diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 33561-0.txt | 5841 | ||||
| -rw-r--r-- | 33561-0.zip | bin | 0 -> 134174 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 5857 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/33561-0.txt b/33561-0.txt new file mode 100644 index 0000000..1f60075 --- /dev/null +++ b/33561-0.txt @@ -0,0 +1,5841 @@ +Project Gutenberg's The Book About Little Brother, by Gustav Geijerstam + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Book About Little Brother + A story of married life + +Author: Gustav Geijerstam + +Translator: Konstantinos Chatzopoulos + +Release Date: August 28, 2010 [EBook #33561] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BOOK ABOUT LITTLE BROTHER *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, +otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words +are indicated by &. Square brackets indicate corrections. Pages 132- +133 are missing. The book has 192 pages. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Διορθώσεις +περικλείονται σε []. Οι σελίδες 132-133 λείπουν. Το βιβλίο έχει 192 +σελίδες. + + + +ΓΟΥΣΤΑΥΟΥ ΓΚΕΪΤΕΡΣΤΑΜ + + + +ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ +ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΓΑΜΟΥ + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ +ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ + + +ΑΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΣΙΑ +42 — ΣΤΑΔΙΟΥ — 42 1915 + + + + + + +ΕΙΣΑΓΩΓΗ + + + +Είτανε μια φορά ένας συγγραφέας, που ζούσε ευτυχισμένος με τη γυναίκα +του και τα τρία παιδιά του. Είτανε τόσο ευτυχισμένος, ώστε δεν το +εννοούσε κι ο ίδιος και μολαταύτα έγραψε πολλά βιβλία για τη δυστυχία +των ανθρώπων. + +Η μεγαλήτερη ευτυχία του δεν είταν η αγάπη· ούτε η πατρική χαρά, που +την έπαιρνε απλοϊκά σαν ένα πράμα τόσο φυσικό, σα να είταν αδύνατο +ναπολάψουν οι γονείς από τα τέκνα τους άλλο παρά χαρά. Η ευτυχία του +δεν είτανε γιατί, με όλη την πολύχρονη συζυγική ζωή, φώλιαζε πάντα +στο σπίτι του το σπάνιο πουλί, που το λένε ανίκητη νιότη. Η +μεγαλήτερη ευτυχία του είτανε το πως δεν απάντησε και δε γνώρισε ποτέ +κακό, που να μην πίστευε πως μπορούσε να το νικήση με τη δύναμη και +την υγεία. Τα δυστυχήματα, που φοβερίζανε να φανούν, είτανε σαν +περαστικά σύννεφα, που χανόντανε στον ορίζοντα κι αφίνανε καθαρότερο +τον ουρανό του. Έτσι πίστευε τουλάχιστο κι αυτή η πίστη είταν η +πραγματικότητα, όπου ζούσε. Τη φτώχια, που πολεμούσε μαζί της +αδιάκοπα, κατώρθωσε να την κρατή πάντα μακριά. Ένας εχτρός υπήρχε +μόνο, που μαζί του δεν μπορούσε να μετρηθή, κι αυτός ο εχτρός είταν ο +θάνατος. + +Κ' ίσως να μην είτανε η μικρότερη ευτυχία του ανθρώπου αυτού το πως +δε φοβήθηκε ποτέ σοβαρά, πως ο θάνατος μπορούσε να βρη είτε αυτόν τον +ίδιο είτε τους αγαπημένους του. + +Με το αίστημα τούτο της μεστής ζωής έγραψε ο συγγραφέας αυτός ένα +βιβλίο πλημμυρισμένο από καλοκαιρινό φως και με θέμα τα δυο μεγάλα +αγόρια του, τα παιγνίδια και τις διασκεδάσες τους, τα άθλα και τις +ατυχίες τους. Το βιβλίο είτανε μια ιλαρή χαρά και γι' αυτόν τον ίδιο +κι όταν μου έρχεται στο νου εκείνη η εποχή, μόλις μπορώ και το εννοώ +πως ο άνθρωπος αυτός είμουνα κάποτε γω. + +Άμα τυπώθηκε και δέθηκε το βιβλίο κ' είταν έτοιμο να κυκλοφορήση, ο +συγγραφέας πήρε μαζί του δυο αντίτυπα, έγραψε στο ένα τόνομα του +Ούλοφ και στο άλλο του Σβάντε και τα έδωσε επίσημα του καθενός από τα +δυο αποθανατισμένα παιδιά του. + +Ο Ούλοφ πήρε το βιβλίο του κι ο Σβάντε το δικό του. Ο Ούλοφ, που +είναι φύση πραχτική και δεν έχει καμιά κλίση στη φιλολογία, λένε πως +πρώτη φορά έπιασε κι άνοιξε αυτόρμητα βιβλίο. Νομίζω μάλιστα πως +διάβασε τρία ολάκερα κεφάλαια. Ο Σβάντε όμως διάβασε μεμιάς ολάκερο +το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Και διάλεξε μερικά κεφάλαια, +εκείνα που του αρέσανε ξεχωριστά και τα διάβαζε δυνατά σε όλους, όσοι +είχαν όρεξη νακούνε. Μ' ένα λόγο, βασίλευε μεγάλη αγαλλίαση σ' όλο το +σπίτι. + +Τότε όμως έτρεχε μέσα στις κάμαρες ένα μικρό πλασματάκι. Είταν ο +μικρός αδερφός του Ούλοφ και του Σβάντε κ' είχε μακριά σγουρά +ολόξανθα μαλλιά και τα πιο μεγάλα γαλανά μάτια, που μπορεί να έχη ένα +αγοράκι. Τον έλεγαν Σβεν και μόλις είχε κλείσει τα δυο χρόνια. Να +μιλή καλά δεν μπορούσε. Μπορούσε όμως να εννοή. + +Όταν λοιπόν του διάβασε ο Σβάντε δυνατά από το βιβλίο, τονέ ρώτησε η +μαμά: + + — Για ποιόνε λέει το βιβλίο; + +Κ' επειδή ο Σβεν δεν ήξερε τι ναπαντήση, ξακολούθησε η μαμά: + + — Για τα μεγάλα αδέρφια σου. Δεν καταλαβαίνει ο Νέννε; + +Νέννε λέγαμε το Σβεν. Είχε βρει τόνομα μόνος του, γιατί δεν μπορούσε +να προφέρη το Σ. + + — Μα ταδέρφια δεν τα λένε όπως λέει το βιβλίο, δοκίμασε να πη ο +Νέννε. + + — Τι κουτός που είσαι! είπε ο Ούλοφ. Ο μπαμπάς μας λέει έτσι. + +Τότε εννόησε ο Σβεν και με μάτια, που λάμπανε από την ανυπομονησία, +ρώτησε: + + — Δε λέει τίποτε για το Νέννε; + +Ο πατέρας, που μπήκε μέσα στο μεταξύ, σήκωσε το μικρόν ψηλά ως το +ταβάνι, τον κατέβασε πάλι και του είπε: + + — Τι να πη για ένα μαϊμουδάκι, που είναι τόσο μικρό ακόμα και δεν +έκαμε τίποτε; + +Μα ο Σβεν δεν έμεινε ευχαριστημένος. Άνοιγε τα μεγάλα γαλανά μάτια +του όσο πλατήτερα μπορούσε, έδινε φιλιά με το μικρό ρόδινο στόμα, +έβαζε όλα τα δυνατά του. Ήθελε κι αυτός ένα βιβλίο. + + — Μα ο Νέννε δεν ξέρει να διαβάση. + +Ο λόγος αυτός δεν του έκαμε καμμιάν εντύπωση. Έτρεχε πέρα δώθε στις +κάμαρες και το μικρό του ζωηρό πρόσωπο είταν κατακόκκινο. Ο Ούλοφ +πήρε βιβλίο, ο Σβάντε το ίδιο. Γιατί να μην πάρη κι ο Σβεν; + +Αδύνατο να γίνη διαφορετικά. Ο συγγραφέας δεν είχε πρόχειρο άλλο +αντίτυπο. Έφερε η μαμά το δικό της κι αφού σβήστηκε καλά τόνομά της, +ο μπαμπάς έγραψε στο βιβλίο: + +&Του μικρού Νέννε — ο μπαμπάς.& + +Και τότε ησύχασε ο Σβεν. + +Δηλαδή φάνηκε πως ησύχασε. Γιατί δε ζήτησε περσότερα. Γύριζε μόνο +ολόγυρα και διάβαζε στο βιβλίο. Μπορούσε να διαβάζη κι αποπάνω κι +αποκάτω, κρατούσε το βιβλίο πότε ορθά πότε ανάποδα και διάβαζε τόσο +δυνατά, που αντηχούσε όλο το σπίτι. + +Τέλος κάθησε λίγες στιγμές μόνος του και συλλογιζότανε. Έπειτα έτρεξε +άξαφνα τόσο γλήγορα, σα να είχε βια να φτάση όσο μπορούσε προτήτερα +εκεί που ήθελε. Πήγε ίσια στην κάμαρα του μπαμπά, όπου καθότανε +κείνος πνιγμένος στους καπνούς. Μαζεύτηκε έτσι ώστε να χωρέση ανάμεσα +της καρέκλας και του τραπεζιού. Κ' έπειτα έβγαλε το κεφάλι και +προσπαθούσε να δη τον μπαμπά στα μάτια. + + — Τι είναι Σβεν; ρώτησε ο μπαμπάς, που δεν ήθελε να τον ενοχλούν. + +Ο Σβεν όμως δεν ησύχαζε, αν ο μπαμπάς δεν παραμέριζε το κάθισμα ώστε +να μπορέση να περάση. + + — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε. + + — Τι; ρώτησε ο μπαμπάς. + + — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε, ξαναείπε το μικρό +αδερφάκι δυνατότερα τώρα. + +Τότε εννόησε ο μπαμπάς. + +Ο μικρός είχε θυμώσει γιατί δεν τον ανάφερε το βιβλίο κι αυτόν. Όσο +μικρός κι αν είταν, ήθελε δικαιοσύνη. Όσο μικρός κι αν είταν, εύρισκε +ίσως πως είχε και κείνος τα ίδια δικαιώματα στον πατέρα μαζί με τάλλα +αδέρφια κι όσο μικρός κι αν είταν ήξερε πως έπρεπε να έχη κι αυτός τη +θέση του εκεί που είτανε ο μπαμπάς, η μαμά και ταδέρφια. + +Κοίταξε τον μπαμπά ερωτηματικά με τα μεγάλα μάτια του και με τόση +θέρμη, σα να είτανε ζήτημα ζωής και θανάτου. + +Ο μπαμπάς το πήρε κι αυτός πολύ σοβαρά κι απάντησε: + + — Σου υπόσχομαι, θα γράψω και για σένα ένα βιβλίο. + + — &Μόνο& για το Νέννε, ξαναείπε ο μικρός δίνοντας να εννοηθή καθαρά +πως αυτό είταν το σπουδαιότερο. + + — Μόνο για το Νέννε, απάντησε σοβαρά ο μπαμπάς. + +Ο μικρός έφυγε. Έτρεξε κ' έφερε το νέο ως την κουζίνα κ' έμεινε +ικανοποιημένος τέλεια τη στιγμή αυτή. + +Ο μικρός δεν έπαψε να το θυμίζη. Μα ένας συγγραφέας έχει να γράψη +πολλά. Δεν μπορεί να βρη πάντα την όρεξη να γράψη για ένα μικρό +σγουρόμαλλο αγοράκι, που δεν είχε κάμει στον κόσμο άλλο τίποτε παρά +να τρέχη πέρα δώθε και να σκορπίζη σ' όλους τη χαρά. Και στην ποίηση, +όπως και στη ζωή, οι μικροί πρέπει να περιμένουνε, γιατί οι μεγάλοι +δεν τους αφίνουνε να περάσουν πριν έρθη η σειρά τους. + +Γι' αυτό ο μικρός αδερφός έπρεπε να περιμένη ως τα σήμερα το βιβλίο +του. Τώρα και γω είμαι άλλος κι όλα γύρω μου είναι νέα. Ο μικρός +βέβαια δεν ήξερε τι μου ζητούσε, όπως και γω δεν ήξερα τι υποσχέθηκα. + +Όμως ακούω μια φωνή, που με βιάζει να κρατήσω την υπόσχεσή μου. + + + +ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ + + + +1 + +Ολάκερο το βιβλίο αυτό είναι βιβλίο του θανάτου κι όμως μου φαίνεται +πως μιλεί περσότερο για ευτυχία παρά για δυστυχία. Γιατί δυστυχία δε +λέγεται να χάση κανείς ό,τι του είναι αγαπημένο, δυστυχία είναι να το +μολύνη, να το διαφτείρη, να το παραμορφώση. Και υπάρχει ένα μυστικό, +που έπρεπε να ζήσω πολύ πριν το γνωρίσω. Η αγάπη δε μένει ποτέ +στάσιμη. Ή θα δυναμώση ή θα μικρύνη με τον καιρό. Και μπορεί να φέρη +πόνο, όχι μόνο στην πρώτη περίσταση. Η δυνατότερη αγάπη είναι κείνη +που φέρνει πόνο, ίσια ίσια γιατί γίνεται πάντα δυνατότερη. + +Μα θέλω να τα ιστορήσω εξαρχής και να διηγηθώ όλα όσα κλείνει το +βιβλίο αυτό, όπως διηγούνται ένα όνειρο. Κι όσο κι αν φαίνεται +παράξενο στον αναγνώστη — όλα αυτά δεν είναι τίποτες άλλο παρά το +βιβλίο, που με παρακάλεσε να γράψω ο μικρός αδερφός. + +Είταν όνειρο πως ερωτεύτηκα, πως παντρεύτηκα και πως απόχτησα παιδιά +; Είταν όνειρο πως στάθηκα ευτυχισμένος και δυστυχισμένος όσο δε +λέγεται; Είταν όνειρο, ή τα έζησα πράγματι όλα αυτά, όλα αυτά που +φαίνουνται πως μου σκεπάζουν κάθε άλλο περιστατικό από την ανθρώπινη +ζωή, που είδα στον ορίζοντά μου; Τώρα μου φαίνεται πως στέκω μ' έναν +ακατανόητον τρόπο — όχι απάνω, κάθε άλλο παρά απάνω — αλλά μακριά απ' +όλα αυτά και το μόνο που με φτάνει είναι ένας τόνος ευλαβητικός και +τόσο εκστατικός, που ούτε αυτή η μουσική δε θα μπορούσε να τον +εκφράση μ' αισθητόν τρόπο. Ναι, μόνον όταν θα έχω γραμένο πια εκείνο +που τώρα ζητά το δρόμο του απάνω στάγραφα φύλλα, που ίσως μια μέρα +γίνουνε βιβλίο, μόνο τότε ελπίζω πως η ίδια η διήγηση θα μπορέση να +μου δώση το κλειδί για να λύσω το αίνιγμα, που με βασανίζει και με +ανησυχεί τώρα: τι δηλαδή είτανε στη ζωή μου όνειρο και τι +πραγματικότητα. + +Γιατί δεν είναι μόνο η λύπη που με σφίγγει. Είναι μαζί κ' η απορία +για κείνα που έχουν γίνει, η ίδια απορία που σαλεύει στο βάθος κάθε +συνειδητής ζωής — — — + +Τη στιγμή αυτή θυμούμαι πως ένα βράδι μπήκα στην κάμαρα της γυναικός +μου και τη βρήκα να κάθεται συλλογισμένη μ' ένα βιβλίο ανοιχτό +μπροστά της. Διάβαζε στο βιβλίο και το πρόσωπό της φαινότανε +δυσαρεστημένο. + +Έσκυψα απάνω από τον ώμο της κ' είδα πως το βιβλίο που διάβαζε είταν +η Γραφή. Είταν ανοιχτή στο πρώτο βιβλίο του Μωυσή κι όταν τη ρώτησα +τι διάβαζε, μου έδειξε μόνο τις δυο σειρές, που μου φαίνεται πως τις +βλέπω ακόμα στην κάτω άκρη της σελίδας. Και διάβασα τα λόγια: + +«Κατηραμένη η γη ένεκα σού. Με πόνους να γεννάς τα τέκνα σου». + + — Δεν είναι φριχτό; μου είπε. Δε θυμούμαι να γέννησα με πόνους. Δεν +το σκέφτηκα ποτέ. + +Σηκώθηκε και πήγε σ' ένα κρεβατάκι, που είταν πλάι στο δικό μας, κ' +έσκυψε απάνω εκεί σ' ένα στρογγυλό, δροσερό προσωπάκι, που κοιμότανε +και που τα χείλη του σαλεύανε, σα να βυζαίνανε στο μητρικό στήθος. + + — Σε γέννησα με πόνους; είπε, σα να μιλούσε μόνη της. Όχι, με χαρά +κι αγαλλίαση, με χαρά τόσο μεγάλη, που δεν τη γνώρισα ποτέ ως τότε. + +Μ' έσυρε στον καναπέ κ' έγυρε το κεφάλι της στον ώμο μου και +στρυμώχτηκε κοντά μου, σα να ζητούσε να βρη αυτού προστασία απ' όλα +τα δεινά και τους πόνους του κόσμου. Χωρίς ναλλάξη θέση, άπλωσε το +χέρι της κ' έκλεισε το βιβλίο. + + — Είναι ένα μωρό βιβλίο, είπε. Δεν μπόρεσα να το νοιώσω ποτέ. + + — Μωρό δεν είναι, της είπα με χαμόγελο. + + — Εσύ το είπες, είπε κι ανασηκώθηκε. + + — Εγώ; Ποτέ! + + — Ε, τότε θα είπες κάτι άλλο. + +Έγυρε πάλι κάτω. + + — Δε θυμούμαι. Ξέρω μόνο πως θέλω να συλλογίζουμαι όπως και συ, να +πιστεύω ό,τι και συ. Γιατί κανείς δεν είναι σαν εσέ, κανείς στον +κόσμο. + +Σε τέτοια λόγια δεν μπορεί ναπαντήση κανένας άντρας. Δε χρειάζεται να +ταποκρούση, γιατί δεν είναι σα θυμίαμα στη ματαιοδοξία. Έρχουνται σα +χάδι, είναι έτσι όπως ένας άντρας κοιτάζει τη γυναίκα του και της +λέει: «Για μένα δεν υπάρχει άλλη γυναίκα από σε.» + +Η γυναίκα μου έπειτα από μια σιγή τόση μικρή, που μόλις την +παρατήρησα, ξακολούθησε: + + — Βέβαια δε σ' ευχαρίστησα ακόμα που μ' έμαθες να πιστεύω ό,τι +πιστεύεις και συ, όμως χαίρουμαι γι' αυτό. Δεν μπορείς να το +αιστανθής ποτέ. Κάθε μέρα που περνά με κάνει πλουσιότερη. Κάθε ώρα +μου φαίνεται γεμάτη από την ευτυχία μου. Μου είναι τόσο παράξενο να +συλλογίζουμαι τώρα, πως μια φορά όταν είμουνα πολύ νεώτερη, πιθυμούσα +να πεθάνω για να πάω στον ουρανό. Τι νόημα είχε αυτό και τι ποθούσα; +Μου φαίνεται πως το λησμόνησα, σα να μη στάθηκε ποτέ. Το μόνο, που +κάποτε προτήτερα το αιστανόμουνα βαριά, είτανε το πως δε θα +ξαναέβλεπα ποτέ τον πεθαμένον πατέρα μου. Τώρα όμως μου φαίνεται πως +δεν έχω άλλον πόθο παρά να ζήσω με σε και τα παιδιά. Ήθελα να μην +υπήρχε άλλο τίποτες από τη ζωή που έχουμε να ζήσουμε συ και γω. Θέλω +να ζήσω μαζί σου όσο να μεγαλώσουν τα παιδιά και ναποκατασταθούν. +Έπειτα να γεράσουμε μαζί — εσύ και γω — τίποτες άλλο δεν μπορώ να +στοχαστώ. + + — Δεν πιστεύεις πως μπορεί να υπάρχη κάποια άλλη ζωή; ρώτησα. + +Κούνησε το κεφάλι κάνοντας ζωηρή χειρονομία. + + — Όχι, φώναξε, δε θέλω τίποτες άλλο από αυτό που υπάρχει, θέλω να +κοιμηθώ μια μέρα στη γις, κάτω από έναν ανθοσπαρμένο σωρό χώμα. Αυτό +είναι όλο όλο εκείνο που θέλω και γι' αυτό παρακαλώ το θεό κάθε +βράδι. + +Κάθε βράδι έκανε τη δέησή της στο θεό κι όμως δεν πίστευε στην +αθανασία. Το ήξερα και παραξενεύτηκα πάλι μ' αυτό το χαραχτηριστικό +της αίνιγμα, που για κείνη είτανε μόνο μια φυσική πραγματικότητα. Της +χάδεψα τον ώμο για να της δείξω πως άκουσα κ' εννόησα, αυτή όμως +αλλάζοντας απότομα θέμα, ρώτησε: + + — Πιστεύεις εσύ τίποτες άλλο; + + — Ούτε πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω. + +Ξαναείπε τα λόγια μου όλως διόλου χωρίς τόνο, αν και τα είχε ακούσει +πολλές φορές προτήτερα, τα ξαναείπε σα να κλείνανε κάτι ακατανόητο +και φώναξε άξαφνα: + + — Τότε έχεις αλλάξει. + + — Δεν το πιστεύω. + + — Ναι, έχεις αλλάξει. Αλλιώς πως είτανε δυνατό να πιστεύω πως η ζωή +τελειώνει με το θάνατο; Εσύ μου το έμαθες. Γιατί τώρα δε θέλεις να +πιστεύης ό,τι πιστεύω και γω; + +Με τα λόγια της αυτά μου πέρασε στο νου μια θύμηση. Την είδα να +περπατά μαζί μου σ' ένα στενό μονοπάτι κάτω από τις φωτεινές σημύδες +των βραχόνησων. Απάνωθέ μας φεγγοβολούσαν τάστρα τουρανού και στα +πόδια μας έτρεμε στη χλόη το θαμπό αντιφέγγισμα από τα παράθυρα της +πρώτης καλοκαιρινής κατοικιάς μας. Νόμιζα πως άκουγα ακόμα τα λόγια, +που ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας στην ησυχία του βραδιού, λόγια για τη +ζωή και για το θάνατο, για το θεό και για τα μέλλοντα, λόγια που +παίρνανε σοβαρότητα και φλόγα από το πρώτο ερωτικό μεθήσι μας. +Θυμήθηκα πως είχε πέσει σε βαθειά θλίψη και σιωπή, ενώ συλλογιζόταν +την απάντησή μου. Κι όταν τώρα μου ήρθε αυτή η ανάμνηση τόσο καθαρά, +όσο δεν μπορούνε να το αποδώσουνε τα λόγια, μου φάνηκε πως εκείνο, +που είχα πει τότε, της έκαμε μιαν εντύπωση διαφορετική παρότι είταν +το νόημά μου κ' ένοιωσα στην καρδιά μου μια κεντιά, σα να της έκαμα +κακό δίχως να το θέλω. + +Μ' έκοψε λέγοντας: + + — Δεν μπορώ να το εννοήσω αυτό. Ούτε να πιστεύω, ούτε να μην πιστεύω +! Πρέπει να κάνω ένα από τα δυο. + +Πρόφερε τα λόγια αυτά με τέτοιον τόνο, σα να με παρακαλούσε να μην +της φέρω αντίρρηση. Και δεν της έφερα. Κράτησα μόνο μέσα μου την +ανάμνηση του φωτεινού νησιού της νιότης μας και παραξενευόμουνα που +νόμιζα πως έβλεπα όλην την ώρα τάστρα ανάμεσα από τα φύλλα των +σημύδων. + +Ενώ μιλούσαμε, η γυναίκα μου σηκώθηκε και στεκόταν πάλι κοντά στο +μικρό κρεβάτι. Εκεί που μιλούσαμε, παρατήρησε πως ο μικρός είχε +κουνηθεί. Τονέ σήκωσε, τον πήρε στα χέρια της με κείνον το σίγουρο +προφυλαχτικό τρόπο, που τον γνωρίζουν οι μητέρες μόνο, και τον έφερε +στο στήθος της. Το πρόσωπό της έλαμπε, όταν είδε κ' αιστάνθηκε πως ο +μικρός βύζαινε το γάλα της με κείνη την απερίγραφη γαλήνη, που είναι +το προνόμιο των παιδιών. + +Η προτητερινή ομιλία μας και κείνο, που έβλεπα τώρα, σμίξανε τόσο +παράξενα και γίναν ένα στα αίστημά μου και θυμήθηκα τα λόγια που +γίνανε αφορμή της σύντομης ομιλίας μας. Πολλή ώρα καθισμένος εκεί +συλλογιζόμουνα εκείνο που ήθελα να πω. Συλλογιζόμουνα τα σκληρά λόγια +: «Κατηραμένη η γη ένεκα σού». Το αίστημα εκείνου που είχα και κείνου +που έβλεπα μου είταν τόσο δυνατό, ώστε φοβόμουνα να μιλήσω, για να +μην προδώσω τη συγκίνησή μου με δάκρυα. Και προσπαθούσα να κρατήσω +κιόλας τους συλλογισμούς μου να μην πάρουν τη μορφή του λόγου, για να +μη φανώ αιστηματικός στη γυναίκα μου. + +Τέλος πήρα τη Γραφή και την έβαλα στην άκρη. + + — Εσύ έχεις δίκιο, είπα, κι ο τραχύς λόγος έχει άδικο. Έπρεπε να +λέη: «Ευλογημένη η γη ένεκα σού». + +Και λέγοντας αυτό, γονάτισα κι ακκούμπησα το μετωπό μου στη γυναίκα +μου και στο παιδί μου. Και κείνη με το χέρι, που της έμενε λεύτερο, +μου χάδεψε τα μαλλιά. + +Ω είμαστε νέοι τότε, νέοι και πολύ ευτυχισμένοι. + +2 + +Δεν ανάφερα ως τώρα τόνομα της γυναικός μου και μου είναι ακόμα +δύσκολο να το κάμω. Στους στοχασμούς μου την ονομάζω κάποτε Μινιόν, +γιατί μόνο μ' αυτό τόνομα μπορώ να τη δω έτσι όπως ήρθε κ' έφυγε. Πού +ξέρω κιόλας αν τώρα εικονίζω αυτήν την ίδια ή την ανάμνηση που άφησε; +Γιατί ένας άνθρωπος είναι πραγματικά όπως φαίνεται σε όσους δεν τον +είδαν έτσι, καθώς μπορεί και τον βλέπει ίσως ένας μόνο; Δεν είναι +πολύ περσότερο στο βάθος του μόνο εκείνο που μένει, άμα χαθή το +εξωτερικό και το τυχαίο; Και δεν είναι δυνατό, εκείνο, που μερικοί +τονομάζουν εξιδανίκεψη, να είναι η πραγματική εσωτερική ομοιότητα, +που θα γίνη κάποτε το αληθινό εγώ μας, ορατό απ' όλους μόνο σ' έναν +κόσμο άφταστο στην ανθρώπινη ματιά; + +Είτανε μικρόσωμη και λιγνή και την πρωτοείδα στο δρόμο, σε μια +σύσταση της στιγμής κάτω από τη λάμψη ενός φαναριού. Άμα χωριστήκαμε, +μου μείνανε στην ανάμνηση δύο μάτια παράξενα μεγάλα και βαθειά. +Περσότερα δε θυμόμουνα, παρά μόνο μια τραχηλιά από μαύρη γούνα, ένα +ζευγάρι μαύρα μακριά γάντια και το σφίξιμο ενός χεριού, που έδινε την +ξαφνική και δυνατή εντύπωση ενός κάτι άγρυπνου, αληθινού και γεμάτου +ειλικρίνεια. Από το εξωτερικό της δε μου έμεινε στο νου άλλο τίποτε, +τόσο που έπειτ' από λίγες μέρες πέρασα κοντά της χωρίς να τη γνωρίσω. +Κι όμως αυτά τα μάτια δε μ' αφίναν ήσυχο, βγαίνανε πάντα μπροστά στη +φαντασία μου αστραφτερά και μελαγχολικά, κρύβοντας κατιτί λαχταριστό +κι ευλαβητικό μαζί. Αν καθρεφτίσανε ποτέ δυο μάτια μια ψυχή, είταν τα +δικά της μάτια. + +Όταν συλλογίζουμαι όλη τη ζωή, που έζησα με τη γυναίκα μου, βρίσκω +πως σε όλα τα διαφορετικά της στάδια κανείς άλλος δε με δίδαξε όπως +αυτή, να φυλάξω το θρησκευτικό αίστημα. Ωστόσο δεν την άκουσα ποτέ να +προφέρη τη λέξη θρησκεία κ' εύκολα θα μπορούσε να την κάμη κανείς να +συγχύση τον Αβραάμ με τον Απόστολο Παύλο. Όλα όμως όσα άγγιζε με τη +σκέψη της ή με το αίστημα, της γίνοντανε ιερά μ' έναν ξεχωριστό +τρόπο. Η ψυχή της είταν όλη τρυφερότητα κ' η ζωή, που ήθελε να ζήση, +είτανε μια γιορτή, όπου το αίστημα για την αξία και την ιερότητα της +ζωής δεν μπορούσε να υποφέρη παραφωνία. Όλα όμως, όσα μέσα της είτανε +δυνατά και ζωντανά, είτανε μαζί κι αστενικά κ' ευκολόσπαστα. Στα βάθη +της ψυχής της φώλιαζε μια λατρεία προς το τέλειο, που δεν μπορούσε να +υποφέρη τη ζωή, γιατί νόμιζε πως έστεκε σε βαθμίδα ψηλότερη από αυτή. + +Είμαστε παντρεμένοι πολλά χρόνια, όταν μια μέρα μου είπε ξαφνικά, +απροετοίμαστα και χωρίς εξωτερική αφορμή, όπως ερχόντανε πάντα τα +δυνατότερα αιστήματά της: + + — Δεν πρέπει να με κάμης ποτέ να νοιώσω πως κατιτί αναμεταξύ μας +γέρασε κ' έγινε συνηθισμένο. Την ημέρα που θα το νοιώσω, θα πεθάνω. + +Πόσες γυναίκες δεν είπαν το ίδιο και πόσες δε ζήσανε για να γελούν +έπειτα με τα λόγια τους! Άκουσα κάποτε μια γυναίκα να λέη του αντρός +της: + + — Δεν πιστεύεις πως υπάρχουνε μερικές γυναίκες, που αιστάνουνται +αληθινά εκείνα που λεν όλες οι γυναίκες; + +Θυμούμαι πως μου ήρθε αυτό στο νου, όταν άκουσα τα λόγια της γυναικός +μου και πως με το συναίστημα της αλήθειας των λόγων αυτών, της έσφιξα +το χέρι σα μόνη απάντηση. Ένοιωσα πως αυτό που είπε, το είπε σοβαρά +κ' ήξερα πως η λέξη αιστηματικότητα δεν είχε δω τη θέση της. Μα είδα +κιόλας πως περίμενε να της πω κάτι και γω και γι' αυτό της απάντησα: + + — Δεν πιστεύεις πως κατιτί μπορεί να γεράση και να γίνη συνηθισμένο, +χωρίς να χάση τίποτε από τη δύναμη, τη χαρά και την ιερότητά του; + +Τέντωσε τα μάτια και με κοίταζε, σα να ήθελε να δη στο βάθος της +ψυχής μου. Έπειτα με πλησίασε και με φίλησε και παρατήρησα πως τα +μάτια της είταν υγρά, εκεί που αιστανόμουνα όλο το σώμα της γυρμένο +στο δικό μου με μια μοναδική μεγάλη τρυφερότητα. + + — Τότε ας γεράση κι ας γίνη συνηθισμένο, είπε. Το λαχταρώ να γίνη. + +Δεν είπαμε ούτε λέξη πια. Είδα όμως πως όλη την ημέρα είτανε γεμάτη +ήσυχη, σιωπηλή χαρά. Το απόγεμα βγήκε όξω στον κήπο και την άκουσα +που τραγουδούσε μόνη κάτω από τα παράθυρά μου με λαγαρή, ολόδροση +φωνή. + +Έπειτα από λίγη ώρα ήρθε μέσα μ' ένα μπουκέτο αγριολούλουδα, όπου η +καλοκαιρινή χλωρίδα έσμιγε όπως σμίγουν οι τόνοι σ' ένα τραγούδι. Τα +έβαλε αμίλητη απάνω στο τραπέζι μου και χαμογέλασε σιωπηλά, για να μη +μ' ενοχλήση στην εργασία μου. Έπειτα κάθησε κ' η ίδια παραπέρα κ' ενώ +έγραφα, σήκωνα κάποτε τα μάτια μόνο για να τη δω. Ο βραδινός ήλιος +φώτιζε τα μαύρα της μαλλιά κ' έπαιζε στα χρώματα του προσώπου της, +που έπαιρνε πάντα νέα όψη, ποτέ δεν είταν ίδιο. + +3 + +Και δε γέρασε ποτέ κάτι αναμεταξύ μας και δεν έγινε συνηθισμένο. +Γνωρίζω πως προφέρω ένα μεγάλο λόγο. Μα είναι αληθινός. Και γι' αυτό +μπορώ να πω ακόμα: Ευλογημένη ας είναι η ζωή κι ό,τι έδωσε αυτή! Μα +να την ευλογήσω για ό,τι πήρε, μου είναι αδύνατο. + +Έτυχε όμως ναρθή στο σπίτι μας η λύπη και τών ρα [τώρα;] το εννοώ +πως θα είτανε δυνατό να μας χωρίση, ά — δεν [α δεν;] μπορούσα να +λυπηθώ όπως εκείνη. Μα αυτό δεν έγινε ποτέ. + +Δε θυμούμαι πότε το παρατήρησα, γνωρίζω όμως πως η εντύπωση είναι +τόσο στενά δεμένη με την ανάμνηση της γυναικός μου, ώστε τώρα πιστεύω +πως δεν την είδα ποτέ μόνο με τη λάμψη της ευτυχίας και της νιότης. +Αρρώστησε δηλαδή τόσο νωρίς, ώστε μπορώ να πω πως δεν τη γνώρισα ποτέ +δίχως το σπέρμα της αρρώστειας. Πώς όμως έγινε να λησμονήσω τόσον +καιρό, ως τα τελευταία, πως η υγεία της είταν κλονισμένη και πως το +σπέρμα της αρρώστειας έπρεπε ναναπτυχτή, αν δε χανότανε τέλεια; Πως +δε χάθηκε, το γνώριζα καλά. Κι ωστόσο δεν έμαθα ποτέ να βλέπω τη ζωή +με άλλο φως, παρά με το συνηθισμένο. Δεν πρόσεξα τα προμηνύματα που +ήρθαν; Στάθηκα τυφλός και κουφός στις υποψίες, που ανάβανε μέσα μου +σα φλόγες και φοβερίζανε το χτίριο της ευτυχίας μου, που το θαρρούσα +στεριά θεμελιωμένο; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο πως όταν +παντρεύτηκα είμουνα τόσο νέος, ώστε πίστευα πως η αγάπη μπορεί να +προφυλάξη από κάθε δυστυχία του κόσμου κι όταν έβλεπα την Έλσα +ολάστραφτη κ' ευτυχισμένη, όταν γυρίζαμε μαζί στα δάση και στα +κύματα, όταν έβλεπα πως ο ήλιος τη μαύριζε και το κύμα του +καλοκαιριού έβρεχε το λευκό της σώμα, λησμονούσα πως μπορούσε ναρθή η +δυστυχία και γελούσα τον εαυτό μου νομίζοντας φανταστικούς τους +φόβους μου. Ω, τέλος έμαθα τόσο καλά την τέχνη να λησμονώ εκείνο που +δεν ήθελα να βλέπω, την τέχνη να ονειρεύουμαι μόνο υγεία και +μακρόχρονη ζωή, ακόμα και τότε που ο θάνατος πλησίασε την Έλσα τόσο, +ώστε είτανε θάμα πώς γλύτωσε. Κ' έφερνε κρυμένα κάτω από το φόρεμά +της τα σημάδια της εγχείρησης και δεν της λείψανε ποτέ οι πόνοι, μόνο +τους λησμονούσε βιάζοντας τον εαυτό της, για να δίνη τη χαρά της ζωής +σε κείνους που αγαπούσε, στα παιδιά της και σε με. + +Θυμούμαι όμως πόσο νωρίς είδα εκείνο το κάτι, που για να λησμονηθή +έγινε όλη η συζυγική ζωή μας μια πάλη ατέλειωτη. Το είδα στο πρόσωπό +της, όταν έμενε μόνη και νόμιζε πως δεν την παρατηρεί κανείς· κι όταν +το πρωτοείδα νόμισα πως έτρεχε κάτι μεταξύ μας. Τη ρωτούσα συχνά γι' +αυτό και μου είναι δύσκολο να πω αν είταν η αγάπη μου ή η φιλαυτία +μου, που μ' έκανε να νομίζω πως η ευτυχία της δεν έπρεπε να θολώνεται +από άλλο τίποτες παρά από εκείνο που αφορούσε εμέ. Έβλεπα πως τη +βασάνιζα φοβερά με όσα τη ρωτούσα. Ωστόσο τη ρωτούσα και πολλές φορές +μπορούσε να μου χαμογελά με μια τέτοιαν έκφραση, σα να έτρεχε η ψυχή +της μακριά, με μιαν έκφραση, που μου βασανίζει ακόμα την ανάμνηση, +γιατί ίσια ίσια αυτή η έκφραση είταν εκείνο, που προσπάθησα να νικήσω +τόσα χρόνια κι ωστόσο κυριάρχησε και με νίκησε. + + — Δεν πρέπει να με ρωτάς, μου είπε μια φορά. Δεν το γνωρίζω και γω +τι είναι. Γνωρίζω μόνο πως δεν μπορεί να το νοιώση κανείς. + +Τι εννοούσε με τούτο, ανήκει στο άγνωστο, στο άγνωστο, που όλοι +ρωτούνε γι' αυτό, κανείς όμως δεν παίρνει απόκριση. + +Μα πώς μπορούσα να το νοιώσω τότε αυτό; Η ζωή μου είταν ευτυχισμένη, +οι μέρες μας φαιδρές, τα παιδιά μας μεγαλώναν και γεμίζανε το σπίτι +μας με τη χαρά τους. Και ποτέ άλλη φορά δε στάθηκε η Έλσα τρυφερότερη +μαζί μου, παρά όταν παρατηρούσα τις στιγμές αυτές της σιωπηλής λύπης, +που θα είχα το δικαίωμα να την ονομάσω αδικαιολόγητη, αν δεν υπάρχανε +άλλα αίτια όξω από εκείνα, που οι άνθρωποι μπορούνε να τα εκφράζουνε +με λόγια. + +4 + +Την εποχή αυτή είχανε μεγαλώσει τα παιδιά μας. Ο Ούλοφ άρχισε να +πηγαίνη στο σκολειό και για το Σβάντε πλησίαζε ο καιρός, που θάρχιζε +κι αυτός να σπάζη τους σκληρούς καρπούς του δέντρου της γνώσης. + +Την εποχή αυτή αρχίσανε να κυριεύουνε για πρώτη φορά την Έλσα οι +σκοτεινές ώρες και παρατήρησα συχνά πως είχε κλάψει. Με απόφευγε με +το σιωπηλό της τρόπο και το έκανε για να μην τη ρωτώ. Δεν μπορώ να +λησμονήσω την αγωνία, που με κυρίεψε τον καιρό αυτό. Η αγωνία μου +ερχότανε τη νύχτα, όταν καθόμουνα μόνος μπρος στο τραπέζι μου. Με +ακολουθούσε, σαν πήγαινα να ησυχάσω, και κάθιζε στην άκρη του +κρεβατιού μέσα στο σκότος, εκεί που έμενα άγρυπνος κι ακροαζόμουνα +την αναπνοή της γυναικός μου για να βεβαιωθώ πως κοιμάται. + +Μια σιωπή, παράξενη σιωπή βασίλευε αναμεταξύ μας τον καιρό αυτό. +Πηγαίναμε στην καμαρά μας και καθόμαστε κει χωρίς να μιλούμε λέξη και +νοιώθαμε τη σιωπή να υψώνεται ανάμεσά μας, σαν ένας τοίχος, που δεν +τον έχτισε κανείς, μα και κανείς δεν μπορούσε να τον γκρεμίση. Κι +όταν το χέρι του ενός ζητούσε το χέρι του άλλου, το κάναμε μόνο γιατί +γνωρίζαμε πως ο ένας δεν μπορούσε να το υποφέρη να είναι μακριά από +τον άλλον, αν κ' οι δυο μας το αιστανόμαστε πως καταβάθος είμαστε +μακριά. + +Τα παιδιά μπαίνανε να μας καλονυχτίσουν. Τα φιλούσαμε και τα +κοιτάζαμε που φεύγανε. Λέξη όμως δε βγάζαμε κι όταν γυρνούσα προς το +μέρος, όπου καθότανε η γυναίκα μου, αιστανόμουνα πως έκλαιγε, χωρίς +να την ακούω. Πιο δυστυχισμένοι δε θα μπορούσαμε να είμαστε, αν ένας +από μας ή κ' οι δυο είχαμε να κρύψουμε αναμεταξύ μας κάποιο σκοτεινό +μυστικό. Κι όμως κ' οι δυο γνωρίζαμε πως τέτοιο δεν υπήρχε. + +Είσαι δυστυχισμένη μαζί μου, Έλσα; τη ρωτούσα. + +Και την άκουγα να ξεσπά σε λυγμούς, σα να βρισκότανε σε μεγάλη +αγωνία: + +Αν δεν είχα εσέ, πιστεύεις πως θα μπορούσα να ζήσω; + +5 + +Πόσο βάσταξε η εποχή αυτή δεν μπορώ να το θυμηθώ σωστά. Τη θυμούμαι +μόνο σαν ένα μοναδικό φοβερό χειμώνα χωρίς χιόνι, σα μια μακριά +σκοτεινή γραμμή στη ζωή μας, στη ζωή που μου φαινόταν άδεια και χωρίς +νόημα. Έπειτα είδα το θάνατο να μου αρπάζη από την αγκαλιά το πιο +αγαπητό που είχα, είδα φίλους να χάνουνται, αιστάνθηκα να με αφίνουν +όλα για όσα ήθελα να ζήσω ή να πεθάνω πνευματικά. Μα κάτι παρόμοιο, +κάτι που μπορεί να συγκριθή με το χειμώνα αυτό, δεν το δοκίμασα ποτέ, +γιατί τότε νόμιζα πως η Έλσα κιντύνευε να μου φύγη κ' η ιδέα αυτή μου +είτανε φοβερότερη από καθετί, που μπορούσανε να μου κάμουν άλλοι +άνθρωποι, ή από ότι είτανε δυνατό να πάθω γενικά στη ζωή. + +Η εποχή αυτή είτανε τόσο πικρή, γιατί τότε είταν η μόνη φορά στη ζωή +μου, που η καρδιά μου φάνηκε σκληρή σ' αυτή, και φάνηκε γιατί +εννοούσα τόσο λίγο. Τέλος κατάντησε να κλειστώ και γω στον εαυτό μου, +όπως αυτή, γιατί με κυρίεψε η θλίψη κ' η θλίψη πήρε φωνή και τα +τραχιά λόγια τρέμανε στον αέρα γύρω μας. + +Μια μέρα τη βρήκα που έκλαιγε και με φωνή, που δεν είτανε πια δική +μου, φώναξα: + + — Πόσο νομίζεις πως μπορώ να το υποφέρω αυτό; + +Την ίδια στιγμή που τα είπα, μετάνοιωσα για τα λόγια μου και ποτέ δε +θα ξεχάσω την έκφραση του τρόμου, που πέτρωσε το πρόσωπό της. + + — Τι εννοείς; είπε. + + — Εκείνο που λέω. + +Είτανε σα να μίλησε με το στόμα μου κάποιος πονηρός δαίμονας, που δεν +μπόρεσα να τον κρατήσω. + +Όλα όσα είχα υποφέρει, ορθωθήκανε μέσα μου, σα να θέλανε να με +πνίξουν και το αιστάνθηκα σα θρίαμβο πως την έκαμα και πόνεσε. + + — Φύγε, μου είπε, φύγε από με. Τι ήθελες ναρθής σε με διόλου; + +Δεν έκλαιγε όταν έφυγε. Όμως μέσα στο θυμό μου αιστάνθηκα πως της +έδωσα με ταστόχαστα λόγια μου τόσο μεγάλη θλίψη, όση δεν αιστάνθηκα +ούτε θα αιστανθώ ποτέ ο ίδιος. Μα έδιωξα τη σκέψη αυτή κι οχυρώθηκα +πίσω από την περιωρισμένη περηφάνια, που κάνει τον άνθρωπο να μην +ξεφεύγη το κακό, μα να λογαριάζη τίνος είναι το σφάλμα. + + — Είναι δικό της το σφάλμα, αν χάθηκε η ευτυχία μας, έλεγα μέσα μου. +Τι έκαμα εγώ, ώστε να είναι δυστυχισμένη και να με βασανίζη μη +λέγοντας την αφορμή; Δε μ' αγαπά πια. Έτσι γίνεται στον κόσμο. Ό,τι +είναι ωραίο πρέπει νασχημήνη. Όποιος είναι ευτυχισμένος δεν πρέπει να +μείνη ευτυχισμένος για πολύν καιρό. + +Πίσω από τέτοιους στοχασμούς έκρυβα το αληθινό μου συναίστημα, που +είταν όλον τον καιρό πλημμυρισμένο από εκείνη. Νόμιζα πως είχα το +δικαίωμα ναγαναχτώ κ' εύρισκα πως ο λόγος μου έλαβε απάντηση +σκληρότερη παρότι του άξιζε. + +6 + +Η εποχή αυτή είταν η μόνη που μπορούσε να χαθή πραγματικά η ευτυχία +μας και νομίζω πως κ' οι δυο είχαμε σε μεγάλο βαθμό το συναίστημα πως +κάποιες βαρειές δύναμες παίζανε με τη ζωή μας. + +Πέρασε μια μέρα ολάκερη χωρίς ναλλάξουμε λέξη αναμεταξύ μας. Το βράδι +όμως, που θα πηγαίναμε να κοιμηθούμε, έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του +άλλου και κλάψαμε χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε. + +Έπειτα ήρθανε τα πράματα εκεί όπου είταν πριν. Το πρόβλημα όμως που +με βασάνιζε: «Τι να είναι, τι να έχη;» έμεινε χωρίς απάντηση. Ωστόσο +είμουνα ησυχότερος, αιστανόμουνα μετάνοια για τους στοχασμούς μου και +περίμενα κιόλας κάποια λύση. + +Έπειτα από δυο μέρες βρήκα απάνω στο τραπέζι μου το ακόλουθο γράμμα. + +Θυμούμαι πως το άνοιξα μ' ένα αίστημα αγωνίας, σα να μπορούσε το +χαρτί αυτό να μου ξεσκεπάση ένα μυστικό, που θα είχε τη δύναμη να μου +αφανίση όλη τη ζωή. Ταυτόχρονα όμως με φλόγιζε ο πόθος να λάβω +απάντηση στο ρώτημα: «Γιατί δεν είναι ευτυχισμένη; Μπορεί κανείς να +είναι ευτυχισμένος και δυστυχισμένος μαζί;» + +Το γράμμα είταν αυτό: + +«Αγαπητέ μου, + +»Να ειπωθούνε μεταξύ μας τέτοια λόγια! Να μπορέση να γίνη τέτοιο +πράμα! Στην αρχή νόμιζα πως ο ήλιος έσβησε και δε θα μπορούσα να +ξαναδώ το φως της μέρας. Και βασανίζουμαι με τη σκέψη πώς να σε κάμω +να γίνης καλός μαζί μου και πώς να μπορούσε να ξαναγίνη το πράμα έτσι +σα να μην είχε τρέξει ποτέ εκείνο που έτρεξε. + +»Έπειτα όμως είδα πως η καρδιά σου μέσα είτανε καλή, αν και δεν το +έδειχνε, κι άρχισα να εννοώ πως δεν μπορείς ποτέ να γίνης +διαφορετικός και πως σε σπάραξε και σε πίκρανε μόνο που δεν απάντησα +στο ρώτημά σου κ' έτσι χτύπησες τυφλά, χωρίς να ξέρης πως ο τρόπος +σου μ' έκαμε να πονέσω. Και τώρα ακόμα δε γνωρίζω τι ν' απαντήσω, μα +δεν πρέπει να παραξενευτής γιατί σου γράφω. Το κάνω μόνο γιατί, αν +δοκίμαζα να σου τα πω, δε θα μπορούσα να πω ούτε τα μισά απ' όσα +ήθελα. + +»Έχω τόσα πολλά μέσα μου, τόσα πολλά, που δεν τα είπα ποτέ ούτε σένα +ούτε άλλου κανενός, γιατί γνωρίζω πως δεν μπορώ να τα πω ποτέ. Έτσι +είμουνα πάντα κ' έτσι θα μείνω. + +»Όταν συλλογίζουμαι κάποτε πως είσαι συ μαζί μου, πως μιλείς για όλα +και δεν αφίνεις κρυμένη ούτε μια δίπλα της καρδιάς σου, νομίζω τότε +πως είμαι ηχώ δική σου και πως είμαι τόσο φτωχή, ώστε να μην μπορώ να +σου ξαναδώσω τίποτε. Κι όταν μου είπες πως δεν είναι έτσι, αιστάνθηκα +πως είμαι τόσο ευτυχισμένη και τόσο πλούσια. Και γνωρίζω πως σου τα +έδωσα όλα όσα μπορούσα να δώσω κι όλα όσα έχω. + +»Όταν όμως με βλέπεις να κάθουμαι και να κοιτάζω μέσα μου, όπως +συνειθίζεις να λες, τότε πρέπει να ξέρης πως δεν κάνω τίποτες άλλο +παρά εκείνο που έκαμα πάντα, ακόμα και πρι να σε γνωρίσω κι αρχίσω +την πραγματική μου ζωή. Κι αν κλαίω, δεν πρέπει να νομίζης πως είμαι +δυστυχισμένη. Είναι μόνο κάτι που πρέπει να το συλλογίζουμαι κάποτε, +γιατί ξέρω πως θαρθή και γιατί το ήξερα πάντα πως θαρθή. + +»Μα δεν πρέπει να με ρωτάς γι' αυτό, γιατί δεν μπορώ να σου απαντήσω. +Αν μπορούσα, ω αν μπορούσα, τότε θα στέγνωναν από μόνα τους τα δάκρυά +μου. Ίσως να μην είναι τίποτε, ίσως να είναι μόνο και μόνο γιατί +είμαι πολύ ευτυχισμένη. + +»Μα θέλω να με πιστεύης όταν σου λέω πως δεν πρέπει να φοβάσαι πως +υπάρχει στην ψυχή μου κάποιο απόκρυφο και μυστικό, που το κρύβω και +το κρατώ μυστικό, γιατί δεν πρέπει να το δης. Η αιτία είναι μόνο +γιατί δεν μπορώ. + +Μη με παρακαλής λοιπόν να μιλήσω, μα αγάπα με όπως είμαι. Αγάπα με σα +μια μικρή σου κόρη, σα μια φίλη σου, που δεν απαιτεί άλλο τίποτε παρά +να είναι στο πλευρό σου, όσο της έχει ο θεός να ζήση, κ' έπειτα να +πεθάνη και να κοιμηθή με γαλήνη, λησμονημένη απ' όλους τους άλλους, +όξω από σε. Γιατί εσύ δεν πρέπει να με λησμονήσης κι αυτή είναι η +μόνη «αθάνατη ζωή» που λαχταρώ. + +«Ένα όμως πιθυμώ κάποτε. Κι αυτό είναι νασπρίσουν τα μαλλιά μας και +να γεράσουμε μεις οι δυο και να ηλικιωθούνε τα παιδιά μας. Είμαι τόσο +πολύ μητέρα, ώστε να ποθώ να μεγαλώσουν ταγόρια μου και να μπορώ να +πηγαίνω στο σπίτι τους και να σηκώνω στα χέρια μου μικρά, μικρούτσικα +εγγονάκια και να βλέπω πως ζω και γω λιγάκι σ' αυτά. Ταγόρια μου +είναι τώρα τόσο μεγάλα, ώστε να μη με χρειάζουνται πια έπειτα από +λίγο. Μα πάλι θα είτανε τόσο ωραίο να γεράση κανείς, να είναι μαζί +σου και να μπορή να περιμένη την ημέρα που θαρθή η μεγάλη γαλήνη. Μου +φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν εγέραζες κι άσπριζες και +κανείς άλλος δεν μπορούσε να σε βλέπη με τα ίδια μάτια όπως εγώ. Μου +φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν μπορούσα να συλλογίζουμαι +πως κανείς άλλος από μένα δεν είχε κάποιο δικαίωμα σ' εσέ και πως +κανείς άλλος δε σε γνώρισε καλά ποιος είσαι. + +»Να που σου είπα τόσα πολλά και κείνο, που με παρακάλεσες να σου πω, +δε σου το είπα. Μα μην το συλλογίζεσαι, συλλογίζου μόνο πως και τώρα +σ' αγαπώ, όσο σ' αγαπούσα πάντα, πως εκείνο που αιστάνουμαι τώρα για +σε είναι κάτι περσότερο παρότι μπορεί να ειπωθή με λόγια, κάτι +περσότερο παρότι μπορείς ποτέ να γνωρίσης κι ο ίδιος. Γιατί μαζί σου +είναι η θέση μου και δω κοντά σου έχω όλα όσα είχε ποτέ ή μπορεί να +έχη μια γυναίκα. Μην πιστεύης άλλο τίποτε, γιατί μ' αυτά με κάνεις +πιο δυστυχισμένη απ' όσο μπορείς να φανταστής ή να πιστέψης. + + Η γυναίκα σου.» + +7 + +Κάθησα πολλή ώρα με το γράμμα αυτό στο χέρι και το κύμα της +τρυφερότητας, που με πλημμύριζε, είτανε τόσο δυνατό, ώστε έπνιξε όλα +τα ρωτήματα και μ' έκαμε να γυρίζω μέσα στο συνηθισμένο μου κόσμο, +όπου δε φαινότανε πως είχε αλλάξει τίποτε, μ' έκαμε να γυρίζω με το +συναίστημα πως είμουνα το βασιλόπουλο του παραμυθιού, που είχε φτάσει +με τα φτερά του μαϊστραλιού στο νησί της ευτυχίας. + +Είχα ρωτήσει γιατί άλλαξε τόσο η γυναίκα μου και δεν το έμαθα. Έλαβα +μόνο μιαν απόδειξη της αγάπης της. Κι αληθινά έτσι είναι η αγάπη: δε +θέλει τίποτες άλλο παρά τον εαυτό της κι όλα τα ρωτήματα που βάζει +δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να της δώσουνε τη βεβαιότητα, που δίχως της +δεν μπορεί να υπάρχη. Για τούτο το γράμμα αυτό μας έδωσε τη λύση +όλων, αν και δεν εξήγησε τίποτε· κι αφού το διάβασα, πήγα με άφωνη +ευγνωμοσύνη μέσα στη γυναίκα μου, ευτυχισμένος γιατί μπορούσα να τα +πιστέψω όλα. + +Δε μιλήσαμε πολύ γι' αυτό το γράμμα, μα αιστανθήκαμε κ' οι δυο +ξαλάφρωμα που γράφηκε. Και το βράδι καθήσαμε ως αργά μονάχοι, αφού +πήγανε τα παιδιά να κοιμηθούνε. Θυμούμαι πως εκείνες τις μέρες η Έλσα +τραγουδούσε, τραγουδούσε όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ για κανέναν +άλλον εξόν από μένα. Και γω καθόμουνα κι άφινα την ψυχή μου να τη +χαδεύουν οι τόνοι, ενώ μέσα μου με βασάνιζε ο στοχασμός, πώς είτανε +δυνατό ποτέ να χωρέση αναμεταξύ μας δυσαρέσκεια. + +Πώς περνούσαν οι μέρες δεν το ξέρω. Δεν παρατήρησα πως μεγαλώσανε, +πως το χιόνι έσταζε από τις στέγες και πως τα δέντρα του πάρκου +αρχίσανε να φουσκώνουν. Με λυπούσε πολύ πως ο χειμώνας δε βάσταξε +περσότερο, για νανάβουμε νωρίτερα τη λάμπα και ναρχίζουνε τα βράδια +μας προτήτερα. + + — Παρατήρησες, μου είπε η Έλσα ένα πρωί, πως έγινα φαιδρότερη από +πριν και πως δεν κλαίω πια; + +Το είχα παρατηρήσει. Αχάριστος όμως, όπως είναι ένας άνθρωπος μόλις +ξέφυγε έναν κίντυνο που δεν τον είχε νοιώσει, απολάβαινα την αλλαγή, +χωρίς να τη συλλογίζουμαι. + + — Μήπως κλαις όταν δε σε βλέπουνε; ρώτησα. + +Κ' αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου ένας ίσκιος της παλιάς μου +δυσπιστίας. + +Μα η Έλσα δεν το παρατήρησε. Έστεκε μπροστά μου ολόφωτη από τόση +νιότη, σα να μην είχε σκοτεινιάσει ποτέ σύννεφο το μέτωπό της. Και +γύρω στα χείλη της έπαιζε ένα χαμόγελο, που νόμιζα πως κάποτε το είχα +δει. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε. + + — Δεν κλαίω πια, είπε. + +Κ' η φωνή της είχε έναν ήχο σχεδόν προκλητικό, όταν πρόστεσε: + + — Αυτό είναι και το μυστικό μου. + +Ακολούθησα τη διάθεσή της χωρίς να νοιώσω τα λόγια της. Είμουνα +ευχαριστημένος κ' ευτυχισμένος με το συναίστημα πως μας χαμογελούσε +ξανά η ζωή. + +Όλη αυτή η περίοδο δεν άφησε στη συζυγική ζωή μας άλλο σημάδι, παρά +μόνο πως την έκαμε πιο εγκάρδια και προφυλαχτική παρότι είτανε πριν. +Δεν μπορώ πια να πω με ποιον τρόπο προσπαθούσα να ξηγήσω την αλλόκοτη +αυτή παρένθεση, που έγινε μέσα σ' έναν ευτυχισμένο γάμο. Το βέβαιο +είναι πως τότε ούτε μπορούσα να υποψιαστώ πως έκρυβε το σπέρμα της +τραγικότητας ενός ολάκερου μέλλοντος. + +8 + +Αν κ' έλεγε με περηφάνεια πως είναι μητέρα δυο παιδιών, η Έλσα είταν +ακόμα τόσο νέα κι όταν έβγαινε περίπατο ακκουμπημένη στο μπράτσο του +αντρός της, τα βήματά της είτανε τόσο ελαστικά, κ' ενώ βάδιζε, έγερνε +απάνω μου με μια κίνηση, που έδειχνε πως αν το ωραίο κεφάλι της το +βάραινε κάτι, το κάτι αυτό δεν είτανε τα χρόνια. + +Είτανε μια από κείνες τις επικίντυνες ανοιξιάτικες βραδιές της +Στοκχόλμης, που ο ήλιος πέφτει θερμός στα νιοβλαστημένα δέντρα, που +οι δρόμοι είναι πλημμυρισμένοι κόσμο, σα για χαρά κι απόλαψη των +ματιών, που τα εξοχικά κέντρα τραβούνε παλιά αντρόγυνα, νιόπαντρους ή +αρρεβωνιασμένους, που ο ουρανός είναι γαλανός και στο ρέμα κυλούν +χορεύοντας οι όγκοι του σπασμένου πάγου, που ο χειμώνας φαίνεται σα +να έφυγε για πάντα κ' η άνοιξη προμηνά ένα καλοκαίρι τόσο ωραίο, όσο +δε στάθηκε ποτέ ως τώρα. + +Ένα τέτοιο βράδι είτανε που η Έλσα ξεγέλασε τον άντρα της να βγούνε +περίπατο ως τη βρύση του Ζωολογικού Κήπου, να τηλεφωνήσουν από κει +στο σπίτι πως δεν έρχουνται και να παραγγείλουν ένα μικρό soupé a +deux σ' ένα χαμηλό καμαράκι με λευκές κουρτίνες, απ' όπου μπορούσανε +να βλέπουνε τα φωτεινά δέντρα, που στα κλαδιά τους ανάμεσα περνούσε ο +ήλιος ρίχνοντας μικριές σκιές. + +Αυτή είτανε μια από τις πια αγαπημένες μας διασκέδασες κι όσο +σπανιότερα την απολαβαίναμε από τον καιρό που μεγαλώσανε τα παιδιά +και δε θέλαμε να ταφίνουμε μόνα, τόσο περσότερο μας μάγευε μια τέτοια +βραδιά, γιατί έφερνε μαζί της όλη τη φαιδρότητα και τόνειρο, που +είναι η καθημερινή τροφή της νιότης και με τα χρόνια τα φυλάγουμε +στην ανάμνηση μόνο σαν ώρες σκόλης. + +Θυμούμαι τόσο καλά την Έλσα εκείνο το βράδι. + +Φαιδρή κ' ευχαριστημένη είχε στρυμωχτεί στη γωνιά του καναπέ κι +απολάβαινε σιγά σιγά το τελευταίο ποτήρι της σαμπάνιας. Έμοιαζε με +γατάκι, που περιμένει να το χαδέψουνε ή να παίξουνε μαζί του. Κι +αντικρινά της καθόμουνα εγώ, κάπνιζα συλλογισμένος ένα καλό πούρο και +κοίταζα τον ήλιο, που έτρεμε ανάμεσα στους ίσκιους των δέντρων. +Ένοιωθα τον εαυτό μου ευτυχισμένο κ' ευχαριστημένο, είχα όμως +εργαστεί πολύ τότε τελευταία και σχεδόν μ' ενοχλούσε πως η Έλσα +είτανε καθισμένη εκεί κ' είχε τον πόθο να με σύρη όλον στη δική της +ψυχική διάθεση. + +Γιατί είτανε σα να είχε πυρετό. Φαινότανε σα να ήθελε να χοροπηδήση +μέσα στην κάμαρα, να παίξη, να κάμη τρέλες, να τρέξη να την πιάσουνε, +φαινότανε σα να πιθυμούσε κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, σα να την είχε +πλημμυρίσει ο κοριτσίστικος πόθος των αθάνατων ανοησιών της ευτυχίας, +ένα ίσια ίσια από κείνα τα χαρακτηριστικά, που αγαπούσα περσότερο σ' +αυτή. Όσο κι αν το πιθυμούσα ωστόσο, δεν μπορούσα να συναρπαχτώ από +τη διάθεσή της. Είτανε σα να με παραφύλαγε μέσα μου μια κακή +προαίστηση, μια ακατανίκητη μελαγχολία και μ' εμπόδιζε νακολουθήσω το +φτερούγισμα των αιστημάτων της. Όταν θυμάται αργότερα κανείς κάτι +τέτοια, μπορεί να τα βάζη με τον εαυτό του και να θαρρή σαν έγκλημα +κάποιες παρόμοιες παραμέλησες, θυμούμαι ακόμα πως είχα νοιώσει τότε +τη διάθεση της· κι από κείνο, που ακολούθησε ύστερα, γνωρίζω τι δρόμο +πήρανε τα όνειρά της. + +Δυσαρεστημένη κάπως γιατί τα αιστήματά μας δε βαδίζανε με τον ίδιο +ρυθμό, καθώς πάντα, έμενε καθισμένη αμίλητη εκεί και ρουφούσε τη +σαμπάνια της κ' ενώ καθόταν έτσι, οι ζωηροί της στοχασμοί +γλυστρούσανε δίχως να το νοιώθη σε μια γλυκεία χιμαιρική διάθεση κ' +ενώ κοίταζε τον άντρα της, που τα μαλλιά του είχαν αρχίσει +νασπρίζουν, έβλεπε σαν όνειρο την ημέρα, που οι δυο μας εδώ και πολλά +χρόνια είχαμε βγει με τη βάρκα σ' ένα ηλιολουσμένο μικρό βραχόνησο, +όπου πίσω από τα δέντρα γυάλιζε η πρώτη καλοκαιρινή κατοικία μας. Η +εικόνα είτανε τόσο καθαρή ώστε νόμιζε πως ξεχώριζε κάθε χαμόκλαδο και +κάθε δέντρο, όλα ως τις ψιλές απόχρωσες του φωτός και του ίσκιου, που +έρριχνε ο βραδινός ήλιος στη σανιδόπλεχτη σκεπή του σταχτερόχρωμου +σπιτιού. Έβλεπε τον κόλπο ναπλώνεται σε μιαν ατέλειωτη γλαυκότητα και +κει που έκλεινε στην άκρη του νησιού τρέμανε καθρεφτισμένες στο κύμα +του οι φωτεινές σημύδες, οι σκοτεινόχρωμες βελανιδιές και τα έλατα, +που σημαδευόντανε σχεδόν μαύρα στο νερό. + +Πόσες φορές μου ιστορούσε την καθαρότητα, που είχανε τα οράματα ή οι +ανάμνησες αυτές, που είτανε τόσο χαραχτηριστικά της! Τώρα μπορώ και +βλέπω καλήτερα και καθαρότερα τόνειρό της παρά τότε! + +Είναι βέβαιο πως τα έβλεπε όλα αυτά, όσο που έσβησε όλη η τρελή +ψυχική της διάθεση κ' είδα πως γεμίσανε δάκρυα θερμά τα μάτια της. Με +ζωηρό κίνημα άδειασε τα ποτήρι της, γλύστρησε από τον καναπέ κι +ακκούμπησε τα κεφάλι στα γόνατά μου. + +Σα να μου μετάγγισε άμεσα κάτι από το αίστημά της ή σα να +συναπαντηθήκανε οι στοχασμοί μας στο περασμένο, όπου μας αγκάλιαζε +και τους δυο τόνειρο της ευτυχίας, κυριεύτηκα και γω από μια διάθεση +ολότελα διαφορετική από την προτητερινή κ' ενώ έβαλε απαλά το χέρι +γύρω στα λαιμό της και τη χάδεψα στο μάγουλο, είπα: + + — Τι συλλογίζεσαι; + + — Συλλογίζουμαι το πρώτο μας καλοκαίρι. + +Τη στιγμή αυτή μου φάνηκε σα να είχα συλλογιστεί και γω το ίδιο. Όλη +μου η κούραση έφυγε μεμιάς κι όλος συγκίνηση έσκυψα και της φίλησα το +στόμα. + +Την ίδια στιγμή καθότανε η Έλσα ανασηκωμένη εκεί. + +Ο πόθος για κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, κάτι που να έκοβε τη μονοτονία +του καθημερινού, έσμιγε τη στιγμή αυτή με την ανάμνηση του περασμένου +και μ' έναν τόνο, που δεν μπορούσε να του αντισταθή κανείς, φώναξε: + + — Θέλω να πάω εκεί· θέλω να πάω εκεί, Γιώργο. + +Μα την ίδια στιγμή ένοιωσα τον εαυτό μου να γυρίζη στην +πραγματικότητα. Η ψυχική διάθεσή μου στο βάθος είταν ίσως ίδια με της +γυναικός μου, όμως ταυτόχρονα αιστανόμουνα εκείνο το παράξενο αίστημα +της απογοήτεψης, που περιμένει παντού, το αίστημα, που ορθώνεται μέσα +μας και μας χαλινώνει τα όνειρα στις πιο έντονες στιγμές της ζωής +μας. Τρόμαξα μπροστά στη δοκιμή αυτή να ξυπνήσουμε στη ζωή τη νιότη, +σα να φοβόμουνα πως αντίς τη νιότη θαπαντούσα κάποιον πόνο, που ήθελα +να τον αποφύγω με κάθε τρόπο. + +Είμουνα τόσο βέβαιος για την απογοήτεψη, ώστε η αθώα πρόταση της +γυναικός μου, η μικρή εκδρομή στο νησάκι, όπου γνώριζα τον κάθε +κόλπο, το κάθε στενό, ως και τις πέτρες ακόμα στο βυθό του φιόρδ, μου +φάνηκε πως έκρυβε κάτι τόσο σοβαρό και κρίσιμο, ώστε να έπρεπε να το +συλλογιστώ καλά πριν λάβω μια τόσο βαρειά, μοιραία απόφαση. +Ταυτόχρονα όμως είδα πως η ιδέα αυτή γέμιζε τη γυναίκα μου με τόση +μαγεία, ώστε δεν μπορούσα να πω όχι. Γι' αυτό είπα ναι και την έσφιξα +στο στήθος μου για να κρύψω τη δυσθυμία μου. + +Όταν όμως γυρίζαμε στο σπίτι, σ' όλην την ύπαρξη της Έλσας είτανε +χυμένο κάτι σα λάμψη νεανική. Δεν είχε νοήσει τίποτε από κείνο που +αιστανόμουνα πραγματικά. Σα να πίστευε πως βάδιζε προς κάποια μεγάλη +ευτυχία, τόσο έλαμπε η όψη της καθρεφτίζοντας το ζωντανό αίστημα, που +έδενε μαζί εκείνο που υπήρξε με κείνο που υπήρχε. Και μου πέρασε στην +ψυχή ένα τόσο θλιβερό συναίστημα με την ιδέα πως μπορούσε ναληθέψη η +προαίστησή μου, ώστε μου ήταν αδύνατο να κρατήσω τους στοχασμούς μου. + + — Είσαι βέβαιη πως θα είναι, όπως το περιμένεις; ρώτησα. + +Έκαμε κίνηση σπασμωδική κ' η έκφραση του προσώπου της είτανε σχεδόν +πικρή, όταν απάντησε: + + — Γιατί θέλεις να μου τα καταστρέφης όλα; + + — Το κάνω αλήθεια; + + — Όχι, μα είμουν τώρα τόσο ευτυχισμένη. + +Σώπασα και την έσυρα πιο κοντά μου. Εμπρός στην πίστη της λησμόνησα +το δισταγμό μου κ' η ασήμαντη εκδρομή μας πήρε στη φαντασία μας +σχήματα παράξενα, έτσι όπως όταν κοντινά νησιά υψώνουνται στον +ορίζοντα και λάμπουνε σε φως φανταστικό. + +9 + +Τέλος μια Κυριακή πρωί καθόμαστε στο κατάστρωμα του βαποριού και +βιαζόμαστε να φτάσουμε κει που θέλαμε. + +Είχαν περάσει πολλά χρόνια που δεν κάμαμε αυτόν το δρόμο, χρόνια που +φέρανε καλά και κακά, χρόνια που μας χωρίσανε και χρόνια που μας +ξανασμίξανε. Δρόμους ξεχωριστούς πήραν οι στοχασμοί μας, μα +συναπαντηθήκαν πάλι και δεμένοι σα μ' ένα παράξενο μυστικό αίστημα, +που ήθελε να προκαλέση τη μοίρα, καθόμαστε πλάγι πλάγι, ενώ μπροστά +μας περνούσαν οι τοποθεσίες αραδιαστές, φωτισμένες από τον ξάστερο +ανοιξιάτικο ήλιο, περιβρεγμένες από τα γαλανόλαμπο νερό, που ένας +αλαφρός άνεμος το έκανε να τρεμουλιάζη. + +Η αντίστασή μου είχε χαθεί τώρα ολότελα. + +Άφησα να με σέρνη χωρίς θέληση η γυναίκα μου και δεχόμουνα την κάθε +εντύπωση με μια συγκίνηση, σα να είμουνα δώδεκα χρόνια νεώτερος και +να καθόμουνα στο κατάστρωμα και να τραβούσα προς νέα άγνωστα τέρματα, +που μέλλανε ναλλάξουνε την καθημερινή ζωή μου και να δώσουνε σ' όλην +την ύπαρξη, νέες άποψες. Η γυναίκα μου μού φαινότανε ξανανιωμένη όπως +και γω. Το πρόσωπό της το χρωμάτιζε απαλή κοκκινάδα και τα μάτια της +φεγγοβολούσανε με τη λάμψη εκείνη που δίνει η ευτυχία. Η φωνή της +είχε τόνους αόριστης τρυφερότητας, που με χαδεύανε μ' όλη τη δύναμη +της χίμαιρας, που πλημμυρούσε και τους δυο μας, και μεταξύ μας +πετούσανε λόγια και χαμόγελα, βλέμματα και κινήματα, όπως γίνεται +μόνο στον πρώτον καιρό της αγάπης. + +Κι όταν το βαπόρι μας έβγαλε τέλος στη στεριά, αφού σταθήκαμε μόνοι +στην αποβάθρα και βλέπαμε το πλοίο που έφευγε, πιαστήκαμε έπειτα μέση +με μέση και πήραμε αργά το δρόμο, που πήγαινε φιδωτός ανάμεσα σε +λεφτοκαριές και ψηλές ροζιάρικες βελανιδιές. Στα κλαδιά τους μόλις +φαινόταν ένα πράσινο ανοιξιάτικο χνούδι και τότε είδαμε πόσο λίγο +είταν προχωρημένη γύρω μας η βλάστηση. Η θάλασσα, που κρατεί σφιγμένο +στο κρύο της αγκάλιασμα όλο το σύμπλεγμα των βραχόνησων, τα ζώνει με +την ψύχρα των πάγων, που εμποδίζει την εργασία της άνοιξης. Εδώ δε +χλόιζε ο τόπος όπως μέσα στη στεριά, όπου λιβάδια και δάση φουντώνουν +γλήγορα, προφυλαγμένα όπως είναι από τη ζώνη των βραχόνησων, που +κρατεί μακριά τους βορεινούς ανέμους. Εδώ είταν ερημιά και κρύο, στα +κλαδιά των δέντρων φαινόντανε χλωμά ανοιχτοπράσινα σημάδια, που +λάμπανε σταχτεροκίτρινα, οι ιτιές είταν γεμάτες χνουδωτά ανθάκια, η +χλόη κρεμότανε κάτω από τα ξερόφυλλα κ' οι ανεμώνες, που μέσα στη +στεριά είτανε πια μαδημένες, εδώ ανθίζανε λευκογαλάζιες κάτω από τους +κλάδους των χαμηλών λεφτοκαριών. + +Αυτή ίσια ίσια η αργή ανάπτυξη της φύσης πλημμυρούσε και τους δυο μας +με μια νέα ευτυχία, βυθισμένοι καθώς είμαστε στην ψυχική διάθεση +μας.«Βλέπεις, εδώ έρχεται αργότερα, όπως τότε»! — «Ξέρεις όσα +κάθουνται στα νησιά βλέπουνε δυο φορές την άνοιξη!» + +Και κοιτάζαμε πέρα το πλατύ φιόρδ, που έζωνε όλην αυτή την +αργοπορημένη άνοιξη, και χαιρόμαστε τους γλάρους που πετούσαν όπως +μια φορά σε μακρουλά τόξα απάνω από το γαλανά νερό, χαιρόμαστε τα +λευκά φτερά τους, που γυαλίζανε στον ήλιο, και σταθήκαμε να δούμε το +παιγνίδι τους καλήτερα, καθώς βουτούσανε στον αέρα και φθάνανε στο +νερό, στο μέρος, όπου το άγρυπνο μάτι τους ξάνοιγε τη λεία. + +Χέρι με χέρι, σα δυο παιδιά, ανεβήκαμε το λόφο και φτάσαμε σ' ένα +μικρό κόκκινο σπίτι και κοιταχτήκαμε, σα ναλλάζαμε αναμεταξύ μας +κάποιο μυστικό, όταν ο βαρκάρης, που μας περνούσε αντίπερα μια φορά, +βγήκε στην πόρτα και μας έταξε να μας φέρη στο νησί της νιότης μας. + +Σιωπηλοί περάσαμε το γαλανό νερό. Χωρίς ναλλάξουμε λέξη, γεμάτοι από +την παράξενη διάθεση, που κυρίευε και τους δυο μας και που φαινότανε +πως μεγαλώνει με κάθε νέα τοποθεσία που μας ανοιγότανε, καθόμαστε +χεροπιασμένοι κι αφίναμε να μας πλημμυρίζουν οι ανάμνησες, ξέροντας +καλά πως ο ένας γνώριζε ό,τι συλλογιζόταν ο άλλος. Ποτέ δε μας φάνηκε +αυτό το πέρασμα τόσο λαμπρό, ποτέ δεν είχαμε δει όπως τώρα τη +μαγευτική μεγαλοπρέπεια του μεσημεριανού ήλιου, ποτέ το φεγγοβόλημα +του νερού και της πυκνόφυλλης ακροθαλασσιάς δεν είχε σμίξει τόσο +μελωδικά με το σοβαρό βάθος του σκοτεινού δάσους των ελατιών. Κι όταν +πλησιάσαμε στο νησάκι, νομίζαμε πως κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε +θάμνο μεγαλώνανε όχι από το πλησίασμα, μα από την ανάμνησή μας, που +είχε φυλάξει πιστότερα από την πραγματικότητα την τοποθεσία αυτή, απ' +όπου βλάστησε για μας η ευτυχία όλης της ζωής. + +Όταν όμως φτάσαμε στη στεριά, σταματήσαμε κ' οι δυο και το ξεφωνητό +της μαγείας, που έτρεμε στα χείλη της Έλσας, πάγωσε. Άφωνοι κοιτάξαμε +ο ένας τον άλλον και σα στενοχωρημένοι από κάτι νέο, ανέλπιστο, που +δε θέλαμε ούτε να το δούμε καν ή να το γνωρίσουμε, προχωρήσαμε αργά +στο στενό μονοπάτι. + +Εκείνο που παρατηρήσαμε είταν πως το σπιτάκι του νησιού δεν είτανε +τώρα πια σταχτί. Είτανε χρωματισμένο κόκκινο. Δεν είταν πια το πλατύ +δίπατο χτίριο, μα ένα χαμηλό σπιτάκι στη μεριά, όπου έστεκε μια φορά +η πρώτη κατοικιά μας. Φαινότανε σα να είχε μαζευτεί στην παλιά θέση, +σα να το είχε κάμει η φτώχεια κ' η ανάγκη να μικρύνη τόσο. Σταθήκαμε +μια στιγμή σιωπηλοί, σα να χρειαζόμαστε να πάρουμε την αναπνοή μας. + + — Γιώργο, είπε η Έλσα, τι είναι τούτο; + +Μου έφτασε να δείξω μόνο τις παλιές βελανιδιές, που είταν ολόγυρα. Τα +κλαδιά τους είχανε μαύρα σημάδια κ' η φλούδα τους είτανε καψαλισμένη. +Της έδειξα τα θεμέλια, τα μαυρισμένα από την καπνιά, το μικρόν κήπο +που είχε παραμεληθεί κ' ένα σωρό μαδέρια έξω στην αυλή. Είτανε +καμένα, σαπισμένα και φαγωμένα. Αυτό είταν όλο που έμενε από την +πρώτη μας κατοικία. + + — Θάπιασε φωτιά, είπα. + +Κ' η φωνή μου έτρεμε. + + — Καμένο μέρος. + +Σα να νοιώθαμε κ' οι δυο τον εαυτό μας αχώριστο από το μέρος αυτό, +που είχαμε χρόνια να το δούμε, μας κινήθηκε η περιέργεια να μάθουμε +τι έτρεξε, τι έγινε κι άλλαξε το νησί της ευτυχίας μας τόσο, ώστε να +μας καταντήση αγνώριστο. + +Η νέα αυτή περιέργεια σκόρπισε σχεδόν όλον τον κόσμο των ονείρων, που +μας έδενε ως τώρα, και πλάτυνε τον κύκλο της αίστησής μας τόσο, ώστε +να περικλείση και τη ζωή εκείνων, που είχανε ζήσει κ' εργαστεί και +υποφέρει σ' αυτό το μέρος και που ο καιρός που πέρασε τους άλλαξε +τόσο σκληρά, ώστε να μην τους χρυσώνουν πια ευτυχισμένα όνειρα την +τραχειά πραγματικότητα. + +Κ' ενώ γυρίσαμε τη σκέψη μας στους ανθρώπους αυτούς, που πρωτήτερα +τους θεωρούσαμε μόνο σαν αναγκαίο συμπλήρωμα της δικής μας χαράς, +άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στη λάμψη του ηλιού, που έπεφτε στη +σκάλα, παρουσιάστηκε μια καμπουριασμένη γειτόνισσα και μας κοίταξε μ' +ένα χαμόγελο, που έδειχνε πως μας γνώρισε. Φαινότανε τόσο γερασμένη, +που έμοιαζε σα να βγήκε από κάποιο παραμύθι, ακκουμπούσε σ' ένα ραβδί +και τα σουρωμένο πρόσωπό της ζάρωνε ακόμα περσότερο από τον πόνο, +όταν κινούσε το αρθριτικό κορμί της. + + — Αλλοιώς το αφήσανε κι αλλοιώς το βρίσκουνε ταφεντικά..., είπε η +γερόντισσα. + +Κ' ενώ αυτή προχωρούσε με κόπο, παρουσιάστηκε από πίσω ένας γέρος, +ήρθε, μας χαιρέτησε κι αυτός, έτριψε τα χέρια, έβηξε και μουρμούρισε +ακατανόητα λόγια, κάνοντας θέση στους δύο ξένους να περάσουν το +κατώφλι. + +Από μια βεράντα μισοτελειωμένη είδαμε όξω το φιόρδ και το στενό του +καιρού της νιότης μας. Ο κήπος είταν παραμελημένος όπως κι όλο το +καινούριο σπίτι, η χλόη έπνιγε τους δρόμους, όπου περπατούσαμε μια +φορά, και στο κιόσκι κάτω στην ακρογιαλιά σαπίζανε τραπέζια και +καθίσματα, γιατί κανένας δε διόρθωνε ό,τι χαλούσε η βροχή κι ο +άνεμος. + +Χωρίς να χρειαστή να τους ρωτήσουμε, μας διηγηθήκανε οι δυο γέροι πως +τους έτρεξε το κακό. Η γυναίκα διηγότανε κι ο άντρας βεβαίωνε +ξαναλέγοντας τα λόγια της. Και το κακό είχε ρθει τόσο δόλια και +ξαφνικά, ώστε να μην μπορέση να του αντισταθή κανείς ούτε να μπορέση +να δώση κανείς βοήθεια. + +Η πυρκαϊά έπιασε μιαν ανοιξιάτικη μέρα το Μάρτη, μια μέρα που φυσούσε +ο βοριάς ψυχρός κι ο πάγος ανάμεσα στα νησιά ούτ' έσπαζε ούτε +βαστούσε να περάσουν απάνω του. Γι' αυτό οι γειτόνοι στέκανε και +κοιτάζανε χωρίς να μπορούνε ναρθούνε να βοηθήσουν. Μόνοι τους οι δυο +γέροι γλυτώσανε ό,τι μπορέσαν κ' έπειτα στέκανε και κείνοι και +κοιτάζανε να καίεται ό,τι είχαν, δίχως να μπορούνε να κάμουν τίποτε. + +Με τις τελευταίες σπίθες που σβηστήκανε στη στάχτη, έσβησε και σ' +αυτούς η τελευταία ελπίδα πως θα μπορούσανε να περάσουν άνετα τα +γερατιά τους. Μια μόνο έφτασε να σαρώση όλα όσα μαζευτήκανε σε +χρόνια. + +Σα χτυπημένοι από την ίδια μοίρα καθόνταν εκεί εκείνοι οι δυο, που +λίγες στιγμές προτήτερα αιστανόνταν τον εαυτό τους ξανανιωμένον, κι +ακούγανε τα βαρειά, τα λίγα λόγια των γερόντων, που τους ερήμωσε το +σπίτι η πυρκαϊά. Ακριβώς το συγκινητικά συνηθισμένο της ιστορίας +αυτής με τις διάφορες ασήμαντες λεπτομέρειες κατασύντριψε τους +ξένους· γύμνωσε τα όνειρά μας από τη λαμπράδα της χίμαιρας και μας +πλημμύρισε με σιωπηλή μελαγχολία. Μας φαινότανε πως ενώ εμείς δε +γνωρίζαμε τίποτε, πως ενώ ζούσαμε τη ζωή μας και φανταζόμαστε πως +είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ έξω στο νησάκι καιγότανε και χανόταν κάτι +από κείνον το θησαυρό της ζωής, που είχαμε μαζέψει και τονέ νομίζαμε +καλά φυλαγμένον. + +Η Έλσα είχε το συναίστημα πως σ' αυτήν την πυρκαϊά έχασε κείνη +περσότερα από τους δυο γέρους. Γιατί ποια σημασία είχαν τα έπιπλα, τα +φορέματα, τα πράματα; Ποια σημασία είχε αν δυο ερειπωμένοι άνθρωποι, +που η ζωή τους κόντευε να τελειώση, καθόνταν εδώ και θλιβόντανε για +την αντίθεση μεταξύ χτες και σήμερα, μιαν αντίθεση που καταντούσε +ασήμαντη όσο η αλλοτινή ευημερία είτανε τόσο μικρή; Ποια σημασία +είχαν όλ' αυτά εμπρός στο πως αυτή δεν έμελλε να ξαναδή ποτέ το νησί +της νιότης της, όπως το είδε μια φορά; + +Έτσι αιστανότανε και γύρισε και με κοίταξε και δεν μπορούσα να της +δώσω καμιά παρηγοριά. Γιατί στοχαζόμουνα πόσο κακά έκαμα να μην +ακούσω τη φωνή της προαίστησής μου και να λυτρώσω και τους δυο μας +από το να δούμε τα ερείπια της ευτυχίας μας. Μα δεν είχα την καρδιά +να το πω κι άρπαξα το μπράτσο της και προχωρήσαμε στο νησί μακρήτερα. + +Έγινε με μας όπως με τα παιδιά του παραμυθιού, που πλανηθήκανε καιρό +στη μαγική χώρα κι άμα γυρίσανε στον τόπο τους, βρήκανε πως ο καιρός +βιάστηκε και γέρασε και κούρασε τους ανθρώπους γύρω τους. Άφωνοι κι +ονειρεμένοι καθήσαμε στην ακρογιαλιά και κοιτάζαμε το φιόρδ. Εκεί +μένανε όλα όπως είταν και κει που καθόμαστε λησμονήσαμε το καινούριο +σπίτι και την καταστροφή που έγινε πίσω μας. Θυμόμαστε μόνο πως +κατοικούσαμε τρία χρόνια σ' αυτόν τον κόλπο, κάθε νέο καλοκαίρι σε +νέα θέση. Και μ' ένα είδος πόθου να ξακολουθήσουμε ό,τι αρχίσαμε, +αποφασίσαμε να περάσουμε αντίπερα, στην κατοικία του δεύτερου +καλοκαιριού, σ' ένα κόκκινο σπιτάκι, που το θυμόμαστε στην άκρη του +δάσους, σ' ένα μικρό λιβάδι, όπου αποκοιμίζαμε το πρώτο μας παιδί +μέσα σ' ένα λευκό πλεχτό καροτσάκι κάτω από το γαλάζιο σκέπασμα. + +Περάσαμε τώρα εκεί με τη βάρκα και ξέραμε πως θα βρούμε μια έρημη +ακρογιαλιά. Είχαμε μάθει πως ο καιρός σάρωσε και δω κάθε σημάδι από +ό,τι υπήρχε μια φορά και τάλλαξε όλα. + +Στο μικρό ακρωτήριο, όπου βγήκαμε, κατοικούσε δω και μερικά χρόνια +ένας γέρος ψαράς με τη γυναίκα του. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, που το +χιόνι στοιβαζότανε γύρω στην καλύβα, πέθανε η γυναίκα κι όταν μια +μέρα σήμανε η ώρα και για το γέροντα, τα παιδιά κληρονομήσανε τα δυο +σπιτάκια στην άκρη του δάσους, τη βάρκα και το ψαράδικο καλύβι κάτω +στη θάλασσα. + +Μα στα βραχόνησα υπάρχουν κάποιες ιστορίες και μια από αυτές είναι κ' +η ιστορία των μικρών κόκκινων σπιτιών στην άκρη του δάσους. Όταν +περάσανε τα πενήντα χρόνια, για όσο διάστημα είχαν αγοράσει τον τόπο +οι γέροι μια φορά, ήρθε ο χωρικός που τον είχε ιδιοχτησία και τον +ξαναπήρε. Έδιωξε τους νέους κατόχους αποκεί. Και για αυτό +γκρεμιστήκανε τα σπίτια, σηκωθήκανε τα ξύλα και το χωράφι, που +φυτευότανε πρωτήτερα πατάτες, γέμισε αγριόχορτα κι αγκάθια και το +μέρος φαινότανε και δω σα να το ρήμαξε η φωτιά. + +Οι δυο ξένοι, που ζητούσανε τα χνάρια της νεανικής τους ευτυχίας, +βρεθήκανε και δω μπροστά σ' ερείπια. Είτανε σα να τους κυνηγούσανε +παντού χαλάσματα. Και κυριεμένη από μια ανησυχαστική αγωνία η Έλσα +άφησε το μπράτσο μου. Ανέβηκε το λόφο, το γεμάτο ξερόκλαδα, κ' έφτασε +σ' ένα φράχτη που του έλειπε η πόρτα και στους πάλους απομένανε δυο +σκουριασμένα, στραβωμένα σίδερα. + +Εδώ ακκούμπησε τα χέρια στο φράχτη κι αφίνοντας ελεύτερο το δρόμο στα +ευκολοάλλαχτα αιστήματα, που της πλημμυρούσαν την ψυχή, ξέσπασε σ' +ένα σφοδρό κλάμα, σε λυγμούς, σα να σωριάστηκε στην κεφαλή της όλη η +δυστυχία της ζωής. Μου έσπρωξε το χέρι όταν έκαμα να τη χαδέψω κ' +έκλαιγε τόση ώρα, ώστε άρχισα να χάνω την υπομονή και τη βίασα να +φύγουμε για να μη φτάσουμε αργά στο βαπόρι. + +Δε μ' άκουε, αγκάλιασε τον ώμο μου κ' είπε: + + — Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε ναρθούμε. + +Κι ομολόγησε πως λογάριαζε καιρό την εκδρομή αυτή, πως την επιθυμούσε +χρόνια, πως τυχαία, δεν ήξερε κ' η ίδια πώς, της ήρθε η ιδέα πως +έπρεπε να γίνη τώρα, τώρα αμέσως. Σταπόκρυφά της όνειρα η ιδέα της +εκδρομής αυτής είχε δεθεί τόσο παράξενα με την ιδέα ολάκερης της +ευτυχίας μας. Της φαινότανε σα να έπρεπε να κάνουμε την εκδρομή αυτή, +σα να μην μπορούσε να βεβαιωθή πράγματι για την ευτυχία της πριν +ξαναδή αυτό το μέρος, έτσι όπως το είδε μια φορά κι όπως το έβλεπε +πάντα στα όνειρά της. Είπε πως είχε σκοπό, άμα θαρχόμαστε μαζί εδώ +έξω, να με παρακαλέση ναρθούμε να κατοικήσουμε άλλο ένα καλοκαίρι. Κ' +ήξερε πως δε θα μπορούσα να της το αρνηθώ. Μα τώρα που δεν έμενε πια +τίποτε, τίποτε απ' όλα εκείνα που είτανε μια φορά δικά της, τώρα της +φαινότανε πως κόπηκε ο κρίκος που την έδενε με τη ζωή την ίδια. + +Έμεινα άφωνος εμπρός στο απελπισμένο ξέσπασμά της κ' εννοούσα μόνο +πως είχα να κάνω με μια από κείνες τις φαντασιοπληξίες ή τα όνειρα, +που για έναν άνθρωπο με έντονη συναισθηματική ζωή έχουν μεγαλήτερη +σπουδαιότητα παρότι η ίδια η ζωή. Όσο για μένα, αιστάνθηκα βέβαια και +γω συγκίνηση, τόσο από τις ενθύμησες που μου ξυπνούσαν αυτά τα μέρη, +όσο κι από την καταστροφή που έγινε κει. Μα ούτε σκέφτηκα διόλου να +συνδέσω την ερήμωση αυτή με ό,τι μου είταν αγαπημένο και σημαντικό. +Κ' έμεινα σαστισμένος εμπρός σ' αυτό το ξέσπασμα του πόνου. + +Δοκίμασα να το ησυχάσω με τα συνηθισμένα μέσα, που ησυχάζει ο άντρας +το γυναίκιον πόνο. Με χάδια. Μα η Έλσα μου έσπρωξε το χέρι, γιατί +είδε πως ο μαλακός μου τρόπος έκρυβε μια παρηγοριά, που την +περιφρονούσε. Ήθελε μόνο συμπάθεια. Το πρόσωπό της πήρε σιωπηλή, +απλησίαστη έκφραση, σα να είχε υποτάξει όλο της το είναι στη +φαντασία, που την κυρίευε και που δεν ήθελε ναφήση να της την ταράξη +κανένας. + +Κοίταξε τα ρημαγμένο μέρος γύρω της κ' ενώ η ματιά της γέμισε +συμπόνεση, είπε: + + — Δυστυχισμένοι άνθρωποι! + +Η δική της απογοήτεψη άλλαξε πάλι σε συμπόνεση για τη δυστυχία άλλων +ανθρώπων, τη δυστυχία που μαρτυρούσε αυτός ο ρημαγμένος τόπος. +Ξανακάθησε χάμω και ρίξαμε τα μάτια γύρω στο μικρό λόφο εκεί στην +άκρη του δάσους, που μας έφερνε στην ανάμνηση την ξένοιαστη γαλήνη +ενός ολάκερου καλοκαιριού. Αρχίσαμε να μιλούμε. Και δοκιμάσαμε να +παραστήσουμε στο νου μας τη σκηνή που προηγήθηκε από την ερήμωση +αυτή. Ο χωρικός, που είχε ιδιοχτησία του τον τόπο, ήρθε στα παιδιά, +που κληρονομήσανε το σπίτι. Τους είπε μια και καλή πως τέλειωσε η +προθεσμία. Περάσανε τα πενήντα χρόνια κ' έπρεπε να γκρεμιστούν τα +σπίτια. Ήθελε πάλι τον τόπο του. Ολοφάνερα δεν είχε από αυτό καμιά +ωφέλεια, θα είταν ίσως καλήτερα γι' αυτόν αν πουλούσε τον τόπο γι' +άλλα τόσα χρόνια ακόμα. Μα είδε πως οι άλλοι νοικιάζανε το καλοκαίρι +το ένα σπίτι. Το εισόδημα αυτό του κίνησε το φτόνο και του καρφώθηκε +στο νου η επίμονη ιδέα πως δεν έπρεπε να κατοική κανείς εδώ. Ο τόπος +έπρεπε νανήκη σ' αυτόν και σε κανέναν άλλον. + +Κ' έτσι τα παιδιά, που κατοικούσαν εδώ, έπρεπε να γκρεμίσουν τα +σπίτια τους και να φέρουν τα υλικά σ' άλλο νησί, όπου κάποιος +πλούσιος συγκινήθηκε και τους έδωσε τόπο να χτίσουνε νέα σπίτια. Μα +όταν είχε φορτωθεί κ' η τελευταία βάρκα κ' είταν έτοιμη να φύγη, +έπιασε και το νέον η μανία και με το δικαίωμα, που είχε κι αυτός, +άρπαξε το πελέκι. Έκοψε τα δέντρα, ξερρίζωσε τους θάμνους, έβγαλε την +πόρτα του φράχτη και την έρριξε απάνω στη βάρκα. Κι αφού κύλησε τις +πέτρες της σκάλας στη θάλασσα και κατάστρεψε έτσι και την αποβάθρα, +έφυγε από το νησί ευχαριστημένος πως ο εχτρός του δεν είχε να κερδίση +τίποτε. + +Γι' αυτά μιλούσαμε, όμως όλη την ώρα η δική μας απογοήτεψη παραφύλαγε +πίσω από τα λόγια μας κ' η Έλσα έτρεμε. + + — Είμαστε μεις που σέρνουμε μαζί μας τη δυστυχία; ρώτησε. + +Χαμογέλασα. Ο λόγος της μου φάνηκε υπερβολικός. + + — Πάμε στο τρίτο νησί. Εκεί ξέρουμε πως όλα είναι όπως είτανε, είπα. + +Μα η Έλσα κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε απότομα: + + — Πάμε από το δάσος, απ' τον παλιό δρόμο. + +Και χωρίς να περιμένη την απόκρισή μου, τράβηξε μπροστά. Φαινότανε σα +να της ξαναήρθε η προτητερινή ζωηρότητα, σα να τίναξε από πάνω της +όλο το βάρος της ξένης λύπης, καθετί που ίσκιωνε το μέρος αυτό των +παλιών θυμητικών μας και μας κυνηγούσε ολάκερη την αλλόκοτη αυτή μέρα +με όλη τη θλίψη και τη δυστυχία του κόσμου. Μ' έφερε ίσια στο δάσος +σ' ένα στενό μονοπάτι, όπου τα έλατα σμίγανε τους κλάδους τους απάνω +από τα κεφάλια μας. Ο δρόμος είτανε μαλακός κ' ευκολοπάτητος. Τριγύρω +μας ο ήλιος έτρεμε απάνω στα υγρά μούσκλα, στα κλαδιά και στους +κορμούς. Τα μονοπάτι έβγαινε κάτω σ' ένα μικρόν κόλπο, που έκοβε τα +δάσος εμπρός σ' έναν απότομο βράχο, και στην ακρογιαλιά, όπου είταν +αριά τα δέντρα, ο ήλιος έπεφτε πλατιά απάνω στο γυμνό, ανοιχτό και +μόλις χλοϊσμένο έδαφος. + +Εδώ σταμάτησε η Έλσα κι άρχισε να ψάχνη στους κορμούς των δέντρων. Κι +όταν την είδα να γυρεύη κάτι εκεί, ξύπνησε μέσα μου και μένα κάποια +θύμηση κοιμισμένη πολύν καιρό, τόσο ώστε μόλις μου ήρθε μια φορά στο +νου στο διάστημα έντεκα χρόνων. + +Είταν ένα βράδι, τότε που κατοικούσαμε σε κείνο το σπιτάκι που τώρα +γκρεμίστηκε, ένα αυγουστιάτικο βράδι. Είχαμε ρθει εδώ από το ίδιο +μονοπάτι, ναποχαιρετίσουμε ένα ωραίο καλοκαίρι. Κ' η Έλσα έβγαλε από +το φόρεμά της μια μαύρη καρφίτσα και την έμπηξε στον κορμό ενός +ελάτου. + + — Να δούμε αν θα είναι δω όταν ξαναέρθουμε είπε. + +Η ανάμνηση αυτή σκίρτησε μέσα στην ψυχή μου και με μελαγχόλησε. +Άξαφνα είδα τη γυναίκα μου να τρέχη μ' ανάλαφρη κραυγή σ' ένα μικρό +έλατο. Από τη φλούδα του έβγαλε μια σκουριασμένη καρφίτσα κ' έτρεξε +και μ' αγκάλιασε και με φίλησε και δάκρυζε από ευτυχία. + +Προσεχτικά την έμπηξε πάλι στον κορμό του δέντρου. Γιατί δεν της +βαστούσε η καρδιά να την πάρη μαζί της. Ίσως να είχε κάποιον +προληπτικό φόβο να την αγγίση. Μα από την ώρα που τη βρήκε, η θλιβερή +εντύπωση από τη δική μας απογοήτεψη κι από τη δυστυχία των άλλων +χάθηκε, σβήστηκε κι από τους δυο μας. Και σα να μας είταν αυτό το +περιστατικό παρηγορητικός χαιρετισμός μιας αγαθής μοίρας, περάσαμε +ευτυχισμένοι τώρα απάνω από τα ερείπια της πυρκαϊάς, που δε μας άφησε +άλλο τίποτε παρά μια παλιά, σκουριασμένη καρφίτσα, που είτανε τόσο +καλά κρυμένη, ώστε δεν μπόρεσε να την πάρη κανείς. + +10 + +Πόσες φορές συλλογίστηκα την εκδρομή αυτή, πόσες φορές από τότε μου +παρουσιάστηκε σα σύμβολο όλης της ζωής μας! + +Τότε όμως αυτό το περιστατικό μας έκαμε άλλη εντύπωση, παρότι μου +κάνει τώρα η ανάμνησή του. Τότε μας έκαμε να πάμε και στο μέρος, που +κατοικήσαμε για τρίτη φορά το καλοκαίρι, και να νοικιάσουμε για +δεύτερη φορά το σπίτι, που η γυναίκα μου δεν ήθελε να το δη στην +αρχή. Και χαρούμενοι τραβήξαμε όξω στο μέρος, που μας έδενε μαζί του +μια σκουριασμένη καρφίτσα, που δεν την πήρε κανείς. + +Δίχως σύννεφα, που να κρύβουνε τον ήλιο, στέκει εμπρός μου το +καλοκαίρι, που ακολούθησε την ανοιξιάτικη αυτή εκδρομή. Με ποια όρεξη +εργαζόμουνα και πώς προχωρούσε η εργασία εύκολα. Ήσυχα και χωρίς κόπο +στοιβαζόντανε τα φύλλα και σχηματίζανε το βιβλίο, που θα έβγαινε το +χινόπωρο, και συχνά περίμενε το φαγητό στο τραπέζι, όταν συρτωνόταν η +πόρτα κ' η Έλσα κάθιζε ν' ακούση να της διαβάσω τις σελίδες, που +γραφήκανε ως τα μεσημέρι. Γαλήνια κ' ευτυχισμένη καθόταν εκεί και +χαιρότανε που ο όγκος του χειρόγραφου μεγάλωνε κάθε μέρα. Γιατί +γνώριζε καλά ποιος έδινε ζωή στην εργασία. Γνώριζε πως όσα έγραφα +εκεί για τους ανθρώπους βλασταίνανε από τις μακριές ομιλίες μεταξύ +μας κ' είταν ευχαριστημένη που την ονόμαζα ζωντανό σημειωματάρι μου, +σημειωματάρι που βαστούσε ασφαλέστερα παρά κάθε γραφή τους στοχασμούς +μου και μου τους ξαναέδινε δροσερούς και ξανανιωμένους. Γιατί όταν +τους αντλούσα από την πιστή μνήμη, που τους φύλαγε καλήτερα παρότι +εγώ, τους ξανάβλεπα με το μεγεθυντικό φακό της αγάπης, με το φακό που +έβλεπε κείνη όλα σα αφορούσαν αυτή και με και προπαντός την εργασία +μου. Για τούτο, όταν της διάβαζα ό,τι είχα γράψει, είχα το συναίστημα +πως όσα είχαμε δει μαζί σε οράματα κερδίζανε τώρα με τη γραπτή μορφή +τους. Αιστανότανε μιαν ήρεμη, παράξενη μητρική χαρά εκεί που +ακολουθούσε τη γεννητική ανάπτυξη των πνευματικών αυτών τέκνων μου κι +όμως τα ζηλοτυπούσε, γιατί νόμιζε πως γεμίζουνε τη σκέψη μου σε βαθμό +που να παραμερίζουν εκεί μέσα αυτή την ίδια, το σπίτι, τα παιδιά κι +όλα όσα έδινε η ζωή. Ναι, δεν πιστεύω να μπορούσε και να υποψιαστή +ακόμα πόσο αυτή η συνδημιουργία μαζί της μου είτανε πολυτιμότερη από +τη δημιουργία την ίδια. + +Όσο και να φαίνεται παιδιάστικο, είναι ωστόσο αλήθεια πως τίποτε άλλο +δε με κέντρισε ποτέ περσσότερο σε πνευματική δράση, όσο όταν από την +έκφραση του προσώπου της, που δεν μπορούσε να κρύψη ποτέ το στοχασμό +του, εννοούσα πως μου πέτυχε το έργο που έγραψα και πως είταν +ευχαριστημένη. Εκεί που έγραφα, συλλογιζόμουνα πως θα της το διαβάσω +κ' η ιδέα αυτή σκορπούσε τις χίλιες φαντασιοπληξίες, που έρχουνται +απροσκάλεστες και θέλουνε να εμποδίσουνε την πέννα να προχωρήση. Μα +όταν τέλειωνε το διάβασμα κ' ερχόμαστε στην τραπεζαρία, γελούσαμε κ' +οι δυο αν είχε κρυώσει τα ψάρι και τα παιδιά κακοπλυμένα, ηλιοκαμένα +και ξυπόλυτα κάθονταν εκεί και περιμένανε πεινασμένα. + + — Περιμέναμε τόση ώρα εδώ, μουρμούριζε ο Ούλοφ. Πού είσαστε; + + — Διαβάζαμε το βιβλίο του πατέρα, απαντούσε η μαμά. + + — Δεν μπορούσατε να περιμείνετε να φάμε πρώτα; + + — Όχι, δεν μπορούσαμε. + + — Θα είναι αστείο βιβλίο, έλεγε ο Ούλοφ. + +Μα ο Σβάντε, που δεν ήξερε να συλλαβίση ακόμα, έπαιρνε στην προστασία +του το άγνωστο βιβλίο του πατέρα και, όπως πάντα, έμπαινε η μητέρα +στη μέση κ' ησύχαζε τα ταραγμένα νερά. + +Τι καλοκαίρι όμως είταν εκείνο! Τι θαυμαστό καλοκαίρι, όλο διάθεση +για εργασία, δροσερούς ανέμους, καθαρό ήλιο και θερμές +φεγγαροφώτιστες βραδιές! Μας μένει στην ανάμνηση σα μια μόνη +ηλιοπλημμυρισμένη μέρα. Θυμούμαι τους φίλους που αράζανε στην +αποβάθρα μας με τα κότερά τους, θυμούμαι τις εκδρομές με τα κοφινάκια +με το φαγί στους δροσερούς ανέμους, τα λουτρά στην ανοιχτή θάλασσα, +όπου έμαθε ο Ούλοφ να κολυμπά κι ο Σβάντε κυλιότανε στον άμμο. +Θυμούμαι τις γιορτές με τις γιρλάντες τάνθη, τους στίχους, τις +φράουλες και το κρασί, τους μακρινούς ήσυχους περίπατους στο δάσος +των ελατιών, που ανοιγότανε σ' ένα ηλιοφωτισμένο φιόρδ και θυμούμαι +το βαρκάρη, που μας συνόδευε στις θαλασσινές εκδρομές και το πρόσωπό +του με τα ψαρά γένια γελούσε μ' όλους μας. + +Τι σύντομο που είταν αυτό το καλοκαίρι και πόσο γλήγορα ήρθε ο +χειμώνας! Με ποια μελαγχολία παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της φύσης, +πώς θεριζόντανε τα λιβάδια με τα λαμπρά άνθη τους, πώς κιτρινίζαν τα +σπαρτά και τα καλάμια ψηλώνανε και φουντώνανε στο γιαλό και +σχηματίζαν ένα πυκνό πράσινο δάσος με μενεξεδένιες κορυφές εκεί που +πριν έσπαζε το κύμα παιγνιδιστό απάνω στις πέτρες. + +Κι όταν τέλος πλησίαζε η μέρα να φύγουμε, πώς πηγαίναμε να δούμε +τελευταία φορά όλα ταγαπημένα μέρη! Ανεβαίναμε στα βουναλάκι με την +πλατειά θέα, πηγαίναμε κ' ερχόμαστε στο μονοπάτι του δάσους, ιδίως +όταν σκοτείνιαζε και τάστρα λάμπανε ανάμεσα από τα κλαδιά των +ελατιών. Μας χρειάστηκε σχεδόν μια βδομάδα για τον αποχαιρετισμό. + +Πήραμε μαζί τα παιδιά και κάναμε το γύρο του νησιού με τη βάρκα και +μιλούσαμε για το βιβλίο μας, που είταν έτοιμο και θα έβγαινε το +χινόπωρο. Ώρες πολλές μπορούσαμε να περπατούμε στο στενό μονοπάτι, +που έφερνε από το κοκκινοβαμένο σπίτι μας κάτω στην ακρογιαλιά και +κάθε βράδι μέναμε στην αποβάθρα πολλή ώρα κι ακούγαμε το θόρυβο των +κυμάτων, που τώρα αχούσε ησυχότερος παρότι την ανήσυχη άνοιξη, μα και +τραχήτερος μαζί. + +Το τελευταίο όμως βράδι, όταν το αυγουστιάτικο φεγγάρι έπαιρνε να +χαθή πια, κατεβήκαμε μόνοι μας στο ακρογιάλι και μπήκαμε στη βάρκα. + +Με το νυχτερινό αεράκι ανοιχτήκαμε όξω από το μαύρον κόλπο, όπου το +χλωμό μισοφέγγαρο άπλωνε αστραφτερές γραμμές και τριγύρω τα δέντρα +στέκανε τόσο σκοτεινά και παράξενα, παίρνοντας σχήματα διαφορετικά +από κείνα που τους έδινε το φως της μέρας. Πλέαμε σα σε μαγική +τοποθεσία κι ακούγαμε να σπάζουν αλαφρά τα κύματα στα πλευρά της +βάρκας. Και χωρίς να πούμε τίποτε, χωρίς να το είχαμε συμφωνήσει από +πριν, γύρισα τη βάρκα έτσι ώστε στρήψαμε στους βράχους και βγήκαμε +στο ακρογιάλι του άλλου κόλπου. Πιαστήκαμε χέρι με χέρι και τραβήξαμε +στον παλιό δρόμο, που έφερνε στον ψηλόν έλατο, που στη φλούδα του +είτανε μπηγμένη η σκουριασμένη καρφίτσα. Δε χρειαζότανε να ψάξουμε να +βρούμε το δέντρο, γιατί το καλοκαίρι είχαμε ρθει συχνά κ' είχαμε φόβο +πως θα πήγαινε κανένας να πειράξη το πραματάκι, που είτανε τόσο καλά +κρυμένο και το θαρρούσαμε σα σφραγίδα της αμέτρητης ευτυχίας μας, +μιας ευτυχίας, που μια στιγμή φάνηκε πως χάθηκε, όμως ξαναήρθε. + +Μα καθώς στεκόμαστε βυθισμένοι στους στοχασμούς μας και κοιτάζαμε το +φως του φεγγαριού να σβήνη στη σκοτεινιά του δάσους, η γυναίκα μου +είπε: + + — Δε θέλω να την αφήσω εδώ. Ήθελα να την πάρω μαζί μου. + +Την έβγαλε προσεχτικά και την κάρφωσε στο φόρεμά της. + + — Μπορεί να μην ξαναγυρίσω εδώ και δε θέλω να τη βρης εσύ κατόπι. + +Έπειτα όταν ξαναπλέαμε όξω με το νυχτερινό αεράκι, μου πλημμύρισε την +ψυχή με άρρωστη θλίψη μια προαίστηση, μια προαίστηση εκείνου, που δεν +πίστευα πως θα γίνη ποτέ. Κοίταζα προς το μέρος της βάρκας εκεί που +είτανε καθισμένη η Έλσα. Μου φάνηκε πως το μέρος είταν άδειο και πως +έπλεα μόνος σε ασάλευτα νερά, που είχαν όψη αλλιώτικη από κείνη που +τους δίνει το ημερινό φως. Καθόμουνα εκεί κυριεμένος τόσο από το +αίστημα αυτό, ώστε λησμόνησα πως δεν είμουνα μόνος κι όταν άκουσα τη +φωνή της γυναικός μου, ταράχτηκα, σα να ξύπνησα σε μια νέα +πραγματικότητα. Μιλούσε σιγά σα να μιλούσε με τον εαυτό της και στην +αρχή άκουγα τα λόγια χωρίς να τα εννοώ. + +Συλλογίστηκα συχνά, έλεγε, πως υπάρχουν άνθρωποι, που τους χρειάζεται +να πιστεύουνε σε κάτι, και πως τους αδικεί κανείς όταν τους παίρνει +την πίστη τους. Είμαι ευτυχισμένη και πιστεύω ό,τι πιστεύεις και συ. +Δε θέλω να κάνω τίποτε που δε σου αρέσει, ούτε να πιστεύω κάτι που +δεν το ξέρεις. Μα δεν μπορώ να μην πιστεύω στο θεό. Σου κακοφαίνεται +πολύ γι' αυτό; + +Αν μου το έλεγε αυτό η γυναίκα μου στα πρώτα χρόνια της νιότης μας θα +είμουνα έτοιμος να συζητήσω και να χτυπήσω με όλα τα μέσα μια τέτοια +πίστη, που η νηφάλια τάση της εποχής με είχε μάθει να την αντικρύζω +σχεδόν με περιφρόνηση. Τα χρόνια, που με κάνανε γεροντότερο, δε μου +δώσανε βέβαια την πίστη, όμως μου πήρανε την όρεξη να θέλω να +προσηλυτίσω άλλους, ούτε και τη γυναίκα μου την ίδια. Εκείνο που +πίστευα δεν είταν κάτι σταθερό. Ζητούσα μόνο να βρω το πιο ψηλό και +συχνά, ακόμα και στην πρώτη νιότη μου, η φτώχεια εκείνου, που +τονομάζουνε με την κακή λέξη «υλισμό», με ξάφνισε με την ξερή του +ψυχρότητα. Μα για τα πράματα αυτά, που είταν ακόμα μέσα μου πολύ +συγχυσμένα κι άμορφα, δε μιλούσα ποτέ μ' ευχαρίστηση και τώρα τα +λόγια της γυναίκας μου ήρθανε τόσο ξαφνικά και μου φάνηκε σα να με +ταπεινώνανε. + + — Πώς μπορούσε να μου κακοφανή, αποκρίθηκα μόνο. + + — Ω πόσο χαίρουμαι, αντήχησε πάλι η φωνή της. Το πρόσωπό της μόλις +το ξεχώριζα. + + — Τότε δε θα θυμώσης, αν σου πω ακόμα πως κάθε βράδι κάνω την +προσευχή μου, έτσι όπως την έκανα όταν είμουνα παιδί. Σε ποιον +προσεύχουμαι δεν το γνωρίζω. Μα βάζω και τα παιδιά και προσεύχουνται +για σε, για με και για τον εαυτό τους. + +Άφησα τα κουπιά, σηκώθηκα από τη θέση μου κ' έπιασα με τα δυο χέρια +τα πρόσωπο της γυναικός μου και τη φίλησα χωρίς να μπορώ να προφέρω +λέξη. + + — Δε θέλω να υπάρχη τίποτε που να μην το γνωρίζης, είπε. + +Ξανακάθησα στη θέση μου και πήρα τα κουπιά. + +Η βάρκα τράβηξε πάλι το δρόμο της και σε λίγο είδα ανάμεσα στα +φυλλώματα των δέντρων ένα φως, που με ωδήγησε στην αποβάθρα μας. +Αγκαλιασμένοι πήραμε το μονοπάτι του σπιτιού μας κι όταν +καλονυχτιστήκαμε μ' ένα φιλί η Έλσα είπε: + + — Μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη απόψε. Ω, δεν ξέρεις, πόσο ευτυχισμένη +μ' έκαμες! + +Αυτό το βράδι κάθησα αργά κ' έκαμα ό,τι δεν είχα κάμει συχνά όλο αυτό +το καλοκαίρι. Συλλογιζόμουνα την Έλσα και με. Αδιάκοπα πρόβαλε ο +στοχασμός: γιατί να με ρωτήση αν της επιτρέπω να πιστεύη στο θεό και +να προσεύχεται. Κ' ενώ αυτή η γυναίκεια τρυφερότητα με χάδευε σαν +πνοή ευτυχίας ανέκφραστης, αιστανόμουνα ταυτόχρονα μια κεντιά μέσα +μου: γιατί με ρώτησε γι' αυτό το πράμα; + +Πέρασε στο στοχασμό μου όλη η νιότη μας κι όλα χρόνια της αγάπης μας. +Πίστευα πως πάντα η θέλησή μου είτανε να την κρατώ στα χέρια, πίστευα +πως το έκαμα πάντα και τώρα από όλο το είναι της έβγαινε ένας τόνος, +που μου έλεγε πως με όλα αυτά ξέσκισα απρόσεχτα το βάθος της ψυχής +της και της έκαμα μια πληγή, που ίσως να μάτωνε πολύν καιρό πρι να +τολμήση να με κάμη να υποψιαστώ πως υπόφερε. Έδειχνε πως φοβότανε +κάπως εμέ ή την κρίση μου ή και τα δυο. Και ρωτούσα τον εαυτό μου: +Γιατί; + +Γνώριζα πως δεν μπορούσα ποτέ να τη ρωτήσω γι' αυτό. Γιατί θα μου +αγκάλιαζε το λαιμό με τα χέρια της και θα μου έλεγε: «Ω, δε μου +έχεις κάμει ποτέ άλλο από καλό!» Νόμιζα πως άκουγα το φανατισμό της +φωνής της, όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Ναι, ήξερα πως έτσι θαπαντούσε +κ' ήξερα πως όλα όσα έλεγε τα αιστανότανε αληθινά. Η ιδέα όμως αυτή +δε με ησύχαζε. Κατιτί άλλο μ' απασχολούσε τώρα. Τι μ' έμελε κιόλας +την ώρα αυτή αν η γυναίκα μου προσευχότανε στο θεό ή όχι. Τι μ' έμελε +αν στοχαζότανε τούτο ή εκείνο. Εκείνα που είπε με χτυπήσαν ίσα στην +καρδιά. Τα λόγια της σμίγανε και γινόταν ένα με αυτήν την ίδια και με +το καλοκαίρι που πέρασε, με το αίστημα της νυχτερινής εκδρομής στα +σκοτεινά νερά, με τη βουή του δάσους και το αχτιδοβόλημα του +φεγγαριού απάνω στα σγουρά κύματα. Όλα σμίγανε σ' ένα σύνολο και μου +ψιθυρίζανε πως κέρδισα ένα θησαυρό. + +Μα ταυτόχρονα με βασάνιζε η ιδέα πως την είχα τρομάξει ωστόσο δίχως +να το θέλω. Και τούτο με βασάνιζε, ενώ από το άλλο μέρος τα λόγια της +αντηχούσαν ακόμα σταυτιά μου. Ξαναέφερνα στο νου μου όλη τη ζωή, που +έζησα με την Έλσα, ό,τι μπορούσα να θυμηθώ κι ό,τι μπορούσε να έχη +κάποιο σύνδεσμο μ' αυτή. Κι όταν δεν μπορούσα πια να θυμηθώ άλλο +τίποτε, ζητούσα μέσα στο στοχασμό μου εκείνο που μου είταν αδύνατο να +βρω. + +Γιατί ένοιωθα ένα συναίστημα ενοχής μέσα μου, ένα συναίστημα ενοχής +που με βάραινε. Όμως δεν μπορούσα να βρω πότε έσφαλα. Νόμιζα πως +χωρίς άλλο εγώ είμουνα ο ένοχος. Όταν πήγα να κοιμηθώ, είδα πως η +Έλσα είταν ξυπνητή ακόμα. Όταν όμως έπεσα, έσκυψε και μου φίλησε το +χέρι. + +Ποτέ άλλη φορά δεν είδα το πρόσωπό της με τόσο ευτυχισμένη έκφραση. + +11 + +Τέλος πλησίαζε η μέρα, που την περιμέναμε καιρό, η μέρα, που έμελλε +να γεννηθή το τέκνο μας και να βγη στο φως το μυστικό, που μου είχε +μπιστευτεί από καιρό η γυναίκα μου, το μυστικό που έδινε στην ψυχή +της ένταση και στην ελπίδα της φτερά κ' έμελλε να ξαναφέρη την +ευτυχία στο σπίτι μας. Το προαίστημα αυτό έκαμε τόσο φωτεινό το +καλοκαίρι μας, έτσι τουλάχιστο το βλέπω τώρα. Μα όσο παράξενα κι αν +μου φαίνουνται όλα τώρα, τώρα που πιστεύω πως έχω την εξήγησή τους, +τόσο απλά και φυσικά ήρθαν τότε και δεν μπορούσα ούτε να υποψιαστώ +όλη τη σημασία εκείνων που μας συνέβηκαν. + +Είχαμε δυο παιδιά ως τότε κ' είχε δοκιμάσει όλες τις συγκίνησες της +μητρικής χαράς, που δεν τις λησμονά ποτέ ένας άντρας, που αγαπά τη +γυναίκα του. Μα ποτέ άλλη φορά δεν είδα τη γυναίκα μου να χαίρεται +τόσο όπως τώρα. Ποτέ δεν αιστάνθηκε μια τόση ευδαιμονία γεμάτη +ευλάβεια, όπως τώρα, ποτέ δεν ένοιωσε απλωμένη μια τόσο γιορτινή +διάθεση στην καθημερινή ζωή μας, όπως αυτό το σκοτεινό χινόπωρο στη +μελαγχολική πόλη, όπου η βροχή έπεφτε ακατάπαυτη κ' η ζωή όλη γύρω +μας φαινότανε τόσο βαρειά και σκυθρωπή, όσο ίσως ποτέ προτήτερα. + +Είχαμε δυο αγόρια κ' είτανε φυσικό το μικρό πλάσμα, που περιμέναμε, +να τονομάζουμε «το κοριτσάκι». Το περιμέναμε και μιλούσαμε γι' αυτό· +κ' ένα μεσημέρι, που γύρισα σπίτι από την εργασία μου, η Έλσα μου +είπε: + + — Αυτό που περιμένουμε είναι ο άγγελός μου και θα με σώση. + +Τόσον καιρό είχα λησμονήσει πως κάποτε τρέξαμε κάποιον κίντυνο, γι' +αυτό δεν ένοιωσα τα λόγια της αμέσως. + + — Να σε σώση; είπα μηχανικά. Από τι πράμα; + +Τα πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση παράξενη, σα να ξαναγύριζε στον +εαυτό της για να σκεφτή πως είναι δυνατό να αιστάνουνται διαφορετικά +δυο άνθρωποι, που αγαπούν ο ένας τον άλλον. + + — Ξέχασες το χειμώνα; είπε. + +Δεν ένοιωσα ή δεν ήθελα να νοιώσω. + + — Νόμιζα πως εκείνο πέρασε, είπα. + + — Νομίζεις πως μπορεί να περάση τίποτε; είταν η απάντησή της. Και +πρόστεσε: + + — Ίσως το μικρό, που περιμένουμε, να μπορέση να κάμη εκείνο που δεν +το μπόρεσε άλλο τίποτες. + +Τη σύντομη αυτή ομιλία τη συλλογίστηκα συχνά και του κάκου ζητούσα να +τη συναρμώσω με την αθόλωτη ευτυχία, που απολάψαμε το περασμένο +καλοκαίρι. Είτανε δυνατό η γυναίκα μου μέσα σ' όλη τη λάμψη της +ευτυχίας, που έδινε τον τόνο σ' όλο το είναι της, να έκρυβε το σπόρο +της δυστυχίας, που έμελλε να πέση σ' όλη τη ζωή μας; Είτανε δυνατό +αυτό; Ζούσε τάχα δυο ζωές; Μπορούσε να ζη μέσα στον ήλιο και +ταυτόχρονα να αιστάνεται πως η νύχτα είτανε κοντά; Ή μήπως η +προαίστηση του φόβου, που έδειχνε τώρα, είτανε μια από τις φαντασίες +εκείνες, που είναι συνέπειες της κατάστασης που βρισκότανε; + +Προσπαθούσα να ησυχάσω τον εαυτό μου με την τελευταία σκέψη, μα δεν +το κατώρθωνα καλά. Και σιγά σιγά άρχισα να βλέπω τη ζωή της γυναικός +μου μ' ένα νέο και διαφορετικό φως, με το φως που έμελλε να τη +σκεπάση τέλος ολάκερη. + +Δεν μπορώ να περιγράψω το όλωςδιόλου νέο αίστημα της τρυφερότητας που +ξύπνησε μέσα μου με τους στοχασμούς αυτούς, που μου είναι αδύνατο να +τους εκφράσω με λόγια. Μόλις μπορούσα να πιστέψω ό,τι έβλεπα, όταν +όλα περάσανε καλά κ' η γυναίκα μου, έπειτα από βαρύν αγώνα, άρχισε να +δυναμώνη σιγά σιγά. Έφερε στη ζωή ένα χαριτωμένο πλάσμα κι από τις +πρώτες μέρες του μιλούσε με λόγια, που δεν μπορούσε να τακούση +κανένας άλλος. + +Μα το κοριτσάκι δεν ήρθε. Στη θέση του ήρθε έν' αγοράκι, που +τονομάσαμε Σβεν. + + + +ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ + + + +1 + +Ο μικρός Σβεν μεγάλωνε κ' έγινε ο αγαπημένος όλων. Είχε μακριά χρυσά +μαλλιά και για να θυμούμαστε το κοριτσάκι, που δεν ήρθε, η μαμά τα +σγούραινε, ώστε να κρεμούνε σε μακριά δαχτυλίδια γύρω στο μικρό +προσωπάκι με το απαλό δέρμα και τα παράξενα αγγελικά μάτια. Ποτέ +παιδί δεν είχε βαθήτερα μεγάλα μάτια με τόσο πρώιμα ονειρεμένο βλέμμα +και ποτέ παιδί δεν είχε εμπιστευτικότερο, τρυφερότερο χέρι, που να +χαδευότανε στο χέρι των μεγάλων, σα να ήξερε πως παντού θα εύρισκε +άσυλο, γιατί αυτό το ίδιο δε γνώριζε τίποτες κακό. + +Ο μικρός Σβεν είταν το είδωλο του μεγάλου αδερφού. Τίποτε δεν είταν +ωραιότερο από το να βλέπη κανείς πως ο μεγάλος αδερφός, που του άρεσε +να κάνη τον άντρα και γι' αυτό δεν ήθελε να δείχνη τα αιστήματά του, +έσερνε το μικρό αδερφάκι μέσα στο αμαξάκι, χαιρότανε με το γελαστό +προσωπάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα για να δη μην έπεσε ο μικρός. Το +μόνο, που μπορούσε να συγκριθή με την εικόνα αυτή, είταν όταν έβλεπε +κανείς το Σβάντε να κάνη το ίδιο πράμα. Κι ο Σβάντε χαιρότανε +περσότερο να κάνη τον προστάτη, γιατί στα παιγνίδια του με το μεγάλο +αδερφό είταν πάντα αυτός ο μικρότερος, που έπρεπε να υπακούη. Ο Σβεν +είτανε τόσο μικρός μπροστά στα μεγαλήτερα αδέρφια, που τα θαύμαζε και +τακολουθούσε, ώστε έμεινε πάντα ο μικρουλάκης αδερφός. Είτανε τόσο +χαρούμενος που μαζευόμαστε όλοι τριγύρω του, άμα γινότανε κάτι κ' η +κρυσταλλένια φωνή του και το ξάστερο γέλιο του αντηχούσανε σ' όλο το +σπίτι. Τρέχαμε γύρω του γιατί θέλαμε να δούμε πώς λάμπανε τα μάτια +του, πώς τα μικρά λευκά του χέρια σαλεύανε από ευχαρίστηση, γιατί +θέλαμε να δούμε όλη την αστραφτερή αυτή παιδιάτικη χαρά, που +πλημμυρούσε με ήλιο την καρδιά μας. + +Ήθελα να είχα γραμένη προτήτερα την ιστορία αυτή του μικρού αδερφού, +για να μπορούσε να τη δη εκείνη φύλλο με φύλλο. Εκείνη που γνώριζε +καλήτερα τη σύντομη ιστορία της ζωής του, καλήτερα από με, καλήτερα +από κάθε άλλον. Εκείνη που θυμότανε και το παραμικρότερο από το +βιβλίο της ζωής του, εκείνη που εξακολουθούσε να ζη μαζί του ακόμα κι +όταν τα φωτεινά μάτια του δε λάμπανε πια ανάμεσό μας· εκείνη που τον +ακολούθησε στο μονοπάτι, που δεν το πατά κανείς πριν φτάση η ώρα του. +Έτσι θα μπορούσε να γεμίση με το πνεύμα της αυτά που ήθελα να πω κ' +έτσι το ποίημά μου θα είχε την πηγή του πιο αμεσότερη, σα να είταν ο +λόγος για ένα παιδί που ζούσε ακόμα. + +Γιατί ο μικρός Σβεν ζούσε με τη μητέρα του, κοντά της και για χάρη +της. Έπαιζε στην κάμαρά της κι όλο το πρωί, που ο πατέρας έλειπε και +τα μεγαλήτερα παιδιά είτανε στο σκολειό, ο μικρός Σβεν καθισμένος +κάτω στο πάτωμα άκουγε τη μαμά να του διηγάται παραμύθια. Η μαμά +ήξερε πολλά παραμύθια, όμως κανένα άλλο δεν άρεσε τόσο του Σβεν όσο η +κοκκινόσκουφη, που την έφαγε ο λύκος εκεί που πήγαινε στη γιαγιά. Τον +συγκινούσε τόσο, όταν συλλογιζότανε την τύχη της μικρής +κοκκινόσκουφης, είχε τόσο φόβο από τον τρομερό λύκο και θύμωνε τόσο +μαζί του. Ήθελε να γίνη μεγάλος και να πάη να τον βρη να τον σκοτώση. + +Έπειτα παίζανε με τη μαμά. Παίζανε πως ο Σβεν έγινε μεγάλος και +ταξίδεψε και πως η μαμά καθότανε μόνη και τον περίμενε. Κ' έπειτα +γύριζε ο Σβεν κ' η χαρά είτανε τόσο μεγάλη, ώστε η μαμά έπρεπε ναφίνη +τη δουλειά της και να τον παίρνη στην αγκαλιά και να τον φιλή πολλές +φορές. + +Του μικρού Σβεν του είχαμε βγάλει πολλά ονόματα στο σπίτι. Τονέ +λέγαμε μικρό αδερφούλη και Νέννε, που το βρήκε μόνος του, και +μαϊμουδάκι και χρυσό, όπως μας ερχότανε στο στόμα. Ήξερε όλα τα +ονόματά του και ταριθμούσε και καμάρωνε γι' αυτά. Ο μικρός Σβεν δεν +έπαιζε πολύ μ' άλλα παιδιά και δεν του άρεσε να μένη πολύ μαζί τους. +Γύριζε πάλι στη μαμά, σα να είταν αυτό το φυσικότερο πράμα του +κόσμου. Και δεν τον έμελε αν έκοβε το παιγνίδι στη μέση και τάλλα +παιδιά θυμώνανε. Μόλις έβλεπε τη μαμά, έτρεχε σ' αυτή, της έπιανε το +χέρι και πήγαινε κοντά της. Είτανε μια αγάπη που περνούσε κάθε όριο +και δεν ψυχραινότανε ποτέ, γιατί η μαμά είτανε τόσο ευτυχισμένη μ' +αυτή, ώστε να μην της γίνεται ποτέ βάρος ο μικρός. + +Ο Σβεν κ' η μαμά είχαν τα μικρά τους μυστικά κι όταν της ψιθύριζε +κάτι στο αυτί, δεν είχε το δικαίωμα να το ακούση ούτε ο μπαμπάς. Αν +δοκίμαζε να το κάμη μόνο έτσι για να πειράξη το Σβεν, αυτός έβαζε τη +φωνή: + + — Όχι, να μην ακούση, δεν κάνει νακούση. + +Κ' η μαμά έσπρωχνε τον μπαμπά, ώστε ο μικρός μπορούσε να της πη στο +αυτί ό,τι ήθελε. + +Και τότε θριάμβευε ο Σβεν. + + — Βλέπεις, έλεγε. Δεν κάνει να το ακούσης. + +Κ' έπειτα έφευγε κρατώντας το χέρι της μαμάς και περιγελούσε τον +μπαμπά. Αυτό το έλεγε πείραγμα του μπαμπά και λίγα πράματα ήξερε που +να τον διασκεδάζαν τόσο. + +Μου φαίνεται πως τους βλέπω ακόμα εμπρός μου και τους δυο να +περπατούν απάνω κάτω στο μακρύ δρόμο με τα γυμνά δένδρα το χειμώνα, +όταν ο Σβεν φορούσε τη μικρή του γούνα, που είταν καμωμένη από μια +παλιά της μαμάς και την καμάρωνε τόσο. Είτανε κιόλα πολύ δύσκολο να +πη κανείς ποιος από τους δυο είχε να πη περσότερα στον άλλον. Κι +όταν, αφού τους κοίταζα αρκετά, μου ερχότανε η επιθυμία και πήγαινα +μαζί τους, ο Σβεν γινότανε ζηλιάρης και σούφρωνε το μικρό κόκκινο +στοματάκι τόσο που η μαμά έπρεπε να τον μαλλώνη για τον τρόπο του και +να του λέη πόσο καλός είναι ο μπαμπάς. Αυτό δεν το αναγνώριζε μ' +ευχαρίστηση ο Σβεν. Κ' ενώ πηγαίναμε κ' οι τρεις μαζί, έκανε της +μαμάς κρυφά νέματα, που δεν έπρεπε να τα δη ο μπαμπάς, σα να ήθελε να +μένη ευτυχισμένος με το πώς, δεν άφινε να σπάση ο κύκλος της μυστικής +συνεννόησης, που είχε χαράξει γύρω από την αγάπη του και τον εαυτό +του. + +Μα όταν ο μπαμπάς είτανε στην πόλη και γύριζε στο σπίτι, ο Σβεν +περίμενε κρυμένος πίσω από την πόρτα για να τον φοβίση. Πήγαινε κ' +έστεκε κει πολύ πριν από την ώρα, που θα γύριζε ο μπαμπάς. Αδιάκοπα +έβγαινε από τον κρυψώνα του και ρωτούσε: + + — Πιστεύεις πως θα φοβηθή ο μπαμπάς; + +Φυσικά η μαμά του έλεγε ναι και φυσικά ο Σβεν έμενε τρισευτυχισμένος +με την ελπίδα αυτή. Κι όταν ο μπαμπάς έφτανε τέλος κ' έμενε όξω στο +διάδρομο για να τινάξη τον άμμο από τις γαλόσες του, ο Σβεν πλησίαζε +τόσο σιγά και δε συλλογιζότανε πια να τον φοβίση, μα έστεκε μόνο εκεί +και χαμογελούσε, σα να ήξερε καλά πως ο μπαμπάς δεν μπορούσε να τονέ +δη δίχως να χαρή. Κι αργά αργά γλυστρούσε σιμότερα, σα να ήθελε +ναπολάψη την ανυπομονησία, που είχε ο μπαμπάς να τον σφίξη στην +αγκαλιά του, κ' έπειτα κρεμιότανε στο λαιμό του μπαμπά κι ο μπαμπάς +τον έφερνε μέσα, ενώ ο σκύλος του σπιτιού γαύγιζε από χαρά και +πηδούσε γύρω μας. + +Θυμούμαι καλά τα μάτια της γυναικός μου όταν έβλεπε τη σκηνή αυτή. + + — Να ήξερες πόσο μιλώ για σε μαζί του, έλεγε, όταν ο Σβεν έδινε +τέλος του πατέρα την άδεια να τον αφήση από την αγκαλιά του, κ' έκανε +θέση της μαμάς + +2 + +Από τον καιρό ακόμα που ο Σβεν είτανε τόσο μικρός ώστε μόλις μπορούσε +και κουνιότανε, έγινε στενός φίλος του σκύλου κ' είχε το δικαίωμα να +τον κάνη όπως θέλει: να τον τραβά από ταυτιά, να του μαδά την ουρά, +να ξαπλώνεται απάνω του και να τον κρατά στις κοπιαστικότερες θέσες. +Ο σκύλος δεν έδειχνε μεγάλη στενοχώρια για όλα αυτά, μόνο κάποτε +φαινότανε σαν ξαφνισμένος για όσα τραβούσε κ' ήσυχος κ' ήμερος +πήγαινε και ξαπλωνότανε σ' άλλη μεριά με τη μάταια ελπίδα πως ο +καλόβουλος τύραννός του θα κουραζότανε και θα τον άφινε σε ησυχία. + +Μα όταν ο Σβεν έβγαινε στην αυλή, ο σκύλος έτρεχε κοντά του, όπου κι +αν πήγαινε. Φυσώντας τα κοντά, σκιστά ρουθούνια του έστεκε κει και +κοίταζε πώς ο Σβεν γέμιζε με άμμο ένα τενεκεδένιο κουβαδάκι αργά και +προφυλαχτικά, ή πως κάποτε άλλαζε το παιγνίδι αυτό με τη λιγότερο +ταιριαστή διασκέδαση να τσαλαβουτά μέσα στο βαρέλι με το νερό. Ο +σκύλος πήγαινε πάντα κοντά του κι όταν πλησίαζε κανένας ξένος, +παρακολουθούσε το φέρσιμό του με δύσπιστα μάτια, έτοιμος να μπη στη +μέση, αν το απαιτούσε η περίσταση. + +Ο Σβεν κι ο σκύλος τραβούσαν κιόλα το δικό τους δρόμο και συχνά +σηκώνανε το σπίτι σ' ένα πόδι, όταν δεν μπορούσε να τους βρη κανείς. +Κι όταν αρχίζαμε ναπελπιζόμαστε πια πως θα τους ξαναδούμε ζωντανούς, +παρουσιαζόνταν άξαφνα, σα να μην είχε γίνη τίποτε, ξαφνισμένοι κ' οι +δυο για την ταραχή μας. + +Θα είταν άδικο, αν έλεγα πως ο Σβεν είτανε καθαυτό ανυπάκουο παιδί. +Σ' αυτό όμως το κεφάλαιο δεν είταν τόσο ευκολομεταχείριστος. Η μητέρα +του τονέ φοβέριζε συχνά πως θα τον δείρη, μα και συχνά βεβαίωνε και +μένα πως είταν άξια να ξεσκίση εκείνον που θα τολμούσε ναγγίξη με το +χέρι του τον Σβεν. Όμως ο Σβεν δε φαινότανε να δίνη σημασία σε +μαλλώματα και συμβουλές κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να πετά από τη +χαρά της, που τον ξαναείδε ζωντανό, έμενε τόσο ξαφνισμένος, σα +ναπορούσε πως είτανε δυνατό αυτοί οι δυο να στοχάζουνται διαφορετικά +για κατιτί σ' αυτόν τον κόσμο. + + — Δεν είταν κανένας φόβος, έλεγε ο Σβεν. Ο σκύλος είτανε μαζί. + +Η μαμά δεν ήθελε να πη κακό για το σκύλο, προσπαθούσε μόνο να τον +πείση πως ο σκύλος δεν μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο μ' έναν άνθρωπο. +Του έλεγε όσα μπορούσε να του πη. Ο Σβεν την αγκάλιαζε και της έταζε +πως δε θα ξαναφύγη και δε θα ξανακάμη τη μαμά να λυπηθή. + +Μα όταν ερχόταν η άνοιξη και το νερό άρχιζε να τρέχη από τη στέγη +στην αυλή, ο Σβεν λησμονούσε όλα τάλλα, εξόν από το πως είταν ένα +μικρό αγόρι, που ήθελε να πηγαίνη βαθιά στο δάσος. + +Ποιος ξέρει με ποιους στοχασμούς έτρεχε κει γύρω ή ποιος ξέρει ακόμα +αν το έννοιωθε πως έκανε κατιτί εμποδισμένο; Πήγαινε μιλώντας μόνος +κι ο σκύλος τον ακολουθούσε κι όταν έφτασε στην πόρτα του φράχτη και +τη βρήκε ανοιχτή, έπρεπε να βγη να ρίξη μια ματιά στον κόσμο, που +τονέ μάγευε κει όξω. Τότε είδε στο άλλο μέρος του μεγάλου δρόμου, +ψηλά στην άκρη του χαντακιού, τα κίτρινα άνθη, που λάμπανε φυτρωμένα +στο σταχτερό χώμα, κ' έτρεξε κει, όσο βαστούσαν τα μικρά του πόδια. +Μα τώρα είτανε σχεδόν μέσα στο δάσος και δεν μπορούσε πια ναντισταθή. +Ψηλά και με ροζιάρικους κλάδους υψωνόντανε τα έλατα αποπάνω του και +προχώρεσε μέσα στους κορμούς, όπου ο ήλιος έλαμπε στα μούσκλα και τα +πρώτα ανοιξιάτικα πουλιά είχαν αρχίσει να κελαδούν. Ένας μικρός +ποντικός πετάχτηκε μέσα από τις πέτρες κι ο μικρός Σβεν έτρεξε κατόπι +του. Όλο και μακρήτερα πήγαινε πάντα. Εκεί είταν ένα μικρό βάλτο και +στις ιτιές όξω στο βάλτο λαμποκοπούσαν κρεμασμένα χνουδωτά +ανθουλάκια. Δεν μπορούσε να τα φτάση, γιατί θα βούλιαζε στο νερό και +θα μούσκευε τα πόδια. Μπορούσε όμως να ρίξη μερικά πετραδάκια στο +βάλτο και νακούση πώς βροντούσαν και να δη τους μεγάλους πλατιούς +κύκλους που κάνανε στο νερό. Το έκαμε και τα μάγουλά του κοκκινίσαν +και τα μάτια του λάμψανε από χαρά. Ολοένα και περσότερο γινότανε +χαρούμενος και προχώρεσε παρέκει ως το λιβάδι κάτω, όπου είναι το +μικρό εξοχικό βασιλικό παλάτι, κι όταν βγήκε όξω στο δρόμο άρχισε να +τρέχη. Έτρεξε, έτρεξε κι όταν έφτασε στην ψηλή πόρτα με τα κάγκελα, +είδε πως είτανε πάλι κοντά στο σπίτι. Τότε έγινε ξανά χαρούμενος +γιατί γνώρισε το δρόμο και γιατί ο σκύλος ρουθούνισε, κούνησε την +κομένη ουρά του κ' ήθελε να γυρίση σπίτι. Κι άξαφνα άρχισε να ποθή τη +μαμά και τότε θυμήθηκε τα κίτρινα λουλούδια, που κρατούσε στο χέρι. + +Αργά και προσεχτικά βάδιζε τώρα προς το σπίτι κ' ίσως μόλις τώρα να +θυμήθηκε αόριστα πως δεν έπρεπε να φύγη από το σπίτι. Ένα μόνο δεν +ήξερε ο Σβεν και δεν μπορούσε να το νοιώση: Πόση ώρα έλειπε από κει. +Γιατί δυο ώρες και μια στιγμή είτανε γι' αυτόν το ίδιο. + +Όταν όμως πέρασε γοργά το λιβάδι κι άρχισε να τρέχη πάλι για να φτάση +στη μαμά και να τον αγκαλιάση εκείνη, να τον χαδέψη και να τον +φιλήση, κι αυτός να της διηγηθή τι ωραία που διασκέδασε — τότε +τρόμαξε ο Σβεν ακούοντας πώς αρχίσανε να φωνάζουνε γύρω του. Τότε του +φάνηκε πως είδε τον μπαμπά και τη μαμά, τον Ούλοφ και το Σβάντε, τις +δυο υπηρέτριες κι άλλους ακόμα. Φωνάζανε ο ένας δυνατότερα από τον +άλλον, ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί. Ο Σβεν δεν μπόρεσε να δη από πού +ήρθανε. Γιατί μόλις έκαμε να στρίψη προς το ένα μέρος, φώναξε κάποιος +πίσω του κι όταν πάλι γύρισε να κοιτάξη προς το άλλο, τον άρπαξε +κάποιος στα χέρια, κάποιος που έτρεχε γλήγορα όσο μπορούσε, και πριν +μπορέση να συλλογιστή καλά, βρέθηκε μέσα στην τραπεζαρία κ' η μαμά +τον πήρε στην αγκαλιά και τον έσφιγγε τόσο, που δεν μπορούσε +νανασάνη. + +Ο Σβεν ήξερε καλά πως δεν έπρεπε να έχη ποτέ φόβο από τη μαμά, αυτή +τη φορά όμως έχασε το θάρρος. Γιατί τώρα θυμήθηκε που του είχε πει +πως θα τον δείρη κι όταν αντίκρυσε τον μπαμπά, τον έπιασε αμέσως +τρόμος. Γιατί ο μπαμπάς φαινότανε σοβαρός κ' είπε με πολύ αυστηρό +τόνο: + + — Τώρα πρέπει να πάρουμε το ξύλο, Σβεν. Γιατί, καθώς θυμούμαι, σου +το έταξε η μαμά. + +Ο Σβεν τα έχασε κι απάνω στον κίντυνο βρήκε καταφύγιο τα λουλούδια +που κρατούσε. Τα έδωσε της μαμάς. + +Μα δεν είτανε διόλου ανάγκη να το κάμη. Γιατί η μαμά είτανε τόσο +τρομαγμένη κ' είτανε τόσο ευτυχισμένη που τον ξανάβλεπε, ώστε τον +άρπαξε μόνο στην αγκαλιά της μισοκλαίοντας, μισογελώντας και τον +άφησε να τη χαδεύη. Και τέλος του πήρε τα λουλούδια και τα έβαλε σ' +ένα μικρό πράσινο ανθογυάλι, τα έσιαξε και τα έδειξε του Σβεν, τι +ωραία που λάμπανε στον ήλιο. + +Τότε παράτησε κι ο μπαμπάς κάθε ιδέα τιμωρίας, πήγε στο γραφείο του +κ' ένοιωθε πόσο είναι περιττός. + +Μα όταν η μαμά έμεινε μόνη με το Σβεν, τον πήρε στην αγκαλιά της και +του διηγήθηκε, σα να είταν παραμύθι, πόσο είταν ανήσυχη και τι τρόμο +δοκίμασε η ψυχή της. Του είπε πως νόμισε πως ο Σβεν έσπασε το πόδι +του και πως είτανε πεσμένος μόνος μέσα στο δάσος και πως δε θα τον +ξαναύρισκε παρά μόνο νεκρό. Ή πως έπεσε στο νερό και θα τονέ βγάζανε +πνιγμένον και τότε ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς, ούτε ταδέρφια θα +μπορούσανε να ξαναχαρούν. Ο Σβεν τάκουγε όλα αυτά κ' εννοούσε μόνο +πως η μαμά τον αγαπούσε περσότερο από όλους τους άλλους. Έπειτα έβαλε +η μαμά το Σβεν και της διηγήθηκε τι είδε και τι έκαμε, πώς διασκέδασε +και πόσο μακριά πήγε. Άκουσε να της μιλή για τον ποντικό, για τα +πουλιά, για το βάλτο και για τα πετραδάκια που πετούσε. Και τέλος +νοιώσανε κ' οι δυο ο ένας τον άλλον κ' είταν ευτυχισμένοι, μόνο γιατί +ξαναδωθήκανε. + +Κι αφού είπαν όσα είχανε να πουν, πήρε η μαμά το Σβεν και τον έφερε +στην εταζέρα. Εκεί βρισκόντανε πολλά ωραία πράματα κι ο Σβεν είχε το +δικαίωμα να παίζη κάποτε μ' αυτά. Ανάμεσα στάλλα είταν ένα λευκό +σκυλάκι από πορσελλάνη, που είχε μια φούντα στην ουρά και κρατούσε +μια μικρή παντούφλα στο στόμα. Είτανε πολύ παλαιό πράμα κι ο μπαμπάς +το είχε από τη μητέρα του, που τα είχε πάλι χάρισμα από τη νουνά της, +όταν είτανε δυο χρονών. + +Αυτό άρεσε του Σβεν περσότερο από όλα κι αυτά πήρε η μαμά από την +εταζέρα απάνω στη χαρά της καρδιάς της και το έδωσε του Σβεν, αντί να +του δώση το ξύλο που του έταξε. Μα ο Σβεν δεν άπλωνε τα χέρι να τα +πάρη. + + — Μπορεί να το σπάσω, είπε. Και θα θυμώση ο μπαμπάς. + +Όμως δεν ξεχνούσε ποτέ πως το σκυλάκι είτανε δικό του. Και κάποτε, +όταν είταν κανείς ξένος στο σπίτι, μιλούσε γι' αυτό. + + — Μου το έδωσε η μαμά, έλεγε, όταν πήγα στο δάσος και ξαναγύρισα. +Μου το έδωσε από τη χαρά της, που με ξαναείδε. + +Κ' η μαμά υπερασπιζότανε την παιδαγωγική της μέθοδο εναντίο κάθε +κριτικής, σηκώνοντας ψηλά το μικρό Σβεν μπροστά σε όλους. Ευλογημένη +να είναι! Είχε δίκιο. + +3 + +Έτσι πέρασε ένας χρόνος δίχως να το νοιώσουμε πώς πέρασε, Μα τον +καιρόν αυτό άρχισε η Έλσα να υποφέρη σοβαρά και χωρίς ναλλάξουμε λέξη +γι' αυτό το πράμα μεταξύ μας, γνωρίζαμε πως υπήρχε μόνον ένα μέσο. Η +εγχείριση, που είχε γίνει μια φορά προτήτερα, μας είχε δείξει τον +κίντυνο, και τα συμπτώματα που φαινότανε τώρα μας είταν αρκετά +γνωστά. Δε μας ξάφνισε λοιπόν διόλου, όταν ο γιατρός μας είπε μια +μέρα τη γνώμη του, δηλαδή πως μόνο μια νέα εγχείριση μπορούσε να σώση +την Έλσα. + +Είμαστε κείνη την ημέρα σα να είχε καταδικαστή σε θάνατο η ζωή μας +όλη κ' έβλεπα πως η Έλσα αποχαιρετούσε όλα γύρω της. Πρώτη φορά το +έβλεπα καθαρά μπροστά μου πόσους από τους ολόβαθους στοχασμούς της +κρατούσε κρυμένους από με κι απ' όλους, πόσο είτανε συνηθισμένη με +την ιδέα του θανάτου και πως η βεβαιότητα, που είχε πως θα πεθάνη +νέα, της έτρωγε τη ζωική δύναμη μέσα της. Έγινε χλωμή και το πρόσωπό +της αδυνάτισε. Τα χέρια της είτανε κίτρινα σαν κερί και φαινότανε σα +να είχε κάποιο φόβο από μένα. + +Τότε με παρεκάλεσε πρώτη φορά να της επιτρέψω να πεθάνη. Πρώτη φορά +μου μίλησε για κείνο που έκρυβε μέσα της, για κείνο που τη βίαζα να +μου πη και δεν μπορούσε να βγάλη από τα χείλη της άλλο από +υπαινιγμούς. + + — Από τον καιρό που είμουνα μικρή, είπε, πολύ πριν γνωριστούμε, μου +είτανε τόσο φυσικά να στοχάζουμαι πως δε θα ζήσω πολύ. Έπειτα βρήκα +εσένα και τα λησμόνησα όλα. Γιατί μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη, όσο δεν +μπόρεσα να σε κάμω εγώ ποτέ. Μου έδωσες τρία παιδιά, τα δυο μεγάλα +και το μικρό Σβεν. Και τι μπορώ εγώ να κάμω γι' αυτά, για σε, για +όλους σας; Είμαι τόσο άρρωστη και δε θα γίνω ποτέ καλά. Πρέπει να με +λησμονήσης. Ω ναι, το ξέρω πως θα λυπηθής για με, γιατί μ' αγαπάς, αν +κ' είμουνα πάντα φιλάστενη κι αδύνατη και δεν μπορούσα να κάμω +τίποτες για κανένα. Μα πρέπει να με λησμονήσης και να βρης μιαν άλλη +να σε βοηθήση με τα παιδιά. + +Και με παρακάλεσε πάλι να της επιτρέψω να πεθάνη, παρακάλεσε να την +αφήσω να περάση ήσυχη λίγες βδομάδες, που έχει να ζήση ακόμα. + +Μόνο πως δεν ήθελε να πεθάνη στην εγχείριση, μα είταν ευχαριστημένη +να κλείση τα μάτια ήσυχα κ' ήθελε μόνο να ζήση με τους πόνους τόσο, +όσο της χρειαζότανε να προετοιμάση τα παιδιά για ό,τι μέλλει να γίνη +και να ταποχαιρετήση. + +Όλα αυτά μου ήρθαν τόσο ξαφνικά, ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρώσω +τους στοχασμούς μου, πολύ λιγότερο να βρω λόγια να της απαντήσω. +Αιστανόμουν αόριστα πως αν άγγιζα το ζήτημα, θα ριχνόμουνα σ' έναν +αγώνα, που θα είχε γι' αποτέλεσμα κάτι περσότερο από κείνο, που +γενικά οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν. Αιστανόμουνα +τον τρόμο που είχα πάντα, όταν είτανε ναγγίξω κατιτίς, που είναι το +πιο τρίσβαθο κι ανέγγιχτο χτήμα ενός άλλου ανθρώπου. Κι αν υπάρχη +κάτι, που δεν μπορεί να το αποφασίση κανείς άλλος, παρά μόνος του ο +καθένας, είναι δίχως άλλο το ζήτημα αν πρέπη να σκύψη σ' ένα βέβαιο +θάνατο, ή ναναλάβη έναν αγώνα, για να κερδίση ίσως τη ζωή. + +Όπως έβλεπα μπροστά μου εκεί την Έλσα, μου φαινότανε τόσο κοντά, μα +και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Η παράκληση, που μου έκαμε να την αφήσω +να πεθάνη, είτανε τόσο συγκινητική και τόσο σοβαρή, ώστε δεν είχα το +θάρρος να την παρακαλέσω να ξαναγυρίση χάρη μου στη ζωή. Γιατί η ζωή +άξιζε και γι' αυτή το ίδιο. Και παρατήρησα με ξάφνισμα πως μπορούσε +ναφήση όλα όσα αγαπούσε, γιατί είταν ετοιμασμένη γι' αυτό. Μα +ταυτόχρονα αιστανόμουνα μ' όλη τη δύναμη της απελπισίας πως εγώ δεν +μπορούσα να τη χάσω. Δεν το μπορούσα. Κι απάνω στην απελπισία μου, +άρπαξα το μόνο που μου ήρθε στο νου κ' είπα: + + — Μα το Σβεν μπορείς να τον αφήσης; + +Τινάχτηκε, σα να τη χτυπήσανε, κ' έπλεξε τα χέρια της απελπισμένα. + + — Όχι, όχι, δεν μπορώ. + +Πήγε τρεκλίζοντας στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και με παρακάλεσε να +την αφήσω μόνη. Την είδα να κλείνη πίσω της την πόρτα, κ' έμεινα όπως +είμουνα καθισμένος κ' είχα το συναίστημα πως όλα όσα έζησα μαζί της +είτανε πεθαμένα και χαμένα και πως τώρα θα μας άφινε. Ένοιωσα πως αν +δεν το έκαμε, αυτό δεν έγινε χάρη μου, μα χάρη του μικρού με τα χρυσά +μαλλιά και τα παράξενα παιδικά μάτια, του μικρού αγγέλου της, που +ήρθε και την έδεσε με τη ζωή. Το βρήκα όλως διόλου φυσικό πως δεν +μπορούσα να την κρατήσω στη ζωή εγώ μόνος. Έσκυψα τα κεφάλι κ' +έκλαψα, έκλαψα πρώτη φορά για με τον ίδιον και για τη ζωή μου. Και +δεν περίμενα τίποτες, δεν πίστευα τίποτες άλλο παρά πως θα περνούσαν +τώρα ήσυχες κι ανίλεες οι μέρες ως τη στιγμή που έμελλε ναρθή. Και +τέλος ο θάνατος θα ξέσκιζε όλα, για όσα έζησα. + +Πόσο κάθησα έτσι εκεί, δεν το θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως νύχτωσε και +πως τρόμαξα όταν ένοιωσα πως η γυναίκα μου είτανε γονατιστή μπροστά +μου κι ακκουμπούσε το κεφάλι της στα χέρι μου. Είχε ρθει τόσο σιγά, +ώστε δεν την άκουσα κ' η φωνή της είχε τόσο ήσυχο τόνο, όταν είπε: + + — θέλω να ζήσω για σένα, Γιώργο, για το Σβεν και τα μεγάλα αγόρια +μας. + +Γνώριζα τη φωνή της όταν έπαιρνε τόσο βαθύ και θερμό τόνο, σα να +σιγάζανε όλα τάλλα μέσα της όξω από την αγάπη. Ένοιωσα πως η απόφασή +της τώρα είταν ακλόνητη, πως η Έλσα είτανε πάλι δική μας ή ήθελε να +γίνη κ' ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης σ' αυτή και σ' όλη τη ζωή +φούσκωσε μέσα μου. Πέρασε πολλή ώρα όσο ναλλάξουμε τη θέση μας, μα +όταν το κάναμε σηκώθηκε η Έλσα κι άναψε όλα τα φώτα, σα να είχαμε +γιορτή. + +Έπειτα φώναξε τα παιδιά μέσα κι όλα ήρθανε σιωπηλά και ξαφνισμένα και +δε χρειαζόμαστε να τους εξηγήσουμε τίποτε. Γιατί όλα είχαν εννοήσει, +καθένα με τον τρόπο του, όλα είχανε μιλήσει μεταξύ τους όπως και μεις +οι μεγάλοι και ξέρανε πως η ζωή της μαμάς κιντύνευε και πως θα έκανε +την εγχείριση για να μπορέση να ζήση χάρη τους. + +Ο Σβεν πήδησε στην αγκαλιά της μαμάς και στρυμώχτηκε στο στήθος της. +Και μας έκαμε όλους να χαμογελάσουμε μέσα στα δάκρυα, όταν είπε: + + — Η μαμά δεν πρέπει ταφήση το μαϊμουδάκι. + +Αυτό είταν ένα από τα χαδευτικά ονόματα που του λέγαμε και το +μεταχειρίστηκε κι ο ίδιος χωρίς να έχη την υποψία, πως ηχούσε κωμικά. +Γι' αυτό τα λόγια του μας φανήκανε σα μια επαγγελία της ζωής και μας +ησυχάσανε. + +Όταν όμως τα παιδιά πήγανε να κοιμηθούν, η Έλσα και γω περπατούσαμε +πιασμένοι μέση με μέση μέσα στις κάμαρες. Κ' είδα πως αποχαιρετούσε +πάλι, μα όχι με τον ίδιον τρόπο καθώς λίγες ώρες προτήτερα. Την άλλη +μέρα θα πήγαινε στην κλινική. + +Μα όταν ξύπνησα το πρωί, ο Ούλοφ είταν καθισμένος στη μεγάλη +πολυθρόνα αντικρυνά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. + + — Είσαι πολλή ώρα εδώ; τονέ ρώτησα ξαφνισμένος. + + — Ναι, απάντησε μονοσύλλαβα. + +Καθόταν εκεί και συλλογιζότανε τη μητέρα του και συλλογιζότανε πως +όλα γίνανε τόσο σοβαρά μεμιάς. Πρώτη φορά παρατήρησα πόσο είχε +μεγαλώσει και του έπιασα τα χέρι σαν ενός συνομίληκου. Έτρεμε το +πρόσωπο του παιδιού, που είτανε μόνο δέκα χρονών, μα δεν μπορούσε να +βγάλη λέξη. + +Όταν έπειτα είμαστε στο αμάξι, ξανακυρίεψε τον εαυτό του κι ανέβηκε +άλλη μια φορά στη σκάλα και χάδεψε το μάγουλο της μητέρας και της +είπε, σα να μιλούσε σε παιδί: + + — Μη φοβάσαι, μαμά, θα περάση. + +Ο Σβάντε ήρθε κι αυτός και σηκώσανε στα χέρια και το μικρό το Σβεν, +που μιλούσε και φλυαρούσε. Τη στιγμή αυτή η Έλσα δεν ήξερε ποιον +αγαπούσε περσότερο απ' όλους. Μα στο δρόμο που πηγαίναμε, μιλήσαμε +πολλές φορές για το μεγάλο μας αγόρι, που για πρώτη φορά μίλησε κ' +αιστάνθηκε σαν άντρας. + +4 + +Ο άγγελος του θανάτου πέρασε και τη φορά αυτή έξω από το σπίτι μας, +τα φτερά του όμως μας αγγίξανε, σε τρόπο που το άγγισμα αυτό να δώση +για καιρό τον τύπο του στη ζωή μας. Ωστόσο, η ευτυχία γύρισε ακόμα +μια φορά στο σπίτι μας, μετριασμένη όμως και σοβαρότερη. Ακόμα μια +φορά γύρισε κείνη που έρριχνε φως ιερό στην καθημερινή ζωή μας. Τα +παιδιά μας τη χαρήκανε, όταν γυρίσαμε, κι ο μικρός Σβεν ανέβηκε στην +αγκαλιά της μαμάς, στρυμώχτηκε σιμά της κ' είτανε τόσο ευτυχισμένος. + + — Βλέπεις, δεν έφυγες από το μαϊμουδάκι, είπε. + +Είχε τόσο θριαμβευτική έκφραση, σα να πίστευε πως χάρη του έγινε καλά +η μαμά. Και για να εγκαρδιώσω όλους μας είπα: + + — Μου φαίνεται, θα πιστεύης πως εσύ έκαμες καλά τη μαμά. + + — Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η γυναίκα μου. + +Κ' είδα πάλι στο πρόσωπό της την έκφραση, που μου είχε φανεί άλλοτε +τόσο ξένη, μα και που άρχισα να την εννοώ σιγά σιγά. + +Έσφιξε σιγαλά το μικρό Σβεν στην αγκαλιά της κι από τα μάτια της +στάξανε δυο λαμπερά δάκρυα. Έπειτα μου έδωσε το χέρι κ' είπε: + + — Είμαι τόσο χαρούμενη, που είμαι πάλι σπίτι. Δεν μπορούσα ναπαντήσω +τίποτε. Κοίταξα μόνο τους μαζεμένους μπροστά μου κ' ήξερα πως είχα +εδώ την ευτυχία, που λίγες βδομάδες προτήτερα μόλις τολμούσα να την +ελπίζω. Κι όμως αι[στάνθηκα] στην καρδιά μου μια κεντιά, σαν από μια +προαίστηση απελπιστικής ερημιάς. + +5 + +Την άνοιξη, που ήρθε τώρα, τη θυμούμαι σα μια θάλασσα από άνθη, που +γέμισε κάθε άδειο μέρος του σπιτιού μας. Τα ζεμπούλια σμίγαν απαλά με +τις γαλάζιες ανεμώνες, οι γαλάζιες ανεμώνες μ' άσπρες, με λευκόια και +μενεξέδες κι όταν κόντευε να φτάση η μέρα του Άιγιανιού κι ο +καλοκαιρινός αέρας έπαιζε στις κατεβασμένες κουρτίνες, ήρθανε κ' οι +φεγγοβόλες πασκαλιές. + +Η μαμά κι ο Σβεν είταν εκείνοι που φέρνανε τάνθη κ' είτανε δύσκολο να +πη κανείς ποιος από τους δυο ταγαπούσε πιο πολύ. Τους βλέπω ακόμα +πλάι πλάι, με τα χέρια γεμάτα άνθη, με τα μάγουλα κοκκινισμένα να +πηγαίνουνε μιλώντας από τη μεγάλη αυλή στην ανοιχτή βεράντα. Τα +μαλλιά της είτανε τόσο μαύρα, τόσο ξανθά είταν τα δικά του, μα τα +βαθιά γαλανά μάτια και των δυο είτανε τα ίδια. Ο ένας με τον άλλον +είταν η πιο παράξενη αντίθεση κι όμως μοιάζανε περσότερο παρότι +μοιάζουν πάντα μητέρα και παιδί. Ταιριάζανε σα να είτανε πλασμένοι να +είναι πάντα [μαζί, να] πηγαίνουν πάντα μ' άνθη στο χέρι, να βαδίζουν +ως το τέλος της ζωής τους κρατημένοι χέρι χέρι και να κοιτάζουνται +στα μάτια. Κανένας δεν μπορούσε να τους δη μαζί, χωρίς να φωτιστή το +πρόσωπό του από ένα ηλιόφεγγο χαμόγελο και πολλές φορές μου έτυχε να +το δω αυτό και να εχτιμήσω περσότερο τον πλούτο μου. + +Γιατί αυτήν την εποχή μου φαινότανε η ζωή πλουσιότερη παρά ποτέ. Τα +λησμόνησα όλα όσα είχανε γεμίσει τη ψυχή μου με προαίστησες βαρειές +και μου αρκούσε η στιγμή μονάχα. Μου φαινότανε σα να έπρεπε να +δοκιμάσουμε ό,τι θλιβερό και βαρύ δοκιμάσαμε, μόνο και μόνο για +ναπολάψουμε έπειτα πιο βαθιά την ευτυχία. Ένοιωθα ευγνωμοσύνη για +κάθε νέα μέρα που περνούσε, είμουνα ευχαριστημένος που μπορούσα να +λησμονώ κ' είχα το συναίστημα πως τραβούσαμε προς μιαν ευτυχία +μεγαλήτερη από κείνη που φτάνουν οι άνθρωποι. + +Νομίζω πως κ' η γυναίκα μου, ένα διάστημα τουλάχιστο, μοιραζότανε το +αίστημά μου. Γιατί από κείνη χυνότανε αυτός ο αδιάκοπος χείμαρρος της +ευδαιμονίας. Είχε γυρίσει αλήθεια στη ζωή, αιστανότανε τον εαυτό της +καλά, ζούσε κάτω από μεγάλα παλιά δέντρα και μέσα σ' ένα πλήθος +λουλουδιών. Είχε όλους μας τριγύρω της και τίποτε δεν ενοχλούσε τη +γαλήνη της. + +Έτσι περπατούσε μαζί μου ένα βράδι στο μεγάλο δρόμο, όπου δεν +απαντούσαμε κανέναν και γι' αυτό τον προτιμούσαμε. Γύρω μας άνθιζαν +οι πασκαλιές γεμίζοντας τον αέρα με τη μυρουδιά τους και στον αχνό, +φωτεινό ουρανό έπλεε το νέο φεγγάρι, δίχως να φωτίζη, κολυμπώντας +μόνο μέσα στο γλαυκό, που άπλωνε πλατύν, απέραντο το θόλο του, όπου +τα χλωμά άστρα δοκιμάζανε να φεγγοβολήσουνε, χωρίς όμως να +κατορθώνουνε να σκίσουνε τη νύχτα. + +Όταν θυμούμαι τον καιρό αυτό κι όλα όσα γίναν έπειτα, ξαφνίζουμαι με +την ένταση που είχε πάρει η ψυχή μας τότε. Σα να πέρασε απάνω στον +ουρανό μας ένα ψιλό μονάχα σύννεφο και σκορπίσθηκε έπειτα. + +Έτσι πηγαίναμε κ' ερχόμαστε δω κάθε βράδι ευτυχισμένοι και στις +ομιλίες μας δεν υπήρχε ούτε το αλαφρότερο σημάδι θλίψης. Όλα όσα +είχανε γίνει είτανε θαμένα πίσω μας. Δεν είτανε βέβαια η ξένοιαστη +ευτυχία με την τυφλή, αδοκίμαστη ακόμα αυτοεμπιστοσύνη της νιότης. +Είταν κάτι περσότερο. Είταν εκείνη η ήσυχη αρμονία, που έρχεται +μεταξύ δυο ανθρώπων, που υποφέρανε μαζί και νικήσανε, μια ευτυχία, +που τίποτε δεν μπορεί να τη θολώση και να τη σβήση, γιατί είναι +δεμένη άλυτα μαζί με το πιο τρίσβαθο είναι δυο ανθρώπων. Τον καιρό +αυτό γνωρίζαμε πως τίποτε δεν πιθυμούσαμε, τίποτε περσότερο από κείνο +που είχαμε. Σε τέτοιες ώρες της ζωής μπορεί ο ένας να ζητά τη μοναξιά +για να στεγνώση τα δάκρυά του, γιατί ντρέπεται να δείξη πόσο είναι +ευτυχισμένος. Ούτε ξένοι στοχασμοί, που τραβούνε το δικό τους δρόμο, +ούτε φαντασιοπληξίες, ούτε πόθοι μπορούνε νανυψώσουνε την ψυχική αυτή +διάθεση, που πηγάζει μέσα από τη ζωική δύναμη. Όλα εκείνα, που +ψάλλουν τα τραγούδια κ' οι θρύλοι, ζούνε μεστή εκεί μέσα την +αστέρευτη ζωή τους, έτσι όπως δε φτάνει να την αποδώση κανένα ποίημα, +και νομίζω πως παρόμοια συναιστήματα μπορεί να ταγιάση μόνο η +συμβίωση μεταξύ αντρός και γυναίκας. + +Έτσι τουλάχιστο αιστανόμαστε αυτές τις ήρεμες ανοιξιάτικες νυχτιές, +που οι περίπατοί μας τελειώνανε πάντα στο ίδιο μέρος, στα κρεβάτια +που κοιμόντανε τα παιδιά. Δε μιλούσαμε πολύ για όσα αιστανόμαστε. Ένα +βράδι όμως είπε η γυναίκα μου: + + — Πόσος καιρός είναι που παντρευτήκαμε; + + — Γιατί ρωτάς; Συ δεν ξεχνάς ποτέ σου τις χρονολογίες. + + — Ναι, μα είναι αλήθεια πως περάσανε περσότερα από δέκα χρόνια; +Είναι αλήθεια πως γεράσαμε τόσο; + + — Σε λυπεί αυτό; απάντησα και χαμογέλασα. + +Ακκούμπησε απάνω μου και πήρε το χέρι μου. + + — Είτανε μια εποχή, που είχα τόσο φόβο από τα γερατιά, είπε. Και τον +έχω ακόμα. Μα δε νοιώθω γιατί λένε πως στα νιάτα του αγαπά κανείς +περσότερο και πως είναι πιο ευτυχισμένος. Εκείνοι που το λένε δε +θαγαπήσανε ποτέ. + +Έκαμα ναντιλογήσω. Μα μ' έκοψε κι άρχισε άλλη ομιλία. Μίλησε για +στενούς μας φίλους, για γνωστούς που συναναστρεφόμαστε, και δεν ήθελε +να παραδεχτή πως είτανε δυνατό να είταν ευτυχισμένοι. Διηγήθηκε +μερικά πράματα από τη ζωή τους, τι κάμανε και τι είπαν. Περσότερο +επίμενε σε ό,τι δεν κάμανε και δεν είπαν. Κ' έκλεισε την ομιλία της +με τα λόγια: + + — Μου φαίνεται πως στις μέρες μας οι άνθρωποι λησμονήσανε ναγαπούν. +Έχουνε τόσες άλλες ένοιες. + +Όλα όσα μου έλεγε τώρα η γυναίκα μου με ξαφνίζανε. Γιατί σπάνια +συνήθιζε να σκοτίζεται με τους άλλους όταν είτανε μαζί μου. Δοκίμασα +να υπερασπιστώ την ανθρωπότητα, κατώρθωσα μάλιστα να την κάμω να +παραδεχτή μερικές εξαίρεσες. + +Μα σε όλα, όσα της ανάπτυξα, απάντησε σα να μη με άκουγε πια· κι άμα +σώπασα, ξακολούθησε την ίδια σειρά των στοχασμών της: + + — Γιατί είμαστε συ και γω πιο ευτυχισμένοι από τον άλλον κόσμο; + +Το είπε με τόση σοβαρότητα, σα να μελετούσε μονάχα ένα γνωστό και +παραδεγμένο περιστατικό, και πρόστεσε: + + — Βρίσκω πως όλοι οι άλλοι είναι δυστυχισμένοι, όταν τους συγκρίνω +με σε και με. + +Χαμογέλασα με το ζήλο της, ενώ ταυτόχρονα τα λόγια της μου θερμαίνανε +την καρδιά. + + — Γιατί θέλεις να συγκρίνης; είπα. + + — Γιατί αυτό με κάνει ευτυχισμένη, απάντησε. + +Κ' ενώ έμεινε ορθή εκεί μπροστά μου και με κοίταξε, πρόστεσε: + + — Άφησέ με να το πω τώρα, γιατί δεν πιστεύω να βρω άλλη φορά +περίσταση να σου το πω: Το βρίσκω τόσο παράξενο όταν συλλογίζουμαι +τον πρώτον καιρό που παντρευτήκαμε. Νόμιζα τότε πως σ' αγαπούσα και +πως είμουνα ευτυχισμένη. Είτανε γιατί δε γνώριζα τίποτε και δεν +εννοούσα τίποτε. Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει και θέλω να σ' ευχαριστήσω. + +Πριν προφτάσω να το εμποδίσω, άρπαξε το αριστερό μου χέρι και το +φίλησε κι όταν έκαμα να το τραβήξω, το κράτησε σφιχτά και το +ξαναφίλησε στο μέρος που φορούσα το δαχτυλίδι. + +Είχε τόση δύναμη και το αίστημά της κι αυτή η ίδια όταν έλεγε τα +λόγια αυτά, ώστε με σύγχυσε. Άφωνος την πήρα στην αγκαλιά μου και τη +φίλησα με το αίστημα πως φιλούσα για πρώτη φορά την αρρεβωνιαστικιά +μου. Και γνώριζα μαζί της πως η γις δεν έκρυβε μεγαλήτερη ευδαιμονία. + +6 + +Ο Σβεν βρήκε σύντροφο να παίζη κι αυτό είταν κατιτί σημαντικό στη +μικρή ζωή του. Γιατί προτήτερα έπαιζε μόνο με τα μεγαλήτερα αδέρφια. +Τώρα ο σύντροφος είτανε μερικούς μήνες μικρότερος από το Σβεν κι +είτανε κιόλας κοριτσάκι. Όλα αυτά είτανε κατιτί πολύ νέο και +χαριτωμένο και την εποχή αυτή ο Σβεν είχε να μιλή πολλά με τη μαμά. + +Η μικρή Μάρθα είχε ρθει στην εξοχή με τους γονείς της και στην αρχή +κι αυτή κι ο Σβεν κοιταζόντανε μεταξύ τους από μακριά. Η Μάρθα είταν +ένα μικρό, ασύγκριτα χαριτωμένο κοριτσάκι με κόκκινα δροσερά μάγουλα, +γαλανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά, σχεδόν απαράλλαχτα σαν του +Σβεν. Και δεν πέρασε πολύς καιρός, όσο που μια μέρα ήρθε και κάθησε +κοντά στο Σβεν και τον κοίταζε περίεργη τι έκανε. + +Ο Σβεν είτανε συνηθισμένος να παίζη μόνος του, κ' είχε βρει ένα +παιγνίδι, που τονέ διασκέδαζε πολύ. Έβγαινε όξω, κάθιζε χάμω στο +λιβάδι και παρατηρούσε με τη μεγαλήτερη περιέργεια τι γινόταν εκεί +μπροστά του. Είταν εκεί μερμύγκια που σκαρφαλώνανε στα χορταράκια, +μια πεταλούδα που κάθιζε σ' ένα λουλούδι κ' έπειτα πετούσε με λευκά +φτερά μακρήτερα στον ήλιο, ένας σκάθαρος που αναποδογυρίστηκε κ' +έπρεπε να τον σηκώσουν για να μπορέση να συρθή παραπέρα, μικρά +πουλάκια που πηδούσανε γύρω στους βώλους της γις και δεν πειραζόντανε +διόλου από την παρουσία του παιδιού, εκεί που ζητούσανε τροφή για τον +εαυτό τους ή για τα μικρά τους. Ή καθότανε μονάχα εκεί ο Σβεν κ' +έκοβε χορταράκια και τα κοίταζε και τα περνούσε ανάμεσα από τα +δάχτυλά του κι όταν γέμιζε το χέρι του, τα πετούσε κι άρχιζε να κόβη +άλλα. Αυτό το έλεγε ο ίδιος «παιγνίδι στη χλόη» και μπορούσε να μιλή +πολλή ώρα γι' αυτό, όταν άφινε τα παιγνίδι κ' έτρεχε να διηγηθή της +μαμάς τις ανακάλυψες που έκαμε. Αυτό το παιγνίδι του Σβεν κοίταζε η +μικρή Μάρθα και τέλος τονέ ρώτησε τι έκανε κει. + + — Δε βλέπεις; Παίζω στη χλόη, είπε ο Σβεν. Και ξαφνισμένος άνοιξε +πλατιά τα μάτια του. + +Όχι, η Μάρθα δεν το εννοούσε, μα αφού είδε το Σβεν να παίζη τόση ώρα +εκεί, νόμισε πως έπρεπε να είναι κάτι πολύ διασκεδαστικό και κάθησε +κι αυτή κοντά του. Και τα δυο παιδιά κόβανε χλόη και κοιτάζανε τα +μερμύγκια και πλησιάσανε τα ένα με το άλλο τόσο, που όταν σηκωθήκανε +να φύγουν, είτανε κρατημένα χέρι χέρι και νομίζανε πως μπορούσανε να +μείνουν αιώνια έτσι. + +Έπειτα από λίγες μέρες ο Σβεν είτανε καθισμένος κοντά στη μαμά και +της μιλούσε για τη Μάρθα. Τώρα δε μιλούσε πια για τη χλόη και τάνθη, +για τα πουλιά και τις πεταλούδες. Διηγότανε μονάχα τι είπε η Μάρθα +και πώς παίζανε καλά μαζί. + +Μια μέρα του είπε η μαμά: + + — Την αγαπάς πολύ τη Μάρθα; + +Κι ο Σβεν τέντωσε το κάτω αχείλι κι απάντησε: + + — Δεν ξέρεις πως η Μάρθα είναι αρρεβωνιαστικιά μου; + + — Μα αυτό δε μου το είπες, απάντησε σοβαρά η μαμά. + + — Πρέπει όμως να το ξέρης· θα παντρευτούμε, είπε ο Σβεν. + + — Πότε θα παντρευτήτε; ρώτησε η μαμά. + + — Άμα μεγαλώσουμε, απάντησε ο Σβεν. + +Ο Σβεν είταν ευχαριστημένος που είχε αρραβωνιαστικιά κ' είτανε +τωραιότερο θέαμα, που μπορεί να φανταστή κανείς, όταν τα δυο παιδιά +πιασμένα χέρι χέρι περνούσαν την αυλή κι ο ήλιος έπαιζε στα σγουρά +μαλλιά τους, ή όταν ο Σβεν έσερνε τη Μάρθα στο μικρό της καροτσάκι +και γύριζε πίσω αδιάκοπα να τη βλέπη. + +Κάποτε όμως μαλλώνανε και τότε ο Σβεν κατέβαζε τα μούτρα κ' ερχότανε +κ' έλεγε της μαμάς πως η Μάρθα είναι κακή. + +Κ' η μαμά του απαντούσε: + + — Ναι, μα αφού θα την παντρευτής, πρέπει να τα ξαναφτιάσης μαζί της. + + — Δε θα την παντρευτώ, έλεγε ο Σβεν. + +Ωστόσο ξαναφιλιώνανε, τα συμβιβάζανε, φιλιόντανε και παίζανε καλήτερα +από πριν. + +Εννοείται πως η μαμά αγαπούσε την αρρεβωνιαστικιά του Σβεν τουλάχιστο +όσο κι αυτός κι όταν ερχότανε κ' ήθελε να πάρη το Σβεν κι ο Σβεν δεν +ήθελε ναφήση τη Μάρθα, τότε η μαμά έπαιρνε και τους δυο +αρρεβωνιασμένους από το χέρι κ' έπαιζε μαζί τους και γινότανε η +εμπιστεμένη τους. Ναι, φοβούμαι πως μιλούσε μαζί τους γι' αγάπη και +για γάμο, γιατί γνώριζε τη γλώσσα τους, όσο κανένας άλλος κ' ίσως +ακόμα με τη δύναμη, που είχε η φαντασία της, είχε αρχίσει να +αιστάνεται πως είναι πεθερά. + +Δεν ωφελούσε τίποτες ανίσως δοκίμαζε κανείς να πάρη την αγάπη του +Σβεν από την αστεία όψη της. Ο Ούλοφ γελούσε εννοείται με το μικρό +αδερφό και προσπαθούσε να τον πείση πως ένας αληθινός άντρας δε +σκοτίζεται πολύ με τα κορίτσια. Κι ο Σβάντε, που στο σημείο αυτό είχε +λιγότερο καθαρή τη συνείδηση, ήθελε να πειράζη το μικρό αδερφό +λέγοντάς του πως είναι μικρός ακόμα. + +Ο Σβεν στενοχωρεμένος έτρεχε στη μαμά. Κ' η μαμά του έλεγε πως δεν +έπρεπε να τον μέλη τι λέγανε τα μεγάλα αδέρφια και πως δεν είναι +καθόλου κωμικό ναγαπά τη Μάρθα, αδιάφορα αν είναι μικρός ή μεγάλος. + +Έτσι ησύχαζε ο Σβεν και δεν άφινε να θολώνεται περσότερο η ευτυχία +του. Είτανε τόσο σοβαρός μέσα στη χαρά του, ώστε δεν εννοούσε πώς +είτανε δυνατό ναστειεύεται κανείς για ένα τέτοιο πράμα και γι' αυτό +δεν το κρατούσε μυστικό. Όταν κανείς μεγάλος τονέ ρωτούσε, αν είναι +αλήθεια πως έχει αρρεβωνιαστικιά, ο Σβεν απαντούσε «ναι» απερίφραστα +κ' έτρεχε αμέσως κ' έπαιζε μαζί της, σα να ήθελε να ρωτήση μ' αυτό +τον κόσμο, αν δεν είναι αλήθεια ωραία και χαριτωμένη, σα μια +πραγματική αρρεβωνιαστικιά. + +Ναι, γενικά ο τρόπος του Σβεν είτανε τέτοιος, ώστε πάψανε +ναστειεύουνται μαζί του· κι αυτά ταδέρφια ακόμα τον αφήσανε πια +ήσυχο. + +Μια μέρα όμως δεν ξέρω πως κατέβηκε του Ούλοφ να του πη πως έχει +μακριά μαλλιά σαν κορίτσι. Αυτό το είχε ακούσει ο Σβεν και πριν, μα +δεν τον έννοιασε. + +Τώρα όμως ο μεγάλος αδερφός πρόστεσε: + + — Μα δεν πηγαίνει πια, αφού έχεις αρρεβωνιαστικιά. + +Κι αυτό έκαμε βαθειά εντύπωση του Σβεν. + +Από την ημέρα αυτή δεν έπαψε να τυραννή τη μαμά για τα μαλλιά του. + + — Θέλω να έχω τα μαλλιά σαν τάλλα αγόρια, έλεγε. + +Δεν ωφέλησε πως η μαμά τον παρακάλεσε να μην τονέ νοιάζη τι λέγανε τα +μεγάλα αδέρφια. Δεν ωφέλησε ακόμα πως τον παρακάλεσε ναφήση τα μαλλιά +του για χάρη της μαμάς, που ταγαπούσε τόσο. Ο Σβεν επίμενε πως πρέπει +να τα κόψουν. + + — Δε θέλω να φαίνουμαι σαν κορίτσι, έλεγε. + +Η μαμά λυπότανε και με την ιδέα μόνο πως μπορούσε κανείς ναγγίξη τα +ωραία μαλλιά. + + — Δεν μπορώ να φανταστώ το παιδί χωρίς τα σγουρά μαλλιά του, έλεγε. + +Τον έπαιρνε στην αγκαλιά της, του ψιθύριζε, του μιλούσε, τον ικέτευε. +Μα ο Σβεν δεν μπορούσε να πειστή. Παρακαλούσε τόσο κ' είτανε τόσο +συγκινητικός, που τέλος κατώρθωσε να του γίνη το θέλημα. + +Ήρθε μέσα στην κάμαρά μου με το κόκκινο καπελάκι του, με το άσπρο +φόρεμα κυματιστό γύρω στις μικρές γαμπίτσες. + + — Πάω στην πόλη να κόψω τα μαλλιά, φώναξε. + +Είτανε γεμάτος ζήλο κ' ευχαρίστηση κι όταν κάθησε στο τραίνο, +φλυαρούσε ακατάπαυτα και γύρισε κ' είπε ενός άγνωστου ηλικιωμένου +κυρίου, που δεν τον είδε ποτέ στη ζωή του, πως πηγαίνει στην πόλη να +του κόψουν τα μακριά μαλλιά. + +Ο ξένος κύριος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα, έρριξε στο παιδί +ένα ξεχασμένο αδιάφορο βλέμμα και ξακολούθησε να διαβάζη. + +Ο Σβεν νόμισε πως ο κύριος δεν άκουσε και ξαναείπε για να του +εξηγήση: + + — Θα κόψω τα μαλλιά μου για να μη φαίνουμαι σαν κορίτσι. + +Μα ο ξένος κύριος κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του και ψιθύρισε +κάτι, που έκανε τη μαμά να πη του αγαπημένου της να σωπάση. + +Έπειτα έμεινε άφωνος ο Σβεν σ' όλον το δρόμο και καθότανε όλως διόλου +ακίνητος, σα να στοχαζότανε κάτι. Φαινότανε τόσο ανόρεχτος, ώστε η +μαμά τον πήρε στην αγκαλιά της και τονέ χάδεψε και θύμωσε με τον +ηλικιωμένον κύριο, που δεν ένοιωσε πως ο μικρός καθόταν εκεί +λυπημένος γιατί ο κόσμος δε νιαζότανε πως ένα μικρό παιδάκι είναι +χαρούμενο. + +Ο Σβεν δε μιλούσε άμα βγήκε στο δρόμο· έπειτα όμως είπε ψιθυριστά, σα +να είχε φόβο μην τον ακούση κανείς: + + — Αυτός δεν είτανε βέβαια ευγενής κύριος. + + — Ναι, μα βλέπεις, δεν τονέ γνωρίζεις, Σβεν, του είπε η μαμά. + + — Μπορούσε όμως να είναι ευγενής, είπε ο Σβεν. + + — Μα τα παιδιά δεν πρέπει να μιλούνε στους ξένους, του παρατήρησε η +μαμά. + + — Νόμιζα πως θα χαιρότανε νακούση πως δε θα φαίνουμαι πια σαν +κορίτσι. + +Άμοιρο παιδάκι! συλλογίστηκε η μαμά, και θύμωσε πάλι μέσα της, όταν +στοχάστηκε όλους τους σκυθρωπούς ανθρώπους, που σβήνουν τη χαρά των +παιδιών. Άμοιρο παιδί! Ποια θα είναι μια μέρα η τύχη σου στον κόσμο; + +Και για να παρηγορήση σωστά το Σβεν και να ξαναφέρη τη χαρά του, +είπε: + + — Είτανε κακός, πολύ κακός κύριος· αλήθεια. + +Τότε άστραψε πάλι από χαρά ο Σβεν κ' η λύπη του σβήστηκε, γιατί +μπορούσε να πιστεύη πως μόνο κακοί άνθρωποι κάνουνε τέτοιο πράμα. Του +κόψανε τα μαλλιά κ' η μαμά τον πήγε στο ζαχαροπλαστείο. Του έδωσε +γλυκίσματα κι ο Σβεν είταν υπερευχαριστημένος γιατί νόμιζε πως όλοι +οι άνθρωποι εκεί ξέρανε πως πρώτη φορά έκοψε τα μαλλιά του. Έπειτα +γύρισε με τη μαμά στο σπίτι κι όταν φτάσανε στην αυλή, άφησε το χέρι +της κ' έτρεξε όσο μπορούσε γλήγορα μέσα στον μπαμπά. + +Στάθηκε μπρος στο τραπέζι, έβγαλε τα καπέλο του και λησμόνησε πως δεν +έπρεπε να ενοχλή τον μπαμπά όταν εργάζεται. Στάθηκε άφωνος με το +καπέλο στο χέρι κι όλο το σώμα του είτανε σε κίνηση από την +περιέργεια νακούση τι θα έλεγε ο μπαμπάς. Ναι, τα μάτια του +μεγαλώσανε τόσο, που φαινότανε σα να μην είταν όλος άλλο τίποτε από +μάτια. + +Ο μπαμπάς κοίταζε και κοίταζε και μάντευε πως θα είχε γίνει κάτι +περίεργο. Τέλος ένοιωσε και τότε έπρεπε να σηκώση το μικρόν ψηλά και +να τον ξαναβάλη κάτω. + + — Τώρα έγινε ο Σβεν σωστό αγόρι, είπε ο μπαμπάς. + +Και με το πιστοποιητικό αυτό του αρρενωπού του έτρεξε ο Σβεν να τονέ +δούνε τα μεγάλα αδέρφια και να τον τονέ θαυμάση η Μάρθα. + +7 + +Το καλοκαίρι, που άρχισε σε μια τόσο γελαστή τοποθεσία, έπρεπε να +συνεχιστή στα δυτικά ακρογιάλια κι ο λόγος είτανε πως με τραβούσε κει +μια επιθυμία δυνατότερη παρότι μπορώ να την περιγράψω. + +Αδύνατο να πω πως ήρθε μέσα μου ο παράλογος αυτός πόθος. Ίσως να +είταν αφορμή πως πέρασα ένα καλοκαίρι εκεί όταν είμουνα παιδί κ' +είναι βέβαια αρκετά αβέβαιο τι μέρος παίζουν αυτές οι έστω παροδικές +δυνατές εντύπωσες της παιδικής ηλικίας στη μόρφωση των αιστημάτων, +που επηρεάζουν την κατοπινή ζωή μας. + +Και μέ μου φαίνεται παράξενο πως η ανάμνηση των μερών αυτών κρατήθηκε +τόσο ζωηρή περσότερο από τριάντα χρόνια. Είμουνα δηλαδή τότε μόλις +έξι χρονών κ' οι θύμησες της ηλικίας αυτής σβήνουνε πάντα έξω από +κείνες, που δένουνται με το σπίτι, όπου ζήσαμε χρόνια ολάκερα. Όλον +τον καιρό έπειτα έβλεπα μπροστά μου τη θάλασσα, έτσι όπως την είχα +δει τότε. Την είχα δει με τεράστια κύματα μεγαλωμένα από την παιδική +φαντασία ως το αφάνταστο. Είχα δει τα φύκια, τις μέδουσες και τα +θαλασσινά αστεράκια, ολάκερη την πλούσια ζωή του βυθού στους ρηχούς +κόρφους και κοντά στους σταχτιούς σκοπέλους. Είχα δει βράχους γυμνούς +να υψώνουνται απάνω από το κύμα, που έσπαζε στα πόδια τους, κ' +αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου η παράξενη θύμηση μιας μεγάλης +τρικυμίας, που χτυπούσε με σωρούς άμμο το ευαίσθητο παιδικό πρόσωπό +μου. + +Είναι παράξενο πώς κρατεί κανείς τόσον καιρό μια τέτοια θύμηση κι +ακόμα πιο παράξενο πώς μπορεί αυτή κ' ενεργεί με τόση δύναμη μες την +ψυχή μας. Μια τέτοια θύμηση είναι γεμάτη νοσταλγική μελαγχολία, που +μοιάζει με τόνειρο της κόρης, που περιμένει τον ιππότη ναρθή μια μέρα +και να σκύψη να της ψιθυρίση ταξίματα υπερβολικής ευτυχίας. Η +μελαγχολία αυτή μοιάζει με το αίστημα του νέου, που ακούει στις +φλέβες του τα μηνύματα θριάμβων που προσμένει. Ναι, μοιάζει ίσως +περσότερο με την ήσυχη πίστη για το μέλλον, που ζει στην ψυχή αντρών, +που μέσα τους δεν πεθαίνει ποτέ όλως διόλου ο νέος. Ζούσε και στη +δική μου ψυχή σα νοσταλγία και περάσανε δεκάδες χρόνια όσο να μπορέσω +νακούσω το μήνυμά της. + +Όταν όμως ύστερ' από πολλά χρόνια μπορούσα να γνωρίζω πια πως μου +είτανε δυνατό ναπολάψω ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, τότε είταν η +γυναίκα μου που μ' έκανε να φοβούμαι πως όλη η χαρά μου θα έλιωνε σ' +έναν καπνό. Η γυναίκα μου δεν είχε δει ποτέ τα δυτικά ακρογιάλια κ' +ήξερα πως είχε ένα είδος αντιπάθεια για όλο το ταξίδι κ' είπε το ναι +μονάχα γιατί ένοιωσε πως η παραμικρότερη αντίσταση θα με λυπούσε. Το +γνώριζα αυτό, γιατί μια μέρα είπε: «Δεν μπορώ να φανταστώ ένα +καλοκαίρι, που δε βλέπει κανείς δέντρα». + +Κ' ένοιωσα καλά πως με τα λόγια αυτά που της ξεφύγανε, πρόδωσε μιαν +αντιπάθεια για όλο το ταξίδι αυτό, μιαν αντιπάθεια που είτανε +ριζωμένη τόσο βαθιά ώστε να φοβάται κ' η ίδια πως δε θα μπορούσε να +τη νικήση. Αφού όμως είδε πως την παρατήρησα, έκαμε το καθετί για να +εξαλείψη αυτά τα λόγια από τη θύμησή μου. Μα δεν το κατώρθωσε κι +άρχισα να αιστάνουμαι μια στενοχώρια όταν στοχαζόμουνα τη θάλασσα, +που την ποθούσα τόσο. + +Όλο αυτό το πράμα δεν είτανε για με ούτε τόσο ασήμαντο ούτε τόσο +μωρό, όσο φαίνεται ίσως. Κανένας δεν μπορεί να αιστανθή πραγματική +χαρά όταν σμίγουνε μ' αυτή παραφωνίες κ' η χειρότερη παραφωνία, που +μπορούσα να φανταστώ, είτανε πως η γυναίκα μου δε μοιραζότανε τη χαρά +μου. Είμουνα συνηθισμένος να μη μένω ποτέ μόνος ούτε στη χαρά ούτε +στη θλίψη και γινόμουνα έξω φρενών όταν έβλεπα τώρα πως έμενα μόνος +με τον πόθο μου. + +Ήθελα να πραγματοποιηθή τόνειρό μου κι αγωνιζόμουνα γι' αυτό με τον +ίδιο ζήλο, όπως τότε που πίστευα πως είχα χάσει την αγάπη της +γυναίκας μου κι αγωνιζόμουνα να την ξαναποχτήσω. Μέρα και νύχτα +στοχαζόμουνα τι μπορούσα να κάμω για να ξεφύγω τον κίντυνο που +φοβόμουνα πως θα μου τάραζε τη χαρά του καλοκαιριού και τέλος νόμισα +πως βρήκα το μέσο. Πρότεινα δηλαδή μια μέρα της γυναίκας μου να +κάμουμε το γύρο όλης της Σουηδίας ως τους δυτικούς γιαλούς και το +έκαμα γιατί ήθελα να τη νικήσω. Αιστανόμουνα πως θανοίγαμε μεταξύ μας +έναν αγώνα και δεν ήθελα να βγω νικημένος απ' αυτόν. Ήθελα ναναγκάσω +τη γυναίκα μου ναγαπήση τη θάλασσα και νόμιζα πως ο τρόπος, που +βρήκα, είταν ο καλήτερος που μπορούσε να σκεφτή ένας άνθρωπος. Η +σειρά των στοχασμών μου είταν η εξής: «Ο δρόμος περνά μες από τα +βραχόνησα της Στοκχόλμης, πλέοντας πλάι σ' όλο το θαυμαστό ανατολικό +γιαλό. Σιγά σιγά, χωρίς να το νοήση, θα βρεθή η Έλσα από τη γελαστή +φύση των ανατολικών γιαλών στην ξερή των δυτικών κι ασυναίσθητα θα +της επιβληθή τα μεγαλείο τους, που ξεπερνά κάθε άλλο μεγαλείο». + +Ωστόσο δεν μπορώ να πω πως στο ταξίδι αυτό έγινε κάτι, που να με κάμη +να πιστέψω πως το σχέδιό μου είχε την επιτυχία που πιθυμούσα. Η +γυναίκα μου είταν ευχαριστημένη, όπως πάντα όταν ταξίδευε στη +θάλασσα, χωρίς όμως να δείχνη πως το ταξίδι έδινε κάποια ωρισμένη +διεύθυνση στους στοχασμούς της. Όλη η ιστορία είτανε γι' αυτή ένα +μακρινό θαλασσινό ταξίδι, τωραιότερο που έκανε, τίποτε όμως +περσότερο. + +Όλο το διάστημα βρισκόμουνα σε φοβερή ένταση και το θάρρος μου άρχισε +να πέφτη όταν περάσαμε την Γκαίτεμποργ και είδα τον αφρό της θάλασσας +να σπάζη σταγαπημένα μου περιγιάλια. + +Φυσούσε δυνατός αέρας και φυσικά τη στιγμή αυτή κάθε άλλο είτανε παρά +ευχάριστος, όχι τόσο γιατί έκανε ενοχλητικό το ταξίδι, όσο γιατί μια +τρικυμία στα δυτικά ακρογιάλια δεν είναι το καταλληλότερο μέσο να +σβήση μιαν αντιπάθεια προς τη θάλασσα, όταν υπάρχει. Παρατηρούσα όλη +την ώρα την γυναίκα μου και την παρατηρούσα από το πλευρό, ενώ το +βαπόρι ανέβαινε ψηλά στα κύματα και κείνα πλημμυρίζανε το κατάστρωμα +από την καρίνα ως το τιμόνι. Μα δεν μπορούσα νανακαλύψω τίποτε, που +να έδινε την απάντηση στο άφωνο ρώτημά μου. Όπως καθόταν εκεί και +κοίταζε τα μαύρα νερά, μου φαινότανε απλησίαστη και μέσα μου κράζαν +εκατό αντιφατικές φωνές, που μάζευαν όλη τη δύναμη τους για να +φτάσουνε στην καρδιά και στη συμπάθειά της. + +Μα όπως καθόμουν εκεί, άρχισε να φεύγη η ανησυχία μου και δίχως να μ' +ενοχλή κανένας δισταγμός και δίχως καμιά νευρικότητα έβλεπα πρώτη +φορά τη φύση των δυτικών γιαλών. Με γέμιζε μ' ένα αίστημα, ιερό μπορώ +να πω, και μπρος σ' αυτά χανόντανε όλα τάλλα. + +Το πλοίο χόρευε απάνω στην ταραγμένη θάλασσα και μπρος στην πλώρη +του, ξεχώριζε η σκιαγραφία ενός μακριού νησιού, που σημαδευότανε σ' +ένα βάθος από σύννεφα που κυνηγούσαν ένα τάλλο. Όσο σιμώναμε προς το +νησί, τόσο πιο δυνατά με φλόγιζε βαθιά μου η χαρά του πόθου, που τον +έθρεφα τόσα χρόνια και που τώρα έμελλε να πληρωθή. Κατεβήκαμε στην +αποβάθρα και μ' ένα βλέμμα αχόρταστο αγκάλιασα όλα γύρω μου. Είδα τις +αποβάθρες, τα παραπήγματα των πλοίων, όλα τα μικρά χτίρια, που +λάμποντας με τανοιχτά χρώματά τους, στρυμωνόντανε στην πλαγιά του +γυμνού βουνού. Στο λιμάνι χοροπηδούσαν οι βάρκες η μια κοντά στην +άλλη κι απάνω στους βράχους ξηραινόντανε στον ήλιο σωροί ψάρια. Έξω +σ' ένα ακρωτήρι του νησιού στεκόντανε μαζεμένοι μερικοί άντρες με +πισσωμένα φορέματα, με ναυτικά κασκέτα και ψηλά ποδήματα και +ταχτοποιούσαν αργά και προσεχτικά ένα σωρό μεγάλα ψάρια, που πρώτη +φορά τα έβλεπα. + +Ο δυνατός αέρας χτυπούσε το πρόσωπό μου και τα μάγουλα, και γύρω μου +άκουγα έναν κρότο σαν από βροντερούς καταρράχτες, που τους δέρνουν +άγριοι άνεμοι. Είδα τις γραμμές των βράχων να χάνουνται γλαυκόμαυρες +στο μάκρος, ενώ η μπόρα κυνηγούσε με λύσσα τα σύννεφα στον ουρανό, +που έλαμπε γαλανός εκεί όπου σκιζόντανε τα νέφη. Κι όταν ήρθα στο +μικρό λευκοχρισμένο σπίτι μας, έξω στην άκρη άκρη του δυτικού +ακρωτηριού, μακριά από τις άλλες ανθρώπινες κατοικίες, τότε είδα +πρώτη φορά τη θάλασσα. + +Στάθηκα πολλή ώρα και κοίταζα έξω αυτήν την θάλασσα, που κατώρθωσα να +τη φτάσω τέλος. Κι όταν μπήκα στην κάμαρά μας, είδα πως τα δικά μου +παράθυρα είχαν την ίδια θέα, που είπα πρωτήτερα, με τη διαφορά πως η +θάλασσα φαινόταν από δω ακόμα σιμότερα. Στάθηκα πάλι εκεί και δεν +ήξερα τι γινότανε μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Μα την ίδια ώρα έπεσε η +ματιά μου στη γυναίκα μου. Έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω και +μια στιγμή μου φάνηκε πως από την ώρα, που πάτησα το νησί αυτό, +λησμόνησα όλα όσα είχανε τραβήξει τη σκέψη μου τόσον καιρό, όλη τη +νευρικότητα, όλους τους δισταγμούς, τους δόλους, τους υπολογισμούς, +όλον τον αγώνα να βιάσω τη γυναίκα μου να αιστάνεται όπως εγώ. Τώρα +έστεκε κει και δεν ήξερα αν εκείνη τη στιγμή οι στοχασμοί μας +παλεύανε μεταξύ τους ή συναπαντιόνταν. + +Τότε έστρηψε το πρόσωπο κ' είδα πως τα μάτια της είτανε δακρυσμένα. +Μου άπλωσε το χέρι της, το έπιασα και σταθήκαμε κει μαζί και +κοιτάζαμε τη θάλασσα. Κάτω από τα παράθυρά μας τα κύματα κυλούσαν +απάνω στις πέτρες κι όσο μακριά έφτανε το μάτι, έβλεπε μόνο τις +λευκές κορφές απάνω στη σκοτεινή επιφάνεια της θάλασσας και τα μικρά +βραχόνησα, που γύρω τους σπάζανε τα κύματα. Σαν καταρράχτες από λευκό +αφρό ορθωνόντανε ψηλά τα κύματα, σπρωγμένα από το βάρος ολάκερης της +θάλασσας, που τα στρύμωχνε από τη δύση. Είτανε μια ταραχή γεμάτη +ήσυχη δύναμη, μια μεγάλη έκρηξη, που είχε κάτι από την αναγάλια της +ζωής. + +Εμπρός στην ταραχή αυτή η δική μου ησύχασε κ' ενώ κρατούσα το χέρι +της γυναικός μου αιστάνθηκα πως κ' οι δυο βαδίζαμε προς τη θάλασσα +και φτάσαμε σ' αυτή από χωριστούς δρόμους. Δεν προφέραμε λέξη, μα +στεκόμαστε αυτού πολλή ώρα και μέσα μας πέθαινε ό,τι είχε υπάρξει +εκεί. Όταν αποκοιμηθήκαμε, ακούγαμε ακόμα το θόρυβο του ανέμου και +των κυμάτων κι όταν έπαψε η ταραχή, μας ξύπνησε η γαλήνη. + +Εμπρός από τα παράθυρα μας απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη και μεγάλη. + +8 + +Την ανάμνηση αυτή την είχα σημειώσει από χρόνια. Δε γνώριζα τότε πως +θα είχα να παλέψω με τη γυναίκα μου έναν άλλο μεγαλήτερον αγώνα, έναν +αγώνα, που ύστερ' από το τέλος του η μοίρα μου είτανε να μείνω μόνος +κι ωστόσο όχι μόνος, με την ψυχή θλιμένη κι ωστόσο όχι χωρίς ελπίδα. + +Τώρα βλέπω πως καθόμαστε τότε απάνω στον ψηλότερο βράχο, εμπρός από +το λευκό αναπαυτικό σπίτι μας. Με μια λαμπράδα, που πάντα είναι νέα, +που αλλάζει κάθε βράδι, βυθά ο ήλιος στη θάλασσα κι ανάμεσά μας είναι +ο Σβεν. Είναι ξυπόλυτος και μελαψός κ' επειδή με τα βράδι ψυχραίνει ο +αέρας, χώνει τα μικρά του πόδια κάτω από τα φόρεμα της μαμάς. +Παρακαλεί να τον αφήσουμε να μείνη όσο φαίνεται ακόμα ο ήλιος. Τα +μάτια του κοιτάζουν ξαφνισμένα τις τελευταίες φλογερές αναλαμπές του +ηλιού, που χάνεται στην ήσυχα κυματισμένη θάλασσα. Κάθεται κει με το +σαγόνι ακκουμπημένο στο χέρι του, σα να συλλογίζεται κάτι σοβαρό, που +δεν μπορεί να το εκφράση με λόγια. Κι όταν τέλος ξέρει πως πρέπει να +πάη να κοιμηθή, κρεμιέται στα λαιμό του μπαμπά και παρακαλεί να τον +φέρω στο κρεββάτι του. + +Με το αλαφρό μου φόρτωμα στην αγκαλιά κατεβαίνω σιγά τους βράχους κι +όταν γυρίζω βλέπω εκεί απάνω το σκοτεινό ίσκιο της γυναικός μου. +Κάθεται, όπως καθότανε ο Σβεν πρωτήτερα, και τα μάτια της κοιτάζουνε +στο σημείο, όπου βασιλεύει ο ήλιος κι όπου έχουνε σβήσει οι +τελευταίες ρόδινες φλόγες. + +9 + +Ποτέ δε θαυμάστηκε τόσο ο Σβεν, δε χαδεύτηκε, δεν κρατήθηκε από όλους +στα χέρια και δεν αποθεώθηκε, όπως αυτό το καλοκαίρι. Οι ναυτικοί τον +πέρνανε στον ώμο και του φτιάνανε βαρκίτσες, οι γερόντισσες +σταματούσανε και χαμογελούσαν, μόλις τον βλέπανε. + +Οι νέες γυναίκες λησμονούσαν τα δικά τους παιδιά και λέγανε πως ποτέ +δεν είδαν τόσο ωραίο αγόρι, τα κορίτσια τον περνούσαν από τους +βράχους χωρίς να τα παρακαλέση και παίζανε μαζί του. Ο Σβεν γύριζε +αδιάκοπα στον ήλιο και μαύρισε και δυνάμωσε στον αέρα αυτόν, όπως +ποτέ άλλη φορά. + +Μ' ένα λόγο ο Σβεν είτανε το κέντρο όλων των στοχασμών μας κι ο ήλιος +του μόνου αυτού καλοκαιριού, που περάσαμε στα δυτικά ακρογιάλια. + +Ωστόσο είτανε παράξενο πως ίσια ίσια τον καιρό αυτό βρήκε ένα νέο +θέμα ομιλίας και πάντα γύριζε σ' αυτό. Είτανε χαραχτηριστικό του Σβεν +πως μιλούσε για όλα όσα του ερχόντανε στο νου και το έκανε περσότερο +απροσποίητα παρόσο το συνηθίζουν τα παιδιά, χωρίς να τον μέλη για την +εντύπωση που έκανε στους μεγάλους. Ο Σβεν από τη στιγμή που άνοιξε τα +μάτια δεν αιστάνθηκε γύρω του άλλο από θερμότητα κι αγάπη. Όταν +έφτασε στην ηλικία, που οι γονείς μπορούνε να καταγίνουνται με τα +τέκνα τους, τον ακολουθούσανε πάντα δυο μάτια, δυο μάτια που +χαιρόντανε στο κάθε κίνημά του, εννοούσανε και του δίνανε θάρρος σε +κάθε λόγο του, καθρεφτίζανε κάθε κίνημα της τρυφερής κι αθώας ψυχής +του καθαρότερα και καλήτερα παρότι θα το έκανε ο ίδιος. Με το μέσο +της αγάπης της μητέρας του γνώρισε ο μικρός Σβεν όλον τον κόσμο γύρω +του κ' επειδή αυτή η αγάπη ταίριαζε με τη δική του φύση, τη γεμάτη +τρυφερή αφοσίωση, όπως κι αυτός ταίριαζε με κείνη, που κάθε μέρα του +έδινε κάτι νέο, όλο και κάτι περσότερο — έτσι ο Σβεν δεν μπορούσε να +σκεφτή διαφορετικά παρά να εκφράζη φυσικά κι απλά, όπως του ερχότανε, +καθετί που σάλευε, μεγάλωνε και ρωτούσε μέσα του. + +Να υπήρχε τάχα μέσα και σε κείνον, αν και δεν μπορούσε να το εκφράση, +κάτι σαν προαίστηση πως δεν είτανε γι' αυτόν τον κόσμο; Να τον έδενε +τάχα και κείνον αυτή η προαίστηση περσότερο με τη μητέρα του, που +έκρυβε κάτω από την ευτυχία της το ίδιο αίστημα; Ποιος μπορεί να +δώση μιαν απάντηση σ' αυτό; Ή ποιος μπορεί να δοκιμάση να τη δώση; +Κανείς. Μόνο η σιωπή σαλεύει απάνω από ανθοφορτωμένους τάφους. + +Το βέβαιο είναι όμως πως ο μικρός Σβεν ανακάλυψε μια μέρα μιαν εικόνα +κρεμασμένη στην κάμαρα της μαμάς κι αφού την κοίταξε μερικές στιγμές, +την κατέβασε και την παρατηρούσε σιωπηλός, σα να έβλεπε εκεί κάτι +νέο, που το λογικό του δεν το ένοιωθε. + +Δεν είτανε καμιά εικόνα σύμφωνη με το σημερινό αίστημα. Έχει πολύ +λίγη τέχνη και διηγείται μιαν ιστορία. Υπάρχει μια παράδοση, που +λέγεται η πομπή του θανάτου. Ο θάνατος είναι σκεπασμένος με λευκό +μαντύα, το κρανίο του όμως μένει ξέσκεπο. Πίσω του έρχεται μια μακριά +ακολουθία από νέους και γέρους ανάκατα κ' είναι τόσο μακριά ώστε +χάνεται στο απέραντο και κανένας δεν μπορεί να δη το τέλος της. Ο +θάνατος κρατεί στο χέρι ένα κουδούνι και φαίνεται πως μόλις το +σήμανε. Φαίνεται, γιατί στο δρόμο κάθεται μια γυναίκα λυγισμένη από +τα γερατιά κι απλώνει παρακαλεστικά τα χέρια στον ανίλεο, που περνά +μπροστά της χωρίς να την κοιτάξη. Κοντά όμως στο θάνατο στέκει ένα +νέο ζευγάρι ερωτεμένων. Στο αυτί του νέου έχει σημάνει το κουδούνι +του θανάτου και το απελπισμένο αγκάλιασμα της αγαπημένης δεν μπορεί +να τον κρατήση. Η πομπή του θανάτου προχωρεί κι όταν έρχεται η θέση, +που μένει ελεύτερη για το νέο, πρέπει να την πάρη κ' η θέση του στη +γις μένει αδειανή και κανείς πόθος δεν μπορεί να τον καλέση πίσω. +Εκεί όμως που φαίνεται πως τελειώνει η πομπή, ροδίζει μια μεγάλη +λάμψη σαν το φως της χαραυγής. + +Αυτή είναι η εικόνα κ' η μαμά την είχε πάρει μαζί μ' άλλες εικόνες +και φωτογραφίες και στόλισε την καινούρια καλοκαιρινή κατοικιά μας. + +Σε μια φωτογραφία της εικόνας αυτής κάρφωσε το βλέμμα ο Σβεν και +ρώτησε τη μαμά: + + — Τι είναι αυτό; + +Κ' η μαμά του διηγήθηκε το παραμύθι του σκληρού θανάτου, που έρχεται +και παίρνει εκείνον, που είναι νέος, κι αφίνει τη γερόντισσα, που +παρακαλεί να πάη κοντά του. + +Ο Σβεν ξανακρέμασε την εικόνα στη θέση της. + +Το άλλο πρωί όμως την πήρε πάλι κι αφού την κοίταξε μια στιγμή, +ζήτησε της μαμάς να του ξαναπή την ιστορία. + +Πάλι κάθησε ο Σβεν κι άκουγε και πάλι τέντωσε ξαφνισμένος τα μεγάλα +μάτια του. + + — Πιστεύεις, μαμά, πως ο νέος είναι λυπημένος που θα πεθάνη; είπε. + + — Ναι, μα η αρρεβωνιαστικιά του είναι περσότερο λυπημένη, απάντησε η +μαμά. + + — Μπορεί όμως να γίνη άγγελος και να βγάλη λευκά φτερά στους ώμους, +είπε ο Σβεν. + + — Βέβαια θα γίνη, είπε η μαμά. + +Μα ο Σβεν αναστέναξε και δεν έμεινε ευχαριστημένος. + + — Γιατί δεν μπορεί να πάη μαζί η γερόντισσα αφού το θέλει; είπε. + + — Αυτό δεν το ξέρει κανείς, Σβεν, είπε η μαμά, μόνο ο Θεός το ξέρει. + + — Το ξέρει αυτός; + + — Ναι, το ξέρει. + +Ο Σβεν ξαναβγήκε όξω στον ήλιο και στους βράχους. Όμως από τότε η +ιστορία αυτή του έγινε η πιο αγαπημένη και σχεδόν κάθε πρωί, όταν, η +μαμά χτένιζε τα μαλλιά της, ερχόταν ο Σβεν, κατέβαζε την παράξενη +εικόνα και παρακαλούσε τη μαμά να του διηγηθή. + +Μα συνέβηκε κάτι άλλο ακόμα του Σβεν κι αυτό έγινε το χειμώνα. Τον +είχαν πάρει μαζί στο θέατρο, σε μιαν απογεματινή παράσταση, που +δινότανε μια Κυριακή. Παίζανε τον «Τυχερό Πέτρο» του Στρίντμπεργ και +βέβαια ο Σβεν δεν ένοιωθε πολλά πράματα από το έργο, ωστόσο +διασκέδαζε με το δικό του τρόπο. Διασκέδαζε τόσο καλά, ώστε η ευθυμία +του μεταδόθηκε και στους καθισμένους τριγύρω του ... + +Έπειτα όμως ήρθε η σκηνή, που παρουσιάζεται ο θάνατος στον ήρωα του +έργου, κι ο Σβεν σώπασε. Κανείς δε συλλογίστηκε τη σκηνή αυτή και πως +μπορούσε να του κάμη τόση εντύπωση. Ό,τι όμως έγινε κατόπι δεν το +πρόσεξε ο Σβεν. Κι όταν έπειτα τον ρωτούσε κανείς τι είδε στο θέατρο, +απαντούσε μόνο: + + — Είδα το θάνατο. Είταν ένας μεγάλος, ψηλός σκελετός και μπορούσε +και μιλούσε. Και κρατούσε ένα δρεπάνι στο χέρι. + +Αυτήν την ανάμνηση ο Σβεν την έδεσε μαζί με την εικόνα της πομπής του +θανάτου. Το μόνο που δεν μπορούσε να νοιώση είτανε πως ο θάνατος, που +είδε στο θέατρο, κρατούσε δρεπάνι, ενώ στην εικόνα χτυπούσε ένα +κουδούνι. Όσο για τάλλα, η εντύπωση από το θέατρο, η εικόνα στην +κάμαρα της μαμάς και το παραμύθι, που του διηγήθηκε αυτή, είτανε σα +να είχαν σμίξει σ' ένα πράμα. + +Κι αδιάκοπα μιλούσε γι' αυτό το θέμα. Η εικόνα εκείνη του τυπώθηκε +τόσο ζωηρά στη φαντασία, ώστε τίποτε δεν μπορούσε να τη σβήση. Και +διηγότανε στον καθέναν, που ήθελε νακούση, πως ήρθε ο θάνατος στον +Πέτρο και τονέ φοβέριξε πως θα τον πάρη και πως έφυγε πάλι, όταν ο +Πέτρος τον παρακάλεσε τόσο θερμά. Το διηγότανε με τέτοιον τρόπο, που +ανατρίχιαζε μόνο με την ανάμνηση κι ο ίδιος. Και να του είχε +παρουσιαστεί μπροστά του ολοζώντανος ο θάνατος, δε θα τονέ συγκινούσε +δυνατότερα. + +Οι φίλοι του όμως εκεί όξω στο νησί το βρίσκανε παράξενο πώς μπορούσε +ένα τόσο μικρό παιδί να μιλή για τέτοιο πράμα. Δεν αστειευόντανε μαζί +του, μα εκείνο που τους διηγότανε τους δυνάμωνε στα αίστημα πως +είχανε μπροστά τους ένα πλάσμα παράξενα λεπτό και τρυφερό και το +παίρνανε στα χέρια τους και τα ανεβάζανε στους βράχους. + +Κι ο Σβεν δεν άφινε την ευτυχία του να συγχυστή από αυτούς τους +μύθους. Είτανε τόσο συνειθισμένος μ' αυτούς, ώστε του φαινότανε πως +τον ακολουθούσανε σαν ο ίσκιος τον ήλιο. Κ' έπλασε το δικό του κόσμο +έξω στο νησί, Όταν η θαλασσοταραχή έβραζε κι ο άνεμος βογγούσε, +έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω τη θάλασσα, που βούιζε, και +μπορούσε να μένη ώρες εκεί. + +Όταν ο ουρανός είτανε γαλανός κι ο άνεμος φυσούσε στο νησί ψυχρός και +σιγανός, κατέβαινε μόνος στο αγιάλι, ψάρευε θαλασσινά άστρα και +μάθαινε να παίζη με βαρκούλες. + +Μα περσότερο του άρεσε να μένη ψηλά στο βράχο, στη βίγλα των πιλότων, +και παρακαλούσε τη μαμά, που καθότανε κει με την εργασία της, να του +διηγιέται ό,τι γνώριζε για τη θάλασσα. Είτανε κάτι περσότερο από +ευτυχισμένος όταν έτρεχε με γυμνά πόδια στους βράχους και μάζευε +απάνω τα μικρά του πανταλόνια και σκαρφάλωνε τόσο προσεχτικά με τα +λεπτά του πόδια, σα μικρή βασιλοπούλα. Μα όταν ήθελε να πάη +μακρήτερα, τότε παρακαλούσε να τον πάρουνε στα χέρια. Κ' επειδή δεν +μπορούσε κανείς ναρνηθή τίποτε του Σβεν, βρισκότανε πάντα κάποιος που +τον έπαιρνε στα χέρια ή στον ώμο. Και τότε κοίταζε με καμάρι γύρω του +και χαμογελούσε με τη συναίστηση της δύναμής του και της ευδαιμονίας +πως τον αγαπούσαν όλοι. + +Όταν όμως μένανε μόνοι η μαμά κι ο μπαμπάς, έλεγε ο τελευταίος συχνά: + + — Είναι γερός και χαρούμενος όσο δεν είτανε ποτέ. Γιατί μιλεί πάντα +για το θάνατο; + +Και κείνη απαντούσε: + + — Δεν του μιλώ εγώ γι' αυτόν. Οι στοχασμοί του έρχουνται και φεύγουν +όπως θέλουν. — Βλέπεις; + +Έδειξε κάτω στο ακρογιάλι. Εκεί καθότανε ο Σβεν μόνος και φαινότανε +υπερβολικά ευτυχισμένος και χαρούμενος. Κρατούσε ένα σκοινί στα χέρι +και στο σκοινί είτανε δεμένο ένα ξύλο, που έμοιαζε με βάρκα. Ο Σβεν +την έσερνε στο ακρογιάλι, τη φόρτωνε πετραδάκια και την τραβούσε +πάλι. + + — Ακούς; είπε η Έλσα. + +Και για νακούσουμε καλήτερα, πλησιάσαμε σιγά σιγά χωρίς να μας δη ο +μικρός. + +Είτανε καθισμένος ακούνητος, άφησε τη βαρκούλα να σέρνεται απάνω κάτω +στα κύματα και με σιγανή φωνή τραγουδούσε μόνος του. + +Έλεγε ένα ναυτικό τραγούδι, που το είχε μάθει από τα παιδιά στο νησί. + + Τραγουδεί λαρά, τραλαλαρά, λαρά + και θωρεί το μνήμα του στη θάλασσα βαθιά. + +Μας είδε άξαφνα, σώπασε κ' είπε πως δε θέλει να τραγουδή, όταν τον +ακούει ο μπαμπάς. + +10 + +Παρατήρησα πως στο βιβλίο αυτό μιλώ σχεδόν μονάχα πώς περνούσαμε τα +καλοκαίρια μας. + +Ο λόγος είναι μόνο γιατί το καλοκαίρι είχαμε ζωηρότερο το αίστημα πως +ζούμε. Το χειμώνα κατοικούσαμε ή στην πόλη, ή τόσο κοντά στην πόλη, +ώστε μπορούσαμε να είμαστε κει όποτε θέλαμε. Κ' έτσι, γινότανε και με +μας ό,τι και με τον περσότερο κόσμο. Η ζωή της πρωτεύουσας μας +παράσερνε στη ζάλη της, ώστε απομένανε μετρημένες οι ώρες, που +μπορούσαμε να ζούμε όλοι μαζί και να αιστανόμαστε πως είμαστε όλοι +ένα. Λείπανε οι παράμερες ομιλίες με τη γυναίκα μου, έλειπε η φαιδρή +συναναστροφή με τα παιδιά. Ούτε η γιορτή των Χριστουγέννων, αυτή πολύ +λιγότερο, δεν ερχότανε χωρίς το αίστημα της εκνευριστικής βίας, που +αφίνει πίσω κούραση, βαριέστισμα και δυσθυμία. Για τούτο περιμέναμε +το καλοκαίρι σαν απολύτρωση από κάτι πονηρό κι όταν φεύγαμε από την +πρωτεύουσα, είτανε σα να πηγαίναμε να ξανανιώσουμε και να βρούμε την +καθαυτό οικογενειακή ζωή. + +Τώρα θέλω να διηγηθώ για το τελευταίο μας καλοκαίρι, που είχαμε +αληθινά το αίστημα πως ζούμε, για το καλοκαίρι, που έγινε όλωςδιόλου +διαφορετικό παρότι ελπίζαμε και στοχαζόμαστε. + +Τη φορά αυτή διαλέξαμε ένα άλλο μέρος και το κάναμε για να έχη γύρω +της η γυναίκα μου όλα όσα είχε στερηθεί το περασμένο καλοκαίρι στα +δυτικά ακρογιάλια. Γιατί, όσο κι αν της επιβλήθηκε κι αυτής η +θάλασσα, έκρυβε ωστόσο στο βάθος της ψυχής της μιαν αντιπάθεια γι' +αυτή, γι' αυτή που θέλει να κυριαρχή μ' ερημική μεγαλειότητα και δεν +ανέχεται κοντά της ψηλά δέντρα κι ανθισμένα λιβάδια. Μέσα της +νοσταλγούσε πάντα τα φυλλωμένα δάση και τα περισσά άνθη κ' η νίκη που +κέρδισα στον αγώνα μου για τη θάλασσα είδα πως είτανε μισή νίκη μόνο. +Έτσι συμφωνήσαμε να ορίζη στο εξής πότε ο ένας, πότε ο άλλος μας τον +τόπο που θα μέναμε το καλοκαίρι. + +Κ' εξόν από αυτό, θέλαμε το καλοκαίρι τούτο να το περάσουμε με τη +συντροφιά άλλων και να ξαναδοκιμάσουμε κείνο το αίστημα, που μας +γέμιζε τις καρδιές μια φορά, όταν η ευτυχία μας αντανακλούσε σ' έναν +κύκλο φίλων, που μπαινοβγαίνανε στο σπίτι μας, όπως και στο δικό +τους. + +Για να κάμουμε όσο το δυνατό μεγαλήτερη την αντίθεση με το περασμένο +καλοκαίρι, διαλέξαμε το «Λύδιγγαι» και στήσαμε την κατοικία μας στο +απάνω πάτωμα ενός μισοερειπωμένου πύργου. + +Είτανε μια κατοικία με πολλές μεγάλες κάμαρες, με στραβωμένα +παράθυρα, με λεκιασμένους τοίχους και μεγάλες βεράντες παλαιού +ρυθμού, μια στενόμακρη, που έβγαινε στην αυλή, και μια μικρότερη, που +είχε θέα προς έναν κήπο με χορταριασμένους δρόμους κι ακλάδευτα +φραουλόθαμνα, προς τις βελανιδιές μακριά και τον ήσυχο φωτεινόν +κόλπο, που τριγυρισμένος όπως είταν από την πρασινάδα έμοιαζε μ' +ατάραχη λίμνη. Οι βεράντες είτανε κι από τα δυο πλευρά του σπιτιού +σκεπασμένες μ' αγριοκλήματα και το όλο έκανε την εντύπωση σπιτιού, +που κιντύνευε να σκεπαστή από τα φυτά, να ταφή αποκάτω τους, να χαθή +και να γίνη ένα με τη φύση. Όταν καθότανε κανείς στη μικρότερη +βεράντα και κοίταζε τις βελανιδιές και τον ήσυχο κόλπο πέρα από τον +κήπο, δεν μπορούσε να μη στοχαστή πως όλα, όσα είτανε χτισμένα και +καλλιεργημένα εδώ, θα χανόντανε μια φορά και πως θαρχότανε μια μέρα, +που νέοι άνθρωποι θα βρίσκανε κρυμμένο στη γις ό,τι στέγασε τη χαρά +και τη λύπη κ' έδωσε τροφή στο σώμα ανθρώπων ξεχασμένων από καιρό. Το +αίστημα αυτό κυρίευε μελαγχολικά εκείνον που καθόταν εκεί βυθισμένος +στη διάθεση, που γεννούσε το μέρος αυτό, και του φαινότανε πως όλη η +γήινη ευτυχία περιοριζότανε μόνο στο να ζήση εδώ, όσο να πέση το +σπίτι και το παν να σκεπαστή από τάγρια φυτά και τότε ναποκοιμηθή κι +αυτός με τα συντρίμματα και τα παλιά σαπισμένα δέντρα και να γίνη ένα +με την άκαρπη γις, που φαινότανε σα να κουράστηκε κι αυτή να κρατά +απάνω της εκείνο, που είχε τον προορισμό να συντηρή τη ζωή των +καλλιεργητών της. + +Εδώ ανθούσαν οι πασκαλιές, οι κύτισσοι κρεμιόντανε λαμπροί και βαριοί +απάνω από τις απεριποίητες βραγιές, όπου οι παπαρούνες γερνάνε +μισομαδημένες στη γις κ' οι τριανταφυλλιές βλασταίνανε +παραστρυμωγμένες. Εδώ είταν όλα, όπως αγαπούσε η γυναίκα μου τη φύση. +Εδώ είχαν όλα κατιτίς από μια μελαγχολική αφτονία που πεθαίνει, +κατιτίς που ταίριαζε με ολάκερη την ψυχική διάθεσή της. Εδώ γύριζε +τριγύρω, σα να ένοιωθε από την πρώτη στιγμή πως είτανε στο σπίτι της. +Εδώ λησμονήσαμε πως η ζωή κ' οι άνθρωποι μας είχανε πληγώσει βαριά +και πως και μεις, για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, ανταποδώσαμε +τα χτυπήματα. Εδώ λησμονήσαμε τη θλίψη του χειμώνα και τις +εκνευριστικές διασκεδάσες του. Και στην άλλη μεριά του κόλπου είχαμε +φίλους κ' οι βάρκες πηγαινοερχόντανε ανάμεσα της δικής τους και της +δικής μας αποβάθρας. + +Εμέ όμως η τοποθεσία όλη μου κάθιζε βαριά στο στήθος κ' είχα το +αίστημα πως μ' εμπόδιζε στην εργασία μου. Με βύθιζε σε μια διάθεση +διαφορετική απ' όσες γνώριζα. Μα ο καιρός περνούσε και μ' αυτόν ήρθε +η γαλήνη. Ο δαίμονας της εργασίας με κυρίεψε με τόση δύναμη, όπως +ποτέ άλλη φορά, και δε μ' ενοχλούσε άλλο τίποτε κι άλλος κανείς από +το Σβεν. + +Γιατί είταν ο μόνος, που δεν μπορούσαμε να τονέ συνηθίσουμε πως ο +μπαμπάς πρέπει να έχη την ησυχία του, όταν εργάζεται. + +Άνοιγε την πόρτα σα να ήθελε να δείξη πως εννοούσε πως έπρεπε να +βασιλεύη ησυχία. Αν τον κοίταζα, έβαζε το δάχτυλο στο στόμα κ' έλεγε +«Σστ!» με μιαν έκφραση στο πρόσωπο, που έδειχνε πως γνώριζε τη +δύναμή της και ταυτόχρονα τόσο αθώα, ώστε άφινα την πέννα χωρίς να +θέλω. Αν όμως δεν τον κοίταζα, τότε ερχότανε σιγά σιγά στο τραπέζι κ' +έστεκε κοντά μου. Μπορούσε να στέκη πολλή ώρα υπομονετικά εκεί· κι +όταν είχα τη δύναμη να κάνω πως δεν τον ένοιωσα, έφευγε πάλι τόσο +σιγά όπως ήρθε. Αυτό όμως δε γινότανε συχνά κι αν έστριβα λιγάκι μόνο +το κεφάλι, έβλεπα αμέσως τα γαλανά μάτια του να ζητούν ανυπόμονα τα +δικά μου. Και τότε είμουνα χαμένος. + + — Τι θέλεις, Σβεν; έλεγα. + +Και νόμιζα πως έπρεπε να φανώ αυστηρός, ήξερα όμως πως δεν το +μπορούσα. + +Τότε μου έδειχνε ένα άνθος ή ένα πετραδάκι ή κατιτίς άλλο σπάνιο +πράμα. Και παράδινα τα όπλα. Παραιτούσα το γράψιμο κι άφινα το Σβεν +να μ' ενοχλήση όσο ήθελε. Και χαίρουμαι τώρα γι' αυτό. + +11 + +Εδώ έξω τραγουδούσε ο μικρός Σβεν, όπως έκανε κι όλον το χειμώνα και +βέβαια η Έλσα για χάρη δική του καθαυτό επίμενε και πήραμε το πιάνο +μαζί μας στην εξοχή. + +Γιατί όταν η μαμά ανακάλυψε πως ο Σβεν μπορούσε να τραγουδά, είτανε +φυσικό πως άρχισε να του καλλιεργή το χάρισμα και πως καμάρωνε για τη +φωνή του, όπως και για όλα όσα έλεγε κ' έκανε. Του πήρε μικρά βιβλία +με τραγούδια και του έμαθε τα λόγια απόξω. + +Γιατί ο Σβεν μόλις είταν ακόμα πεντέμιση χρονών και δεν ήξερε να +διαβάζη. Η μαμά είχε ορκιστεί να μην τον αφήση τόσο νωρίς να +βασανιστή μ' ένα πράμα τόσο φοβερό. Να τραγουδά όμως μπορούσε κ' +ήξερε πολλά τραγούδια. Πολύ σπάνια του ξέφευγε ψεύτικος τόνος κι όταν +του ξέφευγε κανένας, θύμωνε και ξανάπιανε το τραγούδι από την αρχή. +Δε ντρεπότανε κιόλας να τραγουδά κι όταν είτανε ξένοι μπροστά. +Μπορούσανε ναρθούνε να τον ακούσουν όσοι θέλανε. Ο Σβεν τραγουδούσε +και γελούσε και λάμπανε τα μεγάλα γαλανά μάτια του. Γιατί να +ντρέπεται να τραγουδά, αφού διασκέδαζε ο ίδιος τόσο μ' αυτό κι αφού +κιόλας τραγουδούσε τόσο ωραία; Αυτό το είχε πει η μαμά κι όταν +εκείνη εύρισκε πως τραγουδά ωραία, έπρεπε να το βρίσκουν όλοι ωραίο. + +Από όλα τα τραγούδια, που έλεγε ο Σβεν, ωραιότερα τραγουδούσε το +εξής: + + Μπε μπε, άσπρο αρνί, έχεις και μαλλί; + Ναι, ναι, μικρό παιδί, γεμάτο το σακκί! + Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό + και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό. + +Το τέλος του τραγουδιού αυτού είταν η μεγαλήτερη επιτυχία του Σβεν. +Γιατί όταν έφτανε στον τελευταίο στίχο, το πήγαινε πια στα τέσσερα, +τόσο γλήγορα, τόσο γλήγορα, σα να ήθελε να φάη την τελευταία λέξη και +να την κρατήση για τον εαυτό του. Το πιάνο δεν μπορούσε να τον +ακολουθήση και τούτο γιατί τα δυο ζευγάρια κάλτσες τα νόμιζε δικά του +και το στίχο ολάκερο τον έπαιρνε σαν υπαινιγμό. Γιατί να μην είτανε +κι όλο το τραγούδι γραμμένο επίτηδες γι' αυτόν, αφού μπορούσε και το +τραγουδούσε και χαιρότανε τόσο πολύ; + +Το τραγούδι αυτό δεν είχε το δικαίωμα να το τραγουδή άλλος από το +Σβεν και δεν μπορούσε αλήθεια να το τραγουδή κανείς άλλος όπως αυτός, +αυτός που στάθηκε ο μικρός αδερφός στη ζωή, ο μικρός αδερφός στο +θάνατο και που έμεινε και θα μείνη πάντα μ' αυτό τόνομα. + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +Τα παράθυρα της τραπεζαρίας είναι ανοιχτά, η μυρουδιά από τις +πασκαλιές χυμά μέσα με τη βραδινή αύρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη +και στον τοίχο απάνω από το πιάνο τρέμουν οι αχτίδες του. + +Στο πιάνο είναι καθισμένη η μητέρα ντυμένη λευκό καλοκαιρινό φόρεμα, +γύρω στέκουν οι άλλοι και στη μέση τραγουδά ο μικρός Σβεν. + + Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό + και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό. + +Είναι το βράδι του Άιγιαννιού κι ο Σβεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί η +μαμά του είχε τάξει πως αυτό το βράδι μπορεί να πάη να κοιμηθή όποτε +θέλη αυτός. Αυτό εννοείται δεν το θέλει και περπατεί κρατημένος από +το χέρι της μαμάς μαζί με τάλλα αδέρφια και τους μεγάλους όξω στον +κήπο, όσο που τα μάτια του κλείνουνε μόνα τους και τότε τονέ φέρνουν +κοιμισμένον στο κρεββάτι του, χωρίς να εννοή τίποτε από τη δυστυχία +του πως δεν μπορεί ναγρυπνήση περσότερο. + +Και κοιμάται κει κρατώντας στην αγκαλιά το φίλο του, το λευκό ξύλινο +σκυλάκι, που έχει μαλλιά σαν αρνί και μάτια από μαύρες χάντρες και +που ο Σβεν το είχε βαφτίσει Φλόκι. Ο Φλόκι είνε ήσυχος σύντροφος στον +ύπνο. Δεν ενοχλεί κανέναν. + +Έξω στις κορφές των δέντρων αντιλαλεί το πρώτο αριό κελάδημα των +πουλιών, που μηνά το ροδοχάραμα. + +12 + +Δεν το πιστεύω να έζησε άλλη φορά ο Σβεν μια τόσο ξεχωριστή ζωή μαζί +με τη μητέρα του, όπως αυτό το καλοκαίρι, ή μπορεί κιόλα να μην έλαβα +εγώ άλλη φορά την ευκαιρία να την παρακολουθήσω τόσο κατά βάθος. +Μπορεί ακόμα να είταν αφορμή και το πως για πρώτη φορά αυτό το +καλοκαίρι δεν είχαμε μαζί το μεγάλο αγόρι μας. Γιατί ο Ούλοφ έπρεπε +να ταξιδέψη στα βορινά μέρη για να συνηθίση να μένη μόνος. Και φυσικά +το αποτέλεσμα είτανε πως εκείνοι που μείνανε πίσω δεθήκανε μεταξύ +τους στενότερα, όπως γίνεται πάντα. Και το βέβαιο είναι πως το +καλοκαίρι αυτό άρχισα ασυναίσθητα να βλέπω το Σβεν με τα ίδια μάτια, +που τον έβλεπε η μητέρα του και πως τότε παρατήρησα περσότερο από +άλλοτε πόσο είτανε διαφορετικός από τάλλα παιδιά, που είχα δει, αν +και δεν του εύρισκε κανείς άλλο τίποτε παρά εκείνο που λέγεται +παιδιάστικο. + +Ένα πρωί θυμούμαι πως με ξάφνισε που τον είδα, εκεί που πήγαινα +περίπατο, καθισμένον στο λιβάδι μ' ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι. Τονέ +ρώτησα αν ήθελε ναρθή μαζί μου στο πάρκο. Αυτό το δεχότανε πάντα μ' +ευχαρίστηση και γι' αυτό με ξάφνισε όταν αυτή τη φορά το αρνήθηκε +κατηγορηματικά. + + — Δε θέλεις ναρθής με τον μπαμπά, Σβεν; + +Με πείραξε σχεδόν και νόμισα πως είταν ιδιοτροπία. + +Ο Σβεν κούνησε τΟ κεφάλι κ' έμεινε στη θέση του. + + — Μα γιατί; + + — Περιμένω τη μαμά, είπε ο μικρός αδερφός με μεγάλη σταθερότητα. + + — Μα ξέρεις πως η μαμά θα βγη έξω πολύ αργότερα. Η μαμά δεν είναι +τόσο καλά, όπως πριν, και πρέπει να μένη αργά στο κρεββάτι, γιατί δεν +κοιμάται τη νύχτα. + +Κι αυτό είταν κ' η αλήθεια· κι αν δε μας εμπόδιζε ναπολαβαίνουμε το +καλοκαίρι, είτανε γιατί είμαστε συνειθισμένοι τόσα χρόνια με το +φιλάστενο της γυναικός μου, κ' έτσι βρίσκαμε το πράμα φυσικό. + +Ο Σβεν όμως δεν εννοούσε να πειστή με κανέναν τρόπο κ' έμεινε στη +θέση του. + + — Το &ξέρω& πως θαρθή &σήμερα&, είπε. + +Χαμογέλασα για τη βεβαιότητα που είχε και προχώρησα. Στοχαζόμουνα +λιγότερο την προφητεία του παρόσο την υπερβολική αγάπη ενός παιδιού, +μιαν αγάπη που ξεπερνούσε την ηλικία του και το έκανε να κάθεται κει +με λίγα άνθη στο χέρι, μόνο και μόνο για να μη χάση τη στιγμή, που θα +έβγαινε η μητέρα του. + +Μα ενώ περπατούσα, γύρισα άξαφνα πίσω και κει είδα το άσπρο καπέλο +της γυναικός μου και το παρδαλό φόρεμά της να παρουσιάζουνται ανάμεσα +από τα θάμνα των γιασεμιών. Και την ίδια στιγμή άκουσα, τη φωνή του +Σβεν. + +Χαμογελώντας γύρισα και τον είδα κρεμασμένον στο λαιμό της μητέρας +του μ' ένα ξέσπασμα τρυφερότητας. Της φώναξα, μα ο μικρός αδερφός δεν +την άφινε. Έμενε κρεμασμένος στη μητέρα του και μου φώναζε από +μακριά, θριαμβευτικά γιατί βγήκε αληθινή η προαίστηση του και με +κάποια δόση δυσαρέσκειας γιατί έδειξα δυσπιστία στην προαίστηση: + + — Βλέπεις που ήρθε! Βλέπεις που το ήξερα! + + — Είσουνα μέσα και κοίταξες, είπα. + +Δεν μπορώ να περιγράψω με ποια περιφρόνηση μου απάντησε ο Σβεν, μια +περιφρόνηση για κάθε λογική εξήγηση εκείνου που αιστανότανε και +γνώριζε: + + — Όχι, δεν κοίταξα. Κοίταξα, μαμά; + +Κ' η μαμά τον παρηγόρησε βεβαιώνοντας πως δεν κοίταξε. Εμένα όμως μου +είπε: + + — Δεν μπορείς να πιστέψης πόσες φορές έγινε το ίδιο πράμα. Είναι σα +να με προαιστάνεται στον αέρα πως έρχουμαι. Τα παιδιά δεν μπορούνε να +φτιάσουνε με το νου τέτοια πράματα. + +13 + +Ωστόσο ο Σβεν δεν είταν ο ίδιος αυτό τΟ καλοκαίρι. Χωρίς καμιά αφορμή +έλεγε άξαφνα πως είταν κουρασμένος και τότε ήθελε να μένη ξαπλωμένος +στη χλόη με το κεφάλι ακκουμπημένο στην αγκαλιά της μαμάς. Ή ερχότανε +στον μπαμπά και τον παρακαλούσε να τον πάρη στα χέρια. Τότε τον +έπαιρνε ο μπαμπάς στον ώμο και τον έφερνε όξω στο δάσος και ποτέ άλλη +φορά το βλέμμα του Σβεν δεν είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη και ποτέ +άλλη φορά το μικρό, απαλό του χέρι δεν είτανε τρυφερότερο. + +Έπειτα παραπονιότανε πως τον πονούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να +σηκωθή το πρωί κ' έλεγε πως είταν κουρασμένος. Μα επειδή ο μικρός +είτανε καλά σε όλα τάλλα, ο μπαμπάς τονέ σήκωνε από το κρεββάτι και +του έλεγε πως έπρεπε να ντυθή και να βγη όξω στον καθαρόν αέρα. Τότε +σηκωνότανε ο Σβεν κι όσο είταν ο μπαμπάς μέσα προσπαθούσε να φορέση +τις κάλτσες του. Μόλις όμως έβγαινε ο μπαμπάς στην πόρτα, πήγαινε στο +κρεββάτι της μαμάς και την παρακαλούσε να τον αφήση να ξαπλωθή εκεί +μαζί της. + +Φυσικά η μαμά δεν μπορούσε ναντισταθή. Και ποτέ του δεν είτανε τόσο +ευχαριστημένος ο Σβεν. Έγερνε κει το κεφάλι στο χέρι της μαμάς, +έκλεινε πάλι τα μάτια κ' έμενε ήσυχος και σιωπηλός όσο που άρχιζε να +ξαναβρίσκη τη δύναμη του. Τότε σηκωνότανε πάλι, πριν όμως σηκωθή, +κοίταζε τη μαμά με τα παράξενα μάτια του: + + — Μην το πης του μπαμπά. + + — Δεν το λέω· μα γιατί; έλεγε η μαμά. + + — Γιατί θα θυμώση ο μπαμπάς. + +Όλα αυτά φαινόντανε της μαμάς τόσο περίεργα, ώστε έταζε του Σβεν ό,τι +ήθελε· και του έταζε φυσικά και πως δε θα το πη του μπαμπά. Κι ο Σβεν +έβγαινε όξω κ' είταν ήσυχος κ' ευχαριστημένος που η μαμά δεν πρόδινε +την παρακοή του και που έβλεπε πως είτανε συνεννοημένος με τη μαμά. + +Όταν όμως είτανε να φύγη η μαμά ή και να βγη, μονάχα έξω χωρίς αυτόν, +τότε τον έπιανε απελπισία. Η θλίψη του δεν είχε όρια και το κλάμα του +είτανε τόσο απαρηγόρητο, ώστε δεν εύρισκε κανένας μέσο να τον +ησυχάση. Ναι, μας έκανε τόση λύπη να τον βλέπουμε έτσι, ώστε δεν το +ξεχνούσαμε εύκολα κ' ένα πρωί μιλούσαμε γι' αυτό. Είχα μόλις +καταφέρει τη γυναίκα μου ναρθή μαζί μου στην πόλη, όπου είχαμε να +φάμε μαζί με μερικούς φίλους. Και το έκανα ίσια ίσια, γιατί εύρισκα +πως έπρεπε να ησυχάση λίγο από το Σβεν. + +Κατωρθώσαμε τέλος να λησμονήσουμε την εντύπωση, που μας κάμανε τα +δάκρυα του μικρού, και περάσαμε μιαν ευχάριστη μέρα στην πόλη, όπως +πάντα, όταν ξέραμε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε κει. Η +διάθεσή μας είχε φτάσει στο κορύφωμα, όταν η γυναίκα μου με ρώτησε +ψιθυριστά αν θα με δυσαρεστούσε πολύ αν έφευγε αυτή πρωτήτερα από μέ. +Πολύ σπάνια κάναμε εκδρομή για να διασκεδάσουμε κ' η πρότασή της δε +μου άρεσε πολύ. Είπα λοιπόν της Έλσας πως ειδοποιήσαμε στο σπίτι πως +θα γυρίσουμε με το τελευταίο βαπόρι κ' έτσι δε μας περίμενε κανείς. +Μ' ένα λόγο — της πρόβαλα όσες πρόφασες μου ήρθανε στο νου. Και τέλος +δοκίμασα και το κυριώτερο επιχείρημα: + + — Ο Σβεν θα κοιμάται όταν θα φτάσης. + + — Δεν είναι γι' αυτό, απάντησε. Έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι. + +Με κοίταξε τόσο ικετευτικά και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως έφυγε. + +Στο μεταξύ ο Σβεν έπαιζε όλο το απόγεμα γύρω στο σπίτι. Όταν όμως +πλησίασε η ώρα που έπρεπε να κοιμηθή, έγινε άφαντος. Οι υπερέτριές +μας δεν είταν από κείνες που σκοτίζουνται πολύ· κι όταν τονέ φωνάξανε +μερικές φορές και δεν πήραν απάντηση, ησυχάσανε με την ιδέα πως +θαρθή, άμα πάρη να σκοτεινιάζη. Ο Σβεν λοιπόν βρήκε περίσταση να φύγη +και πήγε και κάθησε μόνος του στην αποβάθρα. Δεν ήξερε σωστά την ώρα +που θαρχότανε το βαπόρι κ' έτσι έπρεπε να περιμένη εκεί πολύ. Καθόταν +ήσυχα κ' υπομονετικά κ' η μαμά τον ξεχώρισε από μακριά, ενώ το βαπόρι +σταματούσε δω και κει στις αποβάθρες. Καθότανε μικρός μικρός και +μαζεμένος και το πράσινο καπελάκι του έλαμπε απάνω από το γαλανό +νερό. + +Της φάνηκε τόσο παράξενο, σχεδόν σα να το γνώριζε από πριν πως θα +περίμενε κει κι όλη την ώρα τα μάτια της δε φεύγανε από τη μικρή +μορφή, που καθότανε στον μπάγκο της αποβάθρας με σκυφτό κεφάλι κι +ώμους, σα να συλλογιζότανε. Όταν όμως άραξε το βαπόρι κ' η μαμά +ετοιμαζότανε να βγη, ο μικρός Σβεν έστεκε ορθός στην αποβάθρα με τη +μεγαλήτερη ανυπομονησία και τα μάτια του ψάχνανε γύρω σα να κιντύνευε +η ζωή του όλη. Κι όταν παρουσιάστηκε η μαμά, είτανε δύσκολο να πη +κανείς ποιος είτανε πιο ευτυχισμένος, εκείνος που δεν περίμενε του +κάκου εκεί ή η μητέρα που βρήκε το παιδί της να την περιμένη. + + — Μα πως ήρθες εδώ, Σβεν; είπε η μαμά μέσα σ' όλη τη χαρά της. Η +μαμά είτανε να γυρίση αργά τη νύχτα. + + — Το ήξερα πως θαρθής, είπε ο Σβεν. + +Η φωνή του και τα μάτια του είτανε γεμάτα ξάφνισμα, πώς η μαμά δεν +μπορούσε να φανταστή ένα πράμα τόσο απλό. + + — Ήξερα πως θαρθής και γι' αυτό κάθησα εδώ και περίμενα. + +Κι όταν η μαμά ρώτησε αν περίμενε πολλή ώρα εκεί, απάντησε: + + — Βέβαια, αλλιώς θα μ' εύρισκε η Άννα. Και τότε θα έπρεπε να πάω να +κοιμηθώ. + +Η μαμά δεν απάντησε τίποτε σ' αυτό. Της είτανε δύσκολο να του πη πως +δεν έκαμε καλά. Η αθώα του αγάπη, που είταν αφορμή της ανυπακοής του, +τον υπεράσπιζε από κάθε μάλλωμα κι ο Σβεν το γνώριζε αυτό καλά. +Κοίταξε λοξά τη μαμά και χαμογέλασε: + + — Την έφτιαξα της Άννας. Κρύφτηκα πίσω από τα χαμόκλαδα και δεν +μπορούσε να με δη. + + — Αλήθεια! το έκαμες αυτό; είπε η μαμά. + +Προχωρήσανε κι οι δυο στο σπίτι, σα δυο συνένοχοι ευχαριστημένοι που +πετύχανε το κόλπο τους και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως αυτό το +βράδι έπρεπε να βάλη μόνη της η μαμά το μικρόν να κοιμηθή. + +Αυτό κιόλας το έκανε συχνά, αν κι ο Σβεν θα έκλεινε σε λίγο τα έξι +χρόνια και σε σοβαρότερες περίστασες τονέ λέγαμε μεγάλο αγόρι. + +Πόση ώρα περνούσε όταν τον έβαζε μόνη της να κοιμηθή! Πόσο αλαφρά κι +απαλά τον έγδυνε, πόσο προφυλαχτικά του έπλενε το μικρό κορμάκι, πόσο +μαλακά το σκούπιζε κι όταν έπειτα έπρεπε να φορεθή το μακρύ νυχτικό, +άρχιζε το παιγνίδι. Έπειτα καθότανε με τα μικρόν στην αγκαλιά κι +ονειρευότανε τον καιρό που είταν ακόμα πολύ μικρός και τονέ βύζαινε. +Κι όταν τέλος τον έβαζε στο κρεββάτι, δεν ήθελε ποτέ να κάμη την +προσευχή του. Εύρισκε χίλια μέσα να μην αφίνη τη μαμά να φύγη. Όταν +όμως τέλειωνε την προσευκή, αγκάλιαζε τη μαμά και της ψιθύριζε: + + — Είναι τόσο ωραία, σα με βάζης εσύ στο κρεββάτι. Γιατί εσύ δε με +πιάνεις ποτέ τραχιά. + +Η Έλσα έσκυβε ακόμα περσότερο και του απαντούσε: + + — θα σε βάζω πάντα εγώ. Όσο να μεγαλώσης, και να το κάνης μόνος σου. + +Όταν γύρισα τη νύχτα με το τελευταίο βαπόρι, τη βρήκα που περίμενε να +μου διηγηθή όλα όσα είπε ο Σβεν. + +Έπειτα από την ευχάριστη μέρα, που είχα περάσει με τους συναδέρφους +μου, όλα αυτά τα συγκινητικά χαραχτηριστικά του παιδιού μου κάμανε +μεγαλήτερη εντύπωση παρότι θα μου κάνανε σε συνειθισμένη περίσταση. + + — Ξέρεις, είπα, πως ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος μεταχειρίστηκε +κάποτε τα ίδια λόγια, όταν μου διηγήθηκε την πρώτη του εντύπωση από +το θάνατο της μητέρας του. Και κείνος είτανε τότε πέντε ως έξι χρονών +και το ζήτημα είτανε το ίδιο — ναλλάξη το πουκάμισο. Μεταχειρίστηκε +απαράλλαχτα τα ίδια λόγια: Πρώτη φορά, είπε, έννοιωσα πως με πιάνανε +τραχιά. + +Στάθηκα κοντά στο κρεββατάκι του Σβεν και τον κοίταζα πολλή ώρα. Τα +μελίγγια του είχαν κάνει μικρούς λάκκους. Μα κοιμότανε βαθιά κ' ήσυχα +κ' έσκυψα και τονέ φίλησα στο μέτωπο. + +Δοκιμάσαμε να μιλήσουμε γι' άλλα πράματα, όμως είμουνα τόσο +κυριεμένος από τη σκέψη για το παιδί αυτό, ώστε δεν είχα διάθεση γι' +άλλο τίποτε. + + — Δε συλλογίστηκες ποτέ ένα πράμα, είπα. Τον Ούλοφ μπορώ και τον +φαντάζουμαι μεγάλον, ηλικιωμένον άντρα. Και το Σβάντε το ίδιο. Είναι +τόσο διαφορετικοί! Ωστόσο μπορώ και τους βλέπω και τους δυο +μεγαλωμένους. Μα το Σβεν; Μπορείς να τον φανταστής εσύ μεγάλον; Τι +τον θέλεις να κάμη στον κόσμο; Νομίζεις πως είναι γι' άλλο τίποτε +παρά για να τον έχουμε μεις; + +Η γυναίκα μου χαμογέλασε μ' έναν τόνο θλιβερό, που σχημάτισε ψιλές, +αλαφρές δίπλες γύρω στα χείλη της. + + — Το συλλογίστηκα συχνά, είπε. Κι ακολουθώντας τη σειρά των +στοχασμών της πρόστεσε: + + — Αυτό θα είναι ίσως γιατί τον αγαπώ περσότερο από άλλο καθετί στον +κόσμο. Περσότερο από τάλλα δυο παιδιά, περσότερο από σένα. Το +σκέφτηκα συχνά και γνωρίζω πως αν πέθαινε ένα από τα μεγάλα παιδιά, +δε θα έπαυα ποτέ να λυπούμαι. Μου φαίνεται όμως πως θα μπορούσα να +υποφέρω τη λύπη για χάρη σας των άλλων, που θα ζούσατε. Αν πέθαινες +εσύ — δεν μπορώ να το στοχαστώ. Μα αν πέθαινε ο Σβεν, δε θα μπορούσα +να ζήσω πια. Πολλές φορές σκέφτηκα να σου το πω. Γιατί ήθελα να το +ξέρης. + +Μου άπλωσε το χέρι και τα μάτια της γυρέψανε τα δικά μου, σα να ήθελε +να μου ζητήση να τη συχωρέσω γιατί πίστευε πως μπορούσε να ζήση χωρίς +εμέ. Κι άμα σβήσαμε το φως, έμεινα πολλή ώρα άγρυπνος και +στοχαζόμουνα τα λόγια της. Αποκοιμήθηκα με την πίστη πως ποτέ δε θα +λάβαινα την πείρα, αν είπε την αλήθεια ή όχι. + +14 + +Ο Σβεν αρρώστησε τόσο, που έπρεπε να τον φέρουμε στο κρεββάτι. Μα αν +και γνωρίζαμε πως το πράμα είταν αρκετά σοβαρό, ο πυρετός ωστόσο +είτανε τόσο μικρός, ώστε δε φοβηθήκαμε πραματικό κίντυνο. Ξακολούθησα +να γράφω ακούραστα κ' η γυναίκα μου καθότανε κοντά στο κρεββάτι του +παιδιού, του κρατούσε το χέρι και του διηγότανε παραμύθια όταν είτανε +σε κατάσταση νακούη. + +Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστεια θα βαστούσε πολύ, ωστόσο μας +βεβαίωσε πως δεν είτανε κίντυνος κ' επειδή από καιρό είχα στο νου +κάποιο ταξίδι, έφυγα για λίγες μέρες με την ελπίδα πως άμα θα γύριζα, +θα είχε περάσει το δυσκολότερο στάδιο. + +Πέρασα λοιπόν τρεις ολάκερες μέρες με καλούς φίλους και χάρηκα τη +φιλία και την ωραία φύση χωρίς να έχω πολλή ανησυχία. Όταν όμως +καθόμουνα στο τραίνο και γύριζα στη Στοκχόλμη για ναρθώ πάλι από κει +στο σπίτι μου, με κυρίεψε τόση αγωνία, που δεν μπορούσα να τη νικήσω. +Λίγο πρι να φύγω, είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Άκουσα +από μακριά τη φωνή της να τρέμη από χαρά: Ο Σβεν πηγαίνει καλήτερα! +Κάθησε στο κρεββάτι και γέλασε και φλυάρησε. Έφαγε και παρακάλεσε τη +μαμά να πη χαιρετίσματα του «πατεράκη», όπως τον έλεγε, χαδευτικά +όταν είταν πολύ χαρούμενος. Όλα τάζανε τις καλήτερες ελπίδες κι +ωστόσο δεν μπορούσα να ησυχάσω. + +Έφτασα στη Στοκχόλμη στις εφτά το βράδι, τη στιγμή που έφευγε το +τελευταίο βαπόρι, που μπορούσε να με φέρη σπίτι μου. Τράβηξα λοιπόν +ίσια στο ξενοδοχείο, όπου πήγαινα πάντα. Είχε σκοτεινιάσει κ' έβρεχε +δυνατά. Μπήκα μέσα βιαστικά με κείνο το απελπιστικό συναίστημα πως +είμαι ξένος, ένα συναίστημα που με πιάνει πάντα όταν έρχουμαι το +καλοκαίρι στη Στοκχόλμη και γνωρίζω πως θα είμαι μόνος. Δεν είχα +προφτάσει ακόμα να ζητήσω να μου δώσουνε δωμάτιο, όταν ήρθε ο +πορτιέρης και με παρεκάλεσε να πάω στο τηλέφωνο. + +Πήγα και κει μου είπαν πως ο γιατρός είχε φύγει για το σπίτι μου και +πως έπρεπε να πάρω αμέσως ένα αμάξι και να τρέξω και γω εκεί. + +Το χτύπημα, που μου ήρθε τόσο σφοδρά και ξαφνικά με παράλυσε κ' η +κίνηση, που έβαλα σ' ενέργεια μου φαινότανε και μέ του ίδιου όλως +διόλου αυτόματη. Παράγγειλα να μου φέρουν ένα αμάξι και την ίδια +στιγμή που έκανα αυτό σκέφτηκα πως έπρεπε να φάω. «Ο Σβεν πέθανε», +συλλογίστηκα. «Δε θα τονέ βρω ζωντανό, άμα φτάσω σπίτι. Άμα όμως +φτάσω δεν πρέπει να είμαι νηστικός και κουρασμένος. Πρέπει να είμαι +σε θέση ναγρυπνήσω και να παρηγορήσω τη γυναίκα μου.» Όλα αυτά +περάσανε στο νου μου εκεί που καθόμουνα και περίμενα το αμάξι. Έβλεπα +τον εαυτό μου σαν άλλο πρόσωπο, έβλεπα πως έβαζα κρέας στο πιάτο μου, +το έκοβα και προσπαθούσα να φάω. Όλη την ώρα στοχαζόμουνα ένα μόνο: +το αμάξι που δεν ερχότανε, Θεέ μου! Το αμάξι δεν ερχότανε και στο +σπίτι πέθαινε το παιδί μου και δεν μπορούσα να το προφτάσω. + +Πλήρωσα και βγήκα στην είσοδο του ξενοδοχείου και περπατούσα πέρα +δώθε· μου είταν αδύνατο να σταθώ σε μια θέση, αδύνατο να συγκεντρώσω +τη σκέψη μου. «Το παιδί μου πεθαίνει», είπα του πορτιέρη· «γι' αυτό +είμαι τόσο νευρικός.» + +Δοκίμασα να του χαμογελάσω για να του δώσω να εννοήση πως το έβλεπα +κι ο ίδιος πως ο τρόπος μου είταν παράλογος. Μα αιστάνθηκα πως το +χαμόγελό μου μεταμορφώθηκε σε μορφασμό και δεν περίμενα ούτε να μου +απαντήση. Ξακολούθησα να πηγαίνω πέρα δώθε με το ρολόγι στο χέρι, σα +να ήθελα να τρέξω πριν από τον καιρό κι όταν έφτασε τέλος το αμάξι, +είμουνα βέβαιος πως είταν αργά πια. Δεν εννοούσα γιατί καθόμουνα εκεί +και γιατί ήθελα να κάμω αυτόν το δρόμο μέσα στη δυνατή βροχή, +αυτόματα όμως, όπως και πρωτήτερα, είπα του αμαξά: + + — Γλήγορα, όσο μπορεί να τρέξη το άλογο. Το μικρό παιδί μου +πεθαίνει. + +Ο αμαξάς μας είχε φέρει με το αμάξι του πολλές φορές. + + — Είναι το μικρό αγοράκι, που είναι τόσο ωραίο; ρώτησε. + +Τα απλά αυτά λόγια με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα και στο στήθος +μου πέρασε ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης προς το νέο, που με πήγαινε με +το αμάξι του. + + — Ναι, είπα με πνιγμένη φωνή. Αυτό είναι. + +Και κάθησα στο αμάξι με το συναίστημα πως βρήκα έναν άνθρωπο, που +έννοιωσε τι έτρεχε κ' ήθελε να με βοηθήση. + +Ενώ το αμάξι έτρεχε στους δρόμους, μιλούσα με τον εαυτό μου άφωνα κ' +έκλαιγα από χαρά και πόνο: «Είναι τόσο ωραίο να τονέ θυμάται και να +μου το λέη ένας άνθρωπος που τον πήγε μόνο με το αμάξι. Και να πεθάνη +αυτός; Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν. Γιατί πρέπει να πεθάνη +το δικό μου;» + +Ποτέ δεν έτρεξα με το αμάξι τόσο γλήγορα και ποτέ δε μου φάνηκε +μακρήτερος ο δρόμος. Έβλεπα να λάμπουνε στο σκοτάδι οι σπίθες από τα +πέταλα των αλόγων, αιστανόμουνα πως έβρεχε λιγότερο τώρα κ' έβλεπα +την τοποθεσία να φεύγη γύρω μου σα σκοτεινή φαντασμαγορία και μιλούσα +όλη την ώρα με τον εαυτό μου ακατανόητα λόγια, που δεν εννοούσα πώς +μου ερχόντανε στα χείλη. Μου φαινότανε πως έτρεχα μέσα στο σκοτάδι +για ναπαντήσω εκείνο που έμελλε να γίνη και παρακαλούσα μόνο ναργήση +να γίνη, παρακαλούσα να τονέ βρω ζωντανόν ακόμα όταν φτάσω κ' έτσι να +μπορούσε να κρεμαστή άλλη μια φορά από το λαιμό μου και νακούσω τη +φωνή του. + +Κ' έτρεχε, έτρεχε το αμάξι με δαιμονική βία. Πηδούσε από το ένα +πλευρό του δρόμου στο άλλο, μα δε μου ήρθε ούτε μια στιγμή στο νου +πως μπορούσε να σπάση κάτι, ή ναναποδογυριστούμε. Ο αμαξάς είτανε +λαμπρό παιδί και συλλογιζότανε το μικρό αγόρι μου, που είταν τόσο +ωραίο και χαριτωμένο και δεν έπρεπε να πεθάνη. + +«Είναι ο πατέρας με το παιδί του», έλεγα δυνατά μόνος μου. Χωρίς να +το νοιώθω απάγγελνα στίχους κ' ένας σπασμωδικός λυγμός έσφιγγε το +λάρυγγά μου, σα να ήθελε να με πνίξη, και για νανασάνω έσκυψα από το +ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα την τοποθεσία, όπου γνώριζα κάθε άποψη, +κάθε καμπή του δρόμου. Από τις πέτρες, όπου σκόνταβε το αμάξι, +ένοιωσα πως είχαμε στρήψει στο μονοπάτι, που έφερνε στην κατοικία +μου. Με μιαν ένταση υπερβολική όλου του είναι μου κοίταξα όξω στο +σκοτάδι κ' είδα τον ίσκιο ενός αμαξιού, που έστεκε στην αυλή. Ο +γιατρός είναι κει ακόμα! Έπειτα άκουσα από τη βεράντα τη φωνή της +γυναικός μου: «Έρχεται, Δόξα σοι ο Θεός. Νάτος!» Κ' έπειτα από λίγες +στιγμές είχα ανεβεί τη σκάλα κ' είμουνα στο σαλόνι. + +Έστεκα εκεί κ' η συγκίνηση μου είτανε τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσα +να νοιώσω τίποτε από κείνα που έβλεπα. Έβλεπα πως ο γιατρός έστεκε +κει κ' αιστανόμουνα πως η γυναίκα μου με κρατούσε αγκαλιασμένον +σφιχτά. Έβλεπα καθαρά πως φαινότανε χαρούμενη, μάλιστα πιο πολύ από +ευτυχισμένη και πως έπρεπε να είμαι και γω. Άκουσα κάτι για μια +λιποθυμία, που τώρα πέρασε και πως ο γιατρός τη θαρρούσε ασήμαντη. + +Αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτε ούτε να σκεφτώ τίποτε. Η ευτυχία μού +ήρθε τόσο ανέλπιστα, ώστε να μην μπορώ να συνέρθω από τη φοβερή +νάρκη, που με κυρίευε ακόμα. + +Μηχανικά έβγαλα τα γάντια μου και το επανωφόρι μου κ' έστεκα εκεί και +προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στη λάμψη της φωτισμένης +κάμαρας. + + — Δε θέλεις να πας μέσα να τονέ δης; Δεν κοιμάται, είπε η γυναίκα +μου. + +Κ' η φωνή της είχε έναν τόνο, σα να ήθελε να με μαλλώση, που δεν την +ένοιωσα. + + — Ναι, ναι, είπα. + +Και χωρίς να νοιώθω τι έτρεχε μέσα πήγα κ' είδα το Σβεν να με κοιτάζη +από το κρεββάτι μου, όπου είτανε ξαπλωμένος. + + — Δε γνωρίζεις τον μπαμπά, Σβεν; + + — Ναι, είπε ο μικρός με ξαφνισμένη φωνή. + +Δεν μπορούσε να νοιώση γιατί όλοι οι μεγάλοι είτανε τόσο ανήσυχοι. +Άπλωσε το μικρό του χέρι και με χάδεψε και παρατήρησα πόσο αδυνάτησε +και λίγνεψε. + +Ενώ έστεκα εκεί σκυμένος απάνω στο παιδί, εννόησα πως όλα αυτά είτανε +πραγματικότατα και πως το παιδί μου ζούσε ακόμα. + +Κρατούσα το χέρι του στα μάτια μου κ' αιστάνθηκα να φεύγη το βάρος +από τα στήθη μου κ' η άχνα από τα μάτια μου. + +15 + +Τι παράξενες, γεμάτες ελπίδα, ανησυχία, απελπισία, και φόβους είταν +οι μέρες που ακολουθήσανε! Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστια θα +βαστάξη πολύ, ετοιμαστήκαμε λοιπόν να περιμείνουμε με υπομονή και +προσπαθούσαμε να δείξουμε πως είχαμε κι αυτήν την αρετή. Τις δυο +κατοπινές μακρές βδομάδες η αρρώστια του Σβεν ταιριάστηκε με τις +συνήθιες της καθημερινής ζωής μας, όπως γίνεται πάντα σαν έρχεται η +αρρώστια σ' ένα σπίτι. + +Ξακολούθησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο μου δίχως να μ' ενοχλή κανείς +κάθε πρωί κ' η γυναίκα μου πηγαινοερχότανε σε μένα και σε κείνον, +καθότανε στην κάμαρα του Σβεν — που είταν ήσυχος, όταν την ένοιωθε +κοντά του — κι όταν ο μικρός κοιμότανε, έβγαινε όξω νανασάνη καθαρόν +αέρα και να μου διηγηθή όλα τα καλά σημεία, που πίστευε πως έβλεπε +πάντα το προσεχτικό της μάτι. Ο Σβάντε γυρνούσε γύρω μόνος και +σιωπηλός, πήγαινε με τη βάρκα στο αντικρυνό ακρογιάλι και διηγότανε +στις μικρές φιλενάδες του εκεί πως ο μικρός αδερφός είτανε βαριά +άρρωστος και πως στο σπίτι βασίλευε ησυχία. + +Αναγκαστήκαμε να πάρουμε μια νοσοκόμα, για να μπορή η γυναίκα μου +ναναπαύεται τη νύχτα. Αυτό δεν έγινε χωρίς μεγάλη αντίσταση από μέρος +της Έλσας. Γιατί είτανε τόσο ζηλότυπη για το μικρό, ώστε δε δεχότανε +να τη βοηθά κανείς. Και τέλος όταν παρατήρησε πως δεν είχε πια τη +δύναμη, έδωσε με δάκρυα τη συναίνεσή της κ' υποτάχτηκε στο +αναπόφευχτο. + +Ωστόσο έπειτα από λίγες ώρες που έφτασε η νοσοκόμα, ήρθε η γυναίκα +μου και μου διηγήθηκε μ' ολάστραφτα μάτια πως ο Σβεν δέχτηκε με +μεγάλη χαρά τη νέα συντρόφισσά του. + + — Εσένα σε θέλω να με περιποιέσαι, γιατί είσαι καλή, της είπε. + +Κ' έκλεισε τα μάτια του κ' έμεινε ήσυχος με τον πάγο στο κεφάλι, που +πονούσε πάντα, και με τα μικρά αδυνατισμένα χέρια απάνω στο σκέπασμα. + +Ένα πρωί ακούσαμε όξω στην αυλή τους ήχους ενός οργανέτου κ' επειδή +εκείνες τις μέρες ο Σβεν είχε φάει κάτι και μιλούσε και φαινότανε +φαιδρός, τονέ ρωτήσαμε αν ήθελε να τονέ φέρουμε στα χέρια όξω να δη +τη μαϊμού. + +Άλλοτε είταν ο Σβεν εκείνος, που έτρεχε πρώτος, όταν ακουγότανε +κανένα οργανέτο. Έτρεχε βιαστικός στον μπαμπά και του ζητούσε +πεντάρες. Χαιρότανε να δίνη κι όταν πλησίαζε με τις πεντάρες του και +φαινότανε τόσο ευτυχισμένος — σα να γνώριζε τί σημασία έχει για ένα +φτωχό μουσικό να του δίνουν χρήματα για να φάη — συχνά έκανε κάποιο +μελαψό πρόσωπο να γελά, δείχνοντας τα λευκά του δόντια, και κάποια +μαύρα ολάστραφτα μάτια να κοιτάζουνε με χαρά τα γαλανά δικά του. + +Τώρα όμως κρεμότανε τόσο κουρασμένος και μικρός στην αγκαλιά του +πατέρα. Είτανε τυλιγμένος καλά σε μια κουβέρτα και φορούσε κάλτσες +στα πόδια. Έτσι τονέ βγάλαμε όξω κι ο πατέρας τον κρατούσε στα χέρια +στη βεράντα, απ' όπου μπορούσε να κοιτάζη κάτω στην ηλιοφωτισμένη +αυλή και νακούη τους φαιδρούς σκοπούς του οργανέτου. Κουρασμένος, +έβλεπε σαν ξένα τα δέντρα και την αυλή και το σωρό των παιδιών, που +στεκόντανε στον ήλιο· κι όλη την ώρα το βλέμμα του είτανε τόσο +παράξενο, σα να συλλογιζότανε γιατί όλα αυτά δεν είταν τόσο ωραία, +όπως άλλοτε. Δοκίμασε να γελάση όταν αντίκρυσε τη μαϊμού, που είτανε +γι' αυτόν το διασκεδαστικότερο απ' όλα όσα ήξερε και που τώρα πηδούσε +απάνω κάτω στο οργανέτο, βροντώντας τη μικρή αλυσσίδα της, κ' έκανε +κωμικούς μορφασμούς εκεί που προσπαθούσε να σπάση ένα καρύδι. + +Μα ο Σβεν δεν είχε δύναμη να τα δη όλα αυτά. Γινότανε μόνο όλο και +σοβαρότερος κι όλο και βαρήτερος καθότανε στην αγκαλιά του μπαμπά. +Είτανε σα να έλειπε μακριά κ' έβλεπε κει κάτω όλα όσα είταν ωραία και +φαιδρά στη γις και τα νοσταλγούσε κ' αιστανότανε πως δεν είτανε πια +γι' αυτόν. Ακκουμπούσε μόνο το κεφάλι του στον ώμο του μπαμπά. Κ' +έπειτα τονέ φέρανε πάλι μέσα στο κρεββάτι του. + +Η μαμά τον ξάπλωσε κει και του έσιαξε τα μαξιλάρια. + + — Δεν είταν ωραία, Σβεν; + + — Ω ναι, μόνο πως δεν μπορούσα ακόμα. Μα γλήγορα θα γίνω πάλι καλά. + +Τότε έσκυψε η μαμά και χάδεψε τα μαλλιά του μικρού αδελφού, χωρίς +όμως να το δη εκείνος άπλωσε το άλλο χέρι της και ζήτησε το δικό μου +και το έσφιξε σπασμωδικά. + +16 + +Μια νύχτα καθόμουνα μόνος στην κάμαρά μου κ' ήξερα πως την άλλη μέρα +θα ερχόντανε οι γιατροί και θαποφασίζανε για τη ζωή ή το θάνατο του +μικρού Σβεν. Ήξερα πως θα είτανε δυο, γιατί ο δικός μας γιατρός ήθελε +να συμβουλευτή έναν ειδικό· δεν τολμούσε πια να πάρη απάνω του μόνος +την ευτύνη. + +Καθόμουνα μόνος, η λάμπα είταν αναμμένη κ' είχα μπροστά μου το +χειρόγραφο, απ' όπου λείπανε τα τελευταία κεφάλαια. + +Είχα καλονυχτίσει τη γυναίκα μου και της είπα πως ήθελα να εργαστώ. + + — Να μπορής να γράφης κι αυτό το βράδι! μου είπε: + +Κ' είχε κάποια δόση πίκρας ο τόνος της, σα να ήθελε να πη πως εγώ δεν +αιστανόμουνα όπως αυτή. + +Μετάνοιωσε όμως αμέσως, ακκούμπησε το κεφάλι της στο δικό μου κ' +είπε: + + — Είσαι ευτυχισμένος που μπορείς να γράψης. + +Και τώρα καθόμουνα μόνος εδώ και κάθε μου νεύρο έτρεμε σ' ένα ψυχικό +συγκλόνισμα, τόσο σύνθετο και τόσο φοβερό, που μόλις μπορώ να το +περιγράψω. Μολαταύτα έλπιζα πως θα ζήση το παιδί μου, το πίστευα +μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως είχα το συναίστημα πως έπρεπε να γράψω τώρα, +τώρα ή ποτέ, Ήξερα σχεδόν κάθε λέξη, που έπρεπε να γραφή στα φύλλα, +που είχα μπρος μου λευκά κι άγραφα. Η ανάγκη μ' έσπρωχνε κ' έγραφα, +γέμιζα το ένα μετά το άλλο τα λευκά φύλλα και τα έβαζα στο σωρό του +χειρογράφου, που μεγάλωνε μπροστά μου απάνω στο τραπέζι. Είτανε σα να +μου ψιθύριζε στο αυτί κάποια αόρατη φωνή την προσταγή της και σα να +χρωστούσα να υπακούσω στη φωνή αυτή, να την υπακούσω τυφλά. + +Με είχε πιάσει μια καταπληχτική βία, σα να είτανε ζήτημα ζωής και +θανάτου. + +Αύριο, άκουγα μέσα μου, αύριο! Ποιος ξέρει τι θα γίνη αύριο! Μπορεί +να πεθάνη το παιδί σου και τότε να μην μπορής να γράψης. Έπειτα σου +γυρεύουνε χρήματα και πάλι χρήματα. Μπορείς να ξαναδουλέψης το βιβλίο +σου, να το διορθώσης, μα δε θα μπορέσης να το τελειώσης ποτέ, αν +πεθάνη το παιδί σου. + +Σα χτυπήματα με σπρώχναν εμπρός οι στοχασμοί και στη χλωμή λάμψη της +λάμπας είδα το πρωινό φως να πέφτη από την κουρτίνα απάνω στο χαρτί +μου. «Χρήματα, χρήματα! Σου χρειάζουνται χρήματα, αν πεθάνη το παιδί +σου και θέλης να σώσης τη γυναίκα σου.» + +Κι ανάμεσα στις φωνές, που με σπρώχνανε στην εργασία, άκουγα έναν +ήχο, που νόμιζα πως τον αναγνώριζα: «Είναι ο πατέρας με το παιδί +του!» Ο πατέρας με το παιδί του! Πού το είχα ακούσει; Πότε είχα +νοιώσει αυτή τη δαιμονισμένη βία; Είτανε σα να σφυρίζανε καμουτσίκια, +σα να πετούσανε σπίθες τα πέταλα σε πέτρινους δρόμους, σα να +αιστανόμουνα το νυχτερινό αέρα να δροσίζη το φλογισμένο δέρμα μου. +Έγραφα, έγραφα. Και θυμήθηκα πως είχα τρέξει σα δαιμονισμένος με το +αμάξι, με την ιδέα πως το παιδί μου είτανε πεθαμένο. + +Μα δε συλλογιζόμουνα πια το παιδί μου. Συλλογιζόμουνα εκείνη, εκείνη +που έπρεπε να είμαι όλος δικός της αν είτανε δυνατό να έμενε μαζί +μου, αν το αφάνταστο γινότανε πραγματικότητα, αν πέθαινε ο Σβεν. +Έγραφα, έγραφα, έγραφα, όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς για χρήματα, κ' +έγραψα τις καλήτερες σελίδες, που χυθήκανε από την πένα μου. + +Κι όταν δεν είχα πια άλλη δύναμη, έπινα, έπινα πολύ για να συγκρατηθώ +στη ζωή. + +Άμα ανέβηκε πια ο ήλιος ένα διάστημα στον ουρανό, έγραψα τις +τελευταίες γραμμές. Και κάθησα σαν αναίστητος. + +Μάζεψα τα γραμμένα φύλλα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, έπειτα βγήκα +σιγά και πήγα κι ακροάστηκα στην πόρτα της κάμαρας του Σβεν. Η +γυναίκα μου την άνοιξε και κοίταξε όξω. Έσκυψα σιμά της και της είπα: + + — Είναι έτοιμο. + +Μου χαμογέλασε κ' η φωνή της έκλεινε έναν κόσμο ευτυχίας, όταν +απάντησε: + + — Κοιμάται τόσο ήσυχα. Δεν το πιστεύω να υπάρχη κίντυνος. + +Την άφησα κ' έπειτα από μια στιγμή βυθίστηκα σ' έναν ύπνο, όμοιο με +θάνατο. + +17 + +Πριν περάση η άλλη μέρα, γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως ο +μικρός Σβεν θα πέθαινε. Η βεβαιότητα έπεσε απάνω μας σα βαρύ χτύπημα, +γιατί όλον τον καιρό πρωτήτερα δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Στεκόμαστε +στο διάδρομο, οι δυο γιατροί άφωνοι και σοβαροί, η γυναίκα μου με τα +μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό τους, σα να νόμιζε πως δεν είχανε +προφέρει ακόμα την τελευταία λέξη. Τους κοίταζα όλους, κ' ενώ +αγκάλιασα τη μέση της γυναίκας μου και θέλησα να τη σύρω κοντά μου, +παρατήρησα πως η συμπονετική όψη του φίλου μας, του γιατρού του +σπιτιού μας, έτρεμε σπασμωδικά. Ο καθηγητής μιλούσε σιγά σα να +δυσκολευότανε να προφέρη κάθε λέξη. Δεν αιστανόμουν άλλο τίποτε παρά +πως ήρθε το αναπόφευχτο και πως έπρεπε να γκαρδιωθώ για να μπορέσω να +το υποφέρω. Μα η γυναίκα μου μ' ένα σφίξιμο του χεριού μου, όπου +αιστάνθηκα όλον τον πόνο της, ξαπολύθηκε από το μπράτσο μου που της +είχε αγκαλιασμένη τη μέση και μπλέκοντας τα χέρια της, σε τρόπο που +νακουστούνε κυριολεχτικά τα κόκκαλα που τρίξανε, φώναξε: + + — Πέτε πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Πέτε το. + +Οι δυο άντρες ξεφύγανε το βλέμμα της, μα η Έλσα ορθώθηκε κ' είπε: + + — Δεν πρέπει να πεθάνη, θα σας δείξω πως θα ζήση. + +Έφυγε και στεκόμαστε κει σιωπηλοί και την είδαμε που μπήκε στην +κάμαρα του αρρώστου. Νοιώσαμε όλοι πόσο βαθιά αιστάνθηκε το πως δεν +είτανε πια ελπίδα και γι' αυτό έδωσε την υπόσκεση πως θα τον σώση από +το θάνατο — στο πείσμα όλων. Χωριστήκαμε χωρίς πολλά λόγια και πήγα +στη γυναίκα μου χωρίς να ξέρω τι να της πω· ήθελα μόνο να είμαι κοντά +της και να δω ίσως εκείνο που φοβόμουνα περσότερο. + +Δεν τη βρήκα στην κάμαρα του αρρώστου, μα στη δική μου κάμαρα και το +πρόσωπό της είτανε σαν πετρωμένο. Καθότανε μαζεμένη στον καναπέ, +σφίγγοντας το χέρι στο μάγουλό της, τα μάτια της είτανε στεγνά και +χωρίς λάμψη και κοίταζε στο μέγα σκότος. Η στάση, η όψη της κι αυτά +ακόμα τα χέρια της το μαρτυρούσανε. Δοκίμασα να της μιλήσω, δοκίμασα +να προφέρω τόνομά της, μα δεν απάντησε και τέλος την άφησα στη θλίψη +της, περιμένοντας μ' αγωνία τα λόγια, που θα ερχόντανε άμα θα ξέσπαζε +η θλίψη της. + +Πέρασε πολλή ώρα όσο να λυθή η σιγή κι άμα λύθηκε, δε λύθηκε με +λόγια. Η γυναίκα μου άπλωσε μόνο το χέρι της σε μένα και μ' έσυρε +στον καναπέ. Έπεσε στην αγκαλιά μου κ' ένα μακρύ αναφυλλητό, που +φαινότανε πως έβγαινε από το ίδιο στήθος, μας συγκλόνησε και τους +δυο. + + — Πόσο σε λυπούμαι! ψιθύρισε. Πόσο σε λυπούμαι! + + — Εμένα; + +Ξαπολύθηκα από αυτή και την κοίταξα. Γιατί η φωνή της είχε κάτι που +με γέμιζε μ' ένα προαίστημα, που δεν ήθελα να το αφήσω να μου ανεβή +στο νου σα στοχασμός. + +Έστρηψε σε μένα με σταυρωμένα χέρια και φώναξε σχεδόν: + + — Δεν το πιστεύω ναπαιτής να ζήσω δίχως το Σβεν. Δεν το μπορώ, δεν +το μπορώ. + +Αυτό είταν το προαίστημά μου, που αυτή του έδωσε έκφραση με λόγια. Κ' +έστεκα εκεί, χωρίς να ξέρω τι να κάμω, χωρίς να μπορώ να προφέρω +λέξη. + + — Κάθησε κοντά μου, είπε. Δε θα ερεθιστώ. Θα μιλήσω ήσυχα. Γιατί δεν +είμαι πια ανήσυχη. Αιστάνουμαι μόνο πως γκρεμίζουνται όλα. Δεν είμαι +πια εδώ, αν και δεν μπορείς να το νοιώσης ακόμα, γιατί ξέρεις τόσα +λίγα και γιατί τόσα λίγα μπορούσα να σου πω και γω. Μα γιατί να σου +το έλεγα, πριν έρθη η ανάγκη να σου το πω; Ήθελα να ζήσω μαζί σου, +Γιώργο, γιατί σ' αγαπούσα περσότερο από καθετίς άλλο σ' όλη τη ζωή. +Τώρα δεν είμαι νέα. Γέρασα τόσο, όσο δε θα γεράσης εσύ ποτέ. Μόνο πως +εσύ δεν το ήξερες, πως δε θέλησες να το δης ποτέ κι αφού σ' έβλεπα +τόσο ευτυχισμένον, δεν ήθελα να σε ταράξω. Μα όσο μπορώ να θυμηθώ, το +γνώριζα πως δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Είχα αιστανθεί μέσα +μου την ανάγκη να πεθάνω. Μπορείς να το νοιώσης, τι σου λέω τώρα; +Μόλις μπορώ και το νοιώθω η ίδια. Όταν είμουνα στην ακμή της ευτυχίας +μου και ζούσα για σε και για τα παιδιά και για καθετίς που είταν +ωραίο, και τότε το ήξερα πάντα πως θαρθή μια μέρα, που έπρεπε να τα +χωριστώ όλα και πως τίποτε δε θα μπορούσε να μ' εμποδίση σ' αυτό. +Ήξερα πως θα το ήθελα και δε θα το ήθελα, θα το πιθυμούσα και δε θα +το πιθυμούσα κι όμως θα πήγαινα στο σκότος, όπου ανήκω. Είχα το +συναίστημα πως θα γινότανε κάτι και θα με ανάγκαζε να το κάμω. +Θυμάσαι το χειμώνα, που η αναμεταξύ μας σχέση είχε καταντήσει τόσο +δύσκολη και τόσο θλιβερή! Δοκίμασα τότε να σου γράψω τι αιστανόμουνα +μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μα δεν μπορούσα να σου γράψω. +Ό,τι ήθελα να σου πω δε σου το είπα και θυμούμαι πως απορούσα γιατί +δε με ρώτησες και συ έπειτα, κι ας σε παρακάλεσα να μην το κάμης. +Πολλές φορές το ήθελα να με ρωτούσες. Συχνότερα όμως είμουνα +ευχαριστημένη που δε με ρωτούσες. Τι έχω υποφέρει εκείνη την εποχή, +Γιώργο! Να μπορούσες να το υποψιαστής τι υπόφερα! Ήρθες κ' έπιασες +το χέρι μου και κάθησες κοντά μου και δεν αιστάνθηκα πως είμαι +ευτυχισμένη όπως άλλοτε. Γιατί ήξερα πως καθημερινά στοχαζόμουνα πως +μπορούσα να πεθάνω και να χωριστώ από σένα. Ήθελα να το κάμω μόνη +μου, Γιώργο. Μπορείς να το νοιώσης πως ήθελα να το κάμω μόνη μου μέσα +στη ευτυχία μου; Κ' είσουνα τόσο καλός μαζί μου κ' ευγενικός και +χαρούμενος κ' είχα το συναίστημα πως είμουνα μια άπιστη γυναίκα και +σ' απατούσα. Και ξέρεις γιατί ήθελα να χωριστώ από σένα; Ναι, γιατί +το γνώριζα καλά πως θα γινότανε μια μέρα και γι' αυτό ήθελα να γίνη +καλήτερα όσο είσουνα νέος και δυνατός και μπορούσες να με ξεχάσης σε +λίγο και να γίνης ευτυχισμένος με μιαν άλλη. + +Σώπασε μια στιγμή και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα. Έπειτα +ξακολούθησε κ' η φωνή της είτανε ξανανιωμένη. + + — Ύστερα ήρθε ο μικρός Σβεν, Γιώργο, κι αλλάξαν όλα. Θυμάσαι πως σου +το είπα τότε; Πίστευα τότε πως μου τον έστειλε ο θεός για να με +κρατήση στη ζωή κ' έτσι να μπορέσω να σε κάμω ευτυχισμένο καθώς το +πιθυμούσα και παρακαλούσα κάθε βράδι το θεό γι' αυτό. Πίστευα σταθερά +πως ο θεός με άκουσε και μιλούσα γι' αυτό με το μικρό Σβεν όταν +είμαστε μόνοι και δεν μπορούσε νακούση κανείς τα λόγια μας. Μα τώρα, +Γιώργο, τώρα αυτός μ' αφίνει. Τώρα γνωρίζω πως όλα τάλλα, όλα εκείνα +που δεν τα ήξερες ως τώρα, θα ξαναγυρίσουνε και τώρα θέλω μόνο να μου +συχωρέσης όλον τον πόνο που σου προξενώ. Όμως δεν πρέπει να με +παρακαλέσης να μείνω. Πηγαίνω και γω εκεί που πηγαίνει ο Σβεν. + +Έστεκε μπρος μου και μου φάνηκε τη στιγμή αυτή μεγαλήτερη παρότι +είναι οι άνθρωποι. Είμουνα σε τόσο βαθμό απροετοίμαστος νακούσω +εκείνα που είπε, ώστε μου φάνηκε σα να διηγήθηκε ένα ανησυχαστικό +όνειρο, που δεν μπορούσα να το μεταμορφώσω σε πραγματικότητα. Μα +αιστανόμουνα κιόλα πως ενώ μου έδινε τον μεγαλήτερον πόνο, μου +ξεσκέπαζε και τη μεγαλήτερη αγάπη, κ' ήθελα ναπλώσω προς αυτή τα +χέρια για να μη μου αρπαχτή την ίδια στιγμή που έγινε ολότελα δική +μου. + + — Δεν μπορώ να το υποφέρω αυτό, φώναξα σχεδόν. Δεν μπορώ να το +υποφέρω. Να χάσω και σε και κείνον. Δεν είναι δυνατό να το θέλης. + +Σηκώθηκε άφωνη και στάθηκε μπροστά σα μια Νιόβη, που απλώνει τα χέρια +ναγκαλιάση τα παιδιά της, που χτυπιούνται από τα βέλη των θεών ακόμα +και μες την αγκαλιά της. + + — Άφησέ με να πάρω μαζί το Σβεν, είπε. Θα πεθάνη που θα πεθάνη. Θα +τον πάρω κάτω στο ακρογιάλι απόψε το βράδι, όταν θα κοιμούνται όλοι. +Είναι μια μικρή πάλη. Κ' έτσι δε θα σε βασανίζω πια όπως το έκαμα έως +τώρα. + +Μπήκα μπροστά της και με όση δύναμη είχανε τα χέρια μου την κάθησα με +βία στον καναπέ. + + — Περίμενε, είπα, περίμενε! Δεν το ξέρεις και συ τι κάνεις. + +Μα εκείνη μου απάντησε μονάχα: + + — Θα είναι δυστυχία και των δυο μας, αν μ' εμποδίσης. Μη μου +παραπονεθής έπειτα για ό,τι γίνη. + +Στρηφογυρνούσε το κορμί με πόνο εκεί που την κρατούσα κ' έπειτα από +μια στιγμή έπεσε σε μακρή λιποθυμία. Την ξάπλωσα στον καναπέ κι όλα +όσα είπε μου φαινόντανε σαν όνειρο παράλογο. Έστεκα ώρα εκεί και την +κοίταζα, όσο που άκουσα πως η αναπνοή της έγινε κανονική και +βεβαιώθηκα πως κοιμάται. Τότε της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από το +κεφάλι και τη σκέπασα. + +Τρέμοντας από το ψυχικό συγκλόνισμα πήγα στην κάμαρα, όπου είταν ο +Σβεν. Το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο και το αριστερό είχε γίνει +τόσο παράξενα καθαρό και μεγάλο. Έσκυψα απάνω του, πήρα το μικρό αθώο +του χέρι και το έφερα στα χείλη. + +«Αγαπημένο παιδί», συλλογίστηκα. «Εμείς οι δυο δεν μπορούμε να +βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.» + +18 + +Φέραμε το κρεββάτι του Σβεν στην κάμαρα με τη βεράντα για να μπορή +νακούη από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που κελαδούσαν και τους +ανέμους που σφυρίζανε. Εκεί είταν ξαπλωμένος στο λευκό κρεββατάκι του +κι όταν σήκωνε τα μάτια, το έκανε περιμένοντας να τον φιλήσουν ή +κινούσε ήσυχα τα μικρά, αδυνατισμένα χέρια και τότε σκύβαμε απάνω του +γιατί ξέραμε πως ήθελε να μας χαδέψη. + +Ο Σβάντε περπατούσε στα δάχτυλα μέσα στην κάμαρα του αρρώστου κ' η +καρδιά του είταν γεμάτη από το αφάνταστο: πως θα πέθαινε ο μικρός +αδερφός. Έστεκε ακίνητος πολλή ώρα και τον κοίταζε ή έσκυβε και του +φιλούσε το μάγουλο. Κι όταν η μαμά συνήρθε από τη λιποθυμία της και +μπήκε μέσα, πήγε και της αγκάλιασε το λαιμό με τα δυο του χέρια. + +Ποτέ δε θα λησμονήσω με τι βλέμμα άρρητης απελπισίας αγκάλιασε και +κείνη το παιδί και το κοίταζε στα μάτια. + + — Τηλεγράφησες του Ούλοφ; μου είπε. + +Της είπα ναι με το νέμα και την είδα πως έσκυψε πάλι στο Σβάντε και +τον έσφιξε στο στήθος της. Σπρωγμένος από ένα ξαφνικό ένστιχτο, +σηκώθηκα και βγήκα όξω κι άφησα τη γυναίκα μου μόνη με το γερό παιδί +της και με το ετοιμοθάνατο. Όταν έφτασα στην πόρτα κ' έστριψα το +κεφάλι, είδα τη γυναίκα μου να φέρνη το Σβάντε στο κρεββάτι του Σβεν. +Κάθησε στο ένα πλευρό κ' έβαλε το Σβάντε να καθήση στα άλλο. Έπειτα +έσκυψε στο Σβεν. Όλην την ώρα όμως κρατούσε το χέρι του Σβάντε κ' +είδα πως χάδευε και τα δυο παιδιά, χωρίς διάκριση. + +Όταν τέλος βγήκε όξω ο Σβάντε, πήγα μέσα και κάθησα στη θέση του, +αντίκρυ στη γυναίκα μου. Μου άπλωσε το χέρι της απάνω από το +ετοιμοθάνατο παιδί κ' είπε: + + — Δεν το ξέρω αν θα είναι για καλό ή για κακό, όμως θα μείνω μαζί +σου. Γιατί τώρα πιστεύω πως έτσι το θέλει ο θεός. + +Κ' έπειτα από μια στιγμή πρόστεσε: + + — Κι ο Σβεν το θέλει. Μίλησα μαζί του. + +Χωρίς να μπορέσω να της απαντήσω, έσκυψα και της φίλησα το χέρι. Και +τη στιγμή αυτή δε γνώριζε κανείς μας τι είταν ευτυχία και τι +δυστυχία. + +19 + +Μάταια γυρεύω να χωρίσω τις μέρες που ακολουθήσανε. Ναι, θα μου είταν +κιόλας αδύνατο να πω πόσες είταν. Η νύχτα έγινε μέρα κ' η μέρα νύχτα +κ' η ζωή μας είχε ένα σημείο μόνο, που γύρω του τριγύριζε: τη μικρή +κάμαρα, όπου είτανε ξαπλωμένος και πάλευε με το θάνατο ο μικρός μας +Σβεν, η κάμαρα με τη βεράντα, τη σκεπασμένη από το αγιόκλημα, που +γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του. + +Εδώ περπατούσαμε, εδώ καθόμαστε πλάι πλάι, κοιμόμαστε, τρώγαμε, +αγρυπνούσαμε. Εδώ κατασταλάξανε σ' έναν εξαντλητικό πόνο όλα όσα +ζήσαμε κι ονειρευτήκαμε μαζί. Εδώ βούλωσε η γυναίκα μου το μπουκαλάκι +με το μόσκο όταν έσβησε πια η τελευταία ελπίδα. Αυτή, που ήθελε να +πεθάνη μαζί του, παραμέρισε το τελευταίο διαγερτικό για να μην μπορή +να κατηγορή έπειτα τον εαυτό της πως τάραξε τις τελευταίες ώρες του +μικρού, μόνο για να έχη εκείνη τη χαρά να βλέπη να μας λάμπη το +μεγάλο μάτι του. + +Γιατί το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο πια. Το βλέφαρο είταν +κλεισμένο απάνω του, σα να είτανε πια νεκρό το μισό κορμί του, όταν +όμως άνοιγε το αρι — + +[λείπει η σελίδα 132 — 133] + + +ίδιο μέρος, όπου ακκουμπούσε πριν η Έλσα το δικό της. + +Έτσι περάσανε δυο τρεiς ώρες κι ο ήλιος ανέβαινε πάντα ψηλότερα στον +καλοκαιρινό ουρανό. Ξύπνησα από ένα αλαφρό σκούντημα της γυναικός +μου. + + — Ξύπνα, είπε. Ο Σβεν πεθαίνει τώρα. + +Δεν μπορούσα να μείνω εκεί μέσα. Βγήκα όξω στον κήπο· και με την ιδέα +να του δώσω μια τελευταία χαρά — αυτού, που αγαπούσε πάντα τάνθη — +έκοψα ένα μισοανοιγμένο ρόδο, το ωραιότερο που μπορούσα να βρω, +γύρισα μέσα και το έβαλα στο μαξιλάρι του παιδιού μου, κοντά στο μάτι +που μπορούσε κ' έβλεπε ακόμα. Ανίκανος να το υποφέρω περσότερο, βγήκα +πάλι όξω στη βεράντα. Αποκεί άκουσα πως μπήκε μέσα ο Σβάντε και +κάθησε στο κρεββάτι. Μα δε γύρισα να δω. Πήγαινα μόνο πέρα δώθε κι +άκουγα την κρατητή, φοβερή αναπνοή, που φαινότανε σα να έβγαινε από +μεγάλον και μου ξέσχιζε την ψυχή. Τότε άκουσα μια κραυγή της γυναικός +μου κ' έστριψα εκείθε. + +Ο Σβεν είχε ανοίξει το μάτι κ' είδε το ρόδο. Κι άπλωσε το χέρι προς +το άνθος, το πήρε, σα να ήθελε να δη το ρόδο για τελευταία φορά, μα +το άφησε να πέση πάλι στο μαξιλάρι. + +Άξαφνα κλονίστηκε όλο το μικρό του σώμα από φοβερούς, συγκρατητούς +σπασμούς. Αρχίζανε από το κεφάλι, που είχε γυρίσει πλάγια, και +φαινόντανε πως κλαδώνανε στα μέλη, που είχανε γίνει αλύγιστα και +γαλανωπά. Τότε έγειρε η γυναίκα μου το κεφάλι για να μη βλέπη πια. +Όταν όμως πάψανε οι σπασμοί, έκλαιγε σιγά και μου άπλωσε πάλι το χέρι +της απάνω από το μικρό κρεββάτι. + +Έτσι καθόμαστε κει μέσα όσο που έπαψε η αναπνοή,..ξαναήρθε...έγινε +πιο κρατητή, δυνάμωσε...κ' έπαψε. Τότε ησυχάσανε όλα. Βασίλεψε η σιγή +του θανάτου. Σκυμένοι και κλαίοντας ακολουθήσαμε το φτερούγισμα της +ψυχής, που έφευγε. + +Του κρατούσαμε κ' οι δύο τα χέρια και μεμιάς ταφήσαμε να πέσουν +παγωμένα απάνω στο σκέπασμα. + +Έπειτα βγήκε η γυναίκα μου από την κάμαρα και πήγε να ησυχάση. Εγώ +όμως κάθησα εκεί κ' αιστανόμουνα με τρόμο πως όλα είχανε σιγάσει. + +Το απόγεμα έφτασε ο Ούλοφ, και μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα ήρθε +από το πρώτο ταξίδι του στον κόσμο κοντά στο κρεββάτι, όπου είτανε +ξαπλωμένος νεκρός ο μικρός αδερφός. Έκλαψε κει αντρικά κ' ήσυχα κι +άμα γύρισε στην τραπεζαρία του έδειξε ο Σβάντε το δάχτυλό του. + +Είχε ένα βαθύ σημάδι κι ο Σβάντε του περίγραψε πως ο μικρός αδερφός +είχε μπήξει εκεί το νύχι του, πριν ξεψυχήση. Το σημάδι αυτό έμεινε +πολλές μέρες και του φάνηκε κακά σα χάθηκε. + +20 + +Μια μικρή κίτρινη κάσα είναι στη μέση της κάμαρας στην ίδια θέση, +όπου πρωτήτερα είταν ένα κρεββάτι μ' ένα ζωντανό παιδί. Τώρα η κάμαρα +είναι στολισμένη με ρόδα. Δε φαίνεται σχεδόν άλλο τίποτε από ρόδα κι +από την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα μόνη. + +Κρατεί στα χέρια ένα παιδί και το παιδί είναι νεκρό. Δε θέλει ναγγίση +άλλος κανείς το αγαπημένο της και με τα ίδια της τα χέρια, που δεν +τρέμουν, το τοποθετεί στην κάσα. Του βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό +ξύλινο μαλλιαρό σκυλάκι, που αγαπούσε να κοιμάται μαζί του όταν +είτανε γερό και κανείς δε στοχαζότανε το θάνατο. Είναι ο Φλόκι, που +θέλει να συνοδέψη τον αφέντη του. Είναι ήσυχος σύντροφος στον ύπνο +και δεν ενοχλεί κανέναν. Έπειτα κοιτάζει αν το αγόρι της είναι +ξαπλωμένο καλά και του ισιάζει το κρεββάτι, σα να θέλη να της ραγιστή +η καρδιά, και του φιλεί τα παγωμένα χείλη. + +Έπειτα φεύγει και γω στέκω μόνος με το σκέπασμα, που, όπως της έταξα, +πρέπει να το καρφώσω μόνος. Βιδώνω, βιδώνω κι ο κρότος της σμίλης +απάνω στις βίδες που τρυπούν το ξύλο, αχεί διαπεραστικά και μου +φαίνεται σα να έτριζα ο ίδιος εγώ τα δόντια από τον πόνο. + +Όταν όμως τελειώνω, δεν αιστάνουμαι πόνο πια. Είναι σα να μου είχε +νεκρώσει η αγωνία του τελευταίου καιρού κάθε ικανότητα να +αιστάνουμαι, όπου κι αν κοιτάζω το βλέμμα μου απαντά παντού μόνο +άνθη. + +Βγαίνω όξω στη βεράντα κ' η μυρουδιά, που χύνει το αγιόκλημα, με +χτυπά από το σκοτάδι στο πρόσωπο, η ίδια μυρουδιά που είτανε +σκορπισμένη γύρω μου την ώρα που αιστανόμουνα να με σφίγγουνε τα +δάχτυλα του παιδιού μου μ' όλη τη δύναμη του θανάτου. Όλα σβήσανε +μέσα μου, όλα περάσανε. Συλλογίζουμαι κείνη που μόλις βγήκε αποδώ κι +όλα όσα μέλλουνε να γίνουν. Αιστάνουμαι πως δε θα λάβω ποτέ καιρό να +θρηνήσω όπως ήθελα το μικρό αγόρι μου με ταγγελικά μάτια κι +ολομόναχος γονατίζω εμπρός στην κάσα του, εγώ, που δε γνωρίζω μπροστά +σε ποιόνε γονατίζω και σε ποιον προσεύχουμαι. + +Μα όξω στο νεκροταφείο είναι ένα μικρό μνήμα. Είναι καμωμένο σαν +κήπος με φράχτη από πυξάρι, με μια τριανταφυλλιά και μια ραχούλα +νωποχλοϊσμένη και σκεπασμένη με πυκνούς πυκνούς πανσέδες στην κορφή. +Είναι διαφορετικό απ' όλα τάλλα μνήματα κι απάνωθέ του πρασινίζει μια +φλαμουριά ερημική. + +Απάνω στη ραχούλα είναι μια πέτρα και στην πέτρα είναι γραμμένα τα +λόγια: « Ο μικρός μας Σβεν.» + +Εκεί κοιμάται η ευτυχία μας, που μια φορά είτανε μεγαλήτερη από την +ευτυχία άλλων. Εκεί κάτω από το χώμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της +γυναικός μου, δεμένη με μαγικά δεσμά και καμιά αγάπη δεν μπορεί να +την ξαναφέρη πάλι απάνω στη γις. + + + +ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ + Έχουμε αιώνια μόνο το χαμένο + Ένρικ Ίψεν + + + +1 + +Τίποτες απ' όσα περίμενα και φοβόμουνα δεν άργησε ναρθή. Η μόνη +διαφορά είτανε πως ενώ η δυστυχία μεγάλωνε πάντα, εγώ δεν ήθελα να +την πιστεύω, αν και την προαιστανόμουνα και γνώριζα πως θαρθή. Γιατί +εμείς οι άνθρωποι το γνωρίζουμε πως θαρθή ο πόνος. Μόνο με ποια μορφή +θαρθή δεν το γνωρίζουμε ποτέ. + +Το πρώτο που αιστάνθηκα κ' εννόησα με τρόμο ανέκφραστο, όταν περάσανε +τουλάχιστο τόσες μέρες, ώστε να μπορέσω να συνέρθω και να σκεφτώ όσα +γίνανε, είτανε πως η γυναίκα μου δεν είχε μιλήσει ποτέ τόσο μέσα από +την ψυχή της, όσο την ώρα που κάθησε μπρος μου στην κάμαρά μου και +μου είπε πως είχε γεννηθεί για κακό και πως τώρα, που χάθηκε ο Σβεν, +ζει μόνο για να πεθάνη. Πάντα ξαναέλεγα τα λόγια της, πάντα τάκουγα +ναντηχούνε σταυτιά μου κι όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο +περσότερο βεβαιωνόμουν πως πάλευε αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και +της αγάπης της σε με και τα παιδιά, που της πρόσταζε να ζήση. Ωστόσο +εκείνα που μου είπε για την αγάπη της σε μας αρχίσανε λίγο λίγο να +διώχνουνε μέσα στη σκέψη μου όλα τάλλα, που μαρτυρούσανε τον πόθο να +πεθάνη, έναν πόθο που της είχε καταντήσει σχεδόν απόφαση. Την έβλεπα +ναγωνίζεται μεταξύ εκείνου, που αιστανότανε για μας τους τρεις, που +ζούσαμε ακόμα, και του θολού πόθου, που την έσερνε σε κείνον που +χάθηκε. Είμαστε όλοι ένα σύνολο γι' αυτή κι από αυτού πήγαζε ο πόνος +της· αιστανότανε πως δε θα μπορούσε να φιλιώση ποτέ τις αντίμαχες +δύναμες, που παλεύανε για την ψυχή της. + +Τα έβλεπα όλα αυτά. Τα έβλεπα όλον τον καιρό που βάσταξε ένα ταξίδι, +που σχεδόν τη βίασα να κάμουμε, για να τη φέρω έξω στον ήλιο και στη +θάλασσα και να της δώσω νέες εντύπωσες από τη ζωή. Δε θα λησμονήσω +ποτέ αυτό το ταξίδι. Δε θα λησμονήσω ποτέ την απελπισιά, που με +κυρίεψε, όταν κάθε βδομάδα που περνούσε παρατηρούσα ολοένα καθαρότερα +πως όλα όσα έβλεπε γλυστρούσαν εμπρός της, σα να μην είτανε πραματικά +γι' αυτή. Μου έκρυβε πολλά, μου έκρυβε ακόμα και τα δάκρυά της κ' +εννόησα πως το έκανε γιατί είδε πως ζούσα μόνο με την ελπίδα να την +ξαναφέρω στη ζωή κ' ήθελε να κρατήσω όσο το δυνατό περσότερο την +ελπίδα αυτή. Το εννόησα αυτό ένα βράδι, που καθόμαστε σε μια βεράντα +και κοιτάζαμε τα νορβηγικά φιόρδ και τα βραχόβουνα. Η Έλσα τα κοίταζε +όλα πολλή ώρα, έπειτα έκλεισε τα μάτια εμπρός στην αγαπημένη της +εικόνα και μου είπε: + + — Γιώργο, γιατί με φέρνεις να δω όλα αυτά; Έπειτα άρχισε να κλαίη +σιγά, μα προσπάθησε πάλι να κρατήση τα δάκρυα και γύρισε και με +κοίταξε. + + — Γιατί κάνεις τόσα πολλά για με; Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου; +Καλήτερα θα είτανε να μ' άφινες να τραβήξω το δικό μου δρόμο. + +Αιστάνθηκα πως είχα μπρος μου έναν πόνο, που δεν μπορούσε να μετρηθή +ή να ζυγιστή. Αιστάνθηκα μετάνοια γιατί ήθελα να τη βγάλω έξω από τον +πόνο και γιατί την άφησα να το παρατηρήση. Και τη στιγμή αυτή μου +φάνηκε μικρό κι ανάξιο να δοκιμάσω να οδηγήσω ή να επηρρεάσω τη θλίψη +της. Την έσυρα μόνο κοντά μου κ' είπα: + + — Κλάψε κοντά μου! Κλάψε όσο θέλης! Μη βιάζης τον εαυτό σου! +Νομίζεις πως και γω δε λυπούμαι όσο και συ; + +Τα δάκρυα της πλημμυρίσανε τα μάτια κι όμως το πρόσωπό της, που +είτανε γυρισμένο σε μένα, έλαμπε τόσο από χαρά, σα να της ήρθε η +μεγαλήτερη ευτυχία. + + — Αλήθεια; είπε. + +Με συγκίνησε τόσο το πως η γυναίκα μου πίστευε πως είχα λησμονήσει ή +είμουνα στο δρόμο να λησμονήσω, ώστε ο πόνος μου ξέσπασε και δεν +άκουγα και δεν έβλεπα άλλο τίποτε παρά εκείνο που αιστανόμουνα ο +ίδιος και κείνο που με βασάνιζε. Της διηγήθηκα πόσο άχαρο μου +φαίνεται τώρα το σπίτι μας, από τότε που έλειψε ο Σβεν. Της είπα τι +φόβο είχα να ξαναγυρίσω εκεί και ναρχίσω την καθημερινή εργασία τώρα +που ήξερα πως η κρυστάλλινη φωνή του δε θα με προσδεχότανε και δε θα +κρυβότανε ο μικρός να με περιμένη να γυρίσω. Όλα αυτά της τα είπα κ' +αιστάνθηκα πόσο ησυχότερη έγινε κει που ακκουμπούσε στο στήθος μου. +Είμουνα ευτυχισμένος με τη συναίστηση πως μπορούσαμε ακόμα να +αιστανόμαστε απαράλλαχτα κ' οι δυο. Μα ένοιωσα κιόλας πως ο φόβος που +είχε, πως δε μοιράζουμαι τον πόνο της όσο ήθελε, ερχότανε από την +ιδέα που είχε πως όλα όσα έκανα, όλα όσα στοχαζόμουν κ' έλεγα +γινόντανε μόνο και μόνο για να την ξαναφέρω στη ζωή. + +Αυτά στοχαζόμουνα τώρα. Μα έπειτα από κείνο το βράδι, καθώς το +παρατήρησα καλά ο ίδιος, άλλαξε ο τρόπος μου προς τη γυναίκα μου. +Έγινα υπομονετικός και δεν περίμενα να γυρίση τόσο γλήγορα τους +στοχασμούς της από κείνον, που χάθηκε, σε μας, που μας είχε ακόμα. +Έτσι μου έδειχνε περσότερη εμπιστοσύνη κ' έγινε ειλικρινέστερη μαζί +μου. Το ταξίδι όμως γλυστρούσε σιμά μας, σα να είτανε μόνο φανταστικά +όλα όσα βλέπαμε. Απαντήσαμε φίλους, μα καμιά συμπάθεια δεν κατώρθωσε +να γεννήση στη γυναίκα μου άλλο αίστημα, παρά μόνο ευγνωμοσύνη· οι +άνθρωποι γλυστρούσανε κοντά μας, σα να στεκόμαστε μέσα σε κάποια +σύνορα, που δεν μπορούσε να τα περάση κανείς. + +Και την ησυχία, που είτανε δυνατό να βρούμε, τη βρήκαμε μόνο ένα +βράδι, που μεταφερθήκαμε στο νέο σπίτι μας, στη Στοκχόλμη. Την αλλαγή +αυτή τη σκεδιάσαμε όταν ακόμα δεν υποψιαζόμαστε πως μπορούσε να συμβή +ό,τι μας συνέβηκε τώρα, και πατήσαμε το καινούριο σπίτι μας μ' ένα +αίστημα φόβου για το χειμώνα, που έφτανε. + +Ωστόσο γνωρίσαμε δω τις πρώτες μέρες της ανακούφισης και της γαλήνης +μέσα στον πόνο. Μετανοιώσαμε χίλιες φορές που κάμαμε το ταξίδι και +σύραμε μαζί τον πόνο μας για να τον δείξουμε στον ξένον κόσμο. + +2 + +Στο νεκροταφείο είναι μια μικρή πέτρα με την επιγραφή «Ο μικρός μας +Σβεν». Είναι στημένη στο μικρό ύψωμα κάτω από μια φλαμουριά, που τα +φύλλα της είναι τώρα μαδημένα. Πλάι στον κορμό της φλαμουριάς είναι +ένα κάθισμα και στο κάθισμα κάθεται μια ολομόναχη, μαυροντυμένη +γυναίκα με μακρύν πέπλο, όπως μιας χήρας. Κάθεται πολλή ώρα εκεί και +κάτω από το χινοπωριάτικο φως μιλεί με κάποιον, που δεν τον βλέπει +κανείς. + +Λέει του αμαξά, που στέκει κοντά στο μνήμα, να φύγη κι αυτή σκύβει +και μαζεύει στο μαντήλι της χώμα από τον τάφο. Έπειτα βγάζει από μια +μικρή τσάντα ένα κομάτι μαύρο μεταξωτό παννί, βελόνα, κλωστή και +ψαλλίδι. Κόβει το παννί και ράβει ένα μικρό σακκουλάκι. Το γεμίζει +χώμα, κολλά σ' αυτό τα χείλη της κ' έπειτα κλείνει με ραφή το +σακκουλάκι. Τη ραφή την κάνει τόσο σφιχτή, που να μην μπορή να φύγη +ούτε σπειρί από το χώμα, και στις άκρες στεριώνει ένα κορδόνι. Έπειτα +μαζεύει πάλι τα πράματά της και κάθεται πολλή ώρα εκεί με το μαύρο +φυλαχτό στο χέρι και συλλογίζεται πως τώρα είναι αφιερωμένη σε κείνον +που κοιμάται στο μνήμα. + +Έπειτα γονατίζει κάτω από τάφυλλα κλαδιά της φλαμουριάς και φιλεί την +πέτρα, όπου είναι γραμμένο τόνομα του αγαπημένου της. Ήσυχα κ' +επίσημα, σα να έκανε κάποια ιερουργία μπροστά σε πολλούς ανθρώπους, +περνά το κορδόνι στο λαιμό, ανοίγει το φόρεμά της και βάζει κοντά στο +στήθος της το ιερό χώμα. + +Όλην την ώρα το πρόσωπό της είναι σοβαρό, μα κ' ευτυχισμένο και +φωτεινό και πρι να σηκωθή, φιλεί το χώμα κάτω από τα πόδια της κ' +έπειτα στέκει και ρίχνει μια ματιά στο μνήμα. Ολάκερο δάσος από φυτά +ανθεί σε γλάστρες γύρω στο μνήμα και νωπά λουλούδια είναι απάνω στο +ύψωμα. Κανένα άλλο μνήμα δεν είναι τόσο ωραίο, τόσο περιποιημένο, +τόσο πλούσια στολισμένο ίσια ίσια τώρα που ο χινοπωριάτικος άνεμος +συνταράζει τα δέντρα. + +Γελά τότε από χαρά και ξαναμιλεί σιγά και γκαρδικά σε κάποιον, που +δεν τονέ βλέπει κανείς. Έπειτα πηγαίνει στο αμάξι, που περιμένει στην +πύλη του νεκροταφείου, και γυρίζει μ' αυτό στο σπίτι. + +Μα όταν μπαίνη μέσα, έρχεται ίσια σε με, βγάζει το φυλαχτό και μου +λέει τι έχει μέσα. Έπειτα μου το φέρνει εμπρός στο στόμα και με +παρακαλεί να το φιλήσω. Το κάνω για να μην της ταράξω τη χαρά και μ' +ένα ευτυχισμένο χαμόγελο το ξανακρύβει στο στήθος της ενώ λέει: + + — Αν ήξερες πόσο είμαι ευτυχισμένη όταν είμαι έξω κοντά στο Σβεν, δε +θα σε πείραζε που πηγαίνω τόσο συχνά. Είμαι για πολλές μέρες ήσυχη, +όταν πηγαίνω σε κείνον. + +Έπειτα φεύγει πάλι και μ' αφίνει μόνον. Κι όταν ύστερ' από λίγες ώρες +σηκώνουμαι από την εργασία μου και πηγαίνω να τη βρω, είναι μπροστά +στο μικρό κομμό του Σβεν κ' έχει στα χέρια της τα πράματα που μια +φορά είτανε δικά του. + + +3 + +Έτσι γυρίζουν πάντα οι στοχασμοί της σε κείνον που είναι νεκρός και +δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να την εμποδίση. Λέει πως θα πάη κοντά +του γλήγορα και το λέει μ' έναν τόσο ήσυχο, εμπιστευτικό, στοχαστικό +τόνο, σα να είτανε και για τους άλλους το φυσικότερο πράμα του +κόσμου, όπως είναι γι' αυτή. + +Κάποτε προσθέτει: + + — Ήθελα μόνο να ζούσα, όσο να μεγαλώσουνε λιγάκι ακόμα τα παιδιά και +να μη με χρειάζουνται πια. + +Έπειτα παίρνει το πρόσωπό της μιαν απελπισμένη έκφραση, σα να ήξερε +καλά πως αυτός ο πόθος είναι κατιτί περσότερο παρότι μπορεί να ελπίζη +ή να ποθή και το μέτωπό της κάνει μια βαθειά δίπλα ανάμεσα στα μάτια, +σα να της προξενούσαν πόνο οι στοχασμοί της. Αιστάνεται πως πρέπει να +διαλέξη ανάμεσα θανάτου και ζωής, τουλάχιστο στους πόθους της και δεν +το μπορεί. Γι' αυτό θέλει να ζήση ένα διάστημα για χάρη αυτών που +ζούνε κ' έπειτα να πεθάνη και να μείνη με κείνον, που αιστάνεται πως +του ανήκει. Γυρεύει ένα συμβιβασμό αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και +της ανάγκης να ζήση και σα να τα φοβάται και τα δυο, γιατί και τα δυο +παλεύουνε να κυριαρχήσουν την ψυχή της και τα δυο την τυραννούν +ατέλειωτα, καθένα με τον τρόπο του. + + — Θυμάσαι, λέει, που σου είπα πως δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη ζωή +έπειτ' από αυτή; Εσύ μ' έκαμες να το πιστεύω. + +Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει ενώ το λέει κ' η φωνή της έχει έναν τόνο +οργής που με θλίβει. + +Το παρατηρεί και για να μ' εξιλεώση πιάνει το χέρι μου, ενώ +ξακολουθεί: + + — Τώρα πιστεύω πως υπάρχει και τώρα γνωρίζω πως μπορεί κανείς +ναρχίση να ζη μια τέτοια ζωή εδώ στη γις. Χρειάζεται μόνο να χάση +κάποιον, που μαζί του είναι τόσο σφιχτά δεμένος, ώστε να έχη το +συναίστημα πως πήρε και τη δική του ψυχή μαζί. Σχεδόν κάθε βράδι +έρχεται και με βρίσκει ο Σβεν. Δεν έρχεται όταν το θέλω ή όταν τον +παρακαλώ ναρθή. Δεν έρχεται όταν κλαίω, όταν τον λαχταρώ και του +απλώνω τα χέρια και φωνάζω τόνομά του. Όταν δεν τον υποψιάζουμαι, +τότε τον βλέπω καθισμένον κοντά μου. Κι όταν είμαι ήσυχη τότε και +χαρούμενη, μου χαμογελά και φαίνεται ευτυχισμένος. Με κοιτάζει, όπως +με κοίταζε όταν ζούσε, και πριν προφτάσω να στοχαστώ χάνεται πάλι. +Ωστόσο είμαι ευτυχισμένη. Γιατί γνωρίζω πως είτανε κοντά μου. Έρχεται +συχνά όταν εσύ κοιμάσαι και γω μένω άυπνη. Κάποτε λέω να σε ξυπνήσω. +Μα δε τολμώ. Γιατί φοβούμαι πως αν ξυπνήσης, θα χαθή. Και τότε μπορεί +να μην πιστέψης εκείνο που βλέπω. + +Με κοίταζε όλην την ώρα φοβισμένη, σα να νόμιζε πως θα της +αντιλογήσω. Μα δεν το κάνω ποτέ. Δεν το γνωρίζω κιόλας ο ίδιος τι +πιστεύω. + +Έχω πάθει τόσο φοβερούς κλονισμούς, που δεν τολμώ να πω τι είναι +πραγματικότητα και τι φαινόμενο στην πείρα των άλλων. Μήπως το +γνωρίζω τουλάχιστο μονάχα στη δική μου; Μήπως γνωρίζω πως είναι +πραγματικότητα μονάχα εκείνο, που φτάνω με το λογικό μου; Είναι +αποκλεισμένο να υπάρχη μια πραγματικότητα, που δεν μπορεί να τη φτάση +κανείς μόνο με το αίστημα ή, — γιατί όχι — και με τη φαντασία ακόμα; +Μου φαίνεται, πως θα είτανε το ίδιο σα να κολόβωνα τον εαυτό μου αν +ταπείνωνα το αίστημά μου και τη φαντασία μου τόσο, ώστε να πω πως +υπάρχουνε μονάχα για να είναι υποταγμένα στο λογικό. Στη σκέψη μου +μού φαίνεται το ίδιο σα να ήθελα να κάμω το μάτι ναρνηθή το σωματικό +πόνο, γιατί δεν τον βλέπει, ή το αυτί να μην παραδεχτή το αίστημα της +γεύσης, γιατί δεν είναι δυνατό να το ακούση. Κι όσο κι αν γνωρίζω +καλά τα επιχειρήματα, που μπορούνε ναντιταχτούνε σ' έναν τέτοιον +τρόπο σκέψης, μου είναι αδύνατο να τα δεχτώ στην περίσταση αυτή. Ούτε +πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω. Μένω σα να πούμε καρτερώντας με αγωνία πως +μια μέρα θα μπορέσω να φωτιστώ για ό,τι δε γνωρίζω. + +Και μ' αυτό βλασταίνει μέσα μου μια σκέψη, που ρίζωσε τη στιγμή που +γνώριζα πως θα πεθάνη το παιδί μου. Εννοώ πως ό,τι κι αν είναι αυτό, +πραγματικότητα είτε φαντασία, μια μέρα θα μου πάρη τη γυναίκα μου. +Είναι τόσο στενά δεμένη με τη ζωή μου, που δεν μπορώ να κάμω χωρίς +αυτή. Ενάντια στην ευτυχία μου, που τηνέ νόμιζα μια φορά τόσο δυνατή, +ώστε να κοιτάζω, σαν από ψηλά, κάτω την ευτυχία των άλλων, ορθώνεται +μια δύναμη, που είναι η μοίρα όλων όσοι ζούνε. Ο θάνατος στέκει +μπροστά μου, όπως έστεκε μια φορά μπροστά στο Σβεν στην εικόνα, που +ήθελε να του τη διηγούνται σαν παραμύθι. Το κουδούνι σημαίνει και +κείνος, που πρέπει να φύγη αποδώ, ακούει τόνομά του κι όποιος πάλι +δεν το ακούει οφείλει να μείνη. Η διαφορά είναι μόνο πως εγώ βλέπω το +θάνατο από μακριά, πολύ πριν πλησιάση, γνωρίζω πως θα σημάνη το +κουδούνι και πως εκείνη που θα καλέση, θα φύγη με χαρά. + +Μα δε θέλω να καταραστώ άνεργος τη δύναμη του θανάτου. Μέσα μου +μεγαλώνει ένας πόθος δυνατότερος παρότι το συναιστάνουμαι. Είναι ο +ίδιος πόθος που έκαμε τη γυναίκα μου να φωνάξη, άμα βεβαιώθηκε πως θα +πεθάνη το παιδί της: «Δεν πρέπει να πεθάνη. Το ξέρω πως δε θα +πεθάνη.» Με τον ίδιον τρόπο λέω τώρα και γω στον εαυτό μου: «Δε θέλω +να τη χάσω. Πρέπει να ζήση στο πείσμα όλων.» Δε βλέπω πως προσπαθώ το +αδύνατο. Η κρίση, που ξύπνησε αμέσως τότε όταν είτανε γι' αυτή, +κοιμάται τώρα που είναι για με το ζήτημα, θέλω να πολεμήσω με το +θάνατο για να βαστάξω την ευτυχία της και τη δική μου, έτσι όπως +ανθούσε μια φορά, όχι τότε που μας χαμογελούσε η ζωή, μα τουλάχιστο +τότε που δοκιμάσαμε την τιμωρία της κι ωστόσο νομίζαμε πως μπορούσε +να μας χαμογελάση. Ήθελα να κάμω το καθετί για να την ξανακερδίσω. +Σαν τον Ορφέα ήθελα να κατεβώ στον Άδη, να τη βιάσω με την αγάπη μου +να ξαναγυρίση, κι αν με ακολουθούσε, δε θα έστρηβα βέβαια να κοιτάξω +πίσω τις σκιές. + +Αυτό εύχουμαι μέσα μου και δεν περιμένω γλήγορα την αμοιβή. +Απεναντίας ετοιμάζουμαι για μια μακρή, σκληρή δοκιμασία και γνωρίζω +από πριν πως το πρώτο, που πρέπει να μάθω, είναι η τέχνη να προσμένω. + +Έχω όμως τόση βεβαιότητα στην πίστη μου, ώστε χαμογελώ μέσα μου όταν +την ακούω να μιλή για το θάνατο. Μπορώ να την ακούω να λέη πως ποθεί +να φύγη και μπορώ να αιστάνουμαι το χάδεμά της, άμα με παρακαλεί να +τη συχωρέσω. Τότε απολαβαίνω το χάδεμα και λησμονώ τα λόγια της. Έχω +μια μεγάλη, απέραντη βεβαιότητα πως η νίκη είναι τελειωτικά δική μου +κι όχι εκείνου, που κοιμάται στη γις. Τον παίρνω σύμμαχο στους +στοχασμούς μου, της λέω μάλιστα ακολουθώντας τη σειρά των δικών της +στοχασμών, πως έχει υποχρέωση να ζήση, γιατί το θέλει ο Σβεν, γιατί +μου το ψιθύρισε εκεί που κοιμόμουνα. + +Μ' ακούει με ξαφνισμένα, αστραφτερά μάτια κ' έπειτα από πολύν καιρό — +τόσο πολύ που δεν μπορώ πια να θυμηθώ τι είπα — μου διηγιέται πως ο +Σβεν κάθησε στο κρεββάτι της, ντυμένος το καινούριο άσπρο του φόρεμα +με τη γαλάζια κορδέλα, και της είπε: + + — Μαμά, δεν πρέπει να κλαις τόσο πολύ για μένα. Με πονεί το κεφάλι +όταν κλαις. + +Ακούω αυτά τα λόγια και τα παίρνω σαν έναν καλό οιωνό. Με μεγαλήτερη +τώρα ελπίδα παρά ποτέ ονειρεύουμαι ένα μέλλον, όπου το νεκρό παιδί +μας γίνεται ένας δεσμός γερότερος, παρότι είταν όταν ζούσε, και +θυμούμαι με δάκρυα στα μάτια τα λόγια, που μου είχε διδάξει εκείνη +μια φορά: + +Να γεράσουμε μαζί. + +4 + +Ο αγώνας αυτός που άρχισα δεν είταν τίποτε λιγότερο παρά μια πάλη με +το θάνατο κι ο κατοπινός καιρός ένα ατέλειωτο συνάλλασμα μεταξύ της +σκοτεινότερης απελπισιάς και της φωτεινότερης ελπίδας. Φυσικά, το +δυσκολώτερο σε μια τέτοια περίσταση είναι να περιμένη κανένας ήσυχος +ό,τι έχει να γίνη και να τα παρατά όλα στον καιρό με υπομονή, ενώ +ταυτόχρονα πιστεύει πως καθετί που γίνεται φέρνει σιμότερα τη νύχτα, +που ελπίζει πως θα μπορέση να την κρατήση μακριά. Με πόση προσοχή +παρατηρούσα τη γυναίκα μου την εποχή αυτή! Πώς την παρακολουθούσα +στις εκδρομές της στο νεκροταφείο! Και πώς χαιρόμουνα όταν την +έβλεπα να μαζεύη φαιδρή κ' ήσυχη τα παιδιά γύρω της, να τους +διηγιέται και να τους διαβάζη, έτσι όπως μονάχα αυτή μπορούσε να το +κάνη! Κ' οι φωνές τους αντηχούσανε χαρωπές όλες μαζί, όταν εκείνο +που τους διάβαζε έδινε αφορμή σε αστεία σχόλια. Και πώς πάλι +παραμόνευα στο τραπέζι, ή στη βραδινή μας συνάθροιση κάτω από το φως +της λάμπας, εκείνη τη βιασμένη, την αφαιρεμένη έκφραση στο πρόσωπο +της γυναικός μου, που ερχότανε σα σύννεφο και μας έκανε όλους +βουβούς. + +Είτανε τότε σα να έφευγε η ψυχή της από μας και μας άφηνε μόνους. Τα +παιδιά αλλάζανε μαζί μου ματιές, που λέγανε καθαρά πως το +αιστανόντανε κι αυτά όπως και γω, όσο τους το συχωρούσε η ηλικία, +ματιές που μαρτυρούσανε πως υποφέρανε το ίδιο, αν και τους είταν +αυτών ευκολότερο να διασκεδάζουνε τους στοχασμούς τους. Ο Σβάντε +σηκωνότανε και χάδευε τη μαμά και δεν ένοιωθε τον εαυτό του +πειραγμένον, που δεν κατώρθωνε να ξεσυννεφιάση το βλέμμα της. Έπειτα +ερχότανε σε μένα κ' έλεγε: + + — Πόσο λυπούμαι τη μαμά. + +Ο Ούλοφ έμενε ησυχότερος και προσπαθούσε να μιλή μαζί μου, σα να +είταν όλα όπως έπρεπε να είναι. Όμως τα μάτια του παρακολουθούσαν τη +μητέρα κι όταν εκείνη έβγαινε όξω για να είναι μόνη, όπως το έκανε +συχνά, όταν αιστανότανε πως δεν μπορούσε να μας κοιτάζη περσότερο και +να μας μιλή, τότε ο Ούλοφ συνήθιζε να πηγαίνη σιγά στην πόρτα και να +στέκη ώρα εκεί και νακροάζεται. Αν η σιωπή βαστούσε παραπολύ, τότε +έμπαινε μέσα σιγά σιγά κι αν πάλι η μητέρα δεν τον ήθελε, τότε γύριζε +σιωπηλός και καθότανε με υπομονετική φυσιογνωμία, σα να ήξερε πως δεν +έπρεπε να ταπαιτή όλα μεμιάς. + +Κι όταν σε τέτοιες στιγμές καθόμαστε μόνοι μας οι τρεις, +συλλογιζόμαστε όλοι εκείνο που γινότανε πίσω από την κλεισμένη πόρτα, +όπου η γυναίκα μου πάλευε να φτάση όλο και σιμότερα στα σύνορα, που +τελειώνει η ζωή. + + — Ξέρετε από τι υποφέρει η μαμά; είπα μια μέρα. + +Ο Ούλοφ κοίταξε αλλού, χωρίς να μιλήση, ο Σβάντε όμως απάντησε: + + — Ναι. + +Δε χρειαζότανε κιόλας να ρωτήσω. Γιατί ήξερα πως τους είχε +προετοιμάσει αυτή για ό,τι είχε να γίνη. + +5 + +Το βράδι, όταν έμενα μόνος, κάθιζα συχνά κ' έγραφα, για να διασκεδάζω +τους στοχασμούς μου ή έτσι για να κάνω κάτι. Έγραφα ένα είδος +ημερολόγιο, που το φύλαγα στο βάθος ενός συρταριού για να μην πέση +τυχαία στα χέρια της Έλσας. + +Τώρα το ξαναδιάβασα κι ό,τι είναι κει γραμένο μου φαίνεται σα να +γράφηκε δω και πολύν καιρό. Μόλις μπορώ να πιστέψω πως δεν περάσανε +από τότε ούτε δυο χρόνια. Μα εκεί που το διαβάζω τώρα, ζωντανεύουν +όλα όσα γίνανε κ' αιστάνουμαι πάλι τα μαρτύρια της φοβερής αυταπάτης, +που με συντηρούσε τότε. + + + +ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ + + + +4 τον Σεπτέμβρη + +Κάθουμαι δω και συλλογίζουμαι το μικρό Σβεν. Όλα είναι σιωπηλά γύρω +μου και νομίζω πως τον βλέπω, όπως τις τελευταίες μέρες που είταν +ορθός ακόμα, να περπατά στους δρόμους του κήπου κρατώντας με το +μικρό, τρυφερό του χέρι το δικό μου και να μιλή αδιάκοπα, ενώ με +κοίταζε με τα στοχαστικά παιδικά μάτια του. Και καθώς βυθίζουμαι στην +ανάμνηση αυτή, η απελπισία πως δε θα τον ξαναδώ ποτέ μου είναι όσο δε +λέγεται πικρή. Γιατί αυτός είτανε χωρίς να το υποψιάζεται το κέντρο +του σπιτιού. Είταν αυτός, που έτρεχε σε μας τους τέσσερους μεγάλους +και γέμιζε το σπίτι με τα κελαδήματά του, όταν ερχόμαστε. Γύρω σ' +αυτόν μαζευόμαστε με την παραμικρότερη αφορμή για νακούσουμε με χαρά +τι έλεγε. Τώρα ο πατέρας του πρέπει να προσπαθή να γίνεται σκληρός +στην ανάμνηση, για να μην αφήση τον εαυτό του να κυριευτή από την +απογοήτεψη και να συγκρατήση κι όλους τους άλλους. Δεν του +επιτρέπεται ούτε και να συλλογίζεται πολύ. Ούτε ακόμα και να +θλίβεται. Γιατί τότε θα ναυαγούσαν όλα. + +Ήρθε μόνο για να πάρη τη μητέρα του και ναφήση στη θλίψη εμάς τους +άλλους; Ή ήρθε μόνο για να φύγη, τόσο ήσυχα κι ωραία όπως έφυγε, και +να μας διδάξη όλους με το θάνατό του τη μεγάλη τέχνη της ζωής; + +16 τον Οχτώβρη + +Τα συλλογίστηκα όλα και τα είδα όλα και γνωρίζω πού γύρω γυρνά η +πάλη. Είδα μέρα με την ημέρα πως όλα χειροτερέψανε. Και δεν είναι +χαρά το να βλέπη κανείς καθαρά. Είναι πόνος. Τον καιρό αυτό μπόρεσα +να παρακολουθήσω κάθε λεπτομέρεια κ' ένας λόγος ή ένα βλέμμα είχαν τη +δύναμη να με κάμουν να τρέμω ίσια με το βάθος της ψυχής μου, γιατί +γνώριζα τι σημασία είχαν. Την είδα να λιώνη εμπρός μου και μπρος στα +παιδιά και να μιλή με κάτι αόρατο. Έπρεπε να τεντώσω όσο μπορούσα πιο +πολύ κάθε μου νεύρο για να πάρω με βία από τα μάτια της το βλέμμα, +που έδειχνε πως ήρθε στη συναίστηση πως δεν είτανε μόνη. Την είδα να +τα αιστανθή και να τα νοιώση όλα μόνη της, να προαιστανθή και να +γνωρίση τι παραμόνευε μέσα της. Έπεσε μπρος μου τρομαγμένη και με +παρακάλεσε να μην την αφήσω να φύγη — μα να έχω ακόμα λίγη υπομονή. + +Υποφέρω φοβερά να παρακολουθώ τον αγώνα της κι ωστόσο γνωρίζω πως +αυτό, που μου έγινε τώρα μαρτύριο, είναι μόνο μια άλλη όψη από τις +ίδιες ιδιότητες μιας πλούσιας και δυνατής φύσης, που τα κύματά της +φουσκώνουν όπως της θάλασσας — από τις ίδιες ιδιότητες, που μου +χαρίσανε μια φορά όλη την ευτυχία και την αγαλλίαση του κόσμου. + +30 του Οχτώβρη + +Η φοβερή αγωνία αρχίζει να περνά κ' η γυναίκα μου αιστάνεται τον +εαυτό της καλήτερα μέρα με την ημέρα. Έπειτα από τη σκοτεινιά του +χειμώνα θα μακρύνουν οι μέρες κ' οι ώρες θα γίνουνε φωτεινότερες. + +8 του Δεκέμβρη + +Είναι καιρός που δεν άγγιξα το ημερολόγιό μου. Μα ο λόγος είναι πως +εργαζόμουνα. Έγραψα ένα θεατρικό έργο. Μέσα σε διόρθωσες κ' εργασία +κάθε λογής, μέσα στις συχνές αδιαθεσίες της γυναικός μου και σε μια +νευρικότητα, που έκαμε όλο το είναι μου να φαίνεται σα μια χορδή +τεντωμένη, σηκωνόμουνα πρωί κ' έκλεβα τον καιρό κ' έγραφα. Τη νύχτα +καθόμουνα ως τις δυο. Έκοβα την εργασία και πήγαινα έξω και δειπνούσα +για νακούω θόρυβο και να βλέπω ανθρώπους, για να βρίσκουμαι μέσα σε +μια ζωή όλη πυρετό, να την αιστάνουμαι να βουίζη γύρω μου και να μου +καίη τα μηλίγγια. + +Το έργο τέλειωσε όμως κ' αιστάνουμαι μόνο μια μεγάλη κούραση. Εκείνο +που ζητώ τώρα δεν είναι ούτε δόξα ούτε ποιητική χαρά. Έχω το +συναίστημα πως ο νους μου ζει μόνο σε βάρος του άλλου μου κορμιού. +Ναι, είναι κρίμα πως η μέρα έχει μόνο εικοσιτέσσερες ώρες, άμα θέλη +κανείς να κατορθώση το αδύνατο. + +17 του Δεκέμβρη + +Μου φαίνεται πως, χωρίς να το γνωρίζω καθαρά, όλα όσα έζησα και ζω, +ό,τι είμουνα κ' είμαι, τραβούνε μ' έναν παράξενον τρόπο προς ένα +τέλος, δίχως εγώ να μπορώ να κινήσω ούτε το δάχτυλο. Στο μεταξύ ζω τη +συνηθισμένη μου ζωή και δεν πιστεύω πως με βρίσκει κανένας +αλλαγμένον. Άμα βγαίνω έξω κι απαντώ κόσμο είμαι φαιδρός, παραπολύ +φαιδρός μάλιστα. Γιατί αυτό ανακουφίζει. + +Μέσα στο σπίτι όμως ζω την πραγματική μου ζωή. Κι αδιάκοπα έχω το +συναίστημα σα να γλυστρά απάνω σ' αυτή και σε μένα κάτι από κείνο, +που μια φορά σε μιαν όλωςδιόλου διαφορετική περίσταση το είπα πως +είναι « μεγαλήτερο από ευτυχία και δυστυχία», κάτι από κείνο που δεν +έχει όνομα. + +Το κέντρο σε όλα αυτά είναι φυσικά η γυναίκα μου. Αν βαδίζη προς την +υγεία ή προς το χαμό, δεν το γνωρίζω. Αυτό μου φαίνεται τώρα πως +είναι κατιτίς, όπου δεν μπορώ να κάμω τίποτε. Κάποτε μου φαίνεται σα +να στέκω έξω, σα να μην έχω κανένα μέρος σ' αυτό και να μην μπορώ να +το φτάσω ποτέ. Και σ' όλα αυτά δεν υπάρχει καμμιά έξαψη, μα μόνο ένας +καρτερικός πόθος, που είναι δίχως χρώμα. + +25 του Γεννάρη + +Η γυναίκα μου κάθησε σήμερα στο πιάνο. Δε θέλει βέβαια να τραγουδήση +ακόμα, ωστόσο άκουσα μουσική στο σπίτι μου κ' οι αλλοτινές μελωδίες +δώσανε στο πνεύμα μας μια νέα φωτεινότερη διάθεση. Γενικά τον +τελευταίον καιρό την κυρίεψε κάτι νέο, κάτι που τάζει περσότερα από +το πρωτητερινό. Ξύπνησε στη ζωή και φέρνεται μαζί μας, όπως μια φορά. +Ίσως όχι όλωςδιόλου το ίδιο όπως μια φορά, όμως αιστάνουμαι πως +έρχεται κάθε μέρα πάντα πιο κοντά μας. Κάποτε πιστεύω εκείνο που +λέει, πως δηλαδή όλο αυτό έρχεται από το πως γνωρίζει πως θα πεθάνη +γλήγορα και πως αυτή η ελπίδα τη συγκρατεί. + +Κάποτε όμως πιστεύω πως και να είναι τώρα όπως το λέει, ωστόσο όλα +αυτά θαλλάξουνε γλήγορα σε κάτι μεγαλήτερο, κάτι που το αιστάνεται με +ξάφνισμα και φόβο κ' η ίδια, όμως δε θέλει να το πιστέψη. + +Τι θα γίνη δε γνωρίζω. Μα γνωρίζω πως τώρα δεν είμαι απελπισμένος, +όπως πρωτήτερα. Γιατί τώρα ζω κάτω από τη Μοίρα, που — ό,τι και να +γίνη — καθώς το βλέπω τώρα δε θα φέρη τίποτε άσκημο στη ζωή της και +στη δική μου. Αυτό είχα φοβηθεί. + +19 του Φλεβάρη + +Δεν μπορώ να υποφέρω πια. Βλέπω μαύρα, μαύρα και μόνο μαύρα γύρω μου, +τόσο που φρενιάζω όταν αντικρύζω σε κανέναν καθρέφτη μοναχόν τον +εαυτό μου. Και το καλήτερο είναι πως η γυναίκα μου αρχίζει να +αιστάνεται κάτι από όλα αυτά. + +26 του Μάρτη + +Περιμένω μόνο πώς να περάση ο χειμώνας και να φύγουμε αποδώ. Μ' έχει +κυριέψει μια απάθεια παράξενης λογής και κάποτε έχω το φόβο πως ο +χειμώνας αυτός μ' έχει κατασυντρίψει. Ό,τι θα φέρη το καλοκαίρι ίσως +να μην είναι κι αυτό κάτι, όπου μπορεί κανένας να βασίση ελπίδες. +Ήρθαμε μέσα στη Στοκχόλμη με την ελπίδα πως η κατάστασή μας θα +καλητέρευε, έστω ίσως και σιγά σιγά. Τα πράματα όμως δείξανε πως θα +είτανε καλήτερο να μέναμε στην εξοχή, στη μοναξιά, που φαίνεται πως +είναι τα προτιμότερο για μας. Εδώ είναι ερημικότερα παρότι εκεί. + +31 του Μάη + +Σα σήμερα μια μέρα παντρευτήκαμε. «Τον ωραίο μήνα Μάη.» Δεν μπορώ να +κρατηθώ να μη σημειώσω κάτι, όσο κι αν το βρίσκω κι ο ίδιος πως είναι +παιδικό. + +Είναι δηλαδή σήμερα δεκατέσσερα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι κι ο +χρόνος που πέρασε είταν ο δυσκολώτερος. Ο χρόνος που πέρασε είταν ο +δέκατος τρίτος — ο κατεξοχή δίσεχτος χρόνος. Είναι σα να πιστεύω πως +κάποιος ή κάτι αποδώ και σήμερα θέλει να ισιάξη το δρόμο μας, ή σα να +αιστάνουμαι πως κάτι μέσα μου κοντεύει να γιατρευτή. Κι όλα αυτά +γιατί μου ήρθε στο νου ένας αριθμός, που σε ομαλές περίστασες θα +περνούσε απαρατήρητος. + +25 του Θεριστή + +Οι μέρες περνούν ενώ γυρίζω και συλλογίζουμαι πως έπρεπε ναρχίσω να +εργάζουμαι. Μα οι πεταλούδες της ποίησης πετούνε μόνο ανήσυχες γύρω +σε κάτι, που είναι καμένο κ' έρημο. Κάποτε έχω την εντύπωση πως +μπορούσα νακολουθήσω το φτερούγισμά τους. Μα έπειτα η πραγματικότητα +μου ξαναθυμίζει εκείνο που υπάρχει κι όλα σκοτεινιάζουν. + +Να μπορούσα μόνο να είμαι πάντα έτσι, ώστε να μη διακρίνη τίποτε η +γυναίκα μου. Να μπορούσα να είμαι σύμμετρος και φαιδρός ή τουλάχιστο +να φαίνουμαι. Μα δεν μπορώ και γνωρίζω πως αυτή δε λυπάται μόνο για +τον εαυτό της, μα και για τη θλίψη που προξενεί σε μένα. Ω θα είναι +βέβαια φοβερό να είναι κανένας στην κατάστασή της. Να μην μπορή να +κάμη τίποτε και να πέφτη συντριμένη με το παραμικρότερο που της +φέρνει ανησυχία ή θλίψη. Να συλλογίζεται ακατάπαυτα το θάνατο, που +πιστεύει πως θα έρθη, μα δεν έρχεται. Και θα της είναι τριπλά +φοβερότερο κοντά σε όλα αυτά να θλίβη τον άνθρωπο, που αγαπά +περσότερο απ' όλα στον κόσμο και να μην της είναι δυνατό να κάμη +τίποτε για να του αλαφρώση τον πόνο. + +Κάποτε κάθεται και με κοιτάζει, άμα νομίζη πως δεν το παρατηρώ και +τότε παίρνει το πρόσωπό της μια τέτοια έκφραση απελπισιάς, που μου +ξεσκίζει την καρδιά. + +Χτες ήρθε και κάθησε κοντά μου κι ακκούμπησε το χέρι της στο δικό +μου. + + — Πόσο πιο ευτυχισμένος θα είσουν, αν δεν είχες εμένα! είπε. + +Γνωρίζω πως πιστεύει στην αλήθεια κάθε λόγου που λέει κ' η απάντησή +μου ίσως να κλόνισε για μια στιγμή την πίστη της και να έφερε μιαν +αναλαμπή ελπίδας στα μάτια της, όμως δεν κατώρθωσε να της ξαναδώση +την πεποίθηση πως είναι απαραίτητη και πως έχει την υποχρέωση να +ζήση. + +6 + +Άμα διαβάζω τα φύλλα αυτά και βλέπω πως τρέκλιζα αναμεταξύ ελπίδας +και φόβου δε νοιώθω πως μπορεί να είναι αληθινά όσα διηγούνται αυτά +τα φύλλα. Κι όμως είναι. Κι όσο κι αν είναι τα σημειώματα αυτά άπλερα +και κοματιαστά, μου διηγούνται ωστόσο με τέλεια βεβαιότητα πως τότε +έλπιζα περσότερο παρότι μπορώ να το εννοήσω τώρα που εξηγηθήκανε και +τελειώσαν όλα. + +Τόσο μόνο εννοώ, πως αυτόν το χειμώνα, που σε κάθε ανάμνηση που μου +άφησε ούτε θέλω ούτε μπορώ να γυρίσω, η ευτυχία μου είτανε στο πως +βρήκα στο τέλος κάτι, που θα βοηθούσε, όπως πίστευα, στη σωτηρία της +γυναίκας μου. Τι ευτυχία είταν εκείνη! Να μη μένω πια άπραγος +θεατής, μα να μπορώ να λάβω μέρος, να ενεργήσω, να εργαστώ μ' έναν +ωρισμένο σκοπό μπροστά μου, ένα σκοπό, που πίστευα τουλάχιστο πως θα +τον πιτύχω. Τον καιρό της νιότης μου μια τέτοια πηγή θα φαινότανε +ίσως πολύ φτωχή. Μα όταν τα χρόνια αρχίζουνε νασπρίζουν κάπως τα +μαλλιά, αρκείται κανένας με λιγότερα παρότι πριν. Τότε μπορεί να ζη +και να υποφέρη, όταν πιστεύη πως είναι δυνατή μια καλλιτέρεψη και με +τη συναίστηση πως αυτή βρίσκεται μέσα στα σύνορα του δυνατού, μπορεί +να βρη κάτι, κάτι που να μοιάζη κάπως με την ευτυχία. + +Σε μένα ήρθε αυτή η βοήθεια την ίδια στιγμή που η υποψία, πως η ζωή +της πόλης είταν ολέθρια για τη γυναίκα μου, άρχισε να γίνεται σιγά +σιγά βεβαιότητα και τέλος έφτασε στην απόφαση να την πάρω αποκεί και +να γυρίσουμε στην εξοχή, που δεν έπρεπε να την αφήσουμε. Ο γιατρός +μου δυνάμωσε την απόφαση αυτή κι όταν είπα της γυναικός μου το σχέδιο +αυτό, σαν απλή πιθανότητα, το πρόσωπό της έλαμψε, σα να της έταξα τις +χαρές του παράδεισου, κ' είπε μόνο: + + — Μπορείς να το κάμης αυτό για με; Το θέλεις; + +Τα λόγια αυτά μου δώσαν ενέργεια και ζωή και μέσα σ' όλη την +απελπισία, όλη την ανησυχία κι όλα όσα έχω περιγράψει πριν και +διηγήθηκα, μέσα σ' όλα όσα με κατασυντρίβανε, τα λόγια αυτά λάμπανε +μπροστά μου σαν άστρα στο σκοτάδι και με κεντούσανε στην τελευταία +μεγάλη προσπάθεια, που έλπιζα πως θα ξαναέδινε τη χαρά σ' όλους μας. +Όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο πιθανότερο μου φαινότανε πως +είχα τώρα βρει εκείνο που θα ξανάνοιγε της γυναικός μου το δρόμο της +ζωής. Σαν ένας που φαντάζεται πως βρήκε ένα φυλαχτό, που του δίνει τη +δύναμη να κάνη θάματα, στήριξα όλες τις ελπίδες μου σ' αυτό το σχέδιο +κι όταν τέλος βρεθήκαμε στη μικρή βίλλα, που είτανε χτισμένη σ' ένα +ψήλωμα με θέα προς τα φιόρδ και προς τα δάση, στη βίλλα, που τα φύλλα +των λευκών σαλεύανε μπρος στο παράθυρο, όπου θα καθότανε η γυναίκα +μου να με προσμένη να γυρίζω από την εργασία μου, όταν λοιπόν +βρεθήκαμε κει, είχα τη βεβαιότητα πως είχε βρεθεί πια η λύση. Όσο και +να μου φαίνεται τώρα αυτό παράξενο, τότε είμουνα γεμάτος βεβαιότητα. +Πίστευα κ' είμουνα με την πίστη μου ευτυχισμένος όσο δε λέγεται. + +Ποτέ μου άλλη φορά δεν αιστάνθηκα περσότερη χαρά κ' ελπίδα, όσο όταν +άρχισε να πέφτη το χειμώνα αυτόν το χιόνι και νοιώσαμε κείνο το +ξεχωριστό κρυφό αίστημα, που είναι χαραχτηριστικό των βορεινών +κλιμάτων πως είμαστε αποκλεισμένοι απ' όλους κι απ' όλα. Από τη +σοφίτα ως κάτω στο υπόγειο είταν έτοιμο το σπίτι μας και, όπως πρώτα, +ταχτοποιώντας όλα και στολίζοντας τις κάμαρες με πραματάκια κ' +εφευρέματα, που είναι το ξεχωριστό μυστικό του θηλυκού φύλου, πήγαινε +κ' ερχότανε πάλι μεταξύ μας η γυναίκα μου. Οι φωνές των παιδιών +αντηχούσανε στις κάμαρες, τα καναρίνια κελαδούσαν, ο σκύλος γαύγιζε +με τα παιγνίδια και τα μαλλώματα των παιδιών. Και το πιάνο δεν είτανε +πια κλειστό. + +Άνοιξε ένα βράδι, που λίγο το περίμενα. Δίχως να προδώση το σκοπό της +ούτε μ' ένα λόγο, ήρθε η Έλσα κάτω στη σάλα και κάθησε στο πιάνο. Με +κοίταξε καθώς πέρασε μπροστά μου κ' ένοιωσα πόσο είταν ευτυχισμένη, +που μπορούσε νακολουθή τους πόθους της. Από τότε που πέθανε ο Σβεν +και δεν μπορούσε νακούη την κρυστάλλινη φωνή του να σμίγη με τους +ήχους του πιάνου, η γυναίκα μου δεν ήθελε να τραγουδήση τους σκοπούς, +που τους άκουγε πάντα μόνο εκείνος. Μόλις πίστευα τα μάτια μου όταν +την είδα να καθήση στο πιάνο και ναρχίση να παίζη. Και σε λίγο +αντηχήσανε στην κάμαρα τα λόγια: + + Λευκέ μου κύκνε, + βουβέ, νεκρέ, + δε θα σ' ακούσω + τώρα ποτέ. + +Και το τέλος: + + Άμα σβήστηκες + τόσο πονούσες, + είσουνα κύκνος + και τραγουδούσες. + +Ούτε πρωτήτερα, ούτε υστερότερα το είχα ακούσει έτσι το τραγούδι +αυτό. Ενώ τραγουδούσε ήρθανε τα παιδιά μέσα σιγά και στάθηκαν άφωνα +στην πόρτα. Με κοιτάζανε ξαφνισμένα, σα να μην πιστεύανε κι αυτά ό,τι +βλέπανε και τους απάντησα μ' ένα νέμα, ενώ τα μάτια μου δακρύσανε. +Άμα σβήσανε οι τελευταίοι τόνοι, χύθηκε σιωπή στην κάμαρα, μια σιωπή +όμως επίσημη. + +Η γυναίκα μου σηκώθηκε κ' έκλεισε το πιάνο. + + — Δεν μπορώ πια σήμερα, είπε για δικαιολογία. + +Μας κοίταξε όμως όλους κ' εννόησε ποια χαρά μας έδωσε. Το πρόσωπό της +έλαμψε, πέρασε κοντά μου και πήγε στα παιδιά και τα πήρε κ' έσφιξε +στους ώμους της τα κεφάλια τους. + + — Ευχαριστήστε το μικρό αδερφό, είπε. Αυτός με βοήθησε. + +Το είπε αυτό όχι νοσηρά όπως πρωτήτερα, όχι με κείνον το σχεδόν +εχτρικόν τόνο, που μεταχειριζότανε όταν πίστευε πως εμείς που ζούσαμε +την εμποδίζαμε νανήκη σε κείνον που είτανε νεκρός. Το είπε απαλά κ' +ήρεμα και σχεδόν ευτυχισμένα, με μιαν έκφραση σα ναποχαιρετούσε κάτι +περασμένο, που δε θα ξαναγύριζε ποτέ. + +7 + +Πίσω από την κρεββατοκάμαρα είταν ένα μικρό χώρισμα, που στην αρχή +λογαριάζαμε να τα κάνουμε δωμάτιο τουαλέττας, μα έπειτα δεν ξέρω για +ποιους λόγους δεν το κάναμε. Είτανε πολύ ακανόνιστο, τα παράθυρα ψηλά +και τα φως λιγότερο παρότι στις άλλες κάμαρες. + +Εκεί κατοικούσε ο μικρός Σβεν. Εκεί είταν η κάμαρά του κ' η κάμαρα +αυτή έμενε κλειστή. + +Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να βοηθά τη γυναίκα μου στα συγύρισμα +αυτής της κάμαρας, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να πειράζη τίποτε κει +μέσα. Όλα έπρεπε να τα κάνη μόνη. Κρέμασε λευκές κουρτίνες στο μικρό +παράθυρο και στο άδειο του παράθυρου πίσω από τις κουρτίνες έβαλε ένα +τραπέζι. Έρραψε ένα τραπεζομάντηλο από τα ίδιο ύφασμα που έκαμε και +τις κουρτίνες, κι απάνω στο τραπέζι είτανε τα παιγνίδια του Σβεν. Το +άλογο που έσερνε ένα κάρο, μερικοί μολυβένιοι στρατιώτες και μια +σκηνή. Εκεί απάνω είτανε το άσπρο φλιτζάνι του Σβεν με το χρυσό γύρο, +ο κομπαράς του, ένα μικρό σπαθί και μια περικεφαλαία. Αυτά είταν όλα +όσα άφησε πίσω του. Κάτω από το τραπέζι στέκανε δυο ξύλινα άλογα το +ένα με τη χήτη μαδημένη, και μπρος στο τραπέζι είτανε μια μικρή, +χαμηλή ξύλινη καρεκλίτσα, που την είχαμε χαρισμένη του Σβεν και +κείνος την έπερνε μέσα στις κάμαρες όταν είτανε πολύ χαρούμενος κ' +ήθελε να βάλη τη μαμά να του πη παραμύθια. + +Ανάμεσα όμως στα παιγνίδια είτανε στημένες μικρές και μεγάλες +φωτογραφίες σε κορνίζες και στον τοίχο, όσο είτανε δυνατό πιο κοντά +στο φως, κρέμονταν άλλες. Είταν εκεί εικόνες του μπαμπά και της +μαμάς, των αδερφών κι όλης της οικογένειας. Είταν εκεί η φωτογραφία +του Σβεν με τη μακριά ποδίτσα του κι άλλη με τη μικρή του γούνα, +καθώς έστεκε απάνω σ' ένα κάθισμα και μισοέκλεινε τα μάτια θαμπωμένα +από τον ήλιο που έλαμπε στο χιόνι. Μα όλες οι εικόνες είταν από τον +καιρό της νιότης και της ευτυχίας, όταν ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτε +που να μπορούσε να ξεσκίση τους δεσμούς, που μας ένωναν ακόμα όλους. +Και μοναχό, ολομόναχο κρεμότανε σε μια προεξοχή του τοίχου το +αντίγραφο της εικόνας του Σπάγγεμπεργ, που παράσταινε το θάνατο κ' +έκανε τόσο στοχαστικό το μικρό Σβεν, της εικόνας, που την ιστορία της +του διηγήθηκε η μαμά πολύ πρωτύτερα από την ημέρα, που έμαθε γι' αυτή +ο ίδιος περσότερα παρόσα μπορούσανε να του διηγηθούν οι μεγάλοι. + +Έπειτα βρισκόταν εκεί κατιτίς άλλο ακόμα. Ένα μικρό κομό βαμένο με +σκούρο βερνίκι· είτανε μια φορά του Σβεν κ' είχε τη μικρή ιστορία +του, γιατί πρωτήτερα είτανε του μπαμπά κ' είχε ανοιχτοκίτρινο χρώμα. +Από τότε όμως, που το πήρε ο Σβεν, βάφηκε με το νέο χρώμα του. Τώρα +στα τρία συρτάρια του κομού βρίσκονταν όλα τα πράματα που θυμίζανε το +μικρόν και δεν έπρεπε να είναι σκορπισμένα. Εκεί είτανε φυλαγμένο το +τελευταίο πουκαμισάκι του και το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες, που +φόρεσε. Εκεί είτανε τα μικρά του τετράδια με τα τραγούδια, η +τελευταία λευκή καλοκαιρινή φορεσιά του με την όμορφη γαλάζια κορδέλα +κι ο φιόγγος με τα ίδιο χρώμα στο λευκό κασκέτο. Εκεί είτανε +φυλαγμένα τα μικρά χρωματιστά παπούτσια και τα βιβλία του μικρού +Σβεν. Εκεί είταν ακόμα και το βιβλίο του μπαμπά για τα μεγάλα +αδέρφια, το αντίτυπο που είχε δώσει της μαμάς κ' έπειτα το πήρε για +δικό του ο Σβεν όταν τον παρακάλεσε να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το +Νέννε. + +Αυτή είταν η κάμαρα του Σβεν και δω είτανε το άδυτο της Έλσας. Κάθε +βράδι έμπαινε κει και κάθε πρωί καθότανε κει, πριν μιλήση με κανέναν +άλλον. Ποτέ δεν είταν τόσο ευτυχισμένη παρά όταν πήγαινε κι ο μπαμπάς +εκεί κ' έμενε μαζί της. + +Εκεί κατοικούσε κι ο Σβεν και τι ομιλίες γινόντανε κει δεν το ξέρει +κανένας. Κι όταν ακόμα διηγόταν η Έλσα κάτι από αυτές, εκείνο που +έλεγε δεν είτανε τίποτε μπροστά στα λόγια, που άλλαζε κει μέσα με τον +κόσμο του αγνώστου. + + — Δεν το πιστεύεις αυτό, μου είπε μια μέρα. Εγώ όμως το αιστάνουμαι. + +Με κοίταξε με μεγάλα, ξαφνισμένα μάτια: + + — Δεν μπορείς να πιστεύης, όπως πιστεύω εγώ Γιατί έχεις κιόλας +κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό, είπε. Εγώ όμως το ξέρω και δεν έχω +κανένα δισταγμό. + +Μια ανάμνηση ξύπνησε μέσα μου, η ανάμνηση της ώρας, που μου +παραπονέθηκε πως την έκαμα να χάση την πίστη, που είχε στην +πραγματικότητα την έξω από το αισθητό. Ένοιωσα πως τώρα χρειαζότανε +την πίστη της, πως τη χρειάστηκε πάντα, πως η πίστη αυτή είτανε τόσο +βαθιά δεμένη με το βαθήτερο είναι της και πως ίσως θα είχε υποφέρει +λιγότερο, αν δεν της κλονιζότανε ποτέ η πίστη αυτή. Το ίδιο ήξερα και +γω πως δεν έχασα ποτέ ολότελα την πίστη προς κάποια συνέχεια μετά το +θάνατο. Προσπάθησα βέβαια να κάμω με τη λογική τη σκέψη αυτή αδύνατη +μπροστά στα μάτια μου. Μα ίσως το έκαμα με την ελπίδα πως ίσια ίσια +αυτή η προσπάθεια θα μ' έφερνε στο τέλος στην πεποίθηση για το +αντίθετο. Η πεποίθηση αυτή δεν ήρθε ποτέ, με το πέρασμα όμως των +χρόνων εκείνο που πίστευα για τη μελλόμενη ζωή έπαθε κάποια αλλαγή. Η +ιδέα της αθανασίας είτανε κ' έμεινε για με εννοείται μονάχα μια +πιθανότητα, όμως λίγο λίγο πήρε τη μορφή ενός κάτι αχνού κι απαλού, +που το πλησίαζα δίχως να γνωρίζω καλά καλά πώς. Βήμα με βήμα ένοιωσα +να μεγαλώνη μέσα μου η πιθανότητα μιας τέτοιας πεποίθησης κι όσα +δοκίμασα τα τελευταία χρόνια θρέψανε στο αίστημά μου την πιθανότητα +αυτή, που το λογικό μου δεν μπορούσε ούτε να την παραδεχτή ούτε να +την αποκρούση. + +Ταυτόχρονα μου φαινότανε σα να έμενα μόνος σε όλα αυτά και σαν η +γυναίκα μου να μην ήθελε ή να μην μπορούσε να δη τι γινότανε μέσα μου +σ' αυτό το ζήτημα. Όταν όμως μου είπε αυτά τα λόγια: «έχεις κιόλας +κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό», τότε είδα καθαρά πως με παρανοούσε, +γιατί δεν είχα πει ο ίδιος τίποτε. Πώς μπορούσα να σωπαίνω για όλα +αυτά; Πώς μπορούσα να ξεχάσω πως όσα είχα να πω αληθινά γι' αυτό το +πράμα θα 'της δίνανε δίχως άλλο τη μεγαλήτερη ευτυχία; Θέλησα να +διωρθώσω μεμιάς το σφάλμα μου και γι' αυτό της θύμησα την ημέρα που +είπε πως ήθελε να πιστεύη, να στοχάζεται και να ζη όπως εγώ. + + — Θέλω να το μάθης μια φορά, είπα. Περάσανε από τότε χρόνια. Ποτέ +όμως δεν απαίτησα από σε κάτι παρόμοιο. Ποτέ δε θέλησα ναλλάξης κάτι +μέσα σου για χάρη μου. Την ιδέα αυτή σου την έδωσε η αγάπη σου κι όχι +εγώ. + +Κοίταξε μπροστά της σα να ψηλαφούσαν οι στοχασμοί της να βρούνε κάτι +στο μακρινό περασμένο. + + — Νομίζω πως εσύ ήθελες να γίνω σαν εσένα, είπε. + + — Ποτέ, απάντησα, ποτέ δεν πεθύμησα τέτοιο πράμα. Ήθελα να μπορούσα +να μιλώ μαζί σου για όλα όσα στοχαζόμουνα κ' αιστανόμουνα. Μα +πιθυμούσα να έκανες και συ το ίδιο απέναντί μου. Ένοιωσα πάντα λύπη +γιατί δεν το έκανες. + +Είδα πως σ' όλα αυτά είτανε κάτι που τη βασάνιζε περσότερο παρότι +μπορούνε να το πούνε λόγια. Μα δε μάντεψα τι είτανε. + + — Νόμιζα πάντα πως ήθελες να είμαι όμοια με σένα, είπε. Έτσι νόμιζα +και το είπα και σ' άλλους. Όταν πίστευα πως δεν μπορούσα να μιλώ μαζί +σου, μιλούσα με ξένους. + +Το τελευταίο το πρόστεσε μ' έναν τόνο, σα να πρόφερε κάτι που την +αηδίαζε και σα να ντρεπότανε γι' αυτό. + + — Πώς μπορούσα να σε παρεξηγήσω τόσο; είπε. + +Κ' ενώ αγκάλιασε τον ώμο μου, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε: + + — Δε θυμώνεις που με βλέπεις να πηγαίνω μέσα στο Σβεν; + + — Να θυμώσω; + +Θα την είχα κοιτάξει βέβαια με ξαφνισμένη έκφραση, που δεν μπορούσε +να παρανοηθή. Γιατί δε ρώτησε τίποτε πια. Χωρίς να προφέρη λέξη +γύρισε και πήγε στη μικρή κάμαρα του Σβεν. Έμεινε πολλή ώρα εκεί κι +όταν ξαναγύρισε, είδα πως είχε κλάψει, όχι όμως από θλίψη. + +Εκεί όμως που καθόμουνα μόνος και την περίμενα, συλλογίστηκα πως δεν +είχε ανοίξει ποτέ μπροστά μου την πόρτα της μικρής κάμαρας και να μπη +μέσα να κάμη την προσευχή της. Κ' ήξερα κιόλας πως ποτέ άλλη φορά από +την ημέρα που πέθανε ο Σβεν δεν είχα έρθει τόσο κοντά της, όπως τώρα. + +8 + +Γιατί να μην εξακολουθήσουν όλα όπως αρχίσανε; Γιατί ήρθε κείνο που +δεν το φοβόμουνα και μεγάλωσε κ' έγινε για μένα και για τους δικούς +μου μια δύναμη περσότερο επικίντυνη παρά καθετίς άλλο, που είχα +φοβηθεί προτήτερα; Μπορούσε να ρωτήση κανείς ακόμα γιατί δεν +έρχουνται όλα όπως τα θέλει ο άνθρωπος ή γιατί δεν είναι στο χέρι του +να γυρίση την εξέλιξη της ζωής όπως τη θέλει; + +Με όλη τη μεταξύ μας τρυφερότητα και συνεννόηση υπήρχε αυτή την εποχή +ανάμεσα εμέ και της γυναίκας μου κάτι που μας χώριζε. Δεν ερχότανε +από θεωρητική διαφορά στις γνώμες. Δεν είταν ακόμα τέτοιας φύσης, που +να μας εμποδίζη να είμαστε πάντα μαζί και να χαίρεται ο ένας τον +άλλον. Είταν απλούστατα μια διαφορά στον τρόπο που έπαιρνε ο καθένας +μας ό,τι έγινε κι ό,τι γινότανε μεταξύ μας. Για την Έλσα όλα αυτά +είταν ένας αποχαιρετισμός, καθώς πλησίαζε πάντα περσότερο να περάση +εκείνα τα σύνορα, οπόθε δεν ξαναγυρνά κανένας. Εμένα μου φαινότανε σα +μάταια ελπίδα πως θα ξανάρχιζε πάλι η ζωή μας και πως η γυναίκα μου +θα ξαναγύριζε σε με, σε όλους μας, στη ζωή την ίδια. + +Απ' όλα όσα γίνανε και που πολλά απ' αυτά μου φαινόντανε τότε +σκοτεινά κι αξήγητα, ένοιωσα πως αυτά είταν η εξήγηση της μοίρας της +και της δικής μου και θα είχα απελπιστεί, αν τα έβλεπα τότε όλα τόσο +καθαρά, όσο τα βλέπω τώρα. Εγώ δηλαδή πιθυμούσα από μέρος μου να +παραιτήση η γυναίκα μου τους στοχασμούς του θανάτου και να ξαναπάρη +χάρη μου το δρόμο της ζωής, όπου φαινότανε σα να σταμάτησε παράλυτη +όταν χάθηκε ο Σβεν. Εκείνη πάλι ήθελε να μπορούσα να δω καλά πως είχε +κάμει αγύριστα πια ένα βήμα προς τον άλλον κόσμο από την ημέρα που +έφυγε ο άγγελος της, όπως τον έλεγε. Πιθυμούσε να το εννοήσω βαθιά +πως το μόνο χρέος μου είτανε να στέκω στο πλευρό της σα φίλος και να +της κρατώ το χέρι μοιράζοντας πάντα μαζί της το συναίστημα του +σκοταδιού, που θαρχότανε και που το ποθούσε κ' η ίδια. Αγαπούσε τόσο +βαθιά ο ένας τον άλλο μας, ώστε δεν ήθελε κανένας μας να παραιτήση +τόνειρο που είχε να δη το στοχασμό του άλλου σύμφωνο με το δικό του. +Γι' αυτό δεν μπορούσε κανένας μας ναφήση τον άλλον νακολουθά το δρόμο +του και να δεχτή καρτερικά τον κλήρο της ζωής, που λέγεται απομόνωση. + +Γι' αυτό δεν μπορούσε να μην αιστάνεται καθένας μας μια πίκρα όταν +έβλεπε πως ψεύτιζε η ελπίδα του. Γι' αυτό αιστανόταν εκείνη τον κόπο +που έβαζα να τη φέρω εκεί όπου δεν ήθελε, γι' αυτό αιστανόμουνα εγώ +την αντίστασή της και γι' αυτό η ζωή μας όλη είτανε κυριολεχτικά ένας +αγώνας για την αγάπη κ' ένας αγώνας για τη ζωή και για το θάνατο. + +Είχα ζήσει τόσον καιρό κάτω από τον ίσκιο του θανάτου, ώστε δεν το +νόμιζα πια δυνατό πως θα μου είτανε δοσμένη άλλη τύχη. Συνήθισα με +την κατάστασή μου, όπως ο χρόνια άρρωστος με τους πόνους του. Ο +ίσκιος δεν ερχότανε μόνο από το μικρόν, που χάθηκε, μα κι από κείνη, +που ήθελε να τον ακολουθήση. Δεν ερχότανε μόνο από κείνο, που αφήσαμε +πίσω, μα μας πρόσμενε και σε κείνο, που είτανε μπρος μας. Οι δυο +ίσκιοι σμίγανε στο σημείο του δρόμου της ζωής, όπου είμαστε τώρα +φτασμένοι. Οι δυο ίσκιοι ζώνανε ολάκερη τη ζωή μου και το σφάλμα μου +είτανε πως δεν μπορούσα να πάρω τον ήλιο από τον ουρανό, για να διώξω +τον έναν από τους ίσκιους. + +Αυτό είταν το σφάλμα μου κ' η αυταπάτη μου. Γιατί δεν έβλεπα με +ανοιχτά μάτια. Δεν άκουγα με αυτιά που ακούγανε. Έβλεπα μόνο τον πόθο +μου, άκουγα μόνο τη φωνή του ονείρου μου, που νοσταλγούσε τη ζωή. Κι +ωστόσο ήξερα πως μόνο στο μύθο μπορεί η θέληση ενός ανθρώπου να +ξαναφέρη τους νεκρούς στη ζωή. Ναι, ακόμα κι ο μύθος θεωρεί σαν +αμάρτημα κατά των θεών το πως ο άνθρωπος εκείνος θέλησε να κάμη κάτι +υπεράνθρωπο και τον βάζει να κοιτάξη πίσω στο βασίλειο των ίσκιων, +μόνο και μόνο για να ξαναβυθιστή στη νύχτα του Άδη εκείνη που για +χάρη της δοκίμασε να κάμη το αδύνατο. + +Η άνοιξη έφτασε αργά αυτόν το χρόνο, η άνοιξη, που την πρόσμενα σα +λυτρωτή, φαινότανε σα μην ήθελε ναρθή διόλου. Τραχειά και κρύα έμενε +η γις, γυμνά γέρνανε τα κλαδιά των δέντρων μπρος στα παράθυρά μας από +τον παγερό άνεμο. Ο Απρίλης έβγαινε κ' οι σωροί το χιόνι στενόντανε +σαν πύργοι ακόμα κι αν κάπου έλαμπε ο ήλιος, ο βοριάς πάγωνε τον αέρα +με τα ρεύματα που έφερνε από το βοθνικό κόλπο. + +Την εποχή αυτή ήρθε ένα κρυολόγημα και ξαναέρριξε τη γυναίκα μου στο +κρεβάτι. Έμεινε αρκετές βδομάδες στο κρεβάτι και τις βδομάδες αυτές +τις περάσαμε με φόβους. Πάλι κυρίεψε η σιγή το σπίτι. Πάλι τα παιδιά +και γω καθόμαστε αμίλητοι στο τραπέζι, όπου έμενε άδεια η θέση της. +Πάλι σωπάσανε οι φωνές σ' όλο το σπίτι και πάλι ήρθε η αρρώστεια και +μας έκοψε τις ελπίδες. + +Ανέλπιστα όμως έγινε καλήτερα η γυναίκα μου. Το καλητέρεμά της +προχωρούσε αργά κ' η δύναμή της είτανε λίγη. Δεν περιγράφεται πόσο +παράξενο μας είταν αυτό το νέο ξύπνημα στη ζωή, που κανείς δεν το +περίμενε. Ωστόσο είτανε πραγματικότητα κι όταν τώρα καθόμουνα στο +γραφείο μου κάτω στο ισόγειο κι όλο το σπίτι είτανε βυθισμένο στην +ησυχία, μπορούσα να ξαναπλάθω πάλι όνειρα για το καλοκαίρι. + +Και το πιο παράξενο απ' όλα! Δεν έπλαθα μόνος εγώ τέτοια όνειρα. Το +πέρασμα της τελευταίας αρρώστειας της γυναίκας μου, σα να μην είτανε +μόνο ένα ξαναγύρισμα της σωματικής υγείας της, τον καιρό αυτό +δοκιμάσαμε κάτι, που έδειξε πως θα διόρθωνε όλα τα περασμένα. Η +γυναίκα μου άρχισε να παίρνη μέρος σ' όλα τα όνειρά μου, άρχισε να +ποθή να ζήση μαζί μου. Μου φερνότανε, όπως δε μου φέρθηκε ποτέ από +την ημέρα, που βάλαμε το Σβεν ναναπαυτή. Είταν ακόμα αδύνατη και δεν +μπορούσε να μιλά πολύ. Μπορούσε όμως νακούη ό,τι της έλεγα. Ήξερε πως +ήρθε η άνοιξη και χαιρότανε για τανοιξιάτικα άνθη, που είτανε στο +τραπέζι της. + + — Τι ευτυχισμένοι που σταθήκαμε, Γιώργο, είπε. Τι ευτυχισμένοι που +σταθήκαμε. + +Πρόφερε τα λόγια αυτά με τον τόνο του πιο μεγάλου πόνου. Κ' έκλεισε +τα μάτια κι από τα βλέφαρά της τρέξανε δάκρια. + + — Θα ξαναγίνουμε άλλη μια φορά ευτυχισμένοι, είπα και πήρα τα λόγια +της σα μιαν υπόσχεση. + + — Ναι, ναι, αποκρίθηκε γοργά. Το καλοκαίρι. + +Με άκουγε κει που της μιλούσα για τις χαρές της νιότης μας και για τα +νησιά, που μας είτανε το πιο αγαπημένο μέρος για το καλοκαίρι. + + — Θα πηγαίνουμε τριγύρω στα νησιά με τη βάρκα και θα κάνουμε +θαλασσινούς περίπατους με το βραδινό αεράκι, είπε. + +Και σα να την ταράξανε δυσάρεστες ανάμνησες, φώναξε: + + — Πρέπει να τα ξεχάσης και να μην τα ξανασυλλογιστής όσα σου είπα τα +τελευταία χρόνια. Είμουνα τόσο παράξενη και δεν ένοιωθα η ίδια τον +εαυτό μου. Συχνά, πολύ συχνά μου φαινότανε σα να μιλούσε κάποιος +άλλος με το στόμα μου, χωρίς να μπορώ να τα εμποδίσω. Έπρεπε όλο να +μου δίνης εσύ και γω να παίρνω μόνο. Μα τώρα θαλλάξη το πράμα. Φτάνει +μόνο να γίνω καλά. + +Την ησύχασα και την παρακάλεσα να μη μιλά πολύ. Είμουνα παραπολύ +ευτυχισμένος και δεν μπορούσα να πω περσότερα. + + — Ναι, ναι, είπε. Σώπαινα σε σένα και μιλούσα σ' άλλους. Και ποιοι +είναι αυτοί οι άλλοι; Άνθρωποι μωροί, που δε νοιώθουνε τίποτε. + +Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε. Έμεινα άφωνος κοντά της και την +κοίταζα. Είχε ξαναπάρει σχεδόν την ίδια έκφραση που είχε όταν είταν +κόρη και για πρώτη φορά την είδα να κοιμάται ακόμα, όταν ξύπνησα. Από +τα μάτια μου πέσανε βαρειές στάλες χαράς κ' ενώ έξω στην τραχειά τις +στρωνότανε το απριλιάτικο χιόνι, αιστάνθηκα πως άρχισε να μου +ξεπαγώνη η καρδιά. + +10 + +Η γυναίκα μου σηκώθηκε από το κρεβάτι, είτανε μαζί μας πάντα και δεν +είχε άλλο στοχασμό παρά πώς να μας κάνη ευτυχισμένους και να νοιώθη +πως χαιρόμαστε που ξαναήρθε στη ζωή. + +Ω, πώς τις συλλογίζουμαι τώρα τις λίγες αυτές βδομάδες, που δεν την +έβλεπε κανένας άλλος από μας! Και πώς μπορέσανε να σβήσουνε μέσα στο +νου μου όλα όσα περάσανε! Μπροστά στην άφωνη ευτυχία τους δε +λογαριάζεται όλη η ανησυχία κ' η θλίψη, που δοκιμάσαμε προτήτερα. Όλα +όσα είπαμε τα έχω σημειωμένα και φυλαγμένα στη μνήμη μου. Ό,τι δεν +ειπώθηκε κ' είτανε μεγαλήτερο από ό,τι δίνει πάντα η ζωή, αυτό +κοιμάται στην ψυχή μου και μου δίνει τον κυρίαρχο τόνο της ζωής, που +δίχως του δε θα μπορούσα να την υποφέρω. Αυτές οι μέρες, που ήρθανε +τώρα, σβήσανε κάθε ανησυχία, κάθε δισταγμό και δυσπιστία μέσα μου. +Γιατί είχα δυσπιστήσει σ' αυτή, είχα δυσπιστήσει στην αγάπη της, αφού +δεν άφινε να τη φέρω από τα θάνατο στη ζωή, για να ζήση μαζί μου. + +Τώρα έπαψε πια η αντίστασή της. Το αιστανόμουνα κάθε στιγμή που +καθόμουνα κοντά της, σε κάθε λόγο που μου μιλούσε. Είτανε σαν η +αρρώστεια να τα σάρωσε όλα μέσα της και σα να ξαναγύρισε η Έλσα +καθαρισμένη κ' εξαγνισμένη. Όλη η προσωπικότητά της γύρισε πίσω και +μπορούσα να κάθουμαι ώρες και να χαίρουμαι την όψη της, που έγινε +απαράλλαχτη όπως είταν πριν. + + — Τα θυμάσαι ακόμα που σου είπα πως πρέπει να χωριστούμε; είπε μια +μέρα. + +Έπρεπε να συλλογιστώ για να θυμηθώ πως τα είπε κάποτε. Κι όταν τέλος +τα θυμήθηκα, της είπα πως είχα λησμονήσει τα λόγια της, όπως λησμονεί +κανείς τα λόγια ενός που έχει πυρετό. + + — Ό,τι είπα το πίστευα, ξακολούθησε με ζωηρότητα. Νόμιζα πως ήθελες +να με βιάσης σε κάτι. Κ' έπειτα σε λυπόμουνα τόσο πολύ. Υπόφερες τόσο +πολύ, περσότερο από μένα. Πρέπει να ξέρης όμως πως είμουνα τόσο +άρρωστη, πολύ άρρωστη, ώστε δεν μπορούσα να συλλογιστώ άλλο τίποτε +από τον εαυτό μου. Ω, είναι σα να ξαναξύπνησα πάλι! + +Έπιασε το κεφάλι της μ' ένα κίνημα που έδειχνε κάπως ανησυχία, κάπως +ευτυχία. Και πρόστεσε: + + — Αν όμως πεθάνω μια μέρα, πήγαινε στον κομμό του Σβεν. Απάνω απάνω +εκεί θα βρης ένα γράμμα. Μα δεν πρέπει να το διαβάσης προτήτερα. +Γιατί ξέρω πως σε λίγο θα πεθάνω κι όταν πεθάνω, θα πεθάνω το ίδιο +σαν το Σβεν. + +Πόσες φορές την άκουσα να μιλή τέτοια λόγια και πόσες φορές δε με +κάμανε τα λόγια αυτά νανατριχιάσω ως το κόκκαλο! Τώρα περάσανε σιμά +μου χωρίς να μου αφήσουνε σημάδι, σα να μην είχανε ειπωθεί. Τα πήρα +σαν τα τελευταία κύματα έπειτα από την τρικυμία, σαν την τελευταία +αλαφρή φουσκοθαλασσιά έπειτα από την ταραχή του πελάγου. Χαμογέλασα +με τη βεβαιότητα του νικητή, που την ξανακέρδισε πάλι, και την +κοίταξα στα μάτια κ' είπα: + + — Τώρα όμως θέλεις να ζήσης; + + — Ναι, είπε. Θέλω να ζήσω για σένα και για τα παιδιά. Και για να μη +λησμονήσω ποτέ το Σβεν. + +Την ημέρα αυτή περπάτησε στον κήπο στηριγμένη απάνω μου. Τα πόδια της +είταν ακόμα αδύνατα κ' αιστανόμουνα το βάρος της να πέφτη όλο απάνω +μου, είμαστε όμως χαρούμενοι σαν παιδιά κ' η Έλσα γελούσε με τον +εαυτό της, που δεν μπορούσε να περπατήση καλά, γελούσε μ' ένα κάπως +άρρωστο, μα βαθιά ευτυχισμένο γέλιο, έτσι που μου έκανε χαρά, που +μπορούσα και τη στήριζα. + + — Πόσο ξαναείμαι τώρα ευτυχισμένη, Γιώργο, είπε όταν γυρίζαμε πάλι +σπίτι. Και πρέπει να γίνης και συ. + +Έπειτα την ανέβασα στη σκάλα. Πριν όμως μπη στην κάμαρά της θέλησε να +δη την κάμαρα των παιδιών. Στάθηκε κάμποση ώρα μαζί μου και κοίταζε +κει μέσα όλα, σα να είχανε ξανανιωθεί στο διάστημα που είταν άρρωστη. + + — Κι αυτά θα υποφέρανε, είπε. Δεν είμουν άξια για τίποτε. Μα τώρα θα +πάη καλήτερα. + +Η νοσοκόμα την έβαλε στο κρεβάτι κι όταν τα παιδιά, που παίζανε όξω, +γυρίσανε στο σπίτι, τα φώναξε με την ψιλή, αδύνατη φωνή της — την +τόσο διαφορετική από την προτητερινή της βαθειά και δυνατή φωνή — +ναρθούνε μέσα να της διηγηθούνε τι κάμανε όξω και πως διασκεδάσανε. +Και κείνα αρχίσανε να λένε τόσα πολλά, που μερικές στιγμές δοκίμασα +να τους πω να πάψουνε. Μα μ' εμπόδισε. Κ' ενώ εκείνα μιλούσανε, +ξαπλωμένη αυτή τα κοίταζε οληώρα κι άκουγε τι λέγανε σα να +χρειαζότανε καιρό για να νοιώση πως όλα όσα έβλεπε κι άκουγε είταν +πραγματικότητα κι όχι φαντάσματα. Έπειτα τα πήρε κοντά της και τα +καλονύχτισε μ' ένα φιλί. + + — Τώρα θα γίνω γλήγορα καλά, είπε. Κι άμα έρθη το καλοκαίρι, ο +μπαμπάς θα μας φέρη έξω στα νησιά. Δε χρειάζουμαι να ξέρω πού. Αυτός +ξέρει και τα ταχτοποιεί τόσο καλά για όλους μας. + +Μ' ένα αλαφρό, ευτυχισμένο χαμόγελο έκλεισε τα μάτια και ξαπλώθηκε +καλά για ναποκοιμηθή. Όταν όμως συνόδεψα όξω τα παιδιά, φόρεσα το +παλτό μου και κατέβηκα και περπατούσα στους ίδιους δρόμους του κήπου, +όπου είχαμε περπατήσει λίγη ώρα πριν με τη γυναίκα μου. Είταν ήσυχο, +ξάστερο ανοιξιάτικο βράδι με ψιλή παγωνιά. + +11 + +Αυτές τις μέρες, χωρίς να μπορώ να το εννοήσω πώς και γιατί, μου ήρθε +συχνά στο νου το θαλασσινό ταξίδι, που κάμαμε με την Έλσα. Μου ήρθε +μαζί με την ανάμνηση του βωβού αγώνα, που έκαμα να την καταφέρω +ναγαπήση εκείνο που αγαπούσα και γω. + +Κ' η ανάμνηση πως το κατώρθωσα κι ωστόσο δεν το κατώρθωσα μ' ερέθιζε +και μ' ανησυχούσε μαζί. + +Μου ήρθε στο νου εκεί που μια από αυτές τις μέρες καθόμουνα και +κρατούσα το χέρι της γυναίκας μου και κείνη ακκουμπούσε το κεφάλι της +στον ώμο μου. + + — Να είμαι τόσο μακριά από σένα! είπε ένα βράδι. Να είμαι τόσο +μακριά! Είμουνα γιατί νόμιζα πως ήθελες να μ' εμποδίσης να πάω να +βρω το Σβεν. + + — Τώρα δεν τα θέλεις πια; είπα. + + — Όχι, όχι, απάντησε. Τώρα θέλω να μείνω μαζί σου. Μου ήρθαν όμως +εκείνον τον καιρό τόσο άσχημες και μωρές ιδέες. + +Η φωνή της έγινε όπως ενός παιδιού, που έκαμε κάτι κακό, και μ' έκαμε +να γελάσω όταν την άκουσα. + + — Όχι, μη γελάς, ξακολούθησε. Γιατί είναι αλήθεια πως πίστευα πως δε +με νοιώθεις και το είπα μάλιστα. Μπορείς να με συχωρέσης; + +Μιλούσε τόσο σοβαρά, που με συγκίνησε. Και για να μην την ερεθίσω +περσότερο, προσπάθησα να της απαντήσω μ' έναν τόνο όσο το δυνατά +φαιδρότερο: + + — Αυτό είναι το μόνο κρίμα, που έχεις στη συνείδησή σου; + + — Όχι, όχι, είπε· απέναντι σου όμως δε γνωρίζω άλλο. + +Και ξακολούθησε, ενώ με πλησίασε περσότερο: + + — Μα αυτό είναι το χειρότερο, που μπορούσα να πω και να στοχαστώ. +Γιατί γνωρίζω πως κανένας άλλος έξω από σένα δε μ' ένοιωσε. Κανένας +απ' όλους μ' όσους μίλησα όταν αιστανόμουνα τον εαυτό μου τόσο έρημο +και δυστυχισμένο και πίστευα πως θα συντριφτούν όλα μέσα μου. + +Εκεί που λέει αυτά ανατριχιάζει και βάζει τα χέρι της στο μέτωπο. + + — Τώρα πέρασαν αυτά, λέει. Κι όλα είναι τόσο ήσυχα και καθαρά. Μα +τώρα πρέπει να μάθης και κάτι άλλο ακόμα. + +Κάθησε και με κοίταξε μ' ένα βλέμμα τόσο φωτεινό και βαθύ, σα να +ήθελε να με κάμη να δω το βάθος της ψυχής της. + + — Πρέπει να μάθης ποιο είταν το χειρότερο απ' όλα, είπε. Όταν γύριζα +εδώ μέσα και συλλογιζόμουνα πως θα πέθαινα και θα πήγαινα κοντά στο +Σβεν και το συλλογιζόμουν αυτό έτσι, ώστε να νομίζω πως μου έφευγες +και συ κι όλα μου φεύγανε κ' η γις έμενε άδεια κ' έρημη — είχα τόσον +τρόμο, τόσο φοβερόν τρόμο. Γιατί πίστευα πως θαρχόμουνα στην ανάγκη +να το κάμω μόνη μου. Αυτό είτανε το χειρότερο απ' όλα. Μα τώρα ξέρω +πως δε θα χρειαστή να το κάμω ποτέ. Μου το έταξε ο θεός. + + — Νομίζεις ωστόσο πως θα μου φύγης γλήγορα; είπα. + +Ανατρίχιασα με τα λόγια μου κ' αιστάνθηκα πως λίγο έλειψε να μην +μπορέσω να τα προφέρω. + + — Αυτό δεν το ξέρω, είπε και ξανακκούμπησε το κεφάλι απάνω μου. Ξέρω +μόνο πως δε θα το κάμω ποτέ μόνη. + +Σώπασε και δε βρήκα και γω λόγο να της απαντήσω. Την κοίταξα. Είτανε +πάλι απαράλλαχτη όπως τα ευτυχισμένα χρόνια μας. Μου φάνηκε σαν +αβρότερη και νιότερη κ' η γαλήνη, που είχε απλωθεί στη θέση της +προτητερινής της ζωηρής ανησυχίας, έδινε σε κάθε κίνημά της μια +κάποια στοργή γεμάτη εμπιστοσύνη, που μου προξενούσε ευτυχία μαζί και +πόνο. + +Όταν πήγε να κοιμηθή και μπήκα να την καλονυχτίσω, με κοίταξε με το +ίδιο φωτεινό και βαθύ βλέμμα, όπως και προτήτερα: + + — Πρέπει ακόμα να λησμονήσης που σου είπα πως μου πήρες την πίστη +μου, είπε. Γιατί δε μου την πήρες. Εγώ μόνο το φαντάστηκα. Ω, +φαντάστηκα πολλά. Ζούσα μέσα σε μια φαντασία. + +Το πρόσωπό της πήρε θλιβερή έκφραση κ' έφερε το χέρι στο μέτωπο για +να τη διώξη. + + — Δε σου την πήρα βέβαια, της απάντησα. Είναι αλήθεια. Έπρεπε όμως +να είχα νοιώσει πως εκείνο που πίστευες σου είτανε πολύτιμο. Τόσο +πολύτιμο, που δεν έπρεπε να σε κάμω ποτέ να νομίσης πως είτανε δυνατό +να θέλω να σε φέρω σ' άλλους στοχασμούς. + +Όλο το πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτίστηκε από φέγγος εσωτερικό και μ' +αδύνατη, κουρασμένη χαρούμενη φωνή μ' αγκάλιασε και με καλονύχτισε. + +Έσβησα το φως κοντά στο κρεβάτι της κ' έφυγα σιγά από την κάμαρα. Η +καρδιά μου είτανε γεμάτη ευγνωμοσύνη για όλα όσα είπε. Είτανε σα να +μου έδωσε ένα θησαυρό να τον φυλάξω στην ανάμνηση. + +Την ίδια στιγμή που συλλογίστηκα αυτό, είδα καθαρά πως άρχισα κιόλα +να τη γυρεύω στην ανάμνηση. «Θα τη χάσω», συλλογίστηκα. Και με +ξάφνισμα παρατήρησα πως τώρα μπορούσα να κάνω τη σκέψη χωρίς πίκρα, +μόνο γιατί τώρα την αιστανόμουνα τόσο κοντά μου, όπως ποτέ άλλη φορά. +«Δε θα πεθάνη», συλλογίστηκα έπειτα από μια στιγμή. «Θα ζήση». Και +παρατήρησα την αντιλογία στη σειρά των στοχασμών μου. + +Κάθησα στην κάμαρά μου και προσπαθούσα να διαβάσω. Μα είμουνα πολύ +συγκινημένος, πολύ ευτυχισμένος για τον παράξενο πλούτο, που μου +έλαχε. Κι άξαφνα θυμήθηκα το καλοκαίρι που είμαστε στα δυτικά +ακρογιάλια κ' είδα τη γυναίκα μου τη στιγμή, που είχε στρήψει σε με +το πρόσωπό της από το παράθυρο όπου έστεκε και μ' έκαμε να αιστανθώ +πως κ' οι δυο είχαμε ενωθεί στην ίδια αγάπη προς την ατέλειωτη +θάλασσα, που δε γνωρίζει σύνορα. Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ +εκείνου που αιστάνθηκα τότε και κείνου που με γέμιζε τώρα μ' ευτυχία +κ' ελπίδα, και την ίδια στιγμή μου ήρθε στο νου πόσα χρόνια έθρεφα +τον πόθο της θάλασσας. + +Σαν δράμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μια ανάμνηση, που την είχα +λησμονημένη πολύν καιρό. Ένα παιδί στέκει σ' έναν ψηλό βράχο και +κοιτάζει πέρα τη θάλασσα. Ο βράχος είναι απότομος και κάτω +αγριοβογγούν αφρισμένα τα κύματα. Το παιδί ξεκούμπωσε το φόρεμά του. +Το κρατεί τεντωμένο μετά δυο του χέρια, ώστε να είναι σαν παννί +πλοίου. Του φαίνεται θεϊκή χαρά να αιστάνεται πως αντιστέκεται στην +τρικυμία, που φοβερίζει να το γκρεμίση από το βράχο στη θάλασσα. +Απάνω στη χαρά του αυτή το ξαφνίζει μια φωνή, που κράζει τόνομά του +μέσα στον άνεμο. Δυο χέρια δυνατότερα από τα δικά του το αγκαλιάζουνε +και το παίρνουνε με τη βια από την επικίντυνη θέση κι από το θέαμα +της θάλασσας. + +Το παιδί είμαι γω ο ίδιος και χαμογελώ μελαγχολικά με την ανάμνηση, +ενώ περνούν οι νυχτερινές ώρες χωρίς να το νοιώθω και κάθουμαι μόνος +και κοιτάζω σε κείνο, που μέλλει να γίνη. Τώρα το έχω φτάσει εκείνο +που πιθυμούσε το παιδί, μα η τρικυμία μ' έχει φέρει μακρήτερα από +ό,τι ήθελα. Τώρα ήθελα ή να ησυχάζανε τα στοιχεία ή κάποιος +δυνατότερός μου να μ' έβγαζε από τον κίντυνο, που δεν πίστευα ποτέ +πως θα τονέ φοβόμουνα. + +Μα ταυτόχρονα γνωρίζω πως αυτό δε θα γίνη ποτέ. Και μ' ένα αίστημα +ντροπής και φρίκης συλλογίζουμαι τον πόνο της γυναίκας μου, που είναι +μεγαλήτερος από το δικό μου. + +12 + +Λίγες μέρες ύστερα μου τηλεφωνήσανε από το σπίτι πως ήρθανε ξαφνικά +της γυναίκας μου δυνατοί σπασμοί. Το πράμα είτανε σοβαρό και με +παρακαλέσανε να γυρίσω γλήγορα στο σπίτι. + +Την ίδια μέρα είχα αποχαιρετήσει το πρωί την Έλσα, πρι να φύγω για +την εργασία μου. Είτανε πρωτομαγιά και μιλήσαμε πως μπορούσαμε να την +κάμουμε να περάση ευχάριστα για τα παιδιά, όπως το συνηθίζαμε +προτήτερα. Στην αρχή μου είταν αδύνατο να φανταστώ πως είταν αληθινό +ό,τι έμαθα. + +Όσο να έρθη η ώρα, που θάφευγε το τραίνο, πήγα κι αγόρασα λίγα φρούτα +κι άλλα πράματα, που χρειαζόντανε για τη χαρούμενη μέρα. Φυσικά θα +είναι περαστικό το πράμα, έλεγα με τον εαυτό μου εκεί που καθόμουνα +στο βαγόνι με τα πακέτα μου. Και για να περάσω γληγορότερα την ώρα, +άνοιξα τις εφημερίδες μου και θέλησα να διαβάσω. Στην αρχή το +κατώρθωσα, γιατί προσπάθησα να πάρω το πράμα όσο το δυνατό ησυχότερα, +ώστε να μη με κυριέψη η αγωνία, τουλάχιστο όσο είμουνα στα τραίνο. Μα +όσο περσότερο πλησίαζα στο σπίτι, τόσο περσότερο αιστανόμουνα πως +μόνο η ανησυχία μου είταν αφορμή σε ό,τι έκανα. Οι στοχασμοί μου δε +θέλανε νακολουθήσουνε τα μάτια, που γλυστρούσανε μηχανικά στις στήλες +της εφημερίδας, και γλήγορα παρατήρησα πως τα μάτια ζητούσαν άταχτα +τα δρόμο τους από τη μια στην άλλη στήλη. Δίπλωσα την εφημερίδα και +σαν κεραυνός με τράνταξε η σκέψη: «Πηγαίνεις σπίτι σου να βρης +εκείνο που φοβήθηκες. Δεν μπορείς ναρνηθής πως το φοβήθηκες πάντα. +Ποτέ δεν πίστεψες πως θα ζήση, Ήθελες μόνο να γελάσης τον εαυτό σου. +Τώρα σήμανε η ώρα και δεν την ξεφεύγεις». + +Μια γαλήνη αφύσικη με κυρίεψε. Ίσως να είταν αφορμή πως τώρα είχα τη +βεβαιότητα πως ο αγώνας είτανε στο τέλος του. «Θε μου, να πεθάνη!» +μουρμούρισα· «να πέθαινε χωρίς πόνους τουλάχιστο!» Κι απορούσα πάντα +πως μπορούσα να είμαι τόσο ήσυχος. Κοίταξα γύρω μου, άμα σταμάτησε τα +τραίνο. Νόμισα πως θαρχότανε κάποιος να με περιμένη, μα δεν είτανε +κανείς εκεί. «Τότε θα ζη ακόμα», συλλογίστηκα με την ίδια παράξενη +ησυχία. Και μια στιγμή κατόπι συλλογίστηκα: «Ίσως ίσια ίσια αυτό να +είναι σημάδι πως τελειώσανε όλα. Θα στοχαστήκανε πως δεν πρέπει να +ταραχτώ εδώ μπροστά σε ξένα μάτια». Μα και μ' αυτή τη σκέψη φύλαξα +την ίδια παράξενη απάθεια. Άρχισα να βαδίζω αργά προς το σπίτι κι +ανέβηκα με δυσκολία το λόφο. Νόμιζα πως τη βλέπω ακόμα στο παράθυρο, +όπως την είδα όταν πρωτοσηκώθηκε από την αρρώστεια της. Απάνω από το +μαύρο φόρεμα, που φορούσε πάντα τώρα, είχε ριγμένο ένα ανοιχτόχρωμο +επανωφόρι και το παράθυρο είταν ανοιχτό. Έσκυβε κάτω κ' ένευε +ανυπόμονη γιατί δεν την παρατήρησα αμέσως κ' έτρεμε από συγκίνηση για +τη χαρά, που θα ένοιωθα βλέποντάς την πως σηκώθηκε και πως μπορούσε +να περπατή μόνη. Η ανάμνηση αυτή με κλόνισε και κοίταξα μηχανικά +απάνω προς το παράθυρο, αν κ' ήξερα καλά πως δε θα έστεκε κει κανείς +να με περιμένη. + +Τότε μου ήρθε η σκέψη: Περσότερο από ενάμιση χρόνο τώρα την +περιμένεις να πεθάνη και την έχεις κλάψει, σα να είτανε νεκρή. Τώρα +δεν μπορείς πια να αιστάνεσαι τίποτε. Ο πόνος έχει λιώσει μόνος του, +έσβησε μέσα στην ίδια του τη φλόγα κ' έμεινε μόνο η στάχτη». + +Έπειτα από λίγο είμουνα στην κρεβατοκάμαρα κ' είδα πως η γυναίκα μου +είταν αναίσθητη. Ακροάστηκα την αναπνοή της, έπιασα το χέρι της και +δοκίμασα να της μιλήσω. Ένοιωσα πως όλα είτανε μάταια και κατέβηκα να +μιλήσω ο ίδιος με το γιατρό στο τηλέφωνο, όχι γιατί πίστευα πως είταν +αναγκαίο, μα γιατί νόμιζα πως έπρεπε να το κάμω. Ο γιατρός υποσχέθηκε +πως θα έρθη και γω ανέβηκα πάλι τη σκάλα, όπου άκουσα από την ανοιχτή +πόρτα της κάμαρας την αναπνοή της γυναίκας μου, που φαινότανε πως +αυτή μόνη κυριαρχούσε στο σιωπηλό σπίτι. + +Εκεί είδα τον Ούλοφ, που έστεκε άφωνος στη σκάλα και φαινότανε πως +ακροαζόταν. Άγγιξα με το χέρι τον ώμο του και συλλογίστηκα να περάσω +χωρίς να σταματήσω. Μα το παιδί με κράτησε: + + — Γιατί ρουχαλίζει έτσι η μαμά; είπε. + +Κοκκίνησε, σα να είπε κάτι που δεν έπρεπε, και δοκίμασε να γελάση +χωρίς να το κατωρθώση. + + — Έτσι ακούγεται η πνοή του ανθρώπου όταν πεθαίνη, είπα. + +Το παιδί δεν έβαλε τα κλάματα. Κούνησε μόνο το κεφάλι και κοίταξε +αλλού. + + — Το περίμενε όπως και γω, συλλογίστηκα. + +Και την ίδια στιγμή είδα πόσο μικρός και πόσο μεγάλος είταν ο Ούλοφ. + +Μου φάνηκε σα να ξέσπασε κάτι μέσα μου. «Εδώ έχεις μπροστά σου το +χειρότερο απ' όλα», στοχάστηκα, «εκείνο που δεν το συλλογίστηκες +ακόμα. Τα παιδιά, τα παιδιά!» Κι άφησα τη νοσοκόμα μόνη με την +άρρωστη και κατέβηκα κάτω με τα παιδιά να φάμε και να μιλήσω μαζί +τους για ό,τι έμελλε να γίνη. + +Πώς μιλούσαμε με τα παιδιά την ημέρα αυτή και τις ακόλουθες! Πώς +χαμηλώναμε τη φωνή μας από φόβο μην ταράξουμε κείνη, που στην ακοή +της δεν μπορούσε να φτάση ήχος πια! Τα παιδιά μου φαινόντανε μεμιάς +σα δυο συνομίληκοί μου, που τα αιστανόντανε και τα εννοούσαν όλα. Δεν +το βρίσκανε διόλου παράξενο πως η μαμά θα πήγαινε να βρη το Σβεν. Δεν +τα πείραξε διόλου η ιδέα πως η μαμά έφευγε γιατί δεν ήθελε να ζήση. +Δεν τανησυχούσε καμιά θεωρία. Δεν κρίνανε. Δε δοκιμάζανε να ξηγήσουν +εκείνο που είτανε μονάχα απλό και μέγα. Ξέρανε μόνο πως η μαμά ήθελε +να πεθάνη και να τα παραιτήση, αυτό γινότανε μόνο γιατί είταν άρρωστη +κι αδύνατη και γιατί δεν μπορούσε να ζήση. Αν τους έλεγε κανείς πως +μ' αυτό η μαμά τους έδειχνε πως ταγαπούσε κείνα λιγότερο, θα +γελούσανε ή θα θυμώνανε. + +Τώρα μιλούσαμε για διάφορα πράματα, που δεν τάκουγα. Και κει που +μιλούσαμε, άρχισε να μου έρχεται ο πόνος, έτσι σαν από το μάκρος. +Ήξερα πως θα έφτανε τέλος, πως θα έφτανε με ανακούφιση. Μα δεν +μπορούσε ακόμα να νικήση τη γαλήνη, που με κυρίεψε και που τη φύλαξα +ακόμα κι όταν βγήκε ο γιατρός από την κάμαρα της άρρωστης και μου +είπε όλα εκείνα, που τα γνώριζα πια. + +Πριν όμως έρθη ο γιατρός, δυνατές κραυγές με κάμανε νανεβώ στην +κρεβατοκάμαρα. Όταν μπήκα μέσα, είδα τη γυναίκα μου να τρέμη από +σπασμούς, που φαινόντανε πως αρχίζανε από το πρόσωπο κι απλώνονταν +αποκεί σε τρόπο που να της τραντάζουν όλο το κορμί. Δεν μπορούσαμε να +κάμουμε τίποτε. Κι απ' ώρα σ' ώρα ξαναρχόντανε οι φοβερές προσβολές. + +Ο γιατρός τις ησύχασε μ' ενέσεις κ' η προτητερινή γαλήνη ξαναήρθε, +όχι όμως κ' η αίσθηση. Η αναισθησία κράτησε σχεδόν δυο μέρες. +Ακατάπαυτα, για πολλή ώρα κι αφού πάψανε οι σπασμοί, μου φαινότανε +πως έβλεπα το πρόσωπό της παραμορφωμένο και το σώμα της να τρέμη τόσο +φοβερά. Και θυμήθηκα τις τελευταίες στιγμές του Σβεν. Ήξερα πως είχα +τότε δει την ίδια εικόνα και θυμήθηκα τα λόγια της: «Σαν πεθάνω, θα +πεθάνω όπως ο Σβεν». θυμήθηκα πως είχα γελάσει μέσα μου όταν άκουσα +τα λόγια αυτά· τα πήρα σαν έκφραση της μεγάλης της νευρικότητας. Τώρα +που αληθεύανε, δεν μπορούσα να τα βγάλω από το νου μου. Πούθε το +ήξερε; Ή πώς μπορούσε να το λέη με τόση βεβαιότητα, αν δεν ήξερε +τίποτε; Είτανε μια απλή σύμπτωση; Και μπορεί να λέη κανένας +σύμπτωση ό,τι δεν μπορεί να εξηγήση; + +Καθόμουνα ώρες κοντά στο κρεβάτι της γυναίκας μας κ' έβγαινα μονάχα +έξω για να παίρνω αέρα ή να ησυχάζω. Καθόμουνα με τα παιδιά κοντά +στην άρρωστη και ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας, μιλούσαμε λόγια, που δε θα +ξαναέρθουνε ποτέ και που κανείς μας δεν μπορεί να τα θυμηθή πια. +Κοιμόμουνα ντυμένος στο κρεβάτι κοντά στην Έλσα, που δε θα ξυπνούσε +ποτέ πια, και καθόμουνα κι αγρυπνούσα μόνος για να ησυχάζη η νοσοκόμα +και για να μπορώ να κρατήσω την ανάμνηση από τις λίγες ώρες, που δεν +είτανε κανένας άλλος από τους δυο μας μέσα στην κάμαρα του θανάτου. + +Λένε πως οι ετοιμοθάνατοι, πριν αφήσουνε την τελευταία πνοή, βλέπουνε +να περνά μπροστά τους η ζωή τους ολάκερη και πως όλα όσα ζήσανε τα +ξαναβλέπουνε με νέο φως. Απομέρος μου γνωρίζω πως την τελευταία +νύχτα, όταν ξημέρωσε τόσο αργά και τα παιδιά κουρασμένα πια πήγανε να +ησυχάσουν, είδα όπως δεν την είδα ποτέ προτήτερα και τη δική μου ζωή +κι όλα όσα ζήσαμε μαζί εκείνη και γω. Κ' είδα πως από όλα όσα μου +είπε, είχα φυλάξει στο νου μου εκείνα που έπρεπε να λησμονήσω κ' είχα +λησμονήσει ίσια ίσια εκείνα, που έπρεπε να μου είχανε τυπωθεί στη +μνήμη περσότερο απ' όλα. Είχα φυλάξει ό,τι ταίριαζε με τους πόθους +μου και λησμόνησα όλα όσα είταν ενάντια σ' αυτούς. Ενώ φανταζόμουνα +λοιπόν πως όλα τα έκανα χάρη της, δεν έκανα παρά μόνον ότι, μου +φαινότανε καλό για τη δική μου ευτυχία. Όλα όσα έζησα σμίγανε +συγκεντρωμένα στη σκέψη αυτή σα σε μοναδικό σημείο. + +Γιατί με είχε οδηγήσει εκείνη μέσα στην κοιλάδα του θανάτου. Αυτό το +είδα τώρα, που ο θαμπός αέρας άρχισε να φωτίζεται όξω κ' η ρόδινη +γραμμή της αυγής σημαδευότανε πέρα στην άκρη τουρανού. Δεν είχα +στρέψει ποτέ θεληματικά το βλέμμα στην κοιλάδα αυτή, απεναντίας +προσπάθησα πάντα να μακρύνω από κείνη και να λησμονήσω πως υπάρχει +κάτι τέτοιο. Κι όπως καθόμουν εδώ, μου φαινότανε πως γνώριζα τόσα +λίγα από τον κόσμο, όσα γνώριζα κι όταν πρωτοξύπνησα στη ζωή του +κόσμου αυτού του γεμάτου αντίθεσες κ' έκανα τα πρώτα βήματα +ξαφνισμένος για ό,τι απαντούσα εκεί. Πάντα ένοιωσα μέσα μου κάτι σαν +ξάφνισμα, πάντα είχα το αίστημα πως όλα όσα ζούσα είτανε μόνο κατά το +μισό πραγματικότητα, πάντα η τάση μου είταν από κείνο που υπήρχε προς +εκείνο που έμελλε να έρθη, προς το άγνωστο. Πάντα ονειρεύτηκα την +ευτυχία μου κ' η ευτυχία δε μου παρουσιάστηκε ποτέ μ' άλλη μορφή από +την οικογενειακή. Την ευτυχία αυτή την απόχτησα, την απόχτησα όπως +την αποχτά ένας μόνο μες τους χίλιους, μα ο θάνατος, που δεν ήθελα να +τονέ στοχαστώ ποτέ, ήρθε και κρύφτηκε αόρατος πίσω μου. Μου πήρε το +μικρό μου αγόρι με ταγγελικά μάτια και τα χρυσά μαλλιά. Κι όταν +πέθανε αυτό, έσκυψε κείνος αποπάνω μου περσότερο από πριν, άπλωσε τα +μελανά φτερά του απάνω από το σπίτι μου και δεν έφυγε πριν αρπάξει +από με και τους δικούς μου εκείνη που μας είταν πιο ακριβή απ' όλα +στη ζωή, γιατί μας είταν πιο ακριβή από τη ζωή την ίδια. + +Σηκώθηκα και κοίταξα όξω. Ακροάστηκα την αναπνοή της και δεν μπορούσα +να πιστέψω πως είταν ξαπλωμένη εδώ κ' έμελλε να πεθάνη. Έσκυψα κ' +έβρεξα με νερό τη γλώσσα και τα χείλη της και κοίταξα το πρόσωπό της +όσο που θολώσανε τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτε πια! Ωστόσο +πίστευα πως είμαι κοντά της κι αν της έμενε μια ανάμνηση, που — +άφταστη σε μένα, χωρισμένη απ' όλα όσα ονομάζουμε θνητή ύπαρξη — +γυρνούσε γύρω στην ίδια της ζωή, ήξερα πως είμουνα και γω εκεί μέσα. +Είμουνα μαζί εκεί μέσα, όπως δε θα έβλεπα ποτέ μόνος μου τον εαυτό +μου κι όπως δε θα μπορούσε να με δη κανένας άλλος από αυτή. + +Κ' ενώ οι στοχασμοί μου γυρίζανε σε όλα όσα ζήσαμε μαζί, λησμόνησα +τον εαυτό μου κ' έβλεπα μόνο αυτή. Νέα κι αφοσιωμένη μου είχε ρθει, +μα σε όλη την ευτυχία, που έλαμπε γύρω της κ' έκανε αλαφρό το πάτημά +της, είτανε μια μελαγχολία, που είτανε τόσο μεγαλήτερη όσο σώπαινε +τόσον καιρό. Νόμιζα πως θυμόμουνα τώρα πως από νωρίς ακόμα η ύπαρξή +της όλη στεκότανε σ' ένα επίπεδο διαφορετικό από το επίπεδο των +άλλων. Είχε πλαστεί να γίνη ευτυχισμένη κ' έπειτα να πεθάνη κ' ήρθε η +μέρα, που είτανε σκληράδα να ήθελε κανείς να τη βιάση να ζήση. Δεν +μπορούσε να λυπηθή λίγον καιρό κ' έπειτα να λησμονήση. Μπορούσε μόνο +να λυπάται και να πεθάνη. Και γω έπρεπε να γνωρίζω πως έλεγε πάντα +την αλήθεια και την έλεγε περσότερο τότε όταν τα λόγια της μου +φαινόντανε παράξενα κι απίθανα. Ακόμα αληθινότερη είταν όμως όταν +έπνιγε τα λόγια στα χείλη της και με παρακαλούσε να την αφήσω να +πεθάνη. + +Γιατί δεν την άφησα; Γιατί προσπάθησα να τη βιάσω να κάμη κατιτί +ενάντιο από τη θέλησή της και πέρα από τη δύναμή της; Δεν είχα +νοιώσει πως δυο χρόνια ολάκερα τέντωνε φοβερά τη δύναμή της για να +πηγαίνη περαδώθε μέσα στο σπίτι μου, να χαμογελά μαζί με μας, που +θέλαμε να χαμογελούμε, και να παίζη μαζί με μας που θέλαμε να +παίζουμε; + +Πώς μπορούσα να είμαι τόσο σκληρός και πώς μπορεί κανένας να είναι +τόσο σκληρός μόνο και μόνο γιατί δεν μπορεί να δη καθαρά; + +Και τα ρωτήματα αυτά σμίγανε στο τέλος συγκεντρωμένα σ' ένα νέο: Πώς +μπορούσε να μ' αγαπά αυτή, αφού τη βασάνισα τόσο δίχως να το θέλω; + +Μπορούσε να μ' αγαπά γιατί — σα να μου είτανε δυνατό νακολουθώ τους +στοχασμούς της, που είτανε χωρισμένοι από τους δικούς μου — μου +φαινότανε πως τη βασάνισα χωρίς τη θέλησή μου και μου φαινότανε πως +το αιστανότανε κι αυτή, αν και προτήτερα δεν ήθελα να το πιστέψω πως +το αιστάνεται. Μα στο ρώτημα αυτό δεν έμελλε να μου δοθή απάντηση. Δε +θα ξυπνούσε κείνη πια από την αναιστησία και μ' απελπισμένη καρδιά +έπρεπε να γυρίσω μια μέρα στη νέα ζωή, που με πρόσμενε χωρίς εκείνη. + +Έτσι ζητούσα να μαντέψω τη σειρά των στοχασμών της, ενώ εκείνη +βυθιζότανε ολοένα βαθήτερα στην εξουσία του θανάτου. Είτανε σα να +είχα παραδώσει τον εαυτό μου και τη ζωή μου στο θάνατο και σα να +λογαριαζόμαστε κ' οι δυο μαζί, αυτή και γω, με τον κόσμο. Όλα έξω μου +και μέσα μου γίνανε τόσο θεόρατα ψηλά και μεγάλα, ώστε μου φαινότανε +πως δεν μπορούσα να φτάσω τίποτε. Δεν είτανε καμιά παρηγοριά σ' αυτά +παρά μόνο ένας απελπισμένος αποχαιρετισμός. Μα προχωρούσαν οι ώρες κ' +ήρθε πια η στιγμή της ακατανίκητης κόπωσης, όταν κλείνουνε τα μάτια +και τα χέρια δένουνται σε μια μόνη προσευχή: Πώς να τελειώνανε όλα. + +Τότε έπαψε ξαφνικά η κανονική αναπνοή της γυναίκας μου κ' αιστάνθηκα +πετρωμένη την καρδιά μου. Νόμισα πως έρχεται τώρα ο θάνατος κ' έτρεξα +έξω να ξυπνήσω τα παιδιά. Ήρθανε μέσα υπνωμένα ακόμα και σοβαρά και +καθήσανε κοντά στο κρεβάτι. Και τη στιγμή αυτή θυμήθηκα εκείνο, που +μου είχε πει κάποτε: + + — Όταν θα πεθαίνω, δε θέλω να είναι κοντά μου κανένας άλλος από σε +και τα παιδιά. Είμαι δική σας μονάχα. + +Έτσι καθόμαστε τώρα και μεις κ' ενώ δεν μπορούσαμε να νοιώσουμε τι +σημασία είχε που η αναπνοή της έγινε αλαφρότερη και περιμέναμε το +τέλος, παρατηρήσαμε πως τα μάτια της κάμανε νανοίξουνε κ' είδαμε πως +γύρισε προς το μέρος, όπου είτανε κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα του +Σβεν, και την ακούσαμε να πη: + + — Νέννε. + +Σιγαλά κι αδύνατα πρόφερε την μικρή λέξη, ωστόσο μίλησε. Σπασμωδικά +έπιασε ο ένας το χέρι του αλλουνού και τα δάκρυά μας τρέξανε όχι από +πόνο, μα από χαρά που ξανακούσαμε τη φωνή της. + +Από τη στιγμή αυτή ήξερε πως καθόμαστε κει. Από τη στιγμή αυτή κάθε +μορφασμός, κάθε κίνηση είταν κ' ένας αποχαιρετισμός. Όταν άκουγε τη +φωνή μας, άνοιγε τα βλέφαρα σαν το Σβεν μια φορά, και μπορέσαμε κ' +είδαμε πως μας γνώριζε κ' αιστανότανε τα χάδια μας. + +Είπε ακόμα μια φορά τόνομα του Σβεν, σα να ήθελε να πη πως τον +βλέπει, πως πηγαίνει σ' αυτόν. Μα έπειτα σωριάστηκε. Και μεις +καθόμαστε κει χωρίς πνοή, περιμένοντας αχόρταστα ένα σημάδι πως δε +μας άφησε ακόμα, πως δε μας έφυγε ακόμα. + +Τότε άνοιξε το αριστερό της μάτι, σαν το Σβεν μια φορά, και το βλέμμα +της γύρεψε το δικό μου. Έσκυψα απάνω της κ' είδα πως πολεμούσε να +μιλήση. Μα δεν το μπόρεσε και με μιαν έκφραση μεγάλου πόνου έπεσε +πάλι στην αναισθησία, που είναι προμήνυμα του θανάτου. Πολλές φορές +ξαναδοκίμασε να μιλήση και κάθε φορά φαινότανε στο πρόσωπό της αυτή η +έκφραση της απελπισμένης αδυναμίας και κάθε φορά μας ξέσκιζε την +καρδιά περσότερο. Έμοιαζε σα να μην είτανε πια δική μας, μα φαινότανε +σα να είχε κάτι που ήθελε να μας το πη πριν χωριστή από μας, σα να +μην μπορούσε να πεθάνη χωρίς να μας το πη. Είτανε φοβερό να βλέπουμε +τον αγώνα της κι ακόμα φοβερότερο να χάσουμε ίσως τα τελευταία λόγια +της. Ξαναέσκυψα απάνω της κι απελπισμένος της ψιθύρισα στο αυτί μια +παράκληση. Τότε άνοιξε το μάτι της και με κοίταξε κ' εννόησα πως μ' +άκουσε. Με μιαν απαντοχή, σα να κρεμότανε όλη η μελλόμενη ζωή μου από +τα λόγια της, πλησίασα το αυτί μου απάνω στο στόμα της. + +Εκεί άκουσα τη φωνή της. Ερχότανε από τόσο μάκρος, όπως δεν άκουσα +ποτέ φωνή. Είτανε τόσο αδύνατη, που μόλις μπορούσα να την ξεχωρίσω. +Δεν είταν αυτή πια, είτανε το πνεύμα της που μιλούσε. Όμως άκουσα +καθαρά τα λόγια και κανείς άλλος από μένα δεν μπόρεσε να τακούση: + + — Σας . . . αγαπώ . . . τόσο . . . πολύ. + +Φαίνεται πως θα φώναξα από τον πόνο. Γιατί αιστάνθηκα πως μ' +αγκαλιάσανε χέρια και με βαστάξανε. Κ' η κραυγή που μου ξέφυγε, +έφτασε και την ετοιμοθάνατη. Γιατί από τη γυναίκα μου βγήκε ένας αχός +πόνου, που έλεγε πως μ' άκουσε, χωρίς όμως να μπορέση να βάλη το +άψυχο χέρι της απάνω στο κεφάλι μου. Εκείνον τον αχό μπορώ και τον +ακούω κι αυτή την ώρα ακόμα. + +Για να μπορέση να προφέρη τα λόγια που πρόφερε, πάλεψε ώρες εκεί. Κι +όταν τα πρόφερε, ξαναέπεσε στην ησυχία. Ειρήνη βασίλεψε στην όψη της. +Δεν ήθελε πια τίποτε, δεν πιθυμούσε τίποτε. Έκλεισε το λογαριασμό της +με τον κόσμο, αφού είπε, πριν πεθάνη, πόσο πολύ αγαπούσε τα παιδιά +και μέ. + +Ύστερα από λίγες ώρες έκλεισε τα μάτια της. Τα έκλεισε δίχως αγωνία +ήρεμα κ' ήσυχα έτσι όπως σβήνει ένα κερί. + +Έζησε την ξεχωριστή ζωή της και πέθανε τον ξεχωριστό της θάνατο. + +Είτανε τόσο αδύνατη, ώστε δεν πάλεψε με το θάνατο. Είχε παλέψει πριν +αρκετά με τη ζωή. + +Είταν όμως αρκετά δυνατή ώστε να μας χαρίση πρι να φύγη ένα λόγο, που +μπορούσαμε να τον θυμούμαστε και να ζούμε μ' αυτόν. Η αγάπη της +είτανε δυνατότερη από το θάνατο. + +Ας είναι ευλογημένη. + +13. + +Άνοιξα το γράμμα, που βρήκα απάνω απάνω στο κομό των παιδιάτικων +χρόνων μου, εκεί μέσα στο άδυτο του Σβεν. Και διάβασα τα παρακάτω: + +«Είπα πολλές φορές πως θα πεθάνω, μια φορά όμως θα γίνη. Εκείνος, που +θα βρη πρώτος το χαρτί αυτό, πρέπει να το δείξη σε κείνον ή σε +κείνους, που θα φροντίσουνε για την ταφή μου. Ω θεέ μου, τώρα που +γράφω αυτή τη λέξη — ας είμουνα κοντά στο θάνατο, όπως η λέξη στο +χαρτί. Ήθελα, ναι, να ζήσω για χάρη των αγαπημένων, που κάνουνε για +μένα ό,τι δεν κάνει άνθρωπος για τον άλλον άνθρωπο, ήθελα να ζήσω και +το προσπαθώ όσο μπορώ. Μα αν δεν το κατορθώσω — κ' έτσι αιστάνουμαι, +δε θα το κατορθώσω — τότε ήθελα να μου φορέσουν το λευκό μου φόρεμα. +Στο κάτω κάτω συρτάρι του κομού είναι όλα τασπρόρρουχα που φορούσε ο +Σβεν, ο άγγελός μου. Δόστε μου τα όλα. Βάλτε στην κάσα μου όλα όσα +χωρούν από τα πράματά του. Μπορώ να είμαι ξαπλωμένη απάνω και στα +σκληρά παιγνιδάκια του ακόμα. + +Και μια τελευταία επιθυμιά. Αν πεθάνω στο σπίτι, φροντίστε, αν είναι +δυνατό, να με βάλετε στην κάσα μέσα στην κάμαρα του Σβεν. + +Ευχαριστώ για όλα, όλα. Είμουνα όμως ένας δυστυχισμένος άνθρωπος και +δεν μπορούσα να ζήσω μ' όλην την αγάπη και τη στοργή. + + Η Έλσα σας.» + +Κ' έτσι της φορέσαμε το λευκό φόρεμα, που δεν το είχε ξαναφορέσει από +τον καιρό που έπαψε να χαίρεται για καθετίς που είτανε γήινο. Όλα +γίνανε όπως τα πιθυμούσε και το στερνό κρεβάτι της στρώθηκε μέσα στην +μικρή κάμαρα του Σβεν. Εκεί είτανε ξαπλωμένη με ταπαλά, μαύρα μαλλιά +λυμένα απάνω στο λευκό φόρεμα και γύρω της είταν όλα τανοιξιάτικα +άνθη. Πίσω της είτανε στημένη κοντά στο μικρό παράθυρο μια ολοπόρφυρη +αζαλέα και στο κρεβάτι της χυμένη μια βροχή από κίτρινα ρόδα. + +Φαινότανε σα να κοιμότανε και το πρόσωπό της είχε ξανανιώσει με το +θάνατο. + +Έτσι πήγε να βρη το Σβεν, όπως το έλεγε μόνη της, και γι' αυτό +ονομάστηκε το βιβλίο τούτο «βιβλίο του μικρού αδελφού», που ήρθε κ' +έγινε ο άγγελος της μητέρας του, αν και δεν έγινε όπως το ελπίσαμε. +Γιατί την πήρε μαζί του, σαν έφυγε. + +14. + +Μα το βιβλίο αυτό είναι μαζί κ' η ιστορία ενός αγώνα με το θάνατο. +Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, που πάλεψε και νικήθηκε, χωρίς όμως να +ντρέπεται γιατί νικήθηκε. + +Από τότε ταξίδεψα πολύ κ' είδα πολλούς ανθρώπους. Όλα όμως μου είτανε +ξένα κι όλα νεκρά, όσο που γράφηκε το βιβλίο αυτό. Γράφηκε σε +φωτεινές καλοκαιρινές μέρες εκεί όπου τελειώνουν τα βραχόνησα κι +αρχίζει η ανοιχτή θάλασσα. Και γράφηκε από έναν έρημο άνθρωπο, που +δεν είναι πια έρημος. + +Πολλές βδομάδες κοίταζε ο άνθρωπος αυτός πέρα τη θάλασσα, που, όμοια +με την ανθρώπινη ζωή, που αξίζει τόνομα της ζωής, δεν ησυχάζει ποτέ. +Έβλεπε κει τους φάρους να λάμπουν απάνω από τα βοερά νερά και +στοχαζότανε πως κι αν μπορούσανε να σβήσουν οι φάροι, θα σπιθηρίζουν +τάστρα τουρανού. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + + + + +End of Project Gutenberg's The Book About Little Brother, by Gustav Geijerstam + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BOOK ABOUT LITTLE BROTHER *** + +***** This file should be named 33561-0.txt or 33561-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/3/5/6/33561/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/33561-0.zip b/33561-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..fb5b805 --- /dev/null +++ b/33561-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..669e543 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #33561 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33561) |
