diff options
Diffstat (limited to '28606-h')
| -rw-r--r-- | 28606-h/28606-h.htm | 7838 | ||||
| -rw-r--r-- | 28606-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 60491 bytes |
2 files changed, 7838 insertions, 0 deletions
diff --git a/28606-h/28606-h.htm b/28606-h/28606-h.htm new file mode 100644 index 0000000..edbc2a1 --- /dev/null +++ b/28606-h/28606-h.htm @@ -0,0 +1,7838 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" +"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Λουκιανός, Άπαντα Τόμος Έκτος" /> +<title>Λουκιανός Άπαντα 6</title> +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 6, by Lucian + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Complete Works, Volume 6 + +Author: Lucian + +Translator: Ioannis Kondilakis + +Posting Date: March 14, 2012 [EBook #28606] +First Posted: April 25, 2009 +Last Updated: November 21, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 6 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis + + + + + +</pre> + + +<img src="images/cover.jpg" hspace="30" width="410" height="586" +alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /> + +<p>Release Date: April 25, 2009 [EBook #28606] Last Updated: November +21, 2009</p> + +<p> +Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis</p> + +<p> +</p> + +<p>Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have +been transferred at the end of the book.</p> + +<p>In three instances, missing words have been denoted by []. For one +of them, I have supplied what I think it is. I have added a note +included in //</p> + +<p>The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.</p> + +<p>Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των +σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.</p> + +<p>Σε τρεις περιπτώσεις που λείπουν λέξεις έχω χρησιμοποιήσει []. Σε +μια από αυτές έχω γράψει την λέξη που νομίζω ότι είναι. Μια σημείωσή +μου περιβάλλεται από //.</p> + +<p>Το τονικό σύστημα έχει αλλαχτεί από πολυτονικό σε μονοτονικό.</p> + +<p style='text-align:center;'> +<br /> +<b>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</b></p> + +<p> +</p> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ</h2> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΠΑΝΤΑ</h3> + +<p> +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ</h4> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ</h3> + +<p> +</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ</h3> + +<p> +</p> + + +<p>ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Εικόνες. — Υπέρ των εικόνων. — Εταιρικοί +διάλογοι. — Όνειρον ή Αλεκτρυών. — Συμπόσιον ή Λαπίθαι. — Ζευς +τραγωδός. — Συστημάτων Δημοπρασία. — Αλιεύς ή αναζήσαντες. — +Ηρόδοτος ή Αετίων.</p> + +<p> +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<br /> +1911</h4> + +<p> +</p> + +<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ</p> + +<p>ΑΠΑΝΤΑ</p> + +<p> +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΙΚΟΝΕΣ +(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>) +</h4> + +<p> +<br /> +ΛΥΚΙΝΟΣ. Αναμφιβόλως εκείνο το οποίον έπαθα προ ολίγου, όταν είδα +μίαν ωραιοτάτην γυναίκα, είνε ό,τι επάθαιναν όσοι αντίκρυζαν την +Γοργόνα· διότι ακριβώς παρ' ολίγον να μεταβληθώ εξ ανθρώπου εις +πέτραν από την κατάπληξιν.</p> + +<p>ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Βέβαια θα ήτο εξαιρετικόν και λίαν καταπληκτικόν το +θέαμα, αφού και τον Λυκίνον ηδυνήθη να εκπλήξη, και μάλιστα όταν το +αντικείμενον ήτο γυναίκα. Αν ήτο κανείς έφηβος δεν θ' απορούσα, διότι +συχνότατα σου συμβαίνει να μένης εκστατικός ενώπιον των ωραίων νέων +και είνε ευκολώτερον να μετακινήση κανείς ολόκληρον το Σίπυλον + +(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>) + παρά να σε αποσπάση από τους ωραίους, όταν στέκεσαι ενώπιόν των με +το στόμα ανοικτόν και τα μάτια βουρκωμένα πολλάκις, όπως η κόρη του +Ταντάλου. Αλλά δεν μου λες, ποία ήτο αυτή η απολιθώνουσα Μέδουσα και +από πού ήτο διά να μάθω και εγώ; διότι δεν πιστεύω να θέλης μόνον διά +τον εαυτόν σου το θέαμα και να ζηλοτυπήσης εάν και εγώ θελήσω να +απολιθωθώ μαζή σου.</p> + +<p>ΛΥΚ. Πρέπει να ξέρης ότι και μακρόθεν αν την ατενίσης, θα σε +καταστήση πλέον ακίνητον και άλαλον από τα αγάλματα. Αλλ' ίσως αυτό +είνε το ολιγώτερον επικίνδυνον εάν όμως σε ατενίση και εκείνη, δεν θα +υπάρχη πλέον τρόπος να απομακρυνθής, αλλά θα σε σύρη ως δεσμευμένον +όπου θέλει, όπως η πέτρα του Ηρακλέους σύρει τον σίδηρον. ΠΟΛ. +Παύσε, Λυκίνε, να μου εκφράζης με υπερβολάς τον θαυμασμόν σου και +λέγε μου ποία ήτο αυτή η γυναίκα.</p> + +<p>ΛΥΚ. Ενώ συ νομίζεις ότι λέγω υπερβολάς, εγώ φοβούμαι ότι αν την +ίδης θα σου φανούν κατώτεροι αυτής οι έπαινοί μου· τόσον ωραιοτέρα θα +σου φανή. Αλλά ποία είνε δεν γνωρίζω· το μόνον το οποίον δύναμαι να +σου είπω είνε ότι είχε μεγάλην ακολουθίαν δούλων, ευνούχων και +θεραπαινίδων και εν γένει εφαίνετο ότι ανήκεν εις τάξιν ανωτέραν.</p> + +<p>ΠΟΛ. Ουδέ τ' όνομά της γνωρίζεις; Δεν ηρώτησες πώς ονομάζεται;</p> + +<p>ΛΥΚ. Όχι· το μόνον που γνωρίζω είνε ότι πατρίδα έχει την Ιωνίαν· +διότι είς εκ των θεατών, ο οποίος ευρέθη πλησίον μου, είπεν, αφού +εκείνη επέρασε· Τοιαύτα είνε τα Σμυρναϊκά κάλλη. Αλλά δεν είνε +παράδοξον ότι η ωραιοτέρα των Ιωνικών πόλεων παρήγαγε την ωραιοτέραν +των γυναικών. Εμάντευσα δε ότι και αυτός ο οποίος είπεν αυτά ήτο +Σμυρναίος και υπερηφανεύετο διά το κάλλος της γυναικός εκείνης.</p> + +<p>ΠΟΛ. Αληθώς εφέρθης ως πέτρα, αφού ούτε την παρηκολούθησες, ούτε +τον Σμυρναίον εκείνον ηρώτησες ποία ήτο [;;;;] προσπάθησε τουλάχιστον +να μου την παραστήσης με λόγους ποία ήτο και ίσως θα την +αναγνωρίσω.</p> + +<p>ΛΥΚ. Η απαίτησίς σου είνε μεγάλη. Δεν αρκεί η δύναμις των λόγων +και μάλιστα η ιδική μου ευφράδεια να εξεικονίση κάλλος τόσον +θαυμάσιον, διά το οποίον μόλις θα ήσαν ικανοί ο Απελλής ή ο Ζεύξις ή +ο Παρράσιος, ο Φειδίας ή ο Αλκαμένης. Εγώ με την ασθενή μου τέχνην θα +ζημιώσω το πρωτότυπον.</p> + +<p>ΠΟΛ. Ειπέ μου τέλος πάντων πώς ήτο η μορφή της. Δεν δύνασαι να +κατηγορηθής ως παράτολμος, διότι θα επιχειρήσης να δώσης μίαν ιδέαν +εις φίλον σου.</p> + +<p>ΛΥΚ. Μου φαίνεται ότι ασφαλέστερα θα το κατορθώσω αν καλέσω εις +βοήθειάν μου μερικούς εκ των αρχαίων τεχνιτών, διά να μου +αναπαραστήσουν την γυναίκα εκείνην.</p> + +<p>ΠΟΛ. Τι εννοείς; Πώς θα έλθουν εις βοήθειάν σου άνθρωποι οι οποίοι +προ τόσου καιρού έχουν αποθάνη;</p> + +<p>ΛΥΚ. Ευκόλως· αρκεί να μου απαντήσης εις μερικάς ερωτήσεις.</p> + +<p>ΠΟΛ. Καλά, ερώτα.</p> + +<p>ΛΥΚ. Εταξείδευσές ποτε, Πολύστρατε, εις την Κνίδον;</p> + +<p>ΠΟΛ. Βέβαια.</p> + +<p>ΛΥΚ. Επομένως θα είδες βέβαια και την εκεί Αφροδίτην. ΠΟΛ. +Μάλιστα· είνε το ωραιότερον δημιούργημα του Πραξιτέλους.</p> + +<p>ΛΥΚ. θα ήκουσες και τον μύθον τον οποίον διηγούνται οι εντόπιοι +περί αυτής, ότι δηλαδή κάποιος ερωτεύθη το άγαλμα και διαφυγών την +προσοχήν έμεινε μίαν νύκτα εντός του ναού και ικανοποίησε το πάθος +του, όσον τούτο είνε δυνατόν με άγαλμα. Αλλά περί τούτου δεν +πρόκειται τώρα. Αφού δε, ως λέγεις, είδες το άγαλμα εκείνο, τώρα να +μου απάντησης και εις μίαν άλλην ερώτησιν, αν είδες και την +Αφροδίτην, η οποία ευρίσκεται εις τας Αθήνας, την εν κήποις Αφροδίτην +του Αλκαμένους.</p> + +<p>ΠΟΛ. θα ήμουν ο οκνηρότερος των Αθηναίων, Λυκίνε, εάν δεν είχα ιδή +μέχρι τούδε το ωραιότερον από τα έργα του Αλκαμένους.</p> + +<p>ΛΥΚ. Θεωρώ περιττόν να σε ερωτήσω, Πολύστρατε, εάν ανέβης πολλάκις +εις την ακρόπολιν και παρετήρησες την Σωσάνδραν του Καλάμιδος.</p> + +<p>ΠΟΛ. Και αυτήν την είδα, πολλάκις.</p> + +<p>ΛΥΚ. Καλά. Από δε τα έργα του Φειδίου ποίον σου ήρεσε +περισσότερον;</p> + +<p>ΠΟΛ. Ποίον άλλο παρά η Λημνία +(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>) + την οποίαν τόσον εξετίμα ο Φειδίας, ώστε και εχάραξεν επί του +αγάλματος το όνομά του; Αλλά και η Αμαζών, η οποία στηρίζεται επί της +λόγχης, δεν μου αρέσει ολιγώτερον.</p> + +<p>ΛΥΚ. Αυτά τωόντι είνε τα καλλίτερα και δεν έχομεν ανάγκην άλλων +τεχνιτών. Τώρα λοιπόν θα προσπαθήσω να πάρω εξ εκάστου των αγαλμάτων +τούτων ό,τι εξαίρετον έχει να το συναρμόσω εις μίαν εικόνα.</p> + +<p>ΠΟΛ. Και πώς θα το κατορθώσης αυτό;</p> + +<p>ΛΥΚ. Δεν είνε δύσκολον, Πολύστρατε, εάν παραδόσωμεν τα αγάλματα +εις τον λόγον και επιτρέψωμεν εις αυτόν να μεταφέρη και συνθέση και +συναρμόση όσον το δυνατόν ευρυθμότατα τας καλλονάς αυτών εις +μίαν.</p> + +<p>ΠΟΛ. Καλά· ας τα παραλάβη λοιπόν και ας τα συνθέση, διότι είμαι +περίεργος να ίδω πώς θα τα μεταχειρισθή και πώς εκ τόσων εικόνων θα +συνθέση μίαν χωρίς δυσαρμονίας.</p> + +<p>ΛΥΚ. Λοιπόν τώρα θα ίδης πώς θα συναρμόση ο λόγος το καλλιτέχνημά +του. Από την Αφροδίτην της Κνίδου θα λάβη μόνον της κεφαλήν· δεν θα +χρειασθή τίποτε από το άλλο σώμα, το οποίον είνε γυμνόν. Την κόμην, +το μέτωπον και τας ωραίας γραμμάς των φρυδιών θ' αφήση όπως τα έκαμεν +ο Πραξιτέλης, θα διατηρήση επίσης την υγρότητα των οφθαλμών ομού με +την φαιδρότητα και την χάριν, όπως τα θέλει ο Πραξιτέλης. Τα δε μήλα +και όλα τα άλλα εξέχοντα μέρη του προσώπου θα λάβη από τον Αλκαμένην +και την εν κήποις, προσέτι δε τα άκρα των χειρών και των καρπών την +ευρυθμίαν και τους στρογγυλούς δακτύλους τους λεπτυνομένους κατά τα +άκρα. Το όλον δε περίγραμμα του προσώπου, την αβρότητα των παρειών +και την σύμμετρον μύτην θα δώσουν η Λημνία και ο Φειδίας. Ο ίδιος θα +μας δώση και του στόματος την αρμονικήν σχισμήν και τον αυχένα της +Αμαζόνος του· η δε Σωσάνδρα και ο Κάλαμις θα την στολίσουν με την +αιδημοσύνην και θα της δώσουν το σεμνόν και μόλις φαινόμενον μειδίαμα +εκείνης. Και το ευσταλές και την σεμνότητα του ιματισμού παρά της +Σωσάνδρας επίσης θα λάβη, με την διαφοράν μόνον ότι η δική μας θα έχη +την κεφαλήν άσκεπη. Ανάστημα θα έχη ίσον με την Κνιδίαν Αφροδίτην και +ο Πραξιτέλης θα μας δώση και τας αναλογίας ταύτας. Τώρα πώς σου +φαίνεται, Πολύστρατε; θα γίνη ωραίον το άγαλμά μας;</p> + +<p>ΠΟΛ. Βέβαια εάν εκτελεσθή, με τελείαν ακρίβειαν· διότι ελησμόνησες +κάτι τι, θαυμάσιε αγαλματοποιέ, πολύ σπουδαίον, ενώ συνεσώρευες τόσα +και τόσα εις το έργον σου.</p> + +<p>ΛΥΚ. Τι ελησμόνησα;</p> + +<p>ΠΟΛ. Κάτι τι, φίλε μου, από τα σπουδαιότερα, εκτός εάν νομίζης ότι +ολίγον συντελεί προς το κάλλος το χρώμα και μάλιστα το αρμόζον εις +έκαστον μέρος του κάλλους, ούτως ώστε να είνε μαύρα εντελώς όσα +πρέπει να είνε μαύρα, λευκά όσα πρέπει να είνε λευκά και το ερύθημα +να επανθή και τα τοιαύτα. Άνευ αυτών το έργον μας κινδυνεύει να έχη +την μεγαλειτέραν έλλειψιν.</p> + +<p>ΛΥΚ. Πόθεν λοιπόν θα λάβωμεν και αυτά· ή πρέπει να καλέσωμεν εις +βοήθειαν ημών τους ζωγράφους και μάλιστα εκείνους οίτινες +ανεδείχθησαν άριστοι μεταξύ αυτών, διά ν' αναμίξουν τα χρώματα και +χρωμαΤιςουν την εικόνα καταλλήλως; Λοιπόν ας καλέσωμεν τον Πολύγνωτον +και τον Ευφράνορα, τον Απελλήν και τον Αετίωνα· ας διαιρέσουν δε +ούτοι το έργον μεταξύ των και ο μεν Ευφράνωρ ας χρωμαΤιςη την κόμην +όπως εζωγράφισε την κόμην της Ήρας, ο δε Πολύγνωτος την ωραίαν +γραμμήν των φρυδιών και το ερύθημα των παρειών, όπως εζωγράφισε την +Κασάνδραν εις την λέσχην των Δελφών· ο ίδιος ας ζωγραφίση το φόρεμα, +λεπτότατα εξειργασμένον, ούτως ώστε μέρος μεν αυτού να είνε +συνεσφιγμένον, το δε άλλον να κυματίζη και να κολπούται υπό του +άνεμου. Το άλλο σώμα ας ζωγραφίση ο Απελλής, κυρίως κατά το υπόδειγμα +της Πακάτης +(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>) + όχι καθ' υπερβολήν λευκόν, αλλ' απλώς ζωογονούμενον υπό του αίματος· +τα δε χείλη να γίνουν όπως ο Αετίων εζωγράφισε της Ροξάνης τα χείλη. +Αλλά μάλλον τον άριστον των ζωγράφων Όμηρον πρέπει να καλέσωμεν μετά +του Απελλού και του Ευφράνορος. Το όλον χρώμα του σώματος πρέπει να +είνε όμοιον προς εκείνο το οποίον ο ποιητής της Ιλιάδος απέδωκεν εις +τον Μενέλαον, παρομοιάσας τους μηρούς αυτού με ελεφαντοκόκαλον +ελαφρώς πορφυρωμένον. Ο ίδιος ας ζωγραφίση και τους οφθαλμούς και ας +την κάμη βοώπιν. Θα τον βοηθήση δε εις το έργον και ο Θηβαίος +ποιητής, διά να την κάμη ιοβλέφαρον. Και φιλομειδή να την καταστήση ο +Όμηρος και λευκώλενον και ροδοδάκτυλον και εν γένει να την εξομοιώση +προς την χρυσήν Αφροδίτην πλέον ή την Βρυσηίδα. Αυτά θα κάμουν οι +ζωγράφοι και οι γλύπται. Αλλ' εκείνο το οποίον επανθεί εις όλα ταύτα, +η χάρις ή μάλλον όλαι αι χάριτες ομού και όλοι οι έρωτες, ποίος θα +δυνηθή να το μιμηθή;</p> + +<p>ΠΟΛ. Αυτή, Λυκίνε, θα είνε θαύμα ωραιότητος, όπως την περιγράφεις, +και κάτι τι θείον το οποίον έπεσεν εξ ουρανού. Τι δε έκαμνεν όταν την +είδες;</p> + +<p>ΛΥΚ. Εκράτει βιβλίον κατά το ήμισυ τυλιγμένον και εφαίνετο ότι +μέρος αυτού είχεν αναγνώση και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν του +επίλοιπου. Ενώ δε εβάδιζε, κάτι έλεγε και προς έν των προσώπων της +ακολουθίας της, αλλά δεν γνωρίζω τι έλεγε, διότι δεν ωμίλει +μεγαλοφώνως. Όταν δε εμειδίασε, Πολύστρατε, έδειξε κάτι δόντια, που +δεν δύναμαι να σου παραστήσω την λευκότητα, των, την συμμετρίαν και +την συναρμογήν. Αν έτυχε να ίδης περιδέραιον από λαμπροτάτους και +ισομεγέθεις μαργαρίτας, θα δυνηθής να φαντασθής την λαμπρότητα και +την κανονικότητά των. Το ερύθημα των χειλέων ανεδείκνυεν έτι μάλλον +την λευκότητά των. Θα ηδύνατό τις να τους συγκρίνη προς το +στιλβωμένον ελεφαντοκόκαλον περί του οποίου ομιλεί ο Όμηρος, και δεν +ήσαν οι μεν πλατύτεροι των δε ή προέχοντες ή αραιοί, όπως συμβαίνει +εις τας περισσοτέρας γυναίκας, αλλ' η ισότης των ήτο τελεία και είχον +το αυτό χρώμα και το αυτό μέγεθος και ομοίως όλοι ήσαν συνηρμοσμένοι. +Εν γένει το θέαμα ήτο θαυμάσιον και πάσαν ανθρωπίνην καλλονήν +υπερέβαινε.</p> + +<p>ΠΟΛ. Στάσου. Μαντεύω τώρα πολύ καλά απ' αυτά που λέγεις και την +πατρίδα της, ποίαν γυναίκα εννοείς. Είπες ότι την ηκολούθουν και +ευνούχοι.</p> + +<p>ΛΥΚ. Μάλιστα και μερικοί στρατιώται ακόμη.</p> + +<p>ΠΟΛ. Είνε η περίφημος ερωμένη του βασιλέως +(<sup><a href="#fn5" id="ref5">5</a></sup>) + αυτή που ηυτύχησες να ίδης.</p> + +<p>ΛΥΚ. Και πώς ονομάζεται;</p> + +<p>ΠΟΛ. Και το όνομά της είνε επίσης πολύ μουσικόν και χαριτωμένον, +Λυκίνε· είνε ομώνυμος με την αξιέραστον σύζυγον του Αβραδάτα +(<sup><a href="#fn6" id="ref6">6</a></sup>) +, την οποίαν θα γνωρίζης βέβαια εκ του Ξενοφώντος, όστις την +εγκωμιάζει διά την σωφροσύνην και το κάλλος της.</p> + +<p>ΛΥΚ. Βεβαίως και η ιστορία της μου κάνει τόσην εντύπωσιν, ώστε +οσάκις την αναγινώσκω, νομίζω ότι βλέπω την γυναίκα εκείνην και την +ακούω να λέγη όσα της αποδίδει ο Ξενοφών, όταν έδιδε τα όπλα εις τον +άνδρα της και τον προέπεμπεν αναχωρούντα εις τον πόλεμον.</p> + +<p>ΠΟΛ. Αλλά συ, φίλε μου, την είδες μίαν φοράν ως αστραπήν και +ενεθουσιάσθης διά το κάλλος της μορφής και του σώματός της· δεν +γνωρίζεις δε της ψυχής της τα κάλλη τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα +και θειότερα. Εγώ όμως την γνωρίζω καθ' ολοκληρίαν διότι και σχετικός +της είμαι και συμπατριώτης. Ως δε γνωρίζεις, αποδίδω μεγαλειτέραν +σημασίαν εις την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την φιλανθρωπίαν, την +μεγαλοφροσύνην, την φρόνησιν, την μόρφωσιν του πνεύματος παρά εις το +κάλλος. Και αυτά τωόντι έχουν μεγαλειτέραν αξίαν από τα σωματικά +προτερήματα· διότι θα ήτο παράλογον και γελοίον εάν εξετίμα κανείς +περισσότερον το φόρεμα παρά το σώμα. Το τέλειον δε κάλλος κατά την +γνώμην μου είνε εκείνο εις το οποίον συντρέχει η αρετή της ψυχής και +του σώματος η καλλονή, θα ηδυνάμην να σου δείξω πολλάς γυναίκας αι +οποίαι έχουν ωραίαν και ευχάριστον την μορφήν, αλλά κατά τα αλλά +καταισχύνουν το κάλλος, ούτως ώστε και μόνον αν ανοίξουν το στόμα διά +να ομιλήσουν το κάλλος των μαραίνεται και εξαφανίζεται, διότι +αποδεικνύεται ότι υπηρετεί ψυχήν δυσειδή και κακήν. Αι τοιαύται +γυναίκες μου φαίνονται όμοιαι προς τους Αιγυπτιακούς ναούς, οι οποίοι +είνε ωραίοι και μεγαλοπρεπείς, στολισμένοι με πολύτιμα μάρμαρα, με +χρυσόν και ζωγραφιαίς· αλλ' αν εισέλθης και αναζητήσης τον θεόν εις +τον οποίον είνε αφιερωμένοι, θα συναντήσης πίθηκον ή ίβιν ή τράγον ή +γάτον. Τοιαύτας γυναίκας συναντά κανείς πολλάς. Δεν αρκεί λοιπόν το +κάλλος, εάν δεν έχη και τα πρέποντα κοσμήματα, εννοώ δε όχι πολυτελή +ενδύματα και αλλά εξωτερικά στολίσματα, αλλ' εκείνα τα οποία ανέφερα, +την αρετήν, την φρόνησιν, την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την +φιλανθρωπίαν και όλα τα άλλα τα οποία αποτελούν τον ηθικόν χαρακτήρα +της γυναικός εκείνης.</p> + +<p>ΛΥΚ. Λοιπόν η σειρά σου τώρα, Πολύστρατε, να με πληρώσης διά του +αυτού νομίσματος και μάλιστα με το παραπάνω, και να μου δώσης την +ψυχικήν της εικόνα, αφού δύνασαι, διά να μη την θαυμάζω μόνον κατά το +ήμισυ.</p> + +<p>ΠΟΛ. Αυτό το οποίον μου ζητείς, φίλε μου, δεν είνε μικρόν και +εύκολον διότι δεν είνε ομοίως εύκολον να παραστήση κανείς διά του +λόγου πράγματα τα οποία εις όλους είνε ορατά, και πράγματα τα οποία +δεν φαίνονται. Διά να ζωγραφίσω και εγώ την εικόνα, την οποίαν μου +ζητείς, θα χρειασθώ συνεργάτας, όχι πλέον γλύπτας μόνον και +ζωγράφους, αλλά και φιλοσόφους, ώστε να κατασκευάσω το άγαλμα +σύμφωνον προς τους κανόνας εκείνων και κατά τα υποδείγματα της +αρχαίας πλαστικής. Αλλά θα επιχειρήσω. Και εν πρώτοις να την +φαντασθής με φωνήν γλυκείαν και αρμονικήν. Εις αυτήν θα ήρμοζε μάλλον +παρά εις τον γέροντα της Πύλου εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος. Η +φωνή της είνε γλυκυτέρα του μέλιτος. Εν γένει δε ο τόνος της λαλιάς +της είνε απαλώτατος, ούτε βαρύς, ώστε να φαίνεται ανδρικός, ούτε +παραπολύ λεπτός, ώστε να φαίνεται καθ' υπερβολήν θηλυπρεπής και +ασθενής, αλλ' όπως είνε η φωνή του παιδίου, το οποίον δεν έφθασεν εις +την ήβην, γλυκεία και ευχάριστος και τόσον μαλακά εισδύουσα εις την +ακοήν, ώστε και όταν παύη, να παραμένη απήχημα αυτής και ως ηχώ +παρατείνουσα τα λεγόμενα και εις την ψυχήν αφήνουσα ίχνη των λόγων +ευχάριστα και πλήρη πειθούς. Όταν συμβαίνη και να τραγουδή και +μάλιστα συνοδευομένη υπό κιθάρας, ο θαυμασμός υπερβαίνει κάθε όριον +και πρέπει να σιωπούν αμέσως αλκυόνες και τέττιγες και κύκνοι, διότι +όλα φαίνονται συγκρινόμενα προς αυτήν χωρίς χάριν. Και αυτή η κόρη +του Πανδίονος +(<sup><a href="#fn7" id="ref7">7</a></sup>) + θα φανή άτεχνος και χωρίς μουσικά χαρίσματα, παρ' όλην την ποικιλίαν +των μελωδιών της.</p> + +<p>Ο δε Ορφεύς και ο Αμφίων, οίτινες υπήρξαν οι γοητευτικότεροι των +μουσικών και διά της μουσικής των συνεκίνουν και αυτά τα άψυχα, αν +ήκουον το άσμα της γυναικός εκείνης, θ' άφιναν τας κιθάρας και θα +εστέκοντο να την ακούουν. Διότι πώς ηδύναντο να κρατούν τόσην +αρμονίαν και τόσην ακρίβειαν ρυθμού και το πλήκτρον της κιθάρας να +κτυπά συγχρόνως με την γλώσσαν και πώς ηδύναντο να έχουν την +λεπτότητα εκείνην και την ευκινησίαν των δακτύλων ο Θραξ εκείνος και +ο άλλος ο οποίος επηγγέλλετο τον βουκόλον επί του Κιθαιρώνος και +συγχρόνως κατεγίνετο εις την κιθάραν; Ώστε αν τύχη ποτέ, Λυκίνε, και +την ακούσης να τραγουδή, δεν θα πάθης μόνον ό,τι οι βλέποντες τας +Γοργόνας αλλά θα εννοήσης και τι επάθαιναν οι ακούοντες το άσμα των +Σειρήνων. Είμαι βέβαιος ότι θα γοητευθής εις τοιούτον βαθμόν, ώστε θα +λησμονήσης και πατρίδα και συγγενείς· και αν ακόμη φράξης με κηρόν τα +ώτα, και διά του κηρού θα εισδύση εις την ακοήν σου η μελωδία. +Τοιούτον είνε το άσμα αυτής και τόσα πολλά θέλγητρα έχει, ώστε σου +εμπνέει την ιδέαν ότι την εδίδαξαν αι Μούσαι. Εν γένει δε πρέπει να +φαντασθής το άσμα της οποίον έπρεπε να είνε το εξερχόμενον εκ +τοιούτων χειλέων και διά τοιούτων οδόντων. Αφού δε την είδες, δύνασαι +να φαντασθής ότι την ακούεις. Ότι η γλώσσα της είνε καθαρώς Ιωνική +και ακριβής και ότι ομιλεί με ευφράδειαν και με πολλήν Αττικήν χάριν +δεν είνε παράδοξον διότι το χάρισμα τούτο έχει από την πατρίδα της· +ούτε ήτο δυνατόν να συμβαίνη άλλως, προκειμένου περί προσώπου +συγγενεύοντος προς τους Αθηναίους λόγω της αποικίας. Δεν είνε επίσης +παράδοξον ότι της αρέσει η ποίησις και πολύ καταγίνεται εις αυτήν, +αφού είνε συμπολίτις του Ομήρου. Ιδού, αγαπητέ Λυκίνε, μία εικών, η +εικών της καλλιφωνίας αυτής και του άσματος, η οποία παριστά το +αντικείμενον ασθενέστατα. Μετ' αυτήν θα συνθέσω και άλλας, διότι δεν +έχω σκοπόν να σε μιμηθώ και να συνθέσω μίαν εκ πολλών· τούτο δεν θα +είνε αρκετόν, διότι με όσην τελειότητα και αν εκτελεσθή, δεν θα είνε +αρκετή μία εικών να παραστήση τόσα διάφορα κάλλη, τα οποία αμιλλώνται +κατά την τελειότητα· αλλά δι' εκάστην αρετήν της ψυχής πρέπει να +γραφή μία εικών σύμφωνος προς το αρχέτυπον.</p> + +<p>ΛΥΚ. Μου προαναγγγέλλεις μίαν απόλαυσιν, Πολύστρατε, εκ των πλέον +εξαιρέτων και φαίνεται ότι θα μου αποδώσης με το παραπάνω ό,τι σου +έδωκα. Εκτέλεσε λοιπόν την υπόσχεσίν σου και να είσαι βέβαιος ότι η +ευχαρίστησις την οποίαν θα μου προξενήσης θα είνε ασύγκριτος.</p> + +<p>ΠΟΛ. Λοιπόν, επειδή εξ όλων των ωραίων πραγμάτων το ωραιότερον +είνε η παιδεία, ας συνθέσωμεν και την εικόνα αυτής, η οποία θα είνε +ποικίλη και πολύμορφος, ώστε ουδέ κατά τούτο να υστερήσω της +πλαστικής σου τέχνης. Λοιπόν ας την παραστήσωμεν προικισμένην με όλα +και αθρόα τα χαρίσματα του Ελικώνος, ούτως ώστε να μη γνωρίζη μόνον +όσα η Κλειώ, η Πολυμνία, η Καλλιόπη και αι άλλαι Μούσαι γνωρίζουν +ιδιαιτέρως εκάστη, αλλ' όσα γνωρίζουν όλαι ομού και επί πλέον την +σοφίαν του Ερμού και του Απόλλωνος. Πρέπει να την στολίσωμεν με όλα +όσα οι ποιηταί εμμέτρως ή οι ρήτορες ευφραδώς εξέφρασαν και οι +συγγραφείς ιστόρησαν και οι φιλόσοφοι συνεβούλευσαν· αυτά όμως δεν +πρέπει να περιορισθούν μόνον εις τον επιπόλαιον χρωματισμόν, αλλά +πρέπει να εισχωρήσουν και εις το βάθος της εικόνος δι' ανεξιτίλων και +αφθόνων χρωμάτων. Πρέπει δε να συγχωρηθώ εάν δεν δύναμαι να επιδείξω +κανέν αρχαίον πρότυπον της εικόνος ταύτης, διότι ουδέν τοιούτον +μνημονεύεται μεταξύ των διαπρεψάντων κατά την αρχαιότητα εις την +παιδείαν. Αλλά τέλος πάντων ας θεωρηθή τελειωμένη και αυτή η εικών +και ας αναρτηθή, διότι και όπως έχει δεν μου φαίνεται να είνε +κακή.</p> + +<p>ΛΥΚ. Εξ εναντίας είνε πολύ ωραία, Παλύστρατε, και εις όλας της τας +γραμμάς ακριβής.</p> + +<p>ΠΟΛ. Κατόπιν αυτής πρέπει να ζωγραφίσω την εικόνα της σοφίας και +της φρονήσεως. Θα χρειασθώμεν δε δι' αυτήν πολλά παραδείγματα, τα +πλείστα αρχαία, και προ πάντων ένα το οποίον είνε επίσης Ιωνικόν. +Ζωγράφοι δε και δημιουργοί του προτύπου τούτου είνε ο Αισχίνης ο +φίλος του Σωκράτους και αυτός ο Σωκράτης, αμφότεροι ακριβέστατοι +μεταξύ όλων των ζωγράφων εις την απόδοσιν της ομοιότητος, τοσούτω +μάλλον καθ' όσον την καλλιτεχνίαν αυτών ενέπνεε και ο έρως. Η εκ +Μιλήτου περίφημος Ασπασία, την οποίαν και αυτός ο θαυμασιώτατος και +Ολύμπιος Περικλής ηγάπα, δεν είνε ακατάλληλον παράδειγμα συνέσεως, +εμπειρίας και οξύτητος και αγχινοίας εις τα πολιτικά διά να το +αντιγράψωμεν εις την ημετέραν εικόνα ακριβές και απαράλλακτον, υπό +τον όρον να το μεγεθύνωμεν εις το κολοσσιαίον.</p> + +<p>ΛΥΚ. Διατί, παρακαλώ;</p> + +<p>ΠΟΛ. Διότι, Λυκίνε, καίτοι αι εικόνες ομοιάζουν, τα αντικείμενα +δεν είνε ισομεγέθη· η δημοκρατία των τότε Αθηναίων πολύ υπολείπεται +της σημερινής δυνάμεως των Ρωμαίων. Ώστε και αν κατά τα άλλα +ομοιάζουν αι δύο εικόνες, το πλάτος του πίνακος πρέπει να είνε +διαφορετικόν και πλατύτατον διά την ημετέραν εικόνα.</p> + +<p>Δεύτερον και τρίτον παράδειγμα ας λάβωμεν την Θεανώ +(<sup><a href="#fn8" id="ref8">8</a></sup>) + και την Λεσβίαν ποιήτριαν, μετ' αυτάς δε την Διοτίμαν +(<sup><a href="#fn9" id="ref9">9</a></sup>) +, εκ των οποίων η μεν Θεανώ θα συνεισφέρη εις την εικόνα μας την +μεγαλόνοιαν, η δε Σαπφώ την χάριν του πνεύματος· προς δε την Διοτίμαν +θα ομοιάζη η ημετέρα εικών όχι μόνον εις όσα ο Σωκράτης την επήνεσεν, +αλλά και κατά την σύνεσιν και κατά το εύστοχον των συμβουλών της. +Ούτω συμπληρούται και είνε έτοιμη διά ν' αναρτηθή και της συνέσεως η +εικών.</p> + +<p>ΛΥΚ. Και μα τον Δία είνε θαυμασία, Πολύστρατε. Αλλ' +εξακολούθησε.</p> + +<p>ΠΟΛ. Ας προσπαθήσωμεν τώρα να εξεικονίσωμεν την χρηστότητα και την +φιλανθρωπίαν αυτής και να παραστήσωμεν την ημερότητα του χαρακτήρος +της και την καταδεκτικότητα προς εκείνους οίτινες ζητούν την +προστασίαν της. Ως πρότυπον δε θα μας χρησιμεύσουν η άλλη Θεανώ η +σύζυγος του Ανχίνορος, η Αρήτη και η κόρη αυτής Ναυσικάα και +οιαδήποτε άλλη η οποία έφθασεν εις την μεγαλειτέραν εύνοιαν της +τύχης, χωρίς να χάση της μετριοφροσύνην και την σύνεσιν.</p> + +<p>Έπειτα πρέπει να εξεικονίσω την αρετήν αυτής και την αφοσίωσιν +προς εκείνον του οποίου την κλίνην συμμερίζεται. Τοιαύτη ήτο η κόρη +του Ικαρίου, την οποίαν ο Όμηρος απεκάλεσε σαόφρονα και περίφρονα — +διότι τοιαύτα κοσμητικά επίθετα αποδίδει εις την Πηνελόπην ο ποιητής +εκείνος — ή και η ομώνυμος αυτής σύζυγος του Αβραδάτα, περί της +οποίας προ μικρού ωμιλήσαμεν.</p> + +<p>ΛΥΚ. Ωραιοτάτην έκαμες και αυτήν την εικόνα, Πολύστρατε· υποθέτω +δε ότι πλησιάζουν να συμπληρωθούν αι εικόνες, διότι όλους τους +χαρακτήρας της ψυχής εξεικόνισες ιδιαιτέρως έκαστον.</p> + +<p>ΠΟΛ. Όχι όλους· υπολείπονται αι μεγαλείτεραι αρεταί της γυναικός +εκείνης. Θέλω να είπω ότι, ενώ έφθασεν εις τόσα μεγαλεία, ούτε υπό +επάρσεως διά την ευτυχίαν της κατελήφθη, ούτε εις την τύχην +επίστευσεν, ώστε να νομίση ότι εξήρθη εις εξαιρετικήν κατάστασιν, +αλλά διατηρείται μετριόφρων και απλή τους τρόπους, χωρίς καμμίαν +επίδειξιν αποκρουστικήν και δυσάρεστον. Προς πάντας όσοι την +πλησιάζουν φαίνεται πολύ προσηνής· τους μεταχειρίζεται ως ίση και +απευθύνει προς αυτούς φιλοφρονήματα, τα οποία είνε τοσούτω μάλλον +ευχάριστα εις αυτούς καθόσον, ενώ προέρχονται παρά γυναικός ανωτέρας, +ουδέν έχουν το υπεροπτικόν. Διότι όσοι την δύναμίν των +μετεχειρίσθησαν όχι προς υπεροψίαν αλλά προς ευεργεσίαν, ούτοι προ +πάντων ανεδείχησαν άξιοι των αγαθών τα οποία παρά της τύχης έλαβον +και μόνον ούτοι ίσως διαφεύγουν τον φθόνον διότι ουδείς δύναται να +φθονήση τον υπερέχοντα, όταν τον βλέπη να μετριοφρονή διά την +ευτυχίαν του και όχι, όπως η ομηρική εκείνη Άτη, να πατή επί +ανθρωπίνων κρεάτων +(<sup><a href="#fn10" id="ref10">10</a></sup>) + και εν γένει τους υποδεεστέρους να καταφρονή. Τούτο είνε σύνηθες εις +τους ταπεινούς τον χαρακτήρα, ένεκα της ψυχικής των χυδαιότητος· και +όταν δηλαδή η τύχη χωρίς να το ελπίζουν τους αναβιβάση αίφνης εις +πτερωτόν και μετάρσιον όχημα, δεν αρκούνται εις την ευτυχίαν την +οποίαν απέκτησαν, ούτε προσέχουν και εις τα κάτω, αλλά διηνεκώς +προσπαθούν να ανέλθουν υψηλότερα. Λοιπόν παθαίνουν ό,τι ο Ίκαρος. Ο +κηρός τήκεται και τα πτερά των πίπτουν και αυτοί κατακρημνίζονται εις +πελάγη και τρικυμίας και γίνονται καταγέλαστοι. Όσοι δε εις την +χρήσιν των πτερών εμιμήθησαν τον Δαίδαλον και δεν ανυψώθησαν +υπερβολικά, μη λησμονούντες ότι το πτέρωμά των ήτο κολλημένον με +κηρόν, και εκανόνισαν την πτήσιν αυτών κατά τας ανθρωπίνους δυνάμεις +και περιωρίσθησαν να υψωθούν ολίγον υπέρ τα κύματα, ώστε να +διατηρούνται πάντοτε υγρά τα πτερά των και να μη αποξηρανθούν και +τακούν υπό του ήλιου, ούτοι ασφαλώς και σωφρόνως επέταξαν. Τον +έπαινον δε τούτον μάλιστα δύναται τις ν' απευθύνη και προς την +γυναίκα περί της οποίας ομιλούμεν. Και όλοι της εύχονται να διατηρήση +τα πτερά και επί μακράν να ευτυχή.</p> + +<p>ΛΥΚ. Και είθε ούτω να γείνη, Πολύστρατε· είνε αξία διότι δεν είνε +μόνον κατά το σώμα ωραία, όπως η Ελένη, αλλά και ψυχήν ωραιοτέραν και +πλέον αξιαγάπητον κλείει εντός του ωραίου σώματος. Έπρεπε δε και επί +των ημερών ενός ηγεμόνος τόσον μεγάλου και συγχρόνως τόσον αγαθού και +χρηστού να γεννηθή εις το κράτος του μία τοιαύτη σπανία γυνή και να +προστεθή εις την άλλην ευτυχίαν του ο έρως αυτής· διότι δεν είνε +μικρόν ευτύχημα η γυνή εις την οποίαν θα εταίριαζεν εκείνο το οποίον +είπεν ο Όμηρος, ότι δύναται ν' αμιλλάται προς την Αφροδίτην κατά το +κάλλος και την Αθηνάν κατά τα έργα. Διότι εξ όλων των γυναικών +ουδεμία δύναται να παραβληθή προς αυτήν, «ού δέμας ουδέ φυήν, ούτ' αρ +φρένας ούτε τι έργα».</p> + +<p>ΠΟΛ. Αληθή αυτά, Λυκίνε· ώστε αν θέλης ας αναμίξωμεν τώρα τας +εικόνας, την εικόνα του σώματος την οποίαν συ έπλασες και τας ψυχικάς +τας οποίας εγώ εζωγράφισα και εξ όλων τούτων ας συνθέσωμεν μίαν εις +βιβλίον, ώστε να δύνανται να την βάζουν όλοι, και οι σύγχρονοι και οι +μεταγενέστεροι· διότι ούτω θα είνε διαρκεστέρα από τα έργα του +Απελλού του Παρισίου και του Πολυγνώτου και πολύ ανωτέρα, καθότι δεν +θα κατασκευασθή από ξύλον, κηρόν και χρώματα, αλλ' εκ των εμπνεύσεων +των Μουσών και θα είνε κατ' εξοχήν και εξαιρετικώς ακριβής, καθ' όσον +θα παριστά συγχρόνως και του σώματος και της ψυχής το κάλλος.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ</h4> + +<p> +<br /> +ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Εις το σύγγραμμά σου, Λυκίνε, είπεν η γυνή εκείνη, +διέκρινα πολλήν συμπάθειαν και σεβασμόν προς εμέ· διότι οι έπαινοι +δεν θα είχον τόσον ενθουσιασμόν εάν δε συνέγραφε και με αγάπην. Αλλ' +αν θέλης να μάθης τον χαρακτήρα μου, ιδού ποίος είνε. Δεν μου αρέσουν +οι κολακευτικοί τους τρόπους, αλλά μου κάμνουν την εντύπωσιν +απατεώνων και ήκιστα ελευθέρων κατά τον χαρακτήρα. Προκειμένου δε +περί επαίνων, όταν ακούω να μ' επαινούν με υπερβολάς υπερμέτρους +κοκκινίζω και μου έρχεται να φράξω τ' αυτιά μου. Εν γένει δε το +πράγμα μου φαίνεται μάλλον εμπαιγμός παρά έπαινος. Οι έπαινοι είνε +ανεκτοί μόνον εφ' όσον ο επαινούμενος αναγνωρίζει ότι τα λεγόμενά του +ταιριάζουν· τα δε, υπερβαίνοντα το μέτρον τούτο είνε δι' αυτόν ψεύδη +και καθαρά κολακεία. Εγνώρισα εν τοσούτω, είπε, πολλούς, οι οποίοι +ευχαριστούνται όταν οι επαινούντες αποδίδουν εις αυτούς χαρίσματα τα +οποία δεν έχουν· λ. χ. εάν είνε γέροντες και τους επαινούν διά την +ακμήν των, ή άσχημοι και τους συγκρίνουν κατά το κάλλος προς τον +Νιρέα ή τον Φάωνα· φαίνονται ως να πιστεύουν ότι οι έπαινοι θ' +αλλάξουν την μορφήν των και ότι θα ανανεωθούν, όπως ο Πελλίας +ενόμιζεν. Αλλ' αυτό δεν είνε σωστόν· ο έπαινος είνε πολύτιμος, εάν +δύναται να προέλθη και τίποτε καλόν εκ των υπερβολών του, άλλως οι +ούτω επαινούμενοι και πιστεύοντες εις τους επαίνους παθαίνουν ό,τι οι +άσχημοι οι φορούντες ωραίαν προσωπίδα και υπερηφανευόμενοι διά κάλλος +των, το οποίον είνε πρόσθετον και πας τις δύναται, να το καταστρέψη, +ότε ο υπερηφανευόμενος θα γίνη γελοιωδέστερος, διότι θα φανή οποίος +είνε και ότι υπό τοιούτον προσωπείον τοιαύτην ασχημίαν έκρυπτεν. +Ομοίως αν κανείς μικρόσωμος φορέση κοθόρνους και ερίζη περί μεγέθους +προς ανθρώπους οίτινες τον υπερβαίνουν πήχυν ολόκληρον.</p> + +<p>Ανέφερε δε και το εξής· Υπήρξε γυνή ανωτέρας τάξεως, η οποία κατά +μεν τα άλλα ήτο νόστιμη και σεμνή, αλλά κοντή και κατωτέρα του +μετρίου· εις εγκώμιον δε το οποίον της έπλεξε κάποιος ποιητής έλεγε +μεταξύ των άλλων ότι ήτο μεγαλοπρεπής και την παρωμοίαζε κατά το +ευθυτενές και το ύψος του αναστήματος προς αίγειρον. Και αυτή μεν +ετέρπετο υπό του επαίνου και επεδοκίμαζεν, ως εάν το ποίημά της +εμεγέθυνε πραγματικώς το ανάστημα, ο δε ποιητής βλέπων ότι την +ηυχαρίστει επανελάμβανε πολλάκις το άσμα, έως ου κάποιος εκ των +παρόντων έκυψε και του είπεν εις το αυτί· «Παύσε γιατί θ' αναγκάσης +την γυναίκα να σηκωθή». Κάτι παρόμοιον, αλλά πολύ γελοιωδέστερον +έπραξεν η Στρατονίκη, η σύζυγος του Σελεύκου. Εκάλεσε τους ποιητάς +εις συναγωνισμόν διά να εγκωμιάσουν με αμοιβήν ενός ταλάντου την +κόμην της, καίτοι ήτο φαλακρά και ουδ' έλαχίστας ιδικάς της τρίχας +διετήρει. Ενώ όμως εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η κεφαλή της και όλοι +εγνώριζον ότι εκ μακρού νοσήματος είχε χάση την κόμην, οι +αναιδέστατοι ποιηταί απεκάλουν υακινθίνας τας τρίχας της κόμης της +και έπλεκον περί την κεφαλήν της σγουρούς πλοκάμους και παρωμοίαζον +την ανύπαρκτον κόμην προς τα σέλινα. Όλους λοιπόν τούτους τους +παραδιδομένους εις τους κόλακας κατέσκωπτεν η ερωμένη του βασιλέως +και έλεγεν ότι όχι μόνον εις τα εγκώμια, αλλά και εις τας εικόνας +πολλοί κολακεύονται ομοίως και θέλουν να εξαπατώνται. Προτιμούν +δηλαδή εκείνους εκ των ζωγράφων οίτινες τους παριστούν ωραιοτέρους· +τινές μάλιστα και παραγγέλλουν εις τους τεχνίτας ν' αφαιρέσουν +κάποιαν ανωμαλίαν της [;;;της] ή να κάμουν πλέον μαύρα τα μάτια ή να +προσθέσουν εις την μορφήν ό,τι άλλο επιθυμούν και έπειτα φυλάττουν +ως ιδίας τας ξένας εκείνας εικόνας, αίτινες ουδόλως ομοιάζουν προς +αυτούς. Ταύτα και τοιαύτα έλεγε· και κατά μεν τα άλλα επεδοκίμαζε το +σύγγραμμα, έν δε μόνον δεν υπέφερεν, ότι την παρωμοίασες προς τας +θεάς Ήραν και Αφροδίτην. Αυτά, είπεν, είνε ανώτερα από εμέ, μάλλον δε +υπέρ την ανθρωπίνην φύσιν. Εγώ όχι μόνον με τας μεγαλειτέρας θεάς δεν +θα ήθελα να συγκρίνωμαι αλλ' ουδέ με τας ηρωίδας, όπως η Πηνελόπη, η +Αρήτη και η Θεανώ. Είπε δε και το εξής· Φοβούμαι πολύ τους θεούς και +δεν θέλω αποδεχομένη τοιούτους επαίνους να φανώ ομοία προς την +Κασσιόπην, ήτις μ' όλα ταύτα μόνον προς τας Νηρηίδας ετόλμα να +συγκρίνεται, την Ήραν δε και την Αφροδίτην εσέβετο.</p> + +<p>Ώστε, Λυκίνε, η επιθυμία της είνε να μεταβάλλης εκείνα τα οποία +έγραψες, άλλως αυτή μεν θα επικαλεσθή την μαρτυρίαν των θεών ότι +έγραψες παρά την θέλησίν της, συ δε πρέπει να γνωρίζης ότι θα την +λυπήση το βιβλίον αν κυκλοφορήση, όπως τώρα είνε γραμμένον, χωρίς +σεβασμόν προς τους θεούς. Εθεώρει δε ότι θα ήτο ασέβεια εκ μέρους της +και αμάρτημα αν εδέχετο να λέγεται ομοία προς την Κνιδίαν Αφροδίτην +και την εν κήποις. Ενώ δε εις το τέλος του βιβλίου — ως μου +παρήγγειλε να σου είπω — την παριστάς μετριόφρονα και χωρίς +αλαζονείαν και λέγεις ότι δεν επαίρεται υπέρ την ανθρωπίνην +κατάστασιν, αλλά πετά πλησίον εις την γην, εις την αρχήν συ ο ίδιος +την ανυψώνεις υπέρ τον ουρανόν, ώστε και προς θεάς την εξομοιώνεις. +Έχει την αξίωσιν να μη την θεωρήσης ολιγώτερον του Αλεξάνδρου +συνετήν, όστις δεν εδέχθη την πρότασιν την οποίαν του έκαμε κάποιος +αρχιτέκτων να μεταβάλλη ολόκληρον το όρος Άθω εις ανδριάντα του και +να τον παραστήση κρατούντα δύο πόλεις εις τας χείρας του· θεωρήσας το +πράγμα ανώτερόν του διέταξε τον άνθρωπον εκείνον να μη κατασκευάση +κολοσσόν τόσον απίθανον και ν' αφήση ήσυχον τον Άθω, ούτε να σμικρύνη +όρος τόσον μέγα, εξομοιώνων αυτό προς μικρόν ανθρώπινον σώμα. +Επαινούσα δε τον Αλέξανδρον διά την μεγαλοψυχίαν του έλεγεν ότι +έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα μεγαλείτερον του Άθω, διά να +παραμείνη αθάνατος η μνήμη του γεγονότος εκείνου· διότι δεν ήτο +μικρού χαρακτήρος ένδειξις ότι κατεφρόνησε τόσην μεγάλην τιμήν.</p> + +<p>Επαινεί δε και το έργον σου και την επίνοιαν των εικόνων, αλλά δεν +αναγνωρίζει την ομοιότητα αυτών, διότι δεν αναγνωρίζει εις εαυτήν +τοιαύτα προτερήματα, αλλ' ούτε και υπάρχει κατά την γνώμην της γυνή +πλησιάζουσα εις τοιαύτην τελειότητα· ώστε παραιτείται από την τιμήν +την οποίαν της απονέμεις και αρκείται να λατρεύη τα πρότυπα των +εικόνων σου. Να την επαινής ως άνθρωπον και το υπόδημα να μην είνε +του ποδός πλατύτερον διά να μη πέση, λέγει, όταν επιχειρήση να +περιπατήση. Μου παρήγγειλε δε να σου είπω και το εξής· Ακούω να +λέγουν πολλοί — σεις δε οι άνδρες είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε εάν +τούτο αληθεύη +(<sup><a href="#fn11" id="ref11">11</a></sup>) + — ότι ουδ' εις την Ολυμπίαν επιτρέπεται να εγείρουν εις τους +νικητάς ανδριάντας μεγαλειτέρους του αναστήματος αυτών, αλλ' οι +Ελλανοδίκαι φροντίζουν να μη υπερβαίνη κανείς το φυσικόν ανάστημα, η +δε εξέτασις αύτη γίνεται πολύ ακριβεστέρα από την έγκρισιν των +αγωνιστών. Ώστε πρόσεξε, είπε, μήπως μας ανακαλύψουν υπερβαίνοντας το +μέτρον και οι Ελλανοδίκαι μας ανατρέψουν την εικόνα. Αυτά έλεγεν +εκείνη, συ δε σκέψου, Λυκίνε, να τροποποιήσης το βιβλίον και ν' +αφαιρέσης τα τοιαύτα, ιδίως δε όσα θίγουν τους θεούς· διότι αυτά +κυρίως την επείραξαν και, ενώ τα ανεγίνωσκε, κατελήφθη υπό φρίκης και +παρεκάλει τους θεούς να την συγχωρήσουν. Πρέπει δε να της +συγχωρήσωμεν αυτόν τον φόβον, όστις είνε φυσικός εις τας γυναίκας. +Αλλά, διά να είπω την αλήθειαν, και η εντύπωσις η δική μου δεν ήτο +διαφορετική. Κατ' αρχάς, είνε αληθές, δεν εύρισκα τίποτε το άτοπον +εις όσα έγραψες, αλλ' αφού εκείνη εξεδήλωσε το αίσθημά της, ήρχισα +και εγώ να αισθάνωμαι το αυτό και μου συνέβη ό,τι παθαίνουν οι +βλέποντες τα αντικείμενα εκ πολύ μικράς αποστάσεως· διότι όταν από +πολύ πλησίον βλέπομεν κάτι τι, δεν το βλέπομεν ακριβώς· εάν όμως +απομακρυνθώμεν εις την πρέπουσαν απόστασιν, διακρίνομεν ακριβώς τα +ελαττώματα και τα καλά του.</p> + +<p>Αφού είνε άνθρωπος και την παραβάλλεις προς την Αφροδίτην και την +Ήραν, τι άλλο κάνεις παρά εξευτελίζεις τας θεάς; Εις τας τοιαύτας +συγκρίσεις εκείνο το οποίον σμικρύνεται περισσότερον δεν είνε +μικρότερον, αλλά το μεγαλείτερον, το οποίον αναγκάζομεν να εξισωθή +προς το μικρότερον· εάν βαδίζουν ομού δύο άνθρωποι, εκ των οποίων ο +μεν έχει πολύ υψηλόν το ανάστημα, ο δε είνε πολύ μικρόσωμος, και +θελήσωμεν να τους εξισώσωμεν, ώστε να μη φαίνεται ο είς υψηλότερος +του άλλου, τούτο δεν θα κατορθωθή διά της προσπαθείας του μικροτέρου, +και εάν ούτος αρχίση να βαδίζη ακροποδητί· διά να φανούν ίσοι πρέπει +να σκύψη πολύ ο υψηλότερος και να συμμαζευθή καθ' υπερβολήν. Λοιπόν +εις αυτάς τας εικόνας όταν εξομοιούται ο άνθρωπος προς θεόν δεν +μεγαλοποιείται τόσον ο άνθρωπος, όσον ο θεός σμικρύνεται και +συστέλλεται διά να περιορισθή εις το ανθρώπινον ύψος. Και τέλος +πάντων, αν κανείς δεν ευρίσκη παραδείγματα επί της γης και +αναγκάζεται να στρέφεται προς τα ουράνια, ολιγώτερον δύναται να +κατηγορηθή δι' ασέβειαν· αλλά ενώ ηδύνασο να εύρης επί της γης τόσα +γυναικεία κάλλη, χωρίς ανάγκην ετόλμησες να την παραβάλης προς την +Αφροδίτην και την Ήραν.</p> + +<p>Ώστε, Λυκίνε, αφαίρεσε το υπερβολικόν τούτο και ασεβές, το οποίον +άλλως ταιριάζει προς τον χαρακτήρα σου, διότι έως τώρα δεν ήσουν +εύκολος και πρόθυμος εις τους επαίνους. Τώρα γνωρίζω πώς τόσον +αποτόμως μετεβλήθης και τόσον αθρόους επαίνους έγραψες διά μιας και +από φιλαργύρου ανεδείχθης άσωτος εις αυτό το είδος.</p> + +<p>Δεν πρέπει δε και να φοβηθής να μεταρρυθμίσης το έργον σου διά τον +λόγον ότι ήδη εκυκλοφόρησε. Και περί του Φειδίου λέγουν ότι ούτω +έπραξεν, όταν κατά παραγγελίαν των Ηλείων κατεσκεύασε το άγαλμα του +Διός. Εστάθη όπισθεν των θυρών του εργαστηρίου του, όταν πρώτην φοράν +τας ήνοιξε και επέδειξε το έργον, και ήκουε τας κρίσεις των θεατών, +κατηγορούντων ή επαινούντων το άγαλμα· έλεγε δε ο μεν ότι η μύτη ήτο +παχυτέρα του πρέποντος, ο δε ότι το πρόσωπον ήτο πάρα πολύ επίμηκες +και άλλος άλλο. Έπειτα αφού έφυγαν οι θεαταί, ο Φειδίας εκλείσθη εις +το εργαστήριόν του εκ νέου και διώρθωσε το άγαλμα κατά τας υποδείξεις +των περισσοτέρων· διότι δεν εθεώρει αναξίαν προσοχής την γνώμην τόσου +λαού, αλλ' επίστευεν ότι πάντως οι πολλοί βλέπουν καλλίτερα από τον +ένα και εάν ο είς ούτος είνε Φειδίας. Αυτά μου παρήγγειλεν εκείνη να +σου είπω, σε συμβουλεύω δε και εγώ ως φίλος να τ' ακολουθήσης.</p> + +<p>ΛΥΚ. Βλέπω, Πολύστρατε, ότι είσαι ρήτωρ και δεν το εγνώριζα· +απήγγειλες κατά του έργου μου λόγον και κατηγορητήριον τόσον μακρόν +και τόσον δεινόν, ώστε ούτε να απολογηθώ δύναμαι. Επράξατε όμως κάτι +τι το οποίον δεν συμβιβάζεται προς τα δικαστικά έθιμα, μάλιστα συ ο +οποίος ερήμην κατεδίκασες το βιβλίον μου, χωρίς να παρίσταται κανείς +συνήγορος αυτού. Αλλ' είνε εύκολον να νικήση τις εις αγώνα δρόμου, +όταν κατά την παροιμίαν τρέχει μόνος του. Ώστε καθόλου παράδοξον ότι +και εγώ ενικήθην, αφού ούτε ο λόγος μου εδόθη, ούτε απελογήθην. Αλλά +το πλέον άτοπον είνε ότι σεις ήσθε και κατήγοροι και δικασταί. Τι +θέλεις λοιπόν να προτιμήσω; Να δεχθώ την απόφασίν σας και να σιωπήσω +ή κατά μίμησιν του Ιμεραίου ποιητού να γράψω νέον έργον αναιρούν το +πρώτον; ή θα μου επιτρέψετε να εφεσιβάλω την απόφασιν;</p> + +<p>ΠΟΛ. Διατί όχι, αν έχης να φέρης δικαίας παρατηρήσεις; Διότι δεν +έχεις να κάμης με αντιδίκους, ως λέγεις, αλλά με φίλους. Εγώ δε είμαι +πρόθυμος και ως μάρτυς να σου χρησιμεύσω.</p> + +<p>ΛΥΚ. Εκείνο το οποίον με στενοχωρεί, Πολύστρατε, είνε ότι θ' +απολογηθώ χωρίς να είνε εκείνη παρούσα, διότι τούτο θα ήτο δι' εμέ +πολύ καλλίτερον. Τώρα είνε ανάγκη να απολογηθώ διά τρίτου. Αλλ' εάν +μου υποσχεθής ότι θα μου χρησιμεύσης όπως εχρησίμευσες προς εκείνην +και διεβίβασες ακριβώς όσα σου είπε, θα επιχειρήσω το τόλμημα.</p> + +<p>ΠΟΛ. Περί τούτου να είσαι βέβαιος, Λυκίνε. Θα μεταδώσω ακριβώς την +απολογίαν σου, αρκεί να είσαι σύντομος εις όσα θα είπης, διά να +δυνηθώ να τ' απομνημονεύσω καλλίτερα.</p> + +<p>ΛΥΚ. Θα ήτο ανάγκη να ομιλήσω διά μακρών εναντίον κατηγορίας τόσον +σφοδράς. Προς χάριν σου όμως θα συντομεύσω την απολογίαν. Λοιπόν και +εκ μέρους μου να της είπης τα εξής.</p> + +<p>ΠΟΛ. Όχι, Λυκίνε, αλλά να ομιλήσης ως εάν εκείνη ήτο παρούσα, και +εγώ έπειτα θα προσπαθήσω να επαναλάβω προς αυτήν όσα θα είπης.</p> + +<p>ΛΥΚ. Λοιπόν αφού το θέλεις, Πολύστρατε, ας την φαντασθώμεν ότι +παρίσταται και ότι είπε προηγουμένως εκείνα τα οποία εκ μέρους της +μου ανέφερες. Και τώρα εγώ αρχίζω την απολογίαν μου. Αλλά θα σου +ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω πώς ούτω το πράγμα μου έγεινε δυσκολώτερον +και περισσότερον φοβούμαι ν' απολογηθώ κατ' αυτόν τον τρόπον. Ως +βλέπεις από τούδε ήρχισα να ιδρώνω, φοβούμαι και σχεδόν νομίζω, ότι +την βλέπω ενώπιόν μου και μεγάλη ταραχή με κατέχει. Θ' αρχίσω όμως, +διότι αφού είνε παρούσα, δεν υπάρχει τρόπος ν' αποφύγω.</p> + +<p>ΠΟΛ. Αλλά το πρόσωπόν της εκφράζει πολλήν ευμένειαν, διότι ως +βλέπεις είνε φαιδρά και προσηνής· ώστε λέγε με θάρρος.</p> + +<p>ΛΥΚ. Εγώ ο οποίος σου έπλεξα εγκώμιον υπερβολικόν και υπέρ το +μέτρον σε επήνεσα, ως λέγεις, τελειοτάτη των γυναικών, δεν βλέπω να +έφθασα εις το ύψος των επαίνων τους οποίους η ιδία εξήνεγκες περί του +εαυτού σου διά του μεγάλου σεβασμού τον οποίον προς τους θεούς +έδειξες. Τούτο υπερβαίνει παν ό,τι είπα περί σου και σε παρακαλώ να +με συγχωρήσης εάν από την εικόνα σου παρέλειψα εξ αγνοίας και +απροσεξίας το χαρακτηριστικόν τούτο· διότι προ αυτής δεν έχω +ζωγραφίση άλλην εικόνα. Ώστε τούτο αντί να καθιστά υπερβολικούς τους +επαίνους μου, εξ εναντίας μου φαίνεται ότι τους κάμνει πολύ +υποδεεστέρους της αξίας σου. Σκέψου πόσον σπουδαία είνε η παράλειψις +αύτη και πόσον αναγκαιότατον ήτο το χαρακτηριστικόν τούτο διά να +δείξη την χρηστότητα και την ευθύτητα του χαρακτήρος σου· διότι όσοι +δεν παραμελούν τα προς το θείον καθήκοντά των ούτοι και προς τους +ανθρώπους είνε άριστοι. Ώστε εάν πάντως είνε ανάγκη να τροποποιήσω το +έργον μου και να διορθώσω το άγαλμα, δεν θα τολμήσω να αφαιρέσω +τίποτε, αλλ' εξ εναντίας θα προσθέσω και τούτο ως κεφαλήν και +κορωνίδα του όλου έργου. Σ' ευγνωμονώ δε μεγάλως διά τούτο. Επειδή +εγώ επήνεσα την μετριοφροσύνην του χαρακτήρος σου και ότι η μεγάλη +εύνοια της τύχης δεν σου ενέπνευσε καμμίαν έπαρσιν και αλαζονείαν, συ +διά των αντιρρήσεων σου επεβεβαίωσες την αλήθειαν του επαίνου. Διότι +όταν τις θεωρή αταίριαστα εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα εγκώμια και +εντρέπεται δι' αυτά και λέγει ότι είνε υπερβολικά, τούτο αποτελεί +απόδειξιν μετριοφροσύνης και απλότητος. Αλλ' όσον περισσότερον +αποκρούεις τους επαίνους, τόσον περισσότερον αναδεικνύεσαι αξία των +μεγαλειτέρων εγκωμίων. Εις την περίπτωσίν σου εφαρμόζεται σχεδόν το +αναφερόμενον εις τον Διογένην, ο οποίος ερωτηθείς πώς δύναται κανείς +να γείνη ένδοξος, Εάν, είπε, καταφρονή την δόξαν. Δύναμαι δε και εγώ +να είπω, εάν κανείς μ' ερωτήση ποίοι προ πάντων είνε άξιοι επαίνων, +όσοι δεν θέλουν να επαινώνται.</p> + +<p>Αλλ' αυτά ίσως θα φανούν άσχετα προς το θέμα και ξένα προς το +ζήτημα. Εκείνο δε διά το οποίον πρέπει ν' απολογηθώ είνε ότι, +προσπαθών να σε εξεικονίσω, σε συνέκρινα προς την Κνιδίαν Αφροδίτην +και την εν κήποις, προς την Ήραν και την Αθηνάν, και αυτά σου +εφάνησαν υπερβολικά και ανάρμοστα. Περί τούτων θα ομιλήσω. Μολονότι +προ πολλού ελέχθη ότι οι ποιηταί και οι ζωγράφοι είνε ανεύθυνοι, κατά +μείζονα λόγον είνε ανεύθυνοι όσοι, όπως εγώ, επαινούν και δεν +ιππεύουν επί μέτρων, αλλά βαδίζουν πεζοί και χαμηλά.</p> + +<p>Ο έπαινος είνε κάτι τι ελεύθερον και δεν υπάρχει νομοθετημένον +μέτρον, το οποίον να κανονίζη το μέγεθος ή την έκτασίν του, αλλ' ο +σκοπός του είνε κυρίως να θαυμάση όσον το δυνατόν περισσότερον και να +καταστήση ζηλευτόν τον επαινούμενον. Την δικαιολογίαν ταύτην ηδυνάμην +να προβάλω, αλλά δεν θα το πράξω εκ φόβου μήπως αποδοθή τούτο εις +αμηχανίαν. Θα σου υπενθυμίσω δε ότι τα μέσα τα οποία μεταχειριζόμεθα +εις τους εγκωμιαστικούς λόγους είνε τοιαύτα, ώστε ο επαινών να +μεταχειρίζεται και εικόνας και παρομοιώσεις και σχεδόν εις τούτο +συνίσταται η μεγαλειτέρα των επαίνων αξία. Διά να είνε δε επιτυχής η +παρομοίωσις δεν πρέπει ο επαινών να παραβάλλη το αντικείμενόν του +προς τα ακριβώς όμοια ή προς τα κατώτερα, αλλά να προσπαθή όσον το +δυνατόν να εξαίρη προς τα υπερέχοντα το επαινούμενον αντικείμενον. +Εάν εγκωμιάζη λ. χ. σκύλλον και είπη ότι είνε μεγαλείτερος αλώπεκος ή +γάτου, νομίζεις ότι ο τοιούτος επαινεί όπως πρέπει; Βεβαίως όχι· αλλ' +ούτε εάν τον παρομοιάση προς λύκον θα είνε ο έπαινος αρκετός και +πρέπων. Πώς λοιπόν πρέπει να επαινεθή; Εάν λεχθή ότι ομοιάζει προς +λέοντα και κατά το μέγεθος και κατά την δύναμιν.</p> + +<p>Διά τούτο ο ποιητής, διά να επαινέση τον κύνα του Ωρίωνος, τον +απεκάλεσε λεοντοδάμαν +(<sup><a href="#fn12" id="ref12">12</a></sup>) +· διότι αυτός είνε ο τέλειος έπαινος του κυνός. Επίσης εάν τις θέλη +να επαινέση τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτην ή τον Γλαύκον τον Καρύστιον, +τον Πολυδάμαντα ή άλλον περίφημον αθλητήν και λέγει ότι ο +επαινούμενος είνε ανώτερος γυναικός, δεν νομίζεις ότι ο έπαινος θα +κινήση τον γέλωτα διά την ανοησίαν του; Αλλά και ενός ανδρός αν είπη +ότι είνε ανώτερος ο αθλητής, δεν θα είνε αρκετόν διά ν' αποτελέση +έπαινον, Διά να επαινέση τον Γλαύκον ποιητής εκ των καλών είπεν ότι +ούτε ο Πολυδεύκης, ούτε ο σιδηρούς υιός της Αλκμήνης θα ηδύνατο να +του εναντιωθή. Βλέπεις προς ποίους θεούς τον εξίσωσεν ή μάλλον +ανώτερον τον παρέστησεν; Και ούτε ο Γλαύκος εθύμωσε διότι παρεβάλλετο +προς τους προστάτας των αγώνων θεούς, ούτε οι θεοί ούτοι ετιμώρησαν +τον Γλαύκον ή τον ποιητήν ως ασεβούντας, αλλά και οι δύο έζησαν +ευτυχούντες και τιμώμενοι υπό των Ελλήνων, ο μεν Γλαύκος διά την +δύναμίν του, ο δε ποιητής και διά τα άλλα του έργα, προ πάντων δε διά +το άσμα τούτο +(<sup><a href="#fn13" id="ref13">13</a></sup>) +. Μη παρεξενεύεσαι λοιπόν εάν και εγώ, μεταχειρισθείς μίαν +παρομοίωσιν αναγκαίαν εις τον έπαινον, μετεχειρίσθην παράδειγμα +υψηλότερον του αντικειμένου.</p> + +<p>Επειδή δε ωμίλησες και περί κολακείας και είπες ότι μισείς τους +κόλακας, σε επαινώ και διά τούτο, δεν ηδυνάμην όμως να πράξω άλλως. +Πρέπει δε να διακρίνωμεν και να καθορίσωμεν το έργον του επαινούντος +και την υπερβολήν του κόλακος. Ο κόλαξ διά να καρπωθή ωφέλειαν +ατομικήν και ολίγον φροντίζων περί της αληθείας, νομίζει ότι πρέπει +τα πάντα να υπερεπαινή και ψεύδεται και προσθέτει εξ ιδίων τα +περισσότερα προτερήματα τα οποία αποδίδει εις τον επαινούμενον, ούτως +ώστε να μη διστάζη και τον Θερσίτην να παραστήση ωραιότερον του +Αχιλλέως και περί του Νέστορος να είπη ότι ήτο ο νεώτερος των +εκστρατευσάντων κατά της Τρωάδος. Είνε δε έτοιμος να ορκισθή ότι και +του Κροίσου ο υιός έχει την ακοήν οξυτέραν από τον Μελάμποδα και ότι +ο Φινεύς βλέπει καλλίτερα από τον Λυγγέα· αρκεί μόνον να ελπίζη ότι +κάτι θα κερδίση από το ψεύδος. Εκείνος όμως ο οποίος απλώς επαινεί, +δεν ψεύδεται, ούτε προσθέτει τίποτε το οποίον δεν υπάρχει, αλλά +μεγαλοποιεί τα υπάρχοντα προτερήματα και τα αναδεικνύει ζωηρότερα. +Προκειμένου λ. χ. περί ίππου, περί του οποίου γνωρίζομεν ότι είνε +φύσει ευκίνητον και ταχύ ζώον, θα τολμήση να είπη ότι</p> + +<p> Άκρον επ' ανθερίκων καρπόν θέεν ουδέ +κατέκλα +(<sup><a href="#fn14" id="ref14">14</a></sup>) +,</p> + +<p>Ή «αελλοπόδων δρόμον ίππων» +(<sup><a href="#fn15" id="ref15">15</a></sup>) +.</p> + +<p>Και αν επαινή οικίαν ωραίαν και τελείως σχεδιασμένην θα είπη·</p> + +<p> Ζηνός που τοιήδε γ' Ολυμπίου ένδοθεν αυλή +(<sup><a href="#fn16" id="ref16">16</a></sup>) +.</p> + +<p>Ο δε κόλαξ δύναται να είπη τον έπαινον τούτον και περί της καλύβης +ενός χειροβοσκού και μόνον αν ελπίζη να λάβη τίποτε παρ' αυτού. Ούτω +ο Κύναιθος ο κόλαξ Δημητρίου του Πολιορκητού, αφού εξήντλησεν όλας +τας άλλας κολακείας, επήνει τον Δημήτριον ενοχλούμενον υπό βηχός ότι +μελωδικώς έβηχεν.</p> + +<p>Η διαφορά δε μεταξύ επαινούντων και κολακευόντων δεν είνε μόνον +αυτή, ότι οι κόλακες δεν διστάζουν και να ψεύδωνται διά να γίνουν +ευάρεστοι εις τους επαινουμένους, οι δε επαινούντες απλώς προσπαθούν +να εξαίρουν τα πραγματικά προτερήματα, αλλ' έχουν και άλλην διαφοράν +όχι μικράν· ότι οι κόλακες μεταχειρίζονται τας υπερβολάς αδιακρίτως +και αμέτρως, ενώ οι επαινούντες αποφεύγουν τας μεγάλας υπερβολάς και +δεν εξέρχονται των ορίων. Εκ των πολλών διακριτικών μεταξύ κολακείας +και επαίνου σου ανέφερα μόνον τα ανωτέρω, διά να μη υποπτεύης όλους +τους επαινούντας ως κόλακας, αλλά να διακρίνης και εκτιμάς δικαίως +και τους μεν και τους δε.</p> + +<p>Και τώρα, εάν θέλης, εφάρμοσε εις τους ιδικούς μου επαίνους τους +ανωτέρω κανόνας διά να ίδης εάν πρέπη να καταταχθούν εις την μίαν ή +την άλλην κατηγορίαν. Εάν προκειμένου περί ασχήμου έλεγα ότι είνε +ομοία προς το άγαλμα της Κνίδου, δικαίως έπρεπε να θεωρηθώ αγύρτης +και περισσότερον από τον Κύναιθον κόλαξ· αλλ' αφού είσαι τοιαύτη όπως +όλοι σε γνωρίζουν, το τόλμημά μου δεν δύναται να θεωρηθή +υπερβολικόν.</p> + +<p>Ίσως θα είπης, μάλλον δε το είπες ήδη· σου επιτρέπω να επαινής το +κάλλος μου, χωρίς όμως ο έπαινος να δύναται να θεωρηθή ασεβής, και να +μη μ' εξομοιώνης προς θεάς, ενώ είμαι άνθρωπος. Αλλ' εγώ — +αναγκάζομαι να είπω την αλήθειαν — δεν σε παρωμοίασα, φιλτάτη, προς +θεάς, αλλά προς δημιουργήματα μεγάλων καλλιτεχνών, κατεσκευασμένα εκ +μαρμάρου, χαλκού ή ελέφαντος. Νομίζω δε ότι δεν είνε ασεβές να +συγκρίνη τις ανθρώπους προς ανθρώπινα έργα, εκτός εάν συ νομίζεις ότι +είνε η πραγματική Αθηνά το υπό του Φειδίου κατασκευασθέν άγαλμα ή ότι +εκείνο το οποίον κατεσκεύασεν εις την Κνίδον ο Πραξιτέλης όχι προ +πολλών ετών είνε η ουρανία Αφροδίτη. Πρόσεξε μήπως η πραγματική +ασέβεια είνε να έχη κανείς τοιαύτην ιδέαν περί των θεών, των οποίων +την εξεικόνισιν θεωρώ εγώ τουλάχιστον αδύνατον εις τους ανθρώπους. +Και αν όμως σε παρωμοίασα προς τας πραγματικάς θεάς, δεν έπραξα τούτο +πρώτος εγώ, αλλά πολλοί και καλοί ποιηταί προ εμού και μάλιστα ο +συμπολίτης σου Όμηρος, τον οποίον και θα καλέσω ως συνήγορον. Διά να +καταδικασθώ εγώ πρέπει εξ άπαντος και αυτός να καταδικασθή μετ' εμού. +Θα τον ερωτήσω δε ή μάλλον θα ερωτήσω σε αντ' αυτού — διότι καλώς +πράττουσα μελετάς και απομνημονεύεις τας ωραιοτέρας των Ραψωδιών του +— τι φρονείς περί αυτού όταν λέγη περί της αιχμαλώτου Βρισηίδος ότι +ήτο ομοία με την χρυσήν Αφροδίτην ενώ έκλαιε τον Πάτροκλον; Και +έπειτα, ως εάν δεν ήτο αρκετόν να την παρομοιάζη προς την Αφροδίτην, +λέγει·</p> + +<p> Είπε δ' άρα κλαίουσα γυνή εικυία θεήσιν +(<sup><a href="#fn17" id="ref17">17</a></sup>) +</p> + +<p>Αφού λοιπόν τοιαύτα λέγει ο Όμηρος, τον μισείς και απορρίπτεις το +βιβλίον του ή του επιτρέπεις να ελευθεριάζη εις τους επαίνους;</p> + +<p>Αλλά και αν συ δεν του το επιτρέπης, τόσοι αιώνες του το επέτρεψαν +και κανείς δεν τον κατηγόρησε διά τούτο, ούτε εκείνος όστις ετόλμησε +να μαστιγώση την εικόνα του +(<sup><a href="#fn18" id="ref18">18</a></sup>) +, αλλ' ούτε εκείνος ο οποίος εσημείωσε τους μη γνησίους Ομηρικούς +στίχους διά των οβελών, κατέταξε μεταξύ αυτών τους ανωτέρω +(<sup><a href="#fn19" id="ref19">19</a></sup>) +. Λοιπόν εις εκείνον επιτρέπεται να παρομοιάζη προς την Αφροδίτην +βάρβαρον γυναίκα και μάλιστα κλαίουσαν, και εγώ (δεν αναφέρω το +κάλλος σου, διότι δεν μου το επιτρέπεις) δεν θα παραβάλω προς θεών +αγάλματα γυναίκα φαιδράν και μειδιώσαν, το οποίον έχουν κοινόν οι +άνθρωποι με τους θεούς;</p> + +<p>Αλλά και προκειμένου περί του Αγαμέμνονος, ιδέ πόσον εφείσθη των +θεών ο Όμηρος και πόσον περιώρισεν εις το ανθρώπινον μέτρον τας +παρομοιώσεις· κατά τους οφθαλμούς και την κεφαλήν λέγει ότι ήτο +όμοιος προς τον Δία, κατά το μέσον του σώματος προς τον Άρην και κατά +το στήθος προς τον Ποσειδώνα. Δηλαδή δεν του ήρκεσεν είς μόνος θεός +διά να παραστήση ένα άνθρωπον. Εις άλλο μέρος πάλιν παρομοιάζει προς +τον ανθρωποκτόνον Άρην οτέ μεν τούτον, οτέ δε άλλον και λέγει θεοειδή +τον Φρύγα υιόν του Πριάμου, θεοείκελον δε πολλάκις τον υιόν του +Πηλέως.</p> + +<p>Αλλ' επανέρχομαι εις τα παραδείγματα τα αφορώντα γυναίκας· άκουσε +δε τι λέγει κάπου·</p> + +<p> Αρτέμιδι ικέλη ηέ χρυσέη Αφροδίτη +(<sup><a href="#fn20" id="ref20">20</a></sup>) +·</p> + +<p>και αλλαχού·</p> + +<p> Οίη δ' Άρτεμις είσι κατ' ούρεος +(<sup><a href="#fn21" id="ref21">21</a></sup>) +.</p> + +<p>Όχι δε μόνον τους ανθρώπους παρομοιάζει προς θεούς, αλλά και την +κόμην του Ευφόρβου παρωμοίασε προς τας Χάριτας, καίτοι ήτο +καταιματωμένη. Και τόσα είνε τα τοιαύτα παραδείγματα, ώστε δεν +υπάρχει μέρος της Ομηρικής ποιήσεως το οποίον να μη στολίζεται υπό +θείων εικόνων. Επομένως ή και εκείνα πρέπει να εξαλειφθούν ή και εις +εμέ πρέπει να αφεθή η αυτή ελευθερία.</p> + +<p>Τόσον δε ανεύθυνος είνε η χρήσις των εικόνων και των παρομοιώσεων, +ώστε ο Όμηρος δεν εδίστασε και αυτάς τας θεάς να επαινέση με +παρομοιώσεις προς αντικείμενα κατώτερα· τους οφθαλμούς της Ήρας +παρωμοίασε προς τους των βοών· κάποιος δε άλλος απεκάλεσεν ιοβλέφαρον +την Αφροδίτην. Και ποίος αγνοεί την ροδοδάκτυλον και αν ελάχιστα +γνωρίζη τα Ομηρικά ποιήματα; Και αι παρομοιώσεις της μορφής είνε ίσως +αι ολιγώτερον τολμηραί· αλλά πόσοι δεν εμιμήθησαν και αυτά τα ονόματα +των θεών, ονομαζόμενοι Διονύσιοι και Ηφαιστίωνες, Ζήνωνες και +Ποσειδώνιοι και Ερμείαι; Υπήρξε δε και μία Λητώ, σύζυγος Ευαγόρου του +βασιλέως των Κυπρίων, και όμως η θεά δεν ηγανάκτησε και δεν την +απελίθωσεν όπως την Νιόβην. Αφήνω τους Αιγυπτίους, οι οποίοι, αν και +είνε οι πλέον εξ όλων δεισιδαίμονες, μεταχειρίζονται κατά κόρον τα +θεία ονόματα και τα πλείστα ονόματά των προέρχονται εξ ουρανού.</p> + +<p>Ώστε δεν υπάρχει λόγος να φοβήσαι τον έπαινον· διότι και αν εις το +σύγγραμά μου υπάρχη τι το βλάσφημον κατά του θείου, συ είσαι δι' αυτό +ανεύθυνος, εκτός εάν νομίζης ότι και η ανάγνωσις συνεπάγεται ευθύνην. +Οι θεοί εμέ θα τιμωρήσουν, αφού προ εμού τιμωρήσουν τον Όμηρον και +τους άλλους ποιητάς. Αμφιβάλλω όμως περί τούτου, αφού ουδέ τον +άριστον των φιλοσόφων ετιμώρησαν, όστις είπεν ότι ο άνθρωπος είνε +εικών θεού.</p> + +<p>Είχα και πολλά άλλα να σου είπω, αλλά περιορίζομαι εις τ' ανωτέρω +μόνον χάριν του Πολυστράτου, διά να δυνηθή να τ' απομνημονεύση.</p> + +<p>ΠΟΛ. Και τώρα όμως αμφιβάλλω αν θα το καταφέρω, Λυκίνε· διότι +πολλά είπες και υπερέβης της κλεψύδρας το όριον. Ως τόσον θα +προσπαθήσω να τ' απομνημονεύσω· και τώρα πηγαίνω αμέσως προς αυτήν· +θα φράξω δε και τ' αυτιά μου, διά να μη παρεμπέση τίποτε άλλο και μου +τ' ανακατώση, ότε θα σφυριχθώ ως γελοίος ηθοποιός υπό των θεατών.</p> + +<p>ΛΥΚ. Φρόντισε να παίξης καλά, Πολύστρατε. Εγώ δε, αφού σου +παρέδωκα το δράμα, φεύγω και σε αφήνω· όταν δε θα έλθη η στιγμή της +ψηφοφορίας των κριτών, θα εμφανισθώ και εγώ διά να ίδω αν +επετύχαμεν.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΤΑΙΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</h4> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">1.<br /> +Γλυκέρα και Θαΐς.</h4> + +<p>ΓΛΥΚΕΡΑ. Θυμάσαι, Θαΐ, τον στρατιώτην τον Ακαρνάνα, εκείνον τον +λεβέντην με την χλαμύδα, που άλλοτε είχε ερωμένην το Αβρότονον, +έπειτα δε ερωτεύθη εμένα; ή τον ελησμόνησες;</p> + +<p>ΘΑΪΣ. Πώς δεν τον θυμάμαι; Δεν είνε αυτός που διεσκέδασε μαζή μας +πέρυσι στην εορτήν των αλωνιών; Τι θέλεις να μου πης; διότι κάτι +φαίνεται ότι σου συμβαίνει.</p> + +<p>ΓΛΥΚ. Η Γοργόνα η παμπόνηρη, που μούκανε τη φίλη, μου τον +πήρε.</p> + +<p>ΘΑΪΣ. Και τώρα σ' αρνήθηκε κ' έπιασε ερωμένην την Γοργόνα;</p> + +<p>ΓΛΥΚ. Ναι, Θαΐ, και δεν ξέρεις τι κακό μου έκαμε αυτό το +πράμμα.</p> + +<p>ΘΑΪΣ. Κακό είνε, αλλά δεν πρέπει να σου φαίνεται παράδοξον. +Γίνεται πολύ συχνά μεταξύ μας των εταιρών. Λοιπόν δεν πρέπει ούτε +υπερβολικά να λυπάσαι, ούτε να κατηγορής την Γοργόναν. Και το +Αβρότονον δεν σε κατηγόρησε προτήτερα εσένα που της έκανες την ίδια +απιστία, αν και ήσασθε φιλενάδες. Απορώ μόνον τι της εζήλεψεν ο +στρατιώτης αυτός, εκτός αν είνε θεόστραβος και δεν είδε ότι τα μαλλιά +της έχουν μισομαδήση κι' έχει αρχίση να κάνη φαλάκρα πάνω από το +μέτωπον· τα χείλη της είνε ωχρά και νεκρικά, ο λαιμός της αδύνατος +και φαίνονται η φλέβες και η μύτη της είνε μεγάλη. Το μόνο καλό που +έχει είνε το ανάστημα· είνε ψηλή και ίσια σαν κυπαρίσσι και το +χαμόγελό της έχει πολύ γλυκάδα.</p> + +<p>ΓΛΥΚ. Νομίζεις, Θαΐ, ότι την επροτίμησε για την ωμορφιά της; Δεν +ξέρεις ότι το Χρυσάριον, η μάννα της, είνε μάγισσα και ξέρει ξόρκια +της Θεσσαλίας και κατεβάζει το φεγγάρι; Λέγουν δε ότι και πετά τη +νύκτα, σαν νυκτερίδα. Αυτή με τα μαγικά που τον πότισε τον άνθρωπο +τον ετρέλλανε και τώρα τον τρυγούν.</p> + +<p>ΘΑΪΣ. Παρηγορήσου, Γλυκέριον· άλλον θαύρης και συ να τρυγήσης κι' +αυτόν μούντζωσ' τον.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">2.<br /> +Μύρτιον, Πάμφιλος και Δωρίς.</h4> + +<p>ΜΥΡΤΙΟΝ. Τ' είν' αυτά που μούπανε για σένα, Πάμφιλε, ότι παίρνεις +την κόρην του Φείδωνος του ναυκλήρου, ότι, λέει, γενήκανε κι' όλας οι +γάμοι σας; Και οι τόσοι όρκοι που μούκανες και τα δάκρυα εσβύστηκαν +διά μιας και απαρνείσαι το Μύρτιον, τώρα μάλιστα που είμαι έγκυος +οκτώ μηνών; Αυτό λοιπόν μόνον εκέρδισα από τον έρωτά σου, ότι μ' +έφερες σ' αυτή την κατάστασι και μετ' ολίγον θα έχω εις βάρος μου και +ένα παιδί, πράμμα πολύ βαρύ για μιαν εταίραν; Διότι δε θα το ρίξω το +παιδί και μάλιστα αν γείνη αρσενικό, αλλά θα το ονομάσω Πάμφιλον και +θα το έχω παρηγοριά για την απιστία σου· κι' όταν θα μεγαλώση, θα +έλθη καμμιά φορά να σε μαλώση διά την διαγωγήν που έδειξες εις τη +δυστυχισμένη του μητέρα. Αλλά να τη χαίρεσαι αυτήν που παίρνεις· είνε +ένα σκιάχτρο. Την είδα εις τα τελευταία θεσμοφόρια με τη μητέρα της· +και πού να ξέρω τότε η κακομοίρα ότι εξ αιτίας της θα έχανα τον +Πάμφιλον; Δεν θέλω να σ' την κατηγορήσω και να σε λυπήσω, αλλά +φαίνεται ότι δεν την επρόσεξες, αλλοιώτικα θα έβλεπες ότι τα μάτια +της είνε πάρα πολύ γαλανά και αλλοίθωρα. Το ένα κυττάζει το άλλο· +αλλ' οποίος έχει δη τον Φείδωνα τον πατέρα της και ξέρει τα μούτρα +του, ξέρει και την κόρη του.</p> + +<p>ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Πόσην ώραν θα σε ακούω, Μύρτιον, να φλυαρής και να μου +μιλάς για κορίτσια και γάμους με κόρες ναυκλήρων; Εγώ απ' αυτά δεν +έχω είδησιν, ούτε ξέρω αν ο Φείδων από τον δήμον Αλωπεκής — διότι, +υποθέτω, αυτόν εννοείς — έχει θυγατέρα εις ηλικίαν γάμου. Ξέρω μόνον +ότι ούτε φίλος του πατέρα μου είνε, διότι ενθυμούμαι ότι προ καιρού +ήσαν στα δικαστήρια δι' ένα χρέος ναυτικόν. Ο Φείδων εχρεώστει εις +τον πατέρα μου ένα τάλαντον, νομίζω, και δεν ήθελε να πληρώση· και ο +πατέρας του έκαμε αγωγήν εις το ναυτοδικείον, αλλά και πάλιν δεν τον +επλήρωσε εντελώς, όπως απαιτούσε ο πατέρας. Αλλ' αν ήθελα να +παντρευτώ, θ' άφηνα την θυγατέρα του Δημέου που εχρημάτισε πέρυσι +στρατηγός και είνε και συγγενής μου από την μητέρα μου, να πάρω την +κόρην του Φείδωνος; Αλλ' από πού τα έμαθες αυτά; Υποθέτω όμως ότι τα +έφτιασες με τη φαντασία σου, διά να έχης να τρώγεσαι με νέας +ζηλοτυπίας.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Λοιπόν δεν παντρεύεσαι, Πάμφιλε;</p> + +<p>ΠΑΜΦ. Είσαι τρελλή ή μεθυσμένη ακόμη, Μύρτιον, μολονότι χθες δεν +ήπιαμε πολύ.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Αυτή η Δωρίς μου το είπε και με κατελύπησε. Την έστειλα να +μου αγοράση προβατόμαλλα για την κοιλιά μου και να ευχηθή για μένα +εις την Λοχείαν Αρτέμιδα και στο δρόμο συνήντησεν, ως λέγει, την +Λεσβίαν. . . . . αλλά πες του τα εσύ, Δωρί, η ίδια, εκτός αν τα είπες +ψέματα.</p> + +<p>ΔΩΡΙΣ. Να μου βγουν τα μάτια, κυρά, αν σούπα τίποτε ψέμα. Όταν +περνούσα κοντά από το Πρυτανείον, είδα νάρχεται από πέρα και να +χαμογελά η Λεσβία, κι' όταν εζύγωσε μούπε· Δεν τα ξέρεις; Ο +αγαπητικός σας ο Πάμφιλος παντρεύεται τη θυγατέρα του Φείδωνα· κι' αν +θες να βεβαιωθής πήγαινε και κύτταξε στο στενό και θα δης στέφανα +στις πόρτες και θ' ακούσης αυλητρίδες και θόρυβο και τραγουδιστάδες +που λεν το τραγούδι του γάμου.</p> + +<p>ΠΑΜΦ. Λοιπόν επήγες κ' εκύτταξες, Δωρί;</p> + +<p>ΔΩΡΙΣ. Ναι, και είδα όλα όσα μου είπε.</p> + +<p>ΠΑΜΦ. Τώρα εννοώ τι συνέβη. Ούτε όλα όσα σου είπεν η Λεσβία, Δωρί, +ήσαν ψέματα και συ εις το Μύρτιον είπες την αλήθειαν. Αλλ' άδικα +εταραχθήκατε· διότι οι γάμοι δεν εγίνοντο εις το σπίτι μας. Τώρα +θυμούμαι τι μου έλεγεν η μητέρα μου χθες όταν εγύρισα στο σπίτι· +Πάμφιλε, μου έλεγε, ο συνομήλικός σου ο Χαρμίδης, ο γυιός του γείτονα +του Αρισταινέτου, εφρονίμεψε και παντρεύεται· και συ έως πότε θα ζης +με μια εταίρα; Την ήκουα με μισό αυτί να μουρμουρίζη αυτά και άλλα +και αποκοιμήθηκα. Το πρωί δε εσηκώθηκε πολύ ενωρίς και όταν επερνούσα +δεν είδα τίποτε απ' αυτά που είδε αργότερα η Δωρίς. Και αν δεν +πιστεύης, πήγαινε πάλι, Δωρί, και κύτταξε καλά και θα δης ότι οι +στέφανοι δεν είνε στη δική μας την πόρτα, αλλά στην πόρτα των +γειτόνων.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Μου χάρισες τη ζωή, Πάμφιλε· διότι θ' αυτοκτονούσα, αν αυτό +ήτο αληθινό.</p> + +<p>ΠΑΜΦ. Μα δεν είνε αληθινό, και πρέπει να είμαι τρελλός διά ν' +απαρνηθώ το Μύρτιον, μάλιστα τώρα που μου ετοιμάζει και παιδί.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">3.<br /> +Μήτηρ και Φίλιννα.</h4> + +<p>ΜΗΤΗΡ. Ετρελλάθηκες, παιδί μου Φίλιννα, ή τι έπαθες εις την +χθεσινήν διασκέδασιν; Ο Δίφιλος ήρθε και μ' ευρήκε πρωί πρωί και με +δάκρυα μου διηγήθη όσα του έκαμες. Μου είπεν ότι εμέθυσες κι' +εσηκώθηκες κι' εχόρευσες εις το μέσον, ενώ αυτός σε ημπόδιζε και +έπειτα εφίλησες τον φίλον του τον Λαμπρίαν και επειδή ο Δίφιλος +εθύμωσε, τον αφήκες κ' επήγες και εκάθησες δίπλα στον Λαμπρίαν και +τον αγκάλιασες και ο δικός σου πήγε να σκάση από το κακό του να βλέπη +αυτά. Νομίζω δε ότι ούτε την νύκτα εκοιμήθηκες μαζί του, αλλά τον +αφήκες να κλαίη κι' εξαπλώθηκες σε μια θρονίδα κοντά στο κρεββάτι κι' +ετραγουδούσες για να τον σκάζης.</p> + +<p>ΦΙΛΙΝΝΑ. Δεν σου είπε όμως τα δικά του, μητέρα, διότι δεν θάπερνες +το μέρος του αν ήξερες τι προσβολές μου έκανε. Πριν νάρθη ο Λαμπρίας, +με αφήκε κι' επήγε κι' εκρυφομιλούσε με τη Θαΐδα την αγαπητικιά του +φίλου του· όταν δε είδε ότι εγώ εθύμωνα και του έγνεψα να τα θυμάται +αυτά πούκανε, έπιασε από την άκρη τ' αυτιού την Θαΐδα, της γύρισε +προς τα πίσω το κεφάλι και την εφίλησε τόσον δυνατά, ώστε παρ' ολίγον +να της αποσπάση τα χείλια. Έπειτα εγώ έκλαια, αυτός δε εγέλα και +εξακολουθούσε να μιλά εις τ' αυτί της Θαΐδος, εναντίον μου βέβαια, +και η Θαΐς εχαμογέλα και μ' εκύτταζε. Όταν δε ήκουσαν ότι ήρχετο ο +Λαμπρίας και εχόρτασαν από φιλιά, εχωρίσθηκαν· εγώ δε, αν και +λυπημένη, εκάθησα δίπλα του διά να μη έχη προφάσεις να με κατηγορή +έπειτα. Τότε εσηκώθηκε η Θαΐς και πρώτη εχόρευσε κι' εσήκωνε το +φόρεμά της πολύ ψηλά κι' έδειχνε τα πόδια της, ωσάν τάχα μόνον αυτή +τα είχε ώμορφα. Όταν δε έπαυσε, ο Λαμπρίας ο δικός της εσιώπα και δεν +είπε τίποτε· ο Δίφιλος όμως είπε πολλούς επαίνους, εις την Θαΐδα, ότι +εχόρευε με ρυθμόν και χάριν και ότι το βήμα της ηκολούθει με +ακρίβειαν την κιθάραν, ότι το πόδι της ήτο κομψόν και άλλα πολλά +τέτοια. Ενόμιζε κανείς ότι επαινούσε την Σωσσάνδραν του Καλάμιδος +(<sup><a href="#fn22" id="ref22">22</a></sup>) + και όχι την Θαΐδα, που την ξέρεις τι είνε, διότι την είδες πολλές +φορές στο λουτρό. Και που να σου λέγω τι πειράγματα μου έκαμεν, η +Θαΐς. Αν καμμιά άλλη, είπε, δεν ντρέπεται να φανή ότι έχει τις κνήμες +σαν καλάμια, ας σηκωθή και ας χορεύση. Τι ήθελες τότε να κάμω, +μητέρα; Εσηκώθηκα και εχόρεψα. Έπρεπε να μη σηκωθώ και να βεβαιώσω +αυτό που έλεγε και ν' αφήσω την Θαΐδα να βασιλεύη εις το +συμπόσιον;</p> + +<p>ΜΗΤ. Δεν έπρεπε να πειραχθής, κόρη μου, και να δώσης τόσην +σημασίαν· αλλά λέγε τι έγινε κατόπιν.</p> + +<p>ΦΙΛ. Όλοι οι άλλοι μ' επαινούσαν και μόνον ο Δίφιλος δεν έλεγε +τίποτε, αλλ' έγυρεν ανάσκελα κι' εκύτταζε προς το ταβάνι έως ότου +εκουράσθηκα κ' έπαυσα να χορεύω.</p> + +<p>ΜΗΤ. Και δεν είνε αλήθεια ότι εφίλησες τον Λαμπρίαν και τον +αγκάλιασες καθισμένη δίπλα του; Γιατί δεν μιλάς; Αν τώκαμες αυτό +είσαι ασυγχώρητη.</p> + +<p>ΦΙΛ. Ήθελα να εκδικηθώ και να τον πικράνω όπως μ' επίκρανε.</p> + +<p>ΜΗΤ. Έπειτα ούτε εκοιμήθης μαζή του, αλλά ετραγουδούσες, ενώ αυτός +έκλαιε. Δεν σκέπτεσαι, κόρη μου, ότι είμεθα φτωχοί άνθρωποι, ούτε +θυμάσαι πόσα μας έχει δώσει αυτό το παιδί και πώς θα περνούσαμε τον +περασμένο χειμώνα αν η Αφροδίτη δεν μας τον έστελνε;</p> + +<p>ΦΙΛ. Μπα, και γι' αυτό θ' ανέχωμαι να με προσβάλλη;</p> + +<p>ΜΗΤ. Καλά να θυμώσης για τις προσβολές, αλλά να μη τον προσβάλλης +και συ. Δεν ξέρεις ότι η βρυσιές ψυχραίνουν την αγάπη και πεισμώνουν +τους ερωτευμένους; Εσύ πάντα τον κακομεταχειρίζεσαι, αλλά πρόσεξε να +μη γίνη αυτό που λέει η παροιμία· να μη κόψουμε το σχοινί με το +παρατράβηγμα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">4.<br /> +Μέλισσα και Βακχίς.</h4> + +<p>ΜΕΛΙΣΣΑ. Αν γνωρίζης, Βακχί, καμμιά γριά που να ξέρη, ξόρκια, σαν +τις Θεσσαλές, και να μπορή με τα μάγια να κάνη τον άνδρα ν' αγαπήση +την γυναίκα που εμίσησε, θα μου κάνης μεγάλη χάρι να μου την φέρης. +Και θα της δώσω ό,τι θέλει και αν ακόμη μου ζητήση τα ρούχα που φορώ +και τα χρυσαφικά· αρκεί να κάμη τον Χαρίνον να γυρίση στην αγάπη μου +και να μισήση την Σιμμίχην όπως μισεί τώρα εμένα.</p> + +<p>ΒΑΚΧΙΣ. Τι λες; δεν ζη πια μαζή σου, αλλ' έμπλεξε πάλι μ' εκείνην +που έγεινε αφορμή νάρθη στα μαχαίρια με τους γονείς του; Γι' αυτήν +δεν ηθέλησε να πάρη εκείνην την πλουσίαν που είχε, ως έλεγαν, προίκα +πέντε τάλαντα. Θυμάμαι που μου τάλεγες.</p> + +<p>ΜΕΛ. Τώρα μ' αφήκε εντελώς, Βακχί, και είνε πέντε μέρες σήμερα που +δεν τον είδα καθόλου, αλλά μένει στου φίλου του του Παμμένου και +διασκεδάζουν με την Σιμμίχην.</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Έχεις δίκιο, καϋμένη Μέλισσα, να είσαι στενοχωρημένη. Μα δεν +μου λες, πώς εμαλώσετε; υποθέτω ότι θα υπάρχη καμμία σπουδαία +αφορμή.</p> + +<p>ΜΕΛ. Εκείνο που ξέρω είνε ότι προ ημερών είχε πάει στον Πειραιά, +όπου τον έστειλε ο πατέρας του να ζητήση, νομίζω, χρήματα που του +χρωστούν· και όταν εγύρισε και ήλθε εδώ είχε τα μούτρα κατεβασμένα· +όταν δε έτρεξα να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, όπως συνειθίζω, μ' +έσπρωξε και μου είπε· Πήγαινε να φιλάς τον Ερμότιμον τον ναύκληρον +και να διαβάσης τι έχουν γράψη εις τους τοίχους του Κεραμεικού όπου +τα ονόματά σας είνε ζευγαρωμένα +(<sup><a href="#fn23" id="ref23">23</a></sup>) +. Ποιόν Ερμότιμον λες και τι σημαίνουν αυτά; του είπα. Αυτός όμως δεν +μου έδωκε καμμίαν απάντησιν, ούτε εδείπνησε, αλλ' έπεσε στο κρεββάτι +και μου γύρισε τις πλάτες. Και τι δεν έκαμα διά να τον ξεθυμώσω, τι +χάδια, τι φιλιά στο σβέρκο, όπως ήταν γυρισμένος προς το άλλο μέρος. +Αυτός όμως όχι μόνον δεν εμαλάκωσε, αλλά και περισσότερον εθύμωσε και +μου είπε· Αν εξακολουθής να μ' ενοχλής θα φύγω και ας είνε +μεσάνυκτα.</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Κάτι όμως θα τρέχη μ' αυτόν τον Ερμότιμον.</p> + +<p>ΜΕΛ. Να με δης και να με λυπηθής, Βακχί, να με δης πιο +δυστυχισμένη παρ' ό,τι είμαι σήμερον, αν εγώ γνωρίζω κανένα Ερμότιμον +ναύκληρον. Τέλος πάντων ο Χαρίνος εσηκώθη κι' έφυγε αξημέρωτα με το +πρώτο λάλημα του πετεινού. Εγώ θυμήθηκα πως είπε ότι το όνομά μου ήτο +γραμμένον εις ένα τοίχον του Κεραμεικού και έπεμψα την υπηρέτριαν μου +την Ακίδα να ιδή αν αυτό είνε αλήθεια· το μόνον δε που είδε είνε ότι +δεξιά όπως μπαίνομεν εις το Δίπυλον ήτο γραμμένο στον τοίχο «Η +Μέλισσα αγαπά τον Ερμότιμον» και από κάτω «Ο ναύκληρος Ερμότιμος +αγαπά την Μέλισσαν».</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Τι κάνουν αυτοί οι νέοι! Καταλαβαίνω ότι κάποιος που ήξευρε +ότι ο Χαρίνος είνε ζηλιάρης ηθέλησε μ' αυτόν τον τρόπον να του ανάψη +τη ζήλια· και αυτός αμέσως εθύμωσε. Αλλ' έννοια σου και αν τον +συναντήσω πουθενά θα του μιλήσω. Δεν ξέρει, βλέπεις, τον κόσμο, είνε +παιδί ακόμη.</p> + +<p>ΜΕΛ. Πού να τον δης, πούνε κλεισμένος με την Σιμμίχην: Και όμως οι +γονείς του έρχονται και μου τον ζητούν εμένα. Αλλά μόνον αν εύρω μια +μάγισσα, όπως σου είπα, θα τον σώσω.</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Γνωρίζω μίαν μάγισσαν πολύ καλή, φιλτάτη μου, αν και δεν +είνε πολύ γριά και τσακισμένη. Είνε από την Συρίαν και μια φορά που ο +Φανίας μούκανε κι' εμένα απιστίες όπως τώρα σου κάνει σένα ο Χαρίνος, +και μου είχε θυμώση, μου τον ξανάφερε στα νερά μου ύστερα από +τέσσερους σωστούς μήνες που είχα πλέον απελπισθή· αλλά τα ξόρκια +εθαυματούργησαν και τον έφεραν πάλι στην αγκαλιά μου.</p> + +<p>ΜΕΛ. Και δεν μου λες τι έκαμε η μάγισσα, αν τα θυμάσαι ακόμη;</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Δεν ζητά και πολλά πράμματα· μίαν δραχμήν και ψωμί· +χρειάζεται δε και ολίγο αλάτι, επτά οβολούς, θειάφι και δαδί. Αυτά τα +παίρνει η γριά. Αλλά χρειάζεται κρασί από το οποίον μόνον αυτή πίνει. +Πρέπει δε να έχη και κάτι από τον άνδρα που θέλεις να σου μαγεύση, +φόρεμα, υπόδημα, ολίγες τρίχες ή τίποτε άλλο τέτοιο.</p> + +<p>ΜΕΛ. Έχω κάτι παπούτσια του Χαρίνου.</p> + +<p>ΒΑΚΧ. Αυτά κρεμά σ' ένα πάτερο και τα θυμιάζει με το θειάφι και +ρίχτει το αλάτι στη φωτιά. Την ώρα εκείνη λέγει και τα δύο ονόματα, +το δικό του και το δικό σου. Έπειτα βγάζει από τον κόρφο της μία +σβούρα και τη γυρίζει και συγχρόνως μουρμουρίζει βιαστικά κάτι λόγια +βαρβαρικά που τ' ακούς και σηκώνεται η τρίχα σου. Με αυτά ο Φανίας +εγύρισε πάλιν σ' εμένα. Η αλήθεια είνε ότι και οι φίλοι του τού +έκαμαν παρατηρήσεις και η Φοιβίς του ζητούσε πολλά, αλλ' εγώ πιστεύω +ότι μάλλον τα μάγια μου τον έφεραν. Αλλ' η μάγισσα μου έμαθε και κάτι +άλλο διά να κάνω τον Φανίαν να μισή και να σιχαίνεται την Φοιβίδα. +Μου είπε να εύρω τα ίχνη των ποδιών της, να πατήσω εις το αριστερό με +το δεξί μου πόδι και εις το δεξιόν με το αριστερό και αφού τα χαλάσω +να λέγω: Πατώ επάνω σου και από κάτω μου σ' έχω. Και το έκαμα όπως +μου παράγγειλε.</p> + +<p>ΜΕΛ. Λοιπόν, Βακχί, μην παραμελήσης, μην παραμελήσης σε παρακαλώ, +αλλά φέρε μου αυτή τη γυναίκα. Συ δε, Ακίδα, θα έχης έτοιμα το ψωμί +και το θειάφι και όλα τα άλλα που χρειάζονται για το ξόρκισμα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">5.<br /> +Κλωνάριον και Λέαινα.</h4> + +<p>ΚΛΩΝΑΡΙΟΝ. Τι είνε αυτά τα παράξενα που ήκουσα για σένα, Λέαινα; +Λέγουν ότι η Μέγιλλα από τη Λέσβο η πλουσία σ' ερωτεύεται ως άνδρας +και κοιμάσθε μαζί και δεν ξέρω τι κάνετε μεταξύ σας. Α!εκοκκίνησες; +Αλήθεια λοιπόν είνε;</p> + +<p>ΛΕΑΙΝΑ. Αλήθεια, Κλωνάριον ντρέπομαι να σου τ' ομολογήσω είνε κάτι +τι αλλόκοτον.</p> + +<p>ΚΛΩΝ. Τι λες δι' όνομα της Δήμητρας; Τι θέλει από σένα αυτή η +γυναίκα και τι κάνετε όταν είσθε μαζή; Δεν θέλεις να μου πης; Δεν μ' +αγαπάς λοιπόν· αν μ' αγαπούσες δεν θα μου τα έκρυβες.</p> + +<p>ΛΕΑΙ. Σ' αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλη· αλλά τι θέλεις να σου +πω. Αυτή η γυναίκα έχει πολύ ανδρικάς ορέξεις.</p> + +<p>ΚΛΩΝ. Δεν εννοώ τι θέλεις να πης, εκτός αν είνε καμμιά τριβάς· +διότι λέγουν ότι εις την Λέσβον είνε πολλές τέτοιες ανδρογυναίκες που +δεν θέλουν να το κάνουν με τους άνδρες, αλλά πλησιάζουν γυναίκες, ως +να είνε άνδρες.</p> + +<p>ΛΕΑΙ. Κάτι τέτοιο είνε και αυτή.</p> + +<p>ΚΛΩΝ. Λοιπόν, Λέαινα, αυτό να μου διηγηθής, πώς σου ρίχθηκε στην +αρχή, πώς σε κατάφερε και τι έγινε κατόπιν.</p> + +<p>ΛΕΑΙ. Είχαν τραπέζι αυτή και η Δημώνασσα η Κορινθία, άλλη πλουσία, +η οποία κάνει την ίδια τέχνη με την Μέγιλλαν. Μ' εκάλεσαν λοιπόν να +παίξω κιθάρα· αφού δε έπαιξα· και ήτο περασμένη η ώρα και αυτές είχαν +μεθύση, η Μέγιλλα μου είπε: Είνε ώρα για ύπνο, Λέαινα, και επειδή +είνε αργά μείνε να κοιμηθής μαζή μας· θα σε βάλλωμε στη μέση.</p> + +<p>ΚΛΩΝ. Έμεινες; Και έπειτα τι έγεινε;</p> + +<p>ΛΕΑΙ. Στην αρχή μ' εφιλούσαν σαν άνδρες και δεν περιωρίζοντο μόνον +στα χείλη, αλλά και μέσ' στο στόμα και με αγκάλιαζαν και μούτριβαν τα +βυζιά· η δε Δημώνασσα μούδιδε και δαγκωματιές αναμεταξύ στα φιλιά. +Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω πού θα έφθανε αυτό το πράγμα. Έπειτα από +κάμποση ώρα η Μέγιλλα, που είχε αρχίση να λυσσομανά, έβγαλε μια +φενάκη πούχε στο κεφάλι της, τόσο καλά προσαρμοσμένην ώστε δεν +διεκρίνετο, και παρουσιάσθη κουρεμένη σύρριζα σαν αθλητής από τους +πλέον δυνατούς. Εγώ ετρόμαξα όταν την είδα. Αλλ' αυτή μου είπε· Έχεις +ξαναϊδή, Λέαινα, ένα τόσο ώμορφο παλληκάρι; Αλλά δεν βλέπω, Μέγιλλα, +της είπα, κανένα νέον εδώ. Μη μου δίδης θηλυκό όνομα, είπε· εγώ είμαι +Μέγιλλος και έχω προ πολλού παντρευτή αυτήν την Δημώνασσαν· είνε η +γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω, Κλωνάριον, και είπα· Λοιπόν, +Μέγιλλα, είσαι άνδρας και μας τώκρυβες, όπως λέγουν για τον Αχιλλέα +ότι εκρυβότανε αναμεταξύ στα κορίτσια με γυναικεία ενδύματα; Αλλά +έχεις και εκείνο που έχουν οι άνδρες και κάνεις της Δημώνασσας ό,τι +κάνουν οι άνδρες; Εκείνο, είπε, Λέαινα, δεν το έχω· αλλά δεν το +πολυχρειάζομαι· κάνω την δουλειά, ως θα ιδής, με τρόπον πολύ +περισσότερον ευχάριστον. Μήπως είσαι, Ερμαφρόδιτος, της είπα, όπως +λέγεται ότι υπάρχουν πολλοί που τάχουν και τα δυό; διότι ακόμη, +Κλωνάριον, δεν μπορούσα να εννοήσω το πράγμα. Όχι, είπε, είμαι σωστός +άνδρας. Ήκουσα, είπα τότε εγώ, την αυλητρίδα Ισμηνοδώραν από την +Βοιωτίαν να διηγήται για την πατρίδα της και να λέγη ότι κάποιος εις +τας Θήβας έγεινε από γυναίκα άνδρας. Τον έλεγαν, νομίζω, Τειρεσίαν +και ήτο μεγάλος μάντις. Μήπως και σε σένα συνέβη κάτι τέτοιο; Όχι, +Λέαινα, είπε· εγεννήθηκα ομοία με σας τις άλλες· αλλ' ο χαρακτήρ μου +και η επιθυμία μου και όλα μου τα άλλα είνε ανδρικά, Και σου αρκεί η +επιθυμία; της είπα. Αν δεν πιστεύης Λέαινα, μου είπε, έλα εδώ και θα +βεβαιωθής ότι δεν είμαι εις τίποτε κατωτέρα από τους άνδρες. Διότι +έχω και κάτι αντί εκείνου που έχουν οι άνδρες. Αλλά έλα κοντά και θα +δης. Την αφήκα, Κλωνάριον, να κάμη ό,τι ήθελε, αφού τόσον μ' +επαρακαλούσε, μου έδωκε δε και ένα περιδέραιον μεγάλης αξίας και μου +εχάρισε διάφορα υφάσματα από τα λεπτοΰφαντα. Έπειτα εγώ την αγκάλιασα +ως άνδρα και αυτή μ' εφιλούσε και έκανε και ελαχάνιαζε και ελιγώνετο +από ηδονήν.</p> + +<p>ΚΛΩΝ. Μα τέλος πάντων τι έκανε; Με ποίον τρόπον; Αυτό προ πάντων +θέλω να μου πης.</p> + +<p>ΛΕΑΙ. Μη ζητάς να μάθης περισσότερα· είνε τόσον αισχρά, ώστε, μα +την Αφροδίτην, δεν θα σου πω τίποτε άλλο.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">6.<br /> +Κρωβύλη και Κόριννα.</h4> + +<p>ΚΡΩΒΥΛΗ. Βλέπεις, Κόριννα, ότι δεν είνε τόσον φοβερόν όσον +ενόμιζες να γείνη ένα κορίτσι γυναίκα. Αυτό το έμαθες τώρα, αφού +εκοιμήθης μ' ένα ωραίον νέον κι' επήρες μίαν μναν, το πρώτον σου +κέρδος, με το οποίον θα σου αγοράσω ένα ωραίον κόσμημα.</p> + +<p>ΚΟΡΙΝΝΑ. Ναι, μητερούλα μου. Θέλω να μου πάρης ένα περιδέραιον που +νάχη χάντρες κόκκινες της φωτιάς, όπως είνε της Φιλαινίδος.</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Ναι, τέτοιο θα σου πάρω. Αλλ' άκουσε να σου δώσω και μερικές +συμβουλές τι πρέπει να κάνης και πώς να φέρεσαι στους άνδρες. Ξέρεις, +κόρη μου, ότι άλλο μέσον για να ζήσωμε δεν έχομεν. Είνε δύο χρόνια +που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και ξέρεις πώς επεράσαμε αυτό το +διάστημα. Όταν εκείνος εζούσε, τα είχαμεν όλα, διότι ήτο σιδηρουργός +και πρώτος τεχνίτης στο Πειραιά. Και τώρα ακούς όλους να λέγουν ότι, +αφότου πέθανε ο Φιλίνος, δεν ξανάγεινε άλλος τέτοιος τεχνίτης. Στην +αρχή επούλησα τις τσιμπίδες, το αμώνι και το σφυρί κι' επήρα δύο +μναις και μ' αυτές εζήσαμε κάμποσον καιρόν. Έπειτα άλλοτε ύφαινα και +άλλοτε έγνεθα και με δυσκολία έβγαζα το ψωμί μας. Αλλά είχα εσένα και +επερίμενα ότι μίαν ημέραν θα μου φέρης την ευτυχία.</p> + +<p>ΚΟΡ. Εννοείς την μναν;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Όχι, αλλ' ήλπιζα ότι άμα μεγαλώσης και εγώ θα ζήσω κοντά σου +και συ θ' αποκτήσης πλούτη και στολίδια και υπηρέτριες.</p> + +<p>ΚΟΡ. Πώς θα γείνη αυτό, μαμά; Τι θέλεις να πης; </p> + +<p>ΚΡΩΒ. Αρκεί να συναναστρέφεσαι τους νέους, να διασκεδάζης και να +κοιμάσαι μαζή τους.</p> + +<p>ΚΟΡ. Όπως η θυγατέρα της Δαφνίδος η Λύρα;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Ναι.</p> + +<p>ΚΟΡ. Αλλ' αυτή είνε εταίρα.</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Αι! και τι; Αυτό δεν είνε κακό. Και συ θα πλουτήσης σαν κι' +αυτήν και θα έχης πολλούς εραστάς. Γιατί κλαις, παιδί μου; δεν +βλέπεις πόσες είνε αυτού του είδους η γυναίκες, πώς τις αγαπούν οι +άνδρες και τι χρήματα κερδίζουν; Θυμούμαι εγώ την Δαφνίδα τι κουρέλια +φορούσε, πριν να μεγαλώση η κόρη της. Τώρα όμως βλέπεις με τι +πολυτέλεια ζη, τι χρυσαφικά φορεί και τι ωραία φορέματα κ' έχει και +τέσσαρες δούλες.</p> + +<p>ΚΟΡ. Και πώς τ' απέκτησεν αυτά η Λύρα;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Πρώτα πρώτα εφρόντισε να στολίζεται καλά, να έχη τρόπους και +να φαίνεται ευχάριστη και γελαστή προς όλους, όχι όμως σαν και σένα +που με το παραμικρόν χαχανίζεις, αλλά είχε ένα χαμόγελο με γλύκα και +χάρι, είχε τρόπους ευγενείς και δεν εκορόιδευε κανένα από κείνους που +την επλησίαζαν, ούτε τους εκυνήγα αυτή, αλλ' ούτε και ερωτεύετο +πραγματικώς κανένα. Και αν καμμιά φορά την καλέσουν με πληρωμήν εις +κανένα γεύμα, ούτε μεθά, διότι αυτό είνε άσχημον και οι άνδρες +σιχαίνονται τις γυναίκες που έχουν αυτό το ελάττωμα, ούτε τρώγει +λαίμαργα, όπως οι κακοσυνειθισμένοι άνθρωποι, αλλά πιάνει τα φαγητά +με τα άκρα των δακτύλων και με σιωπήν τρώγει χωρίς να παραγεμίζη το +στόμα και από τα δύο μέρη, και πίνει σιγά σιγά και δεν αδειάζει το +ποτήρι διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον.</p> + +<p>ΚΟΡ. Και αν τύχη να διψά, μαμά;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Και τότε ακόμα. Έχει δε και τα λόγια της μετρημένα και δεν +κοροϊδεύει κανένα από κείνους που συντρώγουν, αλλά προσέχει εις +εκείνον που πληρώνει· κι' έτσι την αγαπούν όλοι. Εις δε το κρεββάτι +ούτε λυσσασμένη φαίνεται, ούτε και κρύα, αλλά με κάθε τρόπον και +μόνον ένα πράγμα επιδιώκει πώς να μαγεύη τον άνδρα και να τον κάμη να +την αγαπήση. Μια τέτοια γυναίκα αρέσει σ' όλους τους άνδρες, αν γίνης +δε και συ τέτοια, θα ευτυχήσωμεν κι' εμείς. Δόξα νάχουν οι θεοί, στην +ωμορφιά είσαι πολύ καλλίτερη από τη Λύραν.... αλλά να δώσουν οι θεοί +να ζήσης μόνον.</p> + +<p>ΚΟΡ. Δε μου λες, μητέρα, όλοι αυτοί που παίρνουν τις γυναίκες με +πληρωμή είνε σαν τον Εύκριτον που κοιμήθηκα χθες μαζή του;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Όχι όλοι· μερικοί είνε καλλίτεροι, άλλοι μεγαλείτεροι στην +ηλικίαν και άλλοι ασχημότεροι.</p> + +<p>ΚΟΡ. Πρέπει να κοιμούμαι και με αυτούς;</p> + +<p>ΚΡΩΒ. Ναι, κόρη μου, διότι οι άσχημοι δίδουν και τα περισσότερα, +οι δε ώμορφοι νομίζουν ότι σου κάνουν και χάρι με την ωμορφιά των. +Αλλά συ να προτιμάς πάντα εκείνους που δίδουν τα περισσότερα, αν +θέλης γρήγορα να σε δείχνουν και να λένε· Βλέπεις την Κόρινναν την +θυγατέρα της Κρωβύλης τι πλούτη έχει και πόσο ευτυχισμένη έκαμε την +μητέρα της; Τι λες; θα τα κάμης αυτά; Ξέρω εγώ ότι θ' ακολουθήσης τις +συμβουλές μου και εντός ολίγου θα γίνης η καλλίτερη απ' όλες. Αλλά +τώρα πήγαινε να λουσθής, μήπως έλθη και σήμερα εκείνος ο νέος, ο +Εύκριτος, γιατί μούπε ότι θάρθη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">7.<br /> +Μήτηρ και Μουσάριον.</h4> + +<p>ΜΗΤΗΡ. Αν πετύχωμεν κι' ένα άλλο τέτοιον εραστήν, Μουσάριον, κόρη +μου, σαν το Χαιρέα, πρέπει να θυσιάσωμεν εις την πάνδημον Αφροδίτην +(<sup><a href="#fn24" id="ref24">24</a></sup>) + μίαν άσπρην αίγα, εις δε την εν κήποις ένα δαμάλι και να +στεφανώσωμεν την πλουτοδότειραν θεάν, διότι η ευτυχία μας θα είνε +πολύ μεγάλη. Βλέπεις τι απολαβάς έχομεν τώρα απ' αυτόν τον νέον, που +ούτε οβολόν σου έδωκέ ποτε, ούτε φόρεμα σου αγόρασε, ούτε υποδήματα, +ούτε καμμιά μυρουδιά, αλλά πάντα σε πληρώνει με προφάσεις, με +υποσχέσεις και ελπίδες για τον κόκκινο Μάη· και όλω επαναλαμβάνει ότι +αν ο πατέρας ... και αν πάρω την πατρική μου περιουσία, όλα θα είνε +δικά σου. Σου ωρκίσθη δε και, όπως λες, ότι θα σε κάνη νόμιμη +σύζυγον.</p> + +<p>ΜΟΥΣΑΡΙΟΝ. Μου ωρκίσθη, μητέρα, εις τας δύο θεάς +(<sup><a href="#fn25" id="ref25">25</a></sup>) + και εις την Πολιούχον.</p> + +<p>ΜΗΤ. Και συ, κουτή, τον πιστεύεις και διά τούτο όταν προ καιρού +δεν είχε να πληρώση τον έρανόν του εις ένα φιλικόν γεύμα του έδωκες +κρυφά από μένα το δακτυλίδι σου και αυτός το πούλησε και τώφαγε; Έτσι +σου πήρε και τα δύο περιδέραια τα Ιωνικά, τα οποία σου έφερεν από την +Έφεσον ο Χιώτης Πραξίας ο πλοίαρχος. Αφήνω τα φορέματα και τα +πουκαμισάκια που σου έχει πάρη· και τέλος πάντων αυτός ο νέος είνε +για μας κελεπούρι και θησαυρός.</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Είνε όμως ώμορφος και νεώτατος και μου λέγει με δάκρυα πως +μ' αγαπά και είνε γυιός της Δεινομάχης και του Λάχητος του +Αρεοπαγίτου και υπόσχεται ότι θα με πάρη γυναίκα του και έχομεν +μεγάλας ελπίδας μόλις ο γέρος κλείση τα μάτια του.</p> + +<p>ΜΗΤ. Λοιπόν, Μουσάριον, εάν έχωμεν ανάγκην από υποδήματα και ο +υποδηματοποιός ζητά το δίδραχμον, θα του πούμε· Χρήματα δεν έχομεν, +αλλ' αντί για χρήματα λάβε μερικές από τις ελπίδες μας· το ίδιο +πρέπει να πούμε και στον αλευράν· και αν μας ζητούν το νοίκι, +περίμενε, να πούμε στο νοικοκύρη, έως ότου να πεθάνη ο Λάχης ο +Κολλυτεύς και άμα γίνη ο γάμος σε πληρώνομεν· δεν ντρέπεσαι να 'σαι η +μόνη εταίρα που δεν έχεις σκουλαρίκια, ούτε περιδέραιον, ούτε φόρεμα +από ύφασμα της Τάραντος;</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Και μήπως γι' αυτό, μητέρα, είνε πιο ευτυχείς και +καλλίτερες, από μένα η άλλες;</p> + +<p>ΜΗΤ. Όχι, αλλά είνε φρονιμώτερες και ξέρουν να κάνουν τη δουλειά +τους· και δεν πιστεύουν τα αισθηματικά λόγια των νέων, που έχουν τους +όρκους τόσον εύκολους· συ δε είσαι τόσον πιστή και τόσο τον αγαπάς, +που δεν εννοείς να πλησιάσης άλλον παρά μόνο το Χαιρέα. Προ ολίγου +καιρού, όταν ήρθ' εκείνος ο χωρικός από τας Αχαρνάς κ' έφερε δύο +μνας, αμούστακος και αυτός — είχε πάρει την πούλησι απ' τα κρασιά +του πατέρα του — τον έδιωξες με περιφρόνησι, γιατί θέλεις να κοιμάσαι +μόνο με το μορφονιό το Χαιρέα.</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Τι; έπρεπε ν' αφήσω το Χαιρέα και να πάρω εκείνον τον +βρωμιάρην τον χωριάτη; Για μένα το νοστιμώτερο γουρουνόπολο των +Αχαρνών είνε ο καλός μου Χαιρέας +(<sup><a href="#fn26" id="ref26">26</a></sup>) +</p> + +<p>ΜΗΤ. Ας είνε· εκείνος ήταν χωριάτης και βρωμερός. Αλλά τον +Αντιφώντα του Μενεκράτους, ο οποίος σου επρόσφερε μίαν μναν διατί δεν +τον εδέχθης; Δεν ήτο ωραίος και κομψός και της ίδιας ηλικίας με το +Χαιρέα;</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Ναι, αλλ' ο Χαιρέας εφοβέρισε ότι θα μας έσφαζε και τους δύο +αν με συνελάμβανε με τον Αντιφώντα.</p> + +<p>ΜΗΤ. Όλοι οι άνδρες έτσι φοβερίζουν. Αλλ' αυτό δεν είνε λόγος να +μην απολαύσης εσύ τα νειάτα σου και να ζήσης φρόνιμη, όχι ως εταίρα, +αλλ' ως να ήσουν ιέρεια της Θεσμοφόρου. Αφήνω τα άλλα· σήμερον είνε η +εορτή των αλωνιών· τι δώρον σου έκαμε διά την εορτήν;</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Μα δεν έχει, μητερούλα μου, το καϋμένο το παιδί.</p> + +<p>ΜΗΤ. Μόνον αυτός δεν ευρήκε τρόπον να παίρνη από τον πατέρα του; +Δεν μπορούσε να μεταχειρισθή ένα δόλον για ν' απατήση το γέρο και δεν +φοβερίζει τη μάνα του ότι αν δεν του δώση θα πάη ναύτης και θα φύγη, +αλλά κάθεται εδώ και μας βασανίζει και ούτε αυτός δίδει τίποτε, ούτε +από κείνους που μας δίδουν μας αφήνει να παίρνωμεν; Αλλά νομίζεις, +κόρη μου, ότι θα είσαι πάντα δεκαοκτώ ετών ή υποθέτεις ότι ο Χαιρέας +θα έχη τα ίδια αισθήματα όταν θα γείνη πλούσιος και η μητέρα του θα +τούβρη καμμιά νύφη με προίκα μεγάλη; Νομίζεις ότι θα θυμάται ακόμη τα +δάκρυα ή τα φιλιά και τους όρκους, όταν θα έχη απέναντι του μιαν +προίκα από πέντε τάλαντα;</p> + +<p>ΜΟΥΣ. Θα θυμάται· απόδειξις ότι και τώρα δεν παντρεύτηκε, αλλ' αν +και τον πιέζουν και τον αναγκάζουν, αρνείται.</p> + +<p>ΜΗΤ. Να δώση ο Θεός να μη σε γελάση και τότε θα θυμηθής τα λόγια +μου.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">8.<br /> +Αμπελίς και Χρυσίς.</h4> + +<p>ΑΜΠΕΛΙΣ. Μπορεί ν' αγαπά ένας άνδρας που μήτε ζηλεύει, μήτε +θυμώνει, μήτε σ' εκτύπησε ποτέ, ούτε σούκουψε τις πλεξούδες, ούτε +σούσχισε τα φορέματα;</p> + +<p>ΧΡΥΣΙΣ. Λοιπόν αυτά μόνον είνε του έρωτος αποδείξεις, +Αμπελίτσα;</p> + +<p>ΑΜΠ. Ναι· τέτοιος είνε ο θερμός άνδρας· τα άλλα, τα φιλήματα και +τα δάκρυα και οι όρκοι και αι συχναί επισκέψεις είνε σημεία του +έρωτος που αρχίζει· η φωτιά του όλη φαίνεται στη ζηλοτυπία, ώστε, αν, +ως λέγεις, ο Γοργίας σε κτυπά και σε ζηλεύη, να είσαι ευχαριστημένη, +να πιστεύης ότι σ' αγαπά και να εύχεσαι να είνε πάντα έτσι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Πάντα έτσι; Τι λες; Να με δέρνη πάντα;</p> + +<p>ΑΜΠ. Όχι· αλλά να στενοχωρήται αν κυττάξης κανένα άλλον. Διότι αν +δεν σ' αγαπά, γιατί να θυμώνη αν έχης και άλλον εραστήν;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Αλλά δεν έχω κανένα, και αυτός ενόμισε άδικα ότι με αγαπά +εκείνος ο πλούσιος, διότι κάποτε ανάφερα το όνομά του.</p> + +<p>ΑΜΠ. Και αυτό είνε καλό, να νομίζη ότι σε κυνηγούν πλούσιοι· έτσι +θ' ανησυχή περισσότερον και θα φιλοτιμήται να μη φανή κατώτερος εις +τα δώρα του από τους αντεραστάς.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Αλλ' αυτός μόνον θυμώνει και δέρνει, δεν δίδει δε +τίποτε.</p> + +<p>ΑΜΠ. Θα δώση· οι ζηλιάρηδες, όταν τους παρασφίξη η ζήλεια, +γίνονται ανοικτοχέρηδες.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Δεν εννοώ γιατί θέλεις και καλά να δέχωμαι μπάτσους, +Αμπελίτσα.</p> + +<p>ΑΜΠ. Όχι, αλλ' όπως σου είπα, ο έρωτας δυναμώνει όταν δη ότι δεν +τον προσέχουν· εξ εναντίας δε, άμα ο εραστής βεβαιωθή ότι δεν έχει να +φοβηθή αντίζηλον, η επιθυμία του ψυχραίνεται. Αυτά σου τα λέγω εγώ +που έχω δουλέψη είκοσι χρόνια σ' αυτό το στάδιο, ενώ συ είσαι +δεκαοκτώ ετών, ίσως δε και μικρότερη. Αν θέλης, θα σου διηγηθώ και +κάτι που μου συνέβη όχι προ πολλών ετών· με είχε τότε ο Δημόφαντος ο +τοκιστής που κατοικεί πίσω από την Ποικίλην. Αυτός ο τσιγγούνης δεν +μούδωκε ποτέ περισσότερον από πέντε δραχμές και είχε την αξίωσιν να +τώχη μονοπώλιον. Αλλά και ο ερωτάς του ήτο πολύ επιπόλαιος. Ποτέ δεν +τον ήκουσα ν' αναστενάξη, ούτε τον είδα να δακρύση, ούτε ήρθε να μου +κτυπήση ποτέ την πόρτα εις ώραν περασμένην της νύκτας, αλλά μόνον που +εκοιμάτο καμμιά φορά μαζή μου και αυτό σπανίως. Αλλ' όταν μια φορά +ήλθε και δεν τον εδέχθηκα — διότι ήτο μέσα ο Καλλίδης ο ζωγράφος που +μούχε στείλη δέκα δραχμές — μ' έβρισε κι' έφυγε. Όταν δε είδε ότι +επέρασαν πολλές ημέρες και εγώ δεν έστειλα να τον ζητήσω και ο +Καλλίδης ήτον πάλι μέσα, ο Δημόφαντος ήρχισε ν' ανάβη και μια ημέρα +που βρήκε ανοικτή την πόρτα εμπήκε και ήτο έξω φρενών· έκλαιε, μ' +εκτύπα, εφοβέριζε να σκοτώση, μου έσχισε το φόρεμα και εις το τέλος +μου έδωκε ένα τάλαντον και με είχε οκτώ ολόκληρους μήνες μοναχική. +Και η γυναίκα του έλεγε σ' όλους ότι της τον ετρέλλανα με μάγια· αλλά +τα μάγια ήτον η ζήλεια. Ώστε και συ, Χρυσίδα, να μεταχειρισθής για +τον Γοργίαν τα ίδια μάγια· θα γείνη δε πλούσιος αυτός ο νέος άμα ο +πατέρας του αποθάνη.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">9.<br /> +Δορκάς, Παννυχίς, Φιλόστρατος, Πολέμων.</h4> + +<p>ΔΟΡΚΑΣ. Τι πάθαμε, κυρά, τι πάθαμε! Ο Πολέμων εγύρισε από τον +πόλεμον πλούσιος, ως λένε· τον είδα δε κι' εγώ με μανδύα κατακόκκινον +και με πολλούς ακολούθους. Και οι φίλοι του ως τον είδαν έτρεχαν να +τον χαιρετούν. Έτσι ευρήκα καιρόν να πλησιάσω τον υπηρέτην που είχε +πάη μαζή του έξω και τον αρώτησα· δεν μου λες, Παρμένων, του είπα, +αφού τον εχαιρέτησα, πώς τα περάσατε και τι καλά εφέρατε από τον +πόλεμον;</p> + +<p>ΠΑΝΝΥΧΙΣ. Δεν έπρεπε να του πης αυτά αμέσως, αλλά : «Δοξάζω τους +θεούς που σωθήκατε, μάλιστα τον φιλόξενον Δία και την πολεμικήν +Αθηνάν· η κυρά μου δεν έπαυε να ρωτά και να πληροφορήται πού είσθε +και τι κάνετε»· αν έλεγες δε και ότι έκλαια και πάντοτε θυμώμουνα τον +Πολέμωνα, θα ήτο ακόμη καλλίτερα.</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Τα είπα όλα στην αρχή, αλλά εβιαζόμουνα να σου πω τι ήκουσα. +Έτσι άρχισα την κουβέντα μου με τον Παρμένοντα· «Βέβαια, Παρμένων, θα +βούιζαν τ' αυτιά σας εκεί που ήσαστε, διότι πάντοτε σας εμελέτα κι' +έκλαιε η κυρά μου, μάλιστα αν ήρχετο κανείς από τον πόλεμον και όταν +εμαθαίναμε ότι εσκοτώθηκαν πολλοί, ετράβα τα μαλλιά της, εκτύπα τα +στήθια της και ήτον απαρηγόρητη».</p> + +<p>ΠΑΝ. Εύγε, Δορκάς, ωραία τα είπες.</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Κατόπιν από αυτά τον αρώτησα αυτά που σου είπα· και αυτός +μου είπε· δόξα νάχουν οι θεοί, λαμπρά εγυρίσαμεν.</p> + +<p>ΠΑΝ. Έτσι απήντησε και αυτός, χωρίς να σου πη ότι μ' εθυμότανε ο +Πολέμων, ότι μ' επιθυμούσε και ευχότανε να με ξαναδή;</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Έλεγε πολλά τέτοια. Αλλά κείνο που μας ενδιαφέρει είνε ότι +έφεραν πολλά πλούτη, χρυσάφι, φορέματα, δούλους και ελεφαντοκόκαλο. +Τόσα χρήματα έφερε ο Πολέμων, που τα μετρά με τον μέδιμνον, πολλούς +μεδίμνους. Είχε δε και ο Παρμένων εις τον μικρόν του δάκτυλον ένα +δακτυλίδι πολύ μεγάλο και πολύγωνον με μία πέτραν τρίχρωμη και +κόκκινη εις το επάνω μέρος. Ήθελε να μου διηγηθή πώς επέρασαν τον +ποταμόν Άλυν, πώς εσκότωσαν κάποιον Τιριδάταν, και πώς ανδραγάθησε ο +Πολέμων στη μάχη που έκαμαν με τους Πισίδας· αλλ' εγώ τον αφήκα και +έτρεξα να σε ειδοποιήσω διά να σκεφθής τι πρέπει να κάμης. Διότι αν +έλθη ο Πολέμων — και εξάπαντος θάρθη άμα γλυτώση από τους γνωρίμους +του — και εύρη εδώ στο σπίτι μας τον Φιλόστρατον, τι νομίζεις ότι θα +κάμη;</p> + +<p>ΠΑΝ. Πρέπει να σκεφθούμε, Δορκάς, τι πρέπει να γείνη, διότι ούτε +τον Φιλόστρατον είνε φρόνιμον να διώξωμεν, που μας έδωκε προ ολίγων +ημερών ένα τάλαντον, είνε δε και έμπορος και υπόσχεται να δώση πολλά, +αλλ' ούτε και τον Πολέμωνα είνε καλόν να μη δεχθούμε, αφού εγύρισε με +τόσα πλούτη, είνε δε και ζηλιάρης· και αφού όταν ήτο φτωχός ήτο +ανυπόφορος, φαντάζεσαι τι είνε ικανός να κάνη τώρα.</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Α, νάτος, έρχεται.</p> + +<p>ΠΑΝ. Θα λιποθυμήσω, Δορκάς, διότι δεν ξέρω τι να κάμω.</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Ω τρομάρα μου! έρχεται και ο Φιλόστρατος.</p> + +<p>ΠΑΝ. Τι να γείνω; Γιατί δεν ανοίγει η γη να με καταπιή;</p> + +<p>ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ. Πάμε να πιούμε, Παννυχίδα.</p> + +<p>ΠΑΝ. Με κατέστρεψες. Καλώς ώρισες, Πολέμων πολύ άργησες να μας +έρθης.</p> + +<p>ΠΟΛΕΜΩΝ. Ποιός είνε αυτός που σου μιλά; Σιωπάς; Ωραία! Εγώ ήρθα +τρεχάτος από τας Θερμοπύλας σε πέντε μέρες από την επιθυμίαν να ιδώ +αυτήν την γυναίκα και ορίστε την βρίσκω με άλλον. Αλλά καλά την +παθαίνω και σ' ευχαριστώ, διότι έτσι δεν θα με τσακώσης πειά στα +βρόχια σου.</p> + +<p>ΦΙΛ. Και ποίος είσαι του λόγου σου;</p> + +<p>ΠΟΛ. Δεν έχεις ακούση τον Πολέμωνα τον Στειριέα από την Πανδυονίδα +φυλήν, άλλοτε χιλίαρχον, τώρα δε διοικητήν πεντακισχιλίων ανδρών, +εραστήν της Παννυχίδος, όταν ακόμη την ενόμιζα ότι ήτον άνθρωπος;</p> + +<p>ΦΙΛ. Τώρα όμως, αρχηγέ των μισθοφόρων, η Παννυχίς είνε δική μου· +έλαβε ένα τάλαντον, θα λάβη δε και άλλον άμα διαθέσω το φορτίον που +μούρθε αυτές τις μέρες. Και τώρα πάμε Παννυχίδα· άφησε δε αυτόν να +κάνη τον χιλίαρχον εις την χώραν των Οδρυσσών +(<sup><a href="#fn27" id="ref27">27</a></sup>) +.</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Είνε ελευθέρα και μπορεί να σε ακολουθήση αν θέλη.</p> + +<p>ΠΑΝ. Τι να κάμω, Δορκάς;</p> + +<p>ΔΟΡΚ. Το καλλίτερο είνε να πας σπίτι. Έτσι που είνε θυμωμένος ο +Πολέμων δεν είνε φρόνιμον να μείνης μαζή του· και η ζηλοτυπία θα τον +ανάψη περισσότερον.</p> + +<p>ΠΑΝ. Αν θέλης, πάμε μέσα.</p> + +<p>ΠΟΛ. Σας προλέγω ότι σήμερον θα πιήτε μαζή διά τελευταίαν φοράν. +Δεν έχω χύση τόσο αίμα εγώ στον πόλεμο για ν' αφήνω να μου μπαίνουν +στο ρουθούνι. Κάλεσε τους Θράκας, Παρμένων, να έλθουν ωπλισμένοι και +να πιάσουν την είσοδον του στενού. Εις το μέτωπον να παραταχθούν οι +οπλίται και από τα δύο μέρη οι σφενδονίται και οι τοξόται, οι δε +άλλοι κατόπιν.</p> + +<p>ΦΙΛ. Για παιδαρέλια μας πήρες, βρε μισθοφόρε, και πολεμάς να μας +εκφοβίσης μ' αυτά; Έσφαξες ποτέ σου κανένα κόκορα; Εγώ αμφιβάλλω αν +έχης δη πόλεμον. Το πολύ που δύναμαι να σου αναγνωρίσω είνε ότι +εχρημάτισες φρουρός σε κανένα μικρό οχύρωμα ως διμοιρίτης.</p> + +<p>ΠΟΛ. Σε λιγάκι που θα μας δης να ερχώμεθα εις επίθεσιν και θ' +αστράφτουν τα όπλα, θα μάθης τι είμαι και ποιός είμαι.</p> + +<p>ΦΙΛ. Καλά να παρασκευασθήτε και νάρθετε. Εγώ δε και αυτός εδώ ο +Τίβιος — διότι μόνον αυτός με ακολουθεί — θα σας πάρωμεν με τις +πέτρες και θα σας κάμωμεν να μη ξέρετε από πού να φύγετε.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">10.<br /> +Χελιδόνιον και Δροσίς.</h4> + +<p>ΧΕΛΙΔΟΝΙΟΝ. Δεν σούρχεται πειά, Δροσί, ο νέος ο Κλεινίας; Έχω +πολύν καιρόν να τον δω στο σπίτι σας.</p> + +<p>ΔΡΟΣΙΣ. Δεν έρχεται· του απηγόρευσε ο δάσκαλός του να με +πλησιάζη.</p> + +<p>ΧΕΛ. Και ποιός είνε ο δάσκαλος του; Μήπως ο παιδαγωγός Διότιμος; +Αυτός είνε φίλος μου.</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Όχι, αλλ' ο Αρισταίνετος που κακό χρόνο νάχη.</p> + +<p>ΧΕΛ. Εκείνος ο κατσουφιασμένος με τα πολλά μαλλιά και τα μεγάλα +γένεια, που συνειθίζει να περιπατή εις την Ποικίλην Στοάν με τους +νέους;</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Εκείνος ο απατεώνας που να τον δω να τον τραβά στην κρεμάλα +ο δήμιος από τα γένεια.</p> + +<p>ΧΕΛ. Και γιατί τώρα αυτός έκαμε τον Κλεινίαν να τραβηχτή από +σένα;</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Δεν ξέρω, Χελιδόνιον· αλλ' ενώ το παιδί δεν εκοιμήθη ποτέ με +άλλην, αφ' ότου εγνώρισε γυναίκα — και η πρώτη γυναίκα που πλησίασε +ήμουν εγώ — έχει τρεις ημέρες τώρα να φανή εδώ. Και επειδή ήρχισα να +στενοχωρούμαι — δεν ξέρω δε τι μου συμβαίνει μ' αυτό το παιδί — +έστειλα την Νεβρίδα να τον ζητήση εις τα μέρη όπου συχνάζει, εις την +Αγοράν ή εις την Ποικίλην. Αυτή δε μου είπε ότι τον είδε να περιπατή +με τον Αρισταίνετον και του έκαμε νεύμα από μακράν. Αυτός εκοκκίνισε +κεχαμήλωσε τα μάτια του και δεν εγύρισε πειά να την κυτάξη. Ήρχοντο +προς την πόλιν και η Νευρίς τους ηκολούθησε έως στο Δίπυλον· αλλ' +επειδή ο Κλεινίας δεν εγύρισε να την κυτάξη, επέστρεψε χωρίς να έχη +τίποτε θετικόν να μου πη. Δεν μπορείς να φαντασθής τι έχω υποφέρη από +τότε να σκέπτωμαι τι έχει μαζή μου το αγόρι μου, μήπως το δυσαρέστησα +εις τίποτε ή μήπως αγάπησε άλλην και μ' εμίσησε, ή μήπως ο πατέρας +του τον εμπόδιζε να έλθη. Πολλές τέτοιες σκέψεις έκανα και βράδυ +βράδυ βλέπω και έρχεται ο Δρόμων και μου φέρνει αυτό το γράμμα απ' +αυτόν. Πάρ' το και διάβασ' το, Χελιδόνιον νομίζω ότι ξέρεις +γράμματα.</p> + +<p>ΧΕΛ. Ας δούμε τι λέει. Το γράψιμο δεν είνε πολύ καθαρόν και +φανερώνει ότι αυτός που έγραψε το γράμμα ήτο βιαστικός. Αλλ' ας +διαβάσωμεν· «Ότι σε αγαπούσα, Δροσί, έχω μάρτυρας τους θεούς».</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Το κακόμοιρο, από την βιάσι και την ταραχή του αλησμόνησε να +γράψη το χαιρετισμό +(<sup><a href="#fn28" id="ref28">28</a></sup>) +.</p> + +<p>ΧΕΛ. «Και τώρα όχι από μίσος, αλλ' εξ ανάγκης σε αποφεύγω· διότι ο +πατέρας με παρέδωκεν εις τον Αρισταίνετον να με διδάξη φιλοσοφίαν και +εκείνος έμαθε τας σχέσεις μας και μου έκαμε αυστηράς επιπλήξεις και +μου είπεν ότι είνε απρεπές ο υιός του Αρχιτέλους και της Ερασικλείας +να συζή με μίαν εταίραν και ότι είνε πολύ καλλίτερον να προτιμώ την +αρετήν από την ηδονήν».</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Να μη ξημερωθή ο ξεκουτιάρης που διδάσκει τέτοια πράμματα το +παιδί.</p> + +<p>ΧΕΛ. «Και είμαι αναγκασμένος να κάνω ό,τι μου λέει, διότι με +παρακολουθεί και με παραφυλάττει αυστηρώς και δεν μου επιτρέπει να +στρέψω τα μάτια μου σε άλλον παρά μόνον εις αυτόν και αν είμαι +φρόνιμος και κάνω παν ό,τι μου λέγει, μου υπόσχεται να γείνω καθ' όλα +ευτυχής και ενάρετος, αφού γυμνασθώ εις τους κόπους και την +σκληραγωγίαν. Αυτά σου έγραψα μίαν στιγμήν που κατώρθωσα να διαφύγω +την επίβλεψίν του. Ευτύχει και ενθυμού τον Κλεινίαν».</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Πώς σου φαίνεται το γράμμα, Χελιδόνιον :</p> + +<p>ΧΕΛ. Βέβαια δεν είνε καθόλου ευχάριστον, αλλά το «ενθυμού τον +Κλεινίαν» αφήνει κάποιαν ελπίδα.</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Έτσι κι' εμένα μου 'φάνηκε. Αλλά πεθαίνω από έρωτα και τι να +κάμω δεν ξέρω. Ο Δρόμων έλεγεν ότι ο Αρισταίνετος είνε παιδεραστής +και με την πρόφασιν των μαθημάτων έχει τα ωραιότερα παιδιά· και με +τον Κλεινίαν κρυφομιλεί και του υπόσχεται ότι θα τον κάμη μεγάλον και +ένδοξον. Εκτός τούτου τον παίρνει και διαβάζουν μαζή κάτι ερωτικούς +λόγους των παλαιών φιλοσόφων προς τους μαθητάς των και όλο με τον +Κλεινίαν καταγίνεται. Εφοβέριζε δε ο Δρόμων ότι θα τα πη αυτά και +στον πατέρα του παιδιού.</p> + +<p>ΧΕΛ. Έπρεπε, Δροσί, να τον μπουκώσης τον Δρόμωνα.</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Τον εφιλοδώρησα, αλλά και χωρίς αυτό είνε με το μέρος μου· +διότι και αυτόν τον πονεί το δόντι για την Νεβρίδα.</p> + +<p>ΧΕΛ. Όλα θα παν καλά και να μη ανησυχής. Εγώ δε σκέπτομαι και να +γράψω στον τοίχον εις τον Κεραμεικόν, όπου ο Αρχιτέλης συνειθίζει να +περιπατή, ότι ο Αρισταίνετος διαφθείρει τον Κλεινίαν κι' έτσι θα +βοηθήσω τον Δρόμωνα εις την ενέργειάν του.</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Και πώς μπορείς να το γράψης χωρίς να σε δουν;</p> + +<p>ΧΕΛ. Θα πάω νύκτα και θα το γράψω με κάρβουνο.</p> + +<p>ΔΡΟΣ. Ευχαριστώ, Χελιδόνιον, διά την συμμαχίαν σου εναντίον του +αγύρτου Αρισταινέτου.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">11.<br /> +Τρύφαινα και Χαρμίδης.</h4> + +<p>ΤΡΥΦΑΙΝΑ. Ξανακούστηκε να δώσης πέντε δραχμές σε μιαν εταίραν για +να κοιμηθής μαζή της κι' έπειτα στο κρεββάτι να γυρίζης απ' τάλλο +μέρος, ν' αναστενάζης και να κλαις; Αλλ' ούτε ήπιες με όρεξιν, ούτε +έφαγες· διότι και στο τραπέζι σ' έβλεπα που εδάκρυζες και όλη την ώρα +δεν έπαυσες να κλαις σαν παιδάκι. Δεν μου λες λοιπόν, Χαρμίδη, γιατί +κάνεις έτσι; Πες μου· τι σου συμβαίνει διά να έχω τουλάχιστον αυτό το +κέρδος που αγρύπνησα μαζή σου όλη τη νύκτα.</p> + +<p>ΧΑΡΜΙΔΗΣ. Είμαι τρελλός από έρωτα, Τρύφαινα, και δεν υποφέρω +πειά.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Ότι δεν είσαι ερωτευμένος μαζή μου είνε φανερόν, διότι, δεν +θα με παρημέλεις, αφού μ' έχεις εις την διάθεσί σου και δεν θα μ' +έσπρωχνες όσες φορές έκαμα να σ' αγκαλιάσω και εις το τέλος έβαλες +μεταξύ μας το φόρεμά σου ως τείχος διά να μη μπορώ να σου 'γγίξω. +Ποια είνε λοιπόν αυτή που αγαπάς; Πες μου, και ίσως μπορέσω να σε +βοηθήσω εις τον έρωτά σου, διότι ξέρω από τέτοια.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Την ξέρεις πολύ καλά και σε ξέρει· διότι δεν είνε από τας +αγνώστους εταίρας.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Πες μου τ' όνομά της, Χαρμίδη.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Το Φιλημάτιον.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Είνε δύο μ' αυτό το όνομα· ποιά από τις δυο; Η Πειραιώτισσα +που διεκορεύθη προ ολίγου καιρού και την έχει ερωμένην ο Δάμυλλος ο +υιός του στρατηγού, ή η άλλη, που την λένε Παγίδα;</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Αυτή είνε, και πραγματικώς ο δυστυχής έχω πέση εις την +παγίδα και να γλυτώσω δεν μπορώ.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Και γι' αυτήν έκλαιγες;</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Ναι.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Και την αγαπάς πολύν καιρό ή νεοσύλλεκτος είσαι;</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Όχι, είνε εφτά μήνες σχεδόν από την εορτήν των Διονυσίων, +που την είδα πρώτη φορά.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Και την είδες ολόκληρη ή μόνον το πρόσωπο και όσα μέρη από +το σώμα της αφήνει να φαίνωνται μία γυναίκα που έχει πατήση τα +σαράντα πέντε;</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Και όμως ορκίζεται ότι κατά τον επόμενον Ελαφηβολιώνα +(<sup><a href="#fn29" id="ref29">29</a></sup>) + θα κλείση τα είκοσι δύο.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Και συ καλλίτερα πιστεύεις τους όρκους της παρά τα μάτια +σου; Να την παρατηρήσης με προσοχή και να δης στους κροτάφους της, +όπου μόνον έχει δικά της μαλλιά· τα άλλα είνε ψεύτικα και ξένα. Αλλ' +εις τους κροτάφους, όταν εξασθενήση η μπογιά που τα βάφει, αρχίζουν +και ξασπρίζουν. Και αν αυτό δεν σε αρκή, προσπάθησε να τη δης και +γυμνήν.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Ποτέ δεν συγκατετέθη εις αυτό.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Εννοείται, διότι ήξερε ότι θα την σιχαθής, άμα δης της +άσπρες κηλίδες που έχει, διότι από το λαιμό έως τα γόνατα ομοιάζει με +πάρδαλιν. Και έκλαιες διότι δεν απήλαυσες μια τέτοια γυναίκα; Βέβαια +θα σου κάνη δυσκολίας και περιφρονήσεις.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Ναι, Τρύφαινα, αν και έχει λάβει τόσα και τόσα από μένα. Και +τώρα επειδή δεν είχα να της δώσω της χίλιες δραχμές που μου ζητούσε, +διότι ο πατέρας είνε σφικτός και δεν μου δίδει, εδέχθη τον Μοσχίωνα +και σ' εμένα έκλεισε την πόρτα· εγώ δε για να την πεισμώσω και να της +αποδώσω τη λύπη που μου προξένησε, επήρα σένα.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Μα την Αφροδίτην δεν θαρχόμουνα, αν ήξερα ότι μ' επήρες μ' +αυτόν τον σκοπόν, διά να πεισμώσης άλλην και μάλιστα ένα σαράβαλο σαν +το Φιλημάτιον. Αλλά φεύγω, γιατί ξημερόνει· έχει λαλήση τρεις φορές ο +πετεινός.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Μη φεύγης τόσο γρήγορα, Τρύφαινα· διότι αν είνε αληθινά αυτά +που λες για το Φιλημάτιον, η περρούκα, το βάψιμον και το παρδαλό της +δέρμα, ούτε θα γυρίσω πειά να την κυτάξω.</p> + +<p>ΤΡΥΦ. Ρώτησε τη μητέρα σου, αν έτυχέ ποτε να τη δη στο λουτρό. Όσω +για τα χρόνια της, να ρωτήσης τον πάππο σου, αν ζη ακόμη.</p> + +<p>ΧΑΡΜ. Λοιπόν αφού είνε τέτοια, ας ρίξωμε κάτω το τείχος που μας +χωρίζει, και έλα ν' αγκαλιασθούμε και ν' απολαύσωμεν ο είς τον άλλον. +Με το Φιλημάτιον κάθε σχέσις ετελείωσε.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">12.<br /> +Ιόεσσα, Πυθιάς και Λυσίας.</h4> + +<p>ΙΟΕΣΣΑ. Με περιφρονείς, Λυσία; Έχεις δίκιο γιατί ούτε χρήματα σου +εζήτησα ποτέ, ούτε την πόρτα σούκλεισα να σου πω ότι έχω άλλον μέσα, +ούτε σε ηνάγκασα ν' απατήσης τον πατέρα σου, ή να κλέψης τίποτε από +την μητέρα σου και να μου το φέρης ως κάνουν η άλλες, αλλ' από την +πρώτη στιγμή σ' εδέχθηκα χωρίς πληρωμή και χωρίς δώρα. Ξέρεις πόσους +εραστάς έδιωξα, τον Ηθοκλέα που είνε τώρα πρύτανις, τον Πασσίωνα τον +πλοίαρχον και τον ομήλικόν σου τον Μέλισσον, αν και προ ολίγου καιρού +απέθανεν ο πατέρας του κ' επήρε στα χέρια του την περιουσία. Εγώ δε +είχα μόνον εσένα, όπως η Σαπφώ τον Φάωνα, και δεν είχα μάτια για +άλλον, ούτε άνοιγα την πόρτα μου εις άλλον παρά σε σένα· διότι +ενόμιζα η ανόητη ότι οι όρκοι σου ήσαν αληθινοί και για σένα ήμουν +φρόνιμη, ως η Πηνελόπη, και δεν έδιδα προσοχή εις την μητέρα που +θύμωνε και με κατηγορούσε στις φιλενάδες μου. Αλλά συ άμα ενόησες ότι +ήμουν αφωσιωμένη και πέθαινα για σένα, πότε με την Λύκαινα έπαιζες +μπροστά μου, για να με σκάζης, πότε, ενώ ήσουν πλαγιασμένος μαζή μου, +επαινούσες την αρπίστριον Μαγίδιον. Εγώ δε έκλαια, γιατί ενοούσα ότι +τα έκανες αυτά για να με βρίζης. Και προ καιρού, όταν διεσκεδάζατε +μαζή, ο Θράσων, συ και ο Δίφιλος, είχατε εκεί την αυλητρίδα Κυμβάλιον +και την Πυραλλίδα, που είνε εχθρά μου και συ το ήξερες. Όταν δε +εφίλησες το Κυμβάλιον πέντε φορές ολίγον μ' επείραξε· διότι τον +εαυτόν σου ύβριζες που φιλούσες μια τέτοια γυναίκα· αλλά πώς μπορούσα +να σε βλέπω να κάνης νεύματα στην Πυραλλίδα και κάθε φορά που έπινες +να της προσφέρης το ποτήρι και να λες του υπηρέτου στ' αυτί, αν δεν +ζητήση η Πυραλλίς να μη δώση σε κανένα άλλον να πιή; Εις το τέλος +εδάγκασες ένα μήλο, μια στιγμή που είδες τον Δίφιλον να μην προσέχη — +διότι μιλούσε με τον Θράσωνα — και με τρόπο έσκυψες και το πέταξες +στον κόρφο της και αυτή το φύλαξε ανάμεσα στα βυζιά της και τόκρυψε +στο στηθόδεσμό της. Δεν εφρόντισες καν να μη σε δω. Αλλά γιατί μου τα +κάνεις αυτά; Τι κακό μεγάλο ή μικρό σου έκαμα και εις τι σ' επίκρανα; +Ποιόν άλλον εκύταξα; Δεν ζω μόνο για σένα; Δεν είνε μεγάλη αμαρτία +αυτή, Λυσία, να πικραίνης μια δυστυχισμένη γυναικούλα, που +τρελλαίνεται για σένα; Αλλ' υπάρχει θεός, η Αδράστεια, που τα βλέπει +αυτά, Ίσως θα με λυπηθής μόνον όταν ακούσης είτε ότι έβαλα θηλειά στο +λαιμό μου κ' επνίγηκα, είτε ότι έπεσα στο πηγάδι, ή ευρήκα άλλον +τρόπον θανάτου για να μη σου γίνωμαι εμπόδιο και ενόχλησις. Τότε θα +καμαρώσης για το ωραίο σου κατόρθωμα. Τι με αγριοκυτάζεις και τρίζεις +τα δόντια; Αν έχης τίποτε να με κατηγορήσης, να το πης, και αυτή η +Πυθιάς ας μας κρίνη. Πώς χωρίς να μου δώσης καμμίαν απάντησιν φεύγεις +και μ' αφήνεις; Βλέπεις, Πυθιάς, τι τραβώ απ' αυτόν τον Λυσίαν;</p> + +<p>ΠΥΘΙΑΣ. Τι σκληρή καρδιά, να μη τον συγκινούν τα δάκρυα της. Είνε +πέτρα και όχι άνθρωπος. Αλλ' αν θέλης την αλήθεια, Ιόεσσα, εσύ τον +έκαμες έτσι, που τον αγαπούσες υπερβολικά και του το φανέρωνες. Δεν +έπρεπε να του δείχνης τόση αγάπη, διότι οι άνδρες όταν το καταλάβουν +το παίρνουν απάνω τους. Παύσε να κλαις και αν θέλης να μ' ακούσης, +κλείσε του μια ή δυο φορές την πόρτα όταν έλθη· και θα δης ότι η +αγάπη του θ' ανάψη πάλιν και θα σ' αγαπήση όπως τον αγαπάς.</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Τι λες; Να κλείσω την πόρτα του Λυσία; Λυτό δεν γίνεται. Και +τι άλλο θέλω παρά να έρχεται;</p> + +<p>ΠΥΘ. Μη σε μέλη και θα ξανάρθη.</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Με κατέστρεψες, Πυθιάς· σε ήκουσε όταν έλεγες «Κλείσε του +την πόρτα».</p> + +<p>ΛΥΣΙΑΣ. Δεν εγύρισα δι' αυτήν, Πυθιάς, διά την οποίαν μόνον +περιφρόνησιν αισθάνομαι, αλλά για σένα, διότι δεν θέλω να με +κατηγορής και να λες «Είνε σκληρόκαρδος ο Λυσίας».</p> + +<p>ΠΥΘ. Αλήθεια, αυτό είπα, Λυσία.</p> + +<p>ΛΥΣ. Πώς θέλεις να την υποφέρω, Πυθιάς, αυτήν την Ιόεσσαν που τώρα +κλαίει, αφού την έπιασα να κοιμάται με ένα νέον και να μου κάνη +απιστίες;</p> + +<p>ΠΓΘ. Μα τέλος πάντων, Λυσία, μη λησμονής ότι είνε εταίρα. Αλλά +πότε την έπιασες να κοιμάται με άλλον;</p> + +<p>ΛΥΣ. θα είνε έξ μέρες τώρα· έξ βέβαια, αφού ήτο δευτέρα του μηνός +και σήμερα έχομε εφτά. Ο πατέρας μου, επειδή εγνώριζε ότι αγαπούσα +αυτή τη γυναίκα, μ' έκλεισε μέσα και διέταξε τον θυρωρόν να μη μου +ανοίξη την πόρτα. Εγώ όμως, επειδή δεν υπέφερα να περάσω την νύκτα +χωρίς αυτήν, διέταξα τον δούλον μας Δρόμωνα, να μου κάμη πλάτες για +ν' ανέβω στον τοίχο της αυλής εις το μέρος που είνε χαμηλώτερος. Να +μη σου τα πολυλογώ, ανέβηκα έτσι, επήδησα έξω και ήλθα· ευρήκα δε την +πόρτα της αυλής καλά κλεισμένη. Ήσαν μεσάνυκτα. Λοιπόν δεν εκτύπησα, +αλλ' ανεσήκωσα σιγά σιγά την πόρτα κ' εγύρισα τον στρόφιγγα, όπως +είχα κάμη και άλλοτε, κι' εμπήκα χωρίς να κάνω θόρυβο. Μέσα +εκοιμούντο όλοι κι' εγώ επροχώρησα τοίχο-τοίχο κ' έφθασα στο +κρεββάτι.</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Ω Δήμητρα, τι θα πη; Με πνίγει η αγωνία.</p> + +<p>ΛΥΣ. Επειδή ήκουσα δύο αναπνοές, στην αρχή ενόμισα ότι εκοιμάτο +μαζή της η Λυδή· είχα όμως λάθος, διότι όταν έψαξα ευρήκα το πρόσωπον +ενός νέου χωρίς γένεια, πολύ τρυφερού, ο οποίος είχε σύρριζα κομμένα +τα μαλλιά, εμύριζε δε και αυτός από αρώματα. Αν είχα μαζή μου την +στιγμή εκείνη σπαθί, σας ορκίζομαι ότι... Τι γελάτε, Πυθιάς; Σου +φαίνονται ότι είνε για γέλοια αυτά που λέγω;</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Αυτό λοιπόν, Λυσία, ήτον η αφορμή του θυμού σου; Ο νέος που +εκοιμάτο μαζή μου ήτο αυτή, η Πυθιάς.</p> + +<p>ΠΥΘ. Μην του το λες, Ιόεσσα.</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Γιατί να μην του το πω; Ήτον η Πυθιάς, καλέ μου· την είχα +καλέση να κοιμηθούμε μαζή, διότι δεν είχες έρθη και ήμουν +στενοχωρημένη.</p> + +<p>ΛΥΣ. Η Πυθίας είχε τα μαλλιά της κομμένα σύρριζα και εντός έξ +ημερών εμεγάλωσαν και έγιναν πάλι τόσα;</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Από την αρρώστεια που είχε πάθη είχαν αρχίση να πέφτουν τα +μαλλιά της και τα ξύρρισε και τώρα φορεί φενάκην. Δείξε του, Πυθιάς, +δείξε του για να πιστέψη. Ορίστε ο νέος ο αντεραστής που +εζήλεψες.</p> + +<p>ΛΥΣ. Τι ήθελες να κάμω, Ιόεσσα, ερωτευμένος όπως ήμουν και αφού +τον έψαξα με τα χέρια μου;</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Τώρα όμως επείσθης. θέλεις τώρα να σου θυμώσω κι' εγώ; Και +θα έχω περισσότερο δίκιο.</p> + +<p>ΛΥΣ. Όχι, αλλά έλα τώρα να πιούμε· ας πιή και η Πυθιάς μαζή μας, +διότι είνε δίκαιον να λάβη και αυτή μέρος εις τας σπονδάς.</p> + +<p>ΙΟΕΣ. Ας μείνη. Αλλά τι έπαθα εξ αιτίας σου, λεβέντη Πυθία.</p> + +<p>ΠΥΘ. Εγώ όμως πάλιν σας εσυμφιλίωσα, ώστε μη θυμώνης μαζή μου. +Πρόσεξε όμως, Λυσία, μην πης σε κανένα για τα μαλλιά μου.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">13.<br /> +Λεόντιχος, Χηνίδας και Υμνίς.</h4> + +<p>ΛΕΟΝΤΙΧΟΣ. Για πες, Χηνίδα, στη μάχη με τους Γαλάτας πώς ώρμησα +μπροστά από τους άλλους ιππείς με το λευκό μου το άλογο, και πώς οι +Γαλάται, αν και είνε πολληκάρια, ετσάκισαν ευθύς ως με είδαν και +κανείς δεν είχε το κουράγιο να σταθή και αντιμετρηθή μαζή μου. Εγώ +τότε επέταξα την λόγχην κι' επέρασα πέρα και πέρα τον αρχηγό των μαζή +με το άλογο του. Αλλά μερικοί απ' αυτούς, αφού ετσάκισαν, κατώρθωσαν +να μαζευτούν και να σχημαΤιςουν τετράγωνον· ετράβηξα λοιπόν το σπαθί +και ώρμησα κατ' επάνω των σαν θηρίο· ανέτρεψα τους πρώτους επτά και +τους κατεπάτησε το άλογο μου και με το σπαθί έσχισα εις δύο την +κεφαλήν ενός των λοχαγών μαζή με την περικεφαλαίαν. Μετ' ολίγον +εφθάσατε σεις οι άλλοι, Χηνίδα, όταν πλέον είχα τρέψη εις φυγήν τους +εχθρούς.</p> + +<p>ΧΗΝΙΔΑΣ. Μήπως έδειξες ολιγωτέραν ανδρείαν, Λεόντιχε, εις την +Παφλαγονίαν, όταν εμονομάχησες με τον σατράπην :</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Καλά που μου το θύμησες, διότι δεν ήτο μικρόν κι' εκείνο το +ανδραγάθημα. Ο σατράπης ήτο πελώριος κι' εθεωρείτο πολύ δυνατός εις +τα όπλα. Αυτός λοιπόν διά να δείξη περιφρόνησιν προς τους Έλληνας, +εβγήκε από την παράταξιν, επήδησε εις το μέσον και επροκάλει οποίον +ήθελε να μονομαχήση μαζή του. Οι άλλοι, οι λοχαγοί και οι ταξίαρχοι +και αυτός ο διοικητής μας, αν και δεν ήτο δειλός άνθρωπος — είχαμεν +αρχηγόν τον Αρίσταιχμον τον Αιτωλόν, άριστον ακοντιστήν, εγώ δε ήμουν +ακόμη χιλίαρχος — επτοήθησαν. Εγώ όμως είχα το θάρρος να δεχθώ την +πρόκλησιν και εξέφυγα από τα χέρια των φίλων μου που ήθελαν να μ' +εμποδίσουν, διότι εφοβούντο διά την ζωήν μου, βλέποντες τον βάρβαρον +να λάμπη με τα επίχρυσά του όπλα, να επισείη την λόγχην και το μέγα +και φοβερόν λοφείον της περικεφαλαίας του....</p> + +<p>ΧΗΝ. Κι' εγώ εφοβήθηκα τότε, Λεόντιχε, και θυμάσαι πώς σ' εκράτησα +και σ' επαρακαλούσα να μη κινδυνεύσης· διότι αν συ εφονεύεσο, εγώ δεν +θα μπορούσα πειά να ζήσω.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Εγώ όμως με θάρρος επροχώρησα εις το μέσον, ωπλισμένος όχι +χειρότερα από τον Παφλαγόνα, αλλά κατάχρυσος και εγώ, ώστε ήλθε βοή +θαυμασμού και από το μέρος των δικών μου και από το μέρος των +βαρβάρων· διότι και εκείνοι άμα με είδαν με εγνώρισαν, προ πάντων από +την ασπίδα, από τα φάλαρα και το λοφείον. Για πες, Χηνίδα, με ποίον +τότε με παρωμοίασαν όλοι;</p> + +<p>ΧΗΝ. Με ποίον άλλον παρά με τον Αχιλλέα τον υιόν της Θέτιδος και +του Πηλέως; Τόσον ωραία σου επήγαινε η περικεφαλαία και η φοινικίς +(<sup><a href="#fn30" id="ref30">30</a></sup>) + και τόσον η ασπίς άστραπτε.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Όταν συνεπλάκημεν, ο βάρβαρος με επλήγωσε πρώτος ελαφρά· +μόλις με άγγισε το κοντάρι του λίγο παραπάνω από το γόνατον· εγώ δε +αφού με τη λόγχη διεπέρασα την ασπίδα του, τον εκτύπησα εις το στήθος +και η λόγχη τον επέρασε πέρα και πέρα. Έπειτα ώρμησα και του έκοψα +την κεφαλήν με την σπάθην, επήρα τα όπλα του και επέστρεψα εις το +στρατόπεδον. Είχα δε την κεφαλή του καρφωμένη επάνω στη λόγχη μου και +ήμουν λουσμένος από το αίμα.</p> + +<p>ΥΜΝΙΣ. Φρίκη! Μ' αυτά τα φοβερά και αηδή πράμματα που διηγείσαι +περί του εαυτού σου, Λεόντιχε, και με την ευχαρίστησι που φαίνεται +ότι σου προξενεί το αίμα, ούτε να σε κυτάξη κανείς μπορεί, όχι να πιή +και να κοιμηθή μαζή σου. Λοιπόν εγώ φεύγω.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. θα σου δώσω διπλή πληρωμή.</p> + +<p>ΥΜΝ. Δε μπορώ να κοιμηθώ μ' ένα φονηά.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Μη φοβάσαι, Υμνίς· αυτά που σου διηγήθηκα έγιναν στην +Παφλαγονία· εδώ έχομεν ειρήνην.</p> + +<p>ΥΜΝ. Α όχι, είσαι μαγαρισμένος άνθρωπος· το αίμα έσταζεν επάνω σου +από την κεφαλήν του βαρβάρου, που είχες καρφωμένη τη λόγχη σου. Και +νομίζεις ότι εγώ μπορώ ν' αγκαλιάσω και να φιλήσω ένα τέτοιον άνδρα; +θεός φυλάξοι! Κατά τι διαφέρει ένας τέτοιος από τον δήμιον;</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Και όμως αν μ' έβλεπες με τα όπλα μου δεν έχω αμφιβολίαν +ότι θα μ' ερωτεύεσο.</p> + +<p>ΥΜΝ. Και μόνον που σε ακούω, Λεόντιχε, μου έρχεται αναγούλα και +μου φαίνεται ότι βλέπω τους σκοτωμένους και μάλιστα τον κακομοίρη το +λοχαγό με τη κεφαλή σχισμένην εις δύο. Τι νομίζεις; Αν σ' έβλεπα την +ώρα εκείνη και να δω τους σκοτωμένους πεσμένους κάτω, έχω την ιδέαν +ότι θα πέθαινα, εγώ που ούτε πετεινόν δεν είδα ποτέ μου να τον +σφάζουν.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Τόσον δειλή και μικρόψυχη είσαι, Υμνίς; Εγώ ενόμιζα ότι θα +ηυχαριστείσο ν' ακούσης αυτάς τας διηγήσεις.</p> + +<p>ΥΜΝ. Αυτά να πας να τα λες σε τίποτε ανδρογυναίκες από τη Λήμνο ή +Δαναΐδες, αν εύρης· εγώ φεύγω να πάω στη μητέρα μου τώρα που είνε +ακόμη μέρα. Έλα και συ μαζή μου, Γραμίτσα· συ δε χαίρε, λαμπρέ +χιλίαρχε και φονηά όσων θέλεις.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Μείνε, σε παρακαλώ, Υμνίς, μείνε....Έφυγε.</p> + +<p>ΧΗΝ. Εσύ φταις, Λεόντιχε, που τρόμαξες το άμαθο κορίτσι με τα +φοβερά λοφεία και με τας διηγήσεις απιστεύτων ανδραγαθημάτων. Εγώ την +είδα αμέσως πώς εκιτρίνησε, όταν διηγείσο περί του λοχαγού, πώς +ετρόμαξε και έφριξε όταν είπες ότι του έκοψες την κεφαλήν.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Ενόμιζα ότι έτσι θα της αρέσω καλλίτερα. Αλλά και συ με +αποτελείωσες, Χηνίδα, που μ' έκαμες να διηγηθώ την μονομαχίαν.</p> + +<p>ΧΗΝ. Τι ήθελες να κάμω; Αφού έβλεπα ότι ήθελες να κόβης κούρες, σ' +εβοήθησα. Αλλά συ το παράκαμες. Καλά, έκοψες την κεφαλήν εκείνου του +κακομοίρη του Παφλαγόνος· τι ήθελες να την καρφώσης κι' επάνω στη +λόγχη και να στάζη πάνω σου το αίμα;</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Αυτό αλήθεια είνε βρώμικο, Χηνίδα, και έπρεπε να περιορισθώ +εις τα άλλα, τα οποία ήσαν καλά φτιασμένα. Πήγαινε λοιπόν και +προσπάθησε να την καταφέρης νάρθη να κοιμηθή μαζή μου.</p> + +<p>ΧΗΝ. θέλεις να της πω ότι όλα, αυτά που της διηγήθης ήσαν ψέμματα +για να της δείξης ανδρείαν;</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Όχι, δεν κάνει, Χηνίδα· είνε 'ντροπή.</p> + +<p>ΧΗΝ. Αλλοιώτικα δεν θα έλθη. Διάλεξε λοιπόν το έν από τα δύο, ή να +σε πιστεύουν ως ήρωα και να σε μισούν, ή να κοιμηθής με την Υμνίδα +και να ομολογήσης ότι είπες ψέμματα.</p> + +<p>ΛΕΟΝΤ. Και τα δύο είνε δύσκολα, αλλά προτιμώ την Υμνίδα. Πήγαινε +λοιπόν να της πης ότι ήσαν ψέμματα, αλλ' όχι όλα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">14.<br /> +Δωρίων και Μυρτάλη.</h4> + +<p>ΔΩΡΙΩΝ. Τώρα με διώχνεις, Μυρτάλη, που έγεινα φτωχός εξ αιτίας +σου. Όταν σου κουβαλούσα τόσα και τόσα, ήμουν αγαπητικός, ήμουν +σύζυγος και κύριος, ήμουν άνδρας και αφέντης, ήμουν τα πάντα. Αλλά +τώρα που έγεινα πανί με πανί, επήρες αγαπητικό τον Βιθυνόν έμπορον +κι' εμένα με αφήνεις έξω να κλαίω 'μπρός στην πόρτα σου την ώρα που +εκείνον τον έχεις στην αγκαλιά σου και τον φιλείς και περνάτε την +νύκτα μαζή και λες μάλιστα ότι είσαι και γκαστρωμένη απ' αυτόν.</p> + +<p>ΜΥΡΤΑΛΗ. Μούρχεται να σκάσω, Δωρίων, όταν σ' ακούω να λες ότι μου +έστελνες πολλά και ότι εφτώχυνες εξ αιτίας μου. Έλα να λογαριάσωμε +από την αρχή τι και τι μου έφερες.</p> + +<p>ΔΩΡ. Καλά λες, Μυρτάλη, ας τα λογαριάσωμε. Στην αρχή σου έφερα +υποδήματα από την Σικυώνα δύο δραχμών· έχομε λοιπόν δύο δραχμές.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Ναι, μα κοιμήθηκες δύο νύκτες.</p> + +<p>ΔΩΡ. Και όταν ήρθα από την Συρίαν σου έφερα ένα βάζο με άρωμα της +Φοινίκης, δύο δραχμών και αυτό, μα τον Ποσειδώνα.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Και εγώ όταν έφευγες σου εχάρισα εκείνο το ποκαμισάκι που +σου έφθανε μέχρι των μηρών, για να το φορής όταν κωπηλατούσες. Το +είχε λησμονήση στο σπίτι μας ο Επίουρος ο πρωρεύς όταν εκοιμάτο μαζή +μου.</p> + +<p>ΔΩΡ. Το γνώρισε προ καιρού στη Σάμο ο Επίουρος και μου το πήρε με +φιλονεικία μεγάλη. Όταν ήλθαμεν από τον Βόσπορον, σου έφερα κρομμύδια +της Κύπρου και παστόψαρα, πέντε σαπέρδες και τέσσερης πέρκες. Δε +θυμάσαι; Σου έφερα ακόμη οκτώ παξιμάδια ναυτικά κι' ένα καλάθι και +σύκα από την Καρύαν και αργότερα σανδάλια επίχρυσα από τα Πάταρα, +αχάριστη, θυμούμαι ότι σου έφερα μια φορά κι' ένα μεγάλο τυρί από το +Γύθειο.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Πέντε δραχμές ίσως αξίζουν όλα αυτά.</p> + +<p>ΔΩΡ. Όσα μπορεί να δώση ένας φτωχός ναύτης, άνθρωπος μισθωτός. +Τώρα όμως που επροβιβάστηκα κι' έγεινα τοίχαρχος του δεξιού, δεν +κάνεις καλά να με περιφρονής. Αλλά και προ καιρού στην εορτή της +Αφροδίτης, δεν έρριξα εις τα πόδια της θεάς μία δραχμή ασημένια για +σένα; Έπειτα πάλιν επλήρωσα δυό δραχμές για υποδήματα της μητέρας σου +και πολλές φορές έχω βάλη στο χέρι αυτής της Λυδής πότε δύο και πότε +τέσσερους οβολούς. Όλα αυτά αν τα μαζέψης κάνουν περιουσίαν για ένα +ναύτην.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Τα κρομμύδια και τα παστόψαρα, Δωρίων;</p> + +<p>ΔΩΡ. Ναι· αυτά είχα, αυτά σου έφερνα. Αν ήμουν πλούσιος, δεν θα +τραβούσα κουπί. Στη μητέρα μου δεν έφερα ποτέ ούτε ένα κεφάλι σκόρδο. +Ήθελα νακούσω τώρα και τα δώρα που έλαβες από τον Βιθυνόν.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Πρώτα πρώτα αυτό το πουκαμισάκι· το βλέπεις; αυτός μου το +αγόρασε, όπως και το περιδέραιον το πιο χονδρό από τα δύο που +φορώ.</p> + +<p>ΔΩΡ. Αυτό θυμάμαι ότι το είχες και προτήτερα.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Εκείνο που ήξερες ήτο πολύ λεπτότερον και δεν είχε +σμαράγδους. Αυτός μούφερε και αυτά τα σκουλαρίκια και ένα τάπητα, μου +έδωκε δε και δύο μνας προ καιρού και μας επλήρωσε το νοίκι, όχι +σάνδαλα από τα Πάταρα και τυρί από το Γύθιο και πράσιν' άλογα.</p> + +<p>ΔΩΡ. Αλλά δεν σκέπτεσαι και τι σίχαμα είνε αυτός που κοιμάσαι μαζή +του; Εξ άπαντος τα πενήντα τα έχει περάση, είνε καραφλός και το +πρόσωπο του έχει το χρώμα του κάβουρα. Αλλά δεν βλέπεις τουλάχιστον +τα δόντια του; Χαριτωμένος άνθρωπος μα τους Διοσκούρους, μάλιστα όταν +τραγουδή και θέλη να κάμη τον τρυφερόν· γαϊδούρι σωστό που γκαρίζει. +Αλλά τέτοιος αγαπητικός σου ταιριάζει, εύχομαι δε και ν' αποκτήσης +μαζή του παιδί που να μοιάζη του πατέρα του. Εγώ δεν θα χαθώ· θα βρω +καμμιά Δελφίδα ή κανένα Κυμβάλιον ή τη γειτόνισσά σας την αυλητρίδα, +τέλος πάντων μια γυναίκα που να ταιριάζωμεν. Τάπητας δε και +περιδέραια και δύο μνας δεν έχομεν όλοι να δίδωμεν.</p> + +<p>ΜΥΡΤ. Τι ευτυχισμένη θα είνε 'κείνη που θ' αποκτήση αγαπητικό σαν +και σένα, Δωρίων. Θα της φέρνης κρομμύδια της Κύπρου και τυρί του +Γυθίου, όταν θα επιστρέφης από τα ταξείδια σου.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">15.<br /> +Κοχλίς και Παρθενίς.</h4> + +<p>ΚΟΧΛΙΣ. Γιατί κλαις, Παρθενί, και από πού έρχεσαι με τους αυλούς +σπασμένους;</p> + +<p>ΠΑΡΘΕΝΙΣ. Ο στρατιώτης ο Αιτωλός εκείνος ο αψηλός, ο αγαπητικός +της Κροκάλης, μ' εκτύπησε, γιατί μ' ευρήκε στης αγαπητικιάς του, όπου +με είχε πάει με πληρωμή να παίξω ο Γόργος ο αντεραστής του. Αυτός +μούσπασε τους αυλούς. Ενώ διεσκέδαζαν και εγώ έπαιζα, ώρμησε μέσα ο +Αιτωλός, μου άρπαξε τους αυλούς και τους τσάκισε, αναποδογύρισε το +τραπέζι και έχυσε το κρασί. Έπειτα άρπαξε τον χωριάτην τον Γόργον και +τον έσυρε από τα μαλλιά και άρχισε να τον κτυπά αυτός — νομίζω ότι +ονομάζεται Δεινόμαχος αυτός ο στρατιώτης — και ο συστρατιώτης του με +τόση λύσσα που δεν γνωρίζω αν θα ζήση ο άνθρωπος· διότι έτρεξε αίμα +πολύ από τη μύτη του και το πρόσωπο του επρίσθη όλο κι' εμαύρισε.</p> + +<p>ΚΟΧΛ. Ετρελλάθη ο στρατιώτης εκείνος ή μεθυσμένος ήτο;</p> + +<p>ΠΑΡΘ. Από ζηλοτυπία και υπερβολικόν έρωτα. Η Κροκάλη νομίζω ότι +του είχε ζητήση δύο τάλαντα, αν ήθελε να την έχη μόνον αυτός· επειδή +δε ο Δεινόμαχος δεν τα έδωκε, του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα, καθώς +ήκουσα, και εκάλεσε τον Γόργον από την Οινόην, γεωργόν πλούσιον και +καλόν άνθρωπον ο οποίος προ πολλού την αγαπούσε. Μ' εκάλεσε κι' εμένα +για να παίξω και διεσκέδαζαν. Είχε δε προχωρήση το γλέντι κι' εγώ +έπαιζα κάποιον λυρικόν σκοπόν, ο χωρικός εσηκώθη να χορέψη, η Κροκάλη +εχειροκρότει και η διασκέδασις επήγαινε λαμπρά· αλλά τότε ακούσαμε +φωνές· εκτυπούσαν στην πόρτα της αυλής και μετ' ολίγον ώρμησαν μέσα +έως οκτώ νέοι πολύ δυνατοί, ήτο δε μαζή των και ο Μεγαρεύς. Αμέσως +μας έκαμαν άνω κάτω και έρριψαν χάμω τον Γόργον, όπως είπα, και τον +εποδοπατούσαν. Η Κροκάλη δεν ξέρω πώς κατώρθωσε και τώστριψε και +κρύφθηκε στο σπίτι της Θεσπιάδος της γειτόνισσας. Εμένα μ' εκτύπησε ο +Δεινόμαχος και μου είπε «Γκρεμίσου απ'εδώ» και αφού μούσπασε τους +αυλούς μου τους πέταξε. Τώρα πηγαίνω να τα πω στον αφέντη μου· επήγε +δε και ο χωρικός νάβρη μερικούς φίλους που έχει εδώ στην πόλι διά να +ενεργήσουν να συλληφθή ο Μεγαρεύς και να παραδοθή εις τους +πρυτάνεις.</p> + +<p>ΚΟΧΛ. Αυτά κερδίζει κανείς από τους έρωτας των στρατιωτικών, ξύλο +και έπειτα δικαστήρια. Σου λέγουν ότι είνε αρχηγοί και χιλίαρχοι και +όταν πρόκειται να πληρώσουν, περίμενε να γείνη μισθός και άμα πάρω +χρήματα σου κάνω ότι θέλεις. Α να χαθούν οι ψεύτες! Καλά κάνω εγώ που +δεν θέλω να τους ξέρω. Προτιμώ ένα ψαρά, ένα ναύτην ή γεωργόν που δεν +μεγαλοπιάνεται, αλλά λέει λίγα και δίνει πολλά· αυτοί όμως που φορούν +τα λοφεία και διηγούνται πολέμους και ανδραγαθήματα, μόνον αέρας +φρέσκος είνε, Παρθενί.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΟΝΕΙΡΟΝ Ή ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ</h4> + +<p> +<br /> +ΜΙΚΥΛΛΟΣ. Κακό χρόνο νάχης, αναθεματισμένε πετεινέ, φωνακλά και +φθονερέ. Τη στιγμή που ήμουν πλούσιος κι' έβλεπα, ένα πολύ ευχάριστον +όνειρον και ήμουν σε μεγάλη ευτυχία, μ' εξύπνησες με μια τρομερά +φωνή. Ούτε την νύκτα λοιπόν δε μπορώ να γλυτώσω εξ αιτίας σου από την +αναθεματισμένη τη φτώχεια; Αν κρίνω από τη μεγάλη ησυχία που είνε έξω +και από το κρύο που δεν άρχισε ακόμη, όπως συμβαίνει κατά τις πρωινές +ώρες, να με παγόνη — αυτό σαν τον καλλίτερο ωροδείκτη με ειδοποιεί +ότι πλησιάζει να ξημερώση — δεν είνε ακόμη μεσάνυχτα, και όμως αυτός +ο ξενύχτης, ως να τον έχουν βάλη να φυλάττη το χρυσούν δέρας, ήρχισε +από νωρίς να κράζη. Αλλά θα μου το πληρώσης. Ας ξημερώση μόνον και θα +δης τι ξύλο έχεις να φας, διότι τώρα θα πηδάς και θα μου ξεφεύγης στο +σκοτάδι.</p> + +<p>ΠΕΤΕΙΝΟΣ. Γιατί θυμώνεις, αφέντη Μίκυλλε; Εγώ νομίζω ότι σου κάνω +χάρι αν σου συντομεύσω όσο μπορώ την νύχτα, για να πιάσης δουλειά από +την αυγήν και προφθάσης τις πολλές εργασίες που έχεις. Αν πριν βγη ο +ήλιος τελειώσης ένα παπούτσι, θα βγάλης το ψωμί σου. Αλλ' αν προτιμάς +να κοιμάσαι, εγώ θα ησυχάσω και θα γείνω πιο άφωνος από τα ψάρια· +όμως πρόσεξε μήπως εις τα όνειρα σου είσαι πλούσιος και όταν ξυπνήσης +πεθάνης της πείνας.</p> + +<p>ΜΙΚ. Ω Ζευ θαυμαστέ και Ηρακλή αλεξίκακε, τι είνε αυτό που +συμβαίνει; Σαν άνθρωπος ελάλησε ο πετεινός;</p> + +<p>ΠΕΤ. Παράδοξο σου φαίνεται ότι μιλώ σαν άνθρωπος; </p> + +<p>ΜΙΚ. Παράδοξο λέει; Κάποιο κακό θα μου συμβή και οι θεοί ας με +σώσουν.</p> + +<p>ΠΕΤ. Μου φαίνεται, Μίκυλλε, ότι είσαι πολύ αμαθής και δεν +εδιάβασες εις τα ποιήματα του Ομήρου ότι και του Αχιλλέως το άλογο +Ξάνθος αφήκε το χρεμέτισμα και ήρχισε μέσα εις την μάχην ν' απαγγέλλη +στίχους και όχι, όπως εγώ τώρα, λόγους πεζούς. Αλλά και μάντις ήτο +εκείνος ο ίππος και επροφήτευε τα μέλλοντα και τούτο δεν εφαίνετο εις +κανένα παράδοξον, ούτε κανείς από κείνους που τον ήκουαν επεκαλέσθη +τον αλεξίκακον διά να τον σώση από το απαίσιον άκουσμα. Τι θα έκανες +αν σου μιλούσε η καρίννα της Αργούς ή αν ήκουες αυτόφωνον χρησμόν +(<sup><a href="#fn31" id="ref31">31</a></sup>) + της Δωδώνης, ή έβλεπες πετσιά να έρπουν και κρέατα βοδεινά να +μουγκρίζουν, μισοψημένα και περασμένα εις τα σουβλιά; +(<sup><a href="#fn32" id="ref32">32</a></sup>) + Εγώ δε που μένω πλησίον του Ερμού του πολυλογωτέρου και +ρητορικωτέρου των θεών και ζω μαζή με σας τους ανθρώπους είνε πολύ +φυσικόν να μάθω εύκολα την ανθρωπίνην γλώσσαν. Αλλ' αν μου υποσχεθής +να κρατήσης μυστικόν ό,τι θα σου πω, θα σου φανερώσω την αληθινήν +αιτίαν που ομιλώ ως άνθρωπος και πώς μου συνέβη αυτό.</p> + +<p>ΜΙΚ. Μωρέ, μήπως εξακολουθώ να ονειρεύωμαι και σ' ακούω στον ύπνο +μου να μου μιλάς έτσι; Αλλά τέλος πάντων πες μου, σε παρακαλώ, καλέ +μου κόκορα, πώς απέκτησες την ανθρωπίνην φωνήν. Δεν πρέπει δε να +φοβάσαι μήπως φανερώσω το μυστικόν, διότι ποίος θα με πιστεύση αν πω +ότι το ήκουσα από ένα πετεινόν;</p> + +<p>ΠΕΤ. Άκουσε λοιπόν· αυτό το οποίον θα σου πω είνε πολύ παράδοξον· +η αλήθεια όμως είνε ότι αυτός που τον βλέπεις σήμερον πετεινόν ήτο +μια φορά, όχι προ πολλού καιρού, άνθρωπος.</p> + +<p>ΜΙΚ. Ήκουσα και άλλοτε κάτι τέτοιο· ένας νέος που ελέγετο +Αλεκτρυών έγεινε φίλος του Άρεως και διεσκέδαζε μαζή του και τον είχε +σύντροφον εις τους έρωτάς του. Όταν ο Άρης επήγαινε να κοιμηθή με την +Αφροδίτην, έπαιρνε και τον Αλεκτρυόνα και επειδή υπώπτευε και +εφοβείτο τον Ήλιον, μήπως τον ίδη και τον μαρτυρήση εις τον Ήφαιστον, +άφηνε τον νέον ως σκοπόν έξω από την πόρτα διά να τον ειδοποιή άμα +ανέτελλεν ο Ήλιος. Αλλά κάποτε απεκοιμήθη ο Αλεκτρυών και χωρίς να το +θέλη αφήκεν αφρούρητον τον φίλον του· ο Ήλιος χωρίς να εννοηθή +επλησίασε και είδε την Αφροδίτην και τον Άρην, ο οποίος εκοιμάτο +αμέριμνα, διότι επίστευεν ότι ο Αλεκτρυών θα τους ειδοποιεί, αν +ήρχετο κανείς· και ούτω ο Ήφαιστος ειδοποιήθη από τον Ήλιον και τους +συνέλαβε, και τους έδεσε με τα δεσμά που είχε κατασκευάση προ πολλού +γι' αυτόν το σκοπό. Ο Άρης εθύμωσε για την αμέλεια του Αλεκτρυόνος +και τον έκαμε πουλί, όπως σήμερον, αλλά τον αφήκε να διατηρήση την +πανοπλίαν που φορούσε, και έτσι διατηρεί ακόμη την περικεφαλαίαν στο +κεφάλι. Σεις δε κατόπιν για να δικαιολογηθήτε εις τον Άρην +εξακολουθείτε από τότε να κράζετε, χωρίς ανάγκην, άμα νοιώσετε ότι ο +Ήλιος πλησιάζει να φανή, και να ειδοποιήτε.</p> + +<p>ΠΕΤ. Αυτά λέγονται, Μίκυλλε, αλλ' η δική μου η ιστορία συνέβη +διαφορετικά και πολύ αργότερα εγώ μετεμορφώθηκα εις αλεκτρυόνα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Πώς; Είμαι περίεργος να το μάθω.</p> + +<p>ΠΕΤ. Έχεις ακούση για κάποιον Πυθαγόραν Μνησαρχίδην από την +Σάμον;</p> + +<p>ΜΙΚ. Εννοείς τον σοφιστήν εκείνον τον αγύρτην που ενομοθέτει ούτε +κρέατα να τρώγωμεν οι άνθρωποι, ούτε κουκιά, τα οποία εις εμένα +αρέσουν υπερβολικά, και παρήγγελλε στους ανθρώπους που ακολουθούν τας +ιδέας του να μη μιλήσουν εις το διάστημα πέντε ετών;</p> + +<p>ΠΕΤ. Μάθε λοιπόν και ότι πριν να γίνη Πυθαγόρας υπήρξεν +Εύφορβος.</p> + +<p>ΜΙΚ. Λέγουν ότι ήτο μεγάλος κατεργάρης και απατεών, κυρ +κόκορα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Είμαι εγώ αυτός, ώστε παύσε, φίλε μου, να με υβρίζης, αφού +δεν γνωρίζεις ακριβώς τι άνθρωπος ήμουν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Αυτό που μου λες είνε ακόμη παραδοξώτερο. Πετεινός φιλόσοφος! +Ειπέ μου όμως, υιέ του Μνησάρχου, πώς μας έγινες από άνθρωπος πουλί +και πώς από Σάμιος έγινες Ταναγρικός +(<sup><a href="#fn33" id="ref33">33</a></sup>) + διότι αυτά μου φαίνονται σαν παραμύθια και δεν είνε εύκολο να τα +πιστεύση κανείς, αφού μάλιστα έχω παρατηρήση σ' εσένα και δύο +πράγματα που δεν ταιριάζουν με την διδασκαλίαν του Πυθαγόρα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Ποία;</p> + +<p>ΜΙΚ. Το ένα είνε ότι είσαι φλύαρος και φωνακλάς, ενώ εκείνος +εδίδασκε να μένουν άφωνοι πέντε ολόκληρα χρόνια· το δε άλλο είνε +εντελώς παράνομον. Χθες επειδή δεν είχα τίποτε άλλο να σου δώσω να +φας, σου έρριξα κάτι κουκιά που είχα όταν ήρθα και συ τα πήρες και +τάφαγες χωρίς να διστάσης· ώστε ή ψέμματα λες ή είσαι ο Πυθαγόρας και +έκαμες την παρανομίαν να φας κουκιά, πράγμα το οποίον, σύμφωνα με όσα +εδίδασκες, είνε ως να έφαες το κεφάλι του πατέρα σου.</p> + +<p>ΠΕΤ. Δεν εννοείς, Μίκυλλε, γιατί το έκαμα αυτό, γιατί δεν +γνωρίζεις ότι κάθε ζωή έχει και δική της δίαιτα. Εγώ όταν ήμουν +άνθρωπος δεν έτρωγα κουκιά, διότι εφιλοσόφουν· τώρα όμως δεν μ' +εμποδίζει τίποτε να τρώγω, διότι αυτή η τροφή είνε των πουλιών και +δεν μας απαγορεύεται. Αλλ' αν έχης όρεξι, θα σου διηγηθώ πώς από τον +Πυθαγόραν έγινα όπως είμαι τώρα και από ποίας προηγουμένας +μετεμψυχώσεις επέρασα και πώς έζησα εις εκάστην από αυτάς.</p> + +<p>ΜΙΚ. Λέγε. θα μου είνε τόσον ευχάριστον αυτό, ώστε αν μου έλεγε +κανείς τι προτιμώ, να ακούσω αυτήν του την διήγησιν ή να ξαναδώ το +γλυκύτατον τούτο όνειρον που έβλεπα προ ολίγου, δεν ξέρω τι θα +προτιμήσω· τόσον εξ ίσου ευχάριστα μου φαίνονται και τα δύο και σου +κάνω την τιμήν να σε εκτιμώ όσον και το πολυτιμότατον εκείνο +όνειρον.</p> + +<p>ΠΕΤ. Ακόμη το θυμάσαι εκείνο το όνειρον και διατηρείς εις την +μνήμην σου μάταια πράγματα και, ως ο ποιητής λέγει, καταδιώκεις με +την φαντασίαν σου μίαν ευτυχίαν που ήτο καπνός και διελύθη;</p> + +<p>ΜΙΚ. Ούτε θα λησμονήσω ποτέ, κυρ κόκορα, τα πράγματα που είδα· +τόση πολλή γλύκα μου αφήκε εις τα μάτια το όνειρο, ώστε μόλις δύναμαι +ν' ανοίγω τα βλέφαρα μου που κολλούν από το μέλι. Τα πράγματα που +είδα με γαργαλίζουν όπως το φτερό που στριφογυρίζομε στ' αυτί +μας.</p> + +<p>ΠΕΤ. Πολύ θαυμαστόν ήτο αυτό το όνειρον. Λέγουν ότι τα όνειρα +πετούν, αλλ' η πτήσις των περιορίζεται εις τον ύπνον· βλέπω όμως ότι +το δικό σου υπερβαίνει τα όρια και εξακολουθείς να το βλέπης με +ανοικτούς οφθαλμούς. Τόσο καθαρόν ήτο και τόσο σ' εγοήτευσε. θέλω +λοιπόν ν' ακούσω τι ήτο αυτό το όνειρον, το οποίον σ' έκαμε τόσον +ευτυχή.</p> + +<p>ΜΙΚ. Σου λέγω ευχαρίστως, διότι μου είνε ευχάριστον να το +ενθυμούμαι και να μιλώ γι' αυτό. Αλλά συ, Πυθαγόρα, πότε θα μου +διηγηθής τας μετεμψυχώσεις σου;</p> + +<p>ΠΕΤ. Όταν παύσης να ονειρεύεσαι και σπογγίσης από τα μάτια σου το +μέλι. Λοιπόν άρχισε πρώτος και πες μου από πού σου ήλθε το όνειρον, +από τας Ελεφαντίνας ή από τας Κερατίνας πύλας +(<sup><a href="#fn34" id="ref34">34</a></sup>) +;</p> + +<p>ΜΙΚ. Από καμμιά τέτοια, Πυθαγόρα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Και όμως ο Όμηρος λέγει ότι υπάρχουν μόνον αυταί αι δύο πύλαι +από τας οποίας έρχονται τα όνειρα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Άφησε τον αυτόν τον ξεκουτιάρη που δεν ξέρει τίποτε για +όνειρα. Ίσως τα φτωχικά όνειρα που έβλεπε εκείνος — και δεν θα +τάβλεπε και καλά γιατ' ήτο στραβός — να βγαίνουν από αυτές τις +πόρτες· το δικό μου όμως το γλυκύτατον όνειρον βγήκε από χρυσή πόρτα +και ήτο χρυσόν και αυτό, ήτο κατάχρυσα στολισμένον και είχε μαζή του +του κόσμου το χρυσάφι.</p> + +<p>ΠΕΤ. Παύσε, Μίδα νεώτερε, να χρυσολογής· διότι το όνειρόν σου πολύ +ομοιάζει με τους πόθους εκείνου και μου φαίνεται ότι από τον ύπνον +σου επέρασαν ολόκληρα μεταλλεία χρυσού.</p> + +<p>ΜΙΚ. Είδα πολύ χρυσάφι, Πυθαγόρα, πολύ, και δεν φαντάζεσαι πόσον +ήτο ωραίον και πόσον έλαμπε. Τι λέγει ο Πίνδαρος εκεί που επαινεί το +χρυσάφι; Αν ξέρης τους στίχους, όπου λέγει για το νερό ότι είνε +άριστον και έπειτα θαυμάζει τον χρυσόν, σε παρακαλώ να μου τους +θυμίσης. Θυμάσαι, είνε στην αρχή του βιβλίου και εις το καλλίτερο του +ποίημα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Εννοείς εκείνο που λέγει,</p> + +<p> Άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον +πυρ<br /> + άτε διαπρέπει νυκτί μεγάνορος έξοχα +πλούτου;</p> + +<p>ΜΙΚ. Αυτό ακριβώς· σαν να είδε το ίδιο όνειρο ο Πίνδαρος, επαινεί +το χρυσάφι. Και τώρα για να σου το διηγηθώ, Πετεινέ, πρέπει να σου πω +ότι χθες, όπως ξέρεις, δεν έφαγα εδώ. Διότι ο Ευκράτης ο πλούσιος με +συνήντησεν εις την αγοράν και μου είπε να λουσθώ και να πάω να +δειπνήσω μαζή του.</p> + +<p>ΠΕΤ. Αυτό το ξέρω καλά, διότι έμεινα νηστικός όλην την ημέραν έως +αργά την νύκτα που ήλθες πιομένος και μου έφερες εκείνα τα πέντε +κουκιά, τα οποία δεν είνε πολύ πλούσιον δείπνον δι' ένα πετεινόν ο +οποίος υπήρξεν αθλητής και ηγωνίσθη όχι αδόξως εις τους Ολυμπιακούς +αγώνας.</p> + +<p>ΜΙΚ. Μετά το δείπνον ήλθα και αμέσως έπεσα να κοιμηθώ, αφού σου +έρριψα τα κουκιά, και σε λιγάκι με επεσκέφθη θείον όνειρον, ως λέγει +ο Όμηρος....</p> + +<p>ΠΕΤ. Πρώτα να μου διηγηθής, Μίκυλλε, τι συνέβη εις του Ευκράτους, +πώς επεράσατε εις το δείπνον και όλα τα καθέκαστα του συμποσίου· έτσι +θα δειπνήσης δύο φορές, μίαν πραγματικώς και μίαν διά της φαντασίας, +σαν να ονειρεύεσαι και ν' αναμασάς εις την μνήμην σου εκείνα που +έφαγες.</p> + +<p>ΜΙΚ. Εφοβούμην μήπως σε ζαλίσω με αυτάς τας διηγήσεις· αλλ' αφού +το θέλεις, θα σου διηγηθώ. Δεν είχα ποτέ εις την ζωήν μου, Πυθαγόρα, +καθίση σε τραπέζι πλουσίου και είχα την καλήν τύχην χθες να συναντήσω +τον Ευκράτην. Τον εχαιρέτησα όπως συνειθίζω και τον είπα αφέντην και +αμέσως ετράβηξα για να μη περπατώ μαζή του, όπως ήμουν κακοντυμένος, +και τον ντροπιάζω· αυτός όμως μου φώναξε και μούπε· Μίκυλλε, σήμερον +έχω τραπέζι, γιατί εορτάζω τα γενέθλια της κόρης μου, κι' εκάλεσα +πολλούς από τους φίλους μου. Επειδή δε ένας από αυτούς είνε άρρωστος +και δεν μπορεί νάρθη να φάγη μαζή μας, να λουσθής εσύ και να ελθής, +εκτός αν ο προσκεκλημένος ειδοποιήση ότι θα έλθη, διότι τώρα είνε +αμφίβολον αν θα έλθη. Εγώ εχαιρέτησα και έφυγα, ευχόμενος σ' όλους +τους θεούς να στείλουν κανένα πυρετόν, καμμιά πλευρίτιδα ή ποδάγραν +εις εκείνον τον αδιάθετον του οποίου ήμουν εγώ αναπληρωτής και +αντίδειπνος και διάδοχος. Από της στιγμής εκείνης μέχρι του λουτρού +μου εφάνη ότι επέρασε ένας αιώνας και διαρκώς παρετήρουν την ώραν εις +το ηλιακόν ωρολόγι και ανυπομονούσα να φθάση η ώρα του λουτρού. Όταν +δε τέλος πάντων ήλθε η ώρα επλύθηκα βιαστικά κ' εφόρεσα τα καλά μου, +δηλαδή εγύρισα το φορεμά μου, ώστε να φαίνεται η καθαρή του μεριά. +Αλλ' όταν έφθασα εις του Ευκράτους είδα εις την είσοδον πολλούς +άλλους και εκείνον τον άρρωστον που μ' εκάλεσαν ν' αντικαταστήσω. Τον +έφερναν τέσσεροι δούλοι πάνω σε φορείο. Εφαίνετο δε ότι πραγματικώς +δεν ήτο καλά, διότι και ανεστέναζε κ' εσιγόβηχε κι' αγωνιζότανε τα +βγάλη από τα πλεμόνια του φλέγμα που δεν έβγαινε· ήτο δε και +κατακίτρινος και πρισμένος και περίπου εξηντάρης. Ήκουσα ότι ήτο +φιλόσοφος από κείνους που κάθονται και φλυαρούν με τα παιδαρέλια. +Εννοείς ότι η γενειάδα του ήτο μεγαλοπρεπής και είχε χρόνια να +ψαλιδισθή. Όταν δε ο ιατρός Αρχίβιος του έκαμε την παρατήρησιν ότι +έκαμε άσχημα νάρθη εις την κατάστασι που ήτο, είπε· Δεν πρέπει κανείς +να παραμελή τα καθήκοντά του, μάλιστα όταν είνε φιλόσοφος, και αν +ακόμη όλα του κόσμου τα νοσήματα τον εμποδίζουν. Αν δεν ερχόμουν, θα +το εθεώρει ο Ευκράτης περιφρόνησιν. Εξ εναντίας, είπα εγώ, θα σου +εγνώριζε χάρι αν έμενες ναποθάνης στο σπίτι σου, αντί να βγάλης τη +ψυχή σου μαζή με το φλέγμα εις το γεύμα του. Αλλ' εκείνος από +περιφάνεια έκαμε ότι δεν άκουσε. Σε λιγάκι παρουσιάσθη ο Ευκράτης +ερχόμενος από το λουτρόν· και όταν είδε τον Θεσμόπολιν — διότι αυτό +είνε το όνομα του φιλοσόφου — Διδάσκαλε, του είπε, σ' ευχαριστώ που +ήλθες στο σπίτι μας· αλλά και αν δεν ήρχεσο, θα σου 'στέλναμε από όλα +σπίτι σου και δεν θα εκοπίαζες. Κ' ενώ έλεγε αυτά, επήρε από το χέρι +τον Θεσμόπολιν και τον εβοήθησε νάμπη· τον υπεστήριζαν δε και οι +υπηρέται. Εγώ ετοιμαζόμουν να φύγω· ο δε Ευκράτης εστράφη και +εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να κάμη· αλλ' επειδή με είδε πολύ +σκυθρωπόν, μου είπε· Έλα μέσα και συ, Μίκυλλε, να φας μαζή μας. Θα πω +στο γυιό μου να πάη να φάη με τη μητέρα του στο γυναικωνίτη, για να +γίνη θέσις για σένα. Εμπήκα λοιπόν σα λύκος που κινδύνευσε να μείνη +με το στόμα ανοικτό· αλλ' ήμουν ντροπιασμένος, γιατί έγινα αφορμή να +διωχθή από το τραπέζι το παιδί του Ευκράτους. Όταν δε ήτο καιρός ν' +αρχίση το δείπνον, πρώτα εσήκωσαν τον Θεσμόπολιν πέντε υπηρέται +δυνατοί και αυτοί όχι χωρίς δυσκολίαν και τον ετοποθέτησαν εις ένα +από τα ανάκλιντρα και τούβαλαν δεξιά και αριστερά μαξιλάρια διά να +τον στηρίζουν στην ίδια θέσι. Και επειδή κανείς δεν ήθελε να +κατακλιθή κοντά του, έβαλαν εμένα εις εκείνην την θέσιν κι' έτσι +ήμεθα γειτόνοι εις το τραπέζι. Το δείπνον ήτο πλούσιον, η ποικιλία +των φαγητών μεγάλη και όλα τα σκεύη ήσαν χρυσά και αργυρά· ποτήρια +χρυσά, υπηρέται ωραίοι και ενώ ετρώγαμε έπαιζαν μουσικοί και +γελωτοποιοί και εν γένει επεράσαμε λαμπρά. Εμένα όμως δεν μ' αφήκεν ο +Θεσμόπολις ν' απολαύσω το γεύμα, διότι συχνά με ενοχλούσε με ομιλίες +περί αρετής και μ' εδίδασκεν ότι αι δύο αποφάσεις κάνουν μίαν +κατάφασιν και ότι αν είνε ημέρα δεν είνε νύκτα ή μου έλεγε ότι έχω +κέρατα +(<sup><a href="#fn35" id="ref35">35</a></sup>) + και αλλά πολλά τοιαύτα μου έψαλλε, χωρίς να τον παρακαλέσω και χωρίς +να έχω ανάγκην και έτσι μου κατέστρεψε την διασκέδασιν και δεν +μ'άφηνε ν' ακούσω την μουσικήν και τα τραγούδια. Έτσι επέρασα εις το +γεύμα, κυρ κόκορα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Δεν εκαλοπέρασες, ταλαίπωρε Μίκυλλε, αφού η τύχη σου σ' +έρριξε κοντά εις εκείνον τον φλύαρον γέροντα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Άκουσε τώρα και το όνειρον. Έβλεπα ότι ο Ευκράτης ήτο άτεκνος +και απέθανε. Εις την διαθήκην του με αφήκε κληρονόμον όλης της +περιουσίας του· άμα δε απέθανε έγινα κύριος της περιουσίας και ήρχισα +να ξοδεύω το χρήμα και με τα δυο μου χέρια, χωρίς να υπάρχη φόβος να +το εξαντλήσω. Όλα δε τα άλλα, φορέματα και έπιπλα και σκεύη και +υπηρέται, έγιναν, ως ήτο επόμενον, δικά μου. Όταν έβγαινα έξω, +εκαθόμουν σε αμάξι με λευκά άλογα, μισοξαπλωμένος και όλοι μ' +εκύταζαν και μ' εζήλευαν. Εφορούσα τα φορέματα του Ευκράτους και +δακτυλίδια μεγάλα πάνω από δεκαπέντε και διέταξα να ετοιμασθή λαμπρό +γεύμα για να υποδεχθώ τους φίλους μου. Αυτοί, όπως γίνεται στα +όνειρα, ήλθαν, το γεύμα ήρχισε και το ποτήρι εδούλευε. Αλλά την +στιγμήν που έκανα προπόσεις με χρυσά ποτήρια για καθένα από τους +παρόντας και οι υπηρέται έφερναν το γλύκυσμα, έκραξες και μας έκανες +άνω κάτω το συμπόσιον, αναποδογύρισες τα τραπέζια και όλα εκείνα τα +πλούτη διελύθησαν ως όνειρον. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν εθύμωσα εναντίον +σου άδικα. Και τρεις νύκτες αν διαρκούσε αυτό το όνειρο, θα το έβλεπα +ευχαρίστως.</p> + +<p>ΠΕΤ. Τόσον φιλοχρήματος και φιλόπλουτος είσαι, Μίκυλλε, και ως +ευτυχίαν νομίζεις μόνον και θαυμάζεις το να έχη κανείς πολύ +χρυσάφι;</p> + +<p>ΜΙΚ. Δεν το νομίζω αυτό μόνον εγώ, Πυθαγόρα, αλλά και συ ο ίδιος +όταν ήσουν Εύφορβος εστόλιζες τα μαλλιά σου με χρυσόν και άργυρον για +να πηγαίνης να πολεμάς εναντίον των Αχαιών και πού; εις τον πόλεμον +όπου είναι προτιμότερον να σιδηροφορή κανείς παρά να χρυσοφορή· όμως +συ και τότε ενοούσες να έχης δεμένα με χρυσόν τα μαλλιά σου και να +πηγαίνης εις τας μάχας. Και μου φαίνεται ότι ο Όμηρος λέγει για τα +μαλλιά σου ότι ήσαν όπως των Χαρίτων διότι «χρυσώ τε και αργύρω +εσφήκωντο». Πολύ καλλίτερα και ωραιότερα εφαίνοντο όπως συνεπλέκοντο +με το χρυσάφι και έπαιρναν την λάμψιν του. Αλλά τέλος πάντων αν συ, +Χρυσοκόμη, ο οποίος ήσο υιός του Πάνθου, τόσον εξετίμας τον χρυσόν, +δεν είνε και τόσον παράδοξον αλλά και ο πατέρας όλων των ανθρώπων και +των θεών, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας, όταν αγάπησε την κόρην +εκείνην από το Άργος, δεν ευρήκε άλλο πράγμα ωραιότερον από αυτό εις +το οποίον να μεταμορφωθή και να διαφύγη την φύλαξίν του Ακρισίου — +διότι θα έχης βέβαια ακούση ότι μετεμορφώθη εις χρυσόν και εχύθη από +την στέγην και έτσι συνευρέθη με την κόρην που αγαπούσε. Είνε δε +περιττόν να σου αναφέρω πόσας ανάγκας των ανθρώπων υπηρετεί ο χρυσός +και πως όλους που τον έχουν τους αναδεικνύει ωραίους και σοφούς και +δυνατούς και πως τους δίδει τιμήν και δόξαν και πολλάκις από αφανείς +και αδόξους τους κάνει εντός ολίγου περιβλέπτους και ξακουστούς. +Γνωρίζεις βέβαια τον γείτονά μου και ομότεχνον, τον Σίμωνα, ο οποίος +όχι προ πολλού καιρού εδείπνησε στο σπίτι μου, όταν κατά την εορτήν +των Κρονίων είχα μαγειρεύση φάβα και είχα ρίξει μέσα δύο κομμάτια +λουκάνικο.</p> + +<p>ΠΕΤ. Τον ξέρω εκείνον τον κοντόν τον πατσομύτην, που άμα έφαγε +έκλεψε το μόνο πιάτο που είχαμε το χωματένιο, τώκρυψε κάτω από τη +μασχάλη του και έφυγε. Τον είδα με τα μάτια μου εγώ, Μίκυλλε.</p> + +<p>ΜΙΚ. Αυτός το έκλεψε και έπειτα έκανε όρκους σ' όλους τους θεούς +ότι δεν ήξευρε τίποτε; Αλλά γιατί δεν εφώναζες τότε, κυρ Πετεινέ, και +δεν με ειδοποιούσες όταν έβλεπες ότι μας ελήστευαν;</p> + +<p>ΠΕΤ. Δεν μπορούσα τότε να μιλήσω, αλλ' έκραξα. Τέλος πάντων τι +ήθελες να πης για τον Σίμωνα;</p> + +<p>ΜΙΚ. Είχε ένα ανεψιόν υπερβολικά πλούσιον που λεγότανε Δριμύλλος. +Αυτός εν όσω ζούσε δεν έδωκε ποτέ ούτε οβολόν εις τον Σίμωνα. Αλλά +πώς να του δώση αφού ούτε αυτός άγγιζε τα χρήματά του; Προ ολίγου +καιρού όμως απέθανε και όλα εκείνα τα πλούτη τα εκληρονόμησεν ο Σίμων +και τώρα εκείνος ο κουρελής που έγλυφε τα πιάτα σαν σκυλί, φορεί +ωραία και μεγαλοπρεπή φορέματα, έχει αμάξια και χρυσά ποτήρια και +τραπέζια με πόδια από ελεφαντοκόκκαλο και όλοι τον χαιρετούν, εμάς δε +ούτε στρέφεται να μας δη. Προ ολίγων ημερών τον συνήντησα και του +είπα, χαίρε Σίμων αυτός δε με θυμόν είπε εις τους ακολούθους του· +Πέστε σ' αυτόν τον φτωχόν να μη μικραίνη το όνομά μου, διότι δεν +ονομάζομαι Σίμων, αλλά Σιμωνίδης. Τώρα δε τον ερωτεύονται και η +γυναίκες και αυτός κάνει τον δύσκολον και τας περιφρονεί και αν +πλησιάζη μερικές, φαίνεται ως να το κάνη από συγκατάβασιν και οίκτον +και αυτές φοβερίζουν ότι αν τας αρνηθή θ' αυτοκτονήσουν. Βλέπεις πόσα +ευτυχήματα δίδει ο χρυσός, αφού και τους άσχημους μεταβάλλει εις +αξιεράστους, όπως η περίφημος ζώνη της Αφροδίτης. Ξέρεις δε και αυτά +που έχουν πη οι ποιηταί·</p> + +<p> Ω χρυσέ δεξίωμα κάλλιστον +(<sup><a href="#fn36" id="ref36">36</a></sup>) +</p> + +<p>και</p> + +<p> Χρυσός γαρ έστιν ο βρωτών έχει κράτη +(<sup><a href="#fn37" id="ref37">37</a></sup>) +;</p> + +<p>Αλλά γιατί εγέλασες, κυρ Πετεινέ;</p> + +<p>ΠΕΤ. Διότι ομοίως με τους άλλους και συ, Μίκυλλε, έχεις ψευδή +ιδέαν περί των πλουσίων, ενώ έπρεπε να ξέρης, ότι η ζωή των είνε πολύ +δυστυχεστέρα από τη δική μας. Σου τα λέγω αυτά εγώ που έγινα πολλάκις +και φτωχός και πλούσιος και εγνώρισα όλων των ειδών τη ζωή· μετ' +ολίγον καιρόν δε και συ θα γνωρίσης όλα αυτά.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τώρα είνε η σειρά σου να μου διηγηθής και συ πώς μετεμορφώθης +και πώς επέρασες την κάθε σου ζωήν.</p> + +<p>ΠΕΤ. Θα σου πω με λίγα λόγια ότι δεν είδα άλλον να ζη πιο +ευτυχισμένος από σένα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Από μένα; Την ευτυχία μου να κάμης! Με αναγκάζεις να σε +βρίζω. Αλλ' άρχισε από τον Εύφορβον και πε μου πώς έγινες Πυθαγόρας +και έπειτα τα άλλα μέχρι του Πετεινού· διότι θα έχης ιδή και πάθη +πολλά εις τις τόσες διαφορετικές ζωές που πέρασες.</p> + +<p>ΠΕΤ. Θα εχρειάζετο πολλή ώρα να σου διηγηθώ πώς εις την αρχήν η +ψυχή μου εστάλη από τον Απόλλωνα και εισήλθεν εις σώμα ανθρώπου διά +να τιμωρηθή. Αυτά ούτε εις εμέ επιτρέπεται να σου είπω, ούτε εις εσέ +να τ' ακούσης. Έπειτα έγινα Εύφορβος...</p> + +<p>ΜΙΚ. Να μου πης προηγουμένως εάν κι'εγώ μετεμορφώθην άλλοτέ ποτε, +όπως εσύ.</p> + +<p>ΠΕΤ. Βέβαια.</p> + +<p>ΜΙΚ. Και τι ήμουν; Αν μπορής να μου το πης, επιθυμώ πολύ να το +μάθω.</p> + +<p>ΠΕΤ. Εσύ; Ήσουν μυρμήγκι των Ινδιών από κείνα που βγάζουν το +χρυσάφι από την γην.</p> + +<p>ΜΙΚ. Και δεν κρατούσα ο κακομοίρης ολίγα κομμάτια από κείνο το +χρυσάφι για να τάχω σ' αυτή τη ζωή να μπορέσω να ζήσω; Έπειτα απ' +αυτή τη ζωή τι θα γίνω; Θα το ξέρης βέβαια και αυτό, διότι αν μου +μέλλεται τίποτε καλλό, θα σηκωθώ τώρα αμέσως να κρεμασθώ από το +πάτερο που στέκεσαι.</p> + +<p>ΠΕΤ. Δεν υπάρχει τρόπος να το μάθης αυτό. Αφού έγινα Εύφορβος — +επανέρχομαι εις την διήγησίν μου — επολέμησα εις την Τρωάδα και αφού +μ' εφόνευσε ο Μενέλαος ύστερα από χρόνια έγινα Πυθαγόρας. Έως τότε +έμενα άστεγος και επερίμενα να μου φτιάση νέαν κατοικίαν ο +Μνήσαρχος.</p> + +<p>ΜΙΚ. Κι' εζούσες χωρίς να τρως και να πίνης;</p> + +<p>ΠΕΤ. Βέβαια, διότι η τροφή και το ποτόν μόνον στο σώμα +χρειάζονται.</p> + +<p>ΜΙΚ. Λοιπόν να μου διηγηθής πρώτα τα συμβάντα της Τρωάδος. Όπως τα +λέγει ο Όμηρος έγιναν;</p> + +<p>ΠΕΤ. Πώς μπορούσε να τα ξέρη αυτός, Μίκυλλε, που όταν εγίνοντο ήτο +Καμήλα εις τα Βάκτρα; Εγώ σου λέγω ότι τίποτε δεν υπήρξε τόσον +υπερφυσικόν όσον ο Όμηρος τα περιγράφει· ούτε ο Αίας ήτο τόσο +μεγαλόσωμος, ούτε και αυτή η Ελένη ήτο τόσον ωραία. Την είδα· ήτον +άσπρη με μακρό λαιμό, όπως δύναται κανείς και να συμπεράνη αφού ήτο +κόρη κύκνου· κατά τα άλλα ήτο πολύ ηλικιωμένη και σχεδόν ομήλικος με +την Εκάβην, αφού ο Θησεύς την έκλεψε πρώτος και την είχεν εις τας +Αθήνας κατά την εποχήν του Ηρακλέους, ο δε Ηρακλής είχε κυριεύση προ +των Αχαιών την Τροίαν. Αυτά μου τα διηγείτο ο πατέρας μου Πάνθος, ο +οποίος εις πολύ νεαράν ήλικίαν είδε, ως έλεγε, τον Ηρακλέα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Και ο Αχιλλεύς ήτο τόσο τέλειος, ή μύθος είνε και όσα +αναφέρουν γι' αυτόν οι ποιηταί;</p> + +<p>ΠΕΤ. Με αυτόν δεν συνηντήθην ποτέ εις τας μάχας, Μίκυλλε, ούτε +γνωρίζω ακριβώς όσα συνέβαινον μεταξύ των Ελλήνων. Πώς να τα ξέρω που +ήμουν εχθρός των; Τον φίλον όμως του Αχιλλέως τον Πάτροκλον δεν +εδυσκολεύθηκα να φονεύσω με μια κονταριά.</p> + +<p>ΜΙΚ. Έπειτα εσένα σ' εφόνευσε ο Μενέλαος πολύ ευκολώτερα. Αλλά γι' +αυτά είπαμε αρκετά, τώρα δε να μου πης για τον Πυθαγόρα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Διά να είμαι ειλικρινής, πρέπει να σου ομολογήσω ότι ήμουν +μάλλον σοφιστής παρά φιλόσοφος· δεν ήμουν όμως απαίδευτος, αλλά +εγνώριζα από όλα, εταξείδευσα δε και εις την Αίγυπτον διά να γνωρίσω +τους σοφούς και τους προφήτας της χώρας εκείνης κι' εκατέβηκα εις τα +άδυτα των ναών, όπου ανέγνωσα και εσπούδασα τας βίβλους του Ώρου και +της Ίσιδος· έπειτα επήγα εις την Ιταλίαν, όπου τόσην εντύπωσιν έκαμα +εις τους εκεί Έλληνας, ώστε μ' εθεώρησαν ως θεόν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τα έχω ακούση αυτά και ότι εθεωρείσο ότι απέθανες και +ξανάζησες και ότι μίαν φοράν τους έδειξες ότι είχες μηρόν χρυσόν. +Αλλά δεν μου λες πώς σου επήλθεν η ιδέα ν' απαγορεύσης να τρώγουν +κρέας και κουκιά οι οπαδοί σου;</p> + +<p>ΠΕΤ. Μη εξετάζης αυτά τα πράγματα, Μίκυλλε.</p> + +<p>ΜΙΚ. Διατί, κυρ Πετεινέ;</p> + +<p>ΠΕΤ. Διότι ντρέπομαι να σου πω την αλήθεια γι' αυτό το πράγμα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Και όμως δεν έπρεπε να κρύπτης τίποτε από άνθρωπον φίλον και +συγκάτοικον· δεν λέγω αφέντην.</p> + +<p>ΠΕΤ. Δεν είχε κανένα λόγον σπουδαίον αυτή η απαγόρευσις, αλλ' +έβλεπα ότι αν έλεγα τα συνειθισμένα και όμοια με τα λεγόμενα υπό των +πολλών, δύσκολα θα προσείλκυα τους ανθρώπους και δύσκολα θα τους +έκανα να με θαυμάζουν, ενώ όσον πλέον παράξενα έλεγα και έκανα, τόσον +σοβαρώτερος και σοφώτερος θα εθεωρούμην. Διά τούτο επροτίμησα να +καινοτομήσω και να λέγω μυστηριώδη πράγματα, ούτως ώστε να τα εξηγούν +ο μεν ούτω ο δε άλλως και να θαυμάζουν, όπως συμβαίνει με τους +σκοτεινούς χρησμούς. Αλλά δεν σου τώλεγα; Τώρα με περιφρονείς και +συ.</p> + +<p>ΜΙΚ. Όχι τόσον όσον τους Κροτωνιάτας, τους Μεταποντίνους και +Ταραντίνους και τους άλλους που σε ακολουθούσαν άφωνοι από θαυμασμόν +κι' επροσκυνούσαν τα ίχνη των ποδιών σου. Αφού δε 'γδύθηκες τον +Πυθαγόραν ποίους ενδύθηκες κατόπιν;</p> + +<p>ΠΕΤ. Την Ασπασίαν την Μιλησίαν εταίραν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τι λες! Ώστε και γυναίκα εκτός των άλλων έγινε ο Πυθαγόρας; +Και υπήρξε εποχή που έκανες αυγά συ ο σημερινός πετεινός και συνέζης +με τον Περικλήν ως Ασπασία και του εγέννας παιδιά και έξενες μαλλιά +και έγνεθες και εφιλαρεσκεύεσο ως εταίρα;</p> + +<p>ΠΕΤ. Αυτά δεν συνέβησαν μόνον σ' εμένα, αλλά και εις τον Τειρεσίαν +προηγουμένως και εις τον Καινέα τον υιόν του Ελάτου· ώστε αν εμπαίξης +εμέ και εκείνους εμπαίζεις.</p> + +<p>ΜΙΚ. Και δε μου λες, σου ήτο πλέον ευχάριστον όταν ήσουν άνδρας ή +όταν ο Περικλής σε οικονομούσε;</p> + +<p>ΠΕΤ. Είνε τώρα ερωτήσεις αυταί; Εις αυτά ούτε ο Τειρεσίας ενόμισε +πρέπον ν' απαντήση.</p> + +<p>ΜΙΚ. Κι' αν δε μου το πης εσύ, ο Ευριπίδης το εξήγησεν αρκετά, +όταν είπεν ότι θα επροτιμούσε να λάβη μέρος εις τρεις μάχας παρά να +γεννήση μίαν φοράν.</p> + +<p>ΠΕΤ. Και όμως θα έλθη ημέρα, Μίκυλλε, και δεν θα βραδύνη, που θα +δοκιμάσης και συ τους πόνους του τοκετού· διότι θα γίνης και συ +γυναίκα και μάλιστα πολλές φορές εις το μέλλον.</p> + +<p>ΜΙΚ. Μίλα καλά, μωρέ πετεινέ, που νομίζεις ότι όλοι είνε Μιλήσιοι +και Σάμιοι. Για σένα λένε ότι όταν ήσουν Πυθαγόρας και ωραίος έφηβος +εχρησίμευσες πολλάκις ως Ασπασία εις τον τύραννον της πατρίδος σου. +Και μετά την Ασπασίαν άνδρας ή γυναίκα έγινες;</p> + +<p>ΠΕΤ. Ο κυνικός Κράτης.</p> + +<p>ΜΙΚ. Πολύ απότομος η μεταβολή από εταίρα να γίνης φιλόσοφος.</p> + +<p>ΠΕΤ. Έπειτα βασιλεύς, κατόπιν πτωχός, μετ' ολίγον σατράπης, έπειτα +άλογο και καλλιακούδα και βάτραχος και χίλια δυο άλλα, τα οποία +βαρύνομαι να σου αναφέρω. Επί τέλους έγινα πολλάκις πετεινός, διότι +μου αρέσει αυτή η ζωή, και αφού υπηρέτησα πολλούς βασιλείς και +πτωχούς και πλουσίους, συζώ τώρα και μ' εσένα και γελώ μαζή σου· +διότι σε ακούω καθ' εκάστην να παραπονήσαι και να κλαίγεσαι διά την +πενίαν σου και να θαυμάζης τους πλουσίους, διότι δεν γνωρίζεις τι +υποφέρουν και αυτοί. Αν ήξευρες τι φροντίδες έχουν, θα γελούσες και +μόνος σου με τον εαυτό σου που ενόμισες ότι ο πλούτος δίδει την +ευτυχίαν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Λοιπόν, Πυθαγόρα, ή όπως άλλως θέλεις να σε λέγω — και σε +παρακαλώ να μου πης το όνομα που προτιμάς διά να μη σου λέγω διάφορα +και γίνεται σύγχυσις.</p> + +<p>ΠΕΤ. Το ίδιο κάνει είτε Εύφορβον, είτε Πυθαγόραν ή Ασπασίαν με +λες, είτε Κράτητα· διότι όλα αυτά εγώ είμαι. Αλλά το καλλίτερον επί +του παρόντος είνε να με λες πετεινόν, αφού πετεινός φαίνομαι, διά να +μη υποτεθή ότι περιφρονείς το πουλί ως ασήμαντον, ενώ έχει μέσα του +τόσας ψυχάς.</p> + +<p>ΜΙΚ. Λοιπόν, πετεινέ, αφού εδοκίμασες όλων σχεδόν των ειδών τις +ζωές και εγνώρισες τα πάντα, να μου πης τώρα καθαρά πώς ζουν οι +πλούσιοι και έπειτα πώς ζουν οι φτωχοί, διά να ίδω αν λες αλήθεια που +θέλεις να με πείσης ότι είμαι πλέον ευτυχής από τους πλουσίους.</p> + +<p>ΠΕΤ. Θα σου πω και θα συμφωνήσης μαζή μου. Εσύ, και αν γίνη +πόλεμος και οι εχθροί εισβάλλουν, δεν πολυσκοτίζεσαι, ούτε φοβείσαι +ότι θα σου θερίσουν τα χωράφια σου και θα σου καταστρέφουν τον κήπον +σου και θα σου ερημώσουν τ' αμπέλια σου. Άμα ακουσθή σάλπισμα, δεν +έχεις παρά να εξετάσης και να δης πού θα τραβήξης για να σωθής. Οι +πλούσιοι όμως και για την ζωήν των φοβούνται και λυπούνται όταν +βλέπουν από τα τείχη να διαρπάζωνται τα πλούτη που έχουν εις τους +αγρούς. Και αν πρόκειται να γείνη εισφορά, μόνον αυτοί καλούνται να +συνεισφέρουν· αν πρόκειται να γίνη εκστρατεία, εκτίθενται πρώτοι εις +τον κίνδυνον ως στρατηγοί και αρχηγοί του ιππικού. Συ θα έχης ασπίδα +ελαφράν πλεγμένην από λιγαριάν και, αν μεν νικηθήτε, θα είσαι +ευκίνητος και ελαφρός διά να σωθής, εάν δε νικήσετε, θα φθάσης να +καθήσης πρώτος εις το επινίκειον γεύμα, το οποίον θα παραθέση μετά +την θυσίαν ο στρατηγός. Εν καιρώ ειρήνης πάλιν συ θ'ανήκης εις το +λαϊκόν κόμμα και εις την συνέλευσιν του λαού θα είσαι τύραννος των +πλουσίων, οι οποίοι θα σε φοβούνται και θα σε τρέμουν και με +διαφόρους παροχάς θα προσπαθούν να σ' εξευμενίσουν. Εκείνοι +φροντίζουν διά να έχης πάντοτε λουτρά και αγώνας και θεάματα και παν +ό,τι σ' ευχαριστεί, συ δε είσαι ελεγκτής και επικριτής αυστηρός ως +αυθέντης και ούτε γνώμην επιτρέπεις εις αυτούς να έχουν, και, αν σου +καπνίση, θα τους λιθοβολήσης ή θα δημεύσης τας περιουσίας των. Ούτε +συκοφάντην φοβείσαι συ, ούτε ληστήν μήπως ανέβη τον αυλόγυρον ή +τρυπήση τον τοίχον του σπιτιού σου, ούτε κοπιάζεις και σκοτίζεσαι να +λογαριάζης ή να ζητής τα οφειλόμενα, ούτε με τους διαχειριστάς και +καταχραστάς οικονόμους τσακώνεσαι. Αλλ' άμα ράψης ένα παπούτσι και +πάρης επτά οβολούς, σηκώνεσαι το βράδυ και λούεσαι αν θέλης και +αγοράζεις μία ρέγκα ή μερικές μαρίδες και ολίγα κρεμμύδια και τρως με +όρεξι, πολλάκις δε και με τραγούδια, και φιλοσοφείς με την αγαπητήν +πενίαν. Και ακριβώς με αυτήν την ζωήν είσαι υγιής και δυνατός και το +σώμα σου αντέχει εις το κρύο· διότι η κακοπάθειες σε τονώνουν και σε +κάνουν να υποφέρης εύκολα όσα οι άλλοι θεωρούν ανυπόφορα. Εν γένει +δεν σε πιάνει κανέν από τα σοβαρά νοσήματα, αλλά, και αν σούρθη +καμμιά φορά κανένας ελαφρός πυρετός δεν τον αφήνεις να σε κυριεύση, +αλλ' αφού τον υποφέρεις ολίγον, σηκώνεσαι και τον τινάζεις πέρα, +αυτός δε φεύγει τρομασμένος που σε βλέπει να πίνης κρύο νερό και ν' +αδιαφορής τελείως δι' όσα λέγουν οι γιατροί. Οι πλούσιοι όμως τι δεν +παθαίνουν από την πολυφαγίαν των, τι ποδάγρες, τι φθίσεις, τι +περιπνευμονίας και υδροπικίας; Διότι αυτά είνε αποτελέσματα των +πολυτελών γευμάτων. Οι περισσότεροι από αυτούς υψώνονται όπως ο +Ίκαρος και πλησιάζουν εις τον ήλιον, χωρίς να σκέπτωνται ότι τα πτερά +των είνε κολλημένα με κερί και ούτω πολλάκις πίπτουν με πολύν πάταγον +και κατακέφαλα στη θάλασσα. Όσοι όμως, μιμούμενοι τον Δαίδαλον, δεν +ψηλοπετούν, αλλά πηγαίνουν χαμηλά, ώστε να διατηρήται υγρό το κερί, +ως επί το πολύ πετούν ασφαλώς.</p> + +<p>ΜΙΚ. Εννοείς τους μετριόφρονας και τους φρονίμους.</p> + +<p>ΠΕΤ. Των άλλων όμως τα ναυάγια, Μίκυλλε, είνε πολύ αξιοθρήνητα και +πολύ γελοία. Ούτω ο Κροίσος εκίνησε τον γέλωτα των Περσών, όταν +ηττημένος και χωρίς πτερά πλέον ανέβη εις την πυράν, και ο Διονύσιος +ο τύραννος, όταν κατελύθη η τυραννίς εις την Κόρινθον και ηναγκάσθη +να γίνη δάσκαλος, και να διδάσκη τα παιδιά να συλλαβίζουν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Πες μου τώρα, κυρ πετεινέ, όταν ήσουν βασιλιάς — διότι ως +είπες και εβασίλευσες κάποτε — πώς σου εφάνη αυτή η ζωή; Βέβαια θα +ήσουν πολύ ευτυχής, αφού αυτή είνε η μεγαλειτέρα ευτυχία.</p> + +<p>ΠΕΤ. Μη μου τα ενθυμίζης, Μίκυλλε, διότι ήμουν πολύ δυστυχής τότε· +οι άλλοι με ενόμιζαν, όπως είπες, πολύ ευτυχή, εγώ δε είχα του κόσμου +τας στενοχωρίας.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τι είδους στενοχωρίας; Αυτά μου φαίνονται παράξενα και +απίστευτα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Εβασίλευα εις χώραν εκτεταμένην και πλουσίαν, η οποία +διεκρίνετο και διά τον πληθυσμόν της και διά τας ωραίας της πόλεις, +είχε δε και ποταμούς πλωτούς και θάλασσαν με καλούς λιμένας. Είχα και +στρατόν πολύν και ιππικόν συντεταγμένον και σωματοφύλακας όχι ολίγους +και πολεμικόν ναυτικόν και χρήματα αναρίθμητα και πολυπληθή χρυσά +σκεύη και πολύν μεγαλοπρέπειαν και πολυτέλειαν. Όταν εξηρχόμουν, ο +λαός μ' επροσκύνα και μ' εθεώρει ως θεόν και έτρεχαν πατείς με πατώ +σε διά να με δουν, άλλοι δε ανέβαιναν εις τις στέγες και εθεώρουν ως +σπουδαίον κατόρθωμα να ίδουν από κοντά το αμάξι μου, τον μανδύαν μου +τον βασιλικόν, το διάδημα και τους προπορευόμενους και ακολουθούντας +δορυφόρους. Εγώ δε, που εγνώριζα πόσας θλίψεις και στενοχωρίας είχα, +εσυγχωρούσα εκείνους διά την άγνοιάν των, αλλ' ελεεινολογούσα τον +εαυτόν μου και τον παρωμοίαζα με τα κολοσσιαία αγάλματα που έκαμαν ο +Φειδίας, ο Μύρων και ο Πραξιτέλης· και από αυτά έκαστον απ' έξω μεν +είνε Ποσειδών ή Ζευς από χρυσόν και ελέφαντα κατεσκευασμένος, ο +οποίος κρατεί κεραυνόν ή αστραπήν ή τρίαιναν· αλλ' αν εξετάσης το +εσωτερικόν του, θα ίδης μοχλούς και γόμφους και καρφιά, οι οποίοι τον +διατρυπούν, και ξύλα και σφήνας και πίσσαν και πηλόν και πολλήν άλλην +ασχημίαν κρυπτομένην εντός αυτού. Παραλείπω το πλήθος των ποντικών +και των μυγαλών που κατοικεί εντός αυτών ενίοτε. Κάτι παρόμοιον είνε +και η βασιλεία.</p> + +<p>ΜΙΚ. Δεν μου είπες όμως ποιά είνε όσα αποτελούν τον πηλόν και τους +μοχλούς και τους γόμφους της εξουσίας, ουδέ τι είνε η πολλή εκείνη +ασχημία. Το να σε θαυμάζουν όταν εξέρχεσαι, να βασιλεύης επί τόσων +ανθρώπων και να σε προσκυνούν, τελείως ταιριάζει εις το κολοσσιαίον +παράδειγμα που είπες. Αλλά λέγε τώρα και τα εσωτερικά του +κολοσσού.</p> + +<p>ΠΕΤ. Τι να σου πω πρώτον και τι δεύτερον, Μίκυλλε; Τους φόβους και +τας ανησυχίας, τας υποψίας, το μίσος και τας επιβουλάς εκείνων που σε +πλησιάζουν και σε περιστοιχούν; Εξ αιτίας τούτων κοιμάσαι ολίγον και +διακεκομμένον ύπνον και βλέπεις όνειρα ταραχώδη, αι σκέψεις σου είνε +τεταραγμέναι πάντοτε, γεμάται από φόβους και ανησυχίας. Έπειτα έχεις +τόσους περισπασμούς και φροντίδας διά την απονομήν της δικαιοσύνης +και διαπραγματεύσεις και εκστρατείας και διαταγάς και συνθήκας και +συμβούλια, τα οποία δεν σ' αφήνουν ούτε εις τα όνειρά σου ν' +απολαύσης καμμίαν ευχαρίστησιν, αλλ' είνε ανάγκη μόνος σου να +εξετάζης τα πάντα και να έχης του κόσμου τις σκοτούρες.</p> + +<p> Ουδέ γαρ Ατρείδην Αγαμέμνονα<br /> + ύπνος έχε γλυκερός πολλά φρεσιν ορμαίνοντα, +(<sup><a href="#fn38" id="ref38">38</a></sup>) +</p> + +<p>ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί ερροχάλιζαν. Και ο μεν βασιλεύς των Λυδών +λυπείται διότι ο υιός του είνε κωφάλαλος, τον δε βασιλέα των Περσών +ανησυχεί ο Κλέαρχος συναθροίζων μισθοφόρους υπέρ του Κύρου. Άλλος +ηγεμών ταράσσεται επειδή βλέπει τον Δίωνα να κρυφομιλή με μερικούς +από τους Συρακουσίους και άλλος δεν υποφέρει ακούων να επαινήται ο +Παρμενίων και ο Πτολεμαίος διά τον Περδίκκαν και ο Σέλευκος διά τον +Πτολεμαίον. Εκτός τούτου σε λυπεί η ιδέα ότι το πρόσωπον το οποίον +αγαπάς, εξ ανάγκης και όχι από αγάπης δέχεται τον έρωτά σου και ότι η +παλλακίς σου αγαπά άλλον· ή μανθάνεις ότι σου ετοιμάζουν στάσιν ή +τινές εκ των δορυφόρων σου εθεάθησαν να κρυφομιλούν. Και το +σπουδαιότερον είνε ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να υποπτεύης και +τους φιλτάτους σου και να φοβήσαι πάντοτε ότι κάποιος μέγας κίνδυνος +θα σου έλθη εξ αυτών, διότι γνωρίζεις βασιλείς τους οποίους +εδηλητηρίασαν τα παιδιά των ή το πρόσωπον το οποίον ερωτεύοντο και +φοβείσαι μήπως αποθάνης κατά τον αυτόν τρόπον.</p> + +<p>ΜΙΚ. Αλήθεια είνε φοβερά αυτά που λες, κυρ πετεινέ. Και τώρα εννοώ +ότι είμαι πολύ ασφαλέστερος να κόφτω και να ράβω παπούτσια παρά να +πίνω από χρυσήν φιάλην κρασί εις το οποίον έχει αναμιχθή κώνειον ή +άλλο δηλητήριον. Ο μόνος κίνδυνος που διατρέχω εγώ είνε να ξεφύγη το +σουβλί να μου τρυπήση το δάκτυλον και να βγάλω ολίγον αίμα· αυτοί +όμως, ως λες, συντρώγουν με τον Θάνατον και η ζωή των είνε γεμάτη από +δυστυχίαν. Και όταν ξεπέφτουν, ομοιάζουν με τους τραγικούς ηθοποιούς, +τους όποιους βλέπομεν άλλοτε μεν ως Κέκροπας, Σισσύφους ή Τηλέφους +στολισμένους με διαδήματα και ξίφη ελεφαντοκόσμητα και μανδύαν +χρυσοκέντητον και μαλλιά μακρυά που κυματίζουν· αν δε συμβή — και +συμβαίνει πολλάκις — να σκοντάψη κανείς από αυτούς και να πέση εις το +μέσον της σκηνής, αρχίζουν και γελούν οι θεαταί, διότι το προσωπείον +του μαζή με το διάδημα σπάζει και η αληθινή κεφαλή του ηθοποιού +ματώνει, συγχρόνως δε τα σκέλη του παρουσιάζονται γυμνά και φαίνονται +μέσα από το βασιλικόν ενδύμα τα πραγματικά του φορέματα, τα οποία +είνε κουρέλια ελεεινά, φαίνονται δε και τα θεατρικά υποδήματα, τα +οποία είνε τόσον άσχημα και τόσον δυσανάλογα προς το πόδι. Βλέπεις, +αγαπητέ πετεινέ, ότι μ' εδίδαξες και κάνω και εγώ τώρα καλάς +παρομοιώσεις; Τέλος πάντων τοιαύτη είνε η βασιλεία· αλλά δεν μου λες +τώρα, όταν ήσουν άλογο ή σκύλλος, ψάρι ή βάτραχος, πώς σου εφαίνετο +εκείνη η ζωή;</p> + +<p>ΠΕΤ. Μου κάνεις ερώτησιν η οποία απαιτεί μακράν απάντησιν και δεν +έχομεν καιρόν. Αλλ' αν θέλης να σου ειπώ με λίγα λόγια, δεν υπάρχει +ζωή που να μη είνε ευτυχεστέρα από την ζωήν του ανθρώπου και +περισσότερον σύμφωνος με την φύσιν και περιωρισμένη εις τα φυσικά +όρια· ίππον τοκογλύφον ή συκοφάντην βάτραχον ή καρακάξαν σοφιστήν ή +μάγειρον κώνωπα ή πετεινόν κίναιδον δεν θα εύρης, ούτε τίποτε άλλο +από τα γελοία τα οποία βλέπομεν μεταξύ των ανθρώπων.</p> + +<p>ΜΙΚ. Αυτά ίσως είνε αληθινά, κυρ πετεινέ. Αλλ' εγώ δεν 'ντρέπομαι +να σου ομολογήσω τι μου συμβαίνει· μου είνε αδύνατον να ξεμάθω την +επιθυμίαν που είχα από τα παιδικά μου χρόνια να γείνω πλούσιος· και +το όνειρον μου μένει ακόμη μπροστά στα μάτια μου με όλο εκείνο το +χρυσάφι. Σκάζω δε από ζήλεια, όταν συλλογίζωμαι ότι απολαμβάνει τόσα +πλούτη ο παλιάνθρωπος ο Σίμων.</p> + +<p>ΠΕΤ. Εγώ θα σε θεραπεύσω από αυτήν την αρρώστεια, Μίκυλλε· και +αφού είνε νύκτα ακόμη, σήκω και ακολούθησε με· θα σε πάω εις το σπίτι +αυτού του Σίμωνος και εις τα σπίτια άλλων πλουσίων, για να 'δης ποία +είνε η κατάστασίς των.</p> + +<p>ΜΙΚ. Πώς θα 'δω αφού είνε κλειστά τα σπίτια; μήπως θα με βάλης να +τρυπήσω τοίχους;</p> + +<p>ΠΕΤ. Όχι, αλλ' ο Ερμής, εις τον οποίον είμαι αφιερωμένος, μου έχει +δώση ένα χάρισμα· εάν κανείς αφαιρέση το μακρότερον πτερόν της ουράς +μου, το οποίον είνε τόσο μαλακόν, ώστε είνε λυγισμένον. . . .</p> + +<p>ΜΙΚ. Μα έχεις δύο τέτοια.</p> + +<p>ΠΕΤ. Εννοώ το δεξιόν. Εις όποιον επιτρέψω να το αποσπάση και να το +κρατή, θα έχη την δύναμιν ν' ανοίγη κάθε θύραν που θέλει και να βλέπη +τα πάντα χωρίς να τον βλέπουν.</p> + +<p>ΜΙΚ. Δεν τώξερα ότ' είσαι και μάγος. Αλλ' αν μου δώσης τέτοια +δύναμιν, θα 'δης εντός ολίγου όλα τα αγαθά του Σίμωνος να έλθουν εδώ· +θα τα μετακομίσω· αυτός δε πάλιν θ' αρχίση να δαγκώνη τα πετσιά για +να τα τεντώνη.</p> + +<p>ΠΕΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται να γίνη· διότι ο Ερμής μου παρήγγειλε, +αν κάμη τίποτε τοιούτον αυτός που έχει το πτερόν, να κράξω και να τον +προδώσω.</p> + +<p>ΜΙΚ. Δυσκολεύομαι να το πιστεύσω αυτό· αφού ο Ερμής είνε κλέπτης, +πώς δεν θέλει να κλέπτουν οι άλλοι; Ας πάμε όμως και θα προσπαθήσω να +μη 'γγίξω στο χρυσάφι.</p> + +<p>ΠΕΤ. Τράβηξε πρώτα το πτερόν. . . . Τι έκαμες; Και τα δυο τα +έβγαλες;</p> + +<p>ΜΙΚ. Έτσι είμαι πιο σίγουρος και για σένα θα είνε μικρότερα η +ασχημία, γιατί δεν θα γέρνης και δεν θα κουτσαίνης από το ένα μέρος +της ουράς.</p> + +<p>ΠΕΤ. Ας είνε. Εις του Σίμωνος θα πάμε πρώτα ή εις άλλον +πλούσιον;</p> + +<p>ΜΙΚ. Όχι στου Σίμωνος, που, αφού επλούτισε, του φαίνεται μικρόν το +δισύλλαβον όνομά του και τώκαμε τετρασύλλαβον. Αλλ' εφθάσαμεν εις την +πόρτα του. Τι πρέπει να κάμω τώρα;</p> + +<p>ΠΕΤ. Βάλε το πτερόν στην κλειδαρότρυπα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Ορίστε. Ω Θεέ μου, άνοιξε η πόρτα σαν να ήτο το φτερό +κλειδί.</p> + +<p>ΠΕΤ. Πήγαινε 'μπρός. Τον βλέπεις πώς αγρυπνεί και λογαριάζει;</p> + +<p>ΜΙΚ, Τον βλέπω· δίπλα σ' ένα λυχνάρι διψασμένο που μόλις φέγγει. +Είνε κατακίτρινος, αδύνατος και λυωμένος, από τις φροντίδες βέβαια· +δεν ήκουσα να είνε άρρωστος.</p> + +<p>ΠΕΤ. Άκουσε τι λέγει και θα εννοήσης πως είν' έτσι.</p> + +<p>ΣΙΜΩΝ. Τα εβδομήντα τάλαντα είνε καλά κρυμμένα και θαμμένα κάτω +από το κρεββάτι και κανείς δεν ξέρει τίποτε· τα δεκάξη όμως μου +φαίνεται ότι τα είδε ο Σωσύλος όταν τάκρυβα κάτω από την φάτνην και +γι' αυτό όλο στο σταύλο βρίσκεται, ενώ άλλοτε ήτο τεμπέλης και πολύ +ολίγον εφρόντιζε για τη δουλειά του. Φαίνεται δε ότι μου έχουν κλέψη +πολλά, αλλοιώτικα που βρήκε τα χρήματα ο Τίβιος και αγόρασε χθες, ως +ήκουσα, τόσο μεγάλα παστόψαρα κ' επήρε της γυναίκας του σκουλαρίκια +πέντε δραχμών; ω δυστυχία μου, με ληστεύουν. Αλλά και τα σκεύη μου τα +πολύτιμα δεν είνε ασφαλισμένα εκεί που τα έχω και είνε τόσα πολλά. +Φοβούμαι μήπως κανείς τρυπήση τον τοίχον και τα κλέψη. Πολλοί με +φθονούν και με κατατρέχουν και περισσότερον από όλους ο Μίκυλλος ο +γείτονας.</p> + +<p>ΜΙΚ. Σου μοιάζω· σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.</p> + +<p>ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα +φυλάττω όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος +είνε εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να +ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη +κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον· τι συμβαίνει; με πολιορκούν +και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω κανένα... +Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και +εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να +έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα +σκαμπίλι.</p> + +<p>ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.</p> + +<p>ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το +χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του τοκιστού. +Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή η θύρα.</p> + +<p>ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται, +και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν μείνη +πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά για να +γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα +δεν ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις +άλλον.</p> + +<p>ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε +και αυτή η θύρα· ώστε πάμε μέσα.</p> + +<p>ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.</p> + +<p>ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι +παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.</p> + +<p>ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η +γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.</p> + +<p>ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ' +όλα όμοιος με τον Ευκράτην;</p> + +<p>ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι· καλλίτερα να πάω από πανούκλα· αν πρόκειται +να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα. +Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.</p> + +<p>ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας· κι' +άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ</h4> + +<p> +<br /> +Φίλων και Λυκίνος.</p> + +<p>ΦΙΛΩΝ. Ήκουσα, Λυκίνε, ότι διεσκεδάσατε χθες πολύ εις το γεύμα του +Αρισταινέτου, ότι έγιναν συζητήσεις φιλοσοφικαί και επηκολούθησε +φινονεικία πολύ ζωηρά και, αν έλεγε την αλήθειαν ο Χαρίνος ο οποίος +τα διηγείτο, η φιλονεικία έφθασε μέχρι ξύλου και τέλος διελύθη με +αιματοχυσίαν η συναναστροφή.</p> + +<p>ΛΥΚΙΝΟΣ. Και από πού τα έμαθε αυτά ο Χαρίνος, Φίλων· Διότι δεν ήτο +μαζή μας εις τον δείπνον.</p> + +<p>ΦΙΛ. Τα ήκουσεν από τον Διόνικον τον ιατρόν, ως έλεγε. Ο Διόνικος +μου φαίνεται ότι ήτον εις το δείπνον.</p> + +<p>ΛΥΚ. Βέβαια· και αυτός όμως δεν ήτο από την αρχήν, αλλ' έφθασεν +εις το μέσον περίπου της μάχης, ολίγον προ των τραυματισμών, ώστε +αμφιβάλλω αν ηδύνατο να διηγηθή ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, αφού +δεν τα παρηκολούθησεν αφ' ης στιγμής ήρχισεν η φιλονεικία έως ότου +ετελείωσεν εις το αίμα.</p> + +<p>ΦΙΛ. Και ο Χαρίνος, Λυκίνε, μας είπεν ότι αν θέλωμεν να μάθωμεν +όλην την αλήθειαν και πώς έγιναν τα καθέκαστα, νάρθωμε να σ' +ερωτήσωμεν. Επίσης ο Διόνικος έλεγεν ότι αυτός δεν παρευρέθη εις όλα +και ότι συ γνωρίζεις όσα έγιναν και θυμάσαι τα λόγια που είπαν, διότι +τα τοιαύτα τ' ακούς με ενδιαφέρον και προσοχήν. Ώστε πολύ θα μας +ευχαριστήσης αν μας προσφέρης ένα τοιούτον γεύμα, το οποίον θα είνε +από τα πλέον ευχάριστα δι' εμέ, τοσούτω μάλλον καθ' όσον θα +γευμαΤιςωμεν με ησυχίαν και ασφάλειαν και έξω βολής, και να μας +διηγηθής τα πάντα, είτε γέροντες παρεξετράπησαν κατά το δείπνον, είτε +νέοι είπαν και έπραξαν απρεπή πράγματα παρασυρθέντες υπό της +οινοποσίας.</p> + +<p>ΛΥΚ. Άτοπα πράγματα ζητείς, Φίλων, όταν με παρακαλής να καταστήσω +γνωστά εις τους πολλούς και να διηγηθώ πράγματα τα οποία έγιναν εν +καιρώ μέθης, ενώ πρέπει να τα θάψωμεν εις την λήθην και να τα +θεωρήσωμεν ως έργα του θεού Διονύσου, ο οποίος, ως γνωρίζεις, και εις +τους φρονιμωτέρους επιβάλλει τα όργιά του. Σκέψου λοιπόν μήπως είνε +άτοπον και ασεβές να πολυεξετάζη κανείς τα τοιαύτα, τα οποία καλόν +είνε ν' αφήνωμεν εις το συμπόσιον, όταν αναχωρούμεν. «Μισώ λέγει και +ο ποιητής, μνάμωνα συμπόταν» +(<sup><a href="#fn39" id="ref39">39</a></sup>) +. Δεν έκαμε δε καλά και ο Διόνικος να διηγηθή όσα συνέβησαν εις τον +Χαρίνον και να εκθέση κατά τοιούτον τρόπον ανθρώπους φιλοσόφους. Εγώ +τουλάχιστον ποτέ δεν θα πω τέτοια πράγματα.</p> + +<p>ΦΙΛ. Αλλού αυτά, Λυκίνε. Να μη τα λες σ' εμένα που σε ξέρω ότι +επιθυμείς να τα πης πολύ περισσότερον παρ' όσον εγώ επιθυμώ να τα +ακούσω. Έχω την ιδέαν ότι εάν δεν έχης ακροατάς, θα πας να τα +διηγηθής σε κανένα στύλον ή σε κανένα ανδριάντα διά να ξεθυμάνης. Και +αν εγώ τώρα επιχειρήσω να φύγω, θα με κρατήσης· και αν φύγω θα με +παρακολουθήσης και θα με παρακαλής να σε ακούσω· τότε δε και εγώ θα +κάνω ότι δεν θέλω. Λοιπόν πηγαίνω να τα μάθω από άλλον και συ κράτα +τα μυστικά.</p> + +<p>ΛΥΚ. Μη θυμώνης, βρε αδελφέ, και θα σου τα διηγηθώ, αφού τόσον +επιμένεις. Θα σε παρακαλέσω μόνον να μη τα πης σε πολλούς.</p> + +<p>ΦΙΛ. Σε ξέρω πολύ καλά, Λυκίνε, και θα θεωρήσω περιττόν να τα πω +εις άλλους, διότι συ θα τα διηγηθής προ εμού εις όλους και θα τα +διηγηθής και καλλίτερα. Αλλά λέγε μου εν πρώτοις γιατί έγινε το +γεύμα; Ο Αρισταίνετος επάντρευε το γυιό του Ζήνωνα;</p> + +<p>ΛΥΚ. Όχι, την θυγατέρα του την Κλεανθίδα με τον γυιό του Ευκρίτου +του τοκιστού που κάνει και τον φιλόσοφον.</p> + +<p>ΦΙΛ. Πολύ ωραίο παιδί, αλλά πολύ μικρό ακόμη για γάμο. </p> + +<p>ΛΥΚ. Ο Αρισταίνετος τον εθεώρησε ως τον καταλληλότερον, διότι και +φρόνιμος είνε και εις την φιλοσοφίαν έχει επιδοθή, είνε δε και +μοναχογυιός και έχει πλούσιον πατέρα. Δι' αυτά ο Αρισταίνετος τον +επροτίμησεν από όλους ως γαμβρόν.</p> + +<p>ΦΙΛ. Και μόνον ότι ο πατέρας του ο Εύκριτος είνε πλούσιος είνε +σπουδαίον προσόν για ένα γαμβρό. Και οι προσκεκλημένοι ποίοι +ήσαν;</p> + +<p>ΛΥΚ. Περιττόν να σου αναφέρω τους άλλους· θα περιορισθώ μόνον εις +τους φιλοσόφους και τους ρήτορας, διότι ξέρω ότι και συ αυτούς θέλεις +να μάθης. Ήτο λοιπόν ο Ζηνόθεμις ο γέρων Στωικός και μαζή μ' αυτόν ο +Δίφιλος ο επονομαζόμενος Λαβύρινθος, ο οποίος είνε διδάσκαλος του +Ζήνωνος του υιού του Αρισταινέτου. Από τους Περιπατητικούς ήτο ο +Κλεόδημος· τον ξέρεις τον λογάν εκείνον, τον φιλόνεικον, τον οποίον +οι μαθηταί του ονομάζουν ξίφος και κοπίδα. Αλλά και ο Επικούρειος +Έρμων ήτο εκεί και όταν ήλθε ήρχισαν να τον στραβοκυττάζουν οι +Στωικοί και ν' αποστρέφουν το πρόσωπον και εφαίνοντο ότι τον εμίσουν +ως να ήτο πατροκτόνος και ιερόσυλος. Αυτοί ήσαν προσωπικοί φίλοι και +σχετικοί του Αρισταινέτου και είχαν προσκληθή εις το γεύμα, μαζή δε +με αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος και ο ρήτωρ Διονυσόδωρος. Είχε +προσκληθή και ο Ίων ο Πλατωνικός διδάσκαλος του Χαιρέα του γαμβρού, +πολύ σοβαρός άνθρωπος και σεβάσμιος, του οποίου η φυσιογνωμία +παρουσιάζει μεγάλην σεμνότητα. Τον ονομάζουν Κανόνα διά την ορθότητα +της κρίσεώς του. Όταν εισήλθε, επροσηκώθηκαν όλοι και τον +εχαιρετούσαν ως εξαιρετικόν πρόσωπον και εθεωρήθη ως μεγάλη τιμή και +ως θεού εμφάνισις η παρουσία του θαυμαστού Ίωνος.</p> + +<p>Όταν έφθασεν η ώρα να κατακλιθώμεν γύρω εις τα τραπέζια, αι +γυναίκες κατέλαβαν όλον τον κλιντήρα ο οποίος είνε δεξιά μετά την +είσοδον, ήσαν δε κάμποσες, και μεταξύ αυτών η νύμφη η οποία ήτο +εντελώς σκεπασμένη με πέπλον. Οι άλλοι ετοποθετήθησαν απέναντι της +θύρας, έκαστος κατά την αξίαν του. Απέναντι των γυναικών ετοποθετήθη +πρώτος ο Εύκριτος και κατόπιν ο Αρισταίνετος. Έπειτα έγινε ζήτημα +ποίος έπρεπε να τοποθετηθή πρώτος, ο Ζηνόθεμις ο Στωικός, ως γέρων, ή +ο Έρμων ο Επικούρειος, ο οποίος ήτο ιερεύς των Διοσκούρων και ανήκεν +εις μίαν από τας πρώτας οικογενείας της πόλεως. Αλλ' ο Ζηνόθεμις +έλυσε το ζήτημα. Εάν, είπε, μου δώσης θέσιν μετά αυτόν τον άνθρωπον, +Αρισταίνετε, τον Επικούρειον, διά να μη είπω τίποτε άλλο κακόν περί +αυτού, φεύγω και εγκαταλείπω το συμπόσιόν σου. Και συγχρόνως εκάλεσε +τον υπηρέτην του και εφαίνετο έτοιμος να εξέλθη. Τότε ο Έρμων είπε· +Σου αφήνω την πρώτην θέσιν, Ζηνόθεμι, μολονότι, αν όχι δι' άλλο, +διότι είμαι ιερεύς έπρεπε να με σεβασθής, όσον και αν καταφρονής τον +Επίκουρον. «Επικούρειος ιερεύς! ας γελάσω, είπεν ο Ζηνόθεμις!» και +ενώ έλεγεν αυτά κατεκλίνετο και κατόπιν αυτού ο Έρμων, έπειτα o +Κλεόδημος ο Περιπατητικός, έπειτα ο Ίων και μετ' αυτόν ο γαμβρός, +έπειτα εγώ και πλησίον μου ο Δίφιλος και κατόπιν αυτού ο Ζήνων ο +μαθητής του και μετ' αυτούς ο ρήτωρ Διονυσόδωρος και ο γραμματικός +Ιστιαίος.</p> + +<p>ΦΙΛ. Αυτό, βλέπω, το συμπόσιον, Λυκίνε, ήτο μουσείον σοφών και +είνε άξιος επαίνου ο Αρισταίνετος ότι εις μίαν τοιαύτην οικογενειακήν +εορτήν εκάλεσε προ πάντων σοφούς, εκλέξας το άνθος από εκάστην +σχολήν, χωρίς να προτιμήση τους μεν και να παραλείψη άλλους εκ των +διακρινομένων.</p> + +<p>ΛΥΚ. Διότι ο Αρισταίνετος δεν είνε όπως οι περισσότεροι από τους +πλουσίους, αλλ' ενδιαφέρεται και διά τα γράμματα και τας επιστήμας +και κατά το πλείστον σοφούς συναναστρέφεται. Κατ' αρχάς λοιπόν +ετρώγαμεν με ησυχίαν και τα φαγητά ήσαν πολύ ποικίλα. Περιττόν να σου +αναφέρω τους διαφόρους ζωμούς, τα γλυκύσματα και τα καρυκεύματα· +αρκεί να σου είπω ότι όλα ήσαν άφθονα. Μετ' ολίγον ο Κλεόδημος έσκυψε +προς τον Ίωνα και του είπε· Βλέπεις τον γέροντα — ενόει τον +Ζηνόθεμιν, διότι ήκουα τα λεγόμενα — με τι λαιμαργίαν τρώγει κι' +εκαταλέρωσε το φόρεμά του με ζουμιά. Δεν αρκείται δε μόνον να τρώγη, +αλλά δίδει και εις τον υπηρέτην του που στέκει πίσω και νομίζει ότι +δεν τον βλέπουν· λησμονεί ότι είνε και άλλοι δίπλα του. Δείξε τον και +εις τον Λυκίνον διά να είνε μάρτυς. Εγώ όμως δεν είχα ανάγκην να μου +δείξη ο Ίων, διότι πολύ προηγουμένως είχα 'δη τα συμβαίνοντα.</p> + +<p>Μόλις είπεν αυτά ο Κλεόδημος, εισώρμησεν ο Κυνικός Αλκιδάμας +απρόσκλητος και διά να τρέψη το πράγμα εις το αστείον είπε το +Ομηρικόν, ότι «ο Μενέλαος έρχεται απρόσκλητος». Εις τους άλλους όμως +η διαγωγή του έκαμεν εντύπωσιν αναισχυντίας και εψιθύριζον ό,τι +έκαστος είχεν εις την μνήμην πρόχειρον, ο μεν «Αφραίνεις +(<sup><a href="#fn40" id="ref40">40</a></sup>) + Μενέλαε», ο δε, <br /> + Αλλ' ουκ Ατρείδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμώ +(<sup><a href="#fn41" id="ref41">41</a></sup>) +.</p> + +<p>Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία +εκρυφομιλούσαν· φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε· διότι +εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων των +σκύλων· διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών φιλοσόφων +και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά έκαμε, και +τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον του Ιστιαίου +και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε γυναικώδες και +μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί, «όπως σεις που +είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα μαλακά κρεββάτια και +εις πορφύραν και τρώγετε· εγώ και όρθιος μπορώ να δειπνήσω και να +περπατώ συγχρόνως· και αν κουρασθώ θα στρώσω χάμω τον μανδύαν μου και +θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα μου, όπως ζωγραφίζουν τον +Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος. +Από της στιγμής εκείνης ο Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι +Σκύθαι, μετατοπιζόμενος προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους +περιφέροντας τα φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί +αρετής και κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και +ηρώτα τον Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα +χωματένια θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να +παύση την φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με +άκρατον και του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι· εφάνη δε προς στιγμήν ότι +η ιδέα του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο +πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι ο +Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ· έπειτα επλάγιασε κατά γης και +στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην, +ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Ηρακλήν +φιλοξενούμενον υπό του Φόλου +(<sup><a href="#fn42" id="ref42">42</a></sup>) +.</p> + +<p>Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων +συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα +έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ +παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον +Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται, να +αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα τα +οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν' ανακαλύψω +την αιτίαν των μειδιαμάτων του.</p> + +<p>Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο +Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού +έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το +σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα +και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν δε +και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον +ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα· αλλά το μεν παιδί ηρνήθη +ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον του οποίου +εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν απαρατήρητον +και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε· διότι μετ' ολίγον +μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να εξέλθη, αντ' αυτού δε +διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος +εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος, να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το +επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως· θα εγίνετο δε αίτιον μεγάλης +καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο γνωστόν μεταξύ όλων των +συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να +δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.</p> + +<p>Ο δε Κυνικός Αλκιδάμας, ο οποίος είχεν ήδη πίη αρκετά, αφού +ηρώτησε και έμαθε πώς ωνομάζετο η νύμφη, εφώναξε με φωνήν μεγάλην να +γίνη σιωπή και στραφείς προς τας γυναίκας είπε· Προπίνω εις υγείαν +σου, Κλεανθίς, εν ονόματι του Ηρακλέους του προστάτου και αρχηγού +μας. Επειδή δε εγέλασαν διά τούτο όλοι, Γελάτε, γαϊδούρια, είπε, +διότι προέπια υπέρ της νύμφης εν ονόματι του θεού μας του Ηρακλέους; +Και όμως πρέπει να ξέρετε ότι αν δεν λάβη από το χέρι μου το ποτήρι +(<sup><a href="#fn43" id="ref43">43</a></sup>) +, δεν θα γέννηση ποτέ υιόν όμοιον μ' εμένα, δηλαδή με δύναμιν +ακαταγώνιστον, με χαρακτήρα ελεύθερον και σώμα τόσο ρωμαλέον. Και διά +να δείξη την αθλητικήν του διάπλασιν, ήνοιξε το ένδυμά του και +εγυμνούτο μέχρις αναισχυντίας. Πάλιν εγέλασαν δι' αυτά οι +ομοτράπεζοι, αυτός δε εξοργισθείς εσηκώθη και τους ητένιζε με βλέμμα +άγριον και παράφορον και ήτο φανερόν ότι θα ήρχιζεν εχθροπραξίας, θα +κατέφερε δε την βακτηρίαν του εις την κεφαλήν κανενός, εάν εγκαίρως +δεν ενεφανίζετο μέγα γλύκισμα κομιζόμενον, και άμα το είδεν έγινεν +ημερώτερος, ο θυμός του έπαυσε και ήρχισε να το παρακολουθή +περιφερόμενον και να τρώγη. Και οι πλείστοι εκ των άλλων είχον ήδη +μεθύση και η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης θορύβου. Ο Δισνυσόδωρος +ο ρήτωρ απήγγελλε μέρη των λόγων του και εχειροκροτείτο υπό των +υπηρετών, οίτινες εστέκοντο όπισθέν του· ο δε Ιστιαίος, ο οποίος +κατείχε την τελευταίαν θέσιν απήγγελλε ποιήματα, αναμιγνύων στίχους +του Πινδάρου, του Ησιόδου και του Ανακρέοντος και σχηματίζων εξ όλων +αυτών ποίημα αστειότατον, εις το οποίον ως να προέβλεπε τα μέλλοντα +να συμβούν έλεγε·</p> + +<p> Συν δ' έβαλον ρινούς +(<sup><a href="#fn44" id="ref44">44</a></sup>) +</p> + +<p>και</p> + +<p> ένθα δ' αρ' οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν +ανδρών +(<sup><a href="#fn45" id="ref45">45</a></sup>) +</p> + +<p>Ο δε Ζηνόθεμις ανεγίνωσκε βιβλίον ψιλογραμμένον +(<sup><a href="#fn46" id="ref46">46</a></sup>) +, το οποίον είχε λάβη από τον υπηρέτην του.</p> + +<p>Και επειδή, όπως συνειθίζεται, οι υπηρέται έπαυσαν επ' ολίγον να +κουβαλούν φαγητά, ο Αρισταίνετος ο οποίος είχε προνοήση να μη μείνη +και το διάλειμμα εκείνο χωρίς τέρψιν και απασχόλησιν, διέταξε να +εισέλθη ο γελωτοποιός και να είπη ή να κάμη τίποτε αστείον προς +μεγαλειτέραν διασκέδασιν των προσκεκλημένων του. Εισήλθε λοιπόν ένας +ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας τρίχας +ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα και +μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε +σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος +ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους. Και οι μεν άλλοι, +εγελούσαν όταν εσκώπτοντο, ο Αλκιδάμας όμως, όταν ο γελωτοποιός τον +έσκωψε και αυτόν και τον ωνόμασε σκυλάκι της Μάλτας, εθύμωσε — ήτο +δε και πριν φανερόν ότι εζήλευε τον γελωτοποιόν διά την εντύπωσιν που +έκανε και διότι συνεκέντρωνε την προσοχήν των συμποτών — επέταξε τον +μανδύαν του και επροκάλεσε τον γελωτοποιόν εις πυγμαχίαν. Τον +εφοβέριζε δε, αν δεν εδέχετο, να τον δείρη. Ούτω ο ταλαίπωρος +Σατυρίων — διότι τούτο ήτο το όνομα του γελωτοποιού — ηναγκάσθη να +δεχθή την πρόκλησιν και ήρχισε να πυγμαχή. Και το θέαμα ήτο +αστειότατον να βλέπη κανείς ένα φιλόσοφον να αγωνίζεται με ένα +γελωτοποιόν, να κτυπά και να κτυπάται. Εκ των παρόντων άλλοι μεν +ησθάνοντο εντροπήν, άλλοι δε εγέλων, έως ου ο Αλκιδάμας απέκαμε να +κτυπάται υπό του ανθρωπίσκου, ο οποίος ήτο γυμνασμένος εις την +πυγμαχίαν και υπεχώρησεν ηττημένος. Γέλοια ακράτητα υπεδέχθησαν την +έκβασιν της μάχης.</p> + +<p>Τότε εισήλθεν ο Διόνικος ο ιατρός, ολίγον μετά την πυγμαχίαν· είχε +δε βραδύνη, ως έλεγε, διότι επήγε να επισκεφθή τον αυλητήν +Πολυπρέποντα, ο οποίος είχε πάθη παραφροσύνην. Διηγήθη δε και κάτι +κωμικοτραγικόν το οποίον του συνέβη. Όταν εισήλθεν εις την κατοικίαν +του αυλητού, δεν εγνώριζεν ότι την στιγμήν εκείνην ο παράφρων +κατείχετο υπό παροξυσμού και άμα τον είδεν έτρεξε και έκλεισε την +θύραν, έπειτα έσυρε μαχαίρι, έδωκε δε εις τον ιατρόν αυλούς και τον +διέταξε να παίξη. Και επειδή ο ιατρός δεν ηδύνατο ν' αυλήση, ο +παράφρων ήρχισε να τον κτυπά εις τας παλάμας με μάστιγα από λουρί. Ο +ιατρός ευρεθείς εις τοιούτον κίνδυνον εσκέφθη το εξής διά να σωθή· +εκάλεσεν εις αγώνα μουσικόν τον παράφρονα υπό τον όρον ο ηττώμενος να +λαμβάνη ωρισμένον αριθμόν μαστιγώσεων. Και εν πρώτοις αυτός έπαιξεν +αυλόν όπως ηδύνατο, δηλαδή αθλίως· έπειτα εδώκεν εις τον τρελλόν τους +αυλούς και έλαβε παρ' αυτού την δερματίνην μάστιγα και το μαχαίρι, τα +οποία έσπευσε και έρριψε διά του φεγγίτου έξω εις την αυλήν και ούτω +χωρίς μεγάλον κίνδυνον πλέον ηδύνατο ν' αμύνεται εναντίον του +παράφρονος και συγχρόνως να φωνάζη και να καλή εις βοήθειαν τους +γείτονας, οι οποίοι εβίασαν την θύραν και τον εβοήθησαν να σωθή. +Εδείκνυε δε σημεία των κτυπημάτων και μερικάς αμυχάς εις το πρόσωπον. +Ο Διόνικος αφού έκαμεν όχι ολιγωτέραν από τον γελωτοποιόν εντύπωσιν +με την διήγησίν του, εχώθη πλησίον του Ιστιαίου και εδείπνα με τα +υπολείμματα. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας τον έστειλε, διότι μας +εφάνη πολύ χρήσιμος αργότερα.</p> + +<p>Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ένας δούλος ο οποίος είπεν ότι είχε σταλή +από τον Ετοιμοκλέα τον Στωικόν και έφερεν επιστολήν με την +παραγγελίαν του κυρίου του να την αναγνώση ενώπιον και εις επήκοον +όλων και έπειτα να φύγη. Ο Αρισταίνετος του έδωκε την άδειαν, αυτός +δε επλησίασεν εις τον λύχνον και ήρχισε ν' αναγινώσκη.</p> + +<p>ΦΙΛ. θα ήτο βέβαια κανέν εγκώμιον της νύμφης ή επιθαλάμιον εξ +εκείνων τα οποία συνειθίζονται εις τοιαύτας περιστάσεις.</p> + +<p>ΛΥΚ. Και ημείς κάτι τοιούτον ενομίσαμεν, αλλά κάθε άλλο ήτο. Ιδού +τι έγραφεν η επιστολή.</p> + +<p>«Ετοιμοκλής ο φιλόσοφος προς τον Αρισταίνετον.</p> + +<p>»Τι ιδέαν έχω περί των γευμάτων όλον το παρελθόν μου μαρτυρεί, +διότι ενώ σχεδόν καθ' εκάστην μ' ενοχλούν με προσκλήσεις πολύ +πλουσιώτεροί σου, όμως ουδέποτε δέχομαι, διότι γνωρίζω τους θορύβους +και τας παρεκτροπάς, αίτινες γίνονται εις τα συμπόσια. Αλλά νομίζω +ότι έχω το δικαίωμα ν' αγανακτήσω εναντίον σου, διότι ενώ τόσον +καιρόν σε περιποιούμαι, δεν κατεδέχθης να με συναριθμίσης εις τους +άλλους σου φίλους, αλλά μόνος εγώ έμεινα απρόσκλητος και μάλιστα ενώ +είμαι και γείτων σου. Ό,τι δε προ πάντων με λυπεί από την διαγωγήν +σου είνε η αχαριστία, διότι εγώ δεν εξαρτώ την ευτυχίαν από μερίδα +αγριοχοίρου ή λαγού ή γλυκίσματος, τα οποία απολαμβάνω άφθονα εις τα +τραπέζια άλλων γνωριζόντων τα καθήκοντά των. Και σήμερον ακόμη είχα +κληθή παρά του μαθητού μου Παμμένους εις γεύμα πολυτελές, αλλά δεν +εδέχθην προς χάριν σου ο ανόητος. Συ όμως παραλείψας εμέ εκάλεσες +άλλους, διότι δεν δύνασαι να διακρίνης το καλλίτερον και δεν έχεις +καταληπτικήν φαντασίαν +(<sup><a href="#fn47" id="ref47">47</a></sup>) +. Αλλά γνωρίζω εις ποίους οφείλω αυτήν την ύβριν· βεβαίως εις τους +θαυμαστούς σου φιλοσόφους Ζηνόθεμιν και Λαβύρινθον, τους οποίους +χωρίς να καυχηθώ δύναμαι δι' ενός συλλογισμού ν' αποστομόσω. Ας είπη +κανείς εξ αυτών τι εστί φιλοσοφία ή τα στοιχειώδη ταύτα, τι διαφέρει +η σχέσις της έξεως, διά να μη είπω τίποτε εκ των δυσκόλων ερωτημάτων, +κανένα κερατίναν ή σωρείτην ή θεριστικόν συλλογισμόν +(<sup><a href="#fn48" id="ref48">48</a></sup>) +. Αλλ' εγώ ο οποίος μόνον το ωραίον νομίζω καλόν, θα υποφέρω ευκόλως +την ύβριν. Διά να μη έχης όμως κατόπιν την πρόφασιν ότι ένεκα των +πολλών φροντίδων και των περισπασμών μ' ελησμόνησες, σ' εχαιρέτησα +σήμερον δις, την πρωίαν εξερχόμενον εκ της οικίας σου και έπειτα όταν +εθυσίαζες εις τον ναόν των Διοσκούρων. Αυτά και μόνον έχω να σου +υπενθυμίσω διά ναπολογηθώ ενώπιον των προσκεκλημμένων σου. Εάν δε +νομίζης ότι οργίζομαι εξ αιτίας του γεύματος, σου υπενθυμίζω την +ιστορίαν του Οινέως, όπου θα ίδης και την Άρτεμιν να αγανακτή, διότι +εκείνος μόνον αυτήν παρέλειψεν εις την θυσίαν την οποίαν ετέλεσε προς +τους άλλους θεούς. Ιδού τι λέγει ο Όμηρος περί της παραλείψεως +εκείνης·</p> + +<p> ή λάθετ' ή ουκ ενόησεν, αάσατο δε μέγα +θυμώ +(<sup><a href="#fn49" id="ref49">49</a></sup>) +·</p> + +<p>Και ο Ευριπίδης·</p> + +<p> Καλυδών μεν ήδε γαία Πελοπίας χθονός<br /> + εν αντιπόρθμοις πεδί' έχουσ' ευδαίμονα +(<sup><a href="#fn50" id="ref50">50</a></sup>) +·</p> + +<p>Και ο Σοφοκλής·</p> + +<p> Συός μέγιστον χρήμ' επ' Οινέως γύαις<br /> + ανήκε Λητούς παις εκηβόλος θεά +(<sup><a href="#fn51" id="ref51">51</a></sup>) +·</p> + +<p>»Ταύτα εκ πολλών ολίγα σου αναφέρω διά να εννοήσης ποίον άνθρωπον +παρέλειψες και αντ' αυτού εκάλεσες εις το γεύμα σου τον Δίφιλον και +τον υιόν σου παρέδωκες εις αυτόν· αλλά τούτο ήτο επόμενον, διότι είνε +ευχάριστος εις τον νέον και ευχάριστα διδάσκεται παρ' αυτού. Εάν δεν +ήτο αισχρόν εκ μέρους μου να λέγω τοιαύτα πράγματα, θα προσέθετα και +κάτι τι το οποίον συ, εάν θέλης, δύνασαι να μάθης παρά του παιδαγωγού +Ζωπύρου ότι είνε αληθές. Αλλά δεν πρέπει να ταράττη κανείς την χαράν +ενός γάμου και να κατηγορή άλλους, μάλιστα διά πράξεις τόσον αισχράς. +Μολονότι ο Δίφιλος μου έχει δώση αφορμάς, διότι μου απέσπασεν ήδη δύο +μαθητάς, εγώ χάριν της φιλοσοφίας θα σιωπήσω.</p> + +<p>»Διέταξα τον κομίζοντα την επιστολήν άνθρωπόν μου, εάν του δώσης +μερίδα αγριοχοίρου ή ελάφου ή σησαμωτού διά να μου τα φέρη και +δικαιολογηθής ούτω διά την παράλειψίν σου, να μη δεχθή διά να μη φανή +ότι επί τούτω τον έστειλα».</p> + +<p>Ενώ, φίλε μου, ανεγινώσκοντο αυτά, τοιαύτη στενοχώρια εντροπίας με +κατείχεν, ώστε με περιέλουεν ιδρώς και κατά το λεγόμενον ηυχόμην ν' +ανοίξη η γη και με καταπίη. Οι άλλοι όμως εγελούσαν δι' εκάστην +περικοπήν της επιστολής, μάλιστα εκείνοι οίτινες εγνώριζον τον +Ετοιμοκλέα ως άνθρωπον ηλικιωμένον και θεωρούμενον σοβαρόν. Εθαύμαζαν +πώς ενώ ήτο τοιούτος τους εξηπάτα με την γενειάδα του και την +σοβαρότητα της μορφής του. Και ο Αρισταίνετος μου εφάνη ότι δεν +παρέλειψε να τον καλέση από λησμοσύνην, αλλά διότι δεν ήλπιζεν ότι αν +τον εκάλει θα κατεδέχετο να έλθη· διά τούτο ούτε καν απεπειράθη να +τον καλέση.</p> + +<p>Αφού λοιπόν ο υπηρέτης ετελείωσε την ανάγνωσιν, όλοι οι +συμποσιάζοντες εστράφησαν προς τον Ζήνωνα και τον Δίφιλον, οι οποίοι +είχον καταληφθή υπό ταραχής και ήσαν ωχροί, επιβεβαιούντες ούτω τας +κατηγορίας του Ετοιμοκλέους. Ο δε Αρισταίνετος κατεταράχθη και +εφαίνετο εις άκρον θυμωμένος, αλλ' όμως μας είπε να εξακολουθήσωμεν +να πίνωμεν και επροσπάθει να δείξη ότι δεν επειράχθη, υπεμειδίασε +μάλιστα και απέπεμψε τον υπηρέτην του Ετοιμοκλέους και του είπεν ότι +θα εφρόντιζε περί αυτών των πραγμάτων. Μετ' ολίγον δε και ο Ζήνων +εσηκώθη και έφυγε με τρόπον· του ένευσεν ο παιδαγωγός κατά διαταγήν +του πατρός του να εξέλθη.</p> + +<p>Ο δε Κλεόδημος, όστις προ πολλού εζήτει αφορμήν να επιτεθή κατά +των Στωικών και έσκαζε διότι δεν εύρισκε την κατάλληλον πρόφασιν, +επωφελήθη την ευκαιρίαν την οποίαν του έδιδεν η επιστολή. Ιδού, είπε, +τα κατορθώματα του λαμπρού Χρυσίππου, του θαυμαστού Ζήνωνος και του +Κλεάνθους. Είνε μόνον φρασίδια και ερωτήσεις σκοτειναί και εξωτερικόν +φιλοσοφικόν, κατά δε τα άλλα οι πλείστοι είνε όμοιοι με τον +Ετοιμοκλήν. Βλέπετε δε και ποίαν σεμνότητα και μετριοφροσύνην έχουν +αι επιστολαί του· τον μεν Αρισταίνετον παρομοιάζει προς τον Οινέα, +τον εαυτόν του δε προς την Αρτέμιδα. Πολύ κατάλληλα αυτά, μα τον +Ηρακλέα, και πρέποντα εις εορτήν. Θα ήκουσεν, είπεν ο Έρμων, ότι ο +Αρισταίνετος είχεν ετοιμάση διά το δείπνον αγριόχοιρον και ενόμισεν +ότι δεν ήτο άκαιρον ν' αναφέρη τον Καλυδώνιον. Σπεύσε, σε παρακαλώ, +Αρισταίνετε, και στείλε ένα κομμάτι το καλλίτερον εις αυτόν τον +γέροντα διά να μη αποθάνη της πείνης, όπως ο Μελέαγρος. Αλλ' έπρεπε +να μη σκοτίζεται δι' αυτά, αφού ο Χρύσιππος τα θεωρεί αδιάφορα. Πώς +ομιλείτε έτσι περί του Χρυσίππου, είπεν, ανασηκωθείς ο Ζηνόθεμις, με +φοβεράν φωνήν, και πώς κρίνετε τον Κλεάνθην και τον Ζήνωνα, σοφούς +αληθινούς από άνθρωπον ως ο Ετοιμοκλής, ο οποίος δεν είνε αληθής +φιλόσοφος, αλλ' αγύρτης; Αλλά και ποίοι είσθε σεις οι οποίοι ομιλείτε +κατ' αυτόν τον τρόπον; Δεν είσαι συ, Έρμων, που έκοψες και έκλεψες +τους χρυσούς πλοκάμους των Διοσκούρων, διά το οποίον και θα δικασθής +και θα παραδοθής εις τον δήμιον; Και συ, Κλεόδημε, δεν συνελήφθης να +μοιχεύης την γυναίκα του μαθητού σου Σωστράτου και δεν έπαθες τα +αίσχιστα +(<sup><a href="#fn52" id="ref52">52</a></sup>) +; Διατί δεν σιωπάτε, αφού γνωρίζετε ότι έχετε την ουρά σας κομμένην; +Δεν είμαι εγώ μαστρωπός της γυναικός μου, είπεν ο Κλεόδημος, όπως +εσύ, ούτε κατεχράσθην τα χρήματα τα οποία μου ενεπιστεύθη ο ξένος +μαθητής και έπειτα ωρκίσθηκα εις την Πολιούχον ότι δεν τα έλαβα, ούτε +δανείζω με τόκον τεσσάρων δραχμών κατά μήνα +(<sup><a href="#fn53" id="ref53">53</a></sup>) +, ούτε πνίγω τους μαθητάς εάν δεν μου δώσουν εγκαίρως τον μισθόν της +διδασκαλίας. Αλλά δεν θ' αρνηθής είπεν ο Ζηνόθεμις ότι έδωκες +δηλητήριον εις τον Κρίτωνα διά ν' απαλλαγή από τον πατέρα του. +Συγχρόνως, επειδή έτυχε να πίνη την στιγμήν εκείνην έρριψε κατ' αυτών +το περιεχόμενον του ποτηριού του, το οποίον ήτο πλήρες κατά το ήμισυ. +Ως πλησίον δε ευρισκόμενος ο Ίων εδέχθη μέρος εκ του ρανΤιςματος +εκείνου, του οποίου δεν ήτο ανάξιος. Και ο μεν Έρμων έσκυψε και +εσπόγγιζεν εκ της κεφαλής του τον οίνον και επεκαλείτο την κρίσιν των +παρόντων διά το πάθημά του. Ο δε Κλεόδημος, επειδή δεν εκράτει την +στιγμήν εκείνην ποτήρι, εστράφη και έπτυσε τον Ζηνόθεμιν· τον ήρπασε +δε από τα γένεια διά να τον κτυπήση και θα εφόνευεν ίσως τον γέροντα +εάν δεν τον ανεχαίτιζεν εγκαίρως ο Αρισταίνετος, ο οποίος εσηκώθη και +ετοποθετήθη μεταξύ αυτών διά να χρησιμεύση ως διατείχισμα και τους +αναγκάση να ησυχάσουν.</p> + +<p>Ενώ συνέβαινον αυτά, Φίλων, εγώ έκανα διαφόρους σκέψεις, αλλά +κυρίως εσκεπτόμην ότι ουδέν ωφελούν αι γνώσεις, όταν τις δεν ρυθμίζη +και τον βίον του προς το καλόν· ούτω δε εκείνοι, ενώ ήσαν τόσον σοφοί +εις τους λόγους, εις τα πράγματα εγίνοντο τόσον γελοίοι. Έπειτα μου +επήλθεν η σκέψις μήπως αληθεύει το υπό των πολλών λεγόμενον, ότι η +παιδεία απομακρύνει από την ορθοφροσύνην εκείνους οι οποίοι μόνον εις +τα βιβλία προσέχουν και περιορίζονται. Εκ των τόσων φιλοσόφων οίτινες +ήσαν εκεί ούτε ένα ηδύνατό τις να ίδη άψογον, αλλ' οι μεν έπραττον +αισχρά, οι δε έλεγον αισχρότερα. Και ούτε εις τον οίνον ηδυνάμην ν' +αποδώσω τα συμβαίνοντα, ενθυμούμενος τα όσα έγραψεν ο Ετοιμοκλής, +χωρίς να φάγη και να πίη. Οι όροι είχον αναστραφή και οι μεν απλοί +άνθρωποι εδείπνουν με πολλήν σεμνότητα, χωρίς να λέγουν ή να πράττουν +απρεπή, αλλά περιωρίζοντο να γελούν και να εκπλήσσωνται δι' εκείνους +τους οποίους εθαύμαζον απατώμενοι υπό του εξωτερικού των και +νομίζοντες ότι είνε σπουδαίοι άνθρωποι, οι δε σοφοί παρεξετρέποντο +και αλληλοϋβρίζοντο, έτρωγαν και έπιναν κατά κόρον, εφώναζαν και +διεπληκτίζοντο· ο δε θαυμάσιος Αλκιδάμας και εκατουρούσε εις το +μέσον, χωρίς να εντρέπεται τας γυναίκας. Μου εφαίνετο δε ότι τα +συμβαίνοντα εις το συμπόσιον εκείνο ήσαν ομοιότατα προς εκείνα τα +οποία επροκάλεσεν άλλοτέ ποτε η Έρις, ως λέγουν οι ποιηταί. Επειδή +δεν εκλήθη εις του Πηλέως τον γάμον, έρριψε το μήλον επί της τραπέζης +του συμποσίου και επροκάλεσε τον μέγαν πόλεμον κατά της Τρωάδος. Και +ο Ετοιμοκλής λοιπόν μου εφαίνετο ότι έρριψεν εις το μέσον την +επιστολήν του ως μήλον το οποίον δεν επροξένησεν ολιγώτερα κακά από +τ' αναφερόμενα υπό της Ιλιάδος.</p> + +<p>Διότι δεν έπαυσαν ο Ζηνόθεμις και ο Κλεόδημος να φιλονεικούν και +αφού τους εχώρισεν ο Αρισταίνετος. Τώρα, είπεν ο Κλεόδημος, αρκεί να +σας αποδείξω αμαθείς, αύριον δε θα εκδικηθώ όπως πρέπει. Ειπέ μου +λοιπόν, Ζηνόθεμι, ή συ σεμνότατε Δίφιλε, πώς, ενώ λέγετε ότι η +απόκτησις των χρημάτων είνε αδιάφορος, προ πάντων και μόνον δι' αυτό +φροντίζετε πώς να αποκτήσετε περισσότερα και διά τούτο πάντοτε με +τους πλουσίους έχετε να κάμετε και δανείζετε και τοκογλυφείτε και επί +πληρωμή διδάσκετε, και ενώ λέγετε ότι μισείτε την ηδονήν, χάριν αυτής +ενεργείτε και παθαίνετε τα αίσχιστα και αν δεν σας καλέσουν εις γεύμα +αγανακτείτε, εάν δε κληθήτε, δεν αρκεί ότι τρώγετε τον περίδρομον, +αλλά δίδετε και εις τους υπηρέτας σας. . . . Και ενώ έλεγεν αυτά +επεχείρησε ν' αποσπάση το μάκτρον το οποίον εκράτει ο υπηρέτης του +Ζηνοθέμιδος και το οποίον ήτο πλήρες από διάφορα κρέατα, με σκοπόν να +το λύση και αφήση να πέσουν εις το έδαφος τα κρέατα· ο υπηρέτης όμως +το εκράτει δυνατά και δεν το αφήκε.</p> + +<p>Εύγε, Κλεόδημε, είπεν ο Έρμων· ας μας είπουν διατί κατηγορούν την +ηδονήν αυτοί που εννοούν ν' απολαμβάνουν περισσότερον από τους +άλλους. Όχι, αλλά συ, Κλεόδημε, είπεν ο Ζηνόθεμις, να μας πης, διατί +θεωρείς αδιάφορον τον πλούτον. — Όχι, εσύ να μας πης. Και η +φιλονεικία παρετείνετο τοιουτοτρόπως, έως ου ο Ίων ανασηκωθείς ώστε +να γίνη ορατός είπε· Παύσετε να φιλονεικήτε, και εάν θέλετε, θα σας +δώσω θέμα ομιλίας άξιον της παρούσης εορτής· και περί αυτού θα +ερωτήσετε και θα λάβετε απαντήσεις χωρίς οργήν και φιλονεικίαν, όπως +εγίνετο εις τας συζητήσεις του ημετέρου Πλάτωνος. Όλοι οι παρόντες +επεδοκίμασαν και μάλιστα ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος, οι οποίοι +ήλπισαν ότι ούτω θα εσώζοντο από την αηδίαν των ύβρεων. Επανήλθε δε +τότε ο Αρισταίνετος εις την θέσιν του, πιστεύσας ότι τα πράγματα θα +ησύχαζαν. Συγχρόνως μας έφεραν το λεγόμενον εντελές δείπνον +(<sup><a href="#fn54" id="ref54">54</a></sup>) + δηλαδή μίαν όρνιθα δι' έκαστον και κρέας αγριοχοίρου, λαγόν και +ψάρια τηγανητά, σησαμωτά γλυκίσματα και διάφορα τραγήματα, τα οποία +επετρέπετο ν' αποκομίσουν όσοι εκ των συμποτών ήθελαν. Δεν είχε δε +παρατεθή εις έκαστον ιδιαίτερον πινάκιον, αλλ' έν εις εκάστην +τράπεζαν. Διά τον Αρισταίνετον και τον Εύκριτον υπήρχεν ένα πινάκιον +επί μιας τραπέζης κοινόν και έκαστος ηδύνατο να λάβη εκ των φαγητών +και τραγημάτων των ευρισκομένων εις το μέρος του. Ομοίως κοινόν είχον +το πινάκιον ο Ζηνόθεμις ο Στωικός και ο Έρμων ο Επικούρειος· έπειτα ο +Κλεόδημος και ο Ίων και μετ' αυτούς ο γαμβρός και εγώ, ο δε Δίφιλος +είχε διά δύο, διότι ο Ζήνων είχεν απέλθη. Και σε παρακαλώ να το +ενθυμήσαι αυτό, Φίλων, διότι θα μας χρησιμεύση εις την διήγησιν.</p> + +<p>ΦΙΛ. θα το ενθυμούμαι.</p> + +<p>ΛΥΚ. Είπε λοιπόν ο Ίων· Αρχίζω πρώτος, αν θέλετε. Και αφού εσκέφθη +επ' ολίγον εξηκολούθησεν· Έπρεπεν ίσως, ενώπιον σοφών ως οι παρόντες +να ομιλήσω περί ιδεών, αΰλων και αθανασίας της ψυχής· αλλά διά ν' +αποφύγω τας αντιλογίας εκείνων οίτινες έχουν αντιθέτους ιδέας, θα +ομιλήσω περί γάμου. Το προτιμότερον θα ήτο να μη έχωμεν ανάγκην +γάμου, αλλ' ακολουθούντες την γνώμην του Πλάτωνος και του Σωκράτους +να παιδεραστώμεν διότι μόνον ο τοιούτος έρως δύναται να οδηγήση εις +την τελείαν αρετήν, εάν δε θεωρήται απαραίτητος και ο μετά γυναικός +γάμος, να έχωμεν τουλάχιστον, κατά την γνώμην του Πλάτωνος, κοινάς +τας γυναίκας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι ζηλοτυπιών.</p> + +<p>Γέλωτες υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους, ως αναρμόστους εις την +περίστασιν. Ο δε Διονυσόδωρος ανεφώνησε· Παύσε αυτάς τας αηδίας. — +Και συ μιλάς κάθαρμα; απήντησεν ο Ίων. Ο Διονυσόδωρος ήτο έτοιμος να +του τα ψάλλη επίσης, αλλ' ο αγαθός Ιστιαίος ο γραμματικός διέκοψε την +λογομαχίαν αναφωνήσας· Παύσετε διότι θα σας αναγνώσω ένα επιθαλάμιον. +Και ήρχισεν αμέσως ν' αναγινώσκη· αν δε καλώς ενθυμούμαι, οι στίχοι +τους οποίους ανέγνωσεν ήσαν οι εξής·</p> + +<p> Ή οίη πότ' άρ' Αρισταινέτου εν +μεγάροισι<br /> + δία Κλεανθίς άνασσ' ετρέφετ' ενδυκέως<br /> + προύχουσ' αλλάων πασάων παρθενικάων,<br /> + κρέσσων της Κυθέρης ηδ' άμα της Ελένης.<br /> + Νυμφίε, και συ δε χαίρε, κράτιστε τεών +συνεφήβων,<br /> + κρέσσων Νιρήος και Θέτιδος πάϊδος.<br /> + Άμες δ'αυθ' υμίν τούτον θαλαμήιον ύμνον<br /> + ξυνόν επ' αμφροτέροις πολλάκις ασόμεθα +(<sup><a href="#fn55" id="ref55">55</a></sup>) +.</p> + +<p>Οι ακροαταί ως ήτο επόμενον εγέλασαν +(<sup><a href="#fn56" id="ref56">56</a></sup>) +· επειδή δε ήτο καιρός της λεηλασίας, ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος +επήραν έκαστος τα επί της τραπέζης των υπολείμματα, επήρα κ' εγώ όσα +μου ανήκον και ο Χαιρέας τα προ αυτού, ομοίως δε ο Ίων και ο +Κλεόδημος. Ο Δίφιλος όμως ενόει να παραλάβη και τα ανήκοντα εις τον +Ζήνωνα και έλεγεν ότι του ανήκον, αφού μόνον δι' αυτόν παρετέθησαν +και ηγωνίζετο προς τους υπηρέτας και έσυραν την όρνιθα και αυτοί και +εκείνος ως τον νεκρόν του Πατρόκλου, επιτέλους δε ο Δίφιλος ενικήθη +και έδωκεν αφορμήν πολλού γέλωτος εις τους ομοτραπέζους, μάλιστα όταν +έπειτα ηγανάκτει ως μεγάλως αδικηθείς.</p> + +<p>Ο Έρμων και ο Ζηνόθεμις, ως είπα, ήσαν κατακεκλιμένοι πλησίον, +προς το επάνω μέρος ο Ζηνόθεμις, κατωτέρω ο Έρμων· επειδή δε τα +παρατεθέντα εις αυτούς ήσαν μοιρασμένα, τα παρέλαβον ειρηνικώς· κατά +τύχην όμως, υποθέτω, η όρνιθα του Έρμωνος ήτο παχυτέρα, έπρεπε δε να +παραλάβη έκαστος εκείνην που ευρίσκετο ενώπιόν του. Αλλ' ο Ζηνόθεμις +— και εδώ σε παρακαλώ, Φίλων, να προσέξης, διότι πρόκειται περί της +κυριωτέρας αφορμής των γενομένων — ο Ζηνόθεμις, λέγω, αφήκε τη δική +του και ήρπασε την όρνιθα του Έρμωνος, η οποία, ως είπα, ήτο +παχυτέρα. Ο Έρμων όμως αντέστη κατά της πλεονεκτικής εκείνης +αυθαιρεσίας. Έγινε δε μέγας θόρυβος και οι δύο φιλόσοφοι συνεπλάκησαν +και ήρχισαν ν' αλληλοκτυπούνται με τας όρνιθας εις τα πρόσωπα και +σύροντες ο είς τον άλλον από τα γένεια εκάλουν εις βοήθειαν ο μεν +Έρμων τον Κλεόδημον, ο δε Ζηνόθεμις τον Αλκιδάμαντα και τον Δίφιλον· +και έλαβαν το μέρος οι μεν του ενός, οι δε του άλλου, εκτός μόνου του +Ίωνος, ο οποίος έμεινεν ουδέτερος. Ούτω η συμπλοκή εγενικεύθη· και ο +Ζηνόθεμις αρπάσας από την τράπεζαν ποτήρι, ευρισκόμενον προ του +Αρισταινέτου, το εξεσφενδόνισε κατά του Έρμωνος·</p> + +<p> κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' +άλλη +(<sup><a href="#fn57" id="ref57">57</a></sup>) +.</p> + +<p>Έσχισε δε του γαμβρού την κεφαλήν με βαθύ και σοβαρόν τραύμα. Αι +γυναίκες ήρχισαν να κραυγάζουν και η περισσότεραις έτρεξαν προς τον +νέον και πρώτη η μητέρα του, η οποία αλλοφρόνησεν όταν είδε το αίμα· +και η νύμφη δε έτρεξε προς αυτόν φοβηθείσα διά την ζωήν του. Εν τω +μεταξύ ο Αλκιδάμας ηνδραγάθησεν ως σύμμαχος του Ζηνοθέμιδος και τον +μεν Κλεόδημον εκτύπησεν εις την κεφαλήν με την βακτηρίαν, του δε +Έρμωνος την σιαγόνα συνέτριψε και μερικούς εκ των υπηρετών, οίτινες +έτρεξαν να βοηθήσουν, επλήγωσε. Δεν υπεχώρησαν όμως και οι άλλοι· +αλλ' ο μεν Κλεόδημος εξώρυξε με το δάκτυλον τον οφθαλμόν του +Ζηνοθέμιδος και του εδάγκασε την μύτην, μέρος της οποίας απέκοφε, ο +δε Έρμων ιδών τον Δίφιλον ερχόμενον εις βοήθειαν του Ζηνοθέμιδος +ώρμησε και τον έρριψε κάτω. Επληγώθη δε και ο Ιστιαίος ο γραμματικός +επιχειρήσας να τους χωρίση, ο δε Κλεόδημος υποθέσας ότι ήτο ο Δίφιλος +του έδωκε λάκτισμα εις τα δόντια και έπεσεν ο δυστυχής «αιμ' εμέων», +όπως θα έλεγεν ο Όμηρός του. Η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης από +ταραχήν και θρήνον. Και αι μεν γυναίκες περιεστοίχισαν τον Χαιρέαν +και εθρηνολόγουν, οι δε άλλοι κατεγίνοντο να παύσουν την συμπλοκήν. Ο +Αλκιδάμας όμως είχεν αποθηριωθή· και αφού έτρεψεν εις φυγήν τους +αντιπάλους του, ήρχισε να κτυπά αδιακρίτως· θα έπιπτον δε πολλοί, εάν +δεν έσπαζεν η βακτηρία του. Εγώ είχα σταθή πλησίον του τοίχου και +παρετήρουν τα καθέκαστα, χωρίς ν' αναμιχθώ, διότι το πάθημα του +Ιστιαίου με είχε διδάξη ότι είνε επικίνδυνος τοιαύτη ανάμιξις. Το +θέαμα των ανατρεπομένων τραπεζών, του χυνομένου αίματος και των +ριπτομένων ποτηριών, ενθύμιζε την μάχην των Κενταύρων και των +Λαπιθών.</p> + +<p>Εις το τέλος ο Αλκιδάμας ανέτρεψε τον λυχνοστάτην και έγινε μέγα +σκότος, το οποίον επέτεινε την αταξίαν· διότι εβράδυναν να φέρουν +άλλο φως και εις το σκότος συνέβησαν πολλά. Όταν δε αιφνιδίως εισήλθε +κάποιος με λύχνον, εφάνη ο Αλκιδάμας προσπαθών να γυμνώση μίαν +αυλητρίδα και να την βιάση. Ο δε Διονυσόδωρος εφωράθη ότι είχε πράξη +άλλο γελοίον· όταν εσηκώθη έπεσεν εκ του κόλπου του ποτήριον· +δικαιολογούμενος δε είπεν ότι κατά την στιγμήν της ταραχής του το +έδωκεν ο Ίων διά να το φυλάξη να μη χαθή, και ο Ίων τον ελυπήθη και +δεν ηρνήθη ότι ούτω συνέβη το πράγμα.</p> + +<p>Ούτω διελύθη το συμπόσιον και τα δάκρυα κατέληξαν εις γέλωτας εις +βάρος του Αλκιδάμα, του Διονυσοδώρου και του Ίωνος. Οι πληγωμένοι +απεκομίζοντο επί φορείων και ήσαν εις κακήν κατάστασιν, μάλιστα ο +γέρων Ζηνόθεμις, όστις με τα δύο του χέρια εκράτει την μύτην και τον +οφθαλμόν του και εφώναζεν ότι υπέφερε φρικτούς πόνους. Ο δε Έρμων, +μολονότι και αυτός ήτο εις κακήν κατάστασιν (διότι δύο του δόντια +είχον εκριζωθή), του εφώναξε· Να ενθυμήσαι, Ζηνόθεμι, ότι δεν θεωρείς +αδιάφορον τον πόνον +(<sup><a href="#fn58" id="ref58">58</a></sup>) +. Και ο γαμβρός, αφού ο Διόνικος του επέδεσε το τραύμα, ετέθη εις το +όχημα +(<sup><a href="#fn59" id="ref59">59</a></sup>) +, επί του οποίου έμελλε να μεταφέρη την νύμφην, και ωδηγήθη εις την +πατρικήν του κατοικίαν, έχων δεμένην την κεφαλήν με ταινίας. Πικρούς +ο δυστυχής εώρτασε τους γάμους του.</p> + +<p>Ο Διόνικος επεριποιήθη και τους άλλους και ωδηγούντο διά να +κοιμηθούν, εμούντες οι περισσότεροι καθ' οδόν. Ο Αλκιδάμας όμως +έμενεν εκεί· εστάθη αδύνατον να τον σηκώσουν, αφού επλάγιασεν εις +μίαν κλίνην και απεκοιμήθη. Τοιούτον τέλος έλαβεν, αγαπητέ Φίλων; το +συμπόσιον, εις το οποίον αρμόζουν οι στίχοι του τραγικού ποιητού +(<sup><a href="#fn60" id="ref60">60</a></sup>) +·</p> + +<p> πολλαί μορφαί των δαιμονίων<br /> + πολλά δ' αέλπτως κραίνουσι θεοί<br /> + και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη +(<sup><a href="#fn61" id="ref61">61</a></sup>) +·</p> + +<p>διότι αληθώς ήσαν απροσδόκητα όσα συνέβησαν. Τώρα όμως εξ αυτών +ενόησα, ότι δεν είνε ασφαλές να συντρώγη με τοιούτους σοφούς, +άνθρωπος με ειρηνικόν χαρακτήρα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΖΕΥΣ ΤΡΑΓΩΔΟΣ</h4> + +<p> +<br /> +ΕΡΜΗΣ. Ω Ζευ, γιατί συλλογισμένος φαίνεσαι και μόνος σου μιλάς; γιατί +περιπατείς ωχρός και φιλοσόφου χρώμα έχεις; Σ' εμένα την καρδιά σου +άνοιξε και λέγε μου μ' εμπιστοσύνη τον πόνο και τη σκέψι που σε +βασανίζει +(<sup><a href="#fn62" id="ref62">62</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑ. Κ' εγώ, πατέρα μας Κρονίδη ύψιστε, σε ικετεύω, η θεά η +γαλανή, η τριτογέννητη. Λέγε και μη μας κρύπτης τίποτε, διά να +μάθωμεν κ'εμείς ποιά σκέψις σου πικραίνει την καρδιά και συνταράσσει +σου τας σκέψεις, γιατί στενάζεις κι' ωχρός φαίνεσαι.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει δυστυχία, κακόν και συμφορά καμμία +τραγική που να μην απειλή και τους θεούς με τους ανθρώπους όμοια.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑ. Με τι προοίμια αρχίζει, ω θεέ μου!</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Όντα παγκάκιστα, όπου η γη σας έθρεψεν... ω Προμηθεύ, ποία +κακά μου έκαμες, προδότη.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑ. Τι τρέχει τέλος πάντων; Δικοί σου είμεθα και θαρρετά να +πης. Γιατί δεν μας 'μπιστεύεσαι;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ω κεραυνέ μου φοβερέ, εις τι μου χρησιμεύεις;</p> + +<p>ΗΡΑ. Τι έχει πάλιν; Παύσε τον θυμόν και τας τραγικότητας. Τι; +δράμα θα παίξωμεν; Δεν δυνάμεθα όλοι, όπως αυτοί, ν' απαγγέλλωμεν +στίχους τραγικούς, διά να σε συνοδεύσωμεν. Δεν έχομεν καταπιή όλον +τον Ευριπίδην. Αλλά μη νομίζης ότι δεν γνωρίζω την αιτίαν της λύπης +σου.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Δυστυχισμένη· αν ήξευρες θάκλαιγες και θα εθρήνεις.</p> + +<p>ΗΡΑ. Δεν αμφιβάλλω ότι η πραγματική αφορμή θα είνε πάλιν κάποια +ερωτοδουλειά· αλλά μου έχεις κάνη τόσες φορές αυτήν την ύβριν, ώστε +συνείθισα πλέον και δεν κλαίω. Φαίνεται ότι κάποιαν Δανάην ή Σεμέλην +ή Ευρώπην θα ανεκάλυψες πάλιν κ' ερωτεύθηκες, και τώρα σκέπτεσαι πώς +να μεταβληθής εις ταύρον ή σάτυρον ή και χρυσός να χυθής από την +στέγην εις τον κόρφον της ερωμένης σου. Οι στεναγμοί, τα δάκρυα και η +ωχρότης, αυτά σημαίνουν και μόνον έρωτα μαρτυρούν.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ευτυχισμένη, που νομίζεις ότι πρόκειται περί έρωτος και +μικρολογιών τοιούτων.</p> + +<p>ΗΡΑ. Αλλά τι άλλο δύναται να σε λυπή;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τα συμφέροντα των θεών, Ήρα, διατρέχουν τον έσχατον +κίνδυνον, και ως κοινώς λέγεται επί ξυρού ακμής ευρίσκονται. +Πρόκειται περί του αν πρέπη να λατρευώμεθα και ν' απολαμβάνωμεν τιμάς +επί της γης ή να παραμεληθώμεν τελείως και να θεωρούμεθα ως μη +υπάρχοντες.</p> + +<p>ΗΡΑ. Μήπως εφύτρωσαν πάλιν εκ της γης Γίγαντες ή οι Τιτάνες +έσπασαν τα δεσμά των, ενίκησαν την φρουράν και εκ νέου επανεστάτησαν +εναντίον μας; ΖΕΥΣ. Από τον Άδην κίνδυνος δεν απειλεί κανένας.</p> + +<p>ΗΡΑ. Τι άλλο λοιπόν μπορεί να συμβαίνη; Αφού δεν έχεις τοιαύτας +αφορμάς θλίψεως δεν εννοώ διατί από Ζευς μας παρουσιάζεσαι σήμερον ως +Πώλος ή Αριστόδημος +(<sup><a href="#fn63" id="ref63">63</a></sup>) +</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Χθες ο Τιμοκλής ο Στωικός και ο Επικούρειος Δάμις δεν ξέρω +πώς ήρχισαν και κατέληξαν εις συζήτησιν περί θείας προνοίας ενώπιον +πολλών και διακεκριμένων ανθρώπων· τούτο δε προ πάντων μ' +εστενοχώρησε. Ο Δάμις υπεστήριζεν ότι ούτε υπάρχουν καθόλου θεοί, +ούτε επιβλέπουν και διευθύνουν τα συμβαίνοντα επί της γης. Ο δε +ευσεβέστατος Τιμοκλής επροσπάθησε ν' αναλάβη την υπεράσπισίν μας· +επειδή όμως συνηθροίσθη πολύς όχλος, η συζήτησις δεν ετελείωσε. +Εχωρίσθησαν συμφωνήσαντες να εξακολουθήσουν και συνεχίσουν άλλην +ημέραν την συζήτησιν, και τώρα όλοι περιμένουν την επανάληψιν διά να +ίδουν ποίος θα νικήση και θα φανή ότι έχει την άληθεστέραν γνώμην. +Βλέπετε λοιπόν ότι ο κίνδυνος είνε μέγας και τα συμφέροντά μας εις +δύσκολον θέσιν, αφού εξαρτώνται από ένα άνθρωπον. Έν εκ των δύο, ή θα +περιφρονηθώμεν και θα θεωρούμεθα ότι είμεθα μόνον κεναί λέξεις ή θα +εξακολουθήσουν οι άνθρωποι να μας τιμούν όπως πριν, εάν ο Τιμοκλής +νικήση.</p> + +<p>ΗΡΑ. Αυτά πραγματικώς είνε σοβαρά και δεν είχες άδικον να φαίνεσαι +τόσον τραγικός.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Και όμως εσύ ενόμισες ότι εξ αιτίας καμμιάς Δανάης ή +Αντιόπης ευρισκόμην εις τέτοιαν ταραχήν. Λοιπόν τι πρέπει να γίνη, ω +Ερμή και Ήρα και Αθηνά; Πρέπει να σκεφθήτε και σεις.</p> + +<p>ΕΡΜ. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να συνέλθωμεν όλοι και από κοινού να +σκεφθώμεν.</p> + +<p>ΗΡΑ. Και εγώ συμφωνώ με τον Ερμήν.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑ. Εγώ όμως, πατέρα, νομίζω εξ εναντίας ότι δεν πρέπει να +ταράξωμεν τον ουρανόν και να φανούμεν ότι αποδίδομεν σημασίαν εις το +πράγμα, αλλά μυστικά να βοηθήσωμεν τον Τιμοκλήν να νικήση, ο δε Δάμις +να γίνη καταγέλαστος.</p> + +<p>ΕΡΜ. Δεν μπορούν να μένουν μυστικά αυτά, αφού η φιλονεικία των +φιλοσόφων γίνεται φανερά και συ θα φανής δεσποτικός αν δεν +ανακοινώσης τα συμβαίνοντα εις τους άλλους θεούς, προκειμένου περί +κοινών και μεγάλων κινδύνων.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Πολύ σωστά λέγεις. Λοιπόν διαλάλησε και κάλεσε όλους τους +θεούς εις συνέλευσιν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Θεοί, ο Ζευς σας συγκαλεί εις εκκλησίαν και πρέπει να +συνέλθετε όλοι χωρίς να βραδύνετε, διότι πρόκειται περί μεγάλων +ζητημάτων.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Με τρόπον τόσον πεζόν, απλούν και ανεπίσημον κάνεις την +πρόσκλησιν, ενώ πρόκειται περί τόσο σοβαρών πραγμάτων;</p> + +<p>ΕΡΜ. Αλλά πώς θέλεις να τους καλέσω;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Πώς θέλω; Πρέπει να μεταχειρισθής ποιητικά μέτρα και +μεγαληγορίαν, διά να γίνη το κήρυγμα σοβαρώτερον και να +προθυμοποιηθούν περισσότερον οι θεοί να συνέλθουν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Ναι· αλλά δι' αυτό πρέπει να είνε κανείς ποιητής και ραψωδός +και εγώ δεν είμαι καθόλου ποιητής, και αντί τα κάμω ευγενέστερον το +κήρυγμα, θα το χαλάσω με στίχους ασυμμέτρους και χωλούς και θα +γελάσουν διά τους ατέχνους στίχους μου, όπως βλέπω να γελούν οι +άνθρωποι ενίοτε και διά τους εμμέτρους χρησμούς του Απόλλωνος, αν και +η μαντική συγκαλύπτη πολλά εκ των ελαττωμάτων και οι άνθρωποι +προσέχοντες εις αυτήν δεν εξετάζουν τα μέτρα.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν πάρε στίχους απ' τον Όμηρον και ανάμιξε τους εις το +κήρυγμα, θα ενθυμήσαι τους στίχους με τους οποίους εκείνος μας +συνεκάλει.</p> + +<p>ΕΡΜ. Δεν τους έχω πολύ προχείρους εις την μνήμην μου, αλλά θα +προσπαθήσω :</p> + +<p> Μήτε τις ουν θήλεια θεός ... μήτε τις +άρσην,<br /> + μηδ' αυτών ποταμών μενέτω νόσφ' Ωκεανοίο<br +/> + μηδέ τε νυμφάων, αλλ' ες Διός έλθετε +πάντες<br /> + εις αγορήν, όσσοι τε κλυτάς δαίνυσθ' +εκατόμβας<br /> + όσσοι τ'αυ μέσατοι ή ύστατοι ή μάλα πάγχυ<br +/> + νώνυμνοι βωμοίσι παρά κνίσησι κάθησθε +(<sup><a href="#fn64" id="ref64">64</a></sup>) +.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Εύγε, Ερμή, ωραία τα κατάφερες· και ιδού αρχίζουν να +έρχωνται τρεχάτοι. Λοιπόν παραλάμβανέ τους και δίδε εις τον καθένα +θέσιν κατά την αξίαν του, αναλόγως της ύλης ή της τέχνης του. Την +πρώτην θέσιν να δώσης εις τους χρυσούς, την δευτέραν εις τους +αργυρούς και κατά σειράν έπειτα τοποθέτησε τους ελεφαντίνους, έπειτα +τους χαλκίνους ή μαρμαρίνους, μεταξύ δε των τελευταίων τούτων να +προτιμηθούν όσοι έχουν κατασκευασθή υπό του Φειδίου, του Αλκαμένους ή +του Μύρωνος ή του Ευφράνορος και άλλων τοιούτων τεχνητών, οι δε +χυδαίοι και άτεχνοι ας τοποθετηθούν εις μίαν απόκεντρον γωνίαν, όπου +να μένουν σιωπηλοί και απλώς να παραγεμίζουν την συνέλευσιν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Πολύ καλά· θα τους τοποθετήσω όπως πρέπει. Αλλά θέλω να +γνωρίζω εάν κανείς εξ αυτών είνε χρυσούς και πολύτιμος κατά την ύλην, +αλλ' άτεχνος την κατασκευήν, ασύμμετρος και βάναυσος, πρέπει και +αυτός να τοποθετηθή προ των χαλκίνων του Νέρωνος και Πολυκλείτου και +των λιθίνων του Φειδίου και Αλκαμένους ή πρέπει να προτιμηθή η +τέχνη;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ούτω έπρεπε, αλλ' όμως ο χρυσός πρέπει να προτιμάται.</p> + +<p>ΕΡΜ. Εννοώ· πρέπει να τους κατατάξωμεν αναλόγως του πλούτου και +όχι αναλόγως της αξίας και της τιμής. Ορίστε λοιπόν εις την πρώτην +θέσιν σεις οι χρυσοί. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ω Ζευ, θα είνε εις την +πρώτην θέσιν μόνον θεοί βαρβαρικοί· διότι βλέπεις ότι οι Έλληνες θεοί +είνε μεν ωραίοι και χαρίεντες και με τέχνην κατασκευασμένοι, αλλ' +όλοι είνε μαρμάρινοι ή χάλκινοι, οι δε πολυτελέστεροι εξ αυτών είνε +ελεφάντινοι, και μόνον ολίγος χρυσός, αποστίλβει επί του +ελεφαντοστού, όσον διά να δίδη λάμψιν και ποικιλίαν εις το χρώμα των· +εσωτερικώς δε και αυτοί είνε από ξύλον και δίδουν κατοικίαν εις +κοπάδια από ποντικούς. Αυτή όμως η Βενδίς και ο Άνουβις εκείνος και ο +Άττις και ο Μίθρης και ο Μην +(<sup><a href="#fn65" id="ref65">65</a></sup>) + είνε ολόχρυσοι και βαρείς και αληθώς πολύτιμοι.</p> + +<p>ΠΟΣΕΙΔΩΝ. Είνε δίκαιον, Ερμή, να λάβη θέσιν τιμητικωτέραν από εμέ +αυτός ο σκυλοπρόσωπος Αιγύπτιος, από εμέ τον Ποσειδώνα;</p> + +<p>ΕΡΜ. Τι να γίνη, γαιωσείστα; Εσένα σε έκαμεν ο Λύσιππος χάλκινον +και πτωχόν, διότι κατά την εποχήν εκείνην οι Κορίνθιοι δεν είχαν +χρυσόν· αυτός δε είνε ολόκληρον μεταλλείον χρυσού. Πρέπει λοιπόν να +ανεχθής τον παραγκωνισμόν σου και να μη αγανακτής εάν άλλος ο οποίος +έχει χρυσήν μύτην τόσο μεγάλην προτιμάται από σε.</p> + +<p>ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Λοιπόν, Ερμή, κ' εμένα να μου δώσης μίαν από τας πρώτας +θέσεις, αφού είμαι χρυσή.</p> + +<p>ΕΡΜ. Αυτό δεν το βλέπω, Αφροδίτη· αν πρέπη να έχω πεποίθησιν εις +τα μάτια μου, νομίζω ότι εκόπης από λευκόν πεντελίσσιον μάρμαρον και +έπειτα ο Πραξιτέλης σε κατεσκεύασεν Αφροδίτην και σε παρέδωκεν εις +τους Κνιδίους.</p> + +<p>ΑΦΡ. Και όμως έχω να σου παρουσιάσω ένα αξιόπιστον μάρτυρα, τον +Όμηρον, ο οποίος εις διάφορα μέρη των ποιημάτων του με αποκαλεί +χρυσήν Αφροδίτην.</p> + +<p>ΕΡΜ. Και τον Απόλλωνα ο ίδιος λέγει πολύχρυσον και πλούσιον αλλά +τώρα θα τον δης και αυτόν να λάβη θέσιν μεταξύ των ζευγιτών +(<sup><a href="#fn66" id="ref66">66</a></sup>) +, χωρίς στεφάνους, διότι τους έκλεψαν οι λησταί, και με κιθάραν χωρίς +στρηφτάρια, διότι και αυτά τα εσύλησαν ώστε να είσαι ευχαριστημένη +ότι δεν θα καταταχθής μεταξύ των πολύ πτωχών.</p> + +<p>ΚΟΛΟΣΣΟΣ. Και σ' εμένα ποίος θα τολμήση να διαφιλονεικήση τα +πρωτεία, που είμαι Ήλιος και τόσον μεγαλοπρεπής;</p> + +<p>Εάν οι Ρόδοιοι δεν απεφάσιζαν να με κατασκευάσουν τόσον γιγάντειον +και με αναλογίας τόσον υπερφυσικάς, με την δαπάνην την οποίαν έκαμαν +θα ηδύναντο να κατασκευάσουν δέκα έξ χρυσούς θεούς· ώστε αναλόγως +πρέπει να θεωρούμαι ως πολυτελέστερος· άλλως τε δε εκτός του μεγέθους +έχω και την τέχνην και την τελειότητα της εργασίας.</p> + +<p>ΕΡΜ. Τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ζευ; διότι μου φαίνεται δύσλυτον και +το ζήτημα τούτο· κατά την ύλην είνε χάλκινος, αλλ' εάν τον +λογαριάσωμεν κατά την δαπάνην η οποία έγινε διά την κατασκευήν του +υπερβαίνει τους πεντακοσιομεδίμνους +(<sup><a href="#fn67" id="ref67">67</a></sup>) +.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι ήθελε και αυτός να έλθη, διά να καταστήση καταφανή την +σμικρότητα των άλλων και να μας φέρη εις δύσκολον θέσιν με τας +αξιώσεις του; Αλλά τέλος πάντων, μεγαλοπρεπέστατε Ρόδοιε, μολονότι +πρέπει να προτιμηθής από τους χρυσούς, πώς είνε δυνατόν να λάβης την +πρωτοκαθεδρίαν; Πρέπει να μείνουν όλοι όρθιοι διά να καθήσης μόνος συ +και να καταλάβης ολόκληρον την Πνύκα μόνον με τον ένα σου γλουτόν. +Ώστε καλά θα κάμης να μείνης όρθιος και να σκυφτής ν' ακούς τι +λέγεται εις την συνέλευσιν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Ιδού και άλλο ζήτημα επίσης δύσλυτον. Αυτοί εδώ, ο Διόνυσος +και ο Ηρακλής, είνε και οι δύο χάλκινοι και της ιδίας τέχνης, έργα +και οι δύο του Λυσίππου και το σπουδαιότερον ίσοι κατά την ευγένειαν +της καταγωγής, διότι και οι δύο είνε τέκνα σου, ω Ζευ. Ποίος λοιπόν +εκ των δύο θα λάβη την τιμητικωτέραν θέσιν; διότι ως βλέπεις +φιλονεικούν περί τούτου.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Άδικα χάνομεν τον καιρόν μας, Ερμή, ενώ έπρεπε προ πολλού να +έχη αρχίση η σύσκεψις· ώστε ας καθήσουν όπως τύχη και όπου έκαστος +θέλει· άλλοτε δε θα γίνη ειδική περί τούτου συνευρίασις και σύσκεψις +και τότε θα σκεφθώ πώς να κανονισθή η τάξις εκάστου.</p> + +<p>ΕΡΜ. Τι θόρυβο κάνουν και πώς φωνάζουν, ως όχλος, και ζητούν +διανομάς! Πού είνε το νέκταρ; φωνάζουν· θέλομεν νέκταρ. Η αμβροσία +εσώθη, δεν υπάρχει πλέον αρκετή αμβροσία. Πού είνε αι εκατόμβαι; +θέλομεν να γίνωνται κοιναί αι θυσίαι.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Να επιβάλης σιωπήν, Ερμή, διά να παύσουν αυτάς τας φωνασκίας +και ν' ακούσουν τον σκοπόν διά τον οποίον τους εκαλέσαμεν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Δεν εννοούν όλοι, ω Ζευ, Ελληνικά, και εγώ δεν είμαι +γλωσσομαθής ώστε να ομιλώ προς Σκύθας και Πέρσας, προς Θράκας και +Κελτούς και να μ' εννοούν. Αλλά θα προσπαθήσω να επιβάλω σιωπήν διά +νευμάτων.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Αυτό να κάμης.</p> + +<p>ΕΡΜ. Ιδού εσιώπησαν· ώστε καιρός ν' αγορεύσης, διότι ως βλέπεις, +περιμένουν ν' ακούσουν τι θα ειπής.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Μου συμβαίνει κάτι τι δυσάρεστον, Ερμή, το οποίον δεν +δυσκολεύομαι να σου ομολογήσω αφού είσαι παιδί μου. Γνωρίζεις πόσον +θάρρος και πόσην ευφράδειαν είχα πάντοτε εις τας συνελεύσεις.</p> + +<p>ΕΡΜ. Το ξέρω και έτρεμα όταν σε ήκουα να αγορεύης και μάλιστα όταν +εφοβέριζες να ανασύρης εκ των θεμελίων της την γην και την θάλασσαν +και να την σηκώσης μαζί με όλους τους θεούς διά της χρυσής εκείνης +αλυσίδας.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τώρα όμως, παιδί μου, δεν ξέρω πώς, είτε ένεκα του μεγέθους +των επικειμένων κινδύνων, είτε ένεκα του πλήθους των συνηγμένων — +διότι βλέπεις πόσον πολύθεος είνε η συνέλευσις — έχουν ταραχθή αι +σκέψεις μου, είμαι συγκεκινημένος και η γλώσσα μου παραλύει. Τόσον +τεταραγμένος είμαι, ώστε ελησμόνησα και το προοίμιον το οποίον είχα +ετοιμάση διά να κάμω εντύπωσιν και επιβληθώ ευθύς εξ αρχής.</p> + +<p>ΕΡΜ. Αλλά τότε καταστρέφεις τα πάντα. Από τώρα δε η σιωπή σου +αρχίζει να εμπνέη υποψίας ότι πρόκειται περί πολύ μεγάλων δεινών και +διά τούτο διστάζεις να ομιλήσης.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι λες; να επαναλάβω το Ομηρικόν προοίμιον;</p> + +<p>ΕΡΜ. Ποίον;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Κέκλυτέ μευ πάντες τε θεοί πάσαί τε θέαιναι. — (Ακούσατε με +πάντες οι θεοί και αι θεαί).</p> + +<p>ΕΡΜ. Αρκετά μας το έχεις κοπανίση αυτό εις το παρελθόν. Αν θέλης +άφησε την ποιητικήν μεγαληγορίαν και έκλεξε ένα από τους Φιλιππικούς +λόγους του Δημοσθένους, οποίον θέλεις, και προσάρμοσε τον εις την +περίστασιν με ολίγας μεταβολάς. Έτσι κάνουν σήμερον οι περισσότεροι +ρήτορες.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις· αυτός είνε εύκολος τρόπος διά να φανή κανείς +ρήτωρ και να εξέλθη από την αμηχανίαν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Άρχισε λοιπόν επί τέλους.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Υποθέτω, άνδρες θεοί, ότι η περιέργειά σας είνε ζωηρά, και +ανυπόμονος διά να μάθετε τον σκοπόν διά τον οποίον συνεκλήθητε. Αφού +λοιπόν ούτως έχει το πράγμα επόμενον είνε και πρέπει να με ακούσετε +με προθυμίαν και προσοχήν. Η παρούσα περίστασις, ω θεοί, μόνον ότι +δεν εκπέμπει φωνήν διά να μας συμβουλεύση ότι πρέπει να σκεφθώμεν +σοβαρώς περί των συμφερόντων μας, ενώ ημείς πολύ αμελώς φροντίζομεν +περί αυτών. Και τώρα — επειδή αι αναμνήσεις μου από τον Δημοσθένην +εξηντλήθησαν — θα σας είπω τους λόγους οι οποίοι με ηνάγκασαν να σας +συγκαλέσω εις αυτήν την συνέλευσιν. Χθες, ως γνωρίζετε, ο Μνησίθεος ο +πλοίαρχος ετέλεσε θυσίαν διά την σωτηρίαν του πλοίου του, το οποίον +εκινδύνευσε να ναυαγήση εις τον Καφηρέα. Μετέβην επομένως εις τον +Πειραιά διά να παρακαθήσω εις την εστίασιν μετά των άλλων εξ υμών +τους οποίους ο Μνησίθεος εκάλεσεν εις την θυσίαν· έπειτα μετά τας +σπονδάς σεις μεν ανεχωρήσατε προς διαφόρους διευθύνσεις, εγώ δε — +διότι ήτον ενωρίς ακόμη — ανέβηκα εις τας Αθήνας, διά να περιπατήσω +κατά το δειλινόν εις τον Κεραμεικόν. Καθ' οδόν εσκεπτόμην διά την +γλισχρότητα του Μνησιθέου, ο οποίος εκάλεσεν εις γεύμα δέκα έξ θεούς +και εθυσίασε μόνον ένα πετεινόν, και αυτόν γέρικον και πάσχοντα από +κόριζαν, και τέσσαρα κομμάτια λιβάνι, και αυτά μουχλιασμένα, ούτως +ώστε έσβυσαν αμέσως και ο καπνός των δεν επρόφθασε να φθάση εις την +μύτην μας. Όταν όμως εκινδύνευε το πλοίον και ευρίσκετο μεταξύ των +υφάλων και ωθείτο προς τους βράχους υπό της τρικυμίας υπέσχετο να μας +προσφέρη ολοκλήρους εκατόμβας. Ταύτα σκεπτόμενος έφθασα μέχρι της +Ποικίλης Στoάς, όπου βλέπω μέγα πλήθος ανθρώπων συνηθροισμένων· και +άλλοι μεν ήσαν εντός της στoάς, πολλοί δε έξω. Διέκρινα και άλλους +τινάς οι οποίοι καθήμενοι επί εδρών εφιλονείκουν και εκραύγαζαν· +συνεπέρανα λοιπόν ότι θα ήσαν φιλόσοφοι από τους συζητητικούς +εκείνους και φιλονείκους και απεφάσισα να πλησιάσω και ν' ακούσω τι +έλεγαν. Και επειδή ήμουν περιτυλιγμένος με παχείαν νεφέλην, έδωκα εις +το εξωτερικόν μου φιλοσοφικόν σχήμα και απλώσας τα γένεια μου έγινα +ομοιότατος προς φιλόσοφον. Διαγκωνίσας δε το πλήθος εισήλθα χωρίς να +εννοηθώ ποίος ήμουν και ευρήκα τον φαυλότατον Επικούρειον Δάμιν και +τον Τιμοκλήν τον Στωικόν, ένα εξαίρετον άνθρωπον, οι οποίοι +εφιλονείκουν με πολλήν ζωηρότητα. Και ο μεν Τιμοκλής είχεν ιδρώση και +η φωνή του ήτο εξησθενημένη εκ των κραυγών, ο δε Λάμις εγέλα +εμπαικτικώς, πράγμα το οποίον παρώξυνεν έτι περισσότερον τον +Τιμοκλήν. Η συζήτησίς των ήτο περί ημών. Ο επικατάρατος Δάμις +διετείνετο ότι ούτε φροντίζομεν διά τους ανθρώπους, ούτε επιτηρούμεν +τα συμβαίνοντα επί της γης και με άλλους λόγους έλεγεν ότι ούτε καν +υπάρχομεν· τα λεγόμενά του τουλάχιστον τούτο εσήμαινον. Ήσαν δε καί +τινες μεταξύ των ακροατών οι οποίοι επεδοκίμαζον και επευφήμουν τους +λόγους του. Ο άλλος, ο Τιμοκλής ήτο με το μέρος μας, μας υπερήσπιζε +και ηγανάκτει και με πάντα τρόπον συνηγόρει υπέρ ημών, eπαινών την +επιμέλειάν μας και προσπαθών να δείξη ότι με σοφίαν και με την +προσήκουσαν τάξιν διευθύνομεν και κανονίζομεν τα πάντα. Είχε δε και +αυτός μεταξύ των ακροατών ομόφρονάς τινας οι οποίοι τον ενεθάρρυναν +αλλ' είχεν ήδη καταπονηθή και η φωνή του ήτο εξησθενημένη και το +πλήθος εφαίνετο ότι απέκλινε προς τον Δάμιν. Εννοήσας δε εγώ τον +κίνδυνον, διέταξα την νύκτα να διαχύση το σκότος και να διαλύση την +συνάθροισιν.</p> + +<p>Ανεχώρησαν λοιπόν αφού συνεφώνησαν να συνεχίσουν την επιούσαν την +συζήτησιν. Εγώ δε αναμιχθείς εις το πλήθος ήκουα τους επιστρέφοντας +να επαινούν τα λεχθέντα υπό του Δάμιδος και ν' αποκλίνουν προς τας +ιδέας αυτού. Ήσαν όμως και άλλοι, οι οποίοι επερίμεναν ν' ακούσουν +την συνέχειαν της συζητήσεως και εκείνα τα οποία θα έλεγε την +επιούσαν ο Τιμοκλής, διά να σχημαΤιςουν οριστικήν γνώμην.</p> + +<p>Αυτά είνε διά τα οποία σας συνεκάλεσα και δεν είνε ασήμαντα, ω +θεοί, εάν σκεφθήτε ότι πάσα τιμή και πρόσοδος και δόξα ημών από τους +ανθρώπους προέρχεται. Εάν δε ούτοι πεισθούν ή ότι είμεθα εντελώς +ανύπαρκτοι ή ότι υπάρχομεν, αλλ' ουδόλως φροντίζομεν περί αυτών, θα +παύση πάσα θυσία και προσφορά και λατρεία εκ μέρους αυτών και εις +μάτην θα καθήμεθα εις τον ουρανόν να λιμώττωμεν και να στερούμεθα +εορτών, πανηγύρεων, αγώνων και θυσιών, ολονυκτιών, και λιτανειών. +Αφού λοιπόν περί τόσο σπουδαίων συμφερόντων ημών πρόκειται, πρέπει να +σκεφθώμεν όλοι διά να εύρωμεν μέσον σωτηρίας εκ των κινδύνων τούτων +και να νικήση μεν ο Τιμοκλής και να φανή ότι υποστηρίζει τα +αληθέστερα, να γίνη δε καταγέλαστος ο Δάμις· διότι εγώ δεν έχω πολλήν +πεποίθησιν εις τον Τιμοκλήν ότι θα νικήση, αν αφεθή μόνον εις τας +δυνάμεις του και δεν λάβη συνδρομήν εκ μέρους ημών. Λοιπόν, Ερμή, +κάλεσε τους δικαιουμένους κατά τον νόμον να εγερθούν και να εκφράσουν +γνώμην.</p> + +<p>ΕΡΜ. Να γίνη ησυχία, να παύση πας θόρυβος +(<sup><a href="#fn68" id="ref68">68</a></sup>) +. Προσοχή. Τις θέλει να λάβη τον λόγον εκ των τελείων θεών +(<sup><a href="#fn69" id="ref69">69</a></sup>) +, οίτινες έχουν το δικαίωμα τούτο; Αλλά τι συμβαίνει; Δεν εγείρεται +κανείς; Τόσον σας κατέπληξε το μέγεθος των κινδύνων τους οποίους +ηκούσατε;</p> + +<p>ΜΩΜΟΣ. Στάκτη να γίνετε όλοι +(<sup><a href="#fn70" id="ref70">70</a></sup>) +. Εγώ αν μου δοθή άδεια να ομιλήσω ελεύθερα, έχω πολλά να είπω, ω +Ζευ,</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, Μώμε, άφοβα· φαίνεσαι ότι κάτι θα πης με την συνήθη +σου ειλικρίνειαν προς το κοινόν συμφέρον.</p> + +<p>ΜΩΜ. Λοιπόν ακούσετε, ω θεοί, να σας ομιλήσω με όλην την +ειλικρίνειαν. Εγώ προ πολλού επερίμενα ότι τα πράγματά μας θα έφθαναν +μίαν ημέραν εις αυτήν την αμηχανίαν και ότι πολλοί τοιούτοι αυθάδεις +σοφισταί θα εφύτρωναν, οι οποίοι από ημάς θα ελάμβανον την αφορμήν +και το θάρρος της τόλμης των· και μα την Θέμιν ούτε κατά του +Επικούρου είνε δίκαιον να θυμόνωμεν, ούτε κατά των οπαδών και +διαδόχων της διδασκαλίας του, διότι τοιαύτην γνώμην εσχημάτισαν περί +ημών. Τι θέλετε να φρονούν όταν βλέπουν τόσην αδικίαν εις τον κόσμον +και οι μεν δίκαιοι παραμελούνται και βασανίζονται εις πενίαν και +νοσήματα και δουλείαν, φαυλότατοι δε και μωροί άνθρωποι κατέχουν τα +πρωτεία και γίνονται υπέρπλουτοι και εξουσιάζουν τους εναρέτους; Και +οι μεν ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται, αλλά διαφεύγουν, ανασκολοπίζονται +δε και μαστιγούνται οι αθώοι. Επόμενον λοιπόν είνε όταν βλέπουν +τοιαύτα να υποπτεύωνται ότι ουδόλως υπάρχομεν και μάλιστα όταν +ακούουν χρησμούς ως εκείνος ο οποίος έλεγεν ότι αν περάση ο Κροίσος +τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να εξηγή αν επρόκειτο περί +του ιδικού του κράτους ή περί του εχθρικού και όπως ο άλλος ο οποίος +έλεγεν :</p> + +<p> «Ω θεία Σαλαμίς, θα καταστρέψης τέκνα +γυναικών».</p> + +<p>Και οι Πέρσαι δε και οι Έλληνες μου φαίνεται ότι ήσαν τέκνα +γυναικών. Όταν πάλιν ακούουν από τους ποιητάς ότι και ερωτευόμεθα και +πληγωνόμεθα και δεσμευόμεθα και γινόμεθα δούλοι και στασιάζομεν και +εις πλείστα αλλά πάθη υποκείμεθα, ενώ θέλομεν να θεωρούμεθα αθάνατοι +και πανευτυχείς, δεν έχουν δίκαιον να μας περιγελούν και να μας +γράφουν εις τα παληά των τα παπούτσια; Και έπειτα αγανακτούμεν εάν +ευρίσκωνται μερικοί άνθρωποι όχι πολύ ανόητοι, οι οποίοι εξετάζουν +αυτά τα πράγματα και αρνούνται την πρόνοιάν μας, ενώ έπρεπε να είμεθα +ευχαριστημένοι διότι υπάρχουν ακόμη ολίγοι τινες, οι οποίοι μας +προσφέρουν θυσίας, μεθ' όλα τα καθημερινά μας σφάλματα.</p> + +<p>Και τώρα σε παρακαλώ, ω Ζευ — αφού είμεθα μόνοι και δεν υπάρχει +κανείς άνθρωπος εις την συνέλευσιν, εκτός ολίγων παρείσακτων, του +Ηρακλέους, του Διονύσου, του Γανυμήδης και του Ασκληπιού — να μου +'πης με ειλικρίνειαν εάν ποτέ εσκοτίσθης τόσον διά τα συμβαίνοντα εις +την γην ώστε να εξετάσης ποίοι εκ των ανθρώπων είνε φαύλοι και ποίοι +ενάρετοι. Αλλά δεν έχεις ν' απαντήσης. Εάν ο Θησεύς, όταν επήγαινε +από την Τροιζήνα εις τας Αθήνας, δεν εφρόντιζεν από καλωσύνην του να +ξεπαστρέψη τους κακούργους και εξηρτάτο το πράγμα από σε και από την +πρόνοιάν σου, ο Σκύρων, ο Πιτυοκάμπτης, ο Κερκυών και οι άλλοι λησταί +θα εξηκολούθουν να ζουν και να διασκεδάζουν, θανατόνοντες τους +διαβάτας. Και αν ο Ευρυσθεύς, άνθρωπος παλαιικός και προνοητικός, ο +οποίος εγνώριζε τα συμβαίνοντα εις τους διαφόρους τόπους κακά, δεν +εσκέπτετο από φιλανθρωπίαν ν' αποστείλη αυτόν εδώ τον δούλον του +(<sup><a href="#fn71" id="ref71">71</a></sup>) +, άνθρωπον δυνατόν και πρόθυμον εις τους κόπους, συ ο Ζευς ολίγον θα +εφρόντιζες περί της Ύδρας, διά τα όρνεα της Στυμφαλίας, διά τους +ίππους της Θράκης και διά την θηριωδίαν και την ακολασίαν των +Κενταύρων. Η αλήθεια είνε ότι καθήμεθα και παρατηρούμεν μόνον αν γίνη +καμμία θυσία και αν από κανένα βωμόν αναδίδεται κνίσα. Τα άλλα +αφήνονται εις την τύχην.</p> + +<p>Επομένως δίκαια πάσχομεν, θα πάθωμεν δε ακόμη περισσότερα όταν οι +άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον θ' ανοίξουν τα μάτια των και θα βλέπουν +ότι ουδέν όφελος έχουν αν προσφέρουν θυσίας και αν μας κάνουν +λιτανείας. Και εντός ολίγου θα ίδης τους Επικούρους, τους Μητροδώρους +(<sup><a href="#fn72" id="ref72">72</a></sup>) + και τους Δάμιδας να μας εμπαίζουν, να νικώνται δε και ν' +αποστομόνωνται απ' αυτούς οι συνήγοροί μας. Ώστε σεις οίτινες εφέρατε +τα πράγματα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει και να τα θεραπεύσετε +και να παύσετε των ανθρώπων την δυσπιστίαν. Διά τον Μώμον ο κίνδυνος +δεν είνε μέγας, αν παύση η λατρεία των ανθρώπων· διότι και πριν δεν +ήτο από εκείνους οίτινες ετιμώντο· σεις είσθε οι ευτυχείς και μόνοι +σας απολαμβάνετε τας θυσίας.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ας αφήσωμεν αυτόν να φλυαρή. Είνε γνωστή η κακή του γλώσσα +και το φιλοκατήγορον· αλλ' ως ο θαυμάσιος Δημοσθένης είπε, το να +κατηγορή κανείς και να επικρίνη είνε εύκολον εις πάντα βουλόμενον· να +συμβουλεύση όμως πώς η παρούσα κατάστασις θα βελτιωθή μόνον φρόνιμος +πραγματικώς σύμβουλος δύναται να το πράξη, αυτό δε ελπίζω ότι θα +πράξετε οι άλλοι, ενώ αυτός θα σιωπά.</p> + +<p>ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ, ως γνωρίζετε, ζω εντός του ωκεανού και διαμένω μόνος +εις τα βάθη, καταγινόμενος όσον δύναμαι να σώζω τους ταξειδεύοντας, +να βοηθώ τα πλοία και να κατευνάζω τους ανέμους. Αλλ' όμως — διότι +ενδιαφέρομαι και διά τα εδώ — είμαι της γνώμης ότι αυτός ο Δάμις +πρέπει να ξεπαστρευθή είτε διά του κεραυνού, είτε κατ' άλλον τρόπον, +πριν να επανέλθουν εις την συζήτησιν και υπερισχύση διά του λόγου — +διότι ως είπες, ω Ζευ, είνε, φαίνεται, πολύ πειστικός. Κατ' αυτόν τον +τρόπον θα δείξωμεν συγχρόνως εις τους ανθρώπους πώς τιμωρούμεν αυτούς +οι οποίοι ομιλούν κατά τοιούτον τρόπον περί ημών.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Αστειεύεσαι Ποσειδών, ή ελησμόνησες ότι ουδόλως εξαρτώνται +από ημάς τα τοιαύτα, αλλ' αι Μοίραι ορίζουν εις έκαστον ν' αποθάνη με +κεραυνόν ή με ξίφος, από πυρετόν ή από φθίσιν; Αν ήτο εις την +εξουσίαν μου, νομίζεις ότι θ' άφηνα προ ολίγου καιρού να φύγουν +ακεραυνοβόλητοι από την Πίσαν οι ιερόσυλοι που μου έκοψαν δύο +πλοκάμους, εκ των οποίων έκαστος είχε βάρος έξ μνων; Ή και συ θα +παρέβλεπες εκείνον τον εξ Ωρεού αλιέα, ο οποίος εις την Γεραιστόν +(<sup><a href="#fn73" id="ref73">73</a></sup>) + σου έκλεψε την τρίαιναν; Άλλως τε ούτω θα φανούμεν ότι ταρασσόμεθα +και φοβούμεθα τους λόγους του Δάμιδος και διά τούτο εφροντίσαμεν να +τον θέσωμεν εκτός μάχης πριν ή συναγωνισθή με τον Τιμοκλήν. Δεν θα +φανούμεν ούτω ότι μόνον ερήμην του αντιπάλου ενικήσαμεν;</p> + +<p>ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ ενόμισα ότι αυτός ήτο ο συντομώτερος τρόπος διά να +φθάσωμεν εις αποτέλεσμα.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Α μπα, η γνώμη σου είνε πολύ απλοϊκή, Ποσειδών, και εντελώς +χονδροειδής, να φονευθή προκαταβολικώς ο ανταγωνιστής και ν' αποθάνη +χωρίς να νικηθή πραγματικώς, αλλά να καταλίπη αμφίβολον και άκριτον +την συζήτησιν.</p> + +<p>ΠΟΣΕΙΔ. Λοιπόν σκεφθήτε σεις τίποτε καλλίτερον, αφού τα δικά μου +σας φαίνονται τόσον ανόητα.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ. Εάν και εις ημάς τους νέους και αγενείους επέτρεπεν ο +νόμος να λαμβάνωμεν τον λόγον, ίσως θα είχα να προσθέσω κάτι τι +συμφέρον εις την διάσκεψιν.</p> + +<p>ΜΩΜ. Πρόκειται περί τόσων σπουδαίων συμφερόντων, ώστε δεν πρέπει +να λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία, αλλά όλοι αδιακρίτως να εκφράσουν +γνώμην. θα ήτο αστείον, ενώ διατρέχομεν τους μεγίστους κινδύνους, να +χανώμεθα εις λεπτολόγους ερμηνείας των νόμων. Αλλά συ προ πολλού ήδη +έχεις το δικαίωμα να δημηγορής, διότι προ πολλού εξήλθες εκ της +εφηβικής ηλικίας και ενεγράφης εις το ληξιαρχικόν βιβλίον των δώδεκα +θεών και παρ' ολίγον να είσαι από το συμβούλιον του Κρόνου· ώστε μη +μας κάνης το παιδί, αλλά λέγε με θάρρος την γνώμην σου και μη +διστάζης να ομιλήσης διότι είσαι αγένιος, αφού έχεις υιόν με γενειάδα +μεγάλην και ωραίαν, τον Ασκληπιόν. Άλλως τε η περίστασις είνε +κατάλληλος διά να δείξης την σοφίαν σου, εκτός αν άδικα κάθεσαι και +φιλοσοφής με τας Μούσας εις τον Ελικώνα.</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Αλλά δεν ανήκει εις εσέ, Μώμε, να δίδης τοιαύτην άδειαν· +είνε δικαίωμα του Διός και αν αυτός επιτρέπη, ίσως θα είπω κάτι τι +όχι ανόητον, αλλ' άξιον της διατριβής μου εις τον Ελικώνα.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου· έχεις την άδειαν.</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Ο Τιμοκλής είνε μεν έντιμος και ευσεβής και γνωρίζει κατά +βάθος την σοφίαν των Στωικών· διά τούτο και πολλοί τον έχουν +διδάσκαλον και πολλάς αποδοχάς έχει εκ τούτου, είνε δε πολύ +πειστικός, ιδίως όταν ομιλή προς τους μαθητάς του. Αλλ' όταν +πρόκειται να ομιλήση προς το πλήθος είνε ατολμότατος και ομιλεί +τοιουτοτρόπως ώστε να φαίνεται αμαθής και σχεδόν βάρβαρος. Διά τούτο +εις τας δημοσίας διαλέξεις προκαλεί τον γέλωτα με την ακρισίαν, τους +τραυλισμούς και την ταραχήν του και μάλιστα όταν με αυτά του τα +ελαττώματα προσπαθή να επιδείξη και καλλιλογίαν. Έχει μεν οξυτάτην +την αντίληψιν και λεπτήν την κρίσιν, ως λέγουν οι καλλίτερα +γνωρίζοντες την διαλεκτικήν των Στωικών, αλλ' η ομιλία και η +απαγγελία του είνε τόσον ασθενείς, ώστε καταστρέφει και συγχέει τας +ιδέας του και δεν εκφράζει σαφώς ό,τι θέλει, αλλ' αι μεν ερωτήσεις +του ομοιάζουν με αινίγματα, αι δε απαντήσεις του είνε ακόμη +ασαφέστεραι· και οι ακροαταί μη εννοούντες γελούν εις βάρος του. +Νομίζω δε ότι οι ομιλούντες πρέπει προ πάντων να είνε σαφείς και να +φροντίζουν κυρίως ώστε να τους εννοούν οι ακροαταί.</p> + +<p>ΜΩΜ. Πολύ σωστά το είπες αυτό και δικαίως επαινείς τους ομιλούντας +σαφώς, αν και δεν το εφαρμόζεις εις τους χρησμούς, αλλ' είσαι λοξός +και αινιγματώδης και τα περισσότερα αφήνεις αμφίβολα, ούτως ώστε όσοι +ζητούν την γνώμην σου να έχουν ανάγκην άλλου Πυθίου Απόλλωνος διά να +εξηγή τας απαντήσεις σου. Αλλά τέλος πάντων τι συμβουλεύεις διά το +ζήτημα περί του οποίου πρόκειται; Ποίαν θεραπείαν προτείνεις διά την +ρητορικήν δύναμιν του Τιμοκλέους;</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Αν είνε δυνατόν να του δώσωμεν ένα συνήγορον εκ των δεινών +ρητόρων, ο οποίος να λέγη όσα εκείνος θα του υπαγορεύη αφού τα +σκεφθή.</p> + +<p>ΜΩΜ. Αυτό το οποίον είπες είνε αληθώς άξιον παιδιού αγενείου, το +οποίον έχει ανάγκην παιδαγωγού. Προτείνεις να παρουσιαστή εις μίαν +φιλοσοφικήν συζήτησιν ο Τιμοκλής με συνήγορον και ενώ ο Δάμις θα +ομιλή αυτοπροσώπως και μόνος του, ο Τιμοκλής θα μεταχειρίζεται +ηθοποιόν, εις τον οποίον θα χρησιμεύη ως υποβολεύς και θα του +ψιθυρίζη εις το ους τας γνώμας του, εκείνος δε θα τας απαγγέλλη, +χωρίς ίσως και να εννοή όσα εκείνος θα του λέγη και αυτός θα +επαναλαμβάνη. Αυτά δύνανται να μη κινήσουν τον γέλωτα του πλήθους; +Όχι, άλλο τι πρέπει να σκεφθώμεν. Συ δε ο οποίος λέγεις ότι είσαι και +μάντις και εκ τούτου έχεις μεγάλας αποδοχάς, ώστε και πλίνθους χρυσάς +έλαβες μιαν φοράν, ιδού έχεις ενώπιόν σου κατάλληλον ευκαιρίαν διά να +επιδείξης την μαντικήν σου τέχνην. Διατί λοιπόν δεν μας προλέγεις +ποίος εκ των δύο φιλοσόφων θα νικήση; Διότι βέβαια γνωρίζεις από +τούδε το αποτέλεσμα, αφού είσαι μάντις.</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Πώς είνε δυνατόν, Μώμε, να μαντεύσω, αφού ούτε τρίποδα έχω +εδώ, ούτε θυμιάματα, ούτε πηγήν μαντικήν, όπως η Κασταλία;</p> + +<p>ΜΩΜ. Αυτά είνε προφάσεις και υπεκφυγαί, διότι δεν μπορείς να πης +τίποτε βέβαιον.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου, ό,τι έχεις να πης και μη δίδης αφορμάς εις +αυτόν τον συκοφάντην να διαβάλλη και να χλευάζη την δύναμίν σου ως +εξαρτωμένην από τρίποδα και νερόν και λιβανωτόν και ότι άνευ αυτών η +τέχνη σου δεν έχει καμμίαν δύναμιν.</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Είνε καλλίτερον να γίνωνται αυτά, πατέρα, εις τους Δελφούς ή +εις τον Κολοφώνα, όπου έχω όλα μου τα χρειώδη· αλλά και χωρίς αυτά, +χωρίς τα μέσα της τέχνης, θα προσπαθήσω να προείπω ποίος εκ των δύο +θα νικήση. θα μου επιτρέψετε δε να σας τα είπω έμμετρα.</p> + +<p>ΜΩΜ. Λέγε, αρκεί μόνον να είνε σαφή, να μη έχουν δε και αυτά +ανάγκην εξηγητού ή διερμηνέως· διότι τώρα δεν πρόκειται περί κρεάτων +αμνού και χελώνης, τα οποία ψήνονται ομού εις την Λυδίαν, αλλά +γνωρίζεις περί τίνος συσκεπτόμεθα.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι θα πης, τέκνον μου; Αλλ' από τούδε τα σημεία του χρησμού +φαίνονται φοβερά· το χρώμα σου μετεβλήθη, οι οφθαλμοί σου +περιστρέφονται, τα μαλλιά σου ανωρθώθησαν και αι κινήσεις σου είνε +Κορυβαντιώδεις· εντελώς ευρίσκεσαι υπό το κράτος της προφητικής +εμπνεύσεως και όλον σου το ήθος είνε φοβερόν και μυστηριώδες.</p> + +<p>ΑΠΟΛ. Του μαντικού θεού Απόλλωνος ακούσετε τι προφητεύει διά την +έριδα την φοβεράν δυο φωνακλάδων, όπου με λόγους μάχονται πυκνούς, +ωσάν με δόρατα και βέλη. Κι' από τα δυο τα μέρη γίνεται αντάρα του +πολέμου και κακό μεγάλο. Αλλ' όταν τ' όρνεον τ' αρπακτικόν αρπάση την +ακρίδα, τότε το ύστερον θα κράξουν τα κοράκια που φέρνουν την βροχήν. +Και θα νικήσουν οι ημίονοι, κι' ο όνος τα παιδιά του τα γληγορόποδα +θα κουτουλήση +(<sup><a href="#fn74" id="ref74">74</a></sup>) +.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Διατί γελάς, Μώμε; Δεν βλέπω τίποτε το γελοίον. Παύσε, +ταλαίπωρε· θα σε πνίξουν τα γέλοια.</p> + +<p>ΜΩΜ. Είνε δυνατόν, ω Ζευ, να μη γελώ, όταν ακούω ένα χρησμόν τόσω +σαφή και τόσω ευεξήγητον;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν να εξήγησης και εις ημάς τι λέγει.</p> + +<p>ΜΩΜ. Είνε πολύ ευκολονόητα, ώστε να μην έχωμεν ανάγκην του +Θεμιστοκλέους διά να μας τα εξηγήση. Λέγει καθαρά ότι ο μεν Απόλλων +είνε αγύρτης, ημείς δε οι άλλοι που τον πιστεύομεν είμεθα γαίδούρια +και μουλάρια ξέστρωτα που δεν έχομεν ούτε μιας ακρίδας μυαλό.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ. Εγώ, πατέρα, αν και είμαι ξένος εδώ και παρείσακτος, θα +τολμήσω να είπω την γνώμην μου. Όταν οι δύο φιλόσοφοι θα συναντηθούν +εκ νέου και αρχίσουν να συζητούν, εάν μεν ο Τιμοκλής υπερτερή, ν' +αφήσωμεν να προχωρήση η συζήτησις, ενόσω θα είνε υπέρ ημών· αν όμως +ίδωμεν ότι στρέφεται εναντίον μας, τότε εγώ αναλαμβάνω, αν θέλετε, να +διασείσω την στοάν και να την ρίξω επάνω εις τον Δάμιν, διά να παύση +ο αχρείος να μας υβρίζη.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι ανοησία είνε αυτή που λες; Να φονεύσης μαζί με ένα κακόν +άνθρωπον τόσους άλλους και προσέτι να καταστρέψης την στοάν ομού με +τους Μαραθωνομάχους, τον Μιλτιάδην και τον Κυναίγειρον! Και άμα +χαθούν οι Μαραθωνομάχοι, πώς θα ρητορεύουν πλέον οι ρήτορες, αφού θα +χάσουν το σπουδαιότερον εφόδιον των λόγων των; Άλλως τε εφόσον ήσουν +εις την ζωήν, ίσως θα ηδύνασο να κάμης τοιούτον ανδραγάθημα· αλλ' +αφότου έγινες θεός, θα έμαθες υποθέτω ότι μόνον από τας Μοίρας +εξαρτώνται τα τοιαύτα και ημείς χωρίς την θέλησιν αυτών δεν δυνάμεθα +να κάμωμεν τίποτε.</p> + +<p>ΗΡΑΚ. Λοιπόν και όταν εφόνευα τον λέοντα ή την ύδραν, αι Μοίραι +έκαναν τα κατορθώματα εκείνα;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Εννοείται.</p> + +<p>ΗΡΑΚ. Και τώρα αν κανείς με υβρίζη ή συλή τον ναόν μου ή ανατρέπη +το άγαλμα μου, εάν δεν το έχουν αποφασίση αι Μοίραι, δεν θα τον +συντρίψω;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Καθόλου.</p> + +<p>ΗΡΑΚ. Λοιπόν άκουσε, ω Ζευ, να σου ομιλήσω με ειλικρίνειαν, διότι +εγώ, ως ο κωμικός ποιητής είπε, είμαι αγροίκος και λέγω την σκάφην, +σκάφην· εάν τοιαύτη είνε η δύναμις των θεών, θα σας αφήσω να χαίρεσθε +μόνοι σας τας τιμάς του ουρανού, την κνίσαν και των σφαγείων το αίμα +και θα φύγω εις τον Άδην, όπου τουλάχιστον θα με φοβούνται αι σκιαί +των θηρίων τα οποία έχω φονεύση, όταν θα με βλέπουν γυμνόν, αλλά και +ωπλισμένον με τόξον.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Εύγε. Ο Δάμις δεν θα ήθελε καλλίτερον μάρτυρα από σένα διά +να μας αποτελειώση. Αλλά ποίος είνε αυτός που έρχεται βιαστικός, ο +χάλκινος, με τας ωραίας γραμμάς και τας αρμονικάς αναλογίας, ο οποίος +έχει την κόμην αναδεμένην κατά τον αρχαίον τρόπον; Φαίνεται ότι είνε +ο αδελφός σου, Ερμή, ο οποίος μένει εις την αγοράν πλησίον της +Ποικίλης Στοάς. Είνε καταλερωμένος από πίσσαν, διότι καθ' εκάστην του +παίρνουν εκμαγεία οι αγαλματοποιοί. Γιατί μας έρχεσαι τόσον +βιαστικός, παιδί μου; μήπως μας φέρεις καμμίαν είδησιν από την +γην;</p> + +<p>ΕΡΜΑΓΟΡΑΣ. Πολύ σπουδαίαν, ω Ζευ, και πρέπει να προσέξετε πολύ εις +αυτό το οποίον θα σας πω.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λέγε. Μήπως έγινε καμμία στάσις χωρίς να πάρωμεν +είδησιν;</p> + +<p>ΕΡΜΑΓ. Με είχαν προ ολίγου πασαλείψη με πίσσαν εις το στήθος και +τις πλάτες οι κατασκευασταί των χαλκίνων αγαλμάτων, διά να λάβουν +εκτυπώματα· και περιέβαλε το σώμα μου θώραξ γελοίος, τον οποίον μου +εφόρεσε η μιμητική τέχνη, διά να λάβη του σχήματός μου πιστόν +αποτύπωμα, ότε βλέπω πλήθος να συναθροίζεται και δύο ωχρούς +φωνακλάδες, πυγμάχους των σοφισμάτων, τον Δάμιν και ...</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Παύσε, παιδί μου, να μας ομιλής με στίχους. Γνωρίζω ποίους +λέγεις. Να μου πης μόνον αν προ πολλού έχει αρχίση η συζήτησίς +των.</p> + +<p>ΕΡΜΑΓ. Όχι, ήσαν ακόμη εις τους ακροβολισμούς και εξ αποστάσεως +εξεσφενδόνιζον ύβρεις κατ' αλλήλων.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Δεν μας μένει λοιπόν τίποτε άλλο να πράξωμεν παρά να +σκύψωμεν εκ του ουρανού και να παρακολουθήσωμεν την συζήτησιν ώστε ας +αφαιρέσουν αι Ώραι τον μοχλόν και απομακρύνουσαι τα νέφη ας ανοίξουν +τας πύλας του ουρανού. Θεέ μου, πόσοι έχουν συναχθή διά να τους +ακούσουν! Αλλ' αυτός ο Τιμοκλής δεν μου αρέσει· όπως τρέμει και +συγκινείται, θα μας πάρη στο λαιμό του· πολύ το φοβούμαι· είνε +φανερόν ότι δεν μπορεί ν' αντιπαραταχθή προς τον Δάμιν. Αλλ' ας +ευχώμεθα υπέρ αυτού. το μόνον το οποίον δυνάμεθα να κάμωμεν· σιγά +όμως διά να μη ακούση ο Δάμις +(<sup><a href="#fn75" id="ref75">75</a></sup>) +.</p> + +<p>ΤΙΜΟΚΛΗΣ. Τι λέγεις, ιερόσυλε Δάμι; ότι δεν υπάρχουν θεοί και ότι +δεν προνοούν περί των ανθρώπων;</p> + +<p>ΔΑΜΙΣ. Δεν είπα τούτο· αλλά συ να μου είπης πώς επείσθης ότι +υπάρχουν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Όχι συ να μου αποκριθής, ασεβέστατε. </p> + +<p>ΔΑΜ. Όχι συ.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Έως εδώ ο δικός μας τα καταφέρει καλλίτερα και δυνατώτερα +φωνάζει και θυμώνει. Εύγε, Τιμοκλή· μη φείδεσαι ύβρεων· εις αυτάς θα +νικήσης, ενώ εις τα αλλά φοβούμαι ότι θα σε αποστομώση και θα σε κάμη +άφωνον ως ιχθύν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Μα την Αθηνάν δεν θ' απαντήσω πριν από σε.</p> + +<p>ΔΑΜ. Λοιπόν ερώτα, Τιμοκλή. Με αυτόν τον όρκον ενίκησες +(<sup><a href="#fn76" id="ref76">76</a></sup>) +. Θα σε παρακαλέσω μόνον να συζητής χωρίς ύβρεις.</p> + +<p>ΤΙΜ. Καλά· ειπέ μου λοιπόν, δεν πιστεύεις, κατηραμένε ότι οι θεοί +προνοούν περί των θνητών;</p> + +<p>ΔΑΜ. Καθόλου.</p> + +<p>ΤΙΜ. Τι λέγεις; Όλα λοιπόν γίνονται χωρίς πρόνοιαν εκ μέρους των +θεών;</p> + +<p>ΔΑΜ. Ναι.</p> + +<p>ΤΙΜ. Και κανείς θεός δεν έχει την διεύθυνσιν των πάντων;</p> + +<p>ΔΑΜ. Όχι.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ώστε όλα τρέχουν τυχαίως και ασκόπως;</p> + +<p>ΔΑΜ. Ναι.</p> + +<p>ΤΙΜ. Και ακούετε αυτά, άνθρωποι, χωρίς να λιθοβολήτε τον +αλιτήριον;</p> + +<p>ΔΑΜ. Διατί εξερεθίζεις εναντίον μου τους ανθρώπους, Τιμοκλή; Και +ποίος είσαι συ και αγανακτείς υπέρ των θεών, ενώ οι ίδιοι δεν +αγανακτούν; Με ακούουν προ πολλού να υποστηρίζω αυτάς τας ιδέας και +όμως δεν μου έκαμαν τίποτε κακόν, εκτός εάν είνε κωφοί και δεν +ακούουν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Σε ακούουν, Δάμι, σε ακούουν, αλλά θα σε τιμωρήσουν +βραδύτερον.</p> + +<p>ΔΑΜ. Και πού θα εύρουν καιρόν ν' ασχοληθούν δι' εμέ, αφού, ως +λέγεις, έχουν τόσας ασχολίας και φροντίζουν να τακτοποιούν τόσην +απειρίαν πραγμάτων εις τον κόσμον; Ούτω δεν ετιμώρησαν και σε διά τας +τόσας σου επιορκίας και τας άλλας σου πράξεις, τας οποίας δεν θ' +αναφέρω διά να μη αναγκασθώ να υβρίσω παρά την συμφωνίαν μας. Αλλά +νομίζω ότι δεν ηδύναντο να δώσουν καλλιτέραν απόδειξιν της προνοίας +των παρά τιμωρούντες τας κακίας σου. Φαίνεται όμως ότι έχουν +ταξειδεύση μακράν, πέραν του ωκεανού εις την χώραν των αγαθών +Αιθιόπων· διότι συνειθίζουν να πηγαίνουν εκεί συχνά, προσκαλούμενοι +εις ευωχίας ή και αυθορμήτως.</p> + +<p>ΤΙΜ. Τι να απαντήσω, Δάμι, εις την τόσην σου αναισχυντίαν;</p> + +<p>ΔΑΜ. Εκείνο, Τιμοκλή, το οποίον προ πολλού επιθυμώ να μου +εξηγήσης, πώς επείσθης ότι οι θεοί προνοούν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Πρώτον η τάξις η επικρατούσα εις το σύμπαν· ο ήλιος ο οποίος +ακολουθεί πάντοτε την αυτήν οδόν και η σελήνη ομοίως, αι τροπαί των +ωρών του έτους, τα φυόμενα φυτά και τα γεννώμενα ζώα, αλλά και η +ευφυία μεθ' ης έχουν ταύτα δημιουργηθή, ώστε να τρέφωνται, να +σκέπτωνται, να κινούνται και να βαδίζουν, να κτίζουν και να ράπτουν +και τα τοιαύτα. Αυτά δεν σου φαίνονται ότι είνε έργα προνοίας;</p> + +<p>ΔΑΜ. Εκλαμβάνεις ως απόδειξιν αυτό το ζήτημα· διότι δεν είνε +αποδεδειγμένον και φανερόν ότι έκαστον εκ τούτων έγινεν εκ προνοίας· +ότι τοιαύτα είνε τα γινόμενα το ομολογώ και εγώ· αλλ' εκ τούτου δεν +έπεται ότι γίνονται και υπό προνοίας τινός, διότι δύναται και να +υποτεθή ότι αφού έγιναν κατ' αρχάς εκ τύχης εξακολουθούν να γίνωνται +ομοίως και κατά τους αυτούς νόμους· συ δε ονομάζεις τάξιν την ανάγκην +και αγανακτείς έπειτα κατ' εκείνων οι οποίοι δεν παραδέχονται την +γνώμην σου, ότι τα φαινόμενα τα οποία αριθμείς και εκθειάζεις +αποτελούν και απόδειξιν ότι όλα έγιναν με πρόνοιαν και τάξιν. Κατά +τον κωμικόν ποιητήν, αυτό δεν περνά και λέγε μας άλλο +(<sup><a href="#fn77" id="ref77">77</a></sup>) +.</p> + +<p>ΤΙΜ. Εγώ το νομίζω αρκετόν, αλλ' όμως θα σε ερωτήσω και θέλω να +μου αποκριθής. Φρονείς ότι ο Όμηρος είνε άριστος ποιητής;</p> + +<p>ΔΑΜ. Βέβαια.</p> + +<p>ΤΙΜ. Λοιπόν εις εκείνον επείσθην εξηγούντα και διηγούμενον την +πρόνοιαν των θεών.</p> + +<p>ΔΑΜ. Αλλ', ω λαμπρέ άνθρωπε, περί του Ομήρου όλοι θα συμφωνήσουν +ότι ήτο ποιητής, αλλά μάρτυς αψευδής περί των τοιούτων ούτε εκείνος, +ούτε άλλος ποιητής δύναται να θεωρηθή· διότι οι ποιηταί δεν +φροντίζουν τόσον περί της αληθείας, όσον διά να τέρπουν τους +ακούοντας τα ποιήματα, και διά τούτο τα στολίζουν με μέτρα και τα +παραγεμίζουν με μύθους και όλαι αι προσπάθειαί των ως σκοπόν έχουν +την τέρψιν. Αλλ' εν τοσούτω θα ήθελα να ακούσω οποία πράγματα από τον +Όμηρον σε έπεισαν. Μήπως εκείνα τα οποία λέγει περί του Διός, ότι +συνώμοσαν να τον δέσουν η κόρη του, ο αδελφός του και η σύζυγός του; +Και αν δεν ενόει τα τεκταινόμενα η Θέτις και εκάλει εις βοήθειαν τον +Βρυάρεων, θα ηχμαλώτιζαν τον καλό σου τον Δία ή και θα τον έρριπταν +εις τα δεσμά. Διά τούτο και ευγνωμονών προς την Θέτιδα, εξηπάτησε τον +Αγαμέμνονα και του έστειλε ψευδές όνειρον ότι πολλοί εκ των Αχαιών θα +απέθνησκον. Βλέπεις; Του ήτο αδύνατον να ρίξη κεραυνόν και να +κατακαύση τον Αγαμέμνονα, αντί να φανή απατεών; Ή σε έκαμαν να +πιστεύσης τα άλλα, τα οποία διηγείται, ότι ο Διομήδης ετραυμάτισε την +Αφροδίτην και έπειτα κατά παρακίνησιν της Αθηνάς και αυτόν τον Άρην; +Έπειτα δε ότι συμπλακέντες οι θεοί εμονομάχησαν αρσενικοί και θηλυκοί +ανακατωμένοι και η Αθηνά ενίκα τον Άρην, ίσως διότι ούτος είχεν ήδη +εξασθενήση εκ του τραύματος το οποίον έλαβε παρά του Διομήδους,</p> + +<p> Λητοί δ' αντέστη σώκος ερυούνιος Ερμής +(<sup><a href="#fn78" id="ref78">78</a></sup>) +;</p> + +<p>ή σου εφάνησαν αξιόπιστα όσα διηγείται περί της Αρτέμιδος, ότι +εχωλώθη διότι δεν εκλήθη εις γεύμα υπό του Οινέως και διά τούτο +απέλυσεν εις την χώραν αυτού αγριόχοιρον τρομερόν; Με αυτάς τας +διηγήσεις σε έπεισεν ο Όμηρος;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Πωπώ! με ποίαν βοήν το πλήθος επεδοκίμασε τους λόγους του +Δάμιδος· ο δε δικός μας φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αμηχανίαν· +φαίνεται ότι τα έχει χάση, είνε φοβισμένος, τρέμει. Έτοιμος να ρίψη +την ασπίδα, παρατηρεί γύρω διά να ιδή από πού να φύγη.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ώστε και ο Ευριπίδης σου φαίνεται ότι δεν λέγει τίποτε ορθόν +όταν παρουσιάζη τους θεούς επί της σκηνής και σώζουν τους αγαθούς εκ +των ηρώων, τους κακούς δε και ασεβείς, όπως συ, συντρίβουν;</p> + +<p>ΔΑΜ. Αλλ' αν αυτά τα οποία γράφουν οι τραγικοί ποιηταί σε έπεισαν, +σοφώτατε Τιμοκλή, πρέπει έν εκ των δύο, ή τον Πώλον και τον +Αριστόδημον και τον Σάτυρον να νομίζης πραγματικούς θεούς, ή τα +προσωπεία, τους κοθόρνους, τους ποδήρεις χιτώνας· τας χλαμύδας και +τας χειρίδας και τους θώρακας, με τα οποία εκείνοι στολίζουν την +τραγωδίαν, νομίζεις ως αποτελούντα τους θεούς, πράγμα το οποίον θα +ήτο γελοιωδέστατον, μου φαίνεται.</p> + +<p>Διότι όταν αφ' εαυτού ομιλή ο Ευριπίδης και εκφράζη τας σκέψεις +του, χωρίς ν' αναγκάζεται υπό της ανάγκης των δραμάτων, άκουσέ με +ποίαν παρρησίαν αποφαίνεται:</p> + +<p> Οράς τον υψού τόνδ' άπειρον αιθέρα<br /> + και γην πέριξ έχονθ' υγραίς εν αγκάλαις;<br +/> + τούτον νόμιζε Ζήνα, τον δ' ηγού θεόν +(<sup><a href="#fn79" id="ref79">79</a></sup>) +.</p> + +<p>και αλλαχού,</p> + +<p> Ζευς, όστις ο Ζευς, ου γαρ οίδα, πλην λόγω +κλύων +(<sup><a href="#fn80" id="ref80">80</a></sup>) +.</p> + +<p>Και αλλά τοιαύτα.</p> + +<p>ΤΙΜ. Λοιπόν όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη, τα οποία πιστεύουν +και λατρεύουν θεούς, πλανώνται;</p> + +<p>ΔΑΜ. Ευχαριστώ, Τιμοκλή, διότι μου ενθύμισες τας δοξασίας των +διαφόρων εθνών, εκ των οποίων καθαρώτατα φαίνεται ότι δεν υπάρχει +τίποτε βέβαιον εις την περί των θεών ιδέαν· διότι υπάρχουν πολλαί +αντιθέσεις και άλλοι άλλα πιστεύουν. Οι Σκύθαι προσφέρουν θυσίας εις +τον ακινάκην, οι Θράκες εις τον Ζάμολξιν, ένα φυγάδα άνθρωπον, όστις +κατέφυγεν εις αυτούς εκ Σάμου, οι Φρύγες εις τον θεόν Μήνην, οι +Αιθίοπες εις την Ημέραν, οι Κυλήνιοι εις τον Φάλητα +(<sup><a href="#fn81" id="ref81">81</a></sup>) +, οι Ασσύριοι εις την περιστεράν, οι Πέρσαι εις το πυρ και οι +Αιγύπτιοι εις το ύδωρ. Και εις όλους μεν τους Αιγυπτίους είνε κοινή η +λατρεία του ύδατος, αλλ' εκάστου διαμερίσματος οι κάτοικοι έχουν +ιδιαιτέρους θεούς· οι Μεμφίται λατρεύουν το ρόδι, οι Πηλουσιώται το +κρομμύδι, άλλοι τον Ίβιν ή τον κροκόδειλον και άλλοι τον κυνοκέφαλον, +τον γάτον ή τον πίθηκον, υπάρχουν δε και χωρία εις τα οποία θεωρείται +θεός ο δεξιός ώμος, ενώ οι κατοικούντες επί της άλλης όχθης του +Νείλου θεωρούν ως θεόν τον αριστερόν ώμον. Άλλοι λατρεύουν ως θεόν το +ήμισυ της κεφαλής και άλλοι ποτήρι πήλινον ή πινάκιον. Δεν είνε αυτά +γελοία, καλέ Τιμοκλή;</p> + +<p>ΜΩΜ. Δεν σας το έλεγα, ω θεοί, ότι όλα αυτά θα αποκαλυφθούν και θα +κριθούν αυστηρώς και λεπτομερώς;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Βέβαια το έλεγες, Μώμε, και είχες δίκαιον, εγώ δε θα +προσπαθήσω να τα διορθώσω, αν διαφύγωμεν τον σημερινον κίνδυνον.</p> + +<p>ΤΙΜ. Αλλά δεν μου λέγεις συ, εχθρέ των θεών, τους χρησμούς και τας +προρρήσεις των μελλόντων εις ποίον τους αποδίδεις παρά εις τους θεούς +και εις την πρόνοιαν αυτών;</p> + +<p>ΔΑΜ. θα κάμης καλά, φίλε μου, να μη ομιλής περί των χρησμών, διότι +θα με αναγκάσης να σ' ερωτήσω ποίον εξ αυτών θέλεις να αναφέρης ως +επιχείρημα της γνώμης σου. Μήπως εκείνον τον οποίον έδωκεν ο Πύθιος +Απόλλων εις τον Λυδόν βασιλέα και ο οποίος ήτο εντελώς αμφίβολος και +διπρόσωπος, οποία είνε τινά εκ των αγαλμάτων του Ερμού, διττά και +όμοια οπόθεν και αν τα παρατηρήσης; Ποίον κράτος θα κατέλυεν ο +Κροίσος αν διέβαινε τον Άλυν, το ιδικόν του ή την επικράτειαν του +Κύρου; Και όμως ο διεφθαρμένος εκείνος βασιλεύς επλήρωσε τον +αμφίβολον τούτον χρησμόν με όχι ολίγα τάλαντα.</p> + +<p>ΜΩΜ. Ακούετε, θεοί, ότι αυτός ο φιλόσοφος λέγει ακριβώς εκείνα τα +οποία εγώ εφοβούμην. Πού είνε τώρα ο ωραίος μας κιθαριστής; Ας κατέβη +να του δώση απάντησιν.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Το ξέρεις, Μώμε, ότι μας παρασκότισες με τας ακαίρους σου +επικρίσεις;</p> + +<p>ΤΙΜ. Πρόσεξε, αλιτήριε Δάμι, διότι με αυτά που λέγεις σχεδόν +κατεδαφίζεις τους ναούς και τους βωμούς των θεών.</p> + +<p>ΔΑΜ. Όχι όλους τους βωμούς, Τιμοκλή. Διότι δεν βλέπω να προέρχεται +τίποτε κακόν απ' αυτών, αφού είνε πλήρεις από θυμιάματα και ευωδίας. +Αλλά θα έβλεπα ευχαρίστως να ανατραπούν εκ βάθρων οι βωμοί της +Αρτέμιδος εις την Ταυρίδα, επί των οποίων τοιαύτας ευωχίας δέχεται +ευχαρίστως η παρθένος εκείνη +(<sup><a href="#fn82" id="ref82">82</a></sup>) +.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι κακό είνε αυτό που μας ήλθε; Βλέπετε ότι δεν φείδεται +κανενός εκ των θεών, αλλ' εις όλους κατά σειράν ψάλλει τα εξ αμάξης +και</p> + +<p> Μάρπτει εξείης, ος τ' αίτιος ος τε και +ουκί +(<sup><a href="#fn83" id="ref83">83</a></sup>) +.</p> + +<p>ΜΩΜ. Και όμως ολίγους δύνασαι να εύρης μεταξύ ημών, ω Ζευ, οι +οποίοι να μη είνε άξιοι κατηγορίας. Ίσως δε μετ' ολίγον θα θίξη και +κανένα από τους μεγαλειτέρους μας.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ουδέ όταν βροντά ο Ζευς δεν ακούεις, θεομάχε Δάμι;</p> + +<p>ΔΑΜ. Πως δεν ακούω τας βροντάς, Τιμοκλή; Αλλ' εάν εκείνος ο οποίος +βροντά είνε ο Ζευς, συ θα το γνωρίζης καλλίτερα ο οποίος μας ήλθες +από την διαμονήν των θεών· διότι εκείνοι τουλάχιστον οι οποίοι +έρχονται από την Κρήτην άλλα μας διηγούνται· μας λέγουν ότι εκεί +δεικνύουν ένα τάφον και επ' αυτού στήλην της οποίας η επιγραφή λέγει +ότι δεν βροντά πλέον ο Ζευς, διότι προ πολλού απέθανεν.</p> + +<p>ΜΩΜ. Αυτό επερίμενα ότι θα το είπη. Αλλά διατί ωχρίασες, ω Ζευ, +και τα δόντια σου συγκρούονται εκ του τρόμου; Πρέπει να δείξης θάρρος +και να περιφρονήσης αυτούς τους ανθρωπίσκους.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι λέγεις, Μώμε; Να περιφρονήσω; Δεν βλέπεις πόσοι τον +ακούουν και πώς πείθονται εις όσα λέγει καθ' ημών και φαίνονται ως να +κρέμωνται από τα χείλη του;</p> + +<p>ΜΩΜ. Αλλά συ, ω Ζευ, όταν θελήσης, ρίπτεις χρυσήν αλυσίδα και +δύνασαι όλους αυτούς ν' ανασύρης ομού με την γην και την +θάλασσαν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ειπέ μου, κατηραμένε, εταξείδευσες ποτέ σου;</p> + +<p>ΔΑΜ. Πολλάκις, Τιμοκλή.</p> + +<p>ΤΙΜ. Λοιπόν όταν εταξείδευες, σας ωδήγει ο άνεμος, ο οποίος +εφούσκωνε τα πανιά, και η κωπηλασία ή ο κυβερνήτης ο οποίος ήτο είς +και μόνος διηύθυνε και έσωζε το πλοίον;</p> + +<p>ΔΑΜ. Ο κυβερνήτης βέβαια.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ώστε το πλοίον αν δεν εκυβερνάτο δεν θα ηδύνατο να +ταξειδεύση, και νομίζεις ότι το σύμπαν αυτό το οποίον βλέπεις +κινείται χωρίς κυβερνήτην και χωρίς να το διευθύνη κανείς;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Εύγε, Τιμοκλή, το παράδειγμά σου είνε πολύ δυνατόν.</p> + +<p>ΔΑΜ. Αλλά, θεοφιλέστατε Τιμοκλή, ξέρεις ότι ο κυβερνήτης ενός +πλοίου φροντίζει πάντοτε δι' ό,τι συμφέρει το πλοίον του, προ πολλού +παρασκευάζεται και δίδει οδηγίας εις τους ναύτας, τίποτε δε ανωφελές +και παράλογον δεν υπάρχει εις το πλοίον, αλλά μόνον ό,τι είνε +χρήσιμον και αναγκαίον διά τα ταξείδια. Ο ιδικός σου όμως ο +κυβερνήτης, ο οποίος ως διατείνεσαι διευθύνει, αυτό το μέγα πλοίον, +και οι σύντροφοί του δεν έχουν τακτοποιήση τίποτε κατά το πρέπον και +την ανάγκην, αλλ' ο μεν πρότονος συμβαίνει ενίοτε να είνε +παραριμμένος εις την πρύμνην, οι δε ποδεώνες εις την πρώραν και οι +δύο· έστιν ότε δε αι άγκυραι είνε χρυσαί και ο χηνίσκος +(<sup><a href="#fn84" id="ref84">84</a></sup>) + μολύβδινος· και τα μεν ύφαλα του πλοίου είνε καταστόλιστα, τα δε έξω +του ύδατος τελείως αστόλιστα. Και εκ των ναυτών δε βλέπεις τον μεν +αργόν και αμαθή και άτολμον εις το έργον του να λαμβάνη διπλούν και +τριπλούν μισθόν, εις εκείνον δε ο οποίος είνε άριστος κολυμβητής και +ευκολώτερα αναβαίνει εις τας κεραίας και γνωρίζει παν ό,τι απαιτεί το +έργον του, είνε ανατεθειμένον να αντλή το νερόν το οποίον εισχωρεί +εις το κύτος του πλοίου. Τα αυτά συμβαίνουν και με τους επιβάτας· +βλέπομεν ένα άξιον μαστιγώσεως να κάθηται εις την καλλιτέραν θέσιν +και πλησίον του κυβερνήτου ο οποίος του κάμνει παντοίας περιποιήσεις +και άλλον κακοηθέστατον ή πατροκτόνον ή ιερόσυλον ν' απολαμβάνη +μεγάλας τιμάς και να κατέχη τα επιφανέστερα μέρη του πλοίου, πολλούς +δε ευγενείς ανθρώπους συστιβαγμένους και στενοχωρουμένους εις το +βάθος του σκάφους και καταπατουμένους υπό των πραγματικώς +υποδεεστέρων. Ενθυμίσου πώς ο Σωκράτης και ο Αριστείδης και ο Φωκίων +εταξείδευσαν· ούτε άρτον είχαν πάντοτε και τοποθετημένοι επί των +γυμνών σανίδων εις το κύτος, ούτε να εκτείνουν τους πόδας των είχον +χώρον· με πόσα δε αγαθά εταξείδευσαν ο Καλλίας, ο Μειδίας και ο +Σαρδανάπαλλος, διασκεδάζοντες και πτύοντες επί εκείνων οίτινες +ευρίσκοντο κάτω από αυτούς.</p> + +<p>Αυτά γίνονται εις το πλοίον σου, σοφώτατε Τιμοκλή, και διά τούτο +τα ναυάγια είνε απειράριθμα. Εάν όμως υπήρχε κανείς κυβερνήτης ο +οποίος να επιβλέπη και να κανονίζη πάντα τα καθέκαστα, πρώτον δεν θα +ηγνόει ποίοι είνε οι καλοί και ποίοι οι φαύλοι εκ των επιβατών του +πλοίου του, και έπειτα εις έκαστον θα έδιδε θέσιν κατά την αξίαν του +και εις μεν τους καλλιτέρους θα έδιδε την καλλιτέραν θέσιν επάνω, και +πλησίον του, την κάτω δε εις τους χειροτέρους και θα προσελάμβανεν +ομοτραπέζους και συμβούλους τους καλλιτέρους· εκ δε των ναυτών ο μεν +πρόθυμος θα διωρίζετο επόπτης της πρώρας ή μιας εκ των πλευρών του +πλοίου και πάντως θα είχε θέσιν ανωτέραν των άλλων, ο δε οκνηρός και +αμελής θα εμαστιγόνετο πεντάκις της ημέρας με το καραβόσχοινον. Ώστε, +λαμπρέ μου άνθρωπε, το παράδειγμα του πλοίου κινδυνεύει να ναυαγήση, +διότι του έτυχε κακός κυβερνήτης.</p> + +<p>ΜΩΜ. Τα πράγματα διά τον Δάμιν πηγαίνουν λαμπρά και πλησίστιος +προχωρεί προς την νίκην.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Δυστυχώς, Μώμε, αι εικασίαι σου θα επαληθεύσουν. Αυτός ο +Τιμοκλής δεν δύναται να επινοήση κανέν ισχυρόν επιχείρημα, αλλ' +επαναλαμβάνει τα κοινά και τετριμμένα, όλα ευκόλως ανατρεπόμενα.</p> + +<p>ΤΙΜ. Λοιπόν αφού το παράδειγμα του πλοίου δεν σου εφάνη πολύ +ισχυρόν, άκουσε τώρα και εκείνο το οποίον δύναται να ονομασθή ιερά +άγκυρα, διότι δεν θα δυνηθής με κανένα τρόπον να το συντρίψης.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Τι άρα γε θα είπη;</p> + +<p>ΤΙΜ. θα ίδης εάν αυτός ο συλλογισμός μου είνε ανακόλουθος και αν +δύνασαι να τον ανατρέψης. Εάν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί· αλλ' +υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν και θεοί. Τι έχεις ν' απαντήσης εις +αυτά;</p> + +<p>ΔΑΜ. Άφησε να γελάσω πρώτον όσον αξίζει ο συλλογισμός σου και +έπειτα σου απαντώ.</p> + +<p>ΤΙΜ. Αλλά φαίνεται ότι δεν θα παύσης ποτέ να γελάς. Δεν μου λέγεις +τι το γελοίον βλέπεις εις αυτό το οποίον είπα;</p> + +<p>ΔΑΜ. Γελώ διότι δεν εννοείς ότι εκρέμασες την άγκυράν σου και +μάλιστα την ιεράν από λεπτήν κλωστήν. Ενόμισες ότι αν συνδέσης την +ύπαρξιν των θεών με την ύπαρξιν των βωμών θα κάμης δυνατώτερον το +σχοινί και όμως το αποτέλεσμα είνε αντίθετον, ώστε εάν δεν έχης άλλο +τίποτε λογικώτερον να είπης, καιρός να φύγωμεν.</p> + +<p>ΤΙΜ. Ομολογείς λοιπόν ότι ηττήθης και αποφασίζεις ν' απέλθης +πρώτος;</p> + +<p>ΔΑΜ. Ναι, Τιμοκλή· διότι συ όπως οι καταδιωκόμενοι κατέφυγες εις +τους βωμούς. Ώστε, μα την ιεράν άγκυραν, θέλω να συνάψω συνθήκην μετά +σου επ' αυτών των βωμών ότι δεν θα συζητήσωμεν πλέον περί τοιούτων +θεμάτων.</p> + +<p>ΤΙΜ. Με ειρωνεύεσαι, τυμβωρύχε και μιαρέ και κατάπτυστε και +κάθαρμα άξιον μαστιγώσεως. Νομίζεις ότι δεν γνωρίζομεν τίνος πατρός +είσαι τέκνον, πως η μητέρα σου επορνεύετο, πως έπνιξες τον άδελφόν +σου και μοιχεύεις και τους νέους διαφθείρεις, λαιμαργότατε και +αναισχυντότατε; Αλλά διατί φεύγεις; Περίμενε, διότι θέλω και να σε +δείρω· θα σε σφάξω με αυτό το κεραμίδι, φαυλότατε.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ο Δάμις φεύγει και γελά, ο δε άλλος τον ακολουθεί και τον +υβρίζει· τον ερεθίζει τόσον η ευθυμία του Δάμιδος, ώστε φαίνεται ότι +και θα τον κτυπήση εις την κεφαλήν με το κεραμίδι το οποίον κρατεί. +Ημείς δε τι πρέπει να πράξωμεν τώρα;</p> + +<p>ΕΡΜ. Μου φαίνεται ορθόν εκείνο το οποίον είπεν ένας κωμικός +ποιητής,</p> + +<p> Ουδέν πέπονθας δεινόν, αν μη προσποιή +(<sup><a href="#fn85" id="ref85">85</a></sup>) +.</p> + +<p>Διότι τι τόσον μέγα κακόν είνε εάν ολίγοι άνθρωποι επίστευσαν εις +αυτά τα οποία είπεν ο Δάμις; Είνε πολύ περισσότεροι όσοι πιστεύουν τα +εναντία, οι περισσότεροι εκ των Ελλήνων, ο πολύς και αμαθής όχλος και +όλοι οι βάρβαροι.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Και όμως, Ερμή, εκείνο το οποίον είπε περί του Ζωπύρου ο +Δαρείος μου φαίνεται πολύ ορθόν ώστε και εγώ θα επροτίμων να έχω ένα +σύμμαχον οποίος ο Δάμις παρά μυρίας Βαβυλώνας.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ +(<sup><a href="#fn86" id="ref86">86</a></sup>) +</h4> + +<p> +<br /> +ΖΕΥΣ. Συ τακτοποίησε τα θρανία και συγύρισε την αίθουσαν δι' εκείνους +οίτινες θα έλθουν. Συ έπειτα φέρε και τοποθέτησε κατά σειράν τους +φιλοσόφους, αφού προηγουμένως τους στολίσης διά να κάνουν εντύπωσιν +και να προσελκύσουν περισσοτέρους αγοραστάς. Συ δε, Ερμή, διαλάλει +και συγκάλεσε υπό αισίους οιωνούς τους αγοραστάς να προσέλθουν εις το +δημοπρατήριον. Θα εκπλειστηριάσωμεν φιλοσοφικούς βίους παντός είδους +και πάσης κατηγορίας. Εάν δε κανείς δεν έχη να καταβάλη αμέσως το +χρήμα, ας λάβη προθεσμίαν ενός έτους, αφού δώση εγγυητήν.</p> + +<p>ΕΡΜΗΣ. Πολλοί εμαζεύτηκαν, ώστε δεν πρέπει ν' αργοπορούμεν και να +τους αφήνωμεν να περιμένουν.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ας αρχίση λοιπόν η δημοπρασία.</p> + +<p>ΕΡΜ. Ποίον θέλεις να εκθέσωμεν πρώτον εις πώλησιν;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Αυτόν με την μακράν κόμην τον εξ Ιωνίας, ο οποίος φαίνεται +από τους σοβαρωτέρους.</p> + +<p>ΕΡΜ. Συ ο Πυθαγορικός κατέβα και στάσου να σε εξετάσουν οι +αγορασταί.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν διαλάλησε.</p> + +<p>ΕΡΜ. Πωλείται ο άριστος βίος και ο σεμνότατος. Ποιος θέλει να γίνη +υπεράνθρωπος; Ποιος θέλει να γνωρίση την αρμονίαν του σύμπαντος και +να αναζήση μετά θάνατον εις νέαν ζωήν;</p> + +<p>ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. Το εξωτερικόν του δεν είνε άσχημον, αλλά τι κυρίως +γνωρίζει;</p> + +<p>ΕΡΜ. Αριθμητικήν, αστρονομίαν, θαυματοποιίαν, γεωμετρίαν, μουσικήν +και μαγείαν. Έχεις ενώπιόν σου ένα εξαίρετον μάντιν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Επιτρέπεται να του κάμω μερικάς ερωτήσεις;</p> + +<p>ΕΡΜ. Ελεύθερα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Από πού είσαι;</p> + +<p>ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ. Σάμιος.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και πού εσπούδασες;</p> + +<p>ΠΥΘ. Εις την Αίγυπτον κοντά εις τους εκεί σοφούς +(<sup><a href="#fn87" id="ref87">87</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν, εάν σε αγοράσω, τι θα με διδάξης;</p> + +<p>ΠΥΘ. Δεν θα σε διδάξω τίποτε, αλλά θα σε ενθυμήσω.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς θα μ' ενθυμήσης;</p> + +<p>ΠΥΘ. Αφού σου εξαγνίσω πρώτον την ψυχήν και της αποπλύνω τον +ρύπον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Υπόθεσε ότι τώρα είμαι καθαρός· κατά ποίον τρόπον θα μου +φέρης τις αναμνήσεις;</p> + +<p>ΠΥΘ. Κατ' αρχάς θα υποβληθής εις ησυχίαν μακράν και σιωπήν και επί +πέντε ολόκληρα έτη δεν θα εκστομίσης λέξιν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Να πας, φίλε μου, να γίνης παιδαγωγός εις το παιδί του +Κροίσου +(<sup><a href="#fn88" id="ref88">88</a></sup>) +· εγώ είμαι φλύαρος και δεν θέλω να μεταβληθώ εις άγαλμα. Αλλά τέλος +πάντων μετά την σιωπήν και την πενταετίαν τι θα γίνη;</p> + +<p>ΠΥΘ. Θα εξασκηθής εις την μουσικήν και την γεωμετρίαν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Νόστιμο αυτό· διά να γίνω σοφός είνε ανάγκη προηγουμένως να +γίνω κιθαριστής.</p> + +<p>ΠΥΘ. Μετά τούτο θα μάθης ν' αριθμής.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και τώρα ξέρω να μετρώ.</p> + +<p>ΠΥΘ. Πώς μετράς;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.</p> + +<p>ΠΥΘ. Βλέπεις; Εκείνα που νομίζεις τέσσερα είνε δέκα και τρίγωνον +τέλειον, εις το οποίον ημείς ορκιζόμεθα +(<sup><a href="#fn89" id="ref89">89</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Μα το τέσσαρα, τον μέγαν αυτόν όρκον, πρώτην φοράν ακούω +λόγους τόσον θείους και τόσον ιερούς +(<sup><a href="#fn90" id="ref90">90</a></sup>) +.</p> + +<p>ΠΥΘ. Έπειτα, φίλε μου, θα μάθης τι είνε η γη, ο αήρ, το ύδωρ και +το πυρ, ποία η κίνησίς των και ποία η μορφή των εν τη κινήσει.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς; Έχουν μορφήν το πυρ, ο αήρ και το νερόν;</p> + +<p>ΠΥΘ. Και πολύ ορατήν· διότι εάν δεν είχον μορφήν και σχήμα, δεν θα +ηδύναντο να κινούνται. Μετά ταύτα θα μάθης ότι και ο θεός είνε +αριθμός, νους και αρμονία.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Θαυμάσια αυτά που λέγεις.</p> + +<p>ΠΥΘ. Εκτός δε των ειρημένων, θα μάθης και περί του εαυτού σου ότι +είσαι άλλος παρ' ό,τι νομίζεις και ό,τι φαίνεσαι.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι λες; Άλλος είμαι και όχι εγώ που ομιλώ τώρα με σένα;</p> + +<p>ΠΥΘ. Τώρα είσαι συ, άλλοτε όμως παρουσιάζεσο με άλλο σώμα και άλλο +όνομα· πάλιν δε μετά τινα καιρόν θα μεταβής εις άλλην ύπαρξιν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Θέλεις να πης ότι θα μένω αθάνατος και ότι θα μεταλλάσσω +μορφάς διαφόρους; Αλλ' αρκετά είπαμεν δι' αυτά. Δεν μου λες και ποίαν +δίαιταν ακολουθείς;</p> + +<p>ΠΥΘ. Δεν τρώγω τίποτε το οποίον να έχη ζωήν και εκ των άλλων +αποφεύγω τους κυάμους.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Διατί; Ή μήπως δεν σ' ερέσουν τα κουκκιά;</p> + +<p>ΠΥΘ. Όχι, αλλ' οι κύαμοι είνε ιεροί και θεία η φύσις των. Εν +πρώτοις ολόκληρος ο κύαμος είνε σπέρμα ζωής και αν ξεφλουδίσης κύαμον +χλωρόν, θα ίδης ότι ομοιάζει πολύ προς τα γεννητικά όργανα του +ανδρός· εάν δε αφού ψηθή τον αφήσης υπό την σελήνην επί ωρισμένας +νύκτας μεταβάλλεται εις αίμα. Αλλά το σπουδαιότερον είνε ότι οι +Αθηναίοι διά κυάμων εκλέγουν τους άρχοντάς των.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ωραία τα είπες όλα και θαυμάσια. Αλλά τώρα γδύσου, διότι +θέλω να σε ίδω και γυμνόν. Μπα, ο μηρός του είνε χρυσός! Φαίνεται ότι +δεν είνε άνθρωπος, αλλά θεός. Εξάπαντος θα τον αγοράσω. Πόσον θέλεις +δι' αυτόν;</p> + +<p>ΕΡΜ. Δέκα μνας.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τον αγοράζω εις αυτήν την τιμήν.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Γράψε το όνομα του αγοραστού και την πατρίδα του.</p> + +<p>ΕΡΜ. Φαίνεται ότι είνε Ιταλιώτης, ω Ζευ, από τα μέρη της εκεί +Ελλάδος, τον Κρότωνα ή την Τάραντα. Δεν είνε όμως ένας, αλλά +τριακόσιοι σχεδόν έκαμαν εταιρικώς την αγοράν.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ας τον πάρουν και ας έλθη άλλος.</p> + +<p>ΕΡΜ. Θέλεις να φέρωμεν αυτόν τον ακάθαρτον τον καταγόμενον από τον +Πόντον;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Μάλιστα.</p> + +<p>ΕΡΜ. Συ με την σακκούλα, που έχεις γυμνούς τους ώμους, έλα και +φέρε ένα γύρο διά να σε ιδούν όλοι. Πωλείται βίος ανδροπρεπής, βίος +άριστος και θαρραλέος, βίος ελεύθερος. Ποιος θέλει να τον +αγοράση;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες, κήρυξ; Πωλείς άνθρωπον ελεύθερον;</p> + +<p>ΕΡΜ. Μάλιστα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και δεν φοβείσαι να καταδιωχθής ως εξανδραποδιστής και +εναχθής εις τον Άρειον Πάγον;</p> + +<p>ΕΡΜ. Αυτός δεν σκοτίζεται διά την πώλησίν του· διότι νομίζει ότι +είνε τελείως ελεύθερος.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και εις τι μπορεί να χρησιμεύση άνθρωπος τόσο ρυπαρός και +εις τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν; Το πολύ πολύ μόνον ως σκαφτιάν +δύναται κάνεις να τον χρησιμοποιήση ή διά να κουβαλή νερόν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Και θυρωρόν εάν τον κάμης θα είνε πολύ πιστότερος από ένα +σκύλον. Άλλως τε και αυτός κύων ονομάζεται.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και από πού είνε και τι επαγγέλλεται;</p> + +<p>ΕΡΜ. Ρώτησε τον ίδιον· αυτό είνε το καλλίτερον. </p> + +<p>ΑΓΟΡ. Είνε τόσον κατσουφιασμένος και άγριος, ώστε φοβούμαι να μη +με γαυγίση ή και να με δαγκάση, αν πλησιάσω. Δεν βλέπεις πως εσήκωσε +το ραβδί και συνεφρυώθη και κυτάζει κατά τρόπον άγριον και +απειλητικόν;</p> + +<p>ΕΡΜ. Μη φοβάσαι· είνε ημερωμένος.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δεν μου λες, καλέ μου άνθρωπε, από πού είσαι;</p> + +<p>ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Απ' όπου θέλεις.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι εννοείς;</p> + +<p>ΔίΟΓ. Έχεις ενώπιόν σου ένα πολίτην του κόσμου.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και ποιον ακολουθείς και μιμείσαι; ΔΙΟΓ. Τον Ηρακλέα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Κατά το ξύλον που κρατείς του ομοιάζεις· αλλά διατί δεν +φορείς και την λεοντήν;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Η λεοντή μου είνε αυτός ο τρίβων. Το έργον μου δε είνε να +πολεμώ, όπως εκείνος, τας ηδονάς, όχι κατά διαταγήν άλλου, αλλ' +εκουσίως. Ο σκοπός μου είνε να καθαρίσω από αυτάς τον κόσμον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ευγενής σκοπός. Αλλά τέλος πάντων εις τι συνίστανται κυρίως +αι γνώσεις σου και ποίαν τέχνην μετέρχεσαι;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Είμαι ελευθερωτής των ανθρώπων και ιατρός των παθών· εν +γένει δε θέλω να είμαι της αληθείας και του θάρρους ο κήρυξ.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και αν σ' ερωτήσω, στόμα της αληθείας, κατά ποίον τρόπον θα +με εξασκήσης;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Αφού σε παραλάβω θα σε γδύσω πρώτον από την καλοπέρασιν, θα +σε αναγκάσω έπειτα να ζης με στερήσεις και θα σου φορέσω τρίβωνα όπως +αυτόν που φορώ, κατόπιν δε θα σε υποβάλλω εις κόπους και κακοπαθείας, +θα κοιμάσαι κατά γης, θα πίνης μόνον νερόν και θα τρέφεσαι με ό,τι +τύχη. Αν έχης χρήματα θα σε συμβουλεύσω να πας να τα ρίψης εις την +θάλασσαν, θ' αδιαφορήσης διά γυναίκα, τέκνα και πατρίδα και όλα αυτά +θα τα θεωρής σαχλαμάρες, θ' αφήσης το σπίτι του πατέρα σου και θα +κατοικήσης εις κανένα τάφον ή ερημόπυργον ή και πίθον. θα έχης την +σακκούλαν γεμάτην από λούπινα και από βιβλία ολόγραφα +(<sup><a href="#fn91" id="ref91">91</a></sup>) + και εις την κατάστασιν αυτήν θα θεωρής τον εαυτόν σου +ευδαιμόνέστερον από τον βασιλέα των Περσών. Εάν δε κανείς σε δείρη ή +σε βασανίση, να μη το θεωρής δυσάρεστον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι λες; Να μη πονώ όταν με δέρνουν; Δεν έχω το δέρμα της +χελώνης ή του κάβουρα.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Ν' ακολουθής με μικράν παραλλαγήν εκείνο που είπεν ο +Ευριπίδης.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Το πνεύμα σου θα πονέση αλλ' η γλώσσα θα μείνη ανάλγητος +(<sup><a href="#fn92" id="ref92">92</a></sup>) +. Προ πάντων όμως πρέπει να είσαι αυθάδης και θρασύς και να υβρίζης +τους πάντας αδιακρίτως, βασιλείς και ιδιώτας, διότι ούτω ο κόσμος θα +σε προσέξη και θα σε νομίση άφοβον. Η γλώσσα σου να είνε χυδαία και +βάρβαρος και η φωνή σου δυνατή και εντελώς ομοία προς το γαύγισμα του +σκύλου. Το πρόσωπόν σου να είνε αγριωπόν και το βάδισμα ανάλογον προς +την τοιαύτην του προσώπου έκφρασιν. Εν γένει δε όλα σου να είνε +θηριώδη και άγρια. Η εντροπή, η μετριοπάθεια και η πραότης ας είνε +μακράν σου· και το ερύθημα να το αποξύσης εντελώς από το πρόσωπόν +σου. Να συχνάζης κατά προτίμησιν εις τα πολυανθρωπότερα μέρη και εις +αυτά πάλιν να ζης μόνος και ακοινώτητος, χωρίς κανένα να πλησιάζης +και κανένα να έχης φίλον διότι αυτά είνε εναντίον των αρχών μας. +Ενώπιον δε όλων να πράττης με θάρρος εκείνα τα οποία οι άλλοι και +ιδιαιτέρως εντρέπονται να πράττουν. Και εις τας ηδονάς της Αφροδίτης +να εκλέγης τους γελοιωδεστέρους τρόπους. Και τέλος, όταν θελήσης, να +φάγης ένα κταπόδι ωμό ή σουπιά και ν' αποθάνης. Αυτή είνε η ευτυχία +την οποίαν θα σου δώσω.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Να την κρατήσης για τον εαυτό σου. Αυτά που μου λες είνε +απάνθρωπα και συχαμερά.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Εύκολα όμως και όλοι δύνανται να τα βάλλουν εις πράξιν. Δεν +θα έχης ανάγκην από μάθησιν και σοφίαν γελοίαν, αλλ' η οδός που θα σε +φέρη εις την δόξαν θα είνε σύντομος· διότι και κοινός άνθρωπος εάν +είσαι, όπως βυρσοδέψης ή παστοπώλης, μαραγκός ή αργυραμοιβός +(<sup><a href="#fn93" id="ref93">93</a></sup>) +, τούτο δεν θα σε εμποδίση να γίνης περίφημος, αρκεί να έχης +αναίδειαν και θράσος και να μάθης καλά να υβρίζης.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δι' αυτά δεν σε χρειάζομαι· ναύτης όμως ή κηπουρός δύνασαι +εν ανάγκη να γίνης, εάν θέλουν να σε δώσουν το πολύ για δυο +οβολούς.</p> + +<p>ΕΡΜ. Πάρε τον. Ευχαρίστως θα τον ξεφορτωθούμε, διότι μας ζαλίζει +με τας κραυγάς του και όλους αδιακρίτως υβρίζει και κακολογεί.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον, εκείνον τον Κυρηναίον, ο οποίος φορεί πορφύραν +και έχει στέφανον επί της κεφαλής του. +(<sup><a href="#fn94" id="ref94">94</a></sup>) +</p> + +<p>ΕΡΜ. Παρακαλώ να γίνη ησυχία, διότι το αντικείμενον είνε πολυτελές +και έχει ανάγκην πλουσίων αγοραστών. Πρόκειται περί βίου ευχαρίστου, +βίου τρισευτυχούς. Ποιος θέλει μίαν ζωήν ηδυπαθή; Ποιος θέλει ν' +αγοράση αυτό το αβρότατον υποκείμενον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πλησίασε και λέγε τι γνωρίζεις και θα σε αγοράσω αν δύνασαι +να μου είσαι χρήσιμος.</p> + +<p>ΕΡΜ. Μη τον ενοχλής, φίλε μου, και μη χάνης τα λόγια σου, διότι +είνε μεθυσμένος και δεν θα σου απαντήση· ως βλέπεις, τραυλίζει.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και ποιος έχασε τα μυαλά του ν' αγοράση ένα δούλον τόσον +διεφθαρμένον και ακόλαστον; Αλλά και τι μυρωδιές έχει πάνω του! Και +πώς τρικλίζει και φαίνεται έτοιμος να πέση! Αλλά λέγε μου τουλάχιστον +συ, ω Ερμή, τι γνωρίζει και ποίαν τέχνην επαγγέλεται.</p> + +<p>ΕΡΜ. Κυρίως είνε καλός φίλος και ευχάριστος συμπότης και χορευτής· +θα είνε πολύ διασκεδαστικός εις ένα αφέντην ο οποίος ρέπει εις τους +έρωτας και εις την ασωτείαν. Αλλ' είνε και τέλειος σοφός εις την +παρασκευήν των φαγητών και των γλυκυσμάτων και εν γένει είνε +επιστήμων εις την καλοπέρασιν. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και +υπηρέτησεν έπειτα τους τυράννους της Σικελίας και εξετιμάτο πολύ παρ' +αυτών. Το κυριώτερον δόγμα του είνε να καταφρονή τα πάντα και +συγχρόνως να επωφελήται τα πάντα και να λαμβάνη την ηδονήν όπου την +ευρίσκει.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν ν' αποταθής εις άλλον από αυτούς τους πλουσίους που +έχουν πολλά χρήματα· εγώ δεν είμαι κατάλληλος ν'αγοράσω ένα τέτοιον +γλεντζέν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Φαίνεται ότι θα μας μείνη απώλητος αυτός.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ας αποσυρθή και φέρε άλλον. Ας έλθουν αυτοί οι δύο, αυτός +από τα Άβδυρα που γελά και ο άλλος από την Έφεσον που κλαίει, θέλω να +τους πωλήσωμεν και τους δύο ομού.</p> + +<p>ΕΡΜ. Κατεβήτε εις το μέσον. Πωλούνται δύο άριστοι βίοι, οι +σοφώτατοι εξ όλων.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι αντίθετοι που είνε! Ο ένας δεν παύει να γελά. Ο άλλος +φαίνεται ως να κλαίη τον πατέρα του. Δεν μου λες εσύ, γιατί +γελάς;</p> + +<p>ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Ερωτάς; Διότι όλα όσα κάνετε μου φαίνονται γελοία και +σεις γελοίοι.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες; Μάς εμπαίζεις όλους και περιφρονείς τα πράγματα +εις τα οποία ασχολούμεθα;</p> + +<p>ΔΗΜ. Αυτό είνε· δεν βλέπω τίποτε το σπουδαίον εις αυτά και τα +πάντα είνε κενά και ατόμων φορά και απειρία.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Όχι δα· συ είσαι αληθινά κενός και άπειρος του κόσμου. Αλλά +δεν θα παύσης να γελάς; Τι αυθάδεια είνε αυτή; Και συ, φίλε μου, +διατί κλαίεις; Μου φαίνεται ότι είνε προτιμότερον να ομιλή κανείς με +σένα.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Τα ανθρώπινα πράγματα μου φαίνονται, ξένε, θλιβερά και +αξιοδάκρυτα και τίποτε εξ αυτών δεν τρέχει προς το καλόν. Σας +λυπούμαι λοιπόν και οδύρομαι· και τα μεν παρόντα δεν θεωρώ σπουδαία, +τα δε μέλλοντα προβλέπω τρομερά· εννοώ την πυρπόλησιν και την +καταστροφήν του σύμπαντος. Δι' αυτά κλαίω και διότι τίποτε δεν είνε +στερεόν και όλα συστρέφονται εις ένα κυκεώνα και είνε το αυτό η +τέρψις και η θλίψις, η γνώσις και η άγνοια, το μέγα και το μικρόν. +Όλα περιστρέφονται και συναλλάσσονται εις το παιγνίδι των αιώνων.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και τι είνε ο αιών;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛ. Ένα παιδί το οποίον παίζει πεσσούς +(<sup><a href="#fn95" id="ref95">95</a></sup>) + και φιλονεικεί.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και οι άνθρωποι;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛ. Θεοί θνητοί.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Οι δε θεοί;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛ. Άνθρωποι αθάνατοι.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αινίγματα μου λέγεις, φίλε μου, ή γρίφους συνθέτεις; Οι +λόγοι σου είνε σκοτεινοί όπως οι χρησμοί του Λοξίου Απόλλωνος.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛ. Διότι δεν έχετε καμμίαν σημασίαν δι' εμέ.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αλλά τότε δεν θα σ' αγοράση κανείς που τα έχει σωστά.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛ. Και εγώ σας περιφρονώ εξ ίσου και τους αγοράζοντας και τους +μη αγοράζοντας.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αυτός μου φαίνεται ότι δεν είνε καλά στα μυαλά του. Ούτε τον +ένα, ούτε τον άλλον θ' αγοράσω.</p> + +<p>ΕΡΜ. Και αυτοί θα μείνουν απώλητοι.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον.</p> + +<p>ΕΡΜ. Θέλεις να καλέσω τον Αθήναιον εκείνον τον πολύλογον;</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Μάλιστα.</p> + +<p>ΕΡΜ. Έλα λοιπόν συ. Πωλείται βίος αγαθός και συνετός. Ποιος θ' +αγοράση ένα τόσον αξιοσέβαστον πρόσωπον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δεν μου λες τι κυρίως ξέρεις εσύ;</p> + +<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Είμαι παιδεραστής και σοφός εις τα του έρωτος.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ωραία! Και θέλεις να σε αγοράσω εγώ και να σε πάρω +παιδαγωγόν εις το παιδί μου, που είνε καλοκαμωμένο;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Και ποιος από εμένα είνε καταλληλότερος να συναναστρέφεται +ένα ωραίον νέον; Διότι δεν είμαι των σωμάτων εραστής αλλά των ωραίων +ψυχών, θα τους ακούσης να λέγουν ότι και όταν συνέβη να κοιμηθούν +μαζή μου υπό το αυτό σκέπασμα δεν έπαθαν τίποτε κακόν εκ μέρους μου +(<sup><a href="#fn96" id="ref96">96</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αυτά να τα λες αλλού, ότι είσαι παιδεραστής και περιορίζεσαι +μόνον εις την ψυχήν των παιδιών, ενώ δύνασαι να πας και πάρα πέρα, +αφού κοιμάσθε υπό το αυτό σκέπασμα.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Σου ορκίζομαι εις τον σκύλον και εις τον πλάτανον ότι αυτή +είνε η αλήθεια +(<sup><a href="#fn97" id="ref97">97</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι θεοί είνε αυτοί εις τους οποίους ορκίζεσαι;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Γιατί; Δεν νομίζεις ότι είνε θεός ο σκύλος; Δεν γνωρίζεις +ότι ο Άνουβις ο θεός των Αιγυπτίων είνε κυνοκέφαλος, επίσης δε ο +Σείριος εις τον ουρανόν και ο Κέρβερος εις τον Άδην;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον +ζης;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν +μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους δικούς +μου.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας +γυναίκας. Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να +ανήκη εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα +βουλόμενον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας +νόμους;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και +των ανδραγαθούντων.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων· διότι πάντα +όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η +θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα +βλέπω.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω +εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό μου +και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και +οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;</p> + +<p>ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα +πληρώσω αργότερα.</p> + +<p>ΕΡΜ. Το όνομά σου;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος +(<sup><a href="#fn98" id="ref98">98</a></sup>) +.</p> + +<p>ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει +αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου, +τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει +μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός +ευχάριστος και καλοφαγάς.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και η τιμή;</p> + +<p>ΕΡΜ. Δύο μναι.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λάβε τις· αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν +περισσότερον.</p> + +<p>ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες +τσαπέλες σύκα της Καρίας.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και +σκυθρωπός, τον Στωικόν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν +περιμένουν. Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή. +Ποιος θέλει να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;</p> + +<p>ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος, +ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο θέλετε +(<sup><a href="#fn99" id="ref99">99</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και +τα τοιαύτα.</p> + +<p>ΕΡΜ. Φαίνεται.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις +εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.</p> + +<p>ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από +ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα +(<sup><a href="#fn100" id="ref100">100</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα +δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;</p> + +<p>ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους +ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι σπουδαίοι +όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον αυτά +γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν η +οποία υπάρχει μεταξύ των.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον +τι είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός +αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν· αν ένας χωλός σκοντάψη με το +κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον +δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα +πληγή παρασύμβαμα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και +δεσμεύω εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως +με φίμωτρον· η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα· έχεις παιδί;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και +το αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το +αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου +δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω +το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν +προφθάση και το καταπιή.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι, +(<sup><a href="#fn101" id="ref101">101</a></sup>) + θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα πράγματα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ποία;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα +(<sup><a href="#fn102" id="ref102">102</a></sup>) + συλλογισμόν, εκτός δε τούτων την Ηλέκτραν και τον +εγκεκαλυμμένον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η +Ηλέκτρα;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα +αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε· διότι όταν ευρίσκετο ενώπιόν +της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε μεν τον +Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης το +ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν, ο +οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον πατέρα +σου;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον +γνωρίσης; Τι θα πης;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου· ώστε εάν τον αγνοής, +επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν +μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα +φθάσης εις την κορυφήν της αρετής; +(<sup><a href="#fn103" id="ref103">103</a></sup>) +</p> + +<p>ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν +την πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και +τα τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ, +σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να +παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις +(<sup><a href="#fn104" id="ref104">104</a></sup>) +· και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός εάν +δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη +κανείς, Γνίφων +(<sup><a href="#fn105" id="ref105">105</a></sup>) + και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το προσόν το έχεις — πώς +πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος ήδη κατέπιε τον +ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο +συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι +λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις τους +σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον να +λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους των +τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι πρώτοι και +οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά και κατά τον +φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον θα λάβη και τον +δεύτερον· αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και τον δεύτερον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά +των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να +είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να +αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς· διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού +μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν πρέπει +να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω να +γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε +δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα +αναπόδεικτον συλλογισμόν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις +σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε +αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς, +αγαπητέ.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Ιδού πώς· ο λίθος είνε σώμα;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Είνε.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Φαίνεται.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και +κάμε με εκ νέου άνθρωπον.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου, +παν σώμα είνε ζώον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Όχι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Όχι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να +ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα σ' +αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;</p> + +<p>ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λάβε.</p> + +<p>ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.</p> + +<p>ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού +συλλογισμού.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.</p> + +<p>ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον +σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;</p> + +<p>ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον, +διπλούς.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δηλαδή;</p> + +<p>ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός· ώστε, αν τον +αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και τον +εξωτερικόν άνθρωπον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;</p> + +<p>ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω +τούτων.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;</p> + +<p>ΕΡΜ. Είκοσι μνας.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.</p> + +<p>ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά +θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης +παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της +θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των +στρειδιών.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.</p> + +<p>ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί +σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός +της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος όχι +γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά +(<sup><a href="#fn106" id="ref106">106</a></sup>) +, ώστε τον αγοράζω είκοσι μνας.</p> + +<p>ΕΡΜ. Καλά.</p> + +<p>ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;</p> + +<p>ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία +(<sup><a href="#fn107" id="ref107">107</a></sup>) +, πλησίασε και κάνε γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι +επωλήθησαν και δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση +αυτόν εδώ;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Εγώ· αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;</p> + +<p>ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες;</p> + +<p>ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;</p> + +<p>ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;</p> + +<p>ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις +ζυγαριές;</p> + +<p>ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω· όταν δε τας +εύρω εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία +είνε η αληθεστέρα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;</p> + +<p>ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα +(<sup><a href="#fn108" id="ref108">108</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;</p> + +<p>ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο +σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;</p> + +<p>ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός +συγχρόνως;</p> + +<p>ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως +διαφέρω από τον σκώληκα.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός +εδώ;</p> + +<p>ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.</p> + +<p>ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;</p> + +<p>ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι +(<sup><a href="#fn109" id="ref109">109</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.</p> + +<p>ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.</p> + +<p>ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα +πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.</p> + +<p>ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.</p> + +<p>ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.</p> + +<p>ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε +τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις +δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ</h4> + +<p> +<br /> +ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε τον +με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας ξεφύγη. +Εμπρός, Πλάτων, κτύπα· και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος. Όλοι ας +ορμήσωμεν εναντίον του,</p> + +<p> ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις +(<sup><a href="#fn110" id="ref110">110</a></sup>) +·</p> + +<p>διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον. +Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να +μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε· ας τιμωρηθή, αναλόγως των +συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και όμως +δεν έπρεπε.</p> + +<p> Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος +οργής +(<sup><a href="#fn111" id="ref111">111</a></sup>) +·</p> + +<p>Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί +τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα +ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να τον +τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους βασάνους, +ώστε να μας ικανοποίηση όλους· διότι δι' όσα έπραξεν εις έκαστον εξ +ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.</p> + +<p>ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.</p> + +<p>ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.</p> + +<p>ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;</p> + +<p>ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να +μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.</p> + +<p>ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο +Ορφεύς,</p> + +<p> λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον +(<sup><a href="#fn112" id="ref112">112</a></sup>) +,</p> + +<p>διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...</p> + +<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ· σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να +με λυπηθήτε.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου· τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι +λέγει ο Όμηρος,</p> + +<p> ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια +πιστά +(<sup><a href="#fn113" id="ref113">113</a></sup>) +.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ +σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.</p> + +<p> Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε +άποινα<br /> + χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ +(<sup><a href="#fn114" id="ref114">114</a></sup>) +.</p> + +<p>ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με +Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:</p> + +<p> μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο +θυμώ<br /> + χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς +(<sup><a href="#fn115" id="ref115">115</a></sup>) +.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Ω δυστυχία μου! ο Όμηρος εις τον οποίον είχα τας +μεγαλειτέρας μου ελπίδας εις ουδέν με ωφέλησε. Πρέπει να καταφύγω εις +τον Ευριπίδην και ίσως εκείνος με σώση.</p> + +<p> Μη κτείνε· τον ικέτην γαρ ου θέμις κτανείν +(<sup><a href="#fn116" id="ref116">116</a></sup>) +.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Μήπως ο Ευριπίδης δεν είπε και τα εξής :</p> + +<p> Ού δεινά πάσχειν δεινά τοις ειργασμένοις +(<sup><a href="#fn117" id="ref117">117</a></sup>) +;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Λοιπόν διά τοιούτους ματαίους λόγους Θα με καταδικάσετε εις +θάνατον;</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Διατί όχι; Μήπως ο ίδιος δεν λέγει και το εξής;</p> + +<p> Αχαλίνων στομάτων<br /> + ανόμου τ' αφροσύνας<br /> + το τέλος δυστυχία +(<sup><a href="#fn118" id="ref118">118</a></sup>) +.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Λοιπόν, αφού απεφασίσθη ο θάνατός μου και δεν υπάρχει τρόπος +να τον αποφύγω, σας παρακαλώ τουλάχιστον να μου ειπήτε ποίοι είσθε +και τι τόσον μέγα κακόν σας έκαμα, ώστε η οργή σας εναντίον μου να +είνε τόσον αμείλικτος και να ζητήτε τον θάνατόν μου.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Διά τα κακά τα οποία μας έκαμες να ερωτάς τον εαυτόν σου, +κακούργε, και τους ωραίους εκείνους λόγους σου, εις τους οποίους και +αυτήν την φιλοσοφίαν εκακολόγεις και ημάς ύβριζες και μας επώλεις εις +δημοπρασίαν άνδρας σοφούς και το σπουδαιότερον ελευθέρους. Διά τούτο +αγανακτήσαντες εζητήσαμεν άδειαν από τον Πλούτωνα, ο Χρύσιππος αυτός, +ο Επίκουρος και ο Πλάτων εγώ και ο Αριστοτέλης εκείνος και αυτός που +σιωπά ο Πυθαγόρας, ο Διογένης και όλοι όσους διέσυρες εις τα έργα +σου.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Ανέπνευσα· διότι δεν θα με θανατώσετε εάν μάθετε ποία +αισθήματα έθρεφα προς υμάς. Ώστε πετάξετε τους λίθους, αλλά μάλλον +φυλάξετέ τους, διότι θα τους μεταχειρισθήτε κατ' εκείνων που είνε +άξιοι λιθοβολισμού.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Αυτά να σου λείψουν. Συ πρέπει σήμερον να τιμωρηθής με +θάνατον και μάλιστα αμέσως.</p> + +<p> Λάϊνον έσσο χιτώνα κακών ένεχ' όσα έοργας +(<sup><a href="#fn119" id="ref119">119</a></sup>) +.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Και όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αν φονεύσετε εμέ θα +φονεύσετε εκείνον εις τον οποίον προ πάντων έπρεπε να ευγνωμονήτε, ο +οποίος είνε οικείος προς υμάς και φίλος και ομόφρων και, αν μου +επιτρέπετε να το είπω, προστάτης και φύλαξ της διδασκαλίας σας και +πολύ εκοπίασα εξ αγάπης προς υμάς. Προσέξετε λοιπόν να μη φανήτε +όμοιοι με τους σημερινούς φιλοσόφους, δηλαδή αχάριστοι και κακοί προς +άνθρωπον ο οποίος σας ευηργέτησε.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Τι αναισχυντία! Ώστε χάριν σου οφείλομεν διά τας ύβρεις; +Νομίζεις ότι ομιλείς προς κτήνη και θέλεις να θεωρήσωμεν ως +ευεργεσίαν τας τόσας ύβρεις και συκοφαντίας;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Και πού ή πότε εγώ σας ύβρισα, ο οποίος πάντοτε υπήρξα +θαυμαστής της φιλοσοφίας και σας υπερεπαινώ; και τα έργα τα οποία +λέγω και γράφω πόθεν άλλοθεν ή από σας έλαβα και ως μέλισσα τα +απήνθισα και τα επιδεικνύω εις τους ανθρώπους; Οι δε άνθρωποι +επαινούν και αναγνωρίζουν έκαστος το άνθος πόθεν, πώς και εκ τίνος το +έδρεψα, και φαίνονται μεν ότι επαινούν εμέ διά την ανθολογίαν, +πραγματικώς όμως γνωρίζουν χάριν εις υμάς και τον ανθώνα σας, οι +οποίοι τοιαύτα άνθη ποικίλα και πολύχρωμα έχετε παραγάγη, δυνάμενα να +χρησιμεύσουν και προς δόξαν εκείνου όστις δύναται να συλλέξη και τα +συναρμόση, ούτως ώστε να συμφωνούν μεταξύ των και να σχηματίζουν +σύνολον αρμονικόν. Είνε λοιπόν δυνατόν άνθρωπος ο οποίος τοιαύτας +ευεργεσίας έλαβε παρ' υμών να κατηγορήση τους ευεργέτας του, εξ +αιτίας των οποίων και αυτός φαίνεται τώρα ότι είνε κάτι τι; Εκτός εάν +έχη τον χαρακτήρα του Θαμίριδος ή του Ευρύτου, ο οποίος ενώ είχε +διδαχθή το άσμα παρά των Μουσών, εφέρετο προκλητικώς προς τας Μούσας +και ετάνυεν εναντίον του Απόλλωνος το τόξον του, ενώ παρ' αυτού είχε +διδαχθή την τοξευτικήν...</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Ομιλείς ως ρήτωρ και αυτό το οποίον λέγεις είνε αντίθετον +προς το πράγμα και μεγαλείτερον αποδεικνύει το θράσος σου, καθότι εις +το αδίκημα προσθέτει και την αχαριστίαν, διότι, ενώ παρ' ημών έμαθες +να τοξεύης, εναντίον ημών έστρεψες το τόξον σου και ως μόνον σκοπόν +είχες να κακολογής όλους ημάς. Αυτήν την αμοιβήν ελάβομεν παρά σου +διά την χάριν την οποίαν σου εκάμαμεν να σου αφήσωμεν ανοικτόν των +ανθώνα εκείνον και να μη σ' εμποδίσωμεν να κόψης άνθη και αφού έκαμες +άφθονον προμήθειαν ν' απέλθης. Διά τούτο είνε δίκαιον να τιμωρηθής +διά θανάτου.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Βλέπετε ότι ακούετε περισσότερον την οργήν σας παρά το +δίκαιον; Δεν εφανταζόμην ποτέ ότι ηδύνατο η οργή να κυριεύη τον +Πλάτωνα, τον Χρύσιππον ή τον Αριστοτέλην ή άλλον από σας, αλλ' +ενόμιζα ότι μόνοι σεις είσθε απηλλαγμένοι αυτού του πάθους. Σας +παρακαλώ μη με θανατώσετε άκριτον και αδίκαστον, διότι και τούτο ήτο +γνώμη σας ότι δεν πρέπει να επικρατή η βία και το δίκαιον του +ισχυροτέρου, αλλ' αι διαφοραί να λύωνται κατά το δίκαιον και αφού +ακουσθούν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Ώστε εκλέξατε ένα δικαστήν +και απαγγείλλετέ μου κατηγορίαν ή όλοι υμείς ή ένας, τον οποίον θα +διορίσετε αντιπρόσωπον οι λοιποί, εγώ δε θα απολογηθώ διά τας +κατηγορίας και αν μεν αποδειχθώ ένοχος και το δικαστήριον αναγνωρίση +την ενοχήν μου, θα υποστώ την δικαίαν τιμωρίαν· αλλά μη προβήτε εις +καμμίαν αυθαιρεσίαν. Εάν δε αποδειχθώ κατά την δίκην αγνός και αθώος, +οι δικασταί θα με απολύσουν και σεις τότε θα στρέψετε την οργήν σας +εναντίον εκείνων οίτινες σας εξηπάτησαν και σας εξηρέθισαν εναντίον +μου.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Είνε ως ν' απολύσωμεν τον ίππον εις την πεδιάδα, κατά την +παροιμίαν, διά να τον φυλάξωμεν καλλίτερα. Θα γελάσης τους δικαστάς +και θα διαφύγης· διότι ως ηκούσαμεν είσαι ρήτωρ και δικηγόρος, πολύ +πανούργος εις τους λόγους. Ποίον δικαστήν να βάλωμεν να σε δικάση, +τον οποίον να μη δωροδοκήσης, κατά την συνήθειάν σας, και να τον +πείσης να ψηφίση υπέρ σου παρά την συνείδησίν του;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Δι' αυτό μη ανησυχήτε· δεν θα ζητήσω να γίνη δικαστής κανέν +τοιούτον πρόσωπον ύποπτον και αμφιβόλου ακεραιότητος, το οποίον να με +αθωώση κατά χάριν ή με δωροδοκίαν. Προτείνω να με δικάση η Φιλοσοφία +και σεις μετ' αυτής.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Και ποιος θα υποστηρίξη την κατηγορίαν, όταν ημείς θα είμεθα +δικασταί;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Οι ίδιοι να είσθε κατήγοροι και δικασταί· δεν το φοβούμαι +και τούτο. Τόσην πεποίθησιν έχω εις το δίκαιόν μου και εις την +δύναμιν των επιχειρημάτων τα οποία θα μεταχειρισθώ εις την απολογίαν +μου.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Τι λέτε σεις, Πυθαγόρα και Σωκράτη; Μου φαίνεται ότι αι +αξιώσεις του δεν είνε παράλογοι.</p> + +<p>ΣΩΚΡ. Τι άλλο παρά να πάμε εις το δικαστήριον, να παραλάβωμεν δε +και την Φιλοσοφίαν και εκεί ν' ακούσωμεν τι απολογείται αυτός ο +άνθρωπος; Να τον τιμωρήσωμεν αδίκαστον δεν αρμόζει εις ημάς, αλλ' εις +ανθρώπους αμαθείς και οργίλους, οι οποίοι λύουν τας διαφοράς των με +το δίκαιον του ισχυροτέρου. Θα δώσωμεν δε και αφορμάς κατηγοριών εις +τους κακοβούλους αν λιθοβολήσωμεν άνθρωπον χωρίς να του επιτρέψωμεν +ν' απολογηθή, ενώ καυχώμεθα ότι τόσον αγαπώμεν την δικαιοσύνην. Και +τι θα είπωμεν τότε περί του Ανύτου και Μελήτου, των κατηγόρων μου, ή +περί των τότε δικαστών, εάν αυτός θανατωθή χωρίς ουδόλως να του +επιτρέψωμεν ν' απολογηθή;</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Πολύ σωστά λέγεις, Σωκράτη· ώστε ας πάμε να εύρωμεν την +Φιλοσοφίαν. Αυτή ας δικάση και ημείς ας αποδεχθώμεν τας αποφάσεις +της.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Εύγε, σοφώτατοι, αυτά τα οποία λέγετε τώρα είνε καλλίτερα +και νομιμώτερα. Τους λίθους φυλάξετε, όπως σας είπα, διότι θα τους +χρειασθήτε ολίγον αργότερα εις το δικαστήριον. Αλλά πού δύναται +κανείς να εύρη την Φιλοσοφίαν; Διότι δεν γνωρίζω πού κατοικεί, καίτοι +έχω περιπλανηθή επί πολύ προς αναζήτησίν της διότι επεθύμουν να την +γνωρίσω και την συναναστραφώ. Συνήντησα διαφόρους με μανδύας και +μεγάλας γενειάδας, οίτινες έλεγον ότι προήρχοντο εξ αυτής και, +νομίζων ότι την εγνώριζον πραγματικώς, τους ηρώτων αλλ' αυτοί την +ηγνόουν πολύ περισσότερον από εμέ και ή δεν μου έδιδον καμμίαν +απάντησιν διά να μη φανερώσουν την άγνοιάν των ή άλλην αντ' άλλης +θύραν μου εδείκνυον και ούτω μέχρι σήμερον δεν κατώρθωσα ακόμη να +εύρω την κατοικίαν της Φιλοσοφίας. Συνέβη πολλάκις ή μόνος να εικάσω +ή οδηγούμενος παρ' άλλου να φθάσω εις μίαν θύραν και να νομίζω ότι +επί τέλους ανεκάλυψα την ζητουμένην οικίαν, εσυμπέραινα δε τούτο εκ +του πλήθους των εισερχομένων και εξερχομένων, οίτινες όλοι ήσαν +σκυθρωποί και σοβαροί το παράστημα και εφαίνοντο βυθισμένοι εις +σκέψεις. Ανεμίχθην εις αυτούς και εισήλθα. Αλλ' αντί της αληθινής +Φιλοσοφίας ευρήκα γύναιον χωρίς καμμίαν απλότητα, μολονότι εφαίνετο +προσπαθούσα να φαίνεται αφελής και απεριποίητος. Εντός ολίγου +διέκρινα ότι και την κόμην της ήτις εφαίνετο ατημέλητος δεν άφηνεν +ακαλλώπιστον και το ένδυμά της δεν ήτο ανεπιτήδευτον· και ήτο +πρόδηλον ότι και την ατημελησίαν εκείνην μετεχειρίζετο ως στολισμόν. +Διεκρίνετο δε εις το πρόσωπόν της και ολίγον ψιμύθιον και οι λόγοι +της ήσαν όλοι εταίρας λόγοι· και όταν την επαινούσαν διά το κάλλος +της οι ερασταί της εφαίνετο ευχαριστημένη και αν της έδιδε κανείς +χρήματα και δώρα, προθύμως τα εδέχετο και εκ των εραστών τους μεν +πλουσίους εκάλει πλησίον της, τους δε πτωχούς ούτε ητένιζε. Πολλάκις +δε συνέβη να φανούν δήθεν ακουσίως τα γυμνά μέλη της και τότε έβλεπα +ότι εφόρει περιδέραια χρυσά παχύτερα από τους κλοιούς των +φυλακισμένων. Έφυγα λοιπόν αμέσως, οικτείρων τους δυστυχείς εκείνους, +οίτινες εσύροντο παρ' αυτής ουχί από την μύτην, αλλ' από τα γένεια, +και όπως ο Ιξίων, συνευρίσκοντο με σκιάν νομίζοντες ότι ήτο η +Ήρα.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Αυτό που είπες είνε αληθές, διότι δεν είνε εις όλους γνωστόν +ούτε καθένας δύναται ν' ανακαλύψη την θύραν της. Αλλ' είνε περιττόν +να πάμε εις την κατοικίαν της· ας την περιμένωμεν εδώ εις τον +Κεραμεικόν, όπου θα έλθη μετ' ολίγον επιστρέφουσα εκ της Ακαδημίας, +διά να περιπατήση και εις την Ποικίλην, όπως καθ' εκάστην συνειθίζει. +Αλλ' ιδού έρχεται. Βλέπεις εκείνην την σεμνήν γυναίκα με το γλυκύ +βλέμμα, η οποία βαδίζει σιγά και σκεπτική;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Βλέπω πολλάς ομοίας και κατά το ήθος και κατά το βάδισμα και +κατά την ενδυμασίαν. Βέβαια η αληθής Φιλοσοφία, θα είνε μία εξ +αυτών.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Άμα θα ομιλήση θα εννοήσης ποία είνε.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Μπα! Πώς εδώ πάνω ο Πλάτων, ο Χρύσιππος, ο Αριστοτέλης +και όλοι οι άλλοι, οι κορυφαίοι εκ των μαθητών μου; Πώς ήλθατε πάλιν +εις την ζωήν; Μήπως δεν είσθε ευχαριστημένοι κάτω; Φαίνεσθε +θυμωμένοι. Και ποιος είνε αυτός τον οποίον έχετε μαζή σας ως +αιχμάλωτον; Μήπως είνε τυμβωρύχος, φονεύς ή ιερόσυλος;</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Μα τον Δία, Φιλοσοφία, είνε ο ασεβέστερος εξ όλων των +ιεροσύλων. Αυτός ετόλμησε να υβρίση και σε την θειοτάτην και ημάς +όλους, όσοι κάτι εδιδάχθημεν παρά σου και το αφήκαμεν εις τας +επερχομένας γενεάς.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Και εθυμώσατε διότι ένας άνθρωπος σας εκακολόγησε, ενώ +γνωρίζετε πόσα μου ψάλλει εμένα η Κωμωδία εις τα Διονύσια και όμως +την θεωρώ φίλην και ούτε εις το δικαστήριον την εκάλεσα, ούτε επήγα +να της παραπονεθώ, αλλά την αφήνω να λέγη τα συνειθισμένα της και τα +πρέποντα εις την εορτήν; Διότι γνωρίζω ότι από τα σκώμματα δεν +δύναται να προέλθη τίποτε κακόν, αλλ' εξ εναντίας το καλόν, όπως ο +χρυσός όταν τρίβεται και καθαρίζεται, γίνεται λαμπρότερος και +περισσότερον φαίνεται η αξία του. Δεν εννοώ πώς εγίνατε τόσον +ευερέθιστοι και θυμώδεις. Διατί τον έχετε αυτόν δεμένον από τον +λαιμόν;</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Ελάβαμεν την άδειαν επίτηδες να έλθωμεν επάνω και να τον +τιμωρήσωμεν κατά τα έργα του· διότι εμανθάναμεν τα όσα έλεγεν εις τα +πλήθη εναντίον μας.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Και χωρίς να δικασθή και ν' απολογηθή θα τον θανατώσετε; +Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει να είπη.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Όχι, απεφασίσαμεν να αναθέσωμεν την υπόθεσιν εις την κρίσιν +σου· και αν θέλης δίκασε τον όπως νομίζεις πρέπον.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Τι λέγεις εσύ;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Αυτό είπα και εγώ, δέσποινα Φιλοσοφία, διότι μόνον συ +δύνασαι να εύρης την αλήθειαν. Με πολλάς παρακλήσεις και με πολλήν +δυσκολίαν κατώρθωσα να ανατεθή εις εσέ η δίκη.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Τώρα, αχρείε, την λέγεις δέσποιναν, προ ολίγων ημερών όμως +την εξηυτέλιζες ενώπιον πολυαρίθμων θεατών, διατιμών έκαστον σύστημα +αυτής δύο οβολούς.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Προσέξετε μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν εκακολόγει την +Φιλοσοφίαν, αλλά διαφόρους αγύρτας, οίτινες με το όνομά μας πράττουν +πολλάς και διαφόρους μυσαράς πράξεις.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. θα το μάθης παρά του ιδίου, αν μόνον θέλησης ν' ακούσης την +απολογίαν του.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Πηγαίνομεν εις τον Άρειον Πάγον ή μάλλον εις την Ακρόπολιν, +διά να βλέπωμεν συγχρόνως και τι γίνεται εις την πόλιν. Σεις δε, +αγαπηταί, πηγαίνετε να περιπατήσετε εις την Ποικίλην και θα έλθω να +σας εύρω μετά το τέλος της δίκης.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Και ποιες είνε αυτές, Φιλοσοφία; Και αυτές φαίνονται πολύ +σεμνές.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Αυτή η ανδροπρεπής είνε η Αρετή, εκείνη δε η άλλη είνε η +Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη αυτή που στέκεται πλησίον της. Αυτή που +πηγαίνει μπροστά είνε η Παιδεία, η άλλη δε που μόλις διακρίνεται και +έχει το χρώμα αμφίβολον είνε η Αλήθεια.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Δεν βλέπω ποίαν λέγεις.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Δεν βλέπεις εκείνην την αστόλιστη γυναίκα, η οποία +διαφεύγει και διολισθαίνει;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Τώρα μόλις την διακρίνω. Αλλά διατί δεν παραλαμβάνεις και +αυτάς διά να γίνη πλήρες και τέλειον το δικαστήριον; θέλω δε να +διορίσω και συνήγορόν μου κατά την δίκην την Αλήθειαν.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Έχεις δίκαιον, ακολουθήσετε και σεις· δεν θα είνε κοπιώδες +να δικάσωμεν μίαν δίκην, αφού μάλιστα θα πρόκειται περί των ιδικών +μας υποθέσεων.</p> + +<p>ΑΛΗΘΕΙΑ. Φύγετε σεις· εγώ δεν έχω ανάγκην ν' ακούσω πράγματα, τα +οποία προ πολλού γνωρίζω.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Αλλ' ημείς έχομεν ανάγκην να λάβης μέρος εις την δίκην διά +να καταγγείλης και τα καθέκαστα.</p> + +<p>ΑΛΗΘ. Λοιπόν θα συμπαραλάβω και αυτάς τας δύο θεραπαινίδας, αι +οποίαι μου είνε αχώριστοι.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Και όσας άλλας θέλεις.</p> + +<p>ΑΛΗΘ. Ακολουθήτε λοιπόν, Ελευθερία και Παρρησία, διά να +προσπαθήσωμεν να σώσωμεν αυτόν τον ταλαίπωρον άνθρωπον, ο οποίος είνε +θιασώτης μας και κινδυνεύει χωρίς δικαίαν αφορμήν. Συ δε, Έλεγχε, +περίμενε αυτού.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Όχι, δέσποινα, αλλ' ας έλθη και αυτός και οιοσδήποτε άλλος· +διότι δεν έχω να αγωνισθώ με θηρία συνήθη, αλλά με ανθρώπους αγύρτας +και δυσκόλως εξελεγχομένους, οι οποίοι πάντοτε ευρίσκουν υπεκφυγάς· +ώστε η παρουσία του Ελέγχου είνε αναγκαία.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Βέβαια πολύ αναγκαία· το καλλίτερον δε θα ήτο να παραλάβης +και την Απόδειξιν.</p> + +<p>ΑΛΗΘ. Ακολουθείτε όλοι, αφού θεωρείσθε τόσον αναγκαίοι, διά την +δίκην.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Φοβείσθε λοιπόν ακόμη, συ Πλάτων και Χρύσιππε και +Αριστοτέλη, μήπως ο δικαστής μεροληπτήση υπέρ αυτού, αφού δικαστής +είνε η Αλήθεια; ΠΛΑΤ. Δεν λέγομεν αυτό, αλλ' είνε πανούργος και +κολακευτικός και είνε φόβος μήπως την παραπείση.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Μη ανησυχήτε και δεν θα γίνη καμμία αδικία, αφού και η +Δικαιοσύνη θα συμπαρίσταται εις την δίκην. Ας ανεβαίνωμεν λοιπόν. +Αλλά δεν μου λέγεις εσύ πώς ονομάζεσαι;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Εγώ ονομάζομαι Παρρησιάδης Αληθίωνος του Ελεγξικλέους.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Η δε πατρίς σου;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Είμαι Σύρος από τα περίχωρα του Ευφράτου. Αλλά τι σημαίνει +αυτό; Γνωρίζω ότι και εκ των αντιδίκων τινές είνε όχι ολιγώτερον εμού +βάβαροι την καταγωγήν· αλλ' ο τρόπος και η μόρφωσίς των δεν είνε όπως +των Σολέων, των Κυπρίων, των Βαβυλωνίων ή των Σταγειριτών +(<sup><a href="#fn120" id="ref120">120</a></sup>) +. Άλλως τε εις την ιδικήν σου εκτίμησιν δεν εκπίπτει κανείς αν κατά +την γλώσσαν είνε βάρβαρος, αρκεί να έχη ευθύν και δίκαιον +χαρακτήρα.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Βεβαίως, αλλ' η ερώτησίς μου εις άλλο απέβλεπε. Το +επάγγελμα σου ποίον είνε; Διότι πρέπει να το γνωρίζω αυτό.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Μισώ τους φαντασμένους και τους αγύρτας και τους ψεύστας και +τους επηρμένους, μισώ όλα αυτά τα είδη των σιχαμερών ανθρώπων, οι +οποίοι, ως γνωρίζεις, είνε πάρα πολλοί.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Πάρα πολύ μίσος υπάρχει εις το επάγγελμά σου.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Είνε αληθές· βλέπεις λοιπόν πόσους αποστρέφομαι και πόσον +κινδυνεύω χάριν της επιστήμης μου. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά και την +αντίθετον τέχνην, η οποία ως βάσιν έχει την αγάπην· αλλά πολύ ολίγοι +είνε άξιοι αυτής της τέχνης. Οι άλλοι όμως οι αξιομίσητοι είνε +μυριάδες. Κινδυνεύω λοιπόν την μεν μίαν τέχνην να λησμονήσω εξ +αχρηστίας, εις δε την άλλην να γίνω καθ' υπερβολήν εντριβής.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Και όμως έπρεπε να μη παραμελής την μίαν χάριν της άλλης +και να μη διαιρής τας τέχνας, διότι ενώ φαίνονται δύο είνε μία.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Καλλίτερα τα ξέρεις αυτά συ, Φιλοσοφία. Αλλά τέλος πάντων το +έργον μου είνε αυτό, τους μεν κακούς να μισώ, να επαινώ δε και ν' +αγαπώ τους καλούς.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Ελάτε λοιπόν, διότι εφθάσαμεν. Εδώ κάπου εις τον πρόναον +της πολιούχου ας γίνη η δίκη. Συ, ιέρεια, τακτοποίησε μας τα +καθίσματα, κατά το διάστημα δε τούτο ημείς θα εισέλθωμεν εις τον ναόν +να προσκυνήσωμεν την θεάν.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Ω Αθηνά, βοήθησε με εις τον αγώνα μου κατά των αγυρτών, +ενθυμουμένη τας επιορκίας τας οποίας κάμνουν καθ' εκάστην και όσα +άλλα πράττουν συ μόνη τα βλέπεις, η παρακολουθούσα αφ' υψηλού τα +πράγματα. Είνε καιρός να τιμωρηθούν. Εάν δε ίδης ότι νικώμαι και ότι +αι μαύραι ψήφοι είνε περισσότεραι, συ πρόσθεσε την ιδικήν σου και +σώσε με.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Το δικαστήριον είνε έτοιμον ν' ακούση τους διαδίκους· σεις +δε εκλέξετε ένα εξ υμών ο οποίος να δύναται να αναπτύξη καλλίτερα την +κατηγορίαν διότι δεν είνε δυνατόν να ομιλήτε όλοι συγχρόνως. Έπειτα +δε θα απολογηθής συ, Παρρησιάδη.</p> + +<p>ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Ποίος άλλος εξ ημών είνε καταλληλότερος από σε, Πλάτων; +Διότι και ευφυίαν έχεις θαυμαστήν και η γλώσσα σου είνε κομψή και +καθαρά Αττική, η δε χάρις και το πειστικόν, η σύνεσις και η ακρίβεια, +το θέλγητρον και τα επίκαιρα αποδεικτικά επιχειρήματα τα έχεις +άφθονα· ώστε δέξου την αντιπροσωπείαν και ομίλησε υπέρ ημών όλων. Να +ενθυμηθής όλα εκείνα τα οποία είπες εναντίον του Γοργίου, του Πώλου, +του Ιππίου και του Προδίκου και να τα συνθέσης εις την σημερινήν +κατηγορίαν, διότι ο κατηγορούμενος είνε δεινότερος από όλους αυτούς. +Επίχυσε εις όλα αυτά την Σωκρατικήν ειρωνείαν και φέρε τον εις +αμηχανίαν με τας συνεχείς και ευφυείς εκείνας ερωτήσεις σου, και αν +το νομίσης αναγκαίον παράχωσε εις τον λόγον σου και εκείνο το οποίον +είπες κάπου ότι ο μέγας Ζευς, ο οποίος διατρέχει τον ουρανόν επί +πτερωτού άρματος, θ' αγανακτήση εάν αθωωθή ο κατηγορούμενος +(<sup><a href="#fn121" id="ref121">121</a></sup>) +.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Είνε προτιμότερον να διορίσωμεν ένα εκ των σφοδροτέρων +ρητόρων, τον Διογένην τούτον λόγου χάριν ή τον Αντισθένην ή τον +Κράτητα ή και σε, Χρύσιππε· διότι εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν +χρειάζεται κάλλος και δεινότης συγγραφική, αλλά δικανικά και πειστικά +προσόντα, αφού και ο Παρρησιάδης είνε ρήτωρ.</p> + +<p>ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Εγώ θα αναλάβω την κατηγορίαν νομίζω δε ότι δεν έχω +ανάγκην να μακρηγορήσω πολύ διά να προκαλέσω την καταδίκην του. Άλλως +τε και περισσότερον από κάθε άλλον έχω υβρισθή παρ' αυτού, αφού και +προ ολίγων ημερών με επώλησε δύο οβολούς.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Ο Διογένης, Φιλοσοφία, θα ομιλήση εξ ονόματος όλων ημών. +Αλλά να ενθυμήσαι, φίλε μου, να μη περιορισθής μόνον εις τα αφορώντά +σε, αλλά να ομιλήσης γενικώς δι' όλους και αν έχωμεν διενέξεις τινάς +εις τας ιδέας, να το λησμονήσης και να μη το λάβης υπ' όψιν, ούτε να +εξετάσης τώρα ποίος εξ ημών ευρίσκεται περισσότερον προς το μέρος της +αληθείας, αλλά να περιορίσης την αγανάκτησίν σου διά τας ύβρεις και +τας συκοφαντίας τας οποίας απευθύνει κατ' αυτής εις τους λόγους του +αυτός ο Παρρησιάδης. Ν' αφήσης τα ζητήματα εις τα οποία διαφωνούμεν +και να υποστηρίξης το συμφέρον το οποίον έχομεν κοινόν. Βλέπεις ότι +σ' επροτιμήσαμεν και εις χείρας σου ανεθήκαμεν όλοι τα συμφέροντά μας +και από σου εξαρτάται ή να διατηρηθή η καλή μας υπόληψις ή να +πιστευθούν περί ημών όσα ούτος μας απέδωκε.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Να είσθε ήσυχοι· δεν θα παραλείψω τίποτε και υπέρ όλων θα +ομιλήσω. Και αν η Φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως είνε ήμερος και +επιεικής, παραπεισθή υπό των λόγων του και σκεφθή να τον αθωώση, +πάλιν εγώ θα φροντίσω ώστε να μη μείνη ατιμώρητος· θα του δείξω ότι +δεν φέρομεν την βακτηρίαν χωρίς σκοπόν.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Αυτά να λείψουν· όχι ξύλον, αλλά λόγον πρέπει να +μεταχειρισθής. Αλλά μη χρονοτριβής διότι το νερόν εχύθη εις την +κλεψύδραν και το δικαστήριον περιμένει να σε ακούση.</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Οι λοιποί φιλόσοφοι ας παρακαθήσουν και αυτοί ως δικασταί, +και ας ψηφίσουν μαζή σας, Φιλοσοφία. Μόνος ο Διογένης ας αναλάβη την +κατηγορίαν.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Δεν φοβείσαι μήπως σε καταδικάσουν;</p> + +<p>ΛΟΥΚ. Ουδόλως· θέλω ν' αθωωθώ με περισσοτέρας ψήφους.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε διά το θάρρος σου. Καθήσετε λοιπόν συ δε, Διογένη, +έχεις τον λόγον.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Οποίοι ημείς υπήρξαμεν και πώς εζήσαμεν, πολύ καλά +γνωρίζεις, ω Φιλοσοφία, και δεν είνε ανάγκη να το αναφέρω. Ποιος +αγνοεί πόσας ο Πυθαγόρας ούτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο +Χρύσιππος, διά να μη αναφέρω τον εαυτόν μου, ευεργεσίας, έκαμαν εις +την ανθρωπότητα; Θα αναφέρω μόνον τας ύβρεις, τας οποίας εξεστόμισεν +εναντίον ημών αυτός ο τρισκατάρατος Παρρησιάδης, ενώ τόσα και τοιαύτα +μας οφείλει ο κόσμος. Ήτο ρήτωρ ως λέγεται και αφήσας τα δικαστήρια +και τας δικανικάς επιτυχίας έστρεψεν εναντίον ημών όλην την δύναμιν +και την τέχνην την οποίαν απέκτησεν εις τους λόγους και δεν παύει να +μας κακολογή και να μας αποκαλή αγύρτας και απατεώνας, παρασύρει δε +τα πλήθη να μας καταγελούν και να μας περιφρονούν ως ουτιδανούς. +Μάλιστα κατώρθωσεν ώστε οι περισσότεροι των ανθρώπων να μισήσουν και +ημάς και σε την Φιλοσοφίαν. Τάς σπουδαιοτέρας ιδέας, τας οποίας και +εις ημάς εδίδαξες, αποκαλεί φλυαρίας και σαχλαμάρες και τα πάντα +διασύρει και χλευάζει, ώστε αυτός μεν χειροκροτείται και επευφημείται +υπό τον θεατών, ημείς δε υβριζόμεθα· διότι φύσει τοιούτος είνε ο +πολύς λαός· αρέσκεται εις τας ύβρεις και τους χλευασμούς και μάλιστα +όταν διασύρωνται τα πλέον σεμνά και σοβαρά πράγματα, όπως και εις +τους αρχαίους χρόνους ο όχλος ετέρπετο όταν ο Αριστοφάνης και ο +Εύπολις ανεβίβαζαν εις την σκηνήν τον Σωκράτην τούτον και τον +διεκωμώδουν αποδίδοντες εις αυτόν αλλοκότους πράξεις και λόγους. Αλλ' +εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός ανθρώπου και κατά τας +εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει τοιαύτας διακωμωδήσεις, και +τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος, +ο οποίος είνε φιλόγελως, ετέρπετο εις τα τοιαύτα. Αλλ' ο Παρρησιάδης +ούτος, συγκαλών τους επιφανεστέρους, αφού προ πολλού παρεσκεύασε και +συνέγραψε ύβρεις εις ογκώδες βιβλίον, τας απαγγέλλει μεγαλοφώνως και +υβρίζει τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόραν, τον Αριστοτέλην, τον Χρύσιππον +και όλους εν γένει, χωρίς ούτε εορτή να είνε, ούτε να του έχωμεν κάμη +τίποτε κακόν, ότε θα είχε μίαν δικαιολογείαν, διότι θα είχε θέσιν +αμυνομένου και δεν θα είχε δώση αυτός τας πρώτας αφορμάς. Και το +σοβαρώτερον εξ όλων είνε, ότι ενώ πράττει ταύτα, τολμά και να +σφετερίζεται το όνομά σου, ω Φιλοσοφία, και υποκλέψας τον Διάλογον, ο +οποίος ήτο ιδικός μας, τον μεταχειρίζεται ως σύμμαχον και ως όργανον +εναντίον μας. Εκτός τούτου και τον Μένιππον, φίλον ημών, έπεισε να +τον βοηθή πολλάκις εις τους σατυρισμούς του, διά τούτο δε και μόνος +αυτός δεν παρίσταται εδώ και δεν μετέχει εις την κατηγορίαν, αλλ' +επρόδωσε τα κοινά συμφέροντα.</p> + +<p>Δι' όλα ταύτα είνε δίκαιον να τιμωρηθή. Τι δύναται δε να απολογηθή +όταν διέσυρε τα σεπττότερα ενώπιον τόσον μαρτύρων; Και η τιμωρία του +θα χρησιμεύη προς σωφρονισμόν και των άλλων διότι αν τον ίδουν να +τιμωρηθή, ουδείς άλλος θα τολμήση να περιφρονήση την Φιλοσοφίαν. Το +ν' ανέχεται κανείς τας ύβρεις και να μη ταράσσεται δεν θεωρείται ως +μετριοπάθεια, αλλ' ευλόγως εξηγείται ως ανανδρία και βλακεία. Αλλ' αι +πλέον ανυπόφοροι εκ των πράξεων αυτού του ανθρώπου είνε αι +τελευταίαι. Ως δούλους μας ωδήγησεν εις το δημοπρατήριον και με +κήρυκα μας επώλησεν, ως λέγεται, άλλους μεν εις μεγάλην τιμήν, άλλους +δε αντί μιας μνας αττικής, και εμέ ο αχρειέστατος μόνον αντί δύο +οβολών. Και οι παριστάμενοι εγέλων. Δι' αυτά αγανακτήσαντες ήλθαμεν +εκ του Άδου και σου ζητούμεν να μας ικανοποιήσης διά τας αισχίστας +προσβολάς τας οποίας υπέστημεν.</p> + +<p>ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ. Εύγε, Διογένη, ωραία ωμίλησες δι' όλους.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Παύσετε τους επαίνους και τώρα ας χυθή νερόν διά την +απολογίαν. Συ δε, Παρρησιάδη, έχεις τον λόγον το νερόν τρέχει εις την +κλεψύδραν, ώστε μη χάνης καιρόν.</p> + +<p>ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ο Διογένης εις την κατηγορίαν του, ω Φιλοσοφία, δεν +ανέφερεν όλα τα εγκλήματά μου, αλλά τα περισσότερα και τα σοβαρώτερα +αγνοώ διατί παρέλειψεν. Εγώ όμως δεν θα τα αρνηθώ, ούτε ήλθα +παρεσκευασμένος διά ν' απολογηθώ δι' αυτά, αλλά και όσα αυτοί +παρέλειψαν ή εγώ δεν επρόφθασα ήδη να ομολογήσω θα τα είπω σήμερον· +διότι ούτω θα μάθης ποίους εξέθηκα εις δημοπρασίαν και εκακολόγουν +αποκαλών απατεώνας και αγύρτας. Και να εξετάσης μόνον τούτο, εάν λέγω +την αλήθειαν περί αυτών. Εάν δε οι λόγοι μου φαίνωνται ότι έχουν +τίποτε τραχύ και υβριστικόν, όχι εγώ ο ελέγχων, αλλ' εκείνοι νομίζω +ότι είνε δικαιότερον να κατακριθουύν διότι τοιαύτα πράττουν.</p> + +<p>Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το +επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και +τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το +επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να +διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου· όπως οι +καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν +δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και όλους +αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του ζην και +προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την χείρα και +δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας οποίας +ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ των +σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί εκ +τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά χάριν +της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας φανεράς +πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται αγαθοί και +σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και το ένδυμα, εις +δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα διαψεύδουν το +εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν την αξιοπρέπειαν +του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το πράγμα μου εφάνη όμοιον +ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και θηλυπρεπή να υποκρίνεται +τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν, χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν +εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό +τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα +υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον αυτών και θα τον εθεώρουν καθ' +υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής· το +πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα τον συνέτριβε μετά του +προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος διότι τόσον ατιμωτικώς θα +τον εξεθήλυνε.</p> + +<p>Βλέπων ότι και υμείς υβρίζεσθε κατά τον αυτόν τρόπον υπό των +φιλοσόφων εκείνων, δεν ηδυνήθην να υποφέρω τοιαύτην επαίσχυντον +υπόκρισιν και να βλέπω πιθήκους τολμώντας να φορούν προσωπεία ηρώων ή +μιμούμενους τον όνον του μύθου, ο οποίος φορέσας λεοντήν εξέπεμπεν +ογκυθμόν μεγαλόφωνον και φοβερόν, θέλων να πιστευθή ως λέων, υπό των +Κυμαίων, οίτινες δεν εγνώριζον τι είνε λέων, έως ου κάποιος ξένος, ο +οποίος είχεν ιδή πολλάκις λέοντα και όνον, τον απεκάλυψε και ήρχισε +να τον ξυλοκοπή. Αλλ' εκείνο το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο +φοβερόν, ω Φιλοσοφία, είνε ότι οι άνθρωποι, οσάκις εβλεπον κανένα εξ +αυτών φαύλον και άσεμνον και ασελγή, κατηγόρουν την Φιλοσοφίαν και +τον Χρύσιππον, τον Πλάτωνα ή τον Πυθαγόραν ή άλλον οιονδήποτε, του +οποίου εκείνος έλεγεν ότι είνε οπαδός και μιμητής. Από τας κακίας +εκείνου εσχημάτιζον κακήν ιδέαν και περί υμών των προ πολλού +αποθανόντων, διότι δεν ευρίσκεσθε εις την ζωήν, ώστε να δυνηθούν να +σας συγκρίνουν· εκείνον δε έβλεπον να πράττη άτιμα και άσεμνα, ώστε +ερήμην κατεδικάζεσθε μετ' αυτού και εις την αυτήν κατηγορίαν +κατελέγεσθε·</p> + +<p>Μη υποφέρων να βλέπω ταύτα, τους κατέκρινα, αποκαλύπτων την +αγυρτείαν αυτών και τους διέκρινα από σας· ενώ δε σεις έπρεπε να με +τιμάτε διά ταύτα, με εισάγετε εις δίκην. Λοιπόν και αν ίδω τινά εκ +των μεμυημένων εις τα ιερά μυστήρια ν' αποκαλύπτη τα απόρρητα των +θεών και αγανακτήσω διά τούτο και τον κατηγορήσω, θα νομίσετε ότι έχω +άδικον; Αλλά τούτο δεν θα ήτο ορθόν αφού και οι αθλοθέται +συνειθίζουν, όταν κανείς ηθοποιός, ο οποίος υποδύεται το πρόσωπον της +Αθηνάς, του Ποσειδώνος ή του Διός, δεν υποκρίνεται καλώς και όπως +πρέπει να παρίστανται οι θεοί, να τον μαστιγώνουν και δεν οργίζονται +κατ' αυτών οι θεοί ούτοι διότι παρέδωκαν εις τους μαστιγοφόρους +εκείνον ο οποίος παρουσιάζεται με το προσωπείον και το σχήμα αυτών, +αλλ' εξ εναντίας ευχαριστούνται όταν τον βλέπουν μαστιγούμενον. Το +πταίσμα είνε μικρόν όταν ο ηθοποιός δεν υποκρίνεται καλώς το πρόσωπον +ενός δούλου ή αγγελιαφόρου, αλλ' είνε ασεβές και αποτρόπαιον να μη +παραστήση όπως πρέπει προς τους θεατάς τον Δία ή τον Ηρακλήν.</p> + +<p>Αλλά και τούτο είνε εκ των πλέον ατόπων, ότι, ενώ τα έργα σας +γνωρίζουν με πολλήν ακρίβειαν, οι περισσότεροι εξ αυτών ζουν κατά +τρόπον τοιούτον, ώστε να δύναται να υποτεθή ότι αναγινώσκουν και +μελετούν αυτά διά να πράττουν τα εναντία. Πάντα όσα λέγουν και +διδάσκουν, ότι πρέπει να περιφρονώμεν τα χρήματα και την δόξαν και +μόνον το αγαθόν να νομίζωμεν ωφέλιμον, να μη οργιζώμεθα και να +καταφρονώμεν τους ισχυρούς και να φερώμεθα προς αυτούς ως ίσοι προς +ίσους, είνε καλά αναμφιβόλως και σοφά και θαυμάσια. Αλλ' αυτοί και +αυτά διδάσκουν επί πληρωμή και τους πλουσίους κολακεύουν και +φοβούνται και προς το χρήμα χάσκουν και είνε πλέον οξύθυμοι από τα +κυνάρια και πλέον δειλοί από τους λαγούς, πλέον κόλακες από τους +πιθήκους και ασελγέστεροι από τους όνους, αρπακτικώτεροι από τους +γάτους και φιλονεικότεροι από τους πετεινούς. Και γίνονται γελοίοι +αγωνιζόμενοι δι' αυτά και διαγκωνιζόμενοι εις τας θύρας των πλουσίων, +παρακαθήμενοι εις γεύματα πολυάνθρωπα, επαινούντες και κολακεύοντες +υπερβολικώς κατά την διάρκειαν αυτών, υπερπληρούντες τας γαστέρας των +και μεμψιμοιρούντες και κατά την ώραν του πότου εγείροντες +φιλοσοφικάς συζητήσεις ατερπείς και ατόπους και υποκύπτοντες εις την +μέθην. Οι δε απλοί άνθρωποι, οίτινες συντρώγουν, γελούν και χλευάζουν +την Φιλοσοφίαν, η οποία τοιαύτα καθάρματα δημιουργεί. Και το +αισχρότατον εξ όλων είνε ότι, ενώ έκαστος εξ αυτών λέγει ότι ουδενός +έχει ανάγκην και ότι μόνον η σοφία είνε πλούτος, μετ' ολίγον πηγαίνει +και ζητεί και αγανακτεί εάν δεν λάβη. Είνε το αυτό ως εάν τις +παρουσιάζεται ως ηγεμών και φορή τιάραν και διάδημα και όλα τα άλλα +όσα αποτελούν τα γνωρίσματα της βασιλείας, έπειτα δε ζητεί από τους +υποδεεστέρους και επαιτεί. Όταν λοιπόν πρόκειται να ζητήσουν τίποτε, +διδάσκουν διά πολλών επιχειρημάτων ότι ο άνθρωπος πρέπει να είνε +μεταδοτικός, ότι ο πλούτος είνε πράγμα μάταιον και ασήμαντον και ότι +ο χρυσός και ο άργυρος ουδόλως διαφέρουν από τα χαλίκια της παραλίας. +Αλλ' όταν κανείς παλαιός των φίλος προσέρχεται και ζητή να του δώσουν +μικράν συνδρομήν, σιωπούν και φαίνονται ως μη εννοούντες ή +υποστηρίζουν τα αντίθετα· οι δε πολλοί λόγοι περί φιλίας, περί αρετής +και αγαθοεργίας εξαφανίζονται διά μιας, ως πτερόεντα αληθώς έπη και +εις μάτην νομίζεις τα επαναλαμβάνουν καθ' εκάστην εις τας ομιλίας +των. Έφ' όσον δεν πρόκειται περί αργύρου ή χρυσού είνε φίλοι· εάν δε +κανείς και μόνον οβολόν επιδείξη, η ειρήνη παύει, αι συνθήκαι +ακυρούνται, τα βιβλία εξαφανίζονται και η αρετή φεύγει. Συμβαίνει εις +αυτούς ό,τι και εις τους σκύλους· όταν εις το μέσον αυτών ριφθή +κόκαλον αναπηδούν και αλληλοδαγκώνονται και όλοι γαυγίζουν εκείνον ο +οποίος επρόλαβε και ήρπασε το κόκαλον. Λέγεται δε ότι και κάποιος +βασιλεύς της Αιγύπτου εδίδαξέ ποτε πιθήκους να χορεύουν πυρρήχιον, +και τα ζώα, τα οποία ευκόλως μιμούνται τας πράξεις των ανθρώπων, +ταχέως συνείθισαν να χορεύουν και να φορούν πορφύρας και προσωπίδας, +και το θέαμα επετύγχανεν έως ότου εις εκ των θεατών, άνθρωπος +αστείος, έρριψεν εις το μέσον αυτών καρύδια, τα οποία είχε κρυμμένα +εις τον κόλπον του. Τότε οι πίθηκοι ιδόντες τα καρύδια ελησμόνησαν +τον χορόν και αντί χορευτών έγιναν εκ νέου πίθηκοι και ήρχισαν να +σχίζουν τα προσωπεία και τα ενδύματά των και να μάχωνται μεταξύ των +περί του ποίος ν' αρπάση τα καρύδια· ούτω δε ο θίασος των χορευτών +διελύθη και οι θεαταί εγέλων.</p> + +<p>Τοιαύτα πράττουν και οι σημερινοί φιλόσοφοι και αυτούς εγώ +κατέκρινα και δεν θα παύσω ποτέ να τους ελέγχω και να τους σατυρίζω· +περί υμών δε και εκείνων οίτινες είνε αληθείς μιμηταί σας — διότι +υπάρχουν καί τινες οι οποίοι είνε πραγματικοί οπαδοί της φιλοσοφίας +και αφωσιωμένοι εις τους νόμους σας — δεν παρεφρόνησα διά να είπω +τίποτε βλάσφημον ή υβριστικόν. Αλλά και τι έχω να είπω και τι κοινόν +υπάρχει μεταξύ υμών και τούτων; Τους αγύρτας όμως τούτους και εχθρούς +των θεών είνε δίκαιον να μισώ. Δεν μου λέγετε σεις, Πυθαγόρα και +Πλάτων και Χρύσιππε και Αριστοτέλη, ποίαν σχέσιν έχουν προς υμάς οι +τοιούτοι και ποίαν συγγένειαν και κατά τι η διαγωγή των δύναται να +συγκριθή προς την ιδικήν σας; Ο πίθηκος, κατά την παροιμίαν, θέλει να +μιμηθή τον Ηρακλήν. Επειδή έχουν μεγάλας γενειάδας και λέγουν ότι +είνε φιλόσοφοι και είνε σκυθρωποί, πρέπει να τους θεωρώμεν ομοίους με +σας; Αλλά θα ήσαν υποφερτοί αν και εις αυτήν την υπόκρισιν είχον +πιθανότητα· είνε όμως ευκολώτερον ο γυψ να μιμηθή την αηδόνα παρά +αυτοί τους αληθείς φιλοσόφους.</p> + +<p>Αυτά είχα να είπω προς απολογίαν μου. Συ δε, ω Αλήθεια, μαρτύρησε +προς το δικαστήριον εάν όσα είπα είνε αληθή.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Ν' απομακρυνθής, Παρρησιάδη ... Ακόμη μακρύτερα. — Πώς σας +εφάνησαν αυτά τα οποία είπε και τι πρέπει ν' αποφασίσωμεν;</p> + +<p>ΑΛΗΘΕΙΑ. Εγώ, ω Φιλοσοφία, ενώ τον ήκουα να ομιλή, ηυχόμην να +σχισθή η γη διά να κρυφθώ· τόσον αληθή ήσαν όλα όσα είπε. Γνώριζαν +τους ψευδοφιλοσόφους εκείνους και έβλεπα ότι τα λεγόμενά του +εφηρμόζοντο άλλα μεν εις εκείνον, άλλα δε εις τούτον. Τόσον ακριβώς +τους παρέστησε, ώστε ενόμιζα ότι τους έβλεπα ζωγραφισμένους. Όχι +μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς τους εξεικόνισεν ακριβέστατα.</p> + +<p>ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ. Κι' εγώ πολύ εκοκκίνησα, ω Αλήθεια. Σεις δε τι +λέγετε;</p> + +<p>ΑΝΑΖ. Τι άλλο παρά ότι πρέπει να αθωωθή και ανακηρυχθή φίλος ημών +και ευεργέτης; Εμείς επάθαμεν εκείνο το οποίον λέγεται περί των +κατοίκων της Ιλίου, οι οποίοι καλέσαντες ένα τραγωδόν να τους +διασκεδάση, τον ήκουσαν να ψάλλη τας συμφοράς της πατρίδος των. Αλλ' +ας ψάλλη και ας εξακολουθή να μαστιγώνη τους εχθρούς των θεών.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Και εγώ, Φιλοσοφία, ανακαλώ την κατηγορίαν και αναγνωρίζω +ότι ο Παρρησιάδης είνε άξιος των μεγαλειτέρων επαίνων. Του λοιπού τον +θεωρώ φίλον, διότι είνε εξαίρετος άνθρωπος.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Παρρησιάδη, σε ανακηρύττομεν παμψηφεί αθώον και του +λοιπού σε θεωρούμεν ημέτερον.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Ευχαριστώ την θεάν Νίκην διά τον πρώτον μου θρίαμβον· αλλά +νομίζω ότι ποιητικώτερα πρέπει να εκφράσω τας ευχαριστίας μου :</p> + +<p> Ω μέγα σεμνή Νίκη, τον εμόν<br /> + βίο τον κατέχοις<br /> + και μη λήγοις στεφανούσα +(<sup><a href="#fn122" id="ref122">122</a></sup>) +.</p> + +<p>ΑΛΗΘ. Μεταβαίνομεν εις το δεύτερον μέρος της υποθέσεως. Ας +καλέσωμεν και τους ψευδοφιλοσόφους, διά να δικασθούν διά τας καθ' +ημών ύβρεις των. Την κατηγορίαν θα υποστηρίξη ο Παρρησιάδης.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Πολύ καλά· ώστε σκύψε προς την πόλιν, Συλλογισμέ και κάλει +τους φιλοσόφους.</p> + +<p>ΣΥΛΛ. Ακούσετε οι φιλόσοφοι των Αθηνών· πρέπει να έλθετε εις την +Ακρόπολιν διά ν' απολογηθήτε περί της διαγωγής σας ενώπιον της +Αρετής, της Φιλοσοφίας και της Δικαιοσύνης.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Βλέπετε πόσον ολίγοι έρχονται, αφού ήκουσαν το κήρυγμα; +Φοβούνται την Δικαιοσύνην. Οι περισσότεροι δε εξ αυτών ούτε καιρόν +έχουν, διότι καταγίνονται να περιποιούνται τους πλουσίους. Εάν θέλετε +να έλθουν όλοι, να σου πω εγώ τι πρέπει να διακηρύξης.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Να διαλαλήσης μόνος σου ό,τι θέλεις, Παρρησιάδη.</p> + +<p>ΠΑΡΡΗΣ. Δεν δυσκολεύομαι. Ακούσετε τι διατάσσει η Φιλοσοφία. Όσοι +λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι και θεωρούν ότι αρμόζει εις αυτούς ο τίτλος +ούτος να έλθουν εις την Ακρόπολιν, όπου θα γίνη διανομή χρημάτων. Θα +δοθούν εις έκαστον δύο μναι και γλύκισμα σησαμωτόν. Εκείνος δε ο +οποίος θα επιδείξη την μεγαλειτέραν γενειάδα θα λάβη επί πλέον και +ένα καλάθι σύκα. Περιττόν να φέρετε μαζή σας σωφροσύνην ή δικαιοσύνην +ή εγκράτειαν· αυτά δεν είνε αναγκαία, εάν δεν υπάρχουν· αλλ' είνε +απαραίτητον να φέρη έκαστος πέντε συλλογισμούς, διότι άνευ αυτών δεν +δύναται να θεωρηθή κανείς σοφός,</p> + +<p> κείται δ' εν μέσσοισι δυο χρυσοίο +τάλαντα,<br /> + τω δόμεν, ος μετά πάσιν εριζέμεν έξοχος είη +(<sup><a href="#fn123" id="ref123">123</a></sup>) +.</p> + +<p>Βλέπετε τώρα πόσοι αναβαίνουν και πώς αλληλοσπρώχνονται, άμα +ήκουσαν τας δύο μνας. Και από το Πελασγικόν αναβαίνουν άλλοι, άλλοι +από το Ασκληπιείον και ακόμη περισσότεροι από τον Άρειον Πάγον, +μερικοί δε και από τον τάφον του Τάλου και άλλοι έβαλαν κλίμακας προς +το μέρος του ναού των Διοσκούρων και σκαρφαλώνουν με βοήν κατά +κοπάδια, και, όπως λέγει ο Όμηρος, μυριάδες έρχονται εξ όλων των +μερών,</p> + +<p> όσσα τε φύλλα και άνθεα γίνεται ώρη +(<sup><a href="#fn124" id="ref124">124</a></sup>) +,</p> + +<p>και εντός ολίγου η Ακρόπολις εγέμισεν από φιλοσόφους, οι οποίοι +καταλαμβάνουν θέσεις με θόρυβον. Παντού πήραι, γενειάδες, κολακεία, +αναισχυντία, βακτηρία, λαιμαργία, συλλογισμός και φιλοχρηματία. Οι δε +ολίγοι, οι οποίοι με το πρώτον κήρυγμα ανέβηκαν, έγιναν αφανείς και +άσημοι, αναμιχθέντες εις το πλήθος των άλλων και ένεκα της εξωτερικής +ομοιότητος δεν διακρίνονται. Αυτό είνε το μεγαλείτερον κακόν, ω +Φιλοσοφία, διά το οποίον προ πάντων θα ηδύνατο κανείς να σου +παραπονεθή, ότι δεν επέβαλες εις αυτούς σημείον εκ του οποίου να +γνωρίζωνται· διότι πολλάκις ευκολώτερα περνούν ως φιλόσοφοι αυτοί οι +αγύρται παρά οι αληθείς φιλόσοφοι.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Θα γίνη και αυτό μετ' ολίγον· αλλά τώρα ας τους +υποδεχθώμεν.</p> + +<p>ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ. Πρέπει να προτιμηθώμεν εις την διανομήν ημείς οι +Πλατωνικοί.</p> + +<p>ΠΥΘΑΓΟΡΙΚΟΣ. Όχι, ημείς οι Πυθαγορικοί πρέπει να λάβωμεν πρώτοι, +διότι ο Πυθαγόρας ήτο αρχαιότερος.</p> + +<p>ΣΤΩΙΚΟΣ. Δεν ξέρετε τι λέτε· είμεθα καλλίτεροι ημείς οι +Στωικοί.</p> + +<p>ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΣ. Προκειμένου περί χρημάτων, πρέπει να προτιμώμεθα +ημείς οι Περιπατητικοί.</p> + +<p>ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ. Δόσετε εις ημάς τα γλυκίσματα και τα σύκα και όσον +διά τα χρήματα περιμένομεν να τα λάβωμεν τελευταίοι.</p> + +<p>ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ. Πού είνε τα δύο τάλαντα, διότι κανείς δεν δύναται να +συγκριθή προς ημάς εις τας συζητήσεις.</p> + +<p>ΣΤΩΙΚ. Όχι βέβαια όταν είμεθα παρόντες ημείς οι Στωικοί.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Παύσετε να φιλονεικήτε· σεις δε οι Κυνικοί μη σπρώχνεσθε +έτσι και μη κτυπιέσθε με τας βακτηρίας, διότι δεν σας εκαλέσαμεν δι' +αυτά που νομίζετε. Τώρα πρόκειται εγώ η Φιλοσοφία, η Αρετή και η +Αλήθεια, να δικάσωμεν ποίοι από σας είνε οι αληθινοί φιλόσοφοι· και +όσοι μεν ευρεθούν ότι ζουν σύμφωνα προς τους ιδικούς μας κανόνας, θ' +αναγνωρισθούν ως οι άριστοι και θα ζήσουν του λοιπού ευτυχείς· τους +δε αγύρτας και ξένους προς ημάς θα τιμωρήσωμεν αυστηρώς διά να +παύσουν να οικειοποιούνται τίτλους ανωτέρους της αξίας των και ν' +αλαζονεύωνται. Αλλά τι επάθατε; Φεύγετε; Ιδέτε πώς κατακρημνίζονται +οι περισσότεροι διά να φύγουν το ταχύτερον. Εντός ολίγου εκενώθη η +Ακρόπολις και δεν έμειναν παρά [μόνο] οι ολίγοι ούτοι, όσοι δεν +φοβούνται να κριθούν. Πάρετε οι υπηρέται την πήραν την οποίαν έρριψεν +ο Κυνίσκος ενώ έφευγε και φέρετέ την εδώ διά να την ίδω τι περιέχει. +Βέβαια θα περιέχη λούπινα ή κανένα βιβλίον ή καμμίαν +στακτόπητταν.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Όχι, αλλά χρήματα και αρώματα (και μικράν μάχαιραν των +θυσιών) και καθρέπτην και κύβους.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, λαμπρέ φιλόσοφε. Αυτά ήσαν τα εφόδια της φιλοσοφίας +σου και αυτά σου έδιδαν το δικαίωμα να υβρίζης τους πάντας και να +διδάσκης τους άλλους;</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Τοιούτοι είνε όλοι αυτοί. Πρέπει δε να σκεφθήτε και να +εύρετε τρόπον διά να διακρίνουν οι άνθρωποι ποίοι εξ αυτών είνε καλοί +και ποίοι αγύρται. Συ, Αλήθεια, πρέπει να εύρης τρόπον — διότι είνε +και συμφέρον σου — να παύση να επικρατή το ψεύδος και να παύση η +άγνοια να βοηθή τους φαύλους να κρύπτωνται μιμούμενοι τους +χρηστούς.</p> + +<p>ΑΛΗΘ. Ας αναθέσωμεν εις αυτόν τον Παρρησιάδην την φροντίδα, αφού +απεδείχθη χρηστός και φίλος ημών, μέγας δε θαυμαστής σου, ω +Φιλοσοφία. Ας παραλάβη δε και τον Έλεγχον και ας υποβάλη εις εξέτασιν +όλους, όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι· και όποιον ευρίσκει γνήσιον +και αληθινόν φιλόσοφον να του απονέμη στέφανον και να τον καλή εις το +Πρυτανείον +(<sup><a href="#fn125" id="ref125">125</a></sup>) +, οποίον δε ανακαλύπτει ψευδοφιλόσοφον — και είνε πολλοί τοιούτοι να +του αφαιρή τον φιλοσοφικόν τρίβωνα και να του αποκόπτη σύρριζα την +γενειάδα με τραγοκουρευτικήν ψαλλίδα, εις δε το μέτωπον μεταξύ των +φρυδιών να τον στιγματίζη ή να τον σφραγίζη με έγκαυμα· η δε σφραγίς +του εγκαυτήρος να παριστά αλώπεκα ή πίθηκον.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Αλήθεια. Συ δε, Παρρησιάδη, να τους δοκιμάσης καθ'όν +τρόπον λέγεται ότι δοκιμάζουν οι αετοί τους νεοσσούς των εις τον +Ήλιον. Δεν εννοώ όμως ότι πρέπει να βάλης και τους φιλοσόφους ν' +αντικρύσουν ατενώς το φως του ηλίου και ούτω να δοκιμασθούν, αλλά να +θέσης ενώπιόν των χρυσόν και δόξαν και ηδονήν, και οποίον εξ αυτών +ίδης να τα περιφρονή και να φαίνεται απαθής ενώπιον αυτών, αυτός να +στεφανούται· εκείνον δε τον οποίον ίδης να τα προσβλέπη με πόθον και +να εκτείνη το χέρι προς τον χρυσόν, να τον υποβάλλης εις το +καυτήριον, αφού προηγουμένως του κουρεύσης την γενειάδα.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Θα γίνουν αυτά όπως διατάσσης, Φιλοσοφία, και μετ' ολίγον θα +ίδης τους περισσοτέρους εξ αυτών φέροντας την σφραγίδα της αλώπεκος ή +του πιθήκου, πολύ δε ολίγους στεφανωμένους. Αν θέλετε και εδώ δύναμαι +να αναβιβάσω μερικούς εξ αυτών.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Πώς είνε δυνατόν να τους επαναφέρης αφού με τοιούτον +πανικόν έφυγαν;</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Δεν είνε δύσκολον, αρκεί η ιέρεια να μου επιτρέψη να +μεταχειρισθώ επ' ολίγον εκείνην την ορμιάν και το άγκιστρον, τα οποία +έχει αφιερώση εις τον ναόν της Αθηνάς κάποιος αλιεύς του +Πειραιώς.</p> + +<p>ΙΕΡΕΙΑ. Λάβε τα, ιδού δε και το καλάμι διά να δυνηθής να τα +μεταχειρισθής.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Θα με υποχρεώσης εάν μου δώσης και μερικά σύκα και ολίγον +χρυσόν.</p> + +<p>ΙΕΡ. Λάβε και αυτά.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Τι σκέπτεται να πράξη άρά γε αυτός ο άνθρωπος;</p> + +<p>ΙΕΡ. Έβαλε ως δόλωμα εις το αγκίστρι ένα σύκο και χρυσάφι, εκάθησε +επάνω εις το τείχος και εκρέμασε το αγκίστρι εις την πόλιν.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Τι σκοπόν έχουν αυτά, Παρρησιάδη; Μήπως σκέπτεσαι ν' +αλιεύσης λίθους εκ του Πελασγικού;</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Σιώπησε, Φιλοσοφία, και περίμενε να ιδής τι θα ψαρεύσω. Συ +δε, Ποσειδών, προστάτα των αλιέων και συ, καλή Αμφιτρίτη, οδηγήσατε +εις το αγκιστρόν μου πολλούς ιχθύς. Α! βλέπω ένα μεγάλον λάβρακα ή +μάλλον ένα χρύσοφρυν +(<sup><a href="#fn126" id="ref126">126</a></sup>) +.</p> + +<p>ΕΛΕΓΧΟΣ. Όχι, είνε γαλέος· τρέχει προς το άγκιστρον με το στόμα +ανοικτόν. Οσφραίνεται το χρυσάφι· πλησιάζει, ετσίμπησε, επιάστηκε· +ανάσυρε.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Βοήθησε ολίγον και συ, Έλεγχε. Καλά, τον ανεβάσαμεν. Ας +ίδωμεν τίνος είδους ψάρι είνε. Μπα! είνε σκυλόψαρο. Τι φοβερά δόντια +που έχει, θεέ μου! Τ' είν' αυτό που έπαθες, σοφώτατε; Ενόμιζες ότι θα +εκρύπτεσο εις τους βράχους και θα έτρωγες με την ησυχίαν σου το +δόλωμα χωρίς να σε ιδή κανείς, αλλά συνελήφθης και τώρα θα σε κρεμάσω +από τα σπάραχνα να σε ιδούν όλοι. Ας βγάλωμεν πρώτα το άγκιστρον με +το δόλωμα. Αλλά βλέπω ότι το άγκιστρον δεν έχει τίποτε· ο φίλος +εκατάπιε το σύκον και το χρυσάφι ευρίσκεται εις την κοιλιά του.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Βάλε τον να τα ξεράση διά να τα μεταχειρισθώμεν ως δόλωμα +και δι' άλλους.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Τα εξέρασε. Και τώρα τι λες, Διογένη; Τον γνωρίζεις αυτόν +και έχει καμμίαν σχέσιν μαζή σου;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Καμμίαν.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Λοιπόν αυτόν εξετίμησα εγώ προ ημερών δύο οβολούς. Εσύ ποίαν +αξίαν του δίδεις;</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Δύο οβολοί είνε πολλά· είνε παληόψαρον από εκείνα τα οποία +δεν τρώγονται. Το κρέας του είνε αηδές και σκληρόν και δεν χρησιμεύει +εις τίποτε. Άφησέ τον να πέση κατακέφαλα από τους βράχους και ρίψε το +άγκιστρον να σύρης άλλον. Αλλά δεν είνε φόβος, Παρρησιάδη, να σου +σπάση το καλάμι από το βάρος;</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Μη φοβάσαι, Διογένη· είνε ελαφροί, πολύ ελαφρότεροι από τις +μαρίδες.</p> + +<p>ΔΙ0Γ. Βέβαια, αφού δεν έχουν περισσότερο μυαλό +(<sup><a href="#fn127" id="ref127">127</a></sup>) +· τράβα όμως.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Μπα! ποίος είν' αυτός ο άλλος ο πλατύς που ομοιάζει σαν +γλώσσα ή ψήττα; Τρέχει με το στόμα ανοικτόν προς το αγκίστρι· το +εκατάπιε· συνελήφθη· ας τον τραβήξωμεν.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Ποιος είνε;</p> + +<p>ΕΛΕΓΧ. Λέγει ότι είνε μαθητής του Πλάτωνος.</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Και συ, αναιδέστατε, τρέχεις προς τον χρυσόν;</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Τι λέγεις, Πλάτων; Τι πρέπει να τον κάμωμεν αυτόν;</p> + +<p>ΠΛΑΤ. Από τον αυτόν κρημνόν να τον ρίψετε και αυτόν.</p> + +<p>ΔΙΟΓ. Ας ψαρεύσωμεν τώρα άλλον.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Βλέπω ένα ωραιότατον να πλησιάζη και όσον μου επιτρέπει το +βάθος να διακρίνω έχει διάφορα χρώματα και εις την ράχην γραμμάς +χρυσάς. Τον βλέπεις, Έλεγχε; Αυτός είνε ο οποίος υποκρίνεται τον +Αριστοτέλην. Επλησίασε και έπειτα πάλιν απεμακρύνθη και με προσοχήν +παρατηρεί γύρω του. Αλλ' επέστρεψε πάλιν, έχαψε το δόλωμα, συνελήφθη· +ας τον ανελκύσωμεν.</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Μη μ' ερωτάς, Παρρησιάδη, περί αυτού διότι δεν +γνωρίζω ποιος είνε.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Λοιπόν, Αριστοτέλη, και αυτόν να τον πετάξωμεν κάτω. Αλλά τι +βλέπω; Ένα πλήθος ψάρια του αυτού χρώματος, με αγκάθια και το δέρμα +πολύ τραχύ πιο δυσκολόπιαστα από τους αχινούς. Χρειάζεται δίκτυ διά +να τα πιάσωμεν και δίκτυ δεν έχομεν. Αλλ' αρκεί και ένα μόνον από το +κοπάδι να τραβήξωμεν. Θα ορμήση δε εις το αγκίστρι το θρασύτερον από +αυτά.</p> + +<p>ΕΛΕΓΧ. Ρίψε το αγκίστρι αν θέλης, αλλά φρόντισε προηγουμένως να +συνδέσης με μακρόν σίδηρον την ορμιάν και το αγκίστρι διά να μη το +κόψη με τα δόντια του και καταπιή το χρυσάφι.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Έτοιμα. Συ δε, ω Ποσειδών, ελθέ εις βοήθειαν. Πω πω, τι μάχη +γίνεται γύρω εις το δόλωμα και πώς ερρίχθηκαν όλοι εις το σύκον, ενώ +άλλοι έχουν κολλήση επάνω εις το χρυσάφι. Αλλά επιάστηκε ένας εις το +αγκίστρι από τους πλέον δυνατούς. Δεν μου λες εις ποίαν σχολήν +ανήκεις; Αλλ' είμαι γελοίος να ζητώ από ένα ψάρι να μιλήση, αφού ξέρω +ότι τα ψάρια είνε άφωνα. Αντ' αυτού λέγε συ, Έλεγχε, ποίον έχει +διδάσκαλον.</p> + +<p>ΕΛΕΓΧ. Τον Χρύσιππον.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Εννοώ· η προτίμησίς του οφείλεται υποθέτω εις το ότι το +όνομα του διδασκάλου έχει χρυσόν. Λοιπόν, Χρύσιππε, τους γνωρίζεις +αυτούς και συ τους εδίδαξες την διαγωγήν την οποίαν ακολουθούν;</p> + +<p>ΧΡΥΣ. Είνε ύβρις, Παρρησιάδη, να νομίζης ότι τοιούτοι άνθρωποι +δύνανται να έχουν οιανδήποτε σχέσιν προς εμέ και να μου απευθύνης +τοιαύτας ερωτήσεις.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Εύγε, Χρύσιππε, αυτά τα οποία λέγεις σε τιμούν. Λοιπόν, και +αυτός ας ριφθή κάτω, όπως οι άλλοι, αφού είνε και ακανθώδης και +υπάρχει φόβος, αν τον φάη κανείς, να του καθήσουν κόκαλα εις τον +λαιμόν.</p> + +<p>ΦΙΛΟΣ. Αρκετούς εψάρευσες, Παρρησιάδη, και πρέπει να παύσης διά να +μη σου κόψη κανείς μαζί με το αγκίστρι και το χρυσάφι και το πάρη και +φύγη, έπειτα δε θ' αναγκασθής να το πληρώσης εις την ιέρειαν. Και +τώρα ημείς θα πάμε να περιπατήσωμεν· καιρός δε και σεις οι άλλοι ν' +αναχωρήσετε διά να περάσετε τον καιρόν της αδείας σας. Συ δε, +Παρρησιάδη, και ο Έλεγχος, εξετάσατε αυτούς όλους και τους μεν +αγαθούς στεφανώνετε, τους φαύλους δε στιγματίζετε.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Θα εκτελέσωμεν την παραγγελίαν σου, Φιλοσοφία.</p> + +<p>Χαίρετε, σεβαστοί φιλόσοφοι. Ημείς δε, Έλεγχε, ας κατέβωμεν και ας +εκτελέσωμεν τας διαταγάς της Φιλοσοφίας. Από πού δε νομίζεις ότι +πρέπει ν' αρχίσωμεν; Από την Ακαδημίαν ή από την Στοάν;</p> + +<p>ΕΛΕΓΧ. Ας κάμωμεν την αρχήν από το Λύκειον.</p> + +<p>ΠΑΡΡ. Το ίδιο κάνει. Εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος είνε ότι +όπου και αν πάμε θα χρειασθούμεν ολίγους στεφάνους και πολλά +καυτήρια.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ή ΑΕΤΙΩΝ +(<sup><a href="#fn128" id="ref128">128</a></sup>) +</h4> + +<p> +<br /> +Θα ήτο ευτύχημα να μιμηθή κανείς τον Ηρόδοτον, όχι εις όλα τα +προτερήματά του ως συγγραφέως — διότι τούτο θα ήτο υπερβολικός πόθος +— αλλ' εις έν τουλάχιστον εξ όλων, το κάλλος λ.χ. και την αρμονίαν +του ύφους του, την ιδιαιτέραν χάριν της Ιωνικής διαλέκτου, τον +πλούτον της σκέψεως ή τα αναρίθμητα κάλλη, τα οποία εκείνος έχει +συναθροίση εις τα έργα του και τα οποία απελπίζουν τον αποπειρώμενον +να τον μιμηθή. Εκείνα όμως τα οποία έπραξε διά να καταστήση γνωστά τα +συγγράμματά του και να καταστή εντός ολίγου περίφημος μεταξύ των +Ελλήνων και εγώ και συ και άλλοι δυνάμεθα να τα μιμηθώμεν. Διότι όταν +αναχωρήσας εκ της πατρίδος του ήλθεν εκ Καρίας κατ' ευθείαν εις την +Ελλάδα, εσκέπτετο πώς ταχύτερα και ευκολώτερα να γίνη γνωστός και +διάσημος αυτός και τα έργα του. Να ταξειδεύη από πόλεως εις πόλιν και +να τ' αναγινώσκη τώρα μεν προς τους Αθηναίους, έπειτα δε προς τους +Κορινθίους ή τους Αργείους και τους Λακεδαιμονίους χωριστά εθεώρησε +κοπιώδες και απαιτούν πολλήν χρονοτριβήν. Λοιπόν αντί να βαδίση +βαθμηδόν και κατ' ολίγον προς τον σκοπόν του, ήθελε να εύρη ει +δυνατόν όλους τους Έλληνας συνηθροισμένους. Όταν λοιπόν ήλθεν ο +καιρός των μεγάλων Ολυμπιακών αγώνων, ο Ηρόδοτος έκρινεν ότι +παρουσιάζεται η ευκαιρία την οποίαν επεθύμει. Όταν δε η πανήγυρις +ευρίσκετο εις την ακμήν της και είχον συνέλθη πανταχόθεν οι άριστοι +των Ελλήνων, ενεφανίσθη εις τον οπισθόδομον, όχι ως θεατής, αλλ' ως +αγωνιστής. Και αναγνώσας τας ιστορίας του, τόσον κατεγοήτευσε τους +ακροατάς, ώστε τα βιβλία του ωνομάσθησαν Μούσαι, ήσαν δε εννέα όσαι +και αι Μούσαι. Ούτω έγινε γνωστός πολύ περισσότερον και από αυτούς +τους Ολυμπιονίκας. Και δεν υπήρχε κανείς ο μη γνωρίζων το όνομα του +Ηροδότου, είτε διότι τον εγνώρισαν οι ίδιοι εις την Ολυμπίαν, είτε +διότι ήκουσαν περί αυτού από τους επιστρέψαντας εκ των αγώνων· και +άμα ενεφανίζετο πουθενά, τον εδακτυλοδείκτουν λέγοντες· Αυτός είνε ο +Ηρόδοτος, ο οποίος έγραψεν εις την Ιωνικήν διάλεκτον την ιστορίαν του +πολέμου των Ελλήνων και των Περσών και εξύμνησε τας νίκας μας. +Τοιούτον όφελος απήλαυσεν εκ της ιστορίας του· εις μίαν πάνδημον των +Ελλήνων σύνοδον έλαβε την κοινήν της Ελλάδος ψήφον και ανεκηρύχθη +νικητής ουχί παρ' ενός κήρυκος, αλλ' εις πάσαν πόλιν εξ ης κατήγετο +έκαστος των παρευρισκομένων εις τους αγώνας.</p> + +<p>Το παράδειγμά του εμιμήθησαν κατόπιν και ηκολούθησαν την σύντομον +ταύτην προς την διασημότητα οδόν ο Ιππίας ο εξ Ήλιδος σοφιστής, ο +Πρόδικος ο Κίος, ο Αναξιμένης ο Χίος και ο Πώλος ο Ακραγαντίνος· και +άλλοι πολλοί ανεγίνωσκον και απήγγελλον τα έργα των εις τους αγώνας +και ούτω εντός ολίγου εγίνοντο γνωστοί. Αλλά προς τι να αναφέρω τους +παλαιούς εκείνους σοφιστάς και ιστορικούς και λογογράφους, αφού και +επ' εσχάτων, ως λέγεται, ο Αετίων ο ζωγράφος, αφού εζωγράφησε τον +γάμον του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, μετέφερεν εις την Ολυμπίαν την +εικόνα και την επέδειξε; Τόσον δε ήρεσεν η τέχνη εις τον Προξενίδαν, +όστις ήτο τότε Ελλανοδίκης, ώστε έκαμε γαμβρόν του τον Αετίωνα. Και +τι το τόσον θαυμαστόν υπήρχεν εις την εικόνα, ηρώτησε κάποιος, ώστε ο +Ελλανοδίκης δι' αυτό να δώση την θυγατέρα του εις ένα ξένον οποίος +ήτο ο Αετίων; Η εικών υπάρχει εις την Ιταλίαν, όπου και εγώ την είδα +και δύναμαι να σας ομιλήσω περί αυτής. Παριστά θάλαμον περικαλλή και +κλίνην νυμφικήν, επί της οποίας κάθηται η Ρωξάνη, παρθένος ωραιοτάτη, +με το βλέμμα χαμηλωμένον από εντροπήν προς τον ενώπιόν της ιστάμενον +Αλέξανδρον. Πέριξ αυτής και του Αλεξάνδρου φαίνονται διάφοροι έρωτες +μειδιώντες· και είς μεν εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν της νύμφης, σύρει +από την κεφαλήν της την καλύπτραν και δεικνύει προς τον γαμβρόν την +Ρωξάνην, άλλος δε ως θεράπων αφαιρεί το σανδάλιον εκ του ποδός της +διά να την βοηθήση να κατακλιθή. Άλλος ερωτιδεύς κρατεί τον +Αλέξανδρον εκ της χλαμύδος και τον σύρει προς την Ρωξάνην με πολλήν +δύναμιν, ο δε βασιλεύς κρατεί στέφανον τον οποίον προσφέρει προς την +παρθένον. Ως παράνυμφος και νυμφαγωγός παρίσταται ο Ηφαιστείων, +κρατών λαμπάδα αναμμένην και στηριζόμενος εις τον ώμον ωραιοτάτου +νεανίσκου, ο οποίος, υποθέτω, είνε ο Υμέναιος, διότι το όνομά του δεν +είνε σημειωμένον επί της εικόνος. Εις άλλο μέρος του πίνακος άλλοι +έρωτες παίζουν με τα όπλα του Αλεξάνδρου. Δύο εξ αυτών σηκώνουν την +λόγχην αυτού, μιμούμενοι τους αχθοφόρους όταν μεταφέρουν βαρείαν +δοκόν. Δύο άλλοι σύρουν έτερον ερωτιδέα εξηπλωμένον ως βασιλέα τάχα +επί της ασπίδος, την οποίαν έλκουν από τας λαβάς. Άλλος έχει εισέλθη +εις τον θώρακα, ο οποίος ευρίσκεται κατά γης πλαγίως κείμενος και +φαίνεται ως να ενεδρεύη διά να φοβίση τους άλλους όταν θα πλησιάσουν +σύροντες το φορείον.</p> + +<p>Δεν πρόκεται δε περί παιγνιδίων και ασημάντων επεισοδίων, αλλ' ο +ζωγράφος δι' αυτών θέλει να δείξη και τον έρωτά του Αλεξάνδρου προς +τα πολεμικά έργα και ότι ενώ ήτο ερωτευμένος με την Ρωξάνην δεν +ελησμόνει και τα όπλα. Αλλά και εξ άλλου κατεφάνη η αλήθεια του +γαμηλίου χαρακτήρος της εικόνος, αφού έγινεν αφορμή να νυμφευθή ο +Αετίων την θυγατέρα του Προξενίδου· και ο γάμος του ζωγράφου εγένετο +οιονεί επεισόδιον του βασιλικού γάμου και ως παράνυμφον είχε τον +Αλέξανδρον. Ως αμοιβήν διά τον ζωγραφιστόν γάμον επέτυχεν αληθή +γάμον.</p> + +<p>Ο Ηρόδοτος λοιπόν — διά να επανέλθω εις αυτόν — εθεώρει την +πανήγυριν των Ολυμπίων ικανήν να καταστήση ένδοξον μεταξύ των Ελλήνων +ένα συγγραφέα, ο οποίος εξιστόρησε νίκας όπως αυτός τας εξιστόρησεν. +Εις εμέ δε — και σας εξορκίζω εις τον Φίλιον Δία να μη υποθέσετε ότι +παρεφρόνησα και ότι θέλω να συγκρίνω τον εαυτόν μου προς εκείνον — +συνέβη κάτι τι παρόμοιον. Όταν κατ' αρχάς ήλθα εις την Μακεδονίαν, +εσκεπτόμην πώς να πραγματοποιήσω τον πόθον τον οποίον είχα, να +καταστήσω γνωστά εις όσον το δυνατόν περισσοτέρους Μακεδόνας τα έργα +μου. Και μου εφαίνετο δύσκολον να περιέλθω προς τούτο όλας τας πόλεις +την μίαν μετά την άλλην, πράγμα το οποίον θα απήτει πολύν καιρόν· εάν +όμως επερίμενα την σημερινήν ημών συνέλευσιν και ενεφανιζόμην εν μέσω +υμών διά να σας απαγγείλω τινά των έργων μου, ο σκοπός μου θα +εξεπληρούτο κατ' ευχήν.</p> + +<p>Σήμερον λοιπόν σας ευρίσκω ενταύθα συνηγμένους, ό,τι εκλεκτότερον +έχει εκάστη πόλις, το άνθος ακριβώς ειπείν των Μακεδόνων. Ευρισκόμεθα +δε εις πόλιν εκ των ωραιοτέρων, όχι όπως η Πίσσα, ούτε έχουσα την +στενοχωρίαν εκείνης και σκηνάς και καλύβας και πνιγηρόν καύσωνα, οι +δε πανηγυρισταί δεν είνε συρφετώδης όχλος αποτελούμενος από ανθρώπους +ελθόντας μάλλον διά να ίδουν αθλητάς και ολίγον φροντίζοντας τους +περισσοτέρους διά τον Ηρόδοτον, αλλά ρήτορες και συγγραφείς και +σοφισταί οι διασημότεροι, ούτως ώστε να υπάρχη φόβος μήπως το έργον +μου φανή εδώ περισσότερον ασήμαντον παρά εις την Ολυμπίαν. Αν +επρόκειτο υμείς σήμερον να με συγκρίνετε προς τους αθλητάς +Πολυδάμοντα ή Γλαύκον ή Μίλωνα, βεβαίως θα σας εφαινόμην καθ' +υπερβολήν θρασύς άνθρωπος· αλλ' εάν απομακρύνετε την μνήμην σας από +εκείνους και περιορίσετε την κρίσιν σας μόνον εις εμέ, ίσως δεν θα +σας φανώ πολύ άξιος μαστιγώσεως +(<sup><a href="#fn129" id="ref129">129</a></sup>) +. Ενώπιον δε τοιούτων θεατών και τούτο θα είνε αρκετόν δι' εμέ.</p> + +<p> +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ</h4> + +<p> +</p> + +<p><b>Σημείωσις /αφορώσα προηγούμενους τόμους/.</b> Εκτός διαφόρων +άλλων παροραμάτων, ευδιακρίτων, σημειούμεν ενταύθα τα επόμενα δυο, ως +ουσιωδέστερα :</p> + +<p>Εις την σελίδα 11 (στίχ. 1) της Εισαγωγής ετέθη «λεπτομερές» αντί +«πολυμερές».</p> + +<p>Εις δε τας σελίδας 114 — 130 (επικεφαλίς) του Α'. τόμου ετέθη +«Κρίσεις θεών» αντί «Κρίσις θεών».</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">* * *</h4> + +<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν +ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά, Για πρώτη φορά προσφερόταν +συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη +(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, +στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, +στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, +Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, +Σίγουρου. Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου +τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην +Ελλάδα.</p> + +<p> +</p> + +<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ</p> + +<p>ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.</p> + +<p>ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506</p> + +<p>ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10</p> + +<p> +</p> +<hr></hr> + +<p id="fn1">1) Φαίνεται, ότι ο σκοπός του διαλόγου τούτου ως και του +επομένου είνε να εγκωμιασθή κάποια Πάνθεια, ερωμένη του Λουκίου +Βέρου, αδελφού του αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου. Τινές των κριτικών +αμφιβάλλουν αν ο Λουκιανός είνε συγγραφεύς των εγκωμίων τούτων.<a +href="#ref1" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn2">2) Όρος της Λυδίας, επί της κορυφής του οποίου ελέγετο +ότι ευρίσκετο η απολιθωθείσα Νιόβη, η κόρη του Ταντάλου.<a +href="#ref2" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn3">3) Κατά τον Παυσανίαν η Αθηνά αύτη ωνομάσθη Λημνία, διότι +ήτο ανάθημα των κατοίκων της Λήμνου. Ήτο επί της Ακροπόλεως.<a +href="#ref3" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn4">4) Ερωμένη του Αλεξάνδρου. Ενώ την εζωγράφιζεν ο Απελλής, +την ερωτεύθη, αλλ' ο Αλέξανδρος υπήρξεν αρκετά γενναιόψυχος, ώστε να +τον συγχωρήση.<a href="#ref4" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn5">5) Ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος είχε προσλάβη +συναυτοκράτορα τον αδελφόν του Λούκιον Βέρον.<a href="#ref5" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn6">6) Η σύζυγος του Αβραβάτα ωνομάζετο Πάνθεια, επομένως +τοιούτον ήτο και το όνομα της ερωμένης του Λουκίου Βέρου.<a +href="#ref6" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn7">7) Η Φιλομήλα, ήτις μετεμορφώθη εις την αηδόνα.<a +href="#ref7" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn8">8) Κόρη και μαθήτρια του Πυθαγόρου.<a href="#ref8" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn9">9) Γυνή εκ Μαντινείας φιλόσοφος, της οποίας ο Σωκράτης +καυχάται εις το «Συμπόσιον» του Πλάτωνος ότι υπήρξε μαθητής και ότι +παρ' αυτής εδιδάχθη τα μυστήρια του έρωτος.<a href="#ref9" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn10">10) Επ' ανδρών κράατα. Το όνομα Άτη σημαίνει την ύβριν +και την ζημίαν.<a href="#ref10" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn11">11) Διότι εις τας γυναίκας δεν επετρέπετο, ως γνωστόν, +να παρίστανται εις τους αγώνας.<a href="#ref11" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn12">12) Νικητήν των λεόντων.<a href="#ref12" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn13">13) Ο Πίνδαρος πιθανώς.<a href="#ref13" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn14">14) Έτρεχεν επί των στάχεων χωρίς να τους συντρίβη.<a +href="#ref14" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn15">15) Το τρέξιμον των ίππων οίτινες έφευγον με την +ταχύτητα του ανέμου.<a href="#ref15" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn16">16) Τοιούτον θα είνε βέβαια του Ολυμπίου Διός το +ανάκτορον.<a href="#ref16" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn17">17) Τότε είπε κλαίουσα η θεόμορφος γυνή.<a href="#ref17" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn18">18) Ο Ζωίλος.<a href="#ref18" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn19">19) Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, τον οποίον ο Πτολεμαίος διώρισε +διευθυντήν της περιφήμου βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, έκαμε μίαν +κριτικήν έκδοσιν του Ομήρου, εις την οποίαν εσημείωνε διά περονών +τους στίχους τους οποίους εθεώρει εμβολίμους και μη γνησίους.<a +href="#ref19" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn20">20) Ομοιάζουσα προς την Αρτέμιδα και την χρυσήν +Αφροδίτην.<a href="#ref20" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn21">21) Ομοία προς την Άρτεμιν κατέβαινεν εκ του όρους.<a +href="#ref21" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn22">22) Ίδε «Εικόνας».<a href="#ref22" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn23">23) Είνε γνωστή η συνήθεια των Αθηναίων να γράφουν επί +των τοίχων το όνομα του αγαπωμένου προσώπου μετά του επιθέτου «καλός» +ή «καλή». Περί του Φειδίου λέγεται ότι είχε χαράξη επί του μικρού +δακτύλου του Ολυμπίου Διός τας λέξεις «Παντάρκης καλός».<a +href="#ref23" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn24">24) Η πάνδημος εθεωρείτο προστάτις των εταιρών.<a +href="#ref24" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn25">25) Την Δήμητραν και την Περσεφόνην.<a href="#ref25" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn26">26) Τα χοιρίδια των Αχαρνών ήσαν περίφημα και +παροιμιώδη.<a href="#ref26" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn27">27) Η χώρα των Οδρυσσών έκειτο πέραν της Θράκης και +εθεωρείτο πολύ μακρυνή ως φαίνεται και εκ του ανωτέρω χωρίου του +Λουκιανού.<a href="#ref27" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn28">28) Εννοεί το «χαίρειν», με το οποίον οι αρχαίοι ήρχιζαν +τας επιστολάς των· π. χ. Κλεινίας Αρισταινέτω χαίρειν.<a +href="#ref28" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn29">29) Ο ένατος μην των Αθηναίων ότε εωρτάζοντο τα +Ελαφηβόλια.<a href="#ref29" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn30">30) Ένδυμα κόκκινον.<a href="#ref30" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn31">31) Ίδε «Αλέξανδρον ή ψευδόμαντιν». Τομ γ'. σελ. 109.<a +href="#ref31" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn32">32) Ως διηγείται ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν.<a +href="#ref32" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn33">33) Η Βοιωτική Τανάγρα ήτο περίφημος διά τα πουλερικά +της.<a href="#ref33" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn34">34) Ίδε «Αληθή Ιστορίαν» σελ. 40 και 41.<a href="#ref34" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn35">35) Παράβαλε «Νεκρικών Διαλόγων» σελ. 35 υποσημ. 2.<a +href="#ref35" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn36">36) Ω χρυσέ, το ωραιότερον διά τον άνθρωπον δώρον.<a +href="#ref36" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn37">37) Ο χρυσός είνε των ανθρώπων η δύναμις.<a +href="#ref37" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn38">38) Από τας πολλάς σκέψεις ο γλυκύς ύπνος δεν ήρχετο εις +τον Ατρείδην Αγαμέμνονα. Εκ του Ομήρου.<a href="#ref38" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn39">39) Μισώ τον συμπότην, ο οποίος έχει καλόν μνημονικόν.<a +href="#ref39" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn40">40) Ανοηταίνεις.<a href="#ref40" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn41">41) Αλλ' εις την καρδίαν του Ατρείδου Αγαμέμνονος δεν +ήτο ευχάριστον.<a href="#ref41" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn42">42) Ο Φίλος ήτο είς εκ των Κενταύρων, όστις ετάφη εις +τους πρόποδας ενός των βουνών της Θεσσαλίας, το οποίον δια τούτο, +κατά τον Διόδωρον ωνομάσθη Φολόη.<a href="#ref42" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn43">43) Ως γνωστόν ο προπίνων έπινεν ολίγον και έδιδε το +ποτήρι εις τον προς ον η πρόποσις απηυθύνετο διά να πίη το +υπόλοιπον.<a href="#ref43" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn44">44) Συνέκρουον τας ασπίδας.<a href="#ref44" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn45">45) Και ανεπέμποντο κραυγαί απελπισίας και θριάμβου.<a +href="#ref45" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn46">46) Οι Στωικοί ηρέσκοντο να γράφουν ψιλά και +δυσανάγνωστα.<a href="#ref46" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn47">47) Όρος σχολαστικός των Στωικών.<a href="#ref47" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn48">48) Περί του κερατίνου συλλογισμού ίδε «Νεκρικούς +Διάλογους» Τόμ. Β'. σελ. 35 υποσ. 2. Σωρείτης δε είνε άλλο σόφισμα, +το οποίον δι' αλλεπαλλήλων ερωτήσεων φθάνει εις συμπέρασμα ψευδές +μεν, φέρον όμως εις αμηχανίαν τον ερωτώμενον.<a href="#ref48" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn49">49) Είτε την ελησμόνησε, είτε δε την εσυλλογίσθη, +υπέπεσεν εν τη καρδία του εις μέγα αμάρτημα.<a href="#ref49" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn50">50) Η γη αύτη είνε η Καλυδών, η οποία κείται απέναντι +της γης του Πέλοπος και έχει πεδιάδας ευφόρους. Απόσπασμα εκ του +«Μελεάγρου», το οποίον δεν έχει σχέσιν με την υπόθεσιν της επιστολής, +αλλά παρατίθεται εική εις ένδειξιν πολυμάθειας, όπως και το +επόμενον.<a href="#ref50" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn51">51) Η εκηβόλος θεά κόρη της Λητούς εξερεθίζει μέγαν +κάπρον εις τας γαίας του Οινέως.<a href="#ref51" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn52">52) Παράβαλε τα λεγόμενα περί της τιμωρίας των μοιχών +εις τον «Θάνατον Περεγρίνου».<a href="#ref52" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn53">53) Ο τόκος ελογαριάζετο κατά μήνα.<a href="#ref53" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn54">54) Οι αρχαίοι, κατά τους χρόνους του Λουκιανού, διήρουν +τα γεύματα εις τρία μέρη. Εκ τούτων το πρώτον ελέγετο πρόπομα, διότι +κατ' αυτό έπινον είτε οίνον, είτε διάφορα ποτά δροσιστικά είτε και +μόνον νερόν. Η συνήθεια του προπόματος εισήχθη εις την Ελλάδα και εις +την Ρώμην επί του αυτοκράτορος Κλαυδίου. Κατά το δεύτερον μέρος του +γεύματος παρετίθεντο εδέσματα ελαφρά, κατάλληλα μάλλον διά να +διεγείρουν παρά διά να κορέσουν την όρεξιν, θαλασσινά, γλυκίσματα, +λάχανα και τα τοιαύτα. Το τρίτον μέρος ήτο το εντελές γεύμα, κατά τα +οποίον παρετίθεντο τα διάφορα κρέατα και εις το τέλος τα τραγήματα.<a +href="#ref54" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn55">55) Εις το μέγαρον του Αρισταινέτου η ευγενής Κλεανθίς +ανετράφη ως βασίλισσα με επιμέλειαν, εξέχουσα μεταξύ όλων των άλλων +παρθένων, ωραιοτέρα της Αφροδίτης και της Ελένης ομού. Χαίρε δε και +συ, γαμβρέ, πρώτε μεταξύ των ομηλίκων σου, ωραιότερε του Νιρέως και +του υιού της Θέτιδος. Ημείς δε πολλάκις θα σας ψάλλωμεν τον +επιθαλάμιον τούτον ύμνον, ευχόμενοι διά την ευτυχίαν και των δύο.<a +href="#ref55" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn56">56) Διότι οι στίχοι του Ιστιαίου ήσαν απομιμήσεις και +αναμίξεις στίχων διαφόρων ποιητών.<a href="#ref56" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn57">57) Παρωδία Ομηρικού στίχου. Κ' εκείνον μεν απέτυχε . . +.<a href="#ref57" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn58">58) Μεταξύ των δογμάτων των Στωικών ήτο και η +περιφρόνησις διαφόρων δεινών, εν οις και ο πόνος, τα οποία διά τούτο +απεκάλουν αδιάφορα. Ως δε διηγείται ο Κικέρων, Ποσειδώνιος ο Απαμεύς +παθών εξ αρθρίτιδος ανεφώνει· Δεν θα με καταφέρεις, πόνε, να +ομολογήσω ότι είσαι κακόν.<a href="#ref58" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn59">59) Την εσπέραν του γάμου ο γαμβρός ωδήγει την νύμφην +επί οχήματος, επί του οποίου ήτο κατεσκευασμένη μικρά κλίνη και επ' +αυτής η νύμφη ήτο κατακεκλιμένη. Οι φίλοι και οι ομήλικοι του γαμβρού +συνώδευον κρατούντες δάδας και άδοντες.<a href="#ref59" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn60">60) Του Ευριπίδου.<a href="#ref60" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn61">61) Ανεξερεύνητοι των θεών αι βουλαί· εις πολλά οι θεοί +δίδουν ανέλπιστον έκβασιν και τα προσδοκώμενα δεν πραγματοποιούνται. +Ευρ. «Άλκηστις» τέλος.<a href="#ref61" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn62">62) Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εκ διαφόρων μερών +ειλημμένων. Όμοια, παρωδίαι του Ομήρου και του Ευριπίδου είνε τα +επόμενα, τα οποία εις την μετάφρασιν αποδίδονται με κάποιον ρυθμόν.<a +href="#ref62" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn63">63) Πώλος και Αριστόδημος, περίφημοι τραγικοί ηθοποιοί, +οίτινες συνήθως υπεδύοντο θεών πρόσωπα.<a href="#ref63" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn64">64) Κανείς εκ των θεών, θηλυκός ή αρσενικός, ας μη λείψη +ούτε εκ των ποταμών κανείς, ούτε εκ των νυμφών, αλλ' εις του Διός τα +ανάκτορα να έλθετε όλοι, όσοι λαμβάνετε μέρος εις τας εκατόμβας και +όσοι ανήκετε εις την μέσην ή την κατωτάτην τάξιν και αφανείς κάθεσθε +παρά τους βωμούς και απολαμβάνετε την κνίσαν των θυσιών.<a +href="#ref64" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn65">65) Βενδίς, θεότης της Θράκης. Ο Μίθρης ή Μίθρας ήτο +θεός των Περσών, ο δε Μην των Φρυγών.<a href="#ref65" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn66">66) Η τρίτη τάξις των Αθηναίων πολιτών.<a href="#ref66" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn67">67) Η πλουσιωτέρα τάξις των Αθηναίων.<a href="#ref67" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn68">68) Άκουε, σίγα, μη τάραττε.<a href="#ref68" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn69">69) Δηλαδή των δώδεκα θεών. Παρωδία του κηρύγματος των +επικλησιών του δήμου των Αθηναίων, κατά τας οποίας εκαλούντο να +λάβουν τον λόγον οι «υπέρ τα πεντήκοντα γεγονότες».<a href="#ref69" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn70">70) Ο Μώμος αρχίζει με τον Ομηρικόν στίχον: «αλλ' ημείς +μεν πάντες ύδωρ και γαία γένοισθε».<a href="#ref70" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn71">71) Τον Ηρακλήν.<a href="#ref71" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn72">72) Ο Μητρόδωρος ήτο πυρωνιστής φιλόσοφος Χίος, ο οποίος +συνώψιζε την διδασκαλίαν του εις το εξής αξίωμα : «Δεν γνωρίζομεν +τίποτε και δεν γνωρίζομεν μάλιστα εάν δεν γνωρίζωμεν τίποτε».<a +href="#ref72" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn73">73) Πόλις της Ευβοίας, εις την οποίαν υπήρχε ναός του +Ποσειδώνος.<a href="#ref73" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn74">74) Το έμμετρον κείμενον του χρησμού είνε ούτω +συντεθειμένον, ώστε να είνε ακατανόητον και γελοίον προς διακωμώδησιν +της ασαφείας των αληθινών χρησμών. <br /><br +/> είμεθα γαϊδούρια και μουλάρια ξέστρωτα που +δεν έχομεν ούτε μιας<br /> + ακρίδας μυαλό.<a href="#ref74" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn75">75) «Σιγή εφ' ημείων, ίνα μη Δαμίς γε πύθηται». Εκ της +Ιλιάδος.<a href="#ref75" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn76">76) Η Αθηνά ήτο η προστάτις θεά των Αθηνών και οι +Αθηναίοι την εσέβοντο εξαιρετικώς. Αφού δε ο Τιμοκλής ωρκίσθη εις την +Αθηνάν, ο Δάμις δεν τολμά ν' αντιτείνη εις τοιούτον όρκον, δι' ο και +λέγει ότι ο Τιμοκλής ενίκησε με τον όρκον τούτον.<a href="#ref76" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn77">77) Τουτί μεν υπομόχθηρον, άλλο μοι λέγε.<a +href="#ref77" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn78">78) Προς την Λητώ δε αντέστη ισχυρώς ο Ερμής.<a +href="#ref78" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn79">79) Βλέπεις τον υψηλόν και άπειρον αιθέρα, όστις εις τας +υγράς του αγκάλας περιβάλλει την γην; Τούτον νόμιζε Δία, τούτον +θεώρει θεόν.<a href="#ref79" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn80">80) Ο Ζευς, τι είνε ο Ζευς; Διότι μόνον εξ ονόματος τον +γνωρίζω.<a href="#ref80" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn81">81) Ο Φάλης ήτο ο θεός της γονιμότητος και παρίστατο διά +του φαλού.<a href="#ref81" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn82">82) Ανθρωποθυσίας. Ίδε τόμ. Α'. σελ. 109.<a +href="#ref82" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn83">83) Κτυπά αδιακρίτως ενόχους τε και μη. Εκ της +«Ιλιάδος».<a href="#ref83" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn84">84) Η φιγούρα του πλοίου. Παράβαλλε «Πλοίον ή ευχαί» +τόμ. 1 σελ. 27 υποσημ. 2.<a href="#ref84" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn85">85) Στίχος του Μενάνδρου : Ουδέν κακόν παθαίνεις εκ της +ύβρεως, την οποίαν δεν αποδέχεσαι.<a href="#ref85" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn86">86) Ο τίτλος του κειμένου είνε «Βίων πράσις». Η λέξις +«βίος» επί του προκειμένου σημαίνει τον τρόπον του ζην κατά τα +διάφορα φιλοσοφικά συστήματα. «Οι από του βίου» ελέγοντο οι +φιλόσοφοι.<a href="#ref86" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn87">87) Ο Πυθαγόρας ομιλεί εις το κείμενον την Ιονικήν +διάλεκτον.<a href="#ref87" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn88">88) Ο υιός του Κροίσου ήτο άλαλος.<a href="#ref88" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn89">89) Αντί να παραθέτη απλώς τους αριθμούς, ο Πυθαγόρας +τους προσέθετε:<br /><br /> + +Το τέλειον τούτο τρίγωνον είνε πρόβλημα του ισοσκελούς τριγώνου, +το οποίον εύρεν ο Πυθαγόρας και το παρίστα κατά τον εξής τρόπον: <br /><br /> +1 <b>.</b> <br /> +2 <b>. . </b><br /> +3 <b> . . . </b><br /> +4 <b>. . . .</b><br /> + __ <br /> +10<br /><br /> + +Ο δε σχετικός όρκος ήτο ο εξής: «Ορκίζομαι εις εκείνον όστις δίδει +εις την ημετέραν ψυχήν την τετράδα, την πηγήν των αρχών της αιωνίας +φύσεως». Κατά τους Πυθαγορικούς ο αριθμός τέσσαρα ήτο το σύμβολον των +τεσσάρων στοιχείων.<a href="#ref89" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn90">90) Διότι είνε σκοτεινοί.<a href="#ref90" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn91">91) Οι αρχαίοι έγραφον επί του ενός μέρους των μακρών +περγαμηνών, αίτινες απετέλουν τα βιβλία των. Οι Κυνικοί όμως φαίνεται +ότι μετεχειρίζοντο βιβλία των οποίων αι περγαμηναί ήσαν ολόγραφοι.<a +href="#ref91" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn92">92) Ιππόλυτος: «Η μεν γλώσσα ομώμωκεν, η δε φρην +ανώμοτο». Ο Διογένης αναστρέφει την φράσιν.<a href="#ref92" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn93">93) Ο Διογένης υπήρξεν αργυραμοιβός εις την Σινώπην. +Παράβ. «Δις κατηγορούμενος».<a href="#ref93" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn94">94) Ο Αρίστιππος, αρχηγός της Σχολής, των Κυρηναϊκών, +υπήρξε μαθητής του Σωκράτους, όπως δε ούτος, περιωρίσθη μόνον εις την +ηθικήν και παρημέλησε την φυσικήν, προς την οποίαν έτρεφε μεγάλην +περιφρόνησιν. Αλλά διέστρεψε την ηθικήν του διδασκάλου του διά των +μαθημάτων της ακολασίας και της αυτοκτονίας, τα οποία έδιδε. Κατά τον +Αρίστιππον, η υπέρτατη ευτυχία συνίστατο εις τας απολαύσεις των +αισθήσεων. Επωνομάσθη δε ρήτωρ του θανάτου, διότι εδίδασκε τους +μαθητάς του ν' αυτοκτονούν άμα ησθάνοντο την ελαχίστην απογοήτευσιν +εις την ζωήν. Η θυγάτηρ του Αρήτη τον διεδέχθη εις την αρχηγίαν της +Σχολής του.<a href="#ref94" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn95">95) Το παιγνίδι της δάμας.<a href="#ref95" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn96">96) Υπαινίσσεται τα λεγόμενα υπό του Αλκιβιάδου εις το +«Συμπόσιον» του Πλάτωνος.<a href="#ref96" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn97">97) Συνήθης όρκος του Σωκράτους.<a href="#ref97" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn98">98) Ήτο μαθητής και φίλος του Πλάτωνος,<a href="#ref98" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn99">99) Κατά τους χρόνους του Λουκιανού η Στωική φιλοσοφία +εξετιμάτο μεγάλως και κατ' αυτής η σάτυρα του Λουκιανού αποτοξεύει +συχνότερα και σφοδρότερα τα βέλη της.<a href="#ref99" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn100">100) Το δόγμα τούτο της Στωικής φιλοσοφίας περιέχεται +εις το πρώτον αξίωμα του εγχειριδίου του Επικτήτου.<a href="#ref100" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn101">101) Εκτός του Λουκιανού και οι άλλοι αρχαίοι +συγγραφείς αναφέρουν τον συλλογισμόν του κροκοδείλου, χωρίς όμως και +να δίδουν την εξήγησίν του.<a href="#ref101" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn102">102) Δεν γνωρίζομεν επίσης σαφή πράγματα περί του +θεριστικού και του κυριεύοντος συλλογισμού, των οποίων παραδείγματα +αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος εις τον βίον του Ζήνωνος και του +Χρυσίππου.<a href="#ref102" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn103">103) Ως εκ ποοηγουμένων γνωρίζομεν, οι Στωικοί +ετοποθέτουν την αρετήν εις την κορυφήν όρους αποκρήμνου εις το οποίον +έφερεν οδός δύσβατος. Η ιδέα δε αύτη ήτο του Ησιόδου.<a +href="#ref103" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn104">104) Ο Χρύσιππος, κατά τον Διογένην τον Λαέρτιον, +έγραψε 311 τόμους περί διαλεκτικής, εκτός δε τούτων πολυάριθμα άλλα +συγγράμματα, πλήρη ξένων περικοπών και σχολίων, τα οποία απετέλουν τα +δύο τρίτα και πλέον του όλου συγγράμματος. Εις μίαν εκ των +πραγματειών τούτων κατεχώρισεν ολόκληρον την Μήδειαν του Ευριπίδου· +μίαν δε ημέραν είς των μαθητών του, ο οποίος εκράτει το βιβλίον +εκείνο, ερωτηθείς τι βιβλίον ήτο, απήντησεν· Η «Μήδεια» του +Χρυσίππου. Ο Σενέκας ομιλεί μετά πολλής περιφρονήσεως περί των έργων +του Χρυσίππου· τα χαρακτηρίζει ως επιπόλαια, και τα παρομοιάζει με +ξίφος το οποίον λυγίζει αντί να διατρυπά. <br /><br />Ο Χρύσιππος +είχε γράψη βιβλίον περί σολοικισμών και αδοκίμων λέξεων, εκ των +οποίων ανέφερε μέγαν αριθμόν. Αλλ' οι Στωικοί ολίγον εφρόντιζον διά +την καθαρότητα της γλώσσης και την ακρίβειαν του ύφους.<a +href="#ref104" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn105">105) Όνομα περιφήμου τινός τοκογλύφου, το οποίον +κατόπιν απεδίδετο εις όλους τους τοκογλύφους, όπως το όνομα του Ίρα +απεδίδετο εις όλους τους αθλίους και επαίτας.<a href="#ref105" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn106">106) Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν ονησιφόρα +(ωφέλιμα), διά να γίνη λογοπαίγνιον με όσα προηγουμένως λέγονται περί +του όνου.<a href="#ref106" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn107">107) Εννοεί τον Πύρρωνα, του οποίου το όνομα +μεταβάλλει, ούτως ώστε να γίνη δουλικόν όνομα, διότι το όνομα Πυρρίας +ήτο σύνηθες όνομα δούλων.<a href="#ref107" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn108">108) Την αλήθειαν.<a href="#ref108" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn109">109) Επέχω περί τούτου και διασκέπτομαι. Τούτο ήτο και +το κύριον αξίωμα της φιλοσοφίας των Πυρρωνιστών.<a href="#ref109" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn110">110) Ούτως ώστε η πήρα να συντρέχη την πήραν και αι +ράβδοι τας ράβδους. Παρωδία στίχου της Ιλιάδος. <a href="#ref110" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn111">111) Είσθε σοφοί +άνδρες, και πρέπει ο θυμός σας να είνε αχαλίνωτος. Παρωδία επίσης +Ομηρικού στίχου.<a href="#ref111" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn112">112) Να κατασπαραχθή αφού λιθοβολιθή και κατ' αυτόν τον +τρόπον ν' αποθάνη.<a href="#ref112" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn113">113) Ότι δεν τηρούνται συνθήκαι μεταξύ ανθρώπων και +θηρίων.<a href="#ref113" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn114">114) Μη φονεύετε άνθρωπον αγαθόν, αλλά δεχθήτε λίτρα +διά την ζωήν του, χαλκόν και χρυσόν, τα οποία κατ' εξοχήν αγαπούν οι +σοφοί.<a href="#ref114" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn115">115) Μη φαντάζεσαι, υβριστά, αφού έπεσες εις τα χέρια +μας, ότι θα διαφύγης, επειδή υπεσχέθης χρυσόν.<a href="#ref115" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn116">116) Μη φονεύης, διότι δεν πρέπει να φονεύεται ο +ικετεύων.<a href="#ref116" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn117">117) Δεν πρέπει οι κακοποιοί να πληρώνωνται με το αυτό +νόμισμα;<a href="#ref117" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn118">118) Ιδέ «Ψευδολογιστήν» τόμος Γ' σελίς 154.<a +href="#ref118" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn119">119) θα φορέσης χιτώνα από λίθους, διά να τιμωρηθής δι' +όσα κακά έπραξες.<a href="#ref119" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn120">120) Ο Άρατος, καίτοι ήτο εκ των Σολών της Κιλικίας, +διεκρίθη ως Έλλην φιλόσοφος και συγγραφεύς των «Φαινομένων». Εκ της +αυτής πόλεως ησαν οι φιλόσοφοι Κράτων και Χρύσιππος. Ο Ζήνων, ο +ιδρυτής της Στωικής φιλοσοφίας, ήτο Κύπριος εκ Κιλίου. Ο Αριστοτέλης +ήτο εκ Σταγείρων, ο δε Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας ήσαν Αβδηρίται. Το +ότι δεν ήσαν εκ της κυρίως Ελλάδος δεν ηλάττωνε την υπόληψιν την +οποίαν είχον μεταξύ των Ελλήνων ως σοφοί.<a href="#ref120" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn121">121) Ο Λουκιανός σκώπτει τον Πλάτωνα δια τους άγαν +εμφαντικούς λόγους τους οποίους μεταχειρίζεται εις τον «Φαίδρον».<a +href="#ref121" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn122">122) Ευριπ. «Φοίνισσαι» : —Ω πάνσεπτη Νίκη, μείνε +πλησίον μου καθ' όλην μου την ζωήν και μη παύσης να με στεφανώνης.<a +href="#ref122" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn123">123) Ως έπαθλον δε θα χρησιμεύσουν δύο τάλαντα χρυσού, +τα οποία θα δώσωμεν εις εκείνον όστις θ' αναδειχθή ο περισσότερον +φιλόνεικος. Παρωδία Ομηρικών στίχων.<a href="#ref123" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn124">124) Όσα φύλλα και άνθη φέρει η άνοιξις.<a +href="#ref124" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn125">125) Εις το Πρυτανείον, ως γνωστόν, ετρέφοντο δωρεάν, +όσοι είχον προσφέρη εξαιρετικάς υπηρεσίας εις την πατρίδα. Όταν δε ο +Σωκράτης εδικάζετο είπεν ότι, αντί να καταδικασθή εις θάνατον, έπρεπε +να οδηγηθή εις το Πρυτανείον.<a href="#ref125" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn126">126) Χρυσόφα ή ξόφα.<a href="#ref126" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn127">127) Ο Λουκιανός παίζει με την λέξιν αφύαι (μαρίδες) +και λέγει· «Νή Νι' αφυέστατοί γε».<a href="#ref127" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn128">128) Προλαλιά.<a href="#ref128" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p id="fn129">129) Ως εκ των προηγουμένων γνωρίζομεν οι λαμβάνοντες +μέρος εις τους αγώνας χωρίς να είνε άξιοι ν' αγωνισθούν, παρεδίδοντο +εις τους μαστιγοφόρους. Ομοίως και οι κακοί υποκριταί.<a +href="#ref129" title="Πίσω">↩</a></p> + +<p> +</p> + +<p> + </p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 6, by Lucian + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 6 *** + +***** This file should be named 28606-h.htm or 28606-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/8/6/0/28606/ + +Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + diff --git a/28606-h/images/cover.jpg b/28606-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..aa8acc3 --- /dev/null +++ b/28606-h/images/cover.jpg |
