summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--33577-0.txt6596
-rw-r--r--33577-0.zipbin0 -> 149868 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6612 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/33577-0.txt b/33577-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..9009640
--- /dev/null
+++ b/33577-0.txt
@@ -0,0 +1,6596 @@
+Project Gutenberg's The Gatherer and Other Stories, by Argyris Eftaliotis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Gatherer and Other Stories
+ The Vampire-Drama
+
+Author: Argyris Eftaliotis
+
+Release Date: August 29, 2010 [EBook #33577]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE GATHERER AND OTHER STORIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic,
+otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words
+are included in &, while words in italics are included in _.
+Footnotes have been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με πλάγιους
+χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο
+τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+
+ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ
+
+
+
+Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ
+ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
+
+Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ
+ΔΡΑΜΑ
+
+
+ΑΘΗΝΑ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
+
+1900
+
+
+
+Αγαπητέ μου Αλέξαντρε,
+
+Αυτό το βιβλιαράκι είνε δικό σου. Το γιατί φανερώνεται από της
+"Μαζώχτρας„ τον πρόλογο. Να μ' αφήσης λοιπό να σου το προσφέρω·
+μικρό πράμα, θα πης, με μεγάλη όμως πονεσιά δουλεμένο.
+
+Μαζί με τη "Μαζώχτρα„ σούβαλα και μερικά άλλα παραμυθάκια, Κρητικά
+και Νησιώτικα. Στο τέλος θα βρης κ' ένα έργο δραματικό που το
+καταπιάστηκα χρόνια τώρα, και για να κάμω του Δροσίνη μας το
+χατίρι, ίσως όμως και για να δείξω πως είμαι κ' εγώ Ρωμιός, με τη
+Ρωμαίικη την πετριά της "πολυτεχνωσύνης„.
+
+Θα πης την είχε κι ο Γιαννίρης, ο μεγαλοπίχερος ο Γιαννίρης, τη
+Ρωμαίικη αυτή την πετριά. Εκείνος όμως τάβγαζε πέρα και με μια
+δύναμη που μας δείχνει τύπο Ρωμιού όχι τωρινού, παρά του Ρωμιού
+που θα μας έρθη με τον καιρό.
+
+Ο τωρινός ο Ρωμιός — τον ξέρεις κι από μένα καλλίτερα· τόσο
+καλλίτερα, που καταντάει από λόγου σου να τον έχω κ' εγώ
+σπουδασμένο. — Δεν είνε κάστρο φιλολογικό που δε βάλθηκε να το
+πάρη, από τη στιγμή που έπιασε κοντύλι στο χέρι του. Μη βλέπης πως
+απότυχε — αυτό είνε άλλος λόγος, άλλη μελέτη. Η όρεξη και το
+θάρρος δεν τούλειψε. Αυτό να βλέπουμε. Παλληκάρι σωστό. Τόχει το
+αίμα του, τι τα θες. Ορίστε γιατί το είπα και το ξαναλέγω πως
+μπορεί νάρθη μέρα που να μας παίρνη σταλήθεια τέτοια κάστρα ο
+Ρωμιός, και να γίνεται Γιαννίρης. Θα το δη — δε γίνεται — πως για
+να κάμη την όρεξή του πρέπει να δουλέψη, να σπάση το κεφάλι του,
+να φέρη τάξη μέσα στανακατεμένο μυαλό του, να ρίξη λίγο νερό απάνω
+στην κορωμένη του φαντασία, και το πιο σπουδαιότερο απ' όλα, να
+μιμάται όχι τους ξένους, παρά τον εαυτό του. Ας τον αφίνουμε το
+λοιπό να παίρνη το δρόμο του· κάτι θα μας φτειάξη μια μέρα.
+
+Αυτό λοιπό δεν είνε και πολύ μεγάλο κακό. Το μεγάλο το κακό είνε
+που οι άλλοι οι Ρωμιοί που δεν πιάνουνε κοντύλι, δεν πιάνουνε μήτε
+βιβλίο στο χέρι τους!
+
+Δε μιλώ για κείνους που μελετούνε, μήτε για κείνους που το
+θαρρούνε χρέος τους να διαβάσουνε μερικά βιβλία, μάλιστα ξενικά,
+και τέλος μήτε για όσους τους αρέσει να διαβάζουν κάποτες για να
+σκοτώνουνε λίγον καιρό και μ' αυτόν τον τρόπο. Μα εννοώ το
+διάβασμα το συστηματικό, ταναπόφευγο, το φυσικό εκείνο το κόλλημα
+της ψυχής με το βιβλίο που βλέπουμε μέσα στο Λαό που μας φιλοξενεί
+και τους δυο μας, και καταντάει πια να θρέφεται ο νους τους
+διαβάζοντας καθώς το κορμί τους ανασαίνοντας ή τρώγοντας, που το
+γυρεύει, ταπαιτεί, το κυνηγάει η ψυχή τους. Αυτό λοιπόν το
+διάβασμα ο Ρωμιός μήτε το λαχτάρησε ακόμα, μήτε τονειρεύτηκε. Ίσως
+επειδή όσα τούγραφαν ως προ μερικά χρόνια δεν κατεβαίνανε στην
+ψυχή του, δεν περνούσανε μέσα στο αίμα του, δεν τον έθρεφαν, κ'
+έτσι έμεινε σα ραχιτικός. Ίσως είνε κι άλλοι λόγοι, που τους
+ταιριάζει ξέχωρη μελέτη. Η αλήθεια είνε πως το κακό υπάρχει.
+
+Τι να ελπίζη τώρα ο δύστυχος ο συγραφέας και τι να περιμένη από
+τέτοια κατάσταση! Κι αυτό που κάμνει ηρωισμός είνε. Ο Dr Johnson
+έλεγε πως όποιος δε γράφει με σκοπό να κερδίση χρήματα, είνε για
+δέσιμο. Κ' επειδή ο Dr Johnson ανοησίες δεν έλεγε, συχνά το
+συλλογίστηκα μήπως όλοι εμείς που γράφουμε χάρισμα, και για κόσμο
+που δε διαβάζει, μήπως δεν τάχουμε χαμένα και μεις.
+
+Να δης όμως πως "έχει τη μέθοδό της κι αυτή η τρέλλα„. Πρώτο που
+δε γράφουμε για τους ηλικιωμένους (αυτοί δε θαλλάξουνε — ξέγραψέ
+τους), παρά για τους νέους. Κ' ένας νέος μέσα στους χίλιους να μας
+διαβάση, να μας νοιώση και να μας πονέση, κέρδος κι αυτό. Ορίστε
+λοιπόν που έχουμε ένα κ έ ρ δ ο ς.
+
+Και κέρδος υλικό μάλιστα. — Μικρό πράμα δεν είνε να μεγαλώσουνε
+μερικά Ρωμιόπουλα με την ιδέα πως στραβά τους τα μαθαίνανε στο
+Σκολειό, και πως αυτοί τα παιδιά τους θα τα βάλουνε να μάθουν τρία
+τέσσερα πράματα μόνο· Πραχτικές γνώσες, την Αλήθεια, τα Ρωμαίικα,
+και το Διάβασμα· και πως όλα τάλλα για τα παιδιά του Λαού είνε
+χασομέρι. Σημαντική αμέσως οικονομία από τουλάχιστο τρία χρόνια,
+που χάνουνται τώρα με τα δασκαλήσια μας τα συστήματα. Τρία χρόνια,
+τόσα Ρωμιόπουλα, προς τόσα το χρόνο, λογάριασέ τα και κάμε τα τώρα
+δραχμές. Κερδίζουμε, βλέπεις, και μεις, μόνο που τα κέρδη τα
+καταθέτουμε μέσα σε Ταμεία που ονομάζουνται Μέλλοντα. Κι α μας
+διαβάζη σήμερα ένα Ρωμιόπουλο, όχι στα χίλια, παρά και στις δέκα
+χιλιάδες, ας μην το ξεχνούμε πως τους κατοπινούς μας θα τους
+διαβάζη η Ρωμιοσύνη όλη με τον καιρό.
+
+Έτσι πρόκοψαν όλες οι αλήθειες ως την ώρα, κι ας μη
+στενοχωριούμαστε που δε δουλεύει ο φυσικός ο νόμος πιο γλήγορα για
+τα μας.
+
+ Πάντα δικός σου
+ ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
+
+
+
+Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ
+
+ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
+
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+ — Την ώρα δεν έβλεπα νάρθης, να μου τα πης, λέγω του φίλου μου
+τις προάλλες, ό τι μεταγύρισε από πεταχτό ταξίδι ως την Κρήτη
+
+ — Μην το θαρρής δα πως είνε κ' εύκολο να τα περιγράφω, μάλιστα
+καταπώς τόκαμ' αυτό το ταξίδι. Μήτε μολύβι, μήτε χαρτί. Έτσι, με
+τα μάτια και με το νου, αρπαχτά — απολογιέται ο λιοκαμένος μου
+φίλος.
+
+ — Και τι καλλίτερο; ζωντανά πράματα· τα γραμμένα τα βρίσκουμε κι
+απ' αλλού. Να μου τα πης όμως με το νυ και με το σίγμα. Έτσι, να
+θαρρέψω πως ταξιδεύω κ' εγώ στην Κρήτη.
+
+ — Αυτό να το βγάλης από το νου σου· αδύνατο. Ο μεγαλήτερος ο
+τεχνίτης ένα πράμα ξέρει και παρασταίνει με τρόπο που χωρεί στο
+νου σου καταπώς είνε — τον άνθρωπο και τανθρώπινα. Τάλλα, ταπέξω,
+τοποθεσίες και θέες, ό,τι θέλει ας κάμη, πλανερά θα τα παραστήση.
+Όχι πως δεν τάχει αυτός αληθινά εικονισμένα μέσ' στο δικό του το
+νου· αυτός τα φυλάει μια μορφιά στοιβασμένα. Η δική σου όμως η
+φαντασία, μια και ταποδεχτή στα φτερούγια της, παίρνει δρόμο και
+τα κολνάει όπου της κατέβη. Μήτε όπου της κατέβη, παρά όπου το
+μνημονικό σου τηνε φυσήξη. Ας καθίσω τώρα εγώ κι ας σου παραστήσω,
+να πούμε, την Κάντανο. Θα ξυπνήσουνε μέσα σου μύριες παλιές σκηνές
+ανάλογες, θαρπάξη η φαντασία σου μια ή και πιώτερες, και θα σου
+σκαρώση μιαν Κάντανο, που να τηνε δης την αληθινή καμιά μέρα, θα
+γελάς με τη ψεύτικη την εικόνα που είχες παρμένη από τον τεχνίτη
+σου. Για δαύτο κι ο τεχνίτης, ξέροντάς το αυτό που σου λέω, τι
+κάμνει; Όλο ανάλογα ξετρυπώνει και βρίσκει, να σου παραστήση με
+κάποια αλήθεια το τι δεν είδες. Όλο εικόνες και σύγκρισες.
+
+ — Απελπισιά το λοιπόν! Κάνω του φίλου μου. Κι ως τόσο δε μ'
+έπεισες. Ο καλός ο τεχνίτης ποτές δε σφάλλει. Δεν πάω να πω πως
+δεν είσαι καλός τεχνίτης· μια όμως κι ανέβασες το ζήτημα στ'
+αψηλά, πρέπει να σου αποδείξω πως λαθεύεις. Κοίταξε τον Όμηρο —
+
+ — Γεια σου, τον Όμηρο, αντισκόβει ο φίλος. Πού και πότε είνε
+μεγάλος ο πατέρας της τέχνης κι αληθινός; Όταν ιστορή ανθρώπινες
+πράξες κι ανθρώπινους λογισμούς. Σε κάμνει και τα νοιώθεις
+κατάβαθα κι αυτά και ταπόκρυφά τους τα ελατήρια. Γίνεται η ψυχή
+σου ένα μαζί τους. Σε συνεπαίρνει μ' αυτόν τον τρόπο κι ο Όμηρος
+κι ο Σαιξπήρος κι όλοι τους, επειδή μέσ' από τα φυλλοκάρδια σου το
+παίρνουν το υλικό τους. Την ψυχή σου ιστορούνε. Πάρε όμως δυο
+καλούς ζουγράφους· φαντάσου πως δε διάβασαν ποτές τους μήτ' Όμηρο
+μήτε Ντάντε. Βάλ' τους να διαβάσουν. Κλείσ' τους έπειτα μέσα σε
+ξέχωρες κάμαρες, και πες τους να ζουγραφίσουν, ας πούμε το νησί
+της Καλυψώς κ' έναν κύκλο της Κόλασης, καταπώς τα παράλαβαν από
+τον Όμηρο κι από τον Ντάντε. Πάρ' τις εικόνες τους ύστερα και κάμε
+σύγκριση —
+
+ — Κατάλαβα, του είπα, πρέπει να πάω και γω στην Κρήτη και να τα
+δω. Κρίμας τη λαχτάρα που σ' απάντεχα τόσον καιρό να τακούσω.
+
+ — Να σου πω τι θα κάμω, αποκρίνεται ο φίλος με χαμόγελο
+παρηγορητικό, θα σου περιγράψω άκρες μέσες ό,τι μου πέση εύκολο,
+αφού και τεχνίτης δε λέγω πως είμαι. Να μη γεμίσω και το νου σου
+ψεύτικες ζουγραφιές. Έπειτα θα σου διηγηθώ ένα πολύ περίεργο
+ιστορικό που τάκουσα εκεί κάτω, και που ίσως σου παραστήση μιαν
+όψη της Κρητικής της ζωής.
+
+ — Λαμπρά. Και σε τι γλώσσα, να πούμε;
+
+ — Σε τι γλώσσα; Να, σ' αυτή τη γλώσσα που σου μιλώ. Αγκαλά
+εκείνος που μου τα δηγήθηκε — ένας δικηγόρος σπουδασμένος, αν
+αγαπάς, στην Αθήνα, — παράχωνε κάπου και μερικές φρασούλες της
+καθαρεύουσας, σαν ξένος που είμουνα, βλέπεις.
+
+ — Λοιπόν όχι στο Κρητικό το ιδίωμα!
+
+ — Άλλο πάλε αυτό! Κ' ήθελες τάχα να τη χάψω μέσα σε δέκα μέρες τη
+γλώσσα τους; Το πολύ, να σου πω μερικές λέξες. Να! Σαν τουφεκίσουν
+κανένα, λεν πως του "παίξανε μια μπαλλοτέ„.
+
+ — "Μπαρουθιά„ τόξερα γω. Έτσι τόλεγαν οι Σφακιανοί μια φορά.
+Πήγες και στα Σφακιά;
+
+ — Δεν μπόρεσα ως εκεί. Άλλη ιστορία.
+
+ — Του κάκου· μαζί να ξαναπάμε· ν' ανεβούμε τότε και στα Σφακιά,
+ν' ακούσουμε και τα χαριτωμένα τραγούδια τους, αφού οι
+"μπαρουθιές„ τους παν πια και πάνε, δόξα νάχη ο Θεός.! Το θυμάσαι
+το λιανοτράγουδο;
+
+ Το κυπαρίσσι ρέγουμαι, το μυρισμένο ξύρο,
+ Οπού σου μοιάζει, μάθια μου, στο μάκρος και στο ψήρο.
+
+ — Καθώς βλέπω, δουλειά δε θα κάμουμε, λέει ο φίλος ανυπόμονα.
+
+ — Τώρα κι ομπρός λοιπόν, του απαντώ, εγώ σωπαίνω και συ λαλείς.
+
+Κι αρχίζει ο φίλος.
+
+ — Από τα Χανιά ξεκινήσαμε με μουλάρια, ο αγωγιάτης — ένας ως εκεί
+απάνω — κ' εγώ.
+
+Είχαμε γράμματα για τον Πέτρο το Μελουδάκη, νομικό στην Αγιά
+Ειρήνη. Μήτε τουφέκι, μήτε μαχαίρι, μήτε ραβδί μαζί μας δεν
+πήραμε. Κάμποσοι Οθωμανοί στα ξώχωρα, κ' είχαν πιασμένες τις
+κοντορραχούλες, με τα τουφέκια στον ώμο. Κατέβηκ' ένας τους, μου
+ζήτησε καπνό, τούδωκα μερικά τσιγάρα, τέλειωσε. Παρακείθε, μήτε
+ψυχή Οθωμανός. Πήραμε τα μονοπάτια, αρχίσαμε τανέβασμα, και το
+πρώτο πράμα πούπιασε το μάτι μου, εξόν από τις φυσικές ομορφιές,
+κι αυτές τις αφίνουμε, είταν η ρήμαξη κ' η καταστροφή. Ελιές
+σύρριζα κομμένες, ή και καμένες, κι ακόμα παραμέσα· όπου χωριό και
+χαλάσματα. Λυπητερό θέαμα! Τάβλεπες τα καημένα τα παραβλάσταρα κι
+ανάβλεπαν τρυφερά κι ολόχυμα, σα να το είχε βάλει πείσμα η φύση να
+τη σκεπάση την ανθρώπινη τη βαρβαρωσύνη.
+
+Γης Μαδιάμ ο Παράδεισος εκείνος! Κ' οι κάτοικοί του, οι
+αγγελόκορμοι εκείνοι οι λεβέντηδες, δίχως νόμο, δίχως τρόπο, δίχως
+Κυβέρνηση, κι ως τόσο ησυχία παντού, παντού ειρήνη κι απαντεχιά.
+Ως και στις χλωρασιές απάνω τάβλεπες τα πρόβατα κ' έβοσκαν
+αναπαμένα κι αυτά, σα να μην έτυχε τίποτις. Το τουφέκι ως τόσο
+πάντα στον ώμο.! Πού να ταφήση Κρητικός το τουφέκι, που με δαύτο
+γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αν είνε πράμα που να τους συμπονάει
+άνθρωπος τώρα που βλέπουν οι δύστυχοι χαραυγή άσπρης μέρας, είνε
+που δε θα κρέμεται πια το Μαρτίνι κι ο Γκρας πίσω από τον ώμο
+τους.
+
+ — Και σε ποιο χωριό πρωτοσταθήκατε;
+
+ — Στ' Αλικιανού. Το θυμάσαι το μέρος από τα προπερσινά. Εκεί σαν
+πας, θα δης ασυνήθιστο πράμα· να τρέχη το ποτάμι μαβύ σαν τη
+θάλασσα. Είνε εξαιτίας που κατεβάζει από τα βουνά τριγύρω και
+στρώνει κάτω μολυβιά χαλίκια σκιστόπετρα.
+
+Τώρα κι ομπρός αρχίζαμε κι ανεβαίναμε στα γερά. Σταματήσαμε και
+κονέψαμε στους δοξασμένους τους Λάκκους. Ξέρεις πως οι Λακκιώτες —
+
+ — Τα ξέρω, τα ξέρω· από το δωδέκατο τον αιώνα μάλιστα. Άλλες
+ιστορίες αυτές.
+
+ — Ταφίνουμε λοιπόν και σκαλώνουμε παραπάνω, κατά τον Ομαλό.
+Απλάδα κι αυτή περιξακουστή, ως τρεις χιλιάδες πόδια του ύψου,
+τέσσερα μίλια φάρδος, και πέντ' έξη μάκρος, και τα βουνά
+ολοτρόγυρα ακόμη πιο απόψηλα και πιο περήφανα. Αν έχης όρεξη να
+σταθής και να κοιτάξης πίσωθέ σου καθώς ζυγώνεις τον Ομαλό,
+θαγναντέψης το πέλαγο, τακρωτήρι, τον Κάβο — Σπάδα — όλα
+ξετυλίγουνται στα μακριά σα "ζουγραφισμένα„, που λέει ο κόσμος.
+Στον Ομαλό απάνω ανταμώσαμε και τον αρχηγό το Χατζημιχάλη μέσα στα
+βουνήσια φωλιάσματά του. Τώρα χτίζει έναν πύργο εκεί, να πηγαίνη,
+λέει, ο κόσμος και να πέρνη αγέρι. Μας κέρασε μαστίχα ο
+χρυσόκαρδος ο καπετάνος, μας έκοψε καρπούζι, μας έφερε και
+καρύδια. Τάσπανε τα καρύδια με τα σιδερένια του δόντια ο
+καλότυχος, που λεγες κ' είταν παξιμαδάκια. Χαμογέλασε και μου είπε
+με τη βροντερή του φωνή πως φόβο δεν έχει, σαν άκουσε πως φοβήθηκα
+μην τύχη και σπάση τα δόντια του.
+
+Τάλλο το κόνεμά μας είτανε στην Αγιά Ειρήνη, από την παρακείθε
+πλαγιά του βουνού, δίπλα στ' Απανωχώρι. Εκεί το λοιπόν μπρος στο
+Καφενείο, αντάμωσα τον καλό μου τον Πέτρο που σούλεγα παραπάνω.
+Ήρθε κατόπι κι ο αδερφός του ο Παυλής, δικηγόρος κι αυτός, και μας
+βρήκε.
+
+ — Και φορούσανε Κρητικά οι δικηγόροι αυτοί;
+
+ — Δηλαδή μισά μισά, μάλιστα ο Παυλής. Στιβάνια στα πόδια, το
+κεφάλι τυλιγμένο με μαύρο μαντίλι, στενά όμως φορεμένος κι αυτός,
+καθώς ο αδερφός του, ο πιο κοσμογυρισμένος από τους δυο. Μ'
+αποδεχτήκανε λοιπόν και με περιποιήθηκαν και τα δυο ταδέρφια με τη
+φιλοξενία που την ξέρεις κι από τα δικά σας τα μέρη. Άλλο πράμα
+αυτή η καλωσύνη. Του πουλιού το γάλα να σου πω πως μου βρήκανε, θα
+σε γελάσω. Γάλα όμως πρόβειο και μυζήθρες και καρύδια και κάστανα
+και γουρουνάκια κι αυγά, σου τα δίνουν οι Κρητικοί με την
+παλληκαρήσια καρδιά τους, και το χαίρουνται ολόψυχα σαν τα
+καλοδέχεσαι. Να μη σου τα πολυλογώ, τα ταιριάξαμε με τα δυο
+ταδέρφια, και τους πήρα μαζί μου στο ταξίδι.
+
+Πρώτος μας σταθμός ύστερ' απ' την Αγιά Ειρήνη, παίρνοντας το φρύδι
+του κατοπινού του βουνού, είταν η Κάντανο, γνωστή σου κι αυτή από
+πρόπερσι· αγκαλά παλαιικό μέρος κι' αυτό. Πολιτεία άλλοτες,
+περιφέρεια τώρα, με πέντ' έξη χωριά. Ωριόφαντος τόπος. Θεόρατη
+λακκωματιά, ως έξη μίλια μάκρος, καστανιές γεμάτη στα βάθια της,
+κι αψηλόκορμες ελιές στα βουνόπλαγα, πηχτές και φουντωμένες κι από
+τις δυο τις μεριές.
+
+ — Κι αποκάτου οι Σφακιανές οι μαζώχτρες που έρχουνται, λέει, από
+τον Άη Γιάννη να βγάλουν το μεροκάματο. Και δεν τις ρώτηξες α
+βγάζη κι ο τόπος τους ράδι;
+
+ — Εγώ δεν τις είδα. Μα και να τις έβλεπα, θα τους έβγαζα μα την
+αλήθεια το σκούφο μου, κι όχι από κοινή ευγένεια, παρ' από σέβας,
+που γεννούν τέτοιους δράκους. Ας είνε. Από την Κάντανο τραβήξαμε
+σύνταχα το πρωί δυτικά, κατά τα Κισαμιώτικα τα χωριά. Ποια χωριά
+είδαμε, μη ρωτάς. Κι όχι πως πειράζει σ' αυτή την περιγραφή, μα
+έρχεται, βλέπεις, κατόπι η ιστορία, κ' επειδή μου περνάει υποψία
+πως μπορεί να τα γράψης, και γράφοντάς τα να παραχώσης και μερικά
+που εγώ δεν τα είπα, κάλλιο να μείνουν τα κατατόπια δίχως ονόματα.
+
+Μείναμε σύφωνοι και σε τούτο, και πήγε ο φίλος ομπρός.
+
+ — Το χωριό λοιπόν που πήγαμε και κατασταλάξαμε βράδυ βράδυ, θα
+σου το βαφτίσω Παραμυθιά. Κι αυτό ανάμεσα σε βουνά, εδώ κ' εκεί
+στημένα σαν πύργοι, που λες και τα διαφεντεύουν τα χωριουδάκια που
+τάχουν αγκαλιασμένα μες' στα πλευρά τους. Ελιές και δω στις
+βουνοπλαγιές, καστανιές και δω κάτω στα βαθιά τα λακκώματα.
+Κατασκέπαστα τα κορφοβούνια ή με χλωρασιές ή μ' αρείκι,
+καταστόλιστες οι ραχούλες με θυμάρια και με κουμαριές και με
+βάτους, ως κάτω στα ριζοβούνια, όπου δεν τυχαίνει νάχουνε
+λιόδεντρα φυτεμένα.
+
+ — Μα αυτά είπαμε να μην τα λέμε. Έπειτα ταπομαντεύω κι από τα
+δικά μας.
+
+ — Ένα δυο άλλα όμως δε θα τα μαντέψης α δε σου τα πω. Πρώτο, τα
+σπιτάκια τους — χάρβαλα τα πιώτερα τώρα — δεν είνε σαν τα δικά
+σας, τα "σπιτάλια„. Είνε τόσα δα καλυβάκια. Ένα χαμώγι, και μια
+κάμαρα αποπάνω του, που γίνεται κατά την ανάγκη σαλόνι, νυφιάτικη
+κάμαρα ή και ξενώνας, όταν έχη μουσαφιρέους. Μερικά σεντούκια
+κοντά στους τοίχους αραδιασμένα, κανέναν πάγκο παράπλευρα με τον
+τοίχο κι αυτόνα, δύο τρία σκαμνιά ή καρέγλες, από κείνες με το
+μονό τακκουμπήδι, τραπέζι, και το κρεββάτι στην κώχη. Σκάλα
+λιθόχτιστη απέξω, σκαλί κι από μέσα που σανεβάζει στην ίδια την
+κάμαρα. Κάτω πάλε στο χαμώγι η καθημερινή η ζωή.
+
+ — Μακάρι, μα το ναι, να τα είχαμε κ' εμείς οι άλλοι νησιώτες
+τέτοια σπίτια, και κανένα παλιοτούφεκο κρεμασμένο στον τοίχο.
+Εμείς όχι τουφέκι, μα μήτε Κολοκοτρώνικη σουγιά δεν κρατούμε απάνω
+μας. Άφησέ μας εμάς, και λέγε μου για τους Κρητικούς.
+
+ — Σα να τόξερες πως για δαύτους ήθελα τώρα να πω δυο λόγια. Είνε
+λοιπόν, που λες, αγγελοκάμωτοι σταλήθεια οι Κρητικοί. Όχι να πης
+και πολύ αψηλόκορμοι, σαν το τραγούδι σου· μα θαρρείς και τεχνίτης
+τόχυσε το κορμί τους — τέτοια συμμετρία. Πόδια και χέρια
+ψιλοκάμωτα και μικρουλά. Τα μάτια τους ζωηρά κι ολόξυπνα, που λες
+το καθένα τους κι απόνα ρωτηματικό. Όλα τα ρωτούν κι όλα να τα
+μάθουνε γυρεύουνε. Στόμα σύμμετρο κι αυτό και πρόσχαρο, μισό
+κοσμογνωρισιά, μισό γλύκα και καλωσύνη. Και μια γοργάδα!
+Σκαρφαλώνουνε τα βουνά γοργοπόδαροι, σα να τάχουνε φτερουγιασμένα
+καθώς ο Ερμής.
+
+ — Και τα φορέματά τους;
+
+ — Τα ξέρεις από τους κατακαημένους τους Πρόσφυγες. Στα μέρη που
+πέρασα, τους έβλεπα με μαύρο μαντίλι περιτυλιγμένο στο κεφάλι τους
+αντίς φέσι ή σκούφο (οι Οθωμανοί άσπρο μαντίλι), με κοντοβράκια
+και με στιβάνια που ανέβαιναν ως τα γόνατα. Στο ζωνάρι χωμένο
+πιστόλι κι ασπρομάνικο λάζο, και στον ώμο τουφέκι.
+
+Τέτοιος φαινότανε, κ' έτσι είτανε φορεμένος ο καλός μου ο Γιάνης
+που μας φιλοξένησε στην Παραμυθιά. Έλειπε σαν μπήκαμε στ' απλοϊκό
+σπιτικό του. Μας αποδέχτηκε η κερά του, νιόπαντρη κοπέλλα ως
+δεκαφτά χρονών. Όχι κι ομορφιά που να τρελλαθής, μα πρόσχαρη και
+σβέλτη κι αυτή, καθώς όλες τους, που σαν τις ζορκάδες τις έβλεπα
+και πετιούνταν από δω κι από κει, στις ελιές, στα κάστανα, στις
+νεροσυρμές, στα κοπάδια — παντού. Μας καλωσόρισε κ' η γριά η μάννα
+τους συσταζούμενη γυναίκα και γνωστικιά. Όσο για τα γυναικήσια τα
+φορέματα, δε μου φάνηκαν και πολύ διαφορετικά απ' αυτά που
+βλέπουμε σε κοντινώτερά μας χωριά.
+
+ — Τα ξέρω κι αυτά. Παντού τώρα κρυφογλιστράει η μόδα και τους
+ταλλάζει.
+
+ — Ως τόσο έχουν κ' οι γυναίκες τους τον Κρητικό τον αέρα, κι ας
+μη φορούν πια όλες στιβάνια ως τα γόνατα, καθώς οι άντρες. Ό,τι
+λοιπό βγήκε το συνηθισμένο το γλυκό κι ο καφές, να κι ο νοικοκύρης
+ο Γιάνης και μπαίνει, και μας καλωσορίζει κι αυτός. Αποθέτει το
+τουφέκι, καθίζει, αρχινάει η κουβέντα. Με μάγεψε μα την αλήθεια
+αυτός ο άνθρωπος, που καθώς είπα, είνε της Κρητικής της ομορφιάς
+και της λεβεντιάς εικόνα πιστή. Ο μαυριδερός μου ο Γιάνης, ο
+λιγόλογος, ο αρχοντικός. Κάτι μούλεγε το πονετικό εκείνο το
+πρόσωπο, τα κατάμαυρα μάτια του, που γλυκαστράφτανε στου λυχναριού
+τις αχτίδες, το ήμερο και στοχαστικό του χαμόγελο, κάτι που μ'
+αποτραβούσε, και στη ψυχή του μέσα γύρευε να με κατεβάση, να
+γνωρίσω τα φυλλοκάρδια του, και να μάθω τον κρύφιο του πόνο.
+
+Τέλος, καθίσαμε στο φαγεί. Μονάχα οι άντρες όμως. Οι γυναίκες,
+μάννα και νύφη, κάθισαν αντίκρυ σε σεντούκι απάνω, και μας
+μιλούσαν αυτές από μακριά. Είπα φαγεί, μα έπρεπε να το πω
+φαγοπότι, ή ποτοφάγι. Επειδή από την πρώτη δαγκαματιά άρχισε και
+το κέρασμα. Λαμπρό, μπρούσικο Κισαμιώτικο. Μαζί του κατέβαινε η
+σαλάτα που κολυμπούσε στο λάδι, μαζί του ταυγά τα τηγανιτά, μαζί
+του το κομματιαστό το γουρουνάκι, το τυρί, τα κάστανα, τα καρύδια
+— τίποτις μονάχο του δεν κατέβαινε. Και κάθε φορά "Εισυγεία!„ Την
+μπουκάλα ο κυρ Γιάννης στο πλάγι, και δος του Κισαμιώτικο. Κατά το
+τέλος περουνιάζει κι απόνα κοψίδι κρέας και τα προσφέρνει τω
+γυναικώνε με ποτήρι κρασί. Τιμητικό συνήθιο κι αυτό. Προσηκώθηκαν
+οι γυναίκες κ' ήπιαν, αφού μας προσχαιρέτησαν όλους με την αράδα.
+
+ — Τώρα να σε κεράσω κ' εγώ, που τα δηγάσαι με τόση όρεξη, λέγω
+του φίλου.
+
+ — Ναι, να με κεράσης. Να την ανιστορήσω τη μαγική εκείνη ζωή. Που
+λες. Σαν αποφάγαμε, και το γλεντίσαμε με τα κάστανα τα ο φ τ ά,
+καθώς τα λεν, και με το Κισαμιώτικο, μας καλονύχτισαν, και
+πλαγιάσαμε. Εγώ στο κρεββάτι, οι άλλοι στον πάγκο, ή και κατάχαμα.
+Τη νύχτα, βρίσκοντας εγώ το κρεββάτι σαν άβολο, σηκώθηκα και
+πλάγιασα στην άλλη την άκρη του πάγκου. Ξυπνάει κατόπι ο Πέτρος,
+και τηρώντας αδειανό το κρεββάτι (έφεγγε η καντήλα), ανατινάζεται
+στο ποδάρι και μου φωνάζει "τι γενήκατε!„ Φοβήθηκε ο δύστυχος μην
+έπαθα τίποτις, μα γλήγορα τον καθησύχασα με το τράντασμα του
+γέλοιου μου, και πρέπει να τους ξύπνησα και τους αλλουνούς
+αποκάτω.
+
+Ταποταχύ, σάνε σηκωθήκαμε και προγεματίσαμε, και ξανάπιαμε πάλε
+κρασί, και μας πρόσφερε η γριά ζεμπίλι γεμάτο κάστανα για το
+δρόμο, ξεκινήσαμε κατά την Κάντανο, πήραμε σα να πούμε πάλε την
+πίσω γύρα, παραστρατώντας κάποτε να κοιτάξουμε κανένα χωριό. Και
+σάλλες τρεις τέσσερεις μέρες μέσα, είμαστε στα Χανιά.
+
+ — Κ' η ιστορία;
+
+ — Τώρα κ' η ιστορία. Σα βγήκαμε το λοιπόν και ξεκινήσαμε, κάνω
+εγώ του Πέτρου — Τι όμορφο παλληκάρι, και τι συμπαθητικό, αυτός ο
+Γιάνης!
+
+ — Και να τήραγες τον αδερφό του τον Πανάγο, απολογιέται ο Πέτρος.
+Και νάκουγες και την ιστορία τους.
+
+Ίσα ίσα ώρα για ιστορίες. Τους κουρντίζω λοιπόν και τους δύο τους
+κι' αρχίζουνε. Όσα αποξεχνούσε ο ένας ταπόσων' ο άλλος, κ' έτσι
+κάμαμε κάμποσο δρόμο. Και για να νοιώσης και συ κάτι από ζωή
+Κρητική — ας είνε και τόσο δα — σου τα ξαναλέγω τώρα με λίγα
+λόγια.
+
+
+
+Η Μ Α Ζ Ω Χ Τ Ρ Α
+
+
+
+1
+
+ΤΑ έλουζε ο ήλιος από τον καταμεσήμερο θρόνο του τα λιόδεντρα της
+Παραμυθιάς, του πρόσχαρου εκείνου χωριού, που σκαλωμένο σε μιαν
+από τις βουνοπλαγιές του Κισάμου, ξάστραφτε δίπλα στα δέντρα σα να
+γύρευε να δείξη την ομορφιά του μ' ερωτιάρικη περηφάνεια στ'
+αντικρινό το βουνό. Πλούσια η χρονιά, άλλο τίποτις καρπό τον
+Οχτώβρη εκείνο τα φουντωμένα κλωνιά, που καθώς έπαιζε ο
+μεσημερίτης ανάμεσα στα μύρια ξανθόφυλλά τους, θάρρειες και κάθε
+φύλλου τρεμούλιασμα ξεφανέρωνε κι από μια ελιά, καλοθρεμμένη,
+βαθοπόρφυρη, με ταργυρόλαμπο χνούδι.
+
+Όντας Σαβάτο μέρα, οι πιώτερες οι μαζώχτρες είταν παγεμένες να
+νοιαστούνε τα σπιτικά τους. Μια και μονάχη κοπέλλα απόμενε στου
+Πανάγου τα δέντρα, να μαζώξη ταπομεινάρια, πρι να σημάνη Σπερνός.
+Δεν είχε και σπιτικό να πολυνοιαστή η λυγερή μας Παραμυθιώτισσα.
+Άλλο στον κόσμο δεν είχε παρά τη θεια της την Πασκαλιά,
+ζαροπρόσωπη και σκυφτή γριά, που σφαλισμένη μέσ' στο καλύβι της
+κατά την άλλη άκρη του χωριού, περνούσε τις μερούλες της με τα
+γουρουνάκια της, έχοντας μαζί της και τη μαζώχτρα την Ασήμω, σαν
+ορφανεμένη που είταν από γονιούς, τουρκοφαγωμένους χρόνια πολλά.
+Δεν πολυσυφωνούσαν τα χνώτα τους όμως. Η θεια όλο με τα
+γουρουνάκια της, με τα ορνίθια της και με τις άλλες δουλίτσες της,
+η καθεμιά τους αλύπητος κόπανος απάνω στο παιχνιδιάρικο το κεφάλι
+της ανιψιάς. Αφορμή λοιπό ναποτελειώση το μάζωμα, την άφινε τη
+γριά η Aσήμω να νοικοκυρεύεται απατή της.
+
+Πήρε δεν πήρε ταυτί της του μεσημεριού το ναμάζι (είχε κι
+Οθωμανούς η Παραμυθιά), κι αφίνει το μάζωμα η Ασήμω, σακκούλι και
+καλάθι μισόγεμα, και με το λίγο φαεί της ροβολάει, κατά τις
+καστανιές στη λακκωματιά. Ήθελε να ραχατέψη η Ασήμω. Ήθελε να το
+ρίξη στην ξαπλωσιά δυο στιγμές και να ζήση, να βυθιστή στα
+χαδευτικά τα ονείρατα, που το κορίτσι, και μαζώχτρα να είνε,
+πρέπει να τα γυρέψη.
+
+Παράξενο πλάσμα η Ασήμω και μαγικό. Σα να μην είτανε για τέτοια
+λογής μαζώματα γεννημένη. Τα χέρια της, θα πης, ροζωμένα, από το
+τρίβε — τρίβε στο χώμα· μα πάντα μικρουλά και χυτά. Τα στιβάνια
+της όχι της ώρας, κι' ίσως στραβοπατημένα λιγάκι. Μα κι αυτά
+μικροκάμωτα. Και δίχως άλλο, αν κατείχε η μαζώχτρα μας από
+ταληθινά τα μάγια της τέχνης, θα τηνε βλέπαμε τώρα ξυπόλυτη κι
+ανεμοπόδαρη, καθώς κατέβαινε στα παράμερα εκείνα λημέρια. Δεν
+έφεγγαν από την πάστρα οι ποδιές της, που δω και κει ο αψύς ο
+χυμός της ελιάς τις είχε στυμμένες. Τα θεόμαυρά της μαλλιά, η
+πίσσα εκείνη η ψιλόχνουδη κι η μαλακόφεγγη, κατέβαινε κι έπαιζε
+όπως τύχαινε απάνω στις τορνευτές ωμοπλάτες της. Ως και τα
+κατάμεστά της τα στήθια τα χαδεύανε μερικές πλεξούδες. Μα απ' όλα
+πιο ελκυστικό και πιο νεραϊδίστικο φαίνουνταν το πρόσωπό της, κι
+ας είταν και λιοκαμμένο. Χαμηλωμένα καθώς γέρναν τα μεγάλα της
+μάτια, αδύνατο να τα κοιτάξης απάνω στη γοργή της περπατηξιά·
+τάκρινες όμως από τα πηχτά, τα μαύρα ματόκλαδα, καθώς και τα
+φρύδια. Κι όσο για τη μιλιά τους (αφού μιλούν και τα μάτια), την
+απείκαζες από το γελαστό μα και μαριόλικο στόμα, από τα
+μισανοιγμένα τα χείλη, από τα χνουδερά και παχουλούτσικα μάγουλα.
+Ένα και μονάχο ψεγάδι στο παράμορφο εκείνο το πρόσωπο, που κι αυτό
+για καλό της ομορφιάς καταντούσε. Το λαξευτό της σαγώνι δεν είχε
+και τη στρογγυλάδα που βρίσκεις σταρχαία ταγάλματα. Όσο για τη
+μύτη δεν πείραζε. Η τέλεια της η συμμετρία της έσωνε.
+
+Δεν άργησε να ζυγώση τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας.
+Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει
+πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί αποκάτω καθίζει, και
+γεύεται ταπλοϊκό της φαγεί. Άψε σβύσε το γιόμα της. Λες κ' είτανε
+πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι
+απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα
+όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθειά, μα αυτή
+την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε
+όρεξη να πλαγιάση απάνω σε μερικά κιτρινόφυλλα που θάρρειες
+πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα
+πιώτερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα τόνα με τάλλο απάνω στους κλώνους.
+Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξέννοιαστα, και κοίταζε την
+ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα,
+και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της.
+Τήραγε τα φύλλα που σάλευαν και που σαλεύοντας άφιναν κάθε λίγο
+και ξεγλιστρούσαν απ' ανάμεσά τους αχτίδες που αστράφτανε στα
+μισοκλεισμένα της μάτια σαν πρώτου νερού διαμάντια. Μα μ' όρεξη
+ακόμη πιο παιχνιδιάρικη κοίταζ' ένα τσαμπάκι σταφύλι, μέρος
+φαγωμένο από κοτσύφους ή από σφήγγες, μέρος κιτρινόφεγγο και
+κατάλαμπρο, που το φύλαγε διαφεντεμένο από κλέφτες ή εργάτες μήνες
+και μήνες μεγάλη κληματαριά, της καστανιάς εκείνης αχώριστη κι
+αγκαλιαστή φιλενάδα. Το λόγιαζε τορεχτικό το τσαμπί και στα χείλη
+της χόρευαν αμίλητες χάρες, κρυφοί αντίλαλοι της καρδιάς. Ήσυχος
+είταν και σιγανός, μα βαθύς κι ο ανασασμός της.
+
+Παράξενη την είπα και μαγικιά τότες που έπαιρνε τον κατήφορο
+βεργολυγερή και γοργοπόδαρη. Μα τα πιο αξετίμωτα μάγια της,
+κρυμμένα εκείνη την ώρα στα φυλλοκάρδια της μέσα, δεν ταγνάντευες
+τότες σαν τώρα, που λες και τάβγαζε και σα στολίδια τα ξετύλιγε
+και τα γλυκοκαμάρωνε.
+
+Πολλά, θα μου πης, τα τόσα παινέδια για μια μαζώχτρα. Το σκαρί της
+όμως δεν είταν από μαζώχτρες. Εκεί καταστάλαξε, μα πούθε ξεκίνησε,
+ένας θεός το κατέχει. Α με πολυσφίξης, θα σου αποκριθώ πως
+ξεκίνησε από λαμπρότερων αιώνων αγκάλες, από τα μακαρισμένα τα
+χρόνια που οι αθάνατοί μας τεχνίτες βρίσκανε πρότυπα όπου κι αν
+πρωτογύρευαν. Και τάχα τι παράξενο να κατέβαινε από τα δοξασμένα
+εκείνα τα ύψη; Όλα τα είχε της Ελληνικής ομορφιάς, εξόν το κατιτίς
+εκείνο που είνε της σκλαβιάς κι όχι της λευτεριάς, της ψυχής κι
+όχι της μορφής, μα έχει δεν έχει θανέβη και στη μορφή, και πότε σ'
+όλη την όψη μας περιχιέται, πότε δυο τρία της μέρη διαλέγει και
+φωλιάζει εκεί μέσα. Από την πανώρια εκείνη τη μαζώχτρα διάλεξε τα
+ψιλούτσικα τα χείλη, το σαγώνι το μυτερό, τα παράπηχτα φρύδια.
+
+Άραγες θαποκοιμούνταν εκεί και θα ονειρευότανε σταλήθεια; Άραγες
+θα σηκώνουνταν αμέσως και θα ξαναπήγαινε στην αγγαρειά της; Ποιος
+το ξέρει. Συνέβηκε όμως κάτι που την ξάφνισε απάνω στο
+γλυκονείριασμά της.
+
+2
+
+Την ώρα ίσια ίσια που η Ασήμω χωνότανε μέσα στα μεσημεριανά
+κατατόπια της, ξεκινούσε κι ο Πανάγος από το σπίτι να ρίξη μια
+ματιά στις δουλειές του. Το χωριό, καθώς ίδαμε, δεν είταν και πολύ
+μακριά. Πήρε το μονοπάτι και πότε διαβαίνοντας από βάτους ανάμεσα,
+πότε από θυμάρια κι από ρίγανες, πότε πάλε πηδώντας λιθάρια ξερά
+και γυμνά, ζυγώνει τα λιοφυτεμένα βουνόπλαγα. Δεν άργησε να βρεθή
+στα δικά του τα δέντρα. Ανεβοκατέβαινε, σεριάνιζε, κι απολογάριαζε
+τα μαξούλια του.
+
+Άλλο άγαλμα πάλε αυτός. Ως εικοσιτριώ χρονών παλληκάρι. Εσείς, που
+τα μετράτε με το διαβήτη, κοπιάστε να του βρήτε ψεγάδι στο πρόσωπο
+το μαυριδερό, στο κυπαρισσένιο κορμί, στη δαχτυλιδένια τη μέση.
+Μονομιάς θα το δήτε, πως ο ίδιος ο μάστορης που έπλασε της Ασήμως
+την ομορφιά, έχυσε και του Πανάγου τη χάρη. Μα του Πανάγου με κάτι
+πιώτερη γνωρισιά. Την ομορφιά την περέχυνε κάποια σα μελαχολία, σα
+σοβαρότη, που έλειπε ολότελα από της μαζώχτρας την όψη. Έπειτα
+χείλη πιο παχουλούτσικα, σαγώνι πιο στρογγυλωτό. Το μουστάκι του
+πάλε, το καστανό, το ψιλόχνουδο, το πηχτουλό, σου παρουσίαζε
+αντροσύνη και ζεστασιά, που τα ψιλογραμμένα τα φρύδια δεν τηνε
+δείχνανε. Όσο για τα μαύρα του μάτια, τα στοχαστικά και τα
+γοργοκίνητα, τέλος δεν είχε η λυπητερή διαφανάδα τους. Με το
+Κρητικό το μαυρομάντιλο τυλιγμένο περίγυρα στην κορφή του, δεν τα
+πολυστερούσουνα τα σγουρά του. Στερούσουν όμως, αν τύχαινε κ'
+ήθελες μάθημα τέχνης από το φυσικό, στερούσουν τα σκέλια, κρυμμένα
+καθώς είταν μες στα μακριά τα στιβάνια.
+
+Στέκετ' ομπρός στο μισόγεμο το σακκούλι ο Πανάγος. Γνωρίζοντας τις
+συνήθειες της λυγερής, το μαντεύει κατά που τράβηξε, και τηράει
+μαριόλικα προς τα κάτω. Η ώρα το είχε; της ηλικίας είταν; της
+μοίρας του; Αναπόφευγη λαχτάρα τονε συνεπαίρνει να κινήση και να
+βρη την κοπέλλα. Ίσως και λιγουλή περιέργεια. Τράβηξε τον κάτω το
+δρόμο δίχως δεύτερη συλλογή. Άμα ζύγωσε τη δασωμένη κοιλάδα,
+άρχισε κι αλαφροπάταγε σα να κυνηγούσε περδίκι, τηρώντας από
+παντού. Την είδε δεν την είδε, και χώθηκε πίσωθε χοντρόκορμης
+καστανιάς. Είταν ό,τι τέλειωνε το ψωμί της. Στέκουνταν ασάλευτος,
+ανάσαστος, τα μάτια στηλωμένα απάνω της, μισανοιγμένα τα
+γελαζούμενα χείλη του, ως είκοσι βήματα μακριά. Δεν του ξέφυγε
+μήτ' ένα της κίνημα. Όλα τα είδε, ταποκαμάρωσε, τάννοιωσε. Ίδρος
+ψιλός τον περέχυνε τότες που η Ασήμω κοίταζε το σταφύλι. Σύφλογη
+λαχτάρα τον περιτύλιξε και του στέγνωνε το λαρύγγι. Από
+στοχαζούμενος εργάτης του κόσμου έγεινε μονομιάς ο Πανάγος
+αχαλίνωτος ποιητής, παιχνίδι της φαντασίας. Μήτε τονειρεύουνταν,
+πρι να ξεκινήση από το σπίτι του, τέτοιο απερίμενο απάντημα.
+Νοικοκύρης συσταζούμενος καθώς είτανε, μ' αδέρφια και με φαμελιά
+καλονόματη στο χωριό του, άλλη έννοια δεν είχε ως την ώρα παρά τις
+ελιές του και το τουφέκι του.
+
+Από τη στιγμή όμως που πήγε και βρήκε το χτήμα του έρημο, γύρω
+τριγύρω μήτε ψυχή, κι ως τόσο ο κόσμος γεμάτος ζωή κι ομορφιά,
+γεμάτος χίλια δυο μάγια που η φύση τα στένει να ξυπνήση τη νιότη
+και να της θυμίση πως την κρατάει αιώνια της σκλάβα, κάτι σαν
+τρέλλα τον άδραξε τον Πανάγο και τον κατρακύλησε τον κατήφορο. Το
+γνώριζε πως άλλη μαζώχτρα δεν έμνησκε τώρα παρά την Ασήμω. Τα
+γνώριζε τα κρύφια της καταπότια. Την ήξερε την Ασήμω από παιδί. Θα
+πης, μια και βγήκανε στον κόσμο, άλλαξαν κ' οι δρόμοι τους πια. Ο
+Πανάγος με την παρέα του, η Ασήμω με τις μαζώχτρες της. Κάθε όμως
+φορά που τόβρισκε βολικό η Ασήμω, μα στο μάζωμα είτανε, μα στο
+χωριό, μα στο πανηγύρι, του κρυφοπέταγε φλογερές ματιές. Το σκαρί
+της, το αίμα της, η ψυχή της όλη, αρχοντόπουλο γύρευε. Και ποιος
+τον ξεπερνούσε τον Πανάγο στην αρχοντιά και στη λεβεντιά;
+Καμώνουνταν τον κουτό ο γνωστικός ο Πανάγος, είνε αλήθεια. Μα δεν
+μπορούσε και να μην τα βλέπη, να μην τα νοιώθη. Κ' έτσι ήρθε ώρα
+και πλημμύρισαν την καρδιά του, και ξεχείλισαν, κ' έπνιξαν το
+λογισμό του οι μελετημένες εκείνες οι μαριολιές της.
+
+Και να καταλάβης πως ο Πανάγος δεν το σκόπευε να το ρίξη σε τέτοιο
+γλέντι, να μπλέξη σε βρόχια κρύφιας αγάπης, μα ας είτανε και προς
+ώρας, — νά που δε νοιάστηκε να παραγγείλη να μην αφήσουνε το
+λαγωνικό του και ξεπορτίση και τρέξη κατόπι του. Παρ' άμα γύρισε
+το σκυλί από τις γειτονικές του περιοδίες, και δεν βρήκε τον
+αφέντη του σπίτι, πήρε το μονοπάτι κι αυτός, και πρι ναποτραβήξη,
+ας είταν και μια φορά, την ξεκρεμασμένη του γλώσσα, σκύβε σκύβε
+και μύριζε μύριζε βρέθηκε μέσα στα λιόδεντρα. Από κει πάλε μια και
+δυο και στις καστανιές. Και πρι να τον πάρη του Πανάγου το μάτι,
+κοντοστέκεται ο Πιστός ως δέκα βήματα δεξά του, ακκουμπάει στα
+πισωμέρια του μια στιγμή, τινάζει αστραπές από τα ολόξυπνα μάτια
+του, και δες του ένα ολόχαρο αλήχτισμα. Ολόρθη αμέσως από τη μια η
+ξαφνισμένη η Ασήμω, ξύλο μονάχο από την άλλη ο Πανάγος!
+Κοιταχτήκανε κατάματα μια στιγμή.
+
+ — Με ξίππασες, καημένε, του κάνει η Ασήμω, συμμαζεύοντας τα
+τσακισμένα της φορέματα και μαλλιά.
+
+ — Τι τήραες εκεί απάνω; της λέει ο Πανάγος, και στο πρόσωπό του
+συνανταμώνουνταν το χαμόγελο της αγάπης με το κοκκίνισμα της
+ντροπής.
+
+ — Το σταφύλι, απολογιέται η μαζώχτρα, και χαμηλώνει τα μάτια.
+
+ — Το σταφύλι λαχτάρησες; της ξαναλέει ζυγώνοντας, καθώς πηδούσε ο
+σκύλος στα γόνατά του λαχανιασμένος. Εγώ να σου το κατεβάσω το
+σταφύλι.
+
+Αποθέτει χάμω το τουφέκι, κι ώσπου να γυρίσης να 'δης, βρέθηκε στο
+δέντρο απάνω. Κόβει το σταφύλι, και το πετάει στην ανοιγμένη ποδιά
+της.
+
+ — Δε σκορπίστηκαν οι ρώγες, φωνάζει η μαζώχτρα αποκάτω, κρατώντας
+στο χέρι το κεχλιμπαρένιο τσαμπί αψηλά, αψηλά, και με ξέθαρρο
+γέλοιο δείχνοντας ταψεγάδιαστα δόντια της.
+
+Σαν κατέβηκε ο Πανάγος, δεν είταν πια και πολύ θολωμένος ο νους
+του· δεν απορούσε τι να κάμη και τι να πη· παρά εκεί που το
+κράταγε αυτή ακόμα το τσαμπί και το γλυκοκοίταζε, σκύβει να φιλήση
+το χνουδάτο της μάγουλο. Έβαλε τον αγκώνα της η Ασήμω, σα να τον
+αποσπρώξη. Πιάνει τότες εκείνος το χέρι της και το γλυκοσφίγγει.
+Αυτό το γλυκοσφίξιμο, αυτή η αμίλητη η προξενειά της κρύφιας
+αγάπης, τάκαμε όλα τα γνωστικά του συστήματα, όλους τους σοβαρούς
+λογισμούς του και τις νοικοκυρεμένες ξαποφασιές του — όλα φωτιά
+και φλόγα τα γύρισε. Μέθησε ο Πανάγος κακό μεθήσι. Όσο για την
+Ασήμω, μεθησμένη καθώς είταν τώρα και χρόνια, και μεθήσι ακόμα πιο
+σημαντικώτερο, της φιλοδοξίας και της μεγαλωσιάς, φόβο δεν είχε
+πια τώρα. Αφήκε δίχως την παραμικρή συμμάζεψη τολόζεστό της αίμα
+και πήρε βράση και βράση. Τονε δαιμόνιζε ο φλογερός ο ανασασμός
+της, τα ολοκόκκινα μάγουλα, τα σύνυγρα μάτια. Δολώματα όλα
+λογαριασμένα με τετραπέρατη τέχνη, μα όχι και με το ζόρι φερμένα.
+Όση γνωρισιά κι απόφαση απομέσα, άλλη τόση γλύκα και τρυφερωσύνη
+απέξω. Στεκότανε σα μεγαλογυναίκα μα την αλήθεια, με λογισμούς
+ανώτερους και πιο ξεδιαλισμένους από κοινής μαζώχτρας. Δεν τον
+κοίταγε τώρα κατάματα, παρά χάμου πάλε οι ματιές της. Ίσως και
+διαλογίζουνταν ακόμα τόνειρο της ζωής της, πώς να το πετύχη
+καλλίτερα. Ως τόσο το χέρι της τάφινε πάντα στου λεβέντη το χέρι.
+Μισακκούμπησε τέλος στον ώμο του και το συλλογισμένο κεφάλι της.
+Αυτό σα να τον ξύπνησε τον Πανάγο. Σα να συνέφερε μια στιγμή. Μα
+ό,τι έκαμε να συμμαζευτή, να κι αρχίζει ο σκύλος, που χοροπηδούσε
+ως την ώρα τριγύρω τους, και γλείφει τάλλο της το χεράκι, που
+κράταγε το τσαμπί· λες κ' ήρθαν όλα και τη βοηθήσανε την Ασήμω.
+Δεν έσωνε πια του Πανάγου η γνώση να τα χαλάση τα μάγια της.
+Θέλοντας μη θέλοντας άπλωσε κ' έβαλε τα δυο του χέρια γύρω στο
+μαλακό της λαιμό. Τον ξαναείδε τότες και κείνη κατάματα με μάτια
+που κολυμπούσανε στην αγάπη.
+
+ — Θα με πάρης; τονε ρωτάει σιγά σιγά.
+
+ — Ακούς εκεί; και πώς όχι, πουλί μου; Μηγαρής δεν τους ξέρουμε
+τους γονιούς σου; Ένα μετά μας είταν και κείνοι.
+
+ — Άλλο τώρα δε θέλω, αυτό μου σώνει. Πάρ' το εσύ το τσαμπί. Τι δε
+σου αξίζει εσένα!
+
+Και του τόβαζε στο στόμα του ρώγα ρώγα, και τον γλυκοκοίταζε καθώς
+μάννα γλυκοκοιτάζει το μονάκριβό της βυζάνοντάς το.
+
+Πέρασε κάμποση ώρα. Σήμαινε ο Σπερνός κι ο Πανάγος με την Ασήμω
+ξανανεβαίνανε στο χτήμα, αρραβωνιασμένοι ανάμεσά τους.
+
+3
+
+Είταν πια βράδυ βράδυ σα γύριζε η Ασήμω στο φτωχικό της, όξω κι
+όξω του χωριού δίπλα σε θολή ρεματιά, — καταδεχάμενος τόπος για
+γουρουνάκια, για χήνες και για ορνίθια. Την ηύρε τη θεια της και
+συμμάζωνε τη φτερουγιαστή φαμελιά της, να καταλαγιάσουνε πρι να
+σκοτεινιάση. Στέκουνταν καταμεσής χωραφιού και τα φώναζε, το κάθε
+είδος στη γλώσσα του, — τα έρμα της, καθώς τάλεγε.
+
+ — Έλα, έλα και θα σου πω, της κράζει η Ασήμω. Άφινέ τα τά
+κοτόπουλα κ' έρχουνται μοναχά τους. Έλα, και θα το δης το πουλί
+που σου φέρνω.
+
+Ζυγώνει σιγοπερπατώντας η σκυφτή γριούλα, και της λέει.
+
+ — Τι 'ναι μαθές αυτά που γυρεύεις πάλε να μου πουλήσης στα
+γεράματά μου; Πώς γίνεται και δε μούφερες μαθές ξύλα απόψε; Τα
+γόνατά μου κοπήκανε μάζευε μάζευε κούτσουρα.
+
+ — Να παράδες, που τη γρίνα δεν μπορείς να τη ξεχάσης και μια
+βραδιά. Τρέχα και πες κανενός να σου φέρη. Τι με λογιάζεις έτσι;
+δεν τάκλεψα· το μεροδούλι μου είνε.
+
+ — Το μεροδούλι σου; κι αμέ ύστερα; ανακράζει η γριά τρεμάμενη και
+σαν πλαντασμένη.
+
+ — Ύστερα; Έχει ο Θεός και για ύστερα. Ως από βδομάδα μπορεί να
+είμαι και νύφη. Και τότες πια λέω του γαμπρού και σου φτιάνει και
+σένα φουστάνι, που πας να μείνης . . .
+
+ — Έλα στο νου σου, κορίτσι μου! Σαββάτο βράδυ κιόλας. Και
+σταυροκοπιέται.
+
+ — Δε σ' απογελώ, κ' έννοια σου. Λωλή δεν είμαι. Το είπα, το
+ξανάειπα, πως θα γίνη, κ' έγινε. Και μ' αρχοντόπουλο, όχι παίξε
+γέλασε. Τον Πανάγο, θεια, τον Πανάγο!
+
+Και χτυπούσε τον ένα γρόθο απάνω στον άλλο, τάχα να δείξη πως
+πέρασε το θέλημά της.
+
+Φαινότανε σα Μαινάδα, σαν τρελλή Αφροδίτη, με τέτοια ομορφιά και
+με τέτοια φερσίματα, σαν έβγαλε τα στιβάνια της, και στεκάμενη
+γυμνόποδη και γυμναστράγαλη, ξεμάλλιαγη και δρώμενη ακόμ' από τη
+ζεστασιά, λαλούσε της θειας της αυτά τα λόγια με μάτια ορθάνοιχτα
+και με σαν παλληκαρίσια κορμοστασιά.
+
+Όλη εκείνη τη βραδινή την πέρασε η θεια Πασκαλιά στης γειτονιάς τα
+κατώφλια. Όχι και πως πολυπήγαιν' εκεί, γιατί όντας λιγάκι
+ξεμωραμένη την πείραζαν, κ' έτσι την απόφευγε την πολλή συντροφιά.
+Απόψε όμως άλλο πράμα. Πήγε και παραπήγε. Δος του ψαλίδισμα η
+γλώσσα της για το ριζικό της ανιψιάς της. Έτρεξαν και μερικές να
+τηνε συχαρούν την Ασήμω. Απομείνανε θα πης· δίχως ξύλα, απομείνανε
+και δίχως κάτι ψόνια για την αποταχινή. Μα δε χαλνούσε κι ο κόσμος
+με δαύτα. Έτσι λέγανε μια μια οι γειτόνισσες, και τους φέρνανε
+δανεικά. Ως και ψωμί δανεικό τους κουβάλησαν.
+
+Κομπόδεμα λοιπόν η μαζώχτρα η Ασήμω, κομπόδεμα η θεια της η
+Πασκαλιά, κομπόδεμα κ' οι γειτόνοι.
+
+Την Κεριακή η Ασήμω την πέρασε, σα δεν πετιούνταν καμιά να τηνε δη
+και να τη μακαρίση, βγάζοντας κι αραδιάζοντας όσα προικιά τα είχε
+από χρόνια θησαυρισμένα, και μετρώντας τα και ψάχνοντάς τα.
+Σεντόνια βαμπακομέταξα νυφικά, παπλώματα μυριόπλουμα και
+μυριοκόλλητα, μαντιλάκια στο μάγκανο χρυσοκεντημένα, κάλτσες
+λευκοβάμπακες, καπνοσακκούλες μετάξι πλεγμένες πολυχρωμάτιστες,
+ζώνες, πουκάμισα μπιμπιλωτά, φαρδομάνικα και φαρδόλαιμα,
+βρακοζώνες αντρίκιες και γυναικίσιες, άλλα για λόγου της, άλλα για
+το γαμπρό και για τους συμπεθέρους, — τι δεν έκρυβε το
+προικοσεντούκι της φτωχής, μα νοικοκυρεμένης Ασήμως. Τάνοιγε,
+τάπλωνε, τάβλεπε, τα ξανάβλεπε, τα ξαναδίπλωνε, ταπόθετε πάλε σαν
+άγια λείψανα μέσ' στο σεντούκι, και φορεμένη καθώς είτανε σήμερα
+τασπροκάθαρα κεριακάτικά της, λουσμένη κι όσο γίνεται στολισμένη,
+άξιζε να την κοιτάζη άνθρωπος με τις ώρες, άφησε πια την
+περίλαμπρη ομορφιά της, μα για ταναγάλλιασμα εκείνο που
+αλαφροπέταγε απάνω στο περήφανο πρόσωπό της, που αλήθεψε το
+χαδεμένο της όνειρο. Και κάθε φορά που τα δίπλωνε τα
+μοσκομυρισμένα συγύρια της και τα ξαναστοίβαζε, κοντοστέκουνταν
+και λίγο και συλλογιότανε το τι ερωτιάρικα λόγια θα του ξαναπή
+αύριο του καλού της σαν τον ανταμώση το βράδυ καταπώς συφωνήσανε,
+και ποια μέρα θα βάλουνε κιόλας για τον καθαυτό τον αρραβώνα, που
+πρέπει να τελεστή κι αυτός με την τάξη του, να την αναγνωρίσουνε
+νύφη τους κ' οι συμπεθέροι.
+
+Στην εκκλησιά πάλε εκείνη την πρωινή, που από τον όρθρο πήγε και
+στάθηκε η θεια Πασκαλιά στο στασίδι της, μεγάλο και πολύ σούσουρο
+ταπολείτουργο. Μα και στη λειτουργιά απάνω κάτι μουρμουρητά
+κρυφοδιάβηκαν από δω κι από κει, κι ώσπου να πη ο Παπά Χαράλαμπος
+το στερνό στερνό του Αμήν, τόξερε όλη η εκκλησιά, γυναίκες,
+άντρες, ψαλτάδες, ίσως κι ο ίδιος ο Παπάς, πως ο Πανάγος κ' η
+Ασήμω τα ψήσανε.
+
+Σαν κατέβηκαν οι άντρες στο καφενείο να πιουν τον καφέ τους, ήρθε
+δεν ήρθε ο Πανάγος με το μικρό του αδερφό το Γιάνη, και τραβάει το
+σκαμνί του κοντά τους ένας λεβέντης κάτι πιο μεγαλήτερος από τον
+Πανάγο, το ίδιο το σουσούμι απάνω κάτω, μα σαν πιο ξανθουλός, πιο
+ανοιχτόκαρδος, πιο γελαζούμενος· ίσως και λιγάκι πιο παχουλός.
+
+ — Είνε αλήθεια αυτά που ακούγω; σκύβει και κρυφορωτάει τον
+Πανάγο.
+
+ — Τι άκουσες;
+
+ — Να πως η Ασήμω της θεια Πασκαλιάς λέει. . .
+
+Κάμνει αμέσως το σταυρό του περίλυπα χαμογελώντας ο Πανάγος, και,
+
+ — Να μην το πη κανείς πως έχει και τίποτις από τον κόσμο κρυφό,
+απολογιέται του αξαδέρφου του τού Μιχάλη. Μα στάσου δα, βλογημένε,
+να προλάβω και να σε ρωτήξω τη γνώμη σου πρώτα.
+
+Ο Πανάγος κι ο Μιχάλης είταν πρώτ' αξαδέρφια συγγένεια, μα στην
+αγάπη και στην ξεφαντωσιά πιώτερο παρ' αδέρφια. Τίποτις δεν
+καταπιάνουνταν ο ένας, δίχως να το πρωτοπή του αλλουνού. Κατάντησε
+να τους λένε τους δυο τους «διπλάρια», ή κάτι τέτοιο. Όπου ο ένας,
+εκεί κι ο άλλος, μα γλέντι είτανε, μα κυνήγι, πόλεμος, σκοτωμός.
+Αχώριστοι σ' όλα τους.
+
+Κάθισε, και πίνοντας τον καφέ του, του αποξήγησε τη δουλειά, ο
+Πανάγος, άκρες μέσες, μιλώντας του χαμηλόφωνα πάντα.
+
+ — Πιάστηκα στα βρόχια της, ξαναείπε, τι τα θες. Α βγης έξω και
+πης του ήλιου πως δεν καψώνει, πες μου και μένα πως η καρδιά μου
+είναι πέτρα ομπρός στην ομορφιά της.
+
+ — Μωρέ τι πέτρα και τι ξεπέτρα, που ο κόσμος σ' έχει κιόλας
+αρρεβωνιασμένο, κι ακόμα πιώτερο. Τηνε γλυκοφίλησες, λέει,
+απανωτά, και σέκαμε, λέει, και σκαρφάλωσες μια θεόρατη καστανιά σα
+νυφίτσα να της κόψης ένα τσαμπί, κ' ύστερα, λέει . . .
+
+ — Σήκω, σήκω να πάμε σπίτι σου, και σου τα λέω. Δεν αξίζει εδώ.
+Κοίταξε πως αυτιάζουνται όλοι τους.
+
+Σηκώθηκαν οι τρεις τους, κ' ίσια στου Μιχάλη το σπίτι. Η
+Μιχάλαινα, ό,τι γύρισε κι αυτή από τη λειτουργιά. Έβγαζε τη σκέπη
+της και την απόθετε απάνω σε σεντούκια μαζί με το μαντιλάκι της,
+και ταντίδωρο μέσα τυλιγμένο, για τη γριά τη μάννα της απάνω.
+
+Λες και σαν ορθόκορμη κι αρματωμένη Αθηνά σταθηκε μπροστά στον
+Πανάγο άμα τον είδε κ' έμπαινε στο χαμώγι, και μετρώντας τον
+πατόκορφα με τα θεογάλανα εκείνα τα μάτια της, μόνο που δεν τον
+έτρωγε καθώς του φώναζε η αρχοντικιά, η ασπρόδερμη κ' η
+φεγγαροπρόσωπη η Μιχάλαινα.
+
+ — Τι 'ναι μαθές αυτά που αντιλαλήξανε πάλε μέσα στον κόσμο! Δεν
+είναι καμώματ' αυτά, και να λείψης. Ρεζίλι μαθές πολεμάς να μας
+κάμης!
+
+Τούκοψε μονομιάς τον ανασασμό σαν άνεμος η χολοβρασμένη η
+Μιχάλαινα. Κι όχι πως είταν ο Πανάγος από κείνους που τους
+συνεπαίρνει μιας γυναίκας φωνοκόπι, ας είνε και της ανοιχτομίλητης
+της Μιχάλαινας. Μα καθώς είδαμε, ο Πανάγος είτανε δυο λογιώ. Δυο
+μεριές τις είχε. Τη μια, γνώση, ζύγισμα, στοχασιά. Την άλλη, ίσως
+την πιο μικρότερη, φωτιά κι αγάπη και πάθος. Από την ώρα που
+χωρίστηκε από την Ασήμω ο Πανάγος, άρχιζε η γνωστική η μεριά και
+δούλευε, όλο δούλευε μες στα κατάβαθα του λογισμού του. Σαράκι τον
+έτρωγε· και τι σαράκι; τρυπάνι και τον διαπερνούσε το νου του.
+Ησυχία δεν του άφινε η γνώση. Τόσο, που τη νύχτα εκείνη — ακοίμητη
+νύχτα — αναπετάχτηκε μιαν ώρα από το κρεββάτι, έκαμε ένα τσιγάρο,
+και πίνοντας το ανάκραζε ολομόναχος — Μωρέ στο διάβολο, και να
+γεννιούμουνα μπούφος!
+
+Όσα τούψελνε αυτή την πρωινή η Μιχάλαινα, κι ακόμη πιο χερότερα,
+τα είχε πωμένα ο ίδιος του εαυτού του χίλιες φορές αποβραδίς κι
+απονυχτίς. Με τι συνείδηση τώρα και με τι δυνατογνωμιά να της
+εναντιωθή της μανιασμένης του αξαδέρφης.
+
+Ο Μιχάλης καθώς κι ο Γιάνης σωπαίνανε. Τόξεραν πως σε καλού
+δικηγόρου χέρια βρίσκουνταν η δουλειά τους.
+
+ — Είναι καλή αυτή για τη ράχη του, μουρμούριζε ο Μιχάλης κάτω από
+το ξανθουλό του μουστάκι.
+
+Στεκότανε σαν παιδί φταιξιάρικο ο Πανάγος.
+
+ — Άλλοι μας, κι άλλοι μας! ξεφώνιζε η Μιχάλαινα, σέρνοντας τα
+κόκκινα μάγουλά της με τα δυο της χέρια. Που θα βάλουμε στα
+σπιτικά μας και την ψυχοπαίδα της γουρουνούς!
+
+ — Σώνει σου, Βασιλική, γυρίζει και της κάνει ο Πανάγος. Μωρό
+παιδί δεν είμαι, να με σκιάζης δα και με τέτοιες κοροϊδίες. Κι από
+μένα καλλίτερα το ξέρεις πούθε έρχεται η Ασήμω.
+
+ — Ναι. Σάματις δεν τη γλυκόβλεπαν οι Τούρκοι τη μάννα της! Ας τα
+Πανάγο, ας τα! Όσο τα σκαλίζης . . . ας τα, σου λέω.
+
+Κι άπλωσε το χέρι της και ξαναπήρε το μαντίλι από τη σεντούκα, να
+δώση δουλειά στα ταραγμένα της νεύρα.
+
+ — Μα αν της τόταξα; Ξαναλέει ο Πανάγος με καρδιοχτύπι, σα
+νάρριχνε τη στερνή του την τουφεκιά.
+
+ — Και τι μ' αυτό; γυρίζει και του κραίνει η Μιχάλαινα με
+σουφρωμένα φρύδια και με χείλη που στάζανε φαρμάκι. — Και τι μ'
+αυτό; Μηγαρής τίμια σου φέρθηκε αυτή να σε μπλέξη στη βρακοζώνη
+της; Και δεν το κατέχω τάχα πως χρόνους και χρόνους σε παραμόνευε
+να σε πιάση, κ' είχε δεν είχε το κατάφερε να σε κωλοσύρη εχτές
+εκεί κάτου σαν πεινασμένο γατί;
+
+Μείνανε μερική ώρα όλοι τους αμίλητοι, όλοι στεκάμενοι ο ένας
+αντίκρυ του άλλου, μες στο χαμώγι. Κι ότι σάλευε ο Πανάγος τ'
+αχείλι του κάτι να πη, κάτι να μουρμουρίση, χτυπάει αποπάνω η γριά
+— είταν ανήμπορη αυτή κ' έμενε σπίτι — και φωνάζει πως να μην
+κρυώση ο καφές.
+
+Ανέβηκαν, κι άλλαξαν ομιλία. Ελιές, μαζώματα, λαγούς, κάστανα,
+κυνήγι, Τούρκους, τουφεκιές, μπαλλοτές, κ' έτσι πέρασε κάμποση
+ώρα. Σάνε γύρισε μεσημέρι και σηκώθηκαν τα δυο ταδέρφια να
+κινήσουν κατά το σπίτι τους, τους ξεπροβόδωναν ο Μιχάλης κ' η
+γυναίκα του ως όξω από την πόρτα, και δος του πια τότε μουρμουρητά
+και χειρονομίες.
+
+ — Άφησέ με και τα βολέβω, ακούστηκε κ' έλεγε ο Πανάγος
+πηγαίνοντας.
+
+4
+
+Σαν έφεξε δευτέρα κι ο κόσμος ξεκινούσε να πάη στη δουλειά του,
+δεν περνούσε πια το δρόμο με το καλάθι η Ασήμω καθώς πάντα, να
+τραβήξη κατά τα δέντρα, νανταμώση συντρόφισσες, και να κόβουνε και
+να ράβουνε διαβαίνοντας. Αλλού ταξίδευε τώρα ο νους της. Έπρεπε
+τώρα να σκαρώση νοικοκεριό, να διαρμίση το σπιτικό της, να βαστάξη
+και κάποια θέση. Κομμάτι και το βαρύ, να την ψηφάη κι ο κόσμος.
+Σφαλιέται λοιπό μες στο καλύβι της, κι αρχινάει και ξεσκονίζει
+ανέμες, ρόκες, αδράχτια, μαγκάνους. Είχε κ' η γριούλα κάτι δικά
+της να νοιαστή. Περνώντας κι αυτή καλή μαγείρισσα — και ποια
+νησιώτισσα δε γεννήθηκε με τη μασιά και με τη σκάρα στο χέρι! —
+αφίνει τα γουρουνάκια και τις όρνιθες στην τύχη τους, και
+καταπιάνεται τα πιο απόβαθα μυστήρια της παινεμένης της τέχνης.
+Ανοίγει τσίπες, τσακίζει αμύγδαλα, γουδοτρίβει κανέλλες και
+κόκκινες ζάχαρες — όλα για τα μπουρέκια και για τάλλα γλυκύσματα
+που θα χρειαστούνε όπου και να είνε. Πρόβαλαν και δυο τρεις άλλες
+γριές από τη γειτονιά, και της πρόσφερναν, άλλη συβουλή, άλλη
+γνώμη, κι άλλη την καλή της ευκή, αν και κρυφοτρώγουνταν όλες τους
+κι από κάποια ζούλια, και σαν τύχαινε βολικό, χτυπούσαν και τα
+ρουθούνια τους μπαινοβγαίνοντας. Φανερά να το δείξουνε, δεν
+πολυταίριαζε. Έπειτα, ποιος τόξερε και τι καλό μπορούσε να τους
+κάμη καμιά μέρα η Ασήμω;
+
+Μια από τις παντογνώστριες αυτές, ό,τι μίσεψε από της Ασήμως,
+ύστερ' από κάμποση ώρα κουβέντα το τι πρέπει να γίνεται και τι να
+μη γίνεται σαν αρραβωνιάζεται κορίτσι, να τηνε πάλε στο κατώφλι
+λαχανιασμένη, κομμένο το χρώμα της, την ποδιά της στα χέρια, σα να
+την κυνηγούσανε Τούρκοι.
+
+ — Μωρή τι έπαθες, που θεός να σέβρη, κράζει η Ασήμω απομέσα, εκεί
+που σκάλιζε τα κοριτσίστικα σύνεργά της.
+
+ — Αμέ και τι να μην πάθω, κακόμοιρη, που έρχεται και μου λέει ο
+γέρο — Σταμάτης μου, ό,τι ανέβηκε από του Φώτη το καπελιό, πως
+είνε λέει όλα ψέματα, και δεν τόχει σκοπό ο αφέντης μας ο Πανάγος,
+μήτε το είχε ποτές του. Ο Θεός να με βγάλη ψεύτρα, μα τάκουσε από
+μέρος που δεν έχει να πης, από τον αξάδερφό του τον κυρ Μιχάλη
+λέει τάκουσε. Ύστερα, λέει, κατέβηκε κι ο Πανάγος στο καπελιό,
+λέει, και του πάτησε ένα βρισίδι, λέει, του Σταμάτη μου που
+αποκότησε και τονε συχάρηκε, που δε μεταγίνεται, λέει. Μωρή και δε
+μου λες, μορφούλα μου, πως είσαι θεόλωλη και μας έφερες έτσι δα
+άνω κάτω δίχως λόγο στα καλά καθούμενα; Μωρή, και δεν τρέχεις στις
+ελιές σου, κακόσυρτη, και δεν αφίνεις τις ρόκες και τα προικιά,
+μην πάτε και ψοφήστε της πείνας, κ' εσύ κ' η θεια σου;
+
+Και λέγοντάς τα αυτά μεγαλόφωνα η φοβερόγλωσση η γειτόνισσα
+κράταγε τις χέρες της ακκουμπησμένες απάνω στους γόφους της,
+πούλεγες και το μαντίλι της έρριχνε να πιάση γερή λογομάχητα, και
+να τις αποστομώση μια και καλή και τις δυο, θεια κι ανιψιά. Κι όχι
+από κακογνωμιά κι από παράλογο πείσμα, παρά να ξεθυμάνη, που είχε
+κι αυτή κόρη για παντρειά, κι όχι γαμπρό, μα μήτε δαυλό, που λέει
+ο λόγος, δεν μπόρειε να της βρη.
+
+Δεν έγινε η αποθυμιά της γειτόνισσας. Χύμιξε ολόχλωμη κι αμίλητη η
+Ασήμω, και με μια της σκουντιά σφάληξε την πόρτα κατάμπροστά της.
+Ξεφώνιζε η γειτόνισσα απέξω, μα τα ξεφωνητά της λίγο λίγο
+αδυνάτιζαν, καθώς έφευγε και πήγαινε. Έμεινε τότες η θεια κ' η
+ανιψιά μαρμαρωμένες, κοιτώντας η μια την άλληνα.
+
+ — Τρέχα να δης, αλήθεια είνε ή ψέματα, λέει η Ασήμω της θειας της
+προσεχτικά, σαν πολεμιστής που ακούγει προδοσία και στέλνει
+υποταχτικό του να δη τι τρέχει.
+
+Βγαίνει η γριά με το ραβδί της, τρομαγμένη και κακώς έχοντας. Δεν
+άργησε να γυρίση. Ήρθε ολότρεμη, δακρυσμένη, δεμένη η γλώσσα της,
+κ' έπεσε χάμου και στηθοδερνότανε σα μοιρολογίστρα. Μήτε λόγο η
+πλανταγμένη η Ασήμω. Σκυλοπνίγουνταν η ψυχή της μέσα σε λαβωμένης
+περηφάνειας φριχτή αγωνία. Μήτε φωνή, μήτ' αναστεναγμό δεν
+μπορούσε να βγάλη· παρ' αρπάζει τη μαγουλήκα της, το ρίχτει απάνω
+της, και πετιέται όξω. Γύρισε δεξά κατά τη γειτονική την εξοχή,
+και πρι να τη μυριστή άνθρωπος χάθηκε μες σε ρουμάνια και πίσω από
+δέντρα.
+
+Ανέβαινε τανηφορικά μονοπάτια σαν τη λωλή. Λες και στο κορφοβούνι
+γύρευε να σκαλώση, ναγναντέψη τον κόσμο περίγυρα, και να τονε
+φτύση με στόμα φαρμακωμένο. Τέτοια λύσσα έβραζε μέσα της.
+
+Κι ως τόσο ποτές η Ασήμω δε φάνηκε ομορφότερη, τα μάτια της ποτές
+δε σπιθοβόλησαν πιο αστραφτερά από τη φοβερή εκείνη τη βραδινή.
+Διάβαινε χαμόδεντρα, πηδούσε λιθάρια, ανεβοκατέβαινε λακκωσιές,
+σκαρφάλωνε βράχους, σαν αγρίμι κυνηγημένο από τη φωλιά του,
+πούλεγες τρύπα γύρευε να γλυτώση. Ζυγώνει σε μέρος που ξάνοιγαν οι
+βράχοι εκεί απάνω, κ' έκαμναν είδος δώμα. Στέκοντας εκεί είχες τα
+τούρκικα τα σπίτια καταδεξά λίγο παρακάτου, τα τούρκικα τα
+λιόδεντρα πάνωθέ τους από την ίδια μεριά, ολόγυμνα καταρράχια και
+βοσκιές πίσωθε, χαμόδεντρα πάλε και κουμαριές και θυμάρια κατά
+ταριστερά. Μέρος που το σύχναζαν οι βοσκοί, το σύχναζαν κι όσοι
+βγαίνανε στους λαγούς ή στο χορτομάζωμα. Απλωσιά χορτάρι καταμεσή
+στα κρεμαστά εκείνα τα βράχια, και μονοπάτι αποκάτου ως είκοσι
+πόδια βάθος. Κάθισε στο δώμα εκείνο απάνω μια στιγμή η Ασήμω, και
+τήραγε στα μακριά το κάτω χωριό, το χριστιανικό, κι άκουγε τα
+λαλητά που γεμίζουν τον αέρα σε κάθε χωριού γειτονιά, απ' άντρες
+κι από γυναίκες, από παιδιά κι από γέρους, από σκυλιά κι από λογής
+λογής ζώα και πετάμενα, κάθε βράδυ στο γέρμα του ήλιου και πρι να
+πάρη απόνυχτο. Κι απ' όλα το μεγαλήτερο το βουητό και το πιο
+ατέλειωτο φωνοκόπι τόβγαζαν οι γυναίκες που μαζεύουνταν κείνη την
+ώρα στη βρύση απέξω από το χωριό, να νεροκουβαλήσουν.
+
+Δαιμονισμένα τσιρίγματα κι ακράτητα γέλοια έπαιρνε στα φτερούγια
+του ο αέρας και τα σκόρπαγε στις τέσσερες άκρες του κόσμου.
+Τάκουγε η Ασήμω, και θαρρώντας τα πως είταν του κόσμου η κατάκριση
+κ' η καταλαλιά για τη συφορά της, σπαράζουνταν τα σηκώτια της,
+θόλωνε ο νους της, κ' έτσι της ερχότανε νανατιναχτή και να
+γκρεμιστή από την άκρη του βράχου, και μαζί με τα κόκκαλά της να
+σπάση κάθε της λαχτάρα και κάθ' ελπίδα μια και καλή. Κ' εκεί πάλε
+που συλλογιότανε τέτοια, πέφτει το μάτι της κατά τη λακκωματιά
+εκεί κάτω, τη λογιάζει ως την άλλη της άκρη, κατά την πέρα μεριά
+του χωριού, και τηρώντας τις θεόρατες δεντροκορφές που τη
+σκέπαζαν, ανιστόρησε άξαφνα το προχτεσινό της αντάμωμα, και της
+ήρθε απαρηγόρητο κλάμα. Σα να τάβρισκε ως τόσο παιδακίσια τα
+δάκρια σε τέτοια σκληρή συφορά.
+
+Τα σφουγγίζει μάνι μάνι με την ποδιά της, και μπαίνει σε βαθεια
+συλλογή. Αμίλητη, ανάκουγη, ασάλευτη, και μήτε ανασασμό. Κ' εκεί
+που κάθουνταν έτσι, αθώρητη κι αγνώριστη ζουγραφιά, ακούγει
+ποδοβολητό αποκάτω. Κάμνει πως σκύβει, και βλέπει δυο λεβέντηδες
+κι ανεβαίνουν το μονοπάτι, τα τουφέκια στον ώμο. Είταν ο αδερφός
+του Πανάγου ο Γιάνης κι ο αξάδερφός του ο Μιχάλης. Βγαίνανε στους
+λαγούς. Αποσταμένοι κ' οι δυο τους με τον ανήφορο, ανεβαίνανε
+σιγανά σιγανά. Δυό τρεις στιγμές ακόμα, κι αντιδιαβαίνει και
+τρίτος. Είταν ο Πανάγος. Ίσια ίσια την ώρα που συφώνησε νανταμώση
+την Ασήμω στην πέρα τη μεριά του χωριού, κατά το χτήμα του. Φριχτή
+ανατριχίλα την έπιασε τη λυσσασμένη μαζώχτρα. Της ήρθε ναρπάξη
+λιθάρι και να το κατρακυλήσει καταπάνω του. Αποτραβιέται δυο
+βήματα παραπίσω, μην τύχη και τηνε δη. Έτσι, σα να το σκόπευε
+κιόλας. Πέρασε ως τόσο ο Πανάγος άβλαβος κι άγκιχτος, κ' έμεινε η
+Ασήμω στεκάμενη ακόμη στ' απλάδι σαν παραλογιασμένη, σαν υπνοβάτρα
+που έννοιωθε και δεν έννοιωθε. Υπνοβάτρα που κάποιου φοβερού
+βραχνά προσταγή λες κι άκουγε μες στον παραδαρμένο της νου. Κάτι
+που καταντούσε στιγμή με τη στιγμή από υπνοφαντασιά στοχασμός, κι
+από στοχασμός μελετημένη απόφαση. Να τον παιδέψη με τρόπο χίλιες
+φορές πιο σκληρότερο από 'να παλιολίθαρο· να του κρυφοχύση στα
+σπλάχνα του αρρώστια αγιάτρευτη, στρίγλα να γίνη και να γεμίση το
+σπιτικό του ρήμαξη και θανατικό, κι όχι με δυσκολόβρητα βότανα και
+μαμούνια, παρά με μόνο το φοβερό φαρμάκι της γλώσσας της.
+
+Έφεγγε πια τώρα στο μέτωπό της κάποια παρηγοριά. Σαν αχτίδα της
+κατέβηκε από κόσμους μυστικούς και τη μέρεψε. Δεν ψυχοπονούσε πια
+η Ασήμω. Όχι δα και πως γιατρεύτηκε μια και καλή ο βαθυρρίζωτος
+πόνος της, μα σκάλιζε σκάλιζε μες στα πικραμμένα της φυλλοκάρδια,
+βρήκε κι έβγαλε αξετίμωτο βάλσαμο, την εγδίκηση, τη γυναικίσια την
+εγδίκηση, που τύφλα νάχη μπροστά της το πιο φαρμακωμένο χαντζάρι ή
+το πιο αλάθευτο βόλι.
+
+Φείδι πια τώρα ωριόπλουμο και μυριολύγιστο το κορμί της, τίγρη το
+μάτι της, μάγισσα το πονηρό της χαμόγελο, νυχτονεράιδα το σύνολό
+της, καθώς ροβόλαγε πίσω κατά το χωριό.
+
+Βρέθηκε στη γειτονιά της ό,τι σκοτείνιαζε. Όλες γυρισμένες και
+μαζωμένες στις θύρες τους νακούσουνε τα μαντάτα, να πουν το κοντό
+τους και το μακρύ τους απάνω σε καθετίς, ως και για τα μελλούμενα
+του νησιού.
+
+Σώπασαν όλες και κρυφοχαμογελούσανε βλέποντας η μια την άλλη
+μαριόλικα, καθώς είδαν την Ασήμω κι αντιδιάβαινε. Εκείνη όμως,
+ταυτί της τώρα δεν έδρωνε. Ένα μαζί τους έτοιμη να παραβγή κ' η
+Ασήμω στα ξεφωνητά και στα γέλοια.
+
+ — Μπα! Τάχατες πρωταπριλιάτικη μας την έπαιζες χειμωνιάτικο τις
+προάλλες, και μας βγαίνεις έτσι ξένοιαστη τώρα, σα να μην έγινε
+τίποτις; της λέει μια από τις πιο γνώριμές της.
+
+ — Μωρή, και δεν το χαίρεσαι που πήγαινα να πιαστώ απατή μου στα
+βρόχια του, παρά φοβήθηκες μην τύχη και γελάστηκες; σκύβει και της
+λέει της φιλενάδας εκεί που καθότανε με δυο άλλες στο κατώφλι της
+πόρτας της ανακούρκουδα, καταπώς κάμνουν οι χωριανές. — Μου
+γλυκομίλησε ο άνομος, και το πήρα κομπόδεμα σαν άμυαλη που
+είμουνα, και σα να μην το είχα μυρισμένο κι από τα πριν πως αυτός
+τάχει ψημένα με τη Μιχάλαινα χρόνους και χρόνους τώρα, από τότες
+που είτανε να την πάρη γυναίκα του και χάλασε ο αρρεβώνας,
+εξαιτίας που είταν ανήλικος, που να μην τόσωνε να χρονιάση.
+
+ — Χριστέ και Παναγιά μου! φωνάζουν κ' οι τρεις τους.
+
+ — Χριστέ και Παναγιά μου! ανασηκώνεται και μεταφωνάζει η μια
+τους, η παχύτερη, η αψηλότερη, κ' η πιο αθυρόστομη της παρέας. —
+Τώρα τα νοιώθω τα τόσα και τόσα που πήρε το μάτι μου και σήμερα
+μαθές που τους είδα πάλι με του ήλιου τανάβλεμμα όξω από το χωριό
+κατά του Πανάγου τα δέντρα, πρι να κατέβουν οι μαζώχτρες. Ο Θεός
+να φυλάη τις κοπελλιές μας από τέτοιους!
+
+Το καινούριο αυτό το σούσουρο, το μεγαλήτερο, τόφαγε μονομιάς
+τάλλο, το μικρότερο. Μήτε Βεζίρης να είτανε η Ασήμω δεν θα τα
+κατάφερνε πιο ομορφότερα. Με δυο της κρυφές σαϊτιές γλύτωσε το
+κεφάλι της από το φοβερό το περιγέλοιο του κόσμου, και χαντάκωσε
+τον Πανάγο μες σε χίλιες φορές πιο φοβερώτερη καταβόθρα.
+
+5
+
+Καθώς όταν ψοφήμι πεταχτή σε κατοικημένα λημέρια, κι αρχίζη ώρα με
+την ώρα και φορτώνεται ο αέρας θανάσιμη βώχα, έτσι και στο χωριό
+μας το ήμερο, το γελαστό, το καθάριο, μια και τούχυσε στάλα η
+λυσσασμένη η μαζώχτρα από τα σπλάγχνα της, λες κι άνεμος φύσηξε
+και μετάδωκε το μόλυσμα από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι,
+από στόμα σ' αυτί. Βούηξε η Παραμυθιά με την άτιμη την καταλαλιά,
+βούηξαν και τα τριγύρω χωριά. Όλοι τάκουγαν το τρομερό το κρυφό,
+όλοι τόκριναν και το κατάκριναν και το ψιλολογούσαν. Όλοι, εξόν
+εκείνοι που έπρεπε πρώτα πρώτα κάτι να μάθουν, κάτι να τους
+σφυρίξη κανένας φίλος αληθινός, που αν είνε και ψέματα, να
+διαφεντέψουνε την τιμή τους οι άμοιροι.
+
+Ως τόσο βρέθηκε σε δυο μέρες μέσα κι αυτός ο ήρωας.
+
+Βρέθηκε ο Μανώλης, ο πιστός ο δουλευτής του Δημήτρη, του αψή, του
+πεισματάρη κι ανάποδου, του χολερικού αδερφού του Μιχάλη. Ο
+Μανώλης, που του κλάδευε και του μπόλιαζε αμίμητα τις ελιές του,
+που του ξετρύπωνε περίφημα τους λαγούς του, που και στις εθνικές
+απάνω τις μάχητες πρώτος μυρίζουνταν και μηνούσε του Κυρ Δημήτρη
+Τούρκικα κατατόπια, Τούρκικες μπροσκάδες και παραμονέματα και
+σκοπούς, αυτός και τώρα πήγε και τα πρόφταξε του αφέντη του μ' όλα
+τα στολίδια και ταποσώσματα που τα κολνούσε ο καθένας δηγώντας
+τους του γειτόνου του.
+
+Θειαφοκέρι ο Δημήτρης σαν το πρωτάκουσε! Αμέσως, και δίχως μήτε
+στιγμή συλλογή, τα κόλλησε κι αυτουνού ο νους του στο χαλασμένον
+εκείνον τον αρρεβώνα. Δεν ξεστόμισε μήτε λέξη ώρα πολλή, παρά
+συγκρατούσε κλεισμένα τα τρεμάμενα χείλη του, σα να τούμπηγες
+σιγανή σουβλιά στα συκώτια του.
+
+ — Πήγαινε στη δουλειά σου, γυρίζει τέλος και λέει του δούλου
+προσταχτικά. Ψέμματα είνε. Και να το λες και συ πως είνε
+κακόβουλες καταλαλιές των εχτρώ μας.
+
+ — Έννοια σου, αφέντη.
+
+Και δρόμο ο Μανώλης, τρομαγμένος με την όψη του κυρ Δημήτρη.
+
+Δεν έμεινε τότες μήτε ο Δημήτρης ανάπραγος· παρά μια και δυο και
+τρέχει να βρη τον αδερφό του το Μιχάλη. Έβραζε μέσα του
+πηγαίνοντας. Έβραζε μέσα του όχι έτσι σαν αδερφός, μα σα να είταν
+ο ίδιος ο Μιχάλης και ζούλευε. Τόσο γκαρδιακά την είχε παρμένη την
+τύχη του αδερφού του στα χέρια του, από τότες που του προξένεψε τη
+Βασιλική για γυναίκα, και τους νοιαζότανε και τους δυο σαν παιδιά
+του, να μη βρέξη και να μη στάξη, χήρος όντας αυτός και δίχως
+παιδί.
+
+Θάμα μα την αλήθεια που δεν του ήρθε και ξαφνικό. Όλα τα δαιμόνια
+της υποψίας ξυπνήσανε μέσα στον ταραγμένο του νου και τούσφαζαν
+άντερα, συκώτια, καρδιές. Φρένιασε ο Δημήτρης και πήγε. Όντας
+οξύθυμος από φυσικό του, κόρωσε μέσα του οργή λυσσάρικη κι
+αχαλίνωτη. Τίποτις δε ζύγιαζε, τίποτις δεν ήθελε να ζυγιάση μήτε
+να κρίνη. Λες και μ' ένα παράλογο, θεότρελλό πήδημα ο νους του τον
+έφερε σε μια και μονάχη κρίση κι απόφαση, την κακή και την άδικη.
+Και πάλε μ' ένα της χτύπο η καρδιά του τού γέννησε μια και μονάχη
+όρεξη, να χυμίξη ατός του, κι από το καρύδι δράχνοντάς την τη νύφη
+του τη Μιχάλαινα, να την πνίξη σαν όρνιθα, να γλυτώσουν από την
+ατιμία κι ο αδερφός του κι αυτός. Την αχάριστη τη σκύλα, τη
+δίγνωμη, τη διπρόσωπη, την κοκκινομαλλού. Ως και τα μαλλιά της από
+ξανθουλά τάβλεπε τώρα κόκκινα ο Δημήτρης.
+
+Τον αντάμωσε το Μιχάλη στο χτήμα μεσημέρι γυρισμένο, τώρα και δυο
+ώρες. Στάθηκε ομπρός του, αμίλητος πάντα, πάντα ολότρεμος. Τον
+αγνάντευε κατά πρόσωπο με ματιά κρύα, σουβλερή, ανατριχιάρικη, σα
+Χάρου ματιά.
+
+ — Τι έπαθες, 'βρέ Δημήτρη; μπας και δεν είσαι καλά; ρωτάει ο
+Μιχάλης.
+
+ — Έλα παραόξω και σου λέω, αποκρίνεται ο Δημήτρης γοργά και
+μισοπνιγμένα.
+
+Αποτραβήχτηκαν τα δυο αδέρφια σε παράμερη κώχη, και σαν
+αγριοκοίταξε δίπλα κατά το χωριό ο Δημήτρης, και μουρμουρίζοντας
+αντίθεες βλαστημιές έφτυσε στον αέρα, σα νάβλεπε κάποιον εκεί που
+λόγους δεν είχε να του παραστήση το μίσος του, γυρίζει και λέει
+του αδερφού του.
+
+ — Μωρέ Μιχάλη, κοιμάσαι, καημένε!
+
+ — Πες μου τι τρέχει, και με πέθανες.
+
+ — Μωρέ και να μη το μυριστής τόσον καιρό πως είν' άπιστη η σκύλα;
+
+ — Ποιά, βρε χριστιανέ; Η γυναίκα μου;
+
+ — Αμέ και ποια άλλη, κακόμοιρε, που έπρεπε μα το Θεό,
+καλογερόπαππας να γίνης μ' αυτά τα μυαλά, κι όχι άντρας, κι άντρας
+τέτοιας γυναίκας.
+
+Έτρεμε πατόκορφα ο Δημήτρης.
+
+ — Έλα στο νου σου, βρε αδερφούλη μου, τι 'νε που κάθεσαι και μου
+κραίνεις τώρα; Και με ποιόνα θαπιστήση κι από πού ως πού;
+
+ — Από πού ως πού; αναπετιέται και φωνάζει ο Δημήτρης. Να, από
+ταλλοίθωρά σου μάτια ως του Πανάγου την μπερμπαντιά.
+
+ — Ο Πανάγος!
+
+Και χαμογελώντας ο Μιχάλης, σα να σηκώθηκε μεγάλο βάρος από τα
+στήθια του, ξαναλέει μ' ανάλαφρο ανασασμό.
+
+ — Δεν είνε πράματ' αυτά, μωρέ Δημήτρη, να κάθεσαι και να τα
+ξαναλές σαν αυτές εκεί τις μαζώχτρες, μόνε να πάμε και να μάθουμε
+ποιος το πρωτόβγαλε και να τονε γδάρουμε ολοζώντανο.
+
+ — Να σου πω, Μιχάλη. Είσαι παιδί, και πάντα θα είσαι. Εδώ παίξε
+γέλασε δεν είνε. Δεν είσαι και μονάχος εσύ, είνε όλο το σόγι. Και
+να πας αμέσως κιόλας να του την παίξης τη μπαλλοτέ να γλυτώνουμε.
+
+Του τα είπε αυτά σιγανά κι αποφασισμένα.
+
+ — Μα αν είτανε να κάμω τέτοιο πράμα, θα πρωτοάρχιζα από τη
+γυναίκα μου. Άμε στο καλό, βλογημένε, δεν είνε πράματα, σου λέω.
+Δεν την ξέρεις τη Βασιλική, τέλειωσε. Μήτε τον Πανάγο δεν τον
+ξέρεις.
+
+Και γύρισε το στενοχωρημένο του πρόσωπο κατά την άλλη μεριά.
+
+ — Εγώ δεν τους ξέρω; απολογιέται ο Δημήτρης τραβώντας τον αδερφό
+του από το μανίκι. Βρήκες άνθρωπο να μη τους μυρίζεται τους . . .
+
+Έπειτα, με φωνή σοβαρώτερη και τρεμουλιαστή
+
+ — Να πας, σου λέω, να τον ξεπαστρέψης. Όρκο τόκαμα, άλλο δεν
+έχει.
+
+Τον ήξερε ο Μιχάλης το Δημήτρη, πως δε χωράτευε. Άρχιζε και
+μαζευότανε στη ψυχή του θεοσκότεινη αντάρα. Και πώς να τον
+καταπείση τον αδερφό του πως λάθευε, πώς να διαφαντέψη την ησυχία
+του και την καλοτυχιά του, που σε μια στιγμή μέσα την έβλεπε και
+κατρακυλούσε στην καταβόθρα!
+
+Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε ο δύστυχος, κ' ύστερα
+
+ — Να σου πω τι θα κάμω, γυρίζει και του λέει του Δημήτρη. Θα πάω
+και θα του στήσω παγίδα, κι αν είνε αλήθεια, τους έφαγα και τους
+δυο.
+
+ — Τρέχα το λοιπόν και στήνε παγίδες. Το πολύ θα περάσουμε άλλη
+μιαν άτιμη μέρα.
+
+ — Ως τη νύχτα θα το ξέρουμε. Ή ζωή ή θάνατος.
+
+Και παίρνει δρόμο ο Μιχάλης, αφίνοντας πίσωθε το Δημήτρη.
+
+Είτανε να τονε λυπάσαι το χρυσόκαρδο το Μιχάλη.
+
+Τρία χρόνια τώρα παντρεμένος, τρία χρόνια το σπιτικό του
+παράδεισος, με την ακριβή του Βασιλική, δυνατόγνωμη θα πης γυναίκα
+— και κάμποσο αντρίκια, όσο εκείνος πάλε είτανε μαλακόκαρδος και
+καλόβολος, όμως με τετρακόσα πάντα κι αυτός. Ως τόσο μάλαμα η ζωή
+τους, κι ας κυβερνούσε η γυναίκα και παραπάνω. Ταίριαζαν και τα
+γούστα τους. Ως και στο καλοφάγι την ίδια όρεξη είχαν. Κι όσο για
+πίστη κι αγάπη, πέτρα μονάχη η καρδιά της. Και τώρα, λέει, μόνο
+και μόνο γιατί ξεπρόβαλαν οι παλιόγλωσσες και τους κατατρέχουνε,
+να πηγαίνη, λέει, στο καθάριο του σπίτι και να στήνη τέτοιες
+βρωμοπαγίδες! Και να το μυρίζουνταν η Βασιλική, τι θεριό θα
+γινότανε! Και με το δίκιο της η κακόμοιρη, που την καταχώνιασε κι
+αυτήν ο απόνετος ο κόσμος μες στην καταβόθρα της ατιμίας, μαζί με
+τόσες και τόσες άλλες, δίχως να φταίγη, δίχως μήτε να
+τονειρεύεται!
+
+Είτανε να τονε λυπάσαα τον κακότυχο το Μιχάλη.
+
+Πήγε κι αντάμωσε πρώτα τον Πανάγο στα δέντρα του. Του λέει να
+περάση στις έντεκα ώρες το βράδυ από το σπίτι του και να βγούνε
+στους λαγούς. Όμορφη βραδινή, και το φεγγάρι μισόγεμο.
+
+ — Αμέ, και γιατί όχι; αποκρίνεται ο Πανάγος με το στοχαζούμενό
+του χαμόγελο, και καμώνοντας πως ξύνει το κεφάλι του κατά το δεξί
+του αυτί, έτσι από λεβεντιά.
+
+Από του Πανάγου τα δένδρα ίσια σπίτι του ο Μιχάλης.
+
+Έμπαινε σα φταιξιάρης, δέκα ώρες απάνω κάτω. Λέει της Βασιλικής
+
+ — Βασίλω, απόψε πάω στους λαγούς με τον Πανάγο μαζί. Του είπα
+νάρθη εδώ στις έντεκα. Τώρα είνε δεν είνε δέκα. Σέρνω εγώ κι
+αναβαίνω το βουνό, και πες του, σαν έρθη, να μ' ανταμώση εκεί που
+πήγαμε τη δευτέρα. Εκείνος ξέρει.
+
+ — Καλά, Μιχάλη μου, και σαν τι ώρα να βάλω τραπέζι;
+
+ — Αι, τη συνηθισμένη μας ώρα. Κράτησε ως τόσο μέσα το σκύλο, να
+τονε φέρη ο Πανάγος. Ανίσως και με χάση ο ένας, να με βρη ο άλλος.
+
+Και με το τουφέκι στον ώμο βγαίνει και κλει την πόρτα ο Μιχάλης.
+
+Παράπλευρα του σπιτιού, ως δέκα βήματα μακριά, είχε είδος αχούρι,
+σιτοβολώνα, κι αμπάρι ο Μιχάλης για τις ελιές. Εκεί μέσα
+κρυφοχώνεται, κλειέται, κι απαντέχει τον Πανάγο, τηρώντας από τις
+χαραμάδες, να δη το τι θα κάμη. Θάμπη μέσα, ή θα πάρη ίσια το
+βουνό;
+
+Πότε του ερχόντανε γέλοια με την κουταμάδα του, και πότε
+ραγίζουνταν τα συκώτια του ανιστορώντας το τι λυπητερή δουλειά
+καταπιάστηκε. Ώρα είνε και θα περάση, μουρμούριζε ο δύστυχος κ'
+ησύχαζε. Μετά πολλά πέρασε η άχαρη αυτή ώρα.
+
+Έρχεται ο Πανάγος με το τουφέκι στις έντεκα, και φωνάζει από
+μακριά το Μιχάλη. Ανοίγει η Μιχάλαινα την πόρτα, και καθώς
+ξεχύμιξε ο Πιστός και τον έγλειφε, του έλεγ' εκείνη πως ο Μιχάλης
+ξεκίνησε τώρα και μιαν ώρα και τον απαντέχει στο βουνό απάνω.
+
+ — Και γιατί δεν μπαίνεις μια στιγμή μέσα; ξαναλέει η Βασιλική.
+
+Αναφτερούγιασε από τρόμο ο Μιχάλης σαν τάκουσε το κάλεσμ' αυτό της
+Βασιλικής, και μόνο που δεν έπεσε χάμω.
+
+ — Όχι· κάλλιο να πάγω, γιατί θα προσμένη.
+
+Και τράβηξε ο Πανάγος τον ανήφορο μαζί με το σκύλο.
+
+Είταν εκείνη την ώρα ο Μιχάλης με το Σουλτάνο γενιά. Κρυφοπήδηξε
+χαρούμενος από ταχούρι στο δρόμο, κι ώσπου νανέβη ο Πανάγος στο
+μέρος που είπανε, σκαλώσαντας ο Μιχάλης από μέρη αδιάβατα σαν την
+Ασήμω το δευτερόβραδο, κάθουνταν ανάμεσα στα χαμόδεντρα και
+ψιλοτραγουδούσε, απαντέχοντας τον Πανάγο ερχάμενο από το καθαυτό
+μονοπάτι.
+
+Έκαμαν ως μια ώρα με τους λαγούς. Χτυπήσανε δυο. Γυρίζει τότες ο
+Μιχάλης και κάνει του αξαδέρφου του
+
+ — Πανάγο μου, κέφι έχω απόψε. Έρχεσαι να τα χτυπήσουμε κάτου και
+να πάμε να το στρώσουμε γλέντι μ' αυτούς τους λαγούς, απόψε
+κιόλας;
+
+ — Ακούς λέει; και τι καλλίτερο.
+
+Και σε μισήν ώρα μέσα ο Μιχάλης με τον Πανάγο στο σπίτι του, κ' η
+Μιχάλαινα στο χαμώγι και μαγείρευε τους λαγούς. Σκαρώνουν κέφι με
+τη μαστίχα, και σαν ανέβηκε το φαεί, πήρε δρόμο το γλέντι. Το
+κατέβαζαν αλύπητα το Κισσαμιώτικο. Ήπιε κ' η Βασιλική και ξανάπιε
+μαζί με την περουνιά που συνηθίζουν εκεί και προσφέρνουνε στις
+γυναίκες με το κρασί.
+
+ — Γυναίκα, φωνάζει άξαφνα ο Μιχάλης, καθεμέρα τέτοιο ξεφάντωμα δε
+γίνεται. Τα Παιχνίδια! Νάρθουν και τα Παιχνίδια!
+
+Δεν πέρασε πολλή ώρα, και πήγαινε καπνός το βιολί, βρόνταγε το
+λαούτο, και δος του χορό οι λεβέντηδες, δος του χορό κ' η
+Μιχάλαινα, οδηγώντας το γυριστό απατή της, πυργόστεκη, με το
+μαντίλι στο χέρι, που το στριφογύριζε και πήγαινε ομπρός.
+
+Ανέβηκαν και δυο τρεις άλλοι φίλοι κατόπι, που ή έτυχε να μην τα
+γνωρίζουν ακόμα τα λαλούμενα, ή καμώνουνταν πως δεν τα γνωρίζανε
+για να το γλεντίσουν, και κόλλησαν κι αυτοί στο χορό.
+
+Ήρθαν έπειτα κι από τάλλα τα σπιτικά τους, αδερφοξάδερφα της
+Μιχάλαινας, άντρες και γυναίκες, κ' έτσι γέμισε το σπίτι φωνές και
+τραγούδια. Ως κ' η γριά, που πάντα στο κρεββάτι η καημένη, ως κι
+αυτή χτυπούσε τα κοκκαλιασμένα της παλάμια, κι αναγάλλιαζε
+δείχνοντας τόνα και μονάχο της δόντι.
+
+Πανηγύρι σωστό. Αντιλαλούσαν τα ξεφωνητά τους κάτω και κάτω στο
+δρόμο.
+
+Απάνω σε κείνη την ώρα να κι ο Δημήτρης, που ξεμύτισε από
+ταραχνιασμένο του σπίτι να δη τι μαντάτα η παγίδα. Κι αντίς
+παγίδα, τι βλέπει και τι ακούγει! Φαγοπότια και ξεφαντώματα!
+Τρέλλα και τρέλλα του ήρθε. Είχε γνώση και βαστάχτηκε όμως, κι όχι
+από καλογνωμιά, παρά να μη γίνη φοβερώτερο σούσουρο. Βαστάχτηκε,
+και τράβηξε από τον κάτω το δρόμο, εκεί που είτανε μαζεμένος ο
+κόσμος και τους σεριάνιζε, ίσως και δη, ίσως και πάρη ταυτί του
+τίποτις μες στα σκοτεινά. Σα να γύρευε και καλά να τις πυργώση τις
+φλόγες που κορώνανε μέσα του.
+
+ — Και ποιος να είνε ο γαμπρός απόψε; πετιέται και λέει μια
+γυναικίσια φωνή από το σκοτάδι απομέσα.
+
+Είταν η μαζώχτρα η Ασήμω. Άλλο τόσο το χαίρουνταν απέξω αυτή το
+ξεφάντωμα, σα να τόκαμαν εξεπίτηδες, να τα πιστέψη ο κόσμος.
+
+Τούσωναν του Δημήτρη αυτά τα λόγια. Τράβηξε ίσια σπίτι του. Την
+πέρασε ποδοβολώντας απάνω και κάτω ως την αυγή.
+
+6
+
+Σηκώθηκε ο Μιχάλης κάτι πιο αργότερα από τη συνηθισμένη του ώρα.
+Κι ότι ξεπρόβαλε από την πόρτα του, ανταμώνει το Δημήτρη ερχάμενο
+από το σπίτι του να δη τι απόγινε· κι όχι και τι απόγινε, παρά τι
+θ' απογίνη, ύστερ' από ταποσπερινά.
+
+Τον αποδέχτηκε ο Μιχάλης πασίχαρος.
+
+ — Έλα μέσα, να πιής έναν καφέ, του κάνει. Και σα συγυρίζη η
+Βασιλική τη γριά απάνω τα λέμε κιόλας.
+
+ — Εγώ εκεί μέσα; Χίλιες φορές καλλίτερα εκειδά κάτω· δείχνοντας
+κατά την εκκλησιά, που είταν και τα μνημούρια. Πάμε όξω, στη
+μοναξιά. Εκεί που δε βλέπουμε και μούτρα να τα ντρεπούμαστε.
+
+Και λέγοντάς τα αυτά, κατρακύλησαν και δυο κόμποι από τα
+ξαγρυπνισμένα του μάτια απάνω στα κατάχλωμα μάγουλά του.
+
+Η αγρυπνιά, η χολόσκαση που δεν πέρασε ακόμα το θέλημά του, παρά
+διάβαινε ακόμα μέσα στους δρόμους ατιμασμένος, καθώς θάρρειε, και
+ντροπιασμένος, όλ' αυτά σα να του μαλάκωσαν την καρδιά, ή
+καλλίτερα, σα να του την έλυωσαν. Όση λύσσα τον έσφαζε χτες, άλλη
+τόση θλίψη και ψυχοπονεσιά τονε βασάνιζε σήμερα. Δεν είταν και να
+πης πως δεν τον αγαπούσε τον αδερφό του. Τον αγαπούσε, και
+μάλιστα, καθώς είδαμε, σαν είδος αδερφή του. Έτσι τον είχε και στο
+νου του και στην καρδιά του, σα γυναίκα. Για δαύτο δα το θάρρειε
+και χρέος του να τονε νοιάζεται και να τον αρμηνεύη.
+
+ — Έχω να σου πω και να σου πω, Δημητράκη μου, κάνει ο Μιχάλης,
+που θα γενή περιβόλι η καρδιά σου.
+
+ — Αχ, παιδί μου, αποκρίνεται ο Δημήτρης αναστενάζοντας και
+στηλώνοντας στον τοίχο τα θολωμένα του μάτια, έπρεπε ή εσύ να
+γεννηθής πιο άντρας ή εγώ πιο παιδί. Τα ξέρω, μη μου τα λες.
+Διάβηκα και τάκουσα και τα καμάρωσα τα ξεφαντώματα ψες. Πιο
+καλλίτερα και πιο ταιριαστά για τους εχτρούς μας δεν μπορούσανε να
+γίνουνε.
+
+ — Μα άκου δα πρώτα! Του την έστησα, που λες, μια μορφιά την
+παγίδα, και —
+
+ — Ας τα, ας τα! ανακράζει ο Δημήτρης. Έπειτα γυρίζοντας και
+κοιτάζοντάς τονα σοβαρά και συλλογισμένα.
+
+ — Η γυναίκα σου κι αυτός σαγοράζουν και σε πουλούνε δέκα φορές
+πρι να το μυριστής εσύ, κακομοιριασμένε! Μωρέ, άκου δω· γεννήθηκες
+από τη μακαρίτισσα τη μάννα μας, ή δε γεννήθηκες; Και δεν το
+θυμάσαι, καημένε, σα μας τόλεγε και το ξανάλεγε, «Κάλλιο να βγουν
+τα μάτια σου παρά τόνομά σου;»
+
+Άρχιζε πάλε και του μάτωνε την καρδιά, και του σπάραζε τα σωθικά η
+σκληρή, η σφαχτερή, η σιδερένια η φωνή του Δημήτρη. Σα να
+τόννοιωθε πια πως ελπίδα δεν είχε, πως στη ζωή του αποπάνω ξάπλωσε
+τα μαύρα και τα διάπλατα της φτερούγια η συφορά και την απόδιωξε
+την ελπίδα.
+
+Του πέρασε μια στιγμή από το νου του ναφήση τον αδερφό του μέσα
+στο δρόμο και να ξεκόψη. Ναποχωριστή εκείνον παρά την ευτυχία του.
+Να τρέξη και να σταθή σαν πύργος σιμά στη γυναίκα του, να της τα
+πη, να κηρυχτή ανοιχτά σύμμαχός της, και με το τουφέκι στο χέρι να
+τη γλυτώση από τους καταλαλητάδες της, μα ας είνε κι αδέρφια.
+
+Τα κλωθογύριζε αυτά μες στο νου του, μα δεν είτανε κι άθρωπος να
+βγάζη πέρα τέτοιες δουλειές. Τούρκοι να είταν άλλο πράμα. Ο
+Τούρκος δε χρειάζεται και πολύ θάρρος ηθικό. Και σα να τόξερε πως
+αυτό το δώρο δεν το είχε από τη μοίρα του, τρεμούλιαζε η καρδιά
+του και κρυφοπονούσε σαν κοριτσιού.
+
+Τον έπιασε βαθεια κι αξετίναχτη στενοχώρια. Δεν μπορούσε πια να
+βαστάξη. Αχ και νάβρισκε μιαν αφορμή και να τον ξαπολύση, να
+χωριστούνε. Ναπομοναχιαστή κάπου, να πέση χάμου και να κλείση τα
+μάτια του, τα μάτια του λογισμού του, και ναπομείνη έτσι ξερό
+λιθάρι, ας είνε και μια στιγμή. Τα υποψιάστηκε όλ' αυτά ο πονηρός
+ο Δημήτρης. Τον έβλεπε τον ίδρο τον ψιλό που περέχυνε του Μιχάλη
+το πρόσωπο, τις άκουγε τις απανωτές ρουθουνιές του. Στοχάστηκε πως
+καλλίτερα ναφήση την ομιλία για πιο βολικώτερη ώρα.
+
+ — Αν είχες δουλειά, να κοιτάξης, του λέει, πήγαινε τώρα, και τα
+λέμε άλλη φορά.
+
+ — Ναι, κάτι θέλω να κοιτάξω, αποκρίνεται ο Μιχάλης. Το βράδυ
+έρχουμαι και τα λέμε.
+
+Κ' έτσι αφίνει το Δημήτρη, και παίρνει τον άλλο δρόμο ανάλαφρος
+και παρηγορημένος, σα να ξύπνησε από βραχνά φοβερό.
+
+ — Σε ξέρω κ' έννοια σου, κακόμοιρε, μουρμούριζε ο Δημήτρης, όταν
+έμεινε μοναχός του. Πρι να βραδιάση αυτή η μέρα, θα ξαναγυρίσης
+και θα μου ζητάς συβουλές. Κουρέλλι τόκαμε τόνομά σου ο κόσμος,
+και γλήγορα θα το δης.
+
+Τράβηξε ο Δημήτρης κατά το σπίτι του, κι ο Μιχάλης πάλε κατά
+ταργαστήρια.
+
+Πηγαίνοντας κατά ταργαστήρια, ανταμώνει ο Μιχάλης τον Πανάγο, ό τι
+γύριζε από το καφενείο. Ταποξεχνάει όλα μες σε μια στιγμή και
+γλυκοχαιρετάει τον αξάδερφό του.
+
+ — Και για πού; ρωτάει ο Μιχάλης.
+
+ — Ανέβαινα σπίτι σου, απολογιέται ο Πανάγος με τα μετρημένα του
+λόγια, να σε πάρω να πάμε στην εκκλησιά.
+
+ — Στην εκκλησιά; πέμτη μέρα; Η μπας και θα παντρευτής;
+
+ — Όχι, ξεμολογιέμαι.
+
+ — Αι και τι; ξομολόγος είμαι;
+
+ — Άφινέ τα. Τάχατες δεν τάκουσες; Ή τον ανήξερο μας κάμνεις;
+
+ — Μήτε θέλω να τα ξανακούσω, αποκρίνεται ο Μιχάλης, σαν μπήκε στο
+νόημα. Παρά όποιος βρωμόγλωσσος τάβγαλε, αυτός ας πηγαίνη κι ας
+γυρεύη από το Θεό συχώριο.
+
+Κ' έκαμε να τον τραβήξη προς τα κάτω μαζί του.
+
+ — Πιστεύεις δεν πιστεύεις, Μιχάλη, εδώ δεν έχει. Πρέπει να σου
+ανοίξω τα φυλλοκάρδια μου μπροστά στο Θεό, και να τα δης. Έπειτα
+δεν είσαι μονάχα εσύ, είνε και ταδέρφια σου, το συγγενολόγι μας
+όλο.
+
+ — Βρε παιδί μου, μην τύχη και βαστάει ακόμα μέσα σου το κρασί;
+Εμένα πια το κεφάλι μου δε γυρίζει. Έλα κάτου να σφίξουμε μια, κ'
+εκεί τα λέμε.
+
+ — Του κάκου· χρέος μου να το διαφεντέψω τόνομά σου, και τίποτις
+δε με γυρίζει από το σκοπό μου. Μια βδομάδα δεν είνε που με
+δασκάλευες το τι να κάμω, τότες που τάχασα με τη μαζώχτρα και
+τόκαμα. Αράδα, σου τώρα να μ' ακούσης και συ, και νάρθης μαζί
+μου.
+
+Είχε δεν είχε, τον πήρε και πήγαν ως το κελλί του Εφημέριου μέσα
+στης εκκλησιάς την αυλή. Κάθουνταν ο γέρος ο Πάτερ Χαράλαμπος στο
+πεζούλι του, και μάζευε μέσα του ήλιο για το χειμώνα. Ζυγώνει
+μονάχος του πρώτα ο Πανάγος, και χώνουνται στην κουβέντα. Εκεί που
+αυτοί κουβέντιαζαν, ο Μιχάλης, δεμένα τα χέρια του πίσω,
+σεργιάνιζε τριγύρω στην εκκλησιά και κοίταζε τα πάμπολλα μνήματα,
+τις λιγωστές πλάκες, το βαθύ και τολόγεμο χωνευτήρι. Στάθηκε και
+λόγιαζε τα κιτρινιασμένα τα κόκκαλα, του καθενού μακαρίτη σε
+ξέχωρο σακκί τυλιγμένα, σακκί σάπιο και ξεπαραλυμένο εδώ και κει,
+με τα κόκκαλα μισοβγαλμένα από την κάθε του τρύπα. Λογής λογής
+κόκκαλα. Αντρίκια, γυναικίσια, παιδιακίσια, και γέρικα. Τάβλεπε ο
+Μιχάλης συλλογισμένος και τα χείλη του κρυφοσφύριζαν. Ρώταγε
+άραγες η ψυχή του σαν πόσα κόκκαλα εκεί μέσα τα είχε το βόλι
+σκισμένα; δεν το ρώταγε; Θεός το ξέρει. Τα χείλη του
+χαμηλοσφύριζαν όμως. Ίσως το γνωστικό εκείνο το σφύριγμα που
+σκεπάζει κάποτες βαθιούς στοχασμούς και βαθύτερους πόνους.
+
+Εκεί απάνω τονε φωνάζει ο Πανάγος. Ανοιγμένη η εκκλησιά σαν
+ξαναφάνηκε. Μπήκανε μέσα κ' οι τρεις τους. Έκαμαν το σταυρό τους
+και φίλησαν το κόνισμα του Άγιου. Έδειχνε το δρόμο ο Εφημέριος,
+ακολουθούσε ο Πανάγος, κατόπι ο Μιχάλης. Πήγαν ως μπροστά στο
+Ιερό. Στάθηκαν οι δυο οι λεβέντηδες απέξω, αμίλητοι. Κοίταζε ο
+Πανάγος κατά το Ιερό, που έμπαινε μόνος του ο Παπάς. Κοίταζε ο
+Μιχάλης παραδίπλα τα λιολουσμένα παράθυρα, και τις πολυχρώματες
+τις αχτίδες που πέφτανε στα στασίδια, περνώντας από τον
+κρουσταλλωτό πολυέλαιο. Τι σκοπούς είχαν οι δυο τους, μήτε
+καλοήξερε, μήτε ρωτούσε. Αγκαλά νοιώθοντάς το πως είτανε για καλό,
+κι όχι πάλε για λόγου του, παρά να ξεγλυτώση κ' η Βασιλική του από
+το φοβερό το ψεγάδιασμα, κι ο αδερφός του από την κόλαση πούβραζε
+μέσα του, έκαμνε υπομονή και περίμενε.
+
+Προβάλλει τέλος από την Άγια Θύρα ο γέρος ο Εφημέριος με το
+πετραχήλι περασμένο στους ώμους του και με το Βαγγέλιο στο χέρι,
+και κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι. Τους γνέφει, και ζυγώνουν τα δυο
+ταξαδέρφια.
+
+ — Πανάγο, λέει τότες ο σεβάσμιος ο γέρος, Πανάγο, που ο πατέρας
+σου έπεσε σ' αυτά τα χώματα για Πίστη και για Πατρίδα, και που τα
+κόκκαλά του αναπαύουνται σ' αυτή την περιοχή σωριασμένα. Σε
+ξεμολόγησα στο κελλί μου, και στα κόκκαλα εκείνα μου τορκίστηκες
+πως είνε αθώα η ψυχή σου από κάθε κρίμα, με την πολυάκριβη του
+ξαδέρφου σου του Μιχάλη, και πως μήτε στο νου σου δεν τόβαλες
+τέτοιο μεγάλο κρίμα. Τώρα να δευτερώσης τον όρκο σου και στο
+Βαγγέλιο απάνω, και φιλώντας το να γυρίσης και ναγναντέψης
+κατάματα τον αξάδερφό σου, και να του φανερώσης ξάστερη την
+αλήθεια.
+
+Άκουσε ο Πανάγος αμέσως την προσταγή. Έκαμε τρεις φορές το σταυρό
+του, φίλησε το Βαγγέλιο, κατόπι το χέρι του Ιερέα, και τέλος
+γυρίζοντας κατά το Μιχάλη ανοίγει τα χέρια του και τον αγκαλιάζει
+και τονε φιλάει και τονε λούζει με τα δάκριά του, φωνάζοντας πως
+είνε αθώος, κι' ας το πιστέψουν όσοι πιστεύουνε Χριστό και
+Βαγγέλιο.
+
+Έμειναν οι δυο τους αγκαλιασμένοι και δακριοπερεχυμένοι κάμποση
+ώρα. Καλά καλά μήτε ο γέρος ο Εφημέριος δεν μπόρεσε να κρατήση τα
+δάκρια. Τους διάβασε μιαν Ευκή αποθέτοντας την άκρη του
+πετραχηλιού του απάνω τους, και σαν αποτέλειωσε κ' η Ευκή,
+ξανάκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν κατά τη θύρα με βήματα
+σιγανά.
+
+Σαν ξανανταμωθήκανε στο νάρθηκα οι τρεις τους, τους λέει ο Πάτερ
+Χαράλαμπος, στρεφογυρίζοντας τα κάτασπρά του μαλλιά και χώνοντας
+τα μέσα στο καλιμάφκι του, να μην τονε νοιάζουνται τον κόσμο πια
+τώρα, γιατί ατός του θα πάη και θα πη τα χρειαζούμενα εκεί που
+πρέπει, και γλήγορα θαποτραβήξη την ουρά του ο Τρισκατάρατος, που
+ζήτηξε με το Χριστό να τα βάλη, μα το φως το διώχνει πάντα το
+σκότος. Εκεί απάνω απάγγειλε και δυο τρία ρητά.
+
+ — Στου Δημήτρη, στου Δημήτρη να πρωτοπάς, γέροντα, είταν τα πρώτα
+λόγια που μπόρεσε και ξεστόμισε ο Μιχάλης ύστερ' από τόση
+αμιλησιά. — Στου Δημήτρη. — Και σφούγγιζε τα βρεμένα του μάτια.
+
+Ξεκίνησαν αμέσως κ' οι τρεις τους. Τα δυο ταξαδέρφια κατά τα
+λιόδεντρα, ο Πάτερ Χαράλαμπος προς του Δημήτρη το σπίτι.
+
+7
+
+Κατά τα σπερώματα μαζεύτηκαν οι Παραμυθιώτες στου Φώτη το καπελιό,
+καθώς κάθε βράδυ. Τα μισά τα σκαμνιά του πιασμένα κιόλας. Αρχίνιζε
+και δούλευε ο Φώτης. Τσιγκρίζανε τα ποτήρια του. Κοντά στα
+ποτήρια, τις προσταγές και τα γοργοχτυπήματα της μασιάς, είτανε
+και το βαριόηχο, τακατάπαφτο λαλητό, η χάβρα εκείνη που δεν
+μπορούσε να λείψη ποτές, μα ας είτανε και για πήδημα ψύλλου. Και
+τώρα είχαν οι Παραμυθιώτες ψύλλους και ψύλλους! Πρώτο πρώτο, η
+δουλειά του Πανάγου, έπειτα και κάτι διαφορές που ξεφύτρωσαν πάλε
+ανάμεσα Τούρκους και Χριστιανούς. Δεν είταν εποχή εκείνη για
+μάχητες. Δεν το θέλανε μήτε από τόνα το μέρος μήτ' από τάλλο.
+Βαριεστημένος ο κόσμος από το μεγάλο τον πόλεμο του 66, που τονε
+θυμούνταν ακόμα, που τάννοιωθαν ακόμα τα φοβερά του σημάδια, που
+μόλις τώρα και μερικούς χρόνους άρχιζαν κ' έδιναν καρπό
+ταναβλαστημένα τα λιόδεντρα, όσα είχαν κοπή, έτρεμαν όλοι τους μην
+τύχη και ξεσπάση τίποτις ταραχή σε καιρούς που έπρεπε να δουλέψουν
+και να οικονομήσουνε για πιο καλορρίζικες ώρες. Σα να τόξεραν οι
+βαριόμοιροι πως δεν αργούσαν οι ώρες εκείνες.
+
+Απάνω σ' αυτή τη λογοτριβή αντιδιαβαίνουν και δυο τρεις Τούρκοι,
+πηγαινάμενοι κατά τη δική τους μεριά από την εξοχή. Τους φωνάζουνε
+μέσα οι δικοί μας και τους φιλεύουν.
+
+ — Μωρέ Χουσεήνη, φωνάζει κάποιος δικός μας του ενός, που να
+τούβγαζες τάσπρο μαντίλι, μήτε στόνειρό σου δε θα τον έλεγες
+Τούρκο, μωρέ Χουσεήνη, τι 'ναι πάλε αυτά που ακούγω; Πήρες, λέει,
+την καλλίτερη μας μαζώχτρα, την Ασήμω, για τα δέντρα σου; Άιντε,
+χαλάλι σου. Κοίταξε μονάχα να μην την τουρκέψης, καημένε —
+
+ — Στο διάβολο πια, κι αν τη τουρκέψη, λέει ένας άλλος. Ας την
+παντρευτή κιόλας να γλυτώσουμε. Πέρασε δεν πέρασε το πανηγύρι της
+εκείνο τις προάλλες, και ρίχτηκε τανιψιού μου εψές, εκεί που
+σεριάνιζε το ξεφάντωμα. Και στο δρόμο μέσα η αθεόφοβη. Θα της βάλη
+γνώση ο Χουσεήνης της ξεμυαλισμένης, κ' έννοια σου.
+
+Και δος του γέλοια ο Χουσεήνης, που σαν αληθινός Κρητικός έπαιρνε
+κι αυτός από χωρατά.
+
+Ύστερ' απ' αυτή την κουβέντα, άνοιξε ομιλία για την άλλη την
+ιστορία, του Πανάγου. Πότε πρόφταξε και πήρε το γύρο της η
+καινούρια η όψη που της κάθισε ο Πάτερ Χαράλαμπος και μάλιστα
+δίχως φημερίδα, είνε κι αυτό θάμα που μονάχα στα χωριά γίνεται. Ως
+κ' οι τρεις οι Τούρκοι το ξέρανε, πως είταν ψέματα και πως έγινε
+λάθος, κι ανακατέψανε στην υπόθεση μέσα τη Μιχάλαινα, λέει, αντίς
+τη Μαζώχτρα! Ένας τους όμως, ο πιο δυσκολόπιστος, είπε πως αν
+είταν εκείνος στου Μιχάλη τη θέση, θα του την έπαιζε του Πανάγου
+την μπαλλοτέ, κ' ας πάη να λέη ο Ιμάμης.
+
+ — Όχι δα, μην το λες αυτό, Μουσταφά, δεν είνε πράμα που να το
+πης, αντισκόβει ο τρίτος ο Τούρκος.
+
+Μάλλους λόγους, μήτε οι τρεις οι Τούρκοι δε συφωνούσανε, τι είτανε
+το σωστό και τι το στραβό.
+
+Οι δικοί μας πάλε, α ρωτούσες εννιά τους, οι γνώμες είτανε δέκα.
+Άλλος ήθελε τον Πανάγο «μπαλλοτεμένο», άλλος το Μιχάλη, τη
+Μιχάλαινα τρίτος, τέταρτος και τους τρεις, πέμτος κ' έχτος μόνο
+τους δυο, έβδομος κανένανε, και τέλος ακούσαντας μερικοί και για
+του Δημήτρη τη μάνητα, λέγανε πως εκείνος τη χρειάζουνταν τη
+παίδεψη, που δεν τους άφινε τους Χριστιανούς στην ησυχία τους,
+τώρα που είχαν και την ευκή του Παπά, παρά γύρευε να βγάλη νόμους
+δικούς του. Και δος του κρασί και μαστίχα.
+
+Σαν πήρε απόνυχτο, μια ώρα απάνω κάτω — πηγαιμένοι τώρα οι Τούρκοι
+— φάνηκαν και τα δυο ταδέρφια, Μιχάλης και Δημήτρης, έπειτα κι ο
+Πανάγος με τον αδερφό του το Γιάνη, παρέα κ' οι τέσσερεις.
+Κατέβηκαν ύστερα και κάτι άλλ' αξαδέρφια και συμπεθέροι, και
+γέμισε μια λάκερη κώχη από το σόγι τους. Σα να λέμε μανιφέστο κι
+από τις δυο τις μεριές, πως ομόνοιασαν. Καμώματα του καλοκάγαθου
+του Εφημέριου που δούλεψε ολημερίς σαν τον Απόστολο Παύλο,
+τρέχοντας από του ενού στ' αλλονού το σπίτι, κι αποξηγώντας την
+αλήθεια και βλογώντας κι αγαπίζοντας — Όμως με τόση τρεμούρα και
+παπατρεχωσύνη, που κι όσες γυναίκες δε σύφερε να τα ξέρουν,
+άρχιζαν και τους έμπαιναν υποψίες πως κάτι τρέχει. Και καλά που
+βρέθηκαν οι Τούρκικες εκείνες οι διαφορές και τα φόρτωσαν όλα
+απάνω τους. Κ' έτσι έμεινε η Μιχάλαινα, και μερικές άλλες
+παντρεμένες και λεύτερες, άγνωρες κ' ήσυχες μέσα στο μεγάλο το
+σούσουρο που έπαιρνε κ' έδινε.
+
+Κάθισαν, κεράστηκαν, έβγαλαν τα καπνά τους, τα λέγανε, και
+περνούσε η ώρα. Οι άλλες οι παρέες πάλε, τα δικά τους κι αυτοί,
+τώρα όμως διαφορετικές ομιλίες. Τώρα τα βάλανε με κάποιο σκαρτάδο
+πατριώτη τους — Νικολής τόνομά του — που δεν παντρευότανε, λέει,
+αυτός, μην τύχη και νοιώση η γυναίκα του πως φοβάται τα λείψανα
+και του πάρη, λέει, τον αέρα! Και τράνταζε από τα γέλοια του Φώτη
+το καπελιό.
+
+Ο Δημήτρης ως τόσο από τα κατάβαθα της κώχης του και καθώς
+παίρνανε δρόμο οι κουβέντες, μερικά πράματα τα παρατήρησε, ή και
+θάρρεψε πως τα παρατήρησε. Πρώτα που το φωνοκόπι, που άκουγε από
+μακριά σαν κατέβαινε στο σκοτάδι, σταμάτησε μονομιάς άμα φάνηκε η
+παρέα τους. Δεύτερο που σα φάνηκαν και κατάπεσε η οχλοβοή, πέρασε
+από στόμα σε στόμα σιγανό και γοργό μουρμουρητό σαν άξαφνο
+σαγανάκι. Και τρίτο οι μεγαλόφωνες πάλε οι νοστιμιές, που
+ξανάρχισαν τώρα, είτανε σα να λέγανε τάχατες πέρα βρέχει. Τα
+γύριζε όλ' αυτά μες στο νου του ο Δημήτρης, και κάπνιζε αμίλητα το
+τσιγάρο του.
+
+Ήρθε η ώρα του φαγητού, και σαν έγινε και το στερνό στερνό
+κέρασμα, σηκώθηκαν και τράβηξαν πάλε κατά τα μέρη τους.
+
+Του κάκου πολεμήσανε να τον καταφέρουν το Δημήτρη οι άλλοι νάρθη
+κι αυτός ως του αδερφού του και να πιή ένα ποδαράτο στην υγειά του
+Μιχάλη και της Μιχάλαινας. Βρίσκοντας αφορμή το κεφάλι του που
+πονούσε, λέει, από την αποψεσινή την αγρυπνία, τράβηξε αυτός ίσια
+σπίτι του. Οι άλλοι όλοι μπήκανε στης Μιχάλαινας. Είταν εκεί
+μαζεμένες και μερικές αξαδέρφες, αντραδέρφες, γυναικαδέρφες, και
+συννυφάδες, προσμένοντας τους άντρες τους από το καπελιό. Μεγάλο
+γλέντι δεν έγινε, ξαποσταμένοι όντας οι πιώτεροι από ταπονύχτερα
+ξεφαντώματα. Κατέβηκαν όμως αρκετούτσικες «τσικουδιές» στο ποδάρι,
+κ' ύστερ' από κάμποση ώρα χωριστήκανε με γέλοια και με φωνές, η
+ανοιχτόκαρδη η Μιχάλαινα πάντα πρώτη.
+
+8
+
+Με του φεγγαριού τις λαμπερές τις αχτίδες, με τις σύδεντρες τις
+βουνοπλαγιές που ξαπλωνόντανε φωτολουσμένες κι από τις δυο μεριές,
+με ταγέρι που γλυκοφυσούσε από την κοιλάδα κατάμπροστα, με τα
+κουδούνια των κοπαδιών που βροντοκοπούσαν απάνω στις γυμνές
+βουνοκορφούλες τριγύρω, είτανε να μένη άνθρωπος στο ξάστερο και να
+το νοιώθη πως υπάρχει και πως χαίρεται κόσμο, ως και να πλαγιάση
+εκεί και να νανουρίζεται. Μα — σημάδι κι αυτό της ζωής του χωριού
+— δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα
+κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα
+κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. Δικά της και σήμερα
+κι αύριο. Να τα καμαρώνη, ναι, και να τα κρυφοχαίρεται που μπορεί
+να της φέρουνε και γαμπρό. Μα όχι και να χάνη το νου της με δαύτα,
+ή και τον ύπνο της. Αυτά ας πηγαίνη — κι ας τα κάμνη ο αγαπητικός
+της κοπέλλας. Έτσι και με τη Φύση. Ας πάη κι ας την αποθαμάζη, ας
+τη ζωγραφίζη, κι ας τρελλαίνεται ο ζωγράφος κι ο ποιητής με τα
+μάγια της. Το χωριατόπουλο σώνει να ταφίνης να χαίρεται το κρασί
+του, το τραγούδι, την κουβέντα και το τουφέκι του, κι όλα του
+χωριού τα κάλλη σου τα χαρίζει. Δεν τα νοιώθει, καθώς μήτε το
+λυγερό του κορμί δεν το καλονοιώθει πως είνε άγαλμα κάποτες.
+
+Όσο για το Δημήτρη, ακόμα χειρότερα. Διάβαινε απ' ανάμεσα από τις
+ομορφιές εκείνες σκυφτός, στραβομουριασμένος, αγριοβλέμματος,
+βουρκόλακας μονάχος. Γύριζε κάποτε τα θολωμένα του μάτια και
+κοίταζε κατά τις ελιές. Μια φορά, λίγα βήματα πρι να μπη σπίτι
+του, κοντοστάθηκε. Κάτι μουρμούριζε μοναχός του, κάτι στριφογύριζε
+μέσα στο ζαλισμένο του νου. Ζαλισμένο από τη ζούλια — ζούλια τρις
+χερότερη κι από της αγάπης τη ζούλια, αφού δεν είχε και μια στιγμή
+αλησμονησιάς και τρυφερωσύνης. Σαν όρνιο στα σπλάχνα του νυχωμένο
+τον κρυφότρωγε ο στοχασμός πως του την κλέψανε μια για πάντα την
+τιμή της περήφανης φαμελιάς του, την τιμή που με το αίμα της
+καρδιάς τους την είχανε θεμελιωμένη γονιοί και προπάπποι, και να
+βρεθή τώρα, λέει, ένας άνομος και να γίνη αφορμή να πέση ολόσωμη
+θρούβαλα! Και μέσα σε τέτοια ανιστόρητη συφορά, να γυρεύουνε,
+λέει, παππάδες και διάκοι να τα μπαλώσουνε με ψευτοπαρηγοριές και
+με κεράσματα. Σκυλί γινότανε να το συλλογιστή μοναχά!
+
+Ξεκίνησε πάλε και χώθηκε σαν κλέφτης μέσα στο σπίτι του. Το
+λυχνάρι, αναμμένο κ' η γριά η πεθερά του στο τηγάνι αντικρύ στης
+φωτιάς την αναλαμπή. Ο μόνος άθρωπος που τα καλογνώριζε τα φυσικά
+του και κάπως τον κυβερνούσε, είταν αυτή η γριά. Τηνε σέβουνταν,
+ίσως και τηνε φοβότανε λιγάκι ο Δημήτρης την κερά Φρόσω. Μα και
+πόλεμος να είτανε και σφαγή να πλάκωνε, ο Δημήτρης έπρεπε να πάρη
+και της πεθεράς του τη γνώμη πρι ναποφασίση. Έπειτα, δεν τάλεγε
+και του βρόντου η γριά. Τετρακόσια τα είχε κι αυτή, σαν τόσες
+άλλες ζαρωματιασμένες νησιώτισσες.
+
+Τα είχε μάθει κ' η θεια η Φρόσω τα βρώμικα από κείνη την ταχινή.
+Μα γνώριζε και τις ενέργειες του Παππά Χαραλάμπη. Ο Εφημέριος
+μάλιστα σε κείνηνα πρωτοπήγε σα γύρευε το Δημήτρη να τα βολέψη
+μαζί του. Κ' ίσως να τα γνώριζε από τα πριν η γριά, κάτι θα
+σοφίζουνταν, κάτι θα προλάβαινε.
+
+Σαν κλέφτης μπήκε ο Δημήτρης, και σα μωρό παιδί καμώνουνταν πως
+δεν είχε πια τίποτις, πως έστρωσαν όλα.
+
+ — Και στο γύρισμά σου πέρασες από της Βασιλικής; ρωτάει η γριά.
+
+ — Και πήγα και θα ξαναπάγω. Μισά ψέματα μισές αλήθειες, να
+γλυτώση μια ώρ' αρχήτερα απ' αναφέλευτες ομιλίες. Τι τον έμελε
+νάλεγε και ψέματα. Τη ζωή του όλη ψεύτικη τηνε θάρρειε. Ο κόσμος
+όλος, από τον Παπά και κάτω, με ψεύτικα σκαρώματα πολεμούσε να τον
+καταπείση πως έλαμπε ακόμα ολόστεκη η τιμή του, που αυτός την
+ήξερε βουτημένη στην κοπριά.
+
+9
+
+Κάθισε στο τραπέζι, έκαμε πως έφαγε, έκαμε πως ήπιε, να περάσ' η
+βραδιά. Μιλήσανε για κάτι σπιτοδουλειές, και σαν κοντέψανε
+μεσάνυχτα, είπε της γριάς να του στρώση στην απάνω την κάμαρα, να
+κοιμηθή μ' ανοιχτά παράθυρα, ίσως και του περάση ο πονοκέφαλος.
+Μεσάνυχτα γυρισμένα, όλο το σπίτι ησύχαζε. Η γριά κάτω με τους
+δουλευτάδες, ο Δημήτρης απάνω, ξαπλωμένος κι αυτός στο στρώμα, όξω
+από το πάπλωμα όμως, με τα ρούχα, καταπώς είταν. Πού ύπνος και πού
+ανάπαψη! Άμ' άρχισε κι άκουγε ταχτικά κι απανωτά ρουχαλίσματα
+αποκάτω, τινάζεται απάνω, και στακροπόδια του περπατώντας πάει και
+καθίζει κοντά σε παράθυρο. Ανάβει ένα τσιγάρο και κοιτάζει όξω.
+Κοιμητήρι αυτή την ώρα τολοζώντανο το χωριό. Βασιλεμένο και το
+φεγγάρι, ξάνοιγες δεν ξάνοιγες τα μέρη της εξοχής γύρω, λιόδεντρα
+από χλωρασιές, βράχους από χαμόδεντρα. Τα βουνορράχια ως τόσο τις
+άπλωναν καθάριες τις φειδωτές τους γραμμές, κι απάνωθέ τους
+λαμποκοπούσε ο ξάστερος ουρανός με τα μύρια καντήλια του.
+
+Μέσα στο χωριό μήτε πετεινός δε λαλούσε ακόμα.
+
+ — Πού είνε τώρα όλες εκείνες οι βρωμόγλωσσες, και σε τι λογής
+όνειρα μέσα να ψαλιδίζουν! έλεγε μονάχος του.
+
+Ξαναπλαγιάζει και κάμνει πάλε να κοιμηθή. Τούρχεται είδος βύθος,
+πιώτερο ξύπνος παρά ύπνος, κι αντίς όνειρα, πράματα και σκηνές που
+ταγνάντεψε ή τάκουσε ή τα υποψιάστηκε μες στο μερόνυχτο. Έβλεπε
+τον Πανάγο με τη Βασιλική μες στη νυφοκάμαρά της στα βραδινά τα
+σκοτάδια, κ' η γριά, η ξεμωραμμένη η μάννα της η κερά Μαριώ, να
+θαρρή πως είνε ο Μιχάλης! Και δος του μια περεχυσιά ψιλό ίδρο!
+Έβλεπε το ξεφάντωμα πιο αργότερα, το Μιχάλη μεθυσμένο στουπί να
+πετάη αλύπητα τον παρά στα παιχνίδια, το λυγερό τον Πανάγο να
+σφιχτοκρατάη το χέρι της Βασιλικής στο χορό, και κείνη ξετσίπωτη,
+δαιμονισμένη, λυσσασμένη, γοργώνα μονάχη, να κλωθογυρίζη το
+μαντίλι και να το φέρνη γύρο, να τσακίζη τη μέση της και
+νανεβοκατεβάζη τα στήθια της, να πέφτη ο αχνός του γοργού της
+ανασασμού απάνω στον αγαπητικό της — κι ο κόσμος απέξω να κοιτάζη,
+νακούγη, να σκάνη στα γέλοια, και ναπορή το τι έπαθε μαθές, όχι
+πια ο χαζός ο Mιχάλης, μα το γνωστικό ταδέρφι του ο Δημήτρης, που
+δεν έρχεται να το σταματήση το μεγάλο το σκάνταλο.
+
+Έβλεπε κατόπι — μέσα στο φοβερό, τον ατέλειωτον εκείνο το βραχνά —
+έβλεπε τον Πάτερ Χαράλαμπο μόνο που δε βλογούσε την αμαρτία με το
+Βαγγέλιο στο χέρι, που άκουγε τις ψευτιές του Πανάγου και τις
+σκέπαζε με το πετραχήλι του, κ' ύστερα να τρέχη και να τις φέρνη
+αντίδωρο, λέει, ποιανού; — του Δημήτρη!
+
+Και στερνά στερνά η βραδινή, η τρομερή η βραδινή κάτω στο καπελιό,
+όλο το χωριό να τους κοιτάζη και να μουρμουρίζη, και κεινού να
+πέφτη το πρόσωπό του από ντροπή, κ' ύστερα να ξανανεβαίνουνε στης
+Μιχάλαινας και να ξαναρχίζουν το γλέντι αντίς να μοιρολογάνε, που
+πάει και πάει η τιμή τους. . .Αχ! ξεφωνίζει μια, απάνω στο φριχτό
+αυτό στοχασμό, και συνεφέρνει με το βουητό του αναστεναγμού του.
+
+ — Δεν είναι ζωή αυτή, του κάκου, μουρμουρίζει, και πετιέται πάλε
+απάνω να κοιτάξη την ώρα.
+
+Λαλούσαν τώρα οι πετεινοί απ' άκρη σ' άκρη του χωριού, και
+γλυκόφεγγε η ανατολή. Ώρες πρέπει να κοιτότανε βυθισμένος, δίχως
+να ξέρη κι αυτός. Τέλειωσε δεν τέλειωσε άλλο ένα τσιγάρο, και
+χαμογελούσε πια ροδοβαμμένος ο ουρανός, αναγάλλιαζαν πορφυρόχρυσα
+τα βουνά. Αντιλαλούσανε φωνές από τόπο σε τόπο, οι εργάτες που
+άρχιζαν και ξυπνούσαν, οι γυναίκες που τους τοίμαζαν το φαεί.
+
+Και στο χαμώγι του κάτω, και κει μουρμουρητά και σαλέματα.
+
+Κατεβάζει το τουφέκι του, χώνει στη ζώνη πιστολομάχαιρο,
+ξαναμαντιλώνει το κεφάλι του, κ' ίσια κάτου, από τη ξώσκαλα που
+έχει κάθε σπίτι στα μέρη εκείνα. Από την κεριακή αξούριστος,
+αγουροπρησμένα τα μάτια του με την ξαγρυπνιά, σα νυχτοκλέφτης
+φαινότανε.
+
+Περνάει απόδιπλ' από του Μιχάλη, ανταμώνει ένα του άνθρωπο παραόξω
+που μάζευε καψόξυλα για τη φωτιά της Μιχάλαινας, και τονε στέλνει
+να πάη να φωνάξη τον αδερφό του.
+
+ — Μα, αφέντη, κάνει ο δουλευτής, λογιάζοντας ολόγυρα στον αέρα
+και θέλοντας να πη πως δεν καλοξημέρωσ' ακόμα.
+
+ — Πες του να κατέβη και θα πάμε κυνήγι.
+
+Άλλο ένα τσιγάρο, και φάνηκε ο Μιχάλης με το τουφέκι κι αυτός.
+
+ — Μα έναν καφέ, αδερφέ μου. Έλα πρώτα μέσα. Την άναψε κιόλας η
+Βασιλική τη φωτιά.
+
+ — Πάμε τώρα πούχει κυνήγι, κ' ύστερα γυρίζουμε και τον πίνουμε.
+
+ — Πάει καλά, κ' έτσι γίνεται.
+
+Και ξεκίνησαν όξω προς τα δικά τους τα λιόδεντρα. Αντίς όμως να
+πηγαίνη ως τέλος από το συνηθισμένο το μονοπάτι ο Δημήτρης, εκεί
+που γύριζε κάπως το βουνό και στράβωνε ο δρόμος, αρχίζει και
+σκαρφαλώνει τα καταράχια δεξιά.
+
+ — Ώρα καλή, φωνάζει ο Μιχάλης. Πού θα πας απ' αυτού;
+
+ — Έλα μαζί μου και βλέπεις. Από τα χτες το ξετρύπωσα το κατατόπι
+αυτό.
+
+Σκάλωσαν κάμποσο. Άξαφνα βρεθήκανε σε μικρό δισκάρι, τριγυρισμένο
+βράχους κι αυτό.
+
+ — Κάθισε τώρα, λέει ο Δημήτρης. Όπου και να είναι θα περάση ο
+Πανάγος. Την ξέρεις την ώρα του σαν έχη μάζωμα. Ξεκινάει αυτός
+πριν τους δουλευτάδες του. Να, από κειδά θα περάση. Μια του
+παίζεις, και γλύτωσε η τιμή μας.
+
+ — Δημήτρη! ξεφωνίζει περίτρομος ο Μιχάλης. Έπειτα, κάπως
+παραπονιάρικα και με παρακάλιο — Έλα στο νου σου, αδερφούλη μου,
+ξαναλέει.
+
+ — Δεν έχει αδερφούλη ξαδερφούλη! σηκώνεται και κράζει μανιασμένα
+ο Δημήτρης. Μας έκλεψαν την τιμή μας, να την η γιατρειά. Κ'
+έδειχνε το τουφέκι του.
+
+ — Μα δε σου τόλεγα μαθέ και προχτές, πως αν είταν αλήθεια —
+
+ — Αλήθεια, ψέματά! Ή τονε σκοτώνεις, ή . . . σε σκοτώνω, του λέει
+ο Δημήτρης με χαμηλή και με βραχνιασμένη φωνή, τραβώντας το
+πιστόλι του από τη ζώνη του μέσα.
+
+Δεν είτανε μήτε το πιστόλι, μήτε τη ζωή του που συλλογίστηκε ο
+Μιχάλης. Συλλογίστηκε πρώτα πρώτα τη Βασιλική του ο δύστυχος. Την
+ανυποψίαστη τη γυναίκα του, που μήτε να τηνε δη δε γύρισε
+τρέχοντας νανταμώση τον αδερφό του.
+
+Μάρμαρο έμεινε ο Μιχάλης. Λες και τονε μάγεψε ο Δημήτρης με την
+παγωμένη ματιά του, με την απάνθρωπή του φωνή. Αυτός, που τον
+τρόμαζε Τούρκος σαν τάβαζε μαζί του, τώρα με του αδερφού του τη
+φοβέρα λαφιάστηκε, τάχασε, και με σπαραχτική αγωνία απορούσε ποιος
+να θυσιαστή, αυτός κ' η γυναίκα του, ή ο ακριβός του ο Πανάγος, το
+γνωστικό του αγώρι, που ως τα προχτές ακόμα σα γονιός το
+νοιαζότανε να μην πέση σε μιας μαζώχτρας νύχια, και κείνος τον
+άκουγε, κι ως τόσο πού να το φαντάζεται τώρα —
+
+Και καθώς γοργόσκιζαν το νου του οι αστραπεροί αυτοί λογισμοί,
+ακούγονται περπατηξιές αποκάτου, και νά ο Πανάγος.
+
+Δε γύρισε ο Μιχάλης να ξαναδή το Δημήτρη, πίσωθέ του, κρυμμένο
+τώρα μπροστά σε λιθάρι. Την έννοιωθε όμως τη τρομερή του ματιά,
+τις άκουγε τις κρυφομίλητές του φοβέρες. Και σκύβοντας από πίσω
+απ' άλλο λιθάρι, παίρνει σημάδι κι αφίνει την τουφεκιά.
+
+Έπεσε αμέσως ανάστηθα από το δεινό καρδιοχτύπι. Φαινότανε σα
+σκοτωμένος ο ίδιος.
+
+Σαν πήρε μερικούς ανασασμούς και συνέφερε, λογιάζει δίπλα του και
+λείπει ο Δημήτρης. Δεν πήγε αμέσως ο νους του στο σκοπό του
+Δημήτρη. Ανασηκώνεται να κοιτάζη κάτω στο μονοπάτι, και βλέπει του
+δόλιου του Πανάγου το κεφάλι ξέχωρο από το κορμί, και το Δημήτρη
+που σκάλωνε πάλι τους βράχους.
+
+ — Πάμε τώρα να πιούμε της Βασιλικής τον καφέ· λέει λαχανιασμένα
+σαν ξανανέβηκε. Τώρα ναι. Είνε νύφη μου η Βασιλική. Να τραβήξουμε
+όμως από τα ρομάνια εκείνα, να κυνηγήσουμε κιόλας. Για τον Πανάγο
+σου, ας πάνε να σκοτίζουνται οι Τούρκοι που τούκοψαν το κεφάλι.
+
+Και σαν αποσκούπισε το μαχαίρι στα χόρτα, σηκώθηκαν και πήραν τον
+απάνω το δρόμο.
+
+Ώσπου νάρθ' η ώρα που βγαίνουν οι δουλευτάδες, τα δυο ταδέρφια
+ροβολούσαν κατά το χωριό από την άλλη την πλευρά με δυο ζευγάρια
+κοτσύφους.
+
+10
+
+Ό,τι άνοιξε τα παράθυρά του ο Φώτης, και τα κοπέλλια του, άλλος
+σκούπιζε τα τσιγαροκόμματα της αποψεσινής συντροφιάς, άλλος
+διάρμιζε τα ποτήρια και τα καφκιά, να και χώνεται μέσα σαΐττα ο
+Μανώλης, του Δημήτρη ο δουλευτής, λαχανιασμένος, σκουνισμένος,
+κατάχλωμος.
+
+ — Φονικό! κράζει του Φώτη. Ό,τι πήγαινα στις ελιές, και στο μισό
+το δρόμο στρωμένος ο κυρ Πανάγος! Αλλού αυτός κι αλλού το κεφάλι
+του.
+
+ — Οι Τούρκοι! ξεφωνίζει ο Φώτης.
+
+Μετά το Μανώλη, κι άλλοι με τα ίδια τα μαντάτα, ύστερ' άλλοι,
+ώσπου γέμισε το Καπελιό δουλευτάδες, αφεντάδες, γέρους, παιδιά —
+ως και γυναίκες και κορίτσια κατέβηκαν. Βούηζε πάλε σε μισή στιγμή
+το χωριό.
+
+Στερνοί στερνοί κατεβήκανε κι ο Μιχάλης με το Δημήτρη.
+
+ — Ξέρει ο Γιάνης; ρωτάει ο Δημήτρης τον άνθρωπό του. Τρέξε να του
+τα πης. Πάρε κι από του Μιχάλη κανέναν, κι ανεβάστε το λείψανο
+στου αδερφού του.
+
+Έπειτα πιο τρανόφωνα και με στοχαζούμενο ήθος.
+
+ — Και, παιδιά, μη πολύ σούσουρο, γιατί πόλεμος στ' ανοιχτά δε
+συφέρνει τώρα. Έτσι μας μηνούν κι από τα Σφακιά κι από τους
+Λάκκους. Παρά να πάτε και να συμμαζέψτε τα γυναικόπαιδα, κ' ύστερα
+συλλογιούμαστε.
+
+Τον άκουσαν κ' έτρεξαν καμπόσοι να κοιτάξουν τα σπιτικά τους.
+Πήρανε μαζί τους και τα γυναικόπαιδα που τριγύριζαν.
+
+ — Ένα κρασί στα παιδιά, προστάζει ο Δημήτρης του Φώτη. Να μου
+πήτε τώρα το τι ακούσατε χτες προχτές από τα τούρκικα. Τι έτρεξε;
+
+ — Νά, πετιέται κι αποκρίνεται ένας τους. Εψές σαν μπήκανε μέσα ο
+Χουσεήνης, ο Μουσταφάς, κι ο άλλος ο Χασάνης, και κουβεντιάζανε με
+το συμπάθειο για τη ψευτιά εκείνη που κόλλησαν του Πανάγου και του
+αφέντη μας αποδώ (δείχνοντας το μαραμένο, το θεόνεκρο το Μιχάλη),
+γύρισε κ' είπε ο Χασάνης πως αυτός αν είταν ελόγου του, θα του την
+έπαιζε του κυρ Πανάγου.
+
+ — Σα να είχε κάποιο νόημα αυτό που είπε ο μουρτάτης. Αφορμή θα
+γύρευε να σκεπάση τις μπερμπατιές του, λέει άλλος.
+
+ — Αυτός θα είνε ο σκύλος, ξαναλέει τρίτος.
+
+ — Τσιμουδιά το λοιπόν, τους κάνει ο Δημήτρης. Αφήστε μου τη
+δουλειά εμένα. Αμέτε σεις όξω και κάμετε τον ανήξερο. Πέστε το και
+των αλλονώνε να σωπαίνουν, το τι θα κάμω. Όποιος ανοίξη στόμα, την
+τρώει την μπαλλοτέ.
+
+Και ξεκινάει αμέσως κιόλας καταόξω, από το μέρος που έβλεπε προς
+την τούρκικη τη μεριά. Ο Μιχάλης πάλε, κάμνοντας ο δύστυχος καρδιά
+με το στανιό, τράβηξε σπίτι του να πάρη τη γυναίκα του και να πάνε
+στου Γιάνη.
+
+Τάξερε τα τούρκικα τα κατατόπια ο Δημήτρης σαν τα δικά τους. Και
+το Χασάνη τονε γνώριζε και τις συνήθειές του. Πηγαίνει απ'
+ασύχναστα καταράχια και κρυφοχώνεται σε ρουμάνι που παράπλευρα
+περνούσε κάθε ταχυνή ο Χασάνης, διαβαίνοντας κι αυτός στις ελιές
+του. Η ώρα του κιόλας. Το πήρε απόφαση να κάμη απατός του την
+παίδεψη, μην τύχη και τα φέρη ο διάβολος και τους περάση υποψία
+τους δικούς του. Άλλη μια μπαλλοτέ το λοιπό, να σκεπάση την πρώτη.
+Το κακό έγινε που έγινε. Τώρα να καψομπαλωθή και να συχάση ο
+κόσμος.
+
+Δεν παραμόνεψε πολλή ώρα. Μπαμ! και κάτω ο ανυποψίαστος ο Χασάνης,
+ό,τι αποτέλειωσε το ναμάζι του και ξεκινούσε με το γαδούρι.
+
+Αστραπή ο Δημήτρης από βάτους, από θυμάρια, από βράχους και
+ρημοτοίχια, και βρίσκεται σπίτι του.
+
+ — Αχ, και τάκουσες τα μαύρα τα μαντάτα; του λέει η κερά Φρόσω η
+πεθερά του, άμα τον είδε.
+
+ — Και δεν τάκουσα; Έτρεξα κιόλας και του την έπαιξα του
+βρωμόσκυλου. Την ίδια ώρα θα τους θαφτούνε και τους δυο.
+
+Και της αποξήγησε τα γενάμενα.
+
+Κουνούσε η γριά το μαγουληκωμένο κεφάλι της σα ν' αγνάντευε
+μεγάλες συφορές ομπροστά της. Δεν ξεστόμισε τίποτις όμως, παρά
+τούβαλε του Δημήτρη να φάη. Νίφτηκε ο Δημήτρης, και κάθισε κ'
+έφαγε.
+
+ — Εγώ θα πάω τώρα στου Γιάννη, λέει η γριά. Είνε λέει
+απαρηγόρητος ο βαριόμοιρος. Και βράζουν λέει οι γαμπροί του από
+καράζι. Να πάω να τους τα ξεμυστηρευτώ, πρι να τρέξουν και μας
+τουφεκίσουν και κανέν' άλλον Τούρκο και μας κατέβη τριπλή
+φουρτούνα.
+
+Έμεινε μονάχος του ο Δημήτρης.
+
+11
+
+Πέρασε δεν πέρασε μιαν ώρα, και ροβολάει κατά την κάτω την άκρη
+του χωριού, τη Χριστιανική, ολότρεμη, σκιαγμένη, θειαφοκίτρινη η
+Ασήμω. Ό,τι ανέβηκε να μαζέψη στου Χουσεήνη, κι ακούστηκε στα μέρη
+της το δεύτερο το φονικό. Το πρώτο το είχε ακουσμένο πρι να
+ξεκινήση από της θειας της, και ταρμήνευε μοναχή της. Ή ο Μιχάλης,
+έλεγε τότε διαβαίνοντας, ή ο Δημήτρης. Ο Μιχάλης δεν μπορεί να
+είναι, αυτός ξεφάντωνε πάλε μαζί του εψές. Είνε ο Δημήτρης που
+μήτε τη μια μήτε την άλλη τη βραδινή δε φάνηκε στης Μιχάλαινας,
+από το θυμό του. Ο Δημήτρης είνε. Καλά του την έφτιαξε, του
+ψωροπερήφανου! Να μάθη αυτός.
+
+Κ' η θεόλαμπρη ομορφιά της, καθώς τα μουρμούριζε αυτά μονάχη της
+ανεβαίνοντας στου Χουσεήνη το χτήμα, είταν αλλαγμένη καθώς αλλάζει
+ο ουρανός με τη συννεφιά. Έρχουνται ώρες που παίρνει τέτοια όψη η
+γυναίκα, που την ανιστορείς καθώς θα φαίνεται σα γεράση, ζαρωμένη,
+με δίχως δόντι και δίχως χάρη. Τέτοια θάρρειες και φαίνουνταν η
+Ασήμω εκείνη την ώρα.
+
+Τώρα όμως που με το δεύτερο φονικό τη συνεπήρε η τρομάρα, μονάχη
+χριστιανή εκεί απάνω μέσα στους Τούρκους, λυσσασμένους όλους με
+τάξαφνο, ταδόκητο το κακούργημα, ροβολώντας η Ασήμω από χαμόδεντρα
+κι' από βράχους φαινότανε ζορκάδα πάλε λυγερή, γοργοκίνητη και
+περίτρομη, που την κυνηγούσε λιμασμένο θεριό να τη φάη.
+
+Τρύπωσε μες στο καλύβι της θειας της. Τη βρήκε και τοιμαζότανε για
+το λείψανο.
+
+Η θεια Πασκαλιά δεν πολύπαιρνε από μαριολιές. Στα γουρουνάκια της
+περίφημη, καλή και για να πηγαίνη στην εκκλησιά, μα πιο μακρήτερα
+το μυαλό της δεν έφτανε. Κάτι άκουσε κι αυτή για το σκοτωμό του
+Πανάγου, μα να βάλη ο νους της δυο και δυο κοντά και να τα κάμη
+τέσσερα, αυτό δεν το κατάφερνε η θεια Πασκαλιά. Συλλογίστηκε
+μονάχα να πάη στο λείψανο, κ' έβαζε τη μαύρη της μαγουλήκα σαν
+έμπαινε η Ασήμω.
+
+ — Και τι θα κάμουμε μαθές τώρα σαν αγριέψουν οι Τούρκοι, που
+είμαστε και στου χωριού την άκρη! γυρίζει και λέει της Ασήμως σαν
+άκουσε το δεύτερο φονικό.
+
+ — Δε θα τα φαν τα γουρούνια σου οι Τούρκοι, κ' έννοια σου. Μόνον
+τρέχα στο λείψανο. Στάσου! νάρθω κ' εγώ.
+
+Στοχάστηκε πως καλλίτερα να πάη κι αυτή, μια και τους ξαπόλυκε
+τους Τούρκους, να τάχη καλά με τους Χριστιανούς, ανίσως και σηκωθή
+πόλεμος. Έρριξε λοιπόν κι αυτή ένα μαυρόρουχο από πάνω της,
+τυλίχτηκε μαυρομάντιλο, έγινε πεντάμορφη χωρίς να το ξέρη, και
+ξεκίνησε με τη θεια της, συνεφερμένη τώρ' από την τρομάρα.
+
+Ώσπου να κατασταλάξη στην εκκλησιά, τάμαθε όλα η Ασήμω. Τόξεραν
+όλοι οι χριστιανοί του Δημήτρη το κάμωμα. Και τι πείραζε και να
+τόξεραν. Όλοι τους ένα είτανε στην τουρκομάχητ' απάνω, γυναίκες κι
+άντρες. Ποιος τους τρελλάθηκε να τον καταδώση!
+
+Μια ώρα να γυρίση μεσημέρι, κατέβαινε το λείψανο, τα ξεφτέρια
+πρώτα πρώτα, έπειτα ο Πάτερ Χαράλαμπος ψέλνοντας με το θυμιατά στο
+χέρι, κατόπι το ξυλοκρέββατο σηκωμένο από τέσσερες πανώριους
+λεβέντηδες, έπειτα οι γυναίκες της φαμελιάς, κι ανάμεσα τους
+μαυροφόρα η απαρηγόρητη η Βασιλική — που σαν πλερωμένη
+μοιρολογούσε — η κερά Φρόσω σκυφτή κι ανομίλητη, οι αδερφάδες του
+μακαρίτη σπαραγμένες και κείνες, κι άλλες πολλές. Κι ολοτρόγυρά
+τους οι άντρες όλοι με τα τουφέκια. Έλεγες κ' είτανε στράτεμα και
+κατέβαινε.
+
+Καθώς περνούσε το λείψανο από τη θύρα της εκκλησιάς, που
+στεκόντανε μερικές από την παρακάτω τη γειτονιά κι απαντέχανε να
+περάση και νακολουθήσουν κι αυτές, βλέποντας ένας την Ασήμω, ίσια
+ίσια κείνος που έλεγε την αποβραδινή στο Καπελιό για τανίψι του
+πως η μαζώχτρα του ρίχτηκε, της πετάει μια βρισιά.
+
+Ξαφνίστηκε η Ασήμω. Θάρρεψε πως την έννοιωσαν, στοχάστηκε πως κι α
+δεν την καλοννοιώσανε δε θαργήσουν, πως σήμερ' αύριο κάποια μπορεί
+να προβάλη και να την καταδώση ή του Δημήτρη ή του Μιχάλη πως αυτή
+την πρωτόβγαλε τη θανάσιμη την καταλαλιά, αποφασίζει λοιπόν
+αμέσως, πρι ναπολύση η νεκρώσιμη η ακολουθία, να σύρη κατά το
+τουρκοχώρι και να σοφιστή τρόπο να τα ψήση μαζί με τους Τούρκους.
+
+Σκύβει και λέει της θειας της πως μεταγυρίζει στο λιομάζωμα, κ'
+ίσια στου Χουσεήνη το σπίτι. Ό τι γύριζε ο Χουσεήνης από το σπίτι
+του Χασάνη, που τον είχαν ξαπλωμένο στη μέση και ξεφώνιζαν οι
+γυναίκες του. Μαύρος από θλίψη κι από θυμό. Έτσι του ήρθε να
+τραβήξη το λάζο του και να τα σπαράξη της Ασήμως τα στήθια, σαν
+την πήρε η άγρια ματιά του.
+
+ — Τονε βρήκα το φονιά! προφταίνει αυτή και του κράζει. Κ' έτρεξα
+με την ψυχή στο στόμα να το πω του αφέντη μου.
+
+ — Και ποιος είν' ο φονιάς; Α βαστούσες τουφέκι, θάλεγα πως εσύ
+είσαι, βρωμόπιστη. Άλλος χριστιανός εδώ απάνω δε φάνηκε σήμερις.
+
+ — Ο Δημήτρης! Ο Κυρ Δημήτρης! Του Μιχάλη ο αδερφός!
+
+ — Πήγαινε μέσα να φας. Άιντε, παλιογλωσσού, άιντε! Ανίσως όμως
+και μου λες ψέματα —
+
+ — Ψέματα; Να! Και σταυροκοπήθηκε.
+
+ — Να χαθής από δω, σκυλόπιστη, που αποκοτάς να μου κάμης και τον
+παλιόσταυρό σου!
+
+Κι άφαντη η Ασήμω.
+
+12
+
+Έγερνε ο ήλιος κατά το βουνό, ως δυο ώρες να βασιλέψη. Όλοι οι
+δικοί συναγμένοι στου Γιάνη να παρηγορήσουνε τους θλιμμένους, κι
+ας είχαν ατοί τους ανάγκη παρηγοριά, που τέτοιος πανώριος κρίνος
+σε μια δύσεχτη ώρα έπεσε και μαράθηκε. Η Μιχάλαινα μάλιστα που
+σταλήθεια τον αγαπούσε σαν αδερφό της, τόσο κατάκαρδα το πήρε, που
+μήτε στιγμή δεν τον άφινε το Μιχάλη να λείψη από σιμά της. Να του
+τα λέη και να του τα ξαναλέη, τα γλέντια, τα ξεφαντώματα, τις
+χάρες και τα γέλοια, την καλοσύνη του και τη χρυσή του καρδιά, και
+νάρθη λέει ο μαύρος ο χάρος να τα ρημάξη όλα και να τα
+σκοτεινιάση. Και ποιος πια να πάη και να σφαλιχτή σπίτι του μέσα;
+Όλοι, όλοι να μείνουν απόψε στου Γιάνη, να νυχτερέψουν
+ανιστορώντας τα περασμένα, ίσως και βρούνε παρηγοριά.
+
+Κάθε λόγος της χολοσκασμένης Βασιλικής δίστομο μαχαίρι στου Μιχάλη
+τα σπλάχνα. Κόλαση καθώς που είταν η ψυχή του, ακόμα πιο
+φοβερώτερη την έκαμνε το θέλημα της Βασιλικής — να νυχτερέψουνε
+στου Πανάγου το σπίτι! Τι να κάμη ως τόσο, τόρριξε στο κρασί, κ'
+έτσι σα να μούδιασε η ματωμένη καρδιά του.
+
+Ο Δημήτρης ως τόσο σηκώθηκε νάβγη όξω.
+
+ — Για πού; ρωτούν οι άντρες.
+
+ — Να δούμε και τι χαμπάρια οι Τούρκοι.
+
+ — Μα δεν είπαμε να μη δείξουμε πόλεμο;
+
+ — Κι α δείξουν αυτοί; Κάποιος μας πρέπει να πάη και να δη το τι
+σκοπούς έχουν. Πηγαίνω εγώ.
+
+Βγήκε, πέρασε από το Καπελιό, κι αφού συναγροικήθηκε με μερικούς
+άλλους, τράβηξε κατά τα Τούρκικα, από τόπους αδιάβατους πάντα, με
+σωστή λαγού περπατηξιά.
+
+Χώθηκε ανάμεσα στα πλοκάμια ενός βάτου, ως διακόσια βήματα από του
+Σουλεημάνη τα δέντρα. Μάζευαν ελιές οι μαζώχτρες τους. Ο Τούρκος
+όμως δεν φαίνουνταν πουθενά.
+
+Συλλογίστηκε ο Δημήτρης να κόψη δρόμο από δίπλα, και πηγαίνοντας
+τον τοίχο — τοίχο από πίσω απ' άλλα ρουμάνια να ρίξη ματιά κατά τα
+τούρκικα σπίτια, να μάθη τι κάμνουν, κ' έπειτα να κατέβη από
+τασυνήθιστο μονοπάτι που ανεβοκατέβαινε κ' η Ασήμω.
+
+Και καθώς πέρναγε και λαφροπηδούσε από βάτο σε βάτο, από δέντρο σε
+δέντρο, σα δυσκολοθώρητο αγρίμι πούπρεπε να είνε μαθημένο το μάτι
+σου να το ξεχωρίση — Μπαμ! ο Σουλεημάνης, που τον παραμόνευε από
+δικό του κρυψώνα, ας είνε καλά η τετραπέρατη η Μαζώχτρα, που τονε
+μυρίστηκε από την ώρα που πρωτανέβηκε και τα πρόφταξε του αφέντη
+της· μια κουτρουβάλα λοιπόν, και κάτου ο Δημήτρης πρι να βραδιαστή
+κ' η δική του η τουφεκιά.
+
+Κόβει το κεφάλι ο Τούρκος, το περιτυλίγει με ξεπαραλυμένο σακκί,
+κι από σκοινί δεμένο τριγύρω το σφεντονίζει κάτω και κάτω, κατά τη
+Βρύση πούβγαιναν κάθε βράδυ να νεροκουβαλήσουν οι Χριστιανοπούλες.
+
+Το καναβάτσο ξεμπερδεύτηκε και πέταξε στο μισό το δρόμο, το κεφάλι
+όμως κατρακυλώντας κι αντιχτυπώντας από βράχο σε βράχο έφτασε στον
+τόπο που ήθελ' ο Τούρκος. Τόννοιωσε ο Χουσεήνης από τα φοβερά
+τσιριχτά εκεί κάτω πως βρέθηκε το σκιαχτερό του ριξίδι.
+
+ — Να μείνης εσύ εδώ απάνω απόψε, γυρίζει και λέει της Ασήμως, και
+σέρνει τακέφαλο το κορμί μες στους βάτους. Δεν ξαναβρέθηκε ποτές
+το κορμί εκείνο.
+
+Μ' όλη τους τη χολόσκαση που είχαν ανήμερα κιόλας θαμμένο το
+Χασάνη, τόσο τη χάρηκαν την πλερωμή αυτή της ζημιάς τους, που
+σκαρώσανε σωστό πανηγύρι τη βραδινή εκείνη στα δαδοφωτισμένα
+λημέρια τους. Ακούγουνταν οι ταρμπούκες και τα τραγούδια ως την
+κάτω την ενοριά, την ώρα που κάμανε γύρο κ' έβαλαν καταμεσής τη
+μαζώχτρα του Χουσεήνη, τη λυγερή την Ασήμω, και χόρεψε. Την
+κοίταζαν αγριόχαροι, την τρώγανε με τα μάτια τους και με τακόλαστά
+τους γνεψίματα, καθώς λύγιζε και τσακιζότανε με ξεβιδωμένους
+αρμούς, καθώς χαμογέλαγε και χαμηλόβλεπε ανεμίζοντας τα χαριτωμένα
+της μέλη, και πάλι στεκότανε μία στιγμή κοιτώντας τους και
+λωλαίνοντάς τους με τα μάτια της εκείνα που αστράφτανε μες στω
+δαδιών την αντιφεγγιά. Τους τάκαμνε όλ' αυτά, να γενή το χατίρι
+τους. Κι αν αποκοτούσε, ας μη χόρευε η Ασήμω· ας μην έβγαινε να
+τους μαλακώση με τη μυριόχαρη παρουσία της. Μα και κάτι πιο
+ακριβώτερα θα την πλέρωνε η μαζώχτρα την τούρκικη προστασία, μόνο
+που ο Χουσεήνης μαγείρευε κι' αυτός ένα δικό του σκοπό μέσα του
+και δεν τα σήκωνε τα πολλά τους χαδέματα. Τη λογάριαζε για τον
+Πασά της Κίσαμος αυτός.
+
+Κάτου ως τόσο, στα Χριστιανικά τα λημέρια, θρήνους και κλάματα
+πάλε, πάλε ξεφωνήματα και στηθοδαρμούς οι γυναίκες, λύσσα και
+ξεφρένιασμα οι άντρες, σανε φέρανε του Δημήτρη το κεφάλι
+ματοκυλισμένο, χωματιασμένο, αγνώριστο από τις λαβωματιές που
+αποδέχτηκε κατρακυλώντας τα καταράχια.
+
+Σηκώθηκε η θλιμμένη η συντροφιά από το σπίτι του Γιάννη και
+τράβηξαν όλοι στης κερά Φρόσως.
+
+Γνωστικιά γυναίκα, η κερά Φρόσω. — Τις απομάντευα τις συφορές
+αυτές, έλεγε, τις είδα και στα νιάτα μου, Θεός το ξέρει και πόσες
+ακόμα φορές θα τα ξαναδώ και θα τα ξαναθρηνήσω.
+
+Σηκώθηκε τότες είχε δεν είχε ο Μιχάλης κ' έτρεξε να πάη να βρη το
+κορμί. Αδύνατο στάθηκε. Νανέβη ως τα Τούρκικα, δεν του φάνηκε και
+πολύ γνωστικό, και δεν το συλλογίστηκε άσκημα. Πετιέται ως το
+Καπελιό, να δη και να μάθη τι γίνεται. Ανάστατος ο κόσμος εκεί.
+Έκαμε καρδιά, και στάθηκε και τους είπε να μην το κουνήσουν,
+ειδεμή πέτρ' απάνω στην πέτρα δε θαπομείνη, μήτε δέντρο απάνω στην
+ρίζα του. Μα κι άλλοι δέκα να πέσουνε με το παραμόνεμα, πάλε
+καιρός δεν είνε. Θάρθη η ώρα τους, κι ας μη νοιάζουνται.
+
+ — Όσο για παραμόνεμα, δική μου αράδα, ξαναείπε βλέποντας τους
+χωριανούς ανοικονόμητους. Δική μου αράδα, και πάγω κιόλας, πρι να
+το μυριστούν οι γυναίκες.
+
+Τους κέρασε, και τράβηξε όξω. Τόβαλε στο νου του κάποιο να ρίξη
+κάτω, μα ας είνε όποιος είνε, ίσως και βρουν ησυχία. Ο φταιξάρης
+να βρεθή; δύσκολο πράμα. Σκαλώνει λοιπόν κι ανεβαίνει με το
+φεγγάρι κατακεί που είτανε μαζεμένοι οι αλλόπιστοι και κάμνανε
+ζιαφέτι. Σημαδεύει από κάμποσο αλλάργα ένανε στεκάμενο παραόξω,
+του «παίζει» μια, και κάτου ο Χουσεήνης, πρι να ξημερωθή και
+αυτουνού το βόλι.
+
+Μια και δυο, πίσω στο Καπελιό, και τα λέει. Κατόπι στης κερά
+Φρόσως, και τους είπε και κει πως το βόλι του βρήκε το νοικοκύρη
+του. Είταν τώρα το κεφάλι του Δημήτρη μεταφερμένο στην εκκλησιά,
+να κάμη ο Πάτερ Χαράλαμπος τα πρεπούμενα. Έτσι τόκρινε εύλογο η
+γριά, να μην παραλυπηθή ο Μιχάλης.
+
+Σκύβει ο Μιχάλης και κρυφολέει της Βασιλικής πως νάρθη μαζί του
+σπίτι, κ' έχει να της πη. Η κυρά Φρόσω που τίποτις δεν της
+ξέφευγε, απατή της πήγε και τους παρακινούσε να πάνε και να
+συχάσουν οι δυο τους ύστερ' από τόσο παραδαρμό.
+
+Τα μάντεψε η γριά. Ο Μιχάλης, μεθυσμένος τώρα όχι από κρασί παρ'
+από τον ερεθισμό τέτοιας ματοκύλιστης μέρας, είνε αλήθεια πως δεν
+πολυπονούσε αυτή την ώρα η καρδιά του. Σαν πυργώση ένα κακό,
+φεύγει ο ψυχόπονος κ' έρχεται η αφοβιά της απελπισιάς. Τέσσερα
+φονικά μέσα σε μια μέρα, και τα δυο από το τουφέκι του, και τόνα
+αδερφικό, κι ως τόσο σίδερο η καρδιά του. Ταυτί του δεν έδρωνε.
+Ένα βαθύ βαθύ σκουλήκι τον κρυφότρωγε πάντα όμως, της Βασιλικής
+του η έννοια. Τι θαπογίνη η γυναικούλα του, αν τύχαινε και
+τίποτις. Ήθελε λοιπόν τώρα να την έχη σιμά του μονάχος του την
+άγρια αυτή νύχτα. Κάτι σα να του κρυφόλεγε μέσα του πως ίσως είταν
+η στερνή του στον κόσμο.
+
+Κ' είτανε σταλήθεια! Από τη μια έμπαινε σπίτι με την ακριβή του
+Μιχάλαινα, κι από την άλλη οι παραφρενιασμένοι οι Τούρκοι έστελναν
+την Ασήμω να πάη και να μάθη ποιος την έπαιξε τη στερνή τη
+μπαλλοτέ.
+
+Έτρεξε η Ασήμω στης θειας της, κι απ' άκρες μέσες που άκουσε από
+τη γριούλα βρήκε πάλε μονομιάς το φταιξάρη. Λέει της γριάς πως
+πάει ναπονυχτερέψη με του Χουσεήνη το χαρέμι, πως τόταξε και
+πρέπει, αφού το ψωμί τους τρώνε. Τσίριξε η γριά, ποιος την
+ακούγει! Τράβηξε και ξαναπήγε ίσια στα Τούρκικα.
+
+Το τι ακλούθησε την αποταχινή, δύσκολο δεν είνε να το μαντέψουμε
+τώρα. Βρέθηκε ο Μιχάλης ξερός ολίγο παρέξω από την πόρτα του
+πηγαινάμενος νανταμώση την κυρά Φρόσω στην εκκλησιά, νανάψουν ένα
+καντήλι στου Δημήτρη το μνήμα. Οι ίδιες ιστορίες, το ίδιο κακό, το
+ίδιο βουητό. Κατάντησε κόλαση η Παραμυθιά, που σαν τις αμαρτωλές
+ψυχές γόγγυζαν κι αναστέναζαν όλοι τους, Χριστιανοί και Τούρκοι,
+γυναίκες κι άντρες. Και μέσα στις φωνές εκείνες και τους
+παραδαρμούς ξεχώριζες τα μοιρολόγια της χαροκαμένης Βασιλικής.
+Ράγιζαν οι πέτρες με ταπελπισμένα ξεφωνητά της, καθώς
+κουβαλιούνταν το λείψανο του Μιχάλη.
+
+Έκλεισε η κερά Φρόσω το έρημο σπιτικό της και κατέβηκε στης
+Μιχάλαινας να τη συντροφέψη και να πασκίση να γελάση τον πόνο της
+με τις ψεύτικες τις παρηγοριές.
+
+13
+
+Τις δυο τρεις μέρες που ακολούθησαν, ακατάπαφτο παραμόνεμα,
+απανωτές «μπαλλοτές», ατέλειωτα λείψανα, κι από τις δυο τις
+μεριές. Κατάντησαν ως πέντε πεσμένοι από του Πανάγου το σπιτικό,
+άλλοι πέντε από του Μιχάλη, κι ως εννιά Τούρκοι. Μαυροφόρεσε ο
+κόσμος, πούλεγες και θανατικό πλάκωσε.
+
+Πήγε η δουλειά ως ταυτί του Πασά. Κι ο Δεσπότης με την προσταγή
+του Πασά γράφει του Εφημέριου και στέλνει Επίτροπο να γείνη κρίση
+και να βρεθή ο φταιξάρης. Ο Πάτερ Χαράλαμπος, μισαποθαμμένος από
+τον τρόμο, ίσως κι από το διάβαζε διάβαζε ακολουθίες, δεν πέρασε
+από τον παραζαλισμένο του νου να καθίση και να ξεδιαλύνη τη ρίζα
+και τη φύτρα του τρομερού του κακού που τους πλάκωσε, ίσως πάψη το
+βάσανο. Όσο για τους άλλους Παραμυθιώτες, πού καιρός και πού
+κεφάλι να στοχαστούνε και να κοιτάξουνε γύρω τους, ίσως και βρουν
+τον τρόπο!
+
+Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε, όλοι ολόρθοι κοιμούνταν, με τις
+υποψίες, με τα παραμονέματα, με τις τουφεκιές.
+
+Σαν έφτασε λοιπόν ο Επίτροπος με τα γράμματα, και κλείστηκαν και
+τα είπανε με τον Εφημέριο μια βραδινή, και τονε ρώταγε ο Επίτροπος
+τόνα και τάλλο, έτυχε να ρωτήξη κι ανίσως κανένας Χριστιανός ή
+Χριστιανοπούλα βρίσκεται με τους Τούρκους. Στοχάστηκε πως δε
+γίνεται να πέφτουνε με τόση τάξη και γνωρισιά τα Τούρκικα τα βόλια
+στους δικούς μας απάνω, και να μη δασκαλεύουνται οι Τούρκοι από
+κάπου.
+
+Αποκρίθηκε ο Εφημέριος πως είνε μια κόρη μαζώχτρα που τώρα και
+μερικές μέρες τόρριξ' εκεί απάνω εξ αιτίας λέει που ζητούσε το
+μακαρίτη τον κυρ Πανάγο να την πάρη, και την πειράζανε καθώς
+φαίνεται οι άλλες οι δουλεύτρες, και πήγε κι αυτή και μεροδούλευε
+στα τούρκικα τα δέντρα· και πως εξ αιτίας πάλε που την έβρισε
+κάποιος άλλος, κόλλησε στα τούρκικα μια και καλή, κ' έρχεται
+μονάχα, λέει, μια φορά το μερόνυχτο και φέρνει της θειας της ψωμί
+κ' ελιές. Και τόχει, λέει, μεγάλο καημό η γριά. Κ' ήρθε, λέει, η
+κακόσυρτη στο κελλί και τον παρεκάλειε τις προάλλες να πάη και να
+τη μεταπείση, να μην τουρκέψη κιόλας η ανιψιά της. Μα δεν το
+θάρρεψε ο Εφημέριος γνωστικό νανακατευτή ώσπου να πάψη η μάχητα
+που τους έτρωγε τώρα.
+
+ — Να πάμε να τη δούμε αυτή τη γριά, λέει ο Επίτροπος. Απόψε
+κιόλας.
+
+Κατεβήκανε στης θεια Πασκαλιάς, και τη βρήκανε και συγύριζε
+κούτσουρα και τσουκάλια πριχού να πλαγιάση. Ανατρόμαξε στην αρχή,
+θαρρέψαντας πως είτανε Τούρκοι.
+
+Κάθισαν κοντά στη φωτιά — λυχνάρι δεν είχε — κι άρχισε και την
+ψιλορωτούσε ο Επίτροπος το τι ήξερε. Μη καλονοιώθοντας η γριά την
+ουσία και το νόημα του τι γνώριζε, θωρώντας και τον Παπά που του
+είχε μεγάλη ευλάβεια, τα κένωσε όλα του Επιτρόπου, πότε από τη
+μέση καταπιάνοντας τη δουλειά, πότε από το τέλος, και πότε πάλε
+από την αλφαβήτα. Από του Σαββάτου ταντάμωμα. Ως και του σταφυλιού
+την ιστορία δεν την παράβλεψε.
+
+Την άκουγε ο Επίτροπος, και τα στοίβαζε με τη σειρά τους μέσα στο
+λογισμό του.
+
+Εκεί απάνω ανοίγει η πόρτα, και ποιος να προβάλη; Η Ασήμω.
+
+Χύμιξε μέσα σαν ποντίκι. Άξαφνα τους βλέπει και κοντοστέκεται.
+Είχε κατέβη πάλε να δη και να μάθη.
+
+Σα να της ήρθε να ξεχυμίξη και να γυρίση πίσω.
+
+Σηκώνεται ο Επίτροπος και σφαλνάει την πόρτα.
+
+ — Πούθε έρχεσαι τώρα; τη ρωτάει ο Παπάς.
+
+ — Από της Χουσεήναινας, της χήρας. Έφερα της θειας μου φαεί,
+αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, και χαμηλόβλεπα η Ασήμω.
+
+ — Τώρα που είσ' εδώ, κόρη μου, της λέει γελαζούμενα ο Επίτροπος —
+που σαν κοσμογυριστής που είτανε βρήκε καιρό να καμαρώση και την
+αγγελική ομορφιά της, — τώρα που είσ' εδώ, πες μας, να σε χαρώ μια
+κ' είναι μαζί μας κι ο Δάσκαλος· τι σ' έκαμε και πήγες κ' είπες
+πως ο Πανάγος τα είχε ψημένα με τη Μιχάλαινα;
+
+Το γύρισε ο Επίτροπος από την υποψία στη βεβαιότητα, να την πιάση.
+
+ — Ξέρω και γω, αφέντη μου, να, έτσι μου ήρθε.
+
+Και χαμηλώνει πάλε τα μάτια.
+
+ — Και τίνος το είπες;
+
+ — Να· της Λεμωνής, της Μορφούλας, και της Λενιώς. Όλες μαζώχτρες.
+Έσυραν αυτές ύστερα και πήγανε, λέει, να μαζώξουνε στην Κάντανο,
+και καλά Χριστούγεννα πια.
+
+Άρχιζε κι αναθάρρευε η Ασήμω. Η πολύ η ντροπαλάδα δεν είτανε
+φυσικό της. Είταν ο φόβος και τηνε συμμάζευε στην αρχή.
+
+ — Και τώρα για πού;
+
+ — Πίσω στης Χουσεήναινας. Δεν το είπα μαθές;
+
+ — Εγώ λέγω καλλίτερα νάρθης με το Δάσκαλο απόψε. Σε θέλει, κ'
+έλα.
+
+ — Μα να τρέξω να το πω μια στιγμή.
+
+ — Όχι κάλλιο στο κελλί τώρα, κι αύριο το λες.
+
+Θέλοντας μη θέλοντας την πήρανε στο κελλί, αφού καλονυχτίσανε τη
+θεια Πασκαλιά.
+
+Σκοπός του είτανε του Επιτρόπου να την κουβαλήση ταποταχύ στου
+Δεσπότη, κι ας αποφασίση εκείνος κι ο Πασάς το τι να την κάμουν.
+
+14
+
+Την πέρασε η Ασήμω στο κελλί τη νυχτιά της. Δεν καλόξερε και γιατί
+την είχαν εκεί, μα κάτι έκοβε το μυαλό της και δεν έβρισκε
+ανάπαψη. Όντας όμως καλά φυλαγμένη, δεν μπορούσε και να ξεκόψη.
+
+Το πρωί πρωί, ό τι έφεξε, μεγάλο πάλε βουητό, μεγάλο κακό στο
+χωριό από τη μιαν άκρη ως στην άλλη! Η μαζώχτρα! Η μαζώχτρα η
+Ασήμω τάφτιαξε όλα! Ψυχή δεν απόμεινε που δεν τόξερε πως την
+είχανε φυλακισμένη μες στο κελλί, και πως θα τηνε φέρουνε του
+Δεσπότη. Ως και στα Τούρκικα πήγε αστραπή το χαμπάρι.
+
+Χριστιανοί και Τούρκοι, όλοι όξω φρενών, πούγινε αφορμή μια
+μαζώχτρα και ρήμαξε το χωριό. Και τέτοια η λύσσα τους, που
+αδέρφιασαν Χριστιανοί και Τούρκοι ανήμερα και χύμιξαν ανακατωμένοι
+στης Εκκλησιάς την αυλή «να τη σπαράξουν τη σκύλα». Πού πια τώρα
+να τους εναντιωθή Εφημέριος, πού να δείξη στήθος Επίτροπος! Την
+έφεραν όξω σέρνοντάς την από τα μαύρα μαλλιά της. Ολότρεμη αυτή,
+και σαν το πουλί μπρος στη γάτα αποσκιασμένη κι ασάλευτη, μήτε
+λόγο μήτε γογγητό δεν ξεστόμισε, παρά έπεσε λιγόθυμη στο κατώφλι
+της θύρας. Κι ό τι κάμανε να της ξαναρριχτούν οι αποτρελλαμένοι οι
+Παραμυθιώτες, πρόβαλε η βαριόμοιρη η Μιχάλαινα μαυροφόρα πάντα,
+κατάχλωμη και με τα μάτια κοκκινισμένα από το κλάψε κλάψε, και με
+φωνή τρεμάμενη τους παρακάλειε, Χριστιανούς και Τούρκους, να την
+αφήσουνε του Γέροντα και του Επιτρόπου.
+
+Το σεβάστηκαν το θέλημα της χαροκαμένης κι αποτραβηχτήκανε με το
+στανιό και μ' αγριεμένα μουρμουρητά οι Παραμυθιώτες. Εκεί όμως που
+κοίτουνταν ακόμα η Ασήμω λιγόθυμη, έρχεται αλάθευτο βόλι μακρόθε
+και της ταφίνει μια για πάντα κλεισμένα τα πανώρια της μάτια.
+
+15
+
+Πέρασε η μέρα εκείνη με τάγρια τα ξεφαντώματα, που τάχα γλύτωσε το
+χωριό. Την αυριανή ως τόσο, σα συνέφερε πάλε ο κόσμος, άρχισαν και
+τα ξανασκάλιζαν και τα ξαναγύριζαν από τη μια κι από την άλλη, να
+μην είναι τάχα κι άλλος φταιξάρης. Δεν τους έσωνε η Μαζώχτρα. Με
+τα λόγια λοιπόν του ενού, με τις αβανιές του αλλουνού, αρχίζει κι
+ανάμεσα στις δυο φαμελιές, Πανάγου και Μιχάλη — όσοι δεν
+αποδιαβάστηκαν από τα πριν — η αναπόφευγη η λογοτριβή, το καράζι,
+η ζούλια, το μάλωμα. Αποφασισμένοι να παν κι αυτοί πριν την ώρα
+τους.
+
+Μέρες και μέρες βάσταξε αναμεταξύ τους η μπροσκάδα, η μπαλλοτέ και
+το φονικό. Ώσπου άλλος άντρας δεν έμεινε μήτε από τόνα μέρος μήτε
+από τάλλο παρά ένας και μονάχος, ο Γιάνης, ο λιγομίλητος, ο
+μελαχολικός, ο συλλογισμένος εκείνος ο Γιάνης μου.
+
+
+
+
+ΑΛΛΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
+
+
+
+
+Κ Α Λ Λ I Τ Σ A (1)
+
+
+
+ΑΠΟ τη Ρέθυμνο ξεκίνησε, Αύγουστο μήνα του 1829, Άγγλος ταξιδιώτης
+μ' άλογο καλό και μ' οδηγό Σφακιανό — που κι άλλοτες την είχε
+γυρισμένη την Κρήτη μαζί του — και τραβούσε ίσια κατά το Διβάκι
+στα νότια. Πέρασε από τ' Αρκάδι, πήρε πλάγι τον ουρανόγγιχτο
+Ψηλορείτη, διάβηκε του Ασώματου την κοιλάδα, κι ώσπου να φτάση
+στην Κρύα Βρύση, είταν τα χαρτιά του γεμάτα σημείωσες
+αρχαιολογικές, τοπογραφικές, ιστορικές, καθετίς πούβλεπε ή που
+άκουγε από χωρικούς κι από καλογέρους.
+
+Σκοπός του αυτό το ταξίδι να μαζέψη υλικό για βιβλία δεν είταν,
+αυτό το είχε καμωμένο σε ταξίδια προτητερινά. Σκοπός του είτανε να
+πάη στ' Αποδούλο, χωριουδάκι του Αμαριού, και να ξετρυπώση μια
+φαμελιά που σε κείνα τα μέρη έπρεπε ακόμα να σώζεται. Έπρεπε να
+βρεθή της Κυρίας Μπάρτλεης η μάννα κι ο πατέρας ή τουλάχιστο
+κάποιος της συγγενής. Σα δύσκολο πράμα να γυρεύης, λέει, τη ρίζα
+και τη φύτρα μιανής Μπάρτλεης στ' Αποδούλο της Κρήτης! Μα, στον
+ακούραστό μας το Μυλόρδο, που είταν καλός από δυο τρία
+μισοφαγωμένα ψηφιά σε παλαιικό μαρμαροκόμματο απάνω ιστορίες
+αλάκερες να σκαρώνη, που κι από τα λόγια των Αμαριωτών αρχαιότητες
+μάζευε, σε κείνονα μήτε της Κυρά Μπάρτλεης το συγγενολόγι δε
+φαινότανε δύσκολο πράμα. Τόσο μάλιστα εύκολο το θαρρούσε, που αν
+τύχαινε και ταξιδεύαμε μαζί του γνωρίζοντας μονάχα όσα γνώριζε, κι
+ως τόσο τονε βλέπαμε να ξεκαβαλλικεύη με την ησυχία του έξω από το
+Αποδούλο και να γυρεύη Κυκλώπων τοίχους και Βενετιάνικους πύργους,
+γλήγορα θα λέγαμε πως ήρθε κι άλλος τρελλός από τη Φραγκιά.
+
+Ο πεντάξυπνος όμως ο Σφακιανός του, που πέτρα Κρητικιά δε σήκωνες
+να μην τονε βρης αποκάτω, που έπραξε κ' έπαθε πολλά στον καιρό
+του, τον ήξερε καλλίτερ' από μας το Μυλόρδο. Τον άφινε και γύριζε,
+σκάλιζε, κ' έγραφε έγραφε, ώσπου χαρτάκι άγραφο δεν τούμνησκε πια
+όταν μπαίνανε στ' Αποδούλο μια βραδινή, ό,τι βασίλευε ο ήλιος,
+αποσταμένοι κ' οι τρεις τους, Μυλόρδος, άλογο, Σφακιανός.
+
+Ρωτάει ο Μυλόρδος έναν Αποδουλίτη στου χωριού την άκρη (τα γνώριζε
+τα ρωμαίικα νερό) καταπού βρίσκεται το σπίτι του Προεστού για να
+πάνε και να κονέψουνε.
+
+ — Πολλά τα έτη στόνομά σας, απολογιέται ο χωριανός.
+
+ — Βλέπεις; δε σου τόλεγα πως είστε Έλληνες; γυρίζει και λέει του
+Σφακιανού. Έτσι το είπε κι ο Ευριπίδης.
+
+«Ω φως, προσειπείν γαρ σον όνομ' έξεστί μοι».
+
+ — Μα να βρούμε και το σπίτι του Προεστού, του κάνει ο Σφακιανός.
+
+ — Ποιανού; του Καπετάν Αλεξαντράκη; πετιέται, και λέει ο
+χωριανός. Εγώ να σας πάω.
+
+Δεν πέρασαν πολλά σπίτια για να φτάσουνε στο σπίτι του Προεστού.
+Χτύπησε την πόρτα ο χωριανός δυνατά και γοργά.
+
+ — Ποιος είνε; φωνάζει γυναικίσια φωνή απομέσα.
+
+ — Άνοιξε, κερά Φωτεινή, κ' είνε ένας Μυλόρδος.
+
+ — Χριστέ και Παναγιά μου! Και τι να τον κάμω που είμαι ολομόναχη!
+
+ — Άνοιξε συ, και γω βρίσκω και τον Αφέντη, αποκρίνεται ο
+Αποδουλίτης απέξω.
+
+Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει ο Μυλόρδος, παίρνει ο Σφακιανός τάλογο να
+το νοιαστή σε διπλανό χωραφάκι, τρέχει κι ο χωρικός να φέρη τον
+Προεστό.
+
+Συμμαζεμένη η Φωτεινή και λιγομίλητη στου ξένου την απερίμενη
+παρουσία. Άναψε το λυχνάρι, έκαμε τα πρεπούμενα, έπειτα στάθηκε
+αντίκρυ του με τα χέρια δεμένα. Συνηθισμένος ο Μυλόρδος από τέτοια
+συστήματα, την παρεκάλεσε να μην κοπιάζη, μόνο ας τον αφήση μονάχο
+ώσπου νάρθη κι ο νοικοκύρης.
+
+Δεν έμεινε πολλήν ώρα μονάχος του ο Μυλόρδος, παρά πρι να προφτάση
+να ξεδιαλύνη αν τόνομα του χωριού είνε κι αυτό της αρχαιότητας
+απομεινάρι ή της σκλαβιάς απλό γέννημα, ήρθε ο Προεστός ο
+Αλεξαντράκης, και μαζί του κι ο Σφακιανός.
+
+Αναρωτήθηκαν, κουβέντιασαν, καθίσανε στο φαεί, άρχισε ύστερα το
+κρασί, κι από τη μια ομιλία στην άλλη βγήκε στη μέση κ' η ακόλουθη
+ιστορία.
+
+*
+
+ — Οχτώ χρόνια, γυρίζει και λέει ο κυρ Αλεξαντράκης του Μυλόρδου —
+και με τέτοια πίκρα που πρώτη φορά καλοκοίταξε ο Άγγλος την
+πονοδαρμένη του όψη — οχτώ χρόνια, και πότε μας φαίνουνται οχτώ
+μήνες πότε ζωή αλάκερη. Μήνες, σα συλλογιζούμαστε τα μικρά μας που
+τα είχαμε εδωνά μέσα στο έρμο αυτό το σπιτικό· ζωή αλάκερη, σαν
+ανιστορούμε ταμέτρητα τα μερόνυχτα που περάσαμε ολομόναχοι
+κλαίγοντας, ελπίζοντας, παρακαλώντας, και πάλι ξαναπέφτοντας στην
+απελπισιά.
+
+ — Δηλαδή από τα 21; κάνει ο Μυλόρδος, πασκίζοντας να καθίση τώρα
+κι αυτός διπλοπόδι, καθώς οι άλλοι.
+
+ — Από τα 21, το χρόνο που άναψε η εφτάχρονη η φωτιά! Είμαστε από
+τους πρώτους που σηκωθήκαμ' εδώ στην Κρήτη. Αλωνάρης του 21. Το
+χορό ως τόσο μας τον πρωτοάνοιξαν οι Σφακιανοί από δω.
+
+Παίρνουν φωτιά τα μάτια του Σφακιανού.
+
+ — Αλωνάρης του 21, ξαναλέει ο Προεστός. Σηκώνουνται οι Σφακιανοί,
+και πού να τους βάλουν κάτω μονάχοι τους οι Χανιώτες! Μερμηγκιές
+έτρεξαν από τ' ανατολικά του νησιού παντής λογής Μουσουλμάνοι να
+τους δώσουνε χέρι. Αρίθμητ' άλογα και μουλάρια μαζί τους, να
+κουβαλήσουν το βιος από τα Σφακιά.
+
+Σφίγγει ένα κρασί εδώ πέρα ο Σφακιανός μ' άγριο χαμόγελο.
+
+ — Πέρασαν κι από δω· μα δεν μας πείραξαν τότες. Καιρό δεν είχανε
+για σφαγή και για ρήμαξη. Στο γύρισμά τους όμως, στην άξαφνη
+εκείνη την μπόρα. . . .
+
+ — Με το συμπάθειο, αφέντη μου Προεστέ, αντισκόβει ο Σφακιανός,
+κρίμα θα είνε να μην τα πούμε της ευγενείας του όλα καταπώς
+έγιναν. Θα πης του τα δηγήθηκα γω στα ταξίδια μας άκρες μέσες· μα
+τεριάζει, θαρρώ, πρι νάρθης στο μεταγύρισμά τους εκείνο, να πούμε
+τι δρόμο πήρε η δουλειά τω Σφακιών.
+
+ — Και ποίος είτανε μαθές εκειδά να μας τα καλοπή.
+
+ — _Εγώ_ είμουν εκεί, αναπετιέται και φωνάζει ο Σφακιανός.
+
+ — Άμε στο καλό, χριστιανέ, και με τρόμαξες, γυρίζει και του κάνει
+η Κερά Φωτεινή, που ως τότε σήκωνε το τραπέζι, μα σ' αυτή την
+ομιλία απάνω είταν καθισμένη με ταργόχειρό της και άκουγε μ'
+ατάραχη όψη, μα όχι πάλε και μ' αδιαφορία, παρά να πούμε από
+στοχασιά και ποταγή στο θέλημα του Θεού. Μα έβλεπες και κάτι
+πιώτερο στο πρόσωπό της φρόνιμης της Αποδουλίτισσας. Μισόφεγγε στα
+μάτια της κάποια ελπίδα, που τον άντρα της δεν τονε φώτιζε· κάποια
+πίστη που σ' αντρίκιες καρδιές εύκολα δε ριζώνει.
+
+ — Μα δεν είνε, κερά μου, να μη φωνάξη άνθρωπος, απολογιέται ο
+Σφακιανός. Ακούς εκεί, λέει, ποιος είτανε να τα μαρτυρήση!
+Θυμάσαι, δόξα νάχη ο Θεός, Μυλόρδε μου, τότες που σε περνούσα από
+τον Ασκυφό, σαν αφήσαμε το Πρόσνερο και τραβήξαμε κατά το Κράπι κι
+από κείθε πήραμε τα στενά τω Σφακιών, εκείνα δα με τους πρίνους
+και με τα γυμνά τα βουνά κι από τις δυο τις πλευρές.
+
+ — Και δεν τα θυμούμαι τα κόκκαλα τασπρισμένα στη χαράδρα μέσα;
+
+ — Γεια σου! Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε ναρχίσουμε την ιστορία μας
+πρι να τη φέρουμε δω.
+
+ — Α συφωνή ο κυρ Αλεξαντράκης, λέει ο Μυλόρδος, ίσως καλλίτερα
+έτσι. Έχω να τακούσω και κάμποσα χρόνια.
+
+ — Μπράβο, και γιατί όχι; αποκρίνεται ο Αλεξαντράκης· να τα
+καλομάθω και γω.
+
+ — Κρίμας που δεν είνε χειμώνας, να ψήνουμε και κάστανα, λέει η
+Κερά Φωτεινή εκεί που έρραβε. Να σας φέρω όμως μερικούς
+πεπονόσπορους.
+
+ — Εγώ λέω να μας φέρης κι άλλο κρασί, Φωτεινή, της κάνει ο
+Προεστός, γιατί του φίλου μας το λαρύγγι έχει να δουλέψη.
+
+Ήρθε το κρασί, κι αρχίζει ο Σφακιανός.
+
+ — Είταν αποφασισμένος ο πασάς, καθώς ξέρετε, να μας βάλη κάτω.
+Τρυγητή μήνα ξεκινάει με τη μερμηγκιά του κατά τον Ασκυφό. Πού να
+το σταματήσης τέτοιο κακό! Έπιασαν οι δικοί μας τα δυτικά τα
+βουνά.
+
+Καλοστρώνουνται οι φίλοι, μέσα στον κάμπο του Ασκυφού, και μας
+απαντέχουνε να κατεβούμε να τους προσκυνήσουμε. Εμείς πάλε είπαμε,
+παρά προσκύνημα κάλλιο την τέχνη μας την παλιά. Όλη νύχτα την
+περάσαμε τρέχοντας και ζητώντας βοήθεια από τα χωριά. Ως και στο
+Μαλαξά στείλαμε και φωνάξαμε τους μερικούς Ασκυφιώτες, που φύλαγαν
+εκείνο το κάστρο, νάρθουν κι αυτοί. Κ' έτσι σαν ξημέρωσε και
+μαζευτήκαμε όλοι στον ξερόκαμπο, πρέπει να είμαστε καμιά
+πεντακοσαριά.
+
+Φύλλο δεν ανεμίζουνταν εκείνη την πρωινή. Ό,τι πρόβαλε ο ήλιος,
+ξεκινήσαμε κατά τον κάμπο. Γεμάτος ο κάμπος Τουρκιά. Και τους
+έβλεπες δεν τους έβλεπες πίσω από τον καπνό που ανέβαινε πίσω από
+τα καμένα τα χωριά τριγύρω. Ένας μας αρχηγός τότες, ο Ρούσσος,
+παίρνει μερικούς του συντρόφους και μπαίνει στο σπίτι του, κατά το
+ριζοβούνι ως ένα βόλι μακριά από τον κάμπο. Μπαίνει και βρίσκει
+σφίδα γεμάτη κρασί. Όλοι μας ήπιαμε από το κρασί εκείνο. Αξέχαστη
+πρωινή. Ξαναμαζευούμαστε, ροβολούμε κατά τον κάμπο, κι αρχινούμε
+τη φωτιά πίσω από κάτι χαμηλότοιχους. Άλλοι μας πάλε πήγαν κι
+έπιασαν τις Πέτρες και το Σταυροράχι λίγο παρακάτω, και χτυπούσανε
+σύγκαιρα από τη μεριά εκείνη. Οι Τούρκοι, που θαρρέψανε στην αρχή
+πως κατεβαίνουμε να προσπέσουμε, άμα πρωτάκουσαν τουφεκιές,
+λύσσαξαν και πήγαν. Όλο τους το σκυλολόγι σηκώθηκε στάρματα, κι
+από την ώρα εκείνη ως ταπομεσήμερο πέφτανε χαλάζι τα βόλια τους
+στα ταμπούρια μας καταπάνω. Είχαν και τρία κανόνια. Οι δικές μας
+οι τουφεκιές δεν έκαμναν τόσο βουητό, μα μήτε και στον αέρα δεν
+πέφτανε.
+
+Σιγά σιγά οι πεντακόσοι μας γίνουνται χίλιοι με τους χωριανούς που
+ολοένα μαζεύουνταν. Τρέχει τότες μια παρέα κατά τα βορεινά του
+κάμπου και τους περεχάει κι από κει. Ξάφνισμα και τρομάρα αμέσως
+οι Τούρκοι που βρίσκουνταν κατακεί. Κοντοστέκουνται μια στιγμή, κι
+ύστερα λάσπη! Τους τηρούν οι άλλοι κοντά μας, δρόμο κι αυτοί. Τους
+περνούμε τότες το κατόπι, και δος του βόλι στα πισινά τους καθώς
+τραβούσαν κατά το μονοπάτι που πάει στ' Αποκόρωνα. Καθώς
+κατρακυλούσαν τα μέρη που ο λόγγος αρχινάει και στενεύει,
+παίρνουνε μερικοί μας δίπλα τα βουναράκια, και τρέχοντας σα
+λαγωνικά τους προκάνουμε ό,τι αρχίζανε και ξεμύτιζαν παρακάτω στη
+χαράδρα. Ένας ένας πέφτανε σαν τις μυίγες. Κάμανε μια στιγμή να
+δείξουνε στήθος· μα γλήγορα το κατάλαβαν πως είνε χαμένοι, κι όπου
+φύγη φύγη πια τότες. Αφίνουν άλογα, μουλάρια, κανόνια, και
+παίρνουνε τα βουνά. Από το μέρος εκείνο του λόγγου ως το Κράπι
+στρωμένος ο τόπος νεκρούς. Βδομάδες και βδομάδες δεν μπορούσες να
+περάσης από κει και να μη λιγοθυμήσης από τη βρώμα.
+
+Ως τον Αρμυρό τους ακολουθήσαμε. Κάμποσες μέρες γυρίζαμε τα βουνά
+και τους ξεπαστρέβαμε όσους βγήκαν από το δρόμο τους να γλυτώσουν.
+Ως χίλιοι τους πρέπει να πήγανε τότες. Καλά και κάνεις το σταυρό
+σου, κερά μου. Για το τιμημένο το σώμα και το αίμα του Χριστού
+πολεμούσαμε τότες, κι ο παπάς με τη σημαία μπροστά μπροστά. Σίδερο
+η καρδιά μας, σίδερο και τα κορμιά μας. Χάδεμα δε δεχούμαστε από
+τις γυναίκες μας τις μέρες εκείνες. Σαν έχη το νου του σε φιλιά
+και σ' αγάπες ο Σφακιανός, βόλι πικρό τον προσμένει στον πόλεμο.
+Μήτ' ένας μας δε σκοτώθηκε στον πόλεμο εκείνο.
+
+*
+
+Κάμποσες φορές τα είχε ακουσμένα αυτά ο Μυλόρδος, κι ως τόσο
+τάβγαλε πάλι τα χαρτιά του και σημείωσε μερικές αράδες. Οι άλλοι
+κάθονταν αμίλητοι και διαλογισμένοι.
+
+ — Αχ, τα πλερώσαμε όλα με γυναικόπαιδα και με σπιτικά, τότες που
+γυρίζανε λυσσασμένοι και έσερναν ανατολικά οι καταραμένοι! είπε με
+βαρύ αναστεναγμό ο Αλεξαντράκης. Κ' ήρθε, θαρρώ, η ώρα νακούστε
+και το τι τράβηξε αυτό το χωριό, εκεί που κανένας μας μήτε τουφέκι
+πια δε σήκωνε μήτε σημαία δεν κράταγε.
+
+ — Την παλιά τους την τέχνη, φωνάζει ο Σφακιανός.
+
+Δεν μπορούσανε να δείρουν το γάδαρο κ' έδειραν το σαμάρι.
+
+ — Όπου άντρας, μα νέος μα γέρος, τον έκοβαν. Όπου παιδί και
+γυναίκα, σκλαβιά κι ατιμιά.
+
+ — Κι ο Σερήφ Πασάς τα συχωρούσε μαθές αυτά; ρωτάει ανυπόμονα ο
+Μυλόρδος.
+
+ — Ο Πασάς; Και ποιος τονε ρωτούσε τον Πασά; Αυτοί είταν έξω
+φρενώ. Σαν μπόρα πλακώσανε φοβερή. Μόλις το πήρε ταυτί μας τάγριο
+της το βουητό και σκαρφαλώσαμε τον Ψηλορείτη σα γίδια. Μόνο
+μερικοί γέροι απομείνανε στο χωριό. Τους έσφαξαν όλους. Μα ας τα
+πούμε με τη σειρά τους αυτά τα δικά μας, να μάθετε και γιατί αυτή
+την ώρα δεν τη χαρούμαστε την κατακαημένη μας την Καλλίτσα.
+
+Ανασηκώνεται εδώ άξαφνα ο Μυλόρδος μ' ολοάνοιχτα μάτια. Γλήγορα
+όμως συμμαζώχτηκε πάλι, ίσως να την καλακούση την ιστορία.
+
+ — Είχαμε τότες θανατικό στο χωριό μας, λέει ο Προεστός. Τέσσερα
+από τα παιδιά μας τα είχε παρμένα Χάρος. Μας έμνησκαν τρία, η
+Καλλίτσα, ο Γιάνης, κι ο Κωστάκης, το βυζαστάρικό μας. Για να
+γλυτώσουμε τα δύο τα μεγαλήτερα από το θανατικό, τα βάζουμε σε
+παράμερο καλύβι λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε μια γυναίκα που
+είχε και δικά της άλλα τρία παιδιά. Εμείς με το μικρό τον Κωστάκη
+μείναμε σπίτι. Τότες είταν που ξέσπασε το κακό. Τις ακούγαμε από
+μακριά τις φωνές τους, και δίχως μήτε πόρτες να κλειδώνουν έφευγαν
+όλοι προς το βουνό. Εμείς όμως είχαμε και τάλλα δυο τα μικρά να
+κοιτάξουμε, κ' είπα της Φωτεινής να προσμείνη λιγάκι, να πάω να
+μιλήσω της γριάς στο καλύβι και να της πω να μη φοβάται. Τρέχω
+λοιπό σαν αστραπή στο καλύβι και τους λέω να μη νοιάζουνται, μόνο
+να κάθουνται μέσα κρυμμένοι, κ' οι Τούρκοι δε θανέβουν ως εκεί
+απάνω. Ξαναγυρίζω κατόπι τρεχάτος στο σπίτι να πάρω τη γυναίκα μου
+με το μικρό μικρό και να φύγω. Ζυγώνω δε ζυγώνω, και τι να δω!
+Τούρκοι γεμάτο το σπίτι, και μόλις πρόφτασα να δω τη Φωτεινή μου
+που την κουβαλούσανε με τον Κωστάκη στην αγκαλιά της!
+
+Πήρα τα βουνά σαν τρελλός.
+
+Σημάδια στενοχώριας τώρα στην όψη της Φωτεινής, και πρι να πάη
+ομπρός ο Προεστός καμώθηκε πως κάτι ήθελε να φροντίση, και
+σηκώθηκε και βγήκε από την κάμαρα.
+
+ — Καλά έκαμε και βγήκε, κάνει τότες ο Προεστός. Δεν της έρχεται
+να τακούγη, δε μούρχεται και μένα να τα δηγούμαι μπροστά της. Την
+πήρανε σκλάβα με τον Κωστάκη στο Διβάκι. Ας είνε καλά ο αδερφός
+της που τη μάτιασε κει πέρα, και πήγε και τους αγόρασε και τους
+δυο πρι να τη στείλουν ως το Μισίρι. Κ' έτσι σαν πέρασε η
+φουρτούνα και κατεβήκαμε στο ρημαγμένο μας το χωριό, μου την
+έφεραν πάλι πίσω τη Φωτεινή με το στεροπαίδι της. Τανοίξαμε πάλε
+το σπιτικό μας. Αχ και τι σπιτικό! Δεκατισμένο από το θανατικό,
+που μας έφαγε τρία, κι από των απίστων τη ρημαξιά, που μας άρπαξε
+άλλα δυο, την Καλλίτσα και το Γιανάκη. Δίκιο είχα γω σαν τόλεγα,
+τότες που φεύγαμε, της γριάς του καλυβιού πως δε θα περάσουν από
+κει απάνω οι Τούρκοι. Και μήτε πέρασαν από κει. Σαν ταστροπελέκι
+που κόβει ίσιο δρόμο και ξολοθρεύει, έτσι διάβηκαν κ' έφυγαν. Κι
+ως τόσο ένας τους — ο Εξαποδός πρέπει να τονε σκούντηξε — βγήκε
+από το δρόμο του να μαζέψη για το ζω του χορτάρι. Και μαζεύοντας
+παίρνει το μάτι του το καλύβι! Ζυγώνει σιγανά σιγανά μην τύχη κ'
+είταν άντρες εκεί κοντά. Χτυπάει και ρωτάει ποιος κατοικούσε εκεί
+μέσα κι αν είχε άντρες. Πρόβαλε η γυναίκα από το παράθυρο κ' είπε
+όχι. Την προστάζει τότες να ξεμανταλώση την πόρτα. Τι να κάμη η
+γυναίκα, ανοίγει την πόρτα. Άμα βεβαιώθηκε ο Τούρκος πως είταν
+απροστάτευτο το καλύβι, χώθηκε μέσα. Δεν αφήκε μήτε γυναίκα μήτε
+παιδιά. Ίσια στο Διβάκι τους κουβάλησε και τους έξη. Και τώρα να
+δήτε το πιο παράξενο. Εκεί στο Διβάκι, σα χωρίστηκε πρώτα η
+γυναίκα με τα τρία παιδιά της από την Καλλίτσα κι από το Γιανάκη,
+και κατόπι πάλε ο Γιανάκης από την Καλλίτσα, και τοιμάζουνταν ένας
+Αράπης να φορτώση τη δύσμοιρη την κόρη μας και να την κατεβάση στο
+λιμάνι για το Μισίρι, τι άλλο να δη η σκλαβωμένη η μάννα της από
+το παράθυρο του σπιτιού που την είχαν κλεισμένη, παρά την Καλλίτσα
+σε κοφίνι μέσα απάνω στάλογο, ξεκινώντας για το ταξίδι της
+αλησμονησιάς και της ατιμίας! Τη βλέπει, τσιρίζει σαν τρελλή, και
+πέφτει χάμω. Μα ποιος να την ακούση, και ποιος να τη νοιαστή! Μήτε
+την ξαναείδε πια μήτε την ξανάκουσε την Καλλίτσα της.
+
+ — Στάσου! αντισκόβει ο Μυλόρδος. Δεν την άκουσε η μικρή τη φωνή;
+
+ — Κι αν την άκουσε πού να το ξέρουμε! αποκρίνεται ο πατέρας
+γελώντας, σα να του ήρθε νόστιμο τέτοιο ρώτημα.
+
+Εκεί απάνω ξαναμπαίνει κ' η Φωτεινή.
+
+ — Ακούς τι μας ρωτάει η αφεντιά του; γυρίζει και της λέει· α σ'
+άκουσε, λέει, η Καλλίτσα τότες που της φώναξες από το παράθυρο.
+
+ — Βέβαια πως μ' άκουσε, απολογιέται ολόθαρρα η κερά και με μάτια
+που έλπιζαν πάντα. Την άκουσε τη φωνή μου κ' η Καλλίτσα, την
+άκουσε κι ο Θεός. Και το λέω και το ξαναλέω πως η φωνή εκείνη που
+από τα φυλλοκάρδια μου τότες βγήκε, θα μου την φέρη την ακριβή μου
+μια μέρα.
+
+ — Ορίστε! Τα ίδια και πάλε τα ίδια! Όλο την απαντέχει, κι όλο
+έρχεται η Καλλίτσα. Κάποτες και το σπίτι το συγυρίζουμε για τον
+ερχομό της και. . . .
+
+ — Σταθήτε, αφεντικό, να σας χαρώ, λέει τώρα ο Σφακιανός, γιατί σα
+να θέλη κάτι να μας πη από δω ο Μυλόρδος.
+
+ — Τίποτις, αποκρίνεται συλλογισμένα ο Άγγλος. Έλεγα μόνο να σας
+ρωτήσω α δε μάθετε τίποτις από τότες.
+
+ — Οχτώ χρόνια, Μυλόρδε μου, και άλλο δε μαθαμε παρά πως τηνε
+στείλανε στο Μισίρι. Όσο για τον αδερφό της το Γιανάκη, αυτός
+έμεινε στο Μεγαλόκαστρο μ' έναν Αγάν, και τούρκεψε, και τώρα μήτε
+να μας ξέρη πια δε θέλει.
+
+ — Αμέ ο Κωστάκης, το μικρό μικρό;
+
+ — Δεν την είπαμε ως τόσο του καημένου μας του Κωστάκη την τύχη,
+γυρίζει και λέει ο Προεστός της γυναίκας του. Και μα την αλήθεια
+δεν το παραξενεύουμαι, μια και γυρέψαμε να τα πούμε όλα σε μια
+βραδινή. Το χάσαμε και κείνο, Μυλόρδε, ειδεμή δε θα μας έβρισκες
+ολομόναχους τώρα. Έξη παιδιά, και τώρα στα γερατειά μας κανένα!
+
+ — Εκείνο μας το πήρε ο Θεός σαν τα πρώτα, και δε μας πέφτει λόγος
+στο θέλημα, του Θεού, λέει τώρα η Προεστίνα. Μα η Καλλίτσα μου, η
+Καλλίτσα! Να, έτσι πάντα κατιτίς μου το κρυφολέει πως δεν την
+έχουμε χαμένη την Καλλίτσα για πάντα. Ως και στον ύπνο μου κάθε
+λίγο τη βλέπω. Τη βλέπω μες στο κοφίνι, τρέχω σαν τρελλή να τη
+γλυτώσω, και μου ξεφεύγει πάντα τάλογο το καταραμένο! Πόσες φορές
+του τώπα του Προεστού μας να κινήσουμε μαθές ως το Μισίρι, να τη
+γυρέψουμε. Μα πού ο τρόπος, και σαν πας, λέει, πού να
+πρωτογυρέψης! Και σε ποια χαρέμια θα σ' αφήσουνε νάμπης! Κι αν τη
+βρης, ποιος Πασάς θα σου τηνε δώση, που τα γαλανά της τα μάτια
+μονάχα. . . .
+
+ — Σπάνιο πράμα, γαλανά μάτια στην Κρήτη! παρατηράει ο Μυλόρδος.
+
+ — Να κάτι πιο βαθύτερα από τα δικά σας.
+
+*
+
+Ανάγκη δεν είταν κι απ' αυτό το σημάδι να καταλάβη ο Μυλόρδος πως
+βρισκότανε στης Κυρά Μπάρτλεης το σπιτικό, και πως αντίκρυ του
+είχε τον πατέρα και τη μάννα της πανώριας εκείνης κόρης, που τώρα
+κι οχτώ χρόνους ταξιδεύοντας ο φίλος του ο Μπάρτλεης στο Κάϊρο, τη
+μάτιασε στο Παζάρι κι από έναν Αράπη την αγόρασε μικρή μικρή, και
+την ανάθρεψε μ' ένα και μονάχο σκοπό, να την κάμη συντρόφισσα της
+αρχοντικιάς του ζωής. Αυτά όμως όλα πώς να τα ξεστομίση με τρόπο
+που να μην αποτρελλαθούν από τη χαρά τους οι μυριοβασανισμένοι οι
+γονιοί της, αυτό ως την ώρα ο Μυλόρδος δεν το καλοσυλλογίστηκε
+τόσο λίγο ίσως τόλπιζε να τους βρη.
+
+Αποφάσισε λοιπό να τους καλονυχτίση και να συχάση αυτή τη νύχτα,
+αφού είπε και ξαναείπε της κερά Φωτεινής πως καλά κάμνει κ'
+ελπίζει πάντα.
+
+Ταποταχύ Μυλόρδος και Σφακιανός κάμνανε μακρινή ομιλία στου
+Προεστού την αυλή.
+
+ — Να πάρης τάλογο κ' ίσια στη Ρέθυμνο. Ξέρεις πως εκεί έφτασε τις
+προάλλες μαζί μου από την Αλεξάντρεια ο Σιορ Μπάρτλεης με την Κυρά
+του, και πως με προσμένουνε να γυρίσω και να ξεκινήσουμε μαζί για
+την Αγγλία. Να τους δώσης αυτό το γράμμα, και να τους φέρης εδώ
+και τους δυο τους μαζί με τους δούλους.
+
+ — Μα σαν τι μαθές να τρέχη; ρωτάει σαστισμένα ο Σφακιανός.
+
+ — Σαν τι να τρέχη; Κρίμας που είσαι και Σφακιανός! Και δεν
+τόννοιωσες ακόμα πως η Κερά Μπάρτλεη που είδες στη Ρέθυμνο είνε
+Κρητικιά, και πως είνε η Καλλίτσα, η χαμένη η κόρη του Προεστού;
+Δεν το πήρε ταυτί σου τόνομά της τότες που τηνε φώναζε ο άντρας
+της να πη να σου φέρουν κρασί πρι να ξεκινήσουμε;
+
+ — Μεγάλος πως είνε ο Θεός το γνώριζα, Μυλόρδε μου, από κείνη τη
+δουλειά τη Σφακιανή· μα όχι και τόσο μεγάλος καθώς λέω πως είνε
+τώρα μ' αυτό του το θάμα! Και του λόγου σου τι θα κάμης ώσπου να
+γυρίσουμε πίσω;
+
+ — Βλέπω κ' έχει ένα τεφτέρι ο Προεστός άγραφο. Το παίρνω μαζί
+μου, και πηγαίνω να καλοκοιτάξω αυτό το _Καστρί_ εκεί κάτου, να
+δούμε, είταν κι αυτό Πολιτεία Ελληνική ή όχι; Ως εκεί μπορώ και
+περπατώντας να πάω. Ως τόσο μη χάνης καιρό εσύ.
+
+Έφυγε ο Σφακιανός με τάλογο, και καθώς τραγουδούσε έξω από το
+χωριό πηγαινάμενος, πρόβαλε ο Προεστός στην αυλή να προσκαλέση το
+Μυλόρδο στο γλυκό και στον καφέ.
+
+ — Να με συμπαθήστε που πρέπει να καρτερέψω καμιά δυο μέρες εδώ,
+τους είπε απάνω στον καφέ ο Μυλόρδος, ώσπου να γυρίση ο οδηγός μου
+με μερικούς συνταξιδιώτες που πρέπει να σας δουν και να σας
+γνωρίσουν. Είνε ένας άλλος Άγγλος κ' η γυναίκα του, ρωμιοπούλα
+όμως αυτή, και μάλιστα Κρητικιά.
+
+ — Άμε στο καλό, άνθρωπε μου, φωνάζει μ' ολόφεγγο πρόσωπο η
+Προεστίνα, που με κάμνεις και περνούνε λογιώ λογιώ στοχασμοί από
+το νου μου! Δε λέω πως δε θα μας ξανάρθη η Καλλίτσα, ο Εγγλέζος
+όμως αυτός —
+
+ — Ορίστε μας πάλε πρωί πρωί! μουρμουρίζει ο κυρ Αλεξαντράκης.
+
+ — Καλέ αφήστε τη να ελπίζη και να προσμένη, γιατί όχι; Μήπως τάχα
+δεν την άκουσε τότες ο Θεός τη φωνή της; Γιατί τάχα να μην είνε η
+Καλλίτσα, αφού μάλιστα είνε και Κρητικιά η γυναίκα του φίλου μου;
+
+ — Νά το! Δε σου τόλεγα τόσα χρόνια; ξεφωνίζει αφίνοντας τον καφέ
+της χάμου η Κερά Φωτεινή. Η Καλλίτσα, η Καλλίτσα μου έρχεται!
+αναπετιέται και ξαναφωνάζει σαν τρελλαμένη. Η Καλλίτσα μου, κι ο
+Θεός μου τη φέρνει.
+
+ — Θα μου τη λωλάνετε τη γυναίκα μου, κυρ Μυλόρδε, και καλλίτερα
+να μη την πειράζετε έτσι.
+
+ — Μα εγώ σας λέω πως πρέπει να την ανάβω αυτή την ελπίδα, κι από
+ελπίδα βεβαιότητα να την κάμω πρέπει, γιατί η Καλλίτσα σας είνε
+αυτή που θάρθη μεθαύριο με το φίλο μου τον Μπάρτλεη, τον άντρα
+της, σηκώθηκε κ' είπε ο Μυλόρδος ήσυχα και σοβαρά σοβαρά.
+
+Έμειναν αμίλητοι μια στιγμή κ' οι δυο τους, πατέρας και μάννα.
+
+Ώσπου όμως να ξανανοίξη το στόμα του ο Μυλόρδος, που έτρεμε μην
+τύχη και τους παραταράξη, βρέθηκε ταντρόγυνο αγκαλιαστό, κι άλλο
+πια τώρα δεν άκουγες παρά κλάψες κι αναρρουφήματα.
+
+ — Να σας πω τώρα και κάτι άλλο, κάνει ο Μυλόρδος, να μη
+χασομεράτε και πολύ. Η κόρη σας τώρα είνε καλομαθημένη, έξη χρόνια
+στο σκολειό, κι άλλα δυο στην Αγγλία. Και ν' αρχίστε αμέσως κιόλας
+να τοιμάζετε. Έχουν και δούλους. Κρεββάτια όσα μπορείτε. Να πάρτε
+μάλιστα και το σπίτι το διπλανό για καμιά βδομάδα. Από χρήματα να
+μη νοιάζεστε.
+
+ — Μια βδομάδα! Χριστέ και Παναγιά! Να το κουνίσουν δεν έχουν πια
+από δω πέρα! φωνάζει η κερά Φωτεινή.
+
+ — Αυτά τα βολεύετε και σαν έρθουν. Ίσως σας πάρουν κ' εσάς μαζί
+τους στην Αγγλία. Δουλειά τώρα. Εγώ πηγαίνω ως το Καστρί να γυρέψω
+αντίκες, και δε θα με ξαναδήτε ως μεθαύριο. Γεια σας.
+
+ — Μια στιγμή, να μου ζήσης, Μυλόρδε, που μας έφερες τέτοια
+νεκρανάσταση! Μια στιγμή, να μας πης τι λογής έτυχε αυτό το
+πρωτάκουστο! Από το χαρέμι μαθές την πήρε;
+
+ — Την πήρε από τα χέρια του Θεού και σας τη φέρνει τώρα. Τάλλα τα
+μαθαίνετε από την ίδια σαν έρθη.
+
+Και ξεκίνησε ο Μυλόρδος κατά το αγαπημένο του το Καστρί.
+
+*
+
+Μετά μερικές μέρες, εκεί που κοίταζαν και καμάρωναν κ' έκοβαν κ'
+έρραβαν από μακριά οι καταχαρούμενοι οι Αποδουλιώτες περπατούσανε
+στο βασίλεμα του ήλιου κατά τα ξώχωρα του Αποδούλου δίπλα στο
+Ψηλορείτη, και σεργιάνιζαν τις ομορφιές ολοτρόγυρα, η περήφανη η
+Φωτεινή με την πεντάμορφη κόρη της, και κάπου σιμά τους κι ο
+Μπάρτλεης με το Μυλόρδο. Οι δυο οι γυναίκες κουβεντιάζανε για τα
+παλιά τους, κ' οι δυο οι άντρες για αρχαιότητες.
+
+Ο κυρ Αλεξαντράκης με το Σφακιανό ακολουθούσανε μερικά βήματα
+κατόπι, μιλώντας ο ένας για τις σφαγές, ο άλλος για την αξέχαστη
+τη μάχη του Ασκυφού.
+
+
+
+Μ Α Ρ I Γ Η (2)
+
+
+
+ΤΡΙΑ χρόνια την πάλευε την Τουρκιά σα λυσσαγμένη η Τουρκοφάγα η
+Κρήτη μαζί με την αναστημένη την Ρωμιοσύνη. Τουφέκι δεν έπεφτε στο
+Μοριά ή στη Ρούμελη που δεν έβρισκε τον αντίλαλό του στ'
+ακαταπόνετα τα Σφακιά. Τρία χρόνια σηκωνότανε και ξανάπεφτε το
+ηρωικό το νησί στην τρομερή, στην άνιση την παλαίστρα με το
+μυριόνυχο και το μυριόδοντο το θεριό. Ήρθε ο τέταρτος ο χρόνος, το
+δίσεχτο το 24, και στην απελπισιά του απάνω ο Μαχμούτης γυρεύει
+του Μεχμέτ Αλή την ταπεινωτική τη βοήθεια· κι' ο αχόρταγος ο
+Μεχμέτ Αλής, ο χασάπης των Μαμελούκων, τι άλλο καλλίτερο γύρευε;
+Σαν όνειρο τόβλεπε μπροστά του ένα πέλαγο από αίμα, αρίθμητες
+ρωμιοπούλες σκλαβωμένες, άλλα τόσα ρωμιόπουλα σφαγμένα, πυραμίδες
+κεφάλια, και το πιο σημαντικώτερο, την αφεντιά του Πασά του Μοριά
+και της Κρήτης.
+
+Σαν ακρίδες ξεκινούν από το Μισίρι και πλακώνουν απ' άκρη σ' άκρη
+του νησιού Αράπηδες και Τουρκαρβανίτες. Όσο και να τους δεκάτιζε
+το Κρητικό το μολύβι, μαθημένοι καθώς είταν από πόλεμο ταχτικό,
+δεν αργήσανε να καταφέρουν όσα μια Τουρκιά δεν κατάφερε, να
+σαρώσουν τον τόπο, χωριά και χώρες να ρημάξουν, και χριστιανών
+κόκκαλα να σκορπίσουν απάνω σε χώμα αιώνες ζυμωμένο στο αίμα.
+
+Ο Χασάν Πασάς από την Ανατολική την πλευρά το είχε αρχινημένο το
+πανηγύρι του με τις δυο χιλιάδες νέους, γέρους και γυναικόπαιδα,
+που λες και με τη μυρουδιά τους ξετρύπωσαν τα σκυλιά του στου
+Μελάτου το σπήλιο. Ως την ακρογιαλιά κατέβαιναν οι φωνές όταν οι
+γέροι σφάζουνταν, οι γυναίκες κοπαδιαστά κουβαλιούντανε σκλάβες,
+οι άντρες αλυσόδετοι σέρνουνταν κατά τη Σπιναλόγκα, και μερικοί
+παπάδες, που μένανε μαζί τους για θάρρος και για παρηγοριά,
+δεματιασμένοι σα ξύλα ριχτότανε στη φωτιά!
+
+Από τη δυτική την πλευρά, κατά το Σέλινο και το Κίσαμο, τάρματα
+του Τομπάζη την είχανε χρυσωμένη των πολέμων εκείνων την ιστορία
+με τη στερνή τους τη δόξα. Ο Χουσεήνης, του Μεχμέτ Αλή ο γαμπρός,
+είτανε φτασμένος στην Κρήτη με χιλιάδες καινούργια αγρίμια, η
+φοβερή η μάχη της Αμουργέλας την είχε θαμμένη και θαμμένη των
+Κρητικών την ελπίδα, οι αδάμαστοι οι Σφακιανοί φώλιαζαν
+τραβηγμένοι στα ορεινά τους λημέρια, κ' οι τετρακόσες οι ψυχές,
+που μαρτύρησαν φοβερό μαρτύριο στη σπηλιά του Μελιδονιού, είταν
+και κείνες στα ουράνια σταλμένες και φτερουγίζανε μαζί με τα
+θύματα του Μελάτου.
+
+Από το μυριοθρήνητο το Μελιδόνι αρχινάει η ιστορία μας, γιατί με
+τις τέσσερες κατοστές, πούπνιξαν οι αθεόφοβοι στον καπνό της
+φωτιάς που βάλανε στη μια και μονάχη τρύπα του σπήλιου, μαζί με
+κείνους πήγε κι ο Μανουσάκης της Μαριγής, ο νιόγαμπρος ο λεβέντης.
+
+*
+
+Κατέβαινε τα ματόβρεχτα μονοπάτια σαν τρελλή η αρχοντοπούλα η
+Μαριγή μαζί μ' άλλες χωριανές της πολλές. Όλες σκλάβες, όλες
+ορφανές από πατέρα κι' από μάννα, έρημες όλες από πατρίδα κι από
+σπιτικό. Και να είτανε να πης πηγαίνανε σε μοναστήρι να κλειστούν
+ή και ζωντανές να θαφτούνε σαν το συγγενολόγι τους σε κάποιο
+σπήλιο κι αυτές! Σκοπός και τέλος του ταξιδιού τους είταν η
+ατιμιά, το ζωντανό το μαρτύριο. Αρχηγός Τουρκαρβανίτης και μερικοί
+Τούρκοι μαζί του τις οδηγούσαν κατά τη Σούδα. Τρικάταρτο καράβι
+πρόσμενε εκεί να φορτώση τη θλιβερή την πραμάτεια που από χώρες κι
+από χωριά παντούθε κατέβαινε. Της Κρήτης ο αφρός, των ανθών της το
+άνθος, τα πιο λαχταριστά και τα πιο διαλεχτά της κορίτσια, από
+κάθε μονοπάτι σέρνουνταν εκεί κάτου να φορτωθούν και να πουληθούνε
+σε Ασία και σ' Αφρική, και μ' άπονη σκουντιά να ριχτούνε στα βάθια
+του Χαρεμιού, δίχως μήτε θρησκείας παρηγοριά να φυλάξουνε, μήτε
+όνομα, μήτε άλλο της δόλιας πατρίδας τους φυλαχτάρι.
+
+Τανιστορούσε η Μαριγή από τη μια το τι την περίμενε, θυμούνταν από
+την άλλη το ιερό το λείψανο που μαύρο και καρβουνιασμένο κοιτότανε
+στου Μελιδονιού τη σπηλιά, το λείψανο του πονεμένου της Μανουσάκη,
+που ως και τη φωνή του την άκουγε ακόμα, τότες που στο σπίτι τους
+μέσα την παρακαλούσε να φύγουνε πρι να πλακώση η αρβανιτιά, και
+κείνη πάσκιζε να μαζέψη και να πάρη τα νυφικά της, ώσπου πλάκωσαν
+τα θεριά, και θαρρώντας ο δόλιος πως έφυγε κ' η Μαριγή με τη μάννα
+του, που την έβλεπε κ' έτρεχε κατά το σπήλιο, αφίνει την αγαπημένη
+του πίσω και φεύγει, και κλειέται στο σπήλιο μαζί με τους άλλους,
+και σαν είδε ύστερα πως έλειπε η καλή του, τρέλλα και τρέλλα τον
+πήρε. Αχ, είταν αργά πια τότες, η αρβανιτιά το είχε τριγυρισμένο
+το σπήλιο και το μπομπάρδιζε. Κ' ένας μονάχος, που γλύτωσε από το
+μαρτύριο που ακολούθησε κατόπι και γύρισε στο ρημαγμένο το χωριό,
+την αντάμωσε κρυφά τη σκλαβωμένη τη Μαριγή και της τα είπε τα
+στερνά τα λόγια του Μανουσάκη. Τα συλλογιούνταν όλ', αυτά η
+δύστυχη, και σαν απόκαμναν τα γόνατά της από τη θλίψη και από την
+τρεμούλα της κούρασης και την έσπρωχνε Τούρκος πίσωθέ της με την
+κάννα του τουφεκιού, θόλων' ο νους της, πλημμύριζε η καρδιά της,
+και με χείλη στεγνά, με μάτια ορθάνοιχτα από την απελπισιά, σίμωνε
+τον Αρβανίτη τον αρχηγό, και με λόγια που πέτρες θα ράγιζαν τον
+παρακαλούσε τον άγριο να τη λυπηθή και να την αφήση να πάη ν'
+αποθάνη κοντά στον αγαπημένο της.
+
+Ξέσπαναν τότες στα γέλοια οι Τούρκοι, κι αντίλαλούσαν οι λόγγοι με
+τάσεμνα χωρατά τους.
+
+*
+
+Είτανε βράδυ βράδυ, ο ήλιος έγερνε κατά τα κορφοβούνια, κ' οι
+σκλαβωμένες οι Κρητικοπούλες κατέβαιναν αραδιαστές από το στερνό
+τους μονοπάτι αποσταμένες, πρησμένα τα πόδια τους, ξέπλεγα και
+σκόρπια τα μαύρα μαλλιά τους, που κάθε λίγο τα συμμαζεύανε με το
+μαγουλήκι μην τύχη και τις παρακοιτάζουν ξένοι, λησμονώντας πως
+μήτε η ομορφιά τους δεν είτανε πια δική τους. Βλέποντας αντίκρυ
+στη θάλασσα η Μαριγή, σφίχτηκε η ψυχή της, κόμπωσε ο λαιμός της,
+σα να της έλεγε η άπονη, η απέραντη η θάλασσα πως μια για πάντα θα
+τη χωρίση από τον τόπο της, από τα κόκκαλα των αγαπημένων της, απ'
+όλα όσα στον κόσμο λάτρεψε η καρδιά της.
+
+Σε κάθε αποσταμένο τους πάτημα βγαίνανε αναστεναγμοί κι
+αναρρουφήματα από τη μιαν άκρη της αράδας ως την άλλη, όταν τάγρια
+τα ξεφωνητά και τα γέλοια των Τούρκων τις αφίνανε νακουστούνε.
+
+Άλλη μισή ώρα, και περνούσαν από ταράπικο το στρατόπεδο.
+Κοντοστάθηκαν αμέσως κ' έκρυψαν τα πρόσωπά τους σα Χανούμισες, μην
+τύχη και τις καλοδή και πέση απάνω τους στρατιώτης. Φώναξε τότες ο
+Αρβανίτης να μη φοβούνται, έδωσαν οι Τούρκοι μερικές σκουντιές
+αποπίσω, και ξανάρχισαν το διάβα τους πλάγι του στρατοπέδου.
+
+Ο χαλασμός, καθώς είδαμε, τελειωμένος τώρα στην Κρήτη. Οι
+Σφακιανοί στα όρη κρυμμένοι, οι χώρες και τα χωριά καμένα, οι
+εκκλησιές γκρεμησμένες, άλλη δουλειά για ταγρίμια του ο Χουσεήνης
+δεν είχε· τους άφινε λοιπόν και ραχατεύανε ώσπου νάρθη η μαύρη η
+ώρα και του Μωριά. Κ' έτσι το βράδυ βράδυ της μέρας εκείνης, που
+δεν τους έκαιγε πια το λιοπύρι, που ο μπάτης ψιλοφυσούσε,
+μοιρασμένοι σε παρέες οι στρατιώτες γλεντίζανε μέσα στην απλάδα με
+φαγοπότια και με παιχνίδια.
+
+Σα λαγωνικά, που μυρίζοντας άξαφνα κυνήγι ζωντανεύει το μάτι τους
+και ξεχυμίζουν ανήσυχα και λαχανιασμένα από κάθε μεριά και πετούνε
+στον αέρα αλυχτήματα ανυπόμονα, έτσι χυμίζανε Τούρκοι κι Αράπηδες
+κατά τον δρόμο που περνούσαν οι παρθένες κ' οι νιόπαντρες του
+παθιασμένου νησιού. Με τη φοβέρα όμως ο αρχηγός ο Τουρκαρβανίτης
+τους παραμέριζε.
+
+Στην άκρη άκρη της πεδιάδας κατά τον γιαλό, κοντά στα καράβια, σε
+ξέχωρο μέσα χωράφι, μια από τις παρέες το γλέντιζε με τρόπο πιο
+ταιριαστό με το φυσικό της άγριας εκείνης φυλής. Κρητικόπουλο
+λεβέντικο κι αψηλόλιγνο, με τα χέρια δεμένα πιστάγκωνα και το
+σκοινί σε καρφί καλά κουμπωμένο, ακκουμπούσε στον τοίχο του
+χωραφιού ασκούφωτο, φορέματα ξεσκισμένα και χωματιασμένα, στήθια
+ξετραχηλισμένα, πόδια ξυπόλυτα. Δέκα ως δώδεκα στρατιώτες από τους
+πιο διψασμένους του Χουσεήνη, μερικά βήματα μακριά στεκάμενοι στην
+αράδα, παραβγαίνανε στον αγώνα, ποιος να πρωτομπήξη το γυμνό του
+μαχαίρι στα στήθια του νέου. Έβλεπες και στέκουνταν ολόρθα δυο
+μαχαίρια, ένα στον ώμο του παιδιού κ' ένα στο μερί, έτρεχε το
+αίμα, έννοιωθε δεν έννοιωθε το μισοζώντανο το παιδί από την
+αγωνία, από το τράντασμα πούφερνε στα σωθικά του κάθε μαχαίρι που
+ξεχυνότανε καταπάνω του, άλλο χάμου να πέφτη, άλλο στον τοίχο να
+χτυπάη, κι άλλο να καρφώνεται στο βασανισμένο κορμί του.
+
+Ο ήλιος βασίλευε με του μισαποθαμμένου του Ζανουλάκη τα μάτια την
+ώρα που διάβαινε του Τουρκαρβανίτη η συνοδιά να κατεβή στο λιμάνι.
+Ρίχνει ξάφνω η Μαριγή κρύφια ματιά κατά το χωράφι· δεύτερη ματιά
+δεν χρειάστηκε. Ξεπετιέται σέρνοντας φωνή σπαραχτικιά σα να την
+έσφαζαν την ίδια τα Τούρκικα τα μαχαίρια, πηδάει μες στο χωράφι,
+και πριχού να νοιώσουν οι Αράπηδες πούθε ξεφύτρωσε ταναπάντεχο
+εκείνο το φάντασμα, τον αγκάλιαζε η Μαριγή ξεφρενιασμένη και
+μοιρολογώντας τον αδερφό της, που τέσσερες μήνες τον είχε χαμένο,
+τον ξακουσμένο τον Ζανουλάκη, που κάθε μάχης του χρόνου εκείνου
+τον είχε τσουρουφλιασμένο η φωτιά.
+
+ — Αδερφάκι μου, Ζανουλάκη! Έπαρέ με μαζί σου να λείψη το κρίμα,
+έπαρέ με και φέρε με στον καλό μου!
+
+Δεν μπόρεσε άλλο να πη. Και λόγια να είχε δε θα πρόφταινε. Σαν
+καπλάνια χυθήκανε καταπάνω της οι αγριεμένοι οι στρατιώτες.
+Έφεγγαν τακόλαστα μάτια τους από χαρά σα διαβολική, μύρια
+ουρλιάσματα βγάζανε τα ορθάνοιχτα στόματά τους, ο βαρύς ο αχνός
+της αναπνοής τους έλεγες και την έπνιγε, όση ζωή της έμενε σε
+τέτοιο τρυφερό κορμί της κακόμοιρης.
+
+Γύρισε ο μισοζώντανος ο Ζανουλάκης, έρριξε θολή ματιά στο φριχτό
+το κακούργημα, και με βαρύ και κλαψάρικο γογγυτό αφίνει το στερνό
+του ανασασμό.
+
+Την ξύπνησε το γογγυτό εκείνο τη Μαριγή από σάστισμα κόλασης
+φοβερής. Λες κ' ίσια στη ψυχή της τον έστειλε τον ηρωισμό του ο
+αδερφός της μ' εκείνο το γογγυτό· λες και τ' Άγιο Πνέμα της
+κατέβηκε από τα ουράνια, και τη στεφάνωσε με την αθώρητη τη χάρη
+που γλυκαίνει του μαρτυρίου το θάνατο. Κι απάνω στο λογομαχητό του
+Τουρκαρβανίτη, που φώναζε πως για κοινούς Αράπηδες δεν την είχε
+τέτοια κοπέλλα, κι απάνω σε μαχαιριές και μαλλώματα αναμεταξύ
+τους, σέρνει μαχαίρι η Κρητικοπούλα από το κορμί του ξεψυχημένου
+της αδερφού και το χώνει στη μαύρη καρδιά της.
+
+Μετά λίγη ώρα η συνοδιά κατέβαινε στο λιμάνι, κ' οι Κρητικοπούλες
+που φορτωθήκανε στο τρικάταρτο το καράβι δεν ξανακούστηκαν πια με
+τα χαριτωμένα τους τα ονόματα.
+
+Ξεκινώντας την άλλη μέρα το πλοίο, κοίταζαν οι κοπέλλες το κορμί
+της αρχοντοπούλας απάνω στα κύματα δεμένο μαζί με τον αδερφό της
+το Ζανουλάκη. Τα κοίταζαν τα δυο τα κορμιά, και κάμνανε το σταυρό
+τους κρυφά από τους ναύτες — ίσως το στερνό στερνό χριστιανικό
+τους προσκύνημα.
+
+
+
+ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ
+ΚΑΙ ΤΗΣ
+Ξ Ε Ν I Τ Ε I Α Σ
+
+
+
+ΤΟΜΟΡΦΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+
+
+Τάκουγε ο μικρός ο Παυλής πως είχε ένα όμορφο χωριό ως μιάμιση ώρα
+από το δικό του πίσω από ταντικρυνό το βουνό, και το λόγιαζε με
+βαθιά λαχτάρα και με κάμποση στενοχώρια το βουνό εκείνο, που
+τούκρυβε το χωριό και δεν τον άφινε να δη από μακριά μήτε σπίτια
+μήτε παράθυρα ναντιφέγγουνε με το βασίλεμα του ήλιου, καθώς
+γυιάλιζαν άλλα χωριά σε όρη πιο μακρινώτερα. Και το είχε καημό στα
+δεκάξη του χρόνια που δεν τον αφίνανε να πεταχτή και να πάη να το
+σεριανίση ή μονάχος του ή και με σύντροφο, τώρα που είταν κι ο
+δρόμος αμαξωτός· παρά μόλις ύστερ' από μήνες και μήνες παρακάλια
+εστρεξαν οι γονιοί του να ξεκινήση με το νωνό του, που είχε φίλους
+εκεί και συχνοπήγαινε για να τους βλέπη.
+
+Μέτρο δεν είχε τότες η χαρά του Παυλή. Μήτε στον Άγιο Τάφο να
+πήγαινε. Κι άξιζε σταλήθεια να ονειρεύεται τόμορφο το χωριό,
+γιατί, άφησε που τα σπίτια του στέκουνταν το καθένα και στο
+περιβόλι του μέσα μέσα, άφησε που τρεχάμενα νερά το δρόσιζαν κι
+ακούραστα αηδόνια το γλέντιζαν, είταν κ' οι κάτοικοί του πιο
+ανοιχτόκαρδοι από τους χωριανούς του Παυλή, γεννημένους σε τόπο
+πιο γυμνό και πιο βουνήσιο, που λεμονιά κι α φύτρωνε, μήτε να
+φουντώση μήτε να λουλουδίση δε δύνουνταν.
+
+Ξεκίνησε Παυλής και νωνός από το σπίτι πρωί πρωί, πρι να πλακώση
+το κάμα. Περπατάμενοι κ' οι δυο τους. Ένα ζεμπίλι σε ραβδί
+περασμένο, μια ο ένας στον ώμο του μια ο άλλος, και πηγαίνανε.
+
+Στο μισό το δρόμο, κατά την Αγία Λεμονή, ρημοκλήσι ανάμεσα στα δυο
+τα βουνά (είτανε δυο τα βουνά, και όχι ένα καθώς φαίνουνταν από
+μακριά) μέσα στις λυγαριές, τις ασπαρτιές και τα μύρα, άνοιξαν το
+ζεμπίλι και τσίμπησαν κάτι δίπλα σε κρύα βρυσούλα.
+
+Δεν μπορούσε ως τότε ο Παυλής να καλοκαθίση και πολλήν ώρα· κάθε
+λίγο και κοίταζε κατά τόμορφο το χωριό, ρωτώντας το νωνό του
+πόσους γύρους ακόμα κάμνει ο δρόμος κι από που θα πρωτοφανούνε τα
+σπίτια.
+
+ — Άλλη μισή ώρα και θα προβάλη το χωριό σαν κοπέλλα μπροστά μας.
+
+Ο δρόμος τώρα κι ομπρός άλλαζε κάθε τόσο. Μια λιόδεντρα, μια
+χωράφια, κι άξαφνα μήτε λιόδεντρα μήτε χωράφια, παρά θεόρατοι
+λαξεμένοι βράχοι από την κάθε πλευρά. Και καθώς διαβαίνανε, μήτε
+πενήντα βήματα μπροστά τους δε βλέπανε με το να γύριζε ο δρόμος
+πότε δεξά πότε ζερβά στα βουνήσια εκείνα τα μέρη.
+
+ — Άλλη μια θα γυρίσουμε και θα φανή το χωριό, λέει ο νωνός του
+Παυλή.
+
+Βγήκανε δεν βγήκανε από το λαξευτό το δρόμο, και ξεφυτρώνει
+μπροστά τους πεντάμορφη θέα. Κάμπος βαθύς και δεντροσκέπαστος,
+βουνά παρακείθε αραδιασμένα σαν κύματα γιγαντένια, από τα δεξά
+γάλα η θάλασσα με δυο ρημονήσια παράπλευρα στη στεριά, δίπλα
+στακρογιάλι τόμορφο το χωριό, που φέγγανε τα σπίτια του σα
+γλάστρες με τα λουλούδια, και τέλος καταμεσίς στα σπίτια εκείνα —
+παράξενο θάμα! — βράχος που στεκότανε σαν κολοσσός δίχως ταίρι,
+ουρανόγγιχτος κολοσσός, μήτε τέχνη μήτε συμμετρία, κι ως τόσο
+μεγαλείο που σέκαμνε καί τονε σεβούσουνα. Κι απάνω απάνω στου
+Κολοσσού την κορφή μεγάλη κατάλευκη Εκκλησιά, κι απάνω στην
+Εκκλησιά το Καμπαναριό, κάτασπρο κι αυτό, λαφρόστεκο και
+χαριτωμένο.
+
+Τάκουσε αυτά πολλές φορές ο Παυλής και τα πρόσμενε· μα τόση δα
+πάλι ομορφιά δεν την έλπιζε. Ο καταμεσινός μάλιστα ο βράχος, ο
+μονόπετρος εκείνος ο δράκος, που μέσα στην αντηλιά φαινότανε σα
+σύννεφο, σαν καπνός, με την εκκλησιά σαν κορώνα στημένη στην
+περήφανή του κορφή, τέτοιο πράμα δεν το χώρειε η φαντασία του.
+
+Στάθηκε ο Παυλής και τήραγε την τόση τη χάρη, τήραγε το χωριό, τον
+κάμπο, το πέλαγο, και τα δυο τα ρημοννήσια, τις βαρκούλες και τα
+περάματα στα βάθια του κόρφου, και του φάνηκαν όλα σαν κόσμος
+καινούργιος, και το καίγουνταν που δεν ήρθε προτήτερα να τον
+ανακαλύψη αυτόν τον καινούργιο τον κόσμο, και το παραξενεύουνταν,
+πώς γίνεται να πηγαινοέρχουνται τόσοι και τόσοι από τόμορφο το
+χωριό, και να μην έρθη κανένας τρελλαμένος από τα μάγια του και με
+το ζόρι να τους πάρη και να τους δείξη τόμορφο το χωριό!
+
+Ροβόλησαν τον κατήφορο βιαστικά βιαστικά, και χωρίς να το
+νοιώσουνε βρεθήκανε ολόμπροστα στο χωριό. Τα παρατηρούσε όλα ο
+Παυλής μ' αχόρταγη δίψα. Έβλεπε τα καταπράσινα περιβόλια, τις
+πορτοκαλιές, τα νόστιμα τα σπιτάκια, τα χωριατόπουλα που
+παραιτούσανε τα παιχνίδια τους και στεκόντανε να σεριανίσουν τους
+ξένους, τις χωριατοπούλες που κρυφόσκυβαν από τα παράθυρα να τους
+καλοκοιτάξουνε· διάβηκε τέλος και πλάγι του βράχου, και το
+καλοξέτασε το πέτρινο το θεριό, ταμέτρητα τα λιθάρια που
+κρεμιούνταν από τις ράχες του, άλλα σα χτισμένα απ' ανθρώπινο
+χέρι, άλλα σα να τάβαλε ξεπίτηδες ο Θεός για να φοβερίζη τους
+αμαρτωλούς αποκάτω· είδε και τη λιθόχτιστη τη σκάλα με τα
+σιδερένια τα κάγκελα που ανέβαιναν οι Χριστιανοί στους Σπερνούς
+και στις Λειτουργιές — τα καμάρωσε όλα από κοντά και τα θάμασε,
+και θανέβαινε δίχως άλλο να προσκυνήση κι αυτός, μόνο που ο ήλιος
+τους παράδερνε τώρα κ' είταν κ' οι δυο τους αποσταμένοι. Τραβήξανε
+λοιπόν κατά το φόρο, και κει πέρα σε φιλικό μαγαζί καθίσανε να
+ξεκουραστούν και να δροσιστούνε με το κρυόνερο πούτρεχε στη μέση
+του φόρου, πρι να ξεκινήσουν κατά το σπίτι του αρχόντου του
+Μαυρουδή που τους είχε προσκαλεσμένους.
+
+Σαν αποξεκουράστηκαν και δηγήθηκε στους χωριανούς ο νωνός τα νέα
+που διάβασε στην _Αμάθεια_ (έτσι την έλεγε την «Αμάλθεια»),
+σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά του κυρ Μαυρουδή.
+
+Είταν το σπίτι αυτό από την άλλη την άκρη σε ξέχωρο μέρος, με
+πατώματα όχι πιώτερα από δυο, μα αερικό, ολόδροσο, αυλή
+μαρμαρόστρωτη μέσα, παράθυρα και θύρες ορθάνοιχτες από κάθε μεριά,
+που οπόθε κι αν κοίταζες έβλεπες το λαχταριστό περιβόλι.
+
+Κατάμπροστα στη μεγάλη τη θύρα κάτω από πηχτόφυλες κληματαριές
+αντίκρυ στις πιο φουντωμένες πορτοκαλιές, με το σεντριβάνι στη
+μέση που μέρα νύχτα ξετίναζε ταργυρά του νερά, εκεί κάθουνταν ο
+κυρ Μαυρουδής, και με το κομπολόγι στο χέρι έδινε προσταγές του
+Περιβολάρη. Εκεί τον ανταμώσανε, Παυλής και νωνός. Προσηκώθηκε ο
+άρχοντας, τους καλωσόρισε, και τους κάθισε πλάγι του.
+
+Ως πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος ο κυρ Μαυρουδής. Ανοιχτόκαρδος,
+πρόσχαρος. Τίποτις δεν τονε χολόσκανε, όλα στο χωρατό συνήθιζε και
+τα γύριζε. Αγκαλά και τι έννοιες τις είχε! Άλλο τίποτις
+αμπελοχώραφα και περιβόλια στον κάμπο, όμορφο σπίτι, ένα κοριτσάκι
+ακόμα πιο όμορφο ό,τι πατούσε τα δεκατρία, και τη γυναίκα του. Τι
+γυναίκα του θα πήτε σα δύστροπη· μα το κορίτσι είχε πάρει από τον
+πατέρα κι όχι από τη μάννα. Όλη του λοιπόν η αγάπη στη Σμαράγδα
+του καταστάλαξε. Όσο για τη μάννα της την Αμερισούδα, για λόγου
+της άλλο δεν είχε παρά μαριόλικο χαμογέλοιο κάθε φορά που
+αρχινούσε λογομαχητά, πότε με παρακόρες, πότε με γειτόνισσες, και
+κάποτες και με τη μικρή. Με τον ίδιο τον γέρο πολλά λόγια δεν είχε
+η αρχόντισσα. Το χαμογέλοιο του εκείνο τηνε σκότωνε.
+
+Σαν καθίσανε στο πεζούλι και τα λέγανε, βγήκε κ' η Μαυρουδού με
+την κόρη της και καλωσόρισαν τους μουσαφιρέους. Έγειναν
+τανερωτήματα, είπε ο Παυλής τα μηνύματα της μετέρας του, πήρε κι ο
+γέρος την κόρη στα γόνατά του, ρωτώντες την αν το γνώριζε τόμορφο
+εκείνο ταγόρι. Αυτού απάνω στραβομουριάζει η Μαυρουδού και
+τραβιέται μέσα, τάχα να φέρη το δίσκο. Ήρθε ως τόσο και ο δίσκος
+με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. Κατόπι άνοιξαν
+απέραντες ομιλίες οι γέροι για τα δημοτικά τους, φόρους, κρίσες,
+διαθήκες, τόνα, τάλλο, και σ' αυτό το μεταξύ ξαναμπήκε η γριά να
+δώση χέρι στις παρακόρες, να γίνη της ανθρωπιάς το φαεί. Μείναντας
+έτσι μονάχος ο Παυλής άρχισε να κόβη γύρους στο περιβόλι.
+Βλέποντάς τον η μικρή αναπηδάει κι αυτή και τρέχει σιμά του. Κι
+αφορμή από τα χρυσοκόκκινα τα ψάρια που κολυμπούσανε στου
+σαντριβανιού την ολοστρόγγυλη γούρνα, άρχισαν κι αυτοί τα λόγια,
+πρώτα λίγα λίγα και κοντουλά, κατόπι σαν πιώτερα, ώσπου ξεθάρρεψαν
+και γελούσαν κιόλας απάνω στην ομιλία.
+
+Τους κοίταζε ο κυρ Μαυρουδής από την πεζούλα κ' έλεγε του νωνού.
+
+ — Να ζευγάρι για προξενειά! Ένα λόγο από τη μάννα του, και με
+πιάνεις.
+
+ — Μα δε βλέπεις, κυρ Μαυρουδή, τι μωρό που είνε ακόμ' αυτός;
+
+Κ' είτανε σταλήθεια μωρό ακόμα ο Παυλής, κι ας είτανε και δεκάξη.
+
+Η μικρή σβέλτα, γελαστή, και μισωριμασμένη σαν την αγορίδα ό,τι
+φουσκώνει, του λαλούσε και του γλυκογελούσε με μάτια όσο μαύρα,
+τόσο και λαμπερά. Ο ξανθουλός όμως, ο ντροπαλός ο Παυλής, την
+κοίταζε σα να είταν αυτός κορίτσι, κι άμα της ξανοίγουνταν
+κρυφόβλεπε και τους γέρους, μην τύχη και δεν τόκριναν εύλογο να
+παρακουβεντιάζη με τη μικρή.
+
+Από λόγο σε λόγο, από δέντρο σε δέντρο, βρέθηκαν ακόμα παραόξω,
+κρύφτηκαν από τους γέρους, κι άλλο πια δεν έβλεπαν του σπιτιού
+παρά ταπάνω τα παράθυρα. Κυνηγούσανε πεταλούδες, παραμόνευαν
+πουλιά, γυρεύανε να ξετρυπώσουν τον τζίτζικα που τους ξεκούφαινε
+από παράμερη συκαμινιά, κι απάνω σ' αυτή τη λαχτάρα τους ήρθε να
+σκαλώσουν το δέντρο και να δούνε τον τζίτζικα. Ταντροκόριτσο η
+Σμαράγδα άρχισε αυτή πρώτη. Ό,τι έκαμνε όμως να σκαρφαλώση, πετάει
+η μάννα της από το παράθυρο μια φωνή.
+
+ — Νάρθης μέσα και σε θέλω, Σμαράγδα!
+
+Πηδάει κάτω η Σμαράγδα, σιάζει τα μαλλιά της, και δρόμο.
+
+Μείναντας μονάχος του ο Παυλής και στενοχωρημένος που έγινε αφορμή
+να τη μαλλώσουνε τη μικρή, τι να κάμη, τραβάει προς τους γέρους.
+Οι γέροι όμως ακόμα τα δικά τους. Σα να μην έννοιωσαν αυτοί
+τίποτις. Ξαναρχίζει λοιπόν τις βόλτες, παίρνει γύρο το σπίτι να δη
+και το πίσω το περιβόλι. Στάθηκε κει και τήραγε τον απέραντο κάμπο
+και τατέλειωτα τα βουνά. Και καθώς τα κοίταζε σαν ονειριασμένος,
+ακούγει αποπάνω κλάματα και φωνές. Μισοπνιγμένες φωνές,
+μισοπνιγμένα κλάματα· κάθε τόσο και θυμωμένο ξεφωνητό γυναικήσιο,
+που ανεβοκατέβαινε μαζί με τις χτυπησιές· μαζί με το ξεφωνητό
+ανεβοκατέβαινε και το κλάμα.
+
+Είταν η μάννα, και την έδερνε τη Σμαράγδα που ξεθαρρεύτηκε τόσο.
+
+Ταράχτηκε ο μικρός, δε βαστούσε να τακούγη το σπαραχτικό αυτό
+φωνοκόπι. Του τάσκιζε τα συκώτια του. Αποτραβιέται σε κάτι μυρτιές
+μέσα μονάχος, αθώρητος. Με κεφάλι σκυμμένο στέκουνταν εκεί και
+τόκλαιγε το κορίτσι που βασανίζουνταν εξ αιτίας του. Έμεινε εκεί
+κάμποσο. Κι όσο το συλλογιούνταν πως παιδεύτηκε η Σμαράγδα με το
+να γύρεψε να του δείξη φιλία, άλλο τόσο την πονούσε, άλλο τόσο την
+_αγαπούσε_ τη δόλια τη μικρούλα.
+
+Σαν πέρασαν τα κλάματα κ' οι ραβδιές, άλλο πια δεν άκουγε ο Παυλής
+παρά τα γέρικα τα μουρμουρητά από μπρος, πουλιά και τζιτζίκους στα
+δέντρα, πετεινούς κι ορνίθια στη γειτονιά, και τα περονομάχαιρα
+που χτυπούσανε στρώνοντας το τραπέζι στη μεγάλη την κάμαρα.
+
+Φωνάζει άξαφνα ο νωνός του, που γυρίζει μέσα στον ήλιο. Σφουγγίζει
+τα μάτια του ο Παυλής, και ξεκινώντας ρίχτει ματιά κατά ταπάνω
+προς την πισινή τη μεριά του σπιτιού. Και τι να δη; Τη Σμαράγδα
+κλαμένη, ταπεινωμένη, απελπισμένη! Τραβιέται το κορίτσι αμέσως να
+μη φανή. Εκείνος ως τόσο το είδε, το πόνεσε, και ζωγραφιούνταν ο
+πόνος του στην όψη του όλη. Την αγαπούσε πια ο Παυλής τη Σμαράγδα.
+
+Έρχεται μεσημέρι, καθίζουνε στο φαεί. Τραπέζι μουσαφίρικο. Έβγαλε
+ο κυρ Μαυρουδής το πιο παλιό του κρασί, παράθεκε η κερά Μαυρουδού
+τα πιο ορεχτικά φαγητά της. Η μικρή στο πλάγι της μάννας της, ο
+Παυλής κι ο νωνός αντικρύ. Της Σμαράγδως τα δάκρια στεγνωμένα πια
+τώρα. Αγκαλά συμμαζεμένη πάντα με της μάννας της την όψη τη
+σοβαρή. Δεν πολυβάσταξε ως τόσο ο συμμαζεμός αυτός της μικρής·
+ήξερε να την ξαναφέρνη στα νερά του ο γέρος, κ' οι νοστιμιές του
+έπερναν κ' έδιναν πάλι.
+
+ — Έλα τώρα να μας πιής κ' ένα κρασί στην υγειά του Παυλή, της
+κάνει δίνοντάς της ποτήρι.
+
+Το παίρνει η μικρή το ποτήρι, κι ό,τι έκαμε νανοίξη το στόμα της
+αλλαξοθωρίζει. Κάτω το ποτήρι κι αναβλέπει τη μάννα. Σύννεφο η
+μάννα κι αστροπελέκι. Της είχε κρυφοπατήσει το πόδι της κόρης της
+μην τύχη και ξεστομίση τίποτις άπρεπο, κ' έτσι την τρόμαξε τη
+μικρή.
+
+Ο νωνός αντίκρυ, που την ήξερε τη νοικοκερά, άνοιξε αμέσως
+κουβέντα με τον Παυλή για το βράχο, ως πόσα σκαλοπάτια μαθές νάχη.
+Πού να τα ξεκολλήση όμως τώρα τα μάτια του από τη Σμαράγδα ο
+σαστισμένος ο Παυλής! Ταπομάντεψε το τι έτρεξε, και ντρέπουνταν
+αυτός για την κόρη. Δεν τάχασε όμως κι ολότελα, παρά παίρνει
+ποτήρι και λέει να πιούνε πρώτα στην υγειά της Σμαράγδας! Δος του
+τότες κάχλανα ο κυρ Μαυρουδής! Με πρόσωπο ολόπυρο από τα γκαρδιακά
+του τα γέλοια αρπάζει ποτήρι ο γέρος, και φωνάζει πως άμποτες νά
+τονε δη τον Παυλή και γαμπρό της Σμαράγδας του!
+
+Μύριες θωριές η Αμερισούδα! Όσο συνηθισμένα και να τα είχε τα
+γέλοια του γέρου, τώρα πια της μπαίνανε στα στήθια σαν αλύπητες
+μαχαιριές. Αυτή μαθές να γυρεύη να κυβερνήση την κόρη της, κι ο
+πατέρας της να την αρρεβωνιάζη κιόλας έτσι μωρό παιδί μ' άλλο μωρό
+παιδί στο τραπέζι απάνω, αυτό να το καταπιή δεν δενήθηκε. Το
+φυσούσ' αυτό και δεν κρύωνε. Άλλαζε κι όλο άλλαζε χρώματα.
+Κόλλησαν τα χείλη της, κι ανοιγόκλειαν τα ρουθούνια της. Της
+κατεβαίνει άξαφνα σα ζαλάδα. Ακκουμπάει κατά τα πίσω με χέρια
+σφιγμένα, πείσμα γεμάτα. Θολώνουν τα μάτια της, κομπώνει ο λαιμός
+της, κι απομένει ασάλευτη.
+
+Την κοίταξαν όλοι τρομαγμένοι.
+
+ — Λιγοθυμιά είνε, κάνει ο κυρ Μαυρουδής, τίποτις δεν έχει. Συχνά
+το παθαίνει αυτό. Και παίρνει νερό και της χύνει μια ποτηριά.
+
+Μικρό ξετίναμα και τίποτις άλλο. Έμειναν τα μάτια στηλωμένα,
+θαμπά.
+
+Σηκώθησαν όλοι, έτρεξε ο νωνός στου γιατρού, ήρθε ο γιατρός, την
+είπε συγκοπή της καρδιάς. Οι γειτόνισσες την είπανε _χολόσκαση_.
+
+Την έκλαψε ο χρυσός ο Μαυρουδής κάμποσο τη γυναίκα του. Την έκλαψε
+κ' η Σμαράγδα. Έμεινε ο Παυλής να τους κάμη συντροφιά τη νύχτα
+εκείνη, γύρισε ο νωνός να πη τα μαντάτα της μάννας, και να μην τον
+προσμένη.
+
+*
+
+Την ανέβαινε ταποταχύ ο Παυλής την Εκκλησιά του όμορφου του χωριού
+μαζί με τη θλιβερή τη συνοδιά που ακλουθούσε το λείψανο. Πού να το
+φανταστή τέτοιο πάθημα σαν ξεκινούσε κατά τόμορφο το χωριό!
+Στάθηκε σε μιαν άκρη εκεί απάνω στο Νάρθηκα του Ναού, και τηρώντας
+γύρο την πεντάμορφη θέα, σαν όνειρο ακόμα το θάρρευε. Όνειρο,
+γιατί πονούσε η καρδιά του, αντίς να χαίρεται. Πονούσε για τόσα
+και τόσα, και το χερότερο, που α δεν ερχότανε στο χωριό, δε
+θάσκαγε η χολή της αρχόντισσας. Συλλογίστηκε ύστερα ταρφανό το
+κορίτσι και τον έπιασε θλίψη βαρειά και μεγάλη. Έτσι του ερχόντανε
+να γκρεμηστή από τα σιδερένια τα κάγκελα.
+
+Ζυγώνει ο γέρος ο Μαυρουδής και τον παίρνει από το χέρι.
+
+ — Να πάρης τώρα την μικρή μαζί σου και να πάτε σπίτι εσείς, του
+λέει. Εμείς οι μεγάλοι θα πάμε στο Κοιμητήριο.
+
+Πήρε ο Παυλής τη Σμαράγδα και κατέβηκαν. Πήγανε σπίτι, καθίσανε
+στο πεζούλι, και πρόσμεναν το χαροκαμένο το γέρο. Έκλαιγε η μικρή,
+και την παρηγορούσε ο Παυλής. Σε λίγο σηκώθηκαν, τράβηξαν κατά το
+συντριβάνι, τις πορτοκαλλιές — ως και στις συκαμινιές πήγαν. Παν
+τα δάκρια αμέσως. Ουρανός Απριλιάτικος. Έτρεχαν από δω κι από κει.
+Ως και τον τζίτζικα ζητήσανε να τον πιάσουνε πάλι! Και σαν ήρθε ο
+γέρος, τη βρήκε τη μικρή του στη συκαμινιά μισοσκαλωμένη.
+
+Στάθηκε από μακριά και την κοίταζε την κόρη του με συλλογισμένο
+χαμόγελο.
+
+ — Αυτή θα τονε γιατρέψη τον πόνο μου, είπε μονάχος του, και κείνο
+ταγόρι θα γείνη ο νοικοκύρης μας.
+
+*
+
+Περάσανε χρόνια, ως εφτά ή οχτώ. Ο Παυλής είχε μισέψει στη
+ξενιτειά, μα είταν από πρόπερσυ μεταγυρισμένος.
+
+Στο πεζούλι απάνω του Μαυρουδή κάθουνταν η τρυφερόκαρδη η Σμαράγδα
+και βύζαινε το πρωτογέννητό της. Ο γέρος ο Μαυρουδής κλάδευε τις
+πορτοκαλιές, και πότε πότε συντύχαινε και της κόρης του. Αμέ ο
+Παυλής, της Σμαράγδας ο άντρας; Έλειπε αυτός στο δικό του το
+χωριό, που πήγε να φέρη τη γριά του να ξανακαμαρώση το χαδεμένο
+ταγγόνι της.
+
+
+
+ΧΑΡΑ ΑΝΙΚΗΤΗ
+
+
+
+ΤΟ είχε στο αίμα του ο Γέρο Τραντάφυλλος να μη δαμάζεται από
+πίκρες. Η λαχτάρα, η ελπίδα, κ' η δύναμη της χαράς
+γλυκοσπαρταρούσανε μέσα του πάντα. Τον έβλεπες κ' έλεγες· να
+άνθρωπος που του αξίζει να ζη. Όχι γέλοιο, όχι χαμόγελο, μικρό
+τρεμούλιασμα μονάχα στα χείλη του έσωνε να σε καταπείση πως είταν
+η ψυχή του περιβόλι από την Πρόνοια ωρισμένο να θρέφη της χαράς τα
+λουλούδια.
+
+Κι ως τόσο, καθώς όλα του κόσμου αλλοιώτικα, έτσι κ' η τύχη του
+χρυσόκαρδου εκείνου ανθρώπου. Μια σειρά φουρτούνες και συφορές η
+ζωή του. Ξενιτεύτηκε κι αυτός νιος καθώς οι πιώτεροι του φτωχικού
+του νησιού. Σ' ένα ξερονήσι ποιος να πρωτοζήση! Έκαμνε κάθε αγόρι
+της προκοπής το σταυρό του και τράβαγε κατά την «Ανατολή».
+Καλλιφορνία είταν τότες η Ανατολή.
+
+Πέρασε εκεί κακορρίζικα χρόνια· κακορρίζικα, με το να πλάκωσαν
+άξαφνα δύστροποι χρόνοι. Και σα να μην έσωναν οι κακές οι σοδιές,
+βρέθηκε να είνε τότες κ' οι «Ζεϊμπέκοι» στη δόξα τους, και να
+πάρουν απάνω τους δεν μπορούσαν οι ξενιτεμένοι οι νησιώτες. Ο
+δικός μας ως τόσο, ταυτί του δεν ίδρωνε. Όχι πως δεν τον έμελε·
+άλλο δεν ονειρεύουνταν παρά να γυρίση κι αυτός με σαβούρα· μα οι
+αναποδιές εκείνες που άλλοι τις έπαιρναν κατάκαρδα, και μόνο που
+χεροτέρευαν την κακοτυχιά τους, ο Τραντάφυλλος τις είχε
+παιδιακήσια φυσήματα σε μεγάλη γαλήνη.
+
+Σαν καλός έμπορος, τη ζωή του την περνούσε ανάμεσα σε σακκούλια
+ρίζι και βαρέλια τριμμένη ζάχαρη. Κι αν καλοκάθιζε κάποτες, είτανε
+για να γράψη στους δικούς του. Στην κάμαρά του απάνω από το μαγαζί
+ποτές δεν ανέβαινε, παρά για να κοιμηθή.
+
+Αυτή είταν η ζωή του χρόνια πολλά. Ζωή που μπορούσε την ψυχή του
+ανθρώπου να την καταντήση λυχνάρι μισόσβεστο, άγραφη πλάκα να τον
+κάμη το νου, θρύμματα την καρδιά, καράβι καθισμένο τον άνθρωπο. Ο
+Τραντάφυλλος όμως όχι· αυτός έλπιζε πάντα πως θά τονε χαρή τον
+κόσμο, κ' ελπίζοντας τη χαίρουνταν τη ζωή του.
+
+Βαριά, σκοτεινά, κι ατέλειωτα τα χρόνια εκείνα, κι ως τόσο
+περνούσαν. Και μην έχοντας η καρδιά του μήτε της αγάπης τα γλέντια
+μήτε της συντροφιάς τα καλά σε κείνο το Τουρκοχώρι,
+κρυφοσπαρταρούσε κατάβαθα για τις χαρές που θαρθούνε μια μέρα, κ'
+έτσι περνούσε ο καιρός.
+
+Με φοβερές δυσκολίες, μ' αδήγητους κόπους, και μ' οικονομία
+νησιώτικη, μάζεψε μερικά χρήματα, που τα λογάριαζε αρκετά για να
+γυρίση, όχι δα και για πάντα, μα να παντρευτή, ναφίνη κατόπι το
+σπιτικό του, να μισεύη πάλι στην καρδιά εκείνη της Τουρκιάς, και
+να δουλεύη με την παρηγοριά πως κάθε Λαμπρή θα ξανάρχεται
+σταγαπημένο του σπιτικό. Αυτός είταν ο σκοπός, η έννοια του, η
+χαρά του.
+
+Να μην το θαρρέψουμε όμως πως είταν και λαφροπέταχτο πουλί της
+χαράς ο Τραντάφυλλος. Είχε την καρδιά του βαθιά, πολύ βαθιά
+ριζωμένη. Η φαντασία του δεν είτανε σύννεφο· ή κι αν είτανε, το
+χρύσωνε πάντα της χαράς ο ήλιος, ο ήλιος που θέρμαινε τον ακέριο
+του νου. Ανόητα κι ακατόρθωτα πράματα δεν ονειρεύουνταν ο
+Τραντάφυλλος. Ονειρεύουνταν πράμα φυσικό, καθημερινό, απλό,
+εύκολο, απαραίτητο πράμα. Κι ονειρεύοντάς το τανιστορούσε μ' όλες
+του τις ομορφιές, ομορφιές που τόσο τις λάτρευε, που να βασταχτή
+δεν μπορούσε, παρά ξεχείλιζε η καρδιά του με την ανιστόρηση
+μονάχη, άστραφτε η όψη του, το τραγούδι του καταντούσε κελάδημα,
+και γλέντι το γέλοιο του.
+
+Είταν όμως η κατάστασή του μπλεγμένη, κ' έπρεπε να γυρίση τα χωριά
+να μαζέψη τουλάχιστο μέρος πρι να ξεκινήση. Από χωριό σε χωριό, το
+κατάφερε να ξαναγυρίση στα λημέρια του με κάμποσες χιλιάδες. Ως
+δυο ώρες όμως δρόμο από το Τουρκοχώρι του, καθώς κατέβαινε λόγγο
+βαθύ, απλώνει τη χέρα του ένας «Ζεϊμπέκης» κι αρπάζει το καπίστρι
+του αλόγου· του αντικρύζει πιστόλι άλλος, ψάχνει τα δισσάκκια του
+τρίτος, και σε λίγη ώρα μένει ο Τραντάφυλλος με τάλογο μονάχο και
+με το ρολόι του, που του τάφηκαν επειδής ένας τους έτυχε να τον
+καλογνωρίζη.
+
+Ήρθε ο δύστυχος στο μαγαζί του συλλογισμένος και πικραμμένος,
+απελπισμένος όμως όχι. — Αι, άλλα πέντε χρόνια δουλειά, είπε, και
+γίνεται. Κι άρχισε πάλι να δουλεύη και να ελπίζη.
+
+Πέρασαν τα πέντε τα χρόνια, γύρισε στην πατρίδα, παντρεύτηκε,
+μεταγύρισε στην Ανατολή, πάλε ξαναήρθε στον τόπο του, όλα σ' ένα
+χρόνο μέσα, κ' η αλήθεια είνε πως είδε Θεού πρόσωπο τους δώδεκα
+αυτούς μήνες, την απογεύτηκε την αληθινή την καλοτυχιά. Γραφτό του
+είταν όμως να μην πολυχρονίση μήτ' αυτό το μεγάλο το καλό. Απάνω
+στο δεύτερο χρόνο της παντρειάς του, εκεί που δούλευε στην
+Ανατολή, έρχουνται τα μαύρα τα μαντάτα πως την κόρη που του
+γεννήθηκε την πλέρωσε με το ταίρι του.
+
+Σα χήρεψε, πήρε τη μικρή η αδερφή του και την ανάθρεφε. Μεγάλη
+παρηγοριά το κορίτσι, μα η πίκρα πάντα πίκρα, που παντρειά δε
+χάρηκε και φαμηλικές χαρές δεν απόλαψε· και που αντίς το σπιτικό
+του νανοίγη κάθε Λαμπρή και να τον αποδέχεται, έμενε νοικιασμένο
+σε ξένους, και τη μικρή του, που για χάρη της ξενιτεύουνταν τώρα,
+την έβρισκε κάθε τόσο και την αγκάλιαζε στης αδερφής του το σπίτι·
+καλής αδερφής, μα παντρεμένης κι αυτής, με ξέχωρη φαμελιά, ξέχωρα
+συμφέροντα, ξέχωρες ελπίδες.
+
+Δεν έσωνε ως τόσο μήτ' αυτή η αναποδιά να το σβύση το φως της
+χαροκαμένης ψυχής του, κ' η χαρά του, ισκιωμένη θα πήτε από βαθιά
+συλλογή, φεγγοβολούσε πάντα στο ήμερο πρόσωπό του και το χαρίτωνε
+με το συνηθισμένο του το χαμόγελο· και δεν είταν και μικρό πράμα
+να δουλεύη τώρα για το καλό της μικρής.
+
+Α δεν είταν αληθινή η ιστορία αυτή, σα βαρετές θάπεφταν οι
+απανωτές οι συφορές του ήρωά μας από τη μια, κι από την άλλη
+ταδάμαστο θάρρος του κ' η αστείρευτη του ελπίδα. Μα όσο κι αν είνε
+αληθινά του Τραντάφυλλου τα παθήματα, ας το πούμε μια και καλή πως
+το κορίτσι εκείνο, που σαν εικόνα της μάννας του ζωντανή
+γλυκόφεγγε στα μάτια του αγαθού εκείνου μαρτύρου, πήγε κι αυτή
+στην πρώτη της γέννα σαν παντρεύτηκε· και για να ξαναπαρασταθή
+στην εντέλεια το δράμα της μάννας, του αφήκε κ' η κόρη ένα
+αγγονάκι του γέρου, μια μικρούλα δοσμένη σε ξένα χέρια κι αυτή, κι
+αυτή με ξενιτεμένες ευκές και με συγγενικά φιλιά αναθρεμμένη·
+γιατί αν και είχε πια ο γέρος ανάγκη, του κατάντησε δεύτερο φυσικό
+να ξενιτεύεται, ώσπου ωρίμασε στα γερά και μήτε να ταξιδεύη πια
+δεν μπορούσε, παρά καταστάλαξε στο νησί, ξανάνοιξε το σπίτι του
+ύστερ' από τόσα και τόσα χρόνια κ' έβαλε μέσα την εγγονή του,
+κοπέλλα τώρα κι αυτή ώριμη για τις χαρές της ζωής.
+
+Είταν Αύγουστος μήνας, και μέσα σταρχοντικό του απάνω σε μαλακό
+καναπέ κοίτουνταν κατάχλωμος και ζαρωματιασμένος ο γέρος. Τα χέρια
+του σαλεύανε δε σαλεύανε, κι ως τόσο τα δάκτυλά του, που χρόνια
+τώρα η θέλησή του να τα πη δεν μπορούσε δικά της, τρέμανε σα
+μισόξερα φύλλα έτοιμα να πέσουνε στη μάννα τη γης. Μα μήτε τα
+χείλη του δεν είχαν πια τώρα συμμαζεμό, κι άλλο δεν ιστορούσε η
+όψη του παρά τους πόνους και τάλλα τα σημάδια του αλύπητου χρόνου.
+Και τους πόνους του όμως και τάχαρα τα σημάδια τω γερατειών τα
+είχε καταπονεμένα η ελπίδα κ' η χαρά που πάλι μπρος του,
+γλυκόφεγγε κ' ίσως μάλιστα και τα χείλη που παρατρεμούλιαζαν είταν
+από την πολλή τη χαρά. Εύλογη χαρά εκείνη την Κυριακή πρωί, γιατί
+όσο και να βαράκουγαν τώρα ταυτιά του, τις ξεχώριζε τις λυγερές
+δοξαριές που μηνούσαν το γύρισμα της νύφης από την εκκλησιά.
+
+Είταν ο γέρος συγκινημένος πολύ. Να πάη στη στεφάνωση της εγγονής
+του στάθηκε αδύνατο· την έβλεπε όμως τη χαρά ομπροστά του πάλι
+σπαρταριστή, τότες που μεταγύριζε η καταστόλιστη νύφη με τον καλό
+της, με τα κορίτσια που τη συνοδεύανε, με το συγγενολόγι που
+ακλουθούσε. Λόγιαζε ο δύστυχος κι από την άλλη το Χάρο κι ολοένα
+ζύγωνε, ολοένα μαύριζε δίπλα του. Είταν η στερνή του χαρά. Στο
+στεφάνωμα να παρασταθή δεν το κατάφερε· ας μαζέψη λοιπόν όσα κάτια
+του μνήσκανε κι ας σηκωθή ναλλάξη τα στεφάνια κι ο ίδιος.
+Μουρμούριζε την αποθυμιά του. Τη σεβάστηκαν την αποθυμιά ξανάθεσαν
+τα στεφάνια στο γαμπρό και στη νύφη, τονε σήκωσαν το γέρο στα
+πόδια του. Έκαμε δύναμη κι άπλωσε τα κοκκαλιασμένα του χέρια ο
+γέρος. Τάλλαξε τα στεφάνια. Δάκρυζε ο κόσμος τριγύρω. Στάθηκε ο
+γέρος μια στιγμή ολόρθος, πάντα τρεμουλιαστός και χλωμός, μα και
+γελαζούμενος πάντα. «Έγινε τόνειρό μου», είπε «μα όχι όλο· ας
+βαρέσουν τώρα και τα βιολιά». Κι αρχίζουν αμέσως τα βιολιά τον
+παλιό το σκοπό, το σκοπό που πάντρεψε τον ίδιο το γέρο, την κόρη
+του, και τώρα την εγγονή. Είταν η φωτεινότερη στιγμή της ζωής του.
+Πέλαγο φως περεχύθηκε στη γέρικη όψη του, καθώς από τα σύννεφα
+ξαφνική αντηλιά σε βασίλεμα χειμωνιάτικο. Ως τα φυλλοκάρδια του
+πέρασε ο αγαπημένος του ο σκοπός, που γι' αυτόν έλπιζε, γι' αυτόνα
+δούλευε και χαίρουνταν όλη του τη ζωή.
+
+Παρατήρησε ο κόσμος την ταραχή της ψυχής του, και μήτε να τα
+κρύψουν πια δεν μπορούσαν τα δάκρια τους.
+
+Έκαμε να καθίση ο γέρος· δεν μπορούσε πια να σταθή. Και καθώς
+κάθιζε, μέσα στη μελωδία εκείνη που τον πλημμύριζε πέταξε η
+χαρούμενή του ψυχή στην αιώνια την ξενιτειά.
+
+
+
+Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ
+
+
+
+ — Τώρα να μας πης, Καπετάν Σταμάτη, ένα πράμα που συχνά, θαρρώ,
+το δηγήθηκες, μα από το στόμα σου ποτές μου δεν τάκουσα. Γιατί σε
+λεν Πολίτη;
+
+ — Ύστερ' απ' αυτό το καλό κρασί δεν χαλνώ την καρδιά σου, κάνει ο
+Καπετάνιος.
+
+Και σα σηκωθήκαμ' από το τραπέζι και καλοστρωθήκαμε, άρχισε και
+μας έλεγε.
+
+«Είμουν ως δεκάξη χρονών όταν πρωτομίσεψ' από το χωριό μας. Αφήκα
+εκεί μάννα και μιαν αδερφή. Και δεν ξενιτευούμουνα μήτε για
+δουλειά· σκοπός της μακαρίτισσας είτανε να με κάμη «μεγάλον
+άνθρωπο». Για την προίκα της αδερφής μου ανάγκη να βιαζούμαστε δεν
+είταν, επειδή τα πρόβλεψε όλα ο μακαρίτης ο γέρος, και της είχε
+αφημένα ίσια ίσια τα χτήματα πούβλεπες πέρσυ σαν περνούσες από τα
+μέρη μας και ρωτούσες. Σκοπός μας λοιπόν είτανε να σπουδάξω, και
+πια ή γιατρός ή και Δεσπότης αν ήθελε ο Θεός.
+
+Δεκάξη χρονών αγόρι, αμούστακο σαν κορίτσι, αγνώριμο, με χίλια
+όνειρα και με δίχως κόσμου πείρα, κ' ίσια στην Πόλη, στο Φανάρι,
+σε κάποιου Κυρ Φωτάκη, ενός που γνώριζε από τα παλιά το γέρο μου
+σαν ταξίδευε, και που τι είταν η δουλειά του καλά καλά δεν το
+γνώριζα, ζουγράφιζε όμως κάποτες άγιες εικόνες, και με πολύ καμάρι
+τις κοίταζε κι άδικο δεν είχε, γιατί όλοι του οι Άγιοι Νικόλαοι —
+τη χάρη τους νάχουμε — ο ένας από τον άλλονα μήτε τρίχα διαφορά!
+
+Τι πράμα και τι κακό σαν την πρωτοείδα την Πόλη! Τι απέραντη
+μερμηγκιά, τι λαμπρότη και τι ομορφιά! Εκείνα τα κυπαρίσσια,
+εκείνοι οι μιναρέδες κ' οι θόλοι! Εκείνες οι φωνές και τα
+τρεχάματα στο Γεφύρι, σαν το πρωτοπάτησα και ξεκινούσα με το Σιορ
+Φωτάκη κατά το Φανάρι.! Πού είνε η μάννα μου να τα δη όλ' αυτά,
+πού η αδερφή μου, οι αξαδέρφες, να τα δουν, και να λένε κατόπι και
+τελειωμό να μην έχ' η γλώσσα τους! Ως και τα δάκρια μου ήρθαν
+ανιστορώντας, το τι θα λέγανε να τάβλεπαν οι δικοί μου!
+
+Του Σιορ Φωτάκη όμως τίποτις δεν του ξεμυστηρεύουμουν. Πολίτης
+αυτός, έπειτα φίλος και του πατέρα, φαίνουνταν ομπρός μου σαν
+είδος άγιος — είδος άνθρωπος που πρέπει νάχη σοφία και γνώση μέσα
+του με τις καραβιές. Καταδέχουνταν ως τόσο να με ρωτάη κάθε λίγο
+για τους δικούς μου, αν και δεν τους γνώριζε, εξόν τη μάννα μου
+που την είδε, θαρρώ, νύφη στον τόπο μας.
+
+Φτάσαμε στο σπιτικό του, μούδειξε την κάμαρά μου, έβαλα μέσα τα
+λίγα μου πράματα που τα κουβαλούσε κατόπι μας ο Χαμάλης, με
+κατέβασ' έπειτα στην τραπεζαρία που είταν ώρα φαεί. Εκεί η κερά
+του, εκεί κ' η κόρη του, κορίτσι μελαχρινό και γαλανομάτικο, ως
+δεκάξη χρόνων κι αυτό. Άνοιξε το στόμα της κεράς κ' έπεσαν βροχή
+πολίτικα λόγια, που τάκουγα κ' έλεγα, τι θάλεγε ανίσως κι άκουγε
+τις δικές μας τις χωριανές να μιλούνε! Παρακάτω στα λόγια δεν
+πήγαινε μήτε η μικρή. Και να μην τα πολυλογώ, σε κείνη τη
+συντροφιά εγώ είμουνα το κορίτσι.
+
+Σαν αποφάγαμε και πήραν οι κερές ταργόχειρό τους, κάθισε ο Φωτάκης
+και μου ξήγησε τους σκοπούς του, σε ποιο Σκολειό θα με βάλη, σε
+ποια τάξη θαρρεί, με ποιους δασκάλους ίσως, τι καλά που θα με
+νοιάζεται, κατά την αποθυμιά της μάννας μου που του τα είχε όλα
+γραμμένα, σαν παιδί του να με κοιτάζη, και με ταζημίωτο μάλιστα,
+γιατί δυο μετζίτια είτανε συφωνημένα να του στέλνουνται κάθε
+πρώτη. Κ' έτσι απ' αύριο κιόλας άρχισα να πηγαίνω στη «Μεγάλη
+Σχολή».
+
+Έπιασα με την καρδιά μου τη δουλειά, και σε λίγο πρόδεψα τόσο, που
+διάβαζα Πολίτικη φημερίδα και την καταλάβαινα. Θυμούμαι που
+παραδίνουμουν το Χρυσόστομο. Ανέβαινα κάθε βράδυ στον ηλιακό του
+Σιορ Φωτάκη, άμα άρχιζαν οι γυναίκες ταργόχειρο κι ο γέρος τις
+ζουγραφιές του και σπούδαζα. Τήραγα έπειτα γύρω, και θωρώντας την
+ομορφιά της περιξάκουστης Πόλης, ονειρεύουμουν από τώρα τις
+ιστορίες που θα είχα να δηγούμαι σα γυρίσω με το καλό. Μια τέτοια
+πανώρια βραδινή κάθουμουν απάνω στον ηλιακό και σεριάνιζα ύστερ'
+από τις μελέτες μου. Η κερά Φωτάκαινα με το ράψιμό της, ο Κυρ
+Φωτάκης με μιαν εικόνα που πολεμούσε να την αποτελειώση κι ας
+είτανε νύχτα — ζούσανε δε ζούσανε μήτε τόξερα μήτε ήθελα να το
+ξέρω. Άλλες φορές ακούγουνταν κάποτες η λαλιά της μικρής, μα τη
+βραδινή εκείνη μήτε η μικρή δεν ακούγουνταν. Και γιατί θαρρείς
+τάχα πως δεν ακούγουνταν; Είταν αποπίσω μου αυτή, μέσα στην απάνω
+την κάμαρα κ' έπλεκε. Έπλεχνε με την καλτσοβελόνα και με το νου
+της.
+
+Σταμάτησα το σιγανό μου σφύριγμα άμα την είδα. Ανέβηκε στα στήθια
+μου σαν παράξενο σύγκρυο. Θόλωσαν τα μάτια μου και μήτε πια τον
+Τοπχανέ δεν μπορούσα να δω. Το παρατήρησε αυτή δεν το παρατήρησε,
+ποιος το ξέρει. Αφήκε όμως το πλέξιμό της και κίνησε καταόξω.
+Βασιλεμένος ο ήλιος ώρα πολλή. Άρχιζαν και τρεμούλιαζαν τάστρα.
+Ίσια κοντά μου ζυγώνει η αθεόφοβη! Τουρτούριζε το σιαγόνι μου από
+το σύγκρυο. Ήρθε κι ακκούμπησε στα κάγκελα του ηλιακού πλάγι μου.
+Έτρεμα και πήγαινα. Στέγνωνε ο λαιμός μου, κ' ένας βώλος μου την
+έπνιγε την καρδιά μου.
+
+ — Βλέπεις τι όμορφη που είναι η Πόλη μας; γυρίζει και μου κάνει
+με μάτια που γλυκαστράφτανε. Να γείνης Πολίτης και συ.
+
+ — Είμαι Πολίτης, έκαμα καρδιά και της είπα.
+
+ — Μα Πολίτης για πάντα, μου αποκρίνεται, και σύγκαιρα σκουντάει
+το πλευρό μου με ταγκωνάκι της.
+
+Μου ήρθε σαν είδος τρέλλα· έτσι να χυμίξω και να την πάρω στην
+αγκαλιά μου. Και θα τόκαμνα ίσως αυτό, μόνο που θάρρεψα πως μου
+φανερώθηκε άξαφνα η όψη της μάννας μου! Πάει αμέσως και τρέλλα κι
+ανατριχίλα! Μπήκε μέσα μου μια παλληκαριά, μια ξαποφασιά, σαν
+κείνη που μου ήρχουνταν κατόπι στις θαλασσινές τις φουρτούνες
+απάνω.
+
+Βρίσκω αφορμή και τρέχω στην κάμαρά μου.
+
+Ίσια στο κρεββάτι μου χώθηκα. Όλη τη νύχτα συλλογή στο κρεββάτι.
+Ν' αλλάξω σπίτι και να γλυτώσω από τη γαλανομάτα τη Νεράιδα, καλό
+κι άγιο. Ν' αλλάξω καρδιά και να γλυτώσω από την αγάπη της, από τη
+δύναμη την κρύφια της ομορφιάς της που ξεπρόβαλε και με λώλανε την
+αξέχαστη εκείνη βραδινή, δύσκολο, ίσως αδύνατο! άλλο δεν τήραγα
+ομπρός μου παρ' αφανισμό, αφανισμό για μάννα, για πατρίδα, για
+καθετίς. Παίρνω λοιπόν απόφαση μεγάλη και σοβαρή. Να φύγω μια και
+καλή από την Πόλη!
+
+Μήτε λέξη σε κανένα σαν ξημέρωσε· μόνο μαζεύω τα πράματά μου, τα
+δίνω ενός χαμάλη, και ξεκινώ κατά τη σκάλα.
+
+Βρίσκω καΐκι Μοσκονησιώτικο, πηδώ μέσα, και τα ξεκενώνω όλα του
+καραβοκύρη. Έπρεπε να τα πω, να ξεσκάσω. Ζήτησε να με καταπείση να
+γυρίσω στον τόπο μου, και όχι πάλε σε ξενιτειές. Του κάκου. Παρά
+τέτοια ντροπή, να γυρίσω και να με περιγελάη το χωριό, κάλλιο
+ναύτης αγνώριστος, ώσπου να με βοηθήση ο Θεός να γείνω και γω
+κάτι.
+
+Με βοήθησε ο Θεός. Γύρισα στον τόπο μου μερικά χρόνια κατόπι
+καπετάνιος, και με πάντρεψε η γριά μου. Είτανε μαζί μου κι ο
+Μοσκοννησιώτης ο καραβοκύρης, κι αυτός είταν που με βάφτισε
+_Πολίτη_, ο κανάγιας».
+
+
+
+Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΑ
+
+
+
+Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκκαλιασμένη ψυχή.
+Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του,
+δεν είταν και δύσκολο να ταπομαντέψης. Τι τον έρριξε όμως σε χώρες
+θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες σταλήθεια ξένες, που ψυχή να σε
+συμπονέση δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσης, εξόν ίσως καμιά
+δροσόλευκη παραμάννα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να
+βρης, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να
+μην πεθάνης της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κοίτεσαι στο
+κρεββάτι αποσταμένος, που να μείνης μισήν ώρα καθάριος αδύνατο
+πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είνε μισός καπνίλα, που ως
+και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον
+έκαμε τον Τραμουντάνα κ' έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον
+αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξέννοιαστο, πέτρα μονάχη,
+λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάννα ή αδερφή, δίχως άλλο
+της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο — τι τον
+πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, είταν κ' είνε ακόμα μυστήριο,
+που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου
+του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά νάρθουν και
+ναποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλλα, το έρμο και το
+τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελλάθηκε κι ο Θεός μαζί τους.
+
+Είνε, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους
+σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους
+φέρνει, ως την Πολυννησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν
+ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους
+φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να
+ρουφιούνται από το παντοδύναμο ταγγλοσαξονικό το θεριό και να
+χάνουνται.
+
+Ένας λοιπόν απ' αυτούς τους ηρώους είταν κι ο Τραμουντάνας.
+Τύχαινε συχνά πυκνά να τον ανταμώνω στα ξενικά του λημέρια. Σπίτι
+του να πάγω ποτές δεν ταίριασε, είνε αλήθεια. Άκουγα όμως πως με
+την Ιρλανδέζα του τη γυναίκα δεν κακοπερνούσε, γιατί έτυχε η κερά
+ναγαπάη το πιοτό, και το γλέντιζε πάντα μάλλες γειτόνισσες που
+ταγαπούσαν κι αυτές. Ο φίλος πάλι του άρεζαν τα χαρτιά! Πήγαινε
+λοιπόν κάθε βράδυ σ' ενός πατριώτη, που δουλειά του είτανε να
+βυζάνη τους δικούς του με μια βρώμικη τράπουλα, μάλιστα τους
+νιοφερμένους. Κ' έτσι ο Τραμουντάνας ζωή σπιτικιά δεν πολύβλεπε,
+και δεν κακοπερνούσε με τη γριά του. Δούλευε ως τόσο ολημερίς.
+Δουλειά και δουλειά! Πότε δέματα ξεφόρτωνε, πότε γλυκά και πωρικά
+πουλούσε. Ναύτης στα νιάτα του, τον αψηφούσε το βοριά σα στεκότανε
+με τις ώρες στους τέσσερεις δρόμους μπροστά στο φορτωμένο τραπέζι
+του, προσκαλώντας τον κάθε διαβάτη ναγοράση τα μπαγιάτικά του
+λουκούμια.
+
+Τον κοίταζα κάποτες από μακριά και συλλογιούμουνα, σαν τι λογής
+αγόρι να φαίνουνταν τη μέρα που μίσευε από το φτωχικό του τόπο με
+την ευκή της μαύρης του μάννας!
+
+ — Τι σ' έκαμε και ξέπεσες ως εδώ, τονε ρώτηξα μια φορά.
+
+ — Τι σ' έκαμε κ' ήρθες του λόγου σου! Να! τύχη γύρευα κ' ήρθα.
+
+ — Και πότε λες να ξαναγυρίσης να τους δης τους δικούς σου;
+
+ — Τους δικούς μου; (και δος του γέλοια!) Οι δικοί μου τώρα όλοι
+στον άλλον κόσμο. Είμουν πέντε χρόνια ξενιτεμένος σα συχωρέθηκε η
+μάννα μου· πατέρα δε γνώρισα. Ταδέρφια μου σκορπιστήκανε δω και
+κει, και πια δεν τάκουσα. Τι να πάω να κάμω εκεί τώρα! Εμένα οι
+δικοί μου είνε τώρα εδώ. Εδώ έζησα, εδώ θα πεθάνω.
+
+ — Μα δε λαχταράς μαθέ και συ τον ήλιον εκείνον καμιά φορά, δε
+θυμάσαι τον τόπο σου, τις ομορφιές του;
+
+ — Άκου με, αφεντικό· αυτά όλα είνε καλά, μα παράς δε βγαίνει· εδώ
+πέρα και ναρρωστήσω, έχει νοσοκομείο.
+
+ — Όχι, όχι, να μην πεθάνης εδώ· στην πατρίδα σου να πας,
+ναναπαυτής κοντά στους δικούς σου.
+
+ — Κι αμέ τη γριά μου; τι να την κάμω;
+
+ — Μαζί και κείνη.
+
+Κι άρχιζε πάλε τα γέλοια ο Τραμουντάνας, και τρίβοντας τα ροζωμένα
+του χέρια να τα ζεστάνη, προσκαλούσε τους διαβάτες ναγοράσουνε
+πωρικά.
+
+*
+
+Έρχεται μια μέρα ένας κλητήρας με γραμματάκι και με προσκαλεί στο
+νοσοκομείο. Μπαίνω σ' αμάξι και πηγαίνω. Μου λέει ο επιστάτης πως
+είνε μέσα ένας γέρος πατριώτης μου πολύ άρρωστος, και στο βύθο του
+απάνω παραλαλεί στη γλώσσα του. Μένει, λέει, κ' η γυναίκα του
+πλάγι του, μα αυτή στουπί μεθυσμένη φαντάζεται πως ο γέρος της
+αφίνει παραγγελιές, και μάλιστα θαρρεί πως μιλεί και για κάτι
+χρήματα που τάχει, λέει, ο γέρος κρυμμένα. Με φωνάξανε λοιπό να
+παρασταθώ και νακούσω τη διαθήκη του γέρου.
+
+Ανεβαίνω, μπαίνω στην κάμαρα· ο Τραμουντάνας ψυχομαχούσε
+παραλαλώντας, κ' η γριά του μαλλοσερνότανε.
+
+ — Τι λέει, τι λέει; ξεφωνίζει άξαφνα η γριά.
+
+Παίρνω κομμάτι χαρτί και μολυβοκόντυλο, τους λέγω να συχάσουν, κι
+αρχίζω και σημειώνω·
+
+«.... Μωρέ Γιάνη, πάμε, να βρούμε φωλιές; ξεπετάκια κοτσύφια να
+πιάσουμε, στο κλουβί να τα βάλουμε; τάκουσες πώς κελαϊδούνε στου
+Μπάρμπα Λεφτέρη; Εκεί, εκεί απάνω κατά τις σκάλες, μέσα στα
+κατάπηχτα τα κλωνιά. Τι; δεν μπορείς να σκαλώσης μια τέτοια
+ελίτσα; και τι θα πης α σου σκαρφαλώσω εγώ αυτό τον πλάτανο; Μια
+και δυο, και στην κορφή του με βρίσκεις. . . Αργήσαμε, καημένε,
+και θα λέη η μάννα, τι πάθαμε. Στάσου, βάλτο μες στο καλάθι,
+σκέπασ' το καλά μην πετάξη . . . Ίσια σπίτι τώρα, ειδεμή την
+πάθαμε, θα πάη σκολειό να ρωτάη τι γενήκαμε .... κι ο καινούριος ο
+δάσκαλος δε χωρατεύει. Εγώ το μαθαίνω και στο δρόμο το μάθημα.
+Φρρρ — κι απ' όξω τόμαθα. . . . Για δες την τη μαριόλα στο
+παράθυρο πάλι! Αχ, θα με πεθάνη αυτή. Της τόταξε, μικρούλα μου, η
+μάννα μου της μάννας σου σα γεννήθηκες, μα και να μη σου τόταζε,
+πάλι θα σέπαιρνα. Αγάπη μου, πότε θα ξενιτευτώ να κάμω σερμαγιά
+και να γυρίσω με τα χρυσά νυφικά σου; Φεύγεις εσύ τώρα! Έννοια
+σου, και θα σε πιάσω πάλι στο περιβόλι σαν ποτίζης και θα σε λυώσω
+στο τσίμπημα!
+
+» Τηγανίτες! Χρόνια και χρόνια να φάω το πρωί τηγανίτες! ακόμα δεν
+έφεξε κι αυτές αχνίζουν κιόλας στο τραπεζάκι. Πούντος ο Γιάνης;
+Αμ' η Φροσύνη; Την ακαμάτα! κοιμάται ακόμα· πάμε να την
+ξυπνήσουμε. Πούν' το σφουγγάρι; Θα τρομάξη, λες; Ναι, βλέπεις,
+φαρφουρί είταν και θα ραγίση! Την κατεργάρα! κοίταξε γόβες, λέει,
+που μου κέντησε! Θα πης, έχουμε κι αυτηνής τα προικιά να
+συλλογιστούμε. Αχ, εσύ αγάπη μου! εσύ φως μου! πέντε χρόνια
+είπαμε, βάλε κι άλλα πέντε για την αδερφή! Πέντε και πέντε, δέκα.
+Είμαι τώρα δεκαπέντε· και δέκα, εικοσιπέντε. Θάσαι και συ τότες
+εικοσιδυό. Μια χαρά. Να σου τώρα και μια τσιμπιά! Πού να το πιάσης
+τέτοιο σαχίνι! Θα το πω της Φροσύνης να της την πατήση την
+τσιμπιά.
+
+»Στον τρύγο, στον τρύγο! Πάει ο ώμος μου, σήκωνε σήκωνε κόφες!
+Δόξα νάχη ο Θεός πούφαγα πάλι σταφύλι! Όχι σαν κι αυτά που πουλώ!
+Να, μωρέ παλιοεγγλέζοι, σταφύλι, να φάτε και να καταλάβετε γλύκα!
+Δες τες, δες τες! Κ' οι δυο τους οι σουσουράδες πώς πατούνε
+σταφύλια στη γούρνα! Και δος του η μάννα νανακατεύη αλευριά! Σα να
+το ξέρη η καημένη πως δε θα μ' έχη του χρόνου. . . . Ταξίδι,
+ταξίδι. . . . Για δες μαντιλάκια, κάλτσες, ως και βελόνια και
+κλωστή μούβαλε. Να κ' ένα κυδώνι, θεοκίτρινο! Ανασταίνεσαι να το
+μυρίζης μονάχα. Να κ' οι γόβες! Όχι, όχι, να μην τα δω τώρα. Να τα
+βλέπω ύστερα και να τις θυμάμαι.
+
+» Αχ, νύχτα που την πέρασα! μήτε στιγμή δεν έκλεισα μάτι, μα θαρρώ
+και μήτε άλλος κανένας. Για δες, ως και φαεί μου τοιμάσανε για το
+δρόμο. Και τι να της πω της γριάς! Νά τηνα! τάρχισε κιόλας το
+κλάμα! Ας κάνω πως χαίρουμαι τώρα εγώ, να την παρηγορήσω. Έννοια
+σου, μάννα, και σε πέντε χρόνια θα μ' έχης. Θα παντρέψουμε τη
+Φροσύνη, άλλα πέντε χρόνια ξενιτειά, και τότες πια με στεφανώνεις
+και μένα. . . . Μέπνιξαν, μέπνιξαν τα φιλιά της. Έχε γεια,
+μαννούλα μου, έχετε γεια όλοι σας, Φροσύνη, Γιάνη, αγάπη μου,
+έχετε γεια . . . — Αχ, μωρέ, πικρός που είνε αυτός ο
+αναθεματισμένος ο χωρισμός! Ένα πράμα κομπώνει εδώ στο λαιμό μου,
+εδώ, εδώ. ...»
+
+Και δεν μπόρεσε άλλα να πη.
+
+
+
+Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΑΝΕΣΤΗ
+
+
+
+ΤΗΝ πέρασε την ζωή του κι ο γέρος ο Ανέστης στη ξενιτειά, ζωή
+παραδαρμένη, καραβοτσακισμένη ζωή. Όχι δα και πως τη μάδησε την
+ψυχή του η φτώχεια, που μάλαμα έπιανε και κάρβουνο γινότανε. Από
+τέτοιους πόνους η ψυχή του δεν έπαιρνε. Τον κρυφότρωγε όμως πάντα
+της πατρίδας ο ακοίμητος ο καημός, και σαν είδε κι απόειδε πως
+ελπίδα πια δεν του απόμεινε, σαν άρχισε κ' έννοιωθε στα γέρικα
+στήθια του την ανατριχίλα του χάρου, τόκαμε απόφαση και τράβηξε
+κατά τα παιδιακήσια λημέρια του.
+
+Αλλοιώτικος γέρος αυτός ο Ανέστης! Για του κόσμου τα μεγαλεία δεν
+τον πολυέμελε κιόλας· ως τόσο να γυρίση από τα ξένα και να φυτρώση
+ανάμεσα στους δικούς του με τέτοια χάλια ύστερ' από χρόνους και
+χρόνους αγωνία και βάσανο, δεν του ερχότανε και πολύ. Θα πης οι
+καθαυτό οι δικοί του συχωρεμένοι όλοι, κι' άλλους απ' ανίψια και
+τέτοιους δε θαντάμωνε πια, εξόν ίσως δυο τρεις αξαδέρφους, γέρους
+κι αυτούς· μα πάλε από δω το γύριζε, από κει το γύριζε, δεν του
+πήγαινε. Τόνειρό του είτανε να ξαναφανή στην πατρίδα του, μα να
+είνε και κάτι. Δεν το κατάφερε τόνειρο; Τι να πηγαίνη πια τώρα και
+να τους δείχνη τη γύμνια του! Έλα όμως που δεν τόθελε και να
+πεθάνη στα ξένα! Να ζήση στα ξένα, ναι· με το σήμερα, με το αύριο,
+ζης στα ξένα. Μα να πεθάνης στα ξένα; Να σε παραχώσουνε, λέει,
+μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη, και σύγκαιρα οι πατριώτες σου να
+γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσκομυρισμένο τους χώμα — αυτό δεν
+μπορούσε να το βαστάξη ο γέρος.
+
+Τονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ναποθάνη στον τόπο του, κ'
+έτσι ξεκίνησε, με ταπομεινάρια του είναι του. Να πάη όμως μέσα στο
+χωριό και να πη πως εγώ είμαι ο Τάδες, αυτό δεν ταποκοτούσε.
+
+ — Έπειτα είνε κι αργά. Ποιος θα με πονέση, πια τώρα! έλεγε
+μονάχος του καθώς άραζε το βαπόρι σε λιμάνι που γειτόνευε με
+ταγαπημένο νησί του.
+
+Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κ' ίσια στο Σπιτάλι μαζί με το
+έχει του.
+
+ — Να μείνουν αυτά εδώ, τους λέει τους ανθρώπους εκεί. Εμένα δε
+μου είνε και πολύ χρειαζούμενα. Ο πρώτος που αναλάβη κ' είνε
+έτοιμος να μισέψη, του τα χαρίζετε.
+
+Και γίνεται άφαντος ο Γέρο Ανέστης.
+
+Τραβάει κατά τη σκάλα, βρίσκει πέραμα, και σ' ένα μερόνυχτο μέσα
+τηράει τις ολόχαρες ακρογιαλιές του νησιού του.
+
+Εκεί που η Πλάση λες και λούζεται κάθε ταχυνή και λαμπροφοριέται
+θεοφώτεινη, ολοκάθαρη και παρθένα, που μήτε κουρέλλι μήτε
+παλιόχαρτο πολιτισμού δεν βλέπει απάνω στ' ασπρογάλαζα τα χαλίκια
+που στρώνονται στην ακρογιαλιά, εκεί που στα πρώτα του χρόνια ο
+γέρος μας έπαιζε μ' ανάλαφρη καρδιά και μ' αξέννοιαστο νου, εκεί
+ξαναβρέθηκε τώρα καταδαμασμένος από του χρόνου τακαταπόνετο χέρι,
+σκυφτός, ζαρωματιασμένος, βουλιασμένα τα μάτια του, τα χέρια
+τρεμάμενα. Παράμερη εξοχή, που το καλοκαίρι μονάχα τη θυμούνται οι
+χωριανοί και τη διαλέγουνε για τα ξεφαντώματά τους. Τώρα όμως,
+άνοιξη ακόμα, ο γέρος ο Ανέστης πλανιότανε ολομόναχος στη
+λησμονημένη εκείνη γωνιά του κόσμου, βγάζοντας ξεφωνήματα κι
+ακατανόητα λόγια κάθε φοράν που αγνάντευε βράχο ή χωράφι ή
+κορφοβούνι τριγύρω και του θύμιζε της νιότης τα χρόνια. Μια πας
+στην άλλη μαζευότανε στον αναγαλλιασμένο του νου οι παλιές οι
+ιστορίες, τα παλιά τα γλέντια, τα περασμένα τα πρόσωπα και τα
+πράματα, που κάθε κύμα έλεγες και τα τραγούδαγε με το γλυκό του
+μουρμουρητό, εκεί που πλαγιασμένος τώρα στον ήλιο μισοάνοιγε κάθε
+λίγο ταδυνατισμενα του μάτια να τις δη άλλη μια και να τις χύση
+μες στη ψυχή του τις ανάλλαγες, τις αγέραστες ομορφιές της
+πατρίδας του.
+
+Θάλεγες πως αναστήθηκε μαζί με το νου του και ταποσταμένο κορμί
+του, κι ως τόσο, καταπονεμένο τόσους χρόνους από τη βαριά τη
+ξενιτειά, και τώρα πάλι μ' άξαφνης καρδιάς καρδιοχτύπια
+συνταραγμένο, χεροτέρευε αντίς να καλλιτερέψη, ή σαν το φύλλο
+τρεμούλιαζε.
+
+Μόλις το βράδυ βράδυ, σαν άρχισε το σκοτάδι και πλάκωνε, κι αυτός
+ακόμα λόγιαζε με μάτια ονειριασμένα ταντικρυνά τα βουνά ενός άλλου
+νησιού, καταπόρφυρα με την αντιφεγγιά του βασιλεμένου του ήλιου,
+μόλις τότε το στοχάστηκε πως όταν ξεπήδηξε από το καΐκι κ' έσυρε
+κατά την εξοχή, δε νοιάστηκε μήτ' ενός μερόνυχτου ψωμί να πάρη
+μαζί του.
+
+ — Κι α μείνω και νηστικός μια νυχτιά, τι πειράζει! λέει τότες. Θα
+με θρέψη της πατρίδας ταγέρι ως το ταχύ.
+
+Κι αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, δίπλα στης θάλασσας το
+νανούρισμα, μαγεμένος ο νους του με τις μύριες εικόνες που τις
+ανιστορούσε όλες εκείνες τις ώρες.
+
+Δεν τα ξανάνοιξε πια τα βαρεμένα του μάτια ο γέρος. Πιο γνωστικό
+κι από πολλούς φίλους το κύμα, απάνω στη μεγαλήτερη την καλοτυχιά
+της πονοδαρμένης εκείνης ψυχής, τηνε νανούρισε με το μουρμουρητό
+του και την έστειλε μια και καλή στον αιώνιο τον ύπνο.
+
+
+
+
+Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ
+
+
+
+
+ΔΡΑΜΑ
+
+
+
+Το δραματάκι αυτό γράφηκε σ' εποχή που φαίνουνταν ανάγκη να
+προσέχουμε όχι μονάχα το υλικό μας να είνε εθνικό, μα κ' η
+παράσταση του, και μάλιστα να γίνεται αυτή η παράσταση με τρόπο
+που να πηγαίνη ο συγγραφέας το δρόμο του δίχως να σέρνη μαζί του
+σκουριασμένες αλυσίδες περασμένων κανόνων.
+
+Από τότες όμως βγήκανε μερικά έργα που αν και δεν ανέβηκαν όλα στη
+σκηνή, ανέβηκαν όμως κάμποσο στη φιλολογία, ας είνε καλά η εθνική
+τους η χρωματιά. Κ' ίσως καταντάει πια τώρα σα χαμένος κόπος να
+δείχνουμε «τον ήλιο με το λυχνάρι». Ο «Βουρκόλακας» ανατυπώνεται
+σήμερα μόνο και μόνο για να μπορή να τονε διαβάζη όποιος επιθυμεί.
+
+Να παρασταθή κι αυτός στη σκηνή σα δύσκολο πράμα, αφού συχνά πυκνά
+ξεπέφτει από γοργό διάλογο σε μακρινές ομιλίες που δεν τις σηκώνει
+το θέατρο. Μήτ' αυτό όμως μήτε τάλλα ψεγάδια του δεν προσπάθησα να
+τα λιγοστέψω όσο μπορούσα, αφού σκοπός μου δεν είτανε να δείξω
+δραματικό πρότυπο παρά μόνο το &δρόμο&.
+
+Όσο για τα κάπως λυρικά του προσόντα, σ' αυτό απάνω βρίσκεται ο
+«Βουρκόλακας» με λαμπρή συντροφιά, που μάλιστα και δεν του αξίζει.
+
+Περιττό να ξηγηθή πως η &ουσία& του έργου είνε παρμένη από το
+περιξάκουστο τραγούδι του «Νεκρού αδερφού». Αν και γνωστό σ'
+Ανατολή και Δύση, το βάζουμε κι αυτό δίπλα σαν είδος Εισαγωγή, για
+να ξέρη ο αναγνώστης τι να προσμένη.
+
+ Α.Ε.
+
+
+
+ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ "ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ„
+
+
+ Μάννα με τους εννιά σου γυιους και με τη μια σου κόρη,
+ Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη·
+ Την είχες δώδεκα χρονών κ' ήλιος δεν σου την είδε·
+ Στα σκοτεινά την έλουζες, στάφεγγα την επλέκες,
+ Στ' άστρη και στον αυγερινό τσ' έφκιανες τα σγουρά της.
+ Οπού σου φέραν προξενιάν από τη Βαβυλώνη,
+ Να την παντρέψης στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα.
+ Οχτώ αδερφοί δε θέλουνε, κι ο Κωσταντίνος θέλει.
+ "Δος τηνα, μάννα, δος τηνα την Αρετή στα ξένα,
+ Στα ξένα 'κει που περβατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
+ Νάχω και γω παρηγοριά, νάχω και γω κονάκι.„
+ "Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απηλογήθης.
+ Κι α μώρθη, γυιέ μου, θάνατος, κι α μώρθη, γυιέ μου, αρρώστια,
+ Κι αν τύχη πίκρα για χαρά, ποιος θα μου τηνε φέρη;„
+ Το Θιό της έβαλ' εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους,
+ Αν τύχη κ' έρθη θάνατος, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια,
+ Κι αν έρθη πίκρα για χαρά, να πάη να τηνε φέρη.
+
+ Και σαν τηνε παντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
+ Και μπήκε χρόνος δύσεχτος και μήνας οργισμένος,
+ Κ' έπεσε το θανατικό κ' οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
+ Βρέθηκ' η μάννα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
+
+ Στα οχτώ μνήματα δέρνεται, στα οχτώ μυρολογάει,
+ Στου Κωσταντίνου το θαφτό τις πλάκες ανασκώνει.
+ "Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω·
+ Το Θιό μούβαλες εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους,
+ Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πας να μου τη φέρης.„
+
+ Τανάθεμα τον έβγαλε μέσ' από το κιβούρι,
+ Κάνει το σύννεφο άλογο και τάστρο σαλιβάρι
+ Και το φεγγάρι συντροφιά, και πάει να τηνε φέρη.
+ Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
+ Βρίσκει την και χτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι.
+ Από μακριά τη χαιρετάει κι από μακριά της λέει·
+ "Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει.„
+ "Αλλοίμον, αδερφάκι μου, και τι' νε τούτ' η ώρα!
+ Ανίσως κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου,
+ Κι αν είνε πίκρα, πες μου το, νάρθω καταπώς είμαι.„
+ "Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' έλα καταπώς είσαι.„
+
+ Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν,
+ Ακούν πουλιά και κελαϊδούν, ακούν πουλιά και λένε·
+ "Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„
+ "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
+ Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„
+ "Λωλά πουλιά κι ας κελαϊδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.„
+ "Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα,
+ Να περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„
+ "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
+ Πως περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„
+ "Πουλάκια 'νε κι ας κελαϊδούν, πουλάκια 'νε κι ας λένε.„
+ "Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις!„
+ "Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Άη Γιάνη,
+ Και θέμιασέ μας ο παππάς με περισσό λιβάνι.„
+ Και παραμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε.
+ "Ω, Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,
+ Τέτοιαν πανώρια λυγερή να σέρνη απεθαμμένος!„
+ Τάκουσε πάλε η λυγερή και ράγισε η καρδιά της·
+ "Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
+ Πες μου, πουν τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;„
+ "Μεγάλη αρρώστια μ' έβρηκε, μ' έρριξε του θανάτου·
+ Μου πέσαν τα ξανθά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.„
+
+ Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδομανταλωμένο,
+ Και τα σπιτοπαράθυρα πούταν αραχνιασμένα.
+ "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, και να τήν Αρετή σου.„
+ "Αν είσαι χάρος, διάβαινε, κι άλλα παιδιά δεν έχω.
+ Η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.„
+ "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κ' εγώ 'μαι ο Κωσταντής σου.
+ Εγγυτή σούβαλα το Θεό και τους Αγιούς Μαρτύρους,
+ Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πάω να σου τη φέρω.„
+
+ Κι ώσπου να βγη στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της.
+
+
+
+
+
+
+
+Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ
+
+
+
+
+ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΣ
+
+
+
+ΠΡΟΣΩΠΑ
+Κωσταντής )
+Σαράντης )γυιοί της Δέσπως
+Θανάσης )
+Κρύλης πραματευτής της Βαβυλώνας
+Στεφανής κατόπι πάτερ Συνέσιος
+Κεριάκος αγωγιάτης
+Δέσπω
+Γαρουφαλιά )
+Περμαθιώ ) γειτόνισσες
+Πιπινιώ )
+
+Φάντασμα της Αγιά Μαρίνας
+Παλικάρια, Κορίτσια, βιολιτζήδες
+
+Τόπος, χωριό της Ανατολής.
+
+
+
+Π Ρ Ω Τ Η Π Ρ ΑΞΗ
+
+
+
+ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Δρόμος του χωριού. Από ταριστερά η ξώπορτα του σπιτιού της Δέσπως
+ με την αυλή μέσα. Αντίκρυ το περιβόλι της Δέσπως με το σπίτι
+ πλάγι. Δεξιά τα σπίτια της Περμαθιώς και της Πιπινιώς. Οι δυο
+ γειτόνισσες κάθουνται στα κατώφλια τους, βράδυ βράδυ.
+
+ ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ
+
+Πιπ. Μ' έτρωγε κι όλο μ' έτρωγε ταυτί μου από το πρωί. Αρραβώνας
+ μυρίζει πάλι.
+
+Περμ. Ταυτί του εσένα σε τρώει μόνο σαν αποδεχτή κ' ύστερα τα
+ μαντάτα. Στον κλήδωνα να τα λες αυτά.
+
+Πιπ. Να μη χαρώ το Μαριώ μου, σου λέω, τίποτις δεν άκουσα. Αμέ να
+ μη μπορούμε δα και μεις να δούμε δεντρί, και να στοχαστούμε τι
+ λογής λουλούδι θα βγάλη;
+
+Περμ. Α! δεν άκουσες, μόνο είδες κάτι! Τα μάτια σου τοίχους
+ τρυπούν και κρυφοθωρούνε, και συ γι' αυτιά μου μιλάς.
+
+Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη, κι άδικα με κολάζεις. Ψυχή δεν τρύπησα
+ τοίχο να κοιτάξω. Τώρα πια δεν κρύβουνται τα κορίτσια σα θεν
+ αγάπες, κ' έννοια σου. Στον καιρό μας είταν αυτά. Κι αμέ δε
+ θυμάσαι, καημένη, τότες που ήρθ' ο Γληγόρης μου από τη ξενιτειά,
+ τι κακό έγινε ώσπου να μου πάρη το πρώτο φιλί; Σαν τρελλός με
+ κυνηγούσε μες στην αυλή. Η παρέα τριγύρω, και γω με το δίσκο στα
+ χέρια να χώνουμαι από δω κι από κει, ώσπου πρόβαλε στη μέση η
+ θεια μου η Βαρβάρα και φώναζε πως αυτά μαθές δεν ταιριάζουνε σε
+ τιμημένα κορίτσια.
+
+Περμ. Κακόν καιρό νάχης, που τα είπες και τα ξανάειπες χιλιάδες
+ φορές, κ' έρχεσαι πάλι και μου τα στρώνεις σα να είνε τα νυφικά
+ σου. Ξέχαστα μια και καλή, που χήρεψες και κουβαριάστηκες, κι
+ ακόμα γνώση δεν έβαλες.
+
+Πιπ. Αι, καψούλα μου, Βασιλικός κι α μαραθή . . .
+
+Περμ. Να μαραθής και να ξεραθής.
+
+Πιπ. Περίδρομος να σε κόψη! που δεν αφίνεις μια χριστιανή να
+ θυμηθή και τα νιάτα της.
+
+Περμ. Μωρή τα νιάτα σου θ' ακούμε ή τον αρραβώνα μαθές;
+
+Πιπ. Από τόνα ήθελα νάρθουμε στάλλο. Και συ πάλε μας κάνεις δα την
+ ανήξερη!
+
+Περμ. Αστροπελέκι να πέση και να με κάψη, ανίσως κι άκουσα
+ τίποτις. Ένα γαμπρό ξέρω στη γειτονιά μας, κι αυτός είνε της
+ Τρυποβράκας ο γυιός.
+
+Πιπ. Τώρα μας ξύπνησες και του λόγου σου. Ο κόσμος τόχει τούμπανο
+ και συ μας τόβγαλες για κρυφό. Έλα, μωρή, πιο κοντά, γιατί κ' οι
+ τοίχοι αυτιάζουνται. Ο Στεφανής μωρή είνε, ο Στεφανής, ο
+ Στεφανής!
+
+Περμ. Στα όρη, στα βουνά, και στα κλαδιά, και στα ξερά τα δέντρα!
+ Και με ποιάνα!
+
+Πιπ. Να! εκεί που στέκουμουν απόψε και θέμιαζ' από το παράθυρο,
+ γυρίζω, και τι να δω εκειδά κατά το περιβόλι της Κερά Δέσπως! Το
+ Στεφανή μας κ' έκοβε βόλτες απέξω! Τώρα, είταν η Αρετούλ' από
+ μέσα, δεν είταν, ένας Θεός το ξέρει. Μα γυναίκα που είδε κ' έπαθε
+ πολλά στη ζωή της δε χρειάζεται δα και δάσκαλο να της πη πως δυο
+ και δυο κάνουν τέσσερα!
+
+Περμ. Από το Θιό να το βρης, που αβάνιασες το πιο τιμημένο κορίτσι
+ μας δίχως να δης δα και τίποτις!
+
+Πιπ. Μηγαρή σου είπα γω πάλι πως τάψησαν κιόλας; Αρραβώνας, σου
+ είπα, μυρίζει.
+
+Περμ. Τέτοιον αρραβώνα για τις κόρες σου να τονέ φυλάγης, κι όχι
+ για της Ανατολής το καμάρι.
+
+Πιπ. Ναι, είδες δα, λίγα μας έφτειαξες και συ στον καιρό σου,
+ τότες που τον άφινες τον έρμο σου και — έλα Χριστέ και Παναγιά
+ μου!
+
+Περμ. Όχι μόνο σαν και σένα, που πριχού να σου δώση και δαχτυλίδι,
+ δος του και σου τραγούδαγε αμανέδες κάτω από το σπίτι σου.
+
+Πιπ. Χάρη νάχης τον Άη Γιάνη, που πήγα και λειτουργήθηκα σήμερις,
+ και δεν ξεχυμίζω μαθές τώρα με τα νύχια μου να τα χύσω τα μάτια
+ σου που η γλώσσα σου νισάφι δεν έχει.
+
+Περμ. (χαμηλά). Και δεν κοιτάζεις, θεότυφλη, να τηνε δης την
+ κοπέλλα στο παραθύρι της εκειδά, που στέκεται ολομόναχη;
+
+Πιπ. Και δεν τονε βλέπεις και το Στεφανή μέσα στο περιβόλι κοντά
+ στις πορτοκαλιές; Κοίτα τον τόν αξετσίπωτο, και μη μου ψέλνης πια
+ πως δεν ξέρουν κ' οι αρχοντοπούλες από κρύφιες αγάπες. Μωρή, και
+ ποιο λουλούδι δε ζύγωσε μέλισσα να το βυζάξη, μα φτωχομενεξές
+ είτανε, μα αρχοντικό γιασουμί! Έλα τώρα και χώσου μέσα να
+ κρυφοδούμε αποπάνω, μην τύχη και μας νοιώσουν και τους χαλάσουμε
+ τις δουλειές.
+
+ (Μπαίνουν και κρύβουνται απάνω στο σπίτι της Πιπινιώς, κοντά σε
+ παράθυρο που βλέπει στο περιβόλι).
+
+
+
+ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια· πιο σκοτεινά. Ο Στεφανής ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Η
+ Αρετούλα στο παράθυρο δίχως να τονε βλέπη.
+
+ ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΣΤΕΦΑΝΗΣ
+
+Αρετ. Ήθελα να ξέρω, σα με γεννούσε η μάννα μου, τι πουλί να
+ κελαϊδούσε μέσα σ' αυτοδά το περιβόλι, και με μάγεψε, και να
+ κλείσω το βράδυ παράθυρο δεν μπορώ δίχως να σκύψω και να το
+ γλυκοδώ! Και γιατί μαθές να μου πη η στρίγλα εκείνη η γύφτισσα
+ πως θα ταφήσω τακριβό μου το σπιτικό και θα μισέψω στα ξένα, μα
+ πως θα μεταγυρίσω, λέει, πάλε στον τόπο μου, και θάρθω, με
+ πρωτοτάξιδο καράβι που θάχη σύννεφα για πανιά! Κι άξαφνα σα να
+ βούρκωσε η καημένη κ' έκαμνε να φύγη, μα κοντοστάθηκε πάλι και
+ ξαναγύρισε, και μου λέει πως σε καλά χέρια θα πέσω και να μην
+ πολυνοιάζουμαι!
+
+ Ανάθεμα την ώρα που φάνηκε και με παραζάλισε στα καλά καθούμενα!
+ Μα έννοια της δα και δε θα βγουν τα φαρμακεμένα της τα λόγια.
+ Μύριοι άνεμοι να φυσήξουνε δε με βγάζουν από την πονεμένη αυτή
+ φωλίτσα μου. Σ' αυτά τα θεμέλια μέσα είνε ριζωμένη η καρδιά μου,
+ μ' αυτό ταγέρι γλυκοθρέφεται η ψυχή μου. (Τηράει το Στεφανή). Να
+ σαλεύη τάχα κάποιος εκειδά πέρα ή φάντασμα βλέπω; Αχ, ο ίδιος
+ πάλι! Ταθεόφοβο το παιδί, που πρέπει να πατήσω ένα ξεφωνητό και
+ να τονέ διώξω, κι ως τόσο δε βαστάει η καρδιά μου! (αψά). Σύρε,
+ σύρε να μη σε νοιώσουν, κακόμοιρε, και μ' αφάνισες! Στέλνε όσα
+ θες μηνύματα με τους προξενητάδες, μα μην πολεμάς από παράθυρα να
+ μου ψέλνης αγάπες, κ' έχουν πίκρες τα κρυφογύρευτα τα φιλιά.
+
+Στεφ. Η δική μου η αγάπη αγκύλια δεν ξέρει· ξέρει μονάχα το
+ βαθιόκοβο το μαχαίρι που σιγοχώνεις στα σπλάγχνα μου μέσα. Πες
+ μου, Αρετούλα μου, φως μου, γιατί αρνιέσαι να μ' αγαπήσης; τι
+ λαχταρεί η καρδούλα σου και δεν τόχω, ψυχή μου; Αν είνε αγάπη
+ λεβέντικη, πρόσταξε με να περπατήξω στις φλόγες, σε γκρεμνούς να
+ τρέξω να πέσω, φείδια να πάω και ν' αγκαλιάσω, στην πίσσα μέσα να
+ βράσω.
+
+Αρετ. Κι α δε λείψης απ' αυτό σου το κόλασμα, βράζει από τώρα η
+ πίσσα που μπορεί και δυο ψυχές αντίς μια να παραλάβη στα βάθια
+ της.
+
+Στεφ. Γιατί να το λες αυτό, Αρετούλα; Πού σ' αγάπησα τάχα; Εγώ
+ κακός δεν είμαι. Γιατί να κολαστώ και γιατί να κολάσω; Εγώ από τη
+ στιγμή που σ' αγάπησα έγιν' αρνί μονάχο, σαν κορίτσι απονήρευτος
+ είμαι. Πες μου, Αρετούλα. Μπορεί να πάη στην Κόλαση παιδί που
+ χαμογελάει της μάννας; Στην Κόλαση πάει η μάννα που το
+ γλυκοχαδεύει; Πες μου· ταηδόνια που κελαϊδούν την αγάπη τους στην
+ Κόλαση μαθές πάνε;
+
+Αρετ. Ντροπή και καταφρόνιο μελετάς να μας φέρης, και για πουλάκια
+ μου κουβεντιάζεις; Αυτό το πουλάκι που βλέπεις έχει μάννα κι
+ αδέρφια, και κει να πας να κελαϊδής τα τραγούδια σου.
+
+Στεφ. Το ξέρεις πως θα φρενιάσουν, και γι' αυτό μου το λες. Μήτε
+ να την ακούσουνε δε θα καταδεχτούν τη φτωχική προξενειά μου. Με
+ τρώγ' η αγάπη σου, Αρετούλα, και σωτηριά πια δε βλέπω άλλη παρά
+ το ναι σου και την κρύφια στεφάνωση.
+
+Αρετ. Να μην τύχη και σε ξανακούσω, καημένε! Να με κλέψη, λέει!
+ Χριστός και Παναγιά! Σύρε και φύγε, αθεόφοβε, γιατί φώναξα κιόλας
+ (Σφαλνάει το παράθυρο η Αρετούλα).
+
+Στεφ. (μονάχος). Μ' ένα της χαμόγελο την άρπαξε την καρδιά μου,
+ και τη σέρνει τώρα και τη ματοπληγώνει σε πέτρες και πέτρες!
+ Τονειριάστηκα πως είταν αγάπης χαμόγελο, και πιάστηκα! Μου
+ χώθηκε, αχ, τόσο βαθιά το μαγεμένο ταγκίστρι, που σπαρταρώ τώρα
+ και ξετινάζουμαι να γλυτώσω, και δεν μπορώ. Δεν μπορώ ν' ανεσάνω.
+ Ματώνουν τα σπλάχνα μου, κι ο νους μου στρεφογυρίζει. Μούρχεται
+ έτσι να πάρω ένα δρόμο, να πηγαίνω, να πηγαίνω, και να μη
+ σώνεται. Ν' ανεβαίνω και να κατεβαίνω βουνά, ποτάμια να διαβαίνω
+ για να τη σβύσω τη φλόγα μου, σε μαύρες ερημιές να πλανιέμαι και
+ να τρομάζουνε με τους στεναγμούς μου ταγρίμια. Να φεύγουν
+ ταγρίμια, και γω να στενάζω μονάχος, πάντα μονάχος . . . Αρετούλα
+ μου, Αρετούλα, μην το κάμης αυτό το κακό! Άνοιξε να φέξη πάλι ο
+ κόσμος, ναναστηθή η ψυχή μου. Λυπήσου με, Αρετούλα, και χάνουμαι.
+ Σαν το κερί τη λυώνεις τη νιότη μου, αυτή τη νιότη που πλάστηκε
+ για τα σένα. Μην το πης πως είμαι της φτώχειας αγώρι, γεια μόνο
+ νάχουν αυτά τα χέρια, που μπορούν παλάτι να χτίσουν και να
+ κάθεσαι μέσα μυριοκαμάρωτη.
+
+ Αχ, του κάκου! Κατεβαίνει το σκοτάδι στη γης και τη σαβανώνει.
+ Βασίλεψ' ο ήλιος τουρανού, βασίλεψε κι ο δικός μου ήλιος.
+ Γλυκοφέγγουν ως τόσο απομέσα τα σπίτια. Αχτινοβολούν ταμίλητα
+ ταστέρια. Μουρμουρίζουν ταμπελοβάθρακα, και το νερό της βρύσης,
+ ακοίμητος μάρτυρας της αιώνιας αγάπης που ζωντανεύει τον κόσμο,
+ κατρακυλάει και πάει σαν τις ώρες ευτυχισμένης ζωής. Η ζωή μου
+ εμένα θάχη ώρες δύσεχτες και βαριές. Θα γυρεύουνε να περάσουνε
+ και να φύγουν, και πού να φύγουν! Λίμνη, λίμνη βαθιά και θολή την
+ έκαμες τη ζωή μου, εσύ που με δροσοβόλαγες με τα λόγια σου, και
+ το πίστευα πως ο Θεός με πονούσε! Ο Θεός! Αχ, και να τόξερα,
+ γιατί μου την έδωσε ο Θεός αυτή τη λαχτάρα! τι μου την άναψε
+ τέτοια φωτιά! Έλα εσύ, ψυχή του πατέρα μου, που χρόνια τονε
+ λειτουργούσες, έλα και πες μου, γιατί αυτό το μεγάλο το κρίμα!
+ (Ακκουμπάει σε δέντρο, ύστερα τραβιέται και χάνεται στα βάθια
+ σιγά σιγά).
+
+
+
+ ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια. Οι δυο γειτόνισσες βγαίνουν από την πόρτα της Πιπινιώς.
+
+ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ
+
+Περμ. Ανάθεμά σε παλιογλωσσού, που πήρες έτσι στο λαιμό σου το
+ παινεμένο μας το κορίτσι. Και δεν είδες πως κλείστηκε μέσα δίχως
+ μήτε ματιά να του ρίξη; Έτσι μου θάρρεψες πως είνε σαν τη μούρη
+ σου κ' οι αρχόντισσες! Κρίμα μονάχα που δεν τονέ μυρίστηκε ο κυρ
+ Κωσταντής τον προκομμένο το Στεφανή σου, που έμαθε δα κι αυτός να
+ διαβάζη ψαλτήρι και μου λιμπίστηκε αρχοντοπούλες! Σα να το ξέχασε
+ πως είτανε μυρολογίστρα η θεια του.
+
+Πιπ. Δαιμόνιο και τι δαιμόνιο τον έχει πιασμένο! Γλήγορα θα τον
+ ακούσουμε στο μοναστήρι κι αυτόν. Τονε ζούρλαναν τα γράμματα το
+ δύστυχο. Ίσως τράβηξε κιόλας να πάη να πνίξη κανέναν τότες που
+ ξεκίνησε από το δέντρο που γύρευε ναγκαλιάση σαν του σφάληξε το
+ παράθυρο το κορίτσι. Μωρή, καλά κ' έπαιζαν από την αυγή τα
+ ματόκλαδά μου! Ακούς εσύ, λέει! Λεβέντικες αγάπες ορέχτηκε το
+ παπαδοπαίδι. Κι άμε δεν πάει να φαίνη! Καλά του τάψαλε το
+ κορίτσι, μωρή, όχι σαν και μας, που ξεμυαλιστήκαμε πρι να
+ καλοξέρουμε πούθε — έλα, Χριστέ και Παναγιά!
+
+Περμ. Για λόγου σου να τα λες αυτά, κι όχι για μένα που —
+
+Πιπ. Που τα γνώριζες μαθές όλα εσύ!
+
+ (Τρέχει η Περμαθιώ να χτυπήση την Πιπινιώ, και χώνουνται κ' οι
+ δυο τους μέσα στης Πιπινιώς).
+
+
+
+ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Χαγιάτι της Δέσπως. Νύχτα. Η Δέσπω κάθεται στο μιντέρι και
+ κλώθει. Πλάγι της πλέχνει η Αρετούλα. Ο Κωσταντής κάθεται κοντά
+ σε παράθυρο και κοιτάζει κάποτες έξω.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ
+
+Δέσπω. Τι να είτανε μαθές αυτό τόνειρο! Ένα καράβι, θεόρατο
+ καράβι, και μέσα κόσμος αμέτρητος, κι όλο το σπιτικό μας μαζί.
+ Και να μην είνε, λέει, θάλασσα παρά να είνε στεριά, και να
+ γλιστράη το καράβι και να τρέχη με μια γληγοράδα, σαν όνειρο! Και
+ να μην ανοίγη στόμα ψυχή να μιλήση, μόνο να κάθουνται κει μέσα
+ όλοι αμίλητοι κι ολόχλωμοι. Χριστέ και Παναγιά μου! (Αποθέτει
+ ταδράχτι δίπλα και κάνει το σταυρό της). Άσκημο, άσκημο όνειρο.
+
+Αρετ. Αχ, πως μ' αποτρομάζεις, μάννα, μ' αυτά σου τα όνειρα!
+
+Κωστ. Και να δης που θα βγουν το μήνα που δεν έχει σάββατο.
+
+Δέσπω. Ας είμαι ως τόσο καλά που πήγα και το είπα της Γαρουφαλιάς
+ άμα σηκώθηκα, να μην αληθέψη το έρμο. Έβαλες, Αρετούλα μου, νερό
+ στη φωτιά; Πήγαινε, κόρη μου, βάλτο, να σε λούσω απόψε στου
+ φεγγαριού τις αχτίδες, να τα κάμω στην αστροφεγγιά τα σγουρά σου.
+ Σήκω, αγάπη μου, κ' έχε το νου σου και στο φαεί των παιδιών.
+ Άργησαν οι βλογημένοι, και πρέπει να μποδίστηκαν κάπου.
+
+Αρετ. Σε ξέρω, μαννούλα, και πια δε με γελάς. Κάτι θες να του
+ κρυφομιλήσης πάλε του Κωσταντή. Ήθελα και γω να σου πω κάτι, μα
+ καλλίτερα όχι.
+
+ (Σηκώνεται νάβγη).
+
+Δέσπω. Σαν τι λογής;
+
+Αρετ. (μονάχη της). Γιατί να τον καταλαλήσω το δύστυχο! Αυτός κακό
+ δεν είχε στο νου του. Είτανε μια τρέλλα, μα θαρρώ πως γατρεύτηκε
+ πια ως τώρα. (αψά). Τίποτις, μάννα, τίποτις. Έτσι το είπα.
+ (Βγαίνει).
+
+Δέσπω. Ο Θεός να μας φυλάη! Είδες εσύ, Κωσταντή μου, ποτέ σου
+ τέτοια ομορφιά;
+
+Κωστ. Την παραχαδεύεις, σου λέω, μάννα, και θα μας τη χαλάσης.
+ Καμάρωνε την όσο θες απομέσα σου, μα μην της τα λες. Το παιδί
+ είνε βοτάνι, κι όσο το χαδεύεις μαραίνεται κι αποζαρώνει. Πότιζε
+ το στη ρίζα του, δίνε του ήλιο κι αγέρι όσο θες, μα μην το
+ πολυαγγίζης.
+
+Δέσπω. Να είσουνα μάννα, θα τόννοιωθες τι θα πη μονάκριβη κόρη.
+ Είνε κι ο αποξύστης μας, Κωσταντή, κ' έχει κι αυτό να πη. Τριώ
+ μηνών τηνέ βύζανα σάνε συχωρέθηκε ο μακαρίτης ο κύρης σου. Και
+ γύρισε και μου είπε ο καημένος — Δέσπω, η Αρετούλα στα χέρια σου.
+ Και σφάληξε τα μάτια του και πια δεν τα ξανάνοιξε. Το θυμάσαι.
+ Δώδεκα χρονών αγώρι σ' είχα τότες. Πέρασαν τα χρόνια και φύγανε.
+ Μεγάλωσαν τα παιδιά μου, κ' η Αρετούλα μας έγινε κοπέλλα κι αυτή.
+ Αι, καιρός είνε, γιόκα μου, εσένα, σου το λέγω που είσαι κι ο πιο
+ γνωστικός μου, να της βρούμε γαμπρό που να της αξίζη.
+
+Κωστ. (σηκώνεται). Αυτή τη δουλειά να την αφήσης απάνω μου. Εγώ θα
+ τη βγάλω πέρα. Οι γαμπροί δεν γίνουνται άψε σβύσε. Χρειάζεται
+ υπομονή το κυνήγι τους. Εγώ θα τονε βρω το γαμπρό κ' έννοια σου.
+ Και του λόγου σου πια κοίταζε τα συγύρια της.
+
+Δέσπω. Ναι, δε σου λέω, παιδί μου, μα ξέρουμε κάτι και μεις οι
+ γυναίκες. Εκείνο που έχω μες στην καρδιά μου και με τρώει είνε,
+ μην τύχη και πέση το πουλάκι μας σάπονα χέρια. Χίλιες φορές
+ καλλίτερα να το θάψω παρά να το ρίξω απάνω στ' αγκάθια το
+ χαδεμένο μου. Αγάπη, Κωσταντή μου, και καλή γνώμη. Κι όλα τάλλα
+ έρχουνται μοναχά τους. Να σου πω τώρα. Είνε ένα παλληκάρι που
+ πάει να λωλαθή με την αδερφή σου. Δεν αποκότησε να μας κάμη,
+ λέει, προξενειά, γιατί είνε, λέει, από φτωχικό σόγι, και
+ φοβούνται πως δεν θα πούμε το ναι. Μα τόμαθα από μέρος καλό πως
+ μας θεν. Η Κουταλιανή μου το ξεμυστηρεύτηκε. Πες μου τώρα,
+ Κωσταντάκη μου' μια κ' είνε όμορφο και τίμιο και καλόγνωμο το
+ παιδί — και το ξέρω πως είνε — δεν έχουμε μαθές βιος και για
+ κείνονε;
+
+Κωστ. Να μην τα ξανακούσω τα προξενήματα της Κουταλιανής που
+ ανακατώνεται στις δουλειές των άλλωνε σαν την όρνιθα μες σταλώνι.
+ Να πάω να τα πιάσω τ' αυτιά της και να τα σέρνω ώσπου αίμα να
+ στάζουνε. Να την πριονίσω την ασυμμάζευτη γλώσσα της, που σε
+ βρήκε μαλακόκαρδη και σ' έπαιζε στα χεράκια της πάλι η
+ θεοκατάρατη. Και συ, από τη βιάση σου να παντρέψης και καλά την
+ κόρη σου, θα τηνέ δώσης κανενός ζητιάνου σιγά σιγά.
+
+Δέσπω. Άκουσέ με, Κωσταντή, και ζητιάνος δεν είνε. Είνε παιδί
+ καλομαθημένο και γραμματιζούμενο.
+
+Κωστ. Γραμματιζούμενο; Μπας κ' είνε ο Στεφανής;
+
+Δέσπω. Κι αν είνε, τι, Κωσταντή μου;
+
+Κωστ. Μη χερότερα! Να μπη να μας θρονιαστή δω μέσα και της
+ μυρολογίστρας τ' ανίψι! Μα ας γυρέψουμε και τον καντηλανάφτη να
+ τελειώνη. Κάλλιο να ρημάξη, εγώ σου λέω, αυτό το σπίτι, κάλλιο
+ γεροντοκόριτσο να πλανιέται και να ξενοδουλεύη η αδερφή μου,
+ ταποφάγια της γειτονιάς να μαζεύη και να φτωχοθρέφεται, παρά να
+ βλέπω Στεφανήδες μπροστά της! Δεν την έχω την αδερφή μου εγώ για
+ τέτοιες γενιές. Μήτε τη φαμελιά μου για τέτοια συμπεθεριά δεν την
+ έχω. Και να της πης της φιλενάδας σου της Κουταλιανής να πάη να
+ τα λέη αυτά στη Βρύση, εκεί που το θολώνουν το τρεχάμενο το νερό
+ οι γλωσσούδες οι πλύστρες με τα βρώμικα λόγια τους. Αυτό το σπίτι
+ χτίστηκε σε θεμέλ' αρχοντάδικα, κι αρχοντάδικη στέγη του πρέπει.
+
+Δέσπω. Παιδί μου, σε τιμώ και σε σέβουμαι για την ξακουσμένη τη
+ φρονιμάδα σου. Είταν όμως πικρά τα λόγια σου, κ' έχυσαν άδικη
+ χολή σε καρδιές που δεν τις γνώρισες σαν και μένα, που είμαι
+ γυναίκα και καθεμέρα τις βλέπω και τις ακούγω. Μέσα στα φτωχικά
+ τα καλύβια λάμπουν κάποτες περλάντια, χίλιες φορές πιο ατίμητα
+ από το διαμάντι αυτό που φορείς. Πετράδια που δεν τα πιάνει
+ ανθρώπου λόγος, γιατ' είνε ουράνια στολίδια και τα διαφεντεύει ο
+ Θεός. Με μια καλή καρδιά όλου του κόσμου τα στολίδια δεν
+ παραβγαίνουνε. Μην τα λησμονής αυτά που σου λέω, παιδί μου, και
+ σα γύρης απόψε, άφησε τη γνώση σου να τονε διώξη τον ύπνο μιαν
+ ώρα και να φέρη την αλήθεια καθάρια στο νου σου, για χάρη της
+ ακριβής μας της Αρετούλας.
+
+Κωστ. Άφινέ τα τώρα, μάννα μου, άφινέ τα. Πάω να δω αν ακούστηκαν
+ αυτοί οι δυο ταξιδιώτες μας. Είτανε νάρθουν πρωί κι ακόμα δε
+ φάνηκαν. Πρέπει να τους κράτησε άλλη μια βραδιά στη χώρα ο Κράλης
+ που ήρθε για δουλειές από τη Βαβυλώνα. Το ξέρεις πως είνε παλιός
+ μου φίλος ο Κράλης, από τον καιρό που άρχισα να ταξιδεύω στα μέρη
+ τους. (Μονάχος του). Και βγάζει κ' εκατό Στεφανήδες από την τσέπη
+ του (Βγαίνει).
+
+
+
+ ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ
+
+Δέσπω. Έχει το αίμα του μακαρίτη· θαρρώ πως τονέ βλέπω μπροστά μου
+ σαν ξεφωνίζη. Μα είνε μάλαμα η καρδιά του· κάκια τι θα πη δεν το
+ ξέρει. Είνε η περηφάνεια, η περηφάνεια που τηνε σκοτίζει κάποτες
+ και τη θολώνει την καλωσύνη του (Μπαίνει η Αρετούλα).
+
+Αρετ. Μαννούλα, εσείς με τα ξεφωνητά σας και γω λούζουμουν μονάχη
+ μου. Για δες τα μαλλιά μου πως θρούνε σαν το μετάξι. Καθίζω τώρα
+ και μου τα πλέχνεις, να σε χαρώ, γιατί όπου να είνε θα φανούνε κ'
+ οι άλλοι.
+
+Δέσπω. Έπαρε το μαξιλάρι και κάθισε, κόρη μου, γιατί βαραίν' η
+ καρδιά μου, κι όταν σ' έχω σιμά μου, γίνουμαι και γω χαρούμενη
+ σαν και σένα. Έτσι μούρχεται να σ' έχω πάντα σιμά μου. Τονέ
+ ζουλεύω τον καλότυχο που θα σε κάμη δική του.
+
+Αρετ. Καλέ μαννούλα, τι λες; Εγώ παντρειές και γαμπρούς δε θέλω.
+ Και να σου πω, μάννα μου, αν είνε να πάρω άντρα, η καρδιά μου μού
+ λέει να τονέ διαλέξω ατή μου, μα το ξέρω πάλε πως αυτά στον κόσμο
+ δε γίνουνται, και λέω, παρά να μου φυτεύουν ξένες αγάπες ταδέρφια
+ μου, κάλλιο να μένω στην αγκαλιά σου που την έχω χάρισμ' από το
+ Θεό.
+
+Δέσπω (Μπλέχνοντας τα μαλλιά της). Κι α σαφίνανε να διαλέξης,
+ Αρετούλα, ποιόνα θα διάλεγες;
+
+Αρετ. Με κάνεις και γελώ, καημένη μάννα! Σα να είνε δα κι οι
+ γαμπροί κεράσια, να βλέπης και να διαλέγης.
+
+Δέσπω. Μα απ' όσα μαθές παλληκάρια είδες, ποιόνα διαλέγεις; Έτσι,
+ για χάζι.
+
+Αρετ. Αν είνε για χάζι, να σου το πω. Έχει της στεφάνωσης τόνομα —
+
+Δέσπω (μονάχη της). Ο Στεφανής!
+
+Αρετ. Είν' όμορφος, είνε πρόσχαρος, μα ο καημένος από σόγι δεν
+ είνε. (γελώντας) Αι, δεν τον βρήκες ακόμα;
+
+Δέσπω. Της μάννας ο νους κι από του αϊτού το μάτι κόβει πιο
+ μακριά. Και τι σ' έκαμε, παιδί μου, να διαλέξης του μακαρίτη του
+ παπά Χαραλάμπη το γιο;
+
+Αρετ. Και γιατί, μαννούλα μου, να σου το βαστάξω κρυφό, που δε
+ φταίγω. Ο ίδιος ήρθε δεύτερη φορά απόψε στο περιβόλι και μου το
+ είπε πως μ' αγαπά. Και του απολογήθηκα πως νάρθη να σε βρη, γιατί
+ εγώ προξενήτρα δική μου δε γίνουμαι· και τούκλεισα το παράθυρο —
+
+Δέσπω (σηκώνεται ταραγμένη). Ξεθαρρεσιά του κι αδιαντροπιά του!
+ Και τόση ώρα. να μη μου το λες! Και να μην τονε διώχτης με τις
+ φωνές σου, μόνο να του λες και για προξενειές! Αθεόφοβη,
+ αθεόφοβη! και τι κακό θα μας έβρη αν τακούση κι ο κόσμος.
+
+Αρετ. Ήθελα, μάννα, μα δεν κοτούσα να τονε διώξω, γιατί — να, τονε
+ σπλαχνίζουμουν. Τα λόγια του είταν άκακα, πονετικά· γιατί εγώ να
+ του πικρομιλώ; Μα πάλι ούτε του γλυκομίλησα. Στη μάννα μου του
+ είπα να πάη.
+
+Δέσπω. Αχ, Αρετούλα, δεν τον έμαθες ακόμη τον κόσμο, και πήγες κ'
+ έπεσες σε παγίδα μεγάλη και φοβερή. (Χτυπάει η ξώθυρα). Άρπα το
+ φανάρι και τρέχα ν' ανοίξης την πόρτα. Πρέπει να είνε ταδέρφια
+ σου. Ύστερα πάλι τα ξαναλέμε. Πρόσεχε μόνο να μην τακούση,
+ καημένη, ο Κωσταντής, γιατί χαθήκαμε. (Βγαίνει η Αρετούλα με το
+ φανάρι. Μονάχη της η Δέσπω). Τόξερε πως δεν θα τον ακούσουμε, και
+ πήγε ίσια στο κορίτσι ο αδιάντροπος, που από το Θεό να το βρη! Α
+ δεν είτανε για το παιδί μου που σα να το πόνεσε και μπορεί μαθές
+ να το πάρη κατάκαρδα, ατή μου θα πήγαινα να τον πιάσω τον
+ αθεόφοβο! Την Κουταλιανή θα πάω να βάλω να του τα πη. Μα η αγάπη
+ πάλε δεν είνε μάτια μονάχα που δεν έχει, δεν έχει μήτε αυτιά.
+ Μπορεί να μας την κλέψη κιόλας και με το ζόρι. Να γυρίσω πάλε του
+ Κωσταντή τα μυαλά, αργάτης και πάλι δε σώνει! Ίσως κάλλιο να
+ κλείσω τα μάτια μου, και να τη δώσω πρι να μας βγούνε και πομπές.
+ Και πια τρέχα, γύρευε τότες! Αλλοίμονο μια και λείψη ο αληθινός ο
+ στύλος από το σπίτι! Μεγάλο λόγο να μην ξεστομίσω, μα δεν την
+ είχε ο μακαρίτης αυτή την κατηραμένη την περηφάνεια. Να ζούσε
+ κείνος, θα το πέρναμε μαθές το χρυσόκαρδο αυτό παλληκάρι, και θα
+ καταστάλαζε η ψυχή μας μια και καλή. (Κοντοστέκεται). Αντρίκιες
+ φωνές και γέλοια. Πρέπει νάρθανε.
+
+
+
+ ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια.
+
+ Μπαίνει ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΚΡΑΛΗΣ
+
+Δέσπω. Καλώς τους και πάλι καλώς τους! Μα γιατί δα και τόση
+ άργητα; Ή τάχα για να μας φέρετε κι άλλον ένα λεβέντη μαζί σας;
+ Από το γελαζούμενο πρόσωπό του το νοιώθω πως είνε ο φίλος του
+ Κωσταντή μου, ο κυρ Κράλης από τη Βαβυλώνα.
+
+Κράλ. Καλά ταπομάντεψες, αρχόντισσα. Μ' έφεραν τα γλυκοαίματα
+ παιδιά σου να σας δω και να σας γνωρίσω, μια κ' ήρθα στα μέρη
+ σας.
+
+Δέσπω. Και γιατί να μην ερθήτε από τα χτες; Ποιος ξέρει τι
+ πατινάδες εκεί στη χώρα! Μα έχουμε δα και μεις ξοχές και
+ παιχνίδια, κι όσο για περιβόλια, όρεξη νάχετε. Θαρρώ οι δυο αυτοί
+ οι ξεφαντωτάδες μου φταίνε. Αν είχατε μαζί σας τον Κωσταντή, ίσια
+ εδώ θα σας έφερνε.
+
+Κωστ. Κράλη, τι βλέπεις τη μάννα μου. Σου τα είπα χίλιες φορές.
+ Αυτές οι μαννάδες, σα δεν έχουν τα παιδιά τους δεμένα να τα
+ τραβούνε σα σκυλάκια μαζί τους, ησυχία δε βρίσκουνε. Μα τώρα δεν
+ μπορώ να πω πως δεν έχει και δίκιο. Δε δυνήθηκα να κατεβώ Απατός
+ μου στη χώρα, κι άρχιζα να υποψιάζουμαι πως θα ξεφύγης πάλι δίχως
+ να σ' αξιωθούμε στο σπιτικό μας. Μόνο που γλήγορα θα μ' έχης πάλι
+ στη Βαβυλώνα.
+
+Δέσπω. Στη Βαβυλώνα! Χριστέ και Παναγιά!
+
+Κωστ. Νάτα! Δε σου τάλεγα; Μπορεί τώρα ναρχινήσουμε και τα
+ μυρολόγια. Κ' έτσι θα πουληθούν οι καρποί μας και θα βγάλουμε και
+ παράδες.
+
+Σαρ. Αι, μάννα, εμείς πεινούμε. Πάμε ναλλάξουμε τώρα, κ' ύστερα τα
+ μιλούμε και για τη Βαβυλώνα. Ο Θανάσης πήγε να κοιτάξη τα ζα, κι
+ όπου να είνε θα μας φανή. Έλα, Κράλη, γιατί ξεκολλημό δε θα βρης
+
+ (Βγαίνει Σαράντης και Κράλης).
+
+
+
+ ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ύστερα ΘΑΝΑΣΗΣ
+
+Κωστ. Αι, πως σου φαίνεται; Είχα δίκιο ή όχι; Είδες τέτοιο λεβέντη
+ εσύ ποτέ σου;
+
+Δέσπω. Καλός κι' άγιος μου φαίνεται, Κωσταντή μου. Αν το ρωτάς
+ όμως αυτό για την Αρετούλα, σα δύσκολο το βλέπω, ν' αφήση μαθές
+ τη Βαβυλώνα και τις αρχοντιές του και νάρθη να φυλακιστή στο
+ χωριό μας.
+
+Κωστ. Νάρθη και να φυλακιστή! Και ποιος το είπε: Αμέ και τι
+ θαρρείς πως ονειρεύουμαι τόσα χρόνια άλλο, παρά νάχω κ' ένα δικό
+ μου σπιτικό στη Βαβυλώνα, της αδερφής μου το σπιτικό, και να
+ κάμνω κονάκι, που χρόνος δε διαβαίνει δίχως να πλανιέμαι στα
+ μακρινά εκείνα τα μέρη. Να σου πω, μάννα, τα βαρέθηκα πια τα
+ χάνια της ξενιτειάς. Θέλω, σαν πηγαίνω, να βρίσκω δικό μου σπίτι.
+ Ως τώρα είχα του Κράλη ταρχοντικό, μα να· παντρεύεται κι αυτός
+ αλλού αύριο και τονέ χάνω. Σαν έχω την Αρετούλα εκεί με τα
+ παιδάκια της και πηγαινοέρχουμαι, και συ πιο κοντά της θα είσαι
+ που θα τη βλέπω δα και για λόγου σου, θάχω και γω μια παρηγοριά
+ μες στα ξένα.
+
+Δέσπω. Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απολογήθης. Στον άμμο
+ πηγαίνεις και θεμελιώνεις τα στερνά της μάννας σου και της
+ [αδερφής
+ σου, κι αφίνεις κατόπι την τύχη κι' ας κάμη ό,τι θέλει μαζί τους,
+ τη μπόρα κι ας τις παίρνη κι ας τις ανεμοσκορπάη! Η πίκρα του
+ χωρισμού πως θα είνε θάνατος για τα μένα, δε λέω τίποτις. Ίσως το
+ συνηθίσω κι αυτό το φαρμάκι με τον καιρό, σα συλλογιέμαι πως είνε
+ και για δικό σου καλό. Μ' αν τύχη κ' έρθη θανατικό, αν τύχη και
+ μπη μαθές αρρώστια μέσα σ' αυτό το σπίτι και το ρημάξη και πολεμώ
+ με το χάρο ολομόναχη, και γυρίζω τα μισοσβυσμένα μου μάτια να δω
+ ένα χαμόγελο δίπλα μου, ν' ακούσω μια προσευκή, ν' απλώσω το
+ μαραμένο μου χέρι και να ψάξω ένα χέρι πονετικό — ποιος θα μου
+ τηνέ φέρη πίσω την Αρετούλα μου;
+
+Κωστ. Εγώ θα σου τηνέ φέρω! Το Θεό σου βάζω εγγυτή και τους Αγιούς
+ μαρτύρους, πως αν τύχη κ' έρθη πίκρα για χαρά, αν τύχη κ' έρθη
+ αρρώστια, ο χάρος να τόχη τριγυρισμένο το σπιτικό μας, στα δόντια
+ του μέσα να σπαρταρούμε, στη μαύρη τη γης να μας κρυοσέρνη, τα
+ σπλάχνα της να μας μαυροτρώνε, πάλι θα κάμω ζωή και φτερά και θα
+ σου τηνε φέρω την Αρετούλα.
+
+Δέσπω. Έχουν τα λόγια σου της Μοίρας τη δύναμη, κι ό,τι να πω κι
+ ό,τι να φωνάξω, το βλέπω πως θα γίνη το θέλημά σου, παιδί μου.
+ Γραφτό της είνε της μάννας να φέρνη στον κόσμο χαρές, και να
+ καταπίνη φαρμάκια. Γεννάς, αναθρέφεις και χάνεις! Βλέπω και δε
+ βλέπω το σύννεφο που μαυρίζει ομπροστά μου. Η ψυχή μας δεν τις
+ χωρεί τις μεγάλες τις συφορές. Αν τις χωρούσε, θα γινόμαστε μύρια
+ κομμάτια με τόνομα του κακού μονάχα. Οι μέρες και τα χρόνια του
+ χωρισμού θα την κατασταλάζουνε λίγη λίγη την πίκρα, κ' έτσι θα
+ χωρέση μες στην καρδιά μου. Εσείς θα τη χαίρεστε τη μονάκριβή
+ μου, και γω θα σιγολυώνω μέσα σ' αυτούς τους έρμους τοίχους.
+
+Κωστ. Αι, μάννα! Στα μυρολόγια θα το ρίξουμε τώρα, πούχουμε και
+ μουσαφίρη σπίτι;
+
+Δέσπω. Αχ, και μας μουσαφιρεύει ανάκουστα βάσανα!
+
+Κωστ. Μια και να τη δης την Αρετούλα σου νύφη, όλα Παράδεισος θα
+ σου φαίνουνται πάλι. Έτσι είστε σεις οι μαννάδες. Από μέσα
+ χαίρεστε, και δος του δάκρυα απόξω. Ως τόσο η Αρετούλα πού είνε;
+ Τόστρηψε, άμα σήκωσα το φανάρι για να την καλοδή ο γαμπρός.
+ Πρέπει να πήγε να στολιστή.
+
+Δέσπω. Θα βγη με την ώρα της, σα χρειαστούμε το δίσκο. Όλα θα
+ γίνουνε με την τάξη τους. Πάγω απατή μου να της πω τα ξαφνικά τα
+ μαντάτα, ώσπου να τοιμασθούν κ' οι άλλοι για το πρωτάκουστο αυτό
+ φαγοπότι. (Βγαίνει).
+
+Κωστ. (μονάχος). Η δουλειά έγινε. Της φάνηκε βαρύ της γριάς, μα
+ πάλι καλά βάσταξε. Τώρα καιρός δε μας μένει. Απόψε τα παιχνίδια,
+ κι αύριο τη στεφάνωση κιόλας. Ο Κράλης ξεκινάει τη δευτέρα, και
+ μονάχος του δεν έχει να φύγη. (Μπαίνει ο Θανάσης). Τα βόλεψες
+ τάλογα, Θανάση; Κι άλλα θα χρειαστούμε για τα προικιά, μα
+ στέλνουμε τον Κεριάκο απόψε και μας τα φέρνει από τη χώρα. Εσύ
+ τώρα να πας στα παιχνίδια.
+
+Θανάσης. Να μας ζήσης που μας τα τέλειωσες μια χαρά. Κ' είταν ώρα
+ μας μα το ναι, γιατί ο κόσμος όξω μας την πάντρευε κιόλας με τον
+ έναν και με τον άλλον.
+
+Κωστ. Ο κόσμος είνε καθρέφτης που σκύβεις και βλέπεις μέσα το νου
+ σου προτού ν' ανοίξης το στόμα σου και να μιλήσης. Ξεχνάς καμιά
+ φορά το σκοπό σου; Βγαίνεις και τονέ ρωτάς τον κόσμο, τι έχεις να
+ πης ή να κάμης. Σε παίρνει τότες από το χέρι και σε σέρνει σε
+ μύριους γκρεμνούς ο καλόβουλος αυτός κόσμος, που σ' αγαπάει κι
+ όλο για το καλό σου χολοσκάνει και νοιάζεται. Έτσι τραβούν και τη
+ μισοζώντανη τη μυίγα τα μερμήγκια σαν πέσουν απάνω της και την
+ κατρακυλούνε μες στη φωλιά τους να κάμουν πανηγύρι απάνω της.
+ Άφινέ τον τόν κόσμο, και τρέχα στα παιχνίδια, σου λέω. Στάσου!
+ Πάω εγώ σε λιγάκι. Σύρε εσύ τώρα ναλλάξης να φάμε, και τότες.
+
+ (Βγαίνουνε).
+
+
+
+ ΟΓΔΟΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Ταβέρνα. Ο Στεφανής κάθεται μονάχος τον παρέξω. Παλικάρια κι
+ άλλοι χωριανοί παραμέσα.
+
+ ΣΤΕΦΑΝΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ύστερα ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ και ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ
+
+Α'. Παλικ. Τράκα το και συ, μωρέ Στεφανή, τράκα το, κ' άφινε τους
+ γέρους που παντρευτήκανε νιαρές κοπέλλες να συλλογιούνται. (Τον
+ τραβάει παραμέσα). Έλα να σε κεράσω, μωρή κλαμένη Παναγιά, που
+ διώχτεις τους ποντικούς σα μας ψέλνης Χερουβικό. Δος του ένα
+ κρασί, μωρέ Γιάνη, αυτουνού του μισοκακόμοιρου. Γλέντι δε θα
+ δούμε α δεν του τανάψουμε κι αυτουνού τα καντήλια. (Παίρνει
+ ποτήρι και του το δίνει).
+
+Στεφ. Να σε χαρώ, δεν μπορώ. Αν είμουν καλά, αλάκερη πλώσκα την
+ άδειαζα για χατήρι σου.
+
+Β’ Παλικ. Μην τον ακούς το μαριόλο, κ' έχει πολλά η σκούφια του
+ μέσα. Σιγανό ποτάμι είνε αυτός κ' έννοια σου. Μου τα είπε όλα μια
+ ψυχή που σε είδε απόψε, μωρέ θεομπαίχτη, κι α δεν πιής το κρασί,
+ σου τα βγάζω, καημένε. (Ο Στεφανής κάνει να φύγη). Βάστα τονε,
+ γεια σου, δεν έχει να φύγη. Θα το πιη το κρασί, κ' ύστερα θα μας
+ τραγουδήση κιόλας ταναγνωστάκι.
+
+Στεφ. Αφήστε με, να σας χαρώ, κ' είμαι ανήμπορος.
+
+Β' Παλικ. Εσύ άρρωστος, μωρέ κατεργάρη; Τίνος τα ψέλνεις αυτά;
+ Τάχα να σε χτύπησ' η πούλια, εκεί ανάμεσα στις πορτοκαλιές;
+
+Α' Παλικ. Πιέ το, καψούλη, και τόχυσα πάνω σου.
+
+ (Ο Στεφανής πίνει).
+
+Β’ Παλικ. Με τις υγειές σου. Έλα το τραγούδι τώρα.
+
+Όλοι (γελώντας). Το τραγούδι, το τραγούδι.
+
+Στεφ. Μα, παιδιά μου. δεν έχω φωνή για τραγούδι.
+
+Β’ Παλικ. Φωνή δεν έχεις; Μωρέ και ποιος είνε που μας φυλάει ως το
+ μεσημέρι στην εκκλησιά; (του κρυφομιλάει): Έλα, τραγούδα να
+ ξεσκάσης, καημένε, δεν τους το λέω και μη φοβάσαι.
+
+Γ' Παλικ. Άλλο ένα κρασί θέλει, λέει. Κρασί, κρασί φέρτε του! (Του
+ φέρνουν ποτήρι).
+
+Στεφ. Εσείς βαλθήκετε και καλά να με μεθήστε απόψε. (Πίνει).
+
+Όλοι. Το τραγούδι τώρα, το τραγούδι! (του φέρνουνε ταμπουρά).
+
+Στεφ. (μοναχός του). Βαριά και λαβωμένη καρδιά, τραγούδα τους να
+ κάμουνε γλέντι με τα βάσανά σου.
+
+ (Παίρνει τον ταμπουρά και τραγουδάει):
+
+ Από τη μάννα το μωρό,
+ Από τη γης βγαίνει, λουλούδι,
+ Απ' το πηγάδι το νερό,
+ Κι απ' την αγάπη το τραγούδι.
+
+Όλοι (τραγουδούν). Κι απ' την αγάπη το τραγούδι.
+
+Στεφ. Μα το τραγούδι όσο γλυκό,
+ Όσο χαρόκαρδο κι α βγαίνη,
+ Έχει ένα μάγιο μυστικό,
+ Η γλύκα του να σε πικραίνη.
+
+Όλοι. Η γλύκα του να σε πικραίνη.
+
+ (Μπαίνει ο Κωσταντής).
+
+Κωστ. Γεια σας, παιδιά, κι ακονίζετε τάρματά σας και γι' άλλο
+ ξεφάντωμα.
+
+Α’ Παλικ. Γεια σου, αφεντικό, αλέστα όλοι μας για την αφεντειά
+ σου.
+
+Κωστ. Απόψε γίνεται ο αρραβώνας της αδερφής μου με τον κυρ Κράλη
+ από τη Βαβυλώνα και βάλτε φωτιά να καή!
+
+Όλοι (σηκώνουνται και φωνάζουν). Ας καή, κι ο κυρ Κωστάκης να είνε
+ καλά.
+
+Στεφ. (μονάχος του). Πούθε κατέβηκες, αστροπελέκι μου, και δε σ'
+ έννοιωσα, ώσπου με κομμάτιασες και πήγα! Πούθε ξεπρόβαλες,
+ ανεμοστρόβιλε, και μου τονε συνεπήρες το νου μου; Να φύγω, να
+ φύγω απ' αυτή τη φωτιά που όλο με τριγυρνάει και με πνίγει. Να
+ μην τακούγω τα λόγια τους που σαν οχιές με κρυφοδαγκάνουνε.
+
+ (Βγαίνει).
+
+Κωστ. Φέρε των παιδιών κρασί μπρούσικο, Γιάνη, και πες του κυρ
+ Μήτρου να τα κουρντίση, κ' ίσια στο δικό μας με τα παιχνίδια!
+
+Όλοι (πίνοντας). Καλά στεφανώματα, αφεντικό, και να σου ζήσουνε,
+ να γεράσουνε!
+
+ (Έρχεται Βιολιτζής και Λαγουτατζής).
+
+Κωστ. Μπρος, παιχνίδια, και πίσω παλικάρια.
+
+ (Βγαίνουνε τραγουδώντας απάνω στο σκοπό των παιχνιδιώνε).
+
+ Μια πέρδικα. — μια πέρδικα, μονάκριβη
+ Την είχε η μά — την είχε η μάννα στο κλουβί,
+ έρχεται άγουρος την παίρνει,
+ και στα ξένα τηνε φέρνει.
+ Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά,
+ περνούνε χώ — περνούνε χώρες και βουνά,
+ μα δε βρήκανε κονάκι
+ σαν κι αυτό το χωριουδάκι.
+
+
+
+
+ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
+
+
+
+
+ ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στης Δέσπως. Χαγιάτι. Φώτα αναμμένα. Παίζουν τα παιχνίδια.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ΚΡΑΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ,
+ ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ
+
+ (Στης πόρτας το κατώφλι γειτόνισσες και κοιτάζουνε):
+
+Κωστ. Μην το λυπάστε, παιδιά, το κρασί. Πλημμύρα το κρασί, και
+ χαλάζι το μάλαμα! (Πετάει νομίσματα στους βιολιτζήδες). Μάννα, η
+ νύφη, η νύφη να βγη να κεράση πάλε.
+
+ (Μπαίνει η Αρετούλα στολισμένη με το δίσκο και πηγαίνει στον
+ Κράλη. Σταματούν τα βιολιά).
+
+Κράλης (Παίρνει ποτήρι), Στην υγειά σου, πεθερά μου, για σας,
+ αδέρφια. (Βλέποντας την Αρετούλα). Καλώς να σε βρω. Θα μας κάμης
+ τη χάρη να πιής και του λόγου σου;
+
+Αρετ. (σιγανά). Καλώς να ορίσης.
+
+ (Ο Κράλης πίνει, η Αρετούλα βάζει το δίσκο σε τραπεζάκι και
+ παίρνει ποτήρι). Με τις υγειές σου και καλώς όρισες. (Γυρίζει και
+ βλέπει τον Κωσταντή). Καλώς να σε βρω, Κωσταντή.
+
+Κωστ. Καλώς να ορίσης, Αρετούλα.
+
+ (Η Αρετούλα πίνει, ύστερα παίρνει το δίσκο και πηγαίνει στον
+ Κωσταντή).
+
+ Με τις υγειές σου, Αρετούλα, και καλώς όρισες. Έτσι να μας
+ γεμίζης πάντα χαρές, κι από τα ξένα ακόμη να μας φέγγης σαν ήλιος
+ που να νυχτώνη και πάλι να χρυσώνεται το χωριό μας. Τι λες κ'
+ εσύ, μάννα.
+
+ Κοίταξε τον τόν ήλιο που θα μας γλυκοφέγγη (δείχτοντας την
+ Αρετούλα), κοίταξε και τον Αυγερινό αντικρύ της (δείχτοντας τον
+ Κράλη).
+
+Δέσπω. Με την ευκή μου, παιδιά μου, με την ευκή μου να είνε, κι ας
+ τονε σκεπάζουν κάποτες τον ήλιο και σύννεφα.
+
+Κωστ. Μαννούλα, τι λες; Άσπρη μέρα μας ξημερώνει και σύννεφα
+ βλέπεις; Καλώς να σε βρω, χρυσή μου γριά, ίσως και μας ξανάμπη
+ στον τόπο της η καρδούλα σου.
+
+Δέσπω. Καλώς να ορίσης, αγώρι μου.
+
+ (Πίνει ο Κωσταντής. Η Αρετούλα πηγαίνει στη Δέσπω).
+
+ Με τις υγειές σου και καλώς όρισες, Κωσταντή μου, και να σε
+ χαιρούμαστε, χρυσέ μου γαμπρέ. Ας την κάμη κι ο Θεός την καρδιά
+ μας πέλαγο, που να βουλιάζουν οι λύπες και ν' αρμενίζουν οι
+ ελπίδες, κι ας μην αράζουνε. (Πίνει η Δέσπω, βγαίνει η Αρετούλα).
+
+Κωστ. Βλέπω, μάννα, και σε ξανανασταίν' η χαρά, και τα γλυκαίνει
+ τα λόγια σου. Μας βαλσάμωσαν οι πονεμένες ευκές σου και
+ μοσκομύρισε το σπίτι παρηγοριά. Παίξτε, παίξτε, μαγεμένα
+ παιχνίδια. Παλικάρια μου, εσείς σηκωθήτε στον τραγουδηστό το
+ χορό. Ας βουήξη η χαρά μας κι ας την ακούσουν οι κάμποι και τα
+ βουνά. Έξω το μαντίλι, αδέρφια, και στο χορό. (Ξαναπαίζουν τα
+ παιχνίδια. Παίρνει ο Κωσταντής ταδέρφια του και τους άλλους και
+ χορεύουν).
+
+Βιολιτζής (τραγουδάει παίζοντας: )
+ Θαμάζουμαι το κρυό νερό,
+
+Κωστ. (τραγουδάει) Το νεραντζοφίλημα.
+
+Βιολ. » Οπόθε κατεβαίνει,
+
+Κράλ. » Νεραντζοφιλημένη.
+
+Βιολ. » Από γκρεμνό γκρεμίζεται,
+
+Σαράντ. » Το νεραντζοφίλημα.
+
+Βιολ. » Στο περιβόλι μπαίνει,
+
+Θαν. » Νεραντζοφιλημένη.
+
+Κωστ. Με μέθησε, μάννα μου, η χαρά σου, κι άλλος άνθρωπος έγινα.
+ Σήκω, γλυκειά μου μάννα, σήκω κ' έμπα κ' εσύ στο χορό. Σήκω, να
+ το δω με τα μάτια μου πως είνε χαρά κι' όχι λύπη της Αρετούλας ο
+ γάμος. (Την τραβάει να χορέψη).
+
+Δέσπω. Ο χορός θέλει νιάτα, παιδί μου, θέλει και νου ανάλαφρο από
+ συλλογές. Κάλλιο νάρθη η νύφη και να μπη στο χορό για τη μάννα
+ της.
+
+Κωστ. Και μάννα και κόρη. Αρετούλα, που είσαι; Ελάτε να μου το
+ δείξετε πως τη νοιώθετε τη χρυσή μας τη μοίρα.
+
+ (Μπαίνει η Αρετούλα, και σμίγει στο χορό με τη Δέσπω).
+
+Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει δένδρα και κλωνιά,
+
+Όλοι (τραγουδάνε) Το νεραντζοφίλημα.
+
+Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει λεμονίτσες,
+
+Όλοι (τραγουδάνε) Νεραντζοφιλημένη.
+
+Κωστ. (ρίχνοντας νομίσματα στους βιολιτζήδες). Να μου ζήτε, και
+ μάννα και κόρη. Από νεραντζιά δε φούντωσε τέτοιο δροσάτο κλωνάρι.
+ Ως τόσο παιδιά μου, νύχτα σαν ετούτη κι από μέρα πιο λαμπερή δεν
+ την είδαν τα μάτια μου. Ως και το φεγγάρι τη ζούλεψε τη χαρά μας.
+ Στην πατινάδα, παιδιά, να το καταλάβη κι ο ουρανός. Κράλη, να το
+ δης το χωριό μας με τ' ολοφέγγαρο, και να μείνη μες στην ψυχή
+ σου.
+
+ Κράλης. Να μας ξανακεράση πρώτα η νύφη, κι ό,τι προστάζεις
+ κατόπι. (Η Αρετούλα κερνάει). Αρετούλα μου, τώρα πια το νοιώθω
+ πως είσαι δική μου· γιατί εγώ το είπα και με κερνάς. Η καινούργια
+ η πατρίδα σου θα τραντάξη με την ομορφιά σου. Κορώνα μου και
+ καμάρι θα σέχω, με του πουλιού το γάλα θα το θρέφω ταγγελικό σου
+ κορμί. Θάρχεται να μας βλέπη ο Κωσταντής, και θα παίρνη μαζί του
+ τα φυλλοκάρδια μας για παρηγοριά της μαννούλας.
+
+Δέσπω. Άμποτες, παιδάκια μου, άμποτες. Αν είχε λόγια ο πόνος της
+ αγάπης, γαμπρέ μου, θα μπορούσα να σου παραστήσω αυτή την ώρα το
+ τι σου δίνω. Την ψυχή μου βγάζω και την αποθέτω στα χέρια σου! Μα
+ είνε μπιστεμένα χέρια, και διαλεγμένα από τον άξιο τον Κωσταντή
+ μου. Αυτό με γλυτώνει και δε βουλιάζω, δεν πνίγουμαι· μόνο
+ δυναμώνω κι ανεβαίνω στα κύματα, και βλέπω ήλιο και φως και χαρά,
+ χαρά για λόγου σου, που θα το καμαρώνης αυτό το στολίδι μας. Αν
+ είχαμε την καλή την τύχη να ζουν οι γονιοί σου, θα είτανε
+ μεγαλείτερη η παρηγοριά μας. Μα δε μας είτανε γραμμένο αυτό το
+ καλό, ίσως για να μας φανερώση πιο καλλίτερα ο Θεός την τρυφερή
+ σου αγάπη.
+
+Κράλ. Να μη συλλογιέσαι άλλο, μάννα, παρά πως το πουλάκι σας θα
+ περάση από τόνα στ' άλλο χρυσό κλουβί. Διπλή έννοια θα το
+ διαφεντεύη σαν τόχω σιμά μου, γιατί παίρνω μαζί μου και τη
+ λαχτάρα σου.
+
+Κωστ. Κράλη μου, είσαι μάλαμα, κ' η ψυχή μου σε χαίρεται. Τη
+ γλυκοπότισες τη μάννα, κ' έγινε δροσοθρεμμένος βασιλικός. Έτσι
+ δροσερή να μένη κ' η αγάπη μας, Κράλη, κ' έτσι αγκαλιαστοί να
+ ζούμε πάντα, κι ας είνε και με το νου. Σαράντη μου και Θανάση,
+ ελάτε, αδέρφια μου, κ' είμαστε βασιλιάδες απόψε. Στην πατινάδα,
+ παιδιά, ομπρός παιχνίδια, και τραγουδάτε μας, παλικάρια.
+
+ (Βγαίνουν τα παιχνίδια, κ' ακολουθούν οι άντρες τραγουδώντας).
+
+ Μια πέρδικα, — μια πέρδικα μονακριβή,
+ Την είχε η μα — την είχε η μάννα στο κλουβί,
+ έρχεται άγουρος την παίρνει,
+ και στα ξένα τηνε φέρνει.
+ Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά,
+ περνούνε χώ περνούνε χώρες και βουνά,
+ μα δε βρήκανε κονάκι,
+ σαν κι αυτό το χωριουδάκι.
+
+
+
+ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στην κάμαρα της Αρετούλας. Στέκεται η Αρετούλα, και κοιτάζοντας
+ κάποτε στον καθρέφτη βγάζει τα διαμαντικά της και τα φλουριά της.
+
+ ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ύστερα ΔΕΣΠΩ
+
+Αρετ. Χρόνος δεν τα φέρνει όσα μιαν ώρα μπορεί και τα φέρνει. Από
+ τη στιγμή που χτύπησε η θύρα, και πήγα ν' ανοίξω, δέκα χρόνια
+ μεγάλωσα. Τι κάνω δε νοιώθω. Τι συλλογιέμαι δεν ξέρω. Είνε δεν
+ είνε τρεις ώρες που τονέ βασάνιζε κρύφιος πόνος το νου μου για το
+ φτωχό το παλικάρι που μου πρωτοείπε της αγάπης τα λόγια, κι
+ άξαφνα πέφτει μια μπόρα, καινούριες έννοιες και παραζάλες, που
+ τον έπνιξαν εκείνον τον πόνο σαν πεταλούδα. Λόγο πια δεν άνοιξε
+ το στόμα της να μου πη για κείνη την τρέλλα η κακόμοιρ' η μάννα,
+ τότες που ανέβηκε με τα μεγάλα τα μαντάτα· πως είτανε, λέει, ο
+ γαμπρός αυτός με ταδέρφια μου, και να βάλω τα νυφικά! Πήγανε να
+ με τρελλάνουνε με τη βιάση τους, και καλά να στολιστώ και να βγω
+ με το δίσκο. Ποιος ξέρει τι κούτσουρο του φάνηκα σαν πρωτοβγήκα
+ μπροστά του! Όσο για μένα, δεν μπορώ και να πω πως δε μ' άρεσε.
+ Σα να τον πόνεσα, κι ας είνε και ξένος. Νά το τό δαχτυλίδι του.
+ Της Βαβυλώνας χρυσό δαχτυλίδι! Πού να είνε ως τόσο η Βαβυλώνα!
+ Πρέπει να είνε πολύ μακριά! Το μέτρησα το μάκρος της με τα δάκρια
+ της μάννας μου. Μα το θέλει ο Κωσταντής, και του Κωσταντή ο λόγος
+ είνε Βαγγέλιο. Είνε, θα πης, και το παλικάρι πονετικό. Ως τόσο η
+ Βαβυλώνα — πού να είνε η Βαβυλώνα! Τι παράξενο όνομα! Αχ η
+ γύφτισσα! η καταραμένη η γύφτισσα! Σήμερα το πρωί μου τα
+ προφήτευε απάνω σ' αυτό το χέρι! Θα πάω, λέει, στα ξένα, μα θα
+ γυρίσω με καράβι που θάχη — έλα, Χριστέ μου! Ανατριχίλα με
+ πιάνει! (Μπαίνει η Δέσπω).
+
+Δέσπω. Τι κάνεις, παιδί μου; ·
+
+Αρετ. Η παραζάλη με λώλανε, καθώς φαίνεται, και παραλαλώ.
+ Κοιτάζοντας αυτές τις πλεξούδες, μαννούλα, έλεγα να σου κόψω μια
+ να σου την αφήσω, να θυμάσαι την Αρετή σου.
+
+Δέσπω. Της μάννας ο νους είναι δεμένος, παιδί μου, με τέτοιες
+ πλεξούδες αριθμητές. Είνε μυριόκλωνο δίχτυ που τόχει η λαχτάρα
+ πλεγμένο, από τη στιγμή που βυζάξη το πρωτογέννητό της ως την ώρα
+ που την αναπάψη ο Χάρος. Κόρη μου, για δάκρια τώρα δεν ήρθα·
+ έχουμε χρόνους και χρόνους για δάκρια κατόπι. Ήθελα να σου μιλήσω
+ δυο λόγια, κι ώρα πιο βολικώτερη δε θα βρω. Αύριο γίνεται η
+ στεφάνωση, και την άλλη ξεκινάτε για το μακρινό το ταξίδι. Είταν
+ κι' αυτό της μοίρας μου, να γίνη ο γάμος σαν το πουλάκι μου
+ πεταχτός. Και καλά να μισέψετε, λέει, την άλλη μέρα. Ας φαγωθούν
+ τα συκώτια μου εμένα κι ας γίνη το θέλημά τους. Θάρθουν ως τόσο
+ ταδέρφια σου ως τη χώρα μαζί σας. Το ξέρω πως θα βρη μιαν ώρα να
+ σε καθοδηγέψη ο Κωσταντής. Μα είνε κάτι πράματα, κόρη μου, που ο
+ γνωστικώτερος αδερφός του κόσμου να τα πη δε φτάνει ο νους του,
+ κι ως τόσο η μάννα τα συλλογιέται και τα βλέπει σαν ταστέρια που
+ φέγγουνε στα μεσούρανα, γιατί τέλος δεν έχει η αγάπη της. Κάθισε,
+ κόρη μου, κι άκου. Ο άντρας είνε το πιο ήμερο αρνάκι που βόσκησε
+ απάνω στη γης, και το πιο άγριο θεριό που τη ρημάζει. Μα το κακό
+ δεν είναι δίχως και τη γιατρειά του. Έχει μια ψιλή ψιλή τριχίτσα
+ στο κεφάλι του κάθε άντρας, και καταπώς την τραβήξη η γυναίκα
+ αυτή την τριχίτσα, πηγαίνει ο καλός της. Την τραβάει κατά την
+ αγάπη; Γυρίζει τότες ήμερα και σε γλείφει ταρνάκι. Τηνέ σέρνεις
+ κατά το πάθος; Σα λιοντάρι ξεχυμίζει να το ξεμερδίση το ταίρι
+ του. Τίποτις άλλο να σου πω δεν έχω, παιδί μου, όλα του κάκου
+ είνε σαν δεν τηνέ βαστάς πιδέξια στο χεράκι σου αυτή την
+ τριχίτσα.
+
+Αρετ. Έννοια σου, μάννα, κι α δεν είνε για την αγάπη του, για τη
+ δική σου την αγάπη θα τα θυμούμαι τα λόγια σου. Ως και του
+ χωρισμού τον καημό μέσα μου θα τον πνίγω να μην κακοκαρδίζω τον
+ άντρα μου.
+
+Δέσπω. Όχι, τίποτας, παιδί μου, τίποτας να μην κρύβης. Τούκρυψες
+ μια καρφοβελώνα; Μια και να το μυριστή, είνε καλός του σπιτιού τα
+ θεμέλια να ρίξη για να τη βρη. Για όνομα Θεού, κόρη μου, τίποτας
+ να μην κρύβης από τον άντρα σου. Τον έχασες, μια και το νοιώση
+ πως έχεις κρυφούς καημούς. Του λες τους καημούς σου; Πάλι τονε
+ χάνεις, και μαζεύεις τρις χερότερα βάσανα στο κεφάλι σου. Κάλλιο
+ να μην έχης καθόλου, καθόλου καημούς. Τι καλό θα σου κάμουν! Και
+ γιατί να χολοσκάνης του κάκου, ακριβή μου. Εσένα η ζωή σου σαν
+ ατάραγο ποτάμι θα τρέχη. Θα σ' αγαπάη ο καλός σου, ό,τι του
+ γυρεύεις δικό σου θα είνε. Α θέλη ο Θεός, θα σας έρθουνε
+ αγγελούδια κατόπι, και θα πλημμυρίση ο νους σας από έννοιες που
+ τις φέρν' η αγάπη. Μην το θαρρής, Αρετούλα, πως θα το παραξηλώσω
+ και γω. Θάχω και γω ταδερφάκια σου να με παρηγορούν, έχω και του
+ Κωσταντή μας το τάξιμο, πως θα σε φέρη κοντά μου ανίσως και
+ πάθουμε τίποτις. Είνε τώρα μεσάνυχτα περασμένα. Πήγαινε να
+ συχάσης, παιδί μου, να μη φαίνεσαι κι αύριο αποσταμένη. Ταδέρφια
+ σου θα γλεντίζουν ως το ταχύ. Εγώ με τη Γαρουφαλιά και με τις
+ άλλες γειτόνισσες τα βολέβω, και θα τάχουμε μια ομορφιά όλα
+ πριχού να φέξη. Καληνύχτα σου, ακριβή μου.
+
+Αρετ. Καληνύχτα, μαννούλα, μα να μου το τάξης πως θα πλαγιάσης και
+ συ λιγάκι.
+
+Δέσπω. Έννοια σου, έννοια σου, αγάπη μου. (Μονάχη της). Θα
+ πλαγιάσω η δόλια μια και καλή. (Βγαίνει).
+
+
+
+ ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στα ξώχωρα του χωριού κοντά στην Αγιά Μαρίνα. Νύχτα· φεγγάρι.
+
+ ΣΤΕΦΑΝΗΣ, ύστερα ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ
+
+Στεφ. Μ' έδιωξαν τα παιχνίδια! Μ' έδιωξε η χαρά! Ως εδώ μ' έδιωξε,
+ ως στης Αγιά Μαρίνας τη γειτονιά. Με φωνάζανε να μπω στην παρέα
+ και να τους τραγουδώ! Αν είχα φωνή για τραγούδι, θα την έκανα
+ βροντή που να τους σκορπάη κατάρες. (Παίζουνε μακριά τα
+ παιχνίδια). Τακούγω, ακόμα τακούγω! Με κυνηγούνε, με κυνηγούν οι
+ χαρές τους! Φείδια έγιναν οι χαρές τους και σφυρίζουν κατόπι μου.
+ Να φύγω, να φύγω να μην τακούγω. Στα δάση να σύρω, να γίνω θεριό,
+ να πιάνω ζευγαρωμένα πουλιά και να τα σπαράζω. Φωτιά να γίνω και
+ να καίγω τους κάμπους, που ν' ανεβαίνη ο καπνός να σκεπάζη τον
+ ουρανό, και ψυχή πια να μη βλέπη παρηγοριά. Να μην το βλέπη πια
+ κανένας το γιγαντένιο αυτό το ψέμα, τον ουρανόν αυτόν, που την
+ είδε ξάστερη την αγάπη μου, που τον είδε τον μεγάλο καημό μου, κι
+ ως τόσο έμεινε λαμπερός κι ασάλευτος, σα να μην έσβυσ' ένα
+ αστέρι, σα να μη ράγισε μια καρδιά. Είνε, λέει, καμωμένες οι
+ καρδιές για να σκάνουνε! Να σκάση λοιπόν κι ο ουρανός και να γίνη
+ θρούβαλα! Να πλαντάξη ο κόσμος και να ξολοθρευτή. Ψυχή να μην
+ απομείνη, να μας τσαμπουνίζη πως βασιλεύει αλήθεια και δίκιο και
+ πως νικάει η αγάπη.
+
+ Της άνοιξα σα μωρό παιδί την καρδιά μου. Άγγελος μονάχος. Της
+ φανέρωσα όλη μου τη λαχτάρα. Είπε κι όχι, είπε και ναι. Φαρμάκι
+ το όχι της, φαρμακωμένο το ναι της! Μήνυσα δυο λόγια της μάννας,
+ ίσως και συμπονέση, σα μάννα που είνε. Να τος ο πόνος της!
+ Πατινάδα έγινε και πήρε τους δρόμους, να μου τον απολωλάνη το νου
+ μου.
+
+ Τακούγω τα παιχνίδια! τακούγω τα ξεφαντώματα! Εκατό χηρώνε
+ μυρολόγια δε σπαράζουν καθώς αυτά τα τραγούδια!
+
+ Τρέλλα με συνεπαίρνει! Πέφτω, πέφτω, γκρεμνιούμαι, και τέλος δε
+ βρίσκω. Κατακέφαλα πέφτω, τώρα λέγω πως θα κατακρίσω με τους
+ βράχους και θα σκορπιστούν τα μυαλά μου, κι ως τόσο πετραδάκι δεν
+ ανταμώνω μες στατέλειωτα βάθια. Σαν το πουλί τριγύρω στο φείδι
+ στρεφογυρίζει ο νους μου. Αχ, και να είταν ο Χάρος αυτό το φείδι!
+ Είνε ο πόνος, ανάθεμά τον, ο πόνος! Ο κόσμος όλος πεθαίνει, κι
+ αυτός βασιλεύει. (Συλλογιέται). Να τους σκοτώσω, θα πης! Να τους
+ σκοτώσω, να βουβαθούν αυτές οι χαρές. Ψεύτρα, παρηγοριά! Που
+ σκοτώνει του αλλονού τη χαρά, ζωντανεύει τον πόνο του. Απελπισιά,
+ απελπισιά, και τίποτις άλλο. Αυτή θα είνε η αγάπη μου εμένα. Θάχω
+ τη σπαραχτική της φωνή για τραγούδι μου, και για προσκέφαλό μου
+ την παγωμένη της αγκαλιά. (Καθίζει σε πέτρα). Μα αν έρχουνταν
+ τώρα τάφταιγο το κορίτσι να πη πως τον ξέφυγε τον ξένο, πως τους
+ άφησε κ' ήρθε να φύγη μαζί μου, να ζήση μαζί μου, πως δε βάσταξε
+ να μ' αφήση έρμο και μονάχο! Ποιος λέει πως είνε αδύνατο τέτοιο
+ θάμα, πως τέτοια ελπίδα είνε κι από την τρέλλα μου μεγαλήτερη
+ τρέλλα! Ποιος δεν είδε παράξενα και παράλογα όνειρα, κι ως τόσο
+ αληθέψανε. Μηγαρίς αν τα έβλεπα στον ύπνο μου πως θαγαπήσω, και
+ πως θα μου φέρουν από τη Βαβυλώνα φαρμάκι να με ποτίσουνε, θα το
+ πίστευα; Ας γύρω, ας γύρω κι ας παρακαλέσω τον Ύπνο να με πάρη
+ στη μαύρη του αγκαλιά. Σώπασαν τα παιχνίδια. Μια κόρη δε με
+ λυπήθηκε, ίσως ο Ύπνος με λυπηθή.
+
+ (Πλαγιάζει. Στον ύπνο του παρουσιάζεται η Αγιά Μαρίνα με την όψη
+ της Αρετούλας).
+
+Αγ. Μαρ. Όνειρο γύρεψες, κι όνειρο σου φέρνω, εσένα που, αν τα
+ πίστευε τα λόγια σου εκείνος που μ' έστειλε, θα σε γκρέμιζε ίσια
+ στη Κόλαση, να ταγίζης δαιμόνους με τη χολή σου. (Ο Στεφανής
+ απλώνει τα χέρια στον ύπνο του). Μην ταπλώνης τα χέρια σου. Να
+ καθαριστούνε πρώτα αυτά τα χέρια με τάγιο μύρο του μαρτυρίου.
+ Κοιτάζεις την όψη μου, κι ο νους σου λαφροπετάει στην
+ καταφρονεμένη σου την αγάπη, που την έχεις ιερώτερη κι απόνα
+ μαρτύριο. Βλέπε κάλλιο το στεφάνι που φέγγει γύρω στο πρόσωπό μου.
+ Κάλλιο άκουγε τον πόνο που βγαίνει με τη φωνή μου. Πόνο μήτε για
+ σένα μήτε για μένα, μόνο για τους μύριους που θα τους σκεπάση
+ αυτό το χώμα. Ως πότε θα συλλογιέται ο ταπεινωμένος αυτός λαός το
+ τιποτένιο του το εγώ, σα να μην είνε στημένος σε μαρτύρων
+ αμέτρητα κόκκαλα; Ως πότε το κάθε παιδί του θα κατρακυλάη μαζί με
+ τα θολωμένα νερά που τον πλημμυρίζουν; Ανασήκωσε το κεφάλι σου
+ και δες γύρω σου τους μισοπνιγμένους, κι άπλωσε χέρι να τους
+ γλυτώσης. Λησμόνησε το εγώ σου, και θυμήσου τα βασανισμένα
+ ταδέρφια σου. Φέρνε τους τη χαρά, να φεύγη ο πόνος σου. Αγάπησε
+ τον κόσμο, νάχης αγάπη που ζούλια δεν ξέρει, που όλος ο κόσμος να
+ την κλονίση δε σώνει. Εγώ είμαι η Αρετούλα σου, ναι. Μα δε με
+ γέννησε Δέσπω εμένα. Ο αρραβωνιαστικός μου έμενα είνε απάνω, τόσο
+ απάνω που μήτε τόνειρό σου δεν τονέ φτάνει. Είνε ταστέρι της
+ καλωσύνης ο ουράνιος αυτός ο γαμπρός. Η αγάπη του όρια δεν έχει.
+ Όλο τον κόσμο τονέ χωρεί η καρδιά του, ως και την Κόλαση με τους
+ μύριους και μύριους αμαρτωλούς της. Στόματα γυρεύει να κηρύξουνε
+ στη γης την αληθινή την αγάπη, χέρια γυρεύει να βοηθήσουν τα
+ τυραννισμένα παιδιά του.
+ Φόρεσε τα μαύρα τα σημάδια της αγιωσύνης, και γύριζε μέσα στο
+ δύστυχο το χωριό μας που ο χάρος είνε γραμμένο να το κάμη φωλιά
+ του. Άπειρο είνε το θανατικό που τοιμάζει, κι άπειρη αγάπη
+ χρειάζεται. Σήκω και πάρε της αληθινής της αγάπης το μαύρο το
+ δρόμο.
+
+ (Φεύγει η Άγ. Μαρίνα).
+
+Στεφ. (Σηκώνεται και κοιτάζει γύρω του). Αλήθεια είταν ή όνειρο;
+ Πρόσωπο της Αρετούλας, μα στάση, φορέματα, στεφάνι, σαν της Αγιά
+ Μαρίνας την εικόνα, εκεί στο ξωκκλήσι. Φωνή γυναικήσια με λόγια
+ Θεού. Λόγια που τονέ σκορπίσανε σαν ανάλαφρη μούχλα τον πόνο μου.
+ Μένει περίλυπη η καρδιά, μα η απελπισιά πια δεν τα χτυπάει εκεί
+ μέσα τάγρια φτερά της. Καθούμουνα κι άκουγα σα φταιξιάρης. Αρνί
+ αθώος θαρρούσα πως είμουν, κι αυτή ανήμερο θεριό με ζουγράφησε.
+ Μάρτυρας, και δαίμονα μ' έκαμε! Πώς την έχασα την καλοτυχιά μου,
+ κι ως τόσο μου την παράστησε αθάνατη την καλοτυχιά, γιατί
+ [θρέφεται
+ με του κόσμου τα βάσανα. Μιλούσε σα να τριγύριζαν τον τόπο μας
+ μεγάλα δεινά. Για θανατικά μου μιλούσε. Δίχως άλλο η Αγιά Μαρίνα
+ είταν κ' ήρθε να με γλυτώση δείχτοντάς μου της αγάπης το δρόμο.
+ Μαύρο δρόμο τον είπε. Μαύρα τα είπε και τα σημάδια της αγιωσύνης.
+ (Συλλογιέται). Τα ράσα, τα ράσα θα με γλυτώσουνε. Μ' αυτά θα
+ πηγαίνω να την παρακαλώ για ψυχές που θα φτερουγίζουνε στον άλλο
+ τον κόσμο παράκαιρα. Δίχως άλλο, φοβερό κακό μας προσμένει. Το
+ πιστεύω εγώ αυτό καθώς πιστεύω τη χάρη της. Λόγο δεν έβγαλε που
+ δεν είχε της αλήθειας τη δύναμη. Συφορά, συφορά θα μας έρθη. . .
+ Ίσια στη χώρα, στη Μητρόπολη ίσια κ' ίσια. Εκεί θα γίνη εμένα ο
+ γάμος μου. Έχε γεια, Κόσμε, με τα καλά σου, ζήτησα να τα κάμω
+ δικά μου και σαν άμμος γλίστρησαν από τα δάχτυλά μου ανάμεσα.
+ Πηγαίνω σε κόσμο, που αν δεν έχη τις χάρες σου, έχει όμως
+ αλάθευτο γιατρικό για τα βάσανά σου.
+
+ (Περνάει ο Κεριάκος με μουλάρι ομπρός του).
+
+Κερ. Τρέχα, έρμο, που ακόμα δεν άρχισες και μου κάνεις και νάζια.
+ Τρέχα να μη σου τα κάμω χρυσάφι τα μπούτια σου. (Χτυπάει το ζω).
+ Τρέχα, καψούλικο, τώρα που τόχουμε το φεγγάρι. Κουνήσου, ανάθεμά
+ σε, ψοφήμι. (Βλέπει το Στεφανή). Καλησπέρα, αφεντικό. — Στάσου,
+ τσαναμπέτικο, στάσου! — Πώς σου φαίνεται το φεγγάρι, αφεντικό; Θα
+ τόχουμε ώσπου να φέξη ή θα μας μαζέψη σύννεφα πάλε; — Στάσου που
+ να σε πάρ' η κατάρα!
+
+Στεφ. Καλησπέρα, Κεριάκο. Μη φοβάσαι για τον καιρό. Κι α θέλη ο
+ Θεός;
+
+Κερ. Για τη χώρα, να φέρω κι άλλα ζα της νύφης και του γαμπρού.
+ Πάσκισα να στείλω το γιο μου για να φάγω και γω κεσκέκι, μα δεν
+ της ήρθε της Κερά Δέσπως. Θέλει, λέει, να τάχη την άλλη μέρα
+ σίγουρα, γιατί βιάζουνται. Αλλονού παπά Βαγγέλιο πάλε αυτός ο
+ γαμπρός. Να μη σου δίνη, λέει, καιρό μήτε να χορέψης. Ας το
+ χαίρεσ' η αφεντιά σου, που θα είσαι δω αύριο. Ως τόσο να μην
+ είσαι με την παρέα! Τον κόσμο χαλάνε στην πίσω την ενοριά.
+
+Στεφ. Είμαι για ταξίδι και γω. Και γω για τη χώρα. Πάμε μαζί. Πόσα
+ είνε ταγώγι σου;
+
+Κερ. Αφεντικό, παζάρια δεν κάνω. Το ξέρεις το ζω μου. Σαν κοκκώνα
+ πηγαίνει. Παραπάτημα τι θα πη δεν το ξέρει. Είν' από σόγι κι
+ αυτό.
+ Ο κύρης του είταν ο μεγαλήτερος γάδαρος του χωριού. — Στάσου
+ ανάθεμά σε, παλιοψοφήμι! — Παζάρια δεν κάνω, αφεντικό. Κοίταξέ
+ το, που και καλά να ξεκινήση γυρεύει.
+
+Στεφ. Σου δίνω ένα φλουρί, σου δίνω κατόπι και την ευκή μου,
+ Κεριάκο.
+
+Κερ. Ας είσαι καλά για το φλουρί, αφεντικό, μα η ευκή από πού κι
+ ως πού;
+
+Στεφ. Είταν παπάς ο πατέρας μου, Κεριάκο· γιατί τάχατες να μην
+ παπαδέψω και γω;
+
+Κερ. Είταν παπάς, και καλός παπάς ο μακαρίτης, αφεντικό. Δεν τα
+ ξέχασ' ακόμα τα λόγια του τότες που χήρεψα κ' έμεινα με δύο
+ ορφανά στο πλευρό μου. Μα του λόγου σου, αφεντικό, παπάς, τέτοιο
+ παλικάρι!
+
+Στεφ. Ίσια ίσια παλικάρια χρειάζεται κι ο Θεός, καλέ μου Κεριάκο.
+ Πάω να δώσω στο Θεό τη ζωή μου, και να το πης και στους δικούς
+ μου σα μεταγυρίσης, να ξέρουν πού είμαι. Γλήγορα θα με ξαναδούν.
+ Αλλοίμονο, και γλήγορα θα με χρειαστούν. Κάμε το σταυρό σου,
+ Κεριάκο, γιατί μας έρχεται μεγάλο θανατικό. Κατέβηκε η Αγιά
+ Μαρίνα στον ύπνο μου και μου το φανέρωσε.
+
+Κερ. (Αφίνει του χαλιναριού το σκοινί και σταυροκοπιέται). Τη χάρη
+ της νάχουμε! Τι 'νε τούτα που ακούγω! Νά γιατί με ξεκούφανε απόψε
+ κι ο σκύλος! Τα παιχνίδια περνούσαν, κι αυτός δος του κι
+ ούρλιαζε, όλο ούρλιαζε. Έσκυψε κ' η κόρη μου να πάρη την αληκάτη
+ της, και τι να δη σιμά στο λυχνάρι! Το καθρεφτάκι της καταγής,
+ και μέσα το πρόσωπό της! Τη χάρη σου νάχουμε, Άγια Μαρίνα μου, ή
+ βουρκόλακας είνε ή θάνατος. — Στάσου, παλιομούλαρο, που να σε
+ κόψη περίδρομος.
+
+Στεφ. Κουράγιο. Κεριάκο μου, κ' έχει ο Θεός. Μη χασομερούμε ως
+ τόσο. Πάμε, και στο δρόμο τα λέμε. Ίσως μας λυπηθή ο
+ Μεγαλοδύναμος. Ίσως μας στέλνει αυτά τα μηνύματα να μας
+ φρονιμέψη. Τράβα το ζω σου, κι ανεβαίνω κάτω κει στην πεζούλα.
+
+ (Ξεκινούν).
+
+Κερ. (Από μακριά). Τρέχα, γουρσούζικο, τρέχα που μου λιμπίστηκες
+ αγκάθια τέτοιες ώρες και συ.
+
+
+
+ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως. Αυγή.
+
+ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ
+
+Περμ. (Στο κατώφλι της). Πού είσαι; Σε κουκούλωσε και πήγε το
+ πάπλωμα σήμερα, που να σε κουκουλώση ο χάρος! Το χωριό άνω κάτω,
+ και συ παράθυρο ακόμα δεν άνοιξες. (Ανοίγει της Πιπινιώς το
+ παράθυρο).
+
+Πιπ. Καλημέρα.
+
+Περμ. Να τα καλύψης. Κατέβα να σου τη μαυρίσω τη ράχη σου, που μια
+ φορά πήγες να μυριστής και συ αρραβώνα, και πήγε στραβά η μύτη
+ σου σαν τη μούρη σου.
+
+Πιπ. Και δεν το βλέπεις, κουτόμυαλη; Δε βλέπεις πως το φοβήθηκαν
+ το παπαδοπαίδι και μάνη μάνη τα ταιριάξανε μ' αυτόν τον ξένο, μην
+ τύχη και ρεζιλευτή το κορίτσι; Έννοια σου δα, και σαν πήγα και γω
+ στα παιχνίδια, να! — τα είχα στημένα ταυτιά μου. Κάτι άκουσα, κ'
+ έννοια σου.
+
+Περμ. Και πότες βγήκες εσύ ψεύτρα να βγης και τώρα!
+
+Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη! Κάθεσαι τώρα και συλλογιέσαι ποιος
+ τάννοιωσε και ποιος δεν τάννοιωσε, και δε συλλογιέσαι πως γίνεται
+ μεγάλος γάμος στη γειτονιά. Κ' έχουμε να δούμε δουλειές και
+ δουλειές! Όπου κι αν είνε αρχινάει το στολίδι της νύφης.
+
+Περμ. Συλλογιέσαι το γλέντι, και δεν πάει ο νου σου στα χάλια της
+ δόλιας αυτής αρχόντισσας, που έχει μαθές ψυχή κι αυτή. Χίλια
+ μεταξωτά σεντόνια και παπλώματα δεν τη σκεπάζουν την πίκρα του
+ χωρισμού.
+
+Πιπ. Το βόλεψαν κι αυτό και μη σε μέλη. Όλα τάκουσα και τα ξέρω.
+ Να τα είχα ταυτιά μου στο μαγερειό, σαν έφυγαν τα παιχνίδια.
+ Άνοιγε τις τσίπες με τη ματσόβεργα και τάλεγε της Γαρουφαλιάς η
+ μάννα της Αρετούλας. Ως το πρώτο λάλημα παρεστέκουμουν κι
+ ανακάτωνα το κεσκέκι.
+
+Περμ. Μωρή καλά και μου είπες για λάλημα πετεινου. Είδες εσύ,
+ λέει, να σηκώνεσαι από το στρώμα και ν' ακούς την όρνιθά σου να
+ κακναρίζη πρωί πρωί! Και να της φωνάζω, κι αυτή όλο να κακναρίζη!
+ Πήγα και την έσφαξα την έρμη πρι να μας έρθη κανένα κακό.
+
+Πιπ. Καλά 'καμες, καημένη, γιατί ξέρεις τι; Δε μ' αρέσει καθόλου
+ το προψεσινό τόνειρο της κερά Δέσπως, που τόλεγε της Γαρουφαλιάς
+ σα σηκώθηκε. Κι όσο το συλλογιέμαι, το πετσί μου ανατριχιάζει. Σα
+ να μισοφοβήθηκε, θαρρώ, κι η αφεντιά της, και ρώτηξε το γιο της
+ τον Κωσταντή, πως ανίσως κ' έρθη πίκρα για χαρά, ποιος θα τηνέ
+ φέρη πίσω την Αρετούλα. Και της έταξε, λέει, ο Κωσταντής πως ό,τι
+ κακό κι αν τους έρθη, θα πάη αυτός να τη φέρη πίσω, κ' έτσι
+ σύχασε, λέει, η καρδιά της. Ως τόσο ακούγω σύρτα φέρτα από τώρα
+ μες στην αυλή τους.
+
+Περμ. Χμ! Έβγα τρέχα μην τύχη και σε ξεχάσουν, που ψυχή δεν
+ αφίνεις απείραχτη μες στη γειτονιά. Τρέχα, και τα λαχτάρησε η
+ κερά Δέσπω τα μούτρα σου. Άλλη έννοια, βλέπεις, δεν είχε κι άλλη
+ χολή τέτοια μέρα.
+
+Πιπ. Μωρή ζουλεύεις, ζουλεύεις και μου τα λες αυτά.
+
+ (Χτυπάει τους γρόθους της στραβομουριάζοντας, κ' η Περμαθιώ της
+ δίνει τύφλες).
+
+
+
+ ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στο χαγιάτι της κερά Δέσπως. Η νύφη κάθεται στο μιντέρι
+ χαμηλοβλεπούσα, και τη στολίζουνε κορίτσια.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ΚΟΡΙΤΣΙΑ, ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ, κατόπι
+ ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΔΕΡΦΙΑ και ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ απέξω.
+
+Κορίτσια (τραγουδούν).
+
+ Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα,
+ Σήμερα στεφανώνεται αϊτός την περιστέρα.
+
+Δέσπω. (Σιγανά της Γαρουφαλιάς). Αχ, αϊτός μαθές είνε, και την
+ αρπάζει την ακριβή μας και πετάει απάνω από κύματα κι από βουνά
+ να τη σφαλήξη μες στη φωλιά του την πλουμιστή μας την περιστέρα.
+
+Γαρουφ. Να μη σ' ακούση, κερά μου, το κορίτσι, και στάξη δάκριο
+ απάνω στα νυφικά της. Κοίτα την, κερά μου, και πες μου αν είδες
+ ποτές σου τέτοιον ήλιον να λαμπροφέγγη. (Αψά). Τραγουδάτε,
+ κορίτσια, που να σας δω νύφες και σας σαν τη ζουλεμένη την
+ Αρετούλα.
+
+Κορίτσια (τραγουδούν).
+
+ Όντας σε γέννα η μάννα σου, ο ήλιος εκατέβη
+ Και σούδωκε την ομορφιά, και πάλι ματανέβη.
+
+Πιπ. (από την πόρτα, χαμηλά). Μωρή είδες εσύ ποτές σου τέτοιο
+ ματόφρυδο;
+
+Περμ. Σκάσε, ν' ακούσουμε τα τραγούδια, μωρή.
+
+Δέσπω (χαμηλά της Γαρουφαλιάς). Σα ψέματα μου φαίνουνται όλα,
+ Γαρουφαλιά μου! Είμαι σαστισμένη, και δεν το νοιώθω το μαχαίρι
+ που στα βάθια με σφάζει. Το ξέρω πως κομμάτια με κόβει, κι ως
+ τόσο πόνο δεν νοιώθω. Πέτρα έγινα, και μήτε στάλα δάκριο δε
+ στάζουν τα μάτια μου.
+
+Γαρουφ. Ο Θεός μας τη δίνει αυτή τη χάρη, κερά μου, σαν πλακώνουνε
+ μεγάλοι καημοί. Είνε μεγάλος ο πόνος σου, κερά Δέσπω, μα στοχάσου
+ μια και τι χαρές που σ' απαντέχουνε σα μεταγυρίση καμιά μέρα ο
+ Κωσταντάκης και τη φέρη με το πρώτο πρώτο αγγονάκι σου. Τι γελάτε
+ εσείς, μαριολοκόριτσα. που ο νους σας είνε πιώτερο στους γαμπρούς
+ παρά στις νύφες; τάχα να σώθηκαν τα τραγούδια σας;
+
+Κορίτσια (τραγουδούν).
+ Εσένα νύφη πρέπει σου κορώνα στο κεφάλι.
+
+ (Μπαίνει ο Κωσταντής).
+
+Κωστ. Ακόμα εσείς; Έρχουνται τα παιχνίδια. Ο γαμπρός και η παρέα
+ στην εκκλησιά. Πάνε να καούν οι μισές λαμπάδες.
+
+Γαρουφ. Ένα τραγούδι ακόμα, κυρ Κωσταντάκη, και τελειώνουμε. Είνε
+ της μάννας αυτό το τραγούδι.
+
+Κωστ. Μαννούλα, βασιλιάς γίνουμαι να σε βλέπω έτσι χαρούμενη.
+ Κοίτα την τη νυφούλα πως καμαρώνει κι αυτή. Να τακούσουμε και το
+ τραγούδι της μάννας, ας πέση κ' η χρυσή αυτή βροχή να μας ράνη.
+
+Δέσπω. Πήτε το σεις για τα μένα, κορίτσια. Πήτε το σεις με τη
+ λυγερή σας φωνή. Κάλλιο να τον ακούγω τον καημό μου και να
+ παρηγοριέμαι, παρά να τον τραγουδώ και να πικραίνω κι άλλες
+ καρδιές.
+
+Γαρουφ. (του Κωσταντή). Ας το πουν, ας το πουν τα κορίτσια. Καλό
+ θα της κάμη, κυρ Κωσταντή, καλό θα της κάμη.
+
+Κορίτσ. (τραγουδούν).
+
+ Ανοίξαν οι εφτά ουρανοί, τα δώδεκα Βαγγέλια,
+ Και πήραν το παιδάκι μου από τα δυο μου χέρια.
+
+Γαρουφ. (ραντίζοντας με ροδόσταμα τη νύφη και τους άλλους). Έτσι
+ να σας περεχούν οι καλοτυχιές, χρυσή νυφούλα, και διαμαντένια
+ Δέσπω, κι αργυρέ Κωσταντή. (Ζυγώνουν τα παιγνίδια). Σηκωθήτε πια
+ κ' ήρθ' η ώρα. Στο καλό και να μας πολυχρονίσουνε. (Έρχουνται ως
+ την πόρτα τα παιχνίδια με το Σαράντη, το Θανάση, και μέρος της
+ παρέας. Βγαίν' η νύφη με τα κορίτσια, ακολουθάει η μάννα με τον
+ Κωσταντή, τις γειτόνισσες κλ. Την ώρα που βγαίνει η νύφη,
+ ακούγουνται τα τραγούδια των βιολιτζήδων απέξω).
+
+ Ώρα καλή να δώση ο Θιός
+ Και των αγιώνε η χάρη,
+ Να φέγγης πάντα λαμπερή
+ Σαν ταργυρό φεγγάρι.
+
+
+
+ ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Τα ίδια.
+
+ ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ
+
+Γαρουφ. (μονάχη της). Είδα πολλούς γάμους, μα σαν και τούτον άλλο
+ δεν είδα. Πιώτερες κλάψες παρά χαρές. Το φαρμάκεψαν τα δάκρια
+ αυτό το ροδόσταμα. Δεν την καταλαβαίνω μα το ναι τέτοια βιάση.
+ Αντίς να τη συνηθίσουν την κακόσυρτη την αρχόντισσα στον καημό
+ της, να πηγαίνουνε να τη σπαράζουνε μέσα σ' ένα μερόνυχτο. Καλά
+ δα που βρέθηκα και γω να της δώσω λίγη βοήθεια. Τι θάκανε δίχως
+ εμένα και γω δεν ξέρω. Μάτι δε σφαλήξαμε όλη νύχτα. Κι απόψε πάλε
+ τα ίδια.
+ Όσο για το ταχύ, ο Θεός πια να μας λυπάται. Αν το βαστάξη η
+ αρχόντισσα κι αύριο, από χάρο πια φόβο δεν έχει. Η Παναγιά να τη
+ δυναμώνη τη δόλια, να μην της έρθη και τίποτις. (Μπαίνει ο
+ Κεριάκος). Από πού ξεφύτρωσες εσύ τώρα! Να μην τάφερες τάλογα από
+ κανένα χωριό;
+
+Κερ. Τι χωριό και τι ξεχωριό! Οληνυχτής ταξίδευα με το φεγγαράκι.
+ Πρι να προβάλη ο ήλιος ξεκίνησ' από τη χώρα, και να 'μαι τώρα.
+ Αμέ τι θαρρείς; Έτσι μονάχα, θα γίνεται γάμος και γω θα γυρίζω \
+ μες στα βουνά;
+
+Γαρουφ. Και δε μου λες πως ξεμωράθηκες και συ στα γεράματά σου;
+
+Κερ. Στα γεράματά μου εγώ είδα δυο μεγάλα θάματα. Ένα, να
+ τρελλαίνεται ο κυρ Κωσταντής και να φαρμακώνη τη μάννα του, κι
+ άλλο, να καλογερεύη ο Στεφανής.
+
+Γαρουφ. Ο Στεφανής!
+
+Κερ. Ναι, ο Στεφανής· το μορφοπαίδι που την αγαπούσε την Αρετούλα,
+ και πήγε να σκάση από το κακό του, κ' ήρθε, λέει, η Αγιά Μαρίνα
+ στον ύπνο του και του είπε να γίνη καλόγερος, γιατί θα χρειαστή
+ παπάδες ο τόπος με το θανατικό που μας έρχεται.
+
+Γαρουφ. Τρελλάθηκες, Κεριάκο!
+
+Κερ. Μακάρι να είταν τρελλού φαντασιά, κι όχι κορμί σπαρταριστό, ο
+ Στεφανής που καβαλίκεψε το μουλάρι μου και κατέβηκε στη
+ Μητρόπολη. Μακάρι να είταν της χολής του σταλαματιά τόνειρό του
+ εψές αργά πρι να μ' ανταμώση, μακάρι να είταν ίσκιωμα, και να μην
+ τάβλεπα με τα μάτια μου τέσσερα λείψανα στη χώρα που τα
+ κουβαλούσαν πρωί χαραυγή, να μην τα δη ο κόσμος κι αποτρομάξη.
+
+Γαρουφ. Χριστέ μου και Παναγιά μου! Τι μαύρες μέρες μας απαντέχουν
+ και τι κακό μας ζυγώνει! Αμέ και τι νοιαζούμαστε γάμους, και δεν
+ αρχινούμε τα μυρολόγια! Πώς δεν την αφίνουμε την αρχόντισσα να
+ μυρολογάη και να δέρνεται, να συνηθίση κι αυτή κι εμείς για τα
+ χερώτερα που μας έρχουνται. (Συλλογιέται). Μάτια τέσσερα,
+ καημένε, λόγος να μη σου ξεφύγη. Να ξεκινήση πρώτα η νύφη και να
+ γλυτώση από το χάρο, αν είνε γραμμένο να φτάση ως εδώ το δρεπάνι
+ του. Στη χώρα δεν κονεύουνε μήτ' ένα μερόνυχτο. Πολύ φόβο δεν
+ έχουν εκεί. Μ' αν τακούση η κερά Δέσπω, θα την πιάση τρομάρα. Εσύ
+ και γω να τα ξέρουμε μονάχοι μας. Ακούς;
+
+Κερ. Έννοια σου δα κι άχυρα δεν τρώγω. Μόνο μια χάρη, Γαρουφαλίτσα
+ μου. Να μου δώσης του γάμου φαεί. Ψοφώ της πείνας.
+
+Γαρουφ. Σύρε να περιδρομιαστής κάτω στο μαγερειό, που ο χάρος μας
+ τριγυρνάει και συ για την κοιλιά συλλογιέσαι. (Βγαίνει ο
+ Κεριάκος). (Μονάχη της). Κι ο καημένος ο Στεφανής! Κάτι σα να
+ μυρίστηκα και γω στης Καλαματιανής το νυχτέρι. Αχ, και τι κόσμος!
+ Πέτρα πάνω στην πέτρα κατακυλάνε τα πάθια του στο κεφάλι σου, και
+ νου δε σου αφίνουνε να τον καλονοιώσης το χαλασμό που γίνεται
+ ολοτρόγυρα. Τι κόσμος, τι κόσμος! (Βγαίνει).
+
+
+
+ ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Ταποταχύ πρωινή. Στην αυλή της Δέσπως.
+
+ ΚΡΑΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ύστερα ΚΕΡΙΑΚΟΣ, ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΔΕΣΠΩ,
+ ΑΔΕΡΦΙΑ.
+
+Κωστ. Το γλέντι πήγε ως την ώρα καλά, χρυσέ μου γαμπρέ, κ' η γριά
+ μας ύστερ' από τη στεφάνωση ξαναχόρεψε κιόλας. Μα σήμερα μας
+ ξημερώνει δύστροπη μέρα, και δύστροπη την κάνουν κάτι αναποδιές
+ που δε βγαίνουν κι από το χέρι μας. Ακούγω πως στη χώρα μεγάλο
+ θανατικό, και μια να το πάρη ταυτί της γριάς, θάλασσα, όλα. Εγώ
+ λέω, εμείς ταδέρφια για καλό κακό ναπομείνουμε σιμά της και να μη
+ σας συντροφέψουμε. Τραβήξτε σεις μονάχοι, κι από τάλογα ίσια στο
+ καραβάνι.
+
+Κράλης. Και πούθε ήρθαν, Κωσταντή, αυτά τα μαύρα μαντάτα;
+
+Κωστ. Ο αγωγιάτης μας τάφερε. Το είπε της θεια Γαρουφαλιάς, κι
+ αυτή σαν τονέ σταύρωσε το γέρο να μην το πη κανενού, και της
+ έταξε ο γέρος πως θα μείνη κρυφό, το φύλαξε μέσα της βαθιά βαθιά
+ σαν πετραδάκι στον πάτο της θάλασσας. Μα το πετραδάκι άρχισε να
+ μεγαλώνη, και μεγάλωσε, μεγάλωσε, ώσπου έγινε βουνό κι ανέβηκε
+ και πρόβαλε απόξω μεγάλο μεγάλο ίσια μ' ένα νησί! Ο Θεός μας
+ λυπήθηκε κι άλλος δεν την άκουσε εξόν από μένα. Την έδιωξ' από το
+ σπίτι πριν ξεσπάση και μας ξετινάξη καπνούς και φλόγες αυτό το
+ βουνό. Εμείς τώρα πρέπει να μείνουμε στη μάννα κοντά. Πήγα και
+ της είπα πως για παρηγοριά της θα μείνουμε.
+
+Κράλης. Αδερφέ μου, ό,τι σου λέει η μεγάλη σου γνώση.
+
+Κωστ. Γλήγορα θα μ' έχης στο καλορρίζικό σου, και τότες — πρώτα ο
+ Θεός — ταποσώνουμε το ξεφάντωμα. Να ο Κεριάκος με τάλογα όξω.
+ Κατεβαίνουν κ' οι γυναίκες. Από την αυγή συγυρίστηκαν όλα.
+
+Κράλης. Ας πάγω να φιλήσω το χέρι της μάννας, κ' ύστερα σέρνω γω
+ παραμπρός, να μην πολυβαστάξη το βάσανο. Αυτές οι δουλειές
+ χρειάζουνται γληγοράδα. (Πηγαίνει μέσα ο Κράλης. Φαίνεται στην
+ οξώπορτα ο Κεριάκος).
+
+Κωστ. Έτοιμα όλα. Κεριάκο;
+
+Κερ. Όξω είνε τάλογ' αφεντικό, κι όλα τα προικιά φορτωμένα.
+ Έχουμε, λέει, και κρύους κεφτέδες για το μισό το δρόμο.
+
+Κωστ. Αυτό σώνει για να γίνουν αστραπή τάλογά σου ως τα μισά. Πάρε
+ αυτό το φλουρί, για να τρέξουνε γρήγορα ως το τέλος. (Χαμηλά).
+ Και κοίταξε να μην αργοπορήστε μες στη χώρα. Ίσια στο καραβάνι,
+ κι από μέρος που να μη φαίνουνται λείψανα.
+
+Κερ. Έννοια σου, αφεντικό, μη φοβάσαι.
+
+Κράλης. (Βγαίνοντας από το σπίτι βιαστικά). Έχε γεια, Κωσταντή
+ μου. (Φιλιούνται).
+
+Κωστ. Στο καλό, αδερφέ, κι ο Θεός μαζί σου.
+
+ (Βγαίνει ο Κράλης με τον Κεριάκο από την οξώπορτα. Την ίδια
+ στιγμή βγαίνει από το σπίτι μες στην αυλή η Αρετούλα, κ' η Δέσπω
+ βασταγμένη από το Σαράντη και το Θανάση).
+
+Αρετ. Κωσταντή μου, αχ Κωσταντή μου! Φεύγω και σας αφίνω!
+
+Κωστ. Πνίξε τον πόνο σου, Αρετούλα, πνίξ' τονα για το χατίρι της
+ μάννας μας. (Την αγκαλιάζει).
+
+Δέσπω. Σώπα, εσύ, ακριβή μου, κι άφινέ τα εμένα τα μυρολόγια. Μην
+ κλαίτε, παιδιά μου, αν κλαίτε σεις και στενάζετε, η μάννα σας τι
+ να κάμη! Δόστε μου τα μένα τα δάκρια σας, που δε μούμειναν της
+ κακόμοιρης! Δόστε μου τα να κλάψω, και να την πλημμυρίσω αυτή την
+ αυλή που ανάθρεψα τη μονάκριβή μου.
+
+Αρετ. (Αφίνει τον Κωσταντή και πέφτει στην αγκαλιά της μάννας.
+ Ταδέρφια στέκουνται δακρισμένα). Μαννούλα, μαννούλα, τι μεγάλος
+ καημός που μας ήρθε! Ποιος τόλεγε, τότες που με φεγγαροχτένιζες
+ και μιλούσαμε για χαρές, πως οι χαρές αυτές είταν πίκρες που
+ ταίρι δεν έχουν.
+
+Κωστ. (Παίρνοντας την Αρετούλα από το χέρι). Αρετούλα μου,
+ λυπήσου, καημένη, τη μάννα μας, λυπήσου ταδέρφια σου που είμαστε
+ και μεις αίμα της. Για το δικό σου καλό γίνετ' αυτό το μαρτύριο.
+ Πολλές αυγές δε θα φέξουν και θα κάθεσαι βασίλισσα μες
+ σταρχοντικό σου. Τρεις μήνες και θα μ' έχης κοντά σου, και ποιος
+ θα σε πιάνη πια τότες!
+
+ (Ξεκινάει κατά την οξώπορτα με την Αρετούλα).
+
+Αρετ. Σαφίνω, γλυκό μου σπιτάκι, και σεις λουλούδια και βότανα που
+ γλυκοπότιζα, μαραθήτε πια τώρα και σεις, σαν κ' εμένα που με
+ ξερρίζωσαν από το πολυαγαπημένο μου χώμα να με φυτέψουνε στάχαρο
+ το περιβόλι της ξενιτειάς. (Βγαίνει με τον Κωσταντή).
+
+Δέσπω. (ακολουθώντας ακκουμπησμένη στους ώμους του Σαράντη και του
+ Θανάση). Άνοιξε, ουρανέ, και δες μας, και πες αν είδες λείψανα να
+ βγαίνουν από σπίτι με τόση θλίψη, αν άκουσες ποτές σου πικρότερα
+ μυρολόγια. Πες μου αν είδες μάννα να τη σφάζη μεγαλήτερος πόνος,
+ σαν κι αυτή τη μάννα, που άλλο κρίμα δεν τη βαραίνει παρά η αγάπη
+ του πρωτογέννητου τ' αγοριού της, αγάπη, που για χάρη της στέλνω
+ τη μονάκριβή μου στα μαύρα τα ξένα. Αχ και νάξερα, κόρη μου, πως
+ θα με συχωρέσης γι' αυτό το κρίμα, κι ας πέθαινα, ας πέθαινα να
+ μην κλαίγω τη στέρησή σου. (Γέρνει το κεφάλι, της στου Σαράντη
+ τον ώμο. Ο Σαράντης κι ο Θανάσης τη βγάζουνε σιγοπερπατώντας).
+
+
+
+
+ ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ
+
+
+
+
+ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΚΑΤΟΠΙ
+
+
+
+ ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+ Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως. Λείψανο από μακριά γυρίζει την κόχη
+ τον δρόμου. Ψαλμωδίες από μπρος, κι από πίσω σιγανά μυρολόγια. Οι
+ γειτόνισσες στέκουνται και κοιτάζουνε λυπημένες.
+
+ ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ
+
+Περμ. (Στο κατώφλι της, σφουγγίζοντας τα μάτια με την ποδιά της).
+ Αχ, και να είχες μάτια να τα δης αυτά, Κωσταντάκη, που σε
+ κουβαλούνε, κ' έννοια δεν την έχεις τη ρήμαξη που αφίνεις μέσα
+ στ' αρχοντικό σου. Ποιός τόλεγε, Πιπινιώ μου, πως σε τρία
+ φεγγάρια μέσα είτανε γραμμένο να τα φάη το χώμα και τα τρία
+ ταδέρφια. (Χάνουνται οι ψαλμωδίες και τα μυρολόγια).
+
+Πιπ. Και που έκαμε μαθές νισάφι ο απόνετος ο χάρος να κάμη και δω.
+ Πέντε πέντε και δέκα δέκα τους θερίζει μαζί καθεμέρα. Ως και
+ ταργαστήρια κλείστηκαν πια. Ψυχή πια δε βγαίνει στο δρόμο.
+ Ρημάχτηκε το χωριό, κι άλλο δεν ακούς παρά μυρολόγια, άλλο δε
+ βλέπεις παρά ξυλοκρέββατα, και τον Πάτερ Συνέσιο που περπατάει
+ από μπρος και σιγοψέλνει. Κ' ύστερα από κάθε θάψιμο τρέχει, λέει,
+ από σπίτι σε σπίτι με την άγια μετάληψη για τους φτωχούς που
+ ψυχομαχούν. Άγιος είνε, καημένη, και κολαζόμαστε τη βραδινή που
+ μιλούσε της Αρετούλας. Θυμάσαι;
+
+Περμ. Και δε θυμάμαι; Και δεν το συλλογίστηκα χίλιες φορές, να μην
+ τους καταράστηκε τότες, σαν άγιος που είνε;
+
+Πιπ. Από πού κι ως πού να καταραστή, αθεόφοβη, που είταν ο πρώτος
+ να πάη στης κερά Δέσπως σα συχωρέθηκε ο Σαράντης! Αγιασμένο
+ άνθρωπο είχαμε στο χωριό μας, και τώρα το νοιώθουμε, που δε μας
+ μένει ψυχή να τον προσκυνήση. (Κάνει το σταυρό της).
+
+Περμ. Τη χάρη του νάχουμε. Δεν πήγε, λέει, με τούτο το λείψανο,
+ για νάρθη, λέει, να παρηγορήση την κερά Δέσπω, που δε μπορούσε η
+ δύστυχη να βγη και να δώση στερνό φιλί του παιδιού της. Νά τος
+ που πρόβαλε κιόλας. Τη χάρη του νάχουμε.
+
+ (Κάνει το σταυρό της).
+
+Πιπ. Ο Θεός να μας τον πολυχρονίζη, κοίταξε πώς έρχεται με τα
+ χαμηλωμένα τα μάτια. Πάμε, καημένη, μαζί του και μεις να πούμε
+ δυο λόγια της καλής μας αρχόντισσας. Είμουνα η πρώτη που πήγα στο
+ γάμο της κόρης της, πρώτη θα πάγω και στη μεγάλη αυτή τη θλίψη
+ της.
+
+Συνέσ. Καλημέρα, χριστιανές μου. Να μην έχετε τίποτις, και σας
+ βλέπω κλαμμένες; Είστε καλά όλες δω; Να μη χρειάζεστε τίποτις;
+ (τονέ σιμώνουν οι δυο γειτόνισσες και φιλούνε τα ράσα του). Τι
+ πάθετε, χριστιανές μου; Να μην ήρθε ο Χάρος στο σπιτικό σας;
+
+Περμ. Χαριτωμένε μου δάσκαλε, που ν' αγιάσουν τα πεθαμμένα σου,
+ παρακάλειε και για τα μας τις αμαρτωλές, να γλυτώσουμε από το
+ θανατικό.
+
+Πιπ. Ίσια με το μπόγι σου λαμπάδα σου τάζω, χαριτωμένε μου άγιε,
+ μια και να περάση αυτή η φουρτούνα.
+
+Συνέσ. Τις λαμπάδες, χριστιανή μου, στους αληθινούς τους άγιους,
+ που είνε μεγάλη τους η σπλαχνιά. Εμείς οι αμαρτωλοί άλλο δεν
+ έχουμε να δώσουμε παρά την προσευκή μας και την αγάπη μας σε
+ τέτοιες μέρες που μας φανερώνει ο Μεγαλοδύναμος την οργή του.
+ Πήτε μου, είστε καλά; Σας φοβερίζει η αρρώστια;
+
+Περμ. Δόξα νάχη ο Θεός, ως την ώρα καλά, δάσκαλε. Μα σε κείνο
+ ταρχοντικό ο Χάρος έκαμε φοβερό πανηγύρι, τάφαγε όλα τα παλικάρια
+ της Κερά Δέσπως. Ό,τι έβγαλαν του Κωστάκη το λείψανο. Πηγαίνουμε
+ να την παρηγορέσουμε την κακόσυρτη, πουμένε ολομόναχη σαν την
+ καλαμιά μες στο ξεροκάμπι.
+
+Συνέσ. Τα ξέρω, τα ξέρω. Μεγάλη και φοβερή συφορά. Τάλλα δυο
+ παιδιά της τα συνόδεψα στο στερνό τους ταξίδι, τον Κωσταντή της
+ δεν πήγε η καρδιά μου να τονέ διαβάσω απατός μου. Κάλλιο, είπα,
+ στης χαροκαμένης που ζη ακόμα, ίσως και της δώσω στάλα παρηγοριά.
+ (Φτάνουνε στην πόρτα της Δέσπως). Σταθήτε· μη μπήτε ακόμα εσείς·
+ ελάτε λίγο κατόπι. Δε θα τα βαστάξη τόσα πρόσωπα δακρισμένα.
+ Είναι παρηγοριές που βασανίζουν κι από τη λύπη γερότερα. (Μπαίνει
+ στης Δέσπως).
+
+
+
+ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Χαγιάτι της Δέσπως. Η Δέσπω μαυροφορεμένη κάθεται και μυρολογάει.
+ Η Γαρουφαλιά στέκεται πλάγι της.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ
+
+Δέσπω. Αχ και πάλι αχ! Άλλο από το αχ να πω πια δεν έχω. Σώθηκαν
+ τα λόγια, κι ο πόνος πληθαίνει. Φουσκώνει ο πόνος, πέλαγο γίνεται
+ και με πνίγει, βράχος άψυχος έγινα και τα βαστώ τα τόσα του
+ κύματα, που με δέρνουνε, με δέρνουν, και να με λυώσουνε δε
+ μπορούν. Τα παιδιά μου τα συνεπήρε η οργή τους, και γω
+ ορθοστέκουμαι ακόμα και ζω κι ανεσαίνω μέσα στη φοβερή τη
+ φουρτούνα.
+
+ Αχ, Αρετούλα μου, Αρετούλα! Τι όνειρα να λογιάζης μέσ' απ' το
+ ξενιτεμένο σου στρώμα! Κι ως τόσο μύριους και μύριους
+ ζωντανοθαμμένους να ονειρεύεσαι, αρίθμητους πλακωμένους και να
+ βογκούνε, πάλε δε θα σου παρασταίνουν το βογκητό της καρδιάς μου.
+
+ Αχ Κωσταντάκη μου, Κωσταντάκη! Έφυγες, και πια δε θα ξανάρθης στη
+ μάννα σου. Έρμη την αφήκες και δίχως παιδί στο πλευρό της.
+
+ Τρέλλα, τρέλλα με πιάνει! Ας έρθη κι ας με πάρ' η τρέλλα στα
+ τετράνοιχτά της φτερά, κι ας με σύρη στανάθεμα! Σκόρπα τον,
+ τρέλλα, το νου μου! Μαύρο σύννεφο κάμε τονα, κι ας ξεσπάση να
+ χύση κατακλυσμό δάκρια πάνω στα μνήματα των παιδιώ μου!
+
+Γαρουφ. Κερά μου, για χάρη της μονάκριβης κόρης σου, και για την
+ ψυχή των αγοριώ σου που τα πήρ' ο Θεός κοντά του, μην αφίνης τη
+ θλίψη να σε παρασέρνη σε τόσο βάθος. Κάμε καρδιά, κερά Δέσπω, και
+ μην ξεχνάς πόσες μάννες μυρολογάνε μαζί σου αυτές τες μέρες.
+
+Δέσπω. Όσες μάννες κι αν είνε, ας έρθουν κι ας ανθίζουν τα
+ φυλλοκάρδια τους. Σαν αστέρια θα φέγγουνε μπροστά στο βαθύ το
+ σκοτάδι που καταχνιάζει το νου μου. (Μπαίνει ο Συνέσιος).
+ Δάσκαλε, γλυκέ μου δάσκαλε, που βλέπω το πονετικό πρόσωπό σου,
+ και πάλε ο σπαραγμός δε μ' αφίνει! Δες τα τά μαύρα μου χάλια, και
+ σύρε να παρακαλέσης το Θεό να στείλη το Χάρο να με γλυτώση.
+
+Συνέσ. Ο μεγάλος ο Θεός να σε λυπηθή, κερά Δέσπω. Αυτός μόνος
+ δύνεται να σε βοηθήση. Τάκουσα πως έμεινες μονάχη, κ' ήρθα να σου
+ πω πως μονάχη δεν είσαι, πως έχεις πάντα τον Πλάστη μαζί σου.
+ Εκείνος το ξέρει γιατί μας παίρνει τις πιο αγαπημένες ψυχές μας.
+ Ίσως για να μας διδάξη την μεγαλήτερη την αγάπη που μας κάνει
+ παιδιά του. Κερά μου, κοίταξε με μένα τι έχασα. Ήρθε μέρα που την
+ είχα χαμένη όλη μου τη ζωή. Σίμωσα το Θεό, και μου χάρισε την
+ αγάπη όλου του κόσμου. Στάλα του δίνω, και με πέλαγο με πλερώνει.
+ Έχε το Θεό στη καρδιά σου, κερά μου, και θα ταξιωθής το φως που
+ γυρεύει η τυρρανισμένη ψυχή σου σε τέτοιο σκοτάδι απέραντο.
+
+Δέσπω. Αχ, μου ζητάς αγιωσύνη, κι άλλη δεν ξέρω από της μάννας την
+ αγιωσύνη, μήτε άλλο μαρτύριο, μήτε άλλη αγάπη που τέλος δεν έχει.
+ Στην άκρη του κόσμου μου πήραν την κόρη μου, κ' έρχεται κι ο
+ Χάρος και μου αρπάζει ταδέρφια της από την αγκαλιά μου, να
+ μαρτυρήσω, ν' αγιάσω! Φτάνει πια τα μαρτύρια, σώνουν τα βάσανα.
+ Θάματα, θάματα μου πρέπουνε τώρα. Εσύ, ταγαπημένο παιδί του Θεού
+ που δείχτεις με τη μεγάλη καρδιά σου τι θησαυρό μας φύλαγε η
+ μοίρα μας και τον αρνηθήκαμε για τη φοβερή αυτή Κόλαση, που είνε
+ ο στεναγμός σου θυμίαμα κι ο λόγος σου ψαλμωδία, κάμε κι αυτή τη
+ [θυσία, βάσταξέ το
+ κι αυτό το μαρτύριο. Έπαρε τον πόνο που με φλογίζει και κάμε τον
+ προσευκή στο κελλί σου, και πες του Μεγαλοδύναμου πως είνε άδικο
+ τόσο βάσανο, πως δεν κλαίγω για τάγιο του θέλημα, κλαίγω που
+ έφυγαν και μάφησαν τα παιδιά μου δίχως παρηγοριά, δίχως την
+ Αρετούλα μου. Παρακάλεσε να την ακούσω τη γλυκειά της τη φωνή, να
+ τα δω τα γλυκά της μάτια, κι ας βγη και μένα η ψυχή μου κατόπι.
+ (Μπαίνουν οι δυο γειτόνισσες). Τρέξτε και σεις, γειτόνισσες μου,
+ κι ανάψτε λαμπάδες, τάξτε στους Αγιούς τις έρμες αυτές αρχοντιές
+ μου, να γίνη το θάμα και νάρθη η Αρετούλα, γιατί πεθαίνω. Πεθαίνω
+ και σωτηριά πια δεν έχω. Όλα της γης τα φαρμάκια τακρύβ' η
+ αρρώστια μου. (Γέρνει στην αγκαλιά της Γαρουφαλιάς).
+
+Συνέσ. Ας βγούμε, χριστιανές μου, κι ας την αφήσουμε μονάχη της,
+ ίσως και τη σπλαχνιστή ο Θεός και τη φέρη στο νου της. Πάμε να
+ γονατίσουμε και να προσευκηθούμε. Από το χέρι μας τίποτις άλλο δε
+ βγαίνει. (Βγαίνει Συνέσιος, Περμαθιώ και Πιπινιώ).
+
+
+
+ ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Κοιμητήριο της Αγιά Μαρίνας. Νύχτα.
+
+ ΔΕΣΠΩ, ύστερα ΣΥΝΕΣΙΟΣ.
+
+Δέσπω (περπατώντας μονάχη κατά τα μνήματα των παιδιών της). Και
+ που να βρη μάννα του παιδιού της την πλάκα σε τόσα νιαρόστρωτα
+ μνήματα και με τέτοιο σκοτάδι! Πλάγι σταδερφάκια του είπα να τονέ
+ βάλουν, εκείνα θα μου πουν πού είνε ο Κωσταντής μας. Αχ, Σαράντη
+ μου και Θανάση, άχαρη και κρύα συντροφιά που την έχετ' απόψε! Κι
+ ως τόσο δεν μπορεί να μην έτριξαν τασάλευτα κόκκαλά σας σαν ήρθε
+ και πλάγιασε δίπλα σας! Δεν μπορεί να μην το νοιώσατε πως απάνω
+ στο σπίτι μας είνε τώρα ο τάφος, και μέσα σ' αυτό το χώμα γίνεται
+ το σκοταδερό το νυχτέρι.
+
+ Παράξενο να μη με πιάνη τρομάρα! Να μην τονέ θολώνη φόβος το νου
+ μου! Σίδερο, σίδερο μ' έκαμ' ο Χάρος, και μήτε μέσα στη σπηλιά
+ του δε με τρομάζει ταχόρταγο το θεριό. Και πού να με τρομάξη, που
+ άλλη ελπίδα δεν έχω! Ψεύτικη ελπίδα κι αυτή! Αν είτανε βλαστάρι
+ τρυφερό η ζωή μου, ένας του ανασασμός θα με μάραινε, μια του
+ δρεπανιά θα με θέριζε. Τον παρακαλείς το Χάρο, και δε σε παίρνει.
+ Τονέ φοβάσαι, σαΐτα γίνεται και σε προφταίνει.
+
+ Να τα τα τρία καντήλια, να το το τρίδιπλο μνήμα. Να το το χώμα
+ που τα μαυροτρώει τα σπλάχνα μου! Τρίκλωνο δέντρο, που τόρριξε το
+ ποτάμι και το συνεπήρε, κι αφήκε την άχαρη αυτή ρίζα.
+
+ Μήτε βογκητό δεν ακούγω! μήτε μάννα δε φωνάζουν πια τα χειλάκια
+ τους! Έχουνε δεν έχουνε μάννα, το ίδιο τους κάνει τώρα.
+
+ Να είνε τάχα φωνή τους η απέραντη αυτή σιωπή; Γίνεται μάννα να
+ σας μυρολογάη, παιδάκια μου, και σεις ασάλευτα να την αποδέχεστε
+ την τόση ανεμοζάλη; Γίνεται, Κωσταντή μου, να σε τράβηξε ο Χάρος
+ σε τέτοια βάθια, που να μην το κλονίζη μήτε ο στεναγμός μου το
+ ναρκωμένο κορμί σου; Κωσταντή, φρόνιμε Κωσταντή μου! Μίλησέ μου
+ από τα κατακλείδια της γης και πες μου πως τη νοιώθεις τη ρήμαξή
+ μου! Πες μου πως δεν το στοχάστηκες αυτό το κακό! Πες μου πως το
+ θυμάσαι το ταξιμό σου, πως απ' όλο σου το χώμα βαρύτερα σε
+ πλακώνει αυτό το τάξιμο! Η Αρετούλα μας, Κωσταντή μου, η
+ Αρετούλα!
+
+ Να την που ήρθε η πίκρα, να τον που ήρθ' ο Χάρος! Έλιωσα και πήγα
+ στο μυρολόγι, και κόρη δεν έχω να κλάψη μαζί μου, να λαφρύνη τον
+ πόνο μου που τον αγριεύει η μοναξιά, και λες είνε άνεμος και
+ φυσομανάει σ' ολομόναχα δάσια.
+
+ Ξύπνησε, Κωσταντάκη μου, και φέρε μου πίσω την Αρετούλα! Το Θεό
+ και τους Αγιούς του έχεις βαλμένους μαρτύρους. Μήτε του Χάρου η
+ δύναμη δεν μπορεί ένα τέτοιο τάξιμο να θάψη. Αν πέταξε η ψυχή σου
+ εκεί που ζωντανού δε φτάνει φωνή, ο πόνος αυτός που με δέρνει ας
+ γίνη ψυχή σου, να ζωντανέψης και νακούσης το παρακάλιο της μάννας
+ σου. Έβγα να σου φυσήξω ζωή με τους στεναγμούς μου, να σπαρταρήξ'
+ η νεκρωμένη καρδιά σου, να φρίξη ο νους σου, πουλί να γίνης
+ πετάμενο και να φέρης από τα ξένα την αδερφή σου.
+
+ (Φαίνεται ο Συνέσιος από μακριά).
+
+Συνέσ. (μονάχος του). Σα να μ' έστειλε ο Θεός και τη βρίσκω τη
+ δύστυχη στην τρομερή αυτή μοναξιά.
+
+Δέσπω. Μήτε βογκητό μήτε στεναγμός δεν ανεβαίνει από το μαύρο το
+ χώμα. Έρμη, έρμη έμεινα πια στον κόσμο! Ας σύρω και ας ρίξω στον
+ γκρεμνό το κορμί μου, τα όρνια να το φαν και να πετάξουνε στα
+ ξένα να της πουν της Αρετούλας ταμέτρητα βάσανά μου. (Ξεκινάει).
+
+Συνέσ. (μονάχος του). Να της μιλήσω, θα την παρατρομάξω, κ' είνε ο
+ νους της φαρφουρί πυρωμένο που ταγγίζεις και σκάνει. Ας την
+ ακολουθήσω, ίσως και χρειαστή βοήθεια στο δρόμο της. (Ακολουθάει
+ τη Δέσπω και βγαίνουν).
+
+
+
+ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια. Σκουντάει την πλάκα και βγαίνει ο Κωσταντής
+ βουρκολακιασμένος.
+
+Κωστ. Τανάθεμα με σήκωσε από το βαθύ μου τον ύπνο· Τέτοιο ανάθεμα
+ ποιος τάφος να το βαστάξη! Βουνό να κατρακυλήσης απάνω του, και
+ πάλε ξεσπάνει ο τάφος και ξαναφέρνει στον κόσμο μια λάκερη
+ κόλαση.
+
+ Φωνή τρομερή με ζωντάνεψε, αν είνε ζωή αυτός, του θανάτου ο
+ θάνατος. Την άκουγα τη φωνή της, και γύρευα να ξεσκίσω την
+ παγωμένη μου σάρκα, να τα τραβήξω σύρριζα τα μισοχυμένα μαλλιά
+ μου. Και καθώς πολεμούσα να σαλέψω, ν' απλώσω τα χέρια, ν' ανοίξω
+ το στόμα, και να φωνάξω πως τακούγω τα σπαραχτικά της τα λόγια,
+ κατέβαιναν άλλα λόγια πιο τρομερώτερα και ταποσβόλωναν το κορμί
+ μου. Αγκομαχούσε μέσα μου απέραντος πόνος, κι ως τόσο βογκητό δεν
+ έβγαινε να της πη πως φτάνει, φτάνει ο απελπισμένος θρήνος, γιατί
+ σηκώνετ' ο γιος της να της ξαναφέρη την Αρετούλα, που την πήρ'
+ από πλάγι της και από 'να Χάρο πιο άκαρδα.
+
+ Τάκουσα κατόπι το μυρολόγι που διάβαινε κ' έφευγε σαν ανέμου
+ βουητό. Δράκο μ' έκαμε τότες ο πόνος, και το ξετίναξα το λιθάρι
+ και ξαναπρόβαλα στον απάνω κόσμο.
+
+ Σα να τρεμουλιάζουν ταστέρια στην όψη μου. Σα να μουχλιάζη ταγέρι
+ τριγύρω μου. Σβύνουν τα καντήλια και σωπαίνουν οι τρουξαλλίδες.
+ Από το κορμί μου σκορπιέται φαρμακωμένη κρυάδα που τάφος δεν τηνέ
+ γνώρισε. Πώς να με δη, να με σιμώση, και να μη ξαφνιστή ταθώο το
+ πλάσμα, που του είχα και γω μια αγάπη, κι ας είταν αγάπη που
+ ρημάζει καρδιές!
+
+ Κι αν πάλι την κρύψω την κόλαση που μέσα μου βράζει, μα τα
+ λιβάνια που μυρίζουν ακόμα, ταραχνιασμένο το πρόσωπο, τα σβυσμένα
+ τα μάτια, τα χωματιασμένα τα σάβανα — ποιος μάγος θα μου τα
+ κρύψη!
+
+ Εσύ, μαύρη νύχτα, θα με σκεπάσης. Εσείς ανέμοι, θα μου δώστε τα
+ φτερά σας, και σεις, σύννεφα, το σκοτάδι σας. (Χάνεται μέσα σε
+ σύννεφα).
+
+
+
+ ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως.
+
+ ΣΥΝΕΣΙΟΣ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ
+
+Συνέσ. (Βγαίνει από την πόρτα της Δέσπως με φανάρι στο χέρι).
+ Έχετε το νου σας, καλές μου, στη χαροκαμένη την αρχόντισσα. Την
+ αφήκα με τη Γαρουφαλιά, αφού την καθησύχασα με δυο λόγια, κ'
+ ελπίζω πως δε θα της ξανάρθη το φρένιασμα της απελπισιάς. Έτρεχα
+ με τρομάρα κατόπι της, σα βγήκε από το κοιμητήριο, και να την
+ προφτάξω δεν είχα δύναμη. Ο Θεός με φώτισε και πήρα το μονοπάτι
+ και βρέθηκα ομπροστά της τη στιγμή που χύμιζε όξω φρενών κατά τον
+ γκρεμνό. Την έφερα πίσω, και της έταξα πως ολονυχτής θα
+ προσεύκουμαι για νάρθη πίσω η κόρη της. Η προσευκή μου,
+ χριστιανές μου, πρέπει να γίνη ταξίδι. Άλλος δε μένει να τη φέρη
+ την ταλαίπωρη κόρη από τέτοια μακρινή ξενιτειά. Πηγαίνω ατός μου,
+ κ' αφίνω την τύχη της μάννας στα χέρια του Παντοδύναμου. Αχ, και
+ νάρθη, και τι να βρη! Ολοτρόγυρα θάνατο και τη μάννα της
+ σαλεμένη!
+
+Πιπ. (της Περμαθιώς). Δε σου τάλεγα πως σάλεψε ο νους της; (Στο
+ Συνέσιο). Ο Χριστός κ' οι Αγιοί μαζί σου, μεγαλόχαρή μου ψυχή,
+ που τέλος δεν έχει η καλωσύνη σου.
+
+Συνέσ. (μονάχος του πηγαίνοντας). Κι α δε με είχε δυναμωμένο η
+ άγια μας η πίστη, α δε με είχαν καμωμένο πέτρα του κόσμου οι
+ συφορές, θάλεγα κάλλιο στο μνήμα και γω, παρά να την ξαναδώ ξένη,
+ σε ξένα χέρια, και να την ποτίζω τέτοια φαρμάκια. (Φεύγει).
+
+Περμ. Πάει να μας δείξη πάλι την αγιωσύνη του. Πολεμάει να γλυτώση
+ την αρχόντισσα, μα πού να προφτάξη, που θέλει μέρες και μέρες να
+ πάη και νάρθη! . . Ανατριχιάζω, καημένη, και δε συμμαζεύουμαι από
+ την τρεμούλα. Και τέτοιο σκοτάδι! Φέρ' ένα φανάρι από μέσα να
+ καθίσουμε στο κατώφλι αυτουδά! Α μας χρειαστούνε, η Γαρουφαλιά
+ θανοίξη το παραθύρι και θα φωνάξη. Πού ύπνος πια τέτοιες ώρες!
+
+Πιπ. (φέρνει φανάρι και καθίζουν). Τι παράξενη νύχτα και τι κρύο
+ σκοτάδι, σα να γερνούνε στον αέρα φαντάσματα. Ας κάμουμε το
+ σταυρό μας κι ας μείνουμε δω καμμιάν ώρα, ώσπου να λαλήξη κι ο
+ πετεινός.
+
+Περμ. Να πάη, λέει, ολομόναχη στο κοιμητήριο και να μυρολογάη
+ απάνω από τα παιδιά της, κ' ύστερα να γυρεύη να γκρεμιστή! Κι ας
+ την πάνε στο Μοναστήρι μια και καλή την κακόσυρτη, νάχουν την
+ έννοια της οι καλόγριες.
+
+Πιπ. Στάσου — άκουσες τίποτις από κει μεριά; Είδες τίποτις;
+
+Περμ. Άμε στο καλό και συ που είσαι απατή σου για το Μοναστήρι. Τι
+ νακούσω και τι να δω!
+
+Πιπ. Καλέ κοίτα εκειδά κατά το μεγάλο το δρόμο! Δε βλέπεις εκεί
+ μια φωτερή καταχνιά, και μέσα της ένας καβαλλάρης με γυναίκα στο
+ πλάγι του; Σα μαύρος ίσκιος περνάει τις ιτιές κ' έρχεται κατά το
+ χωριό. Κ' έρχεται μαζί του κ' η καταχνιά σα σύννεφο που το φυσούν
+ οι ανέμοι. Σήκω, καημένη, και πάμε μέσα να προσκυνήσουμε. Ο Χάρος
+ πρέπει να είνε και μαζεύει πάλι διαβάτες για τον άλλο τον κόσμο.
+ (Σηκώνεται και μπαίνουνε στο σπίτι της Πιπινιώς).
+
+Περμ. (σκύβοντας από την πόρτα). Τίποτις δε βλέπω, και του κάκου
+ με τρόμαξες. Τι να είνε, ως τόσο οι θεοσκότεινες αυτές οι ραβδιές
+ που τινάζουνται από πάνω κι ίσια στο δρόμο μας πέφτουν! Πάμε,
+ καημένη, να κάνουμε μετάνοιες και να θεμιάσουμε, η χάρη της
+ Παναγιάς να μας φυλάη κι αυτή τη νύχτα. (Μπαίνει και μανταλώνει
+ την πόρτα).
+
+
+
+ ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ
+
+
+
+ Η ίδια.
+
+ Η Αρετούλα φαίνεται στο βάθος τον δρόμου μονάχη της με μαλλιά
+ ξέπλεκα κι αμελημένα φορέματα.
+
+ ΑΡΕΤOΥΛΑ, ύστερα ΔΕΣΠΩ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ
+
+Αρετ. Όνειρο πρέπει να είνε, κι ως τόσο ψέμα δεν είνε! Να τος ο
+ δρόμος μας, να την του σπιτιού μας η θύρα! Τι θα πης, μαννούλα
+ μου, να με δης άξαφνα μπροστά σου με τέτοια τρομάρα στο πρόσωπο!
+ Μ' άφησε ο Κωσταντής ολομόναχη, ότι σιμώσαμε το χωριό, ότι
+ ακούσαμε μια φωνή που σιγοδιάβαζε μέσα στο Κοιμητήριο, και χάθηκε
+ από μπρος μου μαζί με το φρενιασμένο τάλογο που περνούσε θάλασσες
+ και βουνά. Γίνεται να μην είνε όνειρα όλα αυτά; Είμουνα στο
+ σπιτάκι μου απόψε. Έλειπε ο καλός μου, που θα γυρίση ο δύστυχος
+ και σαν παιδί θα με κράζη και δε θα με βρίσκη! Όχι, όχι· δε
+ γίνεται. Όνειρο είνε. Και μέσα στόνειρο, άλλο ένα, που τανιστορώ
+ κι αγριεύω σαν αυτή τη δύστροπη νύχτα. Καθούμουνα μονάχη στο
+ παράθυρο. Έρχετ' άξαφνα ο Κωσταντής, και με χαιρετάει από μακριά
+ και μου λέει «Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει».—
+ «Αλλοίμον' αδερφάκι μου» του κράζω «και τι νε τούτ' η ώρα! Ανίσως
+ κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου Κι αν είνε πίκρα, πες μου
+ το, νάρθω καταπώς είμαι». Και μου λέει «Έλα καταπώς είσαι» . Κι
+ ανεβαίνω μαζί του τάγριο τάλογο, και σύραμε σα σύννεφα κ' ήρθαμε.
+ Και διαβαίνοντας από τις ιτιές εκεί κάτω, ξυπνούν τα πουλιά και
+ μιλάνε μ' ανθρώπινη λαλιά και φωνάζουν «Ποιός είδε κόρην όμορφη
+ να σέρνη πεθαμμένος!» — «Ακούς» του κάνω «Κωσταντή, τι λένε τα
+ πουλάκια;» — «Πουλάκια 'νε» μου ξαναλέει «πουλάκια 'νε κι ας
+ λένε.» — «Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου» του κράζω τρομασμένα
+ «φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις». — «Εχτές
+ βραδύς επήγαμε» μου λέει «στον Άη Γιάννη, και θέμιασέ μας ο παπάς
+ με περισσό λιβάνι». Και λέγοντάς μου τέτοια λόγια με κατεβάζει
+ αντικρύ στην Αγιά Μαρίνα, και χάνεται σαν ίσκιωμα από μπρος μου!
+
+ Ανέβηκα το χωριό τρέμοντας ολομόναχη μέσα στα σκοτεινά. . .
+ Όνειρο μέσα στόνειρο πρέπει να είταν! Ως τόσο να τον ο δρόμος
+ μας! Να την η θύρα μας! Μισοφέγγει ένα παράθυρο και το βλέπω το
+ σπίτι μας. Το βλέπω, και να φωνάξω δε μπορώ να μου ανοίξουν ....
+ Τουρτουρίζουν τα δόντια μου! Σύγκρυα με περέχυσε ο βλογημένος ο
+ Κωσταντής! Πάγος μονάχος το κορμί του! . . . Όνειρο μαύρο και
+ φοβερό! . . . Τον ονειρεύτηκα _πεθαμμένο_ τον Κωσταντή! . . . Κι
+ ακόμα όνειρο βλέπω, και θαρρώ πως πεθαίνω τώρα και γω! . . Αχ,
+ και να μπορούσα να ξυπνήσω και να γλυτώσω! Να δω τον ακριβό μου
+ στο πλάγι μου και να λαφρωθώ, να ξαναξυπνήσω, να είμαι πάλι στον
+ κόσμο! . . Ως τόσο να την η πόρτα μας! Να το τό σπίτι! Ο
+ Κωσταντής μου το είπε καθάρια πως η μάννα με θέλει. . . Τι να με
+ θέλη τέτοια ώρα παράξενη! . . .
+ Τι να είνε αυτό το κακό που ζητάει να με θανατώση πρι να το μάθω!
+ . . . Φοβερό κι ατέλειωτο όνειρο! . . . . Να φωνάξω, να ξυπνήσω,
+ να γλυτώσω από το βάσανο, να κράξω τη μάννα να με ξυπνήση και να
+ με σώση. . . (φωνάζει) Μαννούλα, μαννούλα, ξύπνα με, και πεθαίνω!
+ Ο Κωσταντής μας είναι που μ' έρριξε μέσα σ' αυτή την κρύα την
+ καταχνιά, που πάει να με πνίξη. Ξύπνα με, μάννα, να ξαναβρεθώ στο
+ σπιτάκι μου! Ο ακριβός μου, ο ακριβός μου! Θα λωλαθή, να το μάθη
+ πως πέθανα! Πέθανα, μαννούλα, και ξύπνα με!
+
+ (Πέφτει κοντά στην πόρτα).
+
+Γαρουφ. Είτανε γυναικήσιες φωνές.
+
+Δέσπω. Ο Χάρος έχει πάλι βαλμένο το μαύρο του χέρι. Παιδιά δε μου
+ μένουνε να του δώσω, ανοίξτε του να μπη και να πάρη εμένα.
+ (Σκύβει η Γαρουφαλιά κ' οι δυο γειτόνισσες με τα φανάρια, και
+ βλέπουν την Αρετούλα).
+
+Αρετ. (με μισοπνιγμένη φωνή). Πεθαίνω, πεθαίνω, μαννούλα!
+
+Δέσπω. Αρετούλα μου! (Πέφτει απάνω της, και πεθαίνουν κ' οι δυο
+ τους).
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA
+
+ Σελ.
+Πρόλογος .......................... 9
+Η Μαζώχτρα ....................... 23
+Καλλίτσα ........................ 111
+Μαριγή .......................... 132
+Τόμορφο το χωριό ................ 143
+Χαρά ανίκητη .................... 157
+Ο Καπετάν Σταμάτης ο Πολίτης .... 165
+Ο θάνατος του Τραμουντάνα ....... 171
+Η λαχτάρα του Γέρο Ανέστη ....... 178
+Ο Βουρκόλακας ................... 185
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΝΟΥΡΗ
+
+1900 — 2845
+
+
+
+ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
+Νησιώτικες Ιστορίες ..... Δρ. 2.
+Φυλλάδες τον Γεροδήμου ...» 2.50
+
+
+Δραχ. 3.
+
+
+
+Τυπογραφείο "Εστία„ Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη 2345.
+
+***
+
+1) Τα πιώτερα της Ιστορίας αυτής είνε παρμένα από τα Ταξίδια του
+Pashley, Τόμ. Α' 301/303, και Τόμ. Β' 160/174: είνε δηλαδή
+αληθινά, καθώς και πολλά της «Μαζώχτρας». Κ' έτσι βγαίνει σωστή η
+αγγλική η παροιμία, πως «η αλήθεια είνε κι από το παραμύθι πιο
+παράξενη».
+
+2) Αληθινή κι αυτής της ιστορίας η ουσία. (Mendelsson Bartholdy,
+ιστορ. Ελλ. Επαν. Α'. Τόμος, Ε'. Βιβλίο).
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Gatherer and Other Stories, by
+Argyris Eftaliotis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE GATHERER AND OTHER STORIES ***
+
+***** This file should be named 33577-0.txt or 33577-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/3/5/7/33577/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/33577-0.zip b/33577-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..c6c201d
--- /dev/null
+++ b/33577-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..3ed845c
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #33577 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33577)