summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/31653-h/31653-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:10 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:10 -0700
commit14549ccf9c7aa9788b6747482f520120b3ae0285 (patch)
treeee71385f538e1d7368696fa5f308313b9cb63a31 /31653-h/31653-h.htm
initial commit of ebook 31653HEADmain
Diffstat (limited to '31653-h/31653-h.htm')
-rw-r--r--31653-h/31653-h.htm2886
1 files changed, 2886 insertions, 0 deletions
diff --git a/31653-h/31653-h.htm b/31653-h/31653-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..4964d2b
--- /dev/null
+++ b/31653-h/31653-h.htm
@@ -0,0 +1,2886 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="λέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά Διηγήματα" />
+
+<title>Πασχαλινά Διηγήματα</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+Project Gutenberg's Easter Time Short Stories, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Easter Time Short Stories
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Release Date: April 28, 2012 [EBook #31653]
+First Posted: March 15, 2010
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EASTER TIME SHORT STORIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have
+been converted to endnotes.//
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις έχουν
+μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="435"
+height="650"
+alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ</h2>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 24em">ΕΚΔΟΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Ν. ΔΙΚΑΙΟΣ </h4>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 7em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ<br />
+ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ </p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em">
+ΜΕΤ' ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ<br />ΥΠΟ ΦΡΙΞΟΥ ΑΡΙΣΤΕΩΣ </p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em">ΕΚΔΟΤΗΣ<br />
+ΗΛΙΑΣ Ν. ΔΙΚΑΙΟΣ<br />
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />
+1912 </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 5em'><br /><img src ="images/0003.jpg"
+width="447" height="204"
+alt="Σκιάθος" border="2" /><br /></p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ </h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εγεννήθη εις την Σκιάθον την 4 Μαρτίου 1851. Τα
+πρώτα γράμματα εδιδάχθη εις την γενέτειραν νήσον. Εκεί διήλθε και το Ελληνικόν
+σχολείον, εξ ου απελύθη το 1863. Μετά διακοπήν τεσσάρων ετών ενεγράφη το 1867
+εις το εν Χαλκίδι γυμνάσιον. Την τρίτην γυμνασιακήν τάξιν διήλθεν εν Πειραεί.
+Διακόψας ύστερον τας σπουδάς του, επανέλαβεν αυτάς το 1873, ελθών εις Αθήνας και
+φοιτήσας εις την τετάρτην γυμνασιακήν τάξιν. Το επόμενον έτος ενεγράφη εις την εν
+τω Εθν. Πανεπιστημίω Φιλοσοφικήν Σχολήν, εν η ηκροάτο μαθήματά τινα φιλολογικά,
+ησχολείτο δε κατ' ιδίαν εις την εκμάθησιν ξένων γλωσσών. </p>
+
+<p>Παρά την αταξίαν των σπουδών αυτού, οφειλομένην εις οικονομικάς δυσχερείας
+της οικογενείας του, ο Αλ. Παπαδιαμάντης ήτο φιλομαθέστατος. Προικισμένος υπό
+εξαιρετικής ευφυίας και απεράντου μνήμης, διήλθε τα έτη της νεότητος αυτού
+μελετών απαύστως τας αρχαίας κλασσικάς και τας νεωτέρας Ευρωπαϊκάς φιλολογίας.
+Μέχρι τέλους της ζωής αυτού ηδύνατο να απαγγέλλη αποσπάσματα εκ του Ομήρου
+και του Σοφοκλέους, του Βιργιλίου και του Ορατίου, του Μίλτωνος ή Σεξπήρου κλπ.
+Πλην της Αγγλικής και Γαλλικής, εγνώριζεν ικανώς και την Ιταλικήν και Γερμανικήν.
+Υπήρξε δε αυτοδίδακτος περί πάντα. </p>
+
+<p>Αλλ' η προσφιλεστάτη αυτού πνευματική ασχολία και τρυφή ήτο η περί τα
+εκκλησιαστικά σπουδή. Υιός ων ευσεβούς ιερέως και ζήσας υπό την σκιάν του
+Αγιωνύμου Όρους, το οποίον είχεν επισκεφθή επί μήνας τινάς κατά τους νεανικούς
+αυτού χρόνους, είχε καταρτισθή δεινός γνώστης των ιερών Γραφών (την Παλαιάν
+Διαθήκην εγνώριζεν εκ στήθους), των Πατέρων της Εκκλησίας κλπ. Εγνώριζεν ομοίως
+άριστα την Βυζαντινή Μουσικήν και το Τυπικόν της Εκκλησίας. </p>
+
+<p>Αλλ' αι προσφιλείς αύται ασχολίαι δεν προσεπόριζον εις τον Αλ. Παπαδιαμάντην
+τα προς το ζην. Παρ' όλη την ροπήν αυτού προς τα ιερά γράμματα, δεν ήθελε να γίνη
+ιερεύς. Ομοίως δεν ηγάπα το διδασκαλικόν επάγγελμα, αν και, διατριβών εν Αθήναις
+ως φοιτητής, και κατόπιν, εδίδασκεν ιδιωτικώς μαθητάς τινας. Η φυσική αυτού
+διάθεσις και ορμή έφερεν αυτόν προς την δημιουργικήν φιλολογίαν, ενώ η
+γλωσσομάθεια παρείχε τας πρώτας του βιοπορισμού αφορμάς. </p>
+
+<p>Ήρχισε συγγράφων μυθιστορήματα κατ' αρχάς, υπό την επίδρασιν ευρισκόμενος
+των ξένων αναγνώσεων αυτού, συγχρόνως δε μετέφραζεν επιφυλλίδας εις
+εφημερίδας. Τα συγγραφέντα μυθιστορικά αυτού έργα είνε δύο ή τρία, έργα μέτρια,
+εις τα οποία ο συγγραφεύς φαίνεται ζητών τον δρόμον αυτού, τον οποίον βραδύτερον
+ευρίσκει. Το 1882 εδημοσίευσεν εις το «Μη Χάνεσαι» τον «Έμπορον των Εθνών».
+Μετά ταύτα ήρχισε συγγράφων την εξαισίαν και μακροτάτην σειράν των ηθογραφικών
+διηγημάτων, εις τα οποία η μυστικοπαθής ψυχή του συγγραφέως, η λεπτή
+παρατήρησις της λαϊκής ψυχής, η γνώσις του εσωτάτου βίου του έθνους, αδελφούνται
+μετά του αριστοκρατικού ύφους, του απαραμίλλου θελγήτρου της αφηγήσεως και της
+παραστατικής περιγραφής. </p>
+
+<p>Γράφων τα θαυμάσια έργα αυτού ο Παπαδιαμάντης ησχολείτο συγχρόνως εις το
+πεζόν και άχαρι, κατά το πλείστον, μεταφραστικόν εις εφημερίδας έργον. Υπό την
+έποψιν ταύτην υπήρξεν αληθής παρίας ο έξοχος συγγραφεύς. Είχε να βοηθήση
+οικογένειαν προσφιλή και να συντηρήση εαυτόν. Βαθμηδόν επέλιπεν αυτόν και ο
+άθλιος ούτος πόρος, ο εκ των μεταφράσεων. Εκ των πρωτοτύπων αυτού έργων
+ελάχιστα εκέρδιζε πάντοτε. Έκτοτε ήρξατο η μαρτυρική ζωή του Παπαδιαμάντη. </p>
+
+<p>Τα τελευταία έτη της ζωής αυτού είναι λίαν γνωστά, ώστε να μη είναι ανάγκη να
+ενδιατρίψωμεν λεπτομερώς εις αυτά. Θα ήτο δε και λίαν θλιβερόν το έργον τούτο. Ο
+Παπαδιαμάντης καρτερικώς έφερε το άχθος των ατυχημάτων αυτού μέχρι τέλους της
+ζωής του. Ευσεβέστατος ως ήτο, εύρισκε παραμυθίαν εις την θρησκείαν. Ιστορικαί
+είναι αι αγρυπνίαι του παρά τον Παλαιόν Στρατώνα εκκλησιδίου του Αγίου Ελισαίου.
+</p>
+
+<p>Έζησε δε πάντοτε μακράν του κόσμου, αναστρεφόμενος μετ' ανθρώπων του λαού
+και ελαχίστων πιστών φίλων. Περιοδικώς μετέβαινεν εις την Σκίαθον, ην υπερηγάπα.
+Απέθανεν αυτόθι την 3 Ιανουαρίου 1911. Ολίγον προ του θανάτου αυτού είχε τιμηθή
+υπό του αργυρού σταυρού του Σωτήρος. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">Α’<br /><br />
+ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ </h4>
+
+<p>
+<br />
+Καλά το έλεγεν ο μπάρμπα-Μηλιός, ότι το έτος εκείνο εκινδύνευον να μείνουν οι
+άνθρωποι οι χριστιανοί, οι ξωμερίταις, την ημέραν του Πάσχα, αλειτούργητοι. Και
+ουδέποτε πρόρρησις έφθασε τόσον εγγύς να πληρωθή, όσον αυτή· διότι δις
+εκινδύνευσε να επαληθεύση, αλλ' ευτυχώς ο Θεός έδωκε καλήν φώτισιν εις τους
+αρμοδίους και οι πτωχοί χωρικοί, οι γεωργοποιμένες του μέρους εκείνου, ηξιώθησαν
+και αυτοί να ακούσωσι τον καλόν λόγον και να φάγωσι και αυτοί το κόκκινο αυγό.
+</p>
+
+<p>Όλα αυτά διότι το μεν ταχύπλουν, αυτό το προκομμένον πλοίον, το οποίον εκτελεί
+δήθεν την συγκοινωνίαν μεταξύ των ατυχών νήσων και της απέναντι αξένου ακτής,
+σχεδόν τακτικώς δις του έτους, ήτοι κατά τας δύο <b>αλλαξοκαιριαίς</b>, το
+φθινόπωρον και το έαρ, βυθίζεται, και συνήθως χάνεται αύτανδρον^ είτα γίνεται νέα
+δημοπρασία, και ευρίσκεται τολμητίας τις πτωχός κυβερνήτης, όστις δεν σωφρονίζεται
+από το πάθημά του προκατόχου του, αναλαμβάνων εκάστοτε το κινδυνωδέστατον
+έργον. </p>
+
+<p>Και την φοράν ταύτην, το ταχύπλουν, λήγοντος του Μαρτίου, του αποχαιρετισμού
+του χειμώνος γενομένου, είχε βυθισθή· ο δε παπά- Βαγγέλης, ο εφημέριος άμα και
+ηγούμενος και μόνος αδελφός του μονυδρίου του Αγίου Αθανασίου, έχων κατ'
+εύνοιαν του επισκόπου και το αξίωμα του εξάρχου και πνευματικού των απέναντι
+χωρίων, καίτοι γέρων ήδη, έπλεε τετράκις του έτους, ήτοι κατά πάσαν τεσσαρακοστήν,
+εις τας αντικρύ εκτεινομένας ακτάς, όπως εξομολογήση και καταρτίση πνευματικώς
+τους δυστυχείς εκείνους δουλοπαροίκους, τους «κουκουβίνους ή κουκκοσκιάχταις»,
+όπως τους ωνόμαζον, σπεύδων, κατά την Μεγάλην τεσσαρακοστήν, να επιστρέψη
+εγκαίρως εις την μονήν του όπως εορτάση το Πάσχα. </p>
+
+<p>Αλλά κατ' εκείνο το έτος, το ταχύπλουν είχε βυθισθή, ως είπομεν, η συγκοινωνία
+εκόπη επί τινας ημέρας, και ούτως ο παπά-Βαγγέλης έμεινεν ακουσίως, ηναγκασμένος
+να εορτάση το Πάσχα πέραν της πολυκυμάντου και βορεοπλήκτου θαλάσσης, το δε
+μικρόν ποίμνιόν του, οι γείτονες του Αγίου Αθανασίου, οι χωρικοί των Καλυβιών,
+εκινδύνευον να μείνωσιν αλειτούργητοι. </p>
+
+<p>Τινές είπον γνώμην να παραλάβωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των και να
+κατέλθωσιν εις την πολίχνην, όπως ακούσωσι την Ανάστασιν και λειτουργηθώσιν·
+αλλ' ο μπάρμπα-Μηλιός, όστις έκαμνε τον προεστόν εις τα Καλύβια, και ήθελε να
+εορτάση το Πάσχα όπως αυτός ενόει, ο Φταμηνίτης, όστις δεν ήθελε να εκθέση την
+γυναίκα του εις τα όμματα του πλήθους, και ο μπάρμπ' Αναγνώστης, χωρικός όστις
+«τα είξευρεν απ' έξω όλα τα γράμματα της Λαμπρής», αλλά δεν ηδύνατο ν' αναγνώση
+τίποτε «από μέσα», και επεθύμει να ψάλη το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε», — οι τρεις
+ούτοι επέμειναν, και πολλοί ησπάσθησαν την γνώμην των, ότι έπρεπεν εκ παντός
+τρόπου να πείσωσιν ένα των εν τη πόλει εφημερίων ν' ανέλθη εις τα Καλύβια να τους
+λειτουργήση. </p>
+
+<p>Ο καταλληλότερος δε, κατά την γνώμην πάντων, ιερεύς της πόλεως, ήτο ο παπά-
+Κυριάκος, όστις δεν ήτο «από μεγάλο τζάκι», είχε μάλιστα και συγγένειαν μέ τινας των
+εξωμεριτών, και τους κατεδέχετο. Ήτο ολίγον <b>τσάμης</b>, καθώς έλεγαν. Δεν
+έτρεφε προλήψεις. Ηκούετο μάλιστα εδώ-εκεί, ότι ο ιερεύς ούτος είχε και την
+συνήθειαν «ν' αποσώνη τα παιδιά» εις τους κόλπους των μητέρων, των ενοριτισσών
+του. Αλλά τούτο το έλεγον οι αστείοι ή οι φθονεροί, και μόνον οι ανόητοι το
+επίστευον. Ο εφημέριος ούτος, ως οι πλείστοι του γνησίου ελληνικού κλήρου, πλην
+μικρού ελευθεριασμού, ήτο κατά τα άλλα άμεμπτος. </p>
+
+<p>Τούτο ναι, αληθεύει, αλλ' οι έγγαμοι ιερείς, πενόμενοι και δυσπραγούντες,
+επιτακτικήν έχοντες ανάγκην να θρέψωσι τα τέκνα των, φαίνονται ως πλεονέκται, και
+καταντώσι να μη τρέφωσι πλέον εμπιστοσύνην ουδ' εις αυτούς τους συλλειτουργούς
+των. Τούτο έπασχε και ο παπά-Κυριάκος, όστις επεθύμει μεν να υπάγη να κάμη
+Ανάστασιν εις τους χωρικούς, διότι ήτο ανοιχτόκαρδος και ήθελε να χαρή και αυτός
+ολίγην Ανάστασιν και ολίγην άνοιξιν, αλλ' εδυσπίστει εις τον συνεφημέριόν του, και
+έπειτα δεν ήθελε να αφήση την ενορίαν με ένα μόνον ιερέα τοιαύτην ημέραν. Αλλ'
+αυτός ο παπά-Θεοδωρής ο Σφοντύλας, ο συνεφημέριός του, τον παρεκίνησε να
+υπάγη, ειπών ότι καλόν ήτο να μη χάσωσι και το εισόδημα των Καλυβιών,
+αινιττόμενος ότι τα τε εκ του ενοριακού ναού έσοδα και τα της εξοχικής παροικίας,
+αμφότερα εξ ίσου θα τα εμοιράζοντο. </p>
+
+<p>Τούτο δεν έπεισε τον παπά-Κυριάκον, τω ενέπνευσε μάλιστα πλείονας υποψίας·
+αλλ' ότε ηρώτησε την γνώμην του συλλειτουργού του, ήτο ήδη κατά τα εννέα δέκατα
+αποφασισμένος να υπάγη· έπειτα υπεχρέωσε τον υιόν του Ζάχον, μορφάζοντα και
+μεμψιμοιρούντα, να παραμείνη εν τω ενοριακώ ναώ κατάσκοπος εις το ιερόν βήμα,
+να παραλάβη το μερίδιον των προσφορών και συλλειτουργικών, και μόνον μετά την
+απόλυσιν της λειτουργίας, ότε θα ανέτελλεν ήδη η ημέρα, ν' ανέλθη εις τα Καλύβια
+παρ' αυτώ. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Η πούλια ήτο ήδη υψηλά, «τέσσαρες ώραις να φέξη», και ο μπάρμπ'- Αναγνώστης,
+αφού εξύπνισε τον ιερέα κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον, εκ στερεού ξύλου
+καρυάς και πλήκτρον περιήρχετο τα καλύβια θορυβωδώς κρούων όπως εξεγείρη τους
+χωρικούς. </p>
+
+<p>Εισήλθον εις το μικρόν εξωκκλήσιον του Αγ. Δημητρίου. Είς μετά τον άλλον
+προσήρχοντο οι χωρικοί με τας χωρικάς των και με τα καλά των ενδύματα. </p>
+
+<p>Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ήρχισε να τα λέγη όλα απ' έξω, την προκαταρκτικήν
+προσευχήν και τον Κανόνα, το <b>Κύματι θαλάσσης</b>. </p>
+
+<p>Ο παπά-Κυριάκος προέκυψεν εις τα βημόθυρα, ψάλλων το <b>Δεύτε λάβετε
+φως</b>. </p>
+
+<p>Ήναψαν τας λαμπάδας κ' εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν' ακούσωσι την
+Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων
+υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών ανθέων της
+αγραμπελιάς, «neige odorante du printemps». </p>
+
+<p>Ψαλέντος του <b>Χριστός ανέστη</b>, εισήλθον πάντες εις τον ναόν. Θα ήσαν το
+πολύ εβδομήκοντα άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παίδες. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ήρχισε να ψάλλη τον Κανόνα του Πάσχα, ο δε ιερεύς, άμα
+αντιψάλλων αυτώ εξ ανάγκης από του ιερού βήματος, ητοιμάζετο «να πάρη καιρόν»,
+και αφού τελέση τον ασπασμόν, να έμβη εις την λειτουργίαν. </p>
+
+<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην, εισήλθεν ή μάλλον εισώρμησεν εις το ναΐδιον,
+ακολουθούμενος υπό δύο άλλων ομηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παις, υψηλός ως
+προς την ηλικίαν του, ασθμαίνων και εν εξάψει. Ήτο ο Ζάχος, ο υιός του παπά-
+Κυριάκου. </p>
+
+<p>Εισέβαλε πνευστιών εις το ιερόν βήμα και ήρχισε να ομιλή προς τον ιερέα. Η φωνή
+του ηκούετο από του χορού, αλλ' αι λέξεις δεν διεκρίνοντο. </p>
+
+<p>Ιδού τι έλεγεν εν τούτοις: </p>
+
+<p>&nbsp;— Παπά, παπά!... </p>
+
+<p>(Τα παπαδόπουλα εκάλουν συνήθως <b>παπά</b> τον πατέρα των). </p>
+
+<p>&nbsp;— Παπά, παπά!... ο παπά-Σφοντύλης... απ' την οξώπορτα... της
+λειτουργιαίς... απ' τ' άι-βήμα η πεθερά του.... κ' η παπαδιά... κουβαλούν... απ' την
+οξώπορτα... της λειτουργιαίς... τους είδα... απ' την οξώπορτα... της λειτουργιαίς... απ'
+τ' άι-βήμα... κ' η πεθερά του... κ' η παπαδιά... </p>
+
+<p>Μόνος ο παπά-Κυριάκος ήτο ικανός να βγάλη νόημα από τα ασυνάρτητα ταύτα και
+ασθματικά του υιού του. Ιδού δε πώς εξήγησε τα λεγόμενα: «Ο παπά-Θοδωρής, ο
+Σφοντύλης, ο σύντροφός του εις την ενορίαν, έκλεπτε τας προσφοράς, μεταβιβάζων
+αυτάς διά της εξωθύρας του ιερού βήματος εις χείρας της συζύγου και της πενθεράς
+του». </p>
+
+<p>Ίσως το πράγμα δεν θα ήτο τόσον αληθές όσον ο Ζάχος ήθελε να το παραστήση.
+Διότι ούτος αγαπών ως όλοι οι νέοι την εξοχήν και την διασκέδασιν, μετά δυσκολίας
+είχεν υπακούσει εις το πατρικόν κέλευσμα, όπως μείνη εις την πόλιν, και αφορμήν θα
+εζήτει διά να το στρήψη και μεταβή εις νυκτερινήν εκδρομήν εις τα Καλύβια, αφού
+μάλιστα ευκόλως εύρισκε συνοδοιπόρους ομήλικας. </p>
+
+<p>Αλλ' ο παπά-Κυριάκος δεν εσυλλογίσθη τίποτε. Εξήφθη αμέσως, ηγανάκτησε, δεν
+εκρατήθη. Ήμαρτεν. Αντί δε να καταφέρη σφοδρόν ράπισμα κατά της παρειάς του
+υιού του, και να εξακολουθήση ήσυχος το καθήκον του... απέβαλεν ευθύς το
+επιτραχήλιον και εξεδύθη το φαιλόνιον, και διασχίσας τον ναόν εξήλθεν, αποφεύγων
+το βλέμμα της πρεσβυτέρας του, ήτις τον έβλεπεν έντρομος. </p>
+
+<p>Αλλ' ο μπάρμπα-Μηλιός κάτι υπώπτευσεν εκ των κινημάτων τούτων, και εξήλθε
+κατόπιν του. </p>
+
+<p>Εις πεντήκοντα δε βημάτων απόστασιν από του ναού, μεταξύ τριών δένδρων και
+δύο φρακτών, ο επόμενος διάλογος συνήφθη: </p>
+
+<p>&nbsp;— Παπά, παπά, πού πας; </p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθώ βλογημένε, τώρα, αμέσως πίσω. </p>
+
+<p>Δεν είξευρε τι να είπη. Αλλά το βέβαιον είνε ότι είχεν απόφασιν να καταβή εις την
+πόλιν και ζητήση λόγον δια την κλοπήν από τον συνεφημέριόν του! Εις το βάθος δε
+της συνειδήσεώς του έλεγεν ότι είχε καιρόν να επιστρέψη προ της ανατολής του
+ηλίου, και τελέση την λειτουργίαν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πού πας; επέμενεν ο μπάρμπα-Μηλιός. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ας διαβάζη ο μπάρμπ'-Αναγνώστης τας <b>Πράξεις</b> των Αποστόλων,
+κ' έφθασα. </p>
+
+<p>Ελησμόνει ότι ο μπάρμπ'-Αναγνώστης δεν ηδύνατο ν' αναγνώση άλλα ή όσα από
+στήθους εγνώριζεν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αφήνω και την παπαδιά μου, εδώ, βλογημένε, επανέλαβεν ο παπά-
+Κυριάκος, αμηχανών τι να είπη· σας αφήνω την παπαδιά μου! </p>
+
+<p>Και λέγων έτρεχεν. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Μηλιός επανήλθε κατηφής εντός του ναού. </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά το έλεγα εγώ, εψιθύρισε. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Μεγίστη απορία επεκράτει εν τω παρεκκλησίω. Οι χωρικοί εκύτταζον
+ερωτηματικώς αλλήλους. Ψιθυρισμοί ηκούοντο. </p>
+
+<p>Αι γυναίκες ηρώτων την παπαδιά να είπη αυταίς τι τρέχει· αλλ' αύτη ήτο η
+ολιγώτερον πάντων των άλλων γνωρίζουσα. </p>
+
+<p>Εν τούτοις ο ιερεύς έτρεχεν, έτρεχεν. Ο ψυχρός αήρ εδρόσισεν ολίγον το μέτωπόν
+του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Και πώς να θρέψω εγώ τόσα παιδιά, έλεγεν, οκτώ, με συμπάθειο, κ' η
+παπαδιά εννηά, κ' εγώ δέκα! Ο ένας να σε κλέφτη απ' εδώ, κι' ο άλλος απ' εκεί!... </p>
+
+<p>Πεντακόσια βήματα από του ναού, ο δρόμος εκατηφόριζε, και κατήρχετό τις εις
+ωραίαν κοιλάδα. Είς νερόμυλος ευρίσκετο επί της κλιτύος εκείνης, παρά την οδόν.
+</p>
+
+<p>Ακούσας ο ιερεύς τον ηδύν μορμυρισμόν του ρύακος, αισθανθείς επί του
+προσώπου του την δρόσον, ελησμόνησεν ότι είχε να λειτουργήση (πώς και πού να
+λειτουργήση;) και έκυψε να πίη ύδωρ. Αλλά το χείλος του δεν είχε βραχή ακόμη, και
+αίφνης ενθυμήθη, ανένηψεν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ έχω να λειτουργήσω, είπε, και πίνω νερό;... </p>
+
+<p>Και δεν έπιε. </p>
+
+<p>Τότε ήλθεν εις αίσθησιν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάμνω εγώ, είπε, πού πάω; </p>
+
+<p>Και ποιήσας το σημείον του σταυρού: </p>
+
+<p>&nbsp;— Ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον! μη με συνερισθής. </p>
+
+<p>Επανέλαβε δε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Εάν εκείνος έκλεψεν, ο Θεός ας τον... συγχωρήση... κ' εκείνον κ' εμέ. Εγώ
+πρέπει να κάμω το χρέος μου. </p>
+
+<p>Ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ω Κύριε, είπεν ολοψύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Συ παρεδόθης διά τας
+αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα. </p>
+
+<p>Και εστράφη προς τον ανήφορον, σπεύδων να επανέλθη εις το παρεκκλήσιον,
+όπως λειτουργήση. </p>
+
+<p>&nbsp;— Και ήθελα να πιώ και νερό, είπε, δεν είμαι άξιος να λειτουργήσω. Αλλά
+πώς να κάμω; Δεν πρέπει να μεταλάβω! Θα λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δεν είμαι
+άξιος!... «Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος!...» Εγώ άξιος δεν είμαι! </p>
+
+<p>Και επέστρεψεν εις τον ναόν, όπου μετ' αγαλλιάσεως οι χωρικοί τον είδον. </p>
+
+<p>Ετέλεσε την ιεράν μυσταγωγίαν, και μετέδωκεν εις τους πιστούς, φροντίσας να
+καταλύση διά στόματος αυτών όλον το άγιον ποτήριον. Αυτός δεν εκοινώνησεν,
+επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα.
+</p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Περί την μεσημβρίαν μετά την Β' Ανάστασιν, οι χωρικοί το <b>έστρωσαν</b> υπό
+τας πλατάνους, παρά την δροσεράν πηγήν. </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/0010.jpg" width="597"
+height="468"
+alt="οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους" border="2" /><br /></p>
+<p>Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και
+κλάδους σχοίνων. </p>
+
+<p>Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με
+την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς. </p>
+
+<p>Η ωραία Ξανθή, η σύζυγος του Φταμηνίτου, εκάθητο μεταξύ της μητρός της
+Μελάχρως, και της θειά Κρατήρως, της πενθεράς της, φροντίζουσα να έχη εν μέρει τας
+παρειάς κεκαλυμμένας με την μανδήλαν, και να βλέπη μάλλον προς τον κορμόν της
+γιγαντιαίας πλατάνου, όπως μη την κυττάζωσιν οι άνδρες, και ζηλεύη ο σύζυγός της.
+</p>
+
+<p>Η αδελφή της, το Αθώ, δεκαπεντούτις κόρη άγαμος, άφροντις, ωραία και αυτή,
+ποσάκις δεν την επείραζε λέγουσα: «Αρή, τι τον ήθελες, αρή; Δεν τον έπαιρνα, να μου
+χαρίζανε τον ουρανό με τάστρα... Καλλίτερα να γινόμουν καλόγρηα!» </p>
+
+<p>Το βέβαιον ήτο ότι ο Φταμηνίτης δεν διέπρεπεν ούτ' επί κάλλει ούτε επί μεγέθει
+σώματος, αλλ' ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας δι' ευστροφίας σώματος και
+πνεύματος και διά φαιδρότητος και ευθυμίας. </p>
+
+<p>Ο παπά-Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά,
+βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι
+εξεκόλαπτε σχεδόν κατ' έτος εν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε διά
+παλληκαροβότανα, ούτε διά στρηφοβότανα, περί α τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες. </p>
+
+<p>Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπάρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος
+θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων
+μεθοδικότατα δι' όλους, και τρώγων άμα και προπίνων. </p>
+
+<p>Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν
+του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπάμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την
+επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής: </p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους
+αιώνας! </p>
+
+<p>Είτα μετά το προίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν: </p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μ', να χαίρεσαι το
+πετραχήλι σ'! Παπαδιά, να χαίρεσαι τον παπά σ' και τα παιδάκια σ'! Ξάδερφε Θοδωρή!
+να ζήσης, να τσ' χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λάδ' να τρέξης
+και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρω! Να χαίρεσαι, μ' έναν καλόν γαμπρό! Ανηψιέ
+Γιώργη! Τίμια στέφανα! 'στο γάμο σας να χαρούμε! Κουμπάρα Κυπαρισσού! με μια
+καλή νύφη, να ζήσης, να χαρής! εβίβα όλοι! Τέ-περ-τε. Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά
+σας! Συμπεθέρα Ξαθή! καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με
+το καλό! </p>
+
+<p>Και ανάλογος προς το πρόσωπον υπήρξεν η πόσις. </p>
+
+<p>Αλλά και ο Φταμηνίτης ηθέλησε να προπίη κατ' άλλον όμως στενώτερον τρόπον·
+ηθέλησε να <b>βρη</b> την γυναίκα του, και ηνάγκασεν αυτήν ν' απαντήση εις το
+πρόσωπον: </p>
+
+<p>&nbsp;— Μπρομ! </p>
+
+<p>&nbsp;— Πιέ κη δο μ'! </p>
+
+<p>&nbsp;— Με κρασί! </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς τ'ν αγάπη μ' τη χρυσή! </p>
+
+<p>Και πιών αυτός, μετεβίβασε την τσότραν εις την ωραίαν Ξανθήν, ήτις έβρεξε τα
+χείλη. </p>
+
+<p>Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το <b>Χριστός ανέστη</b>, ύστερον τα
+θύραθεν. Ο μπάρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το <b>Χριστός ανέστη</b>,
+το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο. </p>
+
+<p>Αλλ' ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπάρμπα-Κίτσος, γηραιός
+χωροφύλαξ, χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημένος από της βαυαρικής
+εποχής εν τη νήσω. Αμφέβαλλε και αυτός αν τον είχαν περασμένον εις τα μητρώα,
+πότε του έστελναν μισθόν, πότε όχι. Εφόρει χιτώνα με ανοικτάς θυρίδας, βραχείαν
+περισκελίδα μέχρι του γόνατος και <b>τουζλούκια</b>. </p>
+
+<p>Ο δήμαρχος του τόπου (διότι υπήρχε φευ! και δήμαρχος) τον είχε στείλει να κάμη
+Πάσχα εις τα Καλύβια, διά να φυλάξη δήθεν την τάξιν, καίτοι ουδεμιάς φυλάξεως ήτο
+ανάγκη. Το βέβαιον είνε ότι τον έστειλε να καλοπεράση πλησίον των ανοιχτοκάρδων
+εξωμεριτών, οίτινες του ήρεσκον του μπάρμπα-Κίτσου, ας τους έλεγον και
+«τσουπλακιαίς» ή «χαλκοδέραις». Εάν έμενεν εν τη πόλει, ο δήμαρχος θα ήτο
+υπόχρεως να τον φιλεύση τον μπάρμπα-Κίτσον, καθώς τον είχαν κακομάθει οι
+προκάτοχοι του, έλεγε, — να τον φιλεύση κουλούραν και αυγά. Τι έθιμα!... </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη
+το <b>Χριστός ανέστη</b> κατ' ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής: </p>
+
+<p class="poem">Κ 'στό — μπρε — Κ 'στός ανέστη<br />
+εκ νεκρών <b>θανάτων</b>,<br />
+θάνατον <b>μπατήσας</b><br />
+κ' <b>έντοις — έντοις</b> μνήμασι,<br />
+ζωήν <b>παμμακάριστε</b>! </p>
+
+<p>Και όμως, μεθ' όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλλε ιερόν άσμα
+μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του
+γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το <b>Άλαλα τα
+χείλη των ασεβών</b> με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη
+προσκυνούντων, <b>οι κερατάδες</b>! την εικόνα σου την σεπτήν....» </p>
+
+<p>Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες! </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος (διότι αι γυναίκες
+επεφυλάττοντο διά την Δευτέραν και την Τρίτην όπως χορεύσωσι τον συρτόν και την
+<b>καμάρα</b>), και ο παπά-Κυριάκος, μετά της παπαδιάς και του Ζάχου, όστις
+εγλύτωσε το ξύλο χάριν της ημέρας (διότι ο πατήρ του είχε θυμώσει είτα κατ' αυτού,
+ως γενομένου αιτίου της χασμωδίας εκείνης), αποχαιρετίσαντες την συντροφιάν,
+κατήλθον εις την πολίχνην. </p>
+
+<p>Ο παπά-Κυριάκος έδωκε πλήρες εις τον συνεφημέριόν του το από της εξοχής
+μερίδιον, και ούτε κατεδέχθη να κάμη λόγον περί της υποτιθεμένης κλοπής. </p>
+
+<p>Εν τούτοις ο παπά-Θοδωρής οίκοθεν τω είπεν ότι το εκ της ενορίας μερίδιόν του
+ευρίσκετο εν τη οικία αυτού, του παπά-Θοδωρή. Έκρινε καλόν, είπε, να μετακομίση
+διά της εξωθύρας του αγίου βήματος οίκαδε και τα δύο μερίδια, διά να μη βλέπουν
+τινές των άγαν επιπολαίων και γλωσσαλγώσιν ότι οι ιερείς έχουν δήθεν πολλά
+εισοδήματα. «Ο κόσμος ξιππάζεται, είπεν, άμα μας ιδή μια καλή μέρα να πάρουμε
+τίποτε λειτουργιαίς, και δεν συλλογίζεται πόσαις εβδομάδες και μήνες παρέρχονται
+άγονοι!» </p>
+
+<p>Εντεύθεν η παρανόησις του Ζάχου. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">B’<br /><br />
+Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΗ </h4>
+
+<p>
+<br />
+Αν άλλη τις χρηστή γυνή είδέ ποτε καλά <b>νοικοκυριά</b> εις τας ημέρας της,
+αναντιρρήτως είδε τοιαύτα και η θειά-Σοφούλα Κωνσταντινιά, σεβασμία
+οικοδέσποινα εβδομηκονταετής, κάτοικος παραθαλασσίου κώμης εις μίαν των νήσων
+του Αιγαίου. </p>
+
+<p>Την εκάλουν κοινώς Σαραντανού, και πολλοί υπέθετον ότι το επίθετον τούτο τη
+απεδόθη, διότι δήθεν είχεν ίσον με σαράντα γυναικών <b>νουν</b>, όπερ δεν
+ενομίζετο υπερβολή. Άλλοι όμως έλεγον, ότι η λέξις εσχηματίσθη εκ του
+<b>Σαραντανοννού</b>, ήτοι νοννά με σαράντα βαπτιστικούς. </p>
+
+<p>Το βέβαιον είνε, ότι, αν δεν είχε φθάσει εις τον αριθμόν τούτον, δυο ή τρεις
+μονάδες της έλειπον και ήλπιζε προσεχώς να συμπληρώση την τεσσαρακοντάδα.
+Ομολογητέον δε, ότι αυτή κατ' αρχάς είχε βαπτίσει οικειοθελώς πέντε ή έξ νήπια των
+γειτόνων της, όσα και πάσα άλλη καλή οικοκυρά βαπτίζει. Αλλ' όταν άπαξ εγνώσθη και
+απεδείχθη, ότι είχε <b>καλό χέρι</b>, τότε όλαι αι γειτόνισσαι, συγγενείς,
+παροσυγγενείς, κολλήγισαι ήρχισαν να την πολιορκούν. </p>
+
+<p>Είχε πάρει <b>καλό όνομα</b> ότι της <b>εζούσαν τα παιδιά</b>, όσα ανεδέχετο
+εκ της κολυμβήθρας. Είνε δε τόσον σπουδαίον να ευρεθή νοννά «<b>να της ζουν τα
+παιδιά</b>», όσον και ιερεύς «<b>να πιάνη το διάβασμά του</b>». </p>
+
+<p>Η θειά-Σοφούλα όμως υπέφερε μετά χάριτος την αγγαρείαν ταύτην. Είνε αληθές,
+ότι τα <b>φωτίκια</b> εις την εποχήν εκείνην, χιτών και κουκούλιον μετά σταυρού,
+καθώς και τα <b>μαρτυριάτικα</b>, εαρινή βροχή λεπτών και διλέπτων διά τους
+αγυιόπαιδας, εκόστιζαν εν όλω δέκα γρόσια. </p>
+
+<p>Η θειά-Σοφούλα ωμοίαζε με την επιμελή ανθοκόμον, ήτις δεν αρκείται να φυτεύη
+μόνον τα άνθη της, αλλά τα περιθάλπει και τα καταρδεύει. Ηγάπα τα πνευματικά της
+τέκνα ως τέκνα της <b>εγκαρδιακά</b>, τα εθώπευε, τα εφίλευε και τα επαιδαγώγει.
+</p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κωνσταντής, ο πρώτος γρινιάρης του χωρίου, δεν συνεμερίζετο την
+αδυναμίαν ταύτην της συζύγου του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Α, μπράβο! φίλευέ τα τ' αναδεξίμια σου, μουρή!... εγόγγυζεν εκάστοτε,
+οσάκις την έβλεπε μεριμνώσαν περί των αναδεκτών της· — ηύρες κι' αλωνίζεις,
+μουρή!... </p>
+
+<p>Η θειά-Σοφούλα ολίγον ανησύχει περί της ιδιοτροπίας ταύτης του συζύγου της,
+όστις ήτο αγαθός άνθρωπος εις τας καλάς του ώρας. </p>
+
+<p>Έπειτα ο μπάρμπα-Κωνσταντής σπανίως εφαίνετο εν τη πολίχνη. Αφότου έπαυσε
+τα θαλάσσια ταξείδια, ησχολείτο αποκλειστικώς εις την καλλιέργειαν των κτημάτων
+του. Κατά πάσαν πρωίαν ίππευεν επί του ευρώστου ημιόνου του, ετρέπετο εις τους
+αγρούς και επανήρχετο μετά την δύσιν του ηλίου. </p>
+
+<p>Κατ' εκείνον τον χρόνον, περί τα 184..., η θειά-Σοφούλα είχε φθάσει εις το
+τριακοστόν ένατον βαπτιστικόν. Έν μόνον της έλειπε διά να τα κάμη σαράντα προς
+ανάπαυσιν της συνειδήσεώς της. Εβάπτιζεν αδιακρίτως άρρενα και θήλεα, αλλ'
+εφρόντιζε να δίδη ακριβείς σημειώσεις εις τους ιερείς και πνευματικούς, διά να μη
+τυχόν γείνη κανέν συνοικέσιον εις το μέλλον μεταξύ δύο ετεροφύλων αναδεκτών και
+κολασθή η ψυχή της. </p>
+
+<p>Κατ' έτος, την Μεγάλην Πέμπτην, μεγίστη κίνησις εγίνετο εν τη ευρυχώρω αυλή
+της οικίας. Η θειά-Σοφούλα <b>ανεσφουγγώνετο</b> μέχρις αγκώνων και εζύμωνε
+μόνη της τας τριάκοντα εννέα αυγοκουλούραις διά τους τοσούτους βαπτιστικούς της...
+Αλλά πλην των βαπτιστικών υπήρχον και τα εγγόνια και τα δισέγγονα και ταύτα δεν
+ήσαν ολιγάριθμα. </p>
+
+<p>Εν συνόλω εχρειάζετο εβδομήκοντα και πλέον κοκκώναις δηλ. παιδικάς
+κουλούρας, διά τους βαπτιστικούς, διά τους εγγονούς και τα δισέγγονα. Εις τον
+αριθμόν τούτον δεν συμπεριλαμβάνονται αι μεγαλείτεραι κουλούραι, τας οποίας
+παρεσκεύαζε διά τας συντεκνίσσας, διά τας ανεψιάς και δισεξαδέλφας της. </p>
+
+<p>Μέγας δε εβόμβει ο εσμός των αναδεκτών και δισεγγόνων περί τους ανθώνας της
+αυλής κατ' εκείνην την ημέραν. Από της τρίτης ώρας του δειλινού, καθ' ην ο μπάρμπα-
+Κωνσταντής εξηγείρετο του μεσημβρινού ύπνου, με δριμείαν επικαθημένην της ρινός
+την χολήν, και εφόρει το τσόχινον βρακίον του, επύργωνεν επί της κεφαλής
+μεγαλοπρεπές το τυνησιακόν φέσι του, ελάμβανεν ως σκήπτρον την μεγάλην
+ηλεκτρόστομον τσιμπούσαν του, ανήρτα από της οσφύος βαθύκολπον την μεταξωτήν
+καπνοσακκούλαν και κατήρχετο εις το καφενείον να εισπνεύση την θαλασσίαν αύραν,
+από της ώρας εκείνης η ευρεία και τετράγωνος αυλή παρεδίδετο εξ εφόδου εις την
+λεηλασίαν των βαπτιστικών και των δισεγγόνων. </p>
+
+<p>Μεγίστην ευτυχίαν και ανήκουστον ηδονήν ενόμιζον τότε τα παιδιά της γειτονιάς,
+αν κατώρθωναν να παρεισδύσωσιν εις το προαύλιον της θειά-Σοφούλας, όπερ
+εθεωρείτο ως μυθώδες τι. Πολλά αυτών προέτεινον τας κεφαλάς διά των σχισμών της
+κλειστής αυλείου θύρας, ήτις εμοχλεύετο έσωθεν υπό των ζηλοτύπων βαπτιστικών διά
+τους μη έχοντας ένδυμα γάμου. Άλλα παιδία, τολμηρότερα, ανείρπον εις τον θριγκόν
+του τοίχου της αυλής και εύρισκον τρόπον να εισπηδήσωσιν εκείθεν εις τα ένδον. Αλλ'
+αλλοίμονον αν παρετηρούντο υπό των άγρυπνων ευνοουμένων. Απεδιώκοντο με
+τσιμπήματα και με δοντιαίς, ως ο κηφήν υπό των μελισσών. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Την Μεγάλην Πέμπτην του έτους 185... όλοι οι αναδεκτοί ήσαν συνηγμένοι εν τη
+αυλή της γραίας Σοφούλας. Ο πρεσβύτερος αυτών ήδη νεανίας εικοσαετής, το δε
+νεώτερον ήτο κοράσιον τριετές εις ο η νοννά είχε δώσει το όνομά της. Το βρέφος
+τούτο ήτο το τεσσαρακοστόν πνευματικόν γέννημα της θειά-Σοφούλας. </p>
+
+<p>Είχε γεννηθή τέλος το από πολλού προσδοκώμενον τούτο συμπλήρωμα του
+προωρισμένου αριθμού και ήτο το χαδευμένον της θειά-Σοφούλας. Η νοννά έτρεφε
+φιλοδόξους σκοπούς ως προς το μέλλον του θυγατρίου τούτου. Αλλά και αυτός ο
+μπάρμπα-Κωσταντής εξ όλων των αναδεκτών μόνον το μικρόν τούτο ηνείχετο. Η
+στοργή όμως της θειά-Σοφούλας προς αυτό έφθανε μέχρι παραφροσύνης. </p>
+
+<p>Την ημέραν εκείνην η θειά-Σοφούλα ήτο κλειστή εις το ισόγειον και εζύμωνεν. Εκ
+των παιδίων τινά την επολιόρκουν έξωθεν της θύρας παραμονεύοντα. Τα πλείστα
+όμως έπαιζον ταραχωδώς περί τον υπερμεγέθη ληνόν, πλησίον του ελαιοτριβείου, το
+<b>κρυφτάκι</b>, και άλλα εθορύβουν περί τας κιγκλίδας του κήπου και πλησίον του
+φρέατος. </p>
+
+<p>Η μικρά Σοφούλα, ήτις ήτο μόλις τριετής, ως είπομεν, εξέπεμπε χαρμοσύνους
+κραυγάς, εψέλλιζεν ως νεοσσός χελιδόνος και έτρεχε και αυτή κατόπιν των άλλων
+παιδίων. Η νοννά της εζήτησε κατ' αρχάς να την κρατήση πλησίον της, αλλ' η μικρά
+εστενοχωρήθη και απήτησε να εξέλθη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να πάω κι' εγώ να παίξω, νοννά μου; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να παίξης εσύ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Το <b>κλεφτάκι</b>, νοννά μου! ετραύλισεν η μικρά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν παίζουν τα κορίτσια το κρυφτάκι, είπεν αυστηρώς η νοννά. </p>
+
+<p>Η μικρά δεν εμεμψιμοίρησε μεν, αλλ' εσκυθρώπασεν. Ιδούσα τούτο η νοννά,
+έκραξε την Αθηνιώ, εικοσαετή την ηλικίαν δουλεύτραν της, ήτις ήτο και αυτή μία των
+βαπτιστικών της, και τη ενεπιστεύθη την μικράν, συστήσασα αυτή αυστηράν
+επαγρύπνησιν. </p>
+
+<p>Αλλ' η Αθηνιώ ελησμόνησεν άμα ακούσασα την σύστασιν της κυρίας της, και
+επειδή εις τας πεζούλας εκάθηντο τέσσαρες ή πέντε γειτόνισσαι, και γνωρίζομεν
+πόσον περισπούδαστος είνε η συνδιάλεξις των αέργων γυναικών, εκάθησε πλησίον
+αυτών και άφησε την μικράν Σοφούλαν να τρέχη. </p>
+
+<p>Δεν ήρκεσε τούτο, αλλά παραγγελθείσα υπό της κυρίας της να αντλήση ύδωρ εκ
+του φρέατος, εγέμισε μεν την στάμναν, αλλά δεν εφρόντισε να κλείση το στόμιον του
+φρέατος, όπως το εύρε κεκλεισμένον, το άφησε δε ανοικτόν. Απροσεξία, εις ην
+ουδέποτε θα υπέπιπτεν η γραία Σοφούλα ή άλλη φρόνιμος γυνή. Μη τις δε αμφιβάλη,
+ότι την σύστασιν ταύτην η γραία έκαμε χιλιάκις εις την δουλεύτραν της, αλλ' η Αθηνιώ
+δεν ήτο εξ εκείνων των γυναικών, αίτινες καθίστανται προσεκτικαί. </p>
+
+<p>Εις την ακμήν της πλήρους ενδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ήκουσαν αίφνης αι
+εις την πεζούλαν καθήμεναι γυναίκες κρότον τινά, ως πλατάγησιν σώματος πίπτοντος
+εις το ύδωρ, και συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν και μετ' αυτήν δευτέραν κραυγήν
+δυνατωτέραν. </p>
+
+<p>Αι γυναίκες ανωρθώθησαν αυτομάτως. </p>
+
+<p>Αλλά πριν αυταί κινηθώσιν, η θύρα του ισογείου ηνοίχθη μετά κρότου, και η θειά-
+Σοφούλα έντρομος, ανυπόδητος, με ταις κάλτσαις μόνον, γυμνώλενος, με τας χείρας
+ζυμαρωμένας, έτρεξε προς το φρέαρ κράζουσα: </p>
+
+<p>&nbsp;— Το κορίτσι! το κορίτσι! </p>
+
+<p>Διά της εις την στοργήν ιδιαζούσης μαντείας, η θειά-Σοφούλα ενόησεν αμέσως ότι
+η μικρά της βαπτιστική είχε πέσει εντός του φρέατος. Και τωόντι δεν ηπατάτο. </p>
+
+<p>Ενώ έτρεχεν η Σοφούλα, ιδούσα το στόμιον του φρέατος ανοικτόν, επλησίασε,
+προσεκολλήθη επί του χθαμαλού ξυλίνου φραγμού, είδεν επί του ύδατος
+εικονιζομένην την αγγελικήν ξανθήν μορφήν της, ήρχισε να τη προσμειδιά, έκυψεν
+υπερμέτρως, ωλίσθησεν επί της στιλπνής ως εκ της συχνής προστριβής του σχοινιού
+σανίδος, και έπεσε κατακέφαλα εντός του φρέατος. </p>
+
+<p>Αι άλλαι γυναίκες, και η Αθηνιώ μετ' αυτών, καθ' υπερβολήν διαστέλλουσαι τους
+βραχίονας, έτρεξαν κατόπιν της θειά Σοφούλας. </p>
+
+<p>&nbsp;— Έναν κουβά! ένα γιουρδέλι! εκραύγαζεν έκφρων η γραία Σοφούλα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ένα τσιγκέλι! έκραξε και η Αθηνιώ μετ' αυτών <b>σκοτισμένη</b> (ως να
+είχε πέσει δηλ. εις το φρέαρ το ιβάνιον, δι' ου αντλούσιν ύδωρ). </p>
+
+<p>&nbsp;— Τα τσιγγέλια να σε τραβούν, σκύλλα! τη έκραξε με κεραυνοβόλον
+βλέμμα η θειά-Σοφούλα. Μου έπνιξες το παιδί. </p>
+
+<p>Η γραία τω όντι δεν εβράδυνε να εννοήση, ότι το δυστύχημα ωφείλετο εις την
+απροσεξίαν της δουλεύτρας της. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να καταιβώ εγώ σ' το πηγάδι, νοννά, τη είπεν η Αθηνιώ. </p>
+
+<p>Επειδή εβράδυνε να φανή πουθενά <b>κουβάς</b>, διότι είνε γνωστόν πόσον τα
+χάνουν οι άνθρωποι εις τας δεινάς περιστάσεις, και ενώ μία των γυναικών έτρεχεν απ'
+εκεί, άλλη απ' εδώ και η μικρά εν τω μεταξύ επνίγετο, η θειά-Σοφούλα επέτρεψεν εις
+την Αθηνιώ την χάριν ταύτην. Είξευρε δε άλλως ότι εις τούτο, καθώς και εις πάσαν
+άλλην εργασίαν εις τους άνδρας μάλλον αρμόζουσαν, ήτο επιτηδεία. </p>
+
+<p>Η Αθηνιώ λοιπόν εσήκωσε τα φουστάνια της υπεράνω του γόνατος, και πατούσα
+εις τας γνωστάς αυτή εσοχάς του εσωτερικού λιθοκτίστου του φρέατος, τας επίτηδες
+κατασκευαζομένας εις πάσαν ορυχήν φρέατος, κατήλθε μέχρι της επιφανείας του
+ύδατος. </p>
+
+<p>Ουδαμού εφαίνετο η μικρά. </p>
+
+<p>Το βάθος του ύδατος ήτο τρις ίσον με ανάστημα ανδρός, και η Αθηνιώ δεν
+ηδύνατο να προχωρήση κατωτέρω. </p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ ευρέθη και ο κουβάς, και κατεβιβάσθη μέχρι των χειρών της
+Αθηνιώς. Αύτη έλαβε το σχοινίον και ήρχισε να περιστρέφη το ιβάνιον εντός του
+ύδατος. </p>
+
+<p>Η θειά-Σοφούλα ωλόλυζε και έσχιζε τας παρειάς της. Η καρδιά της δεν ησθάνετο
+πλέον της ελπίδος την θαλπωρήν.... </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/0016.jpg" width="580"
+height="458"
+alt="Η θειά-Σοφούλα ωλόλυζε" border="2" /><br /></p>
+<p>Τέλος το ιβάνιον προσέκοψεν εις σώμα τι ανερχόμενον. Η μικρά ανέβη εις την
+επιφάνειαν, αλλ' ήτο ήδη πτώμα... </p>
+
+<p>Η κεφαλή της δεινώς μεμωλωπισμένη. Κατενεχθείσα σφοδρώς εις το ύδωρ είχε
+κτυπήσει επί του λίθου, εζαλίσθη, κατέπιε πολύ νερόν, και δεν ανήλθε ταχέως εις την
+επιφάνειαν... </p>
+
+<p style='text-align:center;'>............................................................... </p>
+
+<p>Επί ζωής της δεν επαρηγορήθη η θειά-Σοφούλα διά το οικτρόν τούτο ατύχημα. Ίσα
+ίσα η τελευταία βαπτιστική της!... </p>
+
+<p>Διετήρησε δε την προς την αθώαν νεκράν στοργήν της μέχρι ευσεβούς
+προλήψεως. Ζήσασα επί ικανά έτη ακόμη, κατεσκεύαζεν ανελλιπώς κατ' έτος τη Μ.
+Πέμπτη την κοκκώνα της ατυχούς μικράς και την Κυριακήν του Πάσχα, άμα επέστρεφε
+το πρωί από της λειτουργίας της Αναστάσεως, ήνοιγε τότε μόνον, το άχρηστον μείναν
+φρέαρ και έρριπτεν εις το ύδωρ την <b>κοκκώναν</b> και τα <b>κόκκινα αυγά</b>,
+της μικράς Σοφούλας της. </p>
+
+<p>Εβεβαίου δε η αγαθή γυνή, ότι ανεξήγητος ευωδία ανήρχετο τότε από του ύδατος,
+ως θυμίαμα αθώας ψυχής αναβαίνον προς τον θεάνθρωπον Πλάστην. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">Γ’<br /><br />
+ΣΤΗΝ ΑΓΙ' ΑΝΑΣΤΑΣΑ </h4>
+
+<p>
+<br />
+Πέντε άνδρες είχον κατέλθει εις το Πρωί, μίαν Κυριακήν του Ιουλίου του έτους 1875,
+και εκ των πέντε τούτων οι τρεις ήσαν αρχαιολόγοι με δίοπτρα. Αλλ' εκ των τριών, ο
+πρώτος απεφαίνετο ότι το σωζόμενον εκεί ερείπιον ήτο ναός ειδωλολατρικός, ο
+δεύτερος ισχυρίζετο ότι ήτο χριστιανική εκκλησία, αν δεν ήτο βαλανείον ρωμαϊκόν, και
+ο τρίτος επέμενεν ότι ήτο, το πολύ, αρχοντικόν μέγαρον, ήτοι πύργος βενετικός,
+επικαλούμενος υπέρ της γνώμης του και το όνομα Πρωί, όπερ έλεγε σχηματισθέν εκ
+του <b>Πυργί</b>, κατά μετάθεσιν γραμμάτων. </p>
+
+<p>Του τελευταίου την γνώμην ησπάζετο απροκαλύπτως, μετέχων της εκδρομής, και ο
+δημοδιδάσκαλος του χωρίου, όστις είχεν ανεγνωρισμένην ειδικότητα εις την
+ετυμολογίαν, «το·<b>άιντε</b> είνε απ' το <b>άγε δη</b>, το <b>αρή</b>, κλητικόν
+επιφώνημα των γυναικών του τόπου, είνε απ' το <b>αρίστη</b>, το <b>βρε</b> είνε
+απ' το μώρε (μωρέ-μ'ρέ- μβρε-μπρε) βρε ». Κ' εξετόξευε κεραυνούς αγανακτήσεως
+κατ' εκείνων οίτινες ζητούσι τουρκικήν παραγωγήν διά τας λέξεις, ενώ είνε τόσον
+εύκολον, έλεγε, ν' ανευρίσκωμεν παντού ρίζαν ελληνικήν. </p>
+
+<p>Ιδού πώς συνέβη το πράγμα. Ο δήμαρχος της πολίχνης, το δεύτερον προ έτους
+εκλεχθείς, είχε φιλοτιμηθή να καλέση εστίασιν, επάνω, εις τον Προφήτην Ηλίαν, τους
+τρεις αρχαιολόγους, μετ' αυτών δε καί τινας άλλους φίλους του. Η συνοδεία είχεν
+ανέλθει επί οναρίων, από της αυγής, τον μέγαν ανήφορον, εις εκατοντάδων τινών
+μέτρων ύψος, όστις εφαίνετο εις τους αγαθούς νησιώτας τόσον υψηλός, όσον και ο
+Κίσσαβος. </p>
+
+<p>Έφθασαν εις τον Άγιον Ηλίαν άμα τη ανατολή του ηλίου, και αφού εδροσίσθησαν
+υπό την εξαίσιον φυλλάδα των μεγαλοπρεπών πλατάνων, κ' έπιον ύδωρ εκ της
+αμφιλαφούς κρήνης, της προχεούσης εις όλην την μαγευτικήν κοιλάδα τα διαυγή της
+νάματα, οι μεν άλλοι εστρώθησαν υπό τας πλατάνους, και παρηκολούθουν με βλέμμα
+θωπευτικόν το ολονέν ροδίζον αρνί εις την σούβλαν, περιμένοντες όσον ούπω ν'
+απολαύσωσιν ως <b>προφταστήρια</b> το ορεκτικόν κοκορέτσι, οι δε πέντε εκ της
+συνοδείας επέβησαν εκ νέου εις τα ονάριά των και διευθύνθησαν εις το Πρωί.
+Ανέβησαν εις το ψήλωμα του βουνού, εκείθεν εκατηφόρησαν δεξιά, διέτρεξαν την
+θέσιν την καλουμένην «τ' Μανώλ' η σουφριά», και μετά πορείαν μιας ώρας έφθασαν
+εις το Πρωί. Εστράφησαν δυτικώτερον προς τα αριστερά, οδεύοντες υπό σύσκιον
+δρομίσκον υπό αδελφωμένας δρυς και πτελέας, και τέλος έφθασαν εις το παλαιόν
+ερείπιον. </p>
+
+<p>Ο συνοδίτης των τριών αρχαιολόγων και του δημοδιδασκάλου, ο πέμπτος, νεανίας
+εικοσαετής, είχε, κατά το φαινόμενον, το αξιώτερον υποζύγιον υπέρ πάντας τους
+λοιπούς, υψηλόν όνον, εύρωστον, πλατυκόκκαλον, και υποκοκκινίζοντα το αφρόν
+τρίχωμα. Και όμως, αντί να τρέχη πρώτος, ήρχετο τελευταίος πάντων των
+συνοδοιπόρων. Ο όνος εφαίνετο αναίσθητος εις όλους τους κτύπους όσους του έδιδεν
+εις τα νώτα ο αναβάτης, με την ράβδον του πρώτον, είτα με αυτό το σχοινίον του
+καπιστρίου. Εφαίνετο ότι δεν είχε φάγει καλά το χόρτον του ή το άχυρόν του, ή ότι ήτο
+αποφασισμένος να πεισμώση εκ παντός τρόπου τον αναβάτην. Όσον ούτος εκτύπα,
+τόσον οκνότερος εγίνετο εκείνος. Ενίοτε εδοκίμαζε να τον ερεθίση υπό την κοιλίαν διά
+των υποδημάτων του. Όλα εις μάτην. Και ήτο θαύμα πώς κατώρθωσε να μη χάνη από
+τους οφθαλμούς τους πολλά βήματα προπορευομένους αυτού τεσσάρας άνδρας, ων
+οι δύο είχον ακολουθούντας και τους αγωγιάτας των. Ούτοι δ' έβλεπον αδιάφοροι την
+βάσανον του τελευταίου αναβάτου, όστις άλλως δεν κατεδέχετο να κράξη αυτούς εις
+βοήθειαν. Τέλος έφθασε και ούτος εις το μέρος, όπου ήτο το σωζόμενον ερείπιον.
+</p>
+
+<p>Μετά την γενομένην επίσκεψιν και τας εικασίας, ας εξέφεραν οι τρεις σοφοί περί
+του τι να ήτο και κατά ποίαν εποχήν να είχε κτισθή το ερείπιον, οικτείραντες και τους
+αρμοδίους διατί να μη διατάξωσι ν' ανασκαφή ο χώρος εκείνος, η μικρά συνοδεία
+εξεκίνησεν, επιστρέφουσα προς συνάντησιν των λοιπών μελών της εξοχικής εκδρομής.
+Αλλ' οι τρεις αρχαιολόγοι και ο δημοδιδάσκαλος είχον φθάσει προ πολλού εις τον
+Άγιον Ηλίαν, και είχαν φάγει το κοκορέτσι, και είχαν πίει ανά δύο μαστίχας, και ήδη
+μετέβησαν εις το σπληνάντερον (ήτο ενδεκάτη ώρα προ της μεσημβρίας), ο δε
+πέμπτος συνοδίτης, μείνας πολύ οπίσω, δεν είχε φανή ακόμη. Παρήλθε δε μία ώρα,
+και είχαν στείλη τους δύο αγωγιάτας οπίσω, προς αναζήτησίν του, όταν αίφνης τον
+βλέπουσι θριαμβευτικώς ελαύνοντα επί του όνου του, όστις έτρεχεν ως ατμάμαξα την
+φοράν ταύτην, και ερχόμενον όχι εκ δυσμών, απ' εκεί οπού τον επερίμεναν όλοι να
+εμφανισθή, αλλ' εξ ανατολών, από το αντίθετον μέρος, ως να ήρχετο δηλαδή από την
+πολίχνην. </p>
+
+<p>Ουδέν απιθανώτερον της απλής αληθείας. Όλη η συνοδεία τότε δεν ήθελε να
+πεισθή ότι ο νέος εκείνος δεν το έκαμεν επίτηδες, διά να τους εκπλήξη. Και όμως ιδού
+τι είχε συμβή. Ο εύρωστος όνος, εννοήσας, φαίνεται, την αδυναμίαν του αναβάτου, το
+είχε παρακάμει την φοράν ταύτην, αφού μάλιστα ήτο και ανήφορος εις την
+επιστροφήν. Δεν ήθελεν απολύτως να βαδίση. Επήγαινε με βραδύτητα χελώνης. Οι
+τέσσαρες λόγιοι είχαν προπορευθή τόσον, ώστε ο πέμπτος συνοδίτης τους έχασε, και
+δεν τους έβλεπε πλέον ούτε τους ήκουε. Πολύ δεν εβράδυνε να εννοήση ότι είχε χάσει
+τον δρόμον, και είχε στραφή, αυτός ή ο όνος του, ανατολικώτερον, προς βαθύ ρεύμα,
+υγρόν, σύδενδρον, σκιερόν, αναμέσον δυο υψηλών κορυφών. Εκεί ανεγνώρισε το
+μέρος. Ήτο το «Κρύο Πηγάδι». </p>
+
+<p>Βαρυνθείς να κτυπά ανωφελώς τον όνον, με τους μηρούς αιμωδιώντας, επέζευσε,
+και κρατών το καπίστρι με την αριστεράν, το ραβδίον με την δεξιάν, εδοκίμασεν αν θα
+ηνάγκαζε τον όνον να βαδίση ελαύνων όπισθεν. Εκεί, με το λεπτόν ραβδίον του,
+ρεμβός, χωρίς να το σκεφθή, εκέντησε το ζώον υπό το σάγμα όπισθεν, εις τα νεφρά.
+Τότε διά μιας ο όνος έλαβε τοιούτον απίστευτον δρόμον, ώστε ο νέος εξαφνίσθη, και
+ολίγον έλειψε να του φύγη το καπίστρι από την χείρα. Τότε λοιπόν ηύρε «τον
+σφιγμόν» του οναρίου. Επέβη εκ νέου, και «πού σε σφάζ', πού σ' πονεί;» ήρχισε να
+κεντά, αλύπητα· το ονάριον έτρεχεν ως βαποράκι. Αναγνωρίσας δε τον δρόμον, ο
+αναβάτης εστράφη δεξιά, και εντός ολίγων λεπτών, από του ανατολικού μέρους,
+έφθασε καλπάζων εις τον Προφήτην Ηλίαν· έφθασε δε ακριβώς την στιγμήν καθ' ην ο
+Δημήτρης ο Μιχογιάννης περιτέχνως λίαν ελιάνιζε το ψητό, κ' εστρώνετο υπό τα
+πελώρια δένδρα η από φτέραις και φυλλάδες πλατάνου ευώδης τράπεζα. </p>
+
+<p>Αλλ' ο Δημήτρης ο Μιχογιάννης δεν ήξευρε μόνον να ψήνη εις την σούβλαν και να
+λιανίζη το σφαχτό· ήξευρε να διηγήται και χρονικά τινα εκ του βίου των ποιμένων και
+των αιπόλων κατά το πρωί, όπου εγγύς είχεν ανατραφεί και αυτός. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Κούτρης, υψηλός, τεσσαρακοντούτης, άτριχος το πρόσωπον, αρχίζων
+ήδη να ρυτιδούται, όμοιος με γρηάν, είχε συλλάβει το έτος εκείνο (ήτοι προ δύο
+σχεδόν μηνών), διά το Πάσχα, τολμηρόν σχέδιον. Οι ποιμένες των Καλυβιών,
+ολόκληρον συνοικίαν αποτελούντες, εκκλησιάζοντο εις τον Άι-Γιώργη της
+Χ'στοδουλίτσας, οι αιπόλοι των Καμπιών, της Μυγδαλιάς και του Κουρούπη,
+ελειτουργούντο εις τον Άγιον Χαράλαμπον. Οι άμοιροι βοσκοί της Κεχρεάς, τ' Άι-
+Κωνσταντίνου, Άι-Θανασιού, των Μποστανιών και άλλων μερών, ήσαν σκόρπιοι «σαν
+του λαγού τα τέκνα». </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Κούτρης, όστις επεκαλείτο και «Γιάννης η Γρηά»,
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)
+ εζήλευε πολύ τον δεύτερον εξάδελφόν του, Γιάννην τον Λαδίκαν, όστις έκαμνε τον
+επίτροπον εις τον Άι-Γιώργη της Χ'στοδουλίτσας, και εις όλα τα εξωκκλήσια όπου
+ετελούντο πανηγύρεις, αρπάζων από τα μανουάλια τα συνημμένα εις ογκώδεις
+δέσμας ημίκαυστα κηρία, πατών αυτά με τα τσαρούχια του διά να τα σβύση, κάτω εις
+τας πλάκας του εδάφους του ναού, προφασιζόμενος ότι ήτο φόβος μη λαμπαδιάσουν,
+αν τα άφηνε ν' αποκαώσι. Ο ίδιος προέτεινε κ' έκτακτον δίσκον, περιερχόμενος τας
+τάξεις των πανηγυριστών, συλλέγων εράνους «για να φτιαστούν η εκκλησιαίς». «Ήταν
+τάχα, Θεός να μας σχωρέση, και παστρικά τα χέρια του;» </p>
+
+<p>Όλα ταύτα εκίνουν την αντιζηλίαν του Γιάννη του Κούτρη. Από την καθαράν
+εβδομάδα του είχεν έλθη η ιδέα, και καθ' όλην την τεσσαρακοστήν την επώαζεν.
+Εμελέτα ν' αποσπάση από το εκκλησίασμα του Αγ. Χαραλάμπους τον Γιώργη τον
+Τρυγολόγο, με την φαμήλιαν του, τους Μιχαλογιανναίους, πατέρα και υιόν, και τους
+Μαυροδημαίους, τεσσάρας αδελφούς με τας γυναίκας, και τα τέκνα των, όπως τους
+σύρη προς το Πρωί, εις το κατάμερον το ιδικόν του, κ' εκεί μετά των υπαρχόντων
+τριών ή τεσσάρων άλλων αιπόλων, να καλέσωσιν ιερέα, όπως εορτάσωσι κατ' ιδίαν το
+Πάσχα. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Όσον δυνατός και αν ήτο εις την ετυμολογίαν ο διδάσκαλος, περί ου εμνήσθημεν
+εν αρχή, έν πράγμα παραδόξως ελησμόνει, ότι το ερείπιον εκαλείτο υπό του λαού
+Αγία Αναστασία. Ανατολικόν ήτο το σωζόμενον τμήμα του τοίχου, καμπύλον προς τα
+έξω και φυσικά το εξελάμβανέ τις ως χιβάδα του ιερού βήματος βυζαντινού ναού.
+Μόνον ότι ήτο εκ λίθων μεγάλων, όγκων μαρμάρου οθωνείου σχήματος, λευκών,
+ομαλώς ειργασμένων, και κατά τα άλλα ωμοίαζε με τα λείψανα των πελασγικών
+τειχών. Το τειχίον τούτο, υψηλόν ως ανάστημα ανδρός, ίστατο όρθιον ακόμη. Άλλα
+λείψανα του κτιρίου δεν εφαίνοντο, και δυσκόλως ηδύνατό τις να εικάση το σχήμα, το
+μέγεθος και τον προορισμόν της οικοδομής. Εν τοσούτω εκαλείτο Αγία Αναστασία.
+</p>
+
+<p>Έσωθεν του μικρού τείχους δεν εφαίνετο θυσιαστήριον. Δεν υπήρχεν ίχνος
+επιχρίσματος ή τοιχογραφίας ή άλλο γνώρισμα. Αλλ' εντεύθεν, ίσως, προ οκτώ ή δέκα
+αιώνων, ν' ανεπέμπετο εις τον θρόνον του χριστιανικού Θεού ο καπνός του
+θυμιάματος, και ίσως να προσεφέρετο επί βωμού μη σωζομένου, η λογική και
+άχραντος θυσία, <b>κατά την τάξιν Μελχισεδέκ</b>, όστις ιερεύς ων του Θεού του
+Υψίστου « εξήνεγκεν άρτους και οίνον», ως λέγει η Γραφή. </p>
+
+<p>Αγία Αναστασιά εκαλείτο. Ίσως το πάλαι να ήτο ναός της Κόρης της εξ Άδου ή της
+Εκάτης της φαρμακίδος, και οι χριστιανοί, οι φυσικοί κληρονόμοι της θανούσης
+ειδωλολατρείας, τον εβάπτισαν μετονομάσαντες ναόν της φαρμακολατρίας, κατ'
+αντίφρασιν, ή της Ρωμαίας, απλώς κατά σχέσιν ετυμολογικήν. Και ο παπ' Αγγελής, ον
+είχε παρακαλέσει ο Γιάννης ο Κούτρης να υπάγη να τους λειτουργήση την ημέραν του
+Πάσχα, ηγνόει εις ποτέραν των δύο ομωνύμων ήτο καθιερωμένος το πάλαι ο ναός.
+Διότι υπάρχουσι δύο Άγιαι Αναστασίαι, η Ρωμαία και η φαρμακολύτρια. </p>
+
+<p>Αλλά μη βλέπων θυσιαστήριον ούτε κανδήλας ούτε εικόνας, και μη γνωρίζων
+υπαίθριον λειτουργίαν (τόλμημα το οποίον θα του εφαίνετο ως απλή εις την
+ειδωλολατρείαν επάνοδος), εζήτησε δι' αφελούς σοφίσματος να πείση τους αξέστους
+αιπόλους, ότι το καλλίτερον θα ήτο να υπάγουν να λειτουργήσωσιν εις την Αγίαν
+Άνναν, μικρόν απέχουσαν. «Κ' η Αγία Άννα, είπεν, είνε μισή Αγία Αναστασία». Αλλ' ο
+Γιάννης ο Κούτρης, πονηρός σπανός, του απήντησεν ότι αυτοί «δεν ήθελαν να κάμουν
+μισή Ανάστασι, αλλ' Ανάστασι σωστή». </p>
+
+<p>Οι αιπόλοι εφρόνουν ότι η Αγία Αναστασία είνε αυτή η Ανάστασις. Και βεβαίως
+δεν ηδύναντο να είνε ευμαθέστεροι του γέροντος εκείνου ιερέως, όστις, ερωτηθείς
+προ χρόνων αν η Αγία Κυριακή ή η Μεταμόρφωσις είνε μεγαλειτέρα, απήντησεν
+αδιστάκτως ότι «η Αγία Κυριακή είνε μεγαλείτερη, διότι εορτάζεται καθ' εβδομάδα,
+ενώ η Μεταμόρφωσις μόνον μια φορά τον χρόνον είνε ». Και μήπως πλείστοι ακόμη
+και σήμερον δεν νομίζουν ότι ο περίκλυτος ναός της του Θεού Σοφίας είνε εις τιμήν
+της μεγαλομάρτυρος Αγίας της ΙΖ' Σεπτεμβρίου; </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Ο Γιάννης η γρηά δεν ήθελε μόνον να εορτάση με τους συννομείς του χωριστά την
+Ανάστασιν, εις το κατάμερόν του, αλλ' επεθύμει και να τελεσθή η Ανάστασις αύτη όχι
+εις άλλην εκκλησίαν, αλλ' ωρισμένως εις την Άγι' Αναστασά. Αφού το πάλαι ήτο
+εκκλησία, αφού ο χώρος ήτο καθιερωμένος εις λατρείαν Χριστού, διατί τάχα να μη
+λειτουργήται; Μάτην ο παπ' Αγγελής εξώδευεν όλην την ολίγην μάθησίν του και την
+έμφυτον λογικήν του διά να τον πείση ότι εζήτει παράλογα. Ο αιπόλος έμεινεν
+αμετάπειστος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς θα λειτουργήσω, βλοημένε, 'σε ξεσκέπαστο μέρος; του έλεγεν ο
+ιερεύς. Είδες ποτέ σου λειτουργία αποκάτ' απ' ταστέρια; </p>
+
+<p>&nbsp;— Και μήγαρις η Ανάστασι δεν ψάλλεται παντού στο ξεσκέπαστο;
+αντέλεγεν ο βοσκός· έχουν, ας πούμε, εκκλησιαίς καλοχτισμέναις, με πλάκες και με
+κεραμίδια, και βγαίνουν, κατάλαβες, απ' την εκκλησιά όξου για να κάμουν Ανάστασι·
+κ' ημείς που δεν έχουμ' εκκλησιά, ας πούμε, δεν μπορούμε, κατάλαβες, να κάμουμ'
+Ανάστασι 'ς ένα ξεσκέπαστο μέρος, που ήταν μια φορά κ' έναν καιρό, κατά πώς λένε,
+εκκλησία; </p>
+
+<p>Ο ιερεύς τον εκύτταξεν εν αμηχανία προς στιγμήν, είτα το βλέμμα του εφωτίσθη,
+ως να του ήλθεν ιδέα, και είπε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμνουν Ανάστασι όξου απ' της εκκλησιαίς, ναι· μα λειτουργία;... πώς
+θα λειτουργήσουμε; </p>
+
+<p>&nbsp;— Απάνου στα μάρμαρα, πού ήταν μια τ' άι-δήμα, ας πούμε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μα δεν είνε Αγία Τράπεζα εγκαινισμένη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τον παλαιό καιρό, που την είχαν κτίσει, κατάλαβες, δεν ήταν
+συγκαινιασμένη; </p>
+
+<p>&nbsp;— Το πηδάλιο λέει, όταν βεβηλωθή μία εκκλησία, να μη λειτουργιέται, αν
+δεν ξανακτισθή κ' εγκαινιασθή πάλι. </p>
+
+<p>Επί τέλους ο παπ' Αγγελής ίσως θα τον έπειθε να μεταβώσιν εις την Αγ. Άνναν, ήτις
+δεν απείχε πολύ, και ήτο κι' αυτή, κατά δεύτερον λόγον, <b>γειτόνισσά του</b>, όπως
+εκαυχάτο ο αιπόλος λέγων ότι την Αγία Αναστασία «την είχε γειτόνισσα». Αλλ' ο
+αγαθός ιερεύς δεν έπειθεν ο ίδιος τον εαυτόν του ότι ηδύνατο ακατακρίτως να
+λειτουργήση και εις την Αγίαν Άνναν. </p>
+
+<p>Ο ναΐσκος ούτος είχε την στέγην του· το θυσιαστήριον, εισέχον έγκιστον εις τον
+τοίχον, και η Πρόθεσις, εκαλύπτοντο από δύο σπιθαμάς χώματος και λίθων, πεσόντων
+από του ύψους της χιβάδος, το εικονοστάσιον ήτο ορθόν ακόμη, αλλ' αι θυρίδες του
+έχασκον έρημοι εικόνων, και τα δύο παράθυρα του βορείου και του νοτίου τοίχου
+έφεγγον και αυτά άφρακτα, και ο άνεμος εβόιζεν εισπνέων δι' αυτών και εκπνέων.
+Ωμοίαζε με γραίαν νωδήν, με τας κόγχας κενάς ομμάτων, με τα ώτα βομβούντα από
+ήχους φαιδρών φωνών παιδίων, χλευαζόντων σκληρώς την αδυναμίαν της. Δεν
+υπήρχεν ούτε κανδήλιον ευσεβώς αναφθέν εκ ταξίματος ευλαβούς προσκυνητρίας,
+ούτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φως εις τας ημαυρωμένας μορφάς των
+ηκρωτηριασμένων εις τους τοίχους ολίγων αγίων, εις το παρεκκλήσιον το
+αφιερωμένον ποτέ εις το γενέσιον της Θεοτόκου, το οποίον εκαλείτο συνήθως
+Παναγίτσα, υπ' άλλων δε Αγία Άννα. Αλλ' ο παπ' Αγγελής εδίσταζεν αν, και με
+αλλαχόθεν δανειζομένας εικόνας, και με αναρτώμενα προχείρως κανδήλια,
+επετρέπετο να τελέση λειτουργίαν εκεί. </p>
+
+<p>Τέλος ο ιερεύς εύρε μέσον τινά όρον, και τον ανεκοίνωσεν εις τον Γιάννην τον
+Κούτρην. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ας ήναι, μπορούμε να κάμωμε Ανάστασι στην Αγία Αναστασιά, είπε, και
+αμέσως παίρνετε όλοι τα πράγματά σας, και της λαμπάδες σας αναμμέναις, και
+πηγαίνομεν κάτου στην Παναγία Δομάν, και σας λειτουργώ εκεί. </p>
+
+<p>&nbsp;— Στην Παναγιά την Δομά;... μα είνε μακρυά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ως πόσο;... Σε μισή ώρα φθάνουμε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε, νάχω τ'ν ευκή σ', παπά, παραπάνω από μια ώρα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν θα είνε παραπάν' από τρία τέταρτα. Όλ' η νύχτα δική μας είνε.
+Έχουμε καιρό να φθάσουμε. </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Κούτρης υπεχώρησε, μη έχων άλλως να πράξη. </p>
+
+<p>Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν εις το ύπαιθρον, φορέσας μαύρον επιτραχήλι, και
+ήρχισε ν' αναγινώσκη την παννυχίδα, και το <b>Κύματι θαλάσσης</b> όλα διαβαστά.
+Είτα ανάψας εντός του θυμιατού μοσχολίβανον, εθυμίασε τους παρεστώτας όλους,
+και ποιήσας απόλυσιν, έβγαλε το μαύρον επιτραχήλι, εφόρεσεν άλλο ιόχρουν
+μεταξωτόν και λευκόν φαιλόνιον (όλα αυτά τα εξήγαγεν από το δισάκκιον το
+περικλείον τα ιερά του), και ανάψας λαμπάδα, στραφείς προς τον λαόν, ήρχισε να
+ψάλη μελωδικώς το <b>Δεύτε λάβετε φως</b>, μεθ' ο έψαλε, <b>Την Ανάστασίν σου
+Χριστέ σωτήρ</b>. Και αφού ήναψαν τας λαμπάδας όλοι, αναγνούς το Ευαγγέλιον, και
+δοξάσας την αγίαν Τριάδα, ήρχισε μεγάλη και βροντώδει τη φωνή να ψάλη το
+<b>Χριστός ανέστη</b>, αντιψάλλοντος και του υιού του, παιδιού δωδεκαετούς, όστις
+τον είχε συνοδεύσει ως συλλειτουργός εις την εκδρομήν. </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/0023.jpg" width="551"
+height="423"
+alt="ήρχισε να ψάλη το Χριστός ανέστη" border="2" /><br /></p>
+<p>Ωραία και γλυκεία ήτο η σκηνή εντός του ερειπίου εκείνου, του μεγαλομαρμάρου
+και επιβλητικού εις την όψιν, αγλαϊζομένου από το τρέμον, υπό την πνοήν της αύρας
+της νυκτερινής, φως πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνή φωτεινή και σκιερά, διαυγής και
+μυστηριώδης, εν μέσω γιγαντιαίων δρυών υψουσών υπερηφάνους τους εις
+διαδήματα κορυφουμένους κραταιούς κλώνους, με τα φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα
+ως χρυσαί φολίδες υπό την λαμπηδόνα των πυρσών, με σκιάς και σκοτεινά κενά εν
+μέσω των κλάδων, όπου εφαντάζετό τις ελλοχεύοντα αόρατα πνεύματα, υπάρξαντα
+πάλαι ποτέ Δρυάδες εύσωμοι και Ορεστιάδες ραδιναί, ελευθέρως ανάσσουσαι ανά
+τους πυκνούς δρυμώνας, και σήμερον μεταμορφωθείσαι εις νυκτερινά τελώνια, και μη
+τολμώσαι να προβάλωσιν εις το φως των αναστασίμων λαμπάδων· αναθαρρήσασαι
+προς καιρόν εκ της φυγαδεύσεως του χριστιανικού Θεού από του καλλιμαρμάρου
+ιδρύματος, και τώρα μετά θάμβους βλέπουσαι την αναζωπύρησιν των πασχαλίων
+πυρσών και οσφραινόμεναι την οσμήν του χριστιανικού μοσχολιβάνου εις τα βάθη
+του δρυμώνος. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Ενώ ο ιερεύς έλεγεν ομαλή τη φωνή τα ειρηνικά, και ηύχετο υπέρ της ευσταθείας
+των εκκλησιών, ευφορίας των καρπών της γης, κτλ. όπισθεν του πρώτου πελωρίου
+κορμού της χιλιετούς δρυός, ον τρεις άνδρες συνάπτοντες τας οργυιάς, μόλις
+ηδύναντο ν' αγκαλιάσωσιν, ηκούετο βραχύς διάλογος, οίος ο εξής, μεταξύ τριών ή
+τεσσάρων αιπόλων, ων ο πρώτος, Γιάννης ο Κούτρης, έλυεν απαντών τας απορίας των
+άλλων. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ντουγρού, ντουγρού; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ταμάιμα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μονοκοπανιά; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τα ίσα, ζέρ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Σ'μ Παναϊά τ' Ντομάν; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ντούρμα, παπάς έτσ' είπε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Του ρέμμα-ρέμμα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δε-δε-πάμι; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δε πάμι, ζερ! </p>
+
+<p>Αλλ' ο διάλογος ούτος διεκόπη υπό της φωνής του ιερέως, όστις εν τω μεταξύ
+απεδύθη τα άμφια, κ' έκραξεν εις το ποίμνιόν του. </p>
+
+<p>«Είστ' έτοιμοι; πάμε!» Δύο των αιπόλων έσπευσαν να φορτώσωσι τα ιερά, ως και
+τα καλάθια των ποιμενίδων τα περικλείοντα εορτάσιμά τινα εφόδια, εις πέντε ή έξ
+ονάρια, ο ιερεύς επέβη εις το έβδομον, και οι άλλοι πεζοί, οι μεν κρατούντες τας
+λαμπάδας των αναμμένας, με την αριστεράν, προσπαθούντες, με την δεξιάν, να
+σκεπάσωσι την λαμπήν από της πνοής της απογείου αύρας, οι δε ανάψαντες μικρά
+φαναράκια, χρήσιμα εις τους αιπόλους διά τους νυκτερινούς επαυλισμούς και τους
+αμολγούς των αιγών των, εξεκίνησαν κατερχόμενοι προς βορράν, είτα εστράφησαν
+ανατολικώτερον, βαίνοντες διά κακοτοπιάς εφ' ης δεν θ' αντείχον άλλοι πόδες παρά
+τους ιδικούς των, ελαφρά πατούντες με τα τσαρούχια τα περιβάλλοντα τους
+ευκινήτους πόδας των, βιάζοντες τα γαϊδουράκια να τρέχωσι, σύροντες μάλλον αυτά
+εις τον δρόμον, τοποθετούμενοι εξ αριστερών ως έμψυχα δίκρανα, προς υποστήριξιν
+των φορτωμένων υποζυγίων εις τα κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ή τρεις αυτών, με τας
+κάπας των, ήρχοντο τελευταίοι, μετά συριγμών και ακατανοήτων μονοσυλλάβων,
+άγοντες τα αιπόλιά των, με τα μικρά ερίφια διά χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα
+παρά τας μητέρας των, βελάζοντα ερωτηματικώς, εις α αι αίγες απήντων αορίστως, μη
+έχουσαι πώς να εξηγήσωσι την ασυνήθη νυκτοπορίαν. </p>
+
+<p>Η σελήνη είχεν ανατείλει προ του μεσονυκτίου, και ο δίσκος της υπέρυθρος
+ολίγον, εφαίνετο όπισθεν των κορυφών υψηλών δένδρων, πότε εκρύπτετο, κατά τους
+ελιγμούς της πορείας, όπισθεν του βουνού. Και οι θάμνοι εσείοντο πανταχού όθεν
+διέβαινεν η πομπή, και τα έντομα εξεγείροντο παράωρα εκ του ύπνου των, καί τινα
+μυιγάρια εξορμώντα επέτων φαιδρώς περί τας ανημμένας λαμπάδας, υποβοΐζοντα,
+καίοντα τας μικύλας πτέρυγάς των ή καταστρέφοντα μετά τελευταίου βόμβου την
+εφήμερον ύπαρξίν των εις την πρόσψαυσιν της φλογός. </p>
+
+<p>Τα νυκτοπούλια έφευγον φοβισμένα από σχοίνον εις κόμμαρον, από αιμασιάν εις
+δένδρον, προσθέτοντα τον ελαφρόν θρουν των πτερύγων των εις το αβρόν εναρμόνιον
+φύσημα της αύρας της ορθρίας. Και η αγραμπελιά η χιονανθής, η λευκάζουσα και
+μυροβολούσα εις τους φράκτας, λευχείμων μυροφόρος εορτάζουσα την Ανάστασιν,
+και ο κισσός και το αγιόκλημα, πλόκαμοι της Ανοίξεως εξαπλούσης την μυροβόλον
+κόμην της ανά τους αγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν εν τη νυκτί την ευωδίαν των εις τον
+αέρα. Και η αργυρά αμμόκονις των άστρων ωλιγόστευεν επάνω, καθ' όσον υψούτο η
+σελήνη, και η αηδών ηκούετο μινυρίζουσα βαθειά εις τον μυχόν του δάσους, και ο
+γκιώνης μη δυνάμενος να διαγωνισθή προς την λιγυράν αδελφήν του, έπαυσε προς
+καιρόν το θρηνώδες άσμα του. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Είχαν κατέλθει ήδη πολύ βαθειά, κάτω εις το ρεύμα, και αντικρύ των, έβλεπον
+μακράν το πέλαγος, κυανήν οθόνην, αμυδρώς επαργυρουμένην από τας ακτίνας της
+σελήνης. Ηκούσθη δε μετ' ολίγον βαθύς παφλασμός ως χειμάρρου καταφερομένου
+μετά δούπου από των βράχων, κρότος συνεχής, ισχυρός, μονότονος. Ήτο το ρεύμα της
+Παναγίας της Δομάν, από των υδάτων του οποίου είκοσι νερόμυλοι υδρεύοντο το
+πάλαι και πολλαί εκατοντάδες στρέμματα κήπων με κλιμακωτάς αιμασιάς επιαίνοντο
+από το δροσερόν νάμα του. Εκεί αντικρύ, προέκυπτεν επ' άκρας της θαλάσσης το
+παλαιόν φρούριον, το οποίον ήτό ποτε κατοικία ανθρώπων, πριν γείνη γλαυκών
+φωλεά και λάρων ορμητήριον. Εις το ακένωτον ρεύμα της Παναγίας της Δομάν
+ωφείλετο η ευδοκίμησις πάσης φυτείας και πάσης βλαστήσεως κατά τους παλαιούς
+εκείνους χρόνους. </p>
+
+<p>Ήτο ήδη ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, όταν ο παπ' Αγγελής και οι αιπόλοι του
+έφθασαν εις την Παναγίαν της Δομάν. Το μικρόν εξωκκλήσιον ήτο κτισμένον υπό
+συστάδα πελωρίων δένδρων, περίβαλλόμενον γραφικώς υπ' αυτών, σκεπαζόμενον
+φιλοστόργως από τους κλώνους των. Ο ναΐσκος ήτο πενιχρός, αλλά διετηρείτο και ήτο
+λειτουργήσιμος. Ήτο δε εν των ολίγων ναϊδίων όσα εσώζοντο όρθια από της παλαιάς
+εποχής. Γείτονες αυτού, χαμηλότερα προς την θάλασσαν, ήσαν το πάλαι, εντός της
+κοιλάδος της συνεχομένης μεταξύ δύο ακτών, πάμπολλοι ναΐσκοι, έως τέσσαρες
+δωδεκάδες. Οι πλείστοι ήσαν σήμερον ερείπια. Η Παναγία της Δομάν, απλή
+αναπαράστασις της Ζωοδόχου Πηγής του Βυζαντίου και περιβαλλομένη ως με
+στέφανον από τον αειθαλή κόσμον των πελωρίων δένδρων της, ίστατο ακόμη ορθή, κ'
+εφαίνετο λέγουσα προς τους αδελφούς της, όσοι είχαν γονατίσει, καταβληθέντες από
+τον κάματον της διά τόσων αιώνων πορείας· «Παρηγορηθήτε, σας αντιπροσωπεύω
+εγώ!» </p>
+
+<p>Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, διά του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων
+ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθή διά την στέρησιν των τόσων το πάλαι
+ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων
+του, κατίσχυσε της αυστηροτέρας και δογματικωτέρας θεωρίας, καθ' ην
+απηγορεύοντο εις τους Χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δέ τινες ερμηνείς
+του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να λειτουργούσιν εις
+εξωκκλήσια. </p>
+
+<p>Αλλά το αίσθημα είνε ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων,
+τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας και χωρία, μη
+έχων πόρους να κτίση μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτιζε πολλάς και πενιχράς. Ο
+δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του,
+«μνημονεύων των επί γης διατριβών», καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος,
+ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του
+τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Εν ριπή οφθαλμού εφωταγωγήθη το παρεκκλήσιον, και αι ποιμενίδες ήναψαν
+πάμπολλα κηρία εις τα δύο μανουάλια, και ανάψασαι πυρ εις το υπήνεμον έξω της
+θύρας στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον την σούπαν. Δύο εξ αυτών νεόνυμφοι
+εφόρεσαν τα κόκκινα φουστάνια των, και τα βαβουκλιά των με τα κεντητά προμάνικα
+και τα τ'λουπάνιά των τα λευκά. Και ο ιερεύς, λαβών καιρόν, εφόρεσεν όλην την
+ιερατικήν του στολήν, και ο υιός του, ο συλλειτουργός έψαλλε τον κανόνα. </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Κούτρης, πραγματοποιήσας το όνειρόν του, του να παρίσταται εις την
+εκκλησίαν ως επίτροπος, επεστάτει εις το άναμμα και σβύσιμον των κηρίων, πατών
+αυτά, ενίοτε με το τσαρούχι του, μιμούμενος τον εξάδελφόν του τον Γιάννην τον
+Λαδίκαν, και όστις ίστατο δεξιόθεν εις τον χορόν ως προεστώς με τόσην σοβαρότητα,
+ώστε βλέπων τις αυτόν θα τον ενόμιζε ψάλτην, εξ ιδιοτροπίας σιωπώντα. Την στιγμήν
+δ' εκείνην εισελθούσα εις τον ναΐσκον η δωδεκαέτις κόρη του, το Κουμπώ, ισταμένη
+τέως έξω παρά τον παραστάτην, επιστατούσα εις το κάγχασμα της χύτρας, του λέγει
+εις το ους. </p>
+
+<p>&nbsp;— Αφέντ', έρχουντη κόσμους. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιοι και ποιοι; είπεν εξαφνισθείς ο Κούτρης. </p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχοντη ο Δημητράκης τσ' Κότσηνας, μαζύ με τη γυναίκα τ' Απ'μηνιώ, και
+ο Γιάννης τσ' Κ'σττάλους κι' ο μπάρμπα-Γιώργης... </p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος μπάρμπα-Γιώργης; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'. </p>
+
+<p>Ως κεραυνός έπεσε το όνομα τούτο εις την ακοήν του Γιάννη του Κούτρη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'! επανέλαβε μηχανικώς, κ' εξηκολούθησεν,
+ερωτών την θυγατέρα του, ως εάν είξευρεν αύτη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι δεν κάμανε Ανάστασ' στουν Άι-Χαράλαμπον; </p>
+
+<p>Διότι ηπόρει πώς εξέπεσε προς τα εδώ, ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'. Αυτός έκαμνεν
+αυτοδικαίως τον προεστόν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, τι να συνέβη τάχα, και διατί δεν
+επήγεν εις τον ναόν του Αγίου; Μήπως του αφήρεσαν το προεστ'λίκι απ' εκεί; </p>
+
+<p>Αυτός, ο Γιάννης ο Κούτρης, διατί ίσα-ίσα έβαλε τα δυνατά του, αποφασίσας να
+κάμη εφέτος χωριστήν Ανάστασιν με τους γείτονάς του, εις το κατάμερον το ιδικόν
+του; Διά ν' απαλλαχθή από το φορτικόν θέαμα του δευτέρου εξαδέλφου του, του
+Γιάννη Λαδίκα, εις τον Άι- Γιώργη της Χ'στοδουλίτσας, ή αυτού του Γιώργη τ'
+Παναγιώτ', εις τον Άι-Χαράλαμπον, οίτινες έκαμαν και οι δύο τον προεστόν και τον
+επίτροπον, εκάτερος εις το κατάμερόν του, ανάπτοντες και σβύνοντες τα κηρία,
+ψιθυρίζοντες επιδεικτικώς εις το ους του ιερέως παρά την βορείαν θύραν του ιερού
+βήματος, περιφέροντες ελευθέρως δίσκον, με την επωδόν «Το λάδι της εκκλησίας,
+χριστιανοί!» και κάμνοντες «κ'μάντο, 'σε ούλα τα πάντα», εντός κ' εκτός του ναού. Και
+τώρα, αφού κατώρθωσε να ψαλή η Ανάστασις εις την Αγία Αναστασία, εις το
+ύπαιθρον, αφού απέσπασε τόσους βοσκούς από τα κατάμερα τα άλλα, αφού τους
+εκουβάλησε μεσάνυχτα, από την Αγία Αναστασία εις την Παναγίαν Δομάν, με τας
+γυναίκας των, με τα παιδιά των, με τα κοπάδια των, με τα κατσικάκια βελάζοντα
+σπαρακτικώς περί τας αίγας, έμμελλε πάλιν να καταδικασθή να υποστή την
+πρωτοκαθεδρίαν αυτού του Γιώργη τ' Παναγιώτ', ως γεροντοτέρου, ως έχοντος τάχα
+δικαιώματα. Ποία δικαιώματα; </p>
+
+<p>Ας έβγαζε ταις μπολλέτταις του να ταις διαβάσουν! Κ' οι δύο, τάχα, ας πούμε,
+γράμματα δεν ήξευραν, αλλ' ήτον ο παπ' Αγγελής εκεί, ν' άχουμε την ευχή του, πού θα
+ταις εδιάβαζε... Η δουλειά του ήτον να διαβάζη — Αλλ' όχι! δεν παρεχώρει τα
+πρωτεία. Θα έκαμνε πως δεν τον είδε, και θα εκύταζε, <b>ντου-γρού</b>, προς το
+άγιον βήμα, χωρίς να στραφή επί στιγμήν προς δυσμάς, ωσάν θεοφοβούμενος πού
+ήτον, ν' ακούση μετά προσοχής την λειτουργίαν του. Ήτο εν τω δικαίω του, ευρίσκετο
+εις το κατάμερόν του... Αλλ' ενταύθα ο Γιάννης ο Κούτρης επάγωσεν, ο παλμός
+εσταμάτησε προς στιγμήν. Δεν ευρίσκετο εις το κατάμερόν του! Τουναντίον, είχε
+πατήσει τα σύνορα, είχε μεταβή εις ξένον κατάμερον... Α! κι' αυτός ο παπ' Αγγελής,
+που επέμενε μη θέλων να λειτουργήση εις την Αγ. Αναστασά... Εκεί,
+αδιαφιλονεικήτως, ο Κούτρης θα ήτο εις το κατάμερόν του. Αλλ' εδώ εις την Παναγίαν
+την Δομάν ευρίσκετο ακριβώς εις το κατάμερον του Αγίου Χαραλάμπους, εις την
+δικαιοδοσίαν τ' Γιώργη τ' Παναγιώτ'! </p>
+
+<p>Τι να κάμη; Και αυτός «ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'», κατάλαβες, δεν ήτον κανείς
+τυχαίος, εξήσκει ισχύν και γοητείαν επί το πλήθος των αιγοβοσκών και των ποιμένων.
+Και ιδού, εισήλθεν ήδη εις το παρεκκλήσιον. Ήτο υψηλός, εύσωμος, ωραίος ανήρ, με
+εύγραμμον το πρόσωπον και με κανονικούς χαρακτήρας. Ήτο ως εξήντα ετών, αλλά
+μόλις ήρχιζαν, εις την πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινές να λευκάζωσιν εδώ κ'
+εκεί. Είχε φθάσει την πρώτην εν αρχή του αιώνος εξέγερσιν, την του 1808. Είχεν
+ομιλήσει με τον Σταθάν, είχε προσφέρει με τας ιδίας του χείρας κοκορέτσι εις τον
+Βλαχάβαν, είχε στρατευθή υπό τον Νικοτσάραν. Και όλον το ήθος του, η όψις του οι
+τρόποι του, αι κινήσεις του, και τώρα ακόμη μετά σαράντα έτη, καθ' ην στιγμήν
+εισήρχετο εις τον ναΐσκον, εφαίνετο ότι ήτο εις νεύματα και χειρονομίας μετάφρασις ή
+μιμική παράστασις του παλαιού διστίχου: </p>
+
+<p class="poem">Στο Σκιάθο και στο Σκόπελο ποτέ κατής δεν κρένει,<br />
+γιατί ην, λιμέρι του Σταθά, βίγλα του Νικοτσάρα. </p>
+
+<p>Ο Κούτρης, αισθανθείς αυτόν ότι εισήρχετο, διιδών τον <b>διακαμόν</b> του
+εισερχόμενον εις τον ναΐσκον, με όλην του την απόφασιν ην είχε να μη στραφή να τον
+ίδη, έστρεψεν ακουσίως την κεφαλήν, και τα βλέμματά των συνηντήθησαν. Ο Γιώργης
+τ' Παναγιώτ', αφού ησπάσθη τας εικόνας, ήλθε κ' εστάθη όπισθεν του Κούτρη, όστις
+δεν ηδύνατο πλέον να προσποιηθή ότι δεν τον είδεν. Άλλως ο Γιώργης τ' Παναγιώτ'
+δεν του έδωσε καιρόν να σκεφθή, διότι κύψας εις το ους του ήρχισε με πονηρόν
+μειδίαμα να του λέγη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μ' πήρες απ' του κατάμερου του Γιώργη του Τρυουλόου, μ' πήρες κη τσ'
+Μιχουγιανναίοι, πατέρα κη γυιό, μ' πήρες κη τσ' τέσσιρις Μαυρουδ'μαίοι, κι'
+απουμείναμι λιουστοί στουν άι-Χαράλαμπου. Υ παπάς ο άιχαραλαμπίτ'ς λείπ', ξέρ'ς,
+είνε στουν Κουτκιά μέσα, στα χουριά. Υ παπάς απ' μ Παναϊά, κάτου στη χώρα, δε
+θέλησε ναρθή, γιατ' είμαστε λίοι, κη δε μαζουνώμαστε πουλλοί, για να βγάλη τουν
+κόπου τ', ας πούμε. Υ παπάς απ' τουν Άι-Γιάννη τσ' Τρεις Ιεράρχοι, ο άλλους είνε
+φημέριους, γιατί τουν παπ' Αγγελή, πούταν απ' όξου, μας τούνε 'πήρις. Κουντέψαμι ν'
+απουμείνουμι αλειτρούητοι, τέτοια μέρα, γιατί δε ξέραμι 'σαί ποιά εκκλησιά θελά-
+πάτι ν' αναστήσητε. Τότις κ' εγώ είπα, ας σ'κουθώ να πάου πίσου, ζ' Κιχριά, μπέλες κη
+τσ' βρω π'θηνά, ση κανένα ξουκκλήσ', κη πηρνώντας απ' ν Δουμάν, σα ξαγναντήσου
+του Κάστρου, θα καταλάβου, μαθέ, σα διώ π'θηνά φέξου, ανισώς κ' είνε 'σεί κανένα
+ρημουκκλήσ' τ' Καστριού κι' ανασταίνουνε. Μα δεν ώλπιζα, αλήθεια, πως θελά-ρθήτε
+τ' Δουμάν, μες το κατάμερό μ'! </p>
+
+<p>Εκ της εξηγήσεως ταύτης ενόησεν, ολίγον αργά, ο Γιάννης ο Κούτρης, ότι με όλα τα
+σχέδιά του και τας ενεργείας του, όσον μακρύτερα έφευγε τον Γιώργη τ' Παναγιώτ' και
+την προεστωσύνην του, τόσον σιμότερα επήγαινε και εις αυτόν και εις το κατάμερόν
+του. Διότι δεν αρκεί να φεύγη τις, πρέπει και να μη καταδιώκεται, ή τουλάχιστον να
+ηξεύρη προς ποίον μέρος να κατευθυνθή. </p>
+
+<p>Δεν είχεν ή να του παραχωρήση τα πρωτεία, κ' εκείνος άλλως του τα επήρε, πριν
+ούτος του τα παραχωρήση. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Περί το λυκαυγές, έληξεν η λειτουργία, και ο ουρανός πορφυρίζων εκεί προς
+ανατολάς έσμιγε με την θάλασσαν κυανήν απλουμένην κάτω, η δε σελήνη ωχρίασε
+και τα ολίγα άστρα ανά έν έσβυναν τρέμοντα εις τον αιθέρα. Και η Ηώς ανέτειλε με
+όλην την πορφυράν αίγλην καλλωπίζουσα με γλυκύ ερύθημα βουνά, κοιλάδας και
+δάση. Εφάνη δε τότε, αποβαλούσα την μυστηριώδη της νυκτός περιβολήν, εν όλη τη
+καλλονή της, η μαγευτική θέσις της Παναγίας Δομάν. Δεξιά το υψηλόν, βραχώδες και
+τεμνόμενον από ευθαλείς χαράδρας βουνόν το απολήγον εις την κρημνώδη ακτήν του
+Κουρούα. Αριστερά λόφοι κοιλάδες, και δάση γραφικώς εναλλάσσονται εις το βλέμμα.
+Αντικρύ ο γυμνός και άγριον μεγαλείον αποπνέων βράχος του Κάστρου, με τα δύο προ
+αυτού πετρώδη νησίδια, και πέραν πέλαγος αχανές, φωσφορίζον εις τας πρώτας
+ακτίνας του υποφώσκοντος ηλίου. </p>
+
+<p>Εις το βάθος δε του ορίζοντος, προς βορράν η Χαλκιδική με τους τρεις λαγμούς
+της, υπέρ ους εξέχει ως βαθμίς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος προς ανάβασιν εις
+τον ουρανόν, ο λευκόφαιος κώνος του Άθω με την κορυφήν εις τα σύννεφα, προς
+δυσμάς το Πήλιον με τας αναριθμήτους κοιλάδας του και με τη θεσπεσίαν του
+βλάστην, και πέραν αυτού η κορυφή του Κισσάβου, ως κεφαλή εμπηγμένη επί κορμού
+ξένου. Και το ρεύμα της Παναγίας Δομάν δεν κατεφέρετο πλέον ως πριν μετά βαθέος
+παφλασμού εις την βραχώδη κοιλάδα, αλλ' άμα τη ανατολή της ημέρας το νερόν
+έρρεε μορμυρίζον μαλακώς κυλιόμενον επάνω εις τα βρύα και εις τα αγριοσέλινα,
+διότι εξύπνησαν της ημέρας οι πολλοί και προσφιλείς κρότοι. </p>
+
+<p>Τέλος εφάνη του ηλίου η πρώτη ακτίς, και ανέθορεν από της θαλάσσης μία πυρίνη
+παμφαής γραμμή του πανεκλάμπρου φωστήρος. Και την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη
+πρώτη μεγάλη κ' επιβλητική φωνή, ο κλαγγασμός του αετού, χαιρετίσαντος την
+ανατολήν του ηλίου επάνω εις το βουνόν, από της αφθάστου και απατήτου επί των
+απορρώγων βράχων καλιάς του. Και δευτέρα χαιρετιστήριος φωνή ηκούσθη ο
+κακκαβισμός του ιέρακος, ο κρωγμός του ιέρακος επάνω εις το βουνόν, εις μίαν
+υψηλήν χαράδραν του ιλιγγιώδους βουνού του Κουρούπη, εκεί επάνω. Και τρίτη
+φωνή κλιμακηδόν εχαιρέτισε το παμφαές άστρον της ημέρας, ο τιτυβισμός της
+πέρδικος και της τριγόνος εις το μεσοϋψές της κοιλάδος. </p>
+
+<p>Και τελευταία αμέσως εχαιρέτισε διά του μινυρισμού της την ανατολήν του ηλίου
+η γλυκεία χελιδών, η επανευρούσα κ' εφέτος την φωλεάν της άθικτον εις τα ιερά
+σκηνώματα, εις τον οίκον του Κυρίου, ως και εις τα καλύβια των χωρικών, και εις τας
+οικίας των αγαθών ανδρών της πόλεως. Και ακροτελεύτιοι δειλοί μινυρισμοί
+ηκούσθησαν των μικρών στρουθίων επί των θάμνων, ων το έν μόλις υποψελλίζον,
+ίστατο αποφασιστικώς προσκολλημένον με τους λεπτούς πόδας του επί του κλαδίου,
+ενώ το άλλο, ψάλλον προς αυτό τον έρωτά του, επέτα ολόγυρά του, ίστατο προς
+στιγμήν επί του κλαδίου, ώρμα προς αυτό, το εφίλει, το παρεκάλει, κελαδούν,
+εκλιπαρούν και πάλιν κελαδούν. </p>
+
+<p>Τότε και τα κατσικάκια, αισθανθέντα το θάλπος της ημέρας, ήρχισαν τα
+σκιρτήματά των, ευφραινόμενα εις την επαφήν του χόρτου, προσπαίζοντα περί τας
+μητέρας των, υποβάλλοντα το μικκύλον ρύγχος εις τον μαστόν — και δεν ήξευρον, ότι
+η λεπίς του σφαγέως έστιλβε και αυτή προς τον ανατέλλοντα ήλιον. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Εκεί, υπό τα υψηλά δένδρα των οποίων οι κλώνοι με βόμβυκας και με θυσσάνους
+τριχοειδών φύλλων κοσμούμενοι, εσείοντο υπό της πρωινής αύρας, άνω του
+ρεύματος, του κυλίοντος μετά ψιθύρου το διαυγές νάμα του κάτω εις την κοιλάδα,
+εκάθησαν ηδονικώς όλοι οι βοσκοί με τας ποιμενίδας και τας βοσκοπούλας των,
+στρώσαντες αφθόνους πτέρεις και παχείας φυλλάδας, και ήρχισαν να διαμελίζωσι τα
+ευωδιάζοντα επί της σούβλας αρνία και τα ερίφια. </p>
+
+<p>Έφαγον και ηυφράνθησαν όλοι και αφού ο παπ' Αγγελής ευλόγησεν, ως έδει, την
+φλάσκαν, την μετεβίβασε, μεγάλην, υπόχλωρον ακόμη, δι' ερυθράς δερματίνης
+λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν και φυσώσαν ακαταλήπτους ήχους ένδοθεν, εις
+χείρας του εκ δεξιών του καθημένου προεστώτος της ομάδος, του Γεώργη τ'
+Παναγιώτ', όστις εγερθείς, προσηγόρευσε διά μακρών την ομήγυριν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κ'στός ανέστ'· βρε παιδιά! Αληθ'νός ου Κύριους! Ζη κη βασιλεύει! —
+Γεια μας! καλή γεια! διάφουρου! καλή καρδιά! καλή γερουσύνη, όλοι μας! Χρόνους
+πολλούς! Κη τ' χρόν' νάμαστε καλά. Καλή χρονιά σας! Πολλά τα έτ'! Παπά μ'! να
+χαίρηση το πετραχήλι σ'! </p>
+
+<p>Είτα, στραφείς προς τον Κούτρην. </p>
+
+<p>&nbsp;— Γιάννη, πάντα καλώς να σας βρίσκου! </p>
+
+<p>Ίσως η φράσις αύτη ήτο υπαινιγμός προς τα προηγούμενα συμβάντα. Αλλ' ο
+Κούτρης απήντησε μεθ' ετοιμότητος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κη πάντα καλώς ναρχήση, μπάρμπα-Γιώργη! </p>
+
+<p>Ο πάπ' Αγγελής δεν ηδυνήθη να μη γελάση, και οι άλλοι τον εμιμήθησαν. Ο
+Γιώργης τ' Παναγιώτ' μετεβίβασε την φλάσκαν εις τον αντικρύ του καθήμενον, τον
+Κούτρην, και ούτος έπιε χαιρετίσας διά βραχέων. Μετά την τρίτην δε περίοδον της
+φλάσκας, ουδεμίαν πλέον ησθάνετο αντιπάθειαν προς τον Γεώργην, αλλ'
+ηδελφώθησαν όλοι των. Και ο Γιώργης τ' Παναγιώτ' εις ον αι πολεμικαί αναμνήσεις
+επανήρχοντο εναργέστεραι μετά το γεύμα, ήρχισε να διηγήται εις την ομήγυριν τον
+ηρωικόν θάνατον του Νικοτσάρα. </p>
+
+<p>«Τρία καράβια ήτανε, στα νερά της Κασσάνδρας με τα φουσσάτα του Νικοτσάρα
+και του Σταθά. Του Σταθά το καράβι ήτον ολόμαυρο, μαύραις η πάνταις, μαύρα τα
+ξάρτια, μαύρα τα πανιά· το είχε τάξιμο, να μην τ' ασπρίση, πριν εμβή νικητής μέσα
+στη Σαλονίκη. Όλη μέρα ήταν μπονάτσα καραντί, τα τρία καράβια δεν μπορούσαν
+ούτε μπρος να παν, ούτε πίσου να γυρίσουν για ν' αράξουνε. Η αρμάδα η τουρκική
+ηύρε το ρέμμα της θάλασσας, και το ρέμμα-ρέμμα, δω τους είχε, κει τους είχε, τους
+έφτασε απ' το πλάι. </p>
+
+<p>«Ως τόσο οι καπεταναίοι οι δυο τους αντρειώθησαν. Ήταν παλλικάρια, που δεν
+πιστεύω να εστάθησαν άλλοι, τους εγνώρισα εγώ πολύ καλά. Ο καπετάν Σταθάς μου
+εχάρισε ένα μαμί κεχριμπαρένιο να φουμάρω το τσιμπ'κάκι μου, για να τον θυμώμαι
+καμμιά φορά· κι' ο καπετάν Νικοτσάρας, μια φορά που του έδωκα κοκορέτσι, με τα
+ίδια μου τα χέρια φτιασμένο, του άρεσε τόσο, που πολλούς μήνες ύστερα όπου μ'
+εύρισκε, μώλεγε: «Τι έχουμε ωρέ Γιώργη, δεν έχεις τίποτε κοκορέτσι;» «Όρεξι νάχης,
+καπετάνε μου, τώλεγα εγώ· θέλεις να σου φτιάσω;» Και τρεις φοραίς εθυσίασα τρία
+πρόβατα, μόνο και μόνο για να του φτιάσω κοκορέτσι. Ύστερα, σαν εβγήκανε να πάνε
+κατά την Κασσάνδρα, οι άλλοι σύντροφοί τους, γιατί ήτανε πολλά καράβια, μ' εφτά
+καπεταναίους πολεμάρχους, έλειπαν, είχαν μιλημένα να παν ύστερα να τους βρούνε.
+Και την ημέρα που τους έφτασε η αρμάδα με το τούρκικο τ' ασκέρι ήταν μοναχοί ο
+Νικοτσάρας κι' ο Σταθάς. </p>
+
+<p>Σαν τους έρριξαν οι τούρκοι τρεις κανονιαίς, άναψε το τουφέκι, κι' άρχισε το τόπη
+να σαλεύη, το καράβι του Νικοτσάρα επιάστηκε με την τούρκικη φεργάδα ξάρτια με
+ξάρτια, σαν δυο κακαίς γειτόνισσαις που μαλώνουν, και πιάνονται μαλλιά με μαλλιά:
+Μα ο Νικοτσάρας με τον μπαλτά του έσπασε τους γάντζους κ' έκοψε τα μπαστούνια
+του Τούρκου, κ' εγλύτωσε το καράβι του απ' τα δόντια του θεριού. Μα την τελευταία
+στιγμή, εκεί που νικούσαν οι δικοί μας, και το μπουλούκι το ρωμαίικο εφώναξε
+βρίζοντας την πίστι των Τούρκων, ένα βόλι του ήρθε του Νικοτσάρα, κ' εχώθηκε στην
+κοιλιά του, και τον ελάβωσε βαθειά. Μα το παλλικάρι το καλό, είνε παλλικάρι και στο
+θάνατό του. «Μ' έφαγαν τα σκυλιά», είπε μια, και σφίγγοντας τα δόντια, βαστώντας
+με το χέρι τα σωθικά του, που εχυνόντανε απ' την κοιλιά, βαστώντας με τα δόντια την
+ψυχή του, που του έφευγε απ' το στόμα, επρόφτασε κ' είπε· «Συντρόφια! πιάστε με
+και καθίστε με απάνω εκεί στα σκοινιά, κι' ακουμπήστέ με απάνω στο κατάρτι.... για
+να μην το καταλάβουν τα σκυλιά πως με σκότωσαν και πάρουν θάρρος.... για να μην
+το μάθουν κ' οι δικοί μας και δειλιάσουνε». </p>
+
+<p>Καθώς τους είπε, το κάμανε, και τον ακούμπησαν μισαποθαμένον στο κατάρτι.... κ'
+οι Τούρκοι βλέποντας απ' αντίκρυ, ετρόμαζαν κ' ελέγανε. «Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!»
+Ο καπετάνιος ο Τσάρας! ο καπετάνιος ο Τσάρας! Κ' οι δικοί μας, απ' τ' άλλα τα
+καράβια, δεν το πήραν μυρουδιά κ' εστάθησαν ανδρειωμένοι, κ' έδιωξαν την τούρκικη
+αρμάδα. Κι' όταν η αρμάδα έγεινε άφαντη, τότε το έμαθαν, κ' εγύρισαν πίσου στο νησί
+μας, για να θάψουν το Νικοτσάρα, που πέθανε κρατώντας με τα χέρια τ' άντερά του
+για να μη χυθούν, με τα δόντια την ψυχή του διά να μη φύγη. Κ' ήρθαν και τον
+έθαψαν, κάτου στο Λεχούνι, κοντά στην άμμο, στο γιαλό, και τότες του βγάλανε και
+τραγούδι. </p>
+
+<p class="poem">. . . Κ' εκείνος που φοβέριζε και όλοι τον ετρέμαν,<br />
+επήγαν και τον θάψανε στου Λεχουνιού το ρέμμα. </p>
+
+<p>Τοιαύτα τινά, αλλά με πολλάς τροπάς φωνηέντων και συγκοπάς συλλαβών
+διηγήθη, ως είχεν εξ ακοής, ο μπάρμπα-Γεώργης τ' Παναγιώτ' και μετά βαθέως
+στεναγμού κατέστρεψε τον λόγον. Και οι αιπόλοι τον ήκουον μετά θαυμασμού, και ο
+παπ' Αγγελής, ακούων μετά συντόνου προσοχής, ησθάνθη δάκρυ υγραίνον την
+παρειάν του. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Αλλ' ο Γιάννης ο Κούτρης, ως διά να παρηγορήση τον μπάρμπα- Γεώργην, καθ' ου
+δεν εμνησικάκει πλέον, διότι του επήρε τα πρωτεία, ηγέρθη και λύσας το ονάριον του,
+το οποίον έβοσκεν ησύχως εις το λιβάδιον, ήρχισε να κάμνη κάτι παιγνίδια ιδικά του.
+Συγχρόνως δε ο υιός του ο Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ως διά να συνοδεύση με
+μουσικήν τους αγώνας του πατρός του, έλαβε το σουραύλι του, και ήρχισε να συρίζη
+απλούν και μονότονον ήχον. </p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ ο Γιάννης ο Κούτρης είχεν αναβή επί του όνου υποβαλών σάγισμα
+αντί σέλλας και βαίνων αργά, δήθεν μετά σοβαρότητος, επέβαλλεν εις το ζώον να
+κάμνη κάτι βηματισμούς, κατά μίμησιν και παρωδίαν των πολεμικών ίππων. Και ο
+Γιάννης ο Κούτρης πότε ίστατο γονατιστός επί του σαγίσματος, πότε υπτιάζετο επί της
+ράχεως του ζώου, πότε εκρατείτο εκ της χαίτης με τον ένα πόδα επάνω, με τον άλλον
+κάτω εις την γην, πότε εχάνετο υπό την κοιλίαν του ζώου, πότε έπιπτε από κεφαλής
+μέχρι γονάτων μεταξύ των τεσσάρων ποδών του όνου, κ' ενώ έλεγες ότι τώρα έπεσε,
+και ότι ο όνος θα τον πατήση, αίφνης, εν ριπή οφθαλμού ευρίσκετο πάλιν επί της
+ράχεως του ζώου. Τοιούτους τινάς μιμικούς αγώνας ήξευρε να εκτελή ο Γιάννης ο
+Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δεν εχρειάζετο διά να καγχάζη επί πολλήν ώραν εν
+ευθυμία η ομήγυρις όλη. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Τέλος ο Γιάννης ο Κούτρης αφήκε τον όνον του ήσυχον, και ο μπάρμπα-Γεώργης τ'
+Παναγιώτ' ως διά να ευχαριστήση τον μιμικόν, εξέφερε προς αυτόν ιδίως
+αποτεινόμενος, προς επισφράγισιν του συμποσίου, την τελευταίαν της ημέρας
+πρόποσίν του, ήτις ήχησεν υπόκωφος, ως να εξήλθεν από τον πάτον της φλάσκας,
+πλέον να κλώζη και να φυσά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κη τ' χρον' με του καλό να σας βρω! </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Κούτρης απήντησε. </p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς ναρθής, μπάρμπα-Γιώργη μ'! </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">Δ’<br /><br />ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ
+</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εάν ο ήρως του παρόντος διηγήματος ήτο αυτούσιος ο γράφων, τότε ο επί κεφαλής
+τίτλος, θα είχε μάλλον τροπικήν και αλληγορικήν σημασίαν. Διότι, ναι μεν, ευδοκία της
+θείας προνοίας, είνε αληθές ότι και χάρις εις την φιλάδελφον προθυμίαν του χωρικού
+και αρχοντικού φίλου μου κυρ Γιάννη Πεντελιώτου, αξιούμαι σχεδόν κατ' έτος
+ανελλιπώς, κατά τας περιδόξους, ταύτας ημέρας να συμβάλλω εναμίλλως μετ' αυτού,
+υποβαστάζοντος διά της χειρός τα γυαλιά του, αγαπώντος το πολίτικον ύφος,
+παρατείνοντος επ' άπειρον τα μουσικά κώλα και τας καταλήξεις του, εις τον μικρόν
+αγροτικόν ναΐσκον του χωρίου Θ., όπου μυροβολεί ελισσόμενον εις κυανούς
+στεφάνους το μοσχολίβανον, περιβάλλον ως διά φεύγοντος πλαισίου τους ακτινωτούς
+στεφάνους και τας σεμνάς όψεις των αγίων, και όπου με τας κεντητάς ποδιάς των και
+τα λευκά κολόβια αι νεαραί χωρικαί προσέρχονται φέρουσαι αγκαλίδας ρόδων και ίων
+και θημονίας όλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι με λόφους ανθέων τον
+πενιχρόν επιτάφιον, μη έχοντα ανάγκην άλλης πολυτελείας. Εκεί εισβάλλει ουλαμός
+όλος αυτοσχεδίων ψαλτών, κρατούντων ανά έν φυλλάδιον του επιταφίου εις την
+χείρα, οίτινες φιλοτιμούνται να ψάλλωσιν εν σπαρακτική παραφωνία τα εγκώμια,
+καταστρέφοντες διά κωμικών σφαλμάτων και τας ολίγας λέξεις, όσαι είνε ορθώς
+τυπωμέναι εις τα φυλλάδια εκείνα. </p>
+
+<p>Χωρίς να είμαι κύριον μέρος του αυτοσχεδίου τούτου χορού, οφείλω να
+ομολογήσω ότι, καίτοι προσπαθών να συμψάλλω υποφερτά κάπως με τον αρχοντικόν
+και πρόθυμον φίλον μου, ουχ ήττον υστερώ αυτού κατά πολλά, και διά τούτο
+επεκαλέσθην εν αρχή, ως επιείκειαν εκ μέρους του αναγνώστου, την τροπικήν του
+τίτλου εκδοχήν, καθ' ον δηλ. τρόπον εις όλους τους ναούς, παρουσιάζονται κατά τας
+ημέρας ταύτας, πολλοί τέως άγνωστοι, μουσόληπτοι εκ του παραχρήμα, λαμπριάτικοι
+ψάλται, ούτω και ο γράφων, ενώ καθ' όλον τον άλλον χρόνον σιωπά, παρουσιάζεται,
+δις του έτους ούτος, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, κατ' αποκοπήν διηγηματογράφος.
+Το πράγμα ήρχισε να γίνεται κάπως φορτικόν, και πολλοί μεν εσκανδαλίσθησαν, τινές
+δε και το απεδοκίμασαν. Αρκούσι τόσαι άλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ημείς δεν
+είμεθα Άγγλοι ούτε Αμερικάνοι. Μη μας σκοτίζης και συ. Πόθεν έλαβες αφορμήν να
+υποθέσης ότι το κοινόν θέλγεται από τας αναμνήσεις σου, ή συγκινείται από τα
+αισθήματά σου; Το έκαμες μίαν φοράν ή δύο. Αρκεί. Παύσε πλέον. Δεν βλέπεις ότι το
+αιώνιον θέμα σου εξηντλήθη, και ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να προσπαθής βία να
+παρουσιάσης απλήν παραλλαγήν κατ' έτος; </p>
+
+<p>Εν πρώτοις, καλόν θα ήτο να διακρίνωμεν ό,τι είνε πράγματι ξενισμός από ό,τι
+δύναται να είνε, εκ της φύσεως των πραγμάτων, κοινόν εις πάντα τα έθνη. Λόγου
+χάριν, το να εκδίδωνται τα περιοδικά κατά Σάββατον ή Κυριακήν είνε ξενισμός; Το να
+δημοσιεύουν αι πολιτικαί εφημερίδες φιλολογικωτέραν ύλην κατά Κυριακήν, είνε
+ξενισμός; Ενί λόγω, το να σχολάζη τις κατά τας εορτάς από της τύρβης του κόσμου, ως
+και από της αναγνώσεως άρθρων πολιτικών, και να αισθάνεται την ανάγκην
+αβροτέρας, τερπνοτέρας, αφοσιοτέρας αναγνώσεως είνε ξενισμός; Έστω, αλλά
+δύνασαι να δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς, χωρίς να κάμνης
+ποσώς λόγον περί των Χριστουγέννων και του Πάσχα. </p>
+
+<p>Ιδού λοιπόν ποίον το αίτιον της δυσφορίας των — και πόσον αφελώς το
+ομολογούσι.... το εξωτερικεύουσι. Να φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις τα μέγαρα μεγάλου
+άρχοντος, και να μην προπίης εις τιμήν του οικοδεσπότου! Να απολαύσης (ξενίας
+δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης) και να μην αποδώσης ευχαριστίαν εις τον
+εστιάτορα! Αλλ' εις τα διηγημάτια, όσα εδημοσίευσε κατά καιρούς ο υποφαινόμενος
+τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα, ενεπνεύσθην, αληθώς, από τας αναμνήσεις μου και τα
+αισθηματά μου, τα οποία θέλγουσι και συγκινούσιν εμέ αυτόν — ίσως και ολίγους
+εκλεκτούς αναγνώστας. Ότι δε τοιούτοι υπάρχουσιν, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι δύο
+των εφημερίδων, αι κορυφαίαι της πρωτευούσης ως και το μονάκριβον περιοδικόν,
+δεξιούνται τα εορτάσιμα διηγημάτια των ημερών τούτων. </p>
+
+<p>Έπειτα ουδαμού σχεδόν θα εύρητε ότι επεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ή πλοκήν,
+όπως γαλβανίσω την περιέργειαν του αναγνώστου. Όπου γίνεται λόγος περί
+ξενιτευμένων, οίτινες επιστρέφουσι μετά μακράν απουσίαν ή στέλλουσι γράμματα
+μετά υλικής παρηγορίας εις τους οικείους, ταύτα όλα βασίζονται επί της
+πραγματικότητος, καθόσον όλοι οι ζήσαντες εις παραθαλασσίους και ναυτικούς
+τόπους της Ελλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ότι, κατά τας παραμονάς ιδίως των εορτών,
+πολλοί ξενιτευμένοι, ενώ συνήθως φαίνονται σκληροί και απεσκληρημένοι τον
+φλοιόν, αίφνης <b>ενθυμούνται</b> τους οικείους των, ή και επιστρέφουσιν εις τας
+πατρίδας, ή αν αυτοί κωλύονται υπό φιλοτιμίας να κατέλθωσιν ευπροσώπως, όχι
+σπανίως αποστέλλουσι παραμυθίαν εις τας γηραιάς μητέρας και τας αδελφάς των. Εν
+άλλοις λόγοις γίνεται λόγος περί των κοινωνικών και οικογενειακών εθίμων των
+σχετιζομένων με τας εορτάς, και αλλαχού πάλιν η ασθενής πλοκή στρέφεται περί
+νεωτεριστικόν τι φθοροποιόν έθιμον. Τι το απίθανον εις όλα ταύτα; </p>
+
+<p>Αλλά τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων εορτασίμων διηγημάτων έχουσιν, ας
+μου επιτραπή ο λατινικός όρος, a priori την υπόθεσιν, είνε δηλαδή μάλλον
+θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σας παρακαλώ, ποίαν δύναμιν και πρωτοτυπίαν θα είχε το
+να λάβη τις τον κόπον να περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε να
+λειτουργήση εις εξωκκλήσιον, χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποίοι και
+πόσοι μετέσχον της πανηγύρεως και ποία τινα ήσαν τα ήθη των πανηγυριστών; Τούτο
+θα ήτο όλως ευτελές κατά την γνώμην των κριτικών. Το να γράψη τις, ότι γηραιός ανήρ
+εφόνευσε την συμβίαν του, κατ' αυτήν την ημέραν των Χριστουγέννων — χωρίς μήτε ο
+αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς να υποπτεύωσι καν διατί την εφόνευσεν — , τούτο
+είνε υψηλόν και πολυτελές, κατά την εκτίμησιν μερικών. Μετά τοιούτον έγκλημα κατ'
+αυτήν την αγίαν ημέραν, το θέμα εξηντλήθη, και όλα τα Χριστουγεννιάτικα και τα
+πασχαλινά διηγήματα δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως. </p>
+
+<p>Μη <b>θρησκευτικά, προς θεού</b>. Το Ελληνικόν έθνος δεν είνε Βυζαντινοί,
+εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είνε κατ' ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα
+επολιτίσθησαν, προώδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τάλλα έθνη. Ποίαν ποίησιν
+έχει το να γράψης ότι ο Χριστός «δέχεται την λατρείαν του πτωχού λαού», και ότι
+πτωχός ιερεύς «προσέφερε τω θεώ θυσίαν αινέσεως;» Και να περιγράφης το
+εσωτερικόν του ναΐσκου, με τας νυσταλέας κανδήλας και τας αμαυράς μορφάς των
+Αγίων ολόγυρα! Δεν τα εννοούμεν αυτά ημείς. Θέλομεν διήγημα, το οποίον να είνε
+όλον ποίησις, όχι πεζή πραγματικότης. Συ δε πώς τολμάς να γράφης ομιλών περί
+Ιουλιανού του Παραβάτου, καρφωμένου εις τον τοίχον από την λόγχην του αγίου
+Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνός, ο παράφρων τύραννος....»
+</p>
+
+<p>Όταν συγγραφεύς άλλος, και άλλης περιωπής, δημοσιεύσας προ ετών
+ιστορικοφανταστικόν δράμα, προέτασσε <b>χυδαία</b> αληθώς προλεγόμενα, δι' ων
+ύβριζε βαναύσως την θρησκείαν των πατέρων του — τότε ουδείς λόγος ήτο όπως
+σκανδαλισθή τις διότι το πράγμα ήτο της μόδας. Αλλά συ, να τολμάς να εκφράζεσαι με
+τοιαύτην ασεβή γλώσσαν περί του Ιουλιανού εκείνου, του παραβάτου ή αποστάτου
+καλουμένου — η θρασύτης υπερβαίνει παν όριον. Και όμως ο σοφός επικριτής δεν
+ενόησεν ότι η φράσις ήτο εξ αντικειμένου, όπως λέγουσιν αυτοί· απέδιδε δηλ. διά
+λέξεων τα χρώματα του ζωγράφου· και ότι παν ζήτημα περί των δοξασιών του
+γράφοντος (όστις εν τούτοις δεν αρνείται ότι συμμερίζεται την γνώμην του Βυζαντινού
+τοιχογράφου) παρέλκει όλως. </p>
+
+<p>Διά να δώσωμεν πέρας εις το προοίμιον αυτό, θα είπωμεν με δύο λέξεις ότι: Το
+σημερινόν έθνος δεν επήγε, δυστυχώς, τόσον εμπρός όσον λέγουν αυτοί. Το έθνος το
+Ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον, είνε ακόμη πολύ οπίσω, και το ελεύθερον δεν
+δύναται να τρέξη αρκετά εμπρός, χωρίς το όλον να διασπαραχθή, ως διασπαράσσεται,
+φευ! ήδη. Ο τρέχων πρέπει να περιμένη και τον επόμενον, εάν θέλη ασφαλώς να
+τρέχη· ο ελεύθερος πρέπει να βοηθή τον δεσμώτην ή πρέπει να τον ανακουφίζη.
+Όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον το ελεύθερον έθνος καθίσταται οίμοι!
+ανικανώτερον όπως δώση χείρα βοηθείας εις το δούλον έθνος. Άγγλος ή Γερμανός ή
+Γάλλος δύναται να είνε κοσμοπολίτης ή αναρχικός, ή άθεος ή ό,τι δήποτε. Έκαμε το
+πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είνε ελεύθερος να
+επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος
+της σήμερον όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με
+νάνον ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή
+και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ' ουδέν ήττον και το ελεύθερον,
+έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της θρησκείας του. </p>
+
+<p>Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε
+κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να
+περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά
+ήθη. <b>Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η
+γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ.</b> </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Αλλ' ο ήρως του παρόντος διηγήματος είνε ο κυρ Κωνσταντός Ζμαροχάφτης, τρίτος
+πάρεδρος του δήμου Λίτης, του χωρίου Αν......, όστις υπεσχέθη, ως είχε πάντοτε
+συνήθειαν ευκόλως να υπόσχεται (εις την αρετήν δε ταύτην ίσως ώφειλε και την
+επιτυχίαν του εις τα πολιτικά· διότι ενώ ο α' και ο β' πάρεδρος εις πάσαν εκλογήν,
+εμάχοντο πάντοτε περί της πρώτης τάξεως προς αλλήλους, αυτός, μετριόφρων και
+χωρίς κεράσματα εξελέγετο ασφαλώς τρίτος εκάστοτε, μη υπάρχοντος τετάρτου
+συναγωνιστού), υπεσχέθη, λέγω, να υπάγη να συλλειτουργήση τον παπά Διανέλον τον
+Πρωτέκδικον, έξω, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ο ναΐσκος
+ευρίσκετο τρεις ώρας μακράν της πόλεως, και ο παπά Διανέλος ο Πρωτέκδικος είχεν
+απέλθει εκεί από της πρωίας του μεγάλου Σαββάτου, αφού έλαβε την υπόσχεσιν του
+κυρ Κωνσταντού ότι θα έφθανε προς το βράδυ διά να ψάλη και συνεορτάσωσιν ομού
+την Ανάστασιν. </p>
+
+<p>Άλλον βοηθόν ο Παπάς δεν είχεν^ ο νεώτερος υιός του, ετοιμαζόμενος εφέτος δι'
+εξετάσεις εις το Διδασκαλείον, δεν ηδυνήθη να έλθη το Πάσχα· ο άλλος έλειπε
+διαρκώς ναύτης με τα καράβια του. Θυγατέρας, το άφθονον τούτο προϊόν του τόπου
+— και της ιερατικής εγγάμου τάξεως μάλιστα — του είχεν αφήσει πλησμονήν η
+μακαρίτισσα η πρεσβυτέρα, πέντε τον αριθμόν, ας είχαν ζωήν, οπού δεν έπαυαν
+αεννάως να μεγαλώνουν, να μην αβασκαθούν· ήσαν τόσον γείτονες την ηλικίαν, ώστε
+δεν επρόφθανε να μεγαλώση η μία, και η άλλη αμέσως την έφθανε· όσον
+εμεγάλωναν τόσον εφαίνοντο, και μάλιστα αι μεσαίαι τρεις, ίσαι περίπου εις τα
+χρόνια, ίσως και εις το ανάστημα· και ο παπά Διανέλος, ακούσιος ιερομόναχος, δεν
+ήτο ελεύθερος ούτε εις μοναστήριον να καταφύγη. </p>
+
+<p>Τον τριών ωρών δρόμον από την πολίχνην εις το εξωκκλήσιον είχε διανύσει το
+πρωί, απολείτουργα, ο παπά Διανέλος, ακολουθούμενος από τας δύο νεωτέρας
+θυγατέρας του, κορασίδας δέκα και δώδεκα ετών, και από ομάδα επτά ή οκτώ
+γυναικών φιλεόρτων, προπορευομένου του όνου του, φορτωμένου το δισσάκιον με τα
+<b>ιερά</b> του παπά. Ο ήλιος ήτον ως δύο καλαμιαίς υψηλά, όταν εξήλθον εις του
+Γιατρού τ' αμπέλι, είτα έφθασαν εις τα Βουρλίδια, είτα ανήλθον ασθμαίνοντες εις του
+Ματαρώνα τον Πεύκον, όστις ίστατο τότε ακόμη εκεί και ευηργέτει τους οδοιπόρους
+με την παρήγορον σκιάν του εις την κορυφήν του υψώματος, πριν ασυνείδητος
+βάρβαρος, τη ανοχή ή τη ενοχή εκείνων τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του
+κόσμου, εκ περιτροπής εκλέγει άρχοντας και προστάτας του, ρίψη ασπλάγχνως το
+περικαλλές δένδρον και απογυμνώση το τοπίον του μοναδικού στολισμού του. </p>
+
+<p>Εκείθεν ανήλθον εις το Πετράλωνον και εις του Σταμέλου την Βρυσούλαν, και
+ανέβησαν δι' ανωφερούς οδού εις του Κανάκη την Βρύσιν, και διά της Κλινιάς
+κατήλθον εις του Χαιρημονά το ρέμμα, και έφθασαν εις την βόρειον ακτήν της νήσου,
+εφ' ύψους της οποίας, περίοπτος εκ του πελάγους, ακούων τους κτύπους του
+πλήττοντος τας ακτάς κύματος, σιωπηλός και διηγούμενος πέντε αιώνων σπαρακτικήν
+ιστορίαν μαρτυρίου και αίματος, εγείρεται πενιχρός αλλά σεμνός της Αποτομής του
+τιμίου Προδρόμου ο ιερός ναΐσκος. </p>
+
+<p>Εισήλθον εις τον περίβολον του ναού και εξεφόρτωσαν το ονάριον. Αι γυναίκες
+ροδοκόκκινοι, εξαναμέναι εκ της οδοιπορίας, αεννάως κελαδούσαι και καγχάζουσαι,
+ετίναξαν τα ουδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, και εφόρεσαν επί του κοντού
+φουστανίου της οδοιπορίας τας μακράς και πολυπτύχους εσθήτας. Ο παπάς έρριψε
+κάτω την μίαν άκραν του στακτερού ζωστικού του κ' εφόρεσεν άνωθεν αυτού το
+μαύρον ράσον του. Εισήλθον όλοι εις τον ναόν κ' επροσκύνησαν. </p>
+
+<p>Εκ των γυναικών, αι μεν συνέλεξαν χαμόκλαδα και ήναψαν φωτιάν, διά να ψήσωσι
+καφέν και προσφέρωσιν εις τον ιερέα, αι δε έδρεψαν εκ των ευωδών θάμνων δέσμας
+σχοίνων και πριναρίων και φασκομηλεών, και συνέδεσαν προχείρως διά κλωστής
+σκούπας, και ήρχισαν γοργά και στρωτά να σκουπίζωσιν άλλαι το έδαφος του ναού,
+άλλαι το προαύλιον· ο ιερεύς απετέλεσε σκούπαν εκ δάφνης και μύρτου και
+δενδρολιβάνου, και εσάρωσε μόνος του το Θυσιαστήριον, και όλον το ιερόν βήμα. Δεν
+έπαυε δε να γογγύζη και να διαμαρτύρηται εναντίον της αβελτηρίας, ως έλεγε, των
+βοσκών και των αιπόλων, αυτών εκείνων οίτινες τον είχον προσκαλέσει να τους κάμη
+Ανάστασιν εις το Βουνόν, και εκ των οποίων κανείς δεν είχε φανή ακόμη. Αυτοί
+προέβαινον ενίοτε μέχρι της βεβηλώσεως τού να εισάγωσιν, ίσως εν καιρώ βροχής, τα
+θρέμματά των εντός των εξωκκλησίων, ως ηδύνατο να πεισθή τις εκ της παρουσίας
+διαφόρων ιχνών της εισβολής, τα οποία ουδ' είχον λάβη τον κόπον να εξαλείψωσιν.
+Ένδοθεν του ιερού βήματος, ενώ έκυπτε διά να σκουπίση, ηκούετο από καιρού εις
+καιρόν ψιθυρίζων μετά στεναγμού: </p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! αλλοίμονο... «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε!» </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τσάκισε κανείς το ποδαράκι του! έκραξεν απαντώσα έξωθεν εις τον
+στεναγμόν του ιερέως η θειά Σειραϊνώ, η αληθής σημαιοφόρος των εξοχικών
+λειτουργιών και των πανηγυριών. </p>
+
+<p>&nbsp;— «Ανθρώπους και κτήνη!» εψιθύρισε πάλιν ο ιερεύς. </p>
+
+<p>Είχε παρέλθει ήδη η μεσημβρία, και ο ιερεύς μετά του μικρού ποιμνίου εκάθησαν
+να γευματίσωσιν υπό την ιεράν ελαίαν, εν τω περιβόλω του ναΐσκου, εγγύς του
+παμπαλαίου εκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, το οποίον κατ' άλλους ήτο στέρνα ύδατος
+και κατ' άλλους κοιμητήριον ή οστεοθήκη. Η θειά το Μαθηνώ, γηραιά ευλαβής κατά
+τους μεν, ψευτομετάνισσα κατά τους δε, ενάρετος γυνή, αποβλέπουσα προς το
+κτίριον τούτο μετά στεναγμού είπεν: </p>
+
+<p>&nbsp;— Ημείς τρώμε, κορίτσια· να έχουν τάχα κ' οι φτωχοί, να φάνε! </p>
+
+<p>&nbsp;— Τρών' οι πεθαμένοι, θειά Μαθηνώ, είπε το Αγλαώ, η δωδεκαέτις
+παιδίσκη του ιερέως. </p>
+
+<p>&nbsp;— Οι πεθαμμένοι τρώνε κόλλυβα, εγώ το ξέρω, προσέθηκε το Καλλιοπώ, η
+δωδεκαέτις μικρά αδελφή της· και γι' αυτό, ημείς στο σπίτι όσα κόλλυβα μας
+φέρουνε, όλα τα μοιράζουμε ςτους φτωχούς και στα παιδιά τα γειτονόπουλα, για να
+έχη η μάννα μας, η φτωχή, να φάη ςτον άλλον κόσμο... </p>
+
+<p>&nbsp;— Σιωπή, Καλλιοπώ! είπεν ο ιερεύς, θέλων να κρύψη την συγκίνησίν του.
+</p>
+
+<p>Προ δώδεκα και πλέον ετών ο παπά Διανέλος είχε φίλον τινά ελληνοδιδάσκαλον,
+χρηστόν άνδρα, αλλ' όστις είχεν αδυναμίαν εις τα ελληνικά ονόματα. Είχε γείνη
+σύντεκνος του ιερέως, και βαπτίσας τας δύο τελευταίας κόρας του είχε δώσει αυταίς
+αρχαιοπρεπή ονόματα, τα οποία όμως, επειδή ευρέθησαν επί ουδετέρου εδάφους,
+εξουδετερώθησαν, ως εικός, και αυτά. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι! έχει δίκηο το κορίτσι, παπά· ανέκραξεν η θειά το Μαθηνώ, ήτις
+ενθυμήθη τότε τα «πεθαμμένα της», τέσσαρα παιδιά και τον άνδρα της, οπού είχε
+θάψει, μείνασα με δύο θυγατέρας υπάνδρους, τας οποίας είχε στήριγμα ακόμη εις τον
+κόσμο· έχει δίκηο το κορίτσι. Ο παπά Θεόφιλος, ο μακαρίτης ηγούμενος της
+Μεγαλόχαρης της Ευαγγελίστρας, το ίδιο μας έλεγε, για έναν που τον είχαν όλοι για
+πεθαμμένον, που η γυναίκα του τού έκαμε τα τρίμερα και τα νιάμερα, και ο Άγγελος
+Κυρίου έπαιρνε το πιάτο με τα κόλλυβα, καθώς ήταν σταυρωμένο με της σταφίδες και
+με τα ρόιδα και το επήγαινε εις τον πλακωμένον κ' έτρωγε, δεν ξέρω πόσαις μέραις, κι'
+ανάσαινε από μια τρύπα της γης, θαρρώ, ως που ο άνθρωπος δεν απέθανε, κ'
+εσήκωσε το μάγγανο, και τον ξελευθέρωσεν, δεν είνε αλήθεια αυτό παπά; </p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια είνε, βλοημένη, απήντησεν ο παπάς· αλλά τώρα είνε... για
+όσους θέλουν να τα πιστεύσουν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' όσοι δεν τα πιστεύουν; </p>
+
+<p>&nbsp;— Θα πάνε στην Κόλασι, το ξέρω εγώ, είπε το Καλλιοπώ </p>
+
+<p>&nbsp;— Μα σαν είν' αλήθεια, παπά, γιατί ο Άγγελος Κυρίου δεν σήκωνε μια και
+καλή το μάγγανο να ξελευθερώση τον άνθρωπο; είπεν η Αννούδα, μία των γυναικών.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί ο σκοπός δεν ήτον να δειχθή η παντοδυναμία του θεού, οπού είνε
+αποδειγμένη δι' απείρων θαυμάτων, απήντησεν ο ιερεύς· αλλά να φανερωθή μόνον η
+δύναμις των μνημοσύνων και των διά τους νεκρούς προσφορών, και ότι τίποτε το
+οποίον (προσφέρει) θυσιάζει ο άνθρωπος εις τον Θεόν, τίποτε το οποίον δίδει εις τους
+πτωχούς, καμμία καλή πράξις, καμμία αρετή, καμμία υπομονή, κανέν μαρτύριον,
+κανέν δάκρυ, τίποτε δεν χάνεται. Όλα σπείρονται εις γην αγαθήν, ως ο κόκκος του
+σίτου, είπεν ο Κύριος, όπου αν πέση εις την γην και αποθάνη (και τοιαύτα είνε τα
+κόλλυβα, τοιούτοι και οι νεκροί), πολύν καρπόν φέρει. «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν
+αγαλλιάσει θεριούσι». Κείνοι που σπείρουν με δάκρυα, με χαράν και αγαλλίασιν θα
+θερίσουν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Το λέγει αυτό το Εύαγγέλιον; </p>
+
+<p>&nbsp;— Το λέγει το Ψαλτήρι, αλλά το ίδιο είνε, γιατί και το Ψαλτήρι είνε λόγος
+Θεού, και εμπνευσμένον από το Πνεύμα το Άγιον. Και όταν θάπτομεν νεκρόν εν
+Χριστώ ευσεβώς δύσαντα, είνε ως να σπειρωμένα εις την γην κόκκων σίτου... και ο
+Κύριος θα τον αναστήσει εν τη εσχάτη ημέρα, καθώς ο ίδιος ευδόκησε να μας το
+υποσχεθή. </p>
+
+<p>«Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται... καγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη
+ημέρα». </p>
+
+<p>&nbsp;— Αμήν! είπεν η θειά το Μαθηνώ, και τα δάκρυά της, επί τη μνήμη του
+ανδρός και των τεσσάρων παιδιών, ταχέως εξητμίσθησαν ως σταγόνες όμβρου μετά
+θερινόν υετόν, εντός της κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Το δειλινόν εφάνησαν μακρόθεν να κατεβαίνωσι την ράχιν ερχόμεναι αι
+καλυβιώτισσαι γυναίκες, αι ποιμενίδες και βοσκίδες των αγροτικών συνοικιών. Ήλθαν
+φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους άνθη, λαμπάδας, κηρία και αγγεία με
+έλαιον, και πρόσφορα και μικράς φιαλίδας με <b>νάμα</b>, ή οδηγούσαι ονάρια με
+τα σάγματα επεστρωμένα διά κιλιμιών και χραμίων, φορτωμένα τορβάδες και
+δισσάκια με φλάσκας οίνου, με τυρία νωπά, ή ζεματισμένα και κόκκινα αυγά. Κατόπιν
+εφάνησαν σφυρίζοντες αλλοκότως δύο ή τρεις βοσκοί με τας αγέλας των, τας οποίας
+ωδήγησαν παρά τον απότομον κρημνόν προς την θάλασσαν. Οι τράγοι επήδων από
+βράχου εις βράχον, από όχθον εις όχθον, από κοίλωμα εις κοίλωμα, ενώ τα ερίφια
+χαριέντως σκιρτώντα έτρεχον κατόπιν των αιγών βελάζοντα, αγαλλόμενα προς την
+νέαν δι' αυτά απόλαυσιν του αγνώστου τούτου πράγματος, της ζωής, εκθέτοντα εις
+τον ήλιον τα στακτερά ή στικτά, και λευκά και μαύρα τριχώματά των, ενώ οι βοσκοί,
+υψηλοί, ρωμαλέοι, τραχείς, φριξότριχες, ηλιοκαείς την όψιν, έτρεχον εμπρός και
+οπίσω με τας μακράς, ίσας με το ανάστημά των, καμπύλας την λαβήν ράβδους των,
+σοβούντες μετά πολυήχου συριγμού την δυσάγωγον και σκιρτικήν αγέλην. </p>
+
+<p>Τελευταίοι έφθασαν οι ποιμένες άνευ των αμνάδων των, τας οποίας είχον αφήσει
+οπίσω εις τας μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυο αρνία σφαγμένα. Έφθασαν
+σιγυρισμένοι, αλλαγμένοι, στολισμένοι όλοι των, με καθαρούς χιτώνας, κοντά βρακία
+και υψηλαίς βλαχόκαλτσαις, με πλατέα ζωνάρια κίτρινα, ξυραφισμένοι και με τους
+λινόχρους ή καστανούς μύστακας αγκιστροειδείς. </p>
+
+<p>Ταχέως έκλινεν η ημέρα, και ο ήλιος έδυσεν εις μίαν ράχιν του Πηλίου, αντικρύ,
+αφού επί πέντε λεπτά της ώρας είχε μείνει στεφανωμένος με κυάνεα και
+περιπόρφυρα χρυσαυγή νέφη αντιλαμβάνων ο ίδιος όσην απέδιδε δόξαν και λάμψιν
+και επί δέκα λεπτά ακόμη, αφού εβασίλευσεν, αι ακτίνες της στέψεώς του έμειναν
+χρυσοφαείς, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι βάπτουσαι το βουνόν με ιώδες χρώμα. Είτα
+κατήλθεν η νυξ, ηρέμα επί των πλευρών του όρους, σπείρουσα παντού το βαθύ και
+άρρητον μυστήριόν της, και οι έμψυχοι κρότοι και ψίθυροι της φύσεως, εξηγέρθησαν
+εις τας ράχεις, εις τους λόγγους, εις τας φάραγγας, και η οφρύς του βουνού ητμίσθη
+και συνεστάλη υγρά και το βλέφαρον του λόφου κατήλθε, και εκλείσθη εις έν βουνόν
+ρεμματιά και κάμπος. Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός ο Ζ'μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος
+του χωρίου, του δήμου Λίτης, δεν εφάνη ουδαμόθεν να έρχεται. </p>
+
+<p>Ήτο δε ανήσυχος ο ιερεύς, και φόβος ήτο να μείνωσι χωρίς Ανάστασιν και
+λειτουργίαν. Διότι ευλόγως δεν ηδύνατο άνευ βοηθού να ιεροπρακτήση. Λειτουργία
+χωρίς ένα τουλάχιστον ψάλτην ή αναγνώστην δεν γίνεται, οι ποιμένες και οι βοσκοί
+ήσαν όλοι, ως εικός, ου μόνον αγράμματοι, αλλά και αλιβάνιστοι οι κακόμοιροι πολλοί
+τούτων. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα, τι να κάμουμε; — Ορίστε σου υπόσχονται σίγουρα μία δουλειά, κ'
+ύστερα σ' αφήνουν μέσ τη μέση! <b>Ανθρώπους και κτήνη σώσεις Κύριε!</b> </p>
+
+<p>Ήλπιζεν εν τούτοις ακόμη ότι ο μπάρμπα-Κωνσταντός θα ήρχετο. Αργοστόλιστος
+ήτο πάντοτε, τον ήξευρεν. Αλλά τώρα ήτο σκοτεινή ακόμη νυξ και μόνον τα άστρα
+έλαμπαν άνω, ολίγω ύστερον ανέτελλεν η σελήνη, και τότε ελπίς ήτο να έλθη. </p>
+
+<p>Παρήλθον δύο ώραι και η σελήνη ανέτειλε κολωβή από το σκοτεινόν βουνόν άνω,
+ανερχομένη βραδέως εις το στερέωμα, και αι τάξεις των άστρων ηραιώθησαν επ'
+άπειρον και όλα σχεδόν ημαυρώθησαν εις την διάβασίν της. Παρήλθεν ακόμη μία
+ώρα. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός δεν εφάνη. </p>
+
+<p>Ο ιερεύς ήρχισε ν' αγανακτή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ο ασυνείδητος! ο μωρός!.... Ήμαρτον κύριε! «Ανθρώπους και κτήνη».
+</p>
+
+<p>Ήθελε να στείλη ένα των ποιμένων εις την πολίχνην, όπως ζητήση και εύρη ένα
+συλλειτουργόν να του φέρη. Αλλ' οι ποιμένες και οι βοσκοί όλοι έρεγχον εξηπλωμένοι
+μεταξύ των σχοίνων και των κομαρεών, τυλιγμένοι εις τας κάπας των, ευχαριστημένοι
+ότι επανήλθεν η άνοιξις και εύρισκαν ολιγώτερον παγεράν της γης την υγρασίαν. Και
+αι γυναίκες των πλαγιασμένοι και αυταί, ύπνωττον ολιγώτερον ακουστώς όπισθεν του
+ιερού βήματος, τυλιγμέναι με τα χιράμια και τα κιλίμια, τα οποία είχον φέρει
+επεστρωμένα επί των σαγμάτων των όνων. Και αι εκ της πολίχνης ελθούσαι γυναίκες,
+κύπτουσαι επί των καλαθίων των, έξω της θύρας του ναού, υπό τον εστεγασμένον
+πρόναον και εντός της ξύλινης κιγκλίδος, ελαγοκοιμώντο και αυταί. Μόνον ο ιερεύς
+ανησύχει και ήτο άγρυπνος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τα ξέρω εγώ απ' όξου τα πλειότερα τα γράμματα, παπά, του έλεγεν η
+θειά το Μαθηνώ, διά να του δώση θάρρος· τα κανοναρχώ κειδά στ' αυτί του γέρο-
+Φιλιππή, κι' ο γέρο-Φιλιππής, οπούν θεοφοβούμενος άνθρωπος, θα τα λέη κειδά
+όπως-όπως... </p>
+
+<p>&nbsp;— Να δα η ώρα να σε κάμουμε και ψάλτη, Μαθηνώ! απήντησε γελάσας ο
+ιερεύς. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ψάλτης δε θα γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θάμαστε... Κανένας
+γραμματισμένος δεν είνε για να μας γελάση.... Η αγιωσύνη σ' βρίσκεις τον ήχο του
+μπάρμπα Φιλιππή, κ' εγώ του λέω τα λόγια όσα θυμούμαι. Νάξερα από μέσα απ' το
+χαρτί να διαβάσω, θαρρώ πώς δε θα ήτον αμαρτία να ψάλω και μοναχή μου. </p>
+
+<p>Ως τόσον επλησίαζε μεσονύκτιον, και δεν ήτον ελπίς να έλθη πλέον ο μπάρμπα-
+Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος. Ο ιερεύς δεν απεφάσισε να εξυπνήση κανένα εκ των
+βοσκών και τον στείλη εις την πόλιν, ως εσκέφθη κατ' αρχάς, διότι ελογάριαζεν ότι
+τόσαι ολίγαι ώραι έμενον έως να ξημερώση, ώστε μέχρι ου υπάγη ο αποσταλησόμενος
+εις την πόλιν, ζητήση και κατορθώση να εύρη ψάλτην, εωσότου πείση και φέρη αυτόν
+και φθάσωσιν ομού εις τον Άγιον Ιωάννην θα ήτο ακριβώς δύο ώραις ημέρα.... και η
+Ανάστασις επρόκειτο να γίνη τα μεσάνυκτα ή και βραδύτερον τι. </p>
+
+<p>Ο παπά Διανέλος εσηκώθη στενάζων, εισήλθεν εις τον ναόν, και προσεκύνησεν εις
+τας βαθμίδας του ιερού βήματος. Ευθύς κατόπιν έτρεξεν η γρηά Μαθηνώ και η θειά το
+Σειραϊνώ, η σημαιοφόρος των πανηγύρεων. Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι
+τα φυτύλια, να ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνουσιν εγκαρδίους
+σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά των. Ήτο
+ανάστασις, Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού έλαμπε με άγιον φως,
+δεξιά της ιεράς πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς
+αριστερόθεν, κρατούσης το θείον βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με ένα
+βόστρυχον της κόμης φρίττοντα προς τα άνω, ως να έμεινεν ανωρθωμένος από την
+πρόσψαυσιν του θηριώδους δημίου του αποκόψαντος την σεβάσμιον κάραν του
+μείζονος εξ όσων εγέννησαν κατά φύσιν αι γυναίκες ανδρών, εσελαγίζετο εκ μυστικής
+ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ου την φρικτήν κορυφήν ηξιώθη να χειροθετήση.
+Και ο αγαπημένος μαθητής ήτο ακόμη εκεί, και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει, αν και
+πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε το υψηλόν μέτωπόν του, προβλέποντος ότι θρασύς
+ιερόσυλος έμελλε μετ' ου πολύ να τον αρπάση εκ της κόγχης του διά να τον μεταφέρη
+εις Αθήνας και τον καθιδρύση όχι εις ναόν και ολοκαύτωμα και θυσιαστήριον, όχι εις
+τόπον του καρπώσαι, αλλ' εις Μουσείον, Ύψιστε Θεέ! εις Μουσείον, ως να είχε παύση
+ν' ασκήται εις τον τόπον αυτόν η χριστιανική λατρεία, και τα σκεύη αυτής ν' ανήκον εις
+θαμμένον παρελθόν, και να ήσαν αντικείμενον περιεργείας!.... Ίλεως γενού αυτοίς,
+Κύριε! </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Τέλος δεν ήτο ελπίς να έλθη ο κυρ Κωνσταντός και ώφειλον εκ των ενόντων να
+ψάλωσι την ακολουθίαν. Αι εκ της πόλεως γυναίκες, η μία μετά την άλλην,
+αποτινάξασαι την υπνώδη νάρκην, εισήλθον εις τον ναΐσκον. Αι εκ των αγρών
+ποιμενίδες δεν ήργησαν να εξυπνήσωσιν, ο δε παπά Διανέλος εξήλθε προς στιγμήν,
+και λαβών τεμάχιον παλαιάς σανίδος και σφυροειδές ξύλον, κατεσκεύασεν
+αυτοσχέδιον σήμαντρον, διότι φευ! δεν υπήρχε προ πολλού κώδων όστις να εξυμνή
+τους προ αιώνων κοιμηθέντας και να συγκινή την κόνιν των από γενεών κοιμηθέντων
+κατοίκων της πάλαι ποτέ υπαρξάσης πόλεως. Διά του σημάντρου τούτου ήρχισε να
+κρούη ο ιερεύς εις τροχαίους πρώτον (τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ,) είτα εις ιάμβους (το
+τάλαντον, το τάλαντον), και να εξυπνή τας μεσονυκτίους ηχούς. </p>
+
+<p>Οι βοσκοί ενωτισθέντες τον μονότονον ήχον ετινάχθησαν διά μιας επάνω,
+επέταξαν τας κάπας των, ενίφθησαν και έτρεξαν εις την Εκκλησίαν, κρατούντες τας
+λαμπάδας των. Ο ιερεύς εβαλεν ευλογητόν, έψαλε μόνος του την παννυχίδα, όλον το
+<b>Κύματι θαλάσσης</b>, εθυμίασεν, έκαμεν απόλυσιν, είτα φορέσας επιτραχήλιον
+και φελόνιον, ήναψε μεγάλην λαμπάδα, και βαστάζων αυτήν εξήλθεν εις τα βημόθυρα
+και ήρχισε να ψάλλη μεγαλοφώνως το <b>Δεύτε λάβετε φως</b>. Οι βοσκοί ήναψαν
+τας λαμπάδας των, ομοίως και αι γυναίκες, κ' εξήλθον όλοι εις το προαύλιον, του
+ιερέως κρατούντος την τε Ανάστασιν και το Ευαγγέλιον μετά του θυμιατού, και
+ψάλλοντος, <b>Την Ανάστασίν σου Σωτήρ</b>. </p>
+
+<p>Είτα η ιερά εικών και το Ευαγγέλιον, απετέθησαν επί πεζούλας, εκπληρούσης χρέη
+τρισκελίου, εφ' ης αι γυναίκες είχον στρώσει μεταξοϋφές μακρόν προσόψιον. Ο ιερεύς
+ανέγνω αργά το κατά Μάρκον <b>Διαγενομένου του Σαββάτου</b>, είτα θυμιάσας
+και εκφωνήσας το <b>Δόξα τη ομοουσίω</b>, ήρχισε να ψάλλη λαμπρά τη φωνή το
+<b>Χριστός Ανέστη</b>. Αφού το έψαλε τρις ο ίδιος, και ανά άπαξ ή δις δύο των
+βοσκών, οίτινες δεν ήσαν μεν πλέον γραμματισμένοι από τους λοιπούς, αλλ' είχον
+ολιγώτερον τραχείαν την προφοράν κ' «εγύριζε κάπως η γλώσσα των», έλαβε θάρρος
+και η θειά Μαθηνώ και το έψαλεν άπαξ, ομοίως και η θειά το Σειραϊνώ, ενώ το
+Καλλιοπώ και το Αγλαώ και η Αννούδα και άλλαι γυναίκες έπνιγον τους καγχασμούς
+των εις τας παλάμας, με τας οποίας ως δι' εκουσίου φιμώτρου είχον περιλάβη τα
+στόματά των. </p>
+
+<p>Τελευταίον εις επισφράγισιν το έψαλε πάλιν ο ιερεύς, και είτα είπε τα
+<b>Ειρηνικά</b>. Μεθ' ο, αναλαβών την Ανάστασιν και το Ευαγγέλιον, εισήλθεν εις
+τον ναόν, ακολουθούμενος υπό του λαού. Έψαλε το <b>Αναστάσεως ημέρα</b> και
+τα δύο τροπάρια της πρώτης ωδής, ακολούθως εισήλθεν εις το ιερόν, και εξελθών
+πάλιν, έλαβε καιρόν, και πάλιν εισήλθε, και ήρχισε να φορή όλην την ιεράν στολήν
+του. Η ψαλμωδία είχε διακοπή εξ ανάγκης. Η θειά Μαθηνώ επλησίασεν εις τον γέρο-
+Φιλιππή πρωτοκάθεδρον της τάξεως των ποιμένων, κ' εδοκίμασε να κανοναρχίση
+προς αυτόν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ψάλε, γέρο-Φιλιππή, «<b>Καθαρθώμεν τας αισθήσεις</b>». Αλλά του
+γέρο-Φιλιππή δεν εγύριζεν η γλώσσα του να είπη «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις». </p>
+
+<p>Τότε η θειά το Μαθηνώ ήρχισε σιγά-σιγά να ψάλη: «<b>Καθαρθώμεν τας
+αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως</b>, κτλ. </p>
+
+<p>Είνε αληθές ότι η ακριβής προφορά εις το στόμα της ήτο Καθαρθώμεν τας
+ησθήσεις κη ουψόμεθα... </p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό το είπαμε, βλοημένη, έκραξεν ο ιερεύς από του ιερού βήματος.
+<b>Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν</b>, είνε τώρα. </p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Ναι, έκαμεν η θειά το Μαθηνώ και ήρχισε. </p>
+
+<p>Δεύτε πόμα πίουμειν κηνόν....... </p>
+
+<p>Αλλ' ο ιερεύς όστις εξηκολούθει να ενδύηται, ενόησεν ότι ή την προσκομιδήν
+έπρεπε ν' αναβάλη, ή την ακολουθίαν να διακόψη. Και ταύτα μεν επεδέχοντο
+οικονομίαν, αλλά δεν έβλεπε πώς θα τα εκατάφερνον εις την λειτουργίαν. </p>
+
+<p>Εφόρει έν έκαστον των αμφίων κ' εψιθύριζε τα διατεταγμένα λόγια: </p>
+
+<p>«Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω, ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου και
+χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με. Ως νυμφίον περιέβαλε με μίτραν και ως νύμφην
+κατεκόσμησέ με κόσμω.» </p>
+
+<p>Είτα ήρχιζε να ψάλλη τα τροπάρια του Κανόνος: </p>
+
+<p><b>Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια......</b>
+</p>
+
+<p>Είτα πάλιν, φορών το επιτραχήλιον υπεψιθύριζεν: «Ευλογητός ο Θεός ο εκχέων την
+χάριν αυτού επί τους ιερείς αυτού, ως μύρον επί κεφαλής το καταβαίνον επί
+πώγωνα...» </p>
+
+<p>Και πάλιν έψαλε: </p>
+
+<p><b>Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι......</b>
+</p>
+
+<p>Είτα φορών το περιζώννυον, έλεγεν: </p>
+
+<p>»Ευλογητός ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν, και έθετο άμωμον την οδόν μου.»
+Ή περνών το έν επιμάνικον, απήγγελεν: Η δεξιά σου χειρ Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι...
+» </p>
+
+<p>Και διακόπτων τούτο, έψαλλε την καταβασίαν: <b>Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ
+εκ πέτρας αγόνου......</b> </p>
+
+<p>Αφού όμως ενεδύθη την ιερατικήν στολήν όλην, εξήλθεν έξω και εχοροστάτησε, κ'
+έψαλλεν ο ίδιος όλον τον κανόνα, έμελλε δε να μεταβή εις τους <b>Αίνους</b> και ν'
+αρχίση τον ασπασμόν, όταν είς των βοσκών, όστις είχεν εξέλθη διά να ιδή πώς είχον αι
+αίγες του, επανήλθεν εις τον ναΐσκον και ανήγγειλεν ότι κάποιος φωνάζει βοήθειαν
+μέσα απ' του Χαιρημονά το ρέμμα, και ότι είνε βαθειά κάτω και δεν τον είδε, μόνον
+την φωνήν του ήκουσεν. </p>
+
+<p>Ο ιερεύς εστράφη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρέχει; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δε ξέρου τι να είνε, είπεν ο βοσκός... βαθειά κάτ' χουιάζει... «πού
+είσαστε, πού είσαστε;» Να πάρου μια λαμπάδα να πάου να ιδώ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Να πας. </p>
+
+<p>Δύο ή τρεις άλλοι νεαροί βοσκοί και ποιμένες έλαβον αμέσως τας λαμπάδας των
+κι' έτρεξαν έξω. </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/0041.jpg" width="339"
+height="516"
+alt="έλαβον τας λαμπάδας των κι' έτρεξαν έξω" border="2" /><br /></p>
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Αφού έφερε γύρω όλην την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου, ο κυρ Κωνσταντός ο
+Σμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος, κτλ., επί τέλους, ως δύο ώρας προ της δύσεως του
+ηλίου, απεφάσισε να εξέλθη εις τα Λιβάδια έξω της πόλεως, όπου είχε δεμένον το
+ονάριον του, διά να το λύση, όπως φορτώση επ' αυτού την μικράν αποσκευήν του, και
+εκκινήση διά τον Αγ. Ιωάννην τον Πρόδρομον, καθ' ην είχε δώσει υπόσχεσιν εις τον
+παπά Διανέλον. Αλλά τότε μόνον ενόησεν ότι είχε λησμονήσει από το πρωί να το
+<b>αλλάξη</b> ήτοι να το μετατοπίση εις άλλην βοσκήν, και το πτωχόν το ονάριον δεν
+εφαίνετο πολύ χορτάτον, όταν ο κύριός του το έλυσεν. Εκ του τρόπου μεθ' ου
+ανώρθωσεν ελαφρώς τα χαμηλωμένα αυτιά του, το ζώον εφαίνετο να ελπίζη ότι ο
+αφέντης του θα το μετέθετε τέλος εις άλλην βοσκήν, αλλ' ο μπάρμπα- Κωνσταντός το
+ωδήγησεν εις την οικίαν του, όπου εφόρτωσεν επάνω του ένα πενιχρόν τορβάν,
+περικλείοντα τρόφιμα, επέστρωσεν επί του σάγματος παλαιόν ξεθωριασμένον
+κιλίμιον, και αναβάς ο ίδιος εκάθησε μονόπλευρα επ' αυτού. </p>
+
+<p>Έκαμε τον σταυρόν του κ' εξεκίνησεν. Αλλά δεν ήργησε να καταλάβη ότι το
+ζωντόβολον, ένεκα του γήρατος και της μετρίας τροφής την οποίαν είχε λάβει, δεν θ'
+αντείχε καλώς εις την μακράν οδοιπορίαν, και ότι θα ήτο ικανόν να <b>μαραζώση</b>
+τον αναβάτην. Άμα έφθασεν εις τον επάνω Άι-Γιαννάκην, ου μακράν της πόλεως,
+κατέβη και απεφάσισε να οδηγή το ονάριον πεζός βαίνων. Αλλά και πάλιν το ζώον δεν
+εβάδιζε καλώς, με όλους τους κτύπους όσους του κατέφερε με μίαν λεπτήν βέργαν εις
+τα οπίσω του. Απεφάσισε λοιπόν ν' απαλλαγή της συντροφίας, ήτις θα ήτο μάλλον
+βάρος ή βοήθεια δι' αυτόν, και να δέση κάπου το ζώον διά να το αφήση να βοσκήση.
+Εζήτησε μέρος κατάλληλον διά να το δέση, αλλά δεν εύρεν εις τον επάνω Άι-
+Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη οπίσω εις τον Κάτω Άι-Γιαννάκην, αλλ' αφού κ'
+εκεί δεν εύρεν ικανόν χόρτον διηυθύνθη απώτερον κάπου εις την θέσιν Έρμο Χωριό, κ'
+εκεί έδεσε τέλος το ζώον εις την ρίζαν αγρίου δένδρου, εντός ασπάρτου αγρού και
+πλησίον εις ένα φράκτην. Αυτός δε εφορτώθη εις τον ώμον τον τορβάν και το κιλίμιον,
+έβαλεν όπισθέν του εις την μέσην μικρόν κλαδευτήρι, και κρατών την λεπτήν ράβδον
+του, εξεκίνησε πεζός. Είχε χασομερήσει σωστήν μίαν ώραν εις όλας αυτάς τας
+φροντίδας. </p>
+
+<p>«Τώρα, είπε μέσα του, είνε καιρός να το βάλω στα πόδια, διά να μη νυχτώσω (και
+πάλιν θα νυχτώσω), εκτός εάν απομείνω· αλλά ν' απομείνω δεν πρέπει, γιατί έδωκα
+υπόσχεσιν του παπά.» Ούτως είπε και ούτως έκαμε. Και ήρχισε να κόφτη δρόμον με
+όλα τα εξήκοντα έτη του, με όλον το δημογεροντικόν και προεστάδικον της διαίτης και
+του ήθους του, το βραχύ ανάστημα, το ωχρόν λεπτόδερμον και καταπονημένον
+πρόσωπον, και μεθ' όλον το κανονικόν, καίτοι παλαιόν και εφθαρμένον της βράκας
+και του φεσίου. Ήτο παλαιός γεωργοκτηματίας από οικογένειαν, με όλα τα κτήματά
+του ενυπόθηκα, εκ των απλοϊκών εκείνων τους οποίους εύρε λείαν εύκολον και καλόν
+έρμαιον η άπληστος και ιδιοτελής πανουργία των παντοπωλών, μικρεμπόρων και
+τοκιστών της χθες, των νεοπλούτων της σήμερον, κατά πόλεις και κώμας. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ανέβη ταις Βίγλαις και έφθασεν εις του Κ'φαντώνη το
+Καλύβι, είτα κατέβη εις το ρέμμα, το συνορεύον προς το Λεχούνι, όπου ευρίσκεται ο
+νερόμυλος του Δήμου του Βλάχου κ' εκείθεν ήρχισε ν' αναβαίνη τον μικρόν ανήφορον
+του Αγίου Χαραλάμπους. </p>
+
+<p>Ο ήλιος είχε δύσει, όταν έφθασεν εις την κορυφήν του βουνού, και αντικρύ του
+βραχώδους και αποτόμου όρους, όπου κείται το μικρόν διαλυμένον μονύδριον. Ο
+παπά-Αζαρίας Σύγκελλος, ηγούμενος του ερήμου αδελφότητος μοναστηρίου, ουδέν
+άλλο έχων πνευματικόν ποίμνιον ειμή μίαν υπέργηρων καλογραίαν ενενηκοντούτιν
+και ένα άχρηστον υποτακτικόν ηλικιωμένον, ναυαγόν του κόσμου και απόχηρον, είχεν
+εξέλθη εις τα πρόθυρα της μονής, και έβλεπε τας τελευταίας ακτίνας του ηλίου
+επιχρυσούσας διά τινας στιγμάς ακόμη τας κορυφάς των ανατολικών απέναντι ορέων,
+όταν είδε τον μπάρμπα-Κωνσταντόν να προκύψη όπισθέν της τελευταίας αιμασιάς,
+της χαραττούσης εκατέρωθεν του δρόμου. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πού 'ς αυτό τον κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ;... Σαν τα χιόνια!... </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευλογείτε, πάτερ!... Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός, αφού έκαμε τον
+σταυρόν του τρις, αποβλέπων προς το ιερόν του αγ. Χαραλάμπους, ήρχισεν
+ασθμαίνων να διηγήται πώς ο παπά-Διανέλος ο Πρωτέκδικος εκλήθη από τους
+βοσκούς και ποιμένας να κάμη ανάστασιν και να λειτουργήση επάνω εις τον Άγ.
+Ιωάννην τον Πρόδρομον, πώς εκάλεσε και αυτόν, τον κυρ-Κωνσταντόν, να υπάγη να
+τον βοηθήση, πώς ο παπάς ευρίσκεται από τη πρωίας, οπίσω, εις τον Άγ. Ιωάννην,
+χωρίς να έχη άλλον βοηθόν ή συλλειτουργόν, πώς αυτός, ο κυρ-Κωνσταντός,
+ηργοπόρησε να εκκινήση, ένεκα του οναρίου του, το οποίον δεν αντείχεν εις την
+οδοιπορίαν, και ήθελε κάθε τόσον άλλαγμα βοσκής (και ο Θεός δεν είχε ρίξει το έτος
+εκείνο άφθονους βροχάς, ώστε να υπάρχη δαψίλεια βοσκής εις τα λιβάδια), και τέλος,
+πώς ο κυρ- Κωνσταντός ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποφασίση να υπάγη πεζός επάνω
+εις τον Αγ. Ιωάννην διά να μη γελάση τον παπάν, επειδή είχε δοσμένον τον λόγον του,
+να υπάγη να τον βοηθήση. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μα τώρα νύχτωσες... θα νυχτώσης... είπεν ο Άι-Χαραλαμπίτης ο ιερεύς·
+πώς θα πας ως εκεί;.. είνε μιάμιση ώρα δρόμος ακόμα... και το φεγγάρι θ' αργήση
+τρεις ώραις να βγη.... άσ 'βος. </p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς να κάμω; είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις ήρχισεν ευθύς να
+οκνή και να διστάζη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Σκοτίδ' άσ'βος
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>)
+, επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, το φεγγάρι θ' αργήση τρεις ώραις... πώς θα πας ως εκεί,
+μοναχός σου;... Κακοστρατιά, κλεφτότοπος... θα πέσης 'σε κανένα γκρεμνό να
+κατασκοτωθής. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι με συμβουλεύεις, γέροντα, να κάμω;... είπε ψοφοδεής ο μπάρμπα-
+Κωνσταντός ο πάρεδρος. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Ο παπά-Αζαρίας εσκέφθη προς στιγμήν, αλλ' η όψις του δεν εξέφραζε πνευματικόν
+τι. Ίσως έλεγε μέσα του: «Τι ήθελα, τι γύρευα εγώ να του πω τέτοια πράμματα να τον
+δειλιάσω;... Αυτός είνε έτοιμος... αφορμή εγύρευε να μείνη μες τη μέση... και να κάμη
+Ανάστασι στον άγιο Χαράλαμπο». </p>
+
+<p>Είτα είπε μεγαλοφώνως: </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου πω κ' εγώ; Εσείς πάτε και δίνετε υπόσχεσι, κ' ύστερα δεν
+ξέρετε να σηκωθήτε με την ώρα σας τουλάχιστον, να πάτε κει που έχετε δώσει λόγο...
+κι' άλλος ας καρτερή... ένα πράμμα που σου είνε κοπιαστικό και δύσκολο, απ' αρχής
+πρέπει να το συλλογίζεσαι, να το μετράς καλά, να μη δίνης το λόγο σου... Τι δουλειά
+είχες, εσύ, νοικοκύρης άνθρωπος, να τρέχης στα κατσάβραχα, απάνω στον Άι- Γιάννη,
+για να κάμης Πάσχα;... Δεν ήξερες ναρθής στον Άι- Χαράλαμπο;... Τι σε κάμω εγώ;...
+Εδώ θελά χρησιμέψης... θελά ψάλουμε μαζύ την Ανάστασι, θελά λειτουργηθής μια
+χαρά, και η μυζήθρα και το χλωρό τυρί δεν ήθελε μας λείψη... Έχω κ' εκείνο τον
+αχαΐρευτο τον υποτακτικό μου το Γαβριήλ, όπου δε φελά τίποτε... έχω και τη γρηά την
+Ευπραξία, ένα σωρό κόκκαλα, νάχουμε την ευκή της... τρεις κούκκοι! Μα οι βοσκοί, ας
+είνε καλά, ταις καλαίς μέραις έρχονται, μας κάνουν γενιά... μόνον εφέτος που μας
+πήρε τους πλειότερους ο παπά-Διανέλος, πίσω στον Άι-Γιάννη, αλλά μένουν κάτι
+λιγοστοί...» </p>
+
+<p>Ενταύθα ήλθεν εις τον παπά-Αζαρίαν ο πειρασμός να κρατήση τον κυρ-
+Κωνσταντόν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, αφίνων τον παπά-Διανέλον άνευ βοηθού, διά
+να τον εκδικηθή διότι του αφήρεσε τους πλείονας των βοσκών του. Αλλά δεν το
+εχώρησεν η συνείδησίς του, και εντονώτερον εξηκολούθησε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα, όπως και να το κάμης, άσχημα είνε... μα το καλλίτερο είνε να
+τραβήξης το δρόμο σου να πας... Έδωκες το λόγο σου... είνε μεγάλη αμαρτία ν'
+αφήσης τον παπά χωρίς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα Κωνσταντός δεν απέσπα το βλέμμα από τας κυανάς και κοκκίνας
+υάλους της θυρίδος του ιερού βήματος, ήτις εφαίνετο προσελκύουσα αυτόν ως
+μαγνήτης, και νοερώς συνέκρινε την σχετικήν ανάπαυσιν ην θα είχεν εις τον Άγιον
+Χαράλαμπον, όπου θα εύρισκε ζεστόν κελλίον με άφθονον πυρ και καφέν προ της
+Αναστάσεως, με γάλα και αυγά μετά την λειτουργίαν, και διπλούν θαλπερόν και
+αναπαυτικόν ύπνον προ και μετά την ακολουθίαν, με την ερημίαν, με τους βράχους,
+τους σχοίνους και τας κομαριάς του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, όπου θα υπήρχε
+μόνον ύπαιθρον ή ανεπαρκές υπόστεγον και παραπολλή δρόσος πρωιμωτέρα ή ώστε
+να είνε επιθυμητή. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μη στέκεσαι καθόλου, επανέλαβεν ο Αϊχαραλαμπίτης· τράβα, γιατί θα
+νυχτώσης, και θ' αργήση το φεγγάρι να βγη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα νύχτωσε που νύχτωσε, είπεν αποφασιστικώς ο μπάρμπα-
+Κωνσταντός· καλλίτερα είνε να καθίσω προς ώρα να ξεκουραστώ, ως που να βγη το
+φεγγάρι... </p>
+
+<p>&nbsp;— Και ύστερα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Ύστερα πηγαίνω με το φεγγάρι. </p>
+
+<p>&nbsp;— Μα θα πας; </p>
+
+<p>&nbsp;— Θα πάω. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις καλά το δρόμο; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θα πη;... Μπορεί να έχω χρόνια να πάω, μα τον δρόμο τον θυμούμαι...
+Κ' έπειτα, αν έρθη κανένας απ' τους ξωμερίταις φίλος μου... </p>
+
+<p>&nbsp;— Ε!... </p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τον παρακαλέσω να με πάη ολίγο παραπάνω, είπεν ο μπάρμπα-
+Κωνσταντός. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ώστε δεν ξέρεις καλά το δρόμο; </p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι αλλά... </p>
+
+<p>&nbsp;— Φοβάσαι τα στοιχιά; εκάγχασεν ο ιερεύς. </p>
+
+<p>&nbsp;— Θεός να φυλάη... δεν φοβούμαι τίποτε με την δύναμιν του Θεού... μα η
+συντροφιά είνε πάντα καλλίτερη. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε, δεν μπορώ να σε διώξω... έμβα μες το κελλί να ξεκουραστής, και
+σα βγη το φεγγάρι, να πας.... </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευλόγησον. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εισήλθεν εις το κελλίον, κ' εξηπλώθη επί του χαμηλού
+επεστρωμένου σοφά, με τους πόδας προς την εστίαν, όπου έκαιεν ασθενές πυρ
+ετοιμόσβεστον. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εσκεπάσθη με το κιλίμι το οποίον εκόμιζε, και
+μετ' ολίγα λεπτά απεκοιμήθη. Ήτο δε ήδη νυξ. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Το κελλίον όπου είχεν εισέλθη ο μπάρμπα-Κωνσταντός ήτο το έν εκ των δύο όσα
+εκράτει ο ηγούμενος, το οποίον εχρησίμευεν άμα ως προθάλαμος, ως μαγειρείον και
+ως πρόχειρον «αρχονταρίκι». Μόλις είχεν αποκοιμηθή ο γηραιός πάρεδρος, και
+εισήλθεν ο υποτακτικός Γαβριήλ, με άσπρον κιουλάρι, με ζωστικόν πάνινον
+ξεθωριασμένον και χωρίς ράσον, κρατών λυχνίαν με την αριστεράν, καυσόξυλα και
+χαμόκλαδα με την δεξιάν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλος μουσαφίρης πάλε! εγόγγυσεν άμα είδε τον κυρ Κωνσταντόν
+κοιμώμενον^ κουτσοί-στραβοί στον Άι-Παντελεήμονα! Ευλόγησον, πατέρες! </p>
+
+<p>Εκρέμασε το λυχνάριον επί του πτερυγίου της εστίας, εγονάτισε και ήρχισε να
+ξανάπτη την φωτιάν, και εξηκολούθησεν: </p>
+
+<p>&nbsp;— Από πού με το καλό, αυτός πάλε! Ας είν' καλά οι χριστιανοί! Τα ποτήρια
+ξεπλύνετε, και οι παίδες ας κερνούν. Ζήτω η κρασοκατάνυξις! ευλόγησον πατέρες!
+</p>
+
+<p>Έκυψεν εις την εστίαν και ήρχισε να φυσά διά φυσητήρος καλάμου. Είτα
+επανέλαβεν: </p>
+
+<p>&nbsp;— «Έδωκας ηγούμενε, των καλογήρων διακόνημα...» </p>
+
+<p>Έψαλε τούτο εις ήχον τέταρτον, μεθ' ο εις πεζόν λόγον προσέθηκε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Πού τους βρίσκει, ο γέροντάς μου, και τους μαζώνει! </p>
+
+<p>Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Και να έφερναν τίποτε πρόσφορα, το ελάχιστο!
+Μ' αυτοί έρχονται άδεια τα χέρια. «Του κελλάρη έδωκας κλειδιά εις τα χέρια του
+(τούτο το είπε ψαλτά· είτα χύμα)». Βάστα, γέρο-Γαβριήλ. Σαν είσ' αββάς, βάστα! </p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην, ο μπάρμπα-Κωνσταντός έκαμε κίνησίν τινα, εμισοξύπνησε, κ'
+εγύρισεν από το άλλο πλευρόν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Χαλάλι να του γείνη! εγόγγυσεν ο πάτερ-Γαβριήλ. Νυσταγμένος μας
+ήλθε, ο άνθρωπος. Θέλω να ξέρω, αυτοί, κάτω στο χωριό, δεν κοιμούνται τάχα, δεν
+έχουν σπίτια, δεν έχουν κάμαραις; Κινούν δύο ώραις δρόμο κ' έρχονται στον Άι-
+Χαράλαμπο για να κοιμηθούν; Ταμάμ! Ευλόγησον, πατέρες.... </p>
+
+<p>Και είτα έψαλε: </p>
+
+<p>&nbsp;— «Δίδει τον οίνον λιγοστόν...» </p>
+
+<p>Αλλ' ο μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφείς επί του άλλου πλευρού, δεν
+επανεύρε τον ύπνον, αλλ' ανασηκωθείς επί του αγκώνος, εγύρισε βλέμμα προς τον
+μοναχόν και τον ηρώτησε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώρα είνε, πάτερ; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώρα;... ώρα που νύχτωσε... ώρα που φέγγουν τ' αστέρια.... </p>
+
+<p>&nbsp;— Το φεγγάρι δε βγήκε ακόμα; </p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σε κάμη το φεγγάρι, χριστιανέ μου;... Το φεγγάρι δεν κόβει
+μονέδα... </p>
+
+<p>&nbsp;— Περιμένω να βγη το φεγγάρι για να φύγω, και γι 'αυτό σ' ερωτώ, είπεν
+ησύχως ο μπάρμπα-Κωνσταντός. </p>
+
+<p>&nbsp;— Να φύγης;... για πού, αν θέλη ο Θεός; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ήρθαν τίποτε ξωμερίταις απ' τα καλύβια; </p>
+
+<p>&nbsp;— Μου κάνουν τη χάρι να μη 'ρθούν, είπεν ο Γαβριήλ. Σου φέρνουν ένα
+πρόσφορο και σου φαρμακώνουν μια κόττα ολάκερη· σου φέρνουν ολίγο νάμα, και
+σου αδειάζουν μια δαμιτζάνα σωστή... </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη η φωνή του ηγουμένου από της θύρας του κελλίου.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ξυπνητός είσαι, κύριε πάρεδρε, έλεγεν ο παπά-Αζαρίας· κ' εγώ
+ενόμισα, ότι ο Γαβριήλ ωμιλούσε πάλι μοναχός του, καθώς το συνηθίζει. Καλά που
+έπιασε κουβέντα με άνθρωπον. </p>
+
+<p>&nbsp;— Χμ... Γχ... έπνιξε τους γογγυσμούς του μέσα του ο Γαβριήλ. Είτα ψιθύρω
+τη φωνή προσέθηκεν: Ευλόγησον, πατέρες! </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν εκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, απήντησεν ο μπάρμπα- Κωνσταντός,
+όστις πράγματι δεν ενθυμείτο ποσώς αν είχε κοιμηθή ή όχι... </p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν άκουσες τον Γαβριήλ να μιλή μοναχός του; </p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τον άκουσα... Ίσως να έκλεψα έναν ύπνον ίσα με ένα
+<b>Πιστεύω</b>. </p>
+
+<p>&nbsp;— Περιμένω τους βοσκούς, όπου είνε έφθασαν, είπεν ο Αϊχαραλαμπίτης
+ιερεύς· άμα έλθουν, εγώ ο ίδιος θα υποχρεώσω έναν απ' αυτούς να σε συντροφέψη
+γι' απάνου... </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευλόγησον, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις δεν το επεθύμει
+διακαώς μέσα του. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ως που να έλθουν, επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, επειδή συνειθίζω και
+διαβάζω τας <b>Πράξεις</b> αποβραδής, κατά το παλαιόν Τυπικόν, να πάρουμε έναν
+καφέ, και να με συντροφέψης, αν αγαπάς, εις την εκκλησίαν, διά να με βοηθήσης να
+διαβάσουμε μαζύ τας Πράξεις
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></span>)
+. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ευχαρίστως, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός. </p>
+
+<p>&nbsp;— Ταις διαβάζω εγώ ταις Πράξεις, εγόγγυσεν ο Γαβριήλ, όστις εζήλευεν
+άμα έβλεπεν έκτακτον βοηθόν ή ψάλτην εν τω ναΐσκω. </p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ, Γαβριήλ, θα κάμης περισσότερα λάθη από όσαις λέξεις είνε
+τυπωμέναις μες το βιβλίο. Μόνον να μας κάμης δυο καλούς καφέδες,
+ιδιορρυθμίτικους
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></span>)
+, και να μας τους φέρης από 'κεί. Ορίστε, κυρ Κωνσταντέ, να περάσουμε στο κελλί το
+άλλο. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηγέρθη, έλαβε την ράβδον του, τον τορβάν και το κιλίμι
+και μετέβη εις το κελλίον του πατρός Αζαρία. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Οι τρεις νεαροί βοσκοί, κρατούντες τας λαμπάδας των χαμηλά με την αριστεράν,
+περισκέποντες το φως με την δεξιάν από της προσπνεούσης νυκτερινής αύρας, ενώ η
+σελήνη, υψηλά αναπλέουσα τον ουρανόν, είχε κρυφθή εις σύννεφα, έτρεξαν πρώτοι
+εμπρός, ο δε πρώτος αναγγείλας την είδησιν αιπόλος ήρχετο οπίσω. Κατέβησαν κάτω
+εις το ρεύμα, χωρίς ν' ακούωσι φωνάς, και ήρχισαν να υποπτεύωσιν ότι ο πρώτος
+βοσκός ίσως είχεν <b>αυτιασθή</b>, και είχεν ακούσει φωνάς μη υπαρχούσας
+πράγματι. Αλλ' ο αιπόλος διεμαρτύρετο λέγων ότι δεν ηπατήθη, και ότι είχεν ακούσει
+ευκρινώς φωνήν λέγουσαν: «Πού είσαστε; Πού είσαστε;» </p>
+
+<p>Διά να βεβαιωθή έτι μάλλον αυτός πείθων και τους άλλους, ο βοσκός ήρχισε να
+φωνάζη: Ε! δω είμαστε! Ποιος είνε;» </p>
+
+<p>Ασθενής φωνή απήντησεν. Αλλά δεν διέκριναν τας λέξεις. </p>
+
+<p>Αφού προέβησαν ολίγα βήματα παρεμπρός, οι βοσκοί πάλιν εφώναξαν: «Ε! ποιος
+είσαι; Πού βρίσκεσαι;» </p>
+
+<p>Η φωνή ευκρινέστερον απήντησε: </p>
+
+<p>&nbsp;— «Δω είμαι!... ελάτε παραδώ...» Και η φωνή επνίγη εις στεναγμόν. </p>
+
+<p>&nbsp;— Κάποιος θάπεσε κ' εγκρεμοτσακίσθη πουθενά μες το ρέμμα, εσκέφθη
+μεγαλωφώνως ο είς των βοσκών. </p>
+
+<p>Τω όντι, όταν ήκουσαν τον μυρμυρισμόν του ύδατος του μικρού χειμάρρου
+ρέοντος διά μέσου βράχων και αμμωδών χώρων εναλλάξ εις το βάθος της κοιλάδος, κ'
+επλησίασαν εις την ρίζαν ενός βράχου, είδον το σώμα ανθρώπου κειμένου εκεί, δίπλα
+εις το ψιθυρίζον και κατερχόμενον εις την θάλασσαν ελικοειδές ρεύμα. </p>
+
+<p>Ήτο αυτός ο κυρ Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος. </p>
+
+<p>Τον ανεκίνησαν. Δεν ήτο βαρέως πληγωμένος, αλλ' είχε βαρέσει εις την αριστεράν
+πλευράν, πεσών από ύψος ανδρικού αναστήματος, από τον βράχον. </p>
+
+<p>Περί ώραν δεκάτην ευρωπαϊστί, αφού ανέτειλεν η σελήνη, είχεν αναχωρήσει από
+τον Άγ. Χαράλαμπον, όχι τόσον διότι το επεθύμει, όσον διότι ο παπά-Αζαρίας, ο
+υποχρεωτικός και πρόθυμος φίλος όταν επρόκειτο ν' αποπέμψη οχληρόν, είχε
+παρακαλέσει ένα των ελθόντων χωρικών, και είχεν επιμείνη ίνα συνοδεύση ούτος τον
+μπάρμπα Κωνσταντόν απερχόμενον εις Αγ. Ιωάννην, όπου είχε δώσει υπόσχεσιν να
+υπάγη. </p>
+
+<p>Ο χωρικός, με προθυμίαν όχι εμφαντικωτέραν της του παπά-Αζαρία, μεγαλειτέραν
+δε της του κυρ Κωνσταντού, συνώδευσε τον πάρεδρον εις ικανόν μέρος της οδού έως
+εις τα Κάμπια, εις το ύψος του βουνού οπόθεν έπρεπε να κατηφορίση τις διά να
+φθάση εις τον ναΐσκον του Προδρόμου, κ' εκεί, αφού του έδειξεν ακριβώς τον δρόμον,
+του ευχήθη καλήν Ανάστασιν και τον εγκατέλιπε μόνον. </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηκολούθησε κατ' αρχάς επί πολύ τον κύριον δρόμον,
+όστις ήτο μοναδικός και ευδιάκριτος υπό το φως της σελήνης, μόνην συντροφίαν έχων
+τους θάμνους, όσοι ίσταντο δεξιά και αριστερά διαχαράσσοντες την οδόν, τα δένδρα
+τα οποία ελάμβανον φανταστικά σχήματα ή εσχημάτιζον σκιάς εν μέσω των οποίων το
+όμμα έβλεπε πολλάκις φάσματα και ακινήτους ανθρώπους, τους βράχους οίτινες,
+καθόσον επλησίαζε προς την βόρειον ακτήν, επληθύνοντο κ' εξετόπιζον τα δένδρα, το
+δειλόν κελάδημα ολίγων πτηνών κρυμμένων εις τας λόχμας, τον κρότον της αύρας
+σειούσης τους κλώνας και τας κορυφάς των δένδρων, και τον μυστηριώδη θρουν της
+φυλλάδος τον παραγόμενον υπ' αγνώστων νυκτερινών πλασματίων, υπό μικρών
+κατωτέρων πνοών κρυπτουσών την υπαρξίν των εν μέσω του σκότους και της
+μοναξιάς. </p>
+
+<p>Αλλ' όταν έφθασεν εις μέρος όπου η οδός ετέμνετο εις δύο μικρά μονοπάτια, το έν
+ανατολικώτερον, το άλλο βορειοδυτικόν, ευρέθη εις αμηχανίαν ποιον μονοπάτι να
+λάβη. Όσον και αν είνε εντόπιος είς άνθρωπος, όστις εκτάκτως, άπαξ κατά δύο ή τρία
+έτη, εξέρχηται εις μακράν σχετικώς εκδρομήν, εις τους μικρούς τόπους, πάντοτε
+ευρίσκεται εις αμηχανίαν, όταν μάλιστα το τοπίον είνε κάπως άγριον, και δεν έχη ο
+ίδιος κτήματα εις το μέρος εκείνο. Οι δρόμοι από έτους εις έτος αλλάζουν, πολλάκις
+παλαιαί οδοί εκχερσούνται ή καλλιεργούνται και δεν πατούνται πλέον εκ της
+πλεονεξίας μικρού γαιοκτήμονος, όστις περιφράττει εντός του χωραφιού του έν ή δύο
+στρέμματα γης περισσότερον, και μεταθέτει τον φράκτην μίαν ή δύο οργυιάς
+απωτέρω. Ενίοτε συμβαίνει και το εναντίον· αδιαφιλονείκητος ελαιών γνωστού
+κτηματίου πατείται και γίνεται δρόμος, χάριν της ευκολίας των διαβατών. Άλλοτε οι
+βοσκοί και αι αίγες των ανοίγουσι νέον μονοπάτι, διά να <b>αραδίζουν</b>, άλλοτε
+εγκαταλείπουσι και αφήνουσι να εκχερσωθή παλαιά και γνώριμος οδός. </p>
+
+<p>Αφού επί πολύ εδίστασεν, ο μπάρμπα Κωνσταντός επροτίμησε τέλος το
+βορειανατολικόν μονοπάτι, και κατέβη ταχέως εις το ρεύμα του Χαιρημονά. Αλλ' εκεί
+δεν δύναται να βαδίση τις, εκτός αν είνε δωδεκαετής παις, και ψάχνει διά καβούρια,
+την ημέραν. Ο δε κυρ Κωνσταντός ήτο εξηκοντούτης, ήτο νυξ και δεν εζήτει καβούρια.
+Το ρεύμα της πηγής του Χαιρημονά, ενούμενον κατωτέρω με το ρεύμα της Παναγίας
+Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εις την θάλασσαν δι' αποτόμου
+κατωφερείας, διά βράχων και μικρών καταρρακτών. Στιγμήν τινα, καθ' ην η σελήνη
+είχε κρυβή άνω εις νέφος, δεν είδε καλά, δεν επάτησε στερεά, ωλίσθησεν από ένα
+βράχον κ' έπεσε με την κεφαλήν και τον κορμόν εις την άμμον, με τους πόδας εις το
+νερόν. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εκτύπησεν ελαφρώς και επόνεσεν, εκ του τιναγμού
+μάλλον και του φόβου, ή εκ του κατάγματος. Ευτυχώς, ολίγω πριν, όταν ευρίσκετο εις
+το ύψωμα, επάνω εις μέγαν υπερκείμενον βράχον, είχεν ιδεί την αντιλαμπήν του
+μικρού ναΐσκου, όπου αρτίως είχε ψαλή η Ανάστασις, και είχεν εννοήσει ότι δεν
+απείχε πλέον πολύ από τον Αγ. Ιωάννην. Ζαλισμένος από την πτώσιν, ήρχισε, με όσην
+είχεν ακόμη δύναμιν, να φωνάζη: «Πού είσαστε; πού είσαστε;» και την φωνήν ταύτην
+είχεν ακούσει ο πρώτος βοσκός, όστις είχεν εξέλθει προς στιγμήν του ναού διά να ίδη
+πώς είχον αι αίγες του. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Ο κυρ Κωνσταντός εσηκώθη χωλαίνων, ηκολούθησε τους βοσκούς, έφθασεν εις
+τον ναΐσκον, όταν ο ιερεύς είχεν αρχίσει τον <b>ασπασμόν</b>, επροσκύνησε και
+έλαβε την θέσιν του εις τον χορόν. Έψαλεν εις όλην την λειτουργίαν, με όλον το
+πέσιμόν του και το πόνεμά του. </p>
+
+<p>Έξω υπό το φέγγος της σελήνης, δεξιόθεν του ναΐσκου, έβρεμε γενναίον πυρ, και ο
+μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ο εκ των πλησιοχώρων της πολίχνης ελθών
+ποιμήν, είχεν οβελίσει ήδη έναν αμνόν και τον έψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διά να τον
+βοηθή εκάθητο, ακουμβών επ' αυτού του τοίχου της εκκλησίας, ανθρωπίσκος τις εκ
+της πόλεως, όστις δεν είχεν εννοηθή πότε και πώς είχεν έλθη εκεί, ο Γιάννης ο
+Μπουκώσης. Ανάμεσα εις την πυράν και εις τον τοίχον, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο
+Καμπογιάννης, με την κίτρινην ζωνάραν, το ξυραφισμένον γένειον και τον
+αγκιστροειδή μύστακα, είχεν αφήσει το μαχαίρι του μετά του θηκαρίου, και ο Γιάννης
+Μπουκώσης από πολλής ώρας δεν είχε παύσει να ρίπτη το βλέμμα εναλλάξ, εις το
+ροδοκοκκινίζον σφαχτόν και εις το μαχαίριον. Αντικρύ, παρά την ρίζαν ενός σχοίνου,
+ίστατο μεγάλη οκταόκαδος φλάσκα. Εκ του τρόπου μεθ' ου ίστατο ακουμβημένη εις το
+κλαδίον του σχοίνου εφαίνετο πλήρης οίνου, μοσχάτου και μαύρου μεμιγμένου. Το
+ροδοκοκκινίζον σφαχτόν έκνιζε και έσιζεν εις το πυρ, η φλάσκα, ως άλλη κλώσσα
+καλούσα τους νεοσσούς της υπό τας πτέρυγας, εφαίνετο καλούσα τους βοσκούς εις
+ευωχίαν υπό τους ατμούς της, έτοιμη να κλώξη και να φυσήση εις την ελαχίστην
+επαφήν της χειρός, εις την ελαχίστην προσέγγισιν του χείλους εις την θηλήν της. </p>
+
+<p>Δύο χωρικοί όρθιοι, πέντε βήματα μακράν του ψητού, της φλάσκας και του
+σχοίνου, ίσταντο και συνωμίλουν ζωηρώς. Είχαν εύρη την ώραν και τον τόπον να
+λογομαχήσωσι δι' έν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περί του οποίου εμάχοντο από
+ετών. </p>
+
+<p>Αντικρύ, προς μεσημβρίαν, επί του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις πέντε
+βράχους, εις τρία μονοπάτια και εις κρημνόν, ευρίσκετο το διαφιλονεικούμενον
+χωράφιον. Ο είς των χωρικών εχειρονόμει, κ' εδείκνυε προς τα εκεί, και ισχυρίζετο ότι
+το χωράφιον το ιδικόν του είχε σύνορον ακριβώς τον τρίτον βράχον προς τα δεξιά.
+</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ το ηύρα παππουδικό μου, έλεγε· δε ρωτάς και το Γιάννη της
+Ψαροδήμαινας, που είμαστε γειτόνοι, εδώ και τριάντα χρόνια... </p>
+
+<p>&nbsp;— Το σύνορο είνε μες τη μέση, ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο
+βράχο, εκεί που βαθουλαίνει ο τόπος, διετείνετο ο άλλος χωρικός· φαίνεται ακόμη
+που ήτον, τον παλαιόν καιρό, αποσκαφή.... </p>
+
+<p>&nbsp;— Κοδζάμ-βράχος, αντέκρουσεν ο πρώτος, κ' εγώ θα πάω να γυρέψω
+ναυρώ την αποσκαφή, για να την κάμω σύνορό μου;.... </p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ήρχισε να γυρίζη αμελέστερον την σούβλαν
+με το σφαχτόν, και η προσοχή του όλη απερροφήθη υπό των δύο χωρικών και της
+λογομαχίας των. </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβε σιγά-σιγά το μαχαίριον το απεγύμνωσεν από το
+θηκάριόν του, έκοψεν επιτηδείως τεμάχιον από τα νεφραιμιά του σφαχτού, το οποίον
+έπαυσε σχεδόν να περιστρέφεται, και το κατεβρόχθισεν απλήστως. </p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/0048.jpg" width="487"
+height="365"
+alt="έκοψεν επιτηδείως τεμάχιον από τα νεφραιμιά " border="2" /><br /></p>
+<p>Ο μπάρμα-Δημήτρης ουδέ παρετήρησε καν την κλοπήν και την λαιμαργίαν του
+ανθρωπίσκου. Εξηκολούθησε να προσέχη εις τους δύο ερίζοντας. </p>
+
+<p>&nbsp;— Και είνε και μέσα στο μπολέτι καθαρά γραμμένο, έλεγεν ο πρώτος των
+δύο· το πήγα στον παπά-Λευθέρη, που ξέρει να διαβάζη τα παλαιά γράμματα, και
+μου το διάβασε τόσαις φοραίς. </p>
+
+<p>&nbsp;— Από μπολετιά δεν ιδρώνει εμένα το μάτι μου, αντέλεγεν ο δεύτερος·
+σαν έχης όρεξι, δεν πας στον μπάρμπ' Αναγνώστη τον Αγέλαστο, να σου φτιάση όσα
+ψεύτικα μπολετιά θέλης... </p>
+
+<p>Ο Δημήτρης ο Καμπογιάννης επρόσεχεν όλος εις την λόγομαχίαν των δύο
+αγροτών. Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβεν εκ νέου το μαχαίριον, το οποίον δεν είχεν
+επιστρέψει εις το θηκάριόν του, έκοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον από το
+μισοψημένον σφαχτόν, και το κατέπιε μονοκόμματον. </p>
+
+<p>Η έρις των δύο χωρικών εξηκολούθει, και η προσοχή μεθ' ης την παρηκολούθει ο
+Καμπογιάννης ήτο αδιάπτωτος. Ο Μπουκώσης, όστις ενόει την μυστηριώδη γλώσσαν
+της φλάσκας, δι' ης αύτη εκάλει τους φίλους της, ως η κλώσσα τους νεοσσούς της,
+έκαμεν έν βήμα με τον δεξιόν πόδα, εν σχήματι ορθής γωνίας, δεύτερον βήμα με το
+αριστερόν γόνυ εις το έδαφος, εξηπλώθη τετραποδίζων, επλησίασεν εις τον σχοίνον,
+και λαβών την μεγάλην οινοβριθή φλάσκαν την επλησίασεν εις τα χείλη του, και έπιε
+γενναίαν δόσιν απνευστί. </p>
+
+<p>Είτα, φύσει φρόνιμος και γνωρίζων ότι, αν έκαμνε και τρίτην απόπειραν κατά του
+σφακτού, ήτο φόβος μη φωραθή επί τέλους, επέστρεψε παρά τον τοίχον της
+εκκλησίας, ολίγον τι απώτερον της πυράς εμαζεύθη κ' εφαίνετο τόσον άκακος και
+νήστις, ως να μην είχε πασχάσει όλως. </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Όταν, αφού ο ιερεύς εξήλθε τελευταίος από της λειτουργίας, και εστρώθη η
+τράπεζα εις τα πρόθυρα του ναού (ήτον περί τα γλυκοχαράμματα), ο μπάρμπα-
+Δημήτρης ο Καμπογιάννης επεχείρησε να τεμαχίση το ψητόν, παρετήρησεν ότι κάτι
+έλειπεν από τα νεφραιμιά, αλλ' εκαμώθη ότι δεν εννόησε τίποτε, και αποτεινόμενος
+προς τον Γιάννην τον Μπουκώσην, είπε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Κύτταξε!... Περίεργο... Δεν είνε παράξενο να γεννήθηκε σακάτικο αυτό το
+αρνί, παιδί μου Γιάννη. </p>
+
+<p>Εξηκολούθησεν ησύχως να κατακόπτη το ψητόν, είτα επανέλαβε: </p>
+
+<p>&nbsp;— Πολλά παράξενα σημεία και θάμματα γίνονται 'ς αυτά τα στερνά τα
+χρόνια... Για βάλε με το νου σου, να φέρω αρνί σακάτικο γεννημένο απ' τη μάνα του,
+και να μην το καταλάβω!.. Τι να γένη, ας έχη δόξα ο Θεός! </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Μπουκώσης δεν είπε γρυ. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, καθ' ην
+παρετίθετο επί της τραπέζης το ψητόν, ο μπάρμπα-Δημήτρης έκρυψεν επιτηδείως τας
+δύο στάμνας του νερού οπού είχεν ακόμη γεμάταις, κ' επαρουσίασεν εις την τράπεζαν
+δύο άδειαις, λέγων ότι δυστυχώς είχε λησμονήσει να στείλη εγκαίρως εις του
+Χαιρημονά την βρύσιν να πάρη νερόν, και ήτον ανάγκη να υπάγη τώρα κάποιος. </p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σ εσένα πέφτει ο κλήρος, παιδί μου Γιάννη, είπεν αποτεινόμενος προς
+τον Μπουκώσην. Σύρε να γεμίσης τα δυο σταμνιά, νάχης την ευκή του παπά μας, και
+σε καρτερούμε, δεν τρώμε... Πάρε και μια αναμμένη λαμπάδα να βλέπης στο δρόμο,
+και πάτει γερά, ώμορφα ώμορφα... να μη σπάσης τα σταμνιά, και το πάθης σαν το
+τραγούδι που λένε... και μας αφήσης κ' εμάς χωρίς νερό. </p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Μπουκώσης επεθύμει ν' αρνηθή, αλλά δεν ετόλμα. Εφορτώθη τα δύο
+σταμνία κ' εξεκίνησε διά την πηγήν του Χαιρημονά, ήτις απείχε περί τα δύο μίλια, και
+ήτις έτρεχε τόσον φειδωλή ως το δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. Εχρειάζετο
+σωστήν μίαν ώραν διά να υπάγη να γεμίση τα σταμνία και να επιστρέψη. </p>
+
+<p>Ευθύς ως ανεχώρησεν ούτος, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης, έβγαλεν εις
+το φανερόν τας δύο πλήρεις στάμνας, και επειδή ο ιερεύς δεν εννόει, εξηγήθη και
+είπεν: — Είχα νερό, μα ήθελα να τονε παιδέψω, τον αφιλότιμο... Ακούς εκεί, να μου
+κάμη γρουσουζιά χρονιάρα μέρα, να μου κόψη μεζέδες απ' το σφαχτό, ενώ το έψηνα,
+και να μην πάρω κάβο!... </p>
+
+<p style='text-align:center; margin-top: 2em'>***<br /></p>
+
+<p>Όταν επέστρεψεν από την βρύσιν του Χαιρημονά, φέρων τα δύο σταμνία ο Γιάννης
+ο Μπουκώσης, ήτο ήδη ημέρα, το ψητόν είχε καταβροχθισθή, και μόνη η διακριτική
+φιλαδελφία της θειά Μαθηνώς της Ψευτομετάνισσας, και της θειά Σεραΐνας, της
+σημαιοφόρου των πανηγυριών, του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να
+φάγη και κάμη Λαμπρήν, ο πειναλέος ανθρωπίσκος. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 4em">ΤΕΛΟΣ</h4>
+
+<hr></hr>
+
+<p>ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩΝ ΗΛΙΑ Ν. ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ </p>
+
+<p>
+<br />
+ΕΡΓΑ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ </p>
+
+<p>ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΠΩΛΟΥΜΕΝΑ ΕΝ ΤΩ ΗΜΕΤΕΡΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ </p>
+
+<p>
+<br />
+ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ΔΡΑΧ. 2.50 <br />
+ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;2.
+50 <br />
+ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;&nbsp;2.50 </p>
+
+<hr></hr>
+
+<p id='fn1'><br /><br />1) Κούτρης, (ήτοι κέσφος = κεφαλάς) καλείται παρ'
+ημίν το αβάπτιστον άρρεν, <b>Κοσσού</b> δε το θήλυ· <b>Δράκος
+</b> και <b>Δρακούλα</b>, καλούνται τα βαπτισμένα βρέφη,
+κατόπιν δυσχερούς τινος ή επιφόβου και αντιπαθούς νόσου,
+οίον σπασμών, επιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα την προσηγορίαν
+ταύτην ως αλεξητήριον και φυλακτικόν κατά πάσης βασκανίας.
+Εν τω κειμένω ο Κούτρης = σπανός.<a href='#ref1' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn2'>2) άσ'βος, άσουβος = άβυσος.<a href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn3'>3) Αι Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκονται, κατά το αρχαίον Τυπικόν,
+εν τοις ιεροίς μοναστηρίοις αφ' εσπέρας του Μ. Σαββάτου, προ της Παννυχίδος δηλ.
+και του όρθρου του Πάσχα.<a href='#ref3' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn4'>4) Ιδιόρρυθμα λέγονται τα μοναστήρια όσα δεν είνε Κ ο ι ν ό β ι α, δεν
+τηρούσι δηλ. την αρχαίαν αυστηράν κοινοβιακήν τάξιν.<a href='#ref4'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Easter Time Short Stories, by
+Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EASTER TIME SHORT STORIES ***
+
+***** This file should be named 31653-h.htm or 31653-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/1/6/5/31653/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+