summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:08 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:08 -0700
commit3c3d7dbd2890a25293f54bdb88c62c2158212a89 (patch)
treedc572ac4c8ce6b99e17bd59a32d4f5b7f401a5af
initial commit of ebook 32729HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--32729-0.txt3636
-rw-r--r--32729-0.zipbin0 -> 89338 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 3652 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/32729-0.txt b/32729-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..b85f749
--- /dev/null
+++ b/32729-0.txt
@@ -0,0 +1,3636 @@
+The Project Gutenberg EBook of Local Drawings, by Mitsos Chatzopoulos
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Local Drawings
+
+Author: Mitsos Chatzopoulos
+
+Release Date: June 7, 2010 [EBook #32729]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOCAL DRAWINGS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία
+του βιβλίου.
+
+ΜΠΟΕΜ
+
+
+ΝΤΟΠΙΕΣ
+ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
+
+
+ΑΘΗΝΑ
+1896
+
+ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
+Μήτσου ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΠΟΕΜ)
+ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
+
+ΑΘΗΝΑ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΡΙΜΗ
+Οδός Πραξιτέλους αριθ. 14
+1896
+
+Στον φίλον Σπύρον Τσαγγάρην
+
+
+
+Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ
+
+
+
+Όντας βγήκαμε από τη βραδινή ακολουθία στη μεγάλη πέτρινη αυλή
+του μοναστηριού, είχε ξαστερώση. Οι καλόγεροι με τον ηγούμενό
+τους, έναν παχύ, ψηλόν, καλοθρεμμένον πανιερώτατον, ήρθαν κ'
+έκατσαν μαζί μου στα λιθαρένια πεζούλια, στο πλάι της
+μαρμαρένιας βρύσης, που έτρεχε ακούραστη στο πλάι μας. Ο λίγος
+ουρανός, απλόνουνταν καταγάλαζος, σπαρμένος από μικρουλάκια
+κοκκινόξανθα συγνεφάκια, απάνω στο κεφάλι μας, τριγύρω στους
+άγριους και κατάψηλους βράχους, που μας τριγύριζαν. Κι' η
+χινοπωριάτικη βραδιά, γλυκειά και δροσερή, ύστερα από τη βροχή
+του δειλινού, σκορπούσε στο άγριο εκείνο στένωμα των βράχων με
+τα σκίνα και τ' αγριοπουρνάρια, που στα πλευρά τους υψόνουνταν
+σαν τεράστιοι, χοντροκαμωμένοι πύργοι, τ' αμέτρητα κελιά του
+μοναστηριού, κ' η σκαμμένη κατάβαθα στη σπηλιά τους παλιά Μονή,
+με τη θαυματουργό εικόνα της, όλη τη θρησκευτική εκείνη γλύκα
+της μοναξιάς, της ησυχίας, της προσευχής και των ονείρων, που
+τον πιστόν τον φέρνει στενώτερα στην έννοια του Θεού, και τον
+άπιστο τον συγκεντρώνει περισσότερο στον εαυτό του. Απ' τη
+μικρούλα πόρτα της Μονής, το λιβάνι, που οι καλόγεροι σκόρπισαν
+άφθονο στους νοτερούς θόλους της σπηλιάς, ξατμίζουνταν στην
+αυλή, κι η μυρουδιά του, περίχυνε τ' άγριο εκείνο στένωμα από
+απαλότη και γαλήνη. Περαστικά πουλιά, που ταξείδευαν σ' άλλες
+χώρες, φεύγοντας την ψύχρα του χινόπωρου, περνούσαν κοπαδιαστά,
+του ψήλου, έσκιζαν τον αέρα μ' ένα γοργό, ξερό φτερούγισμα,
+όπως κάνη το μετάξι που σχίζεται, και χάνουνταν πίσω απ' τις
+κορφές άλλων βράχων, κι άλλων βουνών. Η κάνουλα της μαρμαρένιας
+βρύσης ξερνούσε ασταμάτηστη το βουνήσιο νεράκι της, δούλευαν
+ακούραστα τα κομπολόγια των καλογέρων τριγύρω μου, τσικ, τσικ,
+τσικ. Ένα παιδάκι με το δίσκο γεμάτο ποτηράκια και τη μπουκάλα
+με το βουνήσιο μουρόρακο, μας φίλευε αραδωτά. Οι καλόγεροι
+αποσταμένοι, άλλοι από την ορθοστασία της ακολουθίας, άλλοι από
+τον κάματο της ημέρας που έρχουνταν ολοένα απ' τα χωράφια τους,
+δίπλοναν τα ποτηράκια. Και με το δίπλωμα, η κουβέντα δούλευε. Ο
+ηγούμενος στο πλάι μου, μου ιστορούσε τα θαύματα της Εικόνας,
+της Παναγίας της Μονής, που απ' τον καιρό της εικονομαχίας,
+έφυγε από τη Προύσσα κι ήρθε και κρύφτηκε σ' αυτούς τούς
+βράχους. Γι αυτό και το χωριό αντίκρυ, βαφτίστηκε Προυσσός.
+Ακόμα φαίνεται από το δρόμο πούρθατε, μούλεγε, το Τ ύ π ω μ α,
+το βουνό, που έσκισε ψηλά η Χάρη της, όντας πέρασε για δω.
+Αράδιασε πολλά από τα θαύματά της, ο ηγούμενος, είπε και για τα
+νταραβέρια του μοναστηριού, μου μέτρησε τους καλογέρους του και
+καλός, χαμογελώντας, γλυκός και καλοΐσκιοτος μ' όλο το πάχος
+του, μου ζωγράφιζε με χάρη τη ζωή του μοναστηριού, της ερημιάς
+και του βουνού. Απάνω κάτου, έλεε, καλοπερνούμε, οι χριστιανοί
+απ' όλο τον κόσμο λατρεύουν τη Χάρη της, το μοναστήρι έχει
+μπόλικα μετόχια, εσοδεύει αρκετά, αλλά μας σακατεύουν τα έξοδα.
+Το μοναστήρι, να καταλάβης, εδώ είνε ένα είδος ξενώνας. Δε μας
+λείπουν τη βραδιά δέκα είκοσι διαβάτες. Απώ δω περνούν όλοι,
+εδώ τρων, εδώ κοιμούνται. Πού να βρεθή χάνι εδώ πέρα, και τι να
+πρωτοκάμη κανένα κουτσομάγαζο απάνω στο χωριό. Βλέπεις, πολίτης
+και στρατιώτης, εδώ ξεπέφτει. Αν δεν βρίσκουνταν κι αυτό το
+μοναστήρι αλλοίμονο στον κοσμάκη. Το χειμώνα παραδέ με τις
+βροχές, με τα χιόνια, με τον αποκλεισμό, έχουμε σωστό
+ξενοδοχείο στο μοναστήρι. Το χειμώνα δύσκολη η βουνήσια ζωή,
+χιόνι πάρα πολύ, το κρύο είνε ανυπόφορο, ο δρόμος άσωτος, όπου
+και κακοτοπιά αποκλειέται, μαρτυράει ο κοσμάκης.
+
+Ένας καλόγερος κοντόχοντρος, κατακόκκινος, με κατάμαυρα γένεια,
+με χοντρά πλεχτά ράσα και μυτερό σκούφο, μ' ένα σωρό κλειδιά
+στο ζωνάρι του, μας ζύγωσε:
+
+ — Ευλογείτε, πάτερ, τι καθόμαστε, δεν είν' ώρα για το τραπέζι;
+Είμαι ντιπ ρέμμα!
+
+ — Ακόμα, πάτερ Συμεών, είπε ο ηγούμενος, περιμένουμε απ' το
+χωριό τον αστυνόμο.
+
+ — Τον αστυνόμο!, αα, τι τρέχει;
+
+ — Δεν τάμαθες!
+
+ — Είμουνα κάτου στ' αμπελάκια σήμερα, τόρα γιαγιά ήρθα,
+χαμπάρι δεν έχω.
+
+ — Είχαμε φασαρίες σήμερα το γιόμα. Μας έκλεψαν, πάτερ Συμεών.
+
+Κι ο ηγούμενος χαμογέλασε.
+
+ — Μας έκλεψαν, τι;, πώς;, πότε;. Μας έκλεψαν!...
+
+Κι ο Συμεών, αγριεμμένος, ταραγμένος, απόμεινε μ' ανοιχτό
+στόμα, κάμνοντας το σταυρό του.
+
+ — Μας έκλεψαν και δε μας έκλεψαν, πες... Ας είνε. Ας τ'
+ακούση και του λόγου του από δω, δεν πειράζει. Εκείνοι οι δυο
+χωριάτες απάνω απ' το Καψί, που πλάγιασαν εδώ χτες νύχτα,
+έκατσαν ίσα με το γιόμα. Ο ένας έκανε τον ανήμπορο. Το φέρνουν
+από δω, απ' εκεί, μπαίνουν στη Μονή, γδαίνουν τη Χάρη της, δεν
+άφηκαν από σκεύος κι ανάθημα, φορτόνουνται τις καπότες τους και
+ξεκλέβουνται, απάνω που γιοματίζαμε. Προσκυνούμε όμως τη Χάρη
+της, έκαμε το θάμμα της, κι απάνω που δρασκέλαγαν την οξόπορτα,
+πιάστηκε μιανού η καπότα απόνα πουρναράκι, του φεύγει το
+σακκούλι του, βροντούν τ' ασημικά, κυλάει το κατάχρυσο καντήλι
+της Χάρης της, απάνω που περνούσε κι ο Γιώργης, το παιδί,
+πούρχονταν να ποτίση τα μουλάρια. Βάνει τις φωνές, πετιώμαστε,
+τους πιάσαμε απάνου που τα μάζευαν.
+
+ — Ύπαγε οπίσω μου, Αμελέτητε, ύπαγε οπίσω μου!... έκανε
+σαστισμένος ο Συμεών.
+
+ — Τόρα τους έχουμε πλάι στο κελί μου, πάτερ Συμεών,
+κλειδωμένους. Εγώ είπα να τους απολύσουμε, να παν στην ευκή του
+Χριστού και της Παναγίας, κι' ας το βρουν απ' το Θεό μια μέρα,
+δεν μ' άφησαν όμως οι πατέρες, και στείλαμε για τον αστυνόμο
+στο χωριό.
+
+ — Χίλια χρόνια τόρα σε τέτοια αμαρτία δεν έπεσε το μοναστήρι,
+έκανε ακόμα ο πάτηρ Συμεών, χίλια χρόνια. Ύπαγε οπίσω μου,
+ύπαγε οπίσω μου!... Να τους φάη η κίσσα η κακιά, να τους
+φάη!...
+
+Ύστερα από λίγη ώρα έφτασε απ' το χωριό κι ο αστυνόμος. Ένας
+ψηλός ανθυπολοχαγός του πεζικού, με το χρυσό του κορδονάκι
+μαυρισμένο στο καπέλλο, την πρασινισμένη στολή του, τη σακαράκα
+του, το στριμμένο του μουστάκι, και την πολλή του περηφάνεια. Ο
+ηγούμενος, οι καλόγεροι όλοι, ζύγωσαν, τον χαιρέτησαν, και του
+είπαν την κλεψιά. Αγρίεψε, έστριψε το μουστάκι του, γούρλωσε τα
+μάτια του, ξερόβηξε, βρόντηξε τη σακαράκα του, και κατέβασε δυο
+τρία μουρόρακα τόνα κοντά στ' άλλο. Ζήτησε να του φέρουν
+μπροστά του αυτούς τους δύο ι ε ρ ό σ υ λ ο υ ς, θέλησε να
+στείλη για δύναμη στο χωριό, για να τους κλείση την αστυνομία,
+για να τους στείλη νύχτα στην εισαγγελία, αλλ' ο ηγούμενος τον
+μπόδισε.
+
+ — Τόρα νύχτωσε, κυρ αστυνόμε. Κάθησε να φάμε απόψε, με τους
+πατέρες, πλαγιάζεις μάλιστα εδώ απόψε, κι αύριο μπονορούλια
+τους παίρνεις.
+
+Έτσι κι έγινε. Ο ηγούμενος διέταξε να περιποιηθούν καλά τους
+ταξειδιώτας χωρικούς, που έρχουνταν μπλούκια μπλούκια να
+κονέψουν στο μοναστήρι, κάμνοντας το σταυρό τους, σαν περνούσαν
+την αυλόπορτα κι αντίκρυζαν τη Μονή, και μεις όλοι, ο κυρ
+αστυνόμος, ο ηγούμενος, κ' οι πατέρες ανεβήκαμε στην
+τραπεζαρία. Ντουβάρια άσπρα, γυμνά και αστόλιστα, ξύλινο
+καπνισμένο ταβάνι, μακριά τραπέζια και μακριά ξύλινα σκαμνιά —
+η καλογερική τραπεζαρία. Από μια χαμηλή πόρτα η μυρουδιά κι ο
+καπνός της κουζίνας, έρχουνταν μαζί με τους σερβιτόρους, δυο
+ασπροκόκκινα χωριατόπουλα.
+
+Ο ηγούμενος ευλόγησε, και το δείπνον άρχισε. Όσο έρχουνταν κι
+έφευγαν τα χοντρά πήλινα πιάτα, τόσο καταλάβαινα, πόσο δίκιο
+είχε ο ηγούμενος να παραπονιέται για τα έξοδα της Μονής. Η
+ξεχειλισμένη υγεία και το πάχος των πατέρων, έδειχνε πως η
+μαγειρική εκείνης της νύχτας είταν συνηθισμένο πράμμα. Και το
+δείπνο εκείνο με την ξεχωριστή καλογερική μαγειρική, το
+κερασένιο σουτλό κρασί, που το μέραζαν μπουκάλες μπουκάλες, με
+τους παχιούς εκείνους ρασοφόρους, με τον πολυλογά αστυνόμο,
+μέσα στην παράξενη εκείνη τραπεζαρία, ανάμεσα στους άγριους
+εκείνους βράχους με την αγιασμένη σπηλιά της Μονής, με την
+ευτυχισμένη ερημιά και τη ζωή αντάμα ενός βουνήσιου
+ξενοδοχείου, μόδιναν μια παράξενη κι ασυνήθιστη εντύπωση εκείνη
+τη νύχτα. Οι μπουκάλες έρχουνταν γεμάτες κ' έφευγαν αδειανές, η
+κουβέντα δεν κόβουνταν, ο ηγούμενος χαμογελούσε ακουμπώντας
+στην έδρα του, και παίζοντας το κομπολόγι του, και η κοσμική
+ζωή, έρριχνε μέσα στην καλογερική εκείνη τραπεζαρία ένα
+πιστότατο αντίλαλο, που παραξενεύουνταν κανείς, πώς οι
+καλόγεροι ήξεραν τόσα πράμματα της ημέρας, όσα δε θα μάθαινε
+κανείς διαβάζοντας μια αθηναϊκή εφημερίδα. Αργά, νυσταγμένοι
+σηκωθήκαμε απ' το τραπέζι. Καθένας πήρε το κελί του. Ο
+ηγούμενος με πήγε ίσια με το κελί που θα περνούσα τη νύχτα μου,
+με ρώτησε αν ήθελα κι άλλες βελέντζες για σκέπασμα κ' έφυγε:
+
+ — Καλή νύχτα, κι εγώ τόρα θα πλαγιάσω εδώ κοντά, πλάι-πλάι
+έχουμε τα κελιά μας απόψε. Καλό ξημέρωμά σας...
+
+Έκλεισα τη σαρακοφαγωμένη πόρτα και ξαπλώθηκα στο ξύλινο
+κρεββάτι. Ένα αναμμένο αγιοκέρι απάνω στο τραπέζι, μόλις φώτιζε
+το μεγάλο κελί, σα στρατώνα. Ίσκιοι μισοσκοτεινοί απλόνουνταν
+ολόγυρα στα μαυριδερά ντουβάρια και στο ταβάνι, το αγιοκέρι
+έκαιε πάντα, στάζοντας απάνω στ' ανοιχτά κιτρινισμένα φύλλα
+ενός Μεγάλου Ωρωλογίου, που τα κόκκινα με τα μαύρα γράμματά
+του, φαίνουνταν σα να με κοίταζαν αλλόκοτα, ανάμεσα στη σιγαλιά
+του κελιού. Άνοιξα το παλιό παράθυρο κι ακούμπησα στα σάπια
+ξύλα του. Όμορφη φεγγαροστολισμένη νύχτα με χτύπησε κατάμματα.
+Το στένωμα των κατακόκκινων και ψηλών εκείνων βράχων
+ακτινοβολούσε ολάκερο. Κοίταξα προς τα κάτου κι ανατρίχιασα. Τα
+κελιά είταν χτισμένα σύρριζα σε κατάψηλο βράχο, που ξέφευγε
+ίσος σα μαχαίρι κάτω βαθειά στη λαγκαδιά, που μόλις τη φώτιζε
+το φεγγάρι. Αγνάντια μου ένα εκκλησιδάκι κατάκορφα στον
+αντικρυνό βράχο, άσπριζε φανταστικά, κι ο μετάλλινος σταυρός
+του ψηλά, άσπριζε φανταστικώτερα στο φως του φεγγαριού. Κι
+ανάμεσα στ' άγριο εκείνο στένωμα των βράχων και των σπηλιών
+σιγαλιά θανάτου κι ανυπαρξίας, κι ύπνου βαθύτατου.
+
+Καμμιά πνοή, καμμιά ανάσα, καμμιά ζωή ολόγυρα, μονάχα ένας
+γρύλλος τρυπωμένος εκεί κοντά μου, έτριζε ακούραστα και
+μονότονα. Κι ενώ τον άκουα, συλλογιζόμουνα πόσες φορές στη ζωή
+μου, σε πόσες ευτυχισμένες και σε πόσες θλιμμένες νύχτες, ο
+ίδιος πάντα, χωρίς να βλέπω από πού έχυνε τριγύρω μου το ίδιο
+τ' απαράλλαχτο και μονότονο τραγούδι του, χωρίς να τον νοιάζη
+και να πολυσκοτίζεται με την ζωή που τον τριγυρίζει, με την
+φύση που την νανουρίζει απαλά, με την ευτυχία και με τη
+δυστυχία γύρω στη μικροσκοπική εξοχότη του. Περίεργο ως τόσο
+ζωύφιο ένας γρύλλος εκεί!
+
+Μια στιγμή στο πλαγινό μου κελί, απ' τ' άλλο μέρος απ' το κελί
+του ηγούμενου, αγροίκησα κάποιο θόρυβο σιγαλής κουβέντας κι
+ανάλαφρα πατήματα. Μια μικρή ξύλινη πόρτα αντάμονε το κελί μου
+με τ' άλλο που άκουα το θόρυβο. Χωρίς να θέλω την σίμωσα και
+κοίταξα από μια χαραμάδα. Στην αρχή δεν καλόβλεπα τίποτε, μόλις
+χάραζε λίγο φως. Κοίταξα ακόμα. Έν' αγιόκερι κι εκεί σαν το
+δικό μου, απάνω σ' ένα τραπεζάκι, φώτιζε το κελί απαράλλαχτο
+σαν το δικό μου. Κατάχαμα στις σανίδες είταν ξαπλωμένοι δυο
+χωριάτες, κουρελλιοντυμένοι, ξερακιανοί κι αδύνατοι, χωρίς να
+κουνιώνται. Τους πρόσεξα καλά κι είδα πως είταν πιστάγκωνα
+δεμένοι. Δύο βήματα μπροστά τους γνώρισα τον ηγούμενο, πόστεκε
+ορθός, τυλιγμένος μ' ένα μαύρο σάλι, με το κομπολόγι στα χέρια,
+σοβαρός, αυστηρός, χωρίς το χαμόγελό του αυτή τη φορά. Τα χείλη
+του και τα πυκνά του γένεια αναδεύουνταν, κάτι έλεε. Δεν άκουα
+τίποτε, αλλ' η φωνή του σε λίγο έγινε δυνατώτερη.
+
+ — Αυτό που κάματε, παιδιά μου, είνε μεγάλη αμαρτία...
+
+Εκείνοι μουρμούριζαν κι οι δυο:
+
+ — Φτώχεια μεγάλη, δέσποτά μου. Εμείς χαραμήδες δεν είμαστε. Να
+που μας έβαλε, βλέπεις, ο Τρισκατάρατος.. Η φτώχεια.....
+
+Ο ηγούμενος τους απόκοψε αυστηρός:
+
+ — Όποιος είνε φτωχός δε κλέβει. Και τη φτώχεια ο Θεός την
+έδωσε. Κατακολαστήκατε σήμερα, κι ο Θεός να σας συχωρέση.....
+
+Κι απόμεινε σκεφτικός. Ύστερα τους ζύγωσε και τους έλυσε τους
+αγκώνας.
+
+ — Ο Θεός να σας συχωρέση μ' ό,τι κάματε, πολυέλαιος και
+πολυεύσπλαχνος είνε. Τόρα πάρτε αυτό το πλαστάρι το ψωμί, που
+σας άφησα εκεί στο κρεββάτι, νάτε κι αυτά τα δυο τάλληρα, κι
+αγάλι' αγάλια χωρίς να βροντήσετε και σας καταλάβουν και
+τραβάτε.
+
+Ν' αφήσετε μονάχα την πόρτα ανοιχτή, κι ότι έκαμα για σας να μη
+βγη από το στόμα σας. Άιστε κι ο θεός να σας συχωρέση.......
+Όμορφα να μη σας καταλάβουν.........
+
+Και τ' αγιοκέρι που μόλις έφεγγε στο μεγάλο σα στρατώνα κελί,
+φώτισε τους δυο χωρικούς, που άλαλοι και σαστισμένοι, φίλησαν
+αρπαχτικά το χέρι του ηγούμενου, έβγαλαν τα τσαρούχια τους, τα
+πήραν στα χέρια τους, και πατώντας στα νύχια, χάθηκαν σαν
+ίσκιοι από την πόρτα, ενώ ο ηγούμενος έσβυνε φυσώντας με τα
+χείλη του τ' αγιοκέρι.
+
+Ο γρύλλος ως τόσο, τρυπωμένος εκεί κοντά στο παράθυρο, έχυνε
+μέσα στην έρημη νύχτα ακόμα το ίδιο ακούραστο και μονότονο
+τραγούδι του.
+
+
+
+Τ' ΑΓΟΡΙ
+ Στον Νίκο Λάσκαρη
+Από τ' ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού, που με φιλοξενούσε,
+απλόνουνταν στα μάτια μου όλος ο κάμπος, που τον διάβηκα την
+ημέρα, ομορφότερος και μεθυστικώτερος στο ηλιοβασίλεμμα της
+χινοπωριάτικης βραδιάς. Είχε βρέξη το μεσημέρι κι ο ουρανός
+ξάστερος και ροδοβαμμένος, χαμογελούσε ως πέρα στα βουνά και
+στις ράχες που φαίνουνταν σα να ζύγοναν από στιγμή σε στιγμή
+κοντήτερα στα μάτια μου.
+
+Βασίλευε απαλά ο ήλιος, και τα βουνά της Αταλάντης και της
+Χαλκίδας πέρα πότε φλογίζουνταν κατακόκκινα, πότε κολυμπούσαν
+σε χρυσογάλανη καταχνιά, και πότε ξάνοιγαν σαν πελώρια
+μενεξεδένια ανοιξάτικα μπουκέτα. Η νεροπεριχυμένη Λαμία
+χάνουνταν ανάμεσα σε τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες και στου
+στενόμακρου απέραντου κάμπου την πρασινισμένη στρώση.
+Χαμογελούσε αριστερά η κατάγυμνη Όρθρυς — ατέλειωτη σειρά με
+χυτά, καταστρόγγυλα βουνά — με τους ρειπωμένους εδώ κ' εκεί
+παλιούς στρατιωτικούς σταθμούς των παλιών συνόρων και δεξιά
+καμάρονε πρασινισμένη, η ελατοφυτεμμένη και βελανιδοφουντωμένη
+Οίτη, με μοναστηράκια κυπαρισσοστολισμένα και μ'
+αφροστεφάνωτους μύλους από λαγκαδιά σε λαγκαδιά. Κι ο Σπερχειός
+κάτου στον κάμπο κατεβασμένος από τα χινοπωριάτικα νερά,
+φειδωτός, μέγας κι ατέλειωτος, ξεχύνουνταν σα γιγαντιαίο
+ασημοστόλιστο φίδι μέσα στου κάμπου τις πικροδάφνες, τις
+λυγαριές, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια, ανάμεσα στα
+πρασινισμένα χωράφια και λειβάδια. Και στην όμορφη αυτή εξοχή
+ξεπετιώνταν άφθονα χωριά εδώ, χωριά εκεί, τσιφλίκια κάτω,
+τσιφλίκια απάνω, σκορπιστά σε χαριτωμένη ανακατωσιά,
+στολίζοντας πότε τις χαλικόστρωτες όχτες του ποταμού, πότε την
+αγκαλιά του κάμπου, και πότε τα φρύδια και πλάγια των βουνών.
+Κι ανάμεσα στ' αμπέλια και στα χωράφια, στην τρισευτυχισμένη
+αυτή γις, που δω θρέφεται πολύχυμος ο καπνός, κι εκεί σηκόνεται
+ψηλότερα από μπόι το σιτάρι, και παραπέρα πετιέται εφτάψηλη η
+καλαμιά του καλαμποκιού, κι αλλού γίνεται άφθονο το βαμπάκι, κι
+εκείθε τσακίζονται από το βάρος τα κλήματα των αμπελιών και της
+σταφίδας, κι ανάμεσα στον τρισαγιασμένο αυτόν ομορφότοπο, μου
+φαίνουνταν πως ξάνοιγα ακόμα, όπως και την ημέρα, χιλιάδες
+μέτωπα σκλάβων και δούλων σε τσιφλίκια, κι αγροικίες και χωριά
+αφεντάδων να στάζουν πικρό, φαρμακωμένο ίδρωτα, και να
+ποτίζεται περίσσια η ελεύθερη και τρισευτυχισμένη για τους
+τσιφλικάδες, η σκληρή και πικραμένη αυτή γις για τους σκλάβους
+χωρικούς· Αν έλλειπαν εδώ κι εκεί τα κάτασπρα κωδωνοστάσια μέσα
+στα κάτασπρα χωριδάκια και τσιφλίκια, αν σώζουνταν ολόρθα ακόμα
+τα παλιά τζαμιά των χρόνων της Τουρκίας, τίποτε δεν θα μούλεγε,
+πως αυτός ο ομορφότοπος, είν' ελληνικός και ελεύθερος. Η
+πολύχρονη σκλαβιά άφησε απάνω του θλιβερή, άγγιχτη σφραγίδα.
+Ελευθερώθηκε η γις, αλλά σκλάβοι απόμειναν οι χωρικοί και τα
+χωριά τους. Ο αφέντης άλλαξε, αλλ' ο δούλος απόμεινε ο ίδιος,
+όπως και προτήτερα.
+
+Ατέλειωτες οι λωρίδες των μεγαλοδρόμων έσχιζαν βουνάκια και
+κάμπους και χωριά, πότε ίσιες κι άσωτες, και κουραστικές, πότε
+φειδωτές και καμαρωμένες, κι όλο ομαλές κι ολόστρωτες, χαρωπές
+κι ήμερες. Έτσι όμορφες, έλεγες, πως είταν καμωμένες γι
+αρχοντικά κουπέ, για βασιλικά άτια, να τις διαβαίνη απαλά
+ξαπλωμένη σε μεταξωτά προσκέφαλα, βουτηγμένη σε ηλιοτροπίου
+ανάλαφρη μυρουδιά, κομψή Αθηναία, μέσα στην τριανταφυλλένια
+δύση. Κάρα και αμάξια, άμαξες και σούστες, άλογα με μπρούζινα
+κουδούνια στο λαιμό, άλλα φορτωμένα ξύλα μεγάλα, άλλα
+γυρίζοντας από τους μύλους φορτωμένα αλέσματα, άλογα της
+καβάλλας, βώδια και γαϊδουράκια, μουλάρια φορτωμένα κάρβουνα
+και κοπάδια πρόβατα και γίδια, πλημμύριζαν τους χαρωπούς αυτούς
+δρόμους. Από τις αθάνατες κορφές του Βελουχιού, που χάνουνταν
+πέρα μέσα σε μολυβένια σύγνεφα, κατέβαιναν κι έπεφταν στον
+κάμπο, έσχιζαν τους δρόμους μπλούκια, μπλούκια, οι βλάχοι με
+τις φαμελιές τους φορτωμένες τα βυζασταρούδια τους, τα ρούχα
+τους και τις σκάφες τους γυρίζοντας τόρα στα χειμαδιά τους με
+κατακόκκινα μάγουλα, κι ολόδροση θωριά, καλοθρεμμένοι στα κρύα
+νερά των βουνών όλο το καλοκαίρι. Κι όλο αυτό το δροσερό
+πανόραμα της εξοχής, άλλαζε κ' έπαιρνε στα μάτια μου όλα τα
+μεθυστικά χρώματα της χινοπωριάτικης βραδιάς.
+
+Το χωριό με τη μικρή πλατεία του, τριγυρισμένη από φουντωτές
+σκαμνιές, με τους χωριανούς, πόπιναν το τσίπουρό τους απόξω στα
+μαγαζάκια τους, με τ' αρχοντικά σπίτια του και τις φτωχικές
+καλύβες του, απλόνουνταν κάτω απ' το παράθυρο σ' απαλή γαλήνη.
+Ένας νερόμυλος άλεθε εκεί κοντά και το βογκητό του νερού του
+γέμιζε τη βραδιά από πρόσχαρη μελωδία. Στην άκρη του φειδωτού
+μυλαύλαυκου, κατάψηλες λεύκες αραδωτά φυτεμμένες, μουρμούριζαν
+απαλά τραγουδάκια, ένα ήμερο ελαφάκι με χυτό κορμί και με μικρά
+κουδουνάκια στο λαιμό, πηδούσε ανάμεσα στα χωριατόπουλα,
+πόπαιζαν στα στρογγυλά αλώνια με ξεφωνητά κι αγριοφωνές.
+
+Γύρισα κάποια ώρα τα μάτια μου προς την απέραντη κάμαρα του
+σπιτιού. Ξεπεσμένο χωριάτικο μεγαλείο φυσούσε μελαγχολικά εκεί
+μέσα. Ψηλά το ταβάνι κατάμαυρο, κάτω το πάτωμα, μισοσαπισμένο,
+χοροπηδούσε στο παραμικρό κούνημα, στα θαμπά ντουβάρια οι
+αράχνες έπλεκαν ελεύθερες, πυκνές σφαλαγκωδιές. Τα
+παραθυρόφυλλα κρέμουνταν αλλού σάπια, κι αλλού έλειπαν ολότελα,
+τα γυαλιά έλειπαν όλα από τα γυαλοπαράθυρα, και ξεσκλίδια από
+κολλημένα στρατσόχαρτα κρέμουνταν στα σαρακοφαγωμένα ξύλα. Δύο
+τρεις κουτσές καρέκλες τριγύρω, και στο βάθος ένα παλιό
+σιδερένιο κρεββάτι με ψηλά ως το ταβάνι τέσσαρα σίδερα, ένα
+τραπεζάκι με κόκκινο τραπεζομάντηλο, με δύο μισοσπασμένα
+φουρφουρένια βάζα, γεμάτα από ξερά αστάχυα, με λίγες μικρές
+κιτρινισμένες φωτογραφίες φουστανελάδων και γυναικών με παλιά
+κοζοκιά και βλάχικες φορεσιές, στόλιζαν μονάχα την απέραντη
+κάμαρα. Από την ανοιχτή πόρτα φαίνουνταν άλλη απέραντη κάμαρα,
+κι απ' αυτή άλλη ακόμα, κι από την άλλη, άλλη πάλι, όλες
+μεγάλες, γυμνές, παράξενες. Ποδάρια γυμνά σέρνουνταν μέσα στο
+ατέλειωτο αυτό παλιοσαράγι, παπούτσια χωριάτικα έτριζαν σκιές
+βιαστικές διάβαιναν, φουστάνια με χωριάτικα χρώματα
+πηγαινοερχώνταν, πλεξίδες μαύρες και ξανθές ανέμιζαν εδώ κι
+εκεί, μαύρες και καφετιές σκέπες, και κίτρινα κλαρωτά μαντήλια
+σε γεροντικά κεφάλια, σα κοριτσιάτικα κεφαλάκια, κουνούνταν
+πέρα δώθε, κι ένα πέλαγος από χωριάτικο θηλυκόκοσμο με
+ψιθυρίσματα και λόγια, που μόλις έφταναν στ' αυτιά μου,
+αντηχούσε τόση ώρα τόρα.
+
+Ο νοικοκύρης του σπιτιού, που μ' είχ' αφήση για μια στιγμή,
+μπήκε επί τέλους στην κάμαρα:
+
+ — Με συμπάθειο π' άργησα, μούπε. Έχουμε ανακατωσούρες απόψε,
+κοιλοπονάει η φαμελιά μου.
+
+Και κάθησε κοντά μου με το ψηλό τ' ανάστημα, καμπουριασμένο, το
+χλωμιασμένο πρόσωπό του ανήσυχο. Φουστανελλάς ως εκεί απάνω,
+καμμιά πενηνταριά χρόνων κ' ακόμα, ξεραγκιανός και
+μαυροδέματος, ο Δημήτρης Πουρναράς, χωριάτης απ' αυτούς που
+βρίσκεις με το σωρό στα χωριά. Αγάλι' αγάλια η κουβέντα μας
+ζωντάνεψε, και με την παιδιάστικη εκείνη αφέλεια των χωρικών,
+μου διηγήθηκε σε λίγα λόγια τη ζωή του και τα βάσανά του. Η
+φαμελιά του είταν από τις πρώτες στο δήμο του. Από τ' ακούραστο
+κυνήγι του Χάρου, απόμειναν τρία αδέρφια. Ο μικρότερος
+υπηρετούσε τόρα, ως καθυστερούμενος στο στρατό από το
+καλαικαίρι που μας πέρασε, ο δεύτερος, αχ! ο δεύτερος που να
+μην έσωνε κι αυτός, εκεί που βρέθηκε, 'ρίχτηκε στα πολιτικά και
+τους συνεπήρε κι αυτούς μαζί του. Ότι είχαν και δεν είχαν γιώτα
+Παναγιώτα σε δύο τρεις εκλογές, βαρέθηκαν στα ύστερα και τα
+χτήματά τους, τον έπιασαν ως χρεοφειλέτη και τον ίδιο και
+στενάζει τόρα τρεις μήνες στις φυλακές της Λαμίας. Τι να κάμη
+κι αυτός σήμερα; χαμένα τα είχε, φτωχός και φαμελίτης άνθρωπος.
+Και τι λυκοφαμελιά να πης; Οχτώ κορίτσια, με συμπάθειο, τα δικά
+του μοναχά, άλλα δύο τ' αδερφού του, τη νύφη του, την πεθερά
+του, και τη συμπεθέρα του. Δε τόφτανε αυτό το μπλούκι, χήρεψε
+την περασμένη άνοιξη η πρώτη θυγατέρα του, και του κουβαλήθηκε
+κι αυτή. Από κακό σε κακό. Δεν ήξερε τι να πη. Τι διάολο, από
+μοναστήρι έτρωγε αυτός και το σπίτι του, ή μήπως χάλασε καμμιά
+εκκλησιά κανένας απ' το σόι του; Και για κακή γρουσουζιά, λες,
+η φαμελιά του, να μη κάμη έν' αγόρι κι αυτή η δυστυχισμένη τόσα
+χρόνια. Από τσούπα σε τσούπα. Παραγγελιά να της είχε, πάλι έτσι
+δε θα γίνουνταν. Οι γυναικούλες έλεγαν πως τους έχουν ρίξη
+μάγια. Αγγούρια ξυδάτα! πού τα πίστευε αυτός αυτά. Η μοίρα του,
+αυτή η στρίγλα κι η στραβομούτρα, αυτή είταν αφορμή σ' όλη τη
+δυστυχία του. Ε! τι να γίνη, πάλι, με το Θεό δε μπορεί να
+πιαστή κανείς. Ό, τι θέλη ο Μεγαλοδύναμος. Α! και νάκανε
+αρσενικό απόψε η φαμελιά του! θα ξανάνιωνε. Μπα και γύρεζε σε
+γούρι το καλωσόρισμά μου απόψε...
+
+Και τάλεγε όλ' αυτά ήσυχος και γαληνημένος, με τη ξεχωριστή
+ευλογημένη εκείνη χωριάτικη υπομονή στα βάσανα και στις
+κακοτυχιές της βαρειάς κι ανυπόφορτης ζωής. Καταστραμμένος,
+τόρα στα γεράματά του, φωτίζουνταν όμως ακόμα από της ελπίδας
+την αχτίδα, ο φτωχός χωριάτης. Να καλλιτέρευε αυτή η πικραμένη
+ζωή, αυτή η παλιοζωή! Άξαφνα γίνεται ένα ποδοβολητό κι αντηχούν
+φοβερά ξεφωνητά στις πλαγιανές απέραντες κάμαρες, κι όλος ο
+γυναικόκοσμος ορμά μέσα στη μελαγχολική κάμαρα, και μια φωνή
+μεγάλης χαράς, από τις χαρές εκείνες, που όχι πολύ συχνά νιώθει
+κανείς στη ζωή του, σείει όλο το παλιοσαράγι του Δημήτρη
+Πουρναρά:
+
+ — Αγόρι, πατέρα! αγόρι, Δημήτρη!... Αρσενικό!.... να ζήσης, να
+το χαρής!
+
+Όλη η μολυβένια εκείνη θλίψη, που βάραινε το σπίτι συντρίφτηκε
+σαν από ξαφνικό φύσημα ευσπλαγχνικού ανέμου και το παλιοσαράγι,
+φάνηκε σα να ξανάνιωσε, σα να ξανάγινε καινούργιο, χαρωπό! Τα
+κορίτσια τιναγμένα απ' ανεπάντεχο τιναγμό, με δροσερά κόκκινα
+μάγουλα, με φαρδειές πλεξίδες κάτω απ' τα μαντηλάκια τους, αυτή
+εδώ με πεταχτά στήθη μέσα στο στενό πολκάκι της, εκείνη εκεί με
+κοντό φουστάνι και τις γάμπες ολόχυτες, άλλη με κοντήτερο, κι
+άλλη με πιο κοντήτερο ακόμα, κι άλλη πιο μικρή, κι άλλη πιο
+μικρούλα ντιπ, σαν πουλάκι που πρωτοτσεβίζει, μια πλημμύρα από
+δροσερά κεφαλάκια, με τη λιγερή κορμοστασιά και το χλωμό
+πρόσωπο της μαυροφόρας χήρας στη μέση, με τα ζαρωμένα μουτράκια
+των γριών παραπέρα, όλη αυτή η δυστυχισμένη φαμελιά, τριγύριζε
+τον καμπουριασμένο και ξερακιανό χωριάτη, και τον έπνιγε με
+φωνές, με ξεφωνητά, με άδολη και ξέχειλη χαρά.
+
+ — Άιστε να μου το φέρετε, μορές, να το δω, έκραξε μια φορά,
+ξαναγεννημένος, άλλος άνθρωπος, νιος, παλληκάρι, ο κακόμοιρος
+πατέρας.
+
+Σε λίγη ώρα ήρθε η μαμμή, κοντόχοντρη σα πάπια, με κόκκινα
+μάτια, με ζαρωμένο πλακωτό πρόσωπο, σκεπασμένη μ' ένα
+κιτρινισμένο μαύρο σάλι, με το νιογέννητο τυλιγμένο στις
+φασκιές του, ένα μικρό εκεί πανένιο δεματάκι, π' ανάμεσά του
+μόλις χώριζε ένα κομματάκι άσπρης σάρκας, ένα κεφαλάκι σχεδόν
+άμορφο, απαλό, τρυφερό. Το σήκωσε προσεχτικά με τρεμουλιαστά
+χέρια ο φτωχός πατέρας, και ψηλός και ζανανιωμένος, κι άλλος
+άνθρωπος τόρα, νιος, παλληκάρι μια στιγμή, ξαστοχώντας όλα τα
+βάσανα της ζωής του, όλες τις κακοτυχιές του και τις πίκρες του
+ανάμεσα στην πλημμύρα των δροσερών κεφαλιών ευτυχής,
+ροδοβαμμένος αυτός και το νιογέννητο από τις υστερνές πέρα
+αχτίδες του ήλιου που βασίλευε, κόλλησε τα χείλη του ζεστά και
+παράφορα στην τρυφερή, στην απαλή εκείνη σάρκα, και μουρμούρισε
+πνιγμένος σε χαράς δάκρια, αυτά τα λίγα λόγια:
+
+ — Θεέ μου, να δώσης να ζήση και να γίνη καλός άνθρωπος.....
+
+
+
+ΑΓΡΙΟΖΩΗ
+
+
+
+Γύριζα στ' άγρια βουνά μέρες, τα μάτια μου είχαν χορτάση από
+την αγριότη, από το μεγαλείο, από το θάμπωμα πρωτογεννημένης
+φύσης. Κι όμως τέτοιον αγριότοπο, τέτοια κακοτοπιά δεν είχα δη
+ακόμα. Αδύνατο να την στοχαστή η φαντασία, να την ιστορίση η
+πέννα, το μάτι να την υποφέρη κι η ψυχή να την απολάψη.
+Ξεππέζεψα απ' το μουλάρι μου, έδωσα το καπίστρι του στον
+αγωγιάτη, και μουλάρι κι αγωγιάτης τράβηξαν μπροστά. Το
+μονοπάτι στένευε σαν κορδέλλα, σα σκοινί από κει και κάτω·
+φοβερό στεφάνι, θαμπή ψιλή και κρύα η χινοπωριάτικη βροχή,
+άπλονε ένα θεόρατο βαμβακένιο πέπλο ολόγυρά μου, π' ανάμεσά του
+έπλεε πιο άγρια και πιο τρομαχτική η φύση. Στρυμώχτηκα σε μια
+πέτρινη σπηλιά κι αγνάντευα. Απάνω στο κεφάλι μου κρέμουνταν
+βράχοι πελώριοι, εφτάψηλοι, βράχοι κατασυντριμμένοι σαν από
+τεράστιο σφυρί φοβερού δράκοντα· στην άκρη στα πόδια μου,
+γκρεμοί και σάρες, ξέφευγαν φοβερές κι άπατες,
+σφιχταγκαλιασμένες από παμπάλαιους κλάδους πουρναριών και
+κέδρων. Κρεμασιές ορμητικές που γκρεμίζουνταν από τις χαμένες
+κορυφές των βουνών ψηλά μέσα στα κατάμαυρα σύγνεφα, κυλούσαν
+λιθάρια ριζιμιά και νερό αφρισμένο με γοργάδα αστραπής, με
+θόρυβο ουρανοβροντής. Κουδουνίσματα παράξενα, με κρυστάλλινους
+αχούς αγροικιώνταν από ψηλά και κάτω, και πρόβαλαν και πηδούσαν
+κι έσερναν λιθάρια και στουρνάρια στη φευγάλα τους κατάμαυρα
+αγριόγιδα, πετροχελίδονα πετούσαν από βράχο σε βράχο, αετοί και
+γεράκια έφευγαν κι έρχουνταν ήσυχα και καμαρωτά, με βασιλικό
+μεγαλείο μέσα στην ανεμοζάλη, τσακάλια ουρλιώνταν στα
+σκεπασμένα από πυκνούς πέπλους βροχής, πλάγια των βουνών.
+Μυστήριο και τρόμος, περιχύνουνταν από στιγμή σε στιγμή μέσα
+στην τρομαχτική εκείνη αγριότη.
+
+Αντικρύ μου άλλο ψηλοθώρητο βουνό, ίσο σα μαχαίρι, κι απόγκρεμο
+σα θεριακωμένος μεσαιωνικός πύργος, γυμνό κι άδεντρο,
+κατακόκκινο σα φωτιά με τ' ατσαλένια στήθη του παλληκαρίσια
+πεταχτά, καταξεσχισμένα από μεγάλες, παράξενες, και βαθουλές,
+και αγριοκαμωμένες καταματωμένες πληγές, απλόνουνταν τρακόσια
+βήματα αλάργα μου. Και κολλητά μου άλλος γίγαντας πέτρινος,
+πλημμυρισμένος κι αρματωμένος από τ' ατέλειωτα πόδια του ως την
+αθώρητη κορφή του, με κρανιές και μ' αρκουδοπούρναρα, μ'
+αθάνατους λιβανόκεδρους, με χιλιάδες πολυχρονίτικα έλατα και
+μυριάδες κέδρους αγκαθωτούς στ' άγγιχμα, μαγεμμένους στο
+κοίταγμα, και μεθυστικούς στην ευωδιά, έκλειε ο γίγαντας, αυτός
+μονάχος, πέρα πέρα και γις, και κόσμο κι ουρανό κι έθαφτε τη
+ματιά και συνέπαιρνε την αίσθηση, το νου, και την ψυχή, ανάμεσα
+στο πανάγριο αυτό χάος, και χώριζε τον άνθρωπο από κόσμο και
+κοινωνία και οικογένεια, και τον ξεγύμνωνε από σκέψη κι
+ανθρωπισμό, και τον έκανε δικό του, καταδικό του, σώμα και ψυχή
+άγριο, κατάγριο, πανάγριο.
+
+Φουρτουνιασμένα, θολά, λασπωμένα κ' ορμητικά σαν πεινασμένα
+λιοντάρια, κυλούσαν στα βάθη των γκρεμών τα δύο ποτάμια. Από
+ψηλά, από τα ματωμένα στήθη του Βελουχιού, ακράτητο φουσάτο,
+έρχουνταν ο Καρπενησιώτης· από μυστικές κι άγνωστες, απ'
+αθώρητες κ' απάτητες λαγκαδιές, ροβολούσε ο Καστανιάς. Και
+παλληκάρια ισοδύναμα, κ' ήρωες βροντόφωνοι, αδελφωμένοι στη
+βοή, ζευγαρωμένοι στην ορμή και το κατρακύλημα, σμίγουνταν σε
+βροντές, που μόνο σιδερένιο αυτί τις ένιωθε και τις υπόφερνε,
+και μ' ορμητικώτατη νεροσυρμή, έσχιζαν με διπλή δύναμη τους
+θεόρατους πέτρινους γίγαντας, και ξέφευγαν από το καταχθόνιο
+τρέξιμό τους, πίσω από τα νικημένα βουνά, και ροχαλίζοντας σα
+λύκοι μέσα στην περήφανη νίκη και δόξα τους, διάβαιναν πέρα
+προς τ' Άγραφα σε καινούργιους ορίζοντας, για να παλαίψουν και
+να νικήσουν νέους γίγαντας.
+
+Κι ανάμεσα στης χινοπωριάτικης βροχής το κρύο κλάψιμο, πιο βαθύ
+μυστήριο, πιο βαθύς τρόμος, περίχυνε την αγριότη, που με
+τριγύριζε. Ψηλά στον κατακόκκινο, τον καταπληγιασμένο γίγαντα,
+ανάμεσα στα ματωμένα στήθη του, μια κορδελίτσα δρόμου, ίσια σα
+γραμμή συρμένη με χάρακα, κοκκίνιζε εδώ, και μαύριζε εκεί, κ'
+άσπριζε παραπέρα. Δίχως άλλο κάποιο μονοπάτι είταν. Τ'
+ακολούθησα με προσοχή, ξαφνισμένος. Πώς; στου απάτητου αυτού
+πύργου τα στήθη, πατούσε ποδάρι ανθρώπου; Πάντα ίσο το
+μονοπάτι, πάντα ξάστερο, έφερνε σ' ένα ξόγκωμα του βουνού,
+κρεμασμένο, μετέωρο, που φαίνουνταν σα να μην είταν ούτε στη
+γις, ούτε στον ουρανό. Έτριψα τα μάτια μου, και μέτρησα εκεί
+απάνω καμμιά δεκαριά σπιτάκια πέτρινα, τετράγωνα, κατάκλειστα
+που τάλουζε κ' αυτά αδιάκοπα η βροχή.
+
+Άξαφνα κοντά μου στην άκρη του στεφανιού του γκρεμού, φάνηκε
+ένας γέροντας φορτωμένος μ' ένα σακκί στις πλάτες. Απίθωσε το
+σακκί καταγίς, έκατσε απάνω, και αναστέναξε λαχανιάζοντας.
+Κατόπι του μια γριά φορτωμένη κι αυτή μ' ένα σακκί, ξεφορτώθηκε
+κι έκατσε κοντά του. Είταν δύο γεροντάκια καταζαρωμένα με γερά
+κορμιά, βουνήσιοι χωριάτες. Κουρέλλια αγνώριστα έντυναν και
+τους δυο, λερά, λασπωμένα. Χέρια και κεφάλι, λαιμός και στήθη
+κατάζαρκα, μ' ένα μαύρο κι ηλιοκαμμένο δέρμα, με τρύπια
+γουρνοτσάρουχα στα πόδια.
+
+ — Για σου καλόπαιδο, μουρμούρισαν κι οι δυο.
+
+ — Από πού, ώρα καλή, γέροντα;
+
+ — Η γριά ακούμπησε στο σακκί της λαχανιάζοντας ακόμα από το
+δρόμο, ο γέρος αποκρίθηκε ξέψυχα:
+
+ — Απ' το μύλο και στο χωριό, παιδί μου. Αλέσαμε λίγο
+καλαμπόκι. Έρχεται χειμώνας, βλέπεις, σα μπροστά ποιος ν'
+ανεβοκατεβαίνη με τα χιόνια.
+
+ — Και ποιό 'νε το χωριό σας;
+
+Ο γέρος σήκωσε το χέρι του κι έδειξε ψηλά στο ξόγκωμα του
+βουνού τα λίγα σπιτάκια.
+
+ — Απάνου!, να το!. Καρίτσα το λεν.
+
+ — Και θ' ανεβήτε έτσι φορτωμένοι εκεί απάνω;
+
+ — Τι να κάνουμε; Μεις, παιδάκι μου, βλέπουμε ζωντανό το χάρο
+με τα μάτια μας. Άη! οι κακομοίρηδες.
+
+ — Κι είστε πολλές φαμελιές στο χωριό;
+
+ — Το καλοκαίρι θάμαστε καμμιά δεκαπενταριά· τόρα το χειμώνα
+κατεβαίνουν κάτου στον κάμπο του Βραχωριού οι μισές. Άη!, που
+να καψοζήση άνθρωπος δω απάνω, σα δεν έχη το είνε του.
+
+ — Και τόχετε το είνε σας γέροντα;
+
+ — Να, καλαμποκάκι κι άγιος ο Θεός. Και σάματ' έχεις να το
+ψήσης κι' αυτό. Κάνουμε τηγανιές, αλεύρι και γουρνόξυγκο μέσα,
+κι ίσια που ρουπώνουμε.
+
+ — Ξύγκι;
+
+ — Το καψόξυγκο είνε, που μας ζωντανεύει. Μ' αυτό στο ψωμί, μ'
+αυτό στο λύχνο, μ' αυτό τηγανίζουμε κάν' αυγό. Ξύγκι που πάει
+γόνα, κι αυτό λιγοστό, πού να βρεθή το έρημο!
+
+ — Και κατεβαίνετε το χειμώνα κάτου;
+
+ — Όπως ντέση. Τους τρεις μήνες ροβολάμε μια βολά. Σε στρυμόνει
+το χιόνι, παιδί μου. Κρύο, λες; πεθαμός! Και βδομάδα κάνουμε ν'
+ανοίξουμε πόρτα. Μαϊδέ ουρανό, μαϊδέ γις, μαϊδέ κόσμο
+χαράζουμε. Σαν πεθάνη και κανένας από μας, μαϊδέ παππάς να βγη
+ως εκεί απάνου. Το καλοκαίρι να πης; Άιντε νιάτα! Βάζεις
+καινούργιο σκότι... Άιντε να τραβάμε, γερόντισσα, χαλεύεις
+μη και δεν αποσώσουμε απόψε...
+
+Κι οι γερόντοι λαχανιάζοντας ακόμα, σήκωσαν τα βαρειά σακκιά
+τους στις πλάτες τους, με χαιρέτησαν και ξεκίνησαν.
+
+ — Ε, παιδάκι μου, φώναξε ο γέροντας, τραβώντας εμπρός μέσα στη
+βροχή, ζη κανένας και ζώνεται δω στο βιλαέτι μας, ζη για να
+βρίσκεται, έτσι για να μην ερμάη ο τόπος.
+
+Κι η γριά, που δεν είχε ανοίξη ακόμα το στόμα της, ακολουθώντας
+πίσω το γέρο της, με τη φωνή πνιγμένη απ' το λαχάνισμα,
+μουρμούρισε:
+
+ — Βρισκόμαστε, που λες, για να μη.. για να μη τον φαν' οι
+λύκοι σαν τύχη και ξεπέση κανένας χριστιανός από δω......,
+
+Κι η βροχή τους συνεπήρε, και τους σκέπασε σε λίγο απ' τα μάτια
+μου τους δυστυχισμένους αυτούς β ι ο π α λ α ι σ τ ά ς των
+βουνών που δεν τους πολεμά η Ζωή μονάχα, αλλά κι αυτή η Φύση.
+
+
+
+
+Ο ΛΟΧΙΑΣ ΜΟΣΧΟΣ
+
+
+
+Ο ήλιος που βασιλεύει τόσο όμορφα τις χινοπωρινές βραδιές,
+κρύβουνταν στα βουνά με μια απέραντη τριανταφυλλένια αναλαμπή.
+Μπροστά στη στρατιωτική σκηνή την τεντωμένη στα ριζά μιας
+ραχούλας στάθηκαν οι τρεις ευζώνοι με τον λοχία. Ο άλλος λόχος
+πήρε τον κατήφορο προς τη χώρα με τους άντρας του πούχαν ρίξη
+όλοι πλάι πλάι από θαμπά τόσα τουφέκια στο σκοπό, με τους
+γκράδες τους οδοιπορικώς και με το τραγούδι τους:
+
+ Θέλεις με μήλο βάρε με, θέλεις με πορτοκάλλι,
+ θέλεις με τις πλεξίδες σου πάρε μου το κεφάλι.
+
+Οι στρατοκόποι, τα κάρα, τ' αμάξια, οι καβαλλάρηδες που τους
+μπόγαδαν τόση ώρα τόρα οι σφαίρες τη στράτα, πήραν το δρόμο
+τους, σε λίγο η τριανταφυλλένια αναλαμπή του ήλιου που χάθηκε
+στη δύση του, έσβυνε κι αυτή, κι η ερημιά κι η σιγαλιά χύθηκε
+πέρα για πέρα στις ραχούλες.
+
+Οι τρεις ευζώνοι με τον λοχία απόμειναν να φυλάξουνε τη σκηνή
+και μπαγάγια της. Έβαλαν μέσα τους σ κ ο π ο ύ ς ανταριασμένους
+απ' τα μολύβια, έμπασαν μέσα τα τραπεζάκια και τα καθίσματα των
+αξιωματικών, μάζεψαν τις κάσες με τις σφαίρες, έβαλαν παράμερα
+σε μιαν αγκωνή τους γκράδες και τα σπαθιά, έρριψαν στερνή ματιά
+γύρω στον πλατύ κάμπο και στις ραχούλες που τις τύληγε αγάλι'
+αγάλια το πρωτοσκότιδο και της βραδιάς η αντάρα, και άναψαν
+τότες απόξω απ' τη σκηνή κοντά στην πόρτα της τη φωτιά με τα
+λιανόξυλα και τα προσανάμματα πόμασαν εκεί κοντά. Σούβλισαν ένα
+μπούτι, κι άρχισαν να το γυρίζουν απάνω στη θράκα. Σαν έγιναν
+όλ' αυτά ο λοχίας έκατσε πρώτος κοντά στη φωτιά, λίγο απόμακρα
+να μη τον παίρνη η φάκλα της φωτιάς κι είπε:
+
+ — Κάτσ' τ' τόρα μπρε παιδιά!
+
+Τα παιδιά έκατσαν. Ένας ψηλός κρεμανταλάς με δυο πήχες
+μουστάκια, ξεροκαμπίτης βλάχος με δυο μάτια μεγάλα, μεγάλα και
+κουτά, που άνοιγε το στόμα του κι έλεγε σ' ότι λογής κουβέντα,
+ολοένα ένα α!.... Ένας κοντόχοντρος Κραβαρίτης λεβέντης
+όλος νεύρα, αίμα, και μάτια, κόκκινος, που βρωμούσε γαλατίλας
+από το μουστάκι του, που μόλις ίδρωνε, ως τα ξεθωριασμένα
+τσαρούχια του, κι ένας άλλος κοινός στρατιωτάκης που δεν έλεε
+τίποτε. Κι ο λοχίας ψηλός, ξερακιανός ρουμελιώτης, ηλιοψημένος,
+μαύρος, με παχύ μουστάκι και με της λεβεντιάς τον ίσκιο απάνω
+του σαν είδε πως η υπηρεσία κ' οι δουλιές αποτελείωσαν, άρχισε
+γερή κουβέντα και γέλοια μαζί τους.
+
+Δεν είταν πια ο λοχίας, ο Κώστας Μόσχος, ο λοχίας πούθελε ν'
+αγροικάη στη γραμμή να κάνουν χ ρ α π! όλα μαζί τα όπλα, ούτε ο
+αυστηρός λοχίας που φόρτονε τις αγγάριες και τους περιορισμούς
+με το σακκί. Όντας ξεζώνουνταν τα λουριά του και κρεμούσε τη
+φουστανέλλα του ο κυρ λοχίας άλλαζε. Γλυκομίλητος, φίλος,
+αδερφοποιτός. Η υπηρεσία, υπηρεσία και το καθησό, καθησό. Οι
+στρατιώτες δεν είταν πια κούτσουρα ακίνητα ντιπ, που να ρίχνης
+τουφέκι και να τους κόβης πέρα πέρα, όπως στη ζύγηση της
+γραμμής, μα αδερφοί και φίλοι. Κι άνοιγε γλήγορα την κουβέντα
+και γελούσε μαζί τους, και τους αγαπούσε και τον σέβουνταν
+εκείνοι.
+
+Η ίδια ταχτική και τη νύχτα εκείνη. Ο αέρας άρχισε να βογκά και
+να συνεπαίρνη τ' αγκάθια και τα ξερόφυλλα της ράχης, η φωτιά να
+παραδαίρνη, το μπούτι να ροδοκοκκινίζη στη θράκα και η κουβέντα
+ν' ανάβη. Μέσα στο μεσανό κοντάρι της σκηνής φαίνουνταν
+κρεμασμένα τα τουφέκια, τα σακκίδια κι οι καραβάνες, η μεγάλη
+τσίτσα του κυρ λοχία με το κρασί, οι σιδεροχάρτινοι σκοποί
+είταν ριγμένοι σε μιαν άκρη, η φωτιά πύρονε τα κορμιά κι η
+γύμνια της μεγάλης σκηνής απλόνουνταν μισοφωτισμένη στο βάθος.
+
+Νύχτα βαθύτατη, νύχτα της μοναξιάς, της ράχης. Ο ουρανός άπλονε
+αστεροφωτισμένη περίσσια την αγκαλιά του, τα βουνά γύρω
+μαύριζαν ανάμεσα στις αγανές τουλούπες των συγνεφιών ο
+νυχτερινός αέρας βογκούσε στην πλαγιά της ράχης, φέρνοντας μαζί
+του το κουδούνισμα κανενός γιδιού, κι η άσπρη λουρίδα του
+μεγαλόδρομου άσπριζε παρέκει φανταστικά.
+
+Ο κυρ λοχίας έστειλε τον Κραβαρίτη, τον λεβέντη, να μάση κάνα
+κούτσουρο ακόμη, για τη φωτιά πάρχισε να σβύνη, εκεί γύρα.
+
+ — Άιντε, ορέ, για κάνα ξυλάκι κι η νύχτα είνε χρόνος τόρα.
+
+Δεν περνάνε δύο λεφτά κι ο λεβέντης δίχως σπαθί, δίχως φέσι,
+δίχως τσαρούχια, φορτωμένος μίαν αγκαλιά ξύλα, τρέχει
+κατατρομασμένος, κίτρινος σαν το φλουρί, και μουρμουμουρίζει
+σαστισμένος κάμνοντας το σταυρό του:
+
+ — Πάτερ 'μών!...
+
+ — Πατερίτσα στο... φωνάζει ο κυρ λοχίας.
+
+ — Πάτερ 'μών κυρ λοχία, να, πάηνα για ξ 'λάκια μέσα στο ρέμμα
+κι άξα βοητό από νταούλια και ζουρνάδες...
+
+ — Νταούλια, μωρέ!
+
+ — Αμ' τι, μαθές, νταούλια. Ζυγόνω να διώ.. τίποτα ντιπ και τ'
+άργανα έβαζαν τη ρεμματιά και τα παιγνίδια λάλαγαν.... Δαιμόνοι
+είτανε, κυρ λοχία!
+
+Κι ο λεβέντης έρριξε τα κούτσουρα και τα ξεράδια απάνω στη
+θράκα της φωτιάς, στρυμώχτηκε κοντά στους άλλους, κι άρχισε να
+πυρώνη τα ποδάρια του και τα χέρια του.
+
+Ο λοχίας άναψε.
+
+ — Μπρε, όρνιο, τι νταουλιαλογάς, τι ξυλοκουτσουρίζεις; ζάψε
+λίγο κρασί μωρέ και μάσ' τα ξεράδια σου!.
+
+Ο λεβέντης έζαψε και πολύ, και μουρμούρισε:
+
+ — Τάειδα με τα μάτια μου και τ' άξα με τ' αυτιά μ'. Δε
+π'στεύεις, κυρ λοχία;
+
+Ο λοχίας γέλασε δυνατά με το ξερό του γέλοιο, ο κρεμανταλάς
+άνοιγε περισσότερο τα μάτια του και το στόμα του, με τα
+τεντωμένα μουστάκια του, σα νάλεγε πάντα το ξαφνισμένο του
+εκείνο «α! α!»
+
+ — Μωρέ, να χαθής, όρνιο, θα πας και στον πόλεμο, συ είπε ο
+λοχίας, ξεκαρδισμένος στα γέλοια.
+
+ — Στον πόλεμο, κυρ λοχία; πήγες του λόγου σου στον πόλεμο; Πού
+να τον δούμε μεις τον πόλεμο!...
+
+ — Πού να τον δης; Σα σε πιάση η σφίξη βλέπουμε, τι θαρρείς,
+τραχανολόγε του διαόλου! Τέτοια πραμματάκια σαν κι εσάς νάχα
+στον πόλεμο, πρόκοβα. Ο λεβέντης που άμποχνε τα ξύλα και τα
+κάρβουνα με τις χερούκλες του και φυσούσε με φουσκουμένα
+μάγουλα τη φωτιά και τον περίχυναν οι σπίθες φωτεινές στο
+ξανθόμαλλο κεφάλι του, αποκαρώθηκε. Έμεινε σκυμμένος στη φωτιά
+με φουσκουμένα μάγουλα, με το στόμα του σουφρουμένο γυρίζοντας
+τα μάτια του κατά τις κάννες των τουφεκιών που λαμποκόπαγαν στη
+φάκλα της φωτιάς. Ύστερα ανασηκώθηκε αγάλι' αγάλια, κάθησε
+σταυροπόδι έπιασε με τα δάχτυλα των χεριών του, τα δάχτυλα των
+ποδαριών του, χαμογέλασε κι είπε με μια φωνή απαλή και
+ψιθυριστή, όπως κάνουν τα παιδιά όταν γυρεύουν παρακαλώντας από
+τη γιαγιά τους, παραμύθια:
+
+ — Πες μας για τον πόλεμο, κυρ λοχία...
+
+Ο λοχίας δε γέλασε άλλο. Ανασηκώθηκε κι αυτός λιγάκι. Η
+ηλιοκαμένη όψη του ανατρίχιασε, και τα λόγια του λεβέντη βρήκαν
+αντίλαλο μακρινό και γλυκύτατο στη ψυχή του. Σήκωσε τη τσίτσα
+και τράβηξε κρασί, σα νάπινε στην υγειά και στην ενθύμηση του
+πολέμου. Ύστερα σα να συλλουγίζουνταν πως είταν νύχτα ακόμα,
+είπε:
+
+ — Θα σας που, ορέ παιδιά, για τον πόλεμο.
+
+Και χωρίς να κοιτάξη καλά καλά την περιέργεια, τη βουβαμάρα των
+στρατιωτών μέσα στο αποκοιμιστικό τραγούδι της φωτιάς, άρχισε
+να μολογάη την ιστορία του ο λοχίας ο Κώστας Μόσχος, σα να
+κουβέντιαζε αδελφικά με κάνα παλιό σύντροφό του, ενώ άρχιζαν να
+τρώνε:
+
+ — Οχτώ τ' Μαϊού στα γδόντα έξ. Η άνοιξη μας βρήκε αγνάντια από
+τον Έλυμπο κοντά στην Καρυά, στο σταθμό στο Γουδαμάνι τ'
+Νεζερού. Είμαστε τότες στο έβδομο ευζωνικό. Είχα δεκαοχτώ
+στρατιώτες μαζί μου, δυο δεκανείς κι εγώ. Στο τουρκικό δεν
+θάτανε σαράντα σκυλιά. Στις δυο τ' απομεσήμερο βάζω τους άντρας
+σκοπό. Όλοι τους είταν ένας κι ένας. Εικοσοχτώ, τριάντα χρονών
+βάλε με το νου σου· από το Καρπενήσι και τη Φθιώτιδα, άντρες με
+φιλότιμο και καρδιά, όχι μύξες σαν κι εσάς, όρνια. Παίρνω τον
+κατήφορο για καραούλι. Είμαστε στο θερμό και δε μαδάγαμε.
+Καρτερούσαμε ώρα με την ώρα να πιάση το ντουφέκι. Βρίσκω
+παρακάτω τον υπολοχαγό τον Κουρμούλη — θιός σχωρές τον — Γεια
+σου, Μόσχο! — Διατάξατε κυρ Υπουλοχαγέ. — Κάτσε να φάμε λίγο
+κουσουμάρι. — Δε μπορώ· έχω τα παιδιά μονάχα τους απάνω. Κάτσε,
+δε κάθουμαι· έκατσα στο ποδάρι. Παραπέρα στο χωριό τ' Αμπελάκι
+είχαν πανηγύρι κι έρριχναν αριά και που λιανοτούφεκα. Μέσα το
+μεσημέρι ακούω άξαφνα δυο τουφέκια μπαμ, στο σταθμό. Το βάζω
+στα ποδάρια:
+
+ — Μπα! κακό πόπαθα!
+
+Φτάνω στο σταθμό. Το τουφέκι άναψε, τα μολύβια έρχουνταν βου!..
+.βου!... βατό κατ' απάνω μας. Τι τρέχει ορέ! Ποιος τουφέκισε;
+Οι Τούρκοι! κυρ λοχία· κυρ λοχία πέσε κάτου. Πού να πέσω.
+Τάχασα, σάστισα από το δρόμο, από την κάψα. Με καβαλλικεύουν
+δυο, με ρίχνουν κάτω. Ήρθα στα σέστα μου. Πυρ ομαδόν απάνω στα
+κεφάλια μας. Είμαστε ντιπ κατάλακκα, χωρίς ταμπούρια, χωμένοι
+μέσα στα κουτρόνια. Άξαφνα πέρ' απ' τα Καβούρια πλακόνει ένα
+τουρκικό μ' οχτακόσους Τόρα, κυρ λοχία, μου κάνουν αντάμα όλα
+τα παιδιά, τι θα κάμουμε; Να μας βοηθήσουν οι δικοί μας είταν
+αδύνατο. Τόρα μωρέ παιδιά, τους κάνω, κάμτε το σταυρό σας,
+φιληθήτε και πέστε πως δεν είστε ζωντανοί. Φιλήθηκαν ούλοι,
+κάμανε το σταυρό τους με τους γκράδες στα χέρια. Χωριστήκαμε σ'
+εφτά τμήματα, έτσι μου φάνηκε καλλίτερα και πιάσαμε μια μεγάλη
+γραμμή. Το τάγμα έρχουνταν βάδην κατ' απάνω μας. Μη μπυροβολήση
+κανείς, τους κάνω, άμα φτάσουνε στα εκατό μέτρα, το σταυρό σας,
+και πυρά ομαδά. Οι Τούρκοι έρχουνταν τα σκυλιά. Μέσα στις
+τουφεκιές τους ακούγαμε τους δικούς μας γκράδες να βογκάνε από
+μακριά. Το ντουφέκι είχ' ανάψη σα μπαρούτι σ' όλη τη μεθόριο
+γραμμή απ' το δικό μας σταθμό. Είτανε μια χαρά κι όντας
+αργότερα ακούστηκαν και τα κανόνια μας, πετάχτηκαν όλα τα
+παιδιά απάνω απ' τον ενθουσιασμό τους. Κάτω σκυλιά και
+χαθήκαμε, τους φωνάζω, και ξαναταμπουρώθηκαν. Έρχουνταν οι
+τούρκοι, κρυμμένοι εμείς. Ξεμύτισαν απάνω στη ράχη· να, και
+κοντοζύγοναν φαίνουνταν από τη μέση κι απάνω καμμιά οχτακοσαριά
+σκυλιά στην αράδα. Πυρ ταχύ!, φωνάζω. Κάθε μολύβι και στο
+κρέας· δεν είχε. Τα σκυλιά ίσια απάνω μας φωνάζοντας. Τι λένε
+μωρέ; κάνω στον Καρατζίκο τον Λία απ' τη Φθιώτιδα, πούξερε
+τούρκικα, τι λένε μωρέ; Τάχε χάσει το παιδί Τι λένε μωρέ και
+χαθήκαμε; Τίποτα! Του δίνω μια κατακεφαλιά, «γιουρούσι
+φωνάζουν», μου κάνει. Κρίνε, μωρέ, και μας φάγανε. Πυρ ταχύ!,
+πυρ ταχύ! «Κυρ λοχία» μου κάνει, ο Καρατζίκος ο Λίας απ' τη
+Φθιώτιδα, «θα βαρέσω τον σωματάρχη τους!» Βάρ'του, μωρ' Λία!.
+.. Στέκεται, ένα τουφέκι τόχει, κάτου!.... Και πυρ ταχύ, και
+πυρ ταχύ, τους ανεμίσαμε ίσα με το βράδι και τόστριψαν...
+
+ — Κυρ λοχία, να σ' αποκόψω και με το συμπάθειο κι όλας, βαρέθ'
+κε κάνας δικός μας; είπε με λαχανιασμένη φωνή ο κοντόχοντρος
+λεβέντης.
+
+ — Βαρέθηκαν δυο· μιανού τόκοψαν το δάχτυλο, τ' αλλουνού του
+μπήκε η σφαίρα, να εδώ στην πλάτη, γω του την έβγαλα και
+γελούσε. Απ' τα σκυλιά λες; όσους θέλεις.
+
+ — Ύστερα, κυρ λοχία;
+
+ — Νύχτωσε. Ούτε ψωμί, ούτε νερό, ούτ' ένα ρούμι. Στις δέκα τη
+νύχτα πλακόνει άλλο τάγμα τούρκικο δεξιά. Στέλνω για νερό,
+στέλνω για βοήθεια στον ανθυπασπιστή τον Παπαγεωργίου πούχε
+δεκάξη άντρας παρακάτω. Τίποτα. Είχε γερή δουλειά κι αυτός. Κι
+οι Τούρκοι όλη τη νύχτα πυρ ομαδόν πεντακόσα τουφέκια κατ'
+απάνω μας· κ' έχτιζαν κι οχυρώματα. Έβλεπες τη νύχτα ημέρα· ένα
+μέτρο απ' τη γις ξαστεριά, φωταψία, και από πάνου καπνός κι
+αντάρα. Ρίχναμε κι εμείς κάνα λιανοτούφεκο, ίσια να τους
+φοβίζουμε και μη μας πάρουν τον αέρα. Ίσια με το πρωί της
+Παρασκευής μας φέρανε 800 φυσίγγια, οχτώ άντρες κι ένα αρνί
+ψημένο. Δόσαμε να φάμε, δεν πάαινε χαψιά μέσα μας· μας είχε
+πιάση ένας κόμπος στο λαιμό όλους, και τ' αρνί το ρίξαμε
+παράμερα και τόφαγε ένα σκυλί πούχαμ' εκεί. Ξημερωθήκαμε. Οι
+Τούρκοι έκαναν όλη τη νύχτα οχυρώματα ως εκεί απάνω. Όλη την
+Παρασκευή το ντουφέκι δεν έπαψε. Στις πέντε το βράδι ακούω τη
+δική μας τη σάλπιγγα, να βαράη πάψατε πυρ! Είχαμε 29 ώρες
+κουβαριασμένοι από πίσω στα κουτρόνια. Γινήκαμε αράπηδες ούλοι·
+τα μούτρα μας, τα χέρια μας φουσκάλιασαν το πετσί μας γδάρθηκε.
+Να μη σηκωθή κάνας!, φωνάζω. Ζύγωσε ένας τσαούσης τούρκος.
+Σηκόνομαι, παίρνω ένα στρατιώτη, πούξερε τούρκικα, μαζί μου και
+του λέω: Δω που θα πααίνουμε, μεις θα κραίνουμε ρωμαίικα κι
+ό,τ' ακούς συ τούρκικα να μ' τα λες εμένα ρωμαίικα. Τι λέει ο
+τσαούσης; του λέω. Τον ταγματάρχη ζητάει, κυρ λοχία. Γέλασα.
+Μας νόμισαν πως είμαστε ολάκερο τάγμα. Σε πενήντα μέτρα βλέπω
+κι έρχουνταν ίσα με είκοσι τούρκοι αξιωματικοί με τον μ π ί μ π
+α σ η στη μέση και κουβεντιάζοντας. Τι λέει ο μ π ί μ π α σ η
+ς; μωρέ του κάνω. Ζητάει το διοικητή μας, κυρ λοχία. Πες του
+πως ο διοικητής μας είνε κουρασμένος και δε μπορεί ναρθή.
+Έκατσε πέρα στη σκηνή του, κι ό, τ' έχει να πη, ας μου τα πη
+εμένα και το ίδιο κάνει. Ο μ π ί μ π α σ η ς ρώτησε πώς πήγε η
+μάχη. Πες του, μωρέ, πόλεμος έγινε δε μπορούσε παρά να χαθούν
+κι άνθρωποι. Ο μ π ί μ π α σ η ς κούνησε το κεφάλι του κι
+αποκρίθηκε «κι από μας τσοκ! Τόρα φευγάστε και το Σάββατο άμα
+έρθη ο διοικητής σας να φιλιωθούμε.» Κι ο μ π ί μ π α σ η ς
+έκαμε ένα βήμα να φύγη, όντας στάθηκε κι είπε: Ε! δεν είστε,
+σεις στρατιώτες, είστε κλέφτες!... Πες του γιατί, μωρέ; λέω
+στο δραγομάνο μου. Γιατί, αποκρίνεται, δυο μέρες πολεμήσατε και
+κεφάλι δεν είδα να σηκώσετε... Τότες θύμωσα κι εγώ και
+τούπα: Πες του, μωρέ, πως τα ρωμαίικα κεφάλια αξίζουν και δε
+πααίνουνε χαμένα μ' ένα δράμι μπαρούτι κι ένα βόλι. Να! που σας
+είπα για τον πόλεμο, μωρέ παιδιά.
+
+Κι ο λοχίας, ο Κώστας Μόσχος, φωτισμένος από τη λίγη λάμψη της
+φωτιάς πόσβυνε ολοένα, σήκωσε τη τσίτσα κι έπιε μια φορά ακόμα
+στην υγειά του πολέμου.
+
+ — Και τόρα το σ ι ω π η τ ή ρ ι ο σα να πούμε, και καλή νύχτα
+σας, μπρε όρνια!...
+
+Και ο λοχίας και οι άντρες μπήκαν μέσα στη σκηνή, στη σκηνή που
+άρχισε να την παραδέρνη ολοένα περισσότερο ο αέρας της ράχης
+και να την σκεπάζη της νύχτας η πάχνη κι η δροσιά.
+
+
+
+Η ΑΡΑΧΩΒΙΤΟΠΟΥΛΑ
+
+
+
+Γευματίζαμε με σιταρένιο, Καστριώτικο ψωμί, με χιονάτο τυρί του
+Παρνασσού, και με δροσερούς Σαλωνίτικους ροδίτες, μπροστά στο
+σανιδένιο μαγαζάκι, αποκάτω απόνα φρετζάτο με μαραμένες φτέρες.
+Απάνω στο μεσημέρι. Ο ήλιος φλογερός, χτυπούσε στ' απόγκρεμα
+και κοκκινοβαμμένα βράχια των από πάνω στα κεφάλια μας φοβερών
+Φαιδριάδων, φιλούσε με πλημμύρα ξανθών φιλιών τον ξαφνισμένον,
+ύστερα από ύπνο χιλιάδων χρόνων στο φως της ημέρας αρχαίο κόσμο
+των Δελφών σκορπούσε φλόγες κάτω στο χάος της βαθειάς
+λαγκαδιάς, ασήμονε τα λιοστάσια του Πλειστού, που μόλις
+φαίνουνταν κάτω, φειδωτός κι ασημένιος, κατάκαιε τα ψηλά
+πλατάνια, το λαγαρό νερό και το βαθύ σχίσμα της Κασταλίας. Από
+τον κατάφυτο Ελικώνα, από της Αράχοβας τις ράχες δροσερές πνοές
+κατέβαιναν από τα θεόρατα ύψη του Παρνασσού απάνω, και της
+ασπροντυμένης πέρα Γκιόνας από το πρώιμο χιονοπωριάτικο χιόνι,
+κρυερό βορριδάκι ξεχύνουνταν. Στο πλάι μας σ' όλες τις
+σανιδένιες μπαράγκες του δρόμου οι διακόσοι νευρωμένοι κι
+ηλιοκαμένοι εργάτες των ανασκαφών έχαφταν μεγάλα κομμάτια
+μαύρου ψωμιού μ' αχόρταγη όρεξη.
+
+Εκεί που τρώγαμε, ποδοβολητό αλόγων και τροχών αντήχησε, και
+φάνηκε μια σούστα με μουσαμένιο σκέπασμα κατεβαίνοντας από την
+Αράχωβα, και κάτασπρη από τον κουρνιαχτό, στάθηκε μπροστά στο
+μαγαζάκι. Πήδησε ο αμαξάς κάτω, ένας λεβέντης με μαύρη χνουδωτή
+πατατούκα, με κοντό πανταλόνι, μ' άσπρες βλαχόκαλτσες και
+κόκκινα τσαρούχια, με μια φαρδειά ψάθα των είκοσι λεφτών στο
+κεφάλι, πόριχνε πυκνό ίσκιο ως το παχύ μαύρο μουστάκι του.
+Άνοιξε την πορτίτσα της σούστας, κι οι επιβάτες κατέβηκαν.
+Πρώτος ένας ψηλός και λιγνός σα ρέγγα Άγγλος, με φαρδειά λινά
+ρούχα, με μιαν άσπρη κάσκα και τα λορνιόν του κρεμασμένα
+σταυρωτά από τον ώμο του. Κοντά του πήδησε ένα κοριτσάκι
+δώδεκα, δεκατριών χρόνων μεστωμένο, σαρκωμένο, με κόκκινα
+μάγουλα, μ' όμορφη ίσια μύτη, με μεγάλα καστανά μάτια, με δυο
+πλεξίδες καστανές μισοτυλιγμένες σ' άσπρο μαντήλι, μ' ένα κοντό
+φορεματάκι σκούρο, μ' άσπρες κάλτσες και μαύρα χοντροκαμωμένα
+σκαρπίνια. Πέρασε μπροστά μας χωρίς να μας κοιτάξη, ψηλή κι
+ακατάδεχτη, περήφανη σα βασιλοπούλα, με πρόστυχη πόζα. Κι
+αποπίσω ένα μισότριβο ζευγάρι χωρικών ο άντρας με κοντοκάπι και
+πανταλόνια, η γυναίκα με καθαρή, καινούργια Αραχωβίτικη
+φορεσιά, μ' έναν αέρα μεγάλης ευτυχίας στο πρόσωπό τους και οι
+δυο. Μπήκαν όλοι μέσα στο μαγαζάκι, τους ακολούθησε κι ο
+αμαξάς, αφού έσυρε πρώτα τα λαχανιασμένα άλογα του από το
+δρόμο, στο φαρδύ ίσκιο ενός πλατανιού. Ακούστηκε σε λίγο από
+μέσα από το μαγαζάκι η ξενική φωνή του Άγγλου να διατάζη στο
+μάγειρα, και τα παιδιά του μαγαζιού όσα είταν όξω, έτρεξαν
+πρόθυμα κι αυτά στους νέους ξένους.
+
+Πέρασε κάμποση ώρα. Οι εργάτες των ανασκαφών προτού να
+καλοφάγουν ακόμα, πήραν τα ξινάρια τους και τα τσαπιά τους, και
+πνιγμένοι στον ιδρώτα, με τον φλογερό ήλιο κατακέφαλα, μπήκαν
+πάλι στη δουλειά. Ο λεβέντης αμαξηλάτης φάνηκε σε λίγο στην
+πόρτα με μια μεγάλη κούπα γεμάτη από κόκκινο Καστριώτικο κρασί.
+Ακούμπησε στον ορθό της πόρτας έζαψε τη μισή κούπα, έβγαλε από
+το στόμα του ένα ηδονικό «άαα!» και μας χαιρέτησε. Ένας από μας
+τότε τον ρώτησε ποιοι είταν αυτοί οι ξένοι. Χαμογέλασε εκείνος
+τότε, έρριξε μια ματιά πίσω του προς το μαγαζάκι, μας σίμωσε
+κοντήτερα, κ' είπε:
+
+ — Ο ψηλός είν' Εγγλέζος. Είταν ανεβασμένος εδώ και δέκα μέρες
+πάνω στην Αράχωβα. Ανέβηκε παραπροχτές μ' όλο το κρύο κατάκορφα
+στον Παρνασσό· θάμαξε το κουράγιο του όλη η Αράχωβα. Το νόστιμο
+είνε μ' αυτό τ' Αραχωβίτικο κοριτσάκι. Τρελλάθηκε ο Εγγλέζος
+για δαύτο! Το ζήτησε από τους γονείς του να το κάνη παιδί του,
+να το πάρη στην Αγγλία, γιατ' είνε άκληρος, τους είπε.
+
+ — Και θέλησε το κορίτσι, θέλησαν οι γονείς του; ρώτησε κάποιος
+από μας.
+
+ — Ακούτε θέλησαν! Πώς δε ζουρλάθηκαν ούλοι τους. Κιό, το
+κορίτσι είνε να πετάξη απ' τη χαρά του. Είδες τι αέρα που σου
+πήρε, αυτό το μωρό που βόσκαε ως τα χτες τα γίδια του πατέρα
+του. Οι γονέοι, λες, αν θέλησαν; Καλά!.. Τους έφεξε για καλά.
+Είδες τύχη η ψωροΡηνιώ τους, όλο και λίρα ο Εγγλέζος. Από
+παιδιά λες; Χάθηκαν τα κουτσοβέλια. Γεμάτο είνε το σπιτικό
+τους.... Του τόδοσαν και το συνέβγαλαν ως εδώ....
+
+Κι αποστράγγισε την κούπα. Εκεί απάνω φάνηκε ο Άγγλος κι οι
+σύντροφοί του, μασσώντας ακόμα. Ο αμαξάς έβγαλε τα γκέμια των
+άλογων τα πότησε μ' ένα τενεκεδένιο κουβά, τους ξανάβαλε τα
+γκέμια, και φώναξε: — Έτοιμος είμαι!
+
+Ο Άγγλος έσφιξε τότε τα χέρια του αντρόγυνου, έβγαλε γελαστός
+την κάσκα του, χαιρέτησε κι ανέβηκε στη σούστα. Το κοριτσάκι
+έπεσε στην αγκαλιά των γονιών του, τους φίλησε, το φίλησαν και
+πάντα περήφανο, με την πρόστυχη πάντα πόζα του, ανέβηκε κι
+αυτό, και κάθησε κοντά στον Άγγλο. Ο αμαξηλάτης κάθησε στη θέση
+του, πήρε τα λουριά και το καμουτσίκι στα χέρια του και φώναξε
+καμαρωτός και δυνατά: «Ντε!, ντε!» Τ' άλογα τράβηξαν αγάλι'
+αγάλια, η σούστα κουνήθηκε, τ' αντρόγυνο απόμεινε εκεί, ο ένας
+στο πλάι του άλλου, γελαστοί, ευχαριστημένοι κατάκαρδα με
+κάποια λάμψη περηφάνειας στα μάτια τους, για τη μεγάλη εκείνη
+τιμή της κόρης τους. Η γυναίκα φώναξε, σηκόνοντας το δεξί χέρι
+της:
+
+ — Άιντε στο καλό, και ν' ακούς και να τιμάς τον πατέρα
+σου!...... Ακούς; Αυτός είνε πατέρας σου από τα σήμερα....
+άιντε!.... Στο καλό!...
+
+Τόρα η σούστα κυλύστηκε γοργή, σηκόνοντας πυκνό κουρνιαχτό πίσω
+της, τράβηξε, χάθηκε. Τ' αντρόγυνο γελαστό, ευχαριστημένο
+πάντα, κάθησε τότε σ' ένα τραπεζάκι, ο άντρας σφούγγισε τον
+ίδρωτα από το μέτωπο του, και χτύπησε με το χέρι του:
+
+ — Βάλε μας μισή οκά, παιδί!.... Παραζεματάει σήμερα
+ήλιος!...
+
+Άξαφνα στο πλάι μου, πίσω από την παράγκα, μου φάνηκε πως
+άκουσα κάτι σαν αναφυλητό. Έσκυψα λίγο. Ένα τσοπανόπουλο
+δεκατεσσάρων χρόνων απάνω, κάτω, με γυμνά πόδια, με λερές
+βλαχόκαλτσες, με μιαν άσπρη φλοκατίτσα, μ' ένα σακκούλι
+κρεμασμένο στον ώμο του, ακουμπώντας στην ψηλή γκλίτσα του,
+έκλαιε μουρμουρίζοντας αγάλι' αγάλια:
+
+ — Πάει η.... Ρηνιώ!... πάει.... πάει... η Ρηνιώ!....
+
+
+
+Η ΚΑΤΑΧΝΙΑ
+
+
+
+Είμαστε στο έβγα του Γενάρη. Κυνηγούσαμε τρεις μέρες μέσα στο
+λόγκο, αλλού τσαλαβουτώντας ως τη μέση μέσα στα νερά, κι αλλού
+πατώντας γερό χώμα, πάντα ακολουθώντας την ακρολιμνιά. Περάσαμε
+έτσι τρεις λόγκους ατέλειωτους και τρεις λίμνες μεγάλες, όταν
+φθάσαμε στην τέταρτη. Οι μεγάλοι κάμποι στη Ρούμελη αρχίζουν
+από τα ριζιά ψηλών βουνών ξετυλίγονται σα γαληνημένη θάλασσα,
+κατάγυμνοι, και φτάνουν σε παμπάλαια δάση, που κολυμπούν μέσα
+σε μεγάλες λίμνες που λάμπουν σαν απέραντες λυωμένες
+ασημόπλακες τον χειμώνα. Τρυγύρω σ' αυτές τις λίμνες, εδώ στην
+απαλή αρμουδιά, εκεί στις κατάπυκνες καλαμιές, αλλού στον
+κόκκινο βράχο, πλέκουν τις καλύβες τους οι ψαράδες. Τα γιοβάρια
+τους βγάζουν όλα τα είδη των ψαριών του γλυκού νερού. Χέλια
+γλανούς, δρομίτσες, τσερούκλες, στρωσίδια και πού και πού, και
+πέστροφες ακόμα. Από το καθημερινό αυτό ψάρεμμά τους τον
+χειμώνα με τις μεγάλες σαρακοστές του, ζουν τα χωριά, πούνε
+άφθονα σκορπισμένα δεξιά και αριστερά στις λίμνες.
+
+Σε μια απ' αυτές τις ψαράδικες καλύβες θα περνούσαμε τη βραδιά
+μας, εκείνη τη νύχτα του Γενάρη. Σταματήσαμε μπροστά στην
+καλύβα αποσταμένοι. Ωραία χειμωνιάτικη βραδιά. Η βροχή μας
+έλουσε όλη την ημέρα. Ο ουρανός απλόνουνταν απάνω από τα δίχως
+φύλλα κλαδιά των παμπάλαιων δέντρων μ' ένα κρούσταλλο διάφανο,
+βαμμένο σ' ανοιχτό μπλε. Καμμιά εικοσαριά λαμπρά αστέρια
+φεγγοβολούσαν σκορπισμένα στην αγκαλιά του, σα χρυσά καρφιά, το
+φεγγάρι έλαμπε αχνό, απλόνοντας στα ήσυχα νερά της λίμνης ένα
+τεράστιο αργυρό χέλι. Ολίγες ανθισμένες μυγδαλιές τρυγύρω
+σκορπούσαν στο κρύο αεράκι της βραδιάς ανάλαφρη μυρουδιά από
+πικρομύγδαλο. Ολόγυρα το δάσος άπλονε τον κατάγυμνο
+χειμωνιάτικο σκελετό του, π' ανάμεσα του ξάνοιγαν φανταστικά,
+μακριά οι χιονισμένες κορυφές των μεγάλων βουνών πλημμυρισμένες
+στο φως του φεγγαριού. Σκεπασμένη από πράσινο χνουδωτό τάπητα η
+γις, κι από ένα χρωματιστό στρώμα απ' ανεμώνες, ξάτμιζε ολοένα
+πιο πολύ, την πυκνή εκείνη αντάρα, που σκεπάζει τη φύση τις
+βραδιές του χειμώνα κοντά από βροχή. Κι όλη η μαγεία αυτή
+σκοτίστηκε σε λιγάκι, και θεόρατες βαμβακένιες τουλούπες
+ξεχύθησαν ολόγυρα. Η καλύβα πλεγμένη όλη από ψαθί με χαριτωμένη
+τέχνη, μόλις ξάνοιγε κοντά στην ακρολιμνιά. Από την ανοιχτή της
+πόρτα φαίνουνταν η γωνιά πλημμυρισμένη από κόκκινες φλόγες π'
+αγκάλιαζαν με γλυκό βόμβο τα κούτσουρα του λόγκου. Ένας παχύς
+ψαράς με μια χοντρή και ως τα πόδια λινατσένια πουκαμίσα, μας
+δέχτηκε μαζί με τη γριά του, χαρούμενοι κι οι δυο. Φιλόξενοι
+άνθρωποι αυτοί οι ψαράδες χειμώνα καλοκαίρι σ' όλο το πλήθος
+των κυνηγών που ξεπέφτει στις καλύβες τους. Ριχτήκαμε κι οι
+τρεις στη φωτιά. Καθήσαμε και οι τρεις στις στρωμένες χοντρές
+ψάθες, ο σύντροφός μου ο μηχανικός, καμιά σαρανταριά χρόνων
+άνθρωπος, πάντα χωρατατζής, πάντα ακούραστος στο κυνήγι και στο
+γλέντι, ο δούλος του, μια γροθιά ανθρωπάκι, με δυο ματάκια σαν
+κουκούτσια από ελιά, αλλά σκυλί μονάχο, κυνηγός με τ' όνομα, κι
+εγώ. Τα σκυλιά μας, μπήκαν κι αυτά μαζί μας καταλασπωμένα και
+τρεμουλιασμένα από το νερό κι από το κρύο. Ξεφορτωθήκαμε το
+κυνήγι μας. Φαλαρίδες, παπιά και μπεκάτσες, ένας μεγάλος άσπρος
+κύκνος κι ένα σωρό κοτσύφια, κρεμάστηκαν ψηλά στο καπνισμένο
+δοκάρι της καλύβας. Κι όπως είταν όλα ανάκατα δεμένα, με τα
+κεφάλια προς τα κάτω, με τις κατατσακισμένες φτερούγες τους, με
+τα ματωμένα φτερά τους, άλλα μικρά εδώ, κι άλλα μεγάλα εκεί, με
+τα τουφέκια και τα σελάχια στο πλάι μέσα στη μεγάλη αναλαμπή
+της φωτιάς, που πλημμύριζε την καλύβα έπαιρναν την ξεχωριστή
+εκείνη ομορφιά, το ξεχωριστό εκείνο μεθύσι που ένας αληθινός
+κυνηγός μονάχα το νιώθει. Η γριά του ψαρά, μισότριβη
+γυναικούλα, μ' ένα φιλικό χαμόγελο στα χείλη, πήρε πέντε
+μπεκάτσες, τις μάδησε, τις ξοκοίλιασε, τις σούβλισε, έκαμε μια
+θράκα γι αρνί στη γωνιά, κάθησε κοντά στο γωνολίθι, και
+απιθόνοντας τη σούβλα, άρχισε να την γυρίζη, αγάλι' αγάλια. Από
+την ανοιχτή πάντα πόρτα της καλύβας, για να βγαίνη ο καπνός,
+φαίνουνταν η πυκνή θαμπή αντάρα που σκέπαζε το λόγκο και τη
+λίμνη. Ζέστη γλυκειά μας μαλάκονε όλους τριγύρω.
+
+ — Μπέλικο κυνήγι, φέτο, έλεε ο ψαράς. Προχτές πέρασαν από δω
+πεντέξη. Κάθησαν όλη την ημέρα· βάρεσαν κάμποσες μπεκάτσες στο
+λόγκο και χτες πήραν ένα μονόξυλο και τράβηξαν μέσα στο πέλαγο
+για παπιά και φαλαρίδες. Από χτες, και δε γύρισαν ακόμα...
+
+ — Τότε θα τράβηξαν από την άλλη στεριά, είπε ο δούλος του
+συντρόφου μου. Κυνηγώντας, κυνηγώντας θα βγήκαν εκείθε.
+
+ — Μπορεί, είπεν ο ψαράς. Μπορεί, γιατί πήραν και ζαϊρέ μαζί
+τους. Ίσια με το δειλινό, άκουα τουφεκιές πέρα κατά τις
+καλαμιές. Αν δε βγήκαν ακόμα, και τους βρήκε αυτή η
+διαολοαντάρα, θεός να γλύση μονάχα.
+
+ — Ε! τι καταχνιά είν' αυτούνη, έκαμε ο μηχανικός. Ίσα με δυο
+ώρες και πέφτει, ξαστερόνει.
+
+ — Αμ' δε, είπε ο ψαράς, κουνώντας το δασωμένο από γένεια
+κεφάλι του. Σούνε μιαν αντάρα αυτή, σούνε μιαν αντάρα! Τη
+φοβήθηκε το μάτι μου αυτή την καταχνιά. Έχω είκοσι χρόνια τόρα
+που τη γνωρίζω. Να μη βάλη το ποδαράκι της... Τόρα δα δε το
+Γεννάρη, και βδομάδα κάνει να σηκωθή.
+
+ — Περίεργο! αυτή η λίμνη, δυο κουταλιές νερό! έκαμε ο
+μηχανικός.
+
+ — Όπως ντέση, κυρ μηχανικέ, όπως ντέση. Είνε χρονιές που
+περνάμε μια χαρά. Όση βροχή κι αν ρίχνη, ξαστεριά πάντα, μια
+χαρά. Είνε και χρονιές, σούπα, ο Θεός να γλύση. Αυτές οι δυο
+κουταλιές νερό, που λες, λίγο ακόμα να με κάμουν να φάω τη
+γυναίκα μου, εμένα...
+
+Η γυναίκα του, που γύριζε τη σούβλα, χαμογέλασε, μας κοίταξε
+κατάμματα, και κούνησε κι αυτή το κεφάλι της, σα νάλεγε: «Ναι!»
+Εμείς γελάσαμε.
+
+ — Τι; δε το πιστεύετε; Δίκιο έχετε, γι ακούτε δω όμως. Είνε
+περίπου από είκοσι χρόνια. Τη χρονιά που παρθήκαμε με τη
+γυναίκα μου. Γενάρης είταν σαν τόρα. Ένα φεγγαράκι για κλεψιά
+που λένε. Καθόμαστε απόξω απ' την καλύβα, την είχαμε πιο απάνω
+τότες, όσο πάει, βλέπεις, και τα νερά της λίμνης τραβιώνται.
+Είχαμ' αποφάη και καθόμαστε πλάι, πλάι. Καψονιόπαντροι μαθές.
+Είταν τόση ξαστεριά, πόλεες άνοιξη, πως ξαναγύρισε το
+καλοκαιράκι. Του λόγου της από κει γύρεψε ένα σεργάνι στη
+λίμνη. Γυναίκα, βλέπεις, ούλο στο κακό. Εμένα έδερνε το μάτι
+μου...
+
+ — Σάματ' τόξερα κ’ εγώ η κακομοίρα, αποκρίθηκε, πειραγμένη η
+γυναίκα του, και χαμογελώντας.
+
+ — Θεός να σε φυλάη από γυναίκα.
+
+Ας είνε· Παίρνω ένα μονόξυλο, τη βάζω μέσα την καλή σου, κι
+αγάλι' αγάλια αμπώχνοντας πήραμε τις καλαμιές της ακρολιμνιάς.
+Του λόγου της τραγούδαγε, εγώ είχα και το νου μου γύρω μου, για
+κάνα παπί, γιατ' είχα πάρη κ' ένα δίκαννο μαζί μου. Ύστερ' από
+λίγο απόστασα, άφησα το δίκαννο κι έκατσα κοντά της. Είμουνα
+αΰπνωτος, δε μπόρεσα να υπνώσω την περασμένη νύχτα και σάμπως
+κι αποκαρώθηκα. Εκείνη την ώρα έβαλε ένα αεράκι σιγανό κι
+ανάλαφρο, και το μονόξυλο πήγε τ' ανοιχτά. Θέλησα να το γυρίσω,
+μα του λόγου της με μπόδισε. Της άρεγε έτσι, μ' άρεγε και μένα
+έτσι τότες. Καψονιόπαντροι, να τα λέμε τόρα; Έτσι τραβήξαμε
+αρκετά, όντας ξάφνω σηκόνεται του λόγου της η κυρά αντάρα, κυρ
+μηχανικέ. Και να πης, σηκώθηκε λίγη, λίγη; Σα να την ξέρασε
+ξαφνικά κάνας δαίμονας. Ξάπλωσε, ξάπλωσε πυκνή πυκνή,
+κατάχοντρη. Τάχασα. Τόρα, γυναίκα; της κάνω. Αυτή γελούσε. Κάνω
+να δω για το σταλήκι στο πλάι, πουθενά σταλήκι. Απάνω στην
+αφηρεμάρα μας, κάπου γλύστρησε και πάει. Κοιτάζω καλά.
+Κατάμπροστα αντάρα, πίσω καταχνιά, απανωθιό μου αντάρα.. Αρχίζω
+τα βλαστήμια. Κατέβασα Χριστούς και Παναγίες. Αρχίζει κ' ένα
+κρύο ψηλό, ψηλό και τσουχτερό. Μας πιάνει μια κρυάδα,
+κοκκαλιάσαμε κι οι δυο. Του λόγου της τα χρειάστηκε μαζί μου.
+Στρυμωχτήκαμε και οι δυο καταμεσής του μονόξυλου. Άρχιζε να
+κάνη νερά, και τάζω για λαούτο, να βγάλω το νερό, δεν
+βρίσκουνταν στο μονόξυλο λαούτο. Σούπα δα! Σα να μας είχε ο
+διάολος ωρμηνεμένους. Αρχίσαμε να βγάζουμε το νερό με τις
+απαλάμες μας.
+
+Πήρα το μαντήλι της, έκοψα το κοντό μου, το βρακί μου και
+βούλωσα τα ξύλα. Μα τι το θέλης, η καταχνιά έστεκε πάντα και το
+μονόξυλο ούτε μπρος ούτε πίσω τόρα. Δε βλέπαμε τι γίνουνταν.
+Πέρασαν ώρες κι ώρες. Μας πήρε η αυγή φαίνεται γιατί άσπρισε
+γύρω μας η καταχνιά. Θάρρεψα πως θάβαζε κάνα βορριδάκι να μας
+πετάξη σε τίποτα μάζες, σε τίποτα φύκια, σε καμμιά καλαμιά. Εσύ
+σαι που το λες!... Πέρασε κ' η μέρα, ήρθε κι η νύχτα,
+ξαναμαύρισε η αντάρα, ξανάρθε κι η άλλη αυγή, ματάσπρισες
+ματαμαύρισε και τ' όριο μας διαολοκούναγε. Τρέμαμε σα γύφτοι,
+τρόμος με πιάνει τόρα που τα μολογάω. Μας άρχισε και τους δυο η
+πείνα. Μαϊδέ τρεψόμυχα στο στόμα μας. Κόλλησε το λαρύγκι μας,
+σκύβαμε, πίναμε νερό, αλλά με νερό βαστιέται ο άνθρωπος; Κάμαμε
+πέντε μερούλες εκεί μέσα. Ένιωθα στα σπλάχνα μου ένα μαχαίρι να
+με σφάζη, από την πείνα. Αυτή κοιτάστηκε στα ποδάρια μου
+αναίστητη. Μήτε μιλιά, μήτε κρίση. Μια στιγμή δε βάσταξα. Της
+ρίχνουμαι, την πιάνω απ' το λαιμό με τα δόντια. Είχα γίνη άλλος
+άνθρωπος· θεριό μονάχο· ούτ' ήξερα τ' έκανα, ούτ' ήξερα τι μου
+γίνουνταν, ο Θεός να με συχωρέση. Της έβγαλα αίμα κι άρχισα να
+γλύφω το αίμα... το αίμα της γυναίκας μου.... Φτου!... γαμώ το
+γόνα του, φτου!... Αναίστητη πάντα αυτή. Θα την έτρωγα δίχως
+άλλο τότες, αλλ' ο Θεός δε θέλησε να με κολάση περισσότερο.
+Φύσηξε άξαφνα ένας βορριάς!... ένας βορριάς! Είδες το πέλαγο κι
+αναταράζουνταν σα νερό που βράζει στο καζάνι. Αγάλι' αγάλια κι
+η καταχνιά πήρε δρόμο, ο ουρανός ξάνοιξε, φάνηκε το γαλάζιο
+χρώμα του. Εκειός ο αέρας μ' έσωσε. Σηκώθηκα ορθός, λίγο ν'
+αναποδογυρίσω το μονόξυλο.. Να! και φάνηκε η στεριά, οι
+καλαμιές, τα δέντρα. Είμαστε ανάμεσα πελάου. Του λόγου της
+πάντα αναίστητη. Στην αρχή την πήρα πως τα τίναξε. Άρχισα να
+την τρίβω. Τη βάρεσε ο αέρας κι αυτή, άρχισε νάρχεται στα σέστα
+της. Και το μονόξυλο έφευγε, έφευγε, όσο που μας πέταξε πέρα σε
+κάτι μάζες από φύκια... Την σκαπουλήσαμε για καλά, που λες, κυρ
+μηχανικέ!....
+
+Κι ο ψαράς γέλασε δυνατά. Οι μπεκάτσες είχαν ψηθή κ' η γριά με
+κάποια ταραχή τις απίθωσε σε μια γαβάθα. Έβγαλε τα σηκότια τους
+και τα δούλεψε με λεμόνι και έκαμε έτσι μια σάλτσα περίφημη,
+την απίθωσε κι αυτή στο πλάι, κι αρχίσαμε να τρώμε. Βούτηξε την
+πρώτη μεγάλη μπουκιά μέσα στην περίφημη σάλτσα ο ψαράς, την
+έχωσε στο στόμα του, και μασσώντας είπε:
+
+ — Α! και να βρίσκουνταν τέτοιος μεζές καψόγρια μέσα στο
+μονόξυλο, δε πάει να κρατούσε βδομάδες η καταχνιά!
+
+
+
+
+ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ
+Απόνα γράμμα μιας κυρίας υπαλλήλου.
+
+
+
+Αγάπη μου,
+Κ' ύστερα θάχης παράπονα, από μένα, δε σε θυμούμαι, και τέτοια.
+Νάμαι πάλι. Χτες φτάσαμε στη νέα μας θέση κι άρπαξα την πέννα.
+Γυρεύεις τόρα, φίλη μου, τι λογής εντύπωση μου έκαμε ο
+καινούργιος για μένα αυτός τόπος; Πολύ όμορφη. Δε ξέρω, αν είνε
+ο ηλιολουσμένος Μάρτης, που του δίνει τόση μπόλικη ομορφιά,
+αλλ' ένα ξέρω μονάχα, πως είμαι ξετρελλαμένη. Ησυχία
+επαρχιώτικη, φως, ήλιος, χρώματα, αέρας. Και τι χαρά που έχουν
+όλα τριγύρω μας. Φαίνονται να χαίρουνται για τον ερχομό μου,
+φαίνονται πως στολίστηκαν για μένα. Μπροστά στα μάτια μου τόρα,
+που σου γράφω, έχω μια χαριτωμένη αγροτική ζωγραφιά από την
+ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Από την πλατεία κάτω με κοιτάζουν — με
+κοιτάζουν; όχι, η λέξη δε λέει τίποτε, με κατατρώγουν με τα
+μάτια, ήθελα να πω, ένα σωρό επαρχιώτες, καθισμένοι στ'
+αντικρυνό καφενείο. Χώρια ο καφετζής που πάει να χάση το μυαλό
+του, από τη ξαφνική δουλειά που κάνει. Μου ρίχνει κάτι ματιές
+που η ευγνωμοσύνη του ξεπερνά τον έρωτα. Γιατί με συμπάθειο
+είνε κι αυτός ερωτεμμένος μαζί μου. Χα... χα... χα!... Το σπίτι
+μας είνε πολύ κεντρικό, το λούζει ο μαρτιάτικος ήλιος από το
+πρωί ως το βράδι, το ζώνουν ψηλά γυμνά δέντρα, που τόρα μόλις
+βλαστάνουν και είνε μια χαρά στα μακριά γυμνά κλαδιά τους
+κρεμασμένα τα πρώτα φυλλαράκια, σαν διάφανοι κόμποι πράσινου
+ατμού. Είνε κάποια γιορτή σήμερα κ' η αγορά είνε γεμάτη από
+καπότα. Τι ωραία χρώματα, Θεέ μου, μ' αυτές τις καπότες. Λιάρες
+ανοιχτές-ανοιχτές, λιάρες ντιπ φλώρες, λιάρες σκουρότερες,
+λιάρες πιο σκούρες που ανατριχιάζεις να τις βλέπης. Ύστερα
+άνοστες, ξεκιτρινισμένες, σχεδόν κόκκινες, μα όχι κόκκινες, ένα
+είδος τρίχα από κόκκινο άλογο — κατάλαβες; — ύστερα μαύρες
+ανοιχτές, μαύρες σκουρότερες, και μαύρες τέλος φονσέ! Καπότα
+φονσέ! Χα...χα... χα!... Και τι είδος σχήματα ύστερα! Άλλες
+φαρδειές χοντροκομένες, χοντρορραμμένες, που πλέουν μέσα τους
+κάτι αγριοσώματα, και ξεβγαίνουν κάτι αγριοκεφάλια
+πλημμυρισμένα από μεγάλα πολυχρονίτικα μαλλιά και γένεια, και
+κάτι σκουφίτσες μαύρες-μαύρες και κεντημένες, και λυγδερές, που
+γυαλίζουν στον ήλιο σα διαμάντια. Κι ακόμα καθώς είνε άλλες
+κοντές, κι άλλες κουρελλιασμένες, κι άλλες κατακαίνουργες κι
+ασπροκεντισμένες και καθώς είνε όλες μαλλιαρές κι άγριες, και
+περίφημες, και έξοχες, είνε να διασκεδάζη μια χαρά την
+επαρχιώτικη τεμπελιά του κανένας. Έλα τόρα, μην πάρης το γούστο
+μου, σαν καμιάς φανταστικής ωραίας του μεσαίωνος που
+ξετρελλαίνεται με κανένα λαϊκόν ιππότη, που να φορή και καπότα
+ακόμα! Όχι... όχι.. Αν έμαθα να διακρίνω τα χρώματα και τις
+φόρμες της καπότας εγώ που είμαι μια γνησία Ατθίς, τόφερε αυτό
+η κατάρα, ή καλλίτερα η πολιτική συναλλαγή, που πολύ καλά την
+χτυπούν τόρα αυτοί οι ανεξάρτητοι, που πέταξε εδώ πέρα τον
+άντρα μου. Αλήθεια για τον καημένο τον Γιώργο δε σούπα τίποτες
+ακόμη. Έχει καλά στην υγειά του, δόξα σοι ο Θεός. Με βλέπει δυο
+φορές την ημέρα, το μεσημέρι και το βράδι, κι ύστερα γραφείο
+και γραφείο. Συνήθισε και αυτός μ' αυτή τη βρωμοζωή. Σημείωσε,
+ότι έχω να τον φιλήσω τόρα εδώ και μια εβδομάδα. Και αυτή
+λέγεται ζωή ν ε ο ν ύ μ φ ω ν. Μα πώς κοιτάζει αυτός ο κόσμος
+εδώ πέρα, θεέ μου!... Δε ξανάειδαν γυναίκα στη ζωή τους;
+Μόρχεται να κοκκινήσω. Φαντάσου τόρα που σου γράφω, απάνω από
+εκατό ζευγάρια μάτια με κατατρώγουν. Και δε φτάνουν οι
+αρσενικοί, έχω και τους θηλυκούς. Τι χαριτωμένες γυναίκες οι
+επαρχιώτισσες!...Βιζαβί μου μπόλικες. Να αυτή η χοντρή και
+παχειά σαν βουτσί με τα δύο κορίτσιά της, κάτι μιξάρικα
+σιχαμένα, που θάταν όμορφα κορίτσια, αν ήξεραν να ντυθούν και
+να μιλήσουν. Με κοιτάζουν χαζεύοντας μια ώρα τόρα κι όλο κάτι
+ψιθυρίζουν. Ιδιαίτερη εντύπωση θα τους κάνη το τελευταίο
+φουστάνι που μόστειλες, γιατί σήμερα το πρωτοφόρεσα και είνε
+μια σιχασιά. Τα συγχαρητήριά μου στη μοδίστρα σου και προ
+πάντων στο φριχτό γούστο σου. Παραπέρα να μια ψηλή λιγνή χήρα,
+μαυροντυμένη, άγρια κ' άνοστη, μ' έν' α ξ ά ν προφοράς
+μαγευτικώτατο.
+
+ — Μορή Chουφία! φωνάζει την κόρη της. Και ορίστε η κόρη της.
+Ένα τσιμπλιάρικο, κατάχλωμο πράμμα, που ανοίγει σαν πηγάδι το
+στόμα του και κοιτάζει κι αυτό. Τι σαρμάντ μαμζέλ! Ήθελα, μα
+την αλήθεια να ήξερα αυτή τη στιγμή τι είδος λειτουργία θα κάνη
+η μηχανή του μυαλού αυτού του παχύδερμου κοριτσιού. Και με τι
+χάρη θα βγάζη απ' το στοματάκι του, τις κουβέντες του. Χα..
+.χα...χα! Αλλά σε καλό μου μ' αυτά τα γέλοια. Μα είνε να μη
+γελάς, να μη λιγώνεσαι, να μη ξεψυχάς; Και απροπό, ξέρεις πώς
+έδωσε τον ορισμό του στομαχιού μια επαρχιώτισσα κυρία, πολύ
+καθώς πρέπει, χτες, πούρθε να μου κάνη βίζιτα; Άκου· το
+στομάχι, κυρία μου, είνε το πηδάλιος του σώματος! Σικ, θεέ
+μου!...
+
+Πού καιρός να σου αραδιάζω τέτοια χαριτωμένα πραγματάκια. Ο
+Δωδέ αυτός θα πελάγονε σ' αυτή τη τυποπλημμύρα. Και οι άντρες
+τι σου λένε, θεέ μου. Δες τόρα. Με τι πόζα, με τι χάρη
+κάθουνται όλοι στις καρέκλες. Όλοι σχεδόν κρατούν στα χέρια
+τους απόνα κομβολόγι και τρικ, και τρακ και λιγόνουν τα ματάκια
+τους που με κοιτάζουν. Χα... χα., χα...! Δύο τρεις μάλιστα είνε
+και γκαντέ σήμερα. Ένας δικηγόρος κωμικώτατος με γυαλάκια και
+μουστακάκια ποντικοφαγωμένα, ένας φαρμακοποιός, κοντός και
+μελαγχολικώτατος σα μουσίτσα, σαν κανένας ήρως των
+μυθιστορημάτων του Ντουμά περ, ένας φαφλατάς άεργος, που κουνά
+πάντα τόνα ποδαράκι του απάνω στ' άλλο, ένας ψηλός υπάλληλος,
+άλλος κοντός, τέτοιος άλλος μισότριβος, άλλος γεροντάκι. Και
+κάτι αξιωματικοί κοντορεβιθούληδες μη στάξη και μη βρέξη. Κ'
+ένας ψηλός υπάλληλος της Τραπέζης που τραγουδεί διαρκώς μα τόσο
+περιπαθώς κι είνε τόσο έξυπνος, σπίρτο μονάχο από ευφυία. Και
+οι κοιλαράδες μπακάληδες, ξαπλωμένοι με την άσπρη ποδιά τους κ'
+οι τσαρουχάδες μέσα από τα κρεμασμένα σαν κομβολόγι κόκκινα
+τσαρούχια των μαγαζιών τους, κι ένας καθαρώτατος κουρεύς που
+παίζει σκάκι μ' έναν Άδωνιν δημοδιδάσκαλον, κι οι φοιτηταί, μια
+εξαμηνία αξυράφιστοι, που παίζουν στον ήλιο το κ ι ά μ ο τους
+κι ακούς άξαφνα κάτι αγριοφωνές!
+
+ — Τι να σ' κάμ' απ' δω!... Τι νάπαιζε; πούχες ούλες τις
+σιγουριές!....
+
+Και κερδισμένοι, και χαμένοι, οι πρώτοι κατακκόκινοι, οι
+δεύτεροι κατακίτρινοι, σηκόνουν τα ματάκια τους κατ' απάνω μου,
+λιγόνονται, και ξαναλιγόνονται. Παραπέρα ένα άλλο σωστό τ ρ ο
+υ π ώ από φουστανελλοφόρους, πατατουκοφόρους, οι μισοί με
+τσαρούχια, τομαράδες, καπνέμποροι και ζωέμποροι και
+σιτηρέμποροι, γκαρσονάκια που να τα πίνης στο ποτήρι, ροφούν τα
+ούζα τους και με κοιτάζουν με κάτι αγριοματιές, ενώ όλοι τους
+φαίνονται να ψιθυρίζουν με τα χοντρά χείλη τους!
+
+ — Κόμματος που είνε!....
+
+Ουφ! βαρέθηκα, τι αηδία, καλέ... Θ' αφήσω το γράμμα μου για τ'
+απόγευμα, που κλείνει και το ταχυδρομείο.
+
+............................
+
+Θεέ μου! Πώς ν' αρχίσω, πώς να σου τα πω. Φρίκη, φρίκη, φρίκη!
+Είδες πάφησα το γράμμα μου; Ε, μπήκα μια στιγμή στη σάλα γιατί
+σούγραφα απ' την τραπεζαρία. Άξαφνα ακούω ένα μπαμ! μπουμ! κάτω
+στο καφενείο. Τρομάζω, με μισοπιάνουν τα νεύρα μου, πετιούμαι
+στο μπαλκόνι, τι να δω; Ένα σούσουρο, ένα κακό. Κόσμος, κόσμος,
+καπότες, σκουφίτσες, καπέλλα, φέσια, μαλλιά κουβάρια. Κι όλοι
+με κοίταζαν εμένα, εμένα. Μα τι έκαμα, θεέ μου, τι έκαμα! Να!
+οι αστυφύλακες, οι αστυνόμοι. Κάνω καλά, τι να δω; Δύο
+θαυμασταί μου ξαπλωμένοι στις πλάκες έπλεαν στο αίμα τους.
+Φόνος, φόνος! Μόλις στεκόμουνα στα πόδια μου. Σύρθηκα μέσα στη
+σάλα κι έπεσα, σ' ένα διβάνι. Έφτασε κι ο Γιώργος ανήσυχος,
+τρελλός. Γιώργο μου, Γιώργο μου, να φύγουμε απ' αυτόν τον
+φονικότοπο, γρήγορα, γρήγορα. Τέλος πάντων ζητήσαμε
+τηλεγραφικώς τη μετάθεσή μας κ' ελπίζομε να γείνη αύριο
+μεθαύριο, κι όπου φύγη, φύγη. Ελησμόνησα να σου πω, πως
+σκοτώθηκαν γιατί νόμισαν πως κοίταζα τον ένα περισσότερο απ'
+τον άλλο. Τι επαρχιώτικη αποχτήνωση, αγαπητή μου Ελένη...
+
+ Σε φιλώ γλυκά
+ Μαρί
+
+
+
+Ο ΥΠΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ
+
+
+
+Ο τόσο ήσυχος πάντα εκεί απάνω μαχαλάς, τα Γύφτικα, με τα στενά
+και βουρκωμένα σοκάκια του, τα χαμηλά, βρώμικα, μισορειπωμένα
+σπιτάκια του, με τα μωρά που κυλιούνται στις λάσπες και τα
+χαμίνια που παίζουν στα νερά, τις γυναίκες που μαζεύουνται στις
+βρύσες παντρεμένες κι ανύπαντρες, όμορφες και άσχημες, κορίτσια
+δέκα τεσσάρων χρόνων με φλογερά αφίλητα μεγάλα μάτια, με κοντά
+φουστανάκια, και δυο τορνευτές παχειές ατσίμπητες ακόμα γάμπες,
+γριούλες αγαθές όλο γλύκα και γριές όλο φαρμάκι και γρουσουζιά,
+με τους άντρες, σωστά κοπρόσκυλα, ξαπλωμένους στον ήλιο, με
+τους τραμπούκους τους απανωχωρίτας πόχουν το μαχαίρι στο
+ζουνάρι και το κουμπούρι στο κλούβι, παίζοντας κοντσίνα με τα
+λερωμένα χαρτιά του αντικρυνού μπακάλη, τα Γ ύ φ τ ι κ α, ο
+τόσο ήσυχος μαχαλάς που προς το μέρος προς τη χώρα ζουν φτωχές
+φαμελιές δουλευτάδων και τεμπελχανάδων και προς το μέρος προς
+την εξοχή έχουν φωλιάση καμιά χιλιάδα γύφτοι, εκείνο το βράδι
+σηκώθηκε όλος στο πόδι.
+
+Ένας ψηλός υ π ε ν ω μ ο τ ά ρ χ η ς έ φ ι π π ο ς με την
+σπάθα του συρμένη, με τα σπιρούνια του λαμποκοπώντας, με το
+ψηλό τ' ανάστημα και τα λαιμό δεμένο κουτσαβάκικα μ' ένα
+μαντήλι, μαζί με δυο χωροφύλακας, και οι τρεις της κ α τ α δ ι
+ώ ξ ε ω ς μπήκαν ξαφνικά στο μαχαλά με το σουρούπωμα, χωρίς να
+τους πάρη κανείς μυρουδιά. Στα Γύφτικα πολλοί είνε οι άεργοι,
+πολλοί είνε οι φυγόδικοι. Απ' όλη την πόλη, από άλλα μέρη ακόμα
+κρύβουνται στα στενά και χαμηλά εκείνα σπιτάκια λαθρέμποροι,
+φυγόδικοι, φυγόστρατοι, κάθε λογής άνθρωποι, που δε μπορούν να
+βγουν στους δρόμους. Αδύνατο είνε να τους πιάση κανείς εκεί
+μέσα. Καθώς έχει δυο μονάχα ανοιχτά μέρη και χίλιες τρύπες ο
+μαχαλάς αυτός, μόλις πατήση χωροφύλακας, ο ένας με τον άλλον
+παίρνει χαμπάρι κι από πόρτα σε πόρτα, από παραθύρι σε
+παραθύρι, από κήπο σε κήπο, από καλαμιές σε καλαμιές φεύγουν
+τρυπόνουν αναφαντόνονται οι νταλματζήδες κ' οι λαθρέμποροι.
+Τοίχοι ψηλοί με πολλές σκάλες και σκαλάκια και δρομάκους και
+ανήφορους και χάβρα εβραίων χωρίζει το μαχαλά απ' όλη την Πάτρα
+απλόνεται κάτασπρη και μακριά ως τη θάλασσα με τους φαρδείς της
+δρόμους, τις κόκκινες στέγες των σπιτιών τις καπνοδόχες των
+φαμπρικών τις πλατείες της, το λιμάνι της γεμάτο καράβια,
+καΐκια, βαπόρια, βαρκούλες, ως το φανάρι του μώλου που
+αντικρύζει ψηλό κι ίσιο πέρα την ανοιχτή θάλασσα που μέσα της
+βουτάει όλος μεγαλείο και μεθύσι κάθε βράδι ο ήλιος
+καταφλογισμένος, και τη Βαράσσοβα και την Παλιοβούνα δυο βουνά,
+δυο τεράστιους και περήφανους βράχους ορθοκοφτούς ίσους σαν από
+μαχαίρι. Από πάνω του μαχαλά η εξοχή, οι σταφίδες, οι όμορφοι
+λινοί, οι πρασινάδες της εξοχής φτάνουν ως απάνω στα ύψη του
+Βοϊδιά, σπανό βουνό κατάκορφα που στεφανόνουν πού και πού τα
+πλάγια του τούφες τούφες από έλατα μ' ένα χρώμα μπλε βαθύ καθώς
+φαντάζουν από μακριά. Τα σφυρίγματα των τραίνων των βαποριών
+κάτω, ο θόρυβος κ' η βοή της Πάτρας, των δρόμων της, των κάρρων
+της, των αμαξών της, του κόσμου της, που ιδρόνει δουλεύοντας
+σκυλίσια ολημερίς, μόλις φτάνει ίσα μ' εκεί απάνω και πνίγεται
+μέσα στην ιδιαίτερη ζωή του μαχαλά, στο βοητό τ' αμονιού και
+στον κρότο του σφυριού των γύφτων.
+
+Μόλις ο υπενωμοτάρχης με τους δυο χωροφύλακας φάνηκαν σ' ένα
+στενό σοκάκι και ζύγωσαν σ' ένα μικρό μπακάλικο κινήθηκαν τα
+παιδιά, κινήθηκαν οι γυναίκες, τα κορίτσια, οι άντρες, οι
+γέροντες, όλοι αναστατώθηκαν. Πόρτες ανοιγοκλείστηκαν παράθυρα
+μανταλώθηκαν πηδήματα στους κήπους, στις καλαμιές ακούστηκαν,
+όσοι τόχαν να φύγουν τόστριψαν κ' οι άλλοι αρσενικοί και
+θηλυκοί απόμειναν στη θέση τους με κρυφό καρδιοχτύπι, κάμνοντας
+πως δεν έβλεπαν τάχα τον υπενωμοτάρχη και τους χωροφύλακας,
+κοιτάζοντας αλλού, φωνάζοντας θαρρευτά αναμεταξί τους.
+
+Ο υπενωμοτάρχης με τους συντρόφους του έφτασε στο μπακάλικο και
+ζήτησε απ' το μπακάλη τρία κρασιά, ρίχνοντας πεταχτή τη ματιά
+του μέσα στο μαγαζί. Στο σκοτεινό του βάθος τρεις τέσσαρες
+μεσόκοποι κι ένας νιός έπαιζαν χαρτιά κι έπιναν μαστίχα. Σαν
+είδαν τους στρατιώτας όξω χαιρέτησαν, κρυφομίλησαν κάτι και
+ξανάρχισαν τα χαρτιά. Μονάχα ο νιός τραβήχτηκε μ' ένα τσιγάρο
+στο στόμα, και βγήκε προς την πόρτα κάπως ανήσυχος. Ο
+υπενωμοτάρχης ενώ ροφούσε το κρασί του είχε κολλήση τα μάτια
+του κατ' απάνω του φλογερά, και φαίνουνταν σαν κάτι να γύρευε
+να θυμηθή καλά, σαν κάτι να ξεκαθαρίση στο μυαλό του.
+
+Ο νιος βγαίνοντας έξω έρριξε μια ματιά προς τους στρατιώτες,
+τους χαιρέτησε κ' έκαμε να τραβήξη το δρόμο του. Είταν ως
+τριάντα χρόνων παιδί, μαύρος, με βλογοκομμένο πρόσωπο, με
+χοντρά μουστάκια, με μια πατατούκα μαύρη και με χοντρά χέρια.
+
+ — Ε!, πατριώτη, μου δίνεις το τσιγάρο σου, ν' ανάψω έκαμε ο
+υπενωμοτάρχης.
+
+Εκείνος στάθηκε τότε, κιτρίνισε, ταράχτηκε, κι άπλωσε το χέρι
+του κι έδοσε το τσιγάρο του προς τον υπενωμοτάρχη που τον
+κοίταζε τόρα κατάμματα, φυσώντας τα ρουθούνια του. Αλλ' ενώ
+άναβε το τσιγάρο του ο υπενωμοτάρχης, ο άλλος το βάζει άξαφνα
+στα πόδια. Ο υπενωμοτάρχης αγρίεψε, έγινε θεριό· τον παίρνει
+στο κατόπι μαζί με τους χωροφύλακες, λυσσώντας:
+
+ — Εσύ 'σαι, αντίχριστε! Καλά έλεγα εγώ... δύο μήνες τόρα
+σάπισα για λόγου σου.
+
+Έτρεξαν πολύ. Εκείνος μπροστά πηλαλώντας δαιμονισμένα, ο
+υπενωμοτάρχης βλαστημώντας με τη σπάθα του κροταλίζοντας στα
+λιθάρια, κι οι χωροφύλακες από πίσω.
+
+Μια πόρτα βρέθηκε εκεί κάπου ανοιχτή, κι ο νιός μπήκε μέσα
+κλίνοντας την με μεγάλο κρότο. Κατάφθασαν κ' οι άλλοι
+λαχανιάζοντας. Πηδήματα ακούστηκαν πίσω προς τον κήπο, οι
+καλαμιές έτριξαν δυνατά, κ' ύστερα ησυχία, τίποτε. Ο
+υπενωμοτάρχης άρχισε να χτυπά τις γροθιές του στην πόρτα, οι
+χωροφύλακες να γρατσουνίζουν με τα νύχια τους τα χαμηλά
+παράθυρα. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη γυναικούλα
+τρομασμένη, κίτρινη, με ξέπλεκα μαλλιά μ' ένα ξετραχηλισμένο
+ξεθηλύκωτο πολκάκι που μπρος φαίνουνταν τα μαραμένα κίτρινα
+βυζιά της, νερουλά κρεμασμένα ως κάτω σα βυζιά αγελάδας, μ' ένα
+κοντοφούστανο, με γυμνά ξυπόλητα καλαμένια ποδάρια.
+
+ — Τι είνε;, τι είνε; Χριστέ και Παναγιά μου.... Μπα! μου
+κόπηκε το αίμα μου!...
+
+Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, κατάχλωμος, είπε θυμωμένα:
+
+ — Το σταυρό σου και συ! μουστόγρια. Τι είνε, τι είνε;.
+
+Ο γιόκας σου είνε, που με παιδεύει δυο μήνες. Τι είνε, τι είνε;
+Ο γιόκας σου που γέμισε τον κόσμο από λαθραία. Τι είνε, τι
+είνε; καμόνεσαι πως δε ξέρεις τίποτε.
+
+ — Και πού ξέρω εγώ η κακομοίρα!.... Μπα! μου κόπηκε το αίμα
+μου!.....
+
+Άλλες γυναικούλες, καμπόσοι άντρες μαζεύτηκαν ολοένα τριγύρω,
+οι χωροφύλακες τους άμπωχναν κι ο υπενωμοτάρχης δεν έπαυε να
+βρίζη, να λυσσάη.
+
+ — Έτσι και την άλλη φορά, πάντα μου ξεφεύγει μέσα απ' τα χέρια
+μου.
+
+ — Καλά ντε, καλά, μη βρίζης κι όλας, είπε η γριά αρχίζοντας ν'
+αγριεύη, καλά ντε, που μας κουβαληθήκατε πάλι για κωλόκουρο,
+πεντοφραγκάδες, που για ένα τάλληρο, για τα σύλληπτρα γίνεστε
+θερία ανήμερα.....
+
+Ο υπενωμοτάρχης φρενιασμένος, έβγαζε αφρούς απ' το στόμα.
+
+ — Σκάσε, παλιόγρια, μη σ' ανοίξω σαν πετάλι, το σταυρό
+σου!....
+
+Η γριά θυμωμένη κι αυτή τόρα επέμεινε, έβριζε:
+
+ — Μούρθατε για το πεντόφραγκο, να σύρ' τε τον κόσμο στα
+μπουντρούμια, σα να μην αφεθήτε ποτές και σεις. Φορέσατε το
+στέμμα για να βασανίζετε τον κόσμο, πεντοφραγκάδες!...
+
+Και η μορφή της είχε γίνη άγρια, δαιμονισμένη, φριχτή. Ο
+υπενωμοτάρχης δεν κρατήθηκε τότε, άπλωσε προς τη συρμένη χάμου
+σπάθα του, την τράβηξε, την σήκωσε ίσα κατά τη γριά:
+
+ — Το σταυρό σου θα στα κάμω λιανά κοψίδια αυτά τα
+παλιοβύζια!....
+
+Η γριά τότε τράβηξε ίσια κατ' απάνω του τρέμοντας. Τα μάτια της
+πετούσαν φωτιές, το σαγόνι της έτρεμε. Έπιασε με τα δυο
+ζαρωμένα χέρια της τα νερουλά και κρεμασμένα σαν αγελάδας βυζιά
+της όξω από το ξετραχηλισμένο πολκάκι της, τάσυρε, τα τράβηξε
+πολύ προς τα όξω, ίσα κατά τη σπάθα του υπενωμοτάρχου και
+σφύριξε αυτά τα λόγια σαν οχιά:
+
+ — Να! χτύπα, μαγγούφη, χτύπα αν δεν έπιες ποτέ σου γάλα απ' τα
+βυζιά της μάννας σου... χτύπα, μαγγούφη!...
+
+Κι ο μανιωμένος υπενωμοτάρχης, το θεριό τ' ανήμερο, το σκιάχτρο
+κι ο τρόμος όλου του κόσμου εκεί όλων των νταλματζήδων και των
+λαθρεμπόρων του μαχαλά, στα λόγια εκείνα απόμεινε, ημέρεψε,
+έγινε αρνάκι, έβαλε μέσα τη σπάθα του και τράβηξε βουβός, με
+χαμηλωμένα μάτια σαν κορίτσι, προς την πόλη.
+
+
+
+Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
+
+
+
+Μέσα στο τρομασμένο ξύπνημά της θυμούνταν πολύ καλά, πως όταν
+της έδωσε το ύστερο φιλί, από πολύωρο ξεφάντωμα, όπως κάθε
+νύχτα, είδαν κ' οι δυο μαζί μέσ' απ' τα γυαλιά και τις
+κουρτίνες του παραθυριού ν' αχτινοβολούν τ' αστέρια. Τα είδαν
+και ξαναφιλήθηκαν. Γαλήνη γαλανή είταν χυμένη έξω, γαλήνη
+αγάπης και ευτυχίας μέσα στη μικρούλα κάμαρα. Την φίλησε, όπως
+συνήθιζε όντας τον έπαιρνεν ο ύπνος, μια στα χείλη, μια στα
+μάτια και μια στο ροδαλό αυτάκι της, ψιθυρίζοντας κάτι τρυφερό
+και ξελογιασμένο ακόμα, κι αυτή γαργαλίζουνταν και τον
+αγκάλιαζε φρενιασμένη. «Καλή νύχτα, αντρούλη μου». «Καληνύχτα,
+γυναικούλα μου». Και αποκοιμήθηκαν τότε σαν μικρά παιδάκια πλάι
+πλάι στου κρεββατιού την πλατειά στρώση.
+
+Άξαφνα απόψε ξύπνησε κατατρομασμένη. Ανασήκωσε βαρειά τόμορφο
+κεφάλι της σα νάθελε να διώξη τρομαχτικά όνειρα και τέντωσε τα
+μάτια της κοιτάζοντας άγρια έξω απ' το κρεββάτι. Το κανδηλάκι
+πούκαιε εκεί σε μιαν άκρη, έρριχνε θαμπές και τρεμάμενες
+αχτίδες μέσα σε θεόρατες σκιές που ξαπλόνουνταν τρεμουλιαστές
+απάνω στα ντουβάρια, στα μόμπιλα, στο πάτωμα. Από στιγμή σε
+στιγμή από τα γυαλιά του παραθυριού χύνουνταν ξαφνικά απέραντη
+λάμψη αστραπής, η κάμαρα τότε φωτίζουνταν φανταστικά,
+πλημμύριζε από στιγμοφώτιστα κύματα χλωμά και θαμπωτικά, ύστερα
+οι σκιές ξανάπεφταν τρεμουλιαστές τριγύρω, και μέσα σε ολίγων
+λεφτών φριχτή σιγή, ένιωθε κατάβαθα της καρδιάς της τον
+ανατιναγμό της φοβερής βροντής που απλόνουνταν με τρομαχτικό
+μεγαλείο στ' ουρανού τα πλάτη σε βροντώδη κύματα που
+ξεκούφαιναν ενώ ο άνεμος έκανε να τρίζουν τα γυαλιά του
+παραθυριού, σα να χόρευε· το σπίτι από σεισμό. Κι ανάμεσα στης
+ανεμοζάλης τα μουγγρίσματα, ταχτικό κι επίμονο αντηχούσε τόση
+ώρα τόρα από τα κεραμίδια της στέγης το ρέκασμα μιας
+κουκουβάγιας περιχύνοντας τα νεύρα από ανατριχίλα κρύα και
+παράξενη, τη ψυχή από θλίψη και λαχτάρα.
+
+Παράξενο ξύπνημα. Και είχαν αποκοιμηθή με τόση γαλήνη, με τόση
+ξαστεριά. Μισοσηκωμένη στα προσκέφαλα του κρεββατιού με το
+λαιμό και τα στήθη ολόγυμνα, με τα μαλλιά μπερδεμμένα στο
+κεφάλι, τα μάτια άγρια και ξαφνισμένα, φαίνουνταν εκεί μέσα στ'
+αδιάκοπο πλημμύρισμα της κάμαρας από τ' ωχρό αστραποφώτισμα,
+σαν φάντασμα. Κάτι τι αθώρητο της βάραινε σα μολύβι το κεφάλι
+της, της ξέραινε το λάρυγγα, το στόμα, της έσφιγγε την καρδιά,
+βόμβος σα μελισσιού φτερούγισμα τριγυρνούσε στ' αυτιά της, κ'
+ένιωθε πως δεν είχε τη δύναμη να γυρίση, να κουνηθή, να σαλέψη
+τόσο κι απόμεινε εκεί σαν καρφωμένη, σα ναρκωμένη, φοβισμένη,
+θαρρώντας πως ένα γύρισμα των ματιών της μονάχα, θα της έφερνε
+μεγάλο κακό, θα κατακρεμνίζουνταν κάτω απ' το κρεββάτι σ'
+αμέτρητο γκρεμό, σ' απέραντο χάος.
+
+Θεέ μου, τι είχε! Ότι μπορούσε να νιώση καλά είταν πως μέσα
+στον παραδαρμό έξω της φύσης, μέσα στα μουγγρίσματα της
+ανεμοζάλης, το ταχτικό κι επίμονο εκείνο ρέκασμα, σα νάρχουνταν
+από παράξενους, φανταστικούς κόσμους, σχίζοντας όλο τ' απέραντο
+βάθος της ανεμοζάλης με δύναμη και φρίκη υπερφυσική, την
+έγγιζε, κατάκαρδα, και άφινε στο αίμα του κορμιού της το
+άγγιγμα ακονισμένης κόψης κρύου μαχαιριού. Και όλη η αγωνία της
+ξετυλίγουνταν σε μια ιδέα ολοφάνερη, σ' ένα αόριστο όσο και
+φαρμακερό προγνώρισμα πως κάτι κακό θα την κατάφτανε τόρα γοργό
+και γλήγορο και βέβαιο. Και τρομασμένη και βουβή κι ασάλευτη
+μαζεύουνταν τόρα όλη, σύσσωμη με τα μάτια της ολάνοιχτα προς τη
+κραυγή έξω που φαίνουνταν πως είχε πλημμυρίση γύρω και ως πέρα
+την κάμαρα, από ωκεανό φρίκης, θέλησε να γυρίση προς τον άντρα
+της, να του μιλήση λίγο, να τον ξυπνήση, ν' αναθαρρήση και να
+πετάξη, σαν ψεύτικο φάντασμα, όλη η αγωνία της. Αλλά τον έβλεπε
+μονάχα με την άκρη του ματιού της, κοιμισμένον τόσο ήσυχα κι
+ευτυχισμένα. Γιατί να ταράξη την γαλήνη του, τον ύπνο του; Θα
+την έπαιρνε για παιδί, για φοβιτσάρα, και θα γελούσε. Όχι. Τόρα
+θ' απλώση το χέρι της και έτσι μ' ένα κούνημα θα διώξη μακριά
+της όλη αυτή τη φρίκη, και θα σβυστούν όλα, όλα τότε απ' εμπρός
+της. Αλλ' η κραυγή έξω πάντα επίμονη και σαν αχός λυπητερός
+σημάντρου, την περίχυνε ακόμα πιο πολύ απ' ατέλειωτη
+ανατριχίλα, την κάρφονε ασάλευτη στου κρεββατιού τη στρώση, της
+έσβυνε τη φωνή στον λάρυγγα μ' ένα ξερό βήξιμο, απαράλλαχτα
+όπως κάνη σβύνοντας τ' αναμμένο κάρβουνο στο νερό.
+
+Έξω πια έσβυσε, λούφαξε το μούγγρισμα του άνεμου, σιγή θανάτου
+απλώθηκε για λίγο, και μόνο η αστραπόλαμψη πλημμύριζε ολοένα
+πλιότερη και πιο άφθονη την κάμαρα.
+
+Έξω τα σκοτεινά βάθη τ' ουρανού φαίνουνταν πως κάθε
+δευτερόλεφτο σχίζουνταν απότομα, και κύματα λάμψης ηλεκτρικής
+αγκάλιαζαν τη φύση και σβύνουνταν γοργά σαν ένα στιγμιαίο
+απέραντο φωτεινό φίλημα. Και θαμπωμένη εμπρός σ' αυτό το γεμάτο
+μυστήριο και ξάφνισμα απειροφώτισμα, κάρφωσε ασυνείδητα τα
+μάτια της ίσα στα γυαλιά του παραθυριού με όψη τρελλής,
+ασάλευτη σαν παραλυμένη.
+
+Η βροχή με γοργό κατρακύλημα πυροβολαρχίας, χτυπούσε τόρα και
+παράδερνε το σπίτι, τα κεραμίδια μέσα στη νεροποντή χόρευαν και
+τα γυαλιά του παραθυριού έχυναν μελωδία τυμπανοκρούσματος. Και
+το αστραποφώτισμα τόρα άνοιγε έξω στο νυχτερινό σκοτάδι κάθε
+τόσο τρομερό χάος από βροχή ηλεκτροφωτισμένη. Και η κραυγή
+εκείνη έξω πάντα επίμονη, ακούραστη, πάντα γεννώντας τη φρίκη
+και την ανατριχίλα, αντηχούσε παράξενη, περονιάζοντας το κορμί
+της και τη ψυχή της. Κι έτσι παραλυμένη κι ασάλευτη απόμεινε με
+τα μάτια της καρφωμένα ασυνείδητα ίσα στα γυαλιά του
+παραθυριού, ως που ο ύπνος της έκλεισε βαρειά τα βλέφαρά της.
+
+Όταν ξύπνησε, γαλήνη απέραντη είταν απλωμένη στην κάμαρα, η
+ανεμοζάλη είχε περάση, η κραυγή της κουκουβάγιας είχε σβυστή κι
+αυτή, ο ήλιος χάιδευε απαλά το πάτωμα και στα γυαλιά του
+παραθυριού βομβούσε τριγυρίζοντας να πετάξη έξω στο γαλάζιο τ'
+ουρανού μια πεταλούδα. Ανέπνευσε η όμορφη κόρη και γύρισε να
+ξυπνήση μ' ένα χαμόγελο τον άντρα της, αλλ' είτανε νεκρός....
+
+
+
+ΟΙ ΚΛΗΡΩΤΟΙ
+
+
+
+Ήσυχος και καταγάλανος ο κόρφος. Η θάλασσα έπαιρνε του γαλάζιου
+ουρανού το χρώμα και της δύσης τη χρυσόσκονη στη δροσερή
+αγκαλιά της. Από του Παρνασσού τα κορφοβούνια, από της Γκιόνας
+τα έλατα δροσερές πνοές κατέβαιναν και χαράκοναν ανάλαφρα πέρα
+για πέρα τον κόρφο, κι ακόμα πέρα τ' ανοιχτά της θάλασσας, που
+ξέφευγε σε διάπλατο ασπρογάλαζο ξετύλιγμα προς τα
+πευκοστολισμένα βουνά του Μωριά. Τα ξεροβούνια γύρω από την
+Κρύσση ως το Γαλαξείδι, έπαιρναν γλυκύτατο ροδόχρωμα μέσ' στις
+στερνές αχτίδες του ήλιου, και τα γυαλιά των πλιθοχτισμένων
+σπιτιών της Ιτιάς αντανακλούσαν αμέτρητους φλογερούς ήλιους,
+που βασίλευαν κι αυτοί. Τα καϊκάκια κ' οι βαρκούλες στο λιμάνι
+σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν χαϊδευτικά απάνω στα
+γαλαζένια εδώ, και στα ολόχρυσα παραπέρα κυματάκια. Η
+ακρογιαλιά άπλονε στενή κατάμακρη λωρίδα, άσπρη από τον
+κουρνιαχτό, και τα μαγαζάκια και τα καφενεδάκια της γέμιζαν από
+κόσμο που δροσίζουνταν στην καλοσύνη της βραδιάς. Τα
+μπαλκονάκια αραδωτά είταν γεμάτα από τ' ανοιχτόχρωμα φορέματα
+κι από τ' άσπρα μαντήλια των λιγερών. Στην άκρη της θάλασσας
+σωριάζουνταν στη γραμμή αμέτρητα κρασοβάρελα που τα περίχυνε
+και τάπλυνε το κύμα. Πέρα από τα πράσινα αμπέλια και τ'
+ασημωμένα λιοστάσια των Σαλώνων οι τρυγητές γυναίκες κι άντρες
+γύριζαν μπλούκια, μπλούκια προς την Ιτιά. Κάρρα και ζώα, άμαξες
+κατέβαιναν. Κ' οι καμήλες κατάψηλες κι άχαρες, ξαπλόνουνταν
+αποσταμένες στην ακροθαλασσιά, κι άνοιγαν θεόρατες τις μασέλες
+τους, και ρουφούσαν ηδονικά κι αυτές τη δρόσο της βραδιάς.
+Βαρκούλες ολοένα σίμοναν από τ' ανοιχτά της θάλασσας, τράτες
+κατάφταναν πανιά μαζεύουνταν άγκουρες έπεφταν καραβόσκοινα
+δένουνταν σε πάλους. Άλλες πάλε αμολιώνταν πέρα στο Γαλαξείδι
+με τα πανάκια τους φουσκωμένα στο βραδινό αγέρι. Ξυπόλητοι κι
+ως το γόνα γυμνοί, οι ψαράδες ξεφόρτωναν από τις βάρκες στην
+ακρογιαλιά τα κοφίνια τους γεμάτα από σπαρταριστά μπαρμπούνια
+και λεθρίνια και μελανούρια. Κι ο κόσμος πόπαιρνε τη δροσιά
+του, άλλοι περπατώντας του μάκρου της ακρογιαλιάς, άλλοι
+καθισμένοι στα μικρά καφενεδάκια, κοσμάκης επαρχιώτικος,
+υπαλληλία ντόπια και Σαλωνίτικη, νοικοκυροσύνη, εμπόριο,
+χτηματοσύνη, άλλοι που έμειναν μήνες στην Ιτιά για τα λουτρά
+τους, για τα χτήματά τους, κι άλλοι που έρχουνταν κάθε βράδι με
+τ' αμάξια για ν' αναπνεύσουν λίγη θάλασσα, όλοι τους έτρεχαν
+πατείς με πατώ σε προς τα ψάρια, ενώ ανάμεσα στη βοή και στην
+αντάρα τους, αντηχούσε δύο βήματα παρέκει η βροντοφωνή του
+παιδιού του καφενείου.
+
+ — Ένας βαρυγλυκός... ένα εμπορικό!...
+
+Πέρα από το στενόμακρο βράχο που πίσω του κρύβεται το
+Γαλαξείδι, πρόβαλε το βαπόρι. Πρόβαλε μαύρο και κατάμαυρο μέσα
+στη γαλήνη της βραδιάς. Έβγαλε βραχνό το σφύριγμά του, κι
+αγκομαχώντας ήρθε και σταμάτησε προς το λιμάνι. Η ακρογιαλιά
+τότες αναταράχτηκε. Οι επιβάτες, και δεν είταν λίγοι,
+στοιβάχτηκαν στη μικρή ξύλινη γέφυρα της ακροθαλασσιάς, θάταν
+καμιά εξηνταριά, όλο και λεβεντόπαιδα, αμούστακα όλ' ακόμα,
+ξυραφισμένα, με καθαρές φουστανέλες, με κάτασπρες σκάλτσες, μ'
+ανήσυχα πρόσωπα και κάτι ματιές γεμάτες φλόγες. Όλοι τους είταν
+κληρωτοί, κ' έφευγαν από τον τόπο τους για το στρατό,
+κατεβασμένοι άλλοι από της Αράχωβας τις ψηλές ράχες, άλλοι από
+του Λοιδωρικιού τα βουνά, κι άλλοι από τις μυρωμένες πρασινάδες
+και τα κρύα νερά του Χρισσού. Με το σακκούλι τους κρεμασμένο
+στον ώμο ο καθένας, μ' ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό,
+κρατημένοι με τα χέρια στους ώμους δυο δυο, τρεις τρεις,
+μισομεθυσμένοι, μισοσαστισμένοι, τραγουδώντας, φωνάζοντας,
+σωριάζουνταν στις βάρκες με τα μάτια περίλυπα γυρισμένα προς τη
+στεριά. Απ' εκεί σωροί, σωροί από γυναίκες, και κορίτσια, τους
+έσφιγγαν στην αγκαλιά τους, τους έβρεχαν με τα δάκρια τους,
+τους χαμογελούσαν τους έδιναν παραγγελιές κι ορμήνιες φιλιά και
+πάλι φιλιά. Και κάθε μια βάρκα που γέμιζε, ξεκινούσε αγάλι'
+αγάλια με τραγούδια και φωνές, με μαντήλια στον αέρα, με
+κουνήματα κεφαλιών και χεριών ξεκινούσε, μα ξαναγύριζε πάλι να
+πάρη κάποιον ακόμα, που ξεχάστηκε μέσα στα δάκρια, κι αφού τον
+έπαιρνε κι αυτόν ξεκινούσε γλυστρώντας αγάλι' αγάλια στην αρχή
+στα κυματάκια της θάλασσας, κι έπαιρνε παραπέρα γοργό δρόμο κι
+έπαιρνε φτερά και κολλούσε στου βαποριού τα πλάγια.
+
+Ο ήλιος αποβασίλευε τόρα, σκιές μεγάλες απλόνουνταν στο γιαλό,
+στη θάλασσα, στους βράχους· μονάχα οι ψηλότερες κορφές των
+βουνών ρόδιζαν. Το βαπόρι πήρε τόρα όλο το φορτίο του, οι
+βάρκες γύριζαν αδειανές, με κάποιον μοναχικό επιβάτη προς το
+γιαλό, κι αυτό πάντα μαύρο και κατάμαυρο μέσα στη γαλανή
+αγκαλιά της θάλασσας, σούριξε βραχνά, πήρε σιγά-σιγά τη βόλτα
+του, άφρισε το νερό, και πήρε δρόμο, και ξέφυγε προς τ' ανοιχτά
+του πελάου. Στο γιαλό οι σωροί των γυναικών τόρα, ένας κύκλος
+μεγάλος, σωριασμένες εκεί στην ακροθαλασσιά, χωρίς αναπνοή,
+χωρίς ένα κούνημα, μαρμαρωμένος, άπλονε βουβός κι αμίλητος
+αμέτρητα μαντήλια προς το βαπόρι. Από τα μαύρα πλευρά του
+βαποριού, που ολοένα χάνουνταν πέρα προς τ' ανοιχτά, άλλα
+μαντήλια απλόνουνταν και σειώνταν κι άσπριζαν για ύστερο
+χαιρετισμό. Και κάπου καμιά βοντοφωνή, έρχουνταν με τα φτερά
+του βραδινού αεριού, μισοσβυσμένη και παραπονετική, και
+παρήγορη:
+
+ — Καλή αντάμωση!...
+
+Κι άμα πια σαν κρύφτηκαν στον πρώτο κάβο πέρα αγάλι' αγάλια τα
+μαύρα πλευρά του βαποριού, και χάθηκαν τ' άσπρα μαντηλάκια, κ'
+η θάλασσα απόμεινε σαν πρώτα ελεύθερη και γαλάζια, πικρά
+σάλευσε τότε όλος εκείνος ο σωρός από μαννάδες και γυναίκες,
+απ' αδερφές, απ' αρραβωνιασμένες κι αγαπητικές, από ξαδέρφες
+και κουμπάρες, που από κείνη τη βραδιά θ' απόμειναν σα γύριζαν
+στα χωριά τους χρόνια ολάκερα μοναχές, και χωρισμένες από τα
+λεβεντόπαιδά τους, που ξενητεύουνταν πρώτη φορά από τον τόπο
+τους, που έφευγαν για το στρατό.
+
+Πικρά σάλευσε όλος ο σωρός, γεροντικά και σβυσμένα, και φλογερά
+ματάκια πλημμύρισσαν στα δάκρια, αναφυλητά ακούστηκαν κ' η
+θλίψη άπλωσε βαρειά τα φτερά της, εκεί στην απαλή ήσυχη κώχη
+του γιαλιού. Κ' απάνω σ' όλ' αυτή την πίκρα, μια κοντούλα
+γερόντισσα που θα συνέβγαλε ως τα σήμερα πολλά παιδιά κι
+αγγόνια για το στρατό, τράβηξε μπροστά, και σέρνοντας αγάλι'
+αγάλια τα τρεμάμενα ποδάρια της, ζήτησε να της σύρουν το χορό,
+για να καλοστρατήσουν οι ξενητεμένοι. Μεγάλη αλυσίδα χορού
+απλώθηκε τότε στην ακροθαλασσιά. Με τη γριούλα μπροστά, όλες
+νιες και γερόντισες, μ' ένα χαμόγελο στα χείλη, και με τα
+δάκρια κρυσταλλωμένα στα μάτια και στα μάγουλα, ανάμεσα στη
+δροσιά της βραδιάς, τριγυρισμένοι απ' όλο τον κοσμάκη πόκανε
+χάζι γύρω άρχισαν το τραγούδι τους, τραγούδι της παρηγοριάς
+ανάμεσα στη λύπη τους, ενώ τα κυματάκια απλόνουνταν μαλακά εκεί
+μπροστά τους κ' οι βαρκούλες και τα καϊκάκια στο λιμάνι
+σειώνταν καμαρωτά και καθρεφτίζουνταν απάνω στα καταγάλανα τόρα
+νερά της θάλασσας:
+
+ Παρακαλώ σε Παναγιά. Χριστέ μου, προσκυνώ σε,
+ του ξένου μας στη ξενιτιά αρρώστια μη του δίνης.
+ Η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει μεγάλη πάστρα,
+ θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι,
+ θέλει αδερφές ολόγυρα να τον καλοτηράνε...
+
+
+
+ΧΙΝΟΠΩΡΟ
+
+
+
+ Στην Κυρίαν Ψυχάρη.
+Τρεις ώρες θα περνούσαμε την άσωτη εκείνη κλεισούρα, προτού ν'
+ανεβούμε ψηλά προς το Βελούχι, όλοι οι στρατοκόποι. Ο ουρανός
+μολυβένιος, ο αέρας νοτερός, κρύος· χινοπωριάτικο μεσημέρι. Η
+κλεισούρα όλη στρωμένη μ' άσπρα στρογγυλά χαλίκια, με λίγο νερό
+πότρεχε στις άκρες, καταφυτεμμένη από πλατάνια. Τι μεγάλα, τι
+πολυχρονίτικα, τι παμπάλαια πλατάνια! Ο αέρας σφύριζε μέσα στα
+κλαδιά, συνέπαιρνε τα ξερά χρυσόχρωμα φύλλα τους μ' ένα ξερό
+τρίξιμο και τάστρονε, τάστρονε σε πυκνό στρώμα στη μεγάλη
+ρεμματιά. Χάμου μια χρυσοπλημμύρα, θάλεγες, μια χρυσοπλημμύρα
+ψηλά, μια χρυσοπλημμύρα γύρω στα βουνά τα φουντωμένα από δέντρα
+με χρυσοκόκκινα ξερά φύλλα. Χρυσάφι από ξερόφυλλα, χάμου,
+ολόγυρα, ψηλά, πέρα, πιο πέρα ακόμα, ως εκεί που έβλεπε το μάτι
+μέσ' απ' τις κουφάλες και τους κορμούς των πλατανιών. Τ' άλογα
+περπατούσαν κουρασμένα γλυστρώντας στα φύλλα, αφίνοντας τα
+πέταλά τους φωτιές και σπίθες στα στουρνάρια και στα χαλίκια,
+οι στρατοκόποι άλλοι πεζοί κι άλλοι καβάλλα βουβοί, αμίλητοι
+τραβούσαν πάντα μπροστά, κουρασμένοι, με πένθιμη όψη. Μαύρα
+σύγνεφα από κοράκια πετούσαν ψηλά στον μολυβένιο ουρανό πότε
+όλα συμμαζωχτά και πότε αραιωμένα, πότε ανεβαίνοντας τα ψήλου,
+τα ψήλου, ίσα που μόλις φαίνονταν σα μαύρες κοκκίδες, πότε
+χαμηλόνοντας ίσα με τις κορυφές των δέντρων μ' ένα λυπηρό,
+πένθιμο κρα!.... κρα!.... Κι όσο τραβούσαμε μπροστά, τόσο η
+κοκκινίλα, η χρυσοπλημμύρα μας χτυπούσε κατάμματα, τόσο κάτι σα
+στενοχώρια, σαν αποκαμομάρα, σαν πένθος, σα θλίψη πλάκονε την
+καρδιά μας, τα στήθη μας, τη ψυχή μας.
+
+Και οι κορμοί των δέντρων των πλατανιών λυπημένα πρόβαλαν
+ατέλειωτοι σε κάθε βήμα μας. Τ' άλογα στριφογύριζαν
+ανεβαίνοντας τόρα ανηφοράκι, ύστερα παίρνοντας κατήφορο, τόρα
+γυρίζοντας δεξιά, ύστερα αριστερά και πάντα τραβώντας ίσα
+μπροστά το δρομάκι τους μέσα στην άσωτη, πάντα ρεμματιά. Κάθε
+τόσο όσοι είμαστε καβάλλα σκύβαμε να περάσουμε από κάτου απ' τα
+μεγάλα και τεντωμένα προς τη γις κλωνάρια. Και καθώς τα
+σμπρώχναμε, για να περάσουμε, 'τινάζουνταν πένθιμα με μολυβένια
+θλίψη και μ' έν' λυπηρό, λυπηρότατο τρίξιμο απάνω στα κεφάλια
+μας, στους ώμους μας, απάνω στο σαμάρι, απάνω στα κορμιά των
+αλόγων που τα κουδούνια τους κρεμασμένα προς τα κάτου έχυναν
+έναν αχό μελαγχολικό, πολύ σιγαλό, αγάλι' αγάλια και πένθιμο,
+απάνω κάτω σα νεκρικό σκοπό.
+
+Ερημιά βασίλευε και νέκρα και σιγαλιά μέσα στην άσωτη
+κλεισούρα. Τα πουλιά κάπως σαστισμένα, σα πιασμένα από θλίψη
+ανεπάντυχη, πετούσαν χωρίς χάρη, ανόρεχτα εδώ κ' εκεί, τόρα
+τρύποναν μέσα στα χαμόκλαδα, ύστερα έφευγαν πέρα προς τις ράχες
+με την ελπίδα να βρουν λίγο ήλιο, λίγη πρασινάδα, και γύριζαν
+πίσω πάλι απελπισμένα, σαστισμένα, σα πιασμένα από ανεπάντυχη
+θλίψη και τρύποναν πάλι στα χαμόκλαδα, στις γούβες της
+ρεμματιάς. Από τα πλάγια των βουνών πέρα, όντας φτάναμε σε
+κανένα μικρό άνοιγμα του δάσους, φαίνουνταν πού και πού και
+καμιά κορδελίτσα σταχτόχρωμου καπνού να ξετυλιέται από καμιά
+καλύβα τσοπάνου προς τον ουρανό. Ο αέρας πάντα νοτερός και
+κρύος που περόνιαζε ως τα κόκκαλα τα κορμιά μας σφύριζε,
+χτυπούσε στα κλαδιά των γυμνών δέντρων κ' άφινε ψιλά, ψιλά
+παράπονα που σούρχουνταν ακούοντάς τα, ν' αρχίσης να κλαις
+χωρίς να ξέρης γιατί. Αριά και που απαντούσαμε κάνα κοπάδι
+πρόβατα μαζεμμένα όλα μαζί, σχεδόν κουλουριασμένα, που
+τραβούσαν λυπημένα γρήγορα γρήγορα με σκυμμένα κεφάλια χωρίς να
+κοιτάζουν να βοσκήσουν με τα κουδούνια τους αφίνοντας μέσα στη
+ρεμματιά λυπημένους αχούς. Όλη η ατμόσφαιρα είταν γεμάτη από
+βαθύ παράπονο, από απέραντη, θλίψη, από μεγάλο πόνο.
+
+Κι άξαφνα χοντρές χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν με
+ξερό κρότο στο χρυσόστρωμα των ξερών φύλλων τρυπώντας τα. Κ' η
+φύση όλη τότε άρχισε να κλαίη με βαθύτατη λύπη, μ' ένα παράξενο
+κλάμμα την ομορφιά της που χάνουνταν πόσβυνε...
+
+
+
+Ο ΡΙΖΟΜΥΛΟΣ
+
+
+
+Κάθε δειλινό με τη λιακάδα έκανα περίπατο στα λιοστάσια της
+εξοχής. Πολλές φορές μ' άρεζε να πηγαίνω προς το ποταμάκι
+πότρεχε γοργό γοργό, και που στην ακροποταμιά του έπλυναν ως το
+γόνα μέσα στο νερό, τα κορίτσια χτυπώντας δυνατά με τα παχουλά
+τους μπράτσα τα ρούχα με τον κόπανο. Ξαπλονόμουνα σε μια
+ρειπωμένη καμάρα ενός παλιού μύλου, του Ρ ι ζ ό μ υ λ ο υ,
+καθώς λένε το μέρος αυτό εκεί πέρα, και περνούσα τις ώρες μου
+βλέποντας τα βουνά, τα λιοστάσια, τις ανεμώνες και τα πράσινα
+ρείκια γύρω μου, κι ακούοντας το μουρμούρισμα του ποταμιού.
+
+Μια μέρα στην ίδια αυτή μεριά βρήκα ξαπλωμένον ένα γέρο τσοπάνο
+που βοσκούσε τα πρόβατά του εκεί κοντά. Κι απάνω στην κουβέντα
+που κάμαμε, μου είπε αυτή την ιστορία της μισοκρεμνισμένης
+καμάρας του Ριζόμυλου:
+
+ — Τόρα δεν έμεινε, παιδάκι μου, παρ' αυτή η καμάρα, που
+βλέπεις. Τον παλιό καιρό στα χρόνια της Τουρκιάς εδώ είταν του
+Λιάκου ο Ριζόμυλος. Εδώ έπεφταν τα περισσότερα χωριά του τόπου,
+ρωμιοί και τούρκοι, απ' τη χώρα κι απ' τα χωριά εδώ κουβαλούσαν
+το στάρι τους με τα μουλάρια. Καθώς μολογάνε ο Ριζόμυλος είτανε
+ο καλλίτερος μύλος με μεγάλη κάνουλα, με τριπλές και
+τετράδιπλες μυλόπετρες, με μαϊντάνια και νεροτριβιά· το νερό
+ποτέ δεν τούλειπε. Απ' την πολλή δουλειά καταντούσε να
+περιμένουν μέρες ν' αλέσουν όσο να πάρη αράδα ο κόσμος. Ο
+Λιάκος ο μυλωνάς, είταν άγιος άνθρωπος, όσο και παλληκάρι.
+Εκείνα τα χρόνια και τα δυο αυτά πράμματα χρειάζουνταν. Η
+φτώχεια μπορούσε ν' αλέση το φόρτωμά της χωρίς ν' αφήση ούτ'
+ένα ξάγι, κι ο τούρκος θα το συλλογίζουνταν αν γύρευε να δείξη
+την αδικιά του στο Λιάκο. Ο μυλωνάς είχε χάση πάρωρα τη γυναίκα
+του· ένα κορίτσι είχε, μια ομορφονιά τη Λουλούδω, το
+τριαντάφυλλο του Ριζόμυλου. Η ομορφιά της γρήγορα πήρε δρόμο
+στον τόπο.
+
+Το κορίτσι αγαπούσε ένα κλέφτη, τον Τσέλιο, τότες είτανε
+κλέφτες. Ο Λιάκος που τον είχε νανουρίση στα γόνατά του μια
+φορά, γιατ' είτανε παιδί φίλου του γκαρδιακού, αρραβώνιασε την
+τσούπα του με δαύτον και γύρευε να βρη εποχή να τον κάμη ν'
+αφήση τα βουνά και ναρθή να δουλέψη μαζί του στο μύλο για να
+κάμη το γάμο. Αυτός γέρος είταν και μεις οι γέροι τι καρτερούμε
+άλλο από τον τάφο!...
+
+Έτσι πήγαινε η δουλειά, όντας μια μέρα το μπεόπουλο της χώρας
+γυρίζοντας απ' το κυνήγι, πέρασε με τ' ασκέρι του απ' το μύλο
+κοντά το μεσημέρι. Ο μυλωνάς σα ραγιάς τους δέχτηκε χαρούμενος,
+θέλοντας μη θέλοντας. Έσφαξε καπόνια κι έστειλε στη χώρα για
+κρασί. Το μεσημέρι κάθισαν στην τάβλα το μπεόπουλο και τα
+συντρόφια του καμιά εικοσαριά. Το κρασί, πόλεγαν πως δεν
+τόπιναν οι Τούρκοι, άρχισε να τους βαράη στο κεφάλι. Εκεί απάνω
+γυρίζει το μπεόπουλο και λέγει στο μυλωνά:
+
+ — Έχεις κανένα κορίτσι γέροντα;
+
+Ο μυλωνάς τα χρειάστηκε κι είπε.
+
+ — Έχω κ' εγώ ένα ορφανό, μπέη μου.
+
+ — Κ' είνε όμορφη, σαν πως λένε, η Λουλούδω σου γέροντα;
+
+Ο Λιάκος δεν έβγαλε μιλιά, μονάχα γύρισε τα μάτια του προς τον
+τοίχο, που κρέμουνταν το καρυοφύλλι του και το γιαταγάνι του.
+
+ — Άιντε, ορέ μυλωνά, να μας φέρνης τη Λουλούδω, είπε γελούμενο
+το μπεόπουλο. Ο άτυχος πατέρας σ' αυτά τα λόγια, ένιωσε το μύλο
+του να γυρίζη σα σφοντήλι στα μάτια του.
+
+ — Όπως ορίζης, μπέη μου, αποκρίθηκε, μα το κορίτσι, δεν είνε
+εδώ· πήγε χαράζοντας σε μια κουμπάρα μας.
+
+Εκεί απάνω απ' την άλλη κάμαρα του μύλου κάτι βρόντηξε, και σε
+λίγο έτριξε δυνατά η πόρτα του κήπου, και φάνηκε η Λουλούδω
+ροβολώντας κάτου στο πλατανόρρεμμα.
+
+ — Η Λουλούδω! η Λουλούδω, κάνει κάποιος.
+
+Το μπεόπουλο αλαφιάστηκε. Γύρεψε να τρέξη κ' αδρασκέλησε το
+κατώφλι. Δυο σιδερένια χέρια τότες το κράτησαν στον τόπο του.
+Οι τούρκοι μισομεθυσμένοι πετάχτηκαν όξω και χύθηκαν απάνω στο
+Λιάκο. Δυο τιναξιές τους έχει και τους ξεφεύγει. Χύνεται μέσα
+στο μύλο και πετρόνει γερά την πόρτα. Πετάει την αλευρωμένη
+σεγκούνα του, αδράχνει το καρυοφύλλι του, χύνει κάμποσο μολύβι
+και μπαρούτι στο σελάχι του, καβαλλάει ψηλά το δοκάρι της
+στέγης και τρυπόνει αποπίσω από τον φεγγίτη. Οι τούρκοι χύθηκαν
+να ρίξουν την πόρτα του μύλου. Βρήκαν στο περιβόλι ένα
+τσεκούρι και ρίχτηκαν. Η πόρτα άρχισε να τρίζη κι ο μύλος να
+χορεύη. Άξαφνα το καρυοφύλλι του γέροντα από πάνω άρχισε ν'
+αστράφτη και να σκούζη σαν πεινασμένο θεριό. Τα βόλια του
+μυλωνά αλάθευτα ξάπλοναν κι απόνα Τουρκαλά στο κατώφλι του. Μα
+οι Τούρκοι, ένας έπεφτε, δυο χύνουνταν στην πόρτα, όσο που
+απόδωσαν και κρύφτηκαν στα πλατάνια δαιμονισμένοι. Το
+μπεόπουλο πίσω σ' ένα κουφοπλατάνι δάγκανε τα δάχτυλά του και
+χτυπούσε τα ποδάρια του στο χώμα. Βγάζει μια φωνή τότες:
+
+ — Φωτιά να τον κάψουμε τον παλιογκιαούρη!... Έτρεξαν στο
+περιβόλι· το μάτι του Λιάκου δεν τους έβλεπε. Κολλητά στο μύλο
+είταν δυο θυμωνιές απ' άχυρα. Έκοψαν πρώτα το νερό του μύλου κ'
+ύστερα έτσουξαν φωτιά. Καλοκαίρι καιρός π' άναβε το χώμα, και
+σε λίγο ο μύλος πήρε λαμπάδα, φούντωσε ο καπνός, έτριξαν τα
+ξύλα και γκρεμίζουνταν οι τοίχοι από δω κι από κει. Ο Λιάκος
+αγάλι αγάλια απ' το δοκάρι τράβηξε στον τοίχο, έκατσε κοντά στο
+φεγγίτη. Τον έπνιγε η φωτιά, ο καπνός, μα σώθηκε. Όντας άρχισε
+να κατακάθεται η φωτιά, ζύγωσαν οι Τούρκοι. Κάνουν έτσι και τον
+βλέπουν ζωντανό, σκύλιασαν. Ίσα να τον σκοτώσουν. Μα κοντά στο
+πλατανόρρεμμα άξαφνα χυμάει η κλεφτουριά του Τσέλιου με τη
+Λουλούδω αντάμα:
+
+ — Βαράτε τα σκυλιά!, κάνει από πάνω ο μυλωνάς σαν τους είδε,
+βαράτε τα σκυλιά!... Δέκα καρυοφύλλια ρυάστηκαν τότες μαζί, κ'
+οι τούρκοι έπεφταν ο ένας απάνω στον άλλο μπαϊλισμένοι.
+Κοκκίνησε το νερό του μύλου απ' το αίμα. Μ' απάνω στη ζάλη, ο
+τοίχος πόμεινε ο Λιάκος, αναταράχτηκε σύρριζα. Τον είχε φάη η
+φωτιά και σωριάστηκε μισός από δω, μισός από κει μαζί με το
+Λιάκο στον αέρα, που φώναζε ακόμα μέσα στο κατρακύλημα των
+λιθαριών:
+
+ — Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!.....
+
+Κι όντας αποτέλειωσε τη θλιβερή αυτή ιστορία, ο γέρος τσοπάνος,
+της πέτρας αυτής που καθόμαστε ξαπλωμένοι κ' οι δυο, μου φάνηκε
+πως ο αντίλαλος πέρα της ράχης έπαιρνε τα στερνά του λόγια και
+τάφερνε μακριά, πολύ μακριά προς τα ελληνικά σύνορά μας,
+διαλαλώντας τα βραχνά από μεγάλο πόθο κι εκδίκηση γεμάτα:
+
+ — Βαράτε! τα σκυλιά, βαράτε!...
+
+
+
+ΤΟ ΧΑΛΑΖΙ
+
+
+
+Το μάτι ελεύθερο ξάνοιγε την απέραντη πρασινάδα των σταφίδων
+και τη θάλασσα τη βαθειά γαλάζια κι αφροστεφανωμένη. Τα
+χελιδόνια φτερούγιζαν φλύαρα κ' οι γλάροι βουτούσαν κάτω στα
+κύματα. Χαρά θεού, κι ομορφιά καλοκαιρινής ημέρας. Ο ουρανός,
+ξάστερο κρούσταλλο, καταγάλαζος, τ' αεράκι της εξοχής μυρωμένο
+από χορτάρι, από πρασινάδα. Κ' οι λινοί, όμορφα άσπρα, κόκκινα,
+γαλάζια σπιτάκια, σκορπισμένα ανάκατα κάπνιζαν· κόντευε
+μεσημέρι. Οι αργάτες τρυγούσαν παλληκάρια και κορίτσια, με τα
+καλάθια που τα γέμιζαν τα φορτόνουνταν στον ώμο τους, κι
+έρχουνταν κι άδειαζαν τις σταφίδες στ' αλώνια. Άσπριζε η εξοχή
+από τ' άσπρα μαντήλια των κοριτσιών που φορούσαν στο κεφάλι για
+τον ήλιο, έφερνε στα φτερά του το μυρωμένο αγέρι στιχάκια
+αγάπης και καημού από τα τραγούδια των τρυγητών:
+
+ Ψηλά την χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος
+ και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος...
+
+Ο ήλιος φλογερός· λιοβόρι πυρωμένο σκορπούσε χρυσά, φωτεινά,
+θαμπωτικά κύματα, φλόγες κατάχρυσες, ο ίδρωτας στεφάνονε τα
+μέτωπα των δουλευτών η ευτυχία χαμογελούσε στα σπιτάκια και στα
+καλύβια.
+
+Καθόμαστε με το νοικοκύρη του λινού από κάτω από μια θεόρατη
+βελανιδιά. Είχε αποστάση ο χωρικός μέσα στον ήλιο και περίμενε
+τη γυναίκα του, τα παιδιά του, και τα κορίτσια του ν' αφήσουν
+τον τρύγο για να ξεμεσημεριάσουν για να φάνε. Είταν χαρούμενος
+ο χωρικός, η εσοδεία φέτο πήγαινε καλά, ο καιρός τη
+σιγουντάριζε πολύ, τ' αλώνι του γέμιζε από διαλεχτό πράμμα·
+λίγες μέρες ακόμα θ' αποτρυγούσαν, θα λιάζουνταν το πράμμα, θα
+το κουβαλούσε στην πόλη, θα το πωλούσε τέλος, θα ξέβγαινε απ'
+τα βάσανα. Και πόσα βάσανα! Κι ενώ κοίταζε μ' αγάπη τη σταφίδα
+του που σούρωνε στ' αλώνι κι έπαιρνε στον ήλιο ένα γλυκό μπλε
+χρώμα, έκανε τόσους καλούς λογισμούς, χαμογελώντας. Με τη
+σταφίδα αυτή θα πλήρονε τον τόκο στης χώρας τον τοκογλύφο, θ'
+αγόραζε στο στάρι του για το ψωμί του τον χειμώνα, θάντυνε, θα
+πόδαινε τα παιδιά του, και κάτι τι ακόμα π' όσο το στοχάζουνταν
+τόσο και χαμογελούσε γλυκύτερα. Το πρώτο του κορίτσι, η
+ξανθομαλλούσα η Βασιλική, δυο χρόνια τόρα αρραβωνιασμένη
+θάνοιγε το σπίτι της κι αυτή, θάβγαινε το κορίτσι από τη
+συλλογή του, θάβγαινε κι αυτός απ' αυτή την παντρειά. Πέρυσι η
+σταφίδα τίποτε, λιγοστή, πρόπερσι τα ίδια. Τόρα έδοσε ο θεός κι
+όλα καλά πήγαιναν. Και τα τραγούδια έρχουνταν γλυκύτερα, από
+μακριά, κ' η εξοχή χαμογελούσε όμορφη κι ευτυχισμένη.
+
+Ήρθε το μεσημέρι κ' οι αργάτες έφτασαν, τα παιδιά, τα κορίτσια
+χαρούμενα, μουσκεμμένα στον ίδρωτα. Ξανάσαναν στον ίσκιο της
+μεγάλης βελανιδιάς, ένυψαν τα χέρια τους κι άρχισαν να τρώνε μ'
+όρεξη μαύρο ψωμί κι άσπρο τυρί με μεγάλες μπουκιές, με κόκκινα
+μάγουλα και μ' άσπρα δόντια, όλο υγία, θεριοσύνη.
+
+Μ' άξαφνα πέρα από τα βάθη τ' ουρανού, σκούρα συγνεφάκια
+άρχισαν να ξεμυτίζουν να προβάλλουν περισσότερο. Σε λίγο ο
+ήλιος αυτός κρύφτηκε στα σύγνεφα, μαύρες, μαύρες σκιές
+απλώθηκαν στην εξοχή. Αστραπές και βροντές ακούστηκαν. Σε μισή
+ώρα η όμορφη εξοχή, οι κόποι και τα βάσανα των χωρικών η
+σταφίδα τους η πολυβασανισμένη, όλα, όλα χόρευαν μέσα στη
+νεροποντή τ' ουρανού. Ξαφνικό χαλάζι πυκνό και κατάχοντρο
+παράδερνε τα χτήματα, τσάκιζε τις ελιές και τα δέντρα,
+παράσυρνε τη σταφίδα απ' τ' αλώνια στα χαντάκια, κάτω στο
+ποτάμι, πέρα στη θολή και μανιωμένη θάλασσα. Αντάρα πυκνή, θολό
+χάος σκέπαζε και γις και ουρανό. Η δυστυχία άπλωσε το βαρύ χέρι
+της και τσάκισε, και συνέτριψε και κόπους κι αγώνας, και όνειρα
+κι ελπίδες. Βαρειά θλίψη πλάκωνε τους λινούς, τα σπιτάκια και
+τις καλύβες των χωρικών.
+
+Μια ώρα κράτησε η ανεμοζάλη, η πλυμμύρα. Ύστερα αγάλι' αγάλια
+ξάνοιξε, ξαστέρωσε, τα σύγνεφα σκίστησαν, μάζεψαν, τράβηξαν
+δρόμο, σε λίγο χάθηκαν πέρα στις άκρες τ' ουρανού. Ο ήλιος
+διάφανος, δροσερός αγκάλιασε πάλι την εξοχή, μεγάλοι κόμποι
+νερού τρεμούλιαζαν στην άκρη των μαδημένων φύλλων των δέντρων
+των κλημάτων, ο ουρανός άπλονε τη θολωτή αγκαλιά του πιο
+γαλάζια, τα πουλιά λουσμένα στη βροχή, φτερούγιζαν να
+στεγνώσουν ήλιο. Κ' η λαμπράδα αυτή του καθάριου ουρανού, του
+μεγάλου ήλιου, έπεφτε με μια μεγάλη λύπη απάνω στην
+κατατσακισμένη, την καταστραμμένη φύση.
+
+Οι χωρικοί καταλυπημένοι, ξαφνισμένοι από τ' ανεπάντυχο κακό,
+απόμειναν σαστισμένοι, ταμπλοβαρεμένοι. Ο νοικοκύρης του λινού,
+η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα κορίτσια, ο σκύλος του, ο
+μεγαλόσωμος και κατσαρός σκύλος, με χαμηλωμένο κεφάλι, με θολά
+μάτια κι αυτός, εγώ, όλοι βγήκαμε όξω, τραβήξαμε στ' αλώνι. Δεν
+είχε μείνη τίποτε· η σταφίδα, όση δεν την πήρε η νεροποντή,
+είχε κολλήση, με το χώμα, είχε γίνη ντιπ λάσπη, αυτή που εδώ
+και λίγη ώρα άφινε στου ήλιου τις αχτίδες εκείνο το γλυκό μπλε
+χρώμα. Σε τέτοια καταστροφή, σε τέτοιο χαλασμό, ο πόνος μας
+τράνταξε βαθειά, βαθειά, όλους. Ω! ο Θεός είταν πολύ άδικος,
+πολύ άδικος! Τα παιδιά βλαστημούσαν η γυναίκα χτυπούσε με τα
+χέρια της το κεφάλι της, τα κορίτσια έκλαιαν. Δεξιά, αριστερά,
+πέρα, η ίδια θλίψη, ο ίδιος πόνος, η ίδια κατάρα. Ο νοικοκύρης
+κίτρινος, κίτρινος, με σκυμμένο κεφάλι, και τα χέρια σταυρωμένα
+πίσω, κοίταζε μ' ανοιχτά μάτια, χωρίς να βλέπη. Είταν σαν
+τρελλός. Φωνές και κατάρες έρχουνταν απ' όλη την εξοχή κι ο
+αέρας φαίνουνταν πως γέμιζε από κύματα οργής και θυμού και
+απελπισμού. Α! ο Θεός είταν πολύ άδικος, πολύ άδικος.
+
+Τόρα πάνε τα γλυκά όνειρα, οι καλές ελπίδες. Ο δανειστής δε θα
+πληρωθή και φέτο, ο τόκος δε θα δοθή, το χρέος θ' αυγατήση,
+λεφτά δε θα βρεθούν το χινόπωρο για την καλλιέργεια, το ψωμί θα
+λείψη τον χειμώνα, παπούτσια και φουστάνια τίποτε. Ο γάμος δε
+θα γίνη και φέτο, ο γαμπρός θα θέλη τα λεφτά που τούταξαν, το
+κορίτσι θα μαραζόνη η φαμελιά θα ντροπιαστή· ίσως και διαλύση
+την αρραβώνα ο γαμπρός· ο κόσμος τότες θα πη τα δικά του. Η
+φτώχεια βαρειά, βαρειά θάνε η φτώχεια, η δυστυχία μεγάλη φέτο,
+το ψωμί ακριβό...
+
+Κ' οι πικροί αυτοί λογισμοί βαραίνουν πολύ, το κεφάλι του
+δυστυχισμένου πατέρα. Γυρίζει και βλέπει τα μάτια της κόρης του
+βουρκωμένα, το πρόσωπό της χλωμό, μαραμένο. Δυστυχισμένο παιδί.
+Δε σκέφτεται τόρα άλλο τίποτε παρ' αυτή, αυτή μονάχα. Τι
+δυστυχία! Τα βλαστήμια, οι κλάψες αυξάνουν ολόγυρά του· η
+καρδιά του φουσκόνει. Τούρχεται πολύ κακό, πολύ κακό· έτσι να
+βλαστημήση κι αυτός, να κολαστή, να μη λυώση αύριο μεθαύριο που
+θα πεθάνη, να βράση η ψυχή του σε καζάνια με πίσσα στον αιώνα
+τον άπαντα.
+
+Αλλ' όχι δε κάνει, αυτό δε γίνεται. Η δυστυχία, το κακό πού
+αλλού θα πάη παρά στον άνθρωπο; Πρέπει να το δοκιμάση κι αυτό
+το κακό ακόμα. Ο Θεός το έδωσε κι ό, τι δίνει ο θεός, καλό
+καμωμένο. Η ζωή θέλει κουράγιο, αυτή η πολυβασανισμένη ζωή. Και
+γυρίζει άξαφνα με την τρεμάμενη φωνή του μέσα στην κλάψα και
+στον πόνο της φαμελιάς του και λέει χαμογελώντας πικρά:
+
+ — Ε! κουράγιο, βρε παιδιά, κουράγιο. Μη σας πήρε όλους η
+λιγοψυχιά. Έχει ο Θεός και για μας τους φτωχούς!...
+
+
+
+ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+
+
+ Στον Κ. Μάνον
+Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε στα ύστερα στην άκρη του και η μεγάλη
+λάμπα αντικρύ του με το πράσινο κομψό αμπαζούρ της, φώτιζε
+γελαστό το μισοασπρισμένο κεφάλι του· κοιμούνταν τον
+ευτυχισμένο αγροτικό ύπνο του. Η πλακόστρωτη ταράτσα
+καταστοιβαγμένη από πρασινάδες και λουλούδια ολόγυρα, είταν το
+μόνο φωτισμένο μέρος του μικρού σπιτιού, που κοιμούνταν σε
+βαθειά σιγαλιά. Το τραπεζάκι με τ' απομεινάρια του δείπνου
+απόμεινε ακόμα εκεί, και μια γατίτσα με κόκκινη κορδέλλα στον
+ασπρόμαλλο λαιμό της, στριφογύριζε και νιαούριζε, πηδώντας από
+καρέκλα σε καρέκλα.
+
+Αγροτική ερημιά περιχυμένη άφθονη στο μικρό σπιτάκι, σ' όλο το
+χωριό. Ο κήπος με τα καρποφόρα δέντρα του, τα λαχανικά του και
+τα θεόρατα πλατάνια του κάτω εκεί που έσμιγε σ' αδελφωμένο
+νανούρισμα με της νεροσυρμής τον αχό, ο κήπος μέσα στην
+ομορφότερη αστροφεγγιά του καλοκαιριού, έπαιρνε μια φανσταστή
+όψη και το μικρό σπιτάκι ανάμεσά του, παράστεκε σα μια μικρούλα
+ονειρευτή φωλιά παντοτεινής αγάπης.
+
+Το γεροντάκι αποκοιμήθηκε κι αυτός κι εκείνη απόμειναν μονάχοι,
+βουβοί και βυθισμένοι σ' όνειρα, σ' αφηρεμάδα, σε λογισμούς
+ατέλειωτους. Πρώτη φορά που βλέπουνταν στη ζωή τους· περνούσε
+αποβραδίς απ' το χωριό το παλληκάρι, κι ο γέρος της που
+φημίζουνταν για ψωμοδότης και φιλόξενος άνθρωπος, τον κράτησε
+μια νύχτα στο σπίτι του. Αυτή γύριζε εκείνη τη στιγμή απ' τ'
+αμπέλια πέρα, καβάλλα στον ψαρή της, χωριατοπούλα όμορφη και
+δροσερή, αρχοντοπούλα ζηλευτή, γραμματισμένη περισσότερο απ'
+όλες τις φιλενάδες της. Ξεππέζεψε πεταχτή, τίναξε χαριτωμένα τ'
+άσπρο φουστανάκι της, και βρέθηκε στο πλάι του πατέρα της. Το
+γεροντάκι τους γνώρισε χαμογελώντας, κι ανέβηκαν στο σπίτι και
+οι τρεις· στρώθηκε το τραπέζι στην πρασινοστολισμένη ταράτσα,
+ενώ η νύχτα άπλονε το μαλακό της πέπλο στην εξοχή, και
+σκορπούσε αγάλι' αγάλια ολοένα γλυκύτερο και βαθύτερο μυστήριο
+στο μεγάλο κάμπο.
+
+Το γεύμα είταν όμορφο κι αυτό, αγροτικό κ' ευτυχισμένο, θάλεγε
+κανείς πως στη μικρούλα αυτή άκρη της γις έρχουνταν και
+κρύβουνταν ζηλότυπα του κόσμου η ευτυχία. Δεν είχαν γνωριστή
+περισσότερο από δυο τρεις ώρες και ο καθείς του ένιωθε μεγάλη
+ηδονή να βλέπη και να μη χορταίνη μέσα στ' ολίγο φως της
+λάμπας, τα μάτια του άλλου. Είχαν πη τόσα αδιάφορα πράγματα στο
+τραπέζι, είχαν αραδιάση τόσα λόγια και τόρα ξεκουράζουνταν μέσα
+σε μεγάλη σιωπή. Γύρω τους όλο το μεγαλείο και το μάγεμμα της
+νύχτας, τους μεθούσε και τους συνέπαιρνε από στιγμή σε στιγμή,
+κ' οι καρδιές τους ανάλυοναν από μεθυστικούς χτύπους, μέσα στην
+αδιάκοπη αναπνοή του κοιμισμένου γέρου, π' αντηχούσε στο πλάι
+τους ήσυχη κι ευτυχισμένη.
+
+Κι αγάλι' αγάλια μέσα στο νανούρισμα της καλοκαιριάτικης
+αστροφωτισμένης νύχτας, οι ψυχές τους ξεχωριστά ανόμοιες η κάθε
+μια, γέμιζαν από μεθύσι επιθυμίας κι αγάπης. Εκείνος άνθρωπος
+του κόσμου, της ζωής, του ξεφαντώματος, νιος της ξενευρισμένης
+εποχής, εκείνος που δεν άφησε να μη δοκιμάση σταλαματιά,
+σταλαματιά τη ζωή παράφορα και την ηδονή αχόρταγα, κουρασμένος
+και ξασθενισμένος, φαίνουνταν πως είχε βρη ξαφνικά το γιατρικό
+της παραλυμένης ζωής του μέσα στην ερημική αυτή γωνιά της γις.
+Και με πόση χαρά θ' άλλαζε όλη την άταχτη και νευροφάγα ζωή του
+κόσμου μ' αυτή την ήσυχη, την τρυφερή, τη μαγεμμένη ερημικιά
+φωλιά της ευτυχίας. Να λησμονήση όλα, όλα· να λείψη από τη
+σάχλα και την ανορεξιά της καθημερινής ζωής του, να χάση από τα
+μάτια του τον κόσμον και την αηδία του, να μείνη σφιχτά δεμένος
+παντοτεινά σ' αυτή την όμορφη εξοχή, σ' αυτόν τον χαριτωμένο
+τόπο, ανάμεσα σε πρασινάδα και σε ομορφιά αγροτική, χωριάτικη,
+ξένοιαστη, μέσα στα σπαρμένα ξανθά σιταροχώραφα και στα πράσινα
+αμπέλια, σ' αυτό το μικρουλάκι σπιτάκι, ανάμεσα στην αληθινή,
+στην αφκιασίδωτη φύση και εξοχή. Ο πόθος της αγροτικής ζωής
+ποτέ δεν έπιασε τόσο αλαίμαργα άλλη ψυχή. Και ποια ακόμα τέλεια
+ευτυχία, να γέρνη ν' αναπαύεται στα μικροκαμωμένα γόνατα της
+όμορφης χωριατοπούλας, και να τον μεθούν και να τον
+αποκοιμίζουν τα ολόμαυρα αυτά μάτια, που τον κοιτάζουν τόρα
+τόσο λιγωμένα και λαχταριστά......
+
+Εκείνη κόρη του αγρού, γεννημένη στη δροσοστόλιστη και
+ηλιολουσμένη πρασινάδα του βουνού, κόρη αγνή κι ανήξερη,
+σταλαματιά νερού στον ήλιο, είχε ζήση τόσα χρόνια τόρα στον
+ήσυχο ορίζοντα του χωριού της. Μοναχοκόρη κι αρχοντοπούλα
+μικρορφανεμένη από μητέρα, το καμάρι κ' η χαρά του γέροντά της,
+άκακη κι απονήρευτη σαν τ' ανοιξάτικο πουλάκι, αγνή σαν
+χριστογεννιάτικο χιόνι, είχε γνωρίση τον κόσμο που ξαπλόνουνταν
+άγνωστος και με μυθική ομορφιά πέρα απ' τα βουνά του χωριού
+της, μονάχα απ' τα βιβλία που διάβαζε στην ερημιά της. Κ' η
+παιδική ψυχή της θαμπωμένη στ' αγνώριστα αυτά μάγια γι αυτή,
+στην ευτυχία αυτή και την ονειρευτή χαρά που είταν άγνωστη
+στους δρόμους και στα σπιτάκια [του] χωριού της, διψασμένη από
+τ' ανήξερο αυτό νερό ξένης ζωής, ξένου γι αυτή κόσμου, που
+τόσες νύχτες τον ωνειρεύουνταν με τόσο πόθο στο μικρό
+κρεββατάκι της, και η ψυχή της ανοιχτή και ανυπόμονη αιώνια για
+την αλιώτικη αυτή ζωή, πλημμύριζε αχόρταγα από το άρωμα του
+παλληκαριού αυτού, που έρχουνταν εκεί στην ερημιά της ξαφνικά
+σαν άγγελος επίτηδες σταλμένος από την ποθητή χώρα των ονείρων
+της....
+
+Και το χαριτωμένο κεφαλάκι της, γέμιζε από τόσους μεθυστικούς
+λογισμούς, κι έπλεε όλη σ' ένα πέλαγο επιθυμιάς και δίψας
+μπροστά σ' αυτό το ζωντανό όνειρό της, που τόσα χρόνια το
+πόθησε και το ζωγράφισε κατάβαθα στο νου της, η παιδική της
+φαντασία. Με πόση όρεξη θάπεφτε στην αγκαλιά τόμορφου και του
+καλού αυτού νιου, που ξέρει τόσα όμορφα πράμματα, που λέει τόσα
+έξυπνα λογάκια, που γνώρισε του κόσμου όλα τα καλά κι όλα τα
+ξεφαντώματα, για να την φέρη πέρα, πέρα στον άγνωστο μεγάλο
+κόσμο, να δη και να γνωρίση τα μάγια καινούργιας ζωής, του
+κόσμου τις χαρές και τις τρέλλες.
+
+Κι όσο έβλεπε κατάμματα το καλοκαμωμένο και κομψό παλληκάρι,
+τόσο η επιθυμιά της άναβε στη ψυχή της, και δείχνουνταν φλογερή
+κι αστραφτερή στα ολόμαυρα ματάκια της.
+
+Γύρω ο κήπος γεμάτος σκοτεινό μυστήριο, αναδεύουνταν στα
+φιλήματα της αύρας, σα ν' ανατρίχιαζε από γλυκειά επιθυμία κι
+αυτός, κ' η μαγεμμένη νύχτα με την πλούσια αστροφεγγιά της,
+ανάλυονε ολοένα τις ψυχές τους, και κοίταζε τόρα ο ένας τον
+άλλον με πικρό παράπονο, με περίσσια ζήλεια. Κι άξαφνα το
+γεροντάκι που κοιμούνταν τόσο ήσυχα, ξυπνά. Ανοίγει τα μάτια
+του χαμογελώντας και ξαφνισμένος και καλός, ψιθυρίζει:
+
+ — Μπα! με πήρε ο ύπνος· πέρασε η ώρα. Πάμε να κοιμηθούμε...
+
+Μες στης αυγής την όμορφη ροδόλαμψη, μέσα στα πρώτα κελαδήματα
+των πουλιών προτού ακόμα να φανή η μέρα και να πετάξη η νύχτα,
+μέσα στ' ατέλειωτα λαλήματα των κοκόρων του χωριού, τ' όμορφο
+και καλοκαμωμένο παλληκάρι, ευχαριστεί και σφίγγει δυνατά το
+γεροντικό χέρι του ψωμοδότη του, καβαλλικεύει στ' άλογό του
+ανόρεχτα, με τη ψυχή γεμάτη απόνα αίσθημα παράξενης λύπης, και
+παίρνει σκυφτό το δρόμο του. Λαλούν ακόμα οι κοκόροι του
+χωριού, ο μεγάλος κήπος με το μικρό σπιτάκι πλέει όλος σ' ένα
+μισοφωτισμένο πέλαγος ευτυχίας πιο αρπαχτικής, κι αυτός προτού
+να χάση μια τέτοια αγαπημένη ζωγραφιά για πάντα απ' την όψη
+του, στην άκρη του πυκνοφυτεμμένου μονοπατιού, γυρίζει πίσω μια
+φορά ακόμα τα μάτια του...
+
+Ψηλά στην πρασινοστόλιστη ταράτσα ολόρθη, αχνή και λυπημένη
+στέκεται η κόρη σαν ολοζώντανο μάρμαρο του Παράπονου, με
+καρφωμένα τα ματάκια της απάνω του. Και μέσα στο στερνό εκείνο
+και φλογερό κοίταγμά τους, όλα τα γλυκά όνειρα κ' οι φλογερές
+και διαφορετικές επιθυμίες της περασμένης νύχτας, λυόνουν στα
+μάτια τους για μια στιγμή σε δάκρια πικρά, όσο που ο πράσινος
+τοίχος του μονοπατιού, χωρίζει αιώνια αυτόν που φεύγει για τον
+αηδιασμένο κόσμο του, κι αυτή που απομένει στην άχαρη εξοχή
+της.
+
+
+
+Ο ΣΙΔΕΡΟΔΡΟΜΟΣ
+
+
+
+Από το μικρό χωριδάκι περνά πολύ θαμπά το τραίνο, κι ο σταθμός
+του σιδηρόδρομου με τα κόκκινα κεραμίδια του, τον κλαρωμένο
+στους τοίχους του πράσινο κισσό, και με το γέρο σταθμάρχη του,
+είνε πολύ μακριά απ' το χωριό.
+
+Κ' οι χωρικοί περπατούσαν γλήγορα να προφτάσουν το τραίνο. Ένας
+από τη χώρα τεχνίτης είχε παντρευτή το βράδι στο χωριό κι
+έφευγε τόρα μαζί με τη νύφη. Μπροστά το μικρό χωριατόπουλο με
+γυμνά ποδάρια κι άφθονα μαλλιά, κρατώντας μέσα σ' ένα
+τενεκεδένιο κουτί τα στεφάνια του γάμου, τη μόνη ενθύμηση
+πόπαιρνε μαζί της από το χωριό της η νύφη, αχνή, αχνή παιδούλα.
+Ο γαμπρός κ' η νύφη περπατούν μαζί, ο ένας κοντά στον άλλον
+χωρίς μιλιά. Πίσω έρχεται η μάννα με τα δάκρια στα μάτια που
+τρέχουν στο ζαρωμένο πρόσωπό της. Η αυγούλα αρχίζει να ροδίζη
+στον ουρανό κι αυτοί φεύγουν φεύγουν να προφτάσουν το τραίνο. Ο
+κοκκινοχώματος δρόμος του χωριού με τη μακριά σειρά των φραχτών
+του κι από τις δυο μεριές είνε σκοτεινός ακόμα. Κοιμούνται γύρω
+τα περιβολάκια με τα ψηλά κυπαρίσσια τους, πέρα τ' αμπέλια
+μόλις χωρίζουν και το ποταμάκι κάτω πόπλυνε τόσες όμορφες μέρες
+τα ρούχα της η νύφη, ακούεται σα να κλαίη παραπονεμένα κι αυτό,
+για τον ξενιτεμό της.
+
+Φεύγουν φεύγουν κι από μπρος της φεύγει κ' η αγαπημένη όψη του
+χωριού της, πόζησε σ' αυτό όλη τη ζωή της για ν' ακολουθήση
+τόρα τον ξένο αυτόν τον άντρα της. Και τα ματάκια της ραντίζουν
+το κοκκινόχωμα του χωριού της. Ε! έτσι είταν της μοίρας της! Θα
+χωριστή τόρα απ' τη μαννούλα της, θα πάη πέρα σε ξένη χώρα γι
+αυτή και σε ξένο κόσμο.
+
+Λίγα βήματα ακόμα και φτάνουν στο σταθμό. Το τραίνο ήρθε
+λαχανιάζοντας, κατάμαυρο. Τα δυο μεγάλα κόκκινα μάτια του
+μπροστά, οι λυχνίες του στη γραμμή, απλόνουν κόκκινες φωτερές
+πλατειές λωρίδες στα χαλίκια. Τα παράθυρα, οι πόρτες του
+ανοιγοκλείουν βιαστικά, κοιμισμένα κεφάλια, νυσταγμένα σώματα
+βγαίνουν. Ο καμπουριασμένος σταθμάρχης με το μικρό φαναράκι του
+στα χέρια και τη σφυρίχτρα του στα χείλη πάει κ' έρχεται..
+
+Η φωνή του τόρα ακούεται βραχνή:
+
+ — Στις θέσεις σας, κύριοι!.....
+
+Στη θέση τους γρήγορα, τόσο γρήγορα!.... Ο γαμπρός την σέρνει
+βιαστικά, το χωριατόπουλο τεντόνει το χέρι του με το
+τενεκεδένιο κουτί των στεφανιών η γριά μάνα κολλιέται στο λαιμό
+της αγαπημένης κόρης, της και κλαίει, κλαίει. Πόσο γρήγορα,
+πόσο αρπαχτικά της την παίρνουν.
+
+ — Στις θέσεις σας, κύριοι!....
+
+Κ' η φωνή του γέρου σταθμάρχη της σκίζει τα στήθη. Δύο τρία
+φιλιά μόλις προφταίνει να της δώση ακόμα στα χλωμά της μάγουλα.
+Κι αυτά βιαστικά, σα να της τάκλεφτε. Δυο φιλιά; Τι να της
+κάμουν αυτής δυο φιλιά· πως να την παρηγορήσουν; Κ' η γις κι ο
+κόσμος όλος της φαίνεται, πως βυθίζεται μπροστά στα ποδάρια
+της. Πώς! για μια νύχτα είταν όλη η ευτυχία του γάμου της κόρης
+της; Να την δη νυφούλα, όσο βλέπει κανείς την αστραπή; Όλα
+βιαστικά, όλα γρήγορα, όλα παράξενα. Έτσι παντρεύουν τόρα τα
+κορίτσια στο χωριό; Μια νύχτα μονάχα θα κρατή η χαρά κ' η
+ευτυχία του γάμου; Έτσι βιαστικά θα χωρίζουνται τα κορίτσια από
+την αγκαλιά των γονιών τους; Μήτε χαρές πια, μήτε γάμοι, μήτε
+χοροί, μήτε μεθύσια, μήτε κοσμοχαλασιά, μήτε θόρυβος; Πάει και
+το ξεπροβόδισμα της νύφης με τα όμορφα νυφιάτικά της, καβάλλα
+σε ψαρή άλογο, με τις καβάλλες των παληκαριών του συμπεθερικού,
+της λεβεντιάς, με τις άσπρες φουστανέλλες και τις χρυσές
+φέρμπελες; Πόσο άλλαξαν τα πράμματα· να φεύγουν οι νυφάδες
+νύχτα νύχτα σαν φαντάσματα, σα δολοφόνοι, κατάμονοι! Έφταιξε
+τόσο πολύ, αμάρτησε τόσο πολύ ο κόσμος για να τιμωριέται τόσο
+σκληρά αυτή η δυστυχισμένη!
+
+Και στο υστερνό στεναγμό της, στο υστερνό φίλημά της απάνω στα
+λυπημένα μάτια της κόρης της, το τραίνο κυλά λαχανιασμένο,
+αδιάφορο μπροστά. Χάνεται στη νύχτα μπροστά στα θολά μάτια της
+το χλωμό κεφαλάκι της κόρης της που πνιγμένη στα δάκρια
+ψιθυρίζει:
+
+ — Μάννα, γλυκειά μου μάννα!...
+
+Κ' η φτωχιά χωριάτισσα συντριμμένη από τη λύπη, βλέποντας να
+γκρεμίζεται μπροστά της ο καλός παλιός κόσμος άλλης ζωής κι
+άλλων αισθημάτων απομένει βουβή στην αρχή. Ύστερα σηκόνει τη
+ζαρωμένη γροθιά της θυμωμένη κατά το τραίνο που χάνουνταν πια,
+και ξεθυμαίνει σ' αυτό:
+
+ — Ανάθεμά σε, σιδερόδρομε, εδώ που βρέθηκες!...
+
+
+
+Τ' ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
+
+
+
+Καιρός τόρα και τη θυμούμαι αυτή την ιστορία. Σαββάτο βράδι
+είταν την ώρα που κουρνιάζουν οι κότες, π' ανάβουν τους
+φούρνους τους οι χωριάτισσες για το ψωμί τους, που παίζουν τις
+αμάδες και πηδούν τις τρεις τα χωριατόπουλα, πόρχουνται
+καταποσταμένοι απ' τα χωράφια τους με τ' αλέτρια τους και τα
+ζώα τους οι χωριάτες. Σάββατο βράδι που χόρευε ο γονιός το
+χοντρομπαλάτο μαξούμι του απάνω στα γόνατά του, και παρατούσε
+τον αργαλιό της η λιγερή, για ν' ανάψη το καντήλι της εμπρός
+στο κόνισμα του σπιτιού· το κόνισμα με την Παναγία και τα
+στέφανα των γονιών της, καπνισμένο από τόσων χρόνων καπνό, που
+τον είδαν ν' ανεβαίνη αγάλι' αγάλι' στα δοκάρια της στέγης,
+πότε χαρούμενα και πότε κλαμένα τα μάτια της φαμελιάς.
+
+Είτανε η καλή ώρα όλου του χωριού που γύριζε στο σπίτι του ν'
+αλλάξη το λερωμένο μέσα στις λάσπες μια βδομάδα ντύμα του, να
+πάη στην εκκλησιά του το πρωί της Κυριακής, να κρεοφαγήση το
+μεσημέρι, να μεθοκοπήση κάμποσο τ' απόγιομα και να κοιμηθή μια
+νύχτα ακόμα στο σπίτι του, για να ξεκινήση θαμπά τη Δευτέρα για
+τα χωράφια του.
+
+Εκεί απάνω ξεμπουκάρει τ' απόσπασμα στο χωριό. Δέκα ευζώνοι κι
+ο δεκανέας έντεκα. Η πανούκλα νάτανε δε θα τρόμαζε τόσο το
+χωριό. Φευγιό και πάλι φευγιό. Φτωχοί άνθρωποι. Μια φωνή
+ακούστηκε:
+
+ — Τ' απόσπασμα!
+
+Κι έσβυσαν οι φούρνοι, βουβάθηκαν τα παιδιά, ανεμοζάλη φύσηξε.
+Το μισό χωριό πήρε το λόγκο κι όπου φύγη φύγη.
+
+Ο δεκανέας κοντός, κοντός με το φέσι ριγμένο μπροστά στο
+μέτωπο, τη μεγάλη φούντα του σκορπισμένη, την κάπα του ριγμένη
+στον ένα ώμο, τον γκρα, αναρτισμένον σέρνοντας τη ψηλή του
+γκλίτσα, φάνηκε πρώτος πρώτος. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι από
+πίσω με γκράδες και γκλίτσες. Απόσπασμα χωρίς γκλίτσα δε
+γίνεται. Όσο πλειότερες τόσο και καλλίτερα. Με τη γκλίτσα
+πατούν τα κατσάβραχα, μ' αυτή βαρούν τα σκυλιά, μ' αυτή τους
+χωριάτες, άμα δε δουλεύει ο κόπανος του γκρα, και με την ίδια
+γραπόνουν καμιά ψιμαδούλα αρνάδα για το σουβλί. Έφτασαν στου
+κυρ πάρεδρου. Τα σκυλιά, τα μαντρόσκυλα του χωριού, χαλώντας
+τον κόσμο με τ' αλυχτίσματά τους, τους έκλεισαν ζουνάρι. Έν'
+απ' αυτά ψηλό, νευρωμένο κι άγριο άγριο, με μαλλί δασύ και
+σταχτερό σαν το θαμπό φως της αυγής, χύθηκε απάνω τους ίσα,
+ανοίγοντας τα σαγόνια του, πετώντας όξω κόκκινη φωτιά τη γλώσσα
+του και τα κοφτερά δόντια του. Λίγο ακόμα και το σκυλί [θα]
+κατάσκιζε τη χυτή και καλοκαμωμένη άντζα, με τη ρούχινη
+Αστακιώτικη κάλτσα, του δεκανέα.
+
+ — Τι το φυλάτε, μωρέ, και δε το σκοτόνετε, φωνάζει, κ' ένας
+στρατιώτης σηκόνει τον κόπανο, του καταφέρνει μια και τ'
+ανοίγει σε δυο το κεφάλι. Το σκυλί ξαπλώθηκε βαρειά, το αίμα
+του πετάχτηκε ζεστό, ζεστό. Τ' άλλα σκυλιά το ζύγωσαν
+βουβαμένα, το τριγύρισαν δυο τρεις φορές, κι άρχισαν να γλύφουν
+το αίμα του, που πότιζε τη φράχτη του κήπου του πάρεδρου. Ο
+στρατιώτης σφόγγισε με τη λερή φουστανέλλα του, τον ματωμένο
+κόπανο του όπλου του, λέγοντας:
+
+ — Μια τόχω, πάει σκαστό ντιπ!...
+
+Ζύγωσαν κ' οι άλλοι στρατιώτες, το σκουντούσαν με τις άκρες των
+τσαρουχιών τους κι έλεγαν ξαφνισμένοι:
+
+ — Ορέ, τ' άτιμο, μήτε γκιχ! δεν έκαμε!...
+
+Κανένας δεν έβγαινε όξω απ' τα σπίτια. Ο δεκανέας γύρισε κ'
+είπε:
+
+ — Σούρα, μπρε, ένας σας!. Τι θανατικό έπεσε σ' αυτό το
+διαλοχώρι!...
+
+Σούριξε ένας στρατιώτης κι ο κυρ πάρεδρος που καθόμαστε μαζί κ'
+οι δυο μέσα στο σπίτι του βγήκε έξω. Ο δεκανέας είπε θυμωμένα:
+
+ — Πού είσ 'να τρυπωμένος γέροντα;
+
+ — Πού νάμουνα, παιδί μου, γέροντας άνθρωπος, βαρυακούω κι
+όλας...Καλώς ωρίσατε! Και τους έδοσε το χέρι του.
+
+ — Έλα, τόρα, κυρ πάρεδρε, του λόγου σου, να μας μοιράσης, τα
+καταλύματα, είπε ο δεκανέας. Ήρθαμε για κάτι εντάλματα και θα
+μείνουμε εδώ απόψε.
+
+Ο πάρεδρος έκατσε μπροστά στη μακριά πεζούλα μπρος στο σπίτι
+του μαζί με τον δεκανέα και ενώ χάραζε με την άκρη της γκλίτσας
+του γραμμίτσες στο χώμα, είπε:
+
+ — Έντεκα είστε, ε; Του λόγου σου ναρθής στο φτωχικό μου. Έχω
+και του λόγου του μουσαφίρη, από δω απόψε, κ' έδειξε εμένα
+πούχα βγη έξω. Τόρα έχουμε άλλους δέκα. Δυο να πάνε στου
+Παλούκα, άλλοι δυο στου Σταύρου, άλλοι δυο στου Μάνθου, άλλοι
+δυο στου Μπανιά κ' οι άλλοι δυο στου Νικολού. Να! πόγιναν και
+τα κονάκια. Άιστε τόρα, παιδιά. Του λόγου σου, κυρ δεκανέα
+κόπιασε μέσα.
+
+Το στράτεμμα σκόρπισε· οι χωριανοί άρχισαν να ξεθαρρεύουν, όσοι
+είχαν πληρώση τα εντάλματά τους, και ξεπετάχτηκαν. Βγήκαν κ' οι
+λιγερές κ' οι γυναίκες στα πηγάδια, το πήραν απάνω τους τα
+παιδιά, ξανάναψαν οι φούρνοι, και μέσα στο ξεθάρρεμα του
+χωριού, αγροικιώνταν κάπου κ' η φωνή κανενός στρατιώτη:
+
+ — Κότα πήττα, σταυρομάννα, θέλει η καρδούλα μου, κότα
+πήττα!...
+
+Μπήκαμε κ' εμείς στου κυρ πάρεδρου το σπίτι. Μια μεγάλη κάμαρα
+όλο πέρα με τα ντουβάρια του αχύλωτα, με καπνισμένα τα δοκάρια
+της στέγης, που κρέμουνταν απ' αυτά καμιά εικοσαριά βαντάκια
+καπνού. Η γωνιά μεγάλη και χαμηλή στην άκρη· η γις χάμου είταν
+αλειμμένη με γλίνα και γύμνια περίσσια ολόγυρα. Μονάχα στην
+άκρη έν' αμπάρι μελό κι από πίσω τα ρούχα και τα σκαφίδια και
+τα κόσκινα, και χίλιων ειδών σιγύρια του σπιτιού.
+
+Στη γωνιά είταν κρεμασμένο ένα λυχναράκι, κούτσουρα φλογισμένα
+στο βυθό της έκαιαν. Ένας γάτος μαύρος μαύρος, ξαπλωμένος μέσα
+στη στάχτη κοιμούνταν βαθύτατα.
+
+Η γυναίκα του κυρ πάρεδρου ήρθε και χαιρέτησε το δεκανέα, μια
+γυναικούλα κατασκοτωμένη απ' τη δουλειά, τέσσαρα κόκκαλα, που
+λένε. Χαιρέτησε το δεκανέα κ' η κόρη του, μια παχουλή, κοντούλα
+κοπέλλα, χωρίς να σηκώση τα μάτια της.
+
+Ο δεκανέας πέταξε την καπότα του στο πλάι της γωνίας, έβγαλε τα
+τσαρούχια του και ξαπλώθηκε σα σωστός καπετάνιος.
+
+ — Ε! δε μας δίνεις κάνα ρακάκι, κυρ πάρεδρε είπε. Κόψε μας και
+λίγο καπνό να φκιάσουμε τσιγάρες. Συ σταυρομάννα, ξέρεις τόρα·
+αποσταμένος είμαι, κάνα π'λί στη σούβλα, καμιά κλούρα με τυρί
+και κάν' αυγό στο τηγάνι. Έλα, κυρ πάρεδρε, τι χαμπέρια στο
+χωριό;
+
+ — Τι χαμπέρια, παιδί μου, να μολοήσουμε μεις δω στο χωριό, του
+λόγου σας, είπε ο ασπρομάλης γέροντας, με την μποτίλλια με τη
+ρακή στο χέρι, και το σουγιά στο άλλο.
+
+ — Ε!. τι λες, θα πλερώσουν αύριο οι χωριάτες τα εντάλματα;
+
+ — Ξέρω κι εγώ;, μπρε παιδί. Τι να πω; Ξέκαμαν αυτές τις μέρες
+κάμποσα καλαμποκάκια, όχι και πολλά να πης. Δε γυρεύονται τα
+έρμα τα γεννήματα κ' έχει ανέχεια ο κοσμάκης· τι να σου
+κάμη!...Κι ο πάρεδρος αφού μας τράταρε μαστίχα έκατσε χάμου.
+Ακούμπησε τον καπνό στα γωνολίθι κ' άρχισε να κόβη με το σουγιά
+του αγάλ' αγάλια χτιπ, χτιπ.
+
+Κουβέντα με κουβέντα πέρασαν κάμποσες ώρες, όταν:
+
+ — Ε! σταυρομάννα, κοντολογάει το φαΐ; ρώτησε ο δεκανέας. Η
+γριά αποκρίθηκε:
+
+ — Μια ψύχα ακόμα, καπετάνε μου. Άιντε, μωρή Λιώ, να στρώσης το
+σουφρά.
+
+Η Λιώ, η παχουλή και κοντούλα κοπέλλα, έβαλε το σουφρά μπρος
+στη γωνιά κ' άρχισε να μπαινοβγαίνη με τα σιγύρια.
+
+Φάγαμε. Ο δρόμος της ημέρας κ' η αποσταμάρα, μας έκαμε να
+νυστάζουμε όλοι, να βαραίνουν σα μολύβι τα μάτια μας.
+
+Έχωσε τη φωτιά η γριά και ξαπλωθήκαμε όλοι αραδωτά. Ο δεκανέας
+κοντά στο ένα γωνολίθι, στ' άλλο ο πάρεδρος με τη γριά του,
+δίπλα τους η Λιώ, και σε μιαν αγκωνή εγώ. Έξω βαρυχειμώνιασε·
+φύσηξε ένας αέρας ζεστός που μας έπνιγε η μούχλα· κ' ύστερα
+έπιασε ένα νερό, ένας χειμώνας που χόρευαν τα κεραμίδια του
+σπιτιού. Μέσα στην ανεμοζάλη με πήρε αρπαχτικά, γλυκά ο ύπνος.
+
+Όντας ξάφνω ξύπνησα παγουδιασμένος. Άνοιξα βαρειά τα μάτια μου.
+Το λυχναράκι έτρεμε τόσο τρεμουλιαστά, που μόδοσε πολύ παράξενη
+εντύπωση. Γύρω μου ροχάλιζαν όλοι και κάτω στο βάθος το
+παράθυρο 'μισανοιγμένο, άφινε να μπαίνη μέσα το ανεμόβροχο και
+να φωτίζεται απ' τις αστραπές ένα ξερόδεντρο του κήπου, κ' ένα
+κομμάτι ουρανού συγνεφιασμένου, ντιπ πίσσα.
+
+Δε κουνήθηκα, μονάχα μισόκλειστα τα μάτια μου για να
+ξανακοιμηθώ. Άξαφνα εκεί δίπλα μου ένιωσα αναδέμματα. Σε μια
+λάμψη αστραπής φάνηκε αντικρύ μου ένας μαύρος ίσκιος κοντά στη
+μεριά που πλάγιαζε η Λιώ η παχουλή και κοντούλα κοπέλλα του
+πάρεδρου. Σαν πως άκουσα κάτι τι σαν ψιθύρισμα, σαν φιλί.
+Ανασηκώθηκα αγάλι' αγάλια.
+
+Κάποιος φιλούσε πολύ μεθυστικά το κορίτσι, που οι τρεμουλιαστές
+αναλαμπές του λυχναριού, τόδειχναν αριά και που καταλιγωμένο.
+
+Η κοπέλλα έλεε πολύ ψιθυριστά:
+
+ — Δεν έπρεπε ναρθής απόψε... Τι άνθρωπος είσαι!... Δε μπορώ να
+καταλάβω... Κ' έχεις πολλά εντάλματα;
+
+Μια αντρική φωνή αποκρίθηκε σιγαλά κι αυτή:
+
+ — Τι σε νοιάζει γι αυτά. Πώς δεν έχω. Από πού να τα πλερώσω;
+συ τα ξέρεις τόρα. Καρτερώ να γεννήσουν τα πρότα, κι απέ.
+Σάματ' θα φάω γω το δημόσιο...
+
+ — Κι αν σε πιάσουν αύριο, Γιώργο μου... μου πιάνεται η καρδιά
+μου... γύρευε πότε θα σε δω...
+
+Εκείνος τη φιλούσε. Ύστερα σε λίγο η φωνή της ακούστηκε πάλι:
+
+ — Δε φεύγεις τόρα... πώς φοβάμαι, είν' ώρα, μη σε πάρουν
+χαμπάρι....
+
+ — Σα να πούμε με διώχνεις; Κι εγώ πόχω μήνα να σε δω μ' αυτά
+τα κρυφτούλια... Κι άρχισε να την ξαναφιλή. Κρατούσα την
+αναπνοή μου να μη με καταλάβουν πως τους παραμόνευα. Σε λίγο ο
+νιος σηκώθηκε μαζί με την κοπέλλα. Αδρασκέλισε το χαμηλό
+παραθυράκι και σε λίγο δε φαίνουνταν παρά το κεφάλι του· μι'
+αστραπή έλαμψε· ένα κεφάλι τσοπάνου φάνηκε μαυριδερό,
+λεβέντικο, όμορφο, με γλυκά μάτια. Το πήρε στα χέρια της η
+κόρη, τόσφιξε μέσα στα μεστωμένα στήθη της, και το φίλησε, το
+φίλησε παράφορα.... Ύστερα ξαπλώθηκε στη βελέντζα της μ' έναν
+αναστεναγμό, πνιγμένο στη βοή της ανεμοζάλης που παράδερνε έξω
+ακόμα φριχτά....
+
+Θαμπά, θαμπά ξυπνήσαμε. Η αυγή ξημέρονε κρύα και καθάρια, ο
+ουρανός έφεγγε λαγαρός.
+
+Ο δεκανέας μάζεψε τους στρατιώτες του, τους είπε ολονών κάτι τι
+κρυφά στ' αυτί και τους αμόλησε δεξιά κι αριστερά. Αυτός έκατσε
+μαζί μας σ' ένα μαγαζάκι του χωριού, παίζοντας σκαμπίλι μ' ένα
+κοντόχοντρο χωριάτη, τρώγοντας λουκούμι και πίνοντας ρακί.
+
+Ίσα με το γιόμα οι στρατιώτες πλάκωσαν. Το κυνήγι τους δε πήγε
+χαμένο. Έφεραν καμιά δεκαριά χρεοφειλέτες, άλλους αμολυτούς κι
+άλλους λιταριασμένους. Ο δεκανέας τους δέχτηκε χαρούμενος.
+Ύστερα από καμιά ώρα έφτασε κι ο εισπράχτορας που γύριζε τα
+χωριά για εισπράξεις καβάλλα σ' ένα μουλάρι μαζί με τα
+εντάλματα του δημόσιου στο σακκούλι.
+
+Παράξενο εκείνη τη μέρα όλοι οι χρεοφειλέτες έλυσαν τα
+κομποδέματά τους, έβγαλαν απ' το σελάχι τους και πλήρωσαν το
+δημόσιο. Μονάχα ένας δεν είχε να πληρώση. Χρωστούσε ο
+δυστυχισμένος τα μαλλοκέφαλά του, και δήλωσε πως δεν είχε
+πεντάρα. Ο δεκανέας τον έδεσε πιστάγκωνα, τον έβαλε στη μέση τ'
+ασκεριού του και τ' απόσπασμα ξεκίνησε, ενώ τα σκυλιά τους
+αλύχτιζαν για ύστερη φορά.
+
+Πέρασαν μπροστά απ' το σπίτι του κυρ πάρεδρου που καθόμαστε
+αυτός κι εγώ έξω στην πεζούλα του σπιτιού, και μας χαιρέτησαν.
+Όταν είδα τον χρεοφειλέτη στη μέση ανατρίχιασα. Είχε τα ίδια
+γλυκά μάτια, το ίδιο μαυριδερό, λεβέντικο κεφάλι, που κρατούσε
+ανάμεσα στα μεστωμένα στήθη της, τη νύχτα η Λιώ, η παχουλή και
+κοντούλα κοπέλλα που κει που άπλονε τα ρούχα πούχε πλύνη πρωί,
+πρωί, σαν τον είδε κιτρίνησε. Τον κοίταξε ίσα με που χάθηκε
+αυτός και τ' απόσπασμα, κ' ύστερα κάθησε στη ρίζα μιας συκιάς
+κι άρχισε να κλαίη κρυφά και σιγαλά τον πόνο της.
+
+
+
+
+ΑΝΟΙΞΗ
+
+
+
+Ανθίζουν οι μυγδαλιές, βλαστάνουν τα δέντρα, ξανανιόνουν τα
+πουλιά, γελά η φύση, αγάπη μεγάλη χύνεται και πλημμυρίζει όλη
+την εξοχή.
+
+Τα λιοστάσια αφίνουν το χειμωνιάτικο σταχτή χρώμα τους,
+πρασινίζουν κι αχτινοβολούν στον ήλιο, τα σιτάρια υψόνονται, το
+χορτάρι και το τριφύλλι μεγαλόνει, η δροσιά το λούζει, από
+μαργαριτάρια γεμίζει ο κάμπος.
+
+Έλα να πάρουμε τον καλό δρόμο της εξοχής μας και να τραβήξουμε
+μακριά, αλάργα, πέρα από την πόλη όπως τότες. Δεν είμαστε
+παιδιά πια, μα δεν είμαστε και γέροι. Συ θα φορέσης το μοβ
+εκείνο φορεματάκι σου, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλλο σου, τα
+μικρουλάκια λουστρίνια σου, τη βυσινιά, μπελερίνα σου, τα μαύρα
+σου γαντάκια, νούμερο έξ.
+
+Για δες ο δρόμος πώς στρώθηκε στα πλάγια του με πράσινη
+χλωρασιά, με κόκκινες παπαρούνες και με άσπρες μεταξένιες
+ανεμώνες. Για δες οι μυγδαλιές βαρειά ανθισμένες, άσπρες
+τριανταφυλλένιες, πώς περιμένουν το καμαρωτό σου τ' ανάστημα να
+τινάξουν απάνω του τα άνθια τους και πέρα οι αγράμπελες να
+στεφανώσουν τα παιδικά σου στήθη, τη φαρδειά σου μαύρη ζώνη με
+το χρυσό της κρίκο.
+
+Τα πουλιά φτερουγίζουν και φλυαρούν σα να σε ξαναχαιρετούν
+ευτυχισμένα σαν τότε. Τίποτε δεν άλλαξε από την εξοχή ακόμα.
+Μήτε η μαραμένη καλύβα κάτω στο δάσος, μήτε το ποταμάκι που
+κυλά στις πικροδάφνες και στα πλατάνια, που φουντόνουν
+νιοβλαστημένα. Θα σκύψουμε να πιούμε νεράκι στην πράσινη όχτη
+του, σαν τότε· ποτήρι θάχης τα δυο μου χέρια, ποτήρι θάχω τις
+κόκκινες απαλάμες σου. Θα πιούμε δροσερό νεράκι αχόρταγα, θα
+γελάσουμε μ' αγάπη και μ' άδολη χαρά, θα κόψουμε κλωνάρια
+ανθισμένης λυγαριάς, και θα τραβήξουμε ακόμα το δρόμο μας. Θα
+σφογγίσω τον κουρνιαχτό των λουστρινιών σου με το μαντήλι μου,
+και θα πάρουμε το μονοπάτι του δάσους.
+
+Θα μπούμε μέσα. Το μυστήριο, οι σκιές του θα μας πλημμυρίσουν
+τη ψυχή, θα μας μεθύσουν. Η φύση ολάκερη θ' αναγεννάται εκεί
+μέσα. Θα κάνουν αγάπη τα σκουλικάκια, τ' αγριολούλουδα, οι
+θεόρατες βελανιδιές, οι κισσοί κ' οι πλατομαντήλες μέσα στα
+νερά. Και το μεγάλο αυτό φίλημα της αγάπης, του έρωτα της φύσης
+θα μας φέρνη σε θεϊκή έκσταση. Θ' ακούμε τ' αηδόνια και θα τα
+καλοκαρδίζουμε, θα βλέπουμε τα πρόσωπά μας στα νερά και θα
+γελούμε ευτυχισμένοι. Οι βοσκοί θα μας στέλνουν από μακριά τους
+σκοπούς της φλογέρας τους, ο ήλιος μέσ' απ' τα κλαριά τα φιλιά
+του.
+
+Θα βρούμε τις παλιές μας αγαπημένες σπηλιές απ' αγριόβατα, θα
+μαζέψουμε μούρα, θα φάμε και θα μελανιάσουν τα χείλη μου και θα
+κοκκινίσουν τα δοντάκια σου. Κ' η κρουσταλλένια σου φωνή θα μου
+τραγουδή αγάπης στιχάκια.
+
+Το προβατάκι τ' ασπρόμαλλο με τη μεγάλη κουδούνα στο λαιμό, θα
+χάση πάλι το δρόμο του, και θα βελάζη παραπονεμένα. Θα σε δη,
+θα σ' αναγνωρίση και θαρθή να γλύψη με την τριανταφυλλένια
+γλώσσα του το μοβ φορεματάκι σου, και συ θα το φιλήσης. Και τα
+καστανά μαλλάκια σου θα σμίξουν με τα χιονάτα κι ολόσγουρα δικά
+του. Κι έτσι θάστε μια ζωγραφιά αγαπημένη και τι όμορφη μέσα
+στη σκιά και τα χρώματα του δάσους.
+
+Τα δέντρα με τους κορμούς τους μεγάλους, θ' απλόνουν τα
+νιοβλάστητα μικρά κλαράκια τους και θα σε χαϊδεύουν μαλακά στο
+διάβα σου, τα μυρμηγκάκια στο χώμα θα τα πατή το πόδι σου τ'
+ανάλαφρο, και δε θα τα σκοτόνη· το χορτάρι θα σου φιλή και θα
+σου γαργαλάη το δαχτυλίδι της όμορφης γάμπας σου και συ θα μου
+γελάς ευτυχισμένα.
+
+Οι πεταλούδες οι πολύχρωμες θα σε θαρρούν μυρωμένο λουλούδι και
+θα γυρεύουν να πάρουν μέλι απ' τα χειλάκια σου, και καθώς θα
+πετούν τριγύρω σου, θ' αφίνουν το μικρό τους ίσκιο απάνω στ'
+άσπρο προσωπάκι σου. Νεράιδα θα σε παίρνη το δάσος ολόκερο και
+θα βυθίζεται σε σιγαλιά και σε ζήλεια.
+
+Ο ουρανός θ' αφίνη μέσ' απ' τις ψηλοθώρητες κορφές των δέντρων
+να βλέπουμε λιγάκι γαλανό χρώμα· κ' η ψυχή μας θ' αναγαλλιάζη.
+Ο κόσμος δε θα μας στέλνη εκεί μέσα τη βοή του και θάμαστε
+ευτυχισμένοι.
+
+Θυμάσαι το ξύλινο γιοφύρι που τόχουν φάη οι βροχές κ' οι τροχοί
+των κάρρων και των αμαξιών πούνε γεμάτο στις όχτες του από
+βοστίνες, αγριομενεξέδες και κρινάκια; Θα το περάσουμε
+αγκαλιασμένοι σαν τότες, και θα κοιτάξουμε με συγκίνηση
+ματαπάλε τον γκρεμό...κάτω, που βόσκουν στα πλάγια του τα
+γίδια. Και θάσαι σκυμμένη στον ώμο μου σαν τότες, και το χέρι
+μου θ' αγκαλιάζη την ολόθερμη δαχτυλιδένια μέση σου.
+
+Πέρα από τ' αμπέλια μόλις θα φαίνουνται μέσ' απ' τα κλαριά τα
+τσαπιά των αργατών λαμποκοπώντας στον ήλιο, που θα σκάφτουν τη
+γις, μόλις θα φτάνουν τα τραγούδια τους. Θα στεκόμαστε να τ'
+ακούμε λιγάκι τα ευτυχισμένα αυτά τραγούδια των φτωχών αυτών
+δουλευτών και θ' αρχίζουμε πάλι το δρόμο μας τον άσωτο και τον
+μεθυστικό.
+
+Τα βουνά θα ξανοίγουν κι αυτά κάπου κάπου με τα καθάρια,
+γαλάζια έλατά τους με τα καμπυλογραμμένα πλάγια τους,
+πλημμυρισμένα στον ξανθό ήλιο που θα λυόνη τα χιόνια τους, και
+θάνε τόσο μικρά, τα μεγάλα και περήφανα αυτά βουνά, μπροστά
+στην τόση αγάπη κ' ευτυχία μας.
+
+Κι όσο θα τραβούμε μπροστά, τα δέντρα θα γίνουνται πυκνότερα,
+τα φύλλα τους χοντρή μάζα που δε θα την περνά ο ήλιος, το
+χορτάρι ψηλό ως το γόνα. Και θ' ανασηκώσης τότε το φορεματάκι
+σου με τ' αριστερό σου χεράκι, και μέσα στο μυστήριο και στη
+βαθειά σιγαλιά του δάσους, θα φανή πιο μεθυστική και πιο
+καλοπλασμένη η στρογγυλή σου γάμπα με τη μεταξωτή μαύρη κάλτσα
+σου.
+
+Θα μου χαμογελάσης τότες πιο σκανδαλιάρα κι αθώα μαζί, και
+τρελλός θα σου πάρω σαν τότες το πρώτο φίλημα απ' τα ζεστά σου
+χείλη, και θα χαμηλώσης τα μεγάλα μαύρα μάτια σου με τα
+κατάμαυρα μεταξένια ματοβλέφαρά σου και τα φαρδειά τους
+καγγελωτά φρύδια.
+
+Και μέσα στην καρδιά του δάσους του μεγάλου, κατάμεσα στη φύση
+που θ' αναγεννάται ολάκερη, και που θα κάνη την αγάπη, μέσα
+στον έρωτα των αγριολουδιών και στη δροσιά του χορταριού, μέσα
+στο μεθύσι των ψηλών βελανιδιών και στο μισοφωτισμένο βάθος
+μέσα του ανοιξιάτικου δάσους, θα μ' ανοίξης την αγκαλιά σου,
+ωραία άνοιξή μου, συ...
+
+Πόσες άνοιξες πέρασαν και πόσες θα περάσουν ακόμα όμορφες σαν
+τότε, και συ δε θάρθης πια στο κάλεσμα της ψυχής μου.
+
+
+
+ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ
+
+
+
+ Στον Δ. Κακλαμάνον
+Η ζωηρή κουβέντα για τα πολιτικά του τόπου κόπηκε ξαφνικά. Οι
+ταχτικοί του μικρού φαρμακείου έκλεισαν όλοι το στόμα τους, ο
+ψηλός δέκα χρόνια τόρα φοιτητής, με το κιτρινισμένο σακκάκι και
+τη λερωμένη γραβάτα, ο αντικρυνός μπακάλης με την άσπρη ποδιά
+κρεμασμένη από τη μέση ως τα πόδια, ο κυρ έφορας, το
+λεβεντόπαιδο, ένας αντρούκλας, πλαταράς, με μουστάκια
+αγριόγατου, και μ' ένα χαριτωμένο ch στα παχειά χείλη του, ο
+τραπεζίτης, στρογγυλοκαμωμένος, κοιλαράς, κουβαρντάς, γλεντζές,
+κόκκινος-κόκκινος, όλος μπιφτέκι και παλιό κρασί, ο υπασπιστής
+του τάγματος ψηλόλιγνος, φοβερός γυναικάς, με τη στολίτσα του,
+με τις μποτίτσες του, με το σπαθάκι του, με τ' άσπρο κορδονάκι
+του στον αριστερό ώμο, με το καπελλάκι του, με το μουτράκι του,
+με το μουστακάκι του, ένα περίεργο χοντροκαμωμένο επαρχιώτικο
+χαϊδευτικό ά κ ι, ο κτηματίας κι υποψήφιος για τη δημαρχική
+θέση, με τα μικρά κινέζικα ματάκια του, με τις ζωηρές
+χειρονομίες του και μ' έν' αδιάκοπο «ούι!... ούι!...»
+κολλημένο πάντα στα χείλη του. Απάνω στο μεγάλο τραπέζι,
+σκεπασμένο με μαύρη χνουδωτή τσόχα, ο μεγάλος δίσκος με τα
+ποτηράκια με τις μαστίχες από τον αντικρυνό μπακάλη, άστραφτε
+και πεντοβολούσε στα μεγάλα φωτεινά τετράγωνα που άπλονε ο
+ήλιος, περνώντας από τα κλειστά γυαλοπαράθυρα. Γύρω ο κατάψηλος
+ως το ταβάνι σκελετός του φαρμακείου με το γλυκό κιτρινωπό
+χρώμα του, φωρτωμένος στα γυάλινα βάθη του από βάζα, γυάλιζε
+εδώ κι εκεί από το ηλιοπλημμύρισμα. Στη μέση το ψηλό μεγάλο
+τραπέζι με τ' άσπρο του μάρμαρο και τα βάζα του και τα γυαλικά
+του, άπλονε προς την πόρτα τρεις καθαρές βιτρίνες, που στα βάθη
+τους κιτρίνιζαν από την πολυκαιρία, διάφορα χημικά και
+φαρμακευτικά είδη, ενώ αποπίσω του ο γέρος φαρμακοποιός με τους
+δυο βοηθούς του αμούστακα παιδιά ακόμα, έτριβαν και ζύγιζαν κι
+έλιοναν και έφκιαναν γιατρικά, σκυμμένοι στις μικρές,
+τετράγωνες ρετσέτες.
+
+ — Εδώ είνε ο κυρ γιατρός; μουρμούρισε απόξω μια κλαψιάρικη
+γυναικεία φωνή.
+
+Εκεί απάνω οι ταχτικοί του φαρμακείου απόμειναν βουβοί. Από τ'
+αριστερό τραπεζάκι, που χρησίμευε και για μικρό γραφείο με
+σωρούς βιβλίων απάνω του μ' ένα καλαμάρι, και δυο τρία δεκάρια
+άσπρου χαρτιού, ο κυρ γιατρός του φαρμακείου, ένας γέρος
+μεγαλόσωμος διαβάζοντας από πολλή ώρα την «Ακρόπολη», χωρίς να
+καλοσηκώση το κεφάλι του, αποκρίθηκε στενοχωρημένα, φυσώντας με
+τα πλατειά ρουθούνια του:
+
+ — Ε! ποιος με ζητάει; εδώ είμαι!
+
+Η γυναίκα τότε με την κλαψάρικη φωνή, μπήκε μέσα, κρατώντας
+στην αγκαλιά της, τυλιγμένο σ' ένα μαυροκόκκινο παλιό χράμι ένα
+παιδάκι, που μόλις φαίνουνταν έξω το κατάχλωμο σαν κερί κεφάλι
+του, με κλεισμένα μάτια. Μαυροφόρα, κουρελλιάρα, με ξερό
+κίτρινο σαν παλιό μήλο πρόσωπο, η χωριάτισσα κωλόκατσε χάμου
+στο πάτωμα, απίθωσε στα γόνατά της το τυλιγμένο παιδί της,
+σπόγγισε με την κίτρινη παλάμη της το μέτωπό της, που μόλις
+ξάνοιγε μέσ' από τη μαύρη μαντήλα της κι είπε αναστενάζοντας:
+
+ — Αι!... κοψομεσάστηκα η μαύρη!...
+
+Ένας χωριάτης κοντακιανός, χλωμός και κατακίτρινος κι αυτός,
+σέρνοντας τα τρύπια τσαρούχια του, χωρίς σκάλτσες, με τα
+φαρδειά λερά και μισοφαγωμένα βρακιά του, χυτά κάτω απ' τη λερή
+φουστανέλλα του, με την καταξεσχισμένη μικρή μαύρη σκούφια του
+απάνω στ' άφθονα μαλλιά του, που κυμάτιζαν άγρια, και δένουνταν
+σ' άγριο ασπρόμαυρο κύμα με τα ψαρά γένεια του και τα μουστάκια
+του, σύρθηκε κι αυτός στο πλάι της γυναίκας του, αμίλητος,
+φοβισμένος, στενοχωρημένος που βρίσκουνταν σε τόσο κόσμο.
+
+Ο μεγαλόσωμος γιατρός, φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά
+ρουθούνια του, σηκώθηκε.
+
+ — Ε! τι έχει το παιδί σου γερόντισσα;
+
+ — Μην τα ρωτάς, κυρ γιατρέ. Ένα μήνα τόρα άλαλο, από κάψα σε
+κάψα. Αχ! παιδάκι μου...
+
+Και σήκωσε το παλιοχράμι, ξεσκέπασε το παιδί της από το κεφάλι
+ως τα πόδια. Εκείνο σήκωσε για μιας τα κίτρινα βλέφαρά του, και
+φάνηκαν τα μεγάλα μάτια του, κίτρινα-κίτρινα και γυαλωτά, κι
+έβλεπε χωρίς να νιώθη τριγύρω του. Το κορμάκι του μέσα στα
+χωριάτικα φουστανάκια του, μόλις χάραζε· είταν πετσί και
+κόκκαλα, ενώ η κοιλιά του θολωτή και μπακανιάρικη, πετιώνταν
+φουσκωτή μπροστά.
+
+Ο γιατρός σίμωσε, έπιασε το κερένιο χεράκι του, το κοίταξε καλά
+στα μάτια, και φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά ρουθούνια του:
+
+ — Πόσων χρονών είνε το παιδί σου, κυρά μου;
+
+ — Δεν έκλεισε το μαύρο τα έξη χρόνια ακόμα...
+
+ — Και από πιο χωριό έρχεστε;
+
+ — Πού χάθηκε το χωριό για μας, αφέντη μου. Είμαστε σέμπροι
+κάτου στο λόγγο, στο πέλαο, βάνουμε καλαμπόκια το καλοκαίρι κι
+αδέ κει ρημάζουμε και το χειμώνα...
+
+ — Έτσι, έ; Κι είπες ένα μήνα έχει άρρωστο το παιδί σου;
+
+ — Κιό και πέρσυ χαροπάλαιψε το έρμο, παραδέ φέτο τόπιασαν
+βαρειά οι κάψες. Πέρσυ!... αχ!, κυρ γιατρέ, τι βάσανα που
+τραβήξαμε. Μήτε κι ο οχτρός σου! Έτσι και πέρσυ έπεσε και
+τρόμαξε να το πάρη απάνου του. Έβαλ' ο Θεός το χέρι του.
+Γιατρικά και κινίνα, βάζε με το νου σου. Τρεις βολές το φέραμε
+μέσα. Και να μην έχης και το είνε σου, να μην έχης να
+κοιταχτής, αχ! κυρ γιατρέ, δε μολοϊώνται τα βάσανά μας...
+
+Ο γιατρός κρατούσε πάντα το κερένιο χεράκι του παιδιού στο χέρι
+του, το κοίταζε στα μάτια συλλογισμένος, εκείνο φαίνουνταν
+χλωμό και σβυσμένο πάντα, σα να μην ένιωθε τι του γίνουνταν, ο
+πατέρας απόμεινε αμίλητος και στενοχωρημένος, οι ταχτικοί του
+φαρμακείου, κοίταζαν περίεργοι, ο φαρμακοποιός κ' οι βοηθοί του
+έσκυφταν πάντα στη δουλιά τους, κ' η γριά χωριάτισσα έλεε
+πάντα:
+
+ — Από μικρό, που λες, κυρ γιατρέ, στέκουνταν έτσι θλιμμένο,
+αρρωστιάρικο, μέρα με τη μέρα πάντα μουζάζουνταν. Πέρσυ
+τόπιασαν για καλά οι θέρμες. Έρρεψε!... έρρεψε...
+Πουλήσαμε τόνα βόιδι μας τότες μισοτιμής, ξοδευτήκαμε, τα
+μαλλιοκέφαλά μας, που λένε. Ότ' είχαμε και δεν είχαμε σε
+γιατρικά και σε γιατρούς. Το πήρε λίγο απάνω του, είπαμε κι
+εμείς δόξα σοι ο Θεός! Να πης πως είταν καλά κι αυτόν το χρόνο;
+Καλά να λέμε και να κοιλορεύουμε. Εδώ κ' ένα μήνα ξανάπεσε.
+Αυτή τη βολά το σκιάχτηκε το μάτι μου, κυρ γιατρέ... Στην
+αρχή, δόσαμε με το κινίνο, πού να βρεθή κι αυτό σε τέτοια
+φτώχεια. Τόστειλε κ' η νουνά του μια κούπα μαντζούνι... Ντε!
+να το πάρη απάνω του. Τριτόημερα και κάψα, τριτόημερα και κάψα.
+Είπα τότε τ' άντρα μου, να πουλήσουμε και τ' άλλο το βόιδι μας
+κι ό τι θέλει ο Θεός, ας γίνουμε. Πού να θελήση να μ' ακούση κι
+αυτός ο γρουσούζης. Πέρσυ μη ρωτάς πώς τα καψοκαταφέραμε να
+οργώσουμε μ' ένα βόιδι. Να πω και τ' άλλο. Σάματ' δεν είχε
+δίκιο κι αυτός ο μαύρος; Τίποτα εγώ! Άντρα, να πουλήσουμε το
+βόιδι· άντρα, να κοιτάξουμε το παιδί μας, το σπλάχνο μας. Είδε
+κι απόειδε κι αυτός, το δόσαμε προχτές, ντιπ, για ψωμί, που
+λένε, κι ήρθαμε μέσα. Όπως κάμουμε ας κάμουμε φέτος και χωρίς
+ζευγάρι. Ας μην οργώσουμε, ας πεθάνουμε μεις, ας πάμε κατά
+διαόλου μάννα, η γις τ' ανάσκελα είνε, μονάχα το παιδί μου, κυρ
+γιατρέ, να γλυτώσης, το παιδάκι μου, κυρ γιατρέ!...
+
+Και τα μάτια της κοκκίνησαν και δάκρια κυλούσαν στα χλωμά
+μάγουλά της. Ο άντρας της, στο πλάι της απόμεινε πάντα αμίλητος
+και πιο στενοχωρημένος. Ο γιατρός την παρηγόρησε, κουνώντας το
+κεφάλι του, έγραψε μια ρετσέτα γρήγορα-γρήγορα, την έδωσε στο
+φαρμακοποιό, φόρεσε το καπέλλο του και φυσώντας πάντα άγρια τα
+πλατειά ρουθούνια του, φώναξε, φεύγοντας:
+
+ — Ε κουράγιο, γερόντισσα, ό, τι είν' απ' το θεό, θα γίνη.
+Παίρνεις αυτό το γιατρικό που θα σου δώσουν και να του δίνης
+μια κουταλιά την ώρα. Είνε πληρωμένο, δεν κάνει τίποτα..
+.γειά σας...
+
+Η μάννα ξανατύλιξε το παιδί της, άφησε όξω τ' αχνό κεφαλάκι του
+με τ' ανοιχτά τα κίτρινα και σβυσμένα μάτια του. Οι ταχτικοί
+του φαρμακείου τόρα ξανάπιασαν την κουβέντα τους για τα
+πολιτικά του τόπου τους με περισσότερη ζωηρότη, τσουγκρίζοντας
+τα ποτηράκια, κουτσοπίνοντας τη μαστίχα τους.
+
+Σε λίγο η μάννα σηκώθηκε αναστενάζοντας, έσφιξε το παιδί της
+στην αγκαλιά της. Ο άντρας της πάντα αμίλητος, πήρε από τα
+χέρια του φαρμακοποιού το μπουκάλι με το γιατρικό του παιδιού
+του, κ’ η μάννα με το παιδί εμπρός, κι αποπίσω αυτός τράβηξαν
+προς την πόρτα κι έφυγαν. Η κουβέντα άναψε στα γερά μέσα, φωνές
+και γέλοια αντηχούσαν. Άξαφνα ένας απ' τους βοηθούς του
+φαρμακείου που βγήκε μια στιγμή ν' αδειάση το γουδί του έξω στο
+μικρό πεζοδρόμιο, μπήκε μέσα φωνάζοντας:
+
+Ακούτ' εκεί!... Το παιδί πούταν εδώ τόρα, πέθανε!
+
+ — Πώς; Πέθανε! έκαμαν όλοι με μια φωνή.
+
+ — Να, εκεί που πήγαινε η κακομοίρα η μάννα, γύρισε και το είδε
+πεθαμένο στα χέρια της... Κλαίει και μαδιέται η κακομοίρα!
+...
+
+Κι ο τραπεζίτης τότε, ο στρογγυλοκαμωμένος, ο κοιλαράς, όλος
+μπιφτέκι και παλιό κρασί, ροφώντας τη μαστίχα του, είπε:
+
+ — Κρίμας! Δεν ήξεραν να μη πουλήσουν και τ' άλλο βόιδι τους,
+οι δυστυχισμένοι...
+
+
+
+ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ
+
+
+
+ Στον Γεράσιμον Βώκον
+Αφού έφαγαν και έπιναν τόρα, πήρε το μπουζούκι του όχι με πολλή
+όρεξη. Είταν ένα παιδί τσιλιγκρό κι αδύνατο, ψηλό και
+κοκκαλιάρικο. Με μια κοντή ρεμπούμπλικα καφετιά, μ' ένα κοντό
+σακκάκι, μ' ένα κόκκινο λαιμοδέτη και με στενά πανταλόνια. Είχε
+ένα σιγαλό, κοριτσιάτικο περπάτημα, μια ντροπή πάντα στα μεγάλα
+στρογγυλά μάτια του. Στον ντόπο, τον είχα για πρώτο
+μπουζουκιτζή, και γλέντι μ' αυτόν και με το μπουζούκι του είταν
+σωστό ξεφάντωμα. Στα χωριά και στις χώρες εκεί πέρα τέτιοι
+μπουζουκιτζήδες είνε ένας δυο το πολύ σε κάθε μέρος. Όταν
+βγαίνουν αυτοί τη νύχτα μπαντονάδες, τα σοκάκια γεμίζουν από το
+πάθος του τραγουδιού τους κι απ' την αρμονία του μπουζουκιού
+τους. Τα κορίτσια οι γυναίκες γλυκαίνονται, λιγουρεύουν
+ξετρελλαίνονται με της μουσική τους, κρυφανοίγουν τα παράθυρα.
+Η μανία κάθε μπουζουκτζή είνε ν' ανοίγουν τα παράθυρα τη νύχτα
+τα κορίτσια και να τον αφογκράζουνται, να τον ακούνε. Κι έτσι
+αγαπούν και ποθούν όλες τις όμορφες του τόπου, κι όντας
+βγαίνουν τη νύχτα μπαντονάδα, θα πάνε σε κάθε παράθυρο, σε κάθε
+μπαλκόνι, και στης αρχοντοπούλας το σπίτι και στης φτωχοπούλας
+το σπιτάκι να ψάλλουν τον ύμνο της ομορφιάς της, να την
+ξυπνήσουν να την γλυκάνουν να την συγκινήσουν, να της πούνε νάνε
+λιγώτερο άσπλαχνη στον πόνο του έρωτα, να της πούνε πως έχει
+γλυκά μάτια, καμαρωτό περπάτημα και περίσσια χάρη· να την
+κάμουν ν' ανεβοκατεβάση το φως, να την βγάλουν στο παράθυρο. Κι
+αφού την κάμουν να στενάξη ηδονικά, να χάση τον ύπνο και να την
+αρπάξουν τα όνειρα κ' η συλλογή, τραβούν τον δρόμο τους για την
+άλλη, και απ' αυτή ύστερα για την άλλη ακόμα, σ' όλες πέρα,
+πέρα.
+
+Έτσι και κείνο το βράδι θα γίνουνταν μια καλή μπαντονάδα. Κι ως
+ότου νάρθουν τα μεσάνυχτα και πέρα ακόμα, η ώρα της γύρας, η
+παρέα έπρεπε να γλεντήση πολύ ακόμα μέσα στην σκοτεινή εκείνη
+ταβέρνα. Όλοι έπιναν κρασί, οι οκάδες έρχουνταν ολοένα, τα
+τραγούδια λέγουνταν με φωνές βραχνές, με φωνές ψιλές, με φωνές
+ξεσκισμένες, με φωνές βαθειές, τόρα ένα κλέφτικο, ύστερα ένα
+ερωτικό, κατόπι ένα ανατολίτικο, πότε αμανές, και πότε σαμπαΐ.
+Και το γλέντι άναβε ολοένα, όντας πήρε αυτός το μπουζούκι του.
+
+Όλοι βουβάθηκαν άφησαν τα τραγούδια, άφησαν τα ποτήρια από τα
+χέρια τους, ακούμπησαν τους αγκώνες τους απάνω στο τραπέζι,
+γύρισαν όλοι κατ' αυτόν και τον κοίταζαν περιμένοντας.
+
+Πήρε ανόρεχτα το μπουζούκι και σιγά, σα να βαρύνουνταν άρχισε
+να το κουρδίζη. Ένα μπουζούκι μεγάλο, που έβαζε, με μακρύ
+κοντάρι μπροστά, μ' ένα μακροστρόγγυλο κεφάλι. Τέλια και κόντρα
+τέλια το στόλιζαν, κόκκινη φουντίτσα μεταξωτή κρέμουνταν στην
+άκρη του, μια ζουγραφιά παχουλής γυναίκας με κόκκινα μάγουλα
+και πεταχτά στήθη απ' εκείνες που ξεκολλούν από τις στάμπες οι
+έμποροι, είταν κολλημένη από κάτω από τα τέλια κοντά στη
+μικρούλα τρύπα του κεφαλιού.
+
+Με τόνα πόδι απάνω στ' άλλο, σκυμμένος, με τ' αυτί κολλημένο
+προς το μπουζούκι του, κούρδιζε τα τέλια του με τη μικρή πέννα
+σιγά, σιγά, ως ότου να το βάλη στο ζένι. Παιδεύτηκε πολύ πάρα
+πολύ, που οι άλλοι κουράστηκαν.
+
+ — Την άτιμη τη μπουργάνα πέφτει ολοένα, έκαμε εκείνος, και
+σταμάτησε.
+
+Ρούφηξε λίγο κρασί, τράβηξε το τσιγάρο του, και ξανάρχισε το
+κούρτισμα. Παιδεύτηκε και βρήκε τέλος το ζένι. Τότε όλοι
+αποβουβάθησαν ντιπ, ησυχία, νέκρα. Η πέννα του άρχισε να παίζη
+γρήγορη, πεταχτή, με τέχνη, απαλά, απαλά, το μπουζούκι άφινε
+ένα θόρυβο ανάμιχτο, ένα γκρου, γκρου που μέσα τους ξέβγαινε ο
+σκοπός ενός τραγουδιού αλέγρου, πεταχτού. Το έπαιξε δυο τρεις
+φορές και έπαψε. Οι άλλοι αμέσως τότε το πήραν με το στόμα:
+
+ Έχεις δυο μάτια όμορφα που αγγελικά κοιτάζουν
+ κι όποιος γυρίσει και τα δει μέσ' στην καρδιά τον σφάζουν.
+
+Το είπαν το ξαναείπαν όλοι με όρεξη, με πάθος, με το πρόσωπο
+σουφρωμένο, με το στόμα ολάνοιχτο, με «αχ!» και με «βάι, αμάν!»
+Και το μπουζούκι το ξαναπήρε πάλι γλυκά, απαλά με το γκρου,
+γκρου του. Ο μπουζουκιτζής σκυμμένος έπαιζε πάντα. Τα δάχτυλά
+του έφευγαν γοργά, σαν αστραπή, απάνω στα τέλια, στο κοντάρι,
+πατούσαν πότε βιαστικά, και πότε σιγαλά, πήγαιναν έρχουνταν
+σταματούσαν απάνω στους μπερντέδες κ' η πέννα του γρατσούνιζε
+γρήγορα κάτω τα τέλια με το δεξί χέρι του.
+
+Τόνα τραγούδι τελείονε, τ' άλλο άρχιζε, από τα κλέφτικα ως τους
+αμανέδες. Έτσι πέρασαν τα μεσάνυχτα, η ώρα της γύρας ήρθε και
+σηκώθηκαν όλοι, βγήκαν έξω τραγουδώντας. Οι δρόμοι είταν
+έρημοι, τα μαγαζιά κλεισμένα, τα σπίτια κατάκλειστα, πήραν τον
+ένα δρόμο, τον άλλον, όντας στάθηκαν. Αραίωσαν, έπιασαν τ'
+αγκωνάρια, άλλοι έκατσαν χάμου στο χώμα, άναψαν τα τσιγάρα
+τους, άφησαν στη μέση το μπουζουκιτζή. Φεγγάρι λαμπρό είταν
+στον ουρανό, γλυκειά η νύχτα, οι γρύλλοι νανούριζαν τον ύπνο
+της.
+
+Ο μπουζουκιτζής στάθηκε τότε ολόρθος στη μέση του δρόμου κάτω
+απ' τα παράθυρα ενός ψηλού σπιτιού. Μέσα στο φως του φεγγαριού
+κατά πως είταν ψηλός και λιγνός με το μπουζούκι τεντωμένο απάνω
+στο στήθος του, με την κοντή ρεμπούπλικα προς τα πίσω, είταν
+όλος αίσθημα, όλος πόνος, όλος γλύκα, όλος παρακάλια· με το
+κεφάλι τεντωμένο τον ανήφορο, με τα μάτια κολλημένα στα κλειστά
+παράθυρα.
+
+Πήρε έναε αμανέ παθητικό, βαθύ, με γερή φωνή. Τον πήρε αγάλι'
+αγάλια πρώτα στο μπουζούκι του, τον έπαιξε με προσοχή, με πολλή
+τέχνη, έβγαλε μέσ' απ' εκείνο το ξύλο κι από τα τέλια ένα
+κομμάτι ψυχής αρμονικά ερωτοχτυπημένης και το άφησε να
+ξεθυμαίνη στη δροσιά και στη σιγαλιά της φεγγαροστολισμένης
+νύχτας αγάλι' αγάλια με ξεψύχημα, με καημό, με πονεμένη
+αρμονία, με μια γλύκα πόμπαινε ίσα στη ψυχή και την έσφιγγε και
+τη λίγονε και στενοχωρούσε, και την έκανε να στέλνη
+αναστεναγμούς φλογισμένους στα χείλη οποιανού τον άκουε.
+
+Ύστερα σαν τέλειωσε το σκοπό στο μπουζούκι, τον πήρε με το
+στόμα. Άρχισε μ' ένα αμάν βαθύ, που πετιώνταν σαν ατμός από
+βρασμένο νερό έξω από τα χείλη του, μ' ένα αμάν πόσχιζε με
+θρήνο, με παράπονο τη νύχτα μακριά, ενώ με το μπουζούκι του
+κρατούσε κομπανιαμέντο. Εκείνο το αμάν ατέλειωτο, με παλμό που
+ξετυλίγουνταν ίσα ίσα τόρα, με τσαλίμια και τσακίσματα ύστερα,
+βάσταξε πολύ, παρά πολύ, επίμονο, παρακαλεστικό, παραπονεμένο,
+έν' αμάν τέλος πόσκιζε και νεύρα και καρδιά και την φούσκονε,
+πελάγονε τη ψυχή από πάθος και πόθο. Ύστερα με τον ίδιο σκοπό,
+με το ίδιο αμάν ενώ τινάζουνταν νευρικά το κεφάλι του, κι
+έγερνε προς τ' αριστερά πίσω το σώμα του και το δεξί του πόδι
+βάσταζε όλο το βάρος του κορμιού του, και το λαρύγκι του
+τέντονε, τέντονε, και τα στήθη του ανεβοκατέβαιναν
+φουσκόνοντας, έβγαλε κομματιστά, λίγα, λίγα, τόρα ξάστερα, κι
+από μισοκομμένα μισοσβυσμένα, τα λόγια των στίχων του:
+
+ Σ' αραχνιασμένο σπήλαιο, σε μαυρισμένο χώμα
+ εκεί θ' αφήσω και ψυχή, και κόκκαλα και σώμα.....
+
+Και σαν αποτέλειωσε τον αμανέ αυτόν και σβύστηκε σα στερνός
+σπασμός, σαν ύστερο ξεψύχημα με βαθειά αγωνία μοροζώντανου
+ανθρώπου ο ύστερος τόνος, το μπουζούκι πιο παραπονεμένο, πιο
+ξαγριωμένο, πιο αναμμένο, ξαναπήρε σκοπό του.
+
+Οι άλλοι τότες ρυάστηκαν από ενθουσιασμό, από πάθος από μεθύσι
+κρασιού και καημού μαζί, όλοι μ' αγριοφωνές, με κουνήματα
+ζουρλά των χεριών προς τ' απάνω, με τινάγματα των ποδαριών:
+
+ — Ω!. —. ω! ω! ω! μαννούλα μου!...
+
+ — Φσσσσιστ!... Θεέ μου! ας φέξη.
+
+= Όποτα! Παναγία μου!... όποτα! Χριστέ μου!....
+
+Το μπουζούκι εκεί επάνω άλλαξε σκοπό. Τόρα πήρε ένα
+ανατολίτικο, ένα αράπικο. Άρχισε γοργά γοργά σα να καλούσε
+σύντομα, αμέσως την ηδονή. Οι πεννιές άφιναν κάτι γρήγορους
+αχούς σα θύμωμα, σαν οργή, σα χτύπημα με πείσμα των χεριών των
+γροθιών σα δάγκαμα των χειλιών σαν ξεφώνημα όλο λύσσα και πόθο:
+
+ — Έλα! έλα!...
+
+Κ' ύστερα ξέπεσε σε τόνους σιγαλούς και παραπονεμένους και
+φαίνουνταν τόρα σα ν' άκουγες λυπηρό κλάμα παραπονεμένου
+αγαπητικού μέσα στην κοιμιασμένη νύχτα. Κι έξαφνα σα να
+χύνουνταν καμιά ανεπάντυχη χαρά, άλλαξε ο σκοπός, αλλά το ίδιο
+κομμάτι με την ίδια ψυχή και τον ίδιο πόνο. Έπεσε σε μιαν
+αλέγρα μουσική, πεταχτή, πεταχτή, σα να κελαδούσαν πουλιά
+ευτυχισμένα, σα να φιλούνταν αγαπημένα χείλη, σα να ρουφούνταν
+αναπνοές, σα να πιπιλίζουνταν γλώσσες, σα ν' αγροικούνταν
+τρελλά γέλοια έρωτα αχόρταγου, σα νάτριζαν ηδονικά σφιγμένα
+κορμιά, αγκαλιασμένες σάρκες, σφιγμένα κόκκαλα. Και κάτι τι σα
+σκόρπισμα αγάπης μεγάλης, αγάπης τρελλής, σα μυρουδιά από
+φλογισμένη σάρκα γυναίκας, απλόνουνταν άφθονα στον αέρα της
+νύχτας, και τεντόνονταν τα ρουθούνια όλων και κολλούσε ο
+λάρυγγάς τους και ξεροκατάπιναν.
+
+Εκεί από ψηλά ένα παράθυρο έτριξε σιγά, σιγά. Ο σκοπός του
+μπουζουκιού πάντα ο ίδιος, πιο γοργός, πιο μεθυστικός τόρα,
+χύνουνταν από τα τέλια του. Ψηλά μέσ' από το λίγο άνοιγμα του
+παραθυριού, κόκκινο φως φάνηκε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα,
+και το φεγγάρι όσο μπορούσε να μπη μέσα, στο μόλις ανοιγμένο
+παράθυρο, άφινε να χωρίζη εκεί ψηλά από μέσ' απ' τα ξύλα κάτι
+τι άσπρο, σα σκιά, σα φάντασμα που κινούνταν. Τότε ο
+μπουζουκιτζής τράβηξε μπροστά το δρόμο του αγάλι' αγάλια,
+αλλάζοντας κομμάτι, παίζοντας ένα μαρς, ένα ύμνο για τη νίκη
+του και για την όμορφη μαζί, που από τη γλύκα του μπουζουκιού
+του άνοιξε το παράθυρο. Σηκώθηκαν κ' οι άλλοι, και όλοι μαζί με
+το μαρς πάντα τράβηξαν έφυγαν. Πήγαιναν τόρα να βγάλουν κι
+άλλες όμορφες στα παράθυρα...
+
+
+
+
+Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ
+
+
+
+Καμιά εικοσιπενταριά γυναίκες γύριζαν στο χωριό τους από κάτω
+από τη στράτα πούχε περάση θαμπά ένας ξενητεμμένος, πούρχονταν
+από την Πόλη, φέρνοντας γραφές και χαρίσματα στον τόπο του από
+τους ξενητεμμένους πατριώτες του, και δίνοντας παραγγελιές και
+διάτες σ' όλα εκείνα τα πεντέξη τριγύρω χωριά, που όλοι οι
+άντρες τους ξενιτεύονται από μικροί, δουλεύουν στα ξένα
+στέλνουν λίρες στα χωριά τους, ως που κάνουν παράδες και
+γυρίζουν μεσόκοποι στα χωριά τους που βρίσκουν μαραμένες και
+γριές τις γυναίκες τους που της είχαν παντρευτή δεκάξη χρόνων
+και τις άφησαν μονάχες και ζωντοχήρες τόσα χρόνια.
+
+Όλες είταν χαρούμενες. Είχαν δεχτή καλά γράμματα, και λίρες,
+και χαρίσματα, και φιλιά και παρηγοριές κ' ελπίδες, άλλες απ'
+τα παιδιά τους, άλλες απ' τ' αδέρφια τους, άλλες απ' τους
+άντρες τους, ύστερα από τόσους μήνες χωρίς μαντάτα και
+γράμματα. Μονάχα μια μικροπρόσωπη μια καστανομάτα
+νιοπαντρεμμένη, η Νίτσα, πούχε παντρευτή εδώ και τρεις μήνες
+και πήρε ένα όμορφο παλληκάρι, που την μια βραδιά την χόρτασε
+φιλιά κι αγάπη, και την άλλη ξενητεύθηκε για τα ξένα, και πήγε
+για να πουλάη σαρδέλλες και ρίζι μακριά, πολύ μακριά στης Πόλης
+τα σοκάκια, γύριζε αχνή και λυπημένη. Κρατούσε στα χέρια της
+ένα γράμμα και δυο λίρες, δυο λίρες κίτρινες κίτρινες και
+κατάχρυσες που ποιος ξέρει με τι βάσανα τις κέρδισε και τις
+απόχτησε εκείνος εκεί πέρα για να τις της στείλη. Ο παπάς που
+της διάβασε κάτω στη στράτα το γράμμα τ' άντρα της, που της
+τόφερε κι αυτής ο ξενητεμμένος μαζί με τ' άλλα των άλλων
+γυναικών της είπε πως έγραφε, ότι οι δουλειές του πήγαιναν καλά
+στην Πόλη, πως παιδεύουνταν πολύ, πως μόνο όνειρο είχε σε
+πολλά, σε λίγα χρόνια να κάμη ένα κομπόδεμα και να γυρίση στην
+ερημιά του χωριού του για να ζήσουν πια μαζί, ευτυχισμένοι. Σ'
+αυτό τον καιρό κι αυτή έπρεπε να περιμένη και μη σικλετίζεται,
+νάνε φρόνιμη και να κοιτάη το σπίτι τους, και να σέβεται τη
+γριά μάννα του.
+
+Γύριζε στο χωριό της με τα λόγια αυτά καρφωμένα στο νου της, με
+τη θλίψη και την πίκρα στην καρδιά της, σα συλλογίζουνταν τα
+χρόνια που θα περνούσαν τα χρόνια τ' άχαρα, τα δίχως αγάπη κ'
+ευτυχία, τα χρόνια που δε θάχαν γι αυτή καμιά απόλαψη και θα
+της έπαιρναν την ομορφιά και τη νιότη, και θα της έφερναν
+γλήγορα τα γεράματα, που θάρχουνταν να τα χαρή τότες αυτά
+μονάχα εκείνος. Τι άχαρη και τη βασανισμένη και τι στερεμμένη
+ζωή!... Όμορφη αυγούλα γύρω της. Τα βουνά, τα στολισμένα με
+πυκνά δάση από ψηλά, αντρειωμένα, δροσερά έλατα, με τις
+στογγυλές και γλυκειές ραχούλες τους, με τις πρασινάδες και τις
+αγράμπελές τους, με τις πλαγιές τους φουντωμένες από πράσινα
+πλατάνια, από χαμηλούς κέδρους, και κατάψηλους γαύρους, το
+χωριό με τα μικρούλια σπιτάκια του που τάλουζε απαλά κατάχρυσος
+ήλιος, με τα τρεχάμενα νερά και το βοητό τους, με κηπαρέλια που
+πρασίνιζαν οι κλαρωτές φασουλιές και βόσκαγαν στα γρασίδια τους
+κάτασπρα μαρτίνια αρνάκια, το χωριό τόμορφο, το δροσερό και το
+χαριτωμένο, πόσο είταν αλλιώτικο με τον πόνο της καρδιάς της,
+και πώς φαίνουνταν καμωμένο να χαμογελάη στην ομορφιά της και
+στην ευτυχία της, στην ομορφιά που την είχε και στην ευτυχία
+που της την έκλεψε μαζί του πέρα στην Πόλη ο άντρας της.
+
+Σ' ένα αγκωνάρι ενός σπιτιού, καθισμένος διπλοπόδι ένας στραβός
+ζητιάνος, έπαιζε λυπηρά στο λογγάρι του μ' ένα δοξαράκι, ένα
+τραγούδι παραπονεμένο, ξενητεμμένο τραγούδι, και τα χείλη του
+έψαιλναν τρεμουλιαστά λόγια πολύ λυπηρά, πολύ πονεμένα:
+
+ Ανάθεμά σε ξενητιά, εσύ και το καλό σου...
+
+Κι αυτόν τον στίχο τον έλεε τόσο συγκινητικά ο γέρο στραβός,
+που η μικροπρόσωπη Νίτσα, σαν τον άκουσε διαβαίνοντας, της ήρθε
+ν' αρχίση τα κλάματα, ν' αρχίση να μαδιέται, και να θρηνή τη
+μοίρα της. Πόσο άξιζε να την καταραστή μέσ' από τα σπλάχνα της
+την άτιμη αυτή ξενητιά, που της έκλεψε και της κρατούσε τον
+άντρα της, που τον χάρηκε μια νύχτα μονάχη! Την ξενητιά αυτή
+που θα περάσουν χρόνια και χρόνια και θα της τον κρατά ακόμα,
+που θα περάσουν χρόνια και θα διαβούν και θα πετάξουν τα κάλλη
+της, και θάρθη να την βρη αυτή γριά κι άσκημη, μ' αδειανή
+καρδιά και με γεμάτο το κομπόδεμα εκείνος. Πόσο κακά είνε
+πλασμένος ο κόσμος· να ζη κανείς για τον παρά, για το χρυσάφι
+αυτό, γι αυτές τις ψωρολίρες που της έστειλε σήμερα να τις
+φυλάξη, που θα τις στείλη αύριο κι άλλες για να τις φυλάξη κ'
+εκείνες, και μεθαύριο άλλες ακόμα, σα νάταν το χρυσάφι, σα
+νάταν ο βρωμοπαράς που ζήταγε, που ήθελε αυτή δεκάξη χρόνων
+κόρη, διψασμένη από την ευτυχία που μόλις πρόφταξε να γγίξη τα
+φλογισμένα χείλη της σ' αυτή.
+
+Κι ο γέρος εκεί στη γωνιά του έπαιζε με πόνο και παράπονο το
+λογγάρι του κι έψαιλνε λυπημένα την κατάρα της ξενητιάς, που
+ποιος ξέρει αν τόφαγε κι αυτού καμιά ελπίδα, καμιά χαρά, κανένα
+παιδί αγαπημένο· λιποψυχισμένη εκείνη από τη λύπη της και το
+παράπονό της στάθηκε μπροστά του μια στιγμή κ' ύστερα
+ανοίγοντας την απαλάμη της άφησε και κύλησαν απάνω στα γόνατα
+του γέρου στραβού οι δυο λίρες, ψιθυρίζοντας μ' ένα πικρό κόμπο
+στο λαιμό:
+
+ — Πάρτες! γέροντά μου... Εμένα τα νιάτα μου δεν έχουν ανάγκη
+από παράδες...
+
+
+
+ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
+
+
+
+1) Ο Ηγούμενος Σελ 7
+2) Τ' Αγόρι » 16
+3) Αγριοζωή » 24
+4) Ο Λοχίας Μόσχος » 30
+5) Η Αραχωβιτοπούλα » 40
+6) Η Καταχνιά » 45
+7) Επαρχιώτικο Ειδύλλιο» 52
+8) Ο Υπενωμοτάρχης » 58
+9) Η Κουκουβάγια » 64
+10)Οι Κληρωτοί » 69
+11)Χινόπορο » 74
+12)Ο Ριζόμυλος » 77
+13)Το Χαλάζι » 82
+14)Μια νύχτα στο χωριό » 87
+15)Ο Σιδερόδρομος » 93
+16)Τ' Απόσπασμα » 97
+17)Άνοιξη » 105
+18)Στο Φαρμακείο » 110
+19)Το Μπουζούκι » 117
+20)Η Ζωντοχήρα » 124
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Local Drawings, by Mitsos Chatzopoulos
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOCAL DRAWINGS ***
+
+***** This file should be named 32729-0.txt or 32729-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/2/7/2/32729/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/32729-0.zip b/32729-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..42a2cd5
--- /dev/null
+++ b/32729-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..936f26b
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #32729 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32729)