summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--28018-0.txt5096
-rw-r--r--28018-0.zipbin0 -> 146317 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 5112 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/28018-0.txt b/28018-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..f4207fb
--- /dev/null
+++ b/28018-0.txt
@@ -0,0 +1,5096 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Vol. 3, by Lucian
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Complete Works, Vol. 3
+
+Author: Lucian
+
+Translator: Ioannis Kondylakis
+
+Release Date: February 7, 2009 [EBook #28018]
+Last Updated: November 14, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOL. 3 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni book provided by Iason Konstantinidis
+
+
+
+
+Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been
+transferred at the end of the book. The tonic system has been changed
+from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not
+been changed.
+
+Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
+σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από
+πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία
+του βιβλίου.
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+
+ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
+
+
+
+ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
+
+
+
+
+ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Αληθής Ιστορία βιβλ. α'• - Αληθής Ιστορία βιβλ. β'. —
+Τυραννοκτόνος. — Αποκηρυττόμενος.— Φάλαρις λόγ. α'.— Φάλαρις λόγ. β'—
+Αλέξανδρος ή Ψευδόμαντις. — Ο Ηρακλής. — Ο Διόνυσος. — Ψευδολογιστής.
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1911
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+
+
+ΑΛΗΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ
+
+
+
+
+Βιβλίον πρώτον.
+
+Καθώς οι αθληταί και εν γένει οι καταγινόμενοι εις τας σωματικάς
+ασκήσεις δεν φροντίζουν μόνον διά τας ασκήσεις και την ευεξίαν των,
+αλλά και διά την έγκαιρον ανάπαυσίν των — την θεωρούν δε ως το
+σπουδαιότερον μέρος της σωμασκίας — και όσοι καταγίνονται εις μελέτας
+νομίζω ότι, αφού κουρασθούν εις την ανάγνωσιν των σοβαρωτέρων έργων,
+πρέπει ν' ανακουφίζουν το πνεύμα των και να το καθιστούν ακμαιότερον
+διά τον μετέπειτα κόπον. Θα γίνεται δε όπως πρέπει αυτή η ανάπαυσις,
+αν περιορίζωνται εις τα αναγνώσματα τα οποία διά της χάριτος και της
+ευθυμίας των όχι μόνον ελαφράν ψυχαγωγίαν παρέχουν, αλλά και ιδέας
+ευγενείς διεγείρουν• μου επιτρέπεται δε, νομίζω, να έχω τοιαύτην ιδέαν
+και περί των συγγραμμάτων μου τούτων. Διότι όχι μόνον το παράξενον της
+υποθέσεως και του σκοπού το αστείον και παιγνιώδες θα τους τέρψη, ουδέ
+διότι ψεύματα διάφορα με πιθανότητα και αληθοφάνειαν κατεσκευάσαμεν,
+αλλά και διότι έκαστον εκ των ούτω ιστορουμένων υπονοεί και διακωμωδεί
+τινα από τα πολλά τερατώδη και μυθώδη, τα οποία έγραψαν μερικοί από
+τους αρχαίους ποιητάς, ιστορικούς και φιλοσόφους, τους οποίους και με
+τα ονόματά των θα ηδυνάμην ν' αναφέρω, εάν εκ της αναγνώσεως δεν
+εμαντεύοντο.
+
+Ο Κτησίας Κτησιόχου ο Κνίδιος έγραψε περί της χώρας των Ινδών και των
+κατοίκων πράγματα, τα οποία ούτε ο ίδιος είδεν, ούτε από άλλον ήκουσε
+διηγούμενα. {1} Έγραψε δε και ο Ιαμβούλος {2} περί του ωκεανού πολλά
+παράδοξα• αλλ' αν και το ψεύδος του δεν κρύπτεται, από την διήγησίν
+του όμως δεν λείπει η τέρψις. Πολλοί άλλοι, τα όμοια προτιμήσαντες,
+περιέγραψαν δήθεν περιηγήσεις και ταξείδιά των, εις τα οποία μας
+παρουσιάζουν υπερμεγέθη θηρία και ανθρώπους αγρίους και ήθη παράξενα.
+Αρχηγόν δε και διδάσκαλον εις τας τοιαύτας τερατολογίας έχουν τον
+Ομηρικόν Οδυσσέα, όταν διηγήται εις τα ανάκτορα του Αλκινόου την
+δουλείαν των ανέμων και ομιλή περί μονοφθάλμων ωμοφάγων και αγρίων
+ανθρώπων, προσέτι δε περί ζώων πολυκεφάλων και μεταμορφώσεώς των
+συντρόφων του διά μαγειών και περί άλλων πολλών τοιούτων, με τα οποία
+εκίνησε τον θαυμασμόν των αφελών και ευπίστων Φαιάκων. Όταν λοιπόν
+ανέγνωσα τας διηγήσεις όλων τούτων δεν τους κατέκρινα πολύ διά το
+ψεύδος, διότι έβλεπα ότι ήδη και οι επαγγελλόμενοι τον φιλόσοφον το
+μετεχειρίζοντο με πολλήν ελευθερίαν αλλ' εθαύμαζα πώς επίστευον ότι τα
+ψεύδη των θα διέφευγαν την αντίληψιν των αναγνωστών. Διά τούτο και εγώ
+θέλων από κενοδοξίαν ν' αφήσω κάτι εις τας επερχομένας γενεάς, διά να
+μη μείνω μόνος αμέτοχος εις την ελευθερίαν της διηγήσεως μύθων, μη
+έχων δε και τίποτε αληθές να εξιστορήσω — διότι δεν μου συνέβη τίποτε
+αξιοσημείωτον —- κατέφυγα εις το ψεύδος με περισσοτέραν από τους
+άλλους ευθύτητα• διότι λέγω τουλάχιστον μίαν αλήθειαν, ότι θα ψευσθώ.
+Ούτω δε πιστεύω ότι θ' αποφύγω και την κατηγορίαν των άλλων, αφού ο
+ίδιος ομολογώ ότι δεν λέγω τίποτε αληθές. Γράφω λοιπόν περί πραγμάτων,
+τα οποία ούτε είδα ούτε έπαθα ούτε παρ' άλλων έμαθα και τα οποία
+προσέτι ούτε ποτέ υπήρξαν ούτε και ηδύναντο να συμβούν διό και συνιστώ
+εις όσους θα ταναγνώσουν να μη τα πιστεύσουν κατ' ουδένα τρόπον.
+
+Μίαν φοράν απέπλευσα από τας Ηρακλείους στήλας και βοηθούμενος υπό
+ουρίου ανέμου επροχώρησα εις τον Εσπέριον ωκεανόν.{3} Ο λόγος δε και ο
+σκοπός του ταξειδίου μου ήτον η περιέργεια και ο πόθος να γνωρίσω νέα
+πράγματα και να μάθω που τελειόνει ο ωκεανός και τίνος είδους άνθρωποι
+κατοικούν πέραν αυτού. Διά τούτο επήρα εις το πλοίον τρόφιμα πολλά και
+νερόν αρκετόν, παρέλαβα δε και πεντήκοντα φίλους και ομηλίκους,
+έχοντας τους αυτούς πόθους• προσέτι επρομηθεύθην πολυάριθμα όπλα, διά
+της υποσχέσεως δε μεγάλου μισθού ευρήκα ένα άριστον κυβερνήτην και το
+πλοίον, το οποίον ήτον ελαφρόν σκάφος, επεσκεύασα, ώστε ν' αντέχη εις
+μακρόν και επικίνδυνον ταξείδιον.
+
+Επί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα επλέαμεν με τόσο μικράν ταχύτητα, ώστε
+η γη διεκρίνετο ακόμη εις τον ορίζοντα• αλλά την επομένην, κατά την
+ανατολήν του ηλίου, και ο άνεμος ήρχισε να δυναμώνη και κύματα
+υψώθησαν μεγάλα και σκότος έγινε και ουδέ να συστείλωμεν τα ιστία ήτο
+δυνατόν. Αφεθέντες λοιπόν εις την διάκρισιν του ανέμου και των
+ρευμάτων, επαλαίαμεν επί εβδομήκοντα εννέα ημέρας με την τρικυμίαν•
+την ογδοηκοστήν δε έξαφνα έλαμψεν ο ήλιος και βλέπομεν εις όχι μεγάλην
+απόστασιν νήσον υψηλήν και δασώδη, εις την οποίαν η προσέγγισις δεν
+ήτο δύσκολος, διότι ήδη η τρικυμία κατά πολύ είχε κοπάσει.
+Προσεγγίσαντες λοιπόν εξήλθαμεν και ένεκα των μακρών κακοπαθειών
+εμείναμεν επί πολύ ξαπλωμένοι κατά γης• έπειτα εσηκωθήκαμεν και
+διηρέθημεν ούτως ώστε τριάκοντα μεν εξ ημών έμειναν να φυλάττουν το
+πλοίον, είκοσι δε και εγώ ανέβημεν να κατασκοπεύσωμεν την νήσον.
+
+Αφού δ' επροχωρήσαμεν διά μέσου δάσους έως τρία στάδια από της
+παραλίας, βλέπομεν μίαν στήλην από χαλκόν επί της οποίας επιγραφή με
+γράμματα Ελληνικά, τα οποία είχον ημιεξαλειφθή και μόλις διεκρίνοντο,
+έλεγεν• «έως εδώ έφθασαν ο Ηρακλής και ο Διόνυσος». Εφαίνοντο και δύο
+ίχνη πλησίον επί μεγάλης πέτρας, εκ των οποίων το μεν είχεν έκτασιν
+ενός στρέμματος, το δε μικροτέραν• υποθέτω δε ότι το μεν μικρότερον
+ήτο του Διονύσου, το άλλο δε του Ηρακλέους. Αφού επροσκυνήσαμεν,
+επροχωρήσαμεν• μετ' ολίγον δε εφθάσαμεν εις ποταμόν, όστις έρρεεν
+οίνον, ομοιότατον μάλιστα με τον Χιακόν. Ήτο δε τόσον πολύ και άφθονον
+το ρεύμα, ώστε είς τινα μέρη ηδύνατο και πλοία να σηκώση. Βλέποντες τα
+σημεία ταύτα επιστεύαμεν έτι μάλλον εις ταναφερόμενα υπό της στήλης,
+ότι ο Διόνυσος είχεν έλθει εις την νήσον εκείνην.
+
+Θέλων δε να μάθω και από που επήγαζεν ο ποταμός, επροχώρησα αντιθέτως
+προς το ρεύμα• και πηγήν μεν αυτού καμμίαν δεν ευρήκα, αλλά πολλά και
+μεγάλα κλήματα κατάφορτα με σταφύλια, από δε την ρίζαν εκάστου έσταζεν
+οίνος διαυγής κ' εκ των σταγόνων τούτων εσχηματίζετο ο ποταμός. Ήσαν
+και ψάρια πολλά εις τον ποταμόν, τα οποία είχαν και το χρώμα και την
+γεύσιν του οίνου. Όταν επιάσαμεν κ' εφάγαμεν απ' αυτά τα ψάρια
+εμεθύσαμεν και όταν τα εσχίσαμεν τα ευρήκαμεν γεμάτα μούστον. Αλλ'
+έπειτα εσκέφθημεν να ταναμιγνύωμεν με ψάρια του νερού και ούτω
+εμετριάζαμεν την άκρατον οινοφαγίαν.
+
+Έπειτα επεράσαμεν τον ποταμόν, εις το μέρος όπου ήτο διαβατός, κ'
+ευρήκαμεν είδος κλημάτων θαυμαστόν. Από τον κορμόν αυτών, ο οποίος ήτο
+παχύς και δυνατός, εξήρχοντο γυναίκες καθ' όλα τέλειαι μέχρι των
+λαγόνων. Τοιουτοτρόπως ζωγραφίζουν εις την πατρίδα μας την Δάφνην,
+όπως μετεμορφώθη εις δένδρον διά ν' αποφύγη τον Απόλλωνα, καθ' ην
+στιγμήν ούτος επεχείρει να την συλλάβη εις την αγκάλην του. Από δε τα
+άκρα των δακτύλων των εφύοντο οι κλάδοι φορτωμένοι σταφυλάς. Αλλά και
+επί των κεφαλών των αντί κόμης είχον έλικας κλημάτων και φύλλα και
+σταφυλάς. Όταν επλησιάσαμεν, μας εχαιρέτων και μας εδεξιούντο• και
+άλλαι μεν ωμίλουν την Λυδικήν, άλλαι δε την Ινδικήν και αι
+περισσότεραι την Ελληνικήν γλώσσαν. Μάς έδιδον και φιλήματα, όσοι δ'
+εφιλούντο ευθύς εμέθυον και εγίνοντο έξω φρενών. Δεν επέτρεπον όμως να
+δρέπωμεν τους καρπούς και αν επεχειρούμεν να κόψωμεν σταφύλια,
+ησθάνοντο πόνον κ' εφώναζαν. Επεθύμουν δε και να έλθουν εις ερωτικήν
+επιμιξίαν μεθ' ημών αλλά δύο εκ των συντρόφων μας, οίτινες τας
+επλησίασαν, δεν απελύοντο πλέον, αλλ' είχον δεθή από τα αιδοία•
+συνεκολλήθησαν δε και συνερριζώθησαν και μετ' ολίγον από τους
+δακτύλους και αυτών εφύτρωσαν κλάδοι και τους περιέπλεξαν έλικες, δεν
+θα εβράδυνον δε να καρποφορήσουν και αυτοί.
+
+Τους αφήκαμεν και επιστρέψαντες εις το πλοίον διηγήθημεν εις εκείνους
+τους οποίους είχαμεν αφήσει εκεί όσα είδαμεν και των συντρόφων την
+αμπελομιξίαν. Έπειτα αφού εκάμαμεν προμήθειαν νερού και οίνου εκ του
+ποταμού, διενυκτερεύσαμεν εις την παραλίαν.
+
+Την αυγήν απεπλεύσαμεν με άνεμον όχι πολύ σφοδρόν το δε μεσημέρι, όταν
+πλέον δεν εφαίνετο η νήσος, ενέσκηψεν αίφνης κυκλών, ο οποίος
+περιέστρεψε το πλοίον και το εσήκωσεν εις τον αέρα εις ύψος τριών
+περίπου χιλιάδων σταδίων• δεν το αφήκε δε πλέον να κατέλθη εις την
+θάλασσαν, αλλά μετέωρον εις το ύψος εκείνο εφέρετο υπό του ανέμου,
+όστις εφούσκωνε τα πανιά του. Αφού δ' επί οκτώ ημέρας και άλλας τόσας
+νύκτας αεροπορήσαμεν, την ογδόην είδαμεν εις τον αέρα μίαν γην
+μεγάλην, ως νήσον, σφαιροειδή και λάμπουσαν, ως να ήτο κατάφορος.
+
+Πλησιάσαντες εις αυτήν και προσορμισθέντες, εξήλθαμεν• ευρήκαμεν δε
+χώραν κατοικουμένην και καλλιεργουμένην. Και την μεν ημέραν δεν
+εβλέπαμεν τίποτε έξω του τόπου εκείνου, άμα δ' ενύκτωσεν εφάνησαν και
+άλλαι πολλαί νήσοι πλησίον, άλλαι μεγαλείτεραι και άλλαι μικρότεραι,
+έχουσαι το χρώμα του πυρός• κάτω δε διεκρίνετο και άλλη γη με πόλεις
+και ποταμούς, με θαλάσσας, δάση και όρη. Εσυμπεραίναμεν ότι αυτή ήτον
+η γη, εις την οποίαν κατοικούμεν.
+
+Απεφασίσαμεν να προχωρήσωμεν εις το εσωτερικόν, αλλά καθ' οδόν μας
+συνέλαβον οι λεγόμενοι Ιππόγυποι• οι δε Ιππόγυποι ούτοι είνε άνθρωποι
+ιππεύοντες μεγάλους γύπας και ως ίππους μεταχειριζόμενοι τα όρνεα.
+Διότι είνε μεγάλοι οι γύπες και ως επί το πλείστον τρικέφαλοι• θα
+εννοηθή δε το μέγεθός των και από την εξής σύγκρισιν• έκαστον πτερόν
+αυτών είνε μακρότερον και παχύτερον από ιστόν μεγάλου φορτηγού πλοίου.
+Εις τους Ιππογύπους τούτους έχει ανατεθή να πετούν γύρω εις την χώραν
+και αν συναντήσουν κανένα ξένον να τον οδηγούν προς τον βασιλέα• άμα
+δε συνέλαβον και ημάς μας ωδήγησαν προς αυτόν. Ο δε βασιλεύς όταν μας
+είδε και από τας μορφάς και την ενδυμασίαν ενόησεν, Έλληνες λοιπόν
+είσθε, ξένοι; μας είπε. Απηντήσαμεν καταφατικώς, αυτός δε, Πώς λοιπόν,
+είπε, κατωρθώσατε να περάσετε τόσον αέρα και να φθάσετε έως εδώ. Του
+διηγήθημεν όλην την ιστορίαν μας• τότε δε και αυτός μας διηγήθη τα
+δικά του, ότι και αυτός ήτο άνθρωπος, ονομαζόμενος Ενδυμίων και
+ανηρπάσθη από την ιδικήν μας γην ενώ εκοιμάτο, ελθών δε εδώ έγινε
+βασιλεύς του τόπου. Μας εξήγησεν έπειτα ότι η γη επί της οποίας ήμεθα
+ήτο η Σελήνη, την οποίαν βλέπομεν από την Γην. Μας είπε να είμεθα
+ήσυχοι και να μη φοβούμεθα κανένα κίνδυνον και μας υπεσχέθη ότι θα μας
+παρείχετο παν ό,τι μας ήτο αναγκαίον. «Εάν δε, είπε, φέρω εις καλόν
+πέρας τον πόλεμον τον οποίον διεξάγω εναντίον των κατοικούντων εις τον
+ήλιον, θα περάσετε την ζωήν σας εδώ με την μεγαλειτέραν ευτυχίαν».
+Ηρωτήσαμεν ποίοι ήσαν οι εχθροί και ποία η αιτία του πολέμου. Ο
+Φαέθων, απήντησεν, ο βασιλεύς των κατοικούντων εις τον ήλιον — διότι
+κατοικείται και ο Ήλιος όπως και η Σελήνη—μας έχει κηρύξει προ πολλού
+τον πόλεμον. Και η αρχική αιτία ήτον η εξής. Συναθροίσας άλλοτε ποτέ
+τους πτωχοτέρους κατοίκους της χώρας μου, απεφάσισα να στείλω αποικίαν
+εις τον Εωσφόρον, {4} όστις είνε έρημος και εντελώς ακατοίκητος• αλλ'
+ο Φαέθων καταληφθείς υπό φθόνου, ηθέλησε να εμποδίση την αποικίαν και
+επετέθη κατά των ημετέρων με τους ιππομύρμηκάς του εις το μεταξύ
+Σελήνης και Εωσφόρου διάστημα. Και τότε μεν ενικήθημεν—διότι δεν
+ειχαμεν ισοπάλους δυνάμεις—-και ηναγκάσθημεν να υποχωρήσωμεν• αλλά τώρα
+θέλω να επαναλάβω τον πόλεμον και ναποστείλω την αποικίαν. Εάν λοιπόν
+θέλετε, λάβετε μέρος εις την εκστρατείαν μου, θα δώσω δε εις έκαστον
+ένα γύπα από τους βασιλικούς και τον λοιπόν οπλισμόν. Η εκκίνησις
+γίνεται αύριον. Σύμφωνοι, απήντησα εγώ, ας γείνη όπως θέλης.
+
+Εμείναμεν και εδειπνήσαμεν εις τανάκτορα• αξημέρωτα δε εξυπνήσαμεν και
+ετάχθημεν εις τας θέσεις μας• διότι οι κατάσκοποι ανήγγειλαν ότι οι
+εχθροί πλησιάζουν.
+
+Το πλήθος του στρατεύματός μας έφθασεν εις εκατόν χιλιάδας, χωρίς να
+υπολογίζωνται οι σκευοφόροι, οι μηχανικοί, οι πεζοί και οι ξένοι
+σύμμαχοι. Εκ τούτων ογδοήκοντα χιλιάδες ήσαν οι Ιππόγυποι, είκοσι δε
+χιλιάδες οι ιππεύοντες λαχανόπτερα, τα οποία, επίσης είνε όρνεα
+τεράστια, αντί δε πτερών έχουν εις όλον το σώμα λάχανα, τα δε μακρά
+πτερά των πτερύγων των ομοιάζουν με φύλλα μαρουλιών. Μετά τούτους
+είχον ταχθή οι Κεγχροβόλοι και οι Σκορδομάχοι. Είχον δε έλθει εις
+επικουρίαν του Ενδυμίωνος από τα βόρεια μέρη τριάκοντα χιλιάδες
+Ψυλλοτοξόται και πεντήκοντα χιλιάδες Ανεμοδρόμοι. Εκ τούτων οι
+Ψυλλοτοξόται ιππεύουν μεγάλους ψύλλους, εξ ου και η ονομασία των• είνε
+δε μεγάλοι οι ψύλλοι όσον δώδεκα ελέφαντες ομού• οι δε Ανεμοδρόμοι
+είνε πεζοί, αλλά πετούν χωρίς πτερά κατά τον εξής τρόπον• φορούν μακρά
+υποκάμισα, τα οποία φουσκόνει ο άνεμος ως ιστία και ούτω τρέχουν όπως
+τα πλοία. Συνήθως δε οι τοιούτοι εις τας μάχας είνε πελτασταί{5}.
+Ελέγετο ότι θα μας ήρχοντο και από τα άστρα τα υπεράνω της Καπαδοκίας
+εβδομήκοντα χιλιάδες Στρουθοβάλανοι και πέντε χιλιάδες Ιππογέρανοι.
+Αυτούς εγώ δεν τους είδα, διότι δεν ήλθαν• διά τούτο και δεν ετόλμησα
+να περιγράψω πώς είνε, διότι όσα ήκουσα να λέγωνται περί αυτών ήσαν
+τερατώδη και απίθανα.
+
+Αυτή ήτο η στρατιωτική δύναμις του Ενδυμίωνος• οπλισμόν δε είχον όλοι
+τον ίδιον• περικεφαλαίας από κουκιά• διότι τα κουκιά εκεί επάνω είνε
+μεγάλα και σκληρά• θώρακας φολιδωτούς όλους από λούμπινα• συρράπτοντες
+τους φλοιούς των λουμπίνων κατασκευάζουν θώρακας• διότι και οι φλοιοί
+των λουμπίνων είνε στερεοί και σκληροί, όπως το κέρατον. Αι ασπίδες δε
+και τα ξίφη των είνε όπως τα Ελληνικά. Όταν δε ήλθεν η ώρα της μάχης,
+παρετάχθησαν ως εξής• Το μεν δεξιόν κέρας κατέλαβον οι Ιππόγυποι και ο
+βασιλεύς, έχων πλησίον του τους αρίστους και ημάς μετ' αυτών• εις δε
+το αριστερόν ετάχθησαν οι λαχανόπτεροι• και εις το κέντρον οι
+σύμμαχοι. Οι δε πεζοί, οι οποίοι ήσαν περί τα εξήκοντα εκατομμύρια,
+παρετάχθησαν κατά τον εξής τρόπον. Υπάρχουν εκεί αράχναι πολλαί και
+μεγάλαι, πολύ μεγαλείτεραι των Κυκλάδων νήσων εκάστη. Αύται
+διετάχθησαν να υφάνουν εις τον αέρα ιστόν, όστις να συνδέση την
+Σελήνην με τον Εωσφόρον. Άμα δ' εντός ολίγου κατεσκεύασαν το πλέγμα
+τούτο και το επέστρωσαν, παρετάχθη επ' αυτού το πεζικόν. Ήσαν δε
+αρχηγοί των πεζών ο Νυκτερίων του Ευδιάνακτος και δύο άλλοι.
+
+Των εχθρών το αριστερόν κέρας κατείχον οι Ιππομύρμηκες, μεταξύ δε
+αυτών ήτο ο Φαέθων. Είνε δε οι Ιππομύρμηκες θηρία μέγιστα και πτερωτά,
+τα οποία ομοιάζουν προς τους δικούς μας μύρμηκας, χωρίς το μέγεθος•
+διότι ο μεγαλείτερος εξ αυτών είχε μέγεθος έως δύο στρεμμάτων• εμάχοντο
+δε όχι μόνον οι ιππεύοντες τους μύρμηκας τούτους, αλλά και αυτοί,
+ιδίως με τα κέρατά των. Ελέγετο ότι ούτοι ήσαν πεντήκοντα περίπου
+χιλιάδες. Εις το δεξιόν δε κέρας αυτών παρετάχθησαν οι Αεροκώνωπες, οι
+οποίοι επίσης ήσαν έως πεντήντα χιλιάδες, όλοι τοξόται ιππεύοντες
+μεγάλους κώνωπας• κατόπιν τούτων οι Αεροκάρδακες, οι οποίοι ήσαν πεζοί
+ελαφρώς ωπλισμένοι, αλλά μάχιμοι και αυτοί• διότι εκ μακράς αποστάσεως
+εξεσφενδόνιζον φανίδας υπερμεγέθεις, ο δε πληττόμενος δεν εσώζετο,
+αλλά μετ' ολίγον απέθνησκεν εκ της δυσωδίας ήτις ανεδίδετο εκ της
+πληγής του• ελέγετο δε ότι έχριον τα βέλη των με δηλητήριον μολόχας.
+Εις συνέχειαν αυτών ετάχθησαν οι Καυλομύκητες, βαρέως ωπλισμένοι, δέκα
+χιλιάδες τον αριθμόν. Ωνομάσθησαν δε Καυλομύκητες, διότι είχον ασπίδας
+από μανιτάρια και τα δόρατά των κατεσκευάζοντο από καυλούς σπαραγγιών.
+Πλησίον αυτών εστάθησαν οι Κυνοβάλανοι, τους οποίους έπεμψαν προς τον
+Φαέθοντα οι κάτοικοι του Σειρίου, πέντε χιλιάδες και αυτοί, άνδρες
+σκυλοπρόσωποι, οι οποίοι εμάχοντο καθήμενοι επάνω εις βελανίδια
+πτερωτά. Ελέγετο δε ότι καθυστερούν εκ των συμμάχων αυτών οι
+σφενδονήται, τους οποίους είχον ζητήσει από τον Γαλαξίαν, και οι
+Νεφελοκένταυροι• και οι τελευταίοι έφθασαν όταν ήδη η μάχη είχε κριθή,
+που να μη έφθαναν• αλλ' οι σφενδονήται δεν ήλθαν, διό λέγεται ότι ο
+Φαέθων οργισθείς επυρπόλησε κατόπιν την χώραν των. Τοιαύτη ήτο και του
+Φαέθοντος η δύναμις.
+
+Όταν δε αι σημαίαι υψώθησαν και ωγκάνισαν και από τα δύο στρατεύματα
+οι όνοι, (διότι αυτούς μεταχειρίζονται ως σαλπιγκτάς) συνεπλάκησαν και
+εμάχοντο. Και το μεν αριστερόν κέρας των Ηλιωτών ευθύς ετράπη εις
+φυγήν, χωρίς ν' αντιστή εις την ορμήν των Ιππογύπων• ημείς δε τους
+κατεδιώξαμεν φονεύοντες• το δεξιόν όμως αυτών ενίκα το δικόν μας
+αριστερόν και οι Αεροκώνωπες εφορμήσαντες κατεδίωξαν τους ημετέρους
+μέχρι της γραμμής των πεζών• αλλ' εδώ με την βοήθειαν και τούτων οι
+εχθροί απεκρούσθησαν και έφυγαν, μάλιστα όταν έμαθαν ότι το αριστερόν
+αυτών είχε νικηθή. Η κατατρόπωσις ούτω έγινε γενική και πολλοί
+ηχμαλωτίζοντο, πολλοί δε και εφονεύοντο και το αίμα έρρεεν άφθονον εις
+τα νέφη, ώστε να βάφωνται και να φαίνωνται κόκκινα, όπως τα βλέπομεν
+από την Γην κατά την δύσιν του Ηλίου• πολύ δε και έσταξε κάτω εις την
+Γην, ώστε να σκέπτωμαι μήπως και κατά τους παλαιούς χρόνους συνέβη
+κάτι τοιούτον επάνω και ο Όμηρος ενόμισεν ότι ο Ζευς έβρεξεν αίμα διά
+τον θάνατον του Σαρπηδόνος.
+
+Επιστρέψαντες από την καταδίωξιν, εστήσαμεν δύο τρόπαια, το μεν της
+πεζομαχίας επί του αραχνοπλέγματος, το δε της αερομαχίας επί των
+νεφών. Αλλά μετ' ολίγον ανηγγέλθη ότι επήρχοντο οι Νεφελοκένταυροι,
+τους οποίους επερίμενε προ της μάχης ο Φαέθων. Και τωόντι εφάνησαν
+πλησιάζοντες• και ήτο το θέαμα πολύ παράδοξον, διότι ήσαν κατά το
+ήμισυ ίπποι πτερωτοί και κατά το άλλο ήμισυ άνθρωποι• είχον δε μέγεθος
+οι μεν άνθρωποι όσον ο κολοσσός της Ρόδου από του μέσου και άνω {6}οι
+δε ίπποι όσον φορτηγόν πλοίον εκ των μεγάλων. Δεν γράφω, τίποτε περί
+του πλήθους των, διά να μη φανή απίθανον• τόσον πολυάριθμοι ήσαν. Ως
+αρχηγόν δε είχαν τον Τοξότην του Ζωδιακού. Όταν έμαθον ότι οι φίλοι
+των είχον νικηθή, ειδοποίησαν τον Φαέθοντα να επαναλάβη την επίθεσιν•
+παραταχθέντες δε και αυτοί προς μάχην επέπεσαν κατά των Σεληνιτών,
+τους οποίους ευρήκαν εις αταξίαν και σκορπισμένους εις την καταδίωξιν
+και την λαφυραγωγίαν• και τους έτρεψαν όλους εις φυγήν, αυτόν τον
+βασιλέα κατεδίωξαν μέχρι της πόλεως και τα περισσότερα όρνεα
+κατέσφαξαν. Κατέστρεψαν και τα τρόπαια, κατέλαβαν όλην την πεδιάδα την
+οποίαν είχον υφάνει αι αράχναι, εμέ δε και δύο εκ των συντρόφων μου
+ηχμαλώτισαν. Κατέφθασε δε και ο Φαέθων και τώρα αυτοί ανήγειραν άλλα
+τρόπαια. Ημείς δε εδέθημεν οπισθάγκωνα με τεμάχιον αράχνης και
+αυθημερόν ωδηγήθημεν εις τον Ήλιον.
+
+Οι εχθροί δεν έκριναν καλόν να πολιορκήσουν την πόλιν αλλ'
+επιστρέψαντες ήρχισαν να κτίζουν τείχος εις τον μεταξύ Ηλίου και
+Σελήνης αέρα, το οποίον να εμποδίζη το φως του Ηλίου να φθάνη εις την
+Σελήνην. Ήτο δε το τείχος από νέφη• ώστε έγινεν ολική έκλειψις της
+Σελήνης και υπό νυκτός διηνεκούς όλη κατελήφθη. Ο δε Ενδυμίων
+στενοχωρηθείς εκ τούτου έστειλε πρέσβεις και παρεκάλει να κατεδαφισθή
+το τείχος και να μη τους αφήσουν να ζουν εις το σκότος• υπέσχετο δε να
+πληρώνη φόρους και σύμμαχος να είνε και ποτέ πλέον να μη πολεμήση κατά
+των Ηλιωτών• ήτο δε πρόθυμος να δώση και ομήρους διά ταύτα. Ο Φαέθων
+έκαμε δύο συμβούλια• και κατά μεν την πρώτην συζήτησιν οι νικηταί δεν
+ηθέλησαν να δεχθούν καμμίαν συνθηκολόγησιν και επέμειναν εις την
+εκδίκησιν• την επιούσαν όμως ήλλαξαν γνώμην και συνωμολογήθη ειρήνη
+με την εξής συνθήκην• «Οι Ηλιώται και οι σύμμαχοι συνεφώνησαν προς
+τους Σεληνίτας και τους συμμάχους αυτών ότι οι μεν Ηλιώται θα
+κατεδαφίσουν το μεταξύ Ηλίου και Σελήνης τείχος και δεν θα εισβάλουν
+πλέον εις την Σελήνην, θ' αποδώσουν δε και τους αιχμαλώτους αντί
+ωρισμένων λύτρων• οι δε Σεληνίται ότι θ' αφήσουν τους άλλους αστέρας
+αυτονόμους, να μη πολεμήσουν δε πλέον κατά των Ηλιωτών, αλλά να
+συμμαχούν μετ' αυτών κατά πάσης επιδρομής. Καθ' έκαστον έτος ο
+βασιλεύς των Σεληνιτών ναποστέλλη προς τον βασιλέα των Ηλιωτών ως
+φόρον δέκα χιλιάδας αμφορείς δρόσου και να δώση ως ομήρους εκ των
+υπηκόων του δεκάκις χιλίους. Την αποικίαν δε εις τον Εωσφόρον να
+κάμουν από κοινού και να λάβουν μέρος όσοι θέλουν. Αι συνθήκαι να
+χαραχθούν επί στήλης εξ ηλέκτρου, η οποία να στηθή εις τον αέρα επί
+των συνόρων των δύο επικρατειών. Ωρκίσθησαν δε διά την τήρησιν των
+συμφωνηθέντων από μέρους μεν των Ηλιωτών ο Πυρωνίδης, ο Θερίτης και ο
+Φλόγιος• από δε τους Σεληνίτας ο Νύκτωρ, ο Μήνιος {7} και ο
+Πολυλαμπής».
+
+Ευθύς μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, οι Ηλιώται κατηδάφισαν το
+τείχος και ημάς τους αιχμαλώτους απέδοσαν.
+
+Όταν εφθάσαμεν εις την Σελήνην μας υπεδέχθησαν και μας ησπάζοντο με
+δάκρυα και οι σύντροφοί μας και αυτός ο Ενδυμίων. Μας παρώτρυνε να
+μείνωμεν πλησίον του και να λάβωμεν μέρος εις την αποικίαν• υπέσχετο δε
+να μου δώση εις γάμον το παιδί του, διότι γυναίκες δεν υπάρχουν εις
+την Σελήνην. Αλλ' εγώ δεν ηθέλησα να μείνω, επέμεινα δε να με γυρίση
+κάτω εις την θάλασσαν. Όταν δε ο Ενδυμίων είδεν ότι ήτο αδύνατον να
+πεισθώ, μας αφήκε ν' αναχωρήσωμεν, αφού επί επτά ημέρας εσυμποσιάζαμεν
+εις τανάκτορά του.
+
+Κατά την εν τω μεταξύ τούτω διαμονήν μου εις την Σελήνην έμαθα διάφορα
+αλλόκοτα και παράδοξα, τα οποία θέλω να διηγηθώ. Και πρώτον ότι οι
+Σεληνίται δεν γεννώνται από γυναίκας, αλλ' από αρσενικούς• διότι μόνον
+αρσενικούς νυμφεύονται και αι γυναίκες ουδέ κατ' όνομα είνε γνωσταί.
+Μέχρι του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του έκαστος χρησιμεύει
+ως γυνή, έπειτα δε λαμβάνει θέσιν ανδρός και αυτός. Κυοφορούν δε όχι
+εις την γαστέρα, αλλ' εις το παχύ μέρος της κνήμης, το οποίον λέγεται
+γαστροκνημία• όταν γίνη η σύλληψις, φουσκώνει η κνήμη, μετά καιρόν δε
+την σχίζουν και εξάγουν νεκρόν το έμβρυον• αλλά το εκθέτουν με
+ανοικτόν το στόμα προς τον άνεμον και ούτω ζωντανεύει. Μου φαίνεται δε
+ότι εκ τούτου προήλθε και εις την Ελληνικήν γλώσσαν το όνομα της
+γαστροκνημίας.
+
+Αλλ' έχω και κάτι άλλο έτι παραδοξότερον να διηγηθώ. Υπάρχει μεταξύ
+των Σεληνιτών γένος ανθρώπων ιδιαίτερον, οι λεγόμενοι Δενδρίται, οι
+οποίοι γεννώνται ως εξής• κόπτουν τον δεξιόν όρχιν ανθρώπου και τον
+φυτεύουν εις την γην• εξ αυτού δε φυτρόνει δένδρον υψηλότατον και
+σαρκώδες, όμοιον με φαλλόν{8}, το οποίον έχει κλάδους και φύλλα• οι δε
+καρποί του είνε βελανίδια, τα οποία έχουν μέγεθος ενός πήχεος. Όταν τα
+βελανίδια ωριμάσουν τα τρυγούν και εξάγουν από αυτά, ως από αυγά, τους
+ανθρώπους. Οι δε άνθρωποι ούτοι έχουν πρόσθετα γεννητικά όργανα, οι
+πλούσιοι από ελεφαντοκόκκαλον, οι δε πτωχοί ξύλινα και με αυτά
+βατεύουν και πλησιάζουν τους συνεύνους των.
+
+Όταν δε γηράση ο άνθρωπος δεν αποθνήσκει, αλλά διαλύεται ως καπνός και
+γίνεται αήρ. Τροφήν δε έχουν όλοι την ιδίαν• ανάπτουν φωτιάν και
+ψήνουν επί των ανθράκων βατράχους, οίτινες είνε πολυάριθμοι εις την
+σελήνην και πετούν εις τον αέρα. Ενώ δε οι βάτραχοι ψήνονται, κάθηνται
+γύρω εις την πυράν, ως περί τράπεζαν, και ροφούν τον αναδιδόμενον
+καπνόν. Κατ' αυτόν τον τρόπον ευωχούνται. Ως ποτόν δε έχουν τον αέρα,
+όστις πιεζόμενος εις δοχείον αφήνει υγρόν τι ως δρόσον. Δεν ουρούσι
+δε, ούτε αφοδεύουσιν, αλλ' ούτε είνε τρυπημένοι όπως ημείς. Η δε
+συνουσία δεν γίνεται όπως εις την Γην, αλλ' εις τα κοιλώματα τα
+υπεράνω των γαστροκνημιών διότι εκεί έχουν οπήν.
+
+Ωραίοι θεωρούνται μεταξύ αυτών οι φαλακροί και χωρίς μαλλιά, τους δε
+τρέφοντας κόμην απεχθάνονται. Επί των κομητών όμως όσοι έχουν μεγάλα
+μαλλιά εξ εναντίας θεωρούνται ωραίοι. Διότι είχον έλθει και μερικοί
+από εκεί, οι οποίοι μας διηγούντο και περί εκείνων. Έχουν και γένεια
+ολίγον ανωτέρω των γονάτων. Εις δε τα πόδια δεν έχουν νύχια, αλλ' είνε
+όλοι μονοδάκτυλοι. Ως ουρά φυτρόνει εις το άκρον της ράχης των
+λάχανον, το οποίον διατηρείται πάντοτε πράσινον και δεν συντρίβεται
+και όταν πίπτουν ανάσκελα. Από την μύτην των εξάγουν, όταν
+απομύττωνται, μέλι πολύ δριμύ• όταν δε εργάζωνται ή γυμνάζωνται,
+ιδρόνουν καθ' όλον το σώμα των γάλα, ούτως ώστε και τυρούς
+κατασκευάζουν εξ αυτού, αναμιγνύοντες εις το γάλα ολίγον μέλι. Έλαιον
+δε εξάγουν από τα κρομμύδια, πολύ παχύ και ευωδιάζον ως μύρον. Έχουν
+και πολλά αμπέλια τα οποία παράγουν νερόν• διότι αι ράγες των σταφυλών
+είνε ως χάλαζα• νομίζω δε ότι όταν πνέη άνεμος και συνταράσση τα
+κλήματα εκείνα, τότε πίπτει εδώ κάτω χάλαζα.
+
+Οι άνθρωποι εκείνοι μεταχειρίζονται την κοιλίαν των ως σακκούλαν, εις
+την οποίαν θέτουν τα χρειώδη, διότι ανοίγει και κλείει κατά βούλησιν•
+ούτε έντερα δε, ούτε άλλα σπλάγχνα φαίνονται εντός αυτής, αλλ' είνε
+από μέσα όλη τριχωτή, και οσάκις κρυόνουν τα νεογνά των κρύπτονται εις
+αυτήν. Το ένδυμα δε των μεν πλουσίων είνε υάλινον μαλακόν, των δε
+πτωχών χάλκινον υφασμένον διότι το μέταλλον τούτο είνε άφθονον εις
+εκείνα τα μέρη και τον κατεργάζονται αφού τον βρέξουν με νερόν, καθώς
+τα μαλλιά των προβάτων. Όσον διά τους οφθαλμούς των διστάζω να είπω
+πώς είνε, διότι φοβούμαι μήπως νομισθώ ότι ψεύδομαι• τόσον απίθανον θα
+φανή το πράγμα• αλλά θα το είπω και αυτό• οι οφθαλμοί των δύνανται ν'
+αφαιρούνται και να προσαρμόζωνται εκ νέου εις την θέσιν των και οποίος
+θέλει τους αφαιρεί και μένει τυφλός έως ότου θελήση πάλιν να ίδη, ότε
+τους θέτει πάλιν εις τας κόγχας των και βλέπει• και πολλοί οι οποίοι
+χάνουν τους δικούς των δανείζονται ξένους διά να βλέπουν• άλλοι δε
+έχουν πολλούς και αυτοί είνε οι πλούσιοι. Τα ώτα των δε είνε από φύλλα
+πλατάνου, και μόνον οι Δενδρίται τα έχουν ξύλινα.
+
+Αλλά και άλλο τι θαυμάσιον είδα εις τα ανάκτορα. Μέγα κάτοπτρον είνε
+τοποθετημένον επί του στομίου φρέατος, το οποίον δεν είνε πολύ βαθύ.
+Αν λοιπόν καταιβή κανείς εις το φρέαρ, ακούει όλα τα λεγόμενα εδώ κάτω
+εις την γην• εάν δε παρατηρήση εις το κάτοπτρον, βλέπει όλας τας
+πόλεις και όλα τα έθνη, ως να ευρίσκεται μεταξύ αυτών. Εκεί εγώ είδα
+τους συγγενείς μου και ολόκληρον την πατρίδα μου• εάν δε και εκείνοι
+μ' έβλεπαν δεν δύναμαι να είμαι βέβαιος. Εκείνος δε ο οποίος δεν
+πιστεύει εις τανωτέρω, άν ποτε μεταβή και αυτός εκεί θα μάθη ότι λέγω
+την αλήθειαν.
+
+Τότε λοιπόν αποχαιρετήσαντες τον βασιλέα και τους περί αυτόν, επέβημεν
+εις το πλοίον μας και απεπλεύσαμεν• εις εμέ δε εδώρησεν ο Ενδυμίων δύο
+υάλινα υποκάμισα και πέντε χάλκινα, προσέτι δε πανοπλίαν από φλοιούς
+λουμπίνων, τα οποία όλα αφήκα εντός του κήτους. Μας έδωκε δε και
+χιλίους Ιππογύπους να μας συνοδεύσουν μέχρις αποστάσεως πεντακοσίων
+σταδίων.
+
+Εις την συνέχειαν του ταξειδίου μας επεράσαμεν πλησίον πολλών και
+διαφόρων χωρών, εξήλθαμεν δε και εις τον Εωσφόρον, τότε
+συνοικιζόμενον, και επήραμεν νερόν. Έπειτα εισήλθαμεν εις τον Ζωδιακόν
+και αφήσαντες αριστερά τον Ήλιον, επλέαμεν πολύ πλησίον της Γης• αλλ'
+ο άνεμος μας ημπόδισε να προσεγγίσωμεν, παρά την ζωηράν επιθυμίαν των
+συντρόφων μου, καθότι εβλέπαμεν ότι και η χώρα ήτο καταπράσινη και
+γόνιμος με πολλά νερά και πλούτη.
+
+Εκεί μας είδον οι μισθοφόροι του Φαέθοντος Νεφελοκένταυροι και
+επέταξαν εις το πλοίον μας• αλλά μαθόντες ότι ήμεθα φίλοι ανεχώρησαν.
+Είχον δε ήδη φύγει και οι Ιππόγυποι.
+
+Αφού εταξειδεύσαμεν επί μίαν νύκτα και μίαν ημέραν, έχοντες πρώραν
+προς την Γην, εφθάσαμεν εις την Λυχνόπολιν. Κείται δε η πόλις αύτη εις
+το μεταξύ των Πλειάδων και των Υάδων διάστημα, αλλά πολύ χαμηλότερα
+του Ζωδιακού. Όταν εξήλθαμεν, δεν είδαμεν κανένα άνθρωπον, αλλά
+λύχνους πολλούς, οίτινες επεριπάτουν εις την αγοράν και εις τον
+λιμένα• και άλλοι μεν εξ αυτών ήσαν μικροί, και ούτως ειπείν πτωχοί,
+ολίγοι δε μεγάλοι και ισχυροί, υπέρλαμπροι και διακρινόμενοι από τους
+άλλους. Είχον δε έκαστος την κατοικίαν του και λυχνεώνας και ονόματα
+όπως οι άνθρωποι. Τους ηκούσαμεν και να ομιλούν και όχι μόνον δεν μας
+επείραξαν, αλλά και μας εκάλουν να μας φιλοξενήσουν• ημείς όμως
+εφοβούμεθα και ούτε να δειπνήση, ούτε να κοιμηθή κανείς εξ ημών
+ετόλμησεν. Εις το μέσον της πόλεως ευρίσκεται το δημόσιον κατάστημα,
+όπου μένει καθ' όλην την νύκτα ο άρχων και καλεί έκαστον με το όνομά
+του• όστις δε παρακούση καταδικάζεται εις θάνατον ως λιποτάκτης• ο δε
+θάνατος είνε να σβυσθή. Ημείς δε παριστάμενοι εβλέπαμεν τα γινόμενα
+και ηκούσαμεν τους λύχνους ν' απολογούνται και να δικαιολογούν την
+βραδύτητά των. Εκεί εγνώρισα και τον ιδικόν μας λύχνον και αφού τον
+εχαιρέτισα του εζήτησα πληροφορίας περί της οικογενείας μου, τας
+οποίας μου έδωκε.
+
+Την νύκτα λοιπόν εκείνην εμείναμεν εις την Λυχνόπολιν την δ' επιούσαν
+αποπλεύσαντες επλησιάσαμεν εις τα νέφη, όπου είδαμεν κ' εθαυμάσαμεν
+και την πόλιν Νεφελοκοκυγίαν {9}, αλλά δεν εξήλθαμεν εις αυτήν, διότι
+ο άνεμος δεν ήτο βοηθητικός. Ελέγετο ότι βασιλεύει εις αυτήν ο Κόρωνος
+του Κοτυφίωνος. Εγώ δε ενθυμήθηκα τον ποιητήν Αριστοφάνην, άνθρωπον
+σοφόν και φιλαλήθη, προς τον οποίον αδίκως δυσπιστούμεν δι' όσα
+έγραψε.
+
+Μετά τρεις ημέρας, εβλέπαμεν ευκρινώς τον ωκεανόν, αλλά γην πουθενά,
+εκτός των εναερίων χωρών αλλά και αυταί τώρα είχον χρώμα πυρός και
+εφαίνοντο λάμπουσαι• την δε τετάρτην ημέραν κατά την μεσημβρίαν
+υποχωρούντος ολίγον κατ' ολίγον του ανέμου, επέσαμεν ελαφρά και χωρίς
+ορμήν εις την θάλασσαν. Άμα δε ήλθαμεν εις επαφήν με το νερόν, η χαρά
+και η ευφροσύνη μας ήτο μεγάλη• διεσκεδάσαμεν όπως ηδυνάμεθα και
+πεσόντες εις την θάλασσαν εκολυμβήσαμεν• διότι έτυχε να είνε γαλήνη
+και η θάλασσα ήτο ακύμαντος.
+
+Αλλά συμβαίνει πολλάκις το τέλος μιας δυστυχίας να γίνεται αρχή
+μεγαλειτέρων συμφορών. Αφού επί δύο μόνον ημέρας εταξειδεύσαμεν με
+καλόν καιρόν, όταν εξημέρωσεν η τρίτη και ανέτελλεν ο ήλιος, βλέπομεν
+έξαφνα θηρία και κήτη μεγάλα, μεταξύ δε αυτών έν μεγαλείτερον από όλα,
+το οποίον θα είχεν έως χιλίων πεντακοσίων σταδίων μέγεθος• ήρχετο δε
+κατ' επάνω μας με το στόμα ανοικτόν και εκ μακράς αποστάσεως
+συνετάρασσε την θάλασσαν και αφρός το περιέλουε• και οι οδόντες του
+εφαίνοντο πολύ μεγαλείτεροι από τους φαλλούς, σουβλεροί δε όλοι ως
+πάσσαλοι και λευκοί ως του ελέφαντος. Τότε ημείς, αφού εδώκαμεν προς
+αλλήλους τον τελευταίον αποχαιρετισμόν εσταθήκαμεν και αγκαλιασμένοι
+επεριμέναμεν τον θάνατον. Το κήτος δεν εβράδυνε να φθάση και αμέσως
+μας ερρόφησε και μας κατέπιε ομού με το πλοίον. Αλλά δεν επρόφθασε να
+μας συντρίψη με τα δόντια του, διότι διά των αραιωμάτων της
+οδοντοστοιχίας του το πλοίον ωλίσθησε μέσα. Όταν δε ευρέθημεν εντός
+του κήτους, κατ' αρχάς ήτο σκότος και δεν εβλέπαμεν τίποτε• έπειτα δε
+το κήτος ήνοιξε το ρύγχος του και εις το φως το οποίον εισέδυσεν
+είδαμεν ότι το εσωτερικόν του θαλασσίου θηρίου ήτο τόσον πλατύ και
+υψηλόν, ώστε να δύναται να περιλάβη πόλιν ολόκληρον. Εφαίνοντο δε κάτω
+μικρά ψάρια και διάφορα θαλάσσια θηρία μασημένα και καραβόπανα και
+άγκυραι, ανθρώπινα κόκκαλα και εμπορευμάτων δέματα, βαθύτερα δε ήτο
+και γη με υψώματα, η οποία, ως υποθέτω, είχε σχηματισθή από την λάσπην
+την οποίαν κατέπινε το κήτος. Επί της γης εκείνης υπήρχε δάσος και
+διάφορα δένδρα και λάχανα και εφαίνοντο όλα ως να εκαλλιεργούντο. Η
+περιφέρεια δε της γης εκείνης θα ήτο έως διακόσια τεσσαράκοντα στάδια.
+Εφαίνοντο και θαλάσσια πτηνά, γλάροι και αλκυόνες, τα οποία
+κατεσκεύαζον τας φωλεάς των επί των δένδρων.
+
+Ευρεθέντες εις την θέσιν εκείνην εκλαύσαμεν επί πολύ• έπειτα διέταξα
+τους συντρόφους να στηρίξουν και στερεώσουν το πλοίον μας, εγώ δε
+έτριψα τα πυρεία{10} και ήναψα φωτιάν και παρεσκευάσαμεν δείπνον με
+ό,τι ευρέθη. Ήσαν δε γύρω μας πολλά και διαφόρων ειδών ψάρια και
+είχαμεν ακόμη από το νερόν το οποίον επήραμεν από τον Εωσφόρον.
+
+Την επομένην το πρωί, οσάκις ήνοιγε το στόμα του το κήτος
+εβλέπαμεν άλλοτε στερεάν, άλλοτε όρη, άλλοτε δε μόνον τον ουρανόν,
+πολλάκις δε και νήσους• διότι, ως ησθανόμεθα, το κήτος έτρεχε με ορμήν
+προς διάφορα μέρη της θαλάσσης. Αφού δε συνηθίσαμεν εις την διαμονήν
+εκείνην, παρέλαβα πέντε από τους συντρόφους και επροχώρησα εις το
+δάσος, θέλων να εξερευνήσω τα πάντα. Δεν είχα δε προχωρήσει πέντε
+σταδίους και συνήντησα ναόν του Ποσειδώνος, ως εφαίνετο εκ της
+επιγραφής, και μετ' ολίγον τάφους πολλούς με στήλας και πλησίον πηγήν
+με νερόν διαυγές. Συγχρόνως ηκούετο γαύγισμα σκύλου και καπνός
+εφαίνετο εις απόστασιν, εξ ου εμαντεύαμεν κάποιαν αγροτικήν κατοικίαν.
+Εταχύναμιν λοιπόν το βήμα και μετ' ολίγον βλέπομεν ένα γέροντα και ένα
+νέον, οι οποίοι με πολλήν επιμέλειαν ειργάζοντο εις μίαν πρασιάν και
+διωχέτευαν εις αυτήν νερόν από την πηγήν.
+
+Η συνάντησις εκείνη μας επροξένησε φόβον συγχρόνως και χαράν, και
+εσταθήκαμεν• και εκείνοι δε έπαθαν το ίδιον και μας παρετήρουν άφωνοι•
+έπειτα όμως ο γέρων είπεν• Ποίοι είσθε, ξένοι; Μήπως θαλάσσιοι θεοί ή
+άνθρωποι δυστυχείς όπως ημείς; Διότι ημείς από άνθρωποι κατοικούντες
+εις την στερεάν εγίναμεν τώρα θαλάσσιοι και πλέομεν ομού με αυτό το
+θηρίον, το οποίον μας έχει καταπιεί, χωρίς να γνωρίζωμεν ακριβώς την
+τύχην μας. Είμεθα νεκροί και νομίζομεν ότι ζώμεν. Εις αυτόν εγώ
+απήντησα• Και ημείς είμεθα άνθρωποι νεοφερμένοι, πατέρα• κατεπόθημεν
+προ ολίγων ημερών με ολόκληρον το σκάφος μας. Τώρα ήλθαμεν να ίδωμεν
+τι είνε μέσα εις αυτό το δάσος, το οποίον εφαίνετο εκτεταμένον και
+πυκνόν. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας ωδήγησε να σε συναντήσωμεν
+και να μάθωμεν ότι δεν είμεθα μόνοι φυλακισμένοι μέσα εις αυτό το
+θηρίον. Αλλά διηγήσου μας ποίος είσαι και πώς η τύχη σ' έφερεν εδώ.
+Αυτός όμως μας είπεν ότι πριν ή μας διηγηθή και μάθη τας δικάς μας
+περιπετείας, ενόει να μας προσφέρη τας τιμάς της φιλοξενίας, και μας
+ωδήγησεν εις την οικίαν του, η οποία ήτο αρκετά ευρύχωρος δι' αυτόν
+και τον υιόν του και είχε στρωμνάς εκ χόρτου και πάντα τα άλλα
+χρειώδη• μας προσέφερε δε λάχανα, ψάρια και οπωρικά και προσέτι μας
+εκέρασεν οίνον• αφού δ' εχορτάσαμεν, μας ηρώτησε περί των παθημάτων
+μας. Εγώ του διηγήθην τα πάντα κατά σειράν, την τρικυμίαν και όσα
+είδαμεν εις την νήσον και το εναέριον ταξείδι, τον πόλεμον και όλα τα
+άλλα μέχρις ότου μας ερρόφησε το κήτος. Με ήκουσε με πολύν θαυμασμόν,
+έπειτα δε μας διηγήθη τα δικά του. Είμαι Κύπριος την πατρίδα, ω ξένοι•
+αναχωρήσας δε χάριν εμπορίου από την πατρίδα μου ομού με το παιδί μου
+αυτό που βλέπετε και με πολλούς δούλους, εταξείδευα προς την Ιταλίαν
+με πλοίον μεγάλο, το οποίον είχα φορτώσει με πολλά και διάφορα
+εμπορεύματα. Θα είδατε ίσως τα συντρίμματά του εις το στόμα του
+κήτους. Έως εις την Σικελίαν επήγαμεν καλά• αλλ' εκεί μας πήρε ένας
+φοβερός άνεμος, ο οποίος εις τρεις ημέρας μας πήγε εις τον ωκεανόν,
+όπου μας συνήντησε το κήτος και μας εκατάπιε όλους με το πλοίον και
+μόνοι ημείς οι δύο εσώθημεν, οι δε λοιποί όλοι απέθαναν. Αφού δ'
+εθάψαμεν τους συντρόφους μας και εκτίσαμεν αυτόν τον ναόν του
+Ποσειδώνος, ζώμεν τον βίον που βλέπετε. Καλλιεργούμεν λάχανα και
+τρεφόμεθα με ψάρια και οπωρικά. Είνε δε μεγάλο, όπως βλέπετε, το
+δάσος, έχει και αμπέλια πολλά, από τα οποία γίνεται εξαίρετο κρασί. Θα
+είδατε δε ίσως και την πηγήν η οποία μας δίδει κάλλιστον και
+ψυχρότατον νερόν. Στρωμνήν κατασκευάζομεν από φύλλα και ανάπτομεν
+μεγάλας πυράς. Κυνηγούμεν δε πτηνά από τα εισερχόμενα εις το κήτος και
+συλλαμβάνομεν ζωντανά ψάρια, εξερχόμενοι εις τα σπάραχνα του θηρίου,
+όπου και λουόμεθα όταν θέλωμεν. Αλλά και λίμνη υπάρχει αλμυρά εις όχι
+μακράν απόστασιν, η οποία έχει περίμετρον είκοσι σταδίων και περιέχει
+παντοειδή ψάρια• εις αυτήν κολυμβούμεν και πλέομεν με μικρόν σκάφος το
+οποίον εγώ κατεσκεύασα. Έχουν δε περάσει από τον καιρόν που μας
+εκατέπιε το κήτος είκοσι επτά έτη. Και τα μεν άλλα ίσως είνε υποφερτά•
+αλλ' έχομεν γείτονας πολύ κακούς και ανυποφόρους, διότι είνε
+ακοινώνητοι και άγριοι. Πώς, είπα εγώ, είνε και άλλοι εις το κήτος;,
+Πολλοί, είπεν ο γέρων, και αφιλόξενοι και αλλόκοτοι κατά τας μορφάς.
+Τα δυτικά και τα προς την ουράν μέρη του δάσους κατοικούν οι
+Ταριχάνες, οι οποίοι έχουν μάτια χελιών και πρόσωπα καραβίδων• είνε
+λαός πολεμικός, θρασύς και τρώγει ωμά κρέατα• προς δε την αντίθετον
+πλευράν, την δεξιάν, κατοικούν οι Τριτωνομένδητες, των οποίων το μεν
+άνω μέρος ομοιάζει με άνθρωπον, το δε κάτω προς τους ξιφίας• ούτοι
+όμως είνε ολιγώτερον των άλλων κακοί. Τα προς ταριστερά κατέχουν οι
+Καρκινόχειρες και Θυνοκέφαλοι, οι οποίοι είνε μεταξύ των φίλοι και
+σύμμαχοι• τα μεσόγεια δε κατέχουν οι Παγουρίδαι και οι Ψητόποδες,
+μάχιμοι και πολύ ωκύποδες. Τα ανατολικά τα προς το στόμιον είνε κατά
+το πλείστον έρημα και τα σκεπάζει η θάλασσα• τα κατέχω δε εγώ, αντί
+φόρου πεντακοσίων στρειδιών τον οποίον κατ' έτος καταβάλλω εις τους
+Ψητόποδας. Τοιούτος είνε ο τόπος• πρέπει δε να σκεφθώμεν μαζή πώς θα
+δυνηθώμεν ν' ανταγωνισθώμεν προς τόσους λαούς διά να δυνηθώμεν να
+ζήσωμεν με ησυχίαν. Πόσοι είνε όλοι αυτοί; ηρώτησα. Περισσότεροι από
+χίλιοι, απήντησεν ο γέρων. Και τίνος είδους όπλα έχουν; Μόνον
+ψαροκόκκαλα. Τότε θα μας είνε εύκολον να τους πολεμήσωμεν, αφού ημείς
+έχομεν όπλα και αυτοί είνε άοπλοι. Και αν τους νικήσωμεν θα περάσωμεν
+του λοιπού άφοβα και ατάραχα. Απεφασίσαμεν τον πόλεμον και
+επιστρέψαντες εις το πλοίον εκάναμεν τας ετοιμασίας μας. Αιτία δε του
+πολέμου θα εγίνετο η άρνησις του φόρου, καθότι ήτο ο καιρός της
+πληρωμής. Και αυτοί μεν έστειλαν και εζήτουν τον φόρον, αυτός δε
+απεδίωξε τους απεσταλμένους με περιφρονητικήν απάντησιν.
+
+Πρώτοι λοιπόν οι Παγουρίδαι, ωργισμένοι εναντίον του Σκινθάρου (διότι
+αυτό ήτο το όνομα του γέροντος) εξεστράτευσαν με πολύν θόρυβον. Ημείς
+δε περιμένοντες την επίθεσιν, ωπλίσθημεν κ' επεριμέναμεν, αφού
+εβάλαμεν είκοσι πέντε άνδρας να ενεδρεύσουν. Είχαμεν δε παραγγείλει
+εις τους ενεδρεύοντας ν' αφήσουν τους εχθρούς να περάσουν και τότε να
+σηκωθούν• ούτω δε έπραξαν. Επιπεσόντες εκ των όπισθεν τους κατέσφαζαν•
+και ημείς δε, οι οποίοι ήμεθα επίσης είκοσι πέντε— διότι και ο
+Σκίνθαρος και ο υιός του είχον λάβει μέρος— επετέθημεν εκ του
+αντιθέτου μέρους και συμπλακέντες προς αυτούς επολεμήσαμεν λυσσωδώς.
+Επί τέλους τους ετρέψαμεν εις φυγήν και τους κατεδιώξαμεν μέχρι των
+τρωγλών των. Εφονεύθησαν δε από μεν τους εχθρούς εκατόν εβδομήκοντα,
+από ημάς δε ο πλοίαρχος, ο οποίος ελογχίσθη εις την ράχην με κόκκαλον
+μπαρμπουνιού.
+
+Εκείνην την ημέραν και την νύκτα εμείναμεν εις το στρατόπεδον και ως
+τρόπαιον εστήσαμεν μίαν ραχοκοκκαλιάν δελφίνος, την οποίαν εκαρφώσαμεν
+εις την γην. Την επομένην και οι άλλοι μαθόντες τα γενόμενα ήλθαν να
+μας πολεμήσουν. Και το μεν δεξιόν κέρας κατείχον οι Ταριχάνες, αρχηγόν
+έχοντες τον Πήλαμον, το δε αριστερόν οι Θυνοκέφαλοι και το μέσον οι
+Καρκινόχειρες. Οι Τριτωνομένδητες έμενον ήσυχοι και ουδέτεροι. Τους
+επεριμέναμεν πλησίον του ναού του Ποσειδώνος και επετέθημεν με πολύν
+αλαλαγμόν• αντήχει δε το εσωτερικόν του κήτους, καθώς τα σπήλαια.
+Κατατροπώσαντες αυτούς, καθότι ήσαν άοπλοι, τους κατεδιώξαμεν εις το
+δάσος και εγίναμεν του λοιπού κύριοι του τόπου. Μετ' ολίγον έστειλαν
+κήρυκας διά να πάρουν τους νεκρούς των και να ζητήσουν ειρήνην. Ημείς
+όμως δεν εκρίναμεν καλόν να συνθηκολογήσωμεν, αλλά την επιούσαν
+επιτεθέντες εκ νέου τους κατεσφάξαμεν όλους, εκτός των
+Τριτωνομενδήτων. Αλλά και αυτοί, όταν είδαν τα γενόμενα, διέφυγαν από
+τα σπάραχνα του κήτους και έπεσαν εις την θάλασσαν. Ημείς δε
+καταλαβόντες τον τόπον, ο οποίος έμεινεν έρημος από τους εχθρούς,
+εζώμεν του λοιπού ησύχως κ' επερνούσαμεν τον καιρόν μας εις ασκήσεις
+και κυνήγια, καλλιεργούντες ταμπέλια και συγκομίζοντες τους καρπούς
+των δένδρων• εν γένει δε ωμοιάζαμεν με ανθρώπους οίτινες καλοπερνούν
+χωρίς δεσμά εις φυλακήν μεγάλην, από την οποίαν η φυγή είνε αδύνατος.
+
+Επί έν έτος και οκτώ μήνας εζήσαμεν κατ' αυτόν τον τρόπον. Την δε
+πέμπτην ημέραν του ενάτου μηνός κατά το δεύτερον του στόματος άνοιγμα
+— διότι το κήτος ήνοιγε μίαν φοράν κάθε ώραν το στόμα του, ώστε από τα
+ανοίγματα εσυμπεραίναμεν τας ώρας — κατά το δεύτερον λοιπόν, ως είπα,
+άνοιγμα, έξαφνα ηκούσθη βοή μεγάλη και θόρυβος και ως ναυτικά
+παραγγέλματα και κωπηλασίαι. Εκπλαγέντες ανέβημεν συρόμενοι έως εις το
+στόμα του θηρίου και σταματήσαντες οπίσω των οδόντων είδαμεν το
+παραδοξότερον εξ όλων των θεαμάτων, τα οποία είδα εις την ζωήν μου•
+κάτι ανθρώπους υψηλούς έως μισόν στάδιον επάνω εις νήσους μεγάλας, αι
+οποίαι έπλεον ως τριήρεις. Και γνωρίζω μεν ότι θα διηγηθώ πράγματα τα
+οποία θα φανούν απίθανα, αλλ' όμως θα τα διηγηθώ.
+
+Τα νησιά εκείνα ήσαν επιμήκη, όχι πολύ υψηλά και είχαν έκαστον
+περίμετρον εκατόν περίπου σταδίων• επ' αυτών δ' ευρίσκοντο από τους
+ανθρώπους εκείνους περί τους εκατόν είκοσι. Εκ τούτων άλλοι καθήμενοι
+εις τα πλάγια των νήσων κατά γραμμήν εκωπηλάτουν, μεταχειριζόμενοι ως
+κουπιά κυπαρίσσια μεγάλα, με τους κλάδους και τα φύλλα των, όπως ήσαν.
+Εις δε το οπίσω μέρος, εις την πρύμνην τρόπον τινά, εστέκετο επί λόφου
+υψηλού ο κυβερνήτης και εκράτει χάλκινον πηδάλιον, το οποίον είχε
+μήκος πέντε σταδίων. Εις την πρώραν έως τεσσαράκοντα εξ αυτών
+ωπλισμένοι επολέμουν• και ήσαν καθ' όλα όμοιοι με ανθρώπους, εκτός της
+κόμης των, η οποία ήτο φωτιά και ανέδιδε φλόγας• ώστε δεν είχαν και
+ανάγκην από περικεφαλαίας. Ως πανιά εχρησίμευον τα δένδρα, τα οποία
+ήσαν πολλά και πυκνά εις εκάστην νήσον• ο άνεμος πνέων εις το δάσος το
+εφούσκωνε και ώθει την νήσον όπου ήθελεν ο κυβερνήτης. Τους κωπηλάτας
+διηύθυνε κελευστής και αι νήσοι εκινούντρ κατά την κωπηλασίαν με
+ταχύτητα, όπως τα στενόμακρα πλοία.
+
+Κατ' αρχάς εβλέπαμεν δύο ή τρεις τοιαύτας νήσους, αλλ' έπειτα εφάνησαν
+έως εξακόσιαι και παραταχθείσαι εις δύο γραμμάς επολέμουν και
+εναυμάχουν. Πολλαί συνεκρούοντο πρώραν με πρώραν, πολλαί δε και
+διαπερασθείσαι κατεβυθίζοντο. Άλλαι συμπλεκόμεναι δυνατά εμάχοντο και
+δυσκόλως εχωρίζοντο. Οι παρατεταγμένοι εις την πρώραν εμάχοντο με πολύ
+θάρρος και εισπηδώντες εις τα αντίπαλα νησιά εφόνευον• αιχμαλώτους δεν
+συνελάμβανον. Αντί σιδηρών χειρών{11} έρριπτον οι μεν προς τους δε
+πολύποδας μεγάλους δεμένους, οι οποίοι περιπλεκόμενοι εις τα δένδρα
+εκράτουν και έσυρον ολόκληρον την νήσον. Ως βλήματα δε μετεχειρίζοντο
+και έρριπτον κατ' αλλήλων όστρεα έχοντα μέγεθος αμάξης και σπόγγους
+μεγέθους στρέμματος.
+
+Αρχηγόν είχον οι μεν τον Αιολοκένταυρον, οι δε τον Θαλασσοπότην.
+Φαίνεται δε ότι η μάχη έγινεν εξ αιτίας μιας αρπαγής• ελέγετο ότι ο
+θαλασσοπότης ήρπασε πολλά κοπάδια δελφίνων του Αιολοκενταύρου. Από τας
+κραυγάς των μαχομένων εμάθαμεν την αιτίαν του πολέμου, ως και τα
+ονόματα των βασιλέων.
+
+Επί τέλους ενίκησαν οι με τον Αιολοκένταυρον και εβύθισαν περί τας
+εκατόν πεντήκοντα νήσους των αντιπάλων, τρεις δε άλλας συνέλαβον με τα
+πληρώματά των. Οι νικηταί τους κατεδίωξαν μέχρι τινός, επειδή δε
+επλησίαζε να νυκτώση επέστρεψαν διά τα ναυάγια και τα περισσότερα
+συνέλεξαν• ανέσυραν δε και τα δικά των, διότι και δικαί των νήσοι
+εβυθίσθησαν όχι ολιγώτεραι των ογδοήκοντα. Ανήγειραν και τρόπαιον της
+νησομαχίας μίαν των εχθρικών νήσων, την οποίαν εκάρφωσαν επί της
+κεφαλής του κήτους. Και εκείνην την νύκτα έμειναν γύρω εις το κήτος,
+δέσαντες εις αυτό τα πλοία των και πλησίον αυτού αγκυροβολήσαντες.
+Είχον δε αγκύρας μεγάλας υαλίνας, στερεάς. Την επομένην τελέσαντες
+θυσίας επί του κήτους και θάψαντες τους νεκρούς των επ' αυτού,
+απέπλευσαν χαίροντες και ψάλλοντες άσματα ομοιάζοντα με νικητήρια.
+Αυτά έγιναν κατά την νησομαχίαν.
+
+
+
+
+ΑΛΗΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ
+
+
+
+
+Βιβλίον Δεύτερον
+
+
+
+Έκτοτε η εντός του κήτους ζωή μου έγινεν ανυπόφορος και εζήτουν να
+εύρω τρόπον διά να δυνηθώμεν να εξέλθωμεν. Κατ' αρχάς εσκέφθημεν να
+τρυπήσωμεν το δεξιόν τοίχωμα και ν' αποδράσωμεν• και ηρχίσαμεν να
+σκάπτωμεν• αλλ' αφού εις μάτην εφθάσαμεν εις βάθος πέντε σταδίων,
+επαύσαμεν να σκάπτωμεν, απεφασίσαμεν δε να καύσωμεν το δάσος, διότι
+ούτω ήτο πιθανόν ν' αποθάνη το κήτος και τότε θα μας ήτο εύκολον να
+εξέλθωμεν. Αρχίσαντες λοιπόν από τα προς την ουράν μέρη επυρπολούμεν.
+Αλλ' επί επτά ημέρας και νύκτας το κήτος εφαίνετο ότι δεν ησθάνετό το
+κάψιμον• την ογδόην όμως και την εννάτην εννοήσαμεν ότι είχεν αρχίσει
+ν' αρρωσταίνη• εβράδυνε ν' ανοίγη το στόμα και οσάκις το ήνοιγε ταχέως
+το έκλειε. Την δεκάτην δε και ενδεκάτην είχεν απονεκρωθή και ήρχιζε
+ναναδίδη δυσωδίαν. Την δωδεκάτην μόλις επρόφθάσαμεν να σκεφθώμεν ότι
+εάν δεν του εθέταμεν σφηνώματα μεταξύ των δύο σιαγόνων εφ' όσον ακόμη
+έχασκε, ώστε να μη κλείση εντελώς το στόμα, εκινδυνεύαμεν να
+κλεισθώμεν εντός αυτού, όπως ήτο νεκρόν και ναποθάνωμεν. Αφού λοιπόν
+υπεστηρίξαμεν την άνω σιαγόνα του με ξύλα μεγάλα, επεσκευάσαμεν το
+πλοίον μας και το εφωδιάσαμεν με πολύ νερόν και τα λοιπά χρειώδη. Θα
+το εκυβέρνα δε ο Σκίνθαρος.
+
+Την επομένην το μεν κήτος είχεν ήδη τελείως αποθάνει• ημείς δε
+σύραντες το πλοίον το επεράσαμεν από τα διαστήματα των σιαγόνων•
+έπειτα το εδέσαμεν εις τα δόντια του κήτους και σιγά σιγά το
+κατεβάσαμεν εις την θάλασσαν. Ανέβημεν μετά τούτο εις την ράχην του
+κήτους και αφού προσεφέραμεν θυσίαν εις τον Ποσειδώνα πλησίον του
+τροπαίου, εμείναμεν εκεί επί τρεις ημέρας, διότι ήτο γαλήνη, και την
+τετάρτην απεπλεύσαμεν. Και συνηντήσαμεν πολλούς νεκρούς εκ της
+ναυμαχίας επιπλέοντας• το πλοίον μας προσέκρουεν εις αυτούς και
+καταμετρούντες τα σώματα των εθαυμάζαμεν.
+
+Επί τινας ημέρας εταξειδεύαμεν με άνεμον μέτριον, έπειτα όμως έπνευσε
+σφοδρός βορράς και έγινε δριμύτατον ψύχος, το οποίον επάγωσεν όλον το
+πέλαγος, όχι μόνον εις την επιφάνειαν, αλλά και εις βάθος έως
+τετρακοσίων οργυιών• ώστε εξελθόντες επεριπατούμεν εις τον πάγον.
+Επειδή δε ο άνεμος δεν έπαυε και ήτο ανυπόφορος εκάμαμεν το εξής κατά
+πρότασίν του Σκινθάρου. Εσκάψαμεν τον πάγον και κατεσκευάσαμεν
+σπήλαιον ευρυχωρότατον κ' εντός αυτού εμείναμεν επί τριάκοντα ημέρας,
+ανάπτοντες φωτιάν και τρεφόμενοι από ψάρια τα οποία ευρίσκαμεν εντός
+του πάγου.
+
+Αλλ' επειδή ήρχισαν να μας λείπουν τα τρόφιμα, εξήλθαμεν και
+αποσπάσαντες εκ του πάγου το πλοίον εκάμαμεν πανιά και εσυρόμεθα επί
+του πάγου, ως να επλέαμεν ομαλά και ατάραχα. Την πέμπτην ημέραν είχεν
+ήδη γίνει καλοκαιρία, ο πάγος διελύετο και η θάλασσα επανήρχετο εις
+την φυσικήν της κατάστασιν. Αφού δ' επλεύσαμεν έως τριακοσίους
+σταδίους, επλησιάσαμεν εις νήσον μικράν και ακατοίκητον, από την
+οποίαν επήραμεν νερόν, διότι το είχαμεν ήδη εξαντλήσει και φονεύσαντες
+δύο αγρίους ταύρους απεπλεύσαμεν. Οι ταύροι δε εκείνοι δεν είχον τα
+κέρατα επί της κεφαλής, αλλά κάτω των οφθαλμών, όπως ήθελεν ο Μώμος.
+
+Μετ' ολίγον εισήλθαμεν εις πέλαγος όχι νερού, αλλά γάλακτος• εφαίνετο
+δε εντός αυτού νήσος λευκή κατάφυτος από αμπέλους. Ήτο δε η νήσος
+εκείνη τυρί τεράστιον, πολύ στερεοποιημένον, ως κατόπιν όταν εφάγαμεν
+είδαμεν, και είχε περίμετρον είκοσι πέντε σταδίων. Τα κλήματα ήσαν
+κατάφορτα από σταφύλια, τα οποία όμως ως χυμόν είχον όχι οίνον, αλλά
+γάλα και στίβοντες αυτά επίναμεν. Εις το μέσον της νήσου υπήρχε ναός
+της νηρηίδος Γαλατείας, ως εφαίνετο εκ της επιγραφής. Όσον λοιπόν
+καιρόν εμείναμεν εκεί μας εχρησίμευεν ως τροφή η γη, ποτόν δε το γάλα
+των σταφυλών. Ελέγετο ότι εβασίλευεν εις τα μέρη εκείνα η Τυρώ η κόρη
+του Σαλμονέως. Αυτήν την αποζημίωσιν έλαβε παρά του Ποσειδώνος διά την
+παρ' αυτού εγκατάλειψίν της.
+
+Εις την νήσον εκείνην εμείναμεν επί πέντε ημέρας και την έκτην
+ανεχωρήσαμεν, ωθούμενοι υπό ελαφρού ανέμου επί λείας θαλάσσης• την δε
+ογδόην ημέραν, ότε πλέον είχαμεν εξέλθει από το γάλα και επλέαμεν εις
+αλμυρά και κυανά νερά, βλέπομεν ανθρώπους πολλούς να βαδίζουν εις την
+επιφάνειαν της θαλάσσης. Ησαν καθ' όλα όμοιοι με ημάς, εκτός των ποδών
+διότι είχον πόδας από φελλόν, ένεκα δε τούτου, υποθέτω, και Φελλόποδες
+ωνομάζοντο. Ο θαυμασμός μας ήτο πολύς ενώ τους εβλέπαμεν να μη
+βυθίζωνται, αλλά να στέκωνται επάνω εις τα κύματα και αφόβως να
+βαδίζουν. Μας επλησίασαν δε και μας εχαιρέτων εις Ελληνικήν γλώσσαν
+και μας έλεγαν ότι επήγαιναν εις την Φελλώ την πατρίδα των. Και μέχρι
+τινός συνωδοιπόρουν με ημάς βαδίζοντες πλησίον του πλοίου• έπειτα
+επήραν άλλον δρόμον, αφού μας ηυχήθησαν καλό ταξείδι.
+
+Μετ' ολίγον εφάνησαν πολλαί νήσοι• πλησίον και προς ταριστερά η Φελλώ,
+όπου εκείνοι επορεύοντο, πόλις κτισμένη επί μεγάλου και στρογγυλού
+φελλού• μακρύτερα και μάλλον δεξιά πέντε πολύ μεγάλαι και υψηλαί, από
+τας οποίας ανεδίδοντο μεγάλαι φλόγες• προς την πρώραν μας εφαίνετο
+άλλη, πλατεία και χαμηλή, η οποία θα είχεν έκτασιν όχι μικροτέραν των
+πεντακοσίων σταδίων. Ήδη ήμεθα πλησίον αυτής και θαυμαστή πνοή, ευώδης
+και ευχάριστος, ήλθεν εξ αυτής και μας περιέλουσε, ομοία με την
+ευωδίαν την οποίαν, κατά τον Ηρόδοτον, αισθάνονται οι ταξειδεύοντες
+όταν πλησιάζουν εις την ευδαίμονα Αραβίαν. Αρώματα ρόδων, ναρκίσσων,
+υακίνθων, κρίνων και μενεξέδων, προσέτι δε μυρσίνης και δάφνης και
+αμπελάνθης υπήρχον εις την ευωδίαν εκείνην. Ευχαριστηθέντες από την
+γλυκείαν εκείνην οσμήν και ελπίζοντες ότι μετά τόσας ταλαιπωρίας θ'
+ανέτελλον επί τέλους και ευτυχείς ημέραι δι' ημάς, επλησιάσαμεν εις
+την νήσον. Είδαμεν δε ότι εξ όλων των μερών είχε λιμένας πολλούς και
+ασφαλείς και μεγάλοι ποταμοί εκύλιον ησύχως τα καθαρά νερά των εις την
+θάλασσαν. Εβλέπαμεν προσέτι λειβάδια και δάση και πτηνά, εκ των οποίων
+άλλα μεν εκελάδουν εις τας παραλίας, αλλά δε επί των κλάδων. Αήρ
+ελαφρός και καθαρός περιέβαλλε την χώραν• και αύραι γλυκείαι
+διαπνέουσαι ήσυχα το δάσος εσάλευον τους κλάδους και το φύλλωμα, ούτως
+ώστε να σχηματίζεται μία συνεχής αρμονία, ως εκείναι τας οποίας
+διαχύνουν εις την ερημίαν οι αυλοί των βουκόλων. Αλλά και βοή
+πολύφωνος ηκούετο, όχι όμως θορυβώδης, αλλ' όπως εις τα συμπόσια, όπου
+εις τους ήχους των αυλών και της κιθάρας αναμιγνύονται οι έπαινοι και
+τα χειροκροτήματα των συμποτών.
+
+Με τοιαύτας ευχαρίστους εντυπώσεις εφθάσαμεν• αφού δ' ερρίψαμεν άγκυραν
+εξήλθαμεν, αφήσαντες εις το πλοίον τον Σκίνθαρον και δύο εκ των
+συντρόφων. Ενώ δε διεβαίναμεν από λειμώνα καταστόλιστον από άνθη,
+συνηντήσαμεν τους φρουρούς του τόπου, οι οποίοι μας έδεσαν με
+ροδοστεφάνους—διότι αυτοί είνε τα μεγαλείτερα δεσμά εις τον τόπον
+εκείνον—και μας ωδήγησαν προς τον άρχοντα της χώρας. Καθ' οδόν μας
+επληροφόρησαν ότι η νήσος είνε η λεγομένη των Μακάρων, άρχων δε ο Κρης
+Ραδάμανθυς. Οδηγηθέντες λοιπόν ενώπιον αυτού ελάβαμεν τετάρτην θέσιν
+μεταξύ των μελλόντων να δικασθούν. Ήτο δε η πρώτη δίκη περί Αίαντος
+του Τελαμώνος, αν έπρεπε να μένη μετά των ηρώων ή όχι• διότι
+κατηγορείτο ότι είχε παραφρονήσει και αυτοκτονήσει. Αφού δε πολλά
+ελέχθησαν υπέρ και κατά, ο Ραδάμανθυς απεφάσισε να παραδοθή ο Αίας εις
+τον Κώον Ιπποκράτην τον ιατρόν και αφού πίη αρκετόν ελλέβορον και
+επανέλθη εις τα λογικά του, να γίνη δεκτός εις την μακαριότητα. Η
+δευτέρα δίκη ήτον ερωτική μεταξύ Θησέως και Μενελάου περί της Ελένης,
+φιλονεικούντων ποίος να συνοική μετ' αυτής. Ο Ραδάμανθυς απεφάνθη υπέρ
+του Μενελάου, αφού ούτος τόσα έπαθε και τόσους κινδύνους διέτρεξεν εξ
+αιτίας του μετά της Ελένης γάμου• άλλως τε δε ο Θησεύς είχε και άλλας
+γυναίκας, την Αμαζόνα και τας θυγατέρας του Μίνωος. Τρίτη εδικάσθη η
+περί πρωτείων διένεξις μεταξύ Αλεξάνδρου και Αννίβα του Καρχηδονίου•
+και ανεγνωρίσθη η υπεροχή του Αλεξάνδρου, του εστήθη δε θρόνος πλησίον
+του βασιλέως των Περσών Κύρου του αρχαιοτέρου.
+
+Έπειτα ήλθε και η σειρά μας• και ο Ραδάμανθυς μας ηρώτησε πώς ημείς
+ζώντες εισήλθαμεν εις τον ιερόν εκείνον χώρον ημείς δε διηγήθημεν όλην
+μας την ιστορίαν. Μας διέταξε τότε ν' αποσυρθώμεν και έπειτα επί
+πολλήν ώραν συνεσκέπτετο με τους συνέδρους του• ήσαν δε ούτοι πολλοί
+και μεταξύ αυτών ο Αθηναίος Αριστείδης. Επί τέλους απεφασίσθη διά μεν
+την περιέργειαν και την αδιάκριτον επίσκεψίν μας εις την νήσον των
+Μακάρων να δώσωμεν λόγον αφού αποθάνωμεν• τώρα δε να μείνωμεν επί
+ωρισμένον καιρόν εις την νήσον μετά των ηρώων και έπειτα
+ναναχωρήσωμεν• μας ώρισε δε την προθεσμίαν της διαμονής όχι ανωτέραν
+των επτά μηνών.
+
+Τότε ελύθησαν μόνα των τα άνθινα δεσμά μας και ελεύθεροι ωδηγήθημεν
+εις την πόλιν και εις το συμπόσιον των Μακάρων. Ήτο δε η πόλις εκείνη
+όλη χρυσή με τείχη σμαράγδινα και είχεν επτά πύλας, όλας από κανέλλαν
+μονοκόμματην. Το έδαφος της πόλεως και όλη η εντός του τείχους γη ήτο
+στρωμένη μ' ελεφαντοκόκκαλον• υπήρχον δε ναοί όλων των θεών κτισμένοι
+με βήρυλλον λίθον και βωμοί εντός αυτών εκ μεγίστων αμεθύστων
+μονολίθων, επί των οποίων τελούν τας μεγάλας θυσίας. Γύρω εις την
+πόλιν τρέχει ποταμός αρώματος εκ του εκλεκτοτέρου, ο οποίος έχει
+πλάτος εκατόν βασιλικών πήχεων, βάθος δε πεντήκοντα, ώστε και πλωτός
+είνε. Τα δε λουτρά των εκεί είνε μεγάλα υάλινα οικοδομήματα, υπό τα
+οποία καίεται κανέλλα διά να θερμαίνωνται• αντί δε νερού εις τους
+λουτήρας υπάρχει δρόσος θερμή. Ως ένδυμα φορούν οι κάτοικοι ιστούς
+αράχνης λεπτούς και πορφυρούς. Αλλά δεν έχουν σώματα• είνε άσαρκοι και
+άυλοι, μόνον δε μορφήν και ιδέαν παρουσιάζουν• μολονότι όμως είνε
+ασώματοι, έχουν υπόστασιν, κινούνται και σκέπτονται και ομιλούν, εν
+γένει δε φαίνεται ότι η ψυχή των περιφέρεται γυμνή, περιβεβλημένη
+ομοίωμα του σώματός των και αν δεν τους εγγίσετε, δεν εννοείτε ότι δεν
+είνε σώμα αυτό που βλέπετε. Είνε ως σκιαί όρθιαι, αλλ' όχι μαύραι.
+
+Κανείς δεν γηράσκει εις την νήσον των Μακάρων, αλλά μένει έκαστος εις
+την ηλικίαν την οποίαν έχει όταν έρχεται. Αλλ' ούτε νυκτώνει{12} εκεί,
+ούτε η ημέρα είνε πολύ φωτεινή. Το επικρατούν φως είνε όπως το
+λυκαυγές, το μεταξύ της αυγής και της ανατολής του ηλίου. Μίαν δε
+μόνην ώραν του έτους γνωρίζουν• έχουν παντοτεινήν άνοιξιν και ο μόνος
+άνεμος όστις πνέει είνε ο ζέφυρος. Την χώραν στολίζουν όλων των ειδών
+τα άνθη, όλα τα φυτά και τα δένδρα τα ήμερα και τα διά σκιάν
+χρησιμεύοντα. Τα κλήματα είνε δωδεκάφορα και καρποφορούν κάθε μήνα•
+διά δε τας ροιάς, τας μηλέας και τα άλλα οπωροφόρα δένδρα μας έλεγαν
+ότι καρποφορούν δέκα τρεις φοράς• διότι ένα μήνα, όστις προς τιμήν του
+Μίνωος ονομάζεται Μινώος, καρποφορούν δύο φοράς. Αντί σίτου τα στάχυα
+παράγουν άρτον, όστις παρουσιάζεται εις την κορυφήν αυτών ως
+μανιτάρια. Πλησίον της πόλεως υπάρχουν πηγαί νερού τριακόσιαι εξήκοντα
+πέντε, μέλιτος δε άλλαι τόσαι και αρωμάτων πεντακόσιαι, αλλά
+μικρότεραι αυταί. Υπάρχουν επίσης επτά ποταμοί γάλακτος και οίνου
+οκτώ.
+
+Το δε συμπόσιον γίνεται έξω της πόλεως εις το λεγόμενον Ηλύσιον
+πεδίον, το οποίον είνε ωραιότατον λειβάδι και γύρω εις αυτό δάσος
+πυκνόν από παντοειδή δένδρα, τα οποία σκιάζουν τους συμποσιάζοντας. Ως
+στρωμνήν έχουν τα άνθη της γης. Τους υπηρετούν δε οι άνεμοι και
+κομίζουν παν ό,τι ζητήσουν οι συμπόται και μόνον δεν κερνούν, διότι
+τούτο είνε περιττόν. Γύρω εις το μέρος όπου γίνονται τα γεύματα
+υπάρχουν μεγάλα υάλινα δένδρα από διαυγεστάτην ουσίαν, καρποί δε των
+δένδρων τούτων είνε ποτήρια παντοειδή και κατά τα σχήματα και κατά τα
+μεγέθη. Ο ερχόμενος λοιπόν εις το συμπόσιον τρυγά έν ή δύο εκ των
+ποτηρίων τούτων και τα θέτει πλησίον του, αυτά δε παρευθύς γεμίζουν
+οίνον. Κατ' αυτόν τον τρόπον πίνουν. Αντί δε να φορούν στεφάνους,
+ταηδόνια και τα άλλα μουσικά πτηνά ανθολογούν με τα ράμφη των, από τα
+πλησίον λειβάδια και έπειτα πετούν υπεράνω αυτών και τους ραντίζουν,
+συγχρόνως δε κελαδούν. Αλλά και αρωματίζονται κατά τον εξής τρόπον
+νέφη πυκνά απορροφούν αρώματα εκ των πηγών και του ποταμού και έπειτα
+έρχονται και σταματούν υπεράνω του συμποσίου και ελαφρώς συνθλιβόμενα
+υπό των ανέμων ρίπτουν λεπτήν, ως δρόσον, ευώδη βροχήν.
+
+Κατά την διάρκειαν του δείπνου τέρπουν την ακοήν των μουσική και
+άσματα. Συνήθως άδονται τα Ομηρικά έπη• εκεί δ' ευρίσκεται και ο
+Όμηρος και συντρώγει πλησίον του Οδυσσέως. Οι ωδικοί χοροί
+αποτελούνται από παίδας και παρθένους• διευθύνουν δε τους χορούς και
+άδουν συγχρόνως ο Λοκρός Εύνομος, ο Λέσβιος Αρίων, ο Ανακρέων και ο
+Στησίχορος• διότι και ούτος ευρίσκεται εκεί, συνεφιλιώθη δε ήδη με την
+Ελένην. Όταν ούτοι παύσουν να άδουν, δεύτερος χορός παρουσιάζεται
+αποτελούμενος εκ κύκνων, χελιδόνων και αηδόνων. Άμα δε και ούτοι
+κελαδήσουν, όλον το δάσος αυλεί συνοδευόντων των ανέμων. Αλλά την
+μεγαλειτέραν ευθυμίαν δίδουν εις αυτούς δύο πηγαί, ευρισκόμεναι
+πλησίον εις τον τόπον του συμποσίου• η μία εκ των πηγών τούτων είνε
+του γέλωτος, η δε άλλη της ηδονής. Εξ αυτών πίνουν όλοι κατά την αρχήν
+του γεύματος και ούτω καθ' όλην την διάρκειαν αυτού γελούν και
+ευθυμούν.
+
+Τώρα θα αναφέρω και τους επιφανείς τους οποίους είδα μεταξύ των
+Μακάρων• ήσαν εκεί όλοι οι ημίθεοι και οι εκστρατεύσαντες κατά της
+Τρωάδος, εκτός του Λοκρού Αίαντος• ελέγετο δε ότι μόνον αυτός
+εκολάζετο εις τον χώρον των ασεβών{13}. Εκ των βαρβάρων είδα και τους
+δύο Κύρους, τον Σκύθην Ανάχαρσιν και τον Θράκα Δάμολξιν και τον Νουμάν
+τον Ιταλόν• εκτός δε τούτων τον Σπαρτιάτην Λυκούργον και τους
+Αθηναίους Φωκίωνα και Τέλλον και τους σοφούς εκτός του Περιάνδρου
+{14}. Είδα δε και τον Σωκράτην του Σωφρονίσκου φλυαρούντα μετά του
+Νέστορος και Παλαμήδου• και πλησίον του ήσαν ο Λακεδαιμόνιος Υάκινθος,
+ο Θεσπιεύς Νάρκισσος, ο Ύλας και άλλοι πολλοί και ωραίοι. Μου εφάνη δε
+ότι ήτο ερωτευμένος με τον Υάκινθον, διότι ως επί το πολύ με αυτόν
+συνεζήτει και τον ήλεγχε. Ελέγετο ότι ήτο θυμωμένος εναντίον του ο
+Ραδάμανθυς και πολλάκις τον εφοβέρισε ότι θα τον αποπέμψη εκ της νήσου
+αν εξακολουθή να φλυαρή και δεν θελήση ν' αφήση την ειρωνείαν και να
+ευωχήται μετά των άλλων. Μόνον ο Πλάτων δεν ήτο εκεί, ελέγετο δε ότι
+διέμενεν εις την πόλιν την οποίαν είχε πλάσσει με την φαντασίαν του
+και εις την οποίαν εφήρμοσε το πολιτικόν σύστημα και τους νόμους τους
+οποίους συνέγραψε. Οι περισσότερον τιμώμενοι ήσαν ο Αρίστιππος και ο
+Επίκουρος και οι μαθηταί των, διότι ήσαν μειλίχιοι, χαριτωμένοι και
+καλοί συμπόται. Εκεί ήτο και ο εκ Φρυγίας Αίσωπος, τον οποίον
+μεταχειρίζονται ως γελωτοποιόν. Ο δε Διογένης ο Σινωπεύς τόσον
+μετέβαλε χαρακτήρα, ώστε ενυμφεύθη την εταίραν Λαΐδα, πολλάκις δε
+μεθύων χορεύει και πράττει διαφόρους ανοησίας της μέθης.
+
+Εκ των Στωικών δεν ήτο κανείς εκεί• διότι, ως ελέγετο, εξακολουθούν ν'
+αναβαίνουν τον ανηφορικόν δρόμον της αρετής• ηκούσαμεν δε λεγόμενον
+και περί του Χρυσίππου ότι δεν θα του επιτραπή να εισέλθη εις την
+νήσον πριν ή πίη τετράκις ελλέβορον. Περί των Ακαδημαϊκών ελέγετο ότι
+ήθελον μεν να έλθουν, αλλ' εδίσταζον ακόμη και εσκέπτοντο• διότι δεν
+ηδύναντο να εννοήσουν ότι υπάρχει τοιαύτη νήσος. Άλλως τε νομίζω ότι
+εφοβούντο και την κρίσιν του Ραδαμάνθυος, καθ' ότι είχον αναιρέσει και
+το κριτήριον. Τινές εν τοσούτω εξ αυτών ελέγετο ότι είχον αποφασίσει
+και ηκολούθησαν τους ερχομένους, αλλ' εκ νωθρότητος καθυστέρησαν και
+επειδή δεν εννόουν εγύρισαν εκ του μέσου της οδού {15}.
+
+Αυτοί ήσαν οι αξιολογώτεροι εκ των ευρισκομένων εκεί. Τιμάται δε προ
+πάντων ο Αχιλλεύς και κατά δεύτερον λόγον ο Θησεύς. Όσον δε αφορά τα
+αφροδίσια, αυτά γίνονται φανερά με γυναίκας και αρσενικούς υπό τας
+όψεις όλων και ουδόλως θεωρείται τούτο αισχρόν• μόνον δε ο Σωκράτης
+ωρκίζετο ότι αι σχέσεις του με τους νέους ήσαν αγναί, αλλ' όλοι τον
+κατηγόρουν ως επίορκον• πολλάκις δε ο Υάκινθος ή ο Νάρκισσος ωμολόγουν
+και αυτός ηρνείτο. Αι γυναίκες είνε όλαι κοιναί και ουδείς φθονεί τον
+άλλον, και κατά τούτο όλοι ακολουθούν την γνώμην του Πλάτωνος. Αλλά
+και οι νέοι παρέχουν παν ό,τι ζητείται παρ' αυτών και ουδέποτε
+αντιλέγουν.
+
+Δεν είχον περάσει δύο ή τρεις ημέραι από της αφίξεώς μας ότε επήγα
+προς τον Όμηρον τον ποιητήν και επειδή και οι δύο δεν είχαμεν καμμίαν
+ασχολίαν τον ηρώτησα περί πολλών και περί της πατρίδος του• του είπα
+δε ότι τούτο ήτο μέγα ζήτημα εις την Ελλάδα. Μου απήντησεν ότι και
+αυτός εγνώριζεν ότι άλλοι μεν τον νομίζουν Χίον, άλλοι δε Σμυρναίον,
+πολλοί δε και Κολοφώνιον• αλλά μου είπεν ότι είνε Βαβυλώνιος και εις
+την πατρίδα του ονομάζεται όχι Όμηρος αλλά Τιγράνης• επειδή δε
+βραδύτερον εδόθη ως όμηρος εις τους Έλληνας, ήλλαξεν ονομασίαν. Τον
+ηρώτησα προσέτι περί των αμφισβητουμένων στίχων, εάν έχουν γραφή παρ'
+αυτού• και αυτός μου απήντησεν ότι όλοι είνε δικοί του. Εγώ δεν
+ηδυνήθην τότε να μη κατηγορήσω τας σαχλολογίας των γραμματικών
+Ζηνοδότου και Αριστάρχου.
+
+Αφού μου είπεν αρκετά περί τούτων, πάλιν τον ηρώτησα διατί ήρχισε την
+Ιλιάδα από την μήνιν του Αχιλλέως• αυτός δε μου απήντησεν ότι αυτή η
+ιδέα του ήλθε πρώτη και δεν το έκαμεν από σκοπού. Ηθέλησα να μάθω και
+τούτο, εάν έγραψε προ της Ιλιάδος την Οδύσσειαν, ως διατείνονται οι
+περισσότεροι, αλλ' αυτός εβεβαίωσε το εναντίον. Ότι δε ούτε τυφλός
+ήτο, το οποίον επίσης λέγεται περί αυτού, ήτο περιττόν και να το
+ερωτήσω, διότι έβλεπε.
+
+Και άλλοτε πολλάκις μετέβαινα και τον έβρισκα οσάκις τον έβλεπα
+ευκαιρούντα• αυτός δε πάντοτε μου απεκρίνετο με προθυμίαν, μάλιστα
+μετά την δίκην εις την οποίαν ενίκησε. Διότι είχε καταγγελθή υπό του
+Θερσίτου επί εξυβρίσει δι' όσα τον έσκωψεν εις τα ποιήματά του•
+ενίκησε δε ο Όμηρος, υπέρ του οποίου συνηγόρησε και ο Οδυσσεύς.
+
+Κατά τας ημέρας εκείνας ήλθε και ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, αφού υπέστη
+επτά μετεμψυχώσεις, ζήσας εντός ισαρίθμων ζώων, και εξετέλεσεν ούτω
+τας περιόδους τας οποίας εκάστη ψυχή, κατά τας θεωρίας του, διέρχεται.
+Ήτο δε χρυσούν ολόκληρον το δεξιόν ήμισυ του σώματός του. Και έγεινε
+μεν δεκτός μεταξύ των Μακάρων, αλλ' υπήρχεν ακόμη αμφιβολία περί του
+πώς έπρεπε να ονομάζεται, Πυθαγόρας ή Εύφορβος. Ήλθε και ο Εμπεδοκλής,
+περίκαυστος και έχων ολόκληρον το σώμα ψημένον• δεν έγεινεν όμως
+δεκτός καίτοι πολύ ικέτευε. Μετά τινα καιρόν έγειναν οι αγώνες,
+οίτινες ονομάζονται Θανατούσια. Ήσαν δε αγωνοθέται ο Αχιλλεύς και ο
+Θησεύς, ο μεν πρώτος διά πέμπτην φοράν, ο δε δεύτερος δι' εβδόμην. Διά
+να μη μακρηγορήσω δε διηγούμενος τα καθέκαστα, περιορίζομαι εις τα
+κυριώτερα των γενομένων. Εις την πάλην ενίκησεν ο Κάρος ο εκ του
+Ηρακλέους καταγόμενος και κατέβαλε τον Οδυσσέα. Εις την πυγμήν
+ανεδείχθησαν ισόπαλοι Άρειος ο Αιγύπτιος, ο οποίος έχει ταφή εις την
+Κόρινθον και ο Επειός, οίτινες ηγωνίσθησαν προς αλλήλους. Διά το
+παγκράτιον δεν δίδονται βραβεία. Εις δε τον δρόμον δεν ενθυμούμαι
+πλέον ποίος ενίκησε. Εκ των ποιητών υπερίσχυε πάρα πολύ κατά την
+αλήθειαν ο Όμηρος, ενίκησεν όμως ο Ησίοδος. Τα δε βραβεία ήσαν δι'
+όλους στέφανος από πτερά παγωνιών. Μόλις ετελείωσαν οι αγώνες
+ανηγγέλθη ότι οι κρατούμενοι εις την κόλασιν ασεβείς, θραύσαντες τα
+δεσμά των και κατανικήσαντες την φρουράν, ήρχοντο εις την νήσον των
+Μακάρων. Είχον δε ως αρχηγούς τον Ακραγαντίνον Φάλαριν, τον Αιγύπτιον
+Βούσιριν και Διομήδην τον Θράκα, προσέτι δε τους ληστάς Σκείρωνα και
+Πιτυοκάμπτην. Ευθύς ο Ραδάμανθυς παράταξε τους ήρωας εις την παραλίαν,
+αρχηγούς δε αυτών διώρισε τον Θησέα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα τον
+Τελαμώνιον, ο οποίος είχεν ήδη θεραπευθή από την παραφροσύνην του• και
+συμπλακέντες προς τους επιδρομείς επολέμησαν, ενίκησαν δε οι ήρωες και
+εις την νίκην συνετέλεσε προ πάντων ο Αχιλλεύς. Ηρίστευσε δε και ο
+Σωκράτης, ο οποίος είχε ταχθή εις το δεξιόν κέρας, και διεκρίθη
+περισσότερον παρά ότε ζων επολέμησεν εις το Δήλιον. Διότι όταν
+επήρχοντο οι εχθροί δεν έφυγεν ούτε έδειξε την παραμικράν ταραχήν• διά
+τούτο και κατόπιν του εδόθη εις αμοιβήν ωραίος και ευρυχωρότατος κήπος
+εις τα προάστεια όπου συναθροίζων τους φίλους του συνεζήτει• ωνόμασε
+δε τον κήπον τούτον Νεκρακαδημίαν. Αφού συνέλαβον τους νικημένους τους
+έδεσαν και τους απέστειλαν οπίσω διά να τιμωρηθούν με αυστηρότητα
+μεγαλειτέραν. Ύμνησε δε και αυτήν την μάχην ο Όμηρος και όταν
+ανεχώρουν μου έδωκε τα ποιήματα να τα φέρω εις τους ζώντας ανθρώπους•
+αλλά και αυτά εχάθησαν μετά των άλλων μας πραγμάτων. Ήρχιζαν δε τα
+ποιήματα ταύτα ως εξής :
+
+Νυν δε μοι έννεπε, Μούσα, μάχην νεκύων ηρώων.{16}
+
+Έψησαν έπειτα κυάμους, όπως συνηθίζεται εις την χώραν αυτών μετά το
+πέρας του πολέμου, και εγευμάτισαν εορτάζοντες τα επινίκια και η χαρά
+ήτο μεγάλη• μόνον δε ο Πυθαγόρας δεν έλαβε μέρος εις την εορτήν
+ταύτην, αλλ' εκάθητο μακράν νηστικός, αποστρεφόμενος την κυαμοφαγίαν.
+
+Είχον ήδη παρέλθει έξ μήνες και ήμεθα εις τα μέσα του εβδόμου, ότε
+συνέβησαν άλλα πράγματα. Ο Κινύρας ο υιός του Σκινθάρου, ο οποίος
+είχεν ήδη μεγαλώσει και ήτο ωραίος νέος, ηγάπα από πολλού χρόνου την
+Ελένην• και αυτή εφαίνετο ότι ανταπέδιδε το αίσθημα επίσης θερμόν εις
+τον νεανίσκον διότι, πολλάκις εις το συμπόσιον αντήλλασσον νεύματα και
+έπινον εκ του αυτού ποτηρίου και μόνοι περιεφέροντο εις το δάσος.
+Βασανιζόμενος λοιπόν υπό του έρωτος και μη δυνάμενος να τον
+ικανοποιήση ο Κινύρας εσκέφθη ν' αρπάση την Ελένην και να φύγη. Ήτο δε
+και αυτή σύμφωνος να καταφύγουν εις μίαν των παρακειμένων νήσων, εις
+την Φελώ ή εις την Τυρόεσσαν. Είχον δε προσλάβει συνωμότας εις τα
+σχέδια των τρεις εκ των συντρόφων μου τους πλέον αποφασιστικούς. Και
+εις μεν τον πατέρα του δεν είπε τίποτε περί των σκοπών του ο Κινύρας,
+διότι εγνώριζεν ότι ο Σκίνθαρος θα τον ημπόδιζεν. Η δε απαγωγή έγεινε
+όπως την είχον σχεδιάσει. Όταν ενύκτωσε—εγώ δε ήμουν απών, διότι είχα
+αποκοιμηθή εις το συμπόσιον — παρέλαβαν την Ελένην και χωρίς να
+εννοηθούν από κανένα εισήλθον εις πλοίον και ανεχώρησαν. Περί δε το
+μεσονύκτιον εξυπνήσας ο Μενέλαος και ιδών ότι η σύζυγός του δεν
+ευρίσκετο εις την κλίνην ήρχισε να κραυγάζη• έπειτα παραλαβών τον
+αδελφόν του επήγε προς τον βασιλέα Ραδάμανθυν. Κατά τα εξημερώματα οι
+διαταχθέντες ν' αναζητήσουν τους φυγάδας, ανήγγειλαν ότι το πλοίον
+εφαίνετο εις μακράν απόστασιν. Τότε ο Ραδάμανθυς διέταξε να εισέλθουν
+εις πλοίον μονόξυλον εξ ασφοδέλου πεντήκοντα εκ των ηρώων και να
+καταδιώξουν τους φυγάδας• ούτοι δε ανέπτυξαν μεγάλην δραστηριότητα και
+περί την μεσημβρίαν τους έφθασαν όταν εισήρχοντο εις τον γαλακτώδη
+ωκεανόν και ευρίσκοντο πλησίον της Τυροέσσης• ολίγον ακόμη και θα
+διέφευγαν. Οι ήρωες έδεσαν το πλοίον με αλυσσίδα από ρόδα και το
+έσυραν επιστρέφοντες. Και η μεν Ελένη έκλαιε και εντρέπετο και
+εκάλυπτε το πρόσωπον της• ο δε Ραδάμανθυς ανέκρινε τους μετά του
+Κινύρα και ηρώτησε μήπως είχον και άλλους συνενόχους• αφού δε ουδένα
+εμαρτύρησαν, τους εμαστίγωσαν με μολόχαν, έπειτα τους έδεσεν εκ των
+αιδοίων• και τους απέπεμψεν εις την κόλασιν. Απεφασίσθη δε
+ναποπεμφθώμεν και ημείς εκ της νήσου πριν ή παρέλθη η προθεσμία μας
+και μόνον την επομένην ημέραν να μείνωμεν. Τότε εγώ κατελήφθην υπό
+απελπισίας και έκλαια σκεπτόμενος ποίαν ευτυχίαν έμελλα ναφήσω και
+ναρχίσω πάλιν να πλανώμαι. Αλλ' αυτοί μ' επαρηγόρουν λέγοντες ότι δεν
+θα παρήρχοντο πολλά έτη και θα επέστρεφα πάλιν προς αυτούς• και μου
+έδειξαν έδραν και σκηνήν προωρισμένην δι' εμέ πλησίον των
+επιφανεστέρων. Εγώ δε επισκεφθείς τον Ραδάμανθυν τον παρεκάλουν θερμώς
+να μου είπη τι έμελλε να μου συμβή και να μου δώση μίαν συμβουλήν περί
+του ταξειδίου μου. Αυτός μου απήντησεν ότι θα επέστρεφα μεν εις την
+πατρίδα μου, αλλ' αφού επί πολύ ακόμη θα περιεπλανώμην και θα διέτρεχα
+πολλούς κινδύνους• τον καιρόν όμως της επανόδου δεν ηθέλησε να μου
+ορίση. Έπειτα μου έδειξε τας πλησίον νήσους— εφαίνοντο δε πέντε και
+μία έκτη εις μεγαλειτέραν απόστασιν— και μου είπεν ότι εις τας πέντε
+πλησιεστέρας κολάζονται οι ασεβείς. Βλέπεις αυτάς εκ των οποίων
+αναδίδονται αι φλόγες και ο καπνός, μου είπε• η έκτη δε εκείνη είνε
+των ονείρων η πόλις• και κατόπιν από αυτήν η νήσος της Καλυψούς, η
+οποία όμως δεν φαίνεται απ' εδώ. Αφού δε περάσης αυτάς, θα φθάσης εις
+την μεγάλην ήπειρον η οποία είνε η αντίθετος προς εκείνην την οποίαν
+κατοικείτε. Εκεί αφού πάθης πολλά και ίδης διάφορα έθνη και συναντήσης
+ακοινωνήτους ανθρώπους, θα φθάσης επί τέλους εις την άλλην ήπειρον.
+Αυτά μου είπεν έπειτα έσυρεν από την γην ρίζαν μολόχας και μου
+παρήγγειλε να την επικαλούμαι οσάκις διατρέχω μεγάλους κινδύνους. Με
+συνεβούλευσε προσέτι όταν μίαν ημέραν επανέλθω εις την εδώ γην να
+αποφεύγω τα εξής• να μη σκαλίζω την φωτιάν με μάχαιραν, μήτε να τρώγω
+λούπινα, μήτε να πλησιάζω παίδα ο οποίος επέρασε τα δέκα οκτώ έτη•
+αυτά, αν ενθυμούμαι και αποφεύγω θα έχω ελπίδας να επιστρέψω εις την
+νήσον των Μακάρων.
+
+Ήρχισα να ετοιμάζωμαι διά το ταξείδι και όταν έφθασεν ο καιρός
+συνέφαγα με τους ήρωας• και την επομένην επήγα προς τον ποιητήν Όμηρον
+και τον παρεκάλεσα, να μου κάμη δίστιχον επίγραμμα• όταν δε το έγραψεν
+έστησα μίαν στήλην εκ βηρύλλου λίθου πλησίον του λιμένος και εχάραξα
+επ' αυτής το επίγραμμα, το οποίον ήτο το εξής :
+
+Λουκιανός τάδε πάντα φίλος μακάρεσσι θεοίσιν
+είδέ τε και πάλιν ήλθεν εήν ες πατρίδα γαίαν.{17}
+
+Έμεινα και εκείνην την ημέραν και την επομένην ανεχώρησα, με
+συνώδευσαν δε μέχρι του πλοίου οι ήρωες. Τότε ο Οδυσσεύς πλησιάσας
+κρυφά από την Πηνελόπην μου έδωκε επιστολήν διά να την δώσω προς την
+Καλυψώ εις την νήσον Ωγυγίαν, ο δε Ραδάμανθυς μου έδωκε τον πορθμέα
+Ναύπλιον να μας συνοδεύση και μας χρησιμεύση διά να μη μας συλλάβουν,
+εάν προσεγγίσωμεν εις τας νήσους, ως φυγάδας, ή άλλως παρεξηγούντες
+τον σκοπόν μας.
+
+Αφ' ου δε επεράσαμεν την ευώδη ατμόσφαιραν, ευθύς προσέβαλε την
+όσφρησίν μας οσμή πνιγηρά ασφάλτου και θείου και πίσσης συγχρόνως
+καιομένων, εκτός δε τούτου κνίσσα δυσάρεστος και ανυπόφορος ως από
+σάρκας ανθρώπων ψηνομένας• και ο αήρ ήτο σκοτεινός και ομιχλώδης και
+έσταζεν έλαιον πίσσης• ηκούομεν δε και κτυπήματα μαστίγων και οιμωγάς
+ανθρώπων πολλών. Επλησιάσαμεν και απέβημεν μόνον εις μίαν εκ των
+νήσων, η οποία ήτο τοιαύτη• όλαι αι ακταί της γύρω ήσαν κρημνώδεις και
+απότομοι, μόνον πέτραι τραχείαι και χωρίς χώμα, δένδρον δε κανέν, ούτε
+νερόν υπήρχεν. Ανέβημεν έρποντες εις τους κρημνούς και επροχωρήσαμεν
+από μονοπάτι γεμάτον από ακάνθας και τριβόλους και παρετηρούμεν ότι ο
+τόπος ήτο υπερβολικά άσχημος. Όταν δε εφθάσαμεν εις την φυλακήν και το
+κολαστήριον, μας έκαμε πρώτον εντύπωσιν η φύσις του τόπου, διότι το
+μεν έδαφος ήτο όλον φυτευμένον με μαχαίρια και ακάνθας, γύρω δε
+έτρεχον τρεις ποταμοί, εκ των οποίων ο μεν εκύλιε βόρβορον, ο δε
+δεύτερος αίμα, ο δε τρίτος πυρ, και ήτο πολύ μεγάλος ούτος και
+αδιάβατος• έτρεχε δε το πυρ εντός αυτού ως το νερόν και εκυμάτιζεν ως
+η θάλασσα. Είχε και πολλά ψάρια, εκ των οποίων άλλα μεν ωμοίαζαν με
+δαυλούς, τα δε μικρά με άνθρακας πυρακτωμένους και τα ωνόμαζαν
+λυχνίσκους. Η είσοδος ήτο στενή και μία δι' όλους• ως θυρωρός δε
+παρίστατο ο Τίμων ο Αθηναίος. Χάρις εις τον Ναύπλιον μας επετράπη η
+είσοδος και είδομεν κολαζομένους πολλούς βασιλείς και πολλούς κοινούς
+ανθρώπους, εκ των οποίων και μερικούς γνωστούς μας• είδαμεν δε και τον
+Κινύραν κρεμάμενον εκ των αιδοίων και καπνιζόμενον. Οι οδηγοί
+διηγούντο ποίος ήτο έκαστος και τας αιτίας διά τας οποίας εκολάζοντο.
+Τας μεγαλειτέρας δε εξ όλων τιμωρίας υπέφερον όσοι εψεύσθησαν όταν
+έζων και όσοι έγραψαν ψεύδη• μεταξύ αυτών ήτο ο Κτησίας ο Κνίδιος, ο
+Ηρόδοτος και άλλοι πολλοί. Βλέπων δε αυτούς εγώ εσχημάτισα τας
+καλλιτέρας ελπίδας διά την μετά θάνατον τύχην μου, διότι εγνώριζα ότι
+δεν είπα ποτέ μου κανέν ψεύδος.
+
+Επέστρεψα ταχέως εις το πλοίον, διότι δεν υπέφερα να βλέπω τα θεάματα
+εκείνα και αποχαιρετίσας τον Ναύπλιον απέπλευσα. Μετ' ολίγον εφάνη
+πλησίον η νήσος των ονείρων, η οποία μόλις διεκρίνετο, ως να την
+περιέβαλλεν ομίχλη. Είχε δε και αυτή κάτι παρόμοιον προς τα όνειρα,
+διότι όσον επλησιάζαμεν εφαίνετο ως απομακρυνομένη και φεύγουσα. Αλλ'
+επί τέλους εφθάσαμεν και εισήλθαμεν εις τον λιμένα τον λεγόμενον Ύπνον
+και απέβημεν κατά την εσπέραν πλησίον των πυλών των λεγομένων
+ελεφαντίνων, όπου υπάρχει ναός του Αλεκτρυόνος. Εισελθόντες δε εις την
+πόλιν εβλέπαμεν πολλά και διαφόρων χρωμάτων όνειρα. Αλλά πρώτον θέλω
+να ομιλήσω περί της πόλεως, αφού ουδείς άλλος έγραψε περί αυτής και ο
+Όμηρος, ο μόνος, όστις την αναφέρει, δεν έγραψε πολύ ακριβή πράγματα.
+Καθ' όλην την περιφέρειαν αυτής υπάρχει δάσος, του οποίου τα δένδρα
+είνε μήκωνες υψηλοί και μανδραγόραι {18}, επί των οποίων κάθηται μέγα
+πλήθος νυχτερίδων• διότι μόνον αυτό το πτηνόν ζη εις την νήσον.
+Πλησίον δε ρέει ποταμός, ο οποίος καλείται Νυκτοπόρος και παρά τας
+πύλας της πόλεως υπάρχουν δύο πηγαί, εκ των οποίων η μεν ονομάζεται
+Νήγρετος, η δε Παννυχία {19}. Το δε τείχος της πόλεως είνε υψηλόν και
+με ποικίλους χρωματισμούς ομοιάζον πολύ προς την ίριδα. Πύλας όμως δεν
+έχει δύο, όπως είπεν ο Όμηρος, αλλά τέσσαρας, εκ των οποίων αι μεν δύο
+βλέπουν προς την πεδιάδα της Βλακείας, και είνε η μία σιδηρά και η
+άλλη εκ κεράμου• και εξ αυτών ελέγετο ότι εξέρχονται τα φοβερά, τα
+σκληρά και απαίσια όνειρα• αι δε άλλαι δύο βλέπουν προς τον λιμένα και
+την θάλασσαν και είνε η μία κερατίνη, από την οποίαν ημείς εισήλθαμεν,
+η δε άλλη ελεφαντίνη. Όταν δε εισερχώμεθα εις την πόλιν, δεξιά είνε το
+Νυκτώον, δήλα δή ναός της Νυκτός, διότι εξ όλων των θεών αυτή και ο
+Αλεκτρυών λατρεύονται κυρίως εις αυτήν την πόλιν. Του δε Αλεκτρυόνος ο
+ναός ευρίσκεται, ως είπα, πλησίον του λιμένος. Αριστερά είνε τα
+ανάκτορα του Ύπνου• διότι ούτος βασιλεύει επί των ονείρων, έχων ως
+σατράπας και υπάρχους τον Ταραξίωνα του Ματαιογένους και τον
+Πλουτοκλέα του Φαντασίωνος. Εις το μέσον δε της αγοράς υπάρχει πηγή, η
+οποία ονομάζεται Καρεώτις και πλησίον δύο ναοί της Απάτης και της
+Αληθείας. Οι ναοί ούτοι έχουν και άδυτον και μαντείον, όπου προΐσταται
+και προφητεύει ο ονειροκρίτης Αντιφών, ο οποίος έλαβε παρά του Ύπνου
+αυτήν την τιμήν.
+
+Των δε ονείρων ούτε η φύσις ούτε η μορφή είνε η ιδία• αλλ' άλλα μεν
+ήσαν μακρά και αβρά και ωραία την όψιν, άλλα δε σκληρά και μικρά και
+άσχημα• άλλα χρυσά, ως εφαίνοντο, άλλα δε ταπεινά και ευτελή. Ήσαν δε
+μεταξύ αυτών και μερικά πτερωτά και τερατώδη και άλλα μετημφιεσμένα ως
+διά πομπήν, τα μεν ως βασιλείς, τα δε ως θεοί, άλλα δε άλλως
+στολισμένα. Εγνωρίσαμεν και πολλά εξ αυτών, τα οποία ειχαμεν ίδει
+άλλοτε• και επλησίασαν και μας ησπάζοντο ως να ήσαν φίλοι, έπειτα μας
+παρέλαβον και μας απεκοίμισαν κα με πολλήν λαμπρότητα μας
+εφιλοξένησαν, υποσχόμενα να μας κάμουν βασιλείς και σατράπας. Μερικά
+δε μας μετέφεραν και εις τας πατρίδας μας, μας παρουσίασαν τους
+συγγενείς μας και αυθημερόν μας επέστρεψαν.
+
+Επί τριάκοντα ημέρας και νύκτας εμείναμεν εκεί κοιμώμενοι και
+τρωγοπίνοντες. Έπειτα αίφνης έγεινε μεγάλη βροντή και εξυπνήσαντες
+εκάμαμεν τας προμηθείας μας και απεπλεύσαμεν. Μετά τριών δε ημερών
+πλουν εφθάσαμεν εις την Ωγυγίαν νήσον και εξήλθαμεν εις αυτήν. Πριν
+δώσω την επιστολήν εφρόντισα να την ανοίξω και ανέγνωσα τα εξής• «Ο
+Οδυσσεύς προς την Καλυψώ πέμπει χαιρετισμούς. Μάθε ότι όταν ανεχώρησα
+από την νήσον σου, επιβάς εις την σχεδίαν την οποίαν κατεσκεύασα,
+εναυάγησα και μόλις εσώθην υπό της Λευκοθέας και κατώρθωσα να φθάσω
+εις την χώραν των Φαιάκων. Ούτοι μ' εβοήθησαν να επανέλθω εις τον
+τόπον μου όπου ευρήκα πολλούς μνηστήρας της γυναικός μου
+διασκεδάζοντας με τα υπάρχοντά μου. Τους εφόνευσα όλους, αλλ' έπειτα
+εφονεύθην και εγώ υπό του Τηλεγόνου, του εκ της Κίρκης υιού μου, και
+τώρα ευρίσκομαι εις την νήσον των Μακάρων και είμαι πολύ μετανοημένος,
+διότι σε αφήκα και δεν εδέχθηκα την αθανασίαν, την οποίαν μου
+επρότεινες. Λοιπόν αν εύρω ευκαιρίαν, θα αποδράσω και θα έλθω πλησίον
+σου».
+
+Αυτά έλεγεν η επιστολή και προσέτι παρήγγελλεν εις την Καλυψώ να μας
+φιλοξενήση.
+
+Εγώ δε προχωρήσας ευρήκα εις μικράν από της θαλάσσης απόστασιν το
+σπήλαιον, όπως το περιγράφει ο Όμηρος, και την Καλυψώ νήθουσαν έρια.
+Όταν δε έλαβε την επιστολήν και την ανέγνωσε, κατ' αρχάς έκλαυσεν επί
+πολύ, έπειτα δε μας εκάλεσε να μας ξενίση, μας παρέθηκε λαμπρόν γεύμα
+και μας ηρώτα περί του Οδυσσέως και της Πηνελόπης, οποία είνε κατά την
+μορφήν και αν αληθώς είνε φρόνιμη, όπως άλλοτε ο Οδυσσεύς εκαυχάτο
+περί αυτής• ημείς δε της εδώκαμεν τας απαντήσεις τας οποίας ενομίζαμεν
+ότι θα της ήσαν ευχάριστοι.
+
+Έπειτα επιστρέψαντες εις το πλοίον εκοιμήθημεν εις την παραλίαν. Την
+αυγήν δε απεπλεύσαμεν και ο άνεμος είχεν αρχίσει να πνέη σφοδρότερος•
+αφ' ού δε επί δύο ημέρας υπεφέραμεν από τρικυμίαν συνηντήσαμεν τους
+Κολοκυνθοπειρατάς. Είνε δε ούτοι άνθρωποι άγριοι κατοικούντες εις τας
+πλησίον νήσους και ληστεύοντες τους ταξιδεύοντας τα μέρη εκείνα. Τα
+πλοία των είνε μεγάλα από κολοκύνθας, έχοντα μήκος εξήκοντα πήχεων•
+άμα ξηράνωσι την κολοκύνθην, την σκάπτουν και εκβάλλοντες την ψίχαν
+κατασκευάζουν σκάφος και ως ιστούς μεταχειρίζονται καλάμους, ως ιστίον
+δε το φύλλον της κολοκύνθης. Μας προσέβαλαν λοιπόν από δύο πλοία και
+πολλούς εξ ημών ετραυμάτισαν πετροβολούντες με κολοκυθόσπορους. Επί
+πολύ η μάχη έμενεν αμφίρροπος έως ότου περί την μεσημβρίαν είδαμεν να
+έρχωνται κατόπιν των Κολοκυνθοπειρατών οι Καρυοναύται. Ήσαν δε εχθροί
+μεταξύ των, ως εφάνη• διότι όταν οι Κολοκυνθοπειραταί είδον ότι
+επήρχοντο εκείνοι, αφήκαν ημάς και εστράφησαν κατ' εκείνων και συνήφθη
+μεταξύ των ναυμαχία. Ημείς δε υψώσαντες τα ιστία απεμακρύνθημεν και
+τους αφήκαμεν να μάχωνται. Ήτο φανερόν ότι θα ενίκων οι Καρυοναύται,
+καθότι ήσαν και περισσότεροι, — διότι είχον πέντε πλοία — και τα πλοία
+των ήσαν ισχυρότερα. Ήσαν δε τα πλοία των Καρυοναυτών καρυδοφλοιοί•
+αφού έκοπτον εις δύο τα καρύδια τα εκένουν και τα μετέτρεπαν εις
+πλοία, εκάστου δε τοιούτου φλοιού το μήκος ήτο δέκα πέντε οργυιών.
+Αφού απεμακρύνθημεν και δεν εφαίνοντο πλέον, εδέσαμεν τας πληγάς των
+τραυματιών και του λοιπού εμέναμεν με τα όπλα εις χείρας, φοβούμενοι
+νέας επιθέσεις• και οι φόβοι μας δεν ήσαν μάταιοι. Διότι δεν είχε
+δύσει ακόμη ο ήλιος όταν από μίαν έρημον νήσον εφάνησαν ερχόμενοι με
+σπουδήν προς ημάς έως είκοσιν άνδρες, λησταί και αυτοί, καθήμενοι επί
+μεγάλων δελφίνων και οι δελφίνες τους έφερον ασφαλώς και αναπηδώντες
+εχρεμέτιζον ως ίπποι. Όταν δε επλησίασαν, χωρισθέντες μας προσέβαλαν
+και από τα δύο μέρη του πλοίου ρίπτοντες καθ' ημών σηπίας ξηράς και
+οφθαλμούς καρκίνων. Ημείς απηντήσαμεν διά των βελών και των ακοντίων
+και δεν αντέστησαν επί πολύ, αλλά τραυματισθέντες οι περισσότεροι
+έφυγαν προς την νήσον.
+
+Περί δε το μεσονύκτιον, επικρατούσης γαλήνης, προσεκρούσαμεν κατά
+λάθος εις μίαν φωλεάν αλκυόνος τεραστίου μεγέθους• διότι είχε
+περίμετρον εξήκοντα σταδίων. Εκάθητο δε επ' αυτής η αλκυών θερμαίνουσα
+τα αυγά της, και δεν ήτο πολύ μικροτέρα της φωλεάς. Όταν δε επέταξε
+παρ' ολίγον να βυθίση το πλοίον με τον άνεμον των πτερών της• και
+έφυγεν εκπέμψασα μίαν θρηνώδη κραυγήν. Ημείς εξελθόντες παρετηρούμεν
+την φωλεάν, η οποία ωμοίαζε με σχεδίαν μεγάλην πλεγμένην από δένδρα
+μεγάλα. Ήσαν δε εις αυτήν πεντακόσια αυγά και έκαστον ήτο μεγαλείτερον
+Χιακού πίθου, διεκρίνοντο δε ήδη εντός αυτών οι νεοσσοί και έκραζαν.
+Εθραύσαμεν λοιπόν έν εκ των αυγών με πελέκεις και εξεκολάψαμεν ένα
+νεοσσόν άπτερον ο οποίος ήτο μεγαλείτερος από είκοσι γύπας.
+
+Εξηκολουθήσαμεν τον πλουν• όταν δε απεμακρύνθημεν έως διακοσίους
+σταδίους από την φωλεάν μας συνέβησαν θαυμαστά σημεία και τέρατα.
+Έξαφνα ο χηνίσκος{20} της πρύμνης ετίναξε τα πτερά του και έκραξε, ο
+δε κυβερνήτης Σκίνθαρος, ο οποίος ήτο φαλακρός, απέκτησε μαλλιά και,
+το παραδοξότερον εξ όλων ο ιστός του πλοίου εβλάστησε και επέταξε
+κλάδους και εις την κορυφήν εκαρποφόρησε• οι δε καρποί του ήσαν σύκα
+και μαύρα σταφύλια όχι ώριμα. Αυτά μας ετάραξαν ως ήτο επόμενον και
+εδεόμεθα ναποτρέψουν οι θεοί τους κακούς εκείνους οιωνούς. Δεν είχαμεν
+δε ακόμη απομακρυνθή πεντακόσιους σταδίους, ότε είδαμεν δάσος μέγα και
+πυκνόν πεύκων και κυπαρίσσων. Υπεθέσαμεν ότι ήτο ξηρά και όμως ήτο
+πέλαγος απύθμενον φυτευμένον με δένδρα χωρίς ρίζας• ήσαν δε ορθά και
+ακίνητα τα δένδρα και συγχρόνως εφαίνοντο ως επιπλέοντα. Πλησιάσαντες
+λοιπόν και εξετάσαντες, ευρέθημεν εις απορίαν περί του πρακτέου• διότι
+ούτε διά μέσου των δένδρων ήτο δυνατόν να πλεύσωμεν — διότι ήσαν πυκνά
+και συνεπλέκοντο — ούτε να επιστρέψωμεν εφαίνετο εύκολον. Τότε εγώ
+ανέβηκα εις το υψηλότερον δένδρον και παρετήρουν τα πέριξ πώς ήσαν.
+Είδα δε ότι το δάσος εξετείνετο εις σταδίους πεντήκοντα ή ολίγον
+περισσοτέρους, έπειτα δε πάλιν εξηκολούθει θάλασσα. Εσκέφθημεν λοιπόν
+να αναβιβάσωμεν, αν ήτο δυνατόν, το πλοίον επί των κορυφών των
+δένδρων, αι οποίαι ήσαν πυκναί, και να το περάσωμεν εις την άλλην
+θάλασσαν• και ούτω επράξαμεν. Το εδέσαμεν με σχοινί μεγάλον και,
+αναβάντες εις τα δένδρα, μετά δυσκολίας το ανεσύραμεν• έπειτα το
+ετοποθετήσαμεν επί των κλάδων και αναπτύξαντες τα ιστία επλέαμεν όπως
+εις την θάλασσαν• το πλοίον ωθούμενον υπό του ανέμου εσύρετο επί των
+δένδρων• τότε δε ενθυμήθηκα και ένα στίχον του ποιητού Αντιμάχου {21}
+ο οποίος κάπου λέγει:
+
+Τοίσιν δ' υλήεντα διά πλόον ερχομένοισι {22}
+
+Διελθόντες ούτω το δάσος εφθάσαμεν εις την θάλασσαν• καταβιβάσαντες δε
+κατά τον αυτόν τρόπον το πλοίον, επλέαμεν εις καθαρά και διαυγή νερά,
+έως ου εφθάσαμεν εις χάσμα μέγα, το οποίον εσχημάτιζον τα νερά
+χωριζόμενα. Ήτο όπως τα χάσματα τα οποία βλέπομεν πολλάκις εις την γην
+και τα οποία σχηματίζουν οι σεισμοί. Εσπεύσαμεν και συνεστείλαμεν τα
+ιστία, αλλά μετά δυσκολίας εσταματήσαμεν το πλοίον, το οποίον παρ'
+ολίγον να πέση εις το χάσμα. Εσκύψαμεν άνωθεν και παρατηρούντες
+είδομεν βάθος έως χιλίων σταδίων πολύ φοβερόν και παράδοξον• το νερόν
+εφαίνετο ως να εκόπτετο καθέτως. Αλλ' ενώ παρετηρούμεν γύρω είδαμεν
+προς τα δεξιά και εις όχι μεγάλην απόστασιν μίαν γέφυραν την οποίαν
+εσχημάτιζε το νερόν, συνδέον τας επιφανείας των δύο θαλασσών και ρέον
+από της μιας εις την ετέραν. Επλησιάσαμεν λοιπόν κωπηλατούντες προς το
+μέρος εκείνο και μετά πολλής αγωνίας επεράσαμεν, χωρίς να το
+ελπίζωμεν.
+
+Το αντίπεραν πέλαγος ήτο ήμερον, συνηντήσαμεν δε και μίαν νήσον
+μεγάλην, κατοικουμένην και ευπρόσιτον. Οι κάτοικοι της ήσαν άνθρωποι
+Βουκέφαλοι έχοντες κέρατα, όπως παριστάνεται ο Μινώταυρος. Εξήλθαμεν
+και επροχωρήσαμεν διά να πάρωμεν νερόν και τρόφιμα αν ήτο δυνατόν,
+διότι είχαμεν έλλειψιν. Και νερόν μεν ευρήκαμεν πλησίον της παραλίας,
+αλλά τίποτε άλλο δεν εφαίνετο• μόνον μυκηθμός πολύς ήρχετο εκ μικράς
+αποστάσεως• νομίσαντες δε ότι ήτο αγέλη βοών επροχωρήσαμεν και μετ'
+ολίγον συνηντήσαμεν τους κατοίκους. Αυτοί δε άμα μας είδον μας
+κατεδίωξαν και συνέλαβον τρεις εκ των συντρόφων μου, ημείς δε οι άλλοι
+διεσώθημεν εις την θάλασσαν. Έπειτα οπλισθέντες όλοι—διότι δεν
+ενομίσαμεν πρέπον να μη εκδικηθώμεν διά τους συντρόφους μας —
+εφωρμήσαμεν κατά των Βουκεφάλων καθ' ην ώραν διεμοίραζαν τα κρέατα των
+φονευθέντων φίλων μας. Τους κατεδιώξαμεν με κραυγάς και εφονεύσαμεν
+έως πεντήκοντα, συνελάβαμεν δε και δύο ζωντανούς και εγυρίσαμεν εις το
+πλοίον σύροντες τους αιχμαλώτους. Τρόφιμα όμως δεν ευρήκαμεν. Και οι
+άλλοι ήσαν της γνώμης να σφάξωμεν τους αιχμαλώτους, εγώ όμως είχα
+αντίθετον γνώμην και τους εκράτουν δεμένους έως ου ήλθαν πρέσβεις εκ
+μέρους των Βουκεφάλων ζητούντες νανταλλάξωμεν με λύτρα τους
+κρατουμένους• εννοήσαμεν από τα νεύματα των και από τους γοερούς
+μυκηθμούς τους οποίους εξέπεμπον ότι παρεκάλουν. Τα λύτρα δε ήσαν
+τυριά πολλά και ψάρια ξηρά, κρομμύδια και τέσσαρες έλαφοι, αι οποίαι
+είχον εκάστη τρεις πόδας, τους δύο οπισθίους και τους δύο εμπροσθινούς
+εις ένα κολλημένους.
+
+Παρεδόσαμεν αντί των λύτρων τους αιχμαλώτους και αφού εμείναμεν μίαν
+ημέραν απεπλεύσαμεν. Ήδη δε εφαίνοντο ιχθύες και πτηνά διάφορα και
+αλλά διάφορα σημεία εκ των οποίων εσυμπεραίναμεν ότι ήτο πλησίον ξηρά.
+Μετ' ολίγον είδαμεν και ανθρώπους οι οποίοι μετεχειρίζοντο νέον τρόπον
+ναυτιλίας• διότι οι ίδιοι ήσαν και ναύται και πλοία. Εταξείδευον δε ως
+εξής• απλωμένοι ύπτιοι εις την θάλασσαν ώρθωναν τα αιδοία των —τα
+έχουν δε μεγάλα — προσδένοντες δε εις αυτά καραβόπανον και κρατούντες
+τα άκρα αυτού έπλεον ωθούμενοι υπό του ανέμου ως πλοία. Μετά τούτους
+εφάνησαν άλλοι, οι οποίοι καθήμενοι επί φελών, εις τους οποίους είχον
+ζεύξει δύο δελφίνας, ηνιόχουν• οι δε δελφίνες προχωρούντες έσυρον τους
+φελούς ως οχήματα και έτρεχον. Ούτοι ούτε μας επείραξαν, ούτε μας
+απέφευγαν, αλλ' έτρεχον αφόβως και ειρηνικώς και εθαύμαζαν το είδος
+του πλοίου μας, το οποίον παρετήρουν εξ όλων των μερών.
+
+Περί την εσπέραν προσωρμίσθημεν εις νήσον όχι μεγάλην κατοικουμένην
+υπό γυναικών, ως ενομίζαμεν, αι οποίαι ωμίλουν Ελληνικά. Ήλθαν δε και
+μας υπεδέχθησαν πολύ φιλοφρόνως και ήσαν κατά τρόπον πολύ πορνικόν
+στολισμέναι, όλαι δε ευειδείς και νέαι και εφόρουν ένδυμα μακρόν και
+συρόμενον. Η νήσος ωνομάζετο Καββαλούσα, η δε πόλις Υδραμαρδία. Αι δε
+γυναίκες μας παρέλαβον και μας ωδήγησαν εκάστη εις την κατοικίαν της
+διά να μας ξενίσουν. Αλλ' εγώ ο οποίος έμεινα ολίγον οπίσω —- διότι
+υπώπτευα δυσάρεστα — παρετήρησα γύρω μετά προσοχής και είδα πολλά οστά
+και κρανία ανθρώπων σκορπισμένα. Δεν έκρινα όμως φρόνιμον να φωνάξω
+τους συντρόφους και να τρέξουν εις τα όπλα. Αλλά λαβών την μολόχαν
+έκαμα μεγάλην δέησιν διά να σωθώμεν από τους κινδύνους εις τους
+οποίους είχαμεν εμπέσει.
+
+Μετ' ολίγον ενώ με υπηρέτει η γυνή η οποία μ' εφιλοξένει, παρετήρησα
+ότι δεν είχε σκέλη γυναικός, αλλά όνου. Τότε έσυρα το ξίφος και αφού
+την συνέλαβα και την έδεσα ήρχισα να την ανακρίνω περί όλων• αυτή δε
+ηναγκάσθη να μου ομολογήση ότι ήσαν γυναίκες θαλάσσιαι ονομαζόμεναι
+Ονοσκελέαι και ότι τρώγουν τους επισκεπτομένους την νήσον ξένους. Αφού
+τους μεθύσωμεν, είπε, κατακλινόμεθα μετ' αυτών και ενώ κοιμούνται τους
+φονεύομεν. Ακούσας ταύτα, την αφήκα δεμένην και αναβάς εις την στέγην
+εφώναζα και εκάλουν τους συντρόφους μου. Όταν δε ούτοι ήλθαν, διηγήθην
+τα πάντα, έδειξα εις αυτούς τα οστά και τους ωδήγησα μέσα προς την
+δεμένην γυναίκα. Αυτή όμως μετεβλήθη αμέσως εις νερόν και εξηφανίσθη.
+Τότε εγώ εβύθισα το ξίφος μου εις το νερόν διά να ίδω τι θα συνέβαινε•
+και το νερόν έγεινεν αίμα.
+
+Επεστρέψαμεν μετά σπουδής εις το πλοίον και ανεχωρήσαμεν και όταν
+ήρχιζε να φωτίζη, διεκρίναμεν ξηράν και εμαντεύσαμεν ότι είνε η
+ήπειρος η αντίθετος προς την ιδικήν μας. Προσκυνήσαντες λοιπόν και
+προσευχηθέντες συνεσκεπτόμεθα περί του πρακτέου• και άλλοι μεν ήσαν
+της γνώμης να εξέλθωμεν επ' ολίγον και πάλιν να επιστρέψωμεν εις το
+πλοίον, άλλοι δε ναφήσωμεν εκεί το πλοίον και να προχωρήσωμεν εις τα
+μεσόγεια να γνωρίσωμεν τους κατοίκους. Εν ω δε συνεσκεπτόμεθα περί
+τούτων, εσηκώθη σφοδρά τρικυμία η οποία έρριψε το πλοίον μας εις την
+ακτήν και το συνέτριψεν. Ημείς δε μετά δυσκολίας κατωρθώσαμεν να
+εξέλθωμεν κολυμβώντες, φέροντες μόνον τα όπλα μας και ό,τι άλλο
+ηδυνήθημεν ν' αρπάσωμεν.
+
+Αυτά είνε όσα μου συνέβησαν μέχρι της άλλης γης εις την θάλασσαν και
+κατά το ταξείδιον εις τας νήσους και εις τον αέρα και έπειτα εις το
+κήτος και αφού εξήλθαμεν εκ του κήτους εις τας νήσους των Μακάρων και
+των ονείρων και τελευταίον εις την νήσον των Βουκεφάλων και των
+Ονοσκελεών. Όσα δε μας συνέβησαν εις την γην θα διηγηθώ εις τα κατόπιν
+βιβλία {23}.
+
+
+
+
+ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΟΣ{24}
+
+
+
+
+Ανέβη τις εις την ακρόπολιν διά να φονεύση τον τύραννον• και αυτόν μεν
+δεν εύρε• φονεύσας δε τον υιόν του αφήκε το ξίφος εις το σώμα του.
+Έπειτα ήλθεν ο τύραννος και ιδών τον υιόν του νεκρόν εφονεύθη με το
+αυτό ξίφος. Ο ανελθών και φονεύσας τον υιόν του τυράννου ζητεί αμοιβήν
+ως τυραννοκτόνος.
+
+Δύο τυράννους φονεύσας αυθημερόν, ω άνδρες δικασταί, τον μεν ήδη
+ηλικιωμένον, τον δε ακμαίον και έτοιμον να συνέχιση τα πατρικά
+αδικήματα, έρχομαι να ζητήσω μίαν και διά τους δύο αμοιβήν. Είμαι ο
+μόνος εξ όλων των τυραννοκτόνων, όστις δι' ενός κτυπήματος εξώντωσα
+δύο φαύλους και εφόνευσα τον μεν υιόν διά του ξίφους, τον δε πατέρα
+διά της αγάπης του προς τον υιόν του. Και ο μεν τύραννος ικανώς
+ετιμωρήθη δι' όσα μας έχει κάμει, διότι ζων είδε τον υιόν του να
+προαποθάνη, έπειτα δε και αυτός ηναγκάσθη να γίνη παραδόξως
+τυραννοκτόνος του εαυτού του• ο δε υιός του εφονεύθη υπ' εμού, μ'
+εβοήθησε δε και μετά θάνατον εις άλλον φόνον• και όταν μεν έζη
+ελάμβανε μέρος εις τας αδικίας του πατρός του, όταν δε απέθανεν έγινε
+πατροκτόνος όπως ηδύνατο.
+
+Ο καταλύσας λοιπόν την τυραννίαν είμαι εγώ και το ξίφος μου, το οποίον
+τα πάντα εξετέλεσεν, ήλλαξα δε την τάξιν των φόνων και ενεωτέρισα εις
+τον τρόπον της θανατώσεως των αχρείων, καθότι τον μεν δυνατώτερον και
+δυνάμενον ν' αμυνθή εφόνευσα εγώ, τον γέροντα δε μόνον διά της
+παραχωρήσεως του ξίφους. Ενόμιζα επομένως ότι και περισσοτέρα τιμή θα
+μου απενέμετο παρ' υμών και αμοιβάς θα ελάμβανα ισαρίθμους με τους
+φονευθέντας, καθότι δεν σας απήλλαξα μόνον από τα σημερινά παθήματα,
+αλλά και από τον φόβον των μελλόντων κακών και σας έδωκα ασφαλή την
+ελευθερίαν, διότι ουδείς έμεινε διά να κληρονομήση και συνεχίση την
+αδικίαν. Και όμως κινδυνεύω, αφού τόσα κατώρθωσα, μόνος εγώ ναποπεμφθώ
+παρ' υμών αβράβευτος και μόνος να στερηθώ της αμοιβής των νόμων, τους
+οποίους διεφύλαξα. Και ο αντίπαλος μου ούτος μου φαίνεται ότι δεν
+φροντίζει υπέρ των κοινών, ως λέγει, και διά τούτο πολεμεί την
+απαίτησίν μου, αλλά διότι λυπείται τους φονευθέντας και εκδικείται
+κατ' εκείνου όστις έγινε του θανάτου αυτών αίτιος.
+
+Αλλά θα μου επιτρέψετε, ω άνδρες δικασταί, να διηγηθώ διά βραχέων τα
+αδικήματα της τυραννίας, καίτοι καλώς τα γνωρίζετε• καθότι ούτω θα
+εννοήσετε το μέγεθος της ευεργεσίας μου και περισσότερον θα
+ευχαριστηθήτε, σκεπτόμενοι από ποία κακά εσώθητε. Διότι δεν
+υπεφέραμεν, όπως πολλάκις άλλοι, απλήν τυραννίαν και δουλείαν, ούτε
+είχαμεν να κάμωμεν με τας ορέξεις μόνον ενός αυθέντου, αλλά μόνοι εξ
+όσων ποτέ υπέφεραν ομοίαν δυστυχίαν δύο αντί ενός τυράννους είχαμεν
+και διττά οι δυστυχείς υπεφέραμεν αδικήματα. Ο γέρων, είνε αληθές, ήτο
+κατά πολύ μετριοπαθέστερος, εις τους θυμούς του ηπιώτερος, εις τας
+τιμωρίας βραδύτερος και εις τας επιθυμίας νωθρότερος, ίσως διότι ήδη η
+ηλικία συνεκράτει την σφοδρότητα των ορμών του και του εχαλιναγώγει
+τας ορέξεις των ηδονών.
+
+Αλλά λέγεται και ότι υπό του υιού του παρεσύρθη εις την τυραννίαν
+χωρίς να το θέλη, καθότι αυτός εκ φύσεως δεν ήτο πολύ τυραννικός, αλλ'
+έγεινε τύραννος υπακούων εις εκείνον διότι ήτο καθ' υπερβολήν
+φιλότεκνος, ως εφάνη άλλως τε, και ο υιός του ήτο το παν δι' αυτόν και
+εις αυτόν επείθετο και έπραττε τα αδικήματα τα οποία εκείνος υπηγόρευε
+και ετιμώρει όσους εκείνος υπεδείκνυε και εις όλα υπήκουεν εις τας
+θελήσεις του και ήτο ο υιός τύραννος του τυράννου, ο δε πατήρ
+δορυφόρος των επιθυμιών του υιού του. Ο δε υιός τας μεν τιμάς
+παρεχώρει εις τον πατέρα λόγω ηλικίας και την εξουσίαν μόνον κατ'
+όνομα δεν είχεν• η εκτέλεσις όμως της τυραννίας και η πραγματική
+υπόστασις ήτο αυτός. Αυτός παρείχε την πίστιν και την ασφάλειαν εις
+την μοναρχίαν και μόνος αυτός είχε την απόλαυσιν των αδικημάτων. Αυτός
+ήτο ο συγκρατών εις πειθαρχίαν τους δορυφόρους, ο ενισχύων την
+φρουράν, ο εμπνέων φόβον εις τους τυραννουμένους, ο σφάζων τους
+επικινδύνους, ο εξοντώνων τους εφήβους, ο προσβάλλων την τιμήν των
+εγγάμων• υπ' αυτού εγίνοντο αι απαγωγαί των παρθένων και οσάκις
+εσφάγησαν άνθρωποι ή εξωρίσθησαν και αφηρέθησαν περιουσίαι και
+εβασανίσθησαν και υβρίσθησαν πολίται, πάντα ταύτα ήσαν τολμήματα
+νεανικά. Ο γέρων δε εκείνος ηκολούθει εις την πρωτοβουλίαν του υιού
+και εβοήθει εις τας αδικίας και επεδοκίμαζε του υιού τας αυθαιρεσίας
+και το πράγμα έγινεν αφόρητον διότι όταν τα πάθη προσλαμβάνουν την
+δύναμιν της εξουσίας δεν έχουν πλέον όρια εις τα ανομήματά των. Ό,τι
+δε προ πάντων επροξένει λύπην ήτο ότι προεβλέπομεν μακράν ή μάλλον
+ατελεύτητον την δουλείαν και ότι διαδοχικώς η πόλις θα παρεδίδετο
+άλλοτε εις άλλον τύραννον και ο λαός θα εγίνετο κληρονομία φαύλων. Δεν
+είνε μικρά ελπίς το να σκέπτωνται οι τυραννούμενοι και να λέγουν καθ'
+εαυτούς «αλλά μετ' ολίγον θα παύση να μας τυραννή• εντός ολίγου
+θαποθάνη και θανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας». Δι' αυτούς όμως ουδέν
+τοιούτον ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν, αλλ' εβλέπαμεν ήδη έτοιμον τον
+διάδοχον της εξουσίας. Διά τούτο κανείς εκ των τολμηρών και ομοφρόνων
+προς εμέ δεν ετόλμα να επιχειρήση τι εναντίον του τυρράννου, αλλ' η
+ελευθερία ευρίσκετο εις πλήρη απόγνωσιν και η τυραννία εφαίνετο
+ακαταμάχητος, καθότι δεν είχαμεν να πολεμήσωμεν προς ένα, αλλά προς
+περισσοτέρους.
+
+Αυτά όμως δεν εφόβισαν εμέ και ούτε η δυσκολία της πράξεως με
+απεθάρρυνε, ούτε ο κίνδυνος με εδειλίασε, μόνος δε, εντελώς μόνος προς
+τόσω ισχυράν και πολυάριθμον τυραννίαν, μάλλον δε όχι μόνος, αλλά μετά
+του ξίφους, το οποίον μου εχρησίμευσεν ως σύμμαχος και εν μέρει
+συντυραννοκτόνος, έκαμα το τόλμημα, αποφασισμένος ν' αποθάνω, αλλά
+παρηγορούμενος ότι ο θάνατός του θα είχεν ως αποτέλεσμα την κοινήν
+απελευθέρωσιν. Συναντήσας δε την πρώτην φρουράν και τρέψας όχι ευκόλως
+τους δορυφόρους εις φυγήν, φονεύων πάντα συναντώμενον και πάντα
+ανθιστάμενον, έφθασα εις τον κύριον σκοπόν της επιχειρήσεώς μου, εις
+την μόνην δύναμιν της τυραννίας και την αφορμήν των συμφορών μας. Τον
+εύρον ενός του φρουρίου της ακροπόλεως και μολονότι ημύνθη και αντέστη
+γενναίως, τον εφόνευσα και τον εξήπλωσα κατά γης πλήρη τραυμάτων.
+
+Η τυραννία καθηρέθη ούτω και ο σκοπός μου είχεν εκτελεσθή. Από της
+στιγμής εκείνης ήμεθα όλοι ελεύθεροι• υπελείπετο μόνον ο γέρων ακόμη,
+άοπλος, απολέσας τους σωματοφύλακας, μη έχων πλέον τον μέγαν δορυφόρον
+του, έρημος και μη αξίζων να τον πλήξη χειρ γενναίου ανδρός. Και τότε,
+ω άνδρες δικασταί, εσκεπτόμην και έλεγα κατ' εμαυτόν• Όλα έχουν καλώς,
+τα πάντα έγειναν και κατωρθώθησαν αλλά κατά τίνα τρόπον θα τιμωρηθή ο
+υπολειπόμενος; Εμού και της χειρός μου είνε ανάξιον να τον τιμωρήσω,
+διότι κινδυνεύω ούτω, αφ' ου έκαμα τόσω λαμπρόν και γενναίον
+κατόρθωμα, να το αμαυρώσω• πρέπει δε να ζητήσω άλλον δήμιον, διότι δεν
+είνε άξιος, να υποστή την αυτήν τύχην με τον υιόν του. Ας αφήσω εδώ το
+ξίφος πλησίον του νεκρού και όταν θα έλθη και ίδη ας τιμωρηθή μόνος
+του. Εις το ξίφος αναθέτω την εκτέλεσιν των λοιπών. Αφ' ου εσκέφθην
+ταύτα ανεχώρησα, το δε ξίφος μου, όπως προέβλεψα, έπραξε κατά την
+παραγγελίαν μου και ετυραννοκτόνησε και έδωκε, τέλος εις το δράμα μου.
+
+Έρχομαι λοιπόν φέρων εις υμάς την δημοκρατίαν και κηρύττω εις όλους να
+αναθαρρήσουν και αναγγέλλω την επάνοδον της ελευθερίας. Και τώρα
+απολαύσετε τους καρπούς των έργων μου. Ως βλέπετε, εις την ακρόπολιν
+ουδείς υπάρχει πλέον φαύλος, ουδείς διατάσσει, αλλ' είμεθα ελεύθεροι
+ν' απονέμωμεν τιμάς, να δικάζωμεν και να συζητούμεν κατά τους νόμους,
+και όλα αυτά τα οφείλετε εις εμέ και εις την τόλμην μου, διά τον ένα
+εκείνον φόνον, μετά τον οποίον ο πατήρ δεν ηδύνατο να ζήση πλέον. Διά
+ταύτα ζητώ να μου δοθή παρ' υμών, η πρέπουσα αμοιβή, όχι διότι είμαι
+φιλοκερδής ή μικροπρεπής και διότι ευηργέτησα την πατρίδα αποβλέπων
+εις την αμοιβήν, αλλά διότι θέλω να επικυρωθούν τα κατορθώματά μου διά
+της δωρεάς και να μη διαβληθούν, ούτε να καταστή άδοξον το κατόρθωμα
+μου κρινόμενον ως ατελές και ανάξιον βραβεύσεως.
+
+Ο αντίπαλος αντιλέγει ότι δεν είνε δίκαιον να ζητώ τιμάς και να λάβω
+αμοιβήν, διότι δεν είμαι τάχα τυραννοκτόνος και δεν έπραξα ό,τι ο
+νόμος ορίζει και το έργον μου δεν είνε πλήρες, ώστε να δικαιούμαι να
+ζητήσω αμοιβήν. Τον ερωτώ λοιπόν τι ήθελε να πράξω; Δεν ανέβην εις το
+φρούριον; Δεν εφόνευσα; δεν ηλευθέρωσα; υπάρχει πλέον κανείς ο
+διατάσσων; κανείς ο προστάζων; απειλεί κανείς αυθέντης; με διέφυγε
+κανείς εκ των κακούργων; Δεν δύνασαι ν' αρνηθής. Η ειρήνη αποκατέστη
+παντού και μετ' αυτής οι νόμοι και ελευθερία πλήρης και δημοκρατία
+ασφαλής και οικογενειακή τιμή ανύβριστος και οι παίδες ουδένα
+διατρέχουν κίνδυνον και αι θυγατέρες των πολιτών είνε ασφαλείς και η
+πόλις εορτάζει την κοινήν ευτυχίαν.
+
+Ποίος λοιπόν είνε όλων τούτων ο αίτιος; ποίος είνε ο οποίος έπαυσε τα
+μεν και εξησφάλισε τα άλλα; Εάν υπάρχη άλλος έχων δικαίωμα να τιμηθή
+αντί εμού του παραχωρώ το βραβείον και παραιτούμαι της αμοιβής. Εάν
+όμως μόνος εγώ έπραξα τα πάντα, αποτολμήσας, κινδυνεύσας, αναβάς εις
+την ακρόπολιν, φονεύσας, τιμωρήσας απ' ευθείας ή δι' άλλου, διατί
+θέλεις να ελαττώσης την σημασίαν των κατορθωμάτων μου διατί προσπαθείς
+να πείσης την πόλιν να φανή προς εμέ αχάριστος;
+
+—Διότι δεν εφόνευσες τον ίδιον τον τύραννον, ο δε νόμος δίδει αμοιβήν
+εις τον τυραννοκτόνον. — Και τι διαφέρει, ειπέ μου, να φονεύση κανείς
+αυτόν ή να γείνη αίτιος του θανάτου του; Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει
+καμμία διαφορά• ο δε νομοθέτης αποβλέπει μόνον εις την ελευθερίαν, την
+δημοκρατίαν και την απαλλαγήν από τα δεινά της τυραννίας• αυτά τιμά,
+αυτά έκρινεν άξια αμοιβής, δεν θα τολμήσης δε να ισχυρισθής ότι δεν
+έγειναν αυτά εξ αιτίας μου. Διότι, εάν εφόνευσα εκείνον άνευ του
+οποίου ο τύραννος δεν ηδύνατο να ζη, εγώ εφόνευσα τον τύραννον. Είναι
+ιδικόν μου έργον ο φόνος, διότι εγώ διηύθυνα την χείρα του. Παύσε
+λοιπόν να λεπτολογής διά τον τρόπον του θανάτου και μη εξετάζης πώς
+απέθανεν, αλλ' αν δεν υπάρχη πλέον και αν εξ αιτίας μου δεν υπάρχη.
+Αλλά διά να συκοφαντήσης τους ευεργέτας της πόλεως δύνασαι ίσως να
+κάμης ζήτημα και αν όχι με ξίφος, αλλά με λίθον ή ξύλον ή κατ' άλλον
+τρόπον εφόνευσα τύραννον. Αλλ' εάν επολιόρκησα τύραννον και διά της
+πείνης τον έφερα εις την ανάγκην ν' αυτοκτονήση, θα έλεγες και τότε
+ότι έπρεπε να τον φονεύσω ιδιοχείρως ή θα διετείνεσο ότι δεν
+συνεμορφώθην προς τον νόμον, ενώ ούτω ο κακούργος απέθανε σκληρότερον
+θάνατον;
+
+Έν μόνον πρέπει να εξετάζης, τούτο ν' απαιτής και περί τούτου να
+λεπτολογής, αν μένη κανείς εκ των κακών, αν υπάρχη αφορμή φόβου ή
+υπόμνησις των συμφορών μας. Εάν δε όλα εκαθαρίσθησαν και παντού
+επικρατή ειρήνη, είνε ίδιον συκοφάντου να προσπαθής διά της επικρίσεως
+του τρόπου καθ' ον έγειναν τα πράγματα να με στερήσης την αμοιβήν της
+πράξεώς μου.
+
+Εγώ ενθυμούμαι ότι εις τους νόμους αναφέρεται και τούτο, εκτός εάν από
+την πολλήν δουλείαν ελησμόνησα τα υπ' αυτών αναφερόμενα, ότι τα
+καθιστώντα το έγκλημα του φόνου είνε διττά, πρώτον εάν κανείς ο ίδιος
+εφόνευσε και δεύτερον, εάν αυτός μεν δεν εφόνευσεν ούτε ιδιοχείρως
+έπραξε τον φόνον, αλλ' ηνάγκασε και έδωκεν αφορμήν του φόνου.
+Αμφοτέρους τούτους τιμωρεί εξ ίσου ο νόμος και πολύ δικαίως• διότι η
+παρακίνησις δεν είνε ολιγώτερον της πράξεως εγκληματική• είνε λοιπόν
+περιττή η εξέτασις του τρόπου καθ' ον έγεινεν ο φόνος. Αφού τον ούτω
+φονεύοντα νομίζεις δίκαιον να τιμωρηθή ως φονεύς και δεν νομίζεις ότι
+πρέπει να απολύεται, πώς δεν θεωρείς ισότιμον με τους ευεργέτας
+εκείνον ο οποίος κατά τον αυτόν τρόπον ευηργέτησε την πόλιν; Αλλ' ουδέ
+τούτο δύνασαι να είπης, ότι εγώ απλώς εφόνευσα τον υιόν του τυράννου,
+επήλθε δε αποτέλεσμα αγαθόν χωρίς εγώ να το θέλω. Διότι, τι ηδυνάμην
+να φοβηθώ, αφού ήδη είχε φονευθή ο δυνατώτερος; Διατί δε αφήκα το
+ξίφος εις το σώμα του φονευθέντος, εάν δεν προεμάντευα ακριβώς αυτό το
+οποίον έγεινεν; Εκτός εάν θα ισχυρισθής ότι ο φονευθείς δεν ήτο
+τύραννος, ούτε είχεν αυτήν την ονομασίαν, ούτε ότι θα εδίδατε
+ευχαρίστως πολλάς αμοιβάς διά ν' αποθάνη. Αλλά δεν θα είπης τίποτε
+τοιούτον. Και αφού ο τύραννος εφονεύθη δεν θα δώσης αμοιβήν εις
+εκείνον ο οποίος έγεινεν αίτιος του θανάτου αυτού; ω της μικρολογίας.
+Τι σε μέλει πώς απέθανεν, αφού απολαμβάνεις ελευθερίαν και τι
+περισσότερον απαιτείς από εκείνον όστις σου απέδωκε την δημοκρατίαν;
+Ως ο ίδιος λέγεις, ο νόμος εξετάζει μόνον την ουσίαν των πραγμάτων,
+τας δε λεπτομερείας παραλείπει και δεν πολυπραγμονεί. Μήπως και εάν
+εκδιώξη κανείς τύραννον δεν θα είνε άξιος να λάβη αμοιβήν
+τυραννοκτόνου; πολύ δικαίως, διότι και εκείνος ελευθερίαν αντί
+δουλείας θα μας προσφέρη. Αλλ' εκείνο το οποίον εγώ έπραξα δεν είνε
+εξορία ούτε αφίνει τον φόβον και την ανάγκην δευτέρας επαναστάσεως,
+αλλ' υπήρξε τελεία καθαίρεσις και εξόντωσις όλου του γένους του
+τυράννου και το κακόν απεκόπη εκ της ρίζης. Αλλά σας παρακαλώ να
+εξετάσετε τα πάντα εξ αρχής μέχρι τέλους, εάν θέλετε, διά να ίδετε εάν
+παρελείφθη τι το οποίον απαιτεί ο νόμος και εάν μου λείπη καμμία εκ
+των αρετών τας οποίας πρέπει να έχη ο τυραννοκτόνος. Πρώτον πρέπει να
+έχη χαρακτήρα γενναίον και φιλοπατρίαν τοιαύτην, ώστε προθύμως να
+κινδυνεύη χάριν των κοινών συμφερόντων και χάριν της σωτηρίας των
+πολλών να θυσιάζη την ζωήν του. Λοιπόν εφάνην εγώ άνανδρος και
+απεδειλίασα προβλέπων τους κινδύνους εις τους οποίους θα εξετιθέμην;
+Δεν θα τολμήση κανείς να είπη τίποτε τοιούτον περί εμού.
+
+Λοιπόν ας μείνωμεν εις το δεδομένον τούτο και ας υποθέσωμεν ότι μόνον
+ηθέλησα και απεφάσισα ταύτα και ότι ουδέν καλόν αποτέλεσμα προήλθεν,
+αλλά μόνον διότι είχα τοιαύτην προαίρεσιν, αξιώ να λάβω αμοιβήν ως
+ευεργέτης της πόλεως. Εγώ μεν δεν ηδυνήθην, άλλος δε μετ' εμέ εφόνευσε
+τον τύραννον• λοιπόν δεν νομίζεις ότι θα ήτο παράλογον και άδικον να
+μου δοθή η αμοιβή; και μάλιστα αν έλεγα• είχα τον πόθον, το ηθέλησα,
+το επεχείρησα, εδοκίμασα και μόνον διότι είχα την προαίρεσιν είμαι
+άξιος να τιμηθώ ως τυραννοκτόνος, τι θα απεκρίνεσο τότε; Τώρα όμως δεν
+λέγω τούτο, αλλά και ανέβηκα εις το φρούριον και πολύ εκοπίασα προ του
+φόνου του νέου• διότι μη υποθέσετε ότι είνε τόσον εύκολον και άκοπον
+το πράγμα να νικήση κανείς φρουράν και να υπερισχύση δορυφόρων και να
+τους τρέψη εις φυγήν, αλλ' αυτό είνε σχεδόν το μέγιστον εις την
+τυραννοκτονίαν και το κυριώτερον. Βέβαια αυτός ο τύραννος δεν είνε τι
+μέγα και δυσνίκητον και δυσφόνευτον, αλλ' οι φρουρούντες και
+υποστηρίζοντες την τυραννίαν. Όστις νικήση αυτούς τα πάντα κατώρθωσε
+και το υπολειπόμενον είνε μικρόν. Δεν θα κατώρθωνα να φθάσω μέχρι των
+τυράννων, εάν δεν ενίκων τους γύρω αυτών φύλακας και δορυφόρους όλους,
+αν εκείνους όλους δεν κατετρόπωνα προηγουμένως. Ουδέν άλλο προσθέτω,
+αλλ' επαναλαμβάνω• την φρουράν ενίκησα, τους δορυφόρους κατέκοψα και
+τον τύραννον αφύλακτον, άοπλον, γυμνόν της δυνάμεως του κατέστησα. Δεν
+σου φαίνεται λοιπόν ότι διά ταύτα είμαι άξιος τιμής ή εξακολουθείς
+ακόμη να απαιτής παρ' εμού τον φόνον του τυράννου; Αλλ' εάν και φόνον
+απαιτής και ο φόνος υπάρχει• δεν είμαι αναίμακτος, αλλ' έκαμα μεγάλην
+και γενναίαν σφαγήν νέου ακμαίου και εις όλους φοβερού, εξ αιτίας του
+οποίου και ουδείς ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του τυράννου, όστις
+εις αυτόν είχε πεποίθησιν, και ήτο ίσος με πολλούς δορυφόρους. Λοιπόν
+δεν είμαι άξιος αμοιβής, αλλά πρέπει αφού τοιαύτα κατώρθωσα να μείνω
+χωρίς τιμάς; Και αν εφόνευα ένα δορυφόρον, αν εσκότωνα ένα υπηρέτην
+του τυράννου, ένα δούλον πιστόν, δεν θα εφαίνετο και τούτο μέγα, να
+ανέλθω εις την ακρόπολιν και εκεί μεταξύ των ενόπλων ανδρών να φονεύσω
+ένα εκ των φίλων του τυράννου;
+
+Τώρα δε σκέψου και ποίος ήτο ο φονευθείς• υιός τυράννου, μάλλον δε
+τύραννος και αυτός και τύραννος χειρότερος και πλέον ανυπόφορος,
+σκληρότερος εις τας τιμωρίας του και βιαιότερος εις τας ύβρεις, το δε
+σπουδαιότερον κληρονόμος και διάδοχος όστις επί πολύ θα ηδύνατο να
+παρατείνη την δυστυχίαν μας. Θέλεις να δεχθώμεν ότι μόνον τούτο έπραξα
+και ότι ζη ακόμη ο τύραννος, διαφυγών τον θάνατον; Λοιπόν διά τούτο
+ζητώ βραβείον. Τι λέγετε; δεν θα δώσετε;, Δεν ήτο εκείνος τον οποίον
+εφοβείσθε; δεν ήτο δεσποτικός; δεν ήτο σκληρός; δεν ήτο ανυπόφορος;
+
+Τώρα επικαλούμαι την προσοχήν σας και εις το εξής σπουδαίον σημείον•
+και εκείνο το οποίον απαιτεί παρ' εμού ο αντίπαλος άριστα έπραξα και
+τον τύραννον εφόνευσα δι' άλλου φόνου, ουχί απλώς, ούτε δι' ενός
+τραύματος, το οποίον αυτός θα εθεώρει πολύ ελαφράν τιμωρίαν διά
+τοιαύτα αδικήματα, αλλά τον εβασάνισα προηγουμένως με πολλήν λύπην και
+τον έκαμα να ίδη εκείνον τον οποίον υπερηγάπα οικτρώς φονευμένον και
+κυλιόμενον εις το αίμα του, υιόν εις την ακμήν της νεότητος, αν και
+φαύλον, και ομοιάζοντα προς αυτόν. Αυτά είνε διά τους πατέρας τα
+θανάσιμα τραύματα, αυτά είνε τα ξίφη τα οποία πρέπει να
+μεταχειρίζωνται οι δίκαιοι τυραννοκτόνοι και τοιούτος πρέπει να είνε ο
+θάνατος των ωμών τυράννων, τοιαύτη η τιμωρία η αρμόζουσα εις τόσα
+εγκλήματα. Το ναποθάνη ευθύς και ναγνοή, να μη ίδη κανέν τοιούτον
+θέαμα, δεν είνε τιμωρία αξία δι' ένα τύραννον. Διότι δεν ηγνόουν, ούτε
+εκ των άλλων ηγνόει κανείς πόσην ο τύραννος έτρεφε προς τον υιόν του
+αγάπην και ότι δεν θα ήτο ικανός ουδ' επ' ολίγον καιρόν να ζήση
+κατόπιν αυτού. Πάντες ίσως οι πατέρες αγαπούν ομοίως τα τέκνα των•
+αλλ' αυτός δικαίως τον ηγάπα κάπως περισσότερον των άλλων, διότι
+έβλεπεν ότι εκείνος ήτο ο μόνος υποστηρικτής και φύλαξ της τυραννίας,
+και μόνος προέβαλλε το στήθος του χάριν του πατρός και παρείχεν εις
+την εξουσίαν του την ασφάλειαν. Ώστε αν όχι διά την αγάπην, αλλά διά
+την απελπισίαν εγνώριζα ότι θα απέθνησκεν ευθύς, διότι θα ενόμιζε την
+ζωήν πλέον ανωφελή, αφού θα έχανε την ασφάλειαν την οποίαν του
+παρείχεν ο υιός του. Με όλα λοιπόν συγχρόνως τον επολιόρκησα, με την
+φυσικήν αδυναμίαν, την λύπην, την απόγνωσιν, τον φόβον, την διάψευσιν
+των ελπίδων του διά το μέλλον. Ταύτα μου εχρησίμευσαν ως σύμμαχοι
+εναντίον του• και ούτω τον ηνάγκασα να φθάση εις την απόφασιν της
+αυτοκτονίας. Απέθανε δε άτεκνος, περίλυπος, κλαίων και οδυρόμενος,
+πενθών βραχύ μεν πένθος, αλλ' αρκετόν δι' ένα πατέρα, και το
+φοβερώτερον εφόνευσεν αυτός εαυτόν, το οποίον είνε ο οικτρότατος των
+θανάτων και πολύ φοβερώτερος παρά εάν φονευθή κανείς υπό άλλου.
+
+Πού είνε το ξίφος μου; μήπως κανείς άλλος το γνωρίζη; μήπως είνε άλλου
+τινός όπλον; ποιος το ανεβίβασεν εις την ακρόπολιν; ποίος το
+μετεχειρίσθη πριν ή το μεταχειρισθή ο τύραννος; τις το απέστειλε κατ'
+εκείνου; ξίφος, σύντροφε και διάδοχε των κατορθωμάτων μου, μετά τόσους
+κινδύνους και μετά τόσους φόνους μας περιφρονούν και μας θεωρούν
+αναξίους αμοιβής. Και αν μόνον χάριν τούτου εζήτουν παρ' υμών την
+τιμήν, αν έλεγον άνδρες δικασταί, ο τύραννος απεφάσισε να αποθάνη και
+επειδή ευρέθη εκείνην την ώραν άοπλος, το ξίφος μου τον υπηρέτησε και
+προς την απελευθέρωσίν μας συνετέλεσε, δεν θα μ' ενομίζατε άξιον τιμής
+και αμοιβής μόνον διότι είμαι κύριος πράγματος τόσον πατριωτικού; Δεν
+θα με αντημείβατε; δεν θα με κατετάσσατε μεταξύ των ευεργετών και δεν
+θα εφυλάσσατε το ξίφος ως κειμήλιον ιερόν; και δεν θα το επροσκυνείτε
+μετά των θεών;
+
+Και τώρα δυνάμεθα να φαντασθώμεν τι έπραξε και τι είπεν ο τύραννος προ
+του θανάτου του. Όταν εγώ τον εφόνευα και του κατέφερα πολλά τραύματα
+εις τα φαινόμενα μέρη του σώματος, ώστε να προξενήση μεγαλειτέραν
+λύπην εις τον πατέρα του και εις το πρώτον βλέμμα να του σπαράξη την
+ψυχήν, ο νέος ανεφώνησε γοερώς επικαλούμενος τον πατέρα του, όχι
+βέβαια ως βοηθόν και σύμμαχον, διότι εγνώριζεν ότι ήτο γέρων και
+αδύνατος, αλλά διά να ίδη την δυστυχίαν του. Εγώ μετά τούτο έφυγα•
+αφού έγεινα ποιητής της όλης τραγωδίας, αφήκα εις τον τραγωδόν τον
+νεκρόν και την σκηνήν και το ξίφος και τα λοιπά του δράματος• φθάσας
+δ' εκείνος και ιδών τον μονογενή υιόν του μόλις αναπνέοντα ακόμη,
+καταιματωμένον και κατασφαγμένον και φέροντα τραύματα πολλά και
+συνεχή, ανεφώνησε• τέκνον μου εχαθήκαμεν, εφονεύθημεν,
+ετυραννοκτονήθημεν, Πού είνε ο φονεύς σου; διατί δεν φονεύει και εμέ;
+τι με αφίνει αφ' ου ήδη ο θάνατός σου, τέκνον μου, με φονεύει; ή με
+περιφρονεί ως γέροντα και με την βραδύτητα θέλει να με τιμωρήση
+περισσότερον και παρατείνει τον θάνατόν μου και κάμνει μακρότερον το
+μαρτύριόν μου;
+
+Και ενώ έλεγε ταύτα εζήτει το ξίφος• διότι ήτο άοπλος, επειδή είχε
+πεποίθησιν εις την εξ αιτίας του υιού του ασφάλειαν. Αλλ' ουδέ τούτο
+του έλειψε, διότι και τούτο ήδη του είχα προπαρασκευάσει και διά την
+τραγικήν του απόφασιν το είχα εγκαταλείψει. Αποσπάσας λοιπόν εκ του
+σώματος του υιού του το ξίφος είπε• Προ ολίγου με εφόνευσες, τώρα δε
+ανάπαυσε με, ξίφος, και δόσε παρηγορίαν εις πατέρα πενθούντα, με
+γεροντικήν χείρα δυστυχή συνεργάσθητι και σφάξε, τυραννοκτόνησε και
+από την θλίψιν απάλλαξε. Είθε να σε συνήντων πρώτος εγώ και να
+επρολάμβανα να φονευθώ πρώτος. Θα απέθνησκα ούτω τουλάχιστον με την
+ιδέαν ότι μένει εκείνος ο οποίος θα μ' εκδικηθή. Τώρα αποθνήσκω
+άτεκνος και ουδέ φονέα ευρίσκω διά να με φονεύση. Και ενώ έλεγε ταύτα
+συγχρόνως, εβύθιζε το ξίφος εις το στήθος του τρέμων και μη έχων
+δύναμιν, έχων την απόφασιν, αλλ' όχι και την δύναμιν να εκτελέση την
+απόφασίν του. Πόσαι τιμωρίαι είνε αυτά; πόσα τραύματα; πόσοι θάνατοι;
+πόσαι τυραννοκτονίαι; και πόσας δωρεάς αξίζουν;
+
+Τέλος πάντων είδατε όλοι τον μεν νέον νεκρόν κατακείμενον, πράγμα το
+οποίον δεν ήτο μικρόν και εύκολον έργον, τον δε γέροντα να τον έχη
+περιβάλει με τους βραχίονάς του και το αίμα των ν' αναμιγνύεται, ως
+σπονδή της ελευθερίας και της νίκης, έργον του ξίφους μου, το οποίον
+ευρίσκετο μεταξύ αυτών, άξιον του κυρίου του και μαρτυρούν ότι πιστώς
+με υπηρέτησεν. Εάν έπραττα εγώ τούτο θα είχεν ολιγωτέραν σημασίαν, ενώ
+τώρα το καινοφανές το καθιστά λαμπρότερον. Ο καταλύσας λοιπόν την
+τυραννίαν όλην είμαι εγώ• διαμοιράζεται δε εις πολλούς το έργον, όπως
+εις τα δράματα• και τα μεν πρώτα μέρη υπεκρίθην εγώ, τα δεύτερα δε ο
+υιός του τυράννου και τα τρίτα αυτός ο τύραννος• το δε ξίφος μας
+υπηρέτησεν όλους.
+
+
+
+
+Α Π Ο Κ Η Ρ Υ Τ Τ Ο Μ Ε Ν Ο Σ {25}
+
+
+
+
+Νέος τις, τον οποίον ο πατήρ του είχεν αποκληρώσει, εσπούδασεν
+ιατρικήν. Έπειτα εθεράπευσε τον πατέρα του, ο οποίος έπαθεν από
+παραφροσύνην και οι ιατροί τον είχον απελπίσει, ο δε πατήρ του τον
+ανεγνώρισε πάλιν ως υιόν του. Μετά ταύτα έπαθε και η μητρυιά του τας
+φρένας και ο πατήρ του τον παρεκάλεσε να την θεραπεύση και επειδή
+ηρνήθη, ο πατήρ του τον απεκήρυξεν εκ νέου.
+
+Δεν είνε νέα δι' υμάς, ω άνδρες δικασταί, ούτε θα σας εκπλήξουν όσα ο
+πατήρ μου ταύτην την στιγμήν ενεργεί εναντίον μου, ούτε πρώτην φοράν
+με καταδιώκει κατ' αυτόν τον τρόπον η οργή του, αλλ' είνε πρόχειρον
+εις αυτόν αυτό το μέσον της τιμωρίας και πολύ συχνά έρχεται εις το
+δικαστήριόν σας. Αλλά το καινοφανές εις την δυστυχίαν μου τώρα είναι
+ότι εγώ μεν δεν έπραξα τίποτε διά το οποίον να κατηγορούμαι, αλλά
+κινδυνεύω να τιμωρηθώ διά την επιστήμην μου, επειδή δεν δύναται να
+υπακούη εις όλας τας διαταγάς του πατρός μου. Αλλά δύναται να γείνη τι
+παραλογώτερον από το να θεραπεύη ο ιατρός κατά διαταγήν, όχι όπως η
+επιστήμη δύναται, αλλ' όπως ο πατήρ θέλει; Θα ήτο ευχής έργον αν η
+ιατρική είχε και φάρμακον το οποίον όχι μόνον τους παράφρονας να
+θεραπεύη, αλλά και των αδίκως, οργιζομένων την οργήν να παύη, διά να
+δυνηθώ να θεραυπεύσω και τούτο το νόσημα του πατρός μου. Τώρα η μεν
+παραφροσύνη του εντελώς έπαυσεν, αλλ' η οργή του επί μάλλον
+επιτείνεται• και το χειρότερον είνε ότι διά μεν τους άλλους όλους είνε
+φρόνιμος, μόνον δε εναντίον εμού ο οποίος τον εθεράπευσα, μαίνεται.
+Βλέπετε ποίαν αμοιβήν έλαβα διά την θεραπείαν• με αποκηρύττει και
+πάλιν και διά δευτέραν φοράν με αποκληροί. Φαίνεται ότι με ανεκάλεσε
+μόνον και μόνον διά να με εκδιώξη εκ νέου και εντός ολίγου και ούτω
+ατιμασθώ περισσότερον.
+
+Εγώ, προκειμένου περί πραγμάτων εξαρτωμένων εκ της θελήσεώς μου και
+δυνατών, δεν περιμένω να με διατάξη• και όταν έπασχε προσήλθον εις
+βοήθειάν του χωρίς να με καλέση. Αλλ' όταν πρόκηται περί νοσήματος το
+οποίον δεν επιδέχεται καμμίαν θεραπείαν, ουδέ να επιχειρήσω θέλω,
+προκειμένου δε περί της γυναικός εκείνης είμαι δικαίως ακόμη
+ατολμότερος• διότι σκέπτομαι τι έχω να πάθω από τον πατέρα μου, εάν
+αποτύχω, αφού και χωρίς ν' αρχίσω την θεραπείαν αποκηρύττομαι.
+Λυπούμαι διά το πάθημα της μητρυιάς μου, ω άνδρες δικασταί, διότι ήτο
+αγαθή γυνή, και διά τον πατέρα μου ο οποίος στενοχωρείται δι' αυτήν,
+αλλά προ πάντων λυπούμαι διότι φαίνομαι ότι απειθώ και παρακούω εις
+τας πατρικάς προσταγάς, μη δυνάμενος να τας εκτελέσω, και ένεκα του
+ανιάτου της νόσου και διά την αδυναμίαν της επιστήμης μου. Αλλά μου
+φαίνεται ότι δεν είνε δίκαιον να αποκηρύττεταί τις, διότι δεν πράττει
+όσα δεν δύναται και όσα δεν υπεσχέθη.
+
+Εκ των παρόντων δύνασθε να κρίνετε περί των αιτίων διά τα οποία και
+προηγουμένως με απεκήρυξεν. Αλλ' εγώ νομίζω ότι αρκετά απελογήθην διά
+της κατόπιν διαγωγής μου και διά την σημερινήν του κατηγορίαν θα
+προσπαθήσω να απολογηθώ όσον δύναμαι, διηγούμενος μικρά τινα
+περιστατικά εκ του βίου μου. Εγώ ο αυθάδης και απειθής υιός, ο οποίος
+γίνομαι αφορμή καταισχύνης εις τον πατέρα και φαίνομαι ανάξιος της
+οικογενείας μου, την πρώτην φοράν, ενώ τόσα μου κατεβόα και μου
+απέδιδεν ο πατήρ μου δι' ολίγων απήντησα. Απελθών δε εκ της πατρικής
+οικίας εσκεπτόμην ότι η καλλιτέρα κρίσις και ψήφος δι' εμέ θα ήτο ο
+κατόπιν βίος μου, εάν εφαίνετο διαψεύδων όλα τα παραπτώματα τα οποία
+μου απέδιδεν ο πατήρ μου, αν επεδιδόμην εις τας ευγενεστέρας ασχολίας
+και συνανεστρεφόμην τους αρίστους. Προέβλεπα δε και υπώπτευα τα
+γενόμενα, καθότι ο πατήρ μου είχε τάσιν εις το να οργίζεται αδίκως και
+να αποδίδη ψευδή εγκλήματα εις τον υιόν του• και υπήρχόν τινες,
+οίτινες ενόμιζον ταύτα αρχήν παραφροσύνης, προανακρούσματα και
+ακροβολισμόν νοσήματος, το οποίον δεν θα εβράδυνε να επέλθη και να
+εκδηλωθή με μίσος παράλογον και σκληρότητα και βλασφημίας εις πάσαν
+στιγμήν και δίκας και οργήν και παντός είδους εξάψεις. Διά τούτο
+ενόμισα ότι δεν θα εβράδυνα να λάβω ανάγκην της ιατρικής. Ξενητευθείς
+λοιπόν και μαθητεύσας πλησίον των καλλιτέρων ξένων ιατρών και
+αναπτύξας πολλήν επιμέλειαν και φιλοπονίαν, έμαθα την επιστήμην. Όταν
+δε επέστρεψα ευρήκα τον πατέρα μου πάσχοντα ήδη καθαρώς τας φρένας•
+και οι εντόπιοι ιατροί τον είχον απελπίσει, διότι δεν ήσαν εις θέσιν
+να διαγνώσουν κατά βάθος και ακριβώς τα νοσήματα. Αλλ' εγώ ως καλός
+υιός ούτε εμνησικάκησα διά την αποκλήρωσίν μου, ούτε επερίμενα να με
+καλέσουν διότι δεν είχα και καμμίαν αφορμήν εναντίον του, αφού παν
+ό,τι μου έκαμε δεν προήρχετο απ' αυτού, όπως ήδη είπον, αλλ' εκ του
+νοσήματος. Μετέβην λοιπόν απρόσκλητος, αλλά δεν ήρχισα αμέσως την
+θεραπείαν, διότι ούτω πράττομεν οι ιατροί και η τέχνη μας διδάσκει να
+εξετάζωμεν πρώτον εάν το νόσημα είνε θεραπεύσιμον ή αθεράπευτον και
+υπερβαίνη τα όρια της επιστήμης• και τότε αν μεν είναι ιάσιμον
+επιχειρούμεν την θεραπείαν και πάσαν επιμέλειαν καταβάλλομεν διά να
+σώσωμεν τον πάσχοντα• εάν δε ίδωμεν ότι το νόσημα έχει ήδη επικρατήσει
+και νικήσει τον οργανισμόν, ούτε δοκιμάζομεν κατ' αυτού τα φάρμακά
+μας, διότι ακολουθούμεν παλαιάν τινα παραγγελίαν των προπατόρων της
+ιατρικής επιστήμης, οίτινες έλεγον ότι δεν πρέπει να επιχειρούμεν την
+θεραπείαν νοσημάτων, τα οποία έχουν ήδη επικρατήσει.
+
+Ιδών λοιπόν ότι ο πατήρ μου ευρίσκετο ακόμη εις κατάστασιν παρέχουσαν
+ελπίδας και ότι το πάθος του δεν ήτο υπέρτερον της επιστήμης, αφού επί
+πολύ τον εξήτασα λεπτομερώς και ακριβώς, ήρχισα την θεραπείαν και με
+θάρρος του έδιδα φάρμακα, καίτοι πολλοί εκ των παρόντων εθεώρουν
+υπερβολικήν την δόσιν του φαρμάκου και εσυκοφάντουν την θεραπείαν και
+ήσαν έτοιμοι προς κατηγορίας. Και αυτή δε η μητρυιά μου εφοβείτο και
+εδυσπίστει, όχι διότι με εμίσει, αλλά διότι εφοβείτο και εγνώριζεν
+ακριβώς την δεινήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκετο ο πατήρ μου•
+συζώσα με τον άρρωστον, εγνώριζε μόνη αυτή τα καθέκαστα του νοσήματός
+του. Αλλ' εγώ χωρίς ν' αποδειλιάσω παντάπασι—διότι εγνώριζα ότι δεν με
+ηπάτησαν τα συμπτώματα, ούτε η επιστήμη θα μ' επρόδιδεν—εβεβαίουν την
+ίασιν από της αρχής της θεραπείας, μολονότι τινές εκ των φίλων μου με
+συνεβούλευαν να μη έχω τόσην αυτοπεποίθησιν, μήπως η αποτυχία γείνη
+αφορμή μεγαλειτέρας συκοφαντίας εναντίον μου, ότι ηθέλησα να εκδικηθώ
+τον πατέρα διά δηλητηρίου, επειδή εμνησικάκουν δι' όσα έπαθα εκ μέρους
+αυτού. Το βέβαιον είνε ότι εντός ολίγου εθεραπεύθη και ανέκτησε το
+λογικόν και την διαύγειαν του πνεύματος• οι δε συμπολίται εθαύμαζον
+και η μητρυιά μου επεδαψίλευεν επαίνους και ήτο φανερά η μεγάλη της
+χαρά και διά την ιδικήν μου επιτυχίαν και διά την θεραπείαν του πατρός
+μου. Ούτος δε—και επικαλούμαι την μαρτυρίαν του—χωρίς να διστάση και
+χωρίς να παρακινηθή υπό άλλου, άμα έμαθε τα γενόμενα ανεκάλεσε την
+αποκήρυξιν, με ανεγνώρισεν εκ νέου ως υιόν του και με απεκάλεσε σωτήρα
+και ευεργέτην, ομολογών δε ότι τώρα εγνώρισε την αξίαν και την
+αγαθότητα του χαρακτήρας μου και μετενόει διά την προτέραν προς εμέ
+διαγωγήν του.
+
+Τούτο επροξένησεν ευχαρίστησιν μεν εις πολλούς αγαθούς ανθρώπους,
+λύπην δε εις τους μοχθηρούς, οίτινες χαίρουν περισσότερον διά μίαν
+αποκήρυξιν παρά διά μίαν υιοθεσίαν. Είδα δε τότε ότι το πράγμα δεν
+έκαμεν ομοίαν εντύπωσιν εις όλους, αλλ' ότι τινές ήλλαξαν χρώμα και το
+βλέμμα των εταράχθη και το πρόσωπον αυτών έδειξε δυσαρέσκειαν, όπως
+συμβαίνει εις τον φθόνον και το μίσος. Αλλ' ημείς δεν εδίδαμεν
+προσοχήν παρά μόνον εις την χαράν, διότι επανεβλεπόμεθα και
+συνεφιλιούμεθα μετά τον μακρόν μας αποχωρισμόν.
+
+Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε και η μητρυιά μου να πάσχη από νόσημα σοβαρόν
+και παράδοξον• το παρηκολούθησα δε ευθύς από της αρχής του• και δεν
+ήτο απλούν, ουδέ ελαφρόν είδος μανίας, αλλ' ως παλαιόν κακόν το οποίον
+υπεκρύπτετο προ πολλού εις την ψυχήν της, εξέσπασε διά μιας και
+εκδηλωθέν την κατεκυρίευσεν. Έχομεν πολλά σημεία εκ των οποίων
+διαγινώσκομεν τους πάσχοντας από ανίατον παραφροσύνην, έν δε παράδοξον
+παρετήρησα εις εκείνην την γυναίκα• προς μεν τους άλλους είνε
+ημερωτέρα και ενώπιον αυτών το νόσημά της ησυχάζει• άμα δε ίδη ιατρόν
+ή και μόνον ακούση το όνομα ιατρού, εξερεθίζεται μεγάλως, το οποίον
+είνε σημείον της δεινής και ανιάτου καταστάσεώς της.
+
+Ταύτα δε βλέπων εγώ εστενοχωρούμην και ελυπούμην την γυναίκα, διότι
+είνε καλή και αδίκως πάσχει. Ο δε πατήρ μου εξ αμαθείας — διότι ούτε
+την προέλευσιν, ούτε την αιτίαν, ούτε την σοβαρότητα του νοσήματος
+εγνώριζε — μου είπε να την θεραπεύσω και να της δώσω το αυτό φάρμακον
+διότι ενόμιζεν ότι έν μόνον είδος παραφροσύνης υπάρχει και ότι το
+νόσημα της συζύγου του ήτο το ίδιον με το ιδικόν του και εκ της αυτής
+θεραπείας είχεν ανάγκην. Όταν δε του είπα την καθαράν αλήθειαν, ότι
+είνε αδύνατον να σωθή η γυνή και ωμολόγησα ότι το νόσημα ήτο υπέρτερον
+των δυνάμεων μου, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και οργής και έλεγεν ότι
+εκουσίως εγκατέλειπα εις την τύχην της την γυναίκα, ότι ήθελα την
+καταστροφήν της και διά την αδυναμίαν της τέχνης κατηγόρει εμέ. Και
+είνε μεν σύνηθες εις τους λυπουμένους να θυμώνουν κατ' εκείνων οι
+οποίοι λέγουν προς αυτούς απεριφράστως την αλήθειαν• αλλ' εγώ θα
+προσπαθήσω να δικαιολογηθώ και υπέρ του εαυτού μου και υπέρ της
+επιστήμης.
+
+Και θαρχίσω από τον νόμον, κατά τον οποίον ούτος θέλει να με
+αποκηρύξη, διά ναποδείξω ότι δεν έχει τώρα όπως πριν το προς τούτο
+δικαίωμα. Δεν επιτρέπει ο νομοθέτης εις όλους, πατέρα, να
+αποκηρύττωσιν αδιακρίτως τα τέκνα των οσάκις θέλουν, ουδέ δι'
+οιανδήποτε αιτίαν, αλλ' όπως εις τους πατέρας επέτρεψε να
+αποστρέφωνται τα τέκνα των, ούτω και περί των τέκνων επρονόησεν, ώστε
+να μη αδικούνται υπό των πατέρων και διά τούτο δεν αφήκε να γίνεται με
+απόλυτον έλευθερίαν και χωρίς δίκην η τιμωρία των τέκνων, αλλ' ώρισε
+να κρίνεται εις δικαστήριον και ως κριτάς προσδιώρισε εκείνους οίτινες
+ούτε από οργήν, ούτε από διαβολήν θα επηρεασθούν εις την κρίσιν του
+δικαίου• διότι εγνώριζε ότι πολλάκις και εις πολλούς παράλογοι αφορμαί
+προκαλούν την οργήν και άλλοι μεν παρασύρονται από ψευδείς εισηγήσεις,
+άλλοι πιστεύουν εις δούλον ή μοχθηρόν γύναιον. Δεν έκρινε λοιπόν
+δίκαιον να γίνεται η αποκλήρωσις χωρίς δίκην, ούτε αυθαιρέτως και διά
+μιας τα τέκνα να αποπέμπωνται εκ της πατρικής οικίας, αλλ' ώρισε να
+χύνεται και νερόν υπέρ αυτών {26}, να έχουν το δικαίωμα της απολογίας
+και να μη μένη τίποτε ανεξέταστον. Αφού λοιπόν ο νόμος εις μεν τον
+πατέρα δίδει το δικαίωμα της κατηγορίας, την δε κρίσιν, εάν η
+κατηγορία του είνε δικαία, αφήνει εις υμάς τους δικαστάς, εκείνο μεν
+διά το οποίον τώρα με κατηγορεί και διά το οποίον αγανακτεί, ας το
+αφήσωμεν κατά μέρος επί του παρόντος, προ τούτου δε εξετάσετε εάν έχη
+το δικαιωμα να αποκηρύττη αφού άπαξ απεκήρυξε και έκαμε χρήσιν του
+δικαιώματος το οποίον του δίδει ο νόμος και εξεπλήρωσε την πατρικήν
+αυτήν εξουσίαν, έπειτα δε πάλιν με ανεγνώρισε και ανεκάλεσε την
+αποκήρυξιν. Εγώ υποστηρίζω ότι είνε αδικώτατον το τοιούτον, δήλα δή να
+είνε απεριόριστον το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων και πολλαπλαί αι
+τιμωρίαι και ο φόβος αιώνιος, ο δε νόμος οτέ μεν να συμμερίζεται την
+οργήν του πατρός, οτέ δε και μετ' ολίγον να ξεθυμώνη μετ' αυτού και
+πάλιν να επανέρχεται εις την οργήν και ούτω το δίκαιον να στρέφεται
+πότε ούτω και πότε άλλως, αναλόγως προς τας κατά καιρόν διαθέσεις των
+πατέρων. Βεβαίως διά πρώτην φοράν είνε δίκαιον να συναγανακτή μετά του
+πατρός ο νόμος και να του αναγνωρίζη το δικαίωμα της τιμωρίας των
+τέκνων αλλ' εάν άπαξ εξαντλήση την εξουσίαν του και κάμη χρήσιν του
+δικαιώματος και ικανοποιήση την οργήν του, έπειτα δε, εάν,
+μεταπεισθείς ότι το αποκηρυχθέν τέκνον είνε αγαθόν, το υιοθετήση εκ
+νέου, πρέπει να μείνη εις αυτό το σημείον και να μη μεταπηδά ούτε να
+αλλάσση γνώμην και να μεταβάλη την κρίσιν. Διότι όταν μεν γεννάται το
+τέκνον ουδέν υπάρχει γνώρισμα ότι θα γείνη κακόν ή καλόν και διά τούτο
+επιτρέπεται εις τους πατέρας να αποβάλλουν τους αναξίους της
+οικογενείας των, καθότι τους ανέθρεψαν χωρίς να γνωρίζουν οποίοι θ'
+απέβαινον. Όταν όμως εν γνώσει και εκουσίως και κατόπιν δοκιμασίας
+ανακαλούν τους αποκηρυχθέντας, πώς δύναται να δικαιολογηθή η
+μετάγνωσις και η ανάμιξις εκ νέου του νόμου; Ο νομοθέτης δύναται να
+σου είπη• εάν αυτός ο υιός σου ήτο κακός και άξιος ν' αποκηρυχθή,
+διατί ανεκάλεσες την αποκήρυξιν; διατί τον επανέφερες εις την οικίαν
+σου; διατί κατήργησες την απόφασιν του νόμου; Ήσο ελεύθερος και
+ηδύνασο να μη πράξης ταύτα. Διότι δεν σου επιτρέπεται να παίζης με
+τους νόμους, ούτε διά τας ιδιοτροπίας σου να συγκαλής τα δικαστήρια
+και να υποβάλης εις κόπους τους δικαστάς και να τους μεταχειρίζεσαι ως
+υπηρέτας των ορέξεών σου, ούτως ώστε οτέ μεν να τιμωρούν, οτέ δε να
+συμφιλιώνουν, κατά τας διαθέσεις σου. Μίαν φοράν εγέννησες, μίαν φοράν
+ανέθρεψες, μίαν φοράν έχεις και το δικαίωμα ν' αποκηρύττης ως
+αντάλλαγμα τούτων και τότε εάν δικαίως το απαιτής• αλλά το
+απεριόριστον και αιώνιον δικαίωμα της αποκηρύξεως είνε πάρα πολύ και
+υπερβαίνει την πατρικήν εξουσίαν.
+
+Λοιπόν προς Θεού, ω άνδρες δικασταί, μη επιτρέψετε εις αυτόν, αφού
+εκουσίως ανεκάλεσε την αποκήρυξιν και κατήργησε την παλαιάν απόφασιν
+του δικαστηρίου και έδειξε μεταμέλειαν, πάλιν να επανέλθη εις την
+αυτήν τιμωρίαν και ν' ανατρέξη εις την πατρικήν εξουσίαν, η οποία
+εγένετο ήδη εκπρόθεσμος και έχασε την δύναμίν της, αφού ενηργήθη ήδη
+υπ' αυτού και εξηντλήθη. Βλέπετε ότι και εις τα άλλα δικαστήρια εάν
+τις νομίζη ότι ηδικήθη υπό των διά κλήρου εκλεγομένων δικαστών, ο
+νόμος επιτρέπει να κάμη έφεσιν εις άλλο δικαστήριον• εάν όμως οι
+διάδικοι εκουσίως εκλέξουν δικαστάς και αναθέσουν εις αυτούς, ν'
+αποφασίσουν διαιτητικώς περί της διενέξεως των, η αναθεώρησις της
+δίκης δεν επιτρέπεται. Όταν δε τούτο δεν επιτρέπεται εις εκείνους,
+οίτινες εξέλεξαν άλλους διά να κρίνουν, πολύ δικαιότερον είνε να
+εμμένουν εις εκείνο, το οποίον οι ίδιοι απεφάσισαν. Ούτω λοιπόν και συ
+εάν εκείνον τον οποίον απεκήρυξες ως ανάξιον της οικογενείας σου και
+ηδύνασο να μη τον ανακαλέσης πλέον, έπειτα τον έκρινες καλόν και τον
+εκάλεσες πάλιν πλησίον σου, δεν έχεις πλέον το δικαιωμα να τον
+αποκηρύξης. Ότι δεν είνε άξιος να υποστή την αυτήν τιμωρίαν έχει
+μαρτυρηθή υπό σου, όστις ήδη ωμολόγησες ότι είνε χρηστός. Κατ' ανάγκην
+λοιπόν εις την ανάκλησιν της αποκηρύξεως και την συγχώρησιν δεν χωρεί
+μετάνοια, μετά τόσην κρισολογίαν και δύο δίκας, την πρώτην κατά την
+οποίαν εζήτησες την αποκήρυξιν και την δευτέραν κατά την οποίαν
+μετεμελήθης και κατήργησες την αποκήρυξιν. Αφού ανεκάλεσες τας
+προηγουμένας σου αποφάσεις, βεβαιοίς τας κατόπιν αποφάσεις σου. Μένε
+λοιπόν εις τας τελευταίας και τήρησε την γνώμην σου. Πρέπει να είσαι
+πατήρ• διότι τούτο ηθέλησες, τούτο έκρινες, τούτο ενέκρινες.
+
+Εγώ νομίζω ότι και αν δεν ήμην γνήσιον τέκνον σου, αλλ' υιοθετημένον
+και ήθελες να με αποκήρυξης, πάλιν δεν θα είχες δικαίωμα• διότι
+εκείνος όστις ηδύνατο να μη πράξη τι, δεν δικαιούται, αφού το έπραξε,
+να το αναιρέση. Αφού δε εγώ και γνήσιον τέκνον του ήμην, έπειτα δε
+πάλιν αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως με υιοθέτησε, πώς είνε δίκαιον να
+με αποπέμψη εκ νέου και επανειλημμένως να με στερήση τα υιικά
+δικαιώματα; Και δούλος αν ήμην, και νομίσας κατ' αρχάς ότι είμαι
+φαύλος μ' έβαλες εις τα δεσμά, μεταπεισθείς δε έπειτα ότι ουδέν κακόν
+έπραξα, μου έδωκες την ελευθερίαν μου, νομίζεις ότι σου επετρέπετο να
+με επαναφέρης εις την αυτήν δουλείαν; Ουδόλως. Διότι περί των τοιούτων
+αποφάσεων αξιούν οι νόμοι να είνε ανέκκλητοι και διά παντός να
+ισχύουν. Θα ηδυνάμην να είπω πολλά ακόμη περί του ότι δεν επιτρέπεται
+εις τον πατέρα ν' αποκηρύττη τον άπαξ αποκηρυχθέντα και εκουσίως
+συγχωρηθέντα, αλλ' αρκούμαι εις αυτά.
+
+Τώρα δε ας ίδωμεν ποίος είμαι, όταν ο πατήρ μου θέλη να με αποκηρύξη•
+και δεν θα είπω ότι την μεν πρώτην φοράν ήμουν χωρίς επάγγελμα, τώρα
+δε ιατρός• διότι η επιστήμη ουδόλως θα συντελέση προς υπεράσπισίν μου•
+ουδέ ότι τότε μεν ήμουν νέος, τώρα δε έχω ηλικίαν ώριμον, ήτις είνε
+εγγύησις ότι δεν δύναται να κάμω παρεκτροπάς και αφροσύνας• διότι και
+τούτο ίσως δεν είνε πολύ σημαντικόν. Αλλά την πρώτην φοράν, χωρίς να
+του κάμω τίποτε κακόν, ως δύναμαι να βεβαιώσω, αλλά και χωρίς να του
+κάμω τίποτε καλόν μ' εξεδίωξε• τώρα δε, ότε είμαι σωτήρ και ευεργέτης
+του (δύναται να υπάρξη μεγαλειτέρα αχαριστία;) αφού τον έσωσα και με
+την βοήθειάν μου διέφυγε τοιούτον κίνδυνον, με ανταμείβει κατ' αυτόν
+τον τρόπον παρευθύς διά την θεραπείαν εκείνην. Χωρίς κανένα λόγον
+αποπέμπει εκείνον όστις δικαίως ηδύνατο να εκδικηθή διά την άδικον
+αποκήρυξίν του, και όχι μόνον δεν εμνησηκάκησεν, αλλά και τον έσωσε
+και του επανέφερε το λογικόν. Δεν ήτο μικρά, ουδέ κοινή και τυχαία η
+προς αυτόν ευεργεσία μου, ω άνδρες δικασταί, και όμως βλέπετε, τι
+απολαμβάνω τώρα παρ' αυτού. Εάν δε αυτός δεν ενθυμήται ένεκα της
+ασθενείας του τα τότε γενόμενα, αλλ' υμείς όλοι γνωρίζετε τι έπραττε
+κατά την ασθένειάν του, πως έπασχε και εις ποίαν κατάστασιν εγώ τον
+παρέλαβα, όταν οι άλλοι ιατροί είχον απελπισθή να τον κάμουν καλά, οι
+δε συγγενείς του τον απέφευγον και ούτε ετόλμων να τον πλησιάσουν, και
+εις τοιαύτην υγείαν τον επανέφερα, ώστε σήμερον να δύναται να διεξάγη
+δίκας και να συζητή περί των νόμων. Αλλ' έχεις, πατέρα, πρόχειρον
+παράδειγμα διά να καταλάβης εις ποίαν κατάστασιν ήσο τότε• ήσο περίπου
+εις την κατάστασιν της γυναικός σου και εγώ σε επανέφερα εις την
+προτέραν σου φρόνησιν. Δεν είνε λοιπόν δίκαιον να με ανταμείβης κατ'
+αυτόν τον τρόπον και μόνον εναντίον μου να μεταχειρίζεσαι τον νουν τον
+οποίον με την βοήθειάν μου ανέκτησες.
+
+Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ
+εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την
+γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς,
+έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και
+να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν. Συ όμως
+αχαριστότατα άμα ανέκτησες το λογικόν με ενήγαγες εις το δικαστήριον
+και ως αμοιβήν της σωτηρίας σου με τιμωρείς, επανέρχεσαι εις το
+αρχαίον μίσος σου και τον αυτόν νόμον επικαλείσαι. Ωραίαν αμοιβήν
+δίδεις εις την επιστήμην και κατ' αξίαν πληρώνεις τα φάρμακα,
+καταδιώκων τον ιατρόν, αφού σου έδωκε την υγείαν. Υμείς δε, ω άνδρας
+δικασταί, θα επιτρέψετε εις αυτόν να τιμωρήση τον ευεργέτην του, να
+εκδιώξη τον σωτήρα του, να μισή εκείνον όστις τον εθεράπευσε και να
+καταδιώκη εκείνον όστις τον ανέστησε; Βεβαίως όχι, αν είσθε δίκαιοι.
+Διότι και αν συνέβαινε να είμαι μέγας πταίστης, μου οφείλει μίαν χάριν
+όχι μικράν, εις ην αποβλέπων ο πατήρ μου και ενθυμούμενος, έπρεπε να
+παύση να μνησικακή και προθύμως να με συγχωρήση και μάλιστα αφού το
+καλόν το οποίον του έκαμα είνε τοιούτον, ώστε να υπερβαίνη την
+προσβολήν. Νομίζω ότι τοιαύτη είνε η θέσις μου απέναντι τούτου, τον
+οποίον έσωσα και όστις μου οφείλει την ζωήν, αφού του απέδωκα την
+ύπαρξιν και το λογικόν, ότε ήδη οι άλλοι ιατροί τον είχον απελπίσει
+και ωμολόγουν ότι η επιστήμη των ήτο ανίκανος να καταπολεμήση το
+νόσημά του.
+
+Τούτο δε μου φαίνεται ότι έτι μάλλον μεγαλοποιεί την ευεργεσίαν μου,
+ότι χωρίς να είμαι υιός του τότε και χωρίς να έχω ανάγκην ή καθήκον να
+τον θεραπεύσω, αλλ' αν και ανεξάρτητος και ξένος, αφού ο φυσικός μας
+δεσμός είχε λυθή, δεν εφάνην αδιάφορος, αλλ' εκουσίως, απρόσκλητος και
+αυθόρμητος επήγα προς αυτόν, τον εβοήθησα, τον επεριποιήθην επιμελώς,
+τον εθεράπευσα, τον επανέφερα εις την υγείαν και ως πατέρα μου τον
+έσωσα. Ούτω δε έκαμα την καλλιτέραν απολογίαν διά την αποκήρυξίν μου
+και διά της αγάπης έπαυσα την οργήν του, διά της φιλοστοργίας κατέλυσα
+τον νόμον και διά μεγάλου ευεργετήματος εξηγόρασα την επάνοδον εις την
+οικογένειάν μου. Εις περίστασιν τόσον κρίσιμον επέδειξα την προς τον
+πατέρα αφοσίωσίν μου και διά της επιστήμης μου έγινα άξιος να
+υιοθετηθώ εκ νέου και εις την δυστυχίαν ανεδείχθην γνήσιος υιός. Πόσα
+νομίζετε ότι υπέφερα, πόσον εκοπίασα να είμαι διηνεκώς πλησίον του, να
+τον υπηρετώ, να παρακολουθώ το νόσημά του; και άλλοτε μεν υπεχώρουν
+εις την ορμήν του πάθους, άλλοτε δε οσάκις ολίγον το νόσημα ενέδιδε,
+εφήρμοζα κατ' αυτού τα υποδεικνυόμενα υπό της επιστήμης μέσα. Το
+δυσκολώτατον δε και κινδυνωδέστατον πράγμα εις την ιατρικήν είνε να
+θεραπεύη τις τοιούτους ασθενείς και να τους πλησιάζη ευρισκομένους εις
+τοιαύτην κατάστασιν• διότι πολλάκις εις τας στιγμάς των παροξυσμών του
+πάθους των μεταδίδουν εις τους περιστοιχούντας αυτούς την λύσσαν υπό
+της οποίας κατέχονται. Και όμως όλα ταύτα δεν με απεθάρρυναν, ούτε με
+απεδειλίασαν, αλλά μένων διαρκώς πλησίον του πάσχοντος και παλαίων
+προς το νόσημα, το κατέβαλα επί τέλους διά των φαρμάκων.
+
+Οι ακούοντες ταύτα θα είπουν ίσως• και είνε τάχα μέγας κόπος να δώση
+κανείς έν φάρμακον εις άρρωστον; Αλλά προ του φαρμάκου πρέπει να
+γίνουν πολλά, να προπαρασκευασθή ο άρρωστος διά την πόσιν του φαρμάκου
+και να διαθέση καταλλήλως τον οργανισμόν διά την θεραπείαν• προσέτι δε
+να επιμεληθή την όλην ιδιοσυγκρασίαν του αρρώστου διά καθαρσίων και
+ισχναντικών και διά καταλλήλου διαίτης• και να του επιβάλη κίνησιν
+όσην απαιτείται και ύπνον και ανάπαυσιν. Εις αυτά οι μεν άλλοι
+άρρωστοι ευκόλως πείθονται• οι παράφρονες όμως, μη διευθυνόμενοι υπό
+του λογικού, δυσκόλως υποτάσσονται εις τον ιατρόν και εις την
+θεραπείαν ανθίστανται. Όταν δε κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις το τέλος
+της θεραπείας και αρχίζωμεν να ελπίζωμεν, επέρχεται πολλάκις μικρόν
+ατάκτημα, το οποίον ανατρέπει και καταστρέφει διά μιας ό,τι
+κατωρθώσαμεν με τόσην δυσκολίαν, το νόσημα ανακτά την δύναμίν του και
+η επιστήμη μας ηττάται. Θα επιτρέψετε λοιπόν εις τούτον ναποκηρύξη
+πάλιν εκείνον όστις υπέφερε πάντα ταύτα και προς νόσημα τόσον φοβερόν
+επάλαισε και το πλέον δυσπολέμητον εκ των νοσημάτων ενίκησε; Θα του
+επιτρέψετε να ερμηνεύη τους νόμους όπως θέλει εναντίον του ευεργέτου
+και θα τον αφήσετε να υβρίζη την φύσιν; Εγώ υπακούων εις την φύσιν, ω
+άνδρες δικασταί, σώζω και διαφυλάττω τον πατέρα μου, αδιαφορών αν με
+αδική• αυτός δε, ακολουθών ως λέγει τους νόμους, προσπαθεί να
+καταστρέψη και θέλει να στερήση της οικογενείας του τον υιόν του,
+όστις τον ευηργέτησε. Ενώ αυτός είνε μισότεκνος, εγώ γίνομαι
+φιλοπάτωρ. Εγώ σέβομαι την φύσιν, αυτός αδιαφορεί προς την φύσιν και
+την καθυβρίζει. Ιδού πατήρ, όστις αδίκως μισεί• ιδού υιός όστις
+αδικώτερον αγαπά. Διότι αναγκάζομαι υπό του πατρός μου να κατηγορώ τον
+εαυτόν μου, ότι ενώ μισούμαι αγαπώ και αγαπώ περισσότερον του δέοντος.
+Η φύσις μάλλον εις τους πατέρας επιτάσσει ναγαπούν τους υιούς των παρά
+εις τους υιούς ναγαπούν τους πατέρας των.
+
+Αλλ' ο πατήρ μου εκουσίως και τους νόμους παραβαίνει, οίτινες δεν
+επιτρέπουν την αποκήρυξιν των τέκνων τα οποία ουδέν κακόν έπραξαν, και
+την φύσιν περιφρονεί, ήτις εμπνέει πολύ φίλτρον εις τους γεννήτορας
+προς τα τέκνα των• και μολονότι έχει τας μεγαλειτέρας αφορμάς διά να
+διάκηται ευμενώς προς εμέ, πολύ απέχει να τρέφη προς εμέ και αυτήν την
+αγάπην την οποίαν επιβάλλει η φύσις• ούτε λαμβάνει τουλάχιστον εμέ ως
+υπόδειγμα και δεν μιμείται την αγάπην μου. Αλλ' ω δυστυχία μου, με
+μισεί ενώ τον αγαπώ και με αποδιώκει ενώ του είμαι αφωσιωμένος• με
+αδικεί ενώ τον ευεργετώ και ενώ τον εγκολπούμαι με αποκηρύττει, τους
+δε φιλόπαιδας νόμους ως μισόπαιδας μεταχειρίζεται εναντίον μου. Τι
+πόλεμος είνε αυτός τον οποίον εγείρεις, πάτερ μου, μεταξύ των νόμων
+και της φύσεως;
+
+Δεν είνε ταύτα, δεν είνε όπως τα θέλεις• κακώς ερμηνεύεις ω πάτερ,
+τους καλώς κειμένους νόμους. Η φύσις και ο νόμος δεν αντιμάχονται εις
+την αγάπην, αλλά συμβαδίζουν και συντρέχουν προς άρσιν των αδικημάτων.
+Υβρίζεις τον ευεργέτην, αδικείς την φύσιν. Διατί ομού με την φύσιν
+αδικείς και τους νόμους; Ενώ οι νόμοι θέλουν να είνε καλοί και δίκαιοι
+και να προστατεύουν τα τέκνα, συ απαιτείς παρ' αυτών το εναντίον και
+διεγείρων αυτούς εναντίον του τέκνου σου τους διεγείρεις εναντίον όλων
+και δεν τους αφίνεις να προστατεύουν την μεταξύ πατέρων και τέκνων
+αγάπην όπως θέλουν, αφού δεν έγιναν εναντίον των μη αδικούντων.
+Εκείνος δε ο οποίος ζητεί παρά των νόμων να τιμωρούν διά να μη
+ανταμείψη και δι' όσα ευηργετήθη, σκεφθήτε εις ποίαν υπερβολήν αδικίας
+φθάνει.
+
+Ότι μεν λοιπόν δεν επιτρέπεται εις τούτον να με αποκηρύξη, αφού ήδη
+εξήντλησε την πατρικήν εξουσίαν και έκαμε χρήσιν των νόμων, και ότι
+ούτε άλλως είναι δίκαιον, μετά την ευεργεσίαν την οποίαν του έκαμα, να
+με αποπέμπη και εκδιώκη εκ της οικογενείας, μου φαίνεται ότι ικανώς
+ήδη απεδείχθη.
+
+Τώρα δε ας έλθωμεν και εις την αιτίαν της αποκηρύξεως και ας
+εξετάσωμεν τι είνε το έγκλημα. Είνε δε ανάγκη πάλιν να ανατρέξωμεν εις
+την γνώμην του νομοθέτου. Και αν προς στιγμήν υποθέσωμεν ότι σου
+επιτρέπεται κατ' επανάληψιν ν' αποκηρύττης και ότι έχεις αυτήν την
+εξουσίαν και εναντίον ευεργέτου, πάλιν φρονώ ότι ουχί απολύτως, ουδέ
+δι' όλας τας αίτιας δύνασαι ν' αποκηρύττης. Ο νομοθέτης δεν είπεν, ότι
+οία δήποτε και αν είνε η αιτίασις του πατρός, ο υιός πρέπει να
+αποκηρύττεται, αρκεί ο πατήρ να το θέλη και να το ζήτηση δι' αγωγής.
+Αν ούτως είχε το πράγμα, τις η ανάγκη τότε του δικαστηρίου; Εξ
+εναντίας όμως, ω άνδρες δικασταί, ο νομοθέτης σας επιβάλλει να
+εξετάσετε εάν η οργή του πατρός έχη μεγάλας και δικαίας αφορμάς ή μη.
+Λοιπόν τούτο τώρα εξετάσατε. Θα σας βοηθήσω δε εις τούτο, διηγούμενος
+όσα συνέβησαν ευθύς από της θεραπείας του εκ της παραφροσύνης.
+
+Άμα ανέκτησε το λογικόν του ο πατήρ μου, η πρώτη του φροντίς ήτο να
+ακυρώση την αποκήρυξιν και ήμουν σωτήρ και ευεργέτης και τα πάντα, εγώ
+τότε. Εις ταύτα δε νομίζω δεν ηδύνατο να ευρεθή καμμία αφορμή
+κατηγορίας εναντίον μου. Αλλά και μετά ταύτα τι εξ όλων των
+παραπτωμάτων δύναται να μου αποδώση; Ποίαν περιποίησιν και ποίαν
+υπηρεσίαν υιικήν παρέλειψα; πότε διενυκτέρευσα έξω της πατρικής
+οικίας; δύνασαι να με κατηγορήσης διά πότους απρεπείς και τρελλάς
+διασκεδάσεις; Ποίαν ασωτείαν έκαμα; Εις ποίον καταγώγιον έκαμα
+ταραχάς; Ποίος με κατηγόρησε; Κανείς. Αλλ' αυτά είνε εκείνα τα οποία ο
+νόμος θεωρεί ως τα κυρίως δίδοντα το δικαίωμα της αποκηρύξεως.
+
+Αλλ' επήλθε το νόσημα της μητρυιάς. Λοιπόν δι'αυτό πταίω εγώ και
+απαιτείς να δικασθώ ως υπαίτιος του νοσήματος; Όχι, λέγεις. Αλλά διατί
+λοιπόν; Διότι κληθείς να την θεραπεύσης δεν θέλεις και επομένως είσαι
+άξιος αποκηρύξεως, επειδή απειθείς εις τον πατέρα σου. Αλλ' ας
+αναβάλωμεν το ζήτημα εάν μη δυνάμενος να πράξω όσα με διατάσσει
+δύναμαι να θεωρηθώ ως απειθών εις την πατρικήν θέλησιν• και
+περιορίζομαι απλώς να είπω ότι ο νόμος ούτε εις αυτόν δίδει το
+δικαίωμα να διατάσση εις εμέ τα πάντα αδιακρίτως, ούτε εις εμέ
+επιβάλλει το καθήκον να υπακούω εις όλα ανεξαιρέτως. Εκ των
+προσταγμάτων άλλα μεν δεν συνεπάγονται καμμίαν ευθύνην, αλλά δε είνε
+άξια οργής και τιμωρίας. Εάν ασθενής ο ίδιος, εγώ δε σε παραμελώ• εάν
+με διατάσσης να φροντίσω διά τα οικιακά μας πράγματα, εγώ δε αδιαφορώ•
+εάν με αποστέλλης να επιστατήσω εις τας αγροτικάς μας εργασίας, εγώ δε
+παρακούω. Πάντα ταύτα και τα προς αυτά όμοια δύνανται να θεωρηθούν ως
+εύλογοι αφορμαί και να προκαλέσουν δικαίως τας πατρικάς μομφάς• τα δε
+άλλα, όπως τα αναγόμενα εις τας τέχνας και την εξάσκησιν αυτών,
+ανήκουν εις τα δικαιώματα ημών των τέκνων και μάλιστα εάν ο πατήρ
+προσωπικώς δεν αδικήται. Εάν λόγου χάριν ο πατήρ διατάσση τον ζωγράφον
+υιόν του, αυτά, υιέ μου, να ζωγραφίζης και αυτά όχι, και εις τον
+μουσικόν, αυτήν την αρμονίαν παίζε και όχι την άλλην, και εις τον
+σιδηρουργόν, αυτά κατασκεύαζε και όχι τα άλλα, θα θεωρηθή δίκαιον ν'
+αποκηρύξη τον υιόν του διότι ούτος δεν εξασκεί την τέχνην κατά την
+γνώμην εκείνου; Δεν πιστεύω.
+
+Η δε ιατρική όσον ευγενεστέρα και χρησιμωτέρα εις την ζωήν των
+ανθρώπων τέχνη είνε, τόσον και μεγαλειτέραν ελευθερίαν πρέπει να έχουν
+οι εξασκούντες αυτήν, μάλιστα δε είνε δίκαιον να έχουν και προνόμιά
+τινα, ουδόλως δε να εξαναγκάζωνται, ούτε να διατάσσωνται εις την
+εκτέλεσιν έργου ιερού, το οποίον εδιδάχθη υπό των θεών και εξασκείται
+υπό σοφών ανθρώπων• ούτε υπό την δουλείαν του νόμου να γίνεται, ούτε
+υπό το κράτος φόβου και τιμωρίας δικαστικής, ούτε να εξαρτάται από την
+ψήφον δικαστών, την απειλήν πατρός ή την οργήν οίου δήποτε άλλου. Ώστε
+και αν σου έλεγα σαφώς και κατηγορηματικώς, δεν θέλω να την θεραπεύσω,
+μολονότι δύναμαι, αλλ' έχω την επιστήμην μου μόνον διά τον εαυτόν μου
+και διά τον πατέρα μου, δι' όλους δε τους άλλους δεν είμαι ιατρός,
+ποίος τύραννος θα ήτο τόσω βίαιος ώστε να με αναγκάση να εξασκήσω την
+επιστήμην μου χωρίς να το θέλω; Εις το τοιούτον μου φαίνεται μόνον
+παρακλήσεις και ικεσίαι χωρούν, όχι δε νόμοι και θυμοί και αγωγαί
+ενώπιον των δικαστηρίων. Ο ιατρός πρέπει να πείθεται, όχι να
+διατάσσεται, να θέλη, όχι να φοβήται, να μη σύρεται διά της βίας προς
+τον άρρωστον, αλλά να μεταβαίνη θεληματικώς και ευχαρίστως. Η ελευθέρα
+τέχνη είνε απαλλαγμένη πατρικής κηδεμονείας, αφού εις τους ιατρούς αι
+πόλεις απονέμουν δημοσίας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας και ασυδοσίαν και
+προνόμια.
+
+Αυτά μόνον θα είχα να είπω υπέρ της επιστήμης, και αν συ μου την είχες
+διδάξει και πολύ εφρόντισες και εδαπάνησες διά να με κάμης επιστήμονα,
+εγώ δε ηρνούμην να εκτελέσω μίαν θεραπείαν, την περί ης ο λόγος,
+καίτοι δυνατήν. Τώρα δε πρέπει να σκεφθής πόσον αυθαίρετος είνε η
+άπαίτησίς σου να μη με αφίνης ελεύθερον να μεταχειρισθώ κατά βούλησιν
+πράγμα το οποίον είνε κτήμα μου απολύτως. Αυτήν την τέχνην εγώ έμαθα
+όχι ως υιός σου, ούτε υποκείμενος εις την κηδεμονείαν σου• και εν
+τοσούτω την έμαθα προς χάριν σου — και πρώτος συ την επωφελήθης—χωρίς
+να λάβω παρά σου καμμίαν βοήθειαν διά να σπουδάσω. Ποίον διδάσκαλον
+μου επλήρωσες; ποίων φαρμάκων την κατασκευήν; Ουδένα και ουδέν, αλλά
+πενόμενος εγώ και στερούμενος τα χρειώδη εσπούδαζα χάρις εις την
+συμπάθειαν και τον οίκτον των διδασκάλων μου. Τα μόνα δε εφόδια τα
+οποία είχα εκ μέρους του πατρός μου διά να σπουδάσω ήσαν η λύπη, η
+ερημία, η στέρησις, το μίσος της οικογενείας και η αποστροφή των
+συγγενών. Και εις ανταπόδοσιν τούτων έχεις την αξίωσιν να διευθύνης
+την επιστήμην μου και να είσαι κύριος εκείνων τα οποία απέκτησα όταν
+δεν ευρισκόμην υπό την εξουσίαν σου; Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος
+διότι χωρίς να σου οφείλω τίποτε σε ευηργέτησα, ενώ δεν είχες το
+δικαίωμα να μου απαιτήσης και τότε καμμίαν χάριν.
+
+Δεν πρέπει η ευεργεσία μου να μου γείνη του λοιπού καθήκον, ούτε η
+εκουσία εκδούλευσις να γείνη αφορμή ώστε να διατάσσωμαι να την
+επαναλαμβάνω ακουσίως, ούτε πρέπει να γείνη έθιμον ώστε ο ιατρός ο
+οποίος θα θεραπεύση άπαξ ένα να θεραπεύη όλους και πάντοτε όσους θέλει
+ο πρώτος θεραπευθείς. Τοιουτοτρόπως θα καθιστώμεν τυράννους ημών τους
+παρ' ημών θεραπευομένους και ως αμοιβήν θα έχωμεν να δουλεύωμεν αυτούς
+και εις πάντα διά τον οποίον θα μας διατάσσουν. Δύναται να γείνη
+πράγμα αδικώτερον τούτου; Διότι σε εθεράπευσα πάσχοντα σοβαρώς,
+νομίζεις ότι απέκτησες το δικαίωμα να καταχράσαι την επιστήμην μου;
+
+Αυτά θα ηδυνάμην να είπω εάν ο πατήρ μου με διέτασσε να πράξω πράγματα
+δυνάμενα να γείνουν και εγώ δεν υπήκουα εις όλα, ούτε εξηναγκαζόμην να
+υπακούσω. Τώρα δε εξετάσετε και οποία είνε εκείνα τα οποία μου επέβαλε
+να πράξω• αφού εθεράπευσες εμέ, λέγει, από την παραφροσύνην, τώρα δε
+έπαθε τας φρένας και η σύζυγός του και πάσχει το αυτό νόσημα— διότι
+αυτήν την ιδέαν έχει—και όπως δι' εμέ απηλπίσθησαν και δι' αυτήν οι
+άλλοι ιατροί, συ δε, όπως απέδειξες, δύνασαι να θεραπεύσης πάσαν
+ασθένειαν, θεράπευσε και αυτήν και σώσε την από το νόσημα. Τούτο ούτω
+απλώς λεγόμενον δύναται να φανή πολύ λογικόν και μάλιστα εις ανθρώπους
+απλούς και απείρους της ιατρικής. Αλλ' εάν ακούσετε πώς δικαιολογώ εγώ
+την επιστήμην μου, θα μάθετε ότι ούτε τα πάντα είνε δυνατά εις τους
+ιατρούς, ούτε τα νοσήματα είνε της αυτής φύσεως όλα, ούτε δι' όλα είνε
+μία και η αυτή θεραπεία, ούτε τα φάρμακα έχουν την αυτήν ενέργειαν επί
+όλων των νοσημάτων• και τότε θα γείνη φανερόν ότι παρά πολύ διαφέρει
+από το μη θέλειν το μη δύνασθαι. Θα μου επιτρέψετε δε την
+επιστημονικήν ανάπτυξιν ταύτην και θα σας παρακαλέσω να μη θεωρήσετε
+απρεπές ούτε άσκοπον και ξένον προς την υπόθεσιν ή άκαιρον την περί
+τούτων ομιλίαν.
+
+Εν πρώτοις καίτοι τα σώματα φαίνονται ότι έχουν την αυτήν σύστασιν,
+δεν έχουν όμως και την αυτήν φύσιν και ιδιοσυγκρασίαν. Αλλά τα μεν
+έχουν τας τάδε ιδιότητας• τα δε τας έχουν εις μεγαλείτερον ή
+ολιγώτερον βαθμόν. Αι διαφοραί δε αύται δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ
+ανδρών και γυναικών, αλλά και μόνον μεταξύ ανδρών• και τούτων οι
+οργανισμοί δεν είνε όμοιοι κατά την κράσιν και την σύστασιν, διάφορα
+δε κατ' ανάγκην κατά το μέγεθος και κατά το είδος είνε και τα νοσήματα
+τα οποία τους καταλαμβάνουν• άλλα μεν εκ των σωμάτων είνε
+ευκολοθεράπευτα και το έργον του ιατρού δι' αυτά δεν είνε δυσχερές,
+άλλα δε είνε εις βαθμόν απελπιστικόν φιλάσθενα• και ευκόλως
+καταλαμβανόμενα υπό των νοσημάτων κυριεύονται υπό τούτων εντελώς. Το
+να νομίζη λοιπόν κανείς πάντα πυρετόν ή πάσαν φθίσιν ή περιπνευμονίαν
+ή παραφροσύνην ότι είνε μία και η αυτή νόσος εις όλους τους
+οργανισμούς, σημαίνει ότι δεν σκέπτεται ορθώς και λογικώς, ούτε είνε
+εκ των πεπειραμένων περί τα τοιαύτα ανθρώπων. Η αλήθεια είνε ότι τα
+αυτά νοσήματα εις άλλους μεν θεραπεύονται ευκόλως, εις άλλους δε
+δυσκολιότερον ή ουδόλως. Αν σπείρη τις σίτον εις διαφόρους αγρούς,
+άλλην μεν απόδοσιν θα έχη εις γην πεδινήν, παχείαν, ποτιστικήν,
+ευήλιον και καλώς αεριζομένην, όπου ο καρπός θα γείνη άφθονος και
+εκλεκτός, άλλην δε εις λεπτόγειον αγρόν ορεινόν και πετρώδη, άλλην εις
+γην κακώς ηλιαζομένην, άλλην εις υπώρειαν και εν γένει διάφορος θα
+είνε κατά τόπους η εσοδεία. Ομοίως και τα νοσήματα αναλόγως των
+οργανισμών εις τους οποίους εμπίπτουν αυξάνουν και δυναμώνουν ή
+εξασθενούν. Χωρίς λοιπόν να υπολογίση και εξετάση τας διαφοράς ταύτας
+ο πατήρ μου, νομίζει ότι πάσα παραφροσύνη είναι η αυτή εις όλα τα
+σώματα και μία η θεραπεία.
+
+Εκτός τούτου ότι τα γυναικεία σώματα διαφέρουν μεγάλως των ανδρικών
+κατά την δύναμιν των νοσημάτων και κατά την πιθανότητα ή το απίθανον
+της ιάσεως είναι πρόδηλον. Διότι τα μεν ανδρικά είνε στερεά την
+σύστασιν και ισχυρά, γυμνασμένα δε εις κίνησιν και εις την ζωήν του
+ανοικτού αέρος• τα δε γυναικεία χαλαρά και άνευρα, αναπτυχθέντα εις
+την σκιάν και λευκά ένεκεν ελλείψεως αίματος και ανεπαρκείας
+θερμαντικού και πληθώρας υγρών• διά τούτο και ευκολώτερον των ανδρικών
+ασθενούν και κυριεύονται υπό των νοσημάτων, δυσκολώτερον θεραπεύονται
+και πολύ συχνά υποκύπτουν εις την παραφροσύνην. Επειδή είνε λίαν
+επιρρεπείς εις οργήν, πολύ ευερέθιστοι και λεπταί, ολίγην δύναμιν
+σώματος έχουν, ευκόλως περιπίπτουν εις το νόσημα εκείνο.
+
+Δεν είναι επομένως δίκαιον να ζητήται παρά των ιατρών η αυτή θεραπεία
+δι' αμφότερα τα φύλα, αφού γνωρίζομεν ότι μέγα χάσμα υπάρχει μεταξύ
+των και ότι από της γεννήσεως διαφέρουν και καθ' όλον τον τρόπον του
+ζην και καθ' όλας τας πράξεις. Όταν λοιπόν λέγης ότι παρεφρόνησε
+πρέπει να προσθέτης και ότι γυνή ήτο εκείνη ήτις παρεφρόνησε, και μη
+συγχέης πάντα ταύτα υπό την λέξιν παραφροσύνη η οποία φαίνεται έν και
+το αυτό πράγμα σημαίνουσα, αλλά διακρίνων, όπως είναι και εις την
+φύσιν, εξέταζε τι είναι δυνατόν να γείνη διά τον άνδρα ή την γυναίκα
+ιδιαιτέρως• διότι ημείς οι ιατροί, ως ανωτέρω είπα, τούτο πρώτον
+εξετάζομεν, την φύσιν και την κράσιν του νοσούντος και ποίας ιδιότητας
+έχει κατά το μάλλον ή ήττον, αν επικρατή εις τον οργανισμόν του το
+θερμόν ή το ψυχρόν, αν το σώμα είναι νέον ή ηλικιωμένον, μέγα ή
+μικρόν, παχύ ή ολιγόσαρκον και όλα τα τοιαύτα. Και εν γένει αν κανείς
+εξετάση αυτά θα είνε λίαν αξιόπιστος όταν θα απελπίση ή θα δώση
+ελπίδας περί της θεραπείας. Αλλά και της παραφροσύνης τα είδη είνε
+πολυάριθμα και έχουν πολλάς και διαφόρους αιτίας• δι' ο ουδέ και
+ονόματα έχουν όμοια• διότι δεν είναι το αυτό η παράνοια και το
+παραλήρημα, η λύσσα και η μανία, αλλά ταύτα πάντα προσδιορίζουν
+διαφόρους βαθμούς της νόσου. Και τα αίτια εις μεν τους άνδρας είνε
+άλλα, εις δε τας γυναίκας άλλα• και μεταξύ αυτών των ανδρών διά μεν
+τους νέους είνε άλλα, διά δε τους γέροντας διαφορετικά. Εις τους νέους
+αφορμή γίνεται κατά το πλείστον η πληθώρα των χυμών• τους δε γέροντας
+πολλάκις είτε διαβολή εξερεθιστική, είτε οργή παράλογος κατά των
+οικείων αφού κατά πρώτον τους φέρει εις ταραχήν του λογικού, ολίγον
+κατ' ολίγον τους ρίπτει εις μανίαν. Τας δε γυναίκας πολλά είναι τα
+αίτια τα οποία τας οδηγούν ευκόλως εις την φρενοπάθειαν, μάλιστα δε το
+μίσος εναντίον τινός ή ο φθόνος δι' εχθρόν ευτυχούντα ή λύπη τις ή
+οργή• ολίγον κατ' ολίγον ταύτα υποκαίοντα και επί πολύ τρεφόμενα εις
+την ψυχήν απολήγουν εις μανίαν.
+
+Τοιαύτα, πάτερ, έπαθε και η σύζυγός σου και ίσως κάτι την είχε λυπήσει
+προηγουμένως• διότι ουδένα εκείνη εμίσει, αλλά το πάθος είνε επίμονον
+και δεν είναι δυνατόν εις ην κατάστασιν ευρίσκεται να θεραπευτή υπό
+ιατρού• εάν δε άλλος τις αναλάβη να την θεραπεύση, τότε σου δίδω το
+δικαιωμα να με μισής ως ένοχον. Αλλά θα ομολογήσω και κάτι άλλο, ότι
+και αν δεν ήτο τόσον απελπιστική η κατάστασίς της, αλλά διεφαίνετο
+κάποια ελπίς σωτηρίας, πάλιν θα εδίσταζα να επιχειρήσω την θεραπείαν
+και να της δώσω φάρμακα, διότι θα εφοβούμην την τύχην και την
+δυσφήμισιν. Γνωρίζεις ότι γενικώς αποδίδεται εις τας μητρυιάς, και αν
+ακόμη είνε αγαθαί, ότι μισούν τους προγονούς των, και το μίσος τούτο
+θεωρείται ως κοινή μανία των γυναικών. Εάν λοιπόν συνέβαινε να λάβη
+κακήν τροπήν το νόσημα και τα φάρμακά μου να αποβούν ανωφελή, ίσως θα
+εκίνουν υποψίας ότι η θεραπεία μου συνετέλεσε σκοπίμως.
+
+Τοιαύτη είνε η κατάστασις της συζύγου σου, πάτερ, και αναγκάζομαι να
+σου είπω ότι ουδέποτε θα βελτιωθή και αν μυριάκις πίη το φάρμακον• διά
+τούτο είνε περιττόν και να επιχειρήσω, εκτός αν μόνον με εξαναγκάζης
+διά ναποτύχω και δυσφημισθώ. Άφησε με να με ζηλεύουν οι ομότεχνοι. Εάν
+δε με αποκηρύξης πάλιν, εγώ καίτοι θα μείνω έρημος, δεν θα τρέφω
+εναντίον σου καμμίαν έχθραν. Και εάν, ο μη γένοιτο, σου επανέλθη το
+νόσημα—-διότι όταν λαμβάνουν νέας αφορμάς συνήθως υποτροπιάζουν αυτά
+τα νοσήματα — τι θα πράξω; Να είσαι βέβαιος ότι θα σε θεραπεύσω και
+τότε και ουδέποτε θα παραλείψω το καθήκον το οποίον η φύσις επιβάλλει
+εις τα τέκνα, ούτε θα λησμονήσω εγώ ότι είσαι πατήρ μου. Αλλά και αν
+θα επανέλθης εις το λογικόν, θα δύναμαι να ελπίσω ότι θα με
+αναγνωρίσης πάλιν ως υιόν σου; Ιδού, και με αυτά τα οποία τώρα
+κάμνεις, προκαλείς το νόσημα και το εξεγείρεις. Ενώ προ ολίγου χρόνου
+μόλις εσώθης από τοιαύτην ασθένειαν, πεισμόνεις και φωνάζεις και, το
+χειρότερον, θυμόνεις και εχθρεύεσαι και επικαλείσαι τους νόμους.
+Αλλοίμονον, πάτερ, τοιαύτα ήσαν και της προηγουμένης σου παραφροσύνης
+τα προοίμια.
+
+
+
+
+ΦΑΛΑΡΙΣ
+
+
+
+
+Λόγος πρώτος
+
+
+
+Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον
+θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί
+αυτού και διά την προσφοράν του• ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι
+ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις
+είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με
+γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με
+παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με
+μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας
+οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως
+ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι
+νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι
+σκληρός, δι' υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι' όσα
+θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να
+απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη• ανθρώπους είναι εύκολον να
+εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να
+διαλάθη.
+
+Ήμουν πολίτης της Ακράγαντος ουχί εκ των αφανών, αλλ' εκ των πλέον
+ευγενών και ανετράφην ως αρμόζει εις ελεύθερον άνδρα και εξεπαιδεύθην•
+πάντοτε δε ήμουν περιποιητικός προς την πόλιν και επεζήτουν την
+εύνοιαν αυτής, προς δε τους συμπολίτας μου επιεικής και μετριοπαθής,
+ουδεμίαν δε βιαιότητα ή σκαιότητα ή ύβριν και αυθαιρεσίας απέδιδε
+κανείς εις τον πρότερον εκείνον βίον μου. Αλλ' επειδή έβλεπα τους
+πολιτικούς αντιπάλους μου ότι με επεβουλεύοντο και εζήτουν πάντα
+τρόπον να με καταστρέψουν— ήτο δε διηρημένη η πόλις μας εις δύο
+αντιμαχόμενα κόμματα— δεν εύρισκα άλλον τρόπον ασφαλείας και σωτηρίας
+και δι' εμέ και διά την πολιτείαν παρά να συγκεντρώσω εις χείρας μου
+την εξουσίαν και να χαλιναγωγήσω τους αντιπολιτευομένους, ώστε να
+παύσουν τας εναντίον μου επιβουλάς των, την δε πόλιν να επαναφέρω εις
+την φρόνησιν και την ησυχίαν. Ευρήκα δε και πολλούς άνδρας
+μετριοπαθείς και φιλοπάτριδας, οι οποίοι επεδοκίμασαν την γνώμην μου
+και ανεγνώρισαν ότι ήτο αναγκαία τοιαύτη μεταβολή. Τούτους
+μετεχειρίσθην ως συναγωνιστάς και ευκόλως επέτυχα τον σκοπόν μου. Του
+λοιπού οι μεν εχθροί μου έπαυσαν τας ταραχάς και έγιναν ευπειθείς, εγώ
+διηύθυνα την πολιτείαν και η πόλις ήτο ήσυχος. Θανατώσεις ή εξορίας ή
+δημεύσεις ούτε εναντίον εκείνων οίτινες επεβουλεύθησαν την ζωήν μου
+έκαμα, καίτοι είναι αναγκαίον να γίνωνται τα τοιαύτα, μάλιστα κατά την
+αρχήν μιας δυναστείας• αλλ' ενόμιζα ότι με φιλανθρωπίαν και πραότητα,
+με ημερότητα και ισοτιμίαν θα τους έφερα εις την ευπείθειαν. Ευθύς
+λοιπόν με τους εχθρούς μου έκαμα ειρήνην και συνεφιλιώθην, τους
+πλείστους δ' εξ αυτών μετεχειριζόμην ως συμβούλους και ομοτραπέζους.
+Βλέπων δε ότι η πόλις εξ αμελείας των αρχόντων αυτής ευρίσκετο εις
+ελεεινήν κατάστασιν, καθότι πολλοί έκλεπτον ή μάλλον διήρπαζον τα
+κοινά, κατεσκεύασα υδραγωγεία και κρήνας, την εκόσμησα δι' οικοδομών
+δημοσίων και την ενίσχυσα διά τειχών και τας δημοσίας προσόδους ηύξησα
+ταχέως διά της επιμελείας της οικονομικής υπηρεσίας και διά την
+νεολαίαν εφρόντιζα και διά τους γέροντας επρονόησα και τον λαόν
+επεριποιούμην με θεάματα, διανομάς βοηθημάτων, πανηγύρεις και δημόσια
+γεύματα. Μου επροξένει δε φρίκην και μόνον να ακούσω περί εξυβρίσεως
+παρθένων ή διαφθοράς εφήβων ή απαγωγής γυναικών ή αποστολής δορυφόρων
+προς σύλληψιν πολίτου ή προς οίαν δήποτε τυραννικήν απειλήν.
+
+Είχα δε αρχίσει και να σκέπτωμαι να εγκαταλείψω την αρχήν και να
+καταθέσω την εξουσίαν, καθότι αι φροντίδες της αρχής είχον αρχίσει να
+με κουράζουν και ο φθόνος ο οποίος με περιέβαλλε καθίστα επαχθέστερα
+τα βάρη της εξουσίας• αλλ' ήθελα να εύρω τρόπον ώστε μετά την
+παραίτησίν μου να μη έχη πλέον η πόλις ανάγκην τοιαύτης υπηρεσίας. Εν
+ω όμως εγώ με απλότητα τοιαύτα εσκεπτόμην, οι αντίπαλοί μου συνωμότουν
+εναντίον μου και συνεσκέπτοντο περί του πώς να στασιάσουν και με
+επιβουλευθούν και συνήρχοντο κρυφίως και συνήθροιζον όπλα και χρήματα
+και παρά των κατοίκων των γειτονικών πόλεων εζήτουν συνδρομήν και εις
+την Ελλάδα απέστελλον πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους και Αθηναίους•
+όσα δε είχαν αποφασίσει περί εμού, εάν με συνελάμβανον και πώς θα με
+κατεσπάρασσαν με τας χείρας των και ποία βασανιστήρια θα εφήρμοζον
+εναντίον μου, ωμολόγησαν δημοσία όταν διά βασανιστηρίων ανεκρίθησαν.
+Εάν δε εγώ διέφυγα τας επιβουλάς των το οφείλω εις τους θεούς οίτινες
+μου απεκάλυψαν τα τεκταινόμενα και μάλιστα εις τον Πύθιον Απόλλωνα
+όστις δι' ονείρων με ειδοποίησε δι' όλα.
+
+Και τώρα σας παρακαλώ να έλθετε εις την θέσιν μου, ω Δελφοί, να
+φαντασθήτε τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρέθην και να μου είπετε τι
+έπρεπε να πράξω όταν ανύποπτος και απροφύλακτος παρ' ολίγον να
+συλληφθώ υπό των εχθρών μου και αν δεν είχα δίκαιον να ζητήσω τρόπον
+σωτηρίας. Προς στιγμήν έλθετε πλησίον μου εις την Ακράγαντα και αφού
+ίδετε τας συνωμοσίας και ακούσετε τας απειλάς των να μου είπετε τι
+έπρεπε να πράξω. Να φερθώ ακόμη προς αυτούς με φιλανθρωπίαν, να
+παραβλέψω και να ανεχθώ έως ου μετ' ολίγον με καταστρέψουν; Θα ήτο ως
+να προσέφερα τον τράχηλόν μου προς σφαγήν και απεφάσιζα να ίδω τα
+τέκνα και ό,τι άλλο έχω φίλτατον να εξοντωθούν προ των οφθαλμών μου.
+Δεν αμφιβάλλω ότι θα με ελέγατε ηλίθιον βλέποντές με τοιαύτα
+σκεπτόμενον και θα μου εδίδατε την συμβουλήν να λάβω γενναίας και
+ανδρικάς αποφάσεις και με την δικαίαν οργήν αδικημένου ανθρώπου να
+καταδιώξω τους εχθρούς μου και διά παντός τρόπου να εξασφαλισθώ διά το
+μέλλον. Τι λοιπόν έπραξα μετά τούτο; Έστειλα και έφερα ενώπιον μου
+τους ενόχους, επέτρεψα εις αυτούς ναπολογηθούν, έφερα αποδείξεις της
+ενοχής των και απέδειξα σαφώς τα καθέκαστα της επιβουλής των• αφού δε
+και αυτοί ηναγκάσθησαν να ομολογήσουν, τους ετιμώρησα όχι τόσον διότι
+εκινδύνευσεν η ζωή μου, αλλά διότι δεν με αφήκαν να μείνω εις τας
+αγαθάς μου διαθέσεις και τας αποφάσεις τας οποίας εξ αρχής έλαβα.
+Έκτοτε εξακολουθώ να προσέχω διά την ασφάλειάν μου, πάντα δε ο οποίος
+με επιβουλεύεται τιμωρώ. Και οι άνθρωποι κατηγορούν εμέ ως σκληρόν
+χωρίς να συλλογίζωνται ποίοι έδωκαν την αφορμήν. Βλέποντες τας
+συνεπείας και τας τιμωρίας, αίτινες δίδουν εις αυτούς την εντύπωσιν
+της σκληρότητος, με κατηγορούν δι' αυτάς, όπως εάν έβλεπέ τις
+ιερόσυλον ριπτόμενον από του βράχου{27}, προς τιμωρίαν, δεν ελάμβανεν
+υπ' όψει την ασέβειάν του και δεν εσυλλογίζετο πως εισήλθε την νύκτα
+εις τον ναόν και έκλεψε τα αφιερώματα και ύψωσε χείρα ασεβή προς το
+είδωλον του Θεού, αλλά κατηγόρει υμάς δι' υπερβολικήν αγριότητα, διότι
+ενώ είσθε Έλληνες και λέγετε ότι είσθε θεράποντες του Θεού εδέχθητε να
+υποστή ανθρωπος Έλλην πλησίον του ναού—διότι, ως λέγεται, ο βράχος δεν
+απέχει πολύ από την πόλιν των Δελφών—τοιαύτην τιμωρίαν. Αλλά νομίζω
+ότι και σεις θα εγελάτε αν τις έλεγε ταύτα εναντίον σας και όλοι οι
+άλλοι θα επεδοκίμαζον την εναντίον των ιεροσύλων σκληρότητα.
+
+Εν γένει οι λαοί χωρίς να εξετάζουν οποίος είνε ο κυβερνών, είτε
+δίκαιος είτε άδικος, μισούν το όνομα της τυραννίας και τον τύραννον
+{28}, είτε Αιακός, είτε Μίνως, είτε Ραδάμανθυς είνε, και ομοίως
+επιζητούν να εξολοθρεύσουν όλους. Μη πιστεύοντες ότι δύνανται να
+υπάρξουν και καλοί τύραννοι, συμπεριλαμβάνουν και τούτους εις το αυτό
+όνομα και το αυτό μίσος. Εγώ τουλάχιστον ακούω ότι και αυτόθι εις την
+Ελλάδα υπήρξαν πολλοί τύραννοι σοφοί και υπό όνομα θεωρούμενον κακόν
+επέδειξαν αγαθόν και ήμερον χαρακτήρα, υπάρχουν δε και εις τον ναόν
+σας ανατεθειμένα γνωμικά αυτών, αγάλματα και άλλα αφιερώματα.
+
+Αλλά και οι νομοθέται, ως γνωρίζετε, νομοθετούν περισσοτέρας ποινάς
+παρά αμοιβάς, καθότι όλα τα άλλα ουδέν ωφελούν εάν μη συνυπάρχη ο
+φόβος και το δέος της τιμωρίας. Εις ημάς δε τους τυράννους είνε πολύ
+αναγκαιότερος ο φόβος, καθότι κυβερνώμεν παρά την θέλησιν του λαού και
+ζώμεν μεταξύ ανθρώπων οίτινες μας μισούν και μας επιβουλεύονται.
+Πολλάκις μάλιστα ούτε ο φόβος μας είνε αρκετός, διότι οι εχθροί μας
+ενθυμίζουν τον περί της Ύδρας μύθον. Όσω τιμωρούμεν τόσω περισσότεραι
+αφορμαί τιμωριών αναφύονται. Και αν θέλωμεν να διατηρήσωμεν την αρχήν
+πρέπει να εξακολουθούμεν όπως ηρχίσαμεν να αποκόπτωμεν τας αναφυομένας
+αφορμάς και, όπως ο Ιόλαιος, να επικαίωμεν τας αποκοπτομένας κεφαλάς
+της Ύδρας. Εκείνος ο οποίος άπαξ θα εισέλθη εις αυτήν την οδόν, πρέπει
+να εξακολουθήση, άλλως αν δείξη επιείκειαν θα χαθή. Δύνασθε να
+πιστεύσετε ότι υπάρχει άνθρωπος τόσον άγριος και ανήμερος, ώστε να
+τέρπεται εις τας μαστιγώσεις και ν' ακούη κραυγάς πόνου και να βλέπη
+σφαζομένους, εάν δεν έχη σπουδαίαν αφορμήν να προσφεύγη εις τοιαύτας
+τιμωρίας; Ποσάκις εγώ εδάκρυσα διότι εμαστιγούντο άλλοι, ποσάκις δε
+αναγκάζομαι να θρηνώ και να οδύρωμαι διά την τύχην μου και ούτω να
+υποφέρω μεγαλειτέραν και χρονιωτέραν τιμωρίαν εγώ; Διότι δι' άνθρωπον
+εκ φύσεως αγαθόν, εξ ανάγκης δε σκληρόν, είνε πολύ λυπηρότερον να
+τιμωρή παρά να τιμωρήται. Και αν θέλετε να σας ομιλήσω ειλικρινώς, εάν
+μου επροτείνετο να εκλέξω, τι προτιμώ, να τιμωρήσω άλλους αδίκως ή ν'
+αποθάνω, να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα εδίσταζα να προτιμήσω τον θάνατον
+παρά να τιμωρήσω αθώους. Αλλ' εάν τις μου είπη• Προτιμάς, Φάλαρι, να
+αποθάνης συ αδίκως ή να τιμωρήσης δικαίως τους εχθρούς σου; Βεβαίως θα
+προτιμήσω το τελευταίον. Διότι και πάλιν θα επικαλεσθώ την γνώμην σας,
+ω Δελφοί, και θα σας ερωτήσω, είνε προτιμότερον να αποθάνη τις αδίκως
+ή να σώζη αδίκως εκείνον όστις επεβουλεύθη την ζωήν του;
+
+Δεν πιστεύω να είνε κανείς τόσον ανόητος ώστε να μη προτιμά να ζη
+μάλλον παρά να σώση τους εχθρούς του διά να τον καταστρέψουν. Εν
+τοσούτω εγώ και εις πολλούς εξ εκείνων οίτινες συνώμοσαν εναντίον μου
+και απεδείχθησαν εχθροί μου εχάρισα την ζωήν• και αναφέρω τον Άκανθον,
+όστις ευρίσκεται μεταξύ των απεσταλμένων μου, τον Τιμοκράτην και τον
+αδελφόν του Λεωγόραν, εις τους οποίους εχαρίσθην ένεκα της παλαιάς μας
+φιλίας.
+
+Αλλά διά να γνωρίσετε καλλίτερα τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ερωτήσετε
+τους ξένους τους ερχομένους εις την Ακράγαντα, πώς φέρομαι προς αυτούς
+και αν μεταχειρίζωμαι φιλανθρώπως τους ερχομένους εις την πόλιν μας.
+Θα μάθετε δε παρ' αυτών ότι έχω εις τους λιμένας ανθρώπους επίτηδες
+διά να με πληροφορούν ποίοι και πόθεν έρχονται διά να τους φιλοξενώ
+και τους προπέμπω κατ' αξίαν. Τινές δε έρχονται και επίτηδες διά να
+διατρίψουν πλησίον μου και μεταξύ αυτών είνε οι σοφώτατοι των Ελλήνων,
+οίτινες δεν αποφεύγουν την συναναστροφήν μου. Και αυτός ο σοφός
+Πυθαγόρας ήλθε προς εμέ προ ολίγου καιρού, όταν δε με εγνώρισε και
+είδεν ότι εκείνα τα οποία είχεν ακούσει περί εμού δεν ήσαν ακριβή, με
+απεχαιρέτισε με επαίνους διά την δικαιοσύνην μου και συλλυπούμενός με
+διά τας σκληρότητας εις τας οποίας ήμουν ηναγκασμένος να προσφεύγω.
+Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος φέρεται τόσον φιλανθρώπως προς
+τους ξένους, είνε δυνατόν να φέρεται αδίκως προς τους ιδικούς του, αν
+μη λαμβάνη παρ' αυτών σοβαράς αφορμάς;
+
+Αυτά είχα να είπω προς υμάς ως απολογίαν• νομίζω δε ότι είνε αληθή και
+δίκαια και μάλλον επαίνου παρά μίσους άξια. Τώρα δε είνε καιρός να σας
+ομιλήσω περί του αφιερώματός μου, πόθεν και πώς απέκτησα τον ταύρον
+τούτον χωρίς να πληρώσω εκείνον ο οποίος τον κατεσκεύασε. Διότι δεν
+είμαι τόσον ανόητος ώστε να επιθυμώ την απόκτησιν τοιούτων
+αντικειμένων. Εκείνος ο οποίος τον κατεσκεύασεν ήτο Ακραγαντίνος
+ονόματι Περίλαος, καλός μεν χαλκεύς, κακός δε άνθρωπος. Ούτος έχων
+πολύ εσφαλμένην ιδέαν περί των αισθημάτων μου, ενόμιζεν ότι θα με
+ευχαριστεί εάν επενόει νέον τι βασανιστήριον, διότι ενόμιζεν ότι μου
+ήτο επιθυμία απαραίτητος να βασανίζω ανθρώπους. Κατεσκεύασε λοιπόν
+αυτόν τον χάλκινον ταύρον, φυσικώτατον και ωραιότατον και μου τον
+έφερε• μόνον η κίνησις και ο μυκηθμός του έλειπε διά να νομισθή
+ζωντανός. Όταν δε τον είδα αμέσως ανεφώνησα ότι πρέπει να σταλή ως
+αφιέρωμα εις τον Πύθιον Απόλλωνα και ότι είνε άξιον του θεού αφιέρωμα.
+Αλλ' ο Περίλαος ο οποίος ήτο εκεί μου είπε• Και τι θα είπης όταν θα
+ίδης την τέχνην με την οποίαν είνε εσωτερικώς κατασκευασμένος και τον
+σκοπόν εις τον οποίον δύναται να χρησιμεύση; Ανοίξας δε τότε τα νώτα
+του ταύρου, όταν θέλης, είπε, να τιμωρήσης κανένα θα τον εισάγης εις
+αυτό το μηχάνημα και θα τον κλείης εντός αυτού. Έπειτα θα προσαρμόζης
+αυτούς τους αυλούς εις τους ρώθωνας του ταύρου και θα διατάσσης ν'
+ανάπτουν φωτιάν κάτω από την κοιλίαν του. Τότε ο κλεισμένος εντός του
+ταύρου θα καταληφθή από τρομερούς πόνους και θ' αρχίση να φωνάζη, αλλ'
+αι κραυγαί του θα εξέρχωνται από τους αυλούς ως παθητικώταται μελωδίαι
+και ο ταύρος θα εκπέμπη συγκινητικούς μυκηθμούς και αρμονικάς
+θρηνωδίας, ούτως ώστε εκείνος μεν θα τιμωρήται, συ δε θα τέρπεσαι υπό
+μουσικής. Άμα ήκουσα ταύτα, εσιχάθηκα την πολυμήχανον κακίαν του
+ανθρωπου και εμίσησα την καταχθονιότητα του μηχανήματος και απεφάσισα
+να τιμωρήσω τον εφευρέτην διά της εφευρέσεώς του. Και του είπα• Εάν,
+Περίλαε, όλα αυτά δεν είνε ψεύδη, πρέπει να εισέλθης ο ίδιος εις το
+μηχάνημα σου, να μιμηθής τας κραυγάς των βασανιζομένων και ν'
+αποδείξης την αλήθειαν της τέχνης σου, διά να ίδωμεν αν αληθώς αι
+κραυγαί σου θα μεταβληθούν εις μελωδίας. Ο Περίλαος υπήκουσεν, αφού δε
+εισήλθεν εις τον ταύρον και τον έκλεισα, διέταξα ν' ανάψουν υπό το
+μηχάνημα πυρ και του είπα• Τώρα λάβε την αμοιβήν την οποίαν αξίζει η
+θαυμαστή σου τέχνη και ως διδάσκαλος της μουσικής άρχισε πρώτος να
+παίζης. Και αυτός μεν ετιμωρήθη δικαίως διά την εφεύρεσίν του• εγώ δε
+διατάξας να τον εξαγάγουν, ενώ ακόμη έζη και ανέπνεε, διά να μη μιάνη
+το κατασκεύασμά του, παρήγγειλα να τον ρίψουν εκ των κρημνών,
+καθαρίσας δε τον χάλκινον ταύρον, τον έστειλα προς υμάς διά ν'
+αφιερωθή εις τον θεόν, διέταξα δε συγχρόνως να γραφή επ' αυτού όλη η
+διήγησις, το όνομα εμού του αφιερούντος και του τεχνίτου Περιλάου, την
+επίνοιαν τούτου και την δικαιοσύνην την ιδικήν μου, την δικαίαν
+τιμωρίαν, την μουσικήν του χαλκέως και το πρώτον πείραμα της μουσικής
+ταύτης.
+
+Υμείς δε, ω Δελφοί, θα πράξετε έργον δικαιοσύνης να τελέσετε θυσίαν
+υπέρ εμού μετά των απεσταλμένων, να τοποθετήσετε δε τον ταύρον εις
+καλόν μέρος του ναού ώστε να βλέπουν όλοι πώς φέρομαι εγώ προς τους
+κακούς και πώς τιμωρώ τας περιττάς προς κακουργίαν επιθυμίας των.
+Διότι είνε αρκετή διά να φανερώση τον χαρακτήρα μου και μόνη η τιμωρία
+του Περιλάου και η αφιέρωσις του ταύρου, τον οποίον δεν εφύλαξα δι'
+άλλων τιμωρουμένων μελωδήματα και τίποτε άλλο δεν έπαιξα εις αυτό το
+μουσικόν όργανον παρά μόνον του τεχνίτου τας κραυγάς και ότι μόνον
+αυτόν μετεχειρίσθην διά να δοκιμάσω την τέχνην του και εις αυτόν
+έπαυσα την βάρβαρον εκείνην και απάνθρωπον μουσικήν. Επί του παρόντος
+αρκούμαι εις αυτό το αφιέρωμα, θα κάμω δε και άλλα πολλάκις, όταν δ'
+θεός συντελέση ώστε να μη ευρίσκωμαι εις την ανάγκην να τιμωρώ.
+
+Ταύτα, ω Δελφοί, είνε όσα σας γράφει ο Φάλαρις, αληθή όλα όπως
+επράχθησαν, είνε δε δίκαιον να πιστεύσετε την μαρτυρίαν μας, διότι και
+εις θέσιν είμεθα να τα γνωρίζωμεν και ουδένα λόγον έχομεν να
+ψευσθώμεν. Εάν δε πρέπει να προσεύχεσθε και υπέρ ανθρώπου όστις αδίκως
+θεωρείται κακός και χωρίς να το θέλη αναγκάζεται να τιμωρή, σας
+παρακαλούμεν ημείς οι Ακραγαντίνοι, οι οποίοι είμεθα Έλληνες και
+Δωριείς την καταγωγήν, να δεχθήτε την φιλίαν την οποίαν σας προσφέρει
+ο Φάλαρις, ο οποίος έχει την διάθεσιν να κάμη πολλάς δωρεάς και εις το
+κοινόν σας και ιδιαιτέρως εις ένα έκαστον από σας. Λάβετε λοιπόν τον
+ταύρον και αναθέσατέ τον και ευχηθήτε και υπέρ της Ακράγαντος και υπέρ
+του Φαλάριδος και μήτε ημάς αποπέμψετε απράκτους, μήτε εκείνον
+προσβάλλετε και ούτε τον θεόν να στερήσετε ωραιοτάτου και συγχρόνως
+δικαιοτάτου αναθήματος.
+
+
+
+
+Φ Α Λ Α Ρ Ι Σ
+
+
+
+
+Λόγος δεύτερος
+
+
+
+Ούτε των Ακραγαντίνων, ω άνδρες Δελφοί, είμαι απεσταλμένος, ούτε του
+Φαλάριδος ατομικός φίλος, ούτε με συνδέει προς αυτόν αγάπη τις ή
+μελλούσης φιλίας ελπίς• αλλ' αφού ήκουσα όσα είπον οι πρέσβεις αυτού
+μετριόφρονα και φρόνιμα, απέβλεψα δε εις το συμφέρον της θρησκείας και
+εις το συμφέρον όλων ημών, όχι μόνον διά το παρόν αλλά και διά το
+μέλλον, λαμβάνω τον λόγον διά να σας συμβουλεύσω να μη προσβάλετε ένα
+ηγεμόνα όστις θέλει να είνε ευσεβής, ούτε ν' απορρίψετε αφιέρωμα το
+οποίον ήδη προωρίσθη διά τον θεόν και μάλιστα διότι τούτο θα
+χρησιμεύση και θα μείνη ως παράδειγμα τριών εκ των σπουδαιοτάτων
+πραγμάτων, τέχνης καλλίστης και ιδέας κακίστης και δικαίας τιμωρίας.
+Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και το να διστάσετε όπως δήποτε περί τούτου
+και να συσκέπτεσθε εάν πρέπει να δεχθήτε το αφιέρωμα ή να το
+επιστρέψετε, είνε ήδη ανόσιον ή μάλλον αποτελεί υπερβολικήν ασέβειαν•
+διότι είνε καθαρά ιεροσυλία και πολύ μεγαλειτέρα των άλλων• εάν είνε
+ιερόσυλοι οι κλέπτοντες τα ήδη αφιερωμένα εις τον θεόν, είνε πολύ
+περισσότερον ιερόσυλοι εκείνοι οίτινες εμποδίζουν και τους
+σκεπτομένους να αφιερώσουν τι εις το ιερόν. Σας παρακαλώ δε, διότι
+είμαι και εγώ Δελφός και εξ ίσου με υμάς μετέχω εις την κοινήν φήμην,
+εάν διατηρήται, και εις την δυσφήμισιν εάν τοιαύτη τις δημιουργηθή εκ
+του ζητήματος, περί του οποίου πρόκειται, μήτε ν' αποκλείωμεν του
+ιερού τους ευσεβείς, ούτε την πόλιν να παριστώμεν εις όλον τον κόσμον
+ως κατηγορούσαν τα πεμπόμενα προς τον θεόν αφιερώματα και υποβάλλουσαν
+τους αφιερούντας εις δίκην και ψήφον• διότι ουδείς πλέον θα τολμήση
+ναφιερώση, αφού θα γνωρίζη ότι ο θεός δεν θα δεχθή ό,τι πρότερον δεν
+επιδοκιμάσουν οι κάτοικοι των Δελφών.
+
+Αλλ' ο Πύθιος Απόλλων εξέφερεν ήδη την δικαίαν περί του αφιερώματος
+γνώμην• διότι αν εμίσει τον Φάλαριν και απεστρέφετο το δώρον αυτού, θα
+του ήτο εύκολον να το βυθίση εις το μέσον του Ιονίου πελάγους μετά του
+πλοίου το οποίον το έφερε• εξ εναντίας όμως συνετέλεσεν ώστε να
+ταξειδεύση το πλοίον, ως λέγεται, με λαμπρόν καιρόν και να φθάση σώον
+μετά του φορτίου του εις την Κίρραν.{29} Εκ τούτου γίνεται φανερόν ότι
+δέχεται προθύμως την ευσέβειαν του ηγεμόνος. Πρέπει λοιπόν και ημείς
+συμφώνως προς την γνώμην του θεού να ψηφίσωμεν και να προσθέσωμεν τον
+ταύρον τούτον εις τα άλλα κοσμήματα του ναού. Διότι θα είνε λίαν
+άτοπον όταν εστάλη προς τον θεόν δώρον τόσον μεγαλοπρεπές, να δοθή εκ
+του ιερού ψήφος καταδικαστική και ως αμοιβή προς τον αφιερωτήν να
+σταλή η καταδίκη ότι ούτε να αφιερώση θεωρείται άξιος.
+
+Εκείνος, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία προς εμέ, ως εάν προ ολίγου
+καιρού ήλθεν εξ Ακράγαντος, διηγείται εις βάρος του τυράννου σφαγάς
+και βιασμούς και αρπαγάς και απαγωγάς σχεδόν ως αυτόπτης, ενώ
+γνωρίζομεν ότι ουδέποτε εισήλθεν εις πλοίον και ουδέποτε απεμακρύνθη
+των Δελφών. Αλλά διά τα τοιαύτα ούτε τους παρουσιαζομένους ως παθόντας
+πρέπει να πιστεύωμεν όταν τα διηγούνται, — διότι είνε άδηλον αν λέγουν
+την αλήθειαν — πολύ δε ολιγώτερον εις εκείνους οίτινες κατηγορούν διά
+πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν. Αλλά και αν τι τοιούτον συνέβη εις
+την Σικελίαν, δεν ανήκει εις τους Δελφούς να το εξετάζουν, εκτός εάν
+αντί ιερέων αξιούμεν τώρα ότι είμεθα δικασταί και αντί να θυσιάζωμεν
+και κατά τα άλλα να υπηρετούμεν τον θεόν, να συζητούμεν εάν τινες των
+κατοικούντων πέραν του Ιονίου πελάγους τυραννούνται δικαίως ή αδίκως.
+
+Ας αφήσωμεν τους άλλους να φροντίζουν διά τας υποθέσεις των και ημείς
+ας φροντίζωμεν διά τας ιδικάς μας και να εξετάζωμεν πώς ήσαν άλλοτε
+και πώς είνε τώρα και τι είνε το καλλίτερον και συμφερώτερον δι' ημάς.
+Ότι κατοικούμεν εις κρημνούς και γεωργούμεν εις πέτρας είνε περιττόν
+να περιμένετε να το μάθετε από τον Όμηρον, αφού το βλέπετε με τους
+οφθαλμούς σας.
+
+Εάν επεριμέναμεν να ζήσωμεν από την γην μας θα είχαμεν την πείναν
+παντοτεινόν σύντροφον. Ο ναός και ο Πύθιος Απόλλων, το χρηστήριον και
+οι θυσιάζοντες και οι προσφέροντες αφιερώματα είνε των Δελφών οι αγροί
+και το εισόδημα• εξ αυτών η ευπορία μας, εξ αυτών η τροφή μας — διότι
+πρέπει μεταξύ μας να λέγωμεν την αλήθειαν—και όπως λέγουν οι ποιηταί,
+άσπαρτα και αγεώργητα φυτρώνουν δι' ημάς τα πάντα, γεωργούντος του
+θεού, όστις όχι μόνον ό,τι καλόν παράγεται εις την Ελλάδα μας παρέχει,
+αλλά και όσα καλά γίνονται εις την Φρυγίαν, την Λυδίαν, την Περσίαν,
+την Ασσυρίαν, την Φοινίκην, την Ιταλίαν και τας υπερβορείους χώρας,
+όλα εις τους Δελφούς προσκομίζει. Κατόπιν δε του θεού και εις δευτέραν
+μοίραν ημείς τιμώμεθα υπό πάντων και ευπορούμεν και ευτυχούμεν. Ούτω
+συνέβαινεν εις τους παλαιούς χρόνους, ούτω γίνεται μέχρι σήμερον και
+δεν πρέπει να παύσωμεν ούτω να ζώμεν. Δεν αναφέρεται δε ότι εδόθη ποτέ
+εις τους Δελφούς ψήφος δι' ανάθημα, ούτε ημποδίσθη τις να θυσιάση ή να
+αφιερώση. Και διά τούτο νομίζω ότι έφθασεν εις τόσω μεγάλην ακμήν το
+ιερόν των Δελφών και έχει τόσον πλούτον αφιερωμάτων. Δεν πρέπει λοιπόν
+να νεωτερίσωμεν εις τίποτε και να εισαγάγωμεν νόμους εναντίους προς τα
+πάτρια, να λεπτολογώμεν διά τα αναθήματα και να εξετάζωμεν την
+προέλευσιν των πεμπομένων, πόθεν και παρά τίνος και οποία είνε, αλλά
+να τα δεχώμεθα χωρίς πολυπραγμοσύνην και να τα αναθέτωμεν,
+υπηρετούντες και τον θεόν και τους ευσεβείς. Μου φαίνεται δε,
+συμπολίται, ότι θα σκεφθήτε άριστα περί του προκειμένου εάν
+συλλογισθήτε ότι πρόκειται περί πολλών και μεγάλων πρώτον περί του
+θεού και του ναού, των θυσιών και των αναθημάτων, των αρχαίων εθίμων
+και θεσμών και περί της δόξης του μαντείου, έπειτα δε υπέρ όλης της
+πόλεως, των κοινών συμφερόντων και των συμφερόντων εκάστου εξ ημών των
+κατοίκων, προ πάντων δε περί της καλής ή κακής φήμης ημών εις όλον τον
+κόσμον. Εάν σκέπτεσθε φρονίμως δεν βλέπω τι δύνασθε να θεωρήσετε
+μεγαλείτερον και αναγκαιότερον τούτου.
+
+Δεν πρόκειται σήμερον περί του Φαλάριδος μόνον, περί ενός τυράννου,
+ούτε περί του χαλκίνου τούτου ταύρου, αλλά περί όλων των βασιλέων και
+όλων των ηγεμόνων όσοι τώρα ζητούν την γνώμην του μαντείου, και περί
+του χρυσού και αργύρου και των άλλων πολυτίμων τα οποία πολλάκις
+αφιερούνται εις τον θεόν διότι πρώτον από του θεού πρέπει ν' αρχίσωμεν
+την εξέτασιν. Διά ποίον λόγον λοιπόν δεν θα πράξωμεν και εις την
+προκειμένην περίπτωσιν ό,τι εγίνετο πάντοτε προκειμένου περί
+αναθημάτων; ή ποίαν αιτίασιν έχομεν κατά των παλαιών εθίμων διά να
+θεσπίσωμεν νέα; Και εκείνο το οποίον ουδέποτε έγεινεν, αφ' ότου
+κατοικούμεν εις αυτήν την πόλιν και ο Πύθιος δίδει χρησμούς και ο
+τρίπους λαλεί και η ιέρεια εμπνέεται, θα γείνη σήμερον και θα
+υποβάλωμεν εις κρίσιν και εξέτασιν τους αφιερωτάς; Ένεκα του παλαιού
+εθίμου το οποίον επιτρέπει εις όλους ελευθέρως να αφιερούν βλέπετε από
+πόσα πλούτη εγέμισε το ιερόν, καθότι όλοι αφιερώνουν, τινές δε και
+υπέρ τας δυνάμεις των• εάν δε γίνετε κριταί και εξετασταί των
+αναθημάτων, φοβούμαι ότι δεν θα έχωμεν ποίους να κρίνωμεν, διότι
+ουδείς θα θελήση να γείνη υπόδικος, να δαπανά και να υποβάλλεται εις
+θυσίας διά να δικάζεται έπειτα και να κινδυνεύη. Και θα είνε πλέον
+υποφερτή η ζωή εις εκείνον όστις θα κριθή ανάξιος και αφιερώματα να
+προσφέρη;
+
+
+
+
+Α Λ Ε Ξ Α Ν Δ Ρ Ο Σ Ή Ψ Ε Υ Δ Ο Μ Α Ν Τ Ι Σ
+
+
+
+
+Συ μεν ίσως, ω φίλτατε Κέλσε {30} νομίζεις μικρόν και εύκολον εκείνο
+το οποίον μου παραγγέλλεις, δηλαδή να σου γράψω βιβλίον περί του βίου
+και των τεχνασμάτων, των τολμημάτων και των μαγειών του αγύρτου
+Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου και σου το πέμψω• αλλ' εάν θέλη τις να
+περιγράψη τα καθέκαστα ακριβώς, δεν θα είνε ευκολώτερον από το να
+ιστορήση τας πράξεις του Αλεξάνδρου, υιού του Φιλίππου• τόσον ούτος
+υπήρξε μέγας κατά την κακίαν, όσον εκείνος κατά την αρετήν. Αλλ' όμως
+εάν μέλλης να αναγνώσης με επιείκειαν όσα θα σου γράψω και να
+συμπληρώσης τας ελλείψεις της ιστορίας, θα αναλάβω τον άθλον και του
+Αυγείου τον σταύλον, αν όχι όλον, αλλ' όσον δύναμαι θα προσπαθήσω να
+καθαρίσω, εξάγων ολίγους κοφίνους, ώστε να δύνασαι εξ εκείνων να
+συμπεράνης πόση και πόσον απερίγραπτος ήτον η όλη κόπρος, την οποίαν
+τρισχίλιοι βόες επί πολλά έτη θα ηδύναντο να παραγάγωσι.
+
+Εντρέπομαι και διά τους δύο, διά σε και διά τον εαυτόν μου• διά σε,
+απαιτούντα να παραδοθή εις τους μεταγενεστέρους διά της γραφής η μνήμη
+ανθρώπου τρισκαταράτου και διά τον εαυτόν μου καταγινόμενον εις
+τοιούτον έργον και ασχολούμενον διά τας πράξεις ανθρώπου ο οποίος δεν
+είνε άξιος να αναγινώσκουν περί αυτού οι μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά
+μάλλον να τον βλέπουν εις μέγιστον θέατρον σπαρασσόμενον υπό πιθήκων ή
+αλωπέκων. Αλλ' εάν τις μας κατηγορήση διά τούτο θα έχωμεν να
+αντιτάξωμεν άλλο τι παραπλήσιον. Και ο Αριανός ο μαθητής του
+Επικτήτου, Ρωμαίος εκ των πρώτων, όστις καθ' όλον του τον βίον
+ησχολείτο με την παιδείαν, έπαθέ τι παρόμοιον και δύναται ν' απολογηθή
+υπέρ ημών. Αυτός κατεδέχθη να γράψη τον βίον του ληστού Τιλλιβόρου.
+Ημείς δε θα ιστορήσωμεν τας πράξεις ληστού πολύ ωμοτέρου, καθόσον δεν
+ελήστευεν εις τα δάση και τα όρη, αλλ' εις τας πόλεις, και δεν
+ελεηλάτει μόνον την Μυσίαν και τα περί την Ίδην μέρη, ούτε ολίγας
+χώρας της Ασίας τας ερημοτέρας, αλλά όλον, δύναταί τις να είπη, το
+ρωμαϊκόν κράτος εγέμισεν η ληστεία του.
+
+Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω, να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε
+να τον παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ
+δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και
+τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με
+γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη
+εις την ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του
+είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο
+μελωδική και λίαν ευάρεστος• εν γένει δε κατά το εξωτερικόν ήτο
+τέλειος. Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν• όσον διά την ψυχήν και τον
+χαρακτήρα του, αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε {31}, και
+Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν
+τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα δίκτυά του. Κατά την
+πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των άλλων ανθρώπων,
+επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε και είχε
+ισχυρόν το μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν• αλλά τα προτερήματα
+ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν. Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και
+ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους περιφημοτέρους διά την κακίαν
+των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και
+τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν του Ρουτιλλιανόν και
+ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του μετριοφροσύνην,
+διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ συγγνώμην από τον
+Πυθαγόραν, ο οποίος ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας ιδέας• αλλ'
+εάν ήτο σύγχρονος του ημετέρου Αλεξάνδρου, είμαι βέβαιος ότι θα
+εφαίνετο μικρός απέναντι αυτού. Αλλά δι' όνομα των Χαρίτων, μη νομίσης
+ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις
+παραλληλισμόν και να συγκρίνω τας πράξεις των ως ομοίας. Εάν όμως
+κανείς συναθροίση όσα κάκιστα και βλασφημότατα ελέχθησαν εναντίον του
+Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω, δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν
+ελαχίστην και αμυδράν ιδέαν περί της αχρειότητος του Αλεξάνδρου.
+Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και
+μη γνωρίζουσαν εμπόδια, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των
+αποφασισθέντων, πειστικήν και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς
+υποκρινομένην την αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς
+υπό εκδηλώσεις αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν
+απήρχετο με την εντύπωσιν ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο
+πραότατος και συγχρόνως, ο μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός
+τούτου έτεινε πάντοτε προς τα μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά
+μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο.
+
+Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατό τις να
+συμπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί
+χρημάτων προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών
+του κάποιος μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν
+θαυματουργούς μαγείας και εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν
+έρωτας, εκδικήσεις κατά των εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και
+κληρονομιών επιτυχίας—ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και
+καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο
+ολιγώτερον την κακίαν του παρ' όσον αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε
+και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην. Ο μάγος εκείνος φανερά
+ήτο δήθεν ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του Αιγυπτίου Θόωνος,
+φάρμακα πολλά μεν εσθλά μεμιγμένα, πολλά δε λυγρά,{32} των οποίων όλων
+κληρονόμος και διάδοχος έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο διδάσκαλος
+εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων
+πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως {33} και γνωριζόντων όλας αυτού τας
+αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας σχολής προήλθεν ο ημέτερος άνθρωπος.
+
+Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει
+γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την
+ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν• και δεν περιωρίσθη εις μικράς
+επιχειρήσεις, αλλά συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου,
+από τους λαμβάνοντας μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον
+τον χαρακτήρα-—ωνομάζετο δε, νομίζω, Κοκκωνάς.—Οι δύο συνέταιροι
+περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την
+ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον
+ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς. Εν τω μεταξύ δε τούτω ανεκάλυψαν και
+μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη
+την ηλικίαν, αλλ' ήτο ακόμη φιλάρεσκος• και επί τινα καιρόν ετρέφοντο
+παρ' αυτής• και την ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν.
+Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των Μακεδόνων
+βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν ολίγους και
+απόρους κατοίκους. Εκεί είδον όφεις υπερμεγέθεις, λίαν εξημερωμένους
+και ακάκους, ώστε εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιμώντο μετά των
+παιδίων και πατούμενοι δεν εξηρεθίζοντο και ενοχλούμενοι δεν ωργίζοντο
+και γάλα έπινον από του μαστού, όπως τα βρέφη-—υπάρχουν δε πολλοί εις
+το μέρος εκείνο, εξ ου και προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυμπιάδος μύθος,
+κατά τον οποίον δράκων τοιούτος συνεκοιμάτο με την σύζυγον του
+Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον Αλέξανδρον. Οι δύο συνέταιροι
+ηγόρασαν έν εκ των ερπετών τούτων το καλλίτερον αντί ολίγων οβολών.
+Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος. Οι δύο εκείνοι
+φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατοι
+ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι τύραννοι, η
+ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους καταλλήλως
+ταχέως θα πλουτήση• διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον
+φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και
+επιθυμητή• δι' αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι
+Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι
+αναγκάζονται πάντοτε υπό των προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και
+του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία και να ζητούν να μάθουν τα
+μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας και ν' αφιερώνουν
+χρυσάς πλίνθους. Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να
+ιδρύσουν μαντείον και να δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η
+επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς.
+Τωόντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ' αποτελέσματα υπερέβησαν τας
+προσδοκίας και τας ελπίδας των.
+
+Έπειτα ήρχισαν να σκέπτωνται πρώτον μεν διά την εκλογήν του μέρους,
+όπου θα ιδρύετο το μαντείον, έπειτα δε περί της αρχής και του τρόπου
+της επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν ως το καταλληλότερον μέρος
+την Χαλκηδόνα, ως τόπον εμπορικόν και γειτονεύοντα προς την Θράκην και
+την Βιθυνίαν, μη απέχοντα δε πολύ και της Ασίας και της Γαλατίας και
+όλων των βορειότερον κατοικούντων λαών. Αλλ' ο Αλέξανδρος επροτίμα την
+πατρίδα του, λέγων και δικαίως ότι διά να επιτύχη εις την αρχήν της
+τοιαύτη επιχείρησις έχει ανάγκην ανθρώπων αξέστων και μωρών, τοιούτοι
+δ' έλεγεν ότι είνε οι Παφλαγόνες οι κατοικούντες πέραν της
+Αβωνοτείχου, δεισιδαίμονες κατά το πλείστον και πλούσιοι, οίτινες και
+μόνον αν φανή τις αγύρτης, συνοδευόμενος υπό αυλητού ή τυμπανιστού ή
+κύμβαλα κροτούντος, και αν ακόμη, κατά το λεγόμενον, μαντεύη με το
+κόσκινον, χάσκουν ενώπιόν του και τον θαυμάζουν ως θεόν.
+
+Μετά μικράν περί τούτου φιλονεικίαν, υπερίσχυσεν η γνώμη του
+Αλεξάνδρου και μεταβάντες εις την Χαλκηδόνα—διότι ήτον αναγκαία εις
+τον σκοπόν των και η πόλις αύτη—έθαψαν εις το ιερόν του Απόλλωνος, το
+οποίον είνε αρχαιότατον εις την Χαλκηδόνα, πινακίδας χαλκίνας, επί των
+οποίων είχον χαράξει γράμματα λέγοντα ότι εντός ολίγου ο Ασκληπιός
+μετά του πατρός του Απόλλωνος μεταναστεύει εις τον Πόντον, όπου θα
+καταλάβη το τείχος του Αβώνου. Αι πινακίδες αύται ανεκαλύφθησαν έπειτα
+τυχαίως δήθεν και συνετέλεσαν να διαδοθή καθ' όλην την Βιθυνίαν και
+τον Πόντον και προ πάντων εις το τείχος του Αβώνου η φήμη αύτη. Οι
+κάτοικοι δε της τελευταίας πόλεως εψήφισαν αμέσως να εγερθή ναός και
+αμέσως ήρχισαν να σκάπτουν τα θεμέλια.
+
+Τότε ο Κοκκωνάς εγκατελείφθη εις την Χαλκηδόνα, όπου κατεγίνετο να
+γράφη χρησμούς επαμφοτερίζοντας, αμφιβόλους, και σκοτεινούς, εκεί δε
+μετ' ολίγον απέθανε δηλητηριασθείς υπό εχίδνης, νομίζω. Ο δε
+Αλέξανδρος μετέβη εις την πατρίδα του, τρέφων ήδη μακράν κόμην και
+φορών ένδυμα πορφυρόλευκον και επ' αυτού άλλο κατάλευκον και κρατών
+ξιφοδρέπανον, όπως ο Περσεύς, από του οποίου έλεγεν ότι κατήγετο εκ
+μητρός• και οι χαμένοι οι Παφλαγόνες, ενώ εγνώριζον ότι αμφότεροι οι
+γονείς αυτού ήσαν αφανείς και ταπεινοί, επίστευον εις χρησμόν,
+κατασκευασθέντα υπό του Αλεξάνδρου, ο οποίος έλεγε:
+
+ Περσείδης γενεήν Φοίβω φίλος ούτος οράται,
+ δίος Αλέξανδρος, Ποδαλειρίου αίμα λελογχώς {34}
+
+Φαίνεται ότι ο Ποδαλείριος ήτο τόσον ασελγής και γυναικομανής, ώστε
+από της θεσσαλικής Τρίκκης κατώρθωσε να γονιμοποιήση την μητέρα του
+Αλεξάνδρου ευρισκομένην εις την Παφλαγονίαν. Υπήρχε δε ήδη και
+χρησμός, τον οποίον τάχα εξέφερεν η Σίβυλλα: «Κατά τα παράλια του
+Ευξείνου Πόντου, πλησίον της Σινώπης, θα γεννηθή υπό την κυριαρχίαν
+των Αυσωνίων εις τα μέρη της Τύρσιδος, προφήτης, του οποίου το όνομα
+αρχίζει από μίαν μονάδα, την οποίαν ακολουθούν τρεις δεκάδες, έπειτα
+πέντε άλλαι μονάδες και τρεις εικοσάδες. Ούτω σχηματίζεται το όνομα
+ανδρός προστάτου{35}.
+
+Εισβαλών λοιπόν ο Αλέξανδρος με τοιαύτην θεατρικήν παρασκευήν εις την
+πατρίδα του, έγεινε περίβλεπτος και περίφημος. Μη αρκούμενος δε εις
+την άλλην αγυρτείαν, υπεκρίνετο και ότι κατελαμβάνετο υπό ιεράς μανίας
+και ενίοτε το στόμα του επληρούτο αφρού. Τούτο δε είνε εύκολον να
+γίνεται κατά βούλησιν, άμα κανείς μασήση την ρίζαν του βαφικού χόρτου,
+το οποίον ονομάζεται στρουθίον. Αλλ' εις τους Παφλαγόνας εφαίνετο και
+ο αφρός εκείνος ως θείον τι. Ο Αλέξανδρος είχε προς τούτοις προ πολλού
+κατασκευάση μίαν κεφαλήν όφεως από ύφασμα, η οποία είχε τι το
+παρεμφερές προς την ανθρωπίνην μορφήν και ήτο χρωματισμένη φυσικώτατα,
+τη βοηθεία δε ιππείων τριχών ήνοιγε και έκλειε το στόμα και προέβαλλε
+γλώσσαν μαύρην και διχασμένην, όπως του δράκοντος, η οποία ομοίως
+εσύρετο διά τριχών. Είχον ακόμη και τον εκ Πέλλης όφιν και τον
+έτρεφον, διά να εμφανισθή εις τον κατάλληλον καιρόν και να λάβη μέρος
+ή μάλλον να πρωταγωνιστήση εις την κωμωδίαν.
+
+Όταν δε έφθασεν ο καιρός διά ν' αρχίσουν, ο Αλέξανδρος έπραξε το εξής•
+μεταβάς την νύκτα εις τα θεμέλια του ναού, τα οποία προ ολίγου είχον
+σκαφή—υπήρχε δε εντός αυτών νερόν το οποίον ή εκείθεν ανέβρυεν ή εκ
+της βροχής προήρχετο—και εκεί έρριψε αυγόν χήνας, εις το οποίον, αφού
+το εκένωσεν, είχε θέση ερπετόν αρτιγέννητον. Αφού το έκρυψεν εντός του
+πηλού, απήλθε• το δε πρωί έτρεξεν εις την αγοράν γυμνός, φορών μόνον
+περίζωμα χρυσούν και κρατών το ξιφοδρέπανον, συγχρόνως δε σείων την
+λυτήν του κόμην, όπως οι τελούντες τα όργια της Ρέας• και
+ενθουσιώντες, ανέβη εις βωμόν υψηλόν και εκείθεν ηγόρευε προς τα πλήθη
+και εμακάριζε την πόλιν, εις την οποίαν θα ήρχετο εντός ολίγου ο θεός,
+ούτως ώστε θα εγίνετο ορατός εις όλους. Οι παρόντες—είχε δε προστρέξει
+σχεδόν όλη η πόλις, μετά των γυναικών, των παιδίων και των γερόντων—
+κατελήφθησαν υπό συγκινήσεως και ήρχισαν να εύχωνται και να
+προσκυνούν. Αυτός δε επρόφερε λέξεις ακατάληπτους, ως Εβραϊκάς ή
+Φοινικικάς, και εξέπληττε τους ανθρώπους μη εννοούντας τι έλεγε, πλην
+των ονομάτων του Απόλλωνος και του Ασκληπιού, τα οποία ανεμίγνυεν εις
+τα ακατάληπτα εκείνα.
+
+Έπειτα διηυθύνθη τρέχων προς τον ανεγειρόμενον ναόν και καταβάς εις το
+όρυγμα των θεμελίων εις το μέρος όπου θα ήτο η πηγή του μαντείου,
+εισήλθεν εις το νερόν ψάλλων ύμνους του Ασκληπιού και του Απόλλωνος
+και εκάλει τον θεόν να ευδοκήση να έλθη εις την πόλιν. Έπειτα εζήτησε
+φιάλην όταν δε του εδόθη, την εισήγαγεν εις το νερόν και μετά του
+νερού και του πηλού ανέσυρε το αυγόν, εις το οποίον ήτο κλεισμένος ο
+θεός του. Ήτο δε η οπή του αυγού κλεισμένη με κηρόν λευκόν και
+ψιμύθιον λαβών δε αυτό εις τας χείρας του είπεν ότι εκράτει τον
+Ασκληπιόν. Οι παριστάμενοι παρετήρουν τα γινόμενα και εθαύμαζον προ
+πάντων διά την ανακάλυψιν του αυγού εις το νερόν. Αφού δε έσπασε το
+αυγόν και εδέχθη εις την παλάμην του το έμβρυον του ερπετού και οι
+παρόντες το είδον να κινήται και να περιτυλίσσεται εις τους δακτύλους
+• του, ήρχισαν να αναφωνούν και να προσκυνούν τον θεόν και να
+μακαρίζουν την πόλιν, έκαστος δε εζήτει παρά του θεού θησαυρούς και
+πλούτη και υγείαν και πάντα τα άλλα αγαθά. Ο δε Αλέξανδρος τρέχων
+πάλιν επέστρεψεν εις την οικίαν του, φέρων και τον αρτιγέννητον
+Ασκληπιόν, ο οποίος ούτω εγεννήθη δύο φοράς, ενώ οι άλλοι άνθρωποι
+γεννώνται μίαν φοράν, και εγεννήθη όχι εκ της Κορωνίδος, ούτε
+τουλάχιστον εκ κορώνης{36}, αλλ' εκ χήνας. Ο δε λαός όλος ηκολούθει
+και ήσαν όλοι ενθουσιασμένοι και τρελλοί από υπερβολικάς ελπίδας.
+
+Επί ημέρας έμεινεν εις την κατοικίαν του, ελπίζων, όπως και έγεινε,
+ότι εντός ολίγου η φήμη θα έφερε πολλούς εκ των Παφλαγόνων εις το
+τείχος του Αβώνου. Οταν δε υπερεπληρώθη η πόλις από ανθρώπους, οι
+οποίοι είχον ήδη χάσει προηγουμένως νουν και καρδίαν και ουδόλως
+ωμοίαζαν προς λογικούς ανθρώπους και μόνον κατά την μορφήν διέφερον
+από τα πρόβατα, ο Αλέξανδρος καθήμενος με πολλήν ιεροπρέπειαν επί
+κλίνης εις μίαν μικράν οικίαν είχεν εις τον κόλπον του τον εκ Πέλλης
+Ασκληπιόν, ο οποίος ήτο υπερμεγέθης και ευτραφής, και τον άφινε να
+περιτυλίσσεται εις τον τράχηλόν του και να μένη έξω η ουρά του. Ήτο δε
+τόσον μεγάλος, ώστε μέρος αυτού εσύρετο εις την ποδιάν του και έφθανε
+μέχρι του εδάφους. Ο Αλέξανδρος εκράτει εις την μασχάλην του και
+έκρυπτε την κεφαλήν του όφεως, ο οποίος δεν έφερεν αντίστασιν, διότι,
+ως ελέχθη, ήτο πολύ ανεκτικός και ήμερος, και παρουσίαζε την εξ
+υφάσματος κεφαλήν ως την κεφαλήν τάχα του πραγματικού όφεως. Να
+φαντασθής έπειτα ότι αυτά συνέβαινον εις οικίσκον ανεπαρκώς
+φωτιζόμενον και ότι εις αυτόν συνηθροίζετο πλήθος παντοδαπών ανθρώπων
+προκατειλημμένων, εχόντων την φαντασίαν εξημμένην και περιμενόντων να
+ίδουν θαυμαστά πράγματα. Εις τούτους εισερχομένους επόμενον είνε ότι
+εφαίνετο θαυμαστόν πώς το προ ολίγου μικρόν ερπετόν εντός ολίγων
+ημερών έγεινε τόσον μεγάλος όφις με μορφήν ανθρωπίνην και συγχρόνως
+τόσον ήμερος. Δεν έμενον άλλως επί πολύ, αλλά πριν να ιδούν ακριβώς το
+επιδεικνυόμενον θαύμα, εξεδιώκοντο υπό των κατόπιν εισερχομένων
+αδιακόπως. Είχε δε ανοιχθή άλλη έξοδος κατέναντι της εισόδου, όπως
+λέγεται ότι έπραξαν και οι Μακεδόνες εις την Βαβυλώνα κατά την
+ασθένειαν του Αλεξάνδρου, ότε ο Μακεδονικός στρατός περικυκλώσας τα
+ανάκτορα εζήτει να ίδη τον θνήσκοντα βασιλέα και να του απευθύνη τον
+τελευταίον χαιρετισμόν. Την επίδειξιν ταύτην δεν έκαμε μίαν φοράν
+μόνον ο μιαρός ψευδόμαντις, αλλά πολλάκις και μάλιστα οσάκις ήρχοντο
+προς αυτόν επισκέπται πλούσιοι διά πρώτην φοράν.
+
+Διά να είπωμεν την αλήθειαν, φίλε Κέλσε, πρέπει να δικαιολογήσωμεν
+τους Παφλαγόνας εκείνους και Ποντικούς, διότι όντες άνθρωποι
+χονδροκέφαλοι και απαίδευτοι εξηπατήθησαν, ως βεβαιούμενοι και διά της
+αφής περί της πραγματικότητος του όφεως — διότι και την απόδειξιν
+ταύτην παρείχεν εις τους βουλομένους ο Αλέξανδρος — και εις αμυδρόν
+φως βλέποντες την κεφαλήν αυτού να ανοίγη και να κλείη το στόμα. Μόνον
+ένας Δημόκριτος ή και αυτός ο Επίκουρος ή ο Μητρόδωρος ή και άλλος τις
+εξ εκείνων των οποίων η ισχυρά διάνοια δεν πιστεύει ευκόλως και
+αβασανίστως, θα ηδύναντο να δυσπιστήσουν προς το τέχνασμα και να
+μαντεύσουν περί τίνος επρόκειτο• και αν δεν ηδύναντο να εύρουν την
+αλήθειαν, πάλιν θα εσχημάτιζον την πεποίθησιν ότι τους διέφευγεν ο
+τρόπος της απάτης, αλλ' ότι το παν ήτο ψεύδος και αδύνατον να είνε
+αληθές.
+
+Ολίγον κατ' ολίγον όλη η Βιθυνία και η Γαλατία και η Θράκη
+προσέτρεξαν, διότι έκαστος εκ των επιστρεφόντων έλεγεν ότι είδε
+γεννώμενον τον θεόν και τον ήγγισε με τας χείρας του όταν μετ' ολίγον
+έγεινε παμμέγιστος και παρουσίασε μορφήν ανθρωπίνην. Έγειναν δε και
+εικόνες και αγάλματα και ξόανα παριστώντα τον ιερόν εκείνον δράκοντα,
+άλλα μεν εκ χαλκού, άλλα δε εξ αργύρου, και εδόθη εις τον θεόν το
+όνομα Γλύκων, συνεπεία εμμέτρου και θείου παραγγέλματος, το οποίον
+εξεφώνησεν ο Αλέξανδρος•
+
+ Ειμί Γλύκων, τρίτον αίμα Διός, φάος ανθρώποισι.{37}
+
+Όταν δε ο Αλέξανδρος ενόμισεν ότι ήτο καιρός να αρχίση η εκμετάλλευσις
+των προπαρασκευών του και έλαβε την έγκρισιν να παρέχη χρησμούς και να
+δίδη γνώμας εις τους ζητούντας παρά του εν Κιλικία Αμφιλόχου—διότι και
+ούτος μετά τον θάνατον του πατρός του Αμφιάρεω και την καταστροφήν του
+εις τας Θήβας, κατέφυγεν εις την Κιλικίαν• και έζησεν ευτυχής
+προφητεύων εις τους Κίλικας το μέλλον και λαμβάνων δύο οβολούς δι'
+έκαστον χρησμόν— ήρχισε να προλέγη εις όλους τους ερχομένους ότι ο
+θεός εις ημέραν την οποίαν ώριζε θα παρείχε χρησμούς. Παρήγγειλε δε
+εις πάντα βουλόμενον να γράψη ό,τι εζήτει και ήθελε να μάθη και να
+περιρράψη και σφραγίση διά κηρού ή πηλού ή άλλου τοιούτου το γραφέν•
+αυτός δε θα ελάμβανε τας σημειώσεις ταύτας και θα κατέβαινεν εις το
+άδυτον, διότι ήδη ο ναός είχε κτισθή και η σκηνή της κωμωδίας είχε
+συμπληρωθή, και αφού θα ήκουε τας απαντήσεις του θεού, θα εκάλει ένα
+έκαστον διά κήρυκος και θα του απέδιδε την σημείωσίν του σφραγισμένην,
+όπως την έδωκε, και συγχρόνως την απόκρισιν υπογεγραμμένην, όπως
+ακριβώς απήντησεν ο θεός εις το ερώτημα εκάστου. Το τέχνασμα δι'
+άνθρωπον, όπως συ και εγώ, δεν ήτο δύσκολον να εννοηθή, διά τους
+απλούς όμως και ανοήτους ανθρώπους εφαίνετο μέγα και θαυμαστόν.
+Γνωρίζων διαφόρους τρόπους να ανοίγη τας σφραγίδας, ήνοιγε τας
+σημειώσεις, ανεγίνωσκε τας ερωτήσεις και έδιδε τας δεούσας απαντήσεις,
+έπειτα δε κλείσας πάλιν και σφραγίσας απέδιδε τα σημειώματα προς μέγαν
+θαυμασμόν των λαμβανόντων. Και ηκούοντο όλοι να λέγουν• πώς αυτός
+εγνώριζεν όσα εγώ του έδωκα ασφαλώς σφραγισμένα με σφραγίδας των
+οποίων η απομίμησις είνε δύσκολος, εάν αληθώς δεν είνε θεός
+παντογνώστης;
+
+Ίσως θα μ' ερωτήσης ποίους τρόπους είχε διά ν' ανοίγη τας σφραγίδας.
+Θα σου τους αναφέρω, διά να δύνασαι να ελέγχης τας τοιαύτας απάτας.
+Και ιδού ο πρώτος, φίλτατε Κέλσε. Επυράκτωνε βελόνην και αφού δι'
+αυτής ανέλυε το υπό την σφραγίδα μέρος του κηρού, αφήρει ευκόλως την
+σφραγίδα χωρίς να την καταστρέψη• αφού δε ανεγίνωσκε τα σφραγισμένα
+ερωτήματα, εθέρμαινε πάλιν διά της βελόνης τον κηρόν και ούτω ευκόλως
+εκόλλα εκ νέου την σφραγίδα εις την προτέραν της θέσιν. Άλλος τρόπος
+ήτο ο διά του λεγομένου κολλυρίου• κατασκευάζεται δε τούτο εκ πίσσης
+Βρυττίας και ασφάλτου και διαφανούς λίθου τριμμένου και κηρού και
+μαστίχης• εξ όλων τούτων έπλαττε το κολλύριον και το εθέρμαινεν εις
+την φωτιάν, το επέθετεν εις την σφραγίδα, αφού προηγουμένως την
+επέχριε με σίελον, και ελάμβανε τον τύπον αυτής. Μετ' ολίγον το
+κολλύριον εξηραίνετο και τότε ήνοιγε το σφραγισμένον γράμμα και αφού
+το ανεγίνωσκε, το εσφράγιζεν εκ νέου με την επί του κολλυρίου
+σφραγίδα, η οποία ήτο απαράλλακτος με την αρχέτυπον σφραγίδα. Αλλ'
+άκουσε και τρίτην μέθοδον. Ανεμίγνυε ασβέστην εις κόλλαν, με την
+οποίαν κολλούν τα βιβλία, και το μίγμα τούτο εφ' όσον ήτο εκόμη
+μαλακόν, επέθετεν εις την σφραγίδα και αφήρει τον τύπον αυτής και
+έπειτα — ξηραίνεται δε το μίγμα αμέσως και γίνεται στερεώτερον κέρατος
+ή μάλλον σιδήρου — το μετεχειρίζετο προς σφράγισιν των
+αποσφραγιζομένων γραμμάτων. Είχε και πολλάς άλλας τοιαύτας μεθόδους,
+αλλά δεν είνε ανάγκη να τας αναφέρωμεν όλας, διά να μη φανώμεν
+απειροκάλως λεπτολογούντες και μάλιστα αφού συ εις τα βιβλία τα οποία
+συνέγραψες κατά των μάγων, τα οποία είνε κάλλιστα και ωφελιμώτατα
+συγγράμματα, ικανά να διαφωτίζουν τους μελετώντας αυτά, αρκετά
+αναφέρεις περί τούτων και πολύ περισσότερα των ειρημένων.
+
+Έδιδε λοιπόν χρησμούς και γνώμας, αλλά με πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων
+να συνδέη την πιθανότητα μετά της πανουργίας. Εις άλλων μεν τας
+ερωτήσεις έδιδε σκολιάς και αμφιβόλους απαντήσεις, εις άλλους δε λίαν
+σκοτεινάς• διότι και το σκοτεινόν του εφαίνετο ως προσόν των χρησμών.
+Και άλλους μεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν, όπως έκρινε καλλίτερον και
+πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε θεραπείας και συνεβούλευε δίαιτας,
+διότι, όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά και χρήσιμα φάρμακα.
+Συνίστα δε προ πάντων τας κυτμίδας, όνομα ανακουφιστικού τινος
+φαρμάκου το οποίον είχεν ονομάσει αυτός και το οποίον κατεσκευάζετο
+από αίγειον λίπος. Οσάκις ηρωτάτο δι' ελπίδας και πόθους και
+κληρονομιάς, ανέβαλλε πάντοτε να δώση οριστικήν απάντησιν και έλεγεν
+ότι όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και ο Αλέξανδρος ο προφήτης μου
+δεηθή και ευχηθή διά σας. Είχε δε ορισθή και τιμή δι' έκαστον χρησμόν
+δραχμή μία και δύο οβολοί. Και μη νομίσης, φίλε μου, ότι ήτο μικρόν
+και ασήμαντον το εισόδημα τούτο, διότι εξ αυτού εισέπραττε κατ' έτος
+έως εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα χιλιάδας δραχμών, καθότι οι
+συμβουλευόμενοι το μαντείον εζήτουν δέκα και δέκα πέντε χρησμούς εξ
+απληστίας. Τα χρήματα δε, τα οποία εισέπραττεν ο Αλέξανδρος, δεν
+εκράτει μόνον προς ιδίαν χρήσιν, ούτε τα απεθησαύριζε δι' εαυτόν• αλλ'
+έχων ήδη πολλούς συνεργάτας και υπηρέτας, κατασκόπους, χρησμοποιούς
+και χρησμοφύλακας, γραφείς και σφραγιστάς και εξηγητάς των χρησμών,
+έδιδεν εις όλους κατά την υπηρεσίαν εκάστου.
+
+Είχε δε ήδη αποστείλη και μερικούς εις την αλλοδαπήν διά να
+διαφημήσουν μεταξύ των εθνών το μαντείον και να διηγούνται ότι δύναται
+να προλέγη τα μέλλοντα και ν' ανευρίσκη φυγάδας και ν' αποκαλύπτη
+κλέπτας και ληστάς, ν' ανακαλύπτη θησαυρούς και να θεραπεύη πάσχοντας,
+ενίοτε δε να επαναφέρη εις την ζωήν και νεκρούς. Προσέτρεχον λοιπόν
+πανταχόθεν πατείς με πατώ σε και επολλαπλασιάζοντο αι θυσίαι και τα
+αφιερώματα και διπλάσια εδίδοντο εις τον προφήτην και μαθητήν του
+θεού• διότι απεδίδετο εις τον θεόν και ο εξής χρησμός•
+
+ Τιέμεναι κέλομαι τον εμόν θεράπονθ' υποφήτην
+ ου γαρ εμοί κτεάνων μέλεται άγαν, αλλ υποφήτου {38}.
+
+Επειδή δε πολλοί από τους σωφρονούντας, ως να ανένηψαν από βαρείαν
+μέθην, ήρχισαν να εξεγείρωνται κατά του Αλεξάνδρου και μάλιστα οι
+οπαδοί του Επικούρου, οίτινες ήσαν πολλοί, και εις τας πόλεις
+απεκαλύπτετο ήδη όλη η απάτη και η πλοκή της κωμωδίας, ο προφήτης
+απήγγειλε κατηγορητήριον κατ' αυτών και καταδίκην, λέγων ότι ο Πόντος
+εγέμισεν από αθέους και Χριστιανούς, οίτινες αποτολμούν να βλασφημούν
+εναντίον αυτού ασεβέστατα, και παρήγγειλε να τους λιθοβολούν όσοι
+θέλουν να έχουν με το μέρος των τον θεόν. Περί δε του Επικούρου, όταν
+ηρωτήθη υπό τινος τι πράττει εις τον Άδην ο φιλόσοφος, εξέδωκε
+τοιούτόν τινα χρησμόν•
+
+ Μολυβδίνας έχων πέδας εν βορβόρω κάθηται {39}.
+
+Θαυμάζεις έπειτα διότι έφθασεν εις τοιαύτην ακμήν το μαντείον, όταν
+βλέπης ότι αι ερωτήσεις των προσερχομένων εις αυτό ήσαν τόσον συνεταί
+και σοφαί; Το πλέον δε άσπονδον μίσος έτρεφε κατά του Επικούρου και
+κατ' αυτού διηύθυνε κυρίως τον πόλεμόν του• και πολύ δικαίως. Διότι
+ποίον άλλον δύναται να εχθρεύεται περισσότερον άνθρωπος αγύρτης και
+απατεών, μέγας δε εχθρός της αληθείας, παρά τον Επίκουρον, σοφόν όστις
+διέγνωσε την φύσιν των πραγμάτων και μόνον την υπάρχουσαν εις αυτά
+αλήθειαν παρεδέχετο; Οι Πλατωνικοί και οι οπαδοί του Χρυσίππου και του
+Πυθαγόρα ήσαν φίλοι του και ειρήνην πλήρη διετήρει προς αυτούς• ο δε
+άκαμπτος Επίκουρος, όπως τον ωνόμαζεν, δικαίως του ήτο έχθιστος, διότι
+κατέσκωπτε και κατεγέλα πάντα ταύτα. Διά τούτο ο ψευδόμαντις υπέρ
+πάσας τας πόλεις του Πόντου εμίσει την Άμαστριν, καθότι εγνώριζεν ότι
+οι οπαδοί του Λεπίδου και άλλοι ομόφρονες με αυτούς ήσαν πολυάριθμοι
+εις την πόλιν εκείνην. Ούτε έδωκε ποτέ χρησμόν εις Αμαστριανόν• και
+όταν ποτέ ετόλμησε να προφητεύση προς τον αδελφόν ενός Συγκλητικού,
+έγεινε καταγέλαστος, διότι ούτε ο ίδιος ηδυνήθη να κατασκευάση χρησμόν
+κατάλληλον και πιθανόν, ούτε άλλον εύρε να τον βοηθήση προς τούτο και
+εγκαίρως. Ο Αμαστριανός εκείνος παρεπονείτο διά πόνον του στομάχου, ο
+δε Αλέξανδρος του παρήγγειλε να τρώγη χοίρειον πόδα μαγειρευμένον με
+μολόχαν•
+
+ Μάλβακα χοιρείον ιερή κυμήνευε σιπύδνω.
+
+Πολλάκις, ως ανωτέρω ανέφερα, έδειξε τον όφιν εις τους προσερχομένους,
+όχι όμως ολόκληρον, αλλά μόνον την ουράν και το άλλο σώμα, την δε
+κεφαλήν εκράτει αθέατον εντός του κόλπου του, θελήσας δε και
+περισσότερον να καταπλήξη το πλήθος, υπέσχετο να κάμη τον θεόν και να
+λαλήση και να δίδη χρησμούς χωρίς την μεσολάβησιν του προφήτου. Προς
+τούτο συνέδεσεν αρτηρίας γερανών τας οποίας συνήρμοσεν εις την ψευδή
+κεφαλήν του όφεως, και ενώ κάποιος έξωθεν εφώναζε και απεκρίνετο προς
+τας ερωτήσεις, η φωνή του εφαίνετο εξερχόμενη εκ του στόματος της
+πανίνης εκείνης κεφαλής του Ασκληπιού. Ωνομάζοντο δε οι χρησμοί ούτοι
+αυτόφωνοι, και δεν εδίδοντο εις όλους αδιαφόρως, αλλά μόνον εις τους
+επιφανείς, πλουσίους και γενναιοδώρους. Εκείνος ο οποίος εδόθη εις τον
+Σευηριανόν και τον συνεβούλευε να εισβάλη εις την Αρμενίαν ήτο
+αυτόφωνος• τον προέτρεπε δε ως εξής εις την εισβολήν•
+
+ Πάρθους Αρμενίους τε θοώς υπό δουρί δαμάσσας
+ νοστήσεις Ρώμην και Θύμβριδος αγλαόν ύδωρ
+ στέμμα φέρων κροτάφοισι μεμιγμένον ακτίνεσσιν {40}
+
+Έπειτα δε όταν ο ηλίθιος εκείνος Κελτός πεισθείς εις τον χρησμόν
+εισέβαλεν εις την Αρμενίαν και εφονεύθη κατακοπείς μετά της στρατιάς
+του υπό του Οθρυάδου, ο Αλέξανδρος αφήρεσεν εκ του αρχείου του
+μαντείου τον ανωτέρω χρησμόν, αντ' αυτού δε κατέθηκεν άλλον, τον
+ακόλουθον•
+
+ Μη συ γ' επ' Αρμενίους ελάαν στρατόν, ου γαρ άμεινον,
+ μη σοι θηλυχίτων τις ανήρ τόξου άπο λυγρόν
+ πότμον επιπροϊείς παύση βιότοιο φάους τε {41}.
+
+Μία από τας σοφωτέρας επινοήσεις του ήσαν και οι μεταχρονικοί χρησμοί,
+διά των οποίων διώρθωνε όσα σφαλερώς είχε προφητεύσει• πολλάκις προ
+του θανάτου υπέσχετο εις τους νοσούντας ότι θα αναρρώσουν, όταν δε
+απέθνησκον, άλλος χρησμός διώρθωνε το ψεύδος, λέγων τα αντίθετα•
+
+ Μηκέτι δίζησθαι νούσοιο λυγρής επαρωγήν•
+ πότμος γαρ προφανής ουδ' εκφυγέειν δυνατόν σοι {42}.
+
+Γνωρίζων δε ότι οι μάντεις της Κλάρου, των Διδύμων και της Μαλλού
+μετεχειρίζοντο ευδοκίμως την αυτήν μέθοδον, τους έκαμε φίλους και
+πολλούς των προσερχομένων εις το μαντείον του παρέπεμπε προς αυτούς με
+την εξής προσταγήν του θεού δήθεν•
+
+ Ες Κλάρον ίεσο νυν, τουμού πατρός ως όπ' ακούσης{43}.
+ή•
+ Βραγχιδέων αδύτοισι πελάζεο και κλύε χρησμών{44}.
+Και τούτο•
+
+ Ες Μαλλόν χώρει θεσπίσματά τ' Αμφιλόχοιο {45}.
+
+Και ταύτα μεν συνέβαινον εντός των ορίων της Μικράς Ασίας μέχρι της
+Ιωνίας, της Κιλικίας, Παφλαγονίας και Γαλατίας• αλλ' όταν η φήμη του
+Μαντείου έφθασε και μέχρις Ιταλίας και ενέσκηψεν εις την πόλιν των
+Ρωμαίων, έγεινεν άμιλλα περί του ποίος πρώτος να συμβουλευθή το
+μαντείον και άλλοι μεν μετέβαινον αυτοπροσώπως, άλλοι δε απέστελλον
+αντιπροσώπους, μάλιστα οι επιφανέστατοι και κατέχοντες τα μεγαλείτερα
+αξιώματα εις την πόλιν, μεταξύ των οποίων ο Ρουτιλλιανός, άνθρωπος
+κατά μεν τα άλλα καλός και χρηστός και ο οποίος είχε διακριθή εις
+πολλά Ρωμαϊκά αξιώματα, αλλ' ως προς τα αφορώντα τους θεούς πολύ
+επιπόλαιος και στενοκέφαλος, πιστεύων αλλόκοτα περί αυτών• και μόνον
+πέτραν εάν έβλεπε πουθενά αλειμμένην με έλαιον ή στεφανωμένην, έπιπτε
+κάτω ευθύς και επροσκύνα και επί πολύ παρέμενε προσευχόμενος και ζητών
+παρ' αυτής διαφόρους χάριτας. Ούτος λοιπόν ακούσας να γίνεται λόγος
+περί του μαντείου, παρ' ολίγον ν' αφήση την θέσιν του και να μεταβή
+εις το τείχος του Αβώνου. Μη δυνηθείς όμως να μεταβή ο ίδιος,
+απέστειλεν άλλους και άλλους• επειδή δε οι αποστελλόμενοι ήσαν
+απλοϊκοί υπηρέται, ευκόλως εξηπατώντο και επανερχόμενοι διηγούντο όσα
+είδον και όσα δεν είδον και προσθέτοντες εις όσα ήκουσαν, διά να
+ευχαριστήσουν περισσότερον τον κύριόν των. Ούτω δε εξήπτον την
+φαντασίαν του αθλίου γέροντος και του διεσάλευον τας φρένας. Επειδή δε
+ήτο φίλος των περισσοτέρων και ισχυροτέρων εις την Ρώμην, διηγείτο εις
+όλους όσα παρά των αποσταλέντων ήκουσε, προσέθετε δε και ιδικά του.
+Και τοιουτοτρόπως εγέμισε την πόλιν με τον θαυμασμόν προς το μαντείον
+του Αλεξάνδρου και διετάραξε τα πνεύματα και τους περισσοτέρους των
+αυλικών παρέσυρε και συνεκίνησε, ευθύς δε και ούτοι έσπευδον να
+συμβουλευθούν το μαντείον. Ο δε Αλέξανδρος υποδεχόμενος τους
+ερχομένους με φιλοφροσύνην μεγάλην και διά δώρων πολυτελών και
+φιλοξενίας διαθέτων αυτούς ευνοϊκώς τους απέπεμπε, όχι μόνον διά να
+δώσουν τας απαντήσεις εις τα προς το μαντείον ερωτήματα, αλλά και διά
+να εγκωμιάσουν τον θεόν και να διηγηθούν τερατώδη ψεύδη δι' αυτόν και
+το μαντείον.
+
+Αλλά και κάτι άλλο εμηχανεύθη ο τρισκατάρατος δολιώτατον και άξιον
+μεγάλου ληστού. Όταν απεσφράγιζε τα πεμπόμενα ερωτήματα και
+αναγινώσκων αυτά εύρισκε τίποτε επιλήψιμον και δυνάμενον να έχη
+σοβαράς συνεπείας διά τον ερωτώντα, το εκράτει και δεν το επέστρεφε,
+διά να τους έχη υποχειρίους και σχεδόν δούλους διά τον φόβον μήπως
+αποκαλυφθούν όσα ηρώτησαν. Εννοείς δε με ποία δώρα εξηγόραζαν την
+σιωπήν του οι πλούσιοι και οι ισχυροί, οίτινες εγνώριζον ότι τους
+εκράτει εις τα δίκτυά του.
+
+Θα σου αναφέρω τώρα και μερικούς εκ των χρησμών, οίτινες εδόθησαν εις
+τον Ρουτιλλιανόν. Όταν ούτος ηρώτησε περί του υιού του, τον οποίον
+είχεν εκ προτέρας γυναικός και όστις διέτρεχε την ηλικίαν καθ' ην
+έπρεπε ν' αρχίση η εκπαίδευσίς του, ποίον διδάσκαλον να του δώση, το
+μαντείον απήντησε•
+
+ Πυθαγόρην πολέμων τε διάκτορον εσθλόν αοιδόν{46}.
+
+Αλλ' επειδή μετ' ολίγας ημέρας το παιδίον απέθανεν, ο Αλέξανδρος
+ευρέθη εις αμηχανίαν και δεν είχε τι ν' απαντήση εις εκείνους οίτινες
+τον κατηγόρουν• ο καλός όμως Ρουτιλλιανός έφθασε μέχρι του ν'
+απολογήται αυτός υπέρ του μαντείου• και έλεγεν ότι ο θεός προείπεν
+ακριβώς ό,τι έγεινε και διά τούτο δεν παρήγγειλε να δοθή εις τον υιόν
+του κανείς εκ των ζώντων διδασκάλων, αλλ' ο Πυθαγόρας και ο Όμηρος,
+οίτινες προ πολλού είχον αποθάνει και τους οποίους ήτο επόμενον να
+συναντήση εις τον Άδην το παιδίον. Διατί λοιπόν κατηγορείτε τον
+Αλέξανδρον;
+
+Όταν δε πάλιν ο Ρουτιλλιανός ηρώτησεν εις ποίους είχε μετεμψυχωθή,
+έλαβε την εξής απάντησιν•
+
+ Πρώτον Πηλείδης εγένου, μετά ταύτα Μένανδρος,
+ είθ' ος νυν φαίνη, μετά δ' έσσεαι ηλιάς ακτίς,
+ ζήσεις δ' ογδώκοντ' επί τοις εκατόν λυκάβαντας{47}.
+
+Αλλ' αυτός απέθανεν εβδομηκοντούτης, αφού παρεφρόνησε χωρίς να
+περιμένη την υπόσχεσιν του θεού. Ήτο δε και ο χρησμός ούτος εκ των
+αυτοφώνων.
+
+Όταν δε άλλην φοράν ηρώτησε περί γάμου, του εδόθη σαφής η απάντησις•
+
+ Γήμον Αλεξάνδρου τε Σεληναίης τε θύγατρα {48}.
+
+Είχε δε διαδόσει προ πολλού ο Αλέξανδρος ότι την θυγατέρα του είχεν
+αποκτήσει εκ της Σελήνης, ήτις τον ερωτεύθη όταν συνέβη να τον ίδη
+κοιμώμενον, όπως αυτή συνειθίζη να ερωτεύεται τους ωραίους τους
+οποίους βλέπει κοιμωμένους. Ο δε φρονιμώτατος Ρουτιλλιανός χωρίς να
+βραδύνη έπεμψεν αμέσως και εζήτησεν εις γάμον την κόρην του Αλεξάνδρου
+και έγεινεν εξηκοντούτης γαμβρός και ετέλεσε μεγάλας θυσίας προς την
+πενθεράν του Σελήνην, νομίζων ότι έγεινε και αυτός είς εκ των
+επουρανίων.
+
+Ο Αλέξανδρος, αφού ούτω εγνωρίσθη και επεκράτησεν εις την Ιταλίαν,
+εγίνετο βαθμηδόν θρασύτερος εις τας επινοήσεις και τας αγυρτείας του
+και έπεμπε χρησμολόγους εις Ρωμαϊκάς πόλεις, οίτινες προέλεγον λοιμούς
+και πυρκαϊάς και σεισμούς και υπέσχοντο ότι θα εβοήθει ο Αλέξανδρος
+διά να μη συμβούν τα δυστυχήματα ταύτα. Εκτός δε άλλων απέστειλεν εις
+όλα τα έθνη ένα αυτόφωνον χρησμόν κατά του λοιμού. Ο χρησμός δε ούτος
+ήτο ο ακόλουθος•
+
+ Φοίβος ακερσεκόμης λοιμού νεφέλην απερύκει{49}.
+
+Και έβλεπε κανείς παντού τον στίχον τούτον γεγραμμένον εις τους
+πυλώνας των οικιών ως αποτρεπτικόν των επιδημιών. Αλλά το αποτέλεσμα
+ήτο αντίθετον ως επί το πλείστον• κατά σύμπτωσιν περίεργον εκείναι προ
+πάντων αι οικίαι ηρημώθησαν υπό του θανατικού, επί των οποίων ήτο
+γεγραμμένος ο στίχος εκείνος. Μη υποθέσης όμως ότι θέλω ν' αποδώσω
+τούτο εις τον στίχον•αναφέρω απλώς την σύμπτωσιν. Αλλ' ίσως και οι
+πολλοί εμπιστευόμενοι εις την προστασίαν του στίχου παρημέλουν και
+διητώντο κακώς, ουδόλως προσπαθούντες μετά του χρησμού να απομακρύνουν
+την νόσον, ως να είχον ασφαλές προπύργιον τας συλλαβάς του στίχου και
+τον Απόλλωνα τοξεύοντα τον λοιμόν.
+
+Εγκαθίδρυσε δε και εις την Ρώμην πολλούς κατασκόπους εκ των συνεργατών
+και συνεννοημένων, οι οποίοι τον επληροφόρουν περί του χαρακτήρος και
+των διαθέσεων εκάστου, περί των ερωτήσεων τας οποίας έμελλον ν'
+απευθύνουν προς το μαντείον και περί των πόθων και των φιλοδοξιών
+εκάστου, ώστε να είνε έτοιμος διά τας απαντήσεις και πριν φθάσουν οι
+απεσταλμένοι να γνωρίζη τι θα τον ηρώτων.
+
+Τοιαύτα εμηχανεύετο διά την Ιταλίαν εκτός δε τούτου ίδρυσε μίαν εορτήν
+με λαμπαδηφορίας και ιεροφαντίας, τελουμένας επί τρεις συνεχείς
+ημέρας. Κατά την πρώτην ημέραν εγίνετο προκήρυξις, όπως εις τας
+Αθήνας, λέγουσα• Πας Χριστιανός ή Επικούρειος, όστις έρχεται να
+κατασκοπεύση τα ιερά όργια, ας φύγη, οι δε πιστεύοντες εις τον θεόν ας
+μείνωσι και ας τελέσωσι τας εορτάς ευτυχείς. Έπειτα εξεδιώκοντο οι
+βέβηλοι και ο Αλέξανδρος ελάμβανε την πρωτοβουλίαν αναφωνών «Έξω οι
+Χριστιανοί», το δε πλήθος όλον αντεφώνει• «Έξω οι Επικούρειοι». Έπειτα
+ετελείτο ο τοκετός της Λητούς και του Απόλλωνος η γέννησις, ο γάμος
+της Κορωνίδος και η γέννησις του Ασκληπιού• την δε δευτέραν ημέραν
+εγίνετο η εμφάνισις του Γλύκωνος και η γέννησις του Θεού. Η τρίτη
+ημέρα ήτο αφιερωμένη εις τον Ποδαλείριον και εις τον γάμον της μητρός
+του Αλεξάνδρου• και επειδή ωνομάζετο Δαδίς, εκαίοντο δάδες. Εις το
+τέλος παριστάνετο ο έρως της Σελήνης και του Αλεξάνδρου και εγεννάτο η
+σύζυγος του Ρουτιλλιανού. Ο Ενδυμίων Αλέξανδρος κρατών δάδα εξετέλει
+χρέη ιεροφάντου. Έπειτα κατεκλίνετο εις το μέσον του ναού και
+υπεκρίνετο τον κοιμώμενον, τότε δε κατέβαινε προς αυτόν εκ της οροφής
+ως εξ ουρανού αντί της Σελήνης κάποια Ρουτιλλία, ωραιοτάτη, σύζυγος
+ενός των οικονόμων του Αυτοκράτορος, πραγματικώς ερωτευμένη με τον
+Αλέξανδρον και ανταγαπωμένη υπ' αυτού, και υπό τα βλέμματα του γελοίου
+της συζύγου αντήλασσον φιλήματα και εναγκαλισμούς• και αν δεν ήτο πολύ
+το φως ίσως θα συνέβαινε και τίποτε εκ των μάλλον αποκρύφων. Μετ'
+ολίγον πάλιν επανήρχετο ο Αλέξανδρος με στολήν ιεροφάντου και εν μέσω
+γενικής σιωπής έλεγε μεγαλοφώνως «ιή Γλυκών» {50}• απήντων δε οι
+ακολουθούντες, δήθεν Ευμολπίδαι{51} και κήρυκες, οίτινες ήσαν
+Παφλαγόνες με υποδήματα εξ ακατεργάστου δέρματος και αναδίδοντες
+βαρείαν οσμήν σκόρδου, «ιή Αλέξανδρε».
+
+Πολλάκις δε κατά τας δαδουχίας και τας κινήσεις των μυστικών χορών
+{52}, ο μηρός αυτού αποκαλυπτόμενος επίτηδες εφαίνετο χρυσούς, διότι,
+εννοείται, τον είχε περιενδύσει με δέρμα επίχρυσον, το οποίον
+απέστιλβεν εις την λάμψιν των λαμπάδων. Διά τούτο και συζήτησις έγεινέ
+ποτε μεταξύ δύο μωροσόφων περί αυτού, εάν ο Αλέξανδρος είχε την ψυχήν
+του Πυθαγόρου, όπως είχε και τον χρυσούν αυτού μηρόν, είτε άλλην
+ανάλογον. Το ζήτημα υπεβλήθη εις τον Αλέξανδρον, ο δε θεός Γλύκων
+έλυσε διά χρησμού την απορίαν•
+
+ Πυθαγόρου ψυχή ποτέ μεν φθίνειν, άλλοτε δ' αύξει•
+ η δε προφητείη δίης φρενός έστιν απορρώξ•
+ και μιν έπεμψε πατήρ αγαθών ανδρών επαρωγόν•
+ και πάλιν ες Διός είσι Διός βληθείσα κεραυνώ {53}.
+
+Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως
+ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ εμηχανεύθη το εξής• παρήγγελλεν εις τας
+πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου ν' αποστέλλουν κατά τριετίαν
+προς αυτόν διακόνους διά να υμνούν τον θεόν• έπρεπε δε να εκλέγωνται
+και να προτιμώνται οι ευγενέστατοι και ανθηρότατοι, οι διακρινόμενοι
+διά το κάλλος των. Τούτους εγκλείων μετεχειρίζετο ως γυναίκας
+αργυρωνήτους, συγκοιμώμενρς μετ' αυτών και εις πάσαν ακολασίαν
+εκτρεπόμενος. Και νόμον δε έκαμε κατά τον οποίον εις ουδένα υπερβάντα
+το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του επετρέπετο να τον ασπάζεται εις
+το στόμα προς χαιρετισμόν, αλλ' εις μεν τους άλλους έδιδε την χείρα
+του να την ασπάζωνται, μόνον δε τους νεαρούς κατεφίλει και ούτοι
+εκαλούντο «οι εντός του φιλήματος». Κατ' αυτόν τον τρόπον εμπαίζων
+τους ανοήτους διέφθειρε φανερά γυναίκας και με παίδας συνευρίσκετο.
+Και έκαστος εθεώρει ευτύχημα αν και μόνον ητένιζε την γυναίκα του ο
+Αλέξανδρος• εάν δε κατεδέχετο και να την φιλήση, ενόμιζεν ότι θα
+εισήρχετο αθρόα η ευτυχία εις την οικίαν του. Πολλαί και εκαυχώντο ότι
+είχον γεννήσει εξ αυτού και οι σύζυγοι των επεβεβαίουν το πράγμα.
+
+Θέλω δε να σου διηγηθώ και ένα διάλογον μεταξύ του Γλύκωνος και
+κάποιου Σακέρδωτος, κατοίκου της Παφλαγονικής Τίου, του οποίου την
+διανοητικήν κατάστασιν θα εννοήσης από τας ερωτήσεις του. Ανέγνωσα δε
+τον διάλογον τούτον εις την Τίον, εις την οικίαν του Σακέρδωτος,
+γεγραμμένον με χρυσά γράμματα. Ειπέ μου, ηρώτησεν ούτος, δέσποτα
+Γλύκων, ποίος είσαι; Εγώ, απήντησεν ο Γλύκων, είμαι νέος Ασκληπιός.
+Διάφορος από τον παλαιόν; Τι εννοείς; Δεν επιτρέπεται να το μάθης
+αυτό, απήντησεν ο Γλύκων. Και πόσα έτη θα μείνης εδώ να μας δίδης
+χρησμούς; Χίλια και τρία. Έπειτα πού θα μεταβής; Εις τα Βάκτρα και τα
+περίχωρα• διότι πρέπει και οι βάρβαροι να απολαύσουν την παρουσίαν
+μου. Τα δε άλλα μαντεία, το μαντείον των Δυδίμων, της Κλάρου και των
+Δελφών έχουν ακόμη τον προπάτορά σου τον Απόλλωνα ή είνε ψευδείς οι
+χρησμοί τους οποίους δίδουν τώρα; Μη επιμένεις να μάθης και τούτο,
+διότι δεν είνε επιτετραμμένον. Εγώ δε τι θα γείνω μετά την παρούσαν
+ζωήν; Κάμηλος, έπειτα ίππος, έπειτα άνθρωπος σοφός και προφήτης, όχι
+κατώτερος του Αλεξάνδρου.
+
+Τοιαύτα είπε προς τον Σακέρδωτα ο Γλύκων και εις το τέλος του έδωκε
+τον εξής έμμετρον χρησμόν, καθότι εγνώριζεν ότι ήτο οπαδός του
+Λεπίδου•
+
+ Μη πείθου Λεπίδω, επεί οι λυγρός οίτος οπηδεί {54}.
+
+Διότι καθ' υπερβολήν εφοβείτο τον Επίκουρον, όπως προ— είπα, ως
+αντίτεχνον και εχθρόν της αγυρτείας του. Είς δ' εκ των Επικουρείων,
+όστις ετόλμησε να τον ελέγξη επί παρουσία πολλών, διέτρεξε μέγαν
+κίνδυνον. Ο Επικούρειος ούτος πλησιάσας του είπε μεγαλοφώνως• Συ δεν
+είσαι, Αλέξανδρε, που έπεισες τον δείνα Παφλαγόνα να προσαγάγη τους
+δούλους του εις τον διοικητήν της Γαλατίας και να ζητήση την εις
+θάνατον καταδίκην αυτών, ως φονέων του υιού του, όστις εσπούδαζεν εις
+την Αλεξάνδρειαν; Αλλά μάθε ότι ο νέος εκείνος ζη και επέστρεψε ζων
+μετά την θανάτωσιν των δούλων, οίτινες υπό σου παρεδόθησαν εις τα
+θηρία. Ιδού τι συνέβη. Ο νέος εκείνος αναπλεύσας τον Νείλον μέχρι του
+Κλύσματος {55} συνήντησεν εκεί πλοίον έτοιμον ν' αποπλεύση εις τας
+Ινδίας και απεφάσισε να μεταβή και αυτός εκεί. Επειδή δε εβράδυνε, οι
+δυστυχείς εκείνοι δούλοι του νομίσαντες ότι ή εις τον Νείλον, ενώ
+εταξείδευεν, επνίγη ή υπό ληστών εφονεύθη—ήσαν δε πολλοί τότε—
+επέστρεψαν και ανήγγειλαν την εξαφάνισίν του. Έπειτα ήλθεν ο χρησμός
+και η καταδίκη των, μετά την οποίαν ήλθεν ο νέος και διηγήθη το εις
+Ινδίας ταξείδι του.
+
+Αυτά είπεν ο Επικούρειος, ο δε Αλέξανδρος αγανακτήσας διά την
+κατηγορίαν και μη υποφέρων τον αληθή εκείνον ονειδισμόν, διέταξε τους
+παρόντας να τον λιθοβολήσουν, άλλως και αυτοί θα ήσαν εξ ίσου ασεβείς
+και άξιοι να ονομασθούν Επικούρειοι. Και το μεν πλήθος ήρχισε να τον
+πετροβολή, αλλά κάποιος Δημόστρατος εκ των προκρίτων του Πόντου
+παρατυχών εκεί έσπευσε και τον ενηγκαλίσθη και ούτω έσωσε τον άνθρωπον
+εκ του θανάτου. Αλλά πολύ δικαίως θα επάθαινεν αν ελιθοβολείτο• διότι
+δεν ήτο ανάγκη να δείξη μόνος αυτός ορθοφροσύνην εν μέσω τόσων
+παραφρόνων και να εκτεθή εις την άλογον οργήν των Παφλαγόνων.
+
+Μίαν ημέραν προ της εκδόσεως των χρησμών, προσήρχοντο οι θέλοντες να
+ερωτήσουν το μαντείον και διά του κήρυκος ηρώτων εάν θα εδίδετο
+απάντησις εις τα ερωτήματά των• εάν δε εκείνος απήντα έσωθεν «εις τους
+κόρακας», ο λαμβάνων τοιαύτην
+απάντησιν ούτε εις οικίαν εγίνετο πλέον δεκτός και πάντες του ηρνούντο
+πυρ και ύδωρ και απεδιώκετο από τόπου εις τόπον ως ασεβής και άθεος
+και Επικούρειος• το τελευταίον δε τούτο ήτο ο μεγαλείτερος ονειδισμός.
+
+Αλλ' έπραξε και κάτι τι γελοιωδέστατον ο Αλέξανδρος. Ευρών τας «Κυρίας
+Σκέψεις» του Επικούρου, το κάλλιστον, ως γνωρίζεις βιβλίον, το οποίον
+περιέχει την συγκεφαλαίωσιν της σοφίας του φιλοσόφου εκείνου, τας
+έφερεν εις το μέσον της αγοράς και τας έκαυσεν επί ξύλων συκής, ως
+τάχα να έκαιε εκείνον, την δε στάκτην έρριψεν εις την θάλασσαν,
+συνοδεύσας την πράξιν ταύτην με ένα χρησμόν•
+
+ Πυρπολέειν κέλομαι δόξας αλαοίο γέροντος {56}
+
+Και δεν εσκέφθη ο άθλιος πόσων αγαθών γίνεται πρόξενος το βιβλίον
+εκείνο εις τους αναγινώσκοντας και πόσην γαλήνην και αταραξίαν και
+ελευθερίαν φρονήματος εμπνέει• διότι απαλάττει από δεισιδαιμονίας και
+πίστιν εις φαντάσματα και τερατολογίας και από ματαίας ελπίδας και
+περιττάς επιθυμίας, παρέχει δε ορθοφροσύνην και αλήθειαν και
+πραγματικώς εξαγνίζει την ψυχήν όχι με δάδα και με σκιλλοκρόμυδον {57}
+και με άλλας τοιαύτας ανοησίας, αλλά διά του ορθού λόγου, της αληθείας
+και της παρρησίας.
+
+Εκτός δε άλλων άκουσε και έν από τα μεγαλείτερα τολμήματα του μιαρού
+εκείνου άνθρωπου. Διά του Ρουτιλλιανού, όστις είχε τότε μεγάλην
+δύναμιν, εγίνετο ευκόλως δεκτός εις τα ανάκτορα και την αυλήν• ενώ
+λοιπόν ο κατά των Γερμανών πόλεμος ευρίσκετο εις την ακμήν του και ο
+θεός Μάρκος {58} είχεν ήδη συμπλακή προς τους Μαρκομάνους και
+Κουάδους, έστειλε χρησμόν, όστις έλεγε να ριφθοϋν δύο λέοντες ζωντανοί
+εις τον Ίστρον μετά πολλών αρωμάτων και να γείνουν συγχρόνως θυσίαι
+μεγαλοπρεπείς. Αλλά προτιμότερον να παραθέσω κατά λέξιν τον χρησμόν•
+
+ Ες δίνας Ίστροιο διιπετέος ποταμοίο
+ εσβαλέειν κέλομαι δοιούς Κυβέλης θεράποντας
+ θήρας ορειτρεφέας, και όσα τρέφει Ινδικός αήρ
+ άνθεα και βοτάνας ευώδεας• αυτίκα δ' έσται
+ νίκη και μέγα κύδος άμ' ειρήνη ερατεινή {59}.
+
+Αφού δε έγειναν ταύτα, ως διέταξεν, οι λέοντες κολυμβήσαντες επέρασαν
+εις την χώραν των εχθρών, όπου οι βάρβαροι τους εφόνευσαν διά ξύλων,
+ως σκύλους ή λύκους αγνώστου είδους• μετ' ολίγον δε έπαθαν οι ημέτεροι
+το μεγαλείτερον δυστύχημα και περί τας είκοσι χιλιάδες εξ αυτών
+εχάθησαν συγχρόνως. Έπειτα ηκολούθησαν τα γενόμενα εις την Ακυληίαν,
+ήτις εκιδύνευσε να κυριευθή. Ο δε Αλέξανδρος ως δικαιολογίαν διά τα
+γενόμενα έφερε την γελοίαν Δελφικήν εξήγησιν και τον χρησμόν του
+Κροίσου {60} και έλεγεν ότι ο θεός προείπε νίκην, αλλά δεν εδήλωσεν αν
+θα είνε νίκη των Ρωμαίων ή των αντιπάλων.
+
+Ενώ δε τόσοι πολλοί συνέρρεον, ώστε η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να τους
+χωρέση και αρκετά τρόφιμα διά τόσον πληθυσμόν δεν είχεν, ο Αλέξανδρος
+επενόησε τούς νυκτερινούς καλουμένους χρησμούς. Λαμβάνων τα γραπτά
+ερωτήματα εκοιμάτο, ως έλεγεν, επ' αυτών και κατ' όναρ ήκουε τας
+απαντήσεις του θεού, τας οποίας και έδιδεν εις τους ερωτώντας, όχι
+όμως σαφείς κατά το πλείστον, αλλ' αμφιβόλους και σκοτεινάς, μάλιστα
+οσάκις το ερώτημα ήτο σφραγισμένον μετά υπερβολικής επιμελείας. Μη
+τολμών ν' ανοίξη το ερώτημα, έδιδε μίαν απάντησιν ήτις έλεγε και δεν
+έλεγε τίποτε, εθεώρει δε και τούτο ως πρέπον εις τους χρησμούς, και
+υπήρχον εξηγηταί διά να ερμηνεύουν τας σκοτεινάς εκείνας απαντήσεις
+και ελάμβανον όχι μικράς αμοιβάς παρ' εκείνων εις τους οποίους
+εδίδοντο οι τοιούτοι χρησμοί διά την εξήγησιν αυτών. Οι εξηγηταί δε
+ούτοι επλήρωνον εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον Αττικόν έκαστος.
+
+Ενίοτε και χωρίς να ερωτήση κανείς δι' εαυτόν ή δι' άλλον, ο
+ψευδόμαντις εξέδιδε χρησμούς, προς έκπληξιν των ανοήτων, οποίος ο
+εξής.
+
+ Δίζεαι όστις σην άλοχον μάλα πάγχυ λεληθώς
+ Καλλιγένειαν υπέρ λεχέων σαλαγεί κατά δώμα;
+ Δούλος Πρωτογένης, τω δη συ χε πάντα πέποιθας•
+ ώπυες γαρ εκείνον, ο δ' αύθις σην παράκοιτιν,
+ αντίδοσιν ταύτην ύβρεως ιδίας αποτίνων.
+ Αλλ' επί σοι δη φάρμακ' απ' αυτών λυγρά τέτυκται,
+ ως μήτ' εισαΐοις μήτ' εισοράοις α ποιούσιν•
+ ευρήσεις δε κάτω υπό σω λέχει αγχόθι τοίχου
+ προς κεφαλής• και ση θεράπαινα σύνοιδε Καλυψώ{61}.
+
+Ποίος, και Δημόκριτος ο φιλόσοφος εάν ήτο, δεν θα εταράσσετο ακούων
+ονόματα και τόπους ακριβώς αναφερομένους,και ποίαν περιφρόνησιν θα
+ησθάνετο κατόπιν όταν θα ενόει το ψεύδος;
+
+Αλλά και εις βαρβάρους πολλάκις επροφήτευσε και όταν ακόμη τον ηρώτων
+εις την πάτριον αυτών γλώσσαν Συριακήν ή Κελτικήν, καίτοι δεν εύρισκεν
+ευκόλως ομοεθνείς των ερωτώντων διά να τον βοηθήσουν εις την
+κατανόησιν της ερωτήσεως και εις την απάντησιν. Διά τούτο και εβράδυνε
+πολύ να δίδη τας απαντήσεις, διά να έχη καιρόν εν τω μεταξύ να
+αποσφραγίζη τα ερωτήματα και να ευρίσκη τους δυναμένους να του
+εξηγήσουν τα καθέκαστα. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον έδωκεν εις
+ένα Σκύθην•
+
+ Μόρφι εβάργουλις εις σκην χνέγχικραγκ λείψει φάος.
+
+Άλλοτε μη ευρίσκων διερμηνέα, είπεν εις κάποιον, ουχί εμμέτρως, να
+επιστρέψη εις την πατρίδα του, διότι εκείνος όστις τον απέστειλεν,
+εφονεύθη την ημέραν εκείνην υπό του γείτονος Διοκλέους, καλέσαντος εις
+επικουρίαν τους ληστάς Μάγνον, Κέλερον και Βούβαλον, οίτινες
+συνελήφθησαν ήδη και ερρίφθησαν εις τα δεσμά.
+
+Άκουσε τώρα και μερικούς χρησμούς τους οποίους έδωκεν εις εμέ. Ηρώτησα
+μίαν ημέραν τον θεόν εάν ο Αλέξανδρος είνε φαλακρός, και το ερώτημα
+μου εσφραγίσθη μετ' επιμελείας και κατά τρόπον ώστε να μη δύναται να
+παραποιηθή η σφραγίς. Ο δε προφήτης μου έδωκε τον εξής νυκτερινόν
+χρησμόν•
+
+ Σαβαρδαλάχου μάλαχ Άττις άλλος ην.
+
+Έπειτα πάλιν του έστειλα εις δύο διάφορα σφραγισμένα δελτία την αυτήν
+ερώτησιν, ποία ήτο η πατρίς του ποιητού Ομήρου, και εφρόντισα να μάθη
+ότι αι ερωτήσεις απηυθύνοντο παρά δύο διαφόρων προσώπων. Και εις μεν
+το πρώτον, εξαπατηθείς υπό του υπηρέτου μου, όστις του είπεν ότι
+εζήτουν συμβουλήν δι' ένα πόνον τον οποίον είχα εις την πλευράν,
+απήντησεν•
+
+ Κυτμίδα χρίεσθαι κέλομαι δροσίην τε κέλητος {62}.
+
+Εις δε το δεύτερον, διά το οποίον του είπαν ότι απεστάλη παρ' ανθρώπου
+επιθυμούντος να μάθη αν ήτο προτιμότερον να μεταβή διά θαλάσσης ή διά
+ξηράς εις την Ιταλίαν, έδωκεν επίσης
+απάντησιν ουδεμίαν έχουσαν σχέσιν προς τον Όμηρον•
+
+ Μη σύγε πλωέμεναι, πεζήν δε κατ' οίμον όδευε {63}•
+
+Πολλά τοιαύτα παιγνίδια του έπαιξα, μεταξύ δε άλλων και τούτο. Του
+έστειλα μίαν ερώτησιν και έγραφα επί του δελτίου ως συνειθίζεται• διά
+τον δείνα (έγραψα δε έν ψευδές όνομα) χρησμοί οκτώ• και συγχρόνως
+απέστειλα τας οκτώ δραχμάς και το επί πλέον της αξίας των χρησμών. Ο
+δε Αλέξανδρος εξαπατηθείς εκ της επιγραφής και νομίζων ότι υπήρχον
+οκτώ ερωτήσεις, εν ω υπήρχε μία μόνη — ήτο δε αύτη• πότε θα αποδειχθή
+ο Αλέξανδρος ως εξαπατών τον κόσμον; — μου έστειλεν οκτώ χρησμούς,
+οίτινες, κατά το λεγόμενον, ούτε άκραν είχον, ούτε μέσην, ανόητοι και
+δυσνόητοι όλοι. Μαθών δε ταύτα κατόπιν και προσέτι ότι κατέγεινα να
+αποτρέψω τον Ρουτιλλιανόν από του να νυμφευθή την κόρην του και να
+δίδη πίστιν εις τας ελπίδας τας οποίας του έδιδε το μαντείον, με
+εμίσησεν ως ην επόμενον, και μ' εθεώρει μέγαν εχθρόν. Και όταν ποτέ ο
+Ρουτιλλιανός ηρώτησε περί εμού, του έδωκε την εξής απάντησιν•
+
+ Νυκτιπλάνοις οάροις χαίρει κοίταις τε δυσάγνοις {64}.
+
+Εν γένει δεν μ' εχώνευε• και όταν μετέβην εις την πόλιν του και έμαθεν
+ότι είμαι ο Λουκιανός — με συνώδευον δε και δύο στρατιώται, είς
+λογχοφόρος και είς κοντοφόρος, τους οποίους μου είχε δώσει ο διοικητής
+της Καπαδοκίας διά να με προπέμψουν μέχρι της θαλάσσης—μ' εκάλεσεν
+αμέσως με πολλήν φιλοφροσύνην και ενδείξεις εκτιμήσεως. Μεταβάς τον
+ευρήκα μεταξύ πολλών και κατά καλήν μου τύχην είχα συμπαραλάβει και
+τους στρατιώτας. Ο ψευδοπροφήτης μου έδωκε ν' ασπασθώ την δεξιάν του,
+καθώς συνείθιζε• εγώ δε αντί να φιλήσω τον εδάγκασα τόσον δυνατά, ώστε
+παρ' ολίγον να του καταστήσω άχρηστον την χείρα. Τότε οι παρόντες
+επεχείρησαν να με κτυπήσουν και να με πνίξουν ως ιερόσυλον, διότι και
+προ τούτου είχον αγανακτήσει ακούσαντες ότι τον είπα Αλέξανδρον και
+όχι προφήτην. Αλλ' αυτός συνεκρατήθη και καθησύχασε τους περί αυτόν,
+υπέσχετο δε ότι πολύ ταχέως θα με εξημέρωνε και θα κατεφαίνετο η
+δύναμις του Γλύκωνος, όστις ηδύνατο να μετατρέπη εις φίλους και τους
+πλέον εχθρικώς διακειμένους. Απομακρύνας δε όλους τους άλλους, μου
+ωμολόγησεν ότι εγνώριζε καλώς όσα είχα συμβουλεύσει εις τον
+Ρουτιλλιανόν - και, διατί, μου είπε, μου έκαμες αυτά, ενώ με την
+σύστασίν μου θα ηδύνασο να επιτύχης μεγάλην εύνοιαν παρ' αυτού; Εγώ
+τότε εδέχθην ευχαρίστως την φιλοφροσύνην του, καθότι έβλεπα ποίον
+κίνδυνον διέτρεχα, και έσπευσα να δείξω ότι επείσθην και ότι έγεινα
+φίλος του. Και οι άλλοι εθαύμαζον βλέποντες ότι τόσον ταχέως
+μετεβλήθην.
+
+Έπειτα δε όταν απεφάσισα ν' αναχωρήσω, μου έστειλε δώρα πολλά — ήμουν
+δε τότε μόνος με τον Ξενοφώντα {65} διότι είχα προαποστείλει εις
+Άμαστριν τον πατέρα και τους άλλους οικείους μου — και μου υπέσχετο να
+μου δώση αυτός πλοίον και ναύτας• και εγώ θεωρήσας την πρότασιν ως
+ειλικρινή φιλοφροσύνην την απεδέχθην. Αλλ' όταν ανήχθημεν εις το
+πέλαγος και είδα τον πλοίαρχον να δακρύη και να φιλονεική με τους
+ναύτας, ήρχισα να υποψιάζωμαι και ν' ανησυχώ. Ο Αλέξανδρος είχε δώσει
+παραγγελίαν να μας ρίψουν εις την θάλασσαν και ούτω θα εξεδικείτο και
+θα απηλάσσετο ευκόλως από ένα εχθρόν. Αλλ' ο κυβερνήτης με τα δάκρυα
+του έπεισε τους ναύτας να μη μας φονεύσουν ούτε άλλως να μας
+κακοποιήσουν, προς εμέ δε είπε• Εξήντα χρόνια, ως βλέπεις, έχω ζήσει
+με τιμήν και ευσέβειαν και δεν ηθέλησα τώρα που έφθασα εις αυτήν την
+ηλικίαν και έχω γυναίκα και παιδιά να μολύνω τα χέρια μου με φόνον.
+Και μου ωμολόγησε τους όρους υπό τους οποίους μας ανέλαβεν εις το
+πλοίον του και τας παραγγελίας του Αλεξάνδρου. Αφού δε μας απεβίβασεν
+εις τους Αιγιαλούς, τους οποίους και ο καλός Όμηρος αναφέρει,
+επέστρεψεν. Εκεί συνήντησα Βοσποριανούς τινας, τους οποίους ο βασιλεύς
+Ευπάτωρ απέστελλεν αντιπροσώπους εις την Βιθυνίαν να κομίσουν τον
+ετήσιον φόρον• διηγήθην δε εις αυτούς τον κίνδυνον τον οποίον
+διετρέξαμεν και συμπαθήσαντες με παρέλαβον εις το πλοίον αυτών και με
+μετέφεραν εις την Άμαστριν, αφού παρά τρίχα διέφυγα τον θάνατον.
+
+Του λοιπού και εγώ εκήρυξα κατά του ψευδοπροφήτου φανερόν πόλεμον και
+πάντα λίθον εκίνουν διά να εκδικηθώ, αφού και προ της επιβουλής ήδη
+τον εμίσουν μεγάλως διά την ατιμίαν του• εις τον πόλεμον δε τούτον
+είχα πολλούς συναγωνιστάς και μάλιστα τους μαθητάς του Ηρακλεώτου
+φιλοσόφου Τιμοκράτους. Αλλ' ο τότε διοικητής της Βιθυνίας και του
+Πόντου Αύιτος μας συνεκράτησε με συμβουλάς και παρακλήσεις• διότι
+ένεκα της φιλίας του προς τον Ρουτιλλιανόν δεν ηδύνατο, και αν
+απεδεικνύετο αδικών ο Αλέξανδρος, να τον τιμωρήση. Ούτω ανέκοψα την
+ορμήν μου και έπαυσα να καταδιώκω ένοχον υπέρ του οποίου έβλεπα ότι
+τόσον ευμενώς ήτο διατεθειμένος ο δικαστής. Δεν είναι δε μεγάλη μεταξύ
+των άλλων η θρασύτης του Αλεξάνδρου να ζητήση παρά του Αυτοκράτορος να
+μετονομασθή το τείχος του Αβώνου Ιωνόπολις και να κοπή νόμισμα νέον,
+το οποίον από μεν την μίαν όψιν να έχη την εικόνα του Γλύκωνος, από δε
+την άλλην την μορφήν αυτού του ψευδοπροφήτου με τα στέμματα του πάππου
+του Ασκληπιού και το ξιφοδρέπανον του προμήτορος Περσέως; Ενώ δε είχε
+προείπει ότι θα έζη εκατόν πεντήκοντα έτη και έπειτα θ' απέθνησκε
+φονευόμενος υπό κεραυνού, απέθανε πριν ακόμη συμπληρώσει τα
+εβδομήκοντα, με αξιοθρήνητον θάνατον• ως άξιος υιός του Ποδαλειρίου
+έπαθε σήψιν του ποδός μέχρι βουβώνος και κατεφαγώθη υπό σκωλήκων
+ζωντανός. Τότε δε και εφάνη ότι ήτο φαλακρός, διότι ήτο ανάγκη να του
+βρέχουν οι ιατροί την κεφαλήν προς κατάπαυσιν των πόνων, πράγμα το
+οποίον δεν ήτο δυνατόν αν δεν αφήρει την φενάκην διά να παρουσιάζη
+γυμνήν την κεφαλήν.
+
+Τοιούτον υπήρξε το τέλος της κωμωδίας του Αλεξάνδρου και τοιαύτη του
+όλου δράματος η λύσις, ώστε να δύναται τις να υποθέση ότι ήτο θεία η
+τιμωρία, καίτοι εκ τύχης συνέβη. Έπρεπε δε και ο επιτάφιος αυτού να
+γείνη άξιος του βίου του και να γείνη αγών διά την διαδοχήν του εις το
+μαντείον. Οι συνεργάται εις τας αγυρτείας, όσοι ήσαν κορυφαίοι,
+ανέθηκαν εις τον Ρουτιλλιανόν ν' αποφασίση ποίος εξ αυτών έπρεπε να
+προτιμηθή διά ν' αντικαταστήση τον Αλέξανδρον και φορέση το
+ιεροφαντικόν και προφητικόν στέμμα. Μεταξύ δε των μνηστήρων τούτων ήτο
+και ο ιατρός Παίτος, άνθρωπος ηλικιωμένος, όστις έπραττεν ούτω ανάξια
+και της επιστήμης και της ηλικίας του. Αλλ' ο αγωνοθέτης Ρουτιλλιανός
+τους απέπεμψεν αστεφανώτους, επιφυλάττων εις εαυτόν την διαδοχήν του
+προφήτου μετά την λήξιν της δημοσίας υπηρεσίας την οποίαν είχε.
+
+Ταύτα, φίλτατε, ολίγα εκ πολλών και ως δείγματα έγραψα και προς χάριν
+σου, φίλου τον οποίον υπέρ πάντας θαυμάζω και διά την σοφίαν και διά
+την αγάπην προς την αλήθειαν και διά την πραότητα του χαρακτήρος, την
+μετριοπάθειαν και την γαλήνην του βίου και την ευμένειαν προς τους
+πλησιάζοντας αυτόν, αλλά—και τούτο θα σου είνε περισσότερον
+ευχάριστον—και εκδικούμενος διά τον Επίκουρον, σοφόν αληθώς ιερόν και
+θείον, όστις μόνος διέγνωσε τα αληθή και τα αγαθά και τα μετέδωκεν εις
+τους άλλους και έγεινε λυτρωτής των ακροασθέντων την διδασκαλίαν του.
+Νομίζω δε ότι τ' ανωτέρω θα χρησιμεύσουν και εις όσους θα τ'
+αναγνώσουν, διότι και τας αγυρτείας ελέγχουν και την ορθοφροσύνην
+υποστηρίζουν.
+
+
+
+
+Ο Η Ρ Α Κ Λ Η Σ
+
+
+
+
+Προλαλιά {66}.
+
+Οι Κελτοί εις την γλώσσαν αυτών ονομάζουν τον Ηρακλήν Όγμιον και
+εξεικονίζουν τον θεόν με μορφήν πολύ αλλόκοτον. Ο Ηρακλής των
+ευρίσκεται εις τα έσχατα του γήρατος, είνε φαλακρός, έχει λευκάς τας
+τρίχας αι οποίαι του υπολείπονται, έχει το δέρμα ρυτιδωμένον και
+ηλιοκαές, ώστε να φαίνεται μαύρος όπως οι γηράσαντες ναυτικοί. Και θα
+τον ενόμιζες μάλλον Χάρωνα ή Ιαπετόν ή άλλον εκ των κατοίκων του Άδου
+παρά Ηρακλήν. Προς τον Ηρακλήν ομοιάζει μόνον κατά το ένδυμα και τον
+οπλισμόν• διότι, όπως εκείνος, φορεί την λεοντήν και εις την δεξιάν
+κρατεί το ρόπαλον, έχει κρεμασμένην εις τον ώμον την βελοθήκην και το
+τόξον παρουσιάζει τεντωμένον η αριστερά του• καθ' όλα δε ταύτα είνε
+Ηρακλής.
+
+Ενόμιζα λοιπόν ότι οι Κελτοί εξεικόνιζον ούτω τον Ηρακλήν διά να
+υβρίζουν τους θεούς των Ελλήνων και να εκδικηθούν κατά του Ηρακλέους,
+διότι επέδραμέ ποτε και ελεληλάτησε την χώραν αυτών, όταν αναζητών τας
+αγέλας του Γηρυόνου διέτρεξε τας πλείστας εκ των δυτικών χωρών.
+
+Αλλά παρέλειψα να αναφέρω το παραδοξότατον χαρακτηριστικόν της
+εικόνος. Ο γέρων εκείνος Ηρακλής σύρει μέγα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι
+πάντες είνε δεμένοι εκ των ώτων• και τα δεσμά είνε αλύσεις λεπταί
+κατεσκευασμέναι από χρυσόν και ήλεκτρον και όμοιαι με τα ωραιότερα
+περιδέραια. Αλλ' ενώ τα δεσμά των είνε τόσον αδύνατα, ούτε ν'
+αποδράσουν φαίνονται σκεπτόμενοι, πράγμα το οποίον φαίνεται εύκολον,
+ούτε φέρουν την παραμικράν αντίστασιν, και ούτε με τους πόδας
+αντιπατούν, ούτε κλίνουν το σώμα προς τα οπίσω διά ν' ανθίστανται εις
+το τράβηγμα, αλλ' εύθυμοι ακολουθούν και χαίροντες και τον σύροντα
+επευφημούν• και με τόσην προθυμίαν τον ακολουθούν, ώστε οι δεσμοί
+γίνονται χαλαροί και φαίνονται ότι θα ελυπούντο εάν ελύοντο. Δεν θα
+παραλείψω δε να αναφέρω και εκείνο το οποίον εξ όλων μου εφάνη
+ατοπώτατον. Επειδή ο ζωγράφος δεν είχε πόθεν να δέση τα άκρα των
+δεσμών, καθότι η μεν δεξιά του Ηρακλέους κρατεί το ρόπαλον, η δε
+αριστερά το τόξον, ετρύπησε το άκρον της γλώσσης αυτού και εξ εκείνης
+τους παριστά συρομένους. Στρέφεται δε και μειδιά προς τους
+ακολουθούντας δεσμίους ο Ηρακλής.
+
+Επί πολύ εστεκόμην και παρετήρουν ταύτα θαυμάζων και απορών και
+αγανακτών. Κάποιος δε Κελτός παριστάμενος, ο οποίος εγνώριζε τα
+ημέτερα, ως εφάνη, εγνώριζε δε κατά βάθος και τα της πατρίδος του, μου
+είπεν εις άπταιστον Ελληνικήν γλώσσαν. Εγώ, ξένε, θα σου εξηγήσω της
+εικόνος το αίνιγμα, διότι φαίνεται ότι πολύ σ' ετάραξε. Ημείς οι
+Κελτοί δεν νομίζομεν, όπως σεις οι Έλληνες, τον Ερμήν ως τον θεόν της
+ευφραδείας, αλλά την δύναμιν ταύτην αποδίδομεν εις τον Ηρακλήν, όστις
+είνε παρά πολύ του Ερμού ισχυρότερος. Μη απορής δε διότι παριστάνεται
+γέρων καθότι μόνον η ευγλωττία έχει συνήθως την ακμήν της εις το
+γήρας, εάν πρέπει να πιστεύσωμεν τους ποιητάς σας, οίτινες λέγουν ότι
+των μεν νεωτέρων ο νους είνε άπηκτος {67} και άστατος, το δε γήρας
+
+ έχει τι λέξαι των νέων σοφώτερον{68}•
+
+Ούτω και εκ της γλώσσης του Νέστορος σας έτρεχε μέλι και των αγορητών
+της Τρωάδος η φωνή εξήρχετο λειριόεσσα, δηλαδή ευανθής, διότι λείρια,
+αν καλώς ενθυμούμαι, ονομάζονται τα άνθη. Ώστε μη απορής εάν ο γέρων
+ούτος, ο οποίος προσωποποιεί τον λόγον, έλκει διά της γλώσσης τους
+ανθρώπους τους όποιους έχει δέσει εκ των ώτων, αφού γνωρίζεις την
+μεταξύ των ώτων και της γλώσσης σχέσιν. Ούτε αποτελεί ύβριν δι' αυτόν
+το τρύπημα της γλώσσης του• διότι, ως λέγουν κωμικοί τινες ίαμβοι τους
+οποίους από σας τους Έλληνας έμαθα,
+
+ Τοις γαρ λάλουσιν εξ άκρου
+ η γλώττα πάσίν εστι τετρυπημένη. {69}
+
+Εν γένει δε περί του Ηρακλέους ημείς φρονούμεν ότι τα πάντα κατώρθωσε
+διά του λόγου, ότι υπήρξε σοφός και διά της πειθούς μάλλον ή της βίας
+επέτυχεν εις τα πλείστα. Και τα βέλη αυτού είνε οι λόγοι, πιστεύω,
+οξείς και εύστοχοι και ταχείς και τας ψυχάς επιτυγχάνοντες• διότι
+πτερωτούς αποκαλείτε και σεις τους λόγους.
+
+Αυτά μου είπεν ο Κελτός εκείνος. Εγώ δε, ενώ εσκεπτόμην περί της
+σημερινής εμφανίσεώς μου, αν έπρεπεν εις ηλικίαν τοιαύτην, και αφού
+προ τόσου καιρού έπαυσα τας δημοσίας διαλέξεις, να υποβληθώ πάλιν εις
+την κρίσιν τόσων δικαστών, ανεμνήσθην εγκαίρως την εικόνα εκείνην.
+Μέχρι της στιγμής εκείνης εφοβούμην μήπως εις κανένα εξ υμών φανώ ότι
+παιδιαρίζω και ότι πράττω ανάρμοστα εις την ηλικίαν μου, ίσως δε
+κανείς νέος εκ των αναγινωσκόντων τον Όμηρον με επιπλήξη λέγων• «σή δε
+βίη λέλυται»,{70} και «χαλεπόν γήρας κατείληφέ σε»,{71}
+
+ ηπεδανός δε νύ τοι θεράπων, βραδέες δε τοι ίπποι, {72}
+
+υπαινισσόμενος διά τούτου και σκώπτων την βραδύτητα των ποδών.
+
+Αλλ' όταν ενθυμηθώ τον γηραιόν εκείνον Ηρακλήν, λαμβάνω το θάρρος να
+πράξω τα πάντα και δεν εντρέπομαι ν' αποτολμώ τοιαύτα, ενώ είμαι
+ομήλικος του προσώπου εκείνου της εικόνος. Ώστε η δύναμις, η ευκινησία
+και το κάλλος και όλα του σώματος τα χαρίσματα με απεχαιρέτισαν διά
+παντός και αν ο Έρως σου, ω Τήιε ποιητά {73}, προκύψη και ίδη το
+υπόλευκόν μου
+γένειον και τανύσας τας χρυσάς του πτέρυγας απομακρυνθή, δεν θα
+στενοχωρηθώ. Αλλά διά του λόγου σήμερον θέλω να ανανεωθώ και ν' ανθίσω
+εκ νέου και ν' ανακτήσω την εαρινήν μου ακμήν• και να σύρω εκ των ώτων
+όσους περισσοτέρους δυνηθώ και να τοξεύσω πολλάκις, ως να μη φοβούμαι
+μήπως χωρίς να το εννοήσω κενωθή η βελοθήκη. Βλέπετε πως παρηγορούμαι
+διά την ηλικίαν και το γήρας μου. Διά τούτο ετόλμησα να σύρω εις την
+θάλασσαν το προ πολλού αργούν επί της άμμου πλοιάριόν μου και μετά
+πρόχειρον επισκευήν να ανοιχθώ εις πέλαγος. Ας δώσουν δε οι θεοί να
+πνεύση εκ μέρους υμών ευμενής άνεμος, καθότι τώρα μάλιστα έχω ανάγκην
+βοηθητικού και ευνοϊκού ανέμου όστις να κολπώση τα ιστία μου, και εάν
+φανώ άξιος των προσδοκιών σας, να λεχθή και δι' εμέ το Ομηρικόν•
+
+ οίην εκ ρακέων ο γέρων επιγουνίδα φαίνει{74}.
+
+
+
+
+Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ
+
+
+
+
+Προλαλιά.
+
+
+
+Όταν ο Διόνυσος εξεστράτευσε κατά των Ινδών — δεν πιστεύω να εμποδίζη
+τίποτε διά να σας διηγηθώ και ένα μύθον βακχικόν—λέγεται ότι τόσον τον
+κατεφρόνησαν κατ' αρχάς οι εκεί άνθρωποι, ώστε εγέλων ενώ τον έβλεπον
+επερχόμενον, μάλλον δε τον ελυπούντο διά την τόλμην του, υποθέτοντες
+ότι θα τον εποδοπάτουν μετ'ολίγον οι ελέφαντες, εάν έφερεν αντίστασιν.
+Και την περιφρονητικήν ταύτην ιδέαν εσχημάτισαν, υποθέτω, διότι οι
+κατάσκοποι των ανήγγελλον αλλόκοτα περί του στρατεύματος αυτού, ως
+λόγου χάριν ότι η φάλαγξ και οι λόχοι αυτού απετελούντο από γυναίκας
+παράφρονας και μαινομένας, στεφανωμένας με κισσόν, ενδεδυμένας με
+δέρματα νεαρών ελάφων και ωπλισμένας με μικρά δόρατα χωρίς σιδηράν
+αιχμήν, από κισσόν κατεσκευασμένα και αυτά, και μικράς ασπίδας ελαφράς
+αι οποίαι εβόμβουν και μόνον αν τας έψαυε κανείς, — διότι ως ασπίδας
+εξελάμβανον τα τύμπανα. — Ηκολούθουν δε μόνον ολίγοι νέοι αγροίκοι και
+γυμνοί, οίτινες εχόρευον κόρδακα {75} και είχον ουράς και κέρατα όπως
+τα μικρά ερίφια. Και ο μεν στρατηλάτης εκάθητο επί άρματος, το οποίον
+έσυρον παρδάλεις, και ήτο εντελώς αγένειος, χωρίς τον παραμικρόν χνουν
+εις τας παρειάς, κερασφόρος και αυτός, στεφανωμένος με σταφυλάς, έχων
+την κόμην περιδεδεμένην με ταινίαν και φορών πορφύραν και χρυσά
+σανδάλια• ως υποστρατήγους δε είχε δύο. Εκ τούτων ο μεν ήτο μικρόσωμος
+γέρων, αρκετά παχύς και προγάστωρ, με την μύτην σιμήν, με ώτα μεγάλα
+και όρθια, όστις έτρεμε και εστηρίζετο εις βακτηρίαν αλλ' ως επί το
+πλείστον εκάθητο επί όνου, εφόρει δε και ούτος χρυσοειδές ένδυμα και
+εφαίνετο ως συνταγματάρχης του στρατηλάτου. Ο δε άλλος ήτο υπερμεγέθης
+άνθρωπος και ωμοίαζε προς τράγον κατά τα κάτω άκρα, είχε τριχωτά τα
+σκέλη, κέρατα επί κεφαλής και πυκνά γένεια, ήτο οργίλος και βίαιος•
+και εις μεν την αριστεράν εκράτει φλογέραν, εις δε την δεξιάν ράβδον
+καμπύλην, την οποίαν έχων υψωμένην περιέτρεχεν όλον το στρατόπεδον και
+ανεπήδα. Και τα γύναια τον εφοβούντο και έσειον τας λυτάς των κόμας
+και εφώναζον ευοί•{76} οι δε κατάσκοποι ενόμιζον ότι τούτο ήτο το
+όνομά του.
+
+Αι γυναίκες είχον ήδη διαρπάσει τα ποίμνια και εσπάρασσον ζωντανά τα
+ζώα, διότι τρώγουν φαίνεται ωμά τα κρέατα. Ταύτα δε ακούοντες οι Ινδοί
+και ο βασιλεύς των, εγέλων, ως ήτο επόμενον, και εθεώρουν περιττόν ν'
+αντεπεξέλθουν ή να παραταχθούν, απεφάσισαν δε ν' αποστείλουν κατ'
+αυτών τας γυναίκας, άμα θα έφθανον πλησίον, διότι εθεώρουν ως εντροπήν
+και να φονεύσουν γύναια πάσχοντα τας φρένας και αρχηγόν θηλυπρεπή και
+μεθυσμένον μικρόσωμον γέροντα και τον άλλον εκείνον ο οποίος ουδ'
+αυτός ήτο σωστός στρατιώτης, και γυμνούς χορευτάς, όλους γελοίους.
+Αλλ' όταν ανηγγέλθη ότι ο θεός ήρχισεν ήδη να πυρπολή την χώραν και να
+κατακαίη τας πόλεις με τους κατοίκους• ν' ανάπτη δάση και εντός ολίγου
+να γεμίση φωτιάν τας Ινδίας — διότι Διονησιακόν όπλον είνε το πυρ,
+προερχόμενον εκ του πατρικού κεραυνού — τότε ήρχισαν με σπουδήν να
+οπλίζωνται. Επέσαξαν και εχαλίνωσαν τους ελέφαντας και τοποθετήσαντες
+επ' αυτών τους πύργους αντεπεξήλθον, καταφρονούντες μεν ακόμη τον
+εχθρόν, αγανακτούντες όμως και σπεύδοντες να συντρίψουν μεθ' όλου του
+στρατεύματος αυτού τον αγένειον εκείνον στρατάρχην.
+
+Όταν επλησίασαν και αντικρύσθησαν, οι μεν Ινδοί τάξαντες επί κεφαλής
+τους ελέφαντας ηκολούθησαν εις φάλαγγα, ο δε Διόνυσος κατείχε το μέσον
+του στρατεύματός του, ενώ του δεξιού την διοίκησιν είχεν ο Σειληνός,
+του δε αριστερού ο Παν και ως λοχαγοί και ταξίαρχοι είχον διορισθή
+Σάτυροι. Γενικόν δε σύνθημα ήτο το ευοί. Και ευθύς τα τύμπανα ήρχισαν
+να κροτούν και τα κύμβαλα εσήμαινον επίθεσιν, κάποιος δε εκ των
+Σατύρων λαβών κέρας εσάλπιζεν έγερσιν και ο όνος του Σειληνού εξέπεμψε
+πολεμικόν ογκηθμόν, αι δε μαινάδες, ζωσμέναι με όφεις και
+ουρλιάζουσαι, ώρμησαν κατά των εχθρών και απεκάλυψαν τας σιδηράς
+αιχμάς των θύρσων τους οποίους εκράτουν. Οι δε Ινδοί και οι ελέφαντες
+των αμέσως αποδειλιάσαντες έφευγον ατάκτως, χωρίς καν να περιμένουν να
+φθάσουν οι εχθροί εντός βολής, και επί τέλους κατά κράτος ενικήθησαν
+και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι υπ' εκείνων τους οποίους προηγουμένως
+έσκωπτον. Ούτω δε εδιδάχθησαν υπό πικράς πείρας να μη περιφρονούν τους
+ξένους στρατούς από τα πρώτα ακούσματα.
+
+Αλλά θα ερωτήση κανείς• τις ο σκοπός αυτής της διηγήσεως περί του
+Διονύσου; Διότι μου φαίνεται—και δι' όνομα των Χαρίτων μη νομίσετε ότι
+είμαι μεθυσμένος ή παράφρων και παραβάλλω τα ιδικά μου προς τα των
+θεών—ότι οι περισσότεροι των ανθρώπων ευρίσκονται εις τας αυτάς
+διαθέσεις με τους Ινδούς, προκειμένου περί λόγων, όπως εκείνος τον
+οποίον εγώ προτίθεμαι να σας εκφωνήσω. Νομίζοντες ότι θ' ακούσουν παρ'
+εμού σατυρικά πράγματα και αστεία και εντελώς κωμικά, έρχονται με
+αυτήν την πεποίθησιν, διότι δεν γνωρίζω πώς έχουν τοιαύτην ιδέαν περί
+εμού. Και άλλοι μεν ούτε να έλθουν να με ακούσουν ηθέλησαν, μη
+θεωρούντες πρέπον να κατέλθουν από τους ελέφαντας των, διά ν'
+ακροώνται γυναικεία άσματα και να βλέπουν σκιρτήματα Σατύρων• άλλοι δε
+ερχόμενοι ακριβώς προς τοιούτον σκοπόν και αντί κισσού απαντήσαντες
+σιδηράς αιχμάς, τόσον εταράχθησαν υπό του απροσδοκήτου, ώστε ούτε να
+επιδοκιμάσουν τους λόγους μου τολμούν. Αλλά μετά θάρρους υπόσχομαι εις
+αυτούς ότι εάν και τώρα, όπως άλλοτέ ποτε, θελήσουν να μετάσχουν εις
+την Διονυσιακήν τελετήν την οποίαν προσφέρω και ενθυμηθούν οι παλαιοί
+μου συμπόται τας διασκεδάσεις μας των τότε καιρών και δεν
+καταφρονήσουν τους Σατύρους και τους Σειληνούς, πίουν δε μέχρι κόρου
+εκ του ποτηρίου το οποίον προσφέρω, θα καταληφθούν και αυτοί υπό της
+Διονυσιακής μέθης και πολλάκις μετ' εμού θα αναφωνήσουν το ευοί.
+
+Αλλ' αυτοί είνε ελεύθεροι να πράξουν ό,τι θέλουν. Εγώ δε, επειδή ακόμη
+ευρισκόμεθα εις τας Ινδίας, θέλω να σας διηγηθώ και κάτι άλλο περί των
+εκεί, όχι άσχετον και αυτό και ξένον προς το θέμα. Εις την χώραν των
+Ινδών Μαχλαίων, οίτινες κατοικούν εις τα αριστερά του Ινδού ποταμού
+μέχρι του Ωκεανού, υπάρχει ιερόν δάσος εις μέρος περίφρακτον και ουχί
+λίαν εκτεταμένον, το οποίον κισσός πολύς και κλήματα καθιστώσιν
+εντελώς σύσκιον. Εκεί υπάρχουν τρεις πηγαί καλλίστου και διαυγεστάτου
+ύδατος, εξ ων η μεν είνε αφιερωμένη εις τον Σάτυρον, η δε εις τον Πάνα
+και η τρίτη εις τον Σειληνόν. Εις το άλσος εκείνο εισέρχονται οι Ινδοί
+μίαν φοράν το έτος και τελούν την εορτήν του θεού και πίνουν εκ των
+πηγών, όχι όμως όλοι και εξ όλων, αλλά κατά ηλικίαν• οι μεν νέοι
+πίνουν εκ της πηγής των Σατύρων, οι δε άνδρες εκ της Πανικής και οι
+έχοντες την ηλικίαν μου εκ της πηγής του Σειληνού. Θα ήτο μακρόν να
+διηγηθώ τι συμβαίνει εις τους παίδας, άμα πίουν εκ της πηγής, και
+ποίας τρέλλας κάμνουν οι άνδρες οι κατεχόμενοι υπό του Πανικού
+ενθουσιασμού• αλλ' εκείνα τα οποία πράττουν οι γέροντες όταν μεθύσουν
+εκ του νερού εκείνου δεν είνε άκαιρον να τ' αναφέρω. Άμα πίη ο γέρων
+και κυριευθή υπό του Σειληνού μένει επί πολύ άφωνος και όμοιος με
+άνθρωπον τον οποίον έχει ζαλίσει και βαρύνει ο οίνος• έπειτα αίφνης
+ανακτά φωνήν λαμπράν, εύστροφον και μελωδικήν και εξ αφώνου γίνεται
+λαλίστατος, τόσον ώστε είνε αδύνατον ν' αποστομωθή και να παύση να
+ρητορεύη. Αλλ' όσα λέγει είνε συνετά και σεμνά και οι λόγοι του
+κατεβαίνουν όπως του Ομηρικού εκείνου ρήτορος• «νιφάδεσσιν εοικότες
+χειμερίησι» {77}• και δεν είνε αρκετόν να τους παρομοιάση τις, διά την
+ηλικίαν των, προς κύκνους• η ευφράδεια των ενθυμίζει μάλλον τους
+τέττιγας, όπως εξακολουθούν να λαλούν επιμόνως και γοργώς μέχρι
+βαθείας εσπέρας. Τότε ανανήφοντες εκ της μέθης, σιωπούν και
+επανέρχονται εις την προτέραν κατάστασιν.
+
+Αλλά το παραδοξώτερον δεν είπα• εάν ο γέρων αφήση εν τω μεταξύ ημιτελή
+την ομιλίαν του και δύσαντος του ηλίου εμποδισθή να την φέρη εις
+πέρας, όταν το επόμενον έτος θα πίη εκ νέου εκ της πηγής, θα την
+εξακολουθήση εκ του σημείου όπου την αφήκεν όταν εξεμέθυσε.
+
+Αυτά τα σκώμματα απευθύνω, ως ο Μώμος, προς τον εαυτόν μου• και μα τον
+Δία, είνε περιττόν να προσθέσω το επιμύθιον διότι βλέπετε πόσον ο
+μύθος μου ταιριάζει. Εάν είπω ανόητα, η μέθη είνε αιτία• εάν δε φανούν
+συνετοί οι λόγοι μου, άρα ο Σειληνός μ' ελυπήθη και μ' ενέπνευσε.
+
+
+
+
+ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΣΤΗΣ {78}
+
+
+
+
+Η περί της αποφράδος, κατά Τιμάρχου.
+
+
+
+Ότι δεν εγνώριζες την λέξιν αποφράδα είνε ολοφάνερον. Διότι πώς θα με
+κατηγορείς δι' αυτό ως βαρβαρίζοντα εις την γλώσσαν, επειδή είπα περί
+σου ότι είσαι όμοιος με αποφράδα — τωόντι δε την ημέραν εκείνην
+ενθυμούμαι ότι παρωμοίασα την διαγωγήν σου προς την τοιαύτην ημέραν —
+εκτός αν σου είνε παντελώς άγνωστος η λέξις; Αλλά την σημασίαν της
+λέξεως ταύτης θα σε διδάξω μετ' ολίγον• τώρα δε σου λέγω εκείνο το
+οποίον είπεν ο Αρχίλοχος, ότι έπιασες τέττιγα από το πτερόν, εάν έτυχε
+να γνωρίζης την ύπαρξιν ενός σατυρικού ποιητού Αρχιλόχου ονομαζομένου
+και εκ Πάρου καταγομένου, όστις διεκρίνετο διά την ανεξαρτησίαν του
+φρονήματος και την ελευθερίαν της γλώσσης, και δεν εφοβείτο να
+κατακρίνη ό,τι δήποτε, ούτε εσκοτίζετο αν θα ελύπει υπερβολικά τους
+κινούντας την χολήν των στίχων του. Εκείνος λοιπόν, όταν ποτέ
+εκακολογήθη υπό τινος, είπεν ότι άσχημα έκαμε να πιάση τον τέττιγα από
+το πτερόν. Ο Αρχίλοχος παρωμοίαζε τον εαυτόν του προς τέττιγα, όστις
+εκ φύσεως και χωρίς αφορμήν είνε λάλος, όταν δε τον συλλάβουν και από
+το πτερόν, φωνάζει ακόμη δυνατώτερα. Και συ τώρα, είπε, δυστυχή
+άνθρωπε, τι ήθελες να ερεθίσης εναντίον σου ποιητήν λάλον ζητούντα
+αφορμήν και υπόθεσιν προς στιχουργίαν;
+
+Αυτήν την απειλήν σου απευθύνω και εγώ, όχι μα τον Δία διότι θέλω να
+συγκρίνω τον εαυτόν μου προς τον Αρχίλοχον— κατά τι; πολύ απέχω — αλλά
+διότι γνωρίζω από τον βίον σου πολλά τα οποία είνε άξια σατυρισμού και
+διά τα οποία ούτε αυτός ο Αρχίλοχος θα ήτο αρκετός• και αν εκάλει τον
+Σιμωνίδην και τον Ιππώναντα εις συνεργασίαν, δεν θα ήσαν αρκετοί να
+εξεικονίσουν και μίαν μόνην από τας φαυλότητάς σου. Εις πάσαν
+διαφθοράν υπερβαίνεις τον Οροδοικίδην, τον Λυκάμβην και τον
+Βούπαλον,{79} οίτινες έγιναν αντικείμενα της σατύρας των ποινών
+εκείνων. Φαίνεται ότι κάποιος εκ των θεών έφερεν εις τα χείλη σου τον
+γέλωτα όταν ελέχθη η αποφράς, και ούτω συ μεν απεδείχθης περισσότερον
+και από τους Σκύθας ως εντελώς αμαθής, έδωκες δε δικαίαν αφορμήν
+επιθέσεως εις άνδρα ελεύθερον, όστις εξ ιδίας αντιλήψεως σε γνωρίζει
+καλώς και ουδόλως συστέλλεται ναποκαλύψη τα πάντα, μάλλον δε είνε
+έτοιμος να διακηρύξη όσα πράττεις νύκτα και ημέραν ακόμη και τώρα,
+εκτός των πολλών τα οποία έπραξες εις το παρελθόν. Ίσως είνε μάταιον
+και περιττόν να ομιλή κανείς περί σου με την ειλικρίνειαν ήτις αρμόζει
+εις τους μορφωμένους ανθρώπους. Διότι ούτε συ υπάρχει ελπίς να γίνης
+καλλίτερος διά της επιτιμήσεως, όπως ο κάνθαρος δεν δύναται να
+μεταπεισθή να κυλίη τας ακαθαρσίας αφού άπαξ συνείθισεν εις αυτάς,
+ούτε υπάρχει κανείς, υποθέτω, όστις αγνοεί την διαφθοράν σου και τας
+πράξεις με τας οποίας υβρίζεις το γήρας σου. Δεν είνε τόσον αφανείς
+και προφυλαγμέναι από την κοινήν αντίληψιν αι κακοήθειαί σου• ούτε
+είνε ανάγκη να σου αφαιρέση κανείς την λεοντήν διά να φανής ότι είσαι
+όνος, εκτός αν κανείς μας ήλθε προσφάτως εκ των Υπερβορείων Χωρών ή
+είνε τόσον μωρός, ώστε και χωρίς να σε ίδη να μη γνωρίζη και να εννοή
+αμέσως ότι είσαι ο θρασύτατος των όνων και να περιμένη να σε ακούση να
+ογκανίζης διά να βεβαιωθή τι είσαι. Προ πολλού και προ εμού και
+πολλάκις έχουν διατυμπανισθή αι κακοήθειαί σου και έχεις φήμην όχι
+μικράν δι' αυτάς, περισσοτέραν και από τον Αριφράδην,{80} τον
+Συβαρίτην Ημιθέωνα και τον Χίον Βάσταν τον θεωρούμενον σοφόν εις τα
+τοιαύτα. Θα τα είπω όμως, αν και θα φανώ ότι λέγω πασίγνωστα, διά να
+μη κατηγορηθώ ότι μόνος εγώ δεν τα γνωρίζω.
+
+Αλλά προτιμώτερον να καλέσωμεν βοηθόν ένα εκ των προλόγων του
+Μενάνδρου, τον Έλεγχον, φίλον της Αληθείας και της Παρρησίας, όστις
+δεν είνε εκ των ασημοτέρων θεών των αναβαινόντων εις την σκηνήν και
+είνε εχθρός μόνον υμών των φοβουμένων την γλώσσαν του. Ο Έλεγχος όχι
+μόνον γνωρίζει τα πάντα, αλλά και σαφώς εκθέτει όσα περί υμών
+γνωρίζει. Θα είνε λοιπόν ευχάριστον εάν θελήση να προσέλθη και μας
+διηγηθή την υπόθεσιν του δράματος. Έλα λοιπόν, άριστε των προλόγων και
+των σκηνικών θεοτήτων, και φρόντισε να εξηγήσης προκαταβολικώς εις
+τους ακροατάς ότι ουχί αδίκως, ούτε εκ φιλοκατηγορίας και
+επιπολαιότητος επιχειρώ το κατηγορητήριον τούτο, αλλά και διά
+προσωπικήν άμυναν και διότι συμμερίζομαι το κοινόν μίσος διά την
+κακοήθειαν του ανθρώπου. Αφού είπης μόνον αυτά και κάμης σαφή
+εισαγωγήν, ναποσυρθής αμέσως και ναφήσης εις εμέ τα λοιπά. Θα σε
+μιμηθώ δε και θα ελέγξω τας περισσοτέρας των αισχρουργιών του
+ανθρώπου, ώστε να μη δύναται κανείς να σε κατηγορήση δι' έλλειψιν
+θάρρους και αληθείας. Δεν ζητώ, φίλτατε Έλεγχε, να επαινέσης εμέ προς
+τους ακροατάς, ούτε τα ελαττώματα εκείνου να εκθέσης. Διότι δεν είνε
+πρέπον να έλθουν εις το στόμα ενός θεού λόγοι περί ανθρώπου τόσον
+καταπτύστου.
+
+Ο άνθρωπος ούτος (ομιλεί ο Έλεγχος)διατεινόμενος ότι είνε σοφιστής
+{81}, μετέβη μίαν φοράν εις την Ολυμπίαν διά να εκφωνήση προς τους
+πανηγυριστάς λόγον, τον οποίον είχε προ πολλού συνθέσει.
+
+Ήτο δε υπόθεσις του λόγου το γεγονός ότι ο Πυθαγόρας ημποδίσθη υπό
+τινος Αθηναίου, νομίζω, να λάβη μέρος εις τα Ελευσίνια μυστήρια ως
+βάρβαρος, διά τον λόγον ότι αυτός ο Πυθαγόρας έλεγεν ότι άλλοτε ποτέ
+υπήρξε και Εύφορβος.{82} Ο λόγος αυτού ήτο, όπως ο κολιός του Αισώπου,
+στολισμένος με διάφορα ξένα πτερά. Διά να μη φανή δε ότι έλεγε παλαιά
+πράγματα, αλλ' ότι ωμίλει εκ του προχείρου, παρεκάλεσε ένα εκ των
+φίλων του — ήτο δε ούτος εκ Πατρών, ασχολούμενος συνήθως με δίκας—όταν
+ζητήση να του προβάλουν θέμα περί του οποίου να ομιλήση, να του
+προτείνη τον Πυθαγόραν. Ούτω και συνέβη και ο Πατρεύς εκείνος παρέσυρε
+τους παρόντας ν' ακούσουν ομιλίαν περί του Πυθαγόρου. Αλλ' όπως ήρχισε
+να αραδιάζη πράγματα τα οποία προ πολλού είχε σκεφθή και μελετήση,
+εφάνη αμέσως πολύ απίθανος αυτοσχεδιαστής, μολονότι η μεγάλη του
+αναισχυντία τον υπεβοήθει και τον υπεστήριζε και συνεκάλυπτε την
+απάτην. Οι δε ακροαταί εγέλων θορυβωδώς και άλλοι μεν παρατηρούντες
+τον Πατρέα εκείνον υπεδήλουν ότι εμάντευσαν την σύμπραξίν του εις την
+απάτην, άλλοι δε γνωρίζοντες και αυτά τα λεγόμενα παρά του ρήτορος,
+κατεγίνοντο καθ' όλην την διάρκειαν του λόγου να δοκιμάζουν αλλήλους
+κατά πόσον ηδύναντο ν' αναμνησθούν και διαγνώσουν τίνος εκ των
+σοφιστών, οίτινες ολίγον πρότερον είχον διακριθή εις τας καλουμένας
+μελέτας, ήτο εκάστη των περικοπών του λόγου. Μεταξύ των γελώντων ήτο
+και ο γράψας τον παρόντα λόγον. Και ηδύνατο να μη γελά διά τόσον
+φανεράν και απίστευτον και αναίσχυντον απάτην, αφού μάλιστα έχει και
+εύκολον τον γέλωτα; Αλλά και πώς να μη γελάση, όταν ο ρήτωρ τρέψας την
+φωνήν του εις μελωδίαν ήρχισε να ψάλλη, ως ενόμιζε, θρήνον διά τον
+Πυθαγόραν; Ο συγγραφεύς του παρόντος νομίζων ότι έβλεπεν όνον
+προσπαθούντα, κατά το λεγόμενον, να παίξη κιθάραν, ανεκάγχασε με όλην
+του την όρεξιν. Ο δε ρήτωρ στραφείς τον είδε και από της στιγμής
+εκείνης ο πόλεμος εκηρύχθη μεταξύ των.
+
+Κατόπιν ήλθεν η πρώτη του έτους ή μάλλον η τρίτη ημέρα της μεγάλης
+νουμηνίας {83} ότε οι Ρωμαίοι, κατ' αρχαίον έθιμον, κάμνουν ευχάς δι'
+όλον το έτος και θυσίας, τας οποίας εκανόνισεν ο βασιλεύς Νουμάς.
+Πιστεύουν δε ότι οι θεοί κατ' εκείνην την ημέραν εξαιρετικώς
+εισακούουν τας ευχάς των ανθρώπων. Κατά τοιαύτην λοιπόν εορτήν,
+εκείνος ο οποίος εγέλασεν εις την Ολυμπίαν διά τον ψευδή εκείνον
+Πυθαγόραν, είδε πλησιάζοντα τον αισχρόν και φαντασμένον, τον
+σφετεριστήν των ξένων έργων — συνέπεσε δε να γνωρίζη ακριβώς και την
+διαγωγήν αυτού, την ασέλγειαν και την ρυπαρότητα του βίου και όσα
+συνελήφθη να πράττη. Και είπε προς ένα εκ των συντρόφων του• Πρέπει
+ναποφύγωμεν αυτό το κακόν συναπάντημα, του οποίου η εμφάνισις δύναται
+να μας μεταβάλλη αυτήν την ευτυχή ημέραν εις αποφράδα. Τούτο ακούσας ο
+σοφιστής και νομίσας την λέξιν αποφράδα, ως ξένην και άσχετον προς την
+Ελληνικήν γλώσσαν, ήρχισε να γελά και ενόμισεν ότι εύρε την περίστασιν
+να εκδικηθή διά τον παλαιόν εκείνον γέλωτα και προς όλους έλεγεν•
+Αποφράς; τι είνε αυτό; καρπός ή λάχανον ή σκεύος; είνε φαγώσιμον ή το
+πίνουν; Εγώ ούτε το ήκουσα ποτέ, ούτε δύναμαι να εννοήσω τι σημαίνει.
+Ενόμιζεν ότι έλεγε ταύτα εναντίον του εχθρού του και εγέλα πολύ με την
+αποφράδα και δεν ενόει ότι έδιδε την εσχάτην απόδειξιν της απαιδευσίας
+του. Διά τούτο έγραφε τον παρόντα λόγον εκείνος όστις με προαπέστειλε
+προς υμάς, διά να δείξη ότι ο περίφημος σοφιστής αγνοεί τα κοινότατα
+της Ελληνικής γλώσσης και αυτά ακόμη τα οποία γνωρίζουν οι άνθρωποι
+των εργαστηρίων και των καπηλειών.
+
+Αυτά είπεν ο Έλεγχος. Εγώ δε — διότι τώρα θα συνεχίσω του δράματος την
+υπόθεσιν — καθήσας επί του Δελφικού τρίποδος, δικαιούμαι να είπω τα
+όσα έπραξες εις την πατρίδα σου, όσα εις την Παλαιστίνην, οποία εις
+την Αίγυπτον, εις την Φοινίκην και την Συρίαν, κατόπιν δε εις την
+Ελλάδα και την Ιταλίαν και τελευταίον τώρα εις την Έφεσον, όπου η
+κακοήθεια σου έφθασεν εις το κατακόρυφον αυτής. Αφού κατά την
+παροιμίαν είσαι κάτοικος της Ιλίου και εκάλεσες τραγωδούς διά να σου
+παίξουν, κατ' ανάγκην θ' ακούσης την διήγησιν των δυστυχημάτων σου
+{84}.
+
+Αλλά προ τούτου ας ομιλήσωμεν περί της αποφράδος και σ' εξορκίζω εις
+την πάνδημον Αφροδίτην, τας Γενετυλλίδας και την Κυβέλην {85} να μου
+είπης κατά τι σου εφάνη αξιοκατάκριτος και αξία γέλωτος η λέξις
+αποφράς. Βέβαια θα την θεωρής ξένην και εισχωρήσασαν εις την γλώσσαν
+εκ της προς τους Κελτούς, τους Θράκας ή τους Σκύθας επιμιξίας. Και
+επειδή γνωρίζεις τελείως την γλώσσαν των Αθηναίων, απεκήρυξες και
+απέκλεισες αμέσως την αποφράδα εκ της ελληνικής γλώσσης και ο γέλως
+σου αυτήν την αφορμήν είχε, ότι τάχα βαρβαρίζω και ξενίζω και
+παραβαίνω τους Αττικούς κανόνας.
+
+Αλλ' οι από σε καλλίτερα γνωρίζοντες τα τοιαύτα δύνανται να είπουν ότι
+ουδεμία άλλη λέξις είνε τόσον εντοπία όσον αυτή• και ευκολώτερον
+δύνασαι ν' αποδείξης τον Ερεχθέα και τον Κέκροπα ξένους και επήλυδας
+εις τας Αθήνας παρά την αποφράδα ότι δεν είνε συγγενής και αυτόχθων
+της Αττικής. Πολλά πράγματα λέγουν οι Αθηναίοι ομοίως με τους άλλους
+ανθρώπους, αλλ' αποφράδα μόνοι αυτοί λέγουν την κακήν, κατηραμένην και
+απαισίαν και ομοίαν προς σε ημέραν: Ιδού έμαθες ήδη τυχαίως τι
+σημαίνει διά τους Αθηναίους η αποφράς ημέρα• όταν ούτε αι αρχαί
+λειτουργούν, ούτε αι δίκαι δικάζονται, ούτε ιεροτελεστίαι τελούνται
+και ουδέν εν γένει γίνεται εκ των αισίων, η ημέρα αύτη ονομάζεται
+αποφράς.
+
+Εισήχθη δε το έθιμον τούτο εις άλλους δι' άλλας αιτίας• είτε διότι
+ηττήθησαν εις μεγάλας μάχας, ώρισαν έπειτα να μη επιχειρούν τίποτε
+κατά τας ημέρας καθ' ας έπαθαν τα ατυχήματα ταύτα και να μη έχη κύρος
+καμμία πράξις επίσημος γενομένη κατά τας χρονολογίας ταύτας, είτε
+διότι... καίτοι είνε ίσως άκαιρον και πάρωρον να διδάσκη κανείς και να
+εξηγή τα τοιαύτα εις άνθρωπον γέροντα, όστις ουδέ τα στοιχειωδέστερα
+τούτων γνωρίζει. Αλλ' επί του προκειμένου η λέξις αύτη είνε το παν και
+ο γνωρίζων αυτήν γνωρίζει παν ό,τι σχετίζεται με την σημασίαν της. Δεν
+επιτρέπεται δε η άγνοια της• διότι αν δικαιολογείται ν' αγνοή κανείς
+λέξεις αι οποίαι δεν είνε της κοινής χρήσεως και δεν εννοούνται από
+τους πολλούς, την αποφράδα όμως και αν θέλη κανείς δεν δύναται να είπη
+κατ' άλλον τρόπον• διότι μόνον αυτή η λέξις υπάρχει δι' αυτήν την
+έννοιαν.
+
+Έστω, θα παρατήρηση κανείς. Αλλά και εκ των παλαιών λέξεων άλλαι μεν
+πρέπει να λέγωνται, άλλαι δε όχι, όσαι δεν είνε γνωσταί εις τους
+πολλούς, διά να μη πλήττουν δυσαρέστως την ακοήν εκείνων προς τους
+οποίους απευθυνόμεθα. Ίσως δε τωόντι έσφαλα, διότι έπρεπε να σου
+ομιλήσω εις την γλώσσαν των Παφλαγόνων ή των Καπαδοκών ή των Βακτρίων,
+διά να εννοήσης τι σου έλεγα και να σου είνε ευχάριστα τα λεγόμενα.
+Αλλ' όταν κανείς απευθύνεται προς τους άλλους Έλληνας, νομίζω ότι
+πρέπει να μεταχειρίζεται την Ελληνικήν γλώσσαν. Καίτοι δε οι Αττικοί
+με την πάροδον του χρόνου πολλά μετέβαλαν εκ της γλώσσης των, η λέξις
+αποφράς παραμένει αμετάβλητος και εξακολουθεί να λέγεται ούτω πάντοτε
+υπό πάντων.
+
+Θα ανέφερα και εκείνους οίτινες εις το παρελθόν μετεχειρίσθησαν αυτήν
+την λέξιν, εάν δεν υπήρχε φόβος να σε φέρω εις απορίαν με ονόματα ξένα
+και άγνωστα προς σε ποιητών και ρητόρων και συγγραφέων αλλ' είνε και
+περιττόν ν' αναφέρω τους μεταχειρισθέντας την λέξιν, διότι όλοι τους
+γνωρίζουν. Εάν δε συ μου αναφέρης ένα εκ των παλαιών όστις δεν έκαμε
+χρήσιν αυτής της λέξεως, σου υπόσχομαι χρυσούν, κατά το λεγόμενον,
+ανδριάντα εις την Ολυμπίαν. Αλλ' εκείνος ο οποίος εις γεροντικήν και
+περασμένην ηλικίαν αγνοεί τα τοιαύτα, βεβαίως δεν θα γνωρίζη και ότι
+αι Αθήναι είνε πόλις εις την Αττικήν, η Κόρινθος εις τον Ισθμόν και η
+Σπάρτη εις την Πελοπόννησον.
+
+Η μόνη ίσως δικαιολογία ήτις σου υπολείπεται είνε να είπης ότι την μεν
+λέξιν εγνώριζες, αλλά την χρήσιν αυτής κατηγόρησες ως άκαιρον. Αλλά
+και εις τούτο θα σου δώσω την πρέπουσαν απάντησιν και να προσέξης εις
+όσα θα σου είπω, εκτός εάν πολύ ολίγον σε μέλει διά την αμάθειάν σου.
+Οι παλαιοί πολλάς τοιαύτας επωνυμίας έδωκαν εις τους ομοίους σου—διότι
+υπήρχον και τότε, ως φαίνεται, άνθρωποι βδελυροί κατά τα ήθη και
+βρωμεροί και με διεστραμμένον χαρακτήρα•—και κάποιος μεν ωνόμασεν ένα
+Κόθορνον, προσομοιάσας την αχαρακτήριστον αυτού διαγωγήν προς τα
+τοιαύτα υποδήματα{86}, άλλος δε ωνόμασεν άλλον Ενόχλησιν, διότι ήτο
+ρήτωρ θορυβώδης και συνετάρασσε τας συνελεύσεις. Άλλον ωνόμασαν
+Εβδόμην, διότι, όπως τα παιδία κατά την εβδόμην του μηνός, εκείνος εις
+τας συνελεύσεις έπαιζε και εγέλα καθ' ον χρόνον συνεζητούντο αι
+σοβαραί υποθέσεις του λαού{87}. Δεν επιτρέπεται λοιπόν και εις εμέ,
+δι' όνομα του Αδώνιδος, να παρομοιάσω ένα παγκάκιστον άνθρωπον, ο
+οποίος έχει όλας τας κακοηθείας, προς ημέραν δυσώνυμον και απαισίαν;
+Ημείς και τους χωλούς τον δεξιόν πόδα αποφεύγομεν, μάλιστα αν τους
+συναντήσωμεν το πρωί. Και αν τις άμα
+εξέλθη από την κατοικίαν του ίδη ευνούχον ή πίθηκον, στρέφεται προς τα
+οπίσω και επανέρχεται εις την οικίαν του, διότι μαντεύει ότι δεν θ'
+αποβούν εις καλόν αι πράξεις του κατά την ημέραν εκείνην μετά τοιούτον
+κακόν συναπάντημα. Εις την αρχήν δε και εις τα πρόθυρα και την πρώτην
+έξοδον και την πρωίαν, ούτως ειπείν, του όλου έτους εάν ίδη κανείς
+κίναιδον, ενεργούντα και πάσχοντα ακατονόμαστα, πασίγνωστον δι' αυτά
+και κατεξευτελισμένον και σχεδόν με το όνομα των αισχρουργιών τούτων
+ονομαζόμενον, απατεώνα, αγύρτην, επίορκον, εξωλέστατον, άξιον του
+κύφωνος και του βαράθρου{88}, δεν πρέπει να τον αποφύγη και να τον
+παρομοιάση προς αποφράδα ημέραν;
+
+Αλλ' αρνείσαι ότι είσαι τοιούτος; Όχι δεν θ' αρνηθής, διότι εγώ
+γνωρίζω το θάρρος σου, μου φαίνεται δε ότι και υπερηφανεύεσαι διότι
+δεν χάνεται η δόξα των έργων σου, αλλ' είσαι εις όλους γνωστός και
+περιβόητος. Αλλά και αν θελήσης ν' αρνηθής ότι είσαι τοιούτος, ποίοι
+θα σε πιστεύσουν; οι συμπολίται σου; Διότι από αυτούς είνε ορθόν ν'
+αρχίσωμεν. Αλλ' εκείνοι γνωρίζουν την πρώτην σου ανατροφήν και πώς
+παρεδόθης εις τον φαυλότατον εκείνον στρατιωτικόν και συνδιεφθείρεσο
+μετ' αυτού, υπηρετών αυτόν καθ' όλους τους τρόπους, έως ου σ' έκαμε,
+κατά το λεγόμενον, κουρέλι χιλιοτρύπητον και σ' επέταξεν εις τον
+δρόμον. Θα ενθυμούνται προσέτι και τα νεανικά σου κατορθώματα εις το
+θέατρον, όπου ελάμβανες μέρος εις τας παραστάσεις των ορχηστών και
+ήθελες να είσαι ο αρχηγός των. Πριν ή εμφανισθή άλλος εις την σκηνήν
+και πριν ή αναγγελθή το όνομα του έργου, ενεφανίζεσο συ με πολλήν
+επισημότητα, φορών χρυσά υποδήματα και ένδυμα ηγεμονικόν, διά να ζητής
+την επιείκειαν του κοινού, ελάμβανες στεφάνους και απήρχεσο
+χειροκροτούμενος και εκ των προτέρων τιμώμενος. Σήμερον όμως
+παρουσιάζεσαι ως ρήτωρ και σοφιστής• και αν το μάθουν οι συμπολίται
+σου, θα νομίζουν, όπως εις την τραγωδίαν, ότι βλέπουν δύο ήλιους και
+διπλάς Θήβας {89}• και όλοι θα λέγουν απορούντες : Εκείνος ο τότε και
+ο κατόπιν είνε σήμερον ο ρήτωρ και ο σοφιστής; Διά τούτο και συ κάνεις
+καλά και δεν πηγαίνεις εις την πατρίδα σου, αλλ' είσαι εκούσιος
+εξόριστος, ενώ η πατρίς σου ούτε κατά τον χειμώνα είνε κακή ως
+διαμονή, ούτε το θέρος καθ' υπερβολήν θερμή, αλλ' η ωραιοτέρα και
+μεγαλειτέρα εξ όλων των πόλεων της Φοινίκης• διότι η ανάμνησις του
+παλαιού σου εκείνου βίου και η συναναστροφή με τους γνωρίζοντας τας
+τότε περιπετείας σου δεν θα σου είνε καθόλου ευχάριστος.
+
+Αλλά διατί λέγω ανοησίας; Δύνασαι να εντραπής κανένα συ; Και τι εκ των
+αισχροτάτων δύνασαι να θεωρήσης αισχρόν; Πληροφορούμαι δε ότι έχεις
+και κτήματα σπουδαία εις την πατρίδα σου, ένα άθλιον πυργίσκον, προς
+τον οποίον συγκρινόμενος ο πίθος τους Διογένους θα ήτο του Διός
+ανάκτορον. Αλλά τέλος πάντων δεν υπάρχει τρόπος οιοσδήποτε να
+μεταπείσης τους συμπολίτας σου ώστε να μη σε νομίζουν τον
+σιχαμερώτερον των ανθρώπων και όνειδος κοινόν της πόλεώς των.
+
+Αλλά μήπως και εις την άλλην Συρίαν θα εύρης υποστηρικτάς, αν είπης
+ότι έζησες χωρίς να πράξης τίποτε κακόν και αξιοκατάκριτον; Η
+Αντιόχεια γνωρίζει την ιστορίαν της απαγωγής του εκ Ταρσού νέου
+εκείνου....Αλλ' είνε αισχρόν ίσως και ν' ανακινή τις τοιαύτα πράγματα.
+Εν τοσούτω γνωρίζουν και ενθυμούνται εκείνοι οίτινες σας κατέλαβον
+καθ' ην στιγμήν συ μεν ήσο γονατιστός, εκείνος δε γνωρίζεις τι σου
+έκανε, εάν δεν έχασες εντελώς την μνήμην, εις το στόμα. Αλλ' ίσως δεν
+σε γνωρίζουν οι κατοικούντες εις την Αίγυπτον, οίτινες μετά τα εν
+Συρία θαυμαστά εκείνα κατορθώματα σε υπεδέχθησαν φεύγοντα και διότι
+κατεδιώκεσο και δι' όσα ανέφερα υπό των εμπόρων των ενδυμάτων, από
+τους οποίους ηγόρασες πολυτελή ενδύματα και σου εχρησίμευσαν διά το
+ταξείδι. Αλλ' η Αλεξάνδρεια δεν γνωρίζει περί σου ολιγώτερα, ούτε μα
+τον Δία έπρεπε να έρχεται εις δευτέραν μοίραν μετά την Αντιόχειαν υπ'
+αυτήν την έποψιν. Και η ακολασία σου υπήρξεν εκεί αναιδεστέρα και η
+αισχρουργία σου μανιωδεστέρα και η φήμη σου διά ταύτα μεγαλειτέρα. Δεν
+είχες πλέον καμμίαν συστολήν. Είς μόνον ευρέθη να σε πιστεύση
+αρνούμενον ότι έπραξες ποτέ όσα η φήμη σου απέδιδε και σε υπεστήριξε
+γενόμενος ο τελευταίος σου μισθοδότης. Ήτο εκ των εγκριτοτέρων
+Ρωμαίων. Αλλά θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω τ' όνομά του, μολονότι
+όλοι οι προς ους απευθύνομαι γνωρίζουν ποίον εννοώ. Προς τι δε ν'
+αναφέρω όσα υπέφερεν εκ της αναισχυντίας σου κατά την διάρκειαν των
+σχέσεών σας; Αλλ' όταν σε συνέλαβε πεσμένον εις τα γόνατα του νεαρού
+οινοχόου του Οινοποίωνος, τι νομίζεις; επίστευσεν ότι δεν είσαι
+τοιούτος, ενώ είχε τας αποδείξεις ενώπιον του; Μόνον αν ήτο θεότυφλος
+θα επίστευε. Και εξεδήλωσε την περί σου γνώμην του εκδιώξας σε
+παρευθύς εκ της οικίας του και εξαγνίσας αυτήν, ως λέγεται, μετά την
+έξοδόν σου.
+
+Η Αχαΐα επίσης και η Ιταλία είνε πλήρεις εκ των πράξεών σου και της
+δι' αυτάς φήμης σου• απολάμβανε λοιπόν την δόξαν σου. Και εις εκείνους
+οίτινες απορούν δι' όσα τώρα πράττεις εις την Έφεσον λέγω, ότι αληθώς
+δεν θα εθαύμαζον, εάν εγνώριζον τον παλαιόν σου βίον• καίτοι εδώ
+έμαθες και κάτι νέον• νακολασταίνης και με γυναίκας.
+
+Ειπέ μου λοιπόν, δεν σου ταιριάζει τελείως το όνομα αποφράς; Αλλά
+διατί, προς θεού, έχεις και την αξίωσιν να μας φιλής εις το στόμα μετά
+τας αισχρουργίας εκείνας; Διότι τούτο το υβριστικώτατον πράττεις και
+μάλιστα εις εκείνους οίτινες είνε ολιγώτερον άξιοι τοιαύτης ύβρεως και
+προς τους ακροατάς και μαθητάς σου. Δεν είνε δι' αυτούς αρκετά όσα
+άλλα δυσάρεστα υποφέρουν από το στόμα σου, οι βαρβαρισμοί της γλώσσης,
+η τραχεία φωνή, η ακρισία, η ασυναρτησία, η παντελής απειροκαλία και
+τα τοιαύτα; Πρέπει να λαμβάνουν επί πλέον και φιλήματα από τοιούτον
+στόμα, αλεξίκακε θεέ; Προτιμώτερον να φιληθή κανείς από ασπίδα {90} ή
+έχιδναν• ο κίνδυνος τότε θα είνε μόνον ο πόνος και η δηλητηρίασις,
+υπάρχει δε ελπίς ότι αν κληθή ιατρός θ' αποτρέψη τον κίνδυνον μετά το
+ιδικόν σου όμως φίλημα και τον εξ αυτού μολυσμόν δύναται τις πλέον να
+πλησίαση εις ναόν ή βωμόν; και ποίος εκ των θεών θα εισακούση τας
+ευχάς του; πόσων ραντισμών εξαγνιστικών, πόσων ποταμών έχει ανάγκην;
+
+Και ενώ είσαι τοιούτος και τοιαύτα πράττεις, εχλεύαζες τους άλλους διά
+λέξεις και φράσεις. Εγώ εν τοσούτω θα εντρεπόμην μάλλον εάν δεν
+εγνώριζα την αποφράδα παρά διότι την είπα όπως την είπα. Σε δε ουδείς
+από ημάς κατηγόρησε διά τους βρωμολόγους και τους τροπομάσθλητας, τα
+ρησιμετρώ και αθηνιώ και ανθοκρατώ και σφενδικίζω και χειροβλημάω
+{91}, τα οποία μεταχειρίζεσαι εις τους λόγους σου. Ο λόγιος Ερμής ας
+σε συντρίψη ομού με τους λόγους σου. Διότι εις ποία βιβλία τα
+ευρίσκεις αυτά; Αναμφιβόλως τα ξετρυπόνεις από κάποιον εκ των
+ασημάντων και λησμονημένων υπό αράχνας και μούχλαν ποιητών ή ίσως εκ
+των βιβλίων της Φιλαινίδος {92}, τα οποία έχεις πάντοτε ανά χείρας.
+Είνε όμως άξια σού και του στόματός σου.
+
+Αφού δε ανέφερα το στόμα, τι θα έλεγες αν η γλώσσα σου σενήγεν εις το
+δικαστήριον επί αδικήματι ή το ολιγώτερον επί εξυβρίσει — ας κάμωμεν
+αυτήν την υπόθεσιν — και σου έλεγε; Εγώ, αχάριστε, σε παρέλαβα πτωχόν
+και χωρίς επάγγελμα βιοποριστικόν, και κατ' αρχάς μεν σ' έκαμα να
+παρουσιάζεσαι επιτυχώς εις τα θέατρα, άλλοτε ως Νίνος και άλλοτε ως
+Μητίοχος, μετ' ολίγον δε και ως Αχιλλεύς. Έπειτα όταν εδίδασκες παιδία
+να συλλαβίζουν επί πολύν καιρόν σ' έτρεφα. Και τώρα ότε απαγγέλλεις
+τους ξένους λόγους ως ιδικούς σου, έκαμα ώστε να θεωρήσαι ρήτωρ και
+σου έδωκα δόξαν ήτις ουδόλως σου ανήκει. Ποίαν λοιπόν τόσο μεγάλην
+αφορμήν έχθρας έχεις εναντίον μου και με μεταχειρίζεσαι κατ' αυτόν τον
+τρόπον και με διατάσσεις να πράττω αίσχιστα πράγματα και να σε βοηθώ
+εις καταπτύστους πράξεις; Δεν σε αρκούν όσα με αναγκάζεις να πράττω
+την ημέραν, να ψεύδωμαι, να επιορκώ και να εκχύνω την τόσην σου
+φλυαρίαν και μωρολογίαν ή μάλλον να εμώ τον βόρβορον των λόγων σου;
+και ούτε την νύκτα μ' αφήνης την δυστυχή να ησυχάσω, αλλά μόνη εγώ σου
+κάνω τα πάντα και εξευτελίζομαι και μιαίνομαι• και ενώ είμαι γλώσσα με
+χρησιμοποιείς ως χείρα και ως ξένην με υβρίζεις και με τόσα κακά με
+φορτόνεις. Το μόνον έργον μου είνε να λαλώ, εις άλλα δε μέρη του
+σώματος ανήκει να κάμνουν και να παθαίνουν τα τοιαύτα, θα ήτο
+προτιμώτερον δι' εμέ να με κόψουν όπως της Φιλομήλας την γλώσσαν.
+Βεβαίως ευτυχέστεραι από εμέ είνε αι γλώσσαι εκείνων οίτινες τρώγουν
+τα τέκνα των.
+
+Εάν η γλώσσα σου ελάλει δι' εαυτήν και σου έλεγεν αυτά, προσλαμβάνουσα
+ως συνήγορον και μάρτυρα και την γενειάδα σου, προς θεού, τι θα της
+απεκρίνεσο;
+
+Μήπως θα της έλεγες εκείνα τα οποία και προ ολίγου καιρού είπες προς
+τον Γλαύκον, όταν ούτος σε κατηγόρει διά μίαν ωρισμένην αισχρουργίαν
+σου, ότι διά τούτο έγεινες εντός ολίγου ένδοξος και γνωστός εις όλους
+και πώς ήτο δυνατόν να γείνης τόσον περιβόητος διά της ρητορικής σου;
+Είνε δε ευχάριστον να γείνη κανείς καθ' οιονδήποτε τρόπον ένδοξος και
+ονομαστός. Έπειτα θα αριθμήσης προς αυτήν τας πολλάς σου προσωνυμίας,
+όσαι εις διάφορα έθνη σου εδόθησαν. Ακριβώς δε διά τούτο θαυμάζω, πώς
+εθύμωσες διότι εγώ σε ωνόμασα αποφράδα και διά τας προσωνυμίας εκείνας
+δεν ηγανάκτεις. Εις την Συρίαν σε ωνόμασαν ροδοδάφνην διά λόγον τον
+οποίον αισχύνομαι, μα την Αθηνάν, να αναφέρω• ώστε εγώ τουλάχιστον θ'
+αφήσω το πράγμα ασαφές. Εις την Παλαιστίνην ωνομάσθης φράκτης, διότι
+τα γένεια σου, τα οποία εξύριζες τότε, ηνώχλουν ως άκανθαι. Εις την
+Αίγυπτον ωνομάσθης πονόλαιμος, και τούτο είνε ευνόητον• διότι ως
+λέγουν παρ' ολίγον να πνιγής από ένα ναύτην τριίστου πλοίου ο οποίος
+εισβαλών σου απέφραξε το στόμα. Οι χαριέστατοι όμως Αθηναίοι δεν είπον
+περί σου τίποτε το αινιγματώδες, αλλ' απλώς σε ετίμησαν με την
+προσθήκην ενός γράμματος και σε ωνόμασαν Ατίμαρχον• διότι έπρεπε να
+έχης και κάτι περισσότερον από τον αρχαίον ομώνυμόν σου.{93} Εις την
+Ιταλίαν δε σου εδόθη ηρωικόν επώνυμον• ωνομάσθης κύκλωψ, επειδή μίαν
+φοράν εφιλοδόξησες να δώσης αρχαίαν μορφήν και να ραψωδήσης την
+αισχρουργίαν κατά τον Όμηρον. Και συ μεν είχες πέσει κάτω μεθυσμένος
+και εκράτεις εις την χείρα ποτήριον, ως Πολύφημος πλήρης ασελγών
+επιθυμιών, νεανίας δε μισθωτός έχων ορθόν τον μοχλόν και λίαν
+ακονισμένον ώρμησεν ως Οδυσσεύς εναντίον σου διά να σου εξορύξη τον
+οφθαλμόν.
+
+ κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' έγχος
+ αιχμή δ' εξεσύθη παρά νείατον ανθερεώνα{94}.
+
+Αφού περί σου ομιλώ δεν είνε παράδοξον και άτοπον να αισχρολογώ. Συ
+δε, ω Κύκλωψ, ανοίξας το στόμα όσον το δυνατόν πλατύτερον όχι μόνον
+εδέχεσο να σου πλήττη ο νέος εκείνος την σιαγόνα, αλλά και εφαίνεσο
+θέλων ως η Χάρυβδις να καταπίης ολόκληρον τον Ούτιν ομού με τους
+ναύτας, τα πηδάλια και τα ιστία. Ταύτα δε έβλεπον και άλλοι παρόντες.
+Έπειτα την επιούσαν εδικαιολογείσο αποδίδων αυτά εις την μέθην και εις
+τον άκρατον οίνον.
+
+Αφού λοιπόν έχεις τοιούτον και τοσούτον πλούτον ονομάτων, εντρέπεσαι
+διά την αποφράδα; Προς θεού, ειπέ μου, τι αισθάνεσαι όταν ο κόσμος
+λέγει περί σου ότι λεσβιάζεις και φοινικίζεις; Μήπως και αυτά αγνοείς
+όπως την αποφράδα και νομίζεις ίσως ότι σε επαινούν; ή αυτά μεν,
+επειδή τα πράττεις συνήθως, τα γνωρίζεις, μόνον δε την αποφράδα ως
+άγνωστον υβρίζεις και αποκλείεις του καταλόγου των ονομάτων;
+
+Λοιπόν τόσον αληθή είνε αυτά διά τα οποία σε κατηγορώ, ώστε και μέχρι
+των γυναικωνιτών έχει φθάσει η φήμη σου. Όταν δε προ καιρού ετόλμησες
+να ζήτησης εις γάμον μίαν γυναίκα εις την Κύζικον, εκείνη, η οποία ήτο
+καλώς περί σου πληροφορημένη, απήντησε• Δεν θέλω άνδρα ο οποίος έχει
+και αυτός ανάγκην ανδρός. Και ενώ ευρίσκεσαι εις αυτήν την κατάστασιν,
+σκοτίζεσαι διά λέξεις και γελάς και υβρίζεις τους άλλους; Αλλά τούτο
+είνε επόμενον• διότι δεν δυνάμεθα όλοι να λέγωμεν όμοια με εκείνα τα
+οποία συ λέγεις. Ποίος έχει τόσον μεγάλην τόλμην εις τους λόγους του,
+ώστε να ζητή τρίαιναν αντί ξίφους διά να φονεύση τους τρεις μοιχούς;
+Και ποιος δύναται να είπη, όπως συ όταν έκρινες τον Θεόπομπον διά την
+κατάληψιν του Τρικαράνου, ότι με τρίκοπον λόγον καθυπέταξε τας
+πρωτευούσας πόλεις και έπειτα ότι εξετριαίνωσε την Ελλάδα και ήτο
+Κέρβερος εις τους λόγους; Αλλά και πρό τινος καιρού ανάψας λύχνον
+εζήτεις κάποιον αδελφόν{95} τον οποίον είχες χάσει, φαίνεται. Και
+πολλά άλλα τοιαύτα, γελοία και σόλοικα, τα οποία είνε ανάξια και να τ'
+απομνημονεύση κανείς, εκτός μόνον εκείνου το οποίον όσοι ήκουσαν
+αναφέρουν εξ ενός σου λόγου. Επρόκειτο, νομίζω, περί ενός πλουσίου και
+δύο πτωχών, οίτινες ήσαν εχθροί• ομιλών δε περί του πλουσίου είπες•
+«απέκτεινε θάτερον των πενήτων»• επειδή δε, ως ην επόμενον, οι
+παρόντες εγέλασαν, συ διά να διορθώσης το σφάλμα σου, είπες• όχι, αλλά
+«άτερον αυτών απέκτεινεν». Παραλείπω τους αρχαϊσμούς σου, το τριών
+μηνοίν, το ανηνεμία, το πέταμαι, το εκχύνειν και όσα άλλα ωραία
+πράγματα επανθούν εις τους λόγους σου.
+
+Και δι' όσα μεν αναγκαζόμενος υπό της πενίας κάμνεις δεν θα σε
+κατηγορήσω, μα την Αδράστειαν, διότι είνε δικαιολογημένος όπως δήποτε
+εκείνος, όστις πιεζόμενος υπό της πείνης επιορκεί αρνούμενος τας
+παρακαταθήκας τας οποίας του ενεπιστεύθησαν, ή αναιδώς ζητεί και αφού
+λάβη ζητεί και άλλα και κλέπτει ενδύματα και φορολογεί τον κόσμον• δεν
+λέγω αυτά• διότι δεν είνε τόσον αξιοκατάκριτος εκείνος όστις διά
+παντός τρόπου προσπαθεί να σωθή από την πενίαν. Αλλά το ασυγχώρητον
+είνε ότι εν ώ είσαι πτωχός, δαπανάς μόνον εις τας τοιαύτας ηδονάς όσα
+κερδίζεις διά της αναισχυντίας σου.
+
+Αλλ' αν θέλης και να επαινέσω κάτι τι το οποίον με πολλήν ευφυίαν
+έπραξες, θ' αναφέρω πώς με την τέχνην του Τισίου {96} και μιμούμενος
+τον Κόρακα ήρπασες ενός ανοήτου γέροντος τριάκοντα χρυσά νομίσματα και
+πώς ο αυτός με την μέθοδον του Τισίου παγιδευθείς σου επλήρωσε δι' έν
+βιβλίον επτακοσίας πεντήκοντα δραχμάς.
+
+Καίτοι έχω πολλά αλλά ακόμη να είπω, σε αφίνω, τούτο δε μόνον
+προσθέτω• εξακολούθει να πράττης αυτά όπως σου αρέσουν και μη παύσης
+να εξυβρίζης κατ' αυτόν τον τρόπον τον εαυτόν σου• αλλ' όχι και εκείνο
+το οποίον αποσιωπώ• διότι είνε ανόσιον να καλούμεν εις την οικίαν μας
+τους ούτω εξηχρειωμένους και να προσφέρωμεν εις αυτούς το ποτήριον της
+φιλίας και να γευώμεθα τα αυτά φαγητά. Αλλά να παύσης επίσης και τα
+μετά τους λόγους φιλήματα και μάλιστα προς εκείνους οίτινες όχι προ
+πολλού σου έκαμαν αποφράδα το στόμα. Και αφού τέλος πάντων ήρχισα να
+σου δίδω φιλικάς συμβουλάς, παύσε, αν θέλης, ν' αρωματίζης τας λευκάς
+σου τρίχας και να περιποιήσαι μόνον ωρισμένα μέρη του σώματός σου.
+Διότι εάν μεν σε αναγκάζη κανέν νόσημα, πρέπει όλον σου το σώμα να
+θεραπεύης• εάν δε δεν έχης καμμίαν τοιαύτην αφορμήν, διατί θέλεις να
+διατηρής καθαρά και λεία και ολισθηρά μέρη τα οποία ούτε να φαίνωνται
+επιτρέπει η αιδώς; Ό,τι μόνον κάμνεις φρόνιμον είνε ότι διατηρείς
+λευκάς τας τρίχας σου και δεν τας βάφεις, διά να χρησιμεύουν ως
+προκάλυμμα της αισχρότητός σου. Σέβου λοιπόν αυτάς κατά τούτο
+τουλάχιστον και μάλιστα την γενειάδα σου και μη τα μιαίνης και τα
+υβρίζης περισσότερον. Αλλ' αν δεν δύνασαι να κρατηθής, πράττε
+τουλάχιστον τας αισχρότητάς σου την νύκτα και εις το σκότος, όχι την
+ημέραν, διότι είνε πολύ κτηνώδες.
+
+Βλέπεις ότι θα ήτο προτιμότερον ν' αφήσης ακίνητα τα ύδατα της
+Καμαρίνης και να μη εμπαίζης την αποφράδα, η οποία θα σου καταστήση
+όλην την ζωήν αποφράδα; ή έχεις ανάγκην και άλλων κοσμητικών; Εις
+πάσαν περίστασιν εγώ δεν θα παραλείψω να συμπληρώσω τον πανηγυρικόν
+σου. Δεν ενόησες λοιπόν ότι είσαι εξουθένωμα και έπρεπεν, ω παιπάλημα
+και κίναδε, να μαζεύεσαι όταν ανήρ δασύτριχος και μάλιστα, ως οι
+αρχαίοι έλεγον, μελάμπυγος σε ατενίση και μόνον αυστηρώς; Ίσως και
+τώρα θα γελάσης διά το παιπάλημα και τον κίναιδον, ως ν' ακούης
+αινίγματα και γρίφους, διότι σου είνε άγνωστα των έργων σου τα
+ονόματα. Ώστε φρόντισε να τα κατηγορήσης και αυτά, εάν δεν σου
+επληρώθη τριπλή και τετραπλή η αποφράς. Μόνον δε τον εαυτόν σου να
+αιτιάσαι δι' όλα αυτά• διότι, ως συνείθιζε να λέγη ο καλός Ευριπίδης,
+των αχαλινώτων στομάτων και της αφροσύνης και της ανομίας το τέλος
+είνε η δυστυχία.
+
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ
+
+1} Την ιστορίαν του Κτησίου γνωρίζομεν μόνον εξ αποσπάσματος αυτής
+διασωθέντος υπό του Φωτίου. Φαίνεται δε ότι ο Λ. τον αδικεί λέγων ότι
+έγραψεν όλως φαντασιώδη. Τουλάχιστον εις όσα γράφει περί των
+κυνοκεφάλων ανθρώπων των κατοικούντων εις τα όρη και οίτινες αντί
+πάσης λαλιάς έχουν είδος υλακής, ευκόλως αναγνωρίζεται ο
+Ουραγκουτάγκος. Ουχ ήττον τερατώδη εφάνησαν κατά την αρχαιότητα όσα
+έγραψε περί των ομιλούντων πτηνών• αλλ' οι Έλληνες δεν εγνώριζον ακόμη
+τους ψιτακούς, τους οποίους ενόει προδήλως ο Κ.
+
+{2} Άγνωστον πότε έγραψεν ο συγγραφεύς ούτος.
+
+{3} Τον Ατλαντικόν.
+
+{4} Αφροδίτη ή Αυγερινός
+
+{5} Πεζοί ελαφρώς ωπλισμένοι, ακροβολισταί.
+
+{6} Κατά τον Στράβωνα, ο κολοσσός της Ρόδου είχεν ύψος 70 οργυιών.
+
+{7} Δηλαδή Σελήνιος, διότι η σελήνη ελέγετο και μήνη.
+
+{8} Φαλλός, ομοίωμα, του ανδρικού αιδοίου, το οποίον περιέφερον εις
+τας πομπάς του Διονύσου.
+
+{9} Η πόλις την οποίαν κτίζουν εις τους «Όρνιθας» του Αριστοφάνους τα
+πτηνά.
+
+{10} Ξύλα τα οποία προστριβόμενα επ' αλλήλων ήναπτον.
+
+{11} Αρπάγαι, γάντζοι.
+
+{12} Κατά τον σχολιαστήν, ο Λουκ. σκώπτει εδώ τον Αντώνιον Διογένην,
+όστις είχε γράψει ότι εις την νήσον Θούλην (Ισλανδίαν) δεν νυκτώνει
+μίαν ημέραν κατ' έτος. Αλλ' ο Α. Δ. είχε δίκαιον, διότι αληθώς εις την
+Ισλανδίαν ο ήλιος μόλις δύση ανατέλλει την 21 Ιουνίου.
+
+{13} Διότι δεν εσέβετο τους θεούς, εβίασε δε την Κασάνδραν και
+εκεραυνώθη, υπό της ΑΘηνάς, ήτις έρριψε κατ' αυτού το όπλον του πατρός
+της, ως λέγει ο Βιργίλιος εις το α' βιβλίον της Αινειάδος.
+
+{14} Διότι έγινε τύραννος.
+
+{15} Υπαινιγμοί κατά των δοξασιών των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών.
+
+{16} Τώρα δε, Μούσα, ψάλλε μου την μάχην των νεκρών ηρώων.
+
+{17} Ο Λουκιανός φίλος των μακαρίων Θεών, είδε πάντα τα εδώ και πάλιν
+επέστρεψεν εις την πατρίδα του.
+
+{18} Ναρκωτικά φυτά.
+
+{19} Νήγρετος σημαίνει αξύπνητος και Παννυχία ολονυκτία.
+
+{20} Ίδε τόμ. Α' σελ. 27 υποσημ. 2.
+
+{21} Αντίμαχος ο Κολοφώνιος, επικός ποιητής, ήκμασε προ του Πλάτωνος.
+Έγραψε δε έπος «Θηβαΐδα» επιγραφόμενον του οποίου στίχους τινάς
+παραθέτει ο Αθηναίος, και ελεγείας περί των οποίων ομιλεί ο
+Πλούταρχος. Η φήμη του Αντιμάχου ήτο πολύ μικρά μέχρι του
+αυτοκράτορος, Αδριανού, όστις τον εθεώρει ανώτερον του Ομήρου και
+ήθελε να επιβάλη την προτίμησιν αυτού• αλλά δεν το κατώρθωσε διότι το
+χαλαρόν και άτονον ύφος της «Θηβαΐδος» δεν ηδύνατο να υποστή την
+σύγκρισιν προς την Ιλιάδα. και ο Αντίμαχος ελησμονήθη. Δεν διεσώθησαν
+δε εξ αυτού παρά μόνον μικρά τινα αποσπάσματα.
+
+{22} Εν ω δε ήρχοντο πλέοντες διά του δάσους.
+
+{23} Τα βιβλία ταύτα ή απωλέσθησαν ή δεν εγράφησαν ποτέ υπό του
+Λουκιανού.
+
+{24} Ο λόγος ούτος και οι τέσσαρες επόμενοι είνε μιμήσεις των
+ρητορικών υποδειγμάτων, τα οποία οι διδάσκαλοι συνέθετον προς άσκησιν
+των μαθητών αυτών. Η τυραννοκτονία ήτο το συνηθέστερον και
+προσφιλέστερον θέμα των ασκήσεων τούτων. Ο Έρασμος έγραψε Λατινικήν
+απάντησιν εις το ρητορικόν δοκίμιον του Λουκιανού.
+
+{25} Τινές των κριτικών αποδίδουν τον λόγον τούτον εις τον Λιβάνιον.
+
+{26} Εννοεί την Κλεψύδραν, ήτις εκανόνιζε την διάρκειαν της ομιλίας
+των διαδίκων ή των δικηγόρων αυτών εις τα δικαστήρια.
+
+{27} Ο βράχος ωνομάζετο Πέτρα Υάμπεια και εκ του ύψους αυτού
+εκρημνίζοντο προς τιμωρίαν οι ιερόσυλοι. Λέγεται και ότι μυθοποιός
+Αίσωπος υπέστη την τιμωρίαν ταύτην εις τους Δελφούς κατηγορηθείς
+αδίκως ότι έκλεψε έν των αγγείων των αφιερωμένων εις τον Απόλλωνα.
+
+{28} Εκ του μίσους τούτου η λέξις τύραννος (ηγεμών) εξέπεσε βραδύτερον
+να σημαίνη τον σκληρόν και απάνθρωπον δυνάστην.
+
+{29} Λιμήν της Φωκίδος
+
+{30} Ο Κέλσος ούτος είνε ο περίφημος Επικούριος φιλόσοφος όστις έγραψε
+κατά του Χριστιανισμού υπό τον τίτλον «Αληθής λόγος ή περί Αληθείας»
+σύγγραμμα διηρημένον εις οκτώ βιβλία, το οποίον ανεσκεύασεν ο Ωριγένης
+όστις και διετήρησεν αποσπάσματά τινα αυτού.
+
+{31} Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυμα σημαίνοντα τους
+αποδιώκοντας τα δυστυχήματα από τους ανθρώπους.
+
+{32} Ομήρου Οδύσσεια Δ. σ. 252 : Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά
+φάρμακα, τα μεν καλά, τα δε ολέθρια.
+
+{33} Περίφημος μάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος.
+
+{34} Καταγόμενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής,
+αναδεικνύεται φίλος του Απόλλωνος ο Θείος Αλέξανδρος.
+
+{35} Το όνομα Αλέξανδρος σημαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν.
+
+{36} Ο Λουκιανός παίζει με τας λέξεις Κορωνίς, όνομα της μητρός του
+Ασκληπιού, και κορώνη (κουρούνα).
+
+{37} Είμαι ο Γλύκων, τρίτου βαθμού απόγονος του Διός, φως διά τους
+ανθρώπους.
+
+{38} Διατάσσω να αμείβεται ο λειτουργός μου προφήτης• διότι δεν
+ενδιαφέρομαι τόσον διά τας προς εμέ προσφοράς, όσον διά τον προφήτην.
+
+{39} Φέρων δεσμά εκ μολύβδου κάθηται εις τον βόρβορον.
+
+{40} Αφού υποτάξης τους Πάρθους και τους Αρμενίους, θα επιστρέψης εις
+την Ρώμην φέρων ακτινωτόν στέμμα επί της κεφαλής.
+
+{41} Μη εκστρατεύσης κατά των Αρμενίων, διότι δεν θα σου αποβή εις
+καλόν. Ανήρ θηλυπρεπής θα σου δώση σκληρόν θάνατον και θα σε στερήση
+την ζωήν και το φως.
+
+{42} Μάτην περιμένεις σωτηρίαν από την δεινήν νόσον• ο θάνατος είνε
+βέβαιος και να τον αποφύγης αδύνατον.
+
+{43} Πήγαινε τώρα εις την Κλάρον διά ν' ακούσης και του πατρός μου την
+γνώμην.
+
+{44} Εις των Βραγχιδών τον ναόν πήγαινε και ζήτει χρησμούς.
+
+{45} Εις Μαλλόν ζήτει τας γνώμας του Αμφιλόχου.
+
+{46} Τον Πυθαγόραν και τον ένδοξον ψάλτην των πολέμων.
+
+{47} Κατά πρώτον υπήρξες υιός του Πηλέως, έπειτα Μένανδρος, έπειτα
+οποίος είσαι τώρα, κατόπιν θα γείνης ηλιακή ακτίς και θα ζήσης εκατόν
+ογδοήκοντα έτη.
+
+{48} Να νυμφευθής την θυγατέρα του Αλεξάνδρου και της Σελήνης.
+
+{49} Ο βαθύκομος Απόλλων απομακρύνει του λοιμού το μίασμα.
+
+{50} Εύγε ή χαίρε, επιφώνημα των μυστικών τελετών.
+
+{51} Οι Ευμολπίδαι ήσαν οικογένεια ιερατική, ήτις διαδοχικώς ετέλει τα
+μυστήρια της Δήμητρος εις την Ελευσίνα. Κατήγοντο εκ του Ευμόλπου,
+υιού του Μουσαίου, όστις είχε φέρει τα μυστήρια ταύτα εκ της Θράκης
+εις την Αττικήν. Ο Λουκιανός ειρωνεύεται τους βαναύσους ακολούθους του
+Αλεξάνδρου αποκαλών αυτούς Ευμολπίδας.
+
+{52} Των χορών οίτινες εγίνοντο εις τας αποκρύφους τελετάς, τα
+μυστήρια και τα όργια.
+
+{53} Του Πυθαγόρου η ψυχή άλλοτε μεν φθίνει, άλλοτε δε αυξάνει, η δε
+ψυχή του προφήτου μου εγεννήθη εκ της θείας ψυχής. Τον έστειλε δε ο
+πατήρ μου διά το καλόν των αγαθών ανθρώπων• και πάλιν θα επιστρέψη εις
+τον Δία κεραυνοβοληθείς.
+
+{54} Μη πιστεύης εις τον Λέπιδον, διότι κακόν τέλος τον περιμένει.
+
+{55} Λιμήν της Αιγύπτου προς την ΕρυΘράν θάλασσαν, όστις συνεκοινώνει
+τον Νείλον με διώρυγα.
+
+{56} Διατάσσω να πυρπολούνται τα έργα του τυφλού γέροντος.
+
+{57} Όπως εγίνετο ο εξαγνισμός εις τα μυστήρια της Δήμητρος.
+
+{58} Εννοεί τον Αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιον.
+
+{59} Εις το ρεύμα του ορμητικού ποταμού Ίστρου παραγγέλλω να ριφθώσι
+δύο της Κυβέλης θεράποντες, θηρία άγρια, και όσα παράγουν αι Ινδίαι
+άνθη και ευώδη βότανα• παρευθύς δε θα επέλθη νίκη και δόξα μεγάλη και
+συγχρόνως η ποθητή ειρήνη.
+
+{60} Άλυν διαβάς μεγάλην δύναμιν καταλύσεις.
+
+{61} Επιθυμείς να μάθης ποίος εισερχόμενος κρυφίως εις τον οίκον σου
+σε ατιμάζει μετά της συζύγου σου; Ο δούλος σου Πρωτογένης, εις τον
+οποίον έχεις πάσαν εμπιστοσύνην• ό,τι παρά σου έπαθε, σου το αποδίδει
+εις την σύζυγόν σου και εκ συμφώνου παρασκευάζονται να σε
+δηλητηριάσουν, ώστε. ούτε να μάθης, ούτε να ίδης τα υπ' αυτών
+πραττόμενα• θα εύρης δε το δηλητήριον υπό την κλίνην σου, πλησίον του
+τοίχου και προς το μέρος της κεφαλής. Και η υπηρέτριά σου Καλυψώ
+γνωρίζει τα πάντα.
+
+{62} Ν' αλείφεται με κυτμίδα και με αφρόν ίππου.
+
+{63} Μη πλεύσης, αλλά προτίμητε την ξηράν οδόν.
+
+{64} Αγαπά τα νυκτογυρίσματα και τους ανόμους έρωτας.
+
+{65} Άγνωστον πρόσωπον.
+
+{66} Φαίνεται ότι η μικρά αύτη πραγματεία, όπως και η επομένη περί του
+Διονύσου, εχρησίμευσεν ως πρόλογος ομιλίας την οποίαν εις
+προηγουμένους καιρούς είχε συνθέσει ο Λουκιανός.
+
+{67} Ιλιάδος Γ, στ. 108. των οπλωτέρων φρένες ηερέθονται.
+
+{68} Ευριπίδου «Φοίνισσαι» στ. 533.
+
+{69} Των λάλων όλων η γλώσσα είνε εις το άκρον τρυπημένη.
+
+{70} Η δύναμίς σου εχαλαρώθη.
+
+{71} Κακόν γήρας σε κατέλαβε.
+
+{72} Ο ηνίοχός σου εξησθένησε και τα άλογα σου έγειναν βραδυκίνητα.
+
+{73} Εννοεί τον Ανακρέοντα.
+
+{74} Τι δυνατόν μηρόν παρουσιάζει ο γέρων μέσ' από τα ράκη του!
+
+{75} Χορός Βακχικός με ασέμνους κινήσεις.
+
+{76} Βακχική επευφημία.
+
+{77} Όμοιοι με νιφάδας της χιόνος, όπως πίπτουν τον χειμώνα.
+
+{78} Ψευδολόγος. Ο λίβελλος ούτος φαίνεται ότι εγράφη εις την Έφεσον.
+
+{79} Ο Λυκάμβης ηρνήθη να δώση εις γάμον την θυγατέρα του εις τον
+Αρχίλοχον, όστις με τόσην σκληρότητα εσατύρισε τον πατέρα και τας
+θυγατέρας αυτού, ώστε ο Λυκάμβης μη υποφέρων τον εξευτελισμόν
+απηγχονίσθη. Όμοιον τέλος αποδίδεται και εις τον ζωγράφον Βούπαλον,
+όστις εξοργίσας τον Ιππώνακτα, εσατυρίσθη υπ' αυτού.
+
+{80} Άνθρωπος κακοηθέστατος, σύγχρονος του Αριστοφάνους, όστις ομιλεί
+περί αυτού εις τους Σφήκας στ. 1271.
+
+{81} Ρήτωρ και διδάσκαλος ανωτέρων μαθημάτων.
+
+{82} Ο Εύφορβος ήτο Φρυξ και επομένως βάρβαρος, διό και δεν ηδύνατο να
+γείνη δεκτός εις τα Ελευσίνια μυστήρια εις τα οποία εμυούντο τότε
+μόνον οι Έλληνες.
+
+{83} Η εορτή των ευχών, ήτις ετελείτο κατά την τρίτην ημέραν των
+Καλενδών του Ιανουαρίου.
+
+{84} θίασος τραγικών ηθοποιών διήλθεν εκ της Τρωάδος• οι Ιλιείς τους
+εκάλεσαν επιμόνως να παίξουν, αυτοί δε παρέστησαν την άλωσιν της Ιλίου
+και αντί να τους διασκεδάσουν τους κατελύπησαν.
+
+{85} Η πάνδημος Αφροδίτη, αι Γενετυλλίδες και η Κυβέλη εθεωρούντο ως
+προστάτιδες των διεφθαρμένων και εκτεθηλυμένων.
+
+{86} Ο κόθορνος ήτο υπόδημα το οποίον εταίριαζε και εις τους δύο
+πόδας. Ωνομάσθη δε ούτω κάποιος ρήτωρ, ονομαζόμενος Θηραμένης.
+
+{87} Η εβδόμη ημέρα εκάστου μηνός ήτο αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα.
+Ήτον εορτή και ημέρα αργίας διά τα παιδία.
+
+{88} Ο κύφων ήτον όργανον βασανισμού, το δε βάραθρον ήτο χάσμα της γης
+βαθύ εις την Αττικήν, όπου ερρίπτοντο οι κακούργοι.
+
+{89} Ευριπίδου «Βάκχαι» στ. 916
+
+{90} Είδος φαρμακερού όφεως.
+
+{91} Ως λέγει αυτός ο Λουκιανός αι λέξεις αύται ήσαν αδόκιμοι, κατά το
+πλείστον κατασκευάσματα κακόζηλα ποιητών και πεζογράφων ασημάντων,
+οίτινες διά τοιούτων μέσων επεδίωκαν να φανούν πρωτότυποι και να
+κάμουν εντύπωσιν.
+
+{92} Πολλοί εκ των αρχαίων συγγραφέων αναφέρουν την Φιλαινίδα ως
+εταίραν παροιμιώδους αισχρότητος και της αποδίδουν βιβλίον
+επιγραφόμενον• «Περί σχημάτων αφροδισίων». Ο Αθήναιος όμως είπεν ότι η
+φήμη αύτη προήλθεν εκ συκοφαντίας. Είς των Αθηναίων σοφιστών ονόματι
+Πολυκράτης έγραψε το βιβλίον εκείνο και το διέδωκε με το όνομα της
+Φιλαινίδος, εκδικούμενος ίσως διότι απέκρουσε τον έρωτά του. Εις
+απόδειξιν ο Αθήναιος παραθέτει το επίγραμμα του τάφου της το οποίον
+έλεγε• «Είμαι η περίφημος Φιλαινίς. Μετά γήρας βαθύ εκοιμήθην υπό το
+μάρμαρον τούτο. Μη γελάσετε και μη υβρίσετε την μνήμην μου οι
+ταξειδεύοντες, όσοι διέρχεσθε προ του ακρωτηρίου τούτου• υπήρξα αγνή.
+Αλλ' ο Αθηναίος Πολυκράτης, άνθρωπος κακόγλωσσος και ασήμαντος
+λογοποιός έγραψε το βιβλίον το οποίον μου αποδίδουν και το οποίον
+ουδέποτε εγνώρισα».
+
+{93} Εννοεί τον περίφημον Τίμαρχον, εναντίον του οποίου έγραψε τον
+σωζόμενον λόγον ο Αισχύνης.
+
+{94} Παρωδία στίχων του Ομήρου : Και εκείνον μεν απέτυχε, παρωλίσθησε
+δε η λόγχη και επέρασε παρά τον πώγωνα.
+
+{95} Η λέξις αδελφός έχει προδήλως εδώ σημασίαν ανήθικον, την οποίαν
+θα εννοήσουν όσοι έχουν αναγνώσει τον Πετρώνιον.
+
+{96} Ο Τισίας, διδάσκαλος της ρητορικής εις τας Συρακούσας, είχε
+μαθητήν τον Κόρακα. Διά να τον πείση να γίνη μαθητής του, υπέσχετο ότι
+θα τον εδίδασκε να πείθη τους άλλους διά παν ό,τι ήθελε. Αφού
+ετελείωσαν τα μαθήματα, ο Τισίας εζήτησε την αμοιβήν του• αλλ' ο Κόραξ
+υπεστήριξεν ότι δεν ώφειλε τίποτε. Επειδή όμως και ο διδάσκαλος
+επέμενεν, ο μαθητής είπεν, ότι αφού δεν ηδύνατο να τον πείση ότι δεν
+του ώφειλεν, άρα δεν τον είχε διδάξει την τέχνην του και επομένως δεν
+του ώφειλε τίποτε.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Vol. 3, by Lucian
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOL. 3 ***
+
+***** This file should be named 28018-0.txt or 28018-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/8/0/1/28018/
+
+Produced by Sophia Canoni book provided by Iason Konstantinidis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/28018-0.zip b/28018-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..77cfce5
--- /dev/null
+++ b/28018-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..eafc4be
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #28018 (https://www.gutenberg.org/ebooks/28018)