diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:56:27 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:56:27 -0700 |
| commit | 36691c8ee5872e0b0898626dbef1b45e1ef1f0e1 (patch) | |
| tree | b0e33605d0b07a56cc8f18c3437b19acf34befd5 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31808-0.txt | 6853 | ||||
| -rw-r--r-- | 31808-0.zip | bin | 0 -> 113269 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6869 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31808-0.txt b/31808-0.txt new file mode 100644 index 0000000..87d8e03 --- /dev/null +++ b/31808-0.txt @@ -0,0 +1,6853 @@ +Project Gutenberg's Shakespeare's Tragedies, by William Shakespeare + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Shakespeare's Tragedies + Part A, Romeo and Juliet + +Author: William Shakespeare + +Translator: Demetrios Vikelas + +Release Date: March 28, 2010 [EBook #31808] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHAKESPEARE'S TRAGEDIES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. A table with spelling mistakes has been taken into +account. The spelling of the book has not been changed otherwise. +Words in italics have been included in _. Footnotes in the +preface have been transferred at its end. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Ο Πίνακας παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψην. Η +ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με +πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _. Οι υποσημειώσεις +στις σελιδες των προλεγομένων μεταφέρθηκαν στο τέλος τους. + + + +ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ +ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, +ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ + + + +ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ +ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ + +ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕIΣΑI +ΥΠΟ +ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ. + + + + +ΜΕΡΟΣ Α'. + + + + +ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ + + +ΑΔΕΛΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ +ΚΑΙ +ΕΚΔΟΤΑ1 +ΕΝ +ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, +1876. + + + +ΤΗ ΣΥΖΥΓΩ ΜΟΥ. + + + +ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ + + + +Ουδενός μετά τον Όμηρον ποιητού, αρχαίου ή νεωτέρου, τα έργα +τοσούτον την σήμερον κατέστησαν πάγκοινα, όσον τα του Σαικσπείρου. +Τα επί των δύο της γης ημισφαιρίων πολυάριθμα Αγγλοσαξωνικά φύλα +ενδιατρίβουσι περί αυτά, όσον σχεδόν και περί τας ιεράς γραφάς· οι +δε στίχοι αυτού, εν είδει ρητών ή παροιμιών, κοσμούσι τας +αγορεύσεις ή ποικίλουσι την ομιλίαν πάντων των την Αγγλικήν +λαλούντων. Οι Γερμανοί, ιδιοποιούμενοι τον μέγαν της Αγγλίας +δραματουργόν, θεωρούσιν αυτόν ως τον κατ' εξοχήν δήθεν +αντιπρόσωπον και διερμηνέα της Τευτονικής διανοίας. Τα δε λοιπά +της Ευρώπης έθνη, και αυτοί έτι οι Ινδοί, επολιτογράφησαν δι’ +επανηλημμένων πολλάκις μεταφράσεων τα αριστουργήματα αυτού. Εκτός +δε των αλλεπαλλήλων εκδόσεων και μεταφράσεων, πλείστα περί +Σαικσπείρου εγράφησαν και οσημέραι γράφονται· σχόλια, ερμηνείαι, +μονογραφίαι παντός είδους, έρευναι ιστορικαί, φιλοσοφικαί και +αισθητικαί μελέται· ο κατάλογος μόνος της Σαικσπειρείου +βιβλιογραφίας αποτελεί πολυσέλιδον βιβλίον (1). Προς δε τούτοις +και σύλλογοι φιλολογικοί, εις τα περί Σαικσπείρου αποκλειστικώς +ασχολούμενοι, επί μάλλον και μάλλον υπεκκαίουσιν εν Αγγλία τε και +εν Γερμανία τον υπέρ του κορυφαίου των νεωτέρων δραματικών ποιητών +ζήλον και θαυμασμόν. + +Ο τοιούτος όμως του γενικού θαυμασμού φόρος εβράδυνε ν' αποδοθή +εις τον Άγγλον ποιητήν. Ναι μεν, και ζων ούτος ετιμήθη εν τη ιδία +πατρίδι· αλλ' η μετά τον θάνατον αυτού επελθούσα θρησκευτική και +πολιτική εν Αγγλία μεταρρύθμισις, μετέπειτα δε η από της καθόδου +των Στουάρδων επίδρασις της Γαλλικής σχολής επί της Αγγλικής +φιλολογίας, επεσκίασαν επί μίαν όλην εκατονταετηρίδα την φήμην και +την μνήμην του Σαικσπείρου. Εις την αναστήλωσιν της δόξης αυτού +συνετέλεσαν τα μάλιστα οι Γερμανοί, ουχί μόνον διά της αισθητικής +των έργων αυτού αναλύσεως, αλλά και διά της επί της σκηνής +εξακολουθήσεως των δραματικών αυτού παραδόσεων, χάρις εις του +Γαίτου και εις του Σχιλλέρου τ' αριστουργήματα. (2) Ούτως η νέα, η +ρωμαντική λεγομένη σχολή, παρεδέχθη βαθμηδόν τον Σαικσπείρον ως +αρχηγόν και ως πρότυπον, η δε λατρεία αυτού εξετάθη έκτοτε και +πέραν των ορίων του Τευτονικού κόσμου. Ούτω δε και οι Γάλλοι +αυτοί, λησμονήσαντες του Βολταίρου την καταφοράν, καταθέτουσιν ήδη +τον λίθον αυτών, και λίθον συχνάκις πολύτιμον, εις το επί μάλλον +και μάλλον ανυψούμενoν οικοδόμημα της δόξης του Άγγλου +δραματουργού.(3) + +Αλλά προς εξασφάλισιν της μετά θάνατον δόξης ολίγον φαίνεται +εργασθείς ο Σαικσπείρος αυτός. Ουδέποτε ζων ησχολήθη περί την +συλλογήν και έκδοσιν των έργων αυτού. Διαφιλονεικείται μάλιστα +μέχρι της σήμερον η γνησιότης τινών των εις αυτόν αποδιδομένων, +ενώ ουδεμία αφ' ετέρου υπάρχει βεβαιότης, ότι πάντα τα υπ' αυτού +γραφέντα περιεσώθησαν. (4) Αλλ' ούτε περί του βίου αυτού +γνωρίζομεν τι μετά θετικότητος, εκτός ότι εγεννήθη τω 1564 εν +Statford επί του ποταμού Avon, ότι ενυμφεύθη το 19ον της ηλικίας +έτος άγων, ότι παραιτήσας μετ' ου πολύ την τε πατρώαν στέγην και +την κατά επτά έτη πρεσβυτέραν αυτού σύζυγον, μετέβη εις Λονδίνον, +ένθα επιδοθείς εις το θεατρικόν στάδιον απετέλεσε μέρος των +θιάσων, χάριν των οποίων συνέθετε τα δράματα αυτού, και ότι αφού +διά της τοιαύτης εργασίας απέκτησε πλούτον ικανόν προς βίον +άνετον, επέστρεψεν εις την γενέθλιον πόλιν, και αγοράσας γαίας, +κατά την πατροπαράδοτον παντός Άγγλου φιλοδοξίαν, διεβίωσεν έτη +τινά εν αξιοπρεπεί ανεξαρτησία, και απέθανε τω 1616. μ. Χ. (5) Εις +τα ολίγα γνωστά προσετέθησαν ακολούθως πολλά περί του βίου αυτού, +τα μεν έχοντα το κύρος συγχρόνων μαρτυριών και παραδόσεων, τα δε +όλως αδέσποτα. Εκ πάντων δε τούτο κυρίως εξάγεται ότι ο +Σαικσπείρος επεδόθη εις το έργον δι’ ου απηθανατίσθη, ουχί εκ +προθέσεως ουδ' επί σκοπώ να δοξασθή, αλλ' υπό της φοράς των +πραγμάτων ωθούμενος, και υπό της ανάγκης όπως απολαύση ούτω την +υλικήν ανεξαρτησίαν και την εν τη πατρίδι αποκατάστασιν. Ο νους +αυτού ήτο πρακτικός ως αληθούς Άγγλου· η δε συνένωσις αύτη της +υψίστης ποιητικής εμπνεύσεως μετά της βιωτικής πρακτικότητος +αποτελεί τον ιδιάζοντα αυτού χαρακτήρα. Γράφων είχεν υπ' όψιν το +ακροατήριον αυτού, ουχί δε τας μετέπειτα γενεάς. Δεν εδεσμεύετο +υπό προκεχαραγμένων κανόνων, ουδέ προέθετο διά των δραμάτων αυτού +ν' αναπτύξη φιλοσοφικάς θεωρίας, αλλ' επαρουσίαζεν επί της σκηνής +τον άνθρωπον και τα ποικίλα αυτού πάθη υπό την αληθή, υπό την +αιωνίαν της ανθρωπίνης φύσεως μορφήν. Διά τούτο τα έργα αυτού +είναι πλήρη ζωής, και θα ζώσι πάντοτε. Διά τούτο δ' έχουσιν εξ +ανάγκης και ελλείψεις· ελλείψεις όμως, αίτινες είναι τα σημεία +μόνον της εποχής καθ' ην έζη, τα ίχνη της ατμοσφαίρας υφ' ης +περιεκυκλούτο, και διά των οποίων ουδόλως αμαυρούται η ενυπάρχουσα +εις τα έργα αυτού ταύτα αμάραντος καλλονή. + +Ταύτα οφείλει να έχη υπ' όψιν ο αμερόληπτος του Σαικσπείρου +θαυμαστής, όπως μη παρασύρηται υπό των υπερβολών, εις τας οποίας +άγει μονομερής και ενθουσιώδης λατρεία. Ούτως ενθουσιώδεις +ερμηνευταί, υπερεπιτείνοντες συχνάκις την έννοιαν του κειμένου, +αποδίδουσιν εις τον ποιητήν προθέσεις και θεωρίας, αίτινες αυτόν +πρώτον ήθελον βεβαίως εκπλήξει· ή λεπτολογούντες περί τας +αναλύσεις αυτών, υπερασπίζουσι και τα επιλήψιμα, ουδέν +παραδεχόμενοι το ημαρτημένον εν τω ειδώλω αυτών· ή παραβάλλοντες +προς τους ποιητάς της αρχαίας Ελλάδος θεωρούσι πάντων υπέρτερον +τον Άγγλον δραματουργόν, μη αρκούμενοι εις την ανακήρυξιν αυτού ως +του μεγίστου των νεωτέρων χρόνων ποιητού, ουδέ εις την αίγλην, διά +της οποίας το μέγα αυτού όνομα περιβάλλει την ομιχλώδη Άρκτον. + +Αλλά δύναται και υπό των λαών της Μεσημβρίας να εννοηθή και να +εκτιμηθή ο Σαικσπείρος; Δύναται να μεταφυτευθή και πέραν των +Τευτονικών συνόρων το βόρειον τούτο άνθος; Ήθελε διστάσει τις ν' +αποκριθή καταφατικώς εις τοιούτον ερώτημα, εάν περί των κωμωδιών +αυτού επρόκειτο· καθότι ως πολλάκις ελέχθη, έκαστον έθνος ευρίσκει +συνήθως το γελοίον άλλο αλλαχού. Πάντες όμως οι άνθρωποι επί τοις +αυτοίς θρηνούσιν· αι δε του Σαικσπείρου τραγωδίαι κατέστησαν ήδη +κοινόν του πεπολιτισμένου κόσμου κτήμα, ουδέ απαιτείται, πιστεύω, +απολογία τις διά την απόπειραν της εξελληνίσεως αυτών. Άλλως τε δε +τοιαύτη απόπειρα δεν γίνεται πρώτον ήδη παρ' ημίν, ουδ' είναι ξένα +εις Ελληνικάς ακοάς τα ονόματα του Ρωμαίου, του Οθέλλου και του +Ληρ. (6) + +Αι τρεις αύται τραγωδίαι, των οποίων ήδη την μετάφρασην δημοσιεύω, +αποτελούσιν, ούτως ειπείν, αληθή του ανθρωπίνου βίου τριλογίαν. Εν +τω Ρωμαίω έχομεν της νεότητος τα πάθη, τον δυστυχή δύο νεαρών +ψυχών έρωτα. Εν τω Οθέλλω βλέπομεν την οδύνην μιας ανδρικής +καρδίας υπό της ζηλοτυπίας σπαρασσομένης. Εν δε τω βασιλεί Ληρ +διαδραματίζονται της γεροντικής ηλικίας τα βάσανα και αι συμφοραί. +Ηδύνατο ίσως να συμπεριληφθή των τραγωδιών τούτων η ανάλυσις +ενταύθα. Αλλά μεθ' όσα περί αυτών και περί Σαικσπείρου εν γένει +εγράφησαν, εθεώρησα σκοπιμώτερον να σταχυολογήσω εκ των +δοκιμωτέρων Σαικσπειριστών κριτικά τινα και εξηγηματικά +αποσπάσματα, άτινα εν μεταφράσει προσήρτηνται εκάστη των +προκειμένων τραγωδιών, όπως δι’ αυτών λάβη ο Έλλην αναγνώστης +ιδέαν τινά της πληθύος και της ποικιλίας της τοιαύτης ύλης. + +Αλλ' εάν η απόπειρα της εξελληνίσεως των αριστουργημάτων τούτων +δεν χρήζη δικαιολογήσεως, φοβούμαι όμως, ότι πολλοί των αναγνωστών +μου θα προσδοκώσι τοιαύτην υπέρ του ύφους και της γλώσσης της +μεταφράσεως. + +Τον δρόμον της νέας Ελληνικής εχάραξαν ήδη οι ημέτεροι πεζογράφοι, +καίτοι διαφέροντες προς αλλήλους ως προς το τέρμα το οποίον +απεκδέχονται, και ερρύθμισαν ύφος τι του πεζού λόγου, κατά το +μάλλον και ήττον ακολουθούμενον παρά πάντων των καθ' ημάς +γραφόντων. Αλλ' ως προς την ποίησιν μένει εισέτι εκκρεμές το +ζήτημα, και δεν φαίνεται ουδαμώς αδικαιολόγητος, ούτε καταδικαστέα +η προτίμησις της καθομιλουμένης και η χρήσις αυτής, ως γλώσσης +ποιητικής. Και αυτή δε η ανωτάτη παρ' ημίν ακαδημαϊκή αρχή, το +Εθνικόν Πανεπιστήμιον, ενώ κατ' αρχάς κατεδίκαζε την κοινήν και +εξωστράκιζεν αυτήν από των ποιητικών διαγωνισμών, επισήμως εδήλωσε +την αναίρεσιν της τοιαύτης καταδίκης ότε, εθνικής πανηγύρεως +τελουμένης, ανέθετε την εξύμνησιν του πρωτομάρτυρος της Ελληνικής +αναγεννήσεως εις τον εξοχώτερον των ζώντων αντιπροσώπων της +δημοτικής ημών ποιήσεως. (7) + +Αλλ' η σήμερον καθομιλουμένη, τροπολογηθείσα ως εκ των νέων του +έθνους ημών περιστάσεων, δεν είναι βεβαίως η προ της επαναστάσεως +εν χρήσει. Ώστε, καίτοι παραδεχόμενοι την αναπόδραστον επί της +ποιητικής της νέας Ελλάδος γλώσσης επιρροήν των εθνικών +τραγουδιών, της βάσεως και αφετηρίας ταύτης της νέας ημών +ποιήσεως, δεν δυνάμεθα όμως άνευ αναχρονισμού να περιορίσωμεν +αυτήν εντός του λεξικού και της φρασεολογίας της δημοτικής +ανθολογίας. Όθεν επροσπάθησα μεταφράζων τον Σαικσπείρον να τηρήσω +μέσον τινά όρον, γράφων την καθομιλουμένην ως σήμερον κοινώς +λαλείται. (8) Άλλοι θα κρίνωσιν εάν, ή κατά πόσον, επέτυχον εις +την εφαρμογήν της θεωρίας, ότι διά τοιαύτης γλώσσης δύναται εν +μέρει να διατηρηθή η ορμή και το πάθος, η φυσικότης, εν ενί λόγω, +του πρωτοτύπου. Άλλοι επίσης θα κρίνωσι μέχρι τίνος +επραγματοποιήθη ο διπλούς σκοπός, τον οποίον προεθέμην, του να +μεταφράσω όσον ένεστι πιστώς το Αγγλικόν κείμενον, ταυτοχρόνως δε +να δώσω μορφήν Ελληνικήν εις την μετάφρασίν μου. Είθε να μη +αναφανώσιν αι του έργου μου ατέλειαι τοσαύται, ώστε να ματαιωθή η +εις την δημοσίευσιν αυτού ωθήσασά με ελπίς, ότι ηδυνάμην ούτω να +συντελέσω εις τε την παρ' ημίν εξάπλωσιν της δόξης του +Σαικσπείρου, και εις πλουτισμόν της νέας Ελληνικής σκηνής. (9) + +Αλλ' οία δήποτε αποβή της δημοσιεύσεως ταύτης η τύχη, ουδαμώς +απαλλάτομαι της οφειλής προς τους βοηθήσαντάς με κατά την +μετάφρασίν μου φίλους, ιδίως δε προς τον Κον Σάθαν, όστις εκ του +πλησίον παρακολουθών την εργασίαν, παρώτρυνέ με δια των +ενθαρρύσεών του εις αποπεράτωσιν αυτής, και προς τον Κον W. +Wagner, τον ουχί μόνον δια τας βαθείας περί την Ελληνικήν αρχαίαν +τε και νεωτέραν γνώσεις αλλά και δια τας επί Σαικσπείρου μελέτας +διακεκριμένον καθηγητήν όστις προθύμως μοι εχορήγησε και μακρόθεν +αρωγήν πολύτιμον. + +Αλλ' ο κυριώτερός μου βοηθός, ο σταθερός κατά τας ποικίλας του +έργου δυσκολίας παραστάτης, ήτο η σεβαστή μου μήτηρ. Εις ταύτην +και εις την προς ην το βιβλίον ανατίθεται ανήκει πάσα αυτού +επιτυχία· η δ' αποτυχία εις εμέ. Δ. Β. + +*** + +(1) Ίδε την κατά την τριακοσιοστήν της του ποιητού γεννήσεως +επετηρίδα δημοσιευθείσαν βιβλιογραφίαν (Bibliotheca Shakespeareana +υπό Franz Thimm, Βα έκδοσις, 1872), πληρούσαν σελίδας 118 εις 8ον. +Πολλά δ’ έκτοτε περί Σαικσπείρου απανταχού εδημοσιεύθησαν. + +2) Οι Άγγλοι ανομολογούσι την περί την μελέτην του εθνικού αυτών +ποιητού υπεροχήν των Γερμανών. Ίδε την υπό του θεμελιωτού του νέου +εν Λονδίνω Σαικσπειρείου συλλόγου F. I. Furnivall εισαγωγήν εις +την Αγγλικήν μετάφρασιν του σπουδαιοτάτου του Γερβίνου +συγγράμματος. (Shakespeare Commentaries) + +3) Ιδίως άξιον λόγου και μελέτης είναι το έργον του Mezières, +Shakspeare, ses Œuvres et ses Critiques. + +4) Η κατά το 1623 πρώτη απάντων των του Σαικσπείρου δραμάτων +έκδοσις δεν περιλαμβάνει την έκτοτε μετ' αυτών εκδιδομένην +τραγωδίαν «Περικλής, πρίγκηψ της Τύρου.» Τα εν τη πρώτη εκείνη +εκδόσει τριάκοντα και έξ δράματα καταλέγονται υπό την τριπλήν +κατάταξιν των κωμωδιών, ιστοριών και τραγωδιών. Και κωμωδίαι μεν +αριθμούνται δέκα και τέσσαρες· ιστορίαι δε (ήτοι ιστορικά δράματα) +δέκα, φέρουσαι τα ονόματα επτά εκ των βασιλέων της Αγγλίας· αι δε +τραγωδίαι περιλαμβάνουσι δώδεκα δράματα. Εξ αυτών πέντε είναι αι +κατ' εξοχήν τραγωδίαι, τ' αριστουργήματα του Σαικσπείρου, αι τρεις +δηλονότι εν τη παρούση μεταφράσει δημοσιευόμεναι, ο Μ ά κ β ε θ, +και ο Χ ά μ λ ε τ, ή Αμλέτος. Περί των Ελληνικήν ή Ρωμαϊκήν +υπόθεσιν εχόντων δραμάτων αυτού εδημοσίευσεν ο Γάλλος Paul +Shapfer, (εν τη Revue politique et Littéraire των ετών 1875 και +1876, αξιόλογον πραγματείαν, εις την οποίαν παραπέμπω τον +αναγνώστην. + +5) Και περί της γραφής του ονόματος αυτού δεν συμφωνούσιν οι +Άγγλοι, γράφοντες ποτέ μεν Shakespear και Shakespeare, ή +Shakspeare και Shakspear, ποτέ δε Shakespere ή Shakspere. +Συγγνωστέα λοιπόν κατά μείζονα λόγον η παρ' ημίν ασυμφωνία ως προς +την ελληνικήν ορθογραφίαν αυτού. + +6) Ιδού σημείωσις των γνωστών μοι περί Σαικσπείρου καθ' ημάς +δημοσιεύσεων. + +Η Τ ρ ι κ υ μ ί α, δράμα Ουιλιέλμου Σαικσπήρ, μετάφρασις Ι. +Πολυλά, Κερκυραίου. Κέρκυρα, 1855. + +Ι ο ύ λ ι ο ς Κ α ί σ α ρ, τραγωδία εις πέντε πράξεις του ποιητού +Σαικσπήρου, εκ του Αγγλικού κειμένου εις την Ελληνικήν +μεταγλωττισθείσα υπό Νικολάου Κ. Ιωνίδου. Αθήνησι 1858. + +Α μ λ έ τ ο ς, βασιλεύς της Δανίας, τραγωδία του Άγγλου Σαιξπήρου, +ενστίχως μεταφρασθείσα υπό Ιωάννου Η. Περβάνογλου. Εν Αθήναις +1858. + +Ο Μ ά κ β ε θ, τραγωδία εις πράξεις πέντε, μεταφρασθείσα υπό Ν. +I. Κ. η προσετέθη και βιογραφία του ποιητού. (Επί κεφαλής του +τίτλου: Σαιξπήρου τραγωδίαι). Εν Αθήναις 1862 + +Σ α ι κ σ π ή ρ ο υ, ο Β α σ ι λ ε ύ ς Λ η ρ, μελέτη Σ. Ν. +Βασιλειάδου. Εν Αθήναις 1870. + +Ρ ω μ α ί ο ς και Ι ο υ λ ί α, δράμα εις πράξεις πέντε, υπό +Σαικσπήρου, μεταφρασθέν υπό Α. Σκαλίδου. Εν Αθήναις 1873. + +Ο Ο θ έ λ λ ο ς εξεδόθη εν μεταφράσει, ως πληροφορούμαι, εν +επιφυλλίδι του περιοδικού: «Ο Φιλόκαλος Σμυρναίος». + +Ο Κ υ μ β ε λ ί ν ο ς, μελέτη επί του δράματος του Σαικσπήρου, +υπό Κ. Γ. Ξένου. (Εν φυλλαδίω 9 του περιοδικού ο Βύρων, εν Αθήναις +1874.) + +Τ α ά π α ν τ α τ ο υ Σ α κ ε σ π ή ρ ο υ, μετ' εικόνων, υπό +Αλεξάνδρου Μέυμαρ. Παράρτημα της εν Παρισίοις εκδιδομένης Εθνικής +Επιθεωρήσεως, 1875. Εξεδόθη μέχρι τούδε ο Μάκβεθ, και μέρος του +Αμλέτου. Εν τη Βιβλιογραφία αυτού ο Thimm μόνον την υπό του Κου +Περβάνογλου μετάφρασιν του Αμλέτου αναφέρει, και εν υποσημειώσει +(μετ' αμφιβολίας ως προς την ύπαρξιν αυτής) την της Τρικυμίας. + +7) Ίδε τας προσηρτημένας εις τον διθύραμβον του Κου Α. Βαλαωρίτου +επιστολάς του Κ. Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου, της 1 Φεβρουαρίου +και της 25 Μαρτίου 1872. + +8) Ούτε τους γραμματικούς τύπους εθεώρησα αναγκαίον να καταπατήσω +προς διατήρησιν δήθεν της καθ' ημάς κοινής προφοράς· αφήκα δε το +_ν_ και όπου δεν προφέρεται, ως έγραψα υιός και εορτή και Ιουλιέτα +και Ιάγος, αντί των γιος και γιορτή και Γιουλιέτα και Γιάγος. + +9) Προς ενθάρρυνσιν των (είτε εξ επαγγέλματος, είτε μη) ηθοποιών +επισυνάπτω περικοπάς τινας περί του επί Σαικσπείρου Αγγλικού +θεάτρου εκ του προμνημονευθέντος συγγράμματος του Γερδίνου. «Τα +δημόσια θέατρα ήσαν κακώς εκ ξύλων ωκοδομημένα και αστεγή. Περί +μεν την ενδυμασίαν των ηθοποιών μεγάλη κατεβάλλετο φροντίς ήτο δε +αύτη μεγαλοπρεπής και συχνάκις πολυδάπανος· αλλά τα της +σκηνογραφίας ήσαν πενιχρώτατα. Επί παραστάσεως τραγωδιών μέλανα +παραπετάσματα εκρέμαντο επί του θεάτρου. Επιγραφή δέ τις έφερε το +όνομα του χώρου, όπου οι θεαταί ώφειλον να φαντασθώσιν ότι +παρευρίσκονται· ώστε και πλοία ευκόλως επαρουσιάζοντο +τοιουτοτρόπως επί της σκηνής, και αι τοπογραφίαι διά μιας +μετεβάλλοντο. Ικρίωμά τι εν μέσω της σκηνής υπελαμβάνετο ως +πύργος, ή τείχος ή εξώστης ή παράθυρον.» Αλλ' η τοιαύτη +πενιχρότης, ως παρατηρεί ο Γερδίνος, ουδαμώς συνεπάγεται της +δραματικής τέχνης την ατέλειαν. «Ούτως εν Γερμανία είδομεν το +θέατρον αναβιβαζόμενον από των αχυρώνων εις πενιχρά στεγάσματα, +εκείθεν δε εις πολυτελή οικοδομήματα· αλλά κατ' αντίστροφον ίσως +λόγον εκπίπτει η διανοητική απόλαυσις, το ενδιαφέρον και η +καλαισθησία των θεατών. Όσω ολιγώτερον αποσπάται η προσοχή ως εκ +των εξωτερικών τελειοποιήσεων, τοσούτω μάλλον προσκολλάται αύτη +εις τους ηθοποιούς, κατά τοσούτον δε και αυτοί ούτοι αφιερούνται +εις της τέχνης αυτών την ουσίαν. Συνετέλει δ' εις τούτο και ο των +γυναικών αποκλεισμός τότε από της σκηνής. Παίδες εξεπροσώπουν τας +γυναίκας. Το τοιούτον δε, ενώ αφ' ενός αφήρει πολλούς πειρασμούς +και επί της σκηνής και όπισθεν αυτής, εχρησίμευεν αφ' ετέρου ως +σχολείον επιτυχέστατον προς μόρφωσιν αρίστων ηθοποιών. + + + + +ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ +ΤΡΑΓΩΔΙΑ (1) + + +ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ + + + + Ο ΠΡΙΓΚΗΨ της Βερώνας. + ΠΑΡΗΣ, νέος άρχων, συγγενής του πρίγκηπος. + ΜΟΝΤΕΚΗΣ ) + ) αρχηγοί των δύο αντιμαχομένων οικογενειών. + ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ) + ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, συγγενής του προηγουμένου. + ΡΩΜΑΙΟΣ, υιός του Μοντέκη. + ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, συγγενής του πρίγκηπος και φίλος του Ρωμαίου. + ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, ανεψιός του Μοντέκη, φίλος του Ρωμαίου (2). + ΤΥΒΑΛΤΗΣ, ανεψιός της συζύγου του Καπουλέτου. + ΠΑΤΕΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ) + ) καλόγηροι. + ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ) + ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ, υπηρέτης του Ρωμαίου. + ΣΑΜΨΩΝ ) + ΓΡΗΓΟΡΗΣ ) υπηρέται του Καπουλέτου. + ΑΒΡΑΑΜ, υπηρέτης του Μοντέκη. + ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ. + ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΟΙ. + ΠΕΤΡΟΣ. + ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ. + ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πάρη. + ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Καπουλέτου. + Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Μοντέκη. + Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Καπουλέτου. + ΙΟΥΛΙΕΤΑ, θυγάτηρ του Καπουλέτου. + ΠΑΡΑΜΑΝΑ της Ιουλιέτας. + + +ΠΟΛΙΤΑΙ ΤΗΣ ΒΕΡΩΝΑΣ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑΙ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΤΩΝ +ΔΥΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ, ΠΡΟΣΩΠΙΔΟΦΟΡΟΙ, ΦΡΟΥΡΟΙ, ΝΥΚΤΌΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ +ΥΠΗΡΕΤΑΙ + +Η σκηνή εις την Βερώναν, άπαξ δε εν τη πέμπτη +πράξει εις Μάντουαν. + + + +ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ +ΤΡΑΓΩΔΙΑ + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (3). + + + + Πλατεία. + (Εισέρχονται ο ΣΑΜΨΩΝ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ φέροντες ξίφη και ασπίδας). + +ΣΑΜΨΩΝ + Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ' εγώ τρώγω άχυρα, + ούτε συ! (4) + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια; + +ΣΑΜΨΩΝ + Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ' + επάνω των. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια. + +ΣΑΜΨΩΝ + Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν! + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Αλλ' αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης. + +ΣΑΜΨΩΝ + Κι' ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει + άνω κάτω! + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Όποιος είναι άνω κάτω σαλεύει. Και η παλληκαριά + είναι να μη σαλεύσης απ' εκεί όπου ευρέθης. + +ΣΑΜΨΩΝ + Δεν σαλεύω κ' εγώ αν απαντήσω κ' ένα σκυλί απ' + εκείνο το σπίτι· ή άνδρα, ή γυναίκα τύχω δεν σαλεύω! + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Λοιπόν είσαι δειλός; Μόνον οι δειλοί κολνούν εις + τον τοίχον. + +ΣΑΜΨΩΝ + Καλά λέγεις· και διά τούτο σπρώχνομεν εις τον τοί- + χον τας γυναίκας, οπού είναι αδύνατα αγγεία. Λοιπόν + κ' εγώ, αν πιασθώ με τους Μοντέκιδες, θα σπρώξω τους + άνδρας από τον τοίχον, και τας γυναίκας εις τον τοί- + χον. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Ο πόλεμος είναι μεταξύ των αυθεντών μας και των + ανδρών οπού τους δουλεύουν. + +ΣΑΜΨΩΝ + Τι με μέλει! Εγώ θα κάμω τον τύραννον αφού πια- + σθώ με τους άνδρας, θα καταπιασθώ και τας γυναίκας. + Δεν θ' αφήσω κορίτζι. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + θα τας κόψης όλας; + +ΣΑΜΨΩΝ + Θα τας κόψω; ή..., όπως θέλεις πάρε το. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Να το πάρη όποιος το δοκιμάσει. + +ΣΑΜΨΩΝ + Θα με δοκιμάσουν εμένα, όσον στέκω εις τα πόδια + μου. Το ηξεύρει ο κόσμος ότι δεν μου λείπει αίμα. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Τι καλά οπού δεν είσαι ψάρι! — Τράβα το εργαλείον + σου, κ' έρχονται δύο άνθρωποι του Μοντέκη (8). + + (Εισέρχεται ο ΑΒΡΑΑΜ και έτερος ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Μοντέκη). + +ΣΑΜΨΩΝ + Εγύμνωσα το σπαθί μου. Πιάσου μαζή των. Σου, + δίδω χέρι. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Τι; να με αποχαιρετήσης; Θα φύγης; + +ΣΑΜΨΩΝ + Μη με φοβάσαι. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Εσένα θα φοβηθώ; + +ΣΑΜΨΩΝ + Άφησε να ήμεθα 'ς το δίκαιόν μας. Ας κάμουν + εκείνοι την αρχήν. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Θα σουφρώσω τα φρύδια μου καθώς περνώ, και ας + το πάρουν όπως τους αρέσει. + +ΣΑΜΨΩΝ + Ή όπως τους βαστά. Θα τους δαγκάσω το μεγάλον + μου δάχτυλον, να τους σκυλιάσω! Αν το υποφέρουν, + εντροπή ιδική των (6). + +ΑΒΡΑΑΜ + Διατί μας δαγκάνεις το δάχτυλόν σου, Κύριε; + +ΣΑΜΨΩΝ + Δαγκάνω το δάχτυλον μου, Κύριε. + +ΑΒΡΑΑΜ + Δι' εμένα το δαγκάνεις, Κύριε; + +ΣΑΜΨΩΝ, μυστικώς προς τον Γρηγόρην. + Αν του ειπώ ναι, είμεθα εις το δίκαιόν μας; + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Όχι. + +ΣΑΜΨΩΝ + Όχι, Κύριε· δεν το δαγκάνω δι’ εσένα, αλλά δαγ- + κάνω το δάχτυλόν μου, Κύριε. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Πόλεμον θέλεις, Κύριε; + +ΑΒΡΑΑΜ + Πόλεμον, Κύριε; Όχι, Κύριε. + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Είδε μη, εδώ είμαι εγώ, Κύριε! Ο αυθέντης μου εί- + ναι όσον καλός είναι και ο ιδικός σου. + +ΑΒΡΑΑΜ + Δεν είναι καλλίτερος από τον ιδικόν μου. + +ΣΑΜΨΩΝ + Πολύ καλά, Κύριε. + + (Εισέρχεται ο ΜΠΕΝΒΟΛΙΜΟΣ και κατόπιν αυτού ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). + +ΓΡΗΓΟΡΗΣ + Ειπέ του ότι είναι καλλίτερος, κ' έρχεται ένας συγ- + γενής του αυθέντου μας. + +ΣΑΜΨΩΝ + Μάλιστα, Κύριε, είναι καλλίτερος από τον ιδικόν σου. + +ΑΒΡΑΑΜ + Ψεύματα λέγεις! + +ΣΑΜΨΩΝ + Έξω τα σπαθιά, αν είσθε παλληκάρια! — Γρηγόρη, + μη ξεχνάς την σπαθιάν οπού σ' έμαθα. + + (Μάχονται). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, σύρων το ξίφος. + Σταθήτε, ανόητοι! Κάτω τα σπαθιά! Δεν ηξεύρετε + τι κάμνετε! + + (Κτυπά τα ξίφη αυτών). + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ, εφορμών με τα ξίφος εις την χείρα. + Με τούτα τ' άκαρδα σκυλιά τι παίζεις το σπαθί σου; + Γύρνα εδώ, Μπεμβόλιε, κι’ αντίκρυσε τον Χάρον. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Βάλε 'ς την θήκην το σπαθί, κ' εδώ ειρήνην θέλω· + ή καν μεταχειρίσου το και συ, να τους χωρίσης. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Κρατείς 'ς το χέρι σου σπαθί, και μου λαλείς ειρήνην! + Αυτήν την λέξιν την μισώ, όσον μισώ τον άδην, + και όλους τους Μοντέκιδες, και σε! Δειλέ, φυλάξου! + + (Μάχονται άπαντες· εισέρχονται εκατέρωθεν οπαδοί των δύο οίκων + και συμμετέχουν της μάχης· κατόπιν δε πολίται φέροντες ρόπαλα). + +ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ + Ξύλα, κοντάρια, ρόπαλα! Κτυπάτε τους, κτυπάτε! + 'ς τον άνεμον, Μοντέκιδες! 'ς την ζάλην, Καπουλέτοι! + + (Εισέρχεται ο γέρων ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ενδεδυμένος κοιτωνίτην, + και η σύζυγος αυτού). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τί είν' ο θόρυβος αυτός; Δος το μακρύ σπαθί μου. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Τι θα το κάμης το σπαθί; Μη θέλης πατερίτζαν; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Δος το σπαθί μου! Κύτταξε, ο γέρος ο Μοντέκης + καταντικρύ μου στέκεται, και σείει το 'δικόν του. + + (Ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ εισέρχεται μετά της συζύγου αυτού). + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Μη μ' εμποδίζης, άφες με! — Ω παληο-Καπουλέτε! + +ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ + Βήμα δεν κάμνεις απ' εδώ να σμίξης τον εχθρόν σου. + + (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του). + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Ω άνδρες ανυπόταγοι, εχθροί της ησυχίας, + 'ς το αίμα των γειτόνων σας τι βάφετε τα χέρια; + Δεν θα μ' ακούσετε; Ω σεις, — ω άνθρωποι, — ω κτήνη, + που θέλετε να σβύσετε του πάθους σας την φλόγα + εις βρύσιν ολοπόρφυρην, 'ς το αίμα των φλεβών σας! + Αν θέλετε 'ς τα σίδερα να μη σας βάλω όλους, + απ' τ' άνομα τα χέρια σας πετάξετε 'ς το χώμα + αυτά τ' ανόσια σπαθιά, 'ς το έγκλημα βαμμένα, + κι' ακούσατε τον ορισμόν και την απόφασίν μου. + Τρεις πόλεμοι εμφύλιοι από αέρος λόγια, + Μοντέκη εξ αιτίας σου, — κ' εσένα Καπουλέτε, — + την ησυχίαν τρεις φοραίς ετάραξαν της χώρας, + κ' ηνάγκασαν τους γέροντας κατοίκους της Βερώνας, + ν' αφήσουν τα ειρηνικά στολίδια που τους πρέπουν, + και με κοντάρια παλαιά κ' ειρηνοσκουριασμένα + 'ς τα γηρασμένα χέρια των, να θέλουν να χωρίσουν + την σκουριασμένην έχθραν σας! — Εάν συμβή και πάλιν + τους δρόμους να ταράξετε με τα μαλώματά σας, + της ταραχής η πληρωμή θα είν' η κεφαλή σας! + Τώρα πηγαίνετ' απ' εδώ, σεις όλοι, τραβηχθήτε. + Συ, Καπουλέτε, μοναχά έλα μαζή μου τώρα· + και το απόγευμα και συ να έλθης, ω Μοντέκη(7), + τι άλλο απεφάσισα κι' ορίζω να το μάθης. + Φύγετ' ευθύς, ή θάνατος θα είναι η ποινή σας! + + (Απέρχονται ο ΠΡΙΓΚΗΨ και η συνοδεία του, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + μετά της συζύγου αυτού, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ, οι πολίται, και οι υπηρέται. + Μένουσι δε ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, η ΣΥΖΥΓΟΣ αυτού και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Ποιος ξαναέβαλε φωτιάν 'ς την παλαιάν μας έχθραν; + Ήσουν εδώ απ' την αρχήν, ανεψιέ; Ειπέ μου. + + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Οπόταν έφθασα εδώ, τους δούλους του εχθρού σου + μαζή με τους ανθρώπους σου τους ηύρα εις τα χέρια. + Αμέσως εξεσπάθωσα διά να τους χωρίσω· + αλλ' ο Τυβάλτης έξαφνα προβάλλει κορωμένος, + με το σπαθί ολόγυμνον, και μου τρυπά τ' αυτιά μου + με λόγια ερεθιστικά, και σείει το σπαθί του + επάν' απ' το κεφάλι του, και κόπτει τον αέρα, + και ο αέρας, άκοπος, σφυρίζει περιγέλιον. + Ενώ σπαθοκοπήματα ‘περνούσαν μεταξύ μας, + ο κόσμος επερίσσευε κι' από τα δύο μέρη, + κ' επλήθαινεν ο πόλεμος, ως την στιγμήν 'που ήλθεν + ο πρίγκηψ, και μας 'χώρισε. + +ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ + Πού είναι ο Ρωμαίος; + 'πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ' η καρδιά μου + που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος + 'ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην, + ανησυχία ψυχική μ' εσήκωσ' απ' την κλίνην, + κ' εβγήκα έξω 'ς την δροσιάν κ' εκεί καταντικρύ μου + 'ς το δάσος των συκαμινιών, 'ς της πόλεως την άκρην + τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου. + Να του 'μιλήσω 'πήγαινα· αλλά ευθύς 'που μ' είδεν + εκείνος ετραβήχθηκε 'ς το πύκνωμα του δάσους. + Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι + οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,) + κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ' εκείνος τον 'δικόν του, + κ' έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον. + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Συχνοπηγαίνει μοναχός 'ς το δάσος πριν να φέξη, + και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει, + και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)· + Και άμα 'ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση + να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην + και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της, + ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει, + και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του + κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας, + και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει. + Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση, + αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις; + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση; + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων. + Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος· + Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος, + τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει... + 'σαν άνθος 'που το 'δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι, + πριν τα ευώδη φύλλα του τ' απλώση 'ς τον αέρα, + και δώση αφιέρωμα το κάλλος του 'ς τον ήλιον. + Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να 'ξεύρω, + θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9). + + (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους. + Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του. + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ παρά να κατορθώσης + να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα. + + (Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Εξάδελφε, καλόν πρωί! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είναι πρωί ακόμη; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Μόλις εσήμαναν εννηά. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Όταν περνά με λύπαις + αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος + δεν έφευγ' ο πατέρας μου, νομίζω; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ναι, εκείνος. — + Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Λείπει εκείνο που κονταίς 'μπορούσε να ταις κάμη. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Είσαι εις έρωτα; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Χωρίς... + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Χωρίς τον έρωτά σου, + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν, + και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα 'μάτια + όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια! + Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ' επολεμούσαν πάλιν; + Αλλ' όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω. + Ω! είν' εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη! + Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος! + Ω! Κάτι, απ' το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον! + Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, — + και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, — + και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, — + 'σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, — + και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι... + Ιδού τι έχω 'ς την καρδιάν, κ' είν' η καρδιά μου άδεια! + Δεν με γελάς; (10) + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Το βάρος της καρδιάς σου, + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και όμως η αγάπη σου 'ς αυτό παραστρατίζει. + Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει, + και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει. + Το αίσθημα που μ' έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει + που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην. + Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ' απ' τα νέφη + των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει + βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη, + δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει. + Τι άλλο είν' ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, — + πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος! + Εξάδελφε, σε χαιρετώ. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Αγάλια! πού πηγαίνεις; + Μαζή σου έρχομαι κ' εγώ. Με αδικείς, αν φύγης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ' εδώ· Ρωμαίος + δεν είν' αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος, + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τι θέλεις; + Ν' αναστενάξω και να ‘πώ; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ν' αναστενάξης; όχι· + πλην σοβαρά, ποια είν' αυτή 'που αγαπάς, ειπέ μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + ‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην! + 'Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι. + Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Περίφημα επέτυχες. Κ' είναι καλή κι’ ωραία! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Και θα την ηύρες βέβαια ωραία 'ς το σημάδι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη + δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν' Άρτεμις εκείνη. + Μ' ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη, + δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον, + ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει, + ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν. + Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου, + που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη + είναι πτωχή μόνον 'ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση, + ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι· κ' η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη. + Διά να μένη αυστηρή 'ς τα τρυφερά της κάλλη, + κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση· + 'ς την ευμορφιάν της γνωστική, 'ς την γνώσιν της ωραία + κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ' απελπίζει. + Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα, + αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ελευθερίαν, αδελφέ, 'ς τα μάτια σου να δώσης. + Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αυτός θα ήναι τρόπος + ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη. + Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12) + και της φιλεί το μέτωπον, μ' εκείνην την μαυρίλαν + φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη + Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του + τι θησαυρόν πολύτιμον 'στερήθηκε το φως του! + Απ' όσαις 'ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν, + και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα, + ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη, + πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. — + Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου. + + (Απέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. + + + + Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου. + + (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ) + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι' ο Μοντέκης, + καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι + 'ς ανθρώπους γέρους 'σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον. + +ΠΑΡΗΣ + Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ' οι δύο, + και κρίμα είν' αιώνια να ζήτε 'ς τα μαχαίρια. + Αλλ' όμως τι θ' αποκριθής 'ς την ζήτησίν μου τώρα; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα. + Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη· + ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)· + δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη, + και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν. + +ΠΑΡΗΣ + Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Και πάρωρα 'μαράθηκαν απ' την πολλήν την βίαν..,. + Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας. + Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ' ελπίς μου. + Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη, + και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν' η θέλησίς μου· + αν σ' αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη, + ακολουθεί κ' η ψήφος μου, κ' η συγκατάθεσίς μου. + Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω, + και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους. + Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης. + Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα, + που κι’ αν 'ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν. + Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ' ένας νέος, + οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος + βάλη το πόδι του γοργός 'ς τα ίχνη του χειμώνος, + τόσην και συ θα αισθανθής 'ς το σπίτι μου απόψε, + μέσ' ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ' ανθίζουν. + Ιδέ τας όσας είν' εκεί, και άκουσέ τας όλας, + και δόσε την προτίμησιν 'ς εκείνην που τ' αξίζει· + 'ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ' η κόρη μου θα ήναι, + κι αν δεν αξίζη 'σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των. + Έλα μαζή μου. — + + (Προς τον υπηρέτην) + + Συ, μωρέ, τα πόδια σου 'ς τον ώμον, + και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον. + Εύρε αυτούς, που είν' εδώ εις το χαρτί γραμμένοι, + κ' ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει, + + (Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην + και απέρχεται· μετ' αυτού και ο Πάρης) + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον. + Εύρε, λέγει, αυτούς που είν' εδώ γραμμένοι! — Είναι + γραμμένον ο 'ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και + ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του, + και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί- + νους που είν' εδώ γραμμένοι! Και πού να 'ξεύρω εγώ τι + ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας + εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, 'ς την φωνήν! + + (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει· + ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον· + αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη· + μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην· + αν μόλυσμα το 'μάτι σου καινούριον φαρμακεύση, + το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ποια είν' αυτά, παρακαλώ; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τα πόδια τα σπασμένα. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ρωμαίε, ετρελλάθηκες; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Όλως διόλου όχι· + Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος, + κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος, + και ραβδισμένος, νηστικός... + Παιδί μου, καλή 'μέρα. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως. + Αλλ' όμως ό,τι κι' αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ' ηξεύρω τα ψηφία. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ' ευλογήση! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Σταμάτησε, καλό παιδί, κ' ηξεύρω να διαβάζω. + + (Αναγινώσκει τον κατάλογον). + + «Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο + κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η + χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί + του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος + μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία + ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά- + δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη». + + Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Επάνω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πού; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + 'Σ το δείπνον μας· 'ς το σπίτι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τίνος σπίτι; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Τ' αυθέντου μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Α! έπρεπε αυτό να σ' ερωτήσω. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Να σου το ειπώ χωρίς να μ' ερωτήσης. Ο αυθέντης μου + είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι + από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να + κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ' ευλογήση! + + (Αναχωρεί). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + 'Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση + κ' η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις, + και όλ' αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας. + Πήγαιν' εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ' άλλα + που θα ιδής, (πλην δίκαιον το 'μάτι σου να ήναι), + και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν + τα 'μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα, + ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι' αυτά τα 'μάτια, + που αν κ' επνίγηκαν συχνά, δεν 'πέθαναν ακόμη, + αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται, + μέσα 'ς την φλόγα να καούν, 'σαν άπιστοι που θάναι! + 'Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη! + Ο ήλιος, που το 'μάτι του τα πάντα εξετάζει, + δεν είδεν άλλην 'σαν αυτήν απ' την αρχήν του κόσμου! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη, + και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου 'μάτια. + Αλλ' αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου + ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην, + από αυτάς που 'ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω, + εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις, + πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ' ευφραίνει. + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. + + + + Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. + + (Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + + Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Δεν είν' εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου! + Κύρι' ελέησον, καλέ!... πού είσαι; Ιουλιέτα! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη. + Τί είναι; ποιος με κράζει; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Η μητέρα σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + + Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Να σου το ειπώ... Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω + κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και + ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν' ακούσης την ομιλίαν μας. + Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα 'ξεύρεις. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Μα την πίστιν μου, τα 'ξεύρω τα χρονάκια της ως + το λεπτόν. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που + μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε- + λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων + Αποστόλων; (15) + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό- + νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα + δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν' ανα- + παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η + καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν + την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ- + γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε- + λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν- + θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα + χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από + όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ- + ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω. + Είχα βάλλει αψιθιάν 'ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ- + νη 'ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν- + της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν. + — Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς + σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν 'ς την ρό- + γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς + εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου. + — Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα + χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί- + χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε + 'ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα- + τούσε, κ' έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ- + ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ' εκτύπησε + 'ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον, + αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί + από καταγής, και του λέγει: «τι είν' αυτά, λέγει, μου + πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ- + της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την + Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του + λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω- + ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω. + «Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι + αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ' + έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του + κάμνει, ναι. Και όμως είχε 'ς το κούτελον ένα πρήξι- + μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ- + νατά! «Τι είν' αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις + προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης + ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ' εκείνο αφίνει τα κλαύ- + ματα και του λέγει, ναι. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη! + Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν 'βύζαξα ποτέ μου. + Να μ' αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου, + και άλλο δεν επιθυμώ. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αυτό είν' ίσα ίσα + που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα, + ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ούτ' ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα, + θα έλεγα πως 'βύζαξες την γνώσιν με το γάλα. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν + ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου + μητέρες κι’ όλα έγιναν κ' εγώ που σου τα λέγω, + μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω + 'ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ' ακόμη. + Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος + σ' εζήτησε γυναίκα του. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ω κόρη μου, τι άνδρας! + Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τω όντι άνθος είν' αυτός· 'ς την πίστιν μου είν' άνθος! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει; + Απόψε θα τον έχωμεν ς' την συναναστροφήν μας· + το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης· + ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην, + εξέτασε τ' αρμονικά χαρακτηριστικά του, + και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει. + Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον + εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον + 'ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει, + ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης, + το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου, + και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη. + Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα + κι απ' έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη· + και εις τα 'μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου + αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι. + Ό,τι κι’ αν έχη τ' αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης, + και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να μικραίνη! + Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις, + αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν' αρέσω· + αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν' αφήσω την 'ματιάν μου + να 'πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου. + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος. + Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι- + μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη- + τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει- + ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις + την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν, + κ' αι νύκταις 'σαν ταις 'μέραις σου να ήν' ευτυχισμέναις! + + (Απέρχονται) + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. + + + + Οδός εις Βερώναν. + + (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε + ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων) + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν; + Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18) + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία. + Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας, + με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια, + εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη. + Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου, + που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει. + Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω! + Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν 'δικόν των. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω. + Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19) + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε + με υποδήματα χορού κ' ευλύγιστην πατούνα, + ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου, + κι ούτ' ημπορώ να κινηθώ απ' το πολύ το βάρος. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου, + κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τόσον μ' ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη, + που να πετάξω δεν 'μπορώ 'ς τα ελαφρά πτερά του. + το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη. + Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν 'ς το βάρος σου θ' ανθέξη; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι, + είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του· + αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. — + Δώσατ' εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω. + + (Φορεί προσωπίδα). + + 'Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει, + εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση; + Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως + το ρίχνομεν εις τον χορόν. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ένα δαυλόν εμένα. + Εσείς, που έχετ' ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος + ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20). + Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ' οι άλλοι ας πηδήξουν. + +ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ + Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι.... (21|) + Αλλ' εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ' την τρύπαν, + Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ' την αγάπην, όπου + έως τ' αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος. + Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πώς τούτο; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Θέλω να ειπώ 'ξοδεύομεν του κάκου + τα φώτα, 'σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον. + Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια. + Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν 'ς ταις πέντε, + πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κ' εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν' ο σκοπός μας, + όμως δεν είναι γνωστικόν. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Και διατί; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Διότι, — + διότι είδα όνειρον 'ς τον ύπνον μου απόψε. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Είδα 'ς τον ύπνον μου κ' εγώ. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τι ήτον τ' όνειρόν σου; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται + κι αλήθειαις ονειρεύεται. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Τώρα καταλαμβάνω! + Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22). + Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα, + ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ' εκείναις + οπού οι δημογέροντες φορούν 'ς το δάχτυλόν των + και ζεύγει 'ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια, + και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων. + Είναι τ' αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια, + κι απ' των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος· + απ' αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι· + τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης· + η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της. + Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι, + μικρός μικρός, 'σαν το 'μισόν απ' ένα σκουληκάκι + οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας. + Τ' αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον, + ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου· + και της το κατεσκεύασεν απ' άδειον λεπτοκάρυ. + Κ' έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα + εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ' όνειρόν των + αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως + χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ' υποκλίσεις· + 'ς των δικηγόρων απ' εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει, + κ' εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν· + 'ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως + φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει + η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,. + εάν τα εύρη μ' αλοιφαίς και χρώματ' αλειμμένα. + Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην, + και εύνοια βασιλική 'ς τον ύπνον του μυρίζει. + Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει, + και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ' εκείνος(23). + Και κάποτε τ' αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην + κι απ' το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ' όνειρόν του + καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ' εχθρών λαιμούς πως + [κόπτει, + φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια, + κ' εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ' αυτιά του, και τρομάζει, + κ' εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του, + ξανατραβά το 'πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν. + Η Μάβω είν' η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει + την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων, + και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ- + [δεύει, + π' αλλοίμονον, κι' αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24) + Αυτ' είν' η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει + τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα 'ς την κλίνην, + και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος· + αυτ' είν' εκείνη.... + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα, + και διά τίποτε λαλείς. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + + Λαλώ περί ονείρων + και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια, + γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας· + κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν 'σαν τον αέρα, + και άστατον 'σαν την πνοήν τ' ανέμου, οπού πότε + 'ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην, + και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει + και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Μας 'βγάζει απ' τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις. + Το δείπνον θα' τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κ' εγώ φοβούμαι πρόωρα! 'Σαν να μου λέγη κάτι, + ότι μεγάλη συμφορά, 'ς το άστρον μου κρυμμένη, + απ' το νυκτοξεφάντωμα τ' αποψινόν θ' αρχίση, + κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην + που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση + με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας! + Αλλά Εκείνος π' οδηγεί το σκάφος της ζωής μου + ας του πρυμνίζη τ' άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Βαρέσατε τα τύμπανα! + + (Εξέρχονται πάντες). + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. + + + + Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου. + (μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα + αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ). + +Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω- + μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που + να καθαρίση πινάκι! + +Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ- + ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα! + +Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Πάρε τα σκαμνιά απ' εδώ. — Σπρώξε εκεί τ' αρμά- + ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου + ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ' + αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν' αφήση την Σουσάναν την + Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. — + Αντώνη! Τηγανά! + +Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Παρών! + +Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε- + ζαρίαν. + +Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Δεν ημπορώ να είμαι κ' εδώ κ' εκεί. — Εμπρός παι- + διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος, + χάρισμά του ό,τι απομείνη. + + (Αποσύρονται). + + (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων, + και προσωπιδοφόροι). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Καλώς ωρίσατ' άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους + θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν. + Α, α! Ποια τώρ' απ' όλαις σας θα 'πή πως δεν χορεύει; + Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη, + παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι. + Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου! + Ήτον καιρός οπού κ' εγώ 'φορούσα προσωπίδα, + και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω + και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν + αλλά επέρασ' ο καιρός, επέρασε και 'πάγει. — + Καλώς ωρίσατ' άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε! + Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε! + + (Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός). + + Και άλλα φώτα γρήγορα· — 'ς τον τοίχον τα τραπέζια· + κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25). + Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ' εδώ κοντά μου· + εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας. + Αφ' ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι; + +ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι! Ολιγώτερον καλέ, 'λιγώτερον σου λέγω. + Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια + που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε + κ' οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι; + +ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Έχεις λάθος. + Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων + είναι ο υιός του σήμερον. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι κάθεσαι και λέγεις! + Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι. + + (Αποσύρονται). + +ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην· + Ποια είν' αυτή που 'πέρασε, κ' επλούτιζε το χέρι + του νέου οπού την κρατεί, εκεί; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Δεν την γνωρίζω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες! + Μου φαίνεται 'ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη, + ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ' αυτί ενός Αράπη! + Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι, + τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει! + Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ' ταις συντρόφισσαίς της, + 'σαν περιστέρα κάτασπρη 'ς τα μαυροπούλια μέσα! + Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση, + να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ' αδρύ μου χέρι + να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ' η καρδιά μου + ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε + πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω! + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν. + Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του. + + (Προς τον ακόλουθόν του) + + Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει + ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα, + και 'ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση! + Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου, + κρίμα δεν τόχω αν εδώ 'ς τον τόπον τον αφήσω! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις; + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι, + ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν + την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι; ο Ρωμαίος είν' αυτός; + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Εκείνος, ο αχρείος! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου· + αρχοντικόν κ' ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι, + κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της + όλ' η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον. + Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη, + δεν το 'καμνα 'ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω. + Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης. + Το θέλημά μου είν' αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω, + πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης, + και δεν ταιριάζουν 'ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ' ένας αχρείος μέσα! + Δεν υποφέρεται αυτό! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Πλην θα το υποφέρης! + Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι; + Ο νοικοκύρης είμ' εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις! + Ποιος σ' ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με, + θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω; + να γείν' ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης + το παλλικάρι; + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Θειε μου, είν' εντροπή μας. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Σώπα! + Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ' ακούσω; + Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο. + Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν.... + + (προς νέαν τινά). + + Πολύ καλά, ψυχούλα μου. + + (Προς τον Τυβάλτην) + + Πού έχεις τα μυαλά σου; + Να που το λέγω, 'σύχασε, ή... + + (Προς τους υπηρέτας). + + Κι άλλα φώτα! φώτα! + + (Προς τους υπηρέτας). + + Εμπρός να ζήτε. + + (Προς τον Τυβάλτην) + + Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω! + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει, + κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος. + Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του, + και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση. + + (Αποσύρεται.). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αν τύχη κ' εβεβήλωσε τ' ανάξιόν μου χέρι + το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν + δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη, + και το τραχύ μου έγγιγμα μ' ένα φιλί ας σβύσουν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου· + δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη. + Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων, + κι ασπάζονται μ' ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν + ας κάμουν και τα χείλη μου· 'ς την δέησίν των κλίνε! + Μην τ' αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω + εκείνο που σου δέομαι. + + (Την ασπάζεται). + + Μ' αυτό την αμαρτίαν + Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα 'δικά σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μένει 'ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Το κρίμ' από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ' ευφραίνει. + Δος μου το 'πίσω το λοιπόν. + + (Την ασπάζεται εκ νέου). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Φιλείς 'σαν κομπολόγι(27). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κυρία, η μητέρα σου να σου 'μιλήση θέλει. + + (Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ποια είναι η μητέρα της; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλόν μου παλλικάρι, + είν' η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία, + και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη. + Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες. + Χαρά ς' εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα 'ς το χέρι, + διότι παίρνει θησαυρόν. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Του Καπουλέτου κόρη! + Ω! τι γλυκός λογαριασμός! 'ς την κόρην του εχθρού μου + την ύπαρξίν μου χρεωστώ. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Καιρός ν' αναχωρούμεν + Τελειόν' η διασκέδασις. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κ' εγώ αυτό φοβούμαι. + Τελειόν' η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη. + Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι. + Τ' απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι, + υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα! + Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ' ημείς να κοιμηθούμεν. + Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας. + Πηγαίνω 'ς το κρεββάτι μου. + + (Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αι παραμάνα, έλα 'δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κι' ο άλλος απ' οπίσω του; Αυτός που 'βγαίνει τώρα; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κ' εκείνος + κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Δεν τον γνωρίζω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πήγαινε να μάθης τ' όνομα του. — + Εάν δεν είν' ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι + το νυμφικόν κρεββάτι μου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα. + Μοντέκης είναι τούτος· + είν' ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη! + Ω! πάρωρα τον 'γνώρισα, και πρόωρα τον είδα! + Εις την καρδιάν μου 'φύτρωσε παράδοξος αγάπη, + και τώρα έχω ν' αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τι είν' αυτό; τι είν' αυτό; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Είν' ένα τραγουδάκι, + που μ' έμαθ' ένας χορευτής. + + (Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Αμέσως! Ναι, αμέσως! + Έλα πηγαίνωμεν κ' ημείς; Έφυγ' ο κόσμος όλος. + + (Απέρχονται) + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ + + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. + + + + Πλατεία παρά τον κήπον του Καπουλέτου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ, εισερχόμενος. + Ω! η καρδιά μου είν' εδώ. Κ' εγώ εδώ θα μείνω. + Κυλήσου, ζύμη γήινη, το κέντρον σου να εύρης (28). + + (Πηδά τον τοίχον του κήπου). + + (Εισέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ρωμαίε μου! Εξάδελφε! Ρωμαίε! + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Έχει γνώσιν + ο νέος, και θα έφυγε να 'πάγη να πλαγιάση. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟ + Τον είδα· έτρεξ’ απ' εδώ κ' επήδησε τον τοίχον. + Μερκούτιέ μου, κράξε τον. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Και να τον εξορκίσω· — + Ρωμαίε! παλαβέ, τρελλέ, ερωτοπληγωμένε! + Το σχήμα λάβε στεναγμού κ' εμπρός μας εμφανίσου + ή δίστιχον ερωτικόν ειπέ μου, και μου φθάνει· + φώναξε, Αχ! και ταίριαξε με περιστέρι, ταίρι + ή κάμε το εγκώμιον της άμιας Αφροδίτης, + ή δος ένα παράνομα εις το τυφλόν παιδί της(29). + Δεν με ακούει, δεν κουνεί, δεν ομιλεί. — Ρωμαίε! — + Εψόφησεν ο πίθηκος. — Εξορκισμόν θα κάμω. + Ρωμαίε, μα τα εύμορφα της Ροζαλίνας μάτια, + μα το λευκόν της μέτωπον, τα κόκκινά της χείλη, + μα το μικρόν ποδάρι της, την άντζαν της την ίσιαν, + μα το παχοτρεμουλιαστόν μηρί της, σ' εξορκίζω, + 'ς την φυσικήν σου την μορφήν εμπρός μας εμφανίσου + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Εάν σ' ακούση, βέβαια μαζή σου θα θυμώση. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Πώς θα θυμώση; Δίκαιον θα είχε να θυμώση, + εάν με τον εξορκισμόν της αγαπητικής του + του έστηνα δαιμόνιον τεράστιον εμπρός του, + και τ' άφηνα να στέκεται, ως που να καταφέρη + εκείνη με τα μάγια της να το κατακαθίση. + Αυτό θα τον επείραζεν ενώ τα όσα είπα + είναι καλά κι’ απείρακτα- διότι στ' όνομά της + εξώρκισα τον ίδιον εμπρός μας να φυτρώση. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Πηγαίνομεν. Εκρύφθηκεν ανάμεσα 'ς τα δένδρα· + θέλει να έχη συντροφιάν την νοτισμένην νύκτα. + Είν' η αγάπη του τυφλή και αγαπά το σκότος. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Αν η αγάπ' ήναι τυφλή δεν βλέπει πού πηγαίνει. + Τώρ' από κάτω από εληάν θα ήναι 'ξαπλωμένος, + να λογαριάζη ταις εληαίς της αγαπητικής του(30). + Ρωμαίε, καλήν νύκτα σου! — 'ς το στρώμα μου πηγαίνω· + δεν μου αρέσει να στρωθώ εις λίθινον κρεββάτι. + Έλα πηγαίνομεν. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Εμπρός! Του κάκου τον ζητούμεν, + ανίσως δεν επιθυμή να ευρεθή εκείνος. + + ( Απέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. + + + + Ο κήπος του Καπουλέτου. + (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον! + + (Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της). + + Αγάλια! 'ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει; + Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος! + Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην. + Ιδέ την απ' την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει, + διότι συ την ξεπερνάς 'ς την δόξαν και 'ς τα κάλλη. + Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη· + πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει, + και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την! + Είν' η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι. + Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν + αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω. + Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα. + Δύο αστέρια τ' ουρανού, τα ωραιότερα του, + θέλουν 'ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν + παρακαλούν τα μάτια της 'ς τους ουρανούς να λάμπουν. + Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν; + Και τι, εάν κατέβαιναν ς' την κεφαλήν της τ' άστρα; — + Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ' αστέρια, + καθώς θαμπόνει λύχνου φως 'ς την λάμψιν της ημέρας, + και θα' χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω + ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα, + που τα πουλιά να κελαδούν 'σαν να μην ήτο νύκτα! + Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι. + Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω + το μάγουλόν της το γλυκόν! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αχ + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ομιλεί. — Ομίλει, + ομίλει, άγγελε λαμπρέ! — Μου έλαμψες ‘ς το σκότος, + καθώς οπόταν ο θεός εις τους ανθρώπους στέλνει + τον πτερωτόν του μυνητήν απ' του ουρανού τα ύψη, + κι αναστηλόνουν έκθαμβα οι άνθρωποι τα μάτια, + και γέρνουν τα κεφάλια των οπίσω, να τον βλέπουν, + που κάθεται ‘ς τα σύννεφα τα αργοκινημένα + και αρμενίζει υψηλά ‘ς τους κόλπους του αιθέρος! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ρωμαίε, ω Ρωμαίε! Αχ! τι λέγεσαι Ρωμαίος; + Αρνήσου τον πατέρα σου, παραίτα τ' όνομά σου, + ή αν δεν θέλης, μοναχά πως μ' αγαπάς ορκίσου + και έπαυσα να λέγομαι του Καπουλέτου κόρη (33) + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ν' ακούσω κι’ άλλα; ή αυτά με φθάνουν; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τ' όνομά σου + είναι ο μόνος μου εχθρός. Μοντέκης αν δεν ήσουν, + μη άλλος θα εγίνεσο; τι θα ειπή Μοντέκης; + Μη τύχη κ' είναι πρόσωπον, ή χέρι, ή ποδάρι, + ή άλλο μέρος του κορμιού; Ω! τ' όνομα ν' αλλάξης! + Και τι σημαίνει τ’ όνομα; τ' άνθος που λέγουν ρόδον, + με οποίαν λέξιν κι’ αν το 'πουν, το ίδιον θα μυρίζη. + Και ο Ρωμαίος, τ' όνομα Ρωμαίος αν δεν είχε, + την χάριν δεν θα έχανε που έχει φυσικήν του. + Λοιπόν παραίτησε και συ, Ρωμαίε, τ' όνομά σου, + και δι’ αυτό σου τ’ όνομα, που μέλος σου δεν είναι, + εμένα όλην πάρε με. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + 'Σ τον λόγον σου σε παίρνω· + 'πέ με αγάπην σου, κ' ευθύς μ' εβάπτισες εκ νέου· + από εδώ κ' εμπρός εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ποιος είσαι συ, που έρχεσαι κρυμμένος ‘ς το σκοτάδι, + και χώνεσαι ‘ς τα μυστικά κρυφομιλήματά μου; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δεν' ξεύρω με τι όνομα να σου ειπώ ποιος είμαι· + το όνομα μου το μισώ, ω δέσποινα γλυκειά μου, + διότι το εχθρεύεσαι. Γραμμένον αν το είχα, + θα το εξέσχιζα εδώ. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τ' αυτιά μου μόλις ήπιαν + ως τώρα λέξεις εκατόν από αυτό το στόμα, + αλλά γνωρίζω την φωνήν. — Δεν είσαι ο Ρωμαίος; + Δεν είσαι του Μοντέκη υιός; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κανέν από τα δύο, + αφού εσύ δεν τ' αγαπάς, ω κόρη γλυκυτάτη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Εδώ πώς ήλθες; λέγε μου· και διατί να έλθης; + Ο τοίχος είναι υψηλός και δύσκολα πηδάται, + και δι’ εσένα θάνατος αυτός ο κήπος είναι, + αν σ' εύρη έξαφνα εδώ κανένας συγγενής μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Με τα πτερά του Έρωτος επήδησα τον τοίχον. + Με λίθινα εμπόδια δεν κλείεται ο Έρως, + κι ό,τι του είναι δυνατόν τολμά και να το κάμη· + κι ούτε μου ήλθεν εις τον νουν των συγγενών σου φόβος. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Εάν σ' ιδούν σ' εσκότωσαν! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αλλοίμονον 'ς εμένα! + Φοβούμαι περισσότερον το ιδικόν σου μάτι, + παρά σπαθιά των είκοσι. — Με γλύκαν κύτταξέ με, + και ούτε συλλογίζομαι την ιδικήν των έχθραν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Δεν ήθελα να σε ιδούν διά τον κόσμον όλον. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δεν έχει φόβον της νυκτός το ράσον με σκεπάζει, + φθάνει εσύ να μ' αγαπάς, κι’ ας μ' εύρουν δεν με μέλει! + Καλλίτερα η έχθρα των να κόψη την ζωήν μου, + παρά να μη με αγαπάς, κι’ ο θάνατος ν' αργήση. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Και ποιος σ' ωδήγησεν εδώ τον δρόμον σου να εύρης; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ο Έρως, που μου έδειξε τον τρόπον να τον μάθω· + εκείνος έβαλε τον νουν, κ' έβαλα 'γώ τα μάτια. + Δεν είμ' εγώ θαλασσινός, αλλά και εις την άκρην + του κόσμου αν ευρίσκεσο, — και έως τ' ακρογιάλι + που βρέχει του ωκεανού το τελευταίον κύμα + δι’ ένα τέτοιον θησαυρόν τολμούσα ν' αρμενίσω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ξεύρεις, το σκότος της νυκτός το έχω προσωπίδα, + ειδέ θα μ' εκοκκίνιζε παρθενική σεμνότης + δι’ όσα λόγια ήκουσες απόψε να προφέρω. + Εταίριαζε να έμενα έως εκεί που πρέπει, + και όλ' αυτά να τ' αρνηθώ· αλλά, το καθώς πρέπει + ας 'πάγη τώρα 'ς το καλόν. — Με αγαπάς; — Το ξεύρω + θα μου ειπής πως μ' αγαπάς, κ' εγώ θα σε πιστεύσω + αλλά και αν με τ' ορκισθής 'μπορείς να με γελάσης + εις απιστίας εραστών ο Ζευς γελά, μας λέγουν. + Αν μ' αγαπάς, ειπέ μου το αληθινά, Ρωμαίε. + Ή αν θαρρής πως εύκολα μ' εκέρδισες, ειπέ το, + ώστε να κάμνω την κακιάν, τα φρύδια να σουφρόνω + και όχι ν' αποκρίνωμαι, και να σε βασανίζω + πριν με κερδίσης· — ειδεμή, αλλέως δεν το κάμνω· + Αληθινά, αισθάνομαι πολύ ερωτευμένη, + κ' ίσως ευρίσκης ελαφρύ πολύ το φέρσιμόν μου· + αλλ' όμως εμπιστεύσου με, Ρωμαίε, και θα μ' εύρης + πλέον πιστήν από αυτάς, που ξεύρουν να κρατούνται. + Τ' ομολογώ, να κρατηθώ κ' εγώ εχρεωστούσα, + πλην άθελά μου ήκουσες τον μυστικόν μου πόθον, + και πριν το πάρω είδησιν· λοιπόν συμπάθησέ με, + κ' εις ελαφράδα της καρδιάς μη τύχη κι’ αποδώσης + τα όσα εξεσκέπασεν η σιωπή του σκότους. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι, + που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει.... + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι, + που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει, + μη τύχη κ' η αγάπη σου αλλάζη 'σαν εκείνο. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εις τι λοιπόν να ορκισθώ; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μην ορκισθής διόλου. + Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου, + 'ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω, + και σε πιστεύω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αν ποτέ η καρδιακή αγάπη... + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μην ορκισθής καλλίτερα. — Αν κ' ήσαι η χαρά μου, + απόψε δεν την χαίρομαι την ένωσιν αυτήν μας. + Ορμητικά, κ' εξαφνικά κι’ ανέλπιστα μου ήλθε· — + ήτον ωσάν την αστραπήν, οπού περνά και φεύγει + πριν ‘πή κανένας: άστραψε! — Γλυκέ μου, καλήν νύκτα! + Ίσως αυτό το σφαλιστόν το άνθος της Αγάπης + ‘ς την αύραν του καλοκαιριού τα φύλλα του ανοίξη, + κι ανθίζει και μοσχοβολά ως που να ξαναέλθης. + Καλή σου νύκτα κι’ αγαθή! Το στήθος σου να είναι + αναπαυμένον κ' ήσυχον καθώς το ιδικόν μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μ' αφίνεις; κ' ευχαρίστησιν δεν θέλεις να μου δώσης; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Και ποίαν ευχαρίστησιν απόψε περιμένεις; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Το τάγμα της αγάπης σου αντί της ιδικής μου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Και μη δεν σου την έταξα και πριν μου την ζητήσης; + Και όμως θα μου ήρεζε να μη την είχα δώσει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και διατί, αγάπη μου, να μου την πάρης πίσω; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Διά να έχω μοναχά να σου την ξαναδώσω. + Αλλά γυρεύω του κακού το πράγμα οπού έχω. + Είν' η αγάπη μου βαθειά 'σαν πέλαγος, κ' εξ ίσου + και η φιλοδωρία μου 'σαν πέλαγος μεγάλη, + και όσον περισσότερον σου δίδω, τόσον μένει, + διότι ανεξάντλητα τα έχω και τα δύο. + + (Η παραμάνα κράζει έσωθεν), + + Ακούω μέσα θόρυβον. Αγάπη μου σ' αφίνω. + — Αμέσως, παραμάνα μου. — Έσο πιστός, Μοντέκη. + Πρόσμειν' εδώ μίαν στιγμήν κι’ αμέσως επιστρέφω. + + (Αποσύρεται). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ευλογημέν' η νύκτ' αυτή και τρις ευλογημένη! + Φοβούμαι μήπως όνειρον ήτον αυτό που είδα· + τόσον μου φαίνεται γλυκόν, που μόλις το πιστεύω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ, επιστρέφουσα εις το παράθυρον. + Δυο λόγια μόνον να σου ‘πώ, κι’ αλήθεια καλήν νύκτα. + Εάν τω όντι μ' αγαπάς, Ρωμαίε, τιμημένα, + κ' είν' ο σκοπός σου στέφανα και γάμος, μήνυσέ μου + με κάποιον, οπού αύριον εγώ θα σου τον στείλω, + το πού και πότ' επιθυμείς η τελετή να γίνη, + κ' είμ' έτοιμη την τύχην μου ‘ς τα χέρια σου να βάλω + και εις τα πέρατα της γης να σε ακολουθήσω. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. + Κυρία! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Έφθασα. — Αλλά εάν κακόν ‘ς τον νουν σου + επέρασε, παρακαλώ... + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. + Κυρία μου! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αμέσως! + — τότε να μη με ξαναϊδής, και άφες με να κλαίω. + Θα σε μηνύσω αύριον. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Να μη σωθή η ψυχή μου + εάν ποτέ... + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα! + + (Αποσύρεται). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις. + Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει + καθώς το μαθητόπουλον π' αφίνει το βιβλίον + και όταν έλθη χωρισμός, 'σαν το παιδί γυρίζει + όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει 'ς το σχολείον. + + (Αποσύρεται βραδέως). + + (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα, + το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω. + Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη. + Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται + θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση + κ' εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον + με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ' το σκότος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είν' η ψυχή μου που λαλεί και τ' όνομά μου κράζει. + Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος + μιας φωνής ερωτικής ‘ς τα σκοτεινά, την νύκτα, + 'σαν μουσική αρμονική στ' αυτιά προσηλωμένα. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ρωμαίε μου! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αγάπη μου! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι ώραν να σου στείλω + το μήνυμά μου αύριον; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κοντά εις τας εννέα. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια. + Εξέχασα τι σ' ήθελα και σ' έκραξα οπίσω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εδώ να μένω άφησε ως που ‘ς τον νουν να σ' έλθη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης, + και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κ' εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω, + και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης, + αλλ' όχι πλέον μακρυά απ' το μικρόν πουλάκι, + π' αφίνει απ' το χέρι της μια νέα να μακραίνη, + με μιαν κλωστήν μεταξωτήν 'σαν αλυσοδεμένον, + και 'πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει ‘ς την ποδιάν της· + τόσον το θέλει ‘ς την σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ας ήμουν το πουλάκι σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μακάρι, ω γλυκέ μου· + αλλά θα σ' εθανάτονα απ' το πολύ το χάδι. + Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα. + Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα, + που έως αύριον 'μπορώ να λέγω καλήν νύκτα. + + (Αποσύρεται). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ο ύπνος 'ς τα ματάκια σου, ‘ς το στήθος σου γαλήνη! + Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν, + τόσον γλυκά ν' αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω + αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω, + την ευτυχίαν μου να 'πώ κ' ευχήν να του ζητήσω. + + (Αναχωρεί). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. + + + + Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. + + (Εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κρατών κάλαθον). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Με χαμογέλοια η Αυγή τα πλουμιστά της μάτια + τα στρέφει προς την σκυθρωπήν την Νύκτα, και χαράζει + τα νέφη της Ανατολής με φωτερά χαράκια. + Και 'σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει, + κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου, + μη το πατήση ο Τιτάν κ' οι πύρινοι τροχοί του. + Και τώρα, πριν ο Ήλιος το φλογερόν του μάτι + τ' αναστηλώση, την χαράν να φέρη ‘ς την Ημέραν, + και να στεγνώση την δροσιάν της νοτισμένης Νύκτας, + πηγαίνω, το καλάθι μου να το παραγεμίσω + με βότανα φαρμακερά και με γλυκόχυμ' άνθη. + Είναι της φύσεως η Γη και τάφος και μητέρα· + γίνονται μνήμα νεκρικόν οι μητρικοί της κόλποι· + και τα παιδιά των σπλάγχνων της, τα ιδικά μας χέρια + τα κόπτουν εις τα στήθη της, όπου ζωήν βυζάνουν. + Χάραις εξαίρεταις πολλαίς έχουν πολλά παιδιά της, + καθένα χάριν χωριστήν, κανένα χωρίς χάριν. + Είναι η δύναμις πολλή κ' η αρετή μεγάλη + που έχει κάθε βότανον, κάθε φυτόν ή πέτρα· + κανένα πράγμα ποταπόν 'ς την γην ζωήν δεν έχει, + που διά κάτι αγαθόν ‘ς την γην δεν χρησιμεύει· + αλλά δεν έχει κι’ αγαθόν, που αν παραστρατίση, + να μη χαλνά η φύσις του κ' εις βλάβην να γυρίζη. + Ως και αυτή η αρετή γυρίζει 'ς αμαρτίαν + εάν στραβά εφαρμοσθή· καθώς κ' η αμαρτία + τυχαίνει κ' εξαγνίζεται 'ς τον δρόμον της κ' εκείνη. — + Μέσ' τον δροσάτον κάλυκα αυτού εδώ του άνθους + είναι κρυμμένον ιατρικόν και κατοικεί φαρμάκι· + αν το μυρίσης, η οσμή την αίσθησιν ευφραίνει· + αν το γευθής, εις την καρδιάν την αίσθησιν νεκρόνει. + Κ' εις του ανθρώπου την καρδιάν, καθώς 'ς το άνθος τούτο, + δυο βασιλείς αντίπαλοι στρατοπεδεύουν πάντα: + η θεία χάρις εξ ενός, εξ άλλου κακή τάσις· + και όταν το χειρότερον νικά και υπερέχει, + τρώγει την ρίζαν του φυτού σκουλήκι του θανάτου... + + (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καλή σου 'μέρα, πάτερ μου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ευλογητός, υιέ μου. + Ποιος ήλθε τόσον ενωρίς να με καλημερίση; + Παιδί μου! πρέπει ταραχή της κεφαλής μεγάλη + να σ' έκαμε την κλίνην σου τόσον πρωί ν' αφήσης. + Μετρά τας ώρας η φροντίς ‘ς τα μάτια των γερόντων, + κι όπου Φροντίδες κατοικούν ο Ύπνος δεν φωληάζει· + αλλ' όμως, όπου τα γερά τα μέλη της 'ξαπλόνει + Νεότης ξέννοιαστη, εκεί ο Ύπνος βασιλεύει. + Ο πρωινός σου ερχομός λοιπόν με βεβαιόνει + πως πρέπει να σ' εξύπνησε καμμία παραζάλη. + ή, εάν σφάλλω εις αυτό, μαντεύω πως απόψε + δεν 'πλάγιασε ‘ς το στρώμα του διόλου ο Ρωμαίος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι· η αλήθεια είν' αυτή· — αν μ' έλειψεν ο ύπνος, + πλέον γλυκειάν ανάπαυσιν εχάρηκ' η καρδιά μου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Την αμαρτίαν ο θεός να σου την συγχωρήση! + στης Ροζαλίνας έμεινες; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + 'Σ της Ροζαλίνας; Όχι· + εξέχασα και τ' όνομα και τον καϋμόν της, πάτερ. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Έτσι σε θέλω· εύγε σου! ‘Πέ μου λοιπόν, πού ήσουν; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Θα σου ειπώ το κάθε τι, πριν ερωτήσης πάλιν. + Την νύκτα εξεφάντωσα μαζή με τους εχθρούς μου, + και επληγώθηκα εκεί, χωρίς να το προσμένω, + αλλά επλήγωσα κ' εγώ. Κ' οι δύο θεραπείαν, + απ' τ' άγιον το χέρι σου, και συνδρομήν ζητούμεν. + Η έχθρα μου επέρασεν, αφού και τον εχθρόν μου + η χάρις όπου σου ζητώ θα ωφελήση, πάτερ. + +ΛΑΥΡΕΝΙΟΣ + Ομίλησέ μου καθαρά, παιδί μου, κ' εξηγήσου. + Αν ήλθες γρίφους να μου ‘πής, θα σ' ευχηθώ με γρίφους. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Λοιπόν σου λέγω καθαρά, πως μ' όλην την καρδιάν μου + του Καπουλέτου αγαπώ την κόρην την ωραίαν, + κι όπως εγώ την αγαπώ με αγαπά κ' εκείνη. + Δεμένοι ευρισκόμεθα, και μόνον τώρα μένει + με τ' άγιον μυστήριον του γάμου να μας δέσης. + Το πού, και πότε, και το πώς την είδα και με είδε, + και πώς ερωτευθήκαμεν κι’ αλλάξαμεν και λόγον, + θα σου τα 'πώ καταλεπτώς· — πλην κάμε μου την χάριν, + στεφάνωσέ μας σήμερον, αν μ' αγαπάς, ω πάτερ. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ελέησόν με ο θεός! Πώς ήλλαξε το πράγμα; + Την Ροζαλίναν, που ως χθες την αγαπούσες τόσον, + την ελησμόνησες ευθύς; Των νέων η αγάπη + λοιπό δεν είναι 'ς την καρδιάν; 'ς τα μάτια μόνον είναι; + Χριστέ και Παναγία μου! Διά την Ροζαλίνα + τα μάγουλά σου τα χλωμά αυλακωμένα ήσαν! + Τόσα πικρά σου δάκρυα επήγαν 'ς τα χαμένα, + αφού ως και την πίκραν των την έχεις ξεχασμένην. + Ακόμη απ' τον ουρανόν τους αναστεναγμούς σου + ο ήλιος δεν τους 'σκόρπισεν και αντηχεί ακόμη + 'ς τα αυτιά μου τα γεροντικά το αναφυλλητόν σου· + Ιδού, ακόμη — κύτταξε, — 'ς το μάγουλόν σου μένει + ενός δακρύου παλαιού τ' ασκούπιστον σημάδι. + Αν είσαι συ που μου 'μιλείς, κι’ ο πόθος σου 'δικός σου, + τότε κι’ ο πόθος σου και συ της Ροζαλίνας είσθε! + Και τώρα τόσον ήλλαξες; Α! ομολόγησέ το: + δεν είναι ασυγχώρητον γυναίκες ν' αμαρτάνουν, + όταν 'ς τους άνδρας φαίνεται αδυναμία τόση. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Συχνά εκατηγόρησες εκείνην την αγάπην. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Παιδί μου, τον ξετρελλαμόν και όχι την αγάπην. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και μ' έλεγες τον έρωτα να θάψω. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Δεν σου είπα + να θάψης ένα έρωτα και άλλον να ξεθάψης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μη μ' επιπλήττης, πάτερ μου· αυτή οπού λατρεύω + δίδει καρδιάν αντί καρδιάς, κι’ αγάπην δι’ αγάπην! + Η άλλη δεν το έκαμνε. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Διότι ενοούσεν, + ότι τα χείλη αγαπούν, πλην όχι κ' η καρδιά σου. + Ας είναι πλέον, άστατε! Έλα μαζή μου τώρα, + Εάν σου γίνω βοηθός, θα το αποφασίσω + μόνον και μόνον επειδή ελπίζω εις αγάπην + να στρέψω με τον γάμον σας την έχθραν των σπιτιών σας. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πηγαίνομεν βιάζομαι να γίνη ο σκοπός μου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Σιγά σιγά και γνωστικά. Σκοντάπτει όποιος τρέχει. + + (Αποσύρονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. + + + + Οδός. + + (Εισέρχεται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Πού 'ς τον διάβολον να είναι αυτός ο Ρωμαίος; — + Δεν επήγεν να κοιμηθή την νύκτα; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Δεν επήγεν εις του πατρός του. Μου το είπεν ο άν- + θρωπός του. + +ΜΕΡΚΟΤΙΟΣ + Αυτή η σκληρόκαρδη Ροζαλίνα με το χλωμόν της + το πρόσωπον τον κατατυραννεί και 'πάγει να τον τρελ- + λάνη. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ο Τυβάλτης, ο συγγενής του γέρο-Καπουλέτου, του + έστειλεν εις του πατρός του γράμμα. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Να μην έχω ζωήν, αν δεν τον προσκαλή εις μονο- + μαχίαν. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Θ' αποκριθή ο Ρωμαίος. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Όποιος ηξεύρει γράμματα ημπορεί ν' αποκριθή εις + ένα γράμμα. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Θέλω να ειπώ, ότι θ' αποκριθή εις εκείνον οπού το + έγραψε, καθώς του πρέπει. Στήθος εις στήθος! + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Αλλοίμονον! Ο κακόμοιρος ο Ρωμαίος είναι απο- + θαμμένος πλέον! Τον εμαχαίρωσε το μαύρο 'μάτι μιας + άσπρης κοπέλας· του ετρύπησε το αυτί ένα ερωτικόν + τραγουδάκι· του επλήγωσε τα φυλλοκάρδια το βέλος + του τυφλού παιδιού που ηξεύρεις· — και θέλεις τέτοιος + άνθρωπος να δείξη στήθος εις τον Τυβάλτην; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Και τι τάχα είναι ο Τυβάλτης; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Δεν χωρατεύει ο Τυβάλτης. Ηξεύρει εις τα δάκτυ- + λά του τους νόμους της τιμής και την τέχνην της μο- + νομαχίας. Το σπαθί του το παίζει, καθώς παίζεις τον + ταμπουράν· προσέχει εις το μέτρημα, εις το λάλημα + και εις το κτύπημα· θα σου μετρήση έν, δύο, τρία, και + άρπα την εις το στήθος! Σου ετρύπησε το κουμβί ως + που να γυρίσης να ιδής. Φοβερός εις ταις σπαθιαίς! + Μονομάχος του πρώτου νερού! Ηξεύρει διατί και πώς + να ξεσπαθώση. Ω! περίφημη passata. Να punto re- + verso μίαν φοράν. Να σου hai(34). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Να σου, τι; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Να τους πάρη η ζάλη αυτούς τους φαντασμένους, + όλον μορφασμούς και τσακίσματα γεμάτους, και προσ- + ποίησιν απ' επάνω έως κάτω, οπού σου τα λέγουν τορ- + νευμένα: « Μα τον Δία! κάλλιστον ξίφος! Μέγιστος + ανήρ! εξαισία εταίρα!» Ω παπουλή μου, δεν είναι + αμαρτία να έχωμεν εις το κεφάλι μας αυταίς ταις σκνί- + παις, αυτούς τους οδηγούς του συρμού, αυτούς τους + pardonnez - mois, οπού γυρεύουν τους νεωτερισμούς + και δεν ημπορούν να στρογγυλοκαθήσουν εις τα παλαιά + μας σκαμνιά! που να τους καθήσουν εις τον λαιμόν τα + bonjour των και τα bonsoir των! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Να τος ο Ρωμαίος! Να τος! + + (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Πετσί και κόκκαλον! σωστός τσίρος. Ω σάρκα, σάρ- + κα, πώς αποψαρόνεσαι! Τώρα δα σου πηγαίνουν οι στί- + χοι, οπού εξεχείλιζεν ο Πετράρχης. Κοντά εις την ιδι- + κήν σου η Λαύρα ήτο μία μαγείρισσα· με μόνην την + διαφοράν, ότι ο ιδικός της αγαπητικός έψαλλε τον έρω- + τά του καλλίτερά σου. Κοντά εις την ιδικήν σου η Διδώ + ήτο μία χήνα, η Κλεοπάτρα μία γύφτισσα, η Ελένη + και η Ηρώ πατσαβούραι, η Θίσβη μία ανάλατη γαλα- + νομμάτα. Signor Ρωμαίε, bonjour. Ιδού γαλλικός + χαιρετισμός διά τα γαλλικά σου βρακιά. — Καλά μας + την έπαιξες χθες. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καλή σας ημέρα και τους δύο. — Τι σας έπαιξα; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μας εξέφυγες, Κύριε· μας εξέφυγες. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Συμπάθησέ με, καλέ μου Μερκούτιε· είχα μίαν υπό- + θεσιν πολύ σπουδαίαν, και εις μίαν περίστασιν, ωσάν + αυτήν οπού μου έτυχεν, η χωριατιά είναι συγχωρη- + μένη μεταξύ φίλων. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Δηλαδή, με άλλα λόγια, εις μίαν περίστασιν ωσάν + αυτήν οπού σου έτυχε, συγχωρείται να δείξη κανείς + την ράχιν του.... + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Από το πολύ σκύψιμον διά να ζητήση συγχώρησιν. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Καλά τα διορθόνεις. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καθώς η ευγένεια το απαιτεί. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ως προς τούτο, μη λησμονής, ότι εγώ είμαι της + ευγενείας το άνθος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τριαντάφυλλον; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μάλιστα τριαντάφυλλον. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εγώ τα έχω εις τα ποδάρια μου τα τριαντάφυλλα. + Κύτταξε τα δεσίματα των υποδημάτων μου. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Τι νόστιμος οπού είσαι. Μη στέκης! Εμπρός, ως που + να έβγουν οι πάτοι των υποδημάτων σου αυτών, και να + μην έχη πού να πατήση η νοστιμάδα σου.... + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Διά να ξεπατώση το πνεύμα σου (35). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Βοήθεια, Μπεμβόλιέ μου, κ' εχάθηκα! Αι; δεν είναι + καλλίτερα έτσι παρά να μου βογκάς από έρωτα; Τώρα + μου αρέσεις· τώρα είσαι ο Ρωμαίος οπού θέλω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κύτταξ' εκεί· τι είναι αυτό που έρχεται; + + ( Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ένα πανί! ένα πανί! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Δύο πανιά! Μία φούστα και ένα βρακί. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πέτρε! + +ΠΕΤΡΟΣ + Παρών. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Το φυσερόν μου, Πέτρε(36). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Δος της το, Πέτρε, να κρύψη το πρόσωπόν της. Μου + αρέσει καλλίτερα το φυσερόν. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλή σας ημέρα, άρχοντες. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Καλή εσπέρα, αρχόντισσά μου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλέ, από τώρα εβράδυασε; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ήρχισε να βραδυάζη, κυρά μου· διότι το δάχτυλον + της ώρας εγαργάλισε πλέον το μεσημέρι. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Δεν με ξεφορτόνεσαι; Τι λογής άνθρωπος είσαι του + λόγου σου; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είναι, κυρά μου, ένας άνθρωπος, οπού ό Θεός τον + έπλασε κατ' εικόνα του, διά να κάμη άδικον του εαυ- + τού του. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλά και το λέγεις τω όντι! Να κάμη άδικον του + εαυτού του, λέγει. — Άρχοντες, ημπορεί κανείς σας + να μου ειπή πού να εύρω τον νέον Ρωμαίου; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εγώ να σου το ειπώ· αλλ' ο νέος Ρωμαίος, ως που + να τον εύρης, θα ήναι γεροντότερος από τότε οπού ήρ- + χισες να τον γυρεύης. Εγώ είμαι ο νεώτερος με αυτό + το όνομα, κυρά μου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Αν ήσαι συ ο Ρωμαίος, έχω κάτι να σου ειπώ κρυφόν, + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Κάλεσμα έχει να του κάμη. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μαυλίστρα! Μαυλίστρα! Χω, χω! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τι ξεφωνίζεις εκεί: + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Εμυρίσθηκα κυνήγι. — Άκουσε, Ρωμαίε, θα έλθης + έπειτα εις του πατρός σου; Θα γευματίσωμεν εκεί και + οι δύο. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καλά· τώρα έρχομαι. + + (Εξέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλέ δεν μου λέγεις τι πράγμα είναι αυτός ο γλωσ- + σάς, οπού μου έκοψε τόσαις αυθάδειαις: + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είναι ένα αρχοντόπουλον, οπού του αρέσει ν' ακούη + την φωνήν του, και ημπορεί να ειπή εις ένα λεπτόν όσα + δεν έχει την υπομονήν ν' ακούση εις ένα μήνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Αν έχη την όρεξιν να φλυαρή δι’ εμένα, του δείχνω + εγώ πόσα απίδια βάζει ο σάκκος! Και αν εγώ δεν ημ- + πορώ, 'ξεύρω πού να εύρω τον παιξομύτην του. Το ξό- + ανον! Δεν είμαι εγώ απ' εκείναις οπού 'ξεύρει· (προς τον + Πέτρον) — Και συ στέκεις εκεί ορθοκαταίβατος, και αφί- + νεις όποιον τύχη να με κάμη ό,τι θέλει; + +ΠΕΤΡΟΣ + Δεν είδα κανένα να σε κάμη ό,τι θέλει. Ας τον έβλε- + πα, και να ιδής πώς θα εξεσπάθονα! Ακούς! Φθάνει να + ιδώ, ότι είναι ανάγκη και ότι είμαι εις το δίκαιόν μου, + και ξεσπαθόνω 'σαν κάθε άλλον. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Με εσύγχυσε τόσον, οπού μου ήλθεν ανατριχίλα. Ο + παληάνθρωπος! — Παρακαλώ, Κύριέ μου, να σου ειπώ + δύο λόγια. Ως καθώς σου είπα, μ' έστειλεν η κυρία μου + να σ' εύρω. Το τι μου είπε να σου ειπώ, εγώ το 'ξεύρω· + αλλά, πρώτα και αρχή, έχω να σου ειπώ, ότι αν ο σκο- + πός σου ήναι να την γελάσης, έτσι να 'πούμεν, θα ήναι + το φέρσιμόν σου κακόν και ψυχρόν, έτσι να 'πούμεν· — + η κυρία μου είναι νέα νέα, και αν έβαλες εις τον νουν + σου να την παίξης, θα κάμης πράγμα οπού δεν είναι + τιμημένον. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Παραμάνα, να μου χαιρετήσης την Κυρίαν σου, και + να της ειπής ότι διαμαρτύρομαι... + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να καλή καρδιά! Και βέβαια θα της το ειπώ. Πανα- + γία μου, πώς θα το χαρή! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και τι θα της ειπής, παραμάνα; δεν με ήκουσες + ακόμη. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Θα της ειπώ ότι διαμαρτύρεσαι· και αυτό είναι εκείνο + οπού έπρεπε να κάμης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είπε της το απόγευμα να εύρη ευκαιρίαν + να έλθη 'ς του πνευματικού να την εξαγορεύση· + κ' εκεί θα γείνη, 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου, + και η εξομολόγησις και το στεφάνωμά μας. + Ιδού διά τον κόπον σου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ούτε λεπτόν δεν παίρνω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω! έλα δα· παρακαλώ. Σου λέγω θα τα πάρης. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Απόψε το απόγευμα; Καλά· εκεί θα ήναι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + 'Σ τον τοίχον του μοναστηρίου περίμενε ολίγον, + κ' εκεί θα στείλω άνθρωπον τώρα ευθύς να σ' εύρη + και να σου δώση τα σχοινιά, οπού θα έχω σκάλαν + εις τα εξάρτια τα 'ψηλά ν' αναίβω της χαράς μου. + Ώρα καλή! Φέρσου πιστά και θα σου το πληρώσω. + Ώρα καλή· εκ μέρους μου χαιρέτα την κυράν σου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να σ' ευλογήση ο Θεός, παιδί μου. — Άκουσέ με. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τι είναι, παραμάνα μου; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ο άνθρωπος αυτός σου + είναι πιστός; — Τα μυστικά ο ένας τα φυλάγει + καλλίτερα παρά οι δυο· το 'ξεύρεις. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μη φοβάσαι, + είναι πιστός και μυστικός. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πολύ καλά, αυθέντα μου. Δεν ξαναέγεινε τέτοια + γλυκειά νέα·. Θεέ μου, Θεέ μου! όταν ήτον τοσουλάκι + ... Ω! είναι 'ς την Βερώναν έν αρχόντοπουλον, τον + λέγουν Πάρην, και νοστιμεύεται να την πάρη. Όμως + εκείνη η καϋμένη καλλίτερα έχει να βλέπη... δεν ηξεύ- + ρω τι, παρά εκείνον. Κάποτε διά να την χολιάσω, της + λέγω, ότι ο Πάρης είναι ο γαμβρός οπού της πρέπει· + αλλά όταν ακούη τέτοια λόγια· κιτρινίζει 'σαν το πανί, + η καϋμένη. — Ειπέ μου δεν αρχίζουν με το ίδιον ψηφίον + Ρωμαίος και ρόδον; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι, παραμάνα· διατί ερωτάς; Και τα δυο με ρω. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Έλα, μη με περιπαίζης· το 'ξεύρω ότι δεν είναι με + ρω· ας ήναι. — Λοιπόν σου λέγει εκείνη κάτι φαρσεο- + λογίαις διά τ' όνομά σου και το ρόδον, οπού κάτι έδι- + δες να ταις ακούσης. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Χαιρέτα μου την, παραμάνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλά, καλά· — Πέτρε! + +ΠΕΤΡΟΣ + Παρών. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πήγαινε εμπρός. Σάλευε! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΉ ΠΕΜΠΤΗ. + + + + Ο κήπος του Καπουλέτου. + + (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Όταν την έστειλα, εννηά εσήμαινεν η ώρα, + και είπε το πολύ πολύ να λείψη μισήν ώραν. + Μη να τον εύρη δεν 'μπορεί; — Όχι· δεν είναι τούτο· — + είναι χωλή· κι’ ο Έρωτας, υπομονήν δεν έχει, + και θέλει ταχυδρόμους του τους στοχασμούς, που τρέχουν + δέκα φοραίς πλέον γοργοί από ακτίνα ήλιου, + όταν τους ίσκιους 'ς τα βουνά τα βουρκωμένα διώχνη· + και διά τούτο πτερωτόν τον Έρωτα τον έχουν, + και περιστέρια τον τραβούν, και φεύγει 'σαν αέρας. — + Έκαμ' ο Ήλιος το μισόν ημεροκάματόν του + κ' ευρίσκεται 'ς του δρόμου του την κορυφήν φθασμένος. + Επέρασαν απ' ταις εννηά έως το μεσημέρι + τρεις ώραις, και δεν έφθασεν ακόμ' η παραμάνα! + Αν είχε της νεότητος το αίμα και τα πάθη, + θα ήτο γοργοκίνητη· τα λόγια μου 'σαν σφαίρα + θα την ‘πέτούσαν να ιδή τον αγαπητικόν μου, + κι οπίσω πάλιν και αυτός θα μου την επετούσε. + Αλλά του γέρου το κορμί τον θάνατον 'θυμίζει· + είν' αργοκίνητον, χλωμόν, βαρύ 'σαν το μολύβι. + + (Εισέρχονται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ). + + Α! να την! — Ω μελίτικη, γλυκειά μου παραμάνα, + τι νέα; τον αντάμωσες; — Τον άνθρωπόν σου διώξε. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πέτρε, 'ς την θύραν πρόσμενε. + + (Απέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Γλυκεία μου παραμάνα, + λέγε μου τώρα. — Ω Θεέ! σε βλέπω λυπημένην! + Κακόν αν έχης να μου 'πής, καλόκαρδα ειπέ το, + και αν καλόν θα μου ειπής, μ' αυτό το ξυνισμένο + το πρόσωπόν σου μη χαλνάς τον εύμορφόν του ήχον. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ωχ! άφησέ με μιαν στιγμήν και είμαι κουρασμένη. + Τι δρόμον που τον έκαμα! Πονούν τα κόκκαλά μου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ας είχα ‘γώ τα νέα σου και συ τα κόκκαλά μου! + ‘Πέ μου να ζήσης, ω γλυκειά, γλυκειά μου παραμάνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τι βία! Μέγας ο Θεός! υπομονήν δεν έχεις; + Δεν βλέπεις; Ελαχάνιασα κι’ αναπνοήν δεν έχω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πώς ελαχάνιασες, και πώς αναπνοήν δεν έχεις, + αν σ' έμεινε αναπνοή να ‘πής πως δεν την έχεις; + Μ' αυτά που προφασίζεσαι πλειότερα μου λέγεις, + παρά εάν μου έλεγες εκείνα που μου κρύπτεις. + Καλόν μου φέρνεις ή κακόν; Εις τούτο αποκρίσου. + Μιαν λέξιν ‘πέ μου· τα λοιπά κατόπιν μου τα λέγεις. + Είναι καλόν; είναι κακόν; — Ειπέ να ησυχάσω. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Μα την αλήθειαν, περίφημα τον εδιάλεξες! Πού επή- + γες να τον εύρης τέτοιον άνδρα; Χαράς το! Ρωμαίος, + λέγει! Ίσως έχει πρόσωπον ευμορφότερον παρά κάθε + άλλον νέον, αλλά το ποδάρι του.... ποιος έχει καλλί- + τερον; Όσον διά το χέρι του και το ανάστημά του..... + και τι να ειπή κανείς; και με τίνος να το συγκρίνη; Δεν + είναι το άνθος της ευγενείας ο Ρωμαίος,... αλλά είναι + ήμερος 'σαν αρνάκι. — Πήγαιν' απ' εδώ παληοκόριτσο· + και ο Θεός μαζή σου! — Τι εγευματίσατε εδώ πέρα; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Α! όχι, όχι! Όλ' αυτά τα ήξευρ' από πρώτα. + Αλλά διά τον γάμον μας ειπέ μου, τι σου είπε. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Η κεφαλή μου πώς πονεί! Φοβούμαι να μη σπάση. + Ωχ! πώς πονεί κ' η ράχη μου! η ράχη μου — η ράχη! + Μ' επρόκοψες που μ' έστειλες να τρέχω τόσον δρόμον, + κ' επάνω κάτω να γυρνώ, του θανατά να γείνω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πολύ λυπούμαι να πονής, καλή μου παραμάνα· + καλή, — καλή μου, λέγε μου, τι είπεν ο Ρωμαίος; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Παρήγγειλε να σου ειπώ, ως νέος τιμημένος, + κ' ευγενικός, και αγαθός, και καλοκαμωμένος, + κ' ενάρετος αληθινά... Η μάνα σου πού είναι; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Η μάνα μου; η μάνα μου πού είναι; — Είναι μέσα. + Και πού θα ήναι; θαυμαστήν απόκρισιν μου δίδεις: + «Παρήγγειλε να σου ειπώ ως νέος τιμημένος, + «πού είν' η μάνα σου». + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλέ, Χριστέ και Παναγία, + τι είναι τόσον άναμμα; Διά τα κόκκαλά μου + τα πονεμένα, είν' αυτό κατάπλασμα; Ωραία! + Άλλην φοράν μονάχη σου να τρέχης 'ς ταις δουλειαίς + [σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι βάσανον! — Παρακαλώ, τι λέγει ο Ρωμαίος; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πήρες την άδειαν να 'πας εις τον πνευματικόν σου; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ναι, την επήρα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + 'Σ το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου + αμέσως πήγαινε. — Εκεί προσμένει ένας άνδρας + να γείνης η γυναίκα του. Επέστρεψε το αίμα + 'ς τα μάγουλα σου; — δεν αργούν να κατακκοκινίσουν. + 'Σ το μοναστήρι πήγαινε· κ' εγώ απ' άλλον δρόμον + εκεί πηγαίνω, επειδή θα ενταμώσω κάποιον, + που θα μου δώση μυστικά σχοινιά, διά ν' αναίβη + εις την φωληάν ενός πουλιού ο αγαπητικός σου + όταν νυκτώση. — Πήγαινε. — 'Πάγω κ' εγώ να φάγω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! με την ώραν την καλήν, χρυσή μου παραμάνα. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ. + + + + Το κελλίον του Λαυρεντίου. + + (Εισέρχονται ο πάτερ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Να ευλογήση ο Θεός τον γάμον σας, παιδί μου, + διά να μη πληρώσετε με πίκραις την χαράν σας. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αμήν, αμήν! Αλλ' η χαρά, ω πάτερ, που μου δίδεις + κάθε στιγμή οπού περνώ κοντά της και την βλέπω, + δεν ημπορεί να συγκριθή μ' όσαις κι’ αν έλθουν πίκραις. + Τα χέρια μας συνένωσε με τ' άγιά σου λόγια, + κι ας κάμη ό,τι του περνά ο Θάνατος κατόπιν. + Φθάνει εγώ ν' αξιωθώ να την ειπώ 'δικήν μου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουν + και σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουν + μαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν. + Το μέλι το γλυκύτερον απ' την πολλήν του γλύκαν + κανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει· + λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη· + εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνει + κ' εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει. + + (Εισέρχεται η Ιουλιέτα). + + Κ’ η νύμφη έρχεται· ιδού· ποτέ, ποτέ σημάδι + εις της αιωνιότητος την πλάκα δεν θ' αφήση + τέτοιο ποδάρι ελαφρόν! — Ο εραστής δεν πέφτει, + και αν ακόμη κρεμασθή εις ταις κλωσταίς της πάχνης, + που 'ς τον αέρα τον ζεστόν πετούν το καλοκαίρι! + Τόσον ζυγιάζει της ζωής η κούφια ματαιότης! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Καλή εσπέρα κι’ αγαθή, πνευματικέ μου πάτερ. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Εκ μέρους και των δύο μας, παιδί μου, ο Ρωμαίος + ας σου ειπή ευχαριστώ. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ας τον καλησπερίσω, + ώστε ν' αξίζω να μου ‘πή ε υ χ α ρ ι σ τ ώ κ' εκείνος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω Ιουλιέτα μου, εάν κ' εσένα ξεχειλίζη + από χαράν το στήθος σου, καθώς το ιδικόν μου, + και αν με λόγια ημπορής εσύ να την εκφράσης, + η γλύκα τότε ας χυθή αμέσως της πνοής σου + 'ς την ατμοσφαίραν την γλυκειάν που μας περικυκλόνει + κι ας αντηχήσ' η μουσική της θελκτικής φωνής σου + την ευτυχίαν να ειπή της ενταμώσεώς μας. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Το αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει, + ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει· + πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει· + εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον, + ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ' ο μισός της πλούτος. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Εμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύω + να σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ' άδειάν σας, + πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα. + + ( Αποσύρονται). + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ. + + + + +ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ. + + + + Πλατεία. + + (Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ) + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου· + καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι· + εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν, + διότ' η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ- + βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις + το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει- + ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ- + πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω + όντι να χρειάζεται. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Τέτοιος σου φαίνομαι; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω- + πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια + περίστασιν ν' απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το + ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Τι θέλεις να ειπής με αυτό; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Θέλω να ειπώ ότι αν είχεν ο κόσμος άλλον ένα ωσάν + εσένα, δεν θα επολυχρόνιζε κανείς από τους δυο σας· — + ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Είσαι άξιος να πιασθής + με τον πρώτον, οπού σου φανή να έχη 'ς τα γένειά του + μίαν τρίχα παρεπάνω ή μίαν τρίχα παρακάτω από εσέ- + να. Είσαι καλός να μαλώσης, αν ιδής κανένα να δαγ- + κάνη λεπτοκάρυδον, μόνον και μόνον διότι τα μάτια + σου έχουν το χρώμα του. Μόνον τέτοια μάτια ημπορούν + να ιδούν εις τόσον πράγμα αιτίαν διά μάλωμα! Το κε- + φάλι σου είναι γεμάτον μαλώματα, όσον είναι το αυ- + γόν γεμάτον κροκάδι· αλλά έγεινε και ωσάν κλούβιον + αυγόν από τα πολλά μαλοκοπήματα. — Εμάλωσες μ' + ένα οπού έβηχεν εις τον δρόμον, διότι σου εξύπνησε το + σκυλί σου, ενώ ήτο κοιμισμένον εις τον ήλιον. Επιά- + σθηκες μ' ένα ράπτην, διότι έβαλε νέα φορέματα προ + του πάσχα, και μ' ένα άλλον, διότι έδεσε με παλαιόν + γαϊτάνι τα καινούρια του υποδήματα. Και ύστερον από + αυτά θα μου κάμης εσύ τον δάσκαλον, και θα με συμ- + βουλεύης να μη μαλώσω; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Αν ήμαι τόσον αψίκορος, τότε δεν αξίζω να μου + αγοράση κανείς την ζωήν μου ούτε δι’ ένα παράν. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ούτε δι’ ένα παράν, παράξενε· + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Μα την κεφαλήν μου, επλάκωσαν οι Καπουλέτοι! + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μα το παπούτσι μου, δεν με μέλει. + + (Εισέρχεται ο ΤΙΥΒΑΛΤΗΣ μετ' άλλων). + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Ελάτε, φίλοι μου, κοντά, και θα πιασθώ μαζή των. + — Καλή εσπέρα. Μ' ένα σας, παρακαλώ, δυο λόγια. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Και μόνον δύο λόγια μ' ένα μας; Ζευγάρωσέ τα με + τίποτε άλλο· δεν προτιμάς λόγια με σπαθιαίς; + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Θα μ' εύρης και εις αυτό πρόθυμον, φθάνει να μου + δώσης αφορμήν. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Και δεν ημπορείς να την πάρης μόνος σου την αφορ- + μήν; Να σου την δώσουν πρέπει; + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Μερκούτιε, συχνολαλείς με τον Ρωμαίον! + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Συχνολαλώ! Παιγνιδιάτορα μ' έκαμες εμένα, να λα- + λώ; Αν με κάμης παιγνιδιάτορα, κύτταξε καλά να μη + σου ταις παίξω! Το βλέπεις το βιολί μου; Να μη σε + κάμω μ' αυτό να χορεύσης, εσύ! Ακούς εκεί, συχνο- + λαλώ! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + 'Σ τον δρόμον ευρισκόμεθα· εδώ περνά ο κόσμος· + ή τραβηχθήτε πούποτε παράμερα, ή 'πήτε + αγάλια, όσα έχετε να 'πήτε μεταξύ σας, + ή ησυχάσετε. Εδώ ο κόσμος όλος βλέπει. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Τα μάτια τάχει ο καθείς να βλέπη, και ας βλέπη! + Δεν το κουνώ από εδώ εγώ διά κανένα. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Καλά! Μαζή σου ο Θεός! Ο άνθρωπός μου να τος. + + (Εισέρχεται ο Ρωμαίος). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Αν άνθρωπός σου ήν' αυτός, να κόπτης τον λαιμόν μου. + Σύρε αν θέλης το σπαθί και θα σ' ακολουθήση· + μόνον και μόνον εις αυτό θα ήναι άνθρωπός σου. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Ρωμαίε, την αγάπην μου θα σου την αποδείξω + μ' αυτάς τας δύο λέξεις μου: Ένας αχρείος είσαι! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τυβάλτη, έχω αφορμήν να σ' αγαπώ εσένα, + και δεν σε συνερίζομαι δι’ όσον πάθος δείχνεις + μ' αυτόν σου τον χαιρετισμόν. Δεν είμ' εγώ αχρείος. + Ώρα καλή σου το λοιπόν. Ακόμη δεν με 'ξεύρεις. + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Εκείνο που μου έκαμες, δεν μου το διορθόνεις + μ' αυτά τα λόγια. Γύρισε, και σύρε το σπαθί σου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Να σε πειράξω τίποτε δεν έκαμα ποτέ μου, + και σ' αγαπώ πλειότερον απ' ότι συ νομίζεις. + Θα έλθη ώρα και καιρός τον λόγον να τον μάθης. + Λοιπόν, ω Καπουλέτε μου, ησύχασε, διότι + το όνομά σου τ' αγαπώ ωσάν το ιδικόν μου. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Τι ταπεινή υποταγή! Τι εντροπή! Χαράς το! + Αυτός που παίζει ταις σπαθιαίς θα κάμνη ό,τι θέλει! + Εδώ, Τυβάλτη· κόπιασε· εδώ ποντικοπιάστη! + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Τι θέλεις απ' εμένα, συ; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Αγριόγατε, θέλω μίαν από ταις επτά σου ζωαίς! + Μου χρειάζεται τώρα η μία, και κατά το φέρσιμόν σου + σου κοπανίζω κατόπιν και ταις επίλοιπαις. Τράβα το + σπαθί σου από τ' αυτί, και δείξέ μου το, ειδεμή σου κό- + πτω εγώ τ' αυτιά με το σπαθί μου! + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ, σύρων το ξίφος. + Εδώ είμαι εγώ, να σου δείξω εσένα. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μερκούτιέ μου, κρύψε το σπαθί σου. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Έλα, Κύριε· να ιδώ την τέχνην σου. + + (Μάχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ξεσπάθωσε, Μπεμβόλιε, και κτύπα τα σπαθιά των + είν' εντροπή σας, άρχοντες· είν' εντροπή· σταθήτε· + Τυβάλτη! ω Μερκούτιε! Επρόσταξεν ο Πρίγκηψ + να παύσουν τα μαλώματα 'ς τους δρόμους της Βερώνας· + Τυβάλτη, κάτω το σπαθί! Μερκούτιε καλέ μου! + + (Ενώ ο ΡΩΜΑΙΟΣ προτείνει το ξίφος μεταξύ αυτών όπως τους + χωρίση, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ πληγόνει τον ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΝ υπό τον βραχίονα + του ΡΩΜΑΙΟΥ και απέρχεται μετά των φίλων αυτού). + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Μ' επλήγωσε! ς' τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας! + Από την μέσην μ' έβγαλε μιαν και καλήν! — Κ' εκείνος, + απλήγωτος το έστρηψε. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Τι; πληγωμένος είσαι; + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Δεν είναι παρά ξέγδαρμα· ναι, ξέγδαρμα· πλην φθάνει! + Πού είν' ο δούλος μου; Μωρέ, τρέχα ιατρόν να φέρης. + + (Εξέρχεται ο υπηρέτης). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Θάρρος, ω φίλε· ελαφρά θα ήναι η πληγή σου. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ναι· δεν είναι βαθειά 'σαν πηγάδι, ούτε πλατειά 'σαν + εκκλησίας πύλη, αλλά είναι αρκετή, και θα κάμη την + δουλειάν της. Αν με γυρεύης αύριον, θα μ' εύρης πα- + ραχωμένον. Μ' εδιόρθωσε περίφημα, σου λέγω· 'ς τ' α- + ανάθεμα και τα δύο τα σπιτικά σας! Να πάρη η ζάλη! + Ένας σκύλος, ένας παληόγατος, ένας ποντικός να με + σκοτώση εμένα με μίαν τσουγγρανιάν! Ένας καυχη- + σιάρης, ένας αχρείος, ένα κνώδαλον, που παίζει το + σπαθί του με την αριθμητικήν! — Τι ήθελες να χωθής + μεταξύ μας; Μου έδωκε την σπαθιάν κάτω από το χέ- + ρι σου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Διά καλόν το έκαμα. + +ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ + Ωχ! εις κανένα σπίτι + βοήθησέ με να χωθώ, πριν να λιγοθυμήσω, + Μπεμβόλιε· — ’ς τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας! + Μ' επρόκοψε περίφημα!...τα δύο σπιτικά σας... (37) + + (Εξέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αυτός ο νέος ο καλός, ο ακριβός μου φίλος, + ο συγγενής του πρίγκηπος, πληγήν θανατηφόρον + επήρεν εξ αιτίας μου· και την υπόληψίν μου + μου την κατεκηλίδωσεν η γλώσσα του Τυβάλτη· + κ' εξάδελφόν μου σήμερον τον έχω τον Τυβάλτην! + Ω Ιουλιέτα μου γλυκειά, ιδέ, η ευμορφιά σου + καρδιάν μου βάζει γυναικός 'ς τα στήθη μου, και κάμνει + την κόψιν του την ανδρικήν να χάση το σπαθί μου. + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, επανερχόμενος. + Ρωμαίε! Ο Μερκούτιος απέθανε, Ρωμαίε! + Την γην την εβαρέθηκε πριν έλθη ο καιρός του, + και η γενναία του ψυχή ανέβηκε 'ς τα νέφη. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Είναι αρχή της συμφοράς η μαύρη τούτη 'μέρα· + εδώ αρχίζει ο καϋμός κι’ αλλού θα τελειώση. + + (Εισέρχεται εκ νέου ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Να! λυσιασμένος έρχεται και πάλιν ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Α! ο Μερκούτιος νεκρός, και τούτος θριαμβεύει! + Φύγ' απ' εδώ Υπομονή, και γείνου οδηγός μου + εσύ Μανία φοβερά, πώχεις φωτιάν 'ς τα μάτια! + Τυβάλτη, 'πίσω πάρε τον τον λόγον που μου είπες + και ο αχρείος είσαι συ! Επάνω μας πλανάται + του Μερκουτίου η ψυχή, και συντροφιάν προσμένει + την ιδικήν σου την ψυχήν εκεί να του την στείλω. + Κατόπιν του ο ένας μας θα 'πάγη, ή κ' οι δυο μας! + +ΤΥΒΑΛΤΗΣ + Εσύ παληόπαιδον, εσύ θα τον ακολουθήσης, + εσύ, που είχε συντροφιάν εκείνος κ' εδώ κάτω! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Το ποιος θα 'πάγη, το σπαθί θα το αποφασίση. + + (Μάχονται· φονεύεται ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ρωμαίε, φύγε· πήγαινε! Νεκρός είν' ο Τυβάλτης, + κι ο κόσμος εσηκώθηκε. Τι στέκεσαι και βλέπεις; + Ο πρίγκηψ σ' εθανάτωσε αν σε συλλάβη... Φύγε! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω! Είμαι τ' αναγέλασμα της Μοίρας! + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Τι προσμένεις; + + (Απέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + (Εισέρχονται πολίται κ.τ.λ.). + + ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ + Τον είδες; πού εξέφυγε; πού είν' ο δολοφόνος + του Μερκουτίου; λέγε μας, πού είναι ο Τυβάλτης; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Να ο Τυβάλτης, καταγής. + +Ο ΠΟΛΙΤΗΣ + Τυβάλτη, σε προστάζω + εις τ' όνομα του πρίγκηπος να με ακολουθήσης. + + (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του, ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, ο + ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των συζύγων αυτών, και έτεροι). + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Πού είναι οι πρωταίτιοι αυτής της παραζάλης; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ω άρχον, ευγενέστατε, να σου τον φανερώσω + όλης αυτής της ταραχής τον αίτιον τον πρώτον.. + αυτός, που τον εσκότωσεν ο νέος ο Ρωμαίος, + αυτός που τον Μερκούτιον εσκότωσε, — ιδέ τον. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Τυβάλτη μου! ανεψιέ! παιδί του αδελφού μου! + Ω άρχον! ω εξάδελφε! ω άνδρα μου! Το αίμα + του συγγενούς μας έχυσαν! Δικαιοσύνη, πρίγκηψ! + Ξεπλήρωσε το αίμα του με του Μοντέκη αίμα. + Ανεψιέ, ανεψιέ! + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Μπεμβόλιε, ποιος ήτον + η αφορμή; ποιος ήρχισεν ο πρώτος; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Ο Τυβάλτης! + Αυτός, που τον εφόνευσε το ξίφος του Ρωμαίου. + Φρόνιμα λόγια και σωστά του είπεν ο Ρωμαίος· + του είπεν ότι αφορμήν δεν είχε να μαλώση· + τον υψηλόν σου ορισμόν να 'θυμηθή του είπε· + και του τα έλεγεν αυτά με γλύκαν 'ς την φωνήν του, + με 'μάτι ημερώτατον, μ' ευγένειαν 'ς τους τρόπους. + Αλλ' όμως ο αράθυμος Τυβάλτης δεν ακούει, + κι αντί τα λόγια του αυτά να τον καθησυχάσουν, + 'ς του Μερκουτίου χύνεται το στήθος το γενναίον + με το σπαθί του το γυμνόν. Κ' εκείνος αναμμένος + το σίδερον 'ς το σίδερον αμέσως αντικρύζει, + και μ' ένα χέρι πολεμά τον θάνατον να διώξη, + κ' εις τον Τυβάλτην προσπαθεί με τ' άλλο να τον δώση + κι αυτός πασχίζει τεχνικά να του τον στείλη 'πίσω. + Και ο Ρωμαίος δυνατά φωνάζει: «χωρισθήτε, + σταθήτε, φίλοι»· και γοργά το χέρι του σηκόνει, + απ' ό,τι τους τα έλεγε γοργώτερος ακόμη, + και χύνεται 'ς την μέσην των και τους κτυπά με βίαν + τα κοπτερά των τα σπαθιά, να τους τα χαμηλώση. + Πλην κάτω απ' το χέρι του προκάμνει ο Τυβάλτης + και τον καλόν Μερκούτιον θανάσιμα πληγόνει + με μιαν επίβουλην σπαθιάν, κ' ευθύς τρεχάτος φεύγει. + Αλλ' εις ολίγον έρχεται οπίσω 'ς τον Ρωμαίον, + που τον επήρεν ο θυμός κ' εκδίκησιν γυρεύει, + και πιάνονται και πολεμούν 'σαν αστραπή κ' οι δύο. + Πριν σύρω έξω το σπαθί κ' εγώ να τους χωρίσω, + θανατωμένος έπεσε 'ς το χώμα ο Τυβάλτης, + κ' εκεί αμέσως στρέφεται και φεύγει ο Ρωμαίος. + Εάν σου είπα ψεύματα, να χάνω την ζωήν μου. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Ω πρίγκηψ, είναι συγγενής και τούτος του Μοντέκη + κλίνει εκεί που αγαπά κι’ αλήθειαν δεν σου λέγει. + Ήσαν καμμιά εικοσαριά που τον επολεμούσαν, + κ' οι είκοσι κατώρθωσαν τον ένα να σκοτώσουν. + Δικαιοσύνην σου ζητώ, ω πρίγκηψ! πλήρωσέ μου + με του Ρωμαίου την ζωήν τον φόνον του Τυβάλτη! + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Αυτόν εδώ που κείτεται τον 'σκότωσ' ο Ρωμαίος, + και τούτος τον Μερκούτιον — κ' εμένα ποίος τώρα + θα μου πληρώση την τιμήν του αίματος που κλαίω; + +ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ + Όχι εκείνος, ο πιστός του Μερκουτίου φίλος. + Αν ο Ρωμαίος την ζωήν επήρε του Τυβάλτη + και έπταισε, το πταίσμα του επρόλαβε τον νόμον. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Τον εξορίζω απ' εδώ διά το πταίσμα τούτο. + Ιδού· επλήρωσα κ' εγώ της έχθρας σας τον φόρον, + και χύνεται το αίμα μου με τα μαλώματά σας. + Αλλά ποινή τόσον βαρειά επάνω σας θα πέση, + που όλοι σας θα κλαίετε και θα μετανοήτε! + 'Σ τα δικαιολογήματα και εις τα παρακάλια + είμαι κωφός· δεν ωφελούν τα δάκρυα κ' οι θρήνοι· + δεν διορθόνεται μ' αυτά το πράγμα, και ας λείψουν. + Θέλω να φύγη απ' εδώ αμέσως ο Ρωμαίος· + ειδέ, αν μείνη κ' ευρεθή, θα ήν' υστερινή του (38) + η ώρα οπού ευρεθή! — Το πτώμα του Τυβάλτη + σηκώσατέ το απ' εδώ, κι’ ας γείνη όπως λέγω. + Όποιος φονέα συγχωρεί, τον φόνον προστατεύει! + + (Απέρχονται πάντες). + + + +ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. + + + + Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πίσω 'ς του Φοίβου την σκηνήν γυρίσετε τρεχάτα, + ω άλογά του σεις γοργά, φλογοκαλιγωμένα! + Ω! τώρα ήτον ο καιρός να έλθη ο Φαέθων + να σας κεντρόνη τα πλευρά, να τρέξετε 'ς την Δύσιν + την Νύκτα να μου φέρετε την παχνοσκεπασμένην! + Έλα ν' απλώσης τα πυκνά παραπετάσματά σου, + ω Νύκτα, και σκοτείνιασε, που τ' αγκαλιάσματά μας + να μη 'μπορή να τα ιδή ο Έρως ο δραπέτης(39), + κι ο άνδρας μου να πεταχθή κρυφά 'ς την αγκαλιάν μου, + χωρίς κανείς να τον ιδή, κανείς να τον ακούση. + Δεν θέλουν φως οι ερασταί τα κάλλη των τους φέγγουν! + Είναι τυφλός, και προτιμά τα σκοτεινά ο Έρως. + Έλα, ω νύκτα ήσυχη και ταπεινή, ω! έλα + με την σεμνήν σου φορεσιάν, 'ς τα μαύρα βουτημένη, + και μάθε μου να νικηθώ, εις τρόπον να νικήσω, + 'ς την πάλην την ερωτικήν δυο καρδιών παρθένων. + Το αίμα που τα μάγουλα μ' ανάπτει, κάλυψέ το + ως που να γείνη θαρρετή η 'ντροπαλή καρδιά μου, + και μόνον την αγνότητα σεμνού κι’ αθώου πόθου + να βλέπη 'ς τα αγκαλιάσματα συζυγικής αγάπης. + Ω! έλα Νύκτα, σίμωσε! Έλα, Ρωμαίε, έλα, + εσύ, ημέρα της Νυκτός! διότι θα μου έλθης + εις ταις πτερούγαις της νυκτός, λευκότερος ακόμη + και από χιόνι, 'ς τα πτερά του κόρακος στρωμένον. + Έλα, γλυκειά, ερωτική και μαυροφρείδα Νύκτα, + ω! έλα, έλα νύκτα μου και δος μου τον Ρωμαίον! + Κι αν αποθάνη, κόψε τον να κάμης αστεράκια· + και τότ' η όψις τ' ουρανού θα ευμορφαίνη τόσον, + που με την Νύκτα όλ' η γη θα ήν' ερωτευμένη, + και πλέον δεν θα προσκυνή την λάμψιν του ηλίου. + Ένα παλάτι μ' έλαχε του Έρωτος, κι’ ακόμη + εγώ δεν το εχάρηκα· 'πουλήθηκα, πλην είμαι + ανέγγικτη. Ω! βαρετή που είναι η ημέρα! + Έτσι εορτής παραμονήν βαρύνεται την νύκτα + το ανυπόμονον παιδί, που όταν 'ξημερώση + να πρωτοβάλη φόρεμα καινούριον περιμένει. — + Α! να η παραμάνα μου! ειδήσεις του μου φέρνει. + Μου φαίνονται ουράνια τα όσα κι’ αν μου λέγη + η γλώσσα, οπού τ' όνομα προφέρει του Ρωμαίου! + + (Εισέρχεται η παραμάνα κρατούσα σχοινία). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι νέα, παραμάνα μου; Τι έφερες; την σκάλαν + που ο Ρωμαίος έστειλε; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ναι! μάλιστα· την σκάλαν. + + (Την ρίπτει κατά γης). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αλλοίμονον! Τι έπαθες; και τι κτυπάς τα χέρια; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Απέθανε! απέθανε! Ώρα κακή που ήλθε! + Ώρα κακή! 'χαθήκαμεν, 'χαθήκαμεν σου λέγω. + Ω πίκρα! εσκοτώθηκε! αποθαμμένος είναι. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μ' εφθόνησεν ο Ουρανός; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Σ' εφθόνησ' ο Ρωμαίος. + Ποιος να το έλεγε ποτέ, Ρωμαίε — ω Ρωμαίε! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ποια είσαι συ; τι δαίμονας, και τι με βασανίζεις; + Δεν έχει τέτοια βάσανα η κόλασις η μαύρη! + Ειπέ μου, εσκοτώθηκε μονάχος ο Ρωμαίος; (40) + Νεκρός αν ήναι, 'πέ μου ναι· — αν όχι, 'πέ μου όχι. + Μια λέξις μόνη ας μου 'πή να ζω, ή ν' αποθάνω. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Την είδα με τα 'μάτια μου, την είδα την πληγήν του! + μα τον σταυρόν! 'ς το στήθος του την είδα το γενναίον! + Τον είδα μέσ' τα αίματα, κατάχλωμον 'σαν στάκτην, + ελεεινόν, ελεεινόν κ' αιματοκυλισμένον! + Τον είδα, κ' έμεινα ξερή και απολιθωμένη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Σχίσου καρδιά μου, ράγισε! Καρδιά καμμένη σχίσου. + Κλεισθήτε μάτια μου! το φώς ποτέ μη ξαναϊδήτε! + Ω χώμα, γύρισε ‘ς την γην. Σταμάτησε πνοή μου. + Κ' εμέ και τον Ρωμαίον μου μια πλάκα να σκεπάση! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τυβάλτη μου, Τυβάλτη μου! Καλλίτερε μου φίλε, + ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε, + να ζήσω μ' έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη; + 'Σκοτώθηκ' ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν' ο Τυβάλτης; + Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας; + Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία! + Εάν απέθαναν κ' οι δυο, τότε ζωή πού μένει; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Νεκρός είν' ο Τυβάλτης μας, νεκρός· και ο Ρωμαίος, + που του επήρε την ζωήν, εξωρισμένος είναι. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι; ο Ρωμαίος έχυσε το αίμα του Τυβάλτη; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Εκείνος τον εσκότωσε, αλλοίμονον! εκείνος. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Καρδιά φιδιού που μ' έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου! + Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον! + Ω δαίμον' αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε, + ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες· + αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη + με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος + απ' ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ' ό,τι εθαρρούσα! + Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε! + Ω φύσις, απ' την κόλασιν τι ήθελες να πάρης + ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης + εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον; + Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον; + Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + 'Σ τους άνδρας πού εχάθηκε τιμή και πιστοσύνη; + Είν' όλοι των επίορκοι και ψεύται και προδόται. — + Πού είν' ο Πέτρος; ήθελα 'λίγον ρακί. — Η λύπη + και ο καϋμός μ' εγήρασαν· 'ντροπή εις τον Ρωμαίον! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Άφτραις να βγάλ' η γλώσσα σου διά τον λόγον τούτον! + Δεν εγεννήθηκε αυτός να ήν' εντροπιασμένος! + Η εντροπή εντρέπεται να ιδή το μέτωπόν του. + 'Σ το μέτωπόν του η Τιμή στεφανοθρονιασμένη + 'σάν βασιλεύς όλης της γης 'ς την δόξαν μέσα λάμπει! + Τι τέρας, νάχω την καρδιάν να τον κακολογήσω! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Καλόν να λέγης ημπορείς διά τον δολοφόνον + του εξαδέλφου σου; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κακόν πώς ημπορώ να λέγω + διά τον άνδρα μου, εγώ; Κακόμοιρέ μου άνδρα, + ποιος τ' όνομά σου το καλόν θα 'πή, αφού μονάχη, + τριών ωρών γυναίκα σου, εγώ σου το ξεσχίζω; + Πλην τον Τυβάλτην διατί, κακέ, να τον σκοτώσης; + Διότι θα εσκότονε τον άνδρα μου εκείνος· + Ανόητά μου δάκρυα, γυρίσετε οπίσω. + Της λύπης φόρος έπρεπε να ήν' οι σταλαγμοί σας, + και κατά λάθος προσφοράν εις την χαράν τους χύνω· + διότι ζη ο άνδρας μου, που ήθελ' ο Τυβάλτης + να τον σκοτώση· και νεκρός είν' ο εξάδελφος μου + που τον Ρωμαίον ήθελε να μου τον θανατώση. + Παρηγοριά είν' αυτό· λοιπόν εγώ τι κλαίω; + Ω! μία λέξις μ' έσφαξε, χειρότερη ακόμη + κι απ' του Τυβάλτη την σφαγήν. Να την ξεχάσω θέλω, + αλλά την μνήμην μου βαρειά μου την καταπλακόνει, + καθώς τον νουν αμαρτωλού βαραίνει αμαρτία. + Είν' ο Τυβάλτης έκραξε, νεκρός, και ο Ρωμαίος + εξωρισμένος! Η φωνή αυτή, εξωρισμένος, + μου ήλθε 'σαν να έσφαξαν Τυβάλτιδες χιλίους. + Μου έφθανε τον θάνατον να κλαύσω του Τυβάλτη, + ή εάν πρέπη συντροφιάν η συμφορά να έχη, + κ' η πίκρα συνοδείαν της να έχη κι’ άλλην πίκραν, + πώς, όταν έλεγεν αυτή, νεκρός είν' ο Τυβάλτης, + δεν είπε: κι’ ο πατέρας σου κατόπιν, ή δεν είπε: + κ' η μάνα σου, ή και οι δυο. Αυτό καϋμός θα ήτο, + αλλά καϋμός υποφερτός. Αλλά εις του Τυβάλτη + τον θάνατον, να έρχεται κατόπιν, κι’ ο Ρωμαίος + εξωρισμένος! Με αυτό και μάνα, και πατέρας, + και ο Τυβάλτης, και εγώ, και ο Ρωμαίος κι’ όλοι, + όλοι μου φαίνονται νεκροί, και όλοι σκοτωμένοι! + Εξωρισμένος! Θάνατος η λέξις είναι τούτη! + ω! Θάνατος αμέτρητος κι’ οπού δεν έχει άκρην! + λόγια δεν έχει τον καϋμόν αυτόν να τον εκφράζουν.... + — Πού είναι ο πατέρας μου; η μάνα μου πού είναι; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Εις του Τυβάλτη τον νεκρόν μοιρολογούν και κλαίουν. + Θέλεις και συ να τον ιδής; Εγώ να σ' οδηγήσω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ας πλύνουν με τα δάκρυα εκείνοι ταις πληγαίς του. + Εγώ θ' αρχίσω να θρηνώ όταν εκείνοι παύσουν. + Θα κλαίω του Ρωμαίου μου εγώ την εξορίαν. — + Πάρε τα τούτα τα σχοινιά. Πτωχά σχοινιά, κ' οι δυο μας + είμεθα τώρα περιττοί. Εξωρισμένος είναι + εκείνος που σας ήθελε 'ς την κλίνην μου γεφύρι. + Αλλά, παρθένος έμεινα εγώ, και θ' αποθάνω + παρθένος χήρα... Ω σχοινιά, ελάτε! — Παραμάνα, + έλα και συ· 'ς την κλίνην μου την νυμφικήν πηγαίνω, + να εύρω Χάρου αγκαλιάν αντί Ρωμαίου χάδια. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + 'Σ τον θάλαμόν σου πήγαινε. Να σε παρηγορήση + θα φέρω τον Ρωμαίον σου· 'ξεύρω εγώ πού είναι. + Ακούεις; τον Ρωμαίον σου απόψε θα τον έχης. + Είναι κρυμμένος 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! εύρς μου τον! Δόσε του αυτό το δακτυλίδι· + 'πέ του να έλθη να με ιδή, να μ' αποχαιρετήση. + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. + + + + Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. + + (εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Έλα, Ρωμαίε. Άνθρωπε της δυστυχίας, έλα. + Η λύπη ερωτεύθηκε, κακότυχε, μαζή σου, + και έγεινεν η συμφορά γυναίκα σου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω πάτερ, + τι έμαθες; του πρίγκηπος το θέλημα τι είναι; + Ποια πίκρα πάλιν άγνωστη με θέλει σύντροφόν της + που δεν την εδοκίμασα ως τώρα; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ω παιδί μου, + αληθινά συντρόφισσα σου έγεινεν η πίκρα. + Σου φέρνω την απόφασιν του πρίγκηπος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τι θέλει; + Τι άλλο θ' απεφάσισε παρά τον θάνατόν μου; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Τόσον δεν έκρινε σκληρά. Τον θάνατόν σου όχι, + αλλά την εξορίαν σου προστάζει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εξορίαν! + Λυπήσου με, και πρόφερε θανάτου καταδίκην! + Μου είναι κι’ από θάνατον πλέον φρικτή και μαύρη + η εξορία! Πάτερ μου, μη λέγης εξορίαν. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Εξορισμένος απ' εδώ, απ' την Βερώναν, είσαι. + Υπομονή, υπομονή! Μεγάλος είν' ο κόσμος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κόσμον δεν έχει δι’ εμέ απ' την Βερώναν έξω· + δεν έχει παρά κόλασιν, και βάσανα και θρήνον! + Αν μ' εξορίζη απ' εδώ, μ' εξώρισ' απ' τον κόσμον, + μ' εξώρισεν απ' την ζωήν. Τι λέγεις εξορίαν; + Το πράγμα είναι θάνατος, κ' η λέξις δεν τ' αλλάζει. + Εάν τον θάνατον εσύ τον λέγεις εξορίαν, + μου κόπτεις το κεφάλι μου μ' ένα χρυσόν μαχαίρι, + κ' ενώ με σφάζει η μαχαιριά, χαμογελάς και βλέπεις! + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Θανάσιμον αμάρτημα! Φρικτή αχαριστία! + Το πταίσμα σου με θάνατον το τιμωρεί ο Νόμος, + αλλά ο πρίγκηψ ο καλός, το μέρος σου επήρε, + τον νόμον εχαλάρωσε προς χάριν σου, κι’ αλλάζει + την μαύρην λέξιν θάνατον, 'ς την λέξιν εξορία. + Σου είναι χάρις κ' έλεος αυτό, και δεν το βλέπεις; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δεν είναι χάρις· βάσανον και τυραννία είναι! + Μόνον εδώ είν' ουρανός, που ζη η Ιουλιέτα· + κ' εδώ θα ζουν κ' οι ποντικοί, κ' οι γάτοι, και οι σκύλοι, + και όλ' αυτά τ' ακάθαρτα τα πράγματα, και όλα + θα ημπορούν να την ιδούν· πλην όχι ο Ρωμαίος! + Κ' αι μυίγαις περισσότερην χαράν, τιμήν και δόξαν + απ' τον Ρωμαίον τον πτωχόν θα χαίρωνται, διότι + της Ιουλιέτας θα τσιμπούν το μαρμαρένιον χέρι, + και παραδείσου μυρωδιάν 'ς τα χείλη θα της κλέπτουν, + 'ς τα δυο της χείλη που γλυκά φιλούν το ένα τ' άλλο, + κ' εντρέπονται το φίλημα και σεμνοκοκκινίζουν· + αυτά αι μυίγαις θα' μπορούν, πλην όχι ο Ρωμαίος! + Εκείνος είν' εξόριστος· αλλού θα ζη εκείνος! + Και λέγεις ότι θάνατος δεν είν' η εξορία; + Δος μου φαρμάκι δυνατόν, ή κοπτερόν μαχαίρι, + ό,τι κι’ αν ήναι που ευθύς τον θάνατον να φέρνη, + κι όχι τον θάνατον αυτόν, που λέγεις εξορίαν! + Ω! εξορίαν! Κάτω 'κεί, καλόγηρε, 'ς τον άδην + οι κολασμένοι, 'ς την φωτιάν, αυτήν την λέξιν λέγουν + κι ακούονται ουρλιάσματα εκεί που την προφέρουν! + Και πώς να έχης την καρδιάν, εσύ ιερωμένος, + εσύ πατήρ πνευματικός, που δίδεις ευλογίας + και αμαρτίας συγχωρείς, συ ο καλός μου φίλος, + να μου συντρίβης την καρδιάν μ' αυτήν την εξορίαν; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ω άνθρωπε αστόχαστε κ' ερωτοπληγωμένε, + δεν θα μ' ακούσης; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Θα μου ‘πής και πάλιν εξορίαν. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Την πανοπλίαν θα σου ‘πώ που πρέπει να φορέσης + φιλοσοφίαν! Είν' αυτή γλυκύ της πίκρας γάλα. + Παρηγορήσου με αυτήν κ' εξόριστος, υιέ μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εξόριστος! 'ς τον άνεμον φιλοσοφία τέτοια! + Αν η φιλοσοφία σου δεν ημπορή να κάμη + μιαν Ιουλιέταν, δεν 'μπορή να ξερριζώση πόλεις, + αν δεν 'μπορή το πρόσταγμα του πρίγκηπος ν' αλλάξη, + δεν ωφελεί, δεν βοηθεί! — Παραίτησε τα λόγια. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Αυτιά δεν έχουν οι τρελλοί· το βλέπω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πώς να έχουν, + αφού και 'μάτια να ιδούν οι φρόνιμοι δεν έχουν. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Να σ' εξηγήσω άφησε την θέσιν σου, παιδί μου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Να εξηγήσης δεν 'μπορείς εκείνο που δεν νοιώθεις. + Αν είχες συ τα χρόνια μου, εάν την Ιουλιέταν + την αγαπούσες, άνδρας της αν ήσουν προ μιας ώρας, + και τον Τυβάλτην 'σκότονες, κ' ερωτευμένος ήσουν + καθώς εγώ, κι' ωσάν εμέ και συ εξωρισμένος, + τότ' ημπορούσες να λαλής, και τότε τα μαλλιά σου + να τα τραβάς, και καταγής να πέφτης καθώς πέφτω, + και εις το χώμα να μετράς τον άσκαφτόν σου τάφον! + + (Πίπτει κατά γης· κρούεται η θύρα). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Σήκω· ‘ς την θύραν μου κτυπούν κρύψου, Ρωμαίε, + κρύψου. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δεν θα κρυφθώ· εκτός εάν τ' αναστενάγματά μου + μου κάμουν γύρω καταχνιάν και κρύψουν το κορμί μου. + + (Κρούεται η θύρα). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ακούς· κτυπούν. — Ποιος είν' εκεί; — Σήκω, Ρωμαίε, + [σήκω· + θα σε συλλάβουν. — Έρχομαι, αμέσως. — Σήκω λέγω· + τρέξ' εκεί μέσα. — Έφθασα. — Θεέ, το θέλημά σου! + Τι πράγματ' ασυλλόγιστα! — Ήλθα, αμέσως, ήλθα. + Ποιος κτυπά; ποιος είν' εκεί; ποιος σ' έστειλε; τι θέλεις; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έξωθεν. + Να έμβω πρώτα, κ' έπειτα σου λέγω το τι θέλω. + Η Ιουλιέτα μ' έστειλε. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ω! τότε καλώς ήλθες! + + (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ω άγιε πνευματικέ, ω πάτερ μου, πού είναι + ο άνδρας της Κυρίας μου; πού είναι ο Ρωμαίος; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Να! καταγής· εμέθυσεν από τα δάκρυά του. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τα ίδια κι' απαράλλακτα κ' η Ιουλιέτα κάμνει. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Κ' οι δυο αξιολύπητοι, κ' οι δυο δυστυχισμένοι! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Έτσι κ' εκείνη καταγής 'ξαπλόνεται και κλαίει, + και ούτε τ' αναφυλλητόν, ούτε το κλαύμα παύει. + Ω! σήκω, σήκω απ' την γην να ήσαι άνδρας πρέπει. + Ω! σήκω! αν την αγαπάς την Ιουλιέταν, σήκω. + Τι ωφελεί τόσον κακόν και θρήνος; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Παραμάνα! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Αχ! όλοι θ' αποθάνωμεν, αυθέντη μου, αυθέντη! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Της Ιουλιέτας τ' όνομα επρόφερες. Τι κάμνει; + Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην, + αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας + με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα; + Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει + εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι' όλον κλαίει· + και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει, + και πότ' ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει, + Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ωσάν να ήτο τ' όνομα εκείνο μία σφαίρα, + που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη + και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ' όνομα εκείνο + ν' ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως + του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου + πού τ' όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου; + πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω! + + (Σύρει το ξίφος). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Κάτω τ' απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι; + φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια + τα δάκρυά σου· τ' άγρια καμώματά σου τούτα + ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν. + Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα, + και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον... + μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω. + Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου. + Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη + ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις + να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις + κ' εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ' την ζωήν σου; + Τι εξυβρίζεις κι' ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου; + Και ύπαρξίν σου, κι' ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα, + είν' εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης! + Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην! + εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία, + πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει + ‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ' εις την καλήν μορ- + [φήν σου. + Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ' η μορφή σου, + αφού της έλειψ' η καρδιά ενός ανδρός γενναίου. + Κατήντησ' η αγάπη σου επίορκη, διότι + σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν' αγαπάς ωρκίσθης. + Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι' αγάπης και μορφής σου, + εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη, + κι' απ' την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι' ανάπτει, + ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου· + κ' εκείνο που είν' όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου! + Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα, + που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν' αποθάνης. + Είν' ευτυχία σου αυτό! — Θα σ' έσφαζ' ο Τυβάλτης, + αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! — + Ο Νόμος σ' εφοβέριζε με θάνατον, αλλ' όμως + ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ' εξορίζει. + Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει, + και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας, + και αγαθά^ αλλά εσύ, 'σαν δύστροπη γυναίκα, + ενώ η Τύχη σ' αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα. + Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν. + Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ' η νύμφη περιμένει + ‘ς τον θάλαμόν της ν' αναβής να την παρηγορήσης. + Αλλά ξεκίνησ' απ' εδώ προτού να ξημερώση, + ειδέ θα ήν' αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης. + Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος + ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν' αγαπήσουν πλέον + τα σπιτικά σας, να πεισθή κι' ο Πρίγκηψ να σου δώση + συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης, + χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις, + παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. — + Πήγαιν' εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα, + να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν, + (κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν + διάθεσιν ν' αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση + να μείνω ήθελα εδώ, ν' ακούω τέτοια λόγια. + Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω + να της ειπώ πως έρχεσαι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι, πήγαινε αμέσως· + και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω. + Γρήγορα έλα, μην αργής, κ' επέρασεν η ώρα. + + (Απέρχεται η παραμάνα). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ' η ελπίς μου! + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ' έχε καλά τον νουν σου + ν' αναχωρήσης απ' εδώ ενόσω είναι νύκτα, + ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν. + Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου + έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω, + ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου. + Δος μου το χέρι· είν' αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αν δεν μ' επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη, + θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ. + Ώρα καλή. + + (Απέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. + + + + Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. + + (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν, + ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη + να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε + τον μαύρον της εξάδελφον. Κ' εγώ τον αγαπούσα. + Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη! + Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν' εξώρας· + και την αλήθειαν να σου 'πώ, εάν κ' εγώ δεν είχα + την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος. + +ΠΑΡΗΣ + Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα. + Καλήν σας νύκτα· 'πήτε της τα χαιρετίσματά μου. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω. + Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη. + Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην. + Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω, + ότι εκείν' εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω. + Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ' ιδέ την πριν πλαγιάσης, + κ' ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου, + και ότι απεφάσισα — μ' ακούεις; — την τετάρτην.... + στάσου· τι 'μέρα είν' αυτή; + +ΠΑΡΗΣ + Δευτέρα, Κύριε μου. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Δευτέρα; Α! 'σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην. + Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην + με τούτο τ' αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν. + Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ' αρέσει τόση βία; + θα γείνουν όλα ήσυχα, μ' ένα η δύο φίλους· + διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον, + ενώ ακόμη σήμερα 'σκοτώθηκ' ο Τυβάλτης, + μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας + δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει. + Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ' έξη μόνον φίλους, + και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη; + +ΠΑΡΗΣ + Επεθυμούσα κι' αύριον να ξημερόνη πέμπτη. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην. + 'Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης, + κ' ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. — + Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! — + Μα την ζωήν μου είν' αργά - τόσον εξώρας είναι, + ώστε κανένας κ' ενωρίς 'μπορεί να τ' ονομάση. + + (Απέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. + + + + Ο θάλαμος της Ιουλιέτας. + (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ακόμη δεν 'ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα; + Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον + που σου εφόβισε τ' αυτί με το κελάδημά του· + 'ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ' ακούω κάθε νύκτα. + Ω! πίστευσέ μ', αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει· + δεν είν' αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια, + που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων. + Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας, + και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η 'μέρα + εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις. + Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ' αποθάνω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Το 'ξεύρω 'γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι· + είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει, + να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν, + και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον. + Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ' εύρουν, ας με σφάξουν! + Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει! + 'ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα· + είν' αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης + το μέτωπον και ούτ' αυτό κορυδαλός δεν είναι, + οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει. + Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω. + Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα. + Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν' ακόμη 'μέρα. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! είναι 'μέρα! μην αργής· φύγ' απ' εδώ αμέσως. + Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει + και μ' άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα! + Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41) + Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι. + Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον + τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην, + αφού σε διώχνει απ' εδώ με το κελάδημα του, + σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον. + Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Λάμπει το φως, κ' η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει. + + (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κυρία! + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Παραμάνα μου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Η μάνα σου θα έλθη. + 'Ξημέρωσε. Προσέχετε. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Λοιπόν ας σε ανοίξω + παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω. + + (Καταβαίνει από τα παράθυρον). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου! + Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν + πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου. + Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν, + ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Να σε ιδώ και να μ' ιδής άλλην φοράν ελπίζεις; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν + και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει· + και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω, + ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου· + μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη + ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου! + + (Απέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν. + Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις; + Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν' αλλάξης γνώμην + κι' αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης 'πίσω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν. + Αι, κόρη μου, εξύπνησες; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τι είναι; ποιος με κράζει; + Εσύ 'σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ' από τώρα; + ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;) + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη· + Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Όχι καλά, μητέρα. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη; + ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ' ανοίξεις; + κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης; + Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη + πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ' υπερβολή της λύπης + δεν φανερόνει πολύν νουν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! άφησε να κλαίω + εκείνον οπού έχασα. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Οπίσω δεν τον φέρνεις, + κ' αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αισθάνομαι πως μ' έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου, + όσον που ζη ο μιαρός, που 'πήρε την ζωήν του. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ποιος είν' αυτός ο μιαρός; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Ο μιαρός Ρωμαίος. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ' εκείνος! (44). + Τον συγχωρώ, κι' απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη. + Πλην την καρδιάν μου 'σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος + ακόμη ζη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κ' εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν! + Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Θα έλθη κι' η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει. + Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω, + εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος, + να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει, + ώστε να 'πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην + και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση, + αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ... νεκρόν(45)... το παν νομίζω, + αφού εκείνον π' αγαπώ δεν έχω... και μου λείπει. + Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι, + θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω, + τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση. + Αχ! πως αναγριόνομαι ν' ακούω τ’ όνομά του, + και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του, + και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου + να του την δείξω... εις αυτόν που 'πήρε την ζωήν του! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Ετοίμασέ το, κι' άνθρωπον θα εύρω να το δώση. + Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις! + ποια είναι τα χαροποιά; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Ένα πατέρα έχεις, + που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει + την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση, + και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν, + που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κι’ αν έχω 'ρώτημα καλόν, τι 'μέρα είναι τούτη; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην + ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης, + θα σ' οδηγήση απ' εδώ εις του Αγίου Πέτρου + την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον, + εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην + ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία; + Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει, + κι' αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα, + ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα + να 'πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον + πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον, + που 'ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην! + Χαρά ‘ς το! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα. + Ειπέ του τα μονάχη σου κ' ιδέ πώς θα τα πάρη. + + (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + 'Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει· + αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου + πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης; + Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη; + Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι + και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου 'μάτια είναι + η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη. + Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει + μέσ' την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου. + Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως + το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. — + Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Τα είπα, πλην ευχαριστεί.... να 'πανδρευθή δεν θέλει... + Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το· + Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να 'πανδρευθή δεν θέλει; + Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν' ευτυχισμένη + οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει, + να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον. + Δι' ένα πράγμα που μισώ 'περήφανη δεν είμαι. + Ευγνωμονώ διά κακόν, π' αντί καλού μου κάμνουν. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι πράγμα; ποιος σ' ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην! + Ευγνώμων, κ' υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι, + Κ' ευγνωμονώ, κι' όχι και ναι... Ακούς εκεί! Κεράτζα, + να παύσουν τα ευγνωμονώ και 'ξυπερηφανεύσου, + κ' ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην + ‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην, + ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω! + Φύγ' απ' εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη! + πήγαινε, βρώμα! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου, + ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Βρώμα, κρημνίσου απ' εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην + ‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω, + να μη σε ιδούν τα 'μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου! + Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω! + Με τρώγ' η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα, + πως δεν ευλόγησ' ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως, + διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον. + Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω. + Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα! + Να μη σε βλέπω! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ο Θεός να την πολυχρονίζη! + Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα, + ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Δεν είπα τίποτε κακόν. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Να κάμνης την δουλειάν σου. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης + να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου. + Εδώ δεν μας χρειάζονται. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Παρά πολύ ανάπτεις. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη! + Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον, + ‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι' ο λογι- + [σμός μου + ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την 'πανδρεύσω(46). + Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον, + μ' ανατροφήν, και πλούσιον, κι' αρχοντογεννημένον, + γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον, + τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει, + να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου, + ν' ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της, + ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη: + δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα, + ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω, + σου δείχνω 'γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην! + Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε! + Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει. + Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου. + Αν τύχη κ' είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω. + Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα, + ‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους! + Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε 'ξεύρω, + κι' ούτε το 'μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου. + Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω! + + (Απέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία + να ελεήση απ' εκεί της λύπης μου το βάθος; + Μη μ' αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον + Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα. + Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην + ‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου. + Να κάμης όπως αγαπάς· 'τελείωσα μαζή σου. + + (Απέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη; + Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ' οι όρκοι μου επάνω + ‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν, + εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη; + Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου. + Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει + εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου. + Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με, + ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να τι λέγω. + Εξωρισμένον απ' εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον + και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση + εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση· + ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος. + Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν, + νομίζω το καλλίτερον να 'πανδρευθής τον Πάρην. + Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος· + 'σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος! + Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο 'μάτι! + Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος + δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον! + Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος· + ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον + αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47) + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Με την καρδιάν σου ομιλείς; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Και μ' όλην την ψυχήν μου. + Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αμήν! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Τι είπες; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Μ' έδωσες πολλήν παρηγορίαν. + Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη + διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι + πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου + να 'πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις. + + (Εξέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία! + Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω + τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου, + μ' αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες + και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις; + Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα + θα κάμη διαζύγιον μ' εσένα η καρδιά μου. — + Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν. + Αν κι' απ' εκεί απελπισθώ, μου μένει ν' αποθάνω! + + (Εξέρχεται). + + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ. + + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. + + + + Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. + (Εισέρχονται ο πάτερ Λαυρέντιος και ο Πάρης). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Την πέμπτην; Μάλλον γρήγορα μου φαίνεται; + +ΠΑΡΗΣ + Το θέλει + ο πενθερός· κ' η βία του μου έρχεται κ' εμένα. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Και ούτε την διάθεσιν της νέας δεν την 'ξεύρεις. + Το πράγμα δεν μου φαίνεται σωστόν, και δεν μ' αρέσει. + +ΠΑΡΗΣ + Δεν παύει ακατάπαυστα να κλαίη τον Τυβάλτην, + και δεν της είπα δι αυτό πολλά περί αγάπης. + Η Αφροδίτη δεν γελά εις δακρυσμένον σπίτι· + αλλ' ο πατέρας της φρονεί, ότι καλόν δεν είναι + να κατακυριεύεται από την λύπην τόσον, + κι' ως φρόνιμος, εσκέφθηκε τον γάμον να ταχύνη, + και έτσι των δακρύων της να παύση την πλημμύραν· + διότι τρέφεται μ' αυτά ενόσω ζη μονάχη, + ενώ αν έχη συντροφιάν θα της περάσουν ίσως. + Ιδού που τώρα έμαθες το αίτιον της βίας. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + (Ας αγνοούσα διατί ν' αργοπορήση θέλω.) + Αλλά ιδού που έρχεται η νέα ‘ς το κελλί μου. + + (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). + +ΠΑΡΗΣ + Καλώς την την γυναίκα μου και την αρχόντισσάν μου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πρώτα να γείνω κ' έπειτα γυναίκα σου με λέγεις. + +ΠΑΡΗΣ + Αυτό το πρώτα γίνεται την ερχομένην πέμπτην. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Θα γίνη ό,τ’ είναι γραπτόν. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Αυτό είν' η αλήθεια. + +ΠΑΡΗΣ + Και ήλθες ‘ς τον πνευματικόν να σ' εξομολογήση; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ξεμολογούμαι εις εσέ, απόκρισιν αν δώσω. + +ΠΑΡΗΣ + Θα του ειπής πως μ' αγαπάς; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Τον αγαπώ εκείνον· + αυτό το λέγω κ' εις εσέ. + +ΠΑΡΗΣ + Πλην θα μου 'πής ελπίζω, + ότι κ' εμένα μ' αγαπάς. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Καλλίτερα θ' αξίζη + αν απ' οπίσω σου το ‘πώ, ή να το ‘πώ εμπρός σου. + +ΠΑΡΗΣ + Ψυχή μου, σου εχάλασαν τα δάκρυα την όψιν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Δεν εκατώρθωσαν πολύ μ' αυτό τα δάκρυά μου, + διότι ήτον άσχημη και πριν μου την χαλάσουν. + +ΠΑΡΗΣ + Την αδικούν πλειότερον από τα δάκρυά σου, + τα λόγια σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αδίκημα δεν είναι η αλήθεια· + και λέγω κατά πρόσωπον 'ς εμένα την αλήθειαν. + +ΠΑΡΗΣ + Μου το εκατηγόρησες, και είναι ιδικόν μου + το πρόσωπόν σου. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πιθανόν, αφού δεν με ανήκει. — + Έχεις, ω πάτερ μου, καιρόν να σου 'μιλήσω τώρα, + ή θέλεις του εσπερινού την ώραν να γυρίσω; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Προκρίνω τώρα, κόρη μου πολυσυλλογισμένη. + Αυθέντα, σε παρακαλώ να μας αφήσης μόνους. + +ΠΑΡΗΣ + Να με φυλάξη ο Θεός εμπόδιον να γείνω. + θα σε ξυπνήσω την αυγήν την πέμπτην, Ιουλιέτα. + Ως τότε, χαίρε· δέξου το το φίλημά μου τούτο. + + (Απέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Κλείσε την θύραν κ' έλα 'δώ. Κλαύσε και συ μαζή μου· + ελπίς δεν μένει, πάτερ μου· δεν έχει θεραπείαν. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Αχ, Ιουλιέτα! έμαθα την λύπην που σου ήλθε, + κ' η συλλογή μου είσαι συ, παιδί μου. Μου το είπαν + πως πρέπει, και αναβολή δεν ημπορεί να γείνη, + τον Πάρην να στεφανωθής την ερχομένην πέμπτην. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! μη μου λέγης, πάτερ μου, μη λέγης τι σου είπαν, + εάν δεν έχης να μου 'πής και πώς να τ’ αποφύγω. + Αν άλλον τρόπον να σωθώ η γνώσις σου δεν βλέπη, + ειπέ μου ότι γνωστικήν απόφασιν επήρα, + κ' ευθύς εδώ την εκτελώ με το μαχαίρι τούτο. + + (Σύρει εκ του στήθους εγχειρίδιον). + + Ταις δυο καρδιαίς μας ο Θεός, εμού και του Ρωμαίου, + μας τας συνένωσε, και συ μας ένωσες τα χέρια. + Παρά καινούριαν ένωσιν ποτέ να υπογράψη + αυτό το χέρι πώβαλες ‘ς το χέρι του Ρωμαίου, + ή η πιστή μου η καρδιά ς' εκείνον ν' απιστήση, + μ' αυτό εδώ ας σπαραχθή και χέρι και καρδιά μου! + Σκέψου λοιπόν, και συμβουλήν συ ο πραγμένος δος μου. + Ει δε, με βλέπεις; μεταξύ εμού και του καϋμού μου + θα έλθη το μαχαίρι μου κριτής να γείνη τώρα· + απ' την απελπισίαν μου αυτό θα με γλυτώση, + εάν δεν εύρ' η πείρα σου κ' η τέχνη σου τον τρόπον + να μου γλυτώση την τιμήν. Ειπέ να σε ακούσω. + Εάν δεν έχης ιατρικόν, ειπέ το, ν' αποθάνω. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Κόρη μου, στάσου. Μιαν μικρήν ελπίδα μισοβλέπω. + Απελπισμένον τόλμημα θα ήναι, καθώς είναι + απελπισμένη και φρικτή και η περίστασίς σου. + Εάν, παρά να 'πανδρευθής μεθαύριον τον Πάρην, + αποφασίζης και τολμάς να σκοτωθής αλήθεια, + θα έχης τότε δύναμιν και ν' αψηφήσης πράγμα + που ομοιάζει θάνατον, εσύ οπού γυρεύεις + με θάνατον αληθινόν να σώσης την τιμήν σου. + Εγώ σου δίδω ιατρικόν, αν θάρρος δεν σου λείπη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Παρά ποτέ να 'πανδρευθώ τον Πάρην, πρόσταξέ με + από αυτήν να κρημνισθώ την κορυφήν του πύργου· + ή στων κλεφτών να πλανηθώ τα μονοπάτια 'πέ μου· + ή πρόσταξέ με να χωθώ όπου φωληάζουν φίδια· + μαζή μ' αρκούδαις δέσε με ‘ς την ίδιαν αλυσίδα, + ή κλείσε με μεσάνυκτα 'ς ένα κιβούρι μέσα, + γεμάτον κόκκαλα νεκρών που τρίζουν και κτυπιούνται, + γεμάτον σκέλεθρα χλωμά κι' ολόγυμνα κρανία· + ή πρόσταξέ με να χωθώ εις ανοιγμένον μνήμα, + και τύλιξέ με στου νεκρού το σάβανον· ειπέ μου + πράγμα, που τρόμος μ' έπιανε και να τ’ ακούσω μόνον, + κι' αμέσως χωρίς δισταγμόν ή φόβον θα το κάμω, + να μείνω ακηλίδωτη γυναίκα του ανδρός μου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Λοιπόν αμέσως γύρισε ‘ς το σπίτι του πατρός σου· + καμώσου την χαρούμενην ειπέ ότι τον Πάρην + τον θέλεις, κ' υπανδρεύεσαι· και αύριον τετάρτην + εύρε τον τρόπον μοναχή την νύκτα να πλαγιάσης, + χωρίς η παραμάνα σου να κοιμηθή κοντά σου. + Κι αφού πλαγιάσης, το νερόν που έχει εδώ μέσα + εις την φιάλην πάρε το· σταις φλέβαις σου αμέσως + λήθαργος κρύος θα χυθή· θα παύση ο σφυγμός σου, + θα παύση κ' η αναπνοή, και ζέστη δεν θα μένη + να φανερόνη ότι ζης· θα μαρανθούν τα ρόδα + ‘ς τα μάγουλα, ‘ς τα χείλη σου· κατάχλωμα θα γείνουν· + κλειστά και τα παράθυρα θα ήναι των ματιών σου, + ωσάν να εσκοτείνιασεν ο Χάρος την ζωήν σου· + τα μέλη σου παράλυτα και καταναρκωμένα, + ψυχρά, βαρειά κ' αλύγιστα ωσάν νεκρού θα ήναι. + Εις την κατάστασιν αυτήν ενός πλαστού θανάτου + θα κείτεσαι αναίσθητη σαράντα δύο ώραις, + και μ' ένα 'ξύπνημα γλυκόν κατόπιν θα συνέλθης. + Αλλά την πέμπτην το πρωί, την ώραν οπού έλθη + να σ' εξυπνήση ο γαμβρός, θα σ' εύρη ‘πέθαμμένην. + Και κατά την συνήθειαν την παλαιάν μας τότε(48), + θα σ' εξαπλώσουν νεκρικά και λαμπροστολισμένην, + και θα σε φέρουν ανοικτήν ‘ς το ξυλοκράββατόν σου + ‘ς τον τάφον, όπου οι νεκροί του γένους σου κοιμούνται. + Όμως εγώ ‘ς το μεταξύ, και πριν εσύ 'ξυπνήσης, + θα στείλω γράμμα κάθε τι να μάθη ο Ρωμαίος, + κ' εδώ να έλθη· και αυτός κ' εγώ το 'ξύπνημά σου + ‘ς τον τάφον θα προσμένωμεν και την ιδίαν νύκτα + από εδώ ‘ς την Μάντουαν σε παίρνει ο Ρωμαίος. + Ιδού ο τρόπος να σωθής από την εντροπήν σου, + εκτός εάν ‘ς τα ύστερα το θάρρος σου κλονίση + είτε της γνώμης αλλαγή, ή φόβος γυναικίσιος. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Ω! δος μου, δος μου το εδώ, και μη μου λέγης φόβους. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Να! πήγαινε· μη κλονισθής εις την απόφασίν σου, + και βοηθός σου ο Θεός! ‘ς την Μάντουαν θα στείλω + ένα πατέρα, γράμμα μου ‘ς τον άνδρα σου να φέρη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αγάπη, δος μου δύναμιν να εύρω σωτηρίαν! + Με την ευχήν σου, πάτερ μου. + + (Απέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. + + + + Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. + (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και + ΥΠΗΡΕΤΑΙ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Προσκάλεσέ μου συ αυτούς, που είν' εδώ γραμμένοι. + + (Εξέρχεται είς υπηρέτης). + + Πήγαινε συ, και είκοσι μαγείρους 'νοίκειασέ μου (49). + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Θα σου τους φέρω όλους διαλεκτούς, αυθέντα μου. + Θα ιδώ πρώτα αν γλείφουν τα δάκτυλά των. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Και με τούτο θα τους δοκιμάσης; + +ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Και βέβαια, αυθέντα μου· μόνον οι κακοί μάγειροι + δεν γλείφουν τα δάκτυλά των· λοιπόν όποιος δεν γλεί- + φεται δεν μου κάμνει. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Πήγαινε· φεύγα. + + (Εξέρχεται ο υπηρέτης). + + Δεν θα τα καταφέρωμεν ως τότε καθώς πρέπει. — + Λοιπόν επήγε ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου + η Ιουλιέτα; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Μάλιστα. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Ίσως την ωφελήσουν + τα λόγια του. Ανάποδη και δύστροπη που είναι. + + (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Να την. Ιδέ! Χαρούμενη απ' το κελλί γυρίζει. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι κάμνεις; Πού εγύριζες ως τώρα, πεισματάρα; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Εις μέρος όπου έμαθα πως ήτον αμαρτία + ν' αντισταθώ ‘ς την γνώμην σου και εις το θέλημά σου. + Ο άγιος πνευματικός μ' επρόσταξε να πέσω + γονατιστή ‘ς τα πόδια σου, συγγνώμην να ζητήσω. + Συγχώρησέ με· ‘ς το εξής θα κάμω ό,τι θέλεις. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τον Πάρην να μηνύσετε! Αμέσως να τα μάθη! + Και αύριον πρωί πρωί το πράγμα να τελειόνη. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + 'Σ του Λαυρεντίου το κελλί απήντησα τον νέον, + και του απέδειξα εκεί την πρέπουσαν φιλίαν, + χωρίς να 'πάγω παρεκεί απ' ό,τι μου αρμόζει. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Καλά, καλά· το χαίρομαι· έτσι σε θέλω· σήκω. + Τώρα μου φέρνεσαι καλά. — Θέλω να ιδώ τον Πάρην. + Σας είπα να μηνύσετε αμέσως πως τον θέλω. — + Τον άγιον καλόγηρον! Μα τον εσταυρωμένον, + όλ' η Βερώνα δι αυτό θα του γνωρίζη χάριν. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αναίβα, παραμάνα μου, μαζή μου να διάλεξης + τα νυμφικά φορέματα, που αύριον θα βάλω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Την πέμπτην· όχι αύριον έχεις καιρόν ακόμη. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Πηγαίνετε, πηγαίνετε· διά την εκκλησίαν + ετοιμασθήτε αύριον. + + (Απέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αλλά καιρός δεν μένει· + νυκτόνει. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Δεν βαρύνεσαι; Θα τρέξω άνω κάτω, + θα ετοιμάσω κάθε τι κ' ησύχασε, γυναίκα· + ‘ς την Ιουλιέταν πήγαινε κ' ιδέ τα νυμφικά της. + Δεν πάγω ‘ς το κρεββάτι μου απόψε. Άφησέ με· + θα κάμω την 'νοικοκυράν. — Ποιος είν' εκεί; — Κανένας! + Εβγήκαν όλοι! Το λοιπόν μονάχος μου πηγαίνω + εις τον γαμβρόν, δι αύριον να τον προετοιμάσω. + Ελάφρωσιν αισθάνεται μεγάλην η καρδιά μου, + αφού αυτή, η παλαβή, ‘ς τα συγκαλά της ήλθε. + + (Εξέρχονται). + +ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. + Ο κοιτών της Ιουλιέτας. + + (Εισέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η παραμάνα). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Αυτό το φόρεμα εδώ είναι καλόν. Απόψε + να με αφήσης μοναχήν, καλή μου παραμάνα. + Έχω να κάμω προσευχαίς, και να παρακαλέσω + να βοηθήση του θεού η χάρις την ψυχήν μου, + που 'ξεύρεις πόσας συμφοράς και αμαρτίας έχει. + + (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Δουλεύετε; Με θέλετε κ' εγώ να βοηθήσω; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Όχι, μητέρα. Έτοιμα είν' όλα, όσα έχω + ς' την αυρινήν παράταξιν να βάλω. Άφησέ με + να μείνω τώρα μοναχή, παρακαλώ· κι' απόψε + ας μείνη η παραμάνα μου μαζή σου· κράτησέ την + η προετοιμασία σου θα σ' έχη άνω κάτω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Καλήν σου νύκτα· πλάγιασε να κοιμηθής αμέσως + και ύπνος σου χρειάζεται απόψε. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Καλήν νύκτα, + + (Απέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Θεός ηξεύρει αν ποτέ ξαναενταμωθώμεν! + Ωσάν να μου παρέλυσε τας φλέβας κρύος φόβος, + και μου παγόνει της ζωής την ζέστην. — Θα τας κράξω· + αν τας ιδώ αναψυχήν θα λάβω. — Παραμάνα! — + Πλην τι την θέλω; Μόνη μου εγώ να παίξω έχω + την αποτρόπαιον σκηνήν! Έλα εδώ, φιάλη! — + Κι αν δεν ναρκόνη το πιοτόν; Θα με 'πανδρεύσουν τότε + αύριον; Ω! ποτέ, ποτέ! Ιδού τι θα με σώση! + Εδώ κοντά μου μείνε συ. + + (Θέτει πλησίον της εγχειρίδιον). + + Αλλά, εάν φαρμάκι + μου έδωσ' ο καλόγηρος, και θέλη ν' αποθάνω, + μήπως ο γάμος μου αυτός του φέρη ατιμίαν, + διότι μ' εστεφάνωσε με τον Ρωμαίον πρώτα; + Φοβούμαι μήπως είν' αυτό. Αλλ' όχι δεν πιστεύω· + αγίου έχει όνομα, και το αξίζει. Όχι· + δεν θέλω τέτοιος στοχασμός ‘ς τον νουν μου να περάση! + Και αν εκεί που κείτομαι, πριν φθάση ο Ρωμαίος + να με γλυτώση, έξαφνα ‘ς τον τάφον εξυπνήσω; + Ω! τι τρομάρα! Μην πνιγώ εις την καμάραν μέσα, + όπου αέρα καθαρόν το βδελυρόν της στόμα + δεν αναπνέει; και νεκράν όταν θα φθάση μ' εύρη; + Ή και αν ήμαι ζωντανή, η αγριάδα μήπως + να ευρεθώ ‘ς τα σκοτεινά, ‘ς την αγκαλιάν του Χάρου, + εις τέτοιον μέρος φοβερόν,... εκεί ‘ς τον θόλον μέσα, + όπου προ τόσων γενεών κ' εκατοντάδων χρόνων + σωριάζονται τα κόκκαλα προγόνων μου θαμμένων + όποτ ‘ς το χώμα το νωπόν το σώμα του Τυβάλτη + αιματωμένον σήπεται ‘ς το νεκροσάβανόν του· + όπου ‘ς τα βάθη της νυκτός φαντάσματα θα 'βγαίνουν... + Αλλοίμονον! μήπως εκεί 'ξυπνήσω πριν της ώρας, + 'ς αποφοραίς σιχαμεραίς και εις κραυγαίς τρομάρας, + ωσάν να ξερριζόνεται βλαστάρι μανδραγόρα + και κράζει, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος π' ακούει;.. (!0) + Ω! αν 'ξυπνήσω, μη εκεί τα λογικά μου χάσω, + μ' αυτούς τους φόβους τους φρικτούς περιτριγυρισμένη; + και φρενιασμένη, μη βαλθώ να παίζω με τα μέλη + των προπατόρων μου εκεί; κ' αιματοκυλισμένον + να 'βγάλω απ' το σάβανον το πτώμα του Τυβάλτη; + και μέσα ‘ς την μανίαν μου, ενός ανδρειωμένου + προγόνου μου το κόκκαλον ν' αρπάξω, και μ' εκείνο + στ’ απελπισμένα χέρια μου, να χύσω τα μυαλά μου; + Του εξαδέλφου μου, ιδού, μου φαίνεται να βλέπω + το φάντασμα, και κυνηγά να πιάση τον Ρωμαίον + διότι του εκάρφωσε ‘ς τα στήθη το σπαθί του! + Στάσου, Τυβάλτη· στάσου. Ω!... + Ρωμαίε, έρχομαι! Αυτό το πίνω δι εσένα! + + (Πίπτει επί της κλίνης). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. + + + + Η αίθουσα του Καπουλέτου. + + (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Να, πάρε τούτα τα κλειδιά, μυρωδικά να φέρης. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κάτω οι μάγειροι ζητούν χουρμάδες και κυδώνια. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, εισερχόμενος. + Σαλεύετε, σαλεύετε, κ' επέρασεν η ώρα. + Δυο φοραίς ο πετεινός εφώναξεν ως τώρα, + και η καμπάνα ' σήμανε ταις τρεις. Έχε ‘ς τον φούρνον + Αγγελική, το 'μάτι σου· κι’ όλον τ’ αυγόν' ς την πήταν. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ν' αφήσης τα νοικοκυριά και πήγαινε ‘ς το στρώμα· + φοβούμαι μήπως αύριον με το νυκτέρι τούτο + θα ήσαι άρρωστος. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Εγώ; καθόλου. Να η ώρα! + Πολλαίς φοραίς 'ξενύκτησα, και όχι διά τόσον, + και δεν αρρώστησα ποτέ. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Το 'ξεύρω· ‘ς τον καιρόν σου + σου ήρεζε να κυνηγάς τους ποντικούς την νύκτα· + πλην τέτοια ξενυκτίσματα εγώ δεν σου τ’ αφίνω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Α! ζήλεια, ζήλεια! + + (Εισέρχονται υπηρέται φέροντες δίσκους, καλάθους, ξύλα, κτλ.) + + Στάσου συ· τι έχεις εκεί μέσα; + +Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Τα στέλνουν εις τον μάγειρα· τι είναι δεν ηξεύρω. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Εμπρός, εμπρός. + + (Εξέρχεται ο Α' υπηρέτης) + + Εσύ εκεί, είναι στεγνά τα ξύλα; + κράξε τον Πέτρον, τα στεγνά πού είναι να σου δείξη. + +Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ + Έχω κεφάλι δα κ' εγώ, αυθέντα, διά ξύλα· + δεν έχω χρείαν να μου 'πή ο Πέτρος να τα εύρω. + + (Εξέρχεται). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Ά! μ' έκαμε κ' εγέλασα με την απόκρισίν του· + αλήθεια ξυλοκέφαλος! — Να! 'ξημερόνει κι’ όλα! + Ο Πάρης με την μουσικήν να έλθη δεν θ' αργήση· + όπου κι' αν ήναι θα φανή. + + (Μουσική έσωθεν) + + Να! έρχεται! Γυναίκα! + Αι, παραμάνα! δεν ακούς; πού είσαι, παραμάνα! + + (Εισέρχεται η παραμάνα). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Την Ιουλιέταν 'ξύπνησε κ' ετοίμασε την. Τρέχα! + Εγώ πηγαίνω να τα 'πώ με τον γαμβρόν μου. Τρέχα· + τρέχα, και ήλθεν ο γαμβρός. Τρέχα ευθύς, σου λέγω! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. + + + + Ο κοιτών της Ιουλιέτας. + (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ επί της κλίνης της. Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κυρία! Αι, κυρία μου· ακούεις; Ιουλιέτα!- — + Κοιμάται τώρα ‘ς τα βαθειά. — Αρνάκι μου· κυρία! + Ω ακαμάτρα, εντροπή! Αγάπη μου, θ' ακούσης; + Κυρία μου· καρδούλα μου· εσύ, γλυκειά μου νύμφη! + Τι; ούτε λέξιν; Βέβαια, τον χαίρεσαι τον ύπνον. + Καλοκοιμήσου! Αύριον να κοιμηθής δεν έχει· + ο Πάρης δεν το συγχωρεί. — Θεέ, συγχώρεσέ με, + βαρύς που είν' ο ύπνος της! Να την 'ξυπνήσω πρέπει. + Κυρία μου, κυρία μου! Εάν ο Πάρης έλθη + και σ' εύρη ‘ς το κρεββάτι σου, θα σε κατατρομάξη. + Δεν θα τρομάξης; 'Ξύπνησε! — Με τα φορέματά σου + επλάγιασες; Τι είν' αυτό; Είν' ώρα να 'ξυπνήσης· + Κυρία! Ιουλιέτα μου!... Αλλοίμονον! Βοήθεια! + Βοήθεια! Η κυρία μου απέθανε! Βοήθεια! + Ώρα κακή! τι ήθελα να γεννηθώ η μαύρη! + Λίγον ρακί! — Αυθέντα μου, κυρία μου, βοήθεια! + + (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Τι είν' ο τόσος θόρυβος; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ημέρα ωργισμένη! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Τι έπαθες; + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Κύτταξ' εκεί! Δυστυχισμένη 'μέρα! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αλλοίμονον, αλλοίμονον! Παιδάκι μου, ζωή μου! + Ω! Αναστήσου, ή κ' εγώ μαζή σου θ' αποθάνω. + Βοήθεια! Βοήθεια! Ω! φώναξε να έλθουν. + + (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Είν' εντροπή! Θα φέρετε την Ιουλιέταν έξω; + ήλθ' ο γαμβρός. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Είναι νεκρή! αποθαμμένη είναι! + Αλλοί, αλλοί! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Να την ιδώ... Τελειωμένη· κρύα· + το αίμα εσταμάτησε· εβάρυναν τα μέλη· + απεχαιρέτησ' η ζωή τα χείλη της προ ώρας· + ο Θάνατος απλώθηκεν επάνω ‘ς το κορμί της, + 'σαν παγωνιά παράκαιρη εις δροσερόν λουλούδι. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ώρα κακή μας 'πλάκωσε! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Ω συμφορά και πίκρα! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Ο Χάρος που την ήρπασε να την μοιρολογήσω, + μου έδεσε την γλώσσαν μου και φράζει την φωνήν μου. + + (Εισέρχονται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΜΟΥΣΙΚΟΙ). + +ΠΑΡΗΣ + Είναι η νύμφη έτοιμη διά την εκκλησίαν; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Να 'πάγη έτοιμη, αλλά... διά να μη γυρίση! + Ω υιέ μου, την παραμονήν του γάμου σου, την νύκτα, + ο Χάρος με την νύμφην σου επλάγιασε. Ιδέ την + το άνθος που λαχτάριζες, το 'μάδησεν εκείνος· + ο Χάρος κληρονόμος μου, γαμβρός μου είν' ο Χάρος + Αυτός εστεφανώθηκε την κόρην μου· και τώρα + θα ξεψυχήσω, κ' εις αυτόν θ' αφήσω ό,τι έχω. + Και η ζωή μου και το παν ανήκουν εις τον Χάρον! + +ΠΑΡΗΣ + Τόσον καιρόν επρόσμενα να έλθη τούτ’ η 'μέρα, + κι' αυτό το θέαμα εδώ μου έμελε να φέξη! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Κατηραμένη, άτυχη, πικρή και μαύρη 'μέρα! + Ώρα κακή, που ο Καιρός χειρότερην δεν είδε + εις το ταξείδι το βαρύ του μακρυνού του δρόμου! + Ένα το είχα μοναχόν, μονάκριβον παιδί μου, + αυτό η μόνη μου χαρά, παρηγορία μόνη, + κι' ο Χάρος απ' τα 'μάτια μου, ο άπονος, το 'πήρε! + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Ω πίκρα! ω πικρή, πικρή, κατάπικρη ημέρα! + ημέρα βαρυορίζικη, πικρή, πικρή ημέρα, + οπού πικρότερην ποτέ δεν είδα ‘ς την ζωήν μου! + Ω 'μέρα, 'μέρα τρομερή! της συμφοράς ημέρα! + Δεν εξανάγινε ποτέ ημέρα τόσον μαύρη! + Ω συμφορά! 'μέρα ψυχρή! δυστυχισμένη 'μέρα! + +ΠΑΡΗΣ + Αδικημένη, έρημη, άθλια, ‘πέθαμμένη! + Αδικημένη, θάνατε, απ' το σκληρόν σου χέρι, + ω θάνατε, πικρέ — πικρέ! Αγάπη μου, ζωή μου! + όχι ζωή, — αγάπη μου εσύ αποθαμμένη. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Βασανισμένη, δυστυχής· καμμένη, σκοτωμένη! + Ώρα των θρήνων, διατί να έλθης, την χαράν μας + να την σκοτώσης; διατί; Παιδάκι μου, παιδί μου! + όχι παιδί, — ψυχή μου συ! Νεκράν, νεκράν σε βλέπω. + Κάθε χαρά μου θα ταφή, ω κόρη μου, μαζή σου! + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Φθάνουν οι τόσοι οδυρμοί. Είν' εντροπή σας! Φθάνει! + Δεν διορθόνουν το κακόν οι οδυρμοί κ' οι θρήνοι. + Αυτή εδώ ‘ς τον ουρανόν και εις εσάς ανήκε· + πλην σήμερον ολόκληρην ο ουρανός την θέλει· + και τόσον το καλλίτερον διά την νέαν κόρην. + Τον θάνατον να κλέψετε, κ' εδώ να το κρατήτε + το ιδικόν σας μερτικόν, ‘ς το χέρι σας δεν είναι. + Εις την αιώνιον ζωήν κρατεί το μερτικόν του + ο Ουρανός. Ηθέλετε την υπερύψωσίν της· + και ήτον ευτυχία σας αυτή να ευτυχήση. + Προς τι την κλαίετε λοιπόν, που είν' ανυψωμένη + επάνω απ' τα σύννεφα, εις τ’ Ουρανού τα ύψη; + Δεν είναι η αγάπη σας αληθινή αγάπη, + εάν η ευτυχία της σας φέρνει τόσην λύπην. + Δεν εκαλοπανδρεύθηκε η χρόνια 'πανδρευμένη· + χαρά ‘ς την που 'πανδρεύεται, και νειόνυμφη ‘πεθαίνει, + Σφογγίσετε τα δάκρυα· ‘ς το εύμορφον κορμί της + ελάτε να σκορπίσετε το δενδρολίβανόν σας(51). + Στολίσετέ την έπειτα και συνοδεύσετέ την + ‘ς την εκκλησίαν. Απαιτεί τα δάκρυα η φύσις, + αν και γελά το Λογικόν όταν η Φύσις κλαίη. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τα όσα θα εγίνοντο ς' την τελετήν του γάμου, + ‘ς το λείψανον της Κόρης μου ας χρησιμεύσουν τώρα. + Αντί λαλούμενα χαράς, καμπάναις ας σημάνουν + αντί τραγούδια εύθυμα, ας ψάλουν μοιρολόγια· + του γάμου το συμπόσιον ας γίνη κόλλυβά της, + και τ’ άνθη της τα νυμφικά νεκρήν ας την ραντίσουν, + και κάθε τι αντίστροφον να γίνη και ν' αλλάξη! + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Πήγαινε μέσα. Πήγαινε μαζή του, ω Κυρία. + Και συ, ω Πάρη, πήγαινε. Και προετοιμασθήτε + να νεκροσυνοδεύσετε το εύμορφον κορμί της. + Μ' αυτό τας αμαρτίας σας ο Κύριος παιδεύει, + και κλίνετε την κεφαλήν, να μη παραθυμώση. + + (Εξέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, ο ΠΑΡΗΣ + και ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ). + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Αι! ας πηγαίνωμεν κ' ημείς και τα λαλούμενά μας. + +ΠΑΡΑΜΑΝΑ + Πηγαίνετε· πηγαίνετε καλά μου παλλικάρια, + κ' εστράβωσαν τα πράγματα, καθώς παρατηρείτε. + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Ας ήτον εις το χέρι μας να 'σιάσουν, παραμάνα. + + (Απέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). + (Εισέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ(52) ). + +ΠΕΤΡΟΣ + Μουσικοί, ω μουσικοί μου, παίξετε μου χ α ί ρ ο υ κ α ρ- + δ ι ά μ ο υ χ α ί ρ ο υ· αν θέλετε το καλόν μου, παιδιά μου, + παίξετέ μου το. + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Και διατί να σου παίξωμεν το χ α ί ρ ου κ α ρ δ ι ά + μ ο υ, χ α ί ρ ο υ; + +ΠΕΤΡΟΣ + Διότι η ιδική μου καρδιά παίζει μέσα της το σ χ ί- + σ ο υ κ α ρ δ ι ά μ ο υ σ χ ί σ ο υ. Παίξετε μου, μουσικοί, + κανένα εύθυμον σκοπόν να με παρηγορήσετε. + +Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Δεν παίζομεν τίποτε. Δεν είναι καιρός διά μουσικήν + τώρα. + +ΠΕΤΡΟΣ + Δεν παίζετε; + + ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ + Όχι. + +ΠΕΤΡΟΣ + Τώρα να σας δώσω εγώ... + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Τι θα μας δώσης; + +ΠΕΤΡΟΣ + Όχι χρήματα βέβαια! ξύλον θα σας δώσω. + +Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Σώπα, παληόδουλε. + +ΠΕΤΡΟΣ + Κύτταξε να μη σου χώση το σπαθί του εις τα πλευ- + ρά ο παληόδουλος. Κύτταξε να μη σου βαρέση το ίσον + εις την ράχιν σου. + +Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Έλα έλα. Χώσε το σπαθί σου, και ξέχωσε το πνεύ- + μα σου. + +ΠΕΤΡΟΣ + Τώρα να σας δείξω και το πνεύμα μου. Θα σας κο- + πανίσω με τον νουν μου, αντί να σας τρυπήσω με το + σπαθί μου. Αποκριθήτε μου ωσάν άνθρωποι. + + Όταν την ψυχήν λύπη μας πλακώνει + και την βασανίζει αίσθημα πικρόν, + τοτ’ η μουσική με ήχον αργυρόν... + + διατί ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; διατί λέγει, η μ ο υ σ ι κ ή + μ ε ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; Εδώ σε θέλω, Σίμε Λαγουτάρη. + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Το λέγει, διότι το αργύριον έχει γλυκόν ήχον. + +ΠΕΤΡΟΣ + Περίφημα! Τί λέγεις εσύ, Τρίχορδε; + +Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Λέγω ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν, διότι οι μουσικοί παίζουν + διά το αργύριον. + +ΠΕΤΡΟΣ + Εξαίρετα! Και συ, κυρ Δοξαρά; + +Γ’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Δεν 'ξεύρω τι να 'πώ εγώ. + +ΠΕΤΡΟΣ + Εγώ να σας το ειπώ. Λέγει μ ο υ σ ι κ ή μ ε ή χ ο ν + α ρ γ υ ρ ό ν, διότι δεν σας φέγγει τίποτε χρυσόν εσάς. + + Τότ’ η μουσική με ήχον αργυρόν + μας παρηγορεί και μας βαλσαμώνει. + + (Απέρχεται). + +Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Τι παληάνθρωπος είναι αυτός; + +Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ + Να 'πάγη να χαθή! Έλα, πηγαίνωμεν μέσα. Ν' ακο- + λουθήσωμεν το λείψανον, κ' έπειτα τρώγομεν εδώ. + + (Απέρχονται). + + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ. + + + + +ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. + + + + Οδός εις Μάντουαν. + (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Εάν του Ύπνου ημπορώ το 'μάτι να πιστεύσω, + τα όνειρά μου είδησιν χαροποιάν προλέγουν. + Αισθάνομαι ‘ς τον θρόνον του ελαφροκαθισμένον + τον κύριον του στήθους μου. Κι απ' την αυγήν ως τώρα + μια ασυνείθιστη χαρά ανοίγει την καρδιάν μου, + κι από την γην με στοχασμούς φαιδρούς μ' ανασηκόνει. + Απόψε την γυναίκα μου την είδα στ’ όνειρόν μου, + ωσάν να ήρχετο εδώ να με ιδή· και μ' ηύρεν + αποθαμμένον (όνειρον παράδοξον! ν' αφίνη + να συλλογήται ο νεκρός)· κι' αυτή με τα φιλιά της + τόσην εφύσησε ζωήν εις τα νεκρά μου χείλη, + ώστε ανέζησα εγώ, και ήμουν βασιλέας. + Αχ! Τι απόλαυσις γλυκειά η ζωντανή αγάπη, + αν της αγάπης η σκιά τόσην χαράν χαρίζη! + + (Εισέρχεται ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Απ' την Βερώναν μήνυμα! Τι γίνεσαι, Βαλτάσσαρ; + Του καλογήρου γράμματα μου φέρνεις; δόσε μου τα. + Πώς είναι η γυναίκα μου; Τι κάμνουν οι γονείς μου, + Τι κάμν' η Ιουλιέτα μου; Το ερωτώ και πάλιν. + Όταν εκείν' ήναι καλά, κανείς κακά δεν είναι. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Λοιπόν εκείν' είναι καλά, κ' είναι καλά τα πάντα· + ‘ς τον τάφον των προγόνων της το σώμα της κοιμάται, + κ' η άυλή της η ψυχή πετά με τους αγγέλους. + Εξαπλωμένην νεκρικά την είδα εις το μνήμα, + κ' ήλθα εδώ να σου το 'πώ. Συγχώρησε, αυθέντα, + αν φέρνω είδησιν κακήν. Το πρόσταγμά σου κάμνω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Αυτό μου έμελε; Λοιπόν, δεν σας ψηφώ, αστέρια! — + Πήγαιν' εκεί που κατοικώ· χαρτί να γράψω θέλω· + κ' ενοίκειασέ μου άλογα. Αναχωρώ απόψε. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Υπομονή, αυθέντα μου. Το πρόσωπόν σου είναι + αγριευμένον και χλωμόν. Φοβούμαι μη ξεσπάση + καμμία νέα συμφορά. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Μην έχης τέτοιον φόβον. + Πήγαινε τώρα· άφες με, κι' ό,τι σου είπα κάμε. + Του καλογήρου γράμματα δεν έχεις να μου δώσης; + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Όχι, αυθέντα μου καλέ, δεν έχω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δεν πειράζει. + Τρέξε να εύρης άλογα. Ευθύς κ' εγώ θα έλθω. + + (Απέρχεται ο Βαλτάσσαρ). + + Απόψε, Ιουλιέτα μου, μαζή σου θα πλαγιάσω! + Πλην πώς να γίνη; — Ω! ‘ς τον νουν ενός απελπι- + [σμένου + τι γρήγορα που το κακόν εμβαίνει! — Ενθυμούμαι, + εδώ πλησίον κατοικεί ένας φαρμακοπώλης. + Προχθές τον είδα. Βότανα εμάζευε σκυμμένος, + με ξεσχισμένον φόρεμα, με φρύδια σουφρωμένα· + τον είχε ως το κόκκαλον η πτώχεια φαγωμένον. + Και εις του ξεπεσμένου του εργαστηρίου τους τοίχους + χελώναν είχε κρεμαστήν, και δέρμα κροκοδείλου + βαλσαμωμένον, και πετσιά ψαριών φρικωδεστάτων· + κι' ανάρια ‘ς το τραπέζι του αραδιασμένα ήσαν + άδεια κουτιά, και πράσινα αγγεία χωματένια, + και φούσκαις κατακίτριναις, και μουχλιασμένοι σπόροι, + και τριαντάφυλλα παστά, κι' απομεινάρια σπάγγου. + Κ' εγώ επαρατήρησα την πτώχειαν του, και είπα: + Εάν ευρίσκεται κανείς να χρειασθή φαρμάκι, + αυτός ο άθλιος εδώ θα του το επωλούσε, + κι ας τιμωρή τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος. + Ωσάν να το επρόβλεπα πως θα τον λάβω χρείαν! + Εδώ νομίζω κατοικεί· αλλά το εργαστήρι + είναι κλειστόν. Έχει εορτήν. — Εσύ, φαρμακοπώλη! + + (Εισέρχεται ο φαρμακοπώλης). + +ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ + Ποιος κράζει τόσον δυνατά; + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Έλα εδώ, καλέ μου. + Πτωχός μου φαίνεσαι. Ιδού· λάβε φλωριά σαράντα. + Θέλω φαρμάκι δυνατόν, να ενεργή αμέσως, + κι' άμα σταις φλέβαις σκορπισθή νεκρόν να τον αφίνη + εκείνον που βαρέθηκε να ζη, και θα το πάρη. + Από το σώμα την ζωήν το θέλω να την διώχνη + διά μιας, ορμητικά, καθώς ορμά κ' εβγαίνει + από τα σπλάγχνα κανονιού πυρίτις αναμμένη. + +ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ + Φαρμάκι έχω δυνατόν, καθώς το θέλεις· όμως + τον τιμωρεί τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Τόσον πτωχός και ελεεινός, και θάνατον φοβάσαι; + ‘ς τα μάγουλά σου φαίνεται ζωγραφισμένη η πείνα· + ‘ς τα λιμασμένα 'μάτια σου η στέρησις' κ' η πτώχεια· + ‘ς την ράχιν σου η ζητανιά κι' ο εξευτελισμός σου· + ο Νόμος δεν σε αγαπά, κι' ο κόσμος δεν σε θέλει· + Νόμον να γίνης πλούσιος ο κόσμος δεν τον έχει· + λοιπόν, τον Νόμον πάτησε και πάρε, να πλουτήσης. + +ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ + Τα δέχεται η πτώχεια μου, η θέλησίς μου όχι. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Όχι την θέλησιν κ' εγώ, την πτώχειαν σου πληρόνω. + +ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ + Πάρε αυτό και χύσε το 'ς ό,τι πιοτόν κι' αν ήναι, + και πιέ το. Είκοσι ανδρών την δύναμιν να έχης, + αμέσως οπού το γευθής, ευθύς σε τελειόνει. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Να τα φλωριά. Χειρότερον φαρμάκι τούτο είναι, + εις τον βρωμόκοσμον αυτόν πλειότερον σκοτόνει, + από αυτό, που να πωλής ο Νόμος σ' εμποδίζει. + Εγώ φαρμάκι σου πωλώ, κι’ όχι εσύ εμένα! + Ώρα καλή. Αγόρασε ψωμί να κάμης σάρκα. — + Έλα εσύ, ω ιατρικόν, όχι φαρμάκι· έλα· εκεί, στης Ιουλιέτας μου + τον τάφον θα σε πάρω! + + (Εξέρχονται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. + + + + Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. + +ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ, εισερχόμενος. + Ω άγιε καλόγηρε, ω αδελφέ, πού είσαι; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, εισερχόμενος. + 'Σάν την φωνήν μου φαίνεται του πάτερ Ιωάννου. + Καλώς 'τον απ' την Μάντουαν! Τι λέγει ο Ρωμαίος; + Αν σ' έδωσε απόκρισιν γραμμένην, δος το γράμμα. + +ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ + Του τάγματός μας μοναχόν επήγα να ζητήσω, + νάχω ‘ς τον δρόμον σύντροφον (53)· κ' εκεί όπου τον ηύρα + να περιθάλπη ασθενείς, διά μιας πλακόνουν + οι φύλακες της πόλεως· επήραν υποψίαν + μη έπεσε θανατικόν, κ' εσφράγισαν τας θύρας, + και μας εκλείδωσαν εκεί ‘ς το μολυσμένον σπίτι, + κ' εμένα εις την Μάντουαν μ' εμπόδισαν να 'πάγω. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Με ποίον έστειλες λοιπόν το γράμμα ‘ς τον Ρωμαίον; + +ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ + Δεν ήτο τρόπος να σταλθή. Ιδού· εδώ το έχω + ούτε μου ήτο δυνατόν να σου το στείλω 'πίσω. + Τόσος τους έπιασε πολύς επιδημίας φόβος. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ω συμφορά! Το γράμμα μου ασήμαντον δεν ήτο, + αλλ' είχε, μα το ράσον μου, μεγάλην σημασίαν, + και ίσως η αναβολή κακόν μεγάλον φέρη. + Πήγαινε τώρα, πήγαινε, ω πάτερ Ιωάννη, + εύρε λοστόν, και φέρε τον αμέσως ‘ς το κελλί μου. + +ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ + Ευθύς τον φέρνω. + + (Απέρχεται). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Μόνος μου θα τρέξω εις το μνήμα. + Η Ιουλιέτα ξυπνητή θα ήναι εις τρεις ώραις. + Θα έχη εναντίον μου παράπονον μεγάλον, + πως ο Ρωμαίος είδησιν ακόμη να μη λάβη. + Αλλά θα στείλω γράμματα ‘ς την Μάντουαν και πάλιν, + κ' έως να έλθη ο άνδρας της την κρύπτω ‘ς το κελλί μου. + Καϋμένον πτώμα ζωντανόν, με τους νεκρούς θαμμένον! + + (Απέρχεται). + + + +ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. + + + + Κοιμητήριον· εν αυτώ το οικογενειακόν των Καπουλέτων + μνημείον. + (Εισέρχεται ο ΠΑΡΗΣ, και ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ του φέρων άνθη και δαυλόν). + +ΠΑΡΗΣ + Δος τον δαυλόν και πήγαινε. Παράμερα τραβήξου. + Ή σβύσε τον καλλίτερα. Να με ιδούν δεν θέλω. + Εσύ 'ξαπλώσου καταγής ‘ς τα έλατα αποκάτω, + κ' έχε τ’ αυτί σου κολλητόν κάτω ‘ς την γην την κούφιαν + απ' το συχνόν το σκάψιμον είν' άστρωτον το χώμα, + και αν ‘ς το κοιμητήριον κανείς περιπατήση, + θα τον ακούσης. Σφύριξε αμέσως που ακούσης. + Δόσε μου τ’ άνθη. Πήγαινε, και κάμε όπως είπα. + +ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, καθ' εαυτόν. + Φοβούμαι ολομόναχος ‘ς τους τάφους· πλην θα μείνω. + + (Απομακρύνεται). + +ΠΑΡΙΣ + Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, ‘ς την νυμφικήν σου κλίνην, + αλλοίμονον, με χώματα στρωμένην και με πέτραις! + Ταις νύκταις με ροδόσταγμα εγώ θα την ραντίζω, + κι' αν λείψη το ροδόσταγμα, με δάκρυα πικρά μου. + Το μοιρολόγι μου αυτό θα έχης κάθε νύκτα, + να έρχωμαι ς' τον τάφον σου, να ραίνω και να κλαίω. + + (Σφυρίζει ο ακόλουθος). + + Α! το παιδί μ' ειδοποιεί· θα πλησιάζη κάποιος. + Ποιος είν' αυτός που έρχεται μ' ανόσιον ποδάρι, + και μου χαλνά την νεκρικήν πομπήν του Έρωτός μου; + Κρατεί ‘ς το χέρι του δαυλόν. Ω νύκτα, σκέπασέ με! + + (Εξέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ κρατών δαυλόν, + μοχλόν και αξίνην). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Δος μου, Βαλτάσσαρ, τον μοχλόν και την αξίνην δος μου. + Το γράμμα τούτο δόσε το ‘ς τα χέρια του πατρός μου + πρωί πρωί. Δος μου το φως. Αν θέλης την ζωήν σου, + ό,τι κι' αν τύχη να ιδής και ό,τι κι' αν ακούσης, + μη πλησίασης κύτταξε και μη με διακόψης! + Έχω σκοπόν να καταιβώ ‘ς την κλίνην του θανάτου, + διότι και το πρόσωπον της γυναικός μου θέλω + να το ιδώ, κι' απ' το νεκρόν το χέρι της να πάρω + το δακτυλίδι που φορεί· πολύτιμόν μου είναι + και έχω λόγον ακριβόν που θέλω να το έχω. + Πλην αν γυρίσης και βαλθής να με παραμονεύσης, + μα τον Θεόν, τα μέλη σου κομμάτια θα τα κάμω, + να τα σκορπίσω εις αυτούς τους πεινασμένους τάφους! + Είν' οι σκοποί μου άγριοι, όσον κ' η ώρα τούτη· + ακόμη πλέον τρομεροί και εξαγριωμένοι + απ' ωργισμένην θάλασσαν, ή τίγριν πεινασμένην! + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + θα τραβηχθώ, αυθέντα μου, και δεν θα σε ταράξω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Με τούτο την αγάπην σου θα μου την αποδείξης. + Πάρε αυτά, + + (Τω δίδει το βαλάντιόν του) + + και πήγαινε, και ο Θεός μαζή σου! + Ώρα καλή σου, φίλε μου. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Ας λέγη ό,τι θέλει, + εδώ τριγύρω θα κρυφθώ· δεν φεύγω· με τρομάζει + το 'μάτι του· κάτι κακόν έχει ‘ς τον νουν φοβούμαι. + + (Αποσύρεται). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ω στόμα μαύρον και φρικτόν! ω σπλάγχνον του θανάτου, + με τ’ ακριβώτερον κορμί του κόσμου χορτασμένον! + Ιδού, πώς τα σαγόνια σου τα σάπια θα τ’ ανοίξω, + κι' άλλην τροφήν ‘ς τα δόντια σου να χώσω στανικώς σου! + + (Ανοίγει την θύραν του μνημείου). + +ΠΑΡΗΣ + Αυτός είν' ο εξόριστος Μοντέκης, ο αυθάδης, + εκείνος οπού έχυσε το αίμα του Τυβάλτη, + και ν' αποθάνη έκαμε τ’ ωραίον τούτο πλάσμα + από την λύπην. Κ' έρχεται ακόμη να υβρίση + και τα θαμμένα των κορμιά! Να τον συλλάβω πρέπει. — + Σταμάτησε το έργον σου, ανόσιε Μοντέκη! + Και πέραν απ' τον θάνατον εκδίκησιν γυρεύεις; + Κατάδικε τρισάθλιε, σε συλλαμβάνω. Έλα, + υπάκουσέ με· πήγαινε μαζή μου. Θ' αποθάνης! + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Ναι· ο σκοπός μου είν' αυτός αλήθεια! Ν' αποθάνω! — + Απελπισμένον άνθρωπον μη ερεθίζης, νέε· + φύγε· ω! φύγε απ' εδώ και άφες με. Φοβήσου + αυτούς εδώ που κείτονται. Παρακαλώ σε νέε, + μη μ' αγριεύης, μη ζητής και άλλην αμαρτίαν + επάνω ‘ς το κεφάλι μου να μου επισωρεύσης. + Φύγε, σου λέγω· σ' αγαπώ καλλίτερ' απ' εμένα. + Κακόν δεν θέλω κανενός παρά του εαυτού μου. + Μη μένης· φύγε γρήγορα. Ζήσε να λέγης, ότι + ένας τρελλός ευσπλαγχνικός σ' εβίασε να φύγης. + +ΠΑΡΗΣ + Δεν τα ψηφώ τα λόγια σου και τους εξορκισμούς σου, + κι' ως άνθρωπον παράνομον εδώ σε συλλαμβάνω. + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Πόλεμον θέλεις και καλά; Ιδού λοιπόν! + + (Μάχονται). + +Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ + Θεέ μου! + Σπαθιαίς! Τους νυχτοφύλακας ας τρέξω να φωνάξω. + + (Απέρχεται). + +ΠΑΡΗΣ + Μ' εσκότωσες! 'σπλαγχνίσου με, και άνοιξε το μνήμα, + κ' εξάπλωσέ με νεκρικά κοντά ‘ς την Ιουλιέταν. + + (Αποθνήσκει). + +ΡΩΜΑΙΟΣ + Καλά· σου το υπόσχομαι. Να σε ιδώ, ποιος είσαι; + Του Μερκουτίου ο καλός ο συγγενής, ο Πάρης! + Τι μ' έλεγεν ο δούλος μου ‘ς τον δρόμον; και τα λόγια + δεν τα επρόσεχα εγώ ‘ς την ταραχήν μου μέσα; + Ο Πάρης να στεφανωθή την Ιουλιέταν ήτον; + Αυτό μου είπε; ή εγώ το είδα στ’ όνειρόν μου; + Ή επειδή επρόφερεν ο Πάρης τ’ όνομά της, + τα εφαντάσθηκεν αυτά ο σαλευμένος νους μου; — + Δος μου το χέρι. Είμεθα κ' εγώ και συ, καϋμένε, + μαζή γραμμένοι ‘ς το πικρόν της συμφοράς βιβλίον! + Δος μου το χέρι σου. Εγώ εσένα θα σε θάψω + εις μνήμα θριαμβευτικόν... εις μνήμα; όχι! Φάρον! + διότι αναπαύεται εδώ η Ιουλιέτα, + κ' η ευμορφιά της χύνει φως στου τάφου ταις καμάραις! + Εδώ 'ξαπλώσου, ω νεκρέ! ένας νεκρός σε θάπτει. + + (Καταθέτει τον Πάρην εντός του τάφου). + + Πολύ συχνά ο άνθρωπος ‘ς το ψυχομαχητόν του + αισθάνεται χαρούμενος, και οι τριγυρινοί του + το ονομάζουν αστραπήν προ του θανάτου τούτο. + Ιδού, κ' εμένα είν' αυτό η αστραπή μου τώρα! + Αγάπη μου, γυναίκα μου! Ω! της αναπνοής σου + το μέλι το ερρούφησεν ο Θάνατος· αλλ' όμως + ακόμη δεν εκάλυψε την ωραιότητά σου, + ακόμη δεν σ' ενίκησε. Το κόκκινόν της χρώμα + ακόμη αξεδίπλωτον το έχ' η ωραιότης + επάνω εις τα χείλη σου και εις τα μάγουλά σου· + του Χάρου δεν τα 'σκέπασεν η κίτρινη σημαία! + Εις το αιματωμένον σου το σάβανον, Τυβάλτη, + εδώ κοιμάσαι· τι ζητείς; τι άλλην χάριν θέλεις + από το χέρι πώκοψε τα νειάτα σου ‘ς την μέσην, + παρά να κόψη την ζωήν αυτήν, που εμισούσες; + Συγχώρησέ με εξάδελφε! — Αχ, Ιουλιέτα, φως μου, + πως είσαι τόσον εύμορφη ακόμη; Μη αλήθεια + ο Θάνατος ο άυλος ερωτευμένος είναι; + Μήπως το αποτρόπαιον, το άσαρκον το τέρας + εδώ ‘ς το σκότος σε κρατεί, να σ' έχη ερωμένην; + Από τον φόβον μου εδώ, μαζή σου θ' απομείνω. + Ποτέ δεν φεύγω απ' αυτό του Σκότους το παλάτι. + Εδώ θα μένω πάντοτε μαζή με τα σκουλήκια, + που έχεις συνοδείαν σου. Εδώ, εδώ θα εύρω + αιώνιον ανάπαυσιν. Εδώ θ' αποτινάξω + απ' το τυραννισμένον μου κι' απηυδισμένον σώμα, + τον βαρυτράχηλον ζυγόν του άστρου του κακού μου! + Ιδέτε ύστερην φοράν, ω 'μάτια μου! Χαρήτε + το ύστερον αγκάλιασμα, ω χέρια μου! Ω χείλη, + εσείς, ω θύραις της πνοής, μ' ένα σεμνόν φιλί σας + σφραγίσετε το πάκτωμα, που κάμνω με τον Χάρον! + Έλα, πικρέ μου οδηγέ, τον δρόμον να μ' ανοίξης. + Απελπισμένε ναύκληρε, ω! έλα να συντρίψης + ‘ς τους βράχους το καράβι μου το θαλασσοδαρμένον! + Καλώς σε ηύρα αγάπη μου! + + (Πίνει το δηλητήριον) + + Πιστέ φαρμακοπώλη, + το ιατρικόν σου δεν αργεί. — Μ' ένα φιλί ‘πεθαίνω. + + (Αποθνήσκει). + (Εισέρχεται εκ της ετέρας πλευράς του κοιμητηρίου ο ΠΑΤΕΡ + ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, φέρων λύχνον, μοχλόν και αξίνην). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Βοήθειά μου ο Θεός! πόσαις φοραίς απόψε + εσκόνταψαν τα πόδια μου εις τάφους. — Ποίος είσαι; + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Πάτερ Λαυρέντιε, εγώ, φίλος και γνώριμός σου. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ευλογητός! Δεν μ' εξηγείς, τι φως εκεί του κάκου + φωτίζει μαυροσκούληκα κι' αόμματα κρανία; + Του Καπουλέτου είν' εκεί ο τάφος, αν δεν σφάλλω. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Ο κύριός μου είν' εκεί, ω άγιέ μου πάτερ, + ο νέος οπού αγαπάς. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ποιος είναι; + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Ο Ρωμαίος. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Προ πόσης ώρας είν' εκεί; + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + θα ήναι 'μισή ώρα. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + 'Σ τον τάφον ακολούθει με. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Φοβούμαι να σ' ακούσω + Ο κύριός μου αγνοεί πως είμ' εδώ ακόμη, + και μ' εφοβέρισε φρικτά πως αν παραμονεύσω + θα με σκοτώση. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Μείν' εδώ· εγώ πηγαίνω μόνος. + Ω! τρέμω μήπως έγεινε καμμία δυστυχία. + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Απεκοιμήθηκα εκεί ‘ς τα έλατ’ αποκάτω, + και μέσα εις τον ύπνον μου 'σαν όνειρον τον είδα + μ' ένα εδώ να πολεμά, και να τον θανατόνη. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, προχωρών. + Ρωμαίε! — Ω, αλλοίμονον! Τι αίμα κηλιδόνει + τα μαρμαρένια πρόθυρα αυτού εδώ του τάφου; + Εδώ τι θέλουν τα σπαθιά τα αιματοβαμμένα, + γυμνά ριχμένα καταγής ‘ς τον τόπον της Ειρήνης; + + (Ακούεται θόρυβος έξωθεν). + + Α! ο Ρωμαίος! τι ωχρός! Ποιος άλλος; και ο Πάρης! + και βουτημένος στ’ αίματα! Τι ώρα ωργισμένη, + τι θρήνος!... Ω! εσάλευσεν η Ιουλιέτα. + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πάτερ, + ω πάτερ μου παρήγορε, ο άνδρας μου πώς είναι; + Το ενθυμούμαι καθαρά πού έπρεπε να ήμαι· + ηξεύρω πού ευρίσκομαι. Πού είναι ο Ρωμαίος; + + (Ακούεται θόρυβος έξωθεν). + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ακούω κρότον. — Κόρη μου, να φύγης και φωληάζει + εδώ αρρώστια, θάνατος, και ύπνος χωρίς τέλος. + Μια Δύναμις, που δεν 'μπορεί κανείς να την νικήση, + ανέτρεψε τα σχέδια και τους σκοπούς μας. Έλα! + Νεκρός o άνδρας σου εδώ ‘ς την αγκαλιάν σου είναι· + νεκρός κι' ο Πάρης. Φεύγωμεν. Θα σε τοποθετήσω + εις μοναστήρι άγιον καλογρηών. Μη στέκης· + μη μ' ερωτάς. — Eπλάκωσαν οι φύλακες! ω! έλα, + γρήγορα, φύγε! + + (Θόρυβος έξωθεν). + + Δεν τολμώ πλειότερον να μείνω. + + (Εξέρχεται). + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Πήγαινε, φύγε απ' εδώ· αλλά εγώ δεν φεύγω. + Τι έχεις, άνδρα μου γλυκέ, ‘ς το χέρι σου σφιγμένον; + Ποτήρι; Σ' εθανάτωσε παράκαιρα φαρμάκι! + Όλον το 'πήρες, ω κακέ; δεν άφησες κ' εμένα + σταλαγματιάν, κατόπιν σου να έλθω; θα φιλήσω + τα χείλη σου. Επάνω των ίσως φαρμάκι μένει, + και με το βάλσαμον αυτό 'μπορέσω ν' αποθάνω. + + (Τον ασπάζεται). + + Είναι τα χείλη σου ζεστά! + + ΦΥΛΑΞ, έξωθεν. + Οδήγει μας. Πού είναι; + +ΙΟΥΛΙΕΤΑ + Έρχοντ’ εδώ. Να μην αργώ. + + (Αρπάζει το εγχειρίδιον του Ρωμαίου) + + Καλότυχον μαχαίρι, + χώσου εδώ και σκούριαζε, και δος μου ν' αποθάνω! + + (Αυτοχειριάζεται και πίπτει επί του πτώματος του Ρωμαίου). + (Εισέρχονται οι νυκτοφύλακες και ο ακόλουθος του Πάρη). + +Ο ΑΚΟΛΟΥθΟΣ + Ιδού το μέρος. Κάτω 'κεί· κοντά ‘ς το φως εκείνο. + +Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Γεμάτη αίματα η γη! — ‘ς τα μνήματα ιδέτε, + και οποίον τύχη κ' εύρετε κρυμμένον, πιάσετέ τον. + + (Εξέρχονται ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινες). + + Τι θέαμα ελεεινόν! Ο Πάρης σκοτωμένος, + κ' αιματωμένη και ζεστή ακόμ' η Ιουλιέτα, + ενώ προ δύο ημερών ετάφηκ' εδώ κάτω! — + Τρέξε στου πρίγκηπος εσύ, και συ στου Καπουλέτου, + συ κράξε τους Μοντέκιδες. 'Σ τους τάφους ας σκαλίζουν + οι άλλοι. + + (Εξέρχονται έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ). + + Εδώ έγινεν όλος αυτός ο θρήνος, + και έχομεν να μάθωμεν το διατί να γίνη. + + (Επιστρέφουσι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινές μετά του ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ). + +Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Τον ηύρα εις τα μνήματα· ο δούλος του Ρωμαίου. + +Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Φυλάγετέ τον. Να φανή ο Πρίγκηψ δεν θ' αργήση. + + (Επιστρέφουσι έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ μετά του ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ). + +Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Ένας καλόγηρος ιδού, οπού θρηνεί, και τρέμει, + κι' αναστενάζει. Έφευγε απ' το νεκροταφείον + και εκρατούσε τον μοχλόν και την αξίνην τούτην. + +Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Το πράγμα είναι ύποπτον. Κι αυτόν κρατήσετέ τον. + + Εισέρχεται ο ΠΡΙΓΚΗΨ μετά της συνοδείας του). + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Τι έγινε; τι συμφορά τόσον πρωί συνέβη, + κ' ετάραξε τον ύπνον μας και την ανάπαυσίν μας; + + (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και έτεροι). + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Τι είν' η τόση ταραχή και το κακόν; + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + 'Σ τους δρόμους + τρέχει ο κόσμος· μερικοί φωνάζουν ο Ρωμαίος, + του Πάρη άλλοι τ’ όνομα, και άλλοι Ιουλιέτα! + Και όλοι τρέχουν με φωναίς προς το 'δικόν μας μνήμα. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Τι είν' αυτό το άκουσμα το φοβερόν; + +Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Αυθέντα, + μαχαιρωμένος είν' εδώ ο Πάρης, κι' ο Ρωμαίος + αποθαμμένος, και ζεστή και νεοσκοτωμένη + η Ιουλιέτα, που προχθές ετάφηκ' εδώ κάτω. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Κυττάξετε να εύρετε πώς έγιναν οι φόνοι. + +Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ + Ένας καλόγηρος ιδού, κι' ο δούλος του Ρωμαίου. + Είχαν ‘ς τα χέρια σίδερα, κατάλληλα ν' ανοίξουν + τους τάφους τούτους των νεκρών. + +ΚΑΠΟΥΛΕΤ0Σ + Ω ουρανέ! — Γυναίκα, + ιδέ την κόρην μας εδώ, το αίμα της πώς τρέχει! + Ω! το μαχαίρι έσφαλε. Να η σωστή του θήκη. + Αντί εδώ εις το πλευρόν να έμβη του Μοντέκη, + στης θυγατρός μας άδικα εχώθηκε το στήθος! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ + Αχ! Είν' αυτό το θέαμα νεκρώσιμη καμπάνα, + που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί ‘ς τον τάφον! + + (Εισέρχεται ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ και Έτεροι). + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Έλα, Μοντέκη· πρόωρα σ' εξύπνησαν, καϋμένε, + εδώ να εύρης πρόωρα τον υιόν σου κοιμισμένον. + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Ω άρχον, η γυναίκα μου πέθανεν απόψε· + του εξορίστου της παιδιού την έφαγεν η λύπη. + Ποία καινούρια συμφορά με κατατρέχει πάλιν; + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Κύτταξ' εδώ να την ιδής. + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Κακοαναθρεμμένε, + απ' τον πατέρα σου εμπρός ‘ς τον τάφον καταιβαίνεις; + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Ησύχασε, και πρόσμεινε να καθαρίσω πρώτα + το σκότος τούτο το πυκνόν, να μάθω την αιτίαν, + την κεφαλήν, και την πηγήν αυτής της παραζάλης. + Τότε θα γίνω αρχηγός πρώτος εγώ των θρήνων, + κι' ανοίγω εις την λύπην σας τον δρόμον του θανάτου· + αλλ' έως τότ’ υπομονή. — Οι ένοχοι πού είναι; + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ο πλέον ύποπτος ιδού, κι' άν ένοχος δεν ήμαι. + Αλλά μου καταμαρτυρούν η ώρα και ο τόπος, + κ' επάνω μου του φονικού την υποψίαν στρέφουν. + Εγώ, αθώος κ' ένοχος, ιδού εμπρός σου στέκω, + να 'πώ την καταδίκην μου και την αθώωσίν μου. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Ειπέ μου γρήγορα λοιπόν εκείνο που γνωρίζεις. + +ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ + Ολίγα λόγια θα ειπώ· 'λίγη ζωή μου μένει, + κι' ούτ’ ημπορώ (κι αν ήθελα) να τα μακρολογήσω. + Η Ιουλιέτα σύζυγον τον είχε τον Ρωμαίον, + αυτόν που βλέπετε νεκρόν. Και την νεκράν εκείνην + πιστήν γυναίκα κι' ακριβήν την είχεν ο Ρωμαίος. + Εγώ τους εστεφάνωσα, εγώ. Και την ημέραν + του γάμου των του μυστικού απέθαν' ο Τυβάλτης. + Ο άκαιρός του θάνατος εστάθηκεν αιτία + εξωρισμένος ο γαμβρός από εδώ να φύγη. + Αυτόν η νέα έκλαιε και όχι τον Τυβάλτην + + (Προς τον Καπουλέτον). + + και με σκοπόν την λύπην της εσύ να ξερριζώσης, + την ηρραβώνισες ευθύς, και να την στεφανώσης + διά της βίας ήθελες αμέσως με τον Πάρην. + Απελπισμένη έτρεξεν εκείνη και με ηύρε, + κ' εγύρευε βοήθειαν, και τρόπον να γλυττώση + από τον δεύτερον αυτόν τον γάμον, ή αλλέως + εις το κελλί μου ήθελε να σκοτωθή εμπρός μου. + Τότε κ' εγώ, που των φυτών τα μυστικά γνωρίζω, + της έδωσα ναρκωτικόν. Το αποτέλεσμά του + επέτυχε ‘ς το σώμα της, καθώς της το προείπα, + και του θανάτου την μορφήν την έκαμε να λάβη. + Εν τούτοις τον εμήνυσα να έλθη τον Ρωμαίον + αυτήν την νύκτα την φρικτήν, και να την περιλάβη + από τον τάφον της εδώ τον δανεικόν, την ώραν + που έμελλεν η δύναμις του ιατρικού να παύση. + Πλην έτυχεν εμπόδιον, κι' αντί αυτός να λάβη + τα γράμματά μου, χθες αργά ο πάτερ Ιωάννης + οπίσω μου τα έφερε. Και τότε μοναχός μου, + την ώραν που επρόσμενα η νέα να ξυπνήση, + ήλθα απ' τον τάφον μυστικά να την ελευθερώσω, + κ' εις το κελλί εσκόπευα να την κρατώ κρυμμένην, + έως να στείλω μήνυμα και πάλιν ‘ς τον Ρωμαίον. + Αλλ' όταν έφθασα εδώ, λεπτά ολίγα μόλις + πριν να την εύρω ξυπνητήν, τους ηύρα και τους δύο, + τον Πάρην τον ενάρετον και τον πιστόν Ρωμαίον, + αποθαμμένους καταγής. Εξύπνησε κ' εκείνη, + κ' ενώ να φύγη απ' εδώ την επαρακαλούσα, + κ' εις του Θεού τους ορισμούς υποταγήν να δείξη, + μ' εξίππασεν ο θόρυβος κ' εβγήκ' από το μνήμα. + Εκείνη δεν ηθέλησε να με ακολουθήση, + κι' απελπισμένη, φαίνεται, 'σκοτώθηκε μονάχη. + Αυτά γνωρίζω. — Ήξευρε τα στεφανώματά της + η παραμάνα της. — Εάν εις όλα τούτα πταίω, + ας παιδευθώ. Ο Νόμος σου ο αυστηρός ας κόψη + ολίγον πριν της ώρας των τα γέρικά μου χρόνια. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Δι' άνθρωπον ενάρετον και άγιον σε είχα. + Τι άλλο έχει να ειπή ο δούλος του Ρωμαίου; + +ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ + Εις τον αυθέντην μου εγώ της Ιουλιέτας είπα + τον θάνατον. Την Μάντουαν παραίτησεν αμέσως + κ' ήλθεν εδώ βιαστικός, 'ς αυτόν εδώ τον τάφον. + Το γράμμα τούτο μ' έδωσε να δώσω του πατρός του· + να τραβηχθώ μ' επρόσταξε, να τον αφήσω μόνον + αλλέως μ' φοβέρισε να κόψη την ζωήν μου. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Δος μου το γράμμα. Θα ιδώ τι γράφει του πατρός του. + Πού είναι και ο άνθρωπος του Πάρη; Φέρετέ τον. — + Ειπέ μου συ· τι έκαμεν εδώ ο κύριος σου; + +Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ + Έφερε άνθη στης νεκράς το μνήμα να σκορπίση, + κ' επρόσταξε παράμερα εγώ να περιμένω. + Εκεί που επερίμενα, είδα και ήλθεν ένας· + φως εκρατούσε, κ' ήθελε το μνήμα να τ’ ανοίξη· + κι ο κύριος μου ώρμησε με το σπαθί ‘ς το χέρι. + Αμέσως έτρεξα κ' εγώ τους φύλακας να κράξω. + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Το γράμμα του του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει. + Τον γάμον, την αγάπην του, τον θάνατον της γράφει, + και λέγει πως ηγόρασε ‘ς την Μάντουαν φαρμάκι, + και ήλθεν, εις τον τάφον της επάνω ν' αποθάνη, + κ' εδώ κι' αυτός ν' αναπαυθή κοντά ‘ς την Ιουλιέταν. + Αυτοί που είναι, οι εχθροί; — Μοντέκη, Καπουλέτε! + Ιδέτε πώς την έχθραν σας ο Ουρανός παιδεύει· + εξολοθρεύει ο Θεός μ' αγάπην την χαράν σας! + Κ' εγώ, εγώ που έκλεισα ‘ς την έχθραν σας τα 'μάτια + έχασα δύο συγγενείς. Οι πάντες τιμωρούνται! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Δος μου το χέρι σου εδώ, ω αδελφέ Μοντέκη. + Ιδού το προικοσύμφωνον της κόρης μου. Τι άλλο + να σου ζητήσω ημπορώ; + +ΜΟΝΤΕΚΗΣ + Εγώ θα δώσω κι' άλλο. + Από χρυσάφι καθαρόν θα στήσω τ’ άγαλμα της, + ώστε ενόσω εις την γην Βερώνα θα υπάρχη, + της Ιουλιέτας της πιστής να σώζεται η μνήμη, + και τ’ όνομά της ακριβόν κι' αγαπητόν να μένη! + +ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ + Χρυσόν κοντά της τ’ άγαλμα θα στήσω του Ρωμαίου. + Άδικα θύματα κ' οι δυο της παλαιάς μας έχθρας! + +ΠΡΙΓΚΗΨ + Αυτά τα 'ξημερώματα ειρήνην μαύρην φέρνουν. + Ο ήλιος απ' την λύπην του το πρόσωπόν του κρύπτει. + Πηγαίνωμεν. Θα έχωμεν πολύ συχνά αιτίαν + να ομιλούμεν δι αυτά τα θλιβερά συμβάντα. + Θα συγχωρήσω μερικούς· θα παιδευθούν οι άλλοι(54). + Δεν εξανέγεινε ποτέ τόσος καϋμός και θρήνος, + 'σαν τον 'δικόν σας τον καϋμόν, Ρωμαίε, Ιουλιέτα! + + (Εξέρχονται). + + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. + + + + +1) Η τραγωδία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας εδημοσιεύθη το πρώτον +κατά το 1597 μ. Χ. Αλλά κατά συγχρόνους μαρτυρίας φαίνεται +γραφείσα κατά το 1595· τινές δε των κριτικών θεωρούσιν αυτήν κατά +δύο ή τρία έτη αρχαιοτέραν. Τω 1599 εξεδόθη εκ δευτέρου μετά +προσθηκών και διορθώσεων· επί ταύτης δε βασίζονται αι +μεταγενέστεραι της τραγωδίας εκδόσεις. Όπως δήποτε αύτη είναι εκ +των πρώτων του Σαικσπείρου έργων, ή μάλλον ειπείν, το αριστούργημα +της νεαράς αυτού ηλικίας. Διά τούτο, κατά το λέγειν του Mezières +(Shakespeare ses Œuvres et ses critiques, σελ 259) «δεν είναι μεν +η τελειοτέρα των τραγωδιών αυτού, αλλά προξενεί εντύπωσιν +ζωηροτέραν ίσως πάσης άλλης, καθ' ο έχουσα εν εαυτή την έμπνευσιν +και την έκφρασιν της νεότητος.» + +«Το ποίημα τούτο, λέγει ο Schlegel, αποπνέει την ευωδίαν του +έαρος, ανακαλεί την ηδυπάθειαν του άσματος της αηδόνος, και είναι +τρυφηλόν ως ρόδον νεωστί διεπτυγμένον. Αλλ' από της πρώτης εν αυτώ +περιεσταλμένης εκδηλώσεως και ανταλλαγής σεμνού έρωτος +μεταφερόμεθα, — ταχύτερον ή όσον η άνθησις της νεότητος και του +κάλλους διέρχεται, — εις πάθος άμετρον, εις ένωσιν αμετάκλητον· +δι' αλλεπαλλήλων δε εκρήξεων ευδαιμονίας και απελπισίας, +απολήγομεν εις το οικτρόν των δύο εραστών τέλος. Αλλά και +αποθνήσκοντες φαίνονται ούτοι αξιόζηλοι, ωσεί θριαμβεύοντες διά +του θανάτου αυτών κατά παντός του δυναμένου να τους αποχωρίση! Τα +γλυκύτερα και τα πικρότερα, έρως και μίση, εορταί και θρήνοι, +εναγκαλισμοί και ενταφιασμοί, η ζωή εν πάση αυτή τη ακμή, και +αυτοκτονίαι, τα πάντα ενταύθα κατεπείγουσιν αλλεπάλληλα. Πάσαι δε +αύται αι αντιθέσεις τοσούτον εναρμονίως συνέχονται, αποτελούσαι +ενιαίαν εντύπωσιν, ώστε το σύνολον αντηχεί εν τη ψυχή ημών ωσεί +διαρκής τις στεναγμός.» + +Την υπόθεσιν του δράματος ηρύσθη ο Άγγλος ποιητής εξ ιταλικής +πηγής, εκ της ιστορίας των δύο εραστών της Βερώνας, ήτις κατά +παράδοσιν εγχώριον διεδραματίσθη τω έτει 1303 μ. Χ. Από του 1470 +μέχρι του 1535 μ.. Χ. τρία ιταλικά διηγήματα εδημοσιεύθησαν +πραγματευόμενα την υπόθεσιν ταύτην. Το τελευταίον τούτων, το του +Bandello, μετεφράσθη γαλλιστί υπό του Pierre Boisteau· εκ της +μεταφράσεως δε ταύτης επήγασεν αγγλικόν ποίημα, δημοσιευθέν τω +1562 μ. Χ.· ώστε η υπόθεσις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ήτο ήδη +γνωστή εν Αγγλία, ότε ο Σαικσπείρος συνέλαβε την ιδέαν του +δράματος, δι ου απηθανάτισε τους εραστάς της Βερώνης. Αλλά και +εκτός της Αγγλίας η αυτή υπόθεσις ενέπνευσεν ετέρους συγχρόνους +ποιητάς. Ούτως ο Ισπανός Lope de Vega έλαβεν αυτήν ως θέμα μιας +των τραγωδιών του. Και ο ημέτερος δε Βικέντιος ο Κορνάρος φαίνεται +μέχρι τινός επηρεασθείς υπό της αναγνώσεως των ιταλικών +διηγημάτων, των πραγματευομένων περί του ατυχούς έρωτος του +Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ναι μεν, ο μύθος του Ερωτοκρίτου +πολλαχώς διαφέρει της ιταλικής εκείνης παραδόσεως, αλλ' υπάρχουσιν +εν αυτώ ικανά σημεία υποδεικνύοντα την επίδρασιν της ιταλικής +πηγής. Ο έρως του Ερωτοκρίτου και της Αρετής (ει και διάφορος κατά +την αρχήν και τας περιπετείας του έρωτος του Βερωναίου ζεύγους,) +αι συναντήσεις των εραστών εις το παράθυρον, η εξορία του τε +Ερωτοκρίτου και του Ρωμαίου (ει και εκ διαφόρου αιτίας +προκαλούμεναι), ο μυστικός αμφοτέρων αρραβών ή γάμος, ο +επιβαλλόμενος υπό των πατέρων δεύτερος γάμος, και η άρνησις της τε +Ιουλιέτας και της Αρετής, και η οργή των πατέρων και τα κατόπιν +δεινά, και οι χαρακτήρες της Νένας εξ ενός και της παραμάνας αφ' +ετέρου, ταύτα πάντα δεν φαίνονται τυχαίαι απλώς συμπτώσεις. Άλλως +τε η επίδρασις της ιταλικής αγωγής και της ιταλικής φιλολογίας ήτο +γενική καθ' άπασαν την τότε Ευρώπην. Εκεί ανεζήτουν υπογραμμόν και +ηρύοντο έμπνευσιν ο Σαικσπείρος εν Αγγλία, ως ο Κορνάρος εν Σιτία +της Κρήτης. Διά τούτο και μόνον, ανεξαρτήτως πάσης άλλης σχέσεως +μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέτας αφ' ενός και Ερωτοκρίτου αφ' ετέρου, !! +εθεώρησα ως ουχί όλως αδιάφορον προς τον Έλληνα αναγνώστην την εν +ταις επομέναις σημειώσεσι παραβολήν χωρίων τινών των δύο τούτων +ποιημάτων. Ούτε θα σκανδαλίση τινά, φρονώ, η τοιαύτη παραβολή, +ένεκα της ανισότητος των δύο ποιητών. Ο Σαικσπείρος ίσταται ως +γίγας χρυσοστεφής εν μέσω απάντων των ποιητών της νεωτέρας εποχής, +ενώ ο πτωχός Κορνάρος ούτε τον ταπεινόν στέφανον ελαίας, όστις τω +προσήκει, ηυτύχησε εισέτι να περιβληθή. Αλλά δεν δικαιούμεθα διά +τούτο να λησμονήσωμεν, ότι ο Ερωτόκριτός του, καίτοι φέρων τα +ελαττώματα της εποχής καθ' ην εγράφη, έχει όμως τας αρετάς αληθούς +ποιητικής εμπνεύσεως, και ότι δεν έσφαλεν ο ελληνικός λαός, ο επί +τοσαύτας γενεάς αγαπήσας το ποίημα τούτο. + +2) Εθεώρησα προτιμητέαν την βάρβαρον ταύτην γραφήν Μπεμβόλιος, ή +την κακοφωνίαν και την διαστροφήν της διά του Β γραφής του +ονόματος του Benvolio. + +3) Τα δράματα του Σαικσπείρου, ότε το πρώτον εξεδόθησαν, δεν ήσαν +διηρημένα εις πράξεις και σκηνάς. Οι μεταγενέστεροι εκδόται +εθεώρησαν σκόπιμον τον εις πέντε πράξεις διαμερισμόν αυτών· τούτο +δε εξηγεί την ανισότητα, ήτις ως επί το πολύ επικρατεί εις την +πενταμερή ταύτην διαίρεσιν. + +4) Προς τους προτιθεμένους να παραβάλωσι την μετάφρασίν μου προς +το αγγλικόν κείμενον, οφείλω απολογητικήν τινα επεξήγησιν διά την +μετρίασιν, έστιν ότε δε και την παράλειψιν εκφράσεών τινων του +πρωτοτύπου. Απέναντι της δυσκολίας του να μεταφράσω, ή και της +συστολής του να δημοσιεύσω τας τοιαύτας εκφράσεις εν πάση αυτών τη +γυμνότητι, εθεώρησα προκριτωτέραν την συγκάλυψιν, ή την +αποσιώπησιν ολιγίστων τινών χωρίων. Άλλως τε εις πολλάς των προς +χρήσιν σχολείων ή οικογενειών αγγλικάς του ποιητού εκδόσεις +πλείσται τοιαύται εκφράσεις παραλείπονται, ενώ ο μεταφραστής αντί +της αποκοπής έχει το πλεονέκτημα να προσφεύγη εις την μετρίασιν +αυτών. Και κατά τας θεατρικάς δε παραστάσεις πολλά επίσης +αποσιωπώνται. Περί τούτου ιδίως η αγγλική εφημερίς Daily News, +καταχωρίσασα την 28ην Ιανουαρίου 1875 επιστολήν ανταποκριτού +αυτής, επραγματεύθη την επιούσαν δι άρθρου, ούτινος ιδού το +συμπέρασμα. «Τινές των βαναυσολογιών, αίτινες παρεισβαίνουσιν εις +τους διάλογους των Σαικσπειρείων δραμάτων δύνανται άνευ ζημίας +τινός να παραλειφθώσιν. Αλλ' ενίοτε αι τοιαύται εκφράσεις +χαρακτηρίζουσι δι' ανεξίτηλου τρόπου πρόσωπόν τι του δράματος, +οίος λόγου χάριν ο Ιάγος, ούτινος η αισχρά καρδία διαστρέφει παν +ό,τι αγνόν και όσιον. Αι τοιαύται βαναυσολογίαι δεν δύνανται να +απαλειφθώσιν. Ο ποιητής εθεώρησεν αναγκαίον να χαρακτηρίση δι' +αυτών τα ιδανικά πλάσματα, άτινα διά της φαντασίας αυτού +ενεσάρκωσε». Ταύτα ας χρησιμεύσωσιν ως απολογία μου δι' όσα εν τη +παρούση μεταφράσει ενδέχεται να θεωρηθώσιν ως μη αρκούντως +σεμνοπρεπή. Εξ άλλου, καθ' α ο αυτός Άγγλος αρθρογράφος ορθώς +επιλέγει, η γυμνότης πολλών εκφράσεων, αίτινες επετρέποντο κατά +την εποχήν του Σαικσπείρου, δεν είναι τοσούτον επιλήψιμος, όσον τα +υποκρυπτόμενα συχνάκις υπό την κατ’ επιφάνειαν ευπρέπειαν ή την +κομψότητα της σημερινής δραματολογίας. Αλλά, ούτως ή άλλως, +αναγκάζομαι να ομολογήσω, ότι η μετάφρασις των τοιούτων χωρίων και +των υβριστικών εν γένει λέξεων του αγγλικού κειμένου, δεν ήτο η +ελαχίστη των δυσχερειών του έργου μου, ως μεταφραστού. + +5) Οι οπαδοί του Μοντέκη φέρουσιν επί του πίλου σημείον, δι' ου +διακρίνονται από των του Καπουλέτου, αναγνωρίζονται δε ούτω επί +της σκηνής και μακρόθεν. + +6) Σημείον περιφρονήσεως. Κατά τους σχολιαστάς, σύρεται μετά βίας +ο όνυξ του αντίχειρος επί των άνω οδόντων· ο εστίν, οίον το παρ' +ημίν ισοδυναμούν τω γρυ σχήμα. + +7) Ο πρίγκηψ προσκαλεί τους δύο γέροντας να έλθωσι + + Το old Free-town, our common judgement pace. + +Ο Γάλλος μεταφραστής (Fr. Hugo) μεθερμηνεύει το Free-town εις +vieux Chateau de Villa-franca, ο δε Γερμανός zür alten Burg. Κατά +σχολιαστήν Άγγλον old Free-town ήτο το φρούριον των Καπουλετών. + +8) Αι αλλεπάλληλοι αλληγορίαι, των οποίων βρίθει το πρώτον ιδίως +μέρος της προκειμένης τραγωδίας, μαρτυρούσιν ότι, καθ' ην εποχήν +έγραφεν αυτήν, δεν είχεν εισέτι ο μέγας ποιητής απαλλαγή της +επιδράσεως της συγχρόνου αυτού φιλολογίας. Η Ιταλία ήτο τότε το +πρότυπον του πολιτισμού και ο οδηγός του συρμού. Εκεί δε τους +μεγάλους συγγραφείς της προηγουμένης εκατονταετηρίδος είχε +διαδεχθή σχολή ποιητική, της οποίας ιδιάζων χαρακτήρ ήσαν τα +λεγόμενα concetti, αι μέχρι κόρου αλληγορικαί εκφράσεις. Άλλως τε, +κατά την παρατήρησιν του Guizot, (Shakspeare et son temps), «ο +Σαικσπείρος αυτός εναργώς υποδεικνύει, ότι δεν ηρέσκετο φύσει εις +τον τρόπον τούτον του εκφράζεσθαι, ότε διά του μοναχού Λαυρεντίου +επιπλήττει τον Ρωμαίον διά το γριφώδες του ύφους του.» (Εν σκηνή +Γ' της Α' πράξεως.) + +9) Μεταφράζων τα μεν πεζά εις πεζόν λόγον, τους δε στίχους +εμμέτρως, δεν ετήρησα ίσην ακρίβειαν και ως προς την +ομοιοκαταληξίαν. Αλλ' ως θέλει παρατηρήσει ο αναγνώστης, οι +ομοιοκατάληκτοι στίχοι είναι πολυαριθμότεροι εν τη μεταφράσει της +προκειμένης τραγωδίας ή εις τας δύο επομένας. Τα πρώτα του +Σαικσπείρου δράματα περιέχουν πολλώ τελειότερους ομοιοκαταλήκτους +στίχους, ή τα εις ωριμωτέραν της ζωής αυτού εποχήν γραφέντα. Ούτως +εκ των τριών τούτων τραγωδιών, εις μεν τον Ρωμαίον και την +Ιουλιέταν εκ των 3002 στίχων του αγγλικού κειμένου +(συμπεριλαμβανομένων και των εις πεζόν χωρίων), οι 486 είναι +ομοιοκατάληκτοι εν δε τω Οθέλλω εκ 3324 στίχων, οι 86 μόνον +ομοιοκατάληκτοι, και εν τω Βασιλεί Ληρ 74 μόνον εκ 3298 στίχων. +(Ίδε την εισαγωγήν του F. F. Furnivall εις την αγγλικήν μετάφρασιν +των επί του Σαικσπείρου σχολίων του Γερβίνου και τον εν αύτη υπό +του Κ. Fleay επεξεργασθέντα πίνακα). Οφείλω δ' ενταύθα να +προσθέσω, ότι δεν συμφωνούσι πάντες οι εκδόται ως προς χωρία τινά, +πού μεν ως πεζά, αλλαχού δ' ως έμμετρα διδόμενα. Ούτω τα της +παραμάνας, εν σκηνή Γ' της Α' πράξεως, είς τινας των νεωτέρων της +προκειμένης τραγωδίας εκδόσεων δημοσιεύονται ως στίχοι αντί πεζού. + +10) «Ο Ρωμαίος παρουσιάζεται κατά πρώτον εν τη τραγωδία ως αγαπών +την Ροζαλίναν. Αύτη είναι ανεψιά του Καπουλέτου, νέα λευκόχρους +και μελανόφθαλμος, υπερτέρα δε της Ιουλιέτας κατά την δύναμιν του +τε νοός και του σώματος. Αλλ' ούτε φλογερών αισθημάτων ευεπίδεκτος +είναι, ούτε την λατρείαν του Ρωμαίου προσδέχεται. Ώστε διά του +έρωτος τούτου δεν ικανοποιούνται οι αόριστοι της καρδίας του +πόθοι, και υποφέρει ο δυστυχής του Ταντάλου το μαρτύριον, το δε +κενόν, εντός του οποίου ζη βασανιζόμενος απορροφά, της ψυχής αυτού +την ικμάδα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον αν αιφνίδιος μέθη +ανεκλαλήτου ευδαιμονίας πλημμυρίζει μετέπειτα την σφριγώσαν, αλλ' +αλγούσαν καρδίαν του.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.) + +Ούτω και ο Άγγλος Coleridge: «Ο Ρωμαίος παρίσταται ερωτευμένος +ήδη. Η ανάγκη αγάπης ωθεί τον άνθρωπον εις αναζήτησιν αντικειμένου +τινός του έρωτός του. Αλλ' υπάρχει ως προς τούτο διαφορά μεταξύ +ανδρός και γυναικός. Εάν η Ιουλιέτα παρίστατο ως κυριευομένη ήδη, +ή και ως νομίζουσα ότι κυριεύεται υπ' άλλου ήδη έρωτος, το +τοιούτον ήθελε προξενήσει αλγεινήν εις ημάς εντύπωσιν. Αλλ' ουδείς +φρονώ θεωρεί ως άτοπον, ότι ο Ρωμαίος μετά τοσαύτης ευκολίας +λησμονεί την Ροζαλίναν και παραδίδεται διά μιας εις τον έρωτα, τον +οποίον η Ιουλιέτα τω εμπνέει. Διότι η Ροζαλίνα ουδέν ήτο πλέον, ή +το όνομα, εν ω ενεσαρκούτο, ούτως ειπείν, η ερωτική κλίσις της +θαλεράς αυτού φαντασίας.» + +11) Κατά τον Άγγλον Steevens ο ποιητής διά των στίχων τούτων +υπαινίττεται την βασίλισσαν της Αγγλίας Ελισσάβετ, ήτις ηρέσκετο +ακούουσα εξυμνουμένην την τε ωραιότητα και την αγνότητα αυτής. + +12)Επί Σαικσπείρου έφερον προσωπίδας αι εις τας θεατρικάς +παραστάσεις παρευρισκόμεναι Κυρίαι. + +13) Της αυτής ηλικίας ήτο και η Αρετή του Ερωτοκρίτου. + + «Λοιπόν τον έρωτα κι' αυτή να την γελάση αφήκε, + πούναι δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων 'μπήκε. » + +(Ίδε σελ. 216 της Δ' εκδόσεως του Ερωτοκρίτου) + +14) Plantain. Το πεντάνευρον ή αρνόγλωσσον (φύλλον φυτού) έχον +ιαματικήν ιδιότητα τίθεται επί πληγών. + +15) Εν τω κειμένω υπάρχει _Lammas-tide_, τούτο δε, εκ της αρχαίας +Αγγλο - σαξωνικής παραγόμενον, σημαίνει εορτή τον άρτου, ήτοι εορτή +των πρώτων οπωρών, τα πρωτόλεια. Ετελείτο δ' η εορτή αύτη την +πρώτην Αυγούστου. Επροτίμησα να μεταφέρω το συμβάν, το οποίον η +παραμάνα διηγείται, εις την εορτήν των Αγίων Αποστόλων, καίτοι μη +ακριβώς συμπίπτουσαν μετά της αγγλικής του κειμένου εορτής· +καθόσον είναι αύτη εκ των επισημοτέρων των καθ' ημάς εορτών, εξ +εκείνων δηλονότι, τας οποίας Ελληνίς παραμάνα ήθελεν εκλέξει, όπως +χαράξη γεγονός τι εις την μνήμην αυτής. + +16) Και εν' Ερωτοκρίτω τριετή απέκοψε την Aρετήν η Νένα. + + «Μεγάλη αγάπη σου βαστώ, παιδί μου και κυρά μου, + Διά το γάλα πώφαγες τρεις χρόνους ‘ς τα βυζιά μου.» +(Ίδε σελ. 165.) + +17) Εις τας παλαιάς εκδόσεις τα επί του κειμένου σχόλια ετυπούντο +εν τω περιθωρίω της σελίδος. Ένθεν η παρομοίωσις αύτη της μητρός +της Ιουλιέτας. + +18) Κατά τα τότε ειθισμένα οι προσωπιδοφόροι εζήτουν την άδειαν +του οικοδεσπότου πριν εισχωρήσωσιν εις συναναστροφήν τινα. + +19) Προ της εφερεύσεως (λέγει Άγγλος σχολιαστής) των κηροπηγίων, +chandeliers, αι αίθουσαι, εν αις ετελούντο εορταί, εφωτίζοντο δι' +υπηρετών κρατούντων εις χείρας λαμπάδας. Δεν εθεωρείτο δε +ταπεινωτικόν το υπούργημα τούτο, ώστε ηδύνατο ο Ρωμαίος να εισέλθη +μετά δαυλού εις χείρας, και να μη εκληφθή ως υπηρέτης. + +20) Προτού γενικευθή των ταπήτων η χρήσις εστρώνοντο ψάθαι επί του +εδάφους. + +21) Επροσπάθησα και ενταύθα και αλλαχού δι' ισοδυνάμου τινός +λογοπαιγνίου ν' αντικαταστήσω τα εν τω πρωτοτύπω, όπως διατηρηθή, +καθ' όσον τούτο μοι ήτο δυνατόν, το ύφος του κειμένου. Αλλά +συχνάκις ηναγκάσθην να υποχωρήσω ενώπιον της δυσκολίας και να +παραλείψω αυτά. Εννοείται δε ότι λογοπαίγνια δεν μεταφέρονται +επιτυχώς από μιας γλώσσης εις ετέραν. Αλλά και εν τω κειμένω αυτώ, +τα του Σαικσπείρου, είτε λογοπαίγνια είτε αστειότητες, δυσκόλως +εννοούνται άνευ σχολίων και επεξηγήσεων. + +22) Πιστεύω ότι δεν θα κατηγορηθώ, διότι μετέφρασα το fairy, (fée +γαλλιστί) διά του Νεράιδα. She is fairies midwife. Κατά λέξιν: +είναι η μαία των Νεράιδων. Αλλά κατ’ Άγγλον σχολιαστήν, τον +Watson, «εκ των Νεράιδων, η Mab είναι η εκτελούσα μαίας καθήκοντα» +το δε κείμενον έπρεπε να έχη ούτω: she is the fairy midwife. Το +κύριον της Μαb έργον ήτο να κλέπτη τα νεογνά την νύκτα, +αντικαθιστώσα αυτά δι άλλων πάλιν νεογνών. Εκτός δε τούτου ήτο +αύτη και του εφιάλτου η προσωποποίησις. Αλλ' ο ποιητής αποκαλεί +αυτήν μαίαν, ως εκ του ιδιάζοντος αυτής προσόντος, καθόσον και τα +υπό του Μερκουτίου αποδιδόμενα εις αυτήν εξετελούντο την νύκτα επί +κοιμωμένων. + +23) And sometimes comes she with a tithe pig's tail + tickling a parson's nose as a’ lies asleep, + then dreams he of another benefice. + +Παρέλειψα την ουράν του χοίρου, και τα δέκατα και το benefice, +καθ' ο άγνωστα παρ' ημίν, προς ζημίαν βεβαίως του ελληνικού +κλήρου· αντικατέστησα δε ταύτα διά των αντιστοιχούντων +ευτελεστέρων ωφελημάτων των ημετέρων εφημερίων. + +24) Επιστεύετο κοινώς, ότι αι μάγισσαι και υπερφυσικά όντα +περιέπλεκον διά νυκτός την χαίτην των ίππων, στάζουσαι επ' αυτών +αναλελυμένον κηρόν από λαμπάδων ανημμένων. + +25) Ο Ιταλός μεταφραστής Leoni δικαίως απορεί πώς ν' αναφθώσιν αι +εστίαι του Καπουλέτου κατά την θερμοτέραν του έτους ώραν. Εκ της +διηγήσεως της Παραμάνας γνωρίζομεν τω όντι, ότι τα εν τω δράματι +συμβαίνουσι 15 περίπου ημέρας προ της εορτής _Lammas-tide_, ήτοι +περί τας 15 Ιουλίου. + +26) Ίδε σημείωσιν (43). + +27) Ο Σαικσπείρος και οι πρώτοι της τραγωδίας του θεαταί δεν +εθεώρουν ουδαμώς ανάρμοστα τα εν πλήρει συναναστροφή φιλήματα, +καθόσον ήτο συνήθης χαιρετισμού τρόπος ούτος εν τη τότε Αγγλία. +Ιδού τι περί τούτου γράφει ο ημέτερος Νίκανδρος Νούκιος, +επισκεφθείς την Αγγλίαν είκοσι μόλις έτη προ της του Σαικσπείρου +γεννήσεως: «Απλοϊκώτερον δε προς τας γυναίκας σφίσιν είθισται και +ζηλοτυπίας άνευ. Φιλούσι γαρ ταύτας εν τοις στόμασιν, ασπασμοίς +και αγκαλισμοίς, ουχ οι συνήθεις και οικείοι μόνοι, αλλ' ήδη και +οι μηδέπω εωρακότες· και ουδαμώς σφίσιν αισχρόν τούτο δοκεί.» +(Travels of N. Nucius, London 1846, σελ. 10.) + +28) Ήτοι, να εύρης την καρδίαν σου. + +29) Παραλείπονται ενταύθα οι δύο στίχοι: + + Young Abraham Cupid, he that shot so trim + when King Cophetua loved the beggar-maid. + +Το δημοτικόν άσμα, εις ο ανάγονται, επραγματεύετο τας ερωτικάς +περιπετεiας βασιλέως τινός, όστις επαγγελλόμενος περιφρόνησιν προς +το ωραίον φύλον, ερωτεύεται επί τέλους ψωμοζήτριαν και νυμφεύεται +αυτήν, προς ικανοποίησιν του τυφλού της Αφροδίτης υιού. + +30) Αντί ελαίας ο Άγγλος ποιητής λέγει μεσπιλέαν, καθόσον τα +μέσπιλα είχον παρ' αυτώ αλληγορικήν τινα σημασίαν, της οποίας η +παράφρασίς μου διατηρεί ασθενή αντήχησιν· + + that kind of fruit + as maids call medlars, when they laugh alone. + +31) Μη λατρεύσης την Σελήνην, ο έστι, μη αφιερωθής εις την +Άρτεμιν· μη θελήσης να διαμείνης παρθένος ες αεί. + +32) Οι γελωτοποιοί έφερον, ως γνωστόν, ποικιλόχρουν ενδυμασίαν. + +33) Παραθέτω περιέργειας χάριν την υπό του C. R. Kennedy εις +αρχαίαν ελληνικήν μετάφρασιν του χωρίου τούτου. Εβραβεύθη αύτη εν +τω διαγωνισμώ του της Κανταβριγίας Πανεπιστημίου κατά το έτος 1830 +μ. Χ. Προς ενθάρρυνσιν των σπουδαζόντων την ελληνικήν και την +λατινικήν, τελούνται εν τοις αγγλικοίς παιδευτηρίοις διαγωνισμοί +τοιούτοι. Το θέμα της μεταφράσεως ή της συνθέσεως ορίζεται +εκάστοτε υπό των αρχών της σχολής, οι δε διαγωνιζόμενοι είναι +αποκλειστικώς φοιτηταί· δίδεται δε εις βράβευσιν μετάλλιον, ή +πολύτιμόν τι βιβλίον. Εν Κανταβριγία τα βραβεία ταύτα δίδονται εκ +κληροδοτήματος του ιατρού Sir William Browne, προς δε και εκ του +εισοδήματος ποσού τινος, όπερ οι θαυμασταί του ελληνιστού Porson +επί τούτω συνέλεξαν, προς τιμήν του διδασκάλου αυτών. Τα μέχρι του +1837 βραβευθέντα στιχουργήματα εξεδόθησαν υπό τον τίτλον: The +Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge. Ιδού η +περί ης ο λόγος μετάφρασις: + + ΡΩΜΕΩΝ, ΙΟΥΛΙΑ + +ΡΩΜ. Ουλαίς γελά τις τραυμάτων άπειρος ων. + Τι χρήμα λεύσσω; τις ποθ' υψόθεν δόμων + αυγή διήξεν; ηλίου μεν αντολαί + φάος τόδ' έστιν, ήλιος δ' Ιουλία. + Αλλ' ει εγείρου καλλιφεγγές ήλιε, + φθονεράν σελήνην φθείρε, και γαρ άλγεσι + τέτηκεν ήδη πάσα και μαραίνεται, + σου της γε δούλης καλλονή νικωμένη. + Μη νυν φθονούση τήδε δουλεύσης έτι· + και παρθένειον ην σ' επαμπίσχει στολήν, + χλωρά γαρ έστι και σαθρά, μόνοι δε νιν + μωροί φορούσιν, ως τάχιστ’ έκδυέ συ. + Δέσποιν' εμή πέφηνε, καρδίας εμής + τα φίλταθ'· ως τόδ' ώφελε ξυνειδέναι. + Φωνεί τι, φωνεί, κουδέν είφ' όμως. Τι μην; + Όσσων με σαίνει φθέγμ', εγώ δ' αμείψομαι. + Τι δήτ’ αναιδής είμ'; Εμ' ου προσεννέπει, + εν ουρανώ γαρ οία καλλιστεύεται + άστρω τιν' ασχολούντε της νεάνιδος + λίσσεσθον όμματ’, εστ’ αν ικνήσθον πάλιν, + εν τοίσιν αυτών εγκαταυγάζειν κύκλοις. + Τι δ' ει μετοικισθέντ’ εν αιθέρος πτυχαίς + τα μεν γένοιτο, τω δε παρθένου κάρα; + Προς δη φαεννήν παρθένου παρηίδα + μαυροίτ’ αν άστρα, λαμπάς ως παρ' ήλιον, + μετάρσιός τ’ οφθαλμός αιθέρος διά + πέμποι σέλας τηλαυγές, ορνίθων μέλη + εώα κινών, ως σκότου πεφευγότος. + Ίδ' ως παρειάν εις χέρ' αγκλίνασ' έχει· + είθ' ην εκείνης δεξιάς χειρίς έπι, + όπως εκείνης ηπτόμην παρηίδος. + +ΙΟΥΛ. Ω μοι. + +ΡΩΜ. Εφθέγξατ’· ω θεός φαιδίμη φθέγξαι πάλιν. + Ούτω γαρ ούτω διαπρέπεις ύπερθέ μου + άγαλμα νυκτίσεμνον, οι' απ' ουρανού + πτηνός βροτοίσιν άγγελος φαντάζεται, + οι δ' υπτιάζουσ' όμματ’ εκπαγλούμενοι, + και τούμπαλιν κλίνουσι, και βραδυστόλων + νεφελών εφιππεύοντα δέρκονται θεόν + πτεροίσι ναυστολούντα κόλπον αιθέρος. +ΙΟΎΛ. Ω Ρωμέων, τι δήτα Ρωμέων έφυς; + πατέρα τ’ αναίνου κώνομ'· ει δε μη θέλεις, + όμνυ φιλήτωρ τήςδε πιστώς εμμενείν, + καγώ δόμων τε και γένους εξίσταμαι. + +34) Οι όροι της ξιφομαχίας διετήρουν τας ιταλικάς αυτών ονομασίας +εν Αγγλία. + +35) Επροσπάθησα δι αντιστοιχουσών τίνων εκφράσεων να διατηρήσω και +ενταύθα μέρος του διαλόγου τούτου, το σύνολον του οποίου είναι +αμετάφραστον ως εκ της αλληλουχίας των αγγλικών λογοπαιγνίων. + +36) Κατά τα τότε ειθισμένα ο Πέτρος προηγείται της παραμάνας. Ούτω +κατά την παιδικήν μου ηλικίαν πολλάκις είδον εις τας οδούς της +Κωνσταντινουπόλεως τους υπηρέτας βαδίζοντας προ των Αρμενίων +Κυριών αυτών, όπως ταις ανοίγωσι τον δρόμον. + +37) Κατά τον Dryden, ο Σαικσπείρος έλεγεν, ότι εβιάσθη να θανατώση +εν τω μέσω του δράματος τον Μερκούτιον, διότι άλλως εκινδύνευε να +θανατωθή αύτος υπό του Μερκουτίου. Αμφισβητείται το ακριβές της +παραδόσεως ταύτης· αλλ' ο φόνος ούτος ανακουφίζει βεβαίως τον +μεταφραστήν. + +38) Ούτω και Ρήγας εξορίζει τον Ερωτόκριτον: + + Ο υιός σου μην πατήση πλειο ‘ς τους τόπους οπ' ορίζω· + τέσσαρες 'μέραις κι' όχι πλειο του δίδω να μισέψη, + τόπους μακρούς κι' αδιάβατους ας 'πάγη να γυρέψη, + και μην πατήση ώστε που ζω ‘ς τα μέρη τα 'δικά μου, + αλλιώς του δίδω θάνατον, κ.τ.λ + (Ίδε σελ.193) + +39) That run away's eyes may wink. + +Μεταξύ διαφόρων του χωρίου τούτου εξηγήσεων εθεώρησα προτιμητέαν +την έχουσαν το κύρος του Γερβίνου. Ίδε σημείωσιν 43. + +40) Παραλείπω τέσσαρας στίχους λογοπαιγνικούς, βασιζομένους επί +της προφοράς του φωνήεντος I. _I εγώ, Ay ναι, eye οφθαλμός_. Και +τα τρία ταύτα προφέρονται ομοιοτρόπως· ένθεν το λογοπαίγνιον. + +41) Some say the lark makes sweet division. + +κατά λέξιν: λέγουν ότι ο κορυδαλός κάμνει γλυκειάν διαίρεσιν. Οι +δε σχολιασταί προσθέτουσιν ότι η λέξις division ήτο τεχνικός όρος, +σημαίνων τροπήν ήχου εν τη μουσική. + +42) Του φρύνου οι οφθαλμοί ελέγοντο ωραιότεροι των του κορυδαλού· +ένθεν η αρχαία αγγλική ρήσις περί ανταλλαγής των οφθαλμών αυτών. +Επροτίμησα δε την λέξιν φρύνος, εν ελλείψει ή εν αγνοία μου κοινής +τινος ονομασίας προς διαστολήν αυτού από του κοινού βατράχου. + +43) Ιδού του Γερβίνου η κρίσις περί της σκηνής ταύτης και των δύο +προηγουμένων ερωτικών σκηνών (Σκην. Ε' εν πράξει Α', και Σκην. Β' +εν πράξει Β'). «Ανεξαρτήτως του δραματικού χαρακτήρος του συνόλου +της προκειμένης τραγωδίας, ιδιάζων λυρικός τύπος επικρατεί είς +τινα αυτής χωρία. Τοιαύτα είναι η εκδήλωσις του έρωτος του Ρωμαίου +εν τω χορώ του Καπουλέτου, ο μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε +περιμένει τον νυμφίον την εσπέραν του γάμου αυτής, και ο +αποχωρισμός των νεονύμφων την επιούσαν πρωίαν. Εν εκάστω των +χωρίων τούτων παρεδέχθη ο ποιητής προϋπάρχοντας και κοινώς +παραδεδεγμένους τύπους λυρικής ποιήσεως, ήτοι το sonnet, τον +_επιθαλάμιον_ ύμνον και το άσμα της αυγής(*). + +(*)Down-song; Tage lied; aubade; ο έστι το παρ' ημίν μ α τ ι ν ά δ +α, ή κοινότερον π α τ ι ν ά δ α. + +Κατά την πρώτην ερωτικήν εξομολόγησιν εν τω χορώ, υφίσταται το +ύφος και η συναρμολογία του sonnet, καίτοι μη τηρηθέντων των +συνήθων αυτού εξωτερικών τύπων. Ο Πετράρχης είχε καθιερώσει το +είδος τούτο της λυρικής ποιήσεως προς έκφρασιν του έρωτος. +Εξεφράζετο δ' έκτοτε δι’ αυτού ο αγνός έρως εν πάση αυτού τη +λάμψει και τη ιερότητι, αλλ' ουδέποτε σχεδόν ο υλικός, ο σαρκικός +έρως. Ούτω κατά την πρώτην ταύτην των δύο εραστών συνέντευξιν, ότε +ο Ρωμαίος πλησιάζει προς την Ιουλιέταν, ως εις άγιον εικόνισμα ή +προσκυνητάριον (holy shrine), μετά του σεβασμού, τον οποίον η +αθωότης εμπνέει, και εκδηλοί τον αγνόν αυτού έρωτα, ο ποιητής +παραδέχεται τον συνήθη λυρικής ποιήσεως τύπον, τον εν χρήσει προς +έκφρασιν των πρώτων του έρωτος συγκινήσεων. + +Ο δε μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε αναμένει τον νυμφίον, ανακαλεί +τον εν χρήσει κατ’ εκείνην την εποχήν επιθαλάμιον ύμνον. Το +θαυμάσιον τούτο χωρίον πρέπει ν' αναγινώσκηται, μάλλον δε ν' +απαγγέλληται επί της σκηνής, μετ’ ευαισθησίας ενδομύχου, και αι +προφερόμεναι λέξεις να εξέρχωνται των χειλέων ως αν ήσαν στοχασμοί +σιωπηλοί. Ο Halpin υπέδειξεν ήδη, ότι εν τω αλληγορικώ του +Υμεναίου μύθω, ως και εις τα επιθαλάμια ποιήματα, ο Υμέναιος +πρωταγωνιστεί, ο δ' Έρως μένει κεκρυμμένος, μέχρις ου προ της +θύρας του νυμφικού θαλάμου παραχωρεί ο Υμέναιος την θέσιν αυτού +εις τον δευτερότοκον αδελφόν του. Η Ιουλιέτα υποτίθεται ως ούσα εν +γνώσει των τε ποιημάτων εκείνων και των ιδεών, τας οποίας συνήθως +περιέχουσιν. Όθεν προϋποθέτει την παρουσίαν του Έρωτος, τον +αποκαλεί δε δραπέτην run-away, ως δραπετεύσαντα από της μητρός +αυτού, κατά το ειδύλλιον του Μόσχου (_Δραπετίδας εμός εστίν_). +Εύχεται δε να νυκτώση ταχέως, όπως ο Ρωμαίος έλθη αόρατος εις τας +αγκάλας αυτής. Εύχεται να κλείση τους οφθαλμούς ο δραπέτης Έρως, ο +εστι να μη φωταγωγήση τον νυμφικόν θάλαμον, διότι η ανάγκη +επιβάλλει μυστικότητα και σκότος.... Εν ελλείψει άλλης φωνής +αδούσης τον επιθαλάμιον, άδει μόνη αυτή. Τούτο δ' επιπροσθέτει +χροιάν μελαγχολίας εις τον μονόλογόν της· διότι εθεωρείτο ως κακός +οιωνός η παράλειψις της γαμηλίου τελετής· και οικτρώς απέληξε τω +όντι ο επί κακοίς οιωνοίς τελεσθείς γάμος ούτος. + +Εν δε τη σκηνή του αποχωρισμού ο ποιητής παρεδέχθη ως πρότυπον το +εν είδει διαλόγου ποίημα, το κατά την εποχήν των Γερμανών αοιδών +(Minnesinger) εισαχθέν, επιλεγόμενον δε άσμα της αυγής, καθ' α +προείρηται. Σύνηθες των τοιούτων ποιημάτων θέμα ήτο η νυκτερινή +συνέντευξις δύο εραστών, εχόντων έξωθεν φύλακα, όπως εξυπνήση +αυτούς την αυγήν, ότε μη θέλοντες εισέτι ν' αποχωρισθώσιν ερίζουσι +προς αλλήλους, ή και μετά του φύλακος, και φιλονεικούσιν εάν το +φως προέρχεται εκ του ηλίου ή εκ της σελήνης, εάν ψάλλη κορυδαλός +ή αηδών. + +Τοιουτοτρόπως εν τοις χωρίοις τούτοις του Ρωμαίου και της +Ιουλιέτας περιλαμβάνονται τα τρία κύρια είδη, τα εκπροσωπούντα την +λυρικήν ερωτικήν ποίησιν, καθ' ην εποχήν έγραφεν ο Σαικσπείρος.» +(Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι, σελ. 206 και +εφεξής). + +44) Ενταύθα και εις τους εφεξής της σκηνής ταύτης στίχους η +Ιουλιέτα εκφράζεται γριφωδώς, οι δε λόγοι της επιδέχονται διπλήν +εξήγησιν. Αλλά κατά την ορθήν του Johnson παρατήρησιν δεν φαίνεται +φυσική η επιδεξιότης της αύτη περί το υποκρύπτειν τας εννοίας της, +ενώ η ψυχή της είναι εισέτι τεταραγμένη εξ όσων περί του Ρωμαίου +επληροφορήθη. + +45) Η λέξις νεκρόν δύναται να προσαρμοσθεί είτε εις την +προηγουμένην, είτε εις την επομένην φράσιν. + +46) Ούτω και ο Ρήγας εν Ερωτοκρίτω: + + Θυγατέρα μου, από την ώραν 'κείνη + που φανερώθηκες στην γην, η έννοια σου με κρίνει, + κι ο λογισμός σου, 'μάτια μου, πάντα 'ναι μετ’ εμένα, + να σε τιμήσω και να 'δώ κληρονομιά από 'σένα. + +Αλλ' η παρακοή της Αρετής εξεγείρει την οργήν του πατρός αυτής, +καθώς η της Ιουλιέτας παροργίζει τον γέροντα Καπουλέτον. Ενώ δε +ούτος απειλεί την Ιουλιέταν ότι θα την σύρη μέχρι της εκκλησίας +και ότι θα την ραπίση, ότι τον τρώγουν τα δάκτυλά του, κατά την +αγγλικήν έκφρασιν, ο Ρήγας, βιαιότερος του Καπουλέτου, + + Σηκόνεται απ' το θρονί και προς εκείνην 'πάγει, + με μάχη και με μάνιτα την πιάνει από τα χέρια, κ.τ.λ. + +Και η μήτηρ δε της Αρετής, καθώς την μητέρα της Ιουλιέτας, + + Ωσάν εχθροί εις τα παιδί τους 'κάναν. + +Αλλά διαμαρτύρεται ο ευαίσθητος Κορνάρος κατά της τοιαύτης +μητρικής ασπλαγχνίας· + + Εγώ μεγάλο τα κρατώ 'σαν το κρατούν κ' οι άλλοι, + να δείξη η μάνα στο παιδί τέτοια απονιά μεγάλη. + +47) Ούτω και η Νένα παρακινεί κατ’ αρχάς την Αρετήν να ενδώση εις +του πατρός αυτής το θέλημα· + + Θυγατέρα μου, ‘πέιδή ο καιρός δεν ’σάζει, + κι ο κύρις σου για 'πανδρειά μ' άλλον σε λογαριάζει, + άφες τον Ερωτόκριτον, διώξε την έγνοια τούτη, + να 'μπης κυρά στην αφεντιά και στα μεγάλα πλούτη. + +Καίτοι πολύλογος μέχρι κόρου, και υπέρ το δέον δακρυρροούσα, και +εν συνόλω πληκτική, η Νένα όμως της Αρετής έχει καρδίαν πλέον +ευαίσθητον και ηθικότητα ανωτέραν ή η παραμάνα της Ιουλιέτας. «Η +παραμάνα, ως λέγει ο Γερβίνος, είναι η αληθής οικοδέσποινα· αύτη +υπηρετεί μεν την θυγατέρα, αλλά διευθύνει την μητέρα, δεν φοβείται +δε και τον πατέρα αυτόν εν τη στιγμή της εξάψεώς του, αλλά τω +αντιλέγει. Φλυαρεί ουχί λίαν σεμνοπρεπώς, η δε συναναστροφή αυτής +δεν είναι τοιαύτη ώστε ν' αναδείξη σώφρονα Άρτεμιν την Ιουλιέταν. +Αύτη είναι της νέας η μυστικοσύμβουλος· αλλ' η πίστις αυτής δεν +είναι διαρκής και επί τέλους η Ιουλιέτα την απωθεί.» Πού η +αφοσίωσις, η πίστις, και η αρετή της πτωχής Νένας! + +48) Κατά τε το ιταλικόν διήγημα και την μετάφρασιν, εξ ης ηρύσθη +την υπόθεσιν του δράματος ο Σαικσπείρος, η Ιουλιέτα εκηδεύθη κατά +την παλαιάν συνήθειαν· η παλαιά αύτη συνήθεια είναι η επικρατούσα +παρ' ημίν. + +49) Κάπως ασυμβίβαστον το περί είκοσι μαγείρων πρόσταγμα τούτο, με +την πρόθεσιν του Καπουλέτου να προσκαλέση πέντε ή έξ μόνον φίλους. + +50) Κατ’ αρχαίαν δεισιδαιμονίαν, το φυτόν του μανδραγόρα ενομίζετο +ότι έχει αίσθησιν, και ότι αποσπώμενον της γης εκραύγαζε κραυγάς +τοιαύτας, ώστε ο ακούων παρεφρόνει από του τρόμου, ή απέθνησκε. +Προς αποφυγήν του τοιούτου κινδύνου, οι θέλοντες να εκριζώσωσι το +φυτόν, έσκαπτον περί την ρίζαν αυτού το χώμα, και προσαρτώντες επί +του στελέχους σχοινίον, η ετέρα του οποίου άκρα εδένετο περί τον +τράχηλον κυνός, έφραζον τα ώτα και προσεκάλουν τον κύνα, όστις +τρέχων απέσπα μεν το φυτόν, αλλ' έπιπτε νεκρός κατά γης. + +51) Αρχαία εν Αγγλία συνήθεια, διατηρουμένη μέχρι τούδε παρ’ ημίν. + +52) «Τους θρήνους και την θλίψιν επί τω θανάτω της Ιουλιέτας, +διαδέχεται σκηνή ακαίρως κωμική. Ο σκοπός του διαλόγου τούτου +μεταξύ του υπηρέτου και των μουσικών, είναι ν' αποδείξη την +αδιαφορίαν, μεθ' ης οι ξένοι παρίστανται εις τας συμφοράς των +προϊσταμένων αυτών. Αλλ' ενταύθα η φύσις άπασα ώφειλε να θεωρή +μετά λύπης την καταστροφήν ταύτην της ζωής, της νεότητος, του +κάλλους και του έρωτος. Πάντες ώφειλον να θλίβωνται. Άλλως +τραγωδία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει ανθρώπινος φύσις συμπαθούσα προς +του ανθρώπου την δυστυχίαν· ώστε η σκηνή αύτη δεν είναι ουδαμώς +κωμική, αλλ' εμπνέει φρίκην». (Lammartine, Shakespeare et son +œuvre). Ο Γάλλος ποιητής συχνάκις εκφέρει κρίσεις στρεβλάς ή +αδίκους περί Σαικσπείρου· αλλ’ ως προς την σκηνήν ταύτην, μόνοι οι +εκ συστήματος μη θέλοντες να ίδωσι σφάλμα εις τον Σαικσπείρον, θα +εύρωσι πάντη άδικον την κατάκρισίν του. + +53) Κατά τας περιοδείας αυτών οι δυτικοί μοναχοί υπεχρεούντο να +προσλαμβάνωσι συνοδοιπόρον εκ του τάγματος αυτών, όπως αμοιβαίως +επιβλέπωνται. + +54) Κατά το διήγημα, εξ ου η υπόθεσις του δράματος ελήφθη, η μεν +παραμάνα κατεδικάσθη εις εξορίαν, ο υπηρέτης του Ρωμαίου απελύθη, +ο φαρμακοπώλης υπεβλήθη εις βασανιστήρια και απηγχονίσθη, καθ' ο +πωλήσας το δηλητήριον, ο δε πάτερ Λαυρέντιος εκλείσθη εν +μοναστηρίω, όπου εξεμέτρησε το ζην εν συντριβή και μετανοία. + + + + + + +End of Project Gutenberg's Shakespeare's Tragedies, by William Shakespeare + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHAKESPEARE'S TRAGEDIES *** + +***** This file should be named 31808-0.txt or 31808-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/1/8/0/31808/ + +Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31808-0.zip b/31808-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..b28b114 --- /dev/null +++ b/31808-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..de94684 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31808 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31808) |
