diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:08 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:08 -0700 |
| commit | 3c3d7dbd2890a25293f54bdb88c62c2158212a89 (patch) | |
| tree | dc572ac4c8ce6b99e17bd59a32d4f5b7f401a5af | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32729-0.txt | 3636 | ||||
| -rw-r--r-- | 32729-0.zip | bin | 0 -> 89338 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3652 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32729-0.txt b/32729-0.txt new file mode 100644 index 0000000..b85f749 --- /dev/null +++ b/32729-0.txt @@ -0,0 +1,3636 @@ +The Project Gutenberg EBook of Local Drawings, by Mitsos Chatzopoulos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Local Drawings + +Author: Mitsos Chatzopoulos + +Release Date: June 7, 2010 [EBook #32729] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOCAL DRAWINGS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία +του βιβλίου. + +ΜΠΟΕΜ + + +ΝΤΟΠΙΕΣ +ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ + + +ΑΘΗΝΑ +1896 + +ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ +Μήτσου ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΠΟΕΜ) +ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ + +ΑΘΗΝΑ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΡΙΜΗ +Οδός Πραξιτέλους αριθ. 14 +1896 + +Στον φίλον Σπύρον Τσαγγάρην + + + +Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ + + + +Όντας βγήκαμε από τη βραδινή ακολουθία στη μεγάλη πέτρινη αυλή +του μοναστηριού, είχε ξαστερώση. Οι καλόγεροι με τον ηγούμενό +τους, έναν παχύ, ψηλόν, καλοθρεμμένον πανιερώτατον, ήρθαν κ' +έκατσαν μαζί μου στα λιθαρένια πεζούλια, στο πλάι της +μαρμαρένιας βρύσης, που έτρεχε ακούραστη στο πλάι μας. Ο λίγος +ουρανός, απλόνουνταν καταγάλαζος, σπαρμένος από μικρουλάκια +κοκκινόξανθα συγνεφάκια, απάνω στο κεφάλι μας, τριγύρω στους +άγριους και κατάψηλους βράχους, που μας τριγύριζαν. Κι' η +χινοπωριάτικη βραδιά, γλυκειά και δροσερή, ύστερα από τη βροχή +του δειλινού, σκορπούσε στο άγριο εκείνο στένωμα των βράχων με +τα σκίνα και τ' αγριοπουρνάρια, που στα πλευρά τους υψόνουνταν +σαν τεράστιοι, χοντροκαμωμένοι πύργοι, τ' αμέτρητα κελιά του +μοναστηριού, κ' η σκαμμένη κατάβαθα στη σπηλιά τους παλιά Μονή, +με τη θαυματουργό εικόνα της, όλη τη θρησκευτική εκείνη γλύκα +της μοναξιάς, της ησυχίας, της προσευχής και των ονείρων, που +τον πιστόν τον φέρνει στενώτερα στην έννοια του Θεού, και τον +άπιστο τον συγκεντρώνει περισσότερο στον εαυτό του. Απ' τη +μικρούλα πόρτα της Μονής, το λιβάνι, που οι καλόγεροι σκόρπισαν +άφθονο στους νοτερούς θόλους της σπηλιάς, ξατμίζουνταν στην +αυλή, κι η μυρουδιά του, περίχυνε τ' άγριο εκείνο στένωμα από +απαλότη και γαλήνη. Περαστικά πουλιά, που ταξείδευαν σ' άλλες +χώρες, φεύγοντας την ψύχρα του χινόπωρου, περνούσαν κοπαδιαστά, +του ψήλου, έσκιζαν τον αέρα μ' ένα γοργό, ξερό φτερούγισμα, +όπως κάνη το μετάξι που σχίζεται, και χάνουνταν πίσω απ' τις +κορφές άλλων βράχων, κι άλλων βουνών. Η κάνουλα της μαρμαρένιας +βρύσης ξερνούσε ασταμάτηστη το βουνήσιο νεράκι της, δούλευαν +ακούραστα τα κομπολόγια των καλογέρων τριγύρω μου, τσικ, τσικ, +τσικ. Ένα παιδάκι με το δίσκο γεμάτο ποτηράκια και τη μπουκάλα +με το βουνήσιο μουρόρακο, μας φίλευε αραδωτά. Οι καλόγεροι +αποσταμένοι, άλλοι από την ορθοστασία της ακολουθίας, άλλοι από +τον κάματο της ημέρας που έρχουνταν ολοένα απ' τα χωράφια τους, +δίπλοναν τα ποτηράκια. Και με το δίπλωμα, η κουβέντα δούλευε. Ο +ηγούμενος στο πλάι μου, μου ιστορούσε τα θαύματα της Εικόνας, +της Παναγίας της Μονής, που απ' τον καιρό της εικονομαχίας, +έφυγε από τη Προύσσα κι ήρθε και κρύφτηκε σ' αυτούς τούς +βράχους. Γι αυτό και το χωριό αντίκρυ, βαφτίστηκε Προυσσός. +Ακόμα φαίνεται από το δρόμο πούρθατε, μούλεγε, το Τ ύ π ω μ α, +το βουνό, που έσκισε ψηλά η Χάρη της, όντας πέρασε για δω. +Αράδιασε πολλά από τα θαύματά της, ο ηγούμενος, είπε και για τα +νταραβέρια του μοναστηριού, μου μέτρησε τους καλογέρους του και +καλός, χαμογελώντας, γλυκός και καλοΐσκιοτος μ' όλο το πάχος +του, μου ζωγράφιζε με χάρη τη ζωή του μοναστηριού, της ερημιάς +και του βουνού. Απάνω κάτου, έλεε, καλοπερνούμε, οι χριστιανοί +απ' όλο τον κόσμο λατρεύουν τη Χάρη της, το μοναστήρι έχει +μπόλικα μετόχια, εσοδεύει αρκετά, αλλά μας σακατεύουν τα έξοδα. +Το μοναστήρι, να καταλάβης, εδώ είνε ένα είδος ξενώνας. Δε μας +λείπουν τη βραδιά δέκα είκοσι διαβάτες. Απώ δω περνούν όλοι, +εδώ τρων, εδώ κοιμούνται. Πού να βρεθή χάνι εδώ πέρα, και τι να +πρωτοκάμη κανένα κουτσομάγαζο απάνω στο χωριό. Βλέπεις, πολίτης +και στρατιώτης, εδώ ξεπέφτει. Αν δεν βρίσκουνταν κι αυτό το +μοναστήρι αλλοίμονο στον κοσμάκη. Το χειμώνα παραδέ με τις +βροχές, με τα χιόνια, με τον αποκλεισμό, έχουμε σωστό +ξενοδοχείο στο μοναστήρι. Το χειμώνα δύσκολη η βουνήσια ζωή, +χιόνι πάρα πολύ, το κρύο είνε ανυπόφορο, ο δρόμος άσωτος, όπου +και κακοτοπιά αποκλειέται, μαρτυράει ο κοσμάκης. + +Ένας καλόγερος κοντόχοντρος, κατακόκκινος, με κατάμαυρα γένεια, +με χοντρά πλεχτά ράσα και μυτερό σκούφο, μ' ένα σωρό κλειδιά +στο ζωνάρι του, μας ζύγωσε: + + — Ευλογείτε, πάτερ, τι καθόμαστε, δεν είν' ώρα για το τραπέζι; +Είμαι ντιπ ρέμμα! + + — Ακόμα, πάτερ Συμεών, είπε ο ηγούμενος, περιμένουμε απ' το +χωριό τον αστυνόμο. + + — Τον αστυνόμο!, αα, τι τρέχει; + + — Δεν τάμαθες! + + — Είμουνα κάτου στ' αμπελάκια σήμερα, τόρα γιαγιά ήρθα, +χαμπάρι δεν έχω. + + — Είχαμε φασαρίες σήμερα το γιόμα. Μας έκλεψαν, πάτερ Συμεών. + +Κι ο ηγούμενος χαμογέλασε. + + — Μας έκλεψαν, τι;, πώς;, πότε;. Μας έκλεψαν!... + +Κι ο Συμεών, αγριεμμένος, ταραγμένος, απόμεινε μ' ανοιχτό +στόμα, κάμνοντας το σταυρό του. + + — Μας έκλεψαν και δε μας έκλεψαν, πες... Ας είνε. Ας τ' +ακούση και του λόγου του από δω, δεν πειράζει. Εκείνοι οι δυο +χωριάτες απάνω απ' το Καψί, που πλάγιασαν εδώ χτες νύχτα, +έκατσαν ίσα με το γιόμα. Ο ένας έκανε τον ανήμπορο. Το φέρνουν +από δω, απ' εκεί, μπαίνουν στη Μονή, γδαίνουν τη Χάρη της, δεν +άφηκαν από σκεύος κι ανάθημα, φορτόνουνται τις καπότες τους και +ξεκλέβουνται, απάνω που γιοματίζαμε. Προσκυνούμε όμως τη Χάρη +της, έκαμε το θάμμα της, κι απάνω που δρασκέλαγαν την οξόπορτα, +πιάστηκε μιανού η καπότα απόνα πουρναράκι, του φεύγει το +σακκούλι του, βροντούν τ' ασημικά, κυλάει το κατάχρυσο καντήλι +της Χάρης της, απάνω που περνούσε κι ο Γιώργης, το παιδί, +πούρχονταν να ποτίση τα μουλάρια. Βάνει τις φωνές, πετιώμαστε, +τους πιάσαμε απάνου που τα μάζευαν. + + — Ύπαγε οπίσω μου, Αμελέτητε, ύπαγε οπίσω μου!... έκανε +σαστισμένος ο Συμεών. + + — Τόρα τους έχουμε πλάι στο κελί μου, πάτερ Συμεών, +κλειδωμένους. Εγώ είπα να τους απολύσουμε, να παν στην ευκή του +Χριστού και της Παναγίας, κι' ας το βρουν απ' το Θεό μια μέρα, +δεν μ' άφησαν όμως οι πατέρες, και στείλαμε για τον αστυνόμο +στο χωριό. + + — Χίλια χρόνια τόρα σε τέτοια αμαρτία δεν έπεσε το μοναστήρι, +έκανε ακόμα ο πάτηρ Συμεών, χίλια χρόνια. Ύπαγε οπίσω μου, +ύπαγε οπίσω μου!... Να τους φάη η κίσσα η κακιά, να τους +φάη!... + +Ύστερα από λίγη ώρα έφτασε απ' το χωριό κι ο αστυνόμος. Ένας +ψηλός ανθυπολοχαγός του πεζικού, με το χρυσό του κορδονάκι +μαυρισμένο στο καπέλλο, την πρασινισμένη στολή του, τη σακαράκα +του, το στριμμένο του μουστάκι, και την πολλή του περηφάνεια. Ο +ηγούμενος, οι καλόγεροι όλοι, ζύγωσαν, τον χαιρέτησαν, και του +είπαν την κλεψιά. Αγρίεψε, έστριψε το μουστάκι του, γούρλωσε τα +μάτια του, ξερόβηξε, βρόντηξε τη σακαράκα του, και κατέβασε δυο +τρία μουρόρακα τόνα κοντά στ' άλλο. Ζήτησε να του φέρουν +μπροστά του αυτούς τους δύο ι ε ρ ό σ υ λ ο υ ς, θέλησε να +στείλη για δύναμη στο χωριό, για να τους κλείση την αστυνομία, +για να τους στείλη νύχτα στην εισαγγελία, αλλ' ο ηγούμενος τον +μπόδισε. + + — Τόρα νύχτωσε, κυρ αστυνόμε. Κάθησε να φάμε απόψε, με τους +πατέρες, πλαγιάζεις μάλιστα εδώ απόψε, κι αύριο μπονορούλια +τους παίρνεις. + +Έτσι κι έγινε. Ο ηγούμενος διέταξε να περιποιηθούν καλά τους +ταξειδιώτας χωρικούς, που έρχουνταν μπλούκια μπλούκια να +κονέψουν στο μοναστήρι, κάμνοντας το σταυρό τους, σαν περνούσαν +την αυλόπορτα κι αντίκρυζαν τη Μονή, και μεις όλοι, ο κυρ +αστυνόμος, ο ηγούμενος, κ' οι πατέρες ανεβήκαμε στην +τραπεζαρία. Ντουβάρια άσπρα, γυμνά και αστόλιστα, ξύλινο +καπνισμένο ταβάνι, μακριά τραπέζια και μακριά ξύλινα σκαμνιά — +η καλογερική τραπεζαρία. Από μια χαμηλή πόρτα η μυρουδιά κι ο +καπνός της κουζίνας, έρχουνταν μαζί με τους σερβιτόρους, δυο +ασπροκόκκινα χωριατόπουλα. + +Ο ηγούμενος ευλόγησε, και το δείπνον άρχισε. Όσο έρχουνταν κι +έφευγαν τα χοντρά πήλινα πιάτα, τόσο καταλάβαινα, πόσο δίκιο +είχε ο ηγούμενος να παραπονιέται για τα έξοδα της Μονής. Η +ξεχειλισμένη υγεία και το πάχος των πατέρων, έδειχνε πως η +μαγειρική εκείνης της νύχτας είταν συνηθισμένο πράμμα. Και το +δείπνο εκείνο με την ξεχωριστή καλογερική μαγειρική, το +κερασένιο σουτλό κρασί, που το μέραζαν μπουκάλες μπουκάλες, με +τους παχιούς εκείνους ρασοφόρους, με τον πολυλογά αστυνόμο, +μέσα στην παράξενη εκείνη τραπεζαρία, ανάμεσα στους άγριους +εκείνους βράχους με την αγιασμένη σπηλιά της Μονής, με την +ευτυχισμένη ερημιά και τη ζωή αντάμα ενός βουνήσιου +ξενοδοχείου, μόδιναν μια παράξενη κι ασυνήθιστη εντύπωση εκείνη +τη νύχτα. Οι μπουκάλες έρχουνταν γεμάτες κ' έφευγαν αδειανές, η +κουβέντα δεν κόβουνταν, ο ηγούμενος χαμογελούσε ακουμπώντας +στην έδρα του, και παίζοντας το κομπολόγι του, και η κοσμική +ζωή, έρριχνε μέσα στην καλογερική εκείνη τραπεζαρία ένα +πιστότατο αντίλαλο, που παραξενεύουνταν κανείς, πώς οι +καλόγεροι ήξεραν τόσα πράμματα της ημέρας, όσα δε θα μάθαινε +κανείς διαβάζοντας μια αθηναϊκή εφημερίδα. Αργά, νυσταγμένοι +σηκωθήκαμε απ' το τραπέζι. Καθένας πήρε το κελί του. Ο +ηγούμενος με πήγε ίσια με το κελί που θα περνούσα τη νύχτα μου, +με ρώτησε αν ήθελα κι άλλες βελέντζες για σκέπασμα κ' έφυγε: + + — Καλή νύχτα, κι εγώ τόρα θα πλαγιάσω εδώ κοντά, πλάι-πλάι +έχουμε τα κελιά μας απόψε. Καλό ξημέρωμά σας... + +Έκλεισα τη σαρακοφαγωμένη πόρτα και ξαπλώθηκα στο ξύλινο +κρεββάτι. Ένα αναμμένο αγιοκέρι απάνω στο τραπέζι, μόλις φώτιζε +το μεγάλο κελί, σα στρατώνα. Ίσκιοι μισοσκοτεινοί απλόνουνταν +ολόγυρα στα μαυριδερά ντουβάρια και στο ταβάνι, το αγιοκέρι +έκαιε πάντα, στάζοντας απάνω στ' ανοιχτά κιτρινισμένα φύλλα +ενός Μεγάλου Ωρωλογίου, που τα κόκκινα με τα μαύρα γράμματά +του, φαίνουνταν σα να με κοίταζαν αλλόκοτα, ανάμεσα στη σιγαλιά +του κελιού. Άνοιξα το παλιό παράθυρο κι ακούμπησα στα σάπια +ξύλα του. Όμορφη φεγγαροστολισμένη νύχτα με χτύπησε κατάμματα. +Το στένωμα των κατακόκκινων και ψηλών εκείνων βράχων +ακτινοβολούσε ολάκερο. Κοίταξα προς τα κάτου κι ανατρίχιασα. Τα +κελιά είταν χτισμένα σύρριζα σε κατάψηλο βράχο, που ξέφευγε +ίσος σα μαχαίρι κάτω βαθειά στη λαγκαδιά, που μόλις τη φώτιζε +το φεγγάρι. Αγνάντια μου ένα εκκλησιδάκι κατάκορφα στον +αντικρυνό βράχο, άσπριζε φανταστικά, κι ο μετάλλινος σταυρός +του ψηλά, άσπριζε φανταστικώτερα στο φως του φεγγαριού. Κι +ανάμεσα στ' άγριο εκείνο στένωμα των βράχων και των σπηλιών +σιγαλιά θανάτου κι ανυπαρξίας, κι ύπνου βαθύτατου. + +Καμμιά πνοή, καμμιά ανάσα, καμμιά ζωή ολόγυρα, μονάχα ένας +γρύλλος τρυπωμένος εκεί κοντά μου, έτριζε ακούραστα και +μονότονα. Κι ενώ τον άκουα, συλλογιζόμουνα πόσες φορές στη ζωή +μου, σε πόσες ευτυχισμένες και σε πόσες θλιμμένες νύχτες, ο +ίδιος πάντα, χωρίς να βλέπω από πού έχυνε τριγύρω μου το ίδιο +τ' απαράλλαχτο και μονότονο τραγούδι του, χωρίς να τον νοιάζη +και να πολυσκοτίζεται με την ζωή που τον τριγυρίζει, με την +φύση που την νανουρίζει απαλά, με την ευτυχία και με τη +δυστυχία γύρω στη μικροσκοπική εξοχότη του. Περίεργο ως τόσο +ζωύφιο ένας γρύλλος εκεί! + +Μια στιγμή στο πλαγινό μου κελί, απ' τ' άλλο μέρος απ' το κελί +του ηγούμενου, αγροίκησα κάποιο θόρυβο σιγαλής κουβέντας κι +ανάλαφρα πατήματα. Μια μικρή ξύλινη πόρτα αντάμονε το κελί μου +με τ' άλλο που άκουα το θόρυβο. Χωρίς να θέλω την σίμωσα και +κοίταξα από μια χαραμάδα. Στην αρχή δεν καλόβλεπα τίποτε, μόλις +χάραζε λίγο φως. Κοίταξα ακόμα. Έν' αγιόκερι κι εκεί σαν το +δικό μου, απάνω σ' ένα τραπεζάκι, φώτιζε το κελί απαράλλαχτο +σαν το δικό μου. Κατάχαμα στις σανίδες είταν ξαπλωμένοι δυο +χωριάτες, κουρελλιοντυμένοι, ξερακιανοί κι αδύνατοι, χωρίς να +κουνιώνται. Τους πρόσεξα καλά κι είδα πως είταν πιστάγκωνα +δεμένοι. Δύο βήματα μπροστά τους γνώρισα τον ηγούμενο, πόστεκε +ορθός, τυλιγμένος μ' ένα μαύρο σάλι, με το κομπολόγι στα χέρια, +σοβαρός, αυστηρός, χωρίς το χαμόγελό του αυτή τη φορά. Τα χείλη +του και τα πυκνά του γένεια αναδεύουνταν, κάτι έλεε. Δεν άκουα +τίποτε, αλλ' η φωνή του σε λίγο έγινε δυνατώτερη. + + — Αυτό που κάματε, παιδιά μου, είνε μεγάλη αμαρτία... + +Εκείνοι μουρμούριζαν κι οι δυο: + + — Φτώχεια μεγάλη, δέσποτά μου. Εμείς χαραμήδες δεν είμαστε. Να +που μας έβαλε, βλέπεις, ο Τρισκατάρατος.. Η φτώχεια..... + +Ο ηγούμενος τους απόκοψε αυστηρός: + + — Όποιος είνε φτωχός δε κλέβει. Και τη φτώχεια ο Θεός την +έδωσε. Κατακολαστήκατε σήμερα, κι ο Θεός να σας συχωρέση..... + +Κι απόμεινε σκεφτικός. Ύστερα τους ζύγωσε και τους έλυσε τους +αγκώνας. + + — Ο Θεός να σας συχωρέση μ' ό,τι κάματε, πολυέλαιος και +πολυεύσπλαχνος είνε. Τόρα πάρτε αυτό το πλαστάρι το ψωμί, που +σας άφησα εκεί στο κρεββάτι, νάτε κι αυτά τα δυο τάλληρα, κι +αγάλι' αγάλια χωρίς να βροντήσετε και σας καταλάβουν και +τραβάτε. + +Ν' αφήσετε μονάχα την πόρτα ανοιχτή, κι ότι έκαμα για σας να μη +βγη από το στόμα σας. Άιστε κι ο θεός να σας συχωρέση....... +Όμορφα να μη σας καταλάβουν......... + +Και τ' αγιοκέρι που μόλις έφεγγε στο μεγάλο σα στρατώνα κελί, +φώτισε τους δυο χωρικούς, που άλαλοι και σαστισμένοι, φίλησαν +αρπαχτικά το χέρι του ηγούμενου, έβγαλαν τα τσαρούχια τους, τα +πήραν στα χέρια τους, και πατώντας στα νύχια, χάθηκαν σαν +ίσκιοι από την πόρτα, ενώ ο ηγούμενος έσβυνε φυσώντας με τα +χείλη του τ' αγιοκέρι. + +Ο γρύλλος ως τόσο, τρυπωμένος εκεί κοντά στο παράθυρο, έχυνε +μέσα στην έρημη νύχτα ακόμα το ίδιο ακούραστο και μονότονο +τραγούδι του. + + + +Τ' ΑΓΟΡΙ + Στον Νίκο Λάσκαρη +Από τ' ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού, που με φιλοξενούσε, +απλόνουνταν στα μάτια μου όλος ο κάμπος, που τον διάβηκα την +ημέρα, ομορφότερος και μεθυστικώτερος στο ηλιοβασίλεμμα της +χινοπωριάτικης βραδιάς. Είχε βρέξη το μεσημέρι κι ο ουρανός +ξάστερος και ροδοβαμμένος, χαμογελούσε ως πέρα στα βουνά και +στις ράχες που φαίνουνταν σα να ζύγοναν από στιγμή σε στιγμή +κοντήτερα στα μάτια μου. + +Βασίλευε απαλά ο ήλιος, και τα βουνά της Αταλάντης και της +Χαλκίδας πέρα πότε φλογίζουνταν κατακόκκινα, πότε κολυμπούσαν +σε χρυσογάλανη καταχνιά, και πότε ξάνοιγαν σαν πελώρια +μενεξεδένια ανοιξάτικα μπουκέτα. Η νεροπεριχυμένη Λαμία +χάνουνταν ανάμεσα σε τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες και στου +στενόμακρου απέραντου κάμπου την πρασινισμένη στρώση. +Χαμογελούσε αριστερά η κατάγυμνη Όρθρυς — ατέλειωτη σειρά με +χυτά, καταστρόγγυλα βουνά — με τους ρειπωμένους εδώ κ' εκεί +παλιούς στρατιωτικούς σταθμούς των παλιών συνόρων και δεξιά +καμάρονε πρασινισμένη, η ελατοφυτεμμένη και βελανιδοφουντωμένη +Οίτη, με μοναστηράκια κυπαρισσοστολισμένα και μ' +αφροστεφάνωτους μύλους από λαγκαδιά σε λαγκαδιά. Κι ο Σπερχειός +κάτου στον κάμπο κατεβασμένος από τα χινοπωριάτικα νερά, +φειδωτός, μέγας κι ατέλειωτος, ξεχύνουνταν σα γιγαντιαίο +ασημοστόλιστο φίδι μέσα στου κάμπου τις πικροδάφνες, τις +λυγαριές, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια, ανάμεσα στα +πρασινισμένα χωράφια και λειβάδια. Και στην όμορφη αυτή εξοχή +ξεπετιώνταν άφθονα χωριά εδώ, χωριά εκεί, τσιφλίκια κάτω, +τσιφλίκια απάνω, σκορπιστά σε χαριτωμένη ανακατωσιά, +στολίζοντας πότε τις χαλικόστρωτες όχτες του ποταμού, πότε την +αγκαλιά του κάμπου, και πότε τα φρύδια και πλάγια των βουνών. +Κι ανάμεσα στ' αμπέλια και στα χωράφια, στην τρισευτυχισμένη +αυτή γις, που δω θρέφεται πολύχυμος ο καπνός, κι εκεί σηκόνεται +ψηλότερα από μπόι το σιτάρι, και παραπέρα πετιέται εφτάψηλη η +καλαμιά του καλαμποκιού, κι αλλού γίνεται άφθονο το βαμπάκι, κι +εκείθε τσακίζονται από το βάρος τα κλήματα των αμπελιών και της +σταφίδας, κι ανάμεσα στον τρισαγιασμένο αυτόν ομορφότοπο, μου +φαίνουνταν πως ξάνοιγα ακόμα, όπως και την ημέρα, χιλιάδες +μέτωπα σκλάβων και δούλων σε τσιφλίκια, κι αγροικίες και χωριά +αφεντάδων να στάζουν πικρό, φαρμακωμένο ίδρωτα, και να +ποτίζεται περίσσια η ελεύθερη και τρισευτυχισμένη για τους +τσιφλικάδες, η σκληρή και πικραμένη αυτή γις για τους σκλάβους +χωρικούς· Αν έλλειπαν εδώ κι εκεί τα κάτασπρα κωδωνοστάσια μέσα +στα κάτασπρα χωριδάκια και τσιφλίκια, αν σώζουνταν ολόρθα ακόμα +τα παλιά τζαμιά των χρόνων της Τουρκίας, τίποτε δεν θα μούλεγε, +πως αυτός ο ομορφότοπος, είν' ελληνικός και ελεύθερος. Η +πολύχρονη σκλαβιά άφησε απάνω του θλιβερή, άγγιχτη σφραγίδα. +Ελευθερώθηκε η γις, αλλά σκλάβοι απόμειναν οι χωρικοί και τα +χωριά τους. Ο αφέντης άλλαξε, αλλ' ο δούλος απόμεινε ο ίδιος, +όπως και προτήτερα. + +Ατέλειωτες οι λωρίδες των μεγαλοδρόμων έσχιζαν βουνάκια και +κάμπους και χωριά, πότε ίσιες κι άσωτες, και κουραστικές, πότε +φειδωτές και καμαρωμένες, κι όλο ομαλές κι ολόστρωτες, χαρωπές +κι ήμερες. Έτσι όμορφες, έλεγες, πως είταν καμωμένες γι +αρχοντικά κουπέ, για βασιλικά άτια, να τις διαβαίνη απαλά +ξαπλωμένη σε μεταξωτά προσκέφαλα, βουτηγμένη σε ηλιοτροπίου +ανάλαφρη μυρουδιά, κομψή Αθηναία, μέσα στην τριανταφυλλένια +δύση. Κάρα και αμάξια, άμαξες και σούστες, άλογα με μπρούζινα +κουδούνια στο λαιμό, άλλα φορτωμένα ξύλα μεγάλα, άλλα +γυρίζοντας από τους μύλους φορτωμένα αλέσματα, άλογα της +καβάλλας, βώδια και γαϊδουράκια, μουλάρια φορτωμένα κάρβουνα +και κοπάδια πρόβατα και γίδια, πλημμύριζαν τους χαρωπούς αυτούς +δρόμους. Από τις αθάνατες κορφές του Βελουχιού, που χάνουνταν +πέρα μέσα σε μολυβένια σύγνεφα, κατέβαιναν κι έπεφταν στον +κάμπο, έσχιζαν τους δρόμους μπλούκια, μπλούκια, οι βλάχοι με +τις φαμελιές τους φορτωμένες τα βυζασταρούδια τους, τα ρούχα +τους και τις σκάφες τους γυρίζοντας τόρα στα χειμαδιά τους με +κατακόκκινα μάγουλα, κι ολόδροση θωριά, καλοθρεμμένοι στα κρύα +νερά των βουνών όλο το καλοκαίρι. Κι όλο αυτό το δροσερό +πανόραμα της εξοχής, άλλαζε κ' έπαιρνε στα μάτια μου όλα τα +μεθυστικά χρώματα της χινοπωριάτικης βραδιάς. + +Το χωριό με τη μικρή πλατεία του, τριγυρισμένη από φουντωτές +σκαμνιές, με τους χωριανούς, πόπιναν το τσίπουρό τους απόξω στα +μαγαζάκια τους, με τ' αρχοντικά σπίτια του και τις φτωχικές +καλύβες του, απλόνουνταν κάτω απ' το παράθυρο σ' απαλή γαλήνη. +Ένας νερόμυλος άλεθε εκεί κοντά και το βογκητό του νερού του +γέμιζε τη βραδιά από πρόσχαρη μελωδία. Στην άκρη του φειδωτού +μυλαύλαυκου, κατάψηλες λεύκες αραδωτά φυτεμμένες, μουρμούριζαν +απαλά τραγουδάκια, ένα ήμερο ελαφάκι με χυτό κορμί και με μικρά +κουδουνάκια στο λαιμό, πηδούσε ανάμεσα στα χωριατόπουλα, +πόπαιζαν στα στρογγυλά αλώνια με ξεφωνητά κι αγριοφωνές. + +Γύρισα κάποια ώρα τα μάτια μου προς την απέραντη κάμαρα του +σπιτιού. Ξεπεσμένο χωριάτικο μεγαλείο φυσούσε μελαγχολικά εκεί +μέσα. Ψηλά το ταβάνι κατάμαυρο, κάτω το πάτωμα, μισοσαπισμένο, +χοροπηδούσε στο παραμικρό κούνημα, στα θαμπά ντουβάρια οι +αράχνες έπλεκαν ελεύθερες, πυκνές σφαλαγκωδιές. Τα +παραθυρόφυλλα κρέμουνταν αλλού σάπια, κι αλλού έλειπαν ολότελα, +τα γυαλιά έλειπαν όλα από τα γυαλοπαράθυρα, και ξεσκλίδια από +κολλημένα στρατσόχαρτα κρέμουνταν στα σαρακοφαγωμένα ξύλα. Δύο +τρεις κουτσές καρέκλες τριγύρω, και στο βάθος ένα παλιό +σιδερένιο κρεββάτι με ψηλά ως το ταβάνι τέσσαρα σίδερα, ένα +τραπεζάκι με κόκκινο τραπεζομάντηλο, με δύο μισοσπασμένα +φουρφουρένια βάζα, γεμάτα από ξερά αστάχυα, με λίγες μικρές +κιτρινισμένες φωτογραφίες φουστανελάδων και γυναικών με παλιά +κοζοκιά και βλάχικες φορεσιές, στόλιζαν μονάχα την απέραντη +κάμαρα. Από την ανοιχτή πόρτα φαίνουνταν άλλη απέραντη κάμαρα, +κι απ' αυτή άλλη ακόμα, κι από την άλλη, άλλη πάλι, όλες +μεγάλες, γυμνές, παράξενες. Ποδάρια γυμνά σέρνουνταν μέσα στο +ατέλειωτο αυτό παλιοσαράγι, παπούτσια χωριάτικα έτριζαν σκιές +βιαστικές διάβαιναν, φουστάνια με χωριάτικα χρώματα +πηγαινοερχώνταν, πλεξίδες μαύρες και ξανθές ανέμιζαν εδώ κι +εκεί, μαύρες και καφετιές σκέπες, και κίτρινα κλαρωτά μαντήλια +σε γεροντικά κεφάλια, σα κοριτσιάτικα κεφαλάκια, κουνούνταν +πέρα δώθε, κι ένα πέλαγος από χωριάτικο θηλυκόκοσμο με +ψιθυρίσματα και λόγια, που μόλις έφταναν στ' αυτιά μου, +αντηχούσε τόση ώρα τόρα. + +Ο νοικοκύρης του σπιτιού, που μ' είχ' αφήση για μια στιγμή, +μπήκε επί τέλους στην κάμαρα: + + — Με συμπάθειο π' άργησα, μούπε. Έχουμε ανακατωσούρες απόψε, +κοιλοπονάει η φαμελιά μου. + +Και κάθησε κοντά μου με το ψηλό τ' ανάστημα, καμπουριασμένο, το +χλωμιασμένο πρόσωπό του ανήσυχο. Φουστανελλάς ως εκεί απάνω, +καμμιά πενηνταριά χρόνων κ' ακόμα, ξεραγκιανός και +μαυροδέματος, ο Δημήτρης Πουρναράς, χωριάτης απ' αυτούς που +βρίσκεις με το σωρό στα χωριά. Αγάλι' αγάλια η κουβέντα μας +ζωντάνεψε, και με την παιδιάστικη εκείνη αφέλεια των χωρικών, +μου διηγήθηκε σε λίγα λόγια τη ζωή του και τα βάσανά του. Η +φαμελιά του είταν από τις πρώτες στο δήμο του. Από τ' ακούραστο +κυνήγι του Χάρου, απόμειναν τρία αδέρφια. Ο μικρότερος +υπηρετούσε τόρα, ως καθυστερούμενος στο στρατό από το +καλαικαίρι που μας πέρασε, ο δεύτερος, αχ! ο δεύτερος που να +μην έσωνε κι αυτός, εκεί που βρέθηκε, 'ρίχτηκε στα πολιτικά και +τους συνεπήρε κι αυτούς μαζί του. Ότι είχαν και δεν είχαν γιώτα +Παναγιώτα σε δύο τρεις εκλογές, βαρέθηκαν στα ύστερα και τα +χτήματά τους, τον έπιασαν ως χρεοφειλέτη και τον ίδιο και +στενάζει τόρα τρεις μήνες στις φυλακές της Λαμίας. Τι να κάμη +κι αυτός σήμερα; χαμένα τα είχε, φτωχός και φαμελίτης άνθρωπος. +Και τι λυκοφαμελιά να πης; Οχτώ κορίτσια, με συμπάθειο, τα δικά +του μοναχά, άλλα δύο τ' αδερφού του, τη νύφη του, την πεθερά +του, και τη συμπεθέρα του. Δε τόφτανε αυτό το μπλούκι, χήρεψε +την περασμένη άνοιξη η πρώτη θυγατέρα του, και του κουβαλήθηκε +κι αυτή. Από κακό σε κακό. Δεν ήξερε τι να πη. Τι διάολο, από +μοναστήρι έτρωγε αυτός και το σπίτι του, ή μήπως χάλασε καμμιά +εκκλησιά κανένας απ' το σόι του; Και για κακή γρουσουζιά, λες, +η φαμελιά του, να μη κάμη έν' αγόρι κι αυτή η δυστυχισμένη τόσα +χρόνια. Από τσούπα σε τσούπα. Παραγγελιά να της είχε, πάλι έτσι +δε θα γίνουνταν. Οι γυναικούλες έλεγαν πως τους έχουν ρίξη +μάγια. Αγγούρια ξυδάτα! πού τα πίστευε αυτός αυτά. Η μοίρα του, +αυτή η στρίγλα κι η στραβομούτρα, αυτή είταν αφορμή σ' όλη τη +δυστυχία του. Ε! τι να γίνη, πάλι, με το Θεό δε μπορεί να +πιαστή κανείς. Ό, τι θέλη ο Μεγαλοδύναμος. Α! και νάκανε +αρσενικό απόψε η φαμελιά του! θα ξανάνιωνε. Μπα και γύρεζε σε +γούρι το καλωσόρισμά μου απόψε... + +Και τάλεγε όλ' αυτά ήσυχος και γαληνημένος, με τη ξεχωριστή +ευλογημένη εκείνη χωριάτικη υπομονή στα βάσανα και στις +κακοτυχιές της βαρειάς κι ανυπόφορτης ζωής. Καταστραμμένος, +τόρα στα γεράματά του, φωτίζουνταν όμως ακόμα από της ελπίδας +την αχτίδα, ο φτωχός χωριάτης. Να καλλιτέρευε αυτή η πικραμένη +ζωή, αυτή η παλιοζωή! Άξαφνα γίνεται ένα ποδοβολητό κι αντηχούν +φοβερά ξεφωνητά στις πλαγιανές απέραντες κάμαρες, κι όλος ο +γυναικόκοσμος ορμά μέσα στη μελαγχολική κάμαρα, και μια φωνή +μεγάλης χαράς, από τις χαρές εκείνες, που όχι πολύ συχνά νιώθει +κανείς στη ζωή του, σείει όλο το παλιοσαράγι του Δημήτρη +Πουρναρά: + + — Αγόρι, πατέρα! αγόρι, Δημήτρη!... Αρσενικό!.... να ζήσης, να +το χαρής! + +Όλη η μολυβένια εκείνη θλίψη, που βάραινε το σπίτι συντρίφτηκε +σαν από ξαφνικό φύσημα ευσπλαγχνικού ανέμου και το παλιοσαράγι, +φάνηκε σα να ξανάνιωσε, σα να ξανάγινε καινούργιο, χαρωπό! Τα +κορίτσια τιναγμένα απ' ανεπάντεχο τιναγμό, με δροσερά κόκκινα +μάγουλα, με φαρδειές πλεξίδες κάτω απ' τα μαντηλάκια τους, αυτή +εδώ με πεταχτά στήθη μέσα στο στενό πολκάκι της, εκείνη εκεί με +κοντό φουστάνι και τις γάμπες ολόχυτες, άλλη με κοντήτερο, κι +άλλη με πιο κοντήτερο ακόμα, κι άλλη πιο μικρή, κι άλλη πιο +μικρούλα ντιπ, σαν πουλάκι που πρωτοτσεβίζει, μια πλημμύρα από +δροσερά κεφαλάκια, με τη λιγερή κορμοστασιά και το χλωμό +πρόσωπο της μαυροφόρας χήρας στη μέση, με τα ζαρωμένα μουτράκια +των γριών παραπέρα, όλη αυτή η δυστυχισμένη φαμελιά, τριγύριζε +τον καμπουριασμένο και ξερακιανό χωριάτη, και τον έπνιγε με +φωνές, με ξεφωνητά, με άδολη και ξέχειλη χαρά. + + — Άιστε να μου το φέρετε, μορές, να το δω, έκραξε μια φορά, +ξαναγεννημένος, άλλος άνθρωπος, νιος, παλληκάρι, ο κακόμοιρος +πατέρας. + +Σε λίγη ώρα ήρθε η μαμμή, κοντόχοντρη σα πάπια, με κόκκινα +μάτια, με ζαρωμένο πλακωτό πρόσωπο, σκεπασμένη μ' ένα +κιτρινισμένο μαύρο σάλι, με το νιογέννητο τυλιγμένο στις +φασκιές του, ένα μικρό εκεί πανένιο δεματάκι, π' ανάμεσά του +μόλις χώριζε ένα κομματάκι άσπρης σάρκας, ένα κεφαλάκι σχεδόν +άμορφο, απαλό, τρυφερό. Το σήκωσε προσεχτικά με τρεμουλιαστά +χέρια ο φτωχός πατέρας, και ψηλός και ζανανιωμένος, κι άλλος +άνθρωπος τόρα, νιος, παλληκάρι μια στιγμή, ξαστοχώντας όλα τα +βάσανα της ζωής του, όλες τις κακοτυχιές του και τις πίκρες του +ανάμεσα στην πλημμύρα των δροσερών κεφαλιών ευτυχής, +ροδοβαμμένος αυτός και το νιογέννητο από τις υστερνές πέρα +αχτίδες του ήλιου που βασίλευε, κόλλησε τα χείλη του ζεστά και +παράφορα στην τρυφερή, στην απαλή εκείνη σάρκα, και μουρμούρισε +πνιγμένος σε χαράς δάκρια, αυτά τα λίγα λόγια: + + — Θεέ μου, να δώσης να ζήση και να γίνη καλός άνθρωπος..... + + + +ΑΓΡΙΟΖΩΗ + + + +Γύριζα στ' άγρια βουνά μέρες, τα μάτια μου είχαν χορτάση από +την αγριότη, από το μεγαλείο, από το θάμπωμα πρωτογεννημένης +φύσης. Κι όμως τέτοιον αγριότοπο, τέτοια κακοτοπιά δεν είχα δη +ακόμα. Αδύνατο να την στοχαστή η φαντασία, να την ιστορίση η +πέννα, το μάτι να την υποφέρη κι η ψυχή να την απολάψη. +Ξεππέζεψα απ' το μουλάρι μου, έδωσα το καπίστρι του στον +αγωγιάτη, και μουλάρι κι αγωγιάτης τράβηξαν μπροστά. Το +μονοπάτι στένευε σαν κορδέλλα, σα σκοινί από κει και κάτω· +φοβερό στεφάνι, θαμπή ψιλή και κρύα η χινοπωριάτικη βροχή, +άπλονε ένα θεόρατο βαμβακένιο πέπλο ολόγυρά μου, π' ανάμεσά του +έπλεε πιο άγρια και πιο τρομαχτική η φύση. Στρυμώχτηκα σε μια +πέτρινη σπηλιά κι αγνάντευα. Απάνω στο κεφάλι μου κρέμουνταν +βράχοι πελώριοι, εφτάψηλοι, βράχοι κατασυντριμμένοι σαν από +τεράστιο σφυρί φοβερού δράκοντα· στην άκρη στα πόδια μου, +γκρεμοί και σάρες, ξέφευγαν φοβερές κι άπατες, +σφιχταγκαλιασμένες από παμπάλαιους κλάδους πουρναριών και +κέδρων. Κρεμασιές ορμητικές που γκρεμίζουνταν από τις χαμένες +κορυφές των βουνών ψηλά μέσα στα κατάμαυρα σύγνεφα, κυλούσαν +λιθάρια ριζιμιά και νερό αφρισμένο με γοργάδα αστραπής, με +θόρυβο ουρανοβροντής. Κουδουνίσματα παράξενα, με κρυστάλλινους +αχούς αγροικιώνταν από ψηλά και κάτω, και πρόβαλαν και πηδούσαν +κι έσερναν λιθάρια και στουρνάρια στη φευγάλα τους κατάμαυρα +αγριόγιδα, πετροχελίδονα πετούσαν από βράχο σε βράχο, αετοί και +γεράκια έφευγαν κι έρχουνταν ήσυχα και καμαρωτά, με βασιλικό +μεγαλείο μέσα στην ανεμοζάλη, τσακάλια ουρλιώνταν στα +σκεπασμένα από πυκνούς πέπλους βροχής, πλάγια των βουνών. +Μυστήριο και τρόμος, περιχύνουνταν από στιγμή σε στιγμή μέσα +στην τρομαχτική εκείνη αγριότη. + +Αντικρύ μου άλλο ψηλοθώρητο βουνό, ίσο σα μαχαίρι, κι απόγκρεμο +σα θεριακωμένος μεσαιωνικός πύργος, γυμνό κι άδεντρο, +κατακόκκινο σα φωτιά με τ' ατσαλένια στήθη του παλληκαρίσια +πεταχτά, καταξεσχισμένα από μεγάλες, παράξενες, και βαθουλές, +και αγριοκαμωμένες καταματωμένες πληγές, απλόνουνταν τρακόσια +βήματα αλάργα μου. Και κολλητά μου άλλος γίγαντας πέτρινος, +πλημμυρισμένος κι αρματωμένος από τ' ατέλειωτα πόδια του ως την +αθώρητη κορφή του, με κρανιές και μ' αρκουδοπούρναρα, μ' +αθάνατους λιβανόκεδρους, με χιλιάδες πολυχρονίτικα έλατα και +μυριάδες κέδρους αγκαθωτούς στ' άγγιχμα, μαγεμμένους στο +κοίταγμα, και μεθυστικούς στην ευωδιά, έκλειε ο γίγαντας, αυτός +μονάχος, πέρα πέρα και γις, και κόσμο κι ουρανό κι έθαφτε τη +ματιά και συνέπαιρνε την αίσθηση, το νου, και την ψυχή, ανάμεσα +στο πανάγριο αυτό χάος, και χώριζε τον άνθρωπο από κόσμο και +κοινωνία και οικογένεια, και τον ξεγύμνωνε από σκέψη κι +ανθρωπισμό, και τον έκανε δικό του, καταδικό του, σώμα και ψυχή +άγριο, κατάγριο, πανάγριο. + +Φουρτουνιασμένα, θολά, λασπωμένα κ' ορμητικά σαν πεινασμένα +λιοντάρια, κυλούσαν στα βάθη των γκρεμών τα δύο ποτάμια. Από +ψηλά, από τα ματωμένα στήθη του Βελουχιού, ακράτητο φουσάτο, +έρχουνταν ο Καρπενησιώτης· από μυστικές κι άγνωστες, απ' +αθώρητες κ' απάτητες λαγκαδιές, ροβολούσε ο Καστανιάς. Και +παλληκάρια ισοδύναμα, κ' ήρωες βροντόφωνοι, αδελφωμένοι στη +βοή, ζευγαρωμένοι στην ορμή και το κατρακύλημα, σμίγουνταν σε +βροντές, που μόνο σιδερένιο αυτί τις ένιωθε και τις υπόφερνε, +και μ' ορμητικώτατη νεροσυρμή, έσχιζαν με διπλή δύναμη τους +θεόρατους πέτρινους γίγαντας, και ξέφευγαν από το καταχθόνιο +τρέξιμό τους, πίσω από τα νικημένα βουνά, και ροχαλίζοντας σα +λύκοι μέσα στην περήφανη νίκη και δόξα τους, διάβαιναν πέρα +προς τ' Άγραφα σε καινούργιους ορίζοντας, για να παλαίψουν και +να νικήσουν νέους γίγαντας. + +Κι ανάμεσα στης χινοπωριάτικης βροχής το κρύο κλάψιμο, πιο βαθύ +μυστήριο, πιο βαθύς τρόμος, περίχυνε την αγριότη, που με +τριγύριζε. Ψηλά στον κατακόκκινο, τον καταπληγιασμένο γίγαντα, +ανάμεσα στα ματωμένα στήθη του, μια κορδελίτσα δρόμου, ίσια σα +γραμμή συρμένη με χάρακα, κοκκίνιζε εδώ, και μαύριζε εκεί, κ' +άσπριζε παραπέρα. Δίχως άλλο κάποιο μονοπάτι είταν. Τ' +ακολούθησα με προσοχή, ξαφνισμένος. Πώς; στου απάτητου αυτού +πύργου τα στήθη, πατούσε ποδάρι ανθρώπου; Πάντα ίσο το +μονοπάτι, πάντα ξάστερο, έφερνε σ' ένα ξόγκωμα του βουνού, +κρεμασμένο, μετέωρο, που φαίνουνταν σα να μην είταν ούτε στη +γις, ούτε στον ουρανό. Έτριψα τα μάτια μου, και μέτρησα εκεί +απάνω καμμιά δεκαριά σπιτάκια πέτρινα, τετράγωνα, κατάκλειστα +που τάλουζε κ' αυτά αδιάκοπα η βροχή. + +Άξαφνα κοντά μου στην άκρη του στεφανιού του γκρεμού, φάνηκε +ένας γέροντας φορτωμένος μ' ένα σακκί στις πλάτες. Απίθωσε το +σακκί καταγίς, έκατσε απάνω, και αναστέναξε λαχανιάζοντας. +Κατόπι του μια γριά φορτωμένη κι αυτή μ' ένα σακκί, ξεφορτώθηκε +κι έκατσε κοντά του. Είταν δύο γεροντάκια καταζαρωμένα με γερά +κορμιά, βουνήσιοι χωριάτες. Κουρέλλια αγνώριστα έντυναν και +τους δυο, λερά, λασπωμένα. Χέρια και κεφάλι, λαιμός και στήθη +κατάζαρκα, μ' ένα μαύρο κι ηλιοκαμμένο δέρμα, με τρύπια +γουρνοτσάρουχα στα πόδια. + + — Για σου καλόπαιδο, μουρμούρισαν κι οι δυο. + + — Από πού, ώρα καλή, γέροντα; + + — Η γριά ακούμπησε στο σακκί της λαχανιάζοντας ακόμα από το +δρόμο, ο γέρος αποκρίθηκε ξέψυχα: + + — Απ' το μύλο και στο χωριό, παιδί μου. Αλέσαμε λίγο +καλαμπόκι. Έρχεται χειμώνας, βλέπεις, σα μπροστά ποιος ν' +ανεβοκατεβαίνη με τα χιόνια. + + — Και ποιό 'νε το χωριό σας; + +Ο γέρος σήκωσε το χέρι του κι έδειξε ψηλά στο ξόγκωμα του +βουνού τα λίγα σπιτάκια. + + — Απάνου!, να το!. Καρίτσα το λεν. + + — Και θ' ανεβήτε έτσι φορτωμένοι εκεί απάνω; + + — Τι να κάνουμε; Μεις, παιδάκι μου, βλέπουμε ζωντανό το χάρο +με τα μάτια μας. Άη! οι κακομοίρηδες. + + — Κι είστε πολλές φαμελιές στο χωριό; + + — Το καλοκαίρι θάμαστε καμμιά δεκαπενταριά· τόρα το χειμώνα +κατεβαίνουν κάτου στον κάμπο του Βραχωριού οι μισές. Άη!, που +να καψοζήση άνθρωπος δω απάνω, σα δεν έχη το είνε του. + + — Και τόχετε το είνε σας γέροντα; + + — Να, καλαμποκάκι κι άγιος ο Θεός. Και σάματ' έχεις να το +ψήσης κι' αυτό. Κάνουμε τηγανιές, αλεύρι και γουρνόξυγκο μέσα, +κι ίσια που ρουπώνουμε. + + — Ξύγκι; + + — Το καψόξυγκο είνε, που μας ζωντανεύει. Μ' αυτό στο ψωμί, μ' +αυτό στο λύχνο, μ' αυτό τηγανίζουμε κάν' αυγό. Ξύγκι που πάει +γόνα, κι αυτό λιγοστό, πού να βρεθή το έρημο! + + — Και κατεβαίνετε το χειμώνα κάτου; + + — Όπως ντέση. Τους τρεις μήνες ροβολάμε μια βολά. Σε στρυμόνει +το χιόνι, παιδί μου. Κρύο, λες; πεθαμός! Και βδομάδα κάνουμε ν' +ανοίξουμε πόρτα. Μαϊδέ ουρανό, μαϊδέ γις, μαϊδέ κόσμο +χαράζουμε. Σαν πεθάνη και κανένας από μας, μαϊδέ παππάς να βγη +ως εκεί απάνου. Το καλοκαίρι να πης; Άιντε νιάτα! Βάζεις +καινούργιο σκότι... Άιντε να τραβάμε, γερόντισσα, χαλεύεις +μη και δεν αποσώσουμε απόψε... + +Κι οι γερόντοι λαχανιάζοντας ακόμα, σήκωσαν τα βαρειά σακκιά +τους στις πλάτες τους, με χαιρέτησαν και ξεκίνησαν. + + — Ε, παιδάκι μου, φώναξε ο γέροντας, τραβώντας εμπρός μέσα στη +βροχή, ζη κανένας και ζώνεται δω στο βιλαέτι μας, ζη για να +βρίσκεται, έτσι για να μην ερμάη ο τόπος. + +Κι η γριά, που δεν είχε ανοίξη ακόμα το στόμα της, ακολουθώντας +πίσω το γέρο της, με τη φωνή πνιγμένη απ' το λαχάνισμα, +μουρμούρισε: + + — Βρισκόμαστε, που λες, για να μη.. για να μη τον φαν' οι +λύκοι σαν τύχη και ξεπέση κανένας χριστιανός από δω......, + +Κι η βροχή τους συνεπήρε, και τους σκέπασε σε λίγο απ' τα μάτια +μου τους δυστυχισμένους αυτούς β ι ο π α λ α ι σ τ ά ς των +βουνών που δεν τους πολεμά η Ζωή μονάχα, αλλά κι αυτή η Φύση. + + + + +Ο ΛΟΧΙΑΣ ΜΟΣΧΟΣ + + + +Ο ήλιος που βασιλεύει τόσο όμορφα τις χινοπωρινές βραδιές, +κρύβουνταν στα βουνά με μια απέραντη τριανταφυλλένια αναλαμπή. +Μπροστά στη στρατιωτική σκηνή την τεντωμένη στα ριζά μιας +ραχούλας στάθηκαν οι τρεις ευζώνοι με τον λοχία. Ο άλλος λόχος +πήρε τον κατήφορο προς τη χώρα με τους άντρας του πούχαν ρίξη +όλοι πλάι πλάι από θαμπά τόσα τουφέκια στο σκοπό, με τους +γκράδες τους οδοιπορικώς και με το τραγούδι τους: + + Θέλεις με μήλο βάρε με, θέλεις με πορτοκάλλι, + θέλεις με τις πλεξίδες σου πάρε μου το κεφάλι. + +Οι στρατοκόποι, τα κάρα, τ' αμάξια, οι καβαλλάρηδες που τους +μπόγαδαν τόση ώρα τόρα οι σφαίρες τη στράτα, πήραν το δρόμο +τους, σε λίγο η τριανταφυλλένια αναλαμπή του ήλιου που χάθηκε +στη δύση του, έσβυνε κι αυτή, κι η ερημιά κι η σιγαλιά χύθηκε +πέρα για πέρα στις ραχούλες. + +Οι τρεις ευζώνοι με τον λοχία απόμειναν να φυλάξουνε τη σκηνή +και μπαγάγια της. Έβαλαν μέσα τους σ κ ο π ο ύ ς ανταριασμένους +απ' τα μολύβια, έμπασαν μέσα τα τραπεζάκια και τα καθίσματα των +αξιωματικών, μάζεψαν τις κάσες με τις σφαίρες, έβαλαν παράμερα +σε μιαν αγκωνή τους γκράδες και τα σπαθιά, έρριψαν στερνή ματιά +γύρω στον πλατύ κάμπο και στις ραχούλες που τις τύληγε αγάλι' +αγάλια το πρωτοσκότιδο και της βραδιάς η αντάρα, και άναψαν +τότες απόξω απ' τη σκηνή κοντά στην πόρτα της τη φωτιά με τα +λιανόξυλα και τα προσανάμματα πόμασαν εκεί κοντά. Σούβλισαν ένα +μπούτι, κι άρχισαν να το γυρίζουν απάνω στη θράκα. Σαν έγιναν +όλ' αυτά ο λοχίας έκατσε πρώτος κοντά στη φωτιά, λίγο απόμακρα +να μη τον παίρνη η φάκλα της φωτιάς κι είπε: + + — Κάτσ' τ' τόρα μπρε παιδιά! + +Τα παιδιά έκατσαν. Ένας ψηλός κρεμανταλάς με δυο πήχες +μουστάκια, ξεροκαμπίτης βλάχος με δυο μάτια μεγάλα, μεγάλα και +κουτά, που άνοιγε το στόμα του κι έλεγε σ' ότι λογής κουβέντα, +ολοένα ένα α!.... Ένας κοντόχοντρος Κραβαρίτης λεβέντης +όλος νεύρα, αίμα, και μάτια, κόκκινος, που βρωμούσε γαλατίλας +από το μουστάκι του, που μόλις ίδρωνε, ως τα ξεθωριασμένα +τσαρούχια του, κι ένας άλλος κοινός στρατιωτάκης που δεν έλεε +τίποτε. Κι ο λοχίας ψηλός, ξερακιανός ρουμελιώτης, ηλιοψημένος, +μαύρος, με παχύ μουστάκι και με της λεβεντιάς τον ίσκιο απάνω +του σαν είδε πως η υπηρεσία κ' οι δουλιές αποτελείωσαν, άρχισε +γερή κουβέντα και γέλοια μαζί τους. + +Δεν είταν πια ο λοχίας, ο Κώστας Μόσχος, ο λοχίας πούθελε ν' +αγροικάη στη γραμμή να κάνουν χ ρ α π! όλα μαζί τα όπλα, ούτε ο +αυστηρός λοχίας που φόρτονε τις αγγάριες και τους περιορισμούς +με το σακκί. Όντας ξεζώνουνταν τα λουριά του και κρεμούσε τη +φουστανέλλα του ο κυρ λοχίας άλλαζε. Γλυκομίλητος, φίλος, +αδερφοποιτός. Η υπηρεσία, υπηρεσία και το καθησό, καθησό. Οι +στρατιώτες δεν είταν πια κούτσουρα ακίνητα ντιπ, που να ρίχνης +τουφέκι και να τους κόβης πέρα πέρα, όπως στη ζύγηση της +γραμμής, μα αδερφοί και φίλοι. Κι άνοιγε γλήγορα την κουβέντα +και γελούσε μαζί τους, και τους αγαπούσε και τον σέβουνταν +εκείνοι. + +Η ίδια ταχτική και τη νύχτα εκείνη. Ο αέρας άρχισε να βογκά και +να συνεπαίρνη τ' αγκάθια και τα ξερόφυλλα της ράχης, η φωτιά να +παραδαίρνη, το μπούτι να ροδοκοκκινίζη στη θράκα και η κουβέντα +ν' ανάβη. Μέσα στο μεσανό κοντάρι της σκηνής φαίνουνταν +κρεμασμένα τα τουφέκια, τα σακκίδια κι οι καραβάνες, η μεγάλη +τσίτσα του κυρ λοχία με το κρασί, οι σιδεροχάρτινοι σκοποί +είταν ριγμένοι σε μιαν άκρη, η φωτιά πύρονε τα κορμιά κι η +γύμνια της μεγάλης σκηνής απλόνουνταν μισοφωτισμένη στο βάθος. + +Νύχτα βαθύτατη, νύχτα της μοναξιάς, της ράχης. Ο ουρανός άπλονε +αστεροφωτισμένη περίσσια την αγκαλιά του, τα βουνά γύρω +μαύριζαν ανάμεσα στις αγανές τουλούπες των συγνεφιών ο +νυχτερινός αέρας βογκούσε στην πλαγιά της ράχης, φέρνοντας μαζί +του το κουδούνισμα κανενός γιδιού, κι η άσπρη λουρίδα του +μεγαλόδρομου άσπριζε παρέκει φανταστικά. + +Ο κυρ λοχίας έστειλε τον Κραβαρίτη, τον λεβέντη, να μάση κάνα +κούτσουρο ακόμη, για τη φωτιά πάρχισε να σβύνη, εκεί γύρα. + + — Άιντε, ορέ, για κάνα ξυλάκι κι η νύχτα είνε χρόνος τόρα. + +Δεν περνάνε δύο λεφτά κι ο λεβέντης δίχως σπαθί, δίχως φέσι, +δίχως τσαρούχια, φορτωμένος μίαν αγκαλιά ξύλα, τρέχει +κατατρομασμένος, κίτρινος σαν το φλουρί, και μουρμουμουρίζει +σαστισμένος κάμνοντας το σταυρό του: + + — Πάτερ 'μών!... + + — Πατερίτσα στο... φωνάζει ο κυρ λοχίας. + + — Πάτερ 'μών κυρ λοχία, να, πάηνα για ξ 'λάκια μέσα στο ρέμμα +κι άξα βοητό από νταούλια και ζουρνάδες... + + — Νταούλια, μωρέ! + + — Αμ' τι, μαθές, νταούλια. Ζυγόνω να διώ.. τίποτα ντιπ και τ' +άργανα έβαζαν τη ρεμματιά και τα παιγνίδια λάλαγαν.... Δαιμόνοι +είτανε, κυρ λοχία! + +Κι ο λεβέντης έρριξε τα κούτσουρα και τα ξεράδια απάνω στη +θράκα της φωτιάς, στρυμώχτηκε κοντά στους άλλους, κι άρχισε να +πυρώνη τα ποδάρια του και τα χέρια του. + +Ο λοχίας άναψε. + + — Μπρε, όρνιο, τι νταουλιαλογάς, τι ξυλοκουτσουρίζεις; ζάψε +λίγο κρασί μωρέ και μάσ' τα ξεράδια σου!. + +Ο λεβέντης έζαψε και πολύ, και μουρμούρισε: + + — Τάειδα με τα μάτια μου και τ' άξα με τ' αυτιά μ'. Δε +π'στεύεις, κυρ λοχία; + +Ο λοχίας γέλασε δυνατά με το ξερό του γέλοιο, ο κρεμανταλάς +άνοιγε περισσότερο τα μάτια του και το στόμα του, με τα +τεντωμένα μουστάκια του, σα νάλεγε πάντα το ξαφνισμένο του +εκείνο «α! α!» + + — Μωρέ, να χαθής, όρνιο, θα πας και στον πόλεμο, συ είπε ο +λοχίας, ξεκαρδισμένος στα γέλοια. + + — Στον πόλεμο, κυρ λοχία; πήγες του λόγου σου στον πόλεμο; Πού +να τον δούμε μεις τον πόλεμο!... + + — Πού να τον δης; Σα σε πιάση η σφίξη βλέπουμε, τι θαρρείς, +τραχανολόγε του διαόλου! Τέτοια πραμματάκια σαν κι εσάς νάχα +στον πόλεμο, πρόκοβα. Ο λεβέντης που άμποχνε τα ξύλα και τα +κάρβουνα με τις χερούκλες του και φυσούσε με φουσκουμένα +μάγουλα τη φωτιά και τον περίχυναν οι σπίθες φωτεινές στο +ξανθόμαλλο κεφάλι του, αποκαρώθηκε. Έμεινε σκυμμένος στη φωτιά +με φουσκουμένα μάγουλα, με το στόμα του σουφρουμένο γυρίζοντας +τα μάτια του κατά τις κάννες των τουφεκιών που λαμποκόπαγαν στη +φάκλα της φωτιάς. Ύστερα ανασηκώθηκε αγάλι' αγάλια, κάθησε +σταυροπόδι έπιασε με τα δάχτυλα των χεριών του, τα δάχτυλα των +ποδαριών του, χαμογέλασε κι είπε με μια φωνή απαλή και +ψιθυριστή, όπως κάνουν τα παιδιά όταν γυρεύουν παρακαλώντας από +τη γιαγιά τους, παραμύθια: + + — Πες μας για τον πόλεμο, κυρ λοχία... + +Ο λοχίας δε γέλασε άλλο. Ανασηκώθηκε κι αυτός λιγάκι. Η +ηλιοκαμένη όψη του ανατρίχιασε, και τα λόγια του λεβέντη βρήκαν +αντίλαλο μακρινό και γλυκύτατο στη ψυχή του. Σήκωσε τη τσίτσα +και τράβηξε κρασί, σα νάπινε στην υγειά και στην ενθύμηση του +πολέμου. Ύστερα σα να συλλουγίζουνταν πως είταν νύχτα ακόμα, +είπε: + + — Θα σας που, ορέ παιδιά, για τον πόλεμο. + +Και χωρίς να κοιτάξη καλά καλά την περιέργεια, τη βουβαμάρα των +στρατιωτών μέσα στο αποκοιμιστικό τραγούδι της φωτιάς, άρχισε +να μολογάη την ιστορία του ο λοχίας ο Κώστας Μόσχος, σα να +κουβέντιαζε αδελφικά με κάνα παλιό σύντροφό του, ενώ άρχιζαν να +τρώνε: + + — Οχτώ τ' Μαϊού στα γδόντα έξ. Η άνοιξη μας βρήκε αγνάντια από +τον Έλυμπο κοντά στην Καρυά, στο σταθμό στο Γουδαμάνι τ' +Νεζερού. Είμαστε τότες στο έβδομο ευζωνικό. Είχα δεκαοχτώ +στρατιώτες μαζί μου, δυο δεκανείς κι εγώ. Στο τουρκικό δεν +θάτανε σαράντα σκυλιά. Στις δυο τ' απομεσήμερο βάζω τους άντρας +σκοπό. Όλοι τους είταν ένας κι ένας. Εικοσοχτώ, τριάντα χρονών +βάλε με το νου σου· από το Καρπενήσι και τη Φθιώτιδα, άντρες με +φιλότιμο και καρδιά, όχι μύξες σαν κι εσάς, όρνια. Παίρνω τον +κατήφορο για καραούλι. Είμαστε στο θερμό και δε μαδάγαμε. +Καρτερούσαμε ώρα με την ώρα να πιάση το ντουφέκι. Βρίσκω +παρακάτω τον υπολοχαγό τον Κουρμούλη — θιός σχωρές τον — Γεια +σου, Μόσχο! — Διατάξατε κυρ Υπουλοχαγέ. — Κάτσε να φάμε λίγο +κουσουμάρι. — Δε μπορώ· έχω τα παιδιά μονάχα τους απάνω. Κάτσε, +δε κάθουμαι· έκατσα στο ποδάρι. Παραπέρα στο χωριό τ' Αμπελάκι +είχαν πανηγύρι κι έρριχναν αριά και που λιανοτούφεκα. Μέσα το +μεσημέρι ακούω άξαφνα δυο τουφέκια μπαμ, στο σταθμό. Το βάζω +στα ποδάρια: + + — Μπα! κακό πόπαθα! + +Φτάνω στο σταθμό. Το τουφέκι άναψε, τα μολύβια έρχουνταν βου!.. +.βου!... βατό κατ' απάνω μας. Τι τρέχει ορέ! Ποιος τουφέκισε; +Οι Τούρκοι! κυρ λοχία· κυρ λοχία πέσε κάτου. Πού να πέσω. +Τάχασα, σάστισα από το δρόμο, από την κάψα. Με καβαλλικεύουν +δυο, με ρίχνουν κάτω. Ήρθα στα σέστα μου. Πυρ ομαδόν απάνω στα +κεφάλια μας. Είμαστε ντιπ κατάλακκα, χωρίς ταμπούρια, χωμένοι +μέσα στα κουτρόνια. Άξαφνα πέρ' απ' τα Καβούρια πλακόνει ένα +τουρκικό μ' οχτακόσους Τόρα, κυρ λοχία, μου κάνουν αντάμα όλα +τα παιδιά, τι θα κάμουμε; Να μας βοηθήσουν οι δικοί μας είταν +αδύνατο. Τόρα μωρέ παιδιά, τους κάνω, κάμτε το σταυρό σας, +φιληθήτε και πέστε πως δεν είστε ζωντανοί. Φιλήθηκαν ούλοι, +κάμανε το σταυρό τους με τους γκράδες στα χέρια. Χωριστήκαμε σ' +εφτά τμήματα, έτσι μου φάνηκε καλλίτερα και πιάσαμε μια μεγάλη +γραμμή. Το τάγμα έρχουνταν βάδην κατ' απάνω μας. Μη μπυροβολήση +κανείς, τους κάνω, άμα φτάσουνε στα εκατό μέτρα, το σταυρό σας, +και πυρά ομαδά. Οι Τούρκοι έρχουνταν τα σκυλιά. Μέσα στις +τουφεκιές τους ακούγαμε τους δικούς μας γκράδες να βογκάνε από +μακριά. Το ντουφέκι είχ' ανάψη σα μπαρούτι σ' όλη τη μεθόριο +γραμμή απ' το δικό μας σταθμό. Είτανε μια χαρά κι όντας +αργότερα ακούστηκαν και τα κανόνια μας, πετάχτηκαν όλα τα +παιδιά απάνω απ' τον ενθουσιασμό τους. Κάτω σκυλιά και +χαθήκαμε, τους φωνάζω, και ξαναταμπουρώθηκαν. Έρχουνταν οι +τούρκοι, κρυμμένοι εμείς. Ξεμύτισαν απάνω στη ράχη· να, και +κοντοζύγοναν φαίνουνταν από τη μέση κι απάνω καμμιά οχτακοσαριά +σκυλιά στην αράδα. Πυρ ταχύ!, φωνάζω. Κάθε μολύβι και στο +κρέας· δεν είχε. Τα σκυλιά ίσια απάνω μας φωνάζοντας. Τι λένε +μωρέ; κάνω στον Καρατζίκο τον Λία απ' τη Φθιώτιδα, πούξερε +τούρκικα, τι λένε μωρέ; Τάχε χάσει το παιδί Τι λένε μωρέ και +χαθήκαμε; Τίποτα! Του δίνω μια κατακεφαλιά, «γιουρούσι +φωνάζουν», μου κάνει. Κρίνε, μωρέ, και μας φάγανε. Πυρ ταχύ!, +πυρ ταχύ! «Κυρ λοχία» μου κάνει, ο Καρατζίκος ο Λίας απ' τη +Φθιώτιδα, «θα βαρέσω τον σωματάρχη τους!» Βάρ'του, μωρ' Λία!. +.. Στέκεται, ένα τουφέκι τόχει, κάτου!.... Και πυρ ταχύ, και +πυρ ταχύ, τους ανεμίσαμε ίσα με το βράδι και τόστριψαν... + + — Κυρ λοχία, να σ' αποκόψω και με το συμπάθειο κι όλας, βαρέθ' +κε κάνας δικός μας; είπε με λαχανιασμένη φωνή ο κοντόχοντρος +λεβέντης. + + — Βαρέθηκαν δυο· μιανού τόκοψαν το δάχτυλο, τ' αλλουνού του +μπήκε η σφαίρα, να εδώ στην πλάτη, γω του την έβγαλα και +γελούσε. Απ' τα σκυλιά λες; όσους θέλεις. + + — Ύστερα, κυρ λοχία; + + — Νύχτωσε. Ούτε ψωμί, ούτε νερό, ούτ' ένα ρούμι. Στις δέκα τη +νύχτα πλακόνει άλλο τάγμα τούρκικο δεξιά. Στέλνω για νερό, +στέλνω για βοήθεια στον ανθυπασπιστή τον Παπαγεωργίου πούχε +δεκάξη άντρας παρακάτω. Τίποτα. Είχε γερή δουλειά κι αυτός. Κι +οι Τούρκοι όλη τη νύχτα πυρ ομαδόν πεντακόσα τουφέκια κατ' +απάνω μας· κ' έχτιζαν κι οχυρώματα. Έβλεπες τη νύχτα ημέρα· ένα +μέτρο απ' τη γις ξαστεριά, φωταψία, και από πάνου καπνός κι +αντάρα. Ρίχναμε κι εμείς κάνα λιανοτούφεκο, ίσια να τους +φοβίζουμε και μη μας πάρουν τον αέρα. Ίσια με το πρωί της +Παρασκευής μας φέρανε 800 φυσίγγια, οχτώ άντρες κι ένα αρνί +ψημένο. Δόσαμε να φάμε, δεν πάαινε χαψιά μέσα μας· μας είχε +πιάση ένας κόμπος στο λαιμό όλους, και τ' αρνί το ρίξαμε +παράμερα και τόφαγε ένα σκυλί πούχαμ' εκεί. Ξημερωθήκαμε. Οι +Τούρκοι έκαναν όλη τη νύχτα οχυρώματα ως εκεί απάνω. Όλη την +Παρασκευή το ντουφέκι δεν έπαψε. Στις πέντε το βράδι ακούω τη +δική μας τη σάλπιγγα, να βαράη πάψατε πυρ! Είχαμε 29 ώρες +κουβαριασμένοι από πίσω στα κουτρόνια. Γινήκαμε αράπηδες ούλοι· +τα μούτρα μας, τα χέρια μας φουσκάλιασαν το πετσί μας γδάρθηκε. +Να μη σηκωθή κάνας!, φωνάζω. Ζύγωσε ένας τσαούσης τούρκος. +Σηκόνομαι, παίρνω ένα στρατιώτη, πούξερε τούρκικα, μαζί μου και +του λέω: Δω που θα πααίνουμε, μεις θα κραίνουμε ρωμαίικα κι +ό,τ' ακούς συ τούρκικα να μ' τα λες εμένα ρωμαίικα. Τι λέει ο +τσαούσης; του λέω. Τον ταγματάρχη ζητάει, κυρ λοχία. Γέλασα. +Μας νόμισαν πως είμαστε ολάκερο τάγμα. Σε πενήντα μέτρα βλέπω +κι έρχουνταν ίσα με είκοσι τούρκοι αξιωματικοί με τον μ π ί μ π +α σ η στη μέση και κουβεντιάζοντας. Τι λέει ο μ π ί μ π α σ η +ς; μωρέ του κάνω. Ζητάει το διοικητή μας, κυρ λοχία. Πες του +πως ο διοικητής μας είνε κουρασμένος και δε μπορεί ναρθή. +Έκατσε πέρα στη σκηνή του, κι ό, τ' έχει να πη, ας μου τα πη +εμένα και το ίδιο κάνει. Ο μ π ί μ π α σ η ς ρώτησε πώς πήγε η +μάχη. Πες του, μωρέ, πόλεμος έγινε δε μπορούσε παρά να χαθούν +κι άνθρωποι. Ο μ π ί μ π α σ η ς κούνησε το κεφάλι του κι +αποκρίθηκε «κι από μας τσοκ! Τόρα φευγάστε και το Σάββατο άμα +έρθη ο διοικητής σας να φιλιωθούμε.» Κι ο μ π ί μ π α σ η ς +έκαμε ένα βήμα να φύγη, όντας στάθηκε κι είπε: Ε! δεν είστε, +σεις στρατιώτες, είστε κλέφτες!... Πες του γιατί, μωρέ; λέω +στο δραγομάνο μου. Γιατί, αποκρίνεται, δυο μέρες πολεμήσατε και +κεφάλι δεν είδα να σηκώσετε... Τότες θύμωσα κι εγώ και +τούπα: Πες του, μωρέ, πως τα ρωμαίικα κεφάλια αξίζουν και δε +πααίνουνε χαμένα μ' ένα δράμι μπαρούτι κι ένα βόλι. Να! που σας +είπα για τον πόλεμο, μωρέ παιδιά. + +Κι ο λοχίας, ο Κώστας Μόσχος, φωτισμένος από τη λίγη λάμψη της +φωτιάς πόσβυνε ολοένα, σήκωσε τη τσίτσα κι έπιε μια φορά ακόμα +στην υγειά του πολέμου. + + — Και τόρα το σ ι ω π η τ ή ρ ι ο σα να πούμε, και καλή νύχτα +σας, μπρε όρνια!... + +Και ο λοχίας και οι άντρες μπήκαν μέσα στη σκηνή, στη σκηνή που +άρχισε να την παραδέρνη ολοένα περισσότερο ο αέρας της ράχης +και να την σκεπάζη της νύχτας η πάχνη κι η δροσιά. + + + +Η ΑΡΑΧΩΒΙΤΟΠΟΥΛΑ + + + +Γευματίζαμε με σιταρένιο, Καστριώτικο ψωμί, με χιονάτο τυρί του +Παρνασσού, και με δροσερούς Σαλωνίτικους ροδίτες, μπροστά στο +σανιδένιο μαγαζάκι, αποκάτω απόνα φρετζάτο με μαραμένες φτέρες. +Απάνω στο μεσημέρι. Ο ήλιος φλογερός, χτυπούσε στ' απόγκρεμα +και κοκκινοβαμμένα βράχια των από πάνω στα κεφάλια μας φοβερών +Φαιδριάδων, φιλούσε με πλημμύρα ξανθών φιλιών τον ξαφνισμένον, +ύστερα από ύπνο χιλιάδων χρόνων στο φως της ημέρας αρχαίο κόσμο +των Δελφών σκορπούσε φλόγες κάτω στο χάος της βαθειάς +λαγκαδιάς, ασήμονε τα λιοστάσια του Πλειστού, που μόλις +φαίνουνταν κάτω, φειδωτός κι ασημένιος, κατάκαιε τα ψηλά +πλατάνια, το λαγαρό νερό και το βαθύ σχίσμα της Κασταλίας. Από +τον κατάφυτο Ελικώνα, από της Αράχοβας τις ράχες δροσερές πνοές +κατέβαιναν από τα θεόρατα ύψη του Παρνασσού απάνω, και της +ασπροντυμένης πέρα Γκιόνας από το πρώιμο χιονοπωριάτικο χιόνι, +κρυερό βορριδάκι ξεχύνουνταν. Στο πλάι μας σ' όλες τις +σανιδένιες μπαράγκες του δρόμου οι διακόσοι νευρωμένοι κι +ηλιοκαμένοι εργάτες των ανασκαφών έχαφταν μεγάλα κομμάτια +μαύρου ψωμιού μ' αχόρταγη όρεξη. + +Εκεί που τρώγαμε, ποδοβολητό αλόγων και τροχών αντήχησε, και +φάνηκε μια σούστα με μουσαμένιο σκέπασμα κατεβαίνοντας από την +Αράχωβα, και κάτασπρη από τον κουρνιαχτό, στάθηκε μπροστά στο +μαγαζάκι. Πήδησε ο αμαξάς κάτω, ένας λεβέντης με μαύρη χνουδωτή +πατατούκα, με κοντό πανταλόνι, μ' άσπρες βλαχόκαλτσες και +κόκκινα τσαρούχια, με μια φαρδειά ψάθα των είκοσι λεφτών στο +κεφάλι, πόριχνε πυκνό ίσκιο ως το παχύ μαύρο μουστάκι του. +Άνοιξε την πορτίτσα της σούστας, κι οι επιβάτες κατέβηκαν. +Πρώτος ένας ψηλός και λιγνός σα ρέγγα Άγγλος, με φαρδειά λινά +ρούχα, με μιαν άσπρη κάσκα και τα λορνιόν του κρεμασμένα +σταυρωτά από τον ώμο του. Κοντά του πήδησε ένα κοριτσάκι +δώδεκα, δεκατριών χρόνων μεστωμένο, σαρκωμένο, με κόκκινα +μάγουλα, μ' όμορφη ίσια μύτη, με μεγάλα καστανά μάτια, με δυο +πλεξίδες καστανές μισοτυλιγμένες σ' άσπρο μαντήλι, μ' ένα κοντό +φορεματάκι σκούρο, μ' άσπρες κάλτσες και μαύρα χοντροκαμωμένα +σκαρπίνια. Πέρασε μπροστά μας χωρίς να μας κοιτάξη, ψηλή κι +ακατάδεχτη, περήφανη σα βασιλοπούλα, με πρόστυχη πόζα. Κι +αποπίσω ένα μισότριβο ζευγάρι χωρικών ο άντρας με κοντοκάπι και +πανταλόνια, η γυναίκα με καθαρή, καινούργια Αραχωβίτικη +φορεσιά, μ' έναν αέρα μεγάλης ευτυχίας στο πρόσωπό τους και οι +δυο. Μπήκαν όλοι μέσα στο μαγαζάκι, τους ακολούθησε κι ο +αμαξάς, αφού έσυρε πρώτα τα λαχανιασμένα άλογα του από το +δρόμο, στο φαρδύ ίσκιο ενός πλατανιού. Ακούστηκε σε λίγο από +μέσα από το μαγαζάκι η ξενική φωνή του Άγγλου να διατάζη στο +μάγειρα, και τα παιδιά του μαγαζιού όσα είταν όξω, έτρεξαν +πρόθυμα κι αυτά στους νέους ξένους. + +Πέρασε κάμποση ώρα. Οι εργάτες των ανασκαφών προτού να +καλοφάγουν ακόμα, πήραν τα ξινάρια τους και τα τσαπιά τους, και +πνιγμένοι στον ιδρώτα, με τον φλογερό ήλιο κατακέφαλα, μπήκαν +πάλι στη δουλειά. Ο λεβέντης αμαξηλάτης φάνηκε σε λίγο στην +πόρτα με μια μεγάλη κούπα γεμάτη από κόκκινο Καστριώτικο κρασί. +Ακούμπησε στον ορθό της πόρτας έζαψε τη μισή κούπα, έβγαλε από +το στόμα του ένα ηδονικό «άαα!» και μας χαιρέτησε. Ένας από μας +τότε τον ρώτησε ποιοι είταν αυτοί οι ξένοι. Χαμογέλασε εκείνος +τότε, έρριξε μια ματιά πίσω του προς το μαγαζάκι, μας σίμωσε +κοντήτερα, κ' είπε: + + — Ο ψηλός είν' Εγγλέζος. Είταν ανεβασμένος εδώ και δέκα μέρες +πάνω στην Αράχωβα. Ανέβηκε παραπροχτές μ' όλο το κρύο κατάκορφα +στον Παρνασσό· θάμαξε το κουράγιο του όλη η Αράχωβα. Το νόστιμο +είνε μ' αυτό τ' Αραχωβίτικο κοριτσάκι. Τρελλάθηκε ο Εγγλέζος +για δαύτο! Το ζήτησε από τους γονείς του να το κάνη παιδί του, +να το πάρη στην Αγγλία, γιατ' είνε άκληρος, τους είπε. + + — Και θέλησε το κορίτσι, θέλησαν οι γονείς του; ρώτησε κάποιος +από μας. + + — Ακούτε θέλησαν! Πώς δε ζουρλάθηκαν ούλοι τους. Κιό, το +κορίτσι είνε να πετάξη απ' τη χαρά του. Είδες τι αέρα που σου +πήρε, αυτό το μωρό που βόσκαε ως τα χτες τα γίδια του πατέρα +του. Οι γονέοι, λες, αν θέλησαν; Καλά!.. Τους έφεξε για καλά. +Είδες τύχη η ψωροΡηνιώ τους, όλο και λίρα ο Εγγλέζος. Από +παιδιά λες; Χάθηκαν τα κουτσοβέλια. Γεμάτο είνε το σπιτικό +τους.... Του τόδοσαν και το συνέβγαλαν ως εδώ.... + +Κι αποστράγγισε την κούπα. Εκεί απάνω φάνηκε ο Άγγλος κι οι +σύντροφοί του, μασσώντας ακόμα. Ο αμαξάς έβγαλε τα γκέμια των +άλογων τα πότησε μ' ένα τενεκεδένιο κουβά, τους ξανάβαλε τα +γκέμια, και φώναξε: — Έτοιμος είμαι! + +Ο Άγγλος έσφιξε τότε τα χέρια του αντρόγυνου, έβγαλε γελαστός +την κάσκα του, χαιρέτησε κι ανέβηκε στη σούστα. Το κοριτσάκι +έπεσε στην αγκαλιά των γονιών του, τους φίλησε, το φίλησαν και +πάντα περήφανο, με την πρόστυχη πάντα πόζα του, ανέβηκε κι +αυτό, και κάθησε κοντά στον Άγγλο. Ο αμαξηλάτης κάθησε στη θέση +του, πήρε τα λουριά και το καμουτσίκι στα χέρια του και φώναξε +καμαρωτός και δυνατά: «Ντε!, ντε!» Τ' άλογα τράβηξαν αγάλι' +αγάλια, η σούστα κουνήθηκε, τ' αντρόγυνο απόμεινε εκεί, ο ένας +στο πλάι του άλλου, γελαστοί, ευχαριστημένοι κατάκαρδα με +κάποια λάμψη περηφάνειας στα μάτια τους, για τη μεγάλη εκείνη +τιμή της κόρης τους. Η γυναίκα φώναξε, σηκόνοντας το δεξί χέρι +της: + + — Άιντε στο καλό, και ν' ακούς και να τιμάς τον πατέρα +σου!...... Ακούς; Αυτός είνε πατέρας σου από τα σήμερα.... +άιντε!.... Στο καλό!... + +Τόρα η σούστα κυλύστηκε γοργή, σηκόνοντας πυκνό κουρνιαχτό πίσω +της, τράβηξε, χάθηκε. Τ' αντρόγυνο γελαστό, ευχαριστημένο +πάντα, κάθησε τότε σ' ένα τραπεζάκι, ο άντρας σφούγγισε τον +ίδρωτα από το μέτωπο του, και χτύπησε με το χέρι του: + + — Βάλε μας μισή οκά, παιδί!.... Παραζεματάει σήμερα +ήλιος!... + +Άξαφνα στο πλάι μου, πίσω από την παράγκα, μου φάνηκε πως +άκουσα κάτι σαν αναφυλητό. Έσκυψα λίγο. Ένα τσοπανόπουλο +δεκατεσσάρων χρόνων απάνω, κάτω, με γυμνά πόδια, με λερές +βλαχόκαλτσες, με μιαν άσπρη φλοκατίτσα, μ' ένα σακκούλι +κρεμασμένο στον ώμο του, ακουμπώντας στην ψηλή γκλίτσα του, +έκλαιε μουρμουρίζοντας αγάλι' αγάλια: + + — Πάει η.... Ρηνιώ!... πάει.... πάει... η Ρηνιώ!.... + + + +Η ΚΑΤΑΧΝΙΑ + + + +Είμαστε στο έβγα του Γενάρη. Κυνηγούσαμε τρεις μέρες μέσα στο +λόγκο, αλλού τσαλαβουτώντας ως τη μέση μέσα στα νερά, κι αλλού +πατώντας γερό χώμα, πάντα ακολουθώντας την ακρολιμνιά. Περάσαμε +έτσι τρεις λόγκους ατέλειωτους και τρεις λίμνες μεγάλες, όταν +φθάσαμε στην τέταρτη. Οι μεγάλοι κάμποι στη Ρούμελη αρχίζουν +από τα ριζιά ψηλών βουνών ξετυλίγονται σα γαληνημένη θάλασσα, +κατάγυμνοι, και φτάνουν σε παμπάλαια δάση, που κολυμπούν μέσα +σε μεγάλες λίμνες που λάμπουν σαν απέραντες λυωμένες +ασημόπλακες τον χειμώνα. Τρυγύρω σ' αυτές τις λίμνες, εδώ στην +απαλή αρμουδιά, εκεί στις κατάπυκνες καλαμιές, αλλού στον +κόκκινο βράχο, πλέκουν τις καλύβες τους οι ψαράδες. Τα γιοβάρια +τους βγάζουν όλα τα είδη των ψαριών του γλυκού νερού. Χέλια +γλανούς, δρομίτσες, τσερούκλες, στρωσίδια και πού και πού, και +πέστροφες ακόμα. Από το καθημερινό αυτό ψάρεμμά τους τον +χειμώνα με τις μεγάλες σαρακοστές του, ζουν τα χωριά, πούνε +άφθονα σκορπισμένα δεξιά και αριστερά στις λίμνες. + +Σε μια απ' αυτές τις ψαράδικες καλύβες θα περνούσαμε τη βραδιά +μας, εκείνη τη νύχτα του Γενάρη. Σταματήσαμε μπροστά στην +καλύβα αποσταμένοι. Ωραία χειμωνιάτικη βραδιά. Η βροχή μας +έλουσε όλη την ημέρα. Ο ουρανός απλόνουνταν απάνω από τα δίχως +φύλλα κλαδιά των παμπάλαιων δέντρων μ' ένα κρούσταλλο διάφανο, +βαμμένο σ' ανοιχτό μπλε. Καμμιά εικοσαριά λαμπρά αστέρια +φεγγοβολούσαν σκορπισμένα στην αγκαλιά του, σα χρυσά καρφιά, το +φεγγάρι έλαμπε αχνό, απλόνοντας στα ήσυχα νερά της λίμνης ένα +τεράστιο αργυρό χέλι. Ολίγες ανθισμένες μυγδαλιές τρυγύρω +σκορπούσαν στο κρύο αεράκι της βραδιάς ανάλαφρη μυρουδιά από +πικρομύγδαλο. Ολόγυρα το δάσος άπλονε τον κατάγυμνο +χειμωνιάτικο σκελετό του, π' ανάμεσα του ξάνοιγαν φανταστικά, +μακριά οι χιονισμένες κορυφές των μεγάλων βουνών πλημμυρισμένες +στο φως του φεγγαριού. Σκεπασμένη από πράσινο χνουδωτό τάπητα η +γις, κι από ένα χρωματιστό στρώμα απ' ανεμώνες, ξάτμιζε ολοένα +πιο πολύ, την πυκνή εκείνη αντάρα, που σκεπάζει τη φύση τις +βραδιές του χειμώνα κοντά από βροχή. Κι όλη η μαγεία αυτή +σκοτίστηκε σε λιγάκι, και θεόρατες βαμβακένιες τουλούπες +ξεχύθησαν ολόγυρα. Η καλύβα πλεγμένη όλη από ψαθί με χαριτωμένη +τέχνη, μόλις ξάνοιγε κοντά στην ακρολιμνιά. Από την ανοιχτή της +πόρτα φαίνουνταν η γωνιά πλημμυρισμένη από κόκκινες φλόγες π' +αγκάλιαζαν με γλυκό βόμβο τα κούτσουρα του λόγκου. Ένας παχύς +ψαράς με μια χοντρή και ως τα πόδια λινατσένια πουκαμίσα, μας +δέχτηκε μαζί με τη γριά του, χαρούμενοι κι οι δυο. Φιλόξενοι +άνθρωποι αυτοί οι ψαράδες χειμώνα καλοκαίρι σ' όλο το πλήθος +των κυνηγών που ξεπέφτει στις καλύβες τους. Ριχτήκαμε κι οι +τρεις στη φωτιά. Καθήσαμε και οι τρεις στις στρωμένες χοντρές +ψάθες, ο σύντροφός μου ο μηχανικός, καμιά σαρανταριά χρόνων +άνθρωπος, πάντα χωρατατζής, πάντα ακούραστος στο κυνήγι και στο +γλέντι, ο δούλος του, μια γροθιά ανθρωπάκι, με δυο ματάκια σαν +κουκούτσια από ελιά, αλλά σκυλί μονάχο, κυνηγός με τ' όνομα, κι +εγώ. Τα σκυλιά μας, μπήκαν κι αυτά μαζί μας καταλασπωμένα και +τρεμουλιασμένα από το νερό κι από το κρύο. Ξεφορτωθήκαμε το +κυνήγι μας. Φαλαρίδες, παπιά και μπεκάτσες, ένας μεγάλος άσπρος +κύκνος κι ένα σωρό κοτσύφια, κρεμάστηκαν ψηλά στο καπνισμένο +δοκάρι της καλύβας. Κι όπως είταν όλα ανάκατα δεμένα, με τα +κεφάλια προς τα κάτω, με τις κατατσακισμένες φτερούγες τους, με +τα ματωμένα φτερά τους, άλλα μικρά εδώ, κι άλλα μεγάλα εκεί, με +τα τουφέκια και τα σελάχια στο πλάι μέσα στη μεγάλη αναλαμπή +της φωτιάς, που πλημμύριζε την καλύβα έπαιρναν την ξεχωριστή +εκείνη ομορφιά, το ξεχωριστό εκείνο μεθύσι που ένας αληθινός +κυνηγός μονάχα το νιώθει. Η γριά του ψαρά, μισότριβη +γυναικούλα, μ' ένα φιλικό χαμόγελο στα χείλη, πήρε πέντε +μπεκάτσες, τις μάδησε, τις ξοκοίλιασε, τις σούβλισε, έκαμε μια +θράκα γι αρνί στη γωνιά, κάθησε κοντά στο γωνολίθι, και +απιθόνοντας τη σούβλα, άρχισε να την γυρίζη, αγάλι' αγάλια. Από +την ανοιχτή πάντα πόρτα της καλύβας, για να βγαίνη ο καπνός, +φαίνουνταν η πυκνή θαμπή αντάρα που σκέπαζε το λόγκο και τη +λίμνη. Ζέστη γλυκειά μας μαλάκονε όλους τριγύρω. + + — Μπέλικο κυνήγι, φέτο, έλεε ο ψαράς. Προχτές πέρασαν από δω +πεντέξη. Κάθησαν όλη την ημέρα· βάρεσαν κάμποσες μπεκάτσες στο +λόγκο και χτες πήραν ένα μονόξυλο και τράβηξαν μέσα στο πέλαγο +για παπιά και φαλαρίδες. Από χτες, και δε γύρισαν ακόμα... + + — Τότε θα τράβηξαν από την άλλη στεριά, είπε ο δούλος του +συντρόφου μου. Κυνηγώντας, κυνηγώντας θα βγήκαν εκείθε. + + — Μπορεί, είπεν ο ψαράς. Μπορεί, γιατί πήραν και ζαϊρέ μαζί +τους. Ίσια με το δειλινό, άκουα τουφεκιές πέρα κατά τις +καλαμιές. Αν δε βγήκαν ακόμα, και τους βρήκε αυτή η +διαολοαντάρα, θεός να γλύση μονάχα. + + — Ε! τι καταχνιά είν' αυτούνη, έκαμε ο μηχανικός. Ίσα με δυο +ώρες και πέφτει, ξαστερόνει. + + — Αμ' δε, είπε ο ψαράς, κουνώντας το δασωμένο από γένεια +κεφάλι του. Σούνε μιαν αντάρα αυτή, σούνε μιαν αντάρα! Τη +φοβήθηκε το μάτι μου αυτή την καταχνιά. Έχω είκοσι χρόνια τόρα +που τη γνωρίζω. Να μη βάλη το ποδαράκι της... Τόρα δα δε το +Γεννάρη, και βδομάδα κάνει να σηκωθή. + + — Περίεργο! αυτή η λίμνη, δυο κουταλιές νερό! έκαμε ο +μηχανικός. + + — Όπως ντέση, κυρ μηχανικέ, όπως ντέση. Είνε χρονιές που +περνάμε μια χαρά. Όση βροχή κι αν ρίχνη, ξαστεριά πάντα, μια +χαρά. Είνε και χρονιές, σούπα, ο Θεός να γλύση. Αυτές οι δυο +κουταλιές νερό, που λες, λίγο ακόμα να με κάμουν να φάω τη +γυναίκα μου, εμένα... + +Η γυναίκα του, που γύριζε τη σούβλα, χαμογέλασε, μας κοίταξε +κατάμματα, και κούνησε κι αυτή το κεφάλι της, σα νάλεγε: «Ναι!» +Εμείς γελάσαμε. + + — Τι; δε το πιστεύετε; Δίκιο έχετε, γι ακούτε δω όμως. Είνε +περίπου από είκοσι χρόνια. Τη χρονιά που παρθήκαμε με τη +γυναίκα μου. Γενάρης είταν σαν τόρα. Ένα φεγγαράκι για κλεψιά +που λένε. Καθόμαστε απόξω απ' την καλύβα, την είχαμε πιο απάνω +τότες, όσο πάει, βλέπεις, και τα νερά της λίμνης τραβιώνται. +Είχαμ' αποφάη και καθόμαστε πλάι, πλάι. Καψονιόπαντροι μαθές. +Είταν τόση ξαστεριά, πόλεες άνοιξη, πως ξαναγύρισε το +καλοκαιράκι. Του λόγου της από κει γύρεψε ένα σεργάνι στη +λίμνη. Γυναίκα, βλέπεις, ούλο στο κακό. Εμένα έδερνε το μάτι +μου... + + — Σάματ' τόξερα κ’ εγώ η κακομοίρα, αποκρίθηκε, πειραγμένη η +γυναίκα του, και χαμογελώντας. + + — Θεός να σε φυλάη από γυναίκα. + +Ας είνε· Παίρνω ένα μονόξυλο, τη βάζω μέσα την καλή σου, κι +αγάλι' αγάλια αμπώχνοντας πήραμε τις καλαμιές της ακρολιμνιάς. +Του λόγου της τραγούδαγε, εγώ είχα και το νου μου γύρω μου, για +κάνα παπί, γιατ' είχα πάρη κ' ένα δίκαννο μαζί μου. Ύστερ' από +λίγο απόστασα, άφησα το δίκαννο κι έκατσα κοντά της. Είμουνα +αΰπνωτος, δε μπόρεσα να υπνώσω την περασμένη νύχτα και σάμπως +κι αποκαρώθηκα. Εκείνη την ώρα έβαλε ένα αεράκι σιγανό κι +ανάλαφρο, και το μονόξυλο πήγε τ' ανοιχτά. Θέλησα να το γυρίσω, +μα του λόγου της με μπόδισε. Της άρεγε έτσι, μ' άρεγε και μένα +έτσι τότες. Καψονιόπαντροι, να τα λέμε τόρα; Έτσι τραβήξαμε +αρκετά, όντας ξάφνω σηκόνεται του λόγου της η κυρά αντάρα, κυρ +μηχανικέ. Και να πης, σηκώθηκε λίγη, λίγη; Σα να την ξέρασε +ξαφνικά κάνας δαίμονας. Ξάπλωσε, ξάπλωσε πυκνή πυκνή, +κατάχοντρη. Τάχασα. Τόρα, γυναίκα; της κάνω. Αυτή γελούσε. Κάνω +να δω για το σταλήκι στο πλάι, πουθενά σταλήκι. Απάνω στην +αφηρεμάρα μας, κάπου γλύστρησε και πάει. Κοιτάζω καλά. +Κατάμπροστα αντάρα, πίσω καταχνιά, απανωθιό μου αντάρα.. Αρχίζω +τα βλαστήμια. Κατέβασα Χριστούς και Παναγίες. Αρχίζει κ' ένα +κρύο ψηλό, ψηλό και τσουχτερό. Μας πιάνει μια κρυάδα, +κοκκαλιάσαμε κι οι δυο. Του λόγου της τα χρειάστηκε μαζί μου. +Στρυμωχτήκαμε και οι δυο καταμεσής του μονόξυλου. Άρχιζε να +κάνη νερά, και τάζω για λαούτο, να βγάλω το νερό, δεν +βρίσκουνταν στο μονόξυλο λαούτο. Σούπα δα! Σα να μας είχε ο +διάολος ωρμηνεμένους. Αρχίσαμε να βγάζουμε το νερό με τις +απαλάμες μας. + +Πήρα το μαντήλι της, έκοψα το κοντό μου, το βρακί μου και +βούλωσα τα ξύλα. Μα τι το θέλης, η καταχνιά έστεκε πάντα και το +μονόξυλο ούτε μπρος ούτε πίσω τόρα. Δε βλέπαμε τι γίνουνταν. +Πέρασαν ώρες κι ώρες. Μας πήρε η αυγή φαίνεται γιατί άσπρισε +γύρω μας η καταχνιά. Θάρρεψα πως θάβαζε κάνα βορριδάκι να μας +πετάξη σε τίποτα μάζες, σε τίποτα φύκια, σε καμμιά καλαμιά. Εσύ +σαι που το λες!... Πέρασε κ' η μέρα, ήρθε κι η νύχτα, +ξαναμαύρισε η αντάρα, ξανάρθε κι η άλλη αυγή, ματάσπρισες +ματαμαύρισε και τ' όριο μας διαολοκούναγε. Τρέμαμε σα γύφτοι, +τρόμος με πιάνει τόρα που τα μολογάω. Μας άρχισε και τους δυο η +πείνα. Μαϊδέ τρεψόμυχα στο στόμα μας. Κόλλησε το λαρύγκι μας, +σκύβαμε, πίναμε νερό, αλλά με νερό βαστιέται ο άνθρωπος; Κάμαμε +πέντε μερούλες εκεί μέσα. Ένιωθα στα σπλάχνα μου ένα μαχαίρι να +με σφάζη, από την πείνα. Αυτή κοιτάστηκε στα ποδάρια μου +αναίστητη. Μήτε μιλιά, μήτε κρίση. Μια στιγμή δε βάσταξα. Της +ρίχνουμαι, την πιάνω απ' το λαιμό με τα δόντια. Είχα γίνη άλλος +άνθρωπος· θεριό μονάχο· ούτ' ήξερα τ' έκανα, ούτ' ήξερα τι μου +γίνουνταν, ο Θεός να με συχωρέση. Της έβγαλα αίμα κι άρχισα να +γλύφω το αίμα... το αίμα της γυναίκας μου.... Φτου!... γαμώ το +γόνα του, φτου!... Αναίστητη πάντα αυτή. Θα την έτρωγα δίχως +άλλο τότες, αλλ' ο Θεός δε θέλησε να με κολάση περισσότερο. +Φύσηξε άξαφνα ένας βορριάς!... ένας βορριάς! Είδες το πέλαγο κι +αναταράζουνταν σα νερό που βράζει στο καζάνι. Αγάλι' αγάλια κι +η καταχνιά πήρε δρόμο, ο ουρανός ξάνοιξε, φάνηκε το γαλάζιο +χρώμα του. Εκειός ο αέρας μ' έσωσε. Σηκώθηκα ορθός, λίγο ν' +αναποδογυρίσω το μονόξυλο.. Να! και φάνηκε η στεριά, οι +καλαμιές, τα δέντρα. Είμαστε ανάμεσα πελάου. Του λόγου της +πάντα αναίστητη. Στην αρχή την πήρα πως τα τίναξε. Άρχισα να +την τρίβω. Τη βάρεσε ο αέρας κι αυτή, άρχισε νάρχεται στα σέστα +της. Και το μονόξυλο έφευγε, έφευγε, όσο που μας πέταξε πέρα σε +κάτι μάζες από φύκια... Την σκαπουλήσαμε για καλά, που λες, κυρ +μηχανικέ!.... + +Κι ο ψαράς γέλασε δυνατά. Οι μπεκάτσες είχαν ψηθή κ' η γριά με +κάποια ταραχή τις απίθωσε σε μια γαβάθα. Έβγαλε τα σηκότια τους +και τα δούλεψε με λεμόνι και έκαμε έτσι μια σάλτσα περίφημη, +την απίθωσε κι αυτή στο πλάι, κι αρχίσαμε να τρώμε. Βούτηξε την +πρώτη μεγάλη μπουκιά μέσα στην περίφημη σάλτσα ο ψαράς, την +έχωσε στο στόμα του, και μασσώντας είπε: + + — Α! και να βρίσκουνταν τέτοιος μεζές καψόγρια μέσα στο +μονόξυλο, δε πάει να κρατούσε βδομάδες η καταχνιά! + + + + +ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ +Απόνα γράμμα μιας κυρίας υπαλλήλου. + + + +Αγάπη μου, +Κ' ύστερα θάχης παράπονα, από μένα, δε σε θυμούμαι, και τέτοια. +Νάμαι πάλι. Χτες φτάσαμε στη νέα μας θέση κι άρπαξα την πέννα. +Γυρεύεις τόρα, φίλη μου, τι λογής εντύπωση μου έκαμε ο +καινούργιος για μένα αυτός τόπος; Πολύ όμορφη. Δε ξέρω, αν είνε +ο ηλιολουσμένος Μάρτης, που του δίνει τόση μπόλικη ομορφιά, +αλλ' ένα ξέρω μονάχα, πως είμαι ξετρελλαμένη. Ησυχία +επαρχιώτικη, φως, ήλιος, χρώματα, αέρας. Και τι χαρά που έχουν +όλα τριγύρω μας. Φαίνονται να χαίρουνται για τον ερχομό μου, +φαίνονται πως στολίστηκαν για μένα. Μπροστά στα μάτια μου τόρα, +που σου γράφω, έχω μια χαριτωμένη αγροτική ζωγραφιά από την +ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Από την πλατεία κάτω με κοιτάζουν — με +κοιτάζουν; όχι, η λέξη δε λέει τίποτε, με κατατρώγουν με τα +μάτια, ήθελα να πω, ένα σωρό επαρχιώτες, καθισμένοι στ' +αντικρυνό καφενείο. Χώρια ο καφετζής που πάει να χάση το μυαλό +του, από τη ξαφνική δουλειά που κάνει. Μου ρίχνει κάτι ματιές +που η ευγνωμοσύνη του ξεπερνά τον έρωτα. Γιατί με συμπάθειο +είνε κι αυτός ερωτεμμένος μαζί μου. Χα... χα... χα!... Το σπίτι +μας είνε πολύ κεντρικό, το λούζει ο μαρτιάτικος ήλιος από το +πρωί ως το βράδι, το ζώνουν ψηλά γυμνά δέντρα, που τόρα μόλις +βλαστάνουν και είνε μια χαρά στα μακριά γυμνά κλαδιά τους +κρεμασμένα τα πρώτα φυλλαράκια, σαν διάφανοι κόμποι πράσινου +ατμού. Είνε κάποια γιορτή σήμερα κ' η αγορά είνε γεμάτη από +καπότα. Τι ωραία χρώματα, Θεέ μου, μ' αυτές τις καπότες. Λιάρες +ανοιχτές-ανοιχτές, λιάρες ντιπ φλώρες, λιάρες σκουρότερες, +λιάρες πιο σκούρες που ανατριχιάζεις να τις βλέπης. Ύστερα +άνοστες, ξεκιτρινισμένες, σχεδόν κόκκινες, μα όχι κόκκινες, ένα +είδος τρίχα από κόκκινο άλογο — κατάλαβες; — ύστερα μαύρες +ανοιχτές, μαύρες σκουρότερες, και μαύρες τέλος φονσέ! Καπότα +φονσέ! Χα...χα... χα!... Και τι είδος σχήματα ύστερα! Άλλες +φαρδειές χοντροκομένες, χοντρορραμμένες, που πλέουν μέσα τους +κάτι αγριοσώματα, και ξεβγαίνουν κάτι αγριοκεφάλια +πλημμυρισμένα από μεγάλα πολυχρονίτικα μαλλιά και γένεια, και +κάτι σκουφίτσες μαύρες-μαύρες και κεντημένες, και λυγδερές, που +γυαλίζουν στον ήλιο σα διαμάντια. Κι ακόμα καθώς είνε άλλες +κοντές, κι άλλες κουρελλιασμένες, κι άλλες κατακαίνουργες κι +ασπροκεντισμένες και καθώς είνε όλες μαλλιαρές κι άγριες, και +περίφημες, και έξοχες, είνε να διασκεδάζη μια χαρά την +επαρχιώτικη τεμπελιά του κανένας. Έλα τόρα, μην πάρης το γούστο +μου, σαν καμιάς φανταστικής ωραίας του μεσαίωνος που +ξετρελλαίνεται με κανένα λαϊκόν ιππότη, που να φορή και καπότα +ακόμα! Όχι... όχι.. Αν έμαθα να διακρίνω τα χρώματα και τις +φόρμες της καπότας εγώ που είμαι μια γνησία Ατθίς, τόφερε αυτό +η κατάρα, ή καλλίτερα η πολιτική συναλλαγή, που πολύ καλά την +χτυπούν τόρα αυτοί οι ανεξάρτητοι, που πέταξε εδώ πέρα τον +άντρα μου. Αλήθεια για τον καημένο τον Γιώργο δε σούπα τίποτες +ακόμη. Έχει καλά στην υγειά του, δόξα σοι ο Θεός. Με βλέπει δυο +φορές την ημέρα, το μεσημέρι και το βράδι, κι ύστερα γραφείο +και γραφείο. Συνήθισε και αυτός μ' αυτή τη βρωμοζωή. Σημείωσε, +ότι έχω να τον φιλήσω τόρα εδώ και μια εβδομάδα. Και αυτή +λέγεται ζωή ν ε ο ν ύ μ φ ω ν. Μα πώς κοιτάζει αυτός ο κόσμος +εδώ πέρα, θεέ μου!... Δε ξανάειδαν γυναίκα στη ζωή τους; +Μόρχεται να κοκκινήσω. Φαντάσου τόρα που σου γράφω, απάνω από +εκατό ζευγάρια μάτια με κατατρώγουν. Και δε φτάνουν οι +αρσενικοί, έχω και τους θηλυκούς. Τι χαριτωμένες γυναίκες οι +επαρχιώτισσες!...Βιζαβί μου μπόλικες. Να αυτή η χοντρή και +παχειά σαν βουτσί με τα δύο κορίτσιά της, κάτι μιξάρικα +σιχαμένα, που θάταν όμορφα κορίτσια, αν ήξεραν να ντυθούν και +να μιλήσουν. Με κοιτάζουν χαζεύοντας μια ώρα τόρα κι όλο κάτι +ψιθυρίζουν. Ιδιαίτερη εντύπωση θα τους κάνη το τελευταίο +φουστάνι που μόστειλες, γιατί σήμερα το πρωτοφόρεσα και είνε +μια σιχασιά. Τα συγχαρητήριά μου στη μοδίστρα σου και προ +πάντων στο φριχτό γούστο σου. Παραπέρα να μια ψηλή λιγνή χήρα, +μαυροντυμένη, άγρια κ' άνοστη, μ' έν' α ξ ά ν προφοράς +μαγευτικώτατο. + + — Μορή Chουφία! φωνάζει την κόρη της. Και ορίστε η κόρη της. +Ένα τσιμπλιάρικο, κατάχλωμο πράμμα, που ανοίγει σαν πηγάδι το +στόμα του και κοιτάζει κι αυτό. Τι σαρμάντ μαμζέλ! Ήθελα, μα +την αλήθεια να ήξερα αυτή τη στιγμή τι είδος λειτουργία θα κάνη +η μηχανή του μυαλού αυτού του παχύδερμου κοριτσιού. Και με τι +χάρη θα βγάζη απ' το στοματάκι του, τις κουβέντες του. Χα.. +.χα...χα! Αλλά σε καλό μου μ' αυτά τα γέλοια. Μα είνε να μη +γελάς, να μη λιγώνεσαι, να μη ξεψυχάς; Και απροπό, ξέρεις πώς +έδωσε τον ορισμό του στομαχιού μια επαρχιώτισσα κυρία, πολύ +καθώς πρέπει, χτες, πούρθε να μου κάνη βίζιτα; Άκου· το +στομάχι, κυρία μου, είνε το πηδάλιος του σώματος! Σικ, θεέ +μου!... + +Πού καιρός να σου αραδιάζω τέτοια χαριτωμένα πραγματάκια. Ο +Δωδέ αυτός θα πελάγονε σ' αυτή τη τυποπλημμύρα. Και οι άντρες +τι σου λένε, θεέ μου. Δες τόρα. Με τι πόζα, με τι χάρη +κάθουνται όλοι στις καρέκλες. Όλοι σχεδόν κρατούν στα χέρια +τους απόνα κομβολόγι και τρικ, και τρακ και λιγόνουν τα ματάκια +τους που με κοιτάζουν. Χα... χα., χα...! Δύο τρεις μάλιστα είνε +και γκαντέ σήμερα. Ένας δικηγόρος κωμικώτατος με γυαλάκια και +μουστακάκια ποντικοφαγωμένα, ένας φαρμακοποιός, κοντός και +μελαγχολικώτατος σα μουσίτσα, σαν κανένας ήρως των +μυθιστορημάτων του Ντουμά περ, ένας φαφλατάς άεργος, που κουνά +πάντα τόνα ποδαράκι του απάνω στ' άλλο, ένας ψηλός υπάλληλος, +άλλος κοντός, τέτοιος άλλος μισότριβος, άλλος γεροντάκι. Και +κάτι αξιωματικοί κοντορεβιθούληδες μη στάξη και μη βρέξη. Κ' +ένας ψηλός υπάλληλος της Τραπέζης που τραγουδεί διαρκώς μα τόσο +περιπαθώς κι είνε τόσο έξυπνος, σπίρτο μονάχο από ευφυία. Και +οι κοιλαράδες μπακάληδες, ξαπλωμένοι με την άσπρη ποδιά τους κ' +οι τσαρουχάδες μέσα από τα κρεμασμένα σαν κομβολόγι κόκκινα +τσαρούχια των μαγαζιών τους, κι ένας καθαρώτατος κουρεύς που +παίζει σκάκι μ' έναν Άδωνιν δημοδιδάσκαλον, κι οι φοιτηταί, μια +εξαμηνία αξυράφιστοι, που παίζουν στον ήλιο το κ ι ά μ ο τους +κι ακούς άξαφνα κάτι αγριοφωνές! + + — Τι να σ' κάμ' απ' δω!... Τι νάπαιζε; πούχες ούλες τις +σιγουριές!.... + +Και κερδισμένοι, και χαμένοι, οι πρώτοι κατακκόκινοι, οι +δεύτεροι κατακίτρινοι, σηκόνουν τα ματάκια τους κατ' απάνω μου, +λιγόνονται, και ξαναλιγόνονται. Παραπέρα ένα άλλο σωστό τ ρ ο +υ π ώ από φουστανελλοφόρους, πατατουκοφόρους, οι μισοί με +τσαρούχια, τομαράδες, καπνέμποροι και ζωέμποροι και +σιτηρέμποροι, γκαρσονάκια που να τα πίνης στο ποτήρι, ροφούν τα +ούζα τους και με κοιτάζουν με κάτι αγριοματιές, ενώ όλοι τους +φαίνονται να ψιθυρίζουν με τα χοντρά χείλη τους! + + — Κόμματος που είνε!.... + +Ουφ! βαρέθηκα, τι αηδία, καλέ... Θ' αφήσω το γράμμα μου για τ' +απόγευμα, που κλείνει και το ταχυδρομείο. + +............................ + +Θεέ μου! Πώς ν' αρχίσω, πώς να σου τα πω. Φρίκη, φρίκη, φρίκη! +Είδες πάφησα το γράμμα μου; Ε, μπήκα μια στιγμή στη σάλα γιατί +σούγραφα απ' την τραπεζαρία. Άξαφνα ακούω ένα μπαμ! μπουμ! κάτω +στο καφενείο. Τρομάζω, με μισοπιάνουν τα νεύρα μου, πετιούμαι +στο μπαλκόνι, τι να δω; Ένα σούσουρο, ένα κακό. Κόσμος, κόσμος, +καπότες, σκουφίτσες, καπέλλα, φέσια, μαλλιά κουβάρια. Κι όλοι +με κοίταζαν εμένα, εμένα. Μα τι έκαμα, θεέ μου, τι έκαμα! Να! +οι αστυφύλακες, οι αστυνόμοι. Κάνω καλά, τι να δω; Δύο +θαυμασταί μου ξαπλωμένοι στις πλάκες έπλεαν στο αίμα τους. +Φόνος, φόνος! Μόλις στεκόμουνα στα πόδια μου. Σύρθηκα μέσα στη +σάλα κι έπεσα, σ' ένα διβάνι. Έφτασε κι ο Γιώργος ανήσυχος, +τρελλός. Γιώργο μου, Γιώργο μου, να φύγουμε απ' αυτόν τον +φονικότοπο, γρήγορα, γρήγορα. Τέλος πάντων ζητήσαμε +τηλεγραφικώς τη μετάθεσή μας κ' ελπίζομε να γείνη αύριο +μεθαύριο, κι όπου φύγη, φύγη. Ελησμόνησα να σου πω, πως +σκοτώθηκαν γιατί νόμισαν πως κοίταζα τον ένα περισσότερο απ' +τον άλλο. Τι επαρχιώτικη αποχτήνωση, αγαπητή μου Ελένη... + + Σε φιλώ γλυκά + Μαρί + + + +Ο ΥΠΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ + + + +Ο τόσο ήσυχος πάντα εκεί απάνω μαχαλάς, τα Γύφτικα, με τα στενά +και βουρκωμένα σοκάκια του, τα χαμηλά, βρώμικα, μισορειπωμένα +σπιτάκια του, με τα μωρά που κυλιούνται στις λάσπες και τα +χαμίνια που παίζουν στα νερά, τις γυναίκες που μαζεύουνται στις +βρύσες παντρεμένες κι ανύπαντρες, όμορφες και άσχημες, κορίτσια +δέκα τεσσάρων χρόνων με φλογερά αφίλητα μεγάλα μάτια, με κοντά +φουστανάκια, και δυο τορνευτές παχειές ατσίμπητες ακόμα γάμπες, +γριούλες αγαθές όλο γλύκα και γριές όλο φαρμάκι και γρουσουζιά, +με τους άντρες, σωστά κοπρόσκυλα, ξαπλωμένους στον ήλιο, με +τους τραμπούκους τους απανωχωρίτας πόχουν το μαχαίρι στο +ζουνάρι και το κουμπούρι στο κλούβι, παίζοντας κοντσίνα με τα +λερωμένα χαρτιά του αντικρυνού μπακάλη, τα Γ ύ φ τ ι κ α, ο +τόσο ήσυχος μαχαλάς που προς το μέρος προς τη χώρα ζουν φτωχές +φαμελιές δουλευτάδων και τεμπελχανάδων και προς το μέρος προς +την εξοχή έχουν φωλιάση καμιά χιλιάδα γύφτοι, εκείνο το βράδι +σηκώθηκε όλος στο πόδι. + +Ένας ψηλός υ π ε ν ω μ ο τ ά ρ χ η ς έ φ ι π π ο ς με την +σπάθα του συρμένη, με τα σπιρούνια του λαμποκοπώντας, με το +ψηλό τ' ανάστημα και τα λαιμό δεμένο κουτσαβάκικα μ' ένα +μαντήλι, μαζί με δυο χωροφύλακας, και οι τρεις της κ α τ α δ ι +ώ ξ ε ω ς μπήκαν ξαφνικά στο μαχαλά με το σουρούπωμα, χωρίς να +τους πάρη κανείς μυρουδιά. Στα Γύφτικα πολλοί είνε οι άεργοι, +πολλοί είνε οι φυγόδικοι. Απ' όλη την πόλη, από άλλα μέρη ακόμα +κρύβουνται στα στενά και χαμηλά εκείνα σπιτάκια λαθρέμποροι, +φυγόδικοι, φυγόστρατοι, κάθε λογής άνθρωποι, που δε μπορούν να +βγουν στους δρόμους. Αδύνατο είνε να τους πιάση κανείς εκεί +μέσα. Καθώς έχει δυο μονάχα ανοιχτά μέρη και χίλιες τρύπες ο +μαχαλάς αυτός, μόλις πατήση χωροφύλακας, ο ένας με τον άλλον +παίρνει χαμπάρι κι από πόρτα σε πόρτα, από παραθύρι σε +παραθύρι, από κήπο σε κήπο, από καλαμιές σε καλαμιές φεύγουν +τρυπόνουν αναφαντόνονται οι νταλματζήδες κ' οι λαθρέμποροι. +Τοίχοι ψηλοί με πολλές σκάλες και σκαλάκια και δρομάκους και +ανήφορους και χάβρα εβραίων χωρίζει το μαχαλά απ' όλη την Πάτρα +απλόνεται κάτασπρη και μακριά ως τη θάλασσα με τους φαρδείς της +δρόμους, τις κόκκινες στέγες των σπιτιών τις καπνοδόχες των +φαμπρικών τις πλατείες της, το λιμάνι της γεμάτο καράβια, +καΐκια, βαπόρια, βαρκούλες, ως το φανάρι του μώλου που +αντικρύζει ψηλό κι ίσιο πέρα την ανοιχτή θάλασσα που μέσα της +βουτάει όλος μεγαλείο και μεθύσι κάθε βράδι ο ήλιος +καταφλογισμένος, και τη Βαράσσοβα και την Παλιοβούνα δυο βουνά, +δυο τεράστιους και περήφανους βράχους ορθοκοφτούς ίσους σαν από +μαχαίρι. Από πάνω του μαχαλά η εξοχή, οι σταφίδες, οι όμορφοι +λινοί, οι πρασινάδες της εξοχής φτάνουν ως απάνω στα ύψη του +Βοϊδιά, σπανό βουνό κατάκορφα που στεφανόνουν πού και πού τα +πλάγια του τούφες τούφες από έλατα μ' ένα χρώμα μπλε βαθύ καθώς +φαντάζουν από μακριά. Τα σφυρίγματα των τραίνων των βαποριών +κάτω, ο θόρυβος κ' η βοή της Πάτρας, των δρόμων της, των κάρρων +της, των αμαξών της, του κόσμου της, που ιδρόνει δουλεύοντας +σκυλίσια ολημερίς, μόλις φτάνει ίσα μ' εκεί απάνω και πνίγεται +μέσα στην ιδιαίτερη ζωή του μαχαλά, στο βοητό τ' αμονιού και +στον κρότο του σφυριού των γύφτων. + +Μόλις ο υπενωμοτάρχης με τους δυο χωροφύλακας φάνηκαν σ' ένα +στενό σοκάκι και ζύγωσαν σ' ένα μικρό μπακάλικο κινήθηκαν τα +παιδιά, κινήθηκαν οι γυναίκες, τα κορίτσια, οι άντρες, οι +γέροντες, όλοι αναστατώθηκαν. Πόρτες ανοιγοκλείστηκαν παράθυρα +μανταλώθηκαν πηδήματα στους κήπους, στις καλαμιές ακούστηκαν, +όσοι τόχαν να φύγουν τόστριψαν κ' οι άλλοι αρσενικοί και +θηλυκοί απόμειναν στη θέση τους με κρυφό καρδιοχτύπι, κάμνοντας +πως δεν έβλεπαν τάχα τον υπενωμοτάρχη και τους χωροφύλακας, +κοιτάζοντας αλλού, φωνάζοντας θαρρευτά αναμεταξί τους. + +Ο υπενωμοτάρχης με τους συντρόφους του έφτασε στο μπακάλικο και +ζήτησε απ' το μπακάλη τρία κρασιά, ρίχνοντας πεταχτή τη ματιά +του μέσα στο μαγαζί. Στο σκοτεινό του βάθος τρεις τέσσαρες +μεσόκοποι κι ένας νιός έπαιζαν χαρτιά κι έπιναν μαστίχα. Σαν +είδαν τους στρατιώτας όξω χαιρέτησαν, κρυφομίλησαν κάτι και +ξανάρχισαν τα χαρτιά. Μονάχα ο νιός τραβήχτηκε μ' ένα τσιγάρο +στο στόμα, και βγήκε προς την πόρτα κάπως ανήσυχος. Ο +υπενωμοτάρχης ενώ ροφούσε το κρασί του είχε κολλήση τα μάτια +του κατ' απάνω του φλογερά, και φαίνουνταν σαν κάτι να γύρευε +να θυμηθή καλά, σαν κάτι να ξεκαθαρίση στο μυαλό του. + +Ο νιος βγαίνοντας έξω έρριξε μια ματιά προς τους στρατιώτες, +τους χαιρέτησε κ' έκαμε να τραβήξη το δρόμο του. Είταν ως +τριάντα χρόνων παιδί, μαύρος, με βλογοκομμένο πρόσωπο, με +χοντρά μουστάκια, με μια πατατούκα μαύρη και με χοντρά χέρια. + + — Ε!, πατριώτη, μου δίνεις το τσιγάρο σου, ν' ανάψω έκαμε ο +υπενωμοτάρχης. + +Εκείνος στάθηκε τότε, κιτρίνισε, ταράχτηκε, κι άπλωσε το χέρι +του κι έδοσε το τσιγάρο του προς τον υπενωμοτάρχη που τον +κοίταζε τόρα κατάμματα, φυσώντας τα ρουθούνια του. Αλλ' ενώ +άναβε το τσιγάρο του ο υπενωμοτάρχης, ο άλλος το βάζει άξαφνα +στα πόδια. Ο υπενωμοτάρχης αγρίεψε, έγινε θεριό· τον παίρνει +στο κατόπι μαζί με τους χωροφύλακες, λυσσώντας: + + — Εσύ 'σαι, αντίχριστε! Καλά έλεγα εγώ... δύο μήνες τόρα +σάπισα για λόγου σου. + +Έτρεξαν πολύ. Εκείνος μπροστά πηλαλώντας δαιμονισμένα, ο +υπενωμοτάρχης βλαστημώντας με τη σπάθα του κροταλίζοντας στα +λιθάρια, κι οι χωροφύλακες από πίσω. + +Μια πόρτα βρέθηκε εκεί κάπου ανοιχτή, κι ο νιός μπήκε μέσα +κλίνοντας την με μεγάλο κρότο. Κατάφθασαν κ' οι άλλοι +λαχανιάζοντας. Πηδήματα ακούστηκαν πίσω προς τον κήπο, οι +καλαμιές έτριξαν δυνατά, κ' ύστερα ησυχία, τίποτε. Ο +υπενωμοτάρχης άρχισε να χτυπά τις γροθιές του στην πόρτα, οι +χωροφύλακες να γρατσουνίζουν με τα νύχια τους τα χαμηλά +παράθυρα. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη γυναικούλα +τρομασμένη, κίτρινη, με ξέπλεκα μαλλιά μ' ένα ξετραχηλισμένο +ξεθηλύκωτο πολκάκι που μπρος φαίνουνταν τα μαραμένα κίτρινα +βυζιά της, νερουλά κρεμασμένα ως κάτω σα βυζιά αγελάδας, μ' ένα +κοντοφούστανο, με γυμνά ξυπόλητα καλαμένια ποδάρια. + + — Τι είνε;, τι είνε; Χριστέ και Παναγιά μου.... Μπα! μου +κόπηκε το αίμα μου!... + +Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, κατάχλωμος, είπε θυμωμένα: + + — Το σταυρό σου και συ! μουστόγρια. Τι είνε, τι είνε;. + +Ο γιόκας σου είνε, που με παιδεύει δυο μήνες. Τι είνε, τι είνε; +Ο γιόκας σου που γέμισε τον κόσμο από λαθραία. Τι είνε, τι +είνε; καμόνεσαι πως δε ξέρεις τίποτε. + + — Και πού ξέρω εγώ η κακομοίρα!.... Μπα! μου κόπηκε το αίμα +μου!..... + +Άλλες γυναικούλες, καμπόσοι άντρες μαζεύτηκαν ολοένα τριγύρω, +οι χωροφύλακες τους άμπωχναν κι ο υπενωμοτάρχης δεν έπαυε να +βρίζη, να λυσσάη. + + — Έτσι και την άλλη φορά, πάντα μου ξεφεύγει μέσα απ' τα χέρια +μου. + + — Καλά ντε, καλά, μη βρίζης κι όλας, είπε η γριά αρχίζοντας ν' +αγριεύη, καλά ντε, που μας κουβαληθήκατε πάλι για κωλόκουρο, +πεντοφραγκάδες, που για ένα τάλληρο, για τα σύλληπτρα γίνεστε +θερία ανήμερα..... + +Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, έβγαζε αφρούς απ' το στόμα. + + — Σκάσε, παλιόγρια, μη σ' ανοίξω σαν πετάλι, το σταυρό +σου!.... + +Η γριά θυμωμένη κι αυτή τόρα επέμεινε, έβριζε: + + — Μούρθατε για το πεντόφραγκο, να σύρ' τε τον κόσμο στα +μπουντρούμια, σα να μην αφεθήτε ποτές και σεις. Φορέσατε το +στέμμα για να βασανίζετε τον κόσμο, πεντοφραγκάδες!... + +Και η μορφή της είχε γίνη άγρια, δαιμονισμένη, φριχτή. Ο +υπενωμοτάρχης δεν κρατήθηκε τότε, άπλωσε προς τη συρμένη χάμου +σπάθα του, την τράβηξε, την σήκωσε ίσα κατά τη γριά: + + — Το σταυρό σου θα στα κάμω λιανά κοψίδια αυτά τα +παλιοβύζια!.... + +Η γριά τότε τράβηξε ίσια κατ' απάνω του τρέμοντας. Τα μάτια της +πετούσαν φωτιές, το σαγόνι της έτρεμε. Έπιασε με τα δυο +ζαρωμένα χέρια της τα νερουλά και κρεμασμένα σαν αγελάδας βυζιά +της όξω από το ξετραχηλισμένο πολκάκι της, τάσυρε, τα τράβηξε +πολύ προς τα όξω, ίσα κατά τη σπάθα του υπενωμοτάρχου και +σφύριξε αυτά τα λόγια σαν οχιά: + + — Να! χτύπα, μαγγούφη, χτύπα αν δεν έπιες ποτέ σου γάλα απ' τα +βυζιά της μάννας σου... χτύπα, μαγγούφη!... + +Κι ο μανιωμένος υπενωμοτάρχης, το θεριό τ' ανήμερο, το σκιάχτρο +κι ο τρόμος όλου του κόσμου εκεί όλων των νταλματζήδων και των +λαθρεμπόρων του μαχαλά, στα λόγια εκείνα απόμεινε, ημέρεψε, +έγινε αρνάκι, έβαλε μέσα τη σπάθα του και τράβηξε βουβός, με +χαμηλωμένα μάτια σαν κορίτσι, προς την πόλη. + + + +Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ + + + +Μέσα στο τρομασμένο ξύπνημά της θυμούνταν πολύ καλά, πως όταν +της έδωσε το ύστερο φιλί, από πολύωρο ξεφάντωμα, όπως κάθε +νύχτα, είδαν κ' οι δυο μαζί μέσ' απ' τα γυαλιά και τις +κουρτίνες του παραθυριού ν' αχτινοβολούν τ' αστέρια. Τα είδαν +και ξαναφιλήθηκαν. Γαλήνη γαλανή είταν χυμένη έξω, γαλήνη +αγάπης και ευτυχίας μέσα στη μικρούλα κάμαρα. Την φίλησε, όπως +συνήθιζε όντας τον έπαιρνεν ο ύπνος, μια στα χείλη, μια στα +μάτια και μια στο ροδαλό αυτάκι της, ψιθυρίζοντας κάτι τρυφερό +και ξελογιασμένο ακόμα, κι αυτή γαργαλίζουνταν και τον +αγκάλιαζε φρενιασμένη. «Καλή νύχτα, αντρούλη μου». «Καληνύχτα, +γυναικούλα μου». Και αποκοιμήθηκαν τότε σαν μικρά παιδάκια πλάι +πλάι στου κρεββατιού την πλατειά στρώση. + +Άξαφνα απόψε ξύπνησε κατατρομασμένη. Ανασήκωσε βαρειά τόμορφο +κεφάλι της σα νάθελε να διώξη τρομαχτικά όνειρα και τέντωσε τα +μάτια της κοιτάζοντας άγρια έξω απ' το κρεββάτι. Το κανδηλάκι +πούκαιε εκεί σε μιαν άκρη, έρριχνε θαμπές και τρεμάμενες +αχτίδες μέσα σε θεόρατες σκιές που ξαπλόνουνταν τρεμουλιαστές +απάνω στα ντουβάρια, στα μόμπιλα, στο πάτωμα. Από στιγμή σε +στιγμή από τα γυαλιά του παραθυριού χύνουνταν ξαφνικά απέραντη +λάμψη αστραπής, η κάμαρα τότε φωτίζουνταν φανταστικά, +πλημμύριζε από στιγμοφώτιστα κύματα χλωμά και θαμπωτικά, ύστερα +οι σκιές ξανάπεφταν τρεμουλιαστές τριγύρω, και μέσα σε ολίγων +λεφτών φριχτή σιγή, ένιωθε κατάβαθα της καρδιάς της τον +ανατιναγμό της φοβερής βροντής που απλόνουνταν με τρομαχτικό +μεγαλείο στ' ουρανού τα πλάτη σε βροντώδη κύματα που +ξεκούφαιναν ενώ ο άνεμος έκανε να τρίζουν τα γυαλιά του +παραθυριού, σα να χόρευε· το σπίτι από σεισμό. Κι ανάμεσα στης +ανεμοζάλης τα μουγγρίσματα, ταχτικό κι επίμονο αντηχούσε τόση +ώρα τόρα από τα κεραμίδια της στέγης το ρέκασμα μιας +κουκουβάγιας περιχύνοντας τα νεύρα από ανατριχίλα κρύα και +παράξενη, τη ψυχή από θλίψη και λαχτάρα. + +Παράξενο ξύπνημα. Και είχαν αποκοιμηθή με τόση γαλήνη, με τόση +ξαστεριά. Μισοσηκωμένη στα προσκέφαλα του κρεββατιού με το +λαιμό και τα στήθη ολόγυμνα, με τα μαλλιά μπερδεμμένα στο +κεφάλι, τα μάτια άγρια και ξαφνισμένα, φαίνουνταν εκεί μέσα στ' +αδιάκοπο πλημμύρισμα της κάμαρας από τ' ωχρό αστραποφώτισμα, +σαν φάντασμα. Κάτι τι αθώρητο της βάραινε σα μολύβι το κεφάλι +της, της ξέραινε το λάρυγγα, το στόμα, της έσφιγγε την καρδιά, +βόμβος σα μελισσιού φτερούγισμα τριγυρνούσε στ' αυτιά της, κ' +ένιωθε πως δεν είχε τη δύναμη να γυρίση, να κουνηθή, να σαλέψη +τόσο κι απόμεινε εκεί σαν καρφωμένη, σα ναρκωμένη, φοβισμένη, +θαρρώντας πως ένα γύρισμα των ματιών της μονάχα, θα της έφερνε +μεγάλο κακό, θα κατακρεμνίζουνταν κάτω απ' το κρεββάτι σ' +αμέτρητο γκρεμό, σ' απέραντο χάος. + +Θεέ μου, τι είχε! Ότι μπορούσε να νιώση καλά είταν πως μέσα +στον παραδαρμό έξω της φύσης, μέσα στα μουγγρίσματα της +ανεμοζάλης, το ταχτικό κι επίμονο εκείνο ρέκασμα, σα νάρχουνταν +από παράξενους, φανταστικούς κόσμους, σχίζοντας όλο τ' απέραντο +βάθος της ανεμοζάλης με δύναμη και φρίκη υπερφυσική, την +έγγιζε, κατάκαρδα, και άφινε στο αίμα του κορμιού της το +άγγιγμα ακονισμένης κόψης κρύου μαχαιριού. Και όλη η αγωνία της +ξετυλίγουνταν σε μια ιδέα ολοφάνερη, σ' ένα αόριστο όσο και +φαρμακερό προγνώρισμα πως κάτι κακό θα την κατάφτανε τόρα γοργό +και γλήγορο και βέβαιο. Και τρομασμένη και βουβή κι ασάλευτη +μαζεύουνταν τόρα όλη, σύσσωμη με τα μάτια της ολάνοιχτα προς τη +κραυγή έξω που φαίνουνταν πως είχε πλημμυρίση γύρω και ως πέρα +την κάμαρα, από ωκεανό φρίκης, θέλησε να γυρίση προς τον άντρα +της, να του μιλήση λίγο, να τον ξυπνήση, ν' αναθαρρήση και να +πετάξη, σαν ψεύτικο φάντασμα, όλη η αγωνία της. Αλλά τον έβλεπε +μονάχα με την άκρη του ματιού της, κοιμισμένον τόσο ήσυχα κι +ευτυχισμένα. Γιατί να ταράξη την γαλήνη του, τον ύπνο του; Θα +την έπαιρνε για παιδί, για φοβιτσάρα, και θα γελούσε. Όχι. Τόρα +θ' απλώση το χέρι της και έτσι μ' ένα κούνημα θα διώξη μακριά +της όλη αυτή τη φρίκη, και θα σβυστούν όλα, όλα τότε απ' εμπρός +της. Αλλ' η κραυγή έξω πάντα επίμονη και σαν αχός λυπητερός +σημάντρου, την περίχυνε ακόμα πιο πολύ απ' ατέλειωτη +ανατριχίλα, την κάρφονε ασάλευτη στου κρεββατιού τη στρώση, της +έσβυνε τη φωνή στον λάρυγγα μ' ένα ξερό βήξιμο, απαράλλαχτα +όπως κάνη σβύνοντας τ' αναμμένο κάρβουνο στο νερό. + +Έξω πια έσβυσε, λούφαξε το μούγγρισμα του άνεμου, σιγή θανάτου +απλώθηκε για λίγο, και μόνο η αστραπόλαμψη πλημμύριζε ολοένα +πλιότερη και πιο άφθονη την κάμαρα. + +Έξω τα σκοτεινά βάθη τ' ουρανού φαίνουνταν πως κάθε +δευτερόλεφτο σχίζουνταν απότομα, και κύματα λάμψης ηλεκτρικής +αγκάλιαζαν τη φύση και σβύνουνταν γοργά σαν ένα στιγμιαίο +απέραντο φωτεινό φίλημα. Και θαμπωμένη εμπρός σ' αυτό το γεμάτο +μυστήριο και ξάφνισμα απειροφώτισμα, κάρφωσε ασυνείδητα τα +μάτια της ίσα στα γυαλιά του παραθυριού με όψη τρελλής, +ασάλευτη σαν παραλυμένη. + +Η βροχή με γοργό κατρακύλημα πυροβολαρχίας, χτυπούσε τόρα και +παράδερνε το σπίτι, τα κεραμίδια μέσα στη νεροποντή χόρευαν και +τα γυαλιά του παραθυριού έχυναν μελωδία τυμπανοκρούσματος. Και +το αστραποφώτισμα τόρα άνοιγε έξω στο νυχτερινό σκοτάδι κάθε +τόσο τρομερό χάος από βροχή ηλεκτροφωτισμένη. Και η κραυγή +εκείνη έξω πάντα επίμονη, ακούραστη, πάντα γεννώντας τη φρίκη +και την ανατριχίλα, αντηχούσε παράξενη, περονιάζοντας το κορμί +της και τη ψυχή της. Κι έτσι παραλυμένη κι ασάλευτη απόμεινε με +τα μάτια της καρφωμένα ασυνείδητα ίσα στα γυαλιά του +παραθυριού, ως που ο ύπνος της έκλεισε βαρειά τα βλέφαρά της. + +Όταν ξύπνησε, γαλήνη απέραντη είταν απλωμένη στην κάμαρα, η +ανεμοζάλη είχε περάση, η κραυγή της κουκουβάγιας είχε σβυστή κι +αυτή, ο ήλιος χάιδευε απαλά το πάτωμα και στα γυαλιά του +παραθυριού βομβούσε τριγυρίζοντας να πετάξη έξω στο γαλάζιο τ' +ουρανού μια πεταλούδα. Ανέπνευσε η όμορφη κόρη και γύρισε να +ξυπνήση μ' ένα χαμόγελο τον άντρα της, αλλ' είτανε νεκρός.... + + + +ΟΙ ΚΛΗΡΩΤΟΙ + + + +Ήσυχος και καταγάλανος ο κόρφος. Η θάλασσα έπαιρνε του γαλάζιου +ουρανού το χρώμα και της δύσης τη χρυσόσκονη στη δροσερή +αγκαλιά της. Από του Παρνασσού τα κορφοβούνια, από της Γκιόνας +τα έλατα δροσερές πνοές κατέβαιναν και χαράκοναν ανάλαφρα πέρα +για πέρα τον κόρφο, κι ακόμα πέρα τ' ανοιχτά της θάλασσας, που +ξέφευγε σε διάπλατο ασπρογάλαζο ξετύλιγμα προς τα +πευκοστολισμένα βουνά του Μωριά. Τα ξεροβούνια γύρω από την +Κρύσση ως το Γαλαξείδι, έπαιρναν γλυκύτατο ροδόχρωμα μέσ' στις +στερνές αχτίδες του ήλιου, και τα γυαλιά των πλιθοχτισμένων +σπιτιών της Ιτιάς αντανακλούσαν αμέτρητους φλογερούς ήλιους, +που βασίλευαν κι αυτοί. Τα καϊκάκια κ' οι βαρκούλες στο λιμάνι +σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν χαϊδευτικά απάνω στα +γαλαζένια εδώ, και στα ολόχρυσα παραπέρα κυματάκια. Η +ακρογιαλιά άπλονε στενή κατάμακρη λωρίδα, άσπρη από τον +κουρνιαχτό, και τα μαγαζάκια και τα καφενεδάκια της γέμιζαν από +κόσμο που δροσίζουνταν στην καλοσύνη της βραδιάς. Τα +μπαλκονάκια αραδωτά είταν γεμάτα από τ' ανοιχτόχρωμα φορέματα +κι από τ' άσπρα μαντήλια των λιγερών. Στην άκρη της θάλασσας +σωριάζουνταν στη γραμμή αμέτρητα κρασοβάρελα που τα περίχυνε +και τάπλυνε το κύμα. Πέρα από τα πράσινα αμπέλια και τ' +ασημωμένα λιοστάσια των Σαλώνων οι τρυγητές γυναίκες κι άντρες +γύριζαν μπλούκια, μπλούκια προς την Ιτιά. Κάρρα και ζώα, άμαξες +κατέβαιναν. Κ' οι καμήλες κατάψηλες κι άχαρες, ξαπλόνουνταν +αποσταμένες στην ακροθαλασσιά, κι άνοιγαν θεόρατες τις μασέλες +τους, και ρουφούσαν ηδονικά κι αυτές τη δρόσο της βραδιάς. +Βαρκούλες ολοένα σίμοναν από τ' ανοιχτά της θάλασσας, τράτες +κατάφταναν πανιά μαζεύουνταν άγκουρες έπεφταν καραβόσκοινα +δένουνταν σε πάλους. Άλλες πάλε αμολιώνταν πέρα στο Γαλαξείδι +με τα πανάκια τους φουσκωμένα στο βραδινό αγέρι. Ξυπόλητοι κι +ως το γόνα γυμνοί, οι ψαράδες ξεφόρτωναν από τις βάρκες στην +ακρογιαλιά τα κοφίνια τους γεμάτα από σπαρταριστά μπαρμπούνια +και λεθρίνια και μελανούρια. Κι ο κόσμος πόπαιρνε τη δροσιά +του, άλλοι περπατώντας του μάκρου της ακρογιαλιάς, άλλοι +καθισμένοι στα μικρά καφενεδάκια, κοσμάκης επαρχιώτικος, +υπαλληλία ντόπια και Σαλωνίτικη, νοικοκυροσύνη, εμπόριο, +χτηματοσύνη, άλλοι που έμειναν μήνες στην Ιτιά για τα λουτρά +τους, για τα χτήματά τους, κι άλλοι που έρχουνταν κάθε βράδι με +τ' αμάξια για ν' αναπνεύσουν λίγη θάλασσα, όλοι τους έτρεχαν +πατείς με πατώ σε προς τα ψάρια, ενώ ανάμεσα στη βοή και στην +αντάρα τους, αντηχούσε δύο βήματα παρέκει η βροντοφωνή του +παιδιού του καφενείου. + + — Ένας βαρυγλυκός... ένα εμπορικό!... + +Πέρα από το στενόμακρο βράχο που πίσω του κρύβεται το +Γαλαξείδι, πρόβαλε το βαπόρι. Πρόβαλε μαύρο και κατάμαυρο μέσα +στη γαλήνη της βραδιάς. Έβγαλε βραχνό το σφύριγμά του, κι +αγκομαχώντας ήρθε και σταμάτησε προς το λιμάνι. Η ακρογιαλιά +τότες αναταράχτηκε. Οι επιβάτες, και δεν είταν λίγοι, +στοιβάχτηκαν στη μικρή ξύλινη γέφυρα της ακροθαλασσιάς, θάταν +καμιά εξηνταριά, όλο και λεβεντόπαιδα, αμούστακα όλ' ακόμα, +ξυραφισμένα, με καθαρές φουστανέλες, με κάτασπρες σκάλτσες, μ' +ανήσυχα πρόσωπα και κάτι ματιές γεμάτες φλόγες. Όλοι τους είταν +κληρωτοί, κ' έφευγαν από τον τόπο τους για το στρατό, +κατεβασμένοι άλλοι από της Αράχωβας τις ψηλές ράχες, άλλοι από +του Λοιδωρικιού τα βουνά, κι άλλοι από τις μυρωμένες πρασινάδες +και τα κρύα νερά του Χρισσού. Με το σακκούλι τους κρεμασμένο +στον ώμο ο καθένας, μ' ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, +κρατημένοι με τα χέρια στους ώμους δυο δυο, τρεις τρεις, +μισομεθυσμένοι, μισοσαστισμένοι, τραγουδώντας, φωνάζοντας, +σωριάζουνταν στις βάρκες με τα μάτια περίλυπα γυρισμένα προς τη +στεριά. Απ' εκεί σωροί, σωροί από γυναίκες, και κορίτσια, τους +έσφιγγαν στην αγκαλιά τους, τους έβρεχαν με τα δάκρια τους, +τους χαμογελούσαν τους έδιναν παραγγελιές κι ορμήνιες φιλιά και +πάλι φιλιά. Και κάθε μια βάρκα που γέμιζε, ξεκινούσε αγάλι' +αγάλια με τραγούδια και φωνές, με μαντήλια στον αέρα, με +κουνήματα κεφαλιών και χεριών ξεκινούσε, μα ξαναγύριζε πάλι να +πάρη κάποιον ακόμα, που ξεχάστηκε μέσα στα δάκρια, κι αφού τον +έπαιρνε κι αυτόν ξεκινούσε γλυστρώντας αγάλι' αγάλια στην αρχή +στα κυματάκια της θάλασσας, κι έπαιρνε παραπέρα γοργό δρόμο κι +έπαιρνε φτερά και κολλούσε στου βαποριού τα πλάγια. + +Ο ήλιος αποβασίλευε τόρα, σκιές μεγάλες απλόνουνταν στο γιαλό, +στη θάλασσα, στους βράχους· μονάχα οι ψηλότερες κορφές των +βουνών ρόδιζαν. Το βαπόρι πήρε τόρα όλο το φορτίο του, οι +βάρκες γύριζαν αδειανές, με κάποιον μοναχικό επιβάτη προς το +γιαλό, κι αυτό πάντα μαύρο και κατάμαυρο μέσα στη γαλανή +αγκαλιά της θάλασσας, σούριξε βραχνά, πήρε σιγά-σιγά τη βόλτα +του, άφρισε το νερό, και πήρε δρόμο, και ξέφυγε προς τ' ανοιχτά +του πελάου. Στο γιαλό οι σωροί των γυναικών τόρα, ένας κύκλος +μεγάλος, σωριασμένες εκεί στην ακροθαλασσιά, χωρίς αναπνοή, +χωρίς ένα κούνημα, μαρμαρωμένος, άπλονε βουβός κι αμίλητος +αμέτρητα μαντήλια προς το βαπόρι. Από τα μαύρα πλευρά του +βαποριού, που ολοένα χάνουνταν πέρα προς τ' ανοιχτά, άλλα +μαντήλια απλόνουνταν και σειώνταν κι άσπριζαν για ύστερο +χαιρετισμό. Και κάπου καμιά βοντοφωνή, έρχουνταν με τα φτερά +του βραδινού αεριού, μισοσβυσμένη και παραπονετική, και +παρήγορη: + + — Καλή αντάμωση!... + +Κι άμα πια σαν κρύφτηκαν στον πρώτο κάβο πέρα αγάλι' αγάλια τα +μαύρα πλευρά του βαποριού, και χάθηκαν τ' άσπρα μαντηλάκια, κ' +η θάλασσα απόμεινε σαν πρώτα ελεύθερη και γαλάζια, πικρά +σάλευσε τότε όλος εκείνος ο σωρός από μαννάδες και γυναίκες, +απ' αδερφές, απ' αρραβωνιασμένες κι αγαπητικές, από ξαδέρφες +και κουμπάρες, που από κείνη τη βραδιά θ' απόμειναν σα γύριζαν +στα χωριά τους χρόνια ολάκερα μοναχές, και χωρισμένες από τα +λεβεντόπαιδά τους, που ξενητεύουνταν πρώτη φορά από τον τόπο +τους, που έφευγαν για το στρατό. + +Πικρά σάλευσε όλος ο σωρός, γεροντικά και σβυσμένα, και φλογερά +ματάκια πλημμύρισσαν στα δάκρια, αναφυλητά ακούστηκαν κ' η +θλίψη άπλωσε βαρειά τα φτερά της, εκεί στην απαλή ήσυχη κώχη +του γιαλιού. Κ' απάνω σ' όλ' αυτή την πίκρα, μια κοντούλα +γερόντισσα που θα συνέβγαλε ως τα σήμερα πολλά παιδιά κι +αγγόνια για το στρατό, τράβηξε μπροστά, και σέρνοντας αγάλι' +αγάλια τα τρεμάμενα ποδάρια της, ζήτησε να της σύρουν το χορό, +για να καλοστρατήσουν οι ξενητεμένοι. Μεγάλη αλυσίδα χορού +απλώθηκε τότε στην ακροθαλασσιά. Με τη γριούλα μπροστά, όλες +νιες και γερόντισες, μ' ένα χαμόγελο στα χείλη, και με τα +δάκρια κρυσταλλωμένα στα μάτια και στα μάγουλα, ανάμεσα στη +δροσιά της βραδιάς, τριγυρισμένοι απ' όλο τον κοσμάκη πόκανε +χάζι γύρω άρχισαν το τραγούδι τους, τραγούδι της παρηγοριάς +ανάμεσα στη λύπη τους, ενώ τα κυματάκια απλόνουνταν μαλακά εκεί +μπροστά τους κ' οι βαρκούλες και τα καϊκάκια στο λιμάνι +σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν απάνω στα καταγάλανα τόρα +νερά της θάλασσας: + + Παρακαλώ σε Παναγιά. Χριστέ μου, προσκυνώ σε, + του ξένου μας στη ξενιτιά αρρώστια μη του δίνης. + Η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει μεγάλη πάστρα, + θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι, + θέλει αδερφές ολόγυρα να τον καλοτηράνε... + + + +ΧΙΝΟΠΩΡΟ + + + + Στην Κυρίαν Ψυχάρη. +Τρεις ώρες θα περνούσαμε την άσωτη εκείνη κλεισούρα, προτού ν' +ανεβούμε ψηλά προς το Βελούχι, όλοι οι στρατοκόποι. Ο ουρανός +μολυβένιος, ο αέρας νοτερός, κρύος· χινοπωριάτικο μεσημέρι. Η +κλεισούρα όλη στρωμένη μ' άσπρα στρογγυλά χαλίκια, με λίγο νερό +πότρεχε στις άκρες, καταφυτεμμένη από πλατάνια. Τι μεγάλα, τι +πολυχρονίτικα, τι παμπάλαια πλατάνια! Ο αέρας σφύριζε μέσα στα +κλαδιά, συνέπαιρνε τα ξερά χρυσόχρωμα φύλλα τους μ' ένα ξερό +τρίξιμο και τάστρονε, τάστρονε σε πυκνό στρώμα στη μεγάλη +ρεμματιά. Χάμου μια χρυσοπλημμύρα, θάλεγες, μια χρυσοπλημμύρα +ψηλά, μια χρυσοπλημμύρα γύρω στα βουνά τα φουντωμένα από δέντρα +με χρυσοκόκκινα ξερά φύλλα. Χρυσάφι από ξερόφυλλα, χάμου, +ολόγυρα, ψηλά, πέρα, πιο πέρα ακόμα, ως εκεί που έβλεπε το μάτι +μέσ' απ' τις κουφάλες και τους κορμούς των πλατανιών. Τ' άλογα +περπατούσαν κουρασμένα γλυστρώντας στα φύλλα, αφίνοντας τα +πέταλά τους φωτιές και σπίθες στα στουρνάρια και στα χαλίκια, +οι στρατοκόποι άλλοι πεζοί κι άλλοι καβάλλα βουβοί, αμίλητοι +τραβούσαν πάντα μπροστά, κουρασμένοι, με πένθιμη όψη. Μαύρα +σύγνεφα από κοράκια πετούσαν ψηλά στον μολυβένιο ουρανό πότε +όλα συμμαζωχτά και πότε αραιωμένα, πότε ανεβαίνοντας τα ψήλου, +τα ψήλου, ίσα που μόλις φαίνονταν σα μαύρες κοκκίδες, πότε +χαμηλόνοντας ίσα με τις κορυφές των δέντρων μ' ένα λυπηρό, +πένθιμο κρα!.... κρα!.... Κι όσο τραβούσαμε μπροστά, τόσο η +κοκκινίλα, η χρυσοπλημμύρα μας χτυπούσε κατάμματα, τόσο κάτι σα +στενοχώρια, σαν αποκαμομάρα, σαν πένθος, σα θλίψη πλάκονε την +καρδιά μας, τα στήθη μας, τη ψυχή μας. + +Και οι κορμοί των δέντρων των πλατανιών λυπημένα πρόβαλαν +ατέλειωτοι σε κάθε βήμα μας. Τ' άλογα στριφογύριζαν +ανεβαίνοντας τόρα ανηφοράκι, ύστερα παίρνοντας κατήφορο, τόρα +γυρίζοντας δεξιά, ύστερα αριστερά και πάντα τραβώντας ίσα +μπροστά το δρομάκι τους μέσα στην άσωτη, πάντα ρεμματιά. Κάθε +τόσο όσοι είμαστε καβάλλα σκύβαμε να περάσουμε από κάτου απ' τα +μεγάλα και τεντωμένα προς τη γις κλωνάρια. Και καθώς τα +σμπρώχναμε, για να περάσουμε, 'τινάζουνταν πένθιμα με μολυβένια +θλίψη και μ' έν' λυπηρό, λυπηρότατο τρίξιμο απάνω στα κεφάλια +μας, στους ώμους μας, απάνω στο σαμάρι, απάνω στα κορμιά των +αλόγων που τα κουδούνια τους κρεμασμένα προς τα κάτου έχυναν +έναν αχό μελαγχολικό, πολύ σιγαλό, αγάλι' αγάλια και πένθιμο, +απάνω κάτω σα νεκρικό σκοπό. + +Ερημιά βασίλευε και νέκρα και σιγαλιά μέσα στην άσωτη +κλεισούρα. Τα πουλιά κάπως σαστισμένα, σα πιασμένα από θλίψη +ανεπάντυχη, πετούσαν χωρίς χάρη, ανόρεχτα εδώ κ' εκεί, τόρα +τρύποναν μέσα στα χαμόκλαδα, ύστερα έφευγαν πέρα προς τις ράχες +με την ελπίδα να βρουν λίγο ήλιο, λίγη πρασινάδα, και γύριζαν +πίσω πάλι απελπισμένα, σαστισμένα, σα πιασμένα από ανεπάντυχη +θλίψη και τρύποναν πάλι στα χαμόκλαδα, στις γούβες της +ρεμματιάς. Από τα πλάγια των βουνών πέρα, όντας φτάναμε σε +κανένα μικρό άνοιγμα του δάσους, φαίνουνταν πού και πού και +καμιά κορδελίτσα σταχτόχρωμου καπνού να ξετυλιέται από καμιά +καλύβα τσοπάνου προς τον ουρανό. Ο αέρας πάντα νοτερός και +κρύος που περόνιαζε ως τα κόκκαλα τα κορμιά μας σφύριζε, +χτυπούσε στα κλαδιά των γυμνών δέντρων κ' άφινε ψιλά, ψιλά +παράπονα που σούρχουνταν ακούοντάς τα, ν' αρχίσης να κλαις +χωρίς να ξέρης γιατί. Αριά και που απαντούσαμε κάνα κοπάδι +πρόβατα μαζεμμένα όλα μαζί, σχεδόν κουλουριασμένα, που +τραβούσαν λυπημένα γρήγορα γρήγορα με σκυμμένα κεφάλια χωρίς να +κοιτάζουν να βοσκήσουν με τα κουδούνια τους αφίνοντας μέσα στη +ρεμματιά λυπημένους αχούς. Όλη η ατμόσφαιρα είταν γεμάτη από +βαθύ παράπονο, από απέραντη, θλίψη, από μεγάλο πόνο. + +Κι άξαφνα χοντρές χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν με +ξερό κρότο στο χρυσόστρωμα των ξερών φύλλων τρυπώντας τα. Κ' η +φύση όλη τότε άρχισε να κλαίη με βαθύτατη λύπη, μ' ένα παράξενο +κλάμμα την ομορφιά της που χάνουνταν πόσβυνε... + + + +Ο ΡΙΖΟΜΥΛΟΣ + + + +Κάθε δειλινό με τη λιακάδα έκανα περίπατο στα λιοστάσια της +εξοχής. Πολλές φορές μ' άρεζε να πηγαίνω προς το ποταμάκι +πότρεχε γοργό γοργό, και που στην ακροποταμιά του έπλυναν ως το +γόνα μέσα στο νερό, τα κορίτσια χτυπώντας δυνατά με τα παχουλά +τους μπράτσα τα ρούχα με τον κόπανο. Ξαπλονόμουνα σε μια +ρειπωμένη καμάρα ενός παλιού μύλου, του Ρ ι ζ ό μ υ λ ο υ, +καθώς λένε το μέρος αυτό εκεί πέρα, και περνούσα τις ώρες μου +βλέποντας τα βουνά, τα λιοστάσια, τις ανεμώνες και τα πράσινα +ρείκια γύρω μου, κι ακούοντας το μουρμούρισμα του ποταμιού. + +Μια μέρα στην ίδια αυτή μεριά βρήκα ξαπλωμένον ένα γέρο τσοπάνο +που βοσκούσε τα πρόβατά του εκεί κοντά. Κι απάνω στην κουβέντα +που κάμαμε, μου είπε αυτή την ιστορία της μισοκρεμνισμένης +καμάρας του Ριζόμυλου: + + — Τόρα δεν έμεινε, παιδάκι μου, παρ' αυτή η καμάρα, που +βλέπεις. Τον παλιό καιρό στα χρόνια της Τουρκιάς εδώ είταν του +Λιάκου ο Ριζόμυλος. Εδώ έπεφταν τα περισσότερα χωριά του τόπου, +ρωμιοί και τούρκοι, απ' τη χώρα κι απ' τα χωριά εδώ κουβαλούσαν +το στάρι τους με τα μουλάρια. Καθώς μολογάνε ο Ριζόμυλος είτανε +ο καλλίτερος μύλος με μεγάλη κάνουλα, με τριπλές και +τετράδιπλες μυλόπετρες, με μαϊντάνια και νεροτριβιά· το νερό +ποτέ δεν τούλειπε. Απ' την πολλή δουλειά καταντούσε να +περιμένουν μέρες ν' αλέσουν όσο να πάρη αράδα ο κόσμος. Ο +Λιάκος ο μυλωνάς, είταν άγιος άνθρωπος, όσο και παλληκάρι. +Εκείνα τα χρόνια και τα δυο αυτά πράμματα χρειάζουνταν. Η +φτώχεια μπορούσε ν' αλέση το φόρτωμά της χωρίς ν' αφήση ούτ' +ένα ξάγι, κι ο τούρκος θα το συλλογίζουνταν αν γύρευε να δείξη +την αδικιά του στο Λιάκο. Ο μυλωνάς είχε χάση πάρωρα τη γυναίκα +του· ένα κορίτσι είχε, μια ομορφονιά τη Λουλούδω, το +τριαντάφυλλο του Ριζόμυλου. Η ομορφιά της γρήγορα πήρε δρόμο +στον τόπο. + +Το κορίτσι αγαπούσε ένα κλέφτη, τον Τσέλιο, τότες είτανε +κλέφτες. Ο Λιάκος που τον είχε νανουρίση στα γόνατά του μια +φορά, γιατ' είτανε παιδί φίλου του γκαρδιακού, αρραβώνιασε την +τσούπα του με δαύτον και γύρευε να βρη εποχή να τον κάμη ν' +αφήση τα βουνά και ναρθή να δουλέψη μαζί του στο μύλο για να +κάμη το γάμο. Αυτός γέρος είταν και μεις οι γέροι τι καρτερούμε +άλλο από τον τάφο!... + +Έτσι πήγαινε η δουλειά, όντας μια μέρα το μπεόπουλο της χώρας +γυρίζοντας απ' το κυνήγι, πέρασε με τ' ασκέρι του απ' το μύλο +κοντά το μεσημέρι. Ο μυλωνάς σα ραγιάς τους δέχτηκε χαρούμενος, +θέλοντας μη θέλοντας. Έσφαξε καπόνια κι έστειλε στη χώρα για +κρασί. Το μεσημέρι κάθισαν στην τάβλα το μπεόπουλο και τα +συντρόφια του καμιά εικοσαριά. Το κρασί, πόλεγαν πως δεν +τόπιναν οι Τούρκοι, άρχισε να τους βαράη στο κεφάλι. Εκεί απάνω +γυρίζει το μπεόπουλο και λέγει στο μυλωνά: + + — Έχεις κανένα κορίτσι γέροντα; + +Ο μυλωνάς τα χρειάστηκε κι είπε. + + — Έχω κ' εγώ ένα ορφανό, μπέη μου. + + — Κ' είνε όμορφη, σαν πως λένε, η Λουλούδω σου γέροντα; + +Ο Λιάκος δεν έβγαλε μιλιά, μονάχα γύρισε τα μάτια του προς τον +τοίχο, που κρέμουνταν το καρυοφύλλι του και το γιαταγάνι του. + + — Άιντε, ορέ μυλωνά, να μας φέρνης τη Λουλούδω, είπε γελούμενο +το μπεόπουλο. Ο άτυχος πατέρας σ' αυτά τα λόγια, ένιωσε το μύλο +του να γυρίζη σα σφοντήλι στα μάτια του. + + — Όπως ορίζης, μπέη μου, αποκρίθηκε, μα το κορίτσι, δεν είνε +εδώ· πήγε χαράζοντας σε μια κουμπάρα μας. + +Εκεί απάνω απ' την άλλη κάμαρα του μύλου κάτι βρόντηξε, και σε +λίγο έτριξε δυνατά η πόρτα του κήπου, και φάνηκε η Λουλούδω +ροβολώντας κάτου στο πλατανόρρεμμα. + + — Η Λουλούδω! η Λουλούδω, κάνει κάποιος. + +Το μπεόπουλο αλαφιάστηκε. Γύρεψε να τρέξη κ' αδρασκέλησε το +κατώφλι. Δυο σιδερένια χέρια τότες το κράτησαν στον τόπο του. +Οι τούρκοι μισομεθυσμένοι πετάχτηκαν όξω και χύθηκαν απάνω στο +Λιάκο. Δυο τιναξιές τους έχει και τους ξεφεύγει. Χύνεται μέσα +στο μύλο και πετρόνει γερά την πόρτα. Πετάει την αλευρωμένη +σεγκούνα του, αδράχνει το καρυοφύλλι του, χύνει κάμποσο μολύβι +και μπαρούτι στο σελάχι του, καβαλλάει ψηλά το δοκάρι της +στέγης και τρυπόνει αποπίσω από τον φεγγίτη. Οι τούρκοι χύθηκαν +να ρίξουν την πόρτα του μύλου. Βρήκαν στο περιβόλι ένα +τσεκούρι και ρίχτηκαν. Η πόρτα άρχισε να τρίζη κι ο μύλος να +χορεύη. Άξαφνα το καρυοφύλλι του γέροντα από πάνω άρχισε ν' +αστράφτη και να σκούζη σαν πεινασμένο θεριό. Τα βόλια του +μυλωνά αλάθευτα ξάπλοναν κι απόνα Τουρκαλά στο κατώφλι του. Μα +οι Τούρκοι, ένας έπεφτε, δυο χύνουνταν στην πόρτα, όσο που +απόδωσαν και κρύφτηκαν στα πλατάνια δαιμονισμένοι. Το +μπεόπουλο πίσω σ' ένα κουφοπλατάνι δάγκανε τα δάχτυλά του και +χτυπούσε τα ποδάρια του στο χώμα. Βγάζει μια φωνή τότες: + + — Φωτιά να τον κάψουμε τον παλιογκιαούρη!... Έτρεξαν στο +περιβόλι· το μάτι του Λιάκου δεν τους έβλεπε. Κολλητά στο μύλο +είταν δυο θυμωνιές απ' άχυρα. Έκοψαν πρώτα το νερό του μύλου κ' +ύστερα έτσουξαν φωτιά. Καλοκαίρι καιρός π' άναβε το χώμα, και +σε λίγο ο μύλος πήρε λαμπάδα, φούντωσε ο καπνός, έτριξαν τα +ξύλα και γκρεμίζουνταν οι τοίχοι από δω κι από κει. Ο Λιάκος +αγάλι αγάλια απ' το δοκάρι τράβηξε στον τοίχο, έκατσε κοντά στο +φεγγίτη. Τον έπνιγε η φωτιά, ο καπνός, μα σώθηκε. Όντας άρχισε +να κατακάθεται η φωτιά, ζύγωσαν οι Τούρκοι. Κάνουν έτσι και τον +βλέπουν ζωντανό, σκύλιασαν. Ίσα να τον σκοτώσουν. Μα κοντά στο +πλατανόρρεμμα άξαφνα χυμάει η κλεφτουριά του Τσέλιου με τη +Λουλούδω αντάμα: + + — Βαράτε τα σκυλιά!, κάνει από πάνω ο μυλωνάς σαν τους είδε, +βαράτε τα σκυλιά!... Δέκα καρυοφύλλια ρυάστηκαν τότες μαζί, κ' +οι τούρκοι έπεφταν ο ένας απάνω στον άλλο μπαϊλισμένοι. +Κοκκίνησε το νερό του μύλου απ' το αίμα. Μ' απάνω στη ζάλη, ο +τοίχος πόμεινε ο Λιάκος, αναταράχτηκε σύρριζα. Τον είχε φάη η +φωτιά και σωριάστηκε μισός από δω, μισός από κει μαζί με το +Λιάκο στον αέρα, που φώναζε ακόμα μέσα στο κατρακύλημα των +λιθαριών: + + — Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!..... + +Κι όντας αποτέλειωσε τη θλιβερή αυτή ιστορία, ο γέρος τσοπάνος, +της πέτρας αυτής που καθόμαστε ξαπλωμένοι κ' οι δυο, μου φάνηκε +πως ο αντίλαλος πέρα της ράχης έπαιρνε τα στερνά του λόγια και +τάφερνε μακριά, πολύ μακριά προς τα ελληνικά σύνορά μας, +διαλαλώντας τα βραχνά από μεγάλο πόθο κι εκδίκηση γεμάτα: + + — Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!... + + + +ΤΟ ΧΑΛΑΖΙ + + + +Το μάτι ελεύθερο ξάνοιγε την απέραντη πρασινάδα των σταφίδων +και τη θάλασσα τη βαθειά γαλάζια κι αφροστεφανωμένη. Τα +χελιδόνια φτερούγιζαν φλύαρα κ' οι γλάροι βουτούσαν κάτω στα +κύματα. Χαρά θεού, κι ομορφιά καλοκαιρινής ημέρας. Ο ουρανός, +ξάστερο κρούσταλλο, καταγάλαζος, τ' αεράκι της εξοχής μυρωμένο +από χορτάρι, από πρασινάδα. Κ' οι λινοί, όμορφα άσπρα, κόκκινα, +γαλάζια σπιτάκια, σκορπισμένα ανάκατα κάπνιζαν· κόντευε +μεσημέρι. Οι αργάτες τρυγούσαν παλληκάρια και κορίτσια, με τα +καλάθια που τα γέμιζαν τα φορτόνουνταν στον ώμο τους, κι +έρχουνταν κι άδειαζαν τις σταφίδες στ' αλώνια. Άσπριζε η εξοχή +από τ' άσπρα μαντήλια των κοριτσιών που φορούσαν στο κεφάλι για +τον ήλιο, έφερνε στα φτερά του το μυρωμένο αγέρι στιχάκια +αγάπης και καημού από τα τραγούδια των τρυγητών: + + Ψηλά την χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος + και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος... + +Ο ήλιος φλογερός· λιοβόρι πυρωμένο σκορπούσε χρυσά, φωτεινά, +θαμπωτικά κύματα, φλόγες κατάχρυσες, ο ίδρωτας στεφάνονε τα +μέτωπα των δουλευτών η ευτυχία χαμογελούσε στα σπιτάκια και στα +καλύβια. + +Καθόμαστε με το νοικοκύρη του λινού από κάτω από μια θεόρατη +βελανιδιά. Είχε αποστάση ο χωρικός μέσα στον ήλιο και περίμενε +τη γυναίκα του, τα παιδιά του, και τα κορίτσια του ν' αφήσουν +τον τρύγο για να ξεμεσημεριάσουν για να φάνε. Είταν χαρούμενος +ο χωρικός, η εσοδεία φέτο πήγαινε καλά, ο καιρός τη +σιγουντάριζε πολύ, τ' αλώνι του γέμιζε από διαλεχτό πράμμα· +λίγες μέρες ακόμα θ' αποτρυγούσαν, θα λιάζουνταν το πράμμα, θα +το κουβαλούσε στην πόλη, θα το πωλούσε τέλος, θα ξέβγαινε απ' +τα βάσανα. Και πόσα βάσανα! Κι ενώ κοίταζε μ' αγάπη τη σταφίδα +του που σούρωνε στ' αλώνι κι έπαιρνε στον ήλιο ένα γλυκό μπλε +χρώμα, έκανε τόσους καλούς λογισμούς, χαμογελώντας. Με τη +σταφίδα αυτή θα πλήρονε τον τόκο στης χώρας τον τοκογλύφο, θ' +αγόραζε στο στάρι του για το ψωμί του τον χειμώνα, θάντυνε, θα +πόδαινε τα παιδιά του, και κάτι τι ακόμα π' όσο το στοχάζουνταν +τόσο και χαμογελούσε γλυκύτερα. Το πρώτο του κορίτσι, η +ξανθομαλλούσα η Βασιλική, δυο χρόνια τόρα αρραβωνιασμένη +θάνοιγε το σπίτι της κι αυτή, θάβγαινε το κορίτσι από τη +συλλογή του, θάβγαινε κι αυτός απ' αυτή την παντρειά. Πέρυσι η +σταφίδα τίποτε, λιγοστή, πρόπερσι τα ίδια. Τόρα έδοσε ο θεός κι +όλα καλά πήγαιναν. Και τα τραγούδια έρχουνταν γλυκύτερα, από +μακριά, κ' η εξοχή χαμογελούσε όμορφη κι ευτυχισμένη. + +Ήρθε το μεσημέρι κ' οι αργάτες έφτασαν, τα παιδιά, τα κορίτσια +χαρούμενα, μουσκεμμένα στον ίδρωτα. Ξανάσαναν στον ίσκιο της +μεγάλης βελανιδιάς, ένυψαν τα χέρια τους κι άρχισαν να τρώνε μ' +όρεξη μαύρο ψωμί κι άσπρο τυρί με μεγάλες μπουκιές, με κόκκινα +μάγουλα και μ' άσπρα δόντια, όλο υγία, θεριοσύνη. + +Μ' άξαφνα πέρα από τα βάθη τ' ουρανού, σκούρα συγνεφάκια +άρχισαν να ξεμυτίζουν να προβάλλουν περισσότερο. Σε λίγο ο +ήλιος αυτός κρύφτηκε στα σύγνεφα, μαύρες, μαύρες σκιές +απλώθηκαν στην εξοχή. Αστραπές και βροντές ακούστηκαν. Σε μισή +ώρα η όμορφη εξοχή, οι κόποι και τα βάσανα των χωρικών η +σταφίδα τους η πολυβασανισμένη, όλα, όλα χόρευαν μέσα στη +νεροποντή τ' ουρανού. Ξαφνικό χαλάζι πυκνό και κατάχοντρο +παράδερνε τα χτήματα, τσάκιζε τις ελιές και τα δέντρα, +παράσυρνε τη σταφίδα απ' τ' αλώνια στα χαντάκια, κάτω στο +ποτάμι, πέρα στη θολή και μανιωμένη θάλασσα. Αντάρα πυκνή, θολό +χάος σκέπαζε και γις και ουρανό. Η δυστυχία άπλωσε το βαρύ χέρι +της και τσάκισε, και συνέτριψε και κόπους κι αγώνας, και όνειρα +κι ελπίδες. Βαρειά θλίψη πλάκωνε τους λινούς, τα σπιτάκια και +τις καλύβες των χωρικών. + +Μια ώρα κράτησε η ανεμοζάλη, η πλυμμύρα. Ύστερα αγάλι' αγάλια +ξάνοιξε, ξαστέρωσε, τα σύγνεφα σκίστησαν, μάζεψαν, τράβηξαν +δρόμο, σε λίγο χάθηκαν πέρα στις άκρες τ' ουρανού. Ο ήλιος +διάφανος, δροσερός αγκάλιασε πάλι την εξοχή, μεγάλοι κόμποι +νερού τρεμούλιαζαν στην άκρη των μαδημένων φύλλων των δέντρων +των κλημάτων, ο ουρανός άπλονε τη θολωτή αγκαλιά του πιο +γαλάζια, τα πουλιά λουσμένα στη βροχή, φτερούγιζαν να +στεγνώσουν ήλιο. Κ' η λαμπράδα αυτή του καθάριου ουρανού, του +μεγάλου ήλιου, έπεφτε με μια μεγάλη λύπη απάνω στην +κατατσακισμένη, την καταστραμμένη φύση. + +Οι χωρικοί καταλυπημένοι, ξαφνισμένοι από τ' ανεπάντυχο κακό, +απόμειναν σαστισμένοι, ταμπλοβαρεμένοι. Ο νοικοκύρης του λινού, +η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα κορίτσια, ο σκύλος του, ο +μεγαλόσωμος και κατσαρός σκύλος, με χαμηλωμένο κεφάλι, με θολά +μάτια κι αυτός, εγώ, όλοι βγήκαμε όξω, τραβήξαμε στ' αλώνι. Δεν +είχε μείνη τίποτε· η σταφίδα, όση δεν την πήρε η νεροποντή, +είχε κολλήση, με το χώμα, είχε γίνη ντιπ λάσπη, αυτή που εδώ +και λίγη ώρα άφινε στου ήλιου τις αχτίδες εκείνο το γλυκό μπλε +χρώμα. Σε τέτοια καταστροφή, σε τέτοιο χαλασμό, ο πόνος μας +τράνταξε βαθειά, βαθειά, όλους. Ω! ο Θεός είταν πολύ άδικος, +πολύ άδικος! Τα παιδιά βλαστημούσαν η γυναίκα χτυπούσε με τα +χέρια της το κεφάλι της, τα κορίτσια έκλαιαν. Δεξιά, αριστερά, +πέρα, η ίδια θλίψη, ο ίδιος πόνος, η ίδια κατάρα. Ο νοικοκύρης +κίτρινος, κίτρινος, με σκυμμένο κεφάλι, και τα χέρια σταυρωμένα +πίσω, κοίταζε μ' ανοιχτά μάτια, χωρίς να βλέπη. Είταν σαν +τρελλός. Φωνές και κατάρες έρχουνταν απ' όλη την εξοχή κι ο +αέρας φαίνουνταν πως γέμιζε από κύματα οργής και θυμού και +απελπισμού. Α! ο Θεός είταν πολύ άδικος, πολύ άδικος. + +Τόρα πάνε τα γλυκά όνειρα, οι καλές ελπίδες. Ο δανειστής δε θα +πληρωθή και φέτο, ο τόκος δε θα δοθή, το χρέος θ' αυγατήση, +λεφτά δε θα βρεθούν το χινόπωρο για την καλλιέργεια, το ψωμί θα +λείψη τον χειμώνα, παπούτσια και φουστάνια τίποτε. Ο γάμος δε +θα γίνη και φέτο, ο γαμπρός θα θέλη τα λεφτά που τούταξαν, το +κορίτσι θα μαραζόνη η φαμελιά θα ντροπιαστή· ίσως και διαλύση +την αρραβώνα ο γαμπρός· ο κόσμος τότες θα πη τα δικά του. Η +φτώχεια βαρειά, βαρειά θάνε η φτώχεια, η δυστυχία μεγάλη φέτο, +το ψωμί ακριβό... + +Κ' οι πικροί αυτοί λογισμοί βαραίνουν πολύ, το κεφάλι του +δυστυχισμένου πατέρα. Γυρίζει και βλέπει τα μάτια της κόρης του +βουρκωμένα, το πρόσωπό της χλωμό, μαραμένο. Δυστυχισμένο παιδί. +Δε σκέφτεται τόρα άλλο τίποτε παρ' αυτή, αυτή μονάχα. Τι +δυστυχία! Τα βλαστήμια, οι κλάψες αυξάνουν ολόγυρά του· η +καρδιά του φουσκόνει. Τούρχεται πολύ κακό, πολύ κακό· έτσι να +βλαστημήση κι αυτός, να κολαστή, να μη λυώση αύριο μεθαύριο που +θα πεθάνη, να βράση η ψυχή του σε καζάνια με πίσσα στον αιώνα +τον άπαντα. + +Αλλ' όχι δε κάνει, αυτό δε γίνεται. Η δυστυχία, το κακό πού +αλλού θα πάη παρά στον άνθρωπο; Πρέπει να το δοκιμάση κι αυτό +το κακό ακόμα. Ο Θεός το έδωσε κι ό, τι δίνει ο θεός, καλό +καμωμένο. Η ζωή θέλει κουράγιο, αυτή η πολυβασανισμένη ζωή. Και +γυρίζει άξαφνα με την τρεμάμενη φωνή του μέσα στην κλάψα και +στον πόνο της φαμελιάς του και λέει χαμογελώντας πικρά: + + — Ε! κουράγιο, βρε παιδιά, κουράγιο. Μη σας πήρε όλους η +λιγοψυχιά. Έχει ο Θεός και για μας τους φτωχούς!... + + + +ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ + + + + Στον Κ. Μάνον +Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε στα ύστερα στην άκρη του και η μεγάλη +λάμπα αντικρύ του με το πράσινο κομψό αμπαζούρ της, φώτιζε +γελαστό το μισοασπρισμένο κεφάλι του· κοιμούνταν τον +ευτυχισμένο αγροτικό ύπνο του. Η πλακόστρωτη ταράτσα +καταστοιβαγμένη από πρασινάδες και λουλούδια ολόγυρα, είταν το +μόνο φωτισμένο μέρος του μικρού σπιτιού, που κοιμούνταν σε +βαθειά σιγαλιά. Το τραπεζάκι με τ' απομεινάρια του δείπνου +απόμεινε ακόμα εκεί, και μια γατίτσα με κόκκινη κορδέλλα στον +ασπρόμαλλο λαιμό της, στριφογύριζε και νιαούριζε, πηδώντας από +καρέκλα σε καρέκλα. + +Αγροτική ερημιά περιχυμένη άφθονη στο μικρό σπιτάκι, σ' όλο το +χωριό. Ο κήπος με τα καρποφόρα δέντρα του, τα λαχανικά του και +τα θεόρατα πλατάνια του κάτω εκεί που έσμιγε σ' αδελφωμένο +νανούρισμα με της νεροσυρμής τον αχό, ο κήπος μέσα στην +ομορφότερη αστροφεγγιά του καλοκαιριού, έπαιρνε μια φανσταστή +όψη και το μικρό σπιτάκι ανάμεσά του, παράστεκε σα μια μικρούλα +ονειρευτή φωλιά παντοτεινής αγάπης. + +Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε κι αυτός κι εκείνη απόμειναν μονάχοι, +βουβοί και βυθισμένοι σ' όνειρα, σ' αφηρεμάδα, σε λογισμούς +ατέλειωτους. Πρώτη φορά που βλέπουνταν στη ζωή τους· περνούσε +αποβραδίς απ' το χωριό το παλληκάρι, κι ο γέρος της που +φημίζουνταν για ψωμοδότης και φιλόξενος άνθρωπος, τον κράτησε +μια νύχτα στο σπίτι του. Αυτή γύριζε εκείνη τη στιγμή απ' τ' +αμπέλια πέρα, καβάλλα στον ψαρή της, χωριατοπούλα όμορφη και +δροσερή, αρχοντοπούλα ζηλευτή, γραμματισμένη περισσότερο απ' +όλες τις φιλενάδες της. Ξεππέζεψε πεταχτή, τίναξε χαριτωμένα τ' +άσπρο φουστανάκι της, και βρέθηκε στο πλάι του πατέρα της. Το +γεροντάκι τους γνώρισε χαμογελώντας, κι ανέβηκαν στο σπίτι και +οι τρεις· στρώθηκε το τραπέζι στην πρασινοστολισμένη ταράτσα, +ενώ η νύχτα άπλονε το μαλακό της πέπλο στην εξοχή, και +σκορπούσε αγάλι' αγάλια ολοένα γλυκύτερο και βαθύτερο μυστήριο +στο μεγάλο κάμπο. + +Το γεύμα είταν όμορφο κι αυτό, αγροτικό κ' ευτυχισμένο, θάλεγε +κανείς πως στη μικρούλα αυτή άκρη της γις έρχουνταν και +κρύβουνταν ζηλότυπα του κόσμου η ευτυχία. Δεν είχαν γνωριστή +περισσότερο από δυο τρεις ώρες και ο καθείς του ένιωθε μεγάλη +ηδονή να βλέπη και να μη χορταίνη μέσα στ' ολίγο φως της +λάμπας, τα μάτια του άλλου. Είχαν πη τόσα αδιάφορα πράγματα στο +τραπέζι, είχαν αραδιάση τόσα λόγια και τόρα ξεκουράζουνταν μέσα +σε μεγάλη σιωπή. Γύρω τους όλο το μεγαλείο και το μάγεμμα της +νύχτας, τους μεθούσε και τους συνέπαιρνε από στιγμή σε στιγμή, +κ' οι καρδιές τους ανάλυοναν από μεθυστικούς χτύπους, μέσα στην +αδιάκοπη αναπνοή του κοιμισμένου γέρου, π' αντηχούσε στο πλάι +τους ήσυχη κι ευτυχισμένη. + +Κι αγάλι' αγάλια μέσα στο νανούρισμα της καλοκαιριάτικης +αστροφωτισμένης νύχτας, οι ψυχές τους ξεχωριστά ανόμοιες η κάθε +μια, γέμιζαν από μεθύσι επιθυμίας κι αγάπης. Εκείνος άνθρωπος +του κόσμου, της ζωής, του ξεφαντώματος, νιος της ξενευρισμένης +εποχής, εκείνος που δεν άφησε να μη δοκιμάση σταλαματιά, +σταλαματιά τη ζωή παράφορα και την ηδονή αχόρταγα, κουρασμένος +και ξασθενισμένος, φαίνουνταν πως είχε βρη ξαφνικά το γιατρικό +της παραλυμένης ζωής του μέσα στην ερημική αυτή γωνιά της γις. +Και με πόση χαρά θ' άλλαζε όλη την άταχτη και νευροφάγα ζωή του +κόσμου μ' αυτή την ήσυχη, την τρυφερή, τη μαγεμμένη ερημικιά +φωλιά της ευτυχίας. Να λησμονήση όλα, όλα· να λείψη από τη +σάχλα και την ανορεξιά της καθημερινής ζωής του, να χάση από τα +μάτια του τον κόσμον και την αηδία του, να μείνη σφιχτά δεμένος +παντοτεινά σ' αυτή την όμορφη εξοχή, σ' αυτόν τον χαριτωμένο +τόπο, ανάμεσα σε πρασινάδα και σε ομορφιά αγροτική, χωριάτικη, +ξένοιαστη, μέσα στα σπαρμένα ξανθά σιταροχώραφα και στα πράσινα +αμπέλια, σ' αυτό το μικρουλάκι σπιτάκι, ανάμεσα στην αληθινή, +στην αφκιασίδωτη φύση και εξοχή. Ο πόθος της αγροτικής ζωής +ποτέ δεν έπιασε τόσο αλαίμαργα άλλη ψυχή. Και ποια ακόμα τέλεια +ευτυχία, να γέρνη ν' αναπαύεται στα μικροκαμωμένα γόνατα της +όμορφης χωριατοπούλας, και να τον μεθούν και να τον +αποκοιμίζουν τα ολόμαυρα αυτά μάτια, που τον κοιτάζουν τόρα +τόσο λιγωμένα και λαχταριστά...... + +Εκείνη κόρη του αγρού, γεννημένη στη δροσοστόλιστη και +ηλιολουσμένη πρασινάδα του βουνού, κόρη αγνή κι ανήξερη, +σταλαματιά νερού στον ήλιο, είχε ζήση τόσα χρόνια τόρα στον +ήσυχο ορίζοντα του χωριού της. Μοναχοκόρη κι αρχοντοπούλα +μικρορφανεμένη από μητέρα, το καμάρι κ' η χαρά του γέροντά της, +άκακη κι απονήρευτη σαν τ' ανοιξάτικο πουλάκι, αγνή σαν +χριστογεννιάτικο χιόνι, είχε γνωρίση τον κόσμο που ξαπλόνουνταν +άγνωστος και με μυθική ομορφιά πέρα απ' τα βουνά του χωριού +της, μονάχα απ' τα βιβλία που διάβαζε στην ερημιά της. Κ' η +παιδική ψυχή της θαμπωμένη στ' αγνώριστα αυτά μάγια γι αυτή, +στην ευτυχία αυτή και την ονειρευτή χαρά που είταν άγνωστη +στους δρόμους και στα σπιτάκια [του] χωριού της, διψασμένη από +τ' ανήξερο αυτό νερό ξένης ζωής, ξένου γι αυτή κόσμου, που +τόσες νύχτες τον ωνειρεύουνταν με τόσο πόθο στο μικρό +κρεββατάκι της, και η ψυχή της ανοιχτή και ανυπόμονη αιώνια για +την αλιώτικη αυτή ζωή, πλημμύριζε αχόρταγα από το άρωμα του +παλληκαριού αυτού, που έρχουνταν εκεί στην ερημιά της ξαφνικά +σαν άγγελος επίτηδες σταλμένος από την ποθητή χώρα των ονείρων +της.... + +Και το χαριτωμένο κεφαλάκι της, γέμιζε από τόσους μεθυστικούς +λογισμούς, κι έπλεε όλη σ' ένα πέλαγο επιθυμιάς και δίψας +μπροστά σ' αυτό το ζωντανό όνειρό της, που τόσα χρόνια το +πόθησε και το ζωγράφισε κατάβαθα στο νου της, η παιδική της +φαντασία. Με πόση όρεξη θάπεφτε στην αγκαλιά τόμορφου και του +καλού αυτού νιου, που ξέρει τόσα όμορφα πράμματα, που λέει τόσα +έξυπνα λογάκια, που γνώρισε του κόσμου όλα τα καλά κι όλα τα +ξεφαντώματα, για να την φέρη πέρα, πέρα στον άγνωστο μεγάλο +κόσμο, να δη και να γνωρίση τα μάγια καινούργιας ζωής, του +κόσμου τις χαρές και τις τρέλλες. + +Κι όσο έβλεπε κατάμματα το καλοκαμωμένο και κομψό παλληκάρι, +τόσο η επιθυμιά της άναβε στη ψυχή της, και δείχνουνταν φλογερή +κι αστραφτερή στα ολόμαυρα ματάκια της. + +Γύρω ο κήπος γεμάτος σκοτεινό μυστήριο, αναδεύουνταν στα +φιλήματα της αύρας, σα ν' ανατρίχιαζε από γλυκειά επιθυμία κι +αυτός, κ' η μαγεμμένη νύχτα με την πλούσια αστροφεγγιά της, +ανάλυονε ολοένα τις ψυχές τους, και κοίταζε τόρα ο ένας τον +άλλον με πικρό παράπονο, με περίσσια ζήλεια. Κι άξαφνα το +γεροντάκι που κοιμούνταν τόσο ήσυχα, ξυπνά. Ανοίγει τα μάτια +του χαμογελώντας και ξαφνισμένος και καλός, ψιθυρίζει: + + — Μπα! με πήρε ο ύπνος· πέρασε η ώρα. Πάμε να κοιμηθούμε... + +Μες στης αυγής την όμορφη ροδόλαμψη, μέσα στα πρώτα κελαδήματα +των πουλιών προτού ακόμα να φανή η μέρα και να πετάξη η νύχτα, +μέσα στ' ατέλειωτα λαλήματα των κοκόρων του χωριού, τ' όμορφο +και καλοκαμωμένο παλληκάρι, ευχαριστεί και σφίγγει δυνατά το +γεροντικό χέρι του ψωμοδότη του, καβαλλικεύει στ' άλογό του +ανόρεχτα, με τη ψυχή γεμάτη απόνα αίσθημα παράξενης λύπης, και +παίρνει σκυφτό το δρόμο του. Λαλούν ακόμα οι κοκόροι του +χωριού, ο μεγάλος κήπος με το μικρό σπιτάκι πλέει όλος σ' ένα +μισοφωτισμένο πέλαγος ευτυχίας πιο αρπαχτικής, κι αυτός προτού +να χάση μια τέτοια αγαπημένη ζωγραφιά για πάντα απ' την όψη +του, στην άκρη του πυκνοφυτεμμένου μονοπατιού, γυρίζει πίσω μια +φορά ακόμα τα μάτια του... + +Ψηλά στην πρασινοστόλιστη ταράτσα ολόρθη, αχνή και λυπημένη +στέκεται η κόρη σαν ολοζώντανο μάρμαρο του Παράπονου, με +καρφωμένα τα ματάκια της απάνω του. Και μέσα στο στερνό εκείνο +και φλογερό κοίταγμά τους, όλα τα γλυκά όνειρα κ' οι φλογερές +και διαφορετικές επιθυμίες της περασμένης νύχτας, λυόνουν στα +μάτια τους για μια στιγμή σε δάκρια πικρά, όσο που ο πράσινος +τοίχος του μονοπατιού, χωρίζει αιώνια αυτόν που φεύγει για τον +αηδιασμένο κόσμο του, κι αυτή που απομένει στην άχαρη εξοχή +της. + + + +Ο ΣΙΔΕΡΟΔΡΟΜΟΣ + + + +Από το μικρό χωριδάκι περνά πολύ θαμπά το τραίνο, κι ο σταθμός +του σιδηρόδρομου με τα κόκκινα κεραμίδια του, τον κλαρωμένο +στους τοίχους του πράσινο κισσό, και με το γέρο σταθμάρχη του, +είνε πολύ μακριά απ' το χωριό. + +Κ' οι χωρικοί περπατούσαν γλήγορα να προφτάσουν το τραίνο. Ένας +από τη χώρα τεχνίτης είχε παντρευτή το βράδι στο χωριό κι +έφευγε τόρα μαζί με τη νύφη. Μπροστά το μικρό χωριατόπουλο με +γυμνά ποδάρια κι άφθονα μαλλιά, κρατώντας μέσα σ' ένα +τενεκεδένιο κουτί τα στεφάνια του γάμου, τη μόνη ενθύμηση +πόπαιρνε μαζί της από το χωριό της η νύφη, αχνή, αχνή παιδούλα. +Ο γαμπρός κ' η νύφη περπατούν μαζί, ο ένας κοντά στον άλλον +χωρίς μιλιά. Πίσω έρχεται η μάννα με τα δάκρια στα μάτια που +τρέχουν στο ζαρωμένο πρόσωπό της. Η αυγούλα αρχίζει να ροδίζη +στον ουρανό κι αυτοί φεύγουν φεύγουν να προφτάσουν το τραίνο. Ο +κοκκινοχώματος δρόμος του χωριού με τη μακριά σειρά των φραχτών +του κι από τις δυο μεριές είνε σκοτεινός ακόμα. Κοιμούνται γύρω +τα περιβολάκια με τα ψηλά κυπαρίσσια τους, πέρα τ' αμπέλια +μόλις χωρίζουν και το ποταμάκι κάτω πόπλυνε τόσες όμορφες μέρες +τα ρούχα της η νύφη, ακούεται σα να κλαίη παραπονεμένα κι αυτό, +για τον ξενιτεμό της. + +Φεύγουν φεύγουν κι από μπρος της φεύγει κ' η αγαπημένη όψη του +χωριού της, πόζησε σ' αυτό όλη τη ζωή της για ν' ακολουθήση +τόρα τον ξένο αυτόν τον άντρα της. Και τα ματάκια της ραντίζουν +το κοκκινόχωμα του χωριού της. Ε! έτσι είταν της μοίρας της! Θα +χωριστή τόρα απ' τη μαννούλα της, θα πάη πέρα σε ξένη χώρα γι +αυτή και σε ξένο κόσμο. + +Λίγα βήματα ακόμα και φτάνουν στο σταθμό. Το τραίνο ήρθε +λαχανιάζοντας, κατάμαυρο. Τα δυο μεγάλα κόκκινα μάτια του +μπροστά, οι λυχνίες του στη γραμμή, απλόνουν κόκκινες φωτερές +πλατειές λωρίδες στα χαλίκια. Τα παράθυρα, οι πόρτες του +ανοιγοκλείουν βιαστικά, κοιμισμένα κεφάλια, νυσταγμένα σώματα +βγαίνουν. Ο καμπουριασμένος σταθμάρχης με το μικρό φαναράκι του +στα χέρια και τη σφυρίχτρα του στα χείλη πάει κ' έρχεται.. + +Η φωνή του τόρα ακούεται βραχνή: + + — Στις θέσεις σας, κύριοι!..... + +Στη θέση τους γρήγορα, τόσο γρήγορα!.... Ο γαμπρός την σέρνει +βιαστικά, το χωριατόπουλο τεντόνει το χέρι του με το +τενεκεδένιο κουτί των στεφανιών η γριά μάνα κολλιέται στο λαιμό +της αγαπημένης κόρης, της και κλαίει, κλαίει. Πόσο γρήγορα, +πόσο αρπαχτικά της την παίρνουν. + + — Στις θέσεις σας, κύριοι!.... + +Κ' η φωνή του γέρου σταθμάρχη της σκίζει τα στήθη. Δύο τρία +φιλιά μόλις προφταίνει να της δώση ακόμα στα χλωμά της μάγουλα. +Κι αυτά βιαστικά, σα να της τάκλεφτε. Δυο φιλιά; Τι να της +κάμουν αυτής δυο φιλιά· πως να την παρηγορήσουν; Κ' η γις κι ο +κόσμος όλος της φαίνεται, πως βυθίζεται μπροστά στα ποδάρια +της. Πώς! για μια νύχτα είταν όλη η ευτυχία του γάμου της κόρης +της; Να την δη νυφούλα, όσο βλέπει κανείς την αστραπή; Όλα +βιαστικά, όλα γρήγορα, όλα παράξενα. Έτσι παντρεύουν τόρα τα +κορίτσια στο χωριό; Μια νύχτα μονάχα θα κρατή η χαρά κ' η +ευτυχία του γάμου; Έτσι βιαστικά θα χωρίζουνται τα κορίτσια από +την αγκαλιά των γονιών τους; Μήτε χαρές πια, μήτε γάμοι, μήτε +χοροί, μήτε μεθύσια, μήτε κοσμοχαλασιά, μήτε θόρυβος; Πάει και +το ξεπροβόδισμα της νύφης με τα όμορφα νυφιάτικά της, καβάλλα +σε ψαρή άλογο, με τις καβάλλες των παληκαριών του συμπεθερικού, +της λεβεντιάς, με τις άσπρες φουστανέλλες και τις χρυσές +φέρμπελες; Πόσο άλλαξαν τα πράμματα· να φεύγουν οι νυφάδες +νύχτα νύχτα σαν φαντάσματα, σα δολοφόνοι, κατάμονοι! Έφταιξε +τόσο πολύ, αμάρτησε τόσο πολύ ο κόσμος για να τιμωριέται τόσο +σκληρά αυτή η δυστυχισμένη! + +Και στο υστερνό στεναγμό της, στο υστερνό φίλημά της απάνω στα +λυπημένα μάτια της κόρης της, το τραίνο κυλά λαχανιασμένο, +αδιάφορο μπροστά. Χάνεται στη νύχτα μπροστά στα θολά μάτια της +το χλωμό κεφαλάκι της κόρης της που πνιγμένη στα δάκρια +ψιθυρίζει: + + — Μάννα, γλυκειά μου μάννα!... + +Κ' η φτωχιά χωριάτισσα συντριμμένη από τη λύπη, βλέποντας να +γκρεμίζεται μπροστά της ο καλός παλιός κόσμος άλλης ζωής κι +άλλων αισθημάτων απομένει βουβή στην αρχή. Ύστερα σηκόνει τη +ζαρωμένη γροθιά της θυμωμένη κατά το τραίνο που χάνουνταν πια, +και ξεθυμαίνει σ' αυτό: + + — Ανάθεμά σε, σιδερόδρομε, εδώ που βρέθηκες!... + + + +Τ' ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ + + + +Καιρός τόρα και τη θυμούμαι αυτή την ιστορία. Σαββάτο βράδι +είταν την ώρα που κουρνιάζουν οι κότες, π' ανάβουν τους +φούρνους τους οι χωριάτισσες για το ψωμί τους, που παίζουν τις +αμάδες και πηδούν τις τρεις τα χωριατόπουλα, πόρχουνται +καταποσταμένοι απ' τα χωράφια τους με τ' αλέτρια τους και τα +ζώα τους οι χωριάτες. Σάββατο βράδι που χόρευε ο γονιός το +χοντρομπαλάτο μαξούμι του απάνω στα γόνατά του, και παρατούσε +τον αργαλιό της η λιγερή, για ν' ανάψη το καντήλι της εμπρός +στο κόνισμα του σπιτιού· το κόνισμα με την Παναγία και τα +στέφανα των γονιών της, καπνισμένο από τόσων χρόνων καπνό, που +τον είδαν ν' ανεβαίνη αγάλι' αγάλι' στα δοκάρια της στέγης, +πότε χαρούμενα και πότε κλαμένα τα μάτια της φαμελιάς. + +Είτανε η καλή ώρα όλου του χωριού που γύριζε στο σπίτι του ν' +αλλάξη το λερωμένο μέσα στις λάσπες μια βδομάδα ντύμα του, να +πάη στην εκκλησιά του το πρωί της Κυριακής, να κρεοφαγήση το +μεσημέρι, να μεθοκοπήση κάμποσο τ' απόγιομα και να κοιμηθή μια +νύχτα ακόμα στο σπίτι του, για να ξεκινήση θαμπά τη Δευτέρα για +τα χωράφια του. + +Εκεί απάνω ξεμπουκάρει τ' απόσπασμα στο χωριό. Δέκα ευζώνοι κι +ο δεκανέας έντεκα. Η πανούκλα νάτανε δε θα τρόμαζε τόσο το +χωριό. Φευγιό και πάλι φευγιό. Φτωχοί άνθρωποι. Μια φωνή +ακούστηκε: + + — Τ' απόσπασμα! + +Κι έσβυσαν οι φούρνοι, βουβάθηκαν τα παιδιά, ανεμοζάλη φύσηξε. +Το μισό χωριό πήρε το λόγκο κι όπου φύγη φύγη. + +Ο δεκανέας κοντός, κοντός με το φέσι ριγμένο μπροστά στο +μέτωπο, τη μεγάλη φούντα του σκορπισμένη, την κάπα του ριγμένη +στον ένα ώμο, τον γκρα, αναρτισμένον σέρνοντας τη ψηλή του +γκλίτσα, φάνηκε πρώτος πρώτος. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι από +πίσω με γκράδες και γκλίτσες. Απόσπασμα χωρίς γκλίτσα δε +γίνεται. Όσο πλειότερες τόσο και καλλίτερα. Με τη γκλίτσα +πατούν τα κατσάβραχα, μ' αυτή βαρούν τα σκυλιά, μ' αυτή τους +χωριάτες, άμα δε δουλεύει ο κόπανος του γκρα, και με την ίδια +γραπόνουν καμιά ψιμαδούλα αρνάδα για το σουβλί. Έφτασαν στου +κυρ πάρεδρου. Τα σκυλιά, τα μαντρόσκυλα του χωριού, χαλώντας +τον κόσμο με τ' αλυχτίσματά τους, τους έκλεισαν ζουνάρι. Έν' +απ' αυτά ψηλό, νευρωμένο κι άγριο άγριο, με μαλλί δασύ και +σταχτερό σαν το θαμπό φως της αυγής, χύθηκε απάνω τους ίσα, +ανοίγοντας τα σαγόνια του, πετώντας όξω κόκκινη φωτιά τη γλώσσα +του και τα κοφτερά δόντια του. Λίγο ακόμα και το σκυλί [θα] +κατάσκιζε τη χυτή και καλοκαμωμένη άντζα, με τη ρούχινη +Αστακιώτικη κάλτσα, του δεκανέα. + + — Τι το φυλάτε, μωρέ, και δε το σκοτόνετε, φωνάζει, κ' ένας +στρατιώτης σηκόνει τον κόπανο, του καταφέρνει μια και τ' +ανοίγει σε δυο το κεφάλι. Το σκυλί ξαπλώθηκε βαρειά, το αίμα +του πετάχτηκε ζεστό, ζεστό. Τ' άλλα σκυλιά το ζύγωσαν +βουβαμένα, το τριγύρισαν δυο τρεις φορές, κι άρχισαν να γλύφουν +το αίμα του, που πότιζε τη φράχτη του κήπου του πάρεδρου. Ο +στρατιώτης σφόγγισε με τη λερή φουστανέλλα του, τον ματωμένο +κόπανο του όπλου του, λέγοντας: + + — Μια τόχω, πάει σκαστό ντιπ!... + +Ζύγωσαν κ' οι άλλοι στρατιώτες, το σκουντούσαν με τις άκρες των +τσαρουχιών τους κι έλεγαν ξαφνισμένοι: + + — Ορέ, τ' άτιμο, μήτε γκιχ! δεν έκαμε!... + +Κανένας δεν έβγαινε όξω απ' τα σπίτια. Ο δεκανέας γύρισε κ' +είπε: + + — Σούρα, μπρε, ένας σας!. Τι θανατικό έπεσε σ' αυτό το +διαλοχώρι!... + +Σούριξε ένας στρατιώτης κι ο κυρ πάρεδρος που καθόμαστε μαζί κ' +οι δυο μέσα στο σπίτι του βγήκε έξω. Ο δεκανέας είπε θυμωμένα: + + — Πού είσ 'να τρυπωμένος γέροντα; + + — Πού νάμουνα, παιδί μου, γέροντας άνθρωπος, βαρυακούω κι +όλας...Καλώς ωρίσατε! Και τους έδοσε το χέρι του. + + — Έλα, τόρα, κυρ πάρεδρε, του λόγου σου, να μας μοιράσης, τα +καταλύματα, είπε ο δεκανέας. Ήρθαμε για κάτι εντάλματα και θα +μείνουμε εδώ απόψε. + +Ο πάρεδρος έκατσε μπροστά στη μακριά πεζούλα μπρος στο σπίτι +του μαζί με τον δεκανέα και ενώ χάραζε με την άκρη της γκλίτσας +του γραμμίτσες στο χώμα, είπε: + + — Έντεκα είστε, ε; Του λόγου σου ναρθής στο φτωχικό μου. Έχω +και του λόγου του μουσαφίρη, από δω απόψε, κ' έδειξε εμένα +πούχα βγη έξω. Τόρα έχουμε άλλους δέκα. Δυο να πάνε στου +Παλούκα, άλλοι δυο στου Σταύρου, άλλοι δυο στου Μάνθου, άλλοι +δυο στου Μπανιά κ' οι άλλοι δυο στου Νικολού. Να! πόγιναν και +τα κονάκια. Άιστε τόρα, παιδιά. Του λόγου σου, κυρ δεκανέα +κόπιασε μέσα. + +Το στράτεμμα σκόρπισε· οι χωριανοί άρχισαν να ξεθαρρεύουν, όσοι +είχαν πληρώση τα εντάλματά τους, και ξεπετάχτηκαν. Βγήκαν κ' οι +λιγερές κ' οι γυναίκες στα πηγάδια, το πήραν απάνω τους τα +παιδιά, ξανάναψαν οι φούρνοι, και μέσα στο ξεθάρρεμα του +χωριού, αγροικιώνταν κάπου κ' η φωνή κανενός στρατιώτη: + + — Κότα πήττα, σταυρομάννα, θέλει η καρδούλα μου, κότα +πήττα!... + +Μπήκαμε κ' εμείς στου κυρ πάρεδρου το σπίτι. Μια μεγάλη κάμαρα +όλο πέρα με τα ντουβάρια του αχύλωτα, με καπνισμένα τα δοκάρια +της στέγης, που κρέμουνταν απ' αυτά καμιά εικοσαριά βαντάκια +καπνού. Η γωνιά μεγάλη και χαμηλή στην άκρη· η γις χάμου είταν +αλειμμένη με γλίνα και γύμνια περίσσια ολόγυρα. Μονάχα στην +άκρη έν' αμπάρι μελό κι από πίσω τα ρούχα και τα σκαφίδια και +τα κόσκινα, και χίλιων ειδών σιγύρια του σπιτιού. + +Στη γωνιά είταν κρεμασμένο ένα λυχναράκι, κούτσουρα φλογισμένα +στο βυθό της έκαιαν. Ένας γάτος μαύρος μαύρος, ξαπλωμένος μέσα +στη στάχτη κοιμούνταν βαθύτατα. + +Η γυναίκα του κυρ πάρεδρου ήρθε και χαιρέτησε το δεκανέα, μια +γυναικούλα κατασκοτωμένη απ' τη δουλειά, τέσσαρα κόκκαλα, που +λένε. Χαιρέτησε το δεκανέα κ' η κόρη του, μια παχουλή, κοντούλα +κοπέλλα, χωρίς να σηκώση τα μάτια της. + +Ο δεκανέας πέταξε την καπότα του στο πλάι της γωνίας, έβγαλε τα +τσαρούχια του και ξαπλώθηκε σα σωστός καπετάνιος. + + — Ε! δε μας δίνεις κάνα ρακάκι, κυρ πάρεδρε είπε. Κόψε μας και +λίγο καπνό να φκιάσουμε τσιγάρες. Συ σταυρομάννα, ξέρεις τόρα· +αποσταμένος είμαι, κάνα π'λί στη σούβλα, καμιά κλούρα με τυρί +και κάν' αυγό στο τηγάνι. Έλα, κυρ πάρεδρε, τι χαμπέρια στο +χωριό; + + — Τι χαμπέρια, παιδί μου, να μολοήσουμε μεις δω στο χωριό, του +λόγου σας, είπε ο ασπρομάλης γέροντας, με την μποτίλλια με τη +ρακή στο χέρι, και το σουγιά στο άλλο. + + — Ε!. τι λες, θα πλερώσουν αύριο οι χωριάτες τα εντάλματα; + + — Ξέρω κι εγώ;, μπρε παιδί. Τι να πω; Ξέκαμαν αυτές τις μέρες +κάμποσα καλαμποκάκια, όχι και πολλά να πης. Δε γυρεύονται τα +έρμα τα γεννήματα κ' έχει ανέχεια ο κοσμάκης· τι να σου +κάμη!...Κι ο πάρεδρος αφού μας τράταρε μαστίχα έκατσε χάμου. +Ακούμπησε τον καπνό στα γωνολίθι κ' άρχισε να κόβη με το σουγιά +του αγάλ' αγάλια χτιπ, χτιπ. + +Κουβέντα με κουβέντα πέρασαν κάμποσες ώρες, όταν: + + — Ε! σταυρομάννα, κοντολογάει το φαΐ; ρώτησε ο δεκανέας. Η +γριά αποκρίθηκε: + + — Μια ψύχα ακόμα, καπετάνε μου. Άιντε, μωρή Λιώ, να στρώσης το +σουφρά. + +Η Λιώ, η παχουλή και κοντούλα κοπέλλα, έβαλε το σουφρά μπρος +στη γωνιά κ' άρχισε να μπαινοβγαίνη με τα σιγύρια. + +Φάγαμε. Ο δρόμος της ημέρας κ' η αποσταμάρα, μας έκαμε να +νυστάζουμε όλοι, να βαραίνουν σα μολύβι τα μάτια μας. + +Έχωσε τη φωτιά η γριά και ξαπλωθήκαμε όλοι αραδωτά. Ο δεκανέας +κοντά στο ένα γωνολίθι, στ' άλλο ο πάρεδρος με τη γριά του, +δίπλα τους η Λιώ, και σε μιαν αγκωνή εγώ. Έξω βαρυχειμώνιασε· +φύσηξε ένας αέρας ζεστός που μας έπνιγε η μούχλα· κ' ύστερα +έπιασε ένα νερό, ένας χειμώνας που χόρευαν τα κεραμίδια του +σπιτιού. Μέσα στην ανεμοζάλη με πήρε αρπαχτικά, γλυκά ο ύπνος. + +Όντας ξάφνω ξύπνησα παγουδιασμένος. Άνοιξα βαρειά τα μάτια μου. +Το λυχναράκι έτρεμε τόσο τρεμουλιαστά, που μόδοσε πολύ παράξενη +εντύπωση. Γύρω μου ροχάλιζαν όλοι και κάτω στο βάθος το +παράθυρο 'μισανοιγμένο, άφινε να μπαίνη μέσα το ανεμόβροχο και +να φωτίζεται απ' τις αστραπές ένα ξερόδεντρο του κήπου, κ' ένα +κομμάτι ουρανού συγνεφιασμένου, ντιπ πίσσα. + +Δε κουνήθηκα, μονάχα μισόκλειστα τα μάτια μου για να +ξανακοιμηθώ. Άξαφνα εκεί δίπλα μου ένιωσα αναδέμματα. Σε μια +λάμψη αστραπής φάνηκε αντικρύ μου ένας μαύρος ίσκιος κοντά στη +μεριά που πλάγιαζε η Λιώ η παχουλή και κοντούλα κοπέλλα του +πάρεδρου. Σαν πως άκουσα κάτι τι σαν ψιθύρισμα, σαν φιλί. +Ανασηκώθηκα αγάλι' αγάλια. + +Κάποιος φιλούσε πολύ μεθυστικά το κορίτσι, που οι τρεμουλιαστές +αναλαμπές του λυχναριού, τόδειχναν αριά και που καταλιγωμένο. + +Η κοπέλλα έλεε πολύ ψιθυριστά: + + — Δεν έπρεπε ναρθής απόψε... Τι άνθρωπος είσαι!... Δε μπορώ να +καταλάβω... Κ' έχεις πολλά εντάλματα; + +Μια αντρική φωνή αποκρίθηκε σιγαλά κι αυτή: + + — Τι σε νοιάζει γι αυτά. Πώς δεν έχω. Από πού να τα πλερώσω; +συ τα ξέρεις τόρα. Καρτερώ να γεννήσουν τα πρότα, κι απέ. +Σάματ' θα φάω γω το δημόσιο... + + — Κι αν σε πιάσουν αύριο, Γιώργο μου... μου πιάνεται η καρδιά +μου... γύρευε πότε θα σε δω... + +Εκείνος τη φιλούσε. Ύστερα σε λίγο η φωνή της ακούστηκε πάλι: + + — Δε φεύγεις τόρα... πώς φοβάμαι, είν' ώρα, μη σε πάρουν +χαμπάρι.... + + — Σα να πούμε με διώχνεις; Κι εγώ πόχω μήνα να σε δω μ' αυτά +τα κρυφτούλια... Κι άρχισε να την ξαναφιλή. Κρατούσα την +αναπνοή μου να μη με καταλάβουν πως τους παραμόνευα. Σε λίγο ο +νιος σηκώθηκε μαζί με την κοπέλλα. Αδρασκέλισε το χαμηλό +παραθυράκι και σε λίγο δε φαίνουνταν παρά το κεφάλι του· μι' +αστραπή έλαμψε· ένα κεφάλι τσοπάνου φάνηκε μαυριδερό, +λεβέντικο, όμορφο, με γλυκά μάτια. Το πήρε στα χέρια της η +κόρη, τόσφιξε μέσα στα μεστωμένα στήθη της, και το φίλησε, το +φίλησε παράφορα.... Ύστερα ξαπλώθηκε στη βελέντζα της μ' έναν +αναστεναγμό, πνιγμένο στη βοή της ανεμοζάλης που παράδερνε έξω +ακόμα φριχτά.... + +Θαμπά, θαμπά ξυπνήσαμε. Η αυγή ξημέρονε κρύα και καθάρια, ο +ουρανός έφεγγε λαγαρός. + +Ο δεκανέας μάζεψε τους στρατιώτες του, τους είπε ολονών κάτι τι +κρυφά στ' αυτί και τους αμόλησε δεξιά κι αριστερά. Αυτός έκατσε +μαζί μας σ' ένα μαγαζάκι του χωριού, παίζοντας σκαμπίλι μ' ένα +κοντόχοντρο χωριάτη, τρώγοντας λουκούμι και πίνοντας ρακί. + +Ίσα με το γιόμα οι στρατιώτες πλάκωσαν. Το κυνήγι τους δε πήγε +χαμένο. Έφεραν καμιά δεκαριά χρεοφειλέτες, άλλους αμολυτούς κι +άλλους λιταριασμένους. Ο δεκανέας τους δέχτηκε χαρούμενος. +Ύστερα από καμιά ώρα έφτασε κι ο εισπράχτορας που γύριζε τα +χωριά για εισπράξεις καβάλλα σ' ένα μουλάρι μαζί με τα +εντάλματα του δημόσιου στο σακκούλι. + +Παράξενο εκείνη τη μέρα όλοι οι χρεοφειλέτες έλυσαν τα +κομποδέματά τους, έβγαλαν απ' το σελάχι τους και πλήρωσαν το +δημόσιο. Μονάχα ένας δεν είχε να πληρώση. Χρωστούσε ο +δυστυχισμένος τα μαλλοκέφαλά του, και δήλωσε πως δεν είχε +πεντάρα. Ο δεκανέας τον έδεσε πιστάγκωνα, τον έβαλε στη μέση τ' +ασκεριού του και τ' απόσπασμα ξεκίνησε, ενώ τα σκυλιά τους +αλύχτιζαν για ύστερη φορά. + +Πέρασαν μπροστά απ' το σπίτι του κυρ πάρεδρου που καθόμαστε +αυτός κι εγώ έξω στην πεζούλα του σπιτιού, και μας χαιρέτησαν. +Όταν είδα τον χρεοφειλέτη στη μέση ανατρίχιασα. Είχε τα ίδια +γλυκά μάτια, το ίδιο μαυριδερό, λεβέντικο κεφάλι, που κρατούσε +ανάμεσα στα μεστωμένα στήθη της, τη νύχτα η Λιώ, η παχουλή και +κοντούλα κοπέλλα που κει που άπλονε τα ρούχα πούχε πλύνη πρωί, +πρωί, σαν τον είδε κιτρίνησε. Τον κοίταξε ίσα με που χάθηκε +αυτός και τ' απόσπασμα, κ' ύστερα κάθησε στη ρίζα μιας συκιάς +κι άρχισε να κλαίη κρυφά και σιγαλά τον πόνο της. + + + + +ΑΝΟΙΞΗ + + + +Ανθίζουν οι μυγδαλιές, βλαστάνουν τα δέντρα, ξανανιόνουν τα +πουλιά, γελά η φύση, αγάπη μεγάλη χύνεται και πλημμυρίζει όλη +την εξοχή. + +Τα λιοστάσια αφίνουν το χειμωνιάτικο σταχτή χρώμα τους, +πρασινίζουν κι αχτινοβολούν στον ήλιο, τα σιτάρια υψόνονται, το +χορτάρι και το τριφύλλι μεγαλόνει, η δροσιά το λούζει, από +μαργαριτάρια γεμίζει ο κάμπος. + +Έλα να πάρουμε τον καλό δρόμο της εξοχής μας και να τραβήξουμε +μακριά, αλάργα, πέρα από την πόλη όπως τότες. Δεν είμαστε +παιδιά πια, μα δεν είμαστε και γέροι. Συ θα φορέσης το μοβ +εκείνο φορεματάκι σου, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλλο σου, τα +μικρουλάκια λουστρίνια σου, τη βυσινιά, μπελερίνα σου, τα μαύρα +σου γαντάκια, νούμερο έξ. + +Για δες ο δρόμος πώς στρώθηκε στα πλάγια του με πράσινη +χλωρασιά, με κόκκινες παπαρούνες και με άσπρες μεταξένιες +ανεμώνες. Για δες οι μυγδαλιές βαρειά ανθισμένες, άσπρες +τριανταφυλλένιες, πώς περιμένουν το καμαρωτό σου τ' ανάστημα να +τινάξουν απάνω του τα άνθια τους και πέρα οι αγράμπελες να +στεφανώσουν τα παιδικά σου στήθη, τη φαρδειά σου μαύρη ζώνη με +το χρυσό της κρίκο. + +Τα πουλιά φτερουγίζουν και φλυαρούν σα να σε ξαναχαιρετούν +ευτυχισμένα σαν τότε. Τίποτε δεν άλλαξε από την εξοχή ακόμα. +Μήτε η μαραμένη καλύβα κάτω στο δάσος, μήτε το ποταμάκι που +κυλά στις πικροδάφνες και στα πλατάνια, που φουντόνουν +νιοβλαστημένα. Θα σκύψουμε να πιούμε νεράκι στην πράσινη όχτη +του, σαν τότε· ποτήρι θάχης τα δυο μου χέρια, ποτήρι θάχω τις +κόκκινες απαλάμες σου. Θα πιούμε δροσερό νεράκι αχόρταγα, θα +γελάσουμε μ' αγάπη και μ' άδολη χαρά, θα κόψουμε κλωνάρια +ανθισμένης λυγαριάς, και θα τραβήξουμε ακόμα το δρόμο μας. Θα +σφογγίσω τον κουρνιαχτό των λουστρινιών σου με το μαντήλι μου, +και θα πάρουμε το μονοπάτι του δάσους. + +Θα μπούμε μέσα. Το μυστήριο, οι σκιές του θα μας πλημμυρίσουν +τη ψυχή, θα μας μεθύσουν. Η φύση ολάκερη θ' αναγεννάται εκεί +μέσα. Θα κάνουν αγάπη τα σκουλικάκια, τ' αγριολούλουδα, οι +θεόρατες βελανιδιές, οι κισσοί κ' οι πλατομαντήλες μέσα στα +νερά. Και το μεγάλο αυτό φίλημα της αγάπης, του έρωτα της φύσης +θα μας φέρνη σε θεϊκή έκσταση. Θ' ακούμε τ' αηδόνια και θα τα +καλοκαρδίζουμε, θα βλέπουμε τα πρόσωπά μας στα νερά και θα +γελούμε ευτυχισμένοι. Οι βοσκοί θα μας στέλνουν από μακριά τους +σκοπούς της φλογέρας τους, ο ήλιος μέσ' απ' τα κλαριά τα φιλιά +του. + +Θα βρούμε τις παλιές μας αγαπημένες σπηλιές απ' αγριόβατα, θα +μαζέψουμε μούρα, θα φάμε και θα μελανιάσουν τα χείλη μου και θα +κοκκινίσουν τα δοντάκια σου. Κ' η κρουσταλλένια σου φωνή θα μου +τραγουδή αγάπης στιχάκια. + +Το προβατάκι τ' ασπρόμαλλο με τη μεγάλη κουδούνα στο λαιμό, θα +χάση πάλι το δρόμο του, και θα βελάζη παραπονεμένα. Θα σε δη, +θα σ' αναγνωρίση και θαρθή να γλύψη με την τριανταφυλλένια +γλώσσα του το μοβ φορεματάκι σου, και συ θα το φιλήσης. Και τα +καστανά μαλλάκια σου θα σμίξουν με τα χιονάτα κι ολόσγουρα δικά +του. Κι έτσι θάστε μια ζωγραφιά αγαπημένη και τι όμορφη μέσα +στη σκιά και τα χρώματα του δάσους. + +Τα δέντρα με τους κορμούς τους μεγάλους, θ' απλόνουν τα +νιοβλάστητα μικρά κλαράκια τους και θα σε χαϊδεύουν μαλακά στο +διάβα σου, τα μυρμηγκάκια στο χώμα θα τα πατή το πόδι σου τ' +ανάλαφρο, και δε θα τα σκοτόνη· το χορτάρι θα σου φιλή και θα +σου γαργαλάη το δαχτυλίδι της όμορφης γάμπας σου και συ θα μου +γελάς ευτυχισμένα. + +Οι πεταλούδες οι πολύχρωμες θα σε θαρρούν μυρωμένο λουλούδι και +θα γυρεύουν να πάρουν μέλι απ' τα χειλάκια σου, και καθώς θα +πετούν τριγύρω σου, θ' αφίνουν το μικρό τους ίσκιο απάνω στ' +άσπρο προσωπάκι σου. Νεράιδα θα σε παίρνη το δάσος ολόκερο και +θα βυθίζεται σε σιγαλιά και σε ζήλεια. + +Ο ουρανός θ' αφίνη μέσ' απ' τις ψηλοθώρητες κορφές των δέντρων +να βλέπουμε λιγάκι γαλανό χρώμα· κ' η ψυχή μας θ' αναγαλλιάζη. +Ο κόσμος δε θα μας στέλνη εκεί μέσα τη βοή του και θάμαστε +ευτυχισμένοι. + +Θυμάσαι το ξύλινο γιοφύρι που τόχουν φάη οι βροχές κ' οι τροχοί +των κάρρων και των αμαξιών πούνε γεμάτο στις όχτες του από +βοστίνες, αγριομενεξέδες και κρινάκια; Θα το περάσουμε +αγκαλιασμένοι σαν τότες, και θα κοιτάξουμε με συγκίνηση +ματαπάλε τον γκρεμό...κάτω, που βόσκουν στα πλάγια του τα +γίδια. Και θάσαι σκυμμένη στον ώμο μου σαν τότες, και το χέρι +μου θ' αγκαλιάζη την ολόθερμη δαχτυλιδένια μέση σου. + +Πέρα από τ' αμπέλια μόλις θα φαίνουνται μέσ' απ' τα κλαριά τα +τσαπιά των αργατών λαμποκοπώντας στον ήλιο, που θα σκάφτουν τη +γις, μόλις θα φτάνουν τα τραγούδια τους. Θα στεκόμαστε να τ' +ακούμε λιγάκι τα ευτυχισμένα αυτά τραγούδια των φτωχών αυτών +δουλευτών και θ' αρχίζουμε πάλι το δρόμο μας τον άσωτο και τον +μεθυστικό. + +Τα βουνά θα ξανοίγουν κι αυτά κάπου κάπου με τα καθάρια, +γαλάζια έλατά τους με τα καμπυλογραμμένα πλάγια τους, +πλημμυρισμένα στον ξανθό ήλιο που θα λυόνη τα χιόνια τους, και +θάνε τόσο μικρά, τα μεγάλα και περήφανα αυτά βουνά, μπροστά +στην τόση αγάπη κ' ευτυχία μας. + +Κι όσο θα τραβούμε μπροστά, τα δέντρα θα γίνουνται πυκνότερα, +τα φύλλα τους χοντρή μάζα που δε θα την περνά ο ήλιος, το +χορτάρι ψηλό ως το γόνα. Και θ' ανασηκώσης τότε το φορεματάκι +σου με τ' αριστερό σου χεράκι, και μέσα στο μυστήριο και στη +βαθειά σιγαλιά του δάσους, θα φανή πιο μεθυστική και πιο +καλοπλασμένη η στρογγυλή σου γάμπα με τη μεταξωτή μαύρη κάλτσα +σου. + +Θα μου χαμογελάσης τότες πιο σκανδαλιάρα κι αθώα μαζί, και +τρελλός θα σου πάρω σαν τότες το πρώτο φίλημα απ' τα ζεστά σου +χείλη, και θα χαμηλώσης τα μεγάλα μαύρα μάτια σου με τα +κατάμαυρα μεταξένια ματοβλέφαρά σου και τα φαρδειά τους +καγγελωτά φρύδια. + +Και μέσα στην καρδιά του δάσους του μεγάλου, κατάμεσα στη φύση +που θ' αναγεννάται ολάκερη, και που θα κάνη την αγάπη, μέσα +στον έρωτα των αγριολουδιών και στη δροσιά του χορταριού, μέσα +στο μεθύσι των ψηλών βελανιδιών και στο μισοφωτισμένο βάθος +μέσα του ανοιξιάτικου δάσους, θα μ' ανοίξης την αγκαλιά σου, +ωραία άνοιξή μου, συ... + +Πόσες άνοιξες πέρασαν και πόσες θα περάσουν ακόμα όμορφες σαν +τότε, και συ δε θάρθης πια στο κάλεσμα της ψυχής μου. + + + +ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ + + + + Στον Δ. Κακλαμάνον +Η ζωηρή κουβέντα για τα πολιτικά του τόπου κόπηκε ξαφνικά. Οι +ταχτικοί του μικρού φαρμακείου έκλεισαν όλοι το στόμα τους, ο +ψηλός δέκα χρόνια τόρα φοιτητής, με το κιτρινισμένο σακκάκι και +τη λερωμένη γραβάτα, ο αντικρυνός μπακάλης με την άσπρη ποδιά +κρεμασμένη από τη μέση ως τα πόδια, ο κυρ έφορας, το +λεβεντόπαιδο, ένας αντρούκλας, πλαταράς, με μουστάκια +αγριόγατου, και μ' ένα χαριτωμένο ch στα παχειά χείλη του, ο +τραπεζίτης, στρογγυλοκαμωμένος, κοιλαράς, κουβαρντάς, γλεντζές, +κόκκινος-κόκκινος, όλος μπιφτέκι και παλιό κρασί, ο υπασπιστής +του τάγματος ψηλόλιγνος, φοβερός γυναικάς, με τη στολίτσα του, +με τις μποτίτσες του, με το σπαθάκι του, με τ' άσπρο κορδονάκι +του στον αριστερό ώμο, με το καπελλάκι του, με το μουτράκι του, +με το μουστακάκι του, ένα περίεργο χοντροκαμωμένο επαρχιώτικο +χαϊδευτικό ά κ ι, ο κτηματίας κι υποψήφιος για τη δημαρχική +θέση, με τα μικρά κινέζικα ματάκια του, με τις ζωηρές +χειρονομίες του και μ' έν' αδιάκοπο «ούι!... ούι!...» +κολλημένο πάντα στα χείλη του. Απάνω στο μεγάλο τραπέζι, +σκεπασμένο με μαύρη χνουδωτή τσόχα, ο μεγάλος δίσκος με τα +ποτηράκια με τις μαστίχες από τον αντικρυνό μπακάλη, άστραφτε +και πεντοβολούσε στα μεγάλα φωτεινά τετράγωνα που άπλονε ο +ήλιος, περνώντας από τα κλειστά γυαλοπαράθυρα. Γύρω ο κατάψηλος +ως το ταβάνι σκελετός του φαρμακείου με το γλυκό κιτρινωπό +χρώμα του, φωρτωμένος στα γυάλινα βάθη του από βάζα, γυάλιζε +εδώ κι εκεί από το ηλιοπλημμύρισμα. Στη μέση το ψηλό μεγάλο +τραπέζι με τ' άσπρο του μάρμαρο και τα βάζα του και τα γυαλικά +του, άπλονε προς την πόρτα τρεις καθαρές βιτρίνες, που στα βάθη +τους κιτρίνιζαν από την πολυκαιρία, διάφορα χημικά και +φαρμακευτικά είδη, ενώ αποπίσω του ο γέρος φαρμακοποιός με τους +δυο βοηθούς του αμούστακα παιδιά ακόμα, έτριβαν και ζύγιζαν κι +έλιοναν και έφκιαναν γιατρικά, σκυμμένοι στις μικρές, +τετράγωνες ρετσέτες. + + — Εδώ είνε ο κυρ γιατρός; μουρμούρισε απόξω μια κλαψιάρικη +γυναικεία φωνή. + +Εκεί απάνω οι ταχτικοί του φαρμακείου απόμειναν βουβοί. Από τ' +αριστερό τραπεζάκι, που χρησίμευε και για μικρό γραφείο με +σωρούς βιβλίων απάνω του μ' ένα καλαμάρι, και δυο τρία δεκάρια +άσπρου χαρτιού, ο κυρ γιατρός του φαρμακείου, ένας γέρος +μεγαλόσωμος διαβάζοντας από πολλή ώρα την «Ακρόπολη», χωρίς να +καλοσηκώση το κεφάλι του, αποκρίθηκε στενοχωρημένα, φυσώντας με +τα πλατειά ρουθούνια του: + + — Ε! ποιος με ζητάει; εδώ είμαι! + +Η γυναίκα τότε με την κλαψάρικη φωνή, μπήκε μέσα, κρατώντας +στην αγκαλιά της, τυλιγμένο σ' ένα μαυροκόκκινο παλιό χράμι ένα +παιδάκι, που μόλις φαίνουνταν έξω το κατάχλωμο σαν κερί κεφάλι +του, με κλεισμένα μάτια. Μαυροφόρα, κουρελλιάρα, με ξερό +κίτρινο σαν παλιό μήλο πρόσωπο, η χωριάτισσα κωλόκατσε χάμου +στο πάτωμα, απίθωσε στα γόνατά της το τυλιγμένο παιδί της, +σπόγγισε με την κίτρινη παλάμη της το μέτωπό της, που μόλις +ξάνοιγε μέσ' από τη μαύρη μαντήλα της κι είπε αναστενάζοντας: + + — Αι!... κοψομεσάστηκα η μαύρη!... + +Ένας χωριάτης κοντακιανός, χλωμός και κατακίτρινος κι αυτός, +σέρνοντας τα τρύπια τσαρούχια του, χωρίς σκάλτσες, με τα +φαρδειά λερά και μισοφαγωμένα βρακιά του, χυτά κάτω απ' τη λερή +φουστανέλλα του, με την καταξεσχισμένη μικρή μαύρη σκούφια του +απάνω στ' άφθονα μαλλιά του, που κυμάτιζαν άγρια, και δένουνταν +σ' άγριο ασπρόμαυρο κύμα με τα ψαρά γένεια του και τα μουστάκια +του, σύρθηκε κι αυτός στο πλάι της γυναίκας του, αμίλητος, +φοβισμένος, στενοχωρημένος που βρίσκουνταν σε τόσο κόσμο. + +Ο μεγαλόσωμος γιατρός, φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά +ρουθούνια του, σηκώθηκε. + + — Ε! τι έχει το παιδί σου γερόντισσα; + + — Μην τα ρωτάς, κυρ γιατρέ. Ένα μήνα τόρα άλαλο, από κάψα σε +κάψα. Αχ! παιδάκι μου... + +Και σήκωσε το παλιοχράμι, ξεσκέπασε το παιδί της από το κεφάλι +ως τα πόδια. Εκείνο σήκωσε για μιας τα κίτρινα βλέφαρά του, και +φάνηκαν τα μεγάλα μάτια του, κίτρινα-κίτρινα και γυαλωτά, κι +έβλεπε χωρίς να νιώθη τριγύρω του. Το κορμάκι του μέσα στα +χωριάτικα φουστανάκια του, μόλις χάραζε· είταν πετσί και +κόκκαλα, ενώ η κοιλιά του θολωτή και μπακανιάρικη, πετιώνταν +φουσκωτή μπροστά. + +Ο γιατρός σίμωσε, έπιασε το κερένιο χεράκι του, το κοίταξε καλά +στα μάτια, και φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά ρουθούνια του: + + — Πόσων χρονών είνε το παιδί σου, κυρά μου; + + — Δεν έκλεισε το μαύρο τα έξη χρόνια ακόμα... + + — Και από πιο χωριό έρχεστε; + + — Πού χάθηκε το χωριό για μας, αφέντη μου. Είμαστε σέμπροι +κάτου στο λόγγο, στο πέλαο, βάνουμε καλαμπόκια το καλοκαίρι κι +αδέ κει ρημάζουμε και το χειμώνα... + + — Έτσι, έ; Κι είπες ένα μήνα έχει άρρωστο το παιδί σου; + + — Κιό και πέρσυ χαροπάλαιψε το έρμο, παραδέ φέτο τόπιασαν +βαρειά οι κάψες. Πέρσυ!... αχ!, κυρ γιατρέ, τι βάσανα που +τραβήξαμε. Μήτε κι ο οχτρός σου! Έτσι και πέρσυ έπεσε και +τρόμαξε να το πάρη απάνου του. Έβαλ' ο Θεός το χέρι του. +Γιατρικά και κινίνα, βάζε με το νου σου. Τρεις βολές το φέραμε +μέσα. Και να μην έχης και το είνε σου, να μην έχης να +κοιταχτής, αχ! κυρ γιατρέ, δε μολοϊώνται τα βάσανά μας... + +Ο γιατρός κρατούσε πάντα το κερένιο χεράκι του παιδιού στο χέρι +του, το κοίταζε στα μάτια συλλογισμένος, εκείνο φαίνουνταν +χλωμό και σβυσμένο πάντα, σα να μην ένιωθε τι του γίνουνταν, ο +πατέρας απόμεινε αμίλητος και στενοχωρημένος, οι ταχτικοί του +φαρμακείου, κοίταζαν περίεργοι, ο φαρμακοποιός κ' οι βοηθοί του +έσκυφταν πάντα στη δουλιά τους, κ' η γριά χωριάτισσα έλεε +πάντα: + + — Από μικρό, που λες, κυρ γιατρέ, στέκουνταν έτσι θλιμμένο, +αρρωστιάρικο, μέρα με τη μέρα πάντα μουζάζουνταν. Πέρσυ +τόπιασαν για καλά οι θέρμες. Έρρεψε!... έρρεψε... +Πουλήσαμε τόνα βόιδι μας τότες μισοτιμής, ξοδευτήκαμε, τα +μαλλιοκέφαλά μας, που λένε. Ότ' είχαμε και δεν είχαμε σε +γιατρικά και σε γιατρούς. Το πήρε λίγο απάνω του, είπαμε κι +εμείς δόξα σοι ο Θεός! Να πης πως είταν καλά κι αυτόν το χρόνο; +Καλά να λέμε και να κοιλορεύουμε. Εδώ κ' ένα μήνα ξανάπεσε. +Αυτή τη βολά το σκιάχτηκε το μάτι μου, κυρ γιατρέ... Στην +αρχή, δόσαμε με το κινίνο, πού να βρεθή κι αυτό σε τέτοια +φτώχεια. Τόστειλε κ' η νουνά του μια κούπα μαντζούνι... Ντε! +να το πάρη απάνω του. Τριτόημερα και κάψα, τριτόημερα και κάψα. +Είπα τότε τ' άντρα μου, να πουλήσουμε και τ' άλλο το βόιδι μας +κι ό τι θέλει ο Θεός, ας γίνουμε. Πού να θελήση να μ' ακούση κι +αυτός ο γρουσούζης. Πέρσυ μη ρωτάς πώς τα καψοκαταφέραμε να +οργώσουμε μ' ένα βόιδι. Να πω και τ' άλλο. Σάματ' δεν είχε +δίκιο κι αυτός ο μαύρος; Τίποτα εγώ! Άντρα, να πουλήσουμε το +βόιδι· άντρα, να κοιτάξουμε το παιδί μας, το σπλάχνο μας. Είδε +κι απόειδε κι αυτός, το δόσαμε προχτές, ντιπ, για ψωμί, που +λένε, κι ήρθαμε μέσα. Όπως κάμουμε ας κάμουμε φέτος και χωρίς +ζευγάρι. Ας μην οργώσουμε, ας πεθάνουμε μεις, ας πάμε κατά +διαόλου μάννα, η γις τ' ανάσκελα είνε, μονάχα το παιδί μου, κυρ +γιατρέ, να γλυτώσης, το παιδάκι μου, κυρ γιατρέ!... + +Και τα μάτια της κοκκίνησαν και δάκρια κυλούσαν στα χλωμά +μάγουλά της. Ο άντρας της, στο πλάι της απόμεινε πάντα αμίλητος +και πιο στενοχωρημένος. Ο γιατρός την παρηγόρησε, κουνώντας το +κεφάλι του, έγραψε μια ρετσέτα γρήγορα-γρήγορα, την έδωσε στο +φαρμακοποιό, φόρεσε το καπέλλο του και φυσώντας πάντα άγρια τα +πλατειά ρουθούνια του, φώναξε, φεύγοντας: + + — Ε κουράγιο, γερόντισσα, ό, τι είν' απ' το θεό, θα γίνη. +Παίρνεις αυτό το γιατρικό που θα σου δώσουν και να του δίνης +μια κουταλιά την ώρα. Είνε πληρωμένο, δεν κάνει τίποτα.. +.γειά σας... + +Η μάννα ξανατύλιξε το παιδί της, άφησε όξω τ' αχνό κεφαλάκι του +με τ' ανοιχτά τα κίτρινα και σβυσμένα μάτια του. Οι ταχτικοί +του φαρμακείου τόρα ξανάπιασαν την κουβέντα τους για τα +πολιτικά του τόπου τους με περισσότερη ζωηρότη, τσουγκρίζοντας +τα ποτηράκια, κουτσοπίνοντας τη μαστίχα τους. + +Σε λίγο η μάννα σηκώθηκε αναστενάζοντας, έσφιξε το παιδί της +στην αγκαλιά της. Ο άντρας της πάντα αμίλητος, πήρε από τα +χέρια του φαρμακοποιού το μπουκάλι με το γιατρικό του παιδιού +του, κ’ η μάννα με το παιδί εμπρός, κι αποπίσω αυτός τράβηξαν +προς την πόρτα κι έφυγαν. Η κουβέντα άναψε στα γερά μέσα, φωνές +και γέλοια αντηχούσαν. Άξαφνα ένας απ' τους βοηθούς του +φαρμακείου που βγήκε μια στιγμή ν' αδειάση το γουδί του έξω στο +μικρό πεζοδρόμιο, μπήκε μέσα φωνάζοντας: + +Ακούτ' εκεί!... Το παιδί πούταν εδώ τόρα, πέθανε! + + — Πώς; Πέθανε! έκαμαν όλοι με μια φωνή. + + — Να, εκεί που πήγαινε η κακομοίρα η μάννα, γύρισε και το είδε +πεθαμένο στα χέρια της... Κλαίει και μαδιέται η κακομοίρα! +... + +Κι ο τραπεζίτης τότε, ο στρογγυλοκαμωμένος, ο κοιλαράς, όλος +μπιφτέκι και παλιό κρασί, ροφώντας τη μαστίχα του, είπε: + + — Κρίμας! Δεν ήξεραν να μη πουλήσουν και τ' άλλο βόιδι τους, +οι δυστυχισμένοι... + + + +ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ + + + + Στον Γεράσιμον Βώκον +Αφού έφαγαν και έπιναν τόρα, πήρε το μπουζούκι του όχι με πολλή +όρεξη. Είταν ένα παιδί τσιλιγκρό κι αδύνατο, ψηλό και +κοκκαλιάρικο. Με μια κοντή ρεμπούμπλικα καφετιά, μ' ένα κοντό +σακκάκι, μ' ένα κόκκινο λαιμοδέτη και με στενά πανταλόνια. Είχε +ένα σιγαλό, κοριτσιάτικο περπάτημα, μια ντροπή πάντα στα μεγάλα +στρογγυλά μάτια του. Στον ντόπο, τον είχα για πρώτο +μπουζουκιτζή, και γλέντι μ' αυτόν και με το μπουζούκι του είταν +σωστό ξεφάντωμα. Στα χωριά και στις χώρες εκεί πέρα τέτιοι +μπουζουκιτζήδες είνε ένας δυο το πολύ σε κάθε μέρος. Όταν +βγαίνουν αυτοί τη νύχτα μπαντονάδες, τα σοκάκια γεμίζουν από το +πάθος του τραγουδιού τους κι απ' την αρμονία του μπουζουκιού +τους. Τα κορίτσια οι γυναίκες γλυκαίνονται, λιγουρεύουν +ξετρελλαίνονται με της μουσική τους, κρυφανοίγουν τα παράθυρα. +Η μανία κάθε μπουζουκτζή είνε ν' ανοίγουν τα παράθυρα τη νύχτα +τα κορίτσια και να τον αφογκράζουνται, να τον ακούνε. Κι έτσι +αγαπούν και ποθούν όλες τις όμορφες του τόπου, κι όντας +βγαίνουν τη νύχτα μπαντονάδα, θα πάνε σε κάθε παράθυρο, σε κάθε +μπαλκόνι, και στης αρχοντοπούλας το σπίτι και στης φτωχοπούλας +το σπιτάκι να ψάλλουν τον ύμνο της ομορφιάς της, να την +ξυπνήσουν να την γλυκάνουν να την συγκινήσουν, να της πούνε νάνε +λιγώτερο άσπλαχνη στον πόνο του έρωτα, να της πούνε πως έχει +γλυκά μάτια, καμαρωτό περπάτημα και περίσσια χάρη· να την +κάμουν ν' ανεβοκατεβάση το φως, να την βγάλουν στο παράθυρο. Κι +αφού την κάμουν να στενάξη ηδονικά, να χάση τον ύπνο και να την +αρπάξουν τα όνειρα κ' η συλλογή, τραβούν τον δρόμο τους για την +άλλη, και απ' αυτή ύστερα για την άλλη ακόμα, σ' όλες πέρα, +πέρα. + +Έτσι και κείνο το βράδι θα γίνουνταν μια καλή μπαντονάδα. Κι ως +ότου νάρθουν τα μεσάνυχτα και πέρα ακόμα, η ώρα της γύρας, η +παρέα έπρεπε να γλεντήση πολύ ακόμα μέσα στην σκοτεινή εκείνη +ταβέρνα. Όλοι έπιναν κρασί, οι οκάδες έρχουνταν ολοένα, τα +τραγούδια λέγουνταν με φωνές βραχνές, με φωνές ψιλές, με φωνές +ξεσκισμένες, με φωνές βαθειές, τόρα ένα κλέφτικο, ύστερα ένα +ερωτικό, κατόπι ένα ανατολίτικο, πότε αμανές, και πότε σαμπαΐ. +Και το γλέντι άναβε ολοένα, όντας πήρε αυτός το μπουζούκι του. + +Όλοι βουβάθηκαν άφησαν τα τραγούδια, άφησαν τα ποτήρια από τα +χέρια τους, ακούμπησαν τους αγκώνες τους απάνω στο τραπέζι, +γύρισαν όλοι κατ' αυτόν και τον κοίταζαν περιμένοντας. + +Πήρε ανόρεχτα το μπουζούκι και σιγά, σα να βαρύνουνταν άρχισε +να το κουρδίζη. Ένα μπουζούκι μεγάλο, που έβαζε, με μακρύ +κοντάρι μπροστά, μ' ένα μακροστρόγγυλο κεφάλι. Τέλια και κόντρα +τέλια το στόλιζαν, κόκκινη φουντίτσα μεταξωτή κρέμουνταν στην +άκρη του, μια ζουγραφιά παχουλής γυναίκας με κόκκινα μάγουλα +και πεταχτά στήθη απ' εκείνες που ξεκολλούν από τις στάμπες οι +έμποροι, είταν κολλημένη από κάτω από τα τέλια κοντά στη +μικρούλα τρύπα του κεφαλιού. + +Με τόνα πόδι απάνω στ' άλλο, σκυμμένος, με τ' αυτί κολλημένο +προς το μπουζούκι του, κούρδιζε τα τέλια του με τη μικρή πέννα +σιγά, σιγά, ως ότου να το βάλη στο ζένι. Παιδεύτηκε πολύ πάρα +πολύ, που οι άλλοι κουράστηκαν. + + — Την άτιμη τη μπουργάνα πέφτει ολοένα, έκαμε εκείνος, και +σταμάτησε. + +Ρούφηξε λίγο κρασί, τράβηξε το τσιγάρο του, και ξανάρχισε το +κούρτισμα. Παιδεύτηκε και βρήκε τέλος το ζένι. Τότε όλοι +αποβουβάθησαν ντιπ, ησυχία, νέκρα. Η πέννα του άρχισε να παίζη +γρήγορη, πεταχτή, με τέχνη, απαλά, απαλά, το μπουζούκι άφινε +ένα θόρυβο ανάμιχτο, ένα γκρου, γκρου που μέσα τους ξέβγαινε ο +σκοπός ενός τραγουδιού αλέγρου, πεταχτού. Το έπαιξε δυο τρεις +φορές και έπαψε. Οι άλλοι αμέσως τότε το πήραν με το στόμα: + + Έχεις δυο μάτια όμορφα που αγγελικά κοιτάζουν + κι όποιος γυρίσει και τα δει μέσ' στην καρδιά τον σφάζουν. + +Το είπαν το ξαναείπαν όλοι με όρεξη, με πάθος, με το πρόσωπο +σουφρωμένο, με το στόμα ολάνοιχτο, με «αχ!» και με «βάι, αμάν!» +Και το μπουζούκι το ξαναπήρε πάλι γλυκά, απαλά με το γκρου, +γκρου του. Ο μπουζουκιτζής σκυμμένος έπαιζε πάντα. Τα δάχτυλά +του έφευγαν γοργά, σαν αστραπή, απάνω στα τέλια, στο κοντάρι, +πατούσαν πότε βιαστικά, και πότε σιγαλά, πήγαιναν έρχουνταν +σταματούσαν απάνω στους μπερντέδες κ' η πέννα του γρατσούνιζε +γρήγορα κάτω τα τέλια με το δεξί χέρι του. + +Τόνα τραγούδι τελείονε, τ' άλλο άρχιζε, από τα κλέφτικα ως τους +αμανέδες. Έτσι πέρασαν τα μεσάνυχτα, η ώρα της γύρας ήρθε και +σηκώθηκαν όλοι, βγήκαν έξω τραγουδώντας. Οι δρόμοι είταν +έρημοι, τα μαγαζιά κλεισμένα, τα σπίτια κατάκλειστα, πήραν τον +ένα δρόμο, τον άλλον, όντας στάθηκαν. Αραίωσαν, έπιασαν τ' +αγκωνάρια, άλλοι έκατσαν χάμου στο χώμα, άναψαν τα τσιγάρα +τους, άφησαν στη μέση το μπουζουκιτζή. Φεγγάρι λαμπρό είταν +στον ουρανό, γλυκειά η νύχτα, οι γρύλλοι νανούριζαν τον ύπνο +της. + +Ο μπουζουκιτζής στάθηκε τότε ολόρθος στη μέση του δρόμου κάτω +απ' τα παράθυρα ενός ψηλού σπιτιού. Μέσα στο φως του φεγγαριού +κατά πως είταν ψηλός και λιγνός με το μπουζούκι τεντωμένο απάνω +στο στήθος του, με την κοντή ρεμπούπλικα προς τα πίσω, είταν +όλος αίσθημα, όλος πόνος, όλος γλύκα, όλος παρακάλια· με το +κεφάλι τεντωμένο τον ανήφορο, με τα μάτια κολλημένα στα κλειστά +παράθυρα. + +Πήρε έναε αμανέ παθητικό, βαθύ, με γερή φωνή. Τον πήρε αγάλι' +αγάλια πρώτα στο μπουζούκι του, τον έπαιξε με προσοχή, με πολλή +τέχνη, έβγαλε μέσ' απ' εκείνο το ξύλο κι από τα τέλια ένα +κομμάτι ψυχής αρμονικά ερωτοχτυπημένης και το άφησε να +ξεθυμαίνη στη δροσιά και στη σιγαλιά της φεγγαροστολισμένης +νύχτας αγάλι' αγάλια με ξεψύχημα, με καημό, με πονεμένη +αρμονία, με μια γλύκα πόμπαινε ίσα στη ψυχή και την έσφιγγε και +τη λίγονε και στενοχωρούσε, και την έκανε να στέλνη +αναστεναγμούς φλογισμένους στα χείλη οποιανού τον άκουε. + +Ύστερα σαν τέλειωσε το σκοπό στο μπουζούκι, τον πήρε με το +στόμα. Άρχισε μ' ένα αμάν βαθύ, που πετιώνταν σαν ατμός από +βρασμένο νερό έξω από τα χείλη του, μ' ένα αμάν πόσχιζε με +θρήνο, με παράπονο τη νύχτα μακριά, ενώ με το μπουζούκι του +κρατούσε κομπανιαμέντο. Εκείνο το αμάν ατέλειωτο, με παλμό που +ξετυλίγουνταν ίσα ίσα τόρα, με τσαλίμια και τσακίσματα ύστερα, +βάσταξε πολύ, παρά πολύ, επίμονο, παρακαλεστικό, παραπονεμένο, +έν' αμάν τέλος πόσκιζε και νεύρα και καρδιά και την φούσκονε, +πελάγονε τη ψυχή από πάθος και πόθο. Ύστερα με τον ίδιο σκοπό, +με το ίδιο αμάν ενώ τινάζουνταν νευρικά το κεφάλι του, κι +έγερνε προς τ' αριστερά πίσω το σώμα του και το δεξί του πόδι +βάσταζε όλο το βάρος του κορμιού του, και το λαρύγκι του +τέντονε, τέντονε, και τα στήθη του ανεβοκατέβαιναν +φουσκόνοντας, έβγαλε κομματιστά, λίγα, λίγα, τόρα ξάστερα, κι +από μισοκομμένα μισοσβυσμένα, τα λόγια των στίχων του: + + Σ' αραχνιασμένο σπήλαιο, σε μαυρισμένο χώμα + εκεί θ' αφήσω και ψυχή, και κόκκαλα και σώμα..... + +Και σαν αποτέλειωσε τον αμανέ αυτόν και σβύστηκε σα στερνός +σπασμός, σαν ύστερο ξεψύχημα με βαθειά αγωνία μοροζώντανου +ανθρώπου ο ύστερος τόνος, το μπουζούκι πιο παραπονεμένο, πιο +ξαγριωμένο, πιο αναμμένο, ξαναπήρε σκοπό του. + +Οι άλλοι τότες ρυάστηκαν από ενθουσιασμό, από πάθος από μεθύσι +κρασιού και καημού μαζί, όλοι μ' αγριοφωνές, με κουνήματα +ζουρλά των χεριών προς τ' απάνω, με τινάγματα των ποδαριών: + + — Ω!. —. ω! ω! ω! μαννούλα μου!... + + — Φσσσσιστ!... Θεέ μου! ας φέξη. + += Όποτα! Παναγία μου!... όποτα! Χριστέ μου!.... + +Το μπουζούκι εκεί επάνω άλλαξε σκοπό. Τόρα πήρε ένα +ανατολίτικο, ένα αράπικο. Άρχισε γοργά γοργά σα να καλούσε +σύντομα, αμέσως την ηδονή. Οι πεννιές άφιναν κάτι γρήγορους +αχούς σα θύμωμα, σαν οργή, σα χτύπημα με πείσμα των χεριών των +γροθιών σα δάγκαμα των χειλιών σαν ξεφώνημα όλο λύσσα και πόθο: + + — Έλα! έλα!... + +Κ' ύστερα ξέπεσε σε τόνους σιγαλούς και παραπονεμένους και +φαίνουνταν τόρα σα ν' άκουγες λυπηρό κλάμα παραπονεμένου +αγαπητικού μέσα στην κοιμιασμένη νύχτα. Κι έξαφνα σα να +χύνουνταν καμιά ανεπάντυχη χαρά, άλλαξε ο σκοπός, αλλά το ίδιο +κομμάτι με την ίδια ψυχή και τον ίδιο πόνο. Έπεσε σε μιαν +αλέγρα μουσική, πεταχτή, πεταχτή, σα να κελαδούσαν πουλιά +ευτυχισμένα, σα να φιλούνταν αγαπημένα χείλη, σα να ρουφούνταν +αναπνοές, σα να πιπιλίζουνταν γλώσσες, σα ν' αγροικούνταν +τρελλά γέλοια έρωτα αχόρταγου, σα νάτριζαν ηδονικά σφιγμένα +κορμιά, αγκαλιασμένες σάρκες, σφιγμένα κόκκαλα. Και κάτι τι σα +σκόρπισμα αγάπης μεγάλης, αγάπης τρελλής, σα μυρουδιά από +φλογισμένη σάρκα γυναίκας, απλόνουνταν άφθονα στον αέρα της +νύχτας, και τεντόνονταν τα ρουθούνια όλων και κολλούσε ο +λάρυγγάς τους και ξεροκατάπιναν. + +Εκεί από ψηλά ένα παράθυρο έτριξε σιγά, σιγά. Ο σκοπός του +μπουζουκιού πάντα ο ίδιος, πιο γοργός, πιο μεθυστικός τόρα, +χύνουνταν από τα τέλια του. Ψηλά μέσ' από το λίγο άνοιγμα του +παραθυριού, κόκκινο φως φάνηκε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα, +και το φεγγάρι όσο μπορούσε να μπη μέσα, στο μόλις ανοιγμένο +παράθυρο, άφινε να χωρίζη εκεί ψηλά από μέσ' απ' τα ξύλα κάτι +τι άσπρο, σα σκιά, σα φάντασμα που κινούνταν. Τότε ο +μπουζουκιτζής τράβηξε μπροστά το δρόμο του αγάλι' αγάλια, +αλλάζοντας κομμάτι, παίζοντας ένα μαρς, ένα ύμνο για τη νίκη +του και για την όμορφη μαζί, που από τη γλύκα του μπουζουκιού +του άνοιξε το παράθυρο. Σηκώθηκαν κ' οι άλλοι, και όλοι μαζί με +το μαρς πάντα τράβηξαν έφυγαν. Πήγαιναν τόρα να βγάλουν κι +άλλες όμορφες στα παράθυρα... + + + + +Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ + + + +Καμιά εικοσιπενταριά γυναίκες γύριζαν στο χωριό τους από κάτω +από τη στράτα πούχε περάση θαμπά ένας ξενητεμμένος, πούρχονταν +από την Πόλη, φέρνοντας γραφές και χαρίσματα στον τόπο του από +τους ξενητεμμένους πατριώτες του, και δίνοντας παραγγελιές και +διάτες σ' όλα εκείνα τα πεντέξη τριγύρω χωριά, που όλοι οι +άντρες τους ξενιτεύονται από μικροί, δουλεύουν στα ξένα +στέλνουν λίρες στα χωριά τους, ως που κάνουν παράδες και +γυρίζουν μεσόκοποι στα χωριά τους που βρίσκουν μαραμένες και +γριές τις γυναίκες τους που της είχαν παντρευτή δεκάξη χρόνων +και τις άφησαν μονάχες και ζωντοχήρες τόσα χρόνια. + +Όλες είταν χαρούμενες. Είχαν δεχτή καλά γράμματα, και λίρες, +και χαρίσματα, και φιλιά και παρηγοριές κ' ελπίδες, άλλες απ' +τα παιδιά τους, άλλες απ' τ' αδέρφια τους, άλλες απ' τους +άντρες τους, ύστερα από τόσους μήνες χωρίς μαντάτα και +γράμματα. Μονάχα μια μικροπρόσωπη μια καστανομάτα +νιοπαντρεμμένη, η Νίτσα, πούχε παντρευτή εδώ και τρεις μήνες +και πήρε ένα όμορφο παλληκάρι, που την μια βραδιά την χόρτασε +φιλιά κι αγάπη, και την άλλη ξενητεύθηκε για τα ξένα, και πήγε +για να πουλάη σαρδέλλες και ρίζι μακριά, πολύ μακριά στης Πόλης +τα σοκάκια, γύριζε αχνή και λυπημένη. Κρατούσε στα χέρια της +ένα γράμμα και δυο λίρες, δυο λίρες κίτρινες κίτρινες και +κατάχρυσες που ποιος ξέρει με τι βάσανα τις κέρδισε και τις +απόχτησε εκείνος εκεί πέρα για να τις της στείλη. Ο παπάς που +της διάβασε κάτω στη στράτα το γράμμα τ' άντρα της, που της +τόφερε κι αυτής ο ξενητεμμένος μαζί με τ' άλλα των άλλων +γυναικών της είπε πως έγραφε, ότι οι δουλειές του πήγαιναν καλά +στην Πόλη, πως παιδεύουνταν πολύ, πως μόνο όνειρο είχε σε +πολλά, σε λίγα χρόνια να κάμη ένα κομπόδεμα και να γυρίση στην +ερημιά του χωριού του για να ζήσουν πια μαζί, ευτυχισμένοι. Σ' +αυτό τον καιρό κι αυτή έπρεπε να περιμένη και μη σικλετίζεται, +νάνε φρόνιμη και να κοιτάη το σπίτι τους, και να σέβεται τη +γριά μάννα του. + +Γύριζε στο χωριό της με τα λόγια αυτά καρφωμένα στο νου της, με +τη θλίψη και την πίκρα στην καρδιά της, σα συλλογίζουνταν τα +χρόνια που θα περνούσαν τα χρόνια τ' άχαρα, τα δίχως αγάπη κ' +ευτυχία, τα χρόνια που δε θάχαν γι αυτή καμιά απόλαψη και θα +της έπαιρναν την ομορφιά και τη νιότη, και θα της έφερναν +γλήγορα τα γεράματα, που θάρχουνταν να τα χαρή τότες αυτά +μονάχα εκείνος. Τι άχαρη και τη βασανισμένη και τι στερεμμένη +ζωή!... Όμορφη αυγούλα γύρω της. Τα βουνά, τα στολισμένα με +πυκνά δάση από ψηλά, αντρειωμένα, δροσερά έλατα, με τις +στογγυλές και γλυκειές ραχούλες τους, με τις πρασινάδες και τις +αγράμπελές τους, με τις πλαγιές τους φουντωμένες από πράσινα +πλατάνια, από χαμηλούς κέδρους, και κατάψηλους γαύρους, το +χωριό με τα μικρούλια σπιτάκια του που τάλουζε απαλά κατάχρυσος +ήλιος, με τα τρεχάμενα νερά και το βοητό τους, με κηπαρέλια που +πρασίνιζαν οι κλαρωτές φασουλιές και βόσκαγαν στα γρασίδια τους +κάτασπρα μαρτίνια αρνάκια, το χωριό τόμορφο, το δροσερό και το +χαριτωμένο, πόσο είταν αλλιώτικο με τον πόνο της καρδιάς της, +και πώς φαίνουνταν καμωμένο να χαμογελάη στην ομορφιά της και +στην ευτυχία της, στην ομορφιά που την είχε και στην ευτυχία +που της την έκλεψε μαζί του πέρα στην Πόλη ο άντρας της. + +Σ' ένα αγκωνάρι ενός σπιτιού, καθισμένος διπλοπόδι ένας στραβός +ζητιάνος, έπαιζε λυπηρά στο λογγάρι του μ' ένα δοξαράκι, ένα +τραγούδι παραπονεμένο, ξενητεμμένο τραγούδι, και τα χείλη του +έψαιλναν τρεμουλιαστά λόγια πολύ λυπηρά, πολύ πονεμένα: + + Ανάθεμά σε ξενητιά, εσύ και το καλό σου... + +Κι αυτόν τον στίχο τον έλεε τόσο συγκινητικά ο γέρο στραβός, +που η μικροπρόσωπη Νίτσα, σαν τον άκουσε διαβαίνοντας, της ήρθε +ν' αρχίση τα κλάματα, ν' αρχίση να μαδιέται, και να θρηνή τη +μοίρα της. Πόσο άξιζε να την καταραστή μέσ' από τα σπλάχνα της +την άτιμη αυτή ξενητιά, που της έκλεψε και της κρατούσε τον +άντρα της, που τον χάρηκε μια νύχτα μονάχη! Την ξενητιά αυτή +που θα περάσουν χρόνια και χρόνια και θα της τον κρατά ακόμα, +που θα περάσουν χρόνια και θα διαβούν και θα πετάξουν τα κάλλη +της, και θάρθη να την βρη αυτή γριά κι άσκημη, μ' αδειανή +καρδιά και με γεμάτο το κομπόδεμα εκείνος. Πόσο κακά είνε +πλασμένος ο κόσμος· να ζη κανείς για τον παρά, για το χρυσάφι +αυτό, γι αυτές τις ψωρολίρες που της έστειλε σήμερα να τις +φυλάξη, που θα τις στείλη αύριο κι άλλες για να τις φυλάξη κ' +εκείνες, και μεθαύριο άλλες ακόμα, σα νάταν το χρυσάφι, σα +νάταν ο βρωμοπαράς που ζήταγε, που ήθελε αυτή δεκάξη χρόνων +κόρη, διψασμένη από την ευτυχία που μόλις πρόφταξε να γγίξη τα +φλογισμένα χείλη της σ' αυτή. + +Κι ο γέρος εκεί στη γωνιά του έπαιζε με πόνο και παράπονο το +λογγάρι του κι έψαιλνε λυπημένα την κατάρα της ξενητιάς, που +ποιος ξέρει αν τόφαγε κι αυτού καμιά ελπίδα, καμιά χαρά, κανένα +παιδί αγαπημένο· λιποψυχισμένη εκείνη από τη λύπη της και το +παράπονό της στάθηκε μπροστά του μια στιγμή κ' ύστερα +ανοίγοντας την απαλάμη της άφησε και κύλησαν απάνω στα γόνατα +του γέρου στραβού οι δυο λίρες, ψιθυρίζοντας μ' ένα πικρό κόμπο +στο λαιμό: + + — Πάρτες! γέροντά μου... Εμένα τα νιάτα μου δεν έχουν ανάγκη +από παράδες... + + + +ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ + + + +1) Ο Ηγούμενος Σελ 7 +2) Τ' Αγόρι » 16 +3) Αγριοζωή » 24 +4) Ο Λοχίας Μόσχος » 30 +5) Η Αραχωβιτοπούλα » 40 +6) Η Καταχνιά » 45 +7) Επαρχιώτικο Ειδύλλιο» 52 +8) Ο Υπενωμοτάρχης » 58 +9) Η Κουκουβάγια » 64 +10)Οι Κληρωτοί » 69 +11)Χινόπορο » 74 +12)Ο Ριζόμυλος » 77 +13)Το Χαλάζι » 82 +14)Μια νύχτα στο χωριό » 87 +15)Ο Σιδερόδρομος » 93 +16)Τ' Απόσπασμα » 97 +17)Άνοιξη » 105 +18)Στο Φαρμακείο » 110 +19)Το Μπουζούκι » 117 +20)Η Ζωντοχήρα » 124 + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Local Drawings, by Mitsos Chatzopoulos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOCAL DRAWINGS *** + +***** This file should be named 32729-0.txt or 32729-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/2/7/2/32729/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/32729-0.zip b/32729-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..42a2cd5 --- /dev/null +++ b/32729-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..936f26b --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32729 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32729) |
