summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--33561-0.txt5841
-rw-r--r--33561-0.zipbin0 -> 134174 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 5857 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/33561-0.txt b/33561-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..1f60075
--- /dev/null
+++ b/33561-0.txt
@@ -0,0 +1,5841 @@
+Project Gutenberg's The Book About Little Brother, by Gustav Geijerstam
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Book About Little Brother
+ A story of married life
+
+Author: Gustav Geijerstam
+
+Translator: Konstantinos Chatzopoulos
+
+Release Date: August 28, 2010 [EBook #33561]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BOOK ABOUT LITTLE BROTHER ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic,
+otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words
+are indicated by &. Square brackets indicate corrections. Pages 132-
+133 are missing. The book has 192 pages.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Διορθώσεις
+περικλείονται σε []. Οι σελίδες 132-133 λείπουν. Το βιβλίο έχει 192
+σελίδες.
+
+
+
+ΓΟΥΣΤΑΥΟΥ ΓΚΕΪΤΕΡΣΤΑΜ
+
+
+
+ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ
+ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΓΑΜΟΥ
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ
+ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
+
+
+ΑΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΣΙΑ
+42 — ΣΤΑΔΙΟΥ — 42 1915
+
+
+
+
+
+
+ΕΙΣΑΓΩΓΗ
+
+
+
+Είτανε μια φορά ένας συγγραφέας, που ζούσε ευτυχισμένος με τη γυναίκα
+του και τα τρία παιδιά του. Είτανε τόσο ευτυχισμένος, ώστε δεν το
+εννοούσε κι ο ίδιος και μολαταύτα έγραψε πολλά βιβλία για τη δυστυχία
+των ανθρώπων.
+
+Η μεγαλήτερη ευτυχία του δεν είταν η αγάπη· ούτε η πατρική χαρά, που
+την έπαιρνε απλοϊκά σαν ένα πράμα τόσο φυσικό, σα να είταν αδύνατο
+ναπολάψουν οι γονείς από τα τέκνα τους άλλο παρά χαρά. Η ευτυχία του
+δεν είτανε γιατί, με όλη την πολύχρονη συζυγική ζωή, φώλιαζε πάντα
+στο σπίτι του το σπάνιο πουλί, που το λένε ανίκητη νιότη. Η
+μεγαλήτερη ευτυχία του είτανε το πως δεν απάντησε και δε γνώρισε ποτέ
+κακό, που να μην πίστευε πως μπορούσε να το νικήση με τη δύναμη και
+την υγεία. Τα δυστυχήματα, που φοβερίζανε να φανούν, είτανε σαν
+περαστικά σύννεφα, που χανόντανε στον ορίζοντα κι αφίνανε καθαρότερο
+τον ουρανό του. Έτσι πίστευε τουλάχιστο κι αυτή η πίστη είταν η
+πραγματικότητα, όπου ζούσε. Τη φτώχια, που πολεμούσε μαζί της
+αδιάκοπα, κατώρθωσε να την κρατή πάντα μακριά. Ένας εχτρός υπήρχε
+μόνο, που μαζί του δεν μπορούσε να μετρηθή, κι αυτός ο εχτρός είταν ο
+θάνατος.
+
+Κ' ίσως να μην είτανε η μικρότερη ευτυχία του ανθρώπου αυτού το πως
+δε φοβήθηκε ποτέ σοβαρά, πως ο θάνατος μπορούσε να βρη είτε αυτόν τον
+ίδιο είτε τους αγαπημένους του.
+
+Με το αίστημα τούτο της μεστής ζωής έγραψε ο συγγραφέας αυτός ένα
+βιβλίο πλημμυρισμένο από καλοκαιρινό φως και με θέμα τα δυο μεγάλα
+αγόρια του, τα παιγνίδια και τις διασκεδάσες τους, τα άθλα και τις
+ατυχίες τους. Το βιβλίο είτανε μια ιλαρή χαρά και γι' αυτόν τον ίδιο
+κι όταν μου έρχεται στο νου εκείνη η εποχή, μόλις μπορώ και το εννοώ
+πως ο άνθρωπος αυτός είμουνα κάποτε γω.
+
+Άμα τυπώθηκε και δέθηκε το βιβλίο κ' είταν έτοιμο να κυκλοφορήση, ο
+συγγραφέας πήρε μαζί του δυο αντίτυπα, έγραψε στο ένα τόνομα του
+Ούλοφ και στο άλλο του Σβάντε και τα έδωσε επίσημα του καθενός από τα
+δυο αποθανατισμένα παιδιά του.
+
+Ο Ούλοφ πήρε το βιβλίο του κι ο Σβάντε το δικό του. Ο Ούλοφ, που
+είναι φύση πραχτική και δεν έχει καμιά κλίση στη φιλολογία, λένε πως
+πρώτη φορά έπιασε κι άνοιξε αυτόρμητα βιβλίο. Νομίζω μάλιστα πως
+διάβασε τρία ολάκερα κεφάλαια. Ο Σβάντε όμως διάβασε μεμιάς ολάκερο
+το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Και διάλεξε μερικά κεφάλαια,
+εκείνα που του αρέσανε ξεχωριστά και τα διάβαζε δυνατά σε όλους, όσοι
+είχαν όρεξη νακούνε. Μ' ένα λόγο, βασίλευε μεγάλη αγαλλίαση σ' όλο το
+σπίτι.
+
+Τότε όμως έτρεχε μέσα στις κάμαρες ένα μικρό πλασματάκι. Είταν ο
+μικρός αδερφός του Ούλοφ και του Σβάντε κ' είχε μακριά σγουρά
+ολόξανθα μαλλιά και τα πιο μεγάλα γαλανά μάτια, που μπορεί να έχη ένα
+αγοράκι. Τον έλεγαν Σβεν και μόλις είχε κλείσει τα δυο χρόνια. Να
+μιλή καλά δεν μπορούσε. Μπορούσε όμως να εννοή.
+
+Όταν λοιπόν του διάβασε ο Σβάντε δυνατά από το βιβλίο, τονέ ρώτησε η
+μαμά:
+
+ — Για ποιόνε λέει το βιβλίο;
+
+Κ' επειδή ο Σβεν δεν ήξερε τι ναπαντήση, ξακολούθησε η μαμά:
+
+ — Για τα μεγάλα αδέρφια σου. Δεν καταλαβαίνει ο Νέννε;
+
+Νέννε λέγαμε το Σβεν. Είχε βρει τόνομα μόνος του, γιατί δεν μπορούσε
+να προφέρη το Σ.
+
+ — Μα ταδέρφια δεν τα λένε όπως λέει το βιβλίο, δοκίμασε να πη ο
+Νέννε.
+
+ — Τι κουτός που είσαι! είπε ο Ούλοφ. Ο μπαμπάς μας λέει έτσι.
+
+Τότε εννόησε ο Σβεν και με μάτια, που λάμπανε από την ανυπομονησία,
+ρώτησε:
+
+ — Δε λέει τίποτε για το Νέννε;
+
+Ο πατέρας, που μπήκε μέσα στο μεταξύ, σήκωσε το μικρόν ψηλά ως το
+ταβάνι, τον κατέβασε πάλι και του είπε:
+
+ — Τι να πη για ένα μαϊμουδάκι, που είναι τόσο μικρό ακόμα και δεν
+έκαμε τίποτε;
+
+Μα ο Σβεν δεν έμεινε ευχαριστημένος. Άνοιγε τα μεγάλα γαλανά μάτια
+του όσο πλατήτερα μπορούσε, έδινε φιλιά με το μικρό ρόδινο στόμα,
+έβαζε όλα τα δυνατά του. Ήθελε κι αυτός ένα βιβλίο.
+
+ — Μα ο Νέννε δεν ξέρει να διαβάση.
+
+Ο λόγος αυτός δεν του έκαμε καμμιάν εντύπωση. Έτρεχε πέρα δώθε στις
+κάμαρες και το μικρό του ζωηρό πρόσωπο είταν κατακόκκινο. Ο Ούλοφ
+πήρε βιβλίο, ο Σβάντε το ίδιο. Γιατί να μην πάρη κι ο Σβεν;
+
+Αδύνατο να γίνη διαφορετικά. Ο συγγραφέας δεν είχε πρόχειρο άλλο
+αντίτυπο. Έφερε η μαμά το δικό της κι αφού σβήστηκε καλά τόνομά της,
+ο μπαμπάς έγραψε στο βιβλίο:
+
+&Του μικρού Νέννε — ο μπαμπάς.&
+
+Και τότε ησύχασε ο Σβεν.
+
+Δηλαδή φάνηκε πως ησύχασε. Γιατί δε ζήτησε περσότερα. Γύριζε μόνο
+ολόγυρα και διάβαζε στο βιβλίο. Μπορούσε να διαβάζη κι αποπάνω κι
+αποκάτω, κρατούσε το βιβλίο πότε ορθά πότε ανάποδα και διάβαζε τόσο
+δυνατά, που αντηχούσε όλο το σπίτι.
+
+Τέλος κάθησε λίγες στιγμές μόνος του και συλλογιζότανε. Έπειτα έτρεξε
+άξαφνα τόσο γλήγορα, σα να είχε βια να φτάση όσο μπορούσε προτήτερα
+εκεί που ήθελε. Πήγε ίσια στην κάμαρα του μπαμπά, όπου καθότανε
+κείνος πνιγμένος στους καπνούς. Μαζεύτηκε έτσι ώστε να χωρέση ανάμεσα
+της καρέκλας και του τραπεζιού. Κ' έπειτα έβγαλε το κεφάλι και
+προσπαθούσε να δη τον μπαμπά στα μάτια.
+
+ — Τι είναι Σβεν; ρώτησε ο μπαμπάς, που δεν ήθελε να τον ενοχλούν.
+
+Ο Σβεν όμως δεν ησύχαζε, αν ο μπαμπάς δεν παραμέριζε το κάθισμα ώστε
+να μπορέση να περάση.
+
+ — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε.
+
+ — Τι; ρώτησε ο μπαμπάς.
+
+ — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε, ξαναείπε το μικρό
+αδερφάκι δυνατότερα τώρα.
+
+Τότε εννόησε ο μπαμπάς.
+
+Ο μικρός είχε θυμώσει γιατί δεν τον ανάφερε το βιβλίο κι αυτόν. Όσο
+μικρός κι αν είταν, ήθελε δικαιοσύνη. Όσο μικρός κι αν είταν, εύρισκε
+ίσως πως είχε και κείνος τα ίδια δικαιώματα στον πατέρα μαζί με τάλλα
+αδέρφια κι όσο μικρός κι αν είταν ήξερε πως έπρεπε να έχη κι αυτός τη
+θέση του εκεί που είτανε ο μπαμπάς, η μαμά και ταδέρφια.
+
+Κοίταξε τον μπαμπά ερωτηματικά με τα μεγάλα μάτια του και με τόση
+θέρμη, σα να είτανε ζήτημα ζωής και θανάτου.
+
+Ο μπαμπάς το πήρε κι αυτός πολύ σοβαρά κι απάντησε:
+
+ — Σου υπόσχομαι, θα γράψω και για σένα ένα βιβλίο.
+
+ — &Μόνο& για το Νέννε, ξαναείπε ο μικρός δίνοντας να εννοηθή καθαρά
+πως αυτό είταν το σπουδαιότερο.
+
+ — Μόνο για το Νέννε, απάντησε σοβαρά ο μπαμπάς.
+
+Ο μικρός έφυγε. Έτρεξε κ' έφερε το νέο ως την κουζίνα κ' έμεινε
+ικανοποιημένος τέλεια τη στιγμή αυτή.
+
+Ο μικρός δεν έπαψε να το θυμίζη. Μα ένας συγγραφέας έχει να γράψη
+πολλά. Δεν μπορεί να βρη πάντα την όρεξη να γράψη για ένα μικρό
+σγουρόμαλλο αγοράκι, που δεν είχε κάμει στον κόσμο άλλο τίποτε παρά
+να τρέχη πέρα δώθε και να σκορπίζη σ' όλους τη χαρά. Και στην ποίηση,
+όπως και στη ζωή, οι μικροί πρέπει να περιμένουνε, γιατί οι μεγάλοι
+δεν τους αφίνουνε να περάσουν πριν έρθη η σειρά τους.
+
+Γι' αυτό ο μικρός αδερφός έπρεπε να περιμένη ως τα σήμερα το βιβλίο
+του. Τώρα και γω είμαι άλλος κι όλα γύρω μου είναι νέα. Ο μικρός
+βέβαια δεν ήξερε τι μου ζητούσε, όπως και γω δεν ήξερα τι υποσχέθηκα.
+
+Όμως ακούω μια φωνή, που με βιάζει να κρατήσω την υπόσχεσή μου.
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
+
+
+
+1
+
+Ολάκερο το βιβλίο αυτό είναι βιβλίο του θανάτου κι όμως μου φαίνεται
+πως μιλεί περσότερο για ευτυχία παρά για δυστυχία. Γιατί δυστυχία δε
+λέγεται να χάση κανείς ό,τι του είναι αγαπημένο, δυστυχία είναι να το
+μολύνη, να το διαφτείρη, να το παραμορφώση. Και υπάρχει ένα μυστικό,
+που έπρεπε να ζήσω πολύ πριν το γνωρίσω. Η αγάπη δε μένει ποτέ
+στάσιμη. Ή θα δυναμώση ή θα μικρύνη με τον καιρό. Και μπορεί να φέρη
+πόνο, όχι μόνο στην πρώτη περίσταση. Η δυνατότερη αγάπη είναι κείνη
+που φέρνει πόνο, ίσια ίσια γιατί γίνεται πάντα δυνατότερη.
+
+Μα θέλω να τα ιστορήσω εξαρχής και να διηγηθώ όλα όσα κλείνει το
+βιβλίο αυτό, όπως διηγούνται ένα όνειρο. Κι όσο κι αν φαίνεται
+παράξενο στον αναγνώστη — όλα αυτά δεν είναι τίποτες άλλο παρά το
+βιβλίο, που με παρακάλεσε να γράψω ο μικρός αδερφός.
+
+Είταν όνειρο πως ερωτεύτηκα, πως παντρεύτηκα και πως απόχτησα παιδιά
+; Είταν όνειρο πως στάθηκα ευτυχισμένος και δυστυχισμένος όσο δε
+λέγεται; Είταν όνειρο, ή τα έζησα πράγματι όλα αυτά, όλα αυτά που
+φαίνουνται πως μου σκεπάζουν κάθε άλλο περιστατικό από την ανθρώπινη
+ζωή, που είδα στον ορίζοντά μου; Τώρα μου φαίνεται πως στέκω μ' έναν
+ακατανόητον τρόπο — όχι απάνω, κάθε άλλο παρά απάνω — αλλά μακριά απ'
+όλα αυτά και το μόνο που με φτάνει είναι ένας τόνος ευλαβητικός και
+τόσο εκστατικός, που ούτε αυτή η μουσική δε θα μπορούσε να τον
+εκφράση μ' αισθητόν τρόπο. Ναι, μόνον όταν θα έχω γραμένο πια εκείνο
+που τώρα ζητά το δρόμο του απάνω στάγραφα φύλλα, που ίσως μια μέρα
+γίνουνε βιβλίο, μόνο τότε ελπίζω πως η ίδια η διήγηση θα μπορέση να
+μου δώση το κλειδί για να λύσω το αίνιγμα, που με βασανίζει και με
+ανησυχεί τώρα: τι δηλαδή είτανε στη ζωή μου όνειρο και τι
+πραγματικότητα.
+
+Γιατί δεν είναι μόνο η λύπη που με σφίγγει. Είναι μαζί κ' η απορία
+για κείνα που έχουν γίνει, η ίδια απορία που σαλεύει στο βάθος κάθε
+συνειδητής ζωής — — —
+
+Τη στιγμή αυτή θυμούμαι πως ένα βράδι μπήκα στην κάμαρα της γυναικός
+μου και τη βρήκα να κάθεται συλλογισμένη μ' ένα βιβλίο ανοιχτό
+μπροστά της. Διάβαζε στο βιβλίο και το πρόσωπό της φαινότανε
+δυσαρεστημένο.
+
+Έσκυψα απάνω από τον ώμο της κ' είδα πως το βιβλίο που διάβαζε είταν
+η Γραφή. Είταν ανοιχτή στο πρώτο βιβλίο του Μωυσή κι όταν τη ρώτησα
+τι διάβαζε, μου έδειξε μόνο τις δυο σειρές, που μου φαίνεται πως τις
+βλέπω ακόμα στην κάτω άκρη της σελίδας. Και διάβασα τα λόγια:
+
+«Κατηραμένη η γη ένεκα σού. Με πόνους να γεννάς τα τέκνα σου».
+
+ — Δεν είναι φριχτό; μου είπε. Δε θυμούμαι να γέννησα με πόνους. Δεν
+το σκέφτηκα ποτέ.
+
+Σηκώθηκε και πήγε σ' ένα κρεβατάκι, που είταν πλάι στο δικό μας, κ'
+έσκυψε απάνω εκεί σ' ένα στρογγυλό, δροσερό προσωπάκι, που κοιμότανε
+και που τα χείλη του σαλεύανε, σα να βυζαίνανε στο μητρικό στήθος.
+
+ — Σε γέννησα με πόνους; είπε, σα να μιλούσε μόνη της. Όχι, με χαρά
+κι αγαλλίαση, με χαρά τόσο μεγάλη, που δεν τη γνώρισα ποτέ ως τότε.
+
+Μ' έσυρε στον καναπέ κ' έγυρε το κεφάλι της στον ώμο μου και
+στρυμώχτηκε κοντά μου, σα να ζητούσε να βρη αυτού προστασία απ' όλα
+τα δεινά και τους πόνους του κόσμου. Χωρίς ναλλάξη θέση, άπλωσε το
+χέρι της κ' έκλεισε το βιβλίο.
+
+ — Είναι ένα μωρό βιβλίο, είπε. Δεν μπόρεσα να το νοιώσω ποτέ.
+
+ — Μωρό δεν είναι, της είπα με χαμόγελο.
+
+ — Εσύ το είπες, είπε κι ανασηκώθηκε.
+
+ — Εγώ; Ποτέ!
+
+ — Ε, τότε θα είπες κάτι άλλο.
+
+Έγυρε πάλι κάτω.
+
+ — Δε θυμούμαι. Ξέρω μόνο πως θέλω να συλλογίζουμαι όπως και συ, να
+πιστεύω ό,τι και συ. Γιατί κανείς δεν είναι σαν εσέ, κανείς στον
+κόσμο.
+
+Σε τέτοια λόγια δεν μπορεί ναπαντήση κανένας άντρας. Δε χρειάζεται να
+ταποκρούση, γιατί δεν είναι σα θυμίαμα στη ματαιοδοξία. Έρχουνται σα
+χάδι, είναι έτσι όπως ένας άντρας κοιτάζει τη γυναίκα του και της
+λέει: «Για μένα δεν υπάρχει άλλη γυναίκα από σε.»
+
+Η γυναίκα μου έπειτα από μια σιγή τόση μικρή, που μόλις την
+παρατήρησα, ξακολούθησε:
+
+ — Βέβαια δε σ' ευχαρίστησα ακόμα που μ' έμαθες να πιστεύω ό,τι
+πιστεύεις και συ, όμως χαίρουμαι γι' αυτό. Δεν μπορείς να το
+αιστανθής ποτέ. Κάθε μέρα που περνά με κάνει πλουσιότερη. Κάθε ώρα
+μου φαίνεται γεμάτη από την ευτυχία μου. Μου είναι τόσο παράξενο να
+συλλογίζουμαι τώρα, πως μια φορά όταν είμουνα πολύ νεώτερη, πιθυμούσα
+να πεθάνω για να πάω στον ουρανό. Τι νόημα είχε αυτό και τι ποθούσα;
+Μου φαίνεται πως το λησμόνησα, σα να μη στάθηκε ποτέ. Το μόνο, που
+κάποτε προτήτερα το αιστανόμουνα βαριά, είτανε το πως δε θα
+ξαναέβλεπα ποτέ τον πεθαμένον πατέρα μου. Τώρα όμως μου φαίνεται πως
+δεν έχω άλλον πόθο παρά να ζήσω με σε και τα παιδιά. Ήθελα να μην
+υπήρχε άλλο τίποτες από τη ζωή που έχουμε να ζήσουμε συ και γω. Θέλω
+να ζήσω μαζί σου όσο να μεγαλώσουν τα παιδιά και ναποκατασταθούν.
+Έπειτα να γεράσουμε μαζί — εσύ και γω — τίποτες άλλο δεν μπορώ να
+στοχαστώ.
+
+ — Δεν πιστεύεις πως μπορεί να υπάρχη κάποια άλλη ζωή; ρώτησα.
+
+Κούνησε το κεφάλι κάνοντας ζωηρή χειρονομία.
+
+ — Όχι, φώναξε, δε θέλω τίποτες άλλο από αυτό που υπάρχει, θέλω να
+κοιμηθώ μια μέρα στη γις, κάτω από έναν ανθοσπαρμένο σωρό χώμα. Αυτό
+είναι όλο όλο εκείνο που θέλω και γι' αυτό παρακαλώ το θεό κάθε
+βράδι.
+
+Κάθε βράδι έκανε τη δέησή της στο θεό κι όμως δεν πίστευε στην
+αθανασία. Το ήξερα και παραξενεύτηκα πάλι μ' αυτό το χαραχτηριστικό
+της αίνιγμα, που για κείνη είτανε μόνο μια φυσική πραγματικότητα. Της
+χάδεψα τον ώμο για να της δείξω πως άκουσα κ' εννόησα, αυτή όμως
+αλλάζοντας απότομα θέμα, ρώτησε:
+
+ — Πιστεύεις εσύ τίποτες άλλο;
+
+ — Ούτε πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω.
+
+Ξαναείπε τα λόγια μου όλως διόλου χωρίς τόνο, αν και τα είχε ακούσει
+πολλές φορές προτήτερα, τα ξαναείπε σα να κλείνανε κάτι ακατανόητο
+και φώναξε άξαφνα:
+
+ — Τότε έχεις αλλάξει.
+
+ — Δεν το πιστεύω.
+
+ — Ναι, έχεις αλλάξει. Αλλιώς πως είτανε δυνατό να πιστεύω πως η ζωή
+τελειώνει με το θάνατο; Εσύ μου το έμαθες. Γιατί τώρα δε θέλεις να
+πιστεύης ό,τι πιστεύω και γω;
+
+Με τα λόγια της αυτά μου πέρασε στο νου μια θύμηση. Την είδα να
+περπατά μαζί μου σ' ένα στενό μονοπάτι κάτω από τις φωτεινές σημύδες
+των βραχόνησων. Απάνωθέ μας φεγγοβολούσαν τάστρα τουρανού και στα
+πόδια μας έτρεμε στη χλόη το θαμπό αντιφέγγισμα από τα παράθυρα της
+πρώτης καλοκαιρινής κατοικιάς μας. Νόμιζα πως άκουγα ακόμα τα λόγια,
+που ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας στην ησυχία του βραδιού, λόγια για τη
+ζωή και για το θάνατο, για το θεό και για τα μέλλοντα, λόγια που
+παίρνανε σοβαρότητα και φλόγα από το πρώτο ερωτικό μεθήσι μας.
+Θυμήθηκα πως είχε πέσει σε βαθειά θλίψη και σιωπή, ενώ συλλογιζόταν
+την απάντησή μου. Κι όταν τώρα μου ήρθε αυτή η ανάμνηση τόσο καθαρά,
+όσο δεν μπορούνε να το αποδώσουνε τα λόγια, μου φάνηκε πως εκείνο,
+που είχα πει τότε, της έκαμε μιαν εντύπωση διαφορετική παρότι είταν
+το νόημά μου κ' ένοιωσα στην καρδιά μου μια κεντιά, σα να της έκαμα
+κακό δίχως να το θέλω.
+
+Μ' έκοψε λέγοντας:
+
+ — Δεν μπορώ να το εννοήσω αυτό. Ούτε να πιστεύω, ούτε να μην πιστεύω
+! Πρέπει να κάνω ένα από τα δυο.
+
+Πρόφερε τα λόγια αυτά με τέτοιον τόνο, σα να με παρακαλούσε να μην
+της φέρω αντίρρηση. Και δεν της έφερα. Κράτησα μόνο μέσα μου την
+ανάμνηση του φωτεινού νησιού της νιότης μας και παραξενευόμουνα που
+νόμιζα πως έβλεπα όλην την ώρα τάστρα ανάμεσα από τα φύλλα των
+σημύδων.
+
+Ενώ μιλούσαμε, η γυναίκα μου σηκώθηκε και στεκόταν πάλι κοντά στο
+μικρό κρεβάτι. Εκεί που μιλούσαμε, παρατήρησε πως ο μικρός είχε
+κουνηθεί. Τονέ σήκωσε, τον πήρε στα χέρια της με κείνον το σίγουρο
+προφυλαχτικό τρόπο, που τον γνωρίζουν οι μητέρες μόνο, και τον έφερε
+στο στήθος της. Το πρόσωπό της έλαμπε, όταν είδε κ' αιστάνθηκε πως ο
+μικρός βύζαινε το γάλα της με κείνη την απερίγραφη γαλήνη, που είναι
+το προνόμιο των παιδιών.
+
+Η προτητερινή ομιλία μας και κείνο, που έβλεπα τώρα, σμίξανε τόσο
+παράξενα και γίναν ένα στα αίστημά μου και θυμήθηκα τα λόγια που
+γίνανε αφορμή της σύντομης ομιλίας μας. Πολλή ώρα καθισμένος εκεί
+συλλογιζόμουνα εκείνο που ήθελα να πω. Συλλογιζόμουνα τα σκληρά λόγια
+: «Κατηραμένη η γη ένεκα σού». Το αίστημα εκείνου που είχα και κείνου
+που έβλεπα μου είταν τόσο δυνατό, ώστε φοβόμουνα να μιλήσω, για να
+μην προδώσω τη συγκίνησή μου με δάκρυα. Και προσπαθούσα να κρατήσω
+κιόλας τους συλλογισμούς μου να μην πάρουν τη μορφή του λόγου, για να
+μη φανώ αιστηματικός στη γυναίκα μου.
+
+Τέλος πήρα τη Γραφή και την έβαλα στην άκρη.
+
+ — Εσύ έχεις δίκιο, είπα, κι ο τραχύς λόγος έχει άδικο. Έπρεπε να
+λέη: «Ευλογημένη η γη ένεκα σού».
+
+Και λέγοντας αυτό, γονάτισα κι ακκούμπησα το μετωπό μου στη γυναίκα
+μου και στο παιδί μου. Και κείνη με το χέρι, που της έμενε λεύτερο,
+μου χάδεψε τα μαλλιά.
+
+Ω είμαστε νέοι τότε, νέοι και πολύ ευτυχισμένοι.
+
+2
+
+Δεν ανάφερα ως τώρα τόνομα της γυναικός μου και μου είναι ακόμα
+δύσκολο να το κάμω. Στους στοχασμούς μου την ονομάζω κάποτε Μινιόν,
+γιατί μόνο μ' αυτό τόνομα μπορώ να τη δω έτσι όπως ήρθε κ' έφυγε. Πού
+ξέρω κιόλας αν τώρα εικονίζω αυτήν την ίδια ή την ανάμνηση που άφησε;
+Γιατί ένας άνθρωπος είναι πραγματικά όπως φαίνεται σε όσους δεν τον
+είδαν έτσι, καθώς μπορεί και τον βλέπει ίσως ένας μόνο; Δεν είναι
+πολύ περσότερο στο βάθος του μόνο εκείνο που μένει, άμα χαθή το
+εξωτερικό και το τυχαίο; Και δεν είναι δυνατό, εκείνο, που μερικοί
+τονομάζουν εξιδανίκεψη, να είναι η πραγματική εσωτερική ομοιότητα,
+που θα γίνη κάποτε το αληθινό εγώ μας, ορατό απ' όλους μόνο σ' έναν
+κόσμο άφταστο στην ανθρώπινη ματιά;
+
+Είτανε μικρόσωμη και λιγνή και την πρωτοείδα στο δρόμο, σε μια
+σύσταση της στιγμής κάτω από τη λάμψη ενός φαναριού. Άμα χωριστήκαμε,
+μου μείνανε στην ανάμνηση δύο μάτια παράξενα μεγάλα και βαθειά.
+Περσότερα δε θυμόμουνα, παρά μόνο μια τραχηλιά από μαύρη γούνα, ένα
+ζευγάρι μαύρα μακριά γάντια και το σφίξιμο ενός χεριού, που έδινε την
+ξαφνική και δυνατή εντύπωση ενός κάτι άγρυπνου, αληθινού και γεμάτου
+ειλικρίνεια. Από το εξωτερικό της δε μου έμεινε στο νου άλλο τίποτε,
+τόσο που έπειτ' από λίγες μέρες πέρασα κοντά της χωρίς να τη γνωρίσω.
+Κι όμως αυτά τα μάτια δε μ' αφίναν ήσυχο, βγαίνανε πάντα μπροστά στη
+φαντασία μου αστραφτερά και μελαγχολικά, κρύβοντας κατιτί λαχταριστό
+κι ευλαβητικό μαζί. Αν καθρεφτίσανε ποτέ δυο μάτια μια ψυχή, είταν τα
+δικά της μάτια.
+
+Όταν συλλογίζουμαι όλη τη ζωή, που έζησα με τη γυναίκα μου, βρίσκω
+πως σε όλα τα διαφορετικά της στάδια κανείς άλλος δε με δίδαξε όπως
+αυτή, να φυλάξω το θρησκευτικό αίστημα. Ωστόσο δεν την άκουσα ποτέ να
+προφέρη τη λέξη θρησκεία κ' εύκολα θα μπορούσε να την κάμη κανείς να
+συγχύση τον Αβραάμ με τον Απόστολο Παύλο. Όλα όμως όσα άγγιζε με τη
+σκέψη της ή με το αίστημα, της γίνοντανε ιερά μ' έναν ξεχωριστό
+τρόπο. Η ψυχή της είταν όλη τρυφερότητα κ' η ζωή, που ήθελε να ζήση,
+είτανε μια γιορτή, όπου το αίστημα για την αξία και την ιερότητα της
+ζωής δεν μπορούσε να υποφέρη παραφωνία. Όλα όμως, όσα μέσα της είτανε
+δυνατά και ζωντανά, είτανε μαζί κι αστενικά κ' ευκολόσπαστα. Στα βάθη
+της ψυχής της φώλιαζε μια λατρεία προς το τέλειο, που δεν μπορούσε να
+υποφέρη τη ζωή, γιατί νόμιζε πως έστεκε σε βαθμίδα ψηλότερη από αυτή.
+
+Είμαστε παντρεμένοι πολλά χρόνια, όταν μια μέρα μου είπε ξαφνικά,
+απροετοίμαστα και χωρίς εξωτερική αφορμή, όπως ερχόντανε πάντα τα
+δυνατότερα αιστήματά της:
+
+ — Δεν πρέπει να με κάμης ποτέ να νοιώσω πως κατιτί αναμεταξύ μας
+γέρασε κ' έγινε συνηθισμένο. Την ημέρα που θα το νοιώσω, θα πεθάνω.
+
+Πόσες γυναίκες δεν είπαν το ίδιο και πόσες δε ζήσανε για να γελούν
+έπειτα με τα λόγια τους! Άκουσα κάποτε μια γυναίκα να λέη του αντρός
+της:
+
+ — Δεν πιστεύεις πως υπάρχουνε μερικές γυναίκες, που αιστάνουνται
+αληθινά εκείνα που λεν όλες οι γυναίκες;
+
+Θυμούμαι πως μου ήρθε αυτό στο νου, όταν άκουσα τα λόγια της γυναικός
+μου και πως με το συναίστημα της αλήθειας των λόγων αυτών, της έσφιξα
+το χέρι σα μόνη απάντηση. Ένοιωσα πως αυτό που είπε, το είπε σοβαρά
+κ' ήξερα πως η λέξη αιστηματικότητα δεν είχε δω τη θέση της. Μα είδα
+κιόλας πως περίμενε να της πω κάτι και γω και γι' αυτό της απάντησα:
+
+ — Δεν πιστεύεις πως κατιτί μπορεί να γεράση και να γίνη συνηθισμένο,
+χωρίς να χάση τίποτε από τη δύναμη, τη χαρά και την ιερότητά του;
+
+Τέντωσε τα μάτια και με κοίταζε, σα να ήθελε να δη στο βάθος της
+ψυχής μου. Έπειτα με πλησίασε και με φίλησε και παρατήρησα πως τα
+μάτια της είταν υγρά, εκεί που αιστανόμουνα όλο το σώμα της γυρμένο
+στο δικό μου με μια μοναδική μεγάλη τρυφερότητα.
+
+ — Τότε ας γεράση κι ας γίνη συνηθισμένο, είπε. Το λαχταρώ να γίνη.
+
+Δεν είπαμε ούτε λέξη πια. Είδα όμως πως όλη την ημέρα είτανε γεμάτη
+ήσυχη, σιωπηλή χαρά. Το απόγεμα βγήκε όξω στον κήπο και την άκουσα
+που τραγουδούσε μόνη κάτω από τα παράθυρά μου με λαγαρή, ολόδροση
+φωνή.
+
+Έπειτα από λίγη ώρα ήρθε μέσα μ' ένα μπουκέτο αγριολούλουδα, όπου η
+καλοκαιρινή χλωρίδα έσμιγε όπως σμίγουν οι τόνοι σ' ένα τραγούδι. Τα
+έβαλε αμίλητη απάνω στο τραπέζι μου και χαμογέλασε σιωπηλά, για να μη
+μ' ενοχλήση στην εργασία μου. Έπειτα κάθησε κ' η ίδια παραπέρα κ' ενώ
+έγραφα, σήκωνα κάποτε τα μάτια μόνο για να τη δω. Ο βραδινός ήλιος
+φώτιζε τα μαύρα της μαλλιά κ' έπαιζε στα χρώματα του προσώπου της,
+που έπαιρνε πάντα νέα όψη, ποτέ δεν είταν ίδιο.
+
+3
+
+Και δε γέρασε ποτέ κάτι αναμεταξύ μας και δεν έγινε συνηθισμένο.
+Γνωρίζω πως προφέρω ένα μεγάλο λόγο. Μα είναι αληθινός. Και γι' αυτό
+μπορώ να πω ακόμα: Ευλογημένη ας είναι η ζωή κι ό,τι έδωσε αυτή! Μα
+να την ευλογήσω για ό,τι πήρε, μου είναι αδύνατο.
+
+Έτυχε όμως ναρθή στο σπίτι μας η λύπη και τών ρα [τώρα;] το εννοώ
+πως θα είτανε δυνατό να μας χωρίση, ά — δεν [α δεν;] μπορούσα να
+λυπηθώ όπως εκείνη. Μα αυτό δεν έγινε ποτέ.
+
+Δε θυμούμαι πότε το παρατήρησα, γνωρίζω όμως πως η εντύπωση είναι
+τόσο στενά δεμένη με την ανάμνηση της γυναικός μου, ώστε τώρα πιστεύω
+πως δεν την είδα ποτέ μόνο με τη λάμψη της ευτυχίας και της νιότης.
+Αρρώστησε δηλαδή τόσο νωρίς, ώστε μπορώ να πω πως δεν τη γνώρισα ποτέ
+δίχως το σπέρμα της αρρώστειας. Πώς όμως έγινε να λησμονήσω τόσον
+καιρό, ως τα τελευταία, πως η υγεία της είταν κλονισμένη και πως το
+σπέρμα της αρρώστειας έπρεπε ναναπτυχτή, αν δε χανότανε τέλεια; Πως
+δε χάθηκε, το γνώριζα καλά. Κι ωστόσο δεν έμαθα ποτέ να βλέπω τη ζωή
+με άλλο φως, παρά με το συνηθισμένο. Δεν πρόσεξα τα προμηνύματα που
+ήρθαν; Στάθηκα τυφλός και κουφός στις υποψίες, που ανάβανε μέσα μου
+σα φλόγες και φοβερίζανε το χτίριο της ευτυχίας μου, που το θαρρούσα
+στεριά θεμελιωμένο; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο πως όταν
+παντρεύτηκα είμουνα τόσο νέος, ώστε πίστευα πως η αγάπη μπορεί να
+προφυλάξη από κάθε δυστυχία του κόσμου κι όταν έβλεπα την Έλσα
+ολάστραφτη κ' ευτυχισμένη, όταν γυρίζαμε μαζί στα δάση και στα
+κύματα, όταν έβλεπα πως ο ήλιος τη μαύριζε και το κύμα του
+καλοκαιριού έβρεχε το λευκό της σώμα, λησμονούσα πως μπορούσε ναρθή η
+δυστυχία και γελούσα τον εαυτό μου νομίζοντας φανταστικούς τους
+φόβους μου. Ω, τέλος έμαθα τόσο καλά την τέχνη να λησμονώ εκείνο που
+δεν ήθελα να βλέπω, την τέχνη να ονειρεύουμαι μόνο υγεία και
+μακρόχρονη ζωή, ακόμα και τότε που ο θάνατος πλησίασε την Έλσα τόσο,
+ώστε είτανε θάμα πώς γλύτωσε. Κ' έφερνε κρυμένα κάτω από το φόρεμά
+της τα σημάδια της εγχείρησης και δεν της λείψανε ποτέ οι πόνοι, μόνο
+τους λησμονούσε βιάζοντας τον εαυτό της, για να δίνη τη χαρά της ζωής
+σε κείνους που αγαπούσε, στα παιδιά της και σε με.
+
+Θυμούμαι όμως πόσο νωρίς είδα εκείνο το κάτι, που για να λησμονηθή
+έγινε όλη η συζυγική ζωή μας μια πάλη ατέλειωτη. Το είδα στο πρόσωπό
+της, όταν έμενε μόνη και νόμιζε πως δεν την παρατηρεί κανείς· κι όταν
+το πρωτοείδα νόμισα πως έτρεχε κάτι μεταξύ μας. Τη ρωτούσα συχνά γι'
+αυτό και μου είναι δύσκολο να πω αν είταν η αγάπη μου ή η φιλαυτία
+μου, που μ' έκανε να νομίζω πως η ευτυχία της δεν έπρεπε να θολώνεται
+από άλλο τίποτες παρά από εκείνο που αφορούσε εμέ. Έβλεπα πως τη
+βασάνιζα φοβερά με όσα τη ρωτούσα. Ωστόσο τη ρωτούσα και πολλές φορές
+μπορούσε να μου χαμογελά με μια τέτοιαν έκφραση, σα να έτρεχε η ψυχή
+της μακριά, με μιαν έκφραση, που μου βασανίζει ακόμα την ανάμνηση,
+γιατί ίσια ίσια αυτή η έκφραση είταν εκείνο, που προσπάθησα να νικήσω
+τόσα χρόνια κι ωστόσο κυριάρχησε και με νίκησε.
+
+ — Δεν πρέπει να με ρωτάς, μου είπε μια φορά. Δεν το γνωρίζω και γω
+τι είναι. Γνωρίζω μόνο πως δεν μπορεί να το νοιώση κανείς.
+
+Τι εννοούσε με τούτο, ανήκει στο άγνωστο, στο άγνωστο, που όλοι
+ρωτούνε γι' αυτό, κανείς όμως δεν παίρνει απόκριση.
+
+Μα πώς μπορούσα να το νοιώσω τότε αυτό; Η ζωή μου είταν ευτυχισμένη,
+οι μέρες μας φαιδρές, τα παιδιά μας μεγαλώναν και γεμίζανε το σπίτι
+μας με τη χαρά τους. Και ποτέ άλλη φορά δε στάθηκε η Έλσα τρυφερότερη
+μαζί μου, παρά όταν παρατηρούσα τις στιγμές αυτές της σιωπηλής λύπης,
+που θα είχα το δικαίωμα να την ονομάσω αδικαιολόγητη, αν δεν υπάρχανε
+άλλα αίτια όξω από εκείνα, που οι άνθρωποι μπορούνε να τα εκφράζουνε
+με λόγια.
+
+4
+
+Την εποχή αυτή είχανε μεγαλώσει τα παιδιά μας. Ο Ούλοφ άρχισε να
+πηγαίνη στο σκολειό και για το Σβάντε πλησίαζε ο καιρός, που θάρχιζε
+κι αυτός να σπάζη τους σκληρούς καρπούς του δέντρου της γνώσης.
+
+Την εποχή αυτή αρχίσανε να κυριεύουνε για πρώτη φορά την Έλσα οι
+σκοτεινές ώρες και παρατήρησα συχνά πως είχε κλάψει. Με απόφευγε με
+το σιωπηλό της τρόπο και το έκανε για να μην τη ρωτώ. Δεν μπορώ να
+λησμονήσω την αγωνία, που με κυρίεψε τον καιρό αυτό. Η αγωνία μου
+ερχότανε τη νύχτα, όταν καθόμουνα μόνος μπρος στο τραπέζι μου. Με
+ακολουθούσε, σαν πήγαινα να ησυχάσω, και κάθιζε στην άκρη του
+κρεβατιού μέσα στο σκότος, εκεί που έμενα άγρυπνος κι ακροαζόμουνα
+την αναπνοή της γυναικός μου για να βεβαιωθώ πως κοιμάται.
+
+Μια σιωπή, παράξενη σιωπή βασίλευε αναμεταξύ μας τον καιρό αυτό.
+Πηγαίναμε στην καμαρά μας και καθόμαστε κει χωρίς να μιλούμε λέξη και
+νοιώθαμε τη σιωπή να υψώνεται ανάμεσά μας, σαν ένας τοίχος, που δεν
+τον έχτισε κανείς, μα και κανείς δεν μπορούσε να τον γκρεμίση. Κι
+όταν το χέρι του ενός ζητούσε το χέρι του άλλου, το κάναμε μόνο γιατί
+γνωρίζαμε πως ο ένας δεν μπορούσε να το υποφέρη να είναι μακριά από
+τον άλλον, αν κ' οι δυο μας το αιστανόμαστε πως καταβάθος είμαστε
+μακριά.
+
+Τα παιδιά μπαίνανε να μας καλονυχτίσουν. Τα φιλούσαμε και τα
+κοιτάζαμε που φεύγανε. Λέξη όμως δε βγάζαμε κι όταν γυρνούσα προς το
+μέρος, όπου καθότανε η γυναίκα μου, αιστανόμουνα πως έκλαιγε, χωρίς
+να την ακούω. Πιο δυστυχισμένοι δε θα μπορούσαμε να είμαστε, αν ένας
+από μας ή κ' οι δυο είχαμε να κρύψουμε αναμεταξύ μας κάποιο σκοτεινό
+μυστικό. Κι όμως κ' οι δυο γνωρίζαμε πως τέτοιο δεν υπήρχε.
+
+Είσαι δυστυχισμένη μαζί μου, Έλσα; τη ρωτούσα.
+
+Και την άκουγα να ξεσπά σε λυγμούς, σα να βρισκότανε σε μεγάλη
+αγωνία:
+
+Αν δεν είχα εσέ, πιστεύεις πως θα μπορούσα να ζήσω;
+
+5
+
+Πόσο βάσταξε η εποχή αυτή δεν μπορώ να το θυμηθώ σωστά. Τη θυμούμαι
+μόνο σαν ένα μοναδικό φοβερό χειμώνα χωρίς χιόνι, σα μια μακριά
+σκοτεινή γραμμή στη ζωή μας, στη ζωή που μου φαινόταν άδεια και χωρίς
+νόημα. Έπειτα είδα το θάνατο να μου αρπάζη από την αγκαλιά το πιο
+αγαπητό που είχα, είδα φίλους να χάνουνται, αιστάνθηκα να με αφίνουν
+όλα για όσα ήθελα να ζήσω ή να πεθάνω πνευματικά. Μα κάτι παρόμοιο,
+κάτι που μπορεί να συγκριθή με το χειμώνα αυτό, δεν το δοκίμασα ποτέ,
+γιατί τότε νόμιζα πως η Έλσα κιντύνευε να μου φύγη κ' η ιδέα αυτή μου
+είτανε φοβερότερη από καθετί, που μπορούσανε να μου κάμουν άλλοι
+άνθρωποι, ή από ότι είτανε δυνατό να πάθω γενικά στη ζωή.
+
+Η εποχή αυτή είτανε τόσο πικρή, γιατί τότε είταν η μόνη φορά στη ζωή
+μου, που η καρδιά μου φάνηκε σκληρή σ' αυτή, και φάνηκε γιατί
+εννοούσα τόσο λίγο. Τέλος κατάντησε να κλειστώ και γω στον εαυτό μου,
+όπως αυτή, γιατί με κυρίεψε η θλίψη κ' η θλίψη πήρε φωνή και τα
+τραχιά λόγια τρέμανε στον αέρα γύρω μας.
+
+Μια μέρα τη βρήκα που έκλαιγε και με φωνή, που δεν είτανε πια δική
+μου, φώναξα:
+
+ — Πόσο νομίζεις πως μπορώ να το υποφέρω αυτό;
+
+Την ίδια στιγμή που τα είπα, μετάνοιωσα για τα λόγια μου και ποτέ δε
+θα ξεχάσω την έκφραση του τρόμου, που πέτρωσε το πρόσωπό της.
+
+ — Τι εννοείς; είπε.
+
+ — Εκείνο που λέω.
+
+Είτανε σα να μίλησε με το στόμα μου κάποιος πονηρός δαίμονας, που δεν
+μπόρεσα να τον κρατήσω.
+
+Όλα όσα είχα υποφέρει, ορθωθήκανε μέσα μου, σα να θέλανε να με
+πνίξουν και το αιστάνθηκα σα θρίαμβο πως την έκαμα και πόνεσε.
+
+ — Φύγε, μου είπε, φύγε από με. Τι ήθελες ναρθής σε με διόλου;
+
+Δεν έκλαιγε όταν έφυγε. Όμως μέσα στο θυμό μου αιστάνθηκα πως της
+έδωσα με ταστόχαστα λόγια μου τόσο μεγάλη θλίψη, όση δεν αιστάνθηκα
+ούτε θα αιστανθώ ποτέ ο ίδιος. Μα έδιωξα τη σκέψη αυτή κι οχυρώθηκα
+πίσω από την περιωρισμένη περηφάνια, που κάνει τον άνθρωπο να μην
+ξεφεύγη το κακό, μα να λογαριάζη τίνος είναι το σφάλμα.
+
+ — Είναι δικό της το σφάλμα, αν χάθηκε η ευτυχία μας, έλεγα μέσα μου.
+Τι έκαμα εγώ, ώστε να είναι δυστυχισμένη και να με βασανίζη μη
+λέγοντας την αφορμή; Δε μ' αγαπά πια. Έτσι γίνεται στον κόσμο. Ό,τι
+είναι ωραίο πρέπει νασχημήνη. Όποιος είναι ευτυχισμένος δεν πρέπει να
+μείνη ευτυχισμένος για πολύν καιρό.
+
+Πίσω από τέτοιους στοχασμούς έκρυβα το αληθινό μου συναίστημα, που
+είταν όλον τον καιρό πλημμυρισμένο από εκείνη. Νόμιζα πως είχα το
+δικαίωμα ναγαναχτώ κ' εύρισκα πως ο λόγος μου έλαβε απάντηση
+σκληρότερη παρότι του άξιζε.
+
+6
+
+Η εποχή αυτή είταν η μόνη που μπορούσε να χαθή πραγματικά η ευτυχία
+μας και νομίζω πως κ' οι δυο είχαμε σε μεγάλο βαθμό το συναίστημα πως
+κάποιες βαρειές δύναμες παίζανε με τη ζωή μας.
+
+Πέρασε μια μέρα ολάκερη χωρίς ναλλάξουμε λέξη αναμεταξύ μας. Το βράδι
+όμως, που θα πηγαίναμε να κοιμηθούμε, έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του
+άλλου και κλάψαμε χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε.
+
+Έπειτα ήρθανε τα πράματα εκεί όπου είταν πριν. Το πρόβλημα όμως που
+με βασάνιζε: «Τι να είναι, τι να έχη;» έμεινε χωρίς απάντηση. Ωστόσο
+είμουνα ησυχότερος, αιστανόμουνα μετάνοια για τους στοχασμούς μου και
+περίμενα κιόλας κάποια λύση.
+
+Έπειτα από δυο μέρες βρήκα απάνω στο τραπέζι μου το ακόλουθο γράμμα.
+
+Θυμούμαι πως το άνοιξα μ' ένα αίστημα αγωνίας, σα να μπορούσε το
+χαρτί αυτό να μου ξεσκεπάση ένα μυστικό, που θα είχε τη δύναμη να μου
+αφανίση όλη τη ζωή. Ταυτόχρονα όμως με φλόγιζε ο πόθος να λάβω
+απάντηση στο ρώτημα: «Γιατί δεν είναι ευτυχισμένη; Μπορεί κανείς να
+είναι ευτυχισμένος και δυστυχισμένος μαζί;»
+
+Το γράμμα είταν αυτό:
+
+«Αγαπητέ μου,
+
+»Να ειπωθούνε μεταξύ μας τέτοια λόγια! Να μπορέση να γίνη τέτοιο
+πράμα! Στην αρχή νόμιζα πως ο ήλιος έσβησε και δε θα μπορούσα να
+ξαναδώ το φως της μέρας. Και βασανίζουμαι με τη σκέψη πώς να σε κάμω
+να γίνης καλός μαζί μου και πώς να μπορούσε να ξαναγίνη το πράμα έτσι
+σα να μην είχε τρέξει ποτέ εκείνο που έτρεξε.
+
+»Έπειτα όμως είδα πως η καρδιά σου μέσα είτανε καλή, αν και δεν το
+έδειχνε, κι άρχισα να εννοώ πως δεν μπορείς ποτέ να γίνης
+διαφορετικός και πως σε σπάραξε και σε πίκρανε μόνο που δεν απάντησα
+στο ρώτημά σου κ' έτσι χτύπησες τυφλά, χωρίς να ξέρης πως ο τρόπος
+σου μ' έκαμε να πονέσω. Και τώρα ακόμα δε γνωρίζω τι ν' απαντήσω, μα
+δεν πρέπει να παραξενευτής γιατί σου γράφω. Το κάνω μόνο γιατί, αν
+δοκίμαζα να σου τα πω, δε θα μπορούσα να πω ούτε τα μισά απ' όσα
+ήθελα.
+
+»Έχω τόσα πολλά μέσα μου, τόσα πολλά, που δεν τα είπα ποτέ ούτε σένα
+ούτε άλλου κανενός, γιατί γνωρίζω πως δεν μπορώ να τα πω ποτέ. Έτσι
+είμουνα πάντα κ' έτσι θα μείνω.
+
+»Όταν συλλογίζουμαι κάποτε πως είσαι συ μαζί μου, πως μιλείς για όλα
+και δεν αφίνεις κρυμένη ούτε μια δίπλα της καρδιάς σου, νομίζω τότε
+πως είμαι ηχώ δική σου και πως είμαι τόσο φτωχή, ώστε να μην μπορώ να
+σου ξαναδώσω τίποτε. Κι όταν μου είπες πως δεν είναι έτσι, αιστάνθηκα
+πως είμαι τόσο ευτυχισμένη και τόσο πλούσια. Και γνωρίζω πως σου τα
+έδωσα όλα όσα μπορούσα να δώσω κι όλα όσα έχω.
+
+»Όταν όμως με βλέπεις να κάθουμαι και να κοιτάζω μέσα μου, όπως
+συνειθίζεις να λες, τότε πρέπει να ξέρης πως δεν κάνω τίποτες άλλο
+παρά εκείνο που έκαμα πάντα, ακόμα και πρι να σε γνωρίσω κι αρχίσω
+την πραγματική μου ζωή. Κι αν κλαίω, δεν πρέπει να νομίζης πως είμαι
+δυστυχισμένη. Είναι μόνο κάτι που πρέπει να το συλλογίζουμαι κάποτε,
+γιατί ξέρω πως θαρθή και γιατί το ήξερα πάντα πως θαρθή.
+
+»Μα δεν πρέπει να με ρωτάς γι' αυτό, γιατί δεν μπορώ να σου απαντήσω.
+Αν μπορούσα, ω αν μπορούσα, τότε θα στέγνωναν από μόνα τους τα δάκρυά
+μου. Ίσως να μην είναι τίποτε, ίσως να είναι μόνο και μόνο γιατί
+είμαι πολύ ευτυχισμένη.
+
+»Μα θέλω να με πιστεύης όταν σου λέω πως δεν πρέπει να φοβάσαι πως
+υπάρχει στην ψυχή μου κάποιο απόκρυφο και μυστικό, που το κρύβω και
+το κρατώ μυστικό, γιατί δεν πρέπει να το δης. Η αιτία είναι μόνο
+γιατί δεν μπορώ.
+
+Μη με παρακαλής λοιπόν να μιλήσω, μα αγάπα με όπως είμαι. Αγάπα με σα
+μια μικρή σου κόρη, σα μια φίλη σου, που δεν απαιτεί άλλο τίποτε παρά
+να είναι στο πλευρό σου, όσο της έχει ο θεός να ζήση, κ' έπειτα να
+πεθάνη και να κοιμηθή με γαλήνη, λησμονημένη απ' όλους τους άλλους,
+όξω από σε. Γιατί εσύ δεν πρέπει να με λησμονήσης κι αυτή είναι η
+μόνη «αθάνατη ζωή» που λαχταρώ.
+
+«Ένα όμως πιθυμώ κάποτε. Κι αυτό είναι νασπρίσουν τα μαλλιά μας και
+να γεράσουμε μεις οι δυο και να ηλικιωθούνε τα παιδιά μας. Είμαι τόσο
+πολύ μητέρα, ώστε να ποθώ να μεγαλώσουν ταγόρια μου και να μπορώ να
+πηγαίνω στο σπίτι τους και να σηκώνω στα χέρια μου μικρά, μικρούτσικα
+εγγονάκια και να βλέπω πως ζω και γω λιγάκι σ' αυτά. Ταγόρια μου
+είναι τώρα τόσο μεγάλα, ώστε να μη με χρειάζουνται πια έπειτα από
+λίγο. Μα πάλι θα είτανε τόσο ωραίο να γεράση κανείς, να είναι μαζί
+σου και να μπορή να περιμένη την ημέρα που θαρθή η μεγάλη γαλήνη. Μου
+φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν εγέραζες κι άσπριζες και
+κανείς άλλος δεν μπορούσε να σε βλέπη με τα ίδια μάτια όπως εγώ. Μου
+φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν μπορούσα να συλλογίζουμαι
+πως κανείς άλλος από μένα δεν είχε κάποιο δικαίωμα σ' εσέ και πως
+κανείς άλλος δε σε γνώρισε καλά ποιος είσαι.
+
+»Να που σου είπα τόσα πολλά και κείνο, που με παρακάλεσες να σου πω,
+δε σου το είπα. Μα μην το συλλογίζεσαι, συλλογίζου μόνο πως και τώρα
+σ' αγαπώ, όσο σ' αγαπούσα πάντα, πως εκείνο που αιστάνουμαι τώρα για
+σε είναι κάτι περσότερο παρότι μπορεί να ειπωθή με λόγια, κάτι
+περσότερο παρότι μπορείς ποτέ να γνωρίσης κι ο ίδιος. Γιατί μαζί σου
+είναι η θέση μου και δω κοντά σου έχω όλα όσα είχε ποτέ ή μπορεί να
+έχη μια γυναίκα. Μην πιστεύης άλλο τίποτε, γιατί μ' αυτά με κάνεις
+πιο δυστυχισμένη απ' όσο μπορείς να φανταστής ή να πιστέψης.
+
+ Η γυναίκα σου.»
+
+7
+
+Κάθησα πολλή ώρα με το γράμμα αυτό στο χέρι και το κύμα της
+τρυφερότητας, που με πλημμύριζε, είτανε τόσο δυνατό, ώστε έπνιξε όλα
+τα ρωτήματα και μ' έκαμε να γυρίζω μέσα στο συνηθισμένο μου κόσμο,
+όπου δε φαινότανε πως είχε αλλάξει τίποτε, μ' έκαμε να γυρίζω με το
+συναίστημα πως είμουνα το βασιλόπουλο του παραμυθιού, που είχε φτάσει
+με τα φτερά του μαϊστραλιού στο νησί της ευτυχίας.
+
+Είχα ρωτήσει γιατί άλλαξε τόσο η γυναίκα μου και δεν το έμαθα. Έλαβα
+μόνο μιαν απόδειξη της αγάπης της. Κι αληθινά έτσι είναι η αγάπη: δε
+θέλει τίποτες άλλο παρά τον εαυτό της κι όλα τα ρωτήματα που βάζει
+δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να της δώσουνε τη βεβαιότητα, που δίχως της
+δεν μπορεί να υπάρχη. Για τούτο το γράμμα αυτό μας έδωσε τη λύση
+όλων, αν και δεν εξήγησε τίποτε· κι αφού το διάβασα, πήγα με άφωνη
+ευγνωμοσύνη μέσα στη γυναίκα μου, ευτυχισμένος γιατί μπορούσα να τα
+πιστέψω όλα.
+
+Δε μιλήσαμε πολύ γι' αυτό το γράμμα, μα αιστανθήκαμε κ' οι δυο
+ξαλάφρωμα που γράφηκε. Και το βράδι καθήσαμε ως αργά μονάχοι, αφού
+πήγανε τα παιδιά να κοιμηθούνε. Θυμούμαι πως εκείνες τις μέρες η Έλσα
+τραγουδούσε, τραγουδούσε όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ για κανέναν
+άλλον εξόν από μένα. Και γω καθόμουνα κι άφινα την ψυχή μου να τη
+χαδεύουν οι τόνοι, ενώ μέσα μου με βασάνιζε ο στοχασμός, πώς είτανε
+δυνατό ποτέ να χωρέση αναμεταξύ μας δυσαρέσκεια.
+
+Πώς περνούσαν οι μέρες δεν το ξέρω. Δεν παρατήρησα πως μεγαλώσανε,
+πως το χιόνι έσταζε από τις στέγες και πως τα δέντρα του πάρκου
+αρχίσανε να φουσκώνουν. Με λυπούσε πολύ πως ο χειμώνας δε βάσταξε
+περσότερο, για νανάβουμε νωρίτερα τη λάμπα και ναρχίζουνε τα βράδια
+μας προτήτερα.
+
+ — Παρατήρησες, μου είπε η Έλσα ένα πρωί, πως έγινα φαιδρότερη από
+πριν και πως δεν κλαίω πια;
+
+Το είχα παρατηρήσει. Αχάριστος όμως, όπως είναι ένας άνθρωπος μόλις
+ξέφυγε έναν κίντυνο που δεν τον είχε νοιώσει, απολάβαινα την αλλαγή,
+χωρίς να τη συλλογίζουμαι.
+
+ — Μήπως κλαις όταν δε σε βλέπουνε; ρώτησα.
+
+Κ' αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου ένας ίσκιος της παλιάς μου
+δυσπιστίας.
+
+Μα η Έλσα δεν το παρατήρησε. Έστεκε μπροστά μου ολόφωτη από τόση
+νιότη, σα να μην είχε σκοτεινιάσει ποτέ σύννεφο το μέτωπό της. Και
+γύρω στα χείλη της έπαιζε ένα χαμόγελο, που νόμιζα πως κάποτε το είχα
+δει. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε.
+
+ — Δεν κλαίω πια, είπε.
+
+Κ' η φωνή της είχε έναν ήχο σχεδόν προκλητικό, όταν πρόστεσε:
+
+ — Αυτό είναι και το μυστικό μου.
+
+Ακολούθησα τη διάθεσή της χωρίς να νοιώσω τα λόγια της. Είμουνα
+ευχαριστημένος κ' ευτυχισμένος με το συναίστημα πως μας χαμογελούσε
+ξανά η ζωή.
+
+Όλη αυτή η περίοδο δεν άφησε στη συζυγική ζωή μας άλλο σημάδι, παρά
+μόνο πως την έκαμε πιο εγκάρδια και προφυλαχτική παρότι είτανε πριν.
+Δεν μπορώ πια να πω με ποιον τρόπο προσπαθούσα να ξηγήσω την αλλόκοτη
+αυτή παρένθεση, που έγινε μέσα σ' έναν ευτυχισμένο γάμο. Το βέβαιο
+είναι πως τότε ούτε μπορούσα να υποψιαστώ πως έκρυβε το σπέρμα της
+τραγικότητας ενός ολάκερου μέλλοντος.
+
+8
+
+Αν κ' έλεγε με περηφάνεια πως είναι μητέρα δυο παιδιών, η Έλσα είταν
+ακόμα τόσο νέα κι όταν έβγαινε περίπατο ακκουμπημένη στο μπράτσο του
+αντρός της, τα βήματά της είτανε τόσο ελαστικά, κ' ενώ βάδιζε, έγερνε
+απάνω μου με μια κίνηση, που έδειχνε πως αν το ωραίο κεφάλι της το
+βάραινε κάτι, το κάτι αυτό δεν είτανε τα χρόνια.
+
+Είτανε μια από κείνες τις επικίντυνες ανοιξιάτικες βραδιές της
+Στοκχόλμης, που ο ήλιος πέφτει θερμός στα νιοβλαστημένα δέντρα, που
+οι δρόμοι είναι πλημμυρισμένοι κόσμο, σα για χαρά κι απόλαψη των
+ματιών, που τα εξοχικά κέντρα τραβούνε παλιά αντρόγυνα, νιόπαντρους ή
+αρρεβωνιασμένους, που ο ουρανός είναι γαλανός και στο ρέμα κυλούν
+χορεύοντας οι όγκοι του σπασμένου πάγου, που ο χειμώνας φαίνεται σα
+να έφυγε για πάντα κ' η άνοιξη προμηνά ένα καλοκαίρι τόσο ωραίο, όσο
+δε στάθηκε ποτέ ως τώρα.
+
+Ένα τέτοιο βράδι είτανε που η Έλσα ξεγέλασε τον άντρα της να βγούνε
+περίπατο ως τη βρύση του Ζωολογικού Κήπου, να τηλεφωνήσουν από κει
+στο σπίτι πως δεν έρχουνται και να παραγγείλουν ένα μικρό soupé a
+deux σ' ένα χαμηλό καμαράκι με λευκές κουρτίνες, απ' όπου μπορούσανε
+να βλέπουνε τα φωτεινά δέντρα, που στα κλαδιά τους ανάμεσα περνούσε ο
+ήλιος ρίχνοντας μικριές σκιές.
+
+Αυτή είτανε μια από τις πια αγαπημένες μας διασκέδασες κι όσο
+σπανιότερα την απολαβαίναμε από τον καιρό που μεγαλώσανε τα παιδιά
+και δε θέλαμε να ταφίνουμε μόνα, τόσο περσότερο μας μάγευε μια τέτοια
+βραδιά, γιατί έφερνε μαζί της όλη τη φαιδρότητα και τόνειρο, που
+είναι η καθημερινή τροφή της νιότης και με τα χρόνια τα φυλάγουμε
+στην ανάμνηση μόνο σαν ώρες σκόλης.
+
+Θυμούμαι τόσο καλά την Έλσα εκείνο το βράδι.
+
+Φαιδρή κ' ευχαριστημένη είχε στρυμωχτεί στη γωνιά του καναπέ κι
+απολάβαινε σιγά σιγά το τελευταίο ποτήρι της σαμπάνιας. Έμοιαζε με
+γατάκι, που περιμένει να το χαδέψουνε ή να παίξουνε μαζί του. Κι
+αντικρινά της καθόμουνα εγώ, κάπνιζα συλλογισμένος ένα καλό πούρο και
+κοίταζα τον ήλιο, που έτρεμε ανάμεσα στους ίσκιους των δέντρων.
+Ένοιωθα τον εαυτό μου ευτυχισμένο κ' ευχαριστημένο, είχα όμως
+εργαστεί πολύ τότε τελευταία και σχεδόν μ' ενοχλούσε πως η Έλσα
+είτανε καθισμένη εκεί κ' είχε τον πόθο να με σύρη όλον στη δική της
+ψυχική διάθεση.
+
+Γιατί είτανε σα να είχε πυρετό. Φαινότανε σα να ήθελε να χοροπηδήση
+μέσα στην κάμαρα, να παίξη, να κάμη τρέλες, να τρέξη να την πιάσουνε,
+φαινότανε σα να πιθυμούσε κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, σα να την είχε
+πλημμυρίσει ο κοριτσίστικος πόθος των αθάνατων ανοησιών της ευτυχίας,
+ένα ίσια ίσια από κείνα τα χαρακτηριστικά, που αγαπούσα περσότερο σ'
+αυτή. Όσο κι αν το πιθυμούσα ωστόσο, δεν μπορούσα να συναρπαχτώ από
+τη διάθεσή της. Είτανε σα να με παραφύλαγε μέσα μου μια κακή
+προαίστηση, μια ακατανίκητη μελαγχολία και μ' εμπόδιζε νακολουθήσω το
+φτερούγισμα των αιστημάτων της. Όταν θυμάται αργότερα κανείς κάτι
+τέτοια, μπορεί να τα βάζη με τον εαυτό του και να θαρρή σαν έγκλημα
+κάποιες παρόμοιες παραμέλησες, θυμούμαι ακόμα πως είχα νοιώσει τότε
+τη διάθεση της· κι από κείνο, που ακολούθησε ύστερα, γνωρίζω τι δρόμο
+πήρανε τα όνειρά της.
+
+Δυσαρεστημένη κάπως γιατί τα αιστήματά μας δε βαδίζανε με τον ίδιο
+ρυθμό, καθώς πάντα, έμενε καθισμένη αμίλητη εκεί και ρουφούσε τη
+σαμπάνια της κ' ενώ καθόταν έτσι, οι ζωηροί της στοχασμοί
+γλυστρούσανε δίχως να το νοιώθη σε μια γλυκεία χιμαιρική διάθεση κ'
+ενώ κοίταζε τον άντρα της, που τα μαλλιά του είχαν αρχίσει
+νασπρίζουν, έβλεπε σαν όνειρο την ημέρα, που οι δυο μας εδώ και πολλά
+χρόνια είχαμε βγει με τη βάρκα σ' ένα ηλιολουσμένο μικρό βραχόνησο,
+όπου πίσω από τα δέντρα γυάλιζε η πρώτη καλοκαιρινή κατοικία μας. Η
+εικόνα είτανε τόσο καθαρή ώστε νόμιζε πως ξεχώριζε κάθε χαμόκλαδο και
+κάθε δέντρο, όλα ως τις ψιλές απόχρωσες του φωτός και του ίσκιου, που
+έρριχνε ο βραδινός ήλιος στη σανιδόπλεχτη σκεπή του σταχτερόχρωμου
+σπιτιού. Έβλεπε τον κόλπο ναπλώνεται σε μιαν ατέλειωτη γλαυκότητα και
+κει που έκλεινε στην άκρη του νησιού τρέμανε καθρεφτισμένες στο κύμα
+του οι φωτεινές σημύδες, οι σκοτεινόχρωμες βελανιδιές και τα έλατα,
+που σημαδευόντανε σχεδόν μαύρα στο νερό.
+
+Πόσες φορές μου ιστορούσε την καθαρότητα, που είχανε τα οράματα ή οι
+ανάμνησες αυτές, που είτανε τόσο χαραχτηριστικά της! Τώρα μπορώ και
+βλέπω καλήτερα και καθαρότερα τόνειρό της παρά τότε!
+
+Είναι βέβαιο πως τα έβλεπε όλα αυτά, όσο που έσβησε όλη η τρελή
+ψυχική της διάθεση κ' είδα πως γεμίσανε δάκρυα θερμά τα μάτια της. Με
+ζωηρό κίνημα άδειασε τα ποτήρι της, γλύστρησε από τον καναπέ κι
+ακκούμπησε τα κεφάλι στα γόνατά μου.
+
+Σα να μου μετάγγισε άμεσα κάτι από το αίστημά της ή σα να
+συναπαντηθήκανε οι στοχασμοί μας στο περασμένο, όπου μας αγκάλιαζε
+και τους δυο τόνειρο της ευτυχίας, κυριεύτηκα και γω από μια διάθεση
+ολότελα διαφορετική από την προτητερινή κ' ενώ έβαλε απαλά το χέρι
+γύρω στα λαιμό της και τη χάδεψα στο μάγουλο, είπα:
+
+ — Τι συλλογίζεσαι;
+
+ — Συλλογίζουμαι το πρώτο μας καλοκαίρι.
+
+Τη στιγμή αυτή μου φάνηκε σα να είχα συλλογιστεί και γω το ίδιο. Όλη
+μου η κούραση έφυγε μεμιάς κι όλος συγκίνηση έσκυψα και της φίλησα το
+στόμα.
+
+Την ίδια στιγμή καθότανε η Έλσα ανασηκωμένη εκεί.
+
+Ο πόθος για κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, κάτι που να έκοβε τη μονοτονία
+του καθημερινού, έσμιγε τη στιγμή αυτή με την ανάμνηση του περασμένου
+και μ' έναν τόνο, που δεν μπορούσε να του αντισταθή κανείς, φώναξε:
+
+ — Θέλω να πάω εκεί· θέλω να πάω εκεί, Γιώργο.
+
+Μα την ίδια στιγμή ένοιωσα τον εαυτό μου να γυρίζη στην
+πραγματικότητα. Η ψυχική διάθεσή μου στο βάθος είταν ίσως ίδια με της
+γυναικός μου, όμως ταυτόχρονα αιστανόμουνα εκείνο το παράξενο αίστημα
+της απογοήτεψης, που περιμένει παντού, το αίστημα, που ορθώνεται μέσα
+μας και μας χαλινώνει τα όνειρα στις πιο έντονες στιγμές της ζωής
+μας. Τρόμαξα μπροστά στη δοκιμή αυτή να ξυπνήσουμε στη ζωή τη νιότη,
+σα να φοβόμουνα πως αντίς τη νιότη θαπαντούσα κάποιον πόνο, που ήθελα
+να τον αποφύγω με κάθε τρόπο.
+
+Είμουνα τόσο βέβαιος για την απογοήτεψη, ώστε η αθώα πρόταση της
+γυναικός μου, η μικρή εκδρομή στο νησάκι, όπου γνώριζα τον κάθε
+κόλπο, το κάθε στενό, ως και τις πέτρες ακόμα στο βυθό του φιόρδ, μου
+φάνηκε πως έκρυβε κάτι τόσο σοβαρό και κρίσιμο, ώστε να έπρεπε να το
+συλλογιστώ καλά πριν λάβω μια τόσο βαρειά, μοιραία απόφαση.
+Ταυτόχρονα όμως είδα πως η ιδέα αυτή γέμιζε τη γυναίκα μου με τόση
+μαγεία, ώστε δεν μπορούσα να πω όχι. Γι' αυτό είπα ναι και την έσφιξα
+στο στήθος μου για να κρύψω τη δυσθυμία μου.
+
+Όταν όμως γυρίζαμε στο σπίτι, σ' όλην την ύπαρξη της Έλσας είτανε
+χυμένο κάτι σα λάμψη νεανική. Δεν είχε νοήσει τίποτε από κείνο που
+αιστανόμουνα πραγματικά. Σα να πίστευε πως βάδιζε προς κάποια μεγάλη
+ευτυχία, τόσο έλαμπε η όψη της καθρεφτίζοντας το ζωντανό αίστημα, που
+έδενε μαζί εκείνο που υπήρξε με κείνο που υπήρχε. Και μου πέρασε στην
+ψυχή ένα τόσο θλιβερό συναίστημα με την ιδέα πως μπορούσε ναληθέψη η
+προαίστησή μου, ώστε μου ήταν αδύνατο να κρατήσω τους στοχασμούς μου.
+
+ — Είσαι βέβαιη πως θα είναι, όπως το περιμένεις; ρώτησα.
+
+Έκαμε κίνηση σπασμωδική κ' η έκφραση του προσώπου της είτανε σχεδόν
+πικρή, όταν απάντησε:
+
+ — Γιατί θέλεις να μου τα καταστρέφης όλα;
+
+ — Το κάνω αλήθεια;
+
+ — Όχι, μα είμουν τώρα τόσο ευτυχισμένη.
+
+Σώπασα και την έσυρα πιο κοντά μου. Εμπρός στην πίστη της λησμόνησα
+το δισταγμό μου κ' η ασήμαντη εκδρομή μας πήρε στη φαντασία μας
+σχήματα παράξενα, έτσι όπως όταν κοντινά νησιά υψώνουνται στον
+ορίζοντα και λάμπουνε σε φως φανταστικό.
+
+9
+
+Τέλος μια Κυριακή πρωί καθόμαστε στο κατάστρωμα του βαποριού και
+βιαζόμαστε να φτάσουμε κει που θέλαμε.
+
+Είχαν περάσει πολλά χρόνια που δεν κάμαμε αυτόν το δρόμο, χρόνια που
+φέρανε καλά και κακά, χρόνια που μας χωρίσανε και χρόνια που μας
+ξανασμίξανε. Δρόμους ξεχωριστούς πήραν οι στοχασμοί μας, μα
+συναπαντηθήκαν πάλι και δεμένοι σα μ' ένα παράξενο μυστικό αίστημα,
+που ήθελε να προκαλέση τη μοίρα, καθόμαστε πλάγι πλάγι, ενώ μπροστά
+μας περνούσαν οι τοποθεσίες αραδιαστές, φωτισμένες από τον ξάστερο
+ανοιξιάτικο ήλιο, περιβρεγμένες από τα γαλανόλαμπο νερό, που ένας
+αλαφρός άνεμος το έκανε να τρεμουλιάζη.
+
+Η αντίστασή μου είχε χαθεί τώρα ολότελα.
+
+Άφησα να με σέρνη χωρίς θέληση η γυναίκα μου και δεχόμουνα την κάθε
+εντύπωση με μια συγκίνηση, σα να είμουνα δώδεκα χρόνια νεώτερος και
+να καθόμουνα στο κατάστρωμα και να τραβούσα προς νέα άγνωστα τέρματα,
+που μέλλανε ναλλάξουνε την καθημερινή ζωή μου και να δώσουνε σ' όλην
+την ύπαρξη, νέες άποψες. Η γυναίκα μου μού φαινότανε ξανανιωμένη όπως
+και γω. Το πρόσωπό της το χρωμάτιζε απαλή κοκκινάδα και τα μάτια της
+φεγγοβολούσανε με τη λάμψη εκείνη που δίνει η ευτυχία. Η φωνή της
+είχε τόνους αόριστης τρυφερότητας, που με χαδεύανε μ' όλη τη δύναμη
+της χίμαιρας, που πλημμυρούσε και τους δυο μας, και μεταξύ μας
+πετούσανε λόγια και χαμόγελα, βλέμματα και κινήματα, όπως γίνεται
+μόνο στον πρώτον καιρό της αγάπης.
+
+Κι όταν το βαπόρι μας έβγαλε τέλος στη στεριά, αφού σταθήκαμε μόνοι
+στην αποβάθρα και βλέπαμε το πλοίο που έφευγε, πιαστήκαμε έπειτα μέση
+με μέση και πήραμε αργά το δρόμο, που πήγαινε φιδωτός ανάμεσα σε
+λεφτοκαριές και ψηλές ροζιάρικες βελανιδιές. Στα κλαδιά τους μόλις
+φαινόταν ένα πράσινο ανοιξιάτικο χνούδι και τότε είδαμε πόσο λίγο
+είταν προχωρημένη γύρω μας η βλάστηση. Η θάλασσα, που κρατεί σφιγμένο
+στο κρύο της αγκάλιασμα όλο το σύμπλεγμα των βραχόνησων, τα ζώνει με
+την ψύχρα των πάγων, που εμποδίζει την εργασία της άνοιξης. Εδώ δε
+χλόιζε ο τόπος όπως μέσα στη στεριά, όπου λιβάδια και δάση φουντώνουν
+γλήγορα, προφυλαγμένα όπως είναι από τη ζώνη των βραχόνησων, που
+κρατεί μακριά τους βορεινούς ανέμους. Εδώ είταν ερημιά και κρύο, στα
+κλαδιά των δέντρων φαινόντανε χλωμά ανοιχτοπράσινα σημάδια, που
+λάμπανε σταχτεροκίτρινα, οι ιτιές είταν γεμάτες χνουδωτά ανθάκια, η
+χλόη κρεμότανε κάτω από τα ξερόφυλλα κ' οι ανεμώνες, που μέσα στη
+στεριά είτανε πια μαδημένες, εδώ ανθίζανε λευκογαλάζιες κάτω από τους
+κλάδους των χαμηλών λεφτοκαριών.
+
+Αυτή ίσια ίσια η αργή ανάπτυξη της φύσης πλημμυρούσε και τους δυο μας
+με μια νέα ευτυχία, βυθισμένοι καθώς είμαστε στην ψυχική διάθεση
+μας.«Βλέπεις, εδώ έρχεται αργότερα, όπως τότε»! — «Ξέρεις όσα
+κάθουνται στα νησιά βλέπουνε δυο φορές την άνοιξη!»
+
+Και κοιτάζαμε πέρα το πλατύ φιόρδ, που έζωνε όλην αυτή την
+αργοπορημένη άνοιξη, και χαιρόμαστε τους γλάρους που πετούσαν όπως
+μια φορά σε μακρουλά τόξα απάνω από το γαλανά νερό, χαιρόμαστε τα
+λευκά φτερά τους, που γυαλίζανε στον ήλιο, και σταθήκαμε να δούμε το
+παιγνίδι τους καλήτερα, καθώς βουτούσανε στον αέρα και φθάνανε στο
+νερό, στο μέρος, όπου το άγρυπνο μάτι τους ξάνοιγε τη λεία.
+
+Χέρι με χέρι, σα δυο παιδιά, ανεβήκαμε το λόφο και φτάσαμε σ' ένα
+μικρό κόκκινο σπίτι και κοιταχτήκαμε, σα ναλλάζαμε αναμεταξύ μας
+κάποιο μυστικό, όταν ο βαρκάρης, που μας περνούσε αντίπερα μια φορά,
+βγήκε στην πόρτα και μας έταξε να μας φέρη στο νησί της νιότης μας.
+
+Σιωπηλοί περάσαμε το γαλανό νερό. Χωρίς ναλλάξουμε λέξη, γεμάτοι από
+την παράξενη διάθεση, που κυρίευε και τους δυο μας και που φαινότανε
+πως μεγαλώνει με κάθε νέα τοποθεσία που μας ανοιγότανε, καθόμαστε
+χεροπιασμένοι κι αφίναμε να μας πλημμυρίζουν οι ανάμνησες, ξέροντας
+καλά πως ο ένας γνώριζε ό,τι συλλογιζόταν ο άλλος. Ποτέ δε μας φάνηκε
+αυτό το πέρασμα τόσο λαμπρό, ποτέ δεν είχαμε δει όπως τώρα τη
+μαγευτική μεγαλοπρέπεια του μεσημεριανού ήλιου, ποτέ το φεγγοβόλημα
+του νερού και της πυκνόφυλλης ακροθαλασσιάς δεν είχε σμίξει τόσο
+μελωδικά με το σοβαρό βάθος του σκοτεινού δάσους των ελατιών. Κι όταν
+πλησιάσαμε στο νησάκι, νομίζαμε πως κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε
+θάμνο μεγαλώνανε όχι από το πλησίασμα, μα από την ανάμνησή μας, που
+είχε φυλάξει πιστότερα από την πραγματικότητα την τοποθεσία αυτή, απ'
+όπου βλάστησε για μας η ευτυχία όλης της ζωής.
+
+Όταν όμως φτάσαμε στη στεριά, σταματήσαμε κ' οι δυο και το ξεφωνητό
+της μαγείας, που έτρεμε στα χείλη της Έλσας, πάγωσε. Άφωνοι κοιτάξαμε
+ο ένας τον άλλον και σα στενοχωρημένοι από κάτι νέο, ανέλπιστο, που
+δε θέλαμε ούτε να το δούμε καν ή να το γνωρίσουμε, προχωρήσαμε αργά
+στο στενό μονοπάτι.
+
+Εκείνο που παρατηρήσαμε είταν πως το σπιτάκι του νησιού δεν είτανε
+τώρα πια σταχτί. Είτανε χρωματισμένο κόκκινο. Δεν είταν πια το πλατύ
+δίπατο χτίριο, μα ένα χαμηλό σπιτάκι στη μεριά, όπου έστεκε μια φορά
+η πρώτη κατοικιά μας. Φαινότανε σα να είχε μαζευτεί στην παλιά θέση,
+σα να το είχε κάμει η φτώχεια κ' η ανάγκη να μικρύνη τόσο. Σταθήκαμε
+μια στιγμή σιωπηλοί, σα να χρειαζόμαστε να πάρουμε την αναπνοή μας.
+
+ — Γιώργο, είπε η Έλσα, τι είναι τούτο;
+
+Μου έφτασε να δείξω μόνο τις παλιές βελανιδιές, που είταν ολόγυρα. Τα
+κλαδιά τους είχανε μαύρα σημάδια κ' η φλούδα τους είτανε καψαλισμένη.
+Της έδειξα τα θεμέλια, τα μαυρισμένα από την καπνιά, το μικρόν κήπο
+που είχε παραμεληθεί κ' ένα σωρό μαδέρια έξω στην αυλή. Είτανε
+καμένα, σαπισμένα και φαγωμένα. Αυτό είταν όλο που έμενε από την
+πρώτη μας κατοικία.
+
+ — Θάπιασε φωτιά, είπα.
+
+Κ' η φωνή μου έτρεμε.
+
+ — Καμένο μέρος.
+
+Σα να νοιώθαμε κ' οι δυο τον εαυτό μας αχώριστο από το μέρος αυτό,
+που είχαμε χρόνια να το δούμε, μας κινήθηκε η περιέργεια να μάθουμε
+τι έτρεξε, τι έγινε κι άλλαξε το νησί της ευτυχίας μας τόσο, ώστε να
+μας καταντήση αγνώριστο.
+
+Η νέα αυτή περιέργεια σκόρπισε σχεδόν όλον τον κόσμο των ονείρων, που
+μας έδενε ως τώρα, και πλάτυνε τον κύκλο της αίστησής μας τόσο, ώστε
+να περικλείση και τη ζωή εκείνων, που είχανε ζήσει κ' εργαστεί και
+υποφέρει σ' αυτό το μέρος και που ο καιρός που πέρασε τους άλλαξε
+τόσο σκληρά, ώστε να μην τους χρυσώνουν πια ευτυχισμένα όνειρα την
+τραχειά πραγματικότητα.
+
+Κ' ενώ γυρίσαμε τη σκέψη μας στους ανθρώπους αυτούς, που πρωτήτερα
+τους θεωρούσαμε μόνο σαν αναγκαίο συμπλήρωμα της δικής μας χαράς,
+άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στη λάμψη του ηλιού, που έπεφτε στη
+σκάλα, παρουσιάστηκε μια καμπουριασμένη γειτόνισσα και μας κοίταξε μ'
+ένα χαμόγελο, που έδειχνε πως μας γνώρισε. Φαινότανε τόσο γερασμένη,
+που έμοιαζε σα να βγήκε από κάποιο παραμύθι, ακκουμπούσε σ' ένα ραβδί
+και τα σουρωμένο πρόσωπό της ζάρωνε ακόμα περσότερο από τον πόνο,
+όταν κινούσε το αρθριτικό κορμί της.
+
+ — Αλλοιώς το αφήσανε κι αλλοιώς το βρίσκουνε ταφεντικά..., είπε η
+γερόντισσα.
+
+Κ' ενώ αυτή προχωρούσε με κόπο, παρουσιάστηκε από πίσω ένας γέρος,
+ήρθε, μας χαιρέτησε κι αυτός, έτριψε τα χέρια, έβηξε και μουρμούρισε
+ακατανόητα λόγια, κάνοντας θέση στους δύο ξένους να περάσουν το
+κατώφλι.
+
+Από μια βεράντα μισοτελειωμένη είδαμε όξω το φιόρδ και το στενό του
+καιρού της νιότης μας. Ο κήπος είταν παραμελημένος όπως κι όλο το
+καινούριο σπίτι, η χλόη έπνιγε τους δρόμους, όπου περπατούσαμε μια
+φορά, και στο κιόσκι κάτω στην ακρογιαλιά σαπίζανε τραπέζια και
+καθίσματα, γιατί κανένας δε διόρθωνε ό,τι χαλούσε η βροχή κι ο
+άνεμος.
+
+Χωρίς να χρειαστή να τους ρωτήσουμε, μας διηγηθήκανε οι δυο γέροι πως
+τους έτρεξε το κακό. Η γυναίκα διηγότανε κι ο άντρας βεβαίωνε
+ξαναλέγοντας τα λόγια της. Και το κακό είχε ρθει τόσο δόλια και
+ξαφνικά, ώστε να μην μπορέση να του αντισταθή κανείς ούτε να μπορέση
+να δώση κανείς βοήθεια.
+
+Η πυρκαϊά έπιασε μιαν ανοιξιάτικη μέρα το Μάρτη, μια μέρα που φυσούσε
+ο βοριάς ψυχρός κι ο πάγος ανάμεσα στα νησιά ούτ' έσπαζε ούτε
+βαστούσε να περάσουν απάνω του. Γι' αυτό οι γειτόνοι στέκανε και
+κοιτάζανε χωρίς να μπορούνε ναρθούνε να βοηθήσουν. Μόνοι τους οι δυο
+γέροι γλυτώσανε ό,τι μπορέσαν κ' έπειτα στέκανε και κείνοι και
+κοιτάζανε να καίεται ό,τι είχαν, δίχως να μπορούνε να κάμουν τίποτε.
+
+Με τις τελευταίες σπίθες που σβηστήκανε στη στάχτη, έσβησε και σ'
+αυτούς η τελευταία ελπίδα πως θα μπορούσανε να περάσουν άνετα τα
+γερατιά τους. Μια μόνο έφτασε να σαρώση όλα όσα μαζευτήκανε σε
+χρόνια.
+
+Σα χτυπημένοι από την ίδια μοίρα καθόνταν εκεί εκείνοι οι δυο, που
+λίγες στιγμές προτήτερα αιστανόνταν τον εαυτό τους ξανανιωμένον, κι
+ακούγανε τα βαρειά, τα λίγα λόγια των γερόντων, που τους ερήμωσε το
+σπίτι η πυρκαϊά. Ακριβώς το συγκινητικά συνηθισμένο της ιστορίας
+αυτής με τις διάφορες ασήμαντες λεπτομέρειες κατασύντριψε τους
+ξένους· γύμνωσε τα όνειρά μας από τη λαμπράδα της χίμαιρας και μας
+πλημμύρισε με σιωπηλή μελαγχολία. Μας φαινότανε πως ενώ εμείς δε
+γνωρίζαμε τίποτε, πως ενώ ζούσαμε τη ζωή μας και φανταζόμαστε πως
+είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ έξω στο νησάκι καιγότανε και χανόταν κάτι
+από κείνον το θησαυρό της ζωής, που είχαμε μαζέψει και τονέ νομίζαμε
+καλά φυλαγμένον.
+
+Η Έλσα είχε το συναίστημα πως σ' αυτήν την πυρκαϊά έχασε κείνη
+περσότερα από τους δυο γέρους. Γιατί ποια σημασία είχαν τα έπιπλα, τα
+φορέματα, τα πράματα; Ποια σημασία είχε αν δυο ερειπωμένοι άνθρωποι,
+που η ζωή τους κόντευε να τελειώση, καθόνταν εδώ και θλιβόντανε για
+την αντίθεση μεταξύ χτες και σήμερα, μιαν αντίθεση που καταντούσε
+ασήμαντη όσο η αλλοτινή ευημερία είτανε τόσο μικρή; Ποια σημασία
+είχαν όλ' αυτά εμπρός στο πως αυτή δεν έμελλε να ξαναδή ποτέ το νησί
+της νιότης της, όπως το είδε μια φορά;
+
+Έτσι αιστανότανε και γύρισε και με κοίταξε και δεν μπορούσα να της
+δώσω καμιά παρηγοριά. Γιατί στοχαζόμουνα πόσο κακά έκαμα να μην
+ακούσω τη φωνή της προαίστησής μου και να λυτρώσω και τους δυο μας
+από το να δούμε τα ερείπια της ευτυχίας μας. Μα δεν είχα την καρδιά
+να το πω κι άρπαξα το μπράτσο της και προχωρήσαμε στο νησί μακρήτερα.
+
+Έγινε με μας όπως με τα παιδιά του παραμυθιού, που πλανηθήκανε καιρό
+στη μαγική χώρα κι άμα γυρίσανε στον τόπο τους, βρήκανε πως ο καιρός
+βιάστηκε και γέρασε και κούρασε τους ανθρώπους γύρω τους. Άφωνοι κι
+ονειρεμένοι καθήσαμε στην ακρογιαλιά και κοιτάζαμε το φιόρδ. Εκεί
+μένανε όλα όπως είταν και κει που καθόμαστε λησμονήσαμε το καινούριο
+σπίτι και την καταστροφή που έγινε πίσω μας. Θυμόμαστε μόνο πως
+κατοικούσαμε τρία χρόνια σ' αυτόν τον κόλπο, κάθε νέο καλοκαίρι σε
+νέα θέση. Και μ' ένα είδος πόθου να ξακολουθήσουμε ό,τι αρχίσαμε,
+αποφασίσαμε να περάσουμε αντίπερα, στην κατοικία του δεύτερου
+καλοκαιριού, σ' ένα κόκκινο σπιτάκι, που το θυμόμαστε στην άκρη του
+δάσους, σ' ένα μικρό λιβάδι, όπου αποκοιμίζαμε το πρώτο μας παιδί
+μέσα σ' ένα λευκό πλεχτό καροτσάκι κάτω από το γαλάζιο σκέπασμα.
+
+Περάσαμε τώρα εκεί με τη βάρκα και ξέραμε πως θα βρούμε μια έρημη
+ακρογιαλιά. Είχαμε μάθει πως ο καιρός σάρωσε και δω κάθε σημάδι από
+ό,τι υπήρχε μια φορά και τάλλαξε όλα.
+
+Στο μικρό ακρωτήριο, όπου βγήκαμε, κατοικούσε δω και μερικά χρόνια
+ένας γέρος ψαράς με τη γυναίκα του. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, που το
+χιόνι στοιβαζότανε γύρω στην καλύβα, πέθανε η γυναίκα κι όταν μια
+μέρα σήμανε η ώρα και για το γέροντα, τα παιδιά κληρονομήσανε τα δυο
+σπιτάκια στην άκρη του δάσους, τη βάρκα και το ψαράδικο καλύβι κάτω
+στη θάλασσα.
+
+Μα στα βραχόνησα υπάρχουν κάποιες ιστορίες και μια από αυτές είναι κ'
+η ιστορία των μικρών κόκκινων σπιτιών στην άκρη του δάσους. Όταν
+περάσανε τα πενήντα χρόνια, για όσο διάστημα είχαν αγοράσει τον τόπο
+οι γέροι μια φορά, ήρθε ο χωρικός που τον είχε ιδιοχτησία και τον
+ξαναπήρε. Έδιωξε τους νέους κατόχους αποκεί. Και για αυτό
+γκρεμιστήκανε τα σπίτια, σηκωθήκανε τα ξύλα και το χωράφι, που
+φυτευότανε πρωτήτερα πατάτες, γέμισε αγριόχορτα κι αγκάθια και το
+μέρος φαινότανε και δω σα να το ρήμαξε η φωτιά.
+
+Οι δυο ξένοι, που ζητούσανε τα χνάρια της νεανικής τους ευτυχίας,
+βρεθήκανε και δω μπροστά σ' ερείπια. Είτανε σα να τους κυνηγούσανε
+παντού χαλάσματα. Και κυριεμένη από μια ανησυχαστική αγωνία η Έλσα
+άφησε το μπράτσο μου. Ανέβηκε το λόφο, το γεμάτο ξερόκλαδα, κ' έφτασε
+σ' ένα φράχτη που του έλειπε η πόρτα και στους πάλους απομένανε δυο
+σκουριασμένα, στραβωμένα σίδερα.
+
+Εδώ ακκούμπησε τα χέρια στο φράχτη κι αφίνοντας ελεύτερο το δρόμο στα
+ευκολοάλλαχτα αιστήματα, που της πλημμυρούσαν την ψυχή, ξέσπασε σ'
+ένα σφοδρό κλάμα, σε λυγμούς, σα να σωριάστηκε στην κεφαλή της όλη η
+δυστυχία της ζωής. Μου έσπρωξε το χέρι όταν έκαμα να τη χαδέψω κ'
+έκλαιγε τόση ώρα, ώστε άρχισα να χάνω την υπομονή και τη βίασα να
+φύγουμε για να μη φτάσουμε αργά στο βαπόρι.
+
+Δε μ' άκουε, αγκάλιασε τον ώμο μου κ' είπε:
+
+ — Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε ναρθούμε.
+
+Κι ομολόγησε πως λογάριαζε καιρό την εκδρομή αυτή, πως την επιθυμούσε
+χρόνια, πως τυχαία, δεν ήξερε κ' η ίδια πώς, της ήρθε η ιδέα πως
+έπρεπε να γίνη τώρα, τώρα αμέσως. Σταπόκρυφά της όνειρα η ιδέα της
+εκδρομής αυτής είχε δεθεί τόσο παράξενα με την ιδέα ολάκερης της
+ευτυχίας μας. Της φαινότανε σα να έπρεπε να κάνουμε την εκδρομή αυτή,
+σα να μην μπορούσε να βεβαιωθή πράγματι για την ευτυχία της πριν
+ξαναδή αυτό το μέρος, έτσι όπως το είδε μια φορά κι όπως το έβλεπε
+πάντα στα όνειρά της. Είπε πως είχε σκοπό, άμα θαρχόμαστε μαζί εδώ
+έξω, να με παρακαλέση ναρθούμε να κατοικήσουμε άλλο ένα καλοκαίρι. Κ'
+ήξερε πως δε θα μπορούσα να της το αρνηθώ. Μα τώρα που δεν έμενε πια
+τίποτε, τίποτε απ' όλα εκείνα που είτανε μια φορά δικά της, τώρα της
+φαινότανε πως κόπηκε ο κρίκος που την έδενε με τη ζωή την ίδια.
+
+Έμεινα άφωνος εμπρός στο απελπισμένο ξέσπασμά της κ' εννοούσα μόνο
+πως είχα να κάνω με μια από κείνες τις φαντασιοπληξίες ή τα όνειρα,
+που για έναν άνθρωπο με έντονη συναισθηματική ζωή έχουν μεγαλήτερη
+σπουδαιότητα παρότι η ίδια η ζωή. Όσο για μένα, αιστάνθηκα βέβαια και
+γω συγκίνηση, τόσο από τις ενθύμησες που μου ξυπνούσαν αυτά τα μέρη,
+όσο κι από την καταστροφή που έγινε κει. Μα ούτε σκέφτηκα διόλου να
+συνδέσω την ερήμωση αυτή με ό,τι μου είταν αγαπημένο και σημαντικό.
+Κ' έμεινα σαστισμένος εμπρός σ' αυτό το ξέσπασμα του πόνου.
+
+Δοκίμασα να το ησυχάσω με τα συνηθισμένα μέσα, που ησυχάζει ο άντρας
+το γυναίκιον πόνο. Με χάδια. Μα η Έλσα μου έσπρωξε το χέρι, γιατί
+είδε πως ο μαλακός μου τρόπος έκρυβε μια παρηγοριά, που την
+περιφρονούσε. Ήθελε μόνο συμπάθεια. Το πρόσωπό της πήρε σιωπηλή,
+απλησίαστη έκφραση, σα να είχε υποτάξει όλο της το είναι στη
+φαντασία, που την κυρίευε και που δεν ήθελε ναφήση να της την ταράξη
+κανένας.
+
+Κοίταξε τα ρημαγμένο μέρος γύρω της κ' ενώ η ματιά της γέμισε
+συμπόνεση, είπε:
+
+ — Δυστυχισμένοι άνθρωποι!
+
+Η δική της απογοήτεψη άλλαξε πάλι σε συμπόνεση για τη δυστυχία άλλων
+ανθρώπων, τη δυστυχία που μαρτυρούσε αυτός ο ρημαγμένος τόπος.
+Ξανακάθησε χάμω και ρίξαμε τα μάτια γύρω στο μικρό λόφο εκεί στην
+άκρη του δάσους, που μας έφερνε στην ανάμνηση την ξένοιαστη γαλήνη
+ενός ολάκερου καλοκαιριού. Αρχίσαμε να μιλούμε. Και δοκιμάσαμε να
+παραστήσουμε στο νου μας τη σκηνή που προηγήθηκε από την ερήμωση
+αυτή. Ο χωρικός, που είχε ιδιοχτησία του τον τόπο, ήρθε στα παιδιά,
+που κληρονομήσανε το σπίτι. Τους είπε μια και καλή πως τέλειωσε η
+προθεσμία. Περάσανε τα πενήντα χρόνια κ' έπρεπε να γκρεμιστούν τα
+σπίτια. Ήθελε πάλι τον τόπο του. Ολοφάνερα δεν είχε από αυτό καμιά
+ωφέλεια, θα είταν ίσως καλήτερα γι' αυτόν αν πουλούσε τον τόπο γι'
+άλλα τόσα χρόνια ακόμα. Μα είδε πως οι άλλοι νοικιάζανε το καλοκαίρι
+το ένα σπίτι. Το εισόδημα αυτό του κίνησε το φτόνο και του καρφώθηκε
+στο νου η επίμονη ιδέα πως δεν έπρεπε να κατοική κανείς εδώ. Ο τόπος
+έπρεπε νανήκη σ' αυτόν και σε κανέναν άλλον.
+
+Κ' έτσι τα παιδιά, που κατοικούσαν εδώ, έπρεπε να γκρεμίσουν τα
+σπίτια τους και να φέρουν τα υλικά σ' άλλο νησί, όπου κάποιος
+πλούσιος συγκινήθηκε και τους έδωσε τόπο να χτίσουνε νέα σπίτια. Μα
+όταν είχε φορτωθεί κ' η τελευταία βάρκα κ' είταν έτοιμη να φύγη,
+έπιασε και το νέον η μανία και με το δικαίωμα, που είχε κι αυτός,
+άρπαξε το πελέκι. Έκοψε τα δέντρα, ξερρίζωσε τους θάμνους, έβγαλε την
+πόρτα του φράχτη και την έρριξε απάνω στη βάρκα. Κι αφού κύλησε τις
+πέτρες της σκάλας στη θάλασσα και κατάστρεψε έτσι και την αποβάθρα,
+έφυγε από το νησί ευχαριστημένος πως ο εχτρός του δεν είχε να κερδίση
+τίποτε.
+
+Γι' αυτά μιλούσαμε, όμως όλη την ώρα η δική μας απογοήτεψη παραφύλαγε
+πίσω από τα λόγια μας κ' η Έλσα έτρεμε.
+
+ — Είμαστε μεις που σέρνουμε μαζί μας τη δυστυχία; ρώτησε.
+
+Χαμογέλασα. Ο λόγος της μου φάνηκε υπερβολικός.
+
+ — Πάμε στο τρίτο νησί. Εκεί ξέρουμε πως όλα είναι όπως είτανε, είπα.
+
+Μα η Έλσα κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε απότομα:
+
+ — Πάμε από το δάσος, απ' τον παλιό δρόμο.
+
+Και χωρίς να περιμένη την απόκρισή μου, τράβηξε μπροστά. Φαινότανε σα
+να της ξαναήρθε η προτητερινή ζωηρότητα, σα να τίναξε από πάνω της
+όλο το βάρος της ξένης λύπης, καθετί που ίσκιωνε το μέρος αυτό των
+παλιών θυμητικών μας και μας κυνηγούσε ολάκερη την αλλόκοτη αυτή μέρα
+με όλη τη θλίψη και τη δυστυχία του κόσμου. Μ' έφερε ίσια στο δάσος
+σ' ένα στενό μονοπάτι, όπου τα έλατα σμίγανε τους κλάδους τους απάνω
+από τα κεφάλια μας. Ο δρόμος είτανε μαλακός κ' ευκολοπάτητος. Τριγύρω
+μας ο ήλιος έτρεμε απάνω στα υγρά μούσκλα, στα κλαδιά και στους
+κορμούς. Τα μονοπάτι έβγαινε κάτω σ' ένα μικρόν κόλπο, που έκοβε τα
+δάσος εμπρός σ' έναν απότομο βράχο, και στην ακρογιαλιά, όπου είταν
+αριά τα δέντρα, ο ήλιος έπεφτε πλατιά απάνω στο γυμνό, ανοιχτό και
+μόλις χλοϊσμένο έδαφος.
+
+Εδώ σταμάτησε η Έλσα κι άρχισε να ψάχνη στους κορμούς των δέντρων. Κι
+όταν την είδα να γυρεύη κάτι εκεί, ξύπνησε μέσα μου και μένα κάποια
+θύμηση κοιμισμένη πολύν καιρό, τόσο ώστε μόλις μου ήρθε μια φορά στο
+νου στο διάστημα έντεκα χρόνων.
+
+Είταν ένα βράδι, τότε που κατοικούσαμε σε κείνο το σπιτάκι που τώρα
+γκρεμίστηκε, ένα αυγουστιάτικο βράδι. Είχαμε ρθει εδώ από το ίδιο
+μονοπάτι, ναποχαιρετίσουμε ένα ωραίο καλοκαίρι. Κ' η Έλσα έβγαλε από
+το φόρεμά της μια μαύρη καρφίτσα και την έμπηξε στον κορμό ενός
+ελάτου.
+
+ — Να δούμε αν θα είναι δω όταν ξαναέρθουμε είπε.
+
+Η ανάμνηση αυτή σκίρτησε μέσα στην ψυχή μου και με μελαγχόλησε.
+Άξαφνα είδα τη γυναίκα μου να τρέχη μ' ανάλαφρη κραυγή σ' ένα μικρό
+έλατο. Από τη φλούδα του έβγαλε μια σκουριασμένη καρφίτσα κ' έτρεξε
+και μ' αγκάλιασε και με φίλησε και δάκρυζε από ευτυχία.
+
+Προσεχτικά την έμπηξε πάλι στον κορμό του δέντρου. Γιατί δεν της
+βαστούσε η καρδιά να την πάρη μαζί της. Ίσως να είχε κάποιον
+προληπτικό φόβο να την αγγίση. Μα από την ώρα που τη βρήκε, η θλιβερή
+εντύπωση από τη δική μας απογοήτεψη κι από τη δυστυχία των άλλων
+χάθηκε, σβήστηκε κι από τους δυο μας. Και σα να μας είταν αυτό το
+περιστατικό παρηγορητικός χαιρετισμός μιας αγαθής μοίρας, περάσαμε
+ευτυχισμένοι τώρα απάνω από τα ερείπια της πυρκαϊάς, που δε μας άφησε
+άλλο τίποτε παρά μια παλιά, σκουριασμένη καρφίτσα, που είτανε τόσο
+καλά κρυμένη, ώστε δεν μπόρεσε να την πάρη κανείς.
+
+10
+
+Πόσες φορές συλλογίστηκα την εκδρομή αυτή, πόσες φορές από τότε μου
+παρουσιάστηκε σα σύμβολο όλης της ζωής μας!
+
+Τότε όμως αυτό το περιστατικό μας έκαμε άλλη εντύπωση, παρότι μου
+κάνει τώρα η ανάμνησή του. Τότε μας έκαμε να πάμε και στο μέρος, που
+κατοικήσαμε για τρίτη φορά το καλοκαίρι, και να νοικιάσουμε για
+δεύτερη φορά το σπίτι, που η γυναίκα μου δεν ήθελε να το δη στην
+αρχή. Και χαρούμενοι τραβήξαμε όξω στο μέρος, που μας έδενε μαζί του
+μια σκουριασμένη καρφίτσα, που δεν την πήρε κανείς.
+
+Δίχως σύννεφα, που να κρύβουνε τον ήλιο, στέκει εμπρός μου το
+καλοκαίρι, που ακολούθησε την ανοιξιάτικη αυτή εκδρομή. Με ποια όρεξη
+εργαζόμουνα και πώς προχωρούσε η εργασία εύκολα. Ήσυχα και χωρίς κόπο
+στοιβαζόντανε τα φύλλα και σχηματίζανε το βιβλίο, που θα έβγαινε το
+χινόπωρο, και συχνά περίμενε το φαγητό στο τραπέζι, όταν συρτωνόταν η
+πόρτα κ' η Έλσα κάθιζε ν' ακούση να της διαβάσω τις σελίδες, που
+γραφήκανε ως τα μεσημέρι. Γαλήνια κ' ευτυχισμένη καθόταν εκεί και
+χαιρότανε που ο όγκος του χειρόγραφου μεγάλωνε κάθε μέρα. Γιατί
+γνώριζε καλά ποιος έδινε ζωή στην εργασία. Γνώριζε πως όσα έγραφα
+εκεί για τους ανθρώπους βλασταίνανε από τις μακριές ομιλίες μεταξύ
+μας κ' είταν ευχαριστημένη που την ονόμαζα ζωντανό σημειωματάρι μου,
+σημειωματάρι που βαστούσε ασφαλέστερα παρά κάθε γραφή τους στοχασμούς
+μου και μου τους ξαναέδινε δροσερούς και ξανανιωμένους. Γιατί όταν
+τους αντλούσα από την πιστή μνήμη, που τους φύλαγε καλήτερα παρότι
+εγώ, τους ξανάβλεπα με το μεγεθυντικό φακό της αγάπης, με το φακό που
+έβλεπε κείνη όλα σα αφορούσαν αυτή και με και προπαντός την εργασία
+μου. Για τούτο, όταν της διάβαζα ό,τι είχα γράψει, είχα το συναίστημα
+πως όσα είχαμε δει μαζί σε οράματα κερδίζανε τώρα με τη γραπτή μορφή
+τους. Αιστανότανε μιαν ήρεμη, παράξενη μητρική χαρά εκεί που
+ακολουθούσε τη γεννητική ανάπτυξη των πνευματικών αυτών τέκνων μου κι
+όμως τα ζηλοτυπούσε, γιατί νόμιζε πως γεμίζουνε τη σκέψη μου σε βαθμό
+που να παραμερίζουν εκεί μέσα αυτή την ίδια, το σπίτι, τα παιδιά κι
+όλα όσα έδινε η ζωή. Ναι, δεν πιστεύω να μπορούσε και να υποψιαστή
+ακόμα πόσο αυτή η συνδημιουργία μαζί της μου είτανε πολυτιμότερη από
+τη δημιουργία την ίδια.
+
+Όσο και να φαίνεται παιδιάστικο, είναι ωστόσο αλήθεια πως τίποτε άλλο
+δε με κέντρισε ποτέ περσσότερο σε πνευματική δράση, όσο όταν από την
+έκφραση του προσώπου της, που δεν μπορούσε να κρύψη ποτέ το στοχασμό
+του, εννοούσα πως μου πέτυχε το έργο που έγραψα και πως είταν
+ευχαριστημένη. Εκεί που έγραφα, συλλογιζόμουνα πως θα της το διαβάσω
+κ' η ιδέα αυτή σκορπούσε τις χίλιες φαντασιοπληξίες, που έρχουνται
+απροσκάλεστες και θέλουνε να εμποδίσουνε την πέννα να προχωρήση. Μα
+όταν τέλειωνε το διάβασμα κ' ερχόμαστε στην τραπεζαρία, γελούσαμε κ'
+οι δυο αν είχε κρυώσει τα ψάρι και τα παιδιά κακοπλυμένα, ηλιοκαμένα
+και ξυπόλυτα κάθονταν εκεί και περιμένανε πεινασμένα.
+
+ — Περιμέναμε τόση ώρα εδώ, μουρμούριζε ο Ούλοφ. Πού είσαστε;
+
+ — Διαβάζαμε το βιβλίο του πατέρα, απαντούσε η μαμά.
+
+ — Δεν μπορούσατε να περιμείνετε να φάμε πρώτα;
+
+ — Όχι, δεν μπορούσαμε.
+
+ — Θα είναι αστείο βιβλίο, έλεγε ο Ούλοφ.
+
+Μα ο Σβάντε, που δεν ήξερε να συλλαβίση ακόμα, έπαιρνε στην προστασία
+του το άγνωστο βιβλίο του πατέρα και, όπως πάντα, έμπαινε η μητέρα
+στη μέση κ' ησύχαζε τα ταραγμένα νερά.
+
+Τι καλοκαίρι όμως είταν εκείνο! Τι θαυμαστό καλοκαίρι, όλο διάθεση
+για εργασία, δροσερούς ανέμους, καθαρό ήλιο και θερμές
+φεγγαροφώτιστες βραδιές! Μας μένει στην ανάμνηση σα μια μόνη
+ηλιοπλημμυρισμένη μέρα. Θυμούμαι τους φίλους που αράζανε στην
+αποβάθρα μας με τα κότερά τους, θυμούμαι τις εκδρομές με τα κοφινάκια
+με το φαγί στους δροσερούς ανέμους, τα λουτρά στην ανοιχτή θάλασσα,
+όπου έμαθε ο Ούλοφ να κολυμπά κι ο Σβάντε κυλιότανε στον άμμο.
+Θυμούμαι τις γιορτές με τις γιρλάντες τάνθη, τους στίχους, τις
+φράουλες και το κρασί, τους μακρινούς ήσυχους περίπατους στο δάσος
+των ελατιών, που ανοιγότανε σ' ένα ηλιοφωτισμένο φιόρδ και θυμούμαι
+το βαρκάρη, που μας συνόδευε στις θαλασσινές εκδρομές και το πρόσωπό
+του με τα ψαρά γένια γελούσε μ' όλους μας.
+
+Τι σύντομο που είταν αυτό το καλοκαίρι και πόσο γλήγορα ήρθε ο
+χειμώνας! Με ποια μελαγχολία παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της φύσης,
+πώς θεριζόντανε τα λιβάδια με τα λαμπρά άνθη τους, πώς κιτρινίζαν τα
+σπαρτά και τα καλάμια ψηλώνανε και φουντώνανε στο γιαλό και
+σχηματίζαν ένα πυκνό πράσινο δάσος με μενεξεδένιες κορυφές εκεί που
+πριν έσπαζε το κύμα παιγνιδιστό απάνω στις πέτρες.
+
+Κι όταν τέλος πλησίαζε η μέρα να φύγουμε, πώς πηγαίναμε να δούμε
+τελευταία φορά όλα ταγαπημένα μέρη! Ανεβαίναμε στα βουναλάκι με την
+πλατειά θέα, πηγαίναμε κ' ερχόμαστε στο μονοπάτι του δάσους, ιδίως
+όταν σκοτείνιαζε και τάστρα λάμπανε ανάμεσα από τα κλαδιά των
+ελατιών. Μας χρειάστηκε σχεδόν μια βδομάδα για τον αποχαιρετισμό.
+
+Πήραμε μαζί τα παιδιά και κάναμε το γύρο του νησιού με τη βάρκα και
+μιλούσαμε για το βιβλίο μας, που είταν έτοιμο και θα έβγαινε το
+χινόπωρο. Ώρες πολλές μπορούσαμε να περπατούμε στο στενό μονοπάτι,
+που έφερνε από το κοκκινοβαμένο σπίτι μας κάτω στην ακρογιαλιά και
+κάθε βράδι μέναμε στην αποβάθρα πολλή ώρα κι ακούγαμε το θόρυβο των
+κυμάτων, που τώρα αχούσε ησυχότερος παρότι την ανήσυχη άνοιξη, μα και
+τραχήτερος μαζί.
+
+Το τελευταίο όμως βράδι, όταν το αυγουστιάτικο φεγγάρι έπαιρνε να
+χαθή πια, κατεβήκαμε μόνοι μας στο ακρογιάλι και μπήκαμε στη βάρκα.
+
+Με το νυχτερινό αεράκι ανοιχτήκαμε όξω από το μαύρον κόλπο, όπου το
+χλωμό μισοφέγγαρο άπλωνε αστραφτερές γραμμές και τριγύρω τα δέντρα
+στέκανε τόσο σκοτεινά και παράξενα, παίρνοντας σχήματα διαφορετικά
+από κείνα που τους έδινε το φως της μέρας. Πλέαμε σα σε μαγική
+τοποθεσία κι ακούγαμε να σπάζουν αλαφρά τα κύματα στα πλευρά της
+βάρκας. Και χωρίς να πούμε τίποτε, χωρίς να το είχαμε συμφωνήσει από
+πριν, γύρισα τη βάρκα έτσι ώστε στρήψαμε στους βράχους και βγήκαμε
+στο ακρογιάλι του άλλου κόλπου. Πιαστήκαμε χέρι με χέρι και τραβήξαμε
+στον παλιό δρόμο, που έφερνε στον ψηλόν έλατο, που στη φλούδα του
+είτανε μπηγμένη η σκουριασμένη καρφίτσα. Δε χρειαζότανε να ψάξουμε να
+βρούμε το δέντρο, γιατί το καλοκαίρι είχαμε ρθει συχνά κ' είχαμε φόβο
+πως θα πήγαινε κανένας να πειράξη το πραματάκι, που είτανε τόσο καλά
+κρυμένο και το θαρρούσαμε σα σφραγίδα της αμέτρητης ευτυχίας μας,
+μιας ευτυχίας, που μια στιγμή φάνηκε πως χάθηκε, όμως ξαναήρθε.
+
+Μα καθώς στεκόμαστε βυθισμένοι στους στοχασμούς μας και κοιτάζαμε το
+φως του φεγγαριού να σβήνη στη σκοτεινιά του δάσους, η γυναίκα μου
+είπε:
+
+ — Δε θέλω να την αφήσω εδώ. Ήθελα να την πάρω μαζί μου.
+
+Την έβγαλε προσεχτικά και την κάρφωσε στο φόρεμά της.
+
+ — Μπορεί να μην ξαναγυρίσω εδώ και δε θέλω να τη βρης εσύ κατόπι.
+
+Έπειτα όταν ξαναπλέαμε όξω με το νυχτερινό αεράκι, μου πλημμύρισε την
+ψυχή με άρρωστη θλίψη μια προαίστηση, μια προαίστηση εκείνου, που δεν
+πίστευα πως θα γίνη ποτέ. Κοίταζα προς το μέρος της βάρκας εκεί που
+είτανε καθισμένη η Έλσα. Μου φάνηκε πως το μέρος είταν άδειο και πως
+έπλεα μόνος σε ασάλευτα νερά, που είχαν όψη αλλιώτικη από κείνη που
+τους δίνει το ημερινό φως. Καθόμουνα εκεί κυριεμένος τόσο από το
+αίστημα αυτό, ώστε λησμόνησα πως δεν είμουνα μόνος κι όταν άκουσα τη
+φωνή της γυναικός μου, ταράχτηκα, σα να ξύπνησα σε μια νέα
+πραγματικότητα. Μιλούσε σιγά σα να μιλούσε με τον εαυτό της και στην
+αρχή άκουγα τα λόγια χωρίς να τα εννοώ.
+
+Συλλογίστηκα συχνά, έλεγε, πως υπάρχουν άνθρωποι, που τους χρειάζεται
+να πιστεύουνε σε κάτι, και πως τους αδικεί κανείς όταν τους παίρνει
+την πίστη τους. Είμαι ευτυχισμένη και πιστεύω ό,τι πιστεύεις και συ.
+Δε θέλω να κάνω τίποτε που δε σου αρέσει, ούτε να πιστεύω κάτι που
+δεν το ξέρεις. Μα δεν μπορώ να μην πιστεύω στο θεό. Σου κακοφαίνεται
+πολύ γι' αυτό;
+
+Αν μου το έλεγε αυτό η γυναίκα μου στα πρώτα χρόνια της νιότης μας θα
+είμουνα έτοιμος να συζητήσω και να χτυπήσω με όλα τα μέσα μια τέτοια
+πίστη, που η νηφάλια τάση της εποχής με είχε μάθει να την αντικρύζω
+σχεδόν με περιφρόνηση. Τα χρόνια, που με κάνανε γεροντότερο, δε μου
+δώσανε βέβαια την πίστη, όμως μου πήρανε την όρεξη να θέλω να
+προσηλυτίσω άλλους, ούτε και τη γυναίκα μου την ίδια. Εκείνο που
+πίστευα δεν είταν κάτι σταθερό. Ζητούσα μόνο να βρω το πιο ψηλό και
+συχνά, ακόμα και στην πρώτη νιότη μου, η φτώχεια εκείνου, που
+τονομάζουνε με την κακή λέξη «υλισμό», με ξάφνισε με την ξερή του
+ψυχρότητα. Μα για τα πράματα αυτά, που είταν ακόμα μέσα μου πολύ
+συγχυσμένα κι άμορφα, δε μιλούσα ποτέ μ' ευχαρίστηση και τώρα τα
+λόγια της γυναίκας μου ήρθανε τόσο ξαφνικά και μου φάνηκε σα να με
+ταπεινώνανε.
+
+ — Πώς μπορούσε να μου κακοφανή, αποκρίθηκα μόνο.
+
+ — Ω πόσο χαίρουμαι, αντήχησε πάλι η φωνή της. Το πρόσωπό της μόλις
+το ξεχώριζα.
+
+ — Τότε δε θα θυμώσης, αν σου πω ακόμα πως κάθε βράδι κάνω την
+προσευχή μου, έτσι όπως την έκανα όταν είμουνα παιδί. Σε ποιον
+προσεύχουμαι δεν το γνωρίζω. Μα βάζω και τα παιδιά και προσεύχουνται
+για σε, για με και για τον εαυτό τους.
+
+Άφησα τα κουπιά, σηκώθηκα από τη θέση μου κ' έπιασα με τα δυο χέρια
+τα πρόσωπο της γυναικός μου και τη φίλησα χωρίς να μπορώ να προφέρω
+λέξη.
+
+ — Δε θέλω να υπάρχη τίποτε που να μην το γνωρίζης, είπε.
+
+Ξανακάθησα στη θέση μου και πήρα τα κουπιά.
+
+Η βάρκα τράβηξε πάλι το δρόμο της και σε λίγο είδα ανάμεσα στα
+φυλλώματα των δέντρων ένα φως, που με ωδήγησε στην αποβάθρα μας.
+Αγκαλιασμένοι πήραμε το μονοπάτι του σπιτιού μας κι όταν
+καλονυχτιστήκαμε μ' ένα φιλί η Έλσα είπε:
+
+ — Μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη απόψε. Ω, δεν ξέρεις, πόσο ευτυχισμένη
+μ' έκαμες!
+
+Αυτό το βράδι κάθησα αργά κ' έκαμα ό,τι δεν είχα κάμει συχνά όλο αυτό
+το καλοκαίρι. Συλλογιζόμουνα την Έλσα και με. Αδιάκοπα πρόβαλε ο
+στοχασμός: γιατί να με ρωτήση αν της επιτρέπω να πιστεύη στο θεό και
+να προσεύχεται. Κ' ενώ αυτή η γυναίκεια τρυφερότητα με χάδευε σαν
+πνοή ευτυχίας ανέκφραστης, αιστανόμουνα ταυτόχρονα μια κεντιά μέσα
+μου: γιατί με ρώτησε γι' αυτό το πράμα;
+
+Πέρασε στο στοχασμό μου όλη η νιότη μας κι όλα χρόνια της αγάπης μας.
+Πίστευα πως πάντα η θέλησή μου είτανε να την κρατώ στα χέρια, πίστευα
+πως το έκαμα πάντα και τώρα από όλο το είναι της έβγαινε ένας τόνος,
+που μου έλεγε πως με όλα αυτά ξέσκισα απρόσεχτα το βάθος της ψυχής
+της και της έκαμα μια πληγή, που ίσως να μάτωνε πολύν καιρό πρι να
+τολμήση να με κάμη να υποψιαστώ πως υπόφερε. Έδειχνε πως φοβότανε
+κάπως εμέ ή την κρίση μου ή και τα δυο. Και ρωτούσα τον εαυτό μου:
+Γιατί;
+
+Γνώριζα πως δεν μπορούσα ποτέ να τη ρωτήσω γι' αυτό. Γιατί θα μου
+αγκάλιαζε το λαιμό με τα χέρια της και θα μου έλεγε: «Ω, δε μου
+έχεις κάμει ποτέ άλλο από καλό!» Νόμιζα πως άκουγα το φανατισμό της
+φωνής της, όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Ναι, ήξερα πως έτσι θαπαντούσε
+κ' ήξερα πως όλα όσα έλεγε τα αιστανότανε αληθινά. Η ιδέα όμως αυτή
+δε με ησύχαζε. Κατιτί άλλο μ' απασχολούσε τώρα. Τι μ' έμελε κιόλας
+την ώρα αυτή αν η γυναίκα μου προσευχότανε στο θεό ή όχι. Τι μ' έμελε
+αν στοχαζότανε τούτο ή εκείνο. Εκείνα που είπε με χτυπήσαν ίσα στην
+καρδιά. Τα λόγια της σμίγανε και γινόταν ένα με αυτήν την ίδια και με
+το καλοκαίρι που πέρασε, με το αίστημα της νυχτερινής εκδρομής στα
+σκοτεινά νερά, με τη βουή του δάσους και το αχτιδοβόλημα του
+φεγγαριού απάνω στα σγουρά κύματα. Όλα σμίγανε σ' ένα σύνολο και μου
+ψιθυρίζανε πως κέρδισα ένα θησαυρό.
+
+Μα ταυτόχρονα με βασάνιζε η ιδέα πως την είχα τρομάξει ωστόσο δίχως
+να το θέλω. Και τούτο με βασάνιζε, ενώ από το άλλο μέρος τα λόγια της
+αντηχούσαν ακόμα σταυτιά μου. Ξαναέφερνα στο νου μου όλη τη ζωή, που
+έζησα με την Έλσα, ό,τι μπορούσα να θυμηθώ κι ό,τι μπορούσε να έχη
+κάποιο σύνδεσμο μ' αυτή. Κι όταν δεν μπορούσα πια να θυμηθώ άλλο
+τίποτε, ζητούσα μέσα στο στοχασμό μου εκείνο που μου είταν αδύνατο να
+βρω.
+
+Γιατί ένοιωθα ένα συναίστημα ενοχής μέσα μου, ένα συναίστημα ενοχής
+που με βάραινε. Όμως δεν μπορούσα να βρω πότε έσφαλα. Νόμιζα πως
+χωρίς άλλο εγώ είμουνα ο ένοχος. Όταν πήγα να κοιμηθώ, είδα πως η
+Έλσα είταν ξυπνητή ακόμα. Όταν όμως έπεσα, έσκυψε και μου φίλησε το
+χέρι.
+
+Ποτέ άλλη φορά δεν είδα το πρόσωπό της με τόσο ευτυχισμένη έκφραση.
+
+11
+
+Τέλος πλησίαζε η μέρα, που την περιμέναμε καιρό, η μέρα, που έμελλε
+να γεννηθή το τέκνο μας και να βγη στο φως το μυστικό, που μου είχε
+μπιστευτεί από καιρό η γυναίκα μου, το μυστικό που έδινε στην ψυχή
+της ένταση και στην ελπίδα της φτερά κ' έμελλε να ξαναφέρη την
+ευτυχία στο σπίτι μας. Το προαίστημα αυτό έκαμε τόσο φωτεινό το
+καλοκαίρι μας, έτσι τουλάχιστο το βλέπω τώρα. Μα όσο παράξενα κι αν
+μου φαίνουνται όλα τώρα, τώρα που πιστεύω πως έχω την εξήγησή τους,
+τόσο απλά και φυσικά ήρθαν τότε και δεν μπορούσα ούτε να υποψιαστώ
+όλη τη σημασία εκείνων που μας συνέβηκαν.
+
+Είχαμε δυο παιδιά ως τότε κ' είχε δοκιμάσει όλες τις συγκίνησες της
+μητρικής χαράς, που δεν τις λησμονά ποτέ ένας άντρας, που αγαπά τη
+γυναίκα του. Μα ποτέ άλλη φορά δεν είδα τη γυναίκα μου να χαίρεται
+τόσο όπως τώρα. Ποτέ δεν αιστάνθηκε μια τόση ευδαιμονία γεμάτη
+ευλάβεια, όπως τώρα, ποτέ δεν ένοιωσε απλωμένη μια τόσο γιορτινή
+διάθεση στην καθημερινή ζωή μας, όπως αυτό το σκοτεινό χινόπωρο στη
+μελαγχολική πόλη, όπου η βροχή έπεφτε ακατάπαυτη κ' η ζωή όλη γύρω
+μας φαινότανε τόσο βαρειά και σκυθρωπή, όσο ίσως ποτέ προτήτερα.
+
+Είχαμε δυο αγόρια κ' είτανε φυσικό το μικρό πλάσμα, που περιμέναμε,
+να τονομάζουμε «το κοριτσάκι». Το περιμέναμε και μιλούσαμε γι' αυτό·
+κ' ένα μεσημέρι, που γύρισα σπίτι από την εργασία μου, η Έλσα μου
+είπε:
+
+ — Αυτό που περιμένουμε είναι ο άγγελός μου και θα με σώση.
+
+Τόσον καιρό είχα λησμονήσει πως κάποτε τρέξαμε κάποιον κίντυνο, γι'
+αυτό δεν ένοιωσα τα λόγια της αμέσως.
+
+ — Να σε σώση; είπα μηχανικά. Από τι πράμα;
+
+Τα πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση παράξενη, σα να ξαναγύριζε στον
+εαυτό της για να σκεφτή πως είναι δυνατό να αιστάνουνται διαφορετικά
+δυο άνθρωποι, που αγαπούν ο ένας τον άλλον.
+
+ — Ξέχασες το χειμώνα; είπε.
+
+Δεν ένοιωσα ή δεν ήθελα να νοιώσω.
+
+ — Νόμιζα πως εκείνο πέρασε, είπα.
+
+ — Νομίζεις πως μπορεί να περάση τίποτε; είταν η απάντησή της. Και
+πρόστεσε:
+
+ — Ίσως το μικρό, που περιμένουμε, να μπορέση να κάμη εκείνο που δεν
+το μπόρεσε άλλο τίποτες.
+
+Τη σύντομη αυτή ομιλία τη συλλογίστηκα συχνά και του κάκου ζητούσα να
+τη συναρμώσω με την αθόλωτη ευτυχία, που απολάψαμε το περασμένο
+καλοκαίρι. Είτανε δυνατό η γυναίκα μου μέσα σ' όλη τη λάμψη της
+ευτυχίας, που έδινε τον τόνο σ' όλο το είναι της, να έκρυβε το σπόρο
+της δυστυχίας, που έμελλε να πέση σ' όλη τη ζωή μας; Είτανε δυνατό
+αυτό; Ζούσε τάχα δυο ζωές; Μπορούσε να ζη μέσα στον ήλιο και
+ταυτόχρονα να αιστάνεται πως η νύχτα είτανε κοντά; Ή μήπως η
+προαίστηση του φόβου, που έδειχνε τώρα, είτανε μια από τις φαντασίες
+εκείνες, που είναι συνέπειες της κατάστασης που βρισκότανε;
+
+Προσπαθούσα να ησυχάσω τον εαυτό μου με την τελευταία σκέψη, μα δεν
+το κατώρθωνα καλά. Και σιγά σιγά άρχισα να βλέπω τη ζωή της γυναικός
+μου μ' ένα νέο και διαφορετικό φως, με το φως που έμελλε να τη
+σκεπάση τέλος ολάκερη.
+
+Δεν μπορώ να περιγράψω το όλωςδιόλου νέο αίστημα της τρυφερότητας που
+ξύπνησε μέσα μου με τους στοχασμούς αυτούς, που μου είναι αδύνατο να
+τους εκφράσω με λόγια. Μόλις μπορούσα να πιστέψω ό,τι έβλεπα, όταν
+όλα περάσανε καλά κ' η γυναίκα μου, έπειτα από βαρύν αγώνα, άρχισε να
+δυναμώνη σιγά σιγά. Έφερε στη ζωή ένα χαριτωμένο πλάσμα κι από τις
+πρώτες μέρες του μιλούσε με λόγια, που δεν μπορούσε να τακούση
+κανένας άλλος.
+
+Μα το κοριτσάκι δεν ήρθε. Στη θέση του ήρθε έν' αγοράκι, που
+τονομάσαμε Σβεν.
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
+
+
+
+1
+
+Ο μικρός Σβεν μεγάλωνε κ' έγινε ο αγαπημένος όλων. Είχε μακριά χρυσά
+μαλλιά και για να θυμούμαστε το κοριτσάκι, που δεν ήρθε, η μαμά τα
+σγούραινε, ώστε να κρεμούνε σε μακριά δαχτυλίδια γύρω στο μικρό
+προσωπάκι με το απαλό δέρμα και τα παράξενα αγγελικά μάτια. Ποτέ
+παιδί δεν είχε βαθήτερα μεγάλα μάτια με τόσο πρώιμα ονειρεμένο βλέμμα
+και ποτέ παιδί δεν είχε εμπιστευτικότερο, τρυφερότερο χέρι, που να
+χαδευότανε στο χέρι των μεγάλων, σα να ήξερε πως παντού θα εύρισκε
+άσυλο, γιατί αυτό το ίδιο δε γνώριζε τίποτες κακό.
+
+Ο μικρός Σβεν είταν το είδωλο του μεγάλου αδερφού. Τίποτε δεν είταν
+ωραιότερο από το να βλέπη κανείς πως ο μεγάλος αδερφός, που του άρεσε
+να κάνη τον άντρα και γι' αυτό δεν ήθελε να δείχνη τα αιστήματά του,
+έσερνε το μικρό αδερφάκι μέσα στο αμαξάκι, χαιρότανε με το γελαστό
+προσωπάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα για να δη μην έπεσε ο μικρός. Το
+μόνο, που μπορούσε να συγκριθή με την εικόνα αυτή, είταν όταν έβλεπε
+κανείς το Σβάντε να κάνη το ίδιο πράμα. Κι ο Σβάντε χαιρότανε
+περσότερο να κάνη τον προστάτη, γιατί στα παιγνίδια του με το μεγάλο
+αδερφό είταν πάντα αυτός ο μικρότερος, που έπρεπε να υπακούη. Ο Σβεν
+είτανε τόσο μικρός μπροστά στα μεγαλήτερα αδέρφια, που τα θαύμαζε και
+τακολουθούσε, ώστε έμεινε πάντα ο μικρουλάκης αδερφός. Είτανε τόσο
+χαρούμενος που μαζευόμαστε όλοι τριγύρω του, άμα γινότανε κάτι κ' η
+κρυσταλλένια φωνή του και το ξάστερο γέλιο του αντηχούσανε σ' όλο το
+σπίτι. Τρέχαμε γύρω του γιατί θέλαμε να δούμε πώς λάμπανε τα μάτια
+του, πώς τα μικρά λευκά του χέρια σαλεύανε από ευχαρίστηση, γιατί
+θέλαμε να δούμε όλη την αστραφτερή αυτή παιδιάτικη χαρά, που
+πλημμυρούσε με ήλιο την καρδιά μας.
+
+Ήθελα να είχα γραμένη προτήτερα την ιστορία αυτή του μικρού αδερφού,
+για να μπορούσε να τη δη εκείνη φύλλο με φύλλο. Εκείνη που γνώριζε
+καλήτερα τη σύντομη ιστορία της ζωής του, καλήτερα από με, καλήτερα
+από κάθε άλλον. Εκείνη που θυμότανε και το παραμικρότερο από το
+βιβλίο της ζωής του, εκείνη που εξακολουθούσε να ζη μαζί του ακόμα κι
+όταν τα φωτεινά μάτια του δε λάμπανε πια ανάμεσό μας· εκείνη που τον
+ακολούθησε στο μονοπάτι, που δεν το πατά κανείς πριν φτάση η ώρα του.
+Έτσι θα μπορούσε να γεμίση με το πνεύμα της αυτά που ήθελα να πω κ'
+έτσι το ποίημά μου θα είχε την πηγή του πιο αμεσότερη, σα να είταν ο
+λόγος για ένα παιδί που ζούσε ακόμα.
+
+Γιατί ο μικρός Σβεν ζούσε με τη μητέρα του, κοντά της και για χάρη
+της. Έπαιζε στην κάμαρά της κι όλο το πρωί, που ο πατέρας έλειπε και
+τα μεγαλήτερα παιδιά είτανε στο σκολειό, ο μικρός Σβεν καθισμένος
+κάτω στο πάτωμα άκουγε τη μαμά να του διηγάται παραμύθια. Η μαμά
+ήξερε πολλά παραμύθια, όμως κανένα άλλο δεν άρεσε τόσο του Σβεν όσο η
+κοκκινόσκουφη, που την έφαγε ο λύκος εκεί που πήγαινε στη γιαγιά. Τον
+συγκινούσε τόσο, όταν συλλογιζότανε την τύχη της μικρής
+κοκκινόσκουφης, είχε τόσο φόβο από τον τρομερό λύκο και θύμωνε τόσο
+μαζί του. Ήθελε να γίνη μεγάλος και να πάη να τον βρη να τον σκοτώση.
+
+Έπειτα παίζανε με τη μαμά. Παίζανε πως ο Σβεν έγινε μεγάλος και
+ταξίδεψε και πως η μαμά καθότανε μόνη και τον περίμενε. Κ' έπειτα
+γύριζε ο Σβεν κ' η χαρά είτανε τόσο μεγάλη, ώστε η μαμά έπρεπε ναφίνη
+τη δουλειά της και να τον παίρνη στην αγκαλιά και να τον φιλή πολλές
+φορές.
+
+Του μικρού Σβεν του είχαμε βγάλει πολλά ονόματα στο σπίτι. Τονέ
+λέγαμε μικρό αδερφούλη και Νέννε, που το βρήκε μόνος του, και
+μαϊμουδάκι και χρυσό, όπως μας ερχότανε στο στόμα. Ήξερε όλα τα
+ονόματά του και ταριθμούσε και καμάρωνε γι' αυτά. Ο μικρός Σβεν δεν
+έπαιζε πολύ μ' άλλα παιδιά και δεν του άρεσε να μένη πολύ μαζί τους.
+Γύριζε πάλι στη μαμά, σα να είταν αυτό το φυσικότερο πράμα του
+κόσμου. Και δεν τον έμελε αν έκοβε το παιγνίδι στη μέση και τάλλα
+παιδιά θυμώνανε. Μόλις έβλεπε τη μαμά, έτρεχε σ' αυτή, της έπιανε το
+χέρι και πήγαινε κοντά της. Είτανε μια αγάπη που περνούσε κάθε όριο
+και δεν ψυχραινότανε ποτέ, γιατί η μαμά είτανε τόσο ευτυχισμένη μ'
+αυτή, ώστε να μην της γίνεται ποτέ βάρος ο μικρός.
+
+Ο Σβεν κ' η μαμά είχαν τα μικρά τους μυστικά κι όταν της ψιθύριζε
+κάτι στο αυτί, δεν είχε το δικαίωμα να το ακούση ούτε ο μπαμπάς. Αν
+δοκίμαζε να το κάμη μόνο έτσι για να πειράξη το Σβεν, αυτός έβαζε τη
+φωνή:
+
+ — Όχι, να μην ακούση, δεν κάνει νακούση.
+
+Κ' η μαμά έσπρωχνε τον μπαμπά, ώστε ο μικρός μπορούσε να της πη στο
+αυτί ό,τι ήθελε.
+
+Και τότε θριάμβευε ο Σβεν.
+
+ — Βλέπεις, έλεγε. Δεν κάνει να το ακούσης.
+
+Κ' έπειτα έφευγε κρατώντας το χέρι της μαμάς και περιγελούσε τον
+μπαμπά. Αυτό το έλεγε πείραγμα του μπαμπά και λίγα πράματα ήξερε που
+να τον διασκεδάζαν τόσο.
+
+Μου φαίνεται πως τους βλέπω ακόμα εμπρός μου και τους δυο να
+περπατούν απάνω κάτω στο μακρύ δρόμο με τα γυμνά δένδρα το χειμώνα,
+όταν ο Σβεν φορούσε τη μικρή του γούνα, που είταν καμωμένη από μια
+παλιά της μαμάς και την καμάρωνε τόσο. Είτανε κιόλα πολύ δύσκολο να
+πη κανείς ποιος από τους δυο είχε να πη περσότερα στον άλλον. Κι
+όταν, αφού τους κοίταζα αρκετά, μου ερχότανε η επιθυμία και πήγαινα
+μαζί τους, ο Σβεν γινότανε ζηλιάρης και σούφρωνε το μικρό κόκκινο
+στοματάκι τόσο που η μαμά έπρεπε να τον μαλλώνη για τον τρόπο του και
+να του λέη πόσο καλός είναι ο μπαμπάς. Αυτό δεν το αναγνώριζε μ'
+ευχαρίστηση ο Σβεν. Κ' ενώ πηγαίναμε κ' οι τρεις μαζί, έκανε της
+μαμάς κρυφά νέματα, που δεν έπρεπε να τα δη ο μπαμπάς, σα να ήθελε να
+μένη ευτυχισμένος με το πώς, δεν άφινε να σπάση ο κύκλος της μυστικής
+συνεννόησης, που είχε χαράξει γύρω από την αγάπη του και τον εαυτό
+του.
+
+Μα όταν ο μπαμπάς είτανε στην πόλη και γύριζε στο σπίτι, ο Σβεν
+περίμενε κρυμένος πίσω από την πόρτα για να τον φοβίση. Πήγαινε κ'
+έστεκε κει πολύ πριν από την ώρα, που θα γύριζε ο μπαμπάς. Αδιάκοπα
+έβγαινε από τον κρυψώνα του και ρωτούσε:
+
+ — Πιστεύεις πως θα φοβηθή ο μπαμπάς;
+
+Φυσικά η μαμά του έλεγε ναι και φυσικά ο Σβεν έμενε τρισευτυχισμένος
+με την ελπίδα αυτή. Κι όταν ο μπαμπάς έφτανε τέλος κ' έμενε όξω στο
+διάδρομο για να τινάξη τον άμμο από τις γαλόσες του, ο Σβεν πλησίαζε
+τόσο σιγά και δε συλλογιζότανε πια να τον φοβίση, μα έστεκε μόνο εκεί
+και χαμογελούσε, σα να ήξερε καλά πως ο μπαμπάς δεν μπορούσε να τονέ
+δη δίχως να χαρή. Κι αργά αργά γλυστρούσε σιμότερα, σα να ήθελε
+ναπολάψη την ανυπομονησία, που είχε ο μπαμπάς να τον σφίξη στην
+αγκαλιά του, κ' έπειτα κρεμιότανε στο λαιμό του μπαμπά κι ο μπαμπάς
+τον έφερνε μέσα, ενώ ο σκύλος του σπιτιού γαύγιζε από χαρά και
+πηδούσε γύρω μας.
+
+Θυμούμαι καλά τα μάτια της γυναικός μου όταν έβλεπε τη σκηνή αυτή.
+
+ — Να ήξερες πόσο μιλώ για σε μαζί του, έλεγε, όταν ο Σβεν έδινε
+τέλος του πατέρα την άδεια να τον αφήση από την αγκαλιά του, κ' έκανε
+θέση της μαμάς
+
+2
+
+Από τον καιρό ακόμα που ο Σβεν είτανε τόσο μικρός ώστε μόλις μπορούσε
+και κουνιότανε, έγινε στενός φίλος του σκύλου κ' είχε το δικαίωμα να
+τον κάνη όπως θέλει: να τον τραβά από ταυτιά, να του μαδά την ουρά,
+να ξαπλώνεται απάνω του και να τον κρατά στις κοπιαστικότερες θέσες.
+Ο σκύλος δεν έδειχνε μεγάλη στενοχώρια για όλα αυτά, μόνο κάποτε
+φαινότανε σαν ξαφνισμένος για όσα τραβούσε κ' ήσυχος κ' ήμερος
+πήγαινε και ξαπλωνότανε σ' άλλη μεριά με τη μάταια ελπίδα πως ο
+καλόβουλος τύραννός του θα κουραζότανε και θα τον άφινε σε ησυχία.
+
+Μα όταν ο Σβεν έβγαινε στην αυλή, ο σκύλος έτρεχε κοντά του, όπου κι
+αν πήγαινε. Φυσώντας τα κοντά, σκιστά ρουθούνια του έστεκε κει και
+κοίταζε πώς ο Σβεν γέμιζε με άμμο ένα τενεκεδένιο κουβαδάκι αργά και
+προφυλαχτικά, ή πως κάποτε άλλαζε το παιγνίδι αυτό με τη λιγότερο
+ταιριαστή διασκέδαση να τσαλαβουτά μέσα στο βαρέλι με το νερό. Ο
+σκύλος πήγαινε πάντα κοντά του κι όταν πλησίαζε κανένας ξένος,
+παρακολουθούσε το φέρσιμό του με δύσπιστα μάτια, έτοιμος να μπη στη
+μέση, αν το απαιτούσε η περίσταση.
+
+Ο Σβεν κι ο σκύλος τραβούσαν κιόλα το δικό τους δρόμο και συχνά
+σηκώνανε το σπίτι σ' ένα πόδι, όταν δεν μπορούσε να τους βρη κανείς.
+Κι όταν αρχίζαμε ναπελπιζόμαστε πια πως θα τους ξαναδούμε ζωντανούς,
+παρουσιαζόνταν άξαφνα, σα να μην είχε γίνη τίποτε, ξαφνισμένοι κ' οι
+δυο για την ταραχή μας.
+
+Θα είταν άδικο, αν έλεγα πως ο Σβεν είτανε καθαυτό ανυπάκουο παιδί.
+Σ' αυτό όμως το κεφάλαιο δεν είταν τόσο ευκολομεταχείριστος. Η μητέρα
+του τονέ φοβέριζε συχνά πως θα τον δείρη, μα και συχνά βεβαίωνε και
+μένα πως είταν άξια να ξεσκίση εκείνον που θα τολμούσε ναγγίξη με το
+χέρι του τον Σβεν. Όμως ο Σβεν δε φαινότανε να δίνη σημασία σε
+μαλλώματα και συμβουλές κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να πετά από τη
+χαρά της, που τον ξαναείδε ζωντανό, έμενε τόσο ξαφνισμένος, σα
+ναπορούσε πως είτανε δυνατό αυτοί οι δυο να στοχάζουνται διαφορετικά
+για κατιτί σ' αυτόν τον κόσμο.
+
+ — Δεν είταν κανένας φόβος, έλεγε ο Σβεν. Ο σκύλος είτανε μαζί.
+
+Η μαμά δεν ήθελε να πη κακό για το σκύλο, προσπαθούσε μόνο να τον
+πείση πως ο σκύλος δεν μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο μ' έναν άνθρωπο.
+Του έλεγε όσα μπορούσε να του πη. Ο Σβεν την αγκάλιαζε και της έταζε
+πως δε θα ξαναφύγη και δε θα ξανακάμη τη μαμά να λυπηθή.
+
+Μα όταν ερχόταν η άνοιξη και το νερό άρχιζε να τρέχη από τη στέγη
+στην αυλή, ο Σβεν λησμονούσε όλα τάλλα, εξόν από το πως είταν ένα
+μικρό αγόρι, που ήθελε να πηγαίνη βαθιά στο δάσος.
+
+Ποιος ξέρει με ποιους στοχασμούς έτρεχε κει γύρω ή ποιος ξέρει ακόμα
+αν το έννοιωθε πως έκανε κατιτί εμποδισμένο; Πήγαινε μιλώντας μόνος
+κι ο σκύλος τον ακολουθούσε κι όταν έφτασε στην πόρτα του φράχτη και
+τη βρήκε ανοιχτή, έπρεπε να βγη να ρίξη μια ματιά στον κόσμο, που
+τονέ μάγευε κει όξω. Τότε είδε στο άλλο μέρος του μεγάλου δρόμου,
+ψηλά στην άκρη του χαντακιού, τα κίτρινα άνθη, που λάμπανε φυτρωμένα
+στο σταχτερό χώμα, κ' έτρεξε κει, όσο βαστούσαν τα μικρά του πόδια.
+Μα τώρα είτανε σχεδόν μέσα στο δάσος και δεν μπορούσε πια ναντισταθή.
+Ψηλά και με ροζιάρικους κλάδους υψωνόντανε τα έλατα αποπάνω του και
+προχώρεσε μέσα στους κορμούς, όπου ο ήλιος έλαμπε στα μούσκλα και τα
+πρώτα ανοιξιάτικα πουλιά είχαν αρχίσει να κελαδούν. Ένας μικρός
+ποντικός πετάχτηκε μέσα από τις πέτρες κι ο μικρός Σβεν έτρεξε κατόπι
+του. Όλο και μακρήτερα πήγαινε πάντα. Εκεί είταν ένα μικρό βάλτο και
+στις ιτιές όξω στο βάλτο λαμποκοπούσαν κρεμασμένα χνουδωτά
+ανθουλάκια. Δεν μπορούσε να τα φτάση, γιατί θα βούλιαζε στο νερό και
+θα μούσκευε τα πόδια. Μπορούσε όμως να ρίξη μερικά πετραδάκια στο
+βάλτο και νακούση πώς βροντούσαν και να δη τους μεγάλους πλατιούς
+κύκλους που κάνανε στο νερό. Το έκαμε και τα μάγουλά του κοκκινίσαν
+και τα μάτια του λάμψανε από χαρά. Ολοένα και περσότερο γινότανε
+χαρούμενος και προχώρεσε παρέκει ως το λιβάδι κάτω, όπου είναι το
+μικρό εξοχικό βασιλικό παλάτι, κι όταν βγήκε όξω στο δρόμο άρχισε να
+τρέχη. Έτρεξε, έτρεξε κι όταν έφτασε στην ψηλή πόρτα με τα κάγκελα,
+είδε πως είτανε πάλι κοντά στο σπίτι. Τότε έγινε ξανά χαρούμενος
+γιατί γνώρισε το δρόμο και γιατί ο σκύλος ρουθούνισε, κούνησε την
+κομένη ουρά του κ' ήθελε να γυρίση σπίτι. Κι άξαφνα άρχισε να ποθή τη
+μαμά και τότε θυμήθηκε τα κίτρινα λουλούδια, που κρατούσε στο χέρι.
+
+Αργά και προσεχτικά βάδιζε τώρα προς το σπίτι κ' ίσως μόλις τώρα να
+θυμήθηκε αόριστα πως δεν έπρεπε να φύγη από το σπίτι. Ένα μόνο δεν
+ήξερε ο Σβεν και δεν μπορούσε να το νοιώση: Πόση ώρα έλειπε από κει.
+Γιατί δυο ώρες και μια στιγμή είτανε γι' αυτόν το ίδιο.
+
+Όταν όμως πέρασε γοργά το λιβάδι κι άρχισε να τρέχη πάλι για να φτάση
+στη μαμά και να τον αγκαλιάση εκείνη, να τον χαδέψη και να τον
+φιλήση, κι αυτός να της διηγηθή τι ωραία που διασκέδασε — τότε
+τρόμαξε ο Σβεν ακούοντας πώς αρχίσανε να φωνάζουνε γύρω του. Τότε του
+φάνηκε πως είδε τον μπαμπά και τη μαμά, τον Ούλοφ και το Σβάντε, τις
+δυο υπηρέτριες κι άλλους ακόμα. Φωνάζανε ο ένας δυνατότερα από τον
+άλλον, ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί. Ο Σβεν δεν μπόρεσε να δη από πού
+ήρθανε. Γιατί μόλις έκαμε να στρίψη προς το ένα μέρος, φώναξε κάποιος
+πίσω του κι όταν πάλι γύρισε να κοιτάξη προς το άλλο, τον άρπαξε
+κάποιος στα χέρια, κάποιος που έτρεχε γλήγορα όσο μπορούσε, και πριν
+μπορέση να συλλογιστή καλά, βρέθηκε μέσα στην τραπεζαρία κ' η μαμά
+τον πήρε στην αγκαλιά και τον έσφιγγε τόσο, που δεν μπορούσε
+νανασάνη.
+
+Ο Σβεν ήξερε καλά πως δεν έπρεπε να έχη ποτέ φόβο από τη μαμά, αυτή
+τη φορά όμως έχασε το θάρρος. Γιατί τώρα θυμήθηκε που του είχε πει
+πως θα τον δείρη κι όταν αντίκρυσε τον μπαμπά, τον έπιασε αμέσως
+τρόμος. Γιατί ο μπαμπάς φαινότανε σοβαρός κ' είπε με πολύ αυστηρό
+τόνο:
+
+ — Τώρα πρέπει να πάρουμε το ξύλο, Σβεν. Γιατί, καθώς θυμούμαι, σου
+το έταξε η μαμά.
+
+Ο Σβεν τα έχασε κι απάνω στον κίντυνο βρήκε καταφύγιο τα λουλούδια
+που κρατούσε. Τα έδωσε της μαμάς.
+
+Μα δεν είτανε διόλου ανάγκη να το κάμη. Γιατί η μαμά είτανε τόσο
+τρομαγμένη κ' είτανε τόσο ευτυχισμένη που τον ξανάβλεπε, ώστε τον
+άρπαξε μόνο στην αγκαλιά της μισοκλαίοντας, μισογελώντας και τον
+άφησε να τη χαδεύη. Και τέλος του πήρε τα λουλούδια και τα έβαλε σ'
+ένα μικρό πράσινο ανθογυάλι, τα έσιαξε και τα έδειξε του Σβεν, τι
+ωραία που λάμπανε στον ήλιο.
+
+Τότε παράτησε κι ο μπαμπάς κάθε ιδέα τιμωρίας, πήγε στο γραφείο του
+κ' ένοιωθε πόσο είναι περιττός.
+
+Μα όταν η μαμά έμεινε μόνη με το Σβεν, τον πήρε στην αγκαλιά της και
+του διηγήθηκε, σα να είταν παραμύθι, πόσο είταν ανήσυχη και τι τρόμο
+δοκίμασε η ψυχή της. Του είπε πως νόμισε πως ο Σβεν έσπασε το πόδι
+του και πως είτανε πεσμένος μόνος μέσα στο δάσος και πως δε θα τον
+ξαναύρισκε παρά μόνο νεκρό. Ή πως έπεσε στο νερό και θα τονέ βγάζανε
+πνιγμένον και τότε ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς, ούτε ταδέρφια θα
+μπορούσανε να ξαναχαρούν. Ο Σβεν τάκουγε όλα αυτά κ' εννοούσε μόνο
+πως η μαμά τον αγαπούσε περσότερο από όλους τους άλλους. Έπειτα έβαλε
+η μαμά το Σβεν και της διηγήθηκε τι είδε και τι έκαμε, πώς διασκέδασε
+και πόσο μακριά πήγε. Άκουσε να της μιλή για τον ποντικό, για τα
+πουλιά, για το βάλτο και για τα πετραδάκια που πετούσε. Και τέλος
+νοιώσανε κ' οι δυο ο ένας τον άλλον κ' είταν ευτυχισμένοι, μόνο γιατί
+ξαναδωθήκανε.
+
+Κι αφού είπαν όσα είχανε να πουν, πήρε η μαμά το Σβεν και τον έφερε
+στην εταζέρα. Εκεί βρισκόντανε πολλά ωραία πράματα κι ο Σβεν είχε το
+δικαίωμα να παίζη κάποτε μ' αυτά. Ανάμεσα στάλλα είταν ένα λευκό
+σκυλάκι από πορσελλάνη, που είχε μια φούντα στην ουρά και κρατούσε
+μια μικρή παντούφλα στο στόμα. Είτανε πολύ παλαιό πράμα κι ο μπαμπάς
+το είχε από τη μητέρα του, που τα είχε πάλι χάρισμα από τη νουνά της,
+όταν είτανε δυο χρονών.
+
+Αυτό άρεσε του Σβεν περσότερο από όλα κι αυτά πήρε η μαμά από την
+εταζέρα απάνω στη χαρά της καρδιάς της και το έδωσε του Σβεν, αντί να
+του δώση το ξύλο που του έταξε. Μα ο Σβεν δεν άπλωνε τα χέρι να τα
+πάρη.
+
+ — Μπορεί να το σπάσω, είπε. Και θα θυμώση ο μπαμπάς.
+
+Όμως δεν ξεχνούσε ποτέ πως το σκυλάκι είτανε δικό του. Και κάποτε,
+όταν είταν κανείς ξένος στο σπίτι, μιλούσε γι' αυτό.
+
+ — Μου το έδωσε η μαμά, έλεγε, όταν πήγα στο δάσος και ξαναγύρισα.
+Μου το έδωσε από τη χαρά της, που με ξαναείδε.
+
+Κ' η μαμά υπερασπιζότανε την παιδαγωγική της μέθοδο εναντίο κάθε
+κριτικής, σηκώνοντας ψηλά το μικρό Σβεν μπροστά σε όλους. Ευλογημένη
+να είναι! Είχε δίκιο.
+
+3
+
+Έτσι πέρασε ένας χρόνος δίχως να το νοιώσουμε πώς πέρασε, Μα τον
+καιρόν αυτό άρχισε η Έλσα να υποφέρη σοβαρά και χωρίς ναλλάξουμε λέξη
+γι' αυτό το πράμα μεταξύ μας, γνωρίζαμε πως υπήρχε μόνον ένα μέσο. Η
+εγχείριση, που είχε γίνει μια φορά προτήτερα, μας είχε δείξει τον
+κίντυνο, και τα συμπτώματα που φαινότανε τώρα μας είταν αρκετά
+γνωστά. Δε μας ξάφνισε λοιπόν διόλου, όταν ο γιατρός μας είπε μια
+μέρα τη γνώμη του, δηλαδή πως μόνο μια νέα εγχείριση μπορούσε να σώση
+την Έλσα.
+
+Είμαστε κείνη την ημέρα σα να είχε καταδικαστή σε θάνατο η ζωή μας
+όλη κ' έβλεπα πως η Έλσα αποχαιρετούσε όλα γύρω της. Πρώτη φορά το
+έβλεπα καθαρά μπροστά μου πόσους από τους ολόβαθους στοχασμούς της
+κρατούσε κρυμένους από με κι απ' όλους, πόσο είτανε συνηθισμένη με
+την ιδέα του θανάτου και πως η βεβαιότητα, που είχε πως θα πεθάνη
+νέα, της έτρωγε τη ζωική δύναμη μέσα της. Έγινε χλωμή και το πρόσωπό
+της αδυνάτισε. Τα χέρια της είτανε κίτρινα σαν κερί και φαινότανε σα
+να είχε κάποιο φόβο από μένα.
+
+Τότε με παρεκάλεσε πρώτη φορά να της επιτρέψω να πεθάνη. Πρώτη φορά
+μου μίλησε για κείνο που έκρυβε μέσα της, για κείνο που τη βίαζα να
+μου πη και δεν μπορούσε να βγάλη από τα χείλη της άλλο από
+υπαινιγμούς.
+
+ — Από τον καιρό που είμουνα μικρή, είπε, πολύ πριν γνωριστούμε, μου
+είτανε τόσο φυσικά να στοχάζουμαι πως δε θα ζήσω πολύ. Έπειτα βρήκα
+εσένα και τα λησμόνησα όλα. Γιατί μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη, όσο δεν
+μπόρεσα να σε κάμω εγώ ποτέ. Μου έδωσες τρία παιδιά, τα δυο μεγάλα
+και το μικρό Σβεν. Και τι μπορώ εγώ να κάμω γι' αυτά, για σε, για
+όλους σας; Είμαι τόσο άρρωστη και δε θα γίνω ποτέ καλά. Πρέπει να με
+λησμονήσης. Ω ναι, το ξέρω πως θα λυπηθής για με, γιατί μ' αγαπάς, αν
+κ' είμουνα πάντα φιλάστενη κι αδύνατη και δεν μπορούσα να κάμω
+τίποτες για κανένα. Μα πρέπει να με λησμονήσης και να βρης μιαν άλλη
+να σε βοηθήση με τα παιδιά.
+
+Και με παρακάλεσε πάλι να της επιτρέψω να πεθάνη, παρακάλεσε να την
+αφήσω να περάση ήσυχη λίγες βδομάδες, που έχει να ζήση ακόμα.
+
+Μόνο πως δεν ήθελε να πεθάνη στην εγχείριση, μα είταν ευχαριστημένη
+να κλείση τα μάτια ήσυχα κ' ήθελε μόνο να ζήση με τους πόνους τόσο,
+όσο της χρειαζότανε να προετοιμάση τα παιδιά για ό,τι μέλλει να γίνη
+και να ταποχαιρετήση.
+
+Όλα αυτά μου ήρθαν τόσο ξαφνικά, ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρώσω
+τους στοχασμούς μου, πολύ λιγότερο να βρω λόγια να της απαντήσω.
+Αιστανόμουν αόριστα πως αν άγγιζα το ζήτημα, θα ριχνόμουνα σ' έναν
+αγώνα, που θα είχε γι' αποτέλεσμα κάτι περσότερο από κείνο, που
+γενικά οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν. Αιστανόμουνα
+τον τρόμο που είχα πάντα, όταν είτανε ναγγίξω κατιτίς, που είναι το
+πιο τρίσβαθο κι ανέγγιχτο χτήμα ενός άλλου ανθρώπου. Κι αν υπάρχη
+κάτι, που δεν μπορεί να το αποφασίση κανείς άλλος, παρά μόνος του ο
+καθένας, είναι δίχως άλλο το ζήτημα αν πρέπη να σκύψη σ' ένα βέβαιο
+θάνατο, ή ναναλάβη έναν αγώνα, για να κερδίση ίσως τη ζωή.
+
+Όπως έβλεπα μπροστά μου εκεί την Έλσα, μου φαινότανε τόσο κοντά, μα
+και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Η παράκληση, που μου έκαμε να την αφήσω
+να πεθάνη, είτανε τόσο συγκινητική και τόσο σοβαρή, ώστε δεν είχα το
+θάρρος να την παρακαλέσω να ξαναγυρίση χάρη μου στη ζωή. Γιατί η ζωή
+άξιζε και γι' αυτή το ίδιο. Και παρατήρησα με ξάφνισμα πως μπορούσε
+ναφήση όλα όσα αγαπούσε, γιατί είταν ετοιμασμένη γι' αυτό. Μα
+ταυτόχρονα αιστανόμουνα μ' όλη τη δύναμη της απελπισίας πως εγώ δεν
+μπορούσα να τη χάσω. Δεν το μπορούσα. Κι απάνω στην απελπισία μου,
+άρπαξα το μόνο που μου ήρθε στο νου κ' είπα:
+
+ — Μα το Σβεν μπορείς να τον αφήσης;
+
+Τινάχτηκε, σα να τη χτυπήσανε, κ' έπλεξε τα χέρια της απελπισμένα.
+
+ — Όχι, όχι, δεν μπορώ.
+
+Πήγε τρεκλίζοντας στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και με παρακάλεσε να
+την αφήσω μόνη. Την είδα να κλείνη πίσω της την πόρτα, κ' έμεινα όπως
+είμουνα καθισμένος κ' είχα το συναίστημα πως όλα όσα έζησα μαζί της
+είτανε πεθαμένα και χαμένα και πως τώρα θα μας άφινε. Ένοιωσα πως αν
+δεν το έκαμε, αυτό δεν έγινε χάρη μου, μα χάρη του μικρού με τα χρυσά
+μαλλιά και τα παράξενα παιδικά μάτια, του μικρού αγγέλου της, που
+ήρθε και την έδεσε με τη ζωή. Το βρήκα όλως διόλου φυσικό πως δεν
+μπορούσα να την κρατήσω στη ζωή εγώ μόνος. Έσκυψα τα κεφάλι κ'
+έκλαψα, έκλαψα πρώτη φορά για με τον ίδιον και για τη ζωή μου. Και
+δεν περίμενα τίποτες, δεν πίστευα τίποτες άλλο παρά πως θα περνούσαν
+τώρα ήσυχες κι ανίλεες οι μέρες ως τη στιγμή που έμελλε ναρθή. Και
+τέλος ο θάνατος θα ξέσκιζε όλα, για όσα έζησα.
+
+Πόσο κάθησα έτσι εκεί, δεν το θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως νύχτωσε και
+πως τρόμαξα όταν ένοιωσα πως η γυναίκα μου είτανε γονατιστή μπροστά
+μου κι ακκουμπούσε το κεφάλι της στα χέρι μου. Είχε ρθει τόσο σιγά,
+ώστε δεν την άκουσα κ' η φωνή της είχε τόσο ήσυχο τόνο, όταν είπε:
+
+ — θέλω να ζήσω για σένα, Γιώργο, για το Σβεν και τα μεγάλα αγόρια
+μας.
+
+Γνώριζα τη φωνή της όταν έπαιρνε τόσο βαθύ και θερμό τόνο, σα να
+σιγάζανε όλα τάλλα μέσα της όξω από την αγάπη. Ένοιωσα πως η απόφασή
+της τώρα είταν ακλόνητη, πως η Έλσα είτανε πάλι δική μας ή ήθελε να
+γίνη κ' ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης σ' αυτή και σ' όλη τη ζωή
+φούσκωσε μέσα μου. Πέρασε πολλή ώρα όσο ναλλάξουμε τη θέση μας, μα
+όταν το κάναμε σηκώθηκε η Έλσα κι άναψε όλα τα φώτα, σα να είχαμε
+γιορτή.
+
+Έπειτα φώναξε τα παιδιά μέσα κι όλα ήρθανε σιωπηλά και ξαφνισμένα και
+δε χρειαζόμαστε να τους εξηγήσουμε τίποτε. Γιατί όλα είχαν εννοήσει,
+καθένα με τον τρόπο του, όλα είχανε μιλήσει μεταξύ τους όπως και μεις
+οι μεγάλοι και ξέρανε πως η ζωή της μαμάς κιντύνευε και πως θα έκανε
+την εγχείριση για να μπορέση να ζήση χάρη τους.
+
+Ο Σβεν πήδησε στην αγκαλιά της μαμάς και στρυμώχτηκε στο στήθος της.
+Και μας έκαμε όλους να χαμογελάσουμε μέσα στα δάκρυα, όταν είπε:
+
+ — Η μαμά δεν πρέπει ταφήση το μαϊμουδάκι.
+
+Αυτό είταν ένα από τα χαδευτικά ονόματα που του λέγαμε και το
+μεταχειρίστηκε κι ο ίδιος χωρίς να έχη την υποψία, πως ηχούσε κωμικά.
+Γι' αυτό τα λόγια του μας φανήκανε σα μια επαγγελία της ζωής και μας
+ησυχάσανε.
+
+Όταν όμως τα παιδιά πήγανε να κοιμηθούν, η Έλσα και γω περπατούσαμε
+πιασμένοι μέση με μέση μέσα στις κάμαρες. Κ' είδα πως αποχαιρετούσε
+πάλι, μα όχι με τον ίδιον τρόπο καθώς λίγες ώρες προτήτερα. Την άλλη
+μέρα θα πήγαινε στην κλινική.
+
+Μα όταν ξύπνησα το πρωί, ο Ούλοφ είταν καθισμένος στη μεγάλη
+πολυθρόνα αντικρυνά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
+
+ — Είσαι πολλή ώρα εδώ; τονέ ρώτησα ξαφνισμένος.
+
+ — Ναι, απάντησε μονοσύλλαβα.
+
+Καθόταν εκεί και συλλογιζότανε τη μητέρα του και συλλογιζότανε πως
+όλα γίνανε τόσο σοβαρά μεμιάς. Πρώτη φορά παρατήρησα πόσο είχε
+μεγαλώσει και του έπιασα τα χέρι σαν ενός συνομίληκου. Έτρεμε το
+πρόσωπο του παιδιού, που είτανε μόνο δέκα χρονών, μα δεν μπορούσε να
+βγάλη λέξη.
+
+Όταν έπειτα είμαστε στο αμάξι, ξανακυρίεψε τον εαυτό του κι ανέβηκε
+άλλη μια φορά στη σκάλα και χάδεψε το μάγουλο της μητέρας και της
+είπε, σα να μιλούσε σε παιδί:
+
+ — Μη φοβάσαι, μαμά, θα περάση.
+
+Ο Σβάντε ήρθε κι αυτός και σηκώσανε στα χέρια και το μικρό το Σβεν,
+που μιλούσε και φλυαρούσε. Τη στιγμή αυτή η Έλσα δεν ήξερε ποιον
+αγαπούσε περσότερο απ' όλους. Μα στο δρόμο που πηγαίναμε, μιλήσαμε
+πολλές φορές για το μεγάλο μας αγόρι, που για πρώτη φορά μίλησε κ'
+αιστάνθηκε σαν άντρας.
+
+4
+
+Ο άγγελος του θανάτου πέρασε και τη φορά αυτή έξω από το σπίτι μας,
+τα φτερά του όμως μας αγγίξανε, σε τρόπο που το άγγισμα αυτό να δώση
+για καιρό τον τύπο του στη ζωή μας. Ωστόσο, η ευτυχία γύρισε ακόμα
+μια φορά στο σπίτι μας, μετριασμένη όμως και σοβαρότερη. Ακόμα μια
+φορά γύρισε κείνη που έρριχνε φως ιερό στην καθημερινή ζωή μας. Τα
+παιδιά μας τη χαρήκανε, όταν γυρίσαμε, κι ο μικρός Σβεν ανέβηκε στην
+αγκαλιά της μαμάς, στρυμώχτηκε σιμά της κ' είτανε τόσο ευτυχισμένος.
+
+ — Βλέπεις, δεν έφυγες από το μαϊμουδάκι, είπε.
+
+Είχε τόσο θριαμβευτική έκφραση, σα να πίστευε πως χάρη του έγινε καλά
+η μαμά. Και για να εγκαρδιώσω όλους μας είπα:
+
+ — Μου φαίνεται, θα πιστεύης πως εσύ έκαμες καλά τη μαμά.
+
+ — Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η γυναίκα μου.
+
+Κ' είδα πάλι στο πρόσωπό της την έκφραση, που μου είχε φανεί άλλοτε
+τόσο ξένη, μα και που άρχισα να την εννοώ σιγά σιγά.
+
+Έσφιξε σιγαλά το μικρό Σβεν στην αγκαλιά της κι από τα μάτια της
+στάξανε δυο λαμπερά δάκρυα. Έπειτα μου έδωσε το χέρι κ' είπε:
+
+ — Είμαι τόσο χαρούμενη, που είμαι πάλι σπίτι. Δεν μπορούσα ναπαντήσω
+τίποτε. Κοίταξα μόνο τους μαζεμένους μπροστά μου κ' ήξερα πως είχα
+εδώ την ευτυχία, που λίγες βδομάδες προτήτερα μόλις τολμούσα να την
+ελπίζω. Κι όμως αι[στάνθηκα] στην καρδιά μου μια κεντιά, σαν από μια
+προαίστηση απελπιστικής ερημιάς.
+
+5
+
+Την άνοιξη, που ήρθε τώρα, τη θυμούμαι σα μια θάλασσα από άνθη, που
+γέμισε κάθε άδειο μέρος του σπιτιού μας. Τα ζεμπούλια σμίγαν απαλά με
+τις γαλάζιες ανεμώνες, οι γαλάζιες ανεμώνες μ' άσπρες, με λευκόια και
+μενεξέδες κι όταν κόντευε να φτάση η μέρα του Άιγιανιού κι ο
+καλοκαιρινός αέρας έπαιζε στις κατεβασμένες κουρτίνες, ήρθανε κ' οι
+φεγγοβόλες πασκαλιές.
+
+Η μαμά κι ο Σβεν είταν εκείνοι που φέρνανε τάνθη κ' είτανε δύσκολο να
+πη κανείς ποιος από τους δυο ταγαπούσε πιο πολύ. Τους βλέπω ακόμα
+πλάι πλάι, με τα χέρια γεμάτα άνθη, με τα μάγουλα κοκκινισμένα να
+πηγαίνουνε μιλώντας από τη μεγάλη αυλή στην ανοιχτή βεράντα. Τα
+μαλλιά της είτανε τόσο μαύρα, τόσο ξανθά είταν τα δικά του, μα τα
+βαθιά γαλανά μάτια και των δυο είτανε τα ίδια. Ο ένας με τον άλλον
+είταν η πιο παράξενη αντίθεση κι όμως μοιάζανε περσότερο παρότι
+μοιάζουν πάντα μητέρα και παιδί. Ταιριάζανε σα να είτανε πλασμένοι να
+είναι πάντα [μαζί, να] πηγαίνουν πάντα μ' άνθη στο χέρι, να βαδίζουν
+ως το τέλος της ζωής τους κρατημένοι χέρι χέρι και να κοιτάζουνται
+στα μάτια. Κανένας δεν μπορούσε να τους δη μαζί, χωρίς να φωτιστή το
+πρόσωπό του από ένα ηλιόφεγγο χαμόγελο και πολλές φορές μου έτυχε να
+το δω αυτό και να εχτιμήσω περσότερο τον πλούτο μου.
+
+Γιατί αυτήν την εποχή μου φαινότανε η ζωή πλουσιότερη παρά ποτέ. Τα
+λησμόνησα όλα όσα είχανε γεμίσει τη ψυχή μου με προαίστησες βαρειές
+και μου αρκούσε η στιγμή μονάχα. Μου φαινότανε σα να έπρεπε να
+δοκιμάσουμε ό,τι θλιβερό και βαρύ δοκιμάσαμε, μόνο και μόνο για
+ναπολάψουμε έπειτα πιο βαθιά την ευτυχία. Ένοιωθα ευγνωμοσύνη για
+κάθε νέα μέρα που περνούσε, είμουνα ευχαριστημένος που μπορούσα να
+λησμονώ κ' είχα το συναίστημα πως τραβούσαμε προς μιαν ευτυχία
+μεγαλήτερη από κείνη που φτάνουν οι άνθρωποι.
+
+Νομίζω πως κ' η γυναίκα μου, ένα διάστημα τουλάχιστο, μοιραζότανε το
+αίστημά μου. Γιατί από κείνη χυνότανε αυτός ο αδιάκοπος χείμαρρος της
+ευδαιμονίας. Είχε γυρίσει αλήθεια στη ζωή, αιστανότανε τον εαυτό της
+καλά, ζούσε κάτω από μεγάλα παλιά δέντρα και μέσα σ' ένα πλήθος
+λουλουδιών. Είχε όλους μας τριγύρω της και τίποτε δεν ενοχλούσε τη
+γαλήνη της.
+
+Έτσι περπατούσε μαζί μου ένα βράδι στο μεγάλο δρόμο, όπου δεν
+απαντούσαμε κανέναν και γι' αυτό τον προτιμούσαμε. Γύρω μας άνθιζαν
+οι πασκαλιές γεμίζοντας τον αέρα με τη μυρουδιά τους και στον αχνό,
+φωτεινό ουρανό έπλεε το νέο φεγγάρι, δίχως να φωτίζη, κολυμπώντας
+μόνο μέσα στο γλαυκό, που άπλωνε πλατύν, απέραντο το θόλο του, όπου
+τα χλωμά άστρα δοκιμάζανε να φεγγοβολήσουνε, χωρίς όμως να
+κατορθώνουνε να σκίσουνε τη νύχτα.
+
+Όταν θυμούμαι τον καιρό αυτό κι όλα όσα γίναν έπειτα, ξαφνίζουμαι με
+την ένταση που είχε πάρει η ψυχή μας τότε. Σα να πέρασε απάνω στον
+ουρανό μας ένα ψιλό μονάχα σύννεφο και σκορπίσθηκε έπειτα.
+
+Έτσι πηγαίναμε κ' ερχόμαστε δω κάθε βράδι ευτυχισμένοι και στις
+ομιλίες μας δεν υπήρχε ούτε το αλαφρότερο σημάδι θλίψης. Όλα όσα
+είχανε γίνει είτανε θαμένα πίσω μας. Δεν είτανε βέβαια η ξένοιαστη
+ευτυχία με την τυφλή, αδοκίμαστη ακόμα αυτοεμπιστοσύνη της νιότης.
+Είταν κάτι περσότερο. Είταν εκείνη η ήσυχη αρμονία, που έρχεται
+μεταξύ δυο ανθρώπων, που υποφέρανε μαζί και νικήσανε, μια ευτυχία,
+που τίποτε δεν μπορεί να τη θολώση και να τη σβήση, γιατί είναι
+δεμένη άλυτα μαζί με το πιο τρίσβαθο είναι δυο ανθρώπων. Τον καιρό
+αυτό γνωρίζαμε πως τίποτε δεν πιθυμούσαμε, τίποτε περσότερο από κείνο
+που είχαμε. Σε τέτοιες ώρες της ζωής μπορεί ο ένας να ζητά τη μοναξιά
+για να στεγνώση τα δάκρυά του, γιατί ντρέπεται να δείξη πόσο είναι
+ευτυχισμένος. Ούτε ξένοι στοχασμοί, που τραβούνε το δικό τους δρόμο,
+ούτε φαντασιοπληξίες, ούτε πόθοι μπορούνε νανυψώσουνε την ψυχική αυτή
+διάθεση, που πηγάζει μέσα από τη ζωική δύναμη. Όλα εκείνα, που
+ψάλλουν τα τραγούδια κ' οι θρύλοι, ζούνε μεστή εκεί μέσα την
+αστέρευτη ζωή τους, έτσι όπως δε φτάνει να την αποδώση κανένα ποίημα,
+και νομίζω πως παρόμοια συναιστήματα μπορεί να ταγιάση μόνο η
+συμβίωση μεταξύ αντρός και γυναίκας.
+
+Έτσι τουλάχιστο αιστανόμαστε αυτές τις ήρεμες ανοιξιάτικες νυχτιές,
+που οι περίπατοί μας τελειώνανε πάντα στο ίδιο μέρος, στα κρεβάτια
+που κοιμόντανε τα παιδιά. Δε μιλούσαμε πολύ για όσα αιστανόμαστε. Ένα
+βράδι όμως είπε η γυναίκα μου:
+
+ — Πόσος καιρός είναι που παντρευτήκαμε;
+
+ — Γιατί ρωτάς; Συ δεν ξεχνάς ποτέ σου τις χρονολογίες.
+
+ — Ναι, μα είναι αλήθεια πως περάσανε περσότερα από δέκα χρόνια;
+Είναι αλήθεια πως γεράσαμε τόσο;
+
+ — Σε λυπεί αυτό; απάντησα και χαμογέλασα.
+
+Ακκούμπησε απάνω μου και πήρε το χέρι μου.
+
+ — Είτανε μια εποχή, που είχα τόσο φόβο από τα γερατιά, είπε. Και τον
+έχω ακόμα. Μα δε νοιώθω γιατί λένε πως στα νιάτα του αγαπά κανείς
+περσότερο και πως είναι πιο ευτυχισμένος. Εκείνοι που το λένε δε
+θαγαπήσανε ποτέ.
+
+Έκαμα ναντιλογήσω. Μα μ' έκοψε κι άρχισε άλλη ομιλία. Μίλησε για
+στενούς μας φίλους, για γνωστούς που συναναστρεφόμαστε, και δεν ήθελε
+να παραδεχτή πως είτανε δυνατό να είταν ευτυχισμένοι. Διηγήθηκε
+μερικά πράματα από τη ζωή τους, τι κάμανε και τι είπαν. Περσότερο
+επίμενε σε ό,τι δεν κάμανε και δεν είπαν. Κ' έκλεισε την ομιλία της
+με τα λόγια:
+
+ — Μου φαίνεται πως στις μέρες μας οι άνθρωποι λησμονήσανε ναγαπούν.
+Έχουνε τόσες άλλες ένοιες.
+
+Όλα όσα μου έλεγε τώρα η γυναίκα μου με ξαφνίζανε. Γιατί σπάνια
+συνήθιζε να σκοτίζεται με τους άλλους όταν είτανε μαζί μου. Δοκίμασα
+να υπερασπιστώ την ανθρωπότητα, κατώρθωσα μάλιστα να την κάμω να
+παραδεχτή μερικές εξαίρεσες.
+
+Μα σε όλα, όσα της ανάπτυξα, απάντησε σα να μη με άκουγε πια· κι άμα
+σώπασα, ξακολούθησε την ίδια σειρά των στοχασμών της:
+
+ — Γιατί είμαστε συ και γω πιο ευτυχισμένοι από τον άλλον κόσμο;
+
+Το είπε με τόση σοβαρότητα, σα να μελετούσε μονάχα ένα γνωστό και
+παραδεγμένο περιστατικό, και πρόστεσε:
+
+ — Βρίσκω πως όλοι οι άλλοι είναι δυστυχισμένοι, όταν τους συγκρίνω
+με σε και με.
+
+Χαμογέλασα με το ζήλο της, ενώ ταυτόχρονα τα λόγια της μου θερμαίνανε
+την καρδιά.
+
+ — Γιατί θέλεις να συγκρίνης; είπα.
+
+ — Γιατί αυτό με κάνει ευτυχισμένη, απάντησε.
+
+Κ' ενώ έμεινε ορθή εκεί μπροστά μου και με κοίταξε, πρόστεσε:
+
+ — Άφησέ με να το πω τώρα, γιατί δεν πιστεύω να βρω άλλη φορά
+περίσταση να σου το πω: Το βρίσκω τόσο παράξενο όταν συλλογίζουμαι
+τον πρώτον καιρό που παντρευτήκαμε. Νόμιζα τότε πως σ' αγαπούσα και
+πως είμουνα ευτυχισμένη. Είτανε γιατί δε γνώριζα τίποτε και δεν
+εννοούσα τίποτε. Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει και θέλω να σ' ευχαριστήσω.
+
+Πριν προφτάσω να το εμποδίσω, άρπαξε το αριστερό μου χέρι και το
+φίλησε κι όταν έκαμα να το τραβήξω, το κράτησε σφιχτά και το
+ξαναφίλησε στο μέρος που φορούσα το δαχτυλίδι.
+
+Είχε τόση δύναμη και το αίστημά της κι αυτή η ίδια όταν έλεγε τα
+λόγια αυτά, ώστε με σύγχυσε. Άφωνος την πήρα στην αγκαλιά μου και τη
+φίλησα με το αίστημα πως φιλούσα για πρώτη φορά την αρρεβωνιαστικιά
+μου. Και γνώριζα μαζί της πως η γις δεν έκρυβε μεγαλήτερη ευδαιμονία.
+
+6
+
+Ο Σβεν βρήκε σύντροφο να παίζη κι αυτό είταν κατιτί σημαντικό στη
+μικρή ζωή του. Γιατί προτήτερα έπαιζε μόνο με τα μεγαλήτερα αδέρφια.
+Τώρα ο σύντροφος είτανε μερικούς μήνες μικρότερος από το Σβεν κι
+είτανε κιόλας κοριτσάκι. Όλα αυτά είτανε κατιτί πολύ νέο και
+χαριτωμένο και την εποχή αυτή ο Σβεν είχε να μιλή πολλά με τη μαμά.
+
+Η μικρή Μάρθα είχε ρθει στην εξοχή με τους γονείς της και στην αρχή
+κι αυτή κι ο Σβεν κοιταζόντανε μεταξύ τους από μακριά. Η Μάρθα είταν
+ένα μικρό, ασύγκριτα χαριτωμένο κοριτσάκι με κόκκινα δροσερά μάγουλα,
+γαλανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά, σχεδόν απαράλλαχτα σαν του
+Σβεν. Και δεν πέρασε πολύς καιρός, όσο που μια μέρα ήρθε και κάθησε
+κοντά στο Σβεν και τον κοίταζε περίεργη τι έκανε.
+
+Ο Σβεν είτανε συνηθισμένος να παίζη μόνος του, κ' είχε βρει ένα
+παιγνίδι, που τονέ διασκέδαζε πολύ. Έβγαινε όξω, κάθιζε χάμω στο
+λιβάδι και παρατηρούσε με τη μεγαλήτερη περιέργεια τι γινόταν εκεί
+μπροστά του. Είταν εκεί μερμύγκια που σκαρφαλώνανε στα χορταράκια,
+μια πεταλούδα που κάθιζε σ' ένα λουλούδι κ' έπειτα πετούσε με λευκά
+φτερά μακρήτερα στον ήλιο, ένας σκάθαρος που αναποδογυρίστηκε κ'
+έπρεπε να τον σηκώσουν για να μπορέση να συρθή παραπέρα, μικρά
+πουλάκια που πηδούσανε γύρω στους βώλους της γις και δεν πειραζόντανε
+διόλου από την παρουσία του παιδιού, εκεί που ζητούσανε τροφή για τον
+εαυτό τους ή για τα μικρά τους. Ή καθότανε μονάχα εκεί ο Σβεν κ'
+έκοβε χορταράκια και τα κοίταζε και τα περνούσε ανάμεσα από τα
+δάχτυλά του κι όταν γέμιζε το χέρι του, τα πετούσε κι άρχιζε να κόβη
+άλλα. Αυτό το έλεγε ο ίδιος «παιγνίδι στη χλόη» και μπορούσε να μιλή
+πολλή ώρα γι' αυτό, όταν άφινε τα παιγνίδι κ' έτρεχε να διηγηθή της
+μαμάς τις ανακάλυψες που έκαμε. Αυτό το παιγνίδι του Σβεν κοίταζε η
+μικρή Μάρθα και τέλος τονέ ρώτησε τι έκανε κει.
+
+ — Δε βλέπεις; Παίζω στη χλόη, είπε ο Σβεν. Και ξαφνισμένος άνοιξε
+πλατιά τα μάτια του.
+
+Όχι, η Μάρθα δεν το εννοούσε, μα αφού είδε το Σβεν να παίζη τόση ώρα
+εκεί, νόμισε πως έπρεπε να είναι κάτι πολύ διασκεδαστικό και κάθησε
+κι αυτή κοντά του. Και τα δυο παιδιά κόβανε χλόη και κοιτάζανε τα
+μερμύγκια και πλησιάσανε τα ένα με το άλλο τόσο, που όταν σηκωθήκανε
+να φύγουν, είτανε κρατημένα χέρι χέρι και νομίζανε πως μπορούσανε να
+μείνουν αιώνια έτσι.
+
+Έπειτα από λίγες μέρες ο Σβεν είτανε καθισμένος κοντά στη μαμά και
+της μιλούσε για τη Μάρθα. Τώρα δε μιλούσε πια για τη χλόη και τάνθη,
+για τα πουλιά και τις πεταλούδες. Διηγότανε μονάχα τι είπε η Μάρθα
+και πώς παίζανε καλά μαζί.
+
+Μια μέρα του είπε η μαμά:
+
+ — Την αγαπάς πολύ τη Μάρθα;
+
+Κι ο Σβεν τέντωσε το κάτω αχείλι κι απάντησε:
+
+ — Δεν ξέρεις πως η Μάρθα είναι αρρεβωνιαστικιά μου;
+
+ — Μα αυτό δε μου το είπες, απάντησε σοβαρά η μαμά.
+
+ — Πρέπει όμως να το ξέρης· θα παντρευτούμε, είπε ο Σβεν.
+
+ — Πότε θα παντρευτήτε; ρώτησε η μαμά.
+
+ — Άμα μεγαλώσουμε, απάντησε ο Σβεν.
+
+Ο Σβεν είταν ευχαριστημένος που είχε αρραβωνιαστικιά κ' είτανε
+τωραιότερο θέαμα, που μπορεί να φανταστή κανείς, όταν τα δυο παιδιά
+πιασμένα χέρι χέρι περνούσαν την αυλή κι ο ήλιος έπαιζε στα σγουρά
+μαλλιά τους, ή όταν ο Σβεν έσερνε τη Μάρθα στο μικρό της καροτσάκι
+και γύριζε πίσω αδιάκοπα να τη βλέπη.
+
+Κάποτε όμως μαλλώνανε και τότε ο Σβεν κατέβαζε τα μούτρα κ' ερχότανε
+κ' έλεγε της μαμάς πως η Μάρθα είναι κακή.
+
+Κ' η μαμά του απαντούσε:
+
+ — Ναι, μα αφού θα την παντρευτής, πρέπει να τα ξαναφτιάσης μαζί της.
+
+ — Δε θα την παντρευτώ, έλεγε ο Σβεν.
+
+Ωστόσο ξαναφιλιώνανε, τα συμβιβάζανε, φιλιόντανε και παίζανε καλήτερα
+από πριν.
+
+Εννοείται πως η μαμά αγαπούσε την αρρεβωνιαστικιά του Σβεν τουλάχιστο
+όσο κι αυτός κι όταν ερχότανε κ' ήθελε να πάρη το Σβεν κι ο Σβεν δεν
+ήθελε ναφήση τη Μάρθα, τότε η μαμά έπαιρνε και τους δυο
+αρρεβωνιασμένους από το χέρι κ' έπαιζε μαζί τους και γινότανε η
+εμπιστεμένη τους. Ναι, φοβούμαι πως μιλούσε μαζί τους γι' αγάπη και
+για γάμο, γιατί γνώριζε τη γλώσσα τους, όσο κανένας άλλος κ' ίσως
+ακόμα με τη δύναμη, που είχε η φαντασία της, είχε αρχίσει να
+αιστάνεται πως είναι πεθερά.
+
+Δεν ωφελούσε τίποτες ανίσως δοκίμαζε κανείς να πάρη την αγάπη του
+Σβεν από την αστεία όψη της. Ο Ούλοφ γελούσε εννοείται με το μικρό
+αδερφό και προσπαθούσε να τον πείση πως ένας αληθινός άντρας δε
+σκοτίζεται πολύ με τα κορίτσια. Κι ο Σβάντε, που στο σημείο αυτό είχε
+λιγότερο καθαρή τη συνείδηση, ήθελε να πειράζη το μικρό αδερφό
+λέγοντάς του πως είναι μικρός ακόμα.
+
+Ο Σβεν στενοχωρεμένος έτρεχε στη μαμά. Κ' η μαμά του έλεγε πως δεν
+έπρεπε να τον μέλη τι λέγανε τα μεγάλα αδέρφια και πως δεν είναι
+καθόλου κωμικό ναγαπά τη Μάρθα, αδιάφορα αν είναι μικρός ή μεγάλος.
+
+Έτσι ησύχαζε ο Σβεν και δεν άφινε να θολώνεται περσότερο η ευτυχία
+του. Είτανε τόσο σοβαρός μέσα στη χαρά του, ώστε δεν εννοούσε πώς
+είτανε δυνατό ναστειεύεται κανείς για ένα τέτοιο πράμα και γι' αυτό
+δεν το κρατούσε μυστικό. Όταν κανείς μεγάλος τονέ ρωτούσε, αν είναι
+αλήθεια πως έχει αρρεβωνιαστικιά, ο Σβεν απαντούσε «ναι» απερίφραστα
+κ' έτρεχε αμέσως κ' έπαιζε μαζί της, σα να ήθελε να ρωτήση μ' αυτό
+τον κόσμο, αν δεν είναι αλήθεια ωραία και χαριτωμένη, σα μια
+πραγματική αρρεβωνιαστικιά.
+
+Ναι, γενικά ο τρόπος του Σβεν είτανε τέτοιος, ώστε πάψανε
+ναστειεύουνται μαζί του· κι αυτά ταδέρφια ακόμα τον αφήσανε πια
+ήσυχο.
+
+Μια μέρα όμως δεν ξέρω πως κατέβηκε του Ούλοφ να του πη πως έχει
+μακριά μαλλιά σαν κορίτσι. Αυτό το είχε ακούσει ο Σβεν και πριν, μα
+δεν τον έννοιασε.
+
+Τώρα όμως ο μεγάλος αδερφός πρόστεσε:
+
+ — Μα δεν πηγαίνει πια, αφού έχεις αρρεβωνιαστικιά.
+
+Κι αυτό έκαμε βαθειά εντύπωση του Σβεν.
+
+Από την ημέρα αυτή δεν έπαψε να τυραννή τη μαμά για τα μαλλιά του.
+
+ — Θέλω να έχω τα μαλλιά σαν τάλλα αγόρια, έλεγε.
+
+Δεν ωφέλησε πως η μαμά τον παρακάλεσε να μην τονέ νοιάζη τι λέγανε τα
+μεγάλα αδέρφια. Δεν ωφέλησε ακόμα πως τον παρακάλεσε ναφήση τα μαλλιά
+του για χάρη της μαμάς, που ταγαπούσε τόσο. Ο Σβεν επίμενε πως πρέπει
+να τα κόψουν.
+
+ — Δε θέλω να φαίνουμαι σαν κορίτσι, έλεγε.
+
+Η μαμά λυπότανε και με την ιδέα μόνο πως μπορούσε κανείς ναγγίξη τα
+ωραία μαλλιά.
+
+ — Δεν μπορώ να φανταστώ το παιδί χωρίς τα σγουρά μαλλιά του, έλεγε.
+
+Τον έπαιρνε στην αγκαλιά της, του ψιθύριζε, του μιλούσε, τον ικέτευε.
+Μα ο Σβεν δεν μπορούσε να πειστή. Παρακαλούσε τόσο κ' είτανε τόσο
+συγκινητικός, που τέλος κατώρθωσε να του γίνη το θέλημα.
+
+Ήρθε μέσα στην κάμαρά μου με το κόκκινο καπελάκι του, με το άσπρο
+φόρεμα κυματιστό γύρω στις μικρές γαμπίτσες.
+
+ — Πάω στην πόλη να κόψω τα μαλλιά, φώναξε.
+
+Είτανε γεμάτος ζήλο κ' ευχαρίστηση κι όταν κάθησε στο τραίνο,
+φλυαρούσε ακατάπαυτα και γύρισε κ' είπε ενός άγνωστου ηλικιωμένου
+κυρίου, που δεν τον είδε ποτέ στη ζωή του, πως πηγαίνει στην πόλη να
+του κόψουν τα μακριά μαλλιά.
+
+Ο ξένος κύριος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα, έρριξε στο παιδί
+ένα ξεχασμένο αδιάφορο βλέμμα και ξακολούθησε να διαβάζη.
+
+Ο Σβεν νόμισε πως ο κύριος δεν άκουσε και ξαναείπε για να του
+εξηγήση:
+
+ — Θα κόψω τα μαλλιά μου για να μη φαίνουμαι σαν κορίτσι.
+
+Μα ο ξένος κύριος κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του και ψιθύρισε
+κάτι, που έκανε τη μαμά να πη του αγαπημένου της να σωπάση.
+
+Έπειτα έμεινε άφωνος ο Σβεν σ' όλον το δρόμο και καθότανε όλως διόλου
+ακίνητος, σα να στοχαζότανε κάτι. Φαινότανε τόσο ανόρεχτος, ώστε η
+μαμά τον πήρε στην αγκαλιά της και τονέ χάδεψε και θύμωσε με τον
+ηλικιωμένον κύριο, που δεν ένοιωσε πως ο μικρός καθόταν εκεί
+λυπημένος γιατί ο κόσμος δε νιαζότανε πως ένα μικρό παιδάκι είναι
+χαρούμενο.
+
+Ο Σβεν δε μιλούσε άμα βγήκε στο δρόμο· έπειτα όμως είπε ψιθυριστά, σα
+να είχε φόβο μην τον ακούση κανείς:
+
+ — Αυτός δεν είτανε βέβαια ευγενής κύριος.
+
+ — Ναι, μα βλέπεις, δεν τονέ γνωρίζεις, Σβεν, του είπε η μαμά.
+
+ — Μπορούσε όμως να είναι ευγενής, είπε ο Σβεν.
+
+ — Μα τα παιδιά δεν πρέπει να μιλούνε στους ξένους, του παρατήρησε η
+μαμά.
+
+ — Νόμιζα πως θα χαιρότανε νακούση πως δε θα φαίνουμαι πια σαν
+κορίτσι.
+
+Άμοιρο παιδάκι! συλλογίστηκε η μαμά, και θύμωσε πάλι μέσα της, όταν
+στοχάστηκε όλους τους σκυθρωπούς ανθρώπους, που σβήνουν τη χαρά των
+παιδιών. Άμοιρο παιδί! Ποια θα είναι μια μέρα η τύχη σου στον κόσμο;
+
+Και για να παρηγορήση σωστά το Σβεν και να ξαναφέρη τη χαρά του,
+είπε:
+
+ — Είτανε κακός, πολύ κακός κύριος· αλήθεια.
+
+Τότε άστραψε πάλι από χαρά ο Σβεν κ' η λύπη του σβήστηκε, γιατί
+μπορούσε να πιστεύη πως μόνο κακοί άνθρωποι κάνουνε τέτοιο πράμα. Του
+κόψανε τα μαλλιά κ' η μαμά τον πήγε στο ζαχαροπλαστείο. Του έδωσε
+γλυκίσματα κι ο Σβεν είταν υπερευχαριστημένος γιατί νόμιζε πως όλοι
+οι άνθρωποι εκεί ξέρανε πως πρώτη φορά έκοψε τα μαλλιά του. Έπειτα
+γύρισε με τη μαμά στο σπίτι κι όταν φτάσανε στην αυλή, άφησε το χέρι
+της κ' έτρεξε όσο μπορούσε γλήγορα μέσα στον μπαμπά.
+
+Στάθηκε μπρος στο τραπέζι, έβγαλε τα καπέλο του και λησμόνησε πως δεν
+έπρεπε να ενοχλή τον μπαμπά όταν εργάζεται. Στάθηκε άφωνος με το
+καπέλο στο χέρι κι όλο το σώμα του είτανε σε κίνηση από την
+περιέργεια νακούση τι θα έλεγε ο μπαμπάς. Ναι, τα μάτια του
+μεγαλώσανε τόσο, που φαινότανε σα να μην είταν όλος άλλο τίποτε από
+μάτια.
+
+Ο μπαμπάς κοίταζε και κοίταζε και μάντευε πως θα είχε γίνει κάτι
+περίεργο. Τέλος ένοιωσε και τότε έπρεπε να σηκώση το μικρόν ψηλά και
+να τον ξαναβάλη κάτω.
+
+ — Τώρα έγινε ο Σβεν σωστό αγόρι, είπε ο μπαμπάς.
+
+Και με το πιστοποιητικό αυτό του αρρενωπού του έτρεξε ο Σβεν να τονέ
+δούνε τα μεγάλα αδέρφια και να τον τονέ θαυμάση η Μάρθα.
+
+7
+
+Το καλοκαίρι, που άρχισε σε μια τόσο γελαστή τοποθεσία, έπρεπε να
+συνεχιστή στα δυτικά ακρογιάλια κι ο λόγος είτανε πως με τραβούσε κει
+μια επιθυμία δυνατότερη παρότι μπορώ να την περιγράψω.
+
+Αδύνατο να πω πως ήρθε μέσα μου ο παράλογος αυτός πόθος. Ίσως να
+είταν αφορμή πως πέρασα ένα καλοκαίρι εκεί όταν είμουνα παιδί κ'
+είναι βέβαια αρκετά αβέβαιο τι μέρος παίζουν αυτές οι έστω παροδικές
+δυνατές εντύπωσες της παιδικής ηλικίας στη μόρφωση των αιστημάτων,
+που επηρεάζουν την κατοπινή ζωή μας.
+
+Και μέ μου φαίνεται παράξενο πως η ανάμνηση των μερών αυτών κρατήθηκε
+τόσο ζωηρή περσότερο από τριάντα χρόνια. Είμουνα δηλαδή τότε μόλις
+έξι χρονών κ' οι θύμησες της ηλικίας αυτής σβήνουνε πάντα έξω από
+κείνες, που δένουνται με το σπίτι, όπου ζήσαμε χρόνια ολάκερα. Όλον
+τον καιρό έπειτα έβλεπα μπροστά μου τη θάλασσα, έτσι όπως την είχα
+δει τότε. Την είχα δει με τεράστια κύματα μεγαλωμένα από την παιδική
+φαντασία ως το αφάνταστο. Είχα δει τα φύκια, τις μέδουσες και τα
+θαλασσινά αστεράκια, ολάκερη την πλούσια ζωή του βυθού στους ρηχούς
+κόρφους και κοντά στους σταχτιούς σκοπέλους. Είχα δει βράχους γυμνούς
+να υψώνουνται απάνω από το κύμα, που έσπαζε στα πόδια τους, κ'
+αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου η παράξενη θύμηση μιας μεγάλης
+τρικυμίας, που χτυπούσε με σωρούς άμμο το ευαίσθητο παιδικό πρόσωπό
+μου.
+
+Είναι παράξενο πώς κρατεί κανείς τόσον καιρό μια τέτοια θύμηση κι
+ακόμα πιο παράξενο πώς μπορεί αυτή κ' ενεργεί με τόση δύναμη μες την
+ψυχή μας. Μια τέτοια θύμηση είναι γεμάτη νοσταλγική μελαγχολία, που
+μοιάζει με τόνειρο της κόρης, που περιμένει τον ιππότη ναρθή μια μέρα
+και να σκύψη να της ψιθυρίση ταξίματα υπερβολικής ευτυχίας. Η
+μελαγχολία αυτή μοιάζει με το αίστημα του νέου, που ακούει στις
+φλέβες του τα μηνύματα θριάμβων που προσμένει. Ναι, μοιάζει ίσως
+περσότερο με την ήσυχη πίστη για το μέλλον, που ζει στην ψυχή αντρών,
+που μέσα τους δεν πεθαίνει ποτέ όλως διόλου ο νέος. Ζούσε και στη
+δική μου ψυχή σα νοσταλγία και περάσανε δεκάδες χρόνια όσο να μπορέσω
+νακούσω το μήνυμά της.
+
+Όταν όμως ύστερ' από πολλά χρόνια μπορούσα να γνωρίζω πια πως μου
+είτανε δυνατό ναπολάψω ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, τότε είταν η
+γυναίκα μου που μ' έκανε να φοβούμαι πως όλη η χαρά μου θα έλιωνε σ'
+έναν καπνό. Η γυναίκα μου δεν είχε δει ποτέ τα δυτικά ακρογιάλια κ'
+ήξερα πως είχε ένα είδος αντιπάθεια για όλο το ταξίδι κ' είπε το ναι
+μονάχα γιατί ένοιωσε πως η παραμικρότερη αντίσταση θα με λυπούσε. Το
+γνώριζα αυτό, γιατί μια μέρα είπε: «Δεν μπορώ να φανταστώ ένα
+καλοκαίρι, που δε βλέπει κανείς δέντρα».
+
+Κ' ένοιωσα καλά πως με τα λόγια αυτά που της ξεφύγανε, πρόδωσε μιαν
+αντιπάθεια για όλο το ταξίδι αυτό, μιαν αντιπάθεια που είτανε
+ριζωμένη τόσο βαθιά ώστε να φοβάται κ' η ίδια πως δε θα μπορούσε να
+τη νικήση. Αφού όμως είδε πως την παρατήρησα, έκαμε το καθετί για να
+εξαλείψη αυτά τα λόγια από τη θύμησή μου. Μα δεν το κατώρθωσε κι
+άρχισα να αιστάνουμαι μια στενοχώρια όταν στοχαζόμουνα τη θάλασσα,
+που την ποθούσα τόσο.
+
+Όλο αυτό το πράμα δεν είτανε για με ούτε τόσο ασήμαντο ούτε τόσο
+μωρό, όσο φαίνεται ίσως. Κανένας δεν μπορεί να αιστανθή πραγματική
+χαρά όταν σμίγουνε μ' αυτή παραφωνίες κ' η χειρότερη παραφωνία, που
+μπορούσα να φανταστώ, είτανε πως η γυναίκα μου δε μοιραζότανε τη χαρά
+μου. Είμουνα συνηθισμένος να μη μένω ποτέ μόνος ούτε στη χαρά ούτε
+στη θλίψη και γινόμουνα έξω φρενών όταν έβλεπα τώρα πως έμενα μόνος
+με τον πόθο μου.
+
+Ήθελα να πραγματοποιηθή τόνειρό μου κι αγωνιζόμουνα γι' αυτό με τον
+ίδιο ζήλο, όπως τότε που πίστευα πως είχα χάσει την αγάπη της
+γυναίκας μου κι αγωνιζόμουνα να την ξαναποχτήσω. Μέρα και νύχτα
+στοχαζόμουνα τι μπορούσα να κάμω για να ξεφύγω τον κίντυνο που
+φοβόμουνα πως θα μου τάραζε τη χαρά του καλοκαιριού και τέλος νόμισα
+πως βρήκα το μέσο. Πρότεινα δηλαδή μια μέρα της γυναίκας μου να
+κάμουμε το γύρο όλης της Σουηδίας ως τους δυτικούς γιαλούς και το
+έκαμα γιατί ήθελα να τη νικήσω. Αιστανόμουνα πως θανοίγαμε μεταξύ μας
+έναν αγώνα και δεν ήθελα να βγω νικημένος απ' αυτόν. Ήθελα ναναγκάσω
+τη γυναίκα μου ναγαπήση τη θάλασσα και νόμιζα πως ο τρόπος, που
+βρήκα, είταν ο καλήτερος που μπορούσε να σκεφτή ένας άνθρωπος. Η
+σειρά των στοχασμών μου είταν η εξής: «Ο δρόμος περνά μες από τα
+βραχόνησα της Στοκχόλμης, πλέοντας πλάι σ' όλο το θαυμαστό ανατολικό
+γιαλό. Σιγά σιγά, χωρίς να το νοήση, θα βρεθή η Έλσα από τη γελαστή
+φύση των ανατολικών γιαλών στην ξερή των δυτικών κι ασυναίσθητα θα
+της επιβληθή τα μεγαλείο τους, που ξεπερνά κάθε άλλο μεγαλείο».
+
+Ωστόσο δεν μπορώ να πω πως στο ταξίδι αυτό έγινε κάτι, που να με κάμη
+να πιστέψω πως το σχέδιό μου είχε την επιτυχία που πιθυμούσα. Η
+γυναίκα μου είταν ευχαριστημένη, όπως πάντα όταν ταξίδευε στη
+θάλασσα, χωρίς όμως να δείχνη πως το ταξίδι έδινε κάποια ωρισμένη
+διεύθυνση στους στοχασμούς της. Όλη η ιστορία είτανε γι' αυτή ένα
+μακρινό θαλασσινό ταξίδι, τωραιότερο που έκανε, τίποτε όμως
+περσότερο.
+
+Όλο το διάστημα βρισκόμουνα σε φοβερή ένταση και το θάρρος μου άρχισε
+να πέφτη όταν περάσαμε την Γκαίτεμποργ και είδα τον αφρό της θάλασσας
+να σπάζη σταγαπημένα μου περιγιάλια.
+
+Φυσούσε δυνατός αέρας και φυσικά τη στιγμή αυτή κάθε άλλο είτανε παρά
+ευχάριστος, όχι τόσο γιατί έκανε ενοχλητικό το ταξίδι, όσο γιατί μια
+τρικυμία στα δυτικά ακρογιάλια δεν είναι το καταλληλότερο μέσο να
+σβήση μιαν αντιπάθεια προς τη θάλασσα, όταν υπάρχει. Παρατηρούσα όλη
+την ώρα την γυναίκα μου και την παρατηρούσα από το πλευρό, ενώ το
+βαπόρι ανέβαινε ψηλά στα κύματα και κείνα πλημμυρίζανε το κατάστρωμα
+από την καρίνα ως το τιμόνι. Μα δεν μπορούσα νανακαλύψω τίποτε, που
+να έδινε την απάντηση στο άφωνο ρώτημά μου. Όπως καθόταν εκεί και
+κοίταζε τα μαύρα νερά, μου φαινότανε απλησίαστη και μέσα μου κράζαν
+εκατό αντιφατικές φωνές, που μάζευαν όλη τη δύναμη τους για να
+φτάσουνε στην καρδιά και στη συμπάθειά της.
+
+Μα όπως καθόμουν εκεί, άρχισε να φεύγη η ανησυχία μου και δίχως να μ'
+ενοχλή κανένας δισταγμός και δίχως καμιά νευρικότητα έβλεπα πρώτη
+φορά τη φύση των δυτικών γιαλών. Με γέμιζε μ' ένα αίστημα, ιερό μπορώ
+να πω, και μπρος σ' αυτά χανόντανε όλα τάλλα.
+
+Το πλοίο χόρευε απάνω στην ταραγμένη θάλασσα και μπρος στην πλώρη
+του, ξεχώριζε η σκιαγραφία ενός μακριού νησιού, που σημαδευότανε σ'
+ένα βάθος από σύννεφα που κυνηγούσαν ένα τάλλο. Όσο σιμώναμε προς το
+νησί, τόσο πιο δυνατά με φλόγιζε βαθιά μου η χαρά του πόθου, που τον
+έθρεφα τόσα χρόνια και που τώρα έμελλε να πληρωθή. Κατεβήκαμε στην
+αποβάθρα και μ' ένα βλέμμα αχόρταστο αγκάλιασα όλα γύρω μου. Είδα τις
+αποβάθρες, τα παραπήγματα των πλοίων, όλα τα μικρά χτίρια, που
+λάμποντας με τανοιχτά χρώματά τους, στρυμωνόντανε στην πλαγιά του
+γυμνού βουνού. Στο λιμάνι χοροπηδούσαν οι βάρκες η μια κοντά στην
+άλλη κι απάνω στους βράχους ξηραινόντανε στον ήλιο σωροί ψάρια. Έξω
+σ' ένα ακρωτήρι του νησιού στεκόντανε μαζεμένοι μερικοί άντρες με
+πισσωμένα φορέματα, με ναυτικά κασκέτα και ψηλά ποδήματα και
+ταχτοποιούσαν αργά και προσεχτικά ένα σωρό μεγάλα ψάρια, που πρώτη
+φορά τα έβλεπα.
+
+Ο δυνατός αέρας χτυπούσε το πρόσωπό μου και τα μάγουλα, και γύρω μου
+άκουγα έναν κρότο σαν από βροντερούς καταρράχτες, που τους δέρνουν
+άγριοι άνεμοι. Είδα τις γραμμές των βράχων να χάνουνται γλαυκόμαυρες
+στο μάκρος, ενώ η μπόρα κυνηγούσε με λύσσα τα σύννεφα στον ουρανό,
+που έλαμπε γαλανός εκεί όπου σκιζόντανε τα νέφη. Κι όταν ήρθα στο
+μικρό λευκοχρισμένο σπίτι μας, έξω στην άκρη άκρη του δυτικού
+ακρωτηριού, μακριά από τις άλλες ανθρώπινες κατοικίες, τότε είδα
+πρώτη φορά τη θάλασσα.
+
+Στάθηκα πολλή ώρα και κοίταζα έξω αυτήν την θάλασσα, που κατώρθωσα να
+τη φτάσω τέλος. Κι όταν μπήκα στην κάμαρά μας, είδα πως τα δικά μου
+παράθυρα είχαν την ίδια θέα, που είπα πρωτήτερα, με τη διαφορά πως η
+θάλασσα φαινόταν από δω ακόμα σιμότερα. Στάθηκα πάλι εκεί και δεν
+ήξερα τι γινότανε μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Μα την ίδια ώρα έπεσε η
+ματιά μου στη γυναίκα μου. Έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω και
+μια στιγμή μου φάνηκε πως από την ώρα, που πάτησα το νησί αυτό,
+λησμόνησα όλα όσα είχανε τραβήξει τη σκέψη μου τόσον καιρό, όλη τη
+νευρικότητα, όλους τους δισταγμούς, τους δόλους, τους υπολογισμούς,
+όλον τον αγώνα να βιάσω τη γυναίκα μου να αιστάνεται όπως εγώ. Τώρα
+έστεκε κει και δεν ήξερα αν εκείνη τη στιγμή οι στοχασμοί μας
+παλεύανε μεταξύ τους ή συναπαντιόνταν.
+
+Τότε έστρηψε το πρόσωπο κ' είδα πως τα μάτια της είτανε δακρυσμένα.
+Μου άπλωσε το χέρι της, το έπιασα και σταθήκαμε κει μαζί και
+κοιτάζαμε τη θάλασσα. Κάτω από τα παράθυρά μας τα κύματα κυλούσαν
+απάνω στις πέτρες κι όσο μακριά έφτανε το μάτι, έβλεπε μόνο τις
+λευκές κορφές απάνω στη σκοτεινή επιφάνεια της θάλασσας και τα μικρά
+βραχόνησα, που γύρω τους σπάζανε τα κύματα. Σαν καταρράχτες από λευκό
+αφρό ορθωνόντανε ψηλά τα κύματα, σπρωγμένα από το βάρος ολάκερης της
+θάλασσας, που τα στρύμωχνε από τη δύση. Είτανε μια ταραχή γεμάτη
+ήσυχη δύναμη, μια μεγάλη έκρηξη, που είχε κάτι από την αναγάλια της
+ζωής.
+
+Εμπρός στην ταραχή αυτή η δική μου ησύχασε κ' ενώ κρατούσα το χέρι
+της γυναικός μου αιστάνθηκα πως κ' οι δυο βαδίζαμε προς τη θάλασσα
+και φτάσαμε σ' αυτή από χωριστούς δρόμους. Δεν προφέραμε λέξη, μα
+στεκόμαστε αυτού πολλή ώρα και μέσα μας πέθαινε ό,τι είχε υπάρξει
+εκεί. Όταν αποκοιμηθήκαμε, ακούγαμε ακόμα το θόρυβο του ανέμου και
+των κυμάτων κι όταν έπαψε η ταραχή, μας ξύπνησε η γαλήνη.
+
+Εμπρός από τα παράθυρα μας απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη και μεγάλη.
+
+8
+
+Την ανάμνηση αυτή την είχα σημειώσει από χρόνια. Δε γνώριζα τότε πως
+θα είχα να παλέψω με τη γυναίκα μου έναν άλλο μεγαλήτερον αγώνα, έναν
+αγώνα, που ύστερ' από το τέλος του η μοίρα μου είτανε να μείνω μόνος
+κι ωστόσο όχι μόνος, με την ψυχή θλιμένη κι ωστόσο όχι χωρίς ελπίδα.
+
+Τώρα βλέπω πως καθόμαστε τότε απάνω στον ψηλότερο βράχο, εμπρός από
+το λευκό αναπαυτικό σπίτι μας. Με μια λαμπράδα, που πάντα είναι νέα,
+που αλλάζει κάθε βράδι, βυθά ο ήλιος στη θάλασσα κι ανάμεσά μας είναι
+ο Σβεν. Είναι ξυπόλυτος και μελαψός κ' επειδή με τα βράδι ψυχραίνει ο
+αέρας, χώνει τα μικρά του πόδια κάτω από τα φόρεμα της μαμάς.
+Παρακαλεί να τον αφήσουμε να μείνη όσο φαίνεται ακόμα ο ήλιος. Τα
+μάτια του κοιτάζουν ξαφνισμένα τις τελευταίες φλογερές αναλαμπές του
+ηλιού, που χάνεται στην ήσυχα κυματισμένη θάλασσα. Κάθεται κει με το
+σαγόνι ακκουμπημένο στο χέρι του, σα να συλλογίζεται κάτι σοβαρό, που
+δεν μπορεί να το εκφράση με λόγια. Κι όταν τέλος ξέρει πως πρέπει να
+πάη να κοιμηθή, κρεμιέται στα λαιμό του μπαμπά και παρακαλεί να τον
+φέρω στο κρεββάτι του.
+
+Με το αλαφρό μου φόρτωμα στην αγκαλιά κατεβαίνω σιγά τους βράχους κι
+όταν γυρίζω βλέπω εκεί απάνω το σκοτεινό ίσκιο της γυναικός μου.
+Κάθεται, όπως καθότανε ο Σβεν πρωτήτερα, και τα μάτια της κοιτάζουνε
+στο σημείο, όπου βασιλεύει ο ήλιος κι όπου έχουνε σβήσει οι
+τελευταίες ρόδινες φλόγες.
+
+9
+
+Ποτέ δε θαυμάστηκε τόσο ο Σβεν, δε χαδεύτηκε, δεν κρατήθηκε από όλους
+στα χέρια και δεν αποθεώθηκε, όπως αυτό το καλοκαίρι. Οι ναυτικοί τον
+πέρνανε στον ώμο και του φτιάνανε βαρκίτσες, οι γερόντισσες
+σταματούσανε και χαμογελούσαν, μόλις τον βλέπανε.
+
+Οι νέες γυναίκες λησμονούσαν τα δικά τους παιδιά και λέγανε πως ποτέ
+δεν είδαν τόσο ωραίο αγόρι, τα κορίτσια τον περνούσαν από τους
+βράχους χωρίς να τα παρακαλέση και παίζανε μαζί του. Ο Σβεν γύριζε
+αδιάκοπα στον ήλιο και μαύρισε και δυνάμωσε στον αέρα αυτόν, όπως
+ποτέ άλλη φορά.
+
+Μ' ένα λόγο ο Σβεν είτανε το κέντρο όλων των στοχασμών μας κι ο ήλιος
+του μόνου αυτού καλοκαιριού, που περάσαμε στα δυτικά ακρογιάλια.
+
+Ωστόσο είτανε παράξενο πως ίσια ίσια τον καιρό αυτό βρήκε ένα νέο
+θέμα ομιλίας και πάντα γύριζε σ' αυτό. Είτανε χαραχτηριστικό του Σβεν
+πως μιλούσε για όλα όσα του ερχόντανε στο νου και το έκανε περσότερο
+απροσποίητα παρόσο το συνηθίζουν τα παιδιά, χωρίς να τον μέλη για την
+εντύπωση που έκανε στους μεγάλους. Ο Σβεν από τη στιγμή που άνοιξε τα
+μάτια δεν αιστάνθηκε γύρω του άλλο από θερμότητα κι αγάπη. Όταν
+έφτασε στην ηλικία, που οι γονείς μπορούνε να καταγίνουνται με τα
+τέκνα τους, τον ακολουθούσανε πάντα δυο μάτια, δυο μάτια που
+χαιρόντανε στο κάθε κίνημά του, εννοούσανε και του δίνανε θάρρος σε
+κάθε λόγο του, καθρεφτίζανε κάθε κίνημα της τρυφερής κι αθώας ψυχής
+του καθαρότερα και καλήτερα παρότι θα το έκανε ο ίδιος. Με το μέσο
+της αγάπης της μητέρας του γνώρισε ο μικρός Σβεν όλον τον κόσμο γύρω
+του κ' επειδή αυτή η αγάπη ταίριαζε με τη δική του φύση, τη γεμάτη
+τρυφερή αφοσίωση, όπως κι αυτός ταίριαζε με κείνη, που κάθε μέρα του
+έδινε κάτι νέο, όλο και κάτι περσότερο — έτσι ο Σβεν δεν μπορούσε να
+σκεφτή διαφορετικά παρά να εκφράζη φυσικά κι απλά, όπως του ερχότανε,
+καθετί που σάλευε, μεγάλωνε και ρωτούσε μέσα του.
+
+Να υπήρχε τάχα μέσα και σε κείνον, αν και δεν μπορούσε να το εκφράση,
+κάτι σαν προαίστηση πως δεν είτανε γι' αυτόν τον κόσμο; Να τον έδενε
+τάχα και κείνον αυτή η προαίστηση περσότερο με τη μητέρα του, που
+έκρυβε κάτω από την ευτυχία της το ίδιο αίστημα; Ποιος μπορεί να
+δώση μιαν απάντηση σ' αυτό; Ή ποιος μπορεί να δοκιμάση να τη δώση;
+Κανείς. Μόνο η σιωπή σαλεύει απάνω από ανθοφορτωμένους τάφους.
+
+Το βέβαιο είναι όμως πως ο μικρός Σβεν ανακάλυψε μια μέρα μιαν εικόνα
+κρεμασμένη στην κάμαρα της μαμάς κι αφού την κοίταξε μερικές στιγμές,
+την κατέβασε και την παρατηρούσε σιωπηλός, σα να έβλεπε εκεί κάτι
+νέο, που το λογικό του δεν το ένοιωθε.
+
+Δεν είτανε καμιά εικόνα σύμφωνη με το σημερινό αίστημα. Έχει πολύ
+λίγη τέχνη και διηγείται μιαν ιστορία. Υπάρχει μια παράδοση, που
+λέγεται η πομπή του θανάτου. Ο θάνατος είναι σκεπασμένος με λευκό
+μαντύα, το κρανίο του όμως μένει ξέσκεπο. Πίσω του έρχεται μια μακριά
+ακολουθία από νέους και γέρους ανάκατα κ' είναι τόσο μακριά ώστε
+χάνεται στο απέραντο και κανένας δεν μπορεί να δη το τέλος της. Ο
+θάνατος κρατεί στο χέρι ένα κουδούνι και φαίνεται πως μόλις το
+σήμανε. Φαίνεται, γιατί στο δρόμο κάθεται μια γυναίκα λυγισμένη από
+τα γερατιά κι απλώνει παρακαλεστικά τα χέρια στον ανίλεο, που περνά
+μπροστά της χωρίς να την κοιτάξη. Κοντά όμως στο θάνατο στέκει ένα
+νέο ζευγάρι ερωτεμένων. Στο αυτί του νέου έχει σημάνει το κουδούνι
+του θανάτου και το απελπισμένο αγκάλιασμα της αγαπημένης δεν μπορεί
+να τον κρατήση. Η πομπή του θανάτου προχωρεί κι όταν έρχεται η θέση,
+που μένει ελεύτερη για το νέο, πρέπει να την πάρη κ' η θέση του στη
+γις μένει αδειανή και κανείς πόθος δεν μπορεί να τον καλέση πίσω.
+Εκεί όμως που φαίνεται πως τελειώνει η πομπή, ροδίζει μια μεγάλη
+λάμψη σαν το φως της χαραυγής.
+
+Αυτή είναι η εικόνα κ' η μαμά την είχε πάρει μαζί μ' άλλες εικόνες
+και φωτογραφίες και στόλισε την καινούρια καλοκαιρινή κατοικιά μας.
+
+Σε μια φωτογραφία της εικόνας αυτής κάρφωσε το βλέμμα ο Σβεν και
+ρώτησε τη μαμά:
+
+ — Τι είναι αυτό;
+
+Κ' η μαμά του διηγήθηκε το παραμύθι του σκληρού θανάτου, που έρχεται
+και παίρνει εκείνον, που είναι νέος, κι αφίνει τη γερόντισσα, που
+παρακαλεί να πάη κοντά του.
+
+Ο Σβεν ξανακρέμασε την εικόνα στη θέση της.
+
+Το άλλο πρωί όμως την πήρε πάλι κι αφού την κοίταξε μια στιγμή,
+ζήτησε της μαμάς να του ξαναπή την ιστορία.
+
+Πάλι κάθησε ο Σβεν κι άκουγε και πάλι τέντωσε ξαφνισμένος τα μεγάλα
+μάτια του.
+
+ — Πιστεύεις, μαμά, πως ο νέος είναι λυπημένος που θα πεθάνη; είπε.
+
+ — Ναι, μα η αρρεβωνιαστικιά του είναι περσότερο λυπημένη, απάντησε η
+μαμά.
+
+ — Μπορεί όμως να γίνη άγγελος και να βγάλη λευκά φτερά στους ώμους,
+είπε ο Σβεν.
+
+ — Βέβαια θα γίνη, είπε η μαμά.
+
+Μα ο Σβεν αναστέναξε και δεν έμεινε ευχαριστημένος.
+
+ — Γιατί δεν μπορεί να πάη μαζί η γερόντισσα αφού το θέλει; είπε.
+
+ — Αυτό δεν το ξέρει κανείς, Σβεν, είπε η μαμά, μόνο ο Θεός το ξέρει.
+
+ — Το ξέρει αυτός;
+
+ — Ναι, το ξέρει.
+
+Ο Σβεν ξαναβγήκε όξω στον ήλιο και στους βράχους. Όμως από τότε η
+ιστορία αυτή του έγινε η πιο αγαπημένη και σχεδόν κάθε πρωί, όταν, η
+μαμά χτένιζε τα μαλλιά της, ερχόταν ο Σβεν, κατέβαζε την παράξενη
+εικόνα και παρακαλούσε τη μαμά να του διηγηθή.
+
+Μα συνέβηκε κάτι άλλο ακόμα του Σβεν κι αυτό έγινε το χειμώνα. Τον
+είχαν πάρει μαζί στο θέατρο, σε μιαν απογεματινή παράσταση, που
+δινότανε μια Κυριακή. Παίζανε τον «Τυχερό Πέτρο» του Στρίντμπεργ και
+βέβαια ο Σβεν δεν ένοιωθε πολλά πράματα από το έργο, ωστόσο
+διασκέδαζε με το δικό του τρόπο. Διασκέδαζε τόσο καλά, ώστε η ευθυμία
+του μεταδόθηκε και στους καθισμένους τριγύρω του ...
+
+Έπειτα όμως ήρθε η σκηνή, που παρουσιάζεται ο θάνατος στον ήρωα του
+έργου, κι ο Σβεν σώπασε. Κανείς δε συλλογίστηκε τη σκηνή αυτή και πως
+μπορούσε να του κάμη τόση εντύπωση. Ό,τι όμως έγινε κατόπι δεν το
+πρόσεξε ο Σβεν. Κι όταν έπειτα τον ρωτούσε κανείς τι είδε στο θέατρο,
+απαντούσε μόνο:
+
+ — Είδα το θάνατο. Είταν ένας μεγάλος, ψηλός σκελετός και μπορούσε
+και μιλούσε. Και κρατούσε ένα δρεπάνι στο χέρι.
+
+Αυτήν την ανάμνηση ο Σβεν την έδεσε μαζί με την εικόνα της πομπής του
+θανάτου. Το μόνο που δεν μπορούσε να νοιώση είτανε πως ο θάνατος, που
+είδε στο θέατρο, κρατούσε δρεπάνι, ενώ στην εικόνα χτυπούσε ένα
+κουδούνι. Όσο για τάλλα, η εντύπωση από το θέατρο, η εικόνα στην
+κάμαρα της μαμάς και το παραμύθι, που του διηγήθηκε αυτή, είτανε σα
+να είχαν σμίξει σ' ένα πράμα.
+
+Κι αδιάκοπα μιλούσε γι' αυτό το θέμα. Η εικόνα εκείνη του τυπώθηκε
+τόσο ζωηρά στη φαντασία, ώστε τίποτε δεν μπορούσε να τη σβήση. Και
+διηγότανε στον καθέναν, που ήθελε νακούση, πως ήρθε ο θάνατος στον
+Πέτρο και τονέ φοβέριξε πως θα τον πάρη και πως έφυγε πάλι, όταν ο
+Πέτρος τον παρακάλεσε τόσο θερμά. Το διηγότανε με τέτοιον τρόπο, που
+ανατρίχιαζε μόνο με την ανάμνηση κι ο ίδιος. Και να του είχε
+παρουσιαστεί μπροστά του ολοζώντανος ο θάνατος, δε θα τονέ συγκινούσε
+δυνατότερα.
+
+Οι φίλοι του όμως εκεί όξω στο νησί το βρίσκανε παράξενο πώς μπορούσε
+ένα τόσο μικρό παιδί να μιλή για τέτοιο πράμα. Δεν αστειευόντανε μαζί
+του, μα εκείνο που τους διηγότανε τους δυνάμωνε στα αίστημα πως
+είχανε μπροστά τους ένα πλάσμα παράξενα λεπτό και τρυφερό και το
+παίρνανε στα χέρια τους και τα ανεβάζανε στους βράχους.
+
+Κι ο Σβεν δεν άφινε την ευτυχία του να συγχυστή από αυτούς τους
+μύθους. Είτανε τόσο συνειθισμένος μ' αυτούς, ώστε του φαινότανε πως
+τον ακολουθούσανε σαν ο ίσκιος τον ήλιο. Κ' έπλασε το δικό του κόσμο
+έξω στο νησί, Όταν η θαλασσοταραχή έβραζε κι ο άνεμος βογγούσε,
+έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω τη θάλασσα, που βούιζε, και
+μπορούσε να μένη ώρες εκεί.
+
+Όταν ο ουρανός είτανε γαλανός κι ο άνεμος φυσούσε στο νησί ψυχρός και
+σιγανός, κατέβαινε μόνος στο αγιάλι, ψάρευε θαλασσινά άστρα και
+μάθαινε να παίζη με βαρκούλες.
+
+Μα περσότερο του άρεσε να μένη ψηλά στο βράχο, στη βίγλα των πιλότων,
+και παρακαλούσε τη μαμά, που καθότανε κει με την εργασία της, να του
+διηγιέται ό,τι γνώριζε για τη θάλασσα. Είτανε κάτι περσότερο από
+ευτυχισμένος όταν έτρεχε με γυμνά πόδια στους βράχους και μάζευε
+απάνω τα μικρά του πανταλόνια και σκαρφάλωνε τόσο προσεχτικά με τα
+λεπτά του πόδια, σα μικρή βασιλοπούλα. Μα όταν ήθελε να πάη
+μακρήτερα, τότε παρακαλούσε να τον πάρουνε στα χέρια. Κ' επειδή δεν
+μπορούσε κανείς ναρνηθή τίποτε του Σβεν, βρισκότανε πάντα κάποιος που
+τον έπαιρνε στα χέρια ή στον ώμο. Και τότε κοίταζε με καμάρι γύρω του
+και χαμογελούσε με τη συναίστηση της δύναμής του και της ευδαιμονίας
+πως τον αγαπούσαν όλοι.
+
+Όταν όμως μένανε μόνοι η μαμά κι ο μπαμπάς, έλεγε ο τελευταίος συχνά:
+
+ — Είναι γερός και χαρούμενος όσο δεν είτανε ποτέ. Γιατί μιλεί πάντα
+για το θάνατο;
+
+Και κείνη απαντούσε:
+
+ — Δεν του μιλώ εγώ γι' αυτόν. Οι στοχασμοί του έρχουνται και φεύγουν
+όπως θέλουν. — Βλέπεις;
+
+Έδειξε κάτω στο ακρογιάλι. Εκεί καθότανε ο Σβεν μόνος και φαινότανε
+υπερβολικά ευτυχισμένος και χαρούμενος. Κρατούσε ένα σκοινί στα χέρι
+και στο σκοινί είτανε δεμένο ένα ξύλο, που έμοιαζε με βάρκα. Ο Σβεν
+την έσερνε στο ακρογιάλι, τη φόρτωνε πετραδάκια και την τραβούσε
+πάλι.
+
+ — Ακούς; είπε η Έλσα.
+
+Και για νακούσουμε καλήτερα, πλησιάσαμε σιγά σιγά χωρίς να μας δη ο
+μικρός.
+
+Είτανε καθισμένος ακούνητος, άφησε τη βαρκούλα να σέρνεται απάνω κάτω
+στα κύματα και με σιγανή φωνή τραγουδούσε μόνος του.
+
+Έλεγε ένα ναυτικό τραγούδι, που το είχε μάθει από τα παιδιά στο νησί.
+
+ Τραγουδεί λαρά, τραλαλαρά, λαρά
+ και θωρεί το μνήμα του στη θάλασσα βαθιά.
+
+Μας είδε άξαφνα, σώπασε κ' είπε πως δε θέλει να τραγουδή, όταν τον
+ακούει ο μπαμπάς.
+
+10
+
+Παρατήρησα πως στο βιβλίο αυτό μιλώ σχεδόν μονάχα πώς περνούσαμε τα
+καλοκαίρια μας.
+
+Ο λόγος είναι μόνο γιατί το καλοκαίρι είχαμε ζωηρότερο το αίστημα πως
+ζούμε. Το χειμώνα κατοικούσαμε ή στην πόλη, ή τόσο κοντά στην πόλη,
+ώστε μπορούσαμε να είμαστε κει όποτε θέλαμε. Κ' έτσι, γινότανε και με
+μας ό,τι και με τον περσότερο κόσμο. Η ζωή της πρωτεύουσας μας
+παράσερνε στη ζάλη της, ώστε απομένανε μετρημένες οι ώρες, που
+μπορούσαμε να ζούμε όλοι μαζί και να αιστανόμαστε πως είμαστε όλοι
+ένα. Λείπανε οι παράμερες ομιλίες με τη γυναίκα μου, έλειπε η φαιδρή
+συναναστροφή με τα παιδιά. Ούτε η γιορτή των Χριστουγέννων, αυτή πολύ
+λιγότερο, δεν ερχότανε χωρίς το αίστημα της εκνευριστικής βίας, που
+αφίνει πίσω κούραση, βαριέστισμα και δυσθυμία. Για τούτο περιμέναμε
+το καλοκαίρι σαν απολύτρωση από κάτι πονηρό κι όταν φεύγαμε από την
+πρωτεύουσα, είτανε σα να πηγαίναμε να ξανανιώσουμε και να βρούμε την
+καθαυτό οικογενειακή ζωή.
+
+Τώρα θέλω να διηγηθώ για το τελευταίο μας καλοκαίρι, που είχαμε
+αληθινά το αίστημα πως ζούμε, για το καλοκαίρι, που έγινε όλωςδιόλου
+διαφορετικό παρότι ελπίζαμε και στοχαζόμαστε.
+
+Τη φορά αυτή διαλέξαμε ένα άλλο μέρος και το κάναμε για να έχη γύρω
+της η γυναίκα μου όλα όσα είχε στερηθεί το περασμένο καλοκαίρι στα
+δυτικά ακρογιάλια. Γιατί, όσο κι αν της επιβλήθηκε κι αυτής η
+θάλασσα, έκρυβε ωστόσο στο βάθος της ψυχής της μιαν αντιπάθεια γι'
+αυτή, γι' αυτή που θέλει να κυριαρχή μ' ερημική μεγαλειότητα και δεν
+ανέχεται κοντά της ψηλά δέντρα κι ανθισμένα λιβάδια. Μέσα της
+νοσταλγούσε πάντα τα φυλλωμένα δάση και τα περισσά άνθη κ' η νίκη που
+κέρδισα στον αγώνα μου για τη θάλασσα είδα πως είτανε μισή νίκη μόνο.
+Έτσι συμφωνήσαμε να ορίζη στο εξής πότε ο ένας, πότε ο άλλος μας τον
+τόπο που θα μέναμε το καλοκαίρι.
+
+Κ' εξόν από αυτό, θέλαμε το καλοκαίρι τούτο να το περάσουμε με τη
+συντροφιά άλλων και να ξαναδοκιμάσουμε κείνο το αίστημα, που μας
+γέμιζε τις καρδιές μια φορά, όταν η ευτυχία μας αντανακλούσε σ' έναν
+κύκλο φίλων, που μπαινοβγαίνανε στο σπίτι μας, όπως και στο δικό
+τους.
+
+Για να κάμουμε όσο το δυνατό μεγαλήτερη την αντίθεση με το περασμένο
+καλοκαίρι, διαλέξαμε το «Λύδιγγαι» και στήσαμε την κατοικία μας στο
+απάνω πάτωμα ενός μισοερειπωμένου πύργου.
+
+Είτανε μια κατοικία με πολλές μεγάλες κάμαρες, με στραβωμένα
+παράθυρα, με λεκιασμένους τοίχους και μεγάλες βεράντες παλαιού
+ρυθμού, μια στενόμακρη, που έβγαινε στην αυλή, και μια μικρότερη, που
+είχε θέα προς έναν κήπο με χορταριασμένους δρόμους κι ακλάδευτα
+φραουλόθαμνα, προς τις βελανιδιές μακριά και τον ήσυχο φωτεινόν
+κόλπο, που τριγυρισμένος όπως είταν από την πρασινάδα έμοιαζε μ'
+ατάραχη λίμνη. Οι βεράντες είτανε κι από τα δυο πλευρά του σπιτιού
+σκεπασμένες μ' αγριοκλήματα και το όλο έκανε την εντύπωση σπιτιού,
+που κιντύνευε να σκεπαστή από τα φυτά, να ταφή αποκάτω τους, να χαθή
+και να γίνη ένα με τη φύση. Όταν καθότανε κανείς στη μικρότερη
+βεράντα και κοίταζε τις βελανιδιές και τον ήσυχο κόλπο πέρα από τον
+κήπο, δεν μπορούσε να μη στοχαστή πως όλα, όσα είτανε χτισμένα και
+καλλιεργημένα εδώ, θα χανόντανε μια φορά και πως θαρχότανε μια μέρα,
+που νέοι άνθρωποι θα βρίσκανε κρυμμένο στη γις ό,τι στέγασε τη χαρά
+και τη λύπη κ' έδωσε τροφή στο σώμα ανθρώπων ξεχασμένων από καιρό. Το
+αίστημα αυτό κυρίευε μελαγχολικά εκείνον που καθόταν εκεί βυθισμένος
+στη διάθεση, που γεννούσε το μέρος αυτό, και του φαινότανε πως όλη η
+γήινη ευτυχία περιοριζότανε μόνο στο να ζήση εδώ, όσο να πέση το
+σπίτι και το παν να σκεπαστή από τάγρια φυτά και τότε ναποκοιμηθή κι
+αυτός με τα συντρίμματα και τα παλιά σαπισμένα δέντρα και να γίνη ένα
+με την άκαρπη γις, που φαινότανε σα να κουράστηκε κι αυτή να κρατά
+απάνω της εκείνο, που είχε τον προορισμό να συντηρή τη ζωή των
+καλλιεργητών της.
+
+Εδώ ανθούσαν οι πασκαλιές, οι κύτισσοι κρεμιόντανε λαμπροί και βαριοί
+απάνω από τις απεριποίητες βραγιές, όπου οι παπαρούνες γερνάνε
+μισομαδημένες στη γις κ' οι τριανταφυλλιές βλασταίνανε
+παραστρυμωγμένες. Εδώ είταν όλα, όπως αγαπούσε η γυναίκα μου τη φύση.
+Εδώ είχαν όλα κατιτίς από μια μελαγχολική αφτονία που πεθαίνει,
+κατιτίς που ταίριαζε με ολάκερη την ψυχική διάθεσή της. Εδώ γύριζε
+τριγύρω, σα να ένοιωθε από την πρώτη στιγμή πως είτανε στο σπίτι της.
+Εδώ λησμονήσαμε πως η ζωή κ' οι άνθρωποι μας είχανε πληγώσει βαριά
+και πως και μεις, για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, ανταποδώσαμε
+τα χτυπήματα. Εδώ λησμονήσαμε τη θλίψη του χειμώνα και τις
+εκνευριστικές διασκεδάσες του. Και στην άλλη μεριά του κόλπου είχαμε
+φίλους κ' οι βάρκες πηγαινοερχόντανε ανάμεσα της δικής τους και της
+δικής μας αποβάθρας.
+
+Εμέ όμως η τοποθεσία όλη μου κάθιζε βαριά στο στήθος κ' είχα το
+αίστημα πως μ' εμπόδιζε στην εργασία μου. Με βύθιζε σε μια διάθεση
+διαφορετική απ' όσες γνώριζα. Μα ο καιρός περνούσε και μ' αυτόν ήρθε
+η γαλήνη. Ο δαίμονας της εργασίας με κυρίεψε με τόση δύναμη, όπως
+ποτέ άλλη φορά, και δε μ' ενοχλούσε άλλο τίποτε κι άλλος κανείς από
+το Σβεν.
+
+Γιατί είταν ο μόνος, που δεν μπορούσαμε να τονέ συνηθίσουμε πως ο
+μπαμπάς πρέπει να έχη την ησυχία του, όταν εργάζεται.
+
+Άνοιγε την πόρτα σα να ήθελε να δείξη πως εννοούσε πως έπρεπε να
+βασιλεύη ησυχία. Αν τον κοίταζα, έβαζε το δάχτυλο στο στόμα κ' έλεγε
+«Σστ!» με μιαν έκφραση στο πρόσωπο, που έδειχνε πως γνώριζε τη
+δύναμή της και ταυτόχρονα τόσο αθώα, ώστε άφινα την πέννα χωρίς να
+θέλω. Αν όμως δεν τον κοίταζα, τότε ερχότανε σιγά σιγά στο τραπέζι κ'
+έστεκε κοντά μου. Μπορούσε να στέκη πολλή ώρα υπομονετικά εκεί· κι
+όταν είχα τη δύναμη να κάνω πως δεν τον ένοιωσα, έφευγε πάλι τόσο
+σιγά όπως ήρθε. Αυτό όμως δε γινότανε συχνά κι αν έστριβα λιγάκι μόνο
+το κεφάλι, έβλεπα αμέσως τα γαλανά μάτια του να ζητούν ανυπόμονα τα
+δικά μου. Και τότε είμουνα χαμένος.
+
+ — Τι θέλεις, Σβεν; έλεγα.
+
+Και νόμιζα πως έπρεπε να φανώ αυστηρός, ήξερα όμως πως δεν το
+μπορούσα.
+
+Τότε μου έδειχνε ένα άνθος ή ένα πετραδάκι ή κατιτίς άλλο σπάνιο
+πράμα. Και παράδινα τα όπλα. Παραιτούσα το γράψιμο κι άφινα το Σβεν
+να μ' ενοχλήση όσο ήθελε. Και χαίρουμαι τώρα γι' αυτό.
+
+11
+
+Εδώ έξω τραγουδούσε ο μικρός Σβεν, όπως έκανε κι όλον το χειμώνα και
+βέβαια η Έλσα για χάρη δική του καθαυτό επίμενε και πήραμε το πιάνο
+μαζί μας στην εξοχή.
+
+Γιατί όταν η μαμά ανακάλυψε πως ο Σβεν μπορούσε να τραγουδά, είτανε
+φυσικό πως άρχισε να του καλλιεργή το χάρισμα και πως καμάρωνε για τη
+φωνή του, όπως και για όλα όσα έλεγε κ' έκανε. Του πήρε μικρά βιβλία
+με τραγούδια και του έμαθε τα λόγια απόξω.
+
+Γιατί ο Σβεν μόλις είταν ακόμα πεντέμιση χρονών και δεν ήξερε να
+διαβάζη. Η μαμά είχε ορκιστεί να μην τον αφήση τόσο νωρίς να
+βασανιστή μ' ένα πράμα τόσο φοβερό. Να τραγουδά όμως μπορούσε κ'
+ήξερε πολλά τραγούδια. Πολύ σπάνια του ξέφευγε ψεύτικος τόνος κι όταν
+του ξέφευγε κανένας, θύμωνε και ξανάπιανε το τραγούδι από την αρχή.
+Δε ντρεπότανε κιόλας να τραγουδά κι όταν είτανε ξένοι μπροστά.
+Μπορούσανε ναρθούνε να τον ακούσουν όσοι θέλανε. Ο Σβεν τραγουδούσε
+και γελούσε και λάμπανε τα μεγάλα γαλανά μάτια του. Γιατί να
+ντρέπεται να τραγουδά, αφού διασκέδαζε ο ίδιος τόσο μ' αυτό κι αφού
+κιόλας τραγουδούσε τόσο ωραία; Αυτό το είχε πει η μαμά κι όταν
+εκείνη εύρισκε πως τραγουδά ωραία, έπρεπε να το βρίσκουν όλοι ωραίο.
+
+Από όλα τα τραγούδια, που έλεγε ο Σβεν, ωραιότερα τραγουδούσε το
+εξής:
+
+ Μπε μπε, άσπρο αρνί, έχεις και μαλλί;
+ Ναι, ναι, μικρό παιδί, γεμάτο το σακκί!
+ Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
+ και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.
+
+Το τέλος του τραγουδιού αυτού είταν η μεγαλήτερη επιτυχία του Σβεν.
+Γιατί όταν έφτανε στον τελευταίο στίχο, το πήγαινε πια στα τέσσερα,
+τόσο γλήγορα, τόσο γλήγορα, σα να ήθελε να φάη την τελευταία λέξη και
+να την κρατήση για τον εαυτό του. Το πιάνο δεν μπορούσε να τον
+ακολουθήση και τούτο γιατί τα δυο ζευγάρια κάλτσες τα νόμιζε δικά του
+και το στίχο ολάκερο τον έπαιρνε σαν υπαινιγμό. Γιατί να μην είτανε
+κι όλο το τραγούδι γραμμένο επίτηδες γι' αυτόν, αφού μπορούσε και το
+τραγουδούσε και χαιρότανε τόσο πολύ;
+
+Το τραγούδι αυτό δεν είχε το δικαίωμα να το τραγουδή άλλος από το
+Σβεν και δεν μπορούσε αλήθεια να το τραγουδή κανείς άλλος όπως αυτός,
+αυτός που στάθηκε ο μικρός αδερφός στη ζωή, ο μικρός αδερφός στο
+θάνατο και που έμεινε και θα μείνη πάντα μ' αυτό τόνομα.
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+Τα παράθυρα της τραπεζαρίας είναι ανοιχτά, η μυρουδιά από τις
+πασκαλιές χυμά μέσα με τη βραδινή αύρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη
+και στον τοίχο απάνω από το πιάνο τρέμουν οι αχτίδες του.
+
+Στο πιάνο είναι καθισμένη η μητέρα ντυμένη λευκό καλοκαιρινό φόρεμα,
+γύρω στέκουν οι άλλοι και στη μέση τραγουδά ο μικρός Σβεν.
+
+ Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
+ και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.
+
+Είναι το βράδι του Άιγιαννιού κι ο Σβεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί η
+μαμά του είχε τάξει πως αυτό το βράδι μπορεί να πάη να κοιμηθή όποτε
+θέλη αυτός. Αυτό εννοείται δεν το θέλει και περπατεί κρατημένος από
+το χέρι της μαμάς μαζί με τάλλα αδέρφια και τους μεγάλους όξω στον
+κήπο, όσο που τα μάτια του κλείνουνε μόνα τους και τότε τονέ φέρνουν
+κοιμισμένον στο κρεββάτι του, χωρίς να εννοή τίποτε από τη δυστυχία
+του πως δεν μπορεί ναγρυπνήση περσότερο.
+
+Και κοιμάται κει κρατώντας στην αγκαλιά το φίλο του, το λευκό ξύλινο
+σκυλάκι, που έχει μαλλιά σαν αρνί και μάτια από μαύρες χάντρες και
+που ο Σβεν το είχε βαφτίσει Φλόκι. Ο Φλόκι είνε ήσυχος σύντροφος στον
+ύπνο. Δεν ενοχλεί κανέναν.
+
+Έξω στις κορφές των δέντρων αντιλαλεί το πρώτο αριό κελάδημα των
+πουλιών, που μηνά το ροδοχάραμα.
+
+12
+
+Δεν το πιστεύω να έζησε άλλη φορά ο Σβεν μια τόσο ξεχωριστή ζωή μαζί
+με τη μητέρα του, όπως αυτό το καλοκαίρι, ή μπορεί κιόλα να μην έλαβα
+εγώ άλλη φορά την ευκαιρία να την παρακολουθήσω τόσο κατά βάθος.
+Μπορεί ακόμα να είταν αφορμή και το πως για πρώτη φορά αυτό το
+καλοκαίρι δεν είχαμε μαζί το μεγάλο αγόρι μας. Γιατί ο Ούλοφ έπρεπε
+να ταξιδέψη στα βορινά μέρη για να συνηθίση να μένη μόνος. Και φυσικά
+το αποτέλεσμα είτανε πως εκείνοι που μείνανε πίσω δεθήκανε μεταξύ
+τους στενότερα, όπως γίνεται πάντα. Και το βέβαιο είναι πως το
+καλοκαίρι αυτό άρχισα ασυναίσθητα να βλέπω το Σβεν με τα ίδια μάτια,
+που τον έβλεπε η μητέρα του και πως τότε παρατήρησα περσότερο από
+άλλοτε πόσο είτανε διαφορετικός από τάλλα παιδιά, που είχα δει, αν
+και δεν του εύρισκε κανείς άλλο τίποτε παρά εκείνο που λέγεται
+παιδιάστικο.
+
+Ένα πρωί θυμούμαι πως με ξάφνισε που τον είδα, εκεί που πήγαινα
+περίπατο, καθισμένον στο λιβάδι μ' ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι. Τονέ
+ρώτησα αν ήθελε ναρθή μαζί μου στο πάρκο. Αυτό το δεχότανε πάντα μ'
+ευχαρίστηση και γι' αυτό με ξάφνισε όταν αυτή τη φορά το αρνήθηκε
+κατηγορηματικά.
+
+ — Δε θέλεις ναρθής με τον μπαμπά, Σβεν;
+
+Με πείραξε σχεδόν και νόμισα πως είταν ιδιοτροπία.
+
+Ο Σβεν κούνησε τΟ κεφάλι κ' έμεινε στη θέση του.
+
+ — Μα γιατί;
+
+ — Περιμένω τη μαμά, είπε ο μικρός αδερφός με μεγάλη σταθερότητα.
+
+ — Μα ξέρεις πως η μαμά θα βγη έξω πολύ αργότερα. Η μαμά δεν είναι
+τόσο καλά, όπως πριν, και πρέπει να μένη αργά στο κρεββάτι, γιατί δεν
+κοιμάται τη νύχτα.
+
+Κι αυτό είταν κ' η αλήθεια· κι αν δε μας εμπόδιζε ναπολαβαίνουμε το
+καλοκαίρι, είτανε γιατί είμαστε συνειθισμένοι τόσα χρόνια με το
+φιλάστενο της γυναικός μου, κ' έτσι βρίσκαμε το πράμα φυσικό.
+
+Ο Σβεν όμως δεν εννοούσε να πειστή με κανέναν τρόπο κ' έμεινε στη
+θέση του.
+
+ — Το &ξέρω& πως θαρθή &σήμερα&, είπε.
+
+Χαμογέλασα για τη βεβαιότητα που είχε και προχώρησα. Στοχαζόμουνα
+λιγότερο την προφητεία του παρόσο την υπερβολική αγάπη ενός παιδιού,
+μιαν αγάπη που ξεπερνούσε την ηλικία του και το έκανε να κάθεται κει
+με λίγα άνθη στο χέρι, μόνο και μόνο για να μη χάση τη στιγμή, που θα
+έβγαινε η μητέρα του.
+
+Μα ενώ περπατούσα, γύρισα άξαφνα πίσω και κει είδα το άσπρο καπέλο
+της γυναικός μου και το παρδαλό φόρεμά της να παρουσιάζουνται ανάμεσα
+από τα θάμνα των γιασεμιών. Και την ίδια στιγμή άκουσα, τη φωνή του
+Σβεν.
+
+Χαμογελώντας γύρισα και τον είδα κρεμασμένον στο λαιμό της μητέρας
+του μ' ένα ξέσπασμα τρυφερότητας. Της φώναξα, μα ο μικρός αδερφός δεν
+την άφινε. Έμενε κρεμασμένος στη μητέρα του και μου φώναζε από
+μακριά, θριαμβευτικά γιατί βγήκε αληθινή η προαίστηση του και με
+κάποια δόση δυσαρέσκειας γιατί έδειξα δυσπιστία στην προαίστηση:
+
+ — Βλέπεις που ήρθε! Βλέπεις που το ήξερα!
+
+ — Είσουνα μέσα και κοίταξες, είπα.
+
+Δεν μπορώ να περιγράψω με ποια περιφρόνηση μου απάντησε ο Σβεν, μια
+περιφρόνηση για κάθε λογική εξήγηση εκείνου που αιστανότανε και
+γνώριζε:
+
+ — Όχι, δεν κοίταξα. Κοίταξα, μαμά;
+
+Κ' η μαμά τον παρηγόρησε βεβαιώνοντας πως δεν κοίταξε. Εμένα όμως μου
+είπε:
+
+ — Δεν μπορείς να πιστέψης πόσες φορές έγινε το ίδιο πράμα. Είναι σα
+να με προαιστάνεται στον αέρα πως έρχουμαι. Τα παιδιά δεν μπορούνε να
+φτιάσουνε με το νου τέτοια πράματα.
+
+13
+
+Ωστόσο ο Σβεν δεν είταν ο ίδιος αυτό τΟ καλοκαίρι. Χωρίς καμιά αφορμή
+έλεγε άξαφνα πως είταν κουρασμένος και τότε ήθελε να μένη ξαπλωμένος
+στη χλόη με το κεφάλι ακκουμπημένο στην αγκαλιά της μαμάς. Ή ερχότανε
+στον μπαμπά και τον παρακαλούσε να τον πάρη στα χέρια. Τότε τον
+έπαιρνε ο μπαμπάς στον ώμο και τον έφερνε όξω στο δάσος και ποτέ άλλη
+φορά το βλέμμα του Σβεν δεν είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη και ποτέ
+άλλη φορά το μικρό, απαλό του χέρι δεν είτανε τρυφερότερο.
+
+Έπειτα παραπονιότανε πως τον πονούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να
+σηκωθή το πρωί κ' έλεγε πως είταν κουρασμένος. Μα επειδή ο μικρός
+είτανε καλά σε όλα τάλλα, ο μπαμπάς τονέ σήκωνε από το κρεββάτι και
+του έλεγε πως έπρεπε να ντυθή και να βγη όξω στον καθαρόν αέρα. Τότε
+σηκωνότανε ο Σβεν κι όσο είταν ο μπαμπάς μέσα προσπαθούσε να φορέση
+τις κάλτσες του. Μόλις όμως έβγαινε ο μπαμπάς στην πόρτα, πήγαινε στο
+κρεββάτι της μαμάς και την παρακαλούσε να τον αφήση να ξαπλωθή εκεί
+μαζί της.
+
+Φυσικά η μαμά δεν μπορούσε ναντισταθή. Και ποτέ του δεν είτανε τόσο
+ευχαριστημένος ο Σβεν. Έγερνε κει το κεφάλι στο χέρι της μαμάς,
+έκλεινε πάλι τα μάτια κ' έμενε ήσυχος και σιωπηλός όσο που άρχιζε να
+ξαναβρίσκη τη δύναμη του. Τότε σηκωνότανε πάλι, πριν όμως σηκωθή,
+κοίταζε τη μαμά με τα παράξενα μάτια του:
+
+ — Μην το πης του μπαμπά.
+
+ — Δεν το λέω· μα γιατί; έλεγε η μαμά.
+
+ — Γιατί θα θυμώση ο μπαμπάς.
+
+Όλα αυτά φαινόντανε της μαμάς τόσο περίεργα, ώστε έταζε του Σβεν ό,τι
+ήθελε· και του έταζε φυσικά και πως δε θα το πη του μπαμπά. Κι ο Σβεν
+έβγαινε όξω κ' είταν ήσυχος κ' ευχαριστημένος που η μαμά δεν πρόδινε
+την παρακοή του και που έβλεπε πως είτανε συνεννοημένος με τη μαμά.
+
+Όταν όμως είτανε να φύγη η μαμά ή και να βγη, μονάχα έξω χωρίς αυτόν,
+τότε τον έπιανε απελπισία. Η θλίψη του δεν είχε όρια και το κλάμα του
+είτανε τόσο απαρηγόρητο, ώστε δεν εύρισκε κανένας μέσο να τον
+ησυχάση. Ναι, μας έκανε τόση λύπη να τον βλέπουμε έτσι, ώστε δεν το
+ξεχνούσαμε εύκολα κ' ένα πρωί μιλούσαμε γι' αυτό. Είχα μόλις
+καταφέρει τη γυναίκα μου ναρθή μαζί μου στην πόλη, όπου είχαμε να
+φάμε μαζί με μερικούς φίλους. Και το έκανα ίσια ίσια, γιατί εύρισκα
+πως έπρεπε να ησυχάση λίγο από το Σβεν.
+
+Κατωρθώσαμε τέλος να λησμονήσουμε την εντύπωση, που μας κάμανε τα
+δάκρυα του μικρού, και περάσαμε μιαν ευχάριστη μέρα στην πόλη, όπως
+πάντα, όταν ξέραμε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε κει. Η
+διάθεσή μας είχε φτάσει στο κορύφωμα, όταν η γυναίκα μου με ρώτησε
+ψιθυριστά αν θα με δυσαρεστούσε πολύ αν έφευγε αυτή πρωτήτερα από μέ.
+Πολύ σπάνια κάναμε εκδρομή για να διασκεδάσουμε κ' η πρότασή της δε
+μου άρεσε πολύ. Είπα λοιπόν της Έλσας πως ειδοποιήσαμε στο σπίτι πως
+θα γυρίσουμε με το τελευταίο βαπόρι κ' έτσι δε μας περίμενε κανείς.
+Μ' ένα λόγο — της πρόβαλα όσες πρόφασες μου ήρθανε στο νου. Και τέλος
+δοκίμασα και το κυριώτερο επιχείρημα:
+
+ — Ο Σβεν θα κοιμάται όταν θα φτάσης.
+
+ — Δεν είναι γι' αυτό, απάντησε. Έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι.
+
+Με κοίταξε τόσο ικετευτικά και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως έφυγε.
+
+Στο μεταξύ ο Σβεν έπαιζε όλο το απόγεμα γύρω στο σπίτι. Όταν όμως
+πλησίασε η ώρα που έπρεπε να κοιμηθή, έγινε άφαντος. Οι υπερέτριές
+μας δεν είταν από κείνες που σκοτίζουνται πολύ· κι όταν τονέ φωνάξανε
+μερικές φορές και δεν πήραν απάντηση, ησυχάσανε με την ιδέα πως
+θαρθή, άμα πάρη να σκοτεινιάζη. Ο Σβεν λοιπόν βρήκε περίσταση να φύγη
+και πήγε και κάθησε μόνος του στην αποβάθρα. Δεν ήξερε σωστά την ώρα
+που θαρχότανε το βαπόρι κ' έτσι έπρεπε να περιμένη εκεί πολύ. Καθόταν
+ήσυχα κ' υπομονετικά κ' η μαμά τον ξεχώρισε από μακριά, ενώ το βαπόρι
+σταματούσε δω και κει στις αποβάθρες. Καθότανε μικρός μικρός και
+μαζεμένος και το πράσινο καπελάκι του έλαμπε απάνω από το γαλανό
+νερό.
+
+Της φάνηκε τόσο παράξενο, σχεδόν σα να το γνώριζε από πριν πως θα
+περίμενε κει κι όλη την ώρα τα μάτια της δε φεύγανε από τη μικρή
+μορφή, που καθότανε στον μπάγκο της αποβάθρας με σκυφτό κεφάλι κι
+ώμους, σα να συλλογιζότανε. Όταν όμως άραξε το βαπόρι κ' η μαμά
+ετοιμαζότανε να βγη, ο μικρός Σβεν έστεκε ορθός στην αποβάθρα με τη
+μεγαλήτερη ανυπομονησία και τα μάτια του ψάχνανε γύρω σα να κιντύνευε
+η ζωή του όλη. Κι όταν παρουσιάστηκε η μαμά, είτανε δύσκολο να πη
+κανείς ποιος είτανε πιο ευτυχισμένος, εκείνος που δεν περίμενε του
+κάκου εκεί ή η μητέρα που βρήκε το παιδί της να την περιμένη.
+
+ — Μα πως ήρθες εδώ, Σβεν; είπε η μαμά μέσα σ' όλη τη χαρά της. Η
+μαμά είτανε να γυρίση αργά τη νύχτα.
+
+ — Το ήξερα πως θαρθής, είπε ο Σβεν.
+
+Η φωνή του και τα μάτια του είτανε γεμάτα ξάφνισμα, πώς η μαμά δεν
+μπορούσε να φανταστή ένα πράμα τόσο απλό.
+
+ — Ήξερα πως θαρθής και γι' αυτό κάθησα εδώ και περίμενα.
+
+Κι όταν η μαμά ρώτησε αν περίμενε πολλή ώρα εκεί, απάντησε:
+
+ — Βέβαια, αλλιώς θα μ' εύρισκε η Άννα. Και τότε θα έπρεπε να πάω να
+κοιμηθώ.
+
+Η μαμά δεν απάντησε τίποτε σ' αυτό. Της είτανε δύσκολο να του πη πως
+δεν έκαμε καλά. Η αθώα του αγάπη, που είταν αφορμή της ανυπακοής του,
+τον υπεράσπιζε από κάθε μάλλωμα κι ο Σβεν το γνώριζε αυτό καλά.
+Κοίταξε λοξά τη μαμά και χαμογέλασε:
+
+ — Την έφτιαξα της Άννας. Κρύφτηκα πίσω από τα χαμόκλαδα και δεν
+μπορούσε να με δη.
+
+ — Αλήθεια! το έκαμες αυτό; είπε η μαμά.
+
+Προχωρήσανε κι οι δυο στο σπίτι, σα δυο συνένοχοι ευχαριστημένοι που
+πετύχανε το κόλπο τους και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως αυτό το
+βράδι έπρεπε να βάλη μόνη της η μαμά το μικρόν να κοιμηθή.
+
+Αυτό κιόλας το έκανε συχνά, αν κι ο Σβεν θα έκλεινε σε λίγο τα έξι
+χρόνια και σε σοβαρότερες περίστασες τονέ λέγαμε μεγάλο αγόρι.
+
+Πόση ώρα περνούσε όταν τον έβαζε μόνη της να κοιμηθή! Πόσο αλαφρά κι
+απαλά τον έγδυνε, πόσο προφυλαχτικά του έπλενε το μικρό κορμάκι, πόσο
+μαλακά το σκούπιζε κι όταν έπειτα έπρεπε να φορεθή το μακρύ νυχτικό,
+άρχιζε το παιγνίδι. Έπειτα καθότανε με τα μικρόν στην αγκαλιά κι
+ονειρευότανε τον καιρό που είταν ακόμα πολύ μικρός και τονέ βύζαινε.
+Κι όταν τέλος τον έβαζε στο κρεββάτι, δεν ήθελε ποτέ να κάμη την
+προσευχή του. Εύρισκε χίλια μέσα να μην αφίνη τη μαμά να φύγη. Όταν
+όμως τέλειωνε την προσευκή, αγκάλιαζε τη μαμά και της ψιθύριζε:
+
+ — Είναι τόσο ωραία, σα με βάζης εσύ στο κρεββάτι. Γιατί εσύ δε με
+πιάνεις ποτέ τραχιά.
+
+Η Έλσα έσκυβε ακόμα περσότερο και του απαντούσε:
+
+ — θα σε βάζω πάντα εγώ. Όσο να μεγαλώσης, και να το κάνης μόνος σου.
+
+Όταν γύρισα τη νύχτα με το τελευταίο βαπόρι, τη βρήκα που περίμενε να
+μου διηγηθή όλα όσα είπε ο Σβεν.
+
+Έπειτα από την ευχάριστη μέρα, που είχα περάσει με τους συναδέρφους
+μου, όλα αυτά τα συγκινητικά χαραχτηριστικά του παιδιού μου κάμανε
+μεγαλήτερη εντύπωση παρότι θα μου κάνανε σε συνειθισμένη περίσταση.
+
+ — Ξέρεις, είπα, πως ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος μεταχειρίστηκε
+κάποτε τα ίδια λόγια, όταν μου διηγήθηκε την πρώτη του εντύπωση από
+το θάνατο της μητέρας του. Και κείνος είτανε τότε πέντε ως έξι χρονών
+και το ζήτημα είτανε το ίδιο — ναλλάξη το πουκάμισο. Μεταχειρίστηκε
+απαράλλαχτα τα ίδια λόγια: Πρώτη φορά, είπε, έννοιωσα πως με πιάνανε
+τραχιά.
+
+Στάθηκα κοντά στο κρεββατάκι του Σβεν και τον κοίταζα πολλή ώρα. Τα
+μελίγγια του είχαν κάνει μικρούς λάκκους. Μα κοιμότανε βαθιά κ' ήσυχα
+κ' έσκυψα και τονέ φίλησα στο μέτωπο.
+
+Δοκιμάσαμε να μιλήσουμε γι' άλλα πράματα, όμως είμουνα τόσο
+κυριεμένος από τη σκέψη για το παιδί αυτό, ώστε δεν είχα διάθεση γι'
+άλλο τίποτε.
+
+ — Δε συλλογίστηκες ποτέ ένα πράμα, είπα. Τον Ούλοφ μπορώ και τον
+φαντάζουμαι μεγάλον, ηλικιωμένον άντρα. Και το Σβάντε το ίδιο. Είναι
+τόσο διαφορετικοί! Ωστόσο μπορώ και τους βλέπω και τους δυο
+μεγαλωμένους. Μα το Σβεν; Μπορείς να τον φανταστής εσύ μεγάλον; Τι
+τον θέλεις να κάμη στον κόσμο; Νομίζεις πως είναι γι' άλλο τίποτε
+παρά για να τον έχουμε μεις;
+
+Η γυναίκα μου χαμογέλασε μ' έναν τόνο θλιβερό, που σχημάτισε ψιλές,
+αλαφρές δίπλες γύρω στα χείλη της.
+
+ — Το συλλογίστηκα συχνά, είπε. Κι ακολουθώντας τη σειρά των
+στοχασμών της πρόστεσε:
+
+ — Αυτό θα είναι ίσως γιατί τον αγαπώ περσότερο από άλλο καθετί στον
+κόσμο. Περσότερο από τάλλα δυο παιδιά, περσότερο από σένα. Το
+σκέφτηκα συχνά και γνωρίζω πως αν πέθαινε ένα από τα μεγάλα παιδιά,
+δε θα έπαυα ποτέ να λυπούμαι. Μου φαίνεται όμως πως θα μπορούσα να
+υποφέρω τη λύπη για χάρη σας των άλλων, που θα ζούσατε. Αν πέθαινες
+εσύ — δεν μπορώ να το στοχαστώ. Μα αν πέθαινε ο Σβεν, δε θα μπορούσα
+να ζήσω πια. Πολλές φορές σκέφτηκα να σου το πω. Γιατί ήθελα να το
+ξέρης.
+
+Μου άπλωσε το χέρι και τα μάτια της γυρέψανε τα δικά μου, σα να ήθελε
+να μου ζητήση να τη συχωρέσω γιατί πίστευε πως μπορούσε να ζήση χωρίς
+εμέ. Κι άμα σβήσαμε το φως, έμεινα πολλή ώρα άγρυπνος και
+στοχαζόμουνα τα λόγια της. Αποκοιμήθηκα με την πίστη πως ποτέ δε θα
+λάβαινα την πείρα, αν είπε την αλήθεια ή όχι.
+
+14
+
+Ο Σβεν αρρώστησε τόσο, που έπρεπε να τον φέρουμε στο κρεββάτι. Μα αν
+και γνωρίζαμε πως το πράμα είταν αρκετά σοβαρό, ο πυρετός ωστόσο
+είτανε τόσο μικρός, ώστε δε φοβηθήκαμε πραματικό κίντυνο. Ξακολούθησα
+να γράφω ακούραστα κ' η γυναίκα μου καθότανε κοντά στο κρεββάτι του
+παιδιού, του κρατούσε το χέρι και του διηγότανε παραμύθια όταν είτανε
+σε κατάσταση νακούη.
+
+Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστεια θα βαστούσε πολύ, ωστόσο μας
+βεβαίωσε πως δεν είτανε κίντυνος κ' επειδή από καιρό είχα στο νου
+κάποιο ταξίδι, έφυγα για λίγες μέρες με την ελπίδα πως άμα θα γύριζα,
+θα είχε περάσει το δυσκολότερο στάδιο.
+
+Πέρασα λοιπόν τρεις ολάκερες μέρες με καλούς φίλους και χάρηκα τη
+φιλία και την ωραία φύση χωρίς να έχω πολλή ανησυχία. Όταν όμως
+καθόμουνα στο τραίνο και γύριζα στη Στοκχόλμη για ναρθώ πάλι από κει
+στο σπίτι μου, με κυρίεψε τόση αγωνία, που δεν μπορούσα να τη νικήσω.
+Λίγο πρι να φύγω, είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Άκουσα
+από μακριά τη φωνή της να τρέμη από χαρά: Ο Σβεν πηγαίνει καλήτερα!
+Κάθησε στο κρεββάτι και γέλασε και φλυάρησε. Έφαγε και παρακάλεσε τη
+μαμά να πη χαιρετίσματα του «πατεράκη», όπως τον έλεγε, χαδευτικά
+όταν είταν πολύ χαρούμενος. Όλα τάζανε τις καλήτερες ελπίδες κι
+ωστόσο δεν μπορούσα να ησυχάσω.
+
+Έφτασα στη Στοκχόλμη στις εφτά το βράδι, τη στιγμή που έφευγε το
+τελευταίο βαπόρι, που μπορούσε να με φέρη σπίτι μου. Τράβηξα λοιπόν
+ίσια στο ξενοδοχείο, όπου πήγαινα πάντα. Είχε σκοτεινιάσει κ' έβρεχε
+δυνατά. Μπήκα μέσα βιαστικά με κείνο το απελπιστικό συναίστημα πως
+είμαι ξένος, ένα συναίστημα που με πιάνει πάντα όταν έρχουμαι το
+καλοκαίρι στη Στοκχόλμη και γνωρίζω πως θα είμαι μόνος. Δεν είχα
+προφτάσει ακόμα να ζητήσω να μου δώσουνε δωμάτιο, όταν ήρθε ο
+πορτιέρης και με παρεκάλεσε να πάω στο τηλέφωνο.
+
+Πήγα και κει μου είπαν πως ο γιατρός είχε φύγει για το σπίτι μου και
+πως έπρεπε να πάρω αμέσως ένα αμάξι και να τρέξω και γω εκεί.
+
+Το χτύπημα, που μου ήρθε τόσο σφοδρά και ξαφνικά με παράλυσε κ' η
+κίνηση, που έβαλα σ' ενέργεια μου φαινότανε και μέ του ίδιου όλως
+διόλου αυτόματη. Παράγγειλα να μου φέρουν ένα αμάξι και την ίδια
+στιγμή που έκανα αυτό σκέφτηκα πως έπρεπε να φάω. «Ο Σβεν πέθανε»,
+συλλογίστηκα. «Δε θα τονέ βρω ζωντανό, άμα φτάσω σπίτι. Άμα όμως
+φτάσω δεν πρέπει να είμαι νηστικός και κουρασμένος. Πρέπει να είμαι
+σε θέση ναγρυπνήσω και να παρηγορήσω τη γυναίκα μου.» Όλα αυτά
+περάσανε στο νου μου εκεί που καθόμουνα και περίμενα το αμάξι. Έβλεπα
+τον εαυτό μου σαν άλλο πρόσωπο, έβλεπα πως έβαζα κρέας στο πιάτο μου,
+το έκοβα και προσπαθούσα να φάω. Όλη την ώρα στοχαζόμουνα ένα μόνο:
+το αμάξι που δεν ερχότανε, Θεέ μου! Το αμάξι δεν ερχότανε και στο
+σπίτι πέθαινε το παιδί μου και δεν μπορούσα να το προφτάσω.
+
+Πλήρωσα και βγήκα στην είσοδο του ξενοδοχείου και περπατούσα πέρα
+δώθε· μου είταν αδύνατο να σταθώ σε μια θέση, αδύνατο να συγκεντρώσω
+τη σκέψη μου. «Το παιδί μου πεθαίνει», είπα του πορτιέρη· «γι' αυτό
+είμαι τόσο νευρικός.»
+
+Δοκίμασα να του χαμογελάσω για να του δώσω να εννοήση πως το έβλεπα
+κι ο ίδιος πως ο τρόπος μου είταν παράλογος. Μα αιστάνθηκα πως το
+χαμόγελό μου μεταμορφώθηκε σε μορφασμό και δεν περίμενα ούτε να μου
+απαντήση. Ξακολούθησα να πηγαίνω πέρα δώθε με το ρολόγι στο χέρι, σα
+να ήθελα να τρέξω πριν από τον καιρό κι όταν έφτασε τέλος το αμάξι,
+είμουνα βέβαιος πως είταν αργά πια. Δεν εννοούσα γιατί καθόμουνα εκεί
+και γιατί ήθελα να κάμω αυτόν το δρόμο μέσα στη δυνατή βροχή,
+αυτόματα όμως, όπως και πρωτήτερα, είπα του αμαξά:
+
+ — Γλήγορα, όσο μπορεί να τρέξη το άλογο. Το μικρό παιδί μου
+πεθαίνει.
+
+Ο αμαξάς μας είχε φέρει με το αμάξι του πολλές φορές.
+
+ — Είναι το μικρό αγοράκι, που είναι τόσο ωραίο; ρώτησε.
+
+Τα απλά αυτά λόγια με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα και στο στήθος
+μου πέρασε ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης προς το νέο, που με πήγαινε με
+το αμάξι του.
+
+ — Ναι, είπα με πνιγμένη φωνή. Αυτό είναι.
+
+Και κάθησα στο αμάξι με το συναίστημα πως βρήκα έναν άνθρωπο, που
+έννοιωσε τι έτρεχε κ' ήθελε να με βοηθήση.
+
+Ενώ το αμάξι έτρεχε στους δρόμους, μιλούσα με τον εαυτό μου άφωνα κ'
+έκλαιγα από χαρά και πόνο: «Είναι τόσο ωραίο να τονέ θυμάται και να
+μου το λέη ένας άνθρωπος που τον πήγε μόνο με το αμάξι. Και να πεθάνη
+αυτός; Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν. Γιατί πρέπει να πεθάνη
+το δικό μου;»
+
+Ποτέ δεν έτρεξα με το αμάξι τόσο γλήγορα και ποτέ δε μου φάνηκε
+μακρήτερος ο δρόμος. Έβλεπα να λάμπουνε στο σκοτάδι οι σπίθες από τα
+πέταλα των αλόγων, αιστανόμουνα πως έβρεχε λιγότερο τώρα κ' έβλεπα
+την τοποθεσία να φεύγη γύρω μου σα σκοτεινή φαντασμαγορία και μιλούσα
+όλη την ώρα με τον εαυτό μου ακατανόητα λόγια, που δεν εννοούσα πώς
+μου ερχόντανε στα χείλη. Μου φαινότανε πως έτρεχα μέσα στο σκοτάδι
+για ναπαντήσω εκείνο που έμελλε να γίνη και παρακαλούσα μόνο ναργήση
+να γίνη, παρακαλούσα να τονέ βρω ζωντανόν ακόμα όταν φτάσω κ' έτσι να
+μπορούσε να κρεμαστή άλλη μια φορά από το λαιμό μου και νακούσω τη
+φωνή του.
+
+Κ' έτρεχε, έτρεχε το αμάξι με δαιμονική βία. Πηδούσε από το ένα
+πλευρό του δρόμου στο άλλο, μα δε μου ήρθε ούτε μια στιγμή στο νου
+πως μπορούσε να σπάση κάτι, ή ναναποδογυριστούμε. Ο αμαξάς είτανε
+λαμπρό παιδί και συλλογιζότανε το μικρό αγόρι μου, που είταν τόσο
+ωραίο και χαριτωμένο και δεν έπρεπε να πεθάνη.
+
+«Είναι ο πατέρας με το παιδί του», έλεγα δυνατά μόνος μου. Χωρίς να
+το νοιώθω απάγγελνα στίχους κ' ένας σπασμωδικός λυγμός έσφιγγε το
+λάρυγγά μου, σα να ήθελε να με πνίξη, και για νανασάνω έσκυψα από το
+ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα την τοποθεσία, όπου γνώριζα κάθε άποψη,
+κάθε καμπή του δρόμου. Από τις πέτρες, όπου σκόνταβε το αμάξι,
+ένοιωσα πως είχαμε στρήψει στο μονοπάτι, που έφερνε στην κατοικία
+μου. Με μιαν ένταση υπερβολική όλου του είναι μου κοίταξα όξω στο
+σκοτάδι κ' είδα τον ίσκιο ενός αμαξιού, που έστεκε στην αυλή. Ο
+γιατρός είναι κει ακόμα! Έπειτα άκουσα από τη βεράντα τη φωνή της
+γυναικός μου: «Έρχεται, Δόξα σοι ο Θεός. Νάτος!» Κ' έπειτα από λίγες
+στιγμές είχα ανεβεί τη σκάλα κ' είμουνα στο σαλόνι.
+
+Έστεκα εκεί κ' η συγκίνηση μου είτανε τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσα
+να νοιώσω τίποτε από κείνα που έβλεπα. Έβλεπα πως ο γιατρός έστεκε
+κει κ' αιστανόμουνα πως η γυναίκα μου με κρατούσε αγκαλιασμένον
+σφιχτά. Έβλεπα καθαρά πως φαινότανε χαρούμενη, μάλιστα πιο πολύ από
+ευτυχισμένη και πως έπρεπε να είμαι και γω. Άκουσα κάτι για μια
+λιποθυμία, που τώρα πέρασε και πως ο γιατρός τη θαρρούσε ασήμαντη.
+
+Αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτε ούτε να σκεφτώ τίποτε. Η ευτυχία μού
+ήρθε τόσο ανέλπιστα, ώστε να μην μπορώ να συνέρθω από τη φοβερή
+νάρκη, που με κυρίευε ακόμα.
+
+Μηχανικά έβγαλα τα γάντια μου και το επανωφόρι μου κ' έστεκα εκεί και
+προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στη λάμψη της φωτισμένης
+κάμαρας.
+
+ — Δε θέλεις να πας μέσα να τονέ δης; Δεν κοιμάται, είπε η γυναίκα
+μου.
+
+Κ' η φωνή της είχε έναν τόνο, σα να ήθελε να με μαλλώση, που δεν την
+ένοιωσα.
+
+ — Ναι, ναι, είπα.
+
+Και χωρίς να νοιώθω τι έτρεχε μέσα πήγα κ' είδα το Σβεν να με κοιτάζη
+από το κρεββάτι μου, όπου είτανε ξαπλωμένος.
+
+ — Δε γνωρίζεις τον μπαμπά, Σβεν;
+
+ — Ναι, είπε ο μικρός με ξαφνισμένη φωνή.
+
+Δεν μπορούσε να νοιώση γιατί όλοι οι μεγάλοι είτανε τόσο ανήσυχοι.
+Άπλωσε το μικρό του χέρι και με χάδεψε και παρατήρησα πόσο αδυνάτησε
+και λίγνεψε.
+
+Ενώ έστεκα εκεί σκυμένος απάνω στο παιδί, εννόησα πως όλα αυτά είτανε
+πραγματικότατα και πως το παιδί μου ζούσε ακόμα.
+
+Κρατούσα το χέρι του στα μάτια μου κ' αιστάνθηκα να φεύγη το βάρος
+από τα στήθη μου κ' η άχνα από τα μάτια μου.
+
+15
+
+Τι παράξενες, γεμάτες ελπίδα, ανησυχία, απελπισία, και φόβους είταν
+οι μέρες που ακολουθήσανε! Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστια θα
+βαστάξη πολύ, ετοιμαστήκαμε λοιπόν να περιμείνουμε με υπομονή και
+προσπαθούσαμε να δείξουμε πως είχαμε κι αυτήν την αρετή. Τις δυο
+κατοπινές μακρές βδομάδες η αρρώστια του Σβεν ταιριάστηκε με τις
+συνήθιες της καθημερινής ζωής μας, όπως γίνεται πάντα σαν έρχεται η
+αρρώστια σ' ένα σπίτι.
+
+Ξακολούθησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο μου δίχως να μ' ενοχλή κανείς
+κάθε πρωί κ' η γυναίκα μου πηγαινοερχότανε σε μένα και σε κείνον,
+καθότανε στην κάμαρα του Σβεν — που είταν ήσυχος, όταν την ένοιωθε
+κοντά του — κι όταν ο μικρός κοιμότανε, έβγαινε όξω νανασάνη καθαρόν
+αέρα και να μου διηγηθή όλα τα καλά σημεία, που πίστευε πως έβλεπε
+πάντα το προσεχτικό της μάτι. Ο Σβάντε γυρνούσε γύρω μόνος και
+σιωπηλός, πήγαινε με τη βάρκα στο αντικρυνό ακρογιάλι και διηγότανε
+στις μικρές φιλενάδες του εκεί πως ο μικρός αδερφός είτανε βαριά
+άρρωστος και πως στο σπίτι βασίλευε ησυχία.
+
+Αναγκαστήκαμε να πάρουμε μια νοσοκόμα, για να μπορή η γυναίκα μου
+ναναπαύεται τη νύχτα. Αυτό δεν έγινε χωρίς μεγάλη αντίσταση από μέρος
+της Έλσας. Γιατί είτανε τόσο ζηλότυπη για το μικρό, ώστε δε δεχότανε
+να τη βοηθά κανείς. Και τέλος όταν παρατήρησε πως δεν είχε πια τη
+δύναμη, έδωσε με δάκρυα τη συναίνεσή της κ' υποτάχτηκε στο
+αναπόφευχτο.
+
+Ωστόσο έπειτα από λίγες ώρες που έφτασε η νοσοκόμα, ήρθε η γυναίκα
+μου και μου διηγήθηκε μ' ολάστραφτα μάτια πως ο Σβεν δέχτηκε με
+μεγάλη χαρά τη νέα συντρόφισσά του.
+
+ — Εσένα σε θέλω να με περιποιέσαι, γιατί είσαι καλή, της είπε.
+
+Κ' έκλεισε τα μάτια του κ' έμεινε ήσυχος με τον πάγο στο κεφάλι, που
+πονούσε πάντα, και με τα μικρά αδυνατισμένα χέρια απάνω στο σκέπασμα.
+
+Ένα πρωί ακούσαμε όξω στην αυλή τους ήχους ενός οργανέτου κ' επειδή
+εκείνες τις μέρες ο Σβεν είχε φάει κάτι και μιλούσε και φαινότανε
+φαιδρός, τονέ ρωτήσαμε αν ήθελε να τονέ φέρουμε στα χέρια όξω να δη
+τη μαϊμού.
+
+Άλλοτε είταν ο Σβεν εκείνος, που έτρεχε πρώτος, όταν ακουγότανε
+κανένα οργανέτο. Έτρεχε βιαστικός στον μπαμπά και του ζητούσε
+πεντάρες. Χαιρότανε να δίνη κι όταν πλησίαζε με τις πεντάρες του και
+φαινότανε τόσο ευτυχισμένος — σα να γνώριζε τί σημασία έχει για ένα
+φτωχό μουσικό να του δίνουν χρήματα για να φάη — συχνά έκανε κάποιο
+μελαψό πρόσωπο να γελά, δείχνοντας τα λευκά του δόντια, και κάποια
+μαύρα ολάστραφτα μάτια να κοιτάζουνε με χαρά τα γαλανά δικά του.
+
+Τώρα όμως κρεμότανε τόσο κουρασμένος και μικρός στην αγκαλιά του
+πατέρα. Είτανε τυλιγμένος καλά σε μια κουβέρτα και φορούσε κάλτσες
+στα πόδια. Έτσι τονέ βγάλαμε όξω κι ο πατέρας τον κρατούσε στα χέρια
+στη βεράντα, απ' όπου μπορούσε να κοιτάζη κάτω στην ηλιοφωτισμένη
+αυλή και νακούη τους φαιδρούς σκοπούς του οργανέτου. Κουρασμένος,
+έβλεπε σαν ξένα τα δέντρα και την αυλή και το σωρό των παιδιών, που
+στεκόντανε στον ήλιο· κι όλη την ώρα το βλέμμα του είτανε τόσο
+παράξενο, σα να συλλογιζότανε γιατί όλα αυτά δεν είταν τόσο ωραία,
+όπως άλλοτε. Δοκίμασε να γελάση όταν αντίκρυσε τη μαϊμού, που είτανε
+γι' αυτόν το διασκεδαστικότερο απ' όλα όσα ήξερε και που τώρα πηδούσε
+απάνω κάτω στο οργανέτο, βροντώντας τη μικρή αλυσσίδα της, κ' έκανε
+κωμικούς μορφασμούς εκεί που προσπαθούσε να σπάση ένα καρύδι.
+
+Μα ο Σβεν δεν είχε δύναμη να τα δη όλα αυτά. Γινότανε μόνο όλο και
+σοβαρότερος κι όλο και βαρήτερος καθότανε στην αγκαλιά του μπαμπά.
+Είτανε σα να έλειπε μακριά κ' έβλεπε κει κάτω όλα όσα είταν ωραία και
+φαιδρά στη γις και τα νοσταλγούσε κ' αιστανότανε πως δεν είτανε πια
+γι' αυτόν. Ακκουμπούσε μόνο το κεφάλι του στον ώμο του μπαμπά. Κ'
+έπειτα τονέ φέρανε πάλι μέσα στο κρεββάτι του.
+
+Η μαμά τον ξάπλωσε κει και του έσιαξε τα μαξιλάρια.
+
+ — Δεν είταν ωραία, Σβεν;
+
+ — Ω ναι, μόνο πως δεν μπορούσα ακόμα. Μα γλήγορα θα γίνω πάλι καλά.
+
+Τότε έσκυψε η μαμά και χάδεψε τα μαλλιά του μικρού αδελφού, χωρίς
+όμως να το δη εκείνος άπλωσε το άλλο χέρι της και ζήτησε το δικό μου
+και το έσφιξε σπασμωδικά.
+
+16
+
+Μια νύχτα καθόμουνα μόνος στην κάμαρά μου κ' ήξερα πως την άλλη μέρα
+θα ερχόντανε οι γιατροί και θαποφασίζανε για τη ζωή ή το θάνατο του
+μικρού Σβεν. Ήξερα πως θα είτανε δυο, γιατί ο δικός μας γιατρός ήθελε
+να συμβουλευτή έναν ειδικό· δεν τολμούσε πια να πάρη απάνω του μόνος
+την ευτύνη.
+
+Καθόμουνα μόνος, η λάμπα είταν αναμμένη κ' είχα μπροστά μου το
+χειρόγραφο, απ' όπου λείπανε τα τελευταία κεφάλαια.
+
+Είχα καλονυχτίσει τη γυναίκα μου και της είπα πως ήθελα να εργαστώ.
+
+ — Να μπορής να γράφης κι αυτό το βράδι! μου είπε:
+
+Κ' είχε κάποια δόση πίκρας ο τόνος της, σα να ήθελε να πη πως εγώ δεν
+αιστανόμουνα όπως αυτή.
+
+Μετάνοιωσε όμως αμέσως, ακκούμπησε το κεφάλι της στο δικό μου κ'
+είπε:
+
+ — Είσαι ευτυχισμένος που μπορείς να γράψης.
+
+Και τώρα καθόμουνα μόνος εδώ και κάθε μου νεύρο έτρεμε σ' ένα ψυχικό
+συγκλόνισμα, τόσο σύνθετο και τόσο φοβερό, που μόλις μπορώ να το
+περιγράψω. Μολαταύτα έλπιζα πως θα ζήση το παιδί μου, το πίστευα
+μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως είχα το συναίστημα πως έπρεπε να γράψω τώρα,
+τώρα ή ποτέ, Ήξερα σχεδόν κάθε λέξη, που έπρεπε να γραφή στα φύλλα,
+που είχα μπρος μου λευκά κι άγραφα. Η ανάγκη μ' έσπρωχνε κ' έγραφα,
+γέμιζα το ένα μετά το άλλο τα λευκά φύλλα και τα έβαζα στο σωρό του
+χειρογράφου, που μεγάλωνε μπροστά μου απάνω στο τραπέζι. Είτανε σα να
+μου ψιθύριζε στο αυτί κάποια αόρατη φωνή την προσταγή της και σα να
+χρωστούσα να υπακούσω στη φωνή αυτή, να την υπακούσω τυφλά.
+
+Με είχε πιάσει μια καταπληχτική βία, σα να είτανε ζήτημα ζωής και
+θανάτου.
+
+Αύριο, άκουγα μέσα μου, αύριο! Ποιος ξέρει τι θα γίνη αύριο! Μπορεί
+να πεθάνη το παιδί σου και τότε να μην μπορής να γράψης. Έπειτα σου
+γυρεύουνε χρήματα και πάλι χρήματα. Μπορείς να ξαναδουλέψης το βιβλίο
+σου, να το διορθώσης, μα δε θα μπορέσης να το τελειώσης ποτέ, αν
+πεθάνη το παιδί σου.
+
+Σα χτυπήματα με σπρώχναν εμπρός οι στοχασμοί και στη χλωμή λάμψη της
+λάμπας είδα το πρωινό φως να πέφτη από την κουρτίνα απάνω στο χαρτί
+μου. «Χρήματα, χρήματα! Σου χρειάζουνται χρήματα, αν πεθάνη το παιδί
+σου και θέλης να σώσης τη γυναίκα σου.»
+
+Κι ανάμεσα στις φωνές, που με σπρώχνανε στην εργασία, άκουγα έναν
+ήχο, που νόμιζα πως τον αναγνώριζα: «Είναι ο πατέρας με το παιδί
+του!» Ο πατέρας με το παιδί του! Πού το είχα ακούσει; Πότε είχα
+νοιώσει αυτή τη δαιμονισμένη βία; Είτανε σα να σφυρίζανε καμουτσίκια,
+σα να πετούσανε σπίθες τα πέταλα σε πέτρινους δρόμους, σα να
+αιστανόμουνα το νυχτερινό αέρα να δροσίζη το φλογισμένο δέρμα μου.
+Έγραφα, έγραφα. Και θυμήθηκα πως είχα τρέξει σα δαιμονισμένος με το
+αμάξι, με την ιδέα πως το παιδί μου είτανε πεθαμένο.
+
+Μα δε συλλογιζόμουνα πια το παιδί μου. Συλλογιζόμουνα εκείνη, εκείνη
+που έπρεπε να είμαι όλος δικός της αν είτανε δυνατό να έμενε μαζί
+μου, αν το αφάνταστο γινότανε πραγματικότητα, αν πέθαινε ο Σβεν.
+Έγραφα, έγραφα, έγραφα, όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς για χρήματα, κ'
+έγραψα τις καλήτερες σελίδες, που χυθήκανε από την πένα μου.
+
+Κι όταν δεν είχα πια άλλη δύναμη, έπινα, έπινα πολύ για να συγκρατηθώ
+στη ζωή.
+
+Άμα ανέβηκε πια ο ήλιος ένα διάστημα στον ουρανό, έγραψα τις
+τελευταίες γραμμές. Και κάθησα σαν αναίστητος.
+
+Μάζεψα τα γραμμένα φύλλα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, έπειτα βγήκα
+σιγά και πήγα κι ακροάστηκα στην πόρτα της κάμαρας του Σβεν. Η
+γυναίκα μου την άνοιξε και κοίταξε όξω. Έσκυψα σιμά της και της είπα:
+
+ — Είναι έτοιμο.
+
+Μου χαμογέλασε κ' η φωνή της έκλεινε έναν κόσμο ευτυχίας, όταν
+απάντησε:
+
+ — Κοιμάται τόσο ήσυχα. Δεν το πιστεύω να υπάρχη κίντυνος.
+
+Την άφησα κ' έπειτα από μια στιγμή βυθίστηκα σ' έναν ύπνο, όμοιο με
+θάνατο.
+
+17
+
+Πριν περάση η άλλη μέρα, γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως ο
+μικρός Σβεν θα πέθαινε. Η βεβαιότητα έπεσε απάνω μας σα βαρύ χτύπημα,
+γιατί όλον τον καιρό πρωτήτερα δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Στεκόμαστε
+στο διάδρομο, οι δυο γιατροί άφωνοι και σοβαροί, η γυναίκα μου με τα
+μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό τους, σα να νόμιζε πως δεν είχανε
+προφέρει ακόμα την τελευταία λέξη. Τους κοίταζα όλους, κ' ενώ
+αγκάλιασα τη μέση της γυναίκας μου και θέλησα να τη σύρω κοντά μου,
+παρατήρησα πως η συμπονετική όψη του φίλου μας, του γιατρού του
+σπιτιού μας, έτρεμε σπασμωδικά. Ο καθηγητής μιλούσε σιγά σα να
+δυσκολευότανε να προφέρη κάθε λέξη. Δεν αιστανόμουν άλλο τίποτε παρά
+πως ήρθε το αναπόφευχτο και πως έπρεπε να γκαρδιωθώ για να μπορέσω να
+το υποφέρω. Μα η γυναίκα μου μ' ένα σφίξιμο του χεριού μου, όπου
+αιστάνθηκα όλον τον πόνο της, ξαπολύθηκε από το μπράτσο μου που της
+είχε αγκαλιασμένη τη μέση και μπλέκοντας τα χέρια της, σε τρόπο που
+νακουστούνε κυριολεχτικά τα κόκκαλα που τρίξανε, φώναξε:
+
+ — Πέτε πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Πέτε το.
+
+Οι δυο άντρες ξεφύγανε το βλέμμα της, μα η Έλσα ορθώθηκε κ' είπε:
+
+ — Δεν πρέπει να πεθάνη, θα σας δείξω πως θα ζήση.
+
+Έφυγε και στεκόμαστε κει σιωπηλοί και την είδαμε που μπήκε στην
+κάμαρα του αρρώστου. Νοιώσαμε όλοι πόσο βαθιά αιστάνθηκε το πως δεν
+είτανε πια ελπίδα και γι' αυτό έδωσε την υπόσκεση πως θα τον σώση από
+το θάνατο — στο πείσμα όλων. Χωριστήκαμε χωρίς πολλά λόγια και πήγα
+στη γυναίκα μου χωρίς να ξέρω τι να της πω· ήθελα μόνο να είμαι κοντά
+της και να δω ίσως εκείνο που φοβόμουνα περσότερο.
+
+Δεν τη βρήκα στην κάμαρα του αρρώστου, μα στη δική μου κάμαρα και το
+πρόσωπό της είτανε σαν πετρωμένο. Καθότανε μαζεμένη στον καναπέ,
+σφίγγοντας το χέρι στο μάγουλό της, τα μάτια της είτανε στεγνά και
+χωρίς λάμψη και κοίταζε στο μέγα σκότος. Η στάση, η όψη της κι αυτά
+ακόμα τα χέρια της το μαρτυρούσανε. Δοκίμασα να της μιλήσω, δοκίμασα
+να προφέρω τόνομά της, μα δεν απάντησε και τέλος την άφησα στη θλίψη
+της, περιμένοντας μ' αγωνία τα λόγια, που θα ερχόντανε άμα θα ξέσπαζε
+η θλίψη της.
+
+Πέρασε πολλή ώρα όσο να λυθή η σιγή κι άμα λύθηκε, δε λύθηκε με
+λόγια. Η γυναίκα μου άπλωσε μόνο το χέρι της σε μένα και μ' έσυρε
+στον καναπέ. Έπεσε στην αγκαλιά μου κ' ένα μακρύ αναφυλλητό, που
+φαινότανε πως έβγαινε από το ίδιο στήθος, μας συγκλόνησε και τους
+δυο.
+
+ — Πόσο σε λυπούμαι! ψιθύρισε. Πόσο σε λυπούμαι!
+
+ — Εμένα;
+
+Ξαπολύθηκα από αυτή και την κοίταξα. Γιατί η φωνή της είχε κάτι που
+με γέμιζε μ' ένα προαίστημα, που δεν ήθελα να το αφήσω να μου ανεβή
+στο νου σα στοχασμός.
+
+Έστρηψε σε μένα με σταυρωμένα χέρια και φώναξε σχεδόν:
+
+ — Δεν το πιστεύω ναπαιτής να ζήσω δίχως το Σβεν. Δεν το μπορώ, δεν
+το μπορώ.
+
+Αυτό είταν το προαίστημά μου, που αυτή του έδωσε έκφραση με λόγια. Κ'
+έστεκα εκεί, χωρίς να ξέρω τι να κάμω, χωρίς να μπορώ να προφέρω
+λέξη.
+
+ — Κάθησε κοντά μου, είπε. Δε θα ερεθιστώ. Θα μιλήσω ήσυχα. Γιατί δεν
+είμαι πια ανήσυχη. Αιστάνουμαι μόνο πως γκρεμίζουνται όλα. Δεν είμαι
+πια εδώ, αν και δεν μπορείς να το νοιώσης ακόμα, γιατί ξέρεις τόσα
+λίγα και γιατί τόσα λίγα μπορούσα να σου πω και γω. Μα γιατί να σου
+το έλεγα, πριν έρθη η ανάγκη να σου το πω; Ήθελα να ζήσω μαζί σου,
+Γιώργο, γιατί σ' αγαπούσα περσότερο από καθετίς άλλο σ' όλη τη ζωή.
+Τώρα δεν είμαι νέα. Γέρασα τόσο, όσο δε θα γεράσης εσύ ποτέ. Μόνο πως
+εσύ δεν το ήξερες, πως δε θέλησες να το δης ποτέ κι αφού σ' έβλεπα
+τόσο ευτυχισμένον, δεν ήθελα να σε ταράξω. Μα όσο μπορώ να θυμηθώ, το
+γνώριζα πως δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Είχα αιστανθεί μέσα
+μου την ανάγκη να πεθάνω. Μπορείς να το νοιώσης, τι σου λέω τώρα;
+Μόλις μπορώ και το νοιώθω η ίδια. Όταν είμουνα στην ακμή της ευτυχίας
+μου και ζούσα για σε και για τα παιδιά και για καθετίς που είταν
+ωραίο, και τότε το ήξερα πάντα πως θαρθή μια μέρα, που έπρεπε να τα
+χωριστώ όλα και πως τίποτε δε θα μπορούσε να μ' εμποδίση σ' αυτό.
+Ήξερα πως θα το ήθελα και δε θα το ήθελα, θα το πιθυμούσα και δε θα
+το πιθυμούσα κι όμως θα πήγαινα στο σκότος, όπου ανήκω. Είχα το
+συναίστημα πως θα γινότανε κάτι και θα με ανάγκαζε να το κάμω.
+Θυμάσαι το χειμώνα, που η αναμεταξύ μας σχέση είχε καταντήσει τόσο
+δύσκολη και τόσο θλιβερή! Δοκίμασα τότε να σου γράψω τι αιστανόμουνα
+μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μα δεν μπορούσα να σου γράψω.
+Ό,τι ήθελα να σου πω δε σου το είπα και θυμούμαι πως απορούσα γιατί
+δε με ρώτησες και συ έπειτα, κι ας σε παρακάλεσα να μην το κάμης.
+Πολλές φορές το ήθελα να με ρωτούσες. Συχνότερα όμως είμουνα
+ευχαριστημένη που δε με ρωτούσες. Τι έχω υποφέρει εκείνη την εποχή,
+Γιώργο! Να μπορούσες να το υποψιαστής τι υπόφερα! Ήρθες κ' έπιασες
+το χέρι μου και κάθησες κοντά μου και δεν αιστάνθηκα πως είμαι
+ευτυχισμένη όπως άλλοτε. Γιατί ήξερα πως καθημερινά στοχαζόμουνα πως
+μπορούσα να πεθάνω και να χωριστώ από σένα. Ήθελα να το κάμω μόνη
+μου, Γιώργο. Μπορείς να το νοιώσης πως ήθελα να το κάμω μόνη μου μέσα
+στη ευτυχία μου; Κ' είσουνα τόσο καλός μαζί μου κ' ευγενικός και
+χαρούμενος κ' είχα το συναίστημα πως είμουνα μια άπιστη γυναίκα και
+σ' απατούσα. Και ξέρεις γιατί ήθελα να χωριστώ από σένα; Ναι, γιατί
+το γνώριζα καλά πως θα γινότανε μια μέρα και γι' αυτό ήθελα να γίνη
+καλήτερα όσο είσουνα νέος και δυνατός και μπορούσες να με ξεχάσης σε
+λίγο και να γίνης ευτυχισμένος με μιαν άλλη.
+
+Σώπασε μια στιγμή και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα. Έπειτα
+ξακολούθησε κ' η φωνή της είτανε ξανανιωμένη.
+
+ — Ύστερα ήρθε ο μικρός Σβεν, Γιώργο, κι αλλάξαν όλα. Θυμάσαι πως σου
+το είπα τότε; Πίστευα τότε πως μου τον έστειλε ο θεός για να με
+κρατήση στη ζωή κ' έτσι να μπορέσω να σε κάμω ευτυχισμένο καθώς το
+πιθυμούσα και παρακαλούσα κάθε βράδι το θεό γι' αυτό. Πίστευα σταθερά
+πως ο θεός με άκουσε και μιλούσα γι' αυτό με το μικρό Σβεν όταν
+είμαστε μόνοι και δεν μπορούσε νακούση κανείς τα λόγια μας. Μα τώρα,
+Γιώργο, τώρα αυτός μ' αφίνει. Τώρα γνωρίζω πως όλα τάλλα, όλα εκείνα
+που δεν τα ήξερες ως τώρα, θα ξαναγυρίσουνε και τώρα θέλω μόνο να μου
+συχωρέσης όλον τον πόνο που σου προξενώ. Όμως δεν πρέπει να με
+παρακαλέσης να μείνω. Πηγαίνω και γω εκεί που πηγαίνει ο Σβεν.
+
+Έστεκε μπρος μου και μου φάνηκε τη στιγμή αυτή μεγαλήτερη παρότι
+είναι οι άνθρωποι. Είμουνα σε τόσο βαθμό απροετοίμαστος νακούσω
+εκείνα που είπε, ώστε μου φάνηκε σα να διηγήθηκε ένα ανησυχαστικό
+όνειρο, που δεν μπορούσα να το μεταμορφώσω σε πραγματικότητα. Μα
+αιστανόμουνα κιόλα πως ενώ μου έδινε τον μεγαλήτερον πόνο, μου
+ξεσκέπαζε και τη μεγαλήτερη αγάπη, κ' ήθελα ναπλώσω προς αυτή τα
+χέρια για να μη μου αρπαχτή την ίδια στιγμή που έγινε ολότελα δική
+μου.
+
+ — Δεν μπορώ να το υποφέρω αυτό, φώναξα σχεδόν. Δεν μπορώ να το
+υποφέρω. Να χάσω και σε και κείνον. Δεν είναι δυνατό να το θέλης.
+
+Σηκώθηκε άφωνη και στάθηκε μπροστά σα μια Νιόβη, που απλώνει τα χέρια
+ναγκαλιάση τα παιδιά της, που χτυπιούνται από τα βέλη των θεών ακόμα
+και μες την αγκαλιά της.
+
+ — Άφησέ με να πάρω μαζί το Σβεν, είπε. Θα πεθάνη που θα πεθάνη. Θα
+τον πάρω κάτω στο ακρογιάλι απόψε το βράδι, όταν θα κοιμούνται όλοι.
+Είναι μια μικρή πάλη. Κ' έτσι δε θα σε βασανίζω πια όπως το έκαμα έως
+τώρα.
+
+Μπήκα μπροστά της και με όση δύναμη είχανε τα χέρια μου την κάθησα με
+βία στον καναπέ.
+
+ — Περίμενε, είπα, περίμενε! Δεν το ξέρεις και συ τι κάνεις.
+
+Μα εκείνη μου απάντησε μονάχα:
+
+ — Θα είναι δυστυχία και των δυο μας, αν μ' εμποδίσης. Μη μου
+παραπονεθής έπειτα για ό,τι γίνη.
+
+Στρηφογυρνούσε το κορμί με πόνο εκεί που την κρατούσα κ' έπειτα από
+μια στιγμή έπεσε σε μακρή λιποθυμία. Την ξάπλωσα στον καναπέ κι όλα
+όσα είπε μου φαινόντανε σαν όνειρο παράλογο. Έστεκα ώρα εκεί και την
+κοίταζα, όσο που άκουσα πως η αναπνοή της έγινε κανονική και
+βεβαιώθηκα πως κοιμάται. Τότε της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από το
+κεφάλι και τη σκέπασα.
+
+Τρέμοντας από το ψυχικό συγκλόνισμα πήγα στην κάμαρα, όπου είταν ο
+Σβεν. Το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο και το αριστερό είχε γίνει
+τόσο παράξενα καθαρό και μεγάλο. Έσκυψα απάνω του, πήρα το μικρό αθώο
+του χέρι και το έφερα στα χείλη.
+
+«Αγαπημένο παιδί», συλλογίστηκα. «Εμείς οι δυο δεν μπορούμε να
+βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.»
+
+18
+
+Φέραμε το κρεββάτι του Σβεν στην κάμαρα με τη βεράντα για να μπορή
+νακούη από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που κελαδούσαν και τους
+ανέμους που σφυρίζανε. Εκεί είταν ξαπλωμένος στο λευκό κρεββατάκι του
+κι όταν σήκωνε τα μάτια, το έκανε περιμένοντας να τον φιλήσουν ή
+κινούσε ήσυχα τα μικρά, αδυνατισμένα χέρια και τότε σκύβαμε απάνω του
+γιατί ξέραμε πως ήθελε να μας χαδέψη.
+
+Ο Σβάντε περπατούσε στα δάχτυλα μέσα στην κάμαρα του αρρώστου κ' η
+καρδιά του είταν γεμάτη από το αφάνταστο: πως θα πέθαινε ο μικρός
+αδερφός. Έστεκε ακίνητος πολλή ώρα και τον κοίταζε ή έσκυβε και του
+φιλούσε το μάγουλο. Κι όταν η μαμά συνήρθε από τη λιποθυμία της και
+μπήκε μέσα, πήγε και της αγκάλιασε το λαιμό με τα δυο του χέρια.
+
+Ποτέ δε θα λησμονήσω με τι βλέμμα άρρητης απελπισίας αγκάλιασε και
+κείνη το παιδί και το κοίταζε στα μάτια.
+
+ — Τηλεγράφησες του Ούλοφ; μου είπε.
+
+Της είπα ναι με το νέμα και την είδα πως έσκυψε πάλι στο Σβάντε και
+τον έσφιξε στο στήθος της. Σπρωγμένος από ένα ξαφνικό ένστιχτο,
+σηκώθηκα και βγήκα όξω κι άφησα τη γυναίκα μου μόνη με το γερό παιδί
+της και με το ετοιμοθάνατο. Όταν έφτασα στην πόρτα κ' έστριψα το
+κεφάλι, είδα τη γυναίκα μου να φέρνη το Σβάντε στο κρεββάτι του Σβεν.
+Κάθησε στο ένα πλευρό κ' έβαλε το Σβάντε να καθήση στα άλλο. Έπειτα
+έσκυψε στο Σβεν. Όλην την ώρα όμως κρατούσε το χέρι του Σβάντε κ'
+είδα πως χάδευε και τα δυο παιδιά, χωρίς διάκριση.
+
+Όταν τέλος βγήκε όξω ο Σβάντε, πήγα μέσα και κάθησα στη θέση του,
+αντίκρυ στη γυναίκα μου. Μου άπλωσε το χέρι της απάνω από το
+ετοιμοθάνατο παιδί κ' είπε:
+
+ — Δεν το ξέρω αν θα είναι για καλό ή για κακό, όμως θα μείνω μαζί
+σου. Γιατί τώρα πιστεύω πως έτσι το θέλει ο θεός.
+
+Κ' έπειτα από μια στιγμή πρόστεσε:
+
+ — Κι ο Σβεν το θέλει. Μίλησα μαζί του.
+
+Χωρίς να μπορέσω να της απαντήσω, έσκυψα και της φίλησα το χέρι. Και
+τη στιγμή αυτή δε γνώριζε κανείς μας τι είταν ευτυχία και τι
+δυστυχία.
+
+19
+
+Μάταια γυρεύω να χωρίσω τις μέρες που ακολουθήσανε. Ναι, θα μου είταν
+κιόλας αδύνατο να πω πόσες είταν. Η νύχτα έγινε μέρα κ' η μέρα νύχτα
+κ' η ζωή μας είχε ένα σημείο μόνο, που γύρω του τριγύριζε: τη μικρή
+κάμαρα, όπου είτανε ξαπλωμένος και πάλευε με το θάνατο ο μικρός μας
+Σβεν, η κάμαρα με τη βεράντα, τη σκεπασμένη από το αγιόκλημα, που
+γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του.
+
+Εδώ περπατούσαμε, εδώ καθόμαστε πλάι πλάι, κοιμόμαστε, τρώγαμε,
+αγρυπνούσαμε. Εδώ κατασταλάξανε σ' έναν εξαντλητικό πόνο όλα όσα
+ζήσαμε κι ονειρευτήκαμε μαζί. Εδώ βούλωσε η γυναίκα μου το μπουκαλάκι
+με το μόσκο όταν έσβησε πια η τελευταία ελπίδα. Αυτή, που ήθελε να
+πεθάνη μαζί του, παραμέρισε το τελευταίο διαγερτικό για να μην μπορή
+να κατηγορή έπειτα τον εαυτό της πως τάραξε τις τελευταίες ώρες του
+μικρού, μόνο για να έχη εκείνη τη χαρά να βλέπη να μας λάμπη το
+μεγάλο μάτι του.
+
+Γιατί το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο πια. Το βλέφαρο είταν
+κλεισμένο απάνω του, σα να είτανε πια νεκρό το μισό κορμί του, όταν
+όμως άνοιγε το αρι —
+
+[λείπει η σελίδα 132 — 133]
+
+
+ίδιο μέρος, όπου ακκουμπούσε πριν η Έλσα το δικό της.
+
+Έτσι περάσανε δυο τρεiς ώρες κι ο ήλιος ανέβαινε πάντα ψηλότερα στον
+καλοκαιρινό ουρανό. Ξύπνησα από ένα αλαφρό σκούντημα της γυναικός
+μου.
+
+ — Ξύπνα, είπε. Ο Σβεν πεθαίνει τώρα.
+
+Δεν μπορούσα να μείνω εκεί μέσα. Βγήκα όξω στον κήπο· και με την ιδέα
+να του δώσω μια τελευταία χαρά — αυτού, που αγαπούσε πάντα τάνθη —
+έκοψα ένα μισοανοιγμένο ρόδο, το ωραιότερο που μπορούσα να βρω,
+γύρισα μέσα και το έβαλα στο μαξιλάρι του παιδιού μου, κοντά στο μάτι
+που μπορούσε κ' έβλεπε ακόμα. Ανίκανος να το υποφέρω περσότερο, βγήκα
+πάλι όξω στη βεράντα. Αποκεί άκουσα πως μπήκε μέσα ο Σβάντε και
+κάθησε στο κρεββάτι. Μα δε γύρισα να δω. Πήγαινα μόνο πέρα δώθε κι
+άκουγα την κρατητή, φοβερή αναπνοή, που φαινότανε σα να έβγαινε από
+μεγάλον και μου ξέσχιζε την ψυχή. Τότε άκουσα μια κραυγή της γυναικός
+μου κ' έστριψα εκείθε.
+
+Ο Σβεν είχε ανοίξει το μάτι κ' είδε το ρόδο. Κι άπλωσε το χέρι προς
+το άνθος, το πήρε, σα να ήθελε να δη το ρόδο για τελευταία φορά, μα
+το άφησε να πέση πάλι στο μαξιλάρι.
+
+Άξαφνα κλονίστηκε όλο το μικρό του σώμα από φοβερούς, συγκρατητούς
+σπασμούς. Αρχίζανε από το κεφάλι, που είχε γυρίσει πλάγια, και
+φαινόντανε πως κλαδώνανε στα μέλη, που είχανε γίνει αλύγιστα και
+γαλανωπά. Τότε έγειρε η γυναίκα μου το κεφάλι για να μη βλέπη πια.
+Όταν όμως πάψανε οι σπασμοί, έκλαιγε σιγά και μου άπλωσε πάλι το χέρι
+της απάνω από το μικρό κρεββάτι.
+
+Έτσι καθόμαστε κει μέσα όσο που έπαψε η αναπνοή,..ξαναήρθε...έγινε
+πιο κρατητή, δυνάμωσε...κ' έπαψε. Τότε ησυχάσανε όλα. Βασίλεψε η σιγή
+του θανάτου. Σκυμένοι και κλαίοντας ακολουθήσαμε το φτερούγισμα της
+ψυχής, που έφευγε.
+
+Του κρατούσαμε κ' οι δύο τα χέρια και μεμιάς ταφήσαμε να πέσουν
+παγωμένα απάνω στο σκέπασμα.
+
+Έπειτα βγήκε η γυναίκα μου από την κάμαρα και πήγε να ησυχάση. Εγώ
+όμως κάθησα εκεί κ' αιστανόμουνα με τρόμο πως όλα είχανε σιγάσει.
+
+Το απόγεμα έφτασε ο Ούλοφ, και μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα ήρθε
+από το πρώτο ταξίδι του στον κόσμο κοντά στο κρεββάτι, όπου είτανε
+ξαπλωμένος νεκρός ο μικρός αδερφός. Έκλαψε κει αντρικά κ' ήσυχα κι
+άμα γύρισε στην τραπεζαρία του έδειξε ο Σβάντε το δάχτυλό του.
+
+Είχε ένα βαθύ σημάδι κι ο Σβάντε του περίγραψε πως ο μικρός αδερφός
+είχε μπήξει εκεί το νύχι του, πριν ξεψυχήση. Το σημάδι αυτό έμεινε
+πολλές μέρες και του φάνηκε κακά σα χάθηκε.
+
+20
+
+Μια μικρή κίτρινη κάσα είναι στη μέση της κάμαρας στην ίδια θέση,
+όπου πρωτήτερα είταν ένα κρεββάτι μ' ένα ζωντανό παιδί. Τώρα η κάμαρα
+είναι στολισμένη με ρόδα. Δε φαίνεται σχεδόν άλλο τίποτε από ρόδα κι
+από την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα μόνη.
+
+Κρατεί στα χέρια ένα παιδί και το παιδί είναι νεκρό. Δε θέλει ναγγίση
+άλλος κανείς το αγαπημένο της και με τα ίδια της τα χέρια, που δεν
+τρέμουν, το τοποθετεί στην κάσα. Του βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό
+ξύλινο μαλλιαρό σκυλάκι, που αγαπούσε να κοιμάται μαζί του όταν
+είτανε γερό και κανείς δε στοχαζότανε το θάνατο. Είναι ο Φλόκι, που
+θέλει να συνοδέψη τον αφέντη του. Είναι ήσυχος σύντροφος στον ύπνο
+και δεν ενοχλεί κανέναν. Έπειτα κοιτάζει αν το αγόρι της είναι
+ξαπλωμένο καλά και του ισιάζει το κρεββάτι, σα να θέλη να της ραγιστή
+η καρδιά, και του φιλεί τα παγωμένα χείλη.
+
+Έπειτα φεύγει και γω στέκω μόνος με το σκέπασμα, που, όπως της έταξα,
+πρέπει να το καρφώσω μόνος. Βιδώνω, βιδώνω κι ο κρότος της σμίλης
+απάνω στις βίδες που τρυπούν το ξύλο, αχεί διαπεραστικά και μου
+φαίνεται σα να έτριζα ο ίδιος εγώ τα δόντια από τον πόνο.
+
+Όταν όμως τελειώνω, δεν αιστάνουμαι πόνο πια. Είναι σα να μου είχε
+νεκρώσει η αγωνία του τελευταίου καιρού κάθε ικανότητα να
+αιστάνουμαι, όπου κι αν κοιτάζω το βλέμμα μου απαντά παντού μόνο
+άνθη.
+
+Βγαίνω όξω στη βεράντα κ' η μυρουδιά, που χύνει το αγιόκλημα, με
+χτυπά από το σκοτάδι στο πρόσωπο, η ίδια μυρουδιά που είτανε
+σκορπισμένη γύρω μου την ώρα που αιστανόμουνα να με σφίγγουνε τα
+δάχτυλα του παιδιού μου μ' όλη τη δύναμη του θανάτου. Όλα σβήσανε
+μέσα μου, όλα περάσανε. Συλλογίζουμαι κείνη που μόλις βγήκε αποδώ κι
+όλα όσα μέλλουνε να γίνουν. Αιστάνουμαι πως δε θα λάβω ποτέ καιρό να
+θρηνήσω όπως ήθελα το μικρό αγόρι μου με ταγγελικά μάτια κι
+ολομόναχος γονατίζω εμπρός στην κάσα του, εγώ, που δε γνωρίζω μπροστά
+σε ποιόνε γονατίζω και σε ποιον προσεύχουμαι.
+
+Μα όξω στο νεκροταφείο είναι ένα μικρό μνήμα. Είναι καμωμένο σαν
+κήπος με φράχτη από πυξάρι, με μια τριανταφυλλιά και μια ραχούλα
+νωποχλοϊσμένη και σκεπασμένη με πυκνούς πυκνούς πανσέδες στην κορφή.
+Είναι διαφορετικό απ' όλα τάλλα μνήματα κι απάνωθέ του πρασινίζει μια
+φλαμουριά ερημική.
+
+Απάνω στη ραχούλα είναι μια πέτρα και στην πέτρα είναι γραμμένα τα
+λόγια: « Ο μικρός μας Σβεν.»
+
+Εκεί κοιμάται η ευτυχία μας, που μια φορά είτανε μεγαλήτερη από την
+ευτυχία άλλων. Εκεί κάτω από το χώμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της
+γυναικός μου, δεμένη με μαγικά δεσμά και καμιά αγάπη δεν μπορεί να
+την ξαναφέρη πάλι απάνω στη γις.
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
+ Έχουμε αιώνια μόνο το χαμένο
+ Ένρικ Ίψεν
+
+
+
+1
+
+Τίποτες απ' όσα περίμενα και φοβόμουνα δεν άργησε ναρθή. Η μόνη
+διαφορά είτανε πως ενώ η δυστυχία μεγάλωνε πάντα, εγώ δεν ήθελα να
+την πιστεύω, αν και την προαιστανόμουνα και γνώριζα πως θαρθή. Γιατί
+εμείς οι άνθρωποι το γνωρίζουμε πως θαρθή ο πόνος. Μόνο με ποια μορφή
+θαρθή δεν το γνωρίζουμε ποτέ.
+
+Το πρώτο που αιστάνθηκα κ' εννόησα με τρόμο ανέκφραστο, όταν περάσανε
+τουλάχιστο τόσες μέρες, ώστε να μπορέσω να συνέρθω και να σκεφτώ όσα
+γίνανε, είτανε πως η γυναίκα μου δεν είχε μιλήσει ποτέ τόσο μέσα από
+την ψυχή της, όσο την ώρα που κάθησε μπρος μου στην κάμαρά μου και
+μου είπε πως είχε γεννηθεί για κακό και πως τώρα, που χάθηκε ο Σβεν,
+ζει μόνο για να πεθάνη. Πάντα ξαναέλεγα τα λόγια της, πάντα τάκουγα
+ναντηχούνε σταυτιά μου κι όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο
+περσότερο βεβαιωνόμουν πως πάλευε αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και
+της αγάπης της σε με και τα παιδιά, που της πρόσταζε να ζήση. Ωστόσο
+εκείνα που μου είπε για την αγάπη της σε μας αρχίσανε λίγο λίγο να
+διώχνουνε μέσα στη σκέψη μου όλα τάλλα, που μαρτυρούσανε τον πόθο να
+πεθάνη, έναν πόθο που της είχε καταντήσει σχεδόν απόφαση. Την έβλεπα
+ναγωνίζεται μεταξύ εκείνου, που αιστανότανε για μας τους τρεις, που
+ζούσαμε ακόμα, και του θολού πόθου, που την έσερνε σε κείνον που
+χάθηκε. Είμαστε όλοι ένα σύνολο γι' αυτή κι από αυτού πήγαζε ο πόνος
+της· αιστανότανε πως δε θα μπορούσε να φιλιώση ποτέ τις αντίμαχες
+δύναμες, που παλεύανε για την ψυχή της.
+
+Τα έβλεπα όλα αυτά. Τα έβλεπα όλον τον καιρό που βάσταξε ένα ταξίδι,
+που σχεδόν τη βίασα να κάμουμε, για να τη φέρω έξω στον ήλιο και στη
+θάλασσα και να της δώσω νέες εντύπωσες από τη ζωή. Δε θα λησμονήσω
+ποτέ αυτό το ταξίδι. Δε θα λησμονήσω ποτέ την απελπισιά, που με
+κυρίεψε, όταν κάθε βδομάδα που περνούσε παρατηρούσα ολοένα καθαρότερα
+πως όλα όσα έβλεπε γλυστρούσαν εμπρός της, σα να μην είτανε πραματικά
+γι' αυτή. Μου έκρυβε πολλά, μου έκρυβε ακόμα και τα δάκρυά της κ'
+εννόησα πως το έκανε γιατί είδε πως ζούσα μόνο με την ελπίδα να την
+ξαναφέρω στη ζωή κ' ήθελε να κρατήσω όσο το δυνατό περσότερο την
+ελπίδα αυτή. Το εννόησα αυτό ένα βράδι, που καθόμαστε σε μια βεράντα
+και κοιτάζαμε τα νορβηγικά φιόρδ και τα βραχόβουνα. Η Έλσα τα κοίταζε
+όλα πολλή ώρα, έπειτα έκλεισε τα μάτια εμπρός στην αγαπημένη της
+εικόνα και μου είπε:
+
+ — Γιώργο, γιατί με φέρνεις να δω όλα αυτά; Έπειτα άρχισε να κλαίη
+σιγά, μα προσπάθησε πάλι να κρατήση τα δάκρυα και γύρισε και με
+κοίταξε.
+
+ — Γιατί κάνεις τόσα πολλά για με; Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου;
+Καλήτερα θα είτανε να μ' άφινες να τραβήξω το δικό μου δρόμο.
+
+Αιστάνθηκα πως είχα μπρος μου έναν πόνο, που δεν μπορούσε να μετρηθή
+ή να ζυγιστή. Αιστάνθηκα μετάνοια γιατί ήθελα να τη βγάλω έξω από τον
+πόνο και γιατί την άφησα να το παρατηρήση. Και τη στιγμή αυτή μου
+φάνηκε μικρό κι ανάξιο να δοκιμάσω να οδηγήσω ή να επηρρεάσω τη θλίψη
+της. Την έσυρα μόνο κοντά μου κ' είπα:
+
+ — Κλάψε κοντά μου! Κλάψε όσο θέλης! Μη βιάζης τον εαυτό σου!
+Νομίζεις πως και γω δε λυπούμαι όσο και συ;
+
+Τα δάκρυα της πλημμυρίσανε τα μάτια κι όμως το πρόσωπό της, που
+είτανε γυρισμένο σε μένα, έλαμπε τόσο από χαρά, σα να της ήρθε η
+μεγαλήτερη ευτυχία.
+
+ — Αλήθεια; είπε.
+
+Με συγκίνησε τόσο το πως η γυναίκα μου πίστευε πως είχα λησμονήσει ή
+είμουνα στο δρόμο να λησμονήσω, ώστε ο πόνος μου ξέσπασε και δεν
+άκουγα και δεν έβλεπα άλλο τίποτε παρά εκείνο που αιστανόμουνα ο
+ίδιος και κείνο που με βασάνιζε. Της διηγήθηκα πόσο άχαρο μου
+φαίνεται τώρα το σπίτι μας, από τότε που έλειψε ο Σβεν. Της είπα τι
+φόβο είχα να ξαναγυρίσω εκεί και ναρχίσω την καθημερινή εργασία τώρα
+που ήξερα πως η κρυστάλλινη φωνή του δε θα με προσδεχότανε και δε θα
+κρυβότανε ο μικρός να με περιμένη να γυρίσω. Όλα αυτά της τα είπα κ'
+αιστάνθηκα πόσο ησυχότερη έγινε κει που ακκουμπούσε στο στήθος μου.
+Είμουνα ευτυχισμένος με τη συναίστηση πως μπορούσαμε ακόμα να
+αιστανόμαστε απαράλλαχτα κ' οι δυο. Μα ένοιωσα κιόλας πως ο φόβος που
+είχε, πως δε μοιράζουμαι τον πόνο της όσο ήθελε, ερχότανε από την
+ιδέα που είχε πως όλα όσα έκανα, όλα όσα στοχαζόμουν κ' έλεγα
+γινόντανε μόνο και μόνο για να την ξαναφέρω στη ζωή.
+
+Αυτά στοχαζόμουνα τώρα. Μα έπειτα από κείνο το βράδι, καθώς το
+παρατήρησα καλά ο ίδιος, άλλαξε ο τρόπος μου προς τη γυναίκα μου.
+Έγινα υπομονετικός και δεν περίμενα να γυρίση τόσο γλήγορα τους
+στοχασμούς της από κείνον, που χάθηκε, σε μας, που μας είχε ακόμα.
+Έτσι μου έδειχνε περσότερη εμπιστοσύνη κ' έγινε ειλικρινέστερη μαζί
+μου. Το ταξίδι όμως γλυστρούσε σιμά μας, σα να είτανε μόνο φανταστικά
+όλα όσα βλέπαμε. Απαντήσαμε φίλους, μα καμιά συμπάθεια δεν κατώρθωσε
+να γεννήση στη γυναίκα μου άλλο αίστημα, παρά μόνο ευγνωμοσύνη· οι
+άνθρωποι γλυστρούσανε κοντά μας, σα να στεκόμαστε μέσα σε κάποια
+σύνορα, που δεν μπορούσε να τα περάση κανείς.
+
+Και την ησυχία, που είτανε δυνατό να βρούμε, τη βρήκαμε μόνο ένα
+βράδι, που μεταφερθήκαμε στο νέο σπίτι μας, στη Στοκχόλμη. Την αλλαγή
+αυτή τη σκεδιάσαμε όταν ακόμα δεν υποψιαζόμαστε πως μπορούσε να συμβή
+ό,τι μας συνέβηκε τώρα, και πατήσαμε το καινούριο σπίτι μας μ' ένα
+αίστημα φόβου για το χειμώνα, που έφτανε.
+
+Ωστόσο γνωρίσαμε δω τις πρώτες μέρες της ανακούφισης και της γαλήνης
+μέσα στον πόνο. Μετανοιώσαμε χίλιες φορές που κάμαμε το ταξίδι και
+σύραμε μαζί τον πόνο μας για να τον δείξουμε στον ξένον κόσμο.
+
+2
+
+Στο νεκροταφείο είναι μια μικρή πέτρα με την επιγραφή «Ο μικρός μας
+Σβεν». Είναι στημένη στο μικρό ύψωμα κάτω από μια φλαμουριά, που τα
+φύλλα της είναι τώρα μαδημένα. Πλάι στον κορμό της φλαμουριάς είναι
+ένα κάθισμα και στο κάθισμα κάθεται μια ολομόναχη, μαυροντυμένη
+γυναίκα με μακρύν πέπλο, όπως μιας χήρας. Κάθεται πολλή ώρα εκεί και
+κάτω από το χινοπωριάτικο φως μιλεί με κάποιον, που δεν τον βλέπει
+κανείς.
+
+Λέει του αμαξά, που στέκει κοντά στο μνήμα, να φύγη κι αυτή σκύβει
+και μαζεύει στο μαντήλι της χώμα από τον τάφο. Έπειτα βγάζει από μια
+μικρή τσάντα ένα κομάτι μαύρο μεταξωτό παννί, βελόνα, κλωστή και
+ψαλλίδι. Κόβει το παννί και ράβει ένα μικρό σακκουλάκι. Το γεμίζει
+χώμα, κολλά σ' αυτό τα χείλη της κ' έπειτα κλείνει με ραφή το
+σακκουλάκι. Τη ραφή την κάνει τόσο σφιχτή, που να μην μπορή να φύγη
+ούτε σπειρί από το χώμα, και στις άκρες στεριώνει ένα κορδόνι. Έπειτα
+μαζεύει πάλι τα πράματά της και κάθεται πολλή ώρα εκεί με το μαύρο
+φυλαχτό στο χέρι και συλλογίζεται πως τώρα είναι αφιερωμένη σε κείνον
+που κοιμάται στο μνήμα.
+
+Έπειτα γονατίζει κάτω από τάφυλλα κλαδιά της φλαμουριάς και φιλεί την
+πέτρα, όπου είναι γραμμένο τόνομα του αγαπημένου της. Ήσυχα κ'
+επίσημα, σα να έκανε κάποια ιερουργία μπροστά σε πολλούς ανθρώπους,
+περνά το κορδόνι στο λαιμό, ανοίγει το φόρεμά της και βάζει κοντά στο
+στήθος της το ιερό χώμα.
+
+Όλην την ώρα το πρόσωπό της είναι σοβαρό, μα κ' ευτυχισμένο και
+φωτεινό και πρι να σηκωθή, φιλεί το χώμα κάτω από τα πόδια της κ'
+έπειτα στέκει και ρίχνει μια ματιά στο μνήμα. Ολάκερο δάσος από φυτά
+ανθεί σε γλάστρες γύρω στο μνήμα και νωπά λουλούδια είναι απάνω στο
+ύψωμα. Κανένα άλλο μνήμα δεν είναι τόσο ωραίο, τόσο περιποιημένο,
+τόσο πλούσια στολισμένο ίσια ίσια τώρα που ο χινοπωριάτικος άνεμος
+συνταράζει τα δέντρα.
+
+Γελά τότε από χαρά και ξαναμιλεί σιγά και γκαρδικά σε κάποιον, που
+δεν τονέ βλέπει κανείς. Έπειτα πηγαίνει στο αμάξι, που περιμένει στην
+πύλη του νεκροταφείου, και γυρίζει μ' αυτό στο σπίτι.
+
+Μα όταν μπαίνη μέσα, έρχεται ίσια σε με, βγάζει το φυλαχτό και μου
+λέει τι έχει μέσα. Έπειτα μου το φέρνει εμπρός στο στόμα και με
+παρακαλεί να το φιλήσω. Το κάνω για να μην της ταράξω τη χαρά και μ'
+ένα ευτυχισμένο χαμόγελο το ξανακρύβει στο στήθος της ενώ λέει:
+
+ — Αν ήξερες πόσο είμαι ευτυχισμένη όταν είμαι έξω κοντά στο Σβεν, δε
+θα σε πείραζε που πηγαίνω τόσο συχνά. Είμαι για πολλές μέρες ήσυχη,
+όταν πηγαίνω σε κείνον.
+
+Έπειτα φεύγει πάλι και μ' αφίνει μόνον. Κι όταν ύστερ' από λίγες ώρες
+σηκώνουμαι από την εργασία μου και πηγαίνω να τη βρω, είναι μπροστά
+στο μικρό κομμό του Σβεν κ' έχει στα χέρια της τα πράματα που μια
+φορά είτανε δικά του.
+
+
+3
+
+Έτσι γυρίζουν πάντα οι στοχασμοί της σε κείνον που είναι νεκρός και
+δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να την εμποδίση. Λέει πως θα πάη κοντά
+του γλήγορα και το λέει μ' έναν τόσο ήσυχο, εμπιστευτικό, στοχαστικό
+τόνο, σα να είτανε και για τους άλλους το φυσικότερο πράμα του
+κόσμου, όπως είναι γι' αυτή.
+
+Κάποτε προσθέτει:
+
+ — Ήθελα μόνο να ζούσα, όσο να μεγαλώσουνε λιγάκι ακόμα τα παιδιά και
+να μη με χρειάζουνται πια.
+
+Έπειτα παίρνει το πρόσωπό της μιαν απελπισμένη έκφραση, σα να ήξερε
+καλά πως αυτός ο πόθος είναι κατιτί περσότερο παρότι μπορεί να ελπίζη
+ή να ποθή και το μέτωπό της κάνει μια βαθειά δίπλα ανάμεσα στα μάτια,
+σα να της προξενούσαν πόνο οι στοχασμοί της. Αιστάνεται πως πρέπει να
+διαλέξη ανάμεσα θανάτου και ζωής, τουλάχιστο στους πόθους της και δεν
+το μπορεί. Γι' αυτό θέλει να ζήση ένα διάστημα για χάρη αυτών που
+ζούνε κ' έπειτα να πεθάνη και να μείνη με κείνον, που αιστάνεται πως
+του ανήκει. Γυρεύει ένα συμβιβασμό αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και
+της ανάγκης να ζήση και σα να τα φοβάται και τα δυο, γιατί και τα δυο
+παλεύουνε να κυριαρχήσουν την ψυχή της και τα δυο την τυραννούν
+ατέλειωτα, καθένα με τον τρόπο του.
+
+ — Θυμάσαι, λέει, που σου είπα πως δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη ζωή
+έπειτ' από αυτή; Εσύ μ' έκαμες να το πιστεύω.
+
+Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει ενώ το λέει κ' η φωνή της έχει έναν τόνο
+οργής που με θλίβει.
+
+Το παρατηρεί και για να μ' εξιλεώση πιάνει το χέρι μου, ενώ
+ξακολουθεί:
+
+ — Τώρα πιστεύω πως υπάρχει και τώρα γνωρίζω πως μπορεί κανείς
+ναρχίση να ζη μια τέτοια ζωή εδώ στη γις. Χρειάζεται μόνο να χάση
+κάποιον, που μαζί του είναι τόσο σφιχτά δεμένος, ώστε να έχη το
+συναίστημα πως πήρε και τη δική του ψυχή μαζί. Σχεδόν κάθε βράδι
+έρχεται και με βρίσκει ο Σβεν. Δεν έρχεται όταν το θέλω ή όταν τον
+παρακαλώ ναρθή. Δεν έρχεται όταν κλαίω, όταν τον λαχταρώ και του
+απλώνω τα χέρια και φωνάζω τόνομά του. Όταν δεν τον υποψιάζουμαι,
+τότε τον βλέπω καθισμένον κοντά μου. Κι όταν είμαι ήσυχη τότε και
+χαρούμενη, μου χαμογελά και φαίνεται ευτυχισμένος. Με κοιτάζει, όπως
+με κοίταζε όταν ζούσε, και πριν προφτάσω να στοχαστώ χάνεται πάλι.
+Ωστόσο είμαι ευτυχισμένη. Γιατί γνωρίζω πως είτανε κοντά μου. Έρχεται
+συχνά όταν εσύ κοιμάσαι και γω μένω άυπνη. Κάποτε λέω να σε ξυπνήσω.
+Μα δε τολμώ. Γιατί φοβούμαι πως αν ξυπνήσης, θα χαθή. Και τότε μπορεί
+να μην πιστέψης εκείνο που βλέπω.
+
+Με κοίταζε όλην την ώρα φοβισμένη, σα να νόμιζε πως θα της
+αντιλογήσω. Μα δεν το κάνω ποτέ. Δεν το γνωρίζω κιόλας ο ίδιος τι
+πιστεύω.
+
+Έχω πάθει τόσο φοβερούς κλονισμούς, που δεν τολμώ να πω τι είναι
+πραγματικότητα και τι φαινόμενο στην πείρα των άλλων. Μήπως το
+γνωρίζω τουλάχιστο μονάχα στη δική μου; Μήπως γνωρίζω πως είναι
+πραγματικότητα μονάχα εκείνο, που φτάνω με το λογικό μου; Είναι
+αποκλεισμένο να υπάρχη μια πραγματικότητα, που δεν μπορεί να τη φτάση
+κανείς μόνο με το αίστημα ή, — γιατί όχι — και με τη φαντασία ακόμα;
+Μου φαίνεται, πως θα είτανε το ίδιο σα να κολόβωνα τον εαυτό μου αν
+ταπείνωνα το αίστημά μου και τη φαντασία μου τόσο, ώστε να πω πως
+υπάρχουνε μονάχα για να είναι υποταγμένα στο λογικό. Στη σκέψη μου
+μού φαίνεται το ίδιο σα να ήθελα να κάμω το μάτι ναρνηθή το σωματικό
+πόνο, γιατί δεν τον βλέπει, ή το αυτί να μην παραδεχτή το αίστημα της
+γεύσης, γιατί δεν είναι δυνατό να το ακούση. Κι όσο κι αν γνωρίζω
+καλά τα επιχειρήματα, που μπορούνε ναντιταχτούνε σ' έναν τέτοιον
+τρόπο σκέψης, μου είναι αδύνατο να τα δεχτώ στην περίσταση αυτή. Ούτε
+πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω. Μένω σα να πούμε καρτερώντας με αγωνία πως
+μια μέρα θα μπορέσω να φωτιστώ για ό,τι δε γνωρίζω.
+
+Και μ' αυτό βλασταίνει μέσα μου μια σκέψη, που ρίζωσε τη στιγμή που
+γνώριζα πως θα πεθάνη το παιδί μου. Εννοώ πως ό,τι κι αν είναι αυτό,
+πραγματικότητα είτε φαντασία, μια μέρα θα μου πάρη τη γυναίκα μου.
+Είναι τόσο στενά δεμένη με τη ζωή μου, που δεν μπορώ να κάμω χωρίς
+αυτή. Ενάντια στην ευτυχία μου, που τηνέ νόμιζα μια φορά τόσο δυνατή,
+ώστε να κοιτάζω, σαν από ψηλά, κάτω την ευτυχία των άλλων, ορθώνεται
+μια δύναμη, που είναι η μοίρα όλων όσοι ζούνε. Ο θάνατος στέκει
+μπροστά μου, όπως έστεκε μια φορά μπροστά στο Σβεν στην εικόνα, που
+ήθελε να του τη διηγούνται σαν παραμύθι. Το κουδούνι σημαίνει και
+κείνος, που πρέπει να φύγη αποδώ, ακούει τόνομά του κι όποιος πάλι
+δεν το ακούει οφείλει να μείνη. Η διαφορά είναι μόνο πως εγώ βλέπω το
+θάνατο από μακριά, πολύ πριν πλησιάση, γνωρίζω πως θα σημάνη το
+κουδούνι και πως εκείνη που θα καλέση, θα φύγη με χαρά.
+
+Μα δε θέλω να καταραστώ άνεργος τη δύναμη του θανάτου. Μέσα μου
+μεγαλώνει ένας πόθος δυνατότερος παρότι το συναιστάνουμαι. Είναι ο
+ίδιος πόθος που έκαμε τη γυναίκα μου να φωνάξη, άμα βεβαιώθηκε πως θα
+πεθάνη το παιδί της: «Δεν πρέπει να πεθάνη. Το ξέρω πως δε θα
+πεθάνη.» Με τον ίδιον τρόπο λέω τώρα και γω στον εαυτό μου: «Δε θέλω
+να τη χάσω. Πρέπει να ζήση στο πείσμα όλων.» Δε βλέπω πως προσπαθώ το
+αδύνατο. Η κρίση, που ξύπνησε αμέσως τότε όταν είτανε γι' αυτή,
+κοιμάται τώρα που είναι για με το ζήτημα, θέλω να πολεμήσω με το
+θάνατο για να βαστάξω την ευτυχία της και τη δική μου, έτσι όπως
+ανθούσε μια φορά, όχι τότε που μας χαμογελούσε η ζωή, μα τουλάχιστο
+τότε που δοκιμάσαμε την τιμωρία της κι ωστόσο νομίζαμε πως μπορούσε
+να μας χαμογελάση. Ήθελα να κάμω το καθετί για να την ξανακερδίσω.
+Σαν τον Ορφέα ήθελα να κατεβώ στον Άδη, να τη βιάσω με την αγάπη μου
+να ξαναγυρίση, κι αν με ακολουθούσε, δε θα έστρηβα βέβαια να κοιτάξω
+πίσω τις σκιές.
+
+Αυτό εύχουμαι μέσα μου και δεν περιμένω γλήγορα την αμοιβή.
+Απεναντίας ετοιμάζουμαι για μια μακρή, σκληρή δοκιμασία και γνωρίζω
+από πριν πως το πρώτο, που πρέπει να μάθω, είναι η τέχνη να προσμένω.
+
+Έχω όμως τόση βεβαιότητα στην πίστη μου, ώστε χαμογελώ μέσα μου όταν
+την ακούω να μιλή για το θάνατο. Μπορώ να την ακούω να λέη πως ποθεί
+να φύγη και μπορώ να αιστάνουμαι το χάδεμά της, άμα με παρακαλεί να
+τη συχωρέσω. Τότε απολαβαίνω το χάδεμα και λησμονώ τα λόγια της. Έχω
+μια μεγάλη, απέραντη βεβαιότητα πως η νίκη είναι τελειωτικά δική μου
+κι όχι εκείνου, που κοιμάται στη γις. Τον παίρνω σύμμαχο στους
+στοχασμούς μου, της λέω μάλιστα ακολουθώντας τη σειρά των δικών της
+στοχασμών, πως έχει υποχρέωση να ζήση, γιατί το θέλει ο Σβεν, γιατί
+μου το ψιθύρισε εκεί που κοιμόμουνα.
+
+Μ' ακούει με ξαφνισμένα, αστραφτερά μάτια κ' έπειτα από πολύν καιρό —
+τόσο πολύ που δεν μπορώ πια να θυμηθώ τι είπα — μου διηγιέται πως ο
+Σβεν κάθησε στο κρεββάτι της, ντυμένος το καινούριο άσπρο του φόρεμα
+με τη γαλάζια κορδέλα, και της είπε:
+
+ — Μαμά, δεν πρέπει να κλαις τόσο πολύ για μένα. Με πονεί το κεφάλι
+όταν κλαις.
+
+Ακούω αυτά τα λόγια και τα παίρνω σαν έναν καλό οιωνό. Με μεγαλήτερη
+τώρα ελπίδα παρά ποτέ ονειρεύουμαι ένα μέλλον, όπου το νεκρό παιδί
+μας γίνεται ένας δεσμός γερότερος, παρότι είταν όταν ζούσε, και
+θυμούμαι με δάκρυα στα μάτια τα λόγια, που μου είχε διδάξει εκείνη
+μια φορά:
+
+Να γεράσουμε μαζί.
+
+4
+
+Ο αγώνας αυτός που άρχισα δεν είταν τίποτε λιγότερο παρά μια πάλη με
+το θάνατο κι ο κατοπινός καιρός ένα ατέλειωτο συνάλλασμα μεταξύ της
+σκοτεινότερης απελπισιάς και της φωτεινότερης ελπίδας. Φυσικά, το
+δυσκολώτερο σε μια τέτοια περίσταση είναι να περιμένη κανένας ήσυχος
+ό,τι έχει να γίνη και να τα παρατά όλα στον καιρό με υπομονή, ενώ
+ταυτόχρονα πιστεύει πως καθετί που γίνεται φέρνει σιμότερα τη νύχτα,
+που ελπίζει πως θα μπορέση να την κρατήση μακριά. Με πόση προσοχή
+παρατηρούσα τη γυναίκα μου την εποχή αυτή! Πώς την παρακολουθούσα
+στις εκδρομές της στο νεκροταφείο! Και πώς χαιρόμουνα όταν την
+έβλεπα να μαζεύη φαιδρή κ' ήσυχη τα παιδιά γύρω της, να τους
+διηγιέται και να τους διαβάζη, έτσι όπως μονάχα αυτή μπορούσε να το
+κάνη! Κ' οι φωνές τους αντηχούσανε χαρωπές όλες μαζί, όταν εκείνο
+που τους διάβαζε έδινε αφορμή σε αστεία σχόλια. Και πώς πάλι
+παραμόνευα στο τραπέζι, ή στη βραδινή μας συνάθροιση κάτω από το φως
+της λάμπας, εκείνη τη βιασμένη, την αφαιρεμένη έκφραση στο πρόσωπο
+της γυναικός μου, που ερχότανε σα σύννεφο και μας έκανε όλους
+βουβούς.
+
+Είτανε τότε σα να έφευγε η ψυχή της από μας και μας άφηνε μόνους. Τα
+παιδιά αλλάζανε μαζί μου ματιές, που λέγανε καθαρά πως το
+αιστανόντανε κι αυτά όπως και γω, όσο τους το συχωρούσε η ηλικία,
+ματιές που μαρτυρούσανε πως υποφέρανε το ίδιο, αν και τους είταν
+αυτών ευκολότερο να διασκεδάζουνε τους στοχασμούς τους. Ο Σβάντε
+σηκωνότανε και χάδευε τη μαμά και δεν ένοιωθε τον εαυτό του
+πειραγμένον, που δεν κατώρθωνε να ξεσυννεφιάση το βλέμμα της. Έπειτα
+ερχότανε σε μένα κ' έλεγε:
+
+ — Πόσο λυπούμαι τη μαμά.
+
+Ο Ούλοφ έμενε ησυχότερος και προσπαθούσε να μιλή μαζί μου, σα να
+είταν όλα όπως έπρεπε να είναι. Όμως τα μάτια του παρακολουθούσαν τη
+μητέρα κι όταν εκείνη έβγαινε όξω για να είναι μόνη, όπως το έκανε
+συχνά, όταν αιστανότανε πως δεν μπορούσε να μας κοιτάζη περσότερο και
+να μας μιλή, τότε ο Ούλοφ συνήθιζε να πηγαίνη σιγά στην πόρτα και να
+στέκη ώρα εκεί και νακροάζεται. Αν η σιωπή βαστούσε παραπολύ, τότε
+έμπαινε μέσα σιγά σιγά κι αν πάλι η μητέρα δεν τον ήθελε, τότε γύριζε
+σιωπηλός και καθότανε με υπομονετική φυσιογνωμία, σα να ήξερε πως δεν
+έπρεπε να ταπαιτή όλα μεμιάς.
+
+Κι όταν σε τέτοιες στιγμές καθόμαστε μόνοι μας οι τρεις,
+συλλογιζόμαστε όλοι εκείνο που γινότανε πίσω από την κλεισμένη πόρτα,
+όπου η γυναίκα μου πάλευε να φτάση όλο και σιμότερα στα σύνορα, που
+τελειώνει η ζωή.
+
+ — Ξέρετε από τι υποφέρει η μαμά; είπα μια μέρα.
+
+Ο Ούλοφ κοίταξε αλλού, χωρίς να μιλήση, ο Σβάντε όμως απάντησε:
+
+ — Ναι.
+
+Δε χρειαζότανε κιόλας να ρωτήσω. Γιατί ήξερα πως τους είχε
+προετοιμάσει αυτή για ό,τι είχε να γίνη.
+
+5
+
+Το βράδι, όταν έμενα μόνος, κάθιζα συχνά κ' έγραφα, για να διασκεδάζω
+τους στοχασμούς μου ή έτσι για να κάνω κάτι. Έγραφα ένα είδος
+ημερολόγιο, που το φύλαγα στο βάθος ενός συρταριού για να μην πέση
+τυχαία στα χέρια της Έλσας.
+
+Τώρα το ξαναδιάβασα κι ό,τι είναι κει γραμένο μου φαίνεται σα να
+γράφηκε δω και πολύν καιρό. Μόλις μπορώ να πιστέψω πως δεν περάσανε
+από τότε ούτε δυο χρόνια. Μα εκεί που το διαβάζω τώρα, ζωντανεύουν
+όλα όσα γίνανε κ' αιστάνουμαι πάλι τα μαρτύρια της φοβερής αυταπάτης,
+που με συντηρούσε τότε.
+
+
+
+ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
+
+
+
+4 τον Σεπτέμβρη
+
+Κάθουμαι δω και συλλογίζουμαι το μικρό Σβεν. Όλα είναι σιωπηλά γύρω
+μου και νομίζω πως τον βλέπω, όπως τις τελευταίες μέρες που είταν
+ορθός ακόμα, να περπατά στους δρόμους του κήπου κρατώντας με το
+μικρό, τρυφερό του χέρι το δικό μου και να μιλή αδιάκοπα, ενώ με
+κοίταζε με τα στοχαστικά παιδικά μάτια του. Και καθώς βυθίζουμαι στην
+ανάμνηση αυτή, η απελπισία πως δε θα τον ξαναδώ ποτέ μου είναι όσο δε
+λέγεται πικρή. Γιατί αυτός είτανε χωρίς να το υποψιάζεται το κέντρο
+του σπιτιού. Είταν αυτός, που έτρεχε σε μας τους τέσσερους μεγάλους
+και γέμιζε το σπίτι με τα κελαδήματά του, όταν ερχόμαστε. Γύρω σ'
+αυτόν μαζευόμαστε με την παραμικρότερη αφορμή για νακούσουμε με χαρά
+τι έλεγε. Τώρα ο πατέρας του πρέπει να προσπαθή να γίνεται σκληρός
+στην ανάμνηση, για να μην αφήση τον εαυτό του να κυριευτή από την
+απογοήτεψη και να συγκρατήση κι όλους τους άλλους. Δεν του
+επιτρέπεται ούτε και να συλλογίζεται πολύ. Ούτε ακόμα και να
+θλίβεται. Γιατί τότε θα ναυαγούσαν όλα.
+
+Ήρθε μόνο για να πάρη τη μητέρα του και ναφήση στη θλίψη εμάς τους
+άλλους; Ή ήρθε μόνο για να φύγη, τόσο ήσυχα κι ωραία όπως έφυγε, και
+να μας διδάξη όλους με το θάνατό του τη μεγάλη τέχνη της ζωής;
+
+16 τον Οχτώβρη
+
+Τα συλλογίστηκα όλα και τα είδα όλα και γνωρίζω πού γύρω γυρνά η
+πάλη. Είδα μέρα με την ημέρα πως όλα χειροτερέψανε. Και δεν είναι
+χαρά το να βλέπη κανείς καθαρά. Είναι πόνος. Τον καιρό αυτό μπόρεσα
+να παρακολουθήσω κάθε λεπτομέρεια κ' ένας λόγος ή ένα βλέμμα είχαν τη
+δύναμη να με κάμουν να τρέμω ίσια με το βάθος της ψυχής μου, γιατί
+γνώριζα τι σημασία είχαν. Την είδα να λιώνη εμπρός μου και μπρος στα
+παιδιά και να μιλή με κάτι αόρατο. Έπρεπε να τεντώσω όσο μπορούσα πιο
+πολύ κάθε μου νεύρο για να πάρω με βία από τα μάτια της το βλέμμα,
+που έδειχνε πως ήρθε στη συναίστηση πως δεν είτανε μόνη. Την είδα να
+τα αιστανθή και να τα νοιώση όλα μόνη της, να προαιστανθή και να
+γνωρίση τι παραμόνευε μέσα της. Έπεσε μπρος μου τρομαγμένη και με
+παρακάλεσε να μην την αφήσω να φύγη — μα να έχω ακόμα λίγη υπομονή.
+
+Υποφέρω φοβερά να παρακολουθώ τον αγώνα της κι ωστόσο γνωρίζω πως
+αυτό, που μου έγινε τώρα μαρτύριο, είναι μόνο μια άλλη όψη από τις
+ίδιες ιδιότητες μιας πλούσιας και δυνατής φύσης, που τα κύματά της
+φουσκώνουν όπως της θάλασσας — από τις ίδιες ιδιότητες, που μου
+χαρίσανε μια φορά όλη την ευτυχία και την αγαλλίαση του κόσμου.
+
+30 του Οχτώβρη
+
+Η φοβερή αγωνία αρχίζει να περνά κ' η γυναίκα μου αιστάνεται τον
+εαυτό της καλήτερα μέρα με την ημέρα. Έπειτα από τη σκοτεινιά του
+χειμώνα θα μακρύνουν οι μέρες κ' οι ώρες θα γίνουνε φωτεινότερες.
+
+8 του Δεκέμβρη
+
+Είναι καιρός που δεν άγγιξα το ημερολόγιό μου. Μα ο λόγος είναι πως
+εργαζόμουνα. Έγραψα ένα θεατρικό έργο. Μέσα σε διόρθωσες κ' εργασία
+κάθε λογής, μέσα στις συχνές αδιαθεσίες της γυναικός μου και σε μια
+νευρικότητα, που έκαμε όλο το είναι μου να φαίνεται σα μια χορδή
+τεντωμένη, σηκωνόμουνα πρωί κ' έκλεβα τον καιρό κ' έγραφα. Τη νύχτα
+καθόμουνα ως τις δυο. Έκοβα την εργασία και πήγαινα έξω και δειπνούσα
+για νακούω θόρυβο και να βλέπω ανθρώπους, για να βρίσκουμαι μέσα σε
+μια ζωή όλη πυρετό, να την αιστάνουμαι να βουίζη γύρω μου και να μου
+καίη τα μηλίγγια.
+
+Το έργο τέλειωσε όμως κ' αιστάνουμαι μόνο μια μεγάλη κούραση. Εκείνο
+που ζητώ τώρα δεν είναι ούτε δόξα ούτε ποιητική χαρά. Έχω το
+συναίστημα πως ο νους μου ζει μόνο σε βάρος του άλλου μου κορμιού.
+Ναι, είναι κρίμα πως η μέρα έχει μόνο εικοσιτέσσερες ώρες, άμα θέλη
+κανείς να κατορθώση το αδύνατο.
+
+17 του Δεκέμβρη
+
+Μου φαίνεται πως, χωρίς να το γνωρίζω καθαρά, όλα όσα έζησα και ζω,
+ό,τι είμουνα κ' είμαι, τραβούνε μ' έναν παράξενον τρόπο προς ένα
+τέλος, δίχως εγώ να μπορώ να κινήσω ούτε το δάχτυλο. Στο μεταξύ ζω τη
+συνηθισμένη μου ζωή και δεν πιστεύω πως με βρίσκει κανένας
+αλλαγμένον. Άμα βγαίνω έξω κι απαντώ κόσμο είμαι φαιδρός, παραπολύ
+φαιδρός μάλιστα. Γιατί αυτό ανακουφίζει.
+
+Μέσα στο σπίτι όμως ζω την πραγματική μου ζωή. Κι αδιάκοπα έχω το
+συναίστημα σα να γλυστρά απάνω σ' αυτή και σε μένα κάτι από κείνο,
+που μια φορά σε μιαν όλωςδιόλου διαφορετική περίσταση το είπα πως
+είναι « μεγαλήτερο από ευτυχία και δυστυχία», κάτι από κείνο που δεν
+έχει όνομα.
+
+Το κέντρο σε όλα αυτά είναι φυσικά η γυναίκα μου. Αν βαδίζη προς την
+υγεία ή προς το χαμό, δεν το γνωρίζω. Αυτό μου φαίνεται τώρα πως
+είναι κατιτίς, όπου δεν μπορώ να κάμω τίποτε. Κάποτε μου φαίνεται σα
+να στέκω έξω, σα να μην έχω κανένα μέρος σ' αυτό και να μην μπορώ να
+το φτάσω ποτέ. Και σ' όλα αυτά δεν υπάρχει καμμιά έξαψη, μα μόνο ένας
+καρτερικός πόθος, που είναι δίχως χρώμα.
+
+25 του Γεννάρη
+
+Η γυναίκα μου κάθησε σήμερα στο πιάνο. Δε θέλει βέβαια να τραγουδήση
+ακόμα, ωστόσο άκουσα μουσική στο σπίτι μου κ' οι αλλοτινές μελωδίες
+δώσανε στο πνεύμα μας μια νέα φωτεινότερη διάθεση. Γενικά τον
+τελευταίον καιρό την κυρίεψε κάτι νέο, κάτι που τάζει περσότερα από
+το πρωτητερινό. Ξύπνησε στη ζωή και φέρνεται μαζί μας, όπως μια φορά.
+Ίσως όχι όλωςδιόλου το ίδιο όπως μια φορά, όμως αιστάνουμαι πως
+έρχεται κάθε μέρα πάντα πιο κοντά μας. Κάποτε πιστεύω εκείνο που
+λέει, πως δηλαδή όλο αυτό έρχεται από το πως γνωρίζει πως θα πεθάνη
+γλήγορα και πως αυτή η ελπίδα τη συγκρατεί.
+
+Κάποτε όμως πιστεύω πως και να είναι τώρα όπως το λέει, ωστόσο όλα
+αυτά θαλλάξουνε γλήγορα σε κάτι μεγαλήτερο, κάτι που το αιστάνεται με
+ξάφνισμα και φόβο κ' η ίδια, όμως δε θέλει να το πιστέψη.
+
+Τι θα γίνη δε γνωρίζω. Μα γνωρίζω πως τώρα δεν είμαι απελπισμένος,
+όπως πρωτήτερα. Γιατί τώρα ζω κάτω από τη Μοίρα, που — ό,τι και να
+γίνη — καθώς το βλέπω τώρα δε θα φέρη τίποτε άσκημο στη ζωή της και
+στη δική μου. Αυτό είχα φοβηθεί.
+
+19 του Φλεβάρη
+
+Δεν μπορώ να υποφέρω πια. Βλέπω μαύρα, μαύρα και μόνο μαύρα γύρω μου,
+τόσο που φρενιάζω όταν αντικρύζω σε κανέναν καθρέφτη μοναχόν τον
+εαυτό μου. Και το καλήτερο είναι πως η γυναίκα μου αρχίζει να
+αιστάνεται κάτι από όλα αυτά.
+
+26 του Μάρτη
+
+Περιμένω μόνο πώς να περάση ο χειμώνας και να φύγουμε αποδώ. Μ' έχει
+κυριέψει μια απάθεια παράξενης λογής και κάποτε έχω το φόβο πως ο
+χειμώνας αυτός μ' έχει κατασυντρίψει. Ό,τι θα φέρη το καλοκαίρι ίσως
+να μην είναι κι αυτό κάτι, όπου μπορεί κανένας να βασίση ελπίδες.
+Ήρθαμε μέσα στη Στοκχόλμη με την ελπίδα πως η κατάστασή μας θα
+καλητέρευε, έστω ίσως και σιγά σιγά. Τα πράματα όμως δείξανε πως θα
+είτανε καλήτερο να μέναμε στην εξοχή, στη μοναξιά, που φαίνεται πως
+είναι τα προτιμότερο για μας. Εδώ είναι ερημικότερα παρότι εκεί.
+
+31 του Μάη
+
+Σα σήμερα μια μέρα παντρευτήκαμε. «Τον ωραίο μήνα Μάη.» Δεν μπορώ να
+κρατηθώ να μη σημειώσω κάτι, όσο κι αν το βρίσκω κι ο ίδιος πως είναι
+παιδικό.
+
+Είναι δηλαδή σήμερα δεκατέσσερα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι κι ο
+χρόνος που πέρασε είταν ο δυσκολώτερος. Ο χρόνος που πέρασε είταν ο
+δέκατος τρίτος — ο κατεξοχή δίσεχτος χρόνος. Είναι σα να πιστεύω πως
+κάποιος ή κάτι αποδώ και σήμερα θέλει να ισιάξη το δρόμο μας, ή σα να
+αιστάνουμαι πως κάτι μέσα μου κοντεύει να γιατρευτή. Κι όλα αυτά
+γιατί μου ήρθε στο νου ένας αριθμός, που σε ομαλές περίστασες θα
+περνούσε απαρατήρητος.
+
+25 του Θεριστή
+
+Οι μέρες περνούν ενώ γυρίζω και συλλογίζουμαι πως έπρεπε ναρχίσω να
+εργάζουμαι. Μα οι πεταλούδες της ποίησης πετούνε μόνο ανήσυχες γύρω
+σε κάτι, που είναι καμένο κ' έρημο. Κάποτε έχω την εντύπωση πως
+μπορούσα νακολουθήσω το φτερούγισμά τους. Μα έπειτα η πραγματικότητα
+μου ξαναθυμίζει εκείνο που υπάρχει κι όλα σκοτεινιάζουν.
+
+Να μπορούσα μόνο να είμαι πάντα έτσι, ώστε να μη διακρίνη τίποτε η
+γυναίκα μου. Να μπορούσα να είμαι σύμμετρος και φαιδρός ή τουλάχιστο
+να φαίνουμαι. Μα δεν μπορώ και γνωρίζω πως αυτή δε λυπάται μόνο για
+τον εαυτό της, μα και για τη θλίψη που προξενεί σε μένα. Ω θα είναι
+βέβαια φοβερό να είναι κανένας στην κατάστασή της. Να μην μπορή να
+κάμη τίποτε και να πέφτη συντριμένη με το παραμικρότερο που της
+φέρνει ανησυχία ή θλίψη. Να συλλογίζεται ακατάπαυτα το θάνατο, που
+πιστεύει πως θα έρθη, μα δεν έρχεται. Και θα της είναι τριπλά
+φοβερότερο κοντά σε όλα αυτά να θλίβη τον άνθρωπο, που αγαπά
+περσότερο απ' όλα στον κόσμο και να μην της είναι δυνατό να κάμη
+τίποτε για να του αλαφρώση τον πόνο.
+
+Κάποτε κάθεται και με κοιτάζει, άμα νομίζη πως δεν το παρατηρώ και
+τότε παίρνει το πρόσωπό της μια τέτοια έκφραση απελπισιάς, που μου
+ξεσκίζει την καρδιά.
+
+Χτες ήρθε και κάθησε κοντά μου κι ακκούμπησε το χέρι της στο δικό
+μου.
+
+ — Πόσο πιο ευτυχισμένος θα είσουν, αν δεν είχες εμένα! είπε.
+
+Γνωρίζω πως πιστεύει στην αλήθεια κάθε λόγου που λέει κ' η απάντησή
+μου ίσως να κλόνισε για μια στιγμή την πίστη της και να έφερε μιαν
+αναλαμπή ελπίδας στα μάτια της, όμως δεν κατώρθωσε να της ξαναδώση
+την πεποίθηση πως είναι απαραίτητη και πως έχει την υποχρέωση να
+ζήση.
+
+6
+
+Άμα διαβάζω τα φύλλα αυτά και βλέπω πως τρέκλιζα αναμεταξύ ελπίδας
+και φόβου δε νοιώθω πως μπορεί να είναι αληθινά όσα διηγούνται αυτά
+τα φύλλα. Κι όμως είναι. Κι όσο κι αν είναι τα σημειώματα αυτά άπλερα
+και κοματιαστά, μου διηγούνται ωστόσο με τέλεια βεβαιότητα πως τότε
+έλπιζα περσότερο παρότι μπορώ να το εννοήσω τώρα που εξηγηθήκανε και
+τελειώσαν όλα.
+
+Τόσο μόνο εννοώ, πως αυτόν το χειμώνα, που σε κάθε ανάμνηση που μου
+άφησε ούτε θέλω ούτε μπορώ να γυρίσω, η ευτυχία μου είτανε στο πως
+βρήκα στο τέλος κάτι, που θα βοηθούσε, όπως πίστευα, στη σωτηρία της
+γυναίκας μου. Τι ευτυχία είταν εκείνη! Να μη μένω πια άπραγος
+θεατής, μα να μπορώ να λάβω μέρος, να ενεργήσω, να εργαστώ μ' έναν
+ωρισμένο σκοπό μπροστά μου, ένα σκοπό, που πίστευα τουλάχιστο πως θα
+τον πιτύχω. Τον καιρό της νιότης μου μια τέτοια πηγή θα φαινότανε
+ίσως πολύ φτωχή. Μα όταν τα χρόνια αρχίζουνε νασπρίζουν κάπως τα
+μαλλιά, αρκείται κανένας με λιγότερα παρότι πριν. Τότε μπορεί να ζη
+και να υποφέρη, όταν πιστεύη πως είναι δυνατή μια καλλιτέρεψη και με
+τη συναίστηση πως αυτή βρίσκεται μέσα στα σύνορα του δυνατού, μπορεί
+να βρη κάτι, κάτι που να μοιάζη κάπως με την ευτυχία.
+
+Σε μένα ήρθε αυτή η βοήθεια την ίδια στιγμή που η υποψία, πως η ζωή
+της πόλης είταν ολέθρια για τη γυναίκα μου, άρχισε να γίνεται σιγά
+σιγά βεβαιότητα και τέλος έφτασε στην απόφαση να την πάρω αποκεί και
+να γυρίσουμε στην εξοχή, που δεν έπρεπε να την αφήσουμε. Ο γιατρός
+μου δυνάμωσε την απόφαση αυτή κι όταν είπα της γυναικός μου το σχέδιο
+αυτό, σαν απλή πιθανότητα, το πρόσωπό της έλαμψε, σα να της έταξα τις
+χαρές του παράδεισου, κ' είπε μόνο:
+
+ — Μπορείς να το κάμης αυτό για με; Το θέλεις;
+
+Τα λόγια αυτά μου δώσαν ενέργεια και ζωή και μέσα σ' όλη την
+απελπισία, όλη την ανησυχία κι όλα όσα έχω περιγράψει πριν και
+διηγήθηκα, μέσα σ' όλα όσα με κατασυντρίβανε, τα λόγια αυτά λάμπανε
+μπροστά μου σαν άστρα στο σκοτάδι και με κεντούσανε στην τελευταία
+μεγάλη προσπάθεια, που έλπιζα πως θα ξαναέδινε τη χαρά σ' όλους μας.
+Όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο πιθανότερο μου φαινότανε πως
+είχα τώρα βρει εκείνο που θα ξανάνοιγε της γυναικός μου το δρόμο της
+ζωής. Σαν ένας που φαντάζεται πως βρήκε ένα φυλαχτό, που του δίνει τη
+δύναμη να κάνη θάματα, στήριξα όλες τις ελπίδες μου σ' αυτό το σχέδιο
+κι όταν τέλος βρεθήκαμε στη μικρή βίλλα, που είτανε χτισμένη σ' ένα
+ψήλωμα με θέα προς τα φιόρδ και προς τα δάση, στη βίλλα, που τα φύλλα
+των λευκών σαλεύανε μπρος στο παράθυρο, όπου θα καθότανε η γυναίκα
+μου να με προσμένη να γυρίζω από την εργασία μου, όταν λοιπόν
+βρεθήκαμε κει, είχα τη βεβαιότητα πως είχε βρεθεί πια η λύση. Όσο και
+να μου φαίνεται τώρα αυτό παράξενο, τότε είμουνα γεμάτος βεβαιότητα.
+Πίστευα κ' είμουνα με την πίστη μου ευτυχισμένος όσο δε λέγεται.
+
+Ποτέ μου άλλη φορά δεν αιστάνθηκα περσότερη χαρά κ' ελπίδα, όσο όταν
+άρχισε να πέφτη το χειμώνα αυτόν το χιόνι και νοιώσαμε κείνο το
+ξεχωριστό κρυφό αίστημα, που είναι χαραχτηριστικό των βορεινών
+κλιμάτων πως είμαστε αποκλεισμένοι απ' όλους κι απ' όλα. Από τη
+σοφίτα ως κάτω στο υπόγειο είταν έτοιμο το σπίτι μας και, όπως πρώτα,
+ταχτοποιώντας όλα και στολίζοντας τις κάμαρες με πραματάκια κ'
+εφευρέματα, που είναι το ξεχωριστό μυστικό του θηλυκού φύλου, πήγαινε
+κ' ερχότανε πάλι μεταξύ μας η γυναίκα μου. Οι φωνές των παιδιών
+αντηχούσανε στις κάμαρες, τα καναρίνια κελαδούσαν, ο σκύλος γαύγιζε
+με τα παιγνίδια και τα μαλλώματα των παιδιών. Και το πιάνο δεν είτανε
+πια κλειστό.
+
+Άνοιξε ένα βράδι, που λίγο το περίμενα. Δίχως να προδώση το σκοπό της
+ούτε μ' ένα λόγο, ήρθε η Έλσα κάτω στη σάλα και κάθησε στο πιάνο. Με
+κοίταξε καθώς πέρασε μπροστά μου κ' ένοιωσα πόσο είταν ευτυχισμένη,
+που μπορούσε νακολουθή τους πόθους της. Από τότε που πέθανε ο Σβεν
+και δεν μπορούσε νακούη την κρυστάλλινη φωνή του να σμίγη με τους
+ήχους του πιάνου, η γυναίκα μου δεν ήθελε να τραγουδήση τους σκοπούς,
+που τους άκουγε πάντα μόνο εκείνος. Μόλις πίστευα τα μάτια μου όταν
+την είδα να καθήση στο πιάνο και ναρχίση να παίζη. Και σε λίγο
+αντηχήσανε στην κάμαρα τα λόγια:
+
+ Λευκέ μου κύκνε,
+ βουβέ, νεκρέ,
+ δε θα σ' ακούσω
+ τώρα ποτέ.
+
+Και το τέλος:
+
+ Άμα σβήστηκες
+ τόσο πονούσες,
+ είσουνα κύκνος
+ και τραγουδούσες.
+
+Ούτε πρωτήτερα, ούτε υστερότερα το είχα ακούσει έτσι το τραγούδι
+αυτό. Ενώ τραγουδούσε ήρθανε τα παιδιά μέσα σιγά και στάθηκαν άφωνα
+στην πόρτα. Με κοιτάζανε ξαφνισμένα, σα να μην πιστεύανε κι αυτά ό,τι
+βλέπανε και τους απάντησα μ' ένα νέμα, ενώ τα μάτια μου δακρύσανε.
+Άμα σβήσανε οι τελευταίοι τόνοι, χύθηκε σιωπή στην κάμαρα, μια σιωπή
+όμως επίσημη.
+
+Η γυναίκα μου σηκώθηκε κ' έκλεισε το πιάνο.
+
+ — Δεν μπορώ πια σήμερα, είπε για δικαιολογία.
+
+Μας κοίταξε όμως όλους κ' εννόησε ποια χαρά μας έδωσε. Το πρόσωπό της
+έλαμψε, πέρασε κοντά μου και πήγε στα παιδιά και τα πήρε κ' έσφιξε
+στους ώμους της τα κεφάλια τους.
+
+ — Ευχαριστήστε το μικρό αδερφό, είπε. Αυτός με βοήθησε.
+
+Το είπε αυτό όχι νοσηρά όπως πρωτήτερα, όχι με κείνον το σχεδόν
+εχτρικόν τόνο, που μεταχειριζότανε όταν πίστευε πως εμείς που ζούσαμε
+την εμποδίζαμε νανήκη σε κείνον που είτανε νεκρός. Το είπε απαλά κ'
+ήρεμα και σχεδόν ευτυχισμένα, με μιαν έκφραση σα ναποχαιρετούσε κάτι
+περασμένο, που δε θα ξαναγύριζε ποτέ.
+
+7
+
+Πίσω από την κρεββατοκάμαρα είταν ένα μικρό χώρισμα, που στην αρχή
+λογαριάζαμε να τα κάνουμε δωμάτιο τουαλέττας, μα έπειτα δεν ξέρω για
+ποιους λόγους δεν το κάναμε. Είτανε πολύ ακανόνιστο, τα παράθυρα ψηλά
+και τα φως λιγότερο παρότι στις άλλες κάμαρες.
+
+Εκεί κατοικούσε ο μικρός Σβεν. Εκεί είταν η κάμαρά του κ' η κάμαρα
+αυτή έμενε κλειστή.
+
+Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να βοηθά τη γυναίκα μου στα συγύρισμα
+αυτής της κάμαρας, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να πειράζη τίποτε κει
+μέσα. Όλα έπρεπε να τα κάνη μόνη. Κρέμασε λευκές κουρτίνες στο μικρό
+παράθυρο και στο άδειο του παράθυρου πίσω από τις κουρτίνες έβαλε ένα
+τραπέζι. Έρραψε ένα τραπεζομάντηλο από τα ίδιο ύφασμα που έκαμε και
+τις κουρτίνες, κι απάνω στο τραπέζι είτανε τα παιγνίδια του Σβεν. Το
+άλογο που έσερνε ένα κάρο, μερικοί μολυβένιοι στρατιώτες και μια
+σκηνή. Εκεί απάνω είτανε το άσπρο φλιτζάνι του Σβεν με το χρυσό γύρο,
+ο κομπαράς του, ένα μικρό σπαθί και μια περικεφαλαία. Αυτά είταν όλα
+όσα άφησε πίσω του. Κάτω από το τραπέζι στέκανε δυο ξύλινα άλογα το
+ένα με τη χήτη μαδημένη, και μπρος στο τραπέζι είτανε μια μικρή,
+χαμηλή ξύλινη καρεκλίτσα, που την είχαμε χαρισμένη του Σβεν και
+κείνος την έπερνε μέσα στις κάμαρες όταν είτανε πολύ χαρούμενος κ'
+ήθελε να βάλη τη μαμά να του πη παραμύθια.
+
+Ανάμεσα όμως στα παιγνίδια είτανε στημένες μικρές και μεγάλες
+φωτογραφίες σε κορνίζες και στον τοίχο, όσο είτανε δυνατό πιο κοντά
+στο φως, κρέμονταν άλλες. Είταν εκεί εικόνες του μπαμπά και της
+μαμάς, των αδερφών κι όλης της οικογένειας. Είταν εκεί η φωτογραφία
+του Σβεν με τη μακριά ποδίτσα του κι άλλη με τη μικρή του γούνα,
+καθώς έστεκε απάνω σ' ένα κάθισμα και μισοέκλεινε τα μάτια θαμπωμένα
+από τον ήλιο που έλαμπε στο χιόνι. Μα όλες οι εικόνες είταν από τον
+καιρό της νιότης και της ευτυχίας, όταν ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτε
+που να μπορούσε να ξεσκίση τους δεσμούς, που μας ένωναν ακόμα όλους.
+Και μοναχό, ολομόναχο κρεμότανε σε μια προεξοχή του τοίχου το
+αντίγραφο της εικόνας του Σπάγγεμπεργ, που παράσταινε το θάνατο κ'
+έκανε τόσο στοχαστικό το μικρό Σβεν, της εικόνας, που την ιστορία της
+του διηγήθηκε η μαμά πολύ πρωτύτερα από την ημέρα, που έμαθε γι' αυτή
+ο ίδιος περσότερα παρόσα μπορούσανε να του διηγηθούν οι μεγάλοι.
+
+Έπειτα βρισκόταν εκεί κατιτίς άλλο ακόμα. Ένα μικρό κομό βαμένο με
+σκούρο βερνίκι· είτανε μια φορά του Σβεν κ' είχε τη μικρή ιστορία
+του, γιατί πρωτήτερα είτανε του μπαμπά κ' είχε ανοιχτοκίτρινο χρώμα.
+Από τότε όμως, που το πήρε ο Σβεν, βάφηκε με το νέο χρώμα του. Τώρα
+στα τρία συρτάρια του κομού βρίσκονταν όλα τα πράματα που θυμίζανε το
+μικρόν και δεν έπρεπε να είναι σκορπισμένα. Εκεί είτανε φυλαγμένο το
+τελευταίο πουκαμισάκι του και το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες, που
+φόρεσε. Εκεί είτανε τα μικρά του τετράδια με τα τραγούδια, η
+τελευταία λευκή καλοκαιρινή φορεσιά του με την όμορφη γαλάζια κορδέλα
+κι ο φιόγγος με τα ίδιο χρώμα στο λευκό κασκέτο. Εκεί είτανε
+φυλαγμένα τα μικρά χρωματιστά παπούτσια και τα βιβλία του μικρού
+Σβεν. Εκεί είταν ακόμα και το βιβλίο του μπαμπά για τα μεγάλα
+αδέρφια, το αντίτυπο που είχε δώσει της μαμάς κ' έπειτα το πήρε για
+δικό του ο Σβεν όταν τον παρακάλεσε να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το
+Νέννε.
+
+Αυτή είταν η κάμαρα του Σβεν και δω είτανε το άδυτο της Έλσας. Κάθε
+βράδι έμπαινε κει και κάθε πρωί καθότανε κει, πριν μιλήση με κανέναν
+άλλον. Ποτέ δεν είταν τόσο ευτυχισμένη παρά όταν πήγαινε κι ο μπαμπάς
+εκεί κ' έμενε μαζί της.
+
+Εκεί κατοικούσε κι ο Σβεν και τι ομιλίες γινόντανε κει δεν το ξέρει
+κανένας. Κι όταν ακόμα διηγόταν η Έλσα κάτι από αυτές, εκείνο που
+έλεγε δεν είτανε τίποτε μπροστά στα λόγια, που άλλαζε κει μέσα με τον
+κόσμο του αγνώστου.
+
+ — Δεν το πιστεύεις αυτό, μου είπε μια μέρα. Εγώ όμως το αιστάνουμαι.
+
+Με κοίταξε με μεγάλα, ξαφνισμένα μάτια:
+
+ — Δεν μπορείς να πιστεύης, όπως πιστεύω εγώ Γιατί έχεις κιόλας
+κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό, είπε. Εγώ όμως το ξέρω και δεν έχω
+κανένα δισταγμό.
+
+Μια ανάμνηση ξύπνησε μέσα μου, η ανάμνηση της ώρας, που μου
+παραπονέθηκε πως την έκαμα να χάση την πίστη, που είχε στην
+πραγματικότητα την έξω από το αισθητό. Ένοιωσα πως τώρα χρειαζότανε
+την πίστη της, πως τη χρειάστηκε πάντα, πως η πίστη αυτή είτανε τόσο
+βαθιά δεμένη με το βαθήτερο είναι της και πως ίσως θα είχε υποφέρει
+λιγότερο, αν δεν της κλονιζότανε ποτέ η πίστη αυτή. Το ίδιο ήξερα και
+γω πως δεν έχασα ποτέ ολότελα την πίστη προς κάποια συνέχεια μετά το
+θάνατο. Προσπάθησα βέβαια να κάμω με τη λογική τη σκέψη αυτή αδύνατη
+μπροστά στα μάτια μου. Μα ίσως το έκαμα με την ελπίδα πως ίσια ίσια
+αυτή η προσπάθεια θα μ' έφερνε στο τέλος στην πεποίθηση για το
+αντίθετο. Η πεποίθηση αυτή δεν ήρθε ποτέ, με το πέρασμα όμως των
+χρόνων εκείνο που πίστευα για τη μελλόμενη ζωή έπαθε κάποια αλλαγή. Η
+ιδέα της αθανασίας είτανε κ' έμεινε για με εννοείται μονάχα μια
+πιθανότητα, όμως λίγο λίγο πήρε τη μορφή ενός κάτι αχνού κι απαλού,
+που το πλησίαζα δίχως να γνωρίζω καλά καλά πώς. Βήμα με βήμα ένοιωσα
+να μεγαλώνη μέσα μου η πιθανότητα μιας τέτοιας πεποίθησης κι όσα
+δοκίμασα τα τελευταία χρόνια θρέψανε στο αίστημά μου την πιθανότητα
+αυτή, που το λογικό μου δεν μπορούσε ούτε να την παραδεχτή ούτε να
+την αποκρούση.
+
+Ταυτόχρονα μου φαινότανε σα να έμενα μόνος σε όλα αυτά και σαν η
+γυναίκα μου να μην ήθελε ή να μην μπορούσε να δη τι γινότανε μέσα μου
+σ' αυτό το ζήτημα. Όταν όμως μου είπε αυτά τα λόγια: «έχεις κιόλας
+κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό», τότε είδα καθαρά πως με παρανοούσε,
+γιατί δεν είχα πει ο ίδιος τίποτε. Πώς μπορούσα να σωπαίνω για όλα
+αυτά; Πώς μπορούσα να ξεχάσω πως όσα είχα να πω αληθινά γι' αυτό το
+πράμα θα 'της δίνανε δίχως άλλο τη μεγαλήτερη ευτυχία; Θέλησα να
+διωρθώσω μεμιάς το σφάλμα μου και γι' αυτό της θύμησα την ημέρα που
+είπε πως ήθελε να πιστεύη, να στοχάζεται και να ζη όπως εγώ.
+
+ — Θέλω να το μάθης μια φορά, είπα. Περάσανε από τότε χρόνια. Ποτέ
+όμως δεν απαίτησα από σε κάτι παρόμοιο. Ποτέ δε θέλησα ναλλάξης κάτι
+μέσα σου για χάρη μου. Την ιδέα αυτή σου την έδωσε η αγάπη σου κι όχι
+εγώ.
+
+Κοίταξε μπροστά της σα να ψηλαφούσαν οι στοχασμοί της να βρούνε κάτι
+στο μακρινό περασμένο.
+
+ — Νομίζω πως εσύ ήθελες να γίνω σαν εσένα, είπε.
+
+ — Ποτέ, απάντησα, ποτέ δεν πεθύμησα τέτοιο πράμα. Ήθελα να μπορούσα
+να μιλώ μαζί σου για όλα όσα στοχαζόμουνα κ' αιστανόμουνα. Μα
+πιθυμούσα να έκανες και συ το ίδιο απέναντί μου. Ένοιωσα πάντα λύπη
+γιατί δεν το έκανες.
+
+Είδα πως σ' όλα αυτά είτανε κάτι που τη βασάνιζε περσότερο παρότι
+μπορούνε να το πούνε λόγια. Μα δε μάντεψα τι είτανε.
+
+ — Νόμιζα πάντα πως ήθελες να είμαι όμοια με σένα, είπε. Έτσι νόμιζα
+και το είπα και σ' άλλους. Όταν πίστευα πως δεν μπορούσα να μιλώ μαζί
+σου, μιλούσα με ξένους.
+
+Το τελευταίο το πρόστεσε μ' έναν τόνο, σα να πρόφερε κάτι που την
+αηδίαζε και σα να ντρεπότανε γι' αυτό.
+
+ — Πώς μπορούσα να σε παρεξηγήσω τόσο; είπε.
+
+Κ' ενώ αγκάλιασε τον ώμο μου, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε:
+
+ — Δε θυμώνεις που με βλέπεις να πηγαίνω μέσα στο Σβεν;
+
+ — Να θυμώσω;
+
+Θα την είχα κοιτάξει βέβαια με ξαφνισμένη έκφραση, που δεν μπορούσε
+να παρανοηθή. Γιατί δε ρώτησε τίποτε πια. Χωρίς να προφέρη λέξη
+γύρισε και πήγε στη μικρή κάμαρα του Σβεν. Έμεινε πολλή ώρα εκεί κι
+όταν ξαναγύρισε, είδα πως είχε κλάψει, όχι όμως από θλίψη.
+
+Εκεί όμως που καθόμουνα μόνος και την περίμενα, συλλογίστηκα πως δεν
+είχε ανοίξει ποτέ μπροστά μου την πόρτα της μικρής κάμαρας και να μπη
+μέσα να κάμη την προσευχή της. Κ' ήξερα κιόλας πως ποτέ άλλη φορά από
+την ημέρα που πέθανε ο Σβεν δεν είχα έρθει τόσο κοντά της, όπως τώρα.
+
+8
+
+Γιατί να μην εξακολουθήσουν όλα όπως αρχίσανε; Γιατί ήρθε κείνο που
+δεν το φοβόμουνα και μεγάλωσε κ' έγινε για μένα και για τους δικούς
+μου μια δύναμη περσότερο επικίντυνη παρά καθετίς άλλο, που είχα
+φοβηθεί προτήτερα; Μπορούσε να ρωτήση κανείς ακόμα γιατί δεν
+έρχουνται όλα όπως τα θέλει ο άνθρωπος ή γιατί δεν είναι στο χέρι του
+να γυρίση την εξέλιξη της ζωής όπως τη θέλει;
+
+Με όλη τη μεταξύ μας τρυφερότητα και συνεννόηση υπήρχε αυτή την εποχή
+ανάμεσα εμέ και της γυναίκας μου κάτι που μας χώριζε. Δεν ερχότανε
+από θεωρητική διαφορά στις γνώμες. Δεν είταν ακόμα τέτοιας φύσης, που
+να μας εμποδίζη να είμαστε πάντα μαζί και να χαίρεται ο ένας τον
+άλλον. Είταν απλούστατα μια διαφορά στον τρόπο που έπαιρνε ο καθένας
+μας ό,τι έγινε κι ό,τι γινότανε μεταξύ μας. Για την Έλσα όλα αυτά
+είταν ένας αποχαιρετισμός, καθώς πλησίαζε πάντα περσότερο να περάση
+εκείνα τα σύνορα, οπόθε δεν ξαναγυρνά κανένας. Εμένα μου φαινότανε σα
+μάταια ελπίδα πως θα ξανάρχιζε πάλι η ζωή μας και πως η γυναίκα μου
+θα ξαναγύριζε σε με, σε όλους μας, στη ζωή την ίδια.
+
+Απ' όλα όσα γίνανε και που πολλά απ' αυτά μου φαινόντανε τότε
+σκοτεινά κι αξήγητα, ένοιωσα πως αυτά είταν η εξήγηση της μοίρας της
+και της δικής μου και θα είχα απελπιστεί, αν τα έβλεπα τότε όλα τόσο
+καθαρά, όσο τα βλέπω τώρα. Εγώ δηλαδή πιθυμούσα από μέρος μου να
+παραιτήση η γυναίκα μου τους στοχασμούς του θανάτου και να ξαναπάρη
+χάρη μου το δρόμο της ζωής, όπου φαινότανε σα να σταμάτησε παράλυτη
+όταν χάθηκε ο Σβεν. Εκείνη πάλι ήθελε να μπορούσα να δω καλά πως είχε
+κάμει αγύριστα πια ένα βήμα προς τον άλλον κόσμο από την ημέρα που
+έφυγε ο άγγελος της, όπως τον έλεγε. Πιθυμούσε να το εννοήσω βαθιά
+πως το μόνο χρέος μου είτανε να στέκω στο πλευρό της σα φίλος και να
+της κρατώ το χέρι μοιράζοντας πάντα μαζί της το συναίστημα του
+σκοταδιού, που θαρχότανε και που το ποθούσε κ' η ίδια. Αγαπούσε τόσο
+βαθιά ο ένας τον άλλο μας, ώστε δεν ήθελε κανένας μας να παραιτήση
+τόνειρο που είχε να δη το στοχασμό του άλλου σύμφωνο με το δικό του.
+Γι' αυτό δεν μπορούσε κανένας μας ναφήση τον άλλον νακολουθά το δρόμο
+του και να δεχτή καρτερικά τον κλήρο της ζωής, που λέγεται απομόνωση.
+
+Γι' αυτό δεν μπορούσε να μην αιστάνεται καθένας μας μια πίκρα όταν
+έβλεπε πως ψεύτιζε η ελπίδα του. Γι' αυτό αιστανόταν εκείνη τον κόπο
+που έβαζα να τη φέρω εκεί όπου δεν ήθελε, γι' αυτό αιστανόμουνα εγώ
+την αντίστασή της και γι' αυτό η ζωή μας όλη είτανε κυριολεχτικά ένας
+αγώνας για την αγάπη κ' ένας αγώνας για τη ζωή και για το θάνατο.
+
+Είχα ζήσει τόσον καιρό κάτω από τον ίσκιο του θανάτου, ώστε δεν το
+νόμιζα πια δυνατό πως θα μου είτανε δοσμένη άλλη τύχη. Συνήθισα με
+την κατάστασή μου, όπως ο χρόνια άρρωστος με τους πόνους του. Ο
+ίσκιος δεν ερχότανε μόνο από το μικρόν, που χάθηκε, μα κι από κείνη,
+που ήθελε να τον ακολουθήση. Δεν ερχότανε μόνο από κείνο, που αφήσαμε
+πίσω, μα μας πρόσμενε και σε κείνο, που είτανε μπρος μας. Οι δυο
+ίσκιοι σμίγανε στο σημείο του δρόμου της ζωής, όπου είμαστε τώρα
+φτασμένοι. Οι δυο ίσκιοι ζώνανε ολάκερη τη ζωή μου και το σφάλμα μου
+είτανε πως δεν μπορούσα να πάρω τον ήλιο από τον ουρανό, για να διώξω
+τον έναν από τους ίσκιους.
+
+Αυτό είταν το σφάλμα μου κ' η αυταπάτη μου. Γιατί δεν έβλεπα με
+ανοιχτά μάτια. Δεν άκουγα με αυτιά που ακούγανε. Έβλεπα μόνο τον πόθο
+μου, άκουγα μόνο τη φωνή του ονείρου μου, που νοσταλγούσε τη ζωή. Κι
+ωστόσο ήξερα πως μόνο στο μύθο μπορεί η θέληση ενός ανθρώπου να
+ξαναφέρη τους νεκρούς στη ζωή. Ναι, ακόμα κι ο μύθος θεωρεί σαν
+αμάρτημα κατά των θεών το πως ο άνθρωπος εκείνος θέλησε να κάμη κάτι
+υπεράνθρωπο και τον βάζει να κοιτάξη πίσω στο βασίλειο των ίσκιων,
+μόνο και μόνο για να ξαναβυθιστή στη νύχτα του Άδη εκείνη που για
+χάρη της δοκίμασε να κάμη το αδύνατο.
+
+Η άνοιξη έφτασε αργά αυτόν το χρόνο, η άνοιξη, που την πρόσμενα σα
+λυτρωτή, φαινότανε σα μην ήθελε ναρθή διόλου. Τραχειά και κρύα έμενε
+η γις, γυμνά γέρνανε τα κλαδιά των δέντρων μπρος στα παράθυρά μας από
+τον παγερό άνεμο. Ο Απρίλης έβγαινε κ' οι σωροί το χιόνι στενόντανε
+σαν πύργοι ακόμα κι αν κάπου έλαμπε ο ήλιος, ο βοριάς πάγωνε τον αέρα
+με τα ρεύματα που έφερνε από το βοθνικό κόλπο.
+
+Την εποχή αυτή ήρθε ένα κρυολόγημα και ξαναέρριξε τη γυναίκα μου στο
+κρεβάτι. Έμεινε αρκετές βδομάδες στο κρεβάτι και τις βδομάδες αυτές
+τις περάσαμε με φόβους. Πάλι κυρίεψε η σιγή το σπίτι. Πάλι τα παιδιά
+και γω καθόμαστε αμίλητοι στο τραπέζι, όπου έμενε άδεια η θέση της.
+Πάλι σωπάσανε οι φωνές σ' όλο το σπίτι και πάλι ήρθε η αρρώστεια και
+μας έκοψε τις ελπίδες.
+
+Ανέλπιστα όμως έγινε καλήτερα η γυναίκα μου. Το καλητέρεμά της
+προχωρούσε αργά κ' η δύναμή της είτανε λίγη. Δεν περιγράφεται πόσο
+παράξενο μας είταν αυτό το νέο ξύπνημα στη ζωή, που κανείς δεν το
+περίμενε. Ωστόσο είτανε πραγματικότητα κι όταν τώρα καθόμουνα στο
+γραφείο μου κάτω στο ισόγειο κι όλο το σπίτι είτανε βυθισμένο στην
+ησυχία, μπορούσα να ξαναπλάθω πάλι όνειρα για το καλοκαίρι.
+
+Και το πιο παράξενο απ' όλα! Δεν έπλαθα μόνος εγώ τέτοια όνειρα. Το
+πέρασμα της τελευταίας αρρώστειας της γυναίκας μου, σα να μην είτανε
+μόνο ένα ξαναγύρισμα της σωματικής υγείας της, τον καιρό αυτό
+δοκιμάσαμε κάτι, που έδειξε πως θα διόρθωνε όλα τα περασμένα. Η
+γυναίκα μου άρχισε να παίρνη μέρος σ' όλα τα όνειρά μου, άρχισε να
+ποθή να ζήση μαζί μου. Μου φερνότανε, όπως δε μου φέρθηκε ποτέ από
+την ημέρα, που βάλαμε το Σβεν ναναπαυτή. Είταν ακόμα αδύνατη και δεν
+μπορούσε να μιλά πολύ. Μπορούσε όμως νακούη ό,τι της έλεγα. Ήξερε πως
+ήρθε η άνοιξη και χαιρότανε για τανοιξιάτικα άνθη, που είτανε στο
+τραπέζι της.
+
+ — Τι ευτυχισμένοι που σταθήκαμε, Γιώργο, είπε. Τι ευτυχισμένοι που
+σταθήκαμε.
+
+Πρόφερε τα λόγια αυτά με τον τόνο του πιο μεγάλου πόνου. Κ' έκλεισε
+τα μάτια κι από τα βλέφαρά της τρέξανε δάκρια.
+
+ — Θα ξαναγίνουμε άλλη μια φορά ευτυχισμένοι, είπα και πήρα τα λόγια
+της σα μιαν υπόσχεση.
+
+ — Ναι, ναι, αποκρίθηκε γοργά. Το καλοκαίρι.
+
+Με άκουγε κει που της μιλούσα για τις χαρές της νιότης μας και για τα
+νησιά, που μας είτανε το πιο αγαπημένο μέρος για το καλοκαίρι.
+
+ — Θα πηγαίνουμε τριγύρω στα νησιά με τη βάρκα και θα κάνουμε
+θαλασσινούς περίπατους με το βραδινό αεράκι, είπε.
+
+Και σα να την ταράξανε δυσάρεστες ανάμνησες, φώναξε:
+
+ — Πρέπει να τα ξεχάσης και να μην τα ξανασυλλογιστής όσα σου είπα τα
+τελευταία χρόνια. Είμουνα τόσο παράξενη και δεν ένοιωθα η ίδια τον
+εαυτό μου. Συχνά, πολύ συχνά μου φαινότανε σα να μιλούσε κάποιος
+άλλος με το στόμα μου, χωρίς να μπορώ να τα εμποδίσω. Έπρεπε όλο να
+μου δίνης εσύ και γω να παίρνω μόνο. Μα τώρα θαλλάξη το πράμα. Φτάνει
+μόνο να γίνω καλά.
+
+Την ησύχασα και την παρακάλεσα να μη μιλά πολύ. Είμουνα παραπολύ
+ευτυχισμένος και δεν μπορούσα να πω περσότερα.
+
+ — Ναι, ναι, είπε. Σώπαινα σε σένα και μιλούσα σ' άλλους. Και ποιοι
+είναι αυτοί οι άλλοι; Άνθρωποι μωροί, που δε νοιώθουνε τίποτε.
+
+Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε. Έμεινα άφωνος κοντά της και την
+κοίταζα. Είχε ξαναπάρει σχεδόν την ίδια έκφραση που είχε όταν είταν
+κόρη και για πρώτη φορά την είδα να κοιμάται ακόμα, όταν ξύπνησα. Από
+τα μάτια μου πέσανε βαρειές στάλες χαράς κ' ενώ έξω στην τραχειά τις
+στρωνότανε το απριλιάτικο χιόνι, αιστάνθηκα πως άρχισε να μου
+ξεπαγώνη η καρδιά.
+
+10
+
+Η γυναίκα μου σηκώθηκε από το κρεβάτι, είτανε μαζί μας πάντα και δεν
+είχε άλλο στοχασμό παρά πώς να μας κάνη ευτυχισμένους και να νοιώθη
+πως χαιρόμαστε που ξαναήρθε στη ζωή.
+
+Ω, πώς τις συλλογίζουμαι τώρα τις λίγες αυτές βδομάδες, που δεν την
+έβλεπε κανένας άλλος από μας! Και πώς μπορέσανε να σβήσουνε μέσα στο
+νου μου όλα όσα περάσανε! Μπροστά στην άφωνη ευτυχία τους δε
+λογαριάζεται όλη η ανησυχία κ' η θλίψη, που δοκιμάσαμε προτήτερα. Όλα
+όσα είπαμε τα έχω σημειωμένα και φυλαγμένα στη μνήμη μου. Ό,τι δεν
+ειπώθηκε κ' είτανε μεγαλήτερο από ό,τι δίνει πάντα η ζωή, αυτό
+κοιμάται στην ψυχή μου και μου δίνει τον κυρίαρχο τόνο της ζωής, που
+δίχως του δε θα μπορούσα να την υποφέρω. Αυτές οι μέρες, που ήρθανε
+τώρα, σβήσανε κάθε ανησυχία, κάθε δισταγμό και δυσπιστία μέσα μου.
+Γιατί είχα δυσπιστήσει σ' αυτή, είχα δυσπιστήσει στην αγάπη της, αφού
+δεν άφινε να τη φέρω από τα θάνατο στη ζωή, για να ζήση μαζί μου.
+
+Τώρα έπαψε πια η αντίστασή της. Το αιστανόμουνα κάθε στιγμή που
+καθόμουνα κοντά της, σε κάθε λόγο που μου μιλούσε. Είτανε σαν η
+αρρώστεια να τα σάρωσε όλα μέσα της και σα να ξαναγύρισε η Έλσα
+καθαρισμένη κ' εξαγνισμένη. Όλη η προσωπικότητά της γύρισε πίσω και
+μπορούσα να κάθουμαι ώρες και να χαίρουμαι την όψη της, που έγινε
+απαράλλαχτη όπως είταν πριν.
+
+ — Τα θυμάσαι ακόμα που σου είπα πως πρέπει να χωριστούμε; είπε μια
+μέρα.
+
+Έπρεπε να συλλογιστώ για να θυμηθώ πως τα είπε κάποτε. Κι όταν τέλος
+τα θυμήθηκα, της είπα πως είχα λησμονήσει τα λόγια της, όπως λησμονεί
+κανείς τα λόγια ενός που έχει πυρετό.
+
+ — Ό,τι είπα το πίστευα, ξακολούθησε με ζωηρότητα. Νόμιζα πως ήθελες
+να με βιάσης σε κάτι. Κ' έπειτα σε λυπόμουνα τόσο πολύ. Υπόφερες τόσο
+πολύ, περσότερο από μένα. Πρέπει να ξέρης όμως πως είμουνα τόσο
+άρρωστη, πολύ άρρωστη, ώστε δεν μπορούσα να συλλογιστώ άλλο τίποτε
+από τον εαυτό μου. Ω, είναι σα να ξαναξύπνησα πάλι!
+
+Έπιασε το κεφάλι της μ' ένα κίνημα που έδειχνε κάπως ανησυχία, κάπως
+ευτυχία. Και πρόστεσε:
+
+ — Αν όμως πεθάνω μια μέρα, πήγαινε στον κομμό του Σβεν. Απάνω απάνω
+εκεί θα βρης ένα γράμμα. Μα δεν πρέπει να το διαβάσης προτήτερα.
+Γιατί ξέρω πως σε λίγο θα πεθάνω κι όταν πεθάνω, θα πεθάνω το ίδιο
+σαν το Σβεν.
+
+Πόσες φορές την άκουσα να μιλή τέτοια λόγια και πόσες φορές δε με
+κάμανε τα λόγια αυτά νανατριχιάσω ως το κόκκαλο! Τώρα περάσανε σιμά
+μου χωρίς να μου αφήσουνε σημάδι, σα να μην είχανε ειπωθεί. Τα πήρα
+σαν τα τελευταία κύματα έπειτα από την τρικυμία, σαν την τελευταία
+αλαφρή φουσκοθαλασσιά έπειτα από την ταραχή του πελάγου. Χαμογέλασα
+με τη βεβαιότητα του νικητή, που την ξανακέρδισε πάλι, και την
+κοίταξα στα μάτια κ' είπα:
+
+ — Τώρα όμως θέλεις να ζήσης;
+
+ — Ναι, είπε. Θέλω να ζήσω για σένα και για τα παιδιά. Και για να μη
+λησμονήσω ποτέ το Σβεν.
+
+Την ημέρα αυτή περπάτησε στον κήπο στηριγμένη απάνω μου. Τα πόδια της
+είταν ακόμα αδύνατα κ' αιστανόμουνα το βάρος της να πέφτη όλο απάνω
+μου, είμαστε όμως χαρούμενοι σαν παιδιά κ' η Έλσα γελούσε με τον
+εαυτό της, που δεν μπορούσε να περπατήση καλά, γελούσε μ' ένα κάπως
+άρρωστο, μα βαθιά ευτυχισμένο γέλιο, έτσι που μου έκανε χαρά, που
+μπορούσα και τη στήριζα.
+
+ — Πόσο ξαναείμαι τώρα ευτυχισμένη, Γιώργο, είπε όταν γυρίζαμε πάλι
+σπίτι. Και πρέπει να γίνης και συ.
+
+Έπειτα την ανέβασα στη σκάλα. Πριν όμως μπη στην κάμαρά της θέλησε να
+δη την κάμαρα των παιδιών. Στάθηκε κάμποση ώρα μαζί μου και κοίταζε
+κει μέσα όλα, σα να είχανε ξανανιωθεί στο διάστημα που είταν άρρωστη.
+
+ — Κι αυτά θα υποφέρανε, είπε. Δεν είμουν άξια για τίποτε. Μα τώρα θα
+πάη καλήτερα.
+
+Η νοσοκόμα την έβαλε στο κρεβάτι κι όταν τα παιδιά, που παίζανε όξω,
+γυρίσανε στο σπίτι, τα φώναξε με την ψιλή, αδύνατη φωνή της — την
+τόσο διαφορετική από την προτητερινή της βαθειά και δυνατή φωνή —
+ναρθούνε μέσα να της διηγηθούνε τι κάμανε όξω και πως διασκεδάσανε.
+Και κείνα αρχίσανε να λένε τόσα πολλά, που μερικές στιγμές δοκίμασα
+να τους πω να πάψουνε. Μα μ' εμπόδισε. Κ' ενώ εκείνα μιλούσανε,
+ξαπλωμένη αυτή τα κοίταζε οληώρα κι άκουγε τι λέγανε σα να
+χρειαζότανε καιρό για να νοιώση πως όλα όσα έβλεπε κι άκουγε είταν
+πραγματικότητα κι όχι φαντάσματα. Έπειτα τα πήρε κοντά της και τα
+καλονύχτισε μ' ένα φιλί.
+
+ — Τώρα θα γίνω γλήγορα καλά, είπε. Κι άμα έρθη το καλοκαίρι, ο
+μπαμπάς θα μας φέρη έξω στα νησιά. Δε χρειάζουμαι να ξέρω πού. Αυτός
+ξέρει και τα ταχτοποιεί τόσο καλά για όλους μας.
+
+Μ' ένα αλαφρό, ευτυχισμένο χαμόγελο έκλεισε τα μάτια και ξαπλώθηκε
+καλά για ναποκοιμηθή. Όταν όμως συνόδεψα όξω τα παιδιά, φόρεσα το
+παλτό μου και κατέβηκα και περπατούσα στους ίδιους δρόμους του κήπου,
+όπου είχαμε περπατήσει λίγη ώρα πριν με τη γυναίκα μου. Είταν ήσυχο,
+ξάστερο ανοιξιάτικο βράδι με ψιλή παγωνιά.
+
+11
+
+Αυτές τις μέρες, χωρίς να μπορώ να το εννοήσω πώς και γιατί, μου ήρθε
+συχνά στο νου το θαλασσινό ταξίδι, που κάμαμε με την Έλσα. Μου ήρθε
+μαζί με την ανάμνηση του βωβού αγώνα, που έκαμα να την καταφέρω
+ναγαπήση εκείνο που αγαπούσα και γω.
+
+Κ' η ανάμνηση πως το κατώρθωσα κι ωστόσο δεν το κατώρθωσα μ' ερέθιζε
+και μ' ανησυχούσε μαζί.
+
+Μου ήρθε στο νου εκεί που μια από αυτές τις μέρες καθόμουνα και
+κρατούσα το χέρι της γυναίκας μου και κείνη ακκουμπούσε το κεφάλι της
+στον ώμο μου.
+
+ — Να είμαι τόσο μακριά από σένα! είπε ένα βράδι. Να είμαι τόσο
+μακριά! Είμουνα γιατί νόμιζα πως ήθελες να μ' εμποδίσης να πάω να
+βρω το Σβεν.
+
+ — Τώρα δεν τα θέλεις πια; είπα.
+
+ — Όχι, όχι, απάντησε. Τώρα θέλω να μείνω μαζί σου. Μου ήρθαν όμως
+εκείνον τον καιρό τόσο άσχημες και μωρές ιδέες.
+
+Η φωνή της έγινε όπως ενός παιδιού, που έκαμε κάτι κακό, και μ' έκαμε
+να γελάσω όταν την άκουσα.
+
+ — Όχι, μη γελάς, ξακολούθησε. Γιατί είναι αλήθεια πως πίστευα πως δε
+με νοιώθεις και το είπα μάλιστα. Μπορείς να με συχωρέσης;
+
+Μιλούσε τόσο σοβαρά, που με συγκίνησε. Και για να μην την ερεθίσω
+περσότερο, προσπάθησα να της απαντήσω μ' έναν τόνο όσο το δυνατά
+φαιδρότερο:
+
+ — Αυτό είναι το μόνο κρίμα, που έχεις στη συνείδησή σου;
+
+ — Όχι, όχι, είπε· απέναντι σου όμως δε γνωρίζω άλλο.
+
+Και ξακολούθησε, ενώ με πλησίασε περσότερο:
+
+ — Μα αυτό είναι το χειρότερο, που μπορούσα να πω και να στοχαστώ.
+Γιατί γνωρίζω πως κανένας άλλος έξω από σένα δε μ' ένοιωσε. Κανένας
+απ' όλους μ' όσους μίλησα όταν αιστανόμουνα τον εαυτό μου τόσο έρημο
+και δυστυχισμένο και πίστευα πως θα συντριφτούν όλα μέσα μου.
+
+Εκεί που λέει αυτά ανατριχιάζει και βάζει τα χέρι της στο μέτωπο.
+
+ — Τώρα πέρασαν αυτά, λέει. Κι όλα είναι τόσο ήσυχα και καθαρά. Μα
+τώρα πρέπει να μάθης και κάτι άλλο ακόμα.
+
+Κάθησε και με κοίταξε μ' ένα βλέμμα τόσο φωτεινό και βαθύ, σα να
+ήθελε να με κάμη να δω το βάθος της ψυχής της.
+
+ — Πρέπει να μάθης ποιο είταν το χειρότερο απ' όλα, είπε. Όταν γύριζα
+εδώ μέσα και συλλογιζόμουνα πως θα πέθαινα και θα πήγαινα κοντά στο
+Σβεν και το συλλογιζόμουν αυτό έτσι, ώστε να νομίζω πως μου έφευγες
+και συ κι όλα μου φεύγανε κ' η γις έμενε άδεια κ' έρημη — είχα τόσον
+τρόμο, τόσο φοβερόν τρόμο. Γιατί πίστευα πως θαρχόμουνα στην ανάγκη
+να το κάμω μόνη μου. Αυτό είτανε το χειρότερο απ' όλα. Μα τώρα ξέρω
+πως δε θα χρειαστή να το κάμω ποτέ. Μου το έταξε ο θεός.
+
+ — Νομίζεις ωστόσο πως θα μου φύγης γλήγορα; είπα.
+
+Ανατρίχιασα με τα λόγια μου κ' αιστάνθηκα πως λίγο έλειψε να μην
+μπορέσω να τα προφέρω.
+
+ — Αυτό δεν το ξέρω, είπε και ξανακκούμπησε το κεφάλι απάνω μου. Ξέρω
+μόνο πως δε θα το κάμω ποτέ μόνη.
+
+Σώπασε και δε βρήκα και γω λόγο να της απαντήσω. Την κοίταξα. Είτανε
+πάλι απαράλλαχτη όπως τα ευτυχισμένα χρόνια μας. Μου φάνηκε σαν
+αβρότερη και νιότερη κ' η γαλήνη, που είχε απλωθεί στη θέση της
+προτητερινής της ζωηρής ανησυχίας, έδινε σε κάθε κίνημά της μια
+κάποια στοργή γεμάτη εμπιστοσύνη, που μου προξενούσε ευτυχία μαζί και
+πόνο.
+
+Όταν πήγε να κοιμηθή και μπήκα να την καλονυχτίσω, με κοίταξε με το
+ίδιο φωτεινό και βαθύ βλέμμα, όπως και προτήτερα:
+
+ — Πρέπει ακόμα να λησμονήσης που σου είπα πως μου πήρες την πίστη
+μου, είπε. Γιατί δε μου την πήρες. Εγώ μόνο το φαντάστηκα. Ω,
+φαντάστηκα πολλά. Ζούσα μέσα σε μια φαντασία.
+
+Το πρόσωπό της πήρε θλιβερή έκφραση κ' έφερε το χέρι στο μέτωπο για
+να τη διώξη.
+
+ — Δε σου την πήρα βέβαια, της απάντησα. Είναι αλήθεια. Έπρεπε όμως
+να είχα νοιώσει πως εκείνο που πίστευες σου είτανε πολύτιμο. Τόσο
+πολύτιμο, που δεν έπρεπε να σε κάμω ποτέ να νομίσης πως είτανε δυνατό
+να θέλω να σε φέρω σ' άλλους στοχασμούς.
+
+Όλο το πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτίστηκε από φέγγος εσωτερικό και μ'
+αδύνατη, κουρασμένη χαρούμενη φωνή μ' αγκάλιασε και με καλονύχτισε.
+
+Έσβησα το φως κοντά στο κρεβάτι της κ' έφυγα σιγά από την κάμαρα. Η
+καρδιά μου είτανε γεμάτη ευγνωμοσύνη για όλα όσα είπε. Είτανε σα να
+μου έδωσε ένα θησαυρό να τον φυλάξω στην ανάμνηση.
+
+Την ίδια στιγμή που συλλογίστηκα αυτό, είδα καθαρά πως άρχισα κιόλα
+να τη γυρεύω στην ανάμνηση. «Θα τη χάσω», συλλογίστηκα. Και με
+ξάφνισμα παρατήρησα πως τώρα μπορούσα να κάνω τη σκέψη χωρίς πίκρα,
+μόνο γιατί τώρα την αιστανόμουνα τόσο κοντά μου, όπως ποτέ άλλη φορά.
+«Δε θα πεθάνη», συλλογίστηκα έπειτα από μια στιγμή. «Θα ζήση». Και
+παρατήρησα την αντιλογία στη σειρά των στοχασμών μου.
+
+Κάθησα στην κάμαρά μου και προσπαθούσα να διαβάσω. Μα είμουνα πολύ
+συγκινημένος, πολύ ευτυχισμένος για τον παράξενο πλούτο, που μου
+έλαχε. Κι άξαφνα θυμήθηκα το καλοκαίρι που είμαστε στα δυτικά
+ακρογιάλια κ' είδα τη γυναίκα μου τη στιγμή, που είχε στρήψει σε με
+το πρόσωπό της από το παράθυρο όπου έστεκε και μ' έκαμε να αιστανθώ
+πως κ' οι δυο είχαμε ενωθεί στην ίδια αγάπη προς την ατέλειωτη
+θάλασσα, που δε γνωρίζει σύνορα. Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ
+εκείνου που αιστάνθηκα τότε και κείνου που με γέμιζε τώρα μ' ευτυχία
+κ' ελπίδα, και την ίδια στιγμή μου ήρθε στο νου πόσα χρόνια έθρεφα
+τον πόθο της θάλασσας.
+
+Σαν δράμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μια ανάμνηση, που την είχα
+λησμονημένη πολύν καιρό. Ένα παιδί στέκει σ' έναν ψηλό βράχο και
+κοιτάζει πέρα τη θάλασσα. Ο βράχος είναι απότομος και κάτω
+αγριοβογγούν αφρισμένα τα κύματα. Το παιδί ξεκούμπωσε το φόρεμά του.
+Το κρατεί τεντωμένο μετά δυο του χέρια, ώστε να είναι σαν παννί
+πλοίου. Του φαίνεται θεϊκή χαρά να αιστάνεται πως αντιστέκεται στην
+τρικυμία, που φοβερίζει να το γκρεμίση από το βράχο στη θάλασσα.
+Απάνω στη χαρά του αυτή το ξαφνίζει μια φωνή, που κράζει τόνομά του
+μέσα στον άνεμο. Δυο χέρια δυνατότερα από τα δικά του το αγκαλιάζουνε
+και το παίρνουνε με τη βια από την επικίντυνη θέση κι από το θέαμα
+της θάλασσας.
+
+Το παιδί είμαι γω ο ίδιος και χαμογελώ μελαγχολικά με την ανάμνηση,
+ενώ περνούν οι νυχτερινές ώρες χωρίς να το νοιώθω και κάθουμαι μόνος
+και κοιτάζω σε κείνο, που μέλλει να γίνη. Τώρα το έχω φτάσει εκείνο
+που πιθυμούσε το παιδί, μα η τρικυμία μ' έχει φέρει μακρήτερα από
+ό,τι ήθελα. Τώρα ήθελα ή να ησυχάζανε τα στοιχεία ή κάποιος
+δυνατότερός μου να μ' έβγαζε από τον κίντυνο, που δεν πίστευα ποτέ
+πως θα τονέ φοβόμουνα.
+
+Μα ταυτόχρονα γνωρίζω πως αυτό δε θα γίνη ποτέ. Και μ' ένα αίστημα
+ντροπής και φρίκης συλλογίζουμαι τον πόνο της γυναίκας μου, που είναι
+μεγαλήτερος από το δικό μου.
+
+12
+
+Λίγες μέρες ύστερα μου τηλεφωνήσανε από το σπίτι πως ήρθανε ξαφνικά
+της γυναίκας μου δυνατοί σπασμοί. Το πράμα είτανε σοβαρό και με
+παρακαλέσανε να γυρίσω γλήγορα στο σπίτι.
+
+Την ίδια μέρα είχα αποχαιρετήσει το πρωί την Έλσα, πρι να φύγω για
+την εργασία μου. Είτανε πρωτομαγιά και μιλήσαμε πως μπορούσαμε να την
+κάμουμε να περάση ευχάριστα για τα παιδιά, όπως το συνηθίζαμε
+προτήτερα. Στην αρχή μου είταν αδύνατο να φανταστώ πως είταν αληθινό
+ό,τι έμαθα.
+
+Όσο να έρθη η ώρα, που θάφευγε το τραίνο, πήγα κι αγόρασα λίγα φρούτα
+κι άλλα πράματα, που χρειαζόντανε για τη χαρούμενη μέρα. Φυσικά θα
+είναι περαστικό το πράμα, έλεγα με τον εαυτό μου εκεί που καθόμουνα
+στο βαγόνι με τα πακέτα μου. Και για να περάσω γληγορότερα την ώρα,
+άνοιξα τις εφημερίδες μου και θέλησα να διαβάσω. Στην αρχή το
+κατώρθωσα, γιατί προσπάθησα να πάρω το πράμα όσο το δυνατό ησυχότερα,
+ώστε να μη με κυριέψη η αγωνία, τουλάχιστο όσο είμουνα στα τραίνο. Μα
+όσο περσότερο πλησίαζα στο σπίτι, τόσο περσότερο αιστανόμουνα πως
+μόνο η ανησυχία μου είταν αφορμή σε ό,τι έκανα. Οι στοχασμοί μου δε
+θέλανε νακολουθήσουνε τα μάτια, που γλυστρούσανε μηχανικά στις στήλες
+της εφημερίδας, και γλήγορα παρατήρησα πως τα μάτια ζητούσαν άταχτα
+τα δρόμο τους από τη μια στην άλλη στήλη. Δίπλωσα την εφημερίδα και
+σαν κεραυνός με τράνταξε η σκέψη: «Πηγαίνεις σπίτι σου να βρης
+εκείνο που φοβήθηκες. Δεν μπορείς ναρνηθής πως το φοβήθηκες πάντα.
+Ποτέ δεν πίστεψες πως θα ζήση, Ήθελες μόνο να γελάσης τον εαυτό σου.
+Τώρα σήμανε η ώρα και δεν την ξεφεύγεις».
+
+Μια γαλήνη αφύσικη με κυρίεψε. Ίσως να είταν αφορμή πως τώρα είχα τη
+βεβαιότητα πως ο αγώνας είτανε στο τέλος του. «Θε μου, να πεθάνη!»
+μουρμούρισα· «να πέθαινε χωρίς πόνους τουλάχιστο!» Κι απορούσα πάντα
+πως μπορούσα να είμαι τόσο ήσυχος. Κοίταξα γύρω μου, άμα σταμάτησε τα
+τραίνο. Νόμισα πως θαρχότανε κάποιος να με περιμένη, μα δεν είτανε
+κανείς εκεί. «Τότε θα ζη ακόμα», συλλογίστηκα με την ίδια παράξενη
+ησυχία. Και μια στιγμή κατόπι συλλογίστηκα: «Ίσως ίσια ίσια αυτό να
+είναι σημάδι πως τελειώσανε όλα. Θα στοχαστήκανε πως δεν πρέπει να
+ταραχτώ εδώ μπροστά σε ξένα μάτια». Μα και μ' αυτή τη σκέψη φύλαξα
+την ίδια παράξενη απάθεια. Άρχισα να βαδίζω αργά προς το σπίτι κι
+ανέβηκα με δυσκολία το λόφο. Νόμιζα πως τη βλέπω ακόμα στο παράθυρο,
+όπως την είδα όταν πρωτοσηκώθηκε από την αρρώστεια της. Απάνω από το
+μαύρο φόρεμα, που φορούσε πάντα τώρα, είχε ριγμένο ένα ανοιχτόχρωμο
+επανωφόρι και το παράθυρο είταν ανοιχτό. Έσκυβε κάτω κ' ένευε
+ανυπόμονη γιατί δεν την παρατήρησα αμέσως κ' έτρεμε από συγκίνηση για
+τη χαρά, που θα ένοιωθα βλέποντάς την πως σηκώθηκε και πως μπορούσε
+να περπατή μόνη. Η ανάμνηση αυτή με κλόνισε και κοίταξα μηχανικά
+απάνω προς το παράθυρο, αν κ' ήξερα καλά πως δε θα έστεκε κει κανείς
+να με περιμένη.
+
+Τότε μου ήρθε η σκέψη: Περσότερο από ενάμιση χρόνο τώρα την
+περιμένεις να πεθάνη και την έχεις κλάψει, σα να είτανε νεκρή. Τώρα
+δεν μπορείς πια να αιστάνεσαι τίποτε. Ο πόνος έχει λιώσει μόνος του,
+έσβησε μέσα στην ίδια του τη φλόγα κ' έμεινε μόνο η στάχτη».
+
+Έπειτα από λίγο είμουνα στην κρεβατοκάμαρα κ' είδα πως η γυναίκα μου
+είταν αναίσθητη. Ακροάστηκα την αναπνοή της, έπιασα το χέρι της και
+δοκίμασα να της μιλήσω. Ένοιωσα πως όλα είτανε μάταια και κατέβηκα να
+μιλήσω ο ίδιος με το γιατρό στο τηλέφωνο, όχι γιατί πίστευα πως είταν
+αναγκαίο, μα γιατί νόμιζα πως έπρεπε να το κάμω. Ο γιατρός υποσχέθηκε
+πως θα έρθη και γω ανέβηκα πάλι τη σκάλα, όπου άκουσα από την ανοιχτή
+πόρτα της κάμαρας την αναπνοή της γυναίκας μου, που φαινότανε πως
+αυτή μόνη κυριαρχούσε στο σιωπηλό σπίτι.
+
+Εκεί είδα τον Ούλοφ, που έστεκε άφωνος στη σκάλα και φαινότανε πως
+ακροαζόταν. Άγγιξα με το χέρι τον ώμο του και συλλογίστηκα να περάσω
+χωρίς να σταματήσω. Μα το παιδί με κράτησε:
+
+ — Γιατί ρουχαλίζει έτσι η μαμά; είπε.
+
+Κοκκίνησε, σα να είπε κάτι που δεν έπρεπε, και δοκίμασε να γελάση
+χωρίς να το κατωρθώση.
+
+ — Έτσι ακούγεται η πνοή του ανθρώπου όταν πεθαίνη, είπα.
+
+Το παιδί δεν έβαλε τα κλάματα. Κούνησε μόνο το κεφάλι και κοίταξε
+αλλού.
+
+ — Το περίμενε όπως και γω, συλλογίστηκα.
+
+Και την ίδια στιγμή είδα πόσο μικρός και πόσο μεγάλος είταν ο Ούλοφ.
+
+Μου φάνηκε σα να ξέσπασε κάτι μέσα μου. «Εδώ έχεις μπροστά σου το
+χειρότερο απ' όλα», στοχάστηκα, «εκείνο που δεν το συλλογίστηκες
+ακόμα. Τα παιδιά, τα παιδιά!» Κι άφησα τη νοσοκόμα μόνη με την
+άρρωστη και κατέβηκα κάτω με τα παιδιά να φάμε και να μιλήσω μαζί
+τους για ό,τι έμελλε να γίνη.
+
+Πώς μιλούσαμε με τα παιδιά την ημέρα αυτή και τις ακόλουθες! Πώς
+χαμηλώναμε τη φωνή μας από φόβο μην ταράξουμε κείνη, που στην ακοή
+της δεν μπορούσε να φτάση ήχος πια! Τα παιδιά μου φαινόντανε μεμιάς
+σα δυο συνομίληκοί μου, που τα αιστανόντανε και τα εννοούσαν όλα. Δεν
+το βρίσκανε διόλου παράξενο πως η μαμά θα πήγαινε να βρη το Σβεν. Δεν
+τα πείραξε διόλου η ιδέα πως η μαμά έφευγε γιατί δεν ήθελε να ζήση.
+Δεν τανησυχούσε καμιά θεωρία. Δεν κρίνανε. Δε δοκιμάζανε να ξηγήσουν
+εκείνο που είτανε μονάχα απλό και μέγα. Ξέρανε μόνο πως η μαμά ήθελε
+να πεθάνη και να τα παραιτήση, αυτό γινότανε μόνο γιατί είταν άρρωστη
+κι αδύνατη και γιατί δεν μπορούσε να ζήση. Αν τους έλεγε κανείς πως
+μ' αυτό η μαμά τους έδειχνε πως ταγαπούσε κείνα λιγότερο, θα
+γελούσανε ή θα θυμώνανε.
+
+Τώρα μιλούσαμε για διάφορα πράματα, που δεν τάκουγα. Και κει που
+μιλούσαμε, άρχισε να μου έρχεται ο πόνος, έτσι σαν από το μάκρος.
+Ήξερα πως θα έφτανε τέλος, πως θα έφτανε με ανακούφιση. Μα δεν
+μπορούσε ακόμα να νικήση τη γαλήνη, που με κυρίεψε και που τη φύλαξα
+ακόμα κι όταν βγήκε ο γιατρός από την κάμαρα της άρρωστης και μου
+είπε όλα εκείνα, που τα γνώριζα πια.
+
+Πριν όμως έρθη ο γιατρός, δυνατές κραυγές με κάμανε νανεβώ στην
+κρεβατοκάμαρα. Όταν μπήκα μέσα, είδα τη γυναίκα μου να τρέμη από
+σπασμούς, που φαινόντανε πως αρχίζανε από το πρόσωπο κι απλώνονταν
+αποκεί σε τρόπο που να της τραντάζουν όλο το κορμί. Δεν μπορούσαμε να
+κάμουμε τίποτε. Κι απ' ώρα σ' ώρα ξαναρχόντανε οι φοβερές προσβολές.
+
+Ο γιατρός τις ησύχασε μ' ενέσεις κ' η προτητερινή γαλήνη ξαναήρθε,
+όχι όμως κ' η αίσθηση. Η αναισθησία κράτησε σχεδόν δυο μέρες.
+Ακατάπαυτα, για πολλή ώρα κι αφού πάψανε οι σπασμοί, μου φαινότανε
+πως έβλεπα το πρόσωπό της παραμορφωμένο και το σώμα της να τρέμη τόσο
+φοβερά. Και θυμήθηκα τις τελευταίες στιγμές του Σβεν. Ήξερα πως είχα
+τότε δει την ίδια εικόνα και θυμήθηκα τα λόγια της: «Σαν πεθάνω, θα
+πεθάνω όπως ο Σβεν». θυμήθηκα πως είχα γελάσει μέσα μου όταν άκουσα
+τα λόγια αυτά· τα πήρα σαν έκφραση της μεγάλης της νευρικότητας. Τώρα
+που αληθεύανε, δεν μπορούσα να τα βγάλω από το νου μου. Πούθε το
+ήξερε; Ή πώς μπορούσε να το λέη με τόση βεβαιότητα, αν δεν ήξερε
+τίποτε; Είτανε μια απλή σύμπτωση; Και μπορεί να λέη κανένας
+σύμπτωση ό,τι δεν μπορεί να εξηγήση;
+
+Καθόμουνα ώρες κοντά στο κρεβάτι της γυναίκας μας κ' έβγαινα μονάχα
+έξω για να παίρνω αέρα ή να ησυχάζω. Καθόμουνα με τα παιδιά κοντά
+στην άρρωστη και ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας, μιλούσαμε λόγια, που δε θα
+ξαναέρθουνε ποτέ και που κανείς μας δεν μπορεί να τα θυμηθή πια.
+Κοιμόμουνα ντυμένος στο κρεβάτι κοντά στην Έλσα, που δε θα ξυπνούσε
+ποτέ πια, και καθόμουνα κι αγρυπνούσα μόνος για να ησυχάζη η νοσοκόμα
+και για να μπορώ να κρατήσω την ανάμνηση από τις λίγες ώρες, που δεν
+είτανε κανένας άλλος από τους δυο μας μέσα στην κάμαρα του θανάτου.
+
+Λένε πως οι ετοιμοθάνατοι, πριν αφήσουνε την τελευταία πνοή, βλέπουνε
+να περνά μπροστά τους η ζωή τους ολάκερη και πως όλα όσα ζήσανε τα
+ξαναβλέπουνε με νέο φως. Απομέρος μου γνωρίζω πως την τελευταία
+νύχτα, όταν ξημέρωσε τόσο αργά και τα παιδιά κουρασμένα πια πήγανε να
+ησυχάσουν, είδα όπως δεν την είδα ποτέ προτήτερα και τη δική μου ζωή
+κι όλα όσα ζήσαμε μαζί εκείνη και γω. Κ' είδα πως από όλα όσα μου
+είπε, είχα φυλάξει στο νου μου εκείνα που έπρεπε να λησμονήσω κ' είχα
+λησμονήσει ίσια ίσια εκείνα, που έπρεπε να μου είχανε τυπωθεί στη
+μνήμη περσότερο απ' όλα. Είχα φυλάξει ό,τι ταίριαζε με τους πόθους
+μου και λησμόνησα όλα όσα είταν ενάντια σ' αυτούς. Ενώ φανταζόμουνα
+λοιπόν πως όλα τα έκανα χάρη της, δεν έκανα παρά μόνον ότι, μου
+φαινότανε καλό για τη δική μου ευτυχία. Όλα όσα έζησα σμίγανε
+συγκεντρωμένα στη σκέψη αυτή σα σε μοναδικό σημείο.
+
+Γιατί με είχε οδηγήσει εκείνη μέσα στην κοιλάδα του θανάτου. Αυτό το
+είδα τώρα, που ο θαμπός αέρας άρχισε να φωτίζεται όξω κ' η ρόδινη
+γραμμή της αυγής σημαδευότανε πέρα στην άκρη τουρανού. Δεν είχα
+στρέψει ποτέ θεληματικά το βλέμμα στην κοιλάδα αυτή, απεναντίας
+προσπάθησα πάντα να μακρύνω από κείνη και να λησμονήσω πως υπάρχει
+κάτι τέτοιο. Κι όπως καθόμουν εδώ, μου φαινότανε πως γνώριζα τόσα
+λίγα από τον κόσμο, όσα γνώριζα κι όταν πρωτοξύπνησα στη ζωή του
+κόσμου αυτού του γεμάτου αντίθεσες κ' έκανα τα πρώτα βήματα
+ξαφνισμένος για ό,τι απαντούσα εκεί. Πάντα ένοιωσα μέσα μου κάτι σαν
+ξάφνισμα, πάντα είχα το αίστημα πως όλα όσα ζούσα είτανε μόνο κατά το
+μισό πραγματικότητα, πάντα η τάση μου είταν από κείνο που υπήρχε προς
+εκείνο που έμελλε να έρθη, προς το άγνωστο. Πάντα ονειρεύτηκα την
+ευτυχία μου κ' η ευτυχία δε μου παρουσιάστηκε ποτέ μ' άλλη μορφή από
+την οικογενειακή. Την ευτυχία αυτή την απόχτησα, την απόχτησα όπως
+την αποχτά ένας μόνο μες τους χίλιους, μα ο θάνατος, που δεν ήθελα να
+τονέ στοχαστώ ποτέ, ήρθε και κρύφτηκε αόρατος πίσω μου. Μου πήρε το
+μικρό μου αγόρι με ταγγελικά μάτια και τα χρυσά μαλλιά. Κι όταν
+πέθανε αυτό, έσκυψε κείνος αποπάνω μου περσότερο από πριν, άπλωσε τα
+μελανά φτερά του απάνω από το σπίτι μου και δεν έφυγε πριν αρπάξει
+από με και τους δικούς μου εκείνη που μας είταν πιο ακριβή απ' όλα
+στη ζωή, γιατί μας είταν πιο ακριβή από τη ζωή την ίδια.
+
+Σηκώθηκα και κοίταξα όξω. Ακροάστηκα την αναπνοή της και δεν μπορούσα
+να πιστέψω πως είταν ξαπλωμένη εδώ κ' έμελλε να πεθάνη. Έσκυψα κ'
+έβρεξα με νερό τη γλώσσα και τα χείλη της και κοίταξα το πρόσωπό της
+όσο που θολώσανε τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτε πια! Ωστόσο
+πίστευα πως είμαι κοντά της κι αν της έμενε μια ανάμνηση, που —
+άφταστη σε μένα, χωρισμένη απ' όλα όσα ονομάζουμε θνητή ύπαρξη —
+γυρνούσε γύρω στην ίδια της ζωή, ήξερα πως είμουνα και γω εκεί μέσα.
+Είμουνα μαζί εκεί μέσα, όπως δε θα έβλεπα ποτέ μόνος μου τον εαυτό
+μου κι όπως δε θα μπορούσε να με δη κανένας άλλος από αυτή.
+
+Κ' ενώ οι στοχασμοί μου γυρίζανε σε όλα όσα ζήσαμε μαζί, λησμόνησα
+τον εαυτό μου κ' έβλεπα μόνο αυτή. Νέα κι αφοσιωμένη μου είχε ρθει,
+μα σε όλη την ευτυχία, που έλαμπε γύρω της κ' έκανε αλαφρό το πάτημά
+της, είτανε μια μελαγχολία, που είτανε τόσο μεγαλήτερη όσο σώπαινε
+τόσον καιρό. Νόμιζα πως θυμόμουνα τώρα πως από νωρίς ακόμα η ύπαρξή
+της όλη στεκότανε σ' ένα επίπεδο διαφορετικό από το επίπεδο των
+άλλων. Είχε πλαστεί να γίνη ευτυχισμένη κ' έπειτα να πεθάνη κ' ήρθε η
+μέρα, που είτανε σκληράδα να ήθελε κανείς να τη βιάση να ζήση. Δεν
+μπορούσε να λυπηθή λίγον καιρό κ' έπειτα να λησμονήση. Μπορούσε μόνο
+να λυπάται και να πεθάνη. Και γω έπρεπε να γνωρίζω πως έλεγε πάντα
+την αλήθεια και την έλεγε περσότερο τότε όταν τα λόγια της μου
+φαινόντανε παράξενα κι απίθανα. Ακόμα αληθινότερη είταν όμως όταν
+έπνιγε τα λόγια στα χείλη της και με παρακαλούσε να την αφήσω να
+πεθάνη.
+
+Γιατί δεν την άφησα; Γιατί προσπάθησα να τη βιάσω να κάμη κατιτί
+ενάντιο από τη θέλησή της και πέρα από τη δύναμή της; Δεν είχα
+νοιώσει πως δυο χρόνια ολάκερα τέντωνε φοβερά τη δύναμή της για να
+πηγαίνη περαδώθε μέσα στο σπίτι μου, να χαμογελά μαζί με μας, που
+θέλαμε να χαμογελούμε, και να παίζη μαζί με μας που θέλαμε να
+παίζουμε;
+
+Πώς μπορούσα να είμαι τόσο σκληρός και πώς μπορεί κανένας να είναι
+τόσο σκληρός μόνο και μόνο γιατί δεν μπορεί να δη καθαρά;
+
+Και τα ρωτήματα αυτά σμίγανε στο τέλος συγκεντρωμένα σ' ένα νέο: Πώς
+μπορούσε να μ' αγαπά αυτή, αφού τη βασάνισα τόσο δίχως να το θέλω;
+
+Μπορούσε να μ' αγαπά γιατί — σα να μου είτανε δυνατό νακολουθώ τους
+στοχασμούς της, που είτανε χωρισμένοι από τους δικούς μου — μου
+φαινότανε πως τη βασάνισα χωρίς τη θέλησή μου και μου φαινότανε πως
+το αιστανότανε κι αυτή, αν και προτήτερα δεν ήθελα να το πιστέψω πως
+το αιστάνεται. Μα στο ρώτημα αυτό δεν έμελλε να μου δοθή απάντηση. Δε
+θα ξυπνούσε κείνη πια από την αναιστησία και μ' απελπισμένη καρδιά
+έπρεπε να γυρίσω μια μέρα στη νέα ζωή, που με πρόσμενε χωρίς εκείνη.
+
+Έτσι ζητούσα να μαντέψω τη σειρά των στοχασμών της, ενώ εκείνη
+βυθιζότανε ολοένα βαθήτερα στην εξουσία του θανάτου. Είτανε σα να
+είχα παραδώσει τον εαυτό μου και τη ζωή μου στο θάνατο και σα να
+λογαριαζόμαστε κ' οι δυο μαζί, αυτή και γω, με τον κόσμο. Όλα έξω μου
+και μέσα μου γίνανε τόσο θεόρατα ψηλά και μεγάλα, ώστε μου φαινότανε
+πως δεν μπορούσα να φτάσω τίποτε. Δεν είτανε καμιά παρηγοριά σ' αυτά
+παρά μόνο ένας απελπισμένος αποχαιρετισμός. Μα προχωρούσαν οι ώρες κ'
+ήρθε πια η στιγμή της ακατανίκητης κόπωσης, όταν κλείνουνε τα μάτια
+και τα χέρια δένουνται σε μια μόνη προσευχή: Πώς να τελειώνανε όλα.
+
+Τότε έπαψε ξαφνικά η κανονική αναπνοή της γυναίκας μου κ' αιστάνθηκα
+πετρωμένη την καρδιά μου. Νόμισα πως έρχεται τώρα ο θάνατος κ' έτρεξα
+έξω να ξυπνήσω τα παιδιά. Ήρθανε μέσα υπνωμένα ακόμα και σοβαρά και
+καθήσανε κοντά στο κρεβάτι. Και τη στιγμή αυτή θυμήθηκα εκείνο, που
+μου είχε πει κάποτε:
+
+ — Όταν θα πεθαίνω, δε θέλω να είναι κοντά μου κανένας άλλος από σε
+και τα παιδιά. Είμαι δική σας μονάχα.
+
+Έτσι καθόμαστε τώρα και μεις κ' ενώ δεν μπορούσαμε να νοιώσουμε τι
+σημασία είχε που η αναπνοή της έγινε αλαφρότερη και περιμέναμε το
+τέλος, παρατηρήσαμε πως τα μάτια της κάμανε νανοίξουνε κ' είδαμε πως
+γύρισε προς το μέρος, όπου είτανε κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα του
+Σβεν, και την ακούσαμε να πη:
+
+ — Νέννε.
+
+Σιγαλά κι αδύνατα πρόφερε την μικρή λέξη, ωστόσο μίλησε. Σπασμωδικά
+έπιασε ο ένας το χέρι του αλλουνού και τα δάκρυά μας τρέξανε όχι από
+πόνο, μα από χαρά που ξανακούσαμε τη φωνή της.
+
+Από τη στιγμή αυτή ήξερε πως καθόμαστε κει. Από τη στιγμή αυτή κάθε
+μορφασμός, κάθε κίνηση είταν κ' ένας αποχαιρετισμός. Όταν άκουγε τη
+φωνή μας, άνοιγε τα βλέφαρα σαν το Σβεν μια φορά, και μπορέσαμε κ'
+είδαμε πως μας γνώριζε κ' αιστανότανε τα χάδια μας.
+
+Είπε ακόμα μια φορά τόνομα του Σβεν, σα να ήθελε να πη πως τον
+βλέπει, πως πηγαίνει σ' αυτόν. Μα έπειτα σωριάστηκε. Και μεις
+καθόμαστε κει χωρίς πνοή, περιμένοντας αχόρταστα ένα σημάδι πως δε
+μας άφησε ακόμα, πως δε μας έφυγε ακόμα.
+
+Τότε άνοιξε το αριστερό της μάτι, σαν το Σβεν μια φορά, και το βλέμμα
+της γύρεψε το δικό μου. Έσκυψα απάνω της κ' είδα πως πολεμούσε να
+μιλήση. Μα δεν το μπόρεσε και με μιαν έκφραση μεγάλου πόνου έπεσε
+πάλι στην αναισθησία, που είναι προμήνυμα του θανάτου. Πολλές φορές
+ξαναδοκίμασε να μιλήση και κάθε φορά φαινότανε στο πρόσωπό της αυτή η
+έκφραση της απελπισμένης αδυναμίας και κάθε φορά μας ξέσκιζε την
+καρδιά περσότερο. Έμοιαζε σα να μην είτανε πια δική μας, μα φαινότανε
+σα να είχε κάτι που ήθελε να μας το πη πριν χωριστή από μας, σα να
+μην μπορούσε να πεθάνη χωρίς να μας το πη. Είτανε φοβερό να βλέπουμε
+τον αγώνα της κι ακόμα φοβερότερο να χάσουμε ίσως τα τελευταία λόγια
+της. Ξαναέσκυψα απάνω της κι απελπισμένος της ψιθύρισα στο αυτί μια
+παράκληση. Τότε άνοιξε το μάτι της και με κοίταξε κ' εννόησα πως μ'
+άκουσε. Με μιαν απαντοχή, σα να κρεμότανε όλη η μελλόμενη ζωή μου από
+τα λόγια της, πλησίασα το αυτί μου απάνω στο στόμα της.
+
+Εκεί άκουσα τη φωνή της. Ερχότανε από τόσο μάκρος, όπως δεν άκουσα
+ποτέ φωνή. Είτανε τόσο αδύνατη, που μόλις μπορούσα να την ξεχωρίσω.
+Δεν είταν αυτή πια, είτανε το πνεύμα της που μιλούσε. Όμως άκουσα
+καθαρά τα λόγια και κανείς άλλος από μένα δεν μπόρεσε να τακούση:
+
+ — Σας . . . αγαπώ . . . τόσο . . . πολύ.
+
+Φαίνεται πως θα φώναξα από τον πόνο. Γιατί αιστάνθηκα πως μ'
+αγκαλιάσανε χέρια και με βαστάξανε. Κ' η κραυγή που μου ξέφυγε,
+έφτασε και την ετοιμοθάνατη. Γιατί από τη γυναίκα μου βγήκε ένας αχός
+πόνου, που έλεγε πως μ' άκουσε, χωρίς όμως να μπορέση να βάλη το
+άψυχο χέρι της απάνω στο κεφάλι μου. Εκείνον τον αχό μπορώ και τον
+ακούω κι αυτή την ώρα ακόμα.
+
+Για να μπορέση να προφέρη τα λόγια που πρόφερε, πάλεψε ώρες εκεί. Κι
+όταν τα πρόφερε, ξαναέπεσε στην ησυχία. Ειρήνη βασίλεψε στην όψη της.
+Δεν ήθελε πια τίποτε, δεν πιθυμούσε τίποτε. Έκλεισε το λογαριασμό της
+με τον κόσμο, αφού είπε, πριν πεθάνη, πόσο πολύ αγαπούσε τα παιδιά
+και μέ.
+
+Ύστερα από λίγες ώρες έκλεισε τα μάτια της. Τα έκλεισε δίχως αγωνία
+ήρεμα κ' ήσυχα έτσι όπως σβήνει ένα κερί.
+
+Έζησε την ξεχωριστή ζωή της και πέθανε τον ξεχωριστό της θάνατο.
+
+Είτανε τόσο αδύνατη, ώστε δεν πάλεψε με το θάνατο. Είχε παλέψει πριν
+αρκετά με τη ζωή.
+
+Είταν όμως αρκετά δυνατή ώστε να μας χαρίση πρι να φύγη ένα λόγο, που
+μπορούσαμε να τον θυμούμαστε και να ζούμε μ' αυτόν. Η αγάπη της
+είτανε δυνατότερη από το θάνατο.
+
+Ας είναι ευλογημένη.
+
+13.
+
+Άνοιξα το γράμμα, που βρήκα απάνω απάνω στο κομό των παιδιάτικων
+χρόνων μου, εκεί μέσα στο άδυτο του Σβεν. Και διάβασα τα παρακάτω:
+
+«Είπα πολλές φορές πως θα πεθάνω, μια φορά όμως θα γίνη. Εκείνος, που
+θα βρη πρώτος το χαρτί αυτό, πρέπει να το δείξη σε κείνον ή σε
+κείνους, που θα φροντίσουνε για την ταφή μου. Ω θεέ μου, τώρα που
+γράφω αυτή τη λέξη — ας είμουνα κοντά στο θάνατο, όπως η λέξη στο
+χαρτί. Ήθελα, ναι, να ζήσω για χάρη των αγαπημένων, που κάνουνε για
+μένα ό,τι δεν κάνει άνθρωπος για τον άλλον άνθρωπο, ήθελα να ζήσω και
+το προσπαθώ όσο μπορώ. Μα αν δεν το κατορθώσω — κ' έτσι αιστάνουμαι,
+δε θα το κατορθώσω — τότε ήθελα να μου φορέσουν το λευκό μου φόρεμα.
+Στο κάτω κάτω συρτάρι του κομού είναι όλα τασπρόρρουχα που φορούσε ο
+Σβεν, ο άγγελός μου. Δόστε μου τα όλα. Βάλτε στην κάσα μου όλα όσα
+χωρούν από τα πράματά του. Μπορώ να είμαι ξαπλωμένη απάνω και στα
+σκληρά παιγνιδάκια του ακόμα.
+
+Και μια τελευταία επιθυμιά. Αν πεθάνω στο σπίτι, φροντίστε, αν είναι
+δυνατό, να με βάλετε στην κάσα μέσα στην κάμαρα του Σβεν.
+
+Ευχαριστώ για όλα, όλα. Είμουνα όμως ένας δυστυχισμένος άνθρωπος και
+δεν μπορούσα να ζήσω μ' όλην την αγάπη και τη στοργή.
+
+ Η Έλσα σας.»
+
+Κ' έτσι της φορέσαμε το λευκό φόρεμα, που δεν το είχε ξαναφορέσει από
+τον καιρό που έπαψε να χαίρεται για καθετίς που είτανε γήινο. Όλα
+γίνανε όπως τα πιθυμούσε και το στερνό κρεβάτι της στρώθηκε μέσα στην
+μικρή κάμαρα του Σβεν. Εκεί είτανε ξαπλωμένη με ταπαλά, μαύρα μαλλιά
+λυμένα απάνω στο λευκό φόρεμα και γύρω της είταν όλα τανοιξιάτικα
+άνθη. Πίσω της είτανε στημένη κοντά στο μικρό παράθυρο μια ολοπόρφυρη
+αζαλέα και στο κρεβάτι της χυμένη μια βροχή από κίτρινα ρόδα.
+
+Φαινότανε σα να κοιμότανε και το πρόσωπό της είχε ξανανιώσει με το
+θάνατο.
+
+Έτσι πήγε να βρη το Σβεν, όπως το έλεγε μόνη της, και γι' αυτό
+ονομάστηκε το βιβλίο τούτο «βιβλίο του μικρού αδελφού», που ήρθε κ'
+έγινε ο άγγελος της μητέρας του, αν και δεν έγινε όπως το ελπίσαμε.
+Γιατί την πήρε μαζί του, σαν έφυγε.
+
+14.
+
+Μα το βιβλίο αυτό είναι μαζί κ' η ιστορία ενός αγώνα με το θάνατο.
+Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, που πάλεψε και νικήθηκε, χωρίς όμως να
+ντρέπεται γιατί νικήθηκε.
+
+Από τότε ταξίδεψα πολύ κ' είδα πολλούς ανθρώπους. Όλα όμως μου είτανε
+ξένα κι όλα νεκρά, όσο που γράφηκε το βιβλίο αυτό. Γράφηκε σε
+φωτεινές καλοκαιρινές μέρες εκεί όπου τελειώνουν τα βραχόνησα κι
+αρχίζει η ανοιχτή θάλασσα. Και γράφηκε από έναν έρημο άνθρωπο, που
+δεν είναι πια έρημος.
+
+Πολλές βδομάδες κοίταζε ο άνθρωπος αυτός πέρα τη θάλασσα, που, όμοια
+με την ανθρώπινη ζωή, που αξίζει τόνομα της ζωής, δεν ησυχάζει ποτέ.
+Έβλεπε κει τους φάρους να λάμπουν απάνω από τα βοερά νερά και
+στοχαζότανε πως κι αν μπορούσανε να σβήσουν οι φάροι, θα σπιθηρίζουν
+τάστρα τουρανού.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's The Book About Little Brother, by Gustav Geijerstam
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BOOK ABOUT LITTLE BROTHER ***
+
+***** This file should be named 33561-0.txt or 33561-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/3/5/6/33561/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/33561-0.zip b/33561-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..fb5b805
--- /dev/null
+++ b/33561-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..669e543
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #33561 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33561)