summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:27 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:27 -0700
commit36691c8ee5872e0b0898626dbef1b45e1ef1f0e1 (patch)
treeb0e33605d0b07a56cc8f18c3437b19acf34befd5
initial commit of ebook 31808HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31808-0.txt6853
-rw-r--r--31808-0.zipbin0 -> 113269 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6869 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31808-0.txt b/31808-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..87d8e03
--- /dev/null
+++ b/31808-0.txt
@@ -0,0 +1,6853 @@
+Project Gutenberg's Shakespeare's Tragedies, by William Shakespeare
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Shakespeare's Tragedies
+ Part A, Romeo and Juliet
+
+Author: William Shakespeare
+
+Translator: Demetrios Vikelas
+
+Release Date: March 28, 2010 [EBook #31808]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHAKESPEARE'S TRAGEDIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. A table with spelling mistakes has been taken into
+account. The spelling of the book has not been changed otherwise.
+Words in italics have been included in _. Footnotes in the
+preface have been transferred at its end.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Ο Πίνακας παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψην. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με
+πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _. Οι υποσημειώσεις
+στις σελιδες των προλεγομένων μεταφέρθηκαν στο τέλος τους.
+
+
+
+ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ
+ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,
+ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ
+
+
+
+ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ
+ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ
+
+ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕIΣΑI
+ΥΠΟ
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ.
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ Α'.
+
+
+
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+
+
+ΑΔΕΛΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ
+ΚΑΙ
+ΕΚΔΟΤΑ1
+ΕΝ
+ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,
+1876.
+
+
+
+ΤΗ ΣΥΖΥΓΩ ΜΟΥ.
+
+
+
+ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
+
+
+
+Ουδενός μετά τον Όμηρον ποιητού, αρχαίου ή νεωτέρου, τα έργα
+τοσούτον την σήμερον κατέστησαν πάγκοινα, όσον τα του Σαικσπείρου.
+Τα επί των δύο της γης ημισφαιρίων πολυάριθμα Αγγλοσαξωνικά φύλα
+ενδιατρίβουσι περί αυτά, όσον σχεδόν και περί τας ιεράς γραφάς· οι
+δε στίχοι αυτού, εν είδει ρητών ή παροιμιών, κοσμούσι τας
+αγορεύσεις ή ποικίλουσι την ομιλίαν πάντων των την Αγγλικήν
+λαλούντων. Οι Γερμανοί, ιδιοποιούμενοι τον μέγαν της Αγγλίας
+δραματουργόν, θεωρούσιν αυτόν ως τον κατ' εξοχήν δήθεν
+αντιπρόσωπον και διερμηνέα της Τευτονικής διανοίας. Τα δε λοιπά
+της Ευρώπης έθνη, και αυτοί έτι οι Ινδοί, επολιτογράφησαν δι’
+επανηλημμένων πολλάκις μεταφράσεων τα αριστουργήματα αυτού. Εκτός
+δε των αλλεπαλλήλων εκδόσεων και μεταφράσεων, πλείστα περί
+Σαικσπείρου εγράφησαν και οσημέραι γράφονται· σχόλια, ερμηνείαι,
+μονογραφίαι παντός είδους, έρευναι ιστορικαί, φιλοσοφικαί και
+αισθητικαί μελέται· ο κατάλογος μόνος της Σαικσπειρείου
+βιβλιογραφίας αποτελεί πολυσέλιδον βιβλίον (1). Προς δε τούτοις
+και σύλλογοι φιλολογικοί, εις τα περί Σαικσπείρου αποκλειστικώς
+ασχολούμενοι, επί μάλλον και μάλλον υπεκκαίουσιν εν Αγγλία τε και
+εν Γερμανία τον υπέρ του κορυφαίου των νεωτέρων δραματικών ποιητών
+ζήλον και θαυμασμόν.
+
+Ο τοιούτος όμως του γενικού θαυμασμού φόρος εβράδυνε ν' αποδοθή
+εις τον Άγγλον ποιητήν. Ναι μεν, και ζων ούτος ετιμήθη εν τη ιδία
+πατρίδι· αλλ' η μετά τον θάνατον αυτού επελθούσα θρησκευτική και
+πολιτική εν Αγγλία μεταρρύθμισις, μετέπειτα δε η από της καθόδου
+των Στουάρδων επίδρασις της Γαλλικής σχολής επί της Αγγλικής
+φιλολογίας, επεσκίασαν επί μίαν όλην εκατονταετηρίδα την φήμην και
+την μνήμην του Σαικσπείρου. Εις την αναστήλωσιν της δόξης αυτού
+συνετέλεσαν τα μάλιστα οι Γερμανοί, ουχί μόνον διά της αισθητικής
+των έργων αυτού αναλύσεως, αλλά και διά της επί της σκηνής
+εξακολουθήσεως των δραματικών αυτού παραδόσεων, χάρις εις του
+Γαίτου και εις του Σχιλλέρου τ' αριστουργήματα. (2) Ούτως η νέα, η
+ρωμαντική λεγομένη σχολή, παρεδέχθη βαθμηδόν τον Σαικσπείρον ως
+αρχηγόν και ως πρότυπον, η δε λατρεία αυτού εξετάθη έκτοτε και
+πέραν των ορίων του Τευτονικού κόσμου. Ούτω δε και οι Γάλλοι
+αυτοί, λησμονήσαντες του Βολταίρου την καταφοράν, καταθέτουσιν ήδη
+τον λίθον αυτών, και λίθον συχνάκις πολύτιμον, εις το επί μάλλον
+και μάλλον ανυψούμενoν οικοδόμημα της δόξης του Άγγλου
+δραματουργού.(3)
+
+Αλλά προς εξασφάλισιν της μετά θάνατον δόξης ολίγον φαίνεται
+εργασθείς ο Σαικσπείρος αυτός. Ουδέποτε ζων ησχολήθη περί την
+συλλογήν και έκδοσιν των έργων αυτού. Διαφιλονεικείται μάλιστα
+μέχρι της σήμερον η γνησιότης τινών των εις αυτόν αποδιδομένων,
+ενώ ουδεμία αφ' ετέρου υπάρχει βεβαιότης, ότι πάντα τα υπ' αυτού
+γραφέντα περιεσώθησαν. (4) Αλλ' ούτε περί του βίου αυτού
+γνωρίζομεν τι μετά θετικότητος, εκτός ότι εγεννήθη τω 1564 εν
+Statford επί του ποταμού Avon, ότι ενυμφεύθη το 19ον της ηλικίας
+έτος άγων, ότι παραιτήσας μετ' ου πολύ την τε πατρώαν στέγην και
+την κατά επτά έτη πρεσβυτέραν αυτού σύζυγον, μετέβη εις Λονδίνον,
+ένθα επιδοθείς εις το θεατρικόν στάδιον απετέλεσε μέρος των
+θιάσων, χάριν των οποίων συνέθετε τα δράματα αυτού, και ότι αφού
+διά της τοιαύτης εργασίας απέκτησε πλούτον ικανόν προς βίον
+άνετον, επέστρεψεν εις την γενέθλιον πόλιν, και αγοράσας γαίας,
+κατά την πατροπαράδοτον παντός Άγγλου φιλοδοξίαν, διεβίωσεν έτη
+τινά εν αξιοπρεπεί ανεξαρτησία, και απέθανε τω 1616. μ. Χ. (5) Εις
+τα ολίγα γνωστά προσετέθησαν ακολούθως πολλά περί του βίου αυτού,
+τα μεν έχοντα το κύρος συγχρόνων μαρτυριών και παραδόσεων, τα δε
+όλως αδέσποτα. Εκ πάντων δε τούτο κυρίως εξάγεται ότι ο
+Σαικσπείρος επεδόθη εις το έργον δι’ ου απηθανατίσθη, ουχί εκ
+προθέσεως ουδ' επί σκοπώ να δοξασθή, αλλ' υπό της φοράς των
+πραγμάτων ωθούμενος, και υπό της ανάγκης όπως απολαύση ούτω την
+υλικήν ανεξαρτησίαν και την εν τη πατρίδι αποκατάστασιν. Ο νους
+αυτού ήτο πρακτικός ως αληθούς Άγγλου· η δε συνένωσις αύτη της
+υψίστης ποιητικής εμπνεύσεως μετά της βιωτικής πρακτικότητος
+αποτελεί τον ιδιάζοντα αυτού χαρακτήρα. Γράφων είχεν υπ' όψιν το
+ακροατήριον αυτού, ουχί δε τας μετέπειτα γενεάς. Δεν εδεσμεύετο
+υπό προκεχαραγμένων κανόνων, ουδέ προέθετο διά των δραμάτων αυτού
+ν' αναπτύξη φιλοσοφικάς θεωρίας, αλλ' επαρουσίαζεν επί της σκηνής
+τον άνθρωπον και τα ποικίλα αυτού πάθη υπό την αληθή, υπό την
+αιωνίαν της ανθρωπίνης φύσεως μορφήν. Διά τούτο τα έργα αυτού
+είναι πλήρη ζωής, και θα ζώσι πάντοτε. Διά τούτο δ' έχουσιν εξ
+ανάγκης και ελλείψεις· ελλείψεις όμως, αίτινες είναι τα σημεία
+μόνον της εποχής καθ' ην έζη, τα ίχνη της ατμοσφαίρας υφ' ης
+περιεκυκλούτο, και διά των οποίων ουδόλως αμαυρούται η ενυπάρχουσα
+εις τα έργα αυτού ταύτα αμάραντος καλλονή.
+
+Ταύτα οφείλει να έχη υπ' όψιν ο αμερόληπτος του Σαικσπείρου
+θαυμαστής, όπως μη παρασύρηται υπό των υπερβολών, εις τας οποίας
+άγει μονομερής και ενθουσιώδης λατρεία. Ούτως ενθουσιώδεις
+ερμηνευταί, υπερεπιτείνοντες συχνάκις την έννοιαν του κειμένου,
+αποδίδουσιν εις τον ποιητήν προθέσεις και θεωρίας, αίτινες αυτόν
+πρώτον ήθελον βεβαίως εκπλήξει· ή λεπτολογούντες περί τας
+αναλύσεις αυτών, υπερασπίζουσι και τα επιλήψιμα, ουδέν
+παραδεχόμενοι το ημαρτημένον εν τω ειδώλω αυτών· ή παραβάλλοντες
+προς τους ποιητάς της αρχαίας Ελλάδος θεωρούσι πάντων υπέρτερον
+τον Άγγλον δραματουργόν, μη αρκούμενοι εις την ανακήρυξιν αυτού ως
+του μεγίστου των νεωτέρων χρόνων ποιητού, ουδέ εις την αίγλην, διά
+της οποίας το μέγα αυτού όνομα περιβάλλει την ομιχλώδη Άρκτον.
+
+Αλλά δύναται και υπό των λαών της Μεσημβρίας να εννοηθή και να
+εκτιμηθή ο Σαικσπείρος; Δύναται να μεταφυτευθή και πέραν των
+Τευτονικών συνόρων το βόρειον τούτο άνθος; Ήθελε διστάσει τις ν'
+αποκριθή καταφατικώς εις τοιούτον ερώτημα, εάν περί των κωμωδιών
+αυτού επρόκειτο· καθότι ως πολλάκις ελέχθη, έκαστον έθνος ευρίσκει
+συνήθως το γελοίον άλλο αλλαχού. Πάντες όμως οι άνθρωποι επί τοις
+αυτοίς θρηνούσιν· αι δε του Σαικσπείρου τραγωδίαι κατέστησαν ήδη
+κοινόν του πεπολιτισμένου κόσμου κτήμα, ουδέ απαιτείται, πιστεύω,
+απολογία τις διά την απόπειραν της εξελληνίσεως αυτών. Άλλως τε δε
+τοιαύτη απόπειρα δεν γίνεται πρώτον ήδη παρ' ημίν, ουδ' είναι ξένα
+εις Ελληνικάς ακοάς τα ονόματα του Ρωμαίου, του Οθέλλου και του
+Ληρ. (6)
+
+Αι τρεις αύται τραγωδίαι, των οποίων ήδη την μετάφρασην δημοσιεύω,
+αποτελούσιν, ούτως ειπείν, αληθή του ανθρωπίνου βίου τριλογίαν. Εν
+τω Ρωμαίω έχομεν της νεότητος τα πάθη, τον δυστυχή δύο νεαρών
+ψυχών έρωτα. Εν τω Οθέλλω βλέπομεν την οδύνην μιας ανδρικής
+καρδίας υπό της ζηλοτυπίας σπαρασσομένης. Εν δε τω βασιλεί Ληρ
+διαδραματίζονται της γεροντικής ηλικίας τα βάσανα και αι συμφοραί.
+Ηδύνατο ίσως να συμπεριληφθή των τραγωδιών τούτων η ανάλυσις
+ενταύθα. Αλλά μεθ' όσα περί αυτών και περί Σαικσπείρου εν γένει
+εγράφησαν, εθεώρησα σκοπιμώτερον να σταχυολογήσω εκ των
+δοκιμωτέρων Σαικσπειριστών κριτικά τινα και εξηγηματικά
+αποσπάσματα, άτινα εν μεταφράσει προσήρτηνται εκάστη των
+προκειμένων τραγωδιών, όπως δι’ αυτών λάβη ο Έλλην αναγνώστης
+ιδέαν τινά της πληθύος και της ποικιλίας της τοιαύτης ύλης.
+
+Αλλ' εάν η απόπειρα της εξελληνίσεως των αριστουργημάτων τούτων
+δεν χρήζη δικαιολογήσεως, φοβούμαι όμως, ότι πολλοί των αναγνωστών
+μου θα προσδοκώσι τοιαύτην υπέρ του ύφους και της γλώσσης της
+μεταφράσεως.
+
+Τον δρόμον της νέας Ελληνικής εχάραξαν ήδη οι ημέτεροι πεζογράφοι,
+καίτοι διαφέροντες προς αλλήλους ως προς το τέρμα το οποίον
+απεκδέχονται, και ερρύθμισαν ύφος τι του πεζού λόγου, κατά το
+μάλλον και ήττον ακολουθούμενον παρά πάντων των καθ' ημάς
+γραφόντων. Αλλ' ως προς την ποίησιν μένει εισέτι εκκρεμές το
+ζήτημα, και δεν φαίνεται ουδαμώς αδικαιολόγητος, ούτε καταδικαστέα
+η προτίμησις της καθομιλουμένης και η χρήσις αυτής, ως γλώσσης
+ποιητικής. Και αυτή δε η ανωτάτη παρ' ημίν ακαδημαϊκή αρχή, το
+Εθνικόν Πανεπιστήμιον, ενώ κατ' αρχάς κατεδίκαζε την κοινήν και
+εξωστράκιζεν αυτήν από των ποιητικών διαγωνισμών, επισήμως εδήλωσε
+την αναίρεσιν της τοιαύτης καταδίκης ότε, εθνικής πανηγύρεως
+τελουμένης, ανέθετε την εξύμνησιν του πρωτομάρτυρος της Ελληνικής
+αναγεννήσεως εις τον εξοχώτερον των ζώντων αντιπροσώπων της
+δημοτικής ημών ποιήσεως. (7)
+
+Αλλ' η σήμερον καθομιλουμένη, τροπολογηθείσα ως εκ των νέων του
+έθνους ημών περιστάσεων, δεν είναι βεβαίως η προ της επαναστάσεως
+εν χρήσει. Ώστε, καίτοι παραδεχόμενοι την αναπόδραστον επί της
+ποιητικής της νέας Ελλάδος γλώσσης επιρροήν των εθνικών
+τραγουδιών, της βάσεως και αφετηρίας ταύτης της νέας ημών
+ποιήσεως, δεν δυνάμεθα όμως άνευ αναχρονισμού να περιορίσωμεν
+αυτήν εντός του λεξικού και της φρασεολογίας της δημοτικής
+ανθολογίας. Όθεν επροσπάθησα μεταφράζων τον Σαικσπείρον να τηρήσω
+μέσον τινά όρον, γράφων την καθομιλουμένην ως σήμερον κοινώς
+λαλείται. (8) Άλλοι θα κρίνωσιν εάν, ή κατά πόσον, επέτυχον εις
+την εφαρμογήν της θεωρίας, ότι διά τοιαύτης γλώσσης δύναται εν
+μέρει να διατηρηθή η ορμή και το πάθος, η φυσικότης, εν ενί λόγω,
+του πρωτοτύπου. Άλλοι επίσης θα κρίνωσι μέχρι τίνος
+επραγματοποιήθη ο διπλούς σκοπός, τον οποίον προεθέμην, του να
+μεταφράσω όσον ένεστι πιστώς το Αγγλικόν κείμενον, ταυτοχρόνως δε
+να δώσω μορφήν Ελληνικήν εις την μετάφρασίν μου. Είθε να μη
+αναφανώσιν αι του έργου μου ατέλειαι τοσαύται, ώστε να ματαιωθή η
+εις την δημοσίευσιν αυτού ωθήσασά με ελπίς, ότι ηδυνάμην ούτω να
+συντελέσω εις τε την παρ' ημίν εξάπλωσιν της δόξης του
+Σαικσπείρου, και εις πλουτισμόν της νέας Ελληνικής σκηνής. (9)
+
+Αλλ' οία δήποτε αποβή της δημοσιεύσεως ταύτης η τύχη, ουδαμώς
+απαλλάτομαι της οφειλής προς τους βοηθήσαντάς με κατά την
+μετάφρασίν μου φίλους, ιδίως δε προς τον Κον Σάθαν, όστις εκ του
+πλησίον παρακολουθών την εργασίαν, παρώτρυνέ με δια των
+ενθαρρύσεών του εις αποπεράτωσιν αυτής, και προς τον Κον W.
+Wagner, τον ουχί μόνον δια τας βαθείας περί την Ελληνικήν αρχαίαν
+τε και νεωτέραν γνώσεις αλλά και δια τας επί Σαικσπείρου μελέτας
+διακεκριμένον καθηγητήν όστις προθύμως μοι εχορήγησε και μακρόθεν
+αρωγήν πολύτιμον.
+
+Αλλ' ο κυριώτερός μου βοηθός, ο σταθερός κατά τας ποικίλας του
+έργου δυσκολίας παραστάτης, ήτο η σεβαστή μου μήτηρ. Εις ταύτην
+και εις την προς ην το βιβλίον ανατίθεται ανήκει πάσα αυτού
+επιτυχία· η δ' αποτυχία εις εμέ. Δ. Β.
+
+***
+
+(1) Ίδε την κατά την τριακοσιοστήν της του ποιητού γεννήσεως
+επετηρίδα δημοσιευθείσαν βιβλιογραφίαν (Bibliotheca Shakespeareana
+υπό Franz Thimm, Βα έκδοσις, 1872), πληρούσαν σελίδας 118 εις 8ον.
+Πολλά δ’ έκτοτε περί Σαικσπείρου απανταχού εδημοσιεύθησαν.
+
+2) Οι Άγγλοι ανομολογούσι την περί την μελέτην του εθνικού αυτών
+ποιητού υπεροχήν των Γερμανών. Ίδε την υπό του θεμελιωτού του νέου
+εν Λονδίνω Σαικσπειρείου συλλόγου F. I. Furnivall εισαγωγήν εις
+την Αγγλικήν μετάφρασιν του σπουδαιοτάτου του Γερβίνου
+συγγράμματος. (Shakespeare Commentaries)
+
+3) Ιδίως άξιον λόγου και μελέτης είναι το έργον του Mezières,
+Shakspeare, ses Œuvres et ses Critiques.
+
+4) Η κατά το 1623 πρώτη απάντων των του Σαικσπείρου δραμάτων
+έκδοσις δεν περιλαμβάνει την έκτοτε μετ' αυτών εκδιδομένην
+τραγωδίαν «Περικλής, πρίγκηψ της Τύρου.» Τα εν τη πρώτη εκείνη
+εκδόσει τριάκοντα και έξ δράματα καταλέγονται υπό την τριπλήν
+κατάταξιν των κωμωδιών, ιστοριών και τραγωδιών. Και κωμωδίαι μεν
+αριθμούνται δέκα και τέσσαρες· ιστορίαι δε (ήτοι ιστορικά δράματα)
+δέκα, φέρουσαι τα ονόματα επτά εκ των βασιλέων της Αγγλίας· αι δε
+τραγωδίαι περιλαμβάνουσι δώδεκα δράματα. Εξ αυτών πέντε είναι αι
+κατ' εξοχήν τραγωδίαι, τ' αριστουργήματα του Σαικσπείρου, αι τρεις
+δηλονότι εν τη παρούση μεταφράσει δημοσιευόμεναι, ο Μ ά κ β ε θ,
+και ο Χ ά μ λ ε τ, ή Αμλέτος. Περί των Ελληνικήν ή Ρωμαϊκήν
+υπόθεσιν εχόντων δραμάτων αυτού εδημοσίευσεν ο Γάλλος Paul
+Shapfer, (εν τη Revue politique et Littéraire των ετών 1875 και
+1876, αξιόλογον πραγματείαν, εις την οποίαν παραπέμπω τον
+αναγνώστην.
+
+5) Και περί της γραφής του ονόματος αυτού δεν συμφωνούσιν οι
+Άγγλοι, γράφοντες ποτέ μεν Shakespear και Shakespeare, ή
+Shakspeare και Shakspear, ποτέ δε Shakespere ή Shakspere.
+Συγγνωστέα λοιπόν κατά μείζονα λόγον η παρ' ημίν ασυμφωνία ως προς
+την ελληνικήν ορθογραφίαν αυτού.
+
+6) Ιδού σημείωσις των γνωστών μοι περί Σαικσπείρου καθ' ημάς
+δημοσιεύσεων.
+
+Η Τ ρ ι κ υ μ ί α, δράμα Ουιλιέλμου Σαικσπήρ, μετάφρασις Ι.
+Πολυλά, Κερκυραίου. Κέρκυρα, 1855.
+
+Ι ο ύ λ ι ο ς Κ α ί σ α ρ, τραγωδία εις πέντε πράξεις του ποιητού
+Σαικσπήρου, εκ του Αγγλικού κειμένου εις την Ελληνικήν
+μεταγλωττισθείσα υπό Νικολάου Κ. Ιωνίδου. Αθήνησι 1858.
+
+Α μ λ έ τ ο ς, βασιλεύς της Δανίας, τραγωδία του Άγγλου Σαιξπήρου,
+ενστίχως μεταφρασθείσα υπό Ιωάννου Η. Περβάνογλου. Εν Αθήναις
+1858.
+
+Ο Μ ά κ β ε θ, τραγωδία εις πράξεις πέντε, μεταφρασθείσα υπό Ν.
+I. Κ. η προσετέθη και βιογραφία του ποιητού. (Επί κεφαλής του
+τίτλου: Σαιξπήρου τραγωδίαι). Εν Αθήναις 1862
+
+Σ α ι κ σ π ή ρ ο υ, ο Β α σ ι λ ε ύ ς Λ η ρ, μελέτη Σ. Ν.
+Βασιλειάδου. Εν Αθήναις 1870.
+
+Ρ ω μ α ί ο ς και Ι ο υ λ ί α, δράμα εις πράξεις πέντε, υπό
+Σαικσπήρου, μεταφρασθέν υπό Α. Σκαλίδου. Εν Αθήναις 1873.
+
+Ο Ο θ έ λ λ ο ς εξεδόθη εν μεταφράσει, ως πληροφορούμαι, εν
+επιφυλλίδι του περιοδικού: «Ο Φιλόκαλος Σμυρναίος».
+
+Ο Κ υ μ β ε λ ί ν ο ς, μελέτη επί του δράματος του Σαικσπήρου,
+υπό Κ. Γ. Ξένου. (Εν φυλλαδίω 9 του περιοδικού ο Βύρων, εν Αθήναις
+1874.)
+
+Τ α ά π α ν τ α τ ο υ Σ α κ ε σ π ή ρ ο υ, μετ' εικόνων, υπό
+Αλεξάνδρου Μέυμαρ. Παράρτημα της εν Παρισίοις εκδιδομένης Εθνικής
+Επιθεωρήσεως, 1875. Εξεδόθη μέχρι τούδε ο Μάκβεθ, και μέρος του
+Αμλέτου. Εν τη Βιβλιογραφία αυτού ο Thimm μόνον την υπό του Κου
+Περβάνογλου μετάφρασιν του Αμλέτου αναφέρει, και εν υποσημειώσει
+(μετ' αμφιβολίας ως προς την ύπαρξιν αυτής) την της Τρικυμίας.
+
+7) Ίδε τας προσηρτημένας εις τον διθύραμβον του Κου Α. Βαλαωρίτου
+επιστολάς του Κ. Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου, της 1 Φεβρουαρίου
+και της 25 Μαρτίου 1872.
+
+8) Ούτε τους γραμματικούς τύπους εθεώρησα αναγκαίον να καταπατήσω
+προς διατήρησιν δήθεν της καθ' ημάς κοινής προφοράς· αφήκα δε το
+_ν_ και όπου δεν προφέρεται, ως έγραψα υιός και εορτή και Ιουλιέτα
+και Ιάγος, αντί των γιος και γιορτή και Γιουλιέτα και Γιάγος.
+
+9) Προς ενθάρρυνσιν των (είτε εξ επαγγέλματος, είτε μη) ηθοποιών
+επισυνάπτω περικοπάς τινας περί του επί Σαικσπείρου Αγγλικού
+θεάτρου εκ του προμνημονευθέντος συγγράμματος του Γερδίνου. «Τα
+δημόσια θέατρα ήσαν κακώς εκ ξύλων ωκοδομημένα και αστεγή. Περί
+μεν την ενδυμασίαν των ηθοποιών μεγάλη κατεβάλλετο φροντίς ήτο δε
+αύτη μεγαλοπρεπής και συχνάκις πολυδάπανος· αλλά τα της
+σκηνογραφίας ήσαν πενιχρώτατα. Επί παραστάσεως τραγωδιών μέλανα
+παραπετάσματα εκρέμαντο επί του θεάτρου. Επιγραφή δέ τις έφερε το
+όνομα του χώρου, όπου οι θεαταί ώφειλον να φαντασθώσιν ότι
+παρευρίσκονται· ώστε και πλοία ευκόλως επαρουσιάζοντο
+τοιουτοτρόπως επί της σκηνής, και αι τοπογραφίαι διά μιας
+μετεβάλλοντο. Ικρίωμά τι εν μέσω της σκηνής υπελαμβάνετο ως
+πύργος, ή τείχος ή εξώστης ή παράθυρον.» Αλλ' η τοιαύτη
+πενιχρότης, ως παρατηρεί ο Γερδίνος, ουδαμώς συνεπάγεται της
+δραματικής τέχνης την ατέλειαν. «Ούτως εν Γερμανία είδομεν το
+θέατρον αναβιβαζόμενον από των αχυρώνων εις πενιχρά στεγάσματα,
+εκείθεν δε εις πολυτελή οικοδομήματα· αλλά κατ' αντίστροφον ίσως
+λόγον εκπίπτει η διανοητική απόλαυσις, το ενδιαφέρον και η
+καλαισθησία των θεατών. Όσω ολιγώτερον αποσπάται η προσοχή ως εκ
+των εξωτερικών τελειοποιήσεων, τοσούτω μάλλον προσκολλάται αύτη
+εις τους ηθοποιούς, κατά τοσούτον δε και αυτοί ούτοι αφιερούνται
+εις της τέχνης αυτών την ουσίαν. Συνετέλει δ' εις τούτο και ο των
+γυναικών αποκλεισμός τότε από της σκηνής. Παίδες εξεπροσώπουν τας
+γυναίκας. Το τοιούτον δε, ενώ αφ' ενός αφήρει πολλούς πειρασμούς
+και επί της σκηνής και όπισθεν αυτής, εχρησίμευεν αφ' ετέρου ως
+σχολείον επιτυχέστατον προς μόρφωσιν αρίστων ηθοποιών.
+
+
+
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ΤΡΑΓΩΔΙΑ (1)
+
+
+ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ
+
+
+
+ Ο ΠΡΙΓΚΗΨ της Βερώνας.
+ ΠΑΡΗΣ, νέος άρχων, συγγενής του πρίγκηπος.
+ ΜΟΝΤΕΚΗΣ )
+ ) αρχηγοί των δύο αντιμαχομένων οικογενειών.
+ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ )
+ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, συγγενής του προηγουμένου.
+ ΡΩΜΑΙΟΣ, υιός του Μοντέκη.
+ ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, συγγενής του πρίγκηπος και φίλος του Ρωμαίου.
+ ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, ανεψιός του Μοντέκη, φίλος του Ρωμαίου (2).
+ ΤΥΒΑΛΤΗΣ, ανεψιός της συζύγου του Καπουλέτου.
+ ΠΑΤΕΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ )
+ ) καλόγηροι.
+ ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ )
+ ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ, υπηρέτης του Ρωμαίου.
+ ΣΑΜΨΩΝ )
+ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ) υπηρέται του Καπουλέτου.
+ ΑΒΡΑΑΜ, υπηρέτης του Μοντέκη.
+ ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ.
+ ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΟΙ.
+ ΠΕΤΡΟΣ.
+ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ.
+ ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πάρη.
+ ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Καπουλέτου.
+ Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Μοντέκη.
+ Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Καπουλέτου.
+ ΙΟΥΛΙΕΤΑ, θυγάτηρ του Καπουλέτου.
+ ΠΑΡΑΜΑΝΑ της Ιουλιέτας.
+
+
+ΠΟΛΙΤΑΙ ΤΗΣ ΒΕΡΩΝΑΣ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑΙ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΤΩΝ
+ΔΥΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ, ΠΡΟΣΩΠΙΔΟΦΟΡΟΙ, ΦΡΟΥΡΟΙ, ΝΥΚΤΌΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ
+ΥΠΗΡΕΤΑΙ
+
+Η σκηνή εις την Βερώναν, άπαξ δε εν τη πέμπτη
+πράξει εις Μάντουαν.
+
+
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ΤΡΑΓΩΔΙΑ
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (3).
+
+
+
+ Πλατεία.
+ (Εισέρχονται ο ΣΑΜΨΩΝ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ φέροντες ξίφη και ασπίδας).
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ' εγώ τρώγω άχυρα,
+ ούτε συ! (4)
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια;
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ'
+ επάνω των.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν!
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Αλλ' αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Κι' ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει
+ άνω κάτω!
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Όποιος είναι άνω κάτω σαλεύει. Και η παλληκαριά
+ είναι να μη σαλεύσης απ' εκεί όπου ευρέθης.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Δεν σαλεύω κ' εγώ αν απαντήσω κ' ένα σκυλί απ'
+ εκείνο το σπίτι· ή άνδρα, ή γυναίκα τύχω δεν σαλεύω!
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Λοιπόν είσαι δειλός; Μόνον οι δειλοί κολνούν εις
+ τον τοίχον.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Καλά λέγεις· και διά τούτο σπρώχνομεν εις τον τοί-
+ χον τας γυναίκας, οπού είναι αδύνατα αγγεία. Λοιπόν
+ κ' εγώ, αν πιασθώ με τους Μοντέκιδες, θα σπρώξω τους
+ άνδρας από τον τοίχον, και τας γυναίκας εις τον τοί-
+ χον.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Ο πόλεμος είναι μεταξύ των αυθεντών μας και των
+ ανδρών οπού τους δουλεύουν.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Τι με μέλει! Εγώ θα κάμω τον τύραννον αφού πια-
+ σθώ με τους άνδρας, θα καταπιασθώ και τας γυναίκας.
+ Δεν θ' αφήσω κορίτζι.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ θα τας κόψης όλας;
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Θα τας κόψω; ή..., όπως θέλεις πάρε το.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Να το πάρη όποιος το δοκιμάσει.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Θα με δοκιμάσουν εμένα, όσον στέκω εις τα πόδια
+ μου. Το ηξεύρει ο κόσμος ότι δεν μου λείπει αίμα.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Τι καλά οπού δεν είσαι ψάρι! — Τράβα το εργαλείον
+ σου, κ' έρχονται δύο άνθρωποι του Μοντέκη (8).
+
+ (Εισέρχεται ο ΑΒΡΑΑΜ και έτερος ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Μοντέκη).
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Εγύμνωσα το σπαθί μου. Πιάσου μαζή των. Σου,
+ δίδω χέρι.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Τι; να με αποχαιρετήσης; Θα φύγης;
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Μη με φοβάσαι.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Εσένα θα φοβηθώ;
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Άφησε να ήμεθα 'ς το δίκαιόν μας. Ας κάμουν
+ εκείνοι την αρχήν.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Θα σουφρώσω τα φρύδια μου καθώς περνώ, και ας
+ το πάρουν όπως τους αρέσει.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Ή όπως τους βαστά. Θα τους δαγκάσω το μεγάλον
+ μου δάχτυλον, να τους σκυλιάσω! Αν το υποφέρουν,
+ εντροπή ιδική των (6).
+
+ΑΒΡΑΑΜ
+ Διατί μας δαγκάνεις το δάχτυλόν σου, Κύριε;
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Δαγκάνω το δάχτυλον μου, Κύριε.
+
+ΑΒΡΑΑΜ
+ Δι' εμένα το δαγκάνεις, Κύριε;
+
+ΣΑΜΨΩΝ, μυστικώς προς τον Γρηγόρην.
+ Αν του ειπώ ναι, είμεθα εις το δίκαιόν μας;
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Όχι.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Όχι, Κύριε· δεν το δαγκάνω δι’ εσένα, αλλά δαγ-
+ κάνω το δάχτυλόν μου, Κύριε.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Πόλεμον θέλεις, Κύριε;
+
+ΑΒΡΑΑΜ
+ Πόλεμον, Κύριε; Όχι, Κύριε.
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Είδε μη, εδώ είμαι εγώ, Κύριε! Ο αυθέντης μου εί-
+ ναι όσον καλός είναι και ο ιδικός σου.
+
+ΑΒΡΑΑΜ
+ Δεν είναι καλλίτερος από τον ιδικόν μου.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Πολύ καλά, Κύριε.
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΠΕΝΒΟΛΙΜΟΣ και κατόπιν αυτού ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).
+
+ΓΡΗΓΟΡΗΣ
+ Ειπέ του ότι είναι καλλίτερος, κ' έρχεται ένας συγ-
+ γενής του αυθέντου μας.
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Μάλιστα, Κύριε, είναι καλλίτερος από τον ιδικόν σου.
+
+ΑΒΡΑΑΜ
+ Ψεύματα λέγεις!
+
+ΣΑΜΨΩΝ
+ Έξω τα σπαθιά, αν είσθε παλληκάρια! — Γρηγόρη,
+ μη ξεχνάς την σπαθιάν οπού σ' έμαθα.
+
+ (Μάχονται).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, σύρων το ξίφος.
+ Σταθήτε, ανόητοι! Κάτω τα σπαθιά! Δεν ηξεύρετε
+ τι κάμνετε!
+
+ (Κτυπά τα ξίφη αυτών).
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ, εφορμών με τα ξίφος εις την χείρα.
+ Με τούτα τ' άκαρδα σκυλιά τι παίζεις το σπαθί σου;
+ Γύρνα εδώ, Μπεμβόλιε, κι’ αντίκρυσε τον Χάρον.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Βάλε 'ς την θήκην το σπαθί, κ' εδώ ειρήνην θέλω·
+ ή καν μεταχειρίσου το και συ, να τους χωρίσης.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Κρατείς 'ς το χέρι σου σπαθί, και μου λαλείς ειρήνην!
+ Αυτήν την λέξιν την μισώ, όσον μισώ τον άδην,
+ και όλους τους Μοντέκιδες, και σε! Δειλέ, φυλάξου!
+
+ (Μάχονται άπαντες· εισέρχονται εκατέρωθεν οπαδοί των δύο οίκων
+ και συμμετέχουν της μάχης· κατόπιν δε πολίται φέροντες ρόπαλα).
+
+ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ξύλα, κοντάρια, ρόπαλα! Κτυπάτε τους, κτυπάτε!
+ 'ς τον άνεμον, Μοντέκιδες! 'ς την ζάλην, Καπουλέτοι!
+
+ (Εισέρχεται ο γέρων ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ενδεδυμένος κοιτωνίτην,
+ και η σύζυγος αυτού).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τί είν' ο θόρυβος αυτός; Δος το μακρύ σπαθί μου.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Τι θα το κάμης το σπαθί; Μη θέλης πατερίτζαν;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Δος το σπαθί μου! Κύτταξε, ο γέρος ο Μοντέκης
+ καταντικρύ μου στέκεται, και σείει το 'δικόν του.
+
+ (Ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ εισέρχεται μετά της συζύγου αυτού).
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Μη μ' εμποδίζης, άφες με! — Ω παληο-Καπουλέτε!
+
+ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ
+ Βήμα δεν κάμνεις απ' εδώ να σμίξης τον εχθρόν σου.
+
+ (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του).
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Ω άνδρες ανυπόταγοι, εχθροί της ησυχίας,
+ 'ς το αίμα των γειτόνων σας τι βάφετε τα χέρια;
+ Δεν θα μ' ακούσετε; Ω σεις, — ω άνθρωποι, — ω κτήνη,
+ που θέλετε να σβύσετε του πάθους σας την φλόγα
+ εις βρύσιν ολοπόρφυρην, 'ς το αίμα των φλεβών σας!
+ Αν θέλετε 'ς τα σίδερα να μη σας βάλω όλους,
+ απ' τ' άνομα τα χέρια σας πετάξετε 'ς το χώμα
+ αυτά τ' ανόσια σπαθιά, 'ς το έγκλημα βαμμένα,
+ κι' ακούσατε τον ορισμόν και την απόφασίν μου.
+ Τρεις πόλεμοι εμφύλιοι από αέρος λόγια,
+ Μοντέκη εξ αιτίας σου, — κ' εσένα Καπουλέτε, —
+ την ησυχίαν τρεις φοραίς ετάραξαν της χώρας,
+ κ' ηνάγκασαν τους γέροντας κατοίκους της Βερώνας,
+ ν' αφήσουν τα ειρηνικά στολίδια που τους πρέπουν,
+ και με κοντάρια παλαιά κ' ειρηνοσκουριασμένα
+ 'ς τα γηρασμένα χέρια των, να θέλουν να χωρίσουν
+ την σκουριασμένην έχθραν σας! — Εάν συμβή και πάλιν
+ τους δρόμους να ταράξετε με τα μαλώματά σας,
+ της ταραχής η πληρωμή θα είν' η κεφαλή σας!
+ Τώρα πηγαίνετ' απ' εδώ, σεις όλοι, τραβηχθήτε.
+ Συ, Καπουλέτε, μοναχά έλα μαζή μου τώρα·
+ και το απόγευμα και συ να έλθης, ω Μοντέκη(7),
+ τι άλλο απεφάσισα κι' ορίζω να το μάθης.
+ Φύγετ' ευθύς, ή θάνατος θα είναι η ποινή σας!
+
+ (Απέρχονται ο ΠΡΙΓΚΗΨ και η συνοδεία του, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ μετά της συζύγου αυτού, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ, οι πολίται, και οι υπηρέται.
+ Μένουσι δε ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, η ΣΥΖΥΓΟΣ αυτού και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Ποιος ξαναέβαλε φωτιάν 'ς την παλαιάν μας έχθραν;
+ Ήσουν εδώ απ' την αρχήν, ανεψιέ; Ειπέ μου.
+
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Οπόταν έφθασα εδώ, τους δούλους του εχθρού σου
+ μαζή με τους ανθρώπους σου τους ηύρα εις τα χέρια.
+ Αμέσως εξεσπάθωσα διά να τους χωρίσω·
+ αλλ' ο Τυβάλτης έξαφνα προβάλλει κορωμένος,
+ με το σπαθί ολόγυμνον, και μου τρυπά τ' αυτιά μου
+ με λόγια ερεθιστικά, και σείει το σπαθί του
+ επάν' απ' το κεφάλι του, και κόπτει τον αέρα,
+ και ο αέρας, άκοπος, σφυρίζει περιγέλιον.
+ Ενώ σπαθοκοπήματα ‘περνούσαν μεταξύ μας,
+ ο κόσμος επερίσσευε κι' από τα δύο μέρη,
+ κ' επλήθαινεν ο πόλεμος, ως την στιγμήν 'που ήλθεν
+ ο πρίγκηψ, και μας 'χώρισε.
+
+ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ
+ Πού είναι ο Ρωμαίος;
+ 'πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ' η καρδιά μου
+ που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος
+ 'ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην,
+ ανησυχία ψυχική μ' εσήκωσ' απ' την κλίνην,
+ κ' εβγήκα έξω 'ς την δροσιάν κ' εκεί καταντικρύ μου
+ 'ς το δάσος των συκαμινιών, 'ς της πόλεως την άκρην
+ τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου.
+ Να του 'μιλήσω 'πήγαινα· αλλά ευθύς 'που μ' είδεν
+ εκείνος ετραβήχθηκε 'ς το πύκνωμα του δάσους.
+ Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι
+ οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,)
+ κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ' εκείνος τον 'δικόν του,
+ κ' έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον.
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Συχνοπηγαίνει μοναχός 'ς το δάσος πριν να φέξη,
+ και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει,
+ και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)·
+ Και άμα 'ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση
+ να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην
+ και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της,
+ ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει,
+ και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του
+ κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας,
+ και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει.
+ Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση,
+ αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις;
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση;
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων.
+ Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος·
+ Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος,
+ τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει...
+ 'σαν άνθος 'που το 'δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι,
+ πριν τα ευώδη φύλλα του τ' απλώση 'ς τον αέρα,
+ και δώση αφιέρωμα το κάλλος του 'ς τον ήλιον.
+ Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να 'ξεύρω,
+ θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9).
+
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους.
+ Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του.
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ παρά να κατορθώσης
+ να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα.
+
+ (Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Εξάδελφε, καλόν πρωί!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είναι πρωί ακόμη;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Μόλις εσήμαναν εννηά.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Όταν περνά με λύπαις
+ αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος
+ δεν έφευγ' ο πατέρας μου, νομίζω;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ναι, εκείνος. —
+ Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Λείπει εκείνο που κονταίς 'μπορούσε να ταις κάμη.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Είσαι εις έρωτα;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Χωρίς...
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Χωρίς τον έρωτά σου,
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν,
+ και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα 'μάτια
+ όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια!
+ Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ' επολεμούσαν πάλιν;
+ Αλλ' όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω.
+ Ω! είν' εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη!
+ Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος!
+ Ω! Κάτι, απ' το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον!
+ Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, —
+ και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, —
+ και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, —
+ 'σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, —
+ και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι...
+ Ιδού τι έχω 'ς την καρδιάν, κ' είν' η καρδιά μου άδεια!
+ Δεν με γελάς; (10)
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Το βάρος της καρδιάς σου,
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και όμως η αγάπη σου 'ς αυτό παραστρατίζει.
+ Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει,
+ και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει.
+ Το αίσθημα που μ' έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει
+ που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην.
+ Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ' απ' τα νέφη
+ των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει
+ βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη,
+ δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει.
+ Τι άλλο είν' ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, —
+ πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος!
+ Εξάδελφε, σε χαιρετώ.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Αγάλια! πού πηγαίνεις;
+ Μαζή σου έρχομαι κ' εγώ. Με αδικείς, αν φύγης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ' εδώ· Ρωμαίος
+ δεν είν' αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος,
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τι θέλεις;
+ Ν' αναστενάξω και να ‘πώ;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ν' αναστενάξης; όχι·
+ πλην σοβαρά, ποια είν' αυτή 'που αγαπάς, ειπέ μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ ‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην!
+ 'Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι.
+ Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Περίφημα επέτυχες. Κ' είναι καλή κι’ ωραία!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Και θα την ηύρες βέβαια ωραία 'ς το σημάδι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη
+ δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν' Άρτεμις εκείνη.
+ Μ' ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη,
+ δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον,
+ ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει,
+ ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν.
+ Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου,
+ που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη
+ είναι πτωχή μόνον 'ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση,
+ ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι· κ' η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη.
+ Διά να μένη αυστηρή 'ς τα τρυφερά της κάλλη,
+ κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση·
+ 'ς την ευμορφιάν της γνωστική, 'ς την γνώσιν της ωραία
+ κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ' απελπίζει.
+ Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα,
+ αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ελευθερίαν, αδελφέ, 'ς τα μάτια σου να δώσης.
+ Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αυτός θα ήναι τρόπος
+ ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη.
+ Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12)
+ και της φιλεί το μέτωπον, μ' εκείνην την μαυρίλαν
+ φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη
+ Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του
+ τι θησαυρόν πολύτιμον 'στερήθηκε το φως του!
+ Απ' όσαις 'ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν,
+ και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα,
+ ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη,
+ πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. —
+ Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου.
+
+ (Απέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.
+
+
+
+ Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου.
+
+ (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι' ο Μοντέκης,
+ καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι
+ 'ς ανθρώπους γέρους 'σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ' οι δύο,
+ και κρίμα είν' αιώνια να ζήτε 'ς τα μαχαίρια.
+ Αλλ' όμως τι θ' αποκριθής 'ς την ζήτησίν μου τώρα;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα.
+ Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη·
+ ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)·
+ δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη,
+ και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Και πάρωρα 'μαράθηκαν απ' την πολλήν την βίαν..,.
+ Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας.
+ Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ' ελπίς μου.
+ Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη,
+ και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν' η θέλησίς μου·
+ αν σ' αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη,
+ ακολουθεί κ' η ψήφος μου, κ' η συγκατάθεσίς μου.
+ Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω,
+ και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους.
+ Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης.
+ Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα,
+ που κι’ αν 'ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν.
+ Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ' ένας νέος,
+ οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος
+ βάλη το πόδι του γοργός 'ς τα ίχνη του χειμώνος,
+ τόσην και συ θα αισθανθής 'ς το σπίτι μου απόψε,
+ μέσ' ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ' ανθίζουν.
+ Ιδέ τας όσας είν' εκεί, και άκουσέ τας όλας,
+ και δόσε την προτίμησιν 'ς εκείνην που τ' αξίζει·
+ 'ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ' η κόρη μου θα ήναι,
+ κι αν δεν αξίζη 'σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των.
+ Έλα μαζή μου. —
+
+ (Προς τον υπηρέτην)
+
+ Συ, μωρέ, τα πόδια σου 'ς τον ώμον,
+ και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον.
+ Εύρε αυτούς, που είν' εδώ εις το χαρτί γραμμένοι,
+ κ' ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει,
+
+ (Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην
+ και απέρχεται· μετ' αυτού και ο Πάρης)
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον.
+ Εύρε, λέγει, αυτούς που είν' εδώ γραμμένοι! — Είναι
+ γραμμένον ο 'ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και
+ ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του,
+ και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί-
+ νους που είν' εδώ γραμμένοι! Και πού να 'ξεύρω εγώ τι
+ ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας
+ εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, 'ς την φωνήν!
+
+ (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει·
+ ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον·
+ αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη·
+ μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην·
+ αν μόλυσμα το 'μάτι σου καινούριον φαρμακεύση,
+ το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ποια είν' αυτά, παρακαλώ;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τα πόδια τα σπασμένα.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ρωμαίε, ετρελλάθηκες;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Όλως διόλου όχι·
+ Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος,
+ κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος,
+ και ραβδισμένος, νηστικός...
+ Παιδί μου, καλή 'μέρα.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως.
+ Αλλ' όμως ό,τι κι' αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ' ηξεύρω τα ψηφία.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ' ευλογήση!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Σταμάτησε, καλό παιδί, κ' ηξεύρω να διαβάζω.
+
+ (Αναγινώσκει τον κατάλογον).
+
+ «Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο
+ κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η
+ χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί
+ του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος
+ μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία
+ ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά-
+ δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη».
+
+ Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Επάνω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πού;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ 'Σ το δείπνον μας· 'ς το σπίτι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τίνος σπίτι;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Τ' αυθέντου μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Α! έπρεπε αυτό να σ' ερωτήσω.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Να σου το ειπώ χωρίς να μ' ερωτήσης. Ο αυθέντης μου
+ είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι
+ από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να
+ κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ' ευλογήση!
+
+ (Αναχωρεί).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ 'Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση
+ κ' η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις,
+ και όλ' αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας.
+ Πήγαιν' εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ' άλλα
+ που θα ιδής, (πλην δίκαιον το 'μάτι σου να ήναι),
+ και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν
+ τα 'μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα,
+ ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι' αυτά τα 'μάτια,
+ που αν κ' επνίγηκαν συχνά, δεν 'πέθαναν ακόμη,
+ αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται,
+ μέσα 'ς την φλόγα να καούν, 'σαν άπιστοι που θάναι!
+ 'Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη!
+ Ο ήλιος, που το 'μάτι του τα πάντα εξετάζει,
+ δεν είδεν άλλην 'σαν αυτήν απ' την αρχήν του κόσμου!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη,
+ και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου 'μάτια.
+ Αλλ' αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου
+ ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην,
+ από αυτάς που 'ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω,
+ εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις,
+ πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ' ευφραίνει.
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.
+
+
+
+ Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.
+
+ (Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+
+ Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Δεν είν' εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου!
+ Κύρι' ελέησον, καλέ!... πού είσαι; Ιουλιέτα!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη.
+ Τί είναι; ποιος με κράζει;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Η μητέρα σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+
+ Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Να σου το ειπώ... Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω
+ κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και
+ ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν' ακούσης την ομιλίαν μας.
+ Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα 'ξεύρεις.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Μα την πίστιν μου, τα 'ξεύρω τα χρονάκια της ως
+ το λεπτόν.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που
+ μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε-
+ λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων
+ Αποστόλων; (15)
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό-
+ νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα
+ δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν' ανα-
+ παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η
+ καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν
+ την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ-
+ γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε-
+ λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν-
+ θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα
+ χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από
+ όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ-
+ ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω.
+ Είχα βάλλει αψιθιάν 'ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ-
+ νη 'ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν-
+ της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν.
+ — Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς
+ σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν 'ς την ρό-
+ γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς
+ εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου.
+ — Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα
+ χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί-
+ χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε
+ 'ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα-
+ τούσε, κ' έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ-
+ ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ' εκτύπησε
+ 'ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον,
+ αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί
+ από καταγής, και του λέγει: «τι είν' αυτά, λέγει, μου
+ πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ-
+ της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την
+ Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του
+ λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω-
+ ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω.
+ «Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι
+ αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ'
+ έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του
+ κάμνει, ναι. Και όμως είχε 'ς το κούτελον ένα πρήξι-
+ μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ-
+ νατά! «Τι είν' αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις
+ προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης
+ ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ' εκείνο αφίνει τα κλαύ-
+ ματα και του λέγει, ναι.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη!
+ Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν 'βύζαξα ποτέ μου.
+ Να μ' αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου,
+ και άλλο δεν επιθυμώ.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αυτό είν' ίσα ίσα
+ που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα,
+ ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ούτ' ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα,
+ θα έλεγα πως 'βύζαξες την γνώσιν με το γάλα.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν
+ ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου
+ μητέρες κι’ όλα έγιναν κ' εγώ που σου τα λέγω,
+ μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω
+ 'ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ' ακόμη.
+ Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος
+ σ' εζήτησε γυναίκα του.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ω κόρη μου, τι άνδρας!
+ Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τω όντι άνθος είν' αυτός· 'ς την πίστιν μου είν' άνθος!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει;
+ Απόψε θα τον έχωμεν ς' την συναναστροφήν μας·
+ το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης·
+ ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην,
+ εξέτασε τ' αρμονικά χαρακτηριστικά του,
+ και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει.
+ Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον
+ εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον
+ 'ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει,
+ ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης,
+ το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου,
+ και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη.
+ Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα
+ κι απ' έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη·
+ και εις τα 'μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου
+ αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι.
+ Ό,τι κι’ αν έχη τ' αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης,
+ και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να μικραίνη!
+ Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις,
+ αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν' αρέσω·
+ αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν' αφήσω την 'ματιάν μου
+ να 'πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου.
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος.
+ Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι-
+ μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη-
+ τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει-
+ ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις
+ την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν,
+ κ' αι νύκταις 'σαν ταις 'μέραις σου να ήν' ευτυχισμέναις!
+
+ (Απέρχονται)
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.
+
+
+
+ Οδός εις Βερώναν.
+
+ (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε
+ ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων)
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν;
+ Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18)
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία.
+ Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας,
+ με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια,
+ εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη.
+ Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου,
+ που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει.
+ Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω!
+ Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν 'δικόν των.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω.
+ Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19)
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε
+ με υποδήματα χορού κ' ευλύγιστην πατούνα,
+ ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου,
+ κι ούτ' ημπορώ να κινηθώ απ' το πολύ το βάρος.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου,
+ κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τόσον μ' ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη,
+ που να πετάξω δεν 'μπορώ 'ς τα ελαφρά πτερά του.
+ το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη.
+ Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν 'ς το βάρος σου θ' ανθέξη;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι,
+ είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του·
+ αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. —
+ Δώσατ' εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω.
+
+ (Φορεί προσωπίδα).
+
+ 'Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει,
+ εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση;
+ Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως
+ το ρίχνομεν εις τον χορόν.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ένα δαυλόν εμένα.
+ Εσείς, που έχετ' ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος
+ ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20).
+ Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ' οι άλλοι ας πηδήξουν.
+
+ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ
+ Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι.... (21|)
+ Αλλ' εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ' την τρύπαν,
+ Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ' την αγάπην, όπου
+ έως τ' αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος.
+ Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πώς τούτο;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Θέλω να ειπώ 'ξοδεύομεν του κάκου
+ τα φώτα, 'σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον.
+ Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια.
+ Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν 'ς ταις πέντε,
+ πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κ' εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν' ο σκοπός μας,
+ όμως δεν είναι γνωστικόν.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Και διατί;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Διότι, —
+ διότι είδα όνειρον 'ς τον ύπνον μου απόψε.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Είδα 'ς τον ύπνον μου κ' εγώ.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τι ήτον τ' όνειρόν σου;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται
+ κι αλήθειαις ονειρεύεται.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Τώρα καταλαμβάνω!
+ Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22).
+ Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα,
+ ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ' εκείναις
+ οπού οι δημογέροντες φορούν 'ς το δάχτυλόν των
+ και ζεύγει 'ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια,
+ και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων.
+ Είναι τ' αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια,
+ κι απ' των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος·
+ απ' αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι·
+ τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης·
+ η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της.
+ Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι,
+ μικρός μικρός, 'σαν το 'μισόν απ' ένα σκουληκάκι
+ οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας.
+ Τ' αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον,
+ ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου·
+ και της το κατεσκεύασεν απ' άδειον λεπτοκάρυ.
+ Κ' έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα
+ εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ' όνειρόν των
+ αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως
+ χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ' υποκλίσεις·
+ 'ς των δικηγόρων απ' εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει,
+ κ' εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν·
+ 'ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως
+ φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει
+ η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,.
+ εάν τα εύρη μ' αλοιφαίς και χρώματ' αλειμμένα.
+ Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην,
+ και εύνοια βασιλική 'ς τον ύπνον του μυρίζει.
+ Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει,
+ και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ' εκείνος(23).
+ Και κάποτε τ' αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην
+ κι απ' το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ' όνειρόν του
+ καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ' εχθρών λαιμούς πως
+ [κόπτει,
+ φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια,
+ κ' εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ' αυτιά του, και τρομάζει,
+ κ' εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του,
+ ξανατραβά το 'πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν.
+ Η Μάβω είν' η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει
+ την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων,
+ και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ-
+ [δεύει,
+ π' αλλοίμονον, κι' αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24)
+ Αυτ' είν' η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει
+ τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα 'ς την κλίνην,
+ και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος·
+ αυτ' είν' εκείνη....
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα,
+ και διά τίποτε λαλείς.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+
+ Λαλώ περί ονείρων
+ και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια,
+ γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας·
+ κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν 'σαν τον αέρα,
+ και άστατον 'σαν την πνοήν τ' ανέμου, οπού πότε
+ 'ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην,
+ και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει
+ και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Μας 'βγάζει απ' τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις.
+ Το δείπνον θα' τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κ' εγώ φοβούμαι πρόωρα! 'Σαν να μου λέγη κάτι,
+ ότι μεγάλη συμφορά, 'ς το άστρον μου κρυμμένη,
+ απ' το νυκτοξεφάντωμα τ' αποψινόν θ' αρχίση,
+ κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην
+ που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση
+ με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας!
+ Αλλά Εκείνος π' οδηγεί το σκάφος της ζωής μου
+ ας του πρυμνίζη τ' άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Βαρέσατε τα τύμπανα!
+
+ (Εξέρχονται πάντες).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.
+
+
+
+ Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου.
+ (μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα
+ αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ).
+
+Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω-
+ μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που
+ να καθαρίση πινάκι!
+
+Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ-
+ ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα!
+
+Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Πάρε τα σκαμνιά απ' εδώ. — Σπρώξε εκεί τ' αρμά-
+ ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου
+ ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ'
+ αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν' αφήση την Σουσάναν την
+ Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. —
+ Αντώνη! Τηγανά!
+
+Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Παρών!
+
+Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε-
+ ζαρίαν.
+
+Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Δεν ημπορώ να είμαι κ' εδώ κ' εκεί. — Εμπρός παι-
+ διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος,
+ χάρισμά του ό,τι απομείνη.
+
+ (Αποσύρονται).
+
+ (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων,
+ και προσωπιδοφόροι).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Καλώς ωρίσατ' άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους
+ θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν.
+ Α, α! Ποια τώρ' απ' όλαις σας θα 'πή πως δεν χορεύει;
+ Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη,
+ παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι.
+ Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου!
+ Ήτον καιρός οπού κ' εγώ 'φορούσα προσωπίδα,
+ και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω
+ και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν
+ αλλά επέρασ' ο καιρός, επέρασε και 'πάγει. —
+ Καλώς ωρίσατ' άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε!
+ Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε!
+
+ (Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός).
+
+ Και άλλα φώτα γρήγορα· — 'ς τον τοίχον τα τραπέζια·
+ κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25).
+ Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ' εδώ κοντά μου·
+ εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας.
+ Αφ' ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι;
+
+ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι! Ολιγώτερον καλέ, 'λιγώτερον σου λέγω.
+ Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια
+ που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε
+ κ' οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι;
+
+ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Έχεις λάθος.
+ Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων
+ είναι ο υιός του σήμερον.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι κάθεσαι και λέγεις!
+ Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι.
+
+ (Αποσύρονται).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην·
+ Ποια είν' αυτή που 'πέρασε, κ' επλούτιζε το χέρι
+ του νέου οπού την κρατεί, εκεί;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Δεν την γνωρίζω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες!
+ Μου φαίνεται 'ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη,
+ ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ' αυτί ενός Αράπη!
+ Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι,
+ τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει!
+ Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ' ταις συντρόφισσαίς της,
+ 'σαν περιστέρα κάτασπρη 'ς τα μαυροπούλια μέσα!
+ Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση,
+ να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ' αδρύ μου χέρι
+ να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ' η καρδιά μου
+ ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε
+ πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω!
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν.
+ Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του.
+
+ (Προς τον ακόλουθόν του)
+
+ Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει
+ ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα,
+ και 'ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση!
+ Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου,
+ κρίμα δεν τόχω αν εδώ 'ς τον τόπον τον αφήσω!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις;
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι,
+ ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν
+ την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι; ο Ρωμαίος είν' αυτός;
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Εκείνος, ο αχρείος!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου·
+ αρχοντικόν κ' ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι,
+ κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της
+ όλ' η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον.
+ Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη,
+ δεν το 'καμνα 'ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω.
+ Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης.
+ Το θέλημά μου είν' αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω,
+ πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης,
+ και δεν ταιριάζουν 'ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ' ένας αχρείος μέσα!
+ Δεν υποφέρεται αυτό!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Πλην θα το υποφέρης!
+ Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι;
+ Ο νοικοκύρης είμ' εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις!
+ Ποιος σ' ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με,
+ θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω;
+ να γείν' ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης
+ το παλλικάρι;
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Θειε μου, είν' εντροπή μας.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Σώπα!
+ Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ' ακούσω;
+ Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο.
+ Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν....
+
+ (προς νέαν τινά).
+
+ Πολύ καλά, ψυχούλα μου.
+
+ (Προς τον Τυβάλτην)
+
+ Πού έχεις τα μυαλά σου;
+ Να που το λέγω, 'σύχασε, ή...
+
+ (Προς τους υπηρέτας).
+
+ Κι άλλα φώτα! φώτα!
+
+ (Προς τους υπηρέτας).
+
+ Εμπρός να ζήτε.
+
+ (Προς τον Τυβάλτην)
+
+ Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω!
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει,
+ κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος.
+ Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του,
+ και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση.
+
+ (Αποσύρεται.).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αν τύχη κ' εβεβήλωσε τ' ανάξιόν μου χέρι
+ το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν
+ δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη,
+ και το τραχύ μου έγγιγμα μ' ένα φιλί ας σβύσουν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου·
+ δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη.
+ Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων,
+ κι ασπάζονται μ' ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν
+ ας κάμουν και τα χείλη μου· 'ς την δέησίν των κλίνε!
+ Μην τ' αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω
+ εκείνο που σου δέομαι.
+
+ (Την ασπάζεται).
+
+ Μ' αυτό την αμαρτίαν
+ Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα 'δικά σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μένει 'ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Το κρίμ' από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ' ευφραίνει.
+ Δος μου το 'πίσω το λοιπόν.
+
+ (Την ασπάζεται εκ νέου).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Φιλείς 'σαν κομπολόγι(27).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κυρία, η μητέρα σου να σου 'μιλήση θέλει.
+
+ (Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ποια είναι η μητέρα της;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλόν μου παλλικάρι,
+ είν' η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία,
+ και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη.
+ Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες.
+ Χαρά ς' εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα 'ς το χέρι,
+ διότι παίρνει θησαυρόν.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Του Καπουλέτου κόρη!
+ Ω! τι γλυκός λογαριασμός! 'ς την κόρην του εχθρού μου
+ την ύπαρξίν μου χρεωστώ.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Καιρός ν' αναχωρούμεν
+ Τελειόν' η διασκέδασις.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κ' εγώ αυτό φοβούμαι.
+ Τελειόν' η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη.
+ Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι.
+ Τ' απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι,
+ υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα!
+ Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ' ημείς να κοιμηθούμεν.
+ Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας.
+ Πηγαίνω 'ς το κρεββάτι μου.
+
+ (Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αι παραμάνα, έλα 'δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κι' ο άλλος απ' οπίσω του; Αυτός που 'βγαίνει τώρα;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κ' εκείνος
+ κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Δεν τον γνωρίζω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πήγαινε να μάθης τ' όνομα του. —
+ Εάν δεν είν' ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι
+ το νυμφικόν κρεββάτι μου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα.
+ Μοντέκης είναι τούτος·
+ είν' ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη!
+ Ω! πάρωρα τον 'γνώρισα, και πρόωρα τον είδα!
+ Εις την καρδιάν μου 'φύτρωσε παράδοξος αγάπη,
+ και τώρα έχω ν' αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τι είν' αυτό; τι είν' αυτό;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Είν' ένα τραγουδάκι,
+ που μ' έμαθ' ένας χορευτής.
+
+ (Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Αμέσως! Ναι, αμέσως!
+ Έλα πηγαίνωμεν κ' ημείς; Έφυγ' ο κόσμος όλος.
+
+ (Απέρχονται)
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.
+
+
+
+ Πλατεία παρά τον κήπον του Καπουλέτου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ, εισερχόμενος.
+ Ω! η καρδιά μου είν' εδώ. Κ' εγώ εδώ θα μείνω.
+ Κυλήσου, ζύμη γήινη, το κέντρον σου να εύρης (28).
+
+ (Πηδά τον τοίχον του κήπου).
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ρωμαίε μου! Εξάδελφε! Ρωμαίε!
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Έχει γνώσιν
+ ο νέος, και θα έφυγε να 'πάγη να πλαγιάση.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟ
+ Τον είδα· έτρεξ’ απ' εδώ κ' επήδησε τον τοίχον.
+ Μερκούτιέ μου, κράξε τον.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Και να τον εξορκίσω· —
+ Ρωμαίε! παλαβέ, τρελλέ, ερωτοπληγωμένε!
+ Το σχήμα λάβε στεναγμού κ' εμπρός μας εμφανίσου
+ ή δίστιχον ερωτικόν ειπέ μου, και μου φθάνει·
+ φώναξε, Αχ! και ταίριαξε με περιστέρι, ταίρι
+ ή κάμε το εγκώμιον της άμιας Αφροδίτης,
+ ή δος ένα παράνομα εις το τυφλόν παιδί της(29).
+ Δεν με ακούει, δεν κουνεί, δεν ομιλεί. — Ρωμαίε! —
+ Εψόφησεν ο πίθηκος. — Εξορκισμόν θα κάμω.
+ Ρωμαίε, μα τα εύμορφα της Ροζαλίνας μάτια,
+ μα το λευκόν της μέτωπον, τα κόκκινά της χείλη,
+ μα το μικρόν ποδάρι της, την άντζαν της την ίσιαν,
+ μα το παχοτρεμουλιαστόν μηρί της, σ' εξορκίζω,
+ 'ς την φυσικήν σου την μορφήν εμπρός μας εμφανίσου
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Εάν σ' ακούση, βέβαια μαζή σου θα θυμώση.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Πώς θα θυμώση; Δίκαιον θα είχε να θυμώση,
+ εάν με τον εξορκισμόν της αγαπητικής του
+ του έστηνα δαιμόνιον τεράστιον εμπρός του,
+ και τ' άφηνα να στέκεται, ως που να καταφέρη
+ εκείνη με τα μάγια της να το κατακαθίση.
+ Αυτό θα τον επείραζεν ενώ τα όσα είπα
+ είναι καλά κι’ απείρακτα- διότι στ' όνομά της
+ εξώρκισα τον ίδιον εμπρός μας να φυτρώση.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Πηγαίνομεν. Εκρύφθηκεν ανάμεσα 'ς τα δένδρα·
+ θέλει να έχη συντροφιάν την νοτισμένην νύκτα.
+ Είν' η αγάπη του τυφλή και αγαπά το σκότος.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Αν η αγάπ' ήναι τυφλή δεν βλέπει πού πηγαίνει.
+ Τώρ' από κάτω από εληάν θα ήναι 'ξαπλωμένος,
+ να λογαριάζη ταις εληαίς της αγαπητικής του(30).
+ Ρωμαίε, καλήν νύκτα σου! — 'ς το στρώμα μου πηγαίνω·
+ δεν μου αρέσει να στρωθώ εις λίθινον κρεββάτι.
+ Έλα πηγαίνομεν.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Εμπρός! Του κάκου τον ζητούμεν,
+ ανίσως δεν επιθυμή να ευρεθή εκείνος.
+
+ ( Απέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.
+
+
+
+ Ο κήπος του Καπουλέτου.
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!
+
+ (Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).
+
+ Αγάλια! 'ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;
+ Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!
+ Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.
+ Ιδέ την απ' την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,
+ διότι συ την ξεπερνάς 'ς την δόξαν και 'ς τα κάλλη.
+ Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·
+ πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,
+ και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!
+ Είν' η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.
+ Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν
+ αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.
+ Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.
+ Δύο αστέρια τ' ουρανού, τα ωραιότερα του,
+ θέλουν 'ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν
+ παρακαλούν τα μάτια της 'ς τους ουρανούς να λάμπουν.
+ Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;
+ Και τι, εάν κατέβαιναν ς' την κεφαλήν της τ' άστρα; —
+ Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ' αστέρια,
+ καθώς θαμπόνει λύχνου φως 'ς την λάμψιν της ημέρας,
+ και θα' χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω
+ ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,
+ που τα πουλιά να κελαδούν 'σαν να μην ήτο νύκτα!
+ Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.
+ Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω
+ το μάγουλόν της το γλυκόν!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αχ
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ομιλεί. — Ομίλει,
+ ομίλει, άγγελε λαμπρέ! — Μου έλαμψες ‘ς το σκότος,
+ καθώς οπόταν ο θεός εις τους ανθρώπους στέλνει
+ τον πτερωτόν του μυνητήν απ' του ουρανού τα ύψη,
+ κι αναστηλόνουν έκθαμβα οι άνθρωποι τα μάτια,
+ και γέρνουν τα κεφάλια των οπίσω, να τον βλέπουν,
+ που κάθεται ‘ς τα σύννεφα τα αργοκινημένα
+ και αρμενίζει υψηλά ‘ς τους κόλπους του αιθέρος!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ρωμαίε, ω Ρωμαίε! Αχ! τι λέγεσαι Ρωμαίος;
+ Αρνήσου τον πατέρα σου, παραίτα τ' όνομά σου,
+ ή αν δεν θέλης, μοναχά πως μ' αγαπάς ορκίσου
+ και έπαυσα να λέγομαι του Καπουλέτου κόρη (33)
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ν' ακούσω κι’ άλλα; ή αυτά με φθάνουν;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τ' όνομά σου
+ είναι ο μόνος μου εχθρός. Μοντέκης αν δεν ήσουν,
+ μη άλλος θα εγίνεσο; τι θα ειπή Μοντέκης;
+ Μη τύχη κ' είναι πρόσωπον, ή χέρι, ή ποδάρι,
+ ή άλλο μέρος του κορμιού; Ω! τ' όνομα ν' αλλάξης!
+ Και τι σημαίνει τ’ όνομα; τ' άνθος που λέγουν ρόδον,
+ με οποίαν λέξιν κι’ αν το 'πουν, το ίδιον θα μυρίζη.
+ Και ο Ρωμαίος, τ' όνομα Ρωμαίος αν δεν είχε,
+ την χάριν δεν θα έχανε που έχει φυσικήν του.
+ Λοιπόν παραίτησε και συ, Ρωμαίε, τ' όνομά σου,
+ και δι’ αυτό σου τ’ όνομα, που μέλος σου δεν είναι,
+ εμένα όλην πάρε με.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ 'Σ τον λόγον σου σε παίρνω·
+ 'πέ με αγάπην σου, κ' ευθύς μ' εβάπτισες εκ νέου·
+ από εδώ κ' εμπρός εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ποιος είσαι συ, που έρχεσαι κρυμμένος ‘ς το σκοτάδι,
+ και χώνεσαι ‘ς τα μυστικά κρυφομιλήματά μου;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δεν' ξεύρω με τι όνομα να σου ειπώ ποιος είμαι·
+ το όνομα μου το μισώ, ω δέσποινα γλυκειά μου,
+ διότι το εχθρεύεσαι. Γραμμένον αν το είχα,
+ θα το εξέσχιζα εδώ.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τ' αυτιά μου μόλις ήπιαν
+ ως τώρα λέξεις εκατόν από αυτό το στόμα,
+ αλλά γνωρίζω την φωνήν. — Δεν είσαι ο Ρωμαίος;
+ Δεν είσαι του Μοντέκη υιός;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κανέν από τα δύο,
+ αφού εσύ δεν τ' αγαπάς, ω κόρη γλυκυτάτη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Εδώ πώς ήλθες; λέγε μου· και διατί να έλθης;
+ Ο τοίχος είναι υψηλός και δύσκολα πηδάται,
+ και δι’ εσένα θάνατος αυτός ο κήπος είναι,
+ αν σ' εύρη έξαφνα εδώ κανένας συγγενής μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Με τα πτερά του Έρωτος επήδησα τον τοίχον.
+ Με λίθινα εμπόδια δεν κλείεται ο Έρως,
+ κι ό,τι του είναι δυνατόν τολμά και να το κάμη·
+ κι ούτε μου ήλθεν εις τον νουν των συγγενών σου φόβος.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Εάν σ' ιδούν σ' εσκότωσαν!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αλλοίμονον 'ς εμένα!
+ Φοβούμαι περισσότερον το ιδικόν σου μάτι,
+ παρά σπαθιά των είκοσι. — Με γλύκαν κύτταξέ με,
+ και ούτε συλλογίζομαι την ιδικήν των έχθραν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Δεν ήθελα να σε ιδούν διά τον κόσμον όλον.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δεν έχει φόβον της νυκτός το ράσον με σκεπάζει,
+ φθάνει εσύ να μ' αγαπάς, κι’ ας μ' εύρουν δεν με μέλει!
+ Καλλίτερα η έχθρα των να κόψη την ζωήν μου,
+ παρά να μη με αγαπάς, κι’ ο θάνατος ν' αργήση.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Και ποιος σ' ωδήγησεν εδώ τον δρόμον σου να εύρης;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ο Έρως, που μου έδειξε τον τρόπον να τον μάθω·
+ εκείνος έβαλε τον νουν, κ' έβαλα 'γώ τα μάτια.
+ Δεν είμ' εγώ θαλασσινός, αλλά και εις την άκρην
+ του κόσμου αν ευρίσκεσο, — και έως τ' ακρογιάλι
+ που βρέχει του ωκεανού το τελευταίον κύμα
+ δι’ ένα τέτοιον θησαυρόν τολμούσα ν' αρμενίσω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ξεύρεις, το σκότος της νυκτός το έχω προσωπίδα,
+ ειδέ θα μ' εκοκκίνιζε παρθενική σεμνότης
+ δι’ όσα λόγια ήκουσες απόψε να προφέρω.
+ Εταίριαζε να έμενα έως εκεί που πρέπει,
+ και όλ' αυτά να τ' αρνηθώ· αλλά, το καθώς πρέπει
+ ας 'πάγη τώρα 'ς το καλόν. — Με αγαπάς; — Το ξεύρω
+ θα μου ειπής πως μ' αγαπάς, κ' εγώ θα σε πιστεύσω
+ αλλά και αν με τ' ορκισθής 'μπορείς να με γελάσης
+ εις απιστίας εραστών ο Ζευς γελά, μας λέγουν.
+ Αν μ' αγαπάς, ειπέ μου το αληθινά, Ρωμαίε.
+ Ή αν θαρρής πως εύκολα μ' εκέρδισες, ειπέ το,
+ ώστε να κάμνω την κακιάν, τα φρύδια να σουφρόνω
+ και όχι ν' αποκρίνωμαι, και να σε βασανίζω
+ πριν με κερδίσης· — ειδεμή, αλλέως δεν το κάμνω·
+ Αληθινά, αισθάνομαι πολύ ερωτευμένη,
+ κ' ίσως ευρίσκης ελαφρύ πολύ το φέρσιμόν μου·
+ αλλ' όμως εμπιστεύσου με, Ρωμαίε, και θα μ' εύρης
+ πλέον πιστήν από αυτάς, που ξεύρουν να κρατούνται.
+ Τ' ομολογώ, να κρατηθώ κ' εγώ εχρεωστούσα,
+ πλην άθελά μου ήκουσες τον μυστικόν μου πόθον,
+ και πριν το πάρω είδησιν· λοιπόν συμπάθησέ με,
+ κ' εις ελαφράδα της καρδιάς μη τύχη κι’ αποδώσης
+ τα όσα εξεσκέπασεν η σιωπή του σκότους.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι,
+ που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει....
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι,
+ που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει,
+ μη τύχη κ' η αγάπη σου αλλάζη 'σαν εκείνο.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εις τι λοιπόν να ορκισθώ;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μην ορκισθής διόλου.
+ Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου,
+ 'ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω,
+ και σε πιστεύω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αν ποτέ η καρδιακή αγάπη...
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μην ορκισθής καλλίτερα. — Αν κ' ήσαι η χαρά μου,
+ απόψε δεν την χαίρομαι την ένωσιν αυτήν μας.
+ Ορμητικά, κ' εξαφνικά κι’ ανέλπιστα μου ήλθε· —
+ ήτον ωσάν την αστραπήν, οπού περνά και φεύγει
+ πριν ‘πή κανένας: άστραψε! — Γλυκέ μου, καλήν νύκτα!
+ Ίσως αυτό το σφαλιστόν το άνθος της Αγάπης
+ ‘ς την αύραν του καλοκαιριού τα φύλλα του ανοίξη,
+ κι ανθίζει και μοσχοβολά ως που να ξαναέλθης.
+ Καλή σου νύκτα κι’ αγαθή! Το στήθος σου να είναι
+ αναπαυμένον κ' ήσυχον καθώς το ιδικόν μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μ' αφίνεις; κ' ευχαρίστησιν δεν θέλεις να μου δώσης;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Και ποίαν ευχαρίστησιν απόψε περιμένεις;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Το τάγμα της αγάπης σου αντί της ιδικής μου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Και μη δεν σου την έταξα και πριν μου την ζητήσης;
+ Και όμως θα μου ήρεζε να μη την είχα δώσει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και διατί, αγάπη μου, να μου την πάρης πίσω;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Διά να έχω μοναχά να σου την ξαναδώσω.
+ Αλλά γυρεύω του κακού το πράγμα οπού έχω.
+ Είν' η αγάπη μου βαθειά 'σαν πέλαγος, κ' εξ ίσου
+ και η φιλοδωρία μου 'σαν πέλαγος μεγάλη,
+ και όσον περισσότερον σου δίδω, τόσον μένει,
+ διότι ανεξάντλητα τα έχω και τα δύο.
+
+ (Η παραμάνα κράζει έσωθεν),
+
+ Ακούω μέσα θόρυβον. Αγάπη μου σ' αφίνω.
+ — Αμέσως, παραμάνα μου. — Έσο πιστός, Μοντέκη.
+ Πρόσμειν' εδώ μίαν στιγμήν κι’ αμέσως επιστρέφω.
+
+ (Αποσύρεται).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ευλογημέν' η νύκτ' αυτή και τρις ευλογημένη!
+ Φοβούμαι μήπως όνειρον ήτον αυτό που είδα·
+ τόσον μου φαίνεται γλυκόν, που μόλις το πιστεύω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ, επιστρέφουσα εις το παράθυρον.
+ Δυο λόγια μόνον να σου ‘πώ, κι’ αλήθεια καλήν νύκτα.
+ Εάν τω όντι μ' αγαπάς, Ρωμαίε, τιμημένα,
+ κ' είν' ο σκοπός σου στέφανα και γάμος, μήνυσέ μου
+ με κάποιον, οπού αύριον εγώ θα σου τον στείλω,
+ το πού και πότ' επιθυμείς η τελετή να γίνη,
+ κ' είμ' έτοιμη την τύχην μου ‘ς τα χέρια σου να βάλω
+ και εις τα πέρατα της γης να σε ακολουθήσω.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν.
+ Κυρία!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Έφθασα. — Αλλά εάν κακόν ‘ς τον νουν σου
+ επέρασε, παρακαλώ...
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν.
+ Κυρία μου!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αμέσως!
+ — τότε να μη με ξαναϊδής, και άφες με να κλαίω.
+ Θα σε μηνύσω αύριον.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Να μη σωθή η ψυχή μου
+ εάν ποτέ...
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα!
+
+ (Αποσύρεται).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις.
+ Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει
+ καθώς το μαθητόπουλον π' αφίνει το βιβλίον
+ και όταν έλθη χωρισμός, 'σαν το παιδί γυρίζει
+ όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει 'ς το σχολείον.
+
+ (Αποσύρεται βραδέως).
+
+ (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα,
+ το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω.
+ Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη.
+ Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται
+ θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση
+ κ' εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον
+ με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ' το σκότος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είν' η ψυχή μου που λαλεί και τ' όνομά μου κράζει.
+ Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος
+ μιας φωνής ερωτικής ‘ς τα σκοτεινά, την νύκτα,
+ 'σαν μουσική αρμονική στ' αυτιά προσηλωμένα.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ρωμαίε μου!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αγάπη μου!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι ώραν να σου στείλω
+ το μήνυμά μου αύριον;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κοντά εις τας εννέα.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια.
+ Εξέχασα τι σ' ήθελα και σ' έκραξα οπίσω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εδώ να μένω άφησε ως που ‘ς τον νουν να σ' έλθη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης,
+ και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κ' εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω,
+ και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης,
+ αλλ' όχι πλέον μακρυά απ' το μικρόν πουλάκι,
+ π' αφίνει απ' το χέρι της μια νέα να μακραίνη,
+ με μιαν κλωστήν μεταξωτήν 'σαν αλυσοδεμένον,
+ και 'πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει ‘ς την ποδιάν της·
+ τόσον το θέλει ‘ς την σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ας ήμουν το πουλάκι σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μακάρι, ω γλυκέ μου·
+ αλλά θα σ' εθανάτονα απ' το πολύ το χάδι.
+ Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα.
+ Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα,
+ που έως αύριον 'μπορώ να λέγω καλήν νύκτα.
+
+ (Αποσύρεται).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ο ύπνος 'ς τα ματάκια σου, ‘ς το στήθος σου γαλήνη!
+ Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν,
+ τόσον γλυκά ν' αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω
+ αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω,
+ την ευτυχίαν μου να 'πώ κ' ευχήν να του ζητήσω.
+
+ (Αναχωρεί).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.
+
+
+
+ Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.
+
+ (Εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κρατών κάλαθον).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Με χαμογέλοια η Αυγή τα πλουμιστά της μάτια
+ τα στρέφει προς την σκυθρωπήν την Νύκτα, και χαράζει
+ τα νέφη της Ανατολής με φωτερά χαράκια.
+ Και 'σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει,
+ κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου,
+ μη το πατήση ο Τιτάν κ' οι πύρινοι τροχοί του.
+ Και τώρα, πριν ο Ήλιος το φλογερόν του μάτι
+ τ' αναστηλώση, την χαράν να φέρη ‘ς την Ημέραν,
+ και να στεγνώση την δροσιάν της νοτισμένης Νύκτας,
+ πηγαίνω, το καλάθι μου να το παραγεμίσω
+ με βότανα φαρμακερά και με γλυκόχυμ' άνθη.
+ Είναι της φύσεως η Γη και τάφος και μητέρα·
+ γίνονται μνήμα νεκρικόν οι μητρικοί της κόλποι·
+ και τα παιδιά των σπλάγχνων της, τα ιδικά μας χέρια
+ τα κόπτουν εις τα στήθη της, όπου ζωήν βυζάνουν.
+ Χάραις εξαίρεταις πολλαίς έχουν πολλά παιδιά της,
+ καθένα χάριν χωριστήν, κανένα χωρίς χάριν.
+ Είναι η δύναμις πολλή κ' η αρετή μεγάλη
+ που έχει κάθε βότανον, κάθε φυτόν ή πέτρα·
+ κανένα πράγμα ποταπόν 'ς την γην ζωήν δεν έχει,
+ που διά κάτι αγαθόν ‘ς την γην δεν χρησιμεύει·
+ αλλά δεν έχει κι’ αγαθόν, που αν παραστρατίση,
+ να μη χαλνά η φύσις του κ' εις βλάβην να γυρίζη.
+ Ως και αυτή η αρετή γυρίζει 'ς αμαρτίαν
+ εάν στραβά εφαρμοσθή· καθώς κ' η αμαρτία
+ τυχαίνει κ' εξαγνίζεται 'ς τον δρόμον της κ' εκείνη. —
+ Μέσ' τον δροσάτον κάλυκα αυτού εδώ του άνθους
+ είναι κρυμμένον ιατρικόν και κατοικεί φαρμάκι·
+ αν το μυρίσης, η οσμή την αίσθησιν ευφραίνει·
+ αν το γευθής, εις την καρδιάν την αίσθησιν νεκρόνει.
+ Κ' εις του ανθρώπου την καρδιάν, καθώς 'ς το άνθος τούτο,
+ δυο βασιλείς αντίπαλοι στρατοπεδεύουν πάντα:
+ η θεία χάρις εξ ενός, εξ άλλου κακή τάσις·
+ και όταν το χειρότερον νικά και υπερέχει,
+ τρώγει την ρίζαν του φυτού σκουλήκι του θανάτου...
+
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καλή σου 'μέρα, πάτερ μου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ευλογητός, υιέ μου.
+ Ποιος ήλθε τόσον ενωρίς να με καλημερίση;
+ Παιδί μου! πρέπει ταραχή της κεφαλής μεγάλη
+ να σ' έκαμε την κλίνην σου τόσον πρωί ν' αφήσης.
+ Μετρά τας ώρας η φροντίς ‘ς τα μάτια των γερόντων,
+ κι όπου Φροντίδες κατοικούν ο Ύπνος δεν φωληάζει·
+ αλλ' όμως, όπου τα γερά τα μέλη της 'ξαπλόνει
+ Νεότης ξέννοιαστη, εκεί ο Ύπνος βασιλεύει.
+ Ο πρωινός σου ερχομός λοιπόν με βεβαιόνει
+ πως πρέπει να σ' εξύπνησε καμμία παραζάλη.
+ ή, εάν σφάλλω εις αυτό, μαντεύω πως απόψε
+ δεν 'πλάγιασε ‘ς το στρώμα του διόλου ο Ρωμαίος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι· η αλήθεια είν' αυτή· — αν μ' έλειψεν ο ύπνος,
+ πλέον γλυκειάν ανάπαυσιν εχάρηκ' η καρδιά μου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Την αμαρτίαν ο θεός να σου την συγχωρήση!
+ στης Ροζαλίνας έμεινες;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ 'Σ της Ροζαλίνας; Όχι·
+ εξέχασα και τ' όνομα και τον καϋμόν της, πάτερ.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Έτσι σε θέλω· εύγε σου! ‘Πέ μου λοιπόν, πού ήσουν;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Θα σου ειπώ το κάθε τι, πριν ερωτήσης πάλιν.
+ Την νύκτα εξεφάντωσα μαζή με τους εχθρούς μου,
+ και επληγώθηκα εκεί, χωρίς να το προσμένω,
+ αλλά επλήγωσα κ' εγώ. Κ' οι δύο θεραπείαν,
+ απ' τ' άγιον το χέρι σου, και συνδρομήν ζητούμεν.
+ Η έχθρα μου επέρασεν, αφού και τον εχθρόν μου
+ η χάρις όπου σου ζητώ θα ωφελήση, πάτερ.
+
+ΛΑΥΡΕΝΙΟΣ
+ Ομίλησέ μου καθαρά, παιδί μου, κ' εξηγήσου.
+ Αν ήλθες γρίφους να μου ‘πής, θα σ' ευχηθώ με γρίφους.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Λοιπόν σου λέγω καθαρά, πως μ' όλην την καρδιάν μου
+ του Καπουλέτου αγαπώ την κόρην την ωραίαν,
+ κι όπως εγώ την αγαπώ με αγαπά κ' εκείνη.
+ Δεμένοι ευρισκόμεθα, και μόνον τώρα μένει
+ με τ' άγιον μυστήριον του γάμου να μας δέσης.
+ Το πού, και πότε, και το πώς την είδα και με είδε,
+ και πώς ερωτευθήκαμεν κι’ αλλάξαμεν και λόγον,
+ θα σου τα 'πώ καταλεπτώς· — πλην κάμε μου την χάριν,
+ στεφάνωσέ μας σήμερον, αν μ' αγαπάς, ω πάτερ.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ελέησόν με ο θεός! Πώς ήλλαξε το πράγμα;
+ Την Ροζαλίναν, που ως χθες την αγαπούσες τόσον,
+ την ελησμόνησες ευθύς; Των νέων η αγάπη
+ λοιπό δεν είναι 'ς την καρδιάν; 'ς τα μάτια μόνον είναι;
+ Χριστέ και Παναγία μου! Διά την Ροζαλίνα
+ τα μάγουλά σου τα χλωμά αυλακωμένα ήσαν!
+ Τόσα πικρά σου δάκρυα επήγαν 'ς τα χαμένα,
+ αφού ως και την πίκραν των την έχεις ξεχασμένην.
+ Ακόμη απ' τον ουρανόν τους αναστεναγμούς σου
+ ο ήλιος δεν τους 'σκόρπισεν και αντηχεί ακόμη
+ 'ς τα αυτιά μου τα γεροντικά το αναφυλλητόν σου·
+ Ιδού, ακόμη — κύτταξε, — 'ς το μάγουλόν σου μένει
+ ενός δακρύου παλαιού τ' ασκούπιστον σημάδι.
+ Αν είσαι συ που μου 'μιλείς, κι’ ο πόθος σου 'δικός σου,
+ τότε κι’ ο πόθος σου και συ της Ροζαλίνας είσθε!
+ Και τώρα τόσον ήλλαξες; Α! ομολόγησέ το:
+ δεν είναι ασυγχώρητον γυναίκες ν' αμαρτάνουν,
+ όταν 'ς τους άνδρας φαίνεται αδυναμία τόση.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Συχνά εκατηγόρησες εκείνην την αγάπην.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Παιδί μου, τον ξετρελλαμόν και όχι την αγάπην.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και μ' έλεγες τον έρωτα να θάψω.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Δεν σου είπα
+ να θάψης ένα έρωτα και άλλον να ξεθάψης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μη μ' επιπλήττης, πάτερ μου· αυτή οπού λατρεύω
+ δίδει καρδιάν αντί καρδιάς, κι’ αγάπην δι’ αγάπην!
+ Η άλλη δεν το έκαμνε.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Διότι ενοούσεν,
+ ότι τα χείλη αγαπούν, πλην όχι κ' η καρδιά σου.
+ Ας είναι πλέον, άστατε! Έλα μαζή μου τώρα,
+ Εάν σου γίνω βοηθός, θα το αποφασίσω
+ μόνον και μόνον επειδή ελπίζω εις αγάπην
+ να στρέψω με τον γάμον σας την έχθραν των σπιτιών σας.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πηγαίνομεν βιάζομαι να γίνη ο σκοπός μου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Σιγά σιγά και γνωστικά. Σκοντάπτει όποιος τρέχει.
+
+ (Αποσύρονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.
+
+
+
+ Οδός.
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Πού 'ς τον διάβολον να είναι αυτός ο Ρωμαίος; —
+ Δεν επήγεν να κοιμηθή την νύκτα;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Δεν επήγεν εις του πατρός του. Μου το είπεν ο άν-
+ θρωπός του.
+
+ΜΕΡΚΟΤΙΟΣ
+ Αυτή η σκληρόκαρδη Ροζαλίνα με το χλωμόν της
+ το πρόσωπον τον κατατυραννεί και 'πάγει να τον τρελ-
+ λάνη.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ο Τυβάλτης, ο συγγενής του γέρο-Καπουλέτου, του
+ έστειλεν εις του πατρός του γράμμα.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Να μην έχω ζωήν, αν δεν τον προσκαλή εις μονο-
+ μαχίαν.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Θ' αποκριθή ο Ρωμαίος.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Όποιος ηξεύρει γράμματα ημπορεί ν' αποκριθή εις
+ ένα γράμμα.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Θέλω να ειπώ, ότι θ' αποκριθή εις εκείνον οπού το
+ έγραψε, καθώς του πρέπει. Στήθος εις στήθος!
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Αλλοίμονον! Ο κακόμοιρος ο Ρωμαίος είναι απο-
+ θαμμένος πλέον! Τον εμαχαίρωσε το μαύρο 'μάτι μιας
+ άσπρης κοπέλας· του ετρύπησε το αυτί ένα ερωτικόν
+ τραγουδάκι· του επλήγωσε τα φυλλοκάρδια το βέλος
+ του τυφλού παιδιού που ηξεύρεις· — και θέλεις τέτοιος
+ άνθρωπος να δείξη στήθος εις τον Τυβάλτην;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Και τι τάχα είναι ο Τυβάλτης;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Δεν χωρατεύει ο Τυβάλτης. Ηξεύρει εις τα δάκτυ-
+ λά του τους νόμους της τιμής και την τέχνην της μο-
+ νομαχίας. Το σπαθί του το παίζει, καθώς παίζεις τον
+ ταμπουράν· προσέχει εις το μέτρημα, εις το λάλημα
+ και εις το κτύπημα· θα σου μετρήση έν, δύο, τρία, και
+ άρπα την εις το στήθος! Σου ετρύπησε το κουμβί ως
+ που να γυρίσης να ιδής. Φοβερός εις ταις σπαθιαίς!
+ Μονομάχος του πρώτου νερού! Ηξεύρει διατί και πώς
+ να ξεσπαθώση. Ω! περίφημη passata. Να punto re-
+ verso μίαν φοράν. Να σου hai(34).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Να σου, τι;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Να τους πάρη η ζάλη αυτούς τους φαντασμένους,
+ όλον μορφασμούς και τσακίσματα γεμάτους, και προσ-
+ ποίησιν απ' επάνω έως κάτω, οπού σου τα λέγουν τορ-
+ νευμένα: « Μα τον Δία! κάλλιστον ξίφος! Μέγιστος
+ ανήρ! εξαισία εταίρα!» Ω παπουλή μου, δεν είναι
+ αμαρτία να έχωμεν εις το κεφάλι μας αυταίς ταις σκνί-
+ παις, αυτούς τους οδηγούς του συρμού, αυτούς τους
+ pardonnez - mois, οπού γυρεύουν τους νεωτερισμούς
+ και δεν ημπορούν να στρογγυλοκαθήσουν εις τα παλαιά
+ μας σκαμνιά! που να τους καθήσουν εις τον λαιμόν τα
+ bonjour των και τα bonsoir των!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Να τος ο Ρωμαίος! Να τος!
+
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Πετσί και κόκκαλον! σωστός τσίρος. Ω σάρκα, σάρ-
+ κα, πώς αποψαρόνεσαι! Τώρα δα σου πηγαίνουν οι στί-
+ χοι, οπού εξεχείλιζεν ο Πετράρχης. Κοντά εις την ιδι-
+ κήν σου η Λαύρα ήτο μία μαγείρισσα· με μόνην την
+ διαφοράν, ότι ο ιδικός της αγαπητικός έψαλλε τον έρω-
+ τά του καλλίτερά σου. Κοντά εις την ιδικήν σου η Διδώ
+ ήτο μία χήνα, η Κλεοπάτρα μία γύφτισσα, η Ελένη
+ και η Ηρώ πατσαβούραι, η Θίσβη μία ανάλατη γαλα-
+ νομμάτα. Signor Ρωμαίε, bonjour. Ιδού γαλλικός
+ χαιρετισμός διά τα γαλλικά σου βρακιά. — Καλά μας
+ την έπαιξες χθες.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καλή σας ημέρα και τους δύο. — Τι σας έπαιξα;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μας εξέφυγες, Κύριε· μας εξέφυγες.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Συμπάθησέ με, καλέ μου Μερκούτιε· είχα μίαν υπό-
+ θεσιν πολύ σπουδαίαν, και εις μίαν περίστασιν, ωσάν
+ αυτήν οπού μου έτυχεν, η χωριατιά είναι συγχωρη-
+ μένη μεταξύ φίλων.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Δηλαδή, με άλλα λόγια, εις μίαν περίστασιν ωσάν
+ αυτήν οπού σου έτυχε, συγχωρείται να δείξη κανείς
+ την ράχιν του....
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Από το πολύ σκύψιμον διά να ζητήση συγχώρησιν.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Καλά τα διορθόνεις.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καθώς η ευγένεια το απαιτεί.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ως προς τούτο, μη λησμονής, ότι εγώ είμαι της
+ ευγενείας το άνθος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τριαντάφυλλον;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μάλιστα τριαντάφυλλον.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εγώ τα έχω εις τα ποδάρια μου τα τριαντάφυλλα.
+ Κύτταξε τα δεσίματα των υποδημάτων μου.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Τι νόστιμος οπού είσαι. Μη στέκης! Εμπρός, ως που
+ να έβγουν οι πάτοι των υποδημάτων σου αυτών, και να
+ μην έχη πού να πατήση η νοστιμάδα σου....
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Διά να ξεπατώση το πνεύμα σου (35).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Βοήθεια, Μπεμβόλιέ μου, κ' εχάθηκα! Αι; δεν είναι
+ καλλίτερα έτσι παρά να μου βογκάς από έρωτα; Τώρα
+ μου αρέσεις· τώρα είσαι ο Ρωμαίος οπού θέλω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κύτταξ' εκεί· τι είναι αυτό που έρχεται;
+
+ ( Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ένα πανί! ένα πανί!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Δύο πανιά! Μία φούστα και ένα βρακί.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πέτρε!
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Παρών.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Το φυσερόν μου, Πέτρε(36).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Δος της το, Πέτρε, να κρύψη το πρόσωπόν της. Μου
+ αρέσει καλλίτερα το φυσερόν.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλή σας ημέρα, άρχοντες.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Καλή εσπέρα, αρχόντισσά μου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλέ, από τώρα εβράδυασε;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ήρχισε να βραδυάζη, κυρά μου· διότι το δάχτυλον
+ της ώρας εγαργάλισε πλέον το μεσημέρι.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Δεν με ξεφορτόνεσαι; Τι λογής άνθρωπος είσαι του
+ λόγου σου;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είναι, κυρά μου, ένας άνθρωπος, οπού ό Θεός τον
+ έπλασε κατ' εικόνα του, διά να κάμη άδικον του εαυ-
+ τού του.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλά και το λέγεις τω όντι! Να κάμη άδικον του
+ εαυτού του, λέγει. — Άρχοντες, ημπορεί κανείς σας
+ να μου ειπή πού να εύρω τον νέον Ρωμαίου;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εγώ να σου το ειπώ· αλλ' ο νέος Ρωμαίος, ως που
+ να τον εύρης, θα ήναι γεροντότερος από τότε οπού ήρ-
+ χισες να τον γυρεύης. Εγώ είμαι ο νεώτερος με αυτό
+ το όνομα, κυρά μου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Αν ήσαι συ ο Ρωμαίος, έχω κάτι να σου ειπώ κρυφόν,
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Κάλεσμα έχει να του κάμη.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μαυλίστρα! Μαυλίστρα! Χω, χω!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τι ξεφωνίζεις εκεί:
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Εμυρίσθηκα κυνήγι. — Άκουσε, Ρωμαίε, θα έλθης
+ έπειτα εις του πατρός σου; Θα γευματίσωμεν εκεί και
+ οι δύο.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καλά· τώρα έρχομαι.
+
+ (Εξέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλέ δεν μου λέγεις τι πράγμα είναι αυτός ο γλωσ-
+ σάς, οπού μου έκοψε τόσαις αυθάδειαις:
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είναι ένα αρχοντόπουλον, οπού του αρέσει ν' ακούη
+ την φωνήν του, και ημπορεί να ειπή εις ένα λεπτόν όσα
+ δεν έχει την υπομονήν ν' ακούση εις ένα μήνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Αν έχη την όρεξιν να φλυαρή δι’ εμένα, του δείχνω
+ εγώ πόσα απίδια βάζει ο σάκκος! Και αν εγώ δεν ημ-
+ πορώ, 'ξεύρω πού να εύρω τον παιξομύτην του. Το ξό-
+ ανον! Δεν είμαι εγώ απ' εκείναις οπού 'ξεύρει· (προς τον
+ Πέτρον) — Και συ στέκεις εκεί ορθοκαταίβατος, και αφί-
+ νεις όποιον τύχη να με κάμη ό,τι θέλει;
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Δεν είδα κανένα να σε κάμη ό,τι θέλει. Ας τον έβλε-
+ πα, και να ιδής πώς θα εξεσπάθονα! Ακούς! Φθάνει να
+ ιδώ, ότι είναι ανάγκη και ότι είμαι εις το δίκαιόν μου,
+ και ξεσπαθόνω 'σαν κάθε άλλον.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Με εσύγχυσε τόσον, οπού μου ήλθεν ανατριχίλα. Ο
+ παληάνθρωπος! — Παρακαλώ, Κύριέ μου, να σου ειπώ
+ δύο λόγια. Ως καθώς σου είπα, μ' έστειλεν η κυρία μου
+ να σ' εύρω. Το τι μου είπε να σου ειπώ, εγώ το 'ξεύρω·
+ αλλά, πρώτα και αρχή, έχω να σου ειπώ, ότι αν ο σκο-
+ πός σου ήναι να την γελάσης, έτσι να 'πούμεν, θα ήναι
+ το φέρσιμόν σου κακόν και ψυχρόν, έτσι να 'πούμεν· —
+ η κυρία μου είναι νέα νέα, και αν έβαλες εις τον νουν
+ σου να την παίξης, θα κάμης πράγμα οπού δεν είναι
+ τιμημένον.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Παραμάνα, να μου χαιρετήσης την Κυρίαν σου, και
+ να της ειπής ότι διαμαρτύρομαι...
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να καλή καρδιά! Και βέβαια θα της το ειπώ. Πανα-
+ γία μου, πώς θα το χαρή!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και τι θα της ειπής, παραμάνα; δεν με ήκουσες
+ ακόμη.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Θα της ειπώ ότι διαμαρτύρεσαι· και αυτό είναι εκείνο
+ οπού έπρεπε να κάμης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είπε της το απόγευμα να εύρη ευκαιρίαν
+ να έλθη 'ς του πνευματικού να την εξαγορεύση·
+ κ' εκεί θα γείνη, 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου,
+ και η εξομολόγησις και το στεφάνωμά μας.
+ Ιδού διά τον κόπον σου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ούτε λεπτόν δεν παίρνω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω! έλα δα· παρακαλώ. Σου λέγω θα τα πάρης.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Απόψε το απόγευμα; Καλά· εκεί θα ήναι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ 'Σ τον τοίχον του μοναστηρίου περίμενε ολίγον,
+ κ' εκεί θα στείλω άνθρωπον τώρα ευθύς να σ' εύρη
+ και να σου δώση τα σχοινιά, οπού θα έχω σκάλαν
+ εις τα εξάρτια τα 'ψηλά ν' αναίβω της χαράς μου.
+ Ώρα καλή! Φέρσου πιστά και θα σου το πληρώσω.
+ Ώρα καλή· εκ μέρους μου χαιρέτα την κυράν σου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να σ' ευλογήση ο Θεός, παιδί μου. — Άκουσέ με.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τι είναι, παραμάνα μου;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ο άνθρωπος αυτός σου
+ είναι πιστός; — Τα μυστικά ο ένας τα φυλάγει
+ καλλίτερα παρά οι δυο· το 'ξεύρεις.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μη φοβάσαι,
+ είναι πιστός και μυστικός.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πολύ καλά, αυθέντα μου. Δεν ξαναέγεινε τέτοια
+ γλυκειά νέα·. Θεέ μου, Θεέ μου! όταν ήτον τοσουλάκι
+ ... Ω! είναι 'ς την Βερώναν έν αρχόντοπουλον, τον
+ λέγουν Πάρην, και νοστιμεύεται να την πάρη. Όμως
+ εκείνη η καϋμένη καλλίτερα έχει να βλέπη... δεν ηξεύ-
+ ρω τι, παρά εκείνον. Κάποτε διά να την χολιάσω, της
+ λέγω, ότι ο Πάρης είναι ο γαμβρός οπού της πρέπει·
+ αλλά όταν ακούη τέτοια λόγια· κιτρινίζει 'σαν το πανί,
+ η καϋμένη. — Ειπέ μου δεν αρχίζουν με το ίδιον ψηφίον
+ Ρωμαίος και ρόδον;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι, παραμάνα· διατί ερωτάς; Και τα δυο με ρω.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Έλα, μη με περιπαίζης· το 'ξεύρω ότι δεν είναι με
+ ρω· ας ήναι. — Λοιπόν σου λέγει εκείνη κάτι φαρσεο-
+ λογίαις διά τ' όνομά σου και το ρόδον, οπού κάτι έδι-
+ δες να ταις ακούσης.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Χαιρέτα μου την, παραμάνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλά, καλά· — Πέτρε!
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Παρών.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πήγαινε εμπρός. Σάλευε!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΉ ΠΕΜΠΤΗ.
+
+
+
+ Ο κήπος του Καπουλέτου.
+
+ (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Όταν την έστειλα, εννηά εσήμαινεν η ώρα,
+ και είπε το πολύ πολύ να λείψη μισήν ώραν.
+ Μη να τον εύρη δεν 'μπορεί; — Όχι· δεν είναι τούτο· —
+ είναι χωλή· κι’ ο Έρωτας, υπομονήν δεν έχει,
+ και θέλει ταχυδρόμους του τους στοχασμούς, που τρέχουν
+ δέκα φοραίς πλέον γοργοί από ακτίνα ήλιου,
+ όταν τους ίσκιους 'ς τα βουνά τα βουρκωμένα διώχνη·
+ και διά τούτο πτερωτόν τον Έρωτα τον έχουν,
+ και περιστέρια τον τραβούν, και φεύγει 'σαν αέρας. —
+ Έκαμ' ο Ήλιος το μισόν ημεροκάματόν του
+ κ' ευρίσκεται 'ς του δρόμου του την κορυφήν φθασμένος.
+ Επέρασαν απ' ταις εννηά έως το μεσημέρι
+ τρεις ώραις, και δεν έφθασεν ακόμ' η παραμάνα!
+ Αν είχε της νεότητος το αίμα και τα πάθη,
+ θα ήτο γοργοκίνητη· τα λόγια μου 'σαν σφαίρα
+ θα την ‘πέτούσαν να ιδή τον αγαπητικόν μου,
+ κι οπίσω πάλιν και αυτός θα μου την επετούσε.
+ Αλλά του γέρου το κορμί τον θάνατον 'θυμίζει·
+ είν' αργοκίνητον, χλωμόν, βαρύ 'σαν το μολύβι.
+
+ (Εισέρχονται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).
+
+ Α! να την! — Ω μελίτικη, γλυκειά μου παραμάνα,
+ τι νέα; τον αντάμωσες; — Τον άνθρωπόν σου διώξε.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πέτρε, 'ς την θύραν πρόσμενε.
+
+ (Απέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Γλυκεία μου παραμάνα,
+ λέγε μου τώρα. — Ω Θεέ! σε βλέπω λυπημένην!
+ Κακόν αν έχης να μου 'πής, καλόκαρδα ειπέ το,
+ και αν καλόν θα μου ειπής, μ' αυτό το ξυνισμένο
+ το πρόσωπόν σου μη χαλνάς τον εύμορφόν του ήχον.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ωχ! άφησέ με μιαν στιγμήν και είμαι κουρασμένη.
+ Τι δρόμον που τον έκαμα! Πονούν τα κόκκαλά μου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ας είχα ‘γώ τα νέα σου και συ τα κόκκαλά μου!
+ ‘Πέ μου να ζήσης, ω γλυκειά, γλυκειά μου παραμάνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τι βία! Μέγας ο Θεός! υπομονήν δεν έχεις;
+ Δεν βλέπεις; Ελαχάνιασα κι’ αναπνοήν δεν έχω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πώς ελαχάνιασες, και πώς αναπνοήν δεν έχεις,
+ αν σ' έμεινε αναπνοή να ‘πής πως δεν την έχεις;
+ Μ' αυτά που προφασίζεσαι πλειότερα μου λέγεις,
+ παρά εάν μου έλεγες εκείνα που μου κρύπτεις.
+ Καλόν μου φέρνεις ή κακόν; Εις τούτο αποκρίσου.
+ Μιαν λέξιν ‘πέ μου· τα λοιπά κατόπιν μου τα λέγεις.
+ Είναι καλόν; είναι κακόν; — Ειπέ να ησυχάσω.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Μα την αλήθειαν, περίφημα τον εδιάλεξες! Πού επή-
+ γες να τον εύρης τέτοιον άνδρα; Χαράς το! Ρωμαίος,
+ λέγει! Ίσως έχει πρόσωπον ευμορφότερον παρά κάθε
+ άλλον νέον, αλλά το ποδάρι του.... ποιος έχει καλλί-
+ τερον; Όσον διά το χέρι του και το ανάστημά του.....
+ και τι να ειπή κανείς; και με τίνος να το συγκρίνη; Δεν
+ είναι το άνθος της ευγενείας ο Ρωμαίος,... αλλά είναι
+ ήμερος 'σαν αρνάκι. — Πήγαιν' απ' εδώ παληοκόριτσο·
+ και ο Θεός μαζή σου! — Τι εγευματίσατε εδώ πέρα;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Α! όχι, όχι! Όλ' αυτά τα ήξευρ' από πρώτα.
+ Αλλά διά τον γάμον μας ειπέ μου, τι σου είπε.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Η κεφαλή μου πώς πονεί! Φοβούμαι να μη σπάση.
+ Ωχ! πώς πονεί κ' η ράχη μου! η ράχη μου — η ράχη!
+ Μ' επρόκοψες που μ' έστειλες να τρέχω τόσον δρόμον,
+ κ' επάνω κάτω να γυρνώ, του θανατά να γείνω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πολύ λυπούμαι να πονής, καλή μου παραμάνα·
+ καλή, — καλή μου, λέγε μου, τι είπεν ο Ρωμαίος;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Παρήγγειλε να σου ειπώ, ως νέος τιμημένος,
+ κ' ευγενικός, και αγαθός, και καλοκαμωμένος,
+ κ' ενάρετος αληθινά... Η μάνα σου πού είναι;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Η μάνα μου; η μάνα μου πού είναι; — Είναι μέσα.
+ Και πού θα ήναι; θαυμαστήν απόκρισιν μου δίδεις:
+ «Παρήγγειλε να σου ειπώ ως νέος τιμημένος,
+ «πού είν' η μάνα σου».
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλέ, Χριστέ και Παναγία,
+ τι είναι τόσον άναμμα; Διά τα κόκκαλά μου
+ τα πονεμένα, είν' αυτό κατάπλασμα; Ωραία!
+ Άλλην φοράν μονάχη σου να τρέχης 'ς ταις δουλειαίς
+ [σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι βάσανον! — Παρακαλώ, τι λέγει ο Ρωμαίος;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πήρες την άδειαν να 'πας εις τον πνευματικόν σου;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ναι, την επήρα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ 'Σ το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου
+ αμέσως πήγαινε. — Εκεί προσμένει ένας άνδρας
+ να γείνης η γυναίκα του. Επέστρεψε το αίμα
+ 'ς τα μάγουλα σου; — δεν αργούν να κατακκοκινίσουν.
+ 'Σ το μοναστήρι πήγαινε· κ' εγώ απ' άλλον δρόμον
+ εκεί πηγαίνω, επειδή θα ενταμώσω κάποιον,
+ που θα μου δώση μυστικά σχοινιά, διά ν' αναίβη
+ εις την φωληάν ενός πουλιού ο αγαπητικός σου
+ όταν νυκτώση. — Πήγαινε. — 'Πάγω κ' εγώ να φάγω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! με την ώραν την καλήν, χρυσή μου παραμάνα.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ.
+
+
+
+ Το κελλίον του Λαυρεντίου.
+
+ (Εισέρχονται ο πάτερ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Να ευλογήση ο Θεός τον γάμον σας, παιδί μου,
+ διά να μη πληρώσετε με πίκραις την χαράν σας.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αμήν, αμήν! Αλλ' η χαρά, ω πάτερ, που μου δίδεις
+ κάθε στιγμή οπού περνώ κοντά της και την βλέπω,
+ δεν ημπορεί να συγκριθή μ' όσαις κι’ αν έλθουν πίκραις.
+ Τα χέρια μας συνένωσε με τ' άγιά σου λόγια,
+ κι ας κάμη ό,τι του περνά ο Θάνατος κατόπιν.
+ Φθάνει εγώ ν' αξιωθώ να την ειπώ 'δικήν μου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουν
+ και σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουν
+ μαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν.
+ Το μέλι το γλυκύτερον απ' την πολλήν του γλύκαν
+ κανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει·
+ λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη·
+ εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνει
+ κ' εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει.
+
+ (Εισέρχεται η Ιουλιέτα).
+
+ Κ’ η νύμφη έρχεται· ιδού· ποτέ, ποτέ σημάδι
+ εις της αιωνιότητος την πλάκα δεν θ' αφήση
+ τέτοιο ποδάρι ελαφρόν! — Ο εραστής δεν πέφτει,
+ και αν ακόμη κρεμασθή εις ταις κλωσταίς της πάχνης,
+ που 'ς τον αέρα τον ζεστόν πετούν το καλοκαίρι!
+ Τόσον ζυγιάζει της ζωής η κούφια ματαιότης!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Καλή εσπέρα κι’ αγαθή, πνευματικέ μου πάτερ.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Εκ μέρους και των δύο μας, παιδί μου, ο Ρωμαίος
+ ας σου ειπή ευχαριστώ.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ας τον καλησπερίσω,
+ ώστε ν' αξίζω να μου ‘πή ε υ χ α ρ ι σ τ ώ κ' εκείνος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω Ιουλιέτα μου, εάν κ' εσένα ξεχειλίζη
+ από χαράν το στήθος σου, καθώς το ιδικόν μου,
+ και αν με λόγια ημπορής εσύ να την εκφράσης,
+ η γλύκα τότε ας χυθή αμέσως της πνοής σου
+ 'ς την ατμοσφαίραν την γλυκειάν που μας περικυκλόνει
+ κι ας αντηχήσ' η μουσική της θελκτικής φωνής σου
+ την ευτυχίαν να ειπή της ενταμώσεώς μας.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Το αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει,
+ ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει·
+ πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει·
+ εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον,
+ ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ' ο μισός της πλούτος.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Εμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύω
+ να σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ' άδειάν σας,
+ πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα.
+
+ ( Αποσύρονται).
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ.
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ.
+
+
+
+ Πλατεία.
+
+ (Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου·
+ καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι·
+ εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν,
+ διότ' η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ-
+ βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις
+ το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει-
+ ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ-
+ πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω
+ όντι να χρειάζεται.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Τέτοιος σου φαίνομαι;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω-
+ πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια
+ περίστασιν ν' απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το
+ ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Τι θέλεις να ειπής με αυτό;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Θέλω να ειπώ ότι αν είχεν ο κόσμος άλλον ένα ωσάν
+ εσένα, δεν θα επολυχρόνιζε κανείς από τους δυο σας· —
+ ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Είσαι άξιος να πιασθής
+ με τον πρώτον, οπού σου φανή να έχη 'ς τα γένειά του
+ μίαν τρίχα παρεπάνω ή μίαν τρίχα παρακάτω από εσέ-
+ να. Είσαι καλός να μαλώσης, αν ιδής κανένα να δαγ-
+ κάνη λεπτοκάρυδον, μόνον και μόνον διότι τα μάτια
+ σου έχουν το χρώμα του. Μόνον τέτοια μάτια ημπορούν
+ να ιδούν εις τόσον πράγμα αιτίαν διά μάλωμα! Το κε-
+ φάλι σου είναι γεμάτον μαλώματα, όσον είναι το αυ-
+ γόν γεμάτον κροκάδι· αλλά έγεινε και ωσάν κλούβιον
+ αυγόν από τα πολλά μαλοκοπήματα. — Εμάλωσες μ'
+ ένα οπού έβηχεν εις τον δρόμον, διότι σου εξύπνησε το
+ σκυλί σου, ενώ ήτο κοιμισμένον εις τον ήλιον. Επιά-
+ σθηκες μ' ένα ράπτην, διότι έβαλε νέα φορέματα προ
+ του πάσχα, και μ' ένα άλλον, διότι έδεσε με παλαιόν
+ γαϊτάνι τα καινούρια του υποδήματα. Και ύστερον από
+ αυτά θα μου κάμης εσύ τον δάσκαλον, και θα με συμ-
+ βουλεύης να μη μαλώσω;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Αν ήμαι τόσον αψίκορος, τότε δεν αξίζω να μου
+ αγοράση κανείς την ζωήν μου ούτε δι’ ένα παράν.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ούτε δι’ ένα παράν, παράξενε·
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Μα την κεφαλήν μου, επλάκωσαν οι Καπουλέτοι!
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μα το παπούτσι μου, δεν με μέλει.
+
+ (Εισέρχεται ο ΤΙΥΒΑΛΤΗΣ μετ' άλλων).
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Ελάτε, φίλοι μου, κοντά, και θα πιασθώ μαζή των.
+ — Καλή εσπέρα. Μ' ένα σας, παρακαλώ, δυο λόγια.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Και μόνον δύο λόγια μ' ένα μας; Ζευγάρωσέ τα με
+ τίποτε άλλο· δεν προτιμάς λόγια με σπαθιαίς;
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Θα μ' εύρης και εις αυτό πρόθυμον, φθάνει να μου
+ δώσης αφορμήν.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Και δεν ημπορείς να την πάρης μόνος σου την αφορ-
+ μήν; Να σου την δώσουν πρέπει;
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Μερκούτιε, συχνολαλείς με τον Ρωμαίον!
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Συχνολαλώ! Παιγνιδιάτορα μ' έκαμες εμένα, να λα-
+ λώ; Αν με κάμης παιγνιδιάτορα, κύτταξε καλά να μη
+ σου ταις παίξω! Το βλέπεις το βιολί μου; Να μη σε
+ κάμω μ' αυτό να χορεύσης, εσύ! Ακούς εκεί, συχνο-
+ λαλώ!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ 'Σ τον δρόμον ευρισκόμεθα· εδώ περνά ο κόσμος·
+ ή τραβηχθήτε πούποτε παράμερα, ή 'πήτε
+ αγάλια, όσα έχετε να 'πήτε μεταξύ σας,
+ ή ησυχάσετε. Εδώ ο κόσμος όλος βλέπει.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Τα μάτια τάχει ο καθείς να βλέπη, και ας βλέπη!
+ Δεν το κουνώ από εδώ εγώ διά κανένα.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Καλά! Μαζή σου ο Θεός! Ο άνθρωπός μου να τος.
+
+ (Εισέρχεται ο Ρωμαίος).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Αν άνθρωπός σου ήν' αυτός, να κόπτης τον λαιμόν μου.
+ Σύρε αν θέλης το σπαθί και θα σ' ακολουθήση·
+ μόνον και μόνον εις αυτό θα ήναι άνθρωπός σου.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Ρωμαίε, την αγάπην μου θα σου την αποδείξω
+ μ' αυτάς τας δύο λέξεις μου: Ένας αχρείος είσαι!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τυβάλτη, έχω αφορμήν να σ' αγαπώ εσένα,
+ και δεν σε συνερίζομαι δι’ όσον πάθος δείχνεις
+ μ' αυτόν σου τον χαιρετισμόν. Δεν είμ' εγώ αχρείος.
+ Ώρα καλή σου το λοιπόν. Ακόμη δεν με 'ξεύρεις.
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Εκείνο που μου έκαμες, δεν μου το διορθόνεις
+ μ' αυτά τα λόγια. Γύρισε, και σύρε το σπαθί σου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Να σε πειράξω τίποτε δεν έκαμα ποτέ μου,
+ και σ' αγαπώ πλειότερον απ' ότι συ νομίζεις.
+ Θα έλθη ώρα και καιρός τον λόγον να τον μάθης.
+ Λοιπόν, ω Καπουλέτε μου, ησύχασε, διότι
+ το όνομά σου τ' αγαπώ ωσάν το ιδικόν μου.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Τι ταπεινή υποταγή! Τι εντροπή! Χαράς το!
+ Αυτός που παίζει ταις σπαθιαίς θα κάμνη ό,τι θέλει!
+ Εδώ, Τυβάλτη· κόπιασε· εδώ ποντικοπιάστη!
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Τι θέλεις απ' εμένα, συ;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Αγριόγατε, θέλω μίαν από ταις επτά σου ζωαίς!
+ Μου χρειάζεται τώρα η μία, και κατά το φέρσιμόν σου
+ σου κοπανίζω κατόπιν και ταις επίλοιπαις. Τράβα το
+ σπαθί σου από τ' αυτί, και δείξέ μου το, ειδεμή σου κό-
+ πτω εγώ τ' αυτιά με το σπαθί μου!
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ, σύρων το ξίφος.
+ Εδώ είμαι εγώ, να σου δείξω εσένα.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μερκούτιέ μου, κρύψε το σπαθί σου.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Έλα, Κύριε· να ιδώ την τέχνην σου.
+
+ (Μάχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ξεσπάθωσε, Μπεμβόλιε, και κτύπα τα σπαθιά των
+ είν' εντροπή σας, άρχοντες· είν' εντροπή· σταθήτε·
+ Τυβάλτη! ω Μερκούτιε! Επρόσταξεν ο Πρίγκηψ
+ να παύσουν τα μαλώματα 'ς τους δρόμους της Βερώνας·
+ Τυβάλτη, κάτω το σπαθί! Μερκούτιε καλέ μου!
+
+ (Ενώ ο ΡΩΜΑΙΟΣ προτείνει το ξίφος μεταξύ αυτών όπως τους
+ χωρίση, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ πληγόνει τον ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΝ υπό τον βραχίονα
+ του ΡΩΜΑΙΟΥ και απέρχεται μετά των φίλων αυτού).
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Μ' επλήγωσε! ς' τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!
+ Από την μέσην μ' έβγαλε μιαν και καλήν! — Κ' εκείνος,
+ απλήγωτος το έστρηψε.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Τι; πληγωμένος είσαι;
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Δεν είναι παρά ξέγδαρμα· ναι, ξέγδαρμα· πλην φθάνει!
+ Πού είν' ο δούλος μου; Μωρέ, τρέχα ιατρόν να φέρης.
+
+ (Εξέρχεται ο υπηρέτης).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Θάρρος, ω φίλε· ελαφρά θα ήναι η πληγή σου.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ναι· δεν είναι βαθειά 'σαν πηγάδι, ούτε πλατειά 'σαν
+ εκκλησίας πύλη, αλλά είναι αρκετή, και θα κάμη την
+ δουλειάν της. Αν με γυρεύης αύριον, θα μ' εύρης πα-
+ ραχωμένον. Μ' εδιόρθωσε περίφημα, σου λέγω· 'ς τ' α-
+ ανάθεμα και τα δύο τα σπιτικά σας! Να πάρη η ζάλη!
+ Ένας σκύλος, ένας παληόγατος, ένας ποντικός να με
+ σκοτώση εμένα με μίαν τσουγγρανιάν! Ένας καυχη-
+ σιάρης, ένας αχρείος, ένα κνώδαλον, που παίζει το
+ σπαθί του με την αριθμητικήν! — Τι ήθελες να χωθής
+ μεταξύ μας; Μου έδωκε την σπαθιάν κάτω από το χέ-
+ ρι σου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Διά καλόν το έκαμα.
+
+ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
+ Ωχ! εις κανένα σπίτι
+ βοήθησέ με να χωθώ, πριν να λιγοθυμήσω,
+ Μπεμβόλιε· — ’ς τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!
+ Μ' επρόκοψε περίφημα!...τα δύο σπιτικά σας... (37)
+
+ (Εξέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αυτός ο νέος ο καλός, ο ακριβός μου φίλος,
+ ο συγγενής του πρίγκηπος, πληγήν θανατηφόρον
+ επήρεν εξ αιτίας μου· και την υπόληψίν μου
+ μου την κατεκηλίδωσεν η γλώσσα του Τυβάλτη·
+ κ' εξάδελφόν μου σήμερον τον έχω τον Τυβάλτην!
+ Ω Ιουλιέτα μου γλυκειά, ιδέ, η ευμορφιά σου
+ καρδιάν μου βάζει γυναικός 'ς τα στήθη μου, και κάμνει
+ την κόψιν του την ανδρικήν να χάση το σπαθί μου.
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, επανερχόμενος.
+ Ρωμαίε! Ο Μερκούτιος απέθανε, Ρωμαίε!
+ Την γην την εβαρέθηκε πριν έλθη ο καιρός του,
+ και η γενναία του ψυχή ανέβηκε 'ς τα νέφη.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Είναι αρχή της συμφοράς η μαύρη τούτη 'μέρα·
+ εδώ αρχίζει ο καϋμός κι’ αλλού θα τελειώση.
+
+ (Εισέρχεται εκ νέου ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Να! λυσιασμένος έρχεται και πάλιν ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Α! ο Μερκούτιος νεκρός, και τούτος θριαμβεύει!
+ Φύγ' απ' εδώ Υπομονή, και γείνου οδηγός μου
+ εσύ Μανία φοβερά, πώχεις φωτιάν 'ς τα μάτια!
+ Τυβάλτη, 'πίσω πάρε τον τον λόγον που μου είπες
+ και ο αχρείος είσαι συ! Επάνω μας πλανάται
+ του Μερκουτίου η ψυχή, και συντροφιάν προσμένει
+ την ιδικήν σου την ψυχήν εκεί να του την στείλω.
+ Κατόπιν του ο ένας μας θα 'πάγη, ή κ' οι δυο μας!
+
+ΤΥΒΑΛΤΗΣ
+ Εσύ παληόπαιδον, εσύ θα τον ακολουθήσης,
+ εσύ, που είχε συντροφιάν εκείνος κ' εδώ κάτω!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Το ποιος θα 'πάγη, το σπαθί θα το αποφασίση.
+
+ (Μάχονται· φονεύεται ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ρωμαίε, φύγε· πήγαινε! Νεκρός είν' ο Τυβάλτης,
+ κι ο κόσμος εσηκώθηκε. Τι στέκεσαι και βλέπεις;
+ Ο πρίγκηψ σ' εθανάτωσε αν σε συλλάβη... Φύγε!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω! Είμαι τ' αναγέλασμα της Μοίρας!
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Τι προσμένεις;
+
+ (Απέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+ (Εισέρχονται πολίται κ.τ.λ.).
+
+ ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
+ Τον είδες; πού εξέφυγε; πού είν' ο δολοφόνος
+ του Μερκουτίου; λέγε μας, πού είναι ο Τυβάλτης;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Να ο Τυβάλτης, καταγής.
+
+Ο ΠΟΛΙΤΗΣ
+ Τυβάλτη, σε προστάζω
+ εις τ' όνομα του πρίγκηπος να με ακολουθήσης.
+
+ (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του, ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, ο
+ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των συζύγων αυτών, και έτεροι).
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Πού είναι οι πρωταίτιοι αυτής της παραζάλης;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ω άρχον, ευγενέστατε, να σου τον φανερώσω
+ όλης αυτής της ταραχής τον αίτιον τον πρώτον..
+ αυτός, που τον εσκότωσεν ο νέος ο Ρωμαίος,
+ αυτός που τον Μερκούτιον εσκότωσε, — ιδέ τον.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Τυβάλτη μου! ανεψιέ! παιδί του αδελφού μου!
+ Ω άρχον! ω εξάδελφε! ω άνδρα μου! Το αίμα
+ του συγγενούς μας έχυσαν! Δικαιοσύνη, πρίγκηψ!
+ Ξεπλήρωσε το αίμα του με του Μοντέκη αίμα.
+ Ανεψιέ, ανεψιέ!
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Μπεμβόλιε, ποιος ήτον
+ η αφορμή; ποιος ήρχισεν ο πρώτος;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Ο Τυβάλτης!
+ Αυτός, που τον εφόνευσε το ξίφος του Ρωμαίου.
+ Φρόνιμα λόγια και σωστά του είπεν ο Ρωμαίος·
+ του είπεν ότι αφορμήν δεν είχε να μαλώση·
+ τον υψηλόν σου ορισμόν να 'θυμηθή του είπε·
+ και του τα έλεγεν αυτά με γλύκαν 'ς την φωνήν του,
+ με 'μάτι ημερώτατον, μ' ευγένειαν 'ς τους τρόπους.
+ Αλλ' όμως ο αράθυμος Τυβάλτης δεν ακούει,
+ κι αντί τα λόγια του αυτά να τον καθησυχάσουν,
+ 'ς του Μερκουτίου χύνεται το στήθος το γενναίον
+ με το σπαθί του το γυμνόν. Κ' εκείνος αναμμένος
+ το σίδερον 'ς το σίδερον αμέσως αντικρύζει,
+ και μ' ένα χέρι πολεμά τον θάνατον να διώξη,
+ κ' εις τον Τυβάλτην προσπαθεί με τ' άλλο να τον δώση
+ κι αυτός πασχίζει τεχνικά να του τον στείλη 'πίσω.
+ Και ο Ρωμαίος δυνατά φωνάζει: «χωρισθήτε,
+ σταθήτε, φίλοι»· και γοργά το χέρι του σηκόνει,
+ απ' ό,τι τους τα έλεγε γοργώτερος ακόμη,
+ και χύνεται 'ς την μέσην των και τους κτυπά με βίαν
+ τα κοπτερά των τα σπαθιά, να τους τα χαμηλώση.
+ Πλην κάτω απ' το χέρι του προκάμνει ο Τυβάλτης
+ και τον καλόν Μερκούτιον θανάσιμα πληγόνει
+ με μιαν επίβουλην σπαθιάν, κ' ευθύς τρεχάτος φεύγει.
+ Αλλ' εις ολίγον έρχεται οπίσω 'ς τον Ρωμαίον,
+ που τον επήρεν ο θυμός κ' εκδίκησιν γυρεύει,
+ και πιάνονται και πολεμούν 'σαν αστραπή κ' οι δύο.
+ Πριν σύρω έξω το σπαθί κ' εγώ να τους χωρίσω,
+ θανατωμένος έπεσε 'ς το χώμα ο Τυβάλτης,
+ κ' εκεί αμέσως στρέφεται και φεύγει ο Ρωμαίος.
+ Εάν σου είπα ψεύματα, να χάνω την ζωήν μου.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Ω πρίγκηψ, είναι συγγενής και τούτος του Μοντέκη
+ κλίνει εκεί που αγαπά κι’ αλήθειαν δεν σου λέγει.
+ Ήσαν καμμιά εικοσαριά που τον επολεμούσαν,
+ κ' οι είκοσι κατώρθωσαν τον ένα να σκοτώσουν.
+ Δικαιοσύνην σου ζητώ, ω πρίγκηψ! πλήρωσέ μου
+ με του Ρωμαίου την ζωήν τον φόνον του Τυβάλτη!
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Αυτόν εδώ που κείτεται τον 'σκότωσ' ο Ρωμαίος,
+ και τούτος τον Μερκούτιον — κ' εμένα ποίος τώρα
+ θα μου πληρώση την τιμήν του αίματος που κλαίω;
+
+ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
+ Όχι εκείνος, ο πιστός του Μερκουτίου φίλος.
+ Αν ο Ρωμαίος την ζωήν επήρε του Τυβάλτη
+ και έπταισε, το πταίσμα του επρόλαβε τον νόμον.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Τον εξορίζω απ' εδώ διά το πταίσμα τούτο.
+ Ιδού· επλήρωσα κ' εγώ της έχθρας σας τον φόρον,
+ και χύνεται το αίμα μου με τα μαλώματά σας.
+ Αλλά ποινή τόσον βαρειά επάνω σας θα πέση,
+ που όλοι σας θα κλαίετε και θα μετανοήτε!
+ 'Σ τα δικαιολογήματα και εις τα παρακάλια
+ είμαι κωφός· δεν ωφελούν τα δάκρυα κ' οι θρήνοι·
+ δεν διορθόνεται μ' αυτά το πράγμα, και ας λείψουν.
+ Θέλω να φύγη απ' εδώ αμέσως ο Ρωμαίος·
+ ειδέ, αν μείνη κ' ευρεθή, θα ήν' υστερινή του (38)
+ η ώρα οπού ευρεθή! — Το πτώμα του Τυβάλτη
+ σηκώσατέ το απ' εδώ, κι’ ας γείνη όπως λέγω.
+ Όποιος φονέα συγχωρεί, τον φόνον προστατεύει!
+
+ (Απέρχονται πάντες).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.
+
+
+
+ Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πίσω 'ς του Φοίβου την σκηνήν γυρίσετε τρεχάτα,
+ ω άλογά του σεις γοργά, φλογοκαλιγωμένα!
+ Ω! τώρα ήτον ο καιρός να έλθη ο Φαέθων
+ να σας κεντρόνη τα πλευρά, να τρέξετε 'ς την Δύσιν
+ την Νύκτα να μου φέρετε την παχνοσκεπασμένην!
+ Έλα ν' απλώσης τα πυκνά παραπετάσματά σου,
+ ω Νύκτα, και σκοτείνιασε, που τ' αγκαλιάσματά μας
+ να μη 'μπορή να τα ιδή ο Έρως ο δραπέτης(39),
+ κι ο άνδρας μου να πεταχθή κρυφά 'ς την αγκαλιάν μου,
+ χωρίς κανείς να τον ιδή, κανείς να τον ακούση.
+ Δεν θέλουν φως οι ερασταί τα κάλλη των τους φέγγουν!
+ Είναι τυφλός, και προτιμά τα σκοτεινά ο Έρως.
+ Έλα, ω νύκτα ήσυχη και ταπεινή, ω! έλα
+ με την σεμνήν σου φορεσιάν, 'ς τα μαύρα βουτημένη,
+ και μάθε μου να νικηθώ, εις τρόπον να νικήσω,
+ 'ς την πάλην την ερωτικήν δυο καρδιών παρθένων.
+ Το αίμα που τα μάγουλα μ' ανάπτει, κάλυψέ το
+ ως που να γείνη θαρρετή η 'ντροπαλή καρδιά μου,
+ και μόνον την αγνότητα σεμνού κι’ αθώου πόθου
+ να βλέπη 'ς τα αγκαλιάσματα συζυγικής αγάπης.
+ Ω! έλα Νύκτα, σίμωσε! Έλα, Ρωμαίε, έλα,
+ εσύ, ημέρα της Νυκτός! διότι θα μου έλθης
+ εις ταις πτερούγαις της νυκτός, λευκότερος ακόμη
+ και από χιόνι, 'ς τα πτερά του κόρακος στρωμένον.
+ Έλα, γλυκειά, ερωτική και μαυροφρείδα Νύκτα,
+ ω! έλα, έλα νύκτα μου και δος μου τον Ρωμαίον!
+ Κι αν αποθάνη, κόψε τον να κάμης αστεράκια·
+ και τότ' η όψις τ' ουρανού θα ευμορφαίνη τόσον,
+ που με την Νύκτα όλ' η γη θα ήν' ερωτευμένη,
+ και πλέον δεν θα προσκυνή την λάμψιν του ηλίου.
+ Ένα παλάτι μ' έλαχε του Έρωτος, κι’ ακόμη
+ εγώ δεν το εχάρηκα· 'πουλήθηκα, πλην είμαι
+ ανέγγικτη. Ω! βαρετή που είναι η ημέρα!
+ Έτσι εορτής παραμονήν βαρύνεται την νύκτα
+ το ανυπόμονον παιδί, που όταν 'ξημερώση
+ να πρωτοβάλη φόρεμα καινούριον περιμένει. —
+ Α! να η παραμάνα μου! ειδήσεις του μου φέρνει.
+ Μου φαίνονται ουράνια τα όσα κι’ αν μου λέγη
+ η γλώσσα, οπού τ' όνομα προφέρει του Ρωμαίου!
+
+ (Εισέρχεται η παραμάνα κρατούσα σχοινία).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι νέα, παραμάνα μου; Τι έφερες; την σκάλαν
+ που ο Ρωμαίος έστειλε;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ναι! μάλιστα· την σκάλαν.
+
+ (Την ρίπτει κατά γης).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αλλοίμονον! Τι έπαθες; και τι κτυπάς τα χέρια;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Απέθανε! απέθανε! Ώρα κακή που ήλθε!
+ Ώρα κακή! 'χαθήκαμεν, 'χαθήκαμεν σου λέγω.
+ Ω πίκρα! εσκοτώθηκε! αποθαμμένος είναι.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μ' εφθόνησεν ο Ουρανός;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Σ' εφθόνησ' ο Ρωμαίος.
+ Ποιος να το έλεγε ποτέ, Ρωμαίε — ω Ρωμαίε!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ποια είσαι συ; τι δαίμονας, και τι με βασανίζεις;
+ Δεν έχει τέτοια βάσανα η κόλασις η μαύρη!
+ Ειπέ μου, εσκοτώθηκε μονάχος ο Ρωμαίος; (40)
+ Νεκρός αν ήναι, 'πέ μου ναι· — αν όχι, 'πέ μου όχι.
+ Μια λέξις μόνη ας μου 'πή να ζω, ή ν' αποθάνω.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Την είδα με τα 'μάτια μου, την είδα την πληγήν του!
+ μα τον σταυρόν! 'ς το στήθος του την είδα το γενναίον!
+ Τον είδα μέσ' τα αίματα, κατάχλωμον 'σαν στάκτην,
+ ελεεινόν, ελεεινόν κ' αιματοκυλισμένον!
+ Τον είδα, κ' έμεινα ξερή και απολιθωμένη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Σχίσου καρδιά μου, ράγισε! Καρδιά καμμένη σχίσου.
+ Κλεισθήτε μάτια μου! το φώς ποτέ μη ξαναϊδήτε!
+ Ω χώμα, γύρισε ‘ς την γην. Σταμάτησε πνοή μου.
+ Κ' εμέ και τον Ρωμαίον μου μια πλάκα να σκεπάση!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τυβάλτη μου, Τυβάλτη μου! Καλλίτερε μου φίλε,
+ ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε,
+ να ζήσω μ' έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη;
+ 'Σκοτώθηκ' ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν' ο Τυβάλτης;
+ Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας;
+ Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία!
+ Εάν απέθαναν κ' οι δυο, τότε ζωή πού μένει;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Νεκρός είν' ο Τυβάλτης μας, νεκρός· και ο Ρωμαίος,
+ που του επήρε την ζωήν, εξωρισμένος είναι.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι; ο Ρωμαίος έχυσε το αίμα του Τυβάλτη;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Εκείνος τον εσκότωσε, αλλοίμονον! εκείνος.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Καρδιά φιδιού που μ' έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
+ Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
+ Ω δαίμον' αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
+ ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
+ αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
+ με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
+ απ' ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ' ό,τι εθαρρούσα!
+ Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
+ Ω φύσις, απ' την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
+ ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
+ εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
+ Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
+ Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ 'Σ τους άνδρας πού εχάθηκε τιμή και πιστοσύνη;
+ Είν' όλοι των επίορκοι και ψεύται και προδόται. —
+ Πού είν' ο Πέτρος; ήθελα 'λίγον ρακί. — Η λύπη
+ και ο καϋμός μ' εγήρασαν· 'ντροπή εις τον Ρωμαίον!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Άφτραις να βγάλ' η γλώσσα σου διά τον λόγον τούτον!
+ Δεν εγεννήθηκε αυτός να ήν' εντροπιασμένος!
+ Η εντροπή εντρέπεται να ιδή το μέτωπόν του.
+ 'Σ το μέτωπόν του η Τιμή στεφανοθρονιασμένη
+ 'σάν βασιλεύς όλης της γης 'ς την δόξαν μέσα λάμπει!
+ Τι τέρας, νάχω την καρδιάν να τον κακολογήσω!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Καλόν να λέγης ημπορείς διά τον δολοφόνον
+ του εξαδέλφου σου;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κακόν πώς ημπορώ να λέγω
+ διά τον άνδρα μου, εγώ; Κακόμοιρέ μου άνδρα,
+ ποιος τ' όνομά σου το καλόν θα 'πή, αφού μονάχη,
+ τριών ωρών γυναίκα σου, εγώ σου το ξεσχίζω;
+ Πλην τον Τυβάλτην διατί, κακέ, να τον σκοτώσης;
+ Διότι θα εσκότονε τον άνδρα μου εκείνος·
+ Ανόητά μου δάκρυα, γυρίσετε οπίσω.
+ Της λύπης φόρος έπρεπε να ήν' οι σταλαγμοί σας,
+ και κατά λάθος προσφοράν εις την χαράν τους χύνω·
+ διότι ζη ο άνδρας μου, που ήθελ' ο Τυβάλτης
+ να τον σκοτώση· και νεκρός είν' ο εξάδελφος μου
+ που τον Ρωμαίον ήθελε να μου τον θανατώση.
+ Παρηγοριά είν' αυτό· λοιπόν εγώ τι κλαίω;
+ Ω! μία λέξις μ' έσφαξε, χειρότερη ακόμη
+ κι απ' του Τυβάλτη την σφαγήν. Να την ξεχάσω θέλω,
+ αλλά την μνήμην μου βαρειά μου την καταπλακόνει,
+ καθώς τον νουν αμαρτωλού βαραίνει αμαρτία.
+ Είν' ο Τυβάλτης έκραξε, νεκρός, και ο Ρωμαίος
+ εξωρισμένος! Η φωνή αυτή, εξωρισμένος,
+ μου ήλθε 'σαν να έσφαξαν Τυβάλτιδες χιλίους.
+ Μου έφθανε τον θάνατον να κλαύσω του Τυβάλτη,
+ ή εάν πρέπη συντροφιάν η συμφορά να έχη,
+ κ' η πίκρα συνοδείαν της να έχη κι’ άλλην πίκραν,
+ πώς, όταν έλεγεν αυτή, νεκρός είν' ο Τυβάλτης,
+ δεν είπε: κι’ ο πατέρας σου κατόπιν, ή δεν είπε:
+ κ' η μάνα σου, ή και οι δυο. Αυτό καϋμός θα ήτο,
+ αλλά καϋμός υποφερτός. Αλλά εις του Τυβάλτη
+ τον θάνατον, να έρχεται κατόπιν, κι’ ο Ρωμαίος
+ εξωρισμένος! Με αυτό και μάνα, και πατέρας,
+ και ο Τυβάλτης, και εγώ, και ο Ρωμαίος κι’ όλοι,
+ όλοι μου φαίνονται νεκροί, και όλοι σκοτωμένοι!
+ Εξωρισμένος! Θάνατος η λέξις είναι τούτη!
+ ω! Θάνατος αμέτρητος κι’ οπού δεν έχει άκρην!
+ λόγια δεν έχει τον καϋμόν αυτόν να τον εκφράζουν....
+ — Πού είναι ο πατέρας μου; η μάνα μου πού είναι;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Εις του Τυβάλτη τον νεκρόν μοιρολογούν και κλαίουν.
+ Θέλεις και συ να τον ιδής; Εγώ να σ' οδηγήσω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ας πλύνουν με τα δάκρυα εκείνοι ταις πληγαίς του.
+ Εγώ θ' αρχίσω να θρηνώ όταν εκείνοι παύσουν.
+ Θα κλαίω του Ρωμαίου μου εγώ την εξορίαν. —
+ Πάρε τα τούτα τα σχοινιά. Πτωχά σχοινιά, κ' οι δυο μας
+ είμεθα τώρα περιττοί. Εξωρισμένος είναι
+ εκείνος που σας ήθελε 'ς την κλίνην μου γεφύρι.
+ Αλλά, παρθένος έμεινα εγώ, και θ' αποθάνω
+ παρθένος χήρα... Ω σχοινιά, ελάτε! — Παραμάνα,
+ έλα και συ· 'ς την κλίνην μου την νυμφικήν πηγαίνω,
+ να εύρω Χάρου αγκαλιάν αντί Ρωμαίου χάδια.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ 'Σ τον θάλαμόν σου πήγαινε. Να σε παρηγορήση
+ θα φέρω τον Ρωμαίον σου· 'ξεύρω εγώ πού είναι.
+ Ακούεις; τον Ρωμαίον σου απόψε θα τον έχης.
+ Είναι κρυμμένος 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! εύρς μου τον! Δόσε του αυτό το δακτυλίδι·
+ 'πέ του να έλθη να με ιδή, να μ' αποχαιρετήση.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.
+
+
+
+ Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.
+
+ (εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Έλα, Ρωμαίε. Άνθρωπε της δυστυχίας, έλα.
+ Η λύπη ερωτεύθηκε, κακότυχε, μαζή σου,
+ και έγεινεν η συμφορά γυναίκα σου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω πάτερ,
+ τι έμαθες; του πρίγκηπος το θέλημα τι είναι;
+ Ποια πίκρα πάλιν άγνωστη με θέλει σύντροφόν της
+ που δεν την εδοκίμασα ως τώρα;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ω παιδί μου,
+ αληθινά συντρόφισσα σου έγεινεν η πίκρα.
+ Σου φέρνω την απόφασιν του πρίγκηπος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τι θέλει;
+ Τι άλλο θ' απεφάσισε παρά τον θάνατόν μου;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Τόσον δεν έκρινε σκληρά. Τον θάνατόν σου όχι,
+ αλλά την εξορίαν σου προστάζει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εξορίαν!
+ Λυπήσου με, και πρόφερε θανάτου καταδίκην!
+ Μου είναι κι’ από θάνατον πλέον φρικτή και μαύρη
+ η εξορία! Πάτερ μου, μη λέγης εξορίαν.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Εξορισμένος απ' εδώ, απ' την Βερώναν, είσαι.
+ Υπομονή, υπομονή! Μεγάλος είν' ο κόσμος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κόσμον δεν έχει δι’ εμέ απ' την Βερώναν έξω·
+ δεν έχει παρά κόλασιν, και βάσανα και θρήνον!
+ Αν μ' εξορίζη απ' εδώ, μ' εξώρισ' απ' τον κόσμον,
+ μ' εξώρισεν απ' την ζωήν. Τι λέγεις εξορίαν;
+ Το πράγμα είναι θάνατος, κ' η λέξις δεν τ' αλλάζει.
+ Εάν τον θάνατον εσύ τον λέγεις εξορίαν,
+ μου κόπτεις το κεφάλι μου μ' ένα χρυσόν μαχαίρι,
+ κ' ενώ με σφάζει η μαχαιριά, χαμογελάς και βλέπεις!
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Θανάσιμον αμάρτημα! Φρικτή αχαριστία!
+ Το πταίσμα σου με θάνατον το τιμωρεί ο Νόμος,
+ αλλά ο πρίγκηψ ο καλός, το μέρος σου επήρε,
+ τον νόμον εχαλάρωσε προς χάριν σου, κι’ αλλάζει
+ την μαύρην λέξιν θάνατον, 'ς την λέξιν εξορία.
+ Σου είναι χάρις κ' έλεος αυτό, και δεν το βλέπεις;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δεν είναι χάρις· βάσανον και τυραννία είναι!
+ Μόνον εδώ είν' ουρανός, που ζη η Ιουλιέτα·
+ κ' εδώ θα ζουν κ' οι ποντικοί, κ' οι γάτοι, και οι σκύλοι,
+ και όλ' αυτά τ' ακάθαρτα τα πράγματα, και όλα
+ θα ημπορούν να την ιδούν· πλην όχι ο Ρωμαίος!
+ Κ' αι μυίγαις περισσότερην χαράν, τιμήν και δόξαν
+ απ' τον Ρωμαίον τον πτωχόν θα χαίρωνται, διότι
+ της Ιουλιέτας θα τσιμπούν το μαρμαρένιον χέρι,
+ και παραδείσου μυρωδιάν 'ς τα χείλη θα της κλέπτουν,
+ 'ς τα δυο της χείλη που γλυκά φιλούν το ένα τ' άλλο,
+ κ' εντρέπονται το φίλημα και σεμνοκοκκινίζουν·
+ αυτά αι μυίγαις θα' μπορούν, πλην όχι ο Ρωμαίος!
+ Εκείνος είν' εξόριστος· αλλού θα ζη εκείνος!
+ Και λέγεις ότι θάνατος δεν είν' η εξορία;
+ Δος μου φαρμάκι δυνατόν, ή κοπτερόν μαχαίρι,
+ ό,τι κι’ αν ήναι που ευθύς τον θάνατον να φέρνη,
+ κι όχι τον θάνατον αυτόν, που λέγεις εξορίαν!
+ Ω! εξορίαν! Κάτω 'κεί, καλόγηρε, 'ς τον άδην
+ οι κολασμένοι, 'ς την φωτιάν, αυτήν την λέξιν λέγουν
+ κι ακούονται ουρλιάσματα εκεί που την προφέρουν!
+ Και πώς να έχης την καρδιάν, εσύ ιερωμένος,
+ εσύ πατήρ πνευματικός, που δίδεις ευλογίας
+ και αμαρτίας συγχωρείς, συ ο καλός μου φίλος,
+ να μου συντρίβης την καρδιάν μ' αυτήν την εξορίαν;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ω άνθρωπε αστόχαστε κ' ερωτοπληγωμένε,
+ δεν θα μ' ακούσης;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Θα μου ‘πής και πάλιν εξορίαν.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Την πανοπλίαν θα σου ‘πώ που πρέπει να φορέσης
+ φιλοσοφίαν! Είν' αυτή γλυκύ της πίκρας γάλα.
+ Παρηγορήσου με αυτήν κ' εξόριστος, υιέ μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εξόριστος! 'ς τον άνεμον φιλοσοφία τέτοια!
+ Αν η φιλοσοφία σου δεν ημπορή να κάμη
+ μιαν Ιουλιέταν, δεν 'μπορή να ξερριζώση πόλεις,
+ αν δεν 'μπορή το πρόσταγμα του πρίγκηπος ν' αλλάξη,
+ δεν ωφελεί, δεν βοηθεί! — Παραίτησε τα λόγια.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Αυτιά δεν έχουν οι τρελλοί· το βλέπω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πώς να έχουν,
+ αφού και 'μάτια να ιδούν οι φρόνιμοι δεν έχουν.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Να σ' εξηγήσω άφησε την θέσιν σου, παιδί μου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Να εξηγήσης δεν 'μπορείς εκείνο που δεν νοιώθεις.
+ Αν είχες συ τα χρόνια μου, εάν την Ιουλιέταν
+ την αγαπούσες, άνδρας της αν ήσουν προ μιας ώρας,
+ και τον Τυβάλτην 'σκότονες, κ' ερωτευμένος ήσουν
+ καθώς εγώ, κι' ωσάν εμέ και συ εξωρισμένος,
+ τότ' ημπορούσες να λαλής, και τότε τα μαλλιά σου
+ να τα τραβάς, και καταγής να πέφτης καθώς πέφτω,
+ και εις το χώμα να μετράς τον άσκαφτόν σου τάφον!
+
+ (Πίπτει κατά γης· κρούεται η θύρα).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Σήκω· ‘ς την θύραν μου κτυπούν κρύψου, Ρωμαίε,
+ κρύψου.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δεν θα κρυφθώ· εκτός εάν τ' αναστενάγματά μου
+ μου κάμουν γύρω καταχνιάν και κρύψουν το κορμί μου.
+
+ (Κρούεται η θύρα).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ακούς· κτυπούν. — Ποιος είν' εκεί; — Σήκω, Ρωμαίε,
+ [σήκω·
+ θα σε συλλάβουν. — Έρχομαι, αμέσως. — Σήκω λέγω·
+ τρέξ' εκεί μέσα. — Έφθασα. — Θεέ, το θέλημά σου!
+ Τι πράγματ' ασυλλόγιστα! — Ήλθα, αμέσως, ήλθα.
+ Ποιος κτυπά; ποιος είν' εκεί; ποιος σ' έστειλε; τι θέλεις;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έξωθεν.
+ Να έμβω πρώτα, κ' έπειτα σου λέγω το τι θέλω.
+ Η Ιουλιέτα μ' έστειλε.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ω! τότε καλώς ήλθες!
+
+ (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ω άγιε πνευματικέ, ω πάτερ μου, πού είναι
+ ο άνδρας της Κυρίας μου; πού είναι ο Ρωμαίος;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Να! καταγής· εμέθυσεν από τα δάκρυά του.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τα ίδια κι' απαράλλακτα κ' η Ιουλιέτα κάμνει.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Κ' οι δυο αξιολύπητοι, κ' οι δυο δυστυχισμένοι!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Έτσι κ' εκείνη καταγής 'ξαπλόνεται και κλαίει,
+ και ούτε τ' αναφυλλητόν, ούτε το κλαύμα παύει.
+ Ω! σήκω, σήκω απ' την γην να ήσαι άνδρας πρέπει.
+ Ω! σήκω! αν την αγαπάς την Ιουλιέταν, σήκω.
+ Τι ωφελεί τόσον κακόν και θρήνος;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Παραμάνα!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Αχ! όλοι θ' αποθάνωμεν, αυθέντη μου, αυθέντη!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Της Ιουλιέτας τ' όνομα επρόφερες. Τι κάμνει;
+ Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην,
+ αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας
+ με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα;
+ Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει
+ εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι' όλον κλαίει·
+ και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει,
+ και πότ' ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει,
+ Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ωσάν να ήτο τ' όνομα εκείνο μία σφαίρα,
+ που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη
+ και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ' όνομα εκείνο
+ ν' ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως
+ του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου
+ πού τ' όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου;
+ πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω!
+
+ (Σύρει το ξίφος).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Κάτω τ' απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι;
+ φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια
+ τα δάκρυά σου· τ' άγρια καμώματά σου τούτα
+ ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν.
+ Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα,
+ και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον...
+ μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω.
+ Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου.
+ Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη
+ ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις
+ να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις
+ κ' εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ' την ζωήν σου;
+ Τι εξυβρίζεις κι' ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου;
+ Και ύπαρξίν σου, κι' ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα,
+ είν' εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης!
+ Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην!
+ εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία,
+ πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει
+ ‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ' εις την καλήν μορ-
+ [φήν σου.
+ Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ' η μορφή σου,
+ αφού της έλειψ' η καρδιά ενός ανδρός γενναίου.
+ Κατήντησ' η αγάπη σου επίορκη, διότι
+ σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν' αγαπάς ωρκίσθης.
+ Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι' αγάπης και μορφής σου,
+ εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη,
+ κι' απ' την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι' ανάπτει,
+ ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου·
+ κ' εκείνο που είν' όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου!
+ Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα,
+ που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν' αποθάνης.
+ Είν' ευτυχία σου αυτό! — Θα σ' έσφαζ' ο Τυβάλτης,
+ αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! —
+ Ο Νόμος σ' εφοβέριζε με θάνατον, αλλ' όμως
+ ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ' εξορίζει.
+ Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει,
+ και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας,
+ και αγαθά^ αλλά εσύ, 'σαν δύστροπη γυναίκα,
+ ενώ η Τύχη σ' αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα.
+ Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν.
+ Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ' η νύμφη περιμένει
+ ‘ς τον θάλαμόν της ν' αναβής να την παρηγορήσης.
+ Αλλά ξεκίνησ' απ' εδώ προτού να ξημερώση,
+ ειδέ θα ήν' αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης.
+ Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος
+ ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν' αγαπήσουν πλέον
+ τα σπιτικά σας, να πεισθή κι' ο Πρίγκηψ να σου δώση
+ συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης,
+ χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις,
+ παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. —
+ Πήγαιν' εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα,
+ να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν,
+ (κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν
+ διάθεσιν ν' αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση
+ να μείνω ήθελα εδώ, ν' ακούω τέτοια λόγια.
+ Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω
+ να της ειπώ πως έρχεσαι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι, πήγαινε αμέσως·
+ και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω.
+ Γρήγορα έλα, μην αργής, κ' επέρασεν η ώρα.
+
+ (Απέρχεται η παραμάνα).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ' η ελπίς μου!
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ' έχε καλά τον νουν σου
+ ν' αναχωρήσης απ' εδώ ενόσω είναι νύκτα,
+ ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν.
+ Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου
+ έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω,
+ ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου.
+ Δος μου το χέρι· είν' αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αν δεν μ' επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη,
+ θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ.
+ Ώρα καλή.
+
+ (Απέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.
+
+
+
+ Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.
+
+ (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν,
+ ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη
+ να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε
+ τον μαύρον της εξάδελφον. Κ' εγώ τον αγαπούσα.
+ Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη!
+ Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν' εξώρας·
+ και την αλήθειαν να σου 'πώ, εάν κ' εγώ δεν είχα
+ την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα.
+ Καλήν σας νύκτα· 'πήτε της τα χαιρετίσματά μου.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω.
+ Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη.
+ Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην.
+ Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω,
+ ότι εκείν' εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω.
+ Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ' ιδέ την πριν πλαγιάσης,
+ κ' ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου,
+ και ότι απεφάσισα — μ' ακούεις; — την τετάρτην....
+ στάσου· τι 'μέρα είν' αυτή;
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Δευτέρα, Κύριε μου.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Δευτέρα; Α! 'σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην.
+ Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην
+ με τούτο τ' αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν.
+ Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ' αρέσει τόση βία;
+ θα γείνουν όλα ήσυχα, μ' ένα η δύο φίλους·
+ διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον,
+ ενώ ακόμη σήμερα 'σκοτώθηκ' ο Τυβάλτης,
+ μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας
+ δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει.
+ Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ' έξη μόνον φίλους,
+ και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη;
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Επεθυμούσα κι' αύριον να ξημερόνη πέμπτη.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην.
+ 'Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης,
+ κ' ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. —
+ Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! —
+ Μα την ζωήν μου είν' αργά - τόσον εξώρας είναι,
+ ώστε κανένας κ' ενωρίς 'μπορεί να τ' ονομάση.
+
+ (Απέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.
+
+
+
+ Ο θάλαμος της Ιουλιέτας.
+ (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ακόμη δεν 'ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα;
+ Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον
+ που σου εφόβισε τ' αυτί με το κελάδημά του·
+ 'ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ' ακούω κάθε νύκτα.
+ Ω! πίστευσέ μ', αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει·
+ δεν είν' αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια,
+ που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων.
+ Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας,
+ και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η 'μέρα
+ εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις.
+ Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ' αποθάνω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Το 'ξεύρω 'γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι·
+ είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει,
+ να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν,
+ και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον.
+ Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ' εύρουν, ας με σφάξουν!
+ Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει!
+ 'ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα·
+ είν' αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης
+ το μέτωπον και ούτ' αυτό κορυδαλός δεν είναι,
+ οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει.
+ Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω.
+ Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα.
+ Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν' ακόμη 'μέρα.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! είναι 'μέρα! μην αργής· φύγ' απ' εδώ αμέσως.
+ Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει
+ και μ' άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα!
+ Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41)
+ Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι.
+ Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον
+ τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην,
+ αφού σε διώχνει απ' εδώ με το κελάδημα του,
+ σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον.
+ Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Λάμπει το φως, κ' η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει.
+
+ (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κυρία!
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Παραμάνα μου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Η μάνα σου θα έλθη.
+ 'Ξημέρωσε. Προσέχετε.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Λοιπόν ας σε ανοίξω
+ παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω.
+
+ (Καταβαίνει από τα παράθυρον).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου!
+ Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν
+ πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου.
+ Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν,
+ ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Να σε ιδώ και να μ' ιδής άλλην φοράν ελπίζεις;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν
+ και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει·
+ και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω,
+ ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου·
+ μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη
+ ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου!
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν.
+ Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις;
+ Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν' αλλάξης γνώμην
+ κι' αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης 'πίσω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν.
+ Αι, κόρη μου, εξύπνησες;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τι είναι; ποιος με κράζει;
+ Εσύ 'σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ' από τώρα;
+ ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;)
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη·
+ Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Όχι καλά, μητέρα.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη;
+ ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ' ανοίξεις;
+ κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης;
+ Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη
+ πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ' υπερβολή της λύπης
+ δεν φανερόνει πολύν νουν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! άφησε να κλαίω
+ εκείνον οπού έχασα.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Οπίσω δεν τον φέρνεις,
+ κ' αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αισθάνομαι πως μ' έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου,
+ όσον που ζη ο μιαρός, που 'πήρε την ζωήν του.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ποιος είν' αυτός ο μιαρός;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Ο μιαρός Ρωμαίος.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ' εκείνος! (44).
+ Τον συγχωρώ, κι' απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη.
+ Πλην την καρδιάν μου 'σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος
+ ακόμη ζη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κ' εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν!
+ Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Θα έλθη κι' η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει.
+ Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω,
+ εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος,
+ να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει,
+ ώστε να 'πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην
+ και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση,
+ αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ... νεκρόν(45)... το παν νομίζω,
+ αφού εκείνον π' αγαπώ δεν έχω... και μου λείπει.
+ Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι,
+ θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω,
+ τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση.
+ Αχ! πως αναγριόνομαι ν' ακούω τ’ όνομά του,
+ και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του,
+ και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου
+ να του την δείξω... εις αυτόν που 'πήρε την ζωήν του!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Ετοίμασέ το, κι' άνθρωπον θα εύρω να το δώση.
+ Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις!
+ ποια είναι τα χαροποιά;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Ένα πατέρα έχεις,
+ που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει
+ την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση,
+ και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν,
+ που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κι’ αν έχω 'ρώτημα καλόν, τι 'μέρα είναι τούτη;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην
+ ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης,
+ θα σ' οδηγήση απ' εδώ εις του Αγίου Πέτρου
+ την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον,
+ εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην
+ ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία;
+ Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει,
+ κι' αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα,
+ ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα
+ να 'πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον
+ πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον,
+ που 'ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην!
+ Χαρά ‘ς το!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα.
+ Ειπέ του τα μονάχη σου κ' ιδέ πώς θα τα πάρη.
+
+ (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ 'Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει·
+ αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου
+ πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης;
+ Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη;
+ Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι
+ και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου 'μάτια είναι
+ η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη.
+ Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει
+ μέσ' την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου.
+ Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως
+ το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. —
+ Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Τα είπα, πλην ευχαριστεί.... να 'πανδρευθή δεν θέλει...
+ Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το·
+ Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να 'πανδρευθή δεν θέλει;
+ Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν' ευτυχισμένη
+ οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει,
+ να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον.
+ Δι' ένα πράγμα που μισώ 'περήφανη δεν είμαι.
+ Ευγνωμονώ διά κακόν, π' αντί καλού μου κάμνουν.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι πράγμα; ποιος σ' ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην!
+ Ευγνώμων, κ' υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι,
+ Κ' ευγνωμονώ, κι' όχι και ναι... Ακούς εκεί! Κεράτζα,
+ να παύσουν τα ευγνωμονώ και 'ξυπερηφανεύσου,
+ κ' ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην
+ ‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην,
+ ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω!
+ Φύγ' απ' εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη!
+ πήγαινε, βρώμα!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου,
+ ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Βρώμα, κρημνίσου απ' εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην
+ ‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω,
+ να μη σε ιδούν τα 'μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου!
+ Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω!
+ Με τρώγ' η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα,
+ πως δεν ευλόγησ' ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως,
+ διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον.
+ Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω.
+ Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα!
+ Να μη σε βλέπω!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ο Θεός να την πολυχρονίζη!
+ Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα,
+ ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Δεν είπα τίποτε κακόν.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Να κάμνης την δουλειάν σου.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης
+ να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου.
+ Εδώ δεν μας χρειάζονται.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Παρά πολύ ανάπτεις.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη!
+ Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον,
+ ‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι' ο λογι-
+ [σμός μου
+ ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την 'πανδρεύσω(46).
+ Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον,
+ μ' ανατροφήν, και πλούσιον, κι' αρχοντογεννημένον,
+ γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον,
+ τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει,
+ να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου,
+ ν' ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της,
+ ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη:
+ δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα,
+ ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω,
+ σου δείχνω 'γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην!
+ Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε!
+ Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει.
+ Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου.
+ Αν τύχη κ' είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω.
+ Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα,
+ ‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους!
+ Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε 'ξεύρω,
+ κι' ούτε το 'μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου.
+ Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω!
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία
+ να ελεήση απ' εκεί της λύπης μου το βάθος;
+ Μη μ' αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον
+ Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα.
+ Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην
+ ‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου.
+ Να κάμης όπως αγαπάς· 'τελείωσα μαζή σου.
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη;
+ Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ' οι όρκοι μου επάνω
+ ‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν,
+ εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη;
+ Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου.
+ Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει
+ εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου.
+ Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με,
+ ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να τι λέγω.
+ Εξωρισμένον απ' εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον
+ και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση
+ εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση·
+ ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος.
+ Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν,
+ νομίζω το καλλίτερον να 'πανδρευθής τον Πάρην.
+ Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος·
+ 'σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος!
+ Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο 'μάτι!
+ Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος
+ δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον!
+ Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος·
+ ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον
+ αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47)
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Με την καρδιάν σου ομιλείς;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Και μ' όλην την ψυχήν μου.
+ Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αμήν!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Τι είπες;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Μ' έδωσες πολλήν παρηγορίαν.
+ Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη
+ διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι
+ πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου
+ να 'πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις.
+
+ (Εξέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία!
+ Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω
+ τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου,
+ μ' αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες
+ και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις;
+ Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα
+ θα κάμη διαζύγιον μ' εσένα η καρδιά μου. —
+ Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν.
+ Αν κι' απ' εκεί απελπισθώ, μου μένει ν' αποθάνω!
+
+ (Εξέρχεται).
+
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ.
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.
+
+
+
+ Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.
+ (Εισέρχονται ο πάτερ Λαυρέντιος και ο Πάρης).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Την πέμπτην; Μάλλον γρήγορα μου φαίνεται;
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Το θέλει
+ ο πενθερός· κ' η βία του μου έρχεται κ' εμένα.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Και ούτε την διάθεσιν της νέας δεν την 'ξεύρεις.
+ Το πράγμα δεν μου φαίνεται σωστόν, και δεν μ' αρέσει.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Δεν παύει ακατάπαυστα να κλαίη τον Τυβάλτην,
+ και δεν της είπα δι αυτό πολλά περί αγάπης.
+ Η Αφροδίτη δεν γελά εις δακρυσμένον σπίτι·
+ αλλ' ο πατέρας της φρονεί, ότι καλόν δεν είναι
+ να κατακυριεύεται από την λύπην τόσον,
+ κι' ως φρόνιμος, εσκέφθηκε τον γάμον να ταχύνη,
+ και έτσι των δακρύων της να παύση την πλημμύραν·
+ διότι τρέφεται μ' αυτά ενόσω ζη μονάχη,
+ ενώ αν έχη συντροφιάν θα της περάσουν ίσως.
+ Ιδού που τώρα έμαθες το αίτιον της βίας.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ (Ας αγνοούσα διατί ν' αργοπορήση θέλω.)
+ Αλλά ιδού που έρχεται η νέα ‘ς το κελλί μου.
+
+ (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Καλώς την την γυναίκα μου και την αρχόντισσάν μου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πρώτα να γείνω κ' έπειτα γυναίκα σου με λέγεις.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Αυτό το πρώτα γίνεται την ερχομένην πέμπτην.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Θα γίνη ό,τ’ είναι γραπτόν.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Αυτό είν' η αλήθεια.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Και ήλθες ‘ς τον πνευματικόν να σ' εξομολογήση;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ξεμολογούμαι εις εσέ, απόκρισιν αν δώσω.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Θα του ειπής πως μ' αγαπάς;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Τον αγαπώ εκείνον·
+ αυτό το λέγω κ' εις εσέ.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Πλην θα μου 'πής ελπίζω,
+ ότι κ' εμένα μ' αγαπάς.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Καλλίτερα θ' αξίζη
+ αν απ' οπίσω σου το ‘πώ, ή να το ‘πώ εμπρός σου.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Ψυχή μου, σου εχάλασαν τα δάκρυα την όψιν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Δεν εκατώρθωσαν πολύ μ' αυτό τα δάκρυά μου,
+ διότι ήτον άσχημη και πριν μου την χαλάσουν.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Την αδικούν πλειότερον από τα δάκρυά σου,
+ τα λόγια σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αδίκημα δεν είναι η αλήθεια·
+ και λέγω κατά πρόσωπον 'ς εμένα την αλήθειαν.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Μου το εκατηγόρησες, και είναι ιδικόν μου
+ το πρόσωπόν σου.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πιθανόν, αφού δεν με ανήκει. —
+ Έχεις, ω πάτερ μου, καιρόν να σου 'μιλήσω τώρα,
+ ή θέλεις του εσπερινού την ώραν να γυρίσω;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Προκρίνω τώρα, κόρη μου πολυσυλλογισμένη.
+ Αυθέντα, σε παρακαλώ να μας αφήσης μόνους.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Να με φυλάξη ο Θεός εμπόδιον να γείνω.
+ θα σε ξυπνήσω την αυγήν την πέμπτην, Ιουλιέτα.
+ Ως τότε, χαίρε· δέξου το το φίλημά μου τούτο.
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Κλείσε την θύραν κ' έλα 'δώ. Κλαύσε και συ μαζή μου·
+ ελπίς δεν μένει, πάτερ μου· δεν έχει θεραπείαν.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Αχ, Ιουλιέτα! έμαθα την λύπην που σου ήλθε,
+ κ' η συλλογή μου είσαι συ, παιδί μου. Μου το είπαν
+ πως πρέπει, και αναβολή δεν ημπορεί να γείνη,
+ τον Πάρην να στεφανωθής την ερχομένην πέμπτην.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! μη μου λέγης, πάτερ μου, μη λέγης τι σου είπαν,
+ εάν δεν έχης να μου 'πής και πώς να τ’ αποφύγω.
+ Αν άλλον τρόπον να σωθώ η γνώσις σου δεν βλέπη,
+ ειπέ μου ότι γνωστικήν απόφασιν επήρα,
+ κ' ευθύς εδώ την εκτελώ με το μαχαίρι τούτο.
+
+ (Σύρει εκ του στήθους εγχειρίδιον).
+
+ Ταις δυο καρδιαίς μας ο Θεός, εμού και του Ρωμαίου,
+ μας τας συνένωσε, και συ μας ένωσες τα χέρια.
+ Παρά καινούριαν ένωσιν ποτέ να υπογράψη
+ αυτό το χέρι πώβαλες ‘ς το χέρι του Ρωμαίου,
+ ή η πιστή μου η καρδιά ς' εκείνον ν' απιστήση,
+ μ' αυτό εδώ ας σπαραχθή και χέρι και καρδιά μου!
+ Σκέψου λοιπόν, και συμβουλήν συ ο πραγμένος δος μου.
+ Ει δε, με βλέπεις; μεταξύ εμού και του καϋμού μου
+ θα έλθη το μαχαίρι μου κριτής να γείνη τώρα·
+ απ' την απελπισίαν μου αυτό θα με γλυτώση,
+ εάν δεν εύρ' η πείρα σου κ' η τέχνη σου τον τρόπον
+ να μου γλυτώση την τιμήν. Ειπέ να σε ακούσω.
+ Εάν δεν έχης ιατρικόν, ειπέ το, ν' αποθάνω.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Κόρη μου, στάσου. Μιαν μικρήν ελπίδα μισοβλέπω.
+ Απελπισμένον τόλμημα θα ήναι, καθώς είναι
+ απελπισμένη και φρικτή και η περίστασίς σου.
+ Εάν, παρά να 'πανδρευθής μεθαύριον τον Πάρην,
+ αποφασίζης και τολμάς να σκοτωθής αλήθεια,
+ θα έχης τότε δύναμιν και ν' αψηφήσης πράγμα
+ που ομοιάζει θάνατον, εσύ οπού γυρεύεις
+ με θάνατον αληθινόν να σώσης την τιμήν σου.
+ Εγώ σου δίδω ιατρικόν, αν θάρρος δεν σου λείπη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Παρά ποτέ να 'πανδρευθώ τον Πάρην, πρόσταξέ με
+ από αυτήν να κρημνισθώ την κορυφήν του πύργου·
+ ή στων κλεφτών να πλανηθώ τα μονοπάτια 'πέ μου·
+ ή πρόσταξέ με να χωθώ όπου φωληάζουν φίδια·
+ μαζή μ' αρκούδαις δέσε με ‘ς την ίδιαν αλυσίδα,
+ ή κλείσε με μεσάνυκτα 'ς ένα κιβούρι μέσα,
+ γεμάτον κόκκαλα νεκρών που τρίζουν και κτυπιούνται,
+ γεμάτον σκέλεθρα χλωμά κι' ολόγυμνα κρανία·
+ ή πρόσταξέ με να χωθώ εις ανοιγμένον μνήμα,
+ και τύλιξέ με στου νεκρού το σάβανον· ειπέ μου
+ πράγμα, που τρόμος μ' έπιανε και να τ’ ακούσω μόνον,
+ κι' αμέσως χωρίς δισταγμόν ή φόβον θα το κάμω,
+ να μείνω ακηλίδωτη γυναίκα του ανδρός μου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Λοιπόν αμέσως γύρισε ‘ς το σπίτι του πατρός σου·
+ καμώσου την χαρούμενην ειπέ ότι τον Πάρην
+ τον θέλεις, κ' υπανδρεύεσαι· και αύριον τετάρτην
+ εύρε τον τρόπον μοναχή την νύκτα να πλαγιάσης,
+ χωρίς η παραμάνα σου να κοιμηθή κοντά σου.
+ Κι αφού πλαγιάσης, το νερόν που έχει εδώ μέσα
+ εις την φιάλην πάρε το· σταις φλέβαις σου αμέσως
+ λήθαργος κρύος θα χυθή· θα παύση ο σφυγμός σου,
+ θα παύση κ' η αναπνοή, και ζέστη δεν θα μένη
+ να φανερόνη ότι ζης· θα μαρανθούν τα ρόδα
+ ‘ς τα μάγουλα, ‘ς τα χείλη σου· κατάχλωμα θα γείνουν·
+ κλειστά και τα παράθυρα θα ήναι των ματιών σου,
+ ωσάν να εσκοτείνιασεν ο Χάρος την ζωήν σου·
+ τα μέλη σου παράλυτα και καταναρκωμένα,
+ ψυχρά, βαρειά κ' αλύγιστα ωσάν νεκρού θα ήναι.
+ Εις την κατάστασιν αυτήν ενός πλαστού θανάτου
+ θα κείτεσαι αναίσθητη σαράντα δύο ώραις,
+ και μ' ένα 'ξύπνημα γλυκόν κατόπιν θα συνέλθης.
+ Αλλά την πέμπτην το πρωί, την ώραν οπού έλθη
+ να σ' εξυπνήση ο γαμβρός, θα σ' εύρη ‘πέθαμμένην.
+ Και κατά την συνήθειαν την παλαιάν μας τότε(48),
+ θα σ' εξαπλώσουν νεκρικά και λαμπροστολισμένην,
+ και θα σε φέρουν ανοικτήν ‘ς το ξυλοκράββατόν σου
+ ‘ς τον τάφον, όπου οι νεκροί του γένους σου κοιμούνται.
+ Όμως εγώ ‘ς το μεταξύ, και πριν εσύ 'ξυπνήσης,
+ θα στείλω γράμμα κάθε τι να μάθη ο Ρωμαίος,
+ κ' εδώ να έλθη· και αυτός κ' εγώ το 'ξύπνημά σου
+ ‘ς τον τάφον θα προσμένωμεν και την ιδίαν νύκτα
+ από εδώ ‘ς την Μάντουαν σε παίρνει ο Ρωμαίος.
+ Ιδού ο τρόπος να σωθής από την εντροπήν σου,
+ εκτός εάν ‘ς τα ύστερα το θάρρος σου κλονίση
+ είτε της γνώμης αλλαγή, ή φόβος γυναικίσιος.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Ω! δος μου, δος μου το εδώ, και μη μου λέγης φόβους.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Να! πήγαινε· μη κλονισθής εις την απόφασίν σου,
+ και βοηθός σου ο Θεός! ‘ς την Μάντουαν θα στείλω
+ ένα πατέρα, γράμμα μου ‘ς τον άνδρα σου να φέρη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αγάπη, δος μου δύναμιν να εύρω σωτηρίαν!
+ Με την ευχήν σου, πάτερ μου.
+
+ (Απέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.
+
+
+
+ Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.
+ (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και
+ ΥΠΗΡΕΤΑΙ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Προσκάλεσέ μου συ αυτούς, που είν' εδώ γραμμένοι.
+
+ (Εξέρχεται είς υπηρέτης).
+
+ Πήγαινε συ, και είκοσι μαγείρους 'νοίκειασέ μου (49).
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Θα σου τους φέρω όλους διαλεκτούς, αυθέντα μου.
+ Θα ιδώ πρώτα αν γλείφουν τα δάκτυλά των.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Και με τούτο θα τους δοκιμάσης;
+
+ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Και βέβαια, αυθέντα μου· μόνον οι κακοί μάγειροι
+ δεν γλείφουν τα δάκτυλά των· λοιπόν όποιος δεν γλεί-
+ φεται δεν μου κάμνει.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Πήγαινε· φεύγα.
+
+ (Εξέρχεται ο υπηρέτης).
+
+ Δεν θα τα καταφέρωμεν ως τότε καθώς πρέπει. —
+ Λοιπόν επήγε ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου
+ η Ιουλιέτα;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Μάλιστα.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Ίσως την ωφελήσουν
+ τα λόγια του. Ανάποδη και δύστροπη που είναι.
+
+ (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Να την. Ιδέ! Χαρούμενη απ' το κελλί γυρίζει.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι κάμνεις; Πού εγύριζες ως τώρα, πεισματάρα;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Εις μέρος όπου έμαθα πως ήτον αμαρτία
+ ν' αντισταθώ ‘ς την γνώμην σου και εις το θέλημά σου.
+ Ο άγιος πνευματικός μ' επρόσταξε να πέσω
+ γονατιστή ‘ς τα πόδια σου, συγγνώμην να ζητήσω.
+ Συγχώρησέ με· ‘ς το εξής θα κάμω ό,τι θέλεις.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τον Πάρην να μηνύσετε! Αμέσως να τα μάθη!
+ Και αύριον πρωί πρωί το πράγμα να τελειόνη.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ 'Σ του Λαυρεντίου το κελλί απήντησα τον νέον,
+ και του απέδειξα εκεί την πρέπουσαν φιλίαν,
+ χωρίς να 'πάγω παρεκεί απ' ό,τι μου αρμόζει.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Καλά, καλά· το χαίρομαι· έτσι σε θέλω· σήκω.
+ Τώρα μου φέρνεσαι καλά. — Θέλω να ιδώ τον Πάρην.
+ Σας είπα να μηνύσετε αμέσως πως τον θέλω. —
+ Τον άγιον καλόγηρον! Μα τον εσταυρωμένον,
+ όλ' η Βερώνα δι αυτό θα του γνωρίζη χάριν.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αναίβα, παραμάνα μου, μαζή μου να διάλεξης
+ τα νυμφικά φορέματα, που αύριον θα βάλω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Την πέμπτην· όχι αύριον έχεις καιρόν ακόμη.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Πηγαίνετε, πηγαίνετε· διά την εκκλησίαν
+ ετοιμασθήτε αύριον.
+
+ (Απέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αλλά καιρός δεν μένει·
+ νυκτόνει.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Δεν βαρύνεσαι; Θα τρέξω άνω κάτω,
+ θα ετοιμάσω κάθε τι κ' ησύχασε, γυναίκα·
+ ‘ς την Ιουλιέταν πήγαινε κ' ιδέ τα νυμφικά της.
+ Δεν πάγω ‘ς το κρεββάτι μου απόψε. Άφησέ με·
+ θα κάμω την 'νοικοκυράν. — Ποιος είν' εκεί; — Κανένας!
+ Εβγήκαν όλοι! Το λοιπόν μονάχος μου πηγαίνω
+ εις τον γαμβρόν, δι αύριον να τον προετοιμάσω.
+ Ελάφρωσιν αισθάνεται μεγάλην η καρδιά μου,
+ αφού αυτή, η παλαβή, ‘ς τα συγκαλά της ήλθε.
+
+ (Εξέρχονται).
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.
+ Ο κοιτών της Ιουλιέτας.
+
+ (Εισέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η παραμάνα).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Αυτό το φόρεμα εδώ είναι καλόν. Απόψε
+ να με αφήσης μοναχήν, καλή μου παραμάνα.
+ Έχω να κάμω προσευχαίς, και να παρακαλέσω
+ να βοηθήση του θεού η χάρις την ψυχήν μου,
+ που 'ξεύρεις πόσας συμφοράς και αμαρτίας έχει.
+
+ (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Δουλεύετε; Με θέλετε κ' εγώ να βοηθήσω;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Όχι, μητέρα. Έτοιμα είν' όλα, όσα έχω
+ ς' την αυρινήν παράταξιν να βάλω. Άφησέ με
+ να μείνω τώρα μοναχή, παρακαλώ· κι' απόψε
+ ας μείνη η παραμάνα μου μαζή σου· κράτησέ την
+ η προετοιμασία σου θα σ' έχη άνω κάτω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Καλήν σου νύκτα· πλάγιασε να κοιμηθής αμέσως
+ και ύπνος σου χρειάζεται απόψε.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Καλήν νύκτα,
+
+ (Απέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Θεός ηξεύρει αν ποτέ ξαναενταμωθώμεν!
+ Ωσάν να μου παρέλυσε τας φλέβας κρύος φόβος,
+ και μου παγόνει της ζωής την ζέστην. — Θα τας κράξω·
+ αν τας ιδώ αναψυχήν θα λάβω. — Παραμάνα! —
+ Πλην τι την θέλω; Μόνη μου εγώ να παίξω έχω
+ την αποτρόπαιον σκηνήν! Έλα εδώ, φιάλη! —
+ Κι αν δεν ναρκόνη το πιοτόν; Θα με 'πανδρεύσουν τότε
+ αύριον; Ω! ποτέ, ποτέ! Ιδού τι θα με σώση!
+ Εδώ κοντά μου μείνε συ.
+
+ (Θέτει πλησίον της εγχειρίδιον).
+
+ Αλλά, εάν φαρμάκι
+ μου έδωσ' ο καλόγηρος, και θέλη ν' αποθάνω,
+ μήπως ο γάμος μου αυτός του φέρη ατιμίαν,
+ διότι μ' εστεφάνωσε με τον Ρωμαίον πρώτα;
+ Φοβούμαι μήπως είν' αυτό. Αλλ' όχι δεν πιστεύω·
+ αγίου έχει όνομα, και το αξίζει. Όχι·
+ δεν θέλω τέτοιος στοχασμός ‘ς τον νουν μου να περάση!
+ Και αν εκεί που κείτομαι, πριν φθάση ο Ρωμαίος
+ να με γλυτώση, έξαφνα ‘ς τον τάφον εξυπνήσω;
+ Ω! τι τρομάρα! Μην πνιγώ εις την καμάραν μέσα,
+ όπου αέρα καθαρόν το βδελυρόν της στόμα
+ δεν αναπνέει; και νεκράν όταν θα φθάση μ' εύρη;
+ Ή και αν ήμαι ζωντανή, η αγριάδα μήπως
+ να ευρεθώ ‘ς τα σκοτεινά, ‘ς την αγκαλιάν του Χάρου,
+ εις τέτοιον μέρος φοβερόν,... εκεί ‘ς τον θόλον μέσα,
+ όπου προ τόσων γενεών κ' εκατοντάδων χρόνων
+ σωριάζονται τα κόκκαλα προγόνων μου θαμμένων
+ όποτ ‘ς το χώμα το νωπόν το σώμα του Τυβάλτη
+ αιματωμένον σήπεται ‘ς το νεκροσάβανόν του·
+ όπου ‘ς τα βάθη της νυκτός φαντάσματα θα 'βγαίνουν...
+ Αλλοίμονον! μήπως εκεί 'ξυπνήσω πριν της ώρας,
+ 'ς αποφοραίς σιχαμεραίς και εις κραυγαίς τρομάρας,
+ ωσάν να ξερριζόνεται βλαστάρι μανδραγόρα
+ και κράζει, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος π' ακούει;.. (!0)
+ Ω! αν 'ξυπνήσω, μη εκεί τα λογικά μου χάσω,
+ μ' αυτούς τους φόβους τους φρικτούς περιτριγυρισμένη;
+ και φρενιασμένη, μη βαλθώ να παίζω με τα μέλη
+ των προπατόρων μου εκεί; κ' αιματοκυλισμένον
+ να 'βγάλω απ' το σάβανον το πτώμα του Τυβάλτη;
+ και μέσα ‘ς την μανίαν μου, ενός ανδρειωμένου
+ προγόνου μου το κόκκαλον ν' αρπάξω, και μ' εκείνο
+ στ’ απελπισμένα χέρια μου, να χύσω τα μυαλά μου;
+ Του εξαδέλφου μου, ιδού, μου φαίνεται να βλέπω
+ το φάντασμα, και κυνηγά να πιάση τον Ρωμαίον
+ διότι του εκάρφωσε ‘ς τα στήθη το σπαθί του!
+ Στάσου, Τυβάλτη· στάσου. Ω!...
+ Ρωμαίε, έρχομαι! Αυτό το πίνω δι εσένα!
+
+ (Πίπτει επί της κλίνης).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.
+
+
+
+ Η αίθουσα του Καπουλέτου.
+
+ (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Να, πάρε τούτα τα κλειδιά, μυρωδικά να φέρης.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κάτω οι μάγειροι ζητούν χουρμάδες και κυδώνια.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, εισερχόμενος.
+ Σαλεύετε, σαλεύετε, κ' επέρασεν η ώρα.
+ Δυο φοραίς ο πετεινός εφώναξεν ως τώρα,
+ και η καμπάνα ' σήμανε ταις τρεις. Έχε ‘ς τον φούρνον
+ Αγγελική, το 'μάτι σου· κι’ όλον τ’ αυγόν' ς την πήταν.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ν' αφήσης τα νοικοκυριά και πήγαινε ‘ς το στρώμα·
+ φοβούμαι μήπως αύριον με το νυκτέρι τούτο
+ θα ήσαι άρρωστος.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Εγώ; καθόλου. Να η ώρα!
+ Πολλαίς φοραίς 'ξενύκτησα, και όχι διά τόσον,
+ και δεν αρρώστησα ποτέ.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Το 'ξεύρω· ‘ς τον καιρόν σου
+ σου ήρεζε να κυνηγάς τους ποντικούς την νύκτα·
+ πλην τέτοια ξενυκτίσματα εγώ δεν σου τ’ αφίνω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Α! ζήλεια, ζήλεια!
+
+ (Εισέρχονται υπηρέται φέροντες δίσκους, καλάθους, ξύλα, κτλ.)
+
+ Στάσου συ· τι έχεις εκεί μέσα;
+
+Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Τα στέλνουν εις τον μάγειρα· τι είναι δεν ηξεύρω.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Εμπρός, εμπρός.
+
+ (Εξέρχεται ο Α' υπηρέτης)
+
+ Εσύ εκεί, είναι στεγνά τα ξύλα;
+ κράξε τον Πέτρον, τα στεγνά πού είναι να σου δείξη.
+
+Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
+ Έχω κεφάλι δα κ' εγώ, αυθέντα, διά ξύλα·
+ δεν έχω χρείαν να μου 'πή ο Πέτρος να τα εύρω.
+
+ (Εξέρχεται).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Ά! μ' έκαμε κ' εγέλασα με την απόκρισίν του·
+ αλήθεια ξυλοκέφαλος! — Να! 'ξημερόνει κι’ όλα!
+ Ο Πάρης με την μουσικήν να έλθη δεν θ' αργήση·
+ όπου κι' αν ήναι θα φανή.
+
+ (Μουσική έσωθεν)
+
+ Να! έρχεται! Γυναίκα!
+ Αι, παραμάνα! δεν ακούς; πού είσαι, παραμάνα!
+
+ (Εισέρχεται η παραμάνα).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Την Ιουλιέταν 'ξύπνησε κ' ετοίμασε την. Τρέχα!
+ Εγώ πηγαίνω να τα 'πώ με τον γαμβρόν μου. Τρέχα·
+ τρέχα, και ήλθεν ο γαμβρός. Τρέχα ευθύς, σου λέγω!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.
+
+
+
+ Ο κοιτών της Ιουλιέτας.
+ (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ επί της κλίνης της. Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κυρία! Αι, κυρία μου· ακούεις; Ιουλιέτα!- —
+ Κοιμάται τώρα ‘ς τα βαθειά. — Αρνάκι μου· κυρία!
+ Ω ακαμάτρα, εντροπή! Αγάπη μου, θ' ακούσης;
+ Κυρία μου· καρδούλα μου· εσύ, γλυκειά μου νύμφη!
+ Τι; ούτε λέξιν; Βέβαια, τον χαίρεσαι τον ύπνον.
+ Καλοκοιμήσου! Αύριον να κοιμηθής δεν έχει·
+ ο Πάρης δεν το συγχωρεί. — Θεέ, συγχώρεσέ με,
+ βαρύς που είν' ο ύπνος της! Να την 'ξυπνήσω πρέπει.
+ Κυρία μου, κυρία μου! Εάν ο Πάρης έλθη
+ και σ' εύρη ‘ς το κρεββάτι σου, θα σε κατατρομάξη.
+ Δεν θα τρομάξης; 'Ξύπνησε! — Με τα φορέματά σου
+ επλάγιασες; Τι είν' αυτό; Είν' ώρα να 'ξυπνήσης·
+ Κυρία! Ιουλιέτα μου!... Αλλοίμονον! Βοήθεια!
+ Βοήθεια! Η κυρία μου απέθανε! Βοήθεια!
+ Ώρα κακή! τι ήθελα να γεννηθώ η μαύρη!
+ Λίγον ρακί! — Αυθέντα μου, κυρία μου, βοήθεια!
+
+ (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Τι είν' ο τόσος θόρυβος;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ημέρα ωργισμένη!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Τι έπαθες;
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Κύτταξ' εκεί! Δυστυχισμένη 'μέρα!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αλλοίμονον, αλλοίμονον! Παιδάκι μου, ζωή μου!
+ Ω! Αναστήσου, ή κ' εγώ μαζή σου θ' αποθάνω.
+ Βοήθεια! Βοήθεια! Ω! φώναξε να έλθουν.
+
+ (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Είν' εντροπή! Θα φέρετε την Ιουλιέταν έξω;
+ ήλθ' ο γαμβρός.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Είναι νεκρή! αποθαμμένη είναι!
+ Αλλοί, αλλοί!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Να την ιδώ... Τελειωμένη· κρύα·
+ το αίμα εσταμάτησε· εβάρυναν τα μέλη·
+ απεχαιρέτησ' η ζωή τα χείλη της προ ώρας·
+ ο Θάνατος απλώθηκεν επάνω ‘ς το κορμί της,
+ 'σαν παγωνιά παράκαιρη εις δροσερόν λουλούδι.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ώρα κακή μας 'πλάκωσε!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Ω συμφορά και πίκρα!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Ο Χάρος που την ήρπασε να την μοιρολογήσω,
+ μου έδεσε την γλώσσαν μου και φράζει την φωνήν μου.
+
+ (Εισέρχονται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΜΟΥΣΙΚΟΙ).
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Είναι η νύμφη έτοιμη διά την εκκλησίαν;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Να 'πάγη έτοιμη, αλλά... διά να μη γυρίση!
+ Ω υιέ μου, την παραμονήν του γάμου σου, την νύκτα,
+ ο Χάρος με την νύμφην σου επλάγιασε. Ιδέ την
+ το άνθος που λαχτάριζες, το 'μάδησεν εκείνος·
+ ο Χάρος κληρονόμος μου, γαμβρός μου είν' ο Χάρος
+ Αυτός εστεφανώθηκε την κόρην μου· και τώρα
+ θα ξεψυχήσω, κ' εις αυτόν θ' αφήσω ό,τι έχω.
+ Και η ζωή μου και το παν ανήκουν εις τον Χάρον!
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Τόσον καιρόν επρόσμενα να έλθη τούτ’ η 'μέρα,
+ κι' αυτό το θέαμα εδώ μου έμελε να φέξη!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Κατηραμένη, άτυχη, πικρή και μαύρη 'μέρα!
+ Ώρα κακή, που ο Καιρός χειρότερην δεν είδε
+ εις το ταξείδι το βαρύ του μακρυνού του δρόμου!
+ Ένα το είχα μοναχόν, μονάκριβον παιδί μου,
+ αυτό η μόνη μου χαρά, παρηγορία μόνη,
+ κι' ο Χάρος απ' τα 'μάτια μου, ο άπονος, το 'πήρε!
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Ω πίκρα! ω πικρή, πικρή, κατάπικρη ημέρα!
+ ημέρα βαρυορίζικη, πικρή, πικρή ημέρα,
+ οπού πικρότερην ποτέ δεν είδα ‘ς την ζωήν μου!
+ Ω 'μέρα, 'μέρα τρομερή! της συμφοράς ημέρα!
+ Δεν εξανάγινε ποτέ ημέρα τόσον μαύρη!
+ Ω συμφορά! 'μέρα ψυχρή! δυστυχισμένη 'μέρα!
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Αδικημένη, έρημη, άθλια, ‘πέθαμμένη!
+ Αδικημένη, θάνατε, απ' το σκληρόν σου χέρι,
+ ω θάνατε, πικρέ — πικρέ! Αγάπη μου, ζωή μου!
+ όχι ζωή, — αγάπη μου εσύ αποθαμμένη.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Βασανισμένη, δυστυχής· καμμένη, σκοτωμένη!
+ Ώρα των θρήνων, διατί να έλθης, την χαράν μας
+ να την σκοτώσης; διατί; Παιδάκι μου, παιδί μου!
+ όχι παιδί, — ψυχή μου συ! Νεκράν, νεκράν σε βλέπω.
+ Κάθε χαρά μου θα ταφή, ω κόρη μου, μαζή σου!
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Φθάνουν οι τόσοι οδυρμοί. Είν' εντροπή σας! Φθάνει!
+ Δεν διορθόνουν το κακόν οι οδυρμοί κ' οι θρήνοι.
+ Αυτή εδώ ‘ς τον ουρανόν και εις εσάς ανήκε·
+ πλην σήμερον ολόκληρην ο ουρανός την θέλει·
+ και τόσον το καλλίτερον διά την νέαν κόρην.
+ Τον θάνατον να κλέψετε, κ' εδώ να το κρατήτε
+ το ιδικόν σας μερτικόν, ‘ς το χέρι σας δεν είναι.
+ Εις την αιώνιον ζωήν κρατεί το μερτικόν του
+ ο Ουρανός. Ηθέλετε την υπερύψωσίν της·
+ και ήτον ευτυχία σας αυτή να ευτυχήση.
+ Προς τι την κλαίετε λοιπόν, που είν' ανυψωμένη
+ επάνω απ' τα σύννεφα, εις τ’ Ουρανού τα ύψη;
+ Δεν είναι η αγάπη σας αληθινή αγάπη,
+ εάν η ευτυχία της σας φέρνει τόσην λύπην.
+ Δεν εκαλοπανδρεύθηκε η χρόνια 'πανδρευμένη·
+ χαρά ‘ς την που 'πανδρεύεται, και νειόνυμφη ‘πεθαίνει,
+ Σφογγίσετε τα δάκρυα· ‘ς το εύμορφον κορμί της
+ ελάτε να σκορπίσετε το δενδρολίβανόν σας(51).
+ Στολίσετέ την έπειτα και συνοδεύσετέ την
+ ‘ς την εκκλησίαν. Απαιτεί τα δάκρυα η φύσις,
+ αν και γελά το Λογικόν όταν η Φύσις κλαίη.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τα όσα θα εγίνοντο ς' την τελετήν του γάμου,
+ ‘ς το λείψανον της Κόρης μου ας χρησιμεύσουν τώρα.
+ Αντί λαλούμενα χαράς, καμπάναις ας σημάνουν
+ αντί τραγούδια εύθυμα, ας ψάλουν μοιρολόγια·
+ του γάμου το συμπόσιον ας γίνη κόλλυβά της,
+ και τ’ άνθη της τα νυμφικά νεκρήν ας την ραντίσουν,
+ και κάθε τι αντίστροφον να γίνη και ν' αλλάξη!
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Πήγαινε μέσα. Πήγαινε μαζή του, ω Κυρία.
+ Και συ, ω Πάρη, πήγαινε. Και προετοιμασθήτε
+ να νεκροσυνοδεύσετε το εύμορφον κορμί της.
+ Μ' αυτό τας αμαρτίας σας ο Κύριος παιδεύει,
+ και κλίνετε την κεφαλήν, να μη παραθυμώση.
+
+ (Εξέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, ο ΠΑΡΗΣ
+ και ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ).
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Αι! ας πηγαίνωμεν κ' ημείς και τα λαλούμενά μας.
+
+ΠΑΡΑΜΑΝΑ
+ Πηγαίνετε· πηγαίνετε καλά μου παλλικάρια,
+ κ' εστράβωσαν τα πράγματα, καθώς παρατηρείτε.
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Ας ήτον εις το χέρι μας να 'σιάσουν, παραμάνα.
+
+ (Απέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).
+ (Εισέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ(52) ).
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Μουσικοί, ω μουσικοί μου, παίξετε μου χ α ί ρ ο υ κ α ρ-
+ δ ι ά μ ο υ χ α ί ρ ο υ· αν θέλετε το καλόν μου, παιδιά μου,
+ παίξετέ μου το.
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Και διατί να σου παίξωμεν το χ α ί ρ ου κ α ρ δ ι ά
+ μ ο υ, χ α ί ρ ο υ;
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Διότι η ιδική μου καρδιά παίζει μέσα της το σ χ ί-
+ σ ο υ κ α ρ δ ι ά μ ο υ σ χ ί σ ο υ. Παίξετε μου, μουσικοί,
+ κανένα εύθυμον σκοπόν να με παρηγορήσετε.
+
+Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Δεν παίζομεν τίποτε. Δεν είναι καιρός διά μουσικήν
+ τώρα.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Δεν παίζετε;
+
+ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ
+ Όχι.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Τώρα να σας δώσω εγώ...
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Τι θα μας δώσης;
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Όχι χρήματα βέβαια! ξύλον θα σας δώσω.
+
+Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Σώπα, παληόδουλε.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Κύτταξε να μη σου χώση το σπαθί του εις τα πλευ-
+ ρά ο παληόδουλος. Κύτταξε να μη σου βαρέση το ίσον
+ εις την ράχιν σου.
+
+Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Έλα έλα. Χώσε το σπαθί σου, και ξέχωσε το πνεύ-
+ μα σου.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Τώρα να σας δείξω και το πνεύμα μου. Θα σας κο-
+ πανίσω με τον νουν μου, αντί να σας τρυπήσω με το
+ σπαθί μου. Αποκριθήτε μου ωσάν άνθρωποι.
+
+ Όταν την ψυχήν λύπη μας πλακώνει
+ και την βασανίζει αίσθημα πικρόν,
+ τοτ’ η μουσική με ήχον αργυρόν...
+
+ διατί ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; διατί λέγει, η μ ο υ σ ι κ ή
+ μ ε ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; Εδώ σε θέλω, Σίμε Λαγουτάρη.
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Το λέγει, διότι το αργύριον έχει γλυκόν ήχον.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Περίφημα! Τί λέγεις εσύ, Τρίχορδε;
+
+Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Λέγω ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν, διότι οι μουσικοί παίζουν
+ διά το αργύριον.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Εξαίρετα! Και συ, κυρ Δοξαρά;
+
+Γ’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Δεν 'ξεύρω τι να 'πώ εγώ.
+
+ΠΕΤΡΟΣ
+ Εγώ να σας το ειπώ. Λέγει μ ο υ σ ι κ ή μ ε ή χ ο ν
+ α ρ γ υ ρ ό ν, διότι δεν σας φέγγει τίποτε χρυσόν εσάς.
+
+ Τότ’ η μουσική με ήχον αργυρόν
+ μας παρηγορεί και μας βαλσαμώνει.
+
+ (Απέρχεται).
+
+Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Τι παληάνθρωπος είναι αυτός;
+
+Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
+ Να 'πάγη να χαθή! Έλα, πηγαίνωμεν μέσα. Ν' ακο-
+ λουθήσωμεν το λείψανον, κ' έπειτα τρώγομεν εδώ.
+
+ (Απέρχονται).
+
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ.
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.
+
+
+
+ Οδός εις Μάντουαν.
+ (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Εάν του Ύπνου ημπορώ το 'μάτι να πιστεύσω,
+ τα όνειρά μου είδησιν χαροποιάν προλέγουν.
+ Αισθάνομαι ‘ς τον θρόνον του ελαφροκαθισμένον
+ τον κύριον του στήθους μου. Κι απ' την αυγήν ως τώρα
+ μια ασυνείθιστη χαρά ανοίγει την καρδιάν μου,
+ κι από την γην με στοχασμούς φαιδρούς μ' ανασηκόνει.
+ Απόψε την γυναίκα μου την είδα στ’ όνειρόν μου,
+ ωσάν να ήρχετο εδώ να με ιδή· και μ' ηύρεν
+ αποθαμμένον (όνειρον παράδοξον! ν' αφίνη
+ να συλλογήται ο νεκρός)· κι' αυτή με τα φιλιά της
+ τόσην εφύσησε ζωήν εις τα νεκρά μου χείλη,
+ ώστε ανέζησα εγώ, και ήμουν βασιλέας.
+ Αχ! Τι απόλαυσις γλυκειά η ζωντανή αγάπη,
+ αν της αγάπης η σκιά τόσην χαράν χαρίζη!
+
+ (Εισέρχεται ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Απ' την Βερώναν μήνυμα! Τι γίνεσαι, Βαλτάσσαρ;
+ Του καλογήρου γράμματα μου φέρνεις; δόσε μου τα.
+ Πώς είναι η γυναίκα μου; Τι κάμνουν οι γονείς μου,
+ Τι κάμν' η Ιουλιέτα μου; Το ερωτώ και πάλιν.
+ Όταν εκείν' ήναι καλά, κανείς κακά δεν είναι.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Λοιπόν εκείν' είναι καλά, κ' είναι καλά τα πάντα·
+ ‘ς τον τάφον των προγόνων της το σώμα της κοιμάται,
+ κ' η άυλή της η ψυχή πετά με τους αγγέλους.
+ Εξαπλωμένην νεκρικά την είδα εις το μνήμα,
+ κ' ήλθα εδώ να σου το 'πώ. Συγχώρησε, αυθέντα,
+ αν φέρνω είδησιν κακήν. Το πρόσταγμά σου κάμνω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Αυτό μου έμελε; Λοιπόν, δεν σας ψηφώ, αστέρια! —
+ Πήγαιν' εκεί που κατοικώ· χαρτί να γράψω θέλω·
+ κ' ενοίκειασέ μου άλογα. Αναχωρώ απόψε.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Υπομονή, αυθέντα μου. Το πρόσωπόν σου είναι
+ αγριευμένον και χλωμόν. Φοβούμαι μη ξεσπάση
+ καμμία νέα συμφορά.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Μην έχης τέτοιον φόβον.
+ Πήγαινε τώρα· άφες με, κι' ό,τι σου είπα κάμε.
+ Του καλογήρου γράμματα δεν έχεις να μου δώσης;
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Όχι, αυθέντα μου καλέ, δεν έχω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δεν πειράζει.
+ Τρέξε να εύρης άλογα. Ευθύς κ' εγώ θα έλθω.
+
+ (Απέρχεται ο Βαλτάσσαρ).
+
+ Απόψε, Ιουλιέτα μου, μαζή σου θα πλαγιάσω!
+ Πλην πώς να γίνη; — Ω! ‘ς τον νουν ενός απελπι-
+ [σμένου
+ τι γρήγορα που το κακόν εμβαίνει! — Ενθυμούμαι,
+ εδώ πλησίον κατοικεί ένας φαρμακοπώλης.
+ Προχθές τον είδα. Βότανα εμάζευε σκυμμένος,
+ με ξεσχισμένον φόρεμα, με φρύδια σουφρωμένα·
+ τον είχε ως το κόκκαλον η πτώχεια φαγωμένον.
+ Και εις του ξεπεσμένου του εργαστηρίου τους τοίχους
+ χελώναν είχε κρεμαστήν, και δέρμα κροκοδείλου
+ βαλσαμωμένον, και πετσιά ψαριών φρικωδεστάτων·
+ κι' ανάρια ‘ς το τραπέζι του αραδιασμένα ήσαν
+ άδεια κουτιά, και πράσινα αγγεία χωματένια,
+ και φούσκαις κατακίτριναις, και μουχλιασμένοι σπόροι,
+ και τριαντάφυλλα παστά, κι' απομεινάρια σπάγγου.
+ Κ' εγώ επαρατήρησα την πτώχειαν του, και είπα:
+ Εάν ευρίσκεται κανείς να χρειασθή φαρμάκι,
+ αυτός ο άθλιος εδώ θα του το επωλούσε,
+ κι ας τιμωρή τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος.
+ Ωσάν να το επρόβλεπα πως θα τον λάβω χρείαν!
+ Εδώ νομίζω κατοικεί· αλλά το εργαστήρι
+ είναι κλειστόν. Έχει εορτήν. — Εσύ, φαρμακοπώλη!
+
+ (Εισέρχεται ο φαρμακοπώλης).
+
+ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ
+ Ποιος κράζει τόσον δυνατά;
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Έλα εδώ, καλέ μου.
+ Πτωχός μου φαίνεσαι. Ιδού· λάβε φλωριά σαράντα.
+ Θέλω φαρμάκι δυνατόν, να ενεργή αμέσως,
+ κι' άμα σταις φλέβαις σκορπισθή νεκρόν να τον αφίνη
+ εκείνον που βαρέθηκε να ζη, και θα το πάρη.
+ Από το σώμα την ζωήν το θέλω να την διώχνη
+ διά μιας, ορμητικά, καθώς ορμά κ' εβγαίνει
+ από τα σπλάγχνα κανονιού πυρίτις αναμμένη.
+
+ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ
+ Φαρμάκι έχω δυνατόν, καθώς το θέλεις· όμως
+ τον τιμωρεί τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Τόσον πτωχός και ελεεινός, και θάνατον φοβάσαι;
+ ‘ς τα μάγουλά σου φαίνεται ζωγραφισμένη η πείνα·
+ ‘ς τα λιμασμένα 'μάτια σου η στέρησις' κ' η πτώχεια·
+ ‘ς την ράχιν σου η ζητανιά κι' ο εξευτελισμός σου·
+ ο Νόμος δεν σε αγαπά, κι' ο κόσμος δεν σε θέλει·
+ Νόμον να γίνης πλούσιος ο κόσμος δεν τον έχει·
+ λοιπόν, τον Νόμον πάτησε και πάρε, να πλουτήσης.
+
+ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ
+ Τα δέχεται η πτώχεια μου, η θέλησίς μου όχι.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Όχι την θέλησιν κ' εγώ, την πτώχειαν σου πληρόνω.
+
+ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ
+ Πάρε αυτό και χύσε το 'ς ό,τι πιοτόν κι' αν ήναι,
+ και πιέ το. Είκοσι ανδρών την δύναμιν να έχης,
+ αμέσως οπού το γευθής, ευθύς σε τελειόνει.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Να τα φλωριά. Χειρότερον φαρμάκι τούτο είναι,
+ εις τον βρωμόκοσμον αυτόν πλειότερον σκοτόνει,
+ από αυτό, που να πωλής ο Νόμος σ' εμποδίζει.
+ Εγώ φαρμάκι σου πωλώ, κι’ όχι εσύ εμένα!
+ Ώρα καλή. Αγόρασε ψωμί να κάμης σάρκα. —
+ Έλα εσύ, ω ιατρικόν, όχι φαρμάκι· έλα· εκεί, στης Ιουλιέτας μου
+ τον τάφον θα σε πάρω!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.
+
+
+
+ Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.
+
+ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ, εισερχόμενος.
+ Ω άγιε καλόγηρε, ω αδελφέ, πού είσαι;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, εισερχόμενος.
+ 'Σάν την φωνήν μου φαίνεται του πάτερ Ιωάννου.
+ Καλώς 'τον απ' την Μάντουαν! Τι λέγει ο Ρωμαίος;
+ Αν σ' έδωσε απόκρισιν γραμμένην, δος το γράμμα.
+
+ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ
+ Του τάγματός μας μοναχόν επήγα να ζητήσω,
+ νάχω ‘ς τον δρόμον σύντροφον (53)· κ' εκεί όπου τον ηύρα
+ να περιθάλπη ασθενείς, διά μιας πλακόνουν
+ οι φύλακες της πόλεως· επήραν υποψίαν
+ μη έπεσε θανατικόν, κ' εσφράγισαν τας θύρας,
+ και μας εκλείδωσαν εκεί ‘ς το μολυσμένον σπίτι,
+ κ' εμένα εις την Μάντουαν μ' εμπόδισαν να 'πάγω.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Με ποίον έστειλες λοιπόν το γράμμα ‘ς τον Ρωμαίον;
+
+ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ
+ Δεν ήτο τρόπος να σταλθή. Ιδού· εδώ το έχω
+ ούτε μου ήτο δυνατόν να σου το στείλω 'πίσω.
+ Τόσος τους έπιασε πολύς επιδημίας φόβος.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ω συμφορά! Το γράμμα μου ασήμαντον δεν ήτο,
+ αλλ' είχε, μα το ράσον μου, μεγάλην σημασίαν,
+ και ίσως η αναβολή κακόν μεγάλον φέρη.
+ Πήγαινε τώρα, πήγαινε, ω πάτερ Ιωάννη,
+ εύρε λοστόν, και φέρε τον αμέσως ‘ς το κελλί μου.
+
+ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ
+ Ευθύς τον φέρνω.
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Μόνος μου θα τρέξω εις το μνήμα.
+ Η Ιουλιέτα ξυπνητή θα ήναι εις τρεις ώραις.
+ Θα έχη εναντίον μου παράπονον μεγάλον,
+ πως ο Ρωμαίος είδησιν ακόμη να μη λάβη.
+ Αλλά θα στείλω γράμματα ‘ς την Μάντουαν και πάλιν,
+ κ' έως να έλθη ο άνδρας της την κρύπτω ‘ς το κελλί μου.
+ Καϋμένον πτώμα ζωντανόν, με τους νεκρούς θαμμένον!
+
+ (Απέρχεται).
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.
+
+
+
+ Κοιμητήριον· εν αυτώ το οικογενειακόν των Καπουλέτων
+ μνημείον.
+ (Εισέρχεται ο ΠΑΡΗΣ, και ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ του φέρων άνθη και δαυλόν).
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Δος τον δαυλόν και πήγαινε. Παράμερα τραβήξου.
+ Ή σβύσε τον καλλίτερα. Να με ιδούν δεν θέλω.
+ Εσύ 'ξαπλώσου καταγής ‘ς τα έλατα αποκάτω,
+ κ' έχε τ’ αυτί σου κολλητόν κάτω ‘ς την γην την κούφιαν
+ απ' το συχνόν το σκάψιμον είν' άστρωτον το χώμα,
+ και αν ‘ς το κοιμητήριον κανείς περιπατήση,
+ θα τον ακούσης. Σφύριξε αμέσως που ακούσης.
+ Δόσε μου τ’ άνθη. Πήγαινε, και κάμε όπως είπα.
+
+ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, καθ' εαυτόν.
+ Φοβούμαι ολομόναχος ‘ς τους τάφους· πλην θα μείνω.
+
+ (Απομακρύνεται).
+
+ΠΑΡΙΣ
+ Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, ‘ς την νυμφικήν σου κλίνην,
+ αλλοίμονον, με χώματα στρωμένην και με πέτραις!
+ Ταις νύκταις με ροδόσταγμα εγώ θα την ραντίζω,
+ κι' αν λείψη το ροδόσταγμα, με δάκρυα πικρά μου.
+ Το μοιρολόγι μου αυτό θα έχης κάθε νύκτα,
+ να έρχωμαι ς' τον τάφον σου, να ραίνω και να κλαίω.
+
+ (Σφυρίζει ο ακόλουθος).
+
+ Α! το παιδί μ' ειδοποιεί· θα πλησιάζη κάποιος.
+ Ποιος είν' αυτός που έρχεται μ' ανόσιον ποδάρι,
+ και μου χαλνά την νεκρικήν πομπήν του Έρωτός μου;
+ Κρατεί ‘ς το χέρι του δαυλόν. Ω νύκτα, σκέπασέ με!
+
+ (Εξέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ κρατών δαυλόν,
+ μοχλόν και αξίνην).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Δος μου, Βαλτάσσαρ, τον μοχλόν και την αξίνην δος μου.
+ Το γράμμα τούτο δόσε το ‘ς τα χέρια του πατρός μου
+ πρωί πρωί. Δος μου το φως. Αν θέλης την ζωήν σου,
+ ό,τι κι' αν τύχη να ιδής και ό,τι κι' αν ακούσης,
+ μη πλησίασης κύτταξε και μη με διακόψης!
+ Έχω σκοπόν να καταιβώ ‘ς την κλίνην του θανάτου,
+ διότι και το πρόσωπον της γυναικός μου θέλω
+ να το ιδώ, κι' απ' το νεκρόν το χέρι της να πάρω
+ το δακτυλίδι που φορεί· πολύτιμόν μου είναι
+ και έχω λόγον ακριβόν που θέλω να το έχω.
+ Πλην αν γυρίσης και βαλθής να με παραμονεύσης,
+ μα τον Θεόν, τα μέλη σου κομμάτια θα τα κάμω,
+ να τα σκορπίσω εις αυτούς τους πεινασμένους τάφους!
+ Είν' οι σκοποί μου άγριοι, όσον κ' η ώρα τούτη·
+ ακόμη πλέον τρομεροί και εξαγριωμένοι
+ απ' ωργισμένην θάλασσαν, ή τίγριν πεινασμένην!
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ θα τραβηχθώ, αυθέντα μου, και δεν θα σε ταράξω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Με τούτο την αγάπην σου θα μου την αποδείξης.
+ Πάρε αυτά,
+
+ (Τω δίδει το βαλάντιόν του)
+
+ και πήγαινε, και ο Θεός μαζή σου!
+ Ώρα καλή σου, φίλε μου.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Ας λέγη ό,τι θέλει,
+ εδώ τριγύρω θα κρυφθώ· δεν φεύγω· με τρομάζει
+ το 'μάτι του· κάτι κακόν έχει ‘ς τον νουν φοβούμαι.
+
+ (Αποσύρεται).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ω στόμα μαύρον και φρικτόν! ω σπλάγχνον του θανάτου,
+ με τ’ ακριβώτερον κορμί του κόσμου χορτασμένον!
+ Ιδού, πώς τα σαγόνια σου τα σάπια θα τ’ ανοίξω,
+ κι' άλλην τροφήν ‘ς τα δόντια σου να χώσω στανικώς σου!
+
+ (Ανοίγει την θύραν του μνημείου).
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Αυτός είν' ο εξόριστος Μοντέκης, ο αυθάδης,
+ εκείνος οπού έχυσε το αίμα του Τυβάλτη,
+ και ν' αποθάνη έκαμε τ’ ωραίον τούτο πλάσμα
+ από την λύπην. Κ' έρχεται ακόμη να υβρίση
+ και τα θαμμένα των κορμιά! Να τον συλλάβω πρέπει. —
+ Σταμάτησε το έργον σου, ανόσιε Μοντέκη!
+ Και πέραν απ' τον θάνατον εκδίκησιν γυρεύεις;
+ Κατάδικε τρισάθλιε, σε συλλαμβάνω. Έλα,
+ υπάκουσέ με· πήγαινε μαζή μου. Θ' αποθάνης!
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Ναι· ο σκοπός μου είν' αυτός αλήθεια! Ν' αποθάνω! —
+ Απελπισμένον άνθρωπον μη ερεθίζης, νέε·
+ φύγε· ω! φύγε απ' εδώ και άφες με. Φοβήσου
+ αυτούς εδώ που κείτονται. Παρακαλώ σε νέε,
+ μη μ' αγριεύης, μη ζητής και άλλην αμαρτίαν
+ επάνω ‘ς το κεφάλι μου να μου επισωρεύσης.
+ Φύγε, σου λέγω· σ' αγαπώ καλλίτερ' απ' εμένα.
+ Κακόν δεν θέλω κανενός παρά του εαυτού μου.
+ Μη μένης· φύγε γρήγορα. Ζήσε να λέγης, ότι
+ ένας τρελλός ευσπλαγχνικός σ' εβίασε να φύγης.
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Δεν τα ψηφώ τα λόγια σου και τους εξορκισμούς σου,
+ κι' ως άνθρωπον παράνομον εδώ σε συλλαμβάνω.
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Πόλεμον θέλεις και καλά; Ιδού λοιπόν!
+
+ (Μάχονται).
+
+Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
+ Θεέ μου!
+ Σπαθιαίς! Τους νυχτοφύλακας ας τρέξω να φωνάξω.
+
+ (Απέρχεται).
+
+ΠΑΡΗΣ
+ Μ' εσκότωσες! 'σπλαγχνίσου με, και άνοιξε το μνήμα,
+ κ' εξάπλωσέ με νεκρικά κοντά ‘ς την Ιουλιέταν.
+
+ (Αποθνήσκει).
+
+ΡΩΜΑΙΟΣ
+ Καλά· σου το υπόσχομαι. Να σε ιδώ, ποιος είσαι;
+ Του Μερκουτίου ο καλός ο συγγενής, ο Πάρης!
+ Τι μ' έλεγεν ο δούλος μου ‘ς τον δρόμον; και τα λόγια
+ δεν τα επρόσεχα εγώ ‘ς την ταραχήν μου μέσα;
+ Ο Πάρης να στεφανωθή την Ιουλιέταν ήτον;
+ Αυτό μου είπε; ή εγώ το είδα στ’ όνειρόν μου;
+ Ή επειδή επρόφερεν ο Πάρης τ’ όνομά της,
+ τα εφαντάσθηκεν αυτά ο σαλευμένος νους μου; —
+ Δος μου το χέρι. Είμεθα κ' εγώ και συ, καϋμένε,
+ μαζή γραμμένοι ‘ς το πικρόν της συμφοράς βιβλίον!
+ Δος μου το χέρι σου. Εγώ εσένα θα σε θάψω
+ εις μνήμα θριαμβευτικόν... εις μνήμα; όχι! Φάρον!
+ διότι αναπαύεται εδώ η Ιουλιέτα,
+ κ' η ευμορφιά της χύνει φως στου τάφου ταις καμάραις!
+ Εδώ 'ξαπλώσου, ω νεκρέ! ένας νεκρός σε θάπτει.
+
+ (Καταθέτει τον Πάρην εντός του τάφου).
+
+ Πολύ συχνά ο άνθρωπος ‘ς το ψυχομαχητόν του
+ αισθάνεται χαρούμενος, και οι τριγυρινοί του
+ το ονομάζουν αστραπήν προ του θανάτου τούτο.
+ Ιδού, κ' εμένα είν' αυτό η αστραπή μου τώρα!
+ Αγάπη μου, γυναίκα μου! Ω! της αναπνοής σου
+ το μέλι το ερρούφησεν ο Θάνατος· αλλ' όμως
+ ακόμη δεν εκάλυψε την ωραιότητά σου,
+ ακόμη δεν σ' ενίκησε. Το κόκκινόν της χρώμα
+ ακόμη αξεδίπλωτον το έχ' η ωραιότης
+ επάνω εις τα χείλη σου και εις τα μάγουλά σου·
+ του Χάρου δεν τα 'σκέπασεν η κίτρινη σημαία!
+ Εις το αιματωμένον σου το σάβανον, Τυβάλτη,
+ εδώ κοιμάσαι· τι ζητείς; τι άλλην χάριν θέλεις
+ από το χέρι πώκοψε τα νειάτα σου ‘ς την μέσην,
+ παρά να κόψη την ζωήν αυτήν, που εμισούσες;
+ Συγχώρησέ με εξάδελφε! — Αχ, Ιουλιέτα, φως μου,
+ πως είσαι τόσον εύμορφη ακόμη; Μη αλήθεια
+ ο Θάνατος ο άυλος ερωτευμένος είναι;
+ Μήπως το αποτρόπαιον, το άσαρκον το τέρας
+ εδώ ‘ς το σκότος σε κρατεί, να σ' έχη ερωμένην;
+ Από τον φόβον μου εδώ, μαζή σου θ' απομείνω.
+ Ποτέ δεν φεύγω απ' αυτό του Σκότους το παλάτι.
+ Εδώ θα μένω πάντοτε μαζή με τα σκουλήκια,
+ που έχεις συνοδείαν σου. Εδώ, εδώ θα εύρω
+ αιώνιον ανάπαυσιν. Εδώ θ' αποτινάξω
+ απ' το τυραννισμένον μου κι' απηυδισμένον σώμα,
+ τον βαρυτράχηλον ζυγόν του άστρου του κακού μου!
+ Ιδέτε ύστερην φοράν, ω 'μάτια μου! Χαρήτε
+ το ύστερον αγκάλιασμα, ω χέρια μου! Ω χείλη,
+ εσείς, ω θύραις της πνοής, μ' ένα σεμνόν φιλί σας
+ σφραγίσετε το πάκτωμα, που κάμνω με τον Χάρον!
+ Έλα, πικρέ μου οδηγέ, τον δρόμον να μ' ανοίξης.
+ Απελπισμένε ναύκληρε, ω! έλα να συντρίψης
+ ‘ς τους βράχους το καράβι μου το θαλασσοδαρμένον!
+ Καλώς σε ηύρα αγάπη μου!
+
+ (Πίνει το δηλητήριον)
+
+ Πιστέ φαρμακοπώλη,
+ το ιατρικόν σου δεν αργεί. — Μ' ένα φιλί ‘πεθαίνω.
+
+ (Αποθνήσκει).
+ (Εισέρχεται εκ της ετέρας πλευράς του κοιμητηρίου ο ΠΑΤΕΡ
+ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, φέρων λύχνον, μοχλόν και αξίνην).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Βοήθειά μου ο Θεός! πόσαις φοραίς απόψε
+ εσκόνταψαν τα πόδια μου εις τάφους. — Ποίος είσαι;
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Πάτερ Λαυρέντιε, εγώ, φίλος και γνώριμός σου.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ευλογητός! Δεν μ' εξηγείς, τι φως εκεί του κάκου
+ φωτίζει μαυροσκούληκα κι' αόμματα κρανία;
+ Του Καπουλέτου είν' εκεί ο τάφος, αν δεν σφάλλω.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Ο κύριός μου είν' εκεί, ω άγιέ μου πάτερ,
+ ο νέος οπού αγαπάς.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ποιος είναι;
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Ο Ρωμαίος.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Προ πόσης ώρας είν' εκεί;
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ θα ήναι 'μισή ώρα.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ 'Σ τον τάφον ακολούθει με.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Φοβούμαι να σ' ακούσω
+ Ο κύριός μου αγνοεί πως είμ' εδώ ακόμη,
+ και μ' εφοβέρισε φρικτά πως αν παραμονεύσω
+ θα με σκοτώση.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Μείν' εδώ· εγώ πηγαίνω μόνος.
+ Ω! τρέμω μήπως έγεινε καμμία δυστυχία.
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Απεκοιμήθηκα εκεί ‘ς τα έλατ’ αποκάτω,
+ και μέσα εις τον ύπνον μου 'σαν όνειρον τον είδα
+ μ' ένα εδώ να πολεμά, και να τον θανατόνη.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, προχωρών.
+ Ρωμαίε! — Ω, αλλοίμονον! Τι αίμα κηλιδόνει
+ τα μαρμαρένια πρόθυρα αυτού εδώ του τάφου;
+ Εδώ τι θέλουν τα σπαθιά τα αιματοβαμμένα,
+ γυμνά ριχμένα καταγής ‘ς τον τόπον της Ειρήνης;
+
+ (Ακούεται θόρυβος έξωθεν).
+
+ Α! ο Ρωμαίος! τι ωχρός! Ποιος άλλος; και ο Πάρης!
+ και βουτημένος στ’ αίματα! Τι ώρα ωργισμένη,
+ τι θρήνος!... Ω! εσάλευσεν η Ιουλιέτα.
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πάτερ,
+ ω πάτερ μου παρήγορε, ο άνδρας μου πώς είναι;
+ Το ενθυμούμαι καθαρά πού έπρεπε να ήμαι·
+ ηξεύρω πού ευρίσκομαι. Πού είναι ο Ρωμαίος;
+
+ (Ακούεται θόρυβος έξωθεν).
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ακούω κρότον. — Κόρη μου, να φύγης και φωληάζει
+ εδώ αρρώστια, θάνατος, και ύπνος χωρίς τέλος.
+ Μια Δύναμις, που δεν 'μπορεί κανείς να την νικήση,
+ ανέτρεψε τα σχέδια και τους σκοπούς μας. Έλα!
+ Νεκρός o άνδρας σου εδώ ‘ς την αγκαλιάν σου είναι·
+ νεκρός κι' ο Πάρης. Φεύγωμεν. Θα σε τοποθετήσω
+ εις μοναστήρι άγιον καλογρηών. Μη στέκης·
+ μη μ' ερωτάς. — Eπλάκωσαν οι φύλακες! ω! έλα,
+ γρήγορα, φύγε!
+
+ (Θόρυβος έξωθεν).
+
+ Δεν τολμώ πλειότερον να μείνω.
+
+ (Εξέρχεται).
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Πήγαινε, φύγε απ' εδώ· αλλά εγώ δεν φεύγω.
+ Τι έχεις, άνδρα μου γλυκέ, ‘ς το χέρι σου σφιγμένον;
+ Ποτήρι; Σ' εθανάτωσε παράκαιρα φαρμάκι!
+ Όλον το 'πήρες, ω κακέ; δεν άφησες κ' εμένα
+ σταλαγματιάν, κατόπιν σου να έλθω; θα φιλήσω
+ τα χείλη σου. Επάνω των ίσως φαρμάκι μένει,
+ και με το βάλσαμον αυτό 'μπορέσω ν' αποθάνω.
+
+ (Τον ασπάζεται).
+
+ Είναι τα χείλη σου ζεστά!
+
+ ΦΥΛΑΞ, έξωθεν.
+ Οδήγει μας. Πού είναι;
+
+ΙΟΥΛΙΕΤΑ
+ Έρχοντ’ εδώ. Να μην αργώ.
+
+ (Αρπάζει το εγχειρίδιον του Ρωμαίου)
+
+ Καλότυχον μαχαίρι,
+ χώσου εδώ και σκούριαζε, και δος μου ν' αποθάνω!
+
+ (Αυτοχειριάζεται και πίπτει επί του πτώματος του Ρωμαίου).
+ (Εισέρχονται οι νυκτοφύλακες και ο ακόλουθος του Πάρη).
+
+Ο ΑΚΟΛΟΥθΟΣ
+ Ιδού το μέρος. Κάτω 'κεί· κοντά ‘ς το φως εκείνο.
+
+Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Γεμάτη αίματα η γη! — ‘ς τα μνήματα ιδέτε,
+ και οποίον τύχη κ' εύρετε κρυμμένον, πιάσετέ τον.
+
+ (Εξέρχονται ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινες).
+
+ Τι θέαμα ελεεινόν! Ο Πάρης σκοτωμένος,
+ κ' αιματωμένη και ζεστή ακόμ' η Ιουλιέτα,
+ ενώ προ δύο ημερών ετάφηκ' εδώ κάτω! —
+ Τρέξε στου πρίγκηπος εσύ, και συ στου Καπουλέτου,
+ συ κράξε τους Μοντέκιδες. 'Σ τους τάφους ας σκαλίζουν
+ οι άλλοι.
+
+ (Εξέρχονται έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ).
+
+ Εδώ έγινεν όλος αυτός ο θρήνος,
+ και έχομεν να μάθωμεν το διατί να γίνη.
+
+ (Επιστρέφουσι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινές μετά του ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ).
+
+Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Τον ηύρα εις τα μνήματα· ο δούλος του Ρωμαίου.
+
+Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Φυλάγετέ τον. Να φανή ο Πρίγκηψ δεν θ' αργήση.
+
+ (Επιστρέφουσι έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ μετά του ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ).
+
+Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Ένας καλόγηρος ιδού, οπού θρηνεί, και τρέμει,
+ κι' αναστενάζει. Έφευγε απ' το νεκροταφείον
+ και εκρατούσε τον μοχλόν και την αξίνην τούτην.
+
+Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Το πράγμα είναι ύποπτον. Κι αυτόν κρατήσετέ τον.
+
+ Εισέρχεται ο ΠΡΙΓΚΗΨ μετά της συνοδείας του).
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Τι έγινε; τι συμφορά τόσον πρωί συνέβη,
+ κ' ετάραξε τον ύπνον μας και την ανάπαυσίν μας;
+
+ (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και έτεροι).
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Τι είν' η τόση ταραχή και το κακόν;
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ 'Σ τους δρόμους
+ τρέχει ο κόσμος· μερικοί φωνάζουν ο Ρωμαίος,
+ του Πάρη άλλοι τ’ όνομα, και άλλοι Ιουλιέτα!
+ Και όλοι τρέχουν με φωναίς προς το 'δικόν μας μνήμα.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Τι είν' αυτό το άκουσμα το φοβερόν;
+
+Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Αυθέντα,
+ μαχαιρωμένος είν' εδώ ο Πάρης, κι' ο Ρωμαίος
+ αποθαμμένος, και ζεστή και νεοσκοτωμένη
+ η Ιουλιέτα, που προχθές ετάφηκ' εδώ κάτω.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Κυττάξετε να εύρετε πώς έγιναν οι φόνοι.
+
+Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ
+ Ένας καλόγηρος ιδού, κι' ο δούλος του Ρωμαίου.
+ Είχαν ‘ς τα χέρια σίδερα, κατάλληλα ν' ανοίξουν
+ τους τάφους τούτους των νεκρών.
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤ0Σ
+ Ω ουρανέ! — Γυναίκα,
+ ιδέ την κόρην μας εδώ, το αίμα της πώς τρέχει!
+ Ω! το μαχαίρι έσφαλε. Να η σωστή του θήκη.
+ Αντί εδώ εις το πλευρόν να έμβη του Μοντέκη,
+ στης θυγατρός μας άδικα εχώθηκε το στήθος!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
+ Αχ! Είν' αυτό το θέαμα νεκρώσιμη καμπάνα,
+ που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί ‘ς τον τάφον!
+
+ (Εισέρχεται ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ και Έτεροι).
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Έλα, Μοντέκη· πρόωρα σ' εξύπνησαν, καϋμένε,
+ εδώ να εύρης πρόωρα τον υιόν σου κοιμισμένον.
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Ω άρχον, η γυναίκα μου πέθανεν απόψε·
+ του εξορίστου της παιδιού την έφαγεν η λύπη.
+ Ποία καινούρια συμφορά με κατατρέχει πάλιν;
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Κύτταξ' εδώ να την ιδής.
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Κακοαναθρεμμένε,
+ απ' τον πατέρα σου εμπρός ‘ς τον τάφον καταιβαίνεις;
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Ησύχασε, και πρόσμεινε να καθαρίσω πρώτα
+ το σκότος τούτο το πυκνόν, να μάθω την αιτίαν,
+ την κεφαλήν, και την πηγήν αυτής της παραζάλης.
+ Τότε θα γίνω αρχηγός πρώτος εγώ των θρήνων,
+ κι' ανοίγω εις την λύπην σας τον δρόμον του θανάτου·
+ αλλ' έως τότ’ υπομονή. — Οι ένοχοι πού είναι;
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ο πλέον ύποπτος ιδού, κι' άν ένοχος δεν ήμαι.
+ Αλλά μου καταμαρτυρούν η ώρα και ο τόπος,
+ κ' επάνω μου του φονικού την υποψίαν στρέφουν.
+ Εγώ, αθώος κ' ένοχος, ιδού εμπρός σου στέκω,
+ να 'πώ την καταδίκην μου και την αθώωσίν μου.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Ειπέ μου γρήγορα λοιπόν εκείνο που γνωρίζεις.
+
+ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
+ Ολίγα λόγια θα ειπώ· 'λίγη ζωή μου μένει,
+ κι' ούτ’ ημπορώ (κι αν ήθελα) να τα μακρολογήσω.
+ Η Ιουλιέτα σύζυγον τον είχε τον Ρωμαίον,
+ αυτόν που βλέπετε νεκρόν. Και την νεκράν εκείνην
+ πιστήν γυναίκα κι' ακριβήν την είχεν ο Ρωμαίος.
+ Εγώ τους εστεφάνωσα, εγώ. Και την ημέραν
+ του γάμου των του μυστικού απέθαν' ο Τυβάλτης.
+ Ο άκαιρός του θάνατος εστάθηκεν αιτία
+ εξωρισμένος ο γαμβρός από εδώ να φύγη.
+ Αυτόν η νέα έκλαιε και όχι τον Τυβάλτην
+
+ (Προς τον Καπουλέτον).
+
+ και με σκοπόν την λύπην της εσύ να ξερριζώσης,
+ την ηρραβώνισες ευθύς, και να την στεφανώσης
+ διά της βίας ήθελες αμέσως με τον Πάρην.
+ Απελπισμένη έτρεξεν εκείνη και με ηύρε,
+ κ' εγύρευε βοήθειαν, και τρόπον να γλυττώση
+ από τον δεύτερον αυτόν τον γάμον, ή αλλέως
+ εις το κελλί μου ήθελε να σκοτωθή εμπρός μου.
+ Τότε κ' εγώ, που των φυτών τα μυστικά γνωρίζω,
+ της έδωσα ναρκωτικόν. Το αποτέλεσμά του
+ επέτυχε ‘ς το σώμα της, καθώς της το προείπα,
+ και του θανάτου την μορφήν την έκαμε να λάβη.
+ Εν τούτοις τον εμήνυσα να έλθη τον Ρωμαίον
+ αυτήν την νύκτα την φρικτήν, και να την περιλάβη
+ από τον τάφον της εδώ τον δανεικόν, την ώραν
+ που έμελλεν η δύναμις του ιατρικού να παύση.
+ Πλην έτυχεν εμπόδιον, κι' αντί αυτός να λάβη
+ τα γράμματά μου, χθες αργά ο πάτερ Ιωάννης
+ οπίσω μου τα έφερε. Και τότε μοναχός μου,
+ την ώραν που επρόσμενα η νέα να ξυπνήση,
+ ήλθα απ' τον τάφον μυστικά να την ελευθερώσω,
+ κ' εις το κελλί εσκόπευα να την κρατώ κρυμμένην,
+ έως να στείλω μήνυμα και πάλιν ‘ς τον Ρωμαίον.
+ Αλλ' όταν έφθασα εδώ, λεπτά ολίγα μόλις
+ πριν να την εύρω ξυπνητήν, τους ηύρα και τους δύο,
+ τον Πάρην τον ενάρετον και τον πιστόν Ρωμαίον,
+ αποθαμμένους καταγής. Εξύπνησε κ' εκείνη,
+ κ' ενώ να φύγη απ' εδώ την επαρακαλούσα,
+ κ' εις του Θεού τους ορισμούς υποταγήν να δείξη,
+ μ' εξίππασεν ο θόρυβος κ' εβγήκ' από το μνήμα.
+ Εκείνη δεν ηθέλησε να με ακολουθήση,
+ κι' απελπισμένη, φαίνεται, 'σκοτώθηκε μονάχη.
+ Αυτά γνωρίζω. — Ήξευρε τα στεφανώματά της
+ η παραμάνα της. — Εάν εις όλα τούτα πταίω,
+ ας παιδευθώ. Ο Νόμος σου ο αυστηρός ας κόψη
+ ολίγον πριν της ώρας των τα γέρικά μου χρόνια.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Δι' άνθρωπον ενάρετον και άγιον σε είχα.
+ Τι άλλο έχει να ειπή ο δούλος του Ρωμαίου;
+
+ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ
+ Εις τον αυθέντην μου εγώ της Ιουλιέτας είπα
+ τον θάνατον. Την Μάντουαν παραίτησεν αμέσως
+ κ' ήλθεν εδώ βιαστικός, 'ς αυτόν εδώ τον τάφον.
+ Το γράμμα τούτο μ' έδωσε να δώσω του πατρός του·
+ να τραβηχθώ μ' επρόσταξε, να τον αφήσω μόνον
+ αλλέως μ' φοβέρισε να κόψη την ζωήν μου.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Δος μου το γράμμα. Θα ιδώ τι γράφει του πατρός του.
+ Πού είναι και ο άνθρωπος του Πάρη; Φέρετέ τον. —
+ Ειπέ μου συ· τι έκαμεν εδώ ο κύριος σου;
+
+Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
+ Έφερε άνθη στης νεκράς το μνήμα να σκορπίση,
+ κ' επρόσταξε παράμερα εγώ να περιμένω.
+ Εκεί που επερίμενα, είδα και ήλθεν ένας·
+ φως εκρατούσε, κ' ήθελε το μνήμα να τ’ ανοίξη·
+ κι ο κύριος μου ώρμησε με το σπαθί ‘ς το χέρι.
+ Αμέσως έτρεξα κ' εγώ τους φύλακας να κράξω.
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Το γράμμα του του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει.
+ Τον γάμον, την αγάπην του, τον θάνατον της γράφει,
+ και λέγει πως ηγόρασε ‘ς την Μάντουαν φαρμάκι,
+ και ήλθεν, εις τον τάφον της επάνω ν' αποθάνη,
+ κ' εδώ κι' αυτός ν' αναπαυθή κοντά ‘ς την Ιουλιέταν.
+ Αυτοί που είναι, οι εχθροί; — Μοντέκη, Καπουλέτε!
+ Ιδέτε πώς την έχθραν σας ο Ουρανός παιδεύει·
+ εξολοθρεύει ο Θεός μ' αγάπην την χαράν σας!
+ Κ' εγώ, εγώ που έκλεισα ‘ς την έχθραν σας τα 'μάτια
+ έχασα δύο συγγενείς. Οι πάντες τιμωρούνται!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Δος μου το χέρι σου εδώ, ω αδελφέ Μοντέκη.
+ Ιδού το προικοσύμφωνον της κόρης μου. Τι άλλο
+ να σου ζητήσω ημπορώ;
+
+ΜΟΝΤΕΚΗΣ
+ Εγώ θα δώσω κι' άλλο.
+ Από χρυσάφι καθαρόν θα στήσω τ’ άγαλμα της,
+ ώστε ενόσω εις την γην Βερώνα θα υπάρχη,
+ της Ιουλιέτας της πιστής να σώζεται η μνήμη,
+ και τ’ όνομά της ακριβόν κι' αγαπητόν να μένη!
+
+ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
+ Χρυσόν κοντά της τ’ άγαλμα θα στήσω του Ρωμαίου.
+ Άδικα θύματα κ' οι δυο της παλαιάς μας έχθρας!
+
+ΠΡΙΓΚΗΨ
+ Αυτά τα 'ξημερώματα ειρήνην μαύρην φέρνουν.
+ Ο ήλιος απ' την λύπην του το πρόσωπόν του κρύπτει.
+ Πηγαίνωμεν. Θα έχωμεν πολύ συχνά αιτίαν
+ να ομιλούμεν δι αυτά τα θλιβερά συμβάντα.
+ Θα συγχωρήσω μερικούς· θα παιδευθούν οι άλλοι(54).
+ Δεν εξανέγεινε ποτέ τόσος καϋμός και θρήνος,
+ 'σαν τον 'δικόν σας τον καϋμόν, Ρωμαίε, Ιουλιέτα!
+
+ (Εξέρχονται).
+
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
+
+
+
+
+1) Η τραγωδία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας εδημοσιεύθη το πρώτον
+κατά το 1597 μ. Χ. Αλλά κατά συγχρόνους μαρτυρίας φαίνεται
+γραφείσα κατά το 1595· τινές δε των κριτικών θεωρούσιν αυτήν κατά
+δύο ή τρία έτη αρχαιοτέραν. Τω 1599 εξεδόθη εκ δευτέρου μετά
+προσθηκών και διορθώσεων· επί ταύτης δε βασίζονται αι
+μεταγενέστεραι της τραγωδίας εκδόσεις. Όπως δήποτε αύτη είναι εκ
+των πρώτων του Σαικσπείρου έργων, ή μάλλον ειπείν, το αριστούργημα
+της νεαράς αυτού ηλικίας. Διά τούτο, κατά το λέγειν του Mezières
+(Shakespeare ses Œuvres et ses critiques, σελ 259) «δεν είναι μεν
+η τελειοτέρα των τραγωδιών αυτού, αλλά προξενεί εντύπωσιν
+ζωηροτέραν ίσως πάσης άλλης, καθ' ο έχουσα εν εαυτή την έμπνευσιν
+και την έκφρασιν της νεότητος.»
+
+«Το ποίημα τούτο, λέγει ο Schlegel, αποπνέει την ευωδίαν του
+έαρος, ανακαλεί την ηδυπάθειαν του άσματος της αηδόνος, και είναι
+τρυφηλόν ως ρόδον νεωστί διεπτυγμένον. Αλλ' από της πρώτης εν αυτώ
+περιεσταλμένης εκδηλώσεως και ανταλλαγής σεμνού έρωτος
+μεταφερόμεθα, — ταχύτερον ή όσον η άνθησις της νεότητος και του
+κάλλους διέρχεται, — εις πάθος άμετρον, εις ένωσιν αμετάκλητον·
+δι' αλλεπαλλήλων δε εκρήξεων ευδαιμονίας και απελπισίας,
+απολήγομεν εις το οικτρόν των δύο εραστών τέλος. Αλλά και
+αποθνήσκοντες φαίνονται ούτοι αξιόζηλοι, ωσεί θριαμβεύοντες διά
+του θανάτου αυτών κατά παντός του δυναμένου να τους αποχωρίση! Τα
+γλυκύτερα και τα πικρότερα, έρως και μίση, εορταί και θρήνοι,
+εναγκαλισμοί και ενταφιασμοί, η ζωή εν πάση αυτή τη ακμή, και
+αυτοκτονίαι, τα πάντα ενταύθα κατεπείγουσιν αλλεπάλληλα. Πάσαι δε
+αύται αι αντιθέσεις τοσούτον εναρμονίως συνέχονται, αποτελούσαι
+ενιαίαν εντύπωσιν, ώστε το σύνολον αντηχεί εν τη ψυχή ημών ωσεί
+διαρκής τις στεναγμός.»
+
+Την υπόθεσιν του δράματος ηρύσθη ο Άγγλος ποιητής εξ ιταλικής
+πηγής, εκ της ιστορίας των δύο εραστών της Βερώνας, ήτις κατά
+παράδοσιν εγχώριον διεδραματίσθη τω έτει 1303 μ. Χ. Από του 1470
+μέχρι του 1535 μ.. Χ. τρία ιταλικά διηγήματα εδημοσιεύθησαν
+πραγματευόμενα την υπόθεσιν ταύτην. Το τελευταίον τούτων, το του
+Bandello, μετεφράσθη γαλλιστί υπό του Pierre Boisteau· εκ της
+μεταφράσεως δε ταύτης επήγασεν αγγλικόν ποίημα, δημοσιευθέν τω
+1562 μ. Χ.· ώστε η υπόθεσις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ήτο ήδη
+γνωστή εν Αγγλία, ότε ο Σαικσπείρος συνέλαβε την ιδέαν του
+δράματος, δι ου απηθανάτισε τους εραστάς της Βερώνης. Αλλά και
+εκτός της Αγγλίας η αυτή υπόθεσις ενέπνευσεν ετέρους συγχρόνους
+ποιητάς. Ούτως ο Ισπανός Lope de Vega έλαβεν αυτήν ως θέμα μιας
+των τραγωδιών του. Και ο ημέτερος δε Βικέντιος ο Κορνάρος φαίνεται
+μέχρι τινός επηρεασθείς υπό της αναγνώσεως των ιταλικών
+διηγημάτων, των πραγματευομένων περί του ατυχούς έρωτος του
+Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ναι μεν, ο μύθος του Ερωτοκρίτου
+πολλαχώς διαφέρει της ιταλικής εκείνης παραδόσεως, αλλ' υπάρχουσιν
+εν αυτώ ικανά σημεία υποδεικνύοντα την επίδρασιν της ιταλικής
+πηγής. Ο έρως του Ερωτοκρίτου και της Αρετής (ει και διάφορος κατά
+την αρχήν και τας περιπετείας του έρωτος του Βερωναίου ζεύγους,)
+αι συναντήσεις των εραστών εις το παράθυρον, η εξορία του τε
+Ερωτοκρίτου και του Ρωμαίου (ει και εκ διαφόρου αιτίας
+προκαλούμεναι), ο μυστικός αμφοτέρων αρραβών ή γάμος, ο
+επιβαλλόμενος υπό των πατέρων δεύτερος γάμος, και η άρνησις της τε
+Ιουλιέτας και της Αρετής, και η οργή των πατέρων και τα κατόπιν
+δεινά, και οι χαρακτήρες της Νένας εξ ενός και της παραμάνας αφ'
+ετέρου, ταύτα πάντα δεν φαίνονται τυχαίαι απλώς συμπτώσεις. Άλλως
+τε η επίδρασις της ιταλικής αγωγής και της ιταλικής φιλολογίας ήτο
+γενική καθ' άπασαν την τότε Ευρώπην. Εκεί ανεζήτουν υπογραμμόν και
+ηρύοντο έμπνευσιν ο Σαικσπείρος εν Αγγλία, ως ο Κορνάρος εν Σιτία
+της Κρήτης. Διά τούτο και μόνον, ανεξαρτήτως πάσης άλλης σχέσεως
+μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέτας αφ' ενός και Ερωτοκρίτου αφ' ετέρου, !!
+εθεώρησα ως ουχί όλως αδιάφορον προς τον Έλληνα αναγνώστην την εν
+ταις επομέναις σημειώσεσι παραβολήν χωρίων τινών των δύο τούτων
+ποιημάτων. Ούτε θα σκανδαλίση τινά, φρονώ, η τοιαύτη παραβολή,
+ένεκα της ανισότητος των δύο ποιητών. Ο Σαικσπείρος ίσταται ως
+γίγας χρυσοστεφής εν μέσω απάντων των ποιητών της νεωτέρας εποχής,
+ενώ ο πτωχός Κορνάρος ούτε τον ταπεινόν στέφανον ελαίας, όστις τω
+προσήκει, ηυτύχησε εισέτι να περιβληθή. Αλλά δεν δικαιούμεθα διά
+τούτο να λησμονήσωμεν, ότι ο Ερωτόκριτός του, καίτοι φέρων τα
+ελαττώματα της εποχής καθ' ην εγράφη, έχει όμως τας αρετάς αληθούς
+ποιητικής εμπνεύσεως, και ότι δεν έσφαλεν ο ελληνικός λαός, ο επί
+τοσαύτας γενεάς αγαπήσας το ποίημα τούτο.
+
+2) Εθεώρησα προτιμητέαν την βάρβαρον ταύτην γραφήν Μπεμβόλιος, ή
+την κακοφωνίαν και την διαστροφήν της διά του Β γραφής του
+ονόματος του Benvolio.
+
+3) Τα δράματα του Σαικσπείρου, ότε το πρώτον εξεδόθησαν, δεν ήσαν
+διηρημένα εις πράξεις και σκηνάς. Οι μεταγενέστεροι εκδόται
+εθεώρησαν σκόπιμον τον εις πέντε πράξεις διαμερισμόν αυτών· τούτο
+δε εξηγεί την ανισότητα, ήτις ως επί το πολύ επικρατεί εις την
+πενταμερή ταύτην διαίρεσιν.
+
+4) Προς τους προτιθεμένους να παραβάλωσι την μετάφρασίν μου προς
+το αγγλικόν κείμενον, οφείλω απολογητικήν τινα επεξήγησιν διά την
+μετρίασιν, έστιν ότε δε και την παράλειψιν εκφράσεών τινων του
+πρωτοτύπου. Απέναντι της δυσκολίας του να μεταφράσω, ή και της
+συστολής του να δημοσιεύσω τας τοιαύτας εκφράσεις εν πάση αυτών τη
+γυμνότητι, εθεώρησα προκριτωτέραν την συγκάλυψιν, ή την
+αποσιώπησιν ολιγίστων τινών χωρίων. Άλλως τε εις πολλάς των προς
+χρήσιν σχολείων ή οικογενειών αγγλικάς του ποιητού εκδόσεις
+πλείσται τοιαύται εκφράσεις παραλείπονται, ενώ ο μεταφραστής αντί
+της αποκοπής έχει το πλεονέκτημα να προσφεύγη εις την μετρίασιν
+αυτών. Και κατά τας θεατρικάς δε παραστάσεις πολλά επίσης
+αποσιωπώνται. Περί τούτου ιδίως η αγγλική εφημερίς Daily News,
+καταχωρίσασα την 28ην Ιανουαρίου 1875 επιστολήν ανταποκριτού
+αυτής, επραγματεύθη την επιούσαν δι άρθρου, ούτινος ιδού το
+συμπέρασμα. «Τινές των βαναυσολογιών, αίτινες παρεισβαίνουσιν εις
+τους διάλογους των Σαικσπειρείων δραμάτων δύνανται άνευ ζημίας
+τινός να παραλειφθώσιν. Αλλ' ενίοτε αι τοιαύται εκφράσεις
+χαρακτηρίζουσι δι' ανεξίτηλου τρόπου πρόσωπόν τι του δράματος,
+οίος λόγου χάριν ο Ιάγος, ούτινος η αισχρά καρδία διαστρέφει παν
+ό,τι αγνόν και όσιον. Αι τοιαύται βαναυσολογίαι δεν δύνανται να
+απαλειφθώσιν. Ο ποιητής εθεώρησεν αναγκαίον να χαρακτηρίση δι'
+αυτών τα ιδανικά πλάσματα, άτινα διά της φαντασίας αυτού
+ενεσάρκωσε». Ταύτα ας χρησιμεύσωσιν ως απολογία μου δι' όσα εν τη
+παρούση μεταφράσει ενδέχεται να θεωρηθώσιν ως μη αρκούντως
+σεμνοπρεπή. Εξ άλλου, καθ' α ο αυτός Άγγλος αρθρογράφος ορθώς
+επιλέγει, η γυμνότης πολλών εκφράσεων, αίτινες επετρέποντο κατά
+την εποχήν του Σαικσπείρου, δεν είναι τοσούτον επιλήψιμος, όσον τα
+υποκρυπτόμενα συχνάκις υπό την κατ’ επιφάνειαν ευπρέπειαν ή την
+κομψότητα της σημερινής δραματολογίας. Αλλά, ούτως ή άλλως,
+αναγκάζομαι να ομολογήσω, ότι η μετάφρασις των τοιούτων χωρίων και
+των υβριστικών εν γένει λέξεων του αγγλικού κειμένου, δεν ήτο η
+ελαχίστη των δυσχερειών του έργου μου, ως μεταφραστού.
+
+5) Οι οπαδοί του Μοντέκη φέρουσιν επί του πίλου σημείον, δι' ου
+διακρίνονται από των του Καπουλέτου, αναγνωρίζονται δε ούτω επί
+της σκηνής και μακρόθεν.
+
+6) Σημείον περιφρονήσεως. Κατά τους σχολιαστάς, σύρεται μετά βίας
+ο όνυξ του αντίχειρος επί των άνω οδόντων· ο εστίν, οίον το παρ'
+ημίν ισοδυναμούν τω γρυ σχήμα.
+
+7) Ο πρίγκηψ προσκαλεί τους δύο γέροντας να έλθωσι
+
+ Το old Free-town, our common judgement pace.
+
+Ο Γάλλος μεταφραστής (Fr. Hugo) μεθερμηνεύει το Free-town εις
+vieux Chateau de Villa-franca, ο δε Γερμανός zür alten Burg. Κατά
+σχολιαστήν Άγγλον old Free-town ήτο το φρούριον των Καπουλετών.
+
+8) Αι αλλεπάλληλοι αλληγορίαι, των οποίων βρίθει το πρώτον ιδίως
+μέρος της προκειμένης τραγωδίας, μαρτυρούσιν ότι, καθ' ην εποχήν
+έγραφεν αυτήν, δεν είχεν εισέτι ο μέγας ποιητής απαλλαγή της
+επιδράσεως της συγχρόνου αυτού φιλολογίας. Η Ιταλία ήτο τότε το
+πρότυπον του πολιτισμού και ο οδηγός του συρμού. Εκεί δε τους
+μεγάλους συγγραφείς της προηγουμένης εκατονταετηρίδος είχε
+διαδεχθή σχολή ποιητική, της οποίας ιδιάζων χαρακτήρ ήσαν τα
+λεγόμενα concetti, αι μέχρι κόρου αλληγορικαί εκφράσεις. Άλλως τε,
+κατά την παρατήρησιν του Guizot, (Shakspeare et son temps), «ο
+Σαικσπείρος αυτός εναργώς υποδεικνύει, ότι δεν ηρέσκετο φύσει εις
+τον τρόπον τούτον του εκφράζεσθαι, ότε διά του μοναχού Λαυρεντίου
+επιπλήττει τον Ρωμαίον διά το γριφώδες του ύφους του.» (Εν σκηνή
+Γ' της Α' πράξεως.)
+
+9) Μεταφράζων τα μεν πεζά εις πεζόν λόγον, τους δε στίχους
+εμμέτρως, δεν ετήρησα ίσην ακρίβειαν και ως προς την
+ομοιοκαταληξίαν. Αλλ' ως θέλει παρατηρήσει ο αναγνώστης, οι
+ομοιοκατάληκτοι στίχοι είναι πολυαριθμότεροι εν τη μεταφράσει της
+προκειμένης τραγωδίας ή εις τας δύο επομένας. Τα πρώτα του
+Σαικσπείρου δράματα περιέχουν πολλώ τελειότερους ομοιοκαταλήκτους
+στίχους, ή τα εις ωριμωτέραν της ζωής αυτού εποχήν γραφέντα. Ούτως
+εκ των τριών τούτων τραγωδιών, εις μεν τον Ρωμαίον και την
+Ιουλιέταν εκ των 3002 στίχων του αγγλικού κειμένου
+(συμπεριλαμβανομένων και των εις πεζόν χωρίων), οι 486 είναι
+ομοιοκατάληκτοι εν δε τω Οθέλλω εκ 3324 στίχων, οι 86 μόνον
+ομοιοκατάληκτοι, και εν τω Βασιλεί Ληρ 74 μόνον εκ 3298 στίχων.
+(Ίδε την εισαγωγήν του F. F. Furnivall εις την αγγλικήν μετάφρασιν
+των επί του Σαικσπείρου σχολίων του Γερβίνου και τον εν αύτη υπό
+του Κ. Fleay επεξεργασθέντα πίνακα). Οφείλω δ' ενταύθα να
+προσθέσω, ότι δεν συμφωνούσι πάντες οι εκδόται ως προς χωρία τινά,
+πού μεν ως πεζά, αλλαχού δ' ως έμμετρα διδόμενα. Ούτω τα της
+παραμάνας, εν σκηνή Γ' της Α' πράξεως, είς τινας των νεωτέρων της
+προκειμένης τραγωδίας εκδόσεων δημοσιεύονται ως στίχοι αντί πεζού.
+
+10) «Ο Ρωμαίος παρουσιάζεται κατά πρώτον εν τη τραγωδία ως αγαπών
+την Ροζαλίναν. Αύτη είναι ανεψιά του Καπουλέτου, νέα λευκόχρους
+και μελανόφθαλμος, υπερτέρα δε της Ιουλιέτας κατά την δύναμιν του
+τε νοός και του σώματος. Αλλ' ούτε φλογερών αισθημάτων ευεπίδεκτος
+είναι, ούτε την λατρείαν του Ρωμαίου προσδέχεται. Ώστε διά του
+έρωτος τούτου δεν ικανοποιούνται οι αόριστοι της καρδίας του
+πόθοι, και υποφέρει ο δυστυχής του Ταντάλου το μαρτύριον, το δε
+κενόν, εντός του οποίου ζη βασανιζόμενος απορροφά, της ψυχής αυτού
+την ικμάδα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον αν αιφνίδιος μέθη
+ανεκλαλήτου ευδαιμονίας πλημμυρίζει μετέπειτα την σφριγώσαν, αλλ'
+αλγούσαν καρδίαν του.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.)
+
+Ούτω και ο Άγγλος Coleridge: «Ο Ρωμαίος παρίσταται ερωτευμένος
+ήδη. Η ανάγκη αγάπης ωθεί τον άνθρωπον εις αναζήτησιν αντικειμένου
+τινός του έρωτός του. Αλλ' υπάρχει ως προς τούτο διαφορά μεταξύ
+ανδρός και γυναικός. Εάν η Ιουλιέτα παρίστατο ως κυριευομένη ήδη,
+ή και ως νομίζουσα ότι κυριεύεται υπ' άλλου ήδη έρωτος, το
+τοιούτον ήθελε προξενήσει αλγεινήν εις ημάς εντύπωσιν. Αλλ' ουδείς
+φρονώ θεωρεί ως άτοπον, ότι ο Ρωμαίος μετά τοσαύτης ευκολίας
+λησμονεί την Ροζαλίναν και παραδίδεται διά μιας εις τον έρωτα, τον
+οποίον η Ιουλιέτα τω εμπνέει. Διότι η Ροζαλίνα ουδέν ήτο πλέον, ή
+το όνομα, εν ω ενεσαρκούτο, ούτως ειπείν, η ερωτική κλίσις της
+θαλεράς αυτού φαντασίας.»
+
+11) Κατά τον Άγγλον Steevens ο ποιητής διά των στίχων τούτων
+υπαινίττεται την βασίλισσαν της Αγγλίας Ελισσάβετ, ήτις ηρέσκετο
+ακούουσα εξυμνουμένην την τε ωραιότητα και την αγνότητα αυτής.
+
+12)Επί Σαικσπείρου έφερον προσωπίδας αι εις τας θεατρικάς
+παραστάσεις παρευρισκόμεναι Κυρίαι.
+
+13) Της αυτής ηλικίας ήτο και η Αρετή του Ερωτοκρίτου.
+
+ «Λοιπόν τον έρωτα κι' αυτή να την γελάση αφήκε,
+ πούναι δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων 'μπήκε. »
+
+(Ίδε σελ. 216 της Δ' εκδόσεως του Ερωτοκρίτου)
+
+14) Plantain. Το πεντάνευρον ή αρνόγλωσσον (φύλλον φυτού) έχον
+ιαματικήν ιδιότητα τίθεται επί πληγών.
+
+15) Εν τω κειμένω υπάρχει _Lammas-tide_, τούτο δε, εκ της αρχαίας
+Αγγλο - σαξωνικής παραγόμενον, σημαίνει εορτή τον άρτου, ήτοι εορτή
+των πρώτων οπωρών, τα πρωτόλεια. Ετελείτο δ' η εορτή αύτη την
+πρώτην Αυγούστου. Επροτίμησα να μεταφέρω το συμβάν, το οποίον η
+παραμάνα διηγείται, εις την εορτήν των Αγίων Αποστόλων, καίτοι μη
+ακριβώς συμπίπτουσαν μετά της αγγλικής του κειμένου εορτής·
+καθόσον είναι αύτη εκ των επισημοτέρων των καθ' ημάς εορτών, εξ
+εκείνων δηλονότι, τας οποίας Ελληνίς παραμάνα ήθελεν εκλέξει, όπως
+χαράξη γεγονός τι εις την μνήμην αυτής.
+
+16) Και εν' Ερωτοκρίτω τριετή απέκοψε την Aρετήν η Νένα.
+
+ «Μεγάλη αγάπη σου βαστώ, παιδί μου και κυρά μου,
+ Διά το γάλα πώφαγες τρεις χρόνους ‘ς τα βυζιά μου.»
+(Ίδε σελ. 165.)
+
+17) Εις τας παλαιάς εκδόσεις τα επί του κειμένου σχόλια ετυπούντο
+εν τω περιθωρίω της σελίδος. Ένθεν η παρομοίωσις αύτη της μητρός
+της Ιουλιέτας.
+
+18) Κατά τα τότε ειθισμένα οι προσωπιδοφόροι εζήτουν την άδειαν
+του οικοδεσπότου πριν εισχωρήσωσιν εις συναναστροφήν τινα.
+
+19) Προ της εφερεύσεως (λέγει Άγγλος σχολιαστής) των κηροπηγίων,
+chandeliers, αι αίθουσαι, εν αις ετελούντο εορταί, εφωτίζοντο δι'
+υπηρετών κρατούντων εις χείρας λαμπάδας. Δεν εθεωρείτο δε
+ταπεινωτικόν το υπούργημα τούτο, ώστε ηδύνατο ο Ρωμαίος να εισέλθη
+μετά δαυλού εις χείρας, και να μη εκληφθή ως υπηρέτης.
+
+20) Προτού γενικευθή των ταπήτων η χρήσις εστρώνοντο ψάθαι επί του
+εδάφους.
+
+21) Επροσπάθησα και ενταύθα και αλλαχού δι' ισοδυνάμου τινός
+λογοπαιγνίου ν' αντικαταστήσω τα εν τω πρωτοτύπω, όπως διατηρηθή,
+καθ' όσον τούτο μοι ήτο δυνατόν, το ύφος του κειμένου. Αλλά
+συχνάκις ηναγκάσθην να υποχωρήσω ενώπιον της δυσκολίας και να
+παραλείψω αυτά. Εννοείται δε ότι λογοπαίγνια δεν μεταφέρονται
+επιτυχώς από μιας γλώσσης εις ετέραν. Αλλά και εν τω κειμένω αυτώ,
+τα του Σαικσπείρου, είτε λογοπαίγνια είτε αστειότητες, δυσκόλως
+εννοούνται άνευ σχολίων και επεξηγήσεων.
+
+22) Πιστεύω ότι δεν θα κατηγορηθώ, διότι μετέφρασα το fairy, (fée
+γαλλιστί) διά του Νεράιδα. She is fairies midwife. Κατά λέξιν:
+είναι η μαία των Νεράιδων. Αλλά κατ’ Άγγλον σχολιαστήν, τον
+Watson, «εκ των Νεράιδων, η Mab είναι η εκτελούσα μαίας καθήκοντα»
+το δε κείμενον έπρεπε να έχη ούτω: she is the fairy midwife. Το
+κύριον της Μαb έργον ήτο να κλέπτη τα νεογνά την νύκτα,
+αντικαθιστώσα αυτά δι άλλων πάλιν νεογνών. Εκτός δε τούτου ήτο
+αύτη και του εφιάλτου η προσωποποίησις. Αλλ' ο ποιητής αποκαλεί
+αυτήν μαίαν, ως εκ του ιδιάζοντος αυτής προσόντος, καθόσον και τα
+υπό του Μερκουτίου αποδιδόμενα εις αυτήν εξετελούντο την νύκτα επί
+κοιμωμένων.
+
+23) And sometimes comes she with a tithe pig's tail
+ tickling a parson's nose as a’ lies asleep,
+ then dreams he of another benefice.
+
+Παρέλειψα την ουράν του χοίρου, και τα δέκατα και το benefice,
+καθ' ο άγνωστα παρ' ημίν, προς ζημίαν βεβαίως του ελληνικού
+κλήρου· αντικατέστησα δε ταύτα διά των αντιστοιχούντων
+ευτελεστέρων ωφελημάτων των ημετέρων εφημερίων.
+
+24) Επιστεύετο κοινώς, ότι αι μάγισσαι και υπερφυσικά όντα
+περιέπλεκον διά νυκτός την χαίτην των ίππων, στάζουσαι επ' αυτών
+αναλελυμένον κηρόν από λαμπάδων ανημμένων.
+
+25) Ο Ιταλός μεταφραστής Leoni δικαίως απορεί πώς ν' αναφθώσιν αι
+εστίαι του Καπουλέτου κατά την θερμοτέραν του έτους ώραν. Εκ της
+διηγήσεως της Παραμάνας γνωρίζομεν τω όντι, ότι τα εν τω δράματι
+συμβαίνουσι 15 περίπου ημέρας προ της εορτής _Lammas-tide_, ήτοι
+περί τας 15 Ιουλίου.
+
+26) Ίδε σημείωσιν (43).
+
+27) Ο Σαικσπείρος και οι πρώτοι της τραγωδίας του θεαταί δεν
+εθεώρουν ουδαμώς ανάρμοστα τα εν πλήρει συναναστροφή φιλήματα,
+καθόσον ήτο συνήθης χαιρετισμού τρόπος ούτος εν τη τότε Αγγλία.
+Ιδού τι περί τούτου γράφει ο ημέτερος Νίκανδρος Νούκιος,
+επισκεφθείς την Αγγλίαν είκοσι μόλις έτη προ της του Σαικσπείρου
+γεννήσεως: «Απλοϊκώτερον δε προς τας γυναίκας σφίσιν είθισται και
+ζηλοτυπίας άνευ. Φιλούσι γαρ ταύτας εν τοις στόμασιν, ασπασμοίς
+και αγκαλισμοίς, ουχ οι συνήθεις και οικείοι μόνοι, αλλ' ήδη και
+οι μηδέπω εωρακότες· και ουδαμώς σφίσιν αισχρόν τούτο δοκεί.»
+(Travels of N. Nucius, London 1846, σελ. 10.)
+
+28) Ήτοι, να εύρης την καρδίαν σου.
+
+29) Παραλείπονται ενταύθα οι δύο στίχοι:
+
+ Young Abraham Cupid, he that shot so trim
+ when King Cophetua loved the beggar-maid.
+
+Το δημοτικόν άσμα, εις ο ανάγονται, επραγματεύετο τας ερωτικάς
+περιπετεiας βασιλέως τινός, όστις επαγγελλόμενος περιφρόνησιν προς
+το ωραίον φύλον, ερωτεύεται επί τέλους ψωμοζήτριαν και νυμφεύεται
+αυτήν, προς ικανοποίησιν του τυφλού της Αφροδίτης υιού.
+
+30) Αντί ελαίας ο Άγγλος ποιητής λέγει μεσπιλέαν, καθόσον τα
+μέσπιλα είχον παρ' αυτώ αλληγορικήν τινα σημασίαν, της οποίας η
+παράφρασίς μου διατηρεί ασθενή αντήχησιν·
+
+ that kind of fruit
+ as maids call medlars, when they laugh alone.
+
+31) Μη λατρεύσης την Σελήνην, ο έστι, μη αφιερωθής εις την
+Άρτεμιν· μη θελήσης να διαμείνης παρθένος ες αεί.
+
+32) Οι γελωτοποιοί έφερον, ως γνωστόν, ποικιλόχρουν ενδυμασίαν.
+
+33) Παραθέτω περιέργειας χάριν την υπό του C. R. Kennedy εις
+αρχαίαν ελληνικήν μετάφρασιν του χωρίου τούτου. Εβραβεύθη αύτη εν
+τω διαγωνισμώ του της Κανταβριγίας Πανεπιστημίου κατά το έτος 1830
+μ. Χ. Προς ενθάρρυνσιν των σπουδαζόντων την ελληνικήν και την
+λατινικήν, τελούνται εν τοις αγγλικοίς παιδευτηρίοις διαγωνισμοί
+τοιούτοι. Το θέμα της μεταφράσεως ή της συνθέσεως ορίζεται
+εκάστοτε υπό των αρχών της σχολής, οι δε διαγωνιζόμενοι είναι
+αποκλειστικώς φοιτηταί· δίδεται δε εις βράβευσιν μετάλλιον, ή
+πολύτιμόν τι βιβλίον. Εν Κανταβριγία τα βραβεία ταύτα δίδονται εκ
+κληροδοτήματος του ιατρού Sir William Browne, προς δε και εκ του
+εισοδήματος ποσού τινος, όπερ οι θαυμασταί του ελληνιστού Porson
+επί τούτω συνέλεξαν, προς τιμήν του διδασκάλου αυτών. Τα μέχρι του
+1837 βραβευθέντα στιχουργήματα εξεδόθησαν υπό τον τίτλον: The
+Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge. Ιδού η
+περί ης ο λόγος μετάφρασις:
+
+ ΡΩΜΕΩΝ, ΙΟΥΛΙΑ
+
+ΡΩΜ. Ουλαίς γελά τις τραυμάτων άπειρος ων.
+ Τι χρήμα λεύσσω; τις ποθ' υψόθεν δόμων
+ αυγή διήξεν; ηλίου μεν αντολαί
+ φάος τόδ' έστιν, ήλιος δ' Ιουλία.
+ Αλλ' ει εγείρου καλλιφεγγές ήλιε,
+ φθονεράν σελήνην φθείρε, και γαρ άλγεσι
+ τέτηκεν ήδη πάσα και μαραίνεται,
+ σου της γε δούλης καλλονή νικωμένη.
+ Μη νυν φθονούση τήδε δουλεύσης έτι·
+ και παρθένειον ην σ' επαμπίσχει στολήν,
+ χλωρά γαρ έστι και σαθρά, μόνοι δε νιν
+ μωροί φορούσιν, ως τάχιστ’ έκδυέ συ.
+ Δέσποιν' εμή πέφηνε, καρδίας εμής
+ τα φίλταθ'· ως τόδ' ώφελε ξυνειδέναι.
+ Φωνεί τι, φωνεί, κουδέν είφ' όμως. Τι μην;
+ Όσσων με σαίνει φθέγμ', εγώ δ' αμείψομαι.
+ Τι δήτ’ αναιδής είμ'; Εμ' ου προσεννέπει,
+ εν ουρανώ γαρ οία καλλιστεύεται
+ άστρω τιν' ασχολούντε της νεάνιδος
+ λίσσεσθον όμματ’, εστ’ αν ικνήσθον πάλιν,
+ εν τοίσιν αυτών εγκαταυγάζειν κύκλοις.
+ Τι δ' ει μετοικισθέντ’ εν αιθέρος πτυχαίς
+ τα μεν γένοιτο, τω δε παρθένου κάρα;
+ Προς δη φαεννήν παρθένου παρηίδα
+ μαυροίτ’ αν άστρα, λαμπάς ως παρ' ήλιον,
+ μετάρσιός τ’ οφθαλμός αιθέρος διά
+ πέμποι σέλας τηλαυγές, ορνίθων μέλη
+ εώα κινών, ως σκότου πεφευγότος.
+ Ίδ' ως παρειάν εις χέρ' αγκλίνασ' έχει·
+ είθ' ην εκείνης δεξιάς χειρίς έπι,
+ όπως εκείνης ηπτόμην παρηίδος.
+
+ΙΟΥΛ. Ω μοι.
+
+ΡΩΜ. Εφθέγξατ’· ω θεός φαιδίμη φθέγξαι πάλιν.
+ Ούτω γαρ ούτω διαπρέπεις ύπερθέ μου
+ άγαλμα νυκτίσεμνον, οι' απ' ουρανού
+ πτηνός βροτοίσιν άγγελος φαντάζεται,
+ οι δ' υπτιάζουσ' όμματ’ εκπαγλούμενοι,
+ και τούμπαλιν κλίνουσι, και βραδυστόλων
+ νεφελών εφιππεύοντα δέρκονται θεόν
+ πτεροίσι ναυστολούντα κόλπον αιθέρος.
+ΙΟΎΛ. Ω Ρωμέων, τι δήτα Ρωμέων έφυς;
+ πατέρα τ’ αναίνου κώνομ'· ει δε μη θέλεις,
+ όμνυ φιλήτωρ τήςδε πιστώς εμμενείν,
+ καγώ δόμων τε και γένους εξίσταμαι.
+
+34) Οι όροι της ξιφομαχίας διετήρουν τας ιταλικάς αυτών ονομασίας
+εν Αγγλία.
+
+35) Επροσπάθησα δι αντιστοιχουσών τίνων εκφράσεων να διατηρήσω και
+ενταύθα μέρος του διαλόγου τούτου, το σύνολον του οποίου είναι
+αμετάφραστον ως εκ της αλληλουχίας των αγγλικών λογοπαιγνίων.
+
+36) Κατά τα τότε ειθισμένα ο Πέτρος προηγείται της παραμάνας. Ούτω
+κατά την παιδικήν μου ηλικίαν πολλάκις είδον εις τας οδούς της
+Κωνσταντινουπόλεως τους υπηρέτας βαδίζοντας προ των Αρμενίων
+Κυριών αυτών, όπως ταις ανοίγωσι τον δρόμον.
+
+37) Κατά τον Dryden, ο Σαικσπείρος έλεγεν, ότι εβιάσθη να θανατώση
+εν τω μέσω του δράματος τον Μερκούτιον, διότι άλλως εκινδύνευε να
+θανατωθή αύτος υπό του Μερκουτίου. Αμφισβητείται το ακριβές της
+παραδόσεως ταύτης· αλλ' ο φόνος ούτος ανακουφίζει βεβαίως τον
+μεταφραστήν.
+
+38) Ούτω και Ρήγας εξορίζει τον Ερωτόκριτον:
+
+ Ο υιός σου μην πατήση πλειο ‘ς τους τόπους οπ' ορίζω·
+ τέσσαρες 'μέραις κι' όχι πλειο του δίδω να μισέψη,
+ τόπους μακρούς κι' αδιάβατους ας 'πάγη να γυρέψη,
+ και μην πατήση ώστε που ζω ‘ς τα μέρη τα 'δικά μου,
+ αλλιώς του δίδω θάνατον, κ.τ.λ
+ (Ίδε σελ.193)
+
+39) That run away's eyes may wink.
+
+Μεταξύ διαφόρων του χωρίου τούτου εξηγήσεων εθεώρησα προτιμητέαν
+την έχουσαν το κύρος του Γερβίνου. Ίδε σημείωσιν 43.
+
+40) Παραλείπω τέσσαρας στίχους λογοπαιγνικούς, βασιζομένους επί
+της προφοράς του φωνήεντος I. _I εγώ, Ay ναι, eye οφθαλμός_. Και
+τα τρία ταύτα προφέρονται ομοιοτρόπως· ένθεν το λογοπαίγνιον.
+
+41) Some say the lark makes sweet division.
+
+κατά λέξιν: λέγουν ότι ο κορυδαλός κάμνει γλυκειάν διαίρεσιν. Οι
+δε σχολιασταί προσθέτουσιν ότι η λέξις division ήτο τεχνικός όρος,
+σημαίνων τροπήν ήχου εν τη μουσική.
+
+42) Του φρύνου οι οφθαλμοί ελέγοντο ωραιότεροι των του κορυδαλού·
+ένθεν η αρχαία αγγλική ρήσις περί ανταλλαγής των οφθαλμών αυτών.
+Επροτίμησα δε την λέξιν φρύνος, εν ελλείψει ή εν αγνοία μου κοινής
+τινος ονομασίας προς διαστολήν αυτού από του κοινού βατράχου.
+
+43) Ιδού του Γερβίνου η κρίσις περί της σκηνής ταύτης και των δύο
+προηγουμένων ερωτικών σκηνών (Σκην. Ε' εν πράξει Α', και Σκην. Β'
+εν πράξει Β'). «Ανεξαρτήτως του δραματικού χαρακτήρος του συνόλου
+της προκειμένης τραγωδίας, ιδιάζων λυρικός τύπος επικρατεί είς
+τινα αυτής χωρία. Τοιαύτα είναι η εκδήλωσις του έρωτος του Ρωμαίου
+εν τω χορώ του Καπουλέτου, ο μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε
+περιμένει τον νυμφίον την εσπέραν του γάμου αυτής, και ο
+αποχωρισμός των νεονύμφων την επιούσαν πρωίαν. Εν εκάστω των
+χωρίων τούτων παρεδέχθη ο ποιητής προϋπάρχοντας και κοινώς
+παραδεδεγμένους τύπους λυρικής ποιήσεως, ήτοι το sonnet, τον
+_επιθαλάμιον_ ύμνον και το άσμα της αυγής(*).
+
+(*)Down-song; Tage lied; aubade; ο έστι το παρ' ημίν μ α τ ι ν ά δ
+α, ή κοινότερον π α τ ι ν ά δ α.
+
+Κατά την πρώτην ερωτικήν εξομολόγησιν εν τω χορώ, υφίσταται το
+ύφος και η συναρμολογία του sonnet, καίτοι μη τηρηθέντων των
+συνήθων αυτού εξωτερικών τύπων. Ο Πετράρχης είχε καθιερώσει το
+είδος τούτο της λυρικής ποιήσεως προς έκφρασιν του έρωτος.
+Εξεφράζετο δ' έκτοτε δι’ αυτού ο αγνός έρως εν πάση αυτού τη
+λάμψει και τη ιερότητι, αλλ' ουδέποτε σχεδόν ο υλικός, ο σαρκικός
+έρως. Ούτω κατά την πρώτην ταύτην των δύο εραστών συνέντευξιν, ότε
+ο Ρωμαίος πλησιάζει προς την Ιουλιέταν, ως εις άγιον εικόνισμα ή
+προσκυνητάριον (holy shrine), μετά του σεβασμού, τον οποίον η
+αθωότης εμπνέει, και εκδηλοί τον αγνόν αυτού έρωτα, ο ποιητής
+παραδέχεται τον συνήθη λυρικής ποιήσεως τύπον, τον εν χρήσει προς
+έκφρασιν των πρώτων του έρωτος συγκινήσεων.
+
+Ο δε μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε αναμένει τον νυμφίον, ανακαλεί
+τον εν χρήσει κατ’ εκείνην την εποχήν επιθαλάμιον ύμνον. Το
+θαυμάσιον τούτο χωρίον πρέπει ν' αναγινώσκηται, μάλλον δε ν'
+απαγγέλληται επί της σκηνής, μετ’ ευαισθησίας ενδομύχου, και αι
+προφερόμεναι λέξεις να εξέρχωνται των χειλέων ως αν ήσαν στοχασμοί
+σιωπηλοί. Ο Halpin υπέδειξεν ήδη, ότι εν τω αλληγορικώ του
+Υμεναίου μύθω, ως και εις τα επιθαλάμια ποιήματα, ο Υμέναιος
+πρωταγωνιστεί, ο δ' Έρως μένει κεκρυμμένος, μέχρις ου προ της
+θύρας του νυμφικού θαλάμου παραχωρεί ο Υμέναιος την θέσιν αυτού
+εις τον δευτερότοκον αδελφόν του. Η Ιουλιέτα υποτίθεται ως ούσα εν
+γνώσει των τε ποιημάτων εκείνων και των ιδεών, τας οποίας συνήθως
+περιέχουσιν. Όθεν προϋποθέτει την παρουσίαν του Έρωτος, τον
+αποκαλεί δε δραπέτην run-away, ως δραπετεύσαντα από της μητρός
+αυτού, κατά το ειδύλλιον του Μόσχου (_Δραπετίδας εμός εστίν_).
+Εύχεται δε να νυκτώση ταχέως, όπως ο Ρωμαίος έλθη αόρατος εις τας
+αγκάλας αυτής. Εύχεται να κλείση τους οφθαλμούς ο δραπέτης Έρως, ο
+εστι να μη φωταγωγήση τον νυμφικόν θάλαμον, διότι η ανάγκη
+επιβάλλει μυστικότητα και σκότος.... Εν ελλείψει άλλης φωνής
+αδούσης τον επιθαλάμιον, άδει μόνη αυτή. Τούτο δ' επιπροσθέτει
+χροιάν μελαγχολίας εις τον μονόλογόν της· διότι εθεωρείτο ως κακός
+οιωνός η παράλειψις της γαμηλίου τελετής· και οικτρώς απέληξε τω
+όντι ο επί κακοίς οιωνοίς τελεσθείς γάμος ούτος.
+
+Εν δε τη σκηνή του αποχωρισμού ο ποιητής παρεδέχθη ως πρότυπον το
+εν είδει διαλόγου ποίημα, το κατά την εποχήν των Γερμανών αοιδών
+(Minnesinger) εισαχθέν, επιλεγόμενον δε άσμα της αυγής, καθ' α
+προείρηται. Σύνηθες των τοιούτων ποιημάτων θέμα ήτο η νυκτερινή
+συνέντευξις δύο εραστών, εχόντων έξωθεν φύλακα, όπως εξυπνήση
+αυτούς την αυγήν, ότε μη θέλοντες εισέτι ν' αποχωρισθώσιν ερίζουσι
+προς αλλήλους, ή και μετά του φύλακος, και φιλονεικούσιν εάν το
+φως προέρχεται εκ του ηλίου ή εκ της σελήνης, εάν ψάλλη κορυδαλός
+ή αηδών.
+
+Τοιουτοτρόπως εν τοις χωρίοις τούτοις του Ρωμαίου και της
+Ιουλιέτας περιλαμβάνονται τα τρία κύρια είδη, τα εκπροσωπούντα την
+λυρικήν ερωτικήν ποίησιν, καθ' ην εποχήν έγραφεν ο Σαικσπείρος.»
+(Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι, σελ. 206 και
+εφεξής).
+
+44) Ενταύθα και εις τους εφεξής της σκηνής ταύτης στίχους η
+Ιουλιέτα εκφράζεται γριφωδώς, οι δε λόγοι της επιδέχονται διπλήν
+εξήγησιν. Αλλά κατά την ορθήν του Johnson παρατήρησιν δεν φαίνεται
+φυσική η επιδεξιότης της αύτη περί το υποκρύπτειν τας εννοίας της,
+ενώ η ψυχή της είναι εισέτι τεταραγμένη εξ όσων περί του Ρωμαίου
+επληροφορήθη.
+
+45) Η λέξις νεκρόν δύναται να προσαρμοσθεί είτε εις την
+προηγουμένην, είτε εις την επομένην φράσιν.
+
+46) Ούτω και ο Ρήγας εν Ερωτοκρίτω:
+
+ Θυγατέρα μου, από την ώραν 'κείνη
+ που φανερώθηκες στην γην, η έννοια σου με κρίνει,
+ κι ο λογισμός σου, 'μάτια μου, πάντα 'ναι μετ’ εμένα,
+ να σε τιμήσω και να 'δώ κληρονομιά από 'σένα.
+
+Αλλ' η παρακοή της Αρετής εξεγείρει την οργήν του πατρός αυτής,
+καθώς η της Ιουλιέτας παροργίζει τον γέροντα Καπουλέτον. Ενώ δε
+ούτος απειλεί την Ιουλιέταν ότι θα την σύρη μέχρι της εκκλησίας
+και ότι θα την ραπίση, ότι τον τρώγουν τα δάκτυλά του, κατά την
+αγγλικήν έκφρασιν, ο Ρήγας, βιαιότερος του Καπουλέτου,
+
+ Σηκόνεται απ' το θρονί και προς εκείνην 'πάγει,
+ με μάχη και με μάνιτα την πιάνει από τα χέρια, κ.τ.λ.
+
+Και η μήτηρ δε της Αρετής, καθώς την μητέρα της Ιουλιέτας,
+
+ Ωσάν εχθροί εις τα παιδί τους 'κάναν.
+
+Αλλά διαμαρτύρεται ο ευαίσθητος Κορνάρος κατά της τοιαύτης
+μητρικής ασπλαγχνίας·
+
+ Εγώ μεγάλο τα κρατώ 'σαν το κρατούν κ' οι άλλοι,
+ να δείξη η μάνα στο παιδί τέτοια απονιά μεγάλη.
+
+47) Ούτω και η Νένα παρακινεί κατ’ αρχάς την Αρετήν να ενδώση εις
+του πατρός αυτής το θέλημα·
+
+ Θυγατέρα μου, ‘πέιδή ο καιρός δεν ’σάζει,
+ κι ο κύρις σου για 'πανδρειά μ' άλλον σε λογαριάζει,
+ άφες τον Ερωτόκριτον, διώξε την έγνοια τούτη,
+ να 'μπης κυρά στην αφεντιά και στα μεγάλα πλούτη.
+
+Καίτοι πολύλογος μέχρι κόρου, και υπέρ το δέον δακρυρροούσα, και
+εν συνόλω πληκτική, η Νένα όμως της Αρετής έχει καρδίαν πλέον
+ευαίσθητον και ηθικότητα ανωτέραν ή η παραμάνα της Ιουλιέτας. «Η
+παραμάνα, ως λέγει ο Γερβίνος, είναι η αληθής οικοδέσποινα· αύτη
+υπηρετεί μεν την θυγατέρα, αλλά διευθύνει την μητέρα, δεν φοβείται
+δε και τον πατέρα αυτόν εν τη στιγμή της εξάψεώς του, αλλά τω
+αντιλέγει. Φλυαρεί ουχί λίαν σεμνοπρεπώς, η δε συναναστροφή αυτής
+δεν είναι τοιαύτη ώστε ν' αναδείξη σώφρονα Άρτεμιν την Ιουλιέταν.
+Αύτη είναι της νέας η μυστικοσύμβουλος· αλλ' η πίστις αυτής δεν
+είναι διαρκής και επί τέλους η Ιουλιέτα την απωθεί.» Πού η
+αφοσίωσις, η πίστις, και η αρετή της πτωχής Νένας!
+
+48) Κατά τε το ιταλικόν διήγημα και την μετάφρασιν, εξ ης ηρύσθη
+την υπόθεσιν του δράματος ο Σαικσπείρος, η Ιουλιέτα εκηδεύθη κατά
+την παλαιάν συνήθειαν· η παλαιά αύτη συνήθεια είναι η επικρατούσα
+παρ' ημίν.
+
+49) Κάπως ασυμβίβαστον το περί είκοσι μαγείρων πρόσταγμα τούτο, με
+την πρόθεσιν του Καπουλέτου να προσκαλέση πέντε ή έξ μόνον φίλους.
+
+50) Κατ’ αρχαίαν δεισιδαιμονίαν, το φυτόν του μανδραγόρα ενομίζετο
+ότι έχει αίσθησιν, και ότι αποσπώμενον της γης εκραύγαζε κραυγάς
+τοιαύτας, ώστε ο ακούων παρεφρόνει από του τρόμου, ή απέθνησκε.
+Προς αποφυγήν του τοιούτου κινδύνου, οι θέλοντες να εκριζώσωσι το
+φυτόν, έσκαπτον περί την ρίζαν αυτού το χώμα, και προσαρτώντες επί
+του στελέχους σχοινίον, η ετέρα του οποίου άκρα εδένετο περί τον
+τράχηλον κυνός, έφραζον τα ώτα και προσεκάλουν τον κύνα, όστις
+τρέχων απέσπα μεν το φυτόν, αλλ' έπιπτε νεκρός κατά γης.
+
+51) Αρχαία εν Αγγλία συνήθεια, διατηρουμένη μέχρι τούδε παρ’ ημίν.
+
+52) «Τους θρήνους και την θλίψιν επί τω θανάτω της Ιουλιέτας,
+διαδέχεται σκηνή ακαίρως κωμική. Ο σκοπός του διαλόγου τούτου
+μεταξύ του υπηρέτου και των μουσικών, είναι ν' αποδείξη την
+αδιαφορίαν, μεθ' ης οι ξένοι παρίστανται εις τας συμφοράς των
+προϊσταμένων αυτών. Αλλ' ενταύθα η φύσις άπασα ώφειλε να θεωρή
+μετά λύπης την καταστροφήν ταύτην της ζωής, της νεότητος, του
+κάλλους και του έρωτος. Πάντες ώφειλον να θλίβωνται. Άλλως
+τραγωδία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει ανθρώπινος φύσις συμπαθούσα προς
+του ανθρώπου την δυστυχίαν· ώστε η σκηνή αύτη δεν είναι ουδαμώς
+κωμική, αλλ' εμπνέει φρίκην». (Lammartine, Shakespeare et son
+œuvre). Ο Γάλλος ποιητής συχνάκις εκφέρει κρίσεις στρεβλάς ή
+αδίκους περί Σαικσπείρου· αλλ’ ως προς την σκηνήν ταύτην, μόνοι οι
+εκ συστήματος μη θέλοντες να ίδωσι σφάλμα εις τον Σαικσπείρον, θα
+εύρωσι πάντη άδικον την κατάκρισίν του.
+
+53) Κατά τας περιοδείας αυτών οι δυτικοί μοναχοί υπεχρεούντο να
+προσλαμβάνωσι συνοδοιπόρον εκ του τάγματος αυτών, όπως αμοιβαίως
+επιβλέπωνται.
+
+54) Κατά το διήγημα, εξ ου η υπόθεσις του δράματος ελήφθη, η μεν
+παραμάνα κατεδικάσθη εις εξορίαν, ο υπηρέτης του Ρωμαίου απελύθη,
+ο φαρμακοπώλης υπεβλήθη εις βασανιστήρια και απηγχονίσθη, καθ' ο
+πωλήσας το δηλητήριον, ο δε πάτερ Λαυρέντιος εκλείσθη εν
+μοναστηρίω, όπου εξεμέτρησε το ζην εν συντριβή και μετανοία.
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Shakespeare's Tragedies, by William Shakespeare
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHAKESPEARE'S TRAGEDIES ***
+
+***** This file should be named 31808-0.txt or 31808-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/1/8/0/31808/
+
+Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31808-0.zip b/31808-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..b28b114
--- /dev/null
+++ b/31808-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..de94684
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31808 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31808)