diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:01 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:58:01 -0700 |
| commit | ed77e4ae47684cd1afd7f2acdda47a7ad26e1ae3 (patch) | |
| tree | 788054438f3215a3180a2fcd839cf8030b4653d7 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32660-0.txt | 3292 | ||||
| -rw-r--r-- | 32660-0.zip | bin | 0 -> 82594 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3308 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32660-0.txt b/32660-0.txt new file mode 100644 index 0000000..6b45024 --- /dev/null +++ b/32660-0.txt @@ -0,0 +1,3292 @@ +The Project Gutenberg EBook of Georgics, by Virgil + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Georgics + +Author: Virgil + +Translator: Konstantinos Theotokis + +Release Date: June 2, 2010 [EBook #32660] +Last Updated: September 24, 2017 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEORGICS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic +to monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό +σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα +παραμένει ως έχει. + +ΤΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ +ΤΟΥ +ΒΕΡΓΙΛΙΟΥ + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ +ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΘΕΟΤΟΚΗ + + +ΤΥΒΙΓΓΗ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΑΛΟΥΠΗ, ΝΕΩΤΕΡΟΥ +1909. + + + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ. + + + +Τι κάνει τα γεννήματα καλόρεχτα, με τι άστρο +Ταιριάζει να γυρίζονται, Μαικήνα, τα χωράφια, +Και στο φτεληά να δένεται το κλήμα· ποιες φροντίδες +Καματερά και πρόβατα χρειάζονται και πόση +Πράξη θέλουν οι μέλισσες, που οικονομούν· εδώθε +θα αρχίσω το τραγούδι μου. Του κόσμου εσείς φωστήρες +Λαμπρότατοι κι' οδηγητές στον ουρανό του χρόνου, +Οπού περνά, εσύ Δήμητρα πανέμνοστη και Βάκχε, +Ανίσως με τη χάρη σας άλλαξε η γης σε αστάκι +Θρεφτάρικο το Χαονικό βαλάνι της, κι' ανίσως +Με τα σταφύλια, που ηύρατε, το κύμα του Αχελώου +Αντάμωσε· και Φαύνοι εσείς, που η δύναμή σας σκέπει +Τους δουλευτές· Φαύνοι μαζή και κορασιές Δρυάδες, +Ελάτε, εγώ τα δώρα σας ψάλλω. Κι' ω Ποσειδώνα, +Που έκρουσες με την τρίαινα τη δυνατή το βράχο, +Και πρώτη η γης σου ανάδωκε τάτι που χλημιντράει, +Και συ, που στέκεις στα δρυμά και που για σε στης Κέας +Τους λόγγους τους θρεφτάρικους λευκά δαμάλια βόσκουν +Τρακόσια· και των κοπαδιών φυλάχτορα, εσύ Πάνα, +Αν αγαπάς το Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου, +Αφίνοντας το πατρικό το δάσος, Τεγεαίε, +Και του Λυκαίου τα δρυμά· και της εληάς ευρέτρα, +Και συ παιδι που ανάδειξες ταγγυστρωτό τ' αλέτρι, +Και συ Σιλβάνε, που κρατείς χολό κυπαρισσάκι +Σύρριζο· κι' όλοι σας θεοί και θέαινες αντάμα, +Που ρίχνετε τ' ανάβλεμμα πρόθυμα στα χωράφια +Και νέους θρέφετε καρπούς χωρίς κανένα σπόρο +Και χύνετε πολλές βροχές για τα σπαρτά ουρανόθε· +Και τέλος και συ, Καίσαρα, που γλίγωρα θα σ' έχουν +Δεν ξέρω των αθάνατων ποιοι σύλλογοι, είτε θέλεις +Νάχεις φροντίδα για τη γης, να κυβερνάς τες χώρες, +Και σένα να παραδεχτεί της τρικυμίας αφέντη +Και των καρπών δημιουργόν η τρισμεγάλη σφαίρα, +Ζώνοντας με τη μητρική μυρτιά το μέτωπό σου· +Είτε κι αν έρθεις σα θεός του απέραντου πελάγου, +Και οι ναυτικοί τη χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν, +Και σε λατρέψει η ακρόκοσμη Θούλα και σ' αγοράσει +Μ' όλα τα κύματα γαμπρό δικό της η Τηθύα· +Είτε και με τους όψιμους τους μήνες σμίξεις άστρο +Καινούριο, εκεί που ανάμεσα στάστρα της Ηριγόνης +Και στες χηλές, που ακολουθούν, είνε ανοιχτός ο τόπος, +(Ο φλογισμένος ο Σκορπιός μαζεύει από τα τώρα +Ο ίδιος τα βραχιόνια του και τουρανού σ' αφίνει +Περσότερο από το σωστό μοιράδι·) ότι κι' α θάσαι +(Τι βασιληά τα Τάρταρα δεν πρέπει να σ' ελπίζουν· +Μη σούρθει τόσο φοβερός πόθος να βασιλεύεις, — +Αν και θιαμάζουν οι Έλληνες τα Ηλυσιακά λιβάδια, +Κ' η Περσεφόνη αρνήθηκε τη μάννα ν' ακλουθήσει, +Που τη ζητούσε·) στρέξε εσύ τ' απόκοτο άρχισμά μου +Και δος του δρόμου εύκολο και βάδιζε μαζή μου, +Σπλαχνιστικός για τους γεωργούς τους άγνωρους της στράτας, +Και με δέησες συνείθισε να κράζεσαι από τώρα. + +Με την καινούριαν άνοιξη, σα νερουλιάζει ο πάγος +Στα θολωμένα τα βουνά και με ταέρι λυώνει +Ο σάπιος σβώλος, παρευτύς ζεμένο το δαμάλι +Στο πλακωμένο τάλατρο το μουγγητό ας μου αρχίσει, +Κι' ας μου ξαστράφτει το γυννί στ' αυλάκι τροχισμένο. +Μονάχα η γης που δυο φορές ήλιο γρικά και κρύα +Στου δουλευτή ταχόρταγου τους πόθους απαντάει· +Κεινού τ' αμπάρια εσκεύρωσεν ο αμέτρητος ο θέρος. +Πριν όμως σκίσει σίδερο τ' αγνώριμο χωράφι, +Να μάθουμε τους άνεμους θα λάβουμε την έγνοια +Και τουρανού τα διάφορα συνήθεια, και στους τόπους +Τι φύτευαν οι παλαιοί και τι είνε φυσικό τους, +Και κάθε μέρος τι γεννά και τι το κάθε αρνιέται. +Εδώ προκόβουν τα σπαρτά, κ' εκεί τ' αμπέλια κάλλιο, +Κι' αλλού των δέντρων οι καρποί, και πρασινίζουν χόρτα +Απρόσταχτα. Μη δε θωρείς που οι τρυφεροί Σαβαίοι +Μας στέρνουν τα λιβάνια τους, η Ινδία το φίλντισί της, +Ο Τμώλος κρόκου αρώματα, κ' οι Χάλυβες οι ζόρκοι +Σίδερο; Και φαρμακερά καστόρχια στέρνει ο Πόντος, +Κ' η Ήπειρο των Ολυμπιακών πουλάρων της τα βάγια. +Η φύση αμέσως πρόβαλε σε διορισμένους τόπους +Τους νόμους τούτους, κ' έγραψε συνθήκες αναιώνιες, +Άμα που ο Δευκαλίωνας στον αδειανόν τον κόσμο +Τες πέτρες επρωτόριξε που γίνηκαν ανθρώποι, +Το γεννοβόλι το σκληρό. Λοιπόν ομπρός· ας γέρνουν +Της γης την όψη την παχειά τα δυνατά δαμάλια, +Δίχως να χάνεται ο καιρός από τους πρώτους μήνες +Του χρόνου, και το σκονιστό το καλοκαίρι ας βράσει +Με τόριμο λιοπύρι του τους σβώλους που απομένουν. +Αλλά α δεν είνε γόνιμο το χώμα, τότες φτάνει +Να τ' αλαφρόσουν αύλακες ριχοί, σα βγαίνει ο Αρκτούρος, +Θάπνιγε αλλοιώς τους γελαστούς καρπούς εκεί το χόρτο, +Κ' εδώ στον άμμον το φτωχό θάφευγε, η λίγη νότια. + +Κι' ομοίως σ' αντικατάλλαγες χρονιές δε θα δουλεύεις +Το θερισμένο νιόργωτο χωράφι και θ' αφήκεις +Στη σκόλη να δυναμωθούν οι μουδιασμένοι κάμποι· +Ή, μ' άλλο αστέρι, κίτρινο σιτάρι θε να σπείρεις, +Εκεί, όπου πριν εθέρισες τόσπριο το ψωμωμένο +Στο βροντερό λοβίδι του, και τη λιανή τη γέννα +Του λαθυριού, και του πρικού του λουμπανιού τα φλέστρα +Τα ψαθερά και το λογγό που ολόγυρα αντηχούσε, +Γιατί τα λιναρόφυτα συγκαίνε τα χωράφια, +Καίνε κ' οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ' οι παπαρούνες, +Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες. +Μα σαν ξαλλάζεις τες σπορές είν' εύκολος ο κόπος, +Α μοναχά δε ντρέπεσαι το χώμα τ' αναμμένο +Να το χορτάσεις κοπριές παχειές και στα χωράφια +Τα ξεπεσμένα ακάθαρτες να ρίξεις στάχτες· κ' έτσι, +Όταν αλλάζεις τους καρπούς, οι κάμποι ξεμουδιαίνουν, +Κι' ως τόσο ούτε το δόσιμο της χέρσης γης δε λείπει. +Οι κάμποι κι' όλας οι φτωχοί πολλές φορές συμφέρει +Ν' ανάφτονται και τ' αλαφρυά ταχύρατα να καίγουν +Οι φλόγες που τριζοκοπούν, είτε γιατί από κείθε +Το χώμα παίρνει δύναμες κρουφές και πλούσιο θρέμμα. +Είτε γιατί με τη φωτιά του ξεθυμαίνουν όλες +Οι κακοσύνες κ' οι όγρητες οι ανέφελες σαν ίδρος +Βγαίνουν, ή και περσότερους δρόμους και φυσητήρες +Κλειστούς ανοίγει η ζεστασιά, κ' έτσι το νιο χορτάρι +Παίρνει χυμούς, ή και γιατί φρύγει περσά και σφίγγει +Τες φλέβες τες ορθάνοιχτες, κ' έτσι η λιανή ψυχάλα, +Ή η μπόρεση η δεινότερη του ήλιου τ' αψιωμένου, +Ή και το κρύο το ψιλό της μπόρας δε θα βλάφτουν. + +Πολύ βοηθάει κι' όλας τη γης όποιος με τες αξίνες +Τους σβώλους τους ασάλευτους συντρίβει κι' από πάνου +Σέρνει τα βέργινα πλεχτά· (του κάκου δεν τηράζει +Εκείνον από τα ψηλά του Ολύμπου η ξανθομάλλα +Δήμητρα·) κι' όποιος, γέρνοντας λοξά το αλέτρι, πάλι +Χαλά τες ράχες που άσκωσε στο σιάδι το σκισμένο, +Και σκάφτει το συχνό τη γης και τήνε δυναστεύει. + +Προσευκηθείτε, δουλευτές, για βροχερνά ηλιοστάσια +Και για χειμώνες ξάστερους. Στες σκόνες του χειμώνα +Τα στάρια είνε πασίχαρα, χαιράμενος κι' ο κάμπος. +Χωρίς δουλειά περήφανη είνε η Μυσία τόσο, +Θιαμάζουν και τα Γάργαρα τους θέρους τους τα ίδια. +Τι θένα πω για εκείνον που, με το τσαπί στο χέρι, +Τη γης παιδεύει, αφού έρριξε το σπόρο και γκρεμίζει +Τες σωριασμένες χούμουλες πώχουν περίσσιο πάχος; +Και το ποτάμι στα σπαρτά στερνώτερα οδηγάει +Και τα τραφούλια, που υπακούν· και σύντα ο κάμπος βράζει, +Ξερός, με ετοιμοθάνατα χορτάρια, να, το κύμα +Από του ορθού μονοπατιού το χτένι κατεβάζει; +Εκείνο πέφτει ανάμεσα στους τροχισμένους βράχους +Και βγάζει ένα μουρμούρισμα βραχνό και θαραπεύει +Τα διψασμένα χώματα με το αναβρύσιασμά του. +Και τι γι' αυτόν που των σπαρτών το θύμωμα να βόσκουν +Στο χορταράκι ταπαλό τα πρόβατά του αφίνει +Αμέσως άμα τα φυτά ταυλάκια τους σκεπάσουν, +Μήπως ταστάκια τα βαρειά ξεγύρουν τα καλάμια; +Και τι γι' αυτόν, που, όσα νερά συμμάζεψαν οι βάλτοι, +Μακράθε από τες χούμουλες τες πιοταριές ξεσπάει, +Σα μάλιστα στους άστατους τους μήνες το ποτάμι +Ξεχειλισμένο χύνεται και πλημμυράει, τα πάντα +Σκεπάζοντας με βούρβουρες, κ' έτσι σαν ίδρος νότιες +Χλιαρές από τες βαθουλές λιμνούλες ξεθυμαίνουν; + +Μα ενώ όλα αυτά εδοκίμασαν τα έργα των ανθρώπων +Και των βωδιών στο δούλεμα της γης, δε βλάβουν λίγο +Και του Στρυμώνα οι γερανοί, κ' οι αχόρταγες οι χήνες, +Και με τες ρίζες τες πικρές τ' αντίδι· και ζημιόνουν +Και οι ίσκιοι. Δε βουλήθηκεν ο ίδιος ο πατέρας +Να είνε το δούλεμα εύκολο, κ' επρόσταξε αυτός πρώτος +Με τέχνη η γης να οργόνεται, του ανθρώπου με φροντίδες +Τα φρένα παροξύνοντας, και τα βασίλειά του +Δε θέλησε να χαυωθούν σ'ένα βαρύ κοιμήσι. +Γεωργοί τη γης δεν όργωναν πριν κυριαρχήσει ο Δίας. +Και μήτε καν δεν έκριναν σωστό να σημαδεύουν +Τους κάμπους, ή με τέρμονες να τους αποχωρίζουν. +Το χρήσιμο για το κοινό καθένας εζητούσε, +Κ' ενώ δε γύρευε κανείς, η ίδια η γης τα πάντα +Έδινε προθυμώτερα. Κακό φαρμάκι εκείνος +Εχάρισε στα σκοτεινά σερνάμενα, τους λύκους +Ν' αρπάζουν τους επρόσταξε, τη θάλασσα να σειέται, +Και τη φωτιά εξεμάκρυνε, κ' ετίναξε απ' τα φύλλα +Το μέλι, κ' εσταμάτησε και τα κρασιά που ετρέχαν, +Σαν ποταμάκια εδώ κ' εκεί, για να μορφώσει η χρεία +Με στοχασμό τες διάφορες τες τέχνες γάλι γάλι. +Και το χορτάρι του σταριού στ' αυλάκια να χαλέψει, +Και την κρουμμένη τη φωτιά να την ξεπελεκήσει +Από τες στρυναρόφλεβες. Κ' οι ρεματιές γρικήσαν +Τότες για πρώτη τους φορά τους κουφωμένους σκλήθρους, +Κ' ύστερα ο ναύτης μέτρησε κι' ονόμασε τ' αστέρια: +Πούλια, και Υάδες και λαμπρήν Αρκούδα του Λυκάωνα, +Κ' ύστερα βρήκε ο άνθρωπος πώς κυνηγιώνται τ' άγρια +Με τες θηλειές και πώς μ' οξούς γελιώνται και πώς πρέπει +Να περικλεί με τα σκυλιά τους λόγγους τους μεγάλους. +Και του πλατειού του ποταμού το κύμα τώρα δέρνει +Άλλος με τον πεζόβολο και σκίζει το ως τα βάθη, +Κι' άλλος τραβά, απ' το πέλαγο το νοτερό του δίχτυ· +Το σίδερο ταλύγιστο και το ηχερό λεπίδι +Του πριονιού ήρθαν έπειτα· — τι οι πρώτοι με τες σφήνες +Το ξύλο το καλόσκιστο κομμάτιαζαν· — και τέχνες +Έπειτα εβγήκαν διάφορες. Κόπια απεικά και φτώχια, +Που σπρώχνει σ' έργατα βαρειά, κατάβαλαν τα πάντα. +Δίδαξε πρώτη τους θνητούς η Δήμητρα να σκάφτουν +Τη γης με σίδερο, άμα που κούμαρα και βαλάνια +Λιγόστεψαν στ' άγιο δρυμό κι' αρνήθηκε η Δωδώνη +Θρόφιμα. Αμέσως έσμιξαν και των σταριών οι αρρώστιες, +Κ' έτσι μελούριασμα κακό τα φλέστρα κατατρώει, +Και στα χωράφια τάχρηστο ταγκάθι αναγριτσιάζει, +Χαλά το γέννημα, τραχύ λογγάρι ξεφυτρόνει: +Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, και βασιλεύουν αίρες +Άτυχες κι' αγριόβρωμος μες τα σπαρτά που λάμπουν. +Για τούτο α δεν ξεκυνηγάς με τα τσαπιά το χόρτο +Αδιάκοπα, κι' αν τα πουλιά δε σκιάζεις με τους κρότους, +Κι' α με κασσάρι τες ισκιές του ανήλιαγου του τόπου +Δε λιγοστεύεις, και βροχές με τάματα δεν κράζεις, +Ώφου! του κάκου θα τηράς ξένους σωρούς μεγάλους, +Και σειώντας στα δρυμά το ιδρύ την πείνα θα πρααίνεις. + +Θα ειπώ και ποια είνε τάρματα του δυνατού ξωμάχου, +Που δίχως τους ουδέ σπαρμός δε γένεται ουδέ θέρος: +Πρώτα το ξύλο το βαρύ για το ζαβό ταλέτρι, +Και το γυννί, και της θεάς, που σέβεται η Ελευσίνα, +Ταμάξια τ' αργοκίνητα, κ' οι σάνιες, κ' οι λοκάνες, +Και ταξινάρια που απεικά ζυγίζουν, χώρια κι' όλας +Του Κελεού το ύπεργο το ταπεινό και ιτιένιο. +Τα κουμαρένια τα πλεχτά, και του Ίακχου το τηρμόνι +Το μυστικό· κι' από καιρούς παρέτοιμα όλα τούτα +Θένα φυλάς προβλεφτικός, α θένα σε προσμένει +Δόξα, που να σου πρέπεται, της θεϊκιάς γεωργίας. +Ένας φτεληάς που από μικρός λυγίστηκε στο δάσος +Κυριεύεται με δύναμη πολλή γι' αλατροπόδι. +Κι' άλατρου παίρνει απόζαβην ειδή, κι' οχτώ ποδάρια +Τραβιέται ο σύρτης στο χοντρό· κολλιέται κ' η διχάλα, +Πούχει τη ράχη της διπλή και τα διπλά φτερούγια. +Πρωτοχαλιέται, για ζυγός, τανάλαφρο φλαμούρι, +Για χερολάβα, που γυρνά τες χαμηλές ροδούλες +Από τα οπίσω, το ψηλό τζιρούνι, και τα ξύλα +Τα δοκιμάζει κι' ο καπνός σ' ογνήστρες κρεμασμένα. + +Πολλά διδάγματα παλαιών μπορώ να σου αναφέρω, +Α μείνεις και δε βαρεθείς ψιλοδουλιές να μάθεις: +Πρώτα με κύλιντρο τρανό θε να σιαστεί ταλώνι, +Με χέρι θ' αναγυριστεί, με λιπαρή λευκάργα +Θα πλεριωθεί, για να μη βγει χορτάρι και μη σκάσει +Εξουσιασμένο απ' τους μποχούς· τι τότες το ζημιόνουν +Χίλιες πληγές συχνώτατα το μικροστό ποντίκι +Μέσα στη γης το σπίτι στιεί και χτίζει και τ' αμπάρι, +Ή τες μονιές οι ανόμματες οι λυγαρίδες σκάφτουν· +Οι ζάμπες κι' όλας βρίσκονται μέσα στες τρύπες κι' όσα +Είνε τα πλήθια τέρατα που η γης γεννά, και λάλες +Του σιταριού τα θεώρατα κουλούμια διαγουμίζουν, +Κι' ο μέρμηγκας που τ' άπορα γεράματα φοβάται. +Και κοίταζε σα ντύνονται στα δάσα μ' άνθη πλήθια +Οι αμυγδαλιές κ' οι κλάδοι τους βαΐζουν μυροβόλοι, +Αν περισσεύουν ος καρποί, θα γένουν κι' όμοια στάρια, +Και μέγα αλώνισμα θαρθεί με τες μεγάλει κάψες· +Αν κάμει αντίς ισκιά πολλή το θύμωμα των φύλλων. +Θα τρίψει αλώνι περιττά πλούσιο σε χνούδι φλέστρο. +Και τες σπορές να ξαρρωστούν πολλούς σπορηάδες είδα, +Να τες ποτίζουν νίτρο πριν κι' απέκει μαύρη μούργα, +Για να τραναίνουν τα σπειριά στ' απατηλά λοβίδια. +Και με φωτιά τέλεια μικρή γοργά να μαλακόνουν. +Κι' όμως σπορές, που με πολλούς εξεταστήκαν κόπους +Και για καιρό διαλέχτηκαν, είδα να μπασταρδέψουν, +Α χρονικώς η μπόρεση τ' ανθρώπου, η τρισμεγάλη, +Δε χεροδιάλεε κάθε μιαν. Από θεού τα πάντα +Ρέπουν προς το χειρότερο· και σαν κυλήσουν, πίσω +Δεν ξαναγέρνουν· όχι αλλοιώς παρά καθώς εκείνος +Που μεταβιάς με τα κουπιά τη βάρκα λάμνει ενάντια +Στο ρέμα, και που, αν άξαφνα τα μπράτσα ξετεντώσει, +Βαθειά τον σέρνει ο ποταμός με τα γοργά νερά του. + +Και τόσο θα προσέχουμε στ' Αρκτούρου τους αστέρες +Και στες ημέρες των Ριφιών και στο λαμπρό τον Όφιο, +Όσο κι' αυτοί που πλέοντας προς την πατρίδα πάλι +Σ' ανεμισμένα πέλαγα τον πόντο δοκιμάζουν, +Και τα στενά τ' αστρακερά της Άβυδος διαβαίνουν. +Σαν ίσιες κάνει η Ζυγαριά της μέρας και του ύπνου +Τες ώρες και καταμεσίς τη σφαίρα διαμοιράζει +Για το σκοτάδι και το φως, ανθρώποι, ξεσκολάστε +Τα βώδια σας και σπείρετε στους κάμπους τα κριθάρια, +Ως τη βροχή την ύστερη του ανήμερου ηλιοστάσιου. +Κ' είνε καιρός της Δήμητρας η παπαρούνα κι' όλας, +Και τα σπαρτά του λιναριού να σκεπαστούν με χώμα, +Και ν' ακκουμπήσει ο δουλευτής απάνου στ' άλατρό του, +Όσο είνε ακόμα η γης ογρή και κρέμονται τα γνέφια. +Σπέρνουν την άνοιξη κουκκιά, και συ, τριφύλλι, τότες +Πέφτεις στ' αυλάκια τα σαπρά· πλακόνουν κ' οι φροντίδες +Οι χρονικές για το κεχρί, ενώ το χρόνο ανοίγει +Με τα χρυσά του κέρατα το λαμπερό Δαμάλι, +Κι' ο Σκύλος δυεί ξεφεύγοντας τ' αντίθετο τ' αστέρι. +Αλλά α για θέρισμα σταριών και για μεστά ασπροσίτια +Εργάζεσαι κ' είσαι ζηλός μονάχα για τα αστάκια, +Τ' Άτλαντα θένα σου κρουφτούν οι αυγερεινές οι κόρες, +Θα κατεβή το Κνωσιακό τάστρο του φλογισμένου +Του Στεφανιού, πριν τες σπορές που πρέπουν παραδώκεις +Στ' αυλάκι και πριν μπιστεφτείς σ' ανόρεχτο χωράφι +Την κάθε ελπίδα της χρονιάς σπουδάζοντας. Αρχίσαν +Πρι βασιλέψει η Μαία πολλοί, αλλά με κούφια μόνο +Αχύρατα τους γέλασε το γέννημα που ελπίσαν. +Αν πάλι σπείρεις λάθυρους και το φτηνό φασούλι, +Και της Πηλουσιακής φακής δεν αψηφάς τες έγνοιες, +Σημείο δε στέρνει σου άδηλο σαν κάθεται ο Βοώτης. +Σπέρνε, κι' ακλούθα τους σπαρμούς, ως την καρδιά της πάχνης. + +Για τούτο κι' όλας ο λαμπρός φωστήρας κυβερνάει +Τον κύκλο, που μοιράζεται σε μέρη μετρημένα, +Μ' άστρα του κόσμου δώδεκα. Κατέχουν πέντε ζώνες +Τον ουρανό· κ' η μία τους κοκκινισμένη πάντα +Είνε απ' τον ήλιο τον αψύ και πάντα είνε καμένη +Από τες φλόγες, και γυρνούν οι τελευταίες οι δύο, +Πούνε δεξιά κι' αριστερά, τρογύρου της γαλάζιες, +Και που τες πήγουν οι βροχές οι μελανές κ' οι πάγοι. +Σ' εκείνες και στη μεσινήν ανάμεσα άλλες δύο +Η χάρη των αθάνατων στους δόλιους τους ανθρώπους +Έδωκε· κ' είνε από τη μια στην άλλη χαραγμένος +Δρόμος, κ' εκεί η λοξή σειρά των σημαδιών κινιέται. +Καθώς προς τες Ριπαίες κορφές και τη Σκυθίαν ο κόσμος +Σηκόνεται ανηφορητός, στα νότια της Λιβύας +Χαμηλωμένος ροβολά· για μας ταψήλου πάντα +Είνε ένας πόλος· μα οι ψυχές κ' η μαύρη Στύγα βλέπουν +Αυτόν πούνε αποκάτου μας. Ο δράκοντας ο μέγας +Με λυγισιές κοδελλωτές κυλά γύρω στον έναν, +Σαν ποταμός ανάμεσα στες δύο τες Αρκούδες: +Αρκούδες που στον ωκεανό φοβούνται να βουτήσουν. +Στον άλλο, λεν, ή σιγαλή βαθειά νυχτιά κυριεύει, +Κ' η νύχτα πάντοτε απλωτή πυκνόνει τα σκοτάδια, +Ή κ' έρχεται από μας η Αυγή και φέρνει την ημέρα· +Κι' όταν με τα λεχάμενα φαριά, σαν πρωτοβγαίνει, +Ο ήλιος χουχουλόνει εμάς, το βραδιανό το φως του +Στον άλλον πόλο κόκκινος ανάβει ο Αποσπερίτης. +Μπορούμε εδώθε τους καιρούς να μάθουμε από πρώτα +Στον ουρανό τον άστατον εδώθε και την ώρα +Του θερισμού και του σπαρμού· κι' ακόμα πότε αρμόζει +Τάπιστο κύμα με κουπιά να βαρηθεί και πότε +Στο πέλαγο θένα σπρωχτούν οι αρματωμένοι στόλοι, +Ή στο δρυμό θένα ριχτεί το γενομένο πεύκο. + +Κι' ας μην παραμονεύουμε κι' ανατολή και δύση +Των σημαδιών στα περιττά και τη χρονιά που πάντα +Είνε η ίδια με τους τέσσερους ξεχωριστούς καιρούς της. +Σύντα βροχή κρυαδερή κλει μέσα τον εργάτη, +Μ' άνεση γένονται πολλά που μεταβιάς σαν είνε +Ξαστερωμένος ο ουρανός μ' ασπούδα θα γενόνταν: +Του στομωμένου του γυννιού σφυροκοπά το δόντι +Ο ζευγουλάτης το σκληρό· στο δέντρο σκάφτει σκάφες, +Ή και με το σημάδι του τα πρόβατα σφραγίζει, +Ή τους σωρούς του μ' αριθμούς. Ξουβλίζουν πελεκώντας +Άλλοι τες διπλοκέρατες φουρκάτες και τους πάλους, +Και δεμασιές για τ' απαλό το κλήμα συγυρίζουν +Αμεριανές· ας πλέκεται με τη βατένια βέργα +Τώρα καλάθι βολικό, τώρα καρπούς στη φλόγα +Ψένετε, τώρα αλέστε τους με το κοτρώνι. Βέβαια +Και τες γιορτές να γένονται κάποιες δουλιές το δίκηο +Κ' οι νόμοι αφίνουν, και καμιά θρησκεία δεν εμποδίζει +Τα ποταμάκια να οδηγάς, για τα σπαρτά ν' απλόνεις +Φράχτες, παγίδες για πουλιά να στιείς, να καις αγκάθια, +Και το κοπάδι των αρνιών στο υγέστατο ποτάμι +Να κολυμπάς· πολλές φορές φορτώνει κι' ο αγωγιάτης +Πάνου στη ράχη του οκνηρού του φορτικιού το λάδι +Και τα φτηνά τα οπωρικά, και χαραχτό ληθάρι +Φέρνει οχ τη χώρα γέρνοντας και μάζα μαύρης πίσσας. + +Τες πρόσφορες για τες δουλιές ημέρες μ' άλλη τάξη +Και το φεγγάρι εδιόρισεν: αλάργευε την πέμτη, +(Τες Εριννύες εγέννησε, τον Άδη κι' όλας, σύντα +Η γης με γέννα βλάστημη τον Ιαπετό, τον Κοίον +Έκαμε και τον άσπλαχνο τον Τυφωέα, κι' όλα +Ταδέρφια, πούχαν ορκιστεί τον ουρανό να σκίσουν. +Αγωνιστήκαν τρεις φορές την Όσσα να ποθώσουν +Πάνου στο Πήλιο, ω θάμασμα, και πάνου από την Όσσα +Το δεντρωμένον Όλυμπο βάλθηκαν να κυλήσουν. +Μα τα στημένα τα βουνά μ' αστροπελέκι ο Δίας +Ρειπίζει και τες τρεις φορές.) Και βολικιά είνε μέρα +Για να φυτεύεις κλήματα και να μερόνεις βώδια +Πιασμένα, και σε ξύφαση να δένεις τα στημόνια, +Η δέκατη που ακολουθά την έφτατη· στο φύγι +Καλλίτερη είνε η έννιατη, στα κλεψιμιά είνε ενάντια. + +Και κάλλιο γένονται πολλά την κρύα τη νύχτα κι' όλας, +Ή το πουρνό σύντα τη γης ο Αυγερινός δροσιάζει: +Κάλλιο το φλέστρο ταλαφρύ κοσσίζεται τη νύχτα, +Νύχτα τα στεγνολίβαδα· νοτιές που μαλακόνουν +Έχουν οι νύχτες. Κι' αγρυπνά πρόσαργα το χειμώνα +Κάποιος στο φως του λυχναριού και με τ' ακονισμένο +Σίδερο σκίζει τα δαδιά, κι' ως τόσο με τραγούδι +Παρηγορά τους μακρυνούς τους κόπους η συμβία +Συροκελώντας το ηχερό το χτένι στα στημόνια, +Ή και στες φλόγες το γλυκό χυμό του μούστου βράζει, +Ξαφρίζοντας του λεβετιού, που τράζεται, το χόχλο +Με φύλλα. Μα θερίζονται μες την καρδιά της ζέστας, +Τα κόκκινα γεννήματα, και στην καρδιά της ζέστας +Στ' αλώνια ξεσπορίζονται τ' απόξερα σιτάρια. +Σπέρνε γυμνός· αλάτρευε γυμνός· τι το χειμώνα +Άνεργοι μένουν οι γεωργοί, και το συνέμπασμά τους +Οι δουλευτάδες γεύονται συχνά με τες κρυάδες, +Κι' αλλήλως τους χαιράμενοι φροντίζουν για συμπόσια. +Καλεί ο χειμώνας σε γιορτές και καταλυεί τες έγνοιες, +Καθώς τα πλοία σαν έρχονται γιομάτα στο λιμάνι +Κ' οι ναύτες με χαρές κρεμούν στην πρύμνη τους στεφάνια. +Κ' είνε όμως τότες ο καιρός τα μύρτα τα αιματένια, +Οι εληές, τα δαφνοκούκουτσα, και τα δεντροβαλάνια +Να μαδηθούν, συρτοθηλειές για γερανούς και δίχτυα +Για λάφια τότες να στηθούν· να ξατρεχτεί ο μακραύτης +Λαγός· κι' αυτός που τα σκοινιά στριφογυρνά σφεντόνας, +Βαλεαρικής από στουππί, ζαρκάδι να τρυπήσει, +Ενώ το χιόνι κοίτεται ψηλά και κατεβάζουν +Οι ρεματιές των ποταμών κομματιασμένους πάγους. + +Και τι για τάστρα θένα πω, και τι για τα δρολάπια +Του χινοπώρου; Τι γι' αυτά που πρέπει να προσέχουν +Οι ανθρώποι, σα γένονται μικρότερες οι μέρες +Κ' οι ζέστες μαλακώτερες; ή τον καιρό που φεύγει +Η άνοιξη η βρεχάμενη και σαν αναγριτσιάζει +Τ' αστακωμένο γέννημα στους κάμπους και φουσκόνουν +Στο φλέστρο τους το πράσινο γαλατερά τα στάρια; +Εγώ συχνά, κι' αφού ο γεωργός επήρε στα χωράφια +Τα κίτρινα το θεριστή, κι' αφού είχε σπάσει κι' όλας +Κριθάρια απ' τα λιγάθινα τα φλέστρα, των ανέμων +Είδα παντούθε ορμητικά ν' ανταμωθούν οι αμάχες, +Που αναπελλούσαν τα σπαρτά τα πολυβαρεμένα +Από τα βάθη, ξίριζα, ταψήλου ρίχνοντάς τα. — +Με μαύρο ανεμοστρούφουλα τανάλαφρο το φλέστρο +Και το πετούμενο άχυρο παίρνει ο χειμώνας όμοια. — +Πλήθος αρίφνητο νερά συχνά πλακόνουν κι' όλας +Τον ουρανό, και τάσκημο δρολάπι κουλουμόνουν +Γνέφια, που από το πέλαγο μαζεύονται γιομάτα +Μαύρες βροχάδες, και κυλά ο τρίψηλος αιθέρας, +Και τα χαρούμενα σπαρτά και των βωδιών οι κόποι +Σαχλιάζουν στα δαρτά νερά, γιομίζουν τα χαντάκια, +Φουσκόνουν στο κρεββάτι τους οι ποταμοί βροντώντας, +Κ' η θάλασσα με τ' αφριστά τα κύματά της βράζει. +Ο Δίας με χέρι αστραφτερό μες των γνεφιών το σκότος +Ρίχνει τ' αστραποπέλεκο. Τη γης την τρισμεγάλη +Σεισμός ταράζει· εχάθηκαν τ' αγρίμια· και στον κόσμο +Δειλιάζει τρόμος ταπεινός τ' ανθρώπινα τα σπλάχνα. +Αυτός με βόλι φλογερό τον Άθο ή τη Ροδόπη +Ή τα Κεραύνια τα ψηλά χτυπά· διπλόνει ο Νότος, +Ως κ' οι βροχάδες οι πυκνές· και τώρα κλαιν τα δάσα. +Και τώρα κλαίνε κ' οι γυαλοί για τ' απεικά φυσούνια. +Αυτό φοβούμενος κ' εσύ θένα τηράς τους μήνες +Και τους πλανήτες τουρανού και που του Κρόνου τάστρο +Αποτραβιέται το ψυχρό, κ' η φλόγα της Κυλλήνης +Με τι περιγυρίσματα στον ουρανό πλανιέται. +Το πρώτο απ' όλα τους θεούς θένα τιμάς και κάθε +Χρονιά θα κάνεις της τρανής της Δήμητρας θυσίες. +Στο χόρτο το γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα. +Σύντα σωθούν της χειμωνιάς οι τελευταίες ημέρες +Κι' αρχίσει κι' όλας η άνοιξη με τες καλοκαιρίες. +Παχειά είνε τότες και ταρνιά, καλότατα τ' ακράτα, +Τότες κ' οι ύπνοι είνε γλυκοί κ' οι ισκιές πυκνές στα όρη. +Για σε ας τιμά τη Δήμητρα του κάμπου η νεολαία +Όλη, και συ για λόγου της ας λυώνεις τες κηρήθρες +Στο γάλα και στο νόστιμο το χάρισμα του Βάκχου· +Και τρεις φορές ολόγυρα στους νέους καρπούς ας έρθει +Το θύμα το ευτυχιστικό που θα το συνοδεύουν +Σύντροφοι αναγαλλιάζοντας κι' όλοι οι τραγουδιστάδες +Με τες φωνές τους κράζοντας τη Δήμητρα στα σπίτια. +Και κόσσα κάτου απ' τώριμο ταστάκι ας μην ποθώσει +Κανείς, α για τη Δήμητρα δε στεφανώσει πρώτα +Με ιδρύ πλεχτό το μέτωπο κι' ανίσως πριν δεν κάμει +Ασύστατα κουνήματα κι' α δεν ειπεί τραγούδια. + +Για να μπορούμε κι' όλα εμείς με θετικά σημεία, +Τούτα να προγνωρίζουμε: κάψες, βροχές και ανέμους +Που τες κρύαδες οδηγούν, εδιόρισε ο πατέρας +Ο Δίας τι το μηνιάτικο φεγγάρι θα ορμηνεύει, +Με τι άστρο πέφτουν οι νότιες, συχνά τι βλέπει ο εργάτης +Τόμου κρατεί σιμώτερα στους σταύλους τα κοπάδια. +Αμέσως σα θα σηκωθούν ανεμικές ή αρχίζει +Ανήσυχο το μάμαλο της άρμης να φουσκόνει, +Και στα ψηλότερα βουνά ν' ακούγεται ένας κρότος +Ξερός, ή ανακατόνονται στα μακρυνά αντηχώντας +Οι ακρογιαλιές και του δρυμού περσεύει το μουρμούρι. +Και μεταβιάς ταπόζαβα σκαριά φυλάει το κύμα. +Τόμου γοργά οι βουτουναριές πετούν από τη μέση +Της θάλασσας και στους γιαλούς τα κράσματά τους φέρνουν, +Παίζουν στην ξέρη οι κόλυμποι και παραιτούν τες λίμνες +Τες γνωρισμένες οι ρωδιοί στα σύγνεφα πετώντας. +Σαν περιμένονται άνεμοι συχνά θα βλέπεις κι' όλας +Άστρα να χύνονται μ' ορμή, και στης νυχτός το σκότος +Οπίσω τους ν' ασπρολογούν μακρές αράδες φλόγας· +Συχνά ν' αεροστέκονται και τα πεσμένα φύλλα +Και τάχυρο τανάλαφρο, και στων νερών την όψη +Να παιγνιδούν πλεούμενα φτερά. Μα σαν αστράφτει +Από το μέρος τ' αγροικού Βορηά και σα βροντάει +Του Εύρου και του Ζέφυρου το σπίτι, τότε οι κάμποι +Έπλεξαν, πες, μ' ολόγιομες τες σούδες κι' όλοι οι ναύτες +Στη θάλασσα το ογρό παννί μαζεύουν. Και ποτέ της +Ανειδοποίητα η βροχή δεν έβλαψε: ή τη φεύγουν, +Όταν ανασηκόνεται, τανάερα τα γεράνια +Στες λαγγαδιές τες χαμηλές, ή μ' ανοιχτά ταρθούνια +Κοιτάζοντας τον ουρανό ρουφά η δαμάλα αέρα, +Ή γύρου στα λιμνιά πετά λαλώντας χελιδόνι +Και οι βαθρακοί το μάλωμα ταρχαίο στο βάλτο ψάλλουν· +Κι' απ' το γιατάκι το κρουφό βγάζει συχνά τ' αυγά του, +Περνώντας πάντα στο στενό στρατί του το μερμήγκι, +Κ' η δόξα πίνει το νερό, κ' οι κόρακες φουσάτο, +Γυρίζοντας από βοσκή, σαν το μεγάλο ασκέρι, +Με τες φτερούγες άκοπα πολλήν αντάρα κάνουν. +Τα διάφορα πετούμενα της θάλασσας κ' εκείνα +Που περπελλούν στ' ανάλατα βιβάρια του Καΰστρου, +Ολόγυρα από τ' Ασιακά λιβάδια, θένα βλέπεις +Να χύνουν άφτονες βροχές στους νώμους τους με ζήλο. +Και πότε το κεφάλι τους στα κύματα να γδόνουν. +Πότε να τρέχουν στα νερά, και πάλι θα τα βλέπεις +Να λαχταράν το βιαστικό το λούσιμο τουκάκου. +Κράζει βροχάδες κ' η μιαρή κουρούνα με την πλέρια +Φωνή και μόνη στο στεγνό ακρογιαλι σεργιανάει. +Και μάλιστα κ' οι κορασιές που το μαλλί τη νύχτα +Γρένουν, γνωρίζουν τον καιρό τον άσκημο σα βλέπουν +Το λάδι να σπιθοβολά στον αναμμένο λύχνο +Και να μορφόνονται σαπρές καψάθρες στο φυτίλι. + +Κι' απ' τη βροχή θε να μπορείς τες ξαστεριές που αρχίζουν +Και τες λιακάδες να προϊδείς κι' από σημάδια βέβαια +Να τες γνωρίζεις: επειδή των άστρων τότε η λάμψη +Δε θένα φαίνεται θαμπή· σα βγαίνει το φεγγάρι +Στην κοκκινάδα του αδερφού δε θάνε υποταγμένο· +Δε θα γυρίζουν σύγνεφα ψιλά σαν αρνοπόκια +Στόν ουρανό· και στους γιαλούς, στο χλιαρό τον ήλιο, +Δε θε ν' ανοίγει τα φτερά ταγαπημένο το όρνιο +Της Θέτιδας, και να σκορπούν δε θα θυμούνται οι χοίροι +Τάδετα τα χερόβολα με τ' άπαστρό τους στόμα. +Μα τότες πέφτουν χαμηλά τα γνέφια και στον κάμπο +Απλόνονται· και βλέποντας το κάθισμα του ήλιου, +Απ' την ψηλότερη κορφή, τουκάκου η κουκκουβάγια +Τα βραδιανά τραγούδια της αρχίζει. Ξαναφαίνει +Ο Νίσος ψηλοπέταχτος στον καθαρόν αέρα +Κ' η Σκύλλα για την πορφυρή την κόμη τιμωριέται. +Όπου κι' α σκίζει φεύγοντας εκείνη τον αιθέρα +Τον αλαφρό, νάτος ο οχτρός, ο φοβερός ο Νίσος, +Με σαλαγή την κυνηγά μεγάλη μες τες αύρες· +Κ' εκεί που ο Νίσος χύνεται στες αύρες, φεύγει εκείνη +Γοργά και σκίζει το φτερό τον αλαφρόν αιθέρα. +Τότες τρεις τέσσερις φορές από το στενεμένο +Λαρούγγι τους οι κόρακες φωνές καθάριες βγάζουν, +Και στες ψηλές τους τες μονιές, δεν ξέρω για ποια γλύκα, +Καλόρεχτοι περσότερο παρά όσο συνειθίζουν +Μέσα στα φύλλα αλλήλως τους συχνά κάνουν αντάρες, +Και ξαναβλέπουν με χαρές, σαν παύουν οι βροχάδες, +Τανήλικα τα τέκνα τους και τη γλυκειά φωλιά τους. +Και δεν πιστεύω αληθινά πώς θεϊκιά έχουν φύση, +Ή γνώση των μελλάμενων περσότερη, μα βέβαια. +Σαν οι φουρτούνες κ' οι άστατες νοτιές το δρόμο αλλάξουν +Κι' όταν ο Δίας ο βροχερνός πυκνώσει με τους Νότους +Όσα ήταν λίγο πριν αρηά και ξαναρηώσει όσα ήταν +Πυκνά, τα είδη των ορμών αλλάζουν και στα στήθια +Τώρα άλλα ακούν κουνήματα, κι' άλλα σαν οι ανέμοι +Τα γνέφια έφερναν. Των πουλιών εδώθε οι τραγουδίες +Στους κάμπους, και τα γελαστά κοπάδια, κ' οι κοράκοι +Που σκούζουν με το λάρυγγα κι' από χαρά αλαλάζουν. + +Μα κι' αν τηράς το γλίγωρον τον ήλιο ή τα φεγγάρια, +Που ξακλουθιώνται ταχτικά, δε θένα σε γελάει +Καμία φορά το αντίμερο και δε θα σε ξαφνίσουν +Οι δόλοι ξάστερης νυχτός. Ανίσως το φεγγάρι, +Σα συμμαζεύει στην αρχή τες στιες που ξαναγέρνουν, +Μαύρον αέρα περικλεί στάφεγγα κέρατά του, +Βροχάδες για το πέλαγο και για τους δουλευτάδες +Μεγάλες ετοιμάζονται. Μα ανίσως κοκκινάδες +Του χύνονται στο πρόσωπο παρθενικές, αέρας +Θε νάρθει. Η Φοίβη πάντα της μ' αέρες κοκκινίζει. +Αν το εναντίο την τέταρτην ημέρα (γιατί αυτή είνε +Η θετικώτερη πηγή) στον ουρανό διαβαίνει +Καθάριο και με μυτερά τα κέρατα, όλη η μέρα +Εκείνη, κι' όσες από αυτήν γεννιώνται, ως να τελειώσει +Ο μήνας, θάνε ανίδεες από βροχή κι' ανέμους, +Κι' άβλαβοι οι ναύτες στους γιαλούς τα τάματα θα πάρουν +Στο Μελικέρτη της Ινώς, στο Γλαύκο, στην Πανόπεια. +Κι' ο ήλιος θα σου προβοδά σημάδια, σαν προβάλλει +Κι' όταν στο κύμα κρούβεται· τον ήλιο συντροφεύουν +Σημάδια θετικώτατα· και μέρος τους μαζή του +Εκείνος φέρνει την αυγή κι' άλλα σα βγαίνουν τάστρα. +Όταν αυτός, σε σύγνεφο κρουμμένος, με κουκκίδες +Το πρώτο του τ' ασήκωμα πλουμίζει και τη μέση +Του δισκαριού του ανατραβά, βροχές θε να υποψιάσεις, +Τι βλαβερός για τα σπαρτά, τα ζα, τα δέντρα ο Νότος +Πλακόνει από το πέλαγο. Κι' όταν, σαν ξημερόνει, +Μέσα στα γνέφια τα πυκνά ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες, +Κι' όταν αχνή προβάλλει η Αυγή την κλίνη παραιτώντας +Την κίτρινη του Τιθωνού, άχ κακοδιαφεντεύει +Τότες το κλήμα τώριμο σταφύλι του· βροντώντας +Πλήθιο χαλάζι τρομερό χοροπηδά στες σκέπες. +Κι' όταν, σαν περιδιάβηκε τον ουρανό, μισεύει, +Σου αξίζει περισσότερο και τούτο να θυμάσαι, +Γιατί συχνά τα διάφορα χρώματα να πλανιώνται +Στο πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοί βροχές το μαύρο, +Σιρόκους το κοκκινωπό σα στια, μα το εναντίο, +Α με τη στια τη λαμπερή να σμίγουν και κηλίδες +Αρχίζουν, τότες θένα ιδείς τα πάντα ν' αναβράζουν +Με αέρες και με σύγνεφα. Κανείς αυτήν τη νύχτα +Να ταξιδεύω πέλαγα δε θένα με ορμηνέψει, +Ή να ξεσπάσω από τη γης του καραβιού τον κάβο. +Μα αν είνε ο δίσκος φωτεινός, σαν την ημέρα φέρνει, +Ή κρούβει εκείνην που έφερε, θα σκιάζεσαι του κάκου +Κατακλυσμούς, και θένα ιδείς τα δάσα να κινιώνται +Με τον καθάριο το βορηά. Και τέλος τι θα φέρει +Ταπόβραδο και τι ο Νοτιάς ο ογρός στο νου του βάζει, +Και πούθε ο αέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θα φέρει, +Ο ήλιος δείχνει· ποιος τολμά τον ήλιο να πει ψεύτη; +Συχνορμηνεύει κι' όλα αυτός πως μυστικές αντάρες +Βράζουν κι' απάτες και κρουφοί πολέμοι αναφουσκόνουν. + +Αυτός, κι' όταν ο Καίσαρας ετέλειωσε, τη Ρώμη +Λυπήθηκε, αφού εσκέπασε τ' αστραφτερό κεφάλι +Μ' άφεγγη σιδεροσκουριά και μ' αναιώνια νύχτα +Ο ίδιος εφοβέρισε τα βλάστημα τα χρόνια. +Κι' όμως σ' εκείνον τον καιρό κ' οι θάλασσες κ' οι ξέρες, +Και τα όρνια τα πειραχτικά κ' οι βρωμερές οι σκύλες +Επρομηνούσαν το κακό. Πόσες φορές την Αίτνα, +Που τανοιχτά καμίνια της εκυματοβολούσαν, +Τη βλέπαμε στου Κύκλωπα τους κάμπους να ξεβράζει, +Και σφαίρες φλόγας και λυωτά λιθάρια να κυλάει; +Κι' αχούς αρμάτων άκουσε στους ουρανούς ολούθε +Η Γερμανία, κ' ετάραξαν σεισμοί σπάνιοι τες Άλπες, +Κι' αγρίκησε απεικιά φωνή σταμίλητα ρουμάνια +Ο κόσμος, κ' ίσκιους έβλεπε τες νύχτες στα σκοτάδια, +Τόσο χλωμούς που εξένιζε· κ' εμίλησαν τα ζώα, +(Ω θάμασμα)· και σταματούν οι ποταμοί και χάσκει +Η γης· και μέσα στους ναούς το φίλντισι θλιμμένο +Δακρύζει και το χάλκωμα νοτεύει από τον ίδρο. +Και πλημμυρίζει ο Ηριδανός, των ποταμών ο ρήγας, +Τα δάσα στραγγουλίζοντας με μανιακή ρουφήχτρα +Και τα κοπάδια σύσταυλα παντού στους κάμπους φέρνει. +Δεν έπαψαν να φαίνονται στα σκούτουφλα τα σπλάχνα +Νευρούδια που εφοβέριζαν, δεν έπαψε να βγαίνει +Συναίμα από τα βρυσικά πηγάδια και τη νύχτα +Από τους λύκους που ούρλιαζαν ν' αντιλαλούν οι χώρες. +Άλλες φορές περσότερα βόλια δεν έχουν πέσει +Από τον ξάστερο ουρανό και δεν εφλογιστήκαν +Τόσοι κομήτες άραχνοι. Γι' αυτό ξανάειδαν πάλι +Οι Φίλιπποι ν' ανταμωθούν, αλλήλως τους ενάντια, +Όμοια φορώντας άρματα τ' ασκέρια των Ρωμαίων· +Κ' οι αθάνατοι δεν έκριναν άπρεπο να παχύνουν +Την Ημαθία δυο φορές και τανοιχτά λιβάδια +Του Αίμου με το αίμα μας. Σταλήθεια θάρθει η ώρα, +Που αναγυρίζοντας τη γης με το γυρτό το αλέτρι, +Ο ζευγουλάτης θένα βρει ξιφάρια φαγωμένα +Από τη σκουριά τη ροβή. Με τες βαρειές αξίνες +Κούφια μουριόνια θα χτυπά, και κόκκαλα τεράστια +Στανασκαμμένα μνήματα με θαμασμό θα βλέπει. + +Ω πατρικοί ντόπιοι θεοί, και Ρώμυλε και Εστία +Μητέρα που τον Τίβερη φυλάς και τα Παλάτια +Της Ρώμης, μη μποδίσετε τουλάχιστο το νέο +Τούτον εδώ τανάποδα τα χρόνια να συντρέξει! +Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμα +Της Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους, +Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του Ολύμπου +Τα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμα +Για τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιο +Αλλάχτηκε και τ' άδικο: κ' ήρθαν στον κόσμο τόσοι +Πόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν. +Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ' αλέτρι δεν τιμάει, +Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια, +Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουν +Σκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης, +Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουν +Οι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες. +Και ανεύλαβος λυσσομανά σ' όλον τον κόσμο ο Άρης, +Καθώς, όταν τα τέθριππα χυθούν από το κλείσμα, +Περσεύουν πάντα την ορμή, και τον αμαξολάτη, +Οπού του κάκου ανατραβά τα γκέμια, συνεπαίρνουν +Ταλόγατα και στα λουριά δεν πείθεται τ' αμάξι. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ. + + + +Της γης το δούλεμα ως εδώ, και τουρανού ταστέρια· +Και τώρα, Βάκχε, ψάλλω εσέ, και τα βεργά του λόγγου +Αντάμα σου, και της εληάς, που αξαίνει οκνά, το σόι. +Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ — εδώ πούνε τα πάντα +Γιομάτα από χαρίσματα δικά σου, που για σένα +Ο κάμπος, το χινόπωρο σταφύλια φορτωμένος, +Ανθεί, κι' αφρίζει στους ληνούς τους ξέχειλους ο τρύγος — +Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ, στο νέον το μούστο βούτα +Μαζή μου τα γυμνά μηριά σα βγάλεις τους κοθόρνους. + +Το πρώτο απ' όλα: στον πλασμό των δέντρων είνε η Φύση +Πολύτροπη· τι μερικά, χωρίς να τα αναγκάζει +Κανένας, από λόγου τους γεννιώνται, και τους κάμπους +Σκεπάζουν και τα φειδωτά ποτάμια· σα να ειπούμε: +Οι τρυφερές οι παλιουριές, τα λιγερά τα σπάρτα, +Οι λεύκες, κ' οι ασπρογάλανες ιτιές, που οι φυλλωσιές τους +Λαλούν. Και πάλι μερικά σαν πέσει σπόρος χάμου +Φυτρόνουν· όπως οι ψηλές οι καστανιές κι' ο πρίνος, +Που για το Δία των ρουμανιών φυλλομανά μεγάλος, +Ή και τα δέντρα που οι Γραικοί στοχάζονται μαντεία· +Κι' άλλα, καθώς οι κερασιές ή κι' ο φτεληάς, λογγάρι +Πετούν από τη ρίζα τους πυκνότατο· στον ίσκιο +Τον απλωτό της μάννας της τραναίνει η δαφνοπούλα. +Έδωκε η φύση στην αρχή τους τρόπους τούτους μόνο +Και πρασινίζει μ' αυτουνούς κάθε λογής ρουμάνι, +Κάθε λογής χαμόδεντρο και ταγιασμένα δάσα. +Είνε άλλοι που στο δρόμο της τους βρήκε η ίδια η πράξη: +Ο ένας φυτά από ταπαλό το σώμα των μαννάδων +Ξεσκλίζει και ποθόνει τα σ' αυλάκια· μες στο χώμα +Ο άλλος μπήγει τους κορμούς, ή και τεταρτιασμένα +Παλούκια, κι' από μυτερό σκληρόξυλο πασσάλους. +Καμπόσα δέντρα καρτερούν στον τόπο τους να κάμουν +Ζωντανεμένες φυταλιές, και των καταβολάδων +Οι ζαβωσιές με χώματα να πλακωθούν· καμπόσα +Τες ρίζες δε χρειάζονται, και ξέγνοιαστα ο κλαδούχος +Πάλι στη γης τα ξέκλωνα μπιστεύεται· και ρίζα — +Ω το παράξενο άκουσμα — ληίτσινη ξεπετάζει, +Όταν σκιστεί ο κουρούπαλος, τ' απόξερο το ξύλο. +Και θένα ιδούμε το συχνό τους κλάδους ενού δέντρου +Αζήμιωτα να γένονται κλαριά αλλουνού, να βγαίνουν +Στες αλλαγμένες αχλαδιές τα κεντρωμένα μήλα, +Και στες κρανιές τες γουλιερές δαμάσκηνα να ωρμάζουν. + +Εμπρός λοιπόν, ω δουλευτές, τα οργώματα, που πρέπουν, +Μαθαίνετε κατά σειρά και τους καρπούς τους άγριους +Μερώστε τους με τη δουλειά· τόποι ας μη μένουν χέρσοι. +Καλό είνε να φυτεύεται στον Ίσμαρον ο Βάκχος, +Και να ντυθεί με τες εληές ο Τάβυρνος ο μέγας. +Κ' έλα κ' εσύ, ω στολίδι μου, συ που δικαίως είσαι +Το πλιο μεγάλο μερτικό της δόξας μου, Μαικήνα, +Κυβέρνησέ με στ' ανοιχτό το πέλαγο πετώντας, +Κ' εσύ μαζή μου σύντρεχε τους αρχισμένους κόπους. +Στους στίχους μου δεν πιθυμώ τα πάντα ν' αγκαλιάσω, +Ούτε κι' αν είχα στόματα εκατό κ' εκατό γλώσσες +Και σιδερένια τη φωνή. Έρχου· σιμά στες πρώτες +Ακρογιαλιές αρμένιζε· κοντά μας είνε η ξέρη· +Εδώ δε θένα σε κρατώ με πλανερό τραγούδι +Και με μακρολογήματα κι' ατελείωτα προοίμια. + +Τα δέντρα που σηκόνονται στο φωτεινό βασίλειο +Μονάχα, αλήθεια ειν' άκαρπα, μα δυνατά κι' ωραία. +Μπόρεσες βέβαια κρούβονται στη γης· αλλά και τούτα, +Σα κεντρωθούν ή σα στηθούν σ' ανασκαμμένο λάκκο, +Έτσι αλλαγμένα, παραιτούν το φυσικό τους τ' άγριο, +Κι' αμέσως υποτάζονται στες τέχνες, που εσύ θέλεις, +Με τα συχνά δουλέματα. Και πράζει κι' όλας έτσι +Το δέντρο αυτό που στέρφικο βλασταίνει από τες ρίζες +Τες πλιο βαθειές, σα φυτευτεί στους ανοιχτούς τους κάμπους· +Τώρα της μάννας της ψηλής η φυλλωσιά κ' οι κλάδοι +Το ισκιάζουν και το ροδαμό του παίρνουν σα θ' αξήσει, +Και σα θα κάμει τον καρπό, το στίφουν. Μα τα δέντρα, +Που εγίνηκαν από σπορές ριγμένες, σιγοαξαίνουν +Κ' ίσκιο στα αγγόνια ταργητά θα κάμουν. Μπασταρδεύουν +Τα μήλα που τα πρώτα τους ζουμιά ξεχνούν· και βγάζουν +Τσαμπί τα κλήματα άσκημο, που τα πουλιά το βόσκουν. + +Για κάθε δέντρο φυσικά πολλοί θα πάνε κόποι: +Όλα σ' αυλάκια θα στηθούν αραδιαστά και πρέπει +Να μερωθούν με περισσές του δουλευτή φροντίδες. +Όμως οι εληές από κορμούς καλήτερα προκόβουν, +Ταμπέλια από ριγίσματα και από το πλέριο ξύλο +Της Αφροδίτης οι μυρτιές. Γεννιώνται από φυτάρια +Κ' οι δυνατές λεφτοκαρυές, κ' οι τρισμεγάλοι φράξοι, +Ως και το δέντρο το ισκερό, που του Ηρακλή στεφάνι +Έδωκε, κ' η βαλανιδιά του Χαονικού πατέρα, +Και τέλος όμοια γένονται κ' οι φοινικιές οι ολόρθες, +Και οι έλατοι που θένα ιδούν στη θάλασσα ατυχίες. +Μα στη ροβή την κουμαριά φελλιάζεται ρουκάνι +Κάρυνο, και φορτόνονται μήλα γερά οι πλατάνοι, +Και το τζιρούνι κάστανα, κι' ο όρνος ασπρουλιάζει +Με το λουλούδι το λευκό της απιδιάς, κ' οι χοίροι +Συχνά αποκάτου απ' το φτεληά συντρίβουν τα βαλάνια. +Μα κέντρωμα και μπόλιασμα δε γένονται το ίδιο: +Τι εκεί που ξεπετάζονται τα μάτια από τη μέση +Της φλούδας και τα μαλακά ποκάμισα ξεσκίζουν, +Γένεται ένα βαθούλωμα στενό στον ίδιον κόμπο, +Κι αυτού ένα φύτρο κλει κανείς παρμένο απ' άλλο δέντρο, +Και το μαθαίνει με το ογρό σωφλούδι να μυξώσει. +Και πάλι αρόζιαστοι κορμοί θε να κοπούν και δρόμος +Βαθειά στο πλέριο θ' ανοιχτεί με σφήνες, κ' εκεί μέσα +Τα καρπερά φελλιάσματα θένα μπηχτούν συνέχου. +Και δεν περνά πολύς καιρός και ξεπετιέται δέντρο +Μεγάλο προς τους ουρανούς με χρήσιμα κλωνάρια, +Και τες καινούριες φυλλωσιές δεν παύει να θιαμάζει +Μόνο του και τα οπωρικά που δεν είνε δικά του. + +Δεν είνε κι' όλας μιας λογής οι δυνατοί φτεληάδες, +Της Ίδας ο κυπάρισσος, οι ετιές κ' οι φυσαλλίδες, +Κι' όλες οι εληές οι λιπαρές την ίδια ειδή δεν έχουν, +Οι λιανοληές, οι χοντροληές ή κ' οι πρικές μυρτάδες, +Μήτε το κάθε οπωρικό κ' οι λόγγοι του Αλκινόου· +Δεν έχουν απαράλλαχτο βλαστάρι του Κρουστούμνου +Τ' απίδια και τα Συριακά και τα βαρειά δροσάτα· +Στα δέντρα μας δεν κρέμονται τα ίδια τα σταφύλια, +Που η Λέσβος από τες κλαδιές των Μήθυμνων τρυγάει. +Εινε άσπρα Μαρεωτικά και Θασιακά σταφύλια, +(Αρμόζουν κείνα στα παχειά τα χώματα και τούτα +Στα πλιο φτωχά) και Ψιθικά για το σταφιδοκράσι +Χρήσιμα, και λιανάρατα λαγωνικά, που πόδια +Θένα κλονίσουν κάποτε και γλώσσες θα μπερδέψουν, +Και άλικα και πρωτόλουγα. Και σε με τι τραγούδι +Θένα σε ψάλλω Ραιτικό; μα μη φιλονικήσεις +Γι' αυτό με κρασομάγαζα Φαλερνικά. Και κάνει +Κρασιά γερά κι' αχάλαστα τ' Αμενειακό το κλήμα, +Που ο Τμωλικός τα προσκυνά και των Φανών ο ρήγας. +Και υπάρχει και το μικροστό τ' Αργίτικο σταφύλι, +Που αντάμα του δε μάχεται κανένα για να δώσει +Τόσους χυμούς και δε βαστά τους χρόνους σαν εκείνο. +Και σε, Ροδίτη, που οι θεοί και τα στερνά τραπέζια +Σε δέχονται, χαρούμενα, δε θα σε λησμονήσω, +Και μήτε εσένα, Αγούμαστε, με τα παχειά τσαμπιά σου. +Μα δε βολεί να μετρηθούν πόσες λογές υπάρχουν, +Και πόσα είνε τα ονόματα· κι' ούτε να λογαριάσεις +Τον αριθμό δεν ωφελεί· κι' αυτός, που θα θελήσει +Να τον γνωρίσει, αποθυμά να ξέρει πόσους άμμους +Της θάλασσας της Λιβυκής ο Ζέφυρος ταράζει, +Ή, σύντα τα πλεούμενα χτυπάει δεινός ο Εύρος. +Πόσα πετιώνται κύματα στα Ιονικά ακρογιάλια. + +Και δε μπορούν σε κάθε γης τα πάντα να βλασταίνουν: +Στους ποταμούς γεννιώνται οι ιτιές και στους χοντρούς τους βάλ- + [τους +Οι σκλήθροι, κι' ο όρνος ο άκαρπος στα πετρερά τα όρη. +Κ' είνε οι μυρτιώνες στους γιαλούς πασίχαροι· και τέλος +Ο Βάκχος τες ανίσκιωτες ραχούλες αγαπάει +Και προτιμούν οι σμιλακιές βορηάδες και κρυάδες. +Ιδές τη γης που δουλευτές κοσμοακρινοί ημερόνουν, +Ιδές προς την Ανατολή τους τόπους των Αράβων, +Ιδές και τους χρωματιστούς τους Γελωνούς: τα δέντρα +Έχουν πατρίδες ξέχωρες. Γεννά μονάχη η Ινδία +Τον αμπανό το μελανό, και μοναχά οι Σαβαίοι +Έχουν τες λιβανόβεργες. Γιατί να σου αναφέρω +Τες ρώγες του αγκαθόδεντρου, που πάντα πρασινίζει, +Κι' ακόμα και τα βάλσαμα, που από το μυρωμένο +Το ξύλο ιδρόνουν; και γιατί της Αιθιοπίας τα δάση, +Που γραβανά τα καταντά το μαλακό μαλλί τους; +Και πώς οι Σήρες τα ψιλά σπιλίγγια ξεχτενίζουν +Από τα φύλλα, ή τι δρυμά φυτρόνουν στην Ινδία, +Πούνε σιμά στον Ωκεανό, κατάνακρο του κόσμου +Στρογγύλωμα, που εκεί η ριξιά της σαγιττιάς να φτάσει +Δε δύναται τα πλιο ψηλά του ανεμισμένου δέντρου, +Αν και ο λαός της δεν αργεί ταρκάσι να φορέσει; +Βγάζει η Μηδία ξυνόζουμα και την πολλήωρη γέψη +Του βλογημένου μήλου της, που γλιγωρότερά του, +Σύντα λικάζουν φοβερές οι μητρυιές τες κούπες +[Και σμίγουν με τα βότανα τα βλαβερά τα ξόρκια,] +Τίποτα τόσο δε βοηθά και τίποτα δε διώχνει +Από τα μέλη τ' άρρωστα τα σκοτεινά φαρμάκια. +Είνε τρανό το δέντρο αυτό και στην ειδή τη δάφνη +Μοιάζει πολύ, και θάτανε κ' εκείνο δάφνη, ανίσως +Τρογύρου του δεν έρριχτε μιαν άλλη μοσκοβόλια. +Ποτέ κανένας άνεμος δεν του ριπίζει φύλλα, +Και τ' άνθια του είνε κρατερά περσότερο παρά άλλα· +Το χνώτο και το στόμα τους. που ζαίνει, τα βαϊλεύουν +Μ' εκείνα οι Μήδοι κ' έλεξες γιατρεύουν των γερόντων. + +Μα ας μην παλεύει μήτε η γης η πάμπλουτη σε δάσα +Των Μήδων, μήτε κι' ο όμορφος ο Γάγγης, μήτε ο Έρμος, +Που τρέχει από το μάλαμα θολός, για τους επαίνους +Της Ιταλίας, ούτε κ' οι Ινδοί, κι' ούτε τα Βάκτρα, κι' όλη +Η Παγχαΐα με τους παχειούς λιβανοφόρους άμμους. +Τούτην τη γης δεν όργωσαν δαμάλια που εφυσούσαν +Φλόγες από ταρθούνια τους για να σπαρθούν τα δόντια +Ταφύσικου του χείλυδρα· κοντάρια και μουριόνια +Πυκνά ποτέ δεν πρόβαλαν σ' ανθρώπινα φυτάρια, +Μα τη γιομίζουν τα ζουμιά τα Μασσικά του Βάκχου +Και τα βαρειά τα οπωρικά, κι' οι εληές και τα κοπάδια +Τα πρόσχαρα σκεπάζουν την. Εδώθε του πολέμου +Το άτι στους κάμπους χύθηκε με το λαιμό ταψήλου· +Εδώθε το τρανώτερο σφαγάρι το δαμάλι, +Κλιτούμνε, κ' οι κατάλευκες κοπές, που στα νερά σου +Ταγιαστικά πολλές φορές λουστήκαν, οδηγούσαν +Στων αθανάτων τους ναούς Ρωμαϊκούς θριάμβους. +Εδώ είνε αδιάκοπη άνοιξη, κι' ακόμα καλοκαίρι +Σ' ανάντιους μήνες, δυο φορές γεννούν οι προβατίνες, +Και δυο φορές με τους καρπούς μας ωφελεί το δέντρο. +Μα λείπει και το τρομερό των λιονταριών το σόι +Κ' οι λυσσασμένοι τίγριδες· ποτέ τους μαζωχτάδες +Τους άτυχους δεν απατούν φαρμακερά βοτάνια, +Και δε διαβαίνει κατά γης, γοργά, τεράστιες γύρες +Μήτε με τόσο σύρσιμο δε γένεται κουλούρα +Το φείδι το λεπιδωτό. Και σμίξε κι' όλας τόσες +Χώρες ευγενικώτατες, και τη δουλειά των χτιρίων, +Και τόσα κάστρα, που έστησε το χέρι στα χαράκια +Τ' απόγκρεμα, και ποταμούς που βρέχουν στα θεμέλια +Ταρχαία τειχιά. Το πέλαγο να μελετήσω εκείνο, +Που από ταπάνου βρέχει την, ή τάλλο ταποκάτου; +Ή και τες τόσες λίμνες της; Εσέ, ω μεγάλε Λάριε, +Κ' εσένα που με κύματα φουσκόνεις, ω Βηνάκε, +Και με ροές θαλασσινές; Ή και να μελετήσω +Τες έπαρσες που εβάλθηκαν στο Λάκκο το Λουκρίνο, +Και τα λιμάνια, και τ' αφριά, που δυνατά βροντώντας, +Αγαναχτούν σ' εκείνο εκεί το μέρος, όπου αχάει +Την άρμη ξαναχύνοντας το Ιουλιανό το κύμα +Κι' ο σάλος μπαίνει ο Τυρρηνός στο στένωμα του Αόρνου; +Εκείνη κι' όλας ασημιού κατεβασιές μας δείχνει +Στες φλέβες της και μέταλλα χαλκού και το χρυσάφι +Πλήθιο στους τράφους της κυλά· κι' αυτή τ' αψύ το σόι +Τους Μάρσους, τη Σαβινιακή τη νεολαία, τους Ουόλσκους +Που με σουβλί αρματόνονται, το Λιγυρίτη κι' όλας +Που θρέφεται με τους καρπούς, εγέννησεν, εκείνη +Τους Λέκιους, και τους Μάριους, και τους τρανούς Καμίλλους, +Και τους σκληρούς στον πόλεμο Σκηπίωνες, και σένα, +Ω τρισμεγάλε Καίσαρα, που νικητής πλια τώρα, +Ξεδιώχνεις τον απόλεμον Ινδό μες της Ασίας +Τες τελευταίες ακρογιαλιές απ' τα καστριά της Ρώμης. +Γεια σου, μεγάλη των καρπών μητέρα, ω γης του +Μεγάλη μάννα των αντρών, για σένα τώρα αρχίζω +Πράμα παλαιόθε επαινετό και τέχνης έργο, πρώτος +Τολμώντας άχραντες πηγές ν' ανοίξω, και τραγούδι +Εγώ θα ψάλλω Ασκραϊκό στες χώρες των Ρωμαίων. + +Και τώρα για τα διώματα των χωραφιών θα λέω: +Οι δύναμες του καθενού ποιες είνε, ποιο το χρώμα, +Στο φυσικό του καθενού τι πράματα ταιριάζουν. +Και πρώτο οι ράχες οι κακές και τ' άτσαλα λιβάδια, +Όπου λευκάργες άκαρπες υπάρχουν και στρυνάρι +Σταγκαθερά τα γήπεδα, παλλαδικά ελαιοστάσια +Χαίρονται μακροζώητα· κι' απόδειξη είνε ο ληάστρος, +Που ξεφυτρόνει αρίφνητος σ' αυτούς τους ίδιους τόπους, +Κ' οι λαγγαδιές που με σπειριά λογγίσια είνε στρωμένες. +Μα τα παχειά τα χώματα, που από γλυκές ικμάδες +Γελούν: ο κάμπος που γεννά πολύ πυκνό χορτάρι, +Και πούνε πλούσιος τη σοδειά — καθώς συχνά στους λάκκους +Τους βαθουλούς κάθε βουνού τον βλέπουμε· όπου τρέχουν +Από τους βράχους τους ψηλούς οι ποταμοί που φέρνουν +Τες χούμουλες τες καρπερές — αυτός ο κάμπος, πούνε +Στο νότιον άνεμο ανοιχτός και που το βράχλο βγάζει, +Το μισητό από τάλατρο: — μια μέρα αυτός αμπέλι +Θα σου χαρίσει δυνατό, που θένα χύνει πλήθιον +Το Βάκχο, εκείνος καρπερός θενάνε σε σταφύλια. +Αυτός θα δίνει τα πιοτά που από χρυσά ποτήρια, +Χύνουμε, σαν ο Τυρρηνός ο σαρκερός σημαίνει +Το φίλντισί του, στους βωμούς σιμά, και σε πινάκια +Αδειάζουμε ολοστρόγγυλα τα σπλάχνα που καπνίζουν. +Αλλά α μοσκάρια και κοπές συ προτιμάς να βόσκεις, +Ή και τες γέννες των αρνιών, ή γίδια που αφανίζουν +Τες μερωσιές, τα λογγερά βουνά και του Ταράντου +Τα ξέμακρα τα καρπερά θένα ζητάς, ή βρίνες, +Όμοιες με κείνες που έχασεν η δύστυχη Μαντύη, +Που στο χλωρό τον ποταμό χιονάτους κύκνους θρέφει· +Εκεί ούτε βρύσες διάφανες ουδέ γρασίδια λείπουν +Για τα κοπάδια, κι' όσο τρων τα βώδια τες μεγάλες +Μέρες, σε μόνη μια νυχτιά μικρή το ξανακάνει +Η κρύα δροσιά. Συχνότατα το χώμα πούνε μαύρο +Και πούνε κι' όλας ξυγγερνό σαν τ' άλατρο το σκίζει, +Κ' είνε στο βάθος του σαπρό, (εμείς καλλιεργώντας +Αυτό βέβαια αντισκόνουμε), ταιριάζει κάλλιο απ' όλα +Για στάρια. Απ' άλλο δε θα ιδείς λιβάδι να γυρίσουν +Πλειότερα αμάξια με οκνηρά δαμάλια σπίτι πάρεξ +Εδώθε, ή κι' όθε ο αλατρευτής ο αράθυμος λογγάρι +Κουβάλησε και τα δεντρά τανέφελα για χρόνια +Έρριξε και με τους κορμούς τους χαμηλούς ταρχαία +Τα σπίτια των πετούμενων εγκρέμισε. Ταψήλου +Εκείνα τότες τες φωληές αφίνοντας πετάξαν, +Μα ο αδρύς ο κάμπος έλαμψε με το γυννί σκισμένος. +Τι μόλις δεντρολίβανο των μελισσών χαρίζει +Και ψωροδάφνες χαμαειδές στα πλάγια η στρυναρόγης +Η νηστικιά· κι' ο γριτσερός ο τούφος, κ' η λευκάργα +Που οι χείλυδρες οι μελανοί την κατατρών, καυκιώνται +Πως άλλος κάμπος όμοια τους γλυκειά θροφή δε δίνει +Κι' απόζαβους δεν προβοδά κρουψιώνες για τα φείδια. +Κ' η γης που αχνούς πετούμενους και σύγνεφο αναδίνει +Ψιλό, και πίνει το νερό και σα θελήσει πάλι +Το ξαναβγάζει μόνη της, που πάντα με δικό της +Ντύνεται καταπράσινο γρασίδι και δε βλάφτει +Με ρόβιασμα το σίδερο και με σκουριά χαλάστρα, +Αυτή μια μέρα το φτεληά θενά σου περιπλέξει +Με κλήματα χαρούμενα, λαδιάρικη είνε εκείνη, +Και πως αύτη είνε βολικιά για πρόβατα θα νοιώσεις +Οργόνοντας, κ' υπόμονη στ' αγγυστρωτό τ' αλέτρι. +Τέτοια υννιατίζει χώματα κ' η πάμπλουτη Καπύη, +Κ' οι τόποι που τα διάσελλα του Βεσουβίου γγίζουν, +Κι' ο ποταμός πούν' άδικος στες έρημες Αχέρρες. +Τώρα θα ειπώ πως κάθε γης μπορείς ν' αναγνωρίζεις: +Αν είνε ανάλαφρη ζητάς ή αν είνε πάρα πλέρια; — +Γιατί προκόβουν τα σπαρτά στη μια στην άλλη ο Βάκχος, +Στην πλέρια κάλλιο η Δήμητρα, στην αλαφριά ο Λυαίος· — +Το πρώτο με τα μάτια σου το μέρος θα διαλέξεις, +Και θα προστάξεις να σκαφτεί στην κορασίδα λάκκος, +Και πάλι όλα τα χώματα θα ξαναρρίξεις μέσα +Και με τα πόδια στην κορφή θενά τα ισιοβολήσεις· +Ανίσως λείψουν, αλαφρύ το ημέρωμα θενάνε, +Για πρόβατα πλιο ταιριαστό και θρεφτικά σταφύλια, +Μα ανίσως και στον τόπο τους να ξαναπάν δε θέλουν, +Και σαν οι μούρσες γιομιστούν περσέψει η γης, χωράφι +Βαρύ θα γένει· λιπαρές απανωσιές και σβώλους +Κακόβγαλτους περίμεινε, και σκίσε με δαμάλια, +Άξια τη γης. Μα ταρμυρό το χώμα, που το κράζουν +Πρικό, πουν' ατυχώτατο για τους καρπούς (εκείνο +Μ' όργωμα δε μερόνεται, μηδέ το σόι του Βάκχου +Φυλάει, μηδέ του οπωρικού τόνομα) τέτοιο δείγμα +Θα δώκει: — Από το στέγασμα το καπνιστό καλάθια +Πυκνόπλεχτα και σταφυλιών κατέβασε στραγγίστρες, +Κι' αυτού το χώμα το κακό πιλάχτησε ως το χείλο +Και ρουσικά γλυκόνερα μαζή. Θε να ξεφύγει +Το νέρωμα όλο θετικά και θα διαβούν μεγάλες +Σταλαγματιές ανάμεσα στες βέργες τες πλεγμένες, +Μα η γέψη θάνε φανερό γνώρισμα και το στόμα +Τάχαρο των δοκιμαστών πρικάδα θα ζαβώσει. +Κι' ομοίως ποια γης είνε παχειά γνωρίζουμε σε τούτον +Τον τρόποι δε σκορπά ποτέ, στα χέρια όταν την πλάθεις, +Μα σου κολλά στα δάχτυλα, κρατώντας την, σαν πίσσα. +Θρέφει χορτάρια πλιο τρανά η ογρή, και μάλιστα είνε +Περσότερο από το σωστό καλόρεχτη· αχ εκείνη +Για με ας μην είνε καρπερή πάρα πολύ και πάρα +Δυναμωμένη ας μη δειχτεί στα πρώτα της αστάκια! +Ποια είνε βαρειά και ποια αλαφρυά το ίδιο της το βάρος +Αμίλητα το μολογά· κι' αμέσως με το μάτι +Η μαύρη ξεχωρίζεται και κάθε μιας το χρώμα, +Αλλά είνε δύσκολο να βρεις τη δολερή κρυάδα: +Ως τόσο μόνο οι σμιλακιές, οι βλαβερές, κ' οι πεύκοι, +Κ' οι κίσσερες οι μελανοί τα χνάρια της σου δείχνουν. + +Αφού σε τούτα επρόσεξες, θυμήσου ν' αναβράσεις +Πολύ πρωτήτερα τη γης και να σουδοκοπήσεις +Τα τρισμεγάλα τα βουνά, και στο βορηά τους σβώλους +Πρωτήτερα τανάσκελα ν' απλώσεις, πριν ριγίσεις +Πρόσχαρο γένος αμπελιού. Πολύ καλοί είνε οι κάμποι +Με τα σαπρά τα χώματα: κι' αυτό το κατορθόνουν +Οι αέριδες κ' οι παγερές πάχνες κι' ο νευρωμένος +Σκαφτηάς ανασκαλεύοντας τονιές ξεσφαλλισμένες. +Ανίσως κι' όλας μερικοί δεν αμελούν καμίαν +Έγνοια, πρωτήτερα ζητούν παρόμοιος νάνε ο τόπος, +Όπου το πρώτο το φυτό των δέντρων ετοιμάζουν, +Μ' εκείνον που θα τα δεχτεί σε λίγο χωρισμένα, +Μήπως τη μάννα που άλλαξε δε στρέξουν να γνωρίσουν. +Ως και το μέρος τουρανού στη φλούδα σημαδεύουν, +Για να στηθεί κάθε δέντρο στον τρόπο που εστεκότουν, +Με το ίδιο μέρος να βαστά τα κάματα του Νότου +Με το ίδιο μέρος να γυρνά τες πλάτες του στον πόλο· +Τόσο μπορεί το μάθημα στην τρυφερή ηλικία. +Και πρώτα απ' όλα ρώτησε που πρέπεται ταμπέλι +Να φυτευτεί· καλήτερα στες ράχες ή στο σιάδι· +Κι' α λιβαδιού θρεφτάρικου διαλέξεις τα χωράφια, +Φύτευε τότες τες κλαδιές πυκνές· πλιο οκνός ο Βάκχος +Δε γένεται με την πυκνή καρποφόρα· κι' αν πάλι +Διαλέξεις ένα γήπεδο ροβολητό με ράχες +Ή και βουνάκια πλαγιαστά, στα ορδίνια δώκε χάρη. +Μα πάντα οι δρόμοι, που λοξά τους κόβουν άλλες στράτες, +Θε νάνε τέλεια ταιριαστοί στα φυτεμένα δέντρα. +Κι' όπως, όταν τες σπείρες της ξεδίπλωσε του μάκρου +Η λεγεώνα για τρανόν αγώνα και τασκέρι +Εστάθηκε στον ανοιχτόν τον κάμπο κ' οι γραμμές του +Είν' ίσιες, κι' από το χαλκό που αστράφτει κυματίζει +Μακρόθε η γης ολάκερη, κ' οι τρομερές οι μάχες +Ακόμα δεν εμάνισαν, μα ανάμεσα στα όπλα +Περιπλανιέται δίβουλος ο Άρης, έτσι οι δρόμοι, +Που ολούθε θάνε ομοίως πλατειοί, θα διαχωρίζουν όλα. +Κι' όχι για νάβρει μοναχά στην αδειανή τη θέα +Κάποια ξεφάντωση η ψυχή, αλλά γιατί δε δίνει +Αλλοιώς τες ίδιες δύναμες η γης σε κάθε κλήμα, +Και δε θα μπόρειαν οι κλαδιές ν' απλώσουν μέσα στάδεια. + +Ίσως ρωτάς τι βάθωμα ταυλάκια πρέπει νάχουν; +θα τόλμουνα να μπιστευτώ το κλήμα σε σαϊττάρι +Στενό· το δέντρο μπήγεται βαθύτερα στα σπλάχνα +Της γης, κι' ο πρίνος μάλιστα, που όσο με την κορφή του +Στου αιθέρα απλόνει τες πνοές, και με τη ρίζα τόσο +Έρχεται προς τα Τάρταρα· γι' αυτό μήτε ο χειμώνας, +Μήτε βροχάδες κι' άνεμοι δε θα τον ανασπάσουν, +Αλλά θα μείνει ασάλευτος και θένα καταβάλει +Στο δούρημα πολλότατους απόγονους κ' αιώνες. +Αφίνοντας πολλές γενιές ανθρώπων να διαβαίνουν, +Και τότες πέρα απλόνοντας τα μπράτσα και τους κλώνους +Τους δυνατούς, ολόγυρα τον απεικό τον ίσκιο +Αυτός στη μέση στέκοντας βαστά με τον κορμό του. + +Ταμπέλι ας μη σου προσκυνά τον ήλιο που καθίζει, +Κι' ανάμεσα στα κλήματα λεφτοκαρυές μη βάλεις. +Και μη διαλές τες πλιο ψιλές βεργούλες και μη σπάσεις +Ρίγια από τα ψηλότερα του δέντρου (τόσος είνε +Της γης ο πόθος). Τα φυτά μη βλάφτεις με λεπίδι +Πατσό και κλώνους αγριλιού στη μέση μη φυτεύεις, +Τι οι ξέφρονες οι πιστικοί συχνά να πέσει αφίνουν +Φωτιά, που πρώτα κλέφτικα στη λαδερή τη φλούδα +Κρουμμένη, ανάφτει τους κορμούς και παίρνοντας τα φύλλα +Βροντά απεικά στον ουρανό κι' απεκείθε ακλουθώντας +Στους κλάδους και στες υψηλές κορφάδες βασιλεύει +Νικήτρα, κι' όλο το δέντρο τυλίγει με τες φλόγες, +Κι' από την πίσσινη καπνιά πυκνό, μελανιασμένο +Γνέφι πελλεί στους ουρανούς, και μάλιστα αν φουρτούνα +Πέσει στα δάσα από ψηλά, και συμμαζέψει ο αέρας +Τες πυρκαϊές και φέρει τες· και σύντα γένει τούτο +Από τη ρίζα δε φελούν και να συνέρθουν πάλι +Τα κούρβουλα που εκόπηκαν δε δύνανται, και μήτε +Όμοια και πάλι από τη γης να πρασινίσουν· μένει +Ταγρίλι μόνο τάχαρο με τα πρικά τα φύλλα. + +Κανένας συμβουλάτορας ας μη σε καταπείσει, +Όσο κι' αν είνε γνωστικός, τους κάμπους τους πημένους +Χ' ανασκαλέψεις, σα φυσά Βορηάς, γιατί ο χειμώνας +Τότες με πάγο κατακλεί τη γης και δεν αφίνει +Τη ρίζα που μορφόνεται, σύντα θαφτεί το ρίγι, +Μέσα στο χώμα να μπηχτεί. Την κοκκινοβαμμένη +Την άνοιξη, σαν έρχεται το κάτασπρο λελέκι, +Που το μισούν τα μακρουλά τα φείδια, τότες είνε +Η πλιο καλήτερη εποχή για να φυτέψεις κλήμα, +Ή και με του χινόπωρου τες πρώιμες κρυάδες, +Όταν ο ήλιος ο γοργός δε γγίζει ακόμα τάστρα +Της χειμωνιας με τάλογα, κ' έχουν περάσει οι κάψες. +Η άνοιξη ξεχωριστά στες φυλλωσιές των δέντρων, +Η άνοιξη είνε χρήσιμη στο λόγγο. Η γης φουσκόνει +Την άνοιξη κι' αποζητά τους όρους που βλητρόνουν. +Τότες ο παντοδύναμος Αιθέρας, ο πατέρας, +Στον κόρφο της χαιράμενης συμβίας του κατεβαίνει +Με τες βροχές τες καρπερές, και θρέφει κάθε βλάστα, +Ο μέγας που ανταμόνεται με το κορμί το μέγα. +Και τότες από τα πουλιά τα λάλα αχολογάνε +Τα ξακρισμένα τα βεργά και τα κοπάδια τότες +Την Αφροδίτη αποζητούν στες διορισμένες μέρες. +Γεννοβολά το θρεφτικό χωράφι, και στες αύρες +Τες χλιαρές του Ζέφυρου τον κόρφο η γης ανοίγει. +Χυμός καινούριος περισσός είνε σε κάθε δέντρο. +Στες νέες λιακάδες άφοβα μπιστεύονται τα φύτρα. +Δεν τρέμει ταμπελόκλαρο μην ο νοτιάς φυσήσει, +Ή τες βροχάδες που οδηγούν στον ουρανό βορηάδες +Τρανοί, αλλά μάτια ξεπετά κι' ανοίγει όλα τα φύλλα. +Λέγω πως δεν ανάφαναν στην πρώτη αρχή του κόσμου +Που εγένοτουν, αλλοιώτικες ημέρες και δεν είχαν +Άλλη σειρά. Ήταν άνοιξη· την άνοιξη η μεγάλη +Σφαίρα εχαιρότουν, τες πνοές τες κρύες αντικρατούσαν +Οι Εύροι, σαν ερούφηξαν το φως τα ζα τα πρώτα, +Και των ανθρώπων πρόβαλε το χωματένιο γένος +Από τη γης τη χέριση την κεφαλή, και τάστρα +Στους ουρανούς ερρίχτηκαν και τα θεριά στους λόγγους. +Δε θα μπορούσαν ταπαλά φυτάρια να βαστάξουν +Τους κόπους τους τους τωρεινούς, α δεν έρχότουν τόσος +Αναπαμός ανάμεσα στο κρύο και στην κάψα, +Κ' η καλωσύνη τουρανού τη γης δεν περικλειούσε· +Μένει και τούτοι ολόγυρα στα ρίγια που ζουλίζεις +Στους κάμπους, σκόρπα κοπριές παχειές, όποια κι' αν είνε, +Κ' έχε στο νου σου με πολλούς χωμούς να τα σκεπάσεις, +Ή θάψε πέτρες πιοταριές, ή γριτσερά κοχύλια, +Τι ανάμεσό τους τα νερά ξεφεύγουν, κ' ένα αέρι +Μπαίνει ψιλό, και τα φυτά θυμόνουν, και βρεθήκαν +Καμπόσοι που από πάνουθε τα πλάκωσαν με γούλους, +Κι' άλλοι με βάρος κουρουπιού πολύ τρανού· κι' αυτό είνε +Αρματωσιά για τες δαρτές βροχές· αυτό, σα σκάζει +Τη γης, που η δίψα τη νικά, ο καυτερός ο Σκύλος. + +Κι' αφού οι κλαδιές ριγίστηκαν ακόμα σου απομένει, +Τη γης ν' ανοίγεις το συχνό τρογύρου στα κεφάλια. +Και ν' αναρρίχνεις τη σκληρή δικέλλα ή να δουλεύεις +Βαθειά το χώμα μ' άλατρο, κι' ανάμεσα στα ίδια +Τ' αμπέλια, τα καματερά, που αγαναχτούν, να στρίφεις· +Να τες ταιριάσεις έπειτα στ' ανάλαφρα καλάμια +Σε βέργινα γδαρτά ραβδιά, σε φράξινα παλούκια, +Σ' αδρυά δικράνια, που σ' αυτών τες δύναμες θα μάθουν +Τα κλήματα να στηριχτούν και ν' αψηφούν ανέμους +Και ν' ανεβούν πατώματα στους τρίψηλους φτεληάδες. +Κι' όταν το πρώτο το κλαρί με φυλλωσιά καινούρια +Αξαίνει, πρέπει να φυλάς τες τρυφερές τες άκρες, +Κι' όταν ο πρώτος ο βλαστός στες αύρες ανεβαίνει +Και ρίχνεται στον ουρανό με τα λουριά ντωμένα, +Δεν πρέπει με του κοπιδιού την κόψη να τες γγίξεις, +Αλλά κρατώντας γυριστά τα χέρια σαν αγκύστρια. +Καμπόσα φύλλα θένα σπας για να τα ξαναρηόνεις· +Και σαν το κλήμα ηλικιωθεί και το φτεληά αγκαλιάσει +Με το χοντρό το κούτσουρο, τα ξώκλαρά του τότες +Κόβε και τότες σμίκραινε τες πλαγεινές τσαμπούνες, +(Το έσκιαζε πριν το σίδερο) κυριάρχησέ το τώρα +Σκληρά, και μάσε τες κλαδιές που γένονται μυζήτες. + +Και φράχτες πλέξε ολόγυρα, και βάστα κάθε ζώο +Μακρυά, σα μάλιστα ο φλαστός είνε χολός ακόμα, +Κ' είνε στα πάθια αμάθητος τι δεν τον περιπαίζουν +Μόνο οι χειμώνες οι άδικοι κι' ο δυνατός ο ήλιος, +Μα και λογγίσια αγριόβωιδα και γίδες κυνηγήτρες, +Βόσκει τον και το πρόβατο κ' η αχόρταγη αγελάδα. +Και τόσο δεν τον έβλαψαν ποτέ τους οι κρυάδες +Με πάχνες ασπρουλιάρικες που πήγουν, μήτε οι κάψες +Που αβάσταχτες στ' απόξερα χαράκια πέφτουν, όσο +Κείνα τα ζα και του σκληρού δοντιού τους το φαρμάκι +Και το σημάδι της πληγής στη δαγκαμένη δράνα. + +Τον τράγο σ' όλους τους βωμούς δε σφάζουν γι' άλλο κρίμα +Στο Βάκχο, και τα παλαιά δραματικά παιγνίδια +Δεν ανεβάζουν στη σκηνή. Το γένος του Θησέα. +Σε σταυροδρόμια και χωριά, τον έδινε βραβείο, +Κι' αδειάζοντας χαιράμενο κρασόκουπες πηδούσε +Μες στα λιβάδια ταπαλά σ' ασκιά αλειμμένα λάδι. +Αλλά κ' οι Αυσόνιοι γεωργοί, που από την Τροία βγήκαν, +Παίζουν με στίχους άτεχνους και γέλοια δίχως μέτρο, +Και προσωπίδια σκιαχτερά σε φλούδες σκαλισμένα +Φορούν, και κράζουν, Βάκχε, εσέ με πρόσχαρα τραγούδια, +Κ' είδωλα σειούμενα κρεμούν στον υψηλόν τον πεύκο. +Γι' αυτό με πλήθιο κάρπισμα μεστόνει κάθε αμπέλι, +Γιομίζουν οι γυρτές λακκιές και τα βαθειά φαράγγια, +Κι' όθε ο θεός περίστρεψε το τίμιο το κεφάλι. +Λοιπόν, θα λέμε, ως πρέπεται, με πατρικά τραγούδια +Στο Διόνυσο τες δόξες του· και πήτες και πινάκια +Θα φέρνουμε, και στο βωμόν ο τράγος ο αγιασμένος +Θα στέκει, από το κέρατο φερμένος, και σε σούβλες +Λεφτοκαρένιες τα παχειά θα ψένουμε τα σπλάχνα. + +Για το συγύριο του αμπελιού δουλειές υπάρχουν κι' άλλες, +Που ολότελα δε σώνονται ποτέ: γιατί στο χρόνο +Και τρεις και τέσσερις φορές θε ν' ανοιχτεί το χώμα, +Και με τους σκούλους δικελιού θε να τριφτούν οι σβώλοι +Πάντα, και θα αλαφραίνεται το κάθε περιβόλι +Από το βάρος του κλαριού. Γυρίζοντας σε κύκλο +Οι κόποι για τους δουλευτές ξανάρχονται, κι' ο χρόνος +Πάνου στα χνάρια του κυλά γύρου στον εαυτό του. +Και για καιρό αφού ερείπισε ταμπέλι το στερνό του +Φύλλο κι' ο κρύος ο Βορηάς το στόλισμα του λόγγου +Εμάδησε, τες φαντασιές ο ράθυμος χωριάτης +Στο χρόνο τον ερχάμενον απλόνει και απηχάει +Τα κλήματα τα ολόγυμνα με το γυρτό το δόντι +Του Κρόνου και κλαδεύοντας και κόβοντας τα σιάζει. +Πρώτος τη γης ανάσκαφτε, πρώτος τα ξακρισμένα +Κοψίδια κάψε, φύλαγε τους πάλους σπίτι πρώτος. +Ύστερος τρύγα. Δυο φορές στους αμπελώνες ίσκιοι +Ντρυμόνονται, και δύο φορές με τα πυκνά ταγκάθια +Το χόρτο ντύνει τες φυτειές· βαρειές δουλειές κι' οι δύο· +Το μέγα χτήμα επαίνεσε, το λίγο καλλιέργα. +Στους λόγγους κι' όλας τα τραχειά βεργιά του αγριομύρτη +Και το καλάμι κόβεται στων ποταμών τους όχτους, +Και για τες άγριες ιτιές δεν ησυχάζουν οι έγνοιες. +Εδέθηκε το κλήμα πλια, για τα δεντράκια τώρα +Το κλαδευτήρι είν' άχρηστο, και τραγουδά ο κλαδούχος, +Αφού τους ύστερους δομούς συγύρισε, στην άκρη, +Μα η γης δε θέλει αναπαμό, και σκόνες θα σηκόνεις +Και τες βροχές θα σκιάζεσαι για το σταφύλι τ' ώρμο. + +Οι εληές αντίς καλλιεργημό κανέναν δε χαλεύουν, +Αφού κολλήσουν μια φορά στο χώμα και στ' αέρι +Μάθουν, δρεπάνι γυριστό και δυνατές αξίνες +Δεν περιμένουν, μόνη η γης χυμό αρκετό τους δίνει, +Σαν ανοιχτεί με τη ζαβή τη δίκοπη και πλήθιους +Καρπούς, ανίσως με γυννί. Θα κουναρείς για τούτο +Το λαδερό το εληόδεντρο, που αρέσει της Ειρήνης. + +Έτσι και τα καρπούσιμα τα δέντρα, σα γρικήσουν +Δυναμωμένους τους κορμούς, και μπόρεσες δικές τους +Λάβουν, γοργά με δύναμη δική τους προς ταστέρια +Πετιώνται και το βόηθειο μας καθόλου δε γυρεύουν. +Παρόμοια κι' όλας με καρπούς κάθε δρυμό βαραίνει. +Και κοκκινίζουν χέρισες των όρνιων οι κουρνιάστρες +Με τα αιματένια τα σπειριά· κουρεύονται τριφύλλια, +Και τα ρουμάνια τα ψηλά μας προβοδούν τες δάδες, +Που θρέφουν της νυχτός τες στιες και χύνουν φως τρογύρου. +Και να διστάζουν οι άνθρωποι να σπέρνουν κ' έγνοιες νάχουν! +Τι τα τρανώτερα να ειπώ; Τα ταπεινά τα σπάρτα, +Κ' οι ετιές, σταρνιά το φύλλο τους, ισκιά στον κοπαδιάρη +Χαρίζουν, φράχτες στα φυτά και βόσκισμα για μέλι· +Κ' είνε χαρά τον Κύτωρο, που κυματοκοπάει +Απ' τα πυξάρια, να θωρείς, και τα δρυμά που βγάζουν +Την πίσσα τη Ναρυκιακή· χαρά να βλέπεις κάμπους, +Που δε χρειάζονται τσαπιά και κανενού φροντίδες. +Οι λόγγοι κι' όλας οι άκαρποι στο χτένι του Καυκάσου, +Που οι Εύροι πάντα μανιακοί τους θραύουν και τους παίρνουν. +Ή τονα ή τάλλο γέννημα μας δίνουν: δίνουν ξύλο +Χρήσιμο· για πλεούμενα τους πεύκους· κυπαρίσσια +Και κέδρους για τα σπίτια μας. Τορνεύουν για τες ρόδες +Εκείθε αχτίδες οι γεωργοί, και γι' άμαξες τροχάλια, +Και για καράβια απόζαβες καρήνες ετοιμάζουν. +Γεννούν πλεχτόβεργες οι ετιές, και φυλλωσιά οι φτεληάδες. +Από μερτσίνες γένονται λογής κοντάρια, κ' είνε +Καλές για πόλεμο οι κρανιές, λεβδίζουν για δοξάρια +Της Ιτουραίας οι σμιλακιές, και ταλαφρό φλαμούρι +Και το πυξάρι, που λαμπρό το κάνει ο τόρνος, παίρνουν +Μορφές, αφόντις σκαλιστούν μ' ακονισμένο ατσάλι. +Οι σκλήθροι πλεν στ' ορμητικό το κύμα, αφού ερριχτήκαν +Στον Πάδο, τα κουβέλια τους οι μέλισσει τα κρούβουν +Σε σάπιους πρινοκούφαλους και κουφωμένες φλούδες. +Τι έφεραν όμοια αξιόλογο τα Βακχικά τα δώρα; + +Ο Βάκχος κι' όλας έδωκε την αφορμή στο κρίμα, +Με θάνατο τους κένταυρους, το Ροίτο και το Φόλο +Και τον Υλαίο κατάβαλε, που τούτος τους Λαπίθες +Φοβέρισε σηκόνοντας τη στάμνα τη μεγάλη. + +Ω τρισμακάριστοι οι γεωργοί σαν ξέρουν ταγαθά τους! +Η ίδια η γης δικαιότατη τους χύνει από το χώμα +Εύκολη ζήση, μακρυά από τα διχόγνωμα όπλα. +Ψηλό παλάτι, με μπασιές περήφανες, την κάθε +Αυγή, α για κείνους δεν ξερνά χαιρετιστάδων πλήθος +Απ' όλες του τες κάμαρες, κι' ορθούς πλουμιδισμένους +Με ωραίο μπαγά α δε λαχταρούν, και ντυμασιές κλεισμένες +Στο μάλαμα, και χάλκωμα της Κόρινθος, κι' αν τάσπρο +Μαλλί δε βάφουν πορφυρό στ' Ασσυριακό φαρμάκι, +Κι' α με κανέλλα δε χαλούν του αγνού λαδιού τη χρήση, +Μα δεν τους λείπει η ξέγνοιαστη γαλήνη, δεν τους λείπει +Ζωή με πλούτη μπόλικα, που πλάνες δεν κατέχει· +Μα δεν τους λείπει η ανάπαψη στους διάπλατους τους κάμπους, +Σπηλιές, και λίμνες ζωντανές, τα παγερά τα Τέμπη. +Και των βωδιών το μούγγρισμα, και στες ισκιές των δέντρων +Ύπνοι γλυκοί. Εκεί βρίσκονται θεριών μονιές και λόγγοι +Και νεολαία εργατική στο λίγο μαθημένη· +Εκεί γιορτάζουν τους θεούς και σέβονται τους γέρους. +Και φεύγοντας από τη γης τα τελευταία τα ζάλα +Ανάμεσό τους έκαμεν η θεία Δικαιοσύνη. + +Εγώ το πρώτο επιθυμώ να με δεχτούν οι Μούσες, +Που πριν απ' όλα είνε γλυκές και ιερουργός τους είμαι +Από μεγάλον έρωτα για κείνες χτυπημένος, +Και να μου μάθουν τουρανού τους δρόμους και ταστέρια, +Του ήλιου τα σκοτίσματα, του φεγγαριού τα πάθη, +Πώς γένονται οι σεισμοί στη γης, πώς τα βαθειά πελάγη +Φουσκόνουν, τα προχώματα χαλώντας, και καθίζουν +Πάλι στον τόπο τους, γιατί της χειμωνιάς οι ήλιοι +Βιάζονται τόσο να σβυστούν στον Ωκεανό και τέλος +Ποια χασομέρια αντικρατεί τες άργητές τες νύχτες. +Αλλά α, για να μη δύναμαι να μπω σ' αυτά μέρη +Της φύσης, το αίμα αντισταθεί στα φυλλοκάρόια κρύο, +Βρύσες ποτίστρες λαγγαδιών θα χαίρομαι και κάμπους +Και ποταμούς αδόξαστος θένα αγαπάω και λόγγους. +Ω εσείς λιβάδια πού είσαστε, και Σπερχειέ, και πού είσαι +Ταΰγετε όπου οι Λάκαινες παρθένες οργιάζουν! +Ω ποιος στου Αίμου τες λακκιές τες κρύες θα με ποθώσει, +Και με ίσκιους κλώνων απεικούς ποιος θένα με σκεπάσει; +Χαρά στον όπου μπόρεσε να μάθει τες αιτίες +Απ' όλα, και που επέταξε στα πόδια του τον κάθε +Φόβο την ασυγκίνητη τη μοίρα και τον κρότο +Του Αχέροντα. Καλότυχος κ' εκείνος που γνωρίζει +Τους ξεχωρίτες τους θεούς, τες αδερφάδες Νύμφες, +Τον Πάνα και το γέροντα Σιλβάνο· δε λυγίζουν +Εκείνον οι βασιλικές πορφύρες, μήτε οι βέργες +Της εξουσίας του λαού, μήτε η διχογνωμία +Που ανακατόνει τ' άπιστα ταδέρφια, μήτε ο Δάκας +Σαν οχ τον Ίστρο κατεβεί το συνωμότη, μήτε +Της Ρώμης τα πολιτικά και τα πεσμένα κράτη. +Για πένητα δεν πόνεσε σπλαχνιούμενος εκείνος. +Μήτε τον πλούσιο εφτόνεσε, μα τους καρπούς που οι κλώνοι +Κ' οι κάμποι δίνουν μόνοι τους, καλόβουλοι, τρυγάει, +Και δε γνωρίζει του λαού τες χαρτοθήκες, μήτε +Την αγορά την άτσαλη και τα σκληρά κριτήρια. +Άλλοι το κύμα το τυφλό με τα κουπιά ταράζουν, +Ρίχνονται στ' άρματα, σ' αυλές ντρυμόνουν και κατώφλια +Βασιλικά· μ' αφανισμό τη χώρα φοβερίζει +Και τους σπιτίσιους τους θεούς τους δύστυχους εκείνος, +Για νάχει στρώμα Τυριακή πορφύρα και να πίνει +Από πετράδι· και στη γης τα πλούτη του άλλος κρούβει. +Και σαν κλωσσώντας κάθεται το χρήμα το θαμμένο, +Τούτος θαμπόνεται μπροστά στο βήμα ξυπασμένος. +Κι' άλλος χειροκροτήματα στο θέατρο γρικώντας — +Και πατρικίων και λαού — συνεπαρμένος χάσκει· +Κι' άλλοι ζητούν χαρούμενοι, κάτουθε απ' άλλον ήλιο, +Πατρίδα με αίμα αδερφικό βαμμένοι και ξαλλάζουν +Μ' εξορισμό την κατοικιά και το γλυκό το σπίτι. +Τη γης δουλεύει ο γεωργός με το γυρτό ταλέτρι, +Απόκει το συνέμπασμα του χρόνου, κυβερνάει +Απόκει την πατρίδα του και τους μικρούς θεούς του, +Και τες κοπές του και, καθώς τους πρέπει, τα δαμάλια. +Και δεν υπάρχει αναπαμός ή με καρπούς ο χρόνος +Γιομίζει, ή με των κοπαδιών τη γέννα ή με φουφούλες +Αστάκια Δημητριακά, και με το δόσιμό τους +Φορτώνει τ' αυλακώματα και ξεχειλά τ' αμπάρια· +Αλέθονται στα λητρουβειά, σαν έρχεται ο χειμώνας +Της Σικυώνας τα σπειριά, κι' από το βαλανίδι +Χαρούμενα τα μοχτερά ξανάρχονται στο σπίτι, +Και δίνουν τότε οι κουμαριές τα κούμαρα στους λόγγους. +Προσφέρνει το χινόπωρο λογιών καρπούς και βράζει +Ήμερος τρύγος στα ψηλά, σε βράχους ηλιασμένους: +Κι' ως τόσο τέκνα ολόγυρα στο στόμα του πατέρα +Γλυκά κρεμιώνται, την τιμή φυλάει το αγνό το σπίτι, +Των αγελάδων τα βυζιά γαλατερά προβάλλουν. +Και τα θρεμμένα τα τραγιά στο πρόσχαρο γρασίδι +Μ' αντικρυσμένα κέρατα παλεύουν σύνατά τους. +Αυτός γιορτάζει τες γιορτές και πλαγιαστός στο χόρτο. +Όπου τη στάμνα οι σύντροφοι στολίζουν με στεφάνια +Γύρου στη στια καθούμενοι, σε κράζει και σου χύνει +Κρασί, Ληναίε, και στους βοσκούς αγώνισμα προβάλλει +Να σημαδέψουν το φτεληά με το γοργό κοντάρι. +Και για το ξεχωρίτικο το πάλεμα γυμνόνουν +Τούτοι τ' απόσκληρα κορμιά. Τέτοια ζωή οι Σαβίνοι +Αγάπησαν οι παλαιοί στους περασμένους χρόνους· +Τέτοιαν ο Ρήμος κι' ο αδερφός, κ' η δυνατή Ετρουρία +Σ' αυτόν τον τρόπο ετράνωσε· κι' αλήθεια απ' ό,τι υπάρχει +Εγίνηκε το πλιο ώμορφο σ' αυτόν τον τρόπο η Ρώμη. +Και με τειχιά περίκλεισε τα εφτά τα κάστρα αντάμα. +Και πρίχου πάρει ο βασιληας ο Κρητικός το σκήπτρο, +Και τα σφαχτά καματερά γευτεί το ανόσιο γένος, +Στη γης ο Κρόνος ο χρυσός τέτοια ζωή περνούσε, +Κι' ακόμα σάλπιγγες κανείς δεν άκουε να σημαίνουν, +Και σπάθες να τριζοκοπούν στα σιδερένια αμόνια. + +Μα άπειρο σιάδι αφήκαμε στο δρόμο μας οπίσω· +Καιρός του ατιού να λύσουμε τον τράχηλο που αχνίζει. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ. + + + +Μεγάλη Πάλης ως κ' εσέ, και σε βοσκέ του Αμφρύσου, +Περίφημε, και σας δρυμά του Λύκαιου και ποτάμια, +Σας ψάλλω. Τάλλα που το νου τον εύκαιρο σκλαβόνουν +Με το τραγούδι, είνε κοινά. Ποιος το σκληρό Ευρυσθέα, +Ή τους βωμούς του ανέπαινου του Βούσιρι δεν ξέρει; +Τον Ύλα ποιος δε μελετά, και τη Λητώα Δήλο, +Ή και την Ιπποδάμεια και το δεινό αλογάρη +Τον Πέλοπα, τον προφαντόν από το φιλντισένιο +Το νώμο; Πρέπει να ριχτώ σε δρόμο, όπου κι' ο ίδιος +Θένα μπορέσω από τη γης να σηκωθώ παράνου +Και νικητής να πέτομαι στο στόμα των ανθρώπων. +Εγώ πρώτος στον τόπο μου μαζή μου θα οδηγήσω, +Όταν από το ψήλωμα της Αονίας ξανάρθω, +Ανίσως ζήσω μοναχά, τες Μούσες, κ' εγώ πρώτος +Θε να σου φέρω τες βαγιές της Ιδουμαίας, Μαντύη, +Κ' ένα ναό στον πράσινο τον κάμπο μαρμαρένιον +Θα στήσω δίπλα στο νερό, κει που πλανιέται ο Μίγκιος, +Μέγας, με γύρες σιγαλές, με το χολό καλάμι +Τους όχτους του πλουμίζοντας. Στη μέση θα μου στέκει +Ο Καίσαρας και το ναό θα πιάνει· και για κείνον, +Σα νικητής, περίλαμπρος στην Τυριακή πορφύρα, +Άμαξες τεσσεράλογες εγώ εκατό θα βάλω +Να τρέξουν στ' ακροπόταμα· κι' ολάκερη η Ελλάδα +Αφίνοντας τον Αλφειό για εμέ και του Μολόρχου +Τα περιβόλια, με άργαστο πετσί και στην τρεχάλα +Θα αγωνιστεί. Κ' εγώ με εληάς ζαΐδα μουτεμένην +Στεφανωμένος, χάρισμα θυσιαστικό θα φέρω· +Τώρα πομπές επίσημες, ω τι χαρά! στρατεύω +Προς τα αγιαστήρια και θωρώ σφαμένα τα δαμάλια. +Βλέπω να αλλάζεται η σκηνή γυρνώντας, κ' οι υφαμένοι +Οι Βρεταννοί την πορφυρήν αυλαία να σηκόνουν. +Με μάλαμα και φίλντισι σκληρό των Γαγγαρίδων +Τον πόλεμο και τάρματα του νικητή Κυρίνου +Θένα εικονίσω στες μπασιές. Εκεί το Νείλο κι' όλας, +Που κύματα από τες μαλιές και που μεγάλος ρέει, +Και τες κολώννες πώβγαλε το χάλκωμα των πλοίων. +Τες χώρες, που υποτάχτηκαν, θα σμίξω της Ασίας +Και το Νιφάτη που έπεσε, τον Πάρθο που στο φύγι +Μπιστεύεται κι' ανάστροφα τες σαγιττιές του ρίχνει, +Τα δυο τα τρόπαια που από οχτρούς ξεχωριστούς παρθήκαν +Και σε θριάμβους δυο βολές των δυο γιαλών τον κόσμο. +Κι' ορθά θα στέκουν στο ναό τα Παριακά ληθάρια, +Αγάλματα που την πνοή θε νάχουν: του Ασσαράκου +Το γεννοβόλι κ' η σειρά που βγήκε από το Δία, +Κι' ο πρώτος Τρώας κι' ο Κυνθιακός θεμελιωτής της Τροίας. +Άχαρος θένα σκιάζεται τες Εριννύες ο φτόνος +Και το νερό του Κοκυτού ταψύ, και τα στριμμένα +Σερνάμενα του Ιξίονα και την τεράστια ρόδα +Και τον ακατανίκητο το βράχο. Ως τόσο τώρα +Ας ακλουθήσω τ' άχραντα ρουμάνια των Δρυάδων +Και τα φαράγγια, τες βαρειές, Μαικήνα, προσταγές σου. +Δίχως εσέ δεν αρχινά τρανό κανένα ο νους μου· +Έλα λοιπόν την άνεργη τη χασομέρια πάψε· +Μ' ένα μεγάλο χουγιατό με κράζει ο Κιθαιρώνας, +Κ' οι σκύλοι του Ταΰγετου κ' η Επίδαυρο, που στρώννει +Τ' άτια· κι' απ' τον αντίλαλο των λόγγων διπλωμένο +Αντιβογγάει το φωνατό. Μα γλίγωρα θε νάμαι +Αρματωμένος για να ειπώ τες φλογερές αμάχες +Του Καίσαρα· κι' όσες χρονιές τον Καίσαρα χωρίζουν +Από την πρώτη την αρχή του Τιθωνού άλλες τόσες +Στην οικουμένη η δόξα του θ' απλώνει τόνομά του. + +Όποιος βαγιάς Ολυμπιακής θιαμάζει τα βραβεία +Και ταληγάρια κουναρεί, κι' όποιος για το ζευγάρι +τα δυνατά καματερά, το πρώτο των μαννάδων +Θένα διαλέξει τα κορμιά. Της πλιο καλής δαμάλας +Είνε το βλέμμα ανάποδο, και κακοειδή η κεφάλα +Και πλήθιο είνε το σνίχι της και κρέμεται η μαντύλα +Απ' το πηγούνι στα μεριά· κι' απέκει δίχως μέτρο +Είν' απλωμένη η πλαγαριά· κ' είνε όλα της μεγάλα +Ως κ' η ποδάρα· και ταυτιά κάτου από τα στριμμένα +Τα κέρατα είνε τριχωτά. Δε με κακοφανίζει +Αν είνε με μπαλώματα και μ' άσπρο σημειωμένη, +Ή αν το ζυγό δε δέχεται, κι' αν κάποτε ξαμόνει +Με τάρματο, κι' α δαμαλιού προσμοίαζει στο μεισήδι, +Ή εκείνη πούνε ολάκερη ψηλή, που περπατώντας +Τες πατουμιές της φρουκαλεί με της οράς την άκρη. +Κ' έπειτα από τους τέσσερους και πριν τους δέκα χρόνους +Εινε για την Ειλήθυια και για τους Υμεναίους +Σωστή ηλικία· τα επίλοιπα τα χρόνια δεν αχρίζουν +Για γέννες κι ούτε δύναμη για τ' άλατρο δεν έχουν. +Ως τόσο σύντα τες κοπές η νειότη πλημμυράει +Πασίχαρη, ξαπόλυσε τ' αρσενικά κι' απ' όλους +Πρώτος εσύ παράδωκε τα ζα της Αφροδίτης, +Κι' από το γεννοβόλι τους ξανάνειονε το σόι. +Φεύγουν μπροστά για τ' άτυχα τα θανατογραμμένα +Όλες οι πλιο καλήτερες ημέρες της ζωής τους· +Έρχονται αρρώστειες κι' άχαρα γεράματα, κ' οι κόποι +Και η απονιά του αλύγιστου θανάτου τα ξεκάνουν. +Κάποια, που τα κουφάρια τους θε νάθελες ν' αλλάξεις, +Υπάρχουν πάντα· πάντοτε για τούτο πόλλαινέ τα, +Και για να μην αποζητάς τα ψόφια, θα προλάβεις +Και θα διαλές για τες κοπές μοσκάρια κάθε χρόνο. + +Κ' έχει παρόμοιο διάλεγμα κ' η φάρα των αλόγων. +Εκείνα που αποφάσισες εσύ ν' αναλικώσεις +Ελπίζοντας να γενειαστείς το σόι, θα τα φροντίζεις +Από τα χρόνια τα μικρά περίσσια. Το πουλάρι +Του ευγενικού του ζωντανού περήφανα στους κάμπους +Βαδίζει εύτύς και τ' απαλά μεριά του τανεμίζει. +Να τρέχει πρώτο αποκοτά στο δρόμο και να μπαίνει +Σ' αγροικωμένους ποταμούς και σ' άγνωρο γιοφύρι +Μπιστεύεται και περιττούς δε σκιάζεται σαλάγους. +Κ' έχει τον τράχηλον ορθό, και νόστιμο κεφάλι, +Μικρή κοιλιά και παχουλά καπούλια, και το στήθι +Το ψυχερό από μούσκουλα τριοντίζει. (Προτιμιώνται +Τα καστανά και τα ψαριά, το μούρτζινο και τάσπρα +Εινε τα πλιο χειρότερα στο χρώμα.) Κι' α σημάνουν +Κάπως μακρόθε τάρματα να στέκεται δεν ξέρει +Στον τόπο του· και τράζονται τα μέλη του και σειούνται +Ταυτιά του, και φρουμάζοντας τη συναγμένη φλόγα +Κυλά από τα ρουθούνια του· κ' έχει πυκνή τη χήτη +Που πέφτει απάνου στο δεξιό τον ώμο του ριγμένη, +Κι' από τα απάκια του περνά διχαλωτή η καρήνα, +Και σκάφτει με το πόδι του τη γης και του νυχιού του +Βαρειά το στέριο κέρατο σημαίνει. Τέτοιος ήταν +Ο Κύλλαρος που τα λουριά τον στρώσαν του Αμυκλαίου +Του Πολυδεύκη και τα δυο τα ταληγάρια του Άρη, +Που οι ποιητές οι Έλληνες συχνά τα μνημονεύουν, +Και τα αμαξάδικα φαριά του ξακουστού Αχιλλέα. +Τέτοιος κι' ο Κρόνος ο γοργός περίχυσε τη χήτη +Στον τράχηλο, και φεύγοντας, σα φάνηκε η συμβία, +Εγιόμισε χρημητισμούς ψιλούς το μέγα Πήλιο. + +Αλλά ως κ' εκείνο αφού βαρύ το καταντήσει η αρρώστεια, +Ή και τα χρόνια πλιο νωθρό, κρούβε το για το σπίτι, +Κι' ανασκοπή για τ' άσκημα γεράματα μην έχεις. +Εινε στο ταίριασμα ψυχρό το γερασμένο τ' άτι, +Και κόπους ανεπρόκοπους αδίκως υποφέρνει, +Κι' ανίσως κάποτε βρεθεί σε πόλεμο, του κάκου +Μανίζει σα στα φλίκουρα καμιά φορά η μεγάλη +Στια, που δεν έχει δύναμες. Για τούτο θα σημειόνεις +Με προσοχή του ζωντανού το θάρρος και τα χρόνια, +Κ' απέκει τάλλα διώματα και των γονιών το γένος, +Και ποιος εστάθη ο πόνος του τα βγήκε νικημένο. +Και πόσες δόξες έλαβε σε νίκες. Μη δε βλέπεις +Πως, σαν ταμάξια ρίχνονται για αγώνα γλιγωράδας +Στον κάμπο και μ' ορμή χυμούν από το κλείσμα, οι νέοι +Σαστίζουν από απαντοχές, κ' η σκιάξη την καρδιά τους. +Που αναπηδά σπαράζοντας, λιγόνει; Το φραγγέλι +Ανεμισμένο αυτοί κρατούν, και τα φαριά τους βιάζουν, +Και σκύφτοντας απολυτά τα χαληνάρια αφίνουν +Κι' από τη δυνάμη πετά το πυρωμένο αξόνι. +Πότε τους βλέπεις χαμηλά, και πότε ανεβασμένοι +Στον άδειο αέρα πιλαλούν ψηλά και προς τες αύρες +Σηκόνονται, κι' ανάπαψη μηδέ ησυχία δεν έχουν· +Μα από τον άμμο τον ξανθό σύγνεφο αναπελλιέται, +Και τ' άλογα που ακολουθούν μ' αφριά κι' αχνούς τους βρέχουν. +Τόσο αγαπούν τον έπαινο, τόσο ποθούν τη νίκη. +Ετόλμησε ο Εριχθόνιος στην άμαξα να ζέψει +Πρώτος τα τέσσερα άλογα, κι' ορθός να σταματήσει +Πάνου σε ρόδες νικητής γοργός. Στο Πελεθρώνιο +Τους γύρους και τους χαλινούς ευρήκαν οι Λαπίθες, +Που αυτοί καβάλλα ανέβηκαν, κ' έδειξαν του αλογάρη +Ν' αναπηδά με τ' άρματα στον κάμπο πιλαλώντας +Και μ' ανοιχτά πατήματα περήφανα να τρέχει. +Όμοιοι είνε κόποι και τα δυο· κι' ο μερωτής χαλεύει +Πάντα του τ' άλογο το νιό, πώχει φωτιά στα σπλάχνα +Και πούνε αψύ στο τρέξιμο· κι' ας έχει κυνηγήσει +Συχνά σ' αμάχες τους οχτρούς, που εφεύγαν, κι' ας καυκιέται +Πως έχει για πατρίδα του τες δυνατές Μυκήνες, +Ή ακόμα και την Ήπειρο, και την καταγωγή του +Στου Ποσειδώνα την αρχή την ίδια ας ανεβάζει. + +Αφού σε τούτα επρόσεξες, ευτύς σαν έρθει η ώρα +Πάσα φροντίδα ξόδιασε για να γιομίσει ξύγγι +Πηχτό το ζω που βατευτή το λες και πρωτοστάτη +Το διάλεξες· και κόβε του το χόρτο τ' ανθισμένο, +Και χόρταινε το αιγίλοπα και φέρνε το στο ρέμα +Για να βαστάξει στη γλυκειά δουλειά και να μη δείξουν +Τ αδύναμα γεννήματα τες νήστειες του πατέρα. +Μα τες κοπές επίτηδες ας τες λιγνέψει η φτώση, +Κι' άμα ζευγάρωμα η γνωστή γλυκάδα αποζητήσει. +Κράτει τους τότες το κλαρί κι' αρνήσου τους τες βρύσες. +Και μερικοί πολλές φορές στον ήλιο τες μουδιαίνουν +Και τες κουράζουν με τρεξιές, σύντα βαρειά στενάζει +Ταλώνι από το δάρτισμα και τ' άχαλα τα κούφια +Με του Ζεφύρου τες πνοές πετιώνται στον αέρα. +Κι' αυτό το κάνουν για να μη μικρύνει το χωράφι +Της γέννας τα δοσίματα με το πολύ το πάχυ, +Και χουμουλώσουν τ' άνεργα ταυλάκια, μα ρουφώντας +Σα διψασμένο τες σπορές, εντός του να τες κρούβει. + +Και τότες πάλι οι αφαντασιές για τους πατέρες παύουν. +Και για τες μάννες ακλουθούν. Αφού σωθούν οι μήνες. +Και βαρεμένες περπατούν, κανείς δεν τες αφίνει +Τες φορτωμένες άμαξες με τους ζυγούς να σέρνουν. +Και μήτε με πηδήματα τους δρόμους να διαβαίνουν, +Μήτε στους κάμπους με γοργά τρεξίματα να φεύγουν, +Και να περνούν τα ορμητικά ποτάμια κολυμπώντας. +Αλλά θα βόσκουν σ' ανοιχτά φαράγγια και στο πλάγι +Ξεχειλισμένου ποταμού που οι οχτιές του πρασινίζουν +Από γρασίδι κι' όμηρο, κ' εκεί θένα τες σκέπουν +Τα σπήλαια και θ' απλόνονται τα ισκιώματα του βράχου. +Υπάρχουν γύρου στ' Άλβουρνο, που οι πρίνοι το χλωραίνουν, +Κι' ολόγυρα στου Σίλαρου τα περιβόλια πλήθος +Πετούμενα που τάκραξαν ασίλους οι Ρωμαίοι, +Και οι Έλληνες στη γλώσσα τους οιστριούς τα μεταφράσαν. +Κακά, με λάλημα άτσαλο, και που οι κοπές τα φεύγουν +Όλες και μέσα στο λογγό σκορπιώνται τρομαγμένες. +Βροντοκοπά από μουγγρισμούς ο αιθέρας ταραγμένος, +Κ' οι λόγγοι κ' οι ακροποταμιές τ' απόξερου Τανάγρου. +Με αυτό το τέρας κάποτες η Ήρα την οργή της +Τη φοβερή ξεθύμανε τη χάση μελετώντας +Της αγελάδας του Ίναχου· και συ από αυτό το ίδιο, +Γιατί αγροικότερο πετά στην άναψη της κάψας. +Τα βαρεμένα ζωντανά πρέπει να προφυλάξεις, +Και θένα βόσκεις τες κοπές συνέχου με το βγάλμα +Του ήλιου, ή με τάστρα που οδηγούν στον ουρανό τη νύχτα. + +Αφού γεννήσουν, στρέφεται κάθε έγνοια στα μοσκάρια: +Και θα βουλώσεις παρευτύς με σίδερο αναμμένο, +Τυπόνοντας γνωρίσματα και τόνομα της φάρας. +Εκείνα που επροτίμησες ν' αναλικώσεις για έχας, +Όσα φυλάς για τους βωμούς αφιερωμένα, κι' όσα +Τη γης θα σκίσουν κάποτε και θένα διβολήσουν +Τους κάμπους που θα σπαρταρούν απ' τους τραμένους σβώ- + [λους, +Κι' ας βόσκουν τ' αποδέλοιπα στο πράσινο χορτάρι. +Μα όσα γυμνάζεις για δουλειά και για καμπίσιες τέχνες. +Ενώ είνε ακόμα μικροστά δαμάλια, θάρρευέ τα, +Κι'αρχίνησε του ημερωμού το δρόμο, όσο οι ψυχές τους +Οι νέες μαλάζονται εύκολα στην τρυφερή ηλικία. +Και πρώτα δένε ολόγυρα στο σνίχι τους κουλούρες +Ντωτές από λιανήν αγνιά, κι' αφού ο λαιμός τους μάθει +Ελεύτερα στο σκλάβωμα, ζευγάρι τα μοσκάρια +Σ' αληθινά ζυγόξυλα ζεμένα αντάμωσέ τα, +Και ταιριασμένα ανάγκασ' τα να προβατούν με ρήμα. +Κι' ας συχνοφέρνουν έπειτα στους κάμπους άδεια αμάξια, +Κι' ας σημαδεύουν με συρσιές τη σκόνη απάνου απάνου · +Κι' απέκειθε λεβδίζοντας το τζιρουνένιο αξόνι +Ας στρίξει από το δυνατό το βάρος κι' ας τραβήξει +Τες ρόδες τες ζευγαρωτές ο παφυλένιος σύρτης. +Κι' ως τόσο για τ' αγύμναγα κοπέλλια θένα κόφτεις +Όχι γρασίδι μοναχά και λήμερη του βάλτου +Και της ιτιάς το παγανό κλαρί, μα και σιτάρι +Σπαρμένο, με το χέρι σου· και δε θένα γιομίζουν +Για σένα, κατά το παληό το σύστημα, δαμάλες +Βυζανταριές τα κάτασπρα βεδούρια, αλλά θα στίφουν +Τελειωτικά ταγαπητά παιδιά τους τα μαστάρια. + +Αλλά α ζηλεύεις πόλεμους κι' αντρειωμένες σκάθρες +Καβαλλαρέων ή σιμά στης Πίσας το ποτάμι +Τον Αλφειό, με τους τροχούς να τρέχεις και τ' αμάξι +Το πεταχτό να κυβερνάς στου Δία το ρουμάνι, +Η πρώτη απ' όλες τες δουλειές για τάλογο θε νάνε +Των πολεμάρχων το θυμό και τάρματα να βλέπει, +Και να βαστά στες σάλπιγγες, και ν' αψηφά τη ρόδα +Που στρίζει από το τράβηγμα και ν' αγρικά στο σταύλο +Τα σαλιβάρια που λαλούν, ν' αναγαλλιάζει απέκει +Στου αφέντη όλο περσότερο τους αρεστούς επαίνους +Και στο λαιμό του ν' αγαπά του κανακιού τους χτύπους. +Και τούτα αμέσως ας χαρεί σαν από το βυζί της +Η μάννα το πρωτόδιωξε κι' ανάμεσα στα χάδια +Ας χώνει το μουσούδι του στο μαλακό καπίστρι, +Όταν ακόμα αδύναμο τρεκλίζει κ' είνε ακόμα +Ανήξερο της νειότης του. Μα σα σωθεί το τρίτο +καλοκαίρι και πατεί στο τέταρτο, ας αρχίσει +Γύρους να κάνει παρευτύς και να ποδοβολάει +μετρημένα βήματα και ξαλλαχτά τα πόδια +Ας καμαρόνει στους αρμούς κι' ας μοιάζει μουδιασμένου, +Και σε τρεχάλες ας καλεί τες αύρες και πετώντας, +Σα να μην είχε χαλινό, στους ανοιχτούς τους κάμπους +Στην όψη του άμμου μεταβιάς τα ζάλα του ας τυπόνει, +Σαν το Βορηά, όταν άπαυτος απ' τα υπερβόρεια μέρη +Πέφτει και σύγνεφα άβροχα και Σκυθικές κρυάδες +Σκορπά· και τότες τα ψηλά γεννήματα κ' οι κάμποι, +Που κυματάν, με τες γλυκές πνοές αναγριτσιάζουν, +Και στων βουνών τες κορυφές αχολογούν οι λόγγοι, +Και κύματα κατάμακρα πλακόνουν στ' ακρογιάλια· +Μα αυτός πετά και στο φευγιό σαρόνει κάμπους κι' άρμη. +Και ή στα νυσσάνια απέκειθε και στ' ανοιχτά τα σιάδια +Του Ολυμπιακού του λιβαδιού θα ιδρώσει εκείνο τάτι +Και θάχει αφρούς αιματερούς στο στόμα, ή κι' ο λαιμός του +Κάλλιο θα σέρνει ο λυγερός το Βελγικό τ' αμάξι. +Κ' έπειτα μόνον άφησε των μερωμένων ζώων +Με θρεφτικόν παλύσπορο ν' αξήσει το μεγάλο +Κορμί, τι πρίχου μερωθούν ανάβει ο αψύς θυμός τους +Και σαν πιαστούν δε δέχονται το λυγερό φραγγέλι +Και στο σκληρό δεν πείθονται δοντάτο σαλιβάρι. + +Μα έγνοια καμμία τη δύναμη των ζώων δε στερεόνει +Τόσο, όσο το να τα φυλάς από την Αφροδίτη +Κι' από τα κέντρα της τυφλής αγάπης, είτε θέλεις +Τα βώδια να πιχειριστείς ή τάλογα, α σου αρέσει. +Για τούτο κι' όλας μακρυά ξορίζουν τα βαρβάτα +Σε βόσκηστρα μοναχικά και πίσω από το αντίκρυ +Βουνό και πέρα απ' τα πλατειά ποτάμια ή και κλεισμένα +Στο σπίτι τα κρατούν σιμά στο ξέχειλο παχνί τους· +Τι αληθινά σιγά σιγά ταρσενικό φλογίζει +Η θηλυκιά με τες ματιές, και δύναμες του παίρνει, +Και δεν το αφίνει να σκεφτεί το λόγγο και το χόρτο, +Με τα γλυκά της μάλιστα μαυλίσματα, και βιάζει +Συχνά τους υπερήφανους ρωτάριδες αντάμα +Με τάρματα να τσακωθούν. Η ωραία δαμάλα βόσκει +Στη Σίλα την απέραντη. Ξαλλάζοντας, στον τράκο +Πιάνονται αυτοί με δύναμη πολλή κ' είνε οι πληγές τους +Πυκνές· το αίμα μελανό μοσκεύει το κορμί τους, +Και γυρισμένα ανάποδα τα κέρατα στιβάζουν, +Με μουγγρισμούς τρανώτατους, τους αντιστηλωμένους, +Και τα ρουμάνια αντιβογγούν, κι' ο διάπλατος αιθέρας. +Κ' οι αντίπαλοι δε συνειθούν να μπαίνουν σ' ένα σταύλο, +Μα εκείνος που νικήθηκε μισεύει και σε μέρη +Άγνωρα ξεμπουρίζεται, μακρυά, κι' όλο στενάζει +Για τη ντροπή και τες πληγές, που από το νικητή του +Τον υπερήφανο έλαβε, για τες αγάπες κι' όλας +Πώχασεν ανεγδίκητος· κι' από το πατρικό του +Βασίλειο φεύγει τα μαντριά θωρώντας. Μα για τούτο +Μ' όλη την επιμέλεια του τες δύναμες γυμνάζει +Και μες τες πέτρες τες σκληρές και σ' άστρωτο κρεββάτι +Καρτερικός ξαπλόνεται και γεύεται μονάχα +Αγκαθερά χλωρόκλαρα και μυτερές βουρλίδες, +Κι' ατός του δοκιμάζεται και στον κορμό ενού δέντρου +Ακκουμπημένος συνειθά στα κέρατα να ρίχνει +Την όργητα, κι' αντροκαλεί κουτρώντας τους ανέμους, +Και προοιμιάζει πάλεμα τα χώματα σκορπώντας. +Κι' απέκει, αφού εδυνάμωσε κι' ανάλαβε το θάρρος, +Σηκόνει τες σημαίες του κι' ορμητικός πετιέται +Πάνου στον ξέγνοιαστον οχτρό, σαν κύμα που στη μέση +Της θάλασσας ασπρολογά κι' από βαθειά μακρόθε +Φουσκόνει και, κυλιουμένο προς την ξηρά, σβουρίζει +Μέσα στους βράχους τρομερά και σα βουνό μεγάλο +Χύνεται και τα τρίσβαθα νερά από τες κορφές του +Ξεβράζει κι' άμμους μελανούς αναπελλεί ταψήλου. +Έτσι και κάθε σόι στη γης, τ' ανθρώπινο και τ' άγριο. +Το γένος το θαλασσινό, τα ωρηόπλουμα πουλάκια +Και τα ήμερα σε μάνητες και σε καΰλες πέφτουν. +Είνε ένας για όλους ο Έρωτας. Σ' άλλον καιρό ποτέ της, +Ξεχνώντας τα κουλούκια της στους κάμπους, δεν πλανιέται +Σκληρότερη η λιοντάρισσα, κ' οι κακοειδές αρκούδες +Δημόσια τόσα φονικά ποτέ τους δεν εκάμαν. +Ποτέ και τόσους σκοτωμούς στους λόγγους. Κ' είνε τότες +ο κάπρος ο άγριος τρομερός και κάκιστος ο τίγρης. +Τότες αλοίμονο σ' αυτόν που κακοπαραδέρνει +Στη Λιβυκή την έρημο. Δε βλέπεις πώς αδράζει +Όλο ταλόγου το κορμί τρεμούλα, σαν του φέρει +Τους γνωρισμένους τους αχνούς η μυρωδιά μονάχα; +Και τότες δεν το αντικρατούν ανθρώπων χαλινάρια +Μήτε φραγγέλια φοβερά και σπηλιωτά χαράκια +Και βράχοι, μήτε ποταμοί που κόβουν του το δρόμο, +Ως κι' αν κυλά το κύμα τους βουνά ξερριζωμένα. +Μανίζει κι' ο Σαβινικός ο κάπρος κι' ακονίζει +Τα δόντια και το πόδι του τη γης ανασκαλεύει, +Και τρίβει τα παγίδια του στο δέντρο και τραχαίνει, +Για τες πληγές, κι' απόδωθε κι' απόκειθε τες πλάτες. +Γιατί μανίζει ο νιός οπού τρανή φωτιά του χύνει +Στα κόκκαλα ο Έρωτας σκληρός; ναι, κολυμπάει τη νύχτα +Αργά, σ' άφεγγα κύματα που ορμητικές φουρτούνες +Δέρνουν τα· κι' αποπάνου του βροντά η τεράστια πόρτα +Των ουρανών, κι' αντιβογγούν οι θάλασσες στες ξέρες +Βαρώντας. Και δε δύνονται να τον καλέσουν πίσω +Μήτε οι γονηοί του οι δύστυχοι, μήτε κ' η κορασίδα. +Που χάρος πάνου στ' άψυχο κορμί του την προσμένει. +Γιατί κ' οι ρήσοι οι παρδαλοί του Βάκχου γαυριάζουν, +Γιατί το γένος τ' άτσαλο των σκύλων και των λύκων, +Γιατί, και τι τσακώματα τ' άμαχα ελάφια κάνουν; +Μα επίσημη είνε μάλιστα των ζωντηριών η ζήτια: +Η ίδια Αφροδίτη το θυμόν εχάρισέ τους, όταν +Τα Ποτνιακά τετράζυγα ξεσκίσαν το κουφάρι +Του Γλαύκου με τες σιαγωνιές. Ο πόθος τα οδηγάει +Παρέκει από το βροντερόν Ασκάνιο και παρέκει +Από τα Γάργαρα· βουνά και ποταμούς διαβαίνουν. +Αμέσως σαν ανάψει η στια σταχόρταγο μηδούλλι, +(Και μάλιστα την άνοιξη τι τότες ξαναμπαίνει +Το ζέσταμα στα κόκκαλα) στέκουν οι αλόγες όλες +Ανεβασμένες σε ψηλά χαράκια με το στόμα +Γυρμένο προς το Ζέφυρο και δέχονται τες αύρες +Τες αλαφρές. Και το συχνό με δίχως ταίριασμα άλλο - +Ω το παράξενο άκουσμα — με τον αέρα μόνο +Γκαστρόνονται, και πιλαλούν σε πέτρες και σε βράχους +Και σε λαγγάδια βαθουλά, κατά το βγάλμα σου όχι, +Εύρε, και μήτε προς του Ηλιού, μα κατά τον Αργέστη +Και το Βορηά, και προς αυτό το μέρος όθε ο Νότος +Γεννιέται και καταλυπά με βροχερνές κρυάδες +Ολόμαυρος τον ουρανό. Και κει στο τέλος στάζει +Φαρμάκι από τη φύση τους πηχτό, που το ονομάζουν +Αλογομάνισμα οι βοσκοί με δίκηο, κ' είνε εκείνο +Που οι μητρυιές κακόβουλες συχνά το συμαζεύουν +Και βλαβερά ξορκίσματα τού σμίγουν και βοτάνια. + +Άλλα ξεφεύγει αγύριστος, φεύγει ο καιρός ως τόσο, +Ενώ του πόθου σκλάβοι εμείς περιγυρνάμε ένα ένα. +Είπα αρκετά για τες κοπές και τώρα τάλλο μέρος +Της έγνοιας μου απολείπεται: κοπάδια μαλλοφάρα +Να ξεκινήσω στες βοσκές κι' αναμαλλιάρες γίδες. +Εδώ η δουλειά είνε· δυνατοί ξωμάχοι απόδω ελπίστε +Τον έπαινο, και θετικός εγώ είμαι στην ψυχή μου +Πως θα νικήσει ο στίχος μου, κι' ας είνε το έργο μέγα. +Και τούτα, και σε πράματα μικρά τιμή θα σμίξω. +Αλλά μία αγάπη τρυφερή στου Παρνασσού με παίρνει +Τους έρημους ανήφορους· χαιράμενος διαβαίνω +Βουνοκορφές, που στο γλυκό το πλάγι τους κανένας +Δρόμος παληός δε ροβολά κατά την Κασταλία. +Ας τραγουδήσω βροντερά, σεβάσμια Πάλης, τώρα. + +Αρχίζοντας, τα πρόβατα, διορίζω, το σανό τους +Μέσα σε σταύλους ήσυχους να τρων, ως να ξανάρθει +Σε λίγο το πολύκλαρο το καλοκαίρι πάλι, +Και χάμου στη σκληρή τη γης δεματιασμένα βράχλα +Να στρώννονται κι' αχύρατα πολλά για να μη βλάψει +Ο πάγος ο κρυαδερός τα τρυφερά τα ζώα, +Και φέρει τους τες άσκημες ποδάγρες και την ψώρα. +Και προχωρώντας από δω, στερνότερα προστάζω +Με κουμαριάς χλωρόκλαρα να οικονομιώνται οι γίδες, +Και νάρχονται σε ρεματιές ολόδροσες να πίνουν, +Και οι μάντρες τους απέναντι στο χειμωνιάτικο ήλιο +Κι' απάνεμες να στέκονται γυρμένες προς το Νότο, +Ως που να δύσουν τα ψυχρά ταστέρια του Υδροχόου, +Δροσίζοντας τα χώματα, σύντα τελειόνει ο χρόνος. +Με όμοιες φροντίδες ως κι' αυτές να τες φυλάμε πρέπει, +Και τόφελος λιγώτερο δε θάνε, κι' ας στοιχίζουν +Περσότερο τα δέρματα της Μίλητος σα βράσουν +Σε κοκκινάδες Τυριακές. Μικρά γεννούν οι γίδες +Συχνώτερα και μπόλικα τα γάλατά τους είνε. +Όσο τους στύφεις το βυζί και πλιότερο οι γαβάθες +Αφρίζουν, τόσο ποταμοί πλιο πλούσιοι θ' αναβλύσουν +Μέσα από τα μαστάρια τους, σαν τες αρμέξεις πάλι. +Κι' ως τόσο και το μαλακό, του Κινυφιώτη τράγου. +Ταστάκι, τασπρουλιάρικο πηγούνι και τα γένεια +Κουρεύονται για του στρατού τες χρείες, κι' από τούτα +Γένονται τα σκεπάσματα του θλιβερού του ναύτη. +Λόγγους αυτές και τες κορφές του Λύκαιου βόσκουν· βάτους +Αγκαθερούς και κλαρικά που τα γκρεμά αγαπάνε· +Κ' οι ίδιες θυμούνται σπίτι τους να γέρνουν οδηγώντας +Τα τέκνα τους, και μεταβιάς δε γγίζουν το κατώφλι +Τα φορτωμένα τους βυζια· και συ λοιπόν για τούτο, +Όσο χρειάζονται γι' αυτές λιγώτερες φροντίδες, +Τόσο προσεχτικώτερα φύλαχ' τες από πάγους, +Κι' από χιονιάδες και ταγή κουβάλιε τους κλαρένια +Χαιράμενος και μην τους κλεις με τες κρυάδες πάντα +Τους αχυρώνες. Αλλά αφού γλυκό το καλοκαίρι +Τα δυο κοπάδια στες βοσκές και στα ρουμάνια στείλει, +Τόμου τα κράξει ο Ζέφυρος, ας πάρουμε τους κάμπους +Τους κρύους με το πρωτόβγαλμα τ' Αυγερινού, σαν είνε +Ασπρέλλικες οι πρωϊμιές, κ' η Αυγούλα ακόμα νέα, +Κ' είνε πολυαρεσούμενη στα ζωντανά η δροσούλα +Πάνου στο χόρτο το χολό. Κι' απέκει, σαν ξυπνήσει +Η τέταρτη ώρα τουρανού τη δίψα, κ' οι τζιτζίροι +Σκίζουν με το τραγούδι τους κλαψιάριδες τα δέντρα, +Οδήγα τα κοπάδια σου προς τες βαθειές τες λούμπες +Και στα πηγάδια για να πιουν τ' ανάβρυσμα που ρέει +Από σωλήνες πρίνινους· μα στην καρδιά της ζέστας +Ζήτα λαγγάδες ισκιερές, ανίσως κάπου ανοίγει +Τους κλώνους του τους απεικούς ιδρύ του Δία μεγάλο +Με αρχαίον κορμό κι' α μελανό ρουμάνι από πρινάρια +Αρίφνητα τον ίσκιο του τον αγιασμένο απλόνει. +Κ' έπειτα πάλι γάργαρα νερά ξανάδωσέ τους +Και στρώννυσέ τα στη βοσκή, σα βασηλέψει η μέρα, +Σαν τον αέρα τον ψυχρό το βράδυ αποκρυόνει, +Και τα δρυμά το δροσερνό φεγγάρι ζωντανεύει, +Κι' αλκυώνα στο γιαλό λαλεί και στα τσαλιά γαρδέλλι. + +Τους πιστικούς της Αφρικής, τα χειμαδιά, τους τσάρκους +Που κατοικούν και πούνε αρηά στους κάμπους σκορπισμένες +Οι στέγες τους, στους στίχους μου γιατί να σου ιστορήσω; +Εκεί συχνά τα ζωντανά νύχτα και μέρα βόσκουν, +Ή κ' ένα μήνα αδιάκοπα, και, δίχως νάχουν σταύλους, +Σ' ερμιές μεγάλες προβατούν, τόσο πολλοί είνε οι κάμποι. +Μαζή του φέρνει ο Αφρικανός ο κοπαδιάρης όλα: +Τη σκέπη, το σπιτίσιο του θεό και τάρματά του. +Κ' ένα ζαγάρι Αμυκλιακό και Κρητικό ταρκάσι. +Όμοιος με τον αράθυμο Ρωμαίο, που φορώντας +Την πατρική του αρματωσιά στο δρόμο του βαδίζει +Με φόρτωμα απεικό, και πριν απ' ότι, τον προσμένει +Ο οχτρός του, και ελημέριασε, και στην αράδα στέκει. +Μα έτσι δεν είνε εκεί που ζουν οι Σκυθικές οι φάρες, +Κ' εκεί που τα Μαιωτικά τα κύματα χτυπιώνται. +Κ' εκεί που αμμούδες κίτρινες θολός ο Ίστρος σέρνει, +Κι' όπου η Ροδόπη απλόνεται φτάνοντας ως τον πόλο. +Αυτού κρατούν τα ζα κλειστά σε σταύλους, και στους κάμπους +Χόρτο δε φανερόνεται μηδέ κλαρί στα δέντρα. +Μα από τον πάγο το βαθύ κι' από τα σωριασμένα +Τα χιόνια η γης αμόρφωτη κοίτεται πέρα πέρα, +Και πήχες η όψη της εφτά ψηλότερα ανεβαίνει. +Πάντα χειμώνας, πάντοτε ψυχροί φυσούν οι Αργέστες, +Και δε σκορπά τότες ποτέ τους αχνούς ίσκιους ο ήλιος, +Ούτε όταν βγαίνει και ψηλά με τάλογα πετιέται +Προς τον αιθέρα, ούτε όταν δυεί και στου Ωκεανού την όψη +Την πορφυρή τ' αμάξι του, που ροβολά, θα λούσει. +Άξαφνα στα τρεχούμενα ποτάμια κρούστες πήγουν, +Και με τη ράχη του τροχούς σιδεροτορκωμένους +Βαστά το κύμα, κ' ενώ πριν τα πλοία φιλοξενούσε +Δέχεται τώρα τα βαρειά τα κάρρα· και μονάχα +Σκάζουν τ' αγγειά τα χάλκινα και τα σκουτιά τσιρόνουν +Πάνου στο σώμα, τα κρασιά τα νερουλά πελέκια +Τα κόβουν, πάγος στερεός ο βάλτος έχει γίνει +Κι' άτσαλα γένεια τες ψυχρές παγοσταλιές σκληραίνουν. +Κι' ως τόσο με όμοια δύναμη χιονίζει ο αέρας όλος· +Τ' αρνιά πεθαίνουν, τα κορμιά των ταύρων τα μεγάλα +Τα βρέχει η πάχνη ολόγυρα, και μαζωμένα ασκέρι +Τα ελάφια νέα κουλουμωσιά χιονιού ταποκορόνει, +Και των κεράτων μεταβιάς οι κορυφές προβάλλουν. +Τα δειλιασμένα ζωντανά δεν τα ταράζουν τώρα +Οι σκύλοι που τα κυνηγούν, μηδέ κανένα δίχτυ, +Μηδέ τα κοκκινόφτερα τα σκιάχτρα, μα ενώ σπρώχνουν +Τ' αντιστεκάμενο βουνό του κάκου με το στήθι, +Τα πετσοκόβουν κυνηγοί με τες σκληρές λεπίδες +Από σιμά, κ' ενώ βαρειά στενάζουν τα σκοτόνουν, +Και σπίτι τους με φωνατά χαιράμενοι τα φέρνουν. +Αυτοί σκολάζουν ξέγνοιαστοι σε σπήλια ανασκαμμένα +Βαθειά από κάτου από τη γης κυλώντας στες ογνήστρες +Τα στιβασμένα ιδρόξυλα, κι' ολάκερους φτεληάδες +Στες φλόγες παραδίνοντας· κι' αυτού περνούν το βράδυ +Παίζοντας, και με τες μαγιές και τα ξυνά τα σούρρα +Το σταφυλένιο το πιοτό χαιράμενοι αντιφκιάνουν. +Έτσι το γένος τ' άνομο, που κάτου απ' την Αρκούδα +Την υπερβόρεια κατοικεί χτυπιέται από τον Εύρο, +Και ντύνει με γουναρικά κοκκινωπά το σώμα. + +Α γνοιάζεσαι για το μαλλί, θα λείπουν πρώτα απ' όλα +Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, ταγκαθερά ρουμάνια· +Φεύγε τες πρόσχαρες βοσκές, και πάντα σου κοπάδια +Διάλεγε με άσπρα μαλακά σκουλούδια· κι' ως κ' εκείνο +Το κριάρι, πώχει μοναχά, κι' ας είνε σαν το χιόνι, +Τη γλώσσα κάτου απ' τον ογρό τον ουρανίσκο μαύρη, +Απόβγαλέ το για να μη μαυρίσουν τ' αρνοπόκια +Με λάγικα μπαλώματα, και κοίταξε τρογύρου +Στον κάμπο τον ολόγιομο κριάρι νάβρεις άλλο. +Με τέτοια ασπράδα των μαλλιών, αν πιστευτό είνε, ο Πάνας, +Σελήνη, που εθαμπώθηκες σ' απάτησε, σε δάση +Βαθειά καλώντας σε, και συ τον κράχτη δεν αρνήθης. + +Μα όπου τα γάλατα αγαπά, με το ίδιο του το χέρι +Συχνά θα φέρνει στα παχνιά τριφύλλι και νυχάκι +Κι' αλατισμένα βότανα· κ' έτσι στα ζα θ' αρέσουν +Οι ρεματιές περσότερο, και θένα πρίσκονται έτσι +Οι αράτες τους περσότερο, και θάνε μες στο γάλα +Κρουμμένη η γέψη του αλατιού. Καμπόσοι τα κατσίκια, +Αμέσως άμα χωριστούν τες μάννες, τ' αποκόβουν, +Και τους φορούν σιδερωτά καπίστρια στο μουσούδι· +Κι' όσο αρμεχτεί ταποταχυά κι' όσο όλην την ημέρα. +Τη νύχτα πηττακόνουν το· κι' όσο με τις σκοτάδι, +Ή και το σούρουπο, ο βοσκός με τα γαλατερά του, +Κινώντας τα χαράματα, το κουβαλεί στη χώρα, +Ή κι' όλας λίγο τ' αλατά και τόχει το χειμώνα. + +Και οι έγνοιες σου για τα σκυλιά δε θάνε οι τελευταίες. +Μα θρέφε με παχύν ορρό και τα γοργά κουλούκια +Της Σπάρτης, και το φοβερό το Μολοσσό, κι' αν έχεις +Τέτοιους φυλάχτορες, ποτέ μη φοβηθείς στους σταύλους +Το νυχτοκλέφτη, ούτε ποτέ των λύκων το γιουρούσι, +Ούτε Ίβηρες ανήμερους ποτέ πισώπλατά σου. +Και θα ξατρέξεις το συχνό και τους δειλούς ονάγρους, +Και με τους σκύλους το λαγό, με σκύλους τα πλατώνια +Θα κυνηγήσεις και συχνά με τους αληχτισμούς τους +Θένα ανταριάζεις τα καπριά μες τους λογγίσιους βάλτους +Ζητώντας τα, και με φωνές και το απεικό το ελάφι, +Διαβαίνοντας ψηλά βουνά, στα δίχτυα θα το αμπώνεις. + +Και μάθε κι' όλας στα μαντριά ν' ανάφτεις μυρωδάτα +Κεδρόξυλα και τους κακούς τους χείλυδρες να διώχνεις +Με τους αχνούς του χαλβανιού. Πολλές φορές μουλόνει +Ο όχεντρας ο βλαβερός στο γγίξιμο αποκάτου +Από τασάλευτο παχνί, τον ουρανό σκιασμένος +Φεύγοντας· κ' η δεντρογαλιά που συνειθά να μπαίνει +Σε ίσκιους και σπίτια, των βωδιών θανατερή σκορδούλα, +Με το φαρμάκι της ταρνιά ραντίζοντας, μονιάζει +Στη γης. Βοσκέ, στο χέρι σου πάρε ληθάρια, πάρε +Παλούκια, ρίχτα απάνου της, ενώ σε φοβερίζει +Κ' ενώ φουσκόνει το λαιμό σφυρίζοντας· στα βάθη +Έχωσε κι' όλας το δειλό κεφάλι της στο φύγι, +Ενώ νεκρόνουν της οράς οι τελευταίες οι γύρες +Κ' οι κλείδωσες οι μεσινές και κάνει να κυλιώνται +Το στρίψιμό της το στερνό σιγά σιγά οι κουλούρες. +Και στα ρουμάνια μάλιστα της Καλαβρίας υπάρχει +Αυτό το φείδι το κακό, που ορθόνοντας το στήθι, +Τη ράχη τη λεπιδωτή τυλίγει και μεγάλα +Μπαλώματα τη μακρουλή κοιλιά του πλημουδίζουν. +Κι' όσον καιρό από τες πηγές ακόμα πέφτουν τράφοι +Κι' όσο κρατούν τη γης λειψή της άνοιξης οι ογράδες +Κι' ο Νότος ο βροχάρικος, αυτό στες λίμνες στέκει +Και κατοικώντας στες οχτιές με ψάρια και βαθράκους +Λάλους γιομίζει λαίμαργα το μαύρον καταπιώνα· +Μα σα στεγνώσουν τα βαρκά κ' η γης από τη λαύρα +Σκάσει, στην ξέρη αναπηδά, στριφογυρνά το βλέμμα +Το φλογερό, και στους αγρούς, τρομάζοντας την κάψα +Κι' από τη δίψα του τραχύ, λυσσομανά· και τότες +Να παίρνω δε θα μ' άρεσε στον ανοιχτόν αέρα +Ύπνους γλυκούς και στου βουνού τη δασωμένη ράχη +Στα χόρτα να ξαπλόνομαι, σαν το ποκάμισό του +Βγάζει κι' ολόρθο στρίφεται λαμπρό, και πάλι νέο +Κατά τον ήλιο, στη σμουλιά ταυγά ή και τα παιδιά του +Αφίνοντας, και σπαρταρούν τριπλές στο στόμα οι γλώσσες. + +Και τι σημάδια κι' αφορμές έχουν οι αρρώστιες κι' όλα +Θα σου διδάξω: — Βρωμερή ψώρα ταρνιά πειράζει, +Σα σταματά ψυχρή βροχή και του σταχτιού του πάγου +Ανατριχιάστρα μαργωσιά στ' απαρθενό το κρέας. +Ή κι' όταν ίδρος άλουστος κολλά στα κουρεμένα +Τα ζα, και σκίζουν τα τραχειά τ' αγκάθια το κορμί τους. +Για τούτο σε γλυκά νερά τα πρόβατά τους όλα +Οι τσέλιγκες τα κολυμπούν, για τούτο σε ρουφήχτρες +Με την προβειά του την ογρή βουτιέται το κριάρι, +Που σα ριχτεί στον ποταμό κατά το ρέμα πλέει, +Ή και του βάφουν το κορμί, σαν είνε κουρεμένο, +Μ' άχαρη μούργα και μ' αυτήν ανακατεύουν θειάφι +Καθάριο, κι' ασημόχωμα, και πίσσα από την Ίδα, +Και ξυγγερνό κηράλειμμα, και σκάρφη αψιά, κι' ασκέλλα, +Ως και κατράμι μελανό. Μα με κανέναν τρόπο +Δεν πολεμά πλιο σύντομα κανείς αυτό το πάθος, +Πάρεξ οπώχει την καρδιά με σίδερο ν' ανοίξει +Του διάσονα το κορφινό κουκούδι· κουναριέται +Και ζωντανεύει το κακό σα μένει σκεπασμένο. +Ενώ να βάλει στες πληγές δε στρέγει ο κοπαδιάρης +Για γιατρειά το χέρι του, και κάθεται ζητώντας +Κάθε καλό από τους θεούς. Σα μάλιστα θυμόνει +Ο πόνος μπαίνοντας βαθειά στα κόκκαλα του ζώου +Και λυώνει η θέρμη καυτερή τα μέλη του, καλό είνε +Να διώξεις τ' άναμμα τ' αψύ ανοίγοντας τη φλέβα +Που στο ποδάρι χαμηλά λαγγεύει από το αίμα. +Και τέτοιο είνε το σύστημα που ακολουθά ο Βισάλτης +Κι' ο τρομερός ο Γελωνός, σα φεύγει στη Ροδόπη +Και στων Γετών τες ερημιές κ' αίμα αλογίσιο πίνει +Μαζή με το πηχτόγαλα. Κι' ανίσως από αλάργα +Ιδείς αρνί στο δροσερό τον ίσκιο να πηγαίνει +Συχνώτερα κι' ανόρεχτα του χόρτου την κορφάδα +Να κόφτει και ν' ακολουθά το ζώο το τελευταίο, +Ή και στον κάμπο καταγής να πέφτει εκεί που βόσκει +Κι' αργά τη νύχτα μοναχό να γέρνει σπίτι, αμέσως +Με το μαχαίρι το κακό σταμάτα πρίχου απλώσει +Κρουφά δεινό το μόλεμα στο ξέγνοιαστο το πλήθος. +Τόσο συχνά στης θάλασσας την όψη δε μανίζουν +Οι ανεμοζάλες φέρνοντας φουρτούνες, όσες είνε +Οι αρρώστειες που τα ζωντανά θερίζουν· και δεν παίρνουν +Οι ψόφοι μόνο μερικά κεφάλια, μα με μίας +Τη στάνη ολάκερη· μαζή κ' ελπίδα και κοπάδι, +Κι' από την πρώτη την αρχή τελειωτικά τη φάρα. +Αυτό το ξέρει θετικά κανείς άμα κοιτάξει, +Και τώρα ακόμα αφού καιρός έχει περάσει τόσος, +Τες Άλπες τες ανάερες, τα Χωρικά καστέλλια +Στες ράχες, τους Ιαπυδικούς τους κάμπους του Τιμάβου, +Τες περιοχές των πιατικών τες απορημαγμένες, +Και τα ρουμάνια τα αδειανά του μάκρου και του πλάτου. + +Εβγήκε εκεί από τουρανού ταστένισμα μιαν ώρα +Βαρύς καιρός, ελεεινός, που τον ανάβαν όλες +Οι λαύρες του χινόπωρου και πούδωκε του χάρου +Όλα τα γένη τα ήμερα και τάγρια, και τες λίμνες +Εβρώμεψε κ' εμόλεψε τα χόρτα με σαπούρες. +Κι' απλό δεν ηταν το στρατί του πεθαμού: μα η δίψα +Εχύνοτουν φλεγάμενη τ' όλες τες φλέβες πρώτα +Τα μέλη κουβαριάζοντας, κι' απέκει ξεχειλούσε +Πάλι το έμπυο νερουλό κ' εβγαίναν με την ύλη +Κομμάτια όλα τα κόκκαλα που τα χαλούσε η αρρώστεια. +Συχνά το θύμα, που έστεκε σιμά στο θυσιαστήρι, +Μες στων θεών το δόξασμα, κ' ενώ επεριδενότουν +Στο μάλλινο το γιάδεμα τασπρόχιονο γαϊτάνι. +Ανάμεσα στους ιερουργούς που αργοπορούσαν έτσι, +Έπεφτε ετοιμοθάνατο· κι' αν έσφαζε κανένα +Ο θυσιαστής πρωτήτερα με σίδερο, απ' τα νεύρα +Που απιθονόνταν στους βωμούς δεν επετιώνταν φλόγες, +Να δίνει δεν εδύνοτουν ο ρωτημένος μάντης +Απόκρισες και μεταβιάς ταναποδογυρμένα +Μαχαίρια έβαφαν τα αίματα και μόνο απάνου απάνου +Εμαύριζαν συναίματα πολύ φτωχά το χώμα. +Κι' απέκειθε παντού ψοφούν στο γελαστό χορτάρι +Τα μοσκαράκια και σιμά στ' ολόγιομο παχνί τους +Βγαίνει η γλυκιά τους η ψυχή· και πιάνει απέκει η λύσσα +Τους σκύλους τους γαλίφικους και πνιχτερός ο βήχας +Ταρρωστημένα μοχτερά τραντάζει και στρεβλόνει +Την καταπόθρα την παχειά. Και τ' άτι που ενικούσε +Σ' αγώνες τώρα κοντυλά κ' οι μάθησες το θλίβουν, +Και το χορτάρι λησμονά κι' οχτρεύεται τες βρύσες, +Και με το πόδι του συχνά χτυπά τη γης· τ' αυτιά του +Κρεμιώνται κ' ίδρωτας ψιλός τα ογραίνει, μα και κείνος +Ψυχρός απάνου στα κορμιά τα θανατογραμμένα, +Κ' είνε φρυμένο το πετσί, που όταν κανείς το γγίξει +Στο δάχτυλο αντιστέκεται σκληρό. Τες πρώτες μέρες +Τέτοια σημάδια φαίνονται πριχού το τέλος έρθει. +Μα σαν η αρρώστεια προχωρεί κι' αρχίζει ν' αγριεύει, +Τότες τα μάτια φλέγονται και παίρνει την πνοή του +Από βαθειά και κάποτε βαρυστενάζει κι' όλας, +Μακρύ λυγκιό τα ταπεινά λαγγόνια του τεντόνει, +Και βγάζουν αίμα μελανό ταρθούνια του και σφίγγει +Το φουντωμένο λάρυγγα η απόξερή του η γλώσσα. +Αλάφρωση ήταν το ζουμί του Βάκχου, αν του εχυνότουν, +Στο στόμα μ' ένα κέρατο· κι' αυτό πιστεύει ο κόσμος +Είνε των ετοιμόψοφων ο λυτρωμός ο μόνος. +Μα γλίγωρα έφερνε ως κι' αυτό το χαλασμό· η μανία +Άναβε όσα εδυνάμοναν και στ' αγκομάχημά τους — +(Θεοί, στους ευλαβητικούς καλήτερα χαρίστε, +Και τούτο το ξεφρένιασμα στους διάδικούς σας δώστε) +Κομμάτιαζαν το κρέας τους με τα γυμνά τους δόντια. +Και να! αποκάτου απ' το σκληρό γυννί το βώδι κι' όλας +Ξαχνίζοντας σωριάζεται, κ' αίμα ανακατωμένο +Μ' αφρούς το στόμα του ξερνά και βγάζει το στερνό του +Το στέναγμα. Βαρύθυμος πηγαίνει ο ζευγουλάτης +Και το δαμάλι που πονεί για ταδερφού το τέλος +Λυεί και στη μέση της δουλειάς μπηχτό τ' αλέτρι αφίνει. +Μα ούτε των δέντρων των ψηλών η σκιάδα μες τα δάση, +Ούτε λιβάδια μαλακά, κι' ουδέ το ποταμάκι, +Που κι' από ασημομάλαμα πλιο ξάστερο κυλάει +Μέσα στους βράχους κ' έπειτα στο σιάδι κατεβαίνει, +Δεν έχουν πλια τη δύναμη να φχαριστήσουν τάλλο. +Μα οι πλαγαριές του κρέμονται λυωμένες και θαμπούρα +Τα μάτια του τα ασάλευτα κυριεύει, και σκευρόνει +Το σνίχι του που το τραβά το βάρος προς τα κάτου. +Τι τους φελούν τα κόπια τους και τα καλά τους έργα; +Τι τους φελά που τα βαρειά τα χώματα υννιατίζαν; +Κι' όμως αυτά δεν τάβλαψαν τα Μασσικά τα δώρα +Του Βάκχου, μήτε τα φαητά που πλήθια συχνοερχόνταν, +Κλαρί μονάχα και τ' απλό χορτάρι είν' η θροφή τους, +Κ' είνε πιοτό τους το νερό στες γάργαρες τες βρύσες, +Και σε ποτάμια που άκοπα το ρέμα τα μουδιαίνει, +Και δεν τους κόβουν το γερό τον ύπνον οι φροντίδες. +Στα μέρη τούτα, λέγεται, για τες γιορτές της Ήρας +Του κάκου εκείνον τον καιρό δαμάλες εζητιώνταν, +Και στα αγιαστήρια τα ψηλά τες άμαξες εφέραν +Παράταιρα αγριόβωιδα. Κοπιαστικά για τούτο +Κ' οι χερομάχοι ανάσκαφταν τη γης με την αξίνα, +Κ' έχωναν με τα νύχια τους το σπόρο μες στο χώμα, +Και πάνου στα ψηλά βουνά τα κάρρα τους που ετρίζαν. +Τεντόνοντας τον τράχηλο, μονάχοι τους τραβούσαν. +Ο λύκος δε σκαρφίζεται γύρου στη στάνη δόλους, +Κι' ούτε δεν περιφέρνεται σιμά σταρνιά τη νύχτα, +Τον καταβάλλουν πλιο βαρειές αφαντασιές. Και τώρα +Τα λάφια τα φευγάδικα και τα δειλά ζουλάπια +Μέσα στους σκύλους περπατούν κι' ολόγυρα στα σπίτια· +Κι' όλα τα ζα που στ' άπειρο το πέλαγο γεννιώνται, +Κάθε λογής πλεούμενα, μες του γιαλού το φρύδι +Ρίχτει, σα νάταν λείψανα καραβοτσακισμένα, +Το κύμα· και παράξενα στους τράφους φώκες φεύγουν. +Ψοφά η οχιά, που σε μονιές απόζαβες του κάκου +Φυλάεται, ως και του νερού τα φείδια που σαστίζουν, +Σηκόνοντας τα λέπια τους, κι' ανάντιος είνε ο αέρας +Και στα πουλιά, που στα ψηλά κάτουθε από ένα γνέφι, +Αφίνοντας τη ζήση τους, γκρεμίζονται στο χώμα. +Και τώρα πλια δεν ωφελείς τα ζωντανά καθόλου +Ούτε αν ξαλλάζεις τες βοσκές κ' οι σπάνιες τέχνες βλάφτουν, +Κι' αποτραβιώνται των βοσκών οι προεστοί: ο Μελάμπους, +Οπού ήταν του Αμυθάωνα παιδί, κι' ο Φιλλυρίδης +Ο Χείρωνας, και κάταχνη μανίζει η Τισιφόνη +Στο φως σταλμένη απ' τ' άφεγγα της Στύγας και μπροστά της +Εκείνη τα Θανατικά κεντά και την Τρομάρα· +Και κάθε μέρα πλιο ψηλά προβάλλει και σηκόνει +Τ' αχόρταγο κεφάλι της· κι' απ' των αρνιών το βλιάσμα +Και τους πολλούς τους μουγγρισμούς αντιλαλούν οι τράφοι +Και τα ξερά τα φρύδια τους κ' οι πλαγιαστές ραχούλες. +Και τώρα πλια κοπαδιαστά το θάνατο σκορπάει, +Και ψόφια ζα, που βρωμερό το σάπισμα τα λυώνει, +Σωριάζει ως και στους σταύλους τους· ως που μαθαίνει ο κόσμος +Να τα κουπόνει με τη γης και να τα κλει σε λάκκους. +Γιατί σε τίποτα καλές δεν ήταν οι προβειές τους, +Κι' ούτε κανείς με το νερό δε μπόρειε να καθάρει +Το κρέας και δεν το απάλαιναν οι φλόγες με τη βράση. +Και το μαλλί που οι απαστριές κ' οι αρρώστιες τόχαν φάει +Δεν ήταν τώρα βολετό κανείς να το κουρέψει, +Κι' ανίσως το κατάφερνε, τα σάπια τα στημόνια +Να γγίξει δεν εδύνοτουν· αλλά κι' αν υφαίνονταν +Και τα σκουτιά τ' αζήλευτα δοκίμαζε κανένας. +Τα μέλη του, που εβρώμεζαν, φλογιστικούς φουσκάλους +Εγιόμιζαν κι' ακάθαρτους ιδρώτες, και σε λίγο +Κατάτρωε τάγιο πύρωμα το μολεμένο σώμα. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. + + + +Τώρα του αέρινου μελιού τα ουράνια δώρα ας ψάλω, +Τήρα, Μαικήνα, μ' αγαθό βλέμμα κι' αυτό το μέρος. +Μικρών πραμάτων θιαμαστά θεάματα για σένα: +Κι' άρχοντες μεγαλόψυχους, κι' ολάκερης μιας φάρας +Τα έργα, τα συστήματα, τα πλήθη, τες αμάχες, +Θένα ιστορήσω στη σειρά. Στα μικροστά ξεπέφτω, +Αλλά δε θάνε μικροστή κ' η δόξα, αν οι αναντίοι +Στρέξουν θεοί, κι' ο Απόλλωνας το κάλεσμά μου ακούσει. + +Το πρώτο, για τες μέλισσες θα ζητηθεί μια θέση +Και μια μεριά όπου οι άνεμοι καθόλου δε θα μπαίνουν, +(Τι τες μποδίζουν οι άνεμοι να φέρνουν τη βοσκή τους +Στο σπίτι) μα όχι εκεί που αρνιά και σερπετά κατσίκια +Πηδούν στα πούλουδα, ούτε εκεί, στον κάμπο, όπου η δαμάλα +Πλανιέται και το δρόσισμα τινάζει και το χόρτο, +Που εφύτρωσε, τσαλαπατεί. Κι' ας λείπουν οι βοστέροι, +Πούχουν ξερή και πλουμιστή τη ράχη, από τες μάντρες +Τες πλούσιες, κ' οι μελισσουργοί, κι' άλλα πουλιά, κ' η Πρόκνη +Που της βουλώσαν τα πλευρά τα αιματωμένα χέρια. +Τι ως μακρυά, τρογύρου τους, όλα χαλούν, κι' αρπάζουν +Στο στόμα και τες μέλισσες που φτερακάν, και φέρνουν +Γλυκές χαψιές για τα μικρά στες άπονες φωλιές τους. +Βρυσούλες όμως ξάστερες ας είνε εκεί και λίμνες +Πράσινες από το όμηρο κι' ας τρέχει μες στο χόρτο +Ένα ρυάκι μικροστό, κι' ας ρίχτει στο προαύλι +Βαγιά τον ίσκιο ή κι' αγριλιά πολύ μεγάλη, κ' έτσι, +Με την καινούριαν άνοιξη, όταν πρωτοδηγήσουν +Τα σμάρια οι βασιληάδες τους, κ' η νεολαία που βγήκε +Απ' τες κηρήθρες παιγνιδά, θένα τες προσκαλέσουν +Τα φρύδια τα σιμοτεινά την κάψα να ξεφύγουν. +Και το καλοδεχούμενο το δέντρο στο κλαρί του +Φιλόξενο θα τες κρατεί. Και θένα ρίξεις βράχους +Τρανούς και ιτιές ανάδιπλα μες στο νερό, που στέκει +Σταματημένο ή που κυλά, για να μπορούν ν' απλόνουν +Στον ήλιο τον καλοκαιρνόν οι μέλισσες, που μένουν +Οπίσω, τα φτερούγια τους, και στα πολλά γιοφύρια +Να κάθονται, όταν κάποτες ο Εύρος τες σκορπάει +Ορμητικός και στου Ωκεανού το κύμα τες βυθίζει. +Και χαμοδάφνες πράσινες τρογύρου εκεί ας ανθίζουν, +Και ρίγανες, που μακρυά τη μοσκοβόλια στέρνουν, +Και ακόμα θρούμπες μπόλικες, που οσμή βαρειά αναδίνουν, +Κι' ας πίνουν γιοφυλλοβραγιές τη βρύση την ποτίστρα. +Μα μοναχά στενές μπασιές θε νάχουν τα γυψέλια, +Που ή θα τα κάνεις ράφτοντας σκαφιδωμένες φλούδες, +Ή κι' από ευκολολύγιστες ιτιές θάνε πλεγμένα. +Γιατί παγόνει η χειμωνιά το μέλι με τα κρύα, +Κ' η ζέστα πάλι νερουλό το καταντά· κι' ομοίως +Για τα μελίσσια και τες δυο τες δύναμες φοβήσου. +Σπουδαχτικά με το κερί του κάκου δεν αλείφουν +Εκείνα και τες πλιο λιανές τρυπούλες στο κλημπούρι, +Και δε σφαλίζουν τες ποριές με σπρόπολη και μ' άνθο, +Και δε φυλάν συνάζοντας για το σκοπό τον ίδιο +Κόλλα πηχτότερη από οξιό και πλιο πηχτή απ' την πίσσα +Που γένεται στη Φρυγιακή την Ίδα. Ως και κρουψώνες, +Αν τάκουσμα είνε αληθινό, συχνά στο χώμα σκάφτουν, +Και στιούν εκεί το σπίτι τους, και μέσα σε κουφάλες +Σαπρές, και μες στην κίσσερη την κούφια αυτά βρεθήκαν. +Μα ως τόσο το σκισμαδιαστό γιατάκι εσύ θα χρίσεις +Ολόγυρα με γλυστερές φλουτιές για να το χλιάνεις, +Κι' ανάγλυκα χλωρόκλαρα θα ρίξεις από πάνου. +Και δε θ' αφίνεις σμιλακιά σιμά στους μελισσιώνες, +Και δε θα καις τους κόκκινους καβούρους στην ογνήστρα. +Και μη μπιστεύεσαι βαθειά λιμνιά, μηδέ τους τόπους +Όπου βαρειά είνε η μυρωδιά της βούρβουρης ή κι' όλας +Όπου βογγούν τα βαθουλά χαράκια σα χτυπιώνται +Και της φωνής αναπηδά το ομοίωμα βλαμμένο. + +Κ' έτσι λοιπόν, σαν ο χρυσός ο ήλιος το χειμώνα +Παίρνει αποκάτου από τη γης, και πεντανοίγει τότες +Το φως το καλοκαιρινό τους ουρανούς, αμέσως +Οι μέλισσες σε λαγγαδιές και κάμπους τρογυρίζουν +Θερίζοντας τα λούλουδα τα κόκκινοβαμμένα +Κι' ανάλαφρα ακροπίνοντας στων ποταμών το ρέμα. +Κι' απέκειθε χαιράμενες, δεν ξέρω για ποια γλύκα, +Χαμοζεσταίνουν τες φωληές και το γεννόσπαρμά τους, +Με τέχνη απέκει πελεκούν το νιο κερί και πλάθουν +Το μέλι το κολλητικό. Κι' όταν ιδείς απέκει +Να πλέει στου καλοκαιριού την ξαστεριά κιβέρτι, +Φευγάτο από την κλούβα του, προς τουρανού ταστέρια, +Κι' όταν θιαμάζοντας θωρείς το μελαψό το γνέφι +Να σέρνεται απ' τον άνεμο, κοίτα καλά: γυρεύει +Γλυκό νεράκι πάντοτε και σκέπαση κλαρένια. +Τες διορισμένες μυρωδιές εκεί εσύ θα σκορπήσεις: +Τριμμένο μελισσόφυλλο και πρόστυχο γρασίδι +Λαγοκουκκιού, και σάλαγο με χάλκωμα θ' ασκώσεις, +Και της Κυβέλης θα χτυπάς τα τούμπανα τρογύρου. +Κι' αυτές καθίζουν μόνες τους μες στο βοτανισμένο +Το μέρος, και μονάχες τους, καθώς το συνειθίζουν, +Όσο βαθύτερα μπορούν ντρυμόνουν στο γυψέλι. + +Μα αν ίσως βγουν για πόλεμο (γιατί συχνά κυριεύει +Διχογνωμιά με ταραχή μεγάλη δυο ρηγάδες — +Και βολετό είνε την ψυχή του κόσμου να γνωρίζεις +Από τα πριν, και τες καρδιές που λαχταρούν αμάχες, +Γιατί σαν από χάλκωμα βραχνή βοή πολέμου +Ξαφνίζει αυτές που αργοπορούν και μια φωνή γρικιέται +Που της τρανταχρας σάλπιγγας το σήμαμα αντιφκιάνει —) +Συνάζονται τρεμάμενες, κι' αστράφτουν τα φτερά τους, +Και στο μουσούδι το κεντρί τροχούν, και προγυμνάζουν +Τα μούσκουλα για τη μαλιά, και γύρου στους ρηγάδες +Πυκνές ανακατεύονται μπροστά στα στρατηγεία. +Και τον οχτρό τους προσκαλούν με χουγιατά μεγάλα. +Γίαυτό όταν άβροχη άνοιξη και ξάστερος αέρας +Τους λάχει, απ' τες ποριές ξεσπάν, αρχίζουν το γιουρούσι. +Βαβούρα κάνουν στα ψηλά του αιθέρα, ανταμωμένες +Μαζεύονται κουβαριαστά σε μια μεγάλη μπάλλα +Και πέφτουν χάμου ορμητικά. Πυκνότερο χαλάζι +Ποτέ δε ρίχτουν οι ουρανοί, ποτέ βαλάνια τόσα +Οι πρίνοι όταν τινάζονται. Κι' ως τόσο οι γεμονιάδες. +Φανούσιμοι από τα λαμπρά φτερά τους μες στ' ασκέρι. +Ανάβουν μέσα στα μικρά τα στήθια τες μεγάλες +Ψυχές, και τόσο προσπαθούν να μη τραβιώνται οπίσω. +Όσο που ο ένας, νικητής αψύς, υποχρεόνει +Ή αυτές ή εκείνες φεύγοντας τες πλάτες τους να γύρουν. +Μα των ψυχών ο τάραχος αυτός, κ' οι τόσοι αγώνες, +Με λίγη σκόνη πεταχτή σιγάζουν κυριεμένοι. + +Αλλά όταν από τη μαλιά τους δυο αρχηγούς ξεβγάλεις, +Εκείνον που χειρότερος εφάνηκε, του χάρου +Παράδος τον, το σπάταλο, για να μην είνε μπόδιο, +Κι' ας βασιλέψει ο πλιο καλός στη ρημασμένη αυλή του. +Ο πρώτος είνε λαμπερός απ' τες χρυσές κουκκίδες +Που βαβυλίζουν μπόλικες· (τι δυο λόγων υπάρχουν: +Τούτος είν' ο καλήτερος, ωραίος και στην ειδή του +Και με τα κοκκινέλλικα τα λέπια του γυαλίζει.) +Ο άλλος είνε μαλλιερός από το καθισιό του +Και βωλοσέρνει την πλατειά κοιλιά του δίχως δόξα. +Κι' όπως διπλές έχουν μορφές οι βασιληάδες, έτσι +Και του λαού τα σώματα· γιατί ξερακιασμένες +Κι' άσκημες είνε μερικές, καθώς ο δρομολάτης, +Σαν έρχεται από βαθουλή και σκονισμένη στράτα +Κι' απ' το φρημένο στόμα του φτυεί χώμα γρουψασμένος. +Και μερικές φεγγοβολούν κι' από τη λάμψη αστράφτουν +Σαν το λογάρι φλογερές, κ' είν' όλο τους το σώμα +Χρισμένο από ομοιόμορφες σταλούλες. Τούτες είνε +Το σόι το προτιμώτερο, και θένα ζίφεις μέλι +Στες διορισμένες εποχές γλυκώτατο από κείνες, +Γλυκώτατο όχι μοναχά παρά και κρουσταλλένιο +Κι' άξιο του Βάκχου τη στυφή τη γέψη να ημερώσει. + +Μα όταν τα σμάρια τάστατα πετούν και στον αέρα +Παίζουν και τες κηρήθρες τους περιφρονούν και κρύα +Αφίνουν τα γυψέλια τους, από παιγνίδια κούφια +Εσύ τες αλαφρόμυαλες ψυχές θένα αντισκόφτεις, +Μεγάλη δεν είνε δουλειά για να τες αντισκόψεις: +Των βασιληάδων τα φτερά θα βγάλεις, κι' όταν τούτοι +Οκνεύουν, δεν κοτά καμιά προς τα ψηλά να πάρει +Δρόμο κι' απ' τα λημέρια τους ν' αρπάξει τες σημαίες. +Και μ' άνθη κρόκου ας τες καλούν οι μυροβόλοι κήποι, +Και με το ιτιένιο δρέπανο προστάτρα ας τες φυλάει +Η εικόνα του Ελλησποντιακού Πριάπου, που αλαργεύει +Και κλέφτες και πετούμενα· κι' απ' τα ψηλά τα όρη +Αυτός ο ίδιος στροβιλιές ας φέρει και θυμάρια +Κι' ας τα φυτέψει ως μακρυά τρογύρου στα γυψέλια, +Αυτός που τέτοια γνοιάζεται· με τη δουλειά ας εργάσει +Το χέρι του και το φυτό το καρπερό ας πλακόνει +Στο χώμα, και τη φιλικιά βρυσούλα ας αυλακίσει. + +Και βέβαια, αν κι' όλας τα παννιά δε μάζευα στο τέλος +Το ολακρινό των κόπων μου, κι' αν προς τη γης την πλώρη +Να γύρω δε βιαζόμουνα, θένα ήθελα ίσως ψάλει +Ποιες είνε οι έγνοιες του οργωμού που τους παχειούς τους + [κήπους +Στολίζουν και τες δίκαρπες ροδοβραγιές της Παίστος, +Και πώς περίσσια χαίρονται ταντίδια στα ρυάκια, +Κ' οι οχτιές με σέλινα χολά, και πώς μες στο χορτάρι +Με την κοιλιά του το στριφτό τ' αγγούρι μεγαλόνει, +Και τα μανούσια, που όψιμα με φύλλα και λουλούδια +Πλουμίζονται, και τους φλαστούς της λυγερής μουτρούνας, +Και τες μυρσίνες, που αγαπούν τους άμμους στ' ακρογιάλια, +Και τους κισσούς τους κίτρινους δεν ήθα λησμονήσω. +Γιατί, αποκάτου απ' τα καστριά του Οιβαλιακού του πύργου, +Όπου ποτίζει τα ξανθά σπαρτά ο Γαλαίσος μαύρος. +Είδα, θυμούμαι, κάποτες εγώ έναν Κορυκιώτη +Γέροντα, πούχε μοναχά λίγες ζεψιές χωράφι +Παραιτημένο, κι' αυτή η γης μήτε για το ζευγάρι +Καρπούς δεν έδινε αρκετούς, γι' αρνιά δεν εφελούσε. +Και για κρασί δεν έκανε. Μα είχε φυτέψει εκείνος +Ανάρηα μες τες βατσινιές λαχανικά και γύρω +Κρίνα άσπρα κι' αγιοβότανα κι' άτσαλες παπαρούνες, +Και με το νου του ελόγιαζε πως έφτανε στα πλούτη +Τους βασιληάδες κ' έγερνε τη νύχτα αργά στο σπίτι +Και στα τραπέζια εφόρτονε τ' αψόνιστα τα δείπνα. +Πρώτος την άνοιξη έκοφτε τριαντάφυλλο και πρώτος +Τον τρυγητή τα οπωρικά, και το χειμώνα ακόμα +Τον άχαρο, όταν έσκιζαν οι βράχοι από τα κρύα +Κι' από τους πάγους των νερών το ρέμα εσταματούσε, +Αυτός και τότε εμάζευε του τρυφερού Υακίνθου +Τα κατσαρά τα λούλουδα, καταφρονώντας έτσι +Το καλοκαίρι τ' όψιμο και τους οκνούς ζεφύρους. +Γίαυτό είχε ο ίδιος περισσές μελισσομάννες πρώτος, +Κ' ήταν πολύ το σμάρι του, και πρώτος ετρυγούσε +Αυτός το μέλι το αφριστό κ' έζιφε τες κηρήθρες. +Και πλούσια ήταν τα πεύκα του κ' είχε πολλά φλαμούρια, +Κι' όσοι καρποί, επερίντυναν τα γόνιμα τα δέντρα +Με το καινούριο τάνθισμα, κι' ώρμοι εκρεμώνταν τόσοι +Απέκει το χινόπωρο. Και στην αράδα εκείνος +Οψιμιασμένους φύτεψε φτεληάδες και μεγάλες +Τες αχλαδιές κι' αβραμηλιές που κι' όλας είχαν κάμει +Δαμάσκηνα, και πλάτανο που κι' όλας είχε απλώσει +Πάνου στους καλεσμένους του σε σύμπιωμα τον ίσκιο. +Μα εγώ σε τόπο αβόλευτο κλειστός αυτά διαβαίνω +Κι' αφίνω να τα μελετούν άλλοι στερνότεροί μου. + +Και τώρα ομπρός· τα διώματα θα διηγηθώ, που ο Δίας +Στες μέλισσες εχάρισε για πλερωμή τους όταν +Εκείνες ακολούθησαν τους κρότους των Κουρήτων +Τους βροντερούς και του χαλκού το σήμαμα κ' εθρέψαν +Το Βασιλέα του ουρανού μες στη σπηλιά της Δίκτης. +Μόνον αυτές έχουν κοινά τα τέκνα, και τα σπίτια +Της χώρας τους συντροφικά, και κάτου από μεγάλους +Νόμους περνούν τη ζήση τους και μοναχές εκείνες +Και κατοικίες σταθερές γνωρίζουν και πατρίδες, +Και με τη ζέστα εργάζονται θυμούμενες πως θάρθει +Χειμώνας και για το κοινό φυλάν το ξέτασμά τους. +Τι άλλες βιγλίζουν τες θροφές και κατά τες συνθήκες +Που σύνατές τους έκλεισαν, στους κάμπους πεταρίζουν. +Άλλες με δάκρυ μανουσιού και κόλλες από φλούδα +Πηχτές στο σπίτι στέκοντας για τες κηρήθρες σταίνουν +Τα πρώτα θεμελιώματα, κι' αυτού κρεμούν απέκει +Ταναγλυτσιάρικα κεριά, κι' άλλες αναλικόνουν +Και κουναρούν τες γέννες τους, της φάρας την ελπίδα, +Κι' άλλες το καθαρώτερο το μέλι αποθηκιάζουν +Και τα κελλιά τους ξεχειλούν με διάφανο νεχτάρι. +Και μερικές το τυχερό τες διόρισε φυλάχτρες +Στες πόρτες και ξαλλάζοντας τηράν αυτές τα γνέφια +Και τες βροχάδες τουρανού· το φόρτωμα των άλλων, +Πούρχονται απόξω δέχονται, και ασκέρι μαζεμένες +Απ' το παχνί τα οκνά τα ζα, τους ακαμάτες, διώχνουν, +Βράζει η δουλειά, μοσκοβολά το μέλι από θυμάρι. +Και καταπώς οι Κύκλωπες, σα βιαστικά ετοιμάζουν +Ταστροπελέκια απ' του χαλκού τη μάζα που λυγάει, +Άλλοι με βωιδοπέτσινα φυσούνια τους αέρες +Ρουφούν και πάλι διώχνουν τους κι' άλλοι στη λούμπα βάφουν +Το μέταλλο που στο νερό τριζοκοπά, και η Αίτνα +Από ταμόνια που έστησαν στενάζει, και σηκόνουν +Ανάμεσό τους ρυθμικά μ' ορμή πολλή τα μπράτσα, +Και στρίφουν τα σιδερικά με σφιχταρπάχτρες άγρες· +Έτσι, α βολεί με τα μικρά να συγκριθούν μεγάλα, +Σπρώχνει και τα Κεκροπιακά μελίσσια η φυσικιά τους +Η αγάπη για τα κέρδητα στο έργο του καθένα. +Της πολιτείας, οι προεστές έχουν την έγνοια· εκείνες +Τα μελικέρια προφυλάν και χτίζουν τεχνικάτα +Γυψέλια· μα οι νεώτερες γυρίζουν κουρασμένες +Πολύ τη νύχτα σπίτι τους με τα μεριά γιομάτα +Θυμάρι, και διαβαίνοντας από δω απόκει βόσκουν +Τες κουμαριές, τες γαλανές ιτιές, τη χαμοδάφνη, +Την κόκκινη τη ζαφορά, το ξυγγερνό φλαμούρι +Και τους σιδερογάλαζους υακίνθους. Είνε για όλες +Κοινό το σώσμα της δουλειάς, κοινός ο κόπος για όλες +Πρωί πετιώνται απ' τες ποριές· πούπετα χασομέρια· +Και πάλι όταν το σούρουπο τες ορμηνεύει τέλος +Στους κάμπους, από τη βοσκή να τραβηχτούν, γυρίζουν +Στα σπίτια τους και γνοιάζονται για το κορμί τους τότες· +Γένεται αντάρα· μουρμουρούν τρογύρω στα κατώφλια +Και στες μπασιές· απέκειθε τσωπαίνουν όλη νύχτα, +Αφού πλαγιάσουν στον οντά, και παίρνει του κορμιού τους +Το κάθε μέρος ο ύπνος του. Ποτέ δε βγαίνουν όμως, +Σαν οι βροχάδες κρέμονται, μακρυά από τα μαντριά τους, +Κι' ουδέ πιστεύουν τουρανού, σα βιαστικά σιμόνουν +Εύροι, μα γύρου στα τειχιά της χώρας φυλαγμένες +Παίρνουν νερό, κι' αλαργινά πετάγματα δεν κάνουν, +Ή και σηκόνουν κάποτες γουλιά, σαν τη σαβούρρα +Οι βάρκες που όλο κουλουρούν όταν το κύμα αψιώνει, +Και πέτονται μες στ' άυλα τα σύγνεφα με κείνα. +Και θα θιαμαίνεσαι κι' αυτό το σύστημα που αρέσει +Στες μέλισσες: ζευγάρωμα δε στρέγουν· το κορμί τους, +Στης Αφροδίτης τες χαρές νωθρό, δεν τ' αστενίζουν, +Και δε γεννούν το σπάρμα τους μ' αγώνες και με πόνους· +Μα οι ίδιες από βότανα γλυκά κι' από τα φύλλα +Συνάζουν με το στόμα τους τα τέκνα τους, κ' οι ίδιες +Διαλέν το βασιλέα τους και τους μικρούς Κυρίτες +Και ξαναφτιάνουν την αυλή και το κερένιο κράτος. + +Αλλά στους βράχους τους σκληρούς, ενώ κλωθογυρίζουν, +Συχνά συντρίβουν τα φτερά και ξεψυχίζουν κάποιες +Με το βαρύ τους φόρτωμα· τόσο φιλοτιμιούνται +Να κάνουν μέλι, κι' αγαπούν εκείνες τα λουλούδια. +Κ' έτσι λοιπόν ο τελειωμός τους έρχεται της ζήσης, +Πούνε γι αυτές μικρή πολύ. γιατί μήτε δε φτάνει +Το καλοκαίρι το έφτατο· κι' όμως το γένος μνέσκει +Αθάνατο, και του σπιτιού βαστά η καλοτυχία. +Και προσπαπούνων πρόγονους μετρούν. Το ρήγα κι' όλας +Η Αίγυπτο έτσι δεν τιμά, μηδέ η τρανή Λυδία, +Ούτε των Πάρθων οι λαοί κι' ο Μηδικός Υδάσπις. +Σαν είνε ο ρήγας άβλαβος μια γνώμην έχουν όλες. +Μα αφού χαθεί συντρίβεται κ' η πίστη τους αμέσως, +Το στοιβασμένο μέλι τους ατές τους διαγουμίζουν +Και μοναχές τους τες πλεχτές κηρήθρες χαντακόνουν. +Εκείνος είνε ο φυλαχτής του έργου· τον θιαμάζουν, +Με μπουμπουνίσματα πυκνά τον τρογυρίζουν όλες, +Ντρυμόνονται πολλές μαζή σιμά του και τον παίρνουν +Πολλές φορές στο νώμο τους, και ρίχνουν το κορμί τους +Στον πόλεμο, κι' από πληγές λαμπρό χαλεύουν τέλος. + +Με τούτες τες απόδειξες και ακολουθώντας τούτα +Τα ξόμπλια, κάποιοι εδίδαξαν πως στα μελίσσια υπάρχει +Μοιράδι από το θεϊκόν το νου κ' αιθέριο πνέμα, +Γιατί ο θεός τα πάντα, λεν, γιομίζει, τη γης όλη, +Τες πλατωσιές της θάλασσας και τουρανού τα βάθη, +Κι' από τον ίδιον την ψιλή ζωή τους ανασέρνουν +Κοπές, κοπάδια κι' άνθρωποι και κάθε γένος άγριο +Κι' όσα γεννιώνται, και σ' αυτόν βέβαια γυρίζουν όλα +Κ' ελεύτερα ξανάρχονται· και δεν υπάρχει τόπος +Του χάρου, μα όλα ζωντανά κι' ανάμεσα στ' αστέρια +Πέτονται και στον ουρανό προς τα ψηλά ανεβαίνουν. + +Κι' ανίσως τες βασιλικές καθέδρες και το μέλι, +Οπούνε μες στους θησαυρούς κλεισμένο, ξεβουλώσεις, +Ανασυρμένο σύχλιανε νερό μέσα στο στόμα +Και ξάχνιζέ το, και καπνούς, οπού παντού ντρυμόνουν, +Απλόνοντας το χέρι σου, σκόρπησε. Τα μελίσσια +Τον κάθε χρόνο δυο φορές το πλούσιο δόσιμό τους +Συνάζουν και το μέλι τους σε δυο εποχές τρυγιέται: +Άμα τωραίο της πρόσωπο η Πλειάδα Ταϋγέτη +Δείχνει, και με το πόδι της σκουντά καταφρονώντας +Του Ωκεανού τον ποταμό, κι' όταν αυτή καθίζει. +Φεύγοντας τάστρα των Ψαριών τα βροχερνά, στο κύμα +Το χειμωνιάτικο άχαρη. Μα αμέτρητη είνε η οργή τους. +Και πιτσυλάν, σαν πειραχτούν, στες δαγκασιές φαρμάκι. +Κι' από τες φλέβες κρέμονται και το κεντρί τους μένει +Κρουμμένο, και μες στες πληγές αφίνουν την ψυχή τους. +Κι' ίσως να σκιάζεσαι βαρύ χειμώνα, κ' ίσως θέλεις +Για το μελλάμενον καιρό να οικονομάς το μέλι. +Κι' ίσως για την πολύπαθη ψυχή τους και το κράτος +Το χαλασμένο συμπονείς· γι' αυτό όμως μη διστάζεις +Να κόφτεις τάδεια τα κεριά κι' απέκει να καπνίσεις +Με το θυμάρι τα κρινιά, τι τες κηρήθρες τρώει +Άγνωστος βόστερας συχνά, και σκώροι, που φοβούνται +Το φως, φωλιάζουν στα κελλιά, και οι άνεργοι ακαμάτες +Καθίζοντας στα γιόματα τα ξένα, και η άγρια σφήκα, +Οπούχει ανώτερα άρματα, ντρυμόνουν στα γυψέλια, +Και της βωτρίδας το δεινό το γένος, ως κ' η αράχνη. +Που η Αθηνά τη φτόνεσε, τα δίχτυα τα ντωμένα +Κρεμά συχνά μπρος στες μπασιές. Όσο χειρότερα όμως +Οι μέλισσες ξεγένονται, τόσο πασκίζουν όλες +Με ζήλο περισσότερο του ρειπισμένου γένους +Να μάσουν τα χαλάσματα, και τα κελλάρια μέλι +Γιομίζουν, κι' απ' τα λούλουδα ταμπάρια ξαναπλέκουν. + +Μα ανίσως τα κουφάρια τους (γιατί και στα μελίσσια +Φέρνει η ζωή τα πάθια μας) οι αστένειες τα λιγώσουν· +(Κι' από σημάδια θετικά μπορείς να το νοήσεις: +Γιατί των άρρωστων ευτύς το χρώμα γένεται άλλο, +Και τα ασκημαίνει φοβερή στο πρόσωπο η λιγνάδα. +Και τότες βγάζουν τάψυχα κορμιά από τα γυψέλια +Και κάνουν ξόδια θλιβερά· ή κι' από τα κατώφλια +Μαζεύοντας τα πόδια τους κρεμιώνται μοναχά τους. +Ή κι' όλας μες στα χτίρια τους χασομερούν κλεισμένα +Από την πείνα τους οκνά κι' απ' το ξερό το κρύο +Νωθρά· κι' αντάρα ακούγεται βαρειά κι' όλο βουίζουν, +Καθώς στα δάση κάποτε ψυχρός νοτιάς σβουρίζει, +Καθώς από τα κύματα, που τ' ακρογιάλια πάλι +Τα χύνουν, πολυτάραχο το πέλαγο βογγάει, +Καθώς γοργά βράζει η φωτιά μει τα κλειστά καμίνια·) +Τότες εγώ θα ορμήνευα μυριστικά χαλβάνια +Ν' ανάψεις, και μες στα κρινιά μ' αυλάκια καλαμένια +Να χύσεις μέλι, επίτηδες έτσι ερεθίζοντάς τα +Και προσκαλώντας στη γνωστή θροφή τες αρρωστιάρες. +Θα τα ωφελήσεις σμίγοντας χυμούς από τριμμένα +Κηκίδια και τραντάφυλλα ξερά ή και πετιμέζι +Παχύ από τες πολλές φωτιές, ή και σταφιδιασμένα +Τσαμπιά από αμπέλια ψιθιακά, και τ' Αττικό θυμάρι +Και το θερμασοβότανο το βαρειομυρωδάτο. +Και στα λειβάδια γένεται λουλούδι, που οι ξωμάχοι +Άστρο του έβαλαν όνομα, βοτάνι που το βρίσκουν +Εύκολα αυτοί που το ζητούν, γιατί μεγάλο λόγγο +Από μια μόνη ριζαμιά σηκόνει και χρυσή είνε +Η κούπα, μα τα φύλλα του, πούνε χυτά τρογύρου, +Με το μαβί του γιοφυλλιού του μαύρου χαμολάμπουν. +Πολλές φορές εστόλισε μες στα πλεχτά στεφάνια +Των αθανάτων τους βωμούς, κ' είνε στυφή στο στόμα +Η γέψη του κ' οι πιστικοί στα κοσσισμένα σιάδια +Σιμά στο στραβοπόταμο το Μέλλα το μαζεύουν. +Βράσε τες ρίζες με κρασί μυριστικό και βάλε +Μπρος στες ποριές τους τη θροφή σ' ολόγιομα κανίστρια. + +Μα αν ένας χάσει ολομεμιάς το σόι και δεν έχει +Τρόπο τη ρίζα της γενειάς να ξανανειώσει, τότες +Να του ξηγήσω είνε καιρός του Αρκαδιανού διδάχου +Το αξιόλογο το εφεύρεμα και πώς απ' τα σφαμένα +Δαμάλια έβγαλε μέλισσες το σάπιο τους το αίμα. +Όλάκερο το ξάκουσμα θένα αραδιάσω τώρα, +Στα παλαιά γυρίζοντας, από την πρώτη αρχή του. +Κι' αλήθεια, εκεί που κατοικεί του Πελλαϊκού Κανώβου +Ο κόσμος ο καλότυχος, στο λιμνασμένο Νείλο, +Τον ξέχειλο τον ποταμό, και με χρωματισμένες +Φελούκες τα χωράφια του διαβαίνει γύρου, γύρου· +Και εκεί που το γειτόνιασμα της σπουρδοαρματωμένης +Περσίδας τον στενοχωρεί, και εκεί που η ρεματιά του +Απ' τους ενδούς τους μελαψούς πηγάζοντας κυλάει +Και μοιρασμένη χύνεται στα εφτά τα στόματά του +Και τη χλωρή την Αίγυπτο με μαύρο χώμα θρέφει, +Ελπίζει ο τόπος από αυτήν την τέχνη σωτηρία. +Πρώτα για τούτην τη δουλειά διαλέγεται ένα μέρος +Στενόχωρο και μικροστό, και χαμηλή μια σκέπη +Κεραμιδένια και φτενοί το περιορίζουν τοίχοι· +Κ' είνε ανοιχτά στους τέσσερους ανέμους παραθύρια +Τέσσερα, που λοξά το φως αφίνουν να διαβαίνει. +Κι' απέκει δευτερόχρονο χαλεύεται δαμάλι, +Που νάχει κι' όλας κέρατα γυρτά στο μέτωπό του, +Και του σφαλίζεται η πνοή στο στόμα και τ' αρθούνια +Τα δίδυμα, ενώ πολεμά πολύ, κι' αφού ψοφήσει +Από το ξύλο, χτυπητά τα σπλάχνα του χαλιώνται +Μες το πετσί τανέγγιχτο. Κι' αφού έτσι μες στο κλείσμα +Βαλθεί, θενά παραιτηθεί, και κάτου απ' τα πλευρά του +Κλαριά κομμένα θα στρωθούν, θρούμπες και χαμοδάφνες +Νωπές· και τούτο γένεται τόμου πρωτοσαλέψουν +Οι Ζέφυροι τα κύματα και πρίχου κοκκινίσουν +Οι κάμποι από χρωματισιές καινούριες, πριν κρεμάσει +Απ' τα δοκάρια τη φωληά το λάλο χειλιδόνι. +Και σταπαλά τα κόκκαλα ζεσταίνοντας ως τόσο +Βράζει ο χυμός, και ζωντανά, που να τα ιδείς ξενίζεις, +Μισερωμένα στην αρχή βρυάζουν και σε λίγο +Με τα φτερούγια τους λαλούν στον αλαφρόν αέρα. +Όλο ψηλότερα πετούν, ως που στο τέλος όξω +Χυμούν με ορμή, σαν τη βροχή που χύνεται από γνέφι +Καλοκαιρίσιο, ή και καθώς σαΐττες που τες κρούει +Το νεύρο, σαν πρωταρχινάν γοργοί τη μάχη οι Πάρθοι. + +Ποιος, Μούσες, ποιος αθάνατος έδειξε αυτήν την τέχνη; +Που αυτή η καινούρια μάθηση τανθρώπου νάχει αρχίσει; +Ο Αρισταίος ο πιστικός, καθώς ο λόγος λέει, +Σαν έχασε από λοιμικό και πείνα τα μελίσσια +Φεύγοντας τα Πηνειακά τα Τέμπη, λυπημένος +Στάγιο το κεφαλόβρυσο, στου ποταμού την άκρη. +Εστάθηκε κλαιάμενος πολύ και της γεννήτρας +Τούτα τα λόγια εμίλησε: — “Μάννα, Κυρήνη, μάννα. +Που μες στα βάθη κατοικείς σ' αυτήν την καταβόθρα, +Γιατί από γένος θεϊκό περίλαμπρο (αν αλήθεια, +Ως μούπες, είνε ο Απόλλωνας πατέρας μου ο θυμβραίος) +Από τες μοίρες μισητό μ' εγέννησες; Η αγάπη, +Πούχες για εμέ, πού εδιώχτηκε; τι με παρακινούσες +Να καρτερώ τον ουρανό; Μα κοίτα, ως και της ζήσης +Της πρόσκαιρης τη δόξα αυτή που, αφού εδοκίμασα όλα, +Μου επροβοδούσε μεταβιάς η ακάματη επιμέλεια, +Ενώ είσαι εσύ μητέρα μου, την παραιτώ· ομπρός τώρα +Η ίδια εσύ ξερρίζωσε τα χρήσιμα τα δέντρα, +Η ίδια με το χέρι σου φωτιά χαλάστρα φέρε +Στους σταύλους και κατάστρεφε το θέρισμα και κάψε +Τες φυταλιές, κι' ανέμισε και το τρανό πελέκι +Στ' αμπέλια, αφού εσυχάθηκες τον έπαινο μου τόσο.” + +Μα την αντάρα αγρίκησεν η μάννα στο θαλάμι +Κάτουθε από τον τρίσβαθο τον ποταμόν. Οι Νύμφες +Γύρου της έγρεναν μαλλί της Μίλητος βαμμένο +Σε χορταμένα βάμματα, πράσινα σαν κρουστάλλι, +Η Δρυμώ, η Λίγεια, κ' η Ξανθώ, κ' η Φυλλοδόκη ακόμα, +Που στο λευκό τους το λαιμό λαμπρά σγουρά εχυνόνταν, +[Κ' η Κυμοδόκη, κ' η Σπειώ, κ' η Θάλεια, κ' η Νυσαίη,] +Ως κ' η Κυδίππη κ' η ξανθή Λυκωριάδα, η μία +Παρθένα, η άλλη πρωταριά στους πόνους της Ειλήθυιας, +Ως κ' η Βερόη κ' η αδερφή Κλειώ, που θυγατέρες +Ήταν κ' οι δύο του Ωκεανού κ' ήταν κ' οι δυο ζωσμένες +Με μάλαμα και με πετσιά χρωματιστά κ' οι δύο, +Κ' η Εφύρα, κ' η Ώπις, κ' η Ασιακή Δηιόπεια και τέλος +Η γοργοπόδα Αρέθουσα με δίχως τα βελτόνια. +Και στες κυκλοκαθούμενες διηγότουν η Κλυμένη +Τες μάταιες έγνοιες του Ήφαιστου και του Άρη τες απάτες +Και τες κλεμμένες ηδονές, και τες πυκνές αγάπες +Αναμετρούσε των θεών απ' τον καιρό του Χάους. +Κ' ενώ από το τραγούδι της συνεπαρμένες στρίφουν +Τ' αδράχτια και το μαλακό τον κάματό τους γνέθουν, +Ταυτιά της μάννας χτύπησε το κλάμα του Αρισταίου +Πάλι κι' όλες εσάστισαν στους κρουσταλλένιους θρόνους. +Μα πρώτη από τες αδερφές η Αρέθουσα προβάλλει +Στην κορυφή της ρεματιάς τολόξανθο κεφάλι +Τηράζοντας κι' από μακρυά τα λόγια τούτα λέει: — +“Του κάκου δεν ετρόμαξες, αχ αδερφή Κυρήνη. +Το τόσο στέναγμα· είνε αυτός· η πλιο μεγάλη σου έγνοια, +Ο Άρισταίος ο άχαρος, που δίπλα στου πατέρα +Πηνειού το κύμα στέκεται για σένα δακρυσμένος, +Και σου μιλεί,” σκληρόψυχη μητέρα “κράζοντάς σε. +Κι' από τη σκιάξη αγνώριστη, κρουσμένη η μάννα λέει: +“Φέρτον, ομπρός, φέρτον σε μας· τούνε συχωρεμένο +Των αθανάτων των θεών ν' αγγίξει τα κατώφλια.” +Και τα βαθειά τα κύματα φαρδιά προστάζει αμέσως +Ν' ανοίξουν και τα πόδια του βάζει εκεί μέσα ο νέος. +Όμως το κύμα εστάθηκε τρογύρω του καμπύλο +Σαν το βουνό, στο διάπλατο τον κόρφο τον εδέχτη +Και κάτου από του ποταμού την κοίτη τον επήρε. +Κ' επροχωρούσε τώρα αυτός θιαμάζοντας τα κράτη +Τα ογρά, και της μητέρας του τα σπίτια και στα σπήλια +Λίμνες κλειστές ολόγυρα και δάση που εβουίζαν, +Και στατικός απ' των νερών το κίνημα το μέγα +Όλους τηρά τους ποταμούς τους διάφορους να τρέχουν +Κάτου απ' τη γης την απεικιά, στους τόπους τους: το Λύκο, +Το Φάσιδα, και τες πηγές όθε με βια αναβρύζει +Ο Ενιπέας ο τρίσβαθος κι' ο Κάικος της Μυσίας, +Κι' ο πετρερός ο Ύπανις βροντώντας, κι' όθε βγαίνει +Ακόμα κι' ο Τιβερινός πατέρας και τ' Ανίη +Η ρεματιά κι' ο Ηριδανός, πούχει στο πρόσωπό του +Το δαμαλίσιο ολόχρυσα τα δυο τα κέρατά του, +Και σαν εκείνος ποταμός άλλος κανείς δε ρέει +Ανάμεσα στα λιπαρά χωράφια και κανένας +Με τόση ορμή στο πορφυρό το πέλαγο δε βγαίνει. +Και στην κισσεροθόλωτη τη γράβα εμπήκε απέκει +Του κρυφτοντά, κ' εγνώρισε του γιού της η Κυρήνη +Το περιττό παράπονο, κ' οι δυο αδερφές στα χέρια +Κατά την τάξη ξάστερο βρυσόνερο του χύνουν, +Και φέρνουν σφογγιστόπαννα με φλόκια κουρεμένα. +Και μερικές τα φαγητά φορτόνουν στα τραπέζια +Και τα ποτήρια ολάγιομα πιθόνουν και καπνίζουν +Φωτιές απάνου στους βωμούς Παγχαϊκές. Και τότες, +“Πάρε μια κούπα Λυδικό κρασί” του λέγει η μάννα +“Κι' ας στάξουμε του Ωκεανού.” Και παρευτύς εκείνη +Περικαλεί τον Ωκεανό, τον κύρη απ' ό,τι υπαρχει, +Ως και τες αδερφάδες της τες Νύμφες που ρουμάνια +Υπερασπίζουν εκατό κι' άλλα εκατό ποτάμια. +Και τρεις φορές εμόσκεψε με διάφανο νεχτάρι +Τον αναμμένον το βωμό και τρεις φορές η φλόγα +Λάμποντας επετάχτηκε προς την κορφή του θόλου. +Κι' αυτό το αγούρι στην ψυχή της δίνει θάρρος, κ' έτσι +Αρχίζει τότες να μιλεί: — “Μέσα στου Ποσειδώνα +Το βόθυνα, στην Κάρπαθο, μάντης υπαρχει, ο μπλάβος +Πρωτέας, κι' αυτός τα πέλαγα διαγέρνει σ' ένα αμάξι, +Που δίποδα αλογόψαρα το σέρνουν. Την Παλλήνη +Ξανάειδε την πατρίδα του και τους λιμιώνες τώρα +Της Ημαθίας· κι' αυτόν εμείς οι Νύμφες τον τιμούμε +Και τον τιμά κι' ο γέροντας Νηρέας, γιατί γνωρίζει +Ο μάντης όλα: τωρεινά και περασμένα κι' όσα +Μέλλουν σε λίγο να γενούν. Το θέλησε έτσι βέβαια +Ο Ποσειδώνας, που εκεινού του βόσκει τα τεράστια +Κοπάδια και τες άσκημες τες φώκες μες στα βάθη +Του βόθυνα· κι' αυτόν εσύ με τα δεσμά, παιδί μου, +Θα τον σκλαβώσεις παρευτύς για να σου φανερώσει +Κάθε αφορμή του λοιμικού και για να σου βολέψει +Την έβγαση. Χωρίς στανιό δε θα σου δώκει ορμήνειες· +Και δε λυγάει με δέησες· τη βια μεταχειρίσου· +Του σκλαβωμένου τα δεσμά γδώνε· σ' εκείνα οι δόλοι +Οι μάταιοι τέλος θραύονται. Η ίδια, σαν ανάψει +Ο ήλιος του μεσημεριού τες φλόγες και διψάσουν +Τα χόρτα και τα ζωντανά τους ίσκιους προτιμήσουν, +Στου γέροντα τες μοναξιές, εκεί που αποτραβιέται, +Όταν από τα κύματα μουδιαίνει, θα σε πάρω +Για να τον πιάσεις εύκολα, σύντα τον παίρνει ο ύπνος. +Μα τότες που θα τον κρατείς πιασμένον με τα χέρια +Και τα δεσμά πολλές φορές, πολλών θηρίων μυσείδια +θα σε γελούν· τι παρευτύς θα γένει αναμαλλιάρης +Κάπρος και τίγρης τρομερός και λιόντας χρυσοχήτης +Και δράκοντας λεπιδωτός ή και της στιας το βρόντο +Θα κάμει κ' έτσι απ' τα δεσμά θα ξεγλυστρήσει, ή κι όλας +Γενάμενος λυωτό νερό θα φεύγει. Μα όσο εκείνος +Όλες λαβαίνει τες μορφές, τόσο εσύ, γιέ μου, σφίγγε +Περσότερο τα δυνατά δεσμά του, ως που στο τέλος, +Το σώμα πάλι αλλάζοντας, θα γένει τέτοιος όπως +Θα ιδείς τον σαν τα βλέφαρα του κλειούν στο πρωτούπνι.” +Έτσι είπε κ' επερίχυσε το κρουσταλλένιο μύρο +Της αμβροσίας κ' εμόσκεψε με κείνο όλο το σώμα +Του τέκνου της, κι' ανάδωκαν τα ομορφοστολισμένα +Σγουρά του μια γλυκειά πνοή και δύναμη επιδέξια +Αγρίκησε στα μέλη του. Σ' ενού βουνού το πλάι +Το φαγωμένο βρίσκεται σπηλιά πολύ μεγάλη, +Κ' εκεί ντρυμόνουν κύματα πολλά με τους ανέμους, +Κι' απέκει σπαν απόπερα σ' ένα κλειστό λιμάνι, +Αραξοβόλι σίγουρο του ξαφνισμένου ναύτη +Από τα χρόνια τα παληά. Και μέσα εκεί ο Πρωτέας +Αποτραβιέται στα ριζά βράχου τρανού· κ' η Νύμφη, +Στο φως ενάντια, βάζει εκεί το νιο σε μια κρουβίστρα. +Κι' άφαντη σ' ένα σύγνεφο στέκεται εκείνη αλάργα. +Ο Σείριος κι' όλας έκαιγε θερμός τους διψασμένους +Ινδούς, κι' ο ήλιος το μισό το δρόμο πυρρωμένος +Έσωνε, κ' εμαραίνονταν τα βότανα, κ' οι αχτίδες +Ανάβραζαν τα βαθουλά ποτάμια, πούχαν μείνει +Απόξερα στες μπούκκες τους, κ' ήταν ζεστά ως το βούρκο· +Σαν ο Πρωτέας βγαίνοντας από το κύμα ερχότουν +Στες μαθημένες του σπηλιές κι' ολόγυρά του ο κόσμος +Ο νοτερός της θάλασσας της ανοιχτής πηδώντας +Πέρα σκορπά πικρή δροσιά. Στο περιγιαλι οι φώκες +Εδώ κ' εκεί ξαπλόνονται να κοιμηθούν, κ' εκείνος, +Καθώς ο σταυλοφύλακας πολλές φορές στα όρη, +Σαν τα μοσκάρια σπίτι τους τα φέρνει ο Αποσπερίτης +Κ' οι λύκοι αψιόνουν των αρνιών τα βλιάσματα γρικώντας, +Καθίζει μες στη μέση τους απάνου σε μια ξέρα +Και τες μετρά ξεταστικά. Και μεταβιάς προσμένει +Ο Αρισταίος, σα βολικιά στιγμή του επαρουσιάστη, +Τα κουρασμένα πόδια του ο γέροντας ν' απλώσει, +Και με φωνή του χύνεται μεγάλη και με σπέδες +Κυριεύει τον κοιτάμενον. Κι' αυτός απ' τάλλο μέρος +Δε λησμονά τες τέχνες του, την όψη παίρνει απ' όλα +Τα θιαμαστά τα πράματα, και φλόγα και θηρίο +Γένεται τρομερώτατο και ξάστερο ποτάμι. +Μα αφού δε βρίσκει της φυγής τον τρόπο με τους δόλους +Παίρνει ξανά την πρώτη του μορφή και νικημένος +Τέλος με στόμα ανθρώπινο του αναθιβαίνει τότες: +“Και ποιος σ' επρόσταξε λοιπόν απόκοτο κοπέλι +Μέσα στα σπίτια μας να μπεις; και τι ζητάς εδώθε;” +Είπε· και του αποκρίθηκε: “Ξέρεις, Πρωτέα, ξέρεις +Ο ίδιος, και σε τίποτα δε σ' απατάει κανένας· +Μα ας μην το θέλεις ούτε συ· στες προσταγές υπάκουοι +Των αθανάτων των θεών ήρθαμε εμείς· εδώθε +Για τα χαμένα πράματα μαντέματα ζητώντας.” +Τόσα είπε μόνο, και σ' αυτά με δύναμη μεγάλη +Τα μάτια πούχαν γαλανές αναλαμπές απέκει +Ο μάντης στριφογύρισε, βαρειά έστριξε τα δόντια +Κι' άνοιξε τέλος για να ειπεί την προφητεία το στόμα: +“Αληθινό είνε, οργή θεού σε κυνηγά· πλερώνεις +Κρίμα μεγάλο. Δύστυχος, χωρίς να φταίει καθόλου, +Ο Ορφέας, α δεν αντισταθούν οι μοίρες, ανασταίνει +Για σένα τούτες τες ποινές και φοβερά μανίζει +Μαζή σου, γιατί του άρπαξεν ο χάρος τη συμβία. +Εκείνη, όταν σ' εξέφευγε γοργά κατά το μάκρος +Του ποταμού, στα πόδια της η θανατογραμμένη +Κόρη δεν είδε τον τρανό τον ύδρο που τους όχτους +Στα ψηλά χόρτα εφύλαγε. Μα των βουνών τα χτένια +Εγιόμισαν απ' τες φωνές ομόλικων Δρυάδων, +Κλαιν τα Παγγαία τα ψηλά κ' οι ράχες της Ροδόπης, +Κ' η γης η πολεμόχαρη του Ρήσου, οι Γέτες, ο Εύρος, +Η Ωρείθυια κι' όλας η Αττική. Κ' εκείνος με χελώνα +Κούφια πρααίνει την πικρήν αγάπη του και σένα +Συμβία γλυκειά ολομόναχος σε ψάλλει στ' ακρογιάλι, +Εσέ σαν έρχεται το φως, εσέ σα φεύγει η μέρα, +Εμπήκε και στου Ταίναρου την καταβόθρα, στ' Άδη +Τα τρίσβαθα τα στόματα, σε λόγγους που τα μαύρα +Τα σκιάχτρα τους μελάνιαζαν, κ' ηρθε στο βασιλέα +Τον τρομερό και στες ψυχές των αποκοιμημένων, +Και στες καρδιές που δε λυγάν με παρακάλια ανθρώπων. +Άλλα από το τραγούδι του συγκινημένοι οι ίσκιοι +Και τ' άσαρκα φαντάσματα που πλια ζωή δεν έχουν, +Από του Ερέβους έβγαιναν τα τρίσβαθα τα μέρη, +Πλήθος πολύ, σαν τα πουλιά που κρούβονται χιλιάδες +Στα φύλλα, σαν οχ τα βουνά το σούροπο τα διώχνει +Ή κ' οι βροχάδες οι δαρτές: μάννες αντάμα κι' άντρες, +Και ηρώων μεγαλόψυχων κορμιά πούχαν πεθάνει, +Και κορασιές ανύπαντρες, παιδιά μικρά, και νέοι +Που σε πυρές πιθώθηκαν μπρος στων γονηών τα μάτια. +Κι' όλους ο βάλτος μελανός και τάσκημο καλάμι +Του Κωκυτού και με ταργό το κύμα της η λίμνη +Η αχάρευτη απ' ολόγυρα τους σταματούν, κ' η Στύγα, +Που εννιά φορές ανάμεσα περνά, τους περιορίζει. +Ως κ' η καρδιά του Τάρταρου, το σπίτι του θανάτου, +Και οι Εριννύες, που τα μαλλιά με μπλάβα φείδια πλέκουν, +Εσάστισαν, και χάσκοντας αντικρατεί τα τρία +Τα στόματά του ο Κέρβερος, και στέκεται ως και η ρόδα, +Που στρίφει τον Ιξίονα, γιατί κι' ο αέρας πέφτει. +Και τώρα πλια ξανάγερνε, κ' είχε ξεφύγει απ' όλα +Τα κίντυνα και προς το φως του κόσμου η Ευρυδίκη. +Που πάλι τούχε χαριστεί, κατόπι ακολουθώντας, +(Τι τέτοιο νόμο τούβαλεν η Περσεφόνη) ερχότουν. +Όταν κυριεύει ξαφνικά τον άβουλο ερωτάρη +Μια τρέλλα, που συχωρετή θε νάταν, αν ο Άδης +Εγνώριζε να συχωρεί: σιμά στο φως τελείως, +Από το πάθος της ψυχής παρμένος, λησμονάει, +Και, ώφου! την Ευριδίκη του γυρίζοντας τηράζει. +Όλα τα κόπια εχάθηκαν· χαλιώνται κ' οι συνθήκες +Του τύραννου του φοβερού και τρεις φορές στες λίμνες +Τ' Αόρνου αντάρα ακούστηκε. Και τότες “Ποιος” του λέει +“Ορφέα και με τη δύστυχη και σε μας έχει χάσει; +Ποια μάνητα; Αχ, οι άσπλαχνες οι μοίρες πάλι οπίσω +Με κράζουν, κ' ύπνος τα θολά τα μάτια μου σκεπάζει. +Και τώρα γεια σου! εβύθισα, με τρογυρίζει νύχτα +Βαρηά κι' απλόνω κατά σε του κάκου εγώ τα χέρια +Τανήμπορα, που, αλοίμονο! δε θάνε πλια δικά σου.” +Είπε· κι' από τα μάτια του, σαν ο καπνός που λυώνει +Μες στον αέρα τον ψιλό, στα βάθη φεύγει αμέσως· +Και τον Ορφέα πουθελε πολλά να κρίνει ακόμα +Κ' ίσκιους του κάκου προσπαθεί να πιάσει πλια δεν είδε. +Και τώρα δεν του συχωρεί τ' Άδη ο περαματάρης +Το βάλτο πάλι να διαβεί που τούκοφτε το δρόμο. +Τι θάκανε; σα δυο φορές του αρπάχτηκε η συμβία, +Που θένα πήγαινει με τι παράπονο τον Άδη +Και τους θεούς με τι φωνές αυτός θα εσυγκινούσε; +Μα κρύα πλια τώρα στης Στυγός τη βάρκα εκείνη πλέει, +Κ' έκλαιγε εκείνος, καθώς λεν, κατά σειρά εφτά μήνες +Μες στου Στρυμόνα το έρημο το φρύδι κι' αποκάτου +Από ένα βράχο τρίψηλο και στο ψυχρό το σπήλιο +Ξετύλιγε τη μοίρα του κ' ημέρευε τον τίγρη +Με το τραγούδι κ' έκανε τα δέντρα να σαλεύουν, +Όπως στης λεύκας την ισκιά δέρνεται η Φιλομήλα +Θρηνώντας τα χαμένα της τα τέκνα, που τα πήρε +Ο ζευγουλάτης ο άκαρδος, ιδόντας τη φωληά της, +Αφτέρωτα, και τότε αυτή τη νύχτα κλαίει σε κλάδο +Καθούμενη, και τ' άχλιο της τραγούδι ξαναρχίζει, +Και θλιβερό το κλάμα της γιομίζει όλο τον τόπο. +Και την καρδιά δεν του λυγάν οι Υμέναιοι κ' η Αφροδίτη, +Μα ταξειδεύει μοναχός τους υπερβόρειους πάγους. +Το χιονισμένον Τάναϊ και τα Ριπαία λιβάδια, +Που οι πάχνες πάντα σκέπουν τα, και κλαίει την Ευρυδίκη, +Που ο Χάρος του την άρπαξε, και τ' άχρηστα τα δώρα +Του Πλούτωνα. Κ' η πίστη του τες μάννες των Κικόνων +Εκαταφρόνεσε· κι' αυτές στα νυχτικά μυστήρια +Του Βάκχου, όταν εγιόρταζαν τους αθανάτους, σκίζουν +Τον άγουρο και τον σκορπούν στους ανοιχτούς τους κάμπους. +Και τότε, ενώ την κεφαλή, που τούχαν ζεριζώσει +Από το μαρμαρόλευκο λαιμό, την εκυλούσε +Στη μέση της κατεβασιάς ο Οιαγριακός ο Έβρος, +Η κρύα του η γλώσσα, κ' η ίδια του η φωνή την Ευρυδίκη +Κράζει (και τούφευγε η ψυχή): “αχ δύστυχη Ευρυδίκη! +Κι' αντιλαλούν όλες οι οχτιές του ποταμού; Ευρυδίκη.” +Είπε και πέφτει στο βαθύ το πέλαγο ο Πρωτέας. +Και κει που πέφτει τ' αφριστό το κύμα στριφουλίζει. +Μα όχι η Κυρήνη, τι έκρινε και τούτα του σκιασμένου: +“Τες λυπηρές αφαντασιές μπορείς ν' αφήσεις, γιε μου· +Τούτη είν' η αιτία του λοιμικού· στες μέλισσες οι Νύμφες, +Που τους χορούς τους στα ψηλά τα νάπη αυτή οδηγούσε, +Το θλιβερόν το χαλασμό τους έστειλαν για τούτο. +Μα πρόσφερέ τους ταπεινός χαρίσματα ζητώντας +Ειρήνη, και προτίμησε τες σπλαχνικές Ναπαίες, +Τι εκείνες με τα τάματα τη χάρη θα σου κάμουν, +Και θένα πάψουν την οργή. Μα στη σειρά από τώρα +Τον τρόπο της παράκλησης εγώ θα σου αραδιάσω: +Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι, +Που τες χλωρές κορφές για σε του Λύκαιου τώρα βόσκουν, +Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες +Θε να διαλέξεις και βωμούς θα χτίσεις άλλους τόσους +Μπρος στους ψηλούς των θεαινών ναούς γι' αυτά τα ζώα, +Και από τη φλέβα του λαιμού το αίμα θα τους βγάλεις +Τάγιαστικό και τα κορμιά στο φυλλωμένο δάσος +θα παραιτήσεις· κ' ύστερα τόμου θα βγαίνει η Αυγούλα +Η έννατη θυσίασε του Ορφέα παπαρούνες +Ληθαϊκές και μελανό κριάρι σκότωσέ του, +Και σα ξανάρθεις στο δρυμό με μια σφαχτή μοσκάρα +Την Ευρυδίκη τίμησε, και θάνε ειρηνεμένη.” +Και δεν αργεί· τες προσταγές της μάννας πράζει αμέσως· +Πάει στους ναούς· στιεί τους βωμούς, που τούδειξε, και φέρνει +Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι, +Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες. +Κ' ύστερα, όταν η έννατη ξανάφανεν Αυγούλα, +Στέρνει του Ορφέα προσφορές και πάει στο δάσος πάλι. +Μα ξάφνου εκεί ένα θάμασμα, που κι' αν το λες ξενίζεις +Παρατηρούν οι θυσιαστές μες στων βωδιών τα σπλάχνα +Τα νερουλά, εμπουμπούριζαν απ' όλην την κοιλιά τους +Οι μέλισσες, κι' απ' τα πλευρά τα τσακισμένα εβράζαν, +Κ' εσηκονόνταν σύγνεφο τεράστιο στον αέρα, +Κ' εμαζευόνταν στες κορφές των δέντρων κι' απ' τους κλάδους +Τους λυγερούς σαν τα τσαμπιά του σταφυλιού εκρεμώνταν. + +Αυτά για τ' όργωμα της γης και για την επιμέλεια +Των ζωντανών εγώ έψαλλα, και για τα δέντρα ακόμα, +Όταν ο μέγας Καίσαρας τινάζει του πολέμου +Ταστροπελέκι στο βαθύν Ευφράτη και χαρίζει +Νόμους στους πρόθυμους λαούς νικώντας, και το δρόμο +Αρχίζει προς τον Όλυμπο. Και τον καιρόν εκείνον +Εμενα, το Βεργίλιο, που εμέστωνα στες τέχνες +Άδοξης σκόλης η γλυκειά μ' έθρεφε Παρθενόπη, +Εμέ που παιγνιδίζοντας των πιστικών τραγούδια +Είχα τονίσει μια φορά και τολμηρό κοπέλλι, +Τίτυρε, κάτου απ' της οξιάς τη στέγη εσέ είχα ψάλει. + +*** + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Georgics, by Virgil + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEORGICS *** + +***** This file should be named 32660-8.txt or 32660-8.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/2/6/6/32660/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/32660-0.zip b/32660-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..240fa12 --- /dev/null +++ b/32660-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..72b7359 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32660 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32660) |
