίσωθε, χαμόδεντρα πάλε και κουμαριές και θυμάρια κατά +ταριστερά. Μέρος που το σύχναζαν οι βοσκοί, το σύχναζαν κι όσοι +βγαίνανε στους λαγούς ή στο χορτομάζωμα. Απλωσιά χορτάρι καταμεσή +στα κρεμαστά εκείνα τα βράχια, και μονοπάτι αποκάτου ως είκοσι +πόδια βάθος. Κάθισε στο δώμα εκείνο απάνω μια στιγμή η Ασήμω, και +τήραγε στα μακριά το κάτω χωριό, το χριστιανικό, κι άκουγε τα +λαλητά που γεμίζουν τον αέρα σε κάθε χωριού γειτονιά, απ' άντρες +κι από γυναίκες, από παιδιά κι από γέρους, από σκυλιά κι από λογής +λογής ζώα και πετάμενα, κάθε βράδυ στο γέρμα του ήλιου και πρι να +πάρη απόνυχτο. Κι απ' όλα το μεγαλήτερο το βουητό και το πιο +ατέλειωτο φωνοκόπι τόβγαζαν οι γυναίκες που μαζεύουνταν κείνη την +ώρα στη βρύση απέξω από το χωριό, να νεροκουβαλήσουν. + +Δαιμονισμένα τσιρίγματα κι ακράτητα γέλοια έπαιρνε στα φτερούγια +του ο αέρας και τα σκόρπαγε στις τέσσερες άκρες του κόσμου. +Τάκουγε η Ασήμω, και θαρρώντας τα πως είταν του κόσμου η κατάκριση +κ' η καταλαλιά για τη συφορά της, σπαράζουνταν τα σηκώτια της, +θόλωνε ο νους της, κ' έτσι της ερχότανε νανατιναχτή και να +γκρεμιστή από την άκρη του βράχου, και μαζί με τα κόκκαλά της να +σπάση κάθε της λαχτάρα και κάθ' ελπίδα μια και καλή. Κ' εκεί πάλε +που συλλογιότανε τέτοια, πέφτει το μάτι της κατά τη λακκωματιά +εκεί κάτω, τη λογιάζει ως την άλλη της άκρη, κατά την πέρα μεριά +του χωριού, και τηρώντας τις θεόρατες δεντροκορφές που τη +σκέπαζαν, ανιστόρησε άξαφνα το προχτεσινό της αντάμωμα, και της +ήρθε απαρηγόρητο κλάμα. Σα να τάβρισκε ως τόσο παιδακίσια τα +δάκρια σε τέτοια σκληρή συφορά. + +Τα σφουγγίζει μάνι μάνι με την ποδιά της, και μπαίνει σε βαθεια +συλλογή. Αμίλητη, ανάκουγη, ασάλευτη, και μήτε ανασασμό. Κ' εκεί +που κάθουνταν έτσι, αθώρητη κι αγνώριστη ζουγραφιά, ακούγει +ποδοβολητό αποκάτω. Κάμνει πως σκύβει, και βλέπει δυο λεβέντηδες +κι ανεβαίνουν το μονοπάτι, τα τουφέκια στον ώμο. Είταν ο αδερφός +του Πανάγου ο Γιάνης κι ο αξάδερφός του ο Μιχάλης. Βγαίνανε στους +λαγούς. Αποσταμένοι κ' οι δυο τους με τον ανήφορο, ανεβαίνανε +σιγανά σιγανά. Δυό τρεις στιγμές ακόμα, κι αντιδιαβαίνει και +τρίτος. Είταν ο Πανάγος. Ίσια ίσια την ώρα που συφώνησε νανταμώση +την Ασήμω στην πέρα τη μεριά του χωριού, κατά το χτήμα του. Φριχτή +ανατριχίλα την έπιασε τη λυσσασμένη μαζώχτρα. Της ήρθε ναρπάξη +λιθάρι και να το κατρακυλήσει καταπάνω του. Αποτραβιέται δυο +βήματα παραπίσω, μην τύχη και τηνε δη. Έτσι, σα να το σκόπευε +κιόλας. Πέρασε ως τόσο ο Πανάγος άβλαβος κι άγκιχτος, κ' έμεινε η +Ασήμω στεκάμενη ακόμη στ' απλάδι σαν παραλογιασμένη, σαν υπνοβάτρα +που έννοιωθε και δεν έννοιωθε. Υπνοβάτρα που κάποιου φοβερού +βραχνά προσταγή λες κι άκουγε μες στον παραδαρμένο της νου. Κάτι +που καταντούσε στιγμή με τη στιγμή από υπνοφαντασιά στοχασμός, κι +από στοχασμός μελετημένη απόφαση. Να τον παιδέψη με τρόπο χίλιες +φορές πιο σκληρότερο από 'να παλιολίθαρο· να του κρυφοχύση στα +σπλάχνα του αρρώστια αγιάτρευτη, στρίγλα να γίνη και να γεμίση το +σπιτικό του ρήμαξη και θανατικό, κι όχι με δυσκολόβρητα βότανα και +μαμούνια, παρά με μόνο το φοβερό φαρμάκι της γλώσσας της. + +Έφεγγε πια τώρα στο μέτωπό της κάποια παρηγοριά. Σαν αχτίδα της +κατέβηκε από κόσμους μυστικούς και τη μέρεψε. Δεν ψυχοπονούσε πια +η Ασήμω. Όχι δα και πως γιατρεύτηκε μια και καλή ο βαθυρρίζωτος +πόνος της, μα σκάλιζε σκάλιζε μες στα πικραμμένα της φυλλοκάρδια, +βρήκε κι έβγαλε αξετίμωτο βάλσαμο, την εγδίκηση, τη γυναικίσια την +εγδίκηση, που τύφλα νάχη μπροστά της το πιο φαρμακωμένο χαντζάρι ή +το πιο αλάθευτο βόλι. + +Φείδι πια τώρα ωριόπλουμο και μυριολύγιστο το κορμί της, τίγρη το +μάτι της, μάγισσα το πονηρό της χαμόγελο, νυχτονεράιδα το σύνολό +της, καθώς ροβόλαγε πίσω κατά το χωριό. + +Βρέθηκε στη γειτονιά της ό,τι σκοτείνιαζε. Όλες γυρισμένες και +μαζωμένες στις θύρες τους νακούσουνε τα μαντάτα, να πουν το κοντό +τους και το μακρύ τους απάνω σε καθετίς, ως και για τα μελλούμενα +του νησιού. + +Σώπασαν όλες και κρυφοχαμογελούσανε βλέποντας η μια την άλλη +μαριόλικα, καθώς είδαν την Ασήμω κι αντιδιάβαινε. Εκείνη όμως, +ταυτί της τώρα δεν έδρωνε. Ένα μαζί τους έτοιμη να παραβγή κ' η +Ασήμω στα ξεφωνητά και στα γέλοια. + + — Μπα! Τάχατες πρωταπριλιάτικη μας την έπαιζες χειμωνιάτικο τις +προάλλες, και μας βγαίνεις έτσι ξένοιαστη τώρα, σα να μην έγινε +τίποτις; της λέει μια από τις πιο γνώριμές της. + + — Μωρή, και δεν το χαίρεσαι που πήγαινα να πιαστώ απατή μου στα +βρόχια του, παρά φοβήθηκες μην τύχη και γελάστηκες; σκύβει και της +λέει της φιλενάδας εκεί που καθότανε με δυο άλλες στο κατώφλι της +πόρτας της ανακούρκουδα, καταπώς κάμνουν οι χωριανές. — Μου +γλυκομίλησε ο άνομος, και το πήρα κομπόδεμα σαν άμυαλη που +είμουνα, και σα να μην το είχα μυρισμένο κι από τα πριν πως αυτός +τάχει ψημένα με τη Μιχάλαινα χρόνους και χρόνους τώρα, από τότες +που είτανε να την πάρη γυναίκα του και χάλασε ο αρρεβώνας, +εξαιτίας που είταν ανήλικος, που να μην τόσωνε να χρονιάση. + + — Χριστέ και Παναγιά μου! φωνάζουν κ' οι τρεις τους. + + — Χριστέ και Παναγιά μου! ανασηκώνεται και μεταφωνάζει η μια +τους, η παχύτερη, η αψηλότερη, κ' η πιο αθυρόστομη της παρέας. — +Τώρα τα νοιώθω τα τόσα και τόσα που πήρε το μάτι μου και σήμερα +μαθές που τους είδα πάλι με του ήλιου τανάβλεμμα όξω από το χωριό +κατά του Πανάγου τα δέντρα, πρι να κατέβουν οι μαζώχτρες. Ο Θεός +να φυλάη τις κοπελλιές μας από τέτοιους! + +Το καινούριο αυτό το σούσουρο, το μεγαλήτερο, τόφαγε μονομιάς +τάλλο, το μικρότερο. Μήτε Βεζίρης να είτανε η Ασήμω δεν θα τα +κατάφερνε πιο ομορφότερα. Με δυο της κρυφές σαϊτιές γλύτωσε το +κεφάλι της από το φοβερό το περιγέλοιο του κόσμου, και χαντάκωσε +τον Πανάγο μες σε χίλιες φορές πιο φοβερώτερη καταβόθρα. + +5 + +Καθώς όταν ψοφήμι πεταχτή σε κατοικημένα λημέρια, κι αρχίζη ώρα με +την ώρα και φορτώνεται ο αέρας θανάσιμη βώχα, έτσι και στο χωριό +μας το ήμερο, το γελαστό, το καθάριο, μια και τούχυσε στάλα η +λυσσασμένη η μαζώχτρα από τα σπλάγχνα της, λες κι άνεμος φύσηξε +και μετάδωκε το μόλυσμα από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι, +από στόμα σ' αυτί. Βούηξε η Παραμυθιά με την άτιμη την καταλαλιά, +βούηξαν και τα τριγύρω χωριά. Όλοι τάκουγαν το τρομερό το κρυφό, +όλοι τόκριναν και το κατάκριναν και το ψιλολογούσαν. Όλοι, εξόν +εκείνοι που έπρεπε πρώτα πρώτα κάτι να μάθουν, κάτι να τους +σφυρίξη κανένας φίλος αληθινός, που αν είνε και ψέματα, να +διαφεντέψουνε την τιμή τους οι άμοιροι. + +Ως τόσο βρέθηκε σε δυο μέρες μέσα κι αυτός ο ήρωας. + +Βρέθηκε ο Μανώλης, ο πιστός ο δουλευτής του Δημήτρη, του αψή, του +πεισματάρη κι ανάποδου, του χολερικού αδερφού του Μιχάλη. Ο +Μανώλης, που του κλάδευε και του μπόλιαζε αμίμητα τις ελιές του, +που του ξετρύπωνε περίφημα τους λαγούς του, που και στις εθνικές +απάνω τις μάχητες πρώτος μυρίζουνταν και μηνούσε του Κυρ Δημήτρη +Τούρκικα κατατόπια, Τούρκικες μπροσκάδες και παραμονέματα και +σκοπούς, αυτός και τώρα πήγε και τα πρόφταξε του αφέντη του μ' όλα +τα στολίδια και ταποσώσματα που τα κολνούσε ο καθένας δηγώντας +τους του γειτόνου του. + +Θειαφοκέρι ο Δημήτρης σαν το πρωτάκουσε! Αμέσως, και δίχως μήτε +στιγμή συλλογή, τα κόλλησε κι αυτουνού ο νους του στο χαλασμένον +εκείνον τον αρρεβώνα. Δεν ξεστόμισε μήτε λέξη ώρα πολλή, παρά +συγκρατούσε κλεισμένα τα τρεμάμενα χείλη του, σα να τούμπηγες +σιγανή σουβλιά στα συκώτια του. + + — Πήγαινε στη δουλειά σου, γυρίζει τέλος και λέει του δούλου +προσταχτικά. Ψέμματα είνε. Και να το λες και συ πως είνε +κακόβουλες καταλαλιές των εχτρώ μας. + + — Έννοια σου, αφέντη. + +Και δρόμο ο Μανώλης, τρομαγμένος με την όψη του κυρ Δημήτρη. + +Δεν έμεινε τότες μήτε ο Δημήτρης ανάπραγος· παρά μια και δυο και +τρέχει να βρη τον αδερφό του το Μιχάλη. Έβραζε μέσα του +πηγαίνοντας. Έβραζε μέσα του όχι έτσι σαν αδερφός, μα σα να είταν +ο ίδιος ο Μιχάλης και ζούλευε. Τόσο γκαρδιακά την είχε παρμένη την +τύχη του αδερφού του στα χέρια του, από τότες που του προξένεψε τη +Βασιλική για γυναίκα, και τους νοιαζότανε και τους δυο σαν παιδιά +του, να μη βρέξη και να μη στάξη, χήρος όντας αυτός και δίχως +παιδί. + +Θάμα μα την αλήθεια που δεν του ήρθε και ξαφνικό. Όλα τα δαιμόνια +της υποψίας ξυπνήσανε μέσα στον ταραγμένο του νου και τούσφαζαν +άντερα, συκώτια, καρδιές. Φρένιασε ο Δημήτρης και πήγε. Όντας +οξύθυμος από φυσικό του, κόρωσε μέσα του οργή λυσσάρικη κι +αχαλίνωτη. Τίποτις δε ζύγιαζε, τίποτις δεν ήθελε να ζυγιάση μήτε +να κρίνη. Λες και μ' ένα παράλογο, θεότρελλό πήδημα ο νους του τον +έφερε σε μια και μονάχη κρίση κι απόφαση, την κακή και την άδικη. +Και πάλε μ' ένα της χτύπο η καρδιά του τού γέννησε μια και μονάχη +όρεξη, να χυμίξη ατός του, κι από το καρύδι δράχνοντάς την τη νύφη +του τη Μιχάλαινα, να την πνίξη σαν όρνιθα, να γλυτώσουν από την +ατιμία κι ο αδερφός του κι αυτός. Την αχάριστη τη σκύλα, τη +δίγνωμη, τη διπρόσωπη, την κοκκινομαλλού. Ως και τα μαλλιά της από +ξανθουλά τάβλεπε τώρα κόκκινα ο Δημήτρης. + +Τον αντάμωσε το Μιχάλη στο χτήμα μεσημέρι γυρισμένο, τώρα και δυο +ώρες. Στάθηκε ομπρός του, αμίλητος πάντα, πάντα ολότρεμος. Τον +αγνάντευε κατά πρόσωπο με ματιά κρύα, σουβλερή, ανατριχιάρικη, σα +Χάρου ματιά. + + — Τι έπαθες, 'βρέ Δημήτρη; μπας και δεν είσαι καλά; ρωτάει ο +Μιχάλης. + + — Έλα παραόξω και σου λέω, αποκρίνεται ο Δημήτρης γοργά και +μισοπνιγμένα. + +Αποτραβήχτηκαν τα δυο αδέρφια σε παράμερη κώχη, και σαν +αγριοκοίταξε δίπλα κατά το χωριό ο Δημήτρης, και μουρμουρίζοντας +αντίθεες βλαστημιές έφτυσε στον αέρα, σα νάβλεπε κάποιον εκεί που +λόγους δεν είχε να του παραστήση το μίσος του, γυρίζει και λέει +του αδερφού του. + + — Μωρέ Μιχάλη, κοιμάσαι, καημένε! + + — Πες μου τι τρέχει, και με πέθανες. + + — Μωρέ και να μη το μυριστής τόσον καιρό πως είν' άπιστη η σκύλα; + + — Ποιά, βρε χριστιανέ; Η γυναίκα μου; + + — Αμέ και ποια άλλη, κακόμοιρε, που έπρεπε μα το Θεό, +καλογερόπαππας να γίνης μ' αυτά τα μυαλά, κι όχι άντρας, κι άντρας +τέτοιας γυναίκας. + +Έτρεμε πατόκορφα ο Δημήτρης. + + — Έλα στο νου σου, βρε αδερφούλη μου, τι 'νε που κάθεσαι και μου +κραίνεις τώρα; Και με ποιόνα θαπιστήση κι από πού ως πού; + + — Από πού ως πού; αναπετιέται και φωνάζει ο Δημήτρης. Να, από +ταλλοίθωρά σου μάτια ως του Πανάγου την μπερμπαντιά. + + — Ο Πανάγος! + +Και χαμογελώντας ο Μιχάλης, σα να σηκώθηκε μεγάλο βάρος από τα +στήθια του, ξαναλέει μ' ανάλαφρο ανασασμό. + + — Δεν είνε πράματ' αυτά, μωρέ Δημήτρη, να κάθεσαι και να τα +ξαναλές σαν αυτές εκεί τις μαζώχτρες, μόνε να πάμε και να μάθουμε +ποιος το πρωτόβγαλε και να τονε γδάρουμε ολοζώντανο. + + — Να σου πω, Μιχάλη. Είσαι παιδί, και πάντα θα είσαι. Εδώ παίξε +γέλασε δεν είνε. Δεν είσαι και μονάχος εσύ, είνε όλο το σόγι. Και +να πας αμέσως κιόλας να του την παίξης τη μπαλλοτέ να γλυτώνουμε. + +Του τα είπε αυτά σιγανά κι αποφασισμένα. + + — Μα αν είτανε να κάμω τέτοιο πράμα, θα πρωτοάρχιζα από τη +γυναίκα μου. Άμε στο καλό, βλογημένε, δεν είνε πράματα, σου λέω. +Δεν την ξέρεις τη Βασιλική, τέλειωσε. Μήτε τον Πανάγο δεν τον +ξέρεις. + +Και γύρισε το στενοχωρημένο του πρόσωπο κατά την άλλη μεριά. + + — Εγώ δεν τους ξέρω; απολογιέται ο Δημήτρης τραβώντας τον αδερφό +του από το μανίκι. Βρήκες άνθρωπο να μη τους μυρίζεται τους . . . + +Έπειτα, με φωνή σοβαρώτερη και τρεμουλιαστή + + — Να πας, σου λέω, να τον ξεπαστρέψης. Όρκο τόκαμα, άλλο δεν +έχει. + +Τον ήξερε ο Μιχάλης το Δημήτρη, πως δε χωράτευε. Άρχιζε και +μαζευότανε στη ψυχή του θεοσκότεινη αντάρα. Και πώς να τον +καταπείση τον αδερφό του πως λάθευε, πώς να διαφαντέψη την ησυχία +του και την καλοτυχιά του, που σε μια στιγμή μέσα την έβλεπε και +κατρακυλούσε στην καταβόθρα! + +Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε ο δύστυχος, κ' ύστερα + + — Να σου πω τι θα κάμω, γυρίζει και του λέει του Δημήτρη. Θα πάω +και θα του στήσω παγίδα, κι αν είνε αλήθεια, τους έφαγα και τους +δυο. + + — Τρέχα το λοιπόν και στήνε παγίδες. Το πολύ θα περάσουμε άλλη +μιαν άτιμη μέρα. + + — Ως τη νύχτα θα το ξέρουμε. Ή ζωή ή θάνατος. + +Και παίρνει δρόμο ο Μιχάλης, αφίνοντας πίσωθε το Δημήτρη. + +Είτανε να τονε λυπάσαι το χρυσόκαρδο το Μιχάλη. + +Τρία χρόνια τώρα παντρεμένος, τρία χρόνια το σπιτικό του +παράδεισος, με την ακριβή του Βασιλική, δυνατόγνωμη θα πης γυναίκα +— και κάμποσο αντρίκια, όσο εκείνος πάλε είτανε μαλακόκαρδος και +καλόβολος, όμως με τετρακόσα πάντα κι αυτός. Ως τόσο μάλαμα η ζωή +τους, κι ας κυβερνούσε η γυναίκα και παραπάνω. Ταίριαζαν και τα +γούστα τους. Ως και στο καλοφάγι την ίδια όρεξη είχαν. Κι όσο για +πίστη κι αγάπη, πέτρα μονάχη η καρδιά της. Και τώρα, λέει, μόνο +και μόνο γιατί ξεπρόβαλαν οι παλιόγλωσσες και τους κατατρέχουνε, +να πηγαίνη, λέει, στο καθάριο του σπίτι και να στήνη τέτοιες +βρωμοπαγίδες! Και να το μυρίζουνταν η Βασιλική, τι θεριό θα +γινότανε! Και με το δίκιο της η κακόμοιρη, που την καταχώνιασε κι +αυτήν ο απόνετος ο κόσμος μες στην καταβόθρα της ατιμίας, μαζί με +τόσες και τόσες άλλες, δίχως να φταίγη, δίχως μήτε να +τονειρεύεται! + +Είτανε να τονε λυπάσαα τον κακότυχο το Μιχάλη. + +Πήγε κι αντάμωσε πρώτα τον Πανάγο στα δέντρα του. Του λέει να +περάση στις έντεκα ώρες το βράδυ από το σπίτι του και να βγούνε +στους λαγούς. Όμορφη βραδινή, και το φεγγάρι μισόγεμο. + + — Αμέ, και γιατί όχι; αποκρίνεται ο Πανάγος με το στοχαζούμενό +του χαμόγελο, και καμώνοντας πως ξύνει το κεφάλι του κατά το δεξί +του αυτί, έτσι από λεβεντιά. + +Από του Πανάγου τα δένδρα ίσια σπίτι του ο Μιχάλης. + +Έμπαινε σα φταιξιάρης, δέκα ώρες απάνω κάτω. Λέει της Βασιλικής + + — Βασίλω, απόψε πάω στους λαγούς με τον Πανάγο μαζί. Του είπα +νάρθη εδώ στις έντεκα. Τώρα είνε δεν είνε δέκα. Σέρνω εγώ κι +αναβαίνω το βουνό, και πες του, σαν έρθη, να μ' ανταμώση εκεί που +πήγαμε τη δευτέρα. Εκείνος ξέρει. + + — Καλά, Μιχάλη μου, και σαν τι ώρα να βάλω τραπέζι; + + — Αι, τη συνηθισμένη μας ώρα. Κράτησε ως τόσο μέσα το σκύλο, να +τονε φέρη ο Πανάγος. Ανίσως και με χάση ο ένας, να με βρη ο άλλος. + +Και με το τουφέκι στον ώμο βγαίνει και κλει την πόρτα ο Μιχάλης. + +Παράπλευρα του σπιτιού, ως δέκα βήματα μακριά, είχε είδος αχούρι, +σιτοβολώνα, κι αμπάρι ο Μιχάλης για τις ελιές. Εκεί μέσα +κρυφοχώνεται, κλειέται, κι απαντέχει τον Πανάγο, τηρώντας από τις +χαραμάδες, να δη το τι θα κάμη. Θάμπη μέσα, ή θα πάρη ίσια το +βουνό; + +Πότε του ερχόντανε γέλοια με την κουταμάδα του, και πότε +ραγίζουνταν τα συκώτια του ανιστορώντας το τι λυπητερή δουλειά +καταπιάστηκε. Ώρα είνε και θα περάση, μουρμούριζε ο δύστυχος κ' +ησύχαζε. Μετά πολλά πέρασε η άχαρη αυτή ώρα. + +Έρχεται ο Πανάγος με το τουφέκι στις έντεκα, και φωνάζει από +μακριά το Μιχάλη. Ανοίγει η Μιχάλαινα την πόρτα, και καθώς +ξεχύμιξε ο Πιστός και τον έγλειφε, του έλεγ' εκείνη πως ο Μιχάλης +ξεκίνησε τώρα και μιαν ώρα και τον απαντέχει στο βουνό απάνω. + + — Και γιατί δεν μπαίνεις μια στιγμή μέσα; ξαναλέει η Βασιλική. + +Αναφτερούγιασε από τρόμο ο Μιχάλης σαν τάκουσε το κάλεσμ' αυτό της +Βασιλικής, και μόνο που δεν έπεσε χάμω. + + — Όχι· κάλλιο να πάγω, γιατί θα προσμένη. + +Και τράβηξε ο Πανάγος τον ανήφορο μαζί με το σκύλο. + +Είταν εκείνη την ώρα ο Μιχάλης με το Σουλτάνο γενιά. Κρυφοπήδηξε +χαρούμενος από ταχούρι στο δρόμο, κι ώσπου νανέβη ο Πανάγος στο +μέρος που είπανε, σκαλώσαντας ο Μιχάλης από μέρη αδιάβατα σαν την +Ασήμω το δευτερόβραδο, κάθουνταν ανάμεσα στα χαμόδεντρα και +ψιλοτραγουδούσε, απαντέχοντας τον Πανάγο ερχάμενο από το καθαυτό +μονοπάτι. + +Έκαμαν ως μια ώρα με τους λαγούς. Χτυπήσανε δυο. Γυρίζει τότες ο +Μιχάλης και κάνει του αξαδέρφου του + + — Πανάγο μου, κέφι έχω απόψε. Έρχεσαι να τα χτυπήσουμε κάτου και +να πάμε να το στρώσουμε γλέντι μ' αυτούς τους λαγούς, απόψε +κιόλας; + + — Ακούς λέει; και τι καλλίτερο. + +Και σε μισήν ώρα μέσα ο Μιχάλης με τον Πανάγο στο σπίτι του, κ' η +Μιχάλαινα στο χαμώγι και μαγείρευε τους λαγούς. Σκαρώνουν κέφι με +τη μαστίχα, και σαν ανέβηκε το φαεί, πήρε δρόμο το γλέντι. Το +κατέβαζαν αλύπητα το Κισσαμιώτικο. Ήπιε κ' η Βασιλική και ξανάπιε +μαζί με την περουνιά που συνηθίζουν εκεί και προσφέρνουνε στις +γυναίκες με το κρασί. + + — Γυναίκα, φωνάζει άξαφνα ο Μιχάλης, καθεμέρα τέτοιο ξεφάντωμα δε +γίνεται. Τα Παιχνίδια! Νάρθουν και τα Παιχνίδια! + +Δεν πέρασε πολλή ώρα, και πήγαινε καπνός το βιολί, βρόνταγε το +λαούτο, και δος του χορό οι λεβέντηδες, δος του χορό κ' η +Μιχάλαινα, οδηγώντας το γυριστό απατή της, πυργόστεκη, με το +μαντίλι στο χέρι, που το στριφογύριζε και πήγαινε ομπρός. + +Ανέβηκαν και δυο τρεις άλλοι φίλοι κατόπι, που ή έτυχε να μην τα +γνωρίζουν ακόμα τα λαλούμενα, ή καμώνουνταν πως δεν τα γνωρίζανε +για να το γλεντίσουν, και κόλλησαν κι αυτοί στο χορό. + +Ήρθαν έπειτα κι από τάλλα τα σπιτικά τους, αδερφοξάδερφα της +Μιχάλαινας, άντρες και γυναίκες, κ' έτσι γέμισε το σπίτι φωνές και +τραγούδια. Ως κ' η γριά, που πάντα στο κρεββάτι η καημένη, ως κι +αυτή χτυπούσε τα κοκκαλιασμένα της παλάμια, κι αναγάλλιαζε +δείχνοντας τόνα και μονάχο της δόντι. + +Πανηγύρι σωστό. Αντιλαλούσαν τα ξεφωνητά τους κάτω και κάτω στο +δρόμο. + +Απάνω σε κείνη την ώρα να κι ο Δημήτρης, που ξεμύτισε από +ταραχνιασμένο του σπίτι να δη τι μαντάτα η παγίδα. Κι αντίς +παγίδα, τι βλέπει και τι ακούγει! Φαγοπότια και ξεφαντώματα! +Τρέλλα και τρέλλα του ήρθε. Είχε γνώση και βαστάχτηκε όμως, κι όχι +από καλογνωμιά, παρά να μη γίνη φοβερώτερο σούσουρο. Βαστάχτηκε, +και τράβηξε από τον κάτω το δρόμο, εκεί που είτανε μαζεμένος ο +κόσμος και τους σεριάνιζε, ίσως και δη, ίσως και πάρη ταυτί του +τίποτις μες στα σκοτεινά. Σα να γύρευε και καλά να τις πυργώση τις +φλόγες που κορώνανε μέσα του. + + — Και ποιος να είνε ο γαμπρός απόψε; πετιέται και λέει μια +γυναικίσια φωνή από το σκοτάδι απομέσα. + +Είταν η μαζώχτρα η Ασήμω. Άλλο τόσο το χαίρουνταν απέξω αυτή το +ξεφάντωμα, σα να τόκαμαν εξεπίτηδες, να τα πιστέψη ο κόσμος. + +Τούσωναν του Δημήτρη αυτά τα λόγια. Τράβηξε ίσια σπίτι του. Την +πέρασε ποδοβολώντας απάνω και κάτω ως την αυγή. + +6 + +Σηκώθηκε ο Μιχάλης κάτι πιο αργότερα από τη συνηθισμένη του ώρα. +Κι ότι ξεπρόβαλε από την πόρτα του, ανταμώνει το Δημήτρη ερχάμενο +από το σπίτι του να δη τι απόγινε· κι όχι και τι απόγινε, παρά τι +θ' απογίνη, ύστερ' από ταποσπερινά. + +Τον αποδέχτηκε ο Μιχάλης πασίχαρος. + + — Έλα μέσα, να πιής έναν καφέ, του κάνει. Και σα συγυρίζη η +Βασιλική τη γριά απάνω τα λέμε κιόλας. + + — Εγώ εκεί μέσα; Χίλιες φορές καλλίτερα εκειδά κάτω· δείχνοντας +κατά την εκκλησιά, που είταν και τα μνημούρια. Πάμε όξω, στη +μοναξιά. Εκεί που δε βλέπουμε και μούτρα να τα ντρεπούμαστε. + +Και λέγοντάς τα αυτά, κατρακύλησαν και δυο κόμποι από τα +ξαγρυπνισμένα του μάτια απάνω στα κατάχλωμα μάγουλά του. + +Η αγρυπνιά, η χολόσκαση που δεν πέρασε ακόμα το θέλημά του, παρά +διάβαινε ακόμα μέσα στους δρόμους ατιμασμένος, καθώς θάρρειε, και +ντροπιασμένος, όλ' αυτά σα να του μαλάκωσαν την καρδιά, ή +καλλίτερα, σα να του την έλυωσαν. Όση λύσσα τον έσφαζε χτες, άλλη +τόση θλίψη και ψυχοπονεσιά τονε βασάνιζε σήμερα. Δεν είταν και να +πης πως δεν τον αγαπούσε τον αδερφό του. Τον αγαπούσε, και +μάλιστα, καθώς είδαμε, σαν είδος αδερφή του. Έτσι τον είχε και στο +νου του και στην καρδιά του, σα γυναίκα. Για δαύτο δα το θάρρειε +και χρέος του να τονε νοιάζεται και να τον αρμηνεύη. + + — Έχω να σου πω και να σου πω, Δημητράκη μου, κάνει ο Μιχάλης, +που θα γενή περιβόλι η καρδιά σου. + + — Αχ, παιδί μου, αποκρίνεται ο Δημήτρης αναστενάζοντας και +στηλώνοντας στον τοίχο τα θολωμένα του μάτια, έπρεπε ή εσύ να +γεννηθής πιο άντρας ή εγώ πιο παιδί. Τα ξέρω, μη μου τα λες. +Διάβηκα και τάκουσα και τα καμάρωσα τα ξεφαντώματα ψες. Πιο +καλλίτερα και πιο ταιριαστά για τους εχτρούς μας δεν μπορούσανε να +γίνουνε. + + — Μα άκου δα πρώτα! Του την έστησα, που λες, μια μορφιά την +παγίδα, και — + + — Ας τα, ας τα! ανακράζει ο Δημήτρης. Έπειτα γυρίζοντας και +κοιτάζοντάς τονα σοβαρά και συλλογισμένα. + + — Η γυναίκα σου κι αυτός σαγοράζουν και σε πουλούνε δέκα φορές +πρι να το μυριστής εσύ, κακομοιριασμένε! Μωρέ, άκου δω· γεννήθηκες +από τη μακαρίτισσα τη μάννα μας, ή δε γεννήθηκες; Και δεν το +θυμάσαι, καημένε, σα μας τόλεγε και το ξανάλεγε, «Κάλλιο να βγουν +τα μάτια σου παρά τόνομά σου;» + +Άρχιζε πάλε και του μάτωνε την καρδιά, και του σπάραζε τα σωθικά η +σκληρή, η σφαχτερή, η σιδερένια η φωνή του Δημήτρη. Σα να +τόννοιωθε πια πως ελπίδα δεν είχε, πως στη ζωή του αποπάνω ξάπλωσε +τα μαύρα και τα διάπλατα της φτερούγια η συφορά και την απόδιωξε +την ελπίδα. + +Του πέρασε μια στιγμή από το νου του ναφήση τον αδερφό του μέσα +στο δρόμο και να ξεκόψη. Ναποχωριστή εκείνον παρά την ευτυχία του. +Να τρέξη και να σταθή σαν πύργος σιμά στη γυναίκα του, να της τα +πη, να κηρυχτή ανοιχτά σύμμαχός της, και με το τουφέκι στο χέρι να +τη γλυτώση από τους καταλαλητάδες της, μα ας είνε κι αδέρφια. + +Τα κλωθογύριζε αυτά μες στο νου του, μα δεν είτανε κι άθρωπος να +βγάζη πέρα τέτοιες δουλειές. Τούρκοι να είταν άλλο πράμα. Ο +Τούρκος δε χρειάζεται και πολύ θάρρος ηθικό. Και σα να τόξερε πως +αυτό το δώρο δεν το είχε από τη μοίρα του, τρεμούλιαζε η καρδιά +του και κρυφοπονούσε σαν κοριτσιού. + +Τον έπιασε βαθεια κι αξετίναχτη στενοχώρια. Δεν μπορούσε πια να +βαστάξη. Αχ και νάβρισκε μιαν αφορμή και να τον ξαπολύση, να +χωριστούνε. Ναπομοναχιαστή κάπου, να πέση χάμου και να κλείση τα +μάτια του, τα μάτια του λογισμού του, και ναπομείνη έτσι ξερό +λιθάρι, ας είνε και μια στιγμή. Τα υποψιάστηκε όλ' αυτά ο πονηρός +ο Δημήτρης. Τον έβλεπε τον ίδρο τον ψιλό που περέχυνε του Μιχάλη +το πρόσωπο, τις άκουγε τις απανωτές ρουθουνιές του. Στοχάστηκε πως +καλλίτερα ναφήση την ομιλία για πιο βολικώτερη ώρα. + + — Αν είχες δουλειά, να κοιτάξης, του λέει, πήγαινε τώρα, και τα +λέμε άλλη φορά. + + — Ναι, κάτι θέλω να κοιτάξω, αποκρίνεται ο Μιχάλης. Το βράδυ +έρχουμαι και τα λέμε. + +Κ' έτσι αφίνει το Δημήτρη, και παίρνει τον άλλο δρόμο ανάλαφρος +και παρηγορημένος, σα να ξύπνησε από βραχνά φοβερό. + + — Σε ξέρω κ' έννοια σου, κακόμοιρε, μουρμούριζε ο Δημήτρης, όταν +έμεινε μοναχός του. Πρι να βραδιάση αυτή η μέρα, θα ξαναγυρίσης +και θα μου ζητάς συβουλές. Κουρέλλι τόκαμε τόνομά σου ο κόσμος, +και γλήγορα θα το δης. + +Τράβηξε ο Δημήτρης κατά το σπίτι του, κι ο Μιχάλης πάλε κατά +ταργαστήρια. + +Πηγαίνοντας κατά ταργαστήρια, ανταμώνει ο Μιχάλης τον Πανάγο, ό τι +γύριζε από το καφενείο. Ταποξεχνάει όλα μες σε μια στιγμή και +γλυκοχαιρετάει τον αξάδερφό του. + + — Και για πού; ρωτάει ο Μιχάλης. + + — Ανέβαινα σπίτι σου, απολογιέται ο Πανάγος με τα μετρημένα του +λόγια, να σε πάρω να πάμε στην εκκλησιά. + + — Στην εκκλησιά; πέμτη μέρα; Η μπας και θα παντρευτής; + + — Όχι, ξεμολογιέμαι. + + — Αι και τι; ξομολόγος είμαι; + + — Άφινέ τα. Τάχατες δεν τάκουσες; Ή τον ανήξερο μας κάμνεις; + + — Μήτε θέλω να τα ξανακούσω, αποκρίνεται ο Μιχάλης, σαν μπήκε στο +νόημα. Παρά όποιος βρωμόγλωσσος τάβγαλε, αυτός ας πηγαίνη κι ας +γυρεύη από το Θεό συχώριο. + +Κ' έκαμε να τον τραβήξη προς τα κάτω μαζί του. + + — Πιστεύεις δεν πιστεύεις, Μιχάλη, εδώ δεν έχει. Πρέπει να σου +ανοίξω τα φυλλοκάρδια μου μπροστά στο Θεό, και να τα δης. Έπειτα +δεν είσαι μονάχα εσύ, είνε και ταδέρφια σου, το συγγενολόγι μας +όλο. + + — Βρε παιδί μου, μην τύχη και βαστάει ακόμα μέσα σου το κρασί; +Εμένα πια το κεφάλι μου δε γυρίζει. Έλα κάτου να σφίξουμε μια, κ' +εκεί τα λέμε. + + — Του κάκου· χρέος μου να το διαφεντέψω τόνομά σου, και τίποτις +δε με γυρίζει από το σκοπό μου. Μια βδομάδα δεν είνε που με +δασκάλευες το τι να κάμω, τότες που τάχασα με τη μαζώχτρα και +τόκαμα. Αράδα, σου τώρα να μ' ακούσης και συ, και νάρθης μαζί +μου. + +Είχε δεν είχε, τον πήρε και πήγαν ως το κελλί του Εφημέριου μέσα +στης εκκλησιάς την αυλή. Κάθουνταν ο γέρος ο Πάτερ Χαράλαμπος στο +πεζούλι του, και μάζευε μέσα του ήλιο για το χειμώνα. Ζυγώνει +μονάχος του πρώτα ο Πανάγος, και χώνουνται στην κουβέντα. Εκεί που +αυτοί κουβέντιαζαν, ο Μιχάλης, δεμένα τα χέρια του πίσω, +σεργιάνιζε τριγύρω στην εκκλησιά και κοίταζε τα πάμπολλα μνήματα, +τις λιγωστές πλάκες, το βαθύ και τολόγεμο χωνευτήρι. Στάθηκε και +λόγιαζε τα κιτρινιασμένα τα κόκκαλα, του καθενού μακαρίτη σε +ξέχωρο σακκί τυλιγμένα, σακκί σάπιο και ξεπαραλυμένο εδώ και κει, +με τα κόκκαλα μισοβγαλμένα από την κάθε του τρύπα. Λογής λογής +κόκκαλα. Αντρίκια, γυναικίσια, παιδιακίσια, και γέρικα. Τάβλεπε ο +Μιχάλης συλλογισμένος και τα χείλη του κρυφοσφύριζαν. Ρώταγε +άραγες η ψυχή του σαν πόσα κόκκαλα εκεί μέσα τα είχε το βόλι +σκισμένα; δεν το ρώταγε; Θεός το ξέρει. Τα χείλη του +χαμηλοσφύριζαν όμως. Ίσως το γνωστικό εκείνο το σφύριγμα που +σκεπάζει κάποτες βαθιούς στοχασμούς και βαθύτερους πόνους. + +Εκεί απάνω τονε φωνάζει ο Πανάγος. Ανοιγμένη η εκκλησιά σαν +ξαναφάνηκε. Μπήκανε μέσα κ' οι τρεις τους. Έκαμαν το σταυρό τους +και φίλησαν το κόνισμα του Άγιου. Έδειχνε το δρόμο ο Εφημέριος, +ακολουθούσε ο Πανάγος, κατόπι ο Μιχάλης. Πήγαν ως μπροστά στο +Ιερό. Στάθηκαν οι δυο οι λεβέντηδες απέξω, αμίλητοι. Κοίταζε ο +Πανάγος κατά το Ιερό, που έμπαινε μόνος του ο Παπάς. Κοίταζε ο +Μιχάλης παραδίπλα τα λιολουσμένα παράθυρα, και τις πολυχρώματες +τις αχτίδες που πέφτανε στα στασίδια, περνώντας από τον +κρουσταλλωτό πολυέλαιο. Τι σκοπούς είχαν οι δυο τους, μήτε +καλοήξερε, μήτε ρωτούσε. Αγκαλά νοιώθοντάς το πως είτανε για καλό, +κι όχι πάλε για λόγου του, παρά να ξεγλυτώση κ' η Βασιλική του από +το φοβερό το ψεγάδιασμα, κι ο αδερφός του από την κόλαση πούβραζε +μέσα του, έκαμνε υπομονή και περίμενε. + +Προβάλλει τέλος από την Άγια Θύρα ο γέρος ο Εφημέριος με το +πετραχήλι περασμένο στους ώμους του και με το Βαγγέλιο στο χέρι, +και κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι. Τους γνέφει, και ζυγώνουν τα δυο +ταξαδέρφια. + + — Πανάγο, λέει τότες ο σεβάσμιος ο γέρος, Πανάγο, που ο πατέρας +σου έπεσε σ' αυτά τα χώματα για Πίστη και για Πατρίδα, και που τα +κόκκαλά του αναπαύουνται σ' αυτή την περιοχή σωριασμένα. Σε +ξεμολόγησα στο κελλί μου, και στα κόκκαλα εκείνα μου τορκίστηκες +πως είνε αθώα η ψυχή σου από κάθε κρίμα, με την πολυάκριβη του +ξαδέρφου σου του Μιχάλη, και πως μήτε στο νου σου δεν τόβαλες +τέτοιο μεγάλο κρίμα. Τώρα να δευτερώσης τον όρκο σου και στο +Βαγγέλιο απάνω, και φιλώντας το να γυρίσης και ναγναντέψης +κατάματα τον αξάδερφό σου, και να του φανερώσης ξάστερη την +αλήθεια. + +Άκουσε ο Πανάγος αμέσως την προσταγή. Έκαμε τρεις φορές το σταυρό +του, φίλησε το Βαγγέλιο, κατόπι το χέρι του Ιερέα, και τέλος +γυρίζοντας κατά το Μιχάλη ανοίγει τα χέρια του και τον αγκαλιάζει +και τονε φιλάει και τονε λούζει με τα δάκριά του, φωνάζοντας πως +είνε αθώος, κι' ας το πιστέψουν όσοι πιστεύουνε Χριστό και +Βαγγέλιο. + +Έμειναν οι δυο τους αγκαλιασμένοι και δακριοπερεχυμένοι κάμποση +ώρα. Καλά καλά μήτε ο γέρος ο Εφημέριος δεν μπόρεσε να κρατήση τα +δάκρια. Τους διάβασε μιαν Ευκή αποθέτοντας την άκρη του +πετραχηλιού του απάνω τους, και σαν αποτέλειωσε κ' η Ευκή, +ξανάκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν κατά τη θύρα με βήματα +σιγανά. + +Σαν ξανανταμωθήκανε στο νάρθηκα οι τρεις τους, τους λέει ο Πάτερ +Χαράλαμπος, στρεφογυρίζοντας τα κάτασπρά του μαλλιά και χώνοντας +τα μέσα στο καλιμάφκι του, να μην τονε νοιάζουνται τον κόσμο πια +τώρα, γιατί ατός του θα πάη και θα πη τα χρειαζούμενα εκεί που +πρέπει, και γλήγορα θαποτραβήξη την ουρά του ο Τρισκατάρατος, που +ζήτηξε με το Χριστό να τα βάλη, μα το φως το διώχνει πάντα το +σκότος. Εκεί απάνω απάγγειλε και δυο τρία ρητά. + + — Στου Δημήτρη, στου Δημήτρη να πρωτοπάς, γέροντα, είταν τα πρώτα +λόγια που μπόρεσε και ξεστόμισε ο Μιχάλης ύστερ' από τόση +αμιλησιά. — Στου Δημήτρη. — Και σφούγγιζε τα βρεμένα του μάτια. + +Ξεκίνησαν αμέσως κ' οι τρεις τους. Τα δυο ταξαδέρφια κατά τα +λιόδεντρα, ο Πάτερ Χαράλαμπος προς του Δημήτρη το σπίτι. + +7 + +Κατά τα σπερώματα μαζεύτηκαν οι Παραμυθιώτες στου Φώτη το καπελιό, +καθώς κάθε βράδυ. Τα μισά τα σκαμνιά του πιασμένα κιόλας. Αρχίνιζε +και δούλευε ο Φώτης. Τσιγκρίζανε τα ποτήρια του. Κοντά στα +ποτήρια, τις προσταγές και τα γοργοχτυπήματα της μασιάς, είτανε +και το βαριόηχο, τακατάπαφτο λαλητό, η χάβρα εκείνη που δεν +μπορούσε να λείψη ποτές, μα ας είτανε και για πήδημα ψύλλου. Και +τώρα είχαν οι Παραμυθιώτες ψύλλους και ψύλλους! Πρώτο πρώτο, η +δουλειά του Πανάγου, έπειτα και κάτι διαφορές που ξεφύτρωσαν πάλε +ανάμεσα Τούρκους και Χριστιανούς. Δεν είταν εποχή εκείνη για +μάχητες. Δεν το θέλανε μήτε από τόνα το μέρος μήτ' από τάλλο. +Βαριεστημένος ο κόσμος από το μεγάλο τον πόλεμο του 66, που τονε +θυμούνταν ακόμα, που τάννοιωθαν ακόμα τα φοβερά του σημάδια, που +μόλις τώρα και μερικούς χρόνους άρχιζαν κ' έδιναν καρπό +ταναβλαστημένα τα λιόδεντρα, όσα είχαν κοπή, έτρεμαν όλοι τους μην +τύχη και ξεσπάση τίποτις ταραχή σε καιρούς που έπρεπε να δουλέψουν +και να οικονομήσουνε για πιο καλορρίζικες ώρες. Σα να τόξεραν οι +βαριόμοιροι πως δεν αργούσαν οι ώρες εκείνες. + +Απάνω σ' αυτή τη λογοτριβή αντιδιαβαίνουν και δυο τρεις Τούρκοι, +πηγαινάμενοι κατά τη δική τους μεριά από την εξοχή. Τους φωνάζουνε +μέσα οι δικοί μας και τους φιλεύουν. + + — Μωρέ Χουσεήνη, φωνάζει κάποιος δικός μας του ενός, που να +τούβγαζες τάσπρο μαντίλι, μήτε στόνειρό σου δε θα τον έλεγες +Τούρκο, μωρέ Χουσεήνη, τι 'ναι πάλε αυτά που ακούγω; Πήρες, λέει, +την καλλίτερη μας μαζώχτρα, την Ασήμω, για τα δέντρα σου; Άιντε, +χαλάλι σου. Κοίταξε μονάχα να μην την τουρκέψης, καημένε — + + — Στο διάβολο πια, κι αν τη τουρκέψη, λέει ένας άλλος. Ας την +παντρευτή κιόλας να γλυτώσουμε. Πέρασε δεν πέρασε το πανηγύρι της +εκείνο τις προάλλες, και ρίχτηκε τανιψιού μου εψές, εκεί που +σεριάνιζε το ξεφάντωμα. Και στο δρόμο μέσα η αθεόφοβη. Θα της βάλη +γνώση ο Χουσεήνης της ξεμυαλισμένης, κ' έννοια σου. + +Και δος του γέλοια ο Χουσεήνης, που σαν αληθινός Κρητικός έπαιρνε +κι αυτός από χωρατά. + +Ύστερ' απ' αυτή την κουβέντα, άνοιξε ομιλία για την άλλη την +ιστορία, του Πανάγου. Πότε πρόφταξε και πήρε το γύρο της η +καινούρια η όψη που της κάθισε ο Πάτερ Χαράλαμπος και μάλιστα +δίχως φημερίδα, είνε κι αυτό θάμα που μονάχα στα χωριά γίνεται. Ως +κ' οι τρεις οι Τούρκοι το ξέρανε, πως είταν ψέματα και πως έγινε +λάθος, κι ανακατέψανε στην υπόθεση μέσα τη Μιχάλαινα, λέει, αντίς +τη Μαζώχτρα! Ένας τους όμως, ο πιο δυσκολόπιστος, είπε πως αν +είταν εκείνος στου Μιχάλη τη θέση, θα του την έπαιζε του Πανάγου +την μπαλλοτέ, κ' ας πάη να λέη ο Ιμάμης. + + — Όχι δα, μην το λες αυτό, Μουσταφά, δεν είνε πράμα που να το +πης, αντισκόβει ο τρίτος ο Τούρκος. + +Μάλλους λόγους, μήτε οι τρεις οι Τούρκοι δε συφωνούσανε, τι είτανε +το σωστό και τι το στραβό. + +Οι δικοί μας πάλε, α ρωτούσες εννιά τους, οι γνώμες είτανε δέκα. +Άλλος ήθελε τον Πανάγο «μπαλλοτεμένο», άλλος το Μιχάλη, τη +Μιχάλαινα τρίτος, τέταρτος και τους τρεις, πέμτος κ' έχτος μόνο +τους δυο, έβδομος κανένανε, και τέλος ακούσαντας μερικοί και για +του Δημήτρη τη μάνητα, λέγανε πως εκείνος τη χρειάζουνταν τη +παίδεψη, που δεν τους άφινε τους Χριστιανούς στην ησυχία τους, +τώρα που είχαν και την ευκή του Παπά, παρά γύρευε να βγάλη νόμους +δικούς του. Και δος του κρασί και μαστίχα. + +Σαν πήρε απόνυχτο, μια ώρα απάνω κάτω — πηγαιμένοι τώρα οι Τούρκοι +— φάνηκαν και τα δυο ταδέρφια, Μιχάλης και Δημήτρης, έπειτα κι ο +Πανάγος με τον αδερφό του το Γιάνη, παρέα κ' οι τέσσερεις. +Κατέβηκαν ύστερα και κάτι άλλ' αξαδέρφια και συμπεθέροι, και +γέμισε μια λάκερη κώχη από το σόγι τους. Σα να λέμε μανιφέστο κι +από τις δυο τις μεριές, πως ομόνοιασαν. Καμώματα του καλοκάγαθου +του Εφημέριου που δούλεψε ολημερίς σαν τον Απόστολο Παύλο, +τρέχοντας από του ενού στ' αλλονού το σπίτι, κι αποξηγώντας την +αλήθεια και βλογώντας κι αγαπίζοντας — Όμως με τόση τρεμούρα και +παπατρεχωσύνη, που κι όσες γυναίκες δε σύφερε να τα ξέρουν, +άρχιζαν και τους έμπαιναν υποψίες πως κάτι τρέχει. Και καλά που +βρέθηκαν οι Τούρκικες εκείνες οι διαφορές και τα φόρτωσαν όλα +απάνω τους. Κ' έτσι έμεινε η Μιχάλαινα, και μερικές άλλες +παντρεμένες και λεύτερες, άγνωρες κ' ήσυχες μέσα στο μεγάλο το +σούσουρο που έπαιρνε κ' έδινε. + +Κάθισαν, κεράστηκαν, έβγαλαν τα καπνά τους, τα λέγανε, και +περνούσε η ώρα. Οι άλλες οι παρέες πάλε, τα δικά τους κι αυτοί, +τώρα όμως διαφορετικές ομιλίες. Τώρα τα βάλανε με κάποιο σκαρτάδο +πατριώτη τους — Νικολής τόνομά του — που δεν παντρευότανε, λέει, +αυτός, μην τύχη και νοιώση η γυναίκα του πως φοβάται τα λείψανα +και του πάρη, λέει, τον αέρα! Και τράνταζε από τα γέλοια του Φώτη +το καπελιό. + +Ο Δημήτρης ως τόσο από τα κατάβαθα της κώχης του και καθώς +παίρνανε δρόμο οι κουβέντες, μερικά πράματα τα παρατήρησε, ή και +θάρρεψε πως τα παρατήρησε. Πρώτα που το φωνοκόπι, που άκουγε από +μακριά σαν κατέβαινε στο σκοτάδι, σταμάτησε μονομιάς άμα φάνηκε η +παρέα τους. Δεύτερο που σα φάνηκαν και κατάπεσε η οχλοβοή, πέρασε +από στόμα σε στόμα σιγανό και γοργό μουρμουρητό σαν άξαφνο +σαγανάκι. Και τρίτο οι μεγαλόφωνες πάλε οι νοστιμιές, που +ξανάρχισαν τώρα, είτανε σα να λέγανε τάχατες πέρα βρέχει. Τα +γύριζε όλ' αυτά μες στο νου του ο Δημήτρης, και κάπνιζε αμίλητα το +τσιγάρο του. + +Ήρθε η ώρα του φαγητού, και σαν έγινε και το στερνό στερνό +κέρασμα, σηκώθηκαν και τράβηξαν πάλε κατά τα μέρη τους. + +Του κάκου πολεμήσανε να τον καταφέρουν το Δημήτρη οι άλλοι νάρθη +κι αυτός ως του αδερφού του και να πιή ένα ποδαράτο στην υγειά του +Μιχάλη και της Μιχάλαινας. Βρίσκοντας αφορμή το κεφάλι του που +πονούσε, λέει, από την αποψεσινή την αγρυπνία, τράβηξε αυτός ίσια +σπίτι του. Οι άλλοι όλοι μπήκανε στης Μιχάλαινας. Είταν εκεί +μαζεμένες και μερικές αξαδέρφες, αντραδέρφες, γυναικαδέρφες, και +συννυφάδες, προσμένοντας τους άντρες τους από το καπελιό. Μεγάλο +γλέντι δεν έγινε, ξαποσταμένοι όντας οι πιώτεροι από ταπονύχτερα +ξεφαντώματα. Κατέβηκαν όμως αρκετούτσικες «τσικουδιές» στο ποδάρι, +κ' ύστερ' από κάμποση ώρα χωριστήκανε με γέλοια και με φωνές, η +ανοιχτόκαρδη η Μιχάλαινα πάντα πρώτη. + +8 + +Με του φεγγαριού τις λαμπερές τις αχτίδες, με τις σύδεντρες τις +βουνοπλαγιές που ξαπλωνόντανε φωτολουσμένες κι από τις δυο μεριές, +με ταγέρι που γλυκοφυσούσε από την κοιλάδα κατάμπροστα, με τα +κουδούνια των κοπαδιών που βροντοκοπούσαν απάνω στις γυμνές +βουνοκορφούλες τριγύρω, είτανε να μένη άνθρωπος στο ξάστερο και να +το νοιώθη πως υπάρχει και πως χαίρεται κόσμο, ως και να πλαγιάση +εκεί και να νανουρίζεται. Μα — σημάδι κι αυτό της ζωής του χωριού +— δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα +κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα +κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. Δικά της και σήμερα +κι αύριο. Να τα καμαρώνη, ναι, και να τα κρυφοχαίρεται που μπορεί +να της φέρουνε και γαμπρό. Μα όχι και να χάνη το νου της με δαύτα, +ή και τον ύπνο της. Αυτά ας πηγαίνη — κι ας τα κάμνη ο αγαπητικός +της κοπέλλας. Έτσι και με τη Φύση. Ας πάη κι ας την αποθαμάζη, ας +τη ζωγραφίζη, κι ας τρελλαίνεται ο ζωγράφος κι ο ποιητής με τα +μάγια της. Το χωριατόπουλο σώνει να ταφίνης να χαίρεται το κρασί +του, το τραγούδι, την κουβέντα και το τουφέκι του, κι όλα του +χωριού τα κάλλη σου τα χαρίζει. Δεν τα νοιώθει, καθώς μήτε το +λυγερό του κορμί δεν το καλονοιώθει πως είνε άγαλμα κάποτες. + +Όσο για το Δημήτρη, ακόμα χειρότερα. Διάβαινε απ' ανάμεσα από τις +ομορφιές εκείνες σκυφτός, στραβομουριασμένος, αγριοβλέμματος, +βουρκόλακας μονάχος. Γύριζε κάποτε τα θολωμένα του μάτια και +κοίταζε κατά τις ελιές. Μια φορά, λίγα βήματα πρι να μπη σπίτι +του, κοντοστάθηκε. Κάτι μουρμούριζε μοναχός του, κάτι στριφογύριζε +μέσα στο ζαλισμένο του νου. Ζαλισμένο από τη ζούλια — ζούλια τρις +χερότερη κι από της αγάπης τη ζούλια, αφού δεν είχε και μια στιγμή +αλησμονησιάς και τρυφερωσύνης. Σαν όρνιο στα σπλάχνα του νυχωμένο +τον κρυφότρωγε ο στοχασμός πως του την κλέψανε μια για πάντα την +τιμή της περήφανης φαμελιάς του, την τιμή που με το αίμα της +καρδιάς τους την είχανε θεμελιωμένη γονιοί και προπάπποι, και να +βρεθή τώρα, λέει, ένας άνομος και να γίνη αφορμή να πέση ολόσωμη +θρούβαλα! Και μέσα σε τέτοια ανιστόρητη συφορά, να γυρεύουνε, +λέει, παππάδες και διάκοι να τα μπαλώσουνε με ψευτοπαρηγοριές και +με κεράσματα. Σκυλί γινότανε να το συλλογιστή μοναχά! + +Ξεκίνησε πάλε και χώθηκε σαν κλέφτης μέσα στο σπίτι του. Το +λυχνάρι, αναμμένο κ' η γριά η πεθερά του στο τηγάνι αντικρύ στης +φωτιάς την αναλαμπή. Ο μόνος άθρωπος που τα καλογνώριζε τα φυσικά +του και κάπως τον κυβερνούσε, είταν αυτή η γριά. Τηνε σέβουνταν, +ίσως και τηνε φοβότανε λιγάκι ο Δημήτρης την κερά Φρόσω. Μα και +πόλεμος να είτανε και σφαγή να πλάκωνε, ο Δημήτρης έπρεπε να πάρη +και της πεθεράς του τη γνώμη πρι ναποφασίση. Έπειτα, δεν τάλεγε +και του βρόντου η γριά. Τετρακόσια τα είχε κι αυτή, σαν τόσες +άλλες ζαρωματιασμένες νησιώτισσες. + +Τα είχε μάθει κ' η θεια η Φρόσω τα βρώμικα από κείνη την ταχινή. +Μα γνώριζε και τις ενέργειες του Παππά Χαραλάμπη. Ο Εφημέριος +μάλιστα σε κείνηνα πρωτοπήγε σα γύρευε το Δημήτρη να τα βολέψη +μαζί του. Κ' ίσως να τα γνώριζε από τα πριν η γριά, κάτι θα +σοφίζουνταν, κάτι θα προλάβαινε. + +Σαν κλέφτης μπήκε ο Δημήτρης, και σα μωρό παιδί καμώνουνταν πως +δεν είχε πια τίποτις, πως έστρωσαν όλα. + + — Και στο γύρισμά σου πέρασες από της Βασιλικής; ρωτάει η γριά. + + — Και πήγα και θα ξαναπάγω. Μισά ψέματα μισές αλήθειες, να +γλυτώση μια ώρ' αρχήτερα απ' αναφέλευτες ομιλίες. Τι τον έμελε +νάλεγε και ψέματα. Τη ζωή του όλη ψεύτικη τηνε θάρρειε. Ο κόσμος +όλος, από τον Παπά και κάτω, με ψεύτικα σκαρώματα πολεμούσε να τον +καταπείση πως έλαμπε ακόμα ολόστεκη η τιμή του, που αυτός την +ήξερε βουτημένη στην κοπριά. + +9 + +Κάθισε στο τραπέζι, έκαμε πως έφαγε, έκαμε πως ήπιε, να περάσ' η +βραδιά. Μιλήσανε για κάτι σπιτοδουλειές, και σαν κοντέψανε +μεσάνυχτα, είπε της γριάς να του στρώση στην απάνω την κάμαρα, να +κοιμηθή μ' ανοιχτά παράθυρα, ίσως και του περάση ο πονοκέφαλος. +Μεσάνυχτα γυρισμένα, όλο το σπίτι ησύχαζε. Η γριά κάτω με τους +δουλευτάδες, ο Δημήτρης απάνω, ξαπλωμένος κι αυτός στο στρώμα, όξω +από το πάπλωμα όμως, με τα ρούχα, καταπώς είταν. Πού ύπνος και πού +ανάπαψη! Άμ' άρχισε κι άκουγε ταχτικά κι απανωτά ρουχαλίσματα +αποκάτω, τινάζεται απάνω, και στακροπόδια του περπατώντας πάει και +καθίζει κοντά σε παράθυρο. Ανάβει ένα τσιγάρο και κοιτάζει όξω. +Κοιμητήρι αυτή την ώρα τολοζώντανο το χωριό. Βασιλεμένο και το +φεγγάρι, ξάνοιγες δεν ξάνοιγες τα μέρη της εξοχής γύρω, λιόδεντρα +από χλωρασιές, βράχους από χαμόδεντρα. Τα βουνορράχια ως τόσο τις +άπλωναν καθάριες τις φειδωτές τους γραμμές, κι απάνωθέ τους +λαμποκοπούσε ο ξάστερος ουρανός με τα μύρια καντήλια του. + +Μέσα στο χωριό μήτε πετεινός δε λαλούσε ακόμα. + + — Πού είνε τώρα όλες εκείνες οι βρωμόγλωσσες, και σε τι λογής +όνειρα μέσα να ψαλιδίζουν! έλεγε μονάχος του. + +Ξαναπλαγιάζει και κάμνει πάλε να κοιμηθή. Τούρχεται είδος βύθος, +πιώτερο ξύπνος παρά ύπνος, κι αντίς όνειρα, πράματα και σκηνές που +ταγνάντεψε ή τάκουσε ή τα υποψιάστηκε μες στο μερόνυχτο. Έβλεπε +τον Πανάγο με τη Βασιλική μες στη νυφοκάμαρά της στα βραδινά τα +σκοτάδια, κ' η γριά, η ξεμωραμμένη η μάννα της η κερά Μαριώ, να +θαρρή πως είνε ο Μιχάλης! Και δος του μια περεχυσιά ψιλό ίδρο! +Έβλεπε το ξεφάντωμα πιο αργότερα, το Μιχάλη μεθυσμένο στουπί να +πετάη αλύπητα τον παρά στα παιχνίδια, το λυγερό τον Πανάγο να +σφιχτοκρατάη το χέρι της Βασιλικής στο χορό, και κείνη ξετσίπωτη, +δαιμονισμένη, λυσσασμένη, γοργώνα μονάχη, να κλωθογυρίζη το +μαντίλι και να το φέρνη γύρο, να τσακίζη τη μέση της και +νανεβοκατεβάζη τα στήθια της, να πέφτη ο αχνός του γοργού της +ανασασμού απάνω στον αγαπητικό της — κι ο κόσμος απέξω να κοιτάζη, +νακούγη, να σκάνη στα γέλοια, και ναπορή το τι έπαθε μαθές, όχι +πια ο χαζός ο Mιχάλης, μα το γνωστικό ταδέρφι του ο Δημήτρης, που +δεν έρχεται να το σταματήση το μεγάλο το σκάνταλο. + +Έβλεπε κατόπι — μέσα στο φοβερό, τον ατέλειωτον εκείνο το βραχνά — +έβλεπε τον Πάτερ Χαράλαμπο μόνο που δε βλογούσε την αμαρτία με το +Βαγγέλιο στο χέρι, που άκουγε τις ψευτιές του Πανάγου και τις +σκέπαζε με το πετραχήλι του, κ' ύστερα να τρέχη και να τις φέρνη +αντίδωρο, λέει, ποιανού; — του Δημήτρη! + +Και στερνά στερνά η βραδινή, η τρομερή η βραδινή κάτω στο καπελιό, +όλο το χωριό να τους κοιτάζη και να μουρμουρίζη, και κεινού να +πέφτη το πρόσωπό του από ντροπή, κ' ύστερα να ξανανεβαίνουνε στης +Μιχάλαινας και να ξαναρχίζουν το γλέντι αντίς να μοιρολογάνε, που +πάει και πάει η τιμή τους. . .Αχ! ξεφωνίζει μια, απάνω στο φριχτό +αυτό στοχασμό, και συνεφέρνει με το βουητό του αναστεναγμού του. + + — Δεν είναι ζωή αυτή, του κάκου, μουρμουρίζει, και πετιέται πάλε +απάνω να κοιτάξη την ώρα. + +Λαλούσαν τώρα οι πετεινοί απ' άκρη σ' άκρη του χωριού, και +γλυκόφεγγε η ανατολή. Ώρες πρέπει να κοιτότανε βυθισμένος, δίχως +να ξέρη κι αυτός. Τέλειωσε δεν τέλειωσε άλλο ένα τσιγάρο, και +χαμογελούσε πια ροδοβαμμένος ο ουρανός, αναγάλλιαζαν πορφυρόχρυσα +τα βουνά. Αντιλαλούσανε φωνές από τόπο σε τόπο, οι εργάτες που +άρχιζαν και ξυπνούσαν, οι γυναίκες που τους τοίμαζαν το φαεί. + +Και στο χαμώγι του κάτω, και κει μουρμουρητά και σαλέματα. + +Κατεβάζει το τουφέκι του, χώνει στη ζώνη πιστολομάχαιρο, +ξαναμαντιλώνει το κεφάλι του, κ' ίσια κάτου, από τη ξώσκαλα που +έχει κάθε σπίτι στα μέρη εκείνα. Από την κεριακή αξούριστος, +αγουροπρησμένα τα μάτια του με την ξαγρυπνιά, σα νυχτοκλέφτης +φαινότανε. + +Περνάει απόδιπλ' από του Μιχάλη, ανταμώνει ένα του άνθρωπο παραόξω +που μάζευε καψόξυλα για τη φωτιά της Μιχάλαινας, και τονε στέλνει +να πάη να φωνάξη τον αδερφό του. + + — Μα, αφέντη, κάνει ο δουλευτής, λογιάζοντας ολόγυρα στον αέρα +και θέλοντας να πη πως δεν καλοξημέρωσ' ακόμα. + + — Πες του να κατέβη και θα πάμε κυνήγι. + +Άλλο ένα τσιγάρο, και φάνηκε ο Μιχάλης με το τουφέκι κι αυτός. + + — Μα έναν καφέ, αδερφέ μου. Έλα πρώτα μέσα. Την άναψε κιόλας η +Βασιλική τη φωτιά. + + — Πάμε τώρα πούχει κυνήγι, κ' ύστερα γυρίζουμε και τον πίνουμε. + + — Πάει καλά, κ' έτσι γίνεται. + +Και ξεκίνησαν όξω προς τα δικά τους τα λιόδεντρα. Αντίς όμως να +πηγαίνη ως τέλος από το συνηθισμένο το μονοπάτι ο Δημήτρης, εκεί +που γύριζε κάπως το βουνό και στράβωνε ο δρόμος, αρχίζει και +σκαρφαλώνει τα καταράχια δεξιά. + + — Ώρα καλή, φωνάζει ο Μιχάλης. Πού θα πας απ' αυτού; + + — Έλα μαζί μου και βλέπεις. Από τα χτες το ξετρύπωσα το κατατόπι +αυτό. + +Σκάλωσαν κάμποσο. Άξαφνα βρεθήκανε σε μικρό δισκάρι, τριγυρισμένο +βράχους κι αυτό. + + — Κάθισε τώρα, λέει ο Δημήτρης. Όπου και να είναι θα περάση ο +Πανάγος. Την ξέρεις την ώρα του σαν έχη μάζωμα. Ξεκινάει αυτός +πριν τους δουλευτάδες του. Να, από κειδά θα περάση. Μια του +παίζεις, και γλύτωσε η τιμή μας. + + — Δημήτρη! ξεφωνίζει περίτρομος ο Μιχάλης. Έπειτα, κάπως +παραπονιάρικα και με παρακάλιο — Έλα στο νου σου, αδερφούλη μου, +ξαναλέει. + + — Δεν έχει αδερφούλη ξαδερφούλη! σηκώνεται και κράζει μανιασμένα +ο Δημήτρης. Μας έκλεψαν την τιμή μας, να την η γιατρειά. Κ' +έδειχνε το τουφέκι του. + + — Μα δε σου τόλεγα μαθέ και προχτές, πως αν είταν αλήθεια — + + — Αλήθεια, ψέματά! Ή τονε σκοτώνεις, ή . . . σε σκοτώνω, του λέει +ο Δημήτρης με χαμηλή και με βραχνιασμένη φωνή, τραβώντας το +πιστόλι του από τη ζώνη του μέσα. + +Δεν είτανε μήτε το πιστόλι, μήτε τη ζωή του που συλλογίστηκε ο +Μιχάλης. Συλλογίστηκε πρώτα πρώτα τη Βασιλική του ο δύστυχος. Την +ανυποψίαστη τη γυναίκα του, που μήτε να τηνε δη δε γύρισε +τρέχοντας νανταμώση τον αδερφό του. + +Μάρμαρο έμεινε ο Μιχάλης. Λες και τονε μάγεψε ο Δημήτρης με την +παγωμένη ματιά του, με την απάνθρωπή του φωνή. Αυτός, που τον +τρόμαζε Τούρκος σαν τάβαζε μαζί του, τώρα με του αδερφού του τη +φοβέρα λαφιάστηκε, τάχασε, και με σπαραχτική αγωνία απορούσε ποιος +να θυσιαστή, αυτός κ' η γυναίκα του, ή ο ακριβός του ο Πανάγος, το +γνωστικό του αγώρι, που ως τα προχτές ακόμα σα γονιός το +νοιαζότανε να μην πέση σε μιας μαζώχτρας νύχια, και κείνος τον +άκουγε, κι ως τόσο πού να το φαντάζεται τώρα — + +Και καθώς γοργόσκιζαν το νου του οι αστραπεροί αυτοί λογισμοί, +ακούγονται περπατηξιές αποκάτου, και νά ο Πανάγος. + +Δε γύρισε ο Μιχάλης να ξαναδή το Δημήτρη, πίσωθέ του, κρυμμένο +τώρα μπροστά σε λιθάρι. Την έννοιωθε όμως τη τρομερή του ματιά, +τις άκουγε τις κρυφομίλητές του φοβέρες. Και σκύβοντας από πίσω +απ' άλλο λιθάρι, παίρνει σημάδι κι αφίνει την τουφεκιά. + +Έπεσε αμέσως ανάστηθα από το δεινό καρδιοχτύπι. Φαινότανε σα +σκοτωμένος ο ίδιος. + +Σαν πήρε μερικούς ανασασμούς και συνέφερε, λογιάζει δίπλα του και +λείπει ο Δημήτρης. Δεν πήγε αμέσως ο νους του στο σκοπό του +Δημήτρη. Ανασηκώνεται να κοιτάζη κάτω στο μονοπάτι, και βλέπει του +δόλιου του Πανάγου το κεφάλι ξέχωρο από το κορμί, και το Δημήτρη +που σκάλωνε πάλι τους βράχους. + + — Πάμε τώρα να πιούμε της Βασιλικής τον καφέ· λέει λαχανιασμένα +σαν ξανανέβηκε. Τώρα ναι. Είνε νύφη μου η Βασιλική. Να τραβήξουμε +όμως από τα ρομάνια εκείνα, να κυνηγήσουμε κιόλας. Για τον Πανάγο +σου, ας πάνε να σκοτίζουνται οι Τούρκοι που τούκοψαν το κεφάλι. + +Και σαν αποσκούπισε το μαχαίρι στα χόρτα, σηκώθηκαν και πήραν τον +απάνω το δρόμο. + +Ώσπου νάρθ' η ώρα που βγαίνουν οι δουλευτάδες, τα δυο ταδέρφια +ροβολούσαν κατά το χωριό από την άλλη την πλευρά με δυο ζευγάρια +κοτσύφους. + +10 + +Ό,τι άνοιξε τα παράθυρά του ο Φώτης, και τα κοπέλλια του, άλλος +σκούπιζε τα τσιγαροκόμματα της αποψεσινής συντροφιάς, άλλος +διάρμιζε τα ποτήρια και τα καφκιά, να και χώνεται μέσα σαΐττα ο +Μανώλης, του Δημήτρη ο δουλευτής, λαχανιασμένος, σκουνισμένος, +κατάχλωμος. + + — Φονικό! κράζει του Φώτη. Ό,τι πήγαινα στις ελιές, και στο μισό +το δρόμο στρωμένος ο κυρ Πανάγος! Αλλού αυτός κι αλλού το κεφάλι +του. + + — Οι Τούρκοι! ξεφωνίζει ο Φώτης. + +Μετά το Μανώλη, κι άλλοι με τα ίδια τα μαντάτα, ύστερ' άλλοι, +ώσπου γέμισε το Καπελιό δουλευτάδες, αφεντάδες, γέρους, παιδιά — +ως και γυναίκες και κορίτσια κατέβηκαν. Βούηζε πάλε σε μισή στιγμή +το χωριό. + +Στερνοί στερνοί κατεβήκανε κι ο Μιχάλης με το Δημήτρη. + + — Ξέρει ο Γιάνης; ρωτάει ο Δημήτρης τον άνθρωπό του. Τρέξε να του +τα πης. Πάρε κι από του Μιχάλη κανέναν, κι ανεβάστε το λείψανο +στου αδερφού του. + +Έπειτα πιο τρανόφωνα και με στοχαζούμενο ήθος. + + — Και, παιδιά, μη πολύ σούσουρο, γιατί πόλεμος στ' ανοιχτά δε +συφέρνει τώρα. Έτσι μας μηνούν κι από τα Σφακιά κι από τους +Λάκκους. Παρά να πάτε και να συμμαζέψτε τα γυναικόπαιδα, κ' ύστερα +συλλογιούμαστε. + +Τον άκουσαν κ' έτρεξαν καμπόσοι να κοιτάξουν τα σπιτικά τους. +Πήρανε μαζί τους και τα γυναικόπαιδα που τριγύριζαν. + + — Ένα κρασί στα παιδιά, προστάζει ο Δημήτρης του Φώτη. Να μου +πήτε τώρα το τι ακούσατε χτες προχτές από τα τούρκικα. Τι έτρεξε; + + — Νά, πετιέται κι αποκρίνεται ένας τους. Εψές σαν μπήκανε μέσα ο +Χουσεήνης, ο Μουσταφάς, κι ο άλλος ο Χασάνης, και κουβεντιάζανε με +το συμπάθειο για τη ψευτιά εκείνη που κόλλησαν του Πανάγου και του +αφέντη μας αποδώ (δείχνοντας το μαραμένο, το θεόνεκρο το Μιχάλη), +γύρισε κ' είπε ο Χασάνης πως αυτός αν είταν ελόγου του, θα του την +έπαιζε του κυρ Πανάγου. + + — Σα να είχε κάποιο νόημα αυτό που είπε ο μουρτάτης. Αφορμή θα +γύρευε να σκεπάση τις μπερμπατιές του, λέει άλλος. + + — Αυτός θα είνε ο σκύλος, ξαναλέει τρίτος. + + — Τσιμουδιά το λοιπόν, τους κάνει ο Δημήτρης. Αφήστε μου τη +δουλειά εμένα. Αμέτε σεις όξω και κάμετε τον ανήξερο. Πέστε το και +των αλλονώνε να σωπαίνουν, το τι θα κάμω. Όποιος ανοίξη στόμα, την +τρώει την μπαλλοτέ. + +Και ξεκινάει αμέσως κιόλας καταόξω, από το μέρος που έβλεπε προς +την τούρκικη τη μεριά. Ο Μιχάλης πάλε, κάμνοντας ο δύστυχος καρδιά +με το στανιό, τράβηξε σπίτι του να πάρη τη γυναίκα του και να πάνε +στου Γιάνη. + +Τάξερε τα τούρκικα τα κατατόπια ο Δημήτρης σαν τα δικά τους. Και +το Χασάνη τονε γνώριζε και τις συνήθειές του. Πηγαίνει απ' +ασύχναστα καταράχια και κρυφοχώνεται σε ρουμάνι που παράπλευρα +περνούσε κάθε ταχυνή ο Χασάνης, διαβαίνοντας κι αυτός στις ελιές +του. Η ώρα του κιόλας. Το πήρε απόφαση να κάμη απατός του την +παίδεψη, μην τύχη και τα φέρη ο διάβολος και τους περάση υποψία +τους δικούς του. Άλλη μια μπαλλοτέ το λοιπό, να σκεπάση την πρώτη. +Το κακό έγινε που έγινε. Τώρα να καψομπαλωθή και να συχάση ο +κόσμος. + +Δεν παραμόνεψε πολλή ώρα. Μπαμ! και κάτω ο ανυποψίαστος ο Χασάνης, +ό,τι αποτέλειωσε το ναμάζι του και ξεκινούσε με το γαδούρι. + +Αστραπή ο Δημήτρης από βάτους, από θυμάρια, από βράχους και +ρημοτοίχια, και βρίσκεται σπίτι του. + + — Αχ, και τάκουσες τα μαύρα τα μαντάτα; του λέει η κερά Φρόσω η +πεθερά του, άμα τον είδε. + + — Και δεν τάκουσα; Έτρεξα κιόλας και του την έπαιξα του +βρωμόσκυλου. Την ίδια ώρα θα τους θαφτούνε και τους δυο. + +Και της αποξήγησε τα γενάμενα. + +Κουνούσε η γριά το μαγουληκωμένο κεφάλι της σα ν' αγνάντευε +μεγάλες συφορές ομπροστά της. Δεν ξεστόμισε τίποτις όμως, παρά +τούβαλε του Δημήτρη να φάη. Νίφτηκε ο Δημήτρης, και κάθισε κ' +έφαγε. + + — Εγώ θα πάω τώρα στου Γιάννη, λέει η γριά. Είνε λέει +απαρηγόρητος ο βαριόμοιρος. Και βράζουν λέει οι γαμπροί του από +καράζι. Να πάω να τους τα ξεμυστηρευτώ, πρι να τρέξουν και μας +τουφεκίσουν και κανέν' άλλον Τούρκο και μας κατέβη τριπλή +φουρτούνα. + +Έμεινε μονάχος του ο Δημήτρης. + +11 + +Πέρασε δεν πέρασε μιαν ώρα, και ροβολάει κατά την κάτω την άκρη +του χωριού, τη Χριστιανική, ολότρεμη, σκιαγμένη, θειαφοκίτρινη η +Ασήμω. Ό,τι ανέβηκε να μαζέψη στου Χουσεήνη, κι ακούστηκε στα μέρη +της το δεύτερο το φονικό. Το πρώτο το είχε ακουσμένο πρι να +ξεκινήση από της θειας της, και ταρμήνευε μοναχή της. Ή ο Μιχάλης, +έλεγε τότε διαβαίνοντας, ή ο Δημήτρης. Ο Μιχάλης δεν μπορεί να +είναι, αυτός ξεφάντωνε πάλε μαζί του εψές. Είνε ο Δημήτρης που +μήτε τη μια μήτε την άλλη τη βραδινή δε φάνηκε στης Μιχάλαινας, +από το θυμό του. Ο Δημήτρης είνε. Καλά του την έφτιαξε, του +ψωροπερήφανου! Να μάθη αυτός. + +Κ' η θεόλαμπρη ομορφιά της, καθώς τα μουρμούριζε αυτά μονάχη της +ανεβαίνοντας στου Χουσεήνη το χτήμα, είταν αλλαγμένη καθώς αλλάζει +ο ουρανός με τη συννεφιά. Έρχουνται ώρες που παίρνει τέτοια όψη η +γυναίκα, που την ανιστορείς καθώς θα φαίνεται σα γεράση, ζαρωμένη, +με δίχως δόντι και δίχως χάρη. Τέτοια θάρρειες και φαίνουνταν η +Ασήμω εκείνη την ώρα. + +Τώρα όμως που με το δεύτερο φονικό τη συνεπήρε η τρομάρα, μονάχη +χριστιανή εκεί απάνω μέσα στους Τούρκους, λυσσασμένους όλους με +τάξαφνο, ταδόκητο το κακούργημα, ροβολώντας η Ασήμω από χαμόδεντρα +κι' από βράχους φαινότανε ζορκάδα πάλε λυγερή, γοργοκίνητη και +περίτρομη, που την κυνηγούσε λιμασμένο θεριό να τη φάη. + +Τρύπωσε μες στο καλύβι της θειας της. Τη βρήκε και τοιμαζότανε για +το λείψανο. + +Η θεια Πασκαλιά δεν πολύπαιρνε από μαριολιές. Στα γουρουνάκια της +περίφημη, καλή και για να πηγαίνη στην εκκλησιά, μα πιο μακρήτερα +το μυαλό της δεν έφτανε. Κάτι άκουσε κι αυτή για το σκοτωμό του +Πανάγου, μα να βάλη ο νους της δυο και δυο κοντά και να τα κάμη +τέσσερα, αυτό δεν το κατάφερνε η θεια Πασκαλιά. Συλλογίστηκε +μονάχα να πάη στο λείψανο, κ' έβαζε τη μαύρη της μαγουλήκα σαν +έμπαινε η Ασήμω. + + — Και τι θα κάμουμε μαθές τώρα σαν αγριέψουν οι Τούρκοι, που +είμαστε και στου χωριού την άκρη! γυρίζει και λέει της Ασήμως σαν +άκουσε το δεύτερο φονικό. + + — Δε θα τα φαν τα γουρούνια σου οι Τούρκοι, κ' έννοια σου. Μόνον +τρέχα στο λείψανο. Στάσου! νάρθω κ' εγώ. + +Στοχάστηκε πως καλλίτερα να πάη κι αυτή, μια και τους ξαπόλυκε +τους Τούρκους, να τάχη καλά με τους Χριστιανούς, ανίσως και σηκωθή +πόλεμος. Έρριξε λοιπόν κι αυτή ένα μαυρόρουχο από πάνω της, +τυλίχτηκε μαυρομάντιλο, έγινε πεντάμορφη χωρίς να το ξέρη, και +ξεκίνησε με τη θεια της, συνεφερμένη τώρ' από την τρομάρα. + +Ώσπου να κατασταλάξη στην εκκλησιά, τάμαθε όλα η Ασήμω. Τόξεραν +όλοι οι χριστιανοί του Δημήτρη το κάμωμα. Και τι πείραζε και να +τόξεραν. Όλοι τους ένα είτανε στην τουρκομάχητ' απάνω, γυναίκες κι +άντρες. Ποιος τους τρελλάθηκε να τον καταδώση! + +Μια ώρα να γυρίση μεσημέρι, κατέβαινε το λείψανο, τα ξεφτέρια +πρώτα πρώτα, έπειτα ο Πάτερ Χαράλαμπος ψέλνοντας με το θυμιατά στο +χέρι, κατόπι το ξυλοκρέββατο σηκωμένο από τέσσερες πανώριους +λεβέντηδες, έπειτα οι γυναίκες της φαμελιάς, κι ανάμεσα τους +μαυροφόρα η απαρηγόρητη η Βασιλική — που σαν πλερωμένη +μοιρολογούσε — η κερά Φρόσω σκυφτή κι ανομίλητη, οι αδερφάδες του +μακαρίτη σπαραγμένες και κείνες, κι άλλες πολλές. Κι ολοτρόγυρά +τους οι άντρες όλοι με τα τουφέκια. Έλεγες κ' είτανε στράτεμα και +κατέβαινε. + +Καθώς περνούσε το λείψανο από τη θύρα της εκκλησιάς, που +στεκόντανε μερικές από την παρακάτω τη γειτονιά κι απαντέχανε να +περάση και νακολουθήσουν κι αυτές, βλέποντας ένας την Ασήμω, ίσια +ίσια κείνος που έλεγε την αποβραδινή στο Καπελιό για τανίψι του +πως η μαζώχτρα του ρίχτηκε, της πετάει μια βρισιά. + +Ξαφνίστηκε η Ασήμω. Θάρρεψε πως την έννοιωσαν, στοχάστηκε πως κι α +δεν την καλοννοιώσανε δε θαργήσουν, πως σήμερ' αύριο κάποια μπορεί +να προβάλη και να την καταδώση ή του Δημήτρη ή του Μιχάλη πως αυτή +την πρωτόβγαλε τη θανάσιμη την καταλαλιά, αποφασίζει λοιπόν +αμέσως, πρι ναπολύση η νεκρώσιμη η ακολουθία, να σύρη κατά το +τουρκοχώρι και να σοφιστή τρόπο να τα ψήση μαζί με τους Τούρκους. + +Σκύβει και λέει της θειας της πως μεταγυρίζει στο λιομάζωμα, κ' +ίσια στου Χουσεήνη το σπίτι. Ό τι γύριζε ο Χουσεήνης από το σπίτι +του Χασάνη, που τον είχαν ξαπλωμένο στη μέση και ξεφώνιζαν οι +γυναίκες του. Μαύρος από θλίψη κι από θυμό. Έτσι του ήρθε να +τραβήξη το λάζο του και να τα σπαράξη της Ασήμως τα στήθια, σαν +την πήρε η άγρια ματιά του. + + — Τονε βρήκα το φονιά! προφταίνει αυτή και του κράζει. Κ' έτρεξα +με την ψυχή στο στόμα να το πω του αφέντη μου. + + — Και ποιος είν' ο φονιάς; Α βαστούσες τουφέκι, θάλεγα πως εσύ +είσαι, βρωμόπιστη. Άλλος χριστιανός εδώ απάνω δε φάνηκε σήμερις. + + — Ο Δημήτρης! Ο Κυρ Δημήτρης! Του Μιχάλη ο αδερφός! + + — Πήγαινε μέσα να φας. Άιντε, παλιογλωσσού, άιντε! Ανίσως όμως +και μου λες ψέματα — + + — Ψέματα; Να! Και σταυροκοπήθηκε. + + — Να χαθής από δω, σκυλόπιστη, που αποκοτάς να μου κάμης και τον +παλιόσταυρό σου! + +Κι άφαντη η Ασήμω. + +12 + +Έγερνε ο ήλιος κατά το βουνό, ως δυο ώρες να βασιλέψη. Όλοι οι +δικοί συναγμένοι στου Γιάνη να παρηγορήσουνε τους θλιμμένους, κι +ας είχαν ατοί τους ανάγκη παρηγοριά, που τέτοιος πανώριος κρίνος +σε μια δύσεχτη ώρα έπεσε και μαράθηκε. Η Μιχάλαινα μάλιστα που +σταλήθεια τον αγαπούσε σαν αδερφό της, τόσο κατάκαρδα το πήρε, που +μήτε στιγμή δεν τον άφινε το Μιχάλη να λείψη από σιμά της. Να του +τα λέη και να του τα ξαναλέη, τα γλέντια, τα ξεφαντώματα, τις +χάρες και τα γέλοια, την καλοσύνη του και τη χρυσή του καρδιά, και +νάρθη λέει ο μαύρος ο χάρος να τα ρημάξη όλα και να τα +σκοτεινιάση. Και ποιος πια να πάη και να σφαλιχτή σπίτι του μέσα; +Όλοι, όλοι να μείνουν απόψε στου Γιάνη, να νυχτερέψουν +ανιστορώντας τα περασμένα, ίσως και βρούνε παρηγοριά. + +Κάθε λόγος της χολοσκασμένης Βασιλικής δίστομο μαχαίρι στου Μιχάλη +τα σπλάχνα. Κόλαση καθώς που είταν η ψυχή του, ακόμα πιο +φοβερώτερη την έκαμνε το θέλημα της Βασιλικής — να νυχτερέψουνε +στου Πανάγου το σπίτι! Τι να κάμη ως τόσο, τόρριξε στο κρασί, κ' +έτσι σα να μούδιασε η ματωμένη καρδιά του. + +Ο Δημήτρης ως τόσο σηκώθηκε νάβγη όξω. + + — Για πού; ρωτούν οι άντρες. + + — Να δούμε και τι χαμπάρια οι Τούρκοι. + + — Μα δεν είπαμε να μη δείξουμε πόλεμο; + + — Κι α δείξουν αυτοί; Κάποιος μας πρέπει να πάη και να δη το τι +σκοπούς έχουν. Πηγαίνω εγώ. + +Βγήκε, πέρασε από το Καπελιό, κι αφού συναγροικήθηκε με μερικούς +άλλους, τράβηξε κατά τα Τούρκικα, από τόπους αδιάβατους πάντα, με +σωστή λαγού περπατηξιά. + +Χώθηκε ανάμεσα στα πλοκάμια ενός βάτου, ως διακόσια βήματα από του +Σουλεημάνη τα δέντρα. Μάζευαν ελιές οι μαζώχτρες τους. Ο Τούρκος +όμως δεν φαίνουνταν πουθενά. + +Συλλογίστηκε ο Δημήτρης να κόψη δρόμο από δίπλα, και πηγαίνοντας +τον τοίχο — τοίχο από πίσω απ' άλλα ρουμάνια να ρίξη ματιά κατά τα +τούρκικα σπίτια, να μάθη τι κάμνουν, κ' έπειτα να κατέβη από +τασυνήθιστο μονοπάτι που ανεβοκατέβαινε κ' η Ασήμω. + +Και καθώς πέρναγε και λαφροπηδούσε από βάτο σε βάτο, από δέντρο σε +δέντρο, σα δυσκολοθώρητο αγρίμι πούπρεπε να είνε μαθημένο το μάτι +σου να το ξεχωρίση — Μπαμ! ο Σουλεημάνης, που τον παραμόνευε από +δικό του κρυψώνα, ας είνε καλά η τετραπέρατη η Μαζώχτρα, που τονε +μυρίστηκε από την ώρα που πρωτανέβηκε και τα πρόφταξε του αφέντη +της· μια κουτρουβάλα λοιπόν, και κάτου ο Δημήτρης πρι να βραδιαστή +κ' η δική του η τουφεκιά. + +Κόβει το κεφάλι ο Τούρκος, το περιτυλίγει με ξεπαραλυμένο σακκί, +κι από σκοινί δεμένο τριγύρω το σφεντονίζει κάτω και κάτω, κατά τη +Βρύση πούβγαιναν κάθε βράδυ να νεροκουβαλήσουν οι Χριστιανοπούλες. + +Το καναβάτσο ξεμπερδεύτηκε και πέταξε στο μισό το δρόμο, το κεφάλι +όμως κατρακυλώντας κι αντιχτυπώντας από βράχο σε βράχο έφτασε στον +τόπο που ήθελ' ο Τούρκος. Τόννοιωσε ο Χουσεήνης από τα φοβερά +τσιριχτά εκεί κάτω πως βρέθηκε το σκιαχτερό του ριξίδι. + + — Να μείνης εσύ εδώ απάνω απόψε, γυρίζει και λέει της Ασήμως, και +σέρνει τακέφαλο το κορμί μες στους βάτους. Δεν ξαναβρέθηκε ποτές +το κορμί εκείνο. + +Μ' όλη τους τη χολόσκαση που είχαν ανήμερα κιόλας θαμμένο το +Χασάνη, τόσο τη χάρηκαν την πλερωμή αυτή της ζημιάς τους, που +σκαρώσανε σωστό πανηγύρι τη βραδινή εκείνη στα δαδοφωτισμένα +λημέρια τους. Ακούγουνταν οι ταρμπούκες και τα τραγούδια ως την +κάτω την ενοριά, την ώρα που κάμανε γύρο κ' έβαλαν καταμεσής τη +μαζώχτρα του Χουσεήνη, τη λυγερή την Ασήμω, και χόρεψε. Την +κοίταζαν αγριόχαροι, την τρώγανε με τα μάτια τους και με τακόλαστά +τους γνεψίματα, καθώς λύγιζε και τσακιζότανε με ξεβιδωμένους +αρμούς, καθώς χαμογέλαγε και χαμηλόβλεπε ανεμίζοντας τα χαριτωμένα +της μέλη, και πάλι στεκότανε μία στιγμή κοιτώντας τους και +λωλαίνοντάς τους με τα μάτια της εκείνα που αστράφτανε μες στω +δαδιών την αντιφεγγιά. Τους τάκαμνε όλ' αυτά, να γενή το χατίρι +τους. Κι αν αποκοτούσε, ας μη χόρευε η Ασήμω· ας μην έβγαινε να +τους μαλακώση με τη μυριόχαρη παρουσία της. Μα και κάτι πιο +ακριβώτερα θα την πλέρωνε η μαζώχτρα την τούρκικη προστασία, μόνο +που ο Χουσεήνης μαγείρευε κι' αυτός ένα δικό του σκοπό μέσα του +και δεν τα σήκωνε τα πολλά τους χαδέματα. Τη λογάριαζε για τον +Πασά της Κίσαμος αυτός. + +Κάτου ως τόσο, στα Χριστιανικά τα λημέρια, θρήνους και κλάματα +πάλε, πάλε ξεφωνήματα και στηθοδαρμούς οι γυναίκες, λύσσα και +ξεφρένιασμα οι άντρες, σανε φέρανε του Δημήτρη το κεφάλι +ματοκυλισμένο, χωματιασμένο, αγνώριστο από τις λαβωματιές που +αποδέχτηκε κατρακυλώντας τα καταράχια. + +Σηκώθηκε η θλιμμένη η συντροφιά από το σπίτι του Γιάννη και +τράβηξαν όλοι στης κερά Φρόσως. + +Γνωστικιά γυναίκα, η κερά Φρόσω. — Τις απομάντευα τις συφορές +αυτές, έλεγε, τις είδα και στα νιάτα μου, Θεός το ξέρει και πόσες +ακόμα φορές θα τα ξαναδώ και θα τα ξαναθρηνήσω. + +Σηκώθηκε τότες είχε δεν είχε ο Μιχάλης κ' έτρεξε να πάη να βρη το +κορμί. Αδύνατο στάθηκε. Νανέβη ως τα Τούρκικα, δεν του φάνηκε και +πολύ γνωστικό, και δεν το συλλογίστηκε άσκημα. Πετιέται ως το +Καπελιό, να δη και να μάθη τι γίνεται. Ανάστατος ο κόσμος εκεί. +Έκαμε καρδιά, και στάθηκε και τους είπε να μην το κουνήσουν, +ειδεμή πέτρ' απάνω στην πέτρα δε θαπομείνη, μήτε δέντρο απάνω στην +ρίζα του. Μα κι άλλοι δέκα να πέσουνε με το παραμόνεμα, πάλε +καιρός δεν είνε. Θάρθη η ώρα τους, κι ας μη νοιάζουνται. + + — Όσο για παραμόνεμα, δική μου αράδα, ξαναείπε βλέποντας τους +χωριανούς ανοικονόμητους. Δική μου αράδα, και πάγω κιόλας, πρι να +το μυριστούν οι γυναίκες. + +Τους κέρασε, και τράβηξε όξω. Τόβαλε στο νου του κάποιο να ρίξη +κάτω, μα ας είνε όποιος είνε, ίσως και βρουν ησυχία. Ο φταιξάρης +να βρεθή; δύσκολο πράμα. Σκαλώνει λοιπόν κι ανεβαίνει με το +φεγγάρι κατακεί που είτανε μαζεμένοι οι αλλόπιστοι και κάμνανε +ζιαφέτι. Σημαδεύει από κάμποσο αλλάργα ένανε στεκάμενο παραόξω, +του «παίζει» μια, και κάτου ο Χουσεήνης, πρι να ξημερωθή και +αυτουνού το βόλι. + +Μια και δυο, πίσω στο Καπελιό, και τα λέει. Κατόπι στης κερά +Φρόσως, και τους είπε και κει πως το βόλι του βρήκε το νοικοκύρη +του. Είταν τώρα το κεφάλι του Δημήτρη μεταφερμένο στην εκκλησιά, +να κάμη ο Πάτερ Χαράλαμπος τα πρεπούμενα. Έτσι τόκρινε εύλογο η +γριά, να μην παραλυπηθή ο Μιχάλης. + +Σκύβει ο Μιχάλης και κρυφολέει της Βασιλικής πως νάρθη μαζί του +σπίτι, κ' έχει να της πη. Η κυρά Φρόσω που τίποτις δεν της +ξέφευγε, απατή της πήγε και τους παρακινούσε να πάνε και να +συχάσουν οι δυο τους ύστερ' από τόσο παραδαρμό. + +Τα μάντεψε η γριά. Ο Μιχάλης, μεθυσμένος τώρα όχι από κρασί παρ' +από τον ερεθισμό τέτοιας ματοκύλιστης μέρας, είνε αλήθεια πως δεν +πολυπονούσε αυτή την ώρα η καρδιά του. Σαν πυργώση ένα κακό, +φεύγει ο ψυχόπονος κ' έρχεται η αφοβιά της απελπισιάς. Τέσσερα +φονικά μέσα σε μια μέρα, και τα δυο από το τουφέκι του, και τόνα +αδερφικό, κι ως τόσο σίδερο η καρδιά του. Ταυτί του δεν έδρωνε. +Ένα βαθύ βαθύ σκουλήκι τον κρυφότρωγε πάντα όμως, της Βασιλικής +του η έννοια. Τι θαπογίνη η γυναικούλα του, αν τύχαινε και +τίποτις. Ήθελε λοιπόν τώρα να την έχη σιμά του μονάχος του την +άγρια αυτή νύχτα. Κάτι σα να του κρυφόλεγε μέσα του πως ίσως είταν +η στερνή του στον κόσμο. + +Κ' είτανε σταλήθεια! Από τη μια έμπαινε σπίτι με την ακριβή του +Μιχάλαινα, κι από την άλλη οι παραφρενιασμένοι οι Τούρκοι έστελναν +την Ασήμω να πάη και να μάθη ποιος την έπαιξε τη στερνή τη +μπαλλοτέ. + +Έτρεξε η Ασήμω στης θειας της, κι απ' άκρες μέσες που άκουσε από +τη γριούλα βρήκε πάλε μονομιάς το φταιξάρη. Λέει της γριάς πως +πάει ναπονυχτερέψη με του Χουσεήνη το χαρέμι, πως τόταξε και +πρέπει, αφού το ψωμί τους τρώνε. Τσίριξε η γριά, ποιος την +ακούγει! Τράβηξε και ξαναπήγε ίσια στα Τούρκικα. + +Το τι ακλούθησε την αποταχινή, δύσκολο δεν είνε να το μαντέψουμε +τώρα. Βρέθηκε ο Μιχάλης ξερός ολίγο παρέξω από την πόρτα του +πηγαινάμενος νανταμώση την κυρά Φρόσω στην εκκλησιά, νανάψουν ένα +καντήλι στου Δημήτρη το μνήμα. Οι ίδιες ιστορίες, το ίδιο κακό, το +ίδιο βουητό. Κατάντησε κόλαση η Παραμυθιά, που σαν τις αμαρτωλές +ψυχές γόγγυζαν κι αναστέναζαν όλοι τους, Χριστιανοί και Τούρκοι, +γυναίκες κι άντρες. Και μέσα στις φωνές εκείνες και τους +παραδαρμούς ξεχώριζες τα μοιρολόγια της χαροκαμένης Βασιλικής. +Ράγιζαν οι πέτρες με ταπελπισμένα ξεφωνητά της, καθώς +κουβαλιούνταν το λείψανο του Μιχάλη. + +Έκλεισε η κερά Φρόσω το έρημο σπιτικό της και κατέβηκε στης +Μιχάλαινας να τη συντροφέψη και να πασκίση να γελάση τον πόνο της +με τις ψεύτικες τις παρηγοριές. + +13 + +Τις δυο τρεις μέρες που ακολούθησαν, ακατάπαφτο παραμόνεμα, +απανωτές «μπαλλοτές», ατέλειωτα λείψανα, κι από τις δυο τις +μεριές. Κατάντησαν ως πέντε πεσμένοι από του Πανάγου το σπιτικό, +άλλοι πέντε από του Μιχάλη, κι ως εννιά Τούρκοι. Μαυροφόρεσε ο +κόσμος, πούλεγες και θανατικό πλάκωσε. + +Πήγε η δουλειά ως ταυτί του Πασά. Κι ο Δεσπότης με την προσταγή +του Πασά γράφει του Εφημέριου και στέλνει Επίτροπο να γείνη κρίση +και να βρεθή ο φταιξάρης. Ο Πάτερ Χαράλαμπος, μισαποθαμμένος από +τον τρόμο, ίσως κι από το διάβαζε διάβαζε ακολουθίες, δεν πέρασε +από τον παραζαλισμένο του νου να καθίση και να ξεδιαλύνη τη ρίζα +και τη φύτρα του τρομερού του κακού που τους πλάκωσε, ίσως πάψη το +βάσανο. Όσο για τους άλλους Παραμυθιώτες, πού καιρός και πού +κεφάλι να στοχαστούνε και να κοιτάξουνε γύρω τους, ίσως και βρουν +τον τρόπο! + +Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε, όλοι ολόρθοι κοιμούνταν, με τις +υποψίες, με τα παραμονέματα, με τις τουφεκιές. + +Σαν έφτασε λοιπόν ο Επίτροπος με τα γράμματα, και κλείστηκαν και +τα είπανε με τον Εφημέριο μια βραδινή, και τονε ρώταγε ο Επίτροπος +τόνα και τάλλο, έτυχε να ρωτήξη κι ανίσως κανένας Χριστιανός ή +Χριστιανοπούλα βρίσκεται με τους Τούρκους. Στοχάστηκε πως δε +γίνεται να πέφτουνε με τόση τάξη και γνωρισιά τα Τούρκικα τα βόλια +στους δικούς μας απάνω, και να μη δασκαλεύουνται οι Τούρκοι από +κάπου. + +Αποκρίθηκε ο Εφημέριος πως είνε μια κόρη μαζώχτρα που τώρα και +μερικές μέρες τόρριξ' εκεί απάνω εξ αιτίας λέει που ζητούσε το +μακαρίτη τον κυρ Πανάγο να την πάρη, και την πειράζανε καθώς +φαίνεται οι άλλες οι δουλεύτρες, και πήγε κι αυτή και μεροδούλευε +στα τούρκικα τα δέντρα· και πως εξ αιτίας πάλε που την έβρισε +κάποιος άλλος, κόλλησε στα τούρκικα μια και καλή, κ' έρχεται +μονάχα, λέει, μια φορά το μερόνυχτο και φέρνει της θειας της ψωμί +κ' ελιές. Και τόχει, λέει, μεγάλο καημό η γριά. Κ' ήρθε, λέει, η +κακόσυρτη στο κελλί και τον παρεκάλειε τις προάλλες να πάη και να +τη μεταπείση, να μην τουρκέψη κιόλας η ανιψιά της. Μα δεν το +θάρρεψε ο Εφημέριος γνωστικό νανακατευτή ώσπου να πάψη η μάχητα +που τους έτρωγε τώρα. + + — Να πάμε να τη δούμε αυτή τη γριά, λέει ο Επίτροπος. Απόψε +κιόλας. + +Κατεβήκανε στης θεια Πασκαλιάς, και τη βρήκανε και συγύριζε +κούτσουρα και τσουκάλια πριχού να πλαγιάση. Ανατρόμαξε στην αρχή, +θαρρέψαντας πως είτανε Τούρκοι. + +Κάθισαν κοντά στη φωτιά — λυχνάρι δεν είχε — κι άρχισε και την +ψιλορωτούσε ο Επίτροπος το τι ήξερε. Μη καλονοιώθοντας η γριά την +ουσία και το νόημα του τι γνώριζε, θωρώντας και τον Παπά που του +είχε μεγάλη ευλάβεια, τα κένωσε όλα του Επιτρόπου, πότε από τη +μέση καταπιάνοντας τη δουλειά, πότε από το τέλος, και πότε πάλε +από την αλφαβήτα. Από του Σαββάτου ταντάμωμα. Ως και του σταφυλιού +την ιστορία δεν την παράβλεψε. + +Την άκουγε ο Επίτροπος, και τα στοίβαζε με τη σειρά τους μέσα στο +λογισμό του. + +Εκεί απάνω ανοίγει η πόρτα, και ποιος να προβάλη; Η Ασήμω. + +Χύμιξε μέσα σαν ποντίκι. Άξαφνα τους βλέπει και κοντοστέκεται. +Είχε κατέβη πάλε να δη και να μάθη. + +Σα να της ήρθε να ξεχυμίξη και να γυρίση πίσω. + +Σηκώνεται ο Επίτροπος και σφαλνάει την πόρτα. + + — Πούθε έρχεσαι τώρα; τη ρωτάει ο Παπάς. + + — Από της Χουσεήναινας, της χήρας. Έφερα της θειας μου φαεί, +αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, και χαμηλόβλεπα η Ασήμω. + + — Τώρα που είσ' εδώ, κόρη μου, της λέει γελαζούμενα ο Επίτροπος — +που σαν κοσμογυριστής που είτανε βρήκε καιρό να καμαρώση και την +αγγελική ομορφιά της, — τώρα που είσ' εδώ, πες μας, να σε χαρώ μια +κ' είναι μαζί μας κι ο Δάσκαλος· τι σ' έκαμε και πήγες κ' είπες +πως ο Πανάγος τα είχε ψημένα με τη Μιχάλαινα; + +Το γύρισε ο Επίτροπος από την υποψία στη βεβαιότητα, να την πιάση. + + — Ξέρω και γω, αφέντη μου, να, έτσι μου ήρθε. + +Και χαμηλώνει πάλε τα μάτια. + + — Και τίνος το είπες; + + — Να· της Λεμωνής, της Μορφούλας, και της Λενιώς. Όλες μαζώχτρες. +Έσυραν αυτές ύστερα και πήγανε, λέει, να μαζώξουνε στην Κάντανο, +και καλά Χριστούγεννα πια. + +Άρχιζε κι αναθάρρευε η Ασήμω. Η πολύ η ντροπαλάδα δεν είτανε +φυσικό της. Είταν ο φόβος και τηνε συμμάζευε στην αρχή. + + — Και τώρα για πού; + + — Πίσω στης Χουσεήναινας. Δεν το είπα μαθές; + + — Εγώ λέγω καλλίτερα νάρθης με το Δάσκαλο απόψε. Σε θέλει, κ' +έλα. + + — Μα να τρέξω να το πω μια στιγμή. + + — Όχι κάλλιο στο κελλί τώρα, κι αύριο το λες. + +Θέλοντας μη θέλοντας την πήρανε στο κελλί, αφού καλονυχτίσανε τη +θεια Πασκαλιά. + +Σκοπός του είτανε του Επιτρόπου να την κουβαλήση ταποταχύ στου +Δεσπότη, κι ας αποφασίση εκείνος κι ο Πασάς το τι να την κάμουν. + +14 + +Την πέρασε η Ασήμω στο κελλί τη νυχτιά της. Δεν καλόξερε και γιατί +την είχαν εκεί, μα κάτι έκοβε το μυαλό της και δεν έβρισκε +ανάπαψη. Όντας όμως καλά φυλαγμένη, δεν μπορούσε και να ξεκόψη. + +Το πρωί πρωί, ό τι έφεξε, μεγάλο πάλε βουητό, μεγάλο κακό στο +χωριό από τη μιαν άκρη ως στην άλλη! Η μαζώχτρα! Η μαζώχτρα η +Ασήμω τάφτιαξε όλα! Ψυχή δεν απόμεινε που δεν τόξερε πως την +είχανε φυλακισμένη μες στο κελλί, και πως θα τηνε φέρουνε του +Δεσπότη. Ως και στα Τούρκικα πήγε αστραπή το χαμπάρι. + +Χριστιανοί και Τούρκοι, όλοι όξω φρενών, πούγινε αφορμή μια +μαζώχτρα και ρήμαξε το χωριό. Και τέτοια η λύσσα τους, που +αδέρφιασαν Χριστιανοί και Τούρκοι ανήμερα και χύμιξαν ανακατωμένοι +στης Εκκλησιάς την αυλή «να τη σπαράξουν τη σκύλα». Πού πια τώρα +να τους εναντιωθή Εφημέριος, πού να δείξη στήθος Επίτροπος! Την +έφεραν όξω σέρνοντάς την από τα μαύρα μαλλιά της. Ολότρεμη αυτή, +και σαν το πουλί μπρος στη γάτα αποσκιασμένη κι ασάλευτη, μήτε +λόγο μήτε γογγητό δεν ξεστόμισε, παρά έπεσε λιγόθυμη στο κατώφλι +της θύρας. Κι ό τι κάμανε να της ξαναρριχτούν οι αποτρελλαμένοι οι +Παραμυθιώτες, πρόβαλε η βαριόμοιρη η Μιχάλαινα μαυροφόρα πάντα, +κατάχλωμη και με τα μάτια κοκκινισμένα από το κλάψε κλάψε, και με +φωνή τρεμάμενη τους παρακάλειε, Χριστιανούς και Τούρκους, να την +αφήσουνε του Γέροντα και του Επιτρόπου. + +Το σεβάστηκαν το θέλημα της χαροκαμένης κι αποτραβηχτήκανε με το +στανιό και μ' αγριεμένα μουρμουρητά οι Παραμυθιώτες. Εκεί όμως που +κοίτουνταν ακόμα η Ασήμω λιγόθυμη, έρχεται αλάθευτο βόλι μακρόθε +και της ταφίνει μια για πάντα κλεισμένα τα πανώρια της μάτια. + +15 + +Πέρασε η μέρα εκείνη με τάγρια τα ξεφαντώματα, που τάχα γλύτωσε το +χωριό. Την αυριανή ως τόσο, σα συνέφερε πάλε ο κόσμος, άρχισαν και +τα ξανασκάλιζαν και τα ξαναγύριζαν από τη μια κι από την άλλη, να +μην είναι τάχα κι άλλος φταιξάρης. Δεν τους έσωνε η Μαζώχτρα. Με +τα λόγια λοιπόν του ενού, με τις αβανιές του αλλουνού, αρχίζει κι +ανάμεσα στις δυο φαμελιές, Πανάγου και Μιχάλη — όσοι δεν +αποδιαβάστηκαν από τα πριν — η αναπόφευγη η λογοτριβή, το καράζι, +η ζούλια, το μάλωμα. Αποφασισμένοι να παν κι αυτοί πριν την ώρα +τους. + +Μέρες και μέρες βάσταξε αναμεταξύ τους η μπροσκάδα, η μπαλλοτέ και +το φονικό. Ώσπου άλλος άντρας δεν έμεινε μήτε από τόνα μέρος μήτε +από τάλλο παρά ένας και μονάχος, ο Γιάνης, ο λιγομίλητος, ο +μελαχολικός, ο συλλογισμένος εκείνος ο Γιάνης μου. + + + + +ΑΛΛΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ + + + + +Κ Α Λ Λ I Τ Σ A (1) + + + +ΑΠΟ τη Ρέθυμνο ξεκίνησε, Αύγουστο μήνα του 1829, Άγγλος ταξιδιώτης +μ' άλογο καλό και μ' οδηγό Σφακιανό — που κι άλλοτες την είχε +γυρισμένη την Κρήτη μαζί του — και τραβούσε ίσια κατά το Διβάκι +στα νότια. Πέρασε από τ' Αρκάδι, πήρε πλάγι τον ουρανόγγιχτο +Ψηλορείτη, διάβηκε του Ασώματου την κοιλάδα, κι ώσπου να φτάση +στην Κρύα Βρύση, είταν τα χαρτιά του γεμάτα σημείωσες +αρχαιολογικές, τοπογραφικές, ιστορικές, καθετίς πούβλεπε ή που +άκουγε από χωρικούς κι από καλογέρους. + +Σκοπός του αυτό το ταξίδι να μαζέψη υλικό για βιβλία δεν είταν, +αυτό το είχε καμωμένο σε ταξίδια προτητερινά. Σκοπός του είτανε να +πάη στ' Αποδούλο, χωριουδάκι του Αμαριού, και να ξετρυπώση μια +φαμελιά που σε κείνα τα μέρη έπρεπε ακόμα να σώζεται. Έπρεπε να +βρεθή της Κυρίας Μπάρτλεης η μάννα κι ο πατέρας ή τουλάχιστο +κάποιος της συγγενής. Σα δύσκολο πράμα να γυρεύης, λέει, τη ρίζα +και τη φύτρα μιανής Μπάρτλεης στ' Αποδούλο της Κρήτης! Μα, στον +ακούραστό μας το Μυλόρδο, που είταν καλός από δυο τρία +μισοφαγωμένα ψηφιά σε παλαιικό μαρμαροκόμματο απάνω ιστορίες +αλάκερες να σκαρώνη, που κι από τα λόγια των Αμαριωτών αρχαιότητες +μάζευε, σε κείνονα μήτε της Κυρά Μπάρτλεης το συγγενολόγι δε +φαινότανε δύσκολο πράμα. Τόσο μάλιστα εύκολο το θαρρούσε, που αν +τύχαινε και ταξιδεύαμε μαζί του γνωρίζοντας μονάχα όσα γνώριζε, κι +ως τόσο τονε βλέπαμε να ξεκαβαλλικεύη με την ησυχία του έξω από το +Αποδούλο και να γυρεύη Κυκλώπων τοίχους και Βενετιάνικους πύργους, +γλήγορα θα λέγαμε πως ήρθε κι άλλος τρελλός από τη Φραγκιά. + +Ο πεντάξυπνος όμως ο Σφακιανός του, που πέτρα Κρητικιά δε σήκωνες +να μην τονε βρης αποκάτω, που έπραξε κ' έπαθε πολλά στον καιρό +του, τον ήξερε καλλίτερ' από μας το Μυλόρδο. Τον άφινε και γύριζε, +σκάλιζε, κ' έγραφε έγραφε, ώσπου χαρτάκι άγραφο δεν τούμνησκε πια +όταν μπαίνανε στ' Αποδούλο μια βραδινή, ό,τι βασίλευε ο ήλιος, +αποσταμένοι κ' οι τρεις τους, Μυλόρδος, άλογο, Σφακιανός. + +Ρωτάει ο Μυλόρδος έναν Αποδουλίτη στου χωριού την άκρη (τα γνώριζε +τα ρωμαίικα νερό) καταπού βρίσκεται το σπίτι του Προεστού για να +πάνε και να κονέψουνε. + + — Πολλά τα έτη στόνομά σας, απολογιέται ο χωριανός. + + — Βλέπεις; δε σου τόλεγα πως είστε Έλληνες; γυρίζει και λέει του +Σφακιανού. Έτσι το είπε κι ο Ευριπίδης. + +«Ω φως, προσειπείν γαρ σον όνομ' έξεστί μοι». + + — Μα να βρούμε και το σπίτι του Προεστού, του κάνει ο Σφακιανός. + + — Ποιανού; του Καπετάν Αλεξαντράκη; πετιέται, και λέει ο +χωριανός. Εγώ να σας πάω. + +Δεν πέρασαν πολλά σπίτια για να φτάσουνε στο σπίτι του Προεστού. +Χτύπησε την πόρτα ο χωριανός δυνατά και γοργά. + + — Ποιος είνε; φωνάζει γυναικίσια φωνή απομέσα. + + — Άνοιξε, κερά Φωτεινή, κ' είνε ένας Μυλόρδος. + + — Χριστέ και Παναγιά μου! Και τι να τον κάμω που είμαι ολομόναχη! + + — Άνοιξε συ, και γω βρίσκω και τον Αφέντη, αποκρίνεται ο +Αποδουλίτης απέξω. + +Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει ο Μυλόρδος, παίρνει ο Σφακιανός τάλογο να +το νοιαστή σε διπλανό χωραφάκι, τρέχει κι ο χωρικός να φέρη τον +Προεστό. + +Συμμαζεμένη η Φωτεινή και λιγομίλητη στου ξένου την απερίμενη +παρουσία. Άναψε το λυχνάρι, έκαμε τα πρεπούμενα, έπειτα στάθηκε +αντίκρυ του με τα χέρια δεμένα. Συνηθισμένος ο Μυλόρδος από τέτοια +συστήματα, την παρεκάλεσε να μην κοπιάζη, μόνο ας τον αφήση μονάχο +ώσπου νάρθη κι ο νοικοκύρης. + +Δεν έμεινε πολλήν ώρα μονάχος του ο Μυλόρδος, παρά πρι να προφτάση +να ξεδιαλύνη αν τόνομα του χωριού είνε κι αυτό της αρχαιότητας +απομεινάρι ή της σκλαβιάς απλό γέννημα, ήρθε ο Προεστός ο +Αλεξαντράκης, και μαζί του κι ο Σφακιανός. + +Αναρωτήθηκαν, κουβέντιασαν, καθίσανε στο φαεί, άρχισε ύστερα το +κρασί, κι από τη μια ομιλία στην άλλη βγήκε στη μέση κ' η ακόλουθη +ιστορία. + +* + + — Οχτώ χρόνια, γυρίζει και λέει ο κυρ Αλεξαντράκης του Μυλόρδου — +και με τέτοια πίκρα που πρώτη φορά καλοκοίταξε ο Άγγλος την +πονοδαρμένη του όψη — οχτώ χρόνια, και πότε μας φαίνουνται οχτώ +μήνες πότε ζωή αλάκερη. Μήνες, σα συλλογιζούμαστε τα μικρά μας που +τα είχαμε εδωνά μέσα στο έρμο αυτό το σπιτικό· ζωή αλάκερη, σαν +ανιστορούμε ταμέτρητα τα μερόνυχτα που περάσαμε ολομόναχοι +κλαίγοντας, ελπίζοντας, παρακαλώντας, και πάλι ξαναπέφτοντας στην +απελπισιά. + + — Δηλαδή από τα 21; κάνει ο Μυλόρδος, πασκίζοντας να καθίση τώρα +κι αυτός διπλοπόδι, καθώς οι άλλοι. + + — Από τα 21, το χρόνο που άναψε η εφτάχρονη η φωτιά! Είμαστε από +τους πρώτους που σηκωθήκαμ' εδώ στην Κρήτη. Αλωνάρης του 21. Το +χορό ως τόσο μας τον πρωτοάνοιξαν οι Σφακιανοί από δω. + +Παίρνουν φωτιά τα μάτια του Σφακιανού. + + — Αλωνάρης του 21, ξαναλέει ο Προεστός. Σηκώνουνται οι Σφακιανοί, +και πού να τους βάλουν κάτω μονάχοι τους οι Χανιώτες! Μερμηγκιές +έτρεξαν από τ' ανατολικά του νησιού παντής λογής Μουσουλμάνοι να +τους δώσουνε χέρι. Αρίθμητ' άλογα και μουλάρια μαζί τους, να +κουβαλήσουν το βιος από τα Σφακιά. + +Σφίγγει ένα κρασί εδώ πέρα ο Σφακιανός μ' άγριο χαμόγελο. + + — Πέρασαν κι από δω· μα δεν μας πείραξαν τότες. Καιρό δεν είχανε +για σφαγή και για ρήμαξη. Στο γύρισμά τους όμως, στην άξαφνη +εκείνη την μπόρα. . . . + + — Με το συμπάθειο, αφέντη μου Προεστέ, αντισκόβει ο Σφακιανός, +κρίμα θα είνε να μην τα πούμε της ευγενείας του όλα καταπώς +έγιναν. Θα πης του τα δηγήθηκα γω στα ταξίδια μας άκρες μέσες· μα +τεριάζει, θαρρώ, πρι νάρθης στο μεταγύρισμά τους εκείνο, να πούμε +τι δρόμο πήρε η δουλειά τω Σφακιών. + + — Και ποίος είτανε μαθές εκειδά να μας τα καλοπή. + + — _Εγώ_ είμουν εκεί, αναπετιέται και φωνάζει ο Σφακιανός. + + — Άμε στο καλό, χριστιανέ, και με τρόμαξες, γυρίζει και του κάνει +η Κερά Φωτεινή, που ως τότε σήκωνε το τραπέζι, μα σ' αυτή την +ομιλία απάνω είταν καθισμένη με ταργόχειρό της και άκουγε μ' +ατάραχη όψη, μα όχι πάλε και μ' αδιαφορία, παρά να πούμε από +στοχασιά και ποταγή στο θέλημα του Θεού. Μα έβλεπες και κάτι +πιώτερο στο πρόσωπό της φρόνιμης της Αποδουλίτισσας. Μισόφεγγε στα +μάτια της κάποια ελπίδα, που τον άντρα της δεν τονε φώτιζε· κάποια +πίστη που σ' αντρίκιες καρδιές εύκολα δε ριζώνει. + + — Μα δεν είνε, κερά μου, να μη φωνάξη άνθρωπος, απολογιέται ο +Σφακιανός. Ακούς εκεί, λέει, ποιος είτανε να τα μαρτυρήση! +Θυμάσαι, δόξα νάχη ο Θεός, Μυλόρδε μου, τότες που σε περνούσα από +τον Ασκυφό, σαν αφήσαμε το Πρόσνερο και τραβήξαμε κατά το Κράπι κι +από κείθε πήραμε τα στενά τω Σφακιών, εκείνα δα με τους πρίνους +και με τα γυμνά τα βουνά κι από τις δυο τις πλευρές. + + — Και δεν τα θυμούμαι τα κόκκαλα τασπρισμένα στη χαράδρα μέσα; + + — Γεια σου! Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε ναρχίσουμε την ιστορία μας +πρι να τη φέρουμε δω. + + — Α συφωνή ο κυρ Αλεξαντράκης, λέει ο Μυλόρδος, ίσως καλλίτερα +έτσι. Έχω να τακούσω και κάμποσα χρόνια. + + — Μπράβο, και γιατί όχι; αποκρίνεται ο Αλεξαντράκης· να τα +καλομάθω και γω. + + — Κρίμας που δεν είνε χειμώνας, να ψήνουμε και κάστανα, λέει η +Κερά Φωτεινή εκεί που έρραβε. Να σας φέρω όμως μερικούς +πεπονόσπορους. + + — Εγώ λέω να μας φέρης κι άλλο κρασί, Φωτεινή, της κάνει ο +Προεστός, γιατί του φίλου μας το λαρύγγι έχει να δουλέψη. + +Ήρθε το κρασί, κι αρχίζει ο Σφακιανός. + + — Είταν αποφασισμένος ο πασάς, καθώς ξέρετε, να μας βάλη κάτω. +Τρυγητή μήνα ξεκινάει με τη μερμηγκιά του κατά τον Ασκυφό. Πού να +το σταματήσης τέτοιο κακό! Έπιασαν οι δικοί μας τα δυτικά τα +βουνά. + +Καλοστρώνουνται οι φίλοι, μέσα στον κάμπο του Ασκυφού, και μας +απαντέχουνε να κατεβούμε να τους προσκυνήσουμε. Εμείς πάλε είπαμε, +παρά προσκύνημα κάλλιο την τέχνη μας την παλιά. Όλη νύχτα την +περάσαμε τρέχοντας και ζητώντας βοήθεια από τα χωριά. Ως και στο +Μαλαξά στείλαμε και φωνάξαμε τους μερικούς Ασκυφιώτες, που φύλαγαν +εκείνο το κάστρο, νάρθουν κι αυτοί. Κ' έτσι σαν ξημέρωσε και +μαζευτήκαμε όλοι στον ξερόκαμπο, πρέπει να είμαστε καμιά +πεντακοσαριά. + +Φύλλο δεν ανεμίζουνταν εκείνη την πρωινή. Ό,τι πρόβαλε ο ήλιος, +ξεκινήσαμε κατά τον κάμπο. Γεμάτος ο κάμπος Τουρκιά. Και τους +έβλεπες δεν τους έβλεπες πίσω από τον καπνό που ανέβαινε πίσω από +τα καμένα τα χωριά τριγύρω. Ένας μας αρχηγός τότες, ο Ρούσσος, +παίρνει μερικούς του συντρόφους και μπαίνει στο σπίτι του, κατά το +ριζοβούνι ως ένα βόλι μακριά από τον κάμπο. Μπαίνει και βρίσκει +σφίδα γεμάτη κρασί. Όλοι μας ήπιαμε από το κρασί εκείνο. Αξέχαστη +πρωινή. Ξαναμαζευούμαστε, ροβολούμε κατά τον κάμπο, κι αρχινούμε +τη φωτιά πίσω από κάτι χαμηλότοιχους. Άλλοι μας πάλε πήγαν κι +έπιασαν τις Πέτρες και το Σταυροράχι λίγο παρακάτω, και χτυπούσανε +σύγκαιρα από τη μεριά εκείνη. Οι Τούρκοι, που θαρρέψανε στην αρχή +πως κατεβαίνουμε να προσπέσουμε, άμα πρωτάκουσαν τουφεκιές, +λύσσαξαν και πήγαν. Όλο τους το σκυλολόγι σηκώθηκε στάρματα, κι +από την ώρα εκείνη ως ταπομεσήμερο πέφτανε χαλάζι τα βόλια τους +στα ταμπούρια μας καταπάνω. Είχαν και τρία κανόνια. Οι δικές μας +οι τουφεκιές δεν έκαμναν τόσο βουητό, μα μήτε και στον αέρα δεν +πέφτανε. + +Σιγά σιγά οι πεντακόσοι μας γίνουνται χίλιοι με τους χωριανούς που +ολοένα μαζεύουνταν. Τρέχει τότες μια παρέα κατά τα βορεινά του +κάμπου και τους περεχάει κι από κει. Ξάφνισμα και τρομάρα αμέσως +οι Τούρκοι που βρίσκουνταν κατακεί. Κοντοστέκουνται μια στιγμή, κι +ύστερα λάσπη! Τους τηρούν οι άλλοι κοντά μας, δρόμο κι αυτοί. Τους +περνούμε τότες το κατόπι, και δος του βόλι στα πισινά τους καθώς +τραβούσαν κατά το μονοπάτι που πάει στ' Αποκόρωνα. Καθώς +κατρακυλούσαν τα μέρη που ο λόγγος αρχινάει και στενεύει, +παίρνουνε μερικοί μας δίπλα τα βουναράκια, και τρέχοντας σα +λαγωνικά τους προκάνουμε ό,τι αρχίζανε και ξεμύτιζαν παρακάτω στη +χαράδρα. Ένας ένας πέφτανε σαν τις μυίγες. Κάμανε μια στιγμή να +δείξουνε στήθος· μα γλήγορα το κατάλαβαν πως είνε χαμένοι, κι όπου +φύγη φύγη πια τότες. Αφίνουν άλογα, μουλάρια, κανόνια, και +παίρνουνε τα βουνά. Από το μέρος εκείνο του λόγγου ως το Κράπι +στρωμένος ο τόπος νεκρούς. Βδομάδες και βδομάδες δεν μπορούσες να +περάσης από κει και να μη λιγοθυμήσης από τη βρώμα. + +Ως τον Αρμυρό τους ακολουθήσαμε. Κάμποσες μέρες γυρίζαμε τα βουνά +και τους ξεπαστρέβαμε όσους βγήκαν από το δρόμο τους να γλυτώσουν. +Ως χίλιοι τους πρέπει να πήγανε τότες. Καλά και κάνεις το σταυρό +σου, κερά μου. Για το τιμημένο το σώμα και το αίμα του Χριστού +πολεμούσαμε τότες, κι ο παπάς με τη σημαία μπροστά μπροστά. Σίδερο +η καρδιά μας, σίδερο και τα κορμιά μας. Χάδεμα δε δεχούμαστε από +τις γυναίκες μας τις μέρες εκείνες. Σαν έχη το νου του σε φιλιά +και σ' αγάπες ο Σφακιανός, βόλι πικρό τον προσμένει στον πόλεμο. +Μήτ' ένας μας δε σκοτώθηκε στον πόλεμο εκείνο. + +* + +Κάμποσες φορές τα είχε ακουσμένα αυτά ο Μυλόρδος, κι ως τόσο +τάβγαλε πάλι τα χαρτιά του και σημείωσε μερικές αράδες. Οι άλλοι +κάθονταν αμίλητοι και διαλογισμένοι. + + — Αχ, τα πλερώσαμε όλα με γυναικόπαιδα και με σπιτικά, τότες που +γυρίζανε λυσσασμένοι και έσερναν ανατολικά οι καταραμένοι! είπε με +βαρύ αναστεναγμό ο Αλεξαντράκης. Κ' ήρθε, θαρρώ, η ώρα νακούστε +και το τι τράβηξε αυτό το χωριό, εκεί που κανένας μας μήτε τουφέκι +πια δε σήκωνε μήτε σημαία δεν κράταγε. + + — Την παλιά τους την τέχνη, φωνάζει ο Σφακιανός. + +Δεν μπορούσανε να δείρουν το γάδαρο κ' έδειραν το σαμάρι. + + — Όπου άντρας, μα νέος μα γέρος, τον έκοβαν. Όπου παιδί και +γυναίκα, σκλαβιά κι ατιμιά. + + — Κι ο Σερήφ Πασάς τα συχωρούσε μαθές αυτά; ρωτάει ανυπόμονα ο +Μυλόρδος. + + — Ο Πασάς; Και ποιος τονε ρωτούσε τον Πασά; Αυτοί είταν έξω +φρενώ. Σαν μπόρα πλακώσανε φοβερή. Μόλις το πήρε ταυτί μας τάγριο +της το βουητό και σκαρφαλώσαμε τον Ψηλορείτη σα γίδια. Μόνο +μερικοί γέροι απομείνανε στο χωριό. Τους έσφαξαν όλους. Μα ας τα +πούμε με τη σειρά τους αυτά τα δικά μας, να μάθετε και γιατί αυτή +την ώρα δεν τη χαρούμαστε την κατακαημένη μας την Καλλίτσα. + +Ανασηκώνεται εδώ άξαφνα ο Μυλόρδος μ' ολοάνοιχτα μάτια. Γλήγορα +όμως συμμαζώχτηκε πάλι, ίσως να την καλακούση την ιστορία. + + — Είχαμε τότες θανατικό στο χωριό μας, λέει ο Προεστός. Τέσσερα +από τα παιδιά μας τα είχε παρμένα Χάρος. Μας έμνησκαν τρία, η +Καλλίτσα, ο Γιάνης, κι ο Κωστάκης, το βυζαστάρικό μας. Για να +γλυτώσουμε τα δύο τα μεγαλήτερα από το θανατικό, τα βάζουμε σε +παράμερο καλύβι λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε μια γυναίκα που +είχε και δικά της άλλα τρία παιδιά. Εμείς με το μικρό τον Κωστάκη +μείναμε σπίτι. Τότες είταν που ξέσπασε το κακό. Τις ακούγαμε από +μακριά τις φωνές τους, και δίχως μήτε πόρτες να κλειδώνουν έφευγαν +όλοι προς το βουνό. Εμείς όμως είχαμε και τάλλα δυο τα μικρά να +κοιτάξουμε, κ' είπα της Φωτεινής να προσμείνη λιγάκι, να πάω να +μιλήσω της γριάς στο καλύβι και να της πω να μη φοβάται. Τρέχω +λοιπό σαν αστραπή στο καλύβι και τους λέω να μη νοιάζουνται, μόνο +να κάθουνται μέσα κρυμμένοι, κ' οι Τούρκοι δε θανέβουν ως εκεί +απάνω. Ξαναγυρίζω κατόπι τρεχάτος στο σπίτι να πάρω τη γυναίκα μου +με το μικρό μικρό και να φύγω. Ζυγώνω δε ζυγώνω, και τι να δω! +Τούρκοι γεμάτο το σπίτι, και μόλις πρόφτασα να δω τη Φωτεινή μου +που την κουβαλούσανε με τον Κωστάκη στην αγκαλιά της! + +Πήρα τα βουνά σαν τρελλός. + +Σημάδια στενοχώριας τώρα στην όψη της Φωτεινής, και πρι να πάη +ομπρός ο Προεστός καμώθηκε πως κάτι ήθελε να φροντίση, και +σηκώθηκε και βγήκε από την κάμαρα. + + — Καλά έκαμε και βγήκε, κάνει τότες ο Προεστός. Δεν της έρχεται +να τακούγη, δε μούρχεται και μένα να τα δηγούμαι μπροστά της. Την +πήρανε σκλάβα με τον Κωστάκη στο Διβάκι. Ας είνε καλά ο αδερφός +της που τη μάτιασε κει πέρα, και πήγε και τους αγόρασε και τους +δυο πρι να τη στείλουν ως το Μισίρι. Κ' έτσι σαν πέρασε η +φουρτούνα και κατεβήκαμε στο ρημαγμένο μας το χωριό, μου την +έφεραν πάλι πίσω τη Φωτεινή με το στεροπαίδι της. Τανοίξαμε πάλε +το σπιτικό μας. Αχ και τι σπιτικό! Δεκατισμένο από το θανατικό, +που μας έφαγε τρία, κι από των απίστων τη ρημαξιά, που μας άρπαξε +άλλα δυο, την Καλλίτσα και το Γιανάκη. Δίκιο είχα γω σαν τόλεγα, +τότες που φεύγαμε, της γριάς του καλυβιού πως δε θα περάσουν από +κει απάνω οι Τούρκοι. Και μήτε πέρασαν από κει. Σαν ταστροπελέκι +που κόβει ίσιο δρόμο και ξολοθρεύει, έτσι διάβηκαν κ' έφυγαν. Κι +ως τόσο ένας τους — ο Εξαποδός πρέπει να τονε σκούντηξε — βγήκε +από το δρόμο του να μαζέψη για το ζω του χορτάρι. Και μαζεύοντας +παίρνει το μάτι του το καλύβι! Ζυγώνει σιγανά σιγανά μην τύχη κ' +είταν άντρες εκεί κοντά. Χτυπάει και ρωτάει ποιος κατοικούσε εκεί +μέσα κι αν είχε άντρες. Πρόβαλε η γυναίκα από το παράθυρο κ' είπε +όχι. Την προστάζει τότες να ξεμανταλώση την πόρτα. Τι να κάμη η +γυναίκα, ανοίγει την πόρτα. Άμα βεβαιώθηκε ο Τούρκος πως είταν +απροστάτευτο το καλύβι, χώθηκε μέσα. Δεν αφήκε μήτε γυναίκα μήτε +παιδιά. Ίσια στο Διβάκι τους κουβάλησε και τους έξη. Και τώρα να +δήτε το πιο παράξενο. Εκεί στο Διβάκι, σα χωρίστηκε πρώτα η +γυναίκα με τα τρία παιδιά της από την Καλλίτσα κι από το Γιανάκη, +και κατόπι πάλε ο Γιανάκης από την Καλλίτσα, και τοιμάζουνταν ένας +Αράπης να φορτώση τη δύσμοιρη την κόρη μας και να την κατεβάση στο +λιμάνι για το Μισίρι, τι άλλο να δη η σκλαβωμένη η μάννα της από +το παράθυρο του σπιτιού που την είχαν κλεισμένη, παρά την Καλλίτσα +σε κοφίνι μέσα απάνω στάλογο, ξεκινώντας για το ταξίδι της +αλησμονησιάς και της ατιμίας! Τη βλέπει, τσιρίζει σαν τρελλή, και +πέφτει χάμω. Μα ποιος να την ακούση, και ποιος να τη νοιαστή! Μήτε +την ξαναείδε πια μήτε την ξανάκουσε την Καλλίτσα της. + + — Στάσου! αντισκόβει ο Μυλόρδος. Δεν την άκουσε η μικρή τη φωνή; + + — Κι αν την άκουσε πού να το ξέρουμε! αποκρίνεται ο πατέρας +γελώντας, σα να του ήρθε νόστιμο τέτοιο ρώτημα. + +Εκεί απάνω ξαναμπαίνει κ' η Φωτεινή. + + — Ακούς τι μας ρωτάει η αφεντιά του; γυρίζει και της λέει· α σ' +άκουσε, λέει, η Καλλίτσα τότες που της φώναξες από το παράθυρο. + + — Βέβαια πως μ' άκουσε, απολογιέται ολόθαρρα η κερά και με μάτια +που έλπιζαν πάντα. Την άκουσε τη φωνή μου κ' η Καλλίτσα, την +άκουσε κι ο Θεός. Και το λέω και το ξαναλέω πως η φωνή εκείνη που +από τα φυλλοκάρδια μου τότες βγήκε, θα μου την φέρη την ακριβή μου +μια μέρα. + + — Ορίστε! Τα ίδια και πάλε τα ίδια! Όλο την απαντέχει, κι όλο +έρχεται η Καλλίτσα. Κάποτες και το σπίτι το συγυρίζουμε για τον +ερχομό της και. . . . + + — Σταθήτε, αφεντικό, να σας χαρώ, λέει τώρα ο Σφακιανός, γιατί σα +να θέλη κάτι να μας πη από δω ο Μυλόρδος. + + — Τίποτις, αποκρίνεται συλλογισμένα ο Άγγλος. Έλεγα μόνο να σας +ρωτήσω α δε μάθετε τίποτις από τότες. + + — Οχτώ χρόνια, Μυλόρδε μου, και άλλο δε μαθαμε παρά πως τηνε +στείλανε στο Μισίρι. Όσο για τον αδερφό της το Γιανάκη, αυτός +έμεινε στο Μεγαλόκαστρο μ' έναν Αγάν, και τούρκεψε, και τώρα μήτε +να μας ξέρη πια δε θέλει. + + — Αμέ ο Κωστάκης, το μικρό μικρό; + + — Δεν την είπαμε ως τόσο του καημένου μας του Κωστάκη την τύχη, +γυρίζει και λέει ο Προεστός της γυναίκας του. Και μα την αλήθεια +δεν το παραξενεύουμαι, μια και γυρέψαμε να τα πούμε όλα σε μια +βραδινή. Το χάσαμε και κείνο, Μυλόρδε, ειδεμή δε θα μας έβρισκες +ολομόναχους τώρα. Έξη παιδιά, και τώρα στα γερατειά μας κανένα! + + — Εκείνο μας το πήρε ο Θεός σαν τα πρώτα, και δε μας πέφτει λόγος +στο θέλημα, του Θεού, λέει τώρα η Προεστίνα. Μα η Καλλίτσα μου, η +Καλλίτσα! Να, έτσι πάντα κατιτίς μου το κρυφολέει πως δεν την +έχουμε χαμένη την Καλλίτσα για πάντα. Ως και στον ύπνο μου κάθε +λίγο τη βλέπω. Τη βλέπω μες στο κοφίνι, τρέχω σαν τρελλή να τη +γλυτώσω, και μου ξεφεύγει πάντα τάλογο το καταραμένο! Πόσες φορές +του τώπα του Προεστού μας να κινήσουμε μαθές ως το Μισίρι, να τη +γυρέψουμε. Μα πού ο τρόπος, και σαν πας, λέει, πού να +πρωτογυρέψης! Και σε ποια χαρέμια θα σ' αφήσουνε νάμπης! Κι αν τη +βρης, ποιος Πασάς θα σου τηνε δώση, που τα γαλανά της τα μάτια +μονάχα. . . . + + — Σπάνιο πράμα, γαλανά μάτια στην Κρήτη! παρατηράει ο Μυλόρδος. + + — Να κάτι πιο βαθύτερα από τα δικά σας. + +* + +Ανάγκη δεν είταν κι απ' αυτό το σημάδι να καταλάβη ο Μυλόρδος πως +βρισκότανε στης Κυρά Μπάρτλεης το σπιτικό, και πως αντίκρυ του +είχε τον πατέρα και τη μάννα της πανώριας εκείνης κόρης, που τώρα +κι οχτώ χρόνους ταξιδεύοντας ο φίλος του ο Μπάρτλεης στο Κάϊρο, τη +μάτιασε στο Παζάρι κι από έναν Αράπη την αγόρασε μικρή μικρή, και +την ανάθρεψε μ' ένα και μονάχο σκοπό, να την κάμη συντρόφισσα της +αρχοντικιάς του ζωής. Αυτά όμως όλα πώς να τα ξεστομίση με τρόπο +που να μην αποτρελλαθούν από τη χαρά τους οι μυριοβασανισμένοι οι +γονιοί της, αυτό ως την ώρα ο Μυλόρδος δεν το καλοσυλλογίστηκε +τόσο λίγο ίσως τόλπιζε να τους βρη. + +Αποφάσισε λοιπό να τους καλονυχτίση και να συχάση αυτή τη νύχτα, +αφού είπε και ξαναείπε της κερά Φωτεινής πως καλά κάμνει κ' +ελπίζει πάντα. + +Ταποταχύ Μυλόρδος και Σφακιανός κάμνανε μακρινή ομιλία στου +Προεστού την αυλή. + + — Να πάρης τάλογο κ' ίσια στη Ρέθυμνο. Ξέρεις πως εκεί έφτασε τις +προάλλες μαζί μου από την Αλεξάντρεια ο Σιορ Μπάρτλεης με την Κυρά +του, και πως με προσμένουνε να γυρίσω και να ξεκινήσουμε μαζί για +την Αγγλία. Να τους δώσης αυτό το γράμμα, και να τους φέρης εδώ +και τους δυο τους μαζί με τους δούλους. + + — Μα σαν τι μαθές να τρέχη; ρωτάει σαστισμένα ο Σφακιανός. + + — Σαν τι να τρέχη; Κρίμας που είσαι και Σφακιανός! Και δεν +τόννοιωσες ακόμα πως η Κερά Μπάρτλεη που είδες στη Ρέθυμνο είνε +Κρητικιά, και πως είνε η Καλλίτσα, η χαμένη η κόρη του Προεστού; +Δεν το πήρε ταυτί σου τόνομά της τότες που τηνε φώναζε ο άντρας +της να πη να σου φέρουν κρασί πρι να ξεκινήσουμε; + + — Μεγάλος πως είνε ο Θεός το γνώριζα, Μυλόρδε μου, από κείνη τη +δουλειά τη Σφακιανή· μα όχι και τόσο μεγάλος καθώς λέω πως είνε +τώρα μ' αυτό του το θάμα! Και του λόγου σου τι θα κάμης ώσπου να +γυρίσουμε πίσω; + + — Βλέπω κ' έχει ένα τεφτέρι ο Προεστός άγραφο. Το παίρνω μαζί +μου, και πηγαίνω να καλοκοιτάξω αυτό το _Καστρί_ εκεί κάτου, να +δούμε, είταν κι αυτό Πολιτεία Ελληνική ή όχι; Ως εκεί μπορώ και +περπατώντας να πάω. Ως τόσο μη χάνης καιρό εσύ. + +Έφυγε ο Σφακιανός με τάλογο, και καθώς τραγουδούσε έξω από το +χωριό πηγαινάμενος, πρόβαλε ο Προεστός στην αυλή να προσκαλέση το +Μυλόρδο στο γλυκό και στον καφέ. + + — Να με συμπαθήστε που πρέπει να καρτερέψω καμιά δυο μέρες εδώ, +τους είπε απάνω στον καφέ ο Μυλόρδος, ώσπου να γυρίση ο οδηγός μου +με μερικούς συνταξιδιώτες που πρέπει να σας δουν και να σας +γνωρίσουν. Είνε ένας άλλος Άγγλος κ' η γυναίκα του, ρωμιοπούλα +όμως αυτή, και μάλιστα Κρητικιά. + + — Άμε στο καλό, άνθρωπε μου, φωνάζει μ' ολόφεγγο πρόσωπο η +Προεστίνα, που με κάμνεις και περνούνε λογιώ λογιώ στοχασμοί από +το νου μου! Δε λέω πως δε θα μας ξανάρθη η Καλλίτσα, ο Εγγλέζος +όμως αυτός — + + — Ορίστε μας πάλε πρωί πρωί! μουρμουρίζει ο κυρ Αλεξαντράκης. + + — Καλέ αφήστε τη να ελπίζη και να προσμένη, γιατί όχι; Μήπως τάχα +δεν την άκουσε τότες ο Θεός τη φωνή της; Γιατί τάχα να μην είνε η +Καλλίτσα, αφού μάλιστα είνε και Κρητικιά η γυναίκα του φίλου μου; + + — Νά το! Δε σου τόλεγα τόσα χρόνια; ξεφωνίζει αφίνοντας τον καφέ +της χάμου η Κερά Φωτεινή. Η Καλλίτσα, η Καλλίτσα μου έρχεται! +αναπετιέται και ξαναφωνάζει σαν τρελλαμένη. Η Καλλίτσα μου, κι ο +Θεός μου τη φέρνει. + + — Θα μου τη λωλάνετε τη γυναίκα μου, κυρ Μυλόρδε, και καλλίτερα +να μη την πειράζετε έτσι. + + — Μα εγώ σας λέω πως πρέπει να την ανάβω αυτή την ελπίδα, κι από +ελπίδα βεβαιότητα να την κάμω πρέπει, γιατί η Καλλίτσα σας είνε +αυτή που θάρθη μεθαύριο με το φίλο μου τον Μπάρτλεη, τον άντρα +της, σηκώθηκε κ' είπε ο Μυλόρδος ήσυχα και σοβαρά σοβαρά. + +Έμειναν αμίλητοι μια στιγμή κ' οι δυο τους, πατέρας και μάννα. + +Ώσπου όμως να ξανανοίξη το στόμα του ο Μυλόρδος, που έτρεμε μην +τύχη και τους παραταράξη, βρέθηκε ταντρόγυνο αγκαλιαστό, κι άλλο +πια τώρα δεν άκουγες παρά κλάψες κι αναρρουφήματα. + + — Να σας πω τώρα και κάτι άλλο, κάνει ο Μυλόρδος, να μη +χασομεράτε και πολύ. Η κόρη σας τώρα είνε καλομαθημένη, έξη χρόνια +στο σκολειό, κι άλλα δυο στην Αγγλία. Και ν' αρχίστε αμέσως κιόλας +να τοιμάζετε. Έχουν και δούλους. Κρεββάτια όσα μπορείτε. Να πάρτε +μάλιστα και το σπίτι το διπλανό για καμιά βδομάδα. Από χρήματα να +μη νοιάζεστε. + + — Μια βδομάδα! Χριστέ και Παναγιά! Να το κουνίσουν δεν έχουν πια +από δω πέρα! φωνάζει η κερά Φωτεινή. + + — Αυτά τα βολεύετε και σαν έρθουν. Ίσως σας πάρουν κ' εσάς μαζί +τους στην Αγγλία. Δουλειά τώρα. Εγώ πηγαίνω ως το Καστρί να γυρέψω +αντίκες, και δε θα με ξαναδήτε ως μεθαύριο. Γεια σας. + + — Μια στιγμή, να μου ζήσης, Μυλόρδε, που μας έφερες τέτοια +νεκρανάσταση! Μια στιγμή, να μας πης τι λογής έτυχε αυτό το +πρωτάκουστο! Από το χαρέμι μαθές την πήρε; + + — Την πήρε από τα χέρια του Θεού και σας τη φέρνει τώρα. Τάλλα τα +μαθαίνετε από την ίδια σαν έρθη. + +Και ξεκίνησε ο Μυλόρδος κατά το αγαπημένο του το Καστρί. + +* + +Μετά μερικές μέρες, εκεί που κοίταζαν και καμάρωναν κ' έκοβαν κ' +έρραβαν από μακριά οι καταχαρούμενοι οι Αποδουλιώτες περπατούσανε +στο βασίλεμα του ήλιου κατά τα ξώχωρα του Αποδούλου δίπλα στο +Ψηλορείτη, και σεργιάνιζαν τις ομορφιές ολοτρόγυρα, η περήφανη η +Φωτεινή με την πεντάμορφη κόρη της, και κάπου σιμά τους κι ο +Μπάρτλεης με το Μυλόρδο. Οι δυο οι γυναίκες κουβεντιάζανε για τα +παλιά τους, κ' οι δυο οι άντρες για αρχαιότητες. + +Ο κυρ Αλεξαντράκης με το Σφακιανό ακολουθούσανε μερικά βήματα +κατόπι, μιλώντας ο ένας για τις σφαγές, ο άλλος για την αξέχαστη +τη μάχη του Ασκυφού. + + + +Μ Α Ρ I Γ Η (2) + + + +ΤΡΙΑ χρόνια την πάλευε την Τουρκιά σα λυσσαγμένη η Τουρκοφάγα η +Κρήτη μαζί με την αναστημένη την Ρωμιοσύνη. Τουφέκι δεν έπεφτε στο +Μοριά ή στη Ρούμελη που δεν έβρισκε τον αντίλαλό του στ' +ακαταπόνετα τα Σφακιά. Τρία χρόνια σηκωνότανε και ξανάπεφτε το +ηρωικό το νησί στην τρομερή, στην άνιση την παλαίστρα με το +μυριόνυχο και το μυριόδοντο το θεριό. Ήρθε ο τέταρτος ο χρόνος, το +δίσεχτο το 24, και στην απελπισιά του απάνω ο Μαχμούτης γυρεύει +του Μεχμέτ Αλή την ταπεινωτική τη βοήθεια· κι' ο αχόρταγος ο +Μεχμέτ Αλής, ο χασάπης των Μαμελούκων, τι άλλο καλλίτερο γύρευε; +Σαν όνειρο τόβλεπε μπροστά του ένα πέλαγο από αίμα, αρίθμητες +ρωμιοπούλες σκλαβωμένες, άλλα τόσα ρωμιόπουλα σφαγμένα, πυραμίδες +κεφάλια, και το πιο σημαντικώτερο, την αφεντιά του Πασά του Μοριά +και της Κρήτης. + +Σαν ακρίδες ξεκινούν από το Μισίρι και πλακώνουν απ' άκρη σ' άκρη +του νησιού Αράπηδες και Τουρκαρβανίτες. Όσο και να τους δεκάτιζε +το Κρητικό το μολύβι, μαθημένοι καθώς είταν από πόλεμο ταχτικό, +δεν αργήσανε να καταφέρουν όσα μια Τουρκιά δεν κατάφερε, να +σαρώσουν τον τόπο, χωριά και χώρες να ρημάξουν, και χριστιανών +κόκκαλα να σκορπίσουν απάνω σε χώμα αιώνες ζυμωμένο στο αίμα. + +Ο Χασάν Πασάς από την Ανατολική την πλευρά το είχε αρχινημένο το +πανηγύρι του με τις δυο χιλιάδες νέους, γέρους και γυναικόπαιδα, +που λες και με τη μυρουδιά τους ξετρύπωσαν τα σκυλιά του στου +Μελάτου το σπήλιο. Ως την ακρογιαλιά κατέβαιναν οι φωνές όταν οι +γέροι σφάζουνταν, οι γυναίκες κοπαδιαστά κουβαλιούντανε σκλάβες, +οι άντρες αλυσόδετοι σέρνουνταν κατά τη Σπιναλόγκα, και μερικοί +παπάδες, που μένανε μαζί τους για θάρρος και για παρηγοριά, +δεματιασμένοι σα ξύλα ριχτότανε στη φωτιά! + +Από τη δυτική την πλευρά, κατά το Σέλινο και το Κίσαμο, τάρματα +του Τομπάζη την είχανε χρυσωμένη των πολέμων εκείνων την ιστορία +με τη στερνή τους τη δόξα. Ο Χουσεήνης, του Μεχμέτ Αλή ο γαμπρός, +είτανε φτασμένος στην Κρήτη με χιλιάδες καινούργια αγρίμια, η +φοβερή η μάχη της Αμουργέλας την είχε θαμμένη και θαμμένη των +Κρητικών την ελπίδα, οι αδάμαστοι οι Σφακιανοί φώλιαζαν +τραβηγμένοι στα ορεινά τους λημέρια, κ' οι τετρακόσες οι ψυχές, +που μαρτύρησαν φοβερό μαρτύριο στη σπηλιά του Μελιδονιού, είταν +και κείνες στα ουράνια σταλμένες και φτερουγίζανε μαζί με τα +θύματα του Μελάτου. + +Από το μυριοθρήνητο το Μελιδόνι αρχινάει η ιστορία μας, γιατί με +τις τέσσερες κατοστές, πούπνιξαν οι αθεόφοβοι στον καπνό της +φωτιάς που βάλανε στη μια και μονάχη τρύπα του σπήλιου, μαζί με +κείνους πήγε κι ο Μανουσάκης της Μαριγής, ο νιόγαμπρος ο λεβέντης. + +* + +Κατέβαινε τα ματόβρεχτα μονοπάτια σαν τρελλή η αρχοντοπούλα η +Μαριγή μαζί μ' άλλες χωριανές της πολλές. Όλες σκλάβες, όλες +ορφανές από πατέρα κι' από μάννα, έρημες όλες από πατρίδα κι από +σπιτικό. Και να είτανε να πης πηγαίνανε σε μοναστήρι να κλειστούν +ή και ζωντανές να θαφτούνε σαν το συγγενολόγι τους σε κάποιο +σπήλιο κι αυτές! Σκοπός και τέλος του ταξιδιού τους είταν η +ατιμιά, το ζωντανό το μαρτύριο. Αρχηγός Τουρκαρβανίτης και μερικοί +Τούρκοι μαζί του τις οδηγούσαν κατά τη Σούδα. Τρικάταρτο καράβι +πρόσμενε εκεί να φορτώση τη θλιβερή την πραμάτεια που από χώρες κι +από χωριά παντούθε κατέβαινε. Της Κρήτης ο αφρός, των ανθών της το +άνθος, τα πιο λαχταριστά και τα πιο διαλεχτά της κορίτσια, από +κάθε μονοπάτι σέρνουνταν εκεί κάτου να φορτωθούν και να πουληθούνε +σε Ασία και σ' Αφρική, και μ' άπονη σκουντιά να ριχτούνε στα βάθια +του Χαρεμιού, δίχως μήτε θρησκείας παρηγοριά να φυλάξουνε, μήτε +όνομα, μήτε άλλο της δόλιας πατρίδας τους φυλαχτάρι. + +Τανιστορούσε η Μαριγή από τη μια το τι την περίμενε, θυμούνταν από +την άλλη το ιερό το λείψανο που μαύρο και καρβουνιασμένο κοιτότανε +στου Μελιδονιού τη σπηλιά, το λείψανο του πονεμένου της Μανουσάκη, +που ως και τη φωνή του την άκουγε ακόμα, τότες που στο σπίτι τους +μέσα την παρακαλούσε να φύγουνε πρι να πλακώση η αρβανιτιά, και +κείνη πάσκιζε να μαζέψη και να πάρη τα νυφικά της, ώσπου πλάκωσαν +τα θεριά, και θαρρώντας ο δόλιος πως έφυγε κ' η Μαριγή με τη μάννα +του, που την έβλεπε κ' έτρεχε κατά το σπήλιο, αφίνει την αγαπημένη +του πίσω και φεύγει, και κλειέται στο σπήλιο μαζί με τους άλλους, +και σαν είδε ύστερα πως έλειπε η καλή του, τρέλλα και τρέλλα τον +πήρε. Αχ, είταν αργά πια τότες, η αρβανιτιά το είχε τριγυρισμένο +το σπήλιο και το μπομπάρδιζε. Κ' ένας μονάχος, που γλύτωσε από το +μαρτύριο που ακολούθησε κατόπι και γύρισε στο ρημαγμένο το χωριό, +την αντάμωσε κρυφά τη σκλαβωμένη τη Μαριγή και της τα είπε τα +στερνά τα λόγια του Μανουσάκη. Τα συλλογιούνταν όλ', αυτά η +δύστυχη, και σαν απόκαμναν τα γόνατά της από τη θλίψη και από την +τρεμούλα της κούρασης και την έσπρωχνε Τούρκος πίσωθέ της με την +κάννα του τουφεκιού, θόλων' ο νους της, πλημμύριζε η καρδιά της, +και με χείλη στεγνά, με μάτια ορθάνοιχτα από την απελπισιά, σίμωνε +τον Αρβανίτη τον αρχηγό, και με λόγια που πέτρες θα ράγιζαν τον +παρακαλούσε τον άγριο να τη λυπηθή και να την αφήση να πάη ν' +αποθάνη κοντά στον αγαπημένο της. + +Ξέσπαναν τότες στα γέλοια οι Τούρκοι, κι αντίλαλούσαν οι λόγγοι με +τάσεμνα χωρατά τους. + +* + +Είτανε βράδυ βράδυ, ο ήλιος έγερνε κατά τα κορφοβούνια, κ' οι +σκλαβωμένες οι Κρητικοπούλες κατέβαιναν αραδιαστές από το στερνό +τους μονοπάτι αποσταμένες, πρησμένα τα πόδια τους, ξέπλεγα και +σκόρπια τα μαύρα μαλλιά τους, που κάθε λίγο τα συμμαζεύανε με το +μαγουλήκι μην τύχη και τις παρακοιτάζουν ξένοι, λησμονώντας πως +μήτε η ομορφιά τους δεν είτανε πια δική τους. Βλέποντας αντίκρυ +στη θάλασσα η Μαριγή, σφίχτηκε η ψυχή της, κόμπωσε ο λαιμός της, +σα να της έλεγε η άπονη, η απέραντη η θάλασσα πως μια για πάντα θα +τη χωρίση από τον τόπο της, από τα κόκκαλα των αγαπημένων της, απ' +όλα όσα στον κόσμο λάτρεψε η καρδιά της. + +Σε κάθε αποσταμένο τους πάτημα βγαίνανε αναστεναγμοί κι +αναρρουφήματα από τη μιαν άκρη της αράδας ως την άλλη, όταν τάγρια +τα ξεφωνητά και τα γέλοια των Τούρκων τις αφίνανε νακουστούνε. + +Άλλη μισή ώρα, και περνούσαν από ταράπικο το στρατόπεδο. +Κοντοστάθηκαν αμέσως κ' έκρυψαν τα πρόσωπά τους σα Χανούμισες, μην +τύχη και τις καλοδή και πέση απάνω τους στρατιώτης. Φώναξε τότες ο +Αρβανίτης να μη φοβούνται, έδωσαν οι Τούρκοι μερικές σκουντιές +αποπίσω, και ξανάρχισαν το διάβα τους πλάγι του στρατοπέδου. + +Ο χαλασμός, καθώς είδαμε, τελειωμένος τώρα στην Κρήτη. Οι +Σφακιανοί στα όρη κρυμμένοι, οι χώρες και τα χωριά καμένα, οι +εκκλησιές γκρεμησμένες, άλλη δουλειά για ταγρίμια του ο Χουσεήνης +δεν είχε· τους άφινε λοιπόν και ραχατεύανε ώσπου νάρθη η μαύρη η +ώρα και του Μωριά. Κ' έτσι το βράδυ βράδυ της μέρας εκείνης, που +δεν τους έκαιγε πια το λιοπύρι, που ο μπάτης ψιλοφυσούσε, +μοιρασμένοι σε παρέες οι στρατιώτες γλεντίζανε μέσα στην απλάδα με +φαγοπότια και με παιχνίδια. + +Σα λαγωνικά, που μυρίζοντας άξαφνα κυνήγι ζωντανεύει το μάτι τους +και ξεχυμίζουν ανήσυχα και λαχανιασμένα από κάθε μεριά και πετούνε +στον αέρα αλυχτήματα ανυπόμονα, έτσι χυμίζανε Τούρκοι κι Αράπηδες +κατά τον δρόμο που περνούσαν οι παρθένες κ' οι νιόπαντρες του +παθιασμένου νησιού. Με τη φοβέρα όμως ο αρχηγός ο Τουρκαρβανίτης +τους παραμέριζε. + +Στην άκρη άκρη της πεδιάδας κατά τον γιαλό, κοντά στα καράβια, σε +ξέχωρο μέσα χωράφι, μια από τις παρέες το γλέντιζε με τρόπο πιο +ταιριαστό με το φυσικό της άγριας εκείνης φυλής. Κρητικόπουλο +λεβέντικο κι αψηλόλιγνο, με τα χέρια δεμένα πιστάγκωνα και το +σκοινί σε καρφί καλά κουμπωμένο, ακκουμπούσε στον τοίχο του +χωραφιού ασκούφωτο, φορέματα ξεσκισμένα και χωματιασμένα, στήθια +ξετραχηλισμένα, πόδια ξυπόλυτα. Δέκα ως δώδεκα στρατιώτες από τους +πιο διψασμένους του Χουσεήνη, μερικά βήματα μακριά στεκάμενοι στην +αράδα, παραβγαίνανε στον αγώνα, ποιος να πρωτομπήξη το γυμνό του +μαχαίρι στα στήθια του νέου. Έβλεπες και στέκουνταν ολόρθα δυο +μαχαίρια, ένα στον ώμο του παιδιού κ' ένα στο μερί, έτρεχε το +αίμα, έννοιωθε δεν έννοιωθε το μισοζώντανο το παιδί από την +αγωνία, από το τράντασμα πούφερνε στα σωθικά του κάθε μαχαίρι που +ξεχυνότανε καταπάνω του, άλλο χάμου να πέφτη, άλλο στον τοίχο να +χτυπάη, κι άλλο να καρφώνεται στο βασανισμένο κορμί του. + +Ο ήλιος βασίλευε με του μισαποθαμμένου του Ζανουλάκη τα μάτια την +ώρα που διάβαινε του Τουρκαρβανίτη η συνοδιά να κατεβή στο λιμάνι. +Ρίχνει ξάφνω η Μαριγή κρύφια ματιά κατά το χωράφι· δεύτερη ματιά +δεν χρειάστηκε. Ξεπετιέται σέρνοντας φωνή σπαραχτικιά σα να την +έσφαζαν την ίδια τα Τούρκικα τα μαχαίρια, πηδάει μες στο χωράφι, +και πριχού να νοιώσουν οι Αράπηδες πούθε ξεφύτρωσε ταναπάντεχο +εκείνο το φάντασμα, τον αγκάλιαζε η Μαριγή ξεφρενιασμένη και +μοιρολογώντας τον αδερφό της, που τέσσερες μήνες τον είχε χαμένο, +τον ξακουσμένο τον Ζανουλάκη, που κάθε μάχης του χρόνου εκείνου +τον είχε τσουρουφλιασμένο η φωτιά. + + — Αδερφάκι μου, Ζανουλάκη! Έπαρέ με μαζί σου να λείψη το κρίμα, +έπαρέ με και φέρε με στον καλό μου! + +Δεν μπόρεσε άλλο να πη. Και λόγια να είχε δε θα πρόφταινε. Σαν +καπλάνια χυθήκανε καταπάνω της οι αγριεμένοι οι στρατιώτες. +Έφεγγαν τακόλαστα μάτια τους από χαρά σα διαβολική, μύρια +ουρλιάσματα βγάζανε τα ορθάνοιχτα στόματά τους, ο βαρύς ο αχνός +της αναπνοής τους έλεγες και την έπνιγε, όση ζωή της έμενε σε +τέτοιο τρυφερό κορμί της κακόμοιρης. + +Γύρισε ο μισοζώντανος ο Ζανουλάκης, έρριξε θολή ματιά στο φριχτό +το κακούργημα, και με βαρύ και κλαψάρικο γογγυτό αφίνει το στερνό +του ανασασμό. + +Την ξύπνησε το γογγυτό εκείνο τη Μαριγή από σάστισμα κόλασης +φοβερής. Λες κ' ίσια στη ψυχή της τον έστειλε τον ηρωισμό του ο +αδερφός της μ' εκείνο το γογγυτό· λες και τ' Άγιο Πνέμα της +κατέβηκε από τα ουράνια, και τη στεφάνωσε με την αθώρητη τη χάρη +που γλυκαίνει του μαρτυρίου το θάνατο. Κι απάνω στο λογομαχητό του +Τουρκαρβανίτη, που φώναζε πως για κοινούς Αράπηδες δεν την είχε +τέτοια κοπέλλα, κι απάνω σε μαχαιριές και μαλλώματα αναμεταξύ +τους, σέρνει μαχαίρι η Κρητικοπούλα από το κορμί του ξεψυχημένου +της αδερφού και το χώνει στη μαύρη καρδιά της. + +Μετά λίγη ώρα η συνοδιά κατέβαινε στο λιμάνι, κ' οι Κρητικοπούλες +που φορτωθήκανε στο τρικάταρτο το καράβι δεν ξανακούστηκαν πια με +τα χαριτωμένα τους τα ονόματα. + +Ξεκινώντας την άλλη μέρα το πλοίο, κοίταζαν οι κοπέλλες το κορμί +της αρχοντοπούλας απάνω στα κύματα δεμένο μαζί με τον αδερφό της +το Ζανουλάκη. Τα κοίταζαν τα δυο τα κορμιά, και κάμνανε το σταυρό +τους κρυφά από τους ναύτες — ίσως το στερνό στερνό χριστιανικό +τους προσκύνημα. + + + +ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ +ΚΑΙ ΤΗΣ +Ξ Ε Ν I Τ Ε I Α Σ + + + +ΤΟΜΟΡΦΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ + + + +Τάκουγε ο μικρός ο Παυλής πως είχε ένα όμορφο χωριό ως μιάμιση ώρα +από το δικό του πίσω από ταντικρυνό το βουνό, και το λόγιαζε με +βαθιά λαχτάρα και με κάμποση στενοχώρια το βουνό εκείνο, που +τούκρυβε το χωριό και δεν τον άφινε να δη από μακριά μήτε σπίτια +μήτε παράθυρα ναντιφέγγουνε με το βασίλεμα του ήλιου, καθώς +γυιάλιζαν άλλα χωριά σε όρη πιο μακρινώτερα. Και το είχε καημό στα +δεκάξη του χρόνια που δεν τον αφίνανε να πεταχτή και να πάη να το +σεριανίση ή μονάχος του ή και με σύντροφο, τώρα που είταν κι ο +δρόμος αμαξωτός· παρά μόλις ύστερ' από μήνες και μήνες παρακάλια +εστρεξαν οι γονιοί του να ξεκινήση με το νωνό του, που είχε φίλους +εκεί και συχνοπήγαινε για να τους βλέπη. + +Μέτρο δεν είχε τότες η χαρά του Παυλή. Μήτε στον Άγιο Τάφο να +πήγαινε. Κι άξιζε σταλήθεια να ονειρεύεται τόμορφο το χωριό, +γιατί, άφησε που τα σπίτια του στέκουνταν το καθένα και στο +περιβόλι του μέσα μέσα, άφησε που τρεχάμενα νερά το δρόσιζαν κι +ακούραστα αηδόνια το γλέντιζαν, είταν κ' οι κάτοικοί του πιο +ανοιχτόκαρδοι από τους χωριανούς του Παυλή, γεννημένους σε τόπο +πιο γυμνό και πιο βουνήσιο, που λεμονιά κι α φύτρωνε, μήτε να +φουντώση μήτε να λουλουδίση δε δύνουνταν. + +Ξεκίνησε Παυλής και νωνός από το σπίτι πρωί πρωί, πρι να πλακώση +το κάμα. Περπατάμενοι κ' οι δυο τους. Ένα ζεμπίλι σε ραβδί +περασμένο, μια ο ένας στον ώμο του μια ο άλλος, και πηγαίνανε. + +Στο μισό το δρόμο, κατά την Αγία Λεμονή, ρημοκλήσι ανάμεσα στα δυο +τα βουνά (είτανε δυο τα βουνά, και όχι ένα καθώς φαίνουνταν από +μακριά) μέσα στις λυγαριές, τις ασπαρτιές και τα μύρα, άνοιξαν το +ζεμπίλι και τσίμπησαν κάτι δίπλα σε κρύα βρυσούλα. + +Δεν μπορούσε ως τότε ο Παυλής να καλοκαθίση και πολλήν ώρα· κάθε +λίγο και κοίταζε κατά τόμορφο το χωριό, ρωτώντας το νωνό του +πόσους γύρους ακόμα κάμνει ο δρόμος κι από που θα πρωτοφανούνε τα +σπίτια. + + — Άλλη μισή ώρα και θα προβάλη το χωριό σαν κοπέλλα μπροστά μας. + +Ο δρόμος τώρα κι ομπρός άλλαζε κάθε τόσο. Μια λιόδεντρα, μια +χωράφια, κι άξαφνα μήτε λιόδεντρα μήτε χωράφια, παρά θεόρατοι +λαξεμένοι βράχοι από την κάθε πλευρά. Και καθώς διαβαίνανε, μήτε +πενήντα βήματα μπροστά τους δε βλέπανε με το να γύριζε ο δρόμος +πότε δεξά πότε ζερβά στα βουνήσια εκείνα τα μέρη. + + — Άλλη μια θα γυρίσουμε και θα φανή το χωριό, λέει ο νωνός του +Παυλή. + +Βγήκανε δεν βγήκανε από το λαξευτό το δρόμο, και ξεφυτρώνει +μπροστά τους πεντάμορφη θέα. Κάμπος βαθύς και δεντροσκέπαστος, +βουνά παρακείθε αραδιασμένα σαν κύματα γιγαντένια, από τα δεξά +γάλα η θάλασσα με δυο ρημονήσια παράπλευρα στη στεριά, δίπλα +στακρογιάλι τόμορφο το χωριό, που φέγγανε τα σπίτια του σα +γλάστρες με τα λουλούδια, και τέλος καταμεσίς στα σπίτια εκείνα — +παράξενο θάμα! — βράχος που στεκότανε σαν κολοσσός δίχως ταίρι, +ουρανόγγιχτος κολοσσός, μήτε τέχνη μήτε συμμετρία, κι ως τόσο +μεγαλείο που σέκαμνε καί τονε σεβούσουνα. Κι απάνω απάνω στου +Κολοσσού την κορφή μεγάλη κατάλευκη Εκκλησιά, κι απάνω στην +Εκκλησιά το Καμπαναριό, κάτασπρο κι αυτό, λαφρόστεκο και +χαριτωμένο. + +Τάκουσε αυτά πολλές φορές ο Παυλής και τα πρόσμενε· μα τόση δα +πάλι ομορφιά δεν την έλπιζε. Ο καταμεσινός μάλιστα ο βράχος, ο +μονόπετρος εκείνος ο δράκος, που μέσα στην αντηλιά φαινότανε σα +σύννεφο, σαν καπνός, με την εκκλησιά σαν κορώνα στημένη στην +περήφανή του κορφή, τέτοιο πράμα δεν το χώρειε η φαντασία του. + +Στάθηκε ο Παυλής και τήραγε την τόση τη χάρη, τήραγε το χωριό, τον +κάμπο, το πέλαγο, και τα δυο τα ρημοννήσια, τις βαρκούλες και τα +περάματα στα βάθια του κόρφου, και του φάνηκαν όλα σαν κόσμος +καινούργιος, και το καίγουνταν που δεν ήρθε προτήτερα να τον +ανακαλύψη αυτόν τον καινούργιο τον κόσμο, και το παραξενεύουνταν, +πώς γίνεται να πηγαινοέρχουνται τόσοι και τόσοι από τόμορφο το +χωριό, και να μην έρθη κανένας τρελλαμένος από τα μάγια του και με +το ζόρι να τους πάρη και να τους δείξη τόμορφο το χωριό! + +Ροβόλησαν τον κατήφορο βιαστικά βιαστικά, και χωρίς να το +νοιώσουνε βρεθήκανε ολόμπροστα στο χωριό. Τα παρατηρούσε όλα ο +Παυλής μ' αχόρταγη δίψα. Έβλεπε τα καταπράσινα περιβόλια, τις +πορτοκαλιές, τα νόστιμα τα σπιτάκια, τα χωριατόπουλα που +παραιτούσανε τα παιχνίδια τους και στεκόντανε να σεριανίσουν τους +ξένους, τις χωριατοπούλες που κρυφόσκυβαν από τα παράθυρα να τους +καλοκοιτάξουνε· διάβηκε τέλος και πλάγι του βράχου, και το +καλοξέτασε το πέτρινο το θεριό, ταμέτρητα τα λιθάρια που +κρεμιούνταν από τις ράχες του, άλλα σα χτισμένα απ' ανθρώπινο +χέρι, άλλα σα να τάβαλε ξεπίτηδες ο Θεός για να φοβερίζη τους +αμαρτωλούς αποκάτω· είδε και τη λιθόχτιστη τη σκάλα με τα +σιδερένια τα κάγκελα που ανέβαιναν οι Χριστιανοί στους Σπερνούς +και στις Λειτουργιές — τα καμάρωσε όλα από κοντά και τα θάμασε, +και θανέβαινε δίχως άλλο να προσκυνήση κι αυτός, μόνο που ο ήλιος +τους παράδερνε τώρα κ' είταν κ' οι δυο τους αποσταμένοι. Τραβήξανε +λοιπόν κατά το φόρο, και κει πέρα σε φιλικό μαγαζί καθίσανε να +ξεκουραστούν και να δροσιστούνε με το κρυόνερο πούτρεχε στη μέση +του φόρου, πρι να ξεκινήσουν κατά το σπίτι του αρχόντου του +Μαυρουδή που τους είχε προσκαλεσμένους. + +Σαν αποξεκουράστηκαν και δηγήθηκε στους χωριανούς ο νωνός τα νέα +που διάβασε στην _Αμάθεια_ (έτσι την έλεγε την «Αμάλθεια»), +σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά του κυρ Μαυρουδή. + +Είταν το σπίτι αυτό από την άλλη την άκρη σε ξέχωρο μέρος, με +πατώματα όχι πιώτερα από δυο, μα αερικό, ολόδροσο, αυλή +μαρμαρόστρωτη μέσα, παράθυρα και θύρες ορθάνοιχτες από κάθε μεριά, +που οπόθε κι αν κοίταζες έβλεπες το λαχταριστό περιβόλι. + +Κατάμπροστα στη μεγάλη τη θύρα κάτω από πηχτόφυλες κληματαριές +αντίκρυ στις πιο φουντωμένες πορτοκαλιές, με το σεντριβάνι στη +μέση που μέρα νύχτα ξετίναζε ταργυρά του νερά, εκεί κάθουνταν ο +κυρ Μαυρουδής, και με το κομπολόγι στο χέρι έδινε προσταγές του +Περιβολάρη. Εκεί τον ανταμώσανε, Παυλής και νωνός. Προσηκώθηκε ο +άρχοντας, τους καλωσόρισε, και τους κάθισε πλάγι του. + +Ως πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος ο κυρ Μαυρουδής. Ανοιχτόκαρδος, +πρόσχαρος. Τίποτις δεν τονε χολόσκανε, όλα στο χωρατό συνήθιζε και +τα γύριζε. Αγκαλά και τι έννοιες τις είχε! Άλλο τίποτις +αμπελοχώραφα και περιβόλια στον κάμπο, όμορφο σπίτι, ένα κοριτσάκι +ακόμα πιο όμορφο ό,τι πατούσε τα δεκατρία, και τη γυναίκα του. Τι +γυναίκα του θα πήτε σα δύστροπη· μα το κορίτσι είχε πάρει από τον +πατέρα κι όχι από τη μάννα. Όλη του λοιπόν η αγάπη στη Σμαράγδα +του καταστάλαξε. Όσο για τη μάννα της την Αμερισούδα, για λόγου +της άλλο δεν είχε παρά μαριόλικο χαμογέλοιο κάθε φορά που +αρχινούσε λογομαχητά, πότε με παρακόρες, πότε με γειτόνισσες, και +κάποτες και με τη μικρή. Με τον ίδιο τον γέρο πολλά λόγια δεν είχε +η αρχόντισσα. Το χαμογέλοιο του εκείνο τηνε σκότωνε. + +Σαν καθίσανε στο πεζούλι και τα λέγανε, βγήκε κ' η Μαυρουδού με +την κόρη της και καλωσόρισαν τους μουσαφιρέους. Έγειναν +τανερωτήματα, είπε ο Παυλής τα μηνύματα της μετέρας του, πήρε κι ο +γέρος την κόρη στα γόνατά του, ρωτώντες την αν το γνώριζε τόμορφο +εκείνο ταγόρι. Αυτού απάνω στραβομουριάζει η Μαυρουδού και +τραβιέται μέσα, τάχα να φέρη το δίσκο. Ήρθε ως τόσο και ο δίσκος +με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. Κατόπι άνοιξαν +απέραντες ομιλίες οι γέροι για τα δημοτικά τους, φόρους, κρίσες, +διαθήκες, τόνα, τάλλο, και σ' αυτό το μεταξύ ξαναμπήκε η γριά να +δώση χέρι στις παρακόρες, να γίνη της ανθρωπιάς το φαεί. Μείναντας +έτσι μονάχος ο Παυλής άρχισε να κόβη γύρους στο περιβόλι. +Βλέποντάς τον η μικρή αναπηδάει κι αυτή και τρέχει σιμά του. Κι +αφορμή από τα χρυσοκόκκινα τα ψάρια που κολυμπούσανε στου +σαντριβανιού την ολοστρόγγυλη γούρνα, άρχισαν κι αυτοί τα λόγια, +πρώτα λίγα λίγα και κοντουλά, κατόπι σαν πιώτερα, ώσπου ξεθάρρεψαν +και γελούσαν κιόλας απάνω στην ομιλία. + +Τους κοίταζε ο κυρ Μαυρουδής από την πεζούλα κ' έλεγε του νωνού. + + — Να ζευγάρι για προξενειά! Ένα λόγο από τη μάννα του, και με +πιάνεις. + + — Μα δε βλέπεις, κυρ Μαυρουδή, τι μωρό που είνε ακόμ' αυτός; + +Κ' είτανε σταλήθεια μωρό ακόμα ο Παυλής, κι ας είτανε και δεκάξη. + +Η μικρή σβέλτα, γελαστή, και μισωριμασμένη σαν την αγορίδα ό,τι +φουσκώνει, του λαλούσε και του γλυκογελούσε με μάτια όσο μαύρα, +τόσο και λαμπερά. Ο ξανθουλός όμως, ο ντροπαλός ο Παυλής, την +κοίταζε σα να είταν αυτός κορίτσι, κι άμα της ξανοίγουνταν +κρυφόβλεπε και τους γέρους, μην τύχη και δεν τόκριναν εύλογο να +παρακουβεντιάζη με τη μικρή. + +Από λόγο σε λόγο, από δέντρο σε δέντρο, βρέθηκαν ακόμα παραόξω, +κρύφτηκαν από τους γέρους, κι άλλο πια δεν έβλεπαν του σπιτιού +παρά ταπάνω τα παράθυρα. Κυνηγούσανε πεταλούδες, παραμόνευαν +πουλιά, γυρεύανε να ξετρυπώσουν τον τζίτζικα που τους ξεκούφαινε +από παράμερη συκαμινιά, κι απάνω σ' αυτή τη λαχτάρα τους ήρθε να +σκαλώσουν το δέντρο και να δούνε τον τζίτζικα. Ταντροκόριτσο η +Σμαράγδα άρχισε αυτή πρώτη. Ό,τι έκαμνε όμως να σκαρφαλώση, πετάει +η μάννα της από το παράθυρο μια φωνή. + + — Νάρθης μέσα και σε θέλω, Σμαράγδα! + +Πηδάει κάτω η Σμαράγδα, σιάζει τα μαλλιά της, και δρόμο. + +Μείναντας μονάχος του ο Παυλής και στενοχωρημένος που έγινε αφορμή +να τη μαλλώσουνε τη μικρή, τι να κάμη, τραβάει προς τους γέρους. +Οι γέροι όμως ακόμα τα δικά τους. Σα να μην έννοιωσαν αυτοί +τίποτις. Ξαναρχίζει λοιπόν τις βόλτες, παίρνει γύρο το σπίτι να δη +και το πίσω το περιβόλι. Στάθηκε κει και τήραγε τον απέραντο κάμπο +και τατέλειωτα τα βουνά. Και καθώς τα κοίταζε σαν ονειριασμένος, +ακούγει αποπάνω κλάματα και φωνές. Μισοπνιγμένες φωνές, +μισοπνιγμένα κλάματα· κάθε τόσο και θυμωμένο ξεφωνητό γυναικήσιο, +που ανεβοκατέβαινε μαζί με τις χτυπησιές· μαζί με το ξεφωνητό +ανεβοκατέβαινε και το κλάμα. + +Είταν η μάννα, και την έδερνε τη Σμαράγδα που ξεθαρρεύτηκε τόσο. + +Ταράχτηκε ο μικρός, δε βαστούσε να τακούγη το σπαραχτικό αυτό +φωνοκόπι. Του τάσκιζε τα συκώτια του. Αποτραβιέται σε κάτι μυρτιές +μέσα μονάχος, αθώρητος. Με κεφάλι σκυμμένο στέκουνταν εκεί και +τόκλαιγε το κορίτσι που βασανίζουνταν εξ αιτίας του. Έμεινε εκεί +κάμποσο. Κι όσο το συλλογιούνταν πως παιδεύτηκε η Σμαράγδα με το +να γύρεψε να του δείξη φιλία, άλλο τόσο την πονούσε, άλλο τόσο την +_αγαπούσε_ τη δόλια τη μικρούλα. + +Σαν πέρασαν τα κλάματα κ' οι ραβδιές, άλλο πια δεν άκουγε ο Παυλής +παρά τα γέρικα τα μουρμουρητά από μπρος, πουλιά και τζιτζίκους στα +δέντρα, πετεινούς κι ορνίθια στη γειτονιά, και τα περονομάχαιρα +που χτυπούσανε στρώνοντας το τραπέζι στη μεγάλη την κάμαρα. + +Φωνάζει άξαφνα ο νωνός του, που γυρίζει μέσα στον ήλιο. Σφουγγίζει +τα μάτια του ο Παυλής, και ξεκινώντας ρίχτει ματιά κατά ταπάνω +προς την πισινή τη μεριά του σπιτιού. Και τι να δη; Τη Σμαράγδα +κλαμένη, ταπεινωμένη, απελπισμένη! Τραβιέται το κορίτσι αμέσως να +μη φανή. Εκείνος ως τόσο το είδε, το πόνεσε, και ζωγραφιούνταν ο +πόνος του στην όψη του όλη. Την αγαπούσε πια ο Παυλής τη Σμαράγδα. + +Έρχεται μεσημέρι, καθίζουνε στο φαεί. Τραπέζι μουσαφίρικο. Έβγαλε +ο κυρ Μαυρουδής το πιο παλιό του κρασί, παράθεκε η κερά Μαυρουδού +τα πιο ορεχτικά φαγητά της. Η μικρή στο πλάγι της μάννας της, ο +Παυλής κι ο νωνός αντικρύ. Της Σμαράγδως τα δάκρια στεγνωμένα πια +τώρα. Αγκαλά συμμαζεμένη πάντα με της μάννας της την όψη τη +σοβαρή. Δεν πολυβάσταξε ως τόσο ο συμμαζεμός αυτός της μικρής· +ήξερε να την ξαναφέρνη στα νερά του ο γέρος, κ' οι νοστιμιές του +έπερναν κ' έδιναν πάλι. + + — Έλα τώρα να μας πιής κ' ένα κρασί στην υγειά του Παυλή, της +κάνει δίνοντάς της ποτήρι. + +Το παίρνει η μικρή το ποτήρι, κι ό,τι έκαμε νανοίξη το στόμα της +αλλαξοθωρίζει. Κάτω το ποτήρι κι αναβλέπει τη μάννα. Σύννεφο η +μάννα κι αστροπελέκι. Της είχε κρυφοπατήσει το πόδι της κόρης της +μην τύχη και ξεστομίση τίποτις άπρεπο, κ' έτσι την τρόμαξε τη +μικρή. + +Ο νωνός αντίκρυ, που την ήξερε τη νοικοκερά, άνοιξε αμέσως +κουβέντα με τον Παυλή για το βράχο, ως πόσα σκαλοπάτια μαθές νάχη. +Πού να τα ξεκολλήση όμως τώρα τα μάτια του από τη Σμαράγδα ο +σαστισμένος ο Παυλής! Ταπομάντεψε το τι έτρεξε, και ντρέπουνταν +αυτός για την κόρη. Δεν τάχασε όμως κι ολότελα, παρά παίρνει +ποτήρι και λέει να πιούνε πρώτα στην υγειά της Σμαράγδας! Δος του +τότες κάχλανα ο κυρ Μαυρουδής! Με πρόσωπο ολόπυρο από τα γκαρδιακά +του τα γέλοια αρπάζει ποτήρι ο γέρος, και φωνάζει πως άμποτες νά +τονε δη τον Παυλή και γαμπρό της Σμαράγδας του! + +Μύριες θωριές η Αμερισούδα! Όσο συνηθισμένα και να τα είχε τα +γέλοια του γέρου, τώρα πια της μπαίνανε στα στήθια σαν αλύπητες +μαχαιριές. Αυτή μαθές να γυρεύη να κυβερνήση την κόρη της, κι ο +πατέρας της να την αρρεβωνιάζη κιόλας έτσι μωρό παιδί μ' άλλο μωρό +παιδί στο τραπέζι απάνω, αυτό να το καταπιή δεν δενήθηκε. Το +φυσούσ' αυτό και δεν κρύωνε. Άλλαζε κι όλο άλλαζε χρώματα. +Κόλλησαν τα χείλη της, κι ανοιγόκλειαν τα ρουθούνια της. Της +κατεβαίνει άξαφνα σα ζαλάδα. Ακκουμπάει κατά τα πίσω με χέρια +σφιγμένα, πείσμα γεμάτα. Θολώνουν τα μάτια της, κομπώνει ο λαιμός +της, κι απομένει ασάλευτη. + +Την κοίταξαν όλοι τρομαγμένοι. + + — Λιγοθυμιά είνε, κάνει ο κυρ Μαυρουδής, τίποτις δεν έχει. Συχνά +το παθαίνει αυτό. Και παίρνει νερό και της χύνει μια ποτηριά. + +Μικρό ξετίναμα και τίποτις άλλο. Έμειναν τα μάτια στηλωμένα, +θαμπά. + +Σηκώθησαν όλοι, έτρεξε ο νωνός στου γιατρού, ήρθε ο γιατρός, την +είπε συγκοπή της καρδιάς. Οι γειτόνισσες την είπανε _χολόσκαση_. + +Την έκλαψε ο χρυσός ο Μαυρουδής κάμποσο τη γυναίκα του. Την έκλαψε +κ' η Σμαράγδα. Έμεινε ο Παυλής να τους κάμη συντροφιά τη νύχτα +εκείνη, γύρισε ο νωνός να πη τα μαντάτα της μάννας, και να μην τον +προσμένη. + +* + +Την ανέβαινε ταποταχύ ο Παυλής την Εκκλησιά του όμορφου του χωριού +μαζί με τη θλιβερή τη συνοδιά που ακλουθούσε το λείψανο. Πού να το +φανταστή τέτοιο πάθημα σαν ξεκινούσε κατά τόμορφο το χωριό! +Στάθηκε σε μιαν άκρη εκεί απάνω στο Νάρθηκα του Ναού, και τηρώντας +γύρο την πεντάμορφη θέα, σαν όνειρο ακόμα το θάρρευε. Όνειρο, +γιατί πονούσε η καρδιά του, αντίς να χαίρεται. Πονούσε για τόσα +και τόσα, και το χερότερο, που α δεν ερχότανε στο χωριό, δε +θάσκαγε η χολή της αρχόντισσας. Συλλογίστηκε ύστερα ταρφανό το +κορίτσι και τον έπιασε θλίψη βαρειά και μεγάλη. Έτσι του ερχόντανε +να γκρεμηστή από τα σιδερένια τα κάγκελα. + +Ζυγώνει ο γέρος ο Μαυρουδής και τον παίρνει από το χέρι. + + — Να πάρης τώρα την μικρή μαζί σου και να πάτε σπίτι εσείς, του +λέει. Εμείς οι μεγάλοι θα πάμε στο Κοιμητήριο. + +Πήρε ο Παυλής τη Σμαράγδα και κατέβηκαν. Πήγανε σπίτι, καθίσανε +στο πεζούλι, και πρόσμεναν το χαροκαμένο το γέρο. Έκλαιγε η μικρή, +και την παρηγορούσε ο Παυλής. Σε λίγο σηκώθηκαν, τράβηξαν κατά το +συντριβάνι, τις πορτοκαλλιές — ως και στις συκαμινιές πήγαν. Παν +τα δάκρια αμέσως. Ουρανός Απριλιάτικος. Έτρεχαν από δω κι από κει. +Ως και τον τζίτζικα ζητήσανε να τον πιάσουνε πάλι! Και σαν ήρθε ο +γέρος, τη βρήκε τη μικρή του στη συκαμινιά μισοσκαλωμένη. + +Στάθηκε από μακριά και την κοίταζε την κόρη του με συλλογισμένο +χαμόγελο. + + — Αυτή θα τονε γιατρέψη τον πόνο μου, είπε μονάχος του, και κείνο +ταγόρι θα γείνη ο νοικοκύρης μας. + +* + +Περάσανε χρόνια, ως εφτά ή οχτώ. Ο Παυλής είχε μισέψει στη +ξενιτειά, μα είταν από πρόπερσυ μεταγυρισμένος. + +Στο πεζούλι απάνω του Μαυρουδή κάθουνταν η τρυφερόκαρδη η Σμαράγδα +και βύζαινε το πρωτογέννητό της. Ο γέρος ο Μαυρουδής κλάδευε τις +πορτοκαλιές, και πότε πότε συντύχαινε και της κόρης του. Αμέ ο +Παυλής, της Σμαράγδας ο άντρας; Έλειπε αυτός στο δικό του το +χωριό, που πήγε να φέρη τη γριά του να ξανακαμαρώση το χαδεμένο +ταγγόνι της. + + + +ΧΑΡΑ ΑΝΙΚΗΤΗ + + + +ΤΟ είχε στο αίμα του ο Γέρο Τραντάφυλλος να μη δαμάζεται από +πίκρες. Η λαχτάρα, η ελπίδα, κ' η δύναμη της χαράς +γλυκοσπαρταρούσανε μέσα του πάντα. Τον έβλεπες κ' έλεγες· να +άνθρωπος που του αξίζει να ζη. Όχι γέλοιο, όχι χαμόγελο, μικρό +τρεμούλιασμα μονάχα στα χείλη του έσωνε να σε καταπείση πως είταν +η ψυχή του περιβόλι από την Πρόνοια ωρισμένο να θρέφη της χαράς τα +λουλούδια. + +Κι ως τόσο, καθώς όλα του κόσμου αλλοιώτικα, έτσι κ' η τύχη του +χρυσόκαρδου εκείνου ανθρώπου. Μια σειρά φουρτούνες και συφορές η +ζωή του. Ξενιτεύτηκε κι αυτός νιος καθώς οι πιώτεροι του φτωχικού +του νησιού. Σ' ένα ξερονήσι ποιος να πρωτοζήση! Έκαμνε κάθε αγόρι +της προκοπής το σταυρό του και τράβαγε κατά την «Ανατολή». +Καλλιφορνία είταν τότες η Ανατολή. + +Πέρασε εκεί κακορρίζικα χρόνια· κακορρίζικα, με το να πλάκωσαν +άξαφνα δύστροποι χρόνοι. Και σα να μην έσωναν οι κακές οι σοδιές, +βρέθηκε να είνε τότες κ' οι «Ζεϊμπέκοι» στη δόξα τους, και να +πάρουν απάνω τους δεν μπορούσαν οι ξενιτεμένοι οι νησιώτες. Ο +δικός μας ως τόσο, ταυτί του δεν ίδρωνε. Όχι πως δεν τον έμελε· +άλλο δεν ονειρεύουνταν παρά να γυρίση κι αυτός με σαβούρα· μα οι +αναποδιές εκείνες που άλλοι τις έπαιρναν κατάκαρδα, και μόνο που +χεροτέρευαν την κακοτυχιά τους, ο Τραντάφυλλος τις είχε +παιδιακήσια φυσήματα σε μεγάλη γαλήνη. + +Σαν καλός έμπορος, τη ζωή του την περνούσε ανάμεσα σε σακκούλια +ρίζι και βαρέλια τριμμένη ζάχαρη. Κι αν καλοκάθιζε κάποτες, είτανε +για να γράψη στους δικούς του. Στην κάμαρά του απάνω από το μαγαζί +ποτές δεν ανέβαινε, παρά για να κοιμηθή. + +Αυτή είταν η ζωή του χρόνια πολλά. Ζωή που μπορούσε την ψυχή του +ανθρώπου να την καταντήση λυχνάρι μισόσβεστο, άγραφη πλάκα να τον +κάμη το νου, θρύμματα την καρδιά, καράβι καθισμένο τον άνθρωπο. Ο +Τραντάφυλλος όμως όχι· αυτός έλπιζε πάντα πως θά τονε χαρή τον +κόσμο, κ' ελπίζοντας τη χαίρουνταν τη ζωή του. + +Βαριά, σκοτεινά, κι ατέλειωτα τα χρόνια εκείνα, κι ως τόσο +περνούσαν. Και μην έχοντας η καρδιά του μήτε της αγάπης τα γλέντια +μήτε της συντροφιάς τα καλά σε κείνο το Τουρκοχώρι, +κρυφοσπαρταρούσε κατάβαθα για τις χαρές που θαρθούνε μια μέρα, κ' +έτσι περνούσε ο καιρός. + +Με φοβερές δυσκολίες, μ' αδήγητους κόπους, και μ' οικονομία +νησιώτικη, μάζεψε μερικά χρήματα, που τα λογάριαζε αρκετά για να +γυρίση, όχι δα και για πάντα, μα να παντρευτή, ναφίνη κατόπι το +σπιτικό του, να μισεύη πάλι στην καρδιά εκείνη της Τουρκιάς, και +να δουλεύη με την παρηγοριά πως κάθε Λαμπρή θα ξανάρχεται +σταγαπημένο του σπιτικό. Αυτός είταν ο σκοπός, η έννοια του, η +χαρά του. + +Να μην το θαρρέψουμε όμως πως είταν και λαφροπέταχτο πουλί της +χαράς ο Τραντάφυλλος. Είχε την καρδιά του βαθιά, πολύ βαθιά +ριζωμένη. Η φαντασία του δεν είτανε σύννεφο· ή κι αν είτανε, το +χρύσωνε πάντα της χαράς ο ήλιος, ο ήλιος που θέρμαινε τον ακέριο +του νου. Ανόητα κι ακατόρθωτα πράματα δεν ονειρεύουνταν ο +Τραντάφυλλος. Ονειρεύουνταν πράμα φυσικό, καθημερινό, απλό, +εύκολο, απαραίτητο πράμα. Κι ονειρεύοντάς το τανιστορούσε μ' όλες +του τις ομορφιές, ομορφιές που τόσο τις λάτρευε, που να βασταχτή +δεν μπορούσε, παρά ξεχείλιζε η καρδιά του με την ανιστόρηση +μονάχη, άστραφτε η όψη του, το τραγούδι του καταντούσε κελάδημα, +και γλέντι το γέλοιο του. + +Είταν όμως η κατάστασή του μπλεγμένη, κ' έπρεπε να γυρίση τα χωριά +να μαζέψη τουλάχιστο μέρος πρι να ξεκινήση. Από χωριό σε χωριό, το +κατάφερε να ξαναγυρίση στα λημέρια του με κάμποσες χιλιάδες. Ως +δυο ώρες όμως δρόμο από το Τουρκοχώρι του, καθώς κατέβαινε λόγγο +βαθύ, απλώνει τη χέρα του ένας «Ζεϊμπέκης» κι αρπάζει το καπίστρι +του αλόγου· του αντικρύζει πιστόλι άλλος, ψάχνει τα δισσάκκια του +τρίτος, και σε λίγη ώρα μένει ο Τραντάφυλλος με τάλογο μονάχο και +με το ρολόι του, που του τάφηκαν επειδής ένας τους έτυχε να τον +καλογνωρίζη. + +Ήρθε ο δύστυχος στο μαγαζί του συλλογισμένος και πικραμμένος, +απελπισμένος όμως όχι. — Αι, άλλα πέντε χρόνια δουλειά, είπε, και +γίνεται. Κι άρχισε πάλι να δουλεύη και να ελπίζη. + +Πέρασαν τα πέντε τα χρόνια, γύρισε στην πατρίδα, παντρεύτηκε, +μεταγύρισε στην Ανατολή, πάλε ξαναήρθε στον τόπο του, όλα σ' ένα +χρόνο μέσα, κ' η αλήθεια είνε πως είδε Θεού πρόσωπο τους δώδεκα +αυτούς μήνες, την απογεύτηκε την αληθινή την καλοτυχιά. Γραφτό του +είταν όμως να μην πολυχρονίση μήτ' αυτό το μεγάλο το καλό. Απάνω +στο δεύτερο χρόνο της παντρειάς του, εκεί που δούλευε στην +Ανατολή, έρχουνται τα μαύρα τα μαντάτα πως την κόρη που του +γεννήθηκε την πλέρωσε με το ταίρι του. + +Σα χήρεψε, πήρε τη μικρή η αδερφή του και την ανάθρεφε. Μεγάλη +παρηγοριά το κορίτσι, μα η πίκρα πάντα πίκρα, που παντρειά δε +χάρηκε και φαμηλικές χαρές δεν απόλαψε· και που αντίς το σπιτικό +του νανοίγη κάθε Λαμπρή και να τον αποδέχεται, έμενε νοικιασμένο +σε ξένους, και τη μικρή του, που για χάρη της ξενιτεύουνταν τώρα, +την έβρισκε κάθε τόσο και την αγκάλιαζε στης αδερφής του το σπίτι· +καλής αδερφής, μα παντρεμένης κι αυτής, με ξέχωρη φαμελιά, ξέχωρα +συμφέροντα, ξέχωρες ελπίδες. + +Δεν έσωνε ως τόσο μήτ' αυτή η αναποδιά να το σβύση το φως της +χαροκαμένης ψυχής του, κ' η χαρά του, ισκιωμένη θα πήτε από βαθιά +συλλογή, φεγγοβολούσε πάντα στο ήμερο πρόσωπό του και το χαρίτωνε +με το συνηθισμένο του το χαμόγελο· και δεν είταν και μικρό πράμα +να δουλεύη τώρα για το καλό της μικρής. + +Α δεν είταν αληθινή η ιστορία αυτή, σα βαρετές θάπεφταν οι +απανωτές οι συφορές του ήρωά μας από τη μια, κι από την άλλη +ταδάμαστο θάρρος του κ' η αστείρευτη του ελπίδα. Μα όσο κι αν είνε +αληθινά του Τραντάφυλλου τα παθήματα, ας το πούμε μια και καλή πως +το κορίτσι εκείνο, που σαν εικόνα της μάννας του ζωντανή +γλυκόφεγγε στα μάτια του αγαθού εκείνου μαρτύρου, πήγε κι αυτή +στην πρώτη της γέννα σαν παντρεύτηκε· και για να ξαναπαρασταθή +στην εντέλεια το δράμα της μάννας, του αφήκε κ' η κόρη ένα +αγγονάκι του γέρου, μια μικρούλα δοσμένη σε ξένα χέρια κι αυτή, κι +αυτή με ξενιτεμένες ευκές και με συγγενικά φιλιά αναθρεμμένη· +γιατί αν και είχε πια ο γέρος ανάγκη, του κατάντησε δεύτερο φυσικό +να ξενιτεύεται, ώσπου ωρίμασε στα γερά και μήτε να ταξιδεύη πια +δεν μπορούσε, παρά καταστάλαξε στο νησί, ξανάνοιξε το σπίτι του +ύστερ' από τόσα και τόσα χρόνια κ' έβαλε μέσα την εγγονή του, +κοπέλλα τώρα κι αυτή ώριμη για τις χαρές της ζωής. + +Είταν Αύγουστος μήνας, και μέσα σταρχοντικό του απάνω σε μαλακό +καναπέ κοίτουνταν κατάχλωμος και ζαρωματιασμένος ο γέρος. Τα χέρια +του σαλεύανε δε σαλεύανε, κι ως τόσο τα δάκτυλά του, που χρόνια +τώρα η θέλησή του να τα πη δεν μπορούσε δικά της, τρέμανε σα +μισόξερα φύλλα έτοιμα να πέσουνε στη μάννα τη γης. Μα μήτε τα +χείλη του δεν είχαν πια τώρα συμμαζεμό, κι άλλο δεν ιστορούσε η +όψη του παρά τους πόνους και τάλλα τα σημάδια του αλύπητου χρόνου. +Και τους πόνους του όμως και τάχαρα τα σημάδια τω γερατειών τα +είχε καταπονεμένα η ελπίδα κ' η χαρά που πάλι μπρος του, +γλυκόφεγγε κ' ίσως μάλιστα και τα χείλη που παρατρεμούλιαζαν είταν +από την πολλή τη χαρά. Εύλογη χαρά εκείνη την Κυριακή πρωί, γιατί +όσο και να βαράκουγαν τώρα ταυτιά του, τις ξεχώριζε τις λυγερές +δοξαριές που μηνούσαν το γύρισμα της νύφης από την εκκλησιά. + +Είταν ο γέρος συγκινημένος πολύ. Να πάη στη στεφάνωση της εγγονής +του στάθηκε αδύνατο· την έβλεπε όμως τη χαρά ομπροστά του πάλι +σπαρταριστή, τότες που μεταγύριζε η καταστόλιστη νύφη με τον καλό +της, με τα κορίτσια που τη συνοδεύανε, με το συγγενολόγι που +ακλουθούσε. Λόγιαζε ο δύστυχος κι από την άλλη το Χάρο κι ολοένα +ζύγωνε, ολοένα μαύριζε δίπλα του. Είταν η στερνή του χαρά. Στο +στεφάνωμα να παρασταθή δεν το κατάφερε· ας μαζέψη λοιπόν όσα κάτια +του μνήσκανε κι ας σηκωθή ναλλάξη τα στεφάνια κι ο ίδιος. +Μουρμούριζε την αποθυμιά του. Τη σεβάστηκαν την αποθυμιά ξανάθεσαν +τα στεφάνια στο γαμπρό και στη νύφη, τονε σήκωσαν το γέρο στα +πόδια του. Έκαμε δύναμη κι άπλωσε τα κοκκαλιασμένα του χέρια ο +γέρος. Τάλλαξε τα στεφάνια. Δάκρυζε ο κόσμος τριγύρω. Στάθηκε ο +γέρος μια στιγμή ολόρθος, πάντα τρεμουλιαστός και χλωμός, μα και +γελαζούμενος πάντα. «Έγινε τόνειρό μου», είπε «μα όχι όλο· ας +βαρέσουν τώρα και τα βιολιά». Κι αρχίζουν αμέσως τα βιολιά τον +παλιό το σκοπό, το σκοπό που πάντρεψε τον ίδιο το γέρο, την κόρη +του, και τώρα την εγγονή. Είταν η φωτεινότερη στιγμή της ζωής του. +Πέλαγο φως περεχύθηκε στη γέρικη όψη του, καθώς από τα σύννεφα +ξαφνική αντηλιά σε βασίλεμα χειμωνιάτικο. Ως τα φυλλοκάρδια του +πέρασε ο αγαπημένος του ο σκοπός, που γι' αυτόν έλπιζε, γι' αυτόνα +δούλευε και χαίρουνταν όλη του τη ζωή. + +Παρατήρησε ο κόσμος την ταραχή της ψυχής του, και μήτε να τα +κρύψουν πια δεν μπορούσαν τα δάκρια τους. + +Έκαμε να καθίση ο γέρος· δεν μπορούσε πια να σταθή. Και καθώς +κάθιζε, μέσα στη μελωδία εκείνη που τον πλημμύριζε πέταξε η +χαρούμενή του ψυχή στην αιώνια την ξενιτειά. + + + +Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ + + + + — Τώρα να μας πης, Καπετάν Σταμάτη, ένα πράμα που συχνά, θαρρώ, +το δηγήθηκες, μα από το στόμα σου ποτές μου δεν τάκουσα. Γιατί σε +λεν Πολίτη; + + — Ύστερ' απ' αυτό το καλό κρασί δεν χαλνώ την καρδιά σου, κάνει ο +Καπετάνιος. + +Και σα σηκωθήκαμ' από το τραπέζι και καλοστρωθήκαμε, άρχισε και +μας έλεγε. + +«Είμουν ως δεκάξη χρονών όταν πρωτομίσεψ' από το χωριό μας. Αφήκα +εκεί μάννα και μιαν αδερφή. Και δεν ξενιτευούμουνα μήτε για +δουλειά· σκοπός της μακαρίτισσας είτανε να με κάμη «μεγάλον +άνθρωπο». Για την προίκα της αδερφής μου ανάγκη να βιαζούμαστε δεν +είταν, επειδή τα πρόβλεψε όλα ο μακαρίτης ο γέρος, και της είχε +αφημένα ίσια ίσια τα χτήματα πούβλεπες πέρσυ σαν περνούσες από τα +μέρη μας και ρωτούσες. Σκοπός μας λοιπόν είτανε να σπουδάξω, και +πια ή γιατρός ή και Δεσπότης αν ήθελε ο Θεός. + +Δεκάξη χρονών αγόρι, αμούστακο σαν κορίτσι, αγνώριμο, με χίλια +όνειρα και με δίχως κόσμου πείρα, κ' ίσια στην Πόλη, στο Φανάρι, +σε κάποιου Κυρ Φωτάκη, ενός που γνώριζε από τα παλιά το γέρο μου +σαν ταξίδευε, και που τι είταν η δουλειά του καλά καλά δεν το +γνώριζα, ζουγράφιζε όμως κάποτες άγιες εικόνες, και με πολύ καμάρι +τις κοίταζε κι άδικο δεν είχε, γιατί όλοι του οι Άγιοι Νικόλαοι — +τη χάρη τους νάχουμε — ο ένας από τον άλλονα μήτε τρίχα διαφορά! + +Τι πράμα και τι κακό σαν την πρωτοείδα την Πόλη! Τι απέραντη +μερμηγκιά, τι λαμπρότη και τι ομορφιά! Εκείνα τα κυπαρίσσια, +εκείνοι οι μιναρέδες κ' οι θόλοι! Εκείνες οι φωνές και τα +τρεχάματα στο Γεφύρι, σαν το πρωτοπάτησα και ξεκινούσα με το Σιορ +Φωτάκη κατά το Φανάρι.! Πού είνε η μάννα μου να τα δη όλ' αυτά, +πού η αδερφή μου, οι αξαδέρφες, να τα δουν, και να λένε κατόπι και +τελειωμό να μην έχ' η γλώσσα τους! Ως και τα δάκρια μου ήρθαν +ανιστορώντας, το τι θα λέγανε να τάβλεπαν οι δικοί μου! + +Του Σιορ Φωτάκη όμως τίποτις δεν του ξεμυστηρεύουμουν. Πολίτης +αυτός, έπειτα φίλος και του πατέρα, φαίνουνταν ομπρός μου σαν +είδος άγιος — είδος άνθρωπος που πρέπει νάχη σοφία και γνώση μέσα +του με τις καραβιές. Καταδέχουνταν ως τόσο να με ρωτάη κάθε λίγο +για τους δικούς μου, αν και δεν τους γνώριζε, εξόν τη μάννα μου +που την είδε, θαρρώ, νύφη στον τόπο μας. + +Φτάσαμε στο σπιτικό του, μούδειξε την κάμαρά μου, έβαλα μέσα τα +λίγα μου πράματα που τα κουβαλούσε κατόπι μας ο Χαμάλης, με +κατέβασ' έπειτα στην τραπεζαρία που είταν ώρα φαεί. Εκεί η κερά +του, εκεί κ' η κόρη του, κορίτσι μελαχρινό και γαλανομάτικο, ως +δεκάξη χρόνων κι αυτό. Άνοιξε το στόμα της κεράς κ' έπεσαν βροχή +πολίτικα λόγια, που τάκουγα κ' έλεγα, τι θάλεγε ανίσως κι άκουγε +τις δικές μας τις χωριανές να μιλούνε! Παρακάτω στα λόγια δεν +πήγαινε μήτε η μικρή. Και να μην τα πολυλογώ, σε κείνη τη +συντροφιά εγώ είμουνα το κορίτσι. + +Σαν αποφάγαμε και πήραν οι κερές ταργόχειρό τους, κάθισε ο Φωτάκης +και μου ξήγησε τους σκοπούς του, σε ποιο Σκολειό θα με βάλη, σε +ποια τάξη θαρρεί, με ποιους δασκάλους ίσως, τι καλά που θα με +νοιάζεται, κατά την αποθυμιά της μάννας μου που του τα είχε όλα +γραμμένα, σαν παιδί του να με κοιτάζη, και με ταζημίωτο μάλιστα, +γιατί δυο μετζίτια είτανε συφωνημένα να του στέλνουνται κάθε +πρώτη. Κ' έτσι απ' αύριο κιόλας άρχισα να πηγαίνω στη «Μεγάλη +Σχολή». + +Έπιασα με την καρδιά μου τη δουλειά, και σε λίγο πρόδεψα τόσο, που +διάβαζα Πολίτικη φημερίδα και την καταλάβαινα. Θυμούμαι που +παραδίνουμουν το Χρυσόστομο. Ανέβαινα κάθε βράδυ στον ηλιακό του +Σιορ Φωτάκη, άμα άρχιζαν οι γυναίκες ταργόχειρο κι ο γέρος τις +ζουγραφιές του και σπούδαζα. Τήραγα έπειτα γύρω, και θωρώντας την +ομορφιά της περιξάκουστης Πόλης, ονειρεύουμουν από τώρα τις +ιστορίες που θα είχα να δηγούμαι σα γυρίσω με το καλό. Μια τέτοια +πανώρια βραδινή κάθουμουν απάνω στον ηλιακό και σεριάνιζα ύστερ' +από τις μελέτες μου. Η κερά Φωτάκαινα με το ράψιμό της, ο Κυρ +Φωτάκης με μιαν εικόνα που πολεμούσε να την αποτελειώση κι ας +είτανε νύχτα — ζούσανε δε ζούσανε μήτε τόξερα μήτε ήθελα να το +ξέρω. Άλλες φορές ακούγουνταν κάποτες η λαλιά της μικρής, μα τη +βραδινή εκείνη μήτε η μικρή δεν ακούγουνταν. Και γιατί θαρρείς +τάχα πως δεν ακούγουνταν; Είταν αποπίσω μου αυτή, μέσα στην απάνω +την κάμαρα κ' έπλεκε. Έπλεχνε με την καλτσοβελόνα και με το νου +της. + +Σταμάτησα το σιγανό μου σφύριγμα άμα την είδα. Ανέβηκε στα στήθια +μου σαν παράξενο σύγκρυο. Θόλωσαν τα μάτια μου και μήτε πια τον +Τοπχανέ δεν μπορούσα να δω. Το παρατήρησε αυτή δεν το παρατήρησε, +ποιος το ξέρει. Αφήκε όμως το πλέξιμό της και κίνησε καταόξω. +Βασιλεμένος ο ήλιος ώρα πολλή. Άρχιζαν και τρεμούλιαζαν τάστρα. +Ίσια κοντά μου ζυγώνει η αθεόφοβη! Τουρτούριζε το σιαγόνι μου από +το σύγκρυο. Ήρθε κι ακκούμπησε στα κάγκελα του ηλιακού πλάγι μου. +Έτρεμα και πήγαινα. Στέγνωνε ο λαιμός μου, κ' ένας βώλος μου την +έπνιγε την καρδιά μου. + + — Βλέπεις τι όμορφη που είναι η Πόλη μας; γυρίζει και μου κάνει +με μάτια που γλυκαστράφτανε. Να γείνης Πολίτης και συ. + + — Είμαι Πολίτης, έκαμα καρδιά και της είπα. + + — Μα Πολίτης για πάντα, μου αποκρίνεται, και σύγκαιρα σκουντάει +το πλευρό μου με ταγκωνάκι της. + +Μου ήρθε σαν είδος τρέλλα· έτσι να χυμίξω και να την πάρω στην +αγκαλιά μου. Και θα τόκαμνα ίσως αυτό, μόνο που θάρρεψα πως μου +φανερώθηκε άξαφνα η όψη της μάννας μου! Πάει αμέσως και τρέλλα κι +ανατριχίλα! Μπήκε μέσα μου μια παλληκαριά, μια ξαποφασιά, σαν +κείνη που μου ήρχουνταν κατόπι στις θαλασσινές τις φουρτούνες +απάνω. + +Βρίσκω αφορμή και τρέχω στην κάμαρά μου. + +Ίσια στο κρεββάτι μου χώθηκα. Όλη τη νύχτα συλλογή στο κρεββάτι. +Ν' αλλάξω σπίτι και να γλυτώσω από τη γαλανομάτα τη Νεράιδα, καλό +κι άγιο. Ν' αλλάξω καρδιά και να γλυτώσω από την αγάπη της, από τη +δύναμη την κρύφια της ομορφιάς της που ξεπρόβαλε και με λώλανε την +αξέχαστη εκείνη βραδινή, δύσκολο, ίσως αδύνατο! άλλο δεν τήραγα +ομπρός μου παρ' αφανισμό, αφανισμό για μάννα, για πατρίδα, για +καθετίς. Παίρνω λοιπόν απόφαση μεγάλη και σοβαρή. Να φύγω μια και +καλή από την Πόλη! + +Μήτε λέξη σε κανένα σαν ξημέρωσε· μόνο μαζεύω τα πράματά μου, τα +δίνω ενός χαμάλη, και ξεκινώ κατά τη σκάλα. + +Βρίσκω καΐκι Μοσκονησιώτικο, πηδώ μέσα, και τα ξεκενώνω όλα του +καραβοκύρη. Έπρεπε να τα πω, να ξεσκάσω. Ζήτησε να με καταπείση να +γυρίσω στον τόπο μου, και όχι πάλε σε ξενιτειές. Του κάκου. Παρά +τέτοια ντροπή, να γυρίσω και να με περιγελάη το χωριό, κάλλιο +ναύτης αγνώριστος, ώσπου να με βοηθήση ο Θεός να γείνω και γω +κάτι. + +Με βοήθησε ο Θεός. Γύρισα στον τόπο μου μερικά χρόνια κατόπι +καπετάνιος, και με πάντρεψε η γριά μου. Είτανε μαζί μου κι ο +Μοσκοννησιώτης ο καραβοκύρης, κι αυτός είταν που με βάφτισε +_Πολίτη_, ο κανάγιας». + + + +Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΑ + + + +Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκκαλιασμένη ψυχή. +Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του, +δεν είταν και δύσκολο να ταπομαντέψης. Τι τον έρριξε όμως σε χώρες +θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες σταλήθεια ξένες, που ψυχή να σε +συμπονέση δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσης, εξόν ίσως καμιά +δροσόλευκη παραμάννα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να +βρης, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να +μην πεθάνης της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κοίτεσαι στο +κρεββάτι αποσταμένος, που να μείνης μισήν ώρα καθάριος αδύνατο +πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είνε μισός καπνίλα, που ως +και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον +έκαμε τον Τραμουντάνα κ' έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον +αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξέννοιαστο, πέτρα μονάχη, +λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάννα ή αδερφή, δίχως άλλο +της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο — τι τον +πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, είταν κ' είνε ακόμα μυστήριο, +που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου +του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά νάρθουν και +ναποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλλα, το έρμο και το +τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελλάθηκε κι ο Θεός μαζί τους. + +Είνε, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους +σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους +φέρνει, ως την Πολυννησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν +ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους +φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να +ρουφιούνται από το παντοδύναμο ταγγλοσαξονικό το θεριό και να +χάνουνται. + +Ένας λοιπόν απ' αυτούς τους ηρώους είταν κι ο Τραμουντάνας. +Τύχαινε συχνά πυκνά να τον ανταμώνω στα ξενικά του λημέρια. Σπίτι +του να πάγω ποτές δεν ταίριασε, είνε αλήθεια. Άκουγα όμως πως με +την Ιρλανδέζα του τη γυναίκα δεν κακοπερνούσε, γιατί έτυχε η κερά +ναγαπάη το πιοτό, και το γλέντιζε πάντα μάλλες γειτόνισσες που +ταγαπούσαν κι αυτές. Ο φίλος πάλι του άρεζαν τα χαρτιά! Πήγαινε +λοιπόν κάθε βράδυ σ' ενός πατριώτη, που δουλειά του είτανε να +βυζάνη τους δικούς του με μια βρώμικη τράπουλα, μάλιστα τους +νιοφερμένους. Κ' έτσι ο Τραμουντάνας ζωή σπιτικιά δεν πολύβλεπε, +και δεν κακοπερνούσε με τη γριά του. Δούλευε ως τόσο ολημερίς. +Δουλειά και δουλειά! Πότε δέματα ξεφόρτωνε, πότε γλυκά και πωρικά +πουλούσε. Ναύτης στα νιάτα του, τον αψηφούσε το βοριά σα στεκότανε +με τις ώρες στους τέσσερεις δρόμους μπροστά στο φορτωμένο τραπέζι +του, προσκαλώντας τον κάθε διαβάτη ναγοράση τα μπαγιάτικά του +λουκούμια. + +Τον κοίταζα κάποτες από μακριά και συλλογιούμουνα, σαν τι λογής +αγόρι να φαίνουνταν τη μέρα που μίσευε από το φτωχικό του τόπο με +την ευκή της μαύρης του μάννας! + + — Τι σ' έκαμε και ξέπεσες ως εδώ, τονε ρώτηξα μια φορά. + + — Τι σ' έκαμε κ' ήρθες του λόγου σου! Να! τύχη γύρευα κ' ήρθα. + + — Και πότε λες να ξαναγυρίσης να τους δης τους δικούς σου; + + — Τους δικούς μου; (και δος του γέλοια!) Οι δικοί μου τώρα όλοι +στον άλλον κόσμο. Είμουν πέντε χρόνια ξενιτεμένος σα συχωρέθηκε η +μάννα μου· πατέρα δε γνώρισα. Ταδέρφια μου σκορπιστήκανε δω και +κει, και πια δεν τάκουσα. Τι να πάω να κάμω εκεί τώρα! Εμένα οι +δικοί μου είνε τώρα εδώ. Εδώ έζησα, εδώ θα πεθάνω. + + — Μα δε λαχταράς μαθέ και συ τον ήλιον εκείνον καμιά φορά, δε +θυμάσαι τον τόπο σου, τις ομορφιές του; + + — Άκου με, αφεντικό· αυτά όλα είνε καλά, μα παράς δε βγαίνει· εδώ +πέρα και ναρρωστήσω, έχει νοσοκομείο. + + — Όχι, όχι, να μην πεθάνης εδώ· στην πατρίδα σου να πας, +ναναπαυτής κοντά στους δικούς σου. + + — Κι αμέ τη γριά μου; τι να την κάμω; + + — Μαζί και κείνη. + +Κι άρχιζε πάλε τα γέλοια ο Τραμουντάνας, και τρίβοντας τα ροζωμένα +του χέρια να τα ζεστάνη, προσκαλούσε τους διαβάτες ναγοράσουνε +πωρικά. + +* + +Έρχεται μια μέρα ένας κλητήρας με γραμματάκι και με προσκαλεί στο +νοσοκομείο. Μπαίνω σ' αμάξι και πηγαίνω. Μου λέει ο επιστάτης πως +είνε μέσα ένας γέρος πατριώτης μου πολύ άρρωστος, και στο βύθο του +απάνω παραλαλεί στη γλώσσα του. Μένει, λέει, κ' η γυναίκα του +πλάγι του, μα αυτή στουπί μεθυσμένη φαντάζεται πως ο γέρος της +αφίνει παραγγελιές, και μάλιστα θαρρεί πως μιλεί και για κάτι +χρήματα που τάχει, λέει, ο γέρος κρυμμένα. Με φωνάξανε λοιπό να +παρασταθώ και νακούσω τη διαθήκη του γέρου. + +Ανεβαίνω, μπαίνω στην κάμαρα· ο Τραμουντάνας ψυχομαχούσε +παραλαλώντας, κ' η γριά του μαλλοσερνότανε. + + — Τι λέει, τι λέει; ξεφωνίζει άξαφνα η γριά. + +Παίρνω κομμάτι χαρτί και μολυβοκόντυλο, τους λέγω να συχάσουν, κι +αρχίζω και σημειώνω· + +«.... Μωρέ Γιάνη, πάμε, να βρούμε φωλιές; ξεπετάκια κοτσύφια να +πιάσουμε, στο κλουβί να τα βάλουμε; τάκουσες πώς κελαϊδούνε στου +Μπάρμπα Λεφτέρη; Εκεί, εκεί απάνω κατά τις σκάλες, μέσα στα +κατάπηχτα τα κλωνιά. Τι; δεν μπορείς να σκαλώσης μια τέτοια +ελίτσα; και τι θα πης α σου σκαρφαλώσω εγώ αυτό τον πλάτανο; Μια +και δυο, και στην κορφή του με βρίσκεις. . . Αργήσαμε, καημένε, +και θα λέη η μάννα, τι πάθαμε. Στάσου, βάλτο μες στο καλάθι, +σκέπασ' το καλά μην πετάξη . . . Ίσια σπίτι τώρα, ειδεμή την +πάθαμε, θα πάη σκολειό να ρωτάη τι γενήκαμε .... κι ο καινούριος ο +δάσκαλος δε χωρατεύει. Εγώ το μαθαίνω και στο δρόμο το μάθημα. +Φρρρ — κι απ' όξω τόμαθα. . . . Για δες την τη μαριόλα στο +παράθυρο πάλι! Αχ, θα με πεθάνη αυτή. Της τόταξε, μικρούλα μου, η +μάννα μου της μάννας σου σα γεννήθηκες, μα και να μη σου τόταζε, +πάλι θα σέπαιρνα. Αγάπη μου, πότε θα ξενιτευτώ να κάμω σερμαγιά +και να γυρίσω με τα χρυσά νυφικά σου; Φεύγεις εσύ τώρα! Έννοια +σου, και θα σε πιάσω πάλι στο περιβόλι σαν ποτίζης και θα σε λυώσω +στο τσίμπημα! + +» Τηγανίτες! Χρόνια και χρόνια να φάω το πρωί τηγανίτες! ακόμα δεν +έφεξε κι αυτές αχνίζουν κιόλας στο τραπεζάκι. Πούντος ο Γιάνης; +Αμ' η Φροσύνη; Την ακαμάτα! κοιμάται ακόμα· πάμε να την +ξυπνήσουμε. Πούν' το σφουγγάρι; Θα τρομάξη, λες; Ναι, βλέπεις, +φαρφουρί είταν και θα ραγίση! Την κατεργάρα! κοίταξε γόβες, λέει, +που μου κέντησε! Θα πης, έχουμε κι αυτηνής τα προικιά να +συλλογιστούμε. Αχ, εσύ αγάπη μου! εσύ φως μου! πέντε χρόνια +είπαμε, βάλε κι άλλα πέντε για την αδερφή! Πέντε και πέντε, δέκα. +Είμαι τώρα δεκαπέντε· και δέκα, εικοσιπέντε. Θάσαι και συ τότες +εικοσιδυό. Μια χαρά. Να σου τώρα και μια τσιμπιά! Πού να το πιάσης +τέτοιο σαχίνι! Θα το πω της Φροσύνης να της την πατήση την +τσιμπιά. + +»Στον τρύγο, στον τρύγο! Πάει ο ώμος μου, σήκωνε σήκωνε κόφες! +Δόξα νάχη ο Θεός πούφαγα πάλι σταφύλι! Όχι σαν κι αυτά που πουλώ! +Να, μωρέ παλιοεγγλέζοι, σταφύλι, να φάτε και να καταλάβετε γλύκα! +Δες τες, δες τες! Κ' οι δυο τους οι σουσουράδες πώς πατούνε +σταφύλια στη γούρνα! Και δος του η μάννα νανακατεύη αλευριά! Σα να +το ξέρη η καημένη πως δε θα μ' έχη του χρόνου. . . . Ταξίδι, +ταξίδι. . . . Για δες μαντιλάκια, κάλτσες, ως και βελόνια και +κλωστή μούβαλε. Να κ' ένα κυδώνι, θεοκίτρινο! Ανασταίνεσαι να το +μυρίζης μονάχα. Να κ' οι γόβες! Όχι, όχι, να μην τα δω τώρα. Να τα +βλέπω ύστερα και να τις θυμάμαι. + +» Αχ, νύχτα που την πέρασα! μήτε στιγμή δεν έκλεισα μάτι, μα θαρρώ +και μήτε άλλος κανένας. Για δες, ως και φαεί μου τοιμάσανε για το +δρόμο. Και τι να της πω της γριάς! Νά τηνα! τάρχισε κιόλας το +κλάμα! Ας κάνω πως χαίρουμαι τώρα εγώ, να την παρηγορήσω. Έννοια +σου, μάννα, και σε πέντε χρόνια θα μ' έχης. Θα παντρέψουμε τη +Φροσύνη, άλλα πέντε χρόνια ξενιτειά, και τότες πια με στεφανώνεις +και μένα. . . . Μέπνιξαν, μέπνιξαν τα φιλιά της. Έχε γεια, +μαννούλα μου, έχετε γεια όλοι σας, Φροσύνη, Γιάνη, αγάπη μου, +έχετε γεια . . . — Αχ, μωρέ, πικρός που είνε αυτός ο +αναθεματισμένος ο χωρισμός! Ένα πράμα κομπώνει εδώ στο λαιμό μου, +εδώ, εδώ. ...» + +Και δεν μπόρεσε άλλα να πη. + + + +Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΑΝΕΣΤΗ + + + +ΤΗΝ πέρασε την ζωή του κι ο γέρος ο Ανέστης στη ξενιτειά, ζωή +παραδαρμένη, καραβοτσακισμένη ζωή. Όχι δα και πως τη μάδησε την +ψυχή του η φτώχεια, που μάλαμα έπιανε και κάρβουνο γινότανε. Από +τέτοιους πόνους η ψυχή του δεν έπαιρνε. Τον κρυφότρωγε όμως πάντα +της πατρίδας ο ακοίμητος ο καημός, και σαν είδε κι απόειδε πως +ελπίδα πια δεν του απόμεινε, σαν άρχισε κ' έννοιωθε στα γέρικα +στήθια του την ανατριχίλα του χάρου, τόκαμε απόφαση και τράβηξε +κατά τα παιδιακήσια λημέρια του. + +Αλλοιώτικος γέρος αυτός ο Ανέστης! Για του κόσμου τα μεγαλεία δεν +τον πολυέμελε κιόλας· ως τόσο να γυρίση από τα ξένα και να φυτρώση +ανάμεσα στους δικούς του με τέτοια χάλια ύστερ' από χρόνους και +χρόνους αγωνία και βάσανο, δεν του ερχότανε και πολύ. Θα πης οι +καθαυτό οι δικοί του συχωρεμένοι όλοι, κι' άλλους απ' ανίψια και +τέτοιους δε θαντάμωνε πια, εξόν ίσως δυο τρεις αξαδέρφους, γέρους +κι αυτούς· μα πάλε από δω το γύριζε, από κει το γύριζε, δεν του +πήγαινε. Τόνειρό του είτανε να ξαναφανή στην πατρίδα του, μα να +είνε και κάτι. Δεν το κατάφερε τόνειρο; Τι να πηγαίνη πια τώρα και +να τους δείχνη τη γύμνια του! Έλα όμως που δεν τόθελε και να +πεθάνη στα ξένα! Να ζήση στα ξένα, ναι· με το σήμερα, με το αύριο, +ζης στα ξένα. Μα να πεθάνης στα ξένα; Να σε παραχώσουνε, λέει, +μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη, και σύγκαιρα οι πατριώτες σου να +γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσκομυρισμένο τους χώμα — αυτό δεν +μπορούσε να το βαστάξη ο γέρος. + +Τονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ναποθάνη στον τόπο του, κ' +έτσι ξεκίνησε, με ταπομεινάρια του είναι του. Να πάη όμως μέσα στο +χωριό και να πη πως εγώ είμαι ο Τάδες, αυτό δεν ταποκοτούσε. + + — Έπειτα είνε κι αργά. Ποιος θα με πονέση, πια τώρα! έλεγε +μονάχος του καθώς άραζε το βαπόρι σε λιμάνι που γειτόνευε με +ταγαπημένο νησί του. + +Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κ' ίσια στο Σπιτάλι μαζί με το +έχει του. + + — Να μείνουν αυτά εδώ, τους λέει τους ανθρώπους εκεί. Εμένα δε +μου είνε και πολύ χρειαζούμενα. Ο πρώτος που αναλάβη κ' είνε +έτοιμος να μισέψη, του τα χαρίζετε. + +Και γίνεται άφαντος ο Γέρο Ανέστης. + +Τραβάει κατά τη σκάλα, βρίσκει πέραμα, και σ' ένα μερόνυχτο μέσα +τηράει τις ολόχαρες ακρογιαλιές του νησιού του. + +Εκεί που η Πλάση λες και λούζεται κάθε ταχυνή και λαμπροφοριέται +θεοφώτεινη, ολοκάθαρη και παρθένα, που μήτε κουρέλλι μήτε +παλιόχαρτο πολιτισμού δεν βλέπει απάνω στ' ασπρογάλαζα τα χαλίκια +που στρώνονται στην ακρογιαλιά, εκεί που στα πρώτα του χρόνια ο +γέρος μας έπαιζε μ' ανάλαφρη καρδιά και μ' αξέννοιαστο νου, εκεί +ξαναβρέθηκε τώρα καταδαμασμένος από του χρόνου τακαταπόνετο χέρι, +σκυφτός, ζαρωματιασμένος, βουλιασμένα τα μάτια του, τα χέρια +τρεμάμενα. Παράμερη εξοχή, που το καλοκαίρι μονάχα τη θυμούνται οι +χωριανοί και τη διαλέγουνε για τα ξεφαντώματά τους. Τώρα όμως, +άνοιξη ακόμα, ο γέρος ο Ανέστης πλανιότανε ολομόναχος στη +λησμονημένη εκείνη γωνιά του κόσμου, βγάζοντας ξεφωνήματα κι +ακατανόητα λόγια κάθε φοράν που αγνάντευε βράχο ή χωράφι ή +κορφοβούνι τριγύρω και του θύμιζε της νιότης τα χρόνια. Μια πας +στην άλλη μαζευότανε στον αναγαλλιασμένο του νου οι παλιές οι +ιστορίες, τα παλιά τα γλέντια, τα περασμένα τα πρόσωπα και τα +πράματα, που κάθε κύμα έλεγες και τα τραγούδαγε με το γλυκό του +μουρμουρητό, εκεί που πλαγιασμένος τώρα στον ήλιο μισοάνοιγε κάθε +λίγο ταδυνατισμενα του μάτια να τις δη άλλη μια και να τις χύση +μες στη ψυχή του τις ανάλλαγες, τις αγέραστες ομορφιές της +πατρίδας του. + +Θάλεγες πως αναστήθηκε μαζί με το νου του και ταποσταμένο κορμί +του, κι ως τόσο, καταπονεμένο τόσους χρόνους από τη βαριά τη +ξενιτειά, και τώρα πάλι μ' άξαφνης καρδιάς καρδιοχτύπια +συνταραγμένο, χεροτέρευε αντίς να καλλιτερέψη, ή σαν το φύλλο +τρεμούλιαζε. + +Μόλις το βράδυ βράδυ, σαν άρχισε το σκοτάδι και πλάκωνε, κι αυτός +ακόμα λόγιαζε με μάτια ονειριασμένα ταντικρυνά τα βουνά ενός άλλου +νησιού, καταπόρφυρα με την αντιφεγγιά του βασιλεμένου του ήλιου, +μόλις τότε το στοχάστηκε πως όταν ξεπήδηξε από το καΐκι κ' έσυρε +κατά την εξοχή, δε νοιάστηκε μήτ' ενός μερόνυχτου ψωμί να πάρη +μαζί του. + + — Κι α μείνω και νηστικός μια νυχτιά, τι πειράζει! λέει τότες. Θα +με θρέψη της πατρίδας ταγέρι ως το ταχύ. + +Κι αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, δίπλα στης θάλασσας το +νανούρισμα, μαγεμένος ο νους του με τις μύριες εικόνες που τις +ανιστορούσε όλες εκείνες τις ώρες. + +Δεν τα ξανάνοιξε πια τα βαρεμένα του μάτια ο γέρος. Πιο γνωστικό +κι από πολλούς φίλους το κύμα, απάνω στη μεγαλήτερη την καλοτυχιά +της πονοδαρμένης εκείνης ψυχής, τηνε νανούρισε με το μουρμουρητό +του και την έστειλε μια και καλή στον αιώνιο τον ύπνο. + + + + +Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ + + + + +ΔΡΑΜΑ + + + +Το δραματάκι αυτό γράφηκε σ' εποχή που φαίνουνταν ανάγκη να +προσέχουμε όχι μονάχα το υλικό μας να είνε εθνικό, μα κ' η +παράσταση του, και μάλιστα να γίνεται αυτή η παράσταση με τρόπο +που να πηγαίνη ο συγγραφέας το δρόμο του δίχως να σέρνη μαζί του +σκουριασμένες αλυσίδες περασμένων κανόνων. + +Από τότες όμως βγήκανε μερικά έργα που αν και δεν ανέβηκαν όλα στη +σκηνή, ανέβηκαν όμως κάμποσο στη φιλολογία, ας είνε καλά η εθνική +τους η χρωματιά. Κ' ίσως καταντάει πια τώρα σα χαμένος κόπος να +δείχνουμε «τον ήλιο με το λυχνάρι». Ο «Βουρκόλακας» ανατυπώνεται +σήμερα μόνο και μόνο για να μπορή να τονε διαβάζη όποιος επιθυμεί. + +Να παρασταθή κι αυτός στη σκηνή σα δύσκολο πράμα, αφού συχνά πυκνά +ξεπέφτει από γοργό διάλογο σε μακρινές ομιλίες που δεν τις σηκώνει +το θέατρο. Μήτ' αυτό όμως μήτε τάλλα ψεγάδια του δεν προσπάθησα να +τα λιγοστέψω όσο μπορούσα, αφού σκοπός μου δεν είτανε να δείξω +δραματικό πρότυπο παρά μόνο το &δρόμο&. + +Όσο για τα κάπως λυρικά του προσόντα, σ' αυτό απάνω βρίσκεται ο +«Βουρκόλακας» με λαμπρή συντροφιά, που μάλιστα και δεν του αξίζει. + +Περιττό να ξηγηθή πως η &ουσία& του έργου είνε παρμένη από το +περιξάκουστο τραγούδι του «Νεκρού αδερφού». Αν και γνωστό σ' +Ανατολή και Δύση, το βάζουμε κι αυτό δίπλα σαν είδος Εισαγωγή, για +να ξέρη ο αναγνώστης τι να προσμένη. + + Α.Ε. + + + +ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ "ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ„ + + + Μάννα με τους εννιά σου γυιους και με τη μια σου κόρη, + Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη· + Την είχες δώδεκα χρονών κ' ήλιος δεν σου την είδε· + Στα σκοτεινά την έλουζες, στάφεγγα την επλέκες, + Στ' άστρη και στον αυγερινό τσ' έφκιανες τα σγουρά της. + Οπού σου φέραν προξενιάν από τη Βαβυλώνη, + Να την παντρέψης στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα. + Οχτώ αδερφοί δε θέλουνε, κι ο Κωσταντίνος θέλει. + "Δος τηνα, μάννα, δος τηνα την Αρετή στα ξένα, + Στα ξένα 'κει που περβατώ, στα ξένα που πηγαίνω, + Νάχω και γω παρηγοριά, νάχω και γω κονάκι.„ + "Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απηλογήθης. + Κι α μώρθη, γυιέ μου, θάνατος, κι α μώρθη, γυιέ μου, αρρώστια, + Κι αν τύχη πίκρα για χαρά, ποιος θα μου τηνε φέρη;„ + Το Θιό της έβαλ' εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους, + Αν τύχη κ' έρθη θάνατος, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια, + Κι αν έρθη πίκρα για χαρά, να πάη να τηνε φέρη. + + Και σαν τηνε παντρέψανε την Αρετή στα ξένα, + Και μπήκε χρόνος δύσεχτος και μήνας οργισμένος, + Κ' έπεσε το θανατικό κ' οι εννιά αδερφοί πεθάναν, + Βρέθηκ' η μάννα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο. + + Στα οχτώ μνήματα δέρνεται, στα οχτώ μυρολογάει, + Στου Κωσταντίνου το θαφτό τις πλάκες ανασκώνει. + "Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω· + Το Θιό μούβαλες εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους, + Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πας να μου τη φέρης.„ + + Τανάθεμα τον έβγαλε μέσ' από το κιβούρι, + Κάνει το σύννεφο άλογο και τάστρο σαλιβάρι + Και το φεγγάρι συντροφιά, και πάει να τηνε φέρη. + Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του. + Βρίσκει την και χτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι. + Από μακριά τη χαιρετάει κι από μακριά της λέει· + "Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει.„ + "Αλλοίμον, αδερφάκι μου, και τι' νε τούτ' η ώρα! + Ανίσως κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου, + Κι αν είνε πίκρα, πες μου το, νάρθω καταπώς είμαι.„ + "Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' έλα καταπώς είσαι.„ + + Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν, + Ακούν πουλιά και κελαϊδούν, ακούν πουλιά και λένε· + "Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„ + "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια; + Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„ + "Λωλά πουλιά κι ας κελαϊδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.„ + "Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα, + Να περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„ + "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια; + Πως περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„ + "Πουλάκια 'νε κι ας κελαϊδούν, πουλάκια 'νε κι ας λένε.„ + "Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις!„ + "Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Άη Γιάνη, + Και θέμιασέ μας ο παππάς με περισσό λιβάνι.„ + Και παραμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε. + "Ω, Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις, + Τέτοιαν πανώρια λυγερή να σέρνη απεθαμμένος!„ + Τάκουσε πάλε η λυγερή και ράγισε η καρδιά της· + "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια; + Πες μου, πουν τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;„ + "Μεγάλη αρρώστια μ' έβρηκε, μ' έρριξε του θανάτου· + Μου πέσαν τα ξανθά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.„ + + Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδομανταλωμένο, + Και τα σπιτοπαράθυρα πούταν αραχνιασμένα. + "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, και να τήν Αρετή σου.„ + "Αν είσαι χάρος, διάβαινε, κι άλλα παιδιά δεν έχω. + Η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.„ + "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κ' εγώ 'μαι ο Κωσταντής σου. + Εγγυτή σούβαλα το Θεό και τους Αγιούς Μαρτύρους, + Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πάω να σου τη φέρω.„ + + Κι ώσπου να βγη στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της. + + + + + + + +Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ + + + + +ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΣ + + + +ΠΡΟΣΩΠΑ +Κωσταντής ) +Σαράντης )γυιοί της Δέσπως +Θανάσης ) +Κρύλης πραματευτής της Βαβυλώνας +Στεφανής κατόπι πάτερ Συνέσιος +Κεριάκος αγωγιάτης +Δέσπω +Γαρουφαλιά ) +Περμαθιώ ) γειτόνισσες +Πιπινιώ ) + +Φάντασμα της Αγιά Μαρίνας +Παλικάρια, Κορίτσια, βιολιτζήδες + +Τόπος, χωριό της Ανατολής. + + + +Π Ρ Ω Τ Η Π Ρ ΑΞΗ + + + +ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Δρόμος του χωριού. Από ταριστερά η ξώπορτα του σπιτιού της Δέσπως + με την αυλή μέσα. Αντίκρυ το περιβόλι της Δέσπως με το σπίτι + πλάγι. Δεξιά τα σπίτια της Περμαθιώς και της Πιπινιώς. Οι δυο + γειτόνισσες κάθουνται στα κατώφλια τους, βράδυ βράδυ. + + ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ + +Πιπ. Μ' έτρωγε κι όλο μ' έτρωγε ταυτί μου από το πρωί. Αρραβώνας + μυρίζει πάλι. + +Περμ. Ταυτί του εσένα σε τρώει μόνο σαν αποδεχτή κ' ύστερα τα + μαντάτα. Στον κλήδωνα να τα λες αυτά. + +Πιπ. Να μη χαρώ το Μαριώ μου, σου λέω, τίποτις δεν άκουσα. Αμέ να + μη μπορούμε δα και μεις να δούμε δεντρί, και να στοχαστούμε τι + λογής λουλούδι θα βγάλη; + +Περμ. Α! δεν άκουσες, μόνο είδες κάτι! Τα μάτια σου τοίχους + τρυπούν και κρυφοθωρούνε, και συ γι' αυτιά μου μιλάς. + +Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη, κι άδικα με κολάζεις. Ψυχή δεν τρύπησα + τοίχο να κοιτάξω. Τώρα πια δεν κρύβουνται τα κορίτσια σα θεν + αγάπες, κ' έννοια σου. Στον καιρό μας είταν αυτά. Κι αμέ δε + θυμάσαι, καημένη, τότες που ήρθ' ο Γληγόρης μου από τη ξενιτειά, + τι κακό έγινε ώσπου να μου πάρη το πρώτο φιλί; Σαν τρελλός με + κυνηγούσε μες στην αυλή. Η παρέα τριγύρω, και γω με το δίσκο στα + χέρια να χώνουμαι από δω κι από κει, ώσπου πρόβαλε στη μέση η + θεια μου η Βαρβάρα και φώναζε πως αυτά μαθές δεν ταιριάζουνε σε + τιμημένα κορίτσια. + +Περμ. Κακόν καιρό νάχης, που τα είπες και τα ξανάειπες χιλιάδες + φορές, κ' έρχεσαι πάλι και μου τα στρώνεις σα να είνε τα νυφικά + σου. Ξέχαστα μια και καλή, που χήρεψες και κουβαριάστηκες, κι + ακόμα γνώση δεν έβαλες. + +Πιπ. Αι, καψούλα μου, Βασιλικός κι α μαραθή . . . + +Περμ. Να μαραθής και να ξεραθής. + +Πιπ. Περίδρομος να σε κόψη! που δεν αφίνεις μια χριστιανή να + θυμηθή και τα νιάτα της. + +Περμ. Μωρή τα νιάτα σου θ' ακούμε ή τον αρραβώνα μαθές; + +Πιπ. Από τόνα ήθελα νάρθουμε στάλλο. Και συ πάλε μας κάνεις δα την + ανήξερη! + +Περμ. Αστροπελέκι να πέση και να με κάψη, ανίσως κι άκουσα + τίποτις. Ένα γαμπρό ξέρω στη γειτονιά μας, κι αυτός είνε της + Τρυποβράκας ο γυιός. + +Πιπ. Τώρα μας ξύπνησες και του λόγου σου. Ο κόσμος τόχει τούμπανο + και συ μας τόβγαλες για κρυφό. Έλα, μωρή, πιο κοντά, γιατί κ' οι + τοίχοι αυτιάζουνται. Ο Στεφανής μωρή είνε, ο Στεφανής, ο + Στεφανής! + +Περμ. Στα όρη, στα βουνά, και στα κλαδιά, και στα ξερά τα δέντρα! + Και με ποιάνα! + +Πιπ. Να! εκεί που στέκουμουν απόψε και θέμιαζ' από το παράθυρο, + γυρίζω, και τι να δω εκειδά κατά το περιβόλι της Κερά Δέσπως! Το + Στεφανή μας κ' έκοβε βόλτες απέξω! Τώρα, είταν η Αρετούλ' από + μέσα, δεν είταν, ένας Θεός το ξέρει. Μα γυναίκα που είδε κ' έπαθε + πολλά στη ζωή της δε χρειάζεται δα και δάσκαλο να της πη πως δυο + και δυο κάνουν τέσσερα! + +Περμ. Από το Θιό να το βρης, που αβάνιασες το πιο τιμημένο κορίτσι + μας δίχως να δης δα και τίποτις! + +Πιπ. Μηγαρή σου είπα γω πάλι πως τάψησαν κιόλας; Αρραβώνας, σου + είπα, μυρίζει. + +Περμ. Τέτοιον αρραβώνα για τις κόρες σου να τονέ φυλάγης, κι όχι + για της Ανατολής το καμάρι. + +Πιπ. Ναι, είδες δα, λίγα μας έφτειαξες και συ στον καιρό σου, + τότες που τον άφινες τον έρμο σου και — έλα Χριστέ και Παναγιά + μου! + +Περμ. Όχι μόνο σαν και σένα, που πριχού να σου δώση και δαχτυλίδι, + δος του και σου τραγούδαγε αμανέδες κάτω από το σπίτι σου. + +Πιπ. Χάρη νάχης τον Άη Γιάνη, που πήγα και λειτουργήθηκα σήμερις, + και δεν ξεχυμίζω μαθές τώρα με τα νύχια μου να τα χύσω τα μάτια + σου που η γλώσσα σου νισάφι δεν έχει. + +Περμ. (χαμηλά). Και δεν κοιτάζεις, θεότυφλη, να τηνε δης την + κοπέλλα στο παραθύρι της εκειδά, που στέκεται ολομόναχη; + +Πιπ. Και δεν τονε βλέπεις και το Στεφανή μέσα στο περιβόλι κοντά + στις πορτοκαλιές; Κοίτα τον τόν αξετσίπωτο, και μη μου ψέλνης πια + πως δεν ξέρουν κ' οι αρχοντοπούλες από κρύφιες αγάπες. Μωρή, και + ποιο λουλούδι δε ζύγωσε μέλισσα να το βυζάξη, μα φτωχομενεξές + είτανε, μα αρχοντικό γιασουμί! Έλα τώρα και χώσου μέσα να + κρυφοδούμε αποπάνω, μην τύχη και μας νοιώσουν και τους χαλάσουμε + τις δουλειές. + + (Μπαίνουν και κρύβουνται απάνω στο σπίτι της Πιπινιώς, κοντά σε + παράθυρο που βλέπει στο περιβόλι). + + + + ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια· πιο σκοτεινά. Ο Στεφανής ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Η + Αρετούλα στο παράθυρο δίχως να τονε βλέπη. + + ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΣΤΕΦΑΝΗΣ + +Αρετ. Ήθελα να ξέρω, σα με γεννούσε η μάννα μου, τι πουλί να + κελαϊδούσε μέσα σ' αυτοδά το περιβόλι, και με μάγεψε, και να + κλείσω το βράδυ παράθυρο δεν μπορώ δίχως να σκύψω και να το + γλυκοδώ! Και γιατί μαθές να μου πη η στρίγλα εκείνη η γύφτισσα + πως θα ταφήσω τακριβό μου το σπιτικό και θα μισέψω στα ξένα, μα + πως θα μεταγυρίσω, λέει, πάλε στον τόπο μου, και θάρθω, με + πρωτοτάξιδο καράβι που θάχη σύννεφα για πανιά! Κι άξαφνα σα να + βούρκωσε η καημένη κ' έκαμνε να φύγη, μα κοντοστάθηκε πάλι και + ξαναγύρισε, και μου λέει πως σε καλά χέρια θα πέσω και να μην + πολυνοιάζουμαι! + + Ανάθεμα την ώρα που φάνηκε και με παραζάλισε στα καλά καθούμενα! + Μα έννοια της δα και δε θα βγουν τα φαρμακεμένα της τα λόγια. + Μύριοι άνεμοι να φυσήξουνε δε με βγάζουν από την πονεμένη αυτή + φωλίτσα μου. Σ' αυτά τα θεμέλια μέσα είνε ριζωμένη η καρδιά μου, + μ' αυτό ταγέρι γλυκοθρέφεται η ψυχή μου. (Τηράει το Στεφανή). Να + σαλεύη τάχα κάποιος εκειδά πέρα ή φάντασμα βλέπω; Αχ, ο ίδιος + πάλι! Ταθεόφοβο το παιδί, που πρέπει να πατήσω ένα ξεφωνητό και + να τονέ διώξω, κι ως τόσο δε βαστάει η καρδιά μου! (αψά). Σύρε, + σύρε να μη σε νοιώσουν, κακόμοιρε, και μ' αφάνισες! Στέλνε όσα + θες μηνύματα με τους προξενητάδες, μα μην πολεμάς από παράθυρα να + μου ψέλνης αγάπες, κ' έχουν πίκρες τα κρυφογύρευτα τα φιλιά. + +Στεφ. Η δική μου η αγάπη αγκύλια δεν ξέρει· ξέρει μονάχα το + βαθιόκοβο το μαχαίρι που σιγοχώνεις στα σπλάγχνα μου μέσα. Πες + μου, Αρετούλα μου, φως μου, γιατί αρνιέσαι να μ' αγαπήσης; τι + λαχταρεί η καρδούλα σου και δεν τόχω, ψυχή μου; Αν είνε αγάπη + λεβέντικη, πρόσταξε με να περπατήξω στις φλόγες, σε γκρεμνούς να + τρέξω να πέσω, φείδια να πάω και ν' αγκαλιάσω, στην πίσσα μέσα να + βράσω. + +Αρετ. Κι α δε λείψης απ' αυτό σου το κόλασμα, βράζει από τώρα η + πίσσα που μπορεί και δυο ψυχές αντίς μια να παραλάβη στα βάθια + της. + +Στεφ. Γιατί να το λες αυτό, Αρετούλα; Πού σ' αγάπησα τάχα; Εγώ + κακός δεν είμαι. Γιατί να κολαστώ και γιατί να κολάσω; Εγώ από τη + στιγμή που σ' αγάπησα έγιν' αρνί μονάχο, σαν κορίτσι απονήρευτος + είμαι. Πες μου, Αρετούλα. Μπορεί να πάη στην Κόλαση παιδί που + χαμογελάει της μάννας; Στην Κόλαση πάει η μάννα που το + γλυκοχαδεύει; Πες μου· ταηδόνια που κελαϊδούν την αγάπη τους στην + Κόλαση μαθές πάνε; + +Αρετ. Ντροπή και καταφρόνιο μελετάς να μας φέρης, και για πουλάκια + μου κουβεντιάζεις; Αυτό το πουλάκι που βλέπεις έχει μάννα κι + αδέρφια, και κει να πας να κελαϊδής τα τραγούδια σου. + +Στεφ. Το ξέρεις πως θα φρενιάσουν, και γι' αυτό μου το λες. Μήτε + να την ακούσουνε δε θα καταδεχτούν τη φτωχική προξενειά μου. Με + τρώγ' η αγάπη σου, Αρετούλα, και σωτηριά πια δε βλέπω άλλη παρά + το ναι σου και την κρύφια στεφάνωση. + +Αρετ. Να μην τύχη και σε ξανακούσω, καημένε! Να με κλέψη, λέει! + Χριστός και Παναγιά! Σύρε και φύγε, αθεόφοβε, γιατί φώναξα κιόλας + (Σφαλνάει το παράθυρο η Αρετούλα). + +Στεφ. (μονάχος). Μ' ένα της χαμόγελο την άρπαξε την καρδιά μου, + και τη σέρνει τώρα και τη ματοπληγώνει σε πέτρες και πέτρες! + Τονειριάστηκα πως είταν αγάπης χαμόγελο, και πιάστηκα! Μου + χώθηκε, αχ, τόσο βαθιά το μαγεμένο ταγκίστρι, που σπαρταρώ τώρα + και ξετινάζουμαι να γλυτώσω, και δεν μπορώ. Δεν μπορώ ν' ανεσάνω. + Ματώνουν τα σπλάχνα μου, κι ο νους μου στρεφογυρίζει. Μούρχεται + έτσι να πάρω ένα δρόμο, να πηγαίνω, να πηγαίνω, και να μη + σώνεται. Ν' ανεβαίνω και να κατεβαίνω βουνά, ποτάμια να διαβαίνω + για να τη σβύσω τη φλόγα μου, σε μαύρες ερημιές να πλανιέμαι και + να τρομάζουνε με τους στεναγμούς μου ταγρίμια. Να φεύγουν + ταγρίμια, και γω να στενάζω μονάχος, πάντα μονάχος . . . Αρετούλα + μου, Αρετούλα, μην το κάμης αυτό το κακό! Άνοιξε να φέξη πάλι ο + κόσμος, ναναστηθή η ψυχή μου. Λυπήσου με, Αρετούλα, και χάνουμαι. + Σαν το κερί τη λυώνεις τη νιότη μου, αυτή τη νιότη που πλάστηκε + για τα σένα. Μην το πης πως είμαι της φτώχειας αγώρι, γεια μόνο + νάχουν αυτά τα χέρια, που μπορούν παλάτι να χτίσουν και να + κάθεσαι μέσα μυριοκαμάρωτη. + + Αχ, του κάκου! Κατεβαίνει το σκοτάδι στη γης και τη σαβανώνει. + Βασίλεψ' ο ήλιος τουρανού, βασίλεψε κι ο δικός μου ήλιος. + Γλυκοφέγγουν ως τόσο απομέσα τα σπίτια. Αχτινοβολούν ταμίλητα + ταστέρια. Μουρμουρίζουν ταμπελοβάθρακα, και το νερό της βρύσης, + ακοίμητος μάρτυρας της αιώνιας αγάπης που ζωντανεύει τον κόσμο, + κατρακυλάει και πάει σαν τις ώρες ευτυχισμένης ζωής. Η ζωή μου + εμένα θάχη ώρες δύσεχτες και βαριές. Θα γυρεύουνε να περάσουνε + και να φύγουν, και πού να φύγουν! Λίμνη, λίμνη βαθιά και θολή την + έκαμες τη ζωή μου, εσύ που με δροσοβόλαγες με τα λόγια σου, και + το πίστευα πως ο Θεός με πονούσε! Ο Θεός! Αχ, και να τόξερα, + γιατί μου την έδωσε ο Θεός αυτή τη λαχτάρα! τι μου την άναψε + τέτοια φωτιά! Έλα εσύ, ψυχή του πατέρα μου, που χρόνια τονε + λειτουργούσες, έλα και πες μου, γιατί αυτό το μεγάλο το κρίμα! + (Ακκουμπάει σε δέντρο, ύστερα τραβιέται και χάνεται στα βάθια + σιγά σιγά). + + + + ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. Οι δυο γειτόνισσες βγαίνουν από την πόρτα της Πιπινιώς. + +ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ + +Περμ. Ανάθεμά σε παλιογλωσσού, που πήρες έτσι στο λαιμό σου το + παινεμένο μας το κορίτσι. Και δεν είδες πως κλείστηκε μέσα δίχως + μήτε ματιά να του ρίξη; Έτσι μου θάρρεψες πως είνε σαν τη μούρη + σου κ' οι αρχόντισσες! Κρίμα μονάχα που δεν τονέ μυρίστηκε ο κυρ + Κωσταντής τον προκομμένο το Στεφανή σου, που έμαθε δα κι αυτός να + διαβάζη ψαλτήρι και μου λιμπίστηκε αρχοντοπούλες! Σα να το ξέχασε + πως είτανε μυρολογίστρα η θεια του. + +Πιπ. Δαιμόνιο και τι δαιμόνιο τον έχει πιασμένο! Γλήγορα θα τον + ακούσουμε στο μοναστήρι κι αυτόν. Τονε ζούρλαναν τα γράμματα το + δύστυχο. Ίσως τράβηξε κιόλας να πάη να πνίξη κανέναν τότες που + ξεκίνησε από το δέντρο που γύρευε ναγκαλιάση σαν του σφάληξε το + παράθυρο το κορίτσι. Μωρή, καλά κ' έπαιζαν από την αυγή τα + ματόκλαδά μου! Ακούς εσύ, λέει! Λεβέντικες αγάπες ορέχτηκε το + παπαδοπαίδι. Κι άμε δεν πάει να φαίνη! Καλά του τάψαλε το + κορίτσι, μωρή, όχι σαν και μας, που ξεμυαλιστήκαμε πρι να + καλοξέρουμε πούθε — έλα, Χριστέ και Παναγιά! + +Περμ. Για λόγου σου να τα λες αυτά, κι όχι για μένα που — + +Πιπ. Που τα γνώριζες μαθές όλα εσύ! + + (Τρέχει η Περμαθιώ να χτυπήση την Πιπινιώ, και χώνουνται κ' οι + δυο τους μέσα στης Πιπινιώς). + + + + ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Χαγιάτι της Δέσπως. Νύχτα. Η Δέσπω κάθεται στο μιντέρι και + κλώθει. Πλάγι της πλέχνει η Αρετούλα. Ο Κωσταντής κάθεται κοντά + σε παράθυρο και κοιτάζει κάποτες έξω. + + ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ + +Δέσπω. Τι να είτανε μαθές αυτό τόνειρο! Ένα καράβι, θεόρατο + καράβι, και μέσα κόσμος αμέτρητος, κι όλο το σπιτικό μας μαζί. + Και να μην είνε, λέει, θάλασσα παρά να είνε στεριά, και να + γλιστράη το καράβι και να τρέχη με μια γληγοράδα, σαν όνειρο! Και + να μην ανοίγη στόμα ψυχή να μιλήση, μόνο να κάθουνται κει μέσα + όλοι αμίλητοι κι ολόχλωμοι. Χριστέ και Παναγιά μου! (Αποθέτει + ταδράχτι δίπλα και κάνει το σταυρό της). Άσκημο, άσκημο όνειρο. + +Αρετ. Αχ, πως μ' αποτρομάζεις, μάννα, μ' αυτά σου τα όνειρα! + +Κωστ. Και να δης που θα βγουν το μήνα που δεν έχει σάββατο. + +Δέσπω. Ας είμαι ως τόσο καλά που πήγα και το είπα της Γαρουφαλιάς + άμα σηκώθηκα, να μην αληθέψη το έρμο. Έβαλες, Αρετούλα μου, νερό + στη φωτιά; Πήγαινε, κόρη μου, βάλτο, να σε λούσω απόψε στου + φεγγαριού τις αχτίδες, να τα κάμω στην αστροφεγγιά τα σγουρά σου. + Σήκω, αγάπη μου, κ' έχε το νου σου και στο φαεί των παιδιών. + Άργησαν οι βλογημένοι, και πρέπει να μποδίστηκαν κάπου. + +Αρετ. Σε ξέρω, μαννούλα, και πια δε με γελάς. Κάτι θες να του + κρυφομιλήσης πάλε του Κωσταντή. Ήθελα και γω να σου πω κάτι, μα + καλλίτερα όχι. + + (Σηκώνεται νάβγη). + +Δέσπω. Σαν τι λογής; + +Αρετ. (μονάχη της). Γιατί να τον καταλαλήσω το δύστυχο! Αυτός κακό + δεν είχε στο νου του. Είτανε μια τρέλλα, μα θαρρώ πως γατρεύτηκε + πια ως τώρα. (αψά). Τίποτις, μάννα, τίποτις. Έτσι το είπα. + (Βγαίνει). + +Δέσπω. Ο Θεός να μας φυλάη! Είδες εσύ, Κωσταντή μου, ποτέ σου + τέτοια ομορφιά; + +Κωστ. Την παραχαδεύεις, σου λέω, μάννα, και θα μας τη χαλάσης. + Καμάρωνε την όσο θες απομέσα σου, μα μην της τα λες. Το παιδί + είνε βοτάνι, κι όσο το χαδεύεις μαραίνεται κι αποζαρώνει. Πότιζε + το στη ρίζα του, δίνε του ήλιο κι αγέρι όσο θες, μα μην το + πολυαγγίζης. + +Δέσπω. Να είσουνα μάννα, θα τόννοιωθες τι θα πη μονάκριβη κόρη. + Είνε κι ο αποξύστης μας, Κωσταντή, κ' έχει κι αυτό να πη. Τριώ + μηνών τηνέ βύζανα σάνε συχωρέθηκε ο μακαρίτης ο κύρης σου. Και + γύρισε και μου είπε ο καημένος — Δέσπω, η Αρετούλα στα χέρια σου. + Και σφάληξε τα μάτια του και πια δεν τα ξανάνοιξε. Το θυμάσαι. + Δώδεκα χρονών αγώρι σ' είχα τότες. Πέρασαν τα χρόνια και φύγανε. + Μεγάλωσαν τα παιδιά μου, κ' η Αρετούλα μας έγινε κοπέλλα κι αυτή. + Αι, καιρός είνε, γιόκα μου, εσένα, σου το λέγω που είσαι κι ο πιο + γνωστικός μου, να της βρούμε γαμπρό που να της αξίζη. + +Κωστ. (σηκώνεται). Αυτή τη δουλειά να την αφήσης απάνω μου. Εγώ θα + τη βγάλω πέρα. Οι γαμπροί δεν γίνουνται άψε σβύσε. Χρειάζεται + υπομονή το κυνήγι τους. Εγώ θα τονε βρω το γαμπρό κ' έννοια σου. + Και του λόγου σου πια κοίταζε τα συγύρια της. + +Δέσπω. Ναι, δε σου λέω, παιδί μου, μα ξέρουμε κάτι και μεις οι + γυναίκες. Εκείνο που έχω μες στην καρδιά μου και με τρώει είνε, + μην τύχη και πέση το πουλάκι μας σάπονα χέρια. Χίλιες φορές + καλλίτερα να το θάψω παρά να το ρίξω απάνω στ' αγκάθια το + χαδεμένο μου. Αγάπη, Κωσταντή μου, και καλή γνώμη. Κι όλα τάλλα + έρχουνται μοναχά τους. Να σου πω τώρα. Είνε ένα παλληκάρι που + πάει να λωλαθή με την αδερφή σου. Δεν αποκότησε να μας κάμη, + λέει, προξενειά, γιατί είνε, λέει, από φτωχικό σόγι, και + φοβούνται πως δεν θα πούμε το ναι. Μα τόμαθα από μέρος καλό πως + μας θεν. Η Κουταλιανή μου το ξεμυστηρεύτηκε. Πες μου τώρα, + Κωσταντάκη μου' μια κ' είνε όμορφο και τίμιο και καλόγνωμο το + παιδί — και το ξέρω πως είνε — δεν έχουμε μαθές βιος και για + κείνονε; + +Κωστ. Να μην τα ξανακούσω τα προξενήματα της Κουταλιανής που + ανακατώνεται στις δουλειές των άλλωνε σαν την όρνιθα μες σταλώνι. + Να πάω να τα πιάσω τ' αυτιά της και να τα σέρνω ώσπου αίμα να + στάζουνε. Να την πριονίσω την ασυμμάζευτη γλώσσα της, που σε + βρήκε μαλακόκαρδη και σ' έπαιζε στα χεράκια της πάλι η + θεοκατάρατη. Και συ, από τη βιάση σου να παντρέψης και καλά την + κόρη σου, θα τηνέ δώσης κανενός ζητιάνου σιγά σιγά. + +Δέσπω. Άκουσέ με, Κωσταντή, και ζητιάνος δεν είνε. Είνε παιδί + καλομαθημένο και γραμματιζούμενο. + +Κωστ. Γραμματιζούμενο; Μπας κ' είνε ο Στεφανής; + +Δέσπω. Κι αν είνε, τι, Κωσταντή μου; + +Κωστ. Μη χερότερα! Να μπη να μας θρονιαστή δω μέσα και της + μυρολογίστρας τ' ανίψι! Μα ας γυρέψουμε και τον καντηλανάφτη να + τελειώνη. Κάλλιο να ρημάξη, εγώ σου λέω, αυτό το σπίτι, κάλλιο + γεροντοκόριτσο να πλανιέται και να ξενοδουλεύη η αδερφή μου, + ταποφάγια της γειτονιάς να μαζεύη και να φτωχοθρέφεται, παρά να + βλέπω Στεφανήδες μπροστά της! Δεν την έχω την αδερφή μου εγώ για + τέτοιες γενιές. Μήτε τη φαμελιά μου για τέτοια συμπεθεριά δεν την + έχω. Και να της πης της φιλενάδας σου της Κουταλιανής να πάη να + τα λέη αυτά στη Βρύση, εκεί που το θολώνουν το τρεχάμενο το νερό + οι γλωσσούδες οι πλύστρες με τα βρώμικα λόγια τους. Αυτό το σπίτι + χτίστηκε σε θεμέλ' αρχοντάδικα, κι αρχοντάδικη στέγη του πρέπει. + +Δέσπω. Παιδί μου, σε τιμώ και σε σέβουμαι για την ξακουσμένη τη + φρονιμάδα σου. Είταν όμως πικρά τα λόγια σου, κ' έχυσαν άδικη + χολή σε καρδιές που δεν τις γνώρισες σαν και μένα, που είμαι + γυναίκα και καθεμέρα τις βλέπω και τις ακούγω. Μέσα στα φτωχικά + τα καλύβια λάμπουν κάποτες περλάντια, χίλιες φορές πιο ατίμητα + από το διαμάντι αυτό που φορείς. Πετράδια που δεν τα πιάνει + ανθρώπου λόγος, γιατ' είνε ουράνια στολίδια και τα διαφεντεύει ο + Θεός. Με μια καλή καρδιά όλου του κόσμου τα στολίδια δεν + παραβγαίνουνε. Μην τα λησμονής αυτά που σου λέω, παιδί μου, και + σα γύρης απόψε, άφησε τη γνώση σου να τονε διώξη τον ύπνο μιαν + ώρα και να φέρη την αλήθεια καθάρια στο νου σου, για χάρη της + ακριβής μας της Αρετούλας. + +Κωστ. Άφινέ τα τώρα, μάννα μου, άφινέ τα. Πάω να δω αν ακούστηκαν + αυτοί οι δυο ταξιδιώτες μας. Είτανε νάρθουν πρωί κι ακόμα δε + φάνηκαν. Πρέπει να τους κράτησε άλλη μια βραδιά στη χώρα ο Κράλης + που ήρθε για δουλειές από τη Βαβυλώνα. Το ξέρεις πως είνε παλιός + μου φίλος ο Κράλης, από τον καιρό που άρχισα να ταξιδεύω στα μέρη + τους. (Μονάχος του). Και βγάζει κ' εκατό Στεφανήδες από την τσέπη + του (Βγαίνει). + + + + ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. + + ΔΕΣΠΩ, ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ + +Δέσπω. Έχει το αίμα του μακαρίτη· θαρρώ πως τονέ βλέπω μπροστά μου + σαν ξεφωνίζη. Μα είνε μάλαμα η καρδιά του· κάκια τι θα πη δεν το + ξέρει. Είνε η περηφάνεια, η περηφάνεια που τηνε σκοτίζει κάποτες + και τη θολώνει την καλωσύνη του (Μπαίνει η Αρετούλα). + +Αρετ. Μαννούλα, εσείς με τα ξεφωνητά σας και γω λούζουμουν μονάχη + μου. Για δες τα μαλλιά μου πως θρούνε σαν το μετάξι. Καθίζω τώρα + και μου τα πλέχνεις, να σε χαρώ, γιατί όπου να είνε θα φανούνε κ' + οι άλλοι. + +Δέσπω. Έπαρε το μαξιλάρι και κάθισε, κόρη μου, γιατί βαραίν' η + καρδιά μου, κι όταν σ' έχω σιμά μου, γίνουμαι και γω χαρούμενη + σαν και σένα. Έτσι μούρχεται να σ' έχω πάντα σιμά μου. Τονέ + ζουλεύω τον καλότυχο που θα σε κάμη δική του. + +Αρετ. Καλέ μαννούλα, τι λες; Εγώ παντρειές και γαμπρούς δε θέλω. + Και να σου πω, μάννα μου, αν είνε να πάρω άντρα, η καρδιά μου μού + λέει να τονέ διαλέξω ατή μου, μα το ξέρω πάλε πως αυτά στον κόσμο + δε γίνουνται, και λέω, παρά να μου φυτεύουν ξένες αγάπες ταδέρφια + μου, κάλλιο να μένω στην αγκαλιά σου που την έχω χάρισμ' από το + Θεό. + +Δέσπω (Μπλέχνοντας τα μαλλιά της). Κι α σαφίνανε να διαλέξης, + Αρετούλα, ποιόνα θα διάλεγες; + +Αρετ. Με κάνεις και γελώ, καημένη μάννα! Σα να είνε δα κι οι + γαμπροί κεράσια, να βλέπης και να διαλέγης. + +Δέσπω. Μα απ' όσα μαθές παλληκάρια είδες, ποιόνα διαλέγεις; Έτσι, + για χάζι. + +Αρετ. Αν είνε για χάζι, να σου το πω. Έχει της στεφάνωσης τόνομα — + +Δέσπω (μονάχη της). Ο Στεφανής! + +Αρετ. Είν' όμορφος, είνε πρόσχαρος, μα ο καημένος από σόγι δεν + είνε. (γελώντας) Αι, δεν τον βρήκες ακόμα; + +Δέσπω. Της μάννας ο νους κι από του αϊτού το μάτι κόβει πιο + μακριά. Και τι σ' έκαμε, παιδί μου, να διαλέξης του μακαρίτη του + παπά Χαραλάμπη το γιο; + +Αρετ. Και γιατί, μαννούλα μου, να σου το βαστάξω κρυφό, που δε + φταίγω. Ο ίδιος ήρθε δεύτερη φορά απόψε στο περιβόλι και μου το + είπε πως μ' αγαπά. Και του απολογήθηκα πως νάρθη να σε βρη, γιατί + εγώ προξενήτρα δική μου δε γίνουμαι· και τούκλεισα το παράθυρο — + +Δέσπω (σηκώνεται ταραγμένη). Ξεθαρρεσιά του κι αδιαντροπιά του! + Και τόση ώρα. να μη μου το λες! Και να μην τονε διώχτης με τις + φωνές σου, μόνο να του λες και για προξενειές! Αθεόφοβη, + αθεόφοβη! και τι κακό θα μας έβρη αν τακούση κι ο κόσμος. + +Αρετ. Ήθελα, μάννα, μα δεν κοτούσα να τονε διώξω, γιατί — να, τονε + σπλαχνίζουμουν. Τα λόγια του είταν άκακα, πονετικά· γιατί εγώ να + του πικρομιλώ; Μα πάλι ούτε του γλυκομίλησα. Στη μάννα μου του + είπα να πάη. + +Δέσπω. Αχ, Αρετούλα, δεν τον έμαθες ακόμη τον κόσμο, και πήγες κ' + έπεσες σε παγίδα μεγάλη και φοβερή. (Χτυπάει η ξώθυρα). Άρπα το + φανάρι και τρέχα ν' ανοίξης την πόρτα. Πρέπει να είνε ταδέρφια + σου. Ύστερα πάλι τα ξαναλέμε. Πρόσεχε μόνο να μην τακούση, + καημένη, ο Κωσταντής, γιατί χαθήκαμε. (Βγαίνει η Αρετούλα με το + φανάρι. Μονάχη της η Δέσπω). Τόξερε πως δεν θα τον ακούσουμε, και + πήγε ίσια στο κορίτσι ο αδιάντροπος, που από το Θεό να το βρη! Α + δεν είτανε για το παιδί μου που σα να το πόνεσε και μπορεί μαθές + να το πάρη κατάκαρδα, ατή μου θα πήγαινα να τον πιάσω τον + αθεόφοβο! Την Κουταλιανή θα πάω να βάλω να του τα πη. Μα η αγάπη + πάλε δεν είνε μάτια μονάχα που δεν έχει, δεν έχει μήτε αυτιά. + Μπορεί να μας την κλέψη κιόλας και με το ζόρι. Να γυρίσω πάλε του + Κωσταντή τα μυαλά, αργάτης και πάλι δε σώνει! Ίσως κάλλιο να + κλείσω τα μάτια μου, και να τη δώσω πρι να μας βγούνε και πομπές. + Και πια τρέχα, γύρευε τότες! Αλλοίμονο μια και λείψη ο αληθινός ο + στύλος από το σπίτι! Μεγάλο λόγο να μην ξεστομίσω, μα δεν την + είχε ο μακαρίτης αυτή την κατηραμένη την περηφάνεια. Να ζούσε + κείνος, θα το πέρναμε μαθές το χρυσόκαρδο αυτό παλληκάρι, και θα + καταστάλαζε η ψυχή μας μια και καλή. (Κοντοστέκεται). Αντρίκιες + φωνές και γέλοια. Πρέπει νάρθανε. + + + + ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. + + Μπαίνει ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΚΡΑΛΗΣ + +Δέσπω. Καλώς τους και πάλι καλώς τους! Μα γιατί δα και τόση + άργητα; Ή τάχα για να μας φέρετε κι άλλον ένα λεβέντη μαζί σας; + Από το γελαζούμενο πρόσωπό του το νοιώθω πως είνε ο φίλος του + Κωσταντή μου, ο κυρ Κράλης από τη Βαβυλώνα. + +Κράλ. Καλά ταπομάντεψες, αρχόντισσα. Μ' έφεραν τα γλυκοαίματα + παιδιά σου να σας δω και να σας γνωρίσω, μια κ' ήρθα στα μέρη + σας. + +Δέσπω. Και γιατί να μην ερθήτε από τα χτες; Ποιος ξέρει τι + πατινάδες εκεί στη χώρα! Μα έχουμε δα και μεις ξοχές και + παιχνίδια, κι όσο για περιβόλια, όρεξη νάχετε. Θαρρώ οι δυο αυτοί + οι ξεφαντωτάδες μου φταίνε. Αν είχατε μαζί σας τον Κωσταντή, ίσια + εδώ θα σας έφερνε. + +Κωστ. Κράλη, τι βλέπεις τη μάννα μου. Σου τα είπα χίλιες φορές. + Αυτές οι μαννάδες, σα δεν έχουν τα παιδιά τους δεμένα να τα + τραβούνε σα σκυλάκια μαζί τους, ησυχία δε βρίσκουνε. Μα τώρα δεν + μπορώ να πω πως δεν έχει και δίκιο. Δε δυνήθηκα να κατεβώ Απατός + μου στη χώρα, κι άρχιζα να υποψιάζουμαι πως θα ξεφύγης πάλι δίχως + να σ' αξιωθούμε στο σπιτικό μας. Μόνο που γλήγορα θα μ' έχης πάλι + στη Βαβυλώνα. + +Δέσπω. Στη Βαβυλώνα! Χριστέ και Παναγιά! + +Κωστ. Νάτα! Δε σου τάλεγα; Μπορεί τώρα ναρχινήσουμε και τα + μυρολόγια. Κ' έτσι θα πουληθούν οι καρποί μας και θα βγάλουμε και + παράδες. + +Σαρ. Αι, μάννα, εμείς πεινούμε. Πάμε ναλλάξουμε τώρα, κ' ύστερα τα + μιλούμε και για τη Βαβυλώνα. Ο Θανάσης πήγε να κοιτάξη τα ζα, κι + όπου να είνε θα μας φανή. Έλα, Κράλη, γιατί ξεκολλημό δε θα βρης + + (Βγαίνει Σαράντης και Κράλης). + + + + ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. + + ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ύστερα ΘΑΝΑΣΗΣ + +Κωστ. Αι, πως σου φαίνεται; Είχα δίκιο ή όχι; Είδες τέτοιο λεβέντη + εσύ ποτέ σου; + +Δέσπω. Καλός κι' άγιος μου φαίνεται, Κωσταντή μου. Αν το ρωτάς + όμως αυτό για την Αρετούλα, σα δύσκολο το βλέπω, ν' αφήση μαθές + τη Βαβυλώνα και τις αρχοντιές του και νάρθη να φυλακιστή στο + χωριό μας. + +Κωστ. Νάρθη και να φυλακιστή! Και ποιος το είπε: Αμέ και τι + θαρρείς πως ονειρεύουμαι τόσα χρόνια άλλο, παρά νάχω κ' ένα δικό + μου σπιτικό στη Βαβυλώνα, της αδερφής μου το σπιτικό, και να + κάμνω κονάκι, που χρόνος δε διαβαίνει δίχως να πλανιέμαι στα + μακρινά εκείνα τα μέρη. Να σου πω, μάννα, τα βαρέθηκα πια τα + χάνια της ξενιτειάς. Θέλω, σαν πηγαίνω, να βρίσκω δικό μου σπίτι. + Ως τώρα είχα του Κράλη ταρχοντικό, μα να· παντρεύεται κι αυτός + αλλού αύριο και τονέ χάνω. Σαν έχω την Αρετούλα εκεί με τα + παιδάκια της και πηγαινοέρχουμαι, και συ πιο κοντά της θα είσαι + που θα τη βλέπω δα και για λόγου σου, θάχω και γω μια παρηγοριά + μες στα ξένα. + +Δέσπω. Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απολογήθης. Στον άμμο + πηγαίνεις και θεμελιώνεις τα στερνά της μάννας σου και της + [αδερφής + σου, κι αφίνεις κατόπι την τύχη κι' ας κάμη ό,τι θέλει μαζί τους, + τη μπόρα κι ας τις παίρνη κι ας τις ανεμοσκορπάη! Η πίκρα του + χωρισμού πως θα είνε θάνατος για τα μένα, δε λέω τίποτις. Ίσως το + συνηθίσω κι αυτό το φαρμάκι με τον καιρό, σα συλλογιέμαι πως είνε + και για δικό σου καλό. Μ' αν τύχη κ' έρθη θανατικό, αν τύχη και + μπη μαθές αρρώστια μέσα σ' αυτό το σπίτι και το ρημάξη και πολεμώ + με το χάρο ολομόναχη, και γυρίζω τα μισοσβυσμένα μου μάτια να δω + ένα χαμόγελο δίπλα μου, ν' ακούσω μια προσευκή, ν' απλώσω το + μαραμένο μου χέρι και να ψάξω ένα χέρι πονετικό — ποιος θα μου + τηνέ φέρη πίσω την Αρετούλα μου; + +Κωστ. Εγώ θα σου τηνέ φέρω! Το Θεό σου βάζω εγγυτή και τους Αγιούς + μαρτύρους, πως αν τύχη κ' έρθη πίκρα για χαρά, αν τύχη κ' έρθη + αρρώστια, ο χάρος να τόχη τριγυρισμένο το σπιτικό μας, στα δόντια + του μέσα να σπαρταρούμε, στη μαύρη τη γης να μας κρυοσέρνη, τα + σπλάχνα της να μας μαυροτρώνε, πάλι θα κάμω ζωή και φτερά και θα + σου τηνε φέρω την Αρετούλα. + +Δέσπω. Έχουν τα λόγια σου της Μοίρας τη δύναμη, κι ό,τι να πω κι + ό,τι να φωνάξω, το βλέπω πως θα γίνη το θέλημά σου, παιδί μου. + Γραφτό της είνε της μάννας να φέρνη στον κόσμο χαρές, και να + καταπίνη φαρμάκια. Γεννάς, αναθρέφεις και χάνεις! Βλέπω και δε + βλέπω το σύννεφο που μαυρίζει ομπροστά μου. Η ψυχή μας δεν τις + χωρεί τις μεγάλες τις συφορές. Αν τις χωρούσε, θα γινόμαστε μύρια + κομμάτια με τόνομα του κακού μονάχα. Οι μέρες και τα χρόνια του + χωρισμού θα την κατασταλάζουνε λίγη λίγη την πίκρα, κ' έτσι θα + χωρέση μες στην καρδιά μου. Εσείς θα τη χαίρεστε τη μονάκριβή + μου, και γω θα σιγολυώνω μέσα σ' αυτούς τους έρμους τοίχους. + +Κωστ. Αι, μάννα! Στα μυρολόγια θα το ρίξουμε τώρα, πούχουμε και + μουσαφίρη σπίτι; + +Δέσπω. Αχ, και μας μουσαφιρεύει ανάκουστα βάσανα! + +Κωστ. Μια και να τη δης την Αρετούλα σου νύφη, όλα Παράδεισος θα + σου φαίνουνται πάλι. Έτσι είστε σεις οι μαννάδες. Από μέσα + χαίρεστε, και δος του δάκρυα απόξω. Ως τόσο η Αρετούλα πού είνε; + Τόστρηψε, άμα σήκωσα το φανάρι για να την καλοδή ο γαμπρός. + Πρέπει να πήγε να στολιστή. + +Δέσπω. Θα βγη με την ώρα της, σα χρειαστούμε το δίσκο. Όλα θα + γίνουνε με την τάξη τους. Πάγω απατή μου να της πω τα ξαφνικά τα + μαντάτα, ώσπου να τοιμασθούν κ' οι άλλοι για το πρωτάκουστο αυτό + φαγοπότι. (Βγαίνει). + +Κωστ. (μονάχος). Η δουλειά έγινε. Της φάνηκε βαρύ της γριάς, μα + πάλι καλά βάσταξε. Τώρα καιρός δε μας μένει. Απόψε τα παιχνίδια, + κι αύριο τη στεφάνωση κιόλας. Ο Κράλης ξεκινάει τη δευτέρα, και + μονάχος του δεν έχει να φύγη. (Μπαίνει ο Θανάσης). Τα βόλεψες + τάλογα, Θανάση; Κι άλλα θα χρειαστούμε για τα προικιά, μα + στέλνουμε τον Κεριάκο απόψε και μας τα φέρνει από τη χώρα. Εσύ + τώρα να πας στα παιχνίδια. + +Θανάσης. Να μας ζήσης που μας τα τέλειωσες μια χαρά. Κ' είταν ώρα + μας μα το ναι, γιατί ο κόσμος όξω μας την πάντρευε κιόλας με τον + έναν και με τον άλλον. + +Κωστ. Ο κόσμος είνε καθρέφτης που σκύβεις και βλέπεις μέσα το νου + σου προτού ν' ανοίξης το στόμα σου και να μιλήσης. Ξεχνάς καμιά + φορά το σκοπό σου; Βγαίνεις και τονέ ρωτάς τον κόσμο, τι έχεις να + πης ή να κάμης. Σε παίρνει τότες από το χέρι και σε σέρνει σε + μύριους γκρεμνούς ο καλόβουλος αυτός κόσμος, που σ' αγαπάει κι + όλο για το καλό σου χολοσκάνει και νοιάζεται. Έτσι τραβούν και τη + μισοζώντανη τη μυίγα τα μερμήγκια σαν πέσουν απάνω της και την + κατρακυλούνε μες στη φωλιά τους να κάμουν πανηγύρι απάνω της. + Άφινέ τον τόν κόσμο, και τρέχα στα παιχνίδια, σου λέω. Στάσου! + Πάω εγώ σε λιγάκι. Σύρε εσύ τώρα ναλλάξης να φάμε, και τότες. + + (Βγαίνουνε). + + + + ΟΓΔΟΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Ταβέρνα. Ο Στεφανής κάθεται μονάχος τον παρέξω. Παλικάρια κι + άλλοι χωριανοί παραμέσα. + + ΣΤΕΦΑΝΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ύστερα ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ και ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ + +Α'. Παλικ. Τράκα το και συ, μωρέ Στεφανή, τράκα το, κ' άφινε τους + γέρους που παντρευτήκανε νιαρές κοπέλλες να συλλογιούνται. (Τον + τραβάει παραμέσα). Έλα να σε κεράσω, μωρή κλαμένη Παναγιά, που + διώχτεις τους ποντικούς σα μας ψέλνης Χερουβικό. Δος του ένα + κρασί, μωρέ Γιάνη, αυτουνού του μισοκακόμοιρου. Γλέντι δε θα + δούμε α δεν του τανάψουμε κι αυτουνού τα καντήλια. (Παίρνει + ποτήρι και του το δίνει). + +Στεφ. Να σε χαρώ, δεν μπορώ. Αν είμουν καλά, αλάκερη πλώσκα την + άδειαζα για χατήρι σου. + +Β’ Παλικ. Μην τον ακούς το μαριόλο, κ' έχει πολλά η σκούφια του + μέσα. Σιγανό ποτάμι είνε αυτός κ' έννοια σου. Μου τα είπε όλα μια + ψυχή που σε είδε απόψε, μωρέ θεομπαίχτη, κι α δεν πιής το κρασί, + σου τα βγάζω, καημένε. (Ο Στεφανής κάνει να φύγη). Βάστα τονε, + γεια σου, δεν έχει να φύγη. Θα το πιη το κρασί, κ' ύστερα θα μας + τραγουδήση κιόλας ταναγνωστάκι. + +Στεφ. Αφήστε με, να σας χαρώ, κ' είμαι ανήμπορος. + +Β' Παλικ. Εσύ άρρωστος, μωρέ κατεργάρη; Τίνος τα ψέλνεις αυτά; + Τάχα να σε χτύπησ' η πούλια, εκεί ανάμεσα στις πορτοκαλιές; + +Α' Παλικ. Πιέ το, καψούλη, και τόχυσα πάνω σου. + + (Ο Στεφανής πίνει). + +Β’ Παλικ. Με τις υγειές σου. Έλα το τραγούδι τώρα. + +Όλοι (γελώντας). Το τραγούδι, το τραγούδι. + +Στεφ. Μα, παιδιά μου. δεν έχω φωνή για τραγούδι. + +Β’ Παλικ. Φωνή δεν έχεις; Μωρέ και ποιος είνε που μας φυλάει ως το + μεσημέρι στην εκκλησιά; (του κρυφομιλάει): Έλα, τραγούδα να + ξεσκάσης, καημένε, δεν τους το λέω και μη φοβάσαι. + +Γ' Παλικ. Άλλο ένα κρασί θέλει, λέει. Κρασί, κρασί φέρτε του! (Του + φέρνουν ποτήρι). + +Στεφ. Εσείς βαλθήκετε και καλά να με μεθήστε απόψε. (Πίνει). + +Όλοι. Το τραγούδι τώρα, το τραγούδι! (του φέρνουνε ταμπουρά). + +Στεφ. (μοναχός του). Βαριά και λαβωμένη καρδιά, τραγούδα τους να + κάμουνε γλέντι με τα βάσανά σου. + + (Παίρνει τον ταμπουρά και τραγουδάει): + + Από τη μάννα το μωρό, + Από τη γης βγαίνει, λουλούδι, + Απ' το πηγάδι το νερό, + Κι απ' την αγάπη το τραγούδι. + +Όλοι (τραγουδούν). Κι απ' την αγάπη το τραγούδι. + +Στεφ. Μα το τραγούδι όσο γλυκό, + Όσο χαρόκαρδο κι α βγαίνη, + Έχει ένα μάγιο μυστικό, + Η γλύκα του να σε πικραίνη. + +Όλοι. Η γλύκα του να σε πικραίνη. + + (Μπαίνει ο Κωσταντής). + +Κωστ. Γεια σας, παιδιά, κι ακονίζετε τάρματά σας και γι' άλλο + ξεφάντωμα. + +Α’ Παλικ. Γεια σου, αφεντικό, αλέστα όλοι μας για την αφεντειά + σου. + +Κωστ. Απόψε γίνεται ο αρραβώνας της αδερφής μου με τον κυρ Κράλη + από τη Βαβυλώνα και βάλτε φωτιά να καή! + +Όλοι (σηκώνουνται και φωνάζουν). Ας καή, κι ο κυρ Κωστάκης να είνε + καλά. + +Στεφ. (μονάχος του). Πούθε κατέβηκες, αστροπελέκι μου, και δε σ' + έννοιωσα, ώσπου με κομμάτιασες και πήγα! Πούθε ξεπρόβαλες, + ανεμοστρόβιλε, και μου τονε συνεπήρες το νου μου; Να φύγω, να + φύγω απ' αυτή τη φωτιά που όλο με τριγυρνάει και με πνίγει. Να + μην τακούγω τα λόγια τους που σαν οχιές με κρυφοδαγκάνουνε. + + (Βγαίνει). + +Κωστ. Φέρε των παιδιών κρασί μπρούσικο, Γιάνη, και πες του κυρ + Μήτρου να τα κουρντίση, κ' ίσια στο δικό μας με τα παιχνίδια! + +Όλοι (πίνοντας). Καλά στεφανώματα, αφεντικό, και να σου ζήσουνε, + να γεράσουνε! + + (Έρχεται Βιολιτζής και Λαγουτατζής). + +Κωστ. Μπρος, παιχνίδια, και πίσω παλικάρια. + + (Βγαίνουνε τραγουδώντας απάνω στο σκοπό των παιχνιδιώνε). + + Μια πέρδικα. — μια πέρδικα, μονάκριβη + Την είχε η μά — την είχε η μάννα στο κλουβί, + έρχεται άγουρος την παίρνει, + και στα ξένα τηνε φέρνει. + Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά, + περνούνε χώ — περνούνε χώρες και βουνά, + μα δε βρήκανε κονάκι + σαν κι αυτό το χωριουδάκι. + + + + + ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ + + + + + ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στης Δέσπως. Χαγιάτι. Φώτα αναμμένα. Παίζουν τα παιχνίδια. + + ΔΕΣΠΩ, ΚΡΑΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, + ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ + + (Στης πόρτας το κατώφλι γειτόνισσες και κοιτάζουνε): + +Κωστ. Μην το λυπάστε, παιδιά, το κρασί. Πλημμύρα το κρασί, και + χαλάζι το μάλαμα! (Πετάει νομίσματα στους βιολιτζήδες). Μάννα, η + νύφη, η νύφη να βγη να κεράση πάλε. + + (Μπαίνει η Αρετούλα στολισμένη με το δίσκο και πηγαίνει στον + Κράλη. Σταματούν τα βιολιά). + +Κράλης (Παίρνει ποτήρι), Στην υγειά σου, πεθερά μου, για σας, + αδέρφια. (Βλέποντας την Αρετούλα). Καλώς να σε βρω. Θα μας κάμης + τη χάρη να πιής και του λόγου σου; + +Αρετ. (σιγανά). Καλώς να ορίσης. + + (Ο Κράλης πίνει, η Αρετούλα βάζει το δίσκο σε τραπεζάκι και + παίρνει ποτήρι). Με τις υγειές σου και καλώς όρισες. (Γυρίζει και + βλέπει τον Κωσταντή). Καλώς να σε βρω, Κωσταντή. + +Κωστ. Καλώς να ορίσης, Αρετούλα. + + (Η Αρετούλα πίνει, ύστερα παίρνει το δίσκο και πηγαίνει στον + Κωσταντή). + + Με τις υγειές σου, Αρετούλα, και καλώς όρισες. Έτσι να μας + γεμίζης πάντα χαρές, κι από τα ξένα ακόμη να μας φέγγης σαν ήλιος + που να νυχτώνη και πάλι να χρυσώνεται το χωριό μας. Τι λες κ' + εσύ, μάννα. + + Κοίταξε τον τόν ήλιο που θα μας γλυκοφέγγη (δείχτοντας την + Αρετούλα), κοίταξε και τον Αυγερινό αντικρύ της (δείχτοντας τον + Κράλη). + +Δέσπω. Με την ευκή μου, παιδιά μου, με την ευκή μου να είνε, κι ας + τονε σκεπάζουν κάποτες τον ήλιο και σύννεφα. + +Κωστ. Μαννούλα, τι λες; Άσπρη μέρα μας ξημερώνει και σύννεφα + βλέπεις; Καλώς να σε βρω, χρυσή μου γριά, ίσως και μας ξανάμπη + στον τόπο της η καρδούλα σου. + +Δέσπω. Καλώς να ορίσης, αγώρι μου. + + (Πίνει ο Κωσταντής. Η Αρετούλα πηγαίνει στη Δέσπω). + + Με τις υγειές σου και καλώς όρισες, Κωσταντή μου, και να σε + χαιρούμαστε, χρυσέ μου γαμπρέ. Ας την κάμη κι ο Θεός την καρδιά + μας πέλαγο, που να βουλιάζουν οι λύπες και ν' αρμενίζουν οι + ελπίδες, κι ας μην αράζουνε. (Πίνει η Δέσπω, βγαίνει η Αρετούλα). + +Κωστ. Βλέπω, μάννα, και σε ξανανασταίν' η χαρά, και τα γλυκαίνει + τα λόγια σου. Μας βαλσάμωσαν οι πονεμένες ευκές σου και + μοσκομύρισε το σπίτι παρηγοριά. Παίξτε, παίξτε, μαγεμένα + παιχνίδια. Παλικάρια μου, εσείς σηκωθήτε στον τραγουδηστό το + χορό. Ας βουήξη η χαρά μας κι ας την ακούσουν οι κάμποι και τα + βουνά. Έξω το μαντίλι, αδέρφια, και στο χορό. (Ξαναπαίζουν τα + παιχνίδια. Παίρνει ο Κωσταντής ταδέρφια του και τους άλλους και + χορεύουν). + +Βιολιτζής (τραγουδάει παίζοντας: ) + Θαμάζουμαι το κρυό νερό, + +Κωστ. (τραγουδάει) Το νεραντζοφίλημα. + +Βιολ. » Οπόθε κατεβαίνει, + +Κράλ. » Νεραντζοφιλημένη. + +Βιολ. » Από γκρεμνό γκρεμίζεται, + +Σαράντ. » Το νεραντζοφίλημα. + +Βιολ. » Στο περιβόλι μπαίνει, + +Θαν. » Νεραντζοφιλημένη. + +Κωστ. Με μέθησε, μάννα μου, η χαρά σου, κι άλλος άνθρωπος έγινα. + Σήκω, γλυκειά μου μάννα, σήκω κ' έμπα κ' εσύ στο χορό. Σήκω, να + το δω με τα μάτια μου πως είνε χαρά κι' όχι λύπη της Αρετούλας ο + γάμος. (Την τραβάει να χορέψη). + +Δέσπω. Ο χορός θέλει νιάτα, παιδί μου, θέλει και νου ανάλαφρο από + συλλογές. Κάλλιο νάρθη η νύφη και να μπη στο χορό για τη μάννα + της. + +Κωστ. Και μάννα και κόρη. Αρετούλα, που είσαι; Ελάτε να μου το + δείξετε πως τη νοιώθετε τη χρυσή μας τη μοίρα. + + (Μπαίνει η Αρετούλα, και σμίγει στο χορό με τη Δέσπω). + +Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει δένδρα και κλωνιά, + +Όλοι (τραγουδάνε) Το νεραντζοφίλημα. + +Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει λεμονίτσες, + +Όλοι (τραγουδάνε) Νεραντζοφιλημένη. + +Κωστ. (ρίχνοντας νομίσματα στους βιολιτζήδες). Να μου ζήτε, και + μάννα και κόρη. Από νεραντζιά δε φούντωσε τέτοιο δροσάτο κλωνάρι. + Ως τόσο παιδιά μου, νύχτα σαν ετούτη κι από μέρα πιο λαμπερή δεν + την είδαν τα μάτια μου. Ως και το φεγγάρι τη ζούλεψε τη χαρά μας. + Στην πατινάδα, παιδιά, να το καταλάβη κι ο ουρανός. Κράλη, να το + δης το χωριό μας με τ' ολοφέγγαρο, και να μείνη μες στην ψυχή + σου. + + Κράλης. Να μας ξανακεράση πρώτα η νύφη, κι ό,τι προστάζεις + κατόπι. (Η Αρετούλα κερνάει). Αρετούλα μου, τώρα πια το νοιώθω + πως είσαι δική μου· γιατί εγώ το είπα και με κερνάς. Η καινούργια + η πατρίδα σου θα τραντάξη με την ομορφιά σου. Κορώνα μου και + καμάρι θα σέχω, με του πουλιού το γάλα θα το θρέφω ταγγελικό σου + κορμί. Θάρχεται να μας βλέπη ο Κωσταντής, και θα παίρνη μαζί του + τα φυλλοκάρδια μας για παρηγοριά της μαννούλας. + +Δέσπω. Άμποτες, παιδάκια μου, άμποτες. Αν είχε λόγια ο πόνος της + αγάπης, γαμπρέ μου, θα μπορούσα να σου παραστήσω αυτή την ώρα το + τι σου δίνω. Την ψυχή μου βγάζω και την αποθέτω στα χέρια σου! Μα + είνε μπιστεμένα χέρια, και διαλεγμένα από τον άξιο τον Κωσταντή + μου. Αυτό με γλυτώνει και δε βουλιάζω, δεν πνίγουμαι· μόνο + δυναμώνω κι ανεβαίνω στα κύματα, και βλέπω ήλιο και φως και χαρά, + χαρά για λόγου σου, που θα το καμαρώνης αυτό το στολίδι μας. Αν + είχαμε την καλή την τύχη να ζουν οι γονιοί σου, θα είτανε + μεγαλείτερη η παρηγοριά μας. Μα δε μας είτανε γραμμένο αυτό το + καλό, ίσως για να μας φανερώση πιο καλλίτερα ο Θεός την τρυφερή + σου αγάπη. + +Κράλ. Να μη συλλογιέσαι άλλο, μάννα, παρά πως το πουλάκι σας θα + περάση από τόνα στ' άλλο χρυσό κλουβί. Διπλή έννοια θα το + διαφεντεύη σαν τόχω σιμά μου, γιατί παίρνω μαζί μου και τη + λαχτάρα σου. + +Κωστ. Κράλη μου, είσαι μάλαμα, κ' η ψυχή μου σε χαίρεται. Τη + γλυκοπότισες τη μάννα, κ' έγινε δροσοθρεμμένος βασιλικός. Έτσι + δροσερή να μένη κ' η αγάπη μας, Κράλη, κ' έτσι αγκαλιαστοί να + ζούμε πάντα, κι ας είνε και με το νου. Σαράντη μου και Θανάση, + ελάτε, αδέρφια μου, κ' είμαστε βασιλιάδες απόψε. Στην πατινάδα, + παιδιά, ομπρός παιχνίδια, και τραγουδάτε μας, παλικάρια. + + (Βγαίνουν τα παιχνίδια, κ' ακολουθούν οι άντρες τραγουδώντας). + + Μια πέρδικα, — μια πέρδικα μονακριβή, + Την είχε η μα — την είχε η μάννα στο κλουβί, + έρχεται άγουρος την παίρνει, + και στα ξένα τηνε φέρνει. + Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά, + περνούνε χώ περνούνε χώρες και βουνά, + μα δε βρήκανε κονάκι, + σαν κι αυτό το χωριουδάκι. + + + + ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στην κάμαρα της Αρετούλας. Στέκεται η Αρετούλα, και κοιτάζοντας + κάποτε στον καθρέφτη βγάζει τα διαμαντικά της και τα φλουριά της. + + ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ύστερα ΔΕΣΠΩ + +Αρετ. Χρόνος δεν τα φέρνει όσα μιαν ώρα μπορεί και τα φέρνει. Από + τη στιγμή που χτύπησε η θύρα, και πήγα ν' ανοίξω, δέκα χρόνια + μεγάλωσα. Τι κάνω δε νοιώθω. Τι συλλογιέμαι δεν ξέρω. Είνε δεν + είνε τρεις ώρες που τονέ βασάνιζε κρύφιος πόνος το νου μου για το + φτωχό το παλικάρι που μου πρωτοείπε της αγάπης τα λόγια, κι + άξαφνα πέφτει μια μπόρα, καινούριες έννοιες και παραζάλες, που + τον έπνιξαν εκείνον τον πόνο σαν πεταλούδα. Λόγο πια δεν άνοιξε + το στόμα της να μου πη για κείνη την τρέλλα η κακόμοιρ' η μάννα, + τότες που ανέβηκε με τα μεγάλα τα μαντάτα· πως είτανε, λέει, ο + γαμπρός αυτός με ταδέρφια μου, και να βάλω τα νυφικά! Πήγανε να + με τρελλάνουνε με τη βιάση τους, και καλά να στολιστώ και να βγω + με το δίσκο. Ποιος ξέρει τι κούτσουρο του φάνηκα σαν πρωτοβγήκα + μπροστά του! Όσο για μένα, δεν μπορώ και να πω πως δε μ' άρεσε. + Σα να τον πόνεσα, κι ας είνε και ξένος. Νά το τό δαχτυλίδι του. + Της Βαβυλώνας χρυσό δαχτυλίδι! Πού να είνε ως τόσο η Βαβυλώνα! + Πρέπει να είνε πολύ μακριά! Το μέτρησα το μάκρος της με τα δάκρια + της μάννας μου. Μα το θέλει ο Κωσταντής, και του Κωσταντή ο λόγος + είνε Βαγγέλιο. Είνε, θα πης, και το παλικάρι πονετικό. Ως τόσο η + Βαβυλώνα — πού να είνε η Βαβυλώνα! Τι παράξενο όνομα! Αχ η + γύφτισσα! η καταραμένη η γύφτισσα! Σήμερα το πρωί μου τα + προφήτευε απάνω σ' αυτό το χέρι! Θα πάω, λέει, στα ξένα, μα θα + γυρίσω με καράβι που θάχη — έλα, Χριστέ μου! Ανατριχίλα με + πιάνει! (Μπαίνει η Δέσπω). + +Δέσπω. Τι κάνεις, παιδί μου; · + +Αρετ. Η παραζάλη με λώλανε, καθώς φαίνεται, και παραλαλώ. + Κοιτάζοντας αυτές τις πλεξούδες, μαννούλα, έλεγα να σου κόψω μια + να σου την αφήσω, να θυμάσαι την Αρετή σου. + +Δέσπω. Της μάννας ο νους είναι δεμένος, παιδί μου, με τέτοιες + πλεξούδες αριθμητές. Είνε μυριόκλωνο δίχτυ που τόχει η λαχτάρα + πλεγμένο, από τη στιγμή που βυζάξη το πρωτογέννητό της ως την ώρα + που την αναπάψη ο Χάρος. Κόρη μου, για δάκρια τώρα δεν ήρθα· + έχουμε χρόνους και χρόνους για δάκρια κατόπι. Ήθελα να σου μιλήσω + δυο λόγια, κι ώρα πιο βολικώτερη δε θα βρω. Αύριο γίνεται η + στεφάνωση, και την άλλη ξεκινάτε για το μακρινό το ταξίδι. Είταν + κι' αυτό της μοίρας μου, να γίνη ο γάμος σαν το πουλάκι μου + πεταχτός. Και καλά να μισέψετε, λέει, την άλλη μέρα. Ας φαγωθούν + τα συκώτια μου εμένα κι ας γίνη το θέλημά τους. Θάρθουν ως τόσο + ταδέρφια σου ως τη χώρα μαζί σας. Το ξέρω πως θα βρη μιαν ώρα να + σε καθοδηγέψη ο Κωσταντής. Μα είνε κάτι πράματα, κόρη μου, που ο + γνωστικώτερος αδερφός του κόσμου να τα πη δε φτάνει ο νους του, + κι ως τόσο η μάννα τα συλλογιέται και τα βλέπει σαν ταστέρια που + φέγγουνε στα μεσούρανα, γιατί τέλος δεν έχει η αγάπη της. Κάθισε, + κόρη μου, κι άκου. Ο άντρας είνε το πιο ήμερο αρνάκι που βόσκησε + απάνω στη γης, και το πιο άγριο θεριό που τη ρημάζει. Μα το κακό + δεν είναι δίχως και τη γιατρειά του. Έχει μια ψιλή ψιλή τριχίτσα + στο κεφάλι του κάθε άντρας, και καταπώς την τραβήξη η γυναίκα + αυτή την τριχίτσα, πηγαίνει ο καλός της. Την τραβάει κατά την + αγάπη; Γυρίζει τότες ήμερα και σε γλείφει ταρνάκι. Τηνέ σέρνεις + κατά το πάθος; Σα λιοντάρι ξεχυμίζει να το ξεμερδίση το ταίρι + του. Τίποτις άλλο να σου πω δεν έχω, παιδί μου, όλα του κάκου + είνε σαν δεν τηνέ βαστάς πιδέξια στο χεράκι σου αυτή την + τριχίτσα. + +Αρετ. Έννοια σου, μάννα, κι α δεν είνε για την αγάπη του, για τη + δική σου την αγάπη θα τα θυμούμαι τα λόγια σου. Ως και του + χωρισμού τον καημό μέσα μου θα τον πνίγω να μην κακοκαρδίζω τον + άντρα μου. + +Δέσπω. Όχι, τίποτας, παιδί μου, τίποτας να μην κρύβης. Τούκρυψες + μια καρφοβελώνα; Μια και να το μυριστή, είνε καλός του σπιτιού τα + θεμέλια να ρίξη για να τη βρη. Για όνομα Θεού, κόρη μου, τίποτας + να μην κρύβης από τον άντρα σου. Τον έχασες, μια και το νοιώση + πως έχεις κρυφούς καημούς. Του λες τους καημούς σου; Πάλι τονε + χάνεις, και μαζεύεις τρις χερότερα βάσανα στο κεφάλι σου. Κάλλιο + να μην έχης καθόλου, καθόλου καημούς. Τι καλό θα σου κάμουν! Και + γιατί να χολοσκάνης του κάκου, ακριβή μου. Εσένα η ζωή σου σαν + ατάραγο ποτάμι θα τρέχη. Θα σ' αγαπάη ο καλός σου, ό,τι του + γυρεύεις δικό σου θα είνε. Α θέλη ο Θεός, θα σας έρθουνε + αγγελούδια κατόπι, και θα πλημμυρίση ο νους σας από έννοιες που + τις φέρν' η αγάπη. Μην το θαρρής, Αρετούλα, πως θα το παραξηλώσω + και γω. Θάχω και γω ταδερφάκια σου να με παρηγορούν, έχω και του + Κωσταντή μας το τάξιμο, πως θα σε φέρη κοντά μου ανίσως και + πάθουμε τίποτις. Είνε τώρα μεσάνυχτα περασμένα. Πήγαινε να + συχάσης, παιδί μου, να μη φαίνεσαι κι αύριο αποσταμένη. Ταδέρφια + σου θα γλεντίζουν ως το ταχύ. Εγώ με τη Γαρουφαλιά και με τις + άλλες γειτόνισσες τα βολέβω, και θα τάχουμε μια ομορφιά όλα + πριχού να φέξη. Καληνύχτα σου, ακριβή μου. + +Αρετ. Καληνύχτα, μαννούλα, μα να μου το τάξης πως θα πλαγιάσης και + συ λιγάκι. + +Δέσπω. Έννοια σου, έννοια σου, αγάπη μου. (Μονάχη της). Θα + πλαγιάσω η δόλια μια και καλή. (Βγαίνει). + + + + ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στα ξώχωρα του χωριού κοντά στην Αγιά Μαρίνα. Νύχτα· φεγγάρι. + + ΣΤΕΦΑΝΗΣ, ύστερα ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ + +Στεφ. Μ' έδιωξαν τα παιχνίδια! Μ' έδιωξε η χαρά! Ως εδώ μ' έδιωξε, + ως στης Αγιά Μαρίνας τη γειτονιά. Με φωνάζανε να μπω στην παρέα + και να τους τραγουδώ! Αν είχα φωνή για τραγούδι, θα την έκανα + βροντή που να τους σκορπάη κατάρες. (Παίζουνε μακριά τα + παιχνίδια). Τακούγω, ακόμα τακούγω! Με κυνηγούνε, με κυνηγούν οι + χαρές τους! Φείδια έγιναν οι χαρές τους και σφυρίζουν κατόπι μου. + Να φύγω, να φύγω να μην τακούγω. Στα δάση να σύρω, να γίνω θεριό, + να πιάνω ζευγαρωμένα πουλιά και να τα σπαράζω. Φωτιά να γίνω και + να καίγω τους κάμπους, που ν' ανεβαίνη ο καπνός να σκεπάζη τον + ουρανό, και ψυχή πια να μη βλέπη παρηγοριά. Να μην το βλέπη πια + κανένας το γιγαντένιο αυτό το ψέμα, τον ουρανόν αυτόν, που την + είδε ξάστερη την αγάπη μου, που τον είδε τον μεγάλο καημό μου, κι + ως τόσο έμεινε λαμπερός κι ασάλευτος, σα να μην έσβυσ' ένα + αστέρι, σα να μη ράγισε μια καρδιά. Είνε, λέει, καμωμένες οι + καρδιές για να σκάνουνε! Να σκάση λοιπόν κι ο ουρανός και να γίνη + θρούβαλα! Να πλαντάξη ο κόσμος και να ξολοθρευτή. Ψυχή να μην + απομείνη, να μας τσαμπουνίζη πως βασιλεύει αλήθεια και δίκιο και + πως νικάει η αγάπη. + + Της άνοιξα σα μωρό παιδί την καρδιά μου. Άγγελος μονάχος. Της + φανέρωσα όλη μου τη λαχτάρα. Είπε κι όχι, είπε και ναι. Φαρμάκι + το όχι της, φαρμακωμένο το ναι της! Μήνυσα δυο λόγια της μάννας, + ίσως και συμπονέση, σα μάννα που είνε. Να τος ο πόνος της! + Πατινάδα έγινε και πήρε τους δρόμους, να μου τον απολωλάνη το νου + μου. + + Τακούγω τα παιχνίδια! τακούγω τα ξεφαντώματα! Εκατό χηρώνε + μυρολόγια δε σπαράζουν καθώς αυτά τα τραγούδια! + + Τρέλλα με συνεπαίρνει! Πέφτω, πέφτω, γκρεμνιούμαι, και τέλος δε + βρίσκω. Κατακέφαλα πέφτω, τώρα λέγω πως θα κατακρίσω με τους + βράχους και θα σκορπιστούν τα μυαλά μου, κι ως τόσο πετραδάκι δεν + ανταμώνω μες στατέλειωτα βάθια. Σαν το πουλί τριγύρω στο φείδι + στρεφογυρίζει ο νους μου. Αχ, και να είταν ο Χάρος αυτό το φείδι! + Είνε ο πόνος, ανάθεμά τον, ο πόνος! Ο κόσμος όλος πεθαίνει, κι + αυτός βασιλεύει. (Συλλογιέται). Να τους σκοτώσω, θα πης! Να τους + σκοτώσω, να βουβαθούν αυτές οι χαρές. Ψεύτρα, παρηγοριά! Που + σκοτώνει του αλλονού τη χαρά, ζωντανεύει τον πόνο του. Απελπισιά, + απελπισιά, και τίποτις άλλο. Αυτή θα είνε η αγάπη μου εμένα. Θάχω + τη σπαραχτική της φωνή για τραγούδι μου, και για προσκέφαλό μου + την παγωμένη της αγκαλιά. (Καθίζει σε πέτρα). Μα αν έρχουνταν + τώρα τάφταιγο το κορίτσι να πη πως τον ξέφυγε τον ξένο, πως τους + άφησε κ' ήρθε να φύγη μαζί μου, να ζήση μαζί μου, πως δε βάσταξε + να μ' αφήση έρμο και μονάχο! Ποιος λέει πως είνε αδύνατο τέτοιο + θάμα, πως τέτοια ελπίδα είνε κι από την τρέλλα μου μεγαλήτερη + τρέλλα! Ποιος δεν είδε παράξενα και παράλογα όνειρα, κι ως τόσο + αληθέψανε. Μηγαρίς αν τα έβλεπα στον ύπνο μου πως θαγαπήσω, και + πως θα μου φέρουν από τη Βαβυλώνα φαρμάκι να με ποτίσουνε, θα το + πίστευα; Ας γύρω, ας γύρω κι ας παρακαλέσω τον Ύπνο να με πάρη + στη μαύρη του αγκαλιά. Σώπασαν τα παιχνίδια. Μια κόρη δε με + λυπήθηκε, ίσως ο Ύπνος με λυπηθή. + + (Πλαγιάζει. Στον ύπνο του παρουσιάζεται η Αγιά Μαρίνα με την όψη + της Αρετούλας). + +Αγ. Μαρ. Όνειρο γύρεψες, κι όνειρο σου φέρνω, εσένα που, αν τα + πίστευε τα λόγια σου εκείνος που μ' έστειλε, θα σε γκρέμιζε ίσια + στη Κόλαση, να ταγίζης δαιμόνους με τη χολή σου. (Ο Στεφανής + απλώνει τα χέρια στον ύπνο του). Μην ταπλώνης τα χέρια σου. Να + καθαριστούνε πρώτα αυτά τα χέρια με τάγιο μύρο του μαρτυρίου. + Κοιτάζεις την όψη μου, κι ο νους σου λαφροπετάει στην + καταφρονεμένη σου την αγάπη, που την έχεις ιερώτερη κι απόνα + μαρτύριο. Βλέπε κάλλιο το στεφάνι που φέγγει γύρω στο πρόσωπό μου. + Κάλλιο άκουγε τον πόνο που βγαίνει με τη φωνή μου. Πόνο μήτε για + σένα μήτε για μένα, μόνο για τους μύριους που θα τους σκεπάση + αυτό το χώμα. Ως πότε θα συλλογιέται ο ταπεινωμένος αυτός λαός το + τιποτένιο του το εγώ, σα να μην είνε στημένος σε μαρτύρων + αμέτρητα κόκκαλα; Ως πότε το κάθε παιδί του θα κατρακυλάη μαζί με + τα θολωμένα νερά που τον πλημμυρίζουν; Ανασήκωσε το κεφάλι σου + και δες γύρω σου τους μισοπνιγμένους, κι άπλωσε χέρι να τους + γλυτώσης. Λησμόνησε το εγώ σου, και θυμήσου τα βασανισμένα + ταδέρφια σου. Φέρνε τους τη χαρά, να φεύγη ο πόνος σου. Αγάπησε + τον κόσμο, νάχης αγάπη που ζούλια δεν ξέρει, που όλος ο κόσμος να + την κλονίση δε σώνει. Εγώ είμαι η Αρετούλα σου, ναι. Μα δε με + γέννησε Δέσπω εμένα. Ο αρραβωνιαστικός μου έμενα είνε απάνω, τόσο + απάνω που μήτε τόνειρό σου δεν τονέ φτάνει. Είνε ταστέρι της + καλωσύνης ο ουράνιος αυτός ο γαμπρός. Η αγάπη του όρια δεν έχει. + Όλο τον κόσμο τονέ χωρεί η καρδιά του, ως και την Κόλαση με τους + μύριους και μύριους αμαρτωλούς της. Στόματα γυρεύει να κηρύξουνε + στη γης την αληθινή την αγάπη, χέρια γυρεύει να βοηθήσουν τα + τυραννισμένα παιδιά του. + Φόρεσε τα μαύρα τα σημάδια της αγιωσύνης, και γύριζε μέσα στο + δύστυχο το χωριό μας που ο χάρος είνε γραμμένο να το κάμη φωλιά + του. Άπειρο είνε το θανατικό που τοιμάζει, κι άπειρη αγάπη + χρειάζεται. Σήκω και πάρε της αληθινής της αγάπης το μαύρο το + δρόμο. + + (Φεύγει η Άγ. Μαρίνα). + +Στεφ. (Σηκώνεται και κοιτάζει γύρω του). Αλήθεια είταν ή όνειρο; + Πρόσωπο της Αρετούλας, μα στάση, φορέματα, στεφάνι, σαν της Αγιά + Μαρίνας την εικόνα, εκεί στο ξωκκλήσι. Φωνή γυναικήσια με λόγια + Θεού. Λόγια που τονέ σκορπίσανε σαν ανάλαφρη μούχλα τον πόνο μου. + Μένει περίλυπη η καρδιά, μα η απελπισιά πια δεν τα χτυπάει εκεί + μέσα τάγρια φτερά της. Καθούμουνα κι άκουγα σα φταιξιάρης. Αρνί + αθώος θαρρούσα πως είμουν, κι αυτή ανήμερο θεριό με ζουγράφησε. + Μάρτυρας, και δαίμονα μ' έκαμε! Πώς την έχασα την καλοτυχιά μου, + κι ως τόσο μου την παράστησε αθάνατη την καλοτυχιά, γιατί + [θρέφεται + με του κόσμου τα βάσανα. Μιλούσε σα να τριγύριζαν τον τόπο μας + μεγάλα δεινά. Για θανατικά μου μιλούσε. Δίχως άλλο η Αγιά Μαρίνα + είταν κ' ήρθε να με γλυτώση δείχτοντάς μου της αγάπης το δρόμο. + Μαύρο δρόμο τον είπε. Μαύρα τα είπε και τα σημάδια της αγιωσύνης. + (Συλλογιέται). Τα ράσα, τα ράσα θα με γλυτώσουνε. Μ' αυτά θα + πηγαίνω να την παρακαλώ για ψυχές που θα φτερουγίζουνε στον άλλο + τον κόσμο παράκαιρα. Δίχως άλλο, φοβερό κακό μας προσμένει. Το + πιστεύω εγώ αυτό καθώς πιστεύω τη χάρη της. Λόγο δεν έβγαλε που + δεν είχε της αλήθειας τη δύναμη. Συφορά, συφορά θα μας έρθη. . . + Ίσια στη χώρα, στη Μητρόπολη ίσια κ' ίσια. Εκεί θα γίνη εμένα ο + γάμος μου. Έχε γεια, Κόσμε, με τα καλά σου, ζήτησα να τα κάμω + δικά μου και σαν άμμος γλίστρησαν από τα δάχτυλά μου ανάμεσα. + Πηγαίνω σε κόσμο, που αν δεν έχη τις χάρες σου, έχει όμως + αλάθευτο γιατρικό για τα βάσανά σου. + + (Περνάει ο Κεριάκος με μουλάρι ομπρός του). + +Κερ. Τρέχα, έρμο, που ακόμα δεν άρχισες και μου κάνεις και νάζια. + Τρέχα να μη σου τα κάμω χρυσάφι τα μπούτια σου. (Χτυπάει το ζω). + Τρέχα, καψούλικο, τώρα που τόχουμε το φεγγάρι. Κουνήσου, ανάθεμά + σε, ψοφήμι. (Βλέπει το Στεφανή). Καλησπέρα, αφεντικό. — Στάσου, + τσαναμπέτικο, στάσου! — Πώς σου φαίνεται το φεγγάρι, αφεντικό; Θα + τόχουμε ώσπου να φέξη ή θα μας μαζέψη σύννεφα πάλε; — Στάσου που + να σε πάρ' η κατάρα! + +Στεφ. Καλησπέρα, Κεριάκο. Μη φοβάσαι για τον καιρό. Κι α θέλη ο + Θεός; + +Κερ. Για τη χώρα, να φέρω κι άλλα ζα της νύφης και του γαμπρού. + Πάσκισα να στείλω το γιο μου για να φάγω και γω κεσκέκι, μα δεν + της ήρθε της Κερά Δέσπως. Θέλει, λέει, να τάχη την άλλη μέρα + σίγουρα, γιατί βιάζουνται. Αλλονού παπά Βαγγέλιο πάλε αυτός ο + γαμπρός. Να μη σου δίνη, λέει, καιρό μήτε να χορέψης. Ας το + χαίρεσ' η αφεντιά σου, που θα είσαι δω αύριο. Ως τόσο να μην + είσαι με την παρέα! Τον κόσμο χαλάνε στην πίσω την ενοριά. + +Στεφ. Είμαι για ταξίδι και γω. Και γω για τη χώρα. Πάμε μαζί. Πόσα + είνε ταγώγι σου; + +Κερ. Αφεντικό, παζάρια δεν κάνω. Το ξέρεις το ζω μου. Σαν κοκκώνα + πηγαίνει. Παραπάτημα τι θα πη δεν το ξέρει. Είν' από σόγι κι + αυτό. + Ο κύρης του είταν ο μεγαλήτερος γάδαρος του χωριού. — Στάσου + ανάθεμά σε, παλιοψοφήμι! — Παζάρια δεν κάνω, αφεντικό. Κοίταξέ + το, που και καλά να ξεκινήση γυρεύει. + +Στεφ. Σου δίνω ένα φλουρί, σου δίνω κατόπι και την ευκή μου, + Κεριάκο. + +Κερ. Ας είσαι καλά για το φλουρί, αφεντικό, μα η ευκή από πού κι + ως πού; + +Στεφ. Είταν παπάς ο πατέρας μου, Κεριάκο· γιατί τάχατες να μην + παπαδέψω και γω; + +Κερ. Είταν παπάς, και καλός παπάς ο μακαρίτης, αφεντικό. Δεν τα + ξέχασ' ακόμα τα λόγια του τότες που χήρεψα κ' έμεινα με δύο + ορφανά στο πλευρό μου. Μα του λόγου σου, αφεντικό, παπάς, τέτοιο + παλικάρι! + +Στεφ. Ίσια ίσια παλικάρια χρειάζεται κι ο Θεός, καλέ μου Κεριάκο. + Πάω να δώσω στο Θεό τη ζωή μου, και να το πης και στους δικούς + μου σα μεταγυρίσης, να ξέρουν πού είμαι. Γλήγορα θα με ξαναδούν. + Αλλοίμονο, και γλήγορα θα με χρειαστούν. Κάμε το σταυρό σου, + Κεριάκο, γιατί μας έρχεται μεγάλο θανατικό. Κατέβηκε η Αγιά + Μαρίνα στον ύπνο μου και μου το φανέρωσε. + +Κερ. (Αφίνει του χαλιναριού το σκοινί και σταυροκοπιέται). Τη χάρη + της νάχουμε! Τι 'νε τούτα που ακούγω! Νά γιατί με ξεκούφανε απόψε + κι ο σκύλος! Τα παιχνίδια περνούσαν, κι αυτός δος του κι + ούρλιαζε, όλο ούρλιαζε. Έσκυψε κ' η κόρη μου να πάρη την αληκάτη + της, και τι να δη σιμά στο λυχνάρι! Το καθρεφτάκι της καταγής, + και μέσα το πρόσωπό της! Τη χάρη σου νάχουμε, Άγια Μαρίνα μου, ή + βουρκόλακας είνε ή θάνατος. — Στάσου, παλιομούλαρο, που να σε + κόψη περίδρομος. + +Στεφ. Κουράγιο. Κεριάκο μου, κ' έχει ο Θεός. Μη χασομερούμε ως + τόσο. Πάμε, και στο δρόμο τα λέμε. Ίσως μας λυπηθή ο + Μεγαλοδύναμος. Ίσως μας στέλνει αυτά τα μηνύματα να μας + φρονιμέψη. Τράβα το ζω σου, κι ανεβαίνω κάτω κει στην πεζούλα. + + (Ξεκινούν). + +Κερ. (Από μακριά). Τρέχα, γουρσούζικο, τρέχα που μου λιμπίστηκες + αγκάθια τέτοιες ώρες και συ. + + + + ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως. Αυγή. + +ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ + +Περμ. (Στο κατώφλι της). Πού είσαι; Σε κουκούλωσε και πήγε το + πάπλωμα σήμερα, που να σε κουκουλώση ο χάρος! Το χωριό άνω κάτω, + και συ παράθυρο ακόμα δεν άνοιξες. (Ανοίγει της Πιπινιώς το + παράθυρο). + +Πιπ. Καλημέρα. + +Περμ. Να τα καλύψης. Κατέβα να σου τη μαυρίσω τη ράχη σου, που μια + φορά πήγες να μυριστής και συ αρραβώνα, και πήγε στραβά η μύτη + σου σαν τη μούρη σου. + +Πιπ. Και δεν το βλέπεις, κουτόμυαλη; Δε βλέπεις πως το φοβήθηκαν + το παπαδοπαίδι και μάνη μάνη τα ταιριάξανε μ' αυτόν τον ξένο, μην + τύχη και ρεζιλευτή το κορίτσι; Έννοια σου δα, και σαν πήγα και γω + στα παιχνίδια, να! — τα είχα στημένα ταυτιά μου. Κάτι άκουσα, κ' + έννοια σου. + +Περμ. Και πότες βγήκες εσύ ψεύτρα να βγης και τώρα! + +Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη! Κάθεσαι τώρα και συλλογιέσαι ποιος + τάννοιωσε και ποιος δεν τάννοιωσε, και δε συλλογιέσαι πως γίνεται + μεγάλος γάμος στη γειτονιά. Κ' έχουμε να δούμε δουλειές και + δουλειές! Όπου κι αν είνε αρχινάει το στολίδι της νύφης. + +Περμ. Συλλογιέσαι το γλέντι, και δεν πάει ο νου σου στα χάλια της + δόλιας αυτής αρχόντισσας, που έχει μαθές ψυχή κι αυτή. Χίλια + μεταξωτά σεντόνια και παπλώματα δεν τη σκεπάζουν την πίκρα του + χωρισμού. + +Πιπ. Το βόλεψαν κι αυτό και μη σε μέλη. Όλα τάκουσα και τα ξέρω. + Να τα είχα ταυτιά μου στο μαγερειό, σαν έφυγαν τα παιχνίδια. + Άνοιγε τις τσίπες με τη ματσόβεργα και τάλεγε της Γαρουφαλιάς η + μάννα της Αρετούλας. Ως το πρώτο λάλημα παρεστέκουμουν κι + ανακάτωνα το κεσκέκι. + +Περμ. Μωρή καλά και μου είπες για λάλημα πετεινου. Είδες εσύ, + λέει, να σηκώνεσαι από το στρώμα και ν' ακούς την όρνιθά σου να + κακναρίζη πρωί πρωί! Και να της φωνάζω, κι αυτή όλο να κακναρίζη! + Πήγα και την έσφαξα την έρμη πρι να μας έρθη κανένα κακό. + +Πιπ. Καλά 'καμες, καημένη, γιατί ξέρεις τι; Δε μ' αρέσει καθόλου + το προψεσινό τόνειρο της κερά Δέσπως, που τόλεγε της Γαρουφαλιάς + σα σηκώθηκε. Κι όσο το συλλογιέμαι, το πετσί μου ανατριχιάζει. Σα + να μισοφοβήθηκε, θαρρώ, κι η αφεντιά της, και ρώτηξε το γιο της + τον Κωσταντή, πως ανίσως κ' έρθη πίκρα για χαρά, ποιος θα τηνέ + φέρη πίσω την Αρετούλα. Και της έταξε, λέει, ο Κωσταντής πως ό,τι + κακό κι αν τους έρθη, θα πάη αυτός να τη φέρη πίσω, κ' έτσι + σύχασε, λέει, η καρδιά της. Ως τόσο ακούγω σύρτα φέρτα από τώρα + μες στην αυλή τους. + +Περμ. Χμ! Έβγα τρέχα μην τύχη και σε ξεχάσουν, που ψυχή δεν + αφίνεις απείραχτη μες στη γειτονιά. Τρέχα, και τα λαχτάρησε η + κερά Δέσπω τα μούτρα σου. Άλλη έννοια, βλέπεις, δεν είχε κι άλλη + χολή τέτοια μέρα. + +Πιπ. Μωρή ζουλεύεις, ζουλεύεις και μου τα λες αυτά. + + (Χτυπάει τους γρόθους της στραβομουριάζοντας, κ' η Περμαθιώ της + δίνει τύφλες). + + + + ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στο χαγιάτι της κερά Δέσπως. Η νύφη κάθεται στο μιντέρι + χαμηλοβλεπούσα, και τη στολίζουνε κορίτσια. + + ΔΕΣΠΩ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ΚΟΡΙΤΣΙΑ, ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ, κατόπι + ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΔΕΡΦΙΑ και ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ απέξω. + +Κορίτσια (τραγουδούν). + + Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα, + Σήμερα στεφανώνεται αϊτός την περιστέρα. + +Δέσπω. (Σιγανά της Γαρουφαλιάς). Αχ, αϊτός μαθές είνε, και την + αρπάζει την ακριβή μας και πετάει απάνω από κύματα κι από βουνά + να τη σφαλήξη μες στη φωλιά του την πλουμιστή μας την περιστέρα. + +Γαρουφ. Να μη σ' ακούση, κερά μου, το κορίτσι, και στάξη δάκριο + απάνω στα νυφικά της. Κοίτα την, κερά μου, και πες μου αν είδες + ποτές σου τέτοιον ήλιον να λαμπροφέγγη. (Αψά). Τραγουδάτε, + κορίτσια, που να σας δω νύφες και σας σαν τη ζουλεμένη την + Αρετούλα. + +Κορίτσια (τραγουδούν). + + Όντας σε γέννα η μάννα σου, ο ήλιος εκατέβη + Και σούδωκε την ομορφιά, και πάλι ματανέβη. + +Πιπ. (από την πόρτα, χαμηλά). Μωρή είδες εσύ ποτές σου τέτοιο + ματόφρυδο; + +Περμ. Σκάσε, ν' ακούσουμε τα τραγούδια, μωρή. + +Δέσπω (χαμηλά της Γαρουφαλιάς). Σα ψέματα μου φαίνουνται όλα, + Γαρουφαλιά μου! Είμαι σαστισμένη, και δεν το νοιώθω το μαχαίρι + που στα βάθια με σφάζει. Το ξέρω πως κομμάτια με κόβει, κι ως + τόσο πόνο δεν νοιώθω. Πέτρα έγινα, και μήτε στάλα δάκριο δε + στάζουν τα μάτια μου. + +Γαρουφ. Ο Θεός μας τη δίνει αυτή τη χάρη, κερά μου, σαν πλακώνουνε + μεγάλοι καημοί. Είνε μεγάλος ο πόνος σου, κερά Δέσπω, μα στοχάσου + μια και τι χαρές που σ' απαντέχουνε σα μεταγυρίση καμιά μέρα ο + Κωσταντάκης και τη φέρη με το πρώτο πρώτο αγγονάκι σου. Τι γελάτε + εσείς, μαριολοκόριτσα. που ο νους σας είνε πιώτερο στους γαμπρούς + παρά στις νύφες; τάχα να σώθηκαν τα τραγούδια σας; + +Κορίτσια (τραγουδούν). + Εσένα νύφη πρέπει σου κορώνα στο κεφάλι. + + (Μπαίνει ο Κωσταντής). + +Κωστ. Ακόμα εσείς; Έρχουνται τα παιχνίδια. Ο γαμπρός και η παρέα + στην εκκλησιά. Πάνε να καούν οι μισές λαμπάδες. + +Γαρουφ. Ένα τραγούδι ακόμα, κυρ Κωσταντάκη, και τελειώνουμε. Είνε + της μάννας αυτό το τραγούδι. + +Κωστ. Μαννούλα, βασιλιάς γίνουμαι να σε βλέπω έτσι χαρούμενη. + Κοίτα την τη νυφούλα πως καμαρώνει κι αυτή. Να τακούσουμε και το + τραγούδι της μάννας, ας πέση κ' η χρυσή αυτή βροχή να μας ράνη. + +Δέσπω. Πήτε το σεις για τα μένα, κορίτσια. Πήτε το σεις με τη + λυγερή σας φωνή. Κάλλιο να τον ακούγω τον καημό μου και να + παρηγοριέμαι, παρά να τον τραγουδώ και να πικραίνω κι άλλες + καρδιές. + +Γαρουφ. (του Κωσταντή). Ας το πουν, ας το πουν τα κορίτσια. Καλό + θα της κάμη, κυρ Κωσταντή, καλό θα της κάμη. + +Κορίτσ. (τραγουδούν). + + Ανοίξαν οι εφτά ουρανοί, τα δώδεκα Βαγγέλια, + Και πήραν το παιδάκι μου από τα δυο μου χέρια. + +Γαρουφ. (ραντίζοντας με ροδόσταμα τη νύφη και τους άλλους). Έτσι + να σας περεχούν οι καλοτυχιές, χρυσή νυφούλα, και διαμαντένια + Δέσπω, κι αργυρέ Κωσταντή. (Ζυγώνουν τα παιγνίδια). Σηκωθήτε πια + κ' ήρθ' η ώρα. Στο καλό και να μας πολυχρονίσουνε. (Έρχουνται ως + την πόρτα τα παιχνίδια με το Σαράντη, το Θανάση, και μέρος της + παρέας. Βγαίν' η νύφη με τα κορίτσια, ακολουθάει η μάννα με τον + Κωσταντή, τις γειτόνισσες κλ. Την ώρα που βγαίνει η νύφη, + ακούγουνται τα τραγούδια των βιολιτζήδων απέξω). + + Ώρα καλή να δώση ο Θιός + Και των αγιώνε η χάρη, + Να φέγγης πάντα λαμπερή + Σαν ταργυρό φεγγάρι. + + + + ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Τα ίδια. + + ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ + +Γαρουφ. (μονάχη της). Είδα πολλούς γάμους, μα σαν και τούτον άλλο + δεν είδα. Πιώτερες κλάψες παρά χαρές. Το φαρμάκεψαν τα δάκρια + αυτό το ροδόσταμα. Δεν την καταλαβαίνω μα το ναι τέτοια βιάση. + Αντίς να τη συνηθίσουν την κακόσυρτη την αρχόντισσα στον καημό + της, να πηγαίνουνε να τη σπαράζουνε μέσα σ' ένα μερόνυχτο. Καλά + δα που βρέθηκα και γω να της δώσω λίγη βοήθεια. Τι θάκανε δίχως + εμένα και γω δεν ξέρω. Μάτι δε σφαλήξαμε όλη νύχτα. Κι απόψε πάλε + τα ίδια. + Όσο για το ταχύ, ο Θεός πια να μας λυπάται. Αν το βαστάξη η + αρχόντισσα κι αύριο, από χάρο πια φόβο δεν έχει. Η Παναγιά να τη + δυναμώνη τη δόλια, να μην της έρθη και τίποτις. (Μπαίνει ο + Κεριάκος). Από πού ξεφύτρωσες εσύ τώρα! Να μην τάφερες τάλογα από + κανένα χωριό; + +Κερ. Τι χωριό και τι ξεχωριό! Οληνυχτής ταξίδευα με το φεγγαράκι. + Πρι να προβάλη ο ήλιος ξεκίνησ' από τη χώρα, και να 'μαι τώρα. + Αμέ τι θαρρείς; Έτσι μονάχα, θα γίνεται γάμος και γω θα γυρίζω \ + μες στα βουνά; + +Γαρουφ. Και δε μου λες πως ξεμωράθηκες και συ στα γεράματά σου; + +Κερ. Στα γεράματά μου εγώ είδα δυο μεγάλα θάματα. Ένα, να + τρελλαίνεται ο κυρ Κωσταντής και να φαρμακώνη τη μάννα του, κι + άλλο, να καλογερεύη ο Στεφανής. + +Γαρουφ. Ο Στεφανής! + +Κερ. Ναι, ο Στεφανής· το μορφοπαίδι που την αγαπούσε την Αρετούλα, + και πήγε να σκάση από το κακό του, κ' ήρθε, λέει, η Αγιά Μαρίνα + στον ύπνο του και του είπε να γίνη καλόγερος, γιατί θα χρειαστή + παπάδες ο τόπος με το θανατικό που μας έρχεται. + +Γαρουφ. Τρελλάθηκες, Κεριάκο! + +Κερ. Μακάρι να είταν τρελλού φαντασιά, κι όχι κορμί σπαρταριστό, ο + Στεφανής που καβαλίκεψε το μουλάρι μου και κατέβηκε στη + Μητρόπολη. Μακάρι να είταν της χολής του σταλαματιά τόνειρό του + εψές αργά πρι να μ' ανταμώση, μακάρι να είταν ίσκιωμα, και να μην + τάβλεπα με τα μάτια μου τέσσερα λείψανα στη χώρα που τα + κουβαλούσαν πρωί χαραυγή, να μην τα δη ο κόσμος κι αποτρομάξη. + +Γαρουφ. Χριστέ μου και Παναγιά μου! Τι μαύρες μέρες μας απαντέχουν + και τι κακό μας ζυγώνει! Αμέ και τι νοιαζούμαστε γάμους, και δεν + αρχινούμε τα μυρολόγια! Πώς δεν την αφίνουμε την αρχόντισσα να + μυρολογάη και να δέρνεται, να συνηθίση κι αυτή κι εμείς για τα + χερώτερα που μας έρχουνται. (Συλλογιέται). Μάτια τέσσερα, + καημένε, λόγος να μη σου ξεφύγη. Να ξεκινήση πρώτα η νύφη και να + γλυτώση από το χάρο, αν είνε γραμμένο να φτάση ως εδώ το δρεπάνι + του. Στη χώρα δεν κονεύουνε μήτ' ένα μερόνυχτο. Πολύ φόβο δεν + έχουν εκεί. Μ' αν τακούση η κερά Δέσπω, θα την πιάση τρομάρα. Εσύ + και γω να τα ξέρουμε μονάχοι μας. Ακούς; + +Κερ. Έννοια σου δα κι άχυρα δεν τρώγω. Μόνο μια χάρη, Γαρουφαλίτσα + μου. Να μου δώσης του γάμου φαεί. Ψοφώ της πείνας. + +Γαρουφ. Σύρε να περιδρομιαστής κάτω στο μαγερειό, που ο χάρος μας + τριγυρνάει και συ για την κοιλιά συλλογιέσαι. (Βγαίνει ο + Κεριάκος). (Μονάχη της). Κι ο καημένος ο Στεφανής! Κάτι σα να + μυρίστηκα και γω στης Καλαματιανής το νυχτέρι. Αχ, και τι κόσμος! + Πέτρα πάνω στην πέτρα κατακυλάνε τα πάθια του στο κεφάλι σου, και + νου δε σου αφίνουνε να τον καλονοιώσης το χαλασμό που γίνεται + ολοτρόγυρα. Τι κόσμος, τι κόσμος! (Βγαίνει). + + + + ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Ταποταχύ πρωινή. Στην αυλή της Δέσπως. + + ΚΡΑΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ, ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΔΕΣΠΩ, + ΑΔΕΡΦΙΑ. + +Κωστ. Το γλέντι πήγε ως την ώρα καλά, χρυσέ μου γαμπρέ, κ' η γριά + μας ύστερ' από τη στεφάνωση ξαναχόρεψε κιόλας. Μα σήμερα μας + ξημερώνει δύστροπη μέρα, και δύστροπη την κάνουν κάτι αναποδιές + που δε βγαίνουν κι από το χέρι μας. Ακούγω πως στη χώρα μεγάλο + θανατικό, και μια να το πάρη ταυτί της γριάς, θάλασσα, όλα. Εγώ + λέω, εμείς ταδέρφια για καλό κακό ναπομείνουμε σιμά της και να μη + σας συντροφέψουμε. Τραβήξτε σεις μονάχοι, κι από τάλογα ίσια στο + καραβάνι. + +Κράλης. Και πούθε ήρθαν, Κωσταντή, αυτά τα μαύρα μαντάτα; + +Κωστ. Ο αγωγιάτης μας τάφερε. Το είπε της θεια Γαρουφαλιάς, κι + αυτή σαν τονέ σταύρωσε το γέρο να μην το πη κανενού, και της + έταξε ο γέρος πως θα μείνη κρυφό, το φύλαξε μέσα της βαθιά βαθιά + σαν πετραδάκι στον πάτο της θάλασσας. Μα το πετραδάκι άρχισε να + μεγαλώνη, και μεγάλωσε, μεγάλωσε, ώσπου έγινε βουνό κι ανέβηκε + και πρόβαλε απόξω μεγάλο μεγάλο ίσια μ' ένα νησί! Ο Θεός μας + λυπήθηκε κι άλλος δεν την άκουσε εξόν από μένα. Την έδιωξ' από το + σπίτι πριν ξεσπάση και μας ξετινάξη καπνούς και φλόγες αυτό το + βουνό. Εμείς τώρα πρέπει να μείνουμε στη μάννα κοντά. Πήγα και + της είπα πως για παρηγοριά της θα μείνουμε. + +Κράλης. Αδερφέ μου, ό,τι σου λέει η μεγάλη σου γνώση. + +Κωστ. Γλήγορα θα μ' έχης στο καλορρίζικό σου, και τότες — πρώτα ο + Θεός — ταποσώνουμε το ξεφάντωμα. Να ο Κεριάκος με τάλογα όξω. + Κατεβαίνουν κ' οι γυναίκες. Από την αυγή συγυρίστηκαν όλα. + +Κράλης. Ας πάγω να φιλήσω το χέρι της μάννας, κ' ύστερα σέρνω γω + παραμπρός, να μην πολυβαστάξη το βάσανο. Αυτές οι δουλειές + χρειάζουνται γληγοράδα. (Πηγαίνει μέσα ο Κράλης. Φαίνεται στην + οξώπορτα ο Κεριάκος). + +Κωστ. Έτοιμα όλα. Κεριάκο; + +Κερ. Όξω είνε τάλογ' αφεντικό, κι όλα τα προικιά φορτωμένα. + Έχουμε, λέει, και κρύους κεφτέδες για το μισό το δρόμο. + +Κωστ. Αυτό σώνει για να γίνουν αστραπή τάλογά σου ως τα μισά. Πάρε + αυτό το φλουρί, για να τρέξουνε γρήγορα ως το τέλος. (Χαμηλά). + Και κοίταξε να μην αργοπορήστε μες στη χώρα. Ίσια στο καραβάνι, + κι από μέρος που να μη φαίνουνται λείψανα. + +Κερ. Έννοια σου, αφεντικό, μη φοβάσαι. + +Κράλης. (Βγαίνοντας από το σπίτι βιαστικά). Έχε γεια, Κωσταντή + μου. (Φιλιούνται). + +Κωστ. Στο καλό, αδερφέ, κι ο Θεός μαζί σου. + + (Βγαίνει ο Κράλης με τον Κεριάκο από την οξώπορτα. Την ίδια + στιγμή βγαίνει από το σπίτι μες στην αυλή η Αρετούλα, κ' η Δέσπω + βασταγμένη από το Σαράντη και το Θανάση). + +Αρετ. Κωσταντή μου, αχ Κωσταντή μου! Φεύγω και σας αφίνω! + +Κωστ. Πνίξε τον πόνο σου, Αρετούλα, πνίξ' τονα για το χατίρι της + μάννας μας. (Την αγκαλιάζει). + +Δέσπω. Σώπα, εσύ, ακριβή μου, κι άφινέ τα εμένα τα μυρολόγια. Μην + κλαίτε, παιδιά μου, αν κλαίτε σεις και στενάζετε, η μάννα σας τι + να κάμη! Δόστε μου τα μένα τα δάκρια σας, που δε μούμειναν της + κακόμοιρης! Δόστε μου τα να κλάψω, και να την πλημμυρίσω αυτή την + αυλή που ανάθρεψα τη μονάκριβή μου. + +Αρετ. (Αφίνει τον Κωσταντή και πέφτει στην αγκαλιά της μάννας. + Ταδέρφια στέκουνται δακρισμένα). Μαννούλα, μαννούλα, τι μεγάλος + καημός που μας ήρθε! Ποιος τόλεγε, τότες που με φεγγαροχτένιζες + και μιλούσαμε για χαρές, πως οι χαρές αυτές είταν πίκρες που + ταίρι δεν έχουν. + +Κωστ. (Παίρνοντας την Αρετούλα από το χέρι). Αρετούλα μου, + λυπήσου, καημένη, τη μάννα μας, λυπήσου ταδέρφια σου που είμαστε + και μεις αίμα της. Για το δικό σου καλό γίνετ' αυτό το μαρτύριο. + Πολλές αυγές δε θα φέξουν και θα κάθεσαι βασίλισσα μες + σταρχοντικό σου. Τρεις μήνες και θα μ' έχης κοντά σου, και ποιος + θα σε πιάνη πια τότες! + + (Ξεκινάει κατά την οξώπορτα με την Αρετούλα). + +Αρετ. Σαφίνω, γλυκό μου σπιτάκι, και σεις λουλούδια και βότανα που + γλυκοπότιζα, μαραθήτε πια τώρα και σεις, σαν κ' εμένα που με + ξερρίζωσαν από το πολυαγαπημένο μου χώμα να με φυτέψουνε στάχαρο + το περιβόλι της ξενιτειάς. (Βγαίνει με τον Κωσταντή). + +Δέσπω. (ακολουθώντας ακκουμπησμένη στους ώμους του Σαράντη και του + Θανάση). Άνοιξε, ουρανέ, και δες μας, και πες αν είδες λείψανα να + βγαίνουν από σπίτι με τόση θλίψη, αν άκουσες ποτές σου πικρότερα + μυρολόγια. Πες μου αν είδες μάννα να τη σφάζη μεγαλήτερος πόνος, + σαν κι αυτή τη μάννα, που άλλο κρίμα δεν τη βαραίνει παρά η αγάπη + του πρωτογέννητου τ' αγοριού της, αγάπη, που για χάρη της στέλνω + τη μονάκριβή μου στα μαύρα τα ξένα. Αχ και νάξερα, κόρη μου, πως + θα με συχωρέσης γι' αυτό το κρίμα, κι ας πέθαινα, ας πέθαινα να + μην κλαίγω τη στέρησή σου. (Γέρνει το κεφάλι, της στου Σαράντη + τον ώμο. Ο Σαράντης κι ο Θανάσης τη βγάζουνε σιγοπερπατώντας). + + + + + ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ + + + + + ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΚΑΤΟΠΙ + + + + ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ + + Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως. Λείψανο από μακριά γυρίζει την κόχη + τον δρόμου. Ψαλμωδίες από μπρος, κι από πίσω σιγανά μυρολόγια. Οι + γειτόνισσες στέκουνται και κοιτάζουνε λυπημένες. + + ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ + +Περμ. (Στο κατώφλι της, σφουγγίζοντας τα μάτια με την ποδιά της). + Αχ, και να είχες μάτια να τα δης αυτά, Κωσταντάκη, που σε + κουβαλούνε, κ' έννοια δεν την έχεις τη ρήμαξη που αφίνεις μέσα + στ' αρχοντικό σου. Ποιός τόλεγε, Πιπινιώ μου, πως σε τρία + φεγγάρια μέσα είτανε γραμμένο να τα φάη το χώμα και τα τρία + ταδέρφια. (Χάνουνται οι ψαλμωδίες και τα μυρολόγια). + +Πιπ. Και που έκαμε μαθές νισάφι ο απόνετος ο χάρος να κάμη και δω. + Πέντε πέντε και δέκα δέκα τους θερίζει μαζί καθεμέρα. Ως και + ταργαστήρια κλείστηκαν πια. Ψυχή πια δε βγαίνει στο δρόμο. + Ρημάχτηκε το χωριό, κι άλλο δεν ακούς παρά μυρολόγια, άλλο δε + βλέπεις παρά ξυλοκρέββατα, και τον Πάτερ Συνέσιο που περπατάει + από μπρος και σιγοψέλνει. Κ' ύστερα από κάθε θάψιμο τρέχει, λέει, + από σπίτι σε σπίτι με την άγια μετάληψη για τους φτωχούς που + ψυχομαχούν. Άγιος είνε, καημένη, και κολαζόμαστε τη βραδινή που + μιλούσε της Αρετούλας. Θυμάσαι; + +Περμ. Και δε θυμάμαι; Και δεν το συλλογίστηκα χίλιες φορές, να μην + τους καταράστηκε τότες, σαν άγιος που είνε; + +Πιπ. Από πού κι ως πού να καταραστή, αθεόφοβη, που είταν ο πρώτος + να πάη στης κερά Δέσπως σα συχωρέθηκε ο Σαράντης! Αγιασμένο + άνθρωπο είχαμε στο χωριό μας, και τώρα το νοιώθουμε, που δε μας + μένει ψυχή να τον προσκυνήση. (Κάνει το σταυρό της). + +Περμ. Τη χάρη του νάχουμε. Δεν πήγε, λέει, με τούτο το λείψανο, + για νάρθη, λέει, να παρηγορήση την κερά Δέσπω, που δε μπορούσε η + δύστυχη να βγη και να δώση στερνό φιλί του παιδιού της. Νά τος + που πρόβαλε κιόλας. Τη χάρη του νάχουμε. + + (Κάνει το σταυρό της). + +Πιπ. Ο Θεός να μας τον πολυχρονίζη, κοίταξε πώς έρχεται με τα + χαμηλωμένα τα μάτια. Πάμε, καημένη, μαζί του και μεις να πούμε + δυο λόγια της καλής μας αρχόντισσας. Είμουνα η πρώτη που πήγα στο + γάμο της κόρης της, πρώτη θα πάγω και στη μεγάλη αυτή τη θλίψη + της. + +Συνέσ. Καλημέρα, χριστιανές μου. Να μην έχετε τίποτις, και σας + βλέπω κλαμμένες; Είστε καλά όλες δω; Να μη χρειάζεστε τίποτις; + (τονέ σιμώνουν οι δυο γειτόνισσες και φιλούνε τα ράσα του). Τι + πάθετε, χριστιανές μου; Να μην ήρθε ο Χάρος στο σπιτικό σας; + +Περμ. Χαριτωμένε μου δάσκαλε, που ν' αγιάσουν τα πεθαμμένα σου, + παρακάλειε και για τα μας τις αμαρτωλές, να γλυτώσουμε από το + θανατικό. + +Πιπ. Ίσια με το μπόγι σου λαμπάδα σου τάζω, χαριτωμένε μου άγιε, + μια και να περάση αυτή η φουρτούνα. + +Συνέσ. Τις λαμπάδες, χριστιανή μου, στους αληθινούς τους άγιους, + που είνε μεγάλη τους η σπλαχνιά. Εμείς οι αμαρτωλοί άλλο δεν + έχουμε να δώσουμε παρά την προσευκή μας και την αγάπη μας σε + τέτοιες μέρες που μας φανερώνει ο Μεγαλοδύναμος την οργή του. + Πήτε μου, είστε καλά; Σας φοβερίζει η αρρώστια; + +Περμ. Δόξα νάχη ο Θεός, ως την ώρα καλά, δάσκαλε. Μα σε κείνο + ταρχοντικό ο Χάρος έκαμε φοβερό πανηγύρι, τάφαγε όλα τα παλικάρια + της Κερά Δέσπως. Ό,τι έβγαλαν του Κωστάκη το λείψανο. Πηγαίνουμε + να την παρηγορέσουμε την κακόσυρτη, πουμένε ολομόναχη σαν την + καλαμιά μες στο ξεροκάμπι. + +Συνέσ. Τα ξέρω, τα ξέρω. Μεγάλη και φοβερή συφορά. Τάλλα δυο + παιδιά της τα συνόδεψα στο στερνό τους ταξίδι, τον Κωσταντή της + δεν πήγε η καρδιά μου να τονέ διαβάσω απατός μου. Κάλλιο, είπα, + στης χαροκαμένης που ζη ακόμα, ίσως και της δώσω στάλα παρηγοριά. + (Φτάνουνε στην πόρτα της Δέσπως). Σταθήτε· μη μπήτε ακόμα εσείς· + ελάτε λίγο κατόπι. Δε θα τα βαστάξη τόσα πρόσωπα δακρισμένα. + Είναι παρηγοριές που βασανίζουν κι από τη λύπη γερότερα. (Μπαίνει + στης Δέσπως). + + + + ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Χαγιάτι της Δέσπως. Η Δέσπω μαυροφορεμένη κάθεται και μυρολογάει. + Η Γαρουφαλιά στέκεται πλάγι της. + + ΔΕΣΠΩ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ + +Δέσπω. Αχ και πάλι αχ! Άλλο από το αχ να πω πια δεν έχω. Σώθηκαν + τα λόγια, κι ο πόνος πληθαίνει. Φουσκώνει ο πόνος, πέλαγο γίνεται + και με πνίγει, βράχος άψυχος έγινα και τα βαστώ τα τόσα του + κύματα, που με δέρνουνε, με δέρνουν, και να με λυώσουνε δε + μπορούν. Τα παιδιά μου τα συνεπήρε η οργή τους, και γω + ορθοστέκουμαι ακόμα και ζω κι ανεσαίνω μέσα στη φοβερή τη + φουρτούνα. + + Αχ, Αρετούλα μου, Αρετούλα! Τι όνειρα να λογιάζης μέσ' απ' το + ξενιτεμένο σου στρώμα! Κι ως τόσο μύριους και μύριους + ζωντανοθαμμένους να ονειρεύεσαι, αρίθμητους πλακωμένους και να + βογκούνε, πάλε δε θα σου παρασταίνουν το βογκητό της καρδιάς μου. + + Αχ Κωσταντάκη μου, Κωσταντάκη! Έφυγες, και πια δε θα ξανάρθης στη + μάννα σου. Έρμη την αφήκες και δίχως παιδί στο πλευρό της. + + Τρέλλα, τρέλλα με πιάνει! Ας έρθη κι ας με πάρ' η τρέλλα στα + τετράνοιχτά της φτερά, κι ας με σύρη στανάθεμα! Σκόρπα τον, + τρέλλα, το νου μου! Μαύρο σύννεφο κάμε τονα, κι ας ξεσπάση να + χύση κατακλυσμό δάκρια πάνω στα μνήματα των παιδιώ μου! + +Γαρουφ. Κερά μου, για χάρη της μονάκριβης κόρης σου, και για την + ψυχή των αγοριώ σου που τα πήρ' ο Θεός κοντά του, μην αφίνης τη + θλίψη να σε παρασέρνη σε τόσο βάθος. Κάμε καρδιά, κερά Δέσπω, και + μην ξεχνάς πόσες μάννες μυρολογάνε μαζί σου αυτές τες μέρες. + +Δέσπω. Όσες μάννες κι αν είνε, ας έρθουν κι ας ανθίζουν τα + φυλλοκάρδια τους. Σαν αστέρια θα φέγγουνε μπροστά στο βαθύ το + σκοτάδι που καταχνιάζει το νου μου. (Μπαίνει ο Συνέσιος). + Δάσκαλε, γλυκέ μου δάσκαλε, που βλέπω το πονετικό πρόσωπό σου, + και πάλε ο σπαραγμός δε μ' αφίνει! Δες τα τά μαύρα μου χάλια, και + σύρε να παρακαλέσης το Θεό να στείλη το Χάρο να με γλυτώση. + +Συνέσ. Ο μεγάλος ο Θεός να σε λυπηθή, κερά Δέσπω. Αυτός μόνος + δύνεται να σε βοηθήση. Τάκουσα πως έμεινες μονάχη, κ' ήρθα να σου + πω πως μονάχη δεν είσαι, πως έχεις πάντα τον Πλάστη μαζί σου. + Εκείνος το ξέρει γιατί μας παίρνει τις πιο αγαπημένες ψυχές μας. + Ίσως για να μας διδάξη την μεγαλήτερη την αγάπη που μας κάνει + παιδιά του. Κερά μου, κοίταξε με μένα τι έχασα. Ήρθε μέρα που την + είχα χαμένη όλη μου τη ζωή. Σίμωσα το Θεό, και μου χάρισε την + αγάπη όλου του κόσμου. Στάλα του δίνω, και με πέλαγο με πλερώνει. + Έχε το Θεό στη καρδιά σου, κερά μου, και θα ταξιωθής το φως που + γυρεύει η τυρρανισμένη ψυχή σου σε τέτοιο σκοτάδι απέραντο. + +Δέσπω. Αχ, μου ζητάς αγιωσύνη, κι άλλη δεν ξέρω από της μάννας την + αγιωσύνη, μήτε άλλο μαρτύριο, μήτε άλλη αγάπη που τέλος δεν έχει. + Στην άκρη του κόσμου μου πήραν την κόρη μου, κ' έρχεται κι ο + Χάρος και μου αρπάζει ταδέρφια της από την αγκαλιά μου, να + μαρτυρήσω, ν' αγιάσω! Φτάνει πια τα μαρτύρια, σώνουν τα βάσανα. + Θάματα, θάματα μου πρέπουνε τώρα. Εσύ, ταγαπημένο παιδί του Θεού + που δείχτεις με τη μεγάλη καρδιά σου τι θησαυρό μας φύλαγε η + μοίρα μας και τον αρνηθήκαμε για τη φοβερή αυτή Κόλαση, που είνε + ο στεναγμός σου θυμίαμα κι ο λόγος σου ψαλμωδία, κάμε κι αυτή τη + [θυσία, βάσταξέ το + κι αυτό το μαρτύριο. Έπαρε τον πόνο που με φλογίζει και κάμε τον + προσευκή στο κελλί σου, και πες του Μεγαλοδύναμου πως είνε άδικο + τόσο βάσανο, πως δεν κλαίγω για τάγιο του θέλημα, κλαίγω που + έφυγαν και μάφησαν τα παιδιά μου δίχως παρηγοριά, δίχως την + Αρετούλα μου. Παρακάλεσε να την ακούσω τη γλυκειά της τη φωνή, να + τα δω τα γλυκά της μάτια, κι ας βγη και μένα η ψυχή μου κατόπι. + (Μπαίνουν οι δυο γειτόνισσες). Τρέξτε και σεις, γειτόνισσες μου, + κι ανάψτε λαμπάδες, τάξτε στους Αγιούς τις έρμες αυτές αρχοντιές + μου, να γίνη το θάμα και νάρθη η Αρετούλα, γιατί πεθαίνω. Πεθαίνω + και σωτηριά πια δεν έχω. Όλα της γης τα φαρμάκια τακρύβ' η + αρρώστια μου. (Γέρνει στην αγκαλιά της Γαρουφαλιάς). + +Συνέσ. Ας βγούμε, χριστιανές μου, κι ας την αφήσουμε μονάχη της, + ίσως και τη σπλαχνιστή ο Θεός και τη φέρη στο νου της. Πάμε να + γονατίσουμε και να προσευκηθούμε. Από το χέρι μας τίποτις άλλο δε + βγαίνει. (Βγαίνει Συνέσιος, Περμαθιώ και Πιπινιώ). + + + + ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Κοιμητήριο της Αγιά Μαρίνας. Νύχτα. + + ΔΕΣΠΩ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ. + +Δέσπω (περπατώντας μονάχη κατά τα μνήματα των παιδιών της). Και + που να βρη μάννα του παιδιού της την πλάκα σε τόσα νιαρόστρωτα + μνήματα και με τέτοιο σκοτάδι! Πλάγι σταδερφάκια του είπα να τονέ + βάλουν, εκείνα θα μου πουν πού είνε ο Κωσταντής μας. Αχ, Σαράντη + μου και Θανάση, άχαρη και κρύα συντροφιά που την έχετ' απόψε! Κι + ως τόσο δεν μπορεί να μην έτριξαν τασάλευτα κόκκαλά σας σαν ήρθε + και πλάγιασε δίπλα σας! Δεν μπορεί να μην το νοιώσατε πως απάνω + στο σπίτι μας είνε τώρα ο τάφος, και μέσα σ' αυτό το χώμα γίνεται + το σκοταδερό το νυχτέρι. + + Παράξενο να μη με πιάνη τρομάρα! Να μην τονέ θολώνη φόβος το νου + μου! Σίδερο, σίδερο μ' έκαμ' ο Χάρος, και μήτε μέσα στη σπηλιά + του δε με τρομάζει ταχόρταγο το θεριό. Και πού να με τρομάξη, που + άλλη ελπίδα δεν έχω! Ψεύτικη ελπίδα κι αυτή! Αν είτανε βλαστάρι + τρυφερό η ζωή μου, ένας του ανασασμός θα με μάραινε, μια του + δρεπανιά θα με θέριζε. Τον παρακαλείς το Χάρο, και δε σε παίρνει. + Τονέ φοβάσαι, σαΐτα γίνεται και σε προφταίνει. + + Να τα τα τρία καντήλια, να το το τρίδιπλο μνήμα. Να το το χώμα + που τα μαυροτρώει τα σπλάχνα μου! Τρίκλωνο δέντρο, που τόρριξε το + ποτάμι και το συνεπήρε, κι αφήκε την άχαρη αυτή ρίζα. + + Μήτε βογκητό δεν ακούγω! μήτε μάννα δε φωνάζουν πια τα χειλάκια + τους! Έχουνε δεν έχουνε μάννα, το ίδιο τους κάνει τώρα. + + Να είνε τάχα φωνή τους η απέραντη αυτή σιωπή; Γίνεται μάννα να + σας μυρολογάη, παιδάκια μου, και σεις ασάλευτα να την αποδέχεστε + την τόση ανεμοζάλη; Γίνεται, Κωσταντή μου, να σε τράβηξε ο Χάρος + σε τέτοια βάθια, που να μην το κλονίζη μήτε ο στεναγμός μου το + ναρκωμένο κορμί σου; Κωσταντή, φρόνιμε Κωσταντή μου! Μίλησέ μου + από τα κατακλείδια της γης και πες μου πως τη νοιώθεις τη ρήμαξή + μου! Πες μου πως δεν το στοχάστηκες αυτό το κακό! Πες μου πως το + θυμάσαι το ταξιμό σου, πως απ' όλο σου το χώμα βαρύτερα σε + πλακώνει αυτό το τάξιμο! Η Αρετούλα μας, Κωσταντή μου, η + Αρετούλα! + + Να την που ήρθε η πίκρα, να τον που ήρθ' ο Χάρος! Έλιωσα και πήγα + στο μυρολόγι, και κόρη δεν έχω να κλάψη μαζί μου, να λαφρύνη τον + πόνο μου που τον αγριεύει η μοναξιά, και λες είνε άνεμος και + φυσομανάει σ' ολομόναχα δάσια. + + Ξύπνησε, Κωσταντάκη μου, και φέρε μου πίσω την Αρετούλα! Το Θεό + και τους Αγιούς του έχεις βαλμένους μαρτύρους. Μήτε του Χάρου η + δύναμη δεν μπορεί ένα τέτοιο τάξιμο να θάψη. Αν πέταξε η ψυχή σου + εκεί που ζωντανού δε φτάνει φωνή, ο πόνος αυτός που με δέρνει ας + γίνη ψυχή σου, να ζωντανέψης και νακούσης το παρακάλιο της μάννας + σου. Έβγα να σου φυσήξω ζωή με τους στεναγμούς μου, να σπαρταρήξ' + η νεκρωμένη καρδιά σου, να φρίξη ο νους σου, πουλί να γίνης + πετάμενο και να φέρης από τα ξένα την αδερφή σου. + + (Φαίνεται ο Συνέσιος από μακριά). + +Συνέσ. (μονάχος του). Σα να μ' έστειλε ο Θεός και τη βρίσκω τη + δύστυχη στην τρομερή αυτή μοναξιά. + +Δέσπω. Μήτε βογκητό μήτε στεναγμός δεν ανεβαίνει από το μαύρο το + χώμα. Έρμη, έρμη έμεινα πια στον κόσμο! Ας σύρω και ας ρίξω στον + γκρεμνό το κορμί μου, τα όρνια να το φαν και να πετάξουνε στα + ξένα να της πουν της Αρετούλας ταμέτρητα βάσανά μου. (Ξεκινάει). + +Συνέσ. (μονάχος του). Να της μιλήσω, θα την παρατρομάξω, κ' είνε ο + νους της φαρφουρί πυρωμένο που ταγγίζεις και σκάνει. Ας την + ακολουθήσω, ίσως και χρειαστή βοήθεια στο δρόμο της. (Ακολουθάει + τη Δέσπω και βγαίνουν). + + + + ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. Σκουντάει την πλάκα και βγαίνει ο Κωσταντής + βουρκολακιασμένος. + +Κωστ. Τανάθεμα με σήκωσε από το βαθύ μου τον ύπνο· Τέτοιο ανάθεμα + ποιος τάφος να το βαστάξη! Βουνό να κατρακυλήσης απάνω του, και + πάλε ξεσπάνει ο τάφος και ξαναφέρνει στον κόσμο μια λάκερη + κόλαση. + + Φωνή τρομερή με ζωντάνεψε, αν είνε ζωή αυτός, του θανάτου ο + θάνατος. Την άκουγα τη φωνή της, και γύρευα να ξεσκίσω την + παγωμένη μου σάρκα, να τα τραβήξω σύρριζα τα μισοχυμένα μαλλιά + μου. Και καθώς πολεμούσα να σαλέψω, ν' απλώσω τα χέρια, ν' ανοίξω + το στόμα, και να φωνάξω πως τακούγω τα σπαραχτικά της τα λόγια, + κατέβαιναν άλλα λόγια πιο τρομερώτερα και ταποσβόλωναν το κορμί + μου. Αγκομαχούσε μέσα μου απέραντος πόνος, κι ως τόσο βογκητό δεν + έβγαινε να της πη πως φτάνει, φτάνει ο απελπισμένος θρήνος, γιατί + σηκώνετ' ο γιος της να της ξαναφέρη την Αρετούλα, που την πήρ' + από πλάγι της και από 'να Χάρο πιο άκαρδα. + + Τάκουσα κατόπι το μυρολόγι που διάβαινε κ' έφευγε σαν ανέμου + βουητό. Δράκο μ' έκαμε τότες ο πόνος, και το ξετίναξα το λιθάρι + και ξαναπρόβαλα στον απάνω κόσμο. + + Σα να τρεμουλιάζουν ταστέρια στην όψη μου. Σα να μουχλιάζη ταγέρι + τριγύρω μου. Σβύνουν τα καντήλια και σωπαίνουν οι τρουξαλλίδες. + Από το κορμί μου σκορπιέται φαρμακωμένη κρυάδα που τάφος δεν τηνέ + γνώρισε. Πώς να με δη, να με σιμώση, και να μη ξαφνιστή ταθώο το + πλάσμα, που του είχα και γω μια αγάπη, κι ας είταν αγάπη που + ρημάζει καρδιές! + + Κι αν πάλι την κρύψω την κόλαση που μέσα μου βράζει, μα τα + λιβάνια που μυρίζουν ακόμα, ταραχνιασμένο το πρόσωπο, τα σβυσμένα + τα μάτια, τα χωματιασμένα τα σάβανα — ποιος μάγος θα μου τα + κρύψη! + + Εσύ, μαύρη νύχτα, θα με σκεπάσης. Εσείς ανέμοι, θα μου δώστε τα + φτερά σας, και σεις, σύννεφα, το σκοτάδι σας. (Χάνεται μέσα σε + σύννεφα). + + + + ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως. + + ΣΥΝΕΣΙΟΣ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ + +Συνέσ. (Βγαίνει από την πόρτα της Δέσπως με φανάρι στο χέρι). + Έχετε το νου σας, καλές μου, στη χαροκαμένη την αρχόντισσα. Την + αφήκα με τη Γαρουφαλιά, αφού την καθησύχασα με δυο λόγια, κ' + ελπίζω πως δε θα της ξανάρθη το φρένιασμα της απελπισιάς. Έτρεχα + με τρομάρα κατόπι της, σα βγήκε από το κοιμητήριο, και να την + προφτάξω δεν είχα δύναμη. Ο Θεός με φώτισε και πήρα το μονοπάτι + και βρέθηκα ομπροστά της τη στιγμή που χύμιζε όξω φρενών κατά τον + γκρεμνό. Την έφερα πίσω, και της έταξα πως ολονυχτής θα + προσεύκουμαι για νάρθη πίσω η κόρη της. Η προσευκή μου, + χριστιανές μου, πρέπει να γίνη ταξίδι. Άλλος δε μένει να τη φέρη + την ταλαίπωρη κόρη από τέτοια μακρινή ξενιτειά. Πηγαίνω ατός μου, + κ' αφίνω την τύχη της μάννας στα χέρια του Παντοδύναμου. Αχ, και + νάρθη, και τι να βρη! Ολοτρόγυρα θάνατο και τη μάννα της + σαλεμένη! + +Πιπ. (της Περμαθιώς). Δε σου τάλεγα πως σάλεψε ο νους της; (Στο + Συνέσιο). Ο Χριστός κ' οι Αγιοί μαζί σου, μεγαλόχαρή μου ψυχή, + που τέλος δεν έχει η καλωσύνη σου. + +Συνέσ. (μονάχος του πηγαίνοντας). Κι α δε με είχε δυναμωμένο η + άγια μας η πίστη, α δε με είχαν καμωμένο πέτρα του κόσμου οι + συφορές, θάλεγα κάλλιο στο μνήμα και γω, παρά να την ξαναδώ ξένη, + σε ξένα χέρια, και να την ποτίζω τέτοια φαρμάκια. (Φεύγει). + +Περμ. Πάει να μας δείξη πάλι την αγιωσύνη του. Πολεμάει να γλυτώση + την αρχόντισσα, μα πού να προφτάξη, που θέλει μέρες και μέρες να + πάη και νάρθη! . . Ανατριχιάζω, καημένη, και δε συμμαζεύουμαι από + την τρεμούλα. Και τέτοιο σκοτάδι! Φέρ' ένα φανάρι από μέσα να + καθίσουμε στο κατώφλι αυτουδά! Α μας χρειαστούνε, η Γαρουφαλιά + θανοίξη το παραθύρι και θα φωνάξη. Πού ύπνος πια τέτοιες ώρες! + +Πιπ. (φέρνει φανάρι και καθίζουν). Τι παράξενη νύχτα και τι κρύο + σκοτάδι, σα να γερνούνε στον αέρα φαντάσματα. Ας κάμουμε το + σταυρό μας κι ας μείνουμε δω καμμιάν ώρα, ώσπου να λαλήξη κι ο + πετεινός. + +Περμ. Να πάη, λέει, ολομόναχη στο κοιμητήριο και να μυρολογάη + απάνω από τα παιδιά της, κ' ύστερα να γυρεύη να γκρεμιστή! Κι ας + την πάνε στο Μοναστήρι μια και καλή την κακόσυρτη, νάχουν την + έννοια της οι καλόγριες. + +Πιπ. Στάσου — άκουσες τίποτις από κει μεριά; Είδες τίποτις; + +Περμ. Άμε στο καλό και συ που είσαι απατή σου για το Μοναστήρι. Τι + νακούσω και τι να δω! + +Πιπ. Καλέ κοίτα εκειδά κατά το μεγάλο το δρόμο! Δε βλέπεις εκεί + μια φωτερή καταχνιά, και μέσα της ένας καβαλλάρης με γυναίκα στο + πλάγι του; Σα μαύρος ίσκιος περνάει τις ιτιές κ' έρχεται κατά το + χωριό. Κ' έρχεται μαζί του κ' η καταχνιά σα σύννεφο που το φυσούν + οι ανέμοι. Σήκω, καημένη, και πάμε μέσα να προσκυνήσουμε. Ο Χάρος + πρέπει να είνε και μαζεύει πάλι διαβάτες για τον άλλο τον κόσμο. + (Σηκώνεται και μπαίνουνε στο σπίτι της Πιπινιώς). + +Περμ. (σκύβοντας από την πόρτα). Τίποτις δε βλέπω, και του κάκου + με τρόμαξες. Τι να είνε, ως τόσο οι θεοσκότεινες αυτές οι ραβδιές + που τινάζουνται από πάνω κι ίσια στο δρόμο μας πέφτουν! Πάμε, + καημένη, να κάνουμε μετάνοιες και να θεμιάσουμε, η χάρη της + Παναγιάς να μας φυλάη κι αυτή τη νύχτα. (Μπαίνει και μανταλώνει + την πόρτα). + + + + ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ + + + + Η ίδια. + + Η Αρετούλα φαίνεται στο βάθος τον δρόμου μονάχη της με μαλλιά + ξέπλεκα κι αμελημένα φορέματα. + + ΑΡΕΤOΥΛΑ, ύστερα ΔΕΣΠΩ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ + +Αρετ. Όνειρο πρέπει να είνε, κι ως τόσο ψέμα δεν είνε! Να τος ο + δρόμος μας, να την του σπιτιού μας η θύρα! Τι θα πης, μαννούλα + μου, να με δης άξαφνα μπροστά σου με τέτοια τρομάρα στο πρόσωπο! + Μ' άφησε ο Κωσταντής ολομόναχη, ότι σιμώσαμε το χωριό, ότι + ακούσαμε μια φωνή που σιγοδιάβαζε μέσα στο Κοιμητήριο, και χάθηκε + από μπρος μου μαζί με το φρενιασμένο τάλογο που περνούσε θάλασσες + και βουνά. Γίνεται να μην είνε όνειρα όλα αυτά; Είμουνα στο + σπιτάκι μου απόψε. Έλειπε ο καλός μου, που θα γυρίση ο δύστυχος + και σαν παιδί θα με κράζη και δε θα με βρίσκη! Όχι, όχι· δε + γίνεται. Όνειρο είνε. Και μέσα στόνειρο, άλλο ένα, που τανιστορώ + κι αγριεύω σαν αυτή τη δύστροπη νύχτα. Καθούμουνα μονάχη στο + παράθυρο. Έρχετ' άξαφνα ο Κωσταντής, και με χαιρετάει από μακριά + και μου λέει «Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει».— + «Αλλοίμον' αδερφάκι μου» του κράζω «και τι νε τούτ' η ώρα! Ανίσως + κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου Κι αν είνε πίκρα, πες μου + το, νάρθω καταπώς είμαι». Και μου λέει «Έλα καταπώς είσαι» . Κι + ανεβαίνω μαζί του τάγριο τάλογο, και σύραμε σα σύννεφα κ' ήρθαμε. + Και διαβαίνοντας από τις ιτιές εκεί κάτω, ξυπνούν τα πουλιά και + μιλάνε μ' ανθρώπινη λαλιά και φωνάζουν «Ποιός είδε κόρην όμορφη + να σέρνη πεθαμμένος!» — «Ακούς» του κάνω «Κωσταντή, τι λένε τα + πουλάκια;» — «Πουλάκια 'νε» μου ξαναλέει «πουλάκια 'νε κι ας + λένε.» — «Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου» του κράζω τρομασμένα + «φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις». — «Εχτές + βραδύς επήγαμε» μου λέει «στον Άη Γιάννη, και θέμιασέ μας ο παπάς + με περισσό λιβάνι». Και λέγοντάς μου τέτοια λόγια με κατεβάζει + αντικρύ στην Αγιά Μαρίνα, και χάνεται σαν ίσκιωμα από μπρος μου! + + Ανέβηκα το χωριό τρέμοντας ολομόναχη μέσα στα σκοτεινά. . . + Όνειρο μέσα στόνειρο πρέπει να είταν! Ως τόσο να τον ο δρόμος + μας! Να την η θύρα μας! Μισοφέγγει ένα παράθυρο και το βλέπω το + σπίτι μας. Το βλέπω, και να φωνάξω δε μπορώ να μου ανοίξουν .... + Τουρτουρίζουν τα δόντια μου! Σύγκρυα με περέχυσε ο βλογημένος ο + Κωσταντής! Πάγος μονάχος το κορμί του! . . . Όνειρο μαύρο και + φοβερό! . . . Τον ονειρεύτηκα _πεθαμμένο_ τον Κωσταντή! . . . Κι + ακόμα όνειρο βλέπω, και θαρρώ πως πεθαίνω τώρα και γω! . . Αχ, + και να μπορούσα να ξυπνήσω και να γλυτώσω! Να δω τον ακριβό μου + στο πλάγι μου και να λαφρωθώ, να ξαναξυπνήσω, να είμαι πάλι στον + κόσμο! . . Ως τόσο να την η πόρτα μας! Να το τό σπίτι! Ο + Κωσταντής μου το είπε καθάρια πως η μάννα με θέλει. . . Τι να με + θέλη τέτοια ώρα παράξενη! . . . + Τι να είνε αυτό το κακό που ζητάει να με θανατώση πρι να το μάθω! + . . . Φοβερό κι ατέλειωτο όνειρο! . . . . Να φωνάξω, να ξυπνήσω, + να γλυτώσω από το βάσανο, να κράξω τη μάννα να με ξυπνήση και να + με σώση. . . (φωνάζει) Μαννούλα, μαννούλα, ξύπνα με, και πεθαίνω! + Ο Κωσταντής μας είναι που μ' έρριξε μέσα σ' αυτή την κρύα την + καταχνιά, που πάει να με πνίξη. Ξύπνα με, μάννα, να ξαναβρεθώ στο + σπιτάκι μου! Ο ακριβός μου, ο ακριβός μου! Θα λωλαθή, να το μάθη + πως πέθανα! Πέθανα, μαννούλα, και ξύπνα με! + + (Πέφτει κοντά στην πόρτα). + +Γαρουφ. Είτανε γυναικήσιες φωνές. + +Δέσπω. Ο Χάρος έχει πάλι βαλμένο το μαύρο του χέρι. Παιδιά δε μου + μένουνε να του δώσω, ανοίξτε του να μπη και να πάρη εμένα. + (Σκύβει η Γαρουφαλιά κ' οι δυο γειτόνισσες με τα φανάρια, και + βλέπουν την Αρετούλα). + +Αρετ. (με μισοπνιγμένη φωνή). Πεθαίνω, πεθαίνω, μαννούλα! + +Δέσπω. Αρετούλα μου! (Πέφτει απάνω της, και πεθαίνουν κ' οι δυο + τους). + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA + + Σελ. +Πρόλογος .......................... 9 +Η Μαζώχτρα ....................... 23 +Καλλίτσα ........................ 111 +Μαριγή .......................... 132 +Τόμορφο το χωριό ................ 143 +Χαρά ανίκητη .................... 157 +Ο Καπετάν Σταμάτης ο Πολίτης .... 165 +Ο θάνατος του Τραμουντάνα ....... 171 +Η λαχτάρα του Γέρο Ανέστη ....... 178 +Ο Βουρκόλακας ................... 185 + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΝΟΥΡΗ + +1900 — 2845 + + + +ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ +Νησιώτικες Ιστορίες ..... Δρ. 2. +Φυλλάδες τον Γεροδήμου ...» 2.50 + + +Δραχ. 3. + + + +Τυπογραφείο "Εστία„ Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη 2345. + +*** + +1) Τα πιώτερα της Ιστορίας αυτής είνε παρμένα από τα Ταξίδια του +Pashley, Τόμ. Α' 301/303, και Τόμ. Β' 160/174: είνε δηλαδή +αληθινά, καθώς και πολλά της «Μαζώχτρας». Κ' έτσι βγαίνει σωστή η +αγγλική η παροιμία, πως «η αλήθεια είνε κι από το παραμύθι πιο +παράξενη». + +2) Αληθινή κι αυτής της ιστορίας η ουσία. (Mendelsson Bartholdy, +ιστορ. Ελλ. Επαν. Α'. Τόμος, Ε'. Βιβλίο). + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Gatherer and Other Stories, by +Argyris Eftaliotis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE GATHERER AND OTHER STORIES *** + +***** This file should be named 33577-0.txt or 33577-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/3/5/7/33577/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/33577-0.zip b/33577-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..c6c201d --- /dev/null +++ b/33577-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..3ed845c --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #33577 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33577) |
