summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/28606-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '28606-h')
-rw-r--r--28606-h/28606-h.htm7838
-rw-r--r--28606-h/images/cover.jpgbin0 -> 60491 bytes
2 files changed, 7838 insertions, 0 deletions
diff --git a/28606-h/28606-h.htm b/28606-h/28606-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..edbc2a1
--- /dev/null
+++ b/28606-h/28606-h.htm
@@ -0,0 +1,7838 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Λουκιανός, Άπαντα Τόμος Έκτος" />
+<title>Λουκιανός Άπαντα 6</title>
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 6, by Lucian
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Complete Works, Volume 6
+
+Author: Lucian
+
+Translator: Ioannis Kondilakis
+
+Posting Date: March 14, 2012 [EBook #28606]
+First Posted: April 25, 2009
+Last Updated: November 21, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 6 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<img src="images/cover.jpg" hspace="30" width="410" height="586"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" />
+
+<p>Release Date: April 25, 2009 [EBook #28606] Last Updated: November
+21, 2009</p>
+
+<p>
+Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have
+been transferred at the end of the book.</p>
+
+<p>In three instances, missing words have been denoted by []. For one
+of them, I have supplied what I think it is. I have added a note
+included in //</p>
+
+<p>The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.</p>
+
+<p>Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
+σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.</p>
+
+<p>Σε τρεις περιπτώσεις που λείπουν λέξεις έχω χρησιμοποιήσει []. Σε
+μια από αυτές έχω γράψει την λέξη που νομίζω ότι είναι. Μια σημείωσή
+μου περιβάλλεται από //.</p>
+
+<p>Το τονικό σύστημα έχει αλλαχτεί από πολυτονικό σε μονοτονικό.</p>
+
+<p style='text-align:center;'>
+<br />
+<b>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</b></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ</h2>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΠΑΝΤΑ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ</h4>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+
+<p>ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Εικόνες. — Υπέρ των εικόνων. — Εταιρικοί
+διάλογοι. — Όνειρον ή Αλεκτρυών. — Συμπόσιον ή Λαπίθαι. — Ζευς
+τραγωδός. — Συστημάτων Δημοπρασία. — Αλιεύς ή αναζήσαντες. —
+Ηρόδοτος ή Αετίων.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<br />
+1911</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ</p>
+
+<p>ΑΠΑΝΤΑ</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΙΚΟΝΕΣ
+(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>)
+</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΛΥΚΙΝΟΣ. Αναμφιβόλως εκείνο το οποίον έπαθα προ ολίγου, όταν είδα
+μίαν ωραιοτάτην γυναίκα, είνε ό,τι επάθαιναν όσοι αντίκρυζαν την
+Γοργόνα· διότι ακριβώς παρ' ολίγον να μεταβληθώ εξ ανθρώπου εις
+πέτραν από την κατάπληξιν.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Βέβαια θα ήτο εξαιρετικόν και λίαν καταπληκτικόν το
+θέαμα, αφού και τον Λυκίνον ηδυνήθη να εκπλήξη, και μάλιστα όταν το
+αντικείμενον ήτο γυναίκα. Αν ήτο κανείς έφηβος δεν θ' απορούσα, διότι
+συχνότατα σου συμβαίνει να μένης εκστατικός ενώπιον των ωραίων νέων
+και είνε ευκολώτερον να μετακινήση κανείς ολόκληρον το Σίπυλον
+
+(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>)
+ παρά να σε αποσπάση από τους ωραίους, όταν στέκεσαι ενώπιόν των με
+το στόμα ανοικτόν και τα μάτια βουρκωμένα πολλάκις, όπως η κόρη του
+Ταντάλου. Αλλά δεν μου λες, ποία ήτο αυτή η απολιθώνουσα Μέδουσα και
+από πού ήτο διά να μάθω και εγώ; διότι δεν πιστεύω να θέλης μόνον διά
+τον εαυτόν σου το θέαμα και να ζηλοτυπήσης εάν και εγώ θελήσω να
+απολιθωθώ μαζή σου.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Πρέπει να ξέρης ότι και μακρόθεν αν την ατενίσης, θα σε
+καταστήση πλέον ακίνητον και άλαλον από τα αγάλματα. Αλλ' ίσως αυτό
+είνε το ολιγώτερον επικίνδυνον εάν όμως σε ατενίση και εκείνη, δεν θα
+υπάρχη πλέον τρόπος να απομακρυνθής, αλλά θα σε σύρη ως δεσμευμένον
+όπου θέλει, όπως η πέτρα του Ηρακλέους σύρει τον σίδηρον. ΠΟΛ.
+Παύσε, Λυκίνε, να μου εκφράζης με υπερβολάς τον θαυμασμόν σου και
+λέγε μου ποία ήτο αυτή η γυναίκα.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Ενώ συ νομίζεις ότι λέγω υπερβολάς, εγώ φοβούμαι ότι αν την
+ίδης θα σου φανούν κατώτεροι αυτής οι έπαινοί μου· τόσον ωραιοτέρα θα
+σου φανή. Αλλά ποία είνε δεν γνωρίζω· το μόνον το οποίον δύναμαι να
+σου είπω είνε ότι είχε μεγάλην ακολουθίαν δούλων, ευνούχων και
+θεραπαινίδων και εν γένει εφαίνετο ότι ανήκεν εις τάξιν ανωτέραν.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Ουδέ τ' όνομά της γνωρίζεις; Δεν ηρώτησες πώς ονομάζεται;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Όχι· το μόνον που γνωρίζω είνε ότι πατρίδα έχει την Ιωνίαν·
+διότι είς εκ των θεατών, ο οποίος ευρέθη πλησίον μου, είπεν, αφού
+εκείνη επέρασε· Τοιαύτα είνε τα Σμυρναϊκά κάλλη. Αλλά δεν είνε
+παράδοξον ότι η ωραιοτέρα των Ιωνικών πόλεων παρήγαγε την ωραιοτέραν
+των γυναικών. Εμάντευσα δε ότι και αυτός ο οποίος είπεν αυτά ήτο
+Σμυρναίος και υπερηφανεύετο διά το κάλλος της γυναικός εκείνης.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αληθώς εφέρθης ως πέτρα, αφού ούτε την παρηκολούθησες, ούτε
+τον Σμυρναίον εκείνον ηρώτησες ποία ήτο [;;;;] προσπάθησε τουλάχιστον
+να μου την παραστήσης με λόγους ποία ήτο και ίσως θα την
+αναγνωρίσω.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Η απαίτησίς σου είνε μεγάλη. Δεν αρκεί η δύναμις των λόγων
+και μάλιστα η ιδική μου ευφράδεια να εξεικονίση κάλλος τόσον
+θαυμάσιον, διά το οποίον μόλις θα ήσαν ικανοί ο Απελλής ή ο Ζεύξις ή
+ο Παρράσιος, ο Φειδίας ή ο Αλκαμένης. Εγώ με την ασθενή μου τέχνην θα
+ζημιώσω το πρωτότυπον.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Ειπέ μου τέλος πάντων πώς ήτο η μορφή της. Δεν δύνασαι να
+κατηγορηθής ως παράτολμος, διότι θα επιχειρήσης να δώσης μίαν ιδέαν
+εις φίλον σου.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Μου φαίνεται ότι ασφαλέστερα θα το κατορθώσω αν καλέσω εις
+βοήθειάν μου μερικούς εκ των αρχαίων τεχνιτών, διά να μου
+αναπαραστήσουν την γυναίκα εκείνην.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Τι εννοείς; Πώς θα έλθουν εις βοήθειάν σου άνθρωποι οι οποίοι
+προ τόσου καιρού έχουν αποθάνη;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Ευκόλως· αρκεί να μου απαντήσης εις μερικάς ερωτήσεις.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Καλά, ερώτα.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Εταξείδευσές ποτε, Πολύστρατε, εις την Κνίδον;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Βέβαια.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Επομένως θα είδες βέβαια και την εκεί Αφροδίτην. ΠΟΛ.
+Μάλιστα· είνε το ωραιότερον δημιούργημα του Πραξιτέλους.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. θα ήκουσες και τον μύθον τον οποίον διηγούνται οι εντόπιοι
+περί αυτής, ότι δηλαδή κάποιος ερωτεύθη το άγαλμα και διαφυγών την
+προσοχήν έμεινε μίαν νύκτα εντός του ναού και ικανοποίησε το πάθος
+του, όσον τούτο είνε δυνατόν με άγαλμα. Αλλά περί τούτου δεν
+πρόκειται τώρα. Αφού δε, ως λέγεις, είδες το άγαλμα εκείνο, τώρα να
+μου απάντησης και εις μίαν άλλην ερώτησιν, αν είδες και την
+Αφροδίτην, η οποία ευρίσκεται εις τας Αθήνας, την εν κήποις Αφροδίτην
+του Αλκαμένους.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. θα ήμουν ο οκνηρότερος των Αθηναίων, Λυκίνε, εάν δεν είχα ιδή
+μέχρι τούδε το ωραιότερον από τα έργα του Αλκαμένους.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Θεωρώ περιττόν να σε ερωτήσω, Πολύστρατε, εάν ανέβης πολλάκις
+εις την ακρόπολιν και παρετήρησες την Σωσάνδραν του Καλάμιδος.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Και αυτήν την είδα, πολλάκις.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Καλά. Από δε τα έργα του Φειδίου ποίον σου ήρεσε
+περισσότερον;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Ποίον άλλο παρά η Λημνία
+(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>)
+ την οποίαν τόσον εξετίμα ο Φειδίας, ώστε και εχάραξεν επί του
+αγάλματος το όνομά του; Αλλά και η Αμαζών, η οποία στηρίζεται επί της
+λόγχης, δεν μου αρέσει ολιγώτερον.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Αυτά τωόντι είνε τα καλλίτερα και δεν έχομεν ανάγκην άλλων
+τεχνιτών. Τώρα λοιπόν θα προσπαθήσω να πάρω εξ εκάστου των αγαλμάτων
+τούτων ό,τι εξαίρετον έχει να το συναρμόσω εις μίαν εικόνα.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Και πώς θα το κατορθώσης αυτό;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Δεν είνε δύσκολον, Πολύστρατε, εάν παραδόσωμεν τα αγάλματα
+εις τον λόγον και επιτρέψωμεν εις αυτόν να μεταφέρη και συνθέση και
+συναρμόση όσον το δυνατόν ευρυθμότατα τας καλλονάς αυτών εις
+μίαν.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Καλά· ας τα παραλάβη λοιπόν και ας τα συνθέση, διότι είμαι
+περίεργος να ίδω πώς θα τα μεταχειρισθή και πώς εκ τόσων εικόνων θα
+συνθέση μίαν χωρίς δυσαρμονίας.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Λοιπόν τώρα θα ίδης πώς θα συναρμόση ο λόγος το καλλιτέχνημά
+του. Από την Αφροδίτην της Κνίδου θα λάβη μόνον της κεφαλήν· δεν θα
+χρειασθή τίποτε από το άλλο σώμα, το οποίον είνε γυμνόν. Την κόμην,
+το μέτωπον και τας ωραίας γραμμάς των φρυδιών θ' αφήση όπως τα έκαμεν
+ο Πραξιτέλης, θα διατηρήση επίσης την υγρότητα των οφθαλμών ομού με
+την φαιδρότητα και την χάριν, όπως τα θέλει ο Πραξιτέλης. Τα δε μήλα
+και όλα τα άλλα εξέχοντα μέρη του προσώπου θα λάβη από τον Αλκαμένην
+και την εν κήποις, προσέτι δε τα άκρα των χειρών και των καρπών την
+ευρυθμίαν και τους στρογγυλούς δακτύλους τους λεπτυνομένους κατά τα
+άκρα. Το όλον δε περίγραμμα του προσώπου, την αβρότητα των παρειών
+και την σύμμετρον μύτην θα δώσουν η Λημνία και ο Φειδίας. Ο ίδιος θα
+μας δώση και του στόματος την αρμονικήν σχισμήν και τον αυχένα της
+Αμαζόνος του· η δε Σωσάνδρα και ο Κάλαμις θα την στολίσουν με την
+αιδημοσύνην και θα της δώσουν το σεμνόν και μόλις φαινόμενον μειδίαμα
+εκείνης. Και το ευσταλές και την σεμνότητα του ιματισμού παρά της
+Σωσάνδρας επίσης θα λάβη, με την διαφοράν μόνον ότι η δική μας θα έχη
+την κεφαλήν άσκεπη. Ανάστημα θα έχη ίσον με την Κνιδίαν Αφροδίτην και
+ο Πραξιτέλης θα μας δώση και τας αναλογίας ταύτας. Τώρα πώς σου
+φαίνεται, Πολύστρατε; θα γίνη ωραίον το άγαλμά μας;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Βέβαια εάν εκτελεσθή, με τελείαν ακρίβειαν· διότι ελησμόνησες
+κάτι τι, θαυμάσιε αγαλματοποιέ, πολύ σπουδαίον, ενώ συνεσώρευες τόσα
+και τόσα εις το έργον σου.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Τι ελησμόνησα;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Κάτι τι, φίλε μου, από τα σπουδαιότερα, εκτός εάν νομίζης ότι
+ολίγον συντελεί προς το κάλλος το χρώμα και μάλιστα το αρμόζον εις
+έκαστον μέρος του κάλλους, ούτως ώστε να είνε μαύρα εντελώς όσα
+πρέπει να είνε μαύρα, λευκά όσα πρέπει να είνε λευκά και το ερύθημα
+να επανθή και τα τοιαύτα. Άνευ αυτών το έργον μας κινδυνεύει να έχη
+την μεγαλειτέραν έλλειψιν.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Πόθεν λοιπόν θα λάβωμεν και αυτά· ή πρέπει να καλέσωμεν εις
+βοήθειαν ημών τους ζωγράφους και μάλιστα εκείνους οίτινες
+ανεδείχθησαν άριστοι μεταξύ αυτών, διά ν' αναμίξουν τα χρώματα και
+χρωμαΤιςουν την εικόνα καταλλήλως; Λοιπόν ας καλέσωμεν τον Πολύγνωτον
+και τον Ευφράνορα, τον Απελλήν και τον Αετίωνα· ας διαιρέσουν δε
+ούτοι το έργον μεταξύ των και ο μεν Ευφράνωρ ας χρωμαΤιςη την κόμην
+όπως εζωγράφισε την κόμην της Ήρας, ο δε Πολύγνωτος την ωραίαν
+γραμμήν των φρυδιών και το ερύθημα των παρειών, όπως εζωγράφισε την
+Κασάνδραν εις την λέσχην των Δελφών· ο ίδιος ας ζωγραφίση το φόρεμα,
+λεπτότατα εξειργασμένον, ούτως ώστε μέρος μεν αυτού να είνε
+συνεσφιγμένον, το δε άλλον να κυματίζη και να κολπούται υπό του
+άνεμου. Το άλλο σώμα ας ζωγραφίση ο Απελλής, κυρίως κατά το υπόδειγμα
+της Πακάτης
+(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>)
+ όχι καθ' υπερβολήν λευκόν, αλλ' απλώς ζωογονούμενον υπό του αίματος·
+τα δε χείλη να γίνουν όπως ο Αετίων εζωγράφισε της Ροξάνης τα χείλη.
+Αλλά μάλλον τον άριστον των ζωγράφων Όμηρον πρέπει να καλέσωμεν μετά
+του Απελλού και του Ευφράνορος. Το όλον χρώμα του σώματος πρέπει να
+είνε όμοιον προς εκείνο το οποίον ο ποιητής της Ιλιάδος απέδωκεν εις
+τον Μενέλαον, παρομοιάσας τους μηρούς αυτού με ελεφαντοκόκαλον
+ελαφρώς πορφυρωμένον. Ο ίδιος ας ζωγραφίση και τους οφθαλμούς και ας
+την κάμη βοώπιν. Θα τον βοηθήση δε εις το έργον και ο Θηβαίος
+ποιητής, διά να την κάμη ιοβλέφαρον. Και φιλομειδή να την καταστήση ο
+Όμηρος και λευκώλενον και ροδοδάκτυλον και εν γένει να την εξομοιώση
+προς την χρυσήν Αφροδίτην πλέον ή την Βρυσηίδα. Αυτά θα κάμουν οι
+ζωγράφοι και οι γλύπται. Αλλ' εκείνο το οποίον επανθεί εις όλα ταύτα,
+η χάρις ή μάλλον όλαι αι χάριτες ομού και όλοι οι έρωτες, ποίος θα
+δυνηθή να το μιμηθή;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αυτή, Λυκίνε, θα είνε θαύμα ωραιότητος, όπως την περιγράφεις,
+και κάτι τι θείον το οποίον έπεσεν εξ ουρανού. Τι δε έκαμνεν όταν την
+είδες;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Εκράτει βιβλίον κατά το ήμισυ τυλιγμένον και εφαίνετο ότι
+μέρος αυτού είχεν αναγνώση και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν του
+επίλοιπου. Ενώ δε εβάδιζε, κάτι έλεγε και προς έν των προσώπων της
+ακολουθίας της, αλλά δεν γνωρίζω τι έλεγε, διότι δεν ωμίλει
+μεγαλοφώνως. Όταν δε εμειδίασε, Πολύστρατε, έδειξε κάτι δόντια, που
+δεν δύναμαι να σου παραστήσω την λευκότητα, των, την συμμετρίαν και
+την συναρμογήν. Αν έτυχε να ίδης περιδέραιον από λαμπροτάτους και
+ισομεγέθεις μαργαρίτας, θα δυνηθής να φαντασθής την λαμπρότητα και
+την κανονικότητά των. Το ερύθημα των χειλέων ανεδείκνυεν έτι μάλλον
+την λευκότητά των. Θα ηδύνατό τις να τους συγκρίνη προς το
+στιλβωμένον ελεφαντοκόκαλον περί του οποίου ομιλεί ο Όμηρος, και δεν
+ήσαν οι μεν πλατύτεροι των δε ή προέχοντες ή αραιοί, όπως συμβαίνει
+εις τας περισσοτέρας γυναίκας, αλλ' η ισότης των ήτο τελεία και είχον
+το αυτό χρώμα και το αυτό μέγεθος και ομοίως όλοι ήσαν συνηρμοσμένοι.
+Εν γένει το θέαμα ήτο θαυμάσιον και πάσαν ανθρωπίνην καλλονήν
+υπερέβαινε.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Στάσου. Μαντεύω τώρα πολύ καλά απ' αυτά που λέγεις και την
+πατρίδα της, ποίαν γυναίκα εννοείς. Είπες ότι την ηκολούθουν και
+ευνούχοι.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Μάλιστα και μερικοί στρατιώται ακόμη.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Είνε η περίφημος ερωμένη του βασιλέως
+(<sup><a href="#fn5" id="ref5">5</a></sup>)
+ αυτή που ηυτύχησες να ίδης.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Και πώς ονομάζεται;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Και το όνομά της είνε επίσης πολύ μουσικόν και χαριτωμένον,
+Λυκίνε· είνε ομώνυμος με την αξιέραστον σύζυγον του Αβραδάτα
+(<sup><a href="#fn6" id="ref6">6</a></sup>)
+, την οποίαν θα γνωρίζης βέβαια εκ του Ξενοφώντος, όστις την
+εγκωμιάζει διά την σωφροσύνην και το κάλλος της.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Βεβαίως και η ιστορία της μου κάνει τόσην εντύπωσιν, ώστε
+οσάκις την αναγινώσκω, νομίζω ότι βλέπω την γυναίκα εκείνην και την
+ακούω να λέγη όσα της αποδίδει ο Ξενοφών, όταν έδιδε τα όπλα εις τον
+άνδρα της και τον προέπεμπεν αναχωρούντα εις τον πόλεμον.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αλλά συ, φίλε μου, την είδες μίαν φοράν ως αστραπήν και
+ενεθουσιάσθης διά το κάλλος της μορφής και του σώματός της· δεν
+γνωρίζεις δε της ψυχής της τα κάλλη τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα
+και θειότερα. Εγώ όμως την γνωρίζω καθ' ολοκληρίαν διότι και σχετικός
+της είμαι και συμπατριώτης. Ως δε γνωρίζεις, αποδίδω μεγαλειτέραν
+σημασίαν εις την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την φιλανθρωπίαν, την
+μεγαλοφροσύνην, την φρόνησιν, την μόρφωσιν του πνεύματος παρά εις το
+κάλλος. Και αυτά τωόντι έχουν μεγαλειτέραν αξίαν από τα σωματικά
+προτερήματα· διότι θα ήτο παράλογον και γελοίον εάν εξετίμα κανείς
+περισσότερον το φόρεμα παρά το σώμα. Το τέλειον δε κάλλος κατά την
+γνώμην μου είνε εκείνο εις το οποίον συντρέχει η αρετή της ψυχής και
+του σώματος η καλλονή, θα ηδυνάμην να σου δείξω πολλάς γυναίκας αι
+οποίαι έχουν ωραίαν και ευχάριστον την μορφήν, αλλά κατά τα αλλά
+καταισχύνουν το κάλλος, ούτως ώστε και μόνον αν ανοίξουν το στόμα διά
+να ομιλήσουν το κάλλος των μαραίνεται και εξαφανίζεται, διότι
+αποδεικνύεται ότι υπηρετεί ψυχήν δυσειδή και κακήν. Αι τοιαύται
+γυναίκες μου φαίνονται όμοιαι προς τους Αιγυπτιακούς ναούς, οι οποίοι
+είνε ωραίοι και μεγαλοπρεπείς, στολισμένοι με πολύτιμα μάρμαρα, με
+χρυσόν και ζωγραφιαίς· αλλ' αν εισέλθης και αναζητήσης τον θεόν εις
+τον οποίον είνε αφιερωμένοι, θα συναντήσης πίθηκον ή ίβιν ή τράγον ή
+γάτον. Τοιαύτας γυναίκας συναντά κανείς πολλάς. Δεν αρκεί λοιπόν το
+κάλλος, εάν δεν έχη και τα πρέποντα κοσμήματα, εννοώ δε όχι πολυτελή
+ενδύματα και αλλά εξωτερικά στολίσματα, αλλ' εκείνα τα οποία ανέφερα,
+την αρετήν, την φρόνησιν, την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την
+φιλανθρωπίαν και όλα τα άλλα τα οποία αποτελούν τον ηθικόν χαρακτήρα
+της γυναικός εκείνης.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Λοιπόν η σειρά σου τώρα, Πολύστρατε, να με πληρώσης διά του
+αυτού νομίσματος και μάλιστα με το παραπάνω, και να μου δώσης την
+ψυχικήν της εικόνα, αφού δύνασαι, διά να μη την θαυμάζω μόνον κατά το
+ήμισυ.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αυτό το οποίον μου ζητείς, φίλε μου, δεν είνε μικρόν και
+εύκολον διότι δεν είνε ομοίως εύκολον να παραστήση κανείς διά του
+λόγου πράγματα τα οποία εις όλους είνε ορατά, και πράγματα τα οποία
+δεν φαίνονται. Διά να ζωγραφίσω και εγώ την εικόνα, την οποίαν μου
+ζητείς, θα χρειασθώ συνεργάτας, όχι πλέον γλύπτας μόνον και
+ζωγράφους, αλλά και φιλοσόφους, ώστε να κατασκευάσω το άγαλμα
+σύμφωνον προς τους κανόνας εκείνων και κατά τα υποδείγματα της
+αρχαίας πλαστικής. Αλλά θα επιχειρήσω. Και εν πρώτοις να την
+φαντασθής με φωνήν γλυκείαν και αρμονικήν. Εις αυτήν θα ήρμοζε μάλλον
+παρά εις τον γέροντα της Πύλου εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος. Η
+φωνή της είνε γλυκυτέρα του μέλιτος. Εν γένει δε ο τόνος της λαλιάς
+της είνε απαλώτατος, ούτε βαρύς, ώστε να φαίνεται ανδρικός, ούτε
+παραπολύ λεπτός, ώστε να φαίνεται καθ' υπερβολήν θηλυπρεπής και
+ασθενής, αλλ' όπως είνε η φωνή του παιδίου, το οποίον δεν έφθασεν εις
+την ήβην, γλυκεία και ευχάριστος και τόσον μαλακά εισδύουσα εις την
+ακοήν, ώστε και όταν παύη, να παραμένη απήχημα αυτής και ως ηχώ
+παρατείνουσα τα λεγόμενα και εις την ψυχήν αφήνουσα ίχνη των λόγων
+ευχάριστα και πλήρη πειθούς. Όταν συμβαίνη και να τραγουδή και
+μάλιστα συνοδευομένη υπό κιθάρας, ο θαυμασμός υπερβαίνει κάθε όριον
+και πρέπει να σιωπούν αμέσως αλκυόνες και τέττιγες και κύκνοι, διότι
+όλα φαίνονται συγκρινόμενα προς αυτήν χωρίς χάριν. Και αυτή η κόρη
+του Πανδίονος
+(<sup><a href="#fn7" id="ref7">7</a></sup>)
+ θα φανή άτεχνος και χωρίς μουσικά χαρίσματα, παρ' όλην την ποικιλίαν
+των μελωδιών της.</p>
+
+<p>Ο δε Ορφεύς και ο Αμφίων, οίτινες υπήρξαν οι γοητευτικότεροι των
+μουσικών και διά της μουσικής των συνεκίνουν και αυτά τα άψυχα, αν
+ήκουον το άσμα της γυναικός εκείνης, θ' άφιναν τας κιθάρας και θα
+εστέκοντο να την ακούουν. Διότι πώς ηδύναντο να κρατούν τόσην
+αρμονίαν και τόσην ακρίβειαν ρυθμού και το πλήκτρον της κιθάρας να
+κτυπά συγχρόνως με την γλώσσαν και πώς ηδύναντο να έχουν την
+λεπτότητα εκείνην και την ευκινησίαν των δακτύλων ο Θραξ εκείνος και
+ο άλλος ο οποίος επηγγέλλετο τον βουκόλον επί του Κιθαιρώνος και
+συγχρόνως κατεγίνετο εις την κιθάραν; Ώστε αν τύχη ποτέ, Λυκίνε, και
+την ακούσης να τραγουδή, δεν θα πάθης μόνον ό,τι οι βλέποντες τας
+Γοργόνας αλλά θα εννοήσης και τι επάθαιναν οι ακούοντες το άσμα των
+Σειρήνων. Είμαι βέβαιος ότι θα γοητευθής εις τοιούτον βαθμόν, ώστε θα
+λησμονήσης και πατρίδα και συγγενείς· και αν ακόμη φράξης με κηρόν τα
+ώτα, και διά του κηρού θα εισδύση εις την ακοήν σου η μελωδία.
+Τοιούτον είνε το άσμα αυτής και τόσα πολλά θέλγητρα έχει, ώστε σου
+εμπνέει την ιδέαν ότι την εδίδαξαν αι Μούσαι. Εν γένει δε πρέπει να
+φαντασθής το άσμα της οποίον έπρεπε να είνε το εξερχόμενον εκ
+τοιούτων χειλέων και διά τοιούτων οδόντων. Αφού δε την είδες, δύνασαι
+να φαντασθής ότι την ακούεις. Ότι η γλώσσα της είνε καθαρώς Ιωνική
+και ακριβής και ότι ομιλεί με ευφράδειαν και με πολλήν Αττικήν χάριν
+δεν είνε παράδοξον διότι το χάρισμα τούτο έχει από την πατρίδα της·
+ούτε ήτο δυνατόν να συμβαίνη άλλως, προκειμένου περί προσώπου
+συγγενεύοντος προς τους Αθηναίους λόγω της αποικίας. Δεν είνε επίσης
+παράδοξον ότι της αρέσει η ποίησις και πολύ καταγίνεται εις αυτήν,
+αφού είνε συμπολίτις του Ομήρου. Ιδού, αγαπητέ Λυκίνε, μία εικών, η
+εικών της καλλιφωνίας αυτής και του άσματος, η οποία παριστά το
+αντικείμενον ασθενέστατα. Μετ' αυτήν θα συνθέσω και άλλας, διότι δεν
+έχω σκοπόν να σε μιμηθώ και να συνθέσω μίαν εκ πολλών· τούτο δεν θα
+είνε αρκετόν, διότι με όσην τελειότητα και αν εκτελεσθή, δεν θα είνε
+αρκετή μία εικών να παραστήση τόσα διάφορα κάλλη, τα οποία αμιλλώνται
+κατά την τελειότητα· αλλά δι' εκάστην αρετήν της ψυχής πρέπει να
+γραφή μία εικών σύμφωνος προς το αρχέτυπον.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Μου προαναγγγέλλεις μίαν απόλαυσιν, Πολύστρατε, εκ των πλέον
+εξαιρέτων και φαίνεται ότι θα μου αποδώσης με το παραπάνω ό,τι σου
+έδωκα. Εκτέλεσε λοιπόν την υπόσχεσίν σου και να είσαι βέβαιος ότι η
+ευχαρίστησις την οποίαν θα μου προξενήσης θα είνε ασύγκριτος.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Λοιπόν, επειδή εξ όλων των ωραίων πραγμάτων το ωραιότερον
+είνε η παιδεία, ας συνθέσωμεν και την εικόνα αυτής, η οποία θα είνε
+ποικίλη και πολύμορφος, ώστε ουδέ κατά τούτο να υστερήσω της
+πλαστικής σου τέχνης. Λοιπόν ας την παραστήσωμεν προικισμένην με όλα
+και αθρόα τα χαρίσματα του Ελικώνος, ούτως ώστε να μη γνωρίζη μόνον
+όσα η Κλειώ, η Πολυμνία, η Καλλιόπη και αι άλλαι Μούσαι γνωρίζουν
+ιδιαιτέρως εκάστη, αλλ' όσα γνωρίζουν όλαι ομού και επί πλέον την
+σοφίαν του Ερμού και του Απόλλωνος. Πρέπει να την στολίσωμεν με όλα
+όσα οι ποιηταί εμμέτρως ή οι ρήτορες ευφραδώς εξέφρασαν και οι
+συγγραφείς ιστόρησαν και οι φιλόσοφοι συνεβούλευσαν· αυτά όμως δεν
+πρέπει να περιορισθούν μόνον εις τον επιπόλαιον χρωματισμόν, αλλά
+πρέπει να εισχωρήσουν και εις το βάθος της εικόνος δι' ανεξιτίλων και
+αφθόνων χρωμάτων. Πρέπει δε να συγχωρηθώ εάν δεν δύναμαι να επιδείξω
+κανέν αρχαίον πρότυπον της εικόνος ταύτης, διότι ουδέν τοιούτον
+μνημονεύεται μεταξύ των διαπρεψάντων κατά την αρχαιότητα εις την
+παιδείαν. Αλλά τέλος πάντων ας θεωρηθή τελειωμένη και αυτή η εικών
+και ας αναρτηθή, διότι και όπως έχει δεν μου φαίνεται να είνε
+κακή.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Εξ εναντίας είνε πολύ ωραία, Παλύστρατε, και εις όλας της τας
+γραμμάς ακριβής.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Κατόπιν αυτής πρέπει να ζωγραφίσω την εικόνα της σοφίας και
+της φρονήσεως. Θα χρειασθώμεν δε δι' αυτήν πολλά παραδείγματα, τα
+πλείστα αρχαία, και προ πάντων ένα το οποίον είνε επίσης Ιωνικόν.
+Ζωγράφοι δε και δημιουργοί του προτύπου τούτου είνε ο Αισχίνης ο
+φίλος του Σωκράτους και αυτός ο Σωκράτης, αμφότεροι ακριβέστατοι
+μεταξύ όλων των ζωγράφων εις την απόδοσιν της ομοιότητος, τοσούτω
+μάλλον καθ' όσον την καλλιτεχνίαν αυτών ενέπνεε και ο έρως. Η εκ
+Μιλήτου περίφημος Ασπασία, την οποίαν και αυτός ο θαυμασιώτατος και
+Ολύμπιος Περικλής ηγάπα, δεν είνε ακατάλληλον παράδειγμα συνέσεως,
+εμπειρίας και οξύτητος και αγχινοίας εις τα πολιτικά διά να το
+αντιγράψωμεν εις την ημετέραν εικόνα ακριβές και απαράλλακτον, υπό
+τον όρον να το μεγεθύνωμεν εις το κολοσσιαίον.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Διατί, παρακαλώ;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Διότι, Λυκίνε, καίτοι αι εικόνες ομοιάζουν, τα αντικείμενα
+δεν είνε ισομεγέθη· η δημοκρατία των τότε Αθηναίων πολύ υπολείπεται
+της σημερινής δυνάμεως των Ρωμαίων. Ώστε και αν κατά τα άλλα
+ομοιάζουν αι δύο εικόνες, το πλάτος του πίνακος πρέπει να είνε
+διαφορετικόν και πλατύτατον διά την ημετέραν εικόνα.</p>
+
+<p>Δεύτερον και τρίτον παράδειγμα ας λάβωμεν την Θεανώ
+(<sup><a href="#fn8" id="ref8">8</a></sup>)
+ και την Λεσβίαν ποιήτριαν, μετ' αυτάς δε την Διοτίμαν
+(<sup><a href="#fn9" id="ref9">9</a></sup>)
+, εκ των οποίων η μεν Θεανώ θα συνεισφέρη εις την εικόνα μας την
+μεγαλόνοιαν, η δε Σαπφώ την χάριν του πνεύματος· προς δε την Διοτίμαν
+θα ομοιάζη η ημετέρα εικών όχι μόνον εις όσα ο Σωκράτης την επήνεσεν,
+αλλά και κατά την σύνεσιν και κατά το εύστοχον των συμβουλών της.
+Ούτω συμπληρούται και είνε έτοιμη διά ν' αναρτηθή και της συνέσεως η
+εικών.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Και μα τον Δία είνε θαυμασία, Πολύστρατε. Αλλ'
+εξακολούθησε.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Ας προσπαθήσωμεν τώρα να εξεικονίσωμεν την χρηστότητα και την
+φιλανθρωπίαν αυτής και να παραστήσωμεν την ημερότητα του χαρακτήρος
+της και την καταδεκτικότητα προς εκείνους οίτινες ζητούν την
+προστασίαν της. Ως πρότυπον δε θα μας χρησιμεύσουν η άλλη Θεανώ η
+σύζυγος του Ανχίνορος, η Αρήτη και η κόρη αυτής Ναυσικάα και
+οιαδήποτε άλλη η οποία έφθασεν εις την μεγαλειτέραν εύνοιαν της
+τύχης, χωρίς να χάση της μετριοφροσύνην και την σύνεσιν.</p>
+
+<p>Έπειτα πρέπει να εξεικονίσω την αρετήν αυτής και την αφοσίωσιν
+προς εκείνον του οποίου την κλίνην συμμερίζεται. Τοιαύτη ήτο η κόρη
+του Ικαρίου, την οποίαν ο Όμηρος απεκάλεσε σαόφρονα και περίφρονα —
+διότι τοιαύτα κοσμητικά επίθετα αποδίδει εις την Πηνελόπην ο ποιητής
+εκείνος — ή και η ομώνυμος αυτής σύζυγος του Αβραδάτα, περί της
+οποίας προ μικρού ωμιλήσαμεν.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Ωραιοτάτην έκαμες και αυτήν την εικόνα, Πολύστρατε· υποθέτω
+δε ότι πλησιάζουν να συμπληρωθούν αι εικόνες, διότι όλους τους
+χαρακτήρας της ψυχής εξεικόνισες ιδιαιτέρως έκαστον.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Όχι όλους· υπολείπονται αι μεγαλείτεραι αρεταί της γυναικός
+εκείνης. Θέλω να είπω ότι, ενώ έφθασεν εις τόσα μεγαλεία, ούτε υπό
+επάρσεως διά την ευτυχίαν της κατελήφθη, ούτε εις την τύχην
+επίστευσεν, ώστε να νομίση ότι εξήρθη εις εξαιρετικήν κατάστασιν,
+αλλά διατηρείται μετριόφρων και απλή τους τρόπους, χωρίς καμμίαν
+επίδειξιν αποκρουστικήν και δυσάρεστον. Προς πάντας όσοι την
+πλησιάζουν φαίνεται πολύ προσηνής· τους μεταχειρίζεται ως ίση και
+απευθύνει προς αυτούς φιλοφρονήματα, τα οποία είνε τοσούτω μάλλον
+ευχάριστα εις αυτούς καθόσον, ενώ προέρχονται παρά γυναικός ανωτέρας,
+ουδέν έχουν το υπεροπτικόν. Διότι όσοι την δύναμίν των
+μετεχειρίσθησαν όχι προς υπεροψίαν αλλά προς ευεργεσίαν, ούτοι προ
+πάντων ανεδείχησαν άξιοι των αγαθών τα οποία παρά της τύχης έλαβον
+και μόνον ούτοι ίσως διαφεύγουν τον φθόνον διότι ουδείς δύναται να
+φθονήση τον υπερέχοντα, όταν τον βλέπη να μετριοφρονή διά την
+ευτυχίαν του και όχι, όπως η ομηρική εκείνη Άτη, να πατή επί
+ανθρωπίνων κρεάτων
+(<sup><a href="#fn10" id="ref10">10</a></sup>)
+ και εν γένει τους υποδεεστέρους να καταφρονή. Τούτο είνε σύνηθες εις
+τους ταπεινούς τον χαρακτήρα, ένεκα της ψυχικής των χυδαιότητος· και
+όταν δηλαδή η τύχη χωρίς να το ελπίζουν τους αναβιβάση αίφνης εις
+πτερωτόν και μετάρσιον όχημα, δεν αρκούνται εις την ευτυχίαν την
+οποίαν απέκτησαν, ούτε προσέχουν και εις τα κάτω, αλλά διηνεκώς
+προσπαθούν να ανέλθουν υψηλότερα. Λοιπόν παθαίνουν ό,τι ο Ίκαρος. Ο
+κηρός τήκεται και τα πτερά των πίπτουν και αυτοί κατακρημνίζονται εις
+πελάγη και τρικυμίας και γίνονται καταγέλαστοι. Όσοι δε εις την
+χρήσιν των πτερών εμιμήθησαν τον Δαίδαλον και δεν ανυψώθησαν
+υπερβολικά, μη λησμονούντες ότι το πτέρωμά των ήτο κολλημένον με
+κηρόν, και εκανόνισαν την πτήσιν αυτών κατά τας ανθρωπίνους δυνάμεις
+και περιωρίσθησαν να υψωθούν ολίγον υπέρ τα κύματα, ώστε να
+διατηρούνται πάντοτε υγρά τα πτερά των και να μη αποξηρανθούν και
+τακούν υπό του ήλιου, ούτοι ασφαλώς και σωφρόνως επέταξαν. Τον
+έπαινον δε τούτον μάλιστα δύναται τις ν' απευθύνη και προς την
+γυναίκα περί της οποίας ομιλούμεν. Και όλοι της εύχονται να διατηρήση
+τα πτερά και επί μακράν να ευτυχή.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Και είθε ούτω να γείνη, Πολύστρατε· είνε αξία διότι δεν είνε
+μόνον κατά το σώμα ωραία, όπως η Ελένη, αλλά και ψυχήν ωραιοτέραν και
+πλέον αξιαγάπητον κλείει εντός του ωραίου σώματος. Έπρεπε δε και επί
+των ημερών ενός ηγεμόνος τόσον μεγάλου και συγχρόνως τόσον αγαθού και
+χρηστού να γεννηθή εις το κράτος του μία τοιαύτη σπανία γυνή και να
+προστεθή εις την άλλην ευτυχίαν του ο έρως αυτής· διότι δεν είνε
+μικρόν ευτύχημα η γυνή εις την οποίαν θα εταίριαζεν εκείνο το οποίον
+είπεν ο Όμηρος, ότι δύναται ν' αμιλλάται προς την Αφροδίτην κατά το
+κάλλος και την Αθηνάν κατά τα έργα. Διότι εξ όλων των γυναικών
+ουδεμία δύναται να παραβληθή προς αυτήν, «ού δέμας ουδέ φυήν, ούτ' αρ
+φρένας ούτε τι έργα».</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αληθή αυτά, Λυκίνε· ώστε αν θέλης ας αναμίξωμεν τώρα τας
+εικόνας, την εικόνα του σώματος την οποίαν συ έπλασες και τας ψυχικάς
+τας οποίας εγώ εζωγράφισα και εξ όλων τούτων ας συνθέσωμεν μίαν εις
+βιβλίον, ώστε να δύνανται να την βάζουν όλοι, και οι σύγχρονοι και οι
+μεταγενέστεροι· διότι ούτω θα είνε διαρκεστέρα από τα έργα του
+Απελλού του Παρισίου και του Πολυγνώτου και πολύ ανωτέρα, καθότι δεν
+θα κατασκευασθή από ξύλον, κηρόν και χρώματα, αλλ' εκ των εμπνεύσεων
+των Μουσών και θα είνε κατ' εξοχήν και εξαιρετικώς ακριβής, καθ' όσον
+θα παριστά συγχρόνως και του σώματος και της ψυχής το κάλλος.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Εις το σύγγραμμά σου, Λυκίνε, είπεν η γυνή εκείνη,
+διέκρινα πολλήν συμπάθειαν και σεβασμόν προς εμέ· διότι οι έπαινοι
+δεν θα είχον τόσον ενθουσιασμόν εάν δε συνέγραφε και με αγάπην. Αλλ'
+αν θέλης να μάθης τον χαρακτήρα μου, ιδού ποίος είνε. Δεν μου αρέσουν
+οι κολακευτικοί τους τρόπους, αλλά μου κάμνουν την εντύπωσιν
+απατεώνων και ήκιστα ελευθέρων κατά τον χαρακτήρα. Προκειμένου δε
+περί επαίνων, όταν ακούω να μ' επαινούν με υπερβολάς υπερμέτρους
+κοκκινίζω και μου έρχεται να φράξω τ' αυτιά μου. Εν γένει δε το
+πράγμα μου φαίνεται μάλλον εμπαιγμός παρά έπαινος. Οι έπαινοι είνε
+ανεκτοί μόνον εφ' όσον ο επαινούμενος αναγνωρίζει ότι τα λεγόμενά του
+ταιριάζουν· τα δε, υπερβαίνοντα το μέτρον τούτο είνε δι' αυτόν ψεύδη
+και καθαρά κολακεία. Εγνώρισα εν τοσούτω, είπε, πολλούς, οι οποίοι
+ευχαριστούνται όταν οι επαινούντες αποδίδουν εις αυτούς χαρίσματα τα
+οποία δεν έχουν· λ. χ. εάν είνε γέροντες και τους επαινούν διά την
+ακμήν των, ή άσχημοι και τους συγκρίνουν κατά το κάλλος προς τον
+Νιρέα ή τον Φάωνα· φαίνονται ως να πιστεύουν ότι οι έπαινοι θ'
+αλλάξουν την μορφήν των και ότι θα ανανεωθούν, όπως ο Πελλίας
+ενόμιζεν. Αλλ' αυτό δεν είνε σωστόν· ο έπαινος είνε πολύτιμος, εάν
+δύναται να προέλθη και τίποτε καλόν εκ των υπερβολών του, άλλως οι
+ούτω επαινούμενοι και πιστεύοντες εις τους επαίνους παθαίνουν ό,τι οι
+άσχημοι οι φορούντες ωραίαν προσωπίδα και υπερηφανευόμενοι διά κάλλος
+των, το οποίον είνε πρόσθετον και πας τις δύναται, να το καταστρέψη,
+ότε ο υπερηφανευόμενος θα γίνη γελοιωδέστερος, διότι θα φανή οποίος
+είνε και ότι υπό τοιούτον προσωπείον τοιαύτην ασχημίαν έκρυπτεν.
+Ομοίως αν κανείς μικρόσωμος φορέση κοθόρνους και ερίζη περί μεγέθους
+προς ανθρώπους οίτινες τον υπερβαίνουν πήχυν ολόκληρον.</p>
+
+<p>Ανέφερε δε και το εξής· Υπήρξε γυνή ανωτέρας τάξεως, η οποία κατά
+μεν τα άλλα ήτο νόστιμη και σεμνή, αλλά κοντή και κατωτέρα του
+μετρίου· εις εγκώμιον δε το οποίον της έπλεξε κάποιος ποιητής έλεγε
+μεταξύ των άλλων ότι ήτο μεγαλοπρεπής και την παρωμοίαζε κατά το
+ευθυτενές και το ύψος του αναστήματος προς αίγειρον. Και αυτή μεν
+ετέρπετο υπό του επαίνου και επεδοκίμαζεν, ως εάν το ποίημά της
+εμεγέθυνε πραγματικώς το ανάστημα, ο δε ποιητής βλέπων ότι την
+ηυχαρίστει επανελάμβανε πολλάκις το άσμα, έως ου κάποιος εκ των
+παρόντων έκυψε και του είπεν εις το αυτί· «Παύσε γιατί θ' αναγκάσης
+την γυναίκα να σηκωθή». Κάτι παρόμοιον, αλλά πολύ γελοιωδέστερον
+έπραξεν η Στρατονίκη, η σύζυγος του Σελεύκου. Εκάλεσε τους ποιητάς
+εις συναγωνισμόν διά να εγκωμιάσουν με αμοιβήν ενός ταλάντου την
+κόμην της, καίτοι ήτο φαλακρά και ουδ' έλαχίστας ιδικάς της τρίχας
+διετήρει. Ενώ όμως εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η κεφαλή της και όλοι
+εγνώριζον ότι εκ μακρού νοσήματος είχε χάση την κόμην, οι
+αναιδέστατοι ποιηταί απεκάλουν υακινθίνας τας τρίχας της κόμης της
+και έπλεκον περί την κεφαλήν της σγουρούς πλοκάμους και παρωμοίαζον
+την ανύπαρκτον κόμην προς τα σέλινα. Όλους λοιπόν τούτους τους
+παραδιδομένους εις τους κόλακας κατέσκωπτεν η ερωμένη του βασιλέως
+και έλεγεν ότι όχι μόνον εις τα εγκώμια, αλλά και εις τας εικόνας
+πολλοί κολακεύονται ομοίως και θέλουν να εξαπατώνται. Προτιμούν
+δηλαδή εκείνους εκ των ζωγράφων οίτινες τους παριστούν ωραιοτέρους·
+τινές μάλιστα και παραγγέλλουν εις τους τεχνίτας ν' αφαιρέσουν
+κάποιαν ανωμαλίαν της [;;;της] ή να κάμουν πλέον μαύρα τα μάτια ή να
+προσθέσουν εις την μορφήν ό,τι άλλο επιθυμούν και έπειτα φυλάττουν
+ως ιδίας τας ξένας εκείνας εικόνας, αίτινες ουδόλως ομοιάζουν προς
+αυτούς. Ταύτα και τοιαύτα έλεγε· και κατά μεν τα άλλα επεδοκίμαζε το
+σύγγραμμα, έν δε μόνον δεν υπέφερεν, ότι την παρωμοίασες προς τας
+θεάς Ήραν και Αφροδίτην. Αυτά, είπεν, είνε ανώτερα από εμέ, μάλλον δε
+υπέρ την ανθρωπίνην φύσιν. Εγώ όχι μόνον με τας μεγαλειτέρας θεάς δεν
+θα ήθελα να συγκρίνωμαι αλλ' ουδέ με τας ηρωίδας, όπως η Πηνελόπη, η
+Αρήτη και η Θεανώ. Είπε δε και το εξής· Φοβούμαι πολύ τους θεούς και
+δεν θέλω αποδεχομένη τοιούτους επαίνους να φανώ ομοία προς την
+Κασσιόπην, ήτις μ' όλα ταύτα μόνον προς τας Νηρηίδας ετόλμα να
+συγκρίνεται, την Ήραν δε και την Αφροδίτην εσέβετο.</p>
+
+<p>Ώστε, Λυκίνε, η επιθυμία της είνε να μεταβάλλης εκείνα τα οποία
+έγραψες, άλλως αυτή μεν θα επικαλεσθή την μαρτυρίαν των θεών ότι
+έγραψες παρά την θέλησίν της, συ δε πρέπει να γνωρίζης ότι θα την
+λυπήση το βιβλίον αν κυκλοφορήση, όπως τώρα είνε γραμμένον, χωρίς
+σεβασμόν προς τους θεούς. Εθεώρει δε ότι θα ήτο ασέβεια εκ μέρους της
+και αμάρτημα αν εδέχετο να λέγεται ομοία προς την Κνιδίαν Αφροδίτην
+και την εν κήποις. Ενώ δε εις το τέλος του βιβλίου — ως μου
+παρήγγειλε να σου είπω — την παριστάς μετριόφρονα και χωρίς
+αλαζονείαν και λέγεις ότι δεν επαίρεται υπέρ την ανθρωπίνην
+κατάστασιν, αλλά πετά πλησίον εις την γην, εις την αρχήν συ ο ίδιος
+την ανυψώνεις υπέρ τον ουρανόν, ώστε και προς θεάς την εξομοιώνεις.
+Έχει την αξίωσιν να μη την θεωρήσης ολιγώτερον του Αλεξάνδρου
+συνετήν, όστις δεν εδέχθη την πρότασιν την οποίαν του έκαμε κάποιος
+αρχιτέκτων να μεταβάλλη ολόκληρον το όρος Άθω εις ανδριάντα του και
+να τον παραστήση κρατούντα δύο πόλεις εις τας χείρας του· θεωρήσας το
+πράγμα ανώτερόν του διέταξε τον άνθρωπον εκείνον να μη κατασκευάση
+κολοσσόν τόσον απίθανον και ν' αφήση ήσυχον τον Άθω, ούτε να σμικρύνη
+όρος τόσον μέγα, εξομοιώνων αυτό προς μικρόν ανθρώπινον σώμα.
+Επαινούσα δε τον Αλέξανδρον διά την μεγαλοψυχίαν του έλεγεν ότι
+έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα μεγαλείτερον του Άθω, διά να
+παραμείνη αθάνατος η μνήμη του γεγονότος εκείνου· διότι δεν ήτο
+μικρού χαρακτήρος ένδειξις ότι κατεφρόνησε τόσην μεγάλην τιμήν.</p>
+
+<p>Επαινεί δε και το έργον σου και την επίνοιαν των εικόνων, αλλά δεν
+αναγνωρίζει την ομοιότητα αυτών, διότι δεν αναγνωρίζει εις εαυτήν
+τοιαύτα προτερήματα, αλλ' ούτε και υπάρχει κατά την γνώμην της γυνή
+πλησιάζουσα εις τοιαύτην τελειότητα· ώστε παραιτείται από την τιμήν
+την οποίαν της απονέμεις και αρκείται να λατρεύη τα πρότυπα των
+εικόνων σου. Να την επαινής ως άνθρωπον και το υπόδημα να μην είνε
+του ποδός πλατύτερον διά να μη πέση, λέγει, όταν επιχειρήση να
+περιπατήση. Μου παρήγγειλε δε να σου είπω και το εξής· Ακούω να
+λέγουν πολλοί — σεις δε οι άνδρες είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε εάν
+τούτο αληθεύη
+(<sup><a href="#fn11" id="ref11">11</a></sup>)
+ — ότι ουδ' εις την Ολυμπίαν επιτρέπεται να εγείρουν εις τους
+νικητάς ανδριάντας μεγαλειτέρους του αναστήματος αυτών, αλλ' οι
+Ελλανοδίκαι φροντίζουν να μη υπερβαίνη κανείς το φυσικόν ανάστημα, η
+δε εξέτασις αύτη γίνεται πολύ ακριβεστέρα από την έγκρισιν των
+αγωνιστών. Ώστε πρόσεξε, είπε, μήπως μας ανακαλύψουν υπερβαίνοντας το
+μέτρον και οι Ελλανοδίκαι μας ανατρέψουν την εικόνα. Αυτά έλεγεν
+εκείνη, συ δε σκέψου, Λυκίνε, να τροποποιήσης το βιβλίον και ν'
+αφαιρέσης τα τοιαύτα, ιδίως δε όσα θίγουν τους θεούς· διότι αυτά
+κυρίως την επείραξαν και, ενώ τα ανεγίνωσκε, κατελήφθη υπό φρίκης και
+παρεκάλει τους θεούς να την συγχωρήσουν. Πρέπει δε να της
+συγχωρήσωμεν αυτόν τον φόβον, όστις είνε φυσικός εις τας γυναίκας.
+Αλλά, διά να είπω την αλήθειαν, και η εντύπωσις η δική μου δεν ήτο
+διαφορετική. Κατ' αρχάς, είνε αληθές, δεν εύρισκα τίποτε το άτοπον
+εις όσα έγραψες, αλλ' αφού εκείνη εξεδήλωσε το αίσθημά της, ήρχισα
+και εγώ να αισθάνωμαι το αυτό και μου συνέβη ό,τι παθαίνουν οι
+βλέποντες τα αντικείμενα εκ πολύ μικράς αποστάσεως· διότι όταν από
+πολύ πλησίον βλέπομεν κάτι τι, δεν το βλέπομεν ακριβώς· εάν όμως
+απομακρυνθώμεν εις την πρέπουσαν απόστασιν, διακρίνομεν ακριβώς τα
+ελαττώματα και τα καλά του.</p>
+
+<p>Αφού είνε άνθρωπος και την παραβάλλεις προς την Αφροδίτην και την
+Ήραν, τι άλλο κάνεις παρά εξευτελίζεις τας θεάς; Εις τας τοιαύτας
+συγκρίσεις εκείνο το οποίον σμικρύνεται περισσότερον δεν είνε
+μικρότερον, αλλά το μεγαλείτερον, το οποίον αναγκάζομεν να εξισωθή
+προς το μικρότερον· εάν βαδίζουν ομού δύο άνθρωποι, εκ των οποίων ο
+μεν έχει πολύ υψηλόν το ανάστημα, ο δε είνε πολύ μικρόσωμος, και
+θελήσωμεν να τους εξισώσωμεν, ώστε να μη φαίνεται ο είς υψηλότερος
+του άλλου, τούτο δεν θα κατορθωθή διά της προσπαθείας του μικροτέρου,
+και εάν ούτος αρχίση να βαδίζη ακροποδητί· διά να φανούν ίσοι πρέπει
+να σκύψη πολύ ο υψηλότερος και να συμμαζευθή καθ' υπερβολήν. Λοιπόν
+εις αυτάς τας εικόνας όταν εξομοιούται ο άνθρωπος προς θεόν δεν
+μεγαλοποιείται τόσον ο άνθρωπος, όσον ο θεός σμικρύνεται και
+συστέλλεται διά να περιορισθή εις το ανθρώπινον ύψος. Και τέλος
+πάντων, αν κανείς δεν ευρίσκη παραδείγματα επί της γης και
+αναγκάζεται να στρέφεται προς τα ουράνια, ολιγώτερον δύναται να
+κατηγορηθή δι' ασέβειαν· αλλά ενώ ηδύνασο να εύρης επί της γης τόσα
+γυναικεία κάλλη, χωρίς ανάγκην ετόλμησες να την παραβάλης προς την
+Αφροδίτην και την Ήραν.</p>
+
+<p>Ώστε, Λυκίνε, αφαίρεσε το υπερβολικόν τούτο και ασεβές, το οποίον
+άλλως ταιριάζει προς τον χαρακτήρα σου, διότι έως τώρα δεν ήσουν
+εύκολος και πρόθυμος εις τους επαίνους. Τώρα γνωρίζω πώς τόσον
+αποτόμως μετεβλήθης και τόσον αθρόους επαίνους έγραψες διά μιας και
+από φιλαργύρου ανεδείχθης άσωτος εις αυτό το είδος.</p>
+
+<p>Δεν πρέπει δε και να φοβηθής να μεταρρυθμίσης το έργον σου διά τον
+λόγον ότι ήδη εκυκλοφόρησε. Και περί του Φειδίου λέγουν ότι ούτω
+έπραξεν, όταν κατά παραγγελίαν των Ηλείων κατεσκεύασε το άγαλμα του
+Διός. Εστάθη όπισθεν των θυρών του εργαστηρίου του, όταν πρώτην φοράν
+τας ήνοιξε και επέδειξε το έργον, και ήκουε τας κρίσεις των θεατών,
+κατηγορούντων ή επαινούντων το άγαλμα· έλεγε δε ο μεν ότι η μύτη ήτο
+παχυτέρα του πρέποντος, ο δε ότι το πρόσωπον ήτο πάρα πολύ επίμηκες
+και άλλος άλλο. Έπειτα αφού έφυγαν οι θεαταί, ο Φειδίας εκλείσθη εις
+το εργαστήριόν του εκ νέου και διώρθωσε το άγαλμα κατά τας υποδείξεις
+των περισσοτέρων· διότι δεν εθεώρει αναξίαν προσοχής την γνώμην τόσου
+λαού, αλλ' επίστευεν ότι πάντως οι πολλοί βλέπουν καλλίτερα από τον
+ένα και εάν ο είς ούτος είνε Φειδίας. Αυτά μου παρήγγειλεν εκείνη να
+σου είπω, σε συμβουλεύω δε και εγώ ως φίλος να τ' ακολουθήσης.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Βλέπω, Πολύστρατε, ότι είσαι ρήτωρ και δεν το εγνώριζα·
+απήγγειλες κατά του έργου μου λόγον και κατηγορητήριον τόσον μακρόν
+και τόσον δεινόν, ώστε ούτε να απολογηθώ δύναμαι. Επράξατε όμως κάτι
+τι το οποίον δεν συμβιβάζεται προς τα δικαστικά έθιμα, μάλιστα συ ο
+οποίος ερήμην κατεδίκασες το βιβλίον μου, χωρίς να παρίσταται κανείς
+συνήγορος αυτού. Αλλ' είνε εύκολον να νικήση τις εις αγώνα δρόμου,
+όταν κατά την παροιμίαν τρέχει μόνος του. Ώστε καθόλου παράδοξον ότι
+και εγώ ενικήθην, αφού ούτε ο λόγος μου εδόθη, ούτε απελογήθην. Αλλά
+το πλέον άτοπον είνε ότι σεις ήσθε και κατήγοροι και δικασταί. Τι
+θέλεις λοιπόν να προτιμήσω; Να δεχθώ την απόφασίν σας και να σιωπήσω
+ή κατά μίμησιν του Ιμεραίου ποιητού να γράψω νέον έργον αναιρούν το
+πρώτον; ή θα μου επιτρέψετε να εφεσιβάλω την απόφασιν;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Διατί όχι, αν έχης να φέρης δικαίας παρατηρήσεις; Διότι δεν
+έχεις να κάμης με αντιδίκους, ως λέγεις, αλλά με φίλους. Εγώ δε είμαι
+πρόθυμος και ως μάρτυς να σου χρησιμεύσω.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Εκείνο το οποίον με στενοχωρεί, Πολύστρατε, είνε ότι θ'
+απολογηθώ χωρίς να είνε εκείνη παρούσα, διότι τούτο θα ήτο δι' εμέ
+πολύ καλλίτερον. Τώρα είνε ανάγκη να απολογηθώ διά τρίτου. Αλλ' εάν
+μου υποσχεθής ότι θα μου χρησιμεύσης όπως εχρησίμευσες προς εκείνην
+και διεβίβασες ακριβώς όσα σου είπε, θα επιχειρήσω το τόλμημα.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Περί τούτου να είσαι βέβαιος, Λυκίνε. Θα μεταδώσω ακριβώς την
+απολογίαν σου, αρκεί να είσαι σύντομος εις όσα θα είπης, διά να
+δυνηθώ να τ' απομνημονεύσω καλλίτερα.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Θα ήτο ανάγκη να ομιλήσω διά μακρών εναντίον κατηγορίας τόσον
+σφοδράς. Προς χάριν σου όμως θα συντομεύσω την απολογίαν. Λοιπόν και
+εκ μέρους μου να της είπης τα εξής.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Όχι, Λυκίνε, αλλά να ομιλήσης ως εάν εκείνη ήτο παρούσα, και
+εγώ έπειτα θα προσπαθήσω να επαναλάβω προς αυτήν όσα θα είπης.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Λοιπόν αφού το θέλεις, Πολύστρατε, ας την φαντασθώμεν ότι
+παρίσταται και ότι είπε προηγουμένως εκείνα τα οποία εκ μέρους της
+μου ανέφερες. Και τώρα εγώ αρχίζω την απολογίαν μου. Αλλά θα σου
+ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω πώς ούτω το πράγμα μου έγεινε δυσκολώτερον
+και περισσότερον φοβούμαι ν' απολογηθώ κατ' αυτόν τον τρόπον. Ως
+βλέπεις από τούδε ήρχισα να ιδρώνω, φοβούμαι και σχεδόν νομίζω, ότι
+την βλέπω ενώπιόν μου και μεγάλη ταραχή με κατέχει. Θ' αρχίσω όμως,
+διότι αφού είνε παρούσα, δεν υπάρχει τρόπος ν' αποφύγω.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Αλλά το πρόσωπόν της εκφράζει πολλήν ευμένειαν, διότι ως
+βλέπεις είνε φαιδρά και προσηνής· ώστε λέγε με θάρρος.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Εγώ ο οποίος σου έπλεξα εγκώμιον υπερβολικόν και υπέρ το
+μέτρον σε επήνεσα, ως λέγεις, τελειοτάτη των γυναικών, δεν βλέπω να
+έφθασα εις το ύψος των επαίνων τους οποίους η ιδία εξήνεγκες περί του
+εαυτού σου διά του μεγάλου σεβασμού τον οποίον προς τους θεούς
+έδειξες. Τούτο υπερβαίνει παν ό,τι είπα περί σου και σε παρακαλώ να
+με συγχωρήσης εάν από την εικόνα σου παρέλειψα εξ αγνοίας και
+απροσεξίας το χαρακτηριστικόν τούτο· διότι προ αυτής δεν έχω
+ζωγραφίση άλλην εικόνα. Ώστε τούτο αντί να καθιστά υπερβολικούς τους
+επαίνους μου, εξ εναντίας μου φαίνεται ότι τους κάμνει πολύ
+υποδεεστέρους της αξίας σου. Σκέψου πόσον σπουδαία είνε η παράλειψις
+αύτη και πόσον αναγκαιότατον ήτο το χαρακτηριστικόν τούτο διά να
+δείξη την χρηστότητα και την ευθύτητα του χαρακτήρος σου· διότι όσοι
+δεν παραμελούν τα προς το θείον καθήκοντά των ούτοι και προς τους
+ανθρώπους είνε άριστοι. Ώστε εάν πάντως είνε ανάγκη να τροποποιήσω το
+έργον μου και να διορθώσω το άγαλμα, δεν θα τολμήσω να αφαιρέσω
+τίποτε, αλλ' εξ εναντίας θα προσθέσω και τούτο ως κεφαλήν και
+κορωνίδα του όλου έργου. Σ' ευγνωμονώ δε μεγάλως διά τούτο. Επειδή
+εγώ επήνεσα την μετριοφροσύνην του χαρακτήρος σου και ότι η μεγάλη
+εύνοια της τύχης δεν σου ενέπνευσε καμμίαν έπαρσιν και αλαζονείαν, συ
+διά των αντιρρήσεων σου επεβεβαίωσες την αλήθειαν του επαίνου. Διότι
+όταν τις θεωρή αταίριαστα εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα εγκώμια και
+εντρέπεται δι' αυτά και λέγει ότι είνε υπερβολικά, τούτο αποτελεί
+απόδειξιν μετριοφροσύνης και απλότητος. Αλλ' όσον περισσότερον
+αποκρούεις τους επαίνους, τόσον περισσότερον αναδεικνύεσαι αξία των
+μεγαλειτέρων εγκωμίων. Εις την περίπτωσίν σου εφαρμόζεται σχεδόν το
+αναφερόμενον εις τον Διογένην, ο οποίος ερωτηθείς πώς δύναται κανείς
+να γείνη ένδοξος, Εάν, είπε, καταφρονή την δόξαν. Δύναμαι δε και εγώ
+να είπω, εάν κανείς μ' ερωτήση ποίοι προ πάντων είνε άξιοι επαίνων,
+όσοι δεν θέλουν να επαινώνται.</p>
+
+<p>Αλλ' αυτά ίσως θα φανούν άσχετα προς το θέμα και ξένα προς το
+ζήτημα. Εκείνο δε διά το οποίον πρέπει ν' απολογηθώ είνε ότι,
+προσπαθών να σε εξεικονίσω, σε συνέκρινα προς την Κνιδίαν Αφροδίτην
+και την εν κήποις, προς την Ήραν και την Αθηνάν, και αυτά σου
+εφάνησαν υπερβολικά και ανάρμοστα. Περί τούτων θα ομιλήσω. Μολονότι
+προ πολλού ελέχθη ότι οι ποιηταί και οι ζωγράφοι είνε ανεύθυνοι, κατά
+μείζονα λόγον είνε ανεύθυνοι όσοι, όπως εγώ, επαινούν και δεν
+ιππεύουν επί μέτρων, αλλά βαδίζουν πεζοί και χαμηλά.</p>
+
+<p>Ο έπαινος είνε κάτι τι ελεύθερον και δεν υπάρχει νομοθετημένον
+μέτρον, το οποίον να κανονίζη το μέγεθος ή την έκτασίν του, αλλ' ο
+σκοπός του είνε κυρίως να θαυμάση όσον το δυνατόν περισσότερον και να
+καταστήση ζηλευτόν τον επαινούμενον. Την δικαιολογίαν ταύτην ηδυνάμην
+να προβάλω, αλλά δεν θα το πράξω εκ φόβου μήπως αποδοθή τούτο εις
+αμηχανίαν. Θα σου υπενθυμίσω δε ότι τα μέσα τα οποία μεταχειριζόμεθα
+εις τους εγκωμιαστικούς λόγους είνε τοιαύτα, ώστε ο επαινών να
+μεταχειρίζεται και εικόνας και παρομοιώσεις και σχεδόν εις τούτο
+συνίσταται η μεγαλειτέρα των επαίνων αξία. Διά να είνε δε επιτυχής η
+παρομοίωσις δεν πρέπει ο επαινών να παραβάλλη το αντικείμενόν του
+προς τα ακριβώς όμοια ή προς τα κατώτερα, αλλά να προσπαθή όσον το
+δυνατόν να εξαίρη προς τα υπερέχοντα το επαινούμενον αντικείμενον.
+Εάν εγκωμιάζη λ. χ. σκύλλον και είπη ότι είνε μεγαλείτερος αλώπεκος ή
+γάτου, νομίζεις ότι ο τοιούτος επαινεί όπως πρέπει; Βεβαίως όχι· αλλ'
+ούτε εάν τον παρομοιάση προς λύκον θα είνε ο έπαινος αρκετός και
+πρέπων. Πώς λοιπόν πρέπει να επαινεθή; Εάν λεχθή ότι ομοιάζει προς
+λέοντα και κατά το μέγεθος και κατά την δύναμιν.</p>
+
+<p>Διά τούτο ο ποιητής, διά να επαινέση τον κύνα του Ωρίωνος, τον
+απεκάλεσε λεοντοδάμαν
+(<sup><a href="#fn12" id="ref12">12</a></sup>)
+· διότι αυτός είνε ο τέλειος έπαινος του κυνός. Επίσης εάν τις θέλη
+να επαινέση τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτην ή τον Γλαύκον τον Καρύστιον,
+τον Πολυδάμαντα ή άλλον περίφημον αθλητήν και λέγει ότι ο
+επαινούμενος είνε ανώτερος γυναικός, δεν νομίζεις ότι ο έπαινος θα
+κινήση τον γέλωτα διά την ανοησίαν του; Αλλά και ενός ανδρός αν είπη
+ότι είνε ανώτερος ο αθλητής, δεν θα είνε αρκετόν διά ν' αποτελέση
+έπαινον, Διά να επαινέση τον Γλαύκον ποιητής εκ των καλών είπεν ότι
+ούτε ο Πολυδεύκης, ούτε ο σιδηρούς υιός της Αλκμήνης θα ηδύνατο να
+του εναντιωθή. Βλέπεις προς ποίους θεούς τον εξίσωσεν ή μάλλον
+ανώτερον τον παρέστησεν; Και ούτε ο Γλαύκος εθύμωσε διότι παρεβάλλετο
+προς τους προστάτας των αγώνων θεούς, ούτε οι θεοί ούτοι ετιμώρησαν
+τον Γλαύκον ή τον ποιητήν ως ασεβούντας, αλλά και οι δύο έζησαν
+ευτυχούντες και τιμώμενοι υπό των Ελλήνων, ο μεν Γλαύκος διά την
+δύναμίν του, ο δε ποιητής και διά τα άλλα του έργα, προ πάντων δε διά
+το άσμα τούτο
+(<sup><a href="#fn13" id="ref13">13</a></sup>)
+. Μη παρεξενεύεσαι λοιπόν εάν και εγώ, μεταχειρισθείς μίαν
+παρομοίωσιν αναγκαίαν εις τον έπαινον, μετεχειρίσθην παράδειγμα
+υψηλότερον του αντικειμένου.</p>
+
+<p>Επειδή δε ωμίλησες και περί κολακείας και είπες ότι μισείς τους
+κόλακας, σε επαινώ και διά τούτο, δεν ηδυνάμην όμως να πράξω άλλως.
+Πρέπει δε να διακρίνωμεν και να καθορίσωμεν το έργον του επαινούντος
+και την υπερβολήν του κόλακος. Ο κόλαξ διά να καρπωθή ωφέλειαν
+ατομικήν και ολίγον φροντίζων περί της αληθείας, νομίζει ότι πρέπει
+τα πάντα να υπερεπαινή και ψεύδεται και προσθέτει εξ ιδίων τα
+περισσότερα προτερήματα τα οποία αποδίδει εις τον επαινούμενον, ούτως
+ώστε να μη διστάζη και τον Θερσίτην να παραστήση ωραιότερον του
+Αχιλλέως και περί του Νέστορος να είπη ότι ήτο ο νεώτερος των
+εκστρατευσάντων κατά της Τρωάδος. Είνε δε έτοιμος να ορκισθή ότι και
+του Κροίσου ο υιός έχει την ακοήν οξυτέραν από τον Μελάμποδα και ότι
+ο Φινεύς βλέπει καλλίτερα από τον Λυγγέα· αρκεί μόνον να ελπίζη ότι
+κάτι θα κερδίση από το ψεύδος. Εκείνος όμως ο οποίος απλώς επαινεί,
+δεν ψεύδεται, ούτε προσθέτει τίποτε το οποίον δεν υπάρχει, αλλά
+μεγαλοποιεί τα υπάρχοντα προτερήματα και τα αναδεικνύει ζωηρότερα.
+Προκειμένου λ. χ. περί ίππου, περί του οποίου γνωρίζομεν ότι είνε
+φύσει ευκίνητον και ταχύ ζώον, θα τολμήση να είπη ότι</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άκρον επ' ανθερίκων καρπόν θέεν ουδέ
+κατέκλα
+(<sup><a href="#fn14" id="ref14">14</a></sup>)
+,</p>
+
+<p>Ή «αελλοπόδων δρόμον ίππων»
+(<sup><a href="#fn15" id="ref15">15</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Και αν επαινή οικίαν ωραίαν και τελείως σχεδιασμένην θα είπη·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ζηνός που τοιήδε γ' Ολυμπίου ένδοθεν αυλή
+(<sup><a href="#fn16" id="ref16">16</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Ο δε κόλαξ δύναται να είπη τον έπαινον τούτον και περί της καλύβης
+ενός χειροβοσκού και μόνον αν ελπίζη να λάβη τίποτε παρ' αυτού. Ούτω
+ο Κύναιθος ο κόλαξ Δημητρίου του Πολιορκητού, αφού εξήντλησεν όλας
+τας άλλας κολακείας, επήνει τον Δημήτριον ενοχλούμενον υπό βηχός ότι
+μελωδικώς έβηχεν.</p>
+
+<p>Η διαφορά δε μεταξύ επαινούντων και κολακευόντων δεν είνε μόνον
+αυτή, ότι οι κόλακες δεν διστάζουν και να ψεύδωνται διά να γίνουν
+ευάρεστοι εις τους επαινουμένους, οι δε επαινούντες απλώς προσπαθούν
+να εξαίρουν τα πραγματικά προτερήματα, αλλ' έχουν και άλλην διαφοράν
+όχι μικράν· ότι οι κόλακες μεταχειρίζονται τας υπερβολάς αδιακρίτως
+και αμέτρως, ενώ οι επαινούντες αποφεύγουν τας μεγάλας υπερβολάς και
+δεν εξέρχονται των ορίων. Εκ των πολλών διακριτικών μεταξύ κολακείας
+και επαίνου σου ανέφερα μόνον τα ανωτέρω, διά να μη υποπτεύης όλους
+τους επαινούντας ως κόλακας, αλλά να διακρίνης και εκτιμάς δικαίως
+και τους μεν και τους δε.</p>
+
+<p>Και τώρα, εάν θέλης, εφάρμοσε εις τους ιδικούς μου επαίνους τους
+ανωτέρω κανόνας διά να ίδης εάν πρέπη να καταταχθούν εις την μίαν ή
+την άλλην κατηγορίαν. Εάν προκειμένου περί ασχήμου έλεγα ότι είνε
+ομοία προς το άγαλμα της Κνίδου, δικαίως έπρεπε να θεωρηθώ αγύρτης
+και περισσότερον από τον Κύναιθον κόλαξ· αλλ' αφού είσαι τοιαύτη όπως
+όλοι σε γνωρίζουν, το τόλμημά μου δεν δύναται να θεωρηθή
+υπερβολικόν.</p>
+
+<p>Ίσως θα είπης, μάλλον δε το είπες ήδη· σου επιτρέπω να επαινής το
+κάλλος μου, χωρίς όμως ο έπαινος να δύναται να θεωρηθή ασεβής, και να
+μη μ' εξομοιώνης προς θεάς, ενώ είμαι άνθρωπος. Αλλ' εγώ —
+αναγκάζομαι να είπω την αλήθειαν — δεν σε παρωμοίασα, φιλτάτη, προς
+θεάς, αλλά προς δημιουργήματα μεγάλων καλλιτεχνών, κατεσκευασμένα εκ
+μαρμάρου, χαλκού ή ελέφαντος. Νομίζω δε ότι δεν είνε ασεβές να
+συγκρίνη τις ανθρώπους προς ανθρώπινα έργα, εκτός εάν συ νομίζεις ότι
+είνε η πραγματική Αθηνά το υπό του Φειδίου κατασκευασθέν άγαλμα ή ότι
+εκείνο το οποίον κατεσκεύασεν εις την Κνίδον ο Πραξιτέλης όχι προ
+πολλών ετών είνε η ουρανία Αφροδίτη. Πρόσεξε μήπως η πραγματική
+ασέβεια είνε να έχη κανείς τοιαύτην ιδέαν περί των θεών, των οποίων
+την εξεικόνισιν θεωρώ εγώ τουλάχιστον αδύνατον εις τους ανθρώπους.
+Και αν όμως σε παρωμοίασα προς τας πραγματικάς θεάς, δεν έπραξα τούτο
+πρώτος εγώ, αλλά πολλοί και καλοί ποιηταί προ εμού και μάλιστα ο
+συμπολίτης σου Όμηρος, τον οποίον και θα καλέσω ως συνήγορον. Διά να
+καταδικασθώ εγώ πρέπει εξ άπαντος και αυτός να καταδικασθή μετ' εμού.
+Θα τον ερωτήσω δε ή μάλλον θα ερωτήσω σε αντ' αυτού — διότι καλώς
+πράττουσα μελετάς και απομνημονεύεις τας ωραιοτέρας των Ραψωδιών του
+— τι φρονείς περί αυτού όταν λέγη περί της αιχμαλώτου Βρισηίδος ότι
+ήτο ομοία με την χρυσήν Αφροδίτην ενώ έκλαιε τον Πάτροκλον; Και
+έπειτα, ως εάν δεν ήτο αρκετόν να την παρομοιάζη προς την Αφροδίτην,
+λέγει·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Είπε δ' άρα κλαίουσα γυνή εικυία θεήσιν
+(<sup><a href="#fn17" id="ref17">17</a></sup>)
+</p>
+
+<p>Αφού λοιπόν τοιαύτα λέγει ο Όμηρος, τον μισείς και απορρίπτεις το
+βιβλίον του ή του επιτρέπεις να ελευθεριάζη εις τους επαίνους;</p>
+
+<p>Αλλά και αν συ δεν του το επιτρέπης, τόσοι αιώνες του το επέτρεψαν
+και κανείς δεν τον κατηγόρησε διά τούτο, ούτε εκείνος όστις ετόλμησε
+να μαστιγώση την εικόνα του
+(<sup><a href="#fn18" id="ref18">18</a></sup>)
+, αλλ' ούτε εκείνος ο οποίος εσημείωσε τους μη γνησίους Ομηρικούς
+στίχους διά των οβελών, κατέταξε μεταξύ αυτών τους ανωτέρω
+(<sup><a href="#fn19" id="ref19">19</a></sup>)
+. Λοιπόν εις εκείνον επιτρέπεται να παρομοιάζη προς την Αφροδίτην
+βάρβαρον γυναίκα και μάλιστα κλαίουσαν, και εγώ (δεν αναφέρω το
+κάλλος σου, διότι δεν μου το επιτρέπεις) δεν θα παραβάλω προς θεών
+αγάλματα γυναίκα φαιδράν και μειδιώσαν, το οποίον έχουν κοινόν οι
+άνθρωποι με τους θεούς;</p>
+
+<p>Αλλά και προκειμένου περί του Αγαμέμνονος, ιδέ πόσον εφείσθη των
+θεών ο Όμηρος και πόσον περιώρισεν εις το ανθρώπινον μέτρον τας
+παρομοιώσεις· κατά τους οφθαλμούς και την κεφαλήν λέγει ότι ήτο
+όμοιος προς τον Δία, κατά το μέσον του σώματος προς τον Άρην και κατά
+το στήθος προς τον Ποσειδώνα. Δηλαδή δεν του ήρκεσεν είς μόνος θεός
+διά να παραστήση ένα άνθρωπον. Εις άλλο μέρος πάλιν παρομοιάζει προς
+τον ανθρωποκτόνον Άρην οτέ μεν τούτον, οτέ δε άλλον και λέγει θεοειδή
+τον Φρύγα υιόν του Πριάμου, θεοείκελον δε πολλάκις τον υιόν του
+Πηλέως.</p>
+
+<p>Αλλ' επανέρχομαι εις τα παραδείγματα τα αφορώντα γυναίκας· άκουσε
+δε τι λέγει κάπου·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αρτέμιδι ικέλη ηέ χρυσέη Αφροδίτη
+(<sup><a href="#fn20" id="ref20">20</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>και αλλαχού·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Οίη δ' Άρτεμις είσι κατ' ούρεος
+(<sup><a href="#fn21" id="ref21">21</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Όχι δε μόνον τους ανθρώπους παρομοιάζει προς θεούς, αλλά και την
+κόμην του Ευφόρβου παρωμοίασε προς τας Χάριτας, καίτοι ήτο
+καταιματωμένη. Και τόσα είνε τα τοιαύτα παραδείγματα, ώστε δεν
+υπάρχει μέρος της Ομηρικής ποιήσεως το οποίον να μη στολίζεται υπό
+θείων εικόνων. Επομένως ή και εκείνα πρέπει να εξαλειφθούν ή και εις
+εμέ πρέπει να αφεθή η αυτή ελευθερία.</p>
+
+<p>Τόσον δε ανεύθυνος είνε η χρήσις των εικόνων και των παρομοιώσεων,
+ώστε ο Όμηρος δεν εδίστασε και αυτάς τας θεάς να επαινέση με
+παρομοιώσεις προς αντικείμενα κατώτερα· τους οφθαλμούς της Ήρας
+παρωμοίασε προς τους των βοών· κάποιος δε άλλος απεκάλεσεν ιοβλέφαρον
+την Αφροδίτην. Και ποίος αγνοεί την ροδοδάκτυλον και αν ελάχιστα
+γνωρίζη τα Ομηρικά ποιήματα; Και αι παρομοιώσεις της μορφής είνε ίσως
+αι ολιγώτερον τολμηραί· αλλά πόσοι δεν εμιμήθησαν και αυτά τα ονόματα
+των θεών, ονομαζόμενοι Διονύσιοι και Ηφαιστίωνες, Ζήνωνες και
+Ποσειδώνιοι και Ερμείαι; Υπήρξε δε και μία Λητώ, σύζυγος Ευαγόρου του
+βασιλέως των Κυπρίων, και όμως η θεά δεν ηγανάκτησε και δεν την
+απελίθωσεν όπως την Νιόβην. Αφήνω τους Αιγυπτίους, οι οποίοι, αν και
+είνε οι πλέον εξ όλων δεισιδαίμονες, μεταχειρίζονται κατά κόρον τα
+θεία ονόματα και τα πλείστα ονόματά των προέρχονται εξ ουρανού.</p>
+
+<p>Ώστε δεν υπάρχει λόγος να φοβήσαι τον έπαινον· διότι και αν εις το
+σύγγραμά μου υπάρχη τι το βλάσφημον κατά του θείου, συ είσαι δι' αυτό
+ανεύθυνος, εκτός εάν νομίζης ότι και η ανάγνωσις συνεπάγεται ευθύνην.
+Οι θεοί εμέ θα τιμωρήσουν, αφού προ εμού τιμωρήσουν τον Όμηρον και
+τους άλλους ποιητάς. Αμφιβάλλω όμως περί τούτου, αφού ουδέ τον
+άριστον των φιλοσόφων ετιμώρησαν, όστις είπεν ότι ο άνθρωπος είνε
+εικών θεού.</p>
+
+<p>Είχα και πολλά άλλα να σου είπω, αλλά περιορίζομαι εις τ' ανωτέρω
+μόνον χάριν του Πολυστράτου, διά να δυνηθή να τ' απομνημονεύση.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Και τώρα όμως αμφιβάλλω αν θα το καταφέρω, Λυκίνε· διότι
+πολλά είπες και υπερέβης της κλεψύδρας το όριον. Ως τόσον θα
+προσπαθήσω να τ' απομνημονεύσω· και τώρα πηγαίνω αμέσως προς αυτήν·
+θα φράξω δε και τ' αυτιά μου, διά να μη παρεμπέση τίποτε άλλο και μου
+τ' ανακατώση, ότε θα σφυριχθώ ως γελοίος ηθοποιός υπό των θεατών.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Φρόντισε να παίξης καλά, Πολύστρατε. Εγώ δε, αφού σου
+παρέδωκα το δράμα, φεύγω και σε αφήνω· όταν δε θα έλθη η στιγμή της
+ψηφοφορίας των κριτών, θα εμφανισθώ και εγώ διά να ίδω αν
+επετύχαμεν.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΤΑΙΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</h4>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">1.<br />
+Γλυκέρα και Θαΐς.</h4>
+
+<p>ΓΛΥΚΕΡΑ. Θυμάσαι, Θαΐ, τον στρατιώτην τον Ακαρνάνα, εκείνον τον
+λεβέντην με την χλαμύδα, που άλλοτε είχε ερωμένην το Αβρότονον,
+έπειτα δε ερωτεύθη εμένα; ή τον ελησμόνησες;</p>
+
+<p>ΘΑΪΣ. Πώς δεν τον θυμάμαι; Δεν είνε αυτός που διεσκέδασε μαζή μας
+πέρυσι στην εορτήν των αλωνιών; Τι θέλεις να μου πης; διότι κάτι
+φαίνεται ότι σου συμβαίνει.</p>
+
+<p>ΓΛΥΚ. Η Γοργόνα η παμπόνηρη, που μούκανε τη φίλη, μου τον
+πήρε.</p>
+
+<p>ΘΑΪΣ. Και τώρα σ' αρνήθηκε κ' έπιασε ερωμένην την Γοργόνα;</p>
+
+<p>ΓΛΥΚ. Ναι, Θαΐ, και δεν ξέρεις τι κακό μου έκαμε αυτό το
+πράμμα.</p>
+
+<p>ΘΑΪΣ. Κακό είνε, αλλά δεν πρέπει να σου φαίνεται παράδοξον.
+Γίνεται πολύ συχνά μεταξύ μας των εταιρών. Λοιπόν δεν πρέπει ούτε
+υπερβολικά να λυπάσαι, ούτε να κατηγορής την Γοργόναν. Και το
+Αβρότονον δεν σε κατηγόρησε προτήτερα εσένα που της έκανες την ίδια
+απιστία, αν και ήσασθε φιλενάδες. Απορώ μόνον τι της εζήλεψεν ο
+στρατιώτης αυτός, εκτός αν είνε θεόστραβος και δεν είδε ότι τα μαλλιά
+της έχουν μισομαδήση κι' έχει αρχίση να κάνη φαλάκρα πάνω από το
+μέτωπον· τα χείλη της είνε ωχρά και νεκρικά, ο λαιμός της αδύνατος
+και φαίνονται η φλέβες και η μύτη της είνε μεγάλη. Το μόνο καλό που
+έχει είνε το ανάστημα· είνε ψηλή και ίσια σαν κυπαρίσσι και το
+χαμόγελό της έχει πολύ γλυκάδα.</p>
+
+<p>ΓΛΥΚ. Νομίζεις, Θαΐ, ότι την επροτίμησε για την ωμορφιά της; Δεν
+ξέρεις ότι το Χρυσάριον, η μάννα της, είνε μάγισσα και ξέρει ξόρκια
+της Θεσσαλίας και κατεβάζει το φεγγάρι; Λέγουν δε ότι και πετά τη
+νύκτα, σαν νυκτερίδα. Αυτή με τα μαγικά που τον πότισε τον άνθρωπο
+τον ετρέλλανε και τώρα τον τρυγούν.</p>
+
+<p>ΘΑΪΣ. Παρηγορήσου, Γλυκέριον· άλλον θαύρης και συ να τρυγήσης κι'
+αυτόν μούντζωσ' τον.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">2.<br />
+Μύρτιον, Πάμφιλος και Δωρίς.</h4>
+
+<p>ΜΥΡΤΙΟΝ. Τ' είν' αυτά που μούπανε για σένα, Πάμφιλε, ότι παίρνεις
+την κόρην του Φείδωνος του ναυκλήρου, ότι, λέει, γενήκανε κι' όλας οι
+γάμοι σας; Και οι τόσοι όρκοι που μούκανες και τα δάκρυα εσβύστηκαν
+διά μιας και απαρνείσαι το Μύρτιον, τώρα μάλιστα που είμαι έγκυος
+οκτώ μηνών; Αυτό λοιπόν μόνον εκέρδισα από τον έρωτά σου, ότι μ'
+έφερες σ' αυτή την κατάστασι και μετ' ολίγον θα έχω εις βάρος μου και
+ένα παιδί, πράμμα πολύ βαρύ για μιαν εταίραν; Διότι δε θα το ρίξω το
+παιδί και μάλιστα αν γείνη αρσενικό, αλλά θα το ονομάσω Πάμφιλον και
+θα το έχω παρηγοριά για την απιστία σου· κι' όταν θα μεγαλώση, θα
+έλθη καμμιά φορά να σε μαλώση διά την διαγωγήν που έδειξες εις τη
+δυστυχισμένη του μητέρα. Αλλά να τη χαίρεσαι αυτήν που παίρνεις· είνε
+ένα σκιάχτρο. Την είδα εις τα τελευταία θεσμοφόρια με τη μητέρα της·
+και πού να ξέρω τότε η κακομοίρα ότι εξ αιτίας της θα έχανα τον
+Πάμφιλον; Δεν θέλω να σ' την κατηγορήσω και να σε λυπήσω, αλλά
+φαίνεται ότι δεν την επρόσεξες, αλλοιώτικα θα έβλεπες ότι τα μάτια
+της είνε πάρα πολύ γαλανά και αλλοίθωρα. Το ένα κυττάζει το άλλο·
+αλλ' οποίος έχει δη τον Φείδωνα τον πατέρα της και ξέρει τα μούτρα
+του, ξέρει και την κόρη του.</p>
+
+<p>ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Πόσην ώραν θα σε ακούω, Μύρτιον, να φλυαρής και να μου
+μιλάς για κορίτσια και γάμους με κόρες ναυκλήρων; Εγώ απ' αυτά δεν
+έχω είδησιν, ούτε ξέρω αν ο Φείδων από τον δήμον Αλωπεκής — διότι,
+υποθέτω, αυτόν εννοείς — έχει θυγατέρα εις ηλικίαν γάμου. Ξέρω μόνον
+ότι ούτε φίλος του πατέρα μου είνε, διότι ενθυμούμαι ότι προ καιρού
+ήσαν στα δικαστήρια δι' ένα χρέος ναυτικόν. Ο Φείδων εχρεώστει εις
+τον πατέρα μου ένα τάλαντον, νομίζω, και δεν ήθελε να πληρώση· και ο
+πατέρας του έκαμε αγωγήν εις το ναυτοδικείον, αλλά και πάλιν δεν τον
+επλήρωσε εντελώς, όπως απαιτούσε ο πατέρας. Αλλ' αν ήθελα να
+παντρευτώ, θ' άφηνα την θυγατέρα του Δημέου που εχρημάτισε πέρυσι
+στρατηγός και είνε και συγγενής μου από την μητέρα μου, να πάρω την
+κόρην του Φείδωνος; Αλλ' από πού τα έμαθες αυτά; Υποθέτω όμως ότι τα
+έφτιασες με τη φαντασία σου, διά να έχης να τρώγεσαι με νέας
+ζηλοτυπίας.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Λοιπόν δεν παντρεύεσαι, Πάμφιλε;</p>
+
+<p>ΠΑΜΦ. Είσαι τρελλή ή μεθυσμένη ακόμη, Μύρτιον, μολονότι χθες δεν
+ήπιαμε πολύ.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Αυτή η Δωρίς μου το είπε και με κατελύπησε. Την έστειλα να
+μου αγοράση προβατόμαλλα για την κοιλιά μου και να ευχηθή για μένα
+εις την Λοχείαν Αρτέμιδα και στο δρόμο συνήντησεν, ως λέγει, την
+Λεσβίαν. . . . . αλλά πες του τα εσύ, Δωρί, η ίδια, εκτός αν τα είπες
+ψέματα.</p>
+
+<p>ΔΩΡΙΣ. Να μου βγουν τα μάτια, κυρά, αν σούπα τίποτε ψέμα. Όταν
+περνούσα κοντά από το Πρυτανείον, είδα νάρχεται από πέρα και να
+χαμογελά η Λεσβία, κι' όταν εζύγωσε μούπε· Δεν τα ξέρεις; Ο
+αγαπητικός σας ο Πάμφιλος παντρεύεται τη θυγατέρα του Φείδωνα· κι' αν
+θες να βεβαιωθής πήγαινε και κύτταξε στο στενό και θα δης στέφανα
+στις πόρτες και θ' ακούσης αυλητρίδες και θόρυβο και τραγουδιστάδες
+που λεν το τραγούδι του γάμου.</p>
+
+<p>ΠΑΜΦ. Λοιπόν επήγες κ' εκύτταξες, Δωρί;</p>
+
+<p>ΔΩΡΙΣ. Ναι, και είδα όλα όσα μου είπε.</p>
+
+<p>ΠΑΜΦ. Τώρα εννοώ τι συνέβη. Ούτε όλα όσα σου είπεν η Λεσβία, Δωρί,
+ήσαν ψέματα και συ εις το Μύρτιον είπες την αλήθειαν. Αλλ' άδικα
+εταραχθήκατε· διότι οι γάμοι δεν εγίνοντο εις το σπίτι μας. Τώρα
+θυμούμαι τι μου έλεγεν η μητέρα μου χθες όταν εγύρισα στο σπίτι·
+Πάμφιλε, μου έλεγε, ο συνομήλικός σου ο Χαρμίδης, ο γυιός του γείτονα
+του Αρισταινέτου, εφρονίμεψε και παντρεύεται· και συ έως πότε θα ζης
+με μια εταίρα; Την ήκουα με μισό αυτί να μουρμουρίζη αυτά και άλλα
+και αποκοιμήθηκα. Το πρωί δε εσηκώθηκε πολύ ενωρίς και όταν επερνούσα
+δεν είδα τίποτε απ' αυτά που είδε αργότερα η Δωρίς. Και αν δεν
+πιστεύης, πήγαινε πάλι, Δωρί, και κύτταξε καλά και θα δης ότι οι
+στέφανοι δεν είνε στη δική μας την πόρτα, αλλά στην πόρτα των
+γειτόνων.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Μου χάρισες τη ζωή, Πάμφιλε· διότι θ' αυτοκτονούσα, αν αυτό
+ήτο αληθινό.</p>
+
+<p>ΠΑΜΦ. Μα δεν είνε αληθινό, και πρέπει να είμαι τρελλός διά ν'
+απαρνηθώ το Μύρτιον, μάλιστα τώρα που μου ετοιμάζει και παιδί.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">3.<br />
+Μήτηρ και Φίλιννα.</h4>
+
+<p>ΜΗΤΗΡ. Ετρελλάθηκες, παιδί μου Φίλιννα, ή τι έπαθες εις την
+χθεσινήν διασκέδασιν; Ο Δίφιλος ήρθε και μ' ευρήκε πρωί πρωί και με
+δάκρυα μου διηγήθη όσα του έκαμες. Μου είπεν ότι εμέθυσες κι'
+εσηκώθηκες κι' εχόρευσες εις το μέσον, ενώ αυτός σε ημπόδιζε και
+έπειτα εφίλησες τον φίλον του τον Λαμπρίαν και επειδή ο Δίφιλος
+εθύμωσε, τον αφήκες κ' επήγες και εκάθησες δίπλα στον Λαμπρίαν και
+τον αγκάλιασες και ο δικός σου πήγε να σκάση από το κακό του να βλέπη
+αυτά. Νομίζω δε ότι ούτε την νύκτα εκοιμήθηκες μαζί του, αλλά τον
+αφήκες να κλαίη κι' εξαπλώθηκες σε μια θρονίδα κοντά στο κρεββάτι κι'
+ετραγουδούσες για να τον σκάζης.</p>
+
+<p>ΦΙΛΙΝΝΑ. Δεν σου είπε όμως τα δικά του, μητέρα, διότι δεν θάπερνες
+το μέρος του αν ήξερες τι προσβολές μου έκανε. Πριν νάρθη ο Λαμπρίας,
+με αφήκε κι' επήγε κι' εκρυφομιλούσε με τη Θαΐδα την αγαπητικιά του
+φίλου του· όταν δε είδε ότι εγώ εθύμωνα και του έγνεψα να τα θυμάται
+αυτά πούκανε, έπιασε από την άκρη τ' αυτιού την Θαΐδα, της γύρισε
+προς τα πίσω το κεφάλι και την εφίλησε τόσον δυνατά, ώστε παρ' ολίγον
+να της αποσπάση τα χείλια. Έπειτα εγώ έκλαια, αυτός δε εγέλα και
+εξακολουθούσε να μιλά εις τ' αυτί της Θαΐδος, εναντίον μου βέβαια,
+και η Θαΐς εχαμογέλα και μ' εκύτταζε. Όταν δε ήκουσαν ότι ήρχετο ο
+Λαμπρίας και εχόρτασαν από φιλιά, εχωρίσθηκαν· εγώ δε, αν και
+λυπημένη, εκάθησα δίπλα του διά να μη έχη προφάσεις να με κατηγορή
+έπειτα. Τότε εσηκώθηκε η Θαΐς και πρώτη εχόρευσε κι' εσήκωνε το
+φόρεμά της πολύ ψηλά κι' έδειχνε τα πόδια της, ωσάν τάχα μόνον αυτή
+τα είχε ώμορφα. Όταν δε έπαυσε, ο Λαμπρίας ο δικός της εσιώπα και δεν
+είπε τίποτε· ο Δίφιλος όμως είπε πολλούς επαίνους, εις την Θαΐδα, ότι
+εχόρευε με ρυθμόν και χάριν και ότι το βήμα της ηκολούθει με
+ακρίβειαν την κιθάραν, ότι το πόδι της ήτο κομψόν και άλλα πολλά
+τέτοια. Ενόμιζε κανείς ότι επαινούσε την Σωσσάνδραν του Καλάμιδος
+(<sup><a href="#fn22" id="ref22">22</a></sup>)
+ και όχι την Θαΐδα, που την ξέρεις τι είνε, διότι την είδες πολλές
+φορές στο λουτρό. Και που να σου λέγω τι πειράγματα μου έκαμεν, η
+Θαΐς. Αν καμμιά άλλη, είπε, δεν ντρέπεται να φανή ότι έχει τις κνήμες
+σαν καλάμια, ας σηκωθή και ας χορεύση. Τι ήθελες τότε να κάμω,
+μητέρα; Εσηκώθηκα και εχόρεψα. Έπρεπε να μη σηκωθώ και να βεβαιώσω
+αυτό που έλεγε και ν' αφήσω την Θαΐδα να βασιλεύη εις το
+συμπόσιον;</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Δεν έπρεπε να πειραχθής, κόρη μου, και να δώσης τόσην
+σημασίαν· αλλά λέγε τι έγινε κατόπιν.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Όλοι οι άλλοι μ' επαινούσαν και μόνον ο Δίφιλος δεν έλεγε
+τίποτε, αλλ' έγυρεν ανάσκελα κι' εκύτταζε προς το ταβάνι έως ότου
+εκουράσθηκα κ' έπαυσα να χορεύω.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Και δεν είνε αλήθεια ότι εφίλησες τον Λαμπρίαν και τον
+αγκάλιασες καθισμένη δίπλα του; Γιατί δεν μιλάς; Αν τώκαμες αυτό
+είσαι ασυγχώρητη.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Ήθελα να εκδικηθώ και να τον πικράνω όπως μ' επίκρανε.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Έπειτα ούτε εκοιμήθης μαζή του, αλλά ετραγουδούσες, ενώ αυτός
+έκλαιε. Δεν σκέπτεσαι, κόρη μου, ότι είμεθα φτωχοί άνθρωποι, ούτε
+θυμάσαι πόσα μας έχει δώσει αυτό το παιδί και πώς θα περνούσαμε τον
+περασμένο χειμώνα αν η Αφροδίτη δεν μας τον έστελνε;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Μπα, και γι' αυτό θ' ανέχωμαι να με προσβάλλη;</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Καλά να θυμώσης για τις προσβολές, αλλά να μη τον προσβάλλης
+και συ. Δεν ξέρεις ότι η βρυσιές ψυχραίνουν την αγάπη και πεισμώνουν
+τους ερωτευμένους; Εσύ πάντα τον κακομεταχειρίζεσαι, αλλά πρόσεξε να
+μη γίνη αυτό που λέει η παροιμία· να μη κόψουμε το σχοινί με το
+παρατράβηγμα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">4.<br />
+Μέλισσα και Βακχίς.</h4>
+
+<p>ΜΕΛΙΣΣΑ. Αν γνωρίζης, Βακχί, καμμιά γριά που να ξέρη, ξόρκια, σαν
+τις Θεσσαλές, και να μπορή με τα μάγια να κάνη τον άνδρα ν' αγαπήση
+την γυναίκα που εμίσησε, θα μου κάνης μεγάλη χάρι να μου την φέρης.
+Και θα της δώσω ό,τι θέλει και αν ακόμη μου ζητήση τα ρούχα που φορώ
+και τα χρυσαφικά· αρκεί να κάμη τον Χαρίνον να γυρίση στην αγάπη μου
+και να μισήση την Σιμμίχην όπως μισεί τώρα εμένα.</p>
+
+<p>ΒΑΚΧΙΣ. Τι λες; δεν ζη πια μαζή σου, αλλ' έμπλεξε πάλι μ' εκείνην
+που έγεινε αφορμή νάρθη στα μαχαίρια με τους γονείς του; Γι' αυτήν
+δεν ηθέλησε να πάρη εκείνην την πλουσίαν που είχε, ως έλεγαν, προίκα
+πέντε τάλαντα. Θυμάμαι που μου τάλεγες.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Τώρα μ' αφήκε εντελώς, Βακχί, και είνε πέντε μέρες σήμερα που
+δεν τον είδα καθόλου, αλλά μένει στου φίλου του του Παμμένου και
+διασκεδάζουν με την Σιμμίχην.</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Έχεις δίκιο, καϋμένη Μέλισσα, να είσαι στενοχωρημένη. Μα δεν
+μου λες, πώς εμαλώσετε; υποθέτω ότι θα υπάρχη καμμία σπουδαία
+αφορμή.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Εκείνο που ξέρω είνε ότι προ ημερών είχε πάει στον Πειραιά,
+όπου τον έστειλε ο πατέρας του να ζητήση, νομίζω, χρήματα που του
+χρωστούν· και όταν εγύρισε και ήλθε εδώ είχε τα μούτρα κατεβασμένα·
+όταν δε έτρεξα να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, όπως συνειθίζω, μ'
+έσπρωξε και μου είπε· Πήγαινε να φιλάς τον Ερμότιμον τον ναύκληρον
+και να διαβάσης τι έχουν γράψη εις τους τοίχους του Κεραμεικού όπου
+τα ονόματά σας είνε ζευγαρωμένα
+(<sup><a href="#fn23" id="ref23">23</a></sup>)
+. Ποιόν Ερμότιμον λες και τι σημαίνουν αυτά; του είπα. Αυτός όμως δεν
+μου έδωκε καμμίαν απάντησιν, ούτε εδείπνησε, αλλ' έπεσε στο κρεββάτι
+και μου γύρισε τις πλάτες. Και τι δεν έκαμα διά να τον ξεθυμώσω, τι
+χάδια, τι φιλιά στο σβέρκο, όπως ήταν γυρισμένος προς το άλλο μέρος.
+Αυτός όμως όχι μόνον δεν εμαλάκωσε, αλλά και περισσότερον εθύμωσε και
+μου είπε· Αν εξακολουθής να μ' ενοχλής θα φύγω και ας είνε
+μεσάνυκτα.</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Κάτι όμως θα τρέχη μ' αυτόν τον Ερμότιμον.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Να με δης και να με λυπηθής, Βακχί, να με δης πιο
+δυστυχισμένη παρ' ό,τι είμαι σήμερον, αν εγώ γνωρίζω κανένα Ερμότιμον
+ναύκληρον. Τέλος πάντων ο Χαρίνος εσηκώθη κι' έφυγε αξημέρωτα με το
+πρώτο λάλημα του πετεινού. Εγώ θυμήθηκα πως είπε ότι το όνομά μου ήτο
+γραμμένον εις ένα τοίχον του Κεραμεικού και έπεμψα την υπηρέτριαν μου
+την Ακίδα να ιδή αν αυτό είνε αλήθεια· το μόνον δε που είδε είνε ότι
+δεξιά όπως μπαίνομεν εις το Δίπυλον ήτο γραμμένο στον τοίχο «Η
+Μέλισσα αγαπά τον Ερμότιμον» και από κάτω «Ο ναύκληρος Ερμότιμος
+αγαπά την Μέλισσαν».</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Τι κάνουν αυτοί οι νέοι! Καταλαβαίνω ότι κάποιος που ήξευρε
+ότι ο Χαρίνος είνε ζηλιάρης ηθέλησε μ' αυτόν τον τρόπον να του ανάψη
+τη ζήλια· και αυτός αμέσως εθύμωσε. Αλλ' έννοια σου και αν τον
+συναντήσω πουθενά θα του μιλήσω. Δεν ξέρει, βλέπεις, τον κόσμο, είνε
+παιδί ακόμη.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Πού να τον δης, πούνε κλεισμένος με την Σιμμίχην: Και όμως οι
+γονείς του έρχονται και μου τον ζητούν εμένα. Αλλά μόνον αν εύρω μια
+μάγισσα, όπως σου είπα, θα τον σώσω.</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Γνωρίζω μίαν μάγισσαν πολύ καλή, φιλτάτη μου, αν και δεν
+είνε πολύ γριά και τσακισμένη. Είνε από την Συρίαν και μια φορά που ο
+Φανίας μούκανε κι' εμένα απιστίες όπως τώρα σου κάνει σένα ο Χαρίνος,
+και μου είχε θυμώση, μου τον ξανάφερε στα νερά μου ύστερα από
+τέσσερους σωστούς μήνες που είχα πλέον απελπισθή· αλλά τα ξόρκια
+εθαυματούργησαν και τον έφεραν πάλι στην αγκαλιά μου.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Και δεν μου λες τι έκαμε η μάγισσα, αν τα θυμάσαι ακόμη;</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Δεν ζητά και πολλά πράμματα· μίαν δραχμήν και ψωμί·
+χρειάζεται δε και ολίγο αλάτι, επτά οβολούς, θειάφι και δαδί. Αυτά τα
+παίρνει η γριά. Αλλά χρειάζεται κρασί από το οποίον μόνον αυτή πίνει.
+Πρέπει δε να έχη και κάτι από τον άνδρα που θέλεις να σου μαγεύση,
+φόρεμα, υπόδημα, ολίγες τρίχες ή τίποτε άλλο τέτοιο.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Έχω κάτι παπούτσια του Χαρίνου.</p>
+
+<p>ΒΑΚΧ. Αυτά κρεμά σ' ένα πάτερο και τα θυμιάζει με το θειάφι και
+ρίχτει το αλάτι στη φωτιά. Την ώρα εκείνη λέγει και τα δύο ονόματα,
+το δικό του και το δικό σου. Έπειτα βγάζει από τον κόρφο της μία
+σβούρα και τη γυρίζει και συγχρόνως μουρμουρίζει βιαστικά κάτι λόγια
+βαρβαρικά που τ' ακούς και σηκώνεται η τρίχα σου. Με αυτά ο Φανίας
+εγύρισε πάλιν σ' εμένα. Η αλήθεια είνε ότι και οι φίλοι του τού
+έκαμαν παρατηρήσεις και η Φοιβίς του ζητούσε πολλά, αλλ' εγώ πιστεύω
+ότι μάλλον τα μάγια μου τον έφεραν. Αλλ' η μάγισσα μου έμαθε και κάτι
+άλλο διά να κάνω τον Φανίαν να μισή και να σιχαίνεται την Φοιβίδα.
+Μου είπε να εύρω τα ίχνη των ποδιών της, να πατήσω εις το αριστερό με
+το δεξί μου πόδι και εις το δεξιόν με το αριστερό και αφού τα χαλάσω
+να λέγω: Πατώ επάνω σου και από κάτω μου σ' έχω. Και το έκαμα όπως
+μου παράγγειλε.</p>
+
+<p>ΜΕΛ. Λοιπόν, Βακχί, μην παραμελήσης, μην παραμελήσης σε παρακαλώ,
+αλλά φέρε μου αυτή τη γυναίκα. Συ δε, Ακίδα, θα έχης έτοιμα το ψωμί
+και το θειάφι και όλα τα άλλα που χρειάζονται για το ξόρκισμα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">5.<br />
+Κλωνάριον και Λέαινα.</h4>
+
+<p>ΚΛΩΝΑΡΙΟΝ. Τι είνε αυτά τα παράξενα που ήκουσα για σένα, Λέαινα;
+Λέγουν ότι η Μέγιλλα από τη Λέσβο η πλουσία σ' ερωτεύεται ως άνδρας
+και κοιμάσθε μαζί και δεν ξέρω τι κάνετε μεταξύ σας. Α!εκοκκίνησες;
+Αλήθεια λοιπόν είνε;</p>
+
+<p>ΛΕΑΙΝΑ. Αλήθεια, Κλωνάριον ντρέπομαι να σου τ' ομολογήσω είνε κάτι
+τι αλλόκοτον.</p>
+
+<p>ΚΛΩΝ. Τι λες δι' όνομα της Δήμητρας; Τι θέλει από σένα αυτή η
+γυναίκα και τι κάνετε όταν είσθε μαζή; Δεν θέλεις να μου πης; Δεν μ'
+αγαπάς λοιπόν· αν μ' αγαπούσες δεν θα μου τα έκρυβες.</p>
+
+<p>ΛΕΑΙ. Σ' αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλη· αλλά τι θέλεις να σου
+πω. Αυτή η γυναίκα έχει πολύ ανδρικάς ορέξεις.</p>
+
+<p>ΚΛΩΝ. Δεν εννοώ τι θέλεις να πης, εκτός αν είνε καμμιά τριβάς·
+διότι λέγουν ότι εις την Λέσβον είνε πολλές τέτοιες ανδρογυναίκες που
+δεν θέλουν να το κάνουν με τους άνδρες, αλλά πλησιάζουν γυναίκες, ως
+να είνε άνδρες.</p>
+
+<p>ΛΕΑΙ. Κάτι τέτοιο είνε και αυτή.</p>
+
+<p>ΚΛΩΝ. Λοιπόν, Λέαινα, αυτό να μου διηγηθής, πώς σου ρίχθηκε στην
+αρχή, πώς σε κατάφερε και τι έγινε κατόπιν.</p>
+
+<p>ΛΕΑΙ. Είχαν τραπέζι αυτή και η Δημώνασσα η Κορινθία, άλλη πλουσία,
+η οποία κάνει την ίδια τέχνη με την Μέγιλλαν. Μ' εκάλεσαν λοιπόν να
+παίξω κιθάρα· αφού δε έπαιξα· και ήτο περασμένη η ώρα και αυτές είχαν
+μεθύση, η Μέγιλλα μου είπε: Είνε ώρα για ύπνο, Λέαινα, και επειδή
+είνε αργά μείνε να κοιμηθής μαζή μας· θα σε βάλλωμε στη μέση.</p>
+
+<p>ΚΛΩΝ. Έμεινες; Και έπειτα τι έγεινε;</p>
+
+<p>ΛΕΑΙ. Στην αρχή μ' εφιλούσαν σαν άνδρες και δεν περιωρίζοντο μόνον
+στα χείλη, αλλά και μέσ' στο στόμα και με αγκάλιαζαν και μούτριβαν τα
+βυζιά· η δε Δημώνασσα μούδιδε και δαγκωματιές αναμεταξύ στα φιλιά.
+Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω πού θα έφθανε αυτό το πράγμα. Έπειτα από
+κάμποση ώρα η Μέγιλλα, που είχε αρχίση να λυσσομανά, έβγαλε μια
+φενάκη πούχε στο κεφάλι της, τόσο καλά προσαρμοσμένην ώστε δεν
+διεκρίνετο, και παρουσιάσθη κουρεμένη σύρριζα σαν αθλητής από τους
+πλέον δυνατούς. Εγώ ετρόμαξα όταν την είδα. Αλλ' αυτή μου είπε· Έχεις
+ξαναϊδή, Λέαινα, ένα τόσο ώμορφο παλληκάρι; Αλλά δεν βλέπω, Μέγιλλα,
+της είπα, κανένα νέον εδώ. Μη μου δίδης θηλυκό όνομα, είπε· εγώ είμαι
+Μέγιλλος και έχω προ πολλού παντρευτή αυτήν την Δημώνασσαν· είνε η
+γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω, Κλωνάριον, και είπα· Λοιπόν,
+Μέγιλλα, είσαι άνδρας και μας τώκρυβες, όπως λέγουν για τον Αχιλλέα
+ότι εκρυβότανε αναμεταξύ στα κορίτσια με γυναικεία ενδύματα; Αλλά
+έχεις και εκείνο που έχουν οι άνδρες και κάνεις της Δημώνασσας ό,τι
+κάνουν οι άνδρες; Εκείνο, είπε, Λέαινα, δεν το έχω· αλλά δεν το
+πολυχρειάζομαι· κάνω την δουλειά, ως θα ιδής, με τρόπον πολύ
+περισσότερον ευχάριστον. Μήπως είσαι, Ερμαφρόδιτος, της είπα, όπως
+λέγεται ότι υπάρχουν πολλοί που τάχουν και τα δυό; διότι ακόμη,
+Κλωνάριον, δεν μπορούσα να εννοήσω το πράγμα. Όχι, είπε, είμαι σωστός
+άνδρας. Ήκουσα, είπα τότε εγώ, την αυλητρίδα Ισμηνοδώραν από την
+Βοιωτίαν να διηγήται για την πατρίδα της και να λέγη ότι κάποιος εις
+τας Θήβας έγεινε από γυναίκα άνδρας. Τον έλεγαν, νομίζω, Τειρεσίαν
+και ήτο μεγάλος μάντις. Μήπως και σε σένα συνέβη κάτι τέτοιο; Όχι,
+Λέαινα, είπε· εγεννήθηκα ομοία με σας τις άλλες· αλλ' ο χαρακτήρ μου
+και η επιθυμία μου και όλα μου τα άλλα είνε ανδρικά, Και σου αρκεί η
+επιθυμία; της είπα. Αν δεν πιστεύης Λέαινα, μου είπε, έλα εδώ και θα
+βεβαιωθής ότι δεν είμαι εις τίποτε κατωτέρα από τους άνδρες. Διότι
+έχω και κάτι αντί εκείνου που έχουν οι άνδρες. Αλλά έλα κοντά και θα
+δης. Την αφήκα, Κλωνάριον, να κάμη ό,τι ήθελε, αφού τόσον μ'
+επαρακαλούσε, μου έδωκε δε και ένα περιδέραιον μεγάλης αξίας και μου
+εχάρισε διάφορα υφάσματα από τα λεπτοΰφαντα. Έπειτα εγώ την αγκάλιασα
+ως άνδρα και αυτή μ' εφιλούσε και έκανε και ελαχάνιαζε και ελιγώνετο
+από ηδονήν.</p>
+
+<p>ΚΛΩΝ. Μα τέλος πάντων τι έκανε; Με ποίον τρόπον; Αυτό προ πάντων
+θέλω να μου πης.</p>
+
+<p>ΛΕΑΙ. Μη ζητάς να μάθης περισσότερα· είνε τόσον αισχρά, ώστε, μα
+την Αφροδίτην, δεν θα σου πω τίποτε άλλο.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">6.<br />
+Κρωβύλη και Κόριννα.</h4>
+
+<p>ΚΡΩΒΥΛΗ. Βλέπεις, Κόριννα, ότι δεν είνε τόσον φοβερόν όσον
+ενόμιζες να γείνη ένα κορίτσι γυναίκα. Αυτό το έμαθες τώρα, αφού
+εκοιμήθης μ' ένα ωραίον νέον κι' επήρες μίαν μναν, το πρώτον σου
+κέρδος, με το οποίον θα σου αγοράσω ένα ωραίον κόσμημα.</p>
+
+<p>ΚΟΡΙΝΝΑ. Ναι, μητερούλα μου. Θέλω να μου πάρης ένα περιδέραιον που
+νάχη χάντρες κόκκινες της φωτιάς, όπως είνε της Φιλαινίδος.</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Ναι, τέτοιο θα σου πάρω. Αλλ' άκουσε να σου δώσω και μερικές
+συμβουλές τι πρέπει να κάνης και πώς να φέρεσαι στους άνδρες. Ξέρεις,
+κόρη μου, ότι άλλο μέσον για να ζήσωμε δεν έχομεν. Είνε δύο χρόνια
+που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και ξέρεις πώς επεράσαμε αυτό το
+διάστημα. Όταν εκείνος εζούσε, τα είχαμεν όλα, διότι ήτο σιδηρουργός
+και πρώτος τεχνίτης στο Πειραιά. Και τώρα ακούς όλους να λέγουν ότι,
+αφότου πέθανε ο Φιλίνος, δεν ξανάγεινε άλλος τέτοιος τεχνίτης. Στην
+αρχή επούλησα τις τσιμπίδες, το αμώνι και το σφυρί κι' επήρα δύο
+μναις και μ' αυτές εζήσαμε κάμποσον καιρόν. Έπειτα άλλοτε ύφαινα και
+άλλοτε έγνεθα και με δυσκολία έβγαζα το ψωμί μας. Αλλά είχα εσένα και
+επερίμενα ότι μίαν ημέραν θα μου φέρης την ευτυχία.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Εννοείς την μναν;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Όχι, αλλ' ήλπιζα ότι άμα μεγαλώσης και εγώ θα ζήσω κοντά σου
+και συ θ' αποκτήσης πλούτη και στολίδια και υπηρέτριες.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Πώς θα γείνη αυτό, μαμά; Τι θέλεις να πης; </p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Αρκεί να συναναστρέφεσαι τους νέους, να διασκεδάζης και να
+κοιμάσαι μαζή τους.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Όπως η θυγατέρα της Δαφνίδος η Λύρα;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Ναι.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Αλλ' αυτή είνε εταίρα.</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Αι! και τι; Αυτό δεν είνε κακό. Και συ θα πλουτήσης σαν κι'
+αυτήν και θα έχης πολλούς εραστάς. Γιατί κλαις, παιδί μου; δεν
+βλέπεις πόσες είνε αυτού του είδους η γυναίκες, πώς τις αγαπούν οι
+άνδρες και τι χρήματα κερδίζουν; Θυμούμαι εγώ την Δαφνίδα τι κουρέλια
+φορούσε, πριν να μεγαλώση η κόρη της. Τώρα όμως βλέπεις με τι
+πολυτέλεια ζη, τι χρυσαφικά φορεί και τι ωραία φορέματα κ' έχει και
+τέσσαρες δούλες.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Και πώς τ' απέκτησεν αυτά η Λύρα;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Πρώτα πρώτα εφρόντισε να στολίζεται καλά, να έχη τρόπους και
+να φαίνεται ευχάριστη και γελαστή προς όλους, όχι όμως σαν και σένα
+που με το παραμικρόν χαχανίζεις, αλλά είχε ένα χαμόγελο με γλύκα και
+χάρι, είχε τρόπους ευγενείς και δεν εκορόιδευε κανένα από κείνους που
+την επλησίαζαν, ούτε τους εκυνήγα αυτή, αλλ' ούτε και ερωτεύετο
+πραγματικώς κανένα. Και αν καμμιά φορά την καλέσουν με πληρωμήν εις
+κανένα γεύμα, ούτε μεθά, διότι αυτό είνε άσχημον και οι άνδρες
+σιχαίνονται τις γυναίκες που έχουν αυτό το ελάττωμα, ούτε τρώγει
+λαίμαργα, όπως οι κακοσυνειθισμένοι άνθρωποι, αλλά πιάνει τα φαγητά
+με τα άκρα των δακτύλων και με σιωπήν τρώγει χωρίς να παραγεμίζη το
+στόμα και από τα δύο μέρη, και πίνει σιγά σιγά και δεν αδειάζει το
+ποτήρι διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Και αν τύχη να διψά, μαμά;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Και τότε ακόμα. Έχει δε και τα λόγια της μετρημένα και δεν
+κοροϊδεύει κανένα από κείνους που συντρώγουν, αλλά προσέχει εις
+εκείνον που πληρώνει· κι' έτσι την αγαπούν όλοι. Εις δε το κρεββάτι
+ούτε λυσσασμένη φαίνεται, ούτε και κρύα, αλλά με κάθε τρόπον και
+μόνον ένα πράγμα επιδιώκει πώς να μαγεύη τον άνδρα και να τον κάμη να
+την αγαπήση. Μια τέτοια γυναίκα αρέσει σ' όλους τους άνδρες, αν γίνης
+δε και συ τέτοια, θα ευτυχήσωμεν κι' εμείς. Δόξα νάχουν οι θεοί, στην
+ωμορφιά είσαι πολύ καλλίτερη από τη Λύραν.... αλλά να δώσουν οι θεοί
+να ζήσης μόνον.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Δε μου λες, μητέρα, όλοι αυτοί που παίρνουν τις γυναίκες με
+πληρωμή είνε σαν τον Εύκριτον που κοιμήθηκα χθες μαζή του;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Όχι όλοι· μερικοί είνε καλλίτεροι, άλλοι μεγαλείτεροι στην
+ηλικίαν και άλλοι ασχημότεροι.</p>
+
+<p>ΚΟΡ. Πρέπει να κοιμούμαι και με αυτούς;</p>
+
+<p>ΚΡΩΒ. Ναι, κόρη μου, διότι οι άσχημοι δίδουν και τα περισσότερα,
+οι δε ώμορφοι νομίζουν ότι σου κάνουν και χάρι με την ωμορφιά των.
+Αλλά συ να προτιμάς πάντα εκείνους που δίδουν τα περισσότερα, αν
+θέλης γρήγορα να σε δείχνουν και να λένε· Βλέπεις την Κόρινναν την
+θυγατέρα της Κρωβύλης τι πλούτη έχει και πόσο ευτυχισμένη έκαμε την
+μητέρα της; Τι λες; θα τα κάμης αυτά; Ξέρω εγώ ότι θ' ακολουθήσης τις
+συμβουλές μου και εντός ολίγου θα γίνης η καλλίτερη απ' όλες. Αλλά
+τώρα πήγαινε να λουσθής, μήπως έλθη και σήμερα εκείνος ο νέος, ο
+Εύκριτος, γιατί μούπε ότι θάρθη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">7.<br />
+Μήτηρ και Μουσάριον.</h4>
+
+<p>ΜΗΤΗΡ. Αν πετύχωμεν κι' ένα άλλο τέτοιον εραστήν, Μουσάριον, κόρη
+μου, σαν το Χαιρέα, πρέπει να θυσιάσωμεν εις την πάνδημον Αφροδίτην
+(<sup><a href="#fn24" id="ref24">24</a></sup>)
+ μίαν άσπρην αίγα, εις δε την εν κήποις ένα δαμάλι και να
+στεφανώσωμεν την πλουτοδότειραν θεάν, διότι η ευτυχία μας θα είνε
+πολύ μεγάλη. Βλέπεις τι απολαβάς έχομεν τώρα απ' αυτόν τον νέον, που
+ούτε οβολόν σου έδωκέ ποτε, ούτε φόρεμα σου αγόρασε, ούτε υποδήματα,
+ούτε καμμιά μυρουδιά, αλλά πάντα σε πληρώνει με προφάσεις, με
+υποσχέσεις και ελπίδες για τον κόκκινο Μάη· και όλω επαναλαμβάνει ότι
+αν ο πατέρας ... και αν πάρω την πατρική μου περιουσία, όλα θα είνε
+δικά σου. Σου ωρκίσθη δε και, όπως λες, ότι θα σε κάνη νόμιμη
+σύζυγον.</p>
+
+<p>ΜΟΥΣΑΡΙΟΝ. Μου ωρκίσθη, μητέρα, εις τας δύο θεάς
+(<sup><a href="#fn25" id="ref25">25</a></sup>)
+ και εις την Πολιούχον.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Και συ, κουτή, τον πιστεύεις και διά τούτο όταν προ καιρού
+δεν είχε να πληρώση τον έρανόν του εις ένα φιλικόν γεύμα του έδωκες
+κρυφά από μένα το δακτυλίδι σου και αυτός το πούλησε και τώφαγε; Έτσι
+σου πήρε και τα δύο περιδέραια τα Ιωνικά, τα οποία σου έφερεν από την
+Έφεσον ο Χιώτης Πραξίας ο πλοίαρχος. Αφήνω τα φορέματα και τα
+πουκαμισάκια που σου έχει πάρη· και τέλος πάντων αυτός ο νέος είνε
+για μας κελεπούρι και θησαυρός.</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Είνε όμως ώμορφος και νεώτατος και μου λέγει με δάκρυα πως
+μ' αγαπά και είνε γυιός της Δεινομάχης και του Λάχητος του
+Αρεοπαγίτου και υπόσχεται ότι θα με πάρη γυναίκα του και έχομεν
+μεγάλας ελπίδας μόλις ο γέρος κλείση τα μάτια του.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Λοιπόν, Μουσάριον, εάν έχωμεν ανάγκην από υποδήματα και ο
+υποδηματοποιός ζητά το δίδραχμον, θα του πούμε· Χρήματα δεν έχομεν,
+αλλ' αντί για χρήματα λάβε μερικές από τις ελπίδες μας· το ίδιο
+πρέπει να πούμε και στον αλευράν· και αν μας ζητούν το νοίκι,
+περίμενε, να πούμε στο νοικοκύρη, έως ότου να πεθάνη ο Λάχης ο
+Κολλυτεύς και άμα γίνη ο γάμος σε πληρώνομεν· δεν ντρέπεσαι να 'σαι η
+μόνη εταίρα που δεν έχεις σκουλαρίκια, ούτε περιδέραιον, ούτε φόρεμα
+από ύφασμα της Τάραντος;</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Και μήπως γι' αυτό, μητέρα, είνε πιο ευτυχείς και
+καλλίτερες, από μένα η άλλες;</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Όχι, αλλά είνε φρονιμώτερες και ξέρουν να κάνουν τη δουλειά
+τους· και δεν πιστεύουν τα αισθηματικά λόγια των νέων, που έχουν τους
+όρκους τόσον εύκολους· συ δε είσαι τόσον πιστή και τόσο τον αγαπάς,
+που δεν εννοείς να πλησιάσης άλλον παρά μόνο το Χαιρέα. Προ ολίγου
+καιρού, όταν ήρθ' εκείνος ο χωρικός από τας Αχαρνάς κ' έφερε δύο
+μνας, αμούστακος και αυτός — είχε πάρει την πούλησι απ' τα κρασιά
+του πατέρα του — τον έδιωξες με περιφρόνησι, γιατί θέλεις να κοιμάσαι
+μόνο με το μορφονιό το Χαιρέα.</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Τι; έπρεπε ν' αφήσω το Χαιρέα και να πάρω εκείνον τον
+βρωμιάρην τον χωριάτη; Για μένα το νοστιμώτερο γουρουνόπολο των
+Αχαρνών είνε ο καλός μου Χαιρέας
+(<sup><a href="#fn26" id="ref26">26</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Ας είνε· εκείνος ήταν χωριάτης και βρωμερός. Αλλά τον
+Αντιφώντα του Μενεκράτους, ο οποίος σου επρόσφερε μίαν μναν διατί δεν
+τον εδέχθης; Δεν ήτο ωραίος και κομψός και της ίδιας ηλικίας με το
+Χαιρέα;</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Ναι, αλλ' ο Χαιρέας εφοβέρισε ότι θα μας έσφαζε και τους δύο
+αν με συνελάμβανε με τον Αντιφώντα.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Όλοι οι άνδρες έτσι φοβερίζουν. Αλλ' αυτό δεν είνε λόγος να
+μην απολαύσης εσύ τα νειάτα σου και να ζήσης φρόνιμη, όχι ως εταίρα,
+αλλ' ως να ήσουν ιέρεια της Θεσμοφόρου. Αφήνω τα άλλα· σήμερον είνε η
+εορτή των αλωνιών· τι δώρον σου έκαμε διά την εορτήν;</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Μα δεν έχει, μητερούλα μου, το καϋμένο το παιδί.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Μόνον αυτός δεν ευρήκε τρόπον να παίρνη από τον πατέρα του;
+Δεν μπορούσε να μεταχειρισθή ένα δόλον για ν' απατήση το γέρο και δεν
+φοβερίζει τη μάνα του ότι αν δεν του δώση θα πάη ναύτης και θα φύγη,
+αλλά κάθεται εδώ και μας βασανίζει και ούτε αυτός δίδει τίποτε, ούτε
+από κείνους που μας δίδουν μας αφήνει να παίρνωμεν; Αλλά νομίζεις,
+κόρη μου, ότι θα είσαι πάντα δεκαοκτώ ετών ή υποθέτεις ότι ο Χαιρέας
+θα έχη τα ίδια αισθήματα όταν θα γείνη πλούσιος και η μητέρα του θα
+τούβρη καμμιά νύφη με προίκα μεγάλη; Νομίζεις ότι θα θυμάται ακόμη τα
+δάκρυα ή τα φιλιά και τους όρκους, όταν θα έχη απέναντι του μιαν
+προίκα από πέντε τάλαντα;</p>
+
+<p>ΜΟΥΣ. Θα θυμάται· απόδειξις ότι και τώρα δεν παντρεύτηκε, αλλ' αν
+και τον πιέζουν και τον αναγκάζουν, αρνείται.</p>
+
+<p>ΜΗΤ. Να δώση ο Θεός να μη σε γελάση και τότε θα θυμηθής τα λόγια
+μου.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">8.<br />
+Αμπελίς και Χρυσίς.</h4>
+
+<p>ΑΜΠΕΛΙΣ. Μπορεί ν' αγαπά ένας άνδρας που μήτε ζηλεύει, μήτε
+θυμώνει, μήτε σ' εκτύπησε ποτέ, ούτε σούκουψε τις πλεξούδες, ούτε
+σούσχισε τα φορέματα;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣΙΣ. Λοιπόν αυτά μόνον είνε του έρωτος αποδείξεις,
+Αμπελίτσα;</p>
+
+<p>ΑΜΠ. Ναι· τέτοιος είνε ο θερμός άνδρας· τα άλλα, τα φιλήματα και
+τα δάκρυα και οι όρκοι και αι συχναί επισκέψεις είνε σημεία του
+έρωτος που αρχίζει· η φωτιά του όλη φαίνεται στη ζηλοτυπία, ώστε, αν,
+ως λέγεις, ο Γοργίας σε κτυπά και σε ζηλεύη, να είσαι ευχαριστημένη,
+να πιστεύης ότι σ' αγαπά και να εύχεσαι να είνε πάντα έτσι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Πάντα έτσι; Τι λες; Να με δέρνη πάντα;</p>
+
+<p>ΑΜΠ. Όχι· αλλά να στενοχωρήται αν κυττάξης κανένα άλλον. Διότι αν
+δεν σ' αγαπά, γιατί να θυμώνη αν έχης και άλλον εραστήν;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Αλλά δεν έχω κανένα, και αυτός ενόμισε άδικα ότι με αγαπά
+εκείνος ο πλούσιος, διότι κάποτε ανάφερα το όνομά του.</p>
+
+<p>ΑΜΠ. Και αυτό είνε καλό, να νομίζη ότι σε κυνηγούν πλούσιοι· έτσι
+θ' ανησυχή περισσότερον και θα φιλοτιμήται να μη φανή κατώτερος εις
+τα δώρα του από τους αντεραστάς.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Αλλ' αυτός μόνον θυμώνει και δέρνει, δεν δίδει δε
+τίποτε.</p>
+
+<p>ΑΜΠ. Θα δώση· οι ζηλιάρηδες, όταν τους παρασφίξη η ζήλεια,
+γίνονται ανοικτοχέρηδες.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Δεν εννοώ γιατί θέλεις και καλά να δέχωμαι μπάτσους,
+Αμπελίτσα.</p>
+
+<p>ΑΜΠ. Όχι, αλλ' όπως σου είπα, ο έρωτας δυναμώνει όταν δη ότι δεν
+τον προσέχουν· εξ εναντίας δε, άμα ο εραστής βεβαιωθή ότι δεν έχει να
+φοβηθή αντίζηλον, η επιθυμία του ψυχραίνεται. Αυτά σου τα λέγω εγώ
+που έχω δουλέψη είκοσι χρόνια σ' αυτό το στάδιο, ενώ συ είσαι
+δεκαοκτώ ετών, ίσως δε και μικρότερη. Αν θέλης, θα σου διηγηθώ και
+κάτι που μου συνέβη όχι προ πολλών ετών· με είχε τότε ο Δημόφαντος ο
+τοκιστής που κατοικεί πίσω από την Ποικίλην. Αυτός ο τσιγγούνης δεν
+μούδωκε ποτέ περισσότερον από πέντε δραχμές και είχε την αξίωσιν να
+τώχη μονοπώλιον. Αλλά και ο ερωτάς του ήτο πολύ επιπόλαιος. Ποτέ δεν
+τον ήκουσα ν' αναστενάξη, ούτε τον είδα να δακρύση, ούτε ήρθε να μου
+κτυπήση ποτέ την πόρτα εις ώραν περασμένην της νύκτας, αλλά μόνον που
+εκοιμάτο καμμιά φορά μαζή μου και αυτό σπανίως. Αλλ' όταν μια φορά
+ήλθε και δεν τον εδέχθηκα — διότι ήτο μέσα ο Καλλίδης ο ζωγράφος που
+μούχε στείλη δέκα δραχμές — μ' έβρισε κι' έφυγε. Όταν δε είδε ότι
+επέρασαν πολλές ημέρες και εγώ δεν έστειλα να τον ζητήσω και ο
+Καλλίδης ήτον πάλι μέσα, ο Δημόφαντος ήρχισε ν' ανάβη και μια ημέρα
+που βρήκε ανοικτή την πόρτα εμπήκε και ήτο έξω φρενών· έκλαιε, μ'
+εκτύπα, εφοβέριζε να σκοτώση, μου έσχισε το φόρεμα και εις το τέλος
+μου έδωκε ένα τάλαντον και με είχε οκτώ ολόκληρους μήνες μοναχική.
+Και η γυναίκα του έλεγε σ' όλους ότι της τον ετρέλλανα με μάγια· αλλά
+τα μάγια ήτον η ζήλεια. Ώστε και συ, Χρυσίδα, να μεταχειρισθής για
+τον Γοργίαν τα ίδια μάγια· θα γείνη δε πλούσιος αυτός ο νέος άμα ο
+πατέρας του αποθάνη.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">9.<br />
+Δορκάς, Παννυχίς, Φιλόστρατος, Πολέμων.</h4>
+
+<p>ΔΟΡΚΑΣ. Τι πάθαμε, κυρά, τι πάθαμε! Ο Πολέμων εγύρισε από τον
+πόλεμον πλούσιος, ως λένε· τον είδα δε κι' εγώ με μανδύα κατακόκκινον
+και με πολλούς ακολούθους. Και οι φίλοι του ως τον είδαν έτρεχαν να
+τον χαιρετούν. Έτσι ευρήκα καιρόν να πλησιάσω τον υπηρέτην που είχε
+πάη μαζή του έξω και τον αρώτησα· δεν μου λες, Παρμένων, του είπα,
+αφού τον εχαιρέτησα, πώς τα περάσατε και τι καλά εφέρατε από τον
+πόλεμον;</p>
+
+<p>ΠΑΝΝΥΧΙΣ. Δεν έπρεπε να του πης αυτά αμέσως, αλλά : «Δοξάζω τους
+θεούς που σωθήκατε, μάλιστα τον φιλόξενον Δία και την πολεμικήν
+Αθηνάν· η κυρά μου δεν έπαυε να ρωτά και να πληροφορήται πού είσθε
+και τι κάνετε»· αν έλεγες δε και ότι έκλαια και πάντοτε θυμώμουνα τον
+Πολέμωνα, θα ήτο ακόμη καλλίτερα.</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Τα είπα όλα στην αρχή, αλλά εβιαζόμουνα να σου πω τι ήκουσα.
+Έτσι άρχισα την κουβέντα μου με τον Παρμένοντα· «Βέβαια, Παρμένων, θα
+βούιζαν τ' αυτιά σας εκεί που ήσαστε, διότι πάντοτε σας εμελέτα κι'
+έκλαιε η κυρά μου, μάλιστα αν ήρχετο κανείς από τον πόλεμον και όταν
+εμαθαίναμε ότι εσκοτώθηκαν πολλοί, ετράβα τα μαλλιά της, εκτύπα τα
+στήθια της και ήτον απαρηγόρητη».</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Εύγε, Δορκάς, ωραία τα είπες.</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Κατόπιν από αυτά τον αρώτησα αυτά που σου είπα· και αυτός
+μου είπε· δόξα νάχουν οι θεοί, λαμπρά εγυρίσαμεν.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Έτσι απήντησε και αυτός, χωρίς να σου πη ότι μ' εθυμότανε ο
+Πολέμων, ότι μ' επιθυμούσε και ευχότανε να με ξαναδή;</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Έλεγε πολλά τέτοια. Αλλά κείνο που μας ενδιαφέρει είνε ότι
+έφεραν πολλά πλούτη, χρυσάφι, φορέματα, δούλους και ελεφαντοκόκαλο.
+Τόσα χρήματα έφερε ο Πολέμων, που τα μετρά με τον μέδιμνον, πολλούς
+μεδίμνους. Είχε δε και ο Παρμένων εις τον μικρόν του δάκτυλον ένα
+δακτυλίδι πολύ μεγάλο και πολύγωνον με μία πέτραν τρίχρωμη και
+κόκκινη εις το επάνω μέρος. Ήθελε να μου διηγηθή πώς επέρασαν τον
+ποταμόν Άλυν, πώς εσκότωσαν κάποιον Τιριδάταν, και πώς ανδραγάθησε ο
+Πολέμων στη μάχη που έκαμαν με τους Πισίδας· αλλ' εγώ τον αφήκα και
+έτρεξα να σε ειδοποιήσω διά να σκεφθής τι πρέπει να κάμης. Διότι αν
+έλθη ο Πολέμων — και εξάπαντος θάρθη άμα γλυτώση από τους γνωρίμους
+του — και εύρη εδώ στο σπίτι μας τον Φιλόστρατον, τι νομίζεις ότι θα
+κάμη;</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Πρέπει να σκεφθούμε, Δορκάς, τι πρέπει να γείνη, διότι ούτε
+τον Φιλόστρατον είνε φρόνιμον να διώξωμεν, που μας έδωκε προ ολίγων
+ημερών ένα τάλαντον, είνε δε και έμπορος και υπόσχεται να δώση πολλά,
+αλλ' ούτε και τον Πολέμωνα είνε καλόν να μη δεχθούμε, αφού εγύρισε με
+τόσα πλούτη, είνε δε και ζηλιάρης· και αφού όταν ήτο φτωχός ήτο
+ανυπόφορος, φαντάζεσαι τι είνε ικανός να κάνη τώρα.</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Α, νάτος, έρχεται.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Θα λιποθυμήσω, Δορκάς, διότι δεν ξέρω τι να κάμω.</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Ω τρομάρα μου! έρχεται και ο Φιλόστρατος.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Τι να γείνω; Γιατί δεν ανοίγει η γη να με καταπιή;</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ. Πάμε να πιούμε, Παννυχίδα.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Με κατέστρεψες. Καλώς ώρισες, Πολέμων πολύ άργησες να μας
+έρθης.</p>
+
+<p>ΠΟΛΕΜΩΝ. Ποιός είνε αυτός που σου μιλά; Σιωπάς; Ωραία! Εγώ ήρθα
+τρεχάτος από τας Θερμοπύλας σε πέντε μέρες από την επιθυμίαν να ιδώ
+αυτήν την γυναίκα και ορίστε την βρίσκω με άλλον. Αλλά καλά την
+παθαίνω και σ' ευχαριστώ, διότι έτσι δεν θα με τσακώσης πειά στα
+βρόχια σου.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Και ποίος είσαι του λόγου σου;</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Δεν έχεις ακούση τον Πολέμωνα τον Στειριέα από την Πανδυονίδα
+φυλήν, άλλοτε χιλίαρχον, τώρα δε διοικητήν πεντακισχιλίων ανδρών,
+εραστήν της Παννυχίδος, όταν ακόμη την ενόμιζα ότι ήτον άνθρωπος;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Τώρα όμως, αρχηγέ των μισθοφόρων, η Παννυχίς είνε δική μου·
+έλαβε ένα τάλαντον, θα λάβη δε και άλλον άμα διαθέσω το φορτίον που
+μούρθε αυτές τις μέρες. Και τώρα πάμε Παννυχίδα· άφησε δε αυτόν να
+κάνη τον χιλίαρχον εις την χώραν των Οδρυσσών
+(<sup><a href="#fn27" id="ref27">27</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Είνε ελευθέρα και μπορεί να σε ακολουθήση αν θέλη.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Τι να κάμω, Δορκάς;</p>
+
+<p>ΔΟΡΚ. Το καλλίτερο είνε να πας σπίτι. Έτσι που είνε θυμωμένος ο
+Πολέμων δεν είνε φρόνιμον να μείνης μαζή του· και η ζηλοτυπία θα τον
+ανάψη περισσότερον.</p>
+
+<p>ΠΑΝ. Αν θέλης, πάμε μέσα.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Σας προλέγω ότι σήμερον θα πιήτε μαζή διά τελευταίαν φοράν.
+Δεν έχω χύση τόσο αίμα εγώ στον πόλεμο για ν' αφήνω να μου μπαίνουν
+στο ρουθούνι. Κάλεσε τους Θράκας, Παρμένων, να έλθουν ωπλισμένοι και
+να πιάσουν την είσοδον του στενού. Εις το μέτωπον να παραταχθούν οι
+οπλίται και από τα δύο μέρη οι σφενδονίται και οι τοξόται, οι δε
+άλλοι κατόπιν.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Για παιδαρέλια μας πήρες, βρε μισθοφόρε, και πολεμάς να μας
+εκφοβίσης μ' αυτά; Έσφαξες ποτέ σου κανένα κόκορα; Εγώ αμφιβάλλω αν
+έχης δη πόλεμον. Το πολύ που δύναμαι να σου αναγνωρίσω είνε ότι
+εχρημάτισες φρουρός σε κανένα μικρό οχύρωμα ως διμοιρίτης.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Σε λιγάκι που θα μας δης να ερχώμεθα εις επίθεσιν και θ'
+αστράφτουν τα όπλα, θα μάθης τι είμαι και ποιός είμαι.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Καλά να παρασκευασθήτε και νάρθετε. Εγώ δε και αυτός εδώ ο
+Τίβιος — διότι μόνον αυτός με ακολουθεί — θα σας πάρωμεν με τις
+πέτρες και θα σας κάμωμεν να μη ξέρετε από πού να φύγετε.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">10.<br />
+Χελιδόνιον και Δροσίς.</h4>
+
+<p>ΧΕΛΙΔΟΝΙΟΝ. Δεν σούρχεται πειά, Δροσί, ο νέος ο Κλεινίας; Έχω
+πολύν καιρόν να τον δω στο σπίτι σας.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣΙΣ. Δεν έρχεται· του απηγόρευσε ο δάσκαλός του να με
+πλησιάζη.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Και ποιός είνε ο δάσκαλος του; Μήπως ο παιδαγωγός Διότιμος;
+Αυτός είνε φίλος μου.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Όχι, αλλ' ο Αρισταίνετος που κακό χρόνο νάχη.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Εκείνος ο κατσουφιασμένος με τα πολλά μαλλιά και τα μεγάλα
+γένεια, που συνειθίζει να περιπατή εις την Ποικίλην Στοάν με τους
+νέους;</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Εκείνος ο απατεώνας που να τον δω να τον τραβά στην κρεμάλα
+ο δήμιος από τα γένεια.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Και γιατί τώρα αυτός έκαμε τον Κλεινίαν να τραβηχτή από
+σένα;</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Δεν ξέρω, Χελιδόνιον· αλλ' ενώ το παιδί δεν εκοιμήθη ποτέ με
+άλλην, αφ' ότου εγνώρισε γυναίκα — και η πρώτη γυναίκα που πλησίασε
+ήμουν εγώ — έχει τρεις ημέρες τώρα να φανή εδώ. Και επειδή ήρχισα να
+στενοχωρούμαι — δεν ξέρω δε τι μου συμβαίνει μ' αυτό το παιδί —
+έστειλα την Νεβρίδα να τον ζητήση εις τα μέρη όπου συχνάζει, εις την
+Αγοράν ή εις την Ποικίλην. Αυτή δε μου είπε ότι τον είδε να περιπατή
+με τον Αρισταίνετον και του έκαμε νεύμα από μακράν. Αυτός εκοκκίνισε
+κεχαμήλωσε τα μάτια του και δεν εγύρισε πειά να την κυτάξη. Ήρχοντο
+προς την πόλιν και η Νευρίς τους ηκολούθησε έως στο Δίπυλον· αλλ'
+επειδή ο Κλεινίας δεν εγύρισε να την κυτάξη, επέστρεψε χωρίς να έχη
+τίποτε θετικόν να μου πη. Δεν μπορείς να φαντασθής τι έχω υποφέρη από
+τότε να σκέπτωμαι τι έχει μαζή μου το αγόρι μου, μήπως το δυσαρέστησα
+εις τίποτε ή μήπως αγάπησε άλλην και μ' εμίσησε, ή μήπως ο πατέρας
+του τον εμπόδιζε να έλθη. Πολλές τέτοιες σκέψεις έκανα και βράδυ
+βράδυ βλέπω και έρχεται ο Δρόμων και μου φέρνει αυτό το γράμμα απ'
+αυτόν. Πάρ' το και διάβασ' το, Χελιδόνιον νομίζω ότι ξέρεις
+γράμματα.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Ας δούμε τι λέει. Το γράψιμο δεν είνε πολύ καθαρόν και
+φανερώνει ότι αυτός που έγραψε το γράμμα ήτο βιαστικός. Αλλ' ας
+διαβάσωμεν· «Ότι σε αγαπούσα, Δροσί, έχω μάρτυρας τους θεούς».</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Το κακόμοιρο, από την βιάσι και την ταραχή του αλησμόνησε να
+γράψη το χαιρετισμό
+(<sup><a href="#fn28" id="ref28">28</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. «Και τώρα όχι από μίσος, αλλ' εξ ανάγκης σε αποφεύγω· διότι ο
+πατέρας με παρέδωκεν εις τον Αρισταίνετον να με διδάξη φιλοσοφίαν και
+εκείνος έμαθε τας σχέσεις μας και μου έκαμε αυστηράς επιπλήξεις και
+μου είπεν ότι είνε απρεπές ο υιός του Αρχιτέλους και της Ερασικλείας
+να συζή με μίαν εταίραν και ότι είνε πολύ καλλίτερον να προτιμώ την
+αρετήν από την ηδονήν».</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Να μη ξημερωθή ο ξεκουτιάρης που διδάσκει τέτοια πράμματα το
+παιδί.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. «Και είμαι αναγκασμένος να κάνω ό,τι μου λέει, διότι με
+παρακολουθεί και με παραφυλάττει αυστηρώς και δεν μου επιτρέπει να
+στρέψω τα μάτια μου σε άλλον παρά μόνον εις αυτόν και αν είμαι
+φρόνιμος και κάνω παν ό,τι μου λέγει, μου υπόσχεται να γείνω καθ' όλα
+ευτυχής και ενάρετος, αφού γυμνασθώ εις τους κόπους και την
+σκληραγωγίαν. Αυτά σου έγραψα μίαν στιγμήν που κατώρθωσα να διαφύγω
+την επίβλεψίν του. Ευτύχει και ενθυμού τον Κλεινίαν».</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Πώς σου φαίνεται το γράμμα, Χελιδόνιον :</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Βέβαια δεν είνε καθόλου ευχάριστον, αλλά το «ενθυμού τον
+Κλεινίαν» αφήνει κάποιαν ελπίδα.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Έτσι κι' εμένα μου 'φάνηκε. Αλλά πεθαίνω από έρωτα και τι να
+κάμω δεν ξέρω. Ο Δρόμων έλεγεν ότι ο Αρισταίνετος είνε παιδεραστής
+και με την πρόφασιν των μαθημάτων έχει τα ωραιότερα παιδιά· και με
+τον Κλεινίαν κρυφομιλεί και του υπόσχεται ότι θα τον κάμη μεγάλον και
+ένδοξον. Εκτός τούτου τον παίρνει και διαβάζουν μαζή κάτι ερωτικούς
+λόγους των παλαιών φιλοσόφων προς τους μαθητάς των και όλο με τον
+Κλεινίαν καταγίνεται. Εφοβέριζε δε ο Δρόμων ότι θα τα πη αυτά και
+στον πατέρα του παιδιού.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Έπρεπε, Δροσί, να τον μπουκώσης τον Δρόμωνα.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Τον εφιλοδώρησα, αλλά και χωρίς αυτό είνε με το μέρος μου·
+διότι και αυτόν τον πονεί το δόντι για την Νεβρίδα.</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Όλα θα παν καλά και να μη ανησυχής. Εγώ δε σκέπτομαι και να
+γράψω στον τοίχον εις τον Κεραμεικόν, όπου ο Αρχιτέλης συνειθίζει να
+περιπατή, ότι ο Αρισταίνετος διαφθείρει τον Κλεινίαν κι' έτσι θα
+βοηθήσω τον Δρόμωνα εις την ενέργειάν του.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Και πώς μπορείς να το γράψης χωρίς να σε δουν;</p>
+
+<p>ΧΕΛ. Θα πάω νύκτα και θα το γράψω με κάρβουνο.</p>
+
+<p>ΔΡΟΣ. Ευχαριστώ, Χελιδόνιον, διά την συμμαχίαν σου εναντίον του
+αγύρτου Αρισταινέτου.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">11.<br />
+Τρύφαινα και Χαρμίδης.</h4>
+
+<p>ΤΡΥΦΑΙΝΑ. Ξανακούστηκε να δώσης πέντε δραχμές σε μιαν εταίραν για
+να κοιμηθής μαζή της κι' έπειτα στο κρεββάτι να γυρίζης απ' τάλλο
+μέρος, ν' αναστενάζης και να κλαις; Αλλ' ούτε ήπιες με όρεξιν, ούτε
+έφαγες· διότι και στο τραπέζι σ' έβλεπα που εδάκρυζες και όλη την ώρα
+δεν έπαυσες να κλαις σαν παιδάκι. Δεν μου λες λοιπόν, Χαρμίδη, γιατί
+κάνεις έτσι; Πες μου· τι σου συμβαίνει διά να έχω τουλάχιστον αυτό το
+κέρδος που αγρύπνησα μαζή σου όλη τη νύκτα.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜΙΔΗΣ. Είμαι τρελλός από έρωτα, Τρύφαινα, και δεν υποφέρω
+πειά.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Ότι δεν είσαι ερωτευμένος μαζή μου είνε φανερόν, διότι, δεν
+θα με παρημέλεις, αφού μ' έχεις εις την διάθεσί σου και δεν θα μ'
+έσπρωχνες όσες φορές έκαμα να σ' αγκαλιάσω και εις το τέλος έβαλες
+μεταξύ μας το φόρεμά σου ως τείχος διά να μη μπορώ να σου 'γγίξω.
+Ποια είνε λοιπόν αυτή που αγαπάς; Πες μου, και ίσως μπορέσω να σε
+βοηθήσω εις τον έρωτά σου, διότι ξέρω από τέτοια.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Την ξέρεις πολύ καλά και σε ξέρει· διότι δεν είνε από τας
+αγνώστους εταίρας.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Πες μου τ' όνομά της, Χαρμίδη.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Το Φιλημάτιον.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Είνε δύο μ' αυτό το όνομα· ποιά από τις δυο; Η Πειραιώτισσα
+που διεκορεύθη προ ολίγου καιρού και την έχει ερωμένην ο Δάμυλλος ο
+υιός του στρατηγού, ή η άλλη, που την λένε Παγίδα;</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Αυτή είνε, και πραγματικώς ο δυστυχής έχω πέση εις την
+παγίδα και να γλυτώσω δεν μπορώ.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Και γι' αυτήν έκλαιγες;</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Ναι.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Και την αγαπάς πολύν καιρό ή νεοσύλλεκτος είσαι;</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Όχι, είνε εφτά μήνες σχεδόν από την εορτήν των Διονυσίων,
+που την είδα πρώτη φορά.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Και την είδες ολόκληρη ή μόνον το πρόσωπο και όσα μέρη από
+το σώμα της αφήνει να φαίνωνται μία γυναίκα που έχει πατήση τα
+σαράντα πέντε;</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Και όμως ορκίζεται ότι κατά τον επόμενον Ελαφηβολιώνα
+(<sup><a href="#fn29" id="ref29">29</a></sup>)
+ θα κλείση τα είκοσι δύο.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Και συ καλλίτερα πιστεύεις τους όρκους της παρά τα μάτια
+σου; Να την παρατηρήσης με προσοχή και να δης στους κροτάφους της,
+όπου μόνον έχει δικά της μαλλιά· τα άλλα είνε ψεύτικα και ξένα. Αλλ'
+εις τους κροτάφους, όταν εξασθενήση η μπογιά που τα βάφει, αρχίζουν
+και ξασπρίζουν. Και αν αυτό δεν σε αρκή, προσπάθησε να τη δης και
+γυμνήν.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Ποτέ δεν συγκατετέθη εις αυτό.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Εννοείται, διότι ήξερε ότι θα την σιχαθής, άμα δης της
+άσπρες κηλίδες που έχει, διότι από το λαιμό έως τα γόνατα ομοιάζει με
+πάρδαλιν. Και έκλαιες διότι δεν απήλαυσες μια τέτοια γυναίκα; Βέβαια
+θα σου κάνη δυσκολίας και περιφρονήσεις.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Ναι, Τρύφαινα, αν και έχει λάβει τόσα και τόσα από μένα. Και
+τώρα επειδή δεν είχα να της δώσω της χίλιες δραχμές που μου ζητούσε,
+διότι ο πατέρας είνε σφικτός και δεν μου δίδει, εδέχθη τον Μοσχίωνα
+και σ' εμένα έκλεισε την πόρτα· εγώ δε για να την πεισμώσω και να της
+αποδώσω τη λύπη που μου προξένησε, επήρα σένα.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Μα την Αφροδίτην δεν θαρχόμουνα, αν ήξερα ότι μ' επήρες μ'
+αυτόν τον σκοπόν, διά να πεισμώσης άλλην και μάλιστα ένα σαράβαλο σαν
+το Φιλημάτιον. Αλλά φεύγω, γιατί ξημερόνει· έχει λαλήση τρεις φορές ο
+πετεινός.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Μη φεύγης τόσο γρήγορα, Τρύφαινα· διότι αν είνε αληθινά αυτά
+που λες για το Φιλημάτιον, η περρούκα, το βάψιμον και το παρδαλό της
+δέρμα, ούτε θα γυρίσω πειά να την κυτάξω.</p>
+
+<p>ΤΡΥΦ. Ρώτησε τη μητέρα σου, αν έτυχέ ποτε να τη δη στο λουτρό. Όσω
+για τα χρόνια της, να ρωτήσης τον πάππο σου, αν ζη ακόμη.</p>
+
+<p>ΧΑΡΜ. Λοιπόν αφού είνε τέτοια, ας ρίξωμε κάτω το τείχος που μας
+χωρίζει, και έλα ν' αγκαλιασθούμε και ν' απολαύσωμεν ο είς τον άλλον.
+Με το Φιλημάτιον κάθε σχέσις ετελείωσε.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">12.<br />
+Ιόεσσα, Πυθιάς και Λυσίας.</h4>
+
+<p>ΙΟΕΣΣΑ. Με περιφρονείς, Λυσία; Έχεις δίκιο γιατί ούτε χρήματα σου
+εζήτησα ποτέ, ούτε την πόρτα σούκλεισα να σου πω ότι έχω άλλον μέσα,
+ούτε σε ηνάγκασα ν' απατήσης τον πατέρα σου, ή να κλέψης τίποτε από
+την μητέρα σου και να μου το φέρης ως κάνουν η άλλες, αλλ' από την
+πρώτη στιγμή σ' εδέχθηκα χωρίς πληρωμή και χωρίς δώρα. Ξέρεις πόσους
+εραστάς έδιωξα, τον Ηθοκλέα που είνε τώρα πρύτανις, τον Πασσίωνα τον
+πλοίαρχον και τον ομήλικόν σου τον Μέλισσον, αν και προ ολίγου καιρού
+απέθανεν ο πατέρας του κ' επήρε στα χέρια του την περιουσία. Εγώ δε
+είχα μόνον εσένα, όπως η Σαπφώ τον Φάωνα, και δεν είχα μάτια για
+άλλον, ούτε άνοιγα την πόρτα μου εις άλλον παρά σε σένα· διότι
+ενόμιζα η ανόητη ότι οι όρκοι σου ήσαν αληθινοί και για σένα ήμουν
+φρόνιμη, ως η Πηνελόπη, και δεν έδιδα προσοχή εις την μητέρα που
+θύμωνε και με κατηγορούσε στις φιλενάδες μου. Αλλά συ άμα ενόησες ότι
+ήμουν αφωσιωμένη και πέθαινα για σένα, πότε με την Λύκαινα έπαιζες
+μπροστά μου, για να με σκάζης, πότε, ενώ ήσουν πλαγιασμένος μαζή μου,
+επαινούσες την αρπίστριον Μαγίδιον. Εγώ δε έκλαια, γιατί ενοούσα ότι
+τα έκανες αυτά για να με βρίζης. Και προ καιρού, όταν διεσκεδάζατε
+μαζή, ο Θράσων, συ και ο Δίφιλος, είχατε εκεί την αυλητρίδα Κυμβάλιον
+και την Πυραλλίδα, που είνε εχθρά μου και συ το ήξερες. Όταν δε
+εφίλησες το Κυμβάλιον πέντε φορές ολίγον μ' επείραξε· διότι τον
+εαυτόν σου ύβριζες που φιλούσες μια τέτοια γυναίκα· αλλά πώς μπορούσα
+να σε βλέπω να κάνης νεύματα στην Πυραλλίδα και κάθε φορά που έπινες
+να της προσφέρης το ποτήρι και να λες του υπηρέτου στ' αυτί, αν δεν
+ζητήση η Πυραλλίς να μη δώση σε κανένα άλλον να πιή; Εις το τέλος
+εδάγκασες ένα μήλο, μια στιγμή που είδες τον Δίφιλον να μην προσέχη —
+διότι μιλούσε με τον Θράσωνα — και με τρόπο έσκυψες και το πέταξες
+στον κόρφο της και αυτή το φύλαξε ανάμεσα στα βυζιά της και τόκρυψε
+στο στηθόδεσμό της. Δεν εφρόντισες καν να μη σε δω. Αλλά γιατί μου τα
+κάνεις αυτά; Τι κακό μεγάλο ή μικρό σου έκαμα και εις τι σ' επίκρανα;
+Ποιόν άλλον εκύταξα; Δεν ζω μόνο για σένα; Δεν είνε μεγάλη αμαρτία
+αυτή, Λυσία, να πικραίνης μια δυστυχισμένη γυναικούλα, που
+τρελλαίνεται για σένα; Αλλ' υπάρχει θεός, η Αδράστεια, που τα βλέπει
+αυτά, Ίσως θα με λυπηθής μόνον όταν ακούσης είτε ότι έβαλα θηλειά στο
+λαιμό μου κ' επνίγηκα, είτε ότι έπεσα στο πηγάδι, ή ευρήκα άλλον
+τρόπον θανάτου για να μη σου γίνωμαι εμπόδιο και ενόχλησις. Τότε θα
+καμαρώσης για το ωραίο σου κατόρθωμα. Τι με αγριοκυτάζεις και τρίζεις
+τα δόντια; Αν έχης τίποτε να με κατηγορήσης, να το πης, και αυτή η
+Πυθιάς ας μας κρίνη. Πώς χωρίς να μου δώσης καμμίαν απάντησιν φεύγεις
+και μ' αφήνεις; Βλέπεις, Πυθιάς, τι τραβώ απ' αυτόν τον Λυσίαν;</p>
+
+<p>ΠΥΘΙΑΣ. Τι σκληρή καρδιά, να μη τον συγκινούν τα δάκρυα της. Είνε
+πέτρα και όχι άνθρωπος. Αλλ' αν θέλης την αλήθεια, Ιόεσσα, εσύ τον
+έκαμες έτσι, που τον αγαπούσες υπερβολικά και του το φανέρωνες. Δεν
+έπρεπε να του δείχνης τόση αγάπη, διότι οι άνδρες όταν το καταλάβουν
+το παίρνουν απάνω τους. Παύσε να κλαις και αν θέλης να μ' ακούσης,
+κλείσε του μια ή δυο φορές την πόρτα όταν έλθη· και θα δης ότι η
+αγάπη του θ' ανάψη πάλιν και θα σ' αγαπήση όπως τον αγαπάς.</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Τι λες; Να κλείσω την πόρτα του Λυσία; Λυτό δεν γίνεται. Και
+τι άλλο θέλω παρά να έρχεται;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Μη σε μέλη και θα ξανάρθη.</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Με κατέστρεψες, Πυθιάς· σε ήκουσε όταν έλεγες «Κλείσε του
+την πόρτα».</p>
+
+<p>ΛΥΣΙΑΣ. Δεν εγύρισα δι' αυτήν, Πυθιάς, διά την οποίαν μόνον
+περιφρόνησιν αισθάνομαι, αλλά για σένα, διότι δεν θέλω να με
+κατηγορής και να λες «Είνε σκληρόκαρδος ο Λυσίας».</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Αλήθεια, αυτό είπα, Λυσία.</p>
+
+<p>ΛΥΣ. Πώς θέλεις να την υποφέρω, Πυθιάς, αυτήν την Ιόεσσαν που τώρα
+κλαίει, αφού την έπιασα να κοιμάται με ένα νέον και να μου κάνη
+απιστίες;</p>
+
+<p>ΠΓΘ. Μα τέλος πάντων, Λυσία, μη λησμονής ότι είνε εταίρα. Αλλά
+πότε την έπιασες να κοιμάται με άλλον;</p>
+
+<p>ΛΥΣ. θα είνε έξ μέρες τώρα· έξ βέβαια, αφού ήτο δευτέρα του μηνός
+και σήμερα έχομε εφτά. Ο πατέρας μου, επειδή εγνώριζε ότι αγαπούσα
+αυτή τη γυναίκα, μ' έκλεισε μέσα και διέταξε τον θυρωρόν να μη μου
+ανοίξη την πόρτα. Εγώ όμως, επειδή δεν υπέφερα να περάσω την νύκτα
+χωρίς αυτήν, διέταξα τον δούλον μας Δρόμωνα, να μου κάμη πλάτες για
+ν' ανέβω στον τοίχο της αυλής εις το μέρος που είνε χαμηλώτερος. Να
+μη σου τα πολυλογώ, ανέβηκα έτσι, επήδησα έξω και ήλθα· ευρήκα δε την
+πόρτα της αυλής καλά κλεισμένη. Ήσαν μεσάνυκτα. Λοιπόν δεν εκτύπησα,
+αλλ' ανεσήκωσα σιγά σιγά την πόρτα κ' εγύρισα τον στρόφιγγα, όπως
+είχα κάμη και άλλοτε, κι' εμπήκα χωρίς να κάνω θόρυβο. Μέσα
+εκοιμούντο όλοι κι' εγώ επροχώρησα τοίχο-τοίχο κ' έφθασα στο
+κρεββάτι.</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Ω Δήμητρα, τι θα πη; Με πνίγει η αγωνία.</p>
+
+<p>ΛΥΣ. Επειδή ήκουσα δύο αναπνοές, στην αρχή ενόμισα ότι εκοιμάτο
+μαζή της η Λυδή· είχα όμως λάθος, διότι όταν έψαξα ευρήκα το πρόσωπον
+ενός νέου χωρίς γένεια, πολύ τρυφερού, ο οποίος είχε σύρριζα κομμένα
+τα μαλλιά, εμύριζε δε και αυτός από αρώματα. Αν είχα μαζή μου την
+στιγμή εκείνη σπαθί, σας ορκίζομαι ότι... Τι γελάτε, Πυθιάς; Σου
+φαίνονται ότι είνε για γέλοια αυτά που λέγω;</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Αυτό λοιπόν, Λυσία, ήτον η αφορμή του θυμού σου; Ο νέος που
+εκοιμάτο μαζή μου ήτο αυτή, η Πυθιάς.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Μην του το λες, Ιόεσσα.</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Γιατί να μην του το πω; Ήτον η Πυθιάς, καλέ μου· την είχα
+καλέση να κοιμηθούμε μαζή, διότι δεν είχες έρθη και ήμουν
+στενοχωρημένη.</p>
+
+<p>ΛΥΣ. Η Πυθίας είχε τα μαλλιά της κομμένα σύρριζα και εντός έξ
+ημερών εμεγάλωσαν και έγιναν πάλι τόσα;</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Από την αρρώστεια που είχε πάθη είχαν αρχίση να πέφτουν τα
+μαλλιά της και τα ξύρρισε και τώρα φορεί φενάκην. Δείξε του, Πυθιάς,
+δείξε του για να πιστέψη. Ορίστε ο νέος ο αντεραστής που
+εζήλεψες.</p>
+
+<p>ΛΥΣ. Τι ήθελες να κάμω, Ιόεσσα, ερωτευμένος όπως ήμουν και αφού
+τον έψαξα με τα χέρια μου;</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Τώρα όμως επείσθης. θέλεις τώρα να σου θυμώσω κι' εγώ; Και
+θα έχω περισσότερο δίκιο.</p>
+
+<p>ΛΥΣ. Όχι, αλλά έλα τώρα να πιούμε· ας πιή και η Πυθιάς μαζή μας,
+διότι είνε δίκαιον να λάβη και αυτή μέρος εις τας σπονδάς.</p>
+
+<p>ΙΟΕΣ. Ας μείνη. Αλλά τι έπαθα εξ αιτίας σου, λεβέντη Πυθία.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Εγώ όμως πάλιν σας εσυμφιλίωσα, ώστε μη θυμώνης μαζή μου.
+Πρόσεξε όμως, Λυσία, μην πης σε κανένα για τα μαλλιά μου.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">13.<br />
+Λεόντιχος, Χηνίδας και Υμνίς.</h4>
+
+<p>ΛΕΟΝΤΙΧΟΣ. Για πες, Χηνίδα, στη μάχη με τους Γαλάτας πώς ώρμησα
+μπροστά από τους άλλους ιππείς με το λευκό μου το άλογο, και πώς οι
+Γαλάται, αν και είνε πολληκάρια, ετσάκισαν ευθύς ως με είδαν και
+κανείς δεν είχε το κουράγιο να σταθή και αντιμετρηθή μαζή μου. Εγώ
+τότε επέταξα την λόγχην κι' επέρασα πέρα και πέρα τον αρχηγό των μαζή
+με το άλογο του. Αλλά μερικοί απ' αυτούς, αφού ετσάκισαν, κατώρθωσαν
+να μαζευτούν και να σχημαΤιςουν τετράγωνον· ετράβηξα λοιπόν το σπαθί
+και ώρμησα κατ' επάνω των σαν θηρίο· ανέτρεψα τους πρώτους επτά και
+τους κατεπάτησε το άλογο μου και με το σπαθί έσχισα εις δύο την
+κεφαλήν ενός των λοχαγών μαζή με την περικεφαλαίαν. Μετ' ολίγον
+εφθάσατε σεις οι άλλοι, Χηνίδα, όταν πλέον είχα τρέψη εις φυγήν τους
+εχθρούς.</p>
+
+<p>ΧΗΝΙΔΑΣ. Μήπως έδειξες ολιγωτέραν ανδρείαν, Λεόντιχε, εις την
+Παφλαγονίαν, όταν εμονομάχησες με τον σατράπην :</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Καλά που μου το θύμησες, διότι δεν ήτο μικρόν κι' εκείνο το
+ανδραγάθημα. Ο σατράπης ήτο πελώριος κι' εθεωρείτο πολύ δυνατός εις
+τα όπλα. Αυτός λοιπόν διά να δείξη περιφρόνησιν προς τους Έλληνας,
+εβγήκε από την παράταξιν, επήδησε εις το μέσον και επροκάλει οποίον
+ήθελε να μονομαχήση μαζή του. Οι άλλοι, οι λοχαγοί και οι ταξίαρχοι
+και αυτός ο διοικητής μας, αν και δεν ήτο δειλός άνθρωπος — είχαμεν
+αρχηγόν τον Αρίσταιχμον τον Αιτωλόν, άριστον ακοντιστήν, εγώ δε ήμουν
+ακόμη χιλίαρχος — επτοήθησαν. Εγώ όμως είχα το θάρρος να δεχθώ την
+πρόκλησιν και εξέφυγα από τα χέρια των φίλων μου που ήθελαν να μ'
+εμποδίσουν, διότι εφοβούντο διά την ζωήν μου, βλέποντες τον βάρβαρον
+να λάμπη με τα επίχρυσά του όπλα, να επισείη την λόγχην και το μέγα
+και φοβερόν λοφείον της περικεφαλαίας του....</p>
+
+<p>ΧΗΝ. Κι' εγώ εφοβήθηκα τότε, Λεόντιχε, και θυμάσαι πώς σ' εκράτησα
+και σ' επαρακαλούσα να μη κινδυνεύσης· διότι αν συ εφονεύεσο, εγώ δεν
+θα μπορούσα πειά να ζήσω.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Εγώ όμως με θάρρος επροχώρησα εις το μέσον, ωπλισμένος όχι
+χειρότερα από τον Παφλαγόνα, αλλά κατάχρυσος και εγώ, ώστε ήλθε βοή
+θαυμασμού και από το μέρος των δικών μου και από το μέρος των
+βαρβάρων· διότι και εκείνοι άμα με είδαν με εγνώρισαν, προ πάντων από
+την ασπίδα, από τα φάλαρα και το λοφείον. Για πες, Χηνίδα, με ποίον
+τότε με παρωμοίασαν όλοι;</p>
+
+<p>ΧΗΝ. Με ποίον άλλον παρά με τον Αχιλλέα τον υιόν της Θέτιδος και
+του Πηλέως; Τόσον ωραία σου επήγαινε η περικεφαλαία και η φοινικίς
+(<sup><a href="#fn30" id="ref30">30</a></sup>)
+ και τόσον η ασπίς άστραπτε.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Όταν συνεπλάκημεν, ο βάρβαρος με επλήγωσε πρώτος ελαφρά·
+μόλις με άγγισε το κοντάρι του λίγο παραπάνω από το γόνατον· εγώ δε
+αφού με τη λόγχη διεπέρασα την ασπίδα του, τον εκτύπησα εις το στήθος
+και η λόγχη τον επέρασε πέρα και πέρα. Έπειτα ώρμησα και του έκοψα
+την κεφαλήν με την σπάθην, επήρα τα όπλα του και επέστρεψα εις το
+στρατόπεδον. Είχα δε την κεφαλή του καρφωμένη επάνω στη λόγχη μου και
+ήμουν λουσμένος από το αίμα.</p>
+
+<p>ΥΜΝΙΣ. Φρίκη! Μ' αυτά τα φοβερά και αηδή πράμματα που διηγείσαι
+περί του εαυτού σου, Λεόντιχε, και με την ευχαρίστησι που φαίνεται
+ότι σου προξενεί το αίμα, ούτε να σε κυτάξη κανείς μπορεί, όχι να πιή
+και να κοιμηθή μαζή σου. Λοιπόν εγώ φεύγω.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. θα σου δώσω διπλή πληρωμή.</p>
+
+<p>ΥΜΝ. Δε μπορώ να κοιμηθώ μ' ένα φονηά.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Μη φοβάσαι, Υμνίς· αυτά που σου διηγήθηκα έγιναν στην
+Παφλαγονία· εδώ έχομεν ειρήνην.</p>
+
+<p>ΥΜΝ. Α όχι, είσαι μαγαρισμένος άνθρωπος· το αίμα έσταζεν επάνω σου
+από την κεφαλήν του βαρβάρου, που είχες καρφωμένη τη λόγχη σου. Και
+νομίζεις ότι εγώ μπορώ ν' αγκαλιάσω και να φιλήσω ένα τέτοιον άνδρα;
+θεός φυλάξοι! Κατά τι διαφέρει ένας τέτοιος από τον δήμιον;</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Και όμως αν μ' έβλεπες με τα όπλα μου δεν έχω αμφιβολίαν
+ότι θα μ' ερωτεύεσο.</p>
+
+<p>ΥΜΝ. Και μόνον που σε ακούω, Λεόντιχε, μου έρχεται αναγούλα και
+μου φαίνεται ότι βλέπω τους σκοτωμένους και μάλιστα τον κακομοίρη το
+λοχαγό με τη κεφαλή σχισμένην εις δύο. Τι νομίζεις; Αν σ' έβλεπα την
+ώρα εκείνη και να δω τους σκοτωμένους πεσμένους κάτω, έχω την ιδέαν
+ότι θα πέθαινα, εγώ που ούτε πετεινόν δεν είδα ποτέ μου να τον
+σφάζουν.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Τόσον δειλή και μικρόψυχη είσαι, Υμνίς; Εγώ ενόμιζα ότι θα
+ηυχαριστείσο ν' ακούσης αυτάς τας διηγήσεις.</p>
+
+<p>ΥΜΝ. Αυτά να πας να τα λες σε τίποτε ανδρογυναίκες από τη Λήμνο ή
+Δαναΐδες, αν εύρης· εγώ φεύγω να πάω στη μητέρα μου τώρα που είνε
+ακόμη μέρα. Έλα και συ μαζή μου, Γραμίτσα· συ δε χαίρε, λαμπρέ
+χιλίαρχε και φονηά όσων θέλεις.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Μείνε, σε παρακαλώ, Υμνίς, μείνε....Έφυγε.</p>
+
+<p>ΧΗΝ. Εσύ φταις, Λεόντιχε, που τρόμαξες το άμαθο κορίτσι με τα
+φοβερά λοφεία και με τας διηγήσεις απιστεύτων ανδραγαθημάτων. Εγώ την
+είδα αμέσως πώς εκιτρίνησε, όταν διηγείσο περί του λοχαγού, πώς
+ετρόμαξε και έφριξε όταν είπες ότι του έκοψες την κεφαλήν.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Ενόμιζα ότι έτσι θα της αρέσω καλλίτερα. Αλλά και συ με
+αποτελείωσες, Χηνίδα, που μ' έκαμες να διηγηθώ την μονομαχίαν.</p>
+
+<p>ΧΗΝ. Τι ήθελες να κάμω; Αφού έβλεπα ότι ήθελες να κόβης κούρες, σ'
+εβοήθησα. Αλλά συ το παράκαμες. Καλά, έκοψες την κεφαλήν εκείνου του
+κακομοίρη του Παφλαγόνος· τι ήθελες να την καρφώσης κι' επάνω στη
+λόγχη και να στάζη πάνω σου το αίμα;</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Αυτό αλήθεια είνε βρώμικο, Χηνίδα, και έπρεπε να περιορισθώ
+εις τα άλλα, τα οποία ήσαν καλά φτιασμένα. Πήγαινε λοιπόν και
+προσπάθησε να την καταφέρης νάρθη να κοιμηθή μαζή μου.</p>
+
+<p>ΧΗΝ. θέλεις να της πω ότι όλα, αυτά που της διηγήθης ήσαν ψέμματα
+για να της δείξης ανδρείαν;</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Όχι, δεν κάνει, Χηνίδα· είνε 'ντροπή.</p>
+
+<p>ΧΗΝ. Αλλοιώτικα δεν θα έλθη. Διάλεξε λοιπόν το έν από τα δύο, ή να
+σε πιστεύουν ως ήρωα και να σε μισούν, ή να κοιμηθής με την Υμνίδα
+και να ομολογήσης ότι είπες ψέμματα.</p>
+
+<p>ΛΕΟΝΤ. Και τα δύο είνε δύσκολα, αλλά προτιμώ την Υμνίδα. Πήγαινε
+λοιπόν να της πης ότι ήσαν ψέμματα, αλλ' όχι όλα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">14.<br />
+Δωρίων και Μυρτάλη.</h4>
+
+<p>ΔΩΡΙΩΝ. Τώρα με διώχνεις, Μυρτάλη, που έγεινα φτωχός εξ αιτίας
+σου. Όταν σου κουβαλούσα τόσα και τόσα, ήμουν αγαπητικός, ήμουν
+σύζυγος και κύριος, ήμουν άνδρας και αφέντης, ήμουν τα πάντα. Αλλά
+τώρα που έγεινα πανί με πανί, επήρες αγαπητικό τον Βιθυνόν έμπορον
+κι' εμένα με αφήνεις έξω να κλαίω 'μπρός στην πόρτα σου την ώρα που
+εκείνον τον έχεις στην αγκαλιά σου και τον φιλείς και περνάτε την
+νύκτα μαζή και λες μάλιστα ότι είσαι και γκαστρωμένη απ' αυτόν.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤΑΛΗ. Μούρχεται να σκάσω, Δωρίων, όταν σ' ακούω να λες ότι μου
+έστελνες πολλά και ότι εφτώχυνες εξ αιτίας μου. Έλα να λογαριάσωμε
+από την αρχή τι και τι μου έφερες.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Καλά λες, Μυρτάλη, ας τα λογαριάσωμε. Στην αρχή σου έφερα
+υποδήματα από την Σικυώνα δύο δραχμών· έχομε λοιπόν δύο δραχμές.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Ναι, μα κοιμήθηκες δύο νύκτες.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Και όταν ήρθα από την Συρίαν σου έφερα ένα βάζο με άρωμα της
+Φοινίκης, δύο δραχμών και αυτό, μα τον Ποσειδώνα.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Και εγώ όταν έφευγες σου εχάρισα εκείνο το ποκαμισάκι που
+σου έφθανε μέχρι των μηρών, για να το φορής όταν κωπηλατούσες. Το
+είχε λησμονήση στο σπίτι μας ο Επίουρος ο πρωρεύς όταν εκοιμάτο μαζή
+μου.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Το γνώρισε προ καιρού στη Σάμο ο Επίουρος και μου το πήρε με
+φιλονεικία μεγάλη. Όταν ήλθαμεν από τον Βόσπορον, σου έφερα κρομμύδια
+της Κύπρου και παστόψαρα, πέντε σαπέρδες και τέσσερης πέρκες. Δε
+θυμάσαι; Σου έφερα ακόμη οκτώ παξιμάδια ναυτικά κι' ένα καλάθι και
+σύκα από την Καρύαν και αργότερα σανδάλια επίχρυσα από τα Πάταρα,
+αχάριστη, θυμούμαι ότι σου έφερα μια φορά κι' ένα μεγάλο τυρί από το
+Γύθειο.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Πέντε δραχμές ίσως αξίζουν όλα αυτά.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Όσα μπορεί να δώση ένας φτωχός ναύτης, άνθρωπος μισθωτός.
+Τώρα όμως που επροβιβάστηκα κι' έγεινα τοίχαρχος του δεξιού, δεν
+κάνεις καλά να με περιφρονής. Αλλά και προ καιρού στην εορτή της
+Αφροδίτης, δεν έρριξα εις τα πόδια της θεάς μία δραχμή ασημένια για
+σένα; Έπειτα πάλιν επλήρωσα δυό δραχμές για υποδήματα της μητέρας σου
+και πολλές φορές έχω βάλη στο χέρι αυτής της Λυδής πότε δύο και πότε
+τέσσερους οβολούς. Όλα αυτά αν τα μαζέψης κάνουν περιουσίαν για ένα
+ναύτην.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Τα κρομμύδια και τα παστόψαρα, Δωρίων;</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Ναι· αυτά είχα, αυτά σου έφερνα. Αν ήμουν πλούσιος, δεν θα
+τραβούσα κουπί. Στη μητέρα μου δεν έφερα ποτέ ούτε ένα κεφάλι σκόρδο.
+Ήθελα νακούσω τώρα και τα δώρα που έλαβες από τον Βιθυνόν.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Πρώτα πρώτα αυτό το πουκαμισάκι· το βλέπεις; αυτός μου το
+αγόρασε, όπως και το περιδέραιον το πιο χονδρό από τα δύο που
+φορώ.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Αυτό θυμάμαι ότι το είχες και προτήτερα.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Εκείνο που ήξερες ήτο πολύ λεπτότερον και δεν είχε
+σμαράγδους. Αυτός μούφερε και αυτά τα σκουλαρίκια και ένα τάπητα, μου
+έδωκε δε και δύο μνας προ καιρού και μας επλήρωσε το νοίκι, όχι
+σάνδαλα από τα Πάταρα και τυρί από το Γύθιο και πράσιν' άλογα.</p>
+
+<p>ΔΩΡ. Αλλά δεν σκέπτεσαι και τι σίχαμα είνε αυτός που κοιμάσαι μαζή
+του; Εξ άπαντος τα πενήντα τα έχει περάση, είνε καραφλός και το
+πρόσωπο του έχει το χρώμα του κάβουρα. Αλλά δεν βλέπεις τουλάχιστον
+τα δόντια του; Χαριτωμένος άνθρωπος μα τους Διοσκούρους, μάλιστα όταν
+τραγουδή και θέλη να κάμη τον τρυφερόν· γαϊδούρι σωστό που γκαρίζει.
+Αλλά τέτοιος αγαπητικός σου ταιριάζει, εύχομαι δε και ν' αποκτήσης
+μαζή του παιδί που να μοιάζη του πατέρα του. Εγώ δεν θα χαθώ· θα βρω
+καμμιά Δελφίδα ή κανένα Κυμβάλιον ή τη γειτόνισσά σας την αυλητρίδα,
+τέλος πάντων μια γυναίκα που να ταιριάζωμεν. Τάπητας δε και
+περιδέραια και δύο μνας δεν έχομεν όλοι να δίδωμεν.</p>
+
+<p>ΜΥΡΤ. Τι ευτυχισμένη θα είνε 'κείνη που θ' αποκτήση αγαπητικό σαν
+και σένα, Δωρίων. Θα της φέρνης κρομμύδια της Κύπρου και τυρί του
+Γυθίου, όταν θα επιστρέφης από τα ταξείδια σου.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">15.<br />
+Κοχλίς και Παρθενίς.</h4>
+
+<p>ΚΟΧΛΙΣ. Γιατί κλαις, Παρθενί, και από πού έρχεσαι με τους αυλούς
+σπασμένους;</p>
+
+<p>ΠΑΡΘΕΝΙΣ. Ο στρατιώτης ο Αιτωλός εκείνος ο αψηλός, ο αγαπητικός
+της Κροκάλης, μ' εκτύπησε, γιατί μ' ευρήκε στης αγαπητικιάς του, όπου
+με είχε πάει με πληρωμή να παίξω ο Γόργος ο αντεραστής του. Αυτός
+μούσπασε τους αυλούς. Ενώ διεσκέδαζαν και εγώ έπαιζα, ώρμησε μέσα ο
+Αιτωλός, μου άρπαξε τους αυλούς και τους τσάκισε, αναποδογύρισε το
+τραπέζι και έχυσε το κρασί. Έπειτα άρπαξε τον χωριάτην τον Γόργον και
+τον έσυρε από τα μαλλιά και άρχισε να τον κτυπά αυτός — νομίζω ότι
+ονομάζεται Δεινόμαχος αυτός ο στρατιώτης — και ο συστρατιώτης του με
+τόση λύσσα που δεν γνωρίζω αν θα ζήση ο άνθρωπος· διότι έτρεξε αίμα
+πολύ από τη μύτη του και το πρόσωπο του επρίσθη όλο κι' εμαύρισε.</p>
+
+<p>ΚΟΧΛ. Ετρελλάθη ο στρατιώτης εκείνος ή μεθυσμένος ήτο;</p>
+
+<p>ΠΑΡΘ. Από ζηλοτυπία και υπερβολικόν έρωτα. Η Κροκάλη νομίζω ότι
+του είχε ζητήση δύο τάλαντα, αν ήθελε να την έχη μόνον αυτός· επειδή
+δε ο Δεινόμαχος δεν τα έδωκε, του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα, καθώς
+ήκουσα, και εκάλεσε τον Γόργον από την Οινόην, γεωργόν πλούσιον και
+καλόν άνθρωπον ο οποίος προ πολλού την αγαπούσε. Μ' εκάλεσε κι' εμένα
+για να παίξω και διεσκέδαζαν. Είχε δε προχωρήση το γλέντι κι' εγώ
+έπαιζα κάποιον λυρικόν σκοπόν, ο χωρικός εσηκώθη να χορέψη, η Κροκάλη
+εχειροκρότει και η διασκέδασις επήγαινε λαμπρά· αλλά τότε ακούσαμε
+φωνές· εκτυπούσαν στην πόρτα της αυλής και μετ' ολίγον ώρμησαν μέσα
+έως οκτώ νέοι πολύ δυνατοί, ήτο δε μαζή των και ο Μεγαρεύς. Αμέσως
+μας έκαμαν άνω κάτω και έρριψαν χάμω τον Γόργον, όπως είπα, και τον
+εποδοπατούσαν. Η Κροκάλη δεν ξέρω πώς κατώρθωσε και τώστριψε και
+κρύφθηκε στο σπίτι της Θεσπιάδος της γειτόνισσας. Εμένα μ' εκτύπησε ο
+Δεινόμαχος και μου είπε «Γκρεμίσου απ'εδώ» και αφού μούσπασε τους
+αυλούς μου τους πέταξε. Τώρα πηγαίνω να τα πω στον αφέντη μου· επήγε
+δε και ο χωρικός νάβρη μερικούς φίλους που έχει εδώ στην πόλι διά να
+ενεργήσουν να συλληφθή ο Μεγαρεύς και να παραδοθή εις τους
+πρυτάνεις.</p>
+
+<p>ΚΟΧΛ. Αυτά κερδίζει κανείς από τους έρωτας των στρατιωτικών, ξύλο
+και έπειτα δικαστήρια. Σου λέγουν ότι είνε αρχηγοί και χιλίαρχοι και
+όταν πρόκειται να πληρώσουν, περίμενε να γείνη μισθός και άμα πάρω
+χρήματα σου κάνω ότι θέλεις. Α να χαθούν οι ψεύτες! Καλά κάνω εγώ που
+δεν θέλω να τους ξέρω. Προτιμώ ένα ψαρά, ένα ναύτην ή γεωργόν που δεν
+μεγαλοπιάνεται, αλλά λέει λίγα και δίνει πολλά· αυτοί όμως που φορούν
+τα λοφεία και διηγούνται πολέμους και ανδραγαθήματα, μόνον αέρας
+φρέσκος είνε, Παρθενί.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΟΝΕΙΡΟΝ Ή ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΜΙΚΥΛΛΟΣ. Κακό χρόνο νάχης, αναθεματισμένε πετεινέ, φωνακλά και
+φθονερέ. Τη στιγμή που ήμουν πλούσιος κι' έβλεπα, ένα πολύ ευχάριστον
+όνειρον και ήμουν σε μεγάλη ευτυχία, μ' εξύπνησες με μια τρομερά
+φωνή. Ούτε την νύκτα λοιπόν δε μπορώ να γλυτώσω εξ αιτίας σου από την
+αναθεματισμένη τη φτώχεια; Αν κρίνω από τη μεγάλη ησυχία που είνε έξω
+και από το κρύο που δεν άρχισε ακόμη, όπως συμβαίνει κατά τις πρωινές
+ώρες, να με παγόνη — αυτό σαν τον καλλίτερο ωροδείκτη με ειδοποιεί
+ότι πλησιάζει να ξημερώση — δεν είνε ακόμη μεσάνυχτα, και όμως αυτός
+ο ξενύχτης, ως να τον έχουν βάλη να φυλάττη το χρυσούν δέρας, ήρχισε
+από νωρίς να κράζη. Αλλά θα μου το πληρώσης. Ας ξημερώση μόνον και θα
+δης τι ξύλο έχεις να φας, διότι τώρα θα πηδάς και θα μου ξεφεύγης στο
+σκοτάδι.</p>
+
+<p>ΠΕΤΕΙΝΟΣ. Γιατί θυμώνεις, αφέντη Μίκυλλε; Εγώ νομίζω ότι σου κάνω
+χάρι αν σου συντομεύσω όσο μπορώ την νύχτα, για να πιάσης δουλειά από
+την αυγήν και προφθάσης τις πολλές εργασίες που έχεις. Αν πριν βγη ο
+ήλιος τελειώσης ένα παπούτσι, θα βγάλης το ψωμί σου. Αλλ' αν προτιμάς
+να κοιμάσαι, εγώ θα ησυχάσω και θα γείνω πιο άφωνος από τα ψάρια·
+όμως πρόσεξε μήπως εις τα όνειρα σου είσαι πλούσιος και όταν ξυπνήσης
+πεθάνης της πείνας.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Ω Ζευ θαυμαστέ και Ηρακλή αλεξίκακε, τι είνε αυτό που
+συμβαίνει; Σαν άνθρωπος ελάλησε ο πετεινός;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Παράδοξο σου φαίνεται ότι μιλώ σαν άνθρωπος; </p>
+
+<p>ΜΙΚ. Παράδοξο λέει; Κάποιο κακό θα μου συμβή και οι θεοί ας με
+σώσουν.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Μου φαίνεται, Μίκυλλε, ότι είσαι πολύ αμαθής και δεν
+εδιάβασες εις τα ποιήματα του Ομήρου ότι και του Αχιλλέως το άλογο
+Ξάνθος αφήκε το χρεμέτισμα και ήρχισε μέσα εις την μάχην ν' απαγγέλλη
+στίχους και όχι, όπως εγώ τώρα, λόγους πεζούς. Αλλά και μάντις ήτο
+εκείνος ο ίππος και επροφήτευε τα μέλλοντα και τούτο δεν εφαίνετο εις
+κανένα παράδοξον, ούτε κανείς από κείνους που τον ήκουαν επεκαλέσθη
+τον αλεξίκακον διά να τον σώση από το απαίσιον άκουσμα. Τι θα έκανες
+αν σου μιλούσε η καρίννα της Αργούς ή αν ήκουες αυτόφωνον χρησμόν
+(<sup><a href="#fn31" id="ref31">31</a></sup>)
+ της Δωδώνης, ή έβλεπες πετσιά να έρπουν και κρέατα βοδεινά να
+μουγκρίζουν, μισοψημένα και περασμένα εις τα σουβλιά;
+(<sup><a href="#fn32" id="ref32">32</a></sup>)
+ Εγώ δε που μένω πλησίον του Ερμού του πολυλογωτέρου και
+ρητορικωτέρου των θεών και ζω μαζή με σας τους ανθρώπους είνε πολύ
+φυσικόν να μάθω εύκολα την ανθρωπίνην γλώσσαν. Αλλ' αν μου υποσχεθής
+να κρατήσης μυστικόν ό,τι θα σου πω, θα σου φανερώσω την αληθινήν
+αιτίαν που ομιλώ ως άνθρωπος και πώς μου συνέβη αυτό.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Μωρέ, μήπως εξακολουθώ να ονειρεύωμαι και σ' ακούω στον ύπνο
+μου να μου μιλάς έτσι; Αλλά τέλος πάντων πες μου, σε παρακαλώ, καλέ
+μου κόκορα, πώς απέκτησες την ανθρωπίνην φωνήν. Δεν πρέπει δε να
+φοβάσαι μήπως φανερώσω το μυστικόν, διότι ποίος θα με πιστεύση αν πω
+ότι το ήκουσα από ένα πετεινόν;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Άκουσε λοιπόν· αυτό το οποίον θα σου πω είνε πολύ παράδοξον·
+η αλήθεια όμως είνε ότι αυτός που τον βλέπεις σήμερον πετεινόν ήτο
+μια φορά, όχι προ πολλού καιρού, άνθρωπος.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Ήκουσα και άλλοτε κάτι τέτοιο· ένας νέος που ελέγετο
+Αλεκτρυών έγεινε φίλος του Άρεως και διεσκέδαζε μαζή του και τον είχε
+σύντροφον εις τους έρωτάς του. Όταν ο Άρης επήγαινε να κοιμηθή με την
+Αφροδίτην, έπαιρνε και τον Αλεκτρυόνα και επειδή υπώπτευε και
+εφοβείτο τον Ήλιον, μήπως τον ίδη και τον μαρτυρήση εις τον Ήφαιστον,
+άφηνε τον νέον ως σκοπόν έξω από την πόρτα διά να τον ειδοποιή άμα
+ανέτελλεν ο Ήλιος. Αλλά κάποτε απεκοιμήθη ο Αλεκτρυών και χωρίς να το
+θέλη αφήκεν αφρούρητον τον φίλον του· ο Ήλιος χωρίς να εννοηθή
+επλησίασε και είδε την Αφροδίτην και τον Άρην, ο οποίος εκοιμάτο
+αμέριμνα, διότι επίστευεν ότι ο Αλεκτρυών θα τους ειδοποιεί, αν
+ήρχετο κανείς· και ούτω ο Ήφαιστος ειδοποιήθη από τον Ήλιον και τους
+συνέλαβε, και τους έδεσε με τα δεσμά που είχε κατασκευάση προ πολλού
+γι' αυτόν το σκοπό. Ο Άρης εθύμωσε για την αμέλεια του Αλεκτρυόνος
+και τον έκαμε πουλί, όπως σήμερον, αλλά τον αφήκε να διατηρήση την
+πανοπλίαν που φορούσε, και έτσι διατηρεί ακόμη την περικεφαλαίαν στο
+κεφάλι. Σεις δε κατόπιν για να δικαιολογηθήτε εις τον Άρην
+εξακολουθείτε από τότε να κράζετε, χωρίς ανάγκην, άμα νοιώσετε ότι ο
+Ήλιος πλησιάζει να φανή, και να ειδοποιήτε.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Αυτά λέγονται, Μίκυλλε, αλλ' η δική μου η ιστορία συνέβη
+διαφορετικά και πολύ αργότερα εγώ μετεμορφώθηκα εις αλεκτρυόνα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Πώς; Είμαι περίεργος να το μάθω.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Έχεις ακούση για κάποιον Πυθαγόραν Μνησαρχίδην από την
+Σάμον;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Εννοείς τον σοφιστήν εκείνον τον αγύρτην που ενομοθέτει ούτε
+κρέατα να τρώγωμεν οι άνθρωποι, ούτε κουκιά, τα οποία εις εμένα
+αρέσουν υπερβολικά, και παρήγγελλε στους ανθρώπους που ακολουθούν τας
+ιδέας του να μη μιλήσουν εις το διάστημα πέντε ετών;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Μάθε λοιπόν και ότι πριν να γίνη Πυθαγόρας υπήρξεν
+Εύφορβος.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Λέγουν ότι ήτο μεγάλος κατεργάρης και απατεών, κυρ
+κόκορα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Είμαι εγώ αυτός, ώστε παύσε, φίλε μου, να με υβρίζης, αφού
+δεν γνωρίζεις ακριβώς τι άνθρωπος ήμουν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Αυτό που μου λες είνε ακόμη παραδοξώτερο. Πετεινός φιλόσοφος!
+Ειπέ μου όμως, υιέ του Μνησάρχου, πώς μας έγινες από άνθρωπος πουλί
+και πώς από Σάμιος έγινες Ταναγρικός
+(<sup><a href="#fn33" id="ref33">33</a></sup>)
+ διότι αυτά μου φαίνονται σαν παραμύθια και δεν είνε εύκολο να τα
+πιστεύση κανείς, αφού μάλιστα έχω παρατηρήση σ' εσένα και δύο
+πράγματα που δεν ταιριάζουν με την διδασκαλίαν του Πυθαγόρα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Ποία;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Το ένα είνε ότι είσαι φλύαρος και φωνακλάς, ενώ εκείνος
+εδίδασκε να μένουν άφωνοι πέντε ολόκληρα χρόνια· το δε άλλο είνε
+εντελώς παράνομον. Χθες επειδή δεν είχα τίποτε άλλο να σου δώσω να
+φας, σου έρριξα κάτι κουκιά που είχα όταν ήρθα και συ τα πήρες και
+τάφαγες χωρίς να διστάσης· ώστε ή ψέμματα λες ή είσαι ο Πυθαγόρας και
+έκαμες την παρανομίαν να φας κουκιά, πράγμα το οποίον, σύμφωνα με όσα
+εδίδασκες, είνε ως να έφαες το κεφάλι του πατέρα σου.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Δεν εννοείς, Μίκυλλε, γιατί το έκαμα αυτό, γιατί δεν
+γνωρίζεις ότι κάθε ζωή έχει και δική της δίαιτα. Εγώ όταν ήμουν
+άνθρωπος δεν έτρωγα κουκιά, διότι εφιλοσόφουν· τώρα όμως δεν μ'
+εμποδίζει τίποτε να τρώγω, διότι αυτή η τροφή είνε των πουλιών και
+δεν μας απαγορεύεται. Αλλ' αν έχης όρεξι, θα σου διηγηθώ πώς από τον
+Πυθαγόραν έγινα όπως είμαι τώρα και από ποίας προηγουμένας
+μετεμψυχώσεις επέρασα και πώς έζησα εις εκάστην από αυτάς.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Λέγε. θα μου είνε τόσον ευχάριστον αυτό, ώστε αν μου έλεγε
+κανείς τι προτιμώ, να ακούσω αυτήν του την διήγησιν ή να ξαναδώ το
+γλυκύτατον τούτο όνειρον που έβλεπα προ ολίγου, δεν ξέρω τι θα
+προτιμήσω· τόσον εξ ίσου ευχάριστα μου φαίνονται και τα δύο και σου
+κάνω την τιμήν να σε εκτιμώ όσον και το πολυτιμότατον εκείνο
+όνειρον.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Ακόμη το θυμάσαι εκείνο το όνειρον και διατηρείς εις την
+μνήμην σου μάταια πράγματα και, ως ο ποιητής λέγει, καταδιώκεις με
+την φαντασίαν σου μίαν ευτυχίαν που ήτο καπνός και διελύθη;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Ούτε θα λησμονήσω ποτέ, κυρ κόκορα, τα πράγματα που είδα·
+τόση πολλή γλύκα μου αφήκε εις τα μάτια το όνειρο, ώστε μόλις δύναμαι
+ν' ανοίγω τα βλέφαρα μου που κολλούν από το μέλι. Τα πράγματα που
+είδα με γαργαλίζουν όπως το φτερό που στριφογυρίζομε στ' αυτί
+μας.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Πολύ θαυμαστόν ήτο αυτό το όνειρον. Λέγουν ότι τα όνειρα
+πετούν, αλλ' η πτήσις των περιορίζεται εις τον ύπνον· βλέπω όμως ότι
+το δικό σου υπερβαίνει τα όρια και εξακολουθείς να το βλέπης με
+ανοικτούς οφθαλμούς. Τόσο καθαρόν ήτο και τόσο σ' εγοήτευσε. θέλω
+λοιπόν ν' ακούσω τι ήτο αυτό το όνειρον, το οποίον σ' έκαμε τόσον
+ευτυχή.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Σου λέγω ευχαρίστως, διότι μου είνε ευχάριστον να το
+ενθυμούμαι και να μιλώ γι' αυτό. Αλλά συ, Πυθαγόρα, πότε θα μου
+διηγηθής τας μετεμψυχώσεις σου;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Όταν παύσης να ονειρεύεσαι και σπογγίσης από τα μάτια σου το
+μέλι. Λοιπόν άρχισε πρώτος και πες μου από πού σου ήλθε το όνειρον,
+από τας Ελεφαντίνας ή από τας Κερατίνας πύλας
+(<sup><a href="#fn34" id="ref34">34</a></sup>)
+;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Από καμμιά τέτοια, Πυθαγόρα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Και όμως ο Όμηρος λέγει ότι υπάρχουν μόνον αυταί αι δύο πύλαι
+από τας οποίας έρχονται τα όνειρα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Άφησε τον αυτόν τον ξεκουτιάρη που δεν ξέρει τίποτε για
+όνειρα. Ίσως τα φτωχικά όνειρα που έβλεπε εκείνος — και δεν θα
+τάβλεπε και καλά γιατ' ήτο στραβός — να βγαίνουν από αυτές τις
+πόρτες· το δικό μου όμως το γλυκύτατον όνειρον βγήκε από χρυσή πόρτα
+και ήτο χρυσόν και αυτό, ήτο κατάχρυσα στολισμένον και είχε μαζή του
+του κόσμου το χρυσάφι.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Παύσε, Μίδα νεώτερε, να χρυσολογής· διότι το όνειρόν σου πολύ
+ομοιάζει με τους πόθους εκείνου και μου φαίνεται ότι από τον ύπνον
+σου επέρασαν ολόκληρα μεταλλεία χρυσού.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Είδα πολύ χρυσάφι, Πυθαγόρα, πολύ, και δεν φαντάζεσαι πόσον
+ήτο ωραίον και πόσον έλαμπε. Τι λέγει ο Πίνδαρος εκεί που επαινεί το
+χρυσάφι; Αν ξέρης τους στίχους, όπου λέγει για το νερό ότι είνε
+άριστον και έπειτα θαυμάζει τον χρυσόν, σε παρακαλώ να μου τους
+θυμίσης. Θυμάσαι, είνε στην αρχή του βιβλίου και εις το καλλίτερο του
+ποίημα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Εννοείς εκείνο που λέγει,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον
+πυρ<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άτε διαπρέπει νυκτί μεγάνορος έξοχα
+πλούτου;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Αυτό ακριβώς· σαν να είδε το ίδιο όνειρο ο Πίνδαρος, επαινεί
+το χρυσάφι. Και τώρα για να σου το διηγηθώ, Πετεινέ, πρέπει να σου πω
+ότι χθες, όπως ξέρεις, δεν έφαγα εδώ. Διότι ο Ευκράτης ο πλούσιος με
+συνήντησεν εις την αγοράν και μου είπε να λουσθώ και να πάω να
+δειπνήσω μαζή του.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Αυτό το ξέρω καλά, διότι έμεινα νηστικός όλην την ημέραν έως
+αργά την νύκτα που ήλθες πιομένος και μου έφερες εκείνα τα πέντε
+κουκιά, τα οποία δεν είνε πολύ πλούσιον δείπνον δι' ένα πετεινόν ο
+οποίος υπήρξεν αθλητής και ηγωνίσθη όχι αδόξως εις τους Ολυμπιακούς
+αγώνας.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Μετά το δείπνον ήλθα και αμέσως έπεσα να κοιμηθώ, αφού σου
+έρριψα τα κουκιά, και σε λιγάκι με επεσκέφθη θείον όνειρον, ως λέγει
+ο Όμηρος....</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Πρώτα να μου διηγηθής, Μίκυλλε, τι συνέβη εις του Ευκράτους,
+πώς επεράσατε εις το δείπνον και όλα τα καθέκαστα του συμποσίου· έτσι
+θα δειπνήσης δύο φορές, μίαν πραγματικώς και μίαν διά της φαντασίας,
+σαν να ονειρεύεσαι και ν' αναμασάς εις την μνήμην σου εκείνα που
+έφαγες.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Εφοβούμην μήπως σε ζαλίσω με αυτάς τας διηγήσεις· αλλ' αφού
+το θέλεις, θα σου διηγηθώ. Δεν είχα ποτέ εις την ζωήν μου, Πυθαγόρα,
+καθίση σε τραπέζι πλουσίου και είχα την καλήν τύχην χθες να συναντήσω
+τον Ευκράτην. Τον εχαιρέτησα όπως συνειθίζω και τον είπα αφέντην και
+αμέσως ετράβηξα για να μη περπατώ μαζή του, όπως ήμουν κακοντυμένος,
+και τον ντροπιάζω· αυτός όμως μου φώναξε και μούπε· Μίκυλλε, σήμερον
+έχω τραπέζι, γιατί εορτάζω τα γενέθλια της κόρης μου, κι' εκάλεσα
+πολλούς από τους φίλους μου. Επειδή δε ένας από αυτούς είνε άρρωστος
+και δεν μπορεί νάρθη να φάγη μαζή μας, να λουσθής εσύ και να ελθής,
+εκτός αν ο προσκεκλημένος ειδοποιήση ότι θα έλθη, διότι τώρα είνε
+αμφίβολον αν θα έλθη. Εγώ εχαιρέτησα και έφυγα, ευχόμενος σ' όλους
+τους θεούς να στείλουν κανένα πυρετόν, καμμιά πλευρίτιδα ή ποδάγραν
+εις εκείνον τον αδιάθετον του οποίου ήμουν εγώ αναπληρωτής και
+αντίδειπνος και διάδοχος. Από της στιγμής εκείνης μέχρι του λουτρού
+μου εφάνη ότι επέρασε ένας αιώνας και διαρκώς παρετήρουν την ώραν εις
+το ηλιακόν ωρολόγι και ανυπομονούσα να φθάση η ώρα του λουτρού. Όταν
+δε τέλος πάντων ήλθε η ώρα επλύθηκα βιαστικά κ' εφόρεσα τα καλά μου,
+δηλαδή εγύρισα το φορεμά μου, ώστε να φαίνεται η καθαρή του μεριά.
+Αλλ' όταν έφθασα εις του Ευκράτους είδα εις την είσοδον πολλούς
+άλλους και εκείνον τον άρρωστον που μ' εκάλεσαν ν' αντικαταστήσω. Τον
+έφερναν τέσσεροι δούλοι πάνω σε φορείο. Εφαίνετο δε ότι πραγματικώς
+δεν ήτο καλά, διότι και ανεστέναζε κ' εσιγόβηχε κι' αγωνιζότανε τα
+βγάλη από τα πλεμόνια του φλέγμα που δεν έβγαινε· ήτο δε και
+κατακίτρινος και πρισμένος και περίπου εξηντάρης. Ήκουσα ότι ήτο
+φιλόσοφος από κείνους που κάθονται και φλυαρούν με τα παιδαρέλια.
+Εννοείς ότι η γενειάδα του ήτο μεγαλοπρεπής και είχε χρόνια να
+ψαλιδισθή. Όταν δε ο ιατρός Αρχίβιος του έκαμε την παρατήρησιν ότι
+έκαμε άσχημα νάρθη εις την κατάστασι που ήτο, είπε· Δεν πρέπει κανείς
+να παραμελή τα καθήκοντά του, μάλιστα όταν είνε φιλόσοφος, και αν
+ακόμη όλα του κόσμου τα νοσήματα τον εμποδίζουν. Αν δεν ερχόμουν, θα
+το εθεώρει ο Ευκράτης περιφρόνησιν. Εξ εναντίας, είπα εγώ, θα σου
+εγνώριζε χάρι αν έμενες ναποθάνης στο σπίτι σου, αντί να βγάλης τη
+ψυχή σου μαζή με το φλέγμα εις το γεύμα του. Αλλ' εκείνος από
+περιφάνεια έκαμε ότι δεν άκουσε. Σε λιγάκι παρουσιάσθη ο Ευκράτης
+ερχόμενος από το λουτρόν· και όταν είδε τον Θεσμόπολιν — διότι αυτό
+είνε το όνομα του φιλοσόφου — Διδάσκαλε, του είπε, σ' ευχαριστώ που
+ήλθες στο σπίτι μας· αλλά και αν δεν ήρχεσο, θα σου 'στέλναμε από όλα
+σπίτι σου και δεν θα εκοπίαζες. Κ' ενώ έλεγε αυτά, επήρε από το χέρι
+τον Θεσμόπολιν και τον εβοήθησε νάμπη· τον υπεστήριζαν δε και οι
+υπηρέται. Εγώ ετοιμαζόμουν να φύγω· ο δε Ευκράτης εστράφη και
+εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να κάμη· αλλ' επειδή με είδε πολύ
+σκυθρωπόν, μου είπε· Έλα μέσα και συ, Μίκυλλε, να φας μαζή μας. Θα πω
+στο γυιό μου να πάη να φάη με τη μητέρα του στο γυναικωνίτη, για να
+γίνη θέσις για σένα. Εμπήκα λοιπόν σα λύκος που κινδύνευσε να μείνη
+με το στόμα ανοικτό· αλλ' ήμουν ντροπιασμένος, γιατί έγινα αφορμή να
+διωχθή από το τραπέζι το παιδί του Ευκράτους. Όταν δε ήτο καιρός ν'
+αρχίση το δείπνον, πρώτα εσήκωσαν τον Θεσμόπολιν πέντε υπηρέται
+δυνατοί και αυτοί όχι χωρίς δυσκολίαν και τον ετοποθέτησαν εις ένα
+από τα ανάκλιντρα και τούβαλαν δεξιά και αριστερά μαξιλάρια διά να
+τον στηρίζουν στην ίδια θέσι. Και επειδή κανείς δεν ήθελε να
+κατακλιθή κοντά του, έβαλαν εμένα εις εκείνην την θέσιν κι' έτσι
+ήμεθα γειτόνοι εις το τραπέζι. Το δείπνον ήτο πλούσιον, η ποικιλία
+των φαγητών μεγάλη και όλα τα σκεύη ήσαν χρυσά και αργυρά· ποτήρια
+χρυσά, υπηρέται ωραίοι και ενώ ετρώγαμε έπαιζαν μουσικοί και
+γελωτοποιοί και εν γένει επεράσαμε λαμπρά. Εμένα όμως δεν μ' αφήκεν ο
+Θεσμόπολις ν' απολαύσω το γεύμα, διότι συχνά με ενοχλούσε με ομιλίες
+περί αρετής και μ' εδίδασκεν ότι αι δύο αποφάσεις κάνουν μίαν
+κατάφασιν και ότι αν είνε ημέρα δεν είνε νύκτα ή μου έλεγε ότι έχω
+κέρατα
+(<sup><a href="#fn35" id="ref35">35</a></sup>)
+ και αλλά πολλά τοιαύτα μου έψαλλε, χωρίς να τον παρακαλέσω και χωρίς
+να έχω ανάγκην και έτσι μου κατέστρεψε την διασκέδασιν και δεν
+μ'άφηνε ν' ακούσω την μουσικήν και τα τραγούδια. Έτσι επέρασα εις το
+γεύμα, κυρ κόκορα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Δεν εκαλοπέρασες, ταλαίπωρε Μίκυλλε, αφού η τύχη σου σ'
+έρριξε κοντά εις εκείνον τον φλύαρον γέροντα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Άκουσε τώρα και το όνειρον. Έβλεπα ότι ο Ευκράτης ήτο άτεκνος
+και απέθανε. Εις την διαθήκην του με αφήκε κληρονόμον όλης της
+περιουσίας του· άμα δε απέθανε έγινα κύριος της περιουσίας και ήρχισα
+να ξοδεύω το χρήμα και με τα δυο μου χέρια, χωρίς να υπάρχη φόβος να
+το εξαντλήσω. Όλα δε τα άλλα, φορέματα και έπιπλα και σκεύη και
+υπηρέται, έγιναν, ως ήτο επόμενον, δικά μου. Όταν έβγαινα έξω,
+εκαθόμουν σε αμάξι με λευκά άλογα, μισοξαπλωμένος και όλοι μ'
+εκύταζαν και μ' εζήλευαν. Εφορούσα τα φορέματα του Ευκράτους και
+δακτυλίδια μεγάλα πάνω από δεκαπέντε και διέταξα να ετοιμασθή λαμπρό
+γεύμα για να υποδεχθώ τους φίλους μου. Αυτοί, όπως γίνεται στα
+όνειρα, ήλθαν, το γεύμα ήρχισε και το ποτήρι εδούλευε. Αλλά την
+στιγμήν που έκανα προπόσεις με χρυσά ποτήρια για καθένα από τους
+παρόντας και οι υπηρέται έφερναν το γλύκυσμα, έκραξες και μας έκανες
+άνω κάτω το συμπόσιον, αναποδογύρισες τα τραπέζια και όλα εκείνα τα
+πλούτη διελύθησαν ως όνειρον. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν εθύμωσα εναντίον
+σου άδικα. Και τρεις νύκτες αν διαρκούσε αυτό το όνειρο, θα το έβλεπα
+ευχαρίστως.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Τόσον φιλοχρήματος και φιλόπλουτος είσαι, Μίκυλλε, και ως
+ευτυχίαν νομίζεις μόνον και θαυμάζεις το να έχη κανείς πολύ
+χρυσάφι;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Δεν το νομίζω αυτό μόνον εγώ, Πυθαγόρα, αλλά και συ ο ίδιος
+όταν ήσουν Εύφορβος εστόλιζες τα μαλλιά σου με χρυσόν και άργυρον για
+να πηγαίνης να πολεμάς εναντίον των Αχαιών και πού; εις τον πόλεμον
+όπου είναι προτιμότερον να σιδηροφορή κανείς παρά να χρυσοφορή· όμως
+συ και τότε ενοούσες να έχης δεμένα με χρυσόν τα μαλλιά σου και να
+πηγαίνης εις τας μάχας. Και μου φαίνεται ότι ο Όμηρος λέγει για τα
+μαλλιά σου ότι ήσαν όπως των Χαρίτων διότι «χρυσώ τε και αργύρω
+εσφήκωντο». Πολύ καλλίτερα και ωραιότερα εφαίνοντο όπως συνεπλέκοντο
+με το χρυσάφι και έπαιρναν την λάμψιν του. Αλλά τέλος πάντων αν συ,
+Χρυσοκόμη, ο οποίος ήσο υιός του Πάνθου, τόσον εξετίμας τον χρυσόν,
+δεν είνε και τόσον παράδοξον αλλά και ο πατέρας όλων των ανθρώπων και
+των θεών, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας, όταν αγάπησε την κόρην
+εκείνην από το Άργος, δεν ευρήκε άλλο πράγμα ωραιότερον από αυτό εις
+το οποίον να μεταμορφωθή και να διαφύγη την φύλαξίν του Ακρισίου —
+διότι θα έχης βέβαια ακούση ότι μετεμορφώθη εις χρυσόν και εχύθη από
+την στέγην και έτσι συνευρέθη με την κόρην που αγαπούσε. Είνε δε
+περιττόν να σου αναφέρω πόσας ανάγκας των ανθρώπων υπηρετεί ο χρυσός
+και πως όλους που τον έχουν τους αναδεικνύει ωραίους και σοφούς και
+δυνατούς και πως τους δίδει τιμήν και δόξαν και πολλάκις από αφανείς
+και αδόξους τους κάνει εντός ολίγου περιβλέπτους και ξακουστούς.
+Γνωρίζεις βέβαια τον γείτονά μου και ομότεχνον, τον Σίμωνα, ο οποίος
+όχι προ πολλού καιρού εδείπνησε στο σπίτι μου, όταν κατά την εορτήν
+των Κρονίων είχα μαγειρεύση φάβα και είχα ρίξει μέσα δύο κομμάτια
+λουκάνικο.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Τον ξέρω εκείνον τον κοντόν τον πατσομύτην, που άμα έφαγε
+έκλεψε το μόνο πιάτο που είχαμε το χωματένιο, τώκρυψε κάτω από τη
+μασχάλη του και έφυγε. Τον είδα με τα μάτια μου εγώ, Μίκυλλε.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Αυτός το έκλεψε και έπειτα έκανε όρκους σ' όλους τους θεούς
+ότι δεν ήξευρε τίποτε; Αλλά γιατί δεν εφώναζες τότε, κυρ Πετεινέ, και
+δεν με ειδοποιούσες όταν έβλεπες ότι μας ελήστευαν;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Δεν μπορούσα τότε να μιλήσω, αλλ' έκραξα. Τέλος πάντων τι
+ήθελες να πης για τον Σίμωνα;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Είχε ένα ανεψιόν υπερβολικά πλούσιον που λεγότανε Δριμύλλος.
+Αυτός εν όσω ζούσε δεν έδωκε ποτέ ούτε οβολόν εις τον Σίμωνα. Αλλά
+πώς να του δώση αφού ούτε αυτός άγγιζε τα χρήματά του; Προ ολίγου
+καιρού όμως απέθανε και όλα εκείνα τα πλούτη τα εκληρονόμησεν ο Σίμων
+και τώρα εκείνος ο κουρελής που έγλυφε τα πιάτα σαν σκυλί, φορεί
+ωραία και μεγαλοπρεπή φορέματα, έχει αμάξια και χρυσά ποτήρια και
+τραπέζια με πόδια από ελεφαντοκόκκαλο και όλοι τον χαιρετούν, εμάς δε
+ούτε στρέφεται να μας δη. Προ ολίγων ημερών τον συνήντησα και του
+είπα, χαίρε Σίμων αυτός δε με θυμόν είπε εις τους ακολούθους του·
+Πέστε σ' αυτόν τον φτωχόν να μη μικραίνη το όνομά μου, διότι δεν
+ονομάζομαι Σίμων, αλλά Σιμωνίδης. Τώρα δε τον ερωτεύονται και η
+γυναίκες και αυτός κάνει τον δύσκολον και τας περιφρονεί και αν
+πλησιάζη μερικές, φαίνεται ως να το κάνη από συγκατάβασιν και οίκτον
+και αυτές φοβερίζουν ότι αν τας αρνηθή θ' αυτοκτονήσουν. Βλέπεις πόσα
+ευτυχήματα δίδει ο χρυσός, αφού και τους άσχημους μεταβάλλει εις
+αξιεράστους, όπως η περίφημος ζώνη της Αφροδίτης. Ξέρεις δε και αυτά
+που έχουν πη οι ποιηταί·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ω χρυσέ δεξίωμα κάλλιστον
+(<sup><a href="#fn36" id="ref36">36</a></sup>)
+</p>
+
+<p>και</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Χρυσός γαρ έστιν ο βρωτών έχει κράτη
+(<sup><a href="#fn37" id="ref37">37</a></sup>)
+;</p>
+
+<p>Αλλά γιατί εγέλασες, κυρ Πετεινέ;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Διότι ομοίως με τους άλλους και συ, Μίκυλλε, έχεις ψευδή
+ιδέαν περί των πλουσίων, ενώ έπρεπε να ξέρης, ότι η ζωή των είνε πολύ
+δυστυχεστέρα από τη δική μας. Σου τα λέγω αυτά εγώ που έγινα πολλάκις
+και φτωχός και πλούσιος και εγνώρισα όλων των ειδών τη ζωή· μετ'
+ολίγον καιρόν δε και συ θα γνωρίσης όλα αυτά.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τώρα είνε η σειρά σου να μου διηγηθής και συ πώς μετεμορφώθης
+και πώς επέρασες την κάθε σου ζωήν.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Θα σου πω με λίγα λόγια ότι δεν είδα άλλον να ζη πιο
+ευτυχισμένος από σένα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Από μένα; Την ευτυχία μου να κάμης! Με αναγκάζεις να σε
+βρίζω. Αλλ' άρχισε από τον Εύφορβον και πε μου πώς έγινες Πυθαγόρας
+και έπειτα τα άλλα μέχρι του Πετεινού· διότι θα έχης ιδή και πάθη
+πολλά εις τις τόσες διαφορετικές ζωές που πέρασες.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Θα εχρειάζετο πολλή ώρα να σου διηγηθώ πώς εις την αρχήν η
+ψυχή μου εστάλη από τον Απόλλωνα και εισήλθεν εις σώμα ανθρώπου διά
+να τιμωρηθή. Αυτά ούτε εις εμέ επιτρέπεται να σου είπω, ούτε εις εσέ
+να τ' ακούσης. Έπειτα έγινα Εύφορβος...</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Να μου πης προηγουμένως εάν κι'εγώ μετεμορφώθην άλλοτέ ποτε,
+όπως εσύ.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Βέβαια.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Και τι ήμουν; Αν μπορής να μου το πης, επιθυμώ πολύ να το
+μάθω.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Εσύ; Ήσουν μυρμήγκι των Ινδιών από κείνα που βγάζουν το
+χρυσάφι από την γην.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Και δεν κρατούσα ο κακομοίρης ολίγα κομμάτια από κείνο το
+χρυσάφι για να τάχω σ' αυτή τη ζωή να μπορέσω να ζήσω; Έπειτα απ'
+αυτή τη ζωή τι θα γίνω; Θα το ξέρης βέβαια και αυτό, διότι αν μου
+μέλλεται τίποτε καλλό, θα σηκωθώ τώρα αμέσως να κρεμασθώ από το
+πάτερο που στέκεσαι.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Δεν υπάρχει τρόπος να το μάθης αυτό. Αφού έγινα Εύφορβος —
+επανέρχομαι εις την διήγησίν μου — επολέμησα εις την Τρωάδα και αφού
+μ' εφόνευσε ο Μενέλαος ύστερα από χρόνια έγινα Πυθαγόρας. Έως τότε
+έμενα άστεγος και επερίμενα να μου φτιάση νέαν κατοικίαν ο
+Μνήσαρχος.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Κι' εζούσες χωρίς να τρως και να πίνης;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Βέβαια, διότι η τροφή και το ποτόν μόνον στο σώμα
+χρειάζονται.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Λοιπόν να μου διηγηθής πρώτα τα συμβάντα της Τρωάδος. Όπως τα
+λέγει ο Όμηρος έγιναν;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Πώς μπορούσε να τα ξέρη αυτός, Μίκυλλε, που όταν εγίνοντο ήτο
+Καμήλα εις τα Βάκτρα; Εγώ σου λέγω ότι τίποτε δεν υπήρξε τόσον
+υπερφυσικόν όσον ο Όμηρος τα περιγράφει· ούτε ο Αίας ήτο τόσο
+μεγαλόσωμος, ούτε και αυτή η Ελένη ήτο τόσον ωραία. Την είδα· ήτον
+άσπρη με μακρό λαιμό, όπως δύναται κανείς και να συμπεράνη αφού ήτο
+κόρη κύκνου· κατά τα άλλα ήτο πολύ ηλικιωμένη και σχεδόν ομήλικος με
+την Εκάβην, αφού ο Θησεύς την έκλεψε πρώτος και την είχεν εις τας
+Αθήνας κατά την εποχήν του Ηρακλέους, ο δε Ηρακλής είχε κυριεύση προ
+των Αχαιών την Τροίαν. Αυτά μου τα διηγείτο ο πατέρας μου Πάνθος, ο
+οποίος εις πολύ νεαράν ήλικίαν είδε, ως έλεγε, τον Ηρακλέα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Και ο Αχιλλεύς ήτο τόσο τέλειος, ή μύθος είνε και όσα
+αναφέρουν γι' αυτόν οι ποιηταί;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Με αυτόν δεν συνηντήθην ποτέ εις τας μάχας, Μίκυλλε, ούτε
+γνωρίζω ακριβώς όσα συνέβαινον μεταξύ των Ελλήνων. Πώς να τα ξέρω που
+ήμουν εχθρός των; Τον φίλον όμως του Αχιλλέως τον Πάτροκλον δεν
+εδυσκολεύθηκα να φονεύσω με μια κονταριά.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Έπειτα εσένα σ' εφόνευσε ο Μενέλαος πολύ ευκολώτερα. Αλλά γι'
+αυτά είπαμε αρκετά, τώρα δε να μου πης για τον Πυθαγόρα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Διά να είμαι ειλικρινής, πρέπει να σου ομολογήσω ότι ήμουν
+μάλλον σοφιστής παρά φιλόσοφος· δεν ήμουν όμως απαίδευτος, αλλά
+εγνώριζα από όλα, εταξείδευσα δε και εις την Αίγυπτον διά να γνωρίσω
+τους σοφούς και τους προφήτας της χώρας εκείνης κι' εκατέβηκα εις τα
+άδυτα των ναών, όπου ανέγνωσα και εσπούδασα τας βίβλους του Ώρου και
+της Ίσιδος· έπειτα επήγα εις την Ιταλίαν, όπου τόσην εντύπωσιν έκαμα
+εις τους εκεί Έλληνας, ώστε μ' εθεώρησαν ως θεόν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τα έχω ακούση αυτά και ότι εθεωρείσο ότι απέθανες και
+ξανάζησες και ότι μίαν φοράν τους έδειξες ότι είχες μηρόν χρυσόν.
+Αλλά δεν μου λες πώς σου επήλθεν η ιδέα ν' απαγορεύσης να τρώγουν
+κρέας και κουκιά οι οπαδοί σου;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Μη εξετάζης αυτά τα πράγματα, Μίκυλλε.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Διατί, κυρ Πετεινέ;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Διότι ντρέπομαι να σου πω την αλήθεια γι' αυτό το πράγμα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Και όμως δεν έπρεπε να κρύπτης τίποτε από άνθρωπον φίλον και
+συγκάτοικον· δεν λέγω αφέντην.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Δεν είχε κανένα λόγον σπουδαίον αυτή η απαγόρευσις, αλλ'
+έβλεπα ότι αν έλεγα τα συνειθισμένα και όμοια με τα λεγόμενα υπό των
+πολλών, δύσκολα θα προσείλκυα τους ανθρώπους και δύσκολα θα τους
+έκανα να με θαυμάζουν, ενώ όσον πλέον παράξενα έλεγα και έκανα, τόσον
+σοβαρώτερος και σοφώτερος θα εθεωρούμην. Διά τούτο επροτίμησα να
+καινοτομήσω και να λέγω μυστηριώδη πράγματα, ούτως ώστε να τα εξηγούν
+ο μεν ούτω ο δε άλλως και να θαυμάζουν, όπως συμβαίνει με τους
+σκοτεινούς χρησμούς. Αλλά δεν σου τώλεγα; Τώρα με περιφρονείς και
+συ.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Όχι τόσον όσον τους Κροτωνιάτας, τους Μεταποντίνους και
+Ταραντίνους και τους άλλους που σε ακολουθούσαν άφωνοι από θαυμασμόν
+κι' επροσκυνούσαν τα ίχνη των ποδιών σου. Αφού δε 'γδύθηκες τον
+Πυθαγόραν ποίους ενδύθηκες κατόπιν;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Την Ασπασίαν την Μιλησίαν εταίραν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τι λες! Ώστε και γυναίκα εκτός των άλλων έγινε ο Πυθαγόρας;
+Και υπήρξε εποχή που έκανες αυγά συ ο σημερινός πετεινός και συνέζης
+με τον Περικλήν ως Ασπασία και του εγέννας παιδιά και έξενες μαλλιά
+και έγνεθες και εφιλαρεσκεύεσο ως εταίρα;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Αυτά δεν συνέβησαν μόνον σ' εμένα, αλλά και εις τον Τειρεσίαν
+προηγουμένως και εις τον Καινέα τον υιόν του Ελάτου· ώστε αν εμπαίξης
+εμέ και εκείνους εμπαίζεις.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Και δε μου λες, σου ήτο πλέον ευχάριστον όταν ήσουν άνδρας ή
+όταν ο Περικλής σε οικονομούσε;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Είνε τώρα ερωτήσεις αυταί; Εις αυτά ούτε ο Τειρεσίας ενόμισε
+πρέπον ν' απαντήση.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Κι' αν δε μου το πης εσύ, ο Ευριπίδης το εξήγησεν αρκετά,
+όταν είπεν ότι θα επροτιμούσε να λάβη μέρος εις τρεις μάχας παρά να
+γεννήση μίαν φοράν.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Και όμως θα έλθη ημέρα, Μίκυλλε, και δεν θα βραδύνη, που θα
+δοκιμάσης και συ τους πόνους του τοκετού· διότι θα γίνης και συ
+γυναίκα και μάλιστα πολλές φορές εις το μέλλον.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Μίλα καλά, μωρέ πετεινέ, που νομίζεις ότι όλοι είνε Μιλήσιοι
+και Σάμιοι. Για σένα λένε ότι όταν ήσουν Πυθαγόρας και ωραίος έφηβος
+εχρησίμευσες πολλάκις ως Ασπασία εις τον τύραννον της πατρίδος σου.
+Και μετά την Ασπασίαν άνδρας ή γυναίκα έγινες;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Ο κυνικός Κράτης.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Πολύ απότομος η μεταβολή από εταίρα να γίνης φιλόσοφος.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Έπειτα βασιλεύς, κατόπιν πτωχός, μετ' ολίγον σατράπης, έπειτα
+άλογο και καλλιακούδα και βάτραχος και χίλια δυο άλλα, τα οποία
+βαρύνομαι να σου αναφέρω. Επί τέλους έγινα πολλάκις πετεινός, διότι
+μου αρέσει αυτή η ζωή, και αφού υπηρέτησα πολλούς βασιλείς και
+πτωχούς και πλουσίους, συζώ τώρα και μ' εσένα και γελώ μαζή σου·
+διότι σε ακούω καθ' εκάστην να παραπονήσαι και να κλαίγεσαι διά την
+πενίαν σου και να θαυμάζης τους πλουσίους, διότι δεν γνωρίζεις τι
+υποφέρουν και αυτοί. Αν ήξευρες τι φροντίδες έχουν, θα γελούσες και
+μόνος σου με τον εαυτό σου που ενόμισες ότι ο πλούτος δίδει την
+ευτυχίαν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Λοιπόν, Πυθαγόρα, ή όπως άλλως θέλεις να σε λέγω — και σε
+παρακαλώ να μου πης το όνομα που προτιμάς διά να μη σου λέγω διάφορα
+και γίνεται σύγχυσις.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Το ίδιο κάνει είτε Εύφορβον, είτε Πυθαγόραν ή Ασπασίαν με
+λες, είτε Κράτητα· διότι όλα αυτά εγώ είμαι. Αλλά το καλλίτερον επί
+του παρόντος είνε να με λες πετεινόν, αφού πετεινός φαίνομαι, διά να
+μη υποτεθή ότι περιφρονείς το πουλί ως ασήμαντον, ενώ έχει μέσα του
+τόσας ψυχάς.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Λοιπόν, πετεινέ, αφού εδοκίμασες όλων σχεδόν των ειδών τις
+ζωές και εγνώρισες τα πάντα, να μου πης τώρα καθαρά πώς ζουν οι
+πλούσιοι και έπειτα πώς ζουν οι φτωχοί, διά να ίδω αν λες αλήθεια που
+θέλεις να με πείσης ότι είμαι πλέον ευτυχής από τους πλουσίους.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Θα σου πω και θα συμφωνήσης μαζή μου. Εσύ, και αν γίνη
+πόλεμος και οι εχθροί εισβάλλουν, δεν πολυσκοτίζεσαι, ούτε φοβείσαι
+ότι θα σου θερίσουν τα χωράφια σου και θα σου καταστρέφουν τον κήπον
+σου και θα σου ερημώσουν τ' αμπέλια σου. Άμα ακουσθή σάλπισμα, δεν
+έχεις παρά να εξετάσης και να δης πού θα τραβήξης για να σωθής. Οι
+πλούσιοι όμως και για την ζωήν των φοβούνται και λυπούνται όταν
+βλέπουν από τα τείχη να διαρπάζωνται τα πλούτη που έχουν εις τους
+αγρούς. Και αν πρόκειται να γείνη εισφορά, μόνον αυτοί καλούνται να
+συνεισφέρουν· αν πρόκειται να γίνη εκστρατεία, εκτίθενται πρώτοι εις
+τον κίνδυνον ως στρατηγοί και αρχηγοί του ιππικού. Συ θα έχης ασπίδα
+ελαφράν πλεγμένην από λιγαριάν και, αν μεν νικηθήτε, θα είσαι
+ευκίνητος και ελαφρός διά να σωθής, εάν δε νικήσετε, θα φθάσης να
+καθήσης πρώτος εις το επινίκειον γεύμα, το οποίον θα παραθέση μετά
+την θυσίαν ο στρατηγός. Εν καιρώ ειρήνης πάλιν συ θ'ανήκης εις το
+λαϊκόν κόμμα και εις την συνέλευσιν του λαού θα είσαι τύραννος των
+πλουσίων, οι οποίοι θα σε φοβούνται και θα σε τρέμουν και με
+διαφόρους παροχάς θα προσπαθούν να σ' εξευμενίσουν. Εκείνοι
+φροντίζουν διά να έχης πάντοτε λουτρά και αγώνας και θεάματα και παν
+ό,τι σ' ευχαριστεί, συ δε είσαι ελεγκτής και επικριτής αυστηρός ως
+αυθέντης και ούτε γνώμην επιτρέπεις εις αυτούς να έχουν, και, αν σου
+καπνίση, θα τους λιθοβολήσης ή θα δημεύσης τας περιουσίας των. Ούτε
+συκοφάντην φοβείσαι συ, ούτε ληστήν μήπως ανέβη τον αυλόγυρον ή
+τρυπήση τον τοίχον του σπιτιού σου, ούτε κοπιάζεις και σκοτίζεσαι να
+λογαριάζης ή να ζητής τα οφειλόμενα, ούτε με τους διαχειριστάς και
+καταχραστάς οικονόμους τσακώνεσαι. Αλλ' άμα ράψης ένα παπούτσι και
+πάρης επτά οβολούς, σηκώνεσαι το βράδυ και λούεσαι αν θέλης και
+αγοράζεις μία ρέγκα ή μερικές μαρίδες και ολίγα κρεμμύδια και τρως με
+όρεξι, πολλάκις δε και με τραγούδια, και φιλοσοφείς με την αγαπητήν
+πενίαν. Και ακριβώς με αυτήν την ζωήν είσαι υγιής και δυνατός και το
+σώμα σου αντέχει εις το κρύο· διότι η κακοπάθειες σε τονώνουν και σε
+κάνουν να υποφέρης εύκολα όσα οι άλλοι θεωρούν ανυπόφορα. Εν γένει
+δεν σε πιάνει κανέν από τα σοβαρά νοσήματα, αλλά, και αν σούρθη
+καμμιά φορά κανένας ελαφρός πυρετός δεν τον αφήνεις να σε κυριεύση,
+αλλ' αφού τον υποφέρεις ολίγον, σηκώνεσαι και τον τινάζεις πέρα,
+αυτός δε φεύγει τρομασμένος που σε βλέπει να πίνης κρύο νερό και ν'
+αδιαφορής τελείως δι' όσα λέγουν οι γιατροί. Οι πλούσιοι όμως τι δεν
+παθαίνουν από την πολυφαγίαν των, τι ποδάγρες, τι φθίσεις, τι
+περιπνευμονίας και υδροπικίας; Διότι αυτά είνε αποτελέσματα των
+πολυτελών γευμάτων. Οι περισσότεροι από αυτούς υψώνονται όπως ο
+Ίκαρος και πλησιάζουν εις τον ήλιον, χωρίς να σκέπτωνται ότι τα πτερά
+των είνε κολλημένα με κερί και ούτω πολλάκις πίπτουν με πολύν πάταγον
+και κατακέφαλα στη θάλασσα. Όσοι όμως, μιμούμενοι τον Δαίδαλον, δεν
+ψηλοπετούν, αλλά πηγαίνουν χαμηλά, ώστε να διατηρήται υγρό το κερί,
+ως επί το πολύ πετούν ασφαλώς.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Εννοείς τους μετριόφρονας και τους φρονίμους.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Των άλλων όμως τα ναυάγια, Μίκυλλε, είνε πολύ αξιοθρήνητα και
+πολύ γελοία. Ούτω ο Κροίσος εκίνησε τον γέλωτα των Περσών, όταν
+ηττημένος και χωρίς πτερά πλέον ανέβη εις την πυράν, και ο Διονύσιος
+ο τύραννος, όταν κατελύθη η τυραννίς εις την Κόρινθον και ηναγκάσθη
+να γίνη δάσκαλος, και να διδάσκη τα παιδιά να συλλαβίζουν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Πες μου τώρα, κυρ πετεινέ, όταν ήσουν βασιλιάς — διότι ως
+είπες και εβασίλευσες κάποτε — πώς σου εφάνη αυτή η ζωή; Βέβαια θα
+ήσουν πολύ ευτυχής, αφού αυτή είνε η μεγαλειτέρα ευτυχία.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Μη μου τα ενθυμίζης, Μίκυλλε, διότι ήμουν πολύ δυστυχής τότε·
+οι άλλοι με ενόμιζαν, όπως είπες, πολύ ευτυχή, εγώ δε είχα του κόσμου
+τας στενοχωρίας.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τι είδους στενοχωρίας; Αυτά μου φαίνονται παράξενα και
+απίστευτα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Εβασίλευα εις χώραν εκτεταμένην και πλουσίαν, η οποία
+διεκρίνετο και διά τον πληθυσμόν της και διά τας ωραίας της πόλεις,
+είχε δε και ποταμούς πλωτούς και θάλασσαν με καλούς λιμένας. Είχα και
+στρατόν πολύν και ιππικόν συντεταγμένον και σωματοφύλακας όχι ολίγους
+και πολεμικόν ναυτικόν και χρήματα αναρίθμητα και πολυπληθή χρυσά
+σκεύη και πολύν μεγαλοπρέπειαν και πολυτέλειαν. Όταν εξηρχόμουν, ο
+λαός μ' επροσκύνα και μ' εθεώρει ως θεόν και έτρεχαν πατείς με πατώ
+σε διά να με δουν, άλλοι δε ανέβαιναν εις τις στέγες και εθεώρουν ως
+σπουδαίον κατόρθωμα να ίδουν από κοντά το αμάξι μου, τον μανδύαν μου
+τον βασιλικόν, το διάδημα και τους προπορευόμενους και ακολουθούντας
+δορυφόρους. Εγώ δε, που εγνώριζα πόσας θλίψεις και στενοχωρίας είχα,
+εσυγχωρούσα εκείνους διά την άγνοιάν των, αλλ' ελεεινολογούσα τον
+εαυτόν μου και τον παρωμοίαζα με τα κολοσσιαία αγάλματα που έκαμαν ο
+Φειδίας, ο Μύρων και ο Πραξιτέλης· και από αυτά έκαστον απ' έξω μεν
+είνε Ποσειδών ή Ζευς από χρυσόν και ελέφαντα κατεσκευασμένος, ο
+οποίος κρατεί κεραυνόν ή αστραπήν ή τρίαιναν· αλλ' αν εξετάσης το
+εσωτερικόν του, θα ίδης μοχλούς και γόμφους και καρφιά, οι οποίοι τον
+διατρυπούν, και ξύλα και σφήνας και πίσσαν και πηλόν και πολλήν άλλην
+ασχημίαν κρυπτομένην εντός αυτού. Παραλείπω το πλήθος των ποντικών
+και των μυγαλών που κατοικεί εντός αυτών ενίοτε. Κάτι παρόμοιον είνε
+και η βασιλεία.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Δεν μου είπες όμως ποιά είνε όσα αποτελούν τον πηλόν και τους
+μοχλούς και τους γόμφους της εξουσίας, ουδέ τι είνε η πολλή εκείνη
+ασχημία. Το να σε θαυμάζουν όταν εξέρχεσαι, να βασιλεύης επί τόσων
+ανθρώπων και να σε προσκυνούν, τελείως ταιριάζει εις το κολοσσιαίον
+παράδειγμα που είπες. Αλλά λέγε τώρα και τα εσωτερικά του
+κολοσσού.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Τι να σου πω πρώτον και τι δεύτερον, Μίκυλλε; Τους φόβους και
+τας ανησυχίας, τας υποψίας, το μίσος και τας επιβουλάς εκείνων που σε
+πλησιάζουν και σε περιστοιχούν; Εξ αιτίας τούτων κοιμάσαι ολίγον και
+διακεκομμένον ύπνον και βλέπεις όνειρα ταραχώδη, αι σκέψεις σου είνε
+τεταραγμέναι πάντοτε, γεμάται από φόβους και ανησυχίας. Έπειτα έχεις
+τόσους περισπασμούς και φροντίδας διά την απονομήν της δικαιοσύνης
+και διαπραγματεύσεις και εκστρατείας και διαταγάς και συνθήκας και
+συμβούλια, τα οποία δεν σ' αφήνουν ούτε εις τα όνειρά σου ν'
+απολαύσης καμμίαν ευχαρίστησιν, αλλ' είνε ανάγκη μόνος σου να
+εξετάζης τα πάντα και να έχης του κόσμου τις σκοτούρες.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ουδέ γαρ Ατρείδην Αγαμέμνονα<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ύπνος έχε γλυκερός πολλά φρεσιν ορμαίνοντα,
+(<sup><a href="#fn38" id="ref38">38</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί ερροχάλιζαν. Και ο μεν βασιλεύς των Λυδών
+λυπείται διότι ο υιός του είνε κωφάλαλος, τον δε βασιλέα των Περσών
+ανησυχεί ο Κλέαρχος συναθροίζων μισθοφόρους υπέρ του Κύρου. Άλλος
+ηγεμών ταράσσεται επειδή βλέπει τον Δίωνα να κρυφομιλή με μερικούς
+από τους Συρακουσίους και άλλος δεν υποφέρει ακούων να επαινήται ο
+Παρμενίων και ο Πτολεμαίος διά τον Περδίκκαν και ο Σέλευκος διά τον
+Πτολεμαίον. Εκτός τούτου σε λυπεί η ιδέα ότι το πρόσωπον το οποίον
+αγαπάς, εξ ανάγκης και όχι από αγάπης δέχεται τον έρωτά σου και ότι η
+παλλακίς σου αγαπά άλλον· ή μανθάνεις ότι σου ετοιμάζουν στάσιν ή
+τινές εκ των δορυφόρων σου εθεάθησαν να κρυφομιλούν. Και το
+σπουδαιότερον είνε ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να υποπτεύης και
+τους φιλτάτους σου και να φοβήσαι πάντοτε ότι κάποιος μέγας κίνδυνος
+θα σου έλθη εξ αυτών, διότι γνωρίζεις βασιλείς τους οποίους
+εδηλητηρίασαν τα παιδιά των ή το πρόσωπον το οποίον ερωτεύοντο και
+φοβείσαι μήπως αποθάνης κατά τον αυτόν τρόπον.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Αλήθεια είνε φοβερά αυτά που λες, κυρ πετεινέ. Και τώρα εννοώ
+ότι είμαι πολύ ασφαλέστερος να κόφτω και να ράβω παπούτσια παρά να
+πίνω από χρυσήν φιάλην κρασί εις το οποίον έχει αναμιχθή κώνειον ή
+άλλο δηλητήριον. Ο μόνος κίνδυνος που διατρέχω εγώ είνε να ξεφύγη το
+σουβλί να μου τρυπήση το δάκτυλον και να βγάλω ολίγον αίμα· αυτοί
+όμως, ως λες, συντρώγουν με τον Θάνατον και η ζωή των είνε γεμάτη από
+δυστυχίαν. Και όταν ξεπέφτουν, ομοιάζουν με τους τραγικούς ηθοποιούς,
+τους όποιους βλέπομεν άλλοτε μεν ως Κέκροπας, Σισσύφους ή Τηλέφους
+στολισμένους με διαδήματα και ξίφη ελεφαντοκόσμητα και μανδύαν
+χρυσοκέντητον και μαλλιά μακρυά που κυματίζουν· αν δε συμβή — και
+συμβαίνει πολλάκις — να σκοντάψη κανείς από αυτούς και να πέση εις το
+μέσον της σκηνής, αρχίζουν και γελούν οι θεαταί, διότι το προσωπείον
+του μαζή με το διάδημα σπάζει και η αληθινή κεφαλή του ηθοποιού
+ματώνει, συγχρόνως δε τα σκέλη του παρουσιάζονται γυμνά και φαίνονται
+μέσα από το βασιλικόν ενδύμα τα πραγματικά του φορέματα, τα οποία
+είνε κουρέλια ελεεινά, φαίνονται δε και τα θεατρικά υποδήματα, τα
+οποία είνε τόσον άσχημα και τόσον δυσανάλογα προς το πόδι. Βλέπεις,
+αγαπητέ πετεινέ, ότι μ' εδίδαξες και κάνω και εγώ τώρα καλάς
+παρομοιώσεις; Τέλος πάντων τοιαύτη είνε η βασιλεία· αλλά δεν μου λες
+τώρα, όταν ήσουν άλογο ή σκύλλος, ψάρι ή βάτραχος, πώς σου εφαίνετο
+εκείνη η ζωή;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Μου κάνεις ερώτησιν η οποία απαιτεί μακράν απάντησιν και δεν
+έχομεν καιρόν. Αλλ' αν θέλης να σου ειπώ με λίγα λόγια, δεν υπάρχει
+ζωή που να μη είνε ευτυχεστέρα από την ζωήν του ανθρώπου και
+περισσότερον σύμφωνος με την φύσιν και περιωρισμένη εις τα φυσικά
+όρια· ίππον τοκογλύφον ή συκοφάντην βάτραχον ή καρακάξαν σοφιστήν ή
+μάγειρον κώνωπα ή πετεινόν κίναιδον δεν θα εύρης, ούτε τίποτε άλλο
+από τα γελοία τα οποία βλέπομεν μεταξύ των ανθρώπων.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Αυτά ίσως είνε αληθινά, κυρ πετεινέ. Αλλ' εγώ δεν 'ντρέπομαι
+να σου ομολογήσω τι μου συμβαίνει· μου είνε αδύνατον να ξεμάθω την
+επιθυμίαν που είχα από τα παιδικά μου χρόνια να γείνω πλούσιος· και
+το όνειρον μου μένει ακόμη μπροστά στα μάτια μου με όλο εκείνο το
+χρυσάφι. Σκάζω δε από ζήλεια, όταν συλλογίζωμαι ότι απολαμβάνει τόσα
+πλούτη ο παλιάνθρωπος ο Σίμων.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Εγώ θα σε θεραπεύσω από αυτήν την αρρώστεια, Μίκυλλε· και
+αφού είνε νύκτα ακόμη, σήκω και ακολούθησε με· θα σε πάω εις το σπίτι
+αυτού του Σίμωνος και εις τα σπίτια άλλων πλουσίων, για να 'δης ποία
+είνε η κατάστασίς των.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Πώς θα 'δω αφού είνε κλειστά τα σπίτια; μήπως θα με βάλης να
+τρυπήσω τοίχους;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Όχι, αλλ' ο Ερμής, εις τον οποίον είμαι αφιερωμένος, μου έχει
+δώση ένα χάρισμα· εάν κανείς αφαιρέση το μακρότερον πτερόν της ουράς
+μου, το οποίον είνε τόσο μαλακόν, ώστε είνε λυγισμένον. . . .</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Μα έχεις δύο τέτοια.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Εννοώ το δεξιόν. Εις όποιον επιτρέψω να το αποσπάση και να το
+κρατή, θα έχη την δύναμιν ν' ανοίγη κάθε θύραν που θέλει και να βλέπη
+τα πάντα χωρίς να τον βλέπουν.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Δεν τώξερα ότ' είσαι και μάγος. Αλλ' αν μου δώσης τέτοια
+δύναμιν, θα 'δης εντός ολίγου όλα τα αγαθά του Σίμωνος να έλθουν εδώ·
+θα τα μετακομίσω· αυτός δε πάλιν θ' αρχίση να δαγκώνη τα πετσιά για
+να τα τεντώνη.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται να γίνη· διότι ο Ερμής μου παρήγγειλε,
+αν κάμη τίποτε τοιούτον αυτός που έχει το πτερόν, να κράξω και να τον
+προδώσω.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Δυσκολεύομαι να το πιστεύσω αυτό· αφού ο Ερμής είνε κλέπτης,
+πώς δεν θέλει να κλέπτουν οι άλλοι; Ας πάμε όμως και θα προσπαθήσω να
+μη 'γγίξω στο χρυσάφι.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Τράβηξε πρώτα το πτερόν. . . . Τι έκαμες; Και τα δυο τα
+έβγαλες;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Έτσι είμαι πιο σίγουρος και για σένα θα είνε μικρότερα η
+ασχημία, γιατί δεν θα γέρνης και δεν θα κουτσαίνης από το ένα μέρος
+της ουράς.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Ας είνε. Εις του Σίμωνος θα πάμε πρώτα ή εις άλλον
+πλούσιον;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Όχι στου Σίμωνος, που, αφού επλούτισε, του φαίνεται μικρόν το
+δισύλλαβον όνομά του και τώκαμε τετρασύλλαβον. Αλλ' εφθάσαμεν εις την
+πόρτα του. Τι πρέπει να κάμω τώρα;</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Βάλε το πτερόν στην κλειδαρότρυπα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Ορίστε. Ω Θεέ μου, άνοιξε η πόρτα σαν να ήτο το φτερό
+κλειδί.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Πήγαινε 'μπρός. Τον βλέπεις πώς αγρυπνεί και λογαριάζει;</p>
+
+<p>ΜΙΚ, Τον βλέπω· δίπλα σ' ένα λυχνάρι διψασμένο που μόλις φέγγει.
+Είνε κατακίτρινος, αδύνατος και λυωμένος, από τις φροντίδες βέβαια·
+δεν ήκουσα να είνε άρρωστος.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Άκουσε τι λέγει και θα εννοήσης πως είν' έτσι.</p>
+
+<p>ΣΙΜΩΝ. Τα εβδομήντα τάλαντα είνε καλά κρυμμένα και θαμμένα κάτω
+από το κρεββάτι και κανείς δεν ξέρει τίποτε· τα δεκάξη όμως μου
+φαίνεται ότι τα είδε ο Σωσύλος όταν τάκρυβα κάτω από την φάτνην και
+γι' αυτό όλο στο σταύλο βρίσκεται, ενώ άλλοτε ήτο τεμπέλης και πολύ
+ολίγον εφρόντιζε για τη δουλειά του. Φαίνεται δε ότι μου έχουν κλέψη
+πολλά, αλλοιώτικα που βρήκε τα χρήματα ο Τίβιος και αγόρασε χθες, ως
+ήκουσα, τόσο μεγάλα παστόψαρα κ' επήρε της γυναίκας του σκουλαρίκια
+πέντε δραχμών; ω δυστυχία μου, με ληστεύουν. Αλλά και τα σκεύη μου τα
+πολύτιμα δεν είνε ασφαλισμένα εκεί που τα έχω και είνε τόσα πολλά.
+Φοβούμαι μήπως κανείς τρυπήση τον τοίχον και τα κλέψη. Πολλοί με
+φθονούν και με κατατρέχουν και περισσότερον από όλους ο Μίκυλλος ο
+γείτονας.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Σου μοιάζω· σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.</p>
+
+<p>ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα
+φυλάττω όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος
+είνε εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να
+ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη
+κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον· τι συμβαίνει; με πολιορκούν
+και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω κανένα...
+Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και
+εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να
+έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα
+σκαμπίλι.</p>
+
+<p>ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το
+χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του τοκιστού.
+Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή η θύρα.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται,
+και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν μείνη
+πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά για να
+γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα
+δεν ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις
+άλλον.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε
+και αυτή η θύρα· ώστε πάμε μέσα.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι
+παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η
+γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ'
+όλα όμοιος με τον Ευκράτην;</p>
+
+<p>ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι· καλλίτερα να πάω από πανούκλα· αν πρόκειται
+να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα.
+Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.</p>
+
+<p>ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας· κι'
+άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ</h4>
+
+<p>
+<br />
+Φίλων και Λυκίνος.</p>
+
+<p>ΦΙΛΩΝ. Ήκουσα, Λυκίνε, ότι διεσκεδάσατε χθες πολύ εις το γεύμα του
+Αρισταινέτου, ότι έγιναν συζητήσεις φιλοσοφικαί και επηκολούθησε
+φινονεικία πολύ ζωηρά και, αν έλεγε την αλήθειαν ο Χαρίνος ο οποίος
+τα διηγείτο, η φιλονεικία έφθασε μέχρι ξύλου και τέλος διελύθη με
+αιματοχυσίαν η συναναστροφή.</p>
+
+<p>ΛΥΚΙΝΟΣ. Και από πού τα έμαθε αυτά ο Χαρίνος, Φίλων· Διότι δεν ήτο
+μαζή μας εις τον δείπνον.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Τα ήκουσεν από τον Διόνικον τον ιατρόν, ως έλεγε. Ο Διόνικος
+μου φαίνεται ότι ήτον εις το δείπνον.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Βέβαια· και αυτός όμως δεν ήτο από την αρχήν, αλλ' έφθασεν
+εις το μέσον περίπου της μάχης, ολίγον προ των τραυματισμών, ώστε
+αμφιβάλλω αν ηδύνατο να διηγηθή ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, αφού
+δεν τα παρηκολούθησεν αφ' ης στιγμής ήρχισεν η φιλονεικία έως ότου
+ετελείωσεν εις το αίμα.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Και ο Χαρίνος, Λυκίνε, μας είπεν ότι αν θέλωμεν να μάθωμεν
+όλην την αλήθειαν και πώς έγιναν τα καθέκαστα, νάρθωμε να σ'
+ερωτήσωμεν. Επίσης ο Διόνικος έλεγεν ότι αυτός δεν παρευρέθη εις όλα
+και ότι συ γνωρίζεις όσα έγιναν και θυμάσαι τα λόγια που είπαν, διότι
+τα τοιαύτα τ' ακούς με ενδιαφέρον και προσοχήν. Ώστε πολύ θα μας
+ευχαριστήσης αν μας προσφέρης ένα τοιούτον γεύμα, το οποίον θα είνε
+από τα πλέον ευχάριστα δι' εμέ, τοσούτω μάλλον καθ' όσον θα
+γευμαΤιςωμεν με ησυχίαν και ασφάλειαν και έξω βολής, και να μας
+διηγηθής τα πάντα, είτε γέροντες παρεξετράπησαν κατά το δείπνον, είτε
+νέοι είπαν και έπραξαν απρεπή πράγματα παρασυρθέντες υπό της
+οινοποσίας.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Άτοπα πράγματα ζητείς, Φίλων, όταν με παρακαλής να καταστήσω
+γνωστά εις τους πολλούς και να διηγηθώ πράγματα τα οποία έγιναν εν
+καιρώ μέθης, ενώ πρέπει να τα θάψωμεν εις την λήθην και να τα
+θεωρήσωμεν ως έργα του θεού Διονύσου, ο οποίος, ως γνωρίζεις, και εις
+τους φρονιμωτέρους επιβάλλει τα όργιά του. Σκέψου λοιπόν μήπως είνε
+άτοπον και ασεβές να πολυεξετάζη κανείς τα τοιαύτα, τα οποία καλόν
+είνε ν' αφήνωμεν εις το συμπόσιον, όταν αναχωρούμεν. «Μισώ λέγει και
+ο ποιητής, μνάμωνα συμπόταν»
+(<sup><a href="#fn39" id="ref39">39</a></sup>)
+. Δεν έκαμε δε καλά και ο Διόνικος να διηγηθή όσα συνέβησαν εις τον
+Χαρίνον και να εκθέση κατά τοιούτον τρόπον ανθρώπους φιλοσόφους. Εγώ
+τουλάχιστον ποτέ δεν θα πω τέτοια πράγματα.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Αλλού αυτά, Λυκίνε. Να μη τα λες σ' εμένα που σε ξέρω ότι
+επιθυμείς να τα πης πολύ περισσότερον παρ' όσον εγώ επιθυμώ να τα
+ακούσω. Έχω την ιδέαν ότι εάν δεν έχης ακροατάς, θα πας να τα
+διηγηθής σε κανένα στύλον ή σε κανένα ανδριάντα διά να ξεθυμάνης. Και
+αν εγώ τώρα επιχειρήσω να φύγω, θα με κρατήσης· και αν φύγω θα με
+παρακολουθήσης και θα με παρακαλής να σε ακούσω· τότε δε και εγώ θα
+κάνω ότι δεν θέλω. Λοιπόν πηγαίνω να τα μάθω από άλλον και συ κράτα
+τα μυστικά.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Μη θυμώνης, βρε αδελφέ, και θα σου τα διηγηθώ, αφού τόσον
+επιμένεις. Θα σε παρακαλέσω μόνον να μη τα πης σε πολλούς.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Σε ξέρω πολύ καλά, Λυκίνε, και θα θεωρήσω περιττόν να τα πω
+εις άλλους, διότι συ θα τα διηγηθής προ εμού εις όλους και θα τα
+διηγηθής και καλλίτερα. Αλλά λέγε μου εν πρώτοις γιατί έγινε το
+γεύμα; Ο Αρισταίνετος επάντρευε το γυιό του Ζήνωνα;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Όχι, την θυγατέρα του την Κλεανθίδα με τον γυιό του Ευκρίτου
+του τοκιστού που κάνει και τον φιλόσοφον.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Πολύ ωραίο παιδί, αλλά πολύ μικρό ακόμη για γάμο. </p>
+
+<p>ΛΥΚ. Ο Αρισταίνετος τον εθεώρησε ως τον καταλληλότερον, διότι και
+φρόνιμος είνε και εις την φιλοσοφίαν έχει επιδοθή, είνε δε και
+μοναχογυιός και έχει πλούσιον πατέρα. Δι' αυτά ο Αρισταίνετος τον
+επροτίμησεν από όλους ως γαμβρόν.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Και μόνον ότι ο πατέρας του ο Εύκριτος είνε πλούσιος είνε
+σπουδαίον προσόν για ένα γαμβρό. Και οι προσκεκλημένοι ποίοι
+ήσαν;</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Περιττόν να σου αναφέρω τους άλλους· θα περιορισθώ μόνον εις
+τους φιλοσόφους και τους ρήτορας, διότι ξέρω ότι και συ αυτούς θέλεις
+να μάθης. Ήτο λοιπόν ο Ζηνόθεμις ο γέρων Στωικός και μαζή μ' αυτόν ο
+Δίφιλος ο επονομαζόμενος Λαβύρινθος, ο οποίος είνε διδάσκαλος του
+Ζήνωνος του υιού του Αρισταινέτου. Από τους Περιπατητικούς ήτο ο
+Κλεόδημος· τον ξέρεις τον λογάν εκείνον, τον φιλόνεικον, τον οποίον
+οι μαθηταί του ονομάζουν ξίφος και κοπίδα. Αλλά και ο Επικούρειος
+Έρμων ήτο εκεί και όταν ήλθε ήρχισαν να τον στραβοκυττάζουν οι
+Στωικοί και ν' αποστρέφουν το πρόσωπον και εφαίνοντο ότι τον εμίσουν
+ως να ήτο πατροκτόνος και ιερόσυλος. Αυτοί ήσαν προσωπικοί φίλοι και
+σχετικοί του Αρισταινέτου και είχαν προσκληθή εις το γεύμα, μαζή δε
+με αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος και ο ρήτωρ Διονυσόδωρος. Είχε
+προσκληθή και ο Ίων ο Πλατωνικός διδάσκαλος του Χαιρέα του γαμβρού,
+πολύ σοβαρός άνθρωπος και σεβάσμιος, του οποίου η φυσιογνωμία
+παρουσιάζει μεγάλην σεμνότητα. Τον ονομάζουν Κανόνα διά την ορθότητα
+της κρίσεώς του. Όταν εισήλθε, επροσηκώθηκαν όλοι και τον
+εχαιρετούσαν ως εξαιρετικόν πρόσωπον και εθεωρήθη ως μεγάλη τιμή και
+ως θεού εμφάνισις η παρουσία του θαυμαστού Ίωνος.</p>
+
+<p>Όταν έφθασεν η ώρα να κατακλιθώμεν γύρω εις τα τραπέζια, αι
+γυναίκες κατέλαβαν όλον τον κλιντήρα ο οποίος είνε δεξιά μετά την
+είσοδον, ήσαν δε κάμποσες, και μεταξύ αυτών η νύμφη η οποία ήτο
+εντελώς σκεπασμένη με πέπλον. Οι άλλοι ετοποθετήθησαν απέναντι της
+θύρας, έκαστος κατά την αξίαν του. Απέναντι των γυναικών ετοποθετήθη
+πρώτος ο Εύκριτος και κατόπιν ο Αρισταίνετος. Έπειτα έγινε ζήτημα
+ποίος έπρεπε να τοποθετηθή πρώτος, ο Ζηνόθεμις ο Στωικός, ως γέρων, ή
+ο Έρμων ο Επικούρειος, ο οποίος ήτο ιερεύς των Διοσκούρων και ανήκεν
+εις μίαν από τας πρώτας οικογενείας της πόλεως. Αλλ' ο Ζηνόθεμις
+έλυσε το ζήτημα. Εάν, είπε, μου δώσης θέσιν μετά αυτόν τον άνθρωπον,
+Αρισταίνετε, τον Επικούρειον, διά να μη είπω τίποτε άλλο κακόν περί
+αυτού, φεύγω και εγκαταλείπω το συμπόσιόν σου. Και συγχρόνως εκάλεσε
+τον υπηρέτην του και εφαίνετο έτοιμος να εξέλθη. Τότε ο Έρμων είπε·
+Σου αφήνω την πρώτην θέσιν, Ζηνόθεμι, μολονότι, αν όχι δι' άλλο,
+διότι είμαι ιερεύς έπρεπε να με σεβασθής, όσον και αν καταφρονής τον
+Επίκουρον. «Επικούρειος ιερεύς! ας γελάσω, είπεν ο Ζηνόθεμις!» και
+ενώ έλεγεν αυτά κατεκλίνετο και κατόπιν αυτού ο Έρμων, έπειτα o
+Κλεόδημος ο Περιπατητικός, έπειτα ο Ίων και μετ' αυτόν ο γαμβρός,
+έπειτα εγώ και πλησίον μου ο Δίφιλος και κατόπιν αυτού ο Ζήνων ο
+μαθητής του και μετ' αυτούς ο ρήτωρ Διονυσόδωρος και ο γραμματικός
+Ιστιαίος.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Αυτό, βλέπω, το συμπόσιον, Λυκίνε, ήτο μουσείον σοφών και
+είνε άξιος επαίνου ο Αρισταίνετος ότι εις μίαν τοιαύτην οικογενειακήν
+εορτήν εκάλεσε προ πάντων σοφούς, εκλέξας το άνθος από εκάστην
+σχολήν, χωρίς να προτιμήση τους μεν και να παραλείψη άλλους εκ των
+διακρινομένων.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Διότι ο Αρισταίνετος δεν είνε όπως οι περισσότεροι από τους
+πλουσίους, αλλ' ενδιαφέρεται και διά τα γράμματα και τας επιστήμας
+και κατά το πλείστον σοφούς συναναστρέφεται. Κατ' αρχάς λοιπόν
+ετρώγαμεν με ησυχίαν και τα φαγητά ήσαν πολύ ποικίλα. Περιττόν να σου
+αναφέρω τους διαφόρους ζωμούς, τα γλυκύσματα και τα καρυκεύματα·
+αρκεί να σου είπω ότι όλα ήσαν άφθονα. Μετ' ολίγον ο Κλεόδημος έσκυψε
+προς τον Ίωνα και του είπε· Βλέπεις τον γέροντα — ενόει τον
+Ζηνόθεμιν, διότι ήκουα τα λεγόμενα — με τι λαιμαργίαν τρώγει κι'
+εκαταλέρωσε το φόρεμά του με ζουμιά. Δεν αρκείται δε μόνον να τρώγη,
+αλλά δίδει και εις τον υπηρέτην του που στέκει πίσω και νομίζει ότι
+δεν τον βλέπουν· λησμονεί ότι είνε και άλλοι δίπλα του. Δείξε τον και
+εις τον Λυκίνον διά να είνε μάρτυς. Εγώ όμως δεν είχα ανάγκην να μου
+δείξη ο Ίων, διότι πολύ προηγουμένως είχα 'δη τα συμβαίνοντα.</p>
+
+<p>Μόλις είπεν αυτά ο Κλεόδημος, εισώρμησεν ο Κυνικός Αλκιδάμας
+απρόσκλητος και διά να τρέψη το πράγμα εις το αστείον είπε το
+Ομηρικόν, ότι «ο Μενέλαος έρχεται απρόσκλητος». Εις τους άλλους όμως
+η διαγωγή του έκαμεν εντύπωσιν αναισχυντίας και εψιθύριζον ό,τι
+έκαστος είχεν εις την μνήμην πρόχειρον, ο μεν «Αφραίνεις
+(<sup><a href="#fn40" id="ref40">40</a></sup>)
+ Μενέλαε», ο δε, <br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλ' ουκ Ατρείδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμώ
+(<sup><a href="#fn41" id="ref41">41</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία
+εκρυφομιλούσαν· φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε· διότι
+εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων των
+σκύλων· διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών φιλοσόφων
+και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά έκαμε, και
+τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον του Ιστιαίου
+και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε γυναικώδες και
+μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί, «όπως σεις που
+είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα μαλακά κρεββάτια και
+εις πορφύραν και τρώγετε· εγώ και όρθιος μπορώ να δειπνήσω και να
+περπατώ συγχρόνως· και αν κουρασθώ θα στρώσω χάμω τον μανδύαν μου και
+θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα μου, όπως ζωγραφίζουν τον
+Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος.
+Από της στιγμής εκείνης ο Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι
+Σκύθαι, μετατοπιζόμενος προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους
+περιφέροντας τα φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί
+αρετής και κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και
+ηρώτα τον Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα
+χωματένια θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να
+παύση την φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με
+άκρατον και του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι· εφάνη δε προς στιγμήν ότι
+η ιδέα του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο
+πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι ο
+Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ· έπειτα επλάγιασε κατά γης και
+στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην,
+ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Ηρακλήν
+φιλοξενούμενον υπό του Φόλου
+(<sup><a href="#fn42" id="ref42">42</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων
+συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα
+έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ
+παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον
+Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται, να
+αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα τα
+οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν' ανακαλύψω
+την αιτίαν των μειδιαμάτων του.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο
+Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού
+έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το
+σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα
+και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν δε
+και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον
+ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα· αλλά το μεν παιδί ηρνήθη
+ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον του οποίου
+εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν απαρατήρητον
+και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε· διότι μετ' ολίγον
+μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να εξέλθη, αντ' αυτού δε
+διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος
+εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος, να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το
+επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως· θα εγίνετο δε αίτιον μεγάλης
+καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο γνωστόν μεταξύ όλων των
+συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να
+δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.</p>
+
+<p>Ο δε Κυνικός Αλκιδάμας, ο οποίος είχεν ήδη πίη αρκετά, αφού
+ηρώτησε και έμαθε πώς ωνομάζετο η νύμφη, εφώναξε με φωνήν μεγάλην να
+γίνη σιωπή και στραφείς προς τας γυναίκας είπε· Προπίνω εις υγείαν
+σου, Κλεανθίς, εν ονόματι του Ηρακλέους του προστάτου και αρχηγού
+μας. Επειδή δε εγέλασαν διά τούτο όλοι, Γελάτε, γαϊδούρια, είπε,
+διότι προέπια υπέρ της νύμφης εν ονόματι του θεού μας του Ηρακλέους;
+Και όμως πρέπει να ξέρετε ότι αν δεν λάβη από το χέρι μου το ποτήρι
+(<sup><a href="#fn43" id="ref43">43</a></sup>)
+, δεν θα γέννηση ποτέ υιόν όμοιον μ' εμένα, δηλαδή με δύναμιν
+ακαταγώνιστον, με χαρακτήρα ελεύθερον και σώμα τόσο ρωμαλέον. Και διά
+να δείξη την αθλητικήν του διάπλασιν, ήνοιξε το ένδυμά του και
+εγυμνούτο μέχρις αναισχυντίας. Πάλιν εγέλασαν δι' αυτά οι
+ομοτράπεζοι, αυτός δε εξοργισθείς εσηκώθη και τους ητένιζε με βλέμμα
+άγριον και παράφορον και ήτο φανερόν ότι θα ήρχιζεν εχθροπραξίας, θα
+κατέφερε δε την βακτηρίαν του εις την κεφαλήν κανενός, εάν εγκαίρως
+δεν ενεφανίζετο μέγα γλύκισμα κομιζόμενον, και άμα το είδεν έγινεν
+ημερώτερος, ο θυμός του έπαυσε και ήρχισε να το παρακολουθή
+περιφερόμενον και να τρώγη. Και οι πλείστοι εκ των άλλων είχον ήδη
+μεθύση και η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης θορύβου. Ο Δισνυσόδωρος
+ο ρήτωρ απήγγελλε μέρη των λόγων του και εχειροκροτείτο υπό των
+υπηρετών, οίτινες εστέκοντο όπισθέν του· ο δε Ιστιαίος, ο οποίος
+κατείχε την τελευταίαν θέσιν απήγγελλε ποιήματα, αναμιγνύων στίχους
+του Πινδάρου, του Ησιόδου και του Ανακρέοντος και σχηματίζων εξ όλων
+αυτών ποίημα αστειότατον, εις το οποίον ως να προέβλεπε τα μέλλοντα
+να συμβούν έλεγε·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Συν δ' έβαλον ρινούς
+(<sup><a href="#fn44" id="ref44">44</a></sup>)
+</p>
+
+<p>και</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ένθα δ' αρ' οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν
+ανδρών
+(<sup><a href="#fn45" id="ref45">45</a></sup>)
+</p>
+
+<p>Ο δε Ζηνόθεμις ανεγίνωσκε βιβλίον ψιλογραμμένον
+(<sup><a href="#fn46" id="ref46">46</a></sup>)
+, το οποίον είχε λάβη από τον υπηρέτην του.</p>
+
+<p>Και επειδή, όπως συνειθίζεται, οι υπηρέται έπαυσαν επ' ολίγον να
+κουβαλούν φαγητά, ο Αρισταίνετος ο οποίος είχε προνοήση να μη μείνη
+και το διάλειμμα εκείνο χωρίς τέρψιν και απασχόλησιν, διέταξε να
+εισέλθη ο γελωτοποιός και να είπη ή να κάμη τίποτε αστείον προς
+μεγαλειτέραν διασκέδασιν των προσκεκλημένων του. Εισήλθε λοιπόν ένας
+ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας τρίχας
+ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα και
+μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε
+σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος
+ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους. Και οι μεν άλλοι,
+εγελούσαν όταν εσκώπτοντο, ο Αλκιδάμας όμως, όταν ο γελωτοποιός τον
+έσκωψε και αυτόν και τον ωνόμασε σκυλάκι της Μάλτας, εθύμωσε — ήτο
+δε και πριν φανερόν ότι εζήλευε τον γελωτοποιόν διά την εντύπωσιν που
+έκανε και διότι συνεκέντρωνε την προσοχήν των συμποτών — επέταξε τον
+μανδύαν του και επροκάλεσε τον γελωτοποιόν εις πυγμαχίαν. Τον
+εφοβέριζε δε, αν δεν εδέχετο, να τον δείρη. Ούτω ο ταλαίπωρος
+Σατυρίων — διότι τούτο ήτο το όνομα του γελωτοποιού — ηναγκάσθη να
+δεχθή την πρόκλησιν και ήρχισε να πυγμαχή. Και το θέαμα ήτο
+αστειότατον να βλέπη κανείς ένα φιλόσοφον να αγωνίζεται με ένα
+γελωτοποιόν, να κτυπά και να κτυπάται. Εκ των παρόντων άλλοι μεν
+ησθάνοντο εντροπήν, άλλοι δε εγέλων, έως ου ο Αλκιδάμας απέκαμε να
+κτυπάται υπό του ανθρωπίσκου, ο οποίος ήτο γυμνασμένος εις την
+πυγμαχίαν και υπεχώρησεν ηττημένος. Γέλοια ακράτητα υπεδέχθησαν την
+έκβασιν της μάχης.</p>
+
+<p>Τότε εισήλθεν ο Διόνικος ο ιατρός, ολίγον μετά την πυγμαχίαν· είχε
+δε βραδύνη, ως έλεγε, διότι επήγε να επισκεφθή τον αυλητήν
+Πολυπρέποντα, ο οποίος είχε πάθη παραφροσύνην. Διηγήθη δε και κάτι
+κωμικοτραγικόν το οποίον του συνέβη. Όταν εισήλθεν εις την κατοικίαν
+του αυλητού, δεν εγνώριζεν ότι την στιγμήν εκείνην ο παράφρων
+κατείχετο υπό παροξυσμού και άμα τον είδεν έτρεξε και έκλεισε την
+θύραν, έπειτα έσυρε μαχαίρι, έδωκε δε εις τον ιατρόν αυλούς και τον
+διέταξε να παίξη. Και επειδή ο ιατρός δεν ηδύνατο ν' αυλήση, ο
+παράφρων ήρχισε να τον κτυπά εις τας παλάμας με μάστιγα από λουρί. Ο
+ιατρός ευρεθείς εις τοιούτον κίνδυνον εσκέφθη το εξής διά να σωθή·
+εκάλεσεν εις αγώνα μουσικόν τον παράφρονα υπό τον όρον ο ηττώμενος να
+λαμβάνη ωρισμένον αριθμόν μαστιγώσεων. Και εν πρώτοις αυτός έπαιξεν
+αυλόν όπως ηδύνατο, δηλαδή αθλίως· έπειτα εδώκεν εις τον τρελλόν τους
+αυλούς και έλαβε παρ' αυτού την δερματίνην μάστιγα και το μαχαίρι, τα
+οποία έσπευσε και έρριψε διά του φεγγίτου έξω εις την αυλήν και ούτω
+χωρίς μεγάλον κίνδυνον πλέον ηδύνατο ν' αμύνεται εναντίον του
+παράφρονος και συγχρόνως να φωνάζη και να καλή εις βοήθειαν τους
+γείτονας, οι οποίοι εβίασαν την θύραν και τον εβοήθησαν να σωθή.
+Εδείκνυε δε σημεία των κτυπημάτων και μερικάς αμυχάς εις το πρόσωπον.
+Ο Διόνικος αφού έκαμεν όχι ολιγωτέραν από τον γελωτοποιόν εντύπωσιν
+με την διήγησίν του, εχώθη πλησίον του Ιστιαίου και εδείπνα με τα
+υπολείμματα. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας τον έστειλε, διότι μας
+εφάνη πολύ χρήσιμος αργότερα.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ένας δούλος ο οποίος είπεν ότι είχε σταλή
+από τον Ετοιμοκλέα τον Στωικόν και έφερεν επιστολήν με την
+παραγγελίαν του κυρίου του να την αναγνώση ενώπιον και εις επήκοον
+όλων και έπειτα να φύγη. Ο Αρισταίνετος του έδωκε την άδειαν, αυτός
+δε επλησίασεν εις τον λύχνον και ήρχισε ν' αναγινώσκη.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. θα ήτο βέβαια κανέν εγκώμιον της νύμφης ή επιθαλάμιον εξ
+εκείνων τα οποία συνειθίζονται εις τοιαύτας περιστάσεις.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Και ημείς κάτι τοιούτον ενομίσαμεν, αλλά κάθε άλλο ήτο. Ιδού
+τι έγραφεν η επιστολή.</p>
+
+<p>«Ετοιμοκλής ο φιλόσοφος προς τον Αρισταίνετον.</p>
+
+<p>»Τι ιδέαν έχω περί των γευμάτων όλον το παρελθόν μου μαρτυρεί,
+διότι ενώ σχεδόν καθ' εκάστην μ' ενοχλούν με προσκλήσεις πολύ
+πλουσιώτεροί σου, όμως ουδέποτε δέχομαι, διότι γνωρίζω τους θορύβους
+και τας παρεκτροπάς, αίτινες γίνονται εις τα συμπόσια. Αλλά νομίζω
+ότι έχω το δικαίωμα ν' αγανακτήσω εναντίον σου, διότι ενώ τόσον
+καιρόν σε περιποιούμαι, δεν κατεδέχθης να με συναριθμίσης εις τους
+άλλους σου φίλους, αλλά μόνος εγώ έμεινα απρόσκλητος και μάλιστα ενώ
+είμαι και γείτων σου. Ό,τι δε προ πάντων με λυπεί από την διαγωγήν
+σου είνε η αχαριστία, διότι εγώ δεν εξαρτώ την ευτυχίαν από μερίδα
+αγριοχοίρου ή λαγού ή γλυκίσματος, τα οποία απολαμβάνω άφθονα εις τα
+τραπέζια άλλων γνωριζόντων τα καθήκοντά των. Και σήμερον ακόμη είχα
+κληθή παρά του μαθητού μου Παμμένους εις γεύμα πολυτελές, αλλά δεν
+εδέχθην προς χάριν σου ο ανόητος. Συ όμως παραλείψας εμέ εκάλεσες
+άλλους, διότι δεν δύνασαι να διακρίνης το καλλίτερον και δεν έχεις
+καταληπτικήν φαντασίαν
+(<sup><a href="#fn47" id="ref47">47</a></sup>)
+. Αλλά γνωρίζω εις ποίους οφείλω αυτήν την ύβριν· βεβαίως εις τους
+θαυμαστούς σου φιλοσόφους Ζηνόθεμιν και Λαβύρινθον, τους οποίους
+χωρίς να καυχηθώ δύναμαι δι' ενός συλλογισμού ν' αποστομόσω. Ας είπη
+κανείς εξ αυτών τι εστί φιλοσοφία ή τα στοιχειώδη ταύτα, τι διαφέρει
+η σχέσις της έξεως, διά να μη είπω τίποτε εκ των δυσκόλων ερωτημάτων,
+κανένα κερατίναν ή σωρείτην ή θεριστικόν συλλογισμόν
+(<sup><a href="#fn48" id="ref48">48</a></sup>)
+. Αλλ' εγώ ο οποίος μόνον το ωραίον νομίζω καλόν, θα υποφέρω ευκόλως
+την ύβριν. Διά να μη έχης όμως κατόπιν την πρόφασιν ότι ένεκα των
+πολλών φροντίδων και των περισπασμών μ' ελησμόνησες, σ' εχαιρέτησα
+σήμερον δις, την πρωίαν εξερχόμενον εκ της οικίας σου και έπειτα όταν
+εθυσίαζες εις τον ναόν των Διοσκούρων. Αυτά και μόνον έχω να σου
+υπενθυμίσω διά ναπολογηθώ ενώπιον των προσκεκλημμένων σου. Εάν δε
+νομίζης ότι οργίζομαι εξ αιτίας του γεύματος, σου υπενθυμίζω την
+ιστορίαν του Οινέως, όπου θα ίδης και την Άρτεμιν να αγανακτή, διότι
+εκείνος μόνον αυτήν παρέλειψεν εις την θυσίαν την οποίαν ετέλεσε προς
+τους άλλους θεούς. Ιδού τι λέγει ο Όμηρος περί της παραλείψεως
+εκείνης·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή λάθετ' ή ουκ ενόησεν, αάσατο δε μέγα
+θυμώ
+(<sup><a href="#fn49" id="ref49">49</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>Και ο Ευριπίδης·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Καλυδών μεν ήδε γαία Πελοπίας χθονός<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εν αντιπόρθμοις πεδί' έχουσ' ευδαίμονα
+(<sup><a href="#fn50" id="ref50">50</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>Και ο Σοφοκλής·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Συός μέγιστον χρήμ' επ' Οινέως γύαις<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανήκε Λητούς παις εκηβόλος θεά
+(<sup><a href="#fn51" id="ref51">51</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>»Ταύτα εκ πολλών ολίγα σου αναφέρω διά να εννοήσης ποίον άνθρωπον
+παρέλειψες και αντ' αυτού εκάλεσες εις το γεύμα σου τον Δίφιλον και
+τον υιόν σου παρέδωκες εις αυτόν· αλλά τούτο ήτο επόμενον, διότι είνε
+ευχάριστος εις τον νέον και ευχάριστα διδάσκεται παρ' αυτού. Εάν δεν
+ήτο αισχρόν εκ μέρους μου να λέγω τοιαύτα πράγματα, θα προσέθετα και
+κάτι τι το οποίον συ, εάν θέλης, δύνασαι να μάθης παρά του παιδαγωγού
+Ζωπύρου ότι είνε αληθές. Αλλά δεν πρέπει να ταράττη κανείς την χαράν
+ενός γάμου και να κατηγορή άλλους, μάλιστα διά πράξεις τόσον αισχράς.
+Μολονότι ο Δίφιλος μου έχει δώση αφορμάς, διότι μου απέσπασεν ήδη δύο
+μαθητάς, εγώ χάριν της φιλοσοφίας θα σιωπήσω.</p>
+
+<p>»Διέταξα τον κομίζοντα την επιστολήν άνθρωπόν μου, εάν του δώσης
+μερίδα αγριοχοίρου ή ελάφου ή σησαμωτού διά να μου τα φέρη και
+δικαιολογηθής ούτω διά την παράλειψίν σου, να μη δεχθή διά να μη φανή
+ότι επί τούτω τον έστειλα».</p>
+
+<p>Ενώ, φίλε μου, ανεγινώσκοντο αυτά, τοιαύτη στενοχώρια εντροπίας με
+κατείχεν, ώστε με περιέλουεν ιδρώς και κατά το λεγόμενον ηυχόμην ν'
+ανοίξη η γη και με καταπίη. Οι άλλοι όμως εγελούσαν δι' εκάστην
+περικοπήν της επιστολής, μάλιστα εκείνοι οίτινες εγνώριζον τον
+Ετοιμοκλέα ως άνθρωπον ηλικιωμένον και θεωρούμενον σοβαρόν. Εθαύμαζαν
+πώς ενώ ήτο τοιούτος τους εξηπάτα με την γενειάδα του και την
+σοβαρότητα της μορφής του. Και ο Αρισταίνετος μου εφάνη ότι δεν
+παρέλειψε να τον καλέση από λησμοσύνην, αλλά διότι δεν ήλπιζεν ότι αν
+τον εκάλει θα κατεδέχετο να έλθη· διά τούτο ούτε καν απεπειράθη να
+τον καλέση.</p>
+
+<p>Αφού λοιπόν ο υπηρέτης ετελείωσε την ανάγνωσιν, όλοι οι
+συμποσιάζοντες εστράφησαν προς τον Ζήνωνα και τον Δίφιλον, οι οποίοι
+είχον καταληφθή υπό ταραχής και ήσαν ωχροί, επιβεβαιούντες ούτω τας
+κατηγορίας του Ετοιμοκλέους. Ο δε Αρισταίνετος κατεταράχθη και
+εφαίνετο εις άκρον θυμωμένος, αλλ' όμως μας είπε να εξακολουθήσωμεν
+να πίνωμεν και επροσπάθει να δείξη ότι δεν επειράχθη, υπεμειδίασε
+μάλιστα και απέπεμψε τον υπηρέτην του Ετοιμοκλέους και του είπεν ότι
+θα εφρόντιζε περί αυτών των πραγμάτων. Μετ' ολίγον δε και ο Ζήνων
+εσηκώθη και έφυγε με τρόπον· του ένευσεν ο παιδαγωγός κατά διαταγήν
+του πατρός του να εξέλθη.</p>
+
+<p>Ο δε Κλεόδημος, όστις προ πολλού εζήτει αφορμήν να επιτεθή κατά
+των Στωικών και έσκαζε διότι δεν εύρισκε την κατάλληλον πρόφασιν,
+επωφελήθη την ευκαιρίαν την οποίαν του έδιδεν η επιστολή. Ιδού, είπε,
+τα κατορθώματα του λαμπρού Χρυσίππου, του θαυμαστού Ζήνωνος και του
+Κλεάνθους. Είνε μόνον φρασίδια και ερωτήσεις σκοτειναί και εξωτερικόν
+φιλοσοφικόν, κατά δε τα άλλα οι πλείστοι είνε όμοιοι με τον
+Ετοιμοκλήν. Βλέπετε δε και ποίαν σεμνότητα και μετριοφροσύνην έχουν
+αι επιστολαί του· τον μεν Αρισταίνετον παρομοιάζει προς τον Οινέα,
+τον εαυτόν του δε προς την Αρτέμιδα. Πολύ κατάλληλα αυτά, μα τον
+Ηρακλέα, και πρέποντα εις εορτήν. Θα ήκουσεν, είπεν ο Έρμων, ότι ο
+Αρισταίνετος είχεν ετοιμάση διά το δείπνον αγριόχοιρον και ενόμισεν
+ότι δεν ήτο άκαιρον ν' αναφέρη τον Καλυδώνιον. Σπεύσε, σε παρακαλώ,
+Αρισταίνετε, και στείλε ένα κομμάτι το καλλίτερον εις αυτόν τον
+γέροντα διά να μη αποθάνη της πείνης, όπως ο Μελέαγρος. Αλλ' έπρεπε
+να μη σκοτίζεται δι' αυτά, αφού ο Χρύσιππος τα θεωρεί αδιάφορα. Πώς
+ομιλείτε έτσι περί του Χρυσίππου, είπεν, ανασηκωθείς ο Ζηνόθεμις, με
+φοβεράν φωνήν, και πώς κρίνετε τον Κλεάνθην και τον Ζήνωνα, σοφούς
+αληθινούς από άνθρωπον ως ο Ετοιμοκλής, ο οποίος δεν είνε αληθής
+φιλόσοφος, αλλ' αγύρτης; Αλλά και ποίοι είσθε σεις οι οποίοι ομιλείτε
+κατ' αυτόν τον τρόπον; Δεν είσαι συ, Έρμων, που έκοψες και έκλεψες
+τους χρυσούς πλοκάμους των Διοσκούρων, διά το οποίον και θα δικασθής
+και θα παραδοθής εις τον δήμιον; Και συ, Κλεόδημε, δεν συνελήφθης να
+μοιχεύης την γυναίκα του μαθητού σου Σωστράτου και δεν έπαθες τα
+αίσχιστα
+(<sup><a href="#fn52" id="ref52">52</a></sup>)
+; Διατί δεν σιωπάτε, αφού γνωρίζετε ότι έχετε την ουρά σας κομμένην;
+Δεν είμαι εγώ μαστρωπός της γυναικός μου, είπεν ο Κλεόδημος, όπως
+εσύ, ούτε κατεχράσθην τα χρήματα τα οποία μου ενεπιστεύθη ο ξένος
+μαθητής και έπειτα ωρκίσθηκα εις την Πολιούχον ότι δεν τα έλαβα, ούτε
+δανείζω με τόκον τεσσάρων δραχμών κατά μήνα
+(<sup><a href="#fn53" id="ref53">53</a></sup>)
+, ούτε πνίγω τους μαθητάς εάν δεν μου δώσουν εγκαίρως τον μισθόν της
+διδασκαλίας. Αλλά δεν θ' αρνηθής είπεν ο Ζηνόθεμις ότι έδωκες
+δηλητήριον εις τον Κρίτωνα διά ν' απαλλαγή από τον πατέρα του.
+Συγχρόνως, επειδή έτυχε να πίνη την στιγμήν εκείνην έρριψε κατ' αυτών
+το περιεχόμενον του ποτηριού του, το οποίον ήτο πλήρες κατά το ήμισυ.
+Ως πλησίον δε ευρισκόμενος ο Ίων εδέχθη μέρος εκ του ρανΤιςματος
+εκείνου, του οποίου δεν ήτο ανάξιος. Και ο μεν Έρμων έσκυψε και
+εσπόγγιζεν εκ της κεφαλής του τον οίνον και επεκαλείτο την κρίσιν των
+παρόντων διά το πάθημά του. Ο δε Κλεόδημος, επειδή δεν εκράτει την
+στιγμήν εκείνην ποτήρι, εστράφη και έπτυσε τον Ζηνόθεμιν· τον ήρπασε
+δε από τα γένεια διά να τον κτυπήση και θα εφόνευεν ίσως τον γέροντα
+εάν δεν τον ανεχαίτιζεν εγκαίρως ο Αρισταίνετος, ο οποίος εσηκώθη και
+ετοποθετήθη μεταξύ αυτών διά να χρησιμεύση ως διατείχισμα και τους
+αναγκάση να ησυχάσουν.</p>
+
+<p>Ενώ συνέβαινον αυτά, Φίλων, εγώ έκανα διαφόρους σκέψεις, αλλά
+κυρίως εσκεπτόμην ότι ουδέν ωφελούν αι γνώσεις, όταν τις δεν ρυθμίζη
+και τον βίον του προς το καλόν· ούτω δε εκείνοι, ενώ ήσαν τόσον σοφοί
+εις τους λόγους, εις τα πράγματα εγίνοντο τόσον γελοίοι. Έπειτα μου
+επήλθεν η σκέψις μήπως αληθεύει το υπό των πολλών λεγόμενον, ότι η
+παιδεία απομακρύνει από την ορθοφροσύνην εκείνους οι οποίοι μόνον εις
+τα βιβλία προσέχουν και περιορίζονται. Εκ των τόσων φιλοσόφων οίτινες
+ήσαν εκεί ούτε ένα ηδύνατό τις να ίδη άψογον, αλλ' οι μεν έπραττον
+αισχρά, οι δε έλεγον αισχρότερα. Και ούτε εις τον οίνον ηδυνάμην ν'
+αποδώσω τα συμβαίνοντα, ενθυμούμενος τα όσα έγραψεν ο Ετοιμοκλής,
+χωρίς να φάγη και να πίη. Οι όροι είχον αναστραφή και οι μεν απλοί
+άνθρωποι εδείπνουν με πολλήν σεμνότητα, χωρίς να λέγουν ή να πράττουν
+απρεπή, αλλά περιωρίζοντο να γελούν και να εκπλήσσωνται δι' εκείνους
+τους οποίους εθαύμαζον απατώμενοι υπό του εξωτερικού των και
+νομίζοντες ότι είνε σπουδαίοι άνθρωποι, οι δε σοφοί παρεξετρέποντο
+και αλληλοϋβρίζοντο, έτρωγαν και έπιναν κατά κόρον, εφώναζαν και
+διεπληκτίζοντο· ο δε θαυμάσιος Αλκιδάμας και εκατουρούσε εις το
+μέσον, χωρίς να εντρέπεται τας γυναίκας. Μου εφαίνετο δε ότι τα
+συμβαίνοντα εις το συμπόσιον εκείνο ήσαν ομοιότατα προς εκείνα τα
+οποία επροκάλεσεν άλλοτέ ποτε η Έρις, ως λέγουν οι ποιηταί. Επειδή
+δεν εκλήθη εις του Πηλέως τον γάμον, έρριψε το μήλον επί της τραπέζης
+του συμποσίου και επροκάλεσε τον μέγαν πόλεμον κατά της Τρωάδος. Και
+ο Ετοιμοκλής λοιπόν μου εφαίνετο ότι έρριψεν εις το μέσον την
+επιστολήν του ως μήλον το οποίον δεν επροξένησεν ολιγώτερα κακά από
+τ' αναφερόμενα υπό της Ιλιάδος.</p>
+
+<p>Διότι δεν έπαυσαν ο Ζηνόθεμις και ο Κλεόδημος να φιλονεικούν και
+αφού τους εχώρισεν ο Αρισταίνετος. Τώρα, είπεν ο Κλεόδημος, αρκεί να
+σας αποδείξω αμαθείς, αύριον δε θα εκδικηθώ όπως πρέπει. Ειπέ μου
+λοιπόν, Ζηνόθεμι, ή συ σεμνότατε Δίφιλε, πώς, ενώ λέγετε ότι η
+απόκτησις των χρημάτων είνε αδιάφορος, προ πάντων και μόνον δι' αυτό
+φροντίζετε πώς να αποκτήσετε περισσότερα και διά τούτο πάντοτε με
+τους πλουσίους έχετε να κάμετε και δανείζετε και τοκογλυφείτε και επί
+πληρωμή διδάσκετε, και ενώ λέγετε ότι μισείτε την ηδονήν, χάριν αυτής
+ενεργείτε και παθαίνετε τα αίσχιστα και αν δεν σας καλέσουν εις γεύμα
+αγανακτείτε, εάν δε κληθήτε, δεν αρκεί ότι τρώγετε τον περίδρομον,
+αλλά δίδετε και εις τους υπηρέτας σας. . . . Και ενώ έλεγεν αυτά
+επεχείρησε ν' αποσπάση το μάκτρον το οποίον εκράτει ο υπηρέτης του
+Ζηνοθέμιδος και το οποίον ήτο πλήρες από διάφορα κρέατα, με σκοπόν να
+το λύση και αφήση να πέσουν εις το έδαφος τα κρέατα· ο υπηρέτης όμως
+το εκράτει δυνατά και δεν το αφήκε.</p>
+
+<p>Εύγε, Κλεόδημε, είπεν ο Έρμων· ας μας είπουν διατί κατηγορούν την
+ηδονήν αυτοί που εννοούν ν' απολαμβάνουν περισσότερον από τους
+άλλους. Όχι, αλλά συ, Κλεόδημε, είπεν ο Ζηνόθεμις, να μας πης, διατί
+θεωρείς αδιάφορον τον πλούτον. — Όχι, εσύ να μας πης. Και η
+φιλονεικία παρετείνετο τοιουτοτρόπως, έως ου ο Ίων ανασηκωθείς ώστε
+να γίνη ορατός είπε· Παύσετε να φιλονεικήτε, και εάν θέλετε, θα σας
+δώσω θέμα ομιλίας άξιον της παρούσης εορτής· και περί αυτού θα
+ερωτήσετε και θα λάβετε απαντήσεις χωρίς οργήν και φιλονεικίαν, όπως
+εγίνετο εις τας συζητήσεις του ημετέρου Πλάτωνος. Όλοι οι παρόντες
+επεδοκίμασαν και μάλιστα ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος, οι οποίοι
+ήλπισαν ότι ούτω θα εσώζοντο από την αηδίαν των ύβρεων. Επανήλθε δε
+τότε ο Αρισταίνετος εις την θέσιν του, πιστεύσας ότι τα πράγματα θα
+ησύχαζαν. Συγχρόνως μας έφεραν το λεγόμενον εντελές δείπνον
+(<sup><a href="#fn54" id="ref54">54</a></sup>)
+ δηλαδή μίαν όρνιθα δι' έκαστον και κρέας αγριοχοίρου, λαγόν και
+ψάρια τηγανητά, σησαμωτά γλυκίσματα και διάφορα τραγήματα, τα οποία
+επετρέπετο ν' αποκομίσουν όσοι εκ των συμποτών ήθελαν. Δεν είχε δε
+παρατεθή εις έκαστον ιδιαίτερον πινάκιον, αλλ' έν εις εκάστην
+τράπεζαν. Διά τον Αρισταίνετον και τον Εύκριτον υπήρχεν ένα πινάκιον
+επί μιας τραπέζης κοινόν και έκαστος ηδύνατο να λάβη εκ των φαγητών
+και τραγημάτων των ευρισκομένων εις το μέρος του. Ομοίως κοινόν είχον
+το πινάκιον ο Ζηνόθεμις ο Στωικός και ο Έρμων ο Επικούρειος· έπειτα ο
+Κλεόδημος και ο Ίων και μετ' αυτούς ο γαμβρός και εγώ, ο δε Δίφιλος
+είχε διά δύο, διότι ο Ζήνων είχεν απέλθη. Και σε παρακαλώ να το
+ενθυμήσαι αυτό, Φίλων, διότι θα μας χρησιμεύση εις την διήγησιν.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. θα το ενθυμούμαι.</p>
+
+<p>ΛΥΚ. Είπε λοιπόν ο Ίων· Αρχίζω πρώτος, αν θέλετε. Και αφού εσκέφθη
+επ' ολίγον εξηκολούθησεν· Έπρεπεν ίσως, ενώπιον σοφών ως οι παρόντες
+να ομιλήσω περί ιδεών, αΰλων και αθανασίας της ψυχής· αλλά διά ν'
+αποφύγω τας αντιλογίας εκείνων οίτινες έχουν αντιθέτους ιδέας, θα
+ομιλήσω περί γάμου. Το προτιμότερον θα ήτο να μη έχωμεν ανάγκην
+γάμου, αλλ' ακολουθούντες την γνώμην του Πλάτωνος και του Σωκράτους
+να παιδεραστώμεν διότι μόνον ο τοιούτος έρως δύναται να οδηγήση εις
+την τελείαν αρετήν, εάν δε θεωρήται απαραίτητος και ο μετά γυναικός
+γάμος, να έχωμεν τουλάχιστον, κατά την γνώμην του Πλάτωνος, κοινάς
+τας γυναίκας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι ζηλοτυπιών.</p>
+
+<p>Γέλωτες υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους, ως αναρμόστους εις την
+περίστασιν. Ο δε Διονυσόδωρος ανεφώνησε· Παύσε αυτάς τας αηδίας. —
+Και συ μιλάς κάθαρμα; απήντησεν ο Ίων. Ο Διονυσόδωρος ήτο έτοιμος να
+του τα ψάλλη επίσης, αλλ' ο αγαθός Ιστιαίος ο γραμματικός διέκοψε την
+λογομαχίαν αναφωνήσας· Παύσετε διότι θα σας αναγνώσω ένα επιθαλάμιον.
+Και ήρχισεν αμέσως ν' αναγινώσκη· αν δε καλώς ενθυμούμαι, οι στίχοι
+τους οποίους ανέγνωσεν ήσαν οι εξής·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ή οίη πότ' άρ' Αρισταινέτου εν
+μεγάροισι<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δία Κλεανθίς άνασσ' ετρέφετ' ενδυκέως<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;προύχουσ' αλλάων πασάων παρθενικάων,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρέσσων της Κυθέρης ηδ' άμα της Ελένης.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Νυμφίε, και συ δε χαίρε, κράτιστε τεών
+συνεφήβων,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρέσσων Νιρήος και Θέτιδος πάϊδος.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άμες δ'αυθ' υμίν τούτον θαλαμήιον ύμνον<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ξυνόν επ' αμφροτέροις πολλάκις ασόμεθα
+(<sup><a href="#fn55" id="ref55">55</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Οι ακροαταί ως ήτο επόμενον εγέλασαν
+(<sup><a href="#fn56" id="ref56">56</a></sup>)
+· επειδή δε ήτο καιρός της λεηλασίας, ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος
+επήραν έκαστος τα επί της τραπέζης των υπολείμματα, επήρα κ' εγώ όσα
+μου ανήκον και ο Χαιρέας τα προ αυτού, ομοίως δε ο Ίων και ο
+Κλεόδημος. Ο Δίφιλος όμως ενόει να παραλάβη και τα ανήκοντα εις τον
+Ζήνωνα και έλεγεν ότι του ανήκον, αφού μόνον δι' αυτόν παρετέθησαν
+και ηγωνίζετο προς τους υπηρέτας και έσυραν την όρνιθα και αυτοί και
+εκείνος ως τον νεκρόν του Πατρόκλου, επιτέλους δε ο Δίφιλος ενικήθη
+και έδωκεν αφορμήν πολλού γέλωτος εις τους ομοτραπέζους, μάλιστα όταν
+έπειτα ηγανάκτει ως μεγάλως αδικηθείς.</p>
+
+<p>Ο Έρμων και ο Ζηνόθεμις, ως είπα, ήσαν κατακεκλιμένοι πλησίον,
+προς το επάνω μέρος ο Ζηνόθεμις, κατωτέρω ο Έρμων· επειδή δε τα
+παρατεθέντα εις αυτούς ήσαν μοιρασμένα, τα παρέλαβον ειρηνικώς· κατά
+τύχην όμως, υποθέτω, η όρνιθα του Έρμωνος ήτο παχυτέρα, έπρεπε δε να
+παραλάβη έκαστος εκείνην που ευρίσκετο ενώπιόν του. Αλλ' ο Ζηνόθεμις
+— και εδώ σε παρακαλώ, Φίλων, να προσέξης, διότι πρόκειται περί της
+κυριωτέρας αφορμής των γενομένων — ο Ζηνόθεμις, λέγω, αφήκε τη δική
+του και ήρπασε την όρνιθα του Έρμωνος, η οποία, ως είπα, ήτο
+παχυτέρα. Ο Έρμων όμως αντέστη κατά της πλεονεκτικής εκείνης
+αυθαιρεσίας. Έγινε δε μέγας θόρυβος και οι δύο φιλόσοφοι συνεπλάκησαν
+και ήρχισαν ν' αλληλοκτυπούνται με τας όρνιθας εις τα πρόσωπα και
+σύροντες ο είς τον άλλον από τα γένεια εκάλουν εις βοήθειαν ο μεν
+Έρμων τον Κλεόδημον, ο δε Ζηνόθεμις τον Αλκιδάμαντα και τον Δίφιλον·
+και έλαβαν το μέρος οι μεν του ενός, οι δε του άλλου, εκτός μόνου του
+Ίωνος, ο οποίος έμεινεν ουδέτερος. Ούτω η συμπλοκή εγενικεύθη· και ο
+Ζηνόθεμις αρπάσας από την τράπεζαν ποτήρι, ευρισκόμενον προ του
+Αρισταινέτου, το εξεσφενδόνισε κατά του Έρμωνος·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ'
+άλλη
+(<sup><a href="#fn57" id="ref57">57</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Έσχισε δε του γαμβρού την κεφαλήν με βαθύ και σοβαρόν τραύμα. Αι
+γυναίκες ήρχισαν να κραυγάζουν και η περισσότεραις έτρεξαν προς τον
+νέον και πρώτη η μητέρα του, η οποία αλλοφρόνησεν όταν είδε το αίμα·
+και η νύμφη δε έτρεξε προς αυτόν φοβηθείσα διά την ζωήν του. Εν τω
+μεταξύ ο Αλκιδάμας ηνδραγάθησεν ως σύμμαχος του Ζηνοθέμιδος και τον
+μεν Κλεόδημον εκτύπησεν εις την κεφαλήν με την βακτηρίαν, του δε
+Έρμωνος την σιαγόνα συνέτριψε και μερικούς εκ των υπηρετών, οίτινες
+έτρεξαν να βοηθήσουν, επλήγωσε. Δεν υπεχώρησαν όμως και οι άλλοι·
+αλλ' ο μεν Κλεόδημος εξώρυξε με το δάκτυλον τον οφθαλμόν του
+Ζηνοθέμιδος και του εδάγκασε την μύτην, μέρος της οποίας απέκοφε, ο
+δε Έρμων ιδών τον Δίφιλον ερχόμενον εις βοήθειαν του Ζηνοθέμιδος
+ώρμησε και τον έρριψε κάτω. Επληγώθη δε και ο Ιστιαίος ο γραμματικός
+επιχειρήσας να τους χωρίση, ο δε Κλεόδημος υποθέσας ότι ήτο ο Δίφιλος
+του έδωκε λάκτισμα εις τα δόντια και έπεσεν ο δυστυχής «αιμ' εμέων»,
+όπως θα έλεγεν ο Όμηρός του. Η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης από
+ταραχήν και θρήνον. Και αι μεν γυναίκες περιεστοίχισαν τον Χαιρέαν
+και εθρηνολόγουν, οι δε άλλοι κατεγίνοντο να παύσουν την συμπλοκήν. Ο
+Αλκιδάμας όμως είχεν αποθηριωθή· και αφού έτρεψεν εις φυγήν τους
+αντιπάλους του, ήρχισε να κτυπά αδιακρίτως· θα έπιπτον δε πολλοί, εάν
+δεν έσπαζεν η βακτηρία του. Εγώ είχα σταθή πλησίον του τοίχου και
+παρετήρουν τα καθέκαστα, χωρίς ν' αναμιχθώ, διότι το πάθημα του
+Ιστιαίου με είχε διδάξη ότι είνε επικίνδυνος τοιαύτη ανάμιξις. Το
+θέαμα των ανατρεπομένων τραπεζών, του χυνομένου αίματος και των
+ριπτομένων ποτηριών, ενθύμιζε την μάχην των Κενταύρων και των
+Λαπιθών.</p>
+
+<p>Εις το τέλος ο Αλκιδάμας ανέτρεψε τον λυχνοστάτην και έγινε μέγα
+σκότος, το οποίον επέτεινε την αταξίαν· διότι εβράδυναν να φέρουν
+άλλο φως και εις το σκότος συνέβησαν πολλά. Όταν δε αιφνιδίως εισήλθε
+κάποιος με λύχνον, εφάνη ο Αλκιδάμας προσπαθών να γυμνώση μίαν
+αυλητρίδα και να την βιάση. Ο δε Διονυσόδωρος εφωράθη ότι είχε πράξη
+άλλο γελοίον· όταν εσηκώθη έπεσεν εκ του κόλπου του ποτήριον·
+δικαιολογούμενος δε είπεν ότι κατά την στιγμήν της ταραχής του το
+έδωκεν ο Ίων διά να το φυλάξη να μη χαθή, και ο Ίων τον ελυπήθη και
+δεν ηρνήθη ότι ούτω συνέβη το πράγμα.</p>
+
+<p>Ούτω διελύθη το συμπόσιον και τα δάκρυα κατέληξαν εις γέλωτας εις
+βάρος του Αλκιδάμα, του Διονυσοδώρου και του Ίωνος. Οι πληγωμένοι
+απεκομίζοντο επί φορείων και ήσαν εις κακήν κατάστασιν, μάλιστα ο
+γέρων Ζηνόθεμις, όστις με τα δύο του χέρια εκράτει την μύτην και τον
+οφθαλμόν του και εφώναζεν ότι υπέφερε φρικτούς πόνους. Ο δε Έρμων,
+μολονότι και αυτός ήτο εις κακήν κατάστασιν (διότι δύο του δόντια
+είχον εκριζωθή), του εφώναξε· Να ενθυμήσαι, Ζηνόθεμι, ότι δεν θεωρείς
+αδιάφορον τον πόνον
+(<sup><a href="#fn58" id="ref58">58</a></sup>)
+. Και ο γαμβρός, αφού ο Διόνικος του επέδεσε το τραύμα, ετέθη εις το
+όχημα
+(<sup><a href="#fn59" id="ref59">59</a></sup>)
+, επί του οποίου έμελλε να μεταφέρη την νύμφην, και ωδηγήθη εις την
+πατρικήν του κατοικίαν, έχων δεμένην την κεφαλήν με ταινίας. Πικρούς
+ο δυστυχής εώρτασε τους γάμους του.</p>
+
+<p>Ο Διόνικος επεριποιήθη και τους άλλους και ωδηγούντο διά να
+κοιμηθούν, εμούντες οι περισσότεροι καθ' οδόν. Ο Αλκιδάμας όμως
+έμενεν εκεί· εστάθη αδύνατον να τον σηκώσουν, αφού επλάγιασεν εις
+μίαν κλίνην και απεκοιμήθη. Τοιούτον τέλος έλαβεν, αγαπητέ Φίλων; το
+συμπόσιον, εις το οποίον αρμόζουν οι στίχοι του τραγικού ποιητού
+(<sup><a href="#fn60" id="ref60">60</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πολλαί μορφαί των δαιμονίων<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πολλά δ' αέλπτως κραίνουσι θεοί<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη
+(<sup><a href="#fn61" id="ref61">61</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>διότι αληθώς ήσαν απροσδόκητα όσα συνέβησαν. Τώρα όμως εξ αυτών
+ενόησα, ότι δεν είνε ασφαλές να συντρώγη με τοιούτους σοφούς,
+άνθρωπος με ειρηνικόν χαρακτήρα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΖΕΥΣ ΤΡΑΓΩΔΟΣ</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΕΡΜΗΣ. Ω Ζευ, γιατί συλλογισμένος φαίνεσαι και μόνος σου μιλάς; γιατί
+περιπατείς ωχρός και φιλοσόφου χρώμα έχεις; Σ' εμένα την καρδιά σου
+άνοιξε και λέγε μου μ' εμπιστοσύνη τον πόνο και τη σκέψι που σε
+βασανίζει
+(<sup><a href="#fn62" id="ref62">62</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑ. Κ' εγώ, πατέρα μας Κρονίδη ύψιστε, σε ικετεύω, η θεά η
+γαλανή, η τριτογέννητη. Λέγε και μη μας κρύπτης τίποτε, διά να
+μάθωμεν κ'εμείς ποιά σκέψις σου πικραίνει την καρδιά και συνταράσσει
+σου τας σκέψεις, γιατί στενάζεις κι' ωχρός φαίνεσαι.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει δυστυχία, κακόν και συμφορά καμμία
+τραγική που να μην απειλή και τους θεούς με τους ανθρώπους όμοια.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑ. Με τι προοίμια αρχίζει, ω θεέ μου!</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Όντα παγκάκιστα, όπου η γη σας έθρεψεν... ω Προμηθεύ, ποία
+κακά μου έκαμες, προδότη.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑ. Τι τρέχει τέλος πάντων; Δικοί σου είμεθα και θαρρετά να
+πης. Γιατί δεν μας 'μπιστεύεσαι;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ω κεραυνέ μου φοβερέ, εις τι μου χρησιμεύεις;</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Τι έχει πάλιν; Παύσε τον θυμόν και τας τραγικότητας. Τι;
+δράμα θα παίξωμεν; Δεν δυνάμεθα όλοι, όπως αυτοί, ν' απαγγέλλωμεν
+στίχους τραγικούς, διά να σε συνοδεύσωμεν. Δεν έχομεν καταπιή όλον
+τον Ευριπίδην. Αλλά μη νομίζης ότι δεν γνωρίζω την αιτίαν της λύπης
+σου.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Δυστυχισμένη· αν ήξευρες θάκλαιγες και θα εθρήνεις.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Δεν αμφιβάλλω ότι η πραγματική αφορμή θα είνε πάλιν κάποια
+ερωτοδουλειά· αλλά μου έχεις κάνη τόσες φορές αυτήν την ύβριν, ώστε
+συνείθισα πλέον και δεν κλαίω. Φαίνεται ότι κάποιαν Δανάην ή Σεμέλην
+ή Ευρώπην θα ανεκάλυψες πάλιν κ' ερωτεύθηκες, και τώρα σκέπτεσαι πώς
+να μεταβληθής εις ταύρον ή σάτυρον ή και χρυσός να χυθής από την
+στέγην εις τον κόρφον της ερωμένης σου. Οι στεναγμοί, τα δάκρυα και η
+ωχρότης, αυτά σημαίνουν και μόνον έρωτα μαρτυρούν.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ευτυχισμένη, που νομίζεις ότι πρόκειται περί έρωτος και
+μικρολογιών τοιούτων.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Αλλά τι άλλο δύναται να σε λυπή;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τα συμφέροντα των θεών, Ήρα, διατρέχουν τον έσχατον
+κίνδυνον, και ως κοινώς λέγεται επί ξυρού ακμής ευρίσκονται.
+Πρόκειται περί του αν πρέπη να λατρευώμεθα και ν' απολαμβάνωμεν τιμάς
+επί της γης ή να παραμεληθώμεν τελείως και να θεωρούμεθα ως μη
+υπάρχοντες.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Μήπως εφύτρωσαν πάλιν εκ της γης Γίγαντες ή οι Τιτάνες
+έσπασαν τα δεσμά των, ενίκησαν την φρουράν και εκ νέου επανεστάτησαν
+εναντίον μας; ΖΕΥΣ. Από τον Άδην κίνδυνος δεν απειλεί κανένας.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Τι άλλο λοιπόν μπορεί να συμβαίνη; Αφού δεν έχεις τοιαύτας
+αφορμάς θλίψεως δεν εννοώ διατί από Ζευς μας παρουσιάζεσαι σήμερον ως
+Πώλος ή Αριστόδημος
+(<sup><a href="#fn63" id="ref63">63</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Χθες ο Τιμοκλής ο Στωικός και ο Επικούρειος Δάμις δεν ξέρω
+πώς ήρχισαν και κατέληξαν εις συζήτησιν περί θείας προνοίας ενώπιον
+πολλών και διακεκριμένων ανθρώπων· τούτο δε προ πάντων μ'
+εστενοχώρησε. Ο Δάμις υπεστήριζεν ότι ούτε υπάρχουν καθόλου θεοί,
+ούτε επιβλέπουν και διευθύνουν τα συμβαίνοντα επί της γης. Ο δε
+ευσεβέστατος Τιμοκλής επροσπάθησε ν' αναλάβη την υπεράσπισίν μας·
+επειδή όμως συνηθροίσθη πολύς όχλος, η συζήτησις δεν ετελείωσε.
+Εχωρίσθησαν συμφωνήσαντες να εξακολουθήσουν και συνεχίσουν άλλην
+ημέραν την συζήτησιν, και τώρα όλοι περιμένουν την επανάληψιν διά να
+ίδουν ποίος θα νικήση και θα φανή ότι έχει την άληθεστέραν γνώμην.
+Βλέπετε λοιπόν ότι ο κίνδυνος είνε μέγας και τα συμφέροντά μας εις
+δύσκολον θέσιν, αφού εξαρτώνται από ένα άνθρωπον. Έν εκ των δύο, ή θα
+περιφρονηθώμεν και θα θεωρούμεθα ότι είμεθα μόνον κεναί λέξεις ή θα
+εξακολουθήσουν οι άνθρωποι να μας τιμούν όπως πριν, εάν ο Τιμοκλής
+νικήση.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Αυτά πραγματικώς είνε σοβαρά και δεν είχες άδικον να φαίνεσαι
+τόσον τραγικός.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Και όμως εσύ ενόμισες ότι εξ αιτίας καμμιάς Δανάης ή
+Αντιόπης ευρισκόμην εις τέτοιαν ταραχήν. Λοιπόν τι πρέπει να γίνη, ω
+Ερμή και Ήρα και Αθηνά; Πρέπει να σκεφθήτε και σεις.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να συνέλθωμεν όλοι και από κοινού να
+σκεφθώμεν.</p>
+
+<p>ΗΡΑ. Και εγώ συμφωνώ με τον Ερμήν.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑ. Εγώ όμως, πατέρα, νομίζω εξ εναντίας ότι δεν πρέπει να
+ταράξωμεν τον ουρανόν και να φανούμεν ότι αποδίδομεν σημασίαν εις το
+πράγμα, αλλά μυστικά να βοηθήσωμεν τον Τιμοκλήν να νικήση, ο δε Δάμις
+να γίνη καταγέλαστος.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δεν μπορούν να μένουν μυστικά αυτά, αφού η φιλονεικία των
+φιλοσόφων γίνεται φανερά και συ θα φανής δεσποτικός αν δεν
+ανακοινώσης τα συμβαίνοντα εις τους άλλους θεούς, προκειμένου περί
+κοινών και μεγάλων κινδύνων.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Πολύ σωστά λέγεις. Λοιπόν διαλάλησε και κάλεσε όλους τους
+θεούς εις συνέλευσιν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Θεοί, ο Ζευς σας συγκαλεί εις εκκλησίαν και πρέπει να
+συνέλθετε όλοι χωρίς να βραδύνετε, διότι πρόκειται περί μεγάλων
+ζητημάτων.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Με τρόπον τόσον πεζόν, απλούν και ανεπίσημον κάνεις την
+πρόσκλησιν, ενώ πρόκειται περί τόσο σοβαρών πραγμάτων;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αλλά πώς θέλεις να τους καλέσω;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Πώς θέλω; Πρέπει να μεταχειρισθής ποιητικά μέτρα και
+μεγαληγορίαν, διά να γίνη το κήρυγμα σοβαρώτερον και να
+προθυμοποιηθούν περισσότερον οι θεοί να συνέλθουν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ναι· αλλά δι' αυτό πρέπει να είνε κανείς ποιητής και ραψωδός
+και εγώ δεν είμαι καθόλου ποιητής, και αντί τα κάμω ευγενέστερον το
+κήρυγμα, θα το χαλάσω με στίχους ασυμμέτρους και χωλούς και θα
+γελάσουν διά τους ατέχνους στίχους μου, όπως βλέπω να γελούν οι
+άνθρωποι ενίοτε και διά τους εμμέτρους χρησμούς του Απόλλωνος, αν και
+η μαντική συγκαλύπτη πολλά εκ των ελαττωμάτων και οι άνθρωποι
+προσέχοντες εις αυτήν δεν εξετάζουν τα μέτρα.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν πάρε στίχους απ' τον Όμηρον και ανάμιξε τους εις το
+κήρυγμα, θα ενθυμήσαι τους στίχους με τους οποίους εκείνος μας
+συνεκάλει.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δεν τους έχω πολύ προχείρους εις την μνήμην μου, αλλά θα
+προσπαθήσω :</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μήτε τις ουν θήλεια θεός ... μήτε τις
+άρσην,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μηδ' αυτών ποταμών μενέτω νόσφ' Ωκεανοίο<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μηδέ τε νυμφάων, αλλ' ες Διός έλθετε
+πάντες<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εις αγορήν, όσσοι τε κλυτάς δαίνυσθ'
+εκατόμβας<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσσοι τ'αυ μέσατοι ή ύστατοι ή μάλα πάγχυ<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;νώνυμνοι βωμοίσι παρά κνίσησι κάθησθε
+(<sup><a href="#fn64" id="ref64">64</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Εύγε, Ερμή, ωραία τα κατάφερες· και ιδού αρχίζουν να
+έρχωνται τρεχάτοι. Λοιπόν παραλάμβανέ τους και δίδε εις τον καθένα
+θέσιν κατά την αξίαν του, αναλόγως της ύλης ή της τέχνης του. Την
+πρώτην θέσιν να δώσης εις τους χρυσούς, την δευτέραν εις τους
+αργυρούς και κατά σειράν έπειτα τοποθέτησε τους ελεφαντίνους, έπειτα
+τους χαλκίνους ή μαρμαρίνους, μεταξύ δε των τελευταίων τούτων να
+προτιμηθούν όσοι έχουν κατασκευασθή υπό του Φειδίου, του Αλκαμένους ή
+του Μύρωνος ή του Ευφράνορος και άλλων τοιούτων τεχνητών, οι δε
+χυδαίοι και άτεχνοι ας τοποθετηθούν εις μίαν απόκεντρον γωνίαν, όπου
+να μένουν σιωπηλοί και απλώς να παραγεμίζουν την συνέλευσιν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Πολύ καλά· θα τους τοποθετήσω όπως πρέπει. Αλλά θέλω να
+γνωρίζω εάν κανείς εξ αυτών είνε χρυσούς και πολύτιμος κατά την ύλην,
+αλλ' άτεχνος την κατασκευήν, ασύμμετρος και βάναυσος, πρέπει και
+αυτός να τοποθετηθή προ των χαλκίνων του Νέρωνος και Πολυκλείτου και
+των λιθίνων του Φειδίου και Αλκαμένους ή πρέπει να προτιμηθή η
+τέχνη;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ούτω έπρεπε, αλλ' όμως ο χρυσός πρέπει να προτιμάται.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Εννοώ· πρέπει να τους κατατάξωμεν αναλόγως του πλούτου και
+όχι αναλόγως της αξίας και της τιμής. Ορίστε λοιπόν εις την πρώτην
+θέσιν σεις οι χρυσοί. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ω Ζευ, θα είνε εις την
+πρώτην θέσιν μόνον θεοί βαρβαρικοί· διότι βλέπεις ότι οι Έλληνες θεοί
+είνε μεν ωραίοι και χαρίεντες και με τέχνην κατασκευασμένοι, αλλ'
+όλοι είνε μαρμάρινοι ή χάλκινοι, οι δε πολυτελέστεροι εξ αυτών είνε
+ελεφάντινοι, και μόνον ολίγος χρυσός, αποστίλβει επί του
+ελεφαντοστού, όσον διά να δίδη λάμψιν και ποικιλίαν εις το χρώμα των·
+εσωτερικώς δε και αυτοί είνε από ξύλον και δίδουν κατοικίαν εις
+κοπάδια από ποντικούς. Αυτή όμως η Βενδίς και ο Άνουβις εκείνος και ο
+Άττις και ο Μίθρης και ο Μην
+(<sup><a href="#fn65" id="ref65">65</a></sup>)
+ είνε ολόχρυσοι και βαρείς και αληθώς πολύτιμοι.</p>
+
+<p>ΠΟΣΕΙΔΩΝ. Είνε δίκαιον, Ερμή, να λάβη θέσιν τιμητικωτέραν από εμέ
+αυτός ο σκυλοπρόσωπος Αιγύπτιος, από εμέ τον Ποσειδώνα;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Τι να γίνη, γαιωσείστα; Εσένα σε έκαμεν ο Λύσιππος χάλκινον
+και πτωχόν, διότι κατά την εποχήν εκείνην οι Κορίνθιοι δεν είχαν
+χρυσόν· αυτός δε είνε ολόκληρον μεταλλείον χρυσού. Πρέπει λοιπόν να
+ανεχθής τον παραγκωνισμόν σου και να μη αγανακτής εάν άλλος ο οποίος
+έχει χρυσήν μύτην τόσο μεγάλην προτιμάται από σε.</p>
+
+<p>ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Λοιπόν, Ερμή, κ' εμένα να μου δώσης μίαν από τας πρώτας
+θέσεις, αφού είμαι χρυσή.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αυτό δεν το βλέπω, Αφροδίτη· αν πρέπη να έχω πεποίθησιν εις
+τα μάτια μου, νομίζω ότι εκόπης από λευκόν πεντελίσσιον μάρμαρον και
+έπειτα ο Πραξιτέλης σε κατεσκεύασεν Αφροδίτην και σε παρέδωκεν εις
+τους Κνιδίους.</p>
+
+<p>ΑΦΡ. Και όμως έχω να σου παρουσιάσω ένα αξιόπιστον μάρτυρα, τον
+Όμηρον, ο οποίος εις διάφορα μέρη των ποιημάτων του με αποκαλεί
+χρυσήν Αφροδίτην.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Και τον Απόλλωνα ο ίδιος λέγει πολύχρυσον και πλούσιον αλλά
+τώρα θα τον δης και αυτόν να λάβη θέσιν μεταξύ των ζευγιτών
+(<sup><a href="#fn66" id="ref66">66</a></sup>)
+, χωρίς στεφάνους, διότι τους έκλεψαν οι λησταί, και με κιθάραν χωρίς
+στρηφτάρια, διότι και αυτά τα εσύλησαν ώστε να είσαι ευχαριστημένη
+ότι δεν θα καταταχθής μεταξύ των πολύ πτωχών.</p>
+
+<p>ΚΟΛΟΣΣΟΣ. Και σ' εμένα ποίος θα τολμήση να διαφιλονεικήση τα
+πρωτεία, που είμαι Ήλιος και τόσον μεγαλοπρεπής;</p>
+
+<p>Εάν οι Ρόδοιοι δεν απεφάσιζαν να με κατασκευάσουν τόσον γιγάντειον
+και με αναλογίας τόσον υπερφυσικάς, με την δαπάνην την οποίαν έκαμαν
+θα ηδύναντο να κατασκευάσουν δέκα έξ χρυσούς θεούς· ώστε αναλόγως
+πρέπει να θεωρούμαι ως πολυτελέστερος· άλλως τε δε εκτός του μεγέθους
+έχω και την τέχνην και την τελειότητα της εργασίας.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ζευ; διότι μου φαίνεται δύσλυτον και
+το ζήτημα τούτο· κατά την ύλην είνε χάλκινος, αλλ' εάν τον
+λογαριάσωμεν κατά την δαπάνην η οποία έγινε διά την κατασκευήν του
+υπερβαίνει τους πεντακοσιομεδίμνους
+(<sup><a href="#fn67" id="ref67">67</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι ήθελε και αυτός να έλθη, διά να καταστήση καταφανή την
+σμικρότητα των άλλων και να μας φέρη εις δύσκολον θέσιν με τας
+αξιώσεις του; Αλλά τέλος πάντων, μεγαλοπρεπέστατε Ρόδοιε, μολονότι
+πρέπει να προτιμηθής από τους χρυσούς, πώς είνε δυνατόν να λάβης την
+πρωτοκαθεδρίαν; Πρέπει να μείνουν όλοι όρθιοι διά να καθήσης μόνος συ
+και να καταλάβης ολόκληρον την Πνύκα μόνον με τον ένα σου γλουτόν.
+Ώστε καλά θα κάμης να μείνης όρθιος και να σκυφτής ν' ακούς τι
+λέγεται εις την συνέλευσιν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ιδού και άλλο ζήτημα επίσης δύσλυτον. Αυτοί εδώ, ο Διόνυσος
+και ο Ηρακλής, είνε και οι δύο χάλκινοι και της ιδίας τέχνης, έργα
+και οι δύο του Λυσίππου και το σπουδαιότερον ίσοι κατά την ευγένειαν
+της καταγωγής, διότι και οι δύο είνε τέκνα σου, ω Ζευ. Ποίος λοιπόν
+εκ των δύο θα λάβη την τιμητικωτέραν θέσιν; διότι ως βλέπεις
+φιλονεικούν περί τούτου.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Άδικα χάνομεν τον καιρόν μας, Ερμή, ενώ έπρεπε προ πολλού να
+έχη αρχίση η σύσκεψις· ώστε ας καθήσουν όπως τύχη και όπου έκαστος
+θέλει· άλλοτε δε θα γίνη ειδική περί τούτου συνευρίασις και σύσκεψις
+και τότε θα σκεφθώ πώς να κανονισθή η τάξις εκάστου.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Τι θόρυβο κάνουν και πώς φωνάζουν, ως όχλος, και ζητούν
+διανομάς! Πού είνε το νέκταρ; φωνάζουν· θέλομεν νέκταρ. Η αμβροσία
+εσώθη, δεν υπάρχει πλέον αρκετή αμβροσία. Πού είνε αι εκατόμβαι;
+θέλομεν να γίνωνται κοιναί αι θυσίαι.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Να επιβάλης σιωπήν, Ερμή, διά να παύσουν αυτάς τας φωνασκίας
+και ν' ακούσουν τον σκοπόν διά τον οποίον τους εκαλέσαμεν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δεν εννοούν όλοι, ω Ζευ, Ελληνικά, και εγώ δεν είμαι
+γλωσσομαθής ώστε να ομιλώ προς Σκύθας και Πέρσας, προς Θράκας και
+Κελτούς και να μ' εννοούν. Αλλά θα προσπαθήσω να επιβάλω σιωπήν διά
+νευμάτων.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Αυτό να κάμης.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ιδού εσιώπησαν· ώστε καιρός ν' αγορεύσης, διότι ως βλέπεις,
+περιμένουν ν' ακούσουν τι θα ειπής.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Μου συμβαίνει κάτι τι δυσάρεστον, Ερμή, το οποίον δεν
+δυσκολεύομαι να σου ομολογήσω αφού είσαι παιδί μου. Γνωρίζεις πόσον
+θάρρος και πόσην ευφράδειαν είχα πάντοτε εις τας συνελεύσεις.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Το ξέρω και έτρεμα όταν σε ήκουα να αγορεύης και μάλιστα όταν
+εφοβέριζες να ανασύρης εκ των θεμελίων της την γην και την θάλασσαν
+και να την σηκώσης μαζί με όλους τους θεούς διά της χρυσής εκείνης
+αλυσίδας.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τώρα όμως, παιδί μου, δεν ξέρω πώς, είτε ένεκα του μεγέθους
+των επικειμένων κινδύνων, είτε ένεκα του πλήθους των συνηγμένων —
+διότι βλέπεις πόσον πολύθεος είνε η συνέλευσις — έχουν ταραχθή αι
+σκέψεις μου, είμαι συγκεκινημένος και η γλώσσα μου παραλύει. Τόσον
+τεταραγμένος είμαι, ώστε ελησμόνησα και το προοίμιον το οποίον είχα
+ετοιμάση διά να κάμω εντύπωσιν και επιβληθώ ευθύς εξ αρχής.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αλλά τότε καταστρέφεις τα πάντα. Από τώρα δε η σιωπή σου
+αρχίζει να εμπνέη υποψίας ότι πρόκειται περί πολύ μεγάλων δεινών και
+διά τούτο διστάζεις να ομιλήσης.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι λες; να επαναλάβω το Ομηρικόν προοίμιον;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ποίον;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Κέκλυτέ μευ πάντες τε θεοί πάσαί τε θέαιναι. — (Ακούσατε με
+πάντες οι θεοί και αι θεαί).</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αρκετά μας το έχεις κοπανίση αυτό εις το παρελθόν. Αν θέλης
+άφησε την ποιητικήν μεγαληγορίαν και έκλεξε ένα από τους Φιλιππικούς
+λόγους του Δημοσθένους, οποίον θέλεις, και προσάρμοσε τον εις την
+περίστασιν με ολίγας μεταβολάς. Έτσι κάνουν σήμερον οι περισσότεροι
+ρήτορες.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις· αυτός είνε εύκολος τρόπος διά να φανή κανείς
+ρήτωρ και να εξέλθη από την αμηχανίαν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Άρχισε λοιπόν επί τέλους.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Υποθέτω, άνδρες θεοί, ότι η περιέργειά σας είνε ζωηρά, και
+ανυπόμονος διά να μάθετε τον σκοπόν διά τον οποίον συνεκλήθητε. Αφού
+λοιπόν ούτως έχει το πράγμα επόμενον είνε και πρέπει να με ακούσετε
+με προθυμίαν και προσοχήν. Η παρούσα περίστασις, ω θεοί, μόνον ότι
+δεν εκπέμπει φωνήν διά να μας συμβουλεύση ότι πρέπει να σκεφθώμεν
+σοβαρώς περί των συμφερόντων μας, ενώ ημείς πολύ αμελώς φροντίζομεν
+περί αυτών. Και τώρα — επειδή αι αναμνήσεις μου από τον Δημοσθένην
+εξηντλήθησαν — θα σας είπω τους λόγους οι οποίοι με ηνάγκασαν να σας
+συγκαλέσω εις αυτήν την συνέλευσιν. Χθες, ως γνωρίζετε, ο Μνησίθεος ο
+πλοίαρχος ετέλεσε θυσίαν διά την σωτηρίαν του πλοίου του, το οποίον
+εκινδύνευσε να ναυαγήση εις τον Καφηρέα. Μετέβην επομένως εις τον
+Πειραιά διά να παρακαθήσω εις την εστίασιν μετά των άλλων εξ υμών
+τους οποίους ο Μνησίθεος εκάλεσεν εις την θυσίαν· έπειτα μετά τας
+σπονδάς σεις μεν ανεχωρήσατε προς διαφόρους διευθύνσεις, εγώ δε —
+διότι ήτον ενωρίς ακόμη — ανέβηκα εις τας Αθήνας, διά να περιπατήσω
+κατά το δειλινόν εις τον Κεραμεικόν. Καθ' οδόν εσκεπτόμην διά την
+γλισχρότητα του Μνησιθέου, ο οποίος εκάλεσεν εις γεύμα δέκα έξ θεούς
+και εθυσίασε μόνον ένα πετεινόν, και αυτόν γέρικον και πάσχοντα από
+κόριζαν, και τέσσαρα κομμάτια λιβάνι, και αυτά μουχλιασμένα, ούτως
+ώστε έσβυσαν αμέσως και ο καπνός των δεν επρόφθασε να φθάση εις την
+μύτην μας. Όταν όμως εκινδύνευε το πλοίον και ευρίσκετο μεταξύ των
+υφάλων και ωθείτο προς τους βράχους υπό της τρικυμίας υπέσχετο να μας
+προσφέρη ολοκλήρους εκατόμβας. Ταύτα σκεπτόμενος έφθασα μέχρι της
+Ποικίλης Στoάς, όπου βλέπω μέγα πλήθος ανθρώπων συνηθροισμένων· και
+άλλοι μεν ήσαν εντός της στoάς, πολλοί δε έξω. Διέκρινα και άλλους
+τινάς οι οποίοι καθήμενοι επί εδρών εφιλονείκουν και εκραύγαζαν·
+συνεπέρανα λοιπόν ότι θα ήσαν φιλόσοφοι από τους συζητητικούς
+εκείνους και φιλονείκους και απεφάσισα να πλησιάσω και ν' ακούσω τι
+έλεγαν. Και επειδή ήμουν περιτυλιγμένος με παχείαν νεφέλην, έδωκα εις
+το εξωτερικόν μου φιλοσοφικόν σχήμα και απλώσας τα γένεια μου έγινα
+ομοιότατος προς φιλόσοφον. Διαγκωνίσας δε το πλήθος εισήλθα χωρίς να
+εννοηθώ ποίος ήμουν και ευρήκα τον φαυλότατον Επικούρειον Δάμιν και
+τον Τιμοκλήν τον Στωικόν, ένα εξαίρετον άνθρωπον, οι οποίοι
+εφιλονείκουν με πολλήν ζωηρότητα. Και ο μεν Τιμοκλής είχεν ιδρώση και
+η φωνή του ήτο εξησθενημένη εκ των κραυγών, ο δε Λάμις εγέλα
+εμπαικτικώς, πράγμα το οποίον παρώξυνεν έτι περισσότερον τον
+Τιμοκλήν. Η συζήτησίς των ήτο περί ημών. Ο επικατάρατος Δάμις
+διετείνετο ότι ούτε φροντίζομεν διά τους ανθρώπους, ούτε επιτηρούμεν
+τα συμβαίνοντα επί της γης και με άλλους λόγους έλεγεν ότι ούτε καν
+υπάρχομεν· τα λεγόμενά του τουλάχιστον τούτο εσήμαινον. Ήσαν δε καί
+τινες μεταξύ των ακροατών οι οποίοι επεδοκίμαζον και επευφήμουν τους
+λόγους του. Ο άλλος, ο Τιμοκλής ήτο με το μέρος μας, μας υπερήσπιζε
+και ηγανάκτει και με πάντα τρόπον συνηγόρει υπέρ ημών, eπαινών την
+επιμέλειάν μας και προσπαθών να δείξη ότι με σοφίαν και με την
+προσήκουσαν τάξιν διευθύνομεν και κανονίζομεν τα πάντα. Είχε δε και
+αυτός μεταξύ των ακροατών ομόφρονάς τινας οι οποίοι τον ενεθάρρυναν
+αλλ' είχεν ήδη καταπονηθή και η φωνή του ήτο εξησθενημένη και το
+πλήθος εφαίνετο ότι απέκλινε προς τον Δάμιν. Εννοήσας δε εγώ τον
+κίνδυνον, διέταξα την νύκτα να διαχύση το σκότος και να διαλύση την
+συνάθροισιν.</p>
+
+<p>Ανεχώρησαν λοιπόν αφού συνεφώνησαν να συνεχίσουν την επιούσαν την
+συζήτησιν. Εγώ δε αναμιχθείς εις το πλήθος ήκουα τους επιστρέφοντας
+να επαινούν τα λεχθέντα υπό του Δάμιδος και ν' αποκλίνουν προς τας
+ιδέας αυτού. Ήσαν όμως και άλλοι, οι οποίοι επερίμεναν ν' ακούσουν
+την συνέχειαν της συζητήσεως και εκείνα τα οποία θα έλεγε την
+επιούσαν ο Τιμοκλής, διά να σχημαΤιςουν οριστικήν γνώμην.</p>
+
+<p>Αυτά είνε διά τα οποία σας συνεκάλεσα και δεν είνε ασήμαντα, ω
+θεοί, εάν σκεφθήτε ότι πάσα τιμή και πρόσοδος και δόξα ημών από τους
+ανθρώπους προέρχεται. Εάν δε ούτοι πεισθούν ή ότι είμεθα εντελώς
+ανύπαρκτοι ή ότι υπάρχομεν, αλλ' ουδόλως φροντίζομεν περί αυτών, θα
+παύση πάσα θυσία και προσφορά και λατρεία εκ μέρους αυτών και εις
+μάτην θα καθήμεθα εις τον ουρανόν να λιμώττωμεν και να στερούμεθα
+εορτών, πανηγύρεων, αγώνων και θυσιών, ολονυκτιών, και λιτανειών.
+Αφού λοιπόν περί τόσο σπουδαίων συμφερόντων ημών πρόκειται, πρέπει να
+σκεφθώμεν όλοι διά να εύρωμεν μέσον σωτηρίας εκ των κινδύνων τούτων
+και να νικήση μεν ο Τιμοκλής και να φανή ότι υποστηρίζει τα
+αληθέστερα, να γίνη δε καταγέλαστος ο Δάμις· διότι εγώ δεν έχω πολλήν
+πεποίθησιν εις τον Τιμοκλήν ότι θα νικήση, αν αφεθή μόνον εις τας
+δυνάμεις του και δεν λάβη συνδρομήν εκ μέρους ημών. Λοιπόν, Ερμή,
+κάλεσε τους δικαιουμένους κατά τον νόμον να εγερθούν και να εκφράσουν
+γνώμην.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Να γίνη ησυχία, να παύση πας θόρυβος
+(<sup><a href="#fn68" id="ref68">68</a></sup>)
+. Προσοχή. Τις θέλει να λάβη τον λόγον εκ των τελείων θεών
+(<sup><a href="#fn69" id="ref69">69</a></sup>)
+, οίτινες έχουν το δικαίωμα τούτο; Αλλά τι συμβαίνει; Δεν εγείρεται
+κανείς; Τόσον σας κατέπληξε το μέγεθος των κινδύνων τους οποίους
+ηκούσατε;</p>
+
+<p>ΜΩΜΟΣ. Στάκτη να γίνετε όλοι
+(<sup><a href="#fn70" id="ref70">70</a></sup>)
+. Εγώ αν μου δοθή άδεια να ομιλήσω ελεύθερα, έχω πολλά να είπω, ω
+Ζευ,</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, Μώμε, άφοβα· φαίνεσαι ότι κάτι θα πης με την συνήθη
+σου ειλικρίνειαν προς το κοινόν συμφέρον.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Λοιπόν ακούσετε, ω θεοί, να σας ομιλήσω με όλην την
+ειλικρίνειαν. Εγώ προ πολλού επερίμενα ότι τα πράγματά μας θα έφθαναν
+μίαν ημέραν εις αυτήν την αμηχανίαν και ότι πολλοί τοιούτοι αυθάδεις
+σοφισταί θα εφύτρωναν, οι οποίοι από ημάς θα ελάμβανον την αφορμήν
+και το θάρρος της τόλμης των· και μα την Θέμιν ούτε κατά του
+Επικούρου είνε δίκαιον να θυμόνωμεν, ούτε κατά των οπαδών και
+διαδόχων της διδασκαλίας του, διότι τοιαύτην γνώμην εσχημάτισαν περί
+ημών. Τι θέλετε να φρονούν όταν βλέπουν τόσην αδικίαν εις τον κόσμον
+και οι μεν δίκαιοι παραμελούνται και βασανίζονται εις πενίαν και
+νοσήματα και δουλείαν, φαυλότατοι δε και μωροί άνθρωποι κατέχουν τα
+πρωτεία και γίνονται υπέρπλουτοι και εξουσιάζουν τους εναρέτους; Και
+οι μεν ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται, αλλά διαφεύγουν, ανασκολοπίζονται
+δε και μαστιγούνται οι αθώοι. Επόμενον λοιπόν είνε όταν βλέπουν
+τοιαύτα να υποπτεύωνται ότι ουδόλως υπάρχομεν και μάλιστα όταν
+ακούουν χρησμούς ως εκείνος ο οποίος έλεγεν ότι αν περάση ο Κροίσος
+τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να εξηγή αν επρόκειτο περί
+του ιδικού του κράτους ή περί του εχθρικού και όπως ο άλλος ο οποίος
+έλεγεν :</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«Ω θεία Σαλαμίς, θα καταστρέψης τέκνα
+γυναικών».</p>
+
+<p>Και οι Πέρσαι δε και οι Έλληνες μου φαίνεται ότι ήσαν τέκνα
+γυναικών. Όταν πάλιν ακούουν από τους ποιητάς ότι και ερωτευόμεθα και
+πληγωνόμεθα και δεσμευόμεθα και γινόμεθα δούλοι και στασιάζομεν και
+εις πλείστα αλλά πάθη υποκείμεθα, ενώ θέλομεν να θεωρούμεθα αθάνατοι
+και πανευτυχείς, δεν έχουν δίκαιον να μας περιγελούν και να μας
+γράφουν εις τα παληά των τα παπούτσια; Και έπειτα αγανακτούμεν εάν
+ευρίσκωνται μερικοί άνθρωποι όχι πολύ ανόητοι, οι οποίοι εξετάζουν
+αυτά τα πράγματα και αρνούνται την πρόνοιάν μας, ενώ έπρεπε να είμεθα
+ευχαριστημένοι διότι υπάρχουν ακόμη ολίγοι τινες, οι οποίοι μας
+προσφέρουν θυσίας, μεθ' όλα τα καθημερινά μας σφάλματα.</p>
+
+<p>Και τώρα σε παρακαλώ, ω Ζευ — αφού είμεθα μόνοι και δεν υπάρχει
+κανείς άνθρωπος εις την συνέλευσιν, εκτός ολίγων παρείσακτων, του
+Ηρακλέους, του Διονύσου, του Γανυμήδης και του Ασκληπιού — να μου
+'πης με ειλικρίνειαν εάν ποτέ εσκοτίσθης τόσον διά τα συμβαίνοντα εις
+την γην ώστε να εξετάσης ποίοι εκ των ανθρώπων είνε φαύλοι και ποίοι
+ενάρετοι. Αλλά δεν έχεις ν' απαντήσης. Εάν ο Θησεύς, όταν επήγαινε
+από την Τροιζήνα εις τας Αθήνας, δεν εφρόντιζεν από καλωσύνην του να
+ξεπαστρέψη τους κακούργους και εξηρτάτο το πράγμα από σε και από την
+πρόνοιάν σου, ο Σκύρων, ο Πιτυοκάμπτης, ο Κερκυών και οι άλλοι λησταί
+θα εξηκολούθουν να ζουν και να διασκεδάζουν, θανατόνοντες τους
+διαβάτας. Και αν ο Ευρυσθεύς, άνθρωπος παλαιικός και προνοητικός, ο
+οποίος εγνώριζε τα συμβαίνοντα εις τους διαφόρους τόπους κακά, δεν
+εσκέπτετο από φιλανθρωπίαν ν' αποστείλη αυτόν εδώ τον δούλον του
+(<sup><a href="#fn71" id="ref71">71</a></sup>)
+, άνθρωπον δυνατόν και πρόθυμον εις τους κόπους, συ ο Ζευς ολίγον θα
+εφρόντιζες περί της Ύδρας, διά τα όρνεα της Στυμφαλίας, διά τους
+ίππους της Θράκης και διά την θηριωδίαν και την ακολασίαν των
+Κενταύρων. Η αλήθεια είνε ότι καθήμεθα και παρατηρούμεν μόνον αν γίνη
+καμμία θυσία και αν από κανένα βωμόν αναδίδεται κνίσα. Τα άλλα
+αφήνονται εις την τύχην.</p>
+
+<p>Επομένως δίκαια πάσχομεν, θα πάθωμεν δε ακόμη περισσότερα όταν οι
+άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον θ' ανοίξουν τα μάτια των και θα βλέπουν
+ότι ουδέν όφελος έχουν αν προσφέρουν θυσίας και αν μας κάνουν
+λιτανείας. Και εντός ολίγου θα ίδης τους Επικούρους, τους Μητροδώρους
+(<sup><a href="#fn72" id="ref72">72</a></sup>)
+ και τους Δάμιδας να μας εμπαίζουν, να νικώνται δε και ν'
+αποστομόνωνται απ' αυτούς οι συνήγοροί μας. Ώστε σεις οίτινες εφέρατε
+τα πράγματα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει και να τα θεραπεύσετε
+και να παύσετε των ανθρώπων την δυσπιστίαν. Διά τον Μώμον ο κίνδυνος
+δεν είνε μέγας, αν παύση η λατρεία των ανθρώπων· διότι και πριν δεν
+ήτο από εκείνους οίτινες ετιμώντο· σεις είσθε οι ευτυχείς και μόνοι
+σας απολαμβάνετε τας θυσίας.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ας αφήσωμεν αυτόν να φλυαρή. Είνε γνωστή η κακή του γλώσσα
+και το φιλοκατήγορον· αλλ' ως ο θαυμάσιος Δημοσθένης είπε, το να
+κατηγορή κανείς και να επικρίνη είνε εύκολον εις πάντα βουλόμενον· να
+συμβουλεύση όμως πώς η παρούσα κατάστασις θα βελτιωθή μόνον φρόνιμος
+πραγματικώς σύμβουλος δύναται να το πράξη, αυτό δε ελπίζω ότι θα
+πράξετε οι άλλοι, ενώ αυτός θα σιωπά.</p>
+
+<p>ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ, ως γνωρίζετε, ζω εντός του ωκεανού και διαμένω μόνος
+εις τα βάθη, καταγινόμενος όσον δύναμαι να σώζω τους ταξειδεύοντας,
+να βοηθώ τα πλοία και να κατευνάζω τους ανέμους. Αλλ' όμως — διότι
+ενδιαφέρομαι και διά τα εδώ — είμαι της γνώμης ότι αυτός ο Δάμις
+πρέπει να ξεπαστρευθή είτε διά του κεραυνού, είτε κατ' άλλον τρόπον,
+πριν να επανέλθουν εις την συζήτησιν και υπερισχύση διά του λόγου —
+διότι ως είπες, ω Ζευ, είνε, φαίνεται, πολύ πειστικός. Κατ' αυτόν τον
+τρόπον θα δείξωμεν συγχρόνως εις τους ανθρώπους πώς τιμωρούμεν αυτούς
+οι οποίοι ομιλούν κατά τοιούτον τρόπον περί ημών.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Αστειεύεσαι Ποσειδών, ή ελησμόνησες ότι ουδόλως εξαρτώνται
+από ημάς τα τοιαύτα, αλλ' αι Μοίραι ορίζουν εις έκαστον ν' αποθάνη με
+κεραυνόν ή με ξίφος, από πυρετόν ή από φθίσιν; Αν ήτο εις την
+εξουσίαν μου, νομίζεις ότι θ' άφηνα προ ολίγου καιρού να φύγουν
+ακεραυνοβόλητοι από την Πίσαν οι ιερόσυλοι που μου έκοψαν δύο
+πλοκάμους, εκ των οποίων έκαστος είχε βάρος έξ μνων; Ή και συ θα
+παρέβλεπες εκείνον τον εξ Ωρεού αλιέα, ο οποίος εις την Γεραιστόν
+(<sup><a href="#fn73" id="ref73">73</a></sup>)
+ σου έκλεψε την τρίαιναν; Άλλως τε ούτω θα φανούμεν ότι ταρασσόμεθα
+και φοβούμεθα τους λόγους του Δάμιδος και διά τούτο εφροντίσαμεν να
+τον θέσωμεν εκτός μάχης πριν ή συναγωνισθή με τον Τιμοκλήν. Δεν θα
+φανούμεν ούτω ότι μόνον ερήμην του αντιπάλου ενικήσαμεν;</p>
+
+<p>ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ ενόμισα ότι αυτός ήτο ο συντομώτερος τρόπος διά να
+φθάσωμεν εις αποτέλεσμα.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Α μπα, η γνώμη σου είνε πολύ απλοϊκή, Ποσειδών, και εντελώς
+χονδροειδής, να φονευθή προκαταβολικώς ο ανταγωνιστής και ν' αποθάνη
+χωρίς να νικηθή πραγματικώς, αλλά να καταλίπη αμφίβολον και άκριτον
+την συζήτησιν.</p>
+
+<p>ΠΟΣΕΙΔ. Λοιπόν σκεφθήτε σεις τίποτε καλλίτερον, αφού τα δικά μου
+σας φαίνονται τόσον ανόητα.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛΛΩΝ. Εάν και εις ημάς τους νέους και αγενείους επέτρεπεν ο
+νόμος να λαμβάνωμεν τον λόγον, ίσως θα είχα να προσθέσω κάτι τι
+συμφέρον εις την διάσκεψιν.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Πρόκειται περί τόσων σπουδαίων συμφερόντων, ώστε δεν πρέπει
+να λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία, αλλά όλοι αδιακρίτως να εκφράσουν
+γνώμην. θα ήτο αστείον, ενώ διατρέχομεν τους μεγίστους κινδύνους, να
+χανώμεθα εις λεπτολόγους ερμηνείας των νόμων. Αλλά συ προ πολλού ήδη
+έχεις το δικαίωμα να δημηγορής, διότι προ πολλού εξήλθες εκ της
+εφηβικής ηλικίας και ενεγράφης εις το ληξιαρχικόν βιβλίον των δώδεκα
+θεών και παρ' ολίγον να είσαι από το συμβούλιον του Κρόνου· ώστε μη
+μας κάνης το παιδί, αλλά λέγε με θάρρος την γνώμην σου και μη
+διστάζης να ομιλήσης διότι είσαι αγένιος, αφού έχεις υιόν με γενειάδα
+μεγάλην και ωραίαν, τον Ασκληπιόν. Άλλως τε η περίστασις είνε
+κατάλληλος διά να δείξης την σοφίαν σου, εκτός αν άδικα κάθεσαι και
+φιλοσοφής με τας Μούσας εις τον Ελικώνα.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Αλλά δεν ανήκει εις εσέ, Μώμε, να δίδης τοιαύτην άδειαν·
+είνε δικαίωμα του Διός και αν αυτός επιτρέπη, ίσως θα είπω κάτι τι
+όχι ανόητον, αλλ' άξιον της διατριβής μου εις τον Ελικώνα.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου· έχεις την άδειαν.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Ο Τιμοκλής είνε μεν έντιμος και ευσεβής και γνωρίζει κατά
+βάθος την σοφίαν των Στωικών· διά τούτο και πολλοί τον έχουν
+διδάσκαλον και πολλάς αποδοχάς έχει εκ τούτου, είνε δε πολύ
+πειστικός, ιδίως όταν ομιλή προς τους μαθητάς του. Αλλ' όταν
+πρόκειται να ομιλήση προς το πλήθος είνε ατολμότατος και ομιλεί
+τοιουτοτρόπως ώστε να φαίνεται αμαθής και σχεδόν βάρβαρος. Διά τούτο
+εις τας δημοσίας διαλέξεις προκαλεί τον γέλωτα με την ακρισίαν, τους
+τραυλισμούς και την ταραχήν του και μάλιστα όταν με αυτά του τα
+ελαττώματα προσπαθή να επιδείξη και καλλιλογίαν. Έχει μεν οξυτάτην
+την αντίληψιν και λεπτήν την κρίσιν, ως λέγουν οι καλλίτερα
+γνωρίζοντες την διαλεκτικήν των Στωικών, αλλ' η ομιλία και η
+απαγγελία του είνε τόσον ασθενείς, ώστε καταστρέφει και συγχέει τας
+ιδέας του και δεν εκφράζει σαφώς ό,τι θέλει, αλλ' αι μεν ερωτήσεις
+του ομοιάζουν με αινίγματα, αι δε απαντήσεις του είνε ακόμη
+ασαφέστεραι· και οι ακροαταί μη εννοούντες γελούν εις βάρος του.
+Νομίζω δε ότι οι ομιλούντες πρέπει προ πάντων να είνε σαφείς και να
+φροντίζουν κυρίως ώστε να τους εννοούν οι ακροαταί.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Πολύ σωστά το είπες αυτό και δικαίως επαινείς τους ομιλούντας
+σαφώς, αν και δεν το εφαρμόζεις εις τους χρησμούς, αλλ' είσαι λοξός
+και αινιγματώδης και τα περισσότερα αφήνεις αμφίβολα, ούτως ώστε όσοι
+ζητούν την γνώμην σου να έχουν ανάγκην άλλου Πυθίου Απόλλωνος διά να
+εξηγή τας απαντήσεις σου. Αλλά τέλος πάντων τι συμβουλεύεις διά το
+ζήτημα περί του οποίου πρόκειται; Ποίαν θεραπείαν προτείνεις διά την
+ρητορικήν δύναμιν του Τιμοκλέους;</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Αν είνε δυνατόν να του δώσωμεν ένα συνήγορον εκ των δεινών
+ρητόρων, ο οποίος να λέγη όσα εκείνος θα του υπαγορεύη αφού τα
+σκεφθή.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Αυτό το οποίον είπες είνε αληθώς άξιον παιδιού αγενείου, το
+οποίον έχει ανάγκην παιδαγωγού. Προτείνεις να παρουσιαστή εις μίαν
+φιλοσοφικήν συζήτησιν ο Τιμοκλής με συνήγορον και ενώ ο Δάμις θα
+ομιλή αυτοπροσώπως και μόνος του, ο Τιμοκλής θα μεταχειρίζεται
+ηθοποιόν, εις τον οποίον θα χρησιμεύη ως υποβολεύς και θα του
+ψιθυρίζη εις το ους τας γνώμας του, εκείνος δε θα τας απαγγέλλη,
+χωρίς ίσως και να εννοή όσα εκείνος θα του λέγη και αυτός θα
+επαναλαμβάνη. Αυτά δύνανται να μη κινήσουν τον γέλωτα του πλήθους;
+Όχι, άλλο τι πρέπει να σκεφθώμεν. Συ δε ο οποίος λέγεις ότι είσαι και
+μάντις και εκ τούτου έχεις μεγάλας αποδοχάς, ώστε και πλίνθους χρυσάς
+έλαβες μιαν φοράν, ιδού έχεις ενώπιόν σου κατάλληλον ευκαιρίαν διά να
+επιδείξης την μαντικήν σου τέχνην. Διατί λοιπόν δεν μας προλέγεις
+ποίος εκ των δύο φιλοσόφων θα νικήση; Διότι βέβαια γνωρίζεις από
+τούδε το αποτέλεσμα, αφού είσαι μάντις.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Πώς είνε δυνατόν, Μώμε, να μαντεύσω, αφού ούτε τρίποδα έχω
+εδώ, ούτε θυμιάματα, ούτε πηγήν μαντικήν, όπως η Κασταλία;</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Αυτά είνε προφάσεις και υπεκφυγαί, διότι δεν μπορείς να πης
+τίποτε βέβαιον.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου, ό,τι έχεις να πης και μη δίδης αφορμάς εις
+αυτόν τον συκοφάντην να διαβάλλη και να χλευάζη την δύναμίν σου ως
+εξαρτωμένην από τρίποδα και νερόν και λιβανωτόν και ότι άνευ αυτών η
+τέχνη σου δεν έχει καμμίαν δύναμιν.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Είνε καλλίτερον να γίνωνται αυτά, πατέρα, εις τους Δελφούς ή
+εις τον Κολοφώνα, όπου έχω όλα μου τα χρειώδη· αλλά και χωρίς αυτά,
+χωρίς τα μέσα της τέχνης, θα προσπαθήσω να προείπω ποίος εκ των δύο
+θα νικήση. θα μου επιτρέψετε δε να σας τα είπω έμμετρα.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Λέγε, αρκεί μόνον να είνε σαφή, να μη έχουν δε και αυτά
+ανάγκην εξηγητού ή διερμηνέως· διότι τώρα δεν πρόκειται περί κρεάτων
+αμνού και χελώνης, τα οποία ψήνονται ομού εις την Λυδίαν, αλλά
+γνωρίζεις περί τίνος συσκεπτόμεθα.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι θα πης, τέκνον μου; Αλλ' από τούδε τα σημεία του χρησμού
+φαίνονται φοβερά· το χρώμα σου μετεβλήθη, οι οφθαλμοί σου
+περιστρέφονται, τα μαλλιά σου ανωρθώθησαν και αι κινήσεις σου είνε
+Κορυβαντιώδεις· εντελώς ευρίσκεσαι υπό το κράτος της προφητικής
+εμπνεύσεως και όλον σου το ήθος είνε φοβερόν και μυστηριώδες.</p>
+
+<p>ΑΠΟΛ. Του μαντικού θεού Απόλλωνος ακούσετε τι προφητεύει διά την
+έριδα την φοβεράν δυο φωνακλάδων, όπου με λόγους μάχονται πυκνούς,
+ωσάν με δόρατα και βέλη. Κι' από τα δυο τα μέρη γίνεται αντάρα του
+πολέμου και κακό μεγάλο. Αλλ' όταν τ' όρνεον τ' αρπακτικόν αρπάση την
+ακρίδα, τότε το ύστερον θα κράξουν τα κοράκια που φέρνουν την βροχήν.
+Και θα νικήσουν οι ημίονοι, κι' ο όνος τα παιδιά του τα γληγορόποδα
+θα κουτουλήση
+(<sup><a href="#fn74" id="ref74">74</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Διατί γελάς, Μώμε; Δεν βλέπω τίποτε το γελοίον. Παύσε,
+ταλαίπωρε· θα σε πνίξουν τα γέλοια.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Είνε δυνατόν, ω Ζευ, να μη γελώ, όταν ακούω ένα χρησμόν τόσω
+σαφή και τόσω ευεξήγητον;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν να εξήγησης και εις ημάς τι λέγει.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Είνε πολύ ευκολονόητα, ώστε να μην έχωμεν ανάγκην του
+Θεμιστοκλέους διά να μας τα εξηγήση. Λέγει καθαρά ότι ο μεν Απόλλων
+είνε αγύρτης, ημείς δε οι άλλοι που τον πιστεύομεν είμεθα γαίδούρια
+και μουλάρια ξέστρωτα που δεν έχομεν ούτε μιας ακρίδας μυαλό.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛΗΣ. Εγώ, πατέρα, αν και είμαι ξένος εδώ και παρείσακτος, θα
+τολμήσω να είπω την γνώμην μου. Όταν οι δύο φιλόσοφοι θα συναντηθούν
+εκ νέου και αρχίσουν να συζητούν, εάν μεν ο Τιμοκλής υπερτερή, ν'
+αφήσωμεν να προχωρήση η συζήτησις, ενόσω θα είνε υπέρ ημών· αν όμως
+ίδωμεν ότι στρέφεται εναντίον μας, τότε εγώ αναλαμβάνω, αν θέλετε, να
+διασείσω την στοάν και να την ρίξω επάνω εις τον Δάμιν, διά να παύση
+ο αχρείος να μας υβρίζη.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι ανοησία είνε αυτή που λες; Να φονεύσης μαζί με ένα κακόν
+άνθρωπον τόσους άλλους και προσέτι να καταστρέψης την στοάν ομού με
+τους Μαραθωνομάχους, τον Μιλτιάδην και τον Κυναίγειρον! Και άμα
+χαθούν οι Μαραθωνομάχοι, πώς θα ρητορεύουν πλέον οι ρήτορες, αφού θα
+χάσουν το σπουδαιότερον εφόδιον των λόγων των; Άλλως τε εφόσον ήσουν
+εις την ζωήν, ίσως θα ηδύνασο να κάμης τοιούτον ανδραγάθημα· αλλ'
+αφότου έγινες θεός, θα έμαθες υποθέτω ότι μόνον από τας Μοίρας
+εξαρτώνται τα τοιαύτα και ημείς χωρίς την θέλησιν αυτών δεν δυνάμεθα
+να κάμωμεν τίποτε.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚ. Λοιπόν και όταν εφόνευα τον λέοντα ή την ύδραν, αι Μοίραι
+έκαναν τα κατορθώματα εκείνα;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Εννοείται.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚ. Και τώρα αν κανείς με υβρίζη ή συλή τον ναόν μου ή ανατρέπη
+το άγαλμα μου, εάν δεν το έχουν αποφασίση αι Μοίραι, δεν θα τον
+συντρίψω;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Καθόλου.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚ. Λοιπόν άκουσε, ω Ζευ, να σου ομιλήσω με ειλικρίνειαν, διότι
+εγώ, ως ο κωμικός ποιητής είπε, είμαι αγροίκος και λέγω την σκάφην,
+σκάφην· εάν τοιαύτη είνε η δύναμις των θεών, θα σας αφήσω να χαίρεσθε
+μόνοι σας τας τιμάς του ουρανού, την κνίσαν και των σφαγείων το αίμα
+και θα φύγω εις τον Άδην, όπου τουλάχιστον θα με φοβούνται αι σκιαί
+των θηρίων τα οποία έχω φονεύση, όταν θα με βλέπουν γυμνόν, αλλά και
+ωπλισμένον με τόξον.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Εύγε. Ο Δάμις δεν θα ήθελε καλλίτερον μάρτυρα από σένα διά
+να μας αποτελειώση. Αλλά ποίος είνε αυτός που έρχεται βιαστικός, ο
+χάλκινος, με τας ωραίας γραμμάς και τας αρμονικάς αναλογίας, ο οποίος
+έχει την κόμην αναδεμένην κατά τον αρχαίον τρόπον; Φαίνεται ότι είνε
+ο αδελφός σου, Ερμή, ο οποίος μένει εις την αγοράν πλησίον της
+Ποικίλης Στοάς. Είνε καταλερωμένος από πίσσαν, διότι καθ' εκάστην του
+παίρνουν εκμαγεία οι αγαλματοποιοί. Γιατί μας έρχεσαι τόσον
+βιαστικός, παιδί μου; μήπως μας φέρεις καμμίαν είδησιν από την
+γην;</p>
+
+<p>ΕΡΜΑΓΟΡΑΣ. Πολύ σπουδαίαν, ω Ζευ, και πρέπει να προσέξετε πολύ εις
+αυτό το οποίον θα σας πω.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λέγε. Μήπως έγινε καμμία στάσις χωρίς να πάρωμεν
+είδησιν;</p>
+
+<p>ΕΡΜΑΓ. Με είχαν προ ολίγου πασαλείψη με πίσσαν εις το στήθος και
+τις πλάτες οι κατασκευασταί των χαλκίνων αγαλμάτων, διά να λάβουν
+εκτυπώματα· και περιέβαλε το σώμα μου θώραξ γελοίος, τον οποίον μου
+εφόρεσε η μιμητική τέχνη, διά να λάβη του σχήματός μου πιστόν
+αποτύπωμα, ότε βλέπω πλήθος να συναθροίζεται και δύο ωχρούς
+φωνακλάδες, πυγμάχους των σοφισμάτων, τον Δάμιν και ...</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Παύσε, παιδί μου, να μας ομιλής με στίχους. Γνωρίζω ποίους
+λέγεις. Να μου πης μόνον αν προ πολλού έχει αρχίση η συζήτησίς
+των.</p>
+
+<p>ΕΡΜΑΓ. Όχι, ήσαν ακόμη εις τους ακροβολισμούς και εξ αποστάσεως
+εξεσφενδόνιζον ύβρεις κατ' αλλήλων.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Δεν μας μένει λοιπόν τίποτε άλλο να πράξωμεν παρά να
+σκύψωμεν εκ του ουρανού και να παρακολουθήσωμεν την συζήτησιν ώστε ας
+αφαιρέσουν αι Ώραι τον μοχλόν και απομακρύνουσαι τα νέφη ας ανοίξουν
+τας πύλας του ουρανού. Θεέ μου, πόσοι έχουν συναχθή διά να τους
+ακούσουν! Αλλ' αυτός ο Τιμοκλής δεν μου αρέσει· όπως τρέμει και
+συγκινείται, θα μας πάρη στο λαιμό του· πολύ το φοβούμαι· είνε
+φανερόν ότι δεν μπορεί ν' αντιπαραταχθή προς τον Δάμιν. Αλλ' ας
+ευχώμεθα υπέρ αυτού. το μόνον το οποίον δυνάμεθα να κάμωμεν· σιγά
+όμως διά να μη ακούση ο Δάμις
+(<sup><a href="#fn75" id="ref75">75</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΤΙΜΟΚΛΗΣ. Τι λέγεις, ιερόσυλε Δάμι; ότι δεν υπάρχουν θεοί και ότι
+δεν προνοούν περί των ανθρώπων;</p>
+
+<p>ΔΑΜΙΣ. Δεν είπα τούτο· αλλά συ να μου είπης πώς επείσθης ότι
+υπάρχουν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Όχι συ να μου αποκριθής, ασεβέστατε. </p>
+
+<p>ΔΑΜ. Όχι συ.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Έως εδώ ο δικός μας τα καταφέρει καλλίτερα και δυνατώτερα
+φωνάζει και θυμώνει. Εύγε, Τιμοκλή· μη φείδεσαι ύβρεων· εις αυτάς θα
+νικήσης, ενώ εις τα αλλά φοβούμαι ότι θα σε αποστομώση και θα σε κάμη
+άφωνον ως ιχθύν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Μα την Αθηνάν δεν θ' απαντήσω πριν από σε.</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Λοιπόν ερώτα, Τιμοκλή. Με αυτόν τον όρκον ενίκησες
+(<sup><a href="#fn76" id="ref76">76</a></sup>)
+. Θα σε παρακαλέσω μόνον να συζητής χωρίς ύβρεις.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Καλά· ειπέ μου λοιπόν, δεν πιστεύεις, κατηραμένε ότι οι θεοί
+προνοούν περί των θνητών;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Καθόλου.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Τι λέγεις; Όλα λοιπόν γίνονται χωρίς πρόνοιαν εκ μέρους των
+θεών;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Ναι.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Και κανείς θεός δεν έχει την διεύθυνσιν των πάντων;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Όχι.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ώστε όλα τρέχουν τυχαίως και ασκόπως;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Ναι.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Και ακούετε αυτά, άνθρωποι, χωρίς να λιθοβολήτε τον
+αλιτήριον;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Διατί εξερεθίζεις εναντίον μου τους ανθρώπους, Τιμοκλή; Και
+ποίος είσαι συ και αγανακτείς υπέρ των θεών, ενώ οι ίδιοι δεν
+αγανακτούν; Με ακούουν προ πολλού να υποστηρίζω αυτάς τας ιδέας και
+όμως δεν μου έκαμαν τίποτε κακόν, εκτός εάν είνε κωφοί και δεν
+ακούουν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Σε ακούουν, Δάμι, σε ακούουν, αλλά θα σε τιμωρήσουν
+βραδύτερον.</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Και πού θα εύρουν καιρόν ν' ασχοληθούν δι' εμέ, αφού, ως
+λέγεις, έχουν τόσας ασχολίας και φροντίζουν να τακτοποιούν τόσην
+απειρίαν πραγμάτων εις τον κόσμον; Ούτω δεν ετιμώρησαν και σε διά τας
+τόσας σου επιορκίας και τας άλλας σου πράξεις, τας οποίας δεν θ'
+αναφέρω διά να μη αναγκασθώ να υβρίσω παρά την συμφωνίαν μας. Αλλά
+νομίζω ότι δεν ηδύναντο να δώσουν καλλιτέραν απόδειξιν της προνοίας
+των παρά τιμωρούντες τας κακίας σου. Φαίνεται όμως ότι έχουν
+ταξειδεύση μακράν, πέραν του ωκεανού εις την χώραν των αγαθών
+Αιθιόπων· διότι συνειθίζουν να πηγαίνουν εκεί συχνά, προσκαλούμενοι
+εις ευωχίας ή και αυθορμήτως.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Τι να απαντήσω, Δάμι, εις την τόσην σου αναισχυντίαν;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Εκείνο, Τιμοκλή, το οποίον προ πολλού επιθυμώ να μου
+εξηγήσης, πώς επείσθης ότι οι θεοί προνοούν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Πρώτον η τάξις η επικρατούσα εις το σύμπαν· ο ήλιος ο οποίος
+ακολουθεί πάντοτε την αυτήν οδόν και η σελήνη ομοίως, αι τροπαί των
+ωρών του έτους, τα φυόμενα φυτά και τα γεννώμενα ζώα, αλλά και η
+ευφυία μεθ' ης έχουν ταύτα δημιουργηθή, ώστε να τρέφωνται, να
+σκέπτωνται, να κινούνται και να βαδίζουν, να κτίζουν και να ράπτουν
+και τα τοιαύτα. Αυτά δεν σου φαίνονται ότι είνε έργα προνοίας;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Εκλαμβάνεις ως απόδειξιν αυτό το ζήτημα· διότι δεν είνε
+αποδεδειγμένον και φανερόν ότι έκαστον εκ τούτων έγινεν εκ προνοίας·
+ότι τοιαύτα είνε τα γινόμενα το ομολογώ και εγώ· αλλ' εκ τούτου δεν
+έπεται ότι γίνονται και υπό προνοίας τινός, διότι δύναται και να
+υποτεθή ότι αφού έγιναν κατ' αρχάς εκ τύχης εξακολουθούν να γίνωνται
+ομοίως και κατά τους αυτούς νόμους· συ δε ονομάζεις τάξιν την ανάγκην
+και αγανακτείς έπειτα κατ' εκείνων οι οποίοι δεν παραδέχονται την
+γνώμην σου, ότι τα φαινόμενα τα οποία αριθμείς και εκθειάζεις
+αποτελούν και απόδειξιν ότι όλα έγιναν με πρόνοιαν και τάξιν. Κατά
+τον κωμικόν ποιητήν, αυτό δεν περνά και λέγε μας άλλο
+(<sup><a href="#fn77" id="ref77">77</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Εγώ το νομίζω αρκετόν, αλλ' όμως θα σε ερωτήσω και θέλω να
+μου αποκριθής. Φρονείς ότι ο Όμηρος είνε άριστος ποιητής;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Βέβαια.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Λοιπόν εις εκείνον επείσθην εξηγούντα και διηγούμενον την
+πρόνοιαν των θεών.</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Αλλ', ω λαμπρέ άνθρωπε, περί του Ομήρου όλοι θα συμφωνήσουν
+ότι ήτο ποιητής, αλλά μάρτυς αψευδής περί των τοιούτων ούτε εκείνος,
+ούτε άλλος ποιητής δύναται να θεωρηθή· διότι οι ποιηταί δεν
+φροντίζουν τόσον περί της αληθείας, όσον διά να τέρπουν τους
+ακούοντας τα ποιήματα, και διά τούτο τα στολίζουν με μέτρα και τα
+παραγεμίζουν με μύθους και όλαι αι προσπάθειαί των ως σκοπόν έχουν
+την τέρψιν. Αλλ' εν τοσούτω θα ήθελα να ακούσω οποία πράγματα από τον
+Όμηρον σε έπεισαν. Μήπως εκείνα τα οποία λέγει περί του Διός, ότι
+συνώμοσαν να τον δέσουν η κόρη του, ο αδελφός του και η σύζυγός του;
+Και αν δεν ενόει τα τεκταινόμενα η Θέτις και εκάλει εις βοήθειαν τον
+Βρυάρεων, θα ηχμαλώτιζαν τον καλό σου τον Δία ή και θα τον έρριπταν
+εις τα δεσμά. Διά τούτο και ευγνωμονών προς την Θέτιδα, εξηπάτησε τον
+Αγαμέμνονα και του έστειλε ψευδές όνειρον ότι πολλοί εκ των Αχαιών θα
+απέθνησκον. Βλέπεις; Του ήτο αδύνατον να ρίξη κεραυνόν και να
+κατακαύση τον Αγαμέμνονα, αντί να φανή απατεών; Ή σε έκαμαν να
+πιστεύσης τα άλλα, τα οποία διηγείται, ότι ο Διομήδης ετραυμάτισε την
+Αφροδίτην και έπειτα κατά παρακίνησιν της Αθηνάς και αυτόν τον Άρην;
+Έπειτα δε ότι συμπλακέντες οι θεοί εμονομάχησαν αρσενικοί και θηλυκοί
+ανακατωμένοι και η Αθηνά ενίκα τον Άρην, ίσως διότι ούτος είχεν ήδη
+εξασθενήση εκ του τραύματος το οποίον έλαβε παρά του Διομήδους,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Λητοί δ' αντέστη σώκος ερυούνιος Ερμής
+(<sup><a href="#fn78" id="ref78">78</a></sup>)
+;</p>
+
+<p>ή σου εφάνησαν αξιόπιστα όσα διηγείται περί της Αρτέμιδος, ότι
+εχωλώθη διότι δεν εκλήθη εις γεύμα υπό του Οινέως και διά τούτο
+απέλυσεν εις την χώραν αυτού αγριόχοιρον τρομερόν; Με αυτάς τας
+διηγήσεις σε έπεισεν ο Όμηρος;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Πωπώ! με ποίαν βοήν το πλήθος επεδοκίμασε τους λόγους του
+Δάμιδος· ο δε δικός μας φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αμηχανίαν·
+φαίνεται ότι τα έχει χάση, είνε φοβισμένος, τρέμει. Έτοιμος να ρίψη
+την ασπίδα, παρατηρεί γύρω διά να ιδή από πού να φύγη.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ώστε και ο Ευριπίδης σου φαίνεται ότι δεν λέγει τίποτε ορθόν
+όταν παρουσιάζη τους θεούς επί της σκηνής και σώζουν τους αγαθούς εκ
+των ηρώων, τους κακούς δε και ασεβείς, όπως συ, συντρίβουν;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Αλλ' αν αυτά τα οποία γράφουν οι τραγικοί ποιηταί σε έπεισαν,
+σοφώτατε Τιμοκλή, πρέπει έν εκ των δύο, ή τον Πώλον και τον
+Αριστόδημον και τον Σάτυρον να νομίζης πραγματικούς θεούς, ή τα
+προσωπεία, τους κοθόρνους, τους ποδήρεις χιτώνας· τας χλαμύδας και
+τας χειρίδας και τους θώρακας, με τα οποία εκείνοι στολίζουν την
+τραγωδίαν, νομίζεις ως αποτελούντα τους θεούς, πράγμα το οποίον θα
+ήτο γελοιωδέστατον, μου φαίνεται.</p>
+
+<p>Διότι όταν αφ' εαυτού ομιλή ο Ευριπίδης και εκφράζη τας σκέψεις
+του, χωρίς ν' αναγκάζεται υπό της ανάγκης των δραμάτων, άκουσέ με
+ποίαν παρρησίαν αποφαίνεται:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Οράς τον υψού τόνδ' άπειρον αιθέρα<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και γην πέριξ έχονθ' υγραίς εν αγκάλαις;<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τούτον νόμιζε Ζήνα, τον δ' ηγού θεόν
+(<sup><a href="#fn79" id="ref79">79</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>και αλλαχού,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ζευς, όστις ο Ζευς, ου γαρ οίδα, πλην λόγω
+κλύων
+(<sup><a href="#fn80" id="ref80">80</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Και αλλά τοιαύτα.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Λοιπόν όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη, τα οποία πιστεύουν
+και λατρεύουν θεούς, πλανώνται;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Ευχαριστώ, Τιμοκλή, διότι μου ενθύμισες τας δοξασίας των
+διαφόρων εθνών, εκ των οποίων καθαρώτατα φαίνεται ότι δεν υπάρχει
+τίποτε βέβαιον εις την περί των θεών ιδέαν· διότι υπάρχουν πολλαί
+αντιθέσεις και άλλοι άλλα πιστεύουν. Οι Σκύθαι προσφέρουν θυσίας εις
+τον ακινάκην, οι Θράκες εις τον Ζάμολξιν, ένα φυγάδα άνθρωπον, όστις
+κατέφυγεν εις αυτούς εκ Σάμου, οι Φρύγες εις τον θεόν Μήνην, οι
+Αιθίοπες εις την Ημέραν, οι Κυλήνιοι εις τον Φάλητα
+(<sup><a href="#fn81" id="ref81">81</a></sup>)
+, οι Ασσύριοι εις την περιστεράν, οι Πέρσαι εις το πυρ και οι
+Αιγύπτιοι εις το ύδωρ. Και εις όλους μεν τους Αιγυπτίους είνε κοινή η
+λατρεία του ύδατος, αλλ' εκάστου διαμερίσματος οι κάτοικοι έχουν
+ιδιαιτέρους θεούς· οι Μεμφίται λατρεύουν το ρόδι, οι Πηλουσιώται το
+κρομμύδι, άλλοι τον Ίβιν ή τον κροκόδειλον και άλλοι τον κυνοκέφαλον,
+τον γάτον ή τον πίθηκον, υπάρχουν δε και χωρία εις τα οποία θεωρείται
+θεός ο δεξιός ώμος, ενώ οι κατοικούντες επί της άλλης όχθης του
+Νείλου θεωρούν ως θεόν τον αριστερόν ώμον. Άλλοι λατρεύουν ως θεόν το
+ήμισυ της κεφαλής και άλλοι ποτήρι πήλινον ή πινάκιον. Δεν είνε αυτά
+γελοία, καλέ Τιμοκλή;</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Δεν σας το έλεγα, ω θεοί, ότι όλα αυτά θα αποκαλυφθούν και θα
+κριθούν αυστηρώς και λεπτομερώς;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Βέβαια το έλεγες, Μώμε, και είχες δίκαιον, εγώ δε θα
+προσπαθήσω να τα διορθώσω, αν διαφύγωμεν τον σημερινον κίνδυνον.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Αλλά δεν μου λέγεις συ, εχθρέ των θεών, τους χρησμούς και τας
+προρρήσεις των μελλόντων εις ποίον τους αποδίδεις παρά εις τους θεούς
+και εις την πρόνοιαν αυτών;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. θα κάμης καλά, φίλε μου, να μη ομιλής περί των χρησμών, διότι
+θα με αναγκάσης να σ' ερωτήσω ποίον εξ αυτών θέλεις να αναφέρης ως
+επιχείρημα της γνώμης σου. Μήπως εκείνον τον οποίον έδωκεν ο Πύθιος
+Απόλλων εις τον Λυδόν βασιλέα και ο οποίος ήτο εντελώς αμφίβολος και
+διπρόσωπος, οποία είνε τινά εκ των αγαλμάτων του Ερμού, διττά και
+όμοια οπόθεν και αν τα παρατηρήσης; Ποίον κράτος θα κατέλυεν ο
+Κροίσος αν διέβαινε τον Άλυν, το ιδικόν του ή την επικράτειαν του
+Κύρου; Και όμως ο διεφθαρμένος εκείνος βασιλεύς επλήρωσε τον
+αμφίβολον τούτον χρησμόν με όχι ολίγα τάλαντα.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Ακούετε, θεοί, ότι αυτός ο φιλόσοφος λέγει ακριβώς εκείνα τα
+οποία εγώ εφοβούμην. Πού είνε τώρα ο ωραίος μας κιθαριστής; Ας κατέβη
+να του δώση απάντησιν.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Το ξέρεις, Μώμε, ότι μας παρασκότισες με τας ακαίρους σου
+επικρίσεις;</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Πρόσεξε, αλιτήριε Δάμι, διότι με αυτά που λέγεις σχεδόν
+κατεδαφίζεις τους ναούς και τους βωμούς των θεών.</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Όχι όλους τους βωμούς, Τιμοκλή. Διότι δεν βλέπω να προέρχεται
+τίποτε κακόν απ' αυτών, αφού είνε πλήρεις από θυμιάματα και ευωδίας.
+Αλλά θα έβλεπα ευχαρίστως να ανατραπούν εκ βάθρων οι βωμοί της
+Αρτέμιδος εις την Ταυρίδα, επί των οποίων τοιαύτας ευωχίας δέχεται
+ευχαρίστως η παρθένος εκείνη
+(<sup><a href="#fn82" id="ref82">82</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι κακό είνε αυτό που μας ήλθε; Βλέπετε ότι δεν φείδεται
+κανενός εκ των θεών, αλλ' εις όλους κατά σειράν ψάλλει τα εξ αμάξης
+και</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μάρπτει εξείης, ος τ' αίτιος ος τε και
+ουκί
+(<sup><a href="#fn83" id="ref83">83</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Και όμως ολίγους δύνασαι να εύρης μεταξύ ημών, ω Ζευ, οι
+οποίοι να μη είνε άξιοι κατηγορίας. Ίσως δε μετ' ολίγον θα θίξη και
+κανένα από τους μεγαλειτέρους μας.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ουδέ όταν βροντά ο Ζευς δεν ακούεις, θεομάχε Δάμι;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Πως δεν ακούω τας βροντάς, Τιμοκλή; Αλλ' εάν εκείνος ο οποίος
+βροντά είνε ο Ζευς, συ θα το γνωρίζης καλλίτερα ο οποίος μας ήλθες
+από την διαμονήν των θεών· διότι εκείνοι τουλάχιστον οι οποίοι
+έρχονται από την Κρήτην άλλα μας διηγούνται· μας λέγουν ότι εκεί
+δεικνύουν ένα τάφον και επ' αυτού στήλην της οποίας η επιγραφή λέγει
+ότι δεν βροντά πλέον ο Ζευς, διότι προ πολλού απέθανεν.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Αυτό επερίμενα ότι θα το είπη. Αλλά διατί ωχρίασες, ω Ζευ,
+και τα δόντια σου συγκρούονται εκ του τρόμου; Πρέπει να δείξης θάρρος
+και να περιφρονήσης αυτούς τους ανθρωπίσκους.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι λέγεις, Μώμε; Να περιφρονήσω; Δεν βλέπεις πόσοι τον
+ακούουν και πώς πείθονται εις όσα λέγει καθ' ημών και φαίνονται ως να
+κρέμωνται από τα χείλη του;</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Αλλά συ, ω Ζευ, όταν θελήσης, ρίπτεις χρυσήν αλυσίδα και
+δύνασαι όλους αυτούς ν' ανασύρης ομού με την γην και την
+θάλασσαν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ειπέ μου, κατηραμένε, εταξείδευσες ποτέ σου;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Πολλάκις, Τιμοκλή.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Λοιπόν όταν εταξείδευες, σας ωδήγει ο άνεμος, ο οποίος
+εφούσκωνε τα πανιά, και η κωπηλασία ή ο κυβερνήτης ο οποίος ήτο είς
+και μόνος διηύθυνε και έσωζε το πλοίον;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Ο κυβερνήτης βέβαια.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ώστε το πλοίον αν δεν εκυβερνάτο δεν θα ηδύνατο να
+ταξειδεύση, και νομίζεις ότι το σύμπαν αυτό το οποίον βλέπεις
+κινείται χωρίς κυβερνήτην και χωρίς να το διευθύνη κανείς;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Εύγε, Τιμοκλή, το παράδειγμά σου είνε πολύ δυνατόν.</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Αλλά, θεοφιλέστατε Τιμοκλή, ξέρεις ότι ο κυβερνήτης ενός
+πλοίου φροντίζει πάντοτε δι' ό,τι συμφέρει το πλοίον του, προ πολλού
+παρασκευάζεται και δίδει οδηγίας εις τους ναύτας, τίποτε δε ανωφελές
+και παράλογον δεν υπάρχει εις το πλοίον, αλλά μόνον ό,τι είνε
+χρήσιμον και αναγκαίον διά τα ταξείδια. Ο ιδικός σου όμως ο
+κυβερνήτης, ο οποίος ως διατείνεσαι διευθύνει, αυτό το μέγα πλοίον,
+και οι σύντροφοί του δεν έχουν τακτοποιήση τίποτε κατά το πρέπον και
+την ανάγκην, αλλ' ο μεν πρότονος συμβαίνει ενίοτε να είνε
+παραριμμένος εις την πρύμνην, οι δε ποδεώνες εις την πρώραν και οι
+δύο· έστιν ότε δε αι άγκυραι είνε χρυσαί και ο χηνίσκος
+(<sup><a href="#fn84" id="ref84">84</a></sup>)
+ μολύβδινος· και τα μεν ύφαλα του πλοίου είνε καταστόλιστα, τα δε έξω
+του ύδατος τελείως αστόλιστα. Και εκ των ναυτών δε βλέπεις τον μεν
+αργόν και αμαθή και άτολμον εις το έργον του να λαμβάνη διπλούν και
+τριπλούν μισθόν, εις εκείνον δε ο οποίος είνε άριστος κολυμβητής και
+ευκολώτερα αναβαίνει εις τας κεραίας και γνωρίζει παν ό,τι απαιτεί το
+έργον του, είνε ανατεθειμένον να αντλή το νερόν το οποίον εισχωρεί
+εις το κύτος του πλοίου. Τα αυτά συμβαίνουν και με τους επιβάτας·
+βλέπομεν ένα άξιον μαστιγώσεως να κάθηται εις την καλλιτέραν θέσιν
+και πλησίον του κυβερνήτου ο οποίος του κάμνει παντοίας περιποιήσεις
+και άλλον κακοηθέστατον ή πατροκτόνον ή ιερόσυλον ν' απολαμβάνη
+μεγάλας τιμάς και να κατέχη τα επιφανέστερα μέρη του πλοίου, πολλούς
+δε ευγενείς ανθρώπους συστιβαγμένους και στενοχωρουμένους εις το
+βάθος του σκάφους και καταπατουμένους υπό των πραγματικώς
+υποδεεστέρων. Ενθυμίσου πώς ο Σωκράτης και ο Αριστείδης και ο Φωκίων
+εταξείδευσαν· ούτε άρτον είχαν πάντοτε και τοποθετημένοι επί των
+γυμνών σανίδων εις το κύτος, ούτε να εκτείνουν τους πόδας των είχον
+χώρον· με πόσα δε αγαθά εταξείδευσαν ο Καλλίας, ο Μειδίας και ο
+Σαρδανάπαλλος, διασκεδάζοντες και πτύοντες επί εκείνων οίτινες
+ευρίσκοντο κάτω από αυτούς.</p>
+
+<p>Αυτά γίνονται εις το πλοίον σου, σοφώτατε Τιμοκλή, και διά τούτο
+τα ναυάγια είνε απειράριθμα. Εάν όμως υπήρχε κανείς κυβερνήτης ο
+οποίος να επιβλέπη και να κανονίζη πάντα τα καθέκαστα, πρώτον δεν θα
+ηγνόει ποίοι είνε οι καλοί και ποίοι οι φαύλοι εκ των επιβατών του
+πλοίου του, και έπειτα εις έκαστον θα έδιδε θέσιν κατά την αξίαν του
+και εις μεν τους καλλιτέρους θα έδιδε την καλλιτέραν θέσιν επάνω, και
+πλησίον του, την κάτω δε εις τους χειροτέρους και θα προσελάμβανεν
+ομοτραπέζους και συμβούλους τους καλλιτέρους· εκ δε των ναυτών ο μεν
+πρόθυμος θα διωρίζετο επόπτης της πρώρας ή μιας εκ των πλευρών του
+πλοίου και πάντως θα είχε θέσιν ανωτέραν των άλλων, ο δε οκνηρός και
+αμελής θα εμαστιγόνετο πεντάκις της ημέρας με το καραβόσχοινον. Ώστε,
+λαμπρέ μου άνθρωπε, το παράδειγμα του πλοίου κινδυνεύει να ναυαγήση,
+διότι του έτυχε κακός κυβερνήτης.</p>
+
+<p>ΜΩΜ. Τα πράγματα διά τον Δάμιν πηγαίνουν λαμπρά και πλησίστιος
+προχωρεί προς την νίκην.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Δυστυχώς, Μώμε, αι εικασίαι σου θα επαληθεύσουν. Αυτός ο
+Τιμοκλής δεν δύναται να επινοήση κανέν ισχυρόν επιχείρημα, αλλ'
+επαναλαμβάνει τα κοινά και τετριμμένα, όλα ευκόλως ανατρεπόμενα.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Λοιπόν αφού το παράδειγμα του πλοίου δεν σου εφάνη πολύ
+ισχυρόν, άκουσε τώρα και εκείνο το οποίον δύναται να ονομασθή ιερά
+άγκυρα, διότι δεν θα δυνηθής με κανένα τρόπον να το συντρίψης.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Τι άρα γε θα είπη;</p>
+
+<p>ΤΙΜ. θα ίδης εάν αυτός ο συλλογισμός μου είνε ανακόλουθος και αν
+δύνασαι να τον ανατρέψης. Εάν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί· αλλ'
+υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν και θεοί. Τι έχεις ν' απαντήσης εις
+αυτά;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Άφησε να γελάσω πρώτον όσον αξίζει ο συλλογισμός σου και
+έπειτα σου απαντώ.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Αλλά φαίνεται ότι δεν θα παύσης ποτέ να γελάς. Δεν μου λέγεις
+τι το γελοίον βλέπεις εις αυτό το οποίον είπα;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Γελώ διότι δεν εννοείς ότι εκρέμασες την άγκυράν σου και
+μάλιστα την ιεράν από λεπτήν κλωστήν. Ενόμισες ότι αν συνδέσης την
+ύπαρξιν των θεών με την ύπαρξιν των βωμών θα κάμης δυνατώτερον το
+σχοινί και όμως το αποτέλεσμα είνε αντίθετον, ώστε εάν δεν έχης άλλο
+τίποτε λογικώτερον να είπης, καιρός να φύγωμεν.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Ομολογείς λοιπόν ότι ηττήθης και αποφασίζεις ν' απέλθης
+πρώτος;</p>
+
+<p>ΔΑΜ. Ναι, Τιμοκλή· διότι συ όπως οι καταδιωκόμενοι κατέφυγες εις
+τους βωμούς. Ώστε, μα την ιεράν άγκυραν, θέλω να συνάψω συνθήκην μετά
+σου επ' αυτών των βωμών ότι δεν θα συζητήσωμεν πλέον περί τοιούτων
+θεμάτων.</p>
+
+<p>ΤΙΜ. Με ειρωνεύεσαι, τυμβωρύχε και μιαρέ και κατάπτυστε και
+κάθαρμα άξιον μαστιγώσεως. Νομίζεις ότι δεν γνωρίζομεν τίνος πατρός
+είσαι τέκνον, πως η μητέρα σου επορνεύετο, πως έπνιξες τον άδελφόν
+σου και μοιχεύεις και τους νέους διαφθείρεις, λαιμαργότατε και
+αναισχυντότατε; Αλλά διατί φεύγεις; Περίμενε, διότι θέλω και να σε
+δείρω· θα σε σφάξω με αυτό το κεραμίδι, φαυλότατε.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ο Δάμις φεύγει και γελά, ο δε άλλος τον ακολουθεί και τον
+υβρίζει· τον ερεθίζει τόσον η ευθυμία του Δάμιδος, ώστε φαίνεται ότι
+και θα τον κτυπήση εις την κεφαλήν με το κεραμίδι το οποίον κρατεί.
+Ημείς δε τι πρέπει να πράξωμεν τώρα;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μου φαίνεται ορθόν εκείνο το οποίον είπεν ένας κωμικός
+ποιητής,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ουδέν πέπονθας δεινόν, αν μη προσποιή
+(<sup><a href="#fn85" id="ref85">85</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Διότι τι τόσον μέγα κακόν είνε εάν ολίγοι άνθρωποι επίστευσαν εις
+αυτά τα οποία είπεν ο Δάμις; Είνε πολύ περισσότεροι όσοι πιστεύουν τα
+εναντία, οι περισσότεροι εκ των Ελλήνων, ο πολύς και αμαθής όχλος και
+όλοι οι βάρβαροι.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Και όμως, Ερμή, εκείνο το οποίον είπε περί του Ζωπύρου ο
+Δαρείος μου φαίνεται πολύ ορθόν ώστε και εγώ θα επροτίμων να έχω ένα
+σύμμαχον οποίος ο Δάμις παρά μυρίας Βαβυλώνας.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ
+(<sup><a href="#fn86" id="ref86">86</a></sup>)
+</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΖΕΥΣ. Συ τακτοποίησε τα θρανία και συγύρισε την αίθουσαν δι' εκείνους
+οίτινες θα έλθουν. Συ έπειτα φέρε και τοποθέτησε κατά σειράν τους
+φιλοσόφους, αφού προηγουμένως τους στολίσης διά να κάνουν εντύπωσιν
+και να προσελκύσουν περισσοτέρους αγοραστάς. Συ δε, Ερμή, διαλάλει
+και συγκάλεσε υπό αισίους οιωνούς τους αγοραστάς να προσέλθουν εις το
+δημοπρατήριον. Θα εκπλειστηριάσωμεν φιλοσοφικούς βίους παντός είδους
+και πάσης κατηγορίας. Εάν δε κανείς δεν έχη να καταβάλη αμέσως το
+χρήμα, ας λάβη προθεσμίαν ενός έτους, αφού δώση εγγυητήν.</p>
+
+<p>ΕΡΜΗΣ. Πολλοί εμαζεύτηκαν, ώστε δεν πρέπει ν' αργοπορούμεν και να
+τους αφήνωμεν να περιμένουν.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ας αρχίση λοιπόν η δημοπρασία.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ποίον θέλεις να εκθέσωμεν πρώτον εις πώλησιν;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Αυτόν με την μακράν κόμην τον εξ Ιωνίας, ο οποίος φαίνεται
+από τους σοβαρωτέρους.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Συ ο Πυθαγορικός κατέβα και στάσου να σε εξετάσουν οι
+αγορασταί.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Λοιπόν διαλάλησε.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Πωλείται ο άριστος βίος και ο σεμνότατος. Ποιος θέλει να γίνη
+υπεράνθρωπος; Ποιος θέλει να γνωρίση την αρμονίαν του σύμπαντος και
+να αναζήση μετά θάνατον εις νέαν ζωήν;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. Το εξωτερικόν του δεν είνε άσχημον, αλλά τι κυρίως
+γνωρίζει;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αριθμητικήν, αστρονομίαν, θαυματοποιίαν, γεωμετρίαν, μουσικήν
+και μαγείαν. Έχεις ενώπιόν σου ένα εξαίρετον μάντιν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Επιτρέπεται να του κάμω μερικάς ερωτήσεις;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ελεύθερα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Από πού είσαι;</p>
+
+<p>ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ. Σάμιος.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και πού εσπούδασες;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Εις την Αίγυπτον κοντά εις τους εκεί σοφούς
+(<sup><a href="#fn87" id="ref87">87</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν, εάν σε αγοράσω, τι θα με διδάξης;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Δεν θα σε διδάξω τίποτε, αλλά θα σε ενθυμήσω.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς θα μ' ενθυμήσης;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Αφού σου εξαγνίσω πρώτον την ψυχήν και της αποπλύνω τον
+ρύπον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Υπόθεσε ότι τώρα είμαι καθαρός· κατά ποίον τρόπον θα μου
+φέρης τις αναμνήσεις;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Κατ' αρχάς θα υποβληθής εις ησυχίαν μακράν και σιωπήν και επί
+πέντε ολόκληρα έτη δεν θα εκστομίσης λέξιν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Να πας, φίλε μου, να γίνης παιδαγωγός εις το παιδί του
+Κροίσου
+(<sup><a href="#fn88" id="ref88">88</a></sup>)
+· εγώ είμαι φλύαρος και δεν θέλω να μεταβληθώ εις άγαλμα. Αλλά τέλος
+πάντων μετά την σιωπήν και την πενταετίαν τι θα γίνη;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Θα εξασκηθής εις την μουσικήν και την γεωμετρίαν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Νόστιμο αυτό· διά να γίνω σοφός είνε ανάγκη προηγουμένως να
+γίνω κιθαριστής.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Μετά τούτο θα μάθης ν' αριθμής.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και τώρα ξέρω να μετρώ.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Πώς μετράς;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Βλέπεις; Εκείνα που νομίζεις τέσσερα είνε δέκα και τρίγωνον
+τέλειον, εις το οποίον ημείς ορκιζόμεθα
+(<sup><a href="#fn89" id="ref89">89</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Μα το τέσσαρα, τον μέγαν αυτόν όρκον, πρώτην φοράν ακούω
+λόγους τόσον θείους και τόσον ιερούς
+(<sup><a href="#fn90" id="ref90">90</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Έπειτα, φίλε μου, θα μάθης τι είνε η γη, ο αήρ, το ύδωρ και
+το πυρ, ποία η κίνησίς των και ποία η μορφή των εν τη κινήσει.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς; Έχουν μορφήν το πυρ, ο αήρ και το νερόν;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Και πολύ ορατήν· διότι εάν δεν είχον μορφήν και σχήμα, δεν θα
+ηδύναντο να κινούνται. Μετά ταύτα θα μάθης ότι και ο θεός είνε
+αριθμός, νους και αρμονία.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Θαυμάσια αυτά που λέγεις.</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Εκτός δε των ειρημένων, θα μάθης και περί του εαυτού σου ότι
+είσαι άλλος παρ' ό,τι νομίζεις και ό,τι φαίνεσαι.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι λες; Άλλος είμαι και όχι εγώ που ομιλώ τώρα με σένα;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Τώρα είσαι συ, άλλοτε όμως παρουσιάζεσο με άλλο σώμα και άλλο
+όνομα· πάλιν δε μετά τινα καιρόν θα μεταβής εις άλλην ύπαρξιν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Θέλεις να πης ότι θα μένω αθάνατος και ότι θα μεταλλάσσω
+μορφάς διαφόρους; Αλλ' αρκετά είπαμεν δι' αυτά. Δεν μου λες και ποίαν
+δίαιταν ακολουθείς;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Δεν τρώγω τίποτε το οποίον να έχη ζωήν και εκ των άλλων
+αποφεύγω τους κυάμους.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Διατί; Ή μήπως δεν σ' ερέσουν τα κουκκιά;</p>
+
+<p>ΠΥΘ. Όχι, αλλ' οι κύαμοι είνε ιεροί και θεία η φύσις των. Εν
+πρώτοις ολόκληρος ο κύαμος είνε σπέρμα ζωής και αν ξεφλουδίσης κύαμον
+χλωρόν, θα ίδης ότι ομοιάζει πολύ προς τα γεννητικά όργανα του
+ανδρός· εάν δε αφού ψηθή τον αφήσης υπό την σελήνην επί ωρισμένας
+νύκτας μεταβάλλεται εις αίμα. Αλλά το σπουδαιότερον είνε ότι οι
+Αθηναίοι διά κυάμων εκλέγουν τους άρχοντάς των.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ωραία τα είπες όλα και θαυμάσια. Αλλά τώρα γδύσου, διότι
+θέλω να σε ίδω και γυμνόν. Μπα, ο μηρός του είνε χρυσός! Φαίνεται ότι
+δεν είνε άνθρωπος, αλλά θεός. Εξάπαντος θα τον αγοράσω. Πόσον θέλεις
+δι' αυτόν;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δέκα μνας.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τον αγοράζω εις αυτήν την τιμήν.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Γράψε το όνομα του αγοραστού και την πατρίδα του.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Φαίνεται ότι είνε Ιταλιώτης, ω Ζευ, από τα μέρη της εκεί
+Ελλάδος, τον Κρότωνα ή την Τάραντα. Δεν είνε όμως ένας, αλλά
+τριακόσιοι σχεδόν έκαμαν εταιρικώς την αγοράν.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ας τον πάρουν και ας έλθη άλλος.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Θέλεις να φέρωμεν αυτόν τον ακάθαρτον τον καταγόμενον από τον
+Πόντον;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Μάλιστα.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Συ με την σακκούλα, που έχεις γυμνούς τους ώμους, έλα και
+φέρε ένα γύρο διά να σε ιδούν όλοι. Πωλείται βίος ανδροπρεπής, βίος
+άριστος και θαρραλέος, βίος ελεύθερος. Ποιος θέλει να τον
+αγοράση;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες, κήρυξ; Πωλείς άνθρωπον ελεύθερον;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μάλιστα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και δεν φοβείσαι να καταδιωχθής ως εξανδραποδιστής και
+εναχθής εις τον Άρειον Πάγον;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αυτός δεν σκοτίζεται διά την πώλησίν του· διότι νομίζει ότι
+είνε τελείως ελεύθερος.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και εις τι μπορεί να χρησιμεύση άνθρωπος τόσο ρυπαρός και
+εις τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν; Το πολύ πολύ μόνον ως σκαφτιάν
+δύναται κάνεις να τον χρησιμοποιήση ή διά να κουβαλή νερόν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Και θυρωρόν εάν τον κάμης θα είνε πολύ πιστότερος από ένα
+σκύλον. Άλλως τε και αυτός κύων ονομάζεται.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και από πού είνε και τι επαγγέλλεται;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ρώτησε τον ίδιον· αυτό είνε το καλλίτερον. </p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Είνε τόσον κατσουφιασμένος και άγριος, ώστε φοβούμαι να μη
+με γαυγίση ή και να με δαγκάση, αν πλησιάσω. Δεν βλέπεις πως εσήκωσε
+το ραβδί και συνεφρυώθη και κυτάζει κατά τρόπον άγριον και
+απειλητικόν;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μη φοβάσαι· είνε ημερωμένος.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δεν μου λες, καλέ μου άνθρωπε, από πού είσαι;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Απ' όπου θέλεις.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι εννοείς;</p>
+
+<p>ΔίΟΓ. Έχεις ενώπιόν σου ένα πολίτην του κόσμου.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και ποιον ακολουθείς και μιμείσαι; ΔΙΟΓ. Τον Ηρακλέα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Κατά το ξύλον που κρατείς του ομοιάζεις· αλλά διατί δεν
+φορείς και την λεοντήν;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Η λεοντή μου είνε αυτός ο τρίβων. Το έργον μου δε είνε να
+πολεμώ, όπως εκείνος, τας ηδονάς, όχι κατά διαταγήν άλλου, αλλ'
+εκουσίως. Ο σκοπός μου είνε να καθαρίσω από αυτάς τον κόσμον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ευγενής σκοπός. Αλλά τέλος πάντων εις τι συνίστανται κυρίως
+αι γνώσεις σου και ποίαν τέχνην μετέρχεσαι;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Είμαι ελευθερωτής των ανθρώπων και ιατρός των παθών· εν
+γένει δε θέλω να είμαι της αληθείας και του θάρρους ο κήρυξ.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και αν σ' ερωτήσω, στόμα της αληθείας, κατά ποίον τρόπον θα
+με εξασκήσης;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Αφού σε παραλάβω θα σε γδύσω πρώτον από την καλοπέρασιν, θα
+σε αναγκάσω έπειτα να ζης με στερήσεις και θα σου φορέσω τρίβωνα όπως
+αυτόν που φορώ, κατόπιν δε θα σε υποβάλλω εις κόπους και κακοπαθείας,
+θα κοιμάσαι κατά γης, θα πίνης μόνον νερόν και θα τρέφεσαι με ό,τι
+τύχη. Αν έχης χρήματα θα σε συμβουλεύσω να πας να τα ρίψης εις την
+θάλασσαν, θ' αδιαφορήσης διά γυναίκα, τέκνα και πατρίδα και όλα αυτά
+θα τα θεωρής σαχλαμάρες, θ' αφήσης το σπίτι του πατέρα σου και θα
+κατοικήσης εις κανένα τάφον ή ερημόπυργον ή και πίθον. θα έχης την
+σακκούλαν γεμάτην από λούπινα και από βιβλία ολόγραφα
+(<sup><a href="#fn91" id="ref91">91</a></sup>)
+ και εις την κατάστασιν αυτήν θα θεωρής τον εαυτόν σου
+ευδαιμόνέστερον από τον βασιλέα των Περσών. Εάν δε κανείς σε δείρη ή
+σε βασανίση, να μη το θεωρής δυσάρεστον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι λες; Να μη πονώ όταν με δέρνουν; Δεν έχω το δέρμα της
+χελώνης ή του κάβουρα.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Ν' ακολουθής με μικράν παραλλαγήν εκείνο που είπεν ο
+Ευριπίδης.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Το πνεύμα σου θα πονέση αλλ' η γλώσσα θα μείνη ανάλγητος
+(<sup><a href="#fn92" id="ref92">92</a></sup>)
+. Προ πάντων όμως πρέπει να είσαι αυθάδης και θρασύς και να υβρίζης
+τους πάντας αδιακρίτως, βασιλείς και ιδιώτας, διότι ούτω ο κόσμος θα
+σε προσέξη και θα σε νομίση άφοβον. Η γλώσσα σου να είνε χυδαία και
+βάρβαρος και η φωνή σου δυνατή και εντελώς ομοία προς το γαύγισμα του
+σκύλου. Το πρόσωπόν σου να είνε αγριωπόν και το βάδισμα ανάλογον προς
+την τοιαύτην του προσώπου έκφρασιν. Εν γένει δε όλα σου να είνε
+θηριώδη και άγρια. Η εντροπή, η μετριοπάθεια και η πραότης ας είνε
+μακράν σου· και το ερύθημα να το αποξύσης εντελώς από το πρόσωπόν
+σου. Να συχνάζης κατά προτίμησιν εις τα πολυανθρωπότερα μέρη και εις
+αυτά πάλιν να ζης μόνος και ακοινώτητος, χωρίς κανένα να πλησιάζης
+και κανένα να έχης φίλον διότι αυτά είνε εναντίον των αρχών μας.
+Ενώπιον δε όλων να πράττης με θάρρος εκείνα τα οποία οι άλλοι και
+ιδιαιτέρως εντρέπονται να πράττουν. Και εις τας ηδονάς της Αφροδίτης
+να εκλέγης τους γελοιωδεστέρους τρόπους. Και τέλος, όταν θελήσης, να
+φάγης ένα κταπόδι ωμό ή σουπιά και ν' αποθάνης. Αυτή είνε η ευτυχία
+την οποίαν θα σου δώσω.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Να την κρατήσης για τον εαυτό σου. Αυτά που μου λες είνε
+απάνθρωπα και συχαμερά.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Εύκολα όμως και όλοι δύνανται να τα βάλλουν εις πράξιν. Δεν
+θα έχης ανάγκην από μάθησιν και σοφίαν γελοίαν, αλλ' η οδός που θα σε
+φέρη εις την δόξαν θα είνε σύντομος· διότι και κοινός άνθρωπος εάν
+είσαι, όπως βυρσοδέψης ή παστοπώλης, μαραγκός ή αργυραμοιβός
+(<sup><a href="#fn93" id="ref93">93</a></sup>)
+, τούτο δεν θα σε εμποδίση να γίνης περίφημος, αρκεί να έχης
+αναίδειαν και θράσος και να μάθης καλά να υβρίζης.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δι' αυτά δεν σε χρειάζομαι· ναύτης όμως ή κηπουρός δύνασαι
+εν ανάγκη να γίνης, εάν θέλουν να σε δώσουν το πολύ για δυο
+οβολούς.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Πάρε τον. Ευχαρίστως θα τον ξεφορτωθούμε, διότι μας ζαλίζει
+με τας κραυγάς του και όλους αδιακρίτως υβρίζει και κακολογεί.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον, εκείνον τον Κυρηναίον, ο οποίος φορεί πορφύραν
+και έχει στέφανον επί της κεφαλής του.
+(<sup><a href="#fn94" id="ref94">94</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Παρακαλώ να γίνη ησυχία, διότι το αντικείμενον είνε πολυτελές
+και έχει ανάγκην πλουσίων αγοραστών. Πρόκειται περί βίου ευχαρίστου,
+βίου τρισευτυχούς. Ποιος θέλει μίαν ζωήν ηδυπαθή; Ποιος θέλει ν'
+αγοράση αυτό το αβρότατον υποκείμενον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πλησίασε και λέγε τι γνωρίζεις και θα σε αγοράσω αν δύνασαι
+να μου είσαι χρήσιμος.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μη τον ενοχλής, φίλε μου, και μη χάνης τα λόγια σου, διότι
+είνε μεθυσμένος και δεν θα σου απαντήση· ως βλέπεις, τραυλίζει.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και ποιος έχασε τα μυαλά του ν' αγοράση ένα δούλον τόσον
+διεφθαρμένον και ακόλαστον; Αλλά και τι μυρωδιές έχει πάνω του! Και
+πώς τρικλίζει και φαίνεται έτοιμος να πέση! Αλλά λέγε μου τουλάχιστον
+συ, ω Ερμή, τι γνωρίζει και ποίαν τέχνην επαγγέλεται.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Κυρίως είνε καλός φίλος και ευχάριστος συμπότης και χορευτής·
+θα είνε πολύ διασκεδαστικός εις ένα αφέντην ο οποίος ρέπει εις τους
+έρωτας και εις την ασωτείαν. Αλλ' είνε και τέλειος σοφός εις την
+παρασκευήν των φαγητών και των γλυκυσμάτων και εν γένει είνε
+επιστήμων εις την καλοπέρασιν. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και
+υπηρέτησεν έπειτα τους τυράννους της Σικελίας και εξετιμάτο πολύ παρ'
+αυτών. Το κυριώτερον δόγμα του είνε να καταφρονή τα πάντα και
+συγχρόνως να επωφελήται τα πάντα και να λαμβάνη την ηδονήν όπου την
+ευρίσκει.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν ν' αποταθής εις άλλον από αυτούς τους πλουσίους που
+έχουν πολλά χρήματα· εγώ δεν είμαι κατάλληλος ν'αγοράσω ένα τέτοιον
+γλεντζέν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Φαίνεται ότι θα μας μείνη απώλητος αυτός.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ας αποσυρθή και φέρε άλλον. Ας έλθουν αυτοί οι δύο, αυτός
+από τα Άβδυρα που γελά και ο άλλος από την Έφεσον που κλαίει, θέλω να
+τους πωλήσωμεν και τους δύο ομού.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Κατεβήτε εις το μέσον. Πωλούνται δύο άριστοι βίοι, οι
+σοφώτατοι εξ όλων.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι αντίθετοι που είνε! Ο ένας δεν παύει να γελά. Ο άλλος
+φαίνεται ως να κλαίη τον πατέρα του. Δεν μου λες εσύ, γιατί
+γελάς;</p>
+
+<p>ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Ερωτάς; Διότι όλα όσα κάνετε μου φαίνονται γελοία και
+σεις γελοίοι.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες; Μάς εμπαίζεις όλους και περιφρονείς τα πράγματα
+εις τα οποία ασχολούμεθα;</p>
+
+<p>ΔΗΜ. Αυτό είνε· δεν βλέπω τίποτε το σπουδαίον εις αυτά και τα
+πάντα είνε κενά και ατόμων φορά και απειρία.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Όχι δα· συ είσαι αληθινά κενός και άπειρος του κόσμου. Αλλά
+δεν θα παύσης να γελάς; Τι αυθάδεια είνε αυτή; Και συ, φίλε μου,
+διατί κλαίεις; Μου φαίνεται ότι είνε προτιμότερον να ομιλή κανείς με
+σένα.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Τα ανθρώπινα πράγματα μου φαίνονται, ξένε, θλιβερά και
+αξιοδάκρυτα και τίποτε εξ αυτών δεν τρέχει προς το καλόν. Σας
+λυπούμαι λοιπόν και οδύρομαι· και τα μεν παρόντα δεν θεωρώ σπουδαία,
+τα δε μέλλοντα προβλέπω τρομερά· εννοώ την πυρπόλησιν και την
+καταστροφήν του σύμπαντος. Δι' αυτά κλαίω και διότι τίποτε δεν είνε
+στερεόν και όλα συστρέφονται εις ένα κυκεώνα και είνε το αυτό η
+τέρψις και η θλίψις, η γνώσις και η άγνοια, το μέγα και το μικρόν.
+Όλα περιστρέφονται και συναλλάσσονται εις το παιγνίδι των αιώνων.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και τι είνε ο αιών;</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛ. Ένα παιδί το οποίον παίζει πεσσούς
+(<sup><a href="#fn95" id="ref95">95</a></sup>)
+ και φιλονεικεί.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και οι άνθρωποι;</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛ. Θεοί θνητοί.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Οι δε θεοί;</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛ. Άνθρωποι αθάνατοι.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αινίγματα μου λέγεις, φίλε μου, ή γρίφους συνθέτεις; Οι
+λόγοι σου είνε σκοτεινοί όπως οι χρησμοί του Λοξίου Απόλλωνος.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛ. Διότι δεν έχετε καμμίαν σημασίαν δι' εμέ.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αλλά τότε δεν θα σ' αγοράση κανείς που τα έχει σωστά.</p>
+
+<p>ΗΡΑΚΛ. Και εγώ σας περιφρονώ εξ ίσου και τους αγοράζοντας και τους
+μη αγοράζοντας.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αυτός μου φαίνεται ότι δεν είνε καλά στα μυαλά του. Ούτε τον
+ένα, ούτε τον άλλον θ' αγοράσω.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Και αυτοί θα μείνουν απώλητοι.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Θέλεις να καλέσω τον Αθήναιον εκείνον τον πολύλογον;</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Μάλιστα.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Έλα λοιπόν συ. Πωλείται βίος αγαθός και συνετός. Ποιος θ'
+αγοράση ένα τόσον αξιοσέβαστον πρόσωπον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δεν μου λες τι κυρίως ξέρεις εσύ;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Είμαι παιδεραστής και σοφός εις τα του έρωτος.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ωραία! Και θέλεις να σε αγοράσω εγώ και να σε πάρω
+παιδαγωγόν εις το παιδί μου, που είνε καλοκαμωμένο;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Και ποιος από εμένα είνε καταλληλότερος να συναναστρέφεται
+ένα ωραίον νέον; Διότι δεν είμαι των σωμάτων εραστής αλλά των ωραίων
+ψυχών, θα τους ακούσης να λέγουν ότι και όταν συνέβη να κοιμηθούν
+μαζή μου υπό το αυτό σκέπασμα δεν έπαθαν τίποτε κακόν εκ μέρους μου
+(<sup><a href="#fn96" id="ref96">96</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αυτά να τα λες αλλού, ότι είσαι παιδεραστής και περιορίζεσαι
+μόνον εις την ψυχήν των παιδιών, ενώ δύνασαι να πας και πάρα πέρα,
+αφού κοιμάσθε υπό το αυτό σκέπασμα.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Σου ορκίζομαι εις τον σκύλον και εις τον πλάτανον ότι αυτή
+είνε η αλήθεια
+(<sup><a href="#fn97" id="ref97">97</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι θεοί είνε αυτοί εις τους οποίους ορκίζεσαι;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Γιατί; Δεν νομίζεις ότι είνε θεός ο σκύλος; Δεν γνωρίζεις
+ότι ο Άνουβις ο θεός των Αιγυπτίων είνε κυνοκέφαλος, επίσης δε ο
+Σείριος εις τον ουρανόν και ο Κέρβερος εις τον Άδην;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον
+ζης;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν
+μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους δικούς
+μου.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας
+γυναίκας. Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να
+ανήκη εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα
+βουλόμενον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας
+νόμους;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και
+των ανδραγαθούντων.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων· διότι πάντα
+όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η
+θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα
+βλέπω.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω
+εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό μου
+και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και
+οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα
+πληρώσω αργότερα.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Το όνομά σου;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος
+(<sup><a href="#fn98" id="ref98">98</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει
+αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου,
+τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει
+μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός
+ευχάριστος και καλοφαγάς.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και η τιμή;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δύο μναι.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λάβε τις· αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν
+περισσότερον.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες
+τσαπέλες σύκα της Καρίας.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και
+σκυθρωπός, τον Στωικόν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν
+περιμένουν. Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή.
+Ποιος θέλει να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος,
+ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο θέλετε
+(<sup><a href="#fn99" id="ref99">99</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και
+τα τοιαύτα.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Φαίνεται.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις
+εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από
+ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα
+(<sup><a href="#fn100" id="ref100">100</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα
+δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους
+ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι σπουδαίοι
+όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον αυτά
+γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν η
+οποία υπάρχει μεταξύ των.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον
+τι είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός
+αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν· αν ένας χωλός σκοντάψη με το
+κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον
+δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα
+πληγή παρασύμβαμα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και
+δεσμεύω εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως
+με φίμωτρον· η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα· έχεις παιδί;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και
+το αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το
+αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου
+δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω
+το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν
+προφθάση και το καταπιή.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι,
+(<sup><a href="#fn101" id="ref101">101</a></sup>)
+ θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα πράγματα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ποία;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα
+(<sup><a href="#fn102" id="ref102">102</a></sup>)
+ συλλογισμόν, εκτός δε τούτων την Ηλέκτραν και τον
+εγκεκαλυμμένον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η
+Ηλέκτρα;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα
+αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε· διότι όταν ευρίσκετο ενώπιόν
+της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε μεν τον
+Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης το
+ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν, ο
+οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον πατέρα
+σου;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον
+γνωρίσης; Τι θα πης;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου· ώστε εάν τον αγνοής,
+επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν
+μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα
+φθάσης εις την κορυφήν της αρετής;
+(<sup><a href="#fn103" id="ref103">103</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν
+την πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και
+τα τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ,
+σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να
+παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις
+(<sup><a href="#fn104" id="ref104">104</a></sup>)
+· και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός εάν
+δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη
+κανείς, Γνίφων
+(<sup><a href="#fn105" id="ref105">105</a></sup>)
+ και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το προσόν το έχεις — πώς
+πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος ήδη κατέπιε τον
+ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο
+συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι
+λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις τους
+σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον να
+λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους των
+τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι πρώτοι και
+οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά και κατά τον
+φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον θα λάβη και τον
+δεύτερον· αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και τον δεύτερον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά
+των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να
+είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να
+αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς· διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού
+μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν πρέπει
+να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω να
+γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε
+δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα
+αναπόδεικτον συλλογισμόν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις
+σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε
+αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς,
+αγαπητέ.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Ιδού πώς· ο λίθος είνε σώμα;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Είνε.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Φαίνεται.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και
+κάμε με εκ νέου άνθρωπον.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου,
+παν σώμα είνε ζώον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Όχι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Όχι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ναι.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να
+ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα σ'
+αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λάβε.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού
+συλλογισμού.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον
+σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;</p>
+
+<p>ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον,
+διπλούς.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δηλαδή;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός· ώστε, αν τον
+αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και τον
+εξωτερικόν άνθρωπον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω
+τούτων.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Είκοσι μνας.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά
+θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης
+παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της
+θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των
+στρειδιών.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί
+σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός
+της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος όχι
+γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά
+(<sup><a href="#fn106" id="ref106">106</a></sup>)
+, ώστε τον αγοράζω είκοσι μνας.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Καλά.</p>
+
+<p>ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία
+(<sup><a href="#fn107" id="ref107">107</a></sup>)
+, πλησίασε και κάνε γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι
+επωλήθησαν και δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση
+αυτόν εδώ;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Εγώ· αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς είπες;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις
+ζυγαριές;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω· όταν δε τας
+εύρω εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία
+είνε η αληθεστέρα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα
+(<sup><a href="#fn108" id="ref108">108</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο
+σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός
+συγχρόνως;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως
+διαφέρω από τον σκώληκα.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός
+εδώ;</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι
+(<sup><a href="#fn109" id="ref109">109</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα
+πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.</p>
+
+<p>ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.</p>
+
+<p>ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε
+τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις
+δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε τον
+με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας ξεφύγη.
+Εμπρός, Πλάτων, κτύπα· και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος. Όλοι ας
+ορμήσωμεν εναντίον του,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις
+(<sup><a href="#fn110" id="ref110">110</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον.
+Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να
+μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε· ας τιμωρηθή, αναλόγως των
+συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και όμως
+δεν έπρεπε.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος
+οργής
+(<sup><a href="#fn111" id="ref111">111</a></sup>)
+·</p>
+
+<p>Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί
+τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα
+ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να τον
+τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους βασάνους,
+ώστε να μας ικανοποίηση όλους· διότι δι' όσα έπραξεν εις έκαστον εξ
+ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.</p>
+
+<p>ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;</p>
+
+<p>ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να
+μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο
+Ορφεύς,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον
+(<sup><a href="#fn112" id="ref112">112</a></sup>)
+,</p>
+
+<p>διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...</p>
+
+<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ· σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να
+με λυπηθήτε.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου· τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι
+λέγει ο Όμηρος,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια
+πιστά
+(<sup><a href="#fn113" id="ref113">113</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ
+σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε
+άποινα<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ
+(<sup><a href="#fn114" id="ref114">114</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με
+Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο
+θυμώ<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς
+(<sup><a href="#fn115" id="ref115">115</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Ω δυστυχία μου! ο Όμηρος εις τον οποίον είχα τας
+μεγαλειτέρας μου ελπίδας εις ουδέν με ωφέλησε. Πρέπει να καταφύγω εις
+τον Ευριπίδην και ίσως εκείνος με σώση.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μη κτείνε· τον ικέτην γαρ ου θέμις κτανείν
+(<sup><a href="#fn116" id="ref116">116</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Μήπως ο Ευριπίδης δεν είπε και τα εξής :</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ού δεινά πάσχειν δεινά τοις ειργασμένοις
+(<sup><a href="#fn117" id="ref117">117</a></sup>)
+;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Λοιπόν διά τοιούτους ματαίους λόγους Θα με καταδικάσετε εις
+θάνατον;</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Διατί όχι; Μήπως ο ίδιος δεν λέγει και το εξής;</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχαλίνων στομάτων<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανόμου τ' αφροσύνας<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το τέλος δυστυχία
+(<sup><a href="#fn118" id="ref118">118</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Λοιπόν, αφού απεφασίσθη ο θάνατός μου και δεν υπάρχει τρόπος
+να τον αποφύγω, σας παρακαλώ τουλάχιστον να μου ειπήτε ποίοι είσθε
+και τι τόσον μέγα κακόν σας έκαμα, ώστε η οργή σας εναντίον μου να
+είνε τόσον αμείλικτος και να ζητήτε τον θάνατόν μου.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Διά τα κακά τα οποία μας έκαμες να ερωτάς τον εαυτόν σου,
+κακούργε, και τους ωραίους εκείνους λόγους σου, εις τους οποίους και
+αυτήν την φιλοσοφίαν εκακολόγεις και ημάς ύβριζες και μας επώλεις εις
+δημοπρασίαν άνδρας σοφούς και το σπουδαιότερον ελευθέρους. Διά τούτο
+αγανακτήσαντες εζητήσαμεν άδειαν από τον Πλούτωνα, ο Χρύσιππος αυτός,
+ο Επίκουρος και ο Πλάτων εγώ και ο Αριστοτέλης εκείνος και αυτός που
+σιωπά ο Πυθαγόρας, ο Διογένης και όλοι όσους διέσυρες εις τα έργα
+σου.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Ανέπνευσα· διότι δεν θα με θανατώσετε εάν μάθετε ποία
+αισθήματα έθρεφα προς υμάς. Ώστε πετάξετε τους λίθους, αλλά μάλλον
+φυλάξετέ τους, διότι θα τους μεταχειρισθήτε κατ' εκείνων που είνε
+άξιοι λιθοβολισμού.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Αυτά να σου λείψουν. Συ πρέπει σήμερον να τιμωρηθής με
+θάνατον και μάλιστα αμέσως.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Λάϊνον έσσο χιτώνα κακών ένεχ' όσα έοργας
+(<sup><a href="#fn119" id="ref119">119</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Και όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αν φονεύσετε εμέ θα
+φονεύσετε εκείνον εις τον οποίον προ πάντων έπρεπε να ευγνωμονήτε, ο
+οποίος είνε οικείος προς υμάς και φίλος και ομόφρων και, αν μου
+επιτρέπετε να το είπω, προστάτης και φύλαξ της διδασκαλίας σας και
+πολύ εκοπίασα εξ αγάπης προς υμάς. Προσέξετε λοιπόν να μη φανήτε
+όμοιοι με τους σημερινούς φιλοσόφους, δηλαδή αχάριστοι και κακοί προς
+άνθρωπον ο οποίος σας ευηργέτησε.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Τι αναισχυντία! Ώστε χάριν σου οφείλομεν διά τας ύβρεις;
+Νομίζεις ότι ομιλείς προς κτήνη και θέλεις να θεωρήσωμεν ως
+ευεργεσίαν τας τόσας ύβρεις και συκοφαντίας;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Και πού ή πότε εγώ σας ύβρισα, ο οποίος πάντοτε υπήρξα
+θαυμαστής της φιλοσοφίας και σας υπερεπαινώ; και τα έργα τα οποία
+λέγω και γράφω πόθεν άλλοθεν ή από σας έλαβα και ως μέλισσα τα
+απήνθισα και τα επιδεικνύω εις τους ανθρώπους; Οι δε άνθρωποι
+επαινούν και αναγνωρίζουν έκαστος το άνθος πόθεν, πώς και εκ τίνος το
+έδρεψα, και φαίνονται μεν ότι επαινούν εμέ διά την ανθολογίαν,
+πραγματικώς όμως γνωρίζουν χάριν εις υμάς και τον ανθώνα σας, οι
+οποίοι τοιαύτα άνθη ποικίλα και πολύχρωμα έχετε παραγάγη, δυνάμενα να
+χρησιμεύσουν και προς δόξαν εκείνου όστις δύναται να συλλέξη και τα
+συναρμόση, ούτως ώστε να συμφωνούν μεταξύ των και να σχηματίζουν
+σύνολον αρμονικόν. Είνε λοιπόν δυνατόν άνθρωπος ο οποίος τοιαύτας
+ευεργεσίας έλαβε παρ' υμών να κατηγορήση τους ευεργέτας του, εξ
+αιτίας των οποίων και αυτός φαίνεται τώρα ότι είνε κάτι τι; Εκτός εάν
+έχη τον χαρακτήρα του Θαμίριδος ή του Ευρύτου, ο οποίος ενώ είχε
+διδαχθή το άσμα παρά των Μουσών, εφέρετο προκλητικώς προς τας Μούσας
+και ετάνυεν εναντίον του Απόλλωνος το τόξον του, ενώ παρ' αυτού είχε
+διδαχθή την τοξευτικήν...</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Ομιλείς ως ρήτωρ και αυτό το οποίον λέγεις είνε αντίθετον
+προς το πράγμα και μεγαλείτερον αποδεικνύει το θράσος σου, καθότι εις
+το αδίκημα προσθέτει και την αχαριστίαν, διότι, ενώ παρ' ημών έμαθες
+να τοξεύης, εναντίον ημών έστρεψες το τόξον σου και ως μόνον σκοπόν
+είχες να κακολογής όλους ημάς. Αυτήν την αμοιβήν ελάβομεν παρά σου
+διά την χάριν την οποίαν σου εκάμαμεν να σου αφήσωμεν ανοικτόν των
+ανθώνα εκείνον και να μη σ' εμποδίσωμεν να κόψης άνθη και αφού έκαμες
+άφθονον προμήθειαν ν' απέλθης. Διά τούτο είνε δίκαιον να τιμωρηθής
+διά θανάτου.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Βλέπετε ότι ακούετε περισσότερον την οργήν σας παρά το
+δίκαιον; Δεν εφανταζόμην ποτέ ότι ηδύνατο η οργή να κυριεύη τον
+Πλάτωνα, τον Χρύσιππον ή τον Αριστοτέλην ή άλλον από σας, αλλ'
+ενόμιζα ότι μόνοι σεις είσθε απηλλαγμένοι αυτού του πάθους. Σας
+παρακαλώ μη με θανατώσετε άκριτον και αδίκαστον, διότι και τούτο ήτο
+γνώμη σας ότι δεν πρέπει να επικρατή η βία και το δίκαιον του
+ισχυροτέρου, αλλ' αι διαφοραί να λύωνται κατά το δίκαιον και αφού
+ακουσθούν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Ώστε εκλέξατε ένα δικαστήν
+και απαγγείλλετέ μου κατηγορίαν ή όλοι υμείς ή ένας, τον οποίον θα
+διορίσετε αντιπρόσωπον οι λοιποί, εγώ δε θα απολογηθώ διά τας
+κατηγορίας και αν μεν αποδειχθώ ένοχος και το δικαστήριον αναγνωρίση
+την ενοχήν μου, θα υποστώ την δικαίαν τιμωρίαν· αλλά μη προβήτε εις
+καμμίαν αυθαιρεσίαν. Εάν δε αποδειχθώ κατά την δίκην αγνός και αθώος,
+οι δικασταί θα με απολύσουν και σεις τότε θα στρέψετε την οργήν σας
+εναντίον εκείνων οίτινες σας εξηπάτησαν και σας εξηρέθισαν εναντίον
+μου.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Είνε ως ν' απολύσωμεν τον ίππον εις την πεδιάδα, κατά την
+παροιμίαν, διά να τον φυλάξωμεν καλλίτερα. Θα γελάσης τους δικαστάς
+και θα διαφύγης· διότι ως ηκούσαμεν είσαι ρήτωρ και δικηγόρος, πολύ
+πανούργος εις τους λόγους. Ποίον δικαστήν να βάλωμεν να σε δικάση,
+τον οποίον να μη δωροδοκήσης, κατά την συνήθειάν σας, και να τον
+πείσης να ψηφίση υπέρ σου παρά την συνείδησίν του;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Δι' αυτό μη ανησυχήτε· δεν θα ζητήσω να γίνη δικαστής κανέν
+τοιούτον πρόσωπον ύποπτον και αμφιβόλου ακεραιότητος, το οποίον να με
+αθωώση κατά χάριν ή με δωροδοκίαν. Προτείνω να με δικάση η Φιλοσοφία
+και σεις μετ' αυτής.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Και ποιος θα υποστηρίξη την κατηγορίαν, όταν ημείς θα είμεθα
+δικασταί;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Οι ίδιοι να είσθε κατήγοροι και δικασταί· δεν το φοβούμαι
+και τούτο. Τόσην πεποίθησιν έχω εις το δίκαιόν μου και εις την
+δύναμιν των επιχειρημάτων τα οποία θα μεταχειρισθώ εις την απολογίαν
+μου.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Τι λέτε σεις, Πυθαγόρα και Σωκράτη; Μου φαίνεται ότι αι
+αξιώσεις του δεν είνε παράλογοι.</p>
+
+<p>ΣΩΚΡ. Τι άλλο παρά να πάμε εις το δικαστήριον, να παραλάβωμεν δε
+και την Φιλοσοφίαν και εκεί ν' ακούσωμεν τι απολογείται αυτός ο
+άνθρωπος; Να τον τιμωρήσωμεν αδίκαστον δεν αρμόζει εις ημάς, αλλ' εις
+ανθρώπους αμαθείς και οργίλους, οι οποίοι λύουν τας διαφοράς των με
+το δίκαιον του ισχυροτέρου. Θα δώσωμεν δε και αφορμάς κατηγοριών εις
+τους κακοβούλους αν λιθοβολήσωμεν άνθρωπον χωρίς να του επιτρέψωμεν
+ν' απολογηθή, ενώ καυχώμεθα ότι τόσον αγαπώμεν την δικαιοσύνην. Και
+τι θα είπωμεν τότε περί του Ανύτου και Μελήτου, των κατηγόρων μου, ή
+περί των τότε δικαστών, εάν αυτός θανατωθή χωρίς ουδόλως να του
+επιτρέψωμεν ν' απολογηθή;</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Πολύ σωστά λέγεις, Σωκράτη· ώστε ας πάμε να εύρωμεν την
+Φιλοσοφίαν. Αυτή ας δικάση και ημείς ας αποδεχθώμεν τας αποφάσεις
+της.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Εύγε, σοφώτατοι, αυτά τα οποία λέγετε τώρα είνε καλλίτερα
+και νομιμώτερα. Τους λίθους φυλάξετε, όπως σας είπα, διότι θα τους
+χρειασθήτε ολίγον αργότερα εις το δικαστήριον. Αλλά πού δύναται
+κανείς να εύρη την Φιλοσοφίαν; Διότι δεν γνωρίζω πού κατοικεί, καίτοι
+έχω περιπλανηθή επί πολύ προς αναζήτησίν της διότι επεθύμουν να την
+γνωρίσω και την συναναστραφώ. Συνήντησα διαφόρους με μανδύας και
+μεγάλας γενειάδας, οίτινες έλεγον ότι προήρχοντο εξ αυτής και,
+νομίζων ότι την εγνώριζον πραγματικώς, τους ηρώτων αλλ' αυτοί την
+ηγνόουν πολύ περισσότερον από εμέ και ή δεν μου έδιδον καμμίαν
+απάντησιν διά να μη φανερώσουν την άγνοιάν των ή άλλην αντ' άλλης
+θύραν μου εδείκνυον και ούτω μέχρι σήμερον δεν κατώρθωσα ακόμη να
+εύρω την κατοικίαν της Φιλοσοφίας. Συνέβη πολλάκις ή μόνος να εικάσω
+ή οδηγούμενος παρ' άλλου να φθάσω εις μίαν θύραν και να νομίζω ότι
+επί τέλους ανεκάλυψα την ζητουμένην οικίαν, εσυμπέραινα δε τούτο εκ
+του πλήθους των εισερχομένων και εξερχομένων, οίτινες όλοι ήσαν
+σκυθρωποί και σοβαροί το παράστημα και εφαίνοντο βυθισμένοι εις
+σκέψεις. Ανεμίχθην εις αυτούς και εισήλθα. Αλλ' αντί της αληθινής
+Φιλοσοφίας ευρήκα γύναιον χωρίς καμμίαν απλότητα, μολονότι εφαίνετο
+προσπαθούσα να φαίνεται αφελής και απεριποίητος. Εντός ολίγου
+διέκρινα ότι και την κόμην της ήτις εφαίνετο ατημέλητος δεν άφηνεν
+ακαλλώπιστον και το ένδυμά της δεν ήτο ανεπιτήδευτον· και ήτο
+πρόδηλον ότι και την ατημελησίαν εκείνην μετεχειρίζετο ως στολισμόν.
+Διεκρίνετο δε εις το πρόσωπόν της και ολίγον ψιμύθιον και οι λόγοι
+της ήσαν όλοι εταίρας λόγοι· και όταν την επαινούσαν διά το κάλλος
+της οι ερασταί της εφαίνετο ευχαριστημένη και αν της έδιδε κανείς
+χρήματα και δώρα, προθύμως τα εδέχετο και εκ των εραστών τους μεν
+πλουσίους εκάλει πλησίον της, τους δε πτωχούς ούτε ητένιζε. Πολλάκις
+δε συνέβη να φανούν δήθεν ακουσίως τα γυμνά μέλη της και τότε έβλεπα
+ότι εφόρει περιδέραια χρυσά παχύτερα από τους κλοιούς των
+φυλακισμένων. Έφυγα λοιπόν αμέσως, οικτείρων τους δυστυχείς εκείνους,
+οίτινες εσύροντο παρ' αυτής ουχί από την μύτην, αλλ' από τα γένεια,
+και όπως ο Ιξίων, συνευρίσκοντο με σκιάν νομίζοντες ότι ήτο η
+Ήρα.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Αυτό που είπες είνε αληθές, διότι δεν είνε εις όλους γνωστόν
+ούτε καθένας δύναται ν' ανακαλύψη την θύραν της. Αλλ' είνε περιττόν
+να πάμε εις την κατοικίαν της· ας την περιμένωμεν εδώ εις τον
+Κεραμεικόν, όπου θα έλθη μετ' ολίγον επιστρέφουσα εκ της Ακαδημίας,
+διά να περιπατήση και εις την Ποικίλην, όπως καθ' εκάστην συνειθίζει.
+Αλλ' ιδού έρχεται. Βλέπεις εκείνην την σεμνήν γυναίκα με το γλυκύ
+βλέμμα, η οποία βαδίζει σιγά και σκεπτική;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Βλέπω πολλάς ομοίας και κατά το ήθος και κατά το βάδισμα και
+κατά την ενδυμασίαν. Βέβαια η αληθής Φιλοσοφία, θα είνε μία εξ
+αυτών.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Άμα θα ομιλήση θα εννοήσης ποία είνε.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Μπα! Πώς εδώ πάνω ο Πλάτων, ο Χρύσιππος, ο Αριστοτέλης
+και όλοι οι άλλοι, οι κορυφαίοι εκ των μαθητών μου; Πώς ήλθατε πάλιν
+εις την ζωήν; Μήπως δεν είσθε ευχαριστημένοι κάτω; Φαίνεσθε
+θυμωμένοι. Και ποιος είνε αυτός τον οποίον έχετε μαζή σας ως
+αιχμάλωτον; Μήπως είνε τυμβωρύχος, φονεύς ή ιερόσυλος;</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Μα τον Δία, Φιλοσοφία, είνε ο ασεβέστερος εξ όλων των
+ιεροσύλων. Αυτός ετόλμησε να υβρίση και σε την θειοτάτην και ημάς
+όλους, όσοι κάτι εδιδάχθημεν παρά σου και το αφήκαμεν εις τας
+επερχομένας γενεάς.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Και εθυμώσατε διότι ένας άνθρωπος σας εκακολόγησε, ενώ
+γνωρίζετε πόσα μου ψάλλει εμένα η Κωμωδία εις τα Διονύσια και όμως
+την θεωρώ φίλην και ούτε εις το δικαστήριον την εκάλεσα, ούτε επήγα
+να της παραπονεθώ, αλλά την αφήνω να λέγη τα συνειθισμένα της και τα
+πρέποντα εις την εορτήν; Διότι γνωρίζω ότι από τα σκώμματα δεν
+δύναται να προέλθη τίποτε κακόν, αλλ' εξ εναντίας το καλόν, όπως ο
+χρυσός όταν τρίβεται και καθαρίζεται, γίνεται λαμπρότερος και
+περισσότερον φαίνεται η αξία του. Δεν εννοώ πώς εγίνατε τόσον
+ευερέθιστοι και θυμώδεις. Διατί τον έχετε αυτόν δεμένον από τον
+λαιμόν;</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Ελάβαμεν την άδειαν επίτηδες να έλθωμεν επάνω και να τον
+τιμωρήσωμεν κατά τα έργα του· διότι εμανθάναμεν τα όσα έλεγεν εις τα
+πλήθη εναντίον μας.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Και χωρίς να δικασθή και ν' απολογηθή θα τον θανατώσετε;
+Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει να είπη.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Όχι, απεφασίσαμεν να αναθέσωμεν την υπόθεσιν εις την κρίσιν
+σου· και αν θέλης δίκασε τον όπως νομίζεις πρέπον.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Τι λέγεις εσύ;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Αυτό είπα και εγώ, δέσποινα Φιλοσοφία, διότι μόνον συ
+δύνασαι να εύρης την αλήθειαν. Με πολλάς παρακλήσεις και με πολλήν
+δυσκολίαν κατώρθωσα να ανατεθή εις εσέ η δίκη.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Τώρα, αχρείε, την λέγεις δέσποιναν, προ ολίγων ημερών όμως
+την εξηυτέλιζες ενώπιον πολυαρίθμων θεατών, διατιμών έκαστον σύστημα
+αυτής δύο οβολούς.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Προσέξετε μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν εκακολόγει την
+Φιλοσοφίαν, αλλά διαφόρους αγύρτας, οίτινες με το όνομά μας πράττουν
+πολλάς και διαφόρους μυσαράς πράξεις.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. θα το μάθης παρά του ιδίου, αν μόνον θέλησης ν' ακούσης την
+απολογίαν του.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Πηγαίνομεν εις τον Άρειον Πάγον ή μάλλον εις την Ακρόπολιν,
+διά να βλέπωμεν συγχρόνως και τι γίνεται εις την πόλιν. Σεις δε,
+αγαπηταί, πηγαίνετε να περιπατήσετε εις την Ποικίλην και θα έλθω να
+σας εύρω μετά το τέλος της δίκης.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Και ποιες είνε αυτές, Φιλοσοφία; Και αυτές φαίνονται πολύ
+σεμνές.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Αυτή η ανδροπρεπής είνε η Αρετή, εκείνη δε η άλλη είνε η
+Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη αυτή που στέκεται πλησίον της. Αυτή που
+πηγαίνει μπροστά είνε η Παιδεία, η άλλη δε που μόλις διακρίνεται και
+έχει το χρώμα αμφίβολον είνε η Αλήθεια.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Δεν βλέπω ποίαν λέγεις.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Δεν βλέπεις εκείνην την αστόλιστη γυναίκα, η οποία
+διαφεύγει και διολισθαίνει;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Τώρα μόλις την διακρίνω. Αλλά διατί δεν παραλαμβάνεις και
+αυτάς διά να γίνη πλήρες και τέλειον το δικαστήριον; θέλω δε να
+διορίσω και συνήγορόν μου κατά την δίκην την Αλήθειαν.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Έχεις δίκαιον, ακολουθήσετε και σεις· δεν θα είνε κοπιώδες
+να δικάσωμεν μίαν δίκην, αφού μάλιστα θα πρόκειται περί των ιδικών
+μας υποθέσεων.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘΕΙΑ. Φύγετε σεις· εγώ δεν έχω ανάγκην ν' ακούσω πράγματα, τα
+οποία προ πολλού γνωρίζω.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Αλλ' ημείς έχομεν ανάγκην να λάβης μέρος εις την δίκην διά
+να καταγγείλης και τα καθέκαστα.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘ. Λοιπόν θα συμπαραλάβω και αυτάς τας δύο θεραπαινίδας, αι
+οποίαι μου είνε αχώριστοι.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Και όσας άλλας θέλεις.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘ. Ακολουθήτε λοιπόν, Ελευθερία και Παρρησία, διά να
+προσπαθήσωμεν να σώσωμεν αυτόν τον ταλαίπωρον άνθρωπον, ο οποίος είνε
+θιασώτης μας και κινδυνεύει χωρίς δικαίαν αφορμήν. Συ δε, Έλεγχε,
+περίμενε αυτού.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Όχι, δέσποινα, αλλ' ας έλθη και αυτός και οιοσδήποτε άλλος·
+διότι δεν έχω να αγωνισθώ με θηρία συνήθη, αλλά με ανθρώπους αγύρτας
+και δυσκόλως εξελεγχομένους, οι οποίοι πάντοτε ευρίσκουν υπεκφυγάς·
+ώστε η παρουσία του Ελέγχου είνε αναγκαία.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Βέβαια πολύ αναγκαία· το καλλίτερον δε θα ήτο να παραλάβης
+και την Απόδειξιν.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘ. Ακολουθείτε όλοι, αφού θεωρείσθε τόσον αναγκαίοι, διά την
+δίκην.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Φοβείσθε λοιπόν ακόμη, συ Πλάτων και Χρύσιππε και
+Αριστοτέλη, μήπως ο δικαστής μεροληπτήση υπέρ αυτού, αφού δικαστής
+είνε η Αλήθεια; ΠΛΑΤ. Δεν λέγομεν αυτό, αλλ' είνε πανούργος και
+κολακευτικός και είνε φόβος μήπως την παραπείση.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Μη ανησυχήτε και δεν θα γίνη καμμία αδικία, αφού και η
+Δικαιοσύνη θα συμπαρίσταται εις την δίκην. Ας ανεβαίνωμεν λοιπόν.
+Αλλά δεν μου λέγεις εσύ πώς ονομάζεσαι;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Εγώ ονομάζομαι Παρρησιάδης Αληθίωνος του Ελεγξικλέους.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Η δε πατρίς σου;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Είμαι Σύρος από τα περίχωρα του Ευφράτου. Αλλά τι σημαίνει
+αυτό; Γνωρίζω ότι και εκ των αντιδίκων τινές είνε όχι ολιγώτερον εμού
+βάβαροι την καταγωγήν· αλλ' ο τρόπος και η μόρφωσίς των δεν είνε όπως
+των Σολέων, των Κυπρίων, των Βαβυλωνίων ή των Σταγειριτών
+(<sup><a href="#fn120" id="ref120">120</a></sup>)
+. Άλλως τε εις την ιδικήν σου εκτίμησιν δεν εκπίπτει κανείς αν κατά
+την γλώσσαν είνε βάρβαρος, αρκεί να έχη ευθύν και δίκαιον
+χαρακτήρα.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Βεβαίως, αλλ' η ερώτησίς μου εις άλλο απέβλεπε. Το
+επάγγελμα σου ποίον είνε; Διότι πρέπει να το γνωρίζω αυτό.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Μισώ τους φαντασμένους και τους αγύρτας και τους ψεύστας και
+τους επηρμένους, μισώ όλα αυτά τα είδη των σιχαμερών ανθρώπων, οι
+οποίοι, ως γνωρίζεις, είνε πάρα πολλοί.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Πάρα πολύ μίσος υπάρχει εις το επάγγελμά σου.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Είνε αληθές· βλέπεις λοιπόν πόσους αποστρέφομαι και πόσον
+κινδυνεύω χάριν της επιστήμης μου. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά και την
+αντίθετον τέχνην, η οποία ως βάσιν έχει την αγάπην· αλλά πολύ ολίγοι
+είνε άξιοι αυτής της τέχνης. Οι άλλοι όμως οι αξιομίσητοι είνε
+μυριάδες. Κινδυνεύω λοιπόν την μεν μίαν τέχνην να λησμονήσω εξ
+αχρηστίας, εις δε την άλλην να γίνω καθ' υπερβολήν εντριβής.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Και όμως έπρεπε να μη παραμελής την μίαν χάριν της άλλης
+και να μη διαιρής τας τέχνας, διότι ενώ φαίνονται δύο είνε μία.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Καλλίτερα τα ξέρεις αυτά συ, Φιλοσοφία. Αλλά τέλος πάντων το
+έργον μου είνε αυτό, τους μεν κακούς να μισώ, να επαινώ δε και ν'
+αγαπώ τους καλούς.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Ελάτε λοιπόν, διότι εφθάσαμεν. Εδώ κάπου εις τον πρόναον
+της πολιούχου ας γίνη η δίκη. Συ, ιέρεια, τακτοποίησε μας τα
+καθίσματα, κατά το διάστημα δε τούτο ημείς θα εισέλθωμεν εις τον ναόν
+να προσκυνήσωμεν την θεάν.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Ω Αθηνά, βοήθησε με εις τον αγώνα μου κατά των αγυρτών,
+ενθυμουμένη τας επιορκίας τας οποίας κάμνουν καθ' εκάστην και όσα
+άλλα πράττουν συ μόνη τα βλέπεις, η παρακολουθούσα αφ' υψηλού τα
+πράγματα. Είνε καιρός να τιμωρηθούν. Εάν δε ίδης ότι νικώμαι και ότι
+αι μαύραι ψήφοι είνε περισσότεραι, συ πρόσθεσε την ιδικήν σου και
+σώσε με.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Το δικαστήριον είνε έτοιμον ν' ακούση τους διαδίκους· σεις
+δε εκλέξετε ένα εξ υμών ο οποίος να δύναται να αναπτύξη καλλίτερα την
+κατηγορίαν διότι δεν είνε δυνατόν να ομιλήτε όλοι συγχρόνως. Έπειτα
+δε θα απολογηθής συ, Παρρησιάδη.</p>
+
+<p>ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Ποίος άλλος εξ ημών είνε καταλληλότερος από σε, Πλάτων;
+Διότι και ευφυίαν έχεις θαυμαστήν και η γλώσσα σου είνε κομψή και
+καθαρά Αττική, η δε χάρις και το πειστικόν, η σύνεσις και η ακρίβεια,
+το θέλγητρον και τα επίκαιρα αποδεικτικά επιχειρήματα τα έχεις
+άφθονα· ώστε δέξου την αντιπροσωπείαν και ομίλησε υπέρ ημών όλων. Να
+ενθυμηθής όλα εκείνα τα οποία είπες εναντίον του Γοργίου, του Πώλου,
+του Ιππίου και του Προδίκου και να τα συνθέσης εις την σημερινήν
+κατηγορίαν, διότι ο κατηγορούμενος είνε δεινότερος από όλους αυτούς.
+Επίχυσε εις όλα αυτά την Σωκρατικήν ειρωνείαν και φέρε τον εις
+αμηχανίαν με τας συνεχείς και ευφυείς εκείνας ερωτήσεις σου, και αν
+το νομίσης αναγκαίον παράχωσε εις τον λόγον σου και εκείνο το οποίον
+είπες κάπου ότι ο μέγας Ζευς, ο οποίος διατρέχει τον ουρανόν επί
+πτερωτού άρματος, θ' αγανακτήση εάν αθωωθή ο κατηγορούμενος
+(<sup><a href="#fn121" id="ref121">121</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Είνε προτιμότερον να διορίσωμεν ένα εκ των σφοδροτέρων
+ρητόρων, τον Διογένην τούτον λόγου χάριν ή τον Αντισθένην ή τον
+Κράτητα ή και σε, Χρύσιππε· διότι εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν
+χρειάζεται κάλλος και δεινότης συγγραφική, αλλά δικανικά και πειστικά
+προσόντα, αφού και ο Παρρησιάδης είνε ρήτωρ.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Εγώ θα αναλάβω την κατηγορίαν νομίζω δε ότι δεν έχω
+ανάγκην να μακρηγορήσω πολύ διά να προκαλέσω την καταδίκην του. Άλλως
+τε και περισσότερον από κάθε άλλον έχω υβρισθή παρ' αυτού, αφού και
+προ ολίγων ημερών με επώλησε δύο οβολούς.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Ο Διογένης, Φιλοσοφία, θα ομιλήση εξ ονόματος όλων ημών.
+Αλλά να ενθυμήσαι, φίλε μου, να μη περιορισθής μόνον εις τα αφορώντά
+σε, αλλά να ομιλήσης γενικώς δι' όλους και αν έχωμεν διενέξεις τινάς
+εις τας ιδέας, να το λησμονήσης και να μη το λάβης υπ' όψιν, ούτε να
+εξετάσης τώρα ποίος εξ ημών ευρίσκεται περισσότερον προς το μέρος της
+αληθείας, αλλά να περιορίσης την αγανάκτησίν σου διά τας ύβρεις και
+τας συκοφαντίας τας οποίας απευθύνει κατ' αυτής εις τους λόγους του
+αυτός ο Παρρησιάδης. Ν' αφήσης τα ζητήματα εις τα οποία διαφωνούμεν
+και να υποστηρίξης το συμφέρον το οποίον έχομεν κοινόν. Βλέπεις ότι
+σ' επροτιμήσαμεν και εις χείρας σου ανεθήκαμεν όλοι τα συμφέροντά μας
+και από σου εξαρτάται ή να διατηρηθή η καλή μας υπόληψις ή να
+πιστευθούν περί ημών όσα ούτος μας απέδωκε.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Να είσθε ήσυχοι· δεν θα παραλείψω τίποτε και υπέρ όλων θα
+ομιλήσω. Και αν η Φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως είνε ήμερος και
+επιεικής, παραπεισθή υπό των λόγων του και σκεφθή να τον αθωώση,
+πάλιν εγώ θα φροντίσω ώστε να μη μείνη ατιμώρητος· θα του δείξω ότι
+δεν φέρομεν την βακτηρίαν χωρίς σκοπόν.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Αυτά να λείψουν· όχι ξύλον, αλλά λόγον πρέπει να
+μεταχειρισθής. Αλλά μη χρονοτριβής διότι το νερόν εχύθη εις την
+κλεψύδραν και το δικαστήριον περιμένει να σε ακούση.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Οι λοιποί φιλόσοφοι ας παρακαθήσουν και αυτοί ως δικασταί,
+και ας ψηφίσουν μαζή σας, Φιλοσοφία. Μόνος ο Διογένης ας αναλάβη την
+κατηγορίαν.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Δεν φοβείσαι μήπως σε καταδικάσουν;</p>
+
+<p>ΛΟΥΚ. Ουδόλως· θέλω ν' αθωωθώ με περισσοτέρας ψήφους.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε διά το θάρρος σου. Καθήσετε λοιπόν συ δε, Διογένη,
+έχεις τον λόγον.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Οποίοι ημείς υπήρξαμεν και πώς εζήσαμεν, πολύ καλά
+γνωρίζεις, ω Φιλοσοφία, και δεν είνε ανάγκη να το αναφέρω. Ποιος
+αγνοεί πόσας ο Πυθαγόρας ούτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο
+Χρύσιππος, διά να μη αναφέρω τον εαυτόν μου, ευεργεσίας, έκαμαν εις
+την ανθρωπότητα; Θα αναφέρω μόνον τας ύβρεις, τας οποίας εξεστόμισεν
+εναντίον ημών αυτός ο τρισκατάρατος Παρρησιάδης, ενώ τόσα και τοιαύτα
+μας οφείλει ο κόσμος. Ήτο ρήτωρ ως λέγεται και αφήσας τα δικαστήρια
+και τας δικανικάς επιτυχίας έστρεψεν εναντίον ημών όλην την δύναμιν
+και την τέχνην την οποίαν απέκτησεν εις τους λόγους και δεν παύει να
+μας κακολογή και να μας αποκαλή αγύρτας και απατεώνας, παρασύρει δε
+τα πλήθη να μας καταγελούν και να μας περιφρονούν ως ουτιδανούς.
+Μάλιστα κατώρθωσεν ώστε οι περισσότεροι των ανθρώπων να μισήσουν και
+ημάς και σε την Φιλοσοφίαν. Τάς σπουδαιοτέρας ιδέας, τας οποίας και
+εις ημάς εδίδαξες, αποκαλεί φλυαρίας και σαχλαμάρες και τα πάντα
+διασύρει και χλευάζει, ώστε αυτός μεν χειροκροτείται και επευφημείται
+υπό τον θεατών, ημείς δε υβριζόμεθα· διότι φύσει τοιούτος είνε ο
+πολύς λαός· αρέσκεται εις τας ύβρεις και τους χλευασμούς και μάλιστα
+όταν διασύρωνται τα πλέον σεμνά και σοβαρά πράγματα, όπως και εις
+τους αρχαίους χρόνους ο όχλος ετέρπετο όταν ο Αριστοφάνης και ο
+Εύπολις ανεβίβαζαν εις την σκηνήν τον Σωκράτην τούτον και τον
+διεκωμώδουν αποδίδοντες εις αυτόν αλλοκότους πράξεις και λόγους. Αλλ'
+εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός ανθρώπου και κατά τας
+εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει τοιαύτας διακωμωδήσεις, και
+τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος,
+ο οποίος είνε φιλόγελως, ετέρπετο εις τα τοιαύτα. Αλλ' ο Παρρησιάδης
+ούτος, συγκαλών τους επιφανεστέρους, αφού προ πολλού παρεσκεύασε και
+συνέγραψε ύβρεις εις ογκώδες βιβλίον, τας απαγγέλλει μεγαλοφώνως και
+υβρίζει τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόραν, τον Αριστοτέλην, τον Χρύσιππον
+και όλους εν γένει, χωρίς ούτε εορτή να είνε, ούτε να του έχωμεν κάμη
+τίποτε κακόν, ότε θα είχε μίαν δικαιολογείαν, διότι θα είχε θέσιν
+αμυνομένου και δεν θα είχε δώση αυτός τας πρώτας αφορμάς. Και το
+σοβαρώτερον εξ όλων είνε, ότι ενώ πράττει ταύτα, τολμά και να
+σφετερίζεται το όνομά σου, ω Φιλοσοφία, και υποκλέψας τον Διάλογον, ο
+οποίος ήτο ιδικός μας, τον μεταχειρίζεται ως σύμμαχον και ως όργανον
+εναντίον μας. Εκτός τούτου και τον Μένιππον, φίλον ημών, έπεισε να
+τον βοηθή πολλάκις εις τους σατυρισμούς του, διά τούτο δε και μόνος
+αυτός δεν παρίσταται εδώ και δεν μετέχει εις την κατηγορίαν, αλλ'
+επρόδωσε τα κοινά συμφέροντα.</p>
+
+<p>Δι' όλα ταύτα είνε δίκαιον να τιμωρηθή. Τι δύναται δε να απολογηθή
+όταν διέσυρε τα σεπττότερα ενώπιον τόσον μαρτύρων; Και η τιμωρία του
+θα χρησιμεύη προς σωφρονισμόν και των άλλων διότι αν τον ίδουν να
+τιμωρηθή, ουδείς άλλος θα τολμήση να περιφρονήση την Φιλοσοφίαν. Το
+ν' ανέχεται κανείς τας ύβρεις και να μη ταράσσεται δεν θεωρείται ως
+μετριοπάθεια, αλλ' ευλόγως εξηγείται ως ανανδρία και βλακεία. Αλλ' αι
+πλέον ανυπόφοροι εκ των πράξεων αυτού του ανθρώπου είνε αι
+τελευταίαι. Ως δούλους μας ωδήγησεν εις το δημοπρατήριον και με
+κήρυκα μας επώλησεν, ως λέγεται, άλλους μεν εις μεγάλην τιμήν, άλλους
+δε αντί μιας μνας αττικής, και εμέ ο αχρειέστατος μόνον αντί δύο
+οβολών. Και οι παριστάμενοι εγέλων. Δι' αυτά αγανακτήσαντες ήλθαμεν
+εκ του Άδου και σου ζητούμεν να μας ικανοποιήσης διά τας αισχίστας
+προσβολάς τας οποίας υπέστημεν.</p>
+
+<p>ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ. Εύγε, Διογένη, ωραία ωμίλησες δι' όλους.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Παύσετε τους επαίνους και τώρα ας χυθή νερόν διά την
+απολογίαν. Συ δε, Παρρησιάδη, έχεις τον λόγον το νερόν τρέχει εις την
+κλεψύδραν, ώστε μη χάνης καιρόν.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ο Διογένης εις την κατηγορίαν του, ω Φιλοσοφία, δεν
+ανέφερεν όλα τα εγκλήματά μου, αλλά τα περισσότερα και τα σοβαρώτερα
+αγνοώ διατί παρέλειψεν. Εγώ όμως δεν θα τα αρνηθώ, ούτε ήλθα
+παρεσκευασμένος διά ν' απολογηθώ δι' αυτά, αλλά και όσα αυτοί
+παρέλειψαν ή εγώ δεν επρόφθασα ήδη να ομολογήσω θα τα είπω σήμερον·
+διότι ούτω θα μάθης ποίους εξέθηκα εις δημοπρασίαν και εκακολόγουν
+αποκαλών απατεώνας και αγύρτας. Και να εξετάσης μόνον τούτο, εάν λέγω
+την αλήθειαν περί αυτών. Εάν δε οι λόγοι μου φαίνωνται ότι έχουν
+τίποτε τραχύ και υβριστικόν, όχι εγώ ο ελέγχων, αλλ' εκείνοι νομίζω
+ότι είνε δικαιότερον να κατακριθουύν διότι τοιαύτα πράττουν.</p>
+
+<p>Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το
+επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και
+τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το
+επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να
+διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου· όπως οι
+καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν
+δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και όλους
+αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του ζην και
+προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την χείρα και
+δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας οποίας
+ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ των
+σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί εκ
+τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά χάριν
+της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας φανεράς
+πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται αγαθοί και
+σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και το ένδυμα, εις
+δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα διαψεύδουν το
+εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν την αξιοπρέπειαν
+του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το πράγμα μου εφάνη όμοιον
+ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και θηλυπρεπή να υποκρίνεται
+τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν, χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν
+εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό
+τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα
+υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον αυτών και θα τον εθεώρουν καθ'
+υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής· το
+πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα τον συνέτριβε μετά του
+προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος διότι τόσον ατιμωτικώς θα
+τον εξεθήλυνε.</p>
+
+<p>Βλέπων ότι και υμείς υβρίζεσθε κατά τον αυτόν τρόπον υπό των
+φιλοσόφων εκείνων, δεν ηδυνήθην να υποφέρω τοιαύτην επαίσχυντον
+υπόκρισιν και να βλέπω πιθήκους τολμώντας να φορούν προσωπεία ηρώων ή
+μιμούμενους τον όνον του μύθου, ο οποίος φορέσας λεοντήν εξέπεμπεν
+ογκυθμόν μεγαλόφωνον και φοβερόν, θέλων να πιστευθή ως λέων, υπό των
+Κυμαίων, οίτινες δεν εγνώριζον τι είνε λέων, έως ου κάποιος ξένος, ο
+οποίος είχεν ιδή πολλάκις λέοντα και όνον, τον απεκάλυψε και ήρχισε
+να τον ξυλοκοπή. Αλλ' εκείνο το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο
+φοβερόν, ω Φιλοσοφία, είνε ότι οι άνθρωποι, οσάκις εβλεπον κανένα εξ
+αυτών φαύλον και άσεμνον και ασελγή, κατηγόρουν την Φιλοσοφίαν και
+τον Χρύσιππον, τον Πλάτωνα ή τον Πυθαγόραν ή άλλον οιονδήποτε, του
+οποίου εκείνος έλεγεν ότι είνε οπαδός και μιμητής. Από τας κακίας
+εκείνου εσχημάτιζον κακήν ιδέαν και περί υμών των προ πολλού
+αποθανόντων, διότι δεν ευρίσκεσθε εις την ζωήν, ώστε να δυνηθούν να
+σας συγκρίνουν· εκείνον δε έβλεπον να πράττη άτιμα και άσεμνα, ώστε
+ερήμην κατεδικάζεσθε μετ' αυτού και εις την αυτήν κατηγορίαν
+κατελέγεσθε·</p>
+
+<p>Μη υποφέρων να βλέπω ταύτα, τους κατέκρινα, αποκαλύπτων την
+αγυρτείαν αυτών και τους διέκρινα από σας· ενώ δε σεις έπρεπε να με
+τιμάτε διά ταύτα, με εισάγετε εις δίκην. Λοιπόν και αν ίδω τινά εκ
+των μεμυημένων εις τα ιερά μυστήρια ν' αποκαλύπτη τα απόρρητα των
+θεών και αγανακτήσω διά τούτο και τον κατηγορήσω, θα νομίσετε ότι έχω
+άδικον; Αλλά τούτο δεν θα ήτο ορθόν αφού και οι αθλοθέται
+συνειθίζουν, όταν κανείς ηθοποιός, ο οποίος υποδύεται το πρόσωπον της
+Αθηνάς, του Ποσειδώνος ή του Διός, δεν υποκρίνεται καλώς και όπως
+πρέπει να παρίστανται οι θεοί, να τον μαστιγώνουν και δεν οργίζονται
+κατ' αυτών οι θεοί ούτοι διότι παρέδωκαν εις τους μαστιγοφόρους
+εκείνον ο οποίος παρουσιάζεται με το προσωπείον και το σχήμα αυτών,
+αλλ' εξ εναντίας ευχαριστούνται όταν τον βλέπουν μαστιγούμενον. Το
+πταίσμα είνε μικρόν όταν ο ηθοποιός δεν υποκρίνεται καλώς το πρόσωπον
+ενός δούλου ή αγγελιαφόρου, αλλ' είνε ασεβές και αποτρόπαιον να μη
+παραστήση όπως πρέπει προς τους θεατάς τον Δία ή τον Ηρακλήν.</p>
+
+<p>Αλλά και τούτο είνε εκ των πλέον ατόπων, ότι, ενώ τα έργα σας
+γνωρίζουν με πολλήν ακρίβειαν, οι περισσότεροι εξ αυτών ζουν κατά
+τρόπον τοιούτον, ώστε να δύναται να υποτεθή ότι αναγινώσκουν και
+μελετούν αυτά διά να πράττουν τα εναντία. Πάντα όσα λέγουν και
+διδάσκουν, ότι πρέπει να περιφρονώμεν τα χρήματα και την δόξαν και
+μόνον το αγαθόν να νομίζωμεν ωφέλιμον, να μη οργιζώμεθα και να
+καταφρονώμεν τους ισχυρούς και να φερώμεθα προς αυτούς ως ίσοι προς
+ίσους, είνε καλά αναμφιβόλως και σοφά και θαυμάσια. Αλλ' αυτοί και
+αυτά διδάσκουν επί πληρωμή και τους πλουσίους κολακεύουν και
+φοβούνται και προς το χρήμα χάσκουν και είνε πλέον οξύθυμοι από τα
+κυνάρια και πλέον δειλοί από τους λαγούς, πλέον κόλακες από τους
+πιθήκους και ασελγέστεροι από τους όνους, αρπακτικώτεροι από τους
+γάτους και φιλονεικότεροι από τους πετεινούς. Και γίνονται γελοίοι
+αγωνιζόμενοι δι' αυτά και διαγκωνιζόμενοι εις τας θύρας των πλουσίων,
+παρακαθήμενοι εις γεύματα πολυάνθρωπα, επαινούντες και κολακεύοντες
+υπερβολικώς κατά την διάρκειαν αυτών, υπερπληρούντες τας γαστέρας των
+και μεμψιμοιρούντες και κατά την ώραν του πότου εγείροντες
+φιλοσοφικάς συζητήσεις ατερπείς και ατόπους και υποκύπτοντες εις την
+μέθην. Οι δε απλοί άνθρωποι, οίτινες συντρώγουν, γελούν και χλευάζουν
+την Φιλοσοφίαν, η οποία τοιαύτα καθάρματα δημιουργεί. Και το
+αισχρότατον εξ όλων είνε ότι, ενώ έκαστος εξ αυτών λέγει ότι ουδενός
+έχει ανάγκην και ότι μόνον η σοφία είνε πλούτος, μετ' ολίγον πηγαίνει
+και ζητεί και αγανακτεί εάν δεν λάβη. Είνε το αυτό ως εάν τις
+παρουσιάζεται ως ηγεμών και φορή τιάραν και διάδημα και όλα τα άλλα
+όσα αποτελούν τα γνωρίσματα της βασιλείας, έπειτα δε ζητεί από τους
+υποδεεστέρους και επαιτεί. Όταν λοιπόν πρόκειται να ζητήσουν τίποτε,
+διδάσκουν διά πολλών επιχειρημάτων ότι ο άνθρωπος πρέπει να είνε
+μεταδοτικός, ότι ο πλούτος είνε πράγμα μάταιον και ασήμαντον και ότι
+ο χρυσός και ο άργυρος ουδόλως διαφέρουν από τα χαλίκια της παραλίας.
+Αλλ' όταν κανείς παλαιός των φίλος προσέρχεται και ζητή να του δώσουν
+μικράν συνδρομήν, σιωπούν και φαίνονται ως μη εννοούντες ή
+υποστηρίζουν τα αντίθετα· οι δε πολλοί λόγοι περί φιλίας, περί αρετής
+και αγαθοεργίας εξαφανίζονται διά μιας, ως πτερόεντα αληθώς έπη και
+εις μάτην νομίζεις τα επαναλαμβάνουν καθ' εκάστην εις τας ομιλίας
+των. Έφ' όσον δεν πρόκειται περί αργύρου ή χρυσού είνε φίλοι· εάν δε
+κανείς και μόνον οβολόν επιδείξη, η ειρήνη παύει, αι συνθήκαι
+ακυρούνται, τα βιβλία εξαφανίζονται και η αρετή φεύγει. Συμβαίνει εις
+αυτούς ό,τι και εις τους σκύλους· όταν εις το μέσον αυτών ριφθή
+κόκαλον αναπηδούν και αλληλοδαγκώνονται και όλοι γαυγίζουν εκείνον ο
+οποίος επρόλαβε και ήρπασε το κόκαλον. Λέγεται δε ότι και κάποιος
+βασιλεύς της Αιγύπτου εδίδαξέ ποτε πιθήκους να χορεύουν πυρρήχιον,
+και τα ζώα, τα οποία ευκόλως μιμούνται τας πράξεις των ανθρώπων,
+ταχέως συνείθισαν να χορεύουν και να φορούν πορφύρας και προσωπίδας,
+και το θέαμα επετύγχανεν έως ότου εις εκ των θεατών, άνθρωπος
+αστείος, έρριψεν εις το μέσον αυτών καρύδια, τα οποία είχε κρυμμένα
+εις τον κόλπον του. Τότε οι πίθηκοι ιδόντες τα καρύδια ελησμόνησαν
+τον χορόν και αντί χορευτών έγιναν εκ νέου πίθηκοι και ήρχισαν να
+σχίζουν τα προσωπεία και τα ενδύματά των και να μάχωνται μεταξύ των
+περί του ποίος ν' αρπάση τα καρύδια· ούτω δε ο θίασος των χορευτών
+διελύθη και οι θεαταί εγέλων.</p>
+
+<p>Τοιαύτα πράττουν και οι σημερινοί φιλόσοφοι και αυτούς εγώ
+κατέκρινα και δεν θα παύσω ποτέ να τους ελέγχω και να τους σατυρίζω·
+περί υμών δε και εκείνων οίτινες είνε αληθείς μιμηταί σας — διότι
+υπάρχουν καί τινες οι οποίοι είνε πραγματικοί οπαδοί της φιλοσοφίας
+και αφωσιωμένοι εις τους νόμους σας — δεν παρεφρόνησα διά να είπω
+τίποτε βλάσφημον ή υβριστικόν. Αλλά και τι έχω να είπω και τι κοινόν
+υπάρχει μεταξύ υμών και τούτων; Τους αγύρτας όμως τούτους και εχθρούς
+των θεών είνε δίκαιον να μισώ. Δεν μου λέγετε σεις, Πυθαγόρα και
+Πλάτων και Χρύσιππε και Αριστοτέλη, ποίαν σχέσιν έχουν προς υμάς οι
+τοιούτοι και ποίαν συγγένειαν και κατά τι η διαγωγή των δύναται να
+συγκριθή προς την ιδικήν σας; Ο πίθηκος, κατά την παροιμίαν, θέλει να
+μιμηθή τον Ηρακλήν. Επειδή έχουν μεγάλας γενειάδας και λέγουν ότι
+είνε φιλόσοφοι και είνε σκυθρωποί, πρέπει να τους θεωρώμεν ομοίους με
+σας; Αλλά θα ήσαν υποφερτοί αν και εις αυτήν την υπόκρισιν είχον
+πιθανότητα· είνε όμως ευκολώτερον ο γυψ να μιμηθή την αηδόνα παρά
+αυτοί τους αληθείς φιλοσόφους.</p>
+
+<p>Αυτά είχα να είπω προς απολογίαν μου. Συ δε, ω Αλήθεια, μαρτύρησε
+προς το δικαστήριον εάν όσα είπα είνε αληθή.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Ν' απομακρυνθής, Παρρησιάδη ... Ακόμη μακρύτερα. — Πώς σας
+εφάνησαν αυτά τα οποία είπε και τι πρέπει ν' αποφασίσωμεν;</p>
+
+<p>ΑΛΗΘΕΙΑ. Εγώ, ω Φιλοσοφία, ενώ τον ήκουα να ομιλή, ηυχόμην να
+σχισθή η γη διά να κρυφθώ· τόσον αληθή ήσαν όλα όσα είπε. Γνώριζαν
+τους ψευδοφιλοσόφους εκείνους και έβλεπα ότι τα λεγόμενά του
+εφηρμόζοντο άλλα μεν εις εκείνον, άλλα δε εις τούτον. Τόσον ακριβώς
+τους παρέστησε, ώστε ενόμιζα ότι τους έβλεπα ζωγραφισμένους. Όχι
+μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς τους εξεικόνισεν ακριβέστατα.</p>
+
+<p>ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ. Κι' εγώ πολύ εκοκκίνησα, ω Αλήθεια. Σεις δε τι
+λέγετε;</p>
+
+<p>ΑΝΑΖ. Τι άλλο παρά ότι πρέπει να αθωωθή και ανακηρυχθή φίλος ημών
+και ευεργέτης; Εμείς επάθαμεν εκείνο το οποίον λέγεται περί των
+κατοίκων της Ιλίου, οι οποίοι καλέσαντες ένα τραγωδόν να τους
+διασκεδάση, τον ήκουσαν να ψάλλη τας συμφοράς της πατρίδος των. Αλλ'
+ας ψάλλη και ας εξακολουθή να μαστιγώνη τους εχθρούς των θεών.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Και εγώ, Φιλοσοφία, ανακαλώ την κατηγορίαν και αναγνωρίζω
+ότι ο Παρρησιάδης είνε άξιος των μεγαλειτέρων επαίνων. Του λοιπού τον
+θεωρώ φίλον, διότι είνε εξαίρετος άνθρωπος.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Παρρησιάδη, σε ανακηρύττομεν παμψηφεί αθώον και του
+λοιπού σε θεωρούμεν ημέτερον.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Ευχαριστώ την θεάν Νίκην διά τον πρώτον μου θρίαμβον· αλλά
+νομίζω ότι ποιητικώτερα πρέπει να εκφράσω τας ευχαριστίας μου :</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ω μέγα σεμνή Νίκη, τον εμόν<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βίο τον κατέχοις<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μη λήγοις στεφανούσα
+(<sup><a href="#fn122" id="ref122">122</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘ. Μεταβαίνομεν εις το δεύτερον μέρος της υποθέσεως. Ας
+καλέσωμεν και τους ψευδοφιλοσόφους, διά να δικασθούν διά τας καθ'
+ημών ύβρεις των. Την κατηγορίαν θα υποστηρίξη ο Παρρησιάδης.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Πολύ καλά· ώστε σκύψε προς την πόλιν, Συλλογισμέ και κάλει
+τους φιλοσόφους.</p>
+
+<p>ΣΥΛΛ. Ακούσετε οι φιλόσοφοι των Αθηνών· πρέπει να έλθετε εις την
+Ακρόπολιν διά ν' απολογηθήτε περί της διαγωγής σας ενώπιον της
+Αρετής, της Φιλοσοφίας και της Δικαιοσύνης.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Βλέπετε πόσον ολίγοι έρχονται, αφού ήκουσαν το κήρυγμα;
+Φοβούνται την Δικαιοσύνην. Οι περισσότεροι δε εξ αυτών ούτε καιρόν
+έχουν, διότι καταγίνονται να περιποιούνται τους πλουσίους. Εάν θέλετε
+να έλθουν όλοι, να σου πω εγώ τι πρέπει να διακηρύξης.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Να διαλαλήσης μόνος σου ό,τι θέλεις, Παρρησιάδη.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡΗΣ. Δεν δυσκολεύομαι. Ακούσετε τι διατάσσει η Φιλοσοφία. Όσοι
+λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι και θεωρούν ότι αρμόζει εις αυτούς ο τίτλος
+ούτος να έλθουν εις την Ακρόπολιν, όπου θα γίνη διανομή χρημάτων. Θα
+δοθούν εις έκαστον δύο μναι και γλύκισμα σησαμωτόν. Εκείνος δε ο
+οποίος θα επιδείξη την μεγαλειτέραν γενειάδα θα λάβη επί πλέον και
+ένα καλάθι σύκα. Περιττόν να φέρετε μαζή σας σωφροσύνην ή δικαιοσύνην
+ή εγκράτειαν· αυτά δεν είνε αναγκαία, εάν δεν υπάρχουν· αλλ' είνε
+απαραίτητον να φέρη έκαστος πέντε συλλογισμούς, διότι άνευ αυτών δεν
+δύναται να θεωρηθή κανείς σοφός,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κείται δ' εν μέσσοισι δυο χρυσοίο
+τάλαντα,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τω δόμεν, ος μετά πάσιν εριζέμεν έξοχος είη
+(<sup><a href="#fn123" id="ref123">123</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>Βλέπετε τώρα πόσοι αναβαίνουν και πώς αλληλοσπρώχνονται, άμα
+ήκουσαν τας δύο μνας. Και από το Πελασγικόν αναβαίνουν άλλοι, άλλοι
+από το Ασκληπιείον και ακόμη περισσότεροι από τον Άρειον Πάγον,
+μερικοί δε και από τον τάφον του Τάλου και άλλοι έβαλαν κλίμακας προς
+το μέρος του ναού των Διοσκούρων και σκαρφαλώνουν με βοήν κατά
+κοπάδια, και, όπως λέγει ο Όμηρος, μυριάδες έρχονται εξ όλων των
+μερών,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσσα τε φύλλα και άνθεα γίνεται ώρη
+(<sup><a href="#fn124" id="ref124">124</a></sup>)
+,</p>
+
+<p>και εντός ολίγου η Ακρόπολις εγέμισεν από φιλοσόφους, οι οποίοι
+καταλαμβάνουν θέσεις με θόρυβον. Παντού πήραι, γενειάδες, κολακεία,
+αναισχυντία, βακτηρία, λαιμαργία, συλλογισμός και φιλοχρηματία. Οι δε
+ολίγοι, οι οποίοι με το πρώτον κήρυγμα ανέβηκαν, έγιναν αφανείς και
+άσημοι, αναμιχθέντες εις το πλήθος των άλλων και ένεκα της εξωτερικής
+ομοιότητος δεν διακρίνονται. Αυτό είνε το μεγαλείτερον κακόν, ω
+Φιλοσοφία, διά το οποίον προ πάντων θα ηδύνατο κανείς να σου
+παραπονεθή, ότι δεν επέβαλες εις αυτούς σημείον εκ του οποίου να
+γνωρίζωνται· διότι πολλάκις ευκολώτερα περνούν ως φιλόσοφοι αυτοί οι
+αγύρται παρά οι αληθείς φιλόσοφοι.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Θα γίνη και αυτό μετ' ολίγον· αλλά τώρα ας τους
+υποδεχθώμεν.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ. Πρέπει να προτιμηθώμεν εις την διανομήν ημείς οι
+Πλατωνικοί.</p>
+
+<p>ΠΥΘΑΓΟΡΙΚΟΣ. Όχι, ημείς οι Πυθαγορικοί πρέπει να λάβωμεν πρώτοι,
+διότι ο Πυθαγόρας ήτο αρχαιότερος.</p>
+
+<p>ΣΤΩΙΚΟΣ. Δεν ξέρετε τι λέτε· είμεθα καλλίτεροι ημείς οι
+Στωικοί.</p>
+
+<p>ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΣ. Προκειμένου περί χρημάτων, πρέπει να προτιμώμεθα
+ημείς οι Περιπατητικοί.</p>
+
+<p>ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ. Δόσετε εις ημάς τα γλυκίσματα και τα σύκα και όσον
+διά τα χρήματα περιμένομεν να τα λάβωμεν τελευταίοι.</p>
+
+<p>ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ. Πού είνε τα δύο τάλαντα, διότι κανείς δεν δύναται να
+συγκριθή προς ημάς εις τας συζητήσεις.</p>
+
+<p>ΣΤΩΙΚ. Όχι βέβαια όταν είμεθα παρόντες ημείς οι Στωικοί.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Παύσετε να φιλονεικήτε· σεις δε οι Κυνικοί μη σπρώχνεσθε
+έτσι και μη κτυπιέσθε με τας βακτηρίας, διότι δεν σας εκαλέσαμεν δι'
+αυτά που νομίζετε. Τώρα πρόκειται εγώ η Φιλοσοφία, η Αρετή και η
+Αλήθεια, να δικάσωμεν ποίοι από σας είνε οι αληθινοί φιλόσοφοι· και
+όσοι μεν ευρεθούν ότι ζουν σύμφωνα προς τους ιδικούς μας κανόνας, θ'
+αναγνωρισθούν ως οι άριστοι και θα ζήσουν του λοιπού ευτυχείς· τους
+δε αγύρτας και ξένους προς ημάς θα τιμωρήσωμεν αυστηρώς διά να
+παύσουν να οικειοποιούνται τίτλους ανωτέρους της αξίας των και ν'
+αλαζονεύωνται. Αλλά τι επάθατε; Φεύγετε; Ιδέτε πώς κατακρημνίζονται
+οι περισσότεροι διά να φύγουν το ταχύτερον. Εντός ολίγου εκενώθη η
+Ακρόπολις και δεν έμειναν παρά [μόνο] οι ολίγοι ούτοι, όσοι δεν
+φοβούνται να κριθούν. Πάρετε οι υπηρέται την πήραν την οποίαν έρριψεν
+ο Κυνίσκος ενώ έφευγε και φέρετέ την εδώ διά να την ίδω τι περιέχει.
+Βέβαια θα περιέχη λούπινα ή κανένα βιβλίον ή καμμίαν
+στακτόπητταν.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Όχι, αλλά χρήματα και αρώματα (και μικράν μάχαιραν των
+θυσιών) και καθρέπτην και κύβους.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, λαμπρέ φιλόσοφε. Αυτά ήσαν τα εφόδια της φιλοσοφίας
+σου και αυτά σου έδιδαν το δικαίωμα να υβρίζης τους πάντας και να
+διδάσκης τους άλλους;</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Τοιούτοι είνε όλοι αυτοί. Πρέπει δε να σκεφθήτε και να
+εύρετε τρόπον διά να διακρίνουν οι άνθρωποι ποίοι εξ αυτών είνε καλοί
+και ποίοι αγύρται. Συ, Αλήθεια, πρέπει να εύρης τρόπον — διότι είνε
+και συμφέρον σου — να παύση να επικρατή το ψεύδος και να παύση η
+άγνοια να βοηθή τους φαύλους να κρύπτωνται μιμούμενοι τους
+χρηστούς.</p>
+
+<p>ΑΛΗΘ. Ας αναθέσωμεν εις αυτόν τον Παρρησιάδην την φροντίδα, αφού
+απεδείχθη χρηστός και φίλος ημών, μέγας δε θαυμαστής σου, ω
+Φιλοσοφία. Ας παραλάβη δε και τον Έλεγχον και ας υποβάλη εις εξέτασιν
+όλους, όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι· και όποιον ευρίσκει γνήσιον
+και αληθινόν φιλόσοφον να του απονέμη στέφανον και να τον καλή εις το
+Πρυτανείον
+(<sup><a href="#fn125" id="ref125">125</a></sup>)
+, οποίον δε ανακαλύπτει ψευδοφιλόσοφον — και είνε πολλοί τοιούτοι να
+του αφαιρή τον φιλοσοφικόν τρίβωνα και να του αποκόπτη σύρριζα την
+γενειάδα με τραγοκουρευτικήν ψαλλίδα, εις δε το μέτωπον μεταξύ των
+φρυδιών να τον στιγματίζη ή να τον σφραγίζη με έγκαυμα· η δε σφραγίς
+του εγκαυτήρος να παριστά αλώπεκα ή πίθηκον.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Αλήθεια. Συ δε, Παρρησιάδη, να τους δοκιμάσης καθ'όν
+τρόπον λέγεται ότι δοκιμάζουν οι αετοί τους νεοσσούς των εις τον
+Ήλιον. Δεν εννοώ όμως ότι πρέπει να βάλης και τους φιλοσόφους ν'
+αντικρύσουν ατενώς το φως του ηλίου και ούτω να δοκιμασθούν, αλλά να
+θέσης ενώπιόν των χρυσόν και δόξαν και ηδονήν, και οποίον εξ αυτών
+ίδης να τα περιφρονή και να φαίνεται απαθής ενώπιον αυτών, αυτός να
+στεφανούται· εκείνον δε τον οποίον ίδης να τα προσβλέπη με πόθον και
+να εκτείνη το χέρι προς τον χρυσόν, να τον υποβάλλης εις το
+καυτήριον, αφού προηγουμένως του κουρεύσης την γενειάδα.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Θα γίνουν αυτά όπως διατάσσης, Φιλοσοφία, και μετ' ολίγον θα
+ίδης τους περισσοτέρους εξ αυτών φέροντας την σφραγίδα της αλώπεκος ή
+του πιθήκου, πολύ δε ολίγους στεφανωμένους. Αν θέλετε και εδώ δύναμαι
+να αναβιβάσω μερικούς εξ αυτών.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Πώς είνε δυνατόν να τους επαναφέρης αφού με τοιούτον
+πανικόν έφυγαν;</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Δεν είνε δύσκολον, αρκεί η ιέρεια να μου επιτρέψη να
+μεταχειρισθώ επ' ολίγον εκείνην την ορμιάν και το άγκιστρον, τα οποία
+έχει αφιερώση εις τον ναόν της Αθηνάς κάποιος αλιεύς του
+Πειραιώς.</p>
+
+<p>ΙΕΡΕΙΑ. Λάβε τα, ιδού δε και το καλάμι διά να δυνηθής να τα
+μεταχειρισθής.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Θα με υποχρεώσης εάν μου δώσης και μερικά σύκα και ολίγον
+χρυσόν.</p>
+
+<p>ΙΕΡ. Λάβε και αυτά.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Τι σκέπτεται να πράξη άρά γε αυτός ο άνθρωπος;</p>
+
+<p>ΙΕΡ. Έβαλε ως δόλωμα εις το αγκίστρι ένα σύκο και χρυσάφι, εκάθησε
+επάνω εις το τείχος και εκρέμασε το αγκίστρι εις την πόλιν.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Τι σκοπόν έχουν αυτά, Παρρησιάδη; Μήπως σκέπτεσαι ν'
+αλιεύσης λίθους εκ του Πελασγικού;</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Σιώπησε, Φιλοσοφία, και περίμενε να ιδής τι θα ψαρεύσω. Συ
+δε, Ποσειδών, προστάτα των αλιέων και συ, καλή Αμφιτρίτη, οδηγήσατε
+εις το αγκιστρόν μου πολλούς ιχθύς. Α! βλέπω ένα μεγάλον λάβρακα ή
+μάλλον ένα χρύσοφρυν
+(<sup><a href="#fn126" id="ref126">126</a></sup>)
+.</p>
+
+<p>ΕΛΕΓΧΟΣ. Όχι, είνε γαλέος· τρέχει προς το άγκιστρον με το στόμα
+ανοικτόν. Οσφραίνεται το χρυσάφι· πλησιάζει, ετσίμπησε, επιάστηκε·
+ανάσυρε.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Βοήθησε ολίγον και συ, Έλεγχε. Καλά, τον ανεβάσαμεν. Ας
+ίδωμεν τίνος είδους ψάρι είνε. Μπα! είνε σκυλόψαρο. Τι φοβερά δόντια
+που έχει, θεέ μου! Τ' είν' αυτό που έπαθες, σοφώτατε; Ενόμιζες ότι θα
+εκρύπτεσο εις τους βράχους και θα έτρωγες με την ησυχίαν σου το
+δόλωμα χωρίς να σε ιδή κανείς, αλλά συνελήφθης και τώρα θα σε κρεμάσω
+από τα σπάραχνα να σε ιδούν όλοι. Ας βγάλωμεν πρώτα το άγκιστρον με
+το δόλωμα. Αλλά βλέπω ότι το άγκιστρον δεν έχει τίποτε· ο φίλος
+εκατάπιε το σύκον και το χρυσάφι ευρίσκεται εις την κοιλιά του.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Βάλε τον να τα ξεράση διά να τα μεταχειρισθώμεν ως δόλωμα
+και δι' άλλους.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Τα εξέρασε. Και τώρα τι λες, Διογένη; Τον γνωρίζεις αυτόν
+και έχει καμμίαν σχέσιν μαζή σου;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Καμμίαν.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Λοιπόν αυτόν εξετίμησα εγώ προ ημερών δύο οβολούς. Εσύ ποίαν
+αξίαν του δίδεις;</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Δύο οβολοί είνε πολλά· είνε παληόψαρον από εκείνα τα οποία
+δεν τρώγονται. Το κρέας του είνε αηδές και σκληρόν και δεν χρησιμεύει
+εις τίποτε. Άφησέ τον να πέση κατακέφαλα από τους βράχους και ρίψε το
+άγκιστρον να σύρης άλλον. Αλλά δεν είνε φόβος, Παρρησιάδη, να σου
+σπάση το καλάμι από το βάρος;</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Μη φοβάσαι, Διογένη· είνε ελαφροί, πολύ ελαφρότεροι από τις
+μαρίδες.</p>
+
+<p>ΔΙ0Γ. Βέβαια, αφού δεν έχουν περισσότερο μυαλό
+(<sup><a href="#fn127" id="ref127">127</a></sup>)
+· τράβα όμως.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Μπα! ποίος είν' αυτός ο άλλος ο πλατύς που ομοιάζει σαν
+γλώσσα ή ψήττα; Τρέχει με το στόμα ανοικτόν προς το αγκίστρι· το
+εκατάπιε· συνελήφθη· ας τον τραβήξωμεν.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Ποιος είνε;</p>
+
+<p>ΕΛΕΓΧ. Λέγει ότι είνε μαθητής του Πλάτωνος.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Και συ, αναιδέστατε, τρέχεις προς τον χρυσόν;</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Τι λέγεις, Πλάτων; Τι πρέπει να τον κάμωμεν αυτόν;</p>
+
+<p>ΠΛΑΤ. Από τον αυτόν κρημνόν να τον ρίψετε και αυτόν.</p>
+
+<p>ΔΙΟΓ. Ας ψαρεύσωμεν τώρα άλλον.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Βλέπω ένα ωραιότατον να πλησιάζη και όσον μου επιτρέπει το
+βάθος να διακρίνω έχει διάφορα χρώματα και εις την ράχην γραμμάς
+χρυσάς. Τον βλέπεις, Έλεγχε; Αυτός είνε ο οποίος υποκρίνεται τον
+Αριστοτέλην. Επλησίασε και έπειτα πάλιν απεμακρύνθη και με προσοχήν
+παρατηρεί γύρω του. Αλλ' επέστρεψε πάλιν, έχαψε το δόλωμα, συνελήφθη·
+ας τον ανελκύσωμεν.</p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Μη μ' ερωτάς, Παρρησιάδη, περί αυτού διότι δεν
+γνωρίζω ποιος είνε.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Λοιπόν, Αριστοτέλη, και αυτόν να τον πετάξωμεν κάτω. Αλλά τι
+βλέπω; Ένα πλήθος ψάρια του αυτού χρώματος, με αγκάθια και το δέρμα
+πολύ τραχύ πιο δυσκολόπιαστα από τους αχινούς. Χρειάζεται δίκτυ διά
+να τα πιάσωμεν και δίκτυ δεν έχομεν. Αλλ' αρκεί και ένα μόνον από το
+κοπάδι να τραβήξωμεν. Θα ορμήση δε εις το αγκίστρι το θρασύτερον από
+αυτά.</p>
+
+<p>ΕΛΕΓΧ. Ρίψε το αγκίστρι αν θέλης, αλλά φρόντισε προηγουμένως να
+συνδέσης με μακρόν σίδηρον την ορμιάν και το αγκίστρι διά να μη το
+κόψη με τα δόντια του και καταπιή το χρυσάφι.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Έτοιμα. Συ δε, ω Ποσειδών, ελθέ εις βοήθειαν. Πω πω, τι μάχη
+γίνεται γύρω εις το δόλωμα και πώς ερρίχθηκαν όλοι εις το σύκον, ενώ
+άλλοι έχουν κολλήση επάνω εις το χρυσάφι. Αλλά επιάστηκε ένας εις το
+αγκίστρι από τους πλέον δυνατούς. Δεν μου λες εις ποίαν σχολήν
+ανήκεις; Αλλ' είμαι γελοίος να ζητώ από ένα ψάρι να μιλήση, αφού ξέρω
+ότι τα ψάρια είνε άφωνα. Αντ' αυτού λέγε συ, Έλεγχε, ποίον έχει
+διδάσκαλον.</p>
+
+<p>ΕΛΕΓΧ. Τον Χρύσιππον.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Εννοώ· η προτίμησίς του οφείλεται υποθέτω εις το ότι το
+όνομα του διδασκάλου έχει χρυσόν. Λοιπόν, Χρύσιππε, τους γνωρίζεις
+αυτούς και συ τους εδίδαξες την διαγωγήν την οποίαν ακολουθούν;</p>
+
+<p>ΧΡΥΣ. Είνε ύβρις, Παρρησιάδη, να νομίζης ότι τοιούτοι άνθρωποι
+δύνανται να έχουν οιανδήποτε σχέσιν προς εμέ και να μου απευθύνης
+τοιαύτας ερωτήσεις.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Εύγε, Χρύσιππε, αυτά τα οποία λέγεις σε τιμούν. Λοιπόν, και
+αυτός ας ριφθή κάτω, όπως οι άλλοι, αφού είνε και ακανθώδης και
+υπάρχει φόβος, αν τον φάη κανείς, να του καθήσουν κόκαλα εις τον
+λαιμόν.</p>
+
+<p>ΦΙΛΟΣ. Αρκετούς εψάρευσες, Παρρησιάδη, και πρέπει να παύσης διά να
+μη σου κόψη κανείς μαζί με το αγκίστρι και το χρυσάφι και το πάρη και
+φύγη, έπειτα δε θ' αναγκασθής να το πληρώσης εις την ιέρειαν. Και
+τώρα ημείς θα πάμε να περιπατήσωμεν· καιρός δε και σεις οι άλλοι ν'
+αναχωρήσετε διά να περάσετε τον καιρόν της αδείας σας. Συ δε,
+Παρρησιάδη, και ο Έλεγχος, εξετάσατε αυτούς όλους και τους μεν
+αγαθούς στεφανώνετε, τους φαύλους δε στιγματίζετε.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Θα εκτελέσωμεν την παραγγελίαν σου, Φιλοσοφία.</p>
+
+<p>Χαίρετε, σεβαστοί φιλόσοφοι. Ημείς δε, Έλεγχε, ας κατέβωμεν και ας
+εκτελέσωμεν τας διαταγάς της Φιλοσοφίας. Από πού δε νομίζεις ότι
+πρέπει ν' αρχίσωμεν; Από την Ακαδημίαν ή από την Στοάν;</p>
+
+<p>ΕΛΕΓΧ. Ας κάμωμεν την αρχήν από το Λύκειον.</p>
+
+<p>ΠΑΡΡ. Το ίδιο κάνει. Εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος είνε ότι
+όπου και αν πάμε θα χρειασθούμεν ολίγους στεφάνους και πολλά
+καυτήρια.</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ή ΑΕΤΙΩΝ
+(<sup><a href="#fn128" id="ref128">128</a></sup>)
+</h4>
+
+<p>
+<br />
+Θα ήτο ευτύχημα να μιμηθή κανείς τον Ηρόδοτον, όχι εις όλα τα
+προτερήματά του ως συγγραφέως — διότι τούτο θα ήτο υπερβολικός πόθος
+— αλλ' εις έν τουλάχιστον εξ όλων, το κάλλος λ.χ. και την αρμονίαν
+του ύφους του, την ιδιαιτέραν χάριν της Ιωνικής διαλέκτου, τον
+πλούτον της σκέψεως ή τα αναρίθμητα κάλλη, τα οποία εκείνος έχει
+συναθροίση εις τα έργα του και τα οποία απελπίζουν τον αποπειρώμενον
+να τον μιμηθή. Εκείνα όμως τα οποία έπραξε διά να καταστήση γνωστά τα
+συγγράμματά του και να καταστή εντός ολίγου περίφημος μεταξύ των
+Ελλήνων και εγώ και συ και άλλοι δυνάμεθα να τα μιμηθώμεν. Διότι όταν
+αναχωρήσας εκ της πατρίδος του ήλθεν εκ Καρίας κατ' ευθείαν εις την
+Ελλάδα, εσκέπτετο πώς ταχύτερα και ευκολώτερα να γίνη γνωστός και
+διάσημος αυτός και τα έργα του. Να ταξειδεύη από πόλεως εις πόλιν και
+να τ' αναγινώσκη τώρα μεν προς τους Αθηναίους, έπειτα δε προς τους
+Κορινθίους ή τους Αργείους και τους Λακεδαιμονίους χωριστά εθεώρησε
+κοπιώδες και απαιτούν πολλήν χρονοτριβήν. Λοιπόν αντί να βαδίση
+βαθμηδόν και κατ' ολίγον προς τον σκοπόν του, ήθελε να εύρη ει
+δυνατόν όλους τους Έλληνας συνηθροισμένους. Όταν λοιπόν ήλθεν ο
+καιρός των μεγάλων Ολυμπιακών αγώνων, ο Ηρόδοτος έκρινεν ότι
+παρουσιάζεται η ευκαιρία την οποίαν επεθύμει. Όταν δε η πανήγυρις
+ευρίσκετο εις την ακμήν της και είχον συνέλθη πανταχόθεν οι άριστοι
+των Ελλήνων, ενεφανίσθη εις τον οπισθόδομον, όχι ως θεατής, αλλ' ως
+αγωνιστής. Και αναγνώσας τας ιστορίας του, τόσον κατεγοήτευσε τους
+ακροατάς, ώστε τα βιβλία του ωνομάσθησαν Μούσαι, ήσαν δε εννέα όσαι
+και αι Μούσαι. Ούτω έγινε γνωστός πολύ περισσότερον και από αυτούς
+τους Ολυμπιονίκας. Και δεν υπήρχε κανείς ο μη γνωρίζων το όνομα του
+Ηροδότου, είτε διότι τον εγνώρισαν οι ίδιοι εις την Ολυμπίαν, είτε
+διότι ήκουσαν περί αυτού από τους επιστρέψαντας εκ των αγώνων· και
+άμα ενεφανίζετο πουθενά, τον εδακτυλοδείκτουν λέγοντες· Αυτός είνε ο
+Ηρόδοτος, ο οποίος έγραψεν εις την Ιωνικήν διάλεκτον την ιστορίαν του
+πολέμου των Ελλήνων και των Περσών και εξύμνησε τας νίκας μας.
+Τοιούτον όφελος απήλαυσεν εκ της ιστορίας του· εις μίαν πάνδημον των
+Ελλήνων σύνοδον έλαβε την κοινήν της Ελλάδος ψήφον και ανεκηρύχθη
+νικητής ουχί παρ' ενός κήρυκος, αλλ' εις πάσαν πόλιν εξ ης κατήγετο
+έκαστος των παρευρισκομένων εις τους αγώνας.</p>
+
+<p>Το παράδειγμά του εμιμήθησαν κατόπιν και ηκολούθησαν την σύντομον
+ταύτην προς την διασημότητα οδόν ο Ιππίας ο εξ Ήλιδος σοφιστής, ο
+Πρόδικος ο Κίος, ο Αναξιμένης ο Χίος και ο Πώλος ο Ακραγαντίνος· και
+άλλοι πολλοί ανεγίνωσκον και απήγγελλον τα έργα των εις τους αγώνας
+και ούτω εντός ολίγου εγίνοντο γνωστοί. Αλλά προς τι να αναφέρω τους
+παλαιούς εκείνους σοφιστάς και ιστορικούς και λογογράφους, αφού και
+επ' εσχάτων, ως λέγεται, ο Αετίων ο ζωγράφος, αφού εζωγράφησε τον
+γάμον του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, μετέφερεν εις την Ολυμπίαν την
+εικόνα και την επέδειξε; Τόσον δε ήρεσεν η τέχνη εις τον Προξενίδαν,
+όστις ήτο τότε Ελλανοδίκης, ώστε έκαμε γαμβρόν του τον Αετίωνα. Και
+τι το τόσον θαυμαστόν υπήρχεν εις την εικόνα, ηρώτησε κάποιος, ώστε ο
+Ελλανοδίκης δι' αυτό να δώση την θυγατέρα του εις ένα ξένον οποίος
+ήτο ο Αετίων; Η εικών υπάρχει εις την Ιταλίαν, όπου και εγώ την είδα
+και δύναμαι να σας ομιλήσω περί αυτής. Παριστά θάλαμον περικαλλή και
+κλίνην νυμφικήν, επί της οποίας κάθηται η Ρωξάνη, παρθένος ωραιοτάτη,
+με το βλέμμα χαμηλωμένον από εντροπήν προς τον ενώπιόν της ιστάμενον
+Αλέξανδρον. Πέριξ αυτής και του Αλεξάνδρου φαίνονται διάφοροι έρωτες
+μειδιώντες· και είς μεν εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν της νύμφης, σύρει
+από την κεφαλήν της την καλύπτραν και δεικνύει προς τον γαμβρόν την
+Ρωξάνην, άλλος δε ως θεράπων αφαιρεί το σανδάλιον εκ του ποδός της
+διά να την βοηθήση να κατακλιθή. Άλλος ερωτιδεύς κρατεί τον
+Αλέξανδρον εκ της χλαμύδος και τον σύρει προς την Ρωξάνην με πολλήν
+δύναμιν, ο δε βασιλεύς κρατεί στέφανον τον οποίον προσφέρει προς την
+παρθένον. Ως παράνυμφος και νυμφαγωγός παρίσταται ο Ηφαιστείων,
+κρατών λαμπάδα αναμμένην και στηριζόμενος εις τον ώμον ωραιοτάτου
+νεανίσκου, ο οποίος, υποθέτω, είνε ο Υμέναιος, διότι το όνομά του δεν
+είνε σημειωμένον επί της εικόνος. Εις άλλο μέρος του πίνακος άλλοι
+έρωτες παίζουν με τα όπλα του Αλεξάνδρου. Δύο εξ αυτών σηκώνουν την
+λόγχην αυτού, μιμούμενοι τους αχθοφόρους όταν μεταφέρουν βαρείαν
+δοκόν. Δύο άλλοι σύρουν έτερον ερωτιδέα εξηπλωμένον ως βασιλέα τάχα
+επί της ασπίδος, την οποίαν έλκουν από τας λαβάς. Άλλος έχει εισέλθη
+εις τον θώρακα, ο οποίος ευρίσκεται κατά γης πλαγίως κείμενος και
+φαίνεται ως να ενεδρεύη διά να φοβίση τους άλλους όταν θα πλησιάσουν
+σύροντες το φορείον.</p>
+
+<p>Δεν πρόκεται δε περί παιγνιδίων και ασημάντων επεισοδίων, αλλ' ο
+ζωγράφος δι' αυτών θέλει να δείξη και τον έρωτά του Αλεξάνδρου προς
+τα πολεμικά έργα και ότι ενώ ήτο ερωτευμένος με την Ρωξάνην δεν
+ελησμόνει και τα όπλα. Αλλά και εξ άλλου κατεφάνη η αλήθεια του
+γαμηλίου χαρακτήρος της εικόνος, αφού έγινεν αφορμή να νυμφευθή ο
+Αετίων την θυγατέρα του Προξενίδου· και ο γάμος του ζωγράφου εγένετο
+οιονεί επεισόδιον του βασιλικού γάμου και ως παράνυμφον είχε τον
+Αλέξανδρον. Ως αμοιβήν διά τον ζωγραφιστόν γάμον επέτυχεν αληθή
+γάμον.</p>
+
+<p>Ο Ηρόδοτος λοιπόν — διά να επανέλθω εις αυτόν — εθεώρει την
+πανήγυριν των Ολυμπίων ικανήν να καταστήση ένδοξον μεταξύ των Ελλήνων
+ένα συγγραφέα, ο οποίος εξιστόρησε νίκας όπως αυτός τας εξιστόρησεν.
+Εις εμέ δε — και σας εξορκίζω εις τον Φίλιον Δία να μη υποθέσετε ότι
+παρεφρόνησα και ότι θέλω να συγκρίνω τον εαυτόν μου προς εκείνον —
+συνέβη κάτι τι παρόμοιον. Όταν κατ' αρχάς ήλθα εις την Μακεδονίαν,
+εσκεπτόμην πώς να πραγματοποιήσω τον πόθον τον οποίον είχα, να
+καταστήσω γνωστά εις όσον το δυνατόν περισσοτέρους Μακεδόνας τα έργα
+μου. Και μου εφαίνετο δύσκολον να περιέλθω προς τούτο όλας τας πόλεις
+την μίαν μετά την άλλην, πράγμα το οποίον θα απήτει πολύν καιρόν· εάν
+όμως επερίμενα την σημερινήν ημών συνέλευσιν και ενεφανιζόμην εν μέσω
+υμών διά να σας απαγγείλω τινά των έργων μου, ο σκοπός μου θα
+εξεπληρούτο κατ' ευχήν.</p>
+
+<p>Σήμερον λοιπόν σας ευρίσκω ενταύθα συνηγμένους, ό,τι εκλεκτότερον
+έχει εκάστη πόλις, το άνθος ακριβώς ειπείν των Μακεδόνων. Ευρισκόμεθα
+δε εις πόλιν εκ των ωραιοτέρων, όχι όπως η Πίσσα, ούτε έχουσα την
+στενοχωρίαν εκείνης και σκηνάς και καλύβας και πνιγηρόν καύσωνα, οι
+δε πανηγυρισταί δεν είνε συρφετώδης όχλος αποτελούμενος από ανθρώπους
+ελθόντας μάλλον διά να ίδουν αθλητάς και ολίγον φροντίζοντας τους
+περισσοτέρους διά τον Ηρόδοτον, αλλά ρήτορες και συγγραφείς και
+σοφισταί οι διασημότεροι, ούτως ώστε να υπάρχη φόβος μήπως το έργον
+μου φανή εδώ περισσότερον ασήμαντον παρά εις την Ολυμπίαν. Αν
+επρόκειτο υμείς σήμερον να με συγκρίνετε προς τους αθλητάς
+Πολυδάμοντα ή Γλαύκον ή Μίλωνα, βεβαίως θα σας εφαινόμην καθ'
+υπερβολήν θρασύς άνθρωπος· αλλ' εάν απομακρύνετε την μνήμην σας από
+εκείνους και περιορίσετε την κρίσιν σας μόνον εις εμέ, ίσως δεν θα
+σας φανώ πολύ άξιος μαστιγώσεως
+(<sup><a href="#fn129" id="ref129">129</a></sup>)
+. Ενώπιον δε τοιούτων θεατών και τούτο θα είνε αρκετόν δι' εμέ.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<p><b>Σημείωσις /αφορώσα προηγούμενους τόμους/.</b> Εκτός διαφόρων
+άλλων παροραμάτων, ευδιακρίτων, σημειούμεν ενταύθα τα επόμενα δυο, ως
+ουσιωδέστερα :</p>
+
+<p>Εις την σελίδα 11 (στίχ. 1) της Εισαγωγής ετέθη «λεπτομερές» αντί
+«πολυμερές».</p>
+
+<p>Εις δε τας σελίδας 114 — 130 (επικεφαλίς) του Α'. τόμου ετέθη
+«Κρίσεις θεών» αντί «Κρίσις θεών».</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">* * *</h4>
+
+<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
+ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά, Για πρώτη φορά προσφερόταν
+συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
+(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,
+στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,
+στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,
+Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,
+Σίγουρου. Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου
+τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην
+Ελλάδα.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ</p>
+
+<p>ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.</p>
+
+<p>ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506</p>
+
+<p>ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10</p>
+
+<p>
+</p>
+<hr></hr>
+
+<p id="fn1">1) Φαίνεται, ότι ο σκοπός του διαλόγου τούτου ως και του
+επομένου είνε να εγκωμιασθή κάποια Πάνθεια, ερωμένη του Λουκίου
+Βέρου, αδελφού του αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου. Τινές των κριτικών
+αμφιβάλλουν αν ο Λουκιανός είνε συγγραφεύς των εγκωμίων τούτων.<a
+href="#ref1" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn2">2) Όρος της Λυδίας, επί της κορυφής του οποίου ελέγετο
+ότι ευρίσκετο η απολιθωθείσα Νιόβη, η κόρη του Ταντάλου.<a
+href="#ref2" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn3">3) Κατά τον Παυσανίαν η Αθηνά αύτη ωνομάσθη Λημνία, διότι
+ήτο ανάθημα των κατοίκων της Λήμνου. Ήτο επί της Ακροπόλεως.<a
+href="#ref3" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn4">4) Ερωμένη του Αλεξάνδρου. Ενώ την εζωγράφιζεν ο Απελλής,
+την ερωτεύθη, αλλ' ο Αλέξανδρος υπήρξεν αρκετά γενναιόψυχος, ώστε να
+τον συγχωρήση.<a href="#ref4" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn5">5) Ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος είχε προσλάβη
+συναυτοκράτορα τον αδελφόν του Λούκιον Βέρον.<a href="#ref5"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn6">6) Η σύζυγος του Αβραβάτα ωνομάζετο Πάνθεια, επομένως
+τοιούτον ήτο και το όνομα της ερωμένης του Λουκίου Βέρου.<a
+href="#ref6" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn7">7) Η Φιλομήλα, ήτις μετεμορφώθη εις την αηδόνα.<a
+href="#ref7" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn8">8) Κόρη και μαθήτρια του Πυθαγόρου.<a href="#ref8"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn9">9) Γυνή εκ Μαντινείας φιλόσοφος, της οποίας ο Σωκράτης
+καυχάται εις το «Συμπόσιον» του Πλάτωνος ότι υπήρξε μαθητής και ότι
+παρ' αυτής εδιδάχθη τα μυστήρια του έρωτος.<a href="#ref9"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn10">10) Επ' ανδρών κράατα. Το όνομα Άτη σημαίνει την ύβριν
+και την ζημίαν.<a href="#ref10" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn11">11) Διότι εις τας γυναίκας δεν επετρέπετο, ως γνωστόν,
+να παρίστανται εις τους αγώνας.<a href="#ref11"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn12">12) Νικητήν των λεόντων.<a href="#ref12"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn13">13) Ο Πίνδαρος πιθανώς.<a href="#ref13"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn14">14) Έτρεχεν επί των στάχεων χωρίς να τους συντρίβη.<a
+href="#ref14" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn15">15) Το τρέξιμον των ίππων οίτινες έφευγον με την
+ταχύτητα του ανέμου.<a href="#ref15" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn16">16) Τοιούτον θα είνε βέβαια του Ολυμπίου Διός το
+ανάκτορον.<a href="#ref16" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn17">17) Τότε είπε κλαίουσα η θεόμορφος γυνή.<a href="#ref17"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn18">18) Ο Ζωίλος.<a href="#ref18"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn19">19) Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, τον οποίον ο Πτολεμαίος διώρισε
+διευθυντήν της περιφήμου βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, έκαμε μίαν
+κριτικήν έκδοσιν του Ομήρου, εις την οποίαν εσημείωνε διά περονών
+τους στίχους τους οποίους εθεώρει εμβολίμους και μη γνησίους.<a
+href="#ref19" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn20">20) Ομοιάζουσα προς την Αρτέμιδα και την χρυσήν
+Αφροδίτην.<a href="#ref20" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn21">21) Ομοία προς την Άρτεμιν κατέβαινεν εκ του όρους.<a
+href="#ref21" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn22">22) Ίδε «Εικόνας».<a href="#ref22"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn23">23) Είνε γνωστή η συνήθεια των Αθηναίων να γράφουν επί
+των τοίχων το όνομα του αγαπωμένου προσώπου μετά του επιθέτου «καλός»
+ή «καλή». Περί του Φειδίου λέγεται ότι είχε χαράξη επί του μικρού
+δακτύλου του Ολυμπίου Διός τας λέξεις «Παντάρκης καλός».<a
+href="#ref23" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn24">24) Η πάνδημος εθεωρείτο προστάτις των εταιρών.<a
+href="#ref24" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn25">25) Την Δήμητραν και την Περσεφόνην.<a href="#ref25"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn26">26) Τα χοιρίδια των Αχαρνών ήσαν περίφημα και
+παροιμιώδη.<a href="#ref26" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn27">27) Η χώρα των Οδρυσσών έκειτο πέραν της Θράκης και
+εθεωρείτο πολύ μακρυνή ως φαίνεται και εκ του ανωτέρω χωρίου του
+Λουκιανού.<a href="#ref27" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn28">28) Εννοεί το «χαίρειν», με το οποίον οι αρχαίοι ήρχιζαν
+τας επιστολάς των· π. χ. Κλεινίας Αρισταινέτω χαίρειν.<a
+href="#ref28" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn29">29) Ο ένατος μην των Αθηναίων ότε εωρτάζοντο τα
+Ελαφηβόλια.<a href="#ref29" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn30">30) Ένδυμα κόκκινον.<a href="#ref30"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn31">31) Ίδε «Αλέξανδρον ή ψευδόμαντιν». Τομ γ'. σελ. 109.<a
+href="#ref31" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn32">32) Ως διηγείται ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν.<a
+href="#ref32" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn33">33) Η Βοιωτική Τανάγρα ήτο περίφημος διά τα πουλερικά
+της.<a href="#ref33" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn34">34) Ίδε «Αληθή Ιστορίαν» σελ. 40 και 41.<a href="#ref34"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn35">35) Παράβαλε «Νεκρικών Διαλόγων» σελ. 35 υποσημ. 2.<a
+href="#ref35" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn36">36) Ω χρυσέ, το ωραιότερον διά τον άνθρωπον δώρον.<a
+href="#ref36" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn37">37) Ο χρυσός είνε των ανθρώπων η δύναμις.<a
+href="#ref37" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn38">38) Από τας πολλάς σκέψεις ο γλυκύς ύπνος δεν ήρχετο εις
+τον Ατρείδην Αγαμέμνονα. Εκ του Ομήρου.<a href="#ref38"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn39">39) Μισώ τον συμπότην, ο οποίος έχει καλόν μνημονικόν.<a
+href="#ref39" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn40">40) Ανοηταίνεις.<a href="#ref40"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn41">41) Αλλ' εις την καρδίαν του Ατρείδου Αγαμέμνονος δεν
+ήτο ευχάριστον.<a href="#ref41" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn42">42) Ο Φίλος ήτο είς εκ των Κενταύρων, όστις ετάφη εις
+τους πρόποδας ενός των βουνών της Θεσσαλίας, το οποίον δια τούτο,
+κατά τον Διόδωρον ωνομάσθη Φολόη.<a href="#ref42"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn43">43) Ως γνωστόν ο προπίνων έπινεν ολίγον και έδιδε το
+ποτήρι εις τον προς ον η πρόποσις απηυθύνετο διά να πίη το
+υπόλοιπον.<a href="#ref43" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn44">44) Συνέκρουον τας ασπίδας.<a href="#ref44"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn45">45) Και ανεπέμποντο κραυγαί απελπισίας και θριάμβου.<a
+href="#ref45" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn46">46) Οι Στωικοί ηρέσκοντο να γράφουν ψιλά και
+δυσανάγνωστα.<a href="#ref46" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn47">47) Όρος σχολαστικός των Στωικών.<a href="#ref47"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn48">48) Περί του κερατίνου συλλογισμού ίδε «Νεκρικούς
+Διάλογους» Τόμ. Β'. σελ. 35 υποσ. 2. Σωρείτης δε είνε άλλο σόφισμα,
+το οποίον δι' αλλεπαλλήλων ερωτήσεων φθάνει εις συμπέρασμα ψευδές
+μεν, φέρον όμως εις αμηχανίαν τον ερωτώμενον.<a href="#ref48"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn49">49) Είτε την ελησμόνησε, είτε δε την εσυλλογίσθη,
+υπέπεσεν εν τη καρδία του εις μέγα αμάρτημα.<a href="#ref49"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn50">50) Η γη αύτη είνε η Καλυδών, η οποία κείται απέναντι
+της γης του Πέλοπος και έχει πεδιάδας ευφόρους. Απόσπασμα εκ του
+«Μελεάγρου», το οποίον δεν έχει σχέσιν με την υπόθεσιν της επιστολής,
+αλλά παρατίθεται εική εις ένδειξιν πολυμάθειας, όπως και το
+επόμενον.<a href="#ref50" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn51">51) Η εκηβόλος θεά κόρη της Λητούς εξερεθίζει μέγαν
+κάπρον εις τας γαίας του Οινέως.<a href="#ref51"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn52">52) Παράβαλε τα λεγόμενα περί της τιμωρίας των μοιχών
+εις τον «Θάνατον Περεγρίνου».<a href="#ref52"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn53">53) Ο τόκος ελογαριάζετο κατά μήνα.<a href="#ref53"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn54">54) Οι αρχαίοι, κατά τους χρόνους του Λουκιανού, διήρουν
+τα γεύματα εις τρία μέρη. Εκ τούτων το πρώτον ελέγετο πρόπομα, διότι
+κατ' αυτό έπινον είτε οίνον, είτε διάφορα ποτά δροσιστικά είτε και
+μόνον νερόν. Η συνήθεια του προπόματος εισήχθη εις την Ελλάδα και εις
+την Ρώμην επί του αυτοκράτορος Κλαυδίου. Κατά το δεύτερον μέρος του
+γεύματος παρετίθεντο εδέσματα ελαφρά, κατάλληλα μάλλον διά να
+διεγείρουν παρά διά να κορέσουν την όρεξιν, θαλασσινά, γλυκίσματα,
+λάχανα και τα τοιαύτα. Το τρίτον μέρος ήτο το εντελές γεύμα, κατά τα
+οποίον παρετίθεντο τα διάφορα κρέατα και εις το τέλος τα τραγήματα.<a
+href="#ref54" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn55">55) Εις το μέγαρον του Αρισταινέτου η ευγενής Κλεανθίς
+ανετράφη ως βασίλισσα με επιμέλειαν, εξέχουσα μεταξύ όλων των άλλων
+παρθένων, ωραιοτέρα της Αφροδίτης και της Ελένης ομού. Χαίρε δε και
+συ, γαμβρέ, πρώτε μεταξύ των ομηλίκων σου, ωραιότερε του Νιρέως και
+του υιού της Θέτιδος. Ημείς δε πολλάκις θα σας ψάλλωμεν τον
+επιθαλάμιον τούτον ύμνον, ευχόμενοι διά την ευτυχίαν και των δύο.<a
+href="#ref55" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn56">56) Διότι οι στίχοι του Ιστιαίου ήσαν απομιμήσεις και
+αναμίξεις στίχων διαφόρων ποιητών.<a href="#ref56"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn57">57) Παρωδία Ομηρικού στίχου. Κ' εκείνον μεν απέτυχε . .
+.<a href="#ref57" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn58">58) Μεταξύ των δογμάτων των Στωικών ήτο και η
+περιφρόνησις διαφόρων δεινών, εν οις και ο πόνος, τα οποία διά τούτο
+απεκάλουν αδιάφορα. Ως δε διηγείται ο Κικέρων, Ποσειδώνιος ο Απαμεύς
+παθών εξ αρθρίτιδος ανεφώνει· Δεν θα με καταφέρεις, πόνε, να
+ομολογήσω ότι είσαι κακόν.<a href="#ref58"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn59">59) Την εσπέραν του γάμου ο γαμβρός ωδήγει την νύμφην
+επί οχήματος, επί του οποίου ήτο κατεσκευασμένη μικρά κλίνη και επ'
+αυτής η νύμφη ήτο κατακεκλιμένη. Οι φίλοι και οι ομήλικοι του γαμβρού
+συνώδευον κρατούντες δάδας και άδοντες.<a href="#ref59"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn60">60) Του Ευριπίδου.<a href="#ref60"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn61">61) Ανεξερεύνητοι των θεών αι βουλαί· εις πολλά οι θεοί
+δίδουν ανέλπιστον έκβασιν και τα προσδοκώμενα δεν πραγματοποιούνται.
+Ευρ. «Άλκηστις» τέλος.<a href="#ref61" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn62">62) Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εκ διαφόρων μερών
+ειλημμένων. Όμοια, παρωδίαι του Ομήρου και του Ευριπίδου είνε τα
+επόμενα, τα οποία εις την μετάφρασιν αποδίδονται με κάποιον ρυθμόν.<a
+href="#ref62" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn63">63) Πώλος και Αριστόδημος, περίφημοι τραγικοί ηθοποιοί,
+οίτινες συνήθως υπεδύοντο θεών πρόσωπα.<a href="#ref63"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn64">64) Κανείς εκ των θεών, θηλυκός ή αρσενικός, ας μη λείψη
+ούτε εκ των ποταμών κανείς, ούτε εκ των νυμφών, αλλ' εις του Διός τα
+ανάκτορα να έλθετε όλοι, όσοι λαμβάνετε μέρος εις τας εκατόμβας και
+όσοι ανήκετε εις την μέσην ή την κατωτάτην τάξιν και αφανείς κάθεσθε
+παρά τους βωμούς και απολαμβάνετε την κνίσαν των θυσιών.<a
+href="#ref64" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn65">65) Βενδίς, θεότης της Θράκης. Ο Μίθρης ή Μίθρας ήτο
+θεός των Περσών, ο δε Μην των Φρυγών.<a href="#ref65"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn66">66) Η τρίτη τάξις των Αθηναίων πολιτών.<a href="#ref66"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn67">67) Η πλουσιωτέρα τάξις των Αθηναίων.<a href="#ref67"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn68">68) Άκουε, σίγα, μη τάραττε.<a href="#ref68"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn69">69) Δηλαδή των δώδεκα θεών. Παρωδία του κηρύγματος των
+επικλησιών του δήμου των Αθηναίων, κατά τας οποίας εκαλούντο να
+λάβουν τον λόγον οι «υπέρ τα πεντήκοντα γεγονότες».<a href="#ref69"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn70">70) Ο Μώμος αρχίζει με τον Ομηρικόν στίχον: «αλλ' ημείς
+μεν πάντες ύδωρ και γαία γένοισθε».<a href="#ref70"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn71">71) Τον Ηρακλήν.<a href="#ref71"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn72">72) Ο Μητρόδωρος ήτο πυρωνιστής φιλόσοφος Χίος, ο οποίος
+συνώψιζε την διδασκαλίαν του εις το εξής αξίωμα : «Δεν γνωρίζομεν
+τίποτε και δεν γνωρίζομεν μάλιστα εάν δεν γνωρίζωμεν τίποτε».<a
+href="#ref72" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn73">73) Πόλις της Ευβοίας, εις την οποίαν υπήρχε ναός του
+Ποσειδώνος.<a href="#ref73" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn74">74) Το έμμετρον κείμενον του χρησμού είνε ούτω
+συντεθειμένον, ώστε να είνε ακατανόητον και γελοίον προς διακωμώδησιν
+της ασαφείας των αληθινών χρησμών. <br /><br
+/>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είμεθα γαϊδούρια και μουλάρια ξέστρωτα που
+δεν έχομεν ούτε μιας<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ακρίδας μυαλό.<a href="#ref74"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn75">75) «Σιγή εφ' ημείων, ίνα μη Δαμίς γε πύθηται». Εκ της
+Ιλιάδος.<a href="#ref75" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn76">76) Η Αθηνά ήτο η προστάτις θεά των Αθηνών και οι
+Αθηναίοι την εσέβοντο εξαιρετικώς. Αφού δε ο Τιμοκλής ωρκίσθη εις την
+Αθηνάν, ο Δάμις δεν τολμά ν' αντιτείνη εις τοιούτον όρκον, δι' ο και
+λέγει ότι ο Τιμοκλής ενίκησε με τον όρκον τούτον.<a href="#ref76"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn77">77) Τουτί μεν υπομόχθηρον, άλλο μοι λέγε.<a
+href="#ref77" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn78">78) Προς την Λητώ δε αντέστη ισχυρώς ο Ερμής.<a
+href="#ref78" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn79">79) Βλέπεις τον υψηλόν και άπειρον αιθέρα, όστις εις τας
+υγράς του αγκάλας περιβάλλει την γην; Τούτον νόμιζε Δία, τούτον
+θεώρει θεόν.<a href="#ref79" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn80">80) Ο Ζευς, τι είνε ο Ζευς; Διότι μόνον εξ ονόματος τον
+γνωρίζω.<a href="#ref80" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn81">81) Ο Φάλης ήτο ο θεός της γονιμότητος και παρίστατο διά
+του φαλού.<a href="#ref81" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn82">82) Ανθρωποθυσίας. Ίδε τόμ. Α'. σελ. 109.<a
+href="#ref82" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn83">83) Κτυπά αδιακρίτως ενόχους τε και μη. Εκ της
+«Ιλιάδος».<a href="#ref83" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn84">84) Η φιγούρα του πλοίου. Παράβαλλε «Πλοίον ή ευχαί»
+τόμ. 1 σελ. 27 υποσημ. 2.<a href="#ref84"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn85">85) Στίχος του Μενάνδρου : Ουδέν κακόν παθαίνεις εκ της
+ύβρεως, την οποίαν δεν αποδέχεσαι.<a href="#ref85"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn86">86) Ο τίτλος του κειμένου είνε «Βίων πράσις». Η λέξις
+«βίος» επί του προκειμένου σημαίνει τον τρόπον του ζην κατά τα
+διάφορα φιλοσοφικά συστήματα. «Οι από του βίου» ελέγοντο οι
+φιλόσοφοι.<a href="#ref86" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn87">87) Ο Πυθαγόρας ομιλεί εις το κείμενον την Ιονικήν
+διάλεκτον.<a href="#ref87" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn88">88) Ο υιός του Κροίσου ήτο άλαλος.<a href="#ref88"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn89">89) Αντί να παραθέτη απλώς τους αριθμούς, ο Πυθαγόρας
+τους προσέθετε:<br /><br />
+
+Το τέλειον τούτο τρίγωνον είνε πρόβλημα του ισοσκελούς τριγώνου,
+το οποίον εύρεν ο Πυθαγόρας και το παρίστα κατά τον εξής τρόπον: <br /><br />
+1&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; <b>.</b> <br />
+2&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; <b>. &nbsp;. </b><br />
+3&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b> .&nbsp; .&nbsp; . </b><br />
+4&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>.&nbsp; .&nbsp; .&nbsp; .</b><br />
+ __ <br />
+10<br /><br />
+
+Ο δε σχετικός όρκος ήτο ο εξής: «Ορκίζομαι εις εκείνον όστις δίδει
+εις την ημετέραν ψυχήν την τετράδα, την πηγήν των αρχών της αιωνίας
+φύσεως». Κατά τους Πυθαγορικούς ο αριθμός τέσσαρα ήτο το σύμβολον των
+τεσσάρων στοιχείων.<a href="#ref89" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn90">90) Διότι είνε σκοτεινοί.<a href="#ref90"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn91">91) Οι αρχαίοι έγραφον επί του ενός μέρους των μακρών
+περγαμηνών, αίτινες απετέλουν τα βιβλία των. Οι Κυνικοί όμως φαίνεται
+ότι μετεχειρίζοντο βιβλία των οποίων αι περγαμηναί ήσαν ολόγραφοι.<a
+href="#ref91" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn92">92) Ιππόλυτος: «Η μεν γλώσσα ομώμωκεν, η δε φρην
+ανώμοτο». Ο Διογένης αναστρέφει την φράσιν.<a href="#ref92"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn93">93) Ο Διογένης υπήρξεν αργυραμοιβός εις την Σινώπην.
+Παράβ. «Δις κατηγορούμενος».<a href="#ref93"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn94">94) Ο Αρίστιππος, αρχηγός της Σχολής, των Κυρηναϊκών,
+υπήρξε μαθητής του Σωκράτους, όπως δε ούτος, περιωρίσθη μόνον εις την
+ηθικήν και παρημέλησε την φυσικήν, προς την οποίαν έτρεφε μεγάλην
+περιφρόνησιν. Αλλά διέστρεψε την ηθικήν του διδασκάλου του διά των
+μαθημάτων της ακολασίας και της αυτοκτονίας, τα οποία έδιδε. Κατά τον
+Αρίστιππον, η υπέρτατη ευτυχία συνίστατο εις τας απολαύσεις των
+αισθήσεων. Επωνομάσθη δε ρήτωρ του θανάτου, διότι εδίδασκε τους
+μαθητάς του ν' αυτοκτονούν άμα ησθάνοντο την ελαχίστην απογοήτευσιν
+εις την ζωήν. Η θυγάτηρ του Αρήτη τον διεδέχθη εις την αρχηγίαν της
+Σχολής του.<a href="#ref94" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn95">95) Το παιγνίδι της δάμας.<a href="#ref95"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn96">96) Υπαινίσσεται τα λεγόμενα υπό του Αλκιβιάδου εις το
+«Συμπόσιον» του Πλάτωνος.<a href="#ref96"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn97">97) Συνήθης όρκος του Σωκράτους.<a href="#ref97"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn98">98) Ήτο μαθητής και φίλος του Πλάτωνος,<a href="#ref98"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn99">99) Κατά τους χρόνους του Λουκιανού η Στωική φιλοσοφία
+εξετιμάτο μεγάλως και κατ' αυτής η σάτυρα του Λουκιανού αποτοξεύει
+συχνότερα και σφοδρότερα τα βέλη της.<a href="#ref99"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn100">100) Το δόγμα τούτο της Στωικής φιλοσοφίας περιέχεται
+εις το πρώτον αξίωμα του εγχειριδίου του Επικτήτου.<a href="#ref100"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn101">101) Εκτός του Λουκιανού και οι άλλοι αρχαίοι
+συγγραφείς αναφέρουν τον συλλογισμόν του κροκοδείλου, χωρίς όμως και
+να δίδουν την εξήγησίν του.<a href="#ref101"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn102">102) Δεν γνωρίζομεν επίσης σαφή πράγματα περί του
+θεριστικού και του κυριεύοντος συλλογισμού, των οποίων παραδείγματα
+αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος εις τον βίον του Ζήνωνος και του
+Χρυσίππου.<a href="#ref102" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn103">103) Ως εκ ποοηγουμένων γνωρίζομεν, οι Στωικοί
+ετοποθέτουν την αρετήν εις την κορυφήν όρους αποκρήμνου εις το οποίον
+έφερεν οδός δύσβατος. Η ιδέα δε αύτη ήτο του Ησιόδου.<a
+href="#ref103" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn104">104) Ο Χρύσιππος, κατά τον Διογένην τον Λαέρτιον,
+έγραψε 311 τόμους περί διαλεκτικής, εκτός δε τούτων πολυάριθμα άλλα
+συγγράμματα, πλήρη ξένων περικοπών και σχολίων, τα οποία απετέλουν τα
+δύο τρίτα και πλέον του όλου συγγράμματος. Εις μίαν εκ των
+πραγματειών τούτων κατεχώρισεν ολόκληρον την Μήδειαν του Ευριπίδου·
+μίαν δε ημέραν είς των μαθητών του, ο οποίος εκράτει το βιβλίον
+εκείνο, ερωτηθείς τι βιβλίον ήτο, απήντησεν· Η «Μήδεια» του
+Χρυσίππου. Ο Σενέκας ομιλεί μετά πολλής περιφρονήσεως περί των έργων
+του Χρυσίππου· τα χαρακτηρίζει ως επιπόλαια, και τα παρομοιάζει με
+ξίφος το οποίον λυγίζει αντί να διατρυπά. <br /><br />Ο Χρύσιππος
+είχε γράψη βιβλίον περί σολοικισμών και αδοκίμων λέξεων, εκ των
+οποίων ανέφερε μέγαν αριθμόν. Αλλ' οι Στωικοί ολίγον εφρόντιζον διά
+την καθαρότητα της γλώσσης και την ακρίβειαν του ύφους.<a
+href="#ref104" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn105">105) Όνομα περιφήμου τινός τοκογλύφου, το οποίον
+κατόπιν απεδίδετο εις όλους τους τοκογλύφους, όπως το όνομα του Ίρα
+απεδίδετο εις όλους τους αθλίους και επαίτας.<a href="#ref105"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn106">106) Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν ονησιφόρα
+(ωφέλιμα), διά να γίνη λογοπαίγνιον με όσα προηγουμένως λέγονται περί
+του όνου.<a href="#ref106" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn107">107) Εννοεί τον Πύρρωνα, του οποίου το όνομα
+μεταβάλλει, ούτως ώστε να γίνη δουλικόν όνομα, διότι το όνομα Πυρρίας
+ήτο σύνηθες όνομα δούλων.<a href="#ref107"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn108">108) Την αλήθειαν.<a href="#ref108"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn109">109) Επέχω περί τούτου και διασκέπτομαι. Τούτο ήτο και
+το κύριον αξίωμα της φιλοσοφίας των Πυρρωνιστών.<a href="#ref109"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn110">110) Ούτως ώστε η πήρα να συντρέχη την πήραν και αι
+ράβδοι τας ράβδους. Παρωδία στίχου της Ιλιάδος. <a href="#ref110" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn111">111) Είσθε σοφοί
+άνδρες, και πρέπει ο θυμός σας να είνε αχαλίνωτος. Παρωδία επίσης
+Ομηρικού στίχου.<a href="#ref111" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn112">112) Να κατασπαραχθή αφού λιθοβολιθή και κατ' αυτόν τον
+τρόπον ν' αποθάνη.<a href="#ref112" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn113">113) Ότι δεν τηρούνται συνθήκαι μεταξύ ανθρώπων και
+θηρίων.<a href="#ref113" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn114">114) Μη φονεύετε άνθρωπον αγαθόν, αλλά δεχθήτε λίτρα
+διά την ζωήν του, χαλκόν και χρυσόν, τα οποία κατ' εξοχήν αγαπούν οι
+σοφοί.<a href="#ref114" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn115">115) Μη φαντάζεσαι, υβριστά, αφού έπεσες εις τα χέρια
+μας, ότι θα διαφύγης, επειδή υπεσχέθης χρυσόν.<a href="#ref115"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn116">116) Μη φονεύης, διότι δεν πρέπει να φονεύεται ο
+ικετεύων.<a href="#ref116" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn117">117) Δεν πρέπει οι κακοποιοί να πληρώνωνται με το αυτό
+νόμισμα;<a href="#ref117" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn118">118) Ιδέ «Ψευδολογιστήν» τόμος Γ' σελίς 154.<a
+href="#ref118" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn119">119) θα φορέσης χιτώνα από λίθους, διά να τιμωρηθής δι'
+όσα κακά έπραξες.<a href="#ref119" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn120">120) Ο Άρατος, καίτοι ήτο εκ των Σολών της Κιλικίας,
+διεκρίθη ως Έλλην φιλόσοφος και συγγραφεύς των «Φαινομένων». Εκ της
+αυτής πόλεως ησαν οι φιλόσοφοι Κράτων και Χρύσιππος. Ο Ζήνων, ο
+ιδρυτής της Στωικής φιλοσοφίας, ήτο Κύπριος εκ Κιλίου. Ο Αριστοτέλης
+ήτο εκ Σταγείρων, ο δε Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας ήσαν Αβδηρίται. Το
+ότι δεν ήσαν εκ της κυρίως Ελλάδος δεν ηλάττωνε την υπόληψιν την
+οποίαν είχον μεταξύ των Ελλήνων ως σοφοί.<a href="#ref120"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn121">121) Ο Λουκιανός σκώπτει τον Πλάτωνα δια τους άγαν
+εμφαντικούς λόγους τους οποίους μεταχειρίζεται εις τον «Φαίδρον».<a
+href="#ref121" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn122">122) Ευριπ. «Φοίνισσαι» : —Ω πάνσεπτη Νίκη, μείνε
+πλησίον μου καθ' όλην μου την ζωήν και μη παύσης να με στεφανώνης.<a
+href="#ref122" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn123">123) Ως έπαθλον δε θα χρησιμεύσουν δύο τάλαντα χρυσού,
+τα οποία θα δώσωμεν εις εκείνον όστις θ' αναδειχθή ο περισσότερον
+φιλόνεικος. Παρωδία Ομηρικών στίχων.<a href="#ref123"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn124">124) Όσα φύλλα και άνθη φέρει η άνοιξις.<a
+href="#ref124" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn125">125) Εις το Πρυτανείον, ως γνωστόν, ετρέφοντο δωρεάν,
+όσοι είχον προσφέρη εξαιρετικάς υπηρεσίας εις την πατρίδα. Όταν δε ο
+Σωκράτης εδικάζετο είπεν ότι, αντί να καταδικασθή εις θάνατον, έπρεπε
+να οδηγηθή εις το Πρυτανείον.<a href="#ref125"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn126">126) Χρυσόφα ή ξόφα.<a href="#ref126"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn127">127) Ο Λουκιανός παίζει με την λέξιν αφύαι (μαρίδες)
+και λέγει· «Νή Νι' αφυέστατοί γε».<a href="#ref127"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn128">128) Προλαλιά.<a href="#ref128"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn129">129) Ως εκ των προηγουμένων γνωρίζομεν οι λαμβάνοντες
+μέρος εις τους αγώνας χωρίς να είνε άξιοι ν' αγωνισθούν, παρεδίδοντο
+εις τους μαστιγοφόρους. Ομοίως και οι κακοί υποκριταί.<a
+href="#ref129" title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>
+&nbsp;</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 6, by Lucian
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 6 ***
+
+***** This file should be named 28606-h.htm or 28606-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/8/6/0/28606/
+
+Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
diff --git a/28606-h/images/cover.jpg b/28606-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..aa8acc3
--- /dev/null
+++ b/28606-h/images/cover.jpg
Binary files differ