summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:01 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:58:01 -0700
commited77e4ae47684cd1afd7f2acdda47a7ad26e1ae3 (patch)
tree788054438f3215a3180a2fcd839cf8030b4653d7
initial commit of ebook 32660HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--32660-0.txt3292
-rw-r--r--32660-0.zipbin0 -> 82594 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 3308 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/32660-0.txt b/32660-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..6b45024
--- /dev/null
+++ b/32660-0.txt
@@ -0,0 +1,3292 @@
+The Project Gutenberg EBook of Georgics, by Virgil
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Georgics
+
+Author: Virgil
+
+Translator: Konstantinos Theotokis
+
+Release Date: June 2, 2010 [EBook #32660]
+Last Updated: September 24, 2017
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEORGICS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό
+σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα
+παραμένει ως έχει.
+
+ΤΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ
+ΤΟΥ
+ΒΕΡΓΙΛΙΟΥ
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ
+ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΘΕΟΤΟΚΗ
+
+
+ΤΥΒΙΓΓΗ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΑΛΟΥΠΗ, ΝΕΩΤΕΡΟΥ
+1909.
+
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ.
+
+
+
+Τι κάνει τα γεννήματα καλόρεχτα, με τι άστρο
+Ταιριάζει να γυρίζονται, Μαικήνα, τα χωράφια,
+Και στο φτεληά να δένεται το κλήμα· ποιες φροντίδες
+Καματερά και πρόβατα χρειάζονται και πόση
+Πράξη θέλουν οι μέλισσες, που οικονομούν· εδώθε
+θα αρχίσω το τραγούδι μου. Του κόσμου εσείς φωστήρες
+Λαμπρότατοι κι' οδηγητές στον ουρανό του χρόνου,
+Οπού περνά, εσύ Δήμητρα πανέμνοστη και Βάκχε,
+Ανίσως με τη χάρη σας άλλαξε η γης σε αστάκι
+Θρεφτάρικο το Χαονικό βαλάνι της, κι' ανίσως
+Με τα σταφύλια, που ηύρατε, το κύμα του Αχελώου
+Αντάμωσε· και Φαύνοι εσείς, που η δύναμή σας σκέπει
+Τους δουλευτές· Φαύνοι μαζή και κορασιές Δρυάδες,
+Ελάτε, εγώ τα δώρα σας ψάλλω. Κι' ω Ποσειδώνα,
+Που έκρουσες με την τρίαινα τη δυνατή το βράχο,
+Και πρώτη η γης σου ανάδωκε τάτι που χλημιντράει,
+Και συ, που στέκεις στα δρυμά και που για σε στης Κέας
+Τους λόγγους τους θρεφτάρικους λευκά δαμάλια βόσκουν
+Τρακόσια· και των κοπαδιών φυλάχτορα, εσύ Πάνα,
+Αν αγαπάς το Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου,
+Αφίνοντας το πατρικό το δάσος, Τεγεαίε,
+Και του Λυκαίου τα δρυμά· και της εληάς ευρέτρα,
+Και συ παιδι που ανάδειξες ταγγυστρωτό τ' αλέτρι,
+Και συ Σιλβάνε, που κρατείς χολό κυπαρισσάκι
+Σύρριζο· κι' όλοι σας θεοί και θέαινες αντάμα,
+Που ρίχνετε τ' ανάβλεμμα πρόθυμα στα χωράφια
+Και νέους θρέφετε καρπούς χωρίς κανένα σπόρο
+Και χύνετε πολλές βροχές για τα σπαρτά ουρανόθε·
+Και τέλος και συ, Καίσαρα, που γλίγωρα θα σ' έχουν
+Δεν ξέρω των αθάνατων ποιοι σύλλογοι, είτε θέλεις
+Νάχεις φροντίδα για τη γης, να κυβερνάς τες χώρες,
+Και σένα να παραδεχτεί της τρικυμίας αφέντη
+Και των καρπών δημιουργόν η τρισμεγάλη σφαίρα,
+Ζώνοντας με τη μητρική μυρτιά το μέτωπό σου·
+Είτε κι αν έρθεις σα θεός του απέραντου πελάγου,
+Και οι ναυτικοί τη χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν,
+Και σε λατρέψει η ακρόκοσμη Θούλα και σ' αγοράσει
+Μ' όλα τα κύματα γαμπρό δικό της η Τηθύα·
+Είτε και με τους όψιμους τους μήνες σμίξεις άστρο
+Καινούριο, εκεί που ανάμεσα στάστρα της Ηριγόνης
+Και στες χηλές, που ακολουθούν, είνε ανοιχτός ο τόπος,
+(Ο φλογισμένος ο Σκορπιός μαζεύει από τα τώρα
+Ο ίδιος τα βραχιόνια του και τουρανού σ' αφίνει
+Περσότερο από το σωστό μοιράδι·) ότι κι' α θάσαι
+(Τι βασιληά τα Τάρταρα δεν πρέπει να σ' ελπίζουν·
+Μη σούρθει τόσο φοβερός πόθος να βασιλεύεις, —
+Αν και θιαμάζουν οι Έλληνες τα Ηλυσιακά λιβάδια,
+Κ' η Περσεφόνη αρνήθηκε τη μάννα ν' ακλουθήσει,
+Που τη ζητούσε·) στρέξε εσύ τ' απόκοτο άρχισμά μου
+Και δος του δρόμου εύκολο και βάδιζε μαζή μου,
+Σπλαχνιστικός για τους γεωργούς τους άγνωρους της στράτας,
+Και με δέησες συνείθισε να κράζεσαι από τώρα.
+
+Με την καινούριαν άνοιξη, σα νερουλιάζει ο πάγος
+Στα θολωμένα τα βουνά και με ταέρι λυώνει
+Ο σάπιος σβώλος, παρευτύς ζεμένο το δαμάλι
+Στο πλακωμένο τάλατρο το μουγγητό ας μου αρχίσει,
+Κι' ας μου ξαστράφτει το γυννί στ' αυλάκι τροχισμένο.
+Μονάχα η γης που δυο φορές ήλιο γρικά και κρύα
+Στου δουλευτή ταχόρταγου τους πόθους απαντάει·
+Κεινού τ' αμπάρια εσκεύρωσεν ο αμέτρητος ο θέρος.
+Πριν όμως σκίσει σίδερο τ' αγνώριμο χωράφι,
+Να μάθουμε τους άνεμους θα λάβουμε την έγνοια
+Και τουρανού τα διάφορα συνήθεια, και στους τόπους
+Τι φύτευαν οι παλαιοί και τι είνε φυσικό τους,
+Και κάθε μέρος τι γεννά και τι το κάθε αρνιέται.
+Εδώ προκόβουν τα σπαρτά, κ' εκεί τ' αμπέλια κάλλιο,
+Κι' αλλού των δέντρων οι καρποί, και πρασινίζουν χόρτα
+Απρόσταχτα. Μη δε θωρείς που οι τρυφεροί Σαβαίοι
+Μας στέρνουν τα λιβάνια τους, η Ινδία το φίλντισί της,
+Ο Τμώλος κρόκου αρώματα, κ' οι Χάλυβες οι ζόρκοι
+Σίδερο; Και φαρμακερά καστόρχια στέρνει ο Πόντος,
+Κ' η Ήπειρο των Ολυμπιακών πουλάρων της τα βάγια.
+Η φύση αμέσως πρόβαλε σε διορισμένους τόπους
+Τους νόμους τούτους, κ' έγραψε συνθήκες αναιώνιες,
+Άμα που ο Δευκαλίωνας στον αδειανόν τον κόσμο
+Τες πέτρες επρωτόριξε που γίνηκαν ανθρώποι,
+Το γεννοβόλι το σκληρό. Λοιπόν ομπρός· ας γέρνουν
+Της γης την όψη την παχειά τα δυνατά δαμάλια,
+Δίχως να χάνεται ο καιρός από τους πρώτους μήνες
+Του χρόνου, και το σκονιστό το καλοκαίρι ας βράσει
+Με τόριμο λιοπύρι του τους σβώλους που απομένουν.
+Αλλά α δεν είνε γόνιμο το χώμα, τότες φτάνει
+Να τ' αλαφρόσουν αύλακες ριχοί, σα βγαίνει ο Αρκτούρος,
+Θάπνιγε αλλοιώς τους γελαστούς καρπούς εκεί το χόρτο,
+Κ' εδώ στον άμμον το φτωχό θάφευγε, η λίγη νότια.
+
+Κι' ομοίως σ' αντικατάλλαγες χρονιές δε θα δουλεύεις
+Το θερισμένο νιόργωτο χωράφι και θ' αφήκεις
+Στη σκόλη να δυναμωθούν οι μουδιασμένοι κάμποι·
+Ή, μ' άλλο αστέρι, κίτρινο σιτάρι θε να σπείρεις,
+Εκεί, όπου πριν εθέρισες τόσπριο το ψωμωμένο
+Στο βροντερό λοβίδι του, και τη λιανή τη γέννα
+Του λαθυριού, και του πρικού του λουμπανιού τα φλέστρα
+Τα ψαθερά και το λογγό που ολόγυρα αντηχούσε,
+Γιατί τα λιναρόφυτα συγκαίνε τα χωράφια,
+Καίνε κ' οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ' οι παπαρούνες,
+Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες.
+Μα σαν ξαλλάζεις τες σπορές είν' εύκολος ο κόπος,
+Α μοναχά δε ντρέπεσαι το χώμα τ' αναμμένο
+Να το χορτάσεις κοπριές παχειές και στα χωράφια
+Τα ξεπεσμένα ακάθαρτες να ρίξεις στάχτες· κ' έτσι,
+Όταν αλλάζεις τους καρπούς, οι κάμποι ξεμουδιαίνουν,
+Κι' ως τόσο ούτε το δόσιμο της χέρσης γης δε λείπει.
+Οι κάμποι κι' όλας οι φτωχοί πολλές φορές συμφέρει
+Ν' ανάφτονται και τ' αλαφρυά ταχύρατα να καίγουν
+Οι φλόγες που τριζοκοπούν, είτε γιατί από κείθε
+Το χώμα παίρνει δύναμες κρουφές και πλούσιο θρέμμα.
+Είτε γιατί με τη φωτιά του ξεθυμαίνουν όλες
+Οι κακοσύνες κ' οι όγρητες οι ανέφελες σαν ίδρος
+Βγαίνουν, ή και περσότερους δρόμους και φυσητήρες
+Κλειστούς ανοίγει η ζεστασιά, κ' έτσι το νιο χορτάρι
+Παίρνει χυμούς, ή και γιατί φρύγει περσά και σφίγγει
+Τες φλέβες τες ορθάνοιχτες, κ' έτσι η λιανή ψυχάλα,
+Ή η μπόρεση η δεινότερη του ήλιου τ' αψιωμένου,
+Ή και το κρύο το ψιλό της μπόρας δε θα βλάφτουν.
+
+Πολύ βοηθάει κι' όλας τη γης όποιος με τες αξίνες
+Τους σβώλους τους ασάλευτους συντρίβει κι' από πάνου
+Σέρνει τα βέργινα πλεχτά· (του κάκου δεν τηράζει
+Εκείνον από τα ψηλά του Ολύμπου η ξανθομάλλα
+Δήμητρα·) κι' όποιος, γέρνοντας λοξά το αλέτρι, πάλι
+Χαλά τες ράχες που άσκωσε στο σιάδι το σκισμένο,
+Και σκάφτει το συχνό τη γης και τήνε δυναστεύει.
+
+Προσευκηθείτε, δουλευτές, για βροχερνά ηλιοστάσια
+Και για χειμώνες ξάστερους. Στες σκόνες του χειμώνα
+Τα στάρια είνε πασίχαρα, χαιράμενος κι' ο κάμπος.
+Χωρίς δουλειά περήφανη είνε η Μυσία τόσο,
+Θιαμάζουν και τα Γάργαρα τους θέρους τους τα ίδια.
+Τι θένα πω για εκείνον που, με το τσαπί στο χέρι,
+Τη γης παιδεύει, αφού έρριξε το σπόρο και γκρεμίζει
+Τες σωριασμένες χούμουλες πώχουν περίσσιο πάχος;
+Και το ποτάμι στα σπαρτά στερνώτερα οδηγάει
+Και τα τραφούλια, που υπακούν· και σύντα ο κάμπος βράζει,
+Ξερός, με ετοιμοθάνατα χορτάρια, να, το κύμα
+Από του ορθού μονοπατιού το χτένι κατεβάζει;
+Εκείνο πέφτει ανάμεσα στους τροχισμένους βράχους
+Και βγάζει ένα μουρμούρισμα βραχνό και θαραπεύει
+Τα διψασμένα χώματα με το αναβρύσιασμά του.
+Και τι γι' αυτόν που των σπαρτών το θύμωμα να βόσκουν
+Στο χορταράκι ταπαλό τα πρόβατά του αφίνει
+Αμέσως άμα τα φυτά ταυλάκια τους σκεπάσουν,
+Μήπως ταστάκια τα βαρειά ξεγύρουν τα καλάμια;
+Και τι γι' αυτόν, που, όσα νερά συμμάζεψαν οι βάλτοι,
+Μακράθε από τες χούμουλες τες πιοταριές ξεσπάει,
+Σα μάλιστα στους άστατους τους μήνες το ποτάμι
+Ξεχειλισμένο χύνεται και πλημμυράει, τα πάντα
+Σκεπάζοντας με βούρβουρες, κ' έτσι σαν ίδρος νότιες
+Χλιαρές από τες βαθουλές λιμνούλες ξεθυμαίνουν;
+
+Μα ενώ όλα αυτά εδοκίμασαν τα έργα των ανθρώπων
+Και των βωδιών στο δούλεμα της γης, δε βλάβουν λίγο
+Και του Στρυμώνα οι γερανοί, κ' οι αχόρταγες οι χήνες,
+Και με τες ρίζες τες πικρές τ' αντίδι· και ζημιόνουν
+Και οι ίσκιοι. Δε βουλήθηκεν ο ίδιος ο πατέρας
+Να είνε το δούλεμα εύκολο, κ' επρόσταξε αυτός πρώτος
+Με τέχνη η γης να οργόνεται, του ανθρώπου με φροντίδες
+Τα φρένα παροξύνοντας, και τα βασίλειά του
+Δε θέλησε να χαυωθούν σ'ένα βαρύ κοιμήσι.
+Γεωργοί τη γης δεν όργωναν πριν κυριαρχήσει ο Δίας.
+Και μήτε καν δεν έκριναν σωστό να σημαδεύουν
+Τους κάμπους, ή με τέρμονες να τους αποχωρίζουν.
+Το χρήσιμο για το κοινό καθένας εζητούσε,
+Κ' ενώ δε γύρευε κανείς, η ίδια η γης τα πάντα
+Έδινε προθυμώτερα. Κακό φαρμάκι εκείνος
+Εχάρισε στα σκοτεινά σερνάμενα, τους λύκους
+Ν' αρπάζουν τους επρόσταξε, τη θάλασσα να σειέται,
+Και τη φωτιά εξεμάκρυνε, κ' ετίναξε απ' τα φύλλα
+Το μέλι, κ' εσταμάτησε και τα κρασιά που ετρέχαν,
+Σαν ποταμάκια εδώ κ' εκεί, για να μορφώσει η χρεία
+Με στοχασμό τες διάφορες τες τέχνες γάλι γάλι.
+Και το χορτάρι του σταριού στ' αυλάκια να χαλέψει,
+Και την κρουμμένη τη φωτιά να την ξεπελεκήσει
+Από τες στρυναρόφλεβες. Κ' οι ρεματιές γρικήσαν
+Τότες για πρώτη τους φορά τους κουφωμένους σκλήθρους,
+Κ' ύστερα ο ναύτης μέτρησε κι' ονόμασε τ' αστέρια:
+Πούλια, και Υάδες και λαμπρήν Αρκούδα του Λυκάωνα,
+Κ' ύστερα βρήκε ο άνθρωπος πώς κυνηγιώνται τ' άγρια
+Με τες θηλειές και πώς μ' οξούς γελιώνται και πώς πρέπει
+Να περικλεί με τα σκυλιά τους λόγγους τους μεγάλους.
+Και του πλατειού του ποταμού το κύμα τώρα δέρνει
+Άλλος με τον πεζόβολο και σκίζει το ως τα βάθη,
+Κι' άλλος τραβά, απ' το πέλαγο το νοτερό του δίχτυ·
+Το σίδερο ταλύγιστο και το ηχερό λεπίδι
+Του πριονιού ήρθαν έπειτα· — τι οι πρώτοι με τες σφήνες
+Το ξύλο το καλόσκιστο κομμάτιαζαν· — και τέχνες
+Έπειτα εβγήκαν διάφορες. Κόπια απεικά και φτώχια,
+Που σπρώχνει σ' έργατα βαρειά, κατάβαλαν τα πάντα.
+Δίδαξε πρώτη τους θνητούς η Δήμητρα να σκάφτουν
+Τη γης με σίδερο, άμα που κούμαρα και βαλάνια
+Λιγόστεψαν στ' άγιο δρυμό κι' αρνήθηκε η Δωδώνη
+Θρόφιμα. Αμέσως έσμιξαν και των σταριών οι αρρώστιες,
+Κ' έτσι μελούριασμα κακό τα φλέστρα κατατρώει,
+Και στα χωράφια τάχρηστο ταγκάθι αναγριτσιάζει,
+Χαλά το γέννημα, τραχύ λογγάρι ξεφυτρόνει:
+Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, και βασιλεύουν αίρες
+Άτυχες κι' αγριόβρωμος μες τα σπαρτά που λάμπουν.
+Για τούτο α δεν ξεκυνηγάς με τα τσαπιά το χόρτο
+Αδιάκοπα, κι' αν τα πουλιά δε σκιάζεις με τους κρότους,
+Κι' α με κασσάρι τες ισκιές του ανήλιαγου του τόπου
+Δε λιγοστεύεις, και βροχές με τάματα δεν κράζεις,
+Ώφου! του κάκου θα τηράς ξένους σωρούς μεγάλους,
+Και σειώντας στα δρυμά το ιδρύ την πείνα θα πρααίνεις.
+
+Θα ειπώ και ποια είνε τάρματα του δυνατού ξωμάχου,
+Που δίχως τους ουδέ σπαρμός δε γένεται ουδέ θέρος:
+Πρώτα το ξύλο το βαρύ για το ζαβό ταλέτρι,
+Και το γυννί, και της θεάς, που σέβεται η Ελευσίνα,
+Ταμάξια τ' αργοκίνητα, κ' οι σάνιες, κ' οι λοκάνες,
+Και ταξινάρια που απεικά ζυγίζουν, χώρια κι' όλας
+Του Κελεού το ύπεργο το ταπεινό και ιτιένιο.
+Τα κουμαρένια τα πλεχτά, και του Ίακχου το τηρμόνι
+Το μυστικό· κι' από καιρούς παρέτοιμα όλα τούτα
+Θένα φυλάς προβλεφτικός, α θένα σε προσμένει
+Δόξα, που να σου πρέπεται, της θεϊκιάς γεωργίας.
+Ένας φτεληάς που από μικρός λυγίστηκε στο δάσος
+Κυριεύεται με δύναμη πολλή γι' αλατροπόδι.
+Κι' άλατρου παίρνει απόζαβην ειδή, κι' οχτώ ποδάρια
+Τραβιέται ο σύρτης στο χοντρό· κολλιέται κ' η διχάλα,
+Πούχει τη ράχη της διπλή και τα διπλά φτερούγια.
+Πρωτοχαλιέται, για ζυγός, τανάλαφρο φλαμούρι,
+Για χερολάβα, που γυρνά τες χαμηλές ροδούλες
+Από τα οπίσω, το ψηλό τζιρούνι, και τα ξύλα
+Τα δοκιμάζει κι' ο καπνός σ' ογνήστρες κρεμασμένα.
+
+Πολλά διδάγματα παλαιών μπορώ να σου αναφέρω,
+Α μείνεις και δε βαρεθείς ψιλοδουλιές να μάθεις:
+Πρώτα με κύλιντρο τρανό θε να σιαστεί ταλώνι,
+Με χέρι θ' αναγυριστεί, με λιπαρή λευκάργα
+Θα πλεριωθεί, για να μη βγει χορτάρι και μη σκάσει
+Εξουσιασμένο απ' τους μποχούς· τι τότες το ζημιόνουν
+Χίλιες πληγές συχνώτατα το μικροστό ποντίκι
+Μέσα στη γης το σπίτι στιεί και χτίζει και τ' αμπάρι,
+Ή τες μονιές οι ανόμματες οι λυγαρίδες σκάφτουν·
+Οι ζάμπες κι' όλας βρίσκονται μέσα στες τρύπες κι' όσα
+Είνε τα πλήθια τέρατα που η γης γεννά, και λάλες
+Του σιταριού τα θεώρατα κουλούμια διαγουμίζουν,
+Κι' ο μέρμηγκας που τ' άπορα γεράματα φοβάται.
+Και κοίταζε σα ντύνονται στα δάσα μ' άνθη πλήθια
+Οι αμυγδαλιές κ' οι κλάδοι τους βαΐζουν μυροβόλοι,
+Αν περισσεύουν ος καρποί, θα γένουν κι' όμοια στάρια,
+Και μέγα αλώνισμα θαρθεί με τες μεγάλει κάψες·
+Αν κάμει αντίς ισκιά πολλή το θύμωμα των φύλλων.
+Θα τρίψει αλώνι περιττά πλούσιο σε χνούδι φλέστρο.
+Και τες σπορές να ξαρρωστούν πολλούς σπορηάδες είδα,
+Να τες ποτίζουν νίτρο πριν κι' απέκει μαύρη μούργα,
+Για να τραναίνουν τα σπειριά στ' απατηλά λοβίδια.
+Και με φωτιά τέλεια μικρή γοργά να μαλακόνουν.
+Κι' όμως σπορές, που με πολλούς εξεταστήκαν κόπους
+Και για καιρό διαλέχτηκαν, είδα να μπασταρδέψουν,
+Α χρονικώς η μπόρεση τ' ανθρώπου, η τρισμεγάλη,
+Δε χεροδιάλεε κάθε μιαν. Από θεού τα πάντα
+Ρέπουν προς το χειρότερο· και σαν κυλήσουν, πίσω
+Δεν ξαναγέρνουν· όχι αλλοιώς παρά καθώς εκείνος
+Που μεταβιάς με τα κουπιά τη βάρκα λάμνει ενάντια
+Στο ρέμα, και που, αν άξαφνα τα μπράτσα ξετεντώσει,
+Βαθειά τον σέρνει ο ποταμός με τα γοργά νερά του.
+
+Και τόσο θα προσέχουμε στ' Αρκτούρου τους αστέρες
+Και στες ημέρες των Ριφιών και στο λαμπρό τον Όφιο,
+Όσο κι' αυτοί που πλέοντας προς την πατρίδα πάλι
+Σ' ανεμισμένα πέλαγα τον πόντο δοκιμάζουν,
+Και τα στενά τ' αστρακερά της Άβυδος διαβαίνουν.
+Σαν ίσιες κάνει η Ζυγαριά της μέρας και του ύπνου
+Τες ώρες και καταμεσίς τη σφαίρα διαμοιράζει
+Για το σκοτάδι και το φως, ανθρώποι, ξεσκολάστε
+Τα βώδια σας και σπείρετε στους κάμπους τα κριθάρια,
+Ως τη βροχή την ύστερη του ανήμερου ηλιοστάσιου.
+Κ' είνε καιρός της Δήμητρας η παπαρούνα κι' όλας,
+Και τα σπαρτά του λιναριού να σκεπαστούν με χώμα,
+Και ν' ακκουμπήσει ο δουλευτής απάνου στ' άλατρό του,
+Όσο είνε ακόμα η γης ογρή και κρέμονται τα γνέφια.
+Σπέρνουν την άνοιξη κουκκιά, και συ, τριφύλλι, τότες
+Πέφτεις στ' αυλάκια τα σαπρά· πλακόνουν κ' οι φροντίδες
+Οι χρονικές για το κεχρί, ενώ το χρόνο ανοίγει
+Με τα χρυσά του κέρατα το λαμπερό Δαμάλι,
+Κι' ο Σκύλος δυεί ξεφεύγοντας τ' αντίθετο τ' αστέρι.
+Αλλά α για θέρισμα σταριών και για μεστά ασπροσίτια
+Εργάζεσαι κ' είσαι ζηλός μονάχα για τα αστάκια,
+Τ' Άτλαντα θένα σου κρουφτούν οι αυγερεινές οι κόρες,
+Θα κατεβή το Κνωσιακό τάστρο του φλογισμένου
+Του Στεφανιού, πριν τες σπορές που πρέπουν παραδώκεις
+Στ' αυλάκι και πριν μπιστεφτείς σ' ανόρεχτο χωράφι
+Την κάθε ελπίδα της χρονιάς σπουδάζοντας. Αρχίσαν
+Πρι βασιλέψει η Μαία πολλοί, αλλά με κούφια μόνο
+Αχύρατα τους γέλασε το γέννημα που ελπίσαν.
+Αν πάλι σπείρεις λάθυρους και το φτηνό φασούλι,
+Και της Πηλουσιακής φακής δεν αψηφάς τες έγνοιες,
+Σημείο δε στέρνει σου άδηλο σαν κάθεται ο Βοώτης.
+Σπέρνε, κι' ακλούθα τους σπαρμούς, ως την καρδιά της πάχνης.
+
+Για τούτο κι' όλας ο λαμπρός φωστήρας κυβερνάει
+Τον κύκλο, που μοιράζεται σε μέρη μετρημένα,
+Μ' άστρα του κόσμου δώδεκα. Κατέχουν πέντε ζώνες
+Τον ουρανό· κ' η μία τους κοκκινισμένη πάντα
+Είνε απ' τον ήλιο τον αψύ και πάντα είνε καμένη
+Από τες φλόγες, και γυρνούν οι τελευταίες οι δύο,
+Πούνε δεξιά κι' αριστερά, τρογύρου της γαλάζιες,
+Και που τες πήγουν οι βροχές οι μελανές κ' οι πάγοι.
+Σ' εκείνες και στη μεσινήν ανάμεσα άλλες δύο
+Η χάρη των αθάνατων στους δόλιους τους ανθρώπους
+Έδωκε· κ' είνε από τη μια στην άλλη χαραγμένος
+Δρόμος, κ' εκεί η λοξή σειρά των σημαδιών κινιέται.
+Καθώς προς τες Ριπαίες κορφές και τη Σκυθίαν ο κόσμος
+Σηκόνεται ανηφορητός, στα νότια της Λιβύας
+Χαμηλωμένος ροβολά· για μας ταψήλου πάντα
+Είνε ένας πόλος· μα οι ψυχές κ' η μαύρη Στύγα βλέπουν
+Αυτόν πούνε αποκάτου μας. Ο δράκοντας ο μέγας
+Με λυγισιές κοδελλωτές κυλά γύρω στον έναν,
+Σαν ποταμός ανάμεσα στες δύο τες Αρκούδες:
+Αρκούδες που στον ωκεανό φοβούνται να βουτήσουν.
+Στον άλλο, λεν, ή σιγαλή βαθειά νυχτιά κυριεύει,
+Κ' η νύχτα πάντοτε απλωτή πυκνόνει τα σκοτάδια,
+Ή κ' έρχεται από μας η Αυγή και φέρνει την ημέρα·
+Κι' όταν με τα λεχάμενα φαριά, σαν πρωτοβγαίνει,
+Ο ήλιος χουχουλόνει εμάς, το βραδιανό το φως του
+Στον άλλον πόλο κόκκινος ανάβει ο Αποσπερίτης.
+Μπορούμε εδώθε τους καιρούς να μάθουμε από πρώτα
+Στον ουρανό τον άστατον εδώθε και την ώρα
+Του θερισμού και του σπαρμού· κι' ακόμα πότε αρμόζει
+Τάπιστο κύμα με κουπιά να βαρηθεί και πότε
+Στο πέλαγο θένα σπρωχτούν οι αρματωμένοι στόλοι,
+Ή στο δρυμό θένα ριχτεί το γενομένο πεύκο.
+
+Κι' ας μην παραμονεύουμε κι' ανατολή και δύση
+Των σημαδιών στα περιττά και τη χρονιά που πάντα
+Είνε η ίδια με τους τέσσερους ξεχωριστούς καιρούς της.
+Σύντα βροχή κρυαδερή κλει μέσα τον εργάτη,
+Μ' άνεση γένονται πολλά που μεταβιάς σαν είνε
+Ξαστερωμένος ο ουρανός μ' ασπούδα θα γενόνταν:
+Του στομωμένου του γυννιού σφυροκοπά το δόντι
+Ο ζευγουλάτης το σκληρό· στο δέντρο σκάφτει σκάφες,
+Ή και με το σημάδι του τα πρόβατα σφραγίζει,
+Ή τους σωρούς του μ' αριθμούς. Ξουβλίζουν πελεκώντας
+Άλλοι τες διπλοκέρατες φουρκάτες και τους πάλους,
+Και δεμασιές για τ' απαλό το κλήμα συγυρίζουν
+Αμεριανές· ας πλέκεται με τη βατένια βέργα
+Τώρα καλάθι βολικό, τώρα καρπούς στη φλόγα
+Ψένετε, τώρα αλέστε τους με το κοτρώνι. Βέβαια
+Και τες γιορτές να γένονται κάποιες δουλιές το δίκηο
+Κ' οι νόμοι αφίνουν, και καμιά θρησκεία δεν εμποδίζει
+Τα ποταμάκια να οδηγάς, για τα σπαρτά ν' απλόνεις
+Φράχτες, παγίδες για πουλιά να στιείς, να καις αγκάθια,
+Και το κοπάδι των αρνιών στο υγέστατο ποτάμι
+Να κολυμπάς· πολλές φορές φορτώνει κι' ο αγωγιάτης
+Πάνου στη ράχη του οκνηρού του φορτικιού το λάδι
+Και τα φτηνά τα οπωρικά, και χαραχτό ληθάρι
+Φέρνει οχ τη χώρα γέρνοντας και μάζα μαύρης πίσσας.
+
+Τες πρόσφορες για τες δουλιές ημέρες μ' άλλη τάξη
+Και το φεγγάρι εδιόρισεν: αλάργευε την πέμτη,
+(Τες Εριννύες εγέννησε, τον Άδη κι' όλας, σύντα
+Η γης με γέννα βλάστημη τον Ιαπετό, τον Κοίον
+Έκαμε και τον άσπλαχνο τον Τυφωέα, κι' όλα
+Ταδέρφια, πούχαν ορκιστεί τον ουρανό να σκίσουν.
+Αγωνιστήκαν τρεις φορές την Όσσα να ποθώσουν
+Πάνου στο Πήλιο, ω θάμασμα, και πάνου από την Όσσα
+Το δεντρωμένον Όλυμπο βάλθηκαν να κυλήσουν.
+Μα τα στημένα τα βουνά μ' αστροπελέκι ο Δίας
+Ρειπίζει και τες τρεις φορές.) Και βολικιά είνε μέρα
+Για να φυτεύεις κλήματα και να μερόνεις βώδια
+Πιασμένα, και σε ξύφαση να δένεις τα στημόνια,
+Η δέκατη που ακολουθά την έφτατη· στο φύγι
+Καλλίτερη είνε η έννιατη, στα κλεψιμιά είνε ενάντια.
+
+Και κάλλιο γένονται πολλά την κρύα τη νύχτα κι' όλας,
+Ή το πουρνό σύντα τη γης ο Αυγερινός δροσιάζει:
+Κάλλιο το φλέστρο ταλαφρύ κοσσίζεται τη νύχτα,
+Νύχτα τα στεγνολίβαδα· νοτιές που μαλακόνουν
+Έχουν οι νύχτες. Κι' αγρυπνά πρόσαργα το χειμώνα
+Κάποιος στο φως του λυχναριού και με τ' ακονισμένο
+Σίδερο σκίζει τα δαδιά, κι' ως τόσο με τραγούδι
+Παρηγορά τους μακρυνούς τους κόπους η συμβία
+Συροκελώντας το ηχερό το χτένι στα στημόνια,
+Ή και στες φλόγες το γλυκό χυμό του μούστου βράζει,
+Ξαφρίζοντας του λεβετιού, που τράζεται, το χόχλο
+Με φύλλα. Μα θερίζονται μες την καρδιά της ζέστας,
+Τα κόκκινα γεννήματα, και στην καρδιά της ζέστας
+Στ' αλώνια ξεσπορίζονται τ' απόξερα σιτάρια.
+Σπέρνε γυμνός· αλάτρευε γυμνός· τι το χειμώνα
+Άνεργοι μένουν οι γεωργοί, και το συνέμπασμά τους
+Οι δουλευτάδες γεύονται συχνά με τες κρυάδες,
+Κι' αλλήλως τους χαιράμενοι φροντίζουν για συμπόσια.
+Καλεί ο χειμώνας σε γιορτές και καταλυεί τες έγνοιες,
+Καθώς τα πλοία σαν έρχονται γιομάτα στο λιμάνι
+Κ' οι ναύτες με χαρές κρεμούν στην πρύμνη τους στεφάνια.
+Κ' είνε όμως τότες ο καιρός τα μύρτα τα αιματένια,
+Οι εληές, τα δαφνοκούκουτσα, και τα δεντροβαλάνια
+Να μαδηθούν, συρτοθηλειές για γερανούς και δίχτυα
+Για λάφια τότες να στηθούν· να ξατρεχτεί ο μακραύτης
+Λαγός· κι' αυτός που τα σκοινιά στριφογυρνά σφεντόνας,
+Βαλεαρικής από στουππί, ζαρκάδι να τρυπήσει,
+Ενώ το χιόνι κοίτεται ψηλά και κατεβάζουν
+Οι ρεματιές των ποταμών κομματιασμένους πάγους.
+
+Και τι για τάστρα θένα πω, και τι για τα δρολάπια
+Του χινοπώρου; Τι γι' αυτά που πρέπει να προσέχουν
+Οι ανθρώποι, σα γένονται μικρότερες οι μέρες
+Κ' οι ζέστες μαλακώτερες; ή τον καιρό που φεύγει
+Η άνοιξη η βρεχάμενη και σαν αναγριτσιάζει
+Τ' αστακωμένο γέννημα στους κάμπους και φουσκόνουν
+Στο φλέστρο τους το πράσινο γαλατερά τα στάρια;
+Εγώ συχνά, κι' αφού ο γεωργός επήρε στα χωράφια
+Τα κίτρινα το θεριστή, κι' αφού είχε σπάσει κι' όλας
+Κριθάρια απ' τα λιγάθινα τα φλέστρα, των ανέμων
+Είδα παντούθε ορμητικά ν' ανταμωθούν οι αμάχες,
+Που αναπελλούσαν τα σπαρτά τα πολυβαρεμένα
+Από τα βάθη, ξίριζα, ταψήλου ρίχνοντάς τα. —
+Με μαύρο ανεμοστρούφουλα τανάλαφρο το φλέστρο
+Και το πετούμενο άχυρο παίρνει ο χειμώνας όμοια. —
+Πλήθος αρίφνητο νερά συχνά πλακόνουν κι' όλας
+Τον ουρανό, και τάσκημο δρολάπι κουλουμόνουν
+Γνέφια, που από το πέλαγο μαζεύονται γιομάτα
+Μαύρες βροχάδες, και κυλά ο τρίψηλος αιθέρας,
+Και τα χαρούμενα σπαρτά και των βωδιών οι κόποι
+Σαχλιάζουν στα δαρτά νερά, γιομίζουν τα χαντάκια,
+Φουσκόνουν στο κρεββάτι τους οι ποταμοί βροντώντας,
+Κ' η θάλασσα με τ' αφριστά τα κύματά της βράζει.
+Ο Δίας με χέρι αστραφτερό μες των γνεφιών το σκότος
+Ρίχνει τ' αστραποπέλεκο. Τη γης την τρισμεγάλη
+Σεισμός ταράζει· εχάθηκαν τ' αγρίμια· και στον κόσμο
+Δειλιάζει τρόμος ταπεινός τ' ανθρώπινα τα σπλάχνα.
+Αυτός με βόλι φλογερό τον Άθο ή τη Ροδόπη
+Ή τα Κεραύνια τα ψηλά χτυπά· διπλόνει ο Νότος,
+Ως κ' οι βροχάδες οι πυκνές· και τώρα κλαιν τα δάσα.
+Και τώρα κλαίνε κ' οι γυαλοί για τ' απεικά φυσούνια.
+Αυτό φοβούμενος κ' εσύ θένα τηράς τους μήνες
+Και τους πλανήτες τουρανού και που του Κρόνου τάστρο
+Αποτραβιέται το ψυχρό, κ' η φλόγα της Κυλλήνης
+Με τι περιγυρίσματα στον ουρανό πλανιέται.
+Το πρώτο απ' όλα τους θεούς θένα τιμάς και κάθε
+Χρονιά θα κάνεις της τρανής της Δήμητρας θυσίες.
+Στο χόρτο το γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα.
+Σύντα σωθούν της χειμωνιάς οι τελευταίες ημέρες
+Κι' αρχίσει κι' όλας η άνοιξη με τες καλοκαιρίες.
+Παχειά είνε τότες και ταρνιά, καλότατα τ' ακράτα,
+Τότες κ' οι ύπνοι είνε γλυκοί κ' οι ισκιές πυκνές στα όρη.
+Για σε ας τιμά τη Δήμητρα του κάμπου η νεολαία
+Όλη, και συ για λόγου της ας λυώνεις τες κηρήθρες
+Στο γάλα και στο νόστιμο το χάρισμα του Βάκχου·
+Και τρεις φορές ολόγυρα στους νέους καρπούς ας έρθει
+Το θύμα το ευτυχιστικό που θα το συνοδεύουν
+Σύντροφοι αναγαλλιάζοντας κι' όλοι οι τραγουδιστάδες
+Με τες φωνές τους κράζοντας τη Δήμητρα στα σπίτια.
+Και κόσσα κάτου απ' τώριμο ταστάκι ας μην ποθώσει
+Κανείς, α για τη Δήμητρα δε στεφανώσει πρώτα
+Με ιδρύ πλεχτό το μέτωπο κι' ανίσως πριν δεν κάμει
+Ασύστατα κουνήματα κι' α δεν ειπεί τραγούδια.
+
+Για να μπορούμε κι' όλα εμείς με θετικά σημεία,
+Τούτα να προγνωρίζουμε: κάψες, βροχές και ανέμους
+Που τες κρύαδες οδηγούν, εδιόρισε ο πατέρας
+Ο Δίας τι το μηνιάτικο φεγγάρι θα ορμηνεύει,
+Με τι άστρο πέφτουν οι νότιες, συχνά τι βλέπει ο εργάτης
+Τόμου κρατεί σιμώτερα στους σταύλους τα κοπάδια.
+Αμέσως σα θα σηκωθούν ανεμικές ή αρχίζει
+Ανήσυχο το μάμαλο της άρμης να φουσκόνει,
+Και στα ψηλότερα βουνά ν' ακούγεται ένας κρότος
+Ξερός, ή ανακατόνονται στα μακρυνά αντηχώντας
+Οι ακρογιαλιές και του δρυμού περσεύει το μουρμούρι.
+Και μεταβιάς ταπόζαβα σκαριά φυλάει το κύμα.
+Τόμου γοργά οι βουτουναριές πετούν από τη μέση
+Της θάλασσας και στους γιαλούς τα κράσματά τους φέρνουν,
+Παίζουν στην ξέρη οι κόλυμποι και παραιτούν τες λίμνες
+Τες γνωρισμένες οι ρωδιοί στα σύγνεφα πετώντας.
+Σαν περιμένονται άνεμοι συχνά θα βλέπεις κι' όλας
+Άστρα να χύνονται μ' ορμή, και στης νυχτός το σκότος
+Οπίσω τους ν' ασπρολογούν μακρές αράδες φλόγας·
+Συχνά ν' αεροστέκονται και τα πεσμένα φύλλα
+Και τάχυρο τανάλαφρο, και στων νερών την όψη
+Να παιγνιδούν πλεούμενα φτερά. Μα σαν αστράφτει
+Από το μέρος τ' αγροικού Βορηά και σα βροντάει
+Του Εύρου και του Ζέφυρου το σπίτι, τότε οι κάμποι
+Έπλεξαν, πες, μ' ολόγιομες τες σούδες κι' όλοι οι ναύτες
+Στη θάλασσα το ογρό παννί μαζεύουν. Και ποτέ της
+Ανειδοποίητα η βροχή δεν έβλαψε: ή τη φεύγουν,
+Όταν ανασηκόνεται, τανάερα τα γεράνια
+Στες λαγγαδιές τες χαμηλές, ή μ' ανοιχτά ταρθούνια
+Κοιτάζοντας τον ουρανό ρουφά η δαμάλα αέρα,
+Ή γύρου στα λιμνιά πετά λαλώντας χελιδόνι
+Και οι βαθρακοί το μάλωμα ταρχαίο στο βάλτο ψάλλουν·
+Κι' απ' το γιατάκι το κρουφό βγάζει συχνά τ' αυγά του,
+Περνώντας πάντα στο στενό στρατί του το μερμήγκι,
+Κ' η δόξα πίνει το νερό, κ' οι κόρακες φουσάτο,
+Γυρίζοντας από βοσκή, σαν το μεγάλο ασκέρι,
+Με τες φτερούγες άκοπα πολλήν αντάρα κάνουν.
+Τα διάφορα πετούμενα της θάλασσας κ' εκείνα
+Που περπελλούν στ' ανάλατα βιβάρια του Καΰστρου,
+Ολόγυρα από τ' Ασιακά λιβάδια, θένα βλέπεις
+Να χύνουν άφτονες βροχές στους νώμους τους με ζήλο.
+Και πότε το κεφάλι τους στα κύματα να γδόνουν.
+Πότε να τρέχουν στα νερά, και πάλι θα τα βλέπεις
+Να λαχταράν το βιαστικό το λούσιμο τουκάκου.
+Κράζει βροχάδες κ' η μιαρή κουρούνα με την πλέρια
+Φωνή και μόνη στο στεγνό ακρογιαλι σεργιανάει.
+Και μάλιστα κ' οι κορασιές που το μαλλί τη νύχτα
+Γρένουν, γνωρίζουν τον καιρό τον άσκημο σα βλέπουν
+Το λάδι να σπιθοβολά στον αναμμένο λύχνο
+Και να μορφόνονται σαπρές καψάθρες στο φυτίλι.
+
+Κι' απ' τη βροχή θε να μπορείς τες ξαστεριές που αρχίζουν
+Και τες λιακάδες να προϊδείς κι' από σημάδια βέβαια
+Να τες γνωρίζεις: επειδή των άστρων τότε η λάμψη
+Δε θένα φαίνεται θαμπή· σα βγαίνει το φεγγάρι
+Στην κοκκινάδα του αδερφού δε θάνε υποταγμένο·
+Δε θα γυρίζουν σύγνεφα ψιλά σαν αρνοπόκια
+Στόν ουρανό· και στους γιαλούς, στο χλιαρό τον ήλιο,
+Δε θε ν' ανοίγει τα φτερά ταγαπημένο το όρνιο
+Της Θέτιδας, και να σκορπούν δε θα θυμούνται οι χοίροι
+Τάδετα τα χερόβολα με τ' άπαστρό τους στόμα.
+Μα τότες πέφτουν χαμηλά τα γνέφια και στον κάμπο
+Απλόνονται· και βλέποντας το κάθισμα του ήλιου,
+Απ' την ψηλότερη κορφή, τουκάκου η κουκκουβάγια
+Τα βραδιανά τραγούδια της αρχίζει. Ξαναφαίνει
+Ο Νίσος ψηλοπέταχτος στον καθαρόν αέρα
+Κ' η Σκύλλα για την πορφυρή την κόμη τιμωριέται.
+Όπου κι' α σκίζει φεύγοντας εκείνη τον αιθέρα
+Τον αλαφρό, νάτος ο οχτρός, ο φοβερός ο Νίσος,
+Με σαλαγή την κυνηγά μεγάλη μες τες αύρες·
+Κ' εκεί που ο Νίσος χύνεται στες αύρες, φεύγει εκείνη
+Γοργά και σκίζει το φτερό τον αλαφρόν αιθέρα.
+Τότες τρεις τέσσερις φορές από το στενεμένο
+Λαρούγγι τους οι κόρακες φωνές καθάριες βγάζουν,
+Και στες ψηλές τους τες μονιές, δεν ξέρω για ποια γλύκα,
+Καλόρεχτοι περσότερο παρά όσο συνειθίζουν
+Μέσα στα φύλλα αλλήλως τους συχνά κάνουν αντάρες,
+Και ξαναβλέπουν με χαρές, σαν παύουν οι βροχάδες,
+Τανήλικα τα τέκνα τους και τη γλυκειά φωλιά τους.
+Και δεν πιστεύω αληθινά πώς θεϊκιά έχουν φύση,
+Ή γνώση των μελλάμενων περσότερη, μα βέβαια.
+Σαν οι φουρτούνες κ' οι άστατες νοτιές το δρόμο αλλάξουν
+Κι' όταν ο Δίας ο βροχερνός πυκνώσει με τους Νότους
+Όσα ήταν λίγο πριν αρηά και ξαναρηώσει όσα ήταν
+Πυκνά, τα είδη των ορμών αλλάζουν και στα στήθια
+Τώρα άλλα ακούν κουνήματα, κι' άλλα σαν οι ανέμοι
+Τα γνέφια έφερναν. Των πουλιών εδώθε οι τραγουδίες
+Στους κάμπους, και τα γελαστά κοπάδια, κ' οι κοράκοι
+Που σκούζουν με το λάρυγγα κι' από χαρά αλαλάζουν.
+
+Μα κι' αν τηράς το γλίγωρον τον ήλιο ή τα φεγγάρια,
+Που ξακλουθιώνται ταχτικά, δε θένα σε γελάει
+Καμία φορά το αντίμερο και δε θα σε ξαφνίσουν
+Οι δόλοι ξάστερης νυχτός. Ανίσως το φεγγάρι,
+Σα συμμαζεύει στην αρχή τες στιες που ξαναγέρνουν,
+Μαύρον αέρα περικλεί στάφεγγα κέρατά του,
+Βροχάδες για το πέλαγο και για τους δουλευτάδες
+Μεγάλες ετοιμάζονται. Μα ανίσως κοκκινάδες
+Του χύνονται στο πρόσωπο παρθενικές, αέρας
+Θε νάρθει. Η Φοίβη πάντα της μ' αέρες κοκκινίζει.
+Αν το εναντίο την τέταρτην ημέρα (γιατί αυτή είνε
+Η θετικώτερη πηγή) στον ουρανό διαβαίνει
+Καθάριο και με μυτερά τα κέρατα, όλη η μέρα
+Εκείνη, κι' όσες από αυτήν γεννιώνται, ως να τελειώσει
+Ο μήνας, θάνε ανίδεες από βροχή κι' ανέμους,
+Κι' άβλαβοι οι ναύτες στους γιαλούς τα τάματα θα πάρουν
+Στο Μελικέρτη της Ινώς, στο Γλαύκο, στην Πανόπεια.
+Κι' ο ήλιος θα σου προβοδά σημάδια, σαν προβάλλει
+Κι' όταν στο κύμα κρούβεται· τον ήλιο συντροφεύουν
+Σημάδια θετικώτατα· και μέρος τους μαζή του
+Εκείνος φέρνει την αυγή κι' άλλα σα βγαίνουν τάστρα.
+Όταν αυτός, σε σύγνεφο κρουμμένος, με κουκκίδες
+Το πρώτο του τ' ασήκωμα πλουμίζει και τη μέση
+Του δισκαριού του ανατραβά, βροχές θε να υποψιάσεις,
+Τι βλαβερός για τα σπαρτά, τα ζα, τα δέντρα ο Νότος
+Πλακόνει από το πέλαγο. Κι' όταν, σαν ξημερόνει,
+Μέσα στα γνέφια τα πυκνά ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες,
+Κι' όταν αχνή προβάλλει η Αυγή την κλίνη παραιτώντας
+Την κίτρινη του Τιθωνού, άχ κακοδιαφεντεύει
+Τότες το κλήμα τώριμο σταφύλι του· βροντώντας
+Πλήθιο χαλάζι τρομερό χοροπηδά στες σκέπες.
+Κι' όταν, σαν περιδιάβηκε τον ουρανό, μισεύει,
+Σου αξίζει περισσότερο και τούτο να θυμάσαι,
+Γιατί συχνά τα διάφορα χρώματα να πλανιώνται
+Στο πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοί βροχές το μαύρο,
+Σιρόκους το κοκκινωπό σα στια, μα το εναντίο,
+Α με τη στια τη λαμπερή να σμίγουν και κηλίδες
+Αρχίζουν, τότες θένα ιδείς τα πάντα ν' αναβράζουν
+Με αέρες και με σύγνεφα. Κανείς αυτήν τη νύχτα
+Να ταξιδεύω πέλαγα δε θένα με ορμηνέψει,
+Ή να ξεσπάσω από τη γης του καραβιού τον κάβο.
+Μα αν είνε ο δίσκος φωτεινός, σαν την ημέρα φέρνει,
+Ή κρούβει εκείνην που έφερε, θα σκιάζεσαι του κάκου
+Κατακλυσμούς, και θένα ιδείς τα δάσα να κινιώνται
+Με τον καθάριο το βορηά. Και τέλος τι θα φέρει
+Ταπόβραδο και τι ο Νοτιάς ο ογρός στο νου του βάζει,
+Και πούθε ο αέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θα φέρει,
+Ο ήλιος δείχνει· ποιος τολμά τον ήλιο να πει ψεύτη;
+Συχνορμηνεύει κι' όλα αυτός πως μυστικές αντάρες
+Βράζουν κι' απάτες και κρουφοί πολέμοι αναφουσκόνουν.
+
+Αυτός, κι' όταν ο Καίσαρας ετέλειωσε, τη Ρώμη
+Λυπήθηκε, αφού εσκέπασε τ' αστραφτερό κεφάλι
+Μ' άφεγγη σιδεροσκουριά και μ' αναιώνια νύχτα
+Ο ίδιος εφοβέρισε τα βλάστημα τα χρόνια.
+Κι' όμως σ' εκείνον τον καιρό κ' οι θάλασσες κ' οι ξέρες,
+Και τα όρνια τα πειραχτικά κ' οι βρωμερές οι σκύλες
+Επρομηνούσαν το κακό. Πόσες φορές την Αίτνα,
+Που τανοιχτά καμίνια της εκυματοβολούσαν,
+Τη βλέπαμε στου Κύκλωπα τους κάμπους να ξεβράζει,
+Και σφαίρες φλόγας και λυωτά λιθάρια να κυλάει;
+Κι' αχούς αρμάτων άκουσε στους ουρανούς ολούθε
+Η Γερμανία, κ' ετάραξαν σεισμοί σπάνιοι τες Άλπες,
+Κι' αγρίκησε απεικιά φωνή σταμίλητα ρουμάνια
+Ο κόσμος, κ' ίσκιους έβλεπε τες νύχτες στα σκοτάδια,
+Τόσο χλωμούς που εξένιζε· κ' εμίλησαν τα ζώα,
+(Ω θάμασμα)· και σταματούν οι ποταμοί και χάσκει
+Η γης· και μέσα στους ναούς το φίλντισι θλιμμένο
+Δακρύζει και το χάλκωμα νοτεύει από τον ίδρο.
+Και πλημμυρίζει ο Ηριδανός, των ποταμών ο ρήγας,
+Τα δάσα στραγγουλίζοντας με μανιακή ρουφήχτρα
+Και τα κοπάδια σύσταυλα παντού στους κάμπους φέρνει.
+Δεν έπαψαν να φαίνονται στα σκούτουφλα τα σπλάχνα
+Νευρούδια που εφοβέριζαν, δεν έπαψε να βγαίνει
+Συναίμα από τα βρυσικά πηγάδια και τη νύχτα
+Από τους λύκους που ούρλιαζαν ν' αντιλαλούν οι χώρες.
+Άλλες φορές περσότερα βόλια δεν έχουν πέσει
+Από τον ξάστερο ουρανό και δεν εφλογιστήκαν
+Τόσοι κομήτες άραχνοι. Γι' αυτό ξανάειδαν πάλι
+Οι Φίλιπποι ν' ανταμωθούν, αλλήλως τους ενάντια,
+Όμοια φορώντας άρματα τ' ασκέρια των Ρωμαίων·
+Κ' οι αθάνατοι δεν έκριναν άπρεπο να παχύνουν
+Την Ημαθία δυο φορές και τανοιχτά λιβάδια
+Του Αίμου με το αίμα μας. Σταλήθεια θάρθει η ώρα,
+Που αναγυρίζοντας τη γης με το γυρτό το αλέτρι,
+Ο ζευγουλάτης θένα βρει ξιφάρια φαγωμένα
+Από τη σκουριά τη ροβή. Με τες βαρειές αξίνες
+Κούφια μουριόνια θα χτυπά, και κόκκαλα τεράστια
+Στανασκαμμένα μνήματα με θαμασμό θα βλέπει.
+
+Ω πατρικοί ντόπιοι θεοί, και Ρώμυλε και Εστία
+Μητέρα που τον Τίβερη φυλάς και τα Παλάτια
+Της Ρώμης, μη μποδίσετε τουλάχιστο το νέο
+Τούτον εδώ τανάποδα τα χρόνια να συντρέξει!
+Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμα
+Της Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους,
+Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του Ολύμπου
+Τα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμα
+Για τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιο
+Αλλάχτηκε και τ' άδικο: κ' ήρθαν στον κόσμο τόσοι
+Πόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν.
+Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ' αλέτρι δεν τιμάει,
+Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια,
+Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουν
+Σκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης,
+Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουν
+Οι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες.
+Και ανεύλαβος λυσσομανά σ' όλον τον κόσμο ο Άρης,
+Καθώς, όταν τα τέθριππα χυθούν από το κλείσμα,
+Περσεύουν πάντα την ορμή, και τον αμαξολάτη,
+Οπού του κάκου ανατραβά τα γκέμια, συνεπαίρνουν
+Ταλόγατα και στα λουριά δεν πείθεται τ' αμάξι.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ.
+
+
+
+Της γης το δούλεμα ως εδώ, και τουρανού ταστέρια·
+Και τώρα, Βάκχε, ψάλλω εσέ, και τα βεργά του λόγγου
+Αντάμα σου, και της εληάς, που αξαίνει οκνά, το σόι.
+Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ — εδώ πούνε τα πάντα
+Γιομάτα από χαρίσματα δικά σου, που για σένα
+Ο κάμπος, το χινόπωρο σταφύλια φορτωμένος,
+Ανθεί, κι' αφρίζει στους ληνούς τους ξέχειλους ο τρύγος —
+Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ, στο νέον το μούστο βούτα
+Μαζή μου τα γυμνά μηριά σα βγάλεις τους κοθόρνους.
+
+Το πρώτο απ' όλα: στον πλασμό των δέντρων είνε η Φύση
+Πολύτροπη· τι μερικά, χωρίς να τα αναγκάζει
+Κανένας, από λόγου τους γεννιώνται, και τους κάμπους
+Σκεπάζουν και τα φειδωτά ποτάμια· σα να ειπούμε:
+Οι τρυφερές οι παλιουριές, τα λιγερά τα σπάρτα,
+Οι λεύκες, κ' οι ασπρογάλανες ιτιές, που οι φυλλωσιές τους
+Λαλούν. Και πάλι μερικά σαν πέσει σπόρος χάμου
+Φυτρόνουν· όπως οι ψηλές οι καστανιές κι' ο πρίνος,
+Που για το Δία των ρουμανιών φυλλομανά μεγάλος,
+Ή και τα δέντρα που οι Γραικοί στοχάζονται μαντεία·
+Κι' άλλα, καθώς οι κερασιές ή κι' ο φτεληάς, λογγάρι
+Πετούν από τη ρίζα τους πυκνότατο· στον ίσκιο
+Τον απλωτό της μάννας της τραναίνει η δαφνοπούλα.
+Έδωκε η φύση στην αρχή τους τρόπους τούτους μόνο
+Και πρασινίζει μ' αυτουνούς κάθε λογής ρουμάνι,
+Κάθε λογής χαμόδεντρο και ταγιασμένα δάσα.
+Είνε άλλοι που στο δρόμο της τους βρήκε η ίδια η πράξη:
+Ο ένας φυτά από ταπαλό το σώμα των μαννάδων
+Ξεσκλίζει και ποθόνει τα σ' αυλάκια· μες στο χώμα
+Ο άλλος μπήγει τους κορμούς, ή και τεταρτιασμένα
+Παλούκια, κι' από μυτερό σκληρόξυλο πασσάλους.
+Καμπόσα δέντρα καρτερούν στον τόπο τους να κάμουν
+Ζωντανεμένες φυταλιές, και των καταβολάδων
+Οι ζαβωσιές με χώματα να πλακωθούν· καμπόσα
+Τες ρίζες δε χρειάζονται, και ξέγνοιαστα ο κλαδούχος
+Πάλι στη γης τα ξέκλωνα μπιστεύεται· και ρίζα —
+Ω το παράξενο άκουσμα — ληίτσινη ξεπετάζει,
+Όταν σκιστεί ο κουρούπαλος, τ' απόξερο το ξύλο.
+Και θένα ιδούμε το συχνό τους κλάδους ενού δέντρου
+Αζήμιωτα να γένονται κλαριά αλλουνού, να βγαίνουν
+Στες αλλαγμένες αχλαδιές τα κεντρωμένα μήλα,
+Και στες κρανιές τες γουλιερές δαμάσκηνα να ωρμάζουν.
+
+Εμπρός λοιπόν, ω δουλευτές, τα οργώματα, που πρέπουν,
+Μαθαίνετε κατά σειρά και τους καρπούς τους άγριους
+Μερώστε τους με τη δουλειά· τόποι ας μη μένουν χέρσοι.
+Καλό είνε να φυτεύεται στον Ίσμαρον ο Βάκχος,
+Και να ντυθεί με τες εληές ο Τάβυρνος ο μέγας.
+Κ' έλα κ' εσύ, ω στολίδι μου, συ που δικαίως είσαι
+Το πλιο μεγάλο μερτικό της δόξας μου, Μαικήνα,
+Κυβέρνησέ με στ' ανοιχτό το πέλαγο πετώντας,
+Κ' εσύ μαζή μου σύντρεχε τους αρχισμένους κόπους.
+Στους στίχους μου δεν πιθυμώ τα πάντα ν' αγκαλιάσω,
+Ούτε κι' αν είχα στόματα εκατό κ' εκατό γλώσσες
+Και σιδερένια τη φωνή. Έρχου· σιμά στες πρώτες
+Ακρογιαλιές αρμένιζε· κοντά μας είνε η ξέρη·
+Εδώ δε θένα σε κρατώ με πλανερό τραγούδι
+Και με μακρολογήματα κι' ατελείωτα προοίμια.
+
+Τα δέντρα που σηκόνονται στο φωτεινό βασίλειο
+Μονάχα, αλήθεια ειν' άκαρπα, μα δυνατά κι' ωραία.
+Μπόρεσες βέβαια κρούβονται στη γης· αλλά και τούτα,
+Σα κεντρωθούν ή σα στηθούν σ' ανασκαμμένο λάκκο,
+Έτσι αλλαγμένα, παραιτούν το φυσικό τους τ' άγριο,
+Κι' αμέσως υποτάζονται στες τέχνες, που εσύ θέλεις,
+Με τα συχνά δουλέματα. Και πράζει κι' όλας έτσι
+Το δέντρο αυτό που στέρφικο βλασταίνει από τες ρίζες
+Τες πλιο βαθειές, σα φυτευτεί στους ανοιχτούς τους κάμπους·
+Τώρα της μάννας της ψηλής η φυλλωσιά κ' οι κλάδοι
+Το ισκιάζουν και το ροδαμό του παίρνουν σα θ' αξήσει,
+Και σα θα κάμει τον καρπό, το στίφουν. Μα τα δέντρα,
+Που εγίνηκαν από σπορές ριγμένες, σιγοαξαίνουν
+Κ' ίσκιο στα αγγόνια ταργητά θα κάμουν. Μπασταρδεύουν
+Τα μήλα που τα πρώτα τους ζουμιά ξεχνούν· και βγάζουν
+Τσαμπί τα κλήματα άσκημο, που τα πουλιά το βόσκουν.
+
+Για κάθε δέντρο φυσικά πολλοί θα πάνε κόποι:
+Όλα σ' αυλάκια θα στηθούν αραδιαστά και πρέπει
+Να μερωθούν με περισσές του δουλευτή φροντίδες.
+Όμως οι εληές από κορμούς καλήτερα προκόβουν,
+Ταμπέλια από ριγίσματα και από το πλέριο ξύλο
+Της Αφροδίτης οι μυρτιές. Γεννιώνται από φυτάρια
+Κ' οι δυνατές λεφτοκαρυές, κ' οι τρισμεγάλοι φράξοι,
+Ως και το δέντρο το ισκερό, που του Ηρακλή στεφάνι
+Έδωκε, κ' η βαλανιδιά του Χαονικού πατέρα,
+Και τέλος όμοια γένονται κ' οι φοινικιές οι ολόρθες,
+Και οι έλατοι που θένα ιδούν στη θάλασσα ατυχίες.
+Μα στη ροβή την κουμαριά φελλιάζεται ρουκάνι
+Κάρυνο, και φορτόνονται μήλα γερά οι πλατάνοι,
+Και το τζιρούνι κάστανα, κι' ο όρνος ασπρουλιάζει
+Με το λουλούδι το λευκό της απιδιάς, κ' οι χοίροι
+Συχνά αποκάτου απ' το φτεληά συντρίβουν τα βαλάνια.
+Μα κέντρωμα και μπόλιασμα δε γένονται το ίδιο:
+Τι εκεί που ξεπετάζονται τα μάτια από τη μέση
+Της φλούδας και τα μαλακά ποκάμισα ξεσκίζουν,
+Γένεται ένα βαθούλωμα στενό στον ίδιον κόμπο,
+Κι αυτού ένα φύτρο κλει κανείς παρμένο απ' άλλο δέντρο,
+Και το μαθαίνει με το ογρό σωφλούδι να μυξώσει.
+Και πάλι αρόζιαστοι κορμοί θε να κοπούν και δρόμος
+Βαθειά στο πλέριο θ' ανοιχτεί με σφήνες, κ' εκεί μέσα
+Τα καρπερά φελλιάσματα θένα μπηχτούν συνέχου.
+Και δεν περνά πολύς καιρός και ξεπετιέται δέντρο
+Μεγάλο προς τους ουρανούς με χρήσιμα κλωνάρια,
+Και τες καινούριες φυλλωσιές δεν παύει να θιαμάζει
+Μόνο του και τα οπωρικά που δεν είνε δικά του.
+
+Δεν είνε κι' όλας μιας λογής οι δυνατοί φτεληάδες,
+Της Ίδας ο κυπάρισσος, οι ετιές κ' οι φυσαλλίδες,
+Κι' όλες οι εληές οι λιπαρές την ίδια ειδή δεν έχουν,
+Οι λιανοληές, οι χοντροληές ή κ' οι πρικές μυρτάδες,
+Μήτε το κάθε οπωρικό κ' οι λόγγοι του Αλκινόου·
+Δεν έχουν απαράλλαχτο βλαστάρι του Κρουστούμνου
+Τ' απίδια και τα Συριακά και τα βαρειά δροσάτα·
+Στα δέντρα μας δεν κρέμονται τα ίδια τα σταφύλια,
+Που η Λέσβος από τες κλαδιές των Μήθυμνων τρυγάει.
+Εινε άσπρα Μαρεωτικά και Θασιακά σταφύλια,
+(Αρμόζουν κείνα στα παχειά τα χώματα και τούτα
+Στα πλιο φτωχά) και Ψιθικά για το σταφιδοκράσι
+Χρήσιμα, και λιανάρατα λαγωνικά, που πόδια
+Θένα κλονίσουν κάποτε και γλώσσες θα μπερδέψουν,
+Και άλικα και πρωτόλουγα. Και σε με τι τραγούδι
+Θένα σε ψάλλω Ραιτικό; μα μη φιλονικήσεις
+Γι' αυτό με κρασομάγαζα Φαλερνικά. Και κάνει
+Κρασιά γερά κι' αχάλαστα τ' Αμενειακό το κλήμα,
+Που ο Τμωλικός τα προσκυνά και των Φανών ο ρήγας.
+Και υπάρχει και το μικροστό τ' Αργίτικο σταφύλι,
+Που αντάμα του δε μάχεται κανένα για να δώσει
+Τόσους χυμούς και δε βαστά τους χρόνους σαν εκείνο.
+Και σε, Ροδίτη, που οι θεοί και τα στερνά τραπέζια
+Σε δέχονται, χαρούμενα, δε θα σε λησμονήσω,
+Και μήτε εσένα, Αγούμαστε, με τα παχειά τσαμπιά σου.
+Μα δε βολεί να μετρηθούν πόσες λογές υπάρχουν,
+Και πόσα είνε τα ονόματα· κι' ούτε να λογαριάσεις
+Τον αριθμό δεν ωφελεί· κι' αυτός, που θα θελήσει
+Να τον γνωρίσει, αποθυμά να ξέρει πόσους άμμους
+Της θάλασσας της Λιβυκής ο Ζέφυρος ταράζει,
+Ή, σύντα τα πλεούμενα χτυπάει δεινός ο Εύρος.
+Πόσα πετιώνται κύματα στα Ιονικά ακρογιάλια.
+
+Και δε μπορούν σε κάθε γης τα πάντα να βλασταίνουν:
+Στους ποταμούς γεννιώνται οι ιτιές και στους χοντρούς τους βάλ-
+ [τους
+Οι σκλήθροι, κι' ο όρνος ο άκαρπος στα πετρερά τα όρη.
+Κ' είνε οι μυρτιώνες στους γιαλούς πασίχαροι· και τέλος
+Ο Βάκχος τες ανίσκιωτες ραχούλες αγαπάει
+Και προτιμούν οι σμιλακιές βορηάδες και κρυάδες.
+Ιδές τη γης που δουλευτές κοσμοακρινοί ημερόνουν,
+Ιδές προς την Ανατολή τους τόπους των Αράβων,
+Ιδές και τους χρωματιστούς τους Γελωνούς: τα δέντρα
+Έχουν πατρίδες ξέχωρες. Γεννά μονάχη η Ινδία
+Τον αμπανό το μελανό, και μοναχά οι Σαβαίοι
+Έχουν τες λιβανόβεργες. Γιατί να σου αναφέρω
+Τες ρώγες του αγκαθόδεντρου, που πάντα πρασινίζει,
+Κι' ακόμα και τα βάλσαμα, που από το μυρωμένο
+Το ξύλο ιδρόνουν; και γιατί της Αιθιοπίας τα δάση,
+Που γραβανά τα καταντά το μαλακό μαλλί τους;
+Και πώς οι Σήρες τα ψιλά σπιλίγγια ξεχτενίζουν
+Από τα φύλλα, ή τι δρυμά φυτρόνουν στην Ινδία,
+Πούνε σιμά στον Ωκεανό, κατάνακρο του κόσμου
+Στρογγύλωμα, που εκεί η ριξιά της σαγιττιάς να φτάσει
+Δε δύναται τα πλιο ψηλά του ανεμισμένου δέντρου,
+Αν και ο λαός της δεν αργεί ταρκάσι να φορέσει;
+Βγάζει η Μηδία ξυνόζουμα και την πολλήωρη γέψη
+Του βλογημένου μήλου της, που γλιγωρότερά του,
+Σύντα λικάζουν φοβερές οι μητρυιές τες κούπες
+[Και σμίγουν με τα βότανα τα βλαβερά τα ξόρκια,]
+Τίποτα τόσο δε βοηθά και τίποτα δε διώχνει
+Από τα μέλη τ' άρρωστα τα σκοτεινά φαρμάκια.
+Είνε τρανό το δέντρο αυτό και στην ειδή τη δάφνη
+Μοιάζει πολύ, και θάτανε κ' εκείνο δάφνη, ανίσως
+Τρογύρου του δεν έρριχτε μιαν άλλη μοσκοβόλια.
+Ποτέ κανένας άνεμος δεν του ριπίζει φύλλα,
+Και τ' άνθια του είνε κρατερά περσότερο παρά άλλα·
+Το χνώτο και το στόμα τους. που ζαίνει, τα βαϊλεύουν
+Μ' εκείνα οι Μήδοι κ' έλεξες γιατρεύουν των γερόντων.
+
+Μα ας μην παλεύει μήτε η γης η πάμπλουτη σε δάσα
+Των Μήδων, μήτε κι' ο όμορφος ο Γάγγης, μήτε ο Έρμος,
+Που τρέχει από το μάλαμα θολός, για τους επαίνους
+Της Ιταλίας, ούτε κ' οι Ινδοί, κι' ούτε τα Βάκτρα, κι' όλη
+Η Παγχαΐα με τους παχειούς λιβανοφόρους άμμους.
+Τούτην τη γης δεν όργωσαν δαμάλια που εφυσούσαν
+Φλόγες από ταρθούνια τους για να σπαρθούν τα δόντια
+Ταφύσικου του χείλυδρα· κοντάρια και μουριόνια
+Πυκνά ποτέ δεν πρόβαλαν σ' ανθρώπινα φυτάρια,
+Μα τη γιομίζουν τα ζουμιά τα Μασσικά του Βάκχου
+Και τα βαρειά τα οπωρικά, κι' οι εληές και τα κοπάδια
+Τα πρόσχαρα σκεπάζουν την. Εδώθε του πολέμου
+Το άτι στους κάμπους χύθηκε με το λαιμό ταψήλου·
+Εδώθε το τρανώτερο σφαγάρι το δαμάλι,
+Κλιτούμνε, κ' οι κατάλευκες κοπές, που στα νερά σου
+Ταγιαστικά πολλές φορές λουστήκαν, οδηγούσαν
+Στων αθανάτων τους ναούς Ρωμαϊκούς θριάμβους.
+Εδώ είνε αδιάκοπη άνοιξη, κι' ακόμα καλοκαίρι
+Σ' ανάντιους μήνες, δυο φορές γεννούν οι προβατίνες,
+Και δυο φορές με τους καρπούς μας ωφελεί το δέντρο.
+Μα λείπει και το τρομερό των λιονταριών το σόι
+Κ' οι λυσσασμένοι τίγριδες· ποτέ τους μαζωχτάδες
+Τους άτυχους δεν απατούν φαρμακερά βοτάνια,
+Και δε διαβαίνει κατά γης, γοργά, τεράστιες γύρες
+Μήτε με τόσο σύρσιμο δε γένεται κουλούρα
+Το φείδι το λεπιδωτό. Και σμίξε κι' όλας τόσες
+Χώρες ευγενικώτατες, και τη δουλειά των χτιρίων,
+Και τόσα κάστρα, που έστησε το χέρι στα χαράκια
+Τ' απόγκρεμα, και ποταμούς που βρέχουν στα θεμέλια
+Ταρχαία τειχιά. Το πέλαγο να μελετήσω εκείνο,
+Που από ταπάνου βρέχει την, ή τάλλο ταποκάτου;
+Ή και τες τόσες λίμνες της; Εσέ, ω μεγάλε Λάριε,
+Κ' εσένα που με κύματα φουσκόνεις, ω Βηνάκε,
+Και με ροές θαλασσινές; Ή και να μελετήσω
+Τες έπαρσες που εβάλθηκαν στο Λάκκο το Λουκρίνο,
+Και τα λιμάνια, και τ' αφριά, που δυνατά βροντώντας,
+Αγαναχτούν σ' εκείνο εκεί το μέρος, όπου αχάει
+Την άρμη ξαναχύνοντας το Ιουλιανό το κύμα
+Κι' ο σάλος μπαίνει ο Τυρρηνός στο στένωμα του Αόρνου;
+Εκείνη κι' όλας ασημιού κατεβασιές μας δείχνει
+Στες φλέβες της και μέταλλα χαλκού και το χρυσάφι
+Πλήθιο στους τράφους της κυλά· κι' αυτή τ' αψύ το σόι
+Τους Μάρσους, τη Σαβινιακή τη νεολαία, τους Ουόλσκους
+Που με σουβλί αρματόνονται, το Λιγυρίτη κι' όλας
+Που θρέφεται με τους καρπούς, εγέννησεν, εκείνη
+Τους Λέκιους, και τους Μάριους, και τους τρανούς Καμίλλους,
+Και τους σκληρούς στον πόλεμο Σκηπίωνες, και σένα,
+Ω τρισμεγάλε Καίσαρα, που νικητής πλια τώρα,
+Ξεδιώχνεις τον απόλεμον Ινδό μες της Ασίας
+Τες τελευταίες ακρογιαλιές απ' τα καστριά της Ρώμης.
+Γεια σου, μεγάλη των καρπών μητέρα, ω γης του
+Μεγάλη μάννα των αντρών, για σένα τώρα αρχίζω
+Πράμα παλαιόθε επαινετό και τέχνης έργο, πρώτος
+Τολμώντας άχραντες πηγές ν' ανοίξω, και τραγούδι
+Εγώ θα ψάλλω Ασκραϊκό στες χώρες των Ρωμαίων.
+
+Και τώρα για τα διώματα των χωραφιών θα λέω:
+Οι δύναμες του καθενού ποιες είνε, ποιο το χρώμα,
+Στο φυσικό του καθενού τι πράματα ταιριάζουν.
+Και πρώτο οι ράχες οι κακές και τ' άτσαλα λιβάδια,
+Όπου λευκάργες άκαρπες υπάρχουν και στρυνάρι
+Σταγκαθερά τα γήπεδα, παλλαδικά ελαιοστάσια
+Χαίρονται μακροζώητα· κι' απόδειξη είνε ο ληάστρος,
+Που ξεφυτρόνει αρίφνητος σ' αυτούς τους ίδιους τόπους,
+Κ' οι λαγγαδιές που με σπειριά λογγίσια είνε στρωμένες.
+Μα τα παχειά τα χώματα, που από γλυκές ικμάδες
+Γελούν: ο κάμπος που γεννά πολύ πυκνό χορτάρι,
+Και πούνε πλούσιος τη σοδειά — καθώς συχνά στους λάκκους
+Τους βαθουλούς κάθε βουνού τον βλέπουμε· όπου τρέχουν
+Από τους βράχους τους ψηλούς οι ποταμοί που φέρνουν
+Τες χούμουλες τες καρπερές — αυτός ο κάμπος, πούνε
+Στο νότιον άνεμο ανοιχτός και που το βράχλο βγάζει,
+Το μισητό από τάλατρο: — μια μέρα αυτός αμπέλι
+Θα σου χαρίσει δυνατό, που θένα χύνει πλήθιον
+Το Βάκχο, εκείνος καρπερός θενάνε σε σταφύλια.
+Αυτός θα δίνει τα πιοτά που από χρυσά ποτήρια,
+Χύνουμε, σαν ο Τυρρηνός ο σαρκερός σημαίνει
+Το φίλντισί του, στους βωμούς σιμά, και σε πινάκια
+Αδειάζουμε ολοστρόγγυλα τα σπλάχνα που καπνίζουν.
+Αλλά α μοσκάρια και κοπές συ προτιμάς να βόσκεις,
+Ή και τες γέννες των αρνιών, ή γίδια που αφανίζουν
+Τες μερωσιές, τα λογγερά βουνά και του Ταράντου
+Τα ξέμακρα τα καρπερά θένα ζητάς, ή βρίνες,
+Όμοιες με κείνες που έχασεν η δύστυχη Μαντύη,
+Που στο χλωρό τον ποταμό χιονάτους κύκνους θρέφει·
+Εκεί ούτε βρύσες διάφανες ουδέ γρασίδια λείπουν
+Για τα κοπάδια, κι' όσο τρων τα βώδια τες μεγάλες
+Μέρες, σε μόνη μια νυχτιά μικρή το ξανακάνει
+Η κρύα δροσιά. Συχνότατα το χώμα πούνε μαύρο
+Και πούνε κι' όλας ξυγγερνό σαν τ' άλατρο το σκίζει,
+Κ' είνε στο βάθος του σαπρό, (εμείς καλλιεργώντας
+Αυτό βέβαια αντισκόνουμε), ταιριάζει κάλλιο απ' όλα
+Για στάρια. Απ' άλλο δε θα ιδείς λιβάδι να γυρίσουν
+Πλειότερα αμάξια με οκνηρά δαμάλια σπίτι πάρεξ
+Εδώθε, ή κι' όθε ο αλατρευτής ο αράθυμος λογγάρι
+Κουβάλησε και τα δεντρά τανέφελα για χρόνια
+Έρριξε και με τους κορμούς τους χαμηλούς ταρχαία
+Τα σπίτια των πετούμενων εγκρέμισε. Ταψήλου
+Εκείνα τότες τες φωληές αφίνοντας πετάξαν,
+Μα ο αδρύς ο κάμπος έλαμψε με το γυννί σκισμένος.
+Τι μόλις δεντρολίβανο των μελισσών χαρίζει
+Και ψωροδάφνες χαμαειδές στα πλάγια η στρυναρόγης
+Η νηστικιά· κι' ο γριτσερός ο τούφος, κ' η λευκάργα
+Που οι χείλυδρες οι μελανοί την κατατρών, καυκιώνται
+Πως άλλος κάμπος όμοια τους γλυκειά θροφή δε δίνει
+Κι' απόζαβους δεν προβοδά κρουψιώνες για τα φείδια.
+Κ' η γης που αχνούς πετούμενους και σύγνεφο αναδίνει
+Ψιλό, και πίνει το νερό και σα θελήσει πάλι
+Το ξαναβγάζει μόνη της, που πάντα με δικό της
+Ντύνεται καταπράσινο γρασίδι και δε βλάφτει
+Με ρόβιασμα το σίδερο και με σκουριά χαλάστρα,
+Αυτή μια μέρα το φτεληά θενά σου περιπλέξει
+Με κλήματα χαρούμενα, λαδιάρικη είνε εκείνη,
+Και πως αύτη είνε βολικιά για πρόβατα θα νοιώσεις
+Οργόνοντας, κ' υπόμονη στ' αγγυστρωτό τ' αλέτρι.
+Τέτοια υννιατίζει χώματα κ' η πάμπλουτη Καπύη,
+Κ' οι τόποι που τα διάσελλα του Βεσουβίου γγίζουν,
+Κι' ο ποταμός πούν' άδικος στες έρημες Αχέρρες.
+Τώρα θα ειπώ πως κάθε γης μπορείς ν' αναγνωρίζεις:
+Αν είνε ανάλαφρη ζητάς ή αν είνε πάρα πλέρια; —
+Γιατί προκόβουν τα σπαρτά στη μια στην άλλη ο Βάκχος,
+Στην πλέρια κάλλιο η Δήμητρα, στην αλαφριά ο Λυαίος· —
+Το πρώτο με τα μάτια σου το μέρος θα διαλέξεις,
+Και θα προστάξεις να σκαφτεί στην κορασίδα λάκκος,
+Και πάλι όλα τα χώματα θα ξαναρρίξεις μέσα
+Και με τα πόδια στην κορφή θενά τα ισιοβολήσεις·
+Ανίσως λείψουν, αλαφρύ το ημέρωμα θενάνε,
+Για πρόβατα πλιο ταιριαστό και θρεφτικά σταφύλια,
+Μα ανίσως και στον τόπο τους να ξαναπάν δε θέλουν,
+Και σαν οι μούρσες γιομιστούν περσέψει η γης, χωράφι
+Βαρύ θα γένει· λιπαρές απανωσιές και σβώλους
+Κακόβγαλτους περίμεινε, και σκίσε με δαμάλια,
+Άξια τη γης. Μα ταρμυρό το χώμα, που το κράζουν
+Πρικό, πουν' ατυχώτατο για τους καρπούς (εκείνο
+Μ' όργωμα δε μερόνεται, μηδέ το σόι του Βάκχου
+Φυλάει, μηδέ του οπωρικού τόνομα) τέτοιο δείγμα
+Θα δώκει: — Από το στέγασμα το καπνιστό καλάθια
+Πυκνόπλεχτα και σταφυλιών κατέβασε στραγγίστρες,
+Κι' αυτού το χώμα το κακό πιλάχτησε ως το χείλο
+Και ρουσικά γλυκόνερα μαζή. Θε να ξεφύγει
+Το νέρωμα όλο θετικά και θα διαβούν μεγάλες
+Σταλαγματιές ανάμεσα στες βέργες τες πλεγμένες,
+Μα η γέψη θάνε φανερό γνώρισμα και το στόμα
+Τάχαρο των δοκιμαστών πρικάδα θα ζαβώσει.
+Κι' ομοίως ποια γης είνε παχειά γνωρίζουμε σε τούτον
+Τον τρόποι δε σκορπά ποτέ, στα χέρια όταν την πλάθεις,
+Μα σου κολλά στα δάχτυλα, κρατώντας την, σαν πίσσα.
+Θρέφει χορτάρια πλιο τρανά η ογρή, και μάλιστα είνε
+Περσότερο από το σωστό καλόρεχτη· αχ εκείνη
+Για με ας μην είνε καρπερή πάρα πολύ και πάρα
+Δυναμωμένη ας μη δειχτεί στα πρώτα της αστάκια!
+Ποια είνε βαρειά και ποια αλαφρυά το ίδιο της το βάρος
+Αμίλητα το μολογά· κι' αμέσως με το μάτι
+Η μαύρη ξεχωρίζεται και κάθε μιας το χρώμα,
+Αλλά είνε δύσκολο να βρεις τη δολερή κρυάδα:
+Ως τόσο μόνο οι σμιλακιές, οι βλαβερές, κ' οι πεύκοι,
+Κ' οι κίσσερες οι μελανοί τα χνάρια της σου δείχνουν.
+
+Αφού σε τούτα επρόσεξες, θυμήσου ν' αναβράσεις
+Πολύ πρωτήτερα τη γης και να σουδοκοπήσεις
+Τα τρισμεγάλα τα βουνά, και στο βορηά τους σβώλους
+Πρωτήτερα τανάσκελα ν' απλώσεις, πριν ριγίσεις
+Πρόσχαρο γένος αμπελιού. Πολύ καλοί είνε οι κάμποι
+Με τα σαπρά τα χώματα: κι' αυτό το κατορθόνουν
+Οι αέριδες κ' οι παγερές πάχνες κι' ο νευρωμένος
+Σκαφτηάς ανασκαλεύοντας τονιές ξεσφαλλισμένες.
+Ανίσως κι' όλας μερικοί δεν αμελούν καμίαν
+Έγνοια, πρωτήτερα ζητούν παρόμοιος νάνε ο τόπος,
+Όπου το πρώτο το φυτό των δέντρων ετοιμάζουν,
+Μ' εκείνον που θα τα δεχτεί σε λίγο χωρισμένα,
+Μήπως τη μάννα που άλλαξε δε στρέξουν να γνωρίσουν.
+Ως και το μέρος τουρανού στη φλούδα σημαδεύουν,
+Για να στηθεί κάθε δέντρο στον τρόπο που εστεκότουν,
+Με το ίδιο μέρος να βαστά τα κάματα του Νότου
+Με το ίδιο μέρος να γυρνά τες πλάτες του στον πόλο·
+Τόσο μπορεί το μάθημα στην τρυφερή ηλικία.
+Και πρώτα απ' όλα ρώτησε που πρέπεται ταμπέλι
+Να φυτευτεί· καλήτερα στες ράχες ή στο σιάδι·
+Κι' α λιβαδιού θρεφτάρικου διαλέξεις τα χωράφια,
+Φύτευε τότες τες κλαδιές πυκνές· πλιο οκνός ο Βάκχος
+Δε γένεται με την πυκνή καρποφόρα· κι' αν πάλι
+Διαλέξεις ένα γήπεδο ροβολητό με ράχες
+Ή και βουνάκια πλαγιαστά, στα ορδίνια δώκε χάρη.
+Μα πάντα οι δρόμοι, που λοξά τους κόβουν άλλες στράτες,
+Θε νάνε τέλεια ταιριαστοί στα φυτεμένα δέντρα.
+Κι' όπως, όταν τες σπείρες της ξεδίπλωσε του μάκρου
+Η λεγεώνα για τρανόν αγώνα και τασκέρι
+Εστάθηκε στον ανοιχτόν τον κάμπο κ' οι γραμμές του
+Είν' ίσιες, κι' από το χαλκό που αστράφτει κυματίζει
+Μακρόθε η γης ολάκερη, κ' οι τρομερές οι μάχες
+Ακόμα δεν εμάνισαν, μα ανάμεσα στα όπλα
+Περιπλανιέται δίβουλος ο Άρης, έτσι οι δρόμοι,
+Που ολούθε θάνε ομοίως πλατειοί, θα διαχωρίζουν όλα.
+Κι' όχι για νάβρει μοναχά στην αδειανή τη θέα
+Κάποια ξεφάντωση η ψυχή, αλλά γιατί δε δίνει
+Αλλοιώς τες ίδιες δύναμες η γης σε κάθε κλήμα,
+Και δε θα μπόρειαν οι κλαδιές ν' απλώσουν μέσα στάδεια.
+
+Ίσως ρωτάς τι βάθωμα ταυλάκια πρέπει νάχουν;
+θα τόλμουνα να μπιστευτώ το κλήμα σε σαϊττάρι
+Στενό· το δέντρο μπήγεται βαθύτερα στα σπλάχνα
+Της γης, κι' ο πρίνος μάλιστα, που όσο με την κορφή του
+Στου αιθέρα απλόνει τες πνοές, και με τη ρίζα τόσο
+Έρχεται προς τα Τάρταρα· γι' αυτό μήτε ο χειμώνας,
+Μήτε βροχάδες κι' άνεμοι δε θα τον ανασπάσουν,
+Αλλά θα μείνει ασάλευτος και θένα καταβάλει
+Στο δούρημα πολλότατους απόγονους κ' αιώνες.
+Αφίνοντας πολλές γενιές ανθρώπων να διαβαίνουν,
+Και τότες πέρα απλόνοντας τα μπράτσα και τους κλώνους
+Τους δυνατούς, ολόγυρα τον απεικό τον ίσκιο
+Αυτός στη μέση στέκοντας βαστά με τον κορμό του.
+
+Ταμπέλι ας μη σου προσκυνά τον ήλιο που καθίζει,
+Κι' ανάμεσα στα κλήματα λεφτοκαρυές μη βάλεις.
+Και μη διαλές τες πλιο ψιλές βεργούλες και μη σπάσεις
+Ρίγια από τα ψηλότερα του δέντρου (τόσος είνε
+Της γης ο πόθος). Τα φυτά μη βλάφτεις με λεπίδι
+Πατσό και κλώνους αγριλιού στη μέση μη φυτεύεις,
+Τι οι ξέφρονες οι πιστικοί συχνά να πέσει αφίνουν
+Φωτιά, που πρώτα κλέφτικα στη λαδερή τη φλούδα
+Κρουμμένη, ανάφτει τους κορμούς και παίρνοντας τα φύλλα
+Βροντά απεικά στον ουρανό κι' απεκείθε ακλουθώντας
+Στους κλάδους και στες υψηλές κορφάδες βασιλεύει
+Νικήτρα, κι' όλο το δέντρο τυλίγει με τες φλόγες,
+Κι' από την πίσσινη καπνιά πυκνό, μελανιασμένο
+Γνέφι πελλεί στους ουρανούς, και μάλιστα αν φουρτούνα
+Πέσει στα δάσα από ψηλά, και συμμαζέψει ο αέρας
+Τες πυρκαϊές και φέρει τες· και σύντα γένει τούτο
+Από τη ρίζα δε φελούν και να συνέρθουν πάλι
+Τα κούρβουλα που εκόπηκαν δε δύνανται, και μήτε
+Όμοια και πάλι από τη γης να πρασινίσουν· μένει
+Ταγρίλι μόνο τάχαρο με τα πρικά τα φύλλα.
+
+Κανένας συμβουλάτορας ας μη σε καταπείσει,
+Όσο κι' αν είνε γνωστικός, τους κάμπους τους πημένους
+Χ' ανασκαλέψεις, σα φυσά Βορηάς, γιατί ο χειμώνας
+Τότες με πάγο κατακλεί τη γης και δεν αφίνει
+Τη ρίζα που μορφόνεται, σύντα θαφτεί το ρίγι,
+Μέσα στο χώμα να μπηχτεί. Την κοκκινοβαμμένη
+Την άνοιξη, σαν έρχεται το κάτασπρο λελέκι,
+Που το μισούν τα μακρουλά τα φείδια, τότες είνε
+Η πλιο καλήτερη εποχή για να φυτέψεις κλήμα,
+Ή και με του χινόπωρου τες πρώιμες κρυάδες,
+Όταν ο ήλιος ο γοργός δε γγίζει ακόμα τάστρα
+Της χειμωνιας με τάλογα, κ' έχουν περάσει οι κάψες.
+Η άνοιξη ξεχωριστά στες φυλλωσιές των δέντρων,
+Η άνοιξη είνε χρήσιμη στο λόγγο. Η γης φουσκόνει
+Την άνοιξη κι' αποζητά τους όρους που βλητρόνουν.
+Τότες ο παντοδύναμος Αιθέρας, ο πατέρας,
+Στον κόρφο της χαιράμενης συμβίας του κατεβαίνει
+Με τες βροχές τες καρπερές, και θρέφει κάθε βλάστα,
+Ο μέγας που ανταμόνεται με το κορμί το μέγα.
+Και τότες από τα πουλιά τα λάλα αχολογάνε
+Τα ξακρισμένα τα βεργά και τα κοπάδια τότες
+Την Αφροδίτη αποζητούν στες διορισμένες μέρες.
+Γεννοβολά το θρεφτικό χωράφι, και στες αύρες
+Τες χλιαρές του Ζέφυρου τον κόρφο η γης ανοίγει.
+Χυμός καινούριος περισσός είνε σε κάθε δέντρο.
+Στες νέες λιακάδες άφοβα μπιστεύονται τα φύτρα.
+Δεν τρέμει ταμπελόκλαρο μην ο νοτιάς φυσήσει,
+Ή τες βροχάδες που οδηγούν στον ουρανό βορηάδες
+Τρανοί, αλλά μάτια ξεπετά κι' ανοίγει όλα τα φύλλα.
+Λέγω πως δεν ανάφαναν στην πρώτη αρχή του κόσμου
+Που εγένοτουν, αλλοιώτικες ημέρες και δεν είχαν
+Άλλη σειρά. Ήταν άνοιξη· την άνοιξη η μεγάλη
+Σφαίρα εχαιρότουν, τες πνοές τες κρύες αντικρατούσαν
+Οι Εύροι, σαν ερούφηξαν το φως τα ζα τα πρώτα,
+Και των ανθρώπων πρόβαλε το χωματένιο γένος
+Από τη γης τη χέριση την κεφαλή, και τάστρα
+Στους ουρανούς ερρίχτηκαν και τα θεριά στους λόγγους.
+Δε θα μπορούσαν ταπαλά φυτάρια να βαστάξουν
+Τους κόπους τους τους τωρεινούς, α δεν έρχότουν τόσος
+Αναπαμός ανάμεσα στο κρύο και στην κάψα,
+Κ' η καλωσύνη τουρανού τη γης δεν περικλειούσε·
+Μένει και τούτοι ολόγυρα στα ρίγια που ζουλίζεις
+Στους κάμπους, σκόρπα κοπριές παχειές, όποια κι' αν είνε,
+Κ' έχε στο νου σου με πολλούς χωμούς να τα σκεπάσεις,
+Ή θάψε πέτρες πιοταριές, ή γριτσερά κοχύλια,
+Τι ανάμεσό τους τα νερά ξεφεύγουν, κ' ένα αέρι
+Μπαίνει ψιλό, και τα φυτά θυμόνουν, και βρεθήκαν
+Καμπόσοι που από πάνουθε τα πλάκωσαν με γούλους,
+Κι' άλλοι με βάρος κουρουπιού πολύ τρανού· κι' αυτό είνε
+Αρματωσιά για τες δαρτές βροχές· αυτό, σα σκάζει
+Τη γης, που η δίψα τη νικά, ο καυτερός ο Σκύλος.
+
+Κι' αφού οι κλαδιές ριγίστηκαν ακόμα σου απομένει,
+Τη γης ν' ανοίγεις το συχνό τρογύρου στα κεφάλια.
+Και ν' αναρρίχνεις τη σκληρή δικέλλα ή να δουλεύεις
+Βαθειά το χώμα μ' άλατρο, κι' ανάμεσα στα ίδια
+Τ' αμπέλια, τα καματερά, που αγαναχτούν, να στρίφεις·
+Να τες ταιριάσεις έπειτα στ' ανάλαφρα καλάμια
+Σε βέργινα γδαρτά ραβδιά, σε φράξινα παλούκια,
+Σ' αδρυά δικράνια, που σ' αυτών τες δύναμες θα μάθουν
+Τα κλήματα να στηριχτούν και ν' αψηφούν ανέμους
+Και ν' ανεβούν πατώματα στους τρίψηλους φτεληάδες.
+Κι' όταν το πρώτο το κλαρί με φυλλωσιά καινούρια
+Αξαίνει, πρέπει να φυλάς τες τρυφερές τες άκρες,
+Κι' όταν ο πρώτος ο βλαστός στες αύρες ανεβαίνει
+Και ρίχνεται στον ουρανό με τα λουριά ντωμένα,
+Δεν πρέπει με του κοπιδιού την κόψη να τες γγίξεις,
+Αλλά κρατώντας γυριστά τα χέρια σαν αγκύστρια.
+Καμπόσα φύλλα θένα σπας για να τα ξαναρηόνεις·
+Και σαν το κλήμα ηλικιωθεί και το φτεληά αγκαλιάσει
+Με το χοντρό το κούτσουρο, τα ξώκλαρά του τότες
+Κόβε και τότες σμίκραινε τες πλαγεινές τσαμπούνες,
+(Το έσκιαζε πριν το σίδερο) κυριάρχησέ το τώρα
+Σκληρά, και μάσε τες κλαδιές που γένονται μυζήτες.
+
+Και φράχτες πλέξε ολόγυρα, και βάστα κάθε ζώο
+Μακρυά, σα μάλιστα ο φλαστός είνε χολός ακόμα,
+Κ' είνε στα πάθια αμάθητος τι δεν τον περιπαίζουν
+Μόνο οι χειμώνες οι άδικοι κι' ο δυνατός ο ήλιος,
+Μα και λογγίσια αγριόβωιδα και γίδες κυνηγήτρες,
+Βόσκει τον και το πρόβατο κ' η αχόρταγη αγελάδα.
+Και τόσο δεν τον έβλαψαν ποτέ τους οι κρυάδες
+Με πάχνες ασπρουλιάρικες που πήγουν, μήτε οι κάψες
+Που αβάσταχτες στ' απόξερα χαράκια πέφτουν, όσο
+Κείνα τα ζα και του σκληρού δοντιού τους το φαρμάκι
+Και το σημάδι της πληγής στη δαγκαμένη δράνα.
+
+Τον τράγο σ' όλους τους βωμούς δε σφάζουν γι' άλλο κρίμα
+Στο Βάκχο, και τα παλαιά δραματικά παιγνίδια
+Δεν ανεβάζουν στη σκηνή. Το γένος του Θησέα.
+Σε σταυροδρόμια και χωριά, τον έδινε βραβείο,
+Κι' αδειάζοντας χαιράμενο κρασόκουπες πηδούσε
+Μες στα λιβάδια ταπαλά σ' ασκιά αλειμμένα λάδι.
+Αλλά κ' οι Αυσόνιοι γεωργοί, που από την Τροία βγήκαν,
+Παίζουν με στίχους άτεχνους και γέλοια δίχως μέτρο,
+Και προσωπίδια σκιαχτερά σε φλούδες σκαλισμένα
+Φορούν, και κράζουν, Βάκχε, εσέ με πρόσχαρα τραγούδια,
+Κ' είδωλα σειούμενα κρεμούν στον υψηλόν τον πεύκο.
+Γι' αυτό με πλήθιο κάρπισμα μεστόνει κάθε αμπέλι,
+Γιομίζουν οι γυρτές λακκιές και τα βαθειά φαράγγια,
+Κι' όθε ο θεός περίστρεψε το τίμιο το κεφάλι.
+Λοιπόν, θα λέμε, ως πρέπεται, με πατρικά τραγούδια
+Στο Διόνυσο τες δόξες του· και πήτες και πινάκια
+Θα φέρνουμε, και στο βωμόν ο τράγος ο αγιασμένος
+Θα στέκει, από το κέρατο φερμένος, και σε σούβλες
+Λεφτοκαρένιες τα παχειά θα ψένουμε τα σπλάχνα.
+
+Για το συγύριο του αμπελιού δουλειές υπάρχουν κι' άλλες,
+Που ολότελα δε σώνονται ποτέ: γιατί στο χρόνο
+Και τρεις και τέσσερις φορές θε ν' ανοιχτεί το χώμα,
+Και με τους σκούλους δικελιού θε να τριφτούν οι σβώλοι
+Πάντα, και θα αλαφραίνεται το κάθε περιβόλι
+Από το βάρος του κλαριού. Γυρίζοντας σε κύκλο
+Οι κόποι για τους δουλευτές ξανάρχονται, κι' ο χρόνος
+Πάνου στα χνάρια του κυλά γύρου στον εαυτό του.
+Και για καιρό αφού ερείπισε ταμπέλι το στερνό του
+Φύλλο κι' ο κρύος ο Βορηάς το στόλισμα του λόγγου
+Εμάδησε, τες φαντασιές ο ράθυμος χωριάτης
+Στο χρόνο τον ερχάμενον απλόνει και απηχάει
+Τα κλήματα τα ολόγυμνα με το γυρτό το δόντι
+Του Κρόνου και κλαδεύοντας και κόβοντας τα σιάζει.
+Πρώτος τη γης ανάσκαφτε, πρώτος τα ξακρισμένα
+Κοψίδια κάψε, φύλαγε τους πάλους σπίτι πρώτος.
+Ύστερος τρύγα. Δυο φορές στους αμπελώνες ίσκιοι
+Ντρυμόνονται, και δύο φορές με τα πυκνά ταγκάθια
+Το χόρτο ντύνει τες φυτειές· βαρειές δουλειές κι' οι δύο·
+Το μέγα χτήμα επαίνεσε, το λίγο καλλιέργα.
+Στους λόγγους κι' όλας τα τραχειά βεργιά του αγριομύρτη
+Και το καλάμι κόβεται στων ποταμών τους όχτους,
+Και για τες άγριες ιτιές δεν ησυχάζουν οι έγνοιες.
+Εδέθηκε το κλήμα πλια, για τα δεντράκια τώρα
+Το κλαδευτήρι είν' άχρηστο, και τραγουδά ο κλαδούχος,
+Αφού τους ύστερους δομούς συγύρισε, στην άκρη,
+Μα η γης δε θέλει αναπαμό, και σκόνες θα σηκόνεις
+Και τες βροχές θα σκιάζεσαι για το σταφύλι τ' ώρμο.
+
+Οι εληές αντίς καλλιεργημό κανέναν δε χαλεύουν,
+Αφού κολλήσουν μια φορά στο χώμα και στ' αέρι
+Μάθουν, δρεπάνι γυριστό και δυνατές αξίνες
+Δεν περιμένουν, μόνη η γης χυμό αρκετό τους δίνει,
+Σαν ανοιχτεί με τη ζαβή τη δίκοπη και πλήθιους
+Καρπούς, ανίσως με γυννί. Θα κουναρείς για τούτο
+Το λαδερό το εληόδεντρο, που αρέσει της Ειρήνης.
+
+Έτσι και τα καρπούσιμα τα δέντρα, σα γρικήσουν
+Δυναμωμένους τους κορμούς, και μπόρεσες δικές τους
+Λάβουν, γοργά με δύναμη δική τους προς ταστέρια
+Πετιώνται και το βόηθειο μας καθόλου δε γυρεύουν.
+Παρόμοια κι' όλας με καρπούς κάθε δρυμό βαραίνει.
+Και κοκκινίζουν χέρισες των όρνιων οι κουρνιάστρες
+Με τα αιματένια τα σπειριά· κουρεύονται τριφύλλια,
+Και τα ρουμάνια τα ψηλά μας προβοδούν τες δάδες,
+Που θρέφουν της νυχτός τες στιες και χύνουν φως τρογύρου.
+Και να διστάζουν οι άνθρωποι να σπέρνουν κ' έγνοιες νάχουν!
+Τι τα τρανώτερα να ειπώ; Τα ταπεινά τα σπάρτα,
+Κ' οι ετιές, σταρνιά το φύλλο τους, ισκιά στον κοπαδιάρη
+Χαρίζουν, φράχτες στα φυτά και βόσκισμα για μέλι·
+Κ' είνε χαρά τον Κύτωρο, που κυματοκοπάει
+Απ' τα πυξάρια, να θωρείς, και τα δρυμά που βγάζουν
+Την πίσσα τη Ναρυκιακή· χαρά να βλέπεις κάμπους,
+Που δε χρειάζονται τσαπιά και κανενού φροντίδες.
+Οι λόγγοι κι' όλας οι άκαρποι στο χτένι του Καυκάσου,
+Που οι Εύροι πάντα μανιακοί τους θραύουν και τους παίρνουν.
+Ή τονα ή τάλλο γέννημα μας δίνουν: δίνουν ξύλο
+Χρήσιμο· για πλεούμενα τους πεύκους· κυπαρίσσια
+Και κέδρους για τα σπίτια μας. Τορνεύουν για τες ρόδες
+Εκείθε αχτίδες οι γεωργοί, και γι' άμαξες τροχάλια,
+Και για καράβια απόζαβες καρήνες ετοιμάζουν.
+Γεννούν πλεχτόβεργες οι ετιές, και φυλλωσιά οι φτεληάδες.
+Από μερτσίνες γένονται λογής κοντάρια, κ' είνε
+Καλές για πόλεμο οι κρανιές, λεβδίζουν για δοξάρια
+Της Ιτουραίας οι σμιλακιές, και ταλαφρό φλαμούρι
+Και το πυξάρι, που λαμπρό το κάνει ο τόρνος, παίρνουν
+Μορφές, αφόντις σκαλιστούν μ' ακονισμένο ατσάλι.
+Οι σκλήθροι πλεν στ' ορμητικό το κύμα, αφού ερριχτήκαν
+Στον Πάδο, τα κουβέλια τους οι μέλισσει τα κρούβουν
+Σε σάπιους πρινοκούφαλους και κουφωμένες φλούδες.
+Τι έφεραν όμοια αξιόλογο τα Βακχικά τα δώρα;
+
+Ο Βάκχος κι' όλας έδωκε την αφορμή στο κρίμα,
+Με θάνατο τους κένταυρους, το Ροίτο και το Φόλο
+Και τον Υλαίο κατάβαλε, που τούτος τους Λαπίθες
+Φοβέρισε σηκόνοντας τη στάμνα τη μεγάλη.
+
+Ω τρισμακάριστοι οι γεωργοί σαν ξέρουν ταγαθά τους!
+Η ίδια η γης δικαιότατη τους χύνει από το χώμα
+Εύκολη ζήση, μακρυά από τα διχόγνωμα όπλα.
+Ψηλό παλάτι, με μπασιές περήφανες, την κάθε
+Αυγή, α για κείνους δεν ξερνά χαιρετιστάδων πλήθος
+Απ' όλες του τες κάμαρες, κι' ορθούς πλουμιδισμένους
+Με ωραίο μπαγά α δε λαχταρούν, και ντυμασιές κλεισμένες
+Στο μάλαμα, και χάλκωμα της Κόρινθος, κι' αν τάσπρο
+Μαλλί δε βάφουν πορφυρό στ' Ασσυριακό φαρμάκι,
+Κι' α με κανέλλα δε χαλούν του αγνού λαδιού τη χρήση,
+Μα δεν τους λείπει η ξέγνοιαστη γαλήνη, δεν τους λείπει
+Ζωή με πλούτη μπόλικα, που πλάνες δεν κατέχει·
+Μα δεν τους λείπει η ανάπαψη στους διάπλατους τους κάμπους,
+Σπηλιές, και λίμνες ζωντανές, τα παγερά τα Τέμπη.
+Και των βωδιών το μούγγρισμα, και στες ισκιές των δέντρων
+Ύπνοι γλυκοί. Εκεί βρίσκονται θεριών μονιές και λόγγοι
+Και νεολαία εργατική στο λίγο μαθημένη·
+Εκεί γιορτάζουν τους θεούς και σέβονται τους γέρους.
+Και φεύγοντας από τη γης τα τελευταία τα ζάλα
+Ανάμεσό τους έκαμεν η θεία Δικαιοσύνη.
+
+Εγώ το πρώτο επιθυμώ να με δεχτούν οι Μούσες,
+Που πριν απ' όλα είνε γλυκές και ιερουργός τους είμαι
+Από μεγάλον έρωτα για κείνες χτυπημένος,
+Και να μου μάθουν τουρανού τους δρόμους και ταστέρια,
+Του ήλιου τα σκοτίσματα, του φεγγαριού τα πάθη,
+Πώς γένονται οι σεισμοί στη γης, πώς τα βαθειά πελάγη
+Φουσκόνουν, τα προχώματα χαλώντας, και καθίζουν
+Πάλι στον τόπο τους, γιατί της χειμωνιάς οι ήλιοι
+Βιάζονται τόσο να σβυστούν στον Ωκεανό και τέλος
+Ποια χασομέρια αντικρατεί τες άργητές τες νύχτες.
+Αλλά α, για να μη δύναμαι να μπω σ' αυτά μέρη
+Της φύσης, το αίμα αντισταθεί στα φυλλοκάρόια κρύο,
+Βρύσες ποτίστρες λαγγαδιών θα χαίρομαι και κάμπους
+Και ποταμούς αδόξαστος θένα αγαπάω και λόγγους.
+Ω εσείς λιβάδια πού είσαστε, και Σπερχειέ, και πού είσαι
+Ταΰγετε όπου οι Λάκαινες παρθένες οργιάζουν!
+Ω ποιος στου Αίμου τες λακκιές τες κρύες θα με ποθώσει,
+Και με ίσκιους κλώνων απεικούς ποιος θένα με σκεπάσει;
+Χαρά στον όπου μπόρεσε να μάθει τες αιτίες
+Απ' όλα, και που επέταξε στα πόδια του τον κάθε
+Φόβο την ασυγκίνητη τη μοίρα και τον κρότο
+Του Αχέροντα. Καλότυχος κ' εκείνος που γνωρίζει
+Τους ξεχωρίτες τους θεούς, τες αδερφάδες Νύμφες,
+Τον Πάνα και το γέροντα Σιλβάνο· δε λυγίζουν
+Εκείνον οι βασιλικές πορφύρες, μήτε οι βέργες
+Της εξουσίας του λαού, μήτε η διχογνωμία
+Που ανακατόνει τ' άπιστα ταδέρφια, μήτε ο Δάκας
+Σαν οχ τον Ίστρο κατεβεί το συνωμότη, μήτε
+Της Ρώμης τα πολιτικά και τα πεσμένα κράτη.
+Για πένητα δεν πόνεσε σπλαχνιούμενος εκείνος.
+Μήτε τον πλούσιο εφτόνεσε, μα τους καρπούς που οι κλώνοι
+Κ' οι κάμποι δίνουν μόνοι τους, καλόβουλοι, τρυγάει,
+Και δε γνωρίζει του λαού τες χαρτοθήκες, μήτε
+Την αγορά την άτσαλη και τα σκληρά κριτήρια.
+Άλλοι το κύμα το τυφλό με τα κουπιά ταράζουν,
+Ρίχνονται στ' άρματα, σ' αυλές ντρυμόνουν και κατώφλια
+Βασιλικά· μ' αφανισμό τη χώρα φοβερίζει
+Και τους σπιτίσιους τους θεούς τους δύστυχους εκείνος,
+Για νάχει στρώμα Τυριακή πορφύρα και να πίνει
+Από πετράδι· και στη γης τα πλούτη του άλλος κρούβει.
+Και σαν κλωσσώντας κάθεται το χρήμα το θαμμένο,
+Τούτος θαμπόνεται μπροστά στο βήμα ξυπασμένος.
+Κι' άλλος χειροκροτήματα στο θέατρο γρικώντας —
+Και πατρικίων και λαού — συνεπαρμένος χάσκει·
+Κι' άλλοι ζητούν χαρούμενοι, κάτουθε απ' άλλον ήλιο,
+Πατρίδα με αίμα αδερφικό βαμμένοι και ξαλλάζουν
+Μ' εξορισμό την κατοικιά και το γλυκό το σπίτι.
+Τη γης δουλεύει ο γεωργός με το γυρτό ταλέτρι,
+Απόκει το συνέμπασμα του χρόνου, κυβερνάει
+Απόκει την πατρίδα του και τους μικρούς θεούς του,
+Και τες κοπές του και, καθώς τους πρέπει, τα δαμάλια.
+Και δεν υπάρχει αναπαμός ή με καρπούς ο χρόνος
+Γιομίζει, ή με των κοπαδιών τη γέννα ή με φουφούλες
+Αστάκια Δημητριακά, και με το δόσιμό τους
+Φορτώνει τ' αυλακώματα και ξεχειλά τ' αμπάρια·
+Αλέθονται στα λητρουβειά, σαν έρχεται ο χειμώνας
+Της Σικυώνας τα σπειριά, κι' από το βαλανίδι
+Χαρούμενα τα μοχτερά ξανάρχονται στο σπίτι,
+Και δίνουν τότε οι κουμαριές τα κούμαρα στους λόγγους.
+Προσφέρνει το χινόπωρο λογιών καρπούς και βράζει
+Ήμερος τρύγος στα ψηλά, σε βράχους ηλιασμένους:
+Κι' ως τόσο τέκνα ολόγυρα στο στόμα του πατέρα
+Γλυκά κρεμιώνται, την τιμή φυλάει το αγνό το σπίτι,
+Των αγελάδων τα βυζιά γαλατερά προβάλλουν.
+Και τα θρεμμένα τα τραγιά στο πρόσχαρο γρασίδι
+Μ' αντικρυσμένα κέρατα παλεύουν σύνατά τους.
+Αυτός γιορτάζει τες γιορτές και πλαγιαστός στο χόρτο.
+Όπου τη στάμνα οι σύντροφοι στολίζουν με στεφάνια
+Γύρου στη στια καθούμενοι, σε κράζει και σου χύνει
+Κρασί, Ληναίε, και στους βοσκούς αγώνισμα προβάλλει
+Να σημαδέψουν το φτεληά με το γοργό κοντάρι.
+Και για το ξεχωρίτικο το πάλεμα γυμνόνουν
+Τούτοι τ' απόσκληρα κορμιά. Τέτοια ζωή οι Σαβίνοι
+Αγάπησαν οι παλαιοί στους περασμένους χρόνους·
+Τέτοιαν ο Ρήμος κι' ο αδερφός, κ' η δυνατή Ετρουρία
+Σ' αυτόν τον τρόπο ετράνωσε· κι' αλήθεια απ' ό,τι υπάρχει
+Εγίνηκε το πλιο ώμορφο σ' αυτόν τον τρόπο η Ρώμη.
+Και με τειχιά περίκλεισε τα εφτά τα κάστρα αντάμα.
+Και πρίχου πάρει ο βασιληας ο Κρητικός το σκήπτρο,
+Και τα σφαχτά καματερά γευτεί το ανόσιο γένος,
+Στη γης ο Κρόνος ο χρυσός τέτοια ζωή περνούσε,
+Κι' ακόμα σάλπιγγες κανείς δεν άκουε να σημαίνουν,
+Και σπάθες να τριζοκοπούν στα σιδερένια αμόνια.
+
+Μα άπειρο σιάδι αφήκαμε στο δρόμο μας οπίσω·
+Καιρός του ατιού να λύσουμε τον τράχηλο που αχνίζει.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ.
+
+
+
+Μεγάλη Πάλης ως κ' εσέ, και σε βοσκέ του Αμφρύσου,
+Περίφημε, και σας δρυμά του Λύκαιου και ποτάμια,
+Σας ψάλλω. Τάλλα που το νου τον εύκαιρο σκλαβόνουν
+Με το τραγούδι, είνε κοινά. Ποιος το σκληρό Ευρυσθέα,
+Ή τους βωμούς του ανέπαινου του Βούσιρι δεν ξέρει;
+Τον Ύλα ποιος δε μελετά, και τη Λητώα Δήλο,
+Ή και την Ιπποδάμεια και το δεινό αλογάρη
+Τον Πέλοπα, τον προφαντόν από το φιλντισένιο
+Το νώμο; Πρέπει να ριχτώ σε δρόμο, όπου κι' ο ίδιος
+Θένα μπορέσω από τη γης να σηκωθώ παράνου
+Και νικητής να πέτομαι στο στόμα των ανθρώπων.
+Εγώ πρώτος στον τόπο μου μαζή μου θα οδηγήσω,
+Όταν από το ψήλωμα της Αονίας ξανάρθω,
+Ανίσως ζήσω μοναχά, τες Μούσες, κ' εγώ πρώτος
+Θε να σου φέρω τες βαγιές της Ιδουμαίας, Μαντύη,
+Κ' ένα ναό στον πράσινο τον κάμπο μαρμαρένιον
+Θα στήσω δίπλα στο νερό, κει που πλανιέται ο Μίγκιος,
+Μέγας, με γύρες σιγαλές, με το χολό καλάμι
+Τους όχτους του πλουμίζοντας. Στη μέση θα μου στέκει
+Ο Καίσαρας και το ναό θα πιάνει· και για κείνον,
+Σα νικητής, περίλαμπρος στην Τυριακή πορφύρα,
+Άμαξες τεσσεράλογες εγώ εκατό θα βάλω
+Να τρέξουν στ' ακροπόταμα· κι' ολάκερη η Ελλάδα
+Αφίνοντας τον Αλφειό για εμέ και του Μολόρχου
+Τα περιβόλια, με άργαστο πετσί και στην τρεχάλα
+Θα αγωνιστεί. Κ' εγώ με εληάς ζαΐδα μουτεμένην
+Στεφανωμένος, χάρισμα θυσιαστικό θα φέρω·
+Τώρα πομπές επίσημες, ω τι χαρά! στρατεύω
+Προς τα αγιαστήρια και θωρώ σφαμένα τα δαμάλια.
+Βλέπω να αλλάζεται η σκηνή γυρνώντας, κ' οι υφαμένοι
+Οι Βρεταννοί την πορφυρήν αυλαία να σηκόνουν.
+Με μάλαμα και φίλντισι σκληρό των Γαγγαρίδων
+Τον πόλεμο και τάρματα του νικητή Κυρίνου
+Θένα εικονίσω στες μπασιές. Εκεί το Νείλο κι' όλας,
+Που κύματα από τες μαλιές και που μεγάλος ρέει,
+Και τες κολώννες πώβγαλε το χάλκωμα των πλοίων.
+Τες χώρες, που υποτάχτηκαν, θα σμίξω της Ασίας
+Και το Νιφάτη που έπεσε, τον Πάρθο που στο φύγι
+Μπιστεύεται κι' ανάστροφα τες σαγιττιές του ρίχνει,
+Τα δυο τα τρόπαια που από οχτρούς ξεχωριστούς παρθήκαν
+Και σε θριάμβους δυο βολές των δυο γιαλών τον κόσμο.
+Κι' ορθά θα στέκουν στο ναό τα Παριακά ληθάρια,
+Αγάλματα που την πνοή θε νάχουν: του Ασσαράκου
+Το γεννοβόλι κ' η σειρά που βγήκε από το Δία,
+Κι' ο πρώτος Τρώας κι' ο Κυνθιακός θεμελιωτής της Τροίας.
+Άχαρος θένα σκιάζεται τες Εριννύες ο φτόνος
+Και το νερό του Κοκυτού ταψύ, και τα στριμμένα
+Σερνάμενα του Ιξίονα και την τεράστια ρόδα
+Και τον ακατανίκητο το βράχο. Ως τόσο τώρα
+Ας ακλουθήσω τ' άχραντα ρουμάνια των Δρυάδων
+Και τα φαράγγια, τες βαρειές, Μαικήνα, προσταγές σου.
+Δίχως εσέ δεν αρχινά τρανό κανένα ο νους μου·
+Έλα λοιπόν την άνεργη τη χασομέρια πάψε·
+Μ' ένα μεγάλο χουγιατό με κράζει ο Κιθαιρώνας,
+Κ' οι σκύλοι του Ταΰγετου κ' η Επίδαυρο, που στρώννει
+Τ' άτια· κι' απ' τον αντίλαλο των λόγγων διπλωμένο
+Αντιβογγάει το φωνατό. Μα γλίγωρα θε νάμαι
+Αρματωμένος για να ειπώ τες φλογερές αμάχες
+Του Καίσαρα· κι' όσες χρονιές τον Καίσαρα χωρίζουν
+Από την πρώτη την αρχή του Τιθωνού άλλες τόσες
+Στην οικουμένη η δόξα του θ' απλώνει τόνομά του.
+
+Όποιος βαγιάς Ολυμπιακής θιαμάζει τα βραβεία
+Και ταληγάρια κουναρεί, κι' όποιος για το ζευγάρι
+τα δυνατά καματερά, το πρώτο των μαννάδων
+Θένα διαλέξει τα κορμιά. Της πλιο καλής δαμάλας
+Είνε το βλέμμα ανάποδο, και κακοειδή η κεφάλα
+Και πλήθιο είνε το σνίχι της και κρέμεται η μαντύλα
+Απ' το πηγούνι στα μεριά· κι' απέκει δίχως μέτρο
+Είν' απλωμένη η πλαγαριά· κ' είνε όλα της μεγάλα
+Ως κ' η ποδάρα· και ταυτιά κάτου από τα στριμμένα
+Τα κέρατα είνε τριχωτά. Δε με κακοφανίζει
+Αν είνε με μπαλώματα και μ' άσπρο σημειωμένη,
+Ή αν το ζυγό δε δέχεται, κι' αν κάποτε ξαμόνει
+Με τάρματο, κι' α δαμαλιού προσμοίαζει στο μεισήδι,
+Ή εκείνη πούνε ολάκερη ψηλή, που περπατώντας
+Τες πατουμιές της φρουκαλεί με της οράς την άκρη.
+Κ' έπειτα από τους τέσσερους και πριν τους δέκα χρόνους
+Εινε για την Ειλήθυια και για τους Υμεναίους
+Σωστή ηλικία· τα επίλοιπα τα χρόνια δεν αχρίζουν
+Για γέννες κι ούτε δύναμη για τ' άλατρο δεν έχουν.
+Ως τόσο σύντα τες κοπές η νειότη πλημμυράει
+Πασίχαρη, ξαπόλυσε τ' αρσενικά κι' απ' όλους
+Πρώτος εσύ παράδωκε τα ζα της Αφροδίτης,
+Κι' από το γεννοβόλι τους ξανάνειονε το σόι.
+Φεύγουν μπροστά για τ' άτυχα τα θανατογραμμένα
+Όλες οι πλιο καλήτερες ημέρες της ζωής τους·
+Έρχονται αρρώστειες κι' άχαρα γεράματα, κ' οι κόποι
+Και η απονιά του αλύγιστου θανάτου τα ξεκάνουν.
+Κάποια, που τα κουφάρια τους θε νάθελες ν' αλλάξεις,
+Υπάρχουν πάντα· πάντοτε για τούτο πόλλαινέ τα,
+Και για να μην αποζητάς τα ψόφια, θα προλάβεις
+Και θα διαλές για τες κοπές μοσκάρια κάθε χρόνο.
+
+Κ' έχει παρόμοιο διάλεγμα κ' η φάρα των αλόγων.
+Εκείνα που αποφάσισες εσύ ν' αναλικώσεις
+Ελπίζοντας να γενειαστείς το σόι, θα τα φροντίζεις
+Από τα χρόνια τα μικρά περίσσια. Το πουλάρι
+Του ευγενικού του ζωντανού περήφανα στους κάμπους
+Βαδίζει εύτύς και τ' απαλά μεριά του τανεμίζει.
+Να τρέχει πρώτο αποκοτά στο δρόμο και να μπαίνει
+Σ' αγροικωμένους ποταμούς και σ' άγνωρο γιοφύρι
+Μπιστεύεται και περιττούς δε σκιάζεται σαλάγους.
+Κ' έχει τον τράχηλον ορθό, και νόστιμο κεφάλι,
+Μικρή κοιλιά και παχουλά καπούλια, και το στήθι
+Το ψυχερό από μούσκουλα τριοντίζει. (Προτιμιώνται
+Τα καστανά και τα ψαριά, το μούρτζινο και τάσπρα
+Εινε τα πλιο χειρότερα στο χρώμα.) Κι' α σημάνουν
+Κάπως μακρόθε τάρματα να στέκεται δεν ξέρει
+Στον τόπο του· και τράζονται τα μέλη του και σειούνται
+Ταυτιά του, και φρουμάζοντας τη συναγμένη φλόγα
+Κυλά από τα ρουθούνια του· κ' έχει πυκνή τη χήτη
+Που πέφτει απάνου στο δεξιό τον ώμο του ριγμένη,
+Κι' από τα απάκια του περνά διχαλωτή η καρήνα,
+Και σκάφτει με το πόδι του τη γης και του νυχιού του
+Βαρειά το στέριο κέρατο σημαίνει. Τέτοιος ήταν
+Ο Κύλλαρος που τα λουριά τον στρώσαν του Αμυκλαίου
+Του Πολυδεύκη και τα δυο τα ταληγάρια του Άρη,
+Που οι ποιητές οι Έλληνες συχνά τα μνημονεύουν,
+Και τα αμαξάδικα φαριά του ξακουστού Αχιλλέα.
+Τέτοιος κι' ο Κρόνος ο γοργός περίχυσε τη χήτη
+Στον τράχηλο, και φεύγοντας, σα φάνηκε η συμβία,
+Εγιόμισε χρημητισμούς ψιλούς το μέγα Πήλιο.
+
+Αλλά ως κ' εκείνο αφού βαρύ το καταντήσει η αρρώστεια,
+Ή και τα χρόνια πλιο νωθρό, κρούβε το για το σπίτι,
+Κι' ανασκοπή για τ' άσκημα γεράματα μην έχεις.
+Εινε στο ταίριασμα ψυχρό το γερασμένο τ' άτι,
+Και κόπους ανεπρόκοπους αδίκως υποφέρνει,
+Κι' ανίσως κάποτε βρεθεί σε πόλεμο, του κάκου
+Μανίζει σα στα φλίκουρα καμιά φορά η μεγάλη
+Στια, που δεν έχει δύναμες. Για τούτο θα σημειόνεις
+Με προσοχή του ζωντανού το θάρρος και τα χρόνια,
+Κ' απέκει τάλλα διώματα και των γονιών το γένος,
+Και ποιος εστάθη ο πόνος του τα βγήκε νικημένο.
+Και πόσες δόξες έλαβε σε νίκες. Μη δε βλέπεις
+Πως, σαν ταμάξια ρίχνονται για αγώνα γλιγωράδας
+Στον κάμπο και μ' ορμή χυμούν από το κλείσμα, οι νέοι
+Σαστίζουν από απαντοχές, κ' η σκιάξη την καρδιά τους.
+Που αναπηδά σπαράζοντας, λιγόνει; Το φραγγέλι
+Ανεμισμένο αυτοί κρατούν, και τα φαριά τους βιάζουν,
+Και σκύφτοντας απολυτά τα χαληνάρια αφίνουν
+Κι' από τη δυνάμη πετά το πυρωμένο αξόνι.
+Πότε τους βλέπεις χαμηλά, και πότε ανεβασμένοι
+Στον άδειο αέρα πιλαλούν ψηλά και προς τες αύρες
+Σηκόνονται, κι' ανάπαψη μηδέ ησυχία δεν έχουν·
+Μα από τον άμμο τον ξανθό σύγνεφο αναπελλιέται,
+Και τ' άλογα που ακολουθούν μ' αφριά κι' αχνούς τους βρέχουν.
+Τόσο αγαπούν τον έπαινο, τόσο ποθούν τη νίκη.
+Ετόλμησε ο Εριχθόνιος στην άμαξα να ζέψει
+Πρώτος τα τέσσερα άλογα, κι' ορθός να σταματήσει
+Πάνου σε ρόδες νικητής γοργός. Στο Πελεθρώνιο
+Τους γύρους και τους χαλινούς ευρήκαν οι Λαπίθες,
+Που αυτοί καβάλλα ανέβηκαν, κ' έδειξαν του αλογάρη
+Ν' αναπηδά με τ' άρματα στον κάμπο πιλαλώντας
+Και μ' ανοιχτά πατήματα περήφανα να τρέχει.
+Όμοιοι είνε κόποι και τα δυο· κι' ο μερωτής χαλεύει
+Πάντα του τ' άλογο το νιό, πώχει φωτιά στα σπλάχνα
+Και πούνε αψύ στο τρέξιμο· κι' ας έχει κυνηγήσει
+Συχνά σ' αμάχες τους οχτρούς, που εφεύγαν, κι' ας καυκιέται
+Πως έχει για πατρίδα του τες δυνατές Μυκήνες,
+Ή ακόμα και την Ήπειρο, και την καταγωγή του
+Στου Ποσειδώνα την αρχή την ίδια ας ανεβάζει.
+
+Αφού σε τούτα επρόσεξες, ευτύς σαν έρθει η ώρα
+Πάσα φροντίδα ξόδιασε για να γιομίσει ξύγγι
+Πηχτό το ζω που βατευτή το λες και πρωτοστάτη
+Το διάλεξες· και κόβε του το χόρτο τ' ανθισμένο,
+Και χόρταινε το αιγίλοπα και φέρνε το στο ρέμα
+Για να βαστάξει στη γλυκειά δουλειά και να μη δείξουν
+Τ αδύναμα γεννήματα τες νήστειες του πατέρα.
+Μα τες κοπές επίτηδες ας τες λιγνέψει η φτώση,
+Κι' άμα ζευγάρωμα η γνωστή γλυκάδα αποζητήσει.
+Κράτει τους τότες το κλαρί κι' αρνήσου τους τες βρύσες.
+Και μερικοί πολλές φορές στον ήλιο τες μουδιαίνουν
+Και τες κουράζουν με τρεξιές, σύντα βαρειά στενάζει
+Ταλώνι από το δάρτισμα και τ' άχαλα τα κούφια
+Με του Ζεφύρου τες πνοές πετιώνται στον αέρα.
+Κι' αυτό το κάνουν για να μη μικρύνει το χωράφι
+Της γέννας τα δοσίματα με το πολύ το πάχυ,
+Και χουμουλώσουν τ' άνεργα ταυλάκια, μα ρουφώντας
+Σα διψασμένο τες σπορές, εντός του να τες κρούβει.
+
+Και τότες πάλι οι αφαντασιές για τους πατέρες παύουν.
+Και για τες μάννες ακλουθούν. Αφού σωθούν οι μήνες.
+Και βαρεμένες περπατούν, κανείς δεν τες αφίνει
+Τες φορτωμένες άμαξες με τους ζυγούς να σέρνουν.
+Και μήτε με πηδήματα τους δρόμους να διαβαίνουν,
+Μήτε στους κάμπους με γοργά τρεξίματα να φεύγουν,
+Και να περνούν τα ορμητικά ποτάμια κολυμπώντας.
+Αλλά θα βόσκουν σ' ανοιχτά φαράγγια και στο πλάγι
+Ξεχειλισμένου ποταμού που οι οχτιές του πρασινίζουν
+Από γρασίδι κι' όμηρο, κ' εκεί θένα τες σκέπουν
+Τα σπήλαια και θ' απλόνονται τα ισκιώματα του βράχου.
+Υπάρχουν γύρου στ' Άλβουρνο, που οι πρίνοι το χλωραίνουν,
+Κι' ολόγυρα στου Σίλαρου τα περιβόλια πλήθος
+Πετούμενα που τάκραξαν ασίλους οι Ρωμαίοι,
+Και οι Έλληνες στη γλώσσα τους οιστριούς τα μεταφράσαν.
+Κακά, με λάλημα άτσαλο, και που οι κοπές τα φεύγουν
+Όλες και μέσα στο λογγό σκορπιώνται τρομαγμένες.
+Βροντοκοπά από μουγγρισμούς ο αιθέρας ταραγμένος,
+Κ' οι λόγγοι κ' οι ακροποταμιές τ' απόξερου Τανάγρου.
+Με αυτό το τέρας κάποτες η Ήρα την οργή της
+Τη φοβερή ξεθύμανε τη χάση μελετώντας
+Της αγελάδας του Ίναχου· και συ από αυτό το ίδιο,
+Γιατί αγροικότερο πετά στην άναψη της κάψας.
+Τα βαρεμένα ζωντανά πρέπει να προφυλάξεις,
+Και θένα βόσκεις τες κοπές συνέχου με το βγάλμα
+Του ήλιου, ή με τάστρα που οδηγούν στον ουρανό τη νύχτα.
+
+Αφού γεννήσουν, στρέφεται κάθε έγνοια στα μοσκάρια:
+Και θα βουλώσεις παρευτύς με σίδερο αναμμένο,
+Τυπόνοντας γνωρίσματα και τόνομα της φάρας.
+Εκείνα που επροτίμησες ν' αναλικώσεις για έχας,
+Όσα φυλάς για τους βωμούς αφιερωμένα, κι' όσα
+Τη γης θα σκίσουν κάποτε και θένα διβολήσουν
+Τους κάμπους που θα σπαρταρούν απ' τους τραμένους σβώ-
+ [λους,
+Κι' ας βόσκουν τ' αποδέλοιπα στο πράσινο χορτάρι.
+Μα όσα γυμνάζεις για δουλειά και για καμπίσιες τέχνες.
+Ενώ είνε ακόμα μικροστά δαμάλια, θάρρευέ τα,
+Κι'αρχίνησε του ημερωμού το δρόμο, όσο οι ψυχές τους
+Οι νέες μαλάζονται εύκολα στην τρυφερή ηλικία.
+Και πρώτα δένε ολόγυρα στο σνίχι τους κουλούρες
+Ντωτές από λιανήν αγνιά, κι' αφού ο λαιμός τους μάθει
+Ελεύτερα στο σκλάβωμα, ζευγάρι τα μοσκάρια
+Σ' αληθινά ζυγόξυλα ζεμένα αντάμωσέ τα,
+Και ταιριασμένα ανάγκασ' τα να προβατούν με ρήμα.
+Κι' ας συχνοφέρνουν έπειτα στους κάμπους άδεια αμάξια,
+Κι' ας σημαδεύουν με συρσιές τη σκόνη απάνου απάνου ·
+Κι' απέκειθε λεβδίζοντας το τζιρουνένιο αξόνι
+Ας στρίξει από το δυνατό το βάρος κι' ας τραβήξει
+Τες ρόδες τες ζευγαρωτές ο παφυλένιος σύρτης.
+Κι' ως τόσο για τ' αγύμναγα κοπέλλια θένα κόφτεις
+Όχι γρασίδι μοναχά και λήμερη του βάλτου
+Και της ιτιάς το παγανό κλαρί, μα και σιτάρι
+Σπαρμένο, με το χέρι σου· και δε θένα γιομίζουν
+Για σένα, κατά το παληό το σύστημα, δαμάλες
+Βυζανταριές τα κάτασπρα βεδούρια, αλλά θα στίφουν
+Τελειωτικά ταγαπητά παιδιά τους τα μαστάρια.
+
+Αλλά α ζηλεύεις πόλεμους κι' αντρειωμένες σκάθρες
+Καβαλλαρέων ή σιμά στης Πίσας το ποτάμι
+Τον Αλφειό, με τους τροχούς να τρέχεις και τ' αμάξι
+Το πεταχτό να κυβερνάς στου Δία το ρουμάνι,
+Η πρώτη απ' όλες τες δουλειές για τάλογο θε νάνε
+Των πολεμάρχων το θυμό και τάρματα να βλέπει,
+Και να βαστά στες σάλπιγγες, και ν' αψηφά τη ρόδα
+Που στρίζει από το τράβηγμα και ν' αγρικά στο σταύλο
+Τα σαλιβάρια που λαλούν, ν' αναγαλλιάζει απέκει
+Στου αφέντη όλο περσότερο τους αρεστούς επαίνους
+Και στο λαιμό του ν' αγαπά του κανακιού τους χτύπους.
+Και τούτα αμέσως ας χαρεί σαν από το βυζί της
+Η μάννα το πρωτόδιωξε κι' ανάμεσα στα χάδια
+Ας χώνει το μουσούδι του στο μαλακό καπίστρι,
+Όταν ακόμα αδύναμο τρεκλίζει κ' είνε ακόμα
+Ανήξερο της νειότης του. Μα σα σωθεί το τρίτο
+καλοκαίρι και πατεί στο τέταρτο, ας αρχίσει
+Γύρους να κάνει παρευτύς και να ποδοβολάει
+μετρημένα βήματα και ξαλλαχτά τα πόδια
+Ας καμαρόνει στους αρμούς κι' ας μοιάζει μουδιασμένου,
+Και σε τρεχάλες ας καλεί τες αύρες και πετώντας,
+Σα να μην είχε χαλινό, στους ανοιχτούς τους κάμπους
+Στην όψη του άμμου μεταβιάς τα ζάλα του ας τυπόνει,
+Σαν το Βορηά, όταν άπαυτος απ' τα υπερβόρεια μέρη
+Πέφτει και σύγνεφα άβροχα και Σκυθικές κρυάδες
+Σκορπά· και τότες τα ψηλά γεννήματα κ' οι κάμποι,
+Που κυματάν, με τες γλυκές πνοές αναγριτσιάζουν,
+Και στων βουνών τες κορυφές αχολογούν οι λόγγοι,
+Και κύματα κατάμακρα πλακόνουν στ' ακρογιάλια·
+Μα αυτός πετά και στο φευγιό σαρόνει κάμπους κι' άρμη.
+Και ή στα νυσσάνια απέκειθε και στ' ανοιχτά τα σιάδια
+Του Ολυμπιακού του λιβαδιού θα ιδρώσει εκείνο τάτι
+Και θάχει αφρούς αιματερούς στο στόμα, ή κι' ο λαιμός του
+Κάλλιο θα σέρνει ο λυγερός το Βελγικό τ' αμάξι.
+Κ' έπειτα μόνον άφησε των μερωμένων ζώων
+Με θρεφτικόν παλύσπορο ν' αξήσει το μεγάλο
+Κορμί, τι πρίχου μερωθούν ανάβει ο αψύς θυμός τους
+Και σαν πιαστούν δε δέχονται το λυγερό φραγγέλι
+Και στο σκληρό δεν πείθονται δοντάτο σαλιβάρι.
+
+Μα έγνοια καμμία τη δύναμη των ζώων δε στερεόνει
+Τόσο, όσο το να τα φυλάς από την Αφροδίτη
+Κι' από τα κέντρα της τυφλής αγάπης, είτε θέλεις
+Τα βώδια να πιχειριστείς ή τάλογα, α σου αρέσει.
+Για τούτο κι' όλας μακρυά ξορίζουν τα βαρβάτα
+Σε βόσκηστρα μοναχικά και πίσω από το αντίκρυ
+Βουνό και πέρα απ' τα πλατειά ποτάμια ή και κλεισμένα
+Στο σπίτι τα κρατούν σιμά στο ξέχειλο παχνί τους·
+Τι αληθινά σιγά σιγά ταρσενικό φλογίζει
+Η θηλυκιά με τες ματιές, και δύναμες του παίρνει,
+Και δεν το αφίνει να σκεφτεί το λόγγο και το χόρτο,
+Με τα γλυκά της μάλιστα μαυλίσματα, και βιάζει
+Συχνά τους υπερήφανους ρωτάριδες αντάμα
+Με τάρματα να τσακωθούν. Η ωραία δαμάλα βόσκει
+Στη Σίλα την απέραντη. Ξαλλάζοντας, στον τράκο
+Πιάνονται αυτοί με δύναμη πολλή κ' είνε οι πληγές τους
+Πυκνές· το αίμα μελανό μοσκεύει το κορμί τους,
+Και γυρισμένα ανάποδα τα κέρατα στιβάζουν,
+Με μουγγρισμούς τρανώτατους, τους αντιστηλωμένους,
+Και τα ρουμάνια αντιβογγούν, κι' ο διάπλατος αιθέρας.
+Κ' οι αντίπαλοι δε συνειθούν να μπαίνουν σ' ένα σταύλο,
+Μα εκείνος που νικήθηκε μισεύει και σε μέρη
+Άγνωρα ξεμπουρίζεται, μακρυά, κι' όλο στενάζει
+Για τη ντροπή και τες πληγές, που από το νικητή του
+Τον υπερήφανο έλαβε, για τες αγάπες κι' όλας
+Πώχασεν ανεγδίκητος· κι' από το πατρικό του
+Βασίλειο φεύγει τα μαντριά θωρώντας. Μα για τούτο
+Μ' όλη την επιμέλεια του τες δύναμες γυμνάζει
+Και μες τες πέτρες τες σκληρές και σ' άστρωτο κρεββάτι
+Καρτερικός ξαπλόνεται και γεύεται μονάχα
+Αγκαθερά χλωρόκλαρα και μυτερές βουρλίδες,
+Κι' ατός του δοκιμάζεται και στον κορμό ενού δέντρου
+Ακκουμπημένος συνειθά στα κέρατα να ρίχνει
+Την όργητα, κι' αντροκαλεί κουτρώντας τους ανέμους,
+Και προοιμιάζει πάλεμα τα χώματα σκορπώντας.
+Κι' απέκει, αφού εδυνάμωσε κι' ανάλαβε το θάρρος,
+Σηκόνει τες σημαίες του κι' ορμητικός πετιέται
+Πάνου στον ξέγνοιαστον οχτρό, σαν κύμα που στη μέση
+Της θάλασσας ασπρολογά κι' από βαθειά μακρόθε
+Φουσκόνει και, κυλιουμένο προς την ξηρά, σβουρίζει
+Μέσα στους βράχους τρομερά και σα βουνό μεγάλο
+Χύνεται και τα τρίσβαθα νερά από τες κορφές του
+Ξεβράζει κι' άμμους μελανούς αναπελλεί ταψήλου.
+Έτσι και κάθε σόι στη γης, τ' ανθρώπινο και τ' άγριο.
+Το γένος το θαλασσινό, τα ωρηόπλουμα πουλάκια
+Και τα ήμερα σε μάνητες και σε καΰλες πέφτουν.
+Είνε ένας για όλους ο Έρωτας. Σ' άλλον καιρό ποτέ της,
+Ξεχνώντας τα κουλούκια της στους κάμπους, δεν πλανιέται
+Σκληρότερη η λιοντάρισσα, κ' οι κακοειδές αρκούδες
+Δημόσια τόσα φονικά ποτέ τους δεν εκάμαν.
+Ποτέ και τόσους σκοτωμούς στους λόγγους. Κ' είνε τότες
+ο κάπρος ο άγριος τρομερός και κάκιστος ο τίγρης.
+Τότες αλοίμονο σ' αυτόν που κακοπαραδέρνει
+Στη Λιβυκή την έρημο. Δε βλέπεις πώς αδράζει
+Όλο ταλόγου το κορμί τρεμούλα, σαν του φέρει
+Τους γνωρισμένους τους αχνούς η μυρωδιά μονάχα;
+Και τότες δεν το αντικρατούν ανθρώπων χαλινάρια
+Μήτε φραγγέλια φοβερά και σπηλιωτά χαράκια
+Και βράχοι, μήτε ποταμοί που κόβουν του το δρόμο,
+Ως κι' αν κυλά το κύμα τους βουνά ξερριζωμένα.
+Μανίζει κι' ο Σαβινικός ο κάπρος κι' ακονίζει
+Τα δόντια και το πόδι του τη γης ανασκαλεύει,
+Και τρίβει τα παγίδια του στο δέντρο και τραχαίνει,
+Για τες πληγές, κι' απόδωθε κι' απόκειθε τες πλάτες.
+Γιατί μανίζει ο νιός οπού τρανή φωτιά του χύνει
+Στα κόκκαλα ο Έρωτας σκληρός; ναι, κολυμπάει τη νύχτα
+Αργά, σ' άφεγγα κύματα που ορμητικές φουρτούνες
+Δέρνουν τα· κι' αποπάνου του βροντά η τεράστια πόρτα
+Των ουρανών, κι' αντιβογγούν οι θάλασσες στες ξέρες
+Βαρώντας. Και δε δύνονται να τον καλέσουν πίσω
+Μήτε οι γονηοί του οι δύστυχοι, μήτε κ' η κορασίδα.
+Που χάρος πάνου στ' άψυχο κορμί του την προσμένει.
+Γιατί κ' οι ρήσοι οι παρδαλοί του Βάκχου γαυριάζουν,
+Γιατί το γένος τ' άτσαλο των σκύλων και των λύκων,
+Γιατί, και τι τσακώματα τ' άμαχα ελάφια κάνουν;
+Μα επίσημη είνε μάλιστα των ζωντηριών η ζήτια:
+Η ίδια Αφροδίτη το θυμόν εχάρισέ τους, όταν
+Τα Ποτνιακά τετράζυγα ξεσκίσαν το κουφάρι
+Του Γλαύκου με τες σιαγωνιές. Ο πόθος τα οδηγάει
+Παρέκει από το βροντερόν Ασκάνιο και παρέκει
+Από τα Γάργαρα· βουνά και ποταμούς διαβαίνουν.
+Αμέσως σαν ανάψει η στια σταχόρταγο μηδούλλι,
+(Και μάλιστα την άνοιξη τι τότες ξαναμπαίνει
+Το ζέσταμα στα κόκκαλα) στέκουν οι αλόγες όλες
+Ανεβασμένες σε ψηλά χαράκια με το στόμα
+Γυρμένο προς το Ζέφυρο και δέχονται τες αύρες
+Τες αλαφρές. Και το συχνό με δίχως ταίριασμα άλλο -
+Ω το παράξενο άκουσμα — με τον αέρα μόνο
+Γκαστρόνονται, και πιλαλούν σε πέτρες και σε βράχους
+Και σε λαγγάδια βαθουλά, κατά το βγάλμα σου όχι,
+Εύρε, και μήτε προς του Ηλιού, μα κατά τον Αργέστη
+Και το Βορηά, και προς αυτό το μέρος όθε ο Νότος
+Γεννιέται και καταλυπά με βροχερνές κρυάδες
+Ολόμαυρος τον ουρανό. Και κει στο τέλος στάζει
+Φαρμάκι από τη φύση τους πηχτό, που το ονομάζουν
+Αλογομάνισμα οι βοσκοί με δίκηο, κ' είνε εκείνο
+Που οι μητρυιές κακόβουλες συχνά το συμαζεύουν
+Και βλαβερά ξορκίσματα τού σμίγουν και βοτάνια.
+
+Άλλα ξεφεύγει αγύριστος, φεύγει ο καιρός ως τόσο,
+Ενώ του πόθου σκλάβοι εμείς περιγυρνάμε ένα ένα.
+Είπα αρκετά για τες κοπές και τώρα τάλλο μέρος
+Της έγνοιας μου απολείπεται: κοπάδια μαλλοφάρα
+Να ξεκινήσω στες βοσκές κι' αναμαλλιάρες γίδες.
+Εδώ η δουλειά είνε· δυνατοί ξωμάχοι απόδω ελπίστε
+Τον έπαινο, και θετικός εγώ είμαι στην ψυχή μου
+Πως θα νικήσει ο στίχος μου, κι' ας είνε το έργο μέγα.
+Και τούτα, και σε πράματα μικρά τιμή θα σμίξω.
+Αλλά μία αγάπη τρυφερή στου Παρνασσού με παίρνει
+Τους έρημους ανήφορους· χαιράμενος διαβαίνω
+Βουνοκορφές, που στο γλυκό το πλάγι τους κανένας
+Δρόμος παληός δε ροβολά κατά την Κασταλία.
+Ας τραγουδήσω βροντερά, σεβάσμια Πάλης, τώρα.
+
+Αρχίζοντας, τα πρόβατα, διορίζω, το σανό τους
+Μέσα σε σταύλους ήσυχους να τρων, ως να ξανάρθει
+Σε λίγο το πολύκλαρο το καλοκαίρι πάλι,
+Και χάμου στη σκληρή τη γης δεματιασμένα βράχλα
+Να στρώννονται κι' αχύρατα πολλά για να μη βλάψει
+Ο πάγος ο κρυαδερός τα τρυφερά τα ζώα,
+Και φέρει τους τες άσκημες ποδάγρες και την ψώρα.
+Και προχωρώντας από δω, στερνότερα προστάζω
+Με κουμαριάς χλωρόκλαρα να οικονομιώνται οι γίδες,
+Και νάρχονται σε ρεματιές ολόδροσες να πίνουν,
+Και οι μάντρες τους απέναντι στο χειμωνιάτικο ήλιο
+Κι' απάνεμες να στέκονται γυρμένες προς το Νότο,
+Ως που να δύσουν τα ψυχρά ταστέρια του Υδροχόου,
+Δροσίζοντας τα χώματα, σύντα τελειόνει ο χρόνος.
+Με όμοιες φροντίδες ως κι' αυτές να τες φυλάμε πρέπει,
+Και τόφελος λιγώτερο δε θάνε, κι' ας στοιχίζουν
+Περσότερο τα δέρματα της Μίλητος σα βράσουν
+Σε κοκκινάδες Τυριακές. Μικρά γεννούν οι γίδες
+Συχνώτερα και μπόλικα τα γάλατά τους είνε.
+Όσο τους στύφεις το βυζί και πλιότερο οι γαβάθες
+Αφρίζουν, τόσο ποταμοί πλιο πλούσιοι θ' αναβλύσουν
+Μέσα από τα μαστάρια τους, σαν τες αρμέξεις πάλι.
+Κι' ως τόσο και το μαλακό, του Κινυφιώτη τράγου.
+Ταστάκι, τασπρουλιάρικο πηγούνι και τα γένεια
+Κουρεύονται για του στρατού τες χρείες, κι' από τούτα
+Γένονται τα σκεπάσματα του θλιβερού του ναύτη.
+Λόγγους αυτές και τες κορφές του Λύκαιου βόσκουν· βάτους
+Αγκαθερούς και κλαρικά που τα γκρεμά αγαπάνε·
+Κ' οι ίδιες θυμούνται σπίτι τους να γέρνουν οδηγώντας
+Τα τέκνα τους, και μεταβιάς δε γγίζουν το κατώφλι
+Τα φορτωμένα τους βυζια· και συ λοιπόν για τούτο,
+Όσο χρειάζονται γι' αυτές λιγώτερες φροντίδες,
+Τόσο προσεχτικώτερα φύλαχ' τες από πάγους,
+Κι' από χιονιάδες και ταγή κουβάλιε τους κλαρένια
+Χαιράμενος και μην τους κλεις με τες κρυάδες πάντα
+Τους αχυρώνες. Αλλά αφού γλυκό το καλοκαίρι
+Τα δυο κοπάδια στες βοσκές και στα ρουμάνια στείλει,
+Τόμου τα κράξει ο Ζέφυρος, ας πάρουμε τους κάμπους
+Τους κρύους με το πρωτόβγαλμα τ' Αυγερινού, σαν είνε
+Ασπρέλλικες οι πρωϊμιές, κ' η Αυγούλα ακόμα νέα,
+Κ' είνε πολυαρεσούμενη στα ζωντανά η δροσούλα
+Πάνου στο χόρτο το χολό. Κι' απέκει, σαν ξυπνήσει
+Η τέταρτη ώρα τουρανού τη δίψα, κ' οι τζιτζίροι
+Σκίζουν με το τραγούδι τους κλαψιάριδες τα δέντρα,
+Οδήγα τα κοπάδια σου προς τες βαθειές τες λούμπες
+Και στα πηγάδια για να πιουν τ' ανάβρυσμα που ρέει
+Από σωλήνες πρίνινους· μα στην καρδιά της ζέστας
+Ζήτα λαγγάδες ισκιερές, ανίσως κάπου ανοίγει
+Τους κλώνους του τους απεικούς ιδρύ του Δία μεγάλο
+Με αρχαίον κορμό κι' α μελανό ρουμάνι από πρινάρια
+Αρίφνητα τον ίσκιο του τον αγιασμένο απλόνει.
+Κ' έπειτα πάλι γάργαρα νερά ξανάδωσέ τους
+Και στρώννυσέ τα στη βοσκή, σα βασηλέψει η μέρα,
+Σαν τον αέρα τον ψυχρό το βράδυ αποκρυόνει,
+Και τα δρυμά το δροσερνό φεγγάρι ζωντανεύει,
+Κι' αλκυώνα στο γιαλό λαλεί και στα τσαλιά γαρδέλλι.
+
+Τους πιστικούς της Αφρικής, τα χειμαδιά, τους τσάρκους
+Που κατοικούν και πούνε αρηά στους κάμπους σκορπισμένες
+Οι στέγες τους, στους στίχους μου γιατί να σου ιστορήσω;
+Εκεί συχνά τα ζωντανά νύχτα και μέρα βόσκουν,
+Ή κ' ένα μήνα αδιάκοπα, και, δίχως νάχουν σταύλους,
+Σ' ερμιές μεγάλες προβατούν, τόσο πολλοί είνε οι κάμποι.
+Μαζή του φέρνει ο Αφρικανός ο κοπαδιάρης όλα:
+Τη σκέπη, το σπιτίσιο του θεό και τάρματά του.
+Κ' ένα ζαγάρι Αμυκλιακό και Κρητικό ταρκάσι.
+Όμοιος με τον αράθυμο Ρωμαίο, που φορώντας
+Την πατρική του αρματωσιά στο δρόμο του βαδίζει
+Με φόρτωμα απεικό, και πριν απ' ότι, τον προσμένει
+Ο οχτρός του, και ελημέριασε, και στην αράδα στέκει.
+Μα έτσι δεν είνε εκεί που ζουν οι Σκυθικές οι φάρες,
+Κ' εκεί που τα Μαιωτικά τα κύματα χτυπιώνται.
+Κ' εκεί που αμμούδες κίτρινες θολός ο Ίστρος σέρνει,
+Κι' όπου η Ροδόπη απλόνεται φτάνοντας ως τον πόλο.
+Αυτού κρατούν τα ζα κλειστά σε σταύλους, και στους κάμπους
+Χόρτο δε φανερόνεται μηδέ κλαρί στα δέντρα.
+Μα από τον πάγο το βαθύ κι' από τα σωριασμένα
+Τα χιόνια η γης αμόρφωτη κοίτεται πέρα πέρα,
+Και πήχες η όψη της εφτά ψηλότερα ανεβαίνει.
+Πάντα χειμώνας, πάντοτε ψυχροί φυσούν οι Αργέστες,
+Και δε σκορπά τότες ποτέ τους αχνούς ίσκιους ο ήλιος,
+Ούτε όταν βγαίνει και ψηλά με τάλογα πετιέται
+Προς τον αιθέρα, ούτε όταν δυεί και στου Ωκεανού την όψη
+Την πορφυρή τ' αμάξι του, που ροβολά, θα λούσει.
+Άξαφνα στα τρεχούμενα ποτάμια κρούστες πήγουν,
+Και με τη ράχη του τροχούς σιδεροτορκωμένους
+Βαστά το κύμα, κ' ενώ πριν τα πλοία φιλοξενούσε
+Δέχεται τώρα τα βαρειά τα κάρρα· και μονάχα
+Σκάζουν τ' αγγειά τα χάλκινα και τα σκουτιά τσιρόνουν
+Πάνου στο σώμα, τα κρασιά τα νερουλά πελέκια
+Τα κόβουν, πάγος στερεός ο βάλτος έχει γίνει
+Κι' άτσαλα γένεια τες ψυχρές παγοσταλιές σκληραίνουν.
+Κι' ως τόσο με όμοια δύναμη χιονίζει ο αέρας όλος·
+Τ' αρνιά πεθαίνουν, τα κορμιά των ταύρων τα μεγάλα
+Τα βρέχει η πάχνη ολόγυρα, και μαζωμένα ασκέρι
+Τα ελάφια νέα κουλουμωσιά χιονιού ταποκορόνει,
+Και των κεράτων μεταβιάς οι κορυφές προβάλλουν.
+Τα δειλιασμένα ζωντανά δεν τα ταράζουν τώρα
+Οι σκύλοι που τα κυνηγούν, μηδέ κανένα δίχτυ,
+Μηδέ τα κοκκινόφτερα τα σκιάχτρα, μα ενώ σπρώχνουν
+Τ' αντιστεκάμενο βουνό του κάκου με το στήθι,
+Τα πετσοκόβουν κυνηγοί με τες σκληρές λεπίδες
+Από σιμά, κ' ενώ βαρειά στενάζουν τα σκοτόνουν,
+Και σπίτι τους με φωνατά χαιράμενοι τα φέρνουν.
+Αυτοί σκολάζουν ξέγνοιαστοι σε σπήλια ανασκαμμένα
+Βαθειά από κάτου από τη γης κυλώντας στες ογνήστρες
+Τα στιβασμένα ιδρόξυλα, κι' ολάκερους φτεληάδες
+Στες φλόγες παραδίνοντας· κι' αυτού περνούν το βράδυ
+Παίζοντας, και με τες μαγιές και τα ξυνά τα σούρρα
+Το σταφυλένιο το πιοτό χαιράμενοι αντιφκιάνουν.
+Έτσι το γένος τ' άνομο, που κάτου απ' την Αρκούδα
+Την υπερβόρεια κατοικεί χτυπιέται από τον Εύρο,
+Και ντύνει με γουναρικά κοκκινωπά το σώμα.
+
+Α γνοιάζεσαι για το μαλλί, θα λείπουν πρώτα απ' όλα
+Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, ταγκαθερά ρουμάνια·
+Φεύγε τες πρόσχαρες βοσκές, και πάντα σου κοπάδια
+Διάλεγε με άσπρα μαλακά σκουλούδια· κι' ως κ' εκείνο
+Το κριάρι, πώχει μοναχά, κι' ας είνε σαν το χιόνι,
+Τη γλώσσα κάτου απ' τον ογρό τον ουρανίσκο μαύρη,
+Απόβγαλέ το για να μη μαυρίσουν τ' αρνοπόκια
+Με λάγικα μπαλώματα, και κοίταξε τρογύρου
+Στον κάμπο τον ολόγιομο κριάρι νάβρεις άλλο.
+Με τέτοια ασπράδα των μαλλιών, αν πιστευτό είνε, ο Πάνας,
+Σελήνη, που εθαμπώθηκες σ' απάτησε, σε δάση
+Βαθειά καλώντας σε, και συ τον κράχτη δεν αρνήθης.
+
+Μα όπου τα γάλατα αγαπά, με το ίδιο του το χέρι
+Συχνά θα φέρνει στα παχνιά τριφύλλι και νυχάκι
+Κι' αλατισμένα βότανα· κ' έτσι στα ζα θ' αρέσουν
+Οι ρεματιές περσότερο, και θένα πρίσκονται έτσι
+Οι αράτες τους περσότερο, και θάνε μες στο γάλα
+Κρουμμένη η γέψη του αλατιού. Καμπόσοι τα κατσίκια,
+Αμέσως άμα χωριστούν τες μάννες, τ' αποκόβουν,
+Και τους φορούν σιδερωτά καπίστρια στο μουσούδι·
+Κι' όσο αρμεχτεί ταποταχυά κι' όσο όλην την ημέρα.
+Τη νύχτα πηττακόνουν το· κι' όσο με τις σκοτάδι,
+Ή και το σούρουπο, ο βοσκός με τα γαλατερά του,
+Κινώντας τα χαράματα, το κουβαλεί στη χώρα,
+Ή κι' όλας λίγο τ' αλατά και τόχει το χειμώνα.
+
+Και οι έγνοιες σου για τα σκυλιά δε θάνε οι τελευταίες.
+Μα θρέφε με παχύν ορρό και τα γοργά κουλούκια
+Της Σπάρτης, και το φοβερό το Μολοσσό, κι' αν έχεις
+Τέτοιους φυλάχτορες, ποτέ μη φοβηθείς στους σταύλους
+Το νυχτοκλέφτη, ούτε ποτέ των λύκων το γιουρούσι,
+Ούτε Ίβηρες ανήμερους ποτέ πισώπλατά σου.
+Και θα ξατρέξεις το συχνό και τους δειλούς ονάγρους,
+Και με τους σκύλους το λαγό, με σκύλους τα πλατώνια
+Θα κυνηγήσεις και συχνά με τους αληχτισμούς τους
+Θένα ανταριάζεις τα καπριά μες τους λογγίσιους βάλτους
+Ζητώντας τα, και με φωνές και το απεικό το ελάφι,
+Διαβαίνοντας ψηλά βουνά, στα δίχτυα θα το αμπώνεις.
+
+Και μάθε κι' όλας στα μαντριά ν' ανάφτεις μυρωδάτα
+Κεδρόξυλα και τους κακούς τους χείλυδρες να διώχνεις
+Με τους αχνούς του χαλβανιού. Πολλές φορές μουλόνει
+Ο όχεντρας ο βλαβερός στο γγίξιμο αποκάτου
+Από τασάλευτο παχνί, τον ουρανό σκιασμένος
+Φεύγοντας· κ' η δεντρογαλιά που συνειθά να μπαίνει
+Σε ίσκιους και σπίτια, των βωδιών θανατερή σκορδούλα,
+Με το φαρμάκι της ταρνιά ραντίζοντας, μονιάζει
+Στη γης. Βοσκέ, στο χέρι σου πάρε ληθάρια, πάρε
+Παλούκια, ρίχτα απάνου της, ενώ σε φοβερίζει
+Κ' ενώ φουσκόνει το λαιμό σφυρίζοντας· στα βάθη
+Έχωσε κι' όλας το δειλό κεφάλι της στο φύγι,
+Ενώ νεκρόνουν της οράς οι τελευταίες οι γύρες
+Κ' οι κλείδωσες οι μεσινές και κάνει να κυλιώνται
+Το στρίψιμό της το στερνό σιγά σιγά οι κουλούρες.
+Και στα ρουμάνια μάλιστα της Καλαβρίας υπάρχει
+Αυτό το φείδι το κακό, που ορθόνοντας το στήθι,
+Τη ράχη τη λεπιδωτή τυλίγει και μεγάλα
+Μπαλώματα τη μακρουλή κοιλιά του πλημουδίζουν.
+Κι' όσον καιρό από τες πηγές ακόμα πέφτουν τράφοι
+Κι' όσο κρατούν τη γης λειψή της άνοιξης οι ογράδες
+Κι' ο Νότος ο βροχάρικος, αυτό στες λίμνες στέκει
+Και κατοικώντας στες οχτιές με ψάρια και βαθράκους
+Λάλους γιομίζει λαίμαργα το μαύρον καταπιώνα·
+Μα σα στεγνώσουν τα βαρκά κ' η γης από τη λαύρα
+Σκάσει, στην ξέρη αναπηδά, στριφογυρνά το βλέμμα
+Το φλογερό, και στους αγρούς, τρομάζοντας την κάψα
+Κι' από τη δίψα του τραχύ, λυσσομανά· και τότες
+Να παίρνω δε θα μ' άρεσε στον ανοιχτόν αέρα
+Ύπνους γλυκούς και στου βουνού τη δασωμένη ράχη
+Στα χόρτα να ξαπλόνομαι, σαν το ποκάμισό του
+Βγάζει κι' ολόρθο στρίφεται λαμπρό, και πάλι νέο
+Κατά τον ήλιο, στη σμουλιά ταυγά ή και τα παιδιά του
+Αφίνοντας, και σπαρταρούν τριπλές στο στόμα οι γλώσσες.
+
+Και τι σημάδια κι' αφορμές έχουν οι αρρώστιες κι' όλα
+Θα σου διδάξω: — Βρωμερή ψώρα ταρνιά πειράζει,
+Σα σταματά ψυχρή βροχή και του σταχτιού του πάγου
+Ανατριχιάστρα μαργωσιά στ' απαρθενό το κρέας.
+Ή κι' όταν ίδρος άλουστος κολλά στα κουρεμένα
+Τα ζα, και σκίζουν τα τραχειά τ' αγκάθια το κορμί τους.
+Για τούτο σε γλυκά νερά τα πρόβατά τους όλα
+Οι τσέλιγκες τα κολυμπούν, για τούτο σε ρουφήχτρες
+Με την προβειά του την ογρή βουτιέται το κριάρι,
+Που σα ριχτεί στον ποταμό κατά το ρέμα πλέει,
+Ή και του βάφουν το κορμί, σαν είνε κουρεμένο,
+Μ' άχαρη μούργα και μ' αυτήν ανακατεύουν θειάφι
+Καθάριο, κι' ασημόχωμα, και πίσσα από την Ίδα,
+Και ξυγγερνό κηράλειμμα, και σκάρφη αψιά, κι' ασκέλλα,
+Ως και κατράμι μελανό. Μα με κανέναν τρόπο
+Δεν πολεμά πλιο σύντομα κανείς αυτό το πάθος,
+Πάρεξ οπώχει την καρδιά με σίδερο ν' ανοίξει
+Του διάσονα το κορφινό κουκούδι· κουναριέται
+Και ζωντανεύει το κακό σα μένει σκεπασμένο.
+Ενώ να βάλει στες πληγές δε στρέγει ο κοπαδιάρης
+Για γιατρειά το χέρι του, και κάθεται ζητώντας
+Κάθε καλό από τους θεούς. Σα μάλιστα θυμόνει
+Ο πόνος μπαίνοντας βαθειά στα κόκκαλα του ζώου
+Και λυώνει η θέρμη καυτερή τα μέλη του, καλό είνε
+Να διώξεις τ' άναμμα τ' αψύ ανοίγοντας τη φλέβα
+Που στο ποδάρι χαμηλά λαγγεύει από το αίμα.
+Και τέτοιο είνε το σύστημα που ακολουθά ο Βισάλτης
+Κι' ο τρομερός ο Γελωνός, σα φεύγει στη Ροδόπη
+Και στων Γετών τες ερημιές κ' αίμα αλογίσιο πίνει
+Μαζή με το πηχτόγαλα. Κι' ανίσως από αλάργα
+Ιδείς αρνί στο δροσερό τον ίσκιο να πηγαίνει
+Συχνώτερα κι' ανόρεχτα του χόρτου την κορφάδα
+Να κόφτει και ν' ακολουθά το ζώο το τελευταίο,
+Ή και στον κάμπο καταγής να πέφτει εκεί που βόσκει
+Κι' αργά τη νύχτα μοναχό να γέρνει σπίτι, αμέσως
+Με το μαχαίρι το κακό σταμάτα πρίχου απλώσει
+Κρουφά δεινό το μόλεμα στο ξέγνοιαστο το πλήθος.
+Τόσο συχνά στης θάλασσας την όψη δε μανίζουν
+Οι ανεμοζάλες φέρνοντας φουρτούνες, όσες είνε
+Οι αρρώστειες που τα ζωντανά θερίζουν· και δεν παίρνουν
+Οι ψόφοι μόνο μερικά κεφάλια, μα με μίας
+Τη στάνη ολάκερη· μαζή κ' ελπίδα και κοπάδι,
+Κι' από την πρώτη την αρχή τελειωτικά τη φάρα.
+Αυτό το ξέρει θετικά κανείς άμα κοιτάξει,
+Και τώρα ακόμα αφού καιρός έχει περάσει τόσος,
+Τες Άλπες τες ανάερες, τα Χωρικά καστέλλια
+Στες ράχες, τους Ιαπυδικούς τους κάμπους του Τιμάβου,
+Τες περιοχές των πιατικών τες απορημαγμένες,
+Και τα ρουμάνια τα αδειανά του μάκρου και του πλάτου.
+
+Εβγήκε εκεί από τουρανού ταστένισμα μιαν ώρα
+Βαρύς καιρός, ελεεινός, που τον ανάβαν όλες
+Οι λαύρες του χινόπωρου και πούδωκε του χάρου
+Όλα τα γένη τα ήμερα και τάγρια, και τες λίμνες
+Εβρώμεψε κ' εμόλεψε τα χόρτα με σαπούρες.
+Κι' απλό δεν ηταν το στρατί του πεθαμού: μα η δίψα
+Εχύνοτουν φλεγάμενη τ' όλες τες φλέβες πρώτα
+Τα μέλη κουβαριάζοντας, κι' απέκει ξεχειλούσε
+Πάλι το έμπυο νερουλό κ' εβγαίναν με την ύλη
+Κομμάτια όλα τα κόκκαλα που τα χαλούσε η αρρώστεια.
+Συχνά το θύμα, που έστεκε σιμά στο θυσιαστήρι,
+Μες στων θεών το δόξασμα, κ' ενώ επεριδενότουν
+Στο μάλλινο το γιάδεμα τασπρόχιονο γαϊτάνι.
+Ανάμεσα στους ιερουργούς που αργοπορούσαν έτσι,
+Έπεφτε ετοιμοθάνατο· κι' αν έσφαζε κανένα
+Ο θυσιαστής πρωτήτερα με σίδερο, απ' τα νεύρα
+Που απιθονόνταν στους βωμούς δεν επετιώνταν φλόγες,
+Να δίνει δεν εδύνοτουν ο ρωτημένος μάντης
+Απόκρισες και μεταβιάς ταναποδογυρμένα
+Μαχαίρια έβαφαν τα αίματα και μόνο απάνου απάνου
+Εμαύριζαν συναίματα πολύ φτωχά το χώμα.
+Κι' απέκειθε παντού ψοφούν στο γελαστό χορτάρι
+Τα μοσκαράκια και σιμά στ' ολόγιομο παχνί τους
+Βγαίνει η γλυκιά τους η ψυχή· και πιάνει απέκει η λύσσα
+Τους σκύλους τους γαλίφικους και πνιχτερός ο βήχας
+Ταρρωστημένα μοχτερά τραντάζει και στρεβλόνει
+Την καταπόθρα την παχειά. Και τ' άτι που ενικούσε
+Σ' αγώνες τώρα κοντυλά κ' οι μάθησες το θλίβουν,
+Και το χορτάρι λησμονά κι' οχτρεύεται τες βρύσες,
+Και με το πόδι του συχνά χτυπά τη γης· τ' αυτιά του
+Κρεμιώνται κ' ίδρωτας ψιλός τα ογραίνει, μα και κείνος
+Ψυχρός απάνου στα κορμιά τα θανατογραμμένα,
+Κ' είνε φρυμένο το πετσί, που όταν κανείς το γγίξει
+Στο δάχτυλο αντιστέκεται σκληρό. Τες πρώτες μέρες
+Τέτοια σημάδια φαίνονται πριχού το τέλος έρθει.
+Μα σαν η αρρώστεια προχωρεί κι' αρχίζει ν' αγριεύει,
+Τότες τα μάτια φλέγονται και παίρνει την πνοή του
+Από βαθειά και κάποτε βαρυστενάζει κι' όλας,
+Μακρύ λυγκιό τα ταπεινά λαγγόνια του τεντόνει,
+Και βγάζουν αίμα μελανό ταρθούνια του και σφίγγει
+Το φουντωμένο λάρυγγα η απόξερή του η γλώσσα.
+Αλάφρωση ήταν το ζουμί του Βάκχου, αν του εχυνότουν,
+Στο στόμα μ' ένα κέρατο· κι' αυτό πιστεύει ο κόσμος
+Είνε των ετοιμόψοφων ο λυτρωμός ο μόνος.
+Μα γλίγωρα έφερνε ως κι' αυτό το χαλασμό· η μανία
+Άναβε όσα εδυνάμοναν και στ' αγκομάχημά τους —
+(Θεοί, στους ευλαβητικούς καλήτερα χαρίστε,
+Και τούτο το ξεφρένιασμα στους διάδικούς σας δώστε)
+Κομμάτιαζαν το κρέας τους με τα γυμνά τους δόντια.
+Και να! αποκάτου απ' το σκληρό γυννί το βώδι κι' όλας
+Ξαχνίζοντας σωριάζεται, κ' αίμα ανακατωμένο
+Μ' αφρούς το στόμα του ξερνά και βγάζει το στερνό του
+Το στέναγμα. Βαρύθυμος πηγαίνει ο ζευγουλάτης
+Και το δαμάλι που πονεί για ταδερφού το τέλος
+Λυεί και στη μέση της δουλειάς μπηχτό τ' αλέτρι αφίνει.
+Μα ούτε των δέντρων των ψηλών η σκιάδα μες τα δάση,
+Ούτε λιβάδια μαλακά, κι' ουδέ το ποταμάκι,
+Που κι' από ασημομάλαμα πλιο ξάστερο κυλάει
+Μέσα στους βράχους κ' έπειτα στο σιάδι κατεβαίνει,
+Δεν έχουν πλια τη δύναμη να φχαριστήσουν τάλλο.
+Μα οι πλαγαριές του κρέμονται λυωμένες και θαμπούρα
+Τα μάτια του τα ασάλευτα κυριεύει, και σκευρόνει
+Το σνίχι του που το τραβά το βάρος προς τα κάτου.
+Τι τους φελούν τα κόπια τους και τα καλά τους έργα;
+Τι τους φελά που τα βαρειά τα χώματα υννιατίζαν;
+Κι' όμως αυτά δεν τάβλαψαν τα Μασσικά τα δώρα
+Του Βάκχου, μήτε τα φαητά που πλήθια συχνοερχόνταν,
+Κλαρί μονάχα και τ' απλό χορτάρι είν' η θροφή τους,
+Κ' είνε πιοτό τους το νερό στες γάργαρες τες βρύσες,
+Και σε ποτάμια που άκοπα το ρέμα τα μουδιαίνει,
+Και δεν τους κόβουν το γερό τον ύπνον οι φροντίδες.
+Στα μέρη τούτα, λέγεται, για τες γιορτές της Ήρας
+Του κάκου εκείνον τον καιρό δαμάλες εζητιώνταν,
+Και στα αγιαστήρια τα ψηλά τες άμαξες εφέραν
+Παράταιρα αγριόβωιδα. Κοπιαστικά για τούτο
+Κ' οι χερομάχοι ανάσκαφταν τη γης με την αξίνα,
+Κ' έχωναν με τα νύχια τους το σπόρο μες στο χώμα,
+Και πάνου στα ψηλά βουνά τα κάρρα τους που ετρίζαν.
+Τεντόνοντας τον τράχηλο, μονάχοι τους τραβούσαν.
+Ο λύκος δε σκαρφίζεται γύρου στη στάνη δόλους,
+Κι' ούτε δεν περιφέρνεται σιμά σταρνιά τη νύχτα,
+Τον καταβάλλουν πλιο βαρειές αφαντασιές. Και τώρα
+Τα λάφια τα φευγάδικα και τα δειλά ζουλάπια
+Μέσα στους σκύλους περπατούν κι' ολόγυρα στα σπίτια·
+Κι' όλα τα ζα που στ' άπειρο το πέλαγο γεννιώνται,
+Κάθε λογής πλεούμενα, μες του γιαλού το φρύδι
+Ρίχτει, σα νάταν λείψανα καραβοτσακισμένα,
+Το κύμα· και παράξενα στους τράφους φώκες φεύγουν.
+Ψοφά η οχιά, που σε μονιές απόζαβες του κάκου
+Φυλάεται, ως και του νερού τα φείδια που σαστίζουν,
+Σηκόνοντας τα λέπια τους, κι' ανάντιος είνε ο αέρας
+Και στα πουλιά, που στα ψηλά κάτουθε από ένα γνέφι,
+Αφίνοντας τη ζήση τους, γκρεμίζονται στο χώμα.
+Και τώρα πλια δεν ωφελείς τα ζωντανά καθόλου
+Ούτε αν ξαλλάζεις τες βοσκές κ' οι σπάνιες τέχνες βλάφτουν,
+Κι' αποτραβιώνται των βοσκών οι προεστοί: ο Μελάμπους,
+Οπού ήταν του Αμυθάωνα παιδί, κι' ο Φιλλυρίδης
+Ο Χείρωνας, και κάταχνη μανίζει η Τισιφόνη
+Στο φως σταλμένη απ' τ' άφεγγα της Στύγας και μπροστά της
+Εκείνη τα Θανατικά κεντά και την Τρομάρα·
+Και κάθε μέρα πλιο ψηλά προβάλλει και σηκόνει
+Τ' αχόρταγο κεφάλι της· κι' απ' των αρνιών το βλιάσμα
+Και τους πολλούς τους μουγγρισμούς αντιλαλούν οι τράφοι
+Και τα ξερά τα φρύδια τους κ' οι πλαγιαστές ραχούλες.
+Και τώρα πλια κοπαδιαστά το θάνατο σκορπάει,
+Και ψόφια ζα, που βρωμερό το σάπισμα τα λυώνει,
+Σωριάζει ως και στους σταύλους τους· ως που μαθαίνει ο κόσμος
+Να τα κουπόνει με τη γης και να τα κλει σε λάκκους.
+Γιατί σε τίποτα καλές δεν ήταν οι προβειές τους,
+Κι' ούτε κανείς με το νερό δε μπόρειε να καθάρει
+Το κρέας και δεν το απάλαιναν οι φλόγες με τη βράση.
+Και το μαλλί που οι απαστριές κ' οι αρρώστιες τόχαν φάει
+Δεν ήταν τώρα βολετό κανείς να το κουρέψει,
+Κι' ανίσως το κατάφερνε, τα σάπια τα στημόνια
+Να γγίξει δεν εδύνοτουν· αλλά κι' αν υφαίνονταν
+Και τα σκουτιά τ' αζήλευτα δοκίμαζε κανένας.
+Τα μέλη του, που εβρώμεζαν, φλογιστικούς φουσκάλους
+Εγιόμιζαν κι' ακάθαρτους ιδρώτες, και σε λίγο
+Κατάτρωε τάγιο πύρωμα το μολεμένο σώμα.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ.
+
+
+
+Τώρα του αέρινου μελιού τα ουράνια δώρα ας ψάλω,
+Τήρα, Μαικήνα, μ' αγαθό βλέμμα κι' αυτό το μέρος.
+Μικρών πραμάτων θιαμαστά θεάματα για σένα:
+Κι' άρχοντες μεγαλόψυχους, κι' ολάκερης μιας φάρας
+Τα έργα, τα συστήματα, τα πλήθη, τες αμάχες,
+Θένα ιστορήσω στη σειρά. Στα μικροστά ξεπέφτω,
+Αλλά δε θάνε μικροστή κ' η δόξα, αν οι αναντίοι
+Στρέξουν θεοί, κι' ο Απόλλωνας το κάλεσμά μου ακούσει.
+
+Το πρώτο, για τες μέλισσες θα ζητηθεί μια θέση
+Και μια μεριά όπου οι άνεμοι καθόλου δε θα μπαίνουν,
+(Τι τες μποδίζουν οι άνεμοι να φέρνουν τη βοσκή τους
+Στο σπίτι) μα όχι εκεί που αρνιά και σερπετά κατσίκια
+Πηδούν στα πούλουδα, ούτε εκεί, στον κάμπο, όπου η δαμάλα
+Πλανιέται και το δρόσισμα τινάζει και το χόρτο,
+Που εφύτρωσε, τσαλαπατεί. Κι' ας λείπουν οι βοστέροι,
+Πούχουν ξερή και πλουμιστή τη ράχη, από τες μάντρες
+Τες πλούσιες, κ' οι μελισσουργοί, κι' άλλα πουλιά, κ' η Πρόκνη
+Που της βουλώσαν τα πλευρά τα αιματωμένα χέρια.
+Τι ως μακρυά, τρογύρου τους, όλα χαλούν, κι' αρπάζουν
+Στο στόμα και τες μέλισσες που φτερακάν, και φέρνουν
+Γλυκές χαψιές για τα μικρά στες άπονες φωλιές τους.
+Βρυσούλες όμως ξάστερες ας είνε εκεί και λίμνες
+Πράσινες από το όμηρο κι' ας τρέχει μες στο χόρτο
+Ένα ρυάκι μικροστό, κι' ας ρίχτει στο προαύλι
+Βαγιά τον ίσκιο ή κι' αγριλιά πολύ μεγάλη, κ' έτσι,
+Με την καινούριαν άνοιξη, όταν πρωτοδηγήσουν
+Τα σμάρια οι βασιληάδες τους, κ' η νεολαία που βγήκε
+Απ' τες κηρήθρες παιγνιδά, θένα τες προσκαλέσουν
+Τα φρύδια τα σιμοτεινά την κάψα να ξεφύγουν.
+Και το καλοδεχούμενο το δέντρο στο κλαρί του
+Φιλόξενο θα τες κρατεί. Και θένα ρίξεις βράχους
+Τρανούς και ιτιές ανάδιπλα μες στο νερό, που στέκει
+Σταματημένο ή που κυλά, για να μπορούν ν' απλόνουν
+Στον ήλιο τον καλοκαιρνόν οι μέλισσες, που μένουν
+Οπίσω, τα φτερούγια τους, και στα πολλά γιοφύρια
+Να κάθονται, όταν κάποτες ο Εύρος τες σκορπάει
+Ορμητικός και στου Ωκεανού το κύμα τες βυθίζει.
+Και χαμοδάφνες πράσινες τρογύρου εκεί ας ανθίζουν,
+Και ρίγανες, που μακρυά τη μοσκοβόλια στέρνουν,
+Και ακόμα θρούμπες μπόλικες, που οσμή βαρειά αναδίνουν,
+Κι' ας πίνουν γιοφυλλοβραγιές τη βρύση την ποτίστρα.
+Μα μοναχά στενές μπασιές θε νάχουν τα γυψέλια,
+Που ή θα τα κάνεις ράφτοντας σκαφιδωμένες φλούδες,
+Ή κι' από ευκολολύγιστες ιτιές θάνε πλεγμένα.
+Γιατί παγόνει η χειμωνιά το μέλι με τα κρύα,
+Κ' η ζέστα πάλι νερουλό το καταντά· κι' ομοίως
+Για τα μελίσσια και τες δυο τες δύναμες φοβήσου.
+Σπουδαχτικά με το κερί του κάκου δεν αλείφουν
+Εκείνα και τες πλιο λιανές τρυπούλες στο κλημπούρι,
+Και δε σφαλίζουν τες ποριές με σπρόπολη και μ' άνθο,
+Και δε φυλάν συνάζοντας για το σκοπό τον ίδιο
+Κόλλα πηχτότερη από οξιό και πλιο πηχτή απ' την πίσσα
+Που γένεται στη Φρυγιακή την Ίδα. Ως και κρουψώνες,
+Αν τάκουσμα είνε αληθινό, συχνά στο χώμα σκάφτουν,
+Και στιούν εκεί το σπίτι τους, και μέσα σε κουφάλες
+Σαπρές, και μες στην κίσσερη την κούφια αυτά βρεθήκαν.
+Μα ως τόσο το σκισμαδιαστό γιατάκι εσύ θα χρίσεις
+Ολόγυρα με γλυστερές φλουτιές για να το χλιάνεις,
+Κι' ανάγλυκα χλωρόκλαρα θα ρίξεις από πάνου.
+Και δε θ' αφίνεις σμιλακιά σιμά στους μελισσιώνες,
+Και δε θα καις τους κόκκινους καβούρους στην ογνήστρα.
+Και μη μπιστεύεσαι βαθειά λιμνιά, μηδέ τους τόπους
+Όπου βαρειά είνε η μυρωδιά της βούρβουρης ή κι' όλας
+Όπου βογγούν τα βαθουλά χαράκια σα χτυπιώνται
+Και της φωνής αναπηδά το ομοίωμα βλαμμένο.
+
+Κ' έτσι λοιπόν, σαν ο χρυσός ο ήλιος το χειμώνα
+Παίρνει αποκάτου από τη γης, και πεντανοίγει τότες
+Το φως το καλοκαιρινό τους ουρανούς, αμέσως
+Οι μέλισσες σε λαγγαδιές και κάμπους τρογυρίζουν
+Θερίζοντας τα λούλουδα τα κόκκινοβαμμένα
+Κι' ανάλαφρα ακροπίνοντας στων ποταμών το ρέμα.
+Κι' απέκειθε χαιράμενες, δεν ξέρω για ποια γλύκα,
+Χαμοζεσταίνουν τες φωληές και το γεννόσπαρμά τους,
+Με τέχνη απέκει πελεκούν το νιο κερί και πλάθουν
+Το μέλι το κολλητικό. Κι' όταν ιδείς απέκει
+Να πλέει στου καλοκαιριού την ξαστεριά κιβέρτι,
+Φευγάτο από την κλούβα του, προς τουρανού ταστέρια,
+Κι' όταν θιαμάζοντας θωρείς το μελαψό το γνέφι
+Να σέρνεται απ' τον άνεμο, κοίτα καλά: γυρεύει
+Γλυκό νεράκι πάντοτε και σκέπαση κλαρένια.
+Τες διορισμένες μυρωδιές εκεί εσύ θα σκορπήσεις:
+Τριμμένο μελισσόφυλλο και πρόστυχο γρασίδι
+Λαγοκουκκιού, και σάλαγο με χάλκωμα θ' ασκώσεις,
+Και της Κυβέλης θα χτυπάς τα τούμπανα τρογύρου.
+Κι' αυτές καθίζουν μόνες τους μες στο βοτανισμένο
+Το μέρος, και μονάχες τους, καθώς το συνειθίζουν,
+Όσο βαθύτερα μπορούν ντρυμόνουν στο γυψέλι.
+
+Μα αν ίσως βγουν για πόλεμο (γιατί συχνά κυριεύει
+Διχογνωμιά με ταραχή μεγάλη δυο ρηγάδες —
+Και βολετό είνε την ψυχή του κόσμου να γνωρίζεις
+Από τα πριν, και τες καρδιές που λαχταρούν αμάχες,
+Γιατί σαν από χάλκωμα βραχνή βοή πολέμου
+Ξαφνίζει αυτές που αργοπορούν και μια φωνή γρικιέται
+Που της τρανταχρας σάλπιγγας το σήμαμα αντιφκιάνει —)
+Συνάζονται τρεμάμενες, κι' αστράφτουν τα φτερά τους,
+Και στο μουσούδι το κεντρί τροχούν, και προγυμνάζουν
+Τα μούσκουλα για τη μαλιά, και γύρου στους ρηγάδες
+Πυκνές ανακατεύονται μπροστά στα στρατηγεία.
+Και τον οχτρό τους προσκαλούν με χουγιατά μεγάλα.
+Γίαυτό όταν άβροχη άνοιξη και ξάστερος αέρας
+Τους λάχει, απ' τες ποριές ξεσπάν, αρχίζουν το γιουρούσι.
+Βαβούρα κάνουν στα ψηλά του αιθέρα, ανταμωμένες
+Μαζεύονται κουβαριαστά σε μια μεγάλη μπάλλα
+Και πέφτουν χάμου ορμητικά. Πυκνότερο χαλάζι
+Ποτέ δε ρίχτουν οι ουρανοί, ποτέ βαλάνια τόσα
+Οι πρίνοι όταν τινάζονται. Κι' ως τόσο οι γεμονιάδες.
+Φανούσιμοι από τα λαμπρά φτερά τους μες στ' ασκέρι.
+Ανάβουν μέσα στα μικρά τα στήθια τες μεγάλες
+Ψυχές, και τόσο προσπαθούν να μη τραβιώνται οπίσω.
+Όσο που ο ένας, νικητής αψύς, υποχρεόνει
+Ή αυτές ή εκείνες φεύγοντας τες πλάτες τους να γύρουν.
+Μα των ψυχών ο τάραχος αυτός, κ' οι τόσοι αγώνες,
+Με λίγη σκόνη πεταχτή σιγάζουν κυριεμένοι.
+
+Αλλά όταν από τη μαλιά τους δυο αρχηγούς ξεβγάλεις,
+Εκείνον που χειρότερος εφάνηκε, του χάρου
+Παράδος τον, το σπάταλο, για να μην είνε μπόδιο,
+Κι' ας βασιλέψει ο πλιο καλός στη ρημασμένη αυλή του.
+Ο πρώτος είνε λαμπερός απ' τες χρυσές κουκκίδες
+Που βαβυλίζουν μπόλικες· (τι δυο λόγων υπάρχουν:
+Τούτος είν' ο καλήτερος, ωραίος και στην ειδή του
+Και με τα κοκκινέλλικα τα λέπια του γυαλίζει.)
+Ο άλλος είνε μαλλιερός από το καθισιό του
+Και βωλοσέρνει την πλατειά κοιλιά του δίχως δόξα.
+Κι' όπως διπλές έχουν μορφές οι βασιληάδες, έτσι
+Και του λαού τα σώματα· γιατί ξερακιασμένες
+Κι' άσκημες είνε μερικές, καθώς ο δρομολάτης,
+Σαν έρχεται από βαθουλή και σκονισμένη στράτα
+Κι' απ' το φρημένο στόμα του φτυεί χώμα γρουψασμένος.
+Και μερικές φεγγοβολούν κι' από τη λάμψη αστράφτουν
+Σαν το λογάρι φλογερές, κ' είν' όλο τους το σώμα
+Χρισμένο από ομοιόμορφες σταλούλες. Τούτες είνε
+Το σόι το προτιμώτερο, και θένα ζίφεις μέλι
+Στες διορισμένες εποχές γλυκώτατο από κείνες,
+Γλυκώτατο όχι μοναχά παρά και κρουσταλλένιο
+Κι' άξιο του Βάκχου τη στυφή τη γέψη να ημερώσει.
+
+Μα όταν τα σμάρια τάστατα πετούν και στον αέρα
+Παίζουν και τες κηρήθρες τους περιφρονούν και κρύα
+Αφίνουν τα γυψέλια τους, από παιγνίδια κούφια
+Εσύ τες αλαφρόμυαλες ψυχές θένα αντισκόφτεις,
+Μεγάλη δεν είνε δουλειά για να τες αντισκόψεις:
+Των βασιληάδων τα φτερά θα βγάλεις, κι' όταν τούτοι
+Οκνεύουν, δεν κοτά καμιά προς τα ψηλά να πάρει
+Δρόμο κι' απ' τα λημέρια τους ν' αρπάξει τες σημαίες.
+Και μ' άνθη κρόκου ας τες καλούν οι μυροβόλοι κήποι,
+Και με το ιτιένιο δρέπανο προστάτρα ας τες φυλάει
+Η εικόνα του Ελλησποντιακού Πριάπου, που αλαργεύει
+Και κλέφτες και πετούμενα· κι' απ' τα ψηλά τα όρη
+Αυτός ο ίδιος στροβιλιές ας φέρει και θυμάρια
+Κι' ας τα φυτέψει ως μακρυά τρογύρου στα γυψέλια,
+Αυτός που τέτοια γνοιάζεται· με τη δουλειά ας εργάσει
+Το χέρι του και το φυτό το καρπερό ας πλακόνει
+Στο χώμα, και τη φιλικιά βρυσούλα ας αυλακίσει.
+
+Και βέβαια, αν κι' όλας τα παννιά δε μάζευα στο τέλος
+Το ολακρινό των κόπων μου, κι' αν προς τη γης την πλώρη
+Να γύρω δε βιαζόμουνα, θένα ήθελα ίσως ψάλει
+Ποιες είνε οι έγνοιες του οργωμού που τους παχειούς τους
+ [κήπους
+Στολίζουν και τες δίκαρπες ροδοβραγιές της Παίστος,
+Και πώς περίσσια χαίρονται ταντίδια στα ρυάκια,
+Κ' οι οχτιές με σέλινα χολά, και πώς μες στο χορτάρι
+Με την κοιλιά του το στριφτό τ' αγγούρι μεγαλόνει,
+Και τα μανούσια, που όψιμα με φύλλα και λουλούδια
+Πλουμίζονται, και τους φλαστούς της λυγερής μουτρούνας,
+Και τες μυρσίνες, που αγαπούν τους άμμους στ' ακρογιάλια,
+Και τους κισσούς τους κίτρινους δεν ήθα λησμονήσω.
+Γιατί, αποκάτου απ' τα καστριά του Οιβαλιακού του πύργου,
+Όπου ποτίζει τα ξανθά σπαρτά ο Γαλαίσος μαύρος.
+Είδα, θυμούμαι, κάποτες εγώ έναν Κορυκιώτη
+Γέροντα, πούχε μοναχά λίγες ζεψιές χωράφι
+Παραιτημένο, κι' αυτή η γης μήτε για το ζευγάρι
+Καρπούς δεν έδινε αρκετούς, γι' αρνιά δεν εφελούσε.
+Και για κρασί δεν έκανε. Μα είχε φυτέψει εκείνος
+Ανάρηα μες τες βατσινιές λαχανικά και γύρω
+Κρίνα άσπρα κι' αγιοβότανα κι' άτσαλες παπαρούνες,
+Και με το νου του ελόγιαζε πως έφτανε στα πλούτη
+Τους βασιληάδες κ' έγερνε τη νύχτα αργά στο σπίτι
+Και στα τραπέζια εφόρτονε τ' αψόνιστα τα δείπνα.
+Πρώτος την άνοιξη έκοφτε τριαντάφυλλο και πρώτος
+Τον τρυγητή τα οπωρικά, και το χειμώνα ακόμα
+Τον άχαρο, όταν έσκιζαν οι βράχοι από τα κρύα
+Κι' από τους πάγους των νερών το ρέμα εσταματούσε,
+Αυτός και τότε εμάζευε του τρυφερού Υακίνθου
+Τα κατσαρά τα λούλουδα, καταφρονώντας έτσι
+Το καλοκαίρι τ' όψιμο και τους οκνούς ζεφύρους.
+Γίαυτό είχε ο ίδιος περισσές μελισσομάννες πρώτος,
+Κ' ήταν πολύ το σμάρι του, και πρώτος ετρυγούσε
+Αυτός το μέλι το αφριστό κ' έζιφε τες κηρήθρες.
+Και πλούσια ήταν τα πεύκα του κ' είχε πολλά φλαμούρια,
+Κι' όσοι καρποί, επερίντυναν τα γόνιμα τα δέντρα
+Με το καινούριο τάνθισμα, κι' ώρμοι εκρεμώνταν τόσοι
+Απέκει το χινόπωρο. Και στην αράδα εκείνος
+Οψιμιασμένους φύτεψε φτεληάδες και μεγάλες
+Τες αχλαδιές κι' αβραμηλιές που κι' όλας είχαν κάμει
+Δαμάσκηνα, και πλάτανο που κι' όλας είχε απλώσει
+Πάνου στους καλεσμένους του σε σύμπιωμα τον ίσκιο.
+Μα εγώ σε τόπο αβόλευτο κλειστός αυτά διαβαίνω
+Κι' αφίνω να τα μελετούν άλλοι στερνότεροί μου.
+
+Και τώρα ομπρός· τα διώματα θα διηγηθώ, που ο Δίας
+Στες μέλισσες εχάρισε για πλερωμή τους όταν
+Εκείνες ακολούθησαν τους κρότους των Κουρήτων
+Τους βροντερούς και του χαλκού το σήμαμα κ' εθρέψαν
+Το Βασιλέα του ουρανού μες στη σπηλιά της Δίκτης.
+Μόνον αυτές έχουν κοινά τα τέκνα, και τα σπίτια
+Της χώρας τους συντροφικά, και κάτου από μεγάλους
+Νόμους περνούν τη ζήση τους και μοναχές εκείνες
+Και κατοικίες σταθερές γνωρίζουν και πατρίδες,
+Και με τη ζέστα εργάζονται θυμούμενες πως θάρθει
+Χειμώνας και για το κοινό φυλάν το ξέτασμά τους.
+Τι άλλες βιγλίζουν τες θροφές και κατά τες συνθήκες
+Που σύνατές τους έκλεισαν, στους κάμπους πεταρίζουν.
+Άλλες με δάκρυ μανουσιού και κόλλες από φλούδα
+Πηχτές στο σπίτι στέκοντας για τες κηρήθρες σταίνουν
+Τα πρώτα θεμελιώματα, κι' αυτού κρεμούν απέκει
+Ταναγλυτσιάρικα κεριά, κι' άλλες αναλικόνουν
+Και κουναρούν τες γέννες τους, της φάρας την ελπίδα,
+Κι' άλλες το καθαρώτερο το μέλι αποθηκιάζουν
+Και τα κελλιά τους ξεχειλούν με διάφανο νεχτάρι.
+Και μερικές το τυχερό τες διόρισε φυλάχτρες
+Στες πόρτες και ξαλλάζοντας τηράν αυτές τα γνέφια
+Και τες βροχάδες τουρανού· το φόρτωμα των άλλων,
+Πούρχονται απόξω δέχονται, και ασκέρι μαζεμένες
+Απ' το παχνί τα οκνά τα ζα, τους ακαμάτες, διώχνουν,
+Βράζει η δουλειά, μοσκοβολά το μέλι από θυμάρι.
+Και καταπώς οι Κύκλωπες, σα βιαστικά ετοιμάζουν
+Ταστροπελέκια απ' του χαλκού τη μάζα που λυγάει,
+Άλλοι με βωιδοπέτσινα φυσούνια τους αέρες
+Ρουφούν και πάλι διώχνουν τους κι' άλλοι στη λούμπα βάφουν
+Το μέταλλο που στο νερό τριζοκοπά, και η Αίτνα
+Από ταμόνια που έστησαν στενάζει, και σηκόνουν
+Ανάμεσό τους ρυθμικά μ' ορμή πολλή τα μπράτσα,
+Και στρίφουν τα σιδερικά με σφιχταρπάχτρες άγρες·
+Έτσι, α βολεί με τα μικρά να συγκριθούν μεγάλα,
+Σπρώχνει και τα Κεκροπιακά μελίσσια η φυσικιά τους
+Η αγάπη για τα κέρδητα στο έργο του καθένα.
+Της πολιτείας, οι προεστές έχουν την έγνοια· εκείνες
+Τα μελικέρια προφυλάν και χτίζουν τεχνικάτα
+Γυψέλια· μα οι νεώτερες γυρίζουν κουρασμένες
+Πολύ τη νύχτα σπίτι τους με τα μεριά γιομάτα
+Θυμάρι, και διαβαίνοντας από δω απόκει βόσκουν
+Τες κουμαριές, τες γαλανές ιτιές, τη χαμοδάφνη,
+Την κόκκινη τη ζαφορά, το ξυγγερνό φλαμούρι
+Και τους σιδερογάλαζους υακίνθους. Είνε για όλες
+Κοινό το σώσμα της δουλειάς, κοινός ο κόπος για όλες
+Πρωί πετιώνται απ' τες ποριές· πούπετα χασομέρια·
+Και πάλι όταν το σούρουπο τες ορμηνεύει τέλος
+Στους κάμπους, από τη βοσκή να τραβηχτούν, γυρίζουν
+Στα σπίτια τους και γνοιάζονται για το κορμί τους τότες·
+Γένεται αντάρα· μουρμουρούν τρογύρω στα κατώφλια
+Και στες μπασιές· απέκειθε τσωπαίνουν όλη νύχτα,
+Αφού πλαγιάσουν στον οντά, και παίρνει του κορμιού τους
+Το κάθε μέρος ο ύπνος του. Ποτέ δε βγαίνουν όμως,
+Σαν οι βροχάδες κρέμονται, μακρυά από τα μαντριά τους,
+Κι' ουδέ πιστεύουν τουρανού, σα βιαστικά σιμόνουν
+Εύροι, μα γύρου στα τειχιά της χώρας φυλαγμένες
+Παίρνουν νερό, κι' αλαργινά πετάγματα δεν κάνουν,
+Ή και σηκόνουν κάποτες γουλιά, σαν τη σαβούρρα
+Οι βάρκες που όλο κουλουρούν όταν το κύμα αψιώνει,
+Και πέτονται μες στ' άυλα τα σύγνεφα με κείνα.
+Και θα θιαμαίνεσαι κι' αυτό το σύστημα που αρέσει
+Στες μέλισσες: ζευγάρωμα δε στρέγουν· το κορμί τους,
+Στης Αφροδίτης τες χαρές νωθρό, δεν τ' αστενίζουν,
+Και δε γεννούν το σπάρμα τους μ' αγώνες και με πόνους·
+Μα οι ίδιες από βότανα γλυκά κι' από τα φύλλα
+Συνάζουν με το στόμα τους τα τέκνα τους, κ' οι ίδιες
+Διαλέν το βασιλέα τους και τους μικρούς Κυρίτες
+Και ξαναφτιάνουν την αυλή και το κερένιο κράτος.
+
+Αλλά στους βράχους τους σκληρούς, ενώ κλωθογυρίζουν,
+Συχνά συντρίβουν τα φτερά και ξεψυχίζουν κάποιες
+Με το βαρύ τους φόρτωμα· τόσο φιλοτιμιούνται
+Να κάνουν μέλι, κι' αγαπούν εκείνες τα λουλούδια.
+Κ' έτσι λοιπόν ο τελειωμός τους έρχεται της ζήσης,
+Πούνε γι αυτές μικρή πολύ. γιατί μήτε δε φτάνει
+Το καλοκαίρι το έφτατο· κι' όμως το γένος μνέσκει
+Αθάνατο, και του σπιτιού βαστά η καλοτυχία.
+Και προσπαπούνων πρόγονους μετρούν. Το ρήγα κι' όλας
+Η Αίγυπτο έτσι δεν τιμά, μηδέ η τρανή Λυδία,
+Ούτε των Πάρθων οι λαοί κι' ο Μηδικός Υδάσπις.
+Σαν είνε ο ρήγας άβλαβος μια γνώμην έχουν όλες.
+Μα αφού χαθεί συντρίβεται κ' η πίστη τους αμέσως,
+Το στοιβασμένο μέλι τους ατές τους διαγουμίζουν
+Και μοναχές τους τες πλεχτές κηρήθρες χαντακόνουν.
+Εκείνος είνε ο φυλαχτής του έργου· τον θιαμάζουν,
+Με μπουμπουνίσματα πυκνά τον τρογυρίζουν όλες,
+Ντρυμόνονται πολλές μαζή σιμά του και τον παίρνουν
+Πολλές φορές στο νώμο τους, και ρίχνουν το κορμί τους
+Στον πόλεμο, κι' από πληγές λαμπρό χαλεύουν τέλος.
+
+Με τούτες τες απόδειξες και ακολουθώντας τούτα
+Τα ξόμπλια, κάποιοι εδίδαξαν πως στα μελίσσια υπάρχει
+Μοιράδι από το θεϊκόν το νου κ' αιθέριο πνέμα,
+Γιατί ο θεός τα πάντα, λεν, γιομίζει, τη γης όλη,
+Τες πλατωσιές της θάλασσας και τουρανού τα βάθη,
+Κι' από τον ίδιον την ψιλή ζωή τους ανασέρνουν
+Κοπές, κοπάδια κι' άνθρωποι και κάθε γένος άγριο
+Κι' όσα γεννιώνται, και σ' αυτόν βέβαια γυρίζουν όλα
+Κ' ελεύτερα ξανάρχονται· και δεν υπάρχει τόπος
+Του χάρου, μα όλα ζωντανά κι' ανάμεσα στ' αστέρια
+Πέτονται και στον ουρανό προς τα ψηλά ανεβαίνουν.
+
+Κι' ανίσως τες βασιλικές καθέδρες και το μέλι,
+Οπούνε μες στους θησαυρούς κλεισμένο, ξεβουλώσεις,
+Ανασυρμένο σύχλιανε νερό μέσα στο στόμα
+Και ξάχνιζέ το, και καπνούς, οπού παντού ντρυμόνουν,
+Απλόνοντας το χέρι σου, σκόρπησε. Τα μελίσσια
+Τον κάθε χρόνο δυο φορές το πλούσιο δόσιμό τους
+Συνάζουν και το μέλι τους σε δυο εποχές τρυγιέται:
+Άμα τωραίο της πρόσωπο η Πλειάδα Ταϋγέτη
+Δείχνει, και με το πόδι της σκουντά καταφρονώντας
+Του Ωκεανού τον ποταμό, κι' όταν αυτή καθίζει.
+Φεύγοντας τάστρα των Ψαριών τα βροχερνά, στο κύμα
+Το χειμωνιάτικο άχαρη. Μα αμέτρητη είνε η οργή τους.
+Και πιτσυλάν, σαν πειραχτούν, στες δαγκασιές φαρμάκι.
+Κι' από τες φλέβες κρέμονται και το κεντρί τους μένει
+Κρουμμένο, και μες στες πληγές αφίνουν την ψυχή τους.
+Κι' ίσως να σκιάζεσαι βαρύ χειμώνα, κ' ίσως θέλεις
+Για το μελλάμενον καιρό να οικονομάς το μέλι.
+Κι' ίσως για την πολύπαθη ψυχή τους και το κράτος
+Το χαλασμένο συμπονείς· γι' αυτό όμως μη διστάζεις
+Να κόφτεις τάδεια τα κεριά κι' απέκει να καπνίσεις
+Με το θυμάρι τα κρινιά, τι τες κηρήθρες τρώει
+Άγνωστος βόστερας συχνά, και σκώροι, που φοβούνται
+Το φως, φωλιάζουν στα κελλιά, και οι άνεργοι ακαμάτες
+Καθίζοντας στα γιόματα τα ξένα, και η άγρια σφήκα,
+Οπούχει ανώτερα άρματα, ντρυμόνουν στα γυψέλια,
+Και της βωτρίδας το δεινό το γένος, ως κ' η αράχνη.
+Που η Αθηνά τη φτόνεσε, τα δίχτυα τα ντωμένα
+Κρεμά συχνά μπρος στες μπασιές. Όσο χειρότερα όμως
+Οι μέλισσες ξεγένονται, τόσο πασκίζουν όλες
+Με ζήλο περισσότερο του ρειπισμένου γένους
+Να μάσουν τα χαλάσματα, και τα κελλάρια μέλι
+Γιομίζουν, κι' απ' τα λούλουδα ταμπάρια ξαναπλέκουν.
+
+Μα ανίσως τα κουφάρια τους (γιατί και στα μελίσσια
+Φέρνει η ζωή τα πάθια μας) οι αστένειες τα λιγώσουν·
+(Κι' από σημάδια θετικά μπορείς να το νοήσεις:
+Γιατί των άρρωστων ευτύς το χρώμα γένεται άλλο,
+Και τα ασκημαίνει φοβερή στο πρόσωπο η λιγνάδα.
+Και τότες βγάζουν τάψυχα κορμιά από τα γυψέλια
+Και κάνουν ξόδια θλιβερά· ή κι' από τα κατώφλια
+Μαζεύοντας τα πόδια τους κρεμιώνται μοναχά τους.
+Ή κι' όλας μες στα χτίρια τους χασομερούν κλεισμένα
+Από την πείνα τους οκνά κι' απ' το ξερό το κρύο
+Νωθρά· κι' αντάρα ακούγεται βαρειά κι' όλο βουίζουν,
+Καθώς στα δάση κάποτε ψυχρός νοτιάς σβουρίζει,
+Καθώς από τα κύματα, που τ' ακρογιάλια πάλι
+Τα χύνουν, πολυτάραχο το πέλαγο βογγάει,
+Καθώς γοργά βράζει η φωτιά μει τα κλειστά καμίνια·)
+Τότες εγώ θα ορμήνευα μυριστικά χαλβάνια
+Ν' ανάψεις, και μες στα κρινιά μ' αυλάκια καλαμένια
+Να χύσεις μέλι, επίτηδες έτσι ερεθίζοντάς τα
+Και προσκαλώντας στη γνωστή θροφή τες αρρωστιάρες.
+Θα τα ωφελήσεις σμίγοντας χυμούς από τριμμένα
+Κηκίδια και τραντάφυλλα ξερά ή και πετιμέζι
+Παχύ από τες πολλές φωτιές, ή και σταφιδιασμένα
+Τσαμπιά από αμπέλια ψιθιακά, και τ' Αττικό θυμάρι
+Και το θερμασοβότανο το βαρειομυρωδάτο.
+Και στα λειβάδια γένεται λουλούδι, που οι ξωμάχοι
+Άστρο του έβαλαν όνομα, βοτάνι που το βρίσκουν
+Εύκολα αυτοί που το ζητούν, γιατί μεγάλο λόγγο
+Από μια μόνη ριζαμιά σηκόνει και χρυσή είνε
+Η κούπα, μα τα φύλλα του, πούνε χυτά τρογύρου,
+Με το μαβί του γιοφυλλιού του μαύρου χαμολάμπουν.
+Πολλές φορές εστόλισε μες στα πλεχτά στεφάνια
+Των αθανάτων τους βωμούς, κ' είνε στυφή στο στόμα
+Η γέψη του κ' οι πιστικοί στα κοσσισμένα σιάδια
+Σιμά στο στραβοπόταμο το Μέλλα το μαζεύουν.
+Βράσε τες ρίζες με κρασί μυριστικό και βάλε
+Μπρος στες ποριές τους τη θροφή σ' ολόγιομα κανίστρια.
+
+Μα αν ένας χάσει ολομεμιάς το σόι και δεν έχει
+Τρόπο τη ρίζα της γενειάς να ξανανειώσει, τότες
+Να του ξηγήσω είνε καιρός του Αρκαδιανού διδάχου
+Το αξιόλογο το εφεύρεμα και πώς απ' τα σφαμένα
+Δαμάλια έβγαλε μέλισσες το σάπιο τους το αίμα.
+Όλάκερο το ξάκουσμα θένα αραδιάσω τώρα,
+Στα παλαιά γυρίζοντας, από την πρώτη αρχή του.
+Κι' αλήθεια, εκεί που κατοικεί του Πελλαϊκού Κανώβου
+Ο κόσμος ο καλότυχος, στο λιμνασμένο Νείλο,
+Τον ξέχειλο τον ποταμό, και με χρωματισμένες
+Φελούκες τα χωράφια του διαβαίνει γύρου, γύρου·
+Και εκεί που το γειτόνιασμα της σπουρδοαρματωμένης
+Περσίδας τον στενοχωρεί, και εκεί που η ρεματιά του
+Απ' τους ενδούς τους μελαψούς πηγάζοντας κυλάει
+Και μοιρασμένη χύνεται στα εφτά τα στόματά του
+Και τη χλωρή την Αίγυπτο με μαύρο χώμα θρέφει,
+Ελπίζει ο τόπος από αυτήν την τέχνη σωτηρία.
+Πρώτα για τούτην τη δουλειά διαλέγεται ένα μέρος
+Στενόχωρο και μικροστό, και χαμηλή μια σκέπη
+Κεραμιδένια και φτενοί το περιορίζουν τοίχοι·
+Κ' είνε ανοιχτά στους τέσσερους ανέμους παραθύρια
+Τέσσερα, που λοξά το φως αφίνουν να διαβαίνει.
+Κι' απέκει δευτερόχρονο χαλεύεται δαμάλι,
+Που νάχει κι' όλας κέρατα γυρτά στο μέτωπό του,
+Και του σφαλίζεται η πνοή στο στόμα και τ' αρθούνια
+Τα δίδυμα, ενώ πολεμά πολύ, κι' αφού ψοφήσει
+Από το ξύλο, χτυπητά τα σπλάχνα του χαλιώνται
+Μες το πετσί τανέγγιχτο. Κι' αφού έτσι μες στο κλείσμα
+Βαλθεί, θενά παραιτηθεί, και κάτου απ' τα πλευρά του
+Κλαριά κομμένα θα στρωθούν, θρούμπες και χαμοδάφνες
+Νωπές· και τούτο γένεται τόμου πρωτοσαλέψουν
+Οι Ζέφυροι τα κύματα και πρίχου κοκκινίσουν
+Οι κάμποι από χρωματισιές καινούριες, πριν κρεμάσει
+Απ' τα δοκάρια τη φωληά το λάλο χειλιδόνι.
+Και σταπαλά τα κόκκαλα ζεσταίνοντας ως τόσο
+Βράζει ο χυμός, και ζωντανά, που να τα ιδείς ξενίζεις,
+Μισερωμένα στην αρχή βρυάζουν και σε λίγο
+Με τα φτερούγια τους λαλούν στον αλαφρόν αέρα.
+Όλο ψηλότερα πετούν, ως που στο τέλος όξω
+Χυμούν με ορμή, σαν τη βροχή που χύνεται από γνέφι
+Καλοκαιρίσιο, ή και καθώς σαΐττες που τες κρούει
+Το νεύρο, σαν πρωταρχινάν γοργοί τη μάχη οι Πάρθοι.
+
+Ποιος, Μούσες, ποιος αθάνατος έδειξε αυτήν την τέχνη;
+Που αυτή η καινούρια μάθηση τανθρώπου νάχει αρχίσει;
+Ο Αρισταίος ο πιστικός, καθώς ο λόγος λέει,
+Σαν έχασε από λοιμικό και πείνα τα μελίσσια
+Φεύγοντας τα Πηνειακά τα Τέμπη, λυπημένος
+Στάγιο το κεφαλόβρυσο, στου ποταμού την άκρη.
+Εστάθηκε κλαιάμενος πολύ και της γεννήτρας
+Τούτα τα λόγια εμίλησε: — “Μάννα, Κυρήνη, μάννα.
+Που μες στα βάθη κατοικείς σ' αυτήν την καταβόθρα,
+Γιατί από γένος θεϊκό περίλαμπρο (αν αλήθεια,
+Ως μούπες, είνε ο Απόλλωνας πατέρας μου ο θυμβραίος)
+Από τες μοίρες μισητό μ' εγέννησες; Η αγάπη,
+Πούχες για εμέ, πού εδιώχτηκε; τι με παρακινούσες
+Να καρτερώ τον ουρανό; Μα κοίτα, ως και της ζήσης
+Της πρόσκαιρης τη δόξα αυτή που, αφού εδοκίμασα όλα,
+Μου επροβοδούσε μεταβιάς η ακάματη επιμέλεια,
+Ενώ είσαι εσύ μητέρα μου, την παραιτώ· ομπρός τώρα
+Η ίδια εσύ ξερρίζωσε τα χρήσιμα τα δέντρα,
+Η ίδια με το χέρι σου φωτιά χαλάστρα φέρε
+Στους σταύλους και κατάστρεφε το θέρισμα και κάψε
+Τες φυταλιές, κι' ανέμισε και το τρανό πελέκι
+Στ' αμπέλια, αφού εσυχάθηκες τον έπαινο μου τόσο.”
+
+Μα την αντάρα αγρίκησεν η μάννα στο θαλάμι
+Κάτουθε από τον τρίσβαθο τον ποταμόν. Οι Νύμφες
+Γύρου της έγρεναν μαλλί της Μίλητος βαμμένο
+Σε χορταμένα βάμματα, πράσινα σαν κρουστάλλι,
+Η Δρυμώ, η Λίγεια, κ' η Ξανθώ, κ' η Φυλλοδόκη ακόμα,
+Που στο λευκό τους το λαιμό λαμπρά σγουρά εχυνόνταν,
+[Κ' η Κυμοδόκη, κ' η Σπειώ, κ' η Θάλεια, κ' η Νυσαίη,]
+Ως κ' η Κυδίππη κ' η ξανθή Λυκωριάδα, η μία
+Παρθένα, η άλλη πρωταριά στους πόνους της Ειλήθυιας,
+Ως κ' η Βερόη κ' η αδερφή Κλειώ, που θυγατέρες
+Ήταν κ' οι δύο του Ωκεανού κ' ήταν κ' οι δυο ζωσμένες
+Με μάλαμα και με πετσιά χρωματιστά κ' οι δύο,
+Κ' η Εφύρα, κ' η Ώπις, κ' η Ασιακή Δηιόπεια και τέλος
+Η γοργοπόδα Αρέθουσα με δίχως τα βελτόνια.
+Και στες κυκλοκαθούμενες διηγότουν η Κλυμένη
+Τες μάταιες έγνοιες του Ήφαιστου και του Άρη τες απάτες
+Και τες κλεμμένες ηδονές, και τες πυκνές αγάπες
+Αναμετρούσε των θεών απ' τον καιρό του Χάους.
+Κ' ενώ από το τραγούδι της συνεπαρμένες στρίφουν
+Τ' αδράχτια και το μαλακό τον κάματό τους γνέθουν,
+Ταυτιά της μάννας χτύπησε το κλάμα του Αρισταίου
+Πάλι κι' όλες εσάστισαν στους κρουσταλλένιους θρόνους.
+Μα πρώτη από τες αδερφές η Αρέθουσα προβάλλει
+Στην κορυφή της ρεματιάς τολόξανθο κεφάλι
+Τηράζοντας κι' από μακρυά τα λόγια τούτα λέει: —
+“Του κάκου δεν ετρόμαξες, αχ αδερφή Κυρήνη.
+Το τόσο στέναγμα· είνε αυτός· η πλιο μεγάλη σου έγνοια,
+Ο Άρισταίος ο άχαρος, που δίπλα στου πατέρα
+Πηνειού το κύμα στέκεται για σένα δακρυσμένος,
+Και σου μιλεί,” σκληρόψυχη μητέρα “κράζοντάς σε.
+Κι' από τη σκιάξη αγνώριστη, κρουσμένη η μάννα λέει:
+“Φέρτον, ομπρός, φέρτον σε μας· τούνε συχωρεμένο
+Των αθανάτων των θεών ν' αγγίξει τα κατώφλια.”
+Και τα βαθειά τα κύματα φαρδιά προστάζει αμέσως
+Ν' ανοίξουν και τα πόδια του βάζει εκεί μέσα ο νέος.
+Όμως το κύμα εστάθηκε τρογύρω του καμπύλο
+Σαν το βουνό, στο διάπλατο τον κόρφο τον εδέχτη
+Και κάτου από του ποταμού την κοίτη τον επήρε.
+Κ' επροχωρούσε τώρα αυτός θιαμάζοντας τα κράτη
+Τα ογρά, και της μητέρας του τα σπίτια και στα σπήλια
+Λίμνες κλειστές ολόγυρα και δάση που εβουίζαν,
+Και στατικός απ' των νερών το κίνημα το μέγα
+Όλους τηρά τους ποταμούς τους διάφορους να τρέχουν
+Κάτου απ' τη γης την απεικιά, στους τόπους τους: το Λύκο,
+Το Φάσιδα, και τες πηγές όθε με βια αναβρύζει
+Ο Ενιπέας ο τρίσβαθος κι' ο Κάικος της Μυσίας,
+Κι' ο πετρερός ο Ύπανις βροντώντας, κι' όθε βγαίνει
+Ακόμα κι' ο Τιβερινός πατέρας και τ' Ανίη
+Η ρεματιά κι' ο Ηριδανός, πούχει στο πρόσωπό του
+Το δαμαλίσιο ολόχρυσα τα δυο τα κέρατά του,
+Και σαν εκείνος ποταμός άλλος κανείς δε ρέει
+Ανάμεσα στα λιπαρά χωράφια και κανένας
+Με τόση ορμή στο πορφυρό το πέλαγο δε βγαίνει.
+Και στην κισσεροθόλωτη τη γράβα εμπήκε απέκει
+Του κρυφτοντά, κ' εγνώρισε του γιού της η Κυρήνη
+Το περιττό παράπονο, κ' οι δυο αδερφές στα χέρια
+Κατά την τάξη ξάστερο βρυσόνερο του χύνουν,
+Και φέρνουν σφογγιστόπαννα με φλόκια κουρεμένα.
+Και μερικές τα φαγητά φορτόνουν στα τραπέζια
+Και τα ποτήρια ολάγιομα πιθόνουν και καπνίζουν
+Φωτιές απάνου στους βωμούς Παγχαϊκές. Και τότες,
+“Πάρε μια κούπα Λυδικό κρασί” του λέγει η μάννα
+“Κι' ας στάξουμε του Ωκεανού.” Και παρευτύς εκείνη
+Περικαλεί τον Ωκεανό, τον κύρη απ' ό,τι υπαρχει,
+Ως και τες αδερφάδες της τες Νύμφες που ρουμάνια
+Υπερασπίζουν εκατό κι' άλλα εκατό ποτάμια.
+Και τρεις φορές εμόσκεψε με διάφανο νεχτάρι
+Τον αναμμένον το βωμό και τρεις φορές η φλόγα
+Λάμποντας επετάχτηκε προς την κορφή του θόλου.
+Κι' αυτό το αγούρι στην ψυχή της δίνει θάρρος, κ' έτσι
+Αρχίζει τότες να μιλεί: — “Μέσα στου Ποσειδώνα
+Το βόθυνα, στην Κάρπαθο, μάντης υπαρχει, ο μπλάβος
+Πρωτέας, κι' αυτός τα πέλαγα διαγέρνει σ' ένα αμάξι,
+Που δίποδα αλογόψαρα το σέρνουν. Την Παλλήνη
+Ξανάειδε την πατρίδα του και τους λιμιώνες τώρα
+Της Ημαθίας· κι' αυτόν εμείς οι Νύμφες τον τιμούμε
+Και τον τιμά κι' ο γέροντας Νηρέας, γιατί γνωρίζει
+Ο μάντης όλα: τωρεινά και περασμένα κι' όσα
+Μέλλουν σε λίγο να γενούν. Το θέλησε έτσι βέβαια
+Ο Ποσειδώνας, που εκεινού του βόσκει τα τεράστια
+Κοπάδια και τες άσκημες τες φώκες μες στα βάθη
+Του βόθυνα· κι' αυτόν εσύ με τα δεσμά, παιδί μου,
+Θα τον σκλαβώσεις παρευτύς για να σου φανερώσει
+Κάθε αφορμή του λοιμικού και για να σου βολέψει
+Την έβγαση. Χωρίς στανιό δε θα σου δώκει ορμήνειες·
+Και δε λυγάει με δέησες· τη βια μεταχειρίσου·
+Του σκλαβωμένου τα δεσμά γδώνε· σ' εκείνα οι δόλοι
+Οι μάταιοι τέλος θραύονται. Η ίδια, σαν ανάψει
+Ο ήλιος του μεσημεριού τες φλόγες και διψάσουν
+Τα χόρτα και τα ζωντανά τους ίσκιους προτιμήσουν,
+Στου γέροντα τες μοναξιές, εκεί που αποτραβιέται,
+Όταν από τα κύματα μουδιαίνει, θα σε πάρω
+Για να τον πιάσεις εύκολα, σύντα τον παίρνει ο ύπνος.
+Μα τότες που θα τον κρατείς πιασμένον με τα χέρια
+Και τα δεσμά πολλές φορές, πολλών θηρίων μυσείδια
+θα σε γελούν· τι παρευτύς θα γένει αναμαλλιάρης
+Κάπρος και τίγρης τρομερός και λιόντας χρυσοχήτης
+Και δράκοντας λεπιδωτός ή και της στιας το βρόντο
+Θα κάμει κ' έτσι απ' τα δεσμά θα ξεγλυστρήσει, ή κι όλας
+Γενάμενος λυωτό νερό θα φεύγει. Μα όσο εκείνος
+Όλες λαβαίνει τες μορφές, τόσο εσύ, γιέ μου, σφίγγε
+Περσότερο τα δυνατά δεσμά του, ως που στο τέλος,
+Το σώμα πάλι αλλάζοντας, θα γένει τέτοιος όπως
+Θα ιδείς τον σαν τα βλέφαρα του κλειούν στο πρωτούπνι.”
+Έτσι είπε κ' επερίχυσε το κρουσταλλένιο μύρο
+Της αμβροσίας κ' εμόσκεψε με κείνο όλο το σώμα
+Του τέκνου της, κι' ανάδωκαν τα ομορφοστολισμένα
+Σγουρά του μια γλυκειά πνοή και δύναμη επιδέξια
+Αγρίκησε στα μέλη του. Σ' ενού βουνού το πλάι
+Το φαγωμένο βρίσκεται σπηλιά πολύ μεγάλη,
+Κ' εκεί ντρυμόνουν κύματα πολλά με τους ανέμους,
+Κι' απέκει σπαν απόπερα σ' ένα κλειστό λιμάνι,
+Αραξοβόλι σίγουρο του ξαφνισμένου ναύτη
+Από τα χρόνια τα παληά. Και μέσα εκεί ο Πρωτέας
+Αποτραβιέται στα ριζά βράχου τρανού· κ' η Νύμφη,
+Στο φως ενάντια, βάζει εκεί το νιο σε μια κρουβίστρα.
+Κι' άφαντη σ' ένα σύγνεφο στέκεται εκείνη αλάργα.
+Ο Σείριος κι' όλας έκαιγε θερμός τους διψασμένους
+Ινδούς, κι' ο ήλιος το μισό το δρόμο πυρρωμένος
+Έσωνε, κ' εμαραίνονταν τα βότανα, κ' οι αχτίδες
+Ανάβραζαν τα βαθουλά ποτάμια, πούχαν μείνει
+Απόξερα στες μπούκκες τους, κ' ήταν ζεστά ως το βούρκο·
+Σαν ο Πρωτέας βγαίνοντας από το κύμα ερχότουν
+Στες μαθημένες του σπηλιές κι' ολόγυρά του ο κόσμος
+Ο νοτερός της θάλασσας της ανοιχτής πηδώντας
+Πέρα σκορπά πικρή δροσιά. Στο περιγιαλι οι φώκες
+Εδώ κ' εκεί ξαπλόνονται να κοιμηθούν, κ' εκείνος,
+Καθώς ο σταυλοφύλακας πολλές φορές στα όρη,
+Σαν τα μοσκάρια σπίτι τους τα φέρνει ο Αποσπερίτης
+Κ' οι λύκοι αψιόνουν των αρνιών τα βλιάσματα γρικώντας,
+Καθίζει μες στη μέση τους απάνου σε μια ξέρα
+Και τες μετρά ξεταστικά. Και μεταβιάς προσμένει
+Ο Αρισταίος, σα βολικιά στιγμή του επαρουσιάστη,
+Τα κουρασμένα πόδια του ο γέροντας ν' απλώσει,
+Και με φωνή του χύνεται μεγάλη και με σπέδες
+Κυριεύει τον κοιτάμενον. Κι' αυτός απ' τάλλο μέρος
+Δε λησμονά τες τέχνες του, την όψη παίρνει απ' όλα
+Τα θιαμαστά τα πράματα, και φλόγα και θηρίο
+Γένεται τρομερώτατο και ξάστερο ποτάμι.
+Μα αφού δε βρίσκει της φυγής τον τρόπο με τους δόλους
+Παίρνει ξανά την πρώτη του μορφή και νικημένος
+Τέλος με στόμα ανθρώπινο του αναθιβαίνει τότες:
+“Και ποιος σ' επρόσταξε λοιπόν απόκοτο κοπέλι
+Μέσα στα σπίτια μας να μπεις; και τι ζητάς εδώθε;”
+Είπε· και του αποκρίθηκε: “Ξέρεις, Πρωτέα, ξέρεις
+Ο ίδιος, και σε τίποτα δε σ' απατάει κανένας·
+Μα ας μην το θέλεις ούτε συ· στες προσταγές υπάκουοι
+Των αθανάτων των θεών ήρθαμε εμείς· εδώθε
+Για τα χαμένα πράματα μαντέματα ζητώντας.”
+Τόσα είπε μόνο, και σ' αυτά με δύναμη μεγάλη
+Τα μάτια πούχαν γαλανές αναλαμπές απέκει
+Ο μάντης στριφογύρισε, βαρειά έστριξε τα δόντια
+Κι' άνοιξε τέλος για να ειπεί την προφητεία το στόμα:
+“Αληθινό είνε, οργή θεού σε κυνηγά· πλερώνεις
+Κρίμα μεγάλο. Δύστυχος, χωρίς να φταίει καθόλου,
+Ο Ορφέας, α δεν αντισταθούν οι μοίρες, ανασταίνει
+Για σένα τούτες τες ποινές και φοβερά μανίζει
+Μαζή σου, γιατί του άρπαξεν ο χάρος τη συμβία.
+Εκείνη, όταν σ' εξέφευγε γοργά κατά το μάκρος
+Του ποταμού, στα πόδια της η θανατογραμμένη
+Κόρη δεν είδε τον τρανό τον ύδρο που τους όχτους
+Στα ψηλά χόρτα εφύλαγε. Μα των βουνών τα χτένια
+Εγιόμισαν απ' τες φωνές ομόλικων Δρυάδων,
+Κλαιν τα Παγγαία τα ψηλά κ' οι ράχες της Ροδόπης,
+Κ' η γης η πολεμόχαρη του Ρήσου, οι Γέτες, ο Εύρος,
+Η Ωρείθυια κι' όλας η Αττική. Κ' εκείνος με χελώνα
+Κούφια πρααίνει την πικρήν αγάπη του και σένα
+Συμβία γλυκειά ολομόναχος σε ψάλλει στ' ακρογιάλι,
+Εσέ σαν έρχεται το φως, εσέ σα φεύγει η μέρα,
+Εμπήκε και στου Ταίναρου την καταβόθρα, στ' Άδη
+Τα τρίσβαθα τα στόματα, σε λόγγους που τα μαύρα
+Τα σκιάχτρα τους μελάνιαζαν, κ' ηρθε στο βασιλέα
+Τον τρομερό και στες ψυχές των αποκοιμημένων,
+Και στες καρδιές που δε λυγάν με παρακάλια ανθρώπων.
+Άλλα από το τραγούδι του συγκινημένοι οι ίσκιοι
+Και τ' άσαρκα φαντάσματα που πλια ζωή δεν έχουν,
+Από του Ερέβους έβγαιναν τα τρίσβαθα τα μέρη,
+Πλήθος πολύ, σαν τα πουλιά που κρούβονται χιλιάδες
+Στα φύλλα, σαν οχ τα βουνά το σούροπο τα διώχνει
+Ή κ' οι βροχάδες οι δαρτές: μάννες αντάμα κι' άντρες,
+Και ηρώων μεγαλόψυχων κορμιά πούχαν πεθάνει,
+Και κορασιές ανύπαντρες, παιδιά μικρά, και νέοι
+Που σε πυρές πιθώθηκαν μπρος στων γονηών τα μάτια.
+Κι' όλους ο βάλτος μελανός και τάσκημο καλάμι
+Του Κωκυτού και με ταργό το κύμα της η λίμνη
+Η αχάρευτη απ' ολόγυρα τους σταματούν, κ' η Στύγα,
+Που εννιά φορές ανάμεσα περνά, τους περιορίζει.
+Ως κ' η καρδιά του Τάρταρου, το σπίτι του θανάτου,
+Και οι Εριννύες, που τα μαλλιά με μπλάβα φείδια πλέκουν,
+Εσάστισαν, και χάσκοντας αντικρατεί τα τρία
+Τα στόματά του ο Κέρβερος, και στέκεται ως και η ρόδα,
+Που στρίφει τον Ιξίονα, γιατί κι' ο αέρας πέφτει.
+Και τώρα πλια ξανάγερνε, κ' είχε ξεφύγει απ' όλα
+Τα κίντυνα και προς το φως του κόσμου η Ευρυδίκη.
+Που πάλι τούχε χαριστεί, κατόπι ακολουθώντας,
+(Τι τέτοιο νόμο τούβαλεν η Περσεφόνη) ερχότουν.
+Όταν κυριεύει ξαφνικά τον άβουλο ερωτάρη
+Μια τρέλλα, που συχωρετή θε νάταν, αν ο Άδης
+Εγνώριζε να συχωρεί: σιμά στο φως τελείως,
+Από το πάθος της ψυχής παρμένος, λησμονάει,
+Και, ώφου! την Ευριδίκη του γυρίζοντας τηράζει.
+Όλα τα κόπια εχάθηκαν· χαλιώνται κ' οι συνθήκες
+Του τύραννου του φοβερού και τρεις φορές στες λίμνες
+Τ' Αόρνου αντάρα ακούστηκε. Και τότες “Ποιος” του λέει
+“Ορφέα και με τη δύστυχη και σε μας έχει χάσει;
+Ποια μάνητα; Αχ, οι άσπλαχνες οι μοίρες πάλι οπίσω
+Με κράζουν, κ' ύπνος τα θολά τα μάτια μου σκεπάζει.
+Και τώρα γεια σου! εβύθισα, με τρογυρίζει νύχτα
+Βαρηά κι' απλόνω κατά σε του κάκου εγώ τα χέρια
+Τανήμπορα, που, αλοίμονο! δε θάνε πλια δικά σου.”
+Είπε· κι' από τα μάτια του, σαν ο καπνός που λυώνει
+Μες στον αέρα τον ψιλό, στα βάθη φεύγει αμέσως·
+Και τον Ορφέα πουθελε πολλά να κρίνει ακόμα
+Κ' ίσκιους του κάκου προσπαθεί να πιάσει πλια δεν είδε.
+Και τώρα δεν του συχωρεί τ' Άδη ο περαματάρης
+Το βάλτο πάλι να διαβεί που τούκοφτε το δρόμο.
+Τι θάκανε; σα δυο φορές του αρπάχτηκε η συμβία,
+Που θένα πήγαινει με τι παράπονο τον Άδη
+Και τους θεούς με τι φωνές αυτός θα εσυγκινούσε;
+Μα κρύα πλια τώρα στης Στυγός τη βάρκα εκείνη πλέει,
+Κ' έκλαιγε εκείνος, καθώς λεν, κατά σειρά εφτά μήνες
+Μες στου Στρυμόνα το έρημο το φρύδι κι' αποκάτου
+Από ένα βράχο τρίψηλο και στο ψυχρό το σπήλιο
+Ξετύλιγε τη μοίρα του κ' ημέρευε τον τίγρη
+Με το τραγούδι κ' έκανε τα δέντρα να σαλεύουν,
+Όπως στης λεύκας την ισκιά δέρνεται η Φιλομήλα
+Θρηνώντας τα χαμένα της τα τέκνα, που τα πήρε
+Ο ζευγουλάτης ο άκαρδος, ιδόντας τη φωληά της,
+Αφτέρωτα, και τότε αυτή τη νύχτα κλαίει σε κλάδο
+Καθούμενη, και τ' άχλιο της τραγούδι ξαναρχίζει,
+Και θλιβερό το κλάμα της γιομίζει όλο τον τόπο.
+Και την καρδιά δεν του λυγάν οι Υμέναιοι κ' η Αφροδίτη,
+Μα ταξειδεύει μοναχός τους υπερβόρειους πάγους.
+Το χιονισμένον Τάναϊ και τα Ριπαία λιβάδια,
+Που οι πάχνες πάντα σκέπουν τα, και κλαίει την Ευρυδίκη,
+Που ο Χάρος του την άρπαξε, και τ' άχρηστα τα δώρα
+Του Πλούτωνα. Κ' η πίστη του τες μάννες των Κικόνων
+Εκαταφρόνεσε· κι' αυτές στα νυχτικά μυστήρια
+Του Βάκχου, όταν εγιόρταζαν τους αθανάτους, σκίζουν
+Τον άγουρο και τον σκορπούν στους ανοιχτούς τους κάμπους.
+Και τότε, ενώ την κεφαλή, που τούχαν ζεριζώσει
+Από το μαρμαρόλευκο λαιμό, την εκυλούσε
+Στη μέση της κατεβασιάς ο Οιαγριακός ο Έβρος,
+Η κρύα του η γλώσσα, κ' η ίδια του η φωνή την Ευρυδίκη
+Κράζει (και τούφευγε η ψυχή): “αχ δύστυχη Ευρυδίκη!
+Κι' αντιλαλούν όλες οι οχτιές του ποταμού; Ευρυδίκη.”
+Είπε και πέφτει στο βαθύ το πέλαγο ο Πρωτέας.
+Και κει που πέφτει τ' αφριστό το κύμα στριφουλίζει.
+Μα όχι η Κυρήνη, τι έκρινε και τούτα του σκιασμένου:
+“Τες λυπηρές αφαντασιές μπορείς ν' αφήσεις, γιε μου·
+Τούτη είν' η αιτία του λοιμικού· στες μέλισσες οι Νύμφες,
+Που τους χορούς τους στα ψηλά τα νάπη αυτή οδηγούσε,
+Το θλιβερόν το χαλασμό τους έστειλαν για τούτο.
+Μα πρόσφερέ τους ταπεινός χαρίσματα ζητώντας
+Ειρήνη, και προτίμησε τες σπλαχνικές Ναπαίες,
+Τι εκείνες με τα τάματα τη χάρη θα σου κάμουν,
+Και θένα πάψουν την οργή. Μα στη σειρά από τώρα
+Τον τρόπο της παράκλησης εγώ θα σου αραδιάσω:
+Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι,
+Που τες χλωρές κορφές για σε του Λύκαιου τώρα βόσκουν,
+Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες
+Θε να διαλέξεις και βωμούς θα χτίσεις άλλους τόσους
+Μπρος στους ψηλούς των θεαινών ναούς γι' αυτά τα ζώα,
+Και από τη φλέβα του λαιμού το αίμα θα τους βγάλεις
+Τάγιαστικό και τα κορμιά στο φυλλωμένο δάσος
+θα παραιτήσεις· κ' ύστερα τόμου θα βγαίνει η Αυγούλα
+Η έννατη θυσίασε του Ορφέα παπαρούνες
+Ληθαϊκές και μελανό κριάρι σκότωσέ του,
+Και σα ξανάρθεις στο δρυμό με μια σφαχτή μοσκάρα
+Την Ευρυδίκη τίμησε, και θάνε ειρηνεμένη.”
+Και δεν αργεί· τες προσταγές της μάννας πράζει αμέσως·
+Πάει στους ναούς· στιεί τους βωμούς, που τούδειξε, και φέρνει
+Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι,
+Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες.
+Κ' ύστερα, όταν η έννατη ξανάφανεν Αυγούλα,
+Στέρνει του Ορφέα προσφορές και πάει στο δάσος πάλι.
+Μα ξάφνου εκεί ένα θάμασμα, που κι' αν το λες ξενίζεις
+Παρατηρούν οι θυσιαστές μες στων βωδιών τα σπλάχνα
+Τα νερουλά, εμπουμπούριζαν απ' όλην την κοιλιά τους
+Οι μέλισσες, κι' απ' τα πλευρά τα τσακισμένα εβράζαν,
+Κ' εσηκονόνταν σύγνεφο τεράστιο στον αέρα,
+Κ' εμαζευόνταν στες κορφές των δέντρων κι' απ' τους κλάδους
+Τους λυγερούς σαν τα τσαμπιά του σταφυλιού εκρεμώνταν.
+
+Αυτά για τ' όργωμα της γης και για την επιμέλεια
+Των ζωντανών εγώ έψαλλα, και για τα δέντρα ακόμα,
+Όταν ο μέγας Καίσαρας τινάζει του πολέμου
+Ταστροπελέκι στο βαθύν Ευφράτη και χαρίζει
+Νόμους στους πρόθυμους λαούς νικώντας, και το δρόμο
+Αρχίζει προς τον Όλυμπο. Και τον καιρόν εκείνον
+Εμενα, το Βεργίλιο, που εμέστωνα στες τέχνες
+Άδοξης σκόλης η γλυκειά μ' έθρεφε Παρθενόπη,
+Εμέ που παιγνιδίζοντας των πιστικών τραγούδια
+Είχα τονίσει μια φορά και τολμηρό κοπέλλι,
+Τίτυρε, κάτου απ' της οξιάς τη στέγη εσέ είχα ψάλει.
+
+***
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Georgics, by Virgil
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEORGICS ***
+
+***** This file should be named 32660-8.txt or 32660-8.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/2/6/6/32660/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/32660-0.zip b/32660-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..240fa12
--- /dev/null
+++ b/32660-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..72b7359
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #32660 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32660)