diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 28018-0.txt | 5096 | ||||
| -rw-r--r-- | 28018-0.zip | bin | 0 -> 146317 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 5112 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/28018-0.txt b/28018-0.txt new file mode 100644 index 0000000..f4207fb --- /dev/null +++ b/28018-0.txt @@ -0,0 +1,5096 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Vol. 3, by Lucian + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Complete Works, Vol. 3 + +Author: Lucian + +Translator: Ioannis Kondylakis + +Release Date: February 7, 2009 [EBook #28018] +Last Updated: November 14, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOL. 3 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni book provided by Iason Konstantinidis + + + + +Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been +transferred at the end of the book. The tonic system has been changed +from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not +been changed. + +Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των +σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από +πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία +του βιβλίου. + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ + +ΑΠΑΝΤΑ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ + +ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ + + + +ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ + + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ + +ΑΠΑΝΤΑ + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ + + + + +ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Αληθής Ιστορία βιβλ. α'• - Αληθής Ιστορία βιβλ. β'. — +Τυραννοκτόνος. — Αποκηρυττόμενος.— Φάλαρις λόγ. α'.— Φάλαρις λόγ. β'— +Αλέξανδρος ή Ψευδόμαντις. — Ο Ηρακλής. — Ο Διόνυσος. — Ψευδολογιστής. + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1911 + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +ΑΠΑΝΤΑ + + + + +ΑΛΗΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ + + + + +Βιβλίον πρώτον. + +Καθώς οι αθληταί και εν γένει οι καταγινόμενοι εις τας σωματικάς +ασκήσεις δεν φροντίζουν μόνον διά τας ασκήσεις και την ευεξίαν των, +αλλά και διά την έγκαιρον ανάπαυσίν των — την θεωρούν δε ως το +σπουδαιότερον μέρος της σωμασκίας — και όσοι καταγίνονται εις μελέτας +νομίζω ότι, αφού κουρασθούν εις την ανάγνωσιν των σοβαρωτέρων έργων, +πρέπει ν' ανακουφίζουν το πνεύμα των και να το καθιστούν ακμαιότερον +διά τον μετέπειτα κόπον. Θα γίνεται δε όπως πρέπει αυτή η ανάπαυσις, +αν περιορίζωνται εις τα αναγνώσματα τα οποία διά της χάριτος και της +ευθυμίας των όχι μόνον ελαφράν ψυχαγωγίαν παρέχουν, αλλά και ιδέας +ευγενείς διεγείρουν• μου επιτρέπεται δε, νομίζω, να έχω τοιαύτην ιδέαν +και περί των συγγραμμάτων μου τούτων. Διότι όχι μόνον το παράξενον της +υποθέσεως και του σκοπού το αστείον και παιγνιώδες θα τους τέρψη, ουδέ +διότι ψεύματα διάφορα με πιθανότητα και αληθοφάνειαν κατεσκευάσαμεν, +αλλά και διότι έκαστον εκ των ούτω ιστορουμένων υπονοεί και διακωμωδεί +τινα από τα πολλά τερατώδη και μυθώδη, τα οποία έγραψαν μερικοί από +τους αρχαίους ποιητάς, ιστορικούς και φιλοσόφους, τους οποίους και με +τα ονόματά των θα ηδυνάμην ν' αναφέρω, εάν εκ της αναγνώσεως δεν +εμαντεύοντο. + +Ο Κτησίας Κτησιόχου ο Κνίδιος έγραψε περί της χώρας των Ινδών και των +κατοίκων πράγματα, τα οποία ούτε ο ίδιος είδεν, ούτε από άλλον ήκουσε +διηγούμενα. {1} Έγραψε δε και ο Ιαμβούλος {2} περί του ωκεανού πολλά +παράδοξα• αλλ' αν και το ψεύδος του δεν κρύπτεται, από την διήγησίν +του όμως δεν λείπει η τέρψις. Πολλοί άλλοι, τα όμοια προτιμήσαντες, +περιέγραψαν δήθεν περιηγήσεις και ταξείδιά των, εις τα οποία μας +παρουσιάζουν υπερμεγέθη θηρία και ανθρώπους αγρίους και ήθη παράξενα. +Αρχηγόν δε και διδάσκαλον εις τας τοιαύτας τερατολογίας έχουν τον +Ομηρικόν Οδυσσέα, όταν διηγήται εις τα ανάκτορα του Αλκινόου την +δουλείαν των ανέμων και ομιλή περί μονοφθάλμων ωμοφάγων και αγρίων +ανθρώπων, προσέτι δε περί ζώων πολυκεφάλων και μεταμορφώσεώς των +συντρόφων του διά μαγειών και περί άλλων πολλών τοιούτων, με τα οποία +εκίνησε τον θαυμασμόν των αφελών και ευπίστων Φαιάκων. Όταν λοιπόν +ανέγνωσα τας διηγήσεις όλων τούτων δεν τους κατέκρινα πολύ διά το +ψεύδος, διότι έβλεπα ότι ήδη και οι επαγγελλόμενοι τον φιλόσοφον το +μετεχειρίζοντο με πολλήν ελευθερίαν αλλ' εθαύμαζα πώς επίστευον ότι τα +ψεύδη των θα διέφευγαν την αντίληψιν των αναγνωστών. Διά τούτο και εγώ +θέλων από κενοδοξίαν ν' αφήσω κάτι εις τας επερχομένας γενεάς, διά να +μη μείνω μόνος αμέτοχος εις την ελευθερίαν της διηγήσεως μύθων, μη +έχων δε και τίποτε αληθές να εξιστορήσω — διότι δεν μου συνέβη τίποτε +αξιοσημείωτον —- κατέφυγα εις το ψεύδος με περισσοτέραν από τους +άλλους ευθύτητα• διότι λέγω τουλάχιστον μίαν αλήθειαν, ότι θα ψευσθώ. +Ούτω δε πιστεύω ότι θ' αποφύγω και την κατηγορίαν των άλλων, αφού ο +ίδιος ομολογώ ότι δεν λέγω τίποτε αληθές. Γράφω λοιπόν περί πραγμάτων, +τα οποία ούτε είδα ούτε έπαθα ούτε παρ' άλλων έμαθα και τα οποία +προσέτι ούτε ποτέ υπήρξαν ούτε και ηδύναντο να συμβούν διό και συνιστώ +εις όσους θα ταναγνώσουν να μη τα πιστεύσουν κατ' ουδένα τρόπον. + +Μίαν φοράν απέπλευσα από τας Ηρακλείους στήλας και βοηθούμενος υπό +ουρίου ανέμου επροχώρησα εις τον Εσπέριον ωκεανόν.{3} Ο λόγος δε και ο +σκοπός του ταξειδίου μου ήτον η περιέργεια και ο πόθος να γνωρίσω νέα +πράγματα και να μάθω που τελειόνει ο ωκεανός και τίνος είδους άνθρωποι +κατοικούν πέραν αυτού. Διά τούτο επήρα εις το πλοίον τρόφιμα πολλά και +νερόν αρκετόν, παρέλαβα δε και πεντήκοντα φίλους και ομηλίκους, +έχοντας τους αυτούς πόθους• προσέτι επρομηθεύθην πολυάριθμα όπλα, διά +της υποσχέσεως δε μεγάλου μισθού ευρήκα ένα άριστον κυβερνήτην και το +πλοίον, το οποίον ήτον ελαφρόν σκάφος, επεσκεύασα, ώστε ν' αντέχη εις +μακρόν και επικίνδυνον ταξείδιον. + +Επί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα επλέαμεν με τόσο μικράν ταχύτητα, ώστε +η γη διεκρίνετο ακόμη εις τον ορίζοντα• αλλά την επομένην, κατά την +ανατολήν του ηλίου, και ο άνεμος ήρχισε να δυναμώνη και κύματα +υψώθησαν μεγάλα και σκότος έγινε και ουδέ να συστείλωμεν τα ιστία ήτο +δυνατόν. Αφεθέντες λοιπόν εις την διάκρισιν του ανέμου και των +ρευμάτων, επαλαίαμεν επί εβδομήκοντα εννέα ημέρας με την τρικυμίαν• +την ογδοηκοστήν δε έξαφνα έλαμψεν ο ήλιος και βλέπομεν εις όχι μεγάλην +απόστασιν νήσον υψηλήν και δασώδη, εις την οποίαν η προσέγγισις δεν +ήτο δύσκολος, διότι ήδη η τρικυμία κατά πολύ είχε κοπάσει. +Προσεγγίσαντες λοιπόν εξήλθαμεν και ένεκα των μακρών κακοπαθειών +εμείναμεν επί πολύ ξαπλωμένοι κατά γης• έπειτα εσηκωθήκαμεν και +διηρέθημεν ούτως ώστε τριάκοντα μεν εξ ημών έμειναν να φυλάττουν το +πλοίον, είκοσι δε και εγώ ανέβημεν να κατασκοπεύσωμεν την νήσον. + +Αφού δ' επροχωρήσαμεν διά μέσου δάσους έως τρία στάδια από της +παραλίας, βλέπομεν μίαν στήλην από χαλκόν επί της οποίας επιγραφή με +γράμματα Ελληνικά, τα οποία είχον ημιεξαλειφθή και μόλις διεκρίνοντο, +έλεγεν• «έως εδώ έφθασαν ο Ηρακλής και ο Διόνυσος». Εφαίνοντο και δύο +ίχνη πλησίον επί μεγάλης πέτρας, εκ των οποίων το μεν είχεν έκτασιν +ενός στρέμματος, το δε μικροτέραν• υποθέτω δε ότι το μεν μικρότερον +ήτο του Διονύσου, το άλλο δε του Ηρακλέους. Αφού επροσκυνήσαμεν, +επροχωρήσαμεν• μετ' ολίγον δε εφθάσαμεν εις ποταμόν, όστις έρρεεν +οίνον, ομοιότατον μάλιστα με τον Χιακόν. Ήτο δε τόσον πολύ και άφθονον +το ρεύμα, ώστε είς τινα μέρη ηδύνατο και πλοία να σηκώση. Βλέποντες τα +σημεία ταύτα επιστεύαμεν έτι μάλλον εις ταναφερόμενα υπό της στήλης, +ότι ο Διόνυσος είχεν έλθει εις την νήσον εκείνην. + +Θέλων δε να μάθω και από που επήγαζεν ο ποταμός, επροχώρησα αντιθέτως +προς το ρεύμα• και πηγήν μεν αυτού καμμίαν δεν ευρήκα, αλλά πολλά και +μεγάλα κλήματα κατάφορτα με σταφύλια, από δε την ρίζαν εκάστου έσταζεν +οίνος διαυγής κ' εκ των σταγόνων τούτων εσχηματίζετο ο ποταμός. Ήσαν +και ψάρια πολλά εις τον ποταμόν, τα οποία είχαν και το χρώμα και την +γεύσιν του οίνου. Όταν επιάσαμεν κ' εφάγαμεν απ' αυτά τα ψάρια +εμεθύσαμεν και όταν τα εσχίσαμεν τα ευρήκαμεν γεμάτα μούστον. Αλλ' +έπειτα εσκέφθημεν να ταναμιγνύωμεν με ψάρια του νερού και ούτω +εμετριάζαμεν την άκρατον οινοφαγίαν. + +Έπειτα επεράσαμεν τον ποταμόν, εις το μέρος όπου ήτο διαβατός, κ' +ευρήκαμεν είδος κλημάτων θαυμαστόν. Από τον κορμόν αυτών, ο οποίος ήτο +παχύς και δυνατός, εξήρχοντο γυναίκες καθ' όλα τέλειαι μέχρι των +λαγόνων. Τοιουτοτρόπως ζωγραφίζουν εις την πατρίδα μας την Δάφνην, +όπως μετεμορφώθη εις δένδρον διά ν' αποφύγη τον Απόλλωνα, καθ' ην +στιγμήν ούτος επεχείρει να την συλλάβη εις την αγκάλην του. Από δε τα +άκρα των δακτύλων των εφύοντο οι κλάδοι φορτωμένοι σταφυλάς. Αλλά και +επί των κεφαλών των αντί κόμης είχον έλικας κλημάτων και φύλλα και +σταφυλάς. Όταν επλησιάσαμεν, μας εχαιρέτων και μας εδεξιούντο• και +άλλαι μεν ωμίλουν την Λυδικήν, άλλαι δε την Ινδικήν και αι +περισσότεραι την Ελληνικήν γλώσσαν. Μάς έδιδον και φιλήματα, όσοι δ' +εφιλούντο ευθύς εμέθυον και εγίνοντο έξω φρενών. Δεν επέτρεπον όμως να +δρέπωμεν τους καρπούς και αν επεχειρούμεν να κόψωμεν σταφύλια, +ησθάνοντο πόνον κ' εφώναζαν. Επεθύμουν δε και να έλθουν εις ερωτικήν +επιμιξίαν μεθ' ημών αλλά δύο εκ των συντρόφων μας, οίτινες τας +επλησίασαν, δεν απελύοντο πλέον, αλλ' είχον δεθή από τα αιδοία• +συνεκολλήθησαν δε και συνερριζώθησαν και μετ' ολίγον από τους +δακτύλους και αυτών εφύτρωσαν κλάδοι και τους περιέπλεξαν έλικες, δεν +θα εβράδυνον δε να καρποφορήσουν και αυτοί. + +Τους αφήκαμεν και επιστρέψαντες εις το πλοίον διηγήθημεν εις εκείνους +τους οποίους είχαμεν αφήσει εκεί όσα είδαμεν και των συντρόφων την +αμπελομιξίαν. Έπειτα αφού εκάμαμεν προμήθειαν νερού και οίνου εκ του +ποταμού, διενυκτερεύσαμεν εις την παραλίαν. + +Την αυγήν απεπλεύσαμεν με άνεμον όχι πολύ σφοδρόν το δε μεσημέρι, όταν +πλέον δεν εφαίνετο η νήσος, ενέσκηψεν αίφνης κυκλών, ο οποίος +περιέστρεψε το πλοίον και το εσήκωσεν εις τον αέρα εις ύψος τριών +περίπου χιλιάδων σταδίων• δεν το αφήκε δε πλέον να κατέλθη εις την +θάλασσαν, αλλά μετέωρον εις το ύψος εκείνο εφέρετο υπό του ανέμου, +όστις εφούσκωνε τα πανιά του. Αφού δ' επί οκτώ ημέρας και άλλας τόσας +νύκτας αεροπορήσαμεν, την ογδόην είδαμεν εις τον αέρα μίαν γην +μεγάλην, ως νήσον, σφαιροειδή και λάμπουσαν, ως να ήτο κατάφορος. + +Πλησιάσαντες εις αυτήν και προσορμισθέντες, εξήλθαμεν• ευρήκαμεν δε +χώραν κατοικουμένην και καλλιεργουμένην. Και την μεν ημέραν δεν +εβλέπαμεν τίποτε έξω του τόπου εκείνου, άμα δ' ενύκτωσεν εφάνησαν και +άλλαι πολλαί νήσοι πλησίον, άλλαι μεγαλείτεραι και άλλαι μικρότεραι, +έχουσαι το χρώμα του πυρός• κάτω δε διεκρίνετο και άλλη γη με πόλεις +και ποταμούς, με θαλάσσας, δάση και όρη. Εσυμπεραίναμεν ότι αυτή ήτον +η γη, εις την οποίαν κατοικούμεν. + +Απεφασίσαμεν να προχωρήσωμεν εις το εσωτερικόν, αλλά καθ' οδόν μας +συνέλαβον οι λεγόμενοι Ιππόγυποι• οι δε Ιππόγυποι ούτοι είνε άνθρωποι +ιππεύοντες μεγάλους γύπας και ως ίππους μεταχειριζόμενοι τα όρνεα. +Διότι είνε μεγάλοι οι γύπες και ως επί το πλείστον τρικέφαλοι• θα +εννοηθή δε το μέγεθός των και από την εξής σύγκρισιν• έκαστον πτερόν +αυτών είνε μακρότερον και παχύτερον από ιστόν μεγάλου φορτηγού πλοίου. +Εις τους Ιππογύπους τούτους έχει ανατεθή να πετούν γύρω εις την χώραν +και αν συναντήσουν κανένα ξένον να τον οδηγούν προς τον βασιλέα• άμα +δε συνέλαβον και ημάς μας ωδήγησαν προς αυτόν. Ο δε βασιλεύς όταν μας +είδε και από τας μορφάς και την ενδυμασίαν ενόησεν, Έλληνες λοιπόν +είσθε, ξένοι; μας είπε. Απηντήσαμεν καταφατικώς, αυτός δε, Πώς λοιπόν, +είπε, κατωρθώσατε να περάσετε τόσον αέρα και να φθάσετε έως εδώ. Του +διηγήθημεν όλην την ιστορίαν μας• τότε δε και αυτός μας διηγήθη τα +δικά του, ότι και αυτός ήτο άνθρωπος, ονομαζόμενος Ενδυμίων και +ανηρπάσθη από την ιδικήν μας γην ενώ εκοιμάτο, ελθών δε εδώ έγινε +βασιλεύς του τόπου. Μας εξήγησεν έπειτα ότι η γη επί της οποίας ήμεθα +ήτο η Σελήνη, την οποίαν βλέπομεν από την Γην. Μας είπε να είμεθα +ήσυχοι και να μη φοβούμεθα κανένα κίνδυνον και μας υπεσχέθη ότι θα μας +παρείχετο παν ό,τι μας ήτο αναγκαίον. «Εάν δε, είπε, φέρω εις καλόν +πέρας τον πόλεμον τον οποίον διεξάγω εναντίον των κατοικούντων εις τον +ήλιον, θα περάσετε την ζωήν σας εδώ με την μεγαλειτέραν ευτυχίαν». +Ηρωτήσαμεν ποίοι ήσαν οι εχθροί και ποία η αιτία του πολέμου. Ο +Φαέθων, απήντησεν, ο βασιλεύς των κατοικούντων εις τον ήλιον — διότι +κατοικείται και ο Ήλιος όπως και η Σελήνη—μας έχει κηρύξει προ πολλού +τον πόλεμον. Και η αρχική αιτία ήτον η εξής. Συναθροίσας άλλοτε ποτέ +τους πτωχοτέρους κατοίκους της χώρας μου, απεφάσισα να στείλω αποικίαν +εις τον Εωσφόρον, {4} όστις είνε έρημος και εντελώς ακατοίκητος• αλλ' +ο Φαέθων καταληφθείς υπό φθόνου, ηθέλησε να εμποδίση την αποικίαν και +επετέθη κατά των ημετέρων με τους ιππομύρμηκάς του εις το μεταξύ +Σελήνης και Εωσφόρου διάστημα. Και τότε μεν ενικήθημεν—διότι δεν +ειχαμεν ισοπάλους δυνάμεις—-και ηναγκάσθημεν να υποχωρήσωμεν• αλλά τώρα +θέλω να επαναλάβω τον πόλεμον και ναποστείλω την αποικίαν. Εάν λοιπόν +θέλετε, λάβετε μέρος εις την εκστρατείαν μου, θα δώσω δε εις έκαστον +ένα γύπα από τους βασιλικούς και τον λοιπόν οπλισμόν. Η εκκίνησις +γίνεται αύριον. Σύμφωνοι, απήντησα εγώ, ας γείνη όπως θέλης. + +Εμείναμεν και εδειπνήσαμεν εις τανάκτορα• αξημέρωτα δε εξυπνήσαμεν και +ετάχθημεν εις τας θέσεις μας• διότι οι κατάσκοποι ανήγγειλαν ότι οι +εχθροί πλησιάζουν. + +Το πλήθος του στρατεύματός μας έφθασεν εις εκατόν χιλιάδας, χωρίς να +υπολογίζωνται οι σκευοφόροι, οι μηχανικοί, οι πεζοί και οι ξένοι +σύμμαχοι. Εκ τούτων ογδοήκοντα χιλιάδες ήσαν οι Ιππόγυποι, είκοσι δε +χιλιάδες οι ιππεύοντες λαχανόπτερα, τα οποία, επίσης είνε όρνεα +τεράστια, αντί δε πτερών έχουν εις όλον το σώμα λάχανα, τα δε μακρά +πτερά των πτερύγων των ομοιάζουν με φύλλα μαρουλιών. Μετά τούτους +είχον ταχθή οι Κεγχροβόλοι και οι Σκορδομάχοι. Είχον δε έλθει εις +επικουρίαν του Ενδυμίωνος από τα βόρεια μέρη τριάκοντα χιλιάδες +Ψυλλοτοξόται και πεντήκοντα χιλιάδες Ανεμοδρόμοι. Εκ τούτων οι +Ψυλλοτοξόται ιππεύουν μεγάλους ψύλλους, εξ ου και η ονομασία των• είνε +δε μεγάλοι οι ψύλλοι όσον δώδεκα ελέφαντες ομού• οι δε Ανεμοδρόμοι +είνε πεζοί, αλλά πετούν χωρίς πτερά κατά τον εξής τρόπον• φορούν μακρά +υποκάμισα, τα οποία φουσκόνει ο άνεμος ως ιστία και ούτω τρέχουν όπως +τα πλοία. Συνήθως δε οι τοιούτοι εις τας μάχας είνε πελτασταί{5}. +Ελέγετο ότι θα μας ήρχοντο και από τα άστρα τα υπεράνω της Καπαδοκίας +εβδομήκοντα χιλιάδες Στρουθοβάλανοι και πέντε χιλιάδες Ιππογέρανοι. +Αυτούς εγώ δεν τους είδα, διότι δεν ήλθαν• διά τούτο και δεν ετόλμησα +να περιγράψω πώς είνε, διότι όσα ήκουσα να λέγωνται περί αυτών ήσαν +τερατώδη και απίθανα. + +Αυτή ήτο η στρατιωτική δύναμις του Ενδυμίωνος• οπλισμόν δε είχον όλοι +τον ίδιον• περικεφαλαίας από κουκιά• διότι τα κουκιά εκεί επάνω είνε +μεγάλα και σκληρά• θώρακας φολιδωτούς όλους από λούμπινα• συρράπτοντες +τους φλοιούς των λουμπίνων κατασκευάζουν θώρακας• διότι και οι φλοιοί +των λουμπίνων είνε στερεοί και σκληροί, όπως το κέρατον. Αι ασπίδες δε +και τα ξίφη των είνε όπως τα Ελληνικά. Όταν δε ήλθεν η ώρα της μάχης, +παρετάχθησαν ως εξής• Το μεν δεξιόν κέρας κατέλαβον οι Ιππόγυποι και ο +βασιλεύς, έχων πλησίον του τους αρίστους και ημάς μετ' αυτών• εις δε +το αριστερόν ετάχθησαν οι λαχανόπτεροι• και εις το κέντρον οι +σύμμαχοι. Οι δε πεζοί, οι οποίοι ήσαν περί τα εξήκοντα εκατομμύρια, +παρετάχθησαν κατά τον εξής τρόπον. Υπάρχουν εκεί αράχναι πολλαί και +μεγάλαι, πολύ μεγαλείτεραι των Κυκλάδων νήσων εκάστη. Αύται +διετάχθησαν να υφάνουν εις τον αέρα ιστόν, όστις να συνδέση την +Σελήνην με τον Εωσφόρον. Άμα δ' εντός ολίγου κατεσκεύασαν το πλέγμα +τούτο και το επέστρωσαν, παρετάχθη επ' αυτού το πεζικόν. Ήσαν δε +αρχηγοί των πεζών ο Νυκτερίων του Ευδιάνακτος και δύο άλλοι. + +Των εχθρών το αριστερόν κέρας κατείχον οι Ιππομύρμηκες, μεταξύ δε +αυτών ήτο ο Φαέθων. Είνε δε οι Ιππομύρμηκες θηρία μέγιστα και πτερωτά, +τα οποία ομοιάζουν προς τους δικούς μας μύρμηκας, χωρίς το μέγεθος• +διότι ο μεγαλείτερος εξ αυτών είχε μέγεθος έως δύο στρεμμάτων• εμάχοντο +δε όχι μόνον οι ιππεύοντες τους μύρμηκας τούτους, αλλά και αυτοί, +ιδίως με τα κέρατά των. Ελέγετο ότι ούτοι ήσαν πεντήκοντα περίπου +χιλιάδες. Εις το δεξιόν δε κέρας αυτών παρετάχθησαν οι Αεροκώνωπες, οι +οποίοι επίσης ήσαν έως πεντήντα χιλιάδες, όλοι τοξόται ιππεύοντες +μεγάλους κώνωπας• κατόπιν τούτων οι Αεροκάρδακες, οι οποίοι ήσαν πεζοί +ελαφρώς ωπλισμένοι, αλλά μάχιμοι και αυτοί• διότι εκ μακράς αποστάσεως +εξεσφενδόνιζον φανίδας υπερμεγέθεις, ο δε πληττόμενος δεν εσώζετο, +αλλά μετ' ολίγον απέθνησκεν εκ της δυσωδίας ήτις ανεδίδετο εκ της +πληγής του• ελέγετο δε ότι έχριον τα βέλη των με δηλητήριον μολόχας. +Εις συνέχειαν αυτών ετάχθησαν οι Καυλομύκητες, βαρέως ωπλισμένοι, δέκα +χιλιάδες τον αριθμόν. Ωνομάσθησαν δε Καυλομύκητες, διότι είχον ασπίδας +από μανιτάρια και τα δόρατά των κατεσκευάζοντο από καυλούς σπαραγγιών. +Πλησίον αυτών εστάθησαν οι Κυνοβάλανοι, τους οποίους έπεμψαν προς τον +Φαέθοντα οι κάτοικοι του Σειρίου, πέντε χιλιάδες και αυτοί, άνδρες +σκυλοπρόσωποι, οι οποίοι εμάχοντο καθήμενοι επάνω εις βελανίδια +πτερωτά. Ελέγετο δε ότι καθυστερούν εκ των συμμάχων αυτών οι +σφενδονήται, τους οποίους είχον ζητήσει από τον Γαλαξίαν, και οι +Νεφελοκένταυροι• και οι τελευταίοι έφθασαν όταν ήδη η μάχη είχε κριθή, +που να μη έφθαναν• αλλ' οι σφενδονήται δεν ήλθαν, διό λέγεται ότι ο +Φαέθων οργισθείς επυρπόλησε κατόπιν την χώραν των. Τοιαύτη ήτο και του +Φαέθοντος η δύναμις. + +Όταν δε αι σημαίαι υψώθησαν και ωγκάνισαν και από τα δύο στρατεύματα +οι όνοι, (διότι αυτούς μεταχειρίζονται ως σαλπιγκτάς) συνεπλάκησαν και +εμάχοντο. Και το μεν αριστερόν κέρας των Ηλιωτών ευθύς ετράπη εις +φυγήν, χωρίς ν' αντιστή εις την ορμήν των Ιππογύπων• ημείς δε τους +κατεδιώξαμεν φονεύοντες• το δεξιόν όμως αυτών ενίκα το δικόν μας +αριστερόν και οι Αεροκώνωπες εφορμήσαντες κατεδίωξαν τους ημετέρους +μέχρι της γραμμής των πεζών• αλλ' εδώ με την βοήθειαν και τούτων οι +εχθροί απεκρούσθησαν και έφυγαν, μάλιστα όταν έμαθαν ότι το αριστερόν +αυτών είχε νικηθή. Η κατατρόπωσις ούτω έγινε γενική και πολλοί +ηχμαλωτίζοντο, πολλοί δε και εφονεύοντο και το αίμα έρρεεν άφθονον εις +τα νέφη, ώστε να βάφωνται και να φαίνωνται κόκκινα, όπως τα βλέπομεν +από την Γην κατά την δύσιν του Ηλίου• πολύ δε και έσταξε κάτω εις την +Γην, ώστε να σκέπτωμαι μήπως και κατά τους παλαιούς χρόνους συνέβη +κάτι τοιούτον επάνω και ο Όμηρος ενόμισεν ότι ο Ζευς έβρεξεν αίμα διά +τον θάνατον του Σαρπηδόνος. + +Επιστρέψαντες από την καταδίωξιν, εστήσαμεν δύο τρόπαια, το μεν της +πεζομαχίας επί του αραχνοπλέγματος, το δε της αερομαχίας επί των +νεφών. Αλλά μετ' ολίγον ανηγγέλθη ότι επήρχοντο οι Νεφελοκένταυροι, +τους οποίους επερίμενε προ της μάχης ο Φαέθων. Και τωόντι εφάνησαν +πλησιάζοντες• και ήτο το θέαμα πολύ παράδοξον, διότι ήσαν κατά το +ήμισυ ίπποι πτερωτοί και κατά το άλλο ήμισυ άνθρωποι• είχον δε μέγεθος +οι μεν άνθρωποι όσον ο κολοσσός της Ρόδου από του μέσου και άνω {6}οι +δε ίπποι όσον φορτηγόν πλοίον εκ των μεγάλων. Δεν γράφω, τίποτε περί +του πλήθους των, διά να μη φανή απίθανον• τόσον πολυάριθμοι ήσαν. Ως +αρχηγόν δε είχαν τον Τοξότην του Ζωδιακού. Όταν έμαθον ότι οι φίλοι +των είχον νικηθή, ειδοποίησαν τον Φαέθοντα να επαναλάβη την επίθεσιν• +παραταχθέντες δε και αυτοί προς μάχην επέπεσαν κατά των Σεληνιτών, +τους οποίους ευρήκαν εις αταξίαν και σκορπισμένους εις την καταδίωξιν +και την λαφυραγωγίαν• και τους έτρεψαν όλους εις φυγήν, αυτόν τον +βασιλέα κατεδίωξαν μέχρι της πόλεως και τα περισσότερα όρνεα +κατέσφαξαν. Κατέστρεψαν και τα τρόπαια, κατέλαβαν όλην την πεδιάδα την +οποίαν είχον υφάνει αι αράχναι, εμέ δε και δύο εκ των συντρόφων μου +ηχμαλώτισαν. Κατέφθασε δε και ο Φαέθων και τώρα αυτοί ανήγειραν άλλα +τρόπαια. Ημείς δε εδέθημεν οπισθάγκωνα με τεμάχιον αράχνης και +αυθημερόν ωδηγήθημεν εις τον Ήλιον. + +Οι εχθροί δεν έκριναν καλόν να πολιορκήσουν την πόλιν αλλ' +επιστρέψαντες ήρχισαν να κτίζουν τείχος εις τον μεταξύ Ηλίου και +Σελήνης αέρα, το οποίον να εμποδίζη το φως του Ηλίου να φθάνη εις την +Σελήνην. Ήτο δε το τείχος από νέφη• ώστε έγινεν ολική έκλειψις της +Σελήνης και υπό νυκτός διηνεκούς όλη κατελήφθη. Ο δε Ενδυμίων +στενοχωρηθείς εκ τούτου έστειλε πρέσβεις και παρεκάλει να κατεδαφισθή +το τείχος και να μη τους αφήσουν να ζουν εις το σκότος• υπέσχετο δε να +πληρώνη φόρους και σύμμαχος να είνε και ποτέ πλέον να μη πολεμήση κατά +των Ηλιωτών• ήτο δε πρόθυμος να δώση και ομήρους διά ταύτα. Ο Φαέθων +έκαμε δύο συμβούλια• και κατά μεν την πρώτην συζήτησιν οι νικηταί δεν +ηθέλησαν να δεχθούν καμμίαν συνθηκολόγησιν και επέμειναν εις την +εκδίκησιν• την επιούσαν όμως ήλλαξαν γνώμην και συνωμολογήθη ειρήνη +με την εξής συνθήκην• «Οι Ηλιώται και οι σύμμαχοι συνεφώνησαν προς +τους Σεληνίτας και τους συμμάχους αυτών ότι οι μεν Ηλιώται θα +κατεδαφίσουν το μεταξύ Ηλίου και Σελήνης τείχος και δεν θα εισβάλουν +πλέον εις την Σελήνην, θ' αποδώσουν δε και τους αιχμαλώτους αντί +ωρισμένων λύτρων• οι δε Σεληνίται ότι θ' αφήσουν τους άλλους αστέρας +αυτονόμους, να μη πολεμήσουν δε πλέον κατά των Ηλιωτών, αλλά να +συμμαχούν μετ' αυτών κατά πάσης επιδρομής. Καθ' έκαστον έτος ο +βασιλεύς των Σεληνιτών ναποστέλλη προς τον βασιλέα των Ηλιωτών ως +φόρον δέκα χιλιάδας αμφορείς δρόσου και να δώση ως ομήρους εκ των +υπηκόων του δεκάκις χιλίους. Την αποικίαν δε εις τον Εωσφόρον να +κάμουν από κοινού και να λάβουν μέρος όσοι θέλουν. Αι συνθήκαι να +χαραχθούν επί στήλης εξ ηλέκτρου, η οποία να στηθή εις τον αέρα επί +των συνόρων των δύο επικρατειών. Ωρκίσθησαν δε διά την τήρησιν των +συμφωνηθέντων από μέρους μεν των Ηλιωτών ο Πυρωνίδης, ο Θερίτης και ο +Φλόγιος• από δε τους Σεληνίτας ο Νύκτωρ, ο Μήνιος {7} και ο +Πολυλαμπής». + +Ευθύς μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, οι Ηλιώται κατηδάφισαν το +τείχος και ημάς τους αιχμαλώτους απέδοσαν. + +Όταν εφθάσαμεν εις την Σελήνην μας υπεδέχθησαν και μας ησπάζοντο με +δάκρυα και οι σύντροφοί μας και αυτός ο Ενδυμίων. Μας παρώτρυνε να +μείνωμεν πλησίον του και να λάβωμεν μέρος εις την αποικίαν• υπέσχετο δε +να μου δώση εις γάμον το παιδί του, διότι γυναίκες δεν υπάρχουν εις +την Σελήνην. Αλλ' εγώ δεν ηθέλησα να μείνω, επέμεινα δε να με γυρίση +κάτω εις την θάλασσαν. Όταν δε ο Ενδυμίων είδεν ότι ήτο αδύνατον να +πεισθώ, μας αφήκε ν' αναχωρήσωμεν, αφού επί επτά ημέρας εσυμποσιάζαμεν +εις τανάκτορά του. + +Κατά την εν τω μεταξύ τούτω διαμονήν μου εις την Σελήνην έμαθα διάφορα +αλλόκοτα και παράδοξα, τα οποία θέλω να διηγηθώ. Και πρώτον ότι οι +Σεληνίται δεν γεννώνται από γυναίκας, αλλ' από αρσενικούς• διότι μόνον +αρσενικούς νυμφεύονται και αι γυναίκες ουδέ κατ' όνομα είνε γνωσταί. +Μέχρι του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του έκαστος χρησιμεύει +ως γυνή, έπειτα δε λαμβάνει θέσιν ανδρός και αυτός. Κυοφορούν δε όχι +εις την γαστέρα, αλλ' εις το παχύ μέρος της κνήμης, το οποίον λέγεται +γαστροκνημία• όταν γίνη η σύλληψις, φουσκώνει η κνήμη, μετά καιρόν δε +την σχίζουν και εξάγουν νεκρόν το έμβρυον• αλλά το εκθέτουν με +ανοικτόν το στόμα προς τον άνεμον και ούτω ζωντανεύει. Μου φαίνεται δε +ότι εκ τούτου προήλθε και εις την Ελληνικήν γλώσσαν το όνομα της +γαστροκνημίας. + +Αλλ' έχω και κάτι άλλο έτι παραδοξότερον να διηγηθώ. Υπάρχει μεταξύ +των Σεληνιτών γένος ανθρώπων ιδιαίτερον, οι λεγόμενοι Δενδρίται, οι +οποίοι γεννώνται ως εξής• κόπτουν τον δεξιόν όρχιν ανθρώπου και τον +φυτεύουν εις την γην• εξ αυτού δε φυτρόνει δένδρον υψηλότατον και +σαρκώδες, όμοιον με φαλλόν{8}, το οποίον έχει κλάδους και φύλλα• οι δε +καρποί του είνε βελανίδια, τα οποία έχουν μέγεθος ενός πήχεος. Όταν τα +βελανίδια ωριμάσουν τα τρυγούν και εξάγουν από αυτά, ως από αυγά, τους +ανθρώπους. Οι δε άνθρωποι ούτοι έχουν πρόσθετα γεννητικά όργανα, οι +πλούσιοι από ελεφαντοκόκκαλον, οι δε πτωχοί ξύλινα και με αυτά +βατεύουν και πλησιάζουν τους συνεύνους των. + +Όταν δε γηράση ο άνθρωπος δεν αποθνήσκει, αλλά διαλύεται ως καπνός και +γίνεται αήρ. Τροφήν δε έχουν όλοι την ιδίαν• ανάπτουν φωτιάν και +ψήνουν επί των ανθράκων βατράχους, οίτινες είνε πολυάριθμοι εις την +σελήνην και πετούν εις τον αέρα. Ενώ δε οι βάτραχοι ψήνονται, κάθηνται +γύρω εις την πυράν, ως περί τράπεζαν, και ροφούν τον αναδιδόμενον +καπνόν. Κατ' αυτόν τον τρόπον ευωχούνται. Ως ποτόν δε έχουν τον αέρα, +όστις πιεζόμενος εις δοχείον αφήνει υγρόν τι ως δρόσον. Δεν ουρούσι +δε, ούτε αφοδεύουσιν, αλλ' ούτε είνε τρυπημένοι όπως ημείς. Η δε +συνουσία δεν γίνεται όπως εις την Γην, αλλ' εις τα κοιλώματα τα +υπεράνω των γαστροκνημιών διότι εκεί έχουν οπήν. + +Ωραίοι θεωρούνται μεταξύ αυτών οι φαλακροί και χωρίς μαλλιά, τους δε +τρέφοντας κόμην απεχθάνονται. Επί των κομητών όμως όσοι έχουν μεγάλα +μαλλιά εξ εναντίας θεωρούνται ωραίοι. Διότι είχον έλθει και μερικοί +από εκεί, οι οποίοι μας διηγούντο και περί εκείνων. Έχουν και γένεια +ολίγον ανωτέρω των γονάτων. Εις δε τα πόδια δεν έχουν νύχια, αλλ' είνε +όλοι μονοδάκτυλοι. Ως ουρά φυτρόνει εις το άκρον της ράχης των +λάχανον, το οποίον διατηρείται πάντοτε πράσινον και δεν συντρίβεται +και όταν πίπτουν ανάσκελα. Από την μύτην των εξάγουν, όταν +απομύττωνται, μέλι πολύ δριμύ• όταν δε εργάζωνται ή γυμνάζωνται, +ιδρόνουν καθ' όλον το σώμα των γάλα, ούτως ώστε και τυρούς +κατασκευάζουν εξ αυτού, αναμιγνύοντες εις το γάλα ολίγον μέλι. Έλαιον +δε εξάγουν από τα κρομμύδια, πολύ παχύ και ευωδιάζον ως μύρον. Έχουν +και πολλά αμπέλια τα οποία παράγουν νερόν• διότι αι ράγες των σταφυλών +είνε ως χάλαζα• νομίζω δε ότι όταν πνέη άνεμος και συνταράσση τα +κλήματα εκείνα, τότε πίπτει εδώ κάτω χάλαζα. + +Οι άνθρωποι εκείνοι μεταχειρίζονται την κοιλίαν των ως σακκούλαν, εις +την οποίαν θέτουν τα χρειώδη, διότι ανοίγει και κλείει κατά βούλησιν• +ούτε έντερα δε, ούτε άλλα σπλάγχνα φαίνονται εντός αυτής, αλλ' είνε +από μέσα όλη τριχωτή, και οσάκις κρυόνουν τα νεογνά των κρύπτονται εις +αυτήν. Το ένδυμα δε των μεν πλουσίων είνε υάλινον μαλακόν, των δε +πτωχών χάλκινον υφασμένον διότι το μέταλλον τούτο είνε άφθονον εις +εκείνα τα μέρη και τον κατεργάζονται αφού τον βρέξουν με νερόν, καθώς +τα μαλλιά των προβάτων. Όσον διά τους οφθαλμούς των διστάζω να είπω +πώς είνε, διότι φοβούμαι μήπως νομισθώ ότι ψεύδομαι• τόσον απίθανον θα +φανή το πράγμα• αλλά θα το είπω και αυτό• οι οφθαλμοί των δύνανται ν' +αφαιρούνται και να προσαρμόζωνται εκ νέου εις την θέσιν των και οποίος +θέλει τους αφαιρεί και μένει τυφλός έως ότου θελήση πάλιν να ίδη, ότε +τους θέτει πάλιν εις τας κόγχας των και βλέπει• και πολλοί οι οποίοι +χάνουν τους δικούς των δανείζονται ξένους διά να βλέπουν• άλλοι δε +έχουν πολλούς και αυτοί είνε οι πλούσιοι. Τα ώτα των δε είνε από φύλλα +πλατάνου, και μόνον οι Δενδρίται τα έχουν ξύλινα. + +Αλλά και άλλο τι θαυμάσιον είδα εις τα ανάκτορα. Μέγα κάτοπτρον είνε +τοποθετημένον επί του στομίου φρέατος, το οποίον δεν είνε πολύ βαθύ. +Αν λοιπόν καταιβή κανείς εις το φρέαρ, ακούει όλα τα λεγόμενα εδώ κάτω +εις την γην• εάν δε παρατηρήση εις το κάτοπτρον, βλέπει όλας τας +πόλεις και όλα τα έθνη, ως να ευρίσκεται μεταξύ αυτών. Εκεί εγώ είδα +τους συγγενείς μου και ολόκληρον την πατρίδα μου• εάν δε και εκείνοι +μ' έβλεπαν δεν δύναμαι να είμαι βέβαιος. Εκείνος δε ο οποίος δεν +πιστεύει εις τανωτέρω, άν ποτε μεταβή και αυτός εκεί θα μάθη ότι λέγω +την αλήθειαν. + +Τότε λοιπόν αποχαιρετήσαντες τον βασιλέα και τους περί αυτόν, επέβημεν +εις το πλοίον μας και απεπλεύσαμεν• εις εμέ δε εδώρησεν ο Ενδυμίων δύο +υάλινα υποκάμισα και πέντε χάλκινα, προσέτι δε πανοπλίαν από φλοιούς +λουμπίνων, τα οποία όλα αφήκα εντός του κήτους. Μας έδωκε δε και +χιλίους Ιππογύπους να μας συνοδεύσουν μέχρις αποστάσεως πεντακοσίων +σταδίων. + +Εις την συνέχειαν του ταξειδίου μας επεράσαμεν πλησίον πολλών και +διαφόρων χωρών, εξήλθαμεν δε και εις τον Εωσφόρον, τότε +συνοικιζόμενον, και επήραμεν νερόν. Έπειτα εισήλθαμεν εις τον Ζωδιακόν +και αφήσαντες αριστερά τον Ήλιον, επλέαμεν πολύ πλησίον της Γης• αλλ' +ο άνεμος μας ημπόδισε να προσεγγίσωμεν, παρά την ζωηράν επιθυμίαν των +συντρόφων μου, καθότι εβλέπαμεν ότι και η χώρα ήτο καταπράσινη και +γόνιμος με πολλά νερά και πλούτη. + +Εκεί μας είδον οι μισθοφόροι του Φαέθοντος Νεφελοκένταυροι και +επέταξαν εις το πλοίον μας• αλλά μαθόντες ότι ήμεθα φίλοι ανεχώρησαν. +Είχον δε ήδη φύγει και οι Ιππόγυποι. + +Αφού εταξειδεύσαμεν επί μίαν νύκτα και μίαν ημέραν, έχοντες πρώραν +προς την Γην, εφθάσαμεν εις την Λυχνόπολιν. Κείται δε η πόλις αύτη εις +το μεταξύ των Πλειάδων και των Υάδων διάστημα, αλλά πολύ χαμηλότερα +του Ζωδιακού. Όταν εξήλθαμεν, δεν είδαμεν κανένα άνθρωπον, αλλά +λύχνους πολλούς, οίτινες επεριπάτουν εις την αγοράν και εις τον +λιμένα• και άλλοι μεν εξ αυτών ήσαν μικροί, και ούτως ειπείν πτωχοί, +ολίγοι δε μεγάλοι και ισχυροί, υπέρλαμπροι και διακρινόμενοι από τους +άλλους. Είχον δε έκαστος την κατοικίαν του και λυχνεώνας και ονόματα +όπως οι άνθρωποι. Τους ηκούσαμεν και να ομιλούν και όχι μόνον δεν μας +επείραξαν, αλλά και μας εκάλουν να μας φιλοξενήσουν• ημείς όμως +εφοβούμεθα και ούτε να δειπνήση, ούτε να κοιμηθή κανείς εξ ημών +ετόλμησεν. Εις το μέσον της πόλεως ευρίσκεται το δημόσιον κατάστημα, +όπου μένει καθ' όλην την νύκτα ο άρχων και καλεί έκαστον με το όνομά +του• όστις δε παρακούση καταδικάζεται εις θάνατον ως λιποτάκτης• ο δε +θάνατος είνε να σβυσθή. Ημείς δε παριστάμενοι εβλέπαμεν τα γινόμενα +και ηκούσαμεν τους λύχνους ν' απολογούνται και να δικαιολογούν την +βραδύτητά των. Εκεί εγνώρισα και τον ιδικόν μας λύχνον και αφού τον +εχαιρέτισα του εζήτησα πληροφορίας περί της οικογενείας μου, τας +οποίας μου έδωκε. + +Την νύκτα λοιπόν εκείνην εμείναμεν εις την Λυχνόπολιν την δ' επιούσαν +αποπλεύσαντες επλησιάσαμεν εις τα νέφη, όπου είδαμεν κ' εθαυμάσαμεν +και την πόλιν Νεφελοκοκυγίαν {9}, αλλά δεν εξήλθαμεν εις αυτήν, διότι +ο άνεμος δεν ήτο βοηθητικός. Ελέγετο ότι βασιλεύει εις αυτήν ο Κόρωνος +του Κοτυφίωνος. Εγώ δε ενθυμήθηκα τον ποιητήν Αριστοφάνην, άνθρωπον +σοφόν και φιλαλήθη, προς τον οποίον αδίκως δυσπιστούμεν δι' όσα +έγραψε. + +Μετά τρεις ημέρας, εβλέπαμεν ευκρινώς τον ωκεανόν, αλλά γην πουθενά, +εκτός των εναερίων χωρών αλλά και αυταί τώρα είχον χρώμα πυρός και +εφαίνοντο λάμπουσαι• την δε τετάρτην ημέραν κατά την μεσημβρίαν +υποχωρούντος ολίγον κατ' ολίγον του ανέμου, επέσαμεν ελαφρά και χωρίς +ορμήν εις την θάλασσαν. Άμα δε ήλθαμεν εις επαφήν με το νερόν, η χαρά +και η ευφροσύνη μας ήτο μεγάλη• διεσκεδάσαμεν όπως ηδυνάμεθα και +πεσόντες εις την θάλασσαν εκολυμβήσαμεν• διότι έτυχε να είνε γαλήνη +και η θάλασσα ήτο ακύμαντος. + +Αλλά συμβαίνει πολλάκις το τέλος μιας δυστυχίας να γίνεται αρχή +μεγαλειτέρων συμφορών. Αφού επί δύο μόνον ημέρας εταξειδεύσαμεν με +καλόν καιρόν, όταν εξημέρωσεν η τρίτη και ανέτελλεν ο ήλιος, βλέπομεν +έξαφνα θηρία και κήτη μεγάλα, μεταξύ δε αυτών έν μεγαλείτερον από όλα, +το οποίον θα είχεν έως χιλίων πεντακοσίων σταδίων μέγεθος• ήρχετο δε +κατ' επάνω μας με το στόμα ανοικτόν και εκ μακράς αποστάσεως +συνετάρασσε την θάλασσαν και αφρός το περιέλουε• και οι οδόντες του +εφαίνοντο πολύ μεγαλείτεροι από τους φαλλούς, σουβλεροί δε όλοι ως +πάσσαλοι και λευκοί ως του ελέφαντος. Τότε ημείς, αφού εδώκαμεν προς +αλλήλους τον τελευταίον αποχαιρετισμόν εσταθήκαμεν και αγκαλιασμένοι +επεριμέναμεν τον θάνατον. Το κήτος δεν εβράδυνε να φθάση και αμέσως +μας ερρόφησε και μας κατέπιε ομού με το πλοίον. Αλλά δεν επρόφθασε να +μας συντρίψη με τα δόντια του, διότι διά των αραιωμάτων της +οδοντοστοιχίας του το πλοίον ωλίσθησε μέσα. Όταν δε ευρέθημεν εντός +του κήτους, κατ' αρχάς ήτο σκότος και δεν εβλέπαμεν τίποτε• έπειτα δε +το κήτος ήνοιξε το ρύγχος του και εις το φως το οποίον εισέδυσεν +είδαμεν ότι το εσωτερικόν του θαλασσίου θηρίου ήτο τόσον πλατύ και +υψηλόν, ώστε να δύναται να περιλάβη πόλιν ολόκληρον. Εφαίνοντο δε κάτω +μικρά ψάρια και διάφορα θαλάσσια θηρία μασημένα και καραβόπανα και +άγκυραι, ανθρώπινα κόκκαλα και εμπορευμάτων δέματα, βαθύτερα δε ήτο +και γη με υψώματα, η οποία, ως υποθέτω, είχε σχηματισθή από την λάσπην +την οποίαν κατέπινε το κήτος. Επί της γης εκείνης υπήρχε δάσος και +διάφορα δένδρα και λάχανα και εφαίνοντο όλα ως να εκαλλιεργούντο. Η +περιφέρεια δε της γης εκείνης θα ήτο έως διακόσια τεσσαράκοντα στάδια. +Εφαίνοντο και θαλάσσια πτηνά, γλάροι και αλκυόνες, τα οποία +κατεσκεύαζον τας φωλεάς των επί των δένδρων. + +Ευρεθέντες εις την θέσιν εκείνην εκλαύσαμεν επί πολύ• έπειτα διέταξα +τους συντρόφους να στηρίξουν και στερεώσουν το πλοίον μας, εγώ δε +έτριψα τα πυρεία{10} και ήναψα φωτιάν και παρεσκευάσαμεν δείπνον με +ό,τι ευρέθη. Ήσαν δε γύρω μας πολλά και διαφόρων ειδών ψάρια και +είχαμεν ακόμη από το νερόν το οποίον επήραμεν από τον Εωσφόρον. + +Την επομένην το πρωί, οσάκις ήνοιγε το στόμα του το κήτος +εβλέπαμεν άλλοτε στερεάν, άλλοτε όρη, άλλοτε δε μόνον τον ουρανόν, +πολλάκις δε και νήσους• διότι, ως ησθανόμεθα, το κήτος έτρεχε με ορμήν +προς διάφορα μέρη της θαλάσσης. Αφού δε συνηθίσαμεν εις την διαμονήν +εκείνην, παρέλαβα πέντε από τους συντρόφους και επροχώρησα εις το +δάσος, θέλων να εξερευνήσω τα πάντα. Δεν είχα δε προχωρήσει πέντε +σταδίους και συνήντησα ναόν του Ποσειδώνος, ως εφαίνετο εκ της +επιγραφής, και μετ' ολίγον τάφους πολλούς με στήλας και πλησίον πηγήν +με νερόν διαυγές. Συγχρόνως ηκούετο γαύγισμα σκύλου και καπνός +εφαίνετο εις απόστασιν, εξ ου εμαντεύαμεν κάποιαν αγροτικήν κατοικίαν. +Εταχύναμιν λοιπόν το βήμα και μετ' ολίγον βλέπομεν ένα γέροντα και ένα +νέον, οι οποίοι με πολλήν επιμέλειαν ειργάζοντο εις μίαν πρασιάν και +διωχέτευαν εις αυτήν νερόν από την πηγήν. + +Η συνάντησις εκείνη μας επροξένησε φόβον συγχρόνως και χαράν, και +εσταθήκαμεν• και εκείνοι δε έπαθαν το ίδιον και μας παρετήρουν άφωνοι• +έπειτα όμως ο γέρων είπεν• Ποίοι είσθε, ξένοι; Μήπως θαλάσσιοι θεοί ή +άνθρωποι δυστυχείς όπως ημείς; Διότι ημείς από άνθρωποι κατοικούντες +εις την στερεάν εγίναμεν τώρα θαλάσσιοι και πλέομεν ομού με αυτό το +θηρίον, το οποίον μας έχει καταπιεί, χωρίς να γνωρίζωμεν ακριβώς την +τύχην μας. Είμεθα νεκροί και νομίζομεν ότι ζώμεν. Εις αυτόν εγώ +απήντησα• Και ημείς είμεθα άνθρωποι νεοφερμένοι, πατέρα• κατεπόθημεν +προ ολίγων ημερών με ολόκληρον το σκάφος μας. Τώρα ήλθαμεν να ίδωμεν +τι είνε μέσα εις αυτό το δάσος, το οποίον εφαίνετο εκτεταμένον και +πυκνόν. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας ωδήγησε να σε συναντήσωμεν +και να μάθωμεν ότι δεν είμεθα μόνοι φυλακισμένοι μέσα εις αυτό το +θηρίον. Αλλά διηγήσου μας ποίος είσαι και πώς η τύχη σ' έφερεν εδώ. +Αυτός όμως μας είπεν ότι πριν ή μας διηγηθή και μάθη τας δικάς μας +περιπετείας, ενόει να μας προσφέρη τας τιμάς της φιλοξενίας, και μας +ωδήγησεν εις την οικίαν του, η οποία ήτο αρκετά ευρύχωρος δι' αυτόν +και τον υιόν του και είχε στρωμνάς εκ χόρτου και πάντα τα άλλα +χρειώδη• μας προσέφερε δε λάχανα, ψάρια και οπωρικά και προσέτι μας +εκέρασεν οίνον• αφού δ' εχορτάσαμεν, μας ηρώτησε περί των παθημάτων +μας. Εγώ του διηγήθην τα πάντα κατά σειράν, την τρικυμίαν και όσα +είδαμεν εις την νήσον και το εναέριον ταξείδι, τον πόλεμον και όλα τα +άλλα μέχρις ότου μας ερρόφησε το κήτος. Με ήκουσε με πολύν θαυμασμόν, +έπειτα δε μας διηγήθη τα δικά του. Είμαι Κύπριος την πατρίδα, ω ξένοι• +αναχωρήσας δε χάριν εμπορίου από την πατρίδα μου ομού με το παιδί μου +αυτό που βλέπετε και με πολλούς δούλους, εταξείδευα προς την Ιταλίαν +με πλοίον μεγάλο, το οποίον είχα φορτώσει με πολλά και διάφορα +εμπορεύματα. Θα είδατε ίσως τα συντρίμματά του εις το στόμα του +κήτους. Έως εις την Σικελίαν επήγαμεν καλά• αλλ' εκεί μας πήρε ένας +φοβερός άνεμος, ο οποίος εις τρεις ημέρας μας πήγε εις τον ωκεανόν, +όπου μας συνήντησε το κήτος και μας εκατάπιε όλους με το πλοίον και +μόνοι ημείς οι δύο εσώθημεν, οι δε λοιποί όλοι απέθαναν. Αφού δ' +εθάψαμεν τους συντρόφους μας και εκτίσαμεν αυτόν τον ναόν του +Ποσειδώνος, ζώμεν τον βίον που βλέπετε. Καλλιεργούμεν λάχανα και +τρεφόμεθα με ψάρια και οπωρικά. Είνε δε μεγάλο, όπως βλέπετε, το +δάσος, έχει και αμπέλια πολλά, από τα οποία γίνεται εξαίρετο κρασί. Θα +είδατε δε ίσως και την πηγήν η οποία μας δίδει κάλλιστον και +ψυχρότατον νερόν. Στρωμνήν κατασκευάζομεν από φύλλα και ανάπτομεν +μεγάλας πυράς. Κυνηγούμεν δε πτηνά από τα εισερχόμενα εις το κήτος και +συλλαμβάνομεν ζωντανά ψάρια, εξερχόμενοι εις τα σπάραχνα του θηρίου, +όπου και λουόμεθα όταν θέλωμεν. Αλλά και λίμνη υπάρχει αλμυρά εις όχι +μακράν απόστασιν, η οποία έχει περίμετρον είκοσι σταδίων και περιέχει +παντοειδή ψάρια• εις αυτήν κολυμβούμεν και πλέομεν με μικρόν σκάφος το +οποίον εγώ κατεσκεύασα. Έχουν δε περάσει από τον καιρόν που μας +εκατέπιε το κήτος είκοσι επτά έτη. Και τα μεν άλλα ίσως είνε υποφερτά• +αλλ' έχομεν γείτονας πολύ κακούς και ανυποφόρους, διότι είνε +ακοινώνητοι και άγριοι. Πώς, είπα εγώ, είνε και άλλοι εις το κήτος;, +Πολλοί, είπεν ο γέρων, και αφιλόξενοι και αλλόκοτοι κατά τας μορφάς. +Τα δυτικά και τα προς την ουράν μέρη του δάσους κατοικούν οι +Ταριχάνες, οι οποίοι έχουν μάτια χελιών και πρόσωπα καραβίδων• είνε +λαός πολεμικός, θρασύς και τρώγει ωμά κρέατα• προς δε την αντίθετον +πλευράν, την δεξιάν, κατοικούν οι Τριτωνομένδητες, των οποίων το μεν +άνω μέρος ομοιάζει με άνθρωπον, το δε κάτω προς τους ξιφίας• ούτοι +όμως είνε ολιγώτερον των άλλων κακοί. Τα προς ταριστερά κατέχουν οι +Καρκινόχειρες και Θυνοκέφαλοι, οι οποίοι είνε μεταξύ των φίλοι και +σύμμαχοι• τα μεσόγεια δε κατέχουν οι Παγουρίδαι και οι Ψητόποδες, +μάχιμοι και πολύ ωκύποδες. Τα ανατολικά τα προς το στόμιον είνε κατά +το πλείστον έρημα και τα σκεπάζει η θάλασσα• τα κατέχω δε εγώ, αντί +φόρου πεντακοσίων στρειδιών τον οποίον κατ' έτος καταβάλλω εις τους +Ψητόποδας. Τοιούτος είνε ο τόπος• πρέπει δε να σκεφθώμεν μαζή πώς θα +δυνηθώμεν ν' ανταγωνισθώμεν προς τόσους λαούς διά να δυνηθώμεν να +ζήσωμεν με ησυχίαν. Πόσοι είνε όλοι αυτοί; ηρώτησα. Περισσότεροι από +χίλιοι, απήντησεν ο γέρων. Και τίνος είδους όπλα έχουν; Μόνον +ψαροκόκκαλα. Τότε θα μας είνε εύκολον να τους πολεμήσωμεν, αφού ημείς +έχομεν όπλα και αυτοί είνε άοπλοι. Και αν τους νικήσωμεν θα περάσωμεν +του λοιπού άφοβα και ατάραχα. Απεφασίσαμεν τον πόλεμον και +επιστρέψαντες εις το πλοίον εκάναμεν τας ετοιμασίας μας. Αιτία δε του +πολέμου θα εγίνετο η άρνησις του φόρου, καθότι ήτο ο καιρός της +πληρωμής. Και αυτοί μεν έστειλαν και εζήτουν τον φόρον, αυτός δε +απεδίωξε τους απεσταλμένους με περιφρονητικήν απάντησιν. + +Πρώτοι λοιπόν οι Παγουρίδαι, ωργισμένοι εναντίον του Σκινθάρου (διότι +αυτό ήτο το όνομα του γέροντος) εξεστράτευσαν με πολύν θόρυβον. Ημείς +δε περιμένοντες την επίθεσιν, ωπλίσθημεν κ' επεριμέναμεν, αφού +εβάλαμεν είκοσι πέντε άνδρας να ενεδρεύσουν. Είχαμεν δε παραγγείλει +εις τους ενεδρεύοντας ν' αφήσουν τους εχθρούς να περάσουν και τότε να +σηκωθούν• ούτω δε έπραξαν. Επιπεσόντες εκ των όπισθεν τους κατέσφαζαν• +και ημείς δε, οι οποίοι ήμεθα επίσης είκοσι πέντε— διότι και ο +Σκίνθαρος και ο υιός του είχον λάβει μέρος— επετέθημεν εκ του +αντιθέτου μέρους και συμπλακέντες προς αυτούς επολεμήσαμεν λυσσωδώς. +Επί τέλους τους ετρέψαμεν εις φυγήν και τους κατεδιώξαμεν μέχρι των +τρωγλών των. Εφονεύθησαν δε από μεν τους εχθρούς εκατόν εβδομήκοντα, +από ημάς δε ο πλοίαρχος, ο οποίος ελογχίσθη εις την ράχην με κόκκαλον +μπαρμπουνιού. + +Εκείνην την ημέραν και την νύκτα εμείναμεν εις το στρατόπεδον και ως +τρόπαιον εστήσαμεν μίαν ραχοκοκκαλιάν δελφίνος, την οποίαν εκαρφώσαμεν +εις την γην. Την επομένην και οι άλλοι μαθόντες τα γενόμενα ήλθαν να +μας πολεμήσουν. Και το μεν δεξιόν κέρας κατείχον οι Ταριχάνες, αρχηγόν +έχοντες τον Πήλαμον, το δε αριστερόν οι Θυνοκέφαλοι και το μέσον οι +Καρκινόχειρες. Οι Τριτωνομένδητες έμενον ήσυχοι και ουδέτεροι. Τους +επεριμέναμεν πλησίον του ναού του Ποσειδώνος και επετέθημεν με πολύν +αλαλαγμόν• αντήχει δε το εσωτερικόν του κήτους, καθώς τα σπήλαια. +Κατατροπώσαντες αυτούς, καθότι ήσαν άοπλοι, τους κατεδιώξαμεν εις το +δάσος και εγίναμεν του λοιπού κύριοι του τόπου. Μετ' ολίγον έστειλαν +κήρυκας διά να πάρουν τους νεκρούς των και να ζητήσουν ειρήνην. Ημείς +όμως δεν εκρίναμεν καλόν να συνθηκολογήσωμεν, αλλά την επιούσαν +επιτεθέντες εκ νέου τους κατεσφάξαμεν όλους, εκτός των +Τριτωνομενδήτων. Αλλά και αυτοί, όταν είδαν τα γενόμενα, διέφυγαν από +τα σπάραχνα του κήτους και έπεσαν εις την θάλασσαν. Ημείς δε +καταλαβόντες τον τόπον, ο οποίος έμεινεν έρημος από τους εχθρούς, +εζώμεν του λοιπού ησύχως κ' επερνούσαμεν τον καιρόν μας εις ασκήσεις +και κυνήγια, καλλιεργούντες ταμπέλια και συγκομίζοντες τους καρπούς +των δένδρων• εν γένει δε ωμοιάζαμεν με ανθρώπους οίτινες καλοπερνούν +χωρίς δεσμά εις φυλακήν μεγάλην, από την οποίαν η φυγή είνε αδύνατος. + +Επί έν έτος και οκτώ μήνας εζήσαμεν κατ' αυτόν τον τρόπον. Την δε +πέμπτην ημέραν του ενάτου μηνός κατά το δεύτερον του στόματος άνοιγμα +— διότι το κήτος ήνοιγε μίαν φοράν κάθε ώραν το στόμα του, ώστε από τα +ανοίγματα εσυμπεραίναμεν τας ώρας — κατά το δεύτερον λοιπόν, ως είπα, +άνοιγμα, έξαφνα ηκούσθη βοή μεγάλη και θόρυβος και ως ναυτικά +παραγγέλματα και κωπηλασίαι. Εκπλαγέντες ανέβημεν συρόμενοι έως εις το +στόμα του θηρίου και σταματήσαντες οπίσω των οδόντων είδαμεν το +παραδοξότερον εξ όλων των θεαμάτων, τα οποία είδα εις την ζωήν μου• +κάτι ανθρώπους υψηλούς έως μισόν στάδιον επάνω εις νήσους μεγάλας, αι +οποίαι έπλεον ως τριήρεις. Και γνωρίζω μεν ότι θα διηγηθώ πράγματα τα +οποία θα φανούν απίθανα, αλλ' όμως θα τα διηγηθώ. + +Τα νησιά εκείνα ήσαν επιμήκη, όχι πολύ υψηλά και είχαν έκαστον +περίμετρον εκατόν περίπου σταδίων• επ' αυτών δ' ευρίσκοντο από τους +ανθρώπους εκείνους περί τους εκατόν είκοσι. Εκ τούτων άλλοι καθήμενοι +εις τα πλάγια των νήσων κατά γραμμήν εκωπηλάτουν, μεταχειριζόμενοι ως +κουπιά κυπαρίσσια μεγάλα, με τους κλάδους και τα φύλλα των, όπως ήσαν. +Εις δε το οπίσω μέρος, εις την πρύμνην τρόπον τινά, εστέκετο επί λόφου +υψηλού ο κυβερνήτης και εκράτει χάλκινον πηδάλιον, το οποίον είχε +μήκος πέντε σταδίων. Εις την πρώραν έως τεσσαράκοντα εξ αυτών +ωπλισμένοι επολέμουν• και ήσαν καθ' όλα όμοιοι με ανθρώπους, εκτός της +κόμης των, η οποία ήτο φωτιά και ανέδιδε φλόγας• ώστε δεν είχαν και +ανάγκην από περικεφαλαίας. Ως πανιά εχρησίμευον τα δένδρα, τα οποία +ήσαν πολλά και πυκνά εις εκάστην νήσον• ο άνεμος πνέων εις το δάσος το +εφούσκωνε και ώθει την νήσον όπου ήθελεν ο κυβερνήτης. Τους κωπηλάτας +διηύθυνε κελευστής και αι νήσοι εκινούντρ κατά την κωπηλασίαν με +ταχύτητα, όπως τα στενόμακρα πλοία. + +Κατ' αρχάς εβλέπαμεν δύο ή τρεις τοιαύτας νήσους, αλλ' έπειτα εφάνησαν +έως εξακόσιαι και παραταχθείσαι εις δύο γραμμάς επολέμουν και +εναυμάχουν. Πολλαί συνεκρούοντο πρώραν με πρώραν, πολλαί δε και +διαπερασθείσαι κατεβυθίζοντο. Άλλαι συμπλεκόμεναι δυνατά εμάχοντο και +δυσκόλως εχωρίζοντο. Οι παρατεταγμένοι εις την πρώραν εμάχοντο με πολύ +θάρρος και εισπηδώντες εις τα αντίπαλα νησιά εφόνευον• αιχμαλώτους δεν +συνελάμβανον. Αντί σιδηρών χειρών{11} έρριπτον οι μεν προς τους δε +πολύποδας μεγάλους δεμένους, οι οποίοι περιπλεκόμενοι εις τα δένδρα +εκράτουν και έσυρον ολόκληρον την νήσον. Ως βλήματα δε μετεχειρίζοντο +και έρριπτον κατ' αλλήλων όστρεα έχοντα μέγεθος αμάξης και σπόγγους +μεγέθους στρέμματος. + +Αρχηγόν είχον οι μεν τον Αιολοκένταυρον, οι δε τον Θαλασσοπότην. +Φαίνεται δε ότι η μάχη έγινεν εξ αιτίας μιας αρπαγής• ελέγετο ότι ο +θαλασσοπότης ήρπασε πολλά κοπάδια δελφίνων του Αιολοκενταύρου. Από τας +κραυγάς των μαχομένων εμάθαμεν την αιτίαν του πολέμου, ως και τα +ονόματα των βασιλέων. + +Επί τέλους ενίκησαν οι με τον Αιολοκένταυρον και εβύθισαν περί τας +εκατόν πεντήκοντα νήσους των αντιπάλων, τρεις δε άλλας συνέλαβον με τα +πληρώματά των. Οι νικηταί τους κατεδίωξαν μέχρι τινός, επειδή δε +επλησίαζε να νυκτώση επέστρεψαν διά τα ναυάγια και τα περισσότερα +συνέλεξαν• ανέσυραν δε και τα δικά των, διότι και δικαί των νήσοι +εβυθίσθησαν όχι ολιγώτεραι των ογδοήκοντα. Ανήγειραν και τρόπαιον της +νησομαχίας μίαν των εχθρικών νήσων, την οποίαν εκάρφωσαν επί της +κεφαλής του κήτους. Και εκείνην την νύκτα έμειναν γύρω εις το κήτος, +δέσαντες εις αυτό τα πλοία των και πλησίον αυτού αγκυροβολήσαντες. +Είχον δε αγκύρας μεγάλας υαλίνας, στερεάς. Την επομένην τελέσαντες +θυσίας επί του κήτους και θάψαντες τους νεκρούς των επ' αυτού, +απέπλευσαν χαίροντες και ψάλλοντες άσματα ομοιάζοντα με νικητήρια. +Αυτά έγιναν κατά την νησομαχίαν. + + + + +ΑΛΗΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ + + + + +Βιβλίον Δεύτερον + + + +Έκτοτε η εντός του κήτους ζωή μου έγινεν ανυπόφορος και εζήτουν να +εύρω τρόπον διά να δυνηθώμεν να εξέλθωμεν. Κατ' αρχάς εσκέφθημεν να +τρυπήσωμεν το δεξιόν τοίχωμα και ν' αποδράσωμεν• και ηρχίσαμεν να +σκάπτωμεν• αλλ' αφού εις μάτην εφθάσαμεν εις βάθος πέντε σταδίων, +επαύσαμεν να σκάπτωμεν, απεφασίσαμεν δε να καύσωμεν το δάσος, διότι +ούτω ήτο πιθανόν ν' αποθάνη το κήτος και τότε θα μας ήτο εύκολον να +εξέλθωμεν. Αρχίσαντες λοιπόν από τα προς την ουράν μέρη επυρπολούμεν. +Αλλ' επί επτά ημέρας και νύκτας το κήτος εφαίνετο ότι δεν ησθάνετό το +κάψιμον• την ογδόην όμως και την εννάτην εννοήσαμεν ότι είχεν αρχίσει +ν' αρρωσταίνη• εβράδυνε ν' ανοίγη το στόμα και οσάκις το ήνοιγε ταχέως +το έκλειε. Την δεκάτην δε και ενδεκάτην είχεν απονεκρωθή και ήρχιζε +ναναδίδη δυσωδίαν. Την δωδεκάτην μόλις επρόφθάσαμεν να σκεφθώμεν ότι +εάν δεν του εθέταμεν σφηνώματα μεταξύ των δύο σιαγόνων εφ' όσον ακόμη +έχασκε, ώστε να μη κλείση εντελώς το στόμα, εκινδυνεύαμεν να +κλεισθώμεν εντός αυτού, όπως ήτο νεκρόν και ναποθάνωμεν. Αφού λοιπόν +υπεστηρίξαμεν την άνω σιαγόνα του με ξύλα μεγάλα, επεσκευάσαμεν το +πλοίον μας και το εφωδιάσαμεν με πολύ νερόν και τα λοιπά χρειώδη. Θα +το εκυβέρνα δε ο Σκίνθαρος. + +Την επομένην το μεν κήτος είχεν ήδη τελείως αποθάνει• ημείς δε +σύραντες το πλοίον το επεράσαμεν από τα διαστήματα των σιαγόνων• +έπειτα το εδέσαμεν εις τα δόντια του κήτους και σιγά σιγά το +κατεβάσαμεν εις την θάλασσαν. Ανέβημεν μετά τούτο εις την ράχην του +κήτους και αφού προσεφέραμεν θυσίαν εις τον Ποσειδώνα πλησίον του +τροπαίου, εμείναμεν εκεί επί τρεις ημέρας, διότι ήτο γαλήνη, και την +τετάρτην απεπλεύσαμεν. Και συνηντήσαμεν πολλούς νεκρούς εκ της +ναυμαχίας επιπλέοντας• το πλοίον μας προσέκρουεν εις αυτούς και +καταμετρούντες τα σώματα των εθαυμάζαμεν. + +Επί τινας ημέρας εταξειδεύαμεν με άνεμον μέτριον, έπειτα όμως έπνευσε +σφοδρός βορράς και έγινε δριμύτατον ψύχος, το οποίον επάγωσεν όλον το +πέλαγος, όχι μόνον εις την επιφάνειαν, αλλά και εις βάθος έως +τετρακοσίων οργυιών• ώστε εξελθόντες επεριπατούμεν εις τον πάγον. +Επειδή δε ο άνεμος δεν έπαυε και ήτο ανυπόφορος εκάμαμεν το εξής κατά +πρότασίν του Σκινθάρου. Εσκάψαμεν τον πάγον και κατεσκευάσαμεν +σπήλαιον ευρυχωρότατον κ' εντός αυτού εμείναμεν επί τριάκοντα ημέρας, +ανάπτοντες φωτιάν και τρεφόμενοι από ψάρια τα οποία ευρίσκαμεν εντός +του πάγου. + +Αλλ' επειδή ήρχισαν να μας λείπουν τα τρόφιμα, εξήλθαμεν και +αποσπάσαντες εκ του πάγου το πλοίον εκάμαμεν πανιά και εσυρόμεθα επί +του πάγου, ως να επλέαμεν ομαλά και ατάραχα. Την πέμπτην ημέραν είχεν +ήδη γίνει καλοκαιρία, ο πάγος διελύετο και η θάλασσα επανήρχετο εις +την φυσικήν της κατάστασιν. Αφού δ' επλεύσαμεν έως τριακοσίους +σταδίους, επλησιάσαμεν εις νήσον μικράν και ακατοίκητον, από την +οποίαν επήραμεν νερόν, διότι το είχαμεν ήδη εξαντλήσει και φονεύσαντες +δύο αγρίους ταύρους απεπλεύσαμεν. Οι ταύροι δε εκείνοι δεν είχον τα +κέρατα επί της κεφαλής, αλλά κάτω των οφθαλμών, όπως ήθελεν ο Μώμος. + +Μετ' ολίγον εισήλθαμεν εις πέλαγος όχι νερού, αλλά γάλακτος• εφαίνετο +δε εντός αυτού νήσος λευκή κατάφυτος από αμπέλους. Ήτο δε η νήσος +εκείνη τυρί τεράστιον, πολύ στερεοποιημένον, ως κατόπιν όταν εφάγαμεν +είδαμεν, και είχε περίμετρον είκοσι πέντε σταδίων. Τα κλήματα ήσαν +κατάφορτα από σταφύλια, τα οποία όμως ως χυμόν είχον όχι οίνον, αλλά +γάλα και στίβοντες αυτά επίναμεν. Εις το μέσον της νήσου υπήρχε ναός +της νηρηίδος Γαλατείας, ως εφαίνετο εκ της επιγραφής. Όσον λοιπόν +καιρόν εμείναμεν εκεί μας εχρησίμευεν ως τροφή η γη, ποτόν δε το γάλα +των σταφυλών. Ελέγετο ότι εβασίλευεν εις τα μέρη εκείνα η Τυρώ η κόρη +του Σαλμονέως. Αυτήν την αποζημίωσιν έλαβε παρά του Ποσειδώνος διά την +παρ' αυτού εγκατάλειψίν της. + +Εις την νήσον εκείνην εμείναμεν επί πέντε ημέρας και την έκτην +ανεχωρήσαμεν, ωθούμενοι υπό ελαφρού ανέμου επί λείας θαλάσσης• την δε +ογδόην ημέραν, ότε πλέον είχαμεν εξέλθει από το γάλα και επλέαμεν εις +αλμυρά και κυανά νερά, βλέπομεν ανθρώπους πολλούς να βαδίζουν εις την +επιφάνειαν της θαλάσσης. Ησαν καθ' όλα όμοιοι με ημάς, εκτός των ποδών +διότι είχον πόδας από φελλόν, ένεκα δε τούτου, υποθέτω, και Φελλόποδες +ωνομάζοντο. Ο θαυμασμός μας ήτο πολύς ενώ τους εβλέπαμεν να μη +βυθίζωνται, αλλά να στέκωνται επάνω εις τα κύματα και αφόβως να +βαδίζουν. Μας επλησίασαν δε και μας εχαιρέτων εις Ελληνικήν γλώσσαν +και μας έλεγαν ότι επήγαιναν εις την Φελλώ την πατρίδα των. Και μέχρι +τινός συνωδοιπόρουν με ημάς βαδίζοντες πλησίον του πλοίου• έπειτα +επήραν άλλον δρόμον, αφού μας ηυχήθησαν καλό ταξείδι. + +Μετ' ολίγον εφάνησαν πολλαί νήσοι• πλησίον και προς ταριστερά η Φελλώ, +όπου εκείνοι επορεύοντο, πόλις κτισμένη επί μεγάλου και στρογγυλού +φελλού• μακρύτερα και μάλλον δεξιά πέντε πολύ μεγάλαι και υψηλαί, από +τας οποίας ανεδίδοντο μεγάλαι φλόγες• προς την πρώραν μας εφαίνετο +άλλη, πλατεία και χαμηλή, η οποία θα είχεν έκτασιν όχι μικροτέραν των +πεντακοσίων σταδίων. Ήδη ήμεθα πλησίον αυτής και θαυμαστή πνοή, ευώδης +και ευχάριστος, ήλθεν εξ αυτής και μας περιέλουσε, ομοία με την +ευωδίαν την οποίαν, κατά τον Ηρόδοτον, αισθάνονται οι ταξειδεύοντες +όταν πλησιάζουν εις την ευδαίμονα Αραβίαν. Αρώματα ρόδων, ναρκίσσων, +υακίνθων, κρίνων και μενεξέδων, προσέτι δε μυρσίνης και δάφνης και +αμπελάνθης υπήρχον εις την ευωδίαν εκείνην. Ευχαριστηθέντες από την +γλυκείαν εκείνην οσμήν και ελπίζοντες ότι μετά τόσας ταλαιπωρίας θ' +ανέτελλον επί τέλους και ευτυχείς ημέραι δι' ημάς, επλησιάσαμεν εις +την νήσον. Είδαμεν δε ότι εξ όλων των μερών είχε λιμένας πολλούς και +ασφαλείς και μεγάλοι ποταμοί εκύλιον ησύχως τα καθαρά νερά των εις την +θάλασσαν. Εβλέπαμεν προσέτι λειβάδια και δάση και πτηνά, εκ των οποίων +άλλα μεν εκελάδουν εις τας παραλίας, αλλά δε επί των κλάδων. Αήρ +ελαφρός και καθαρός περιέβαλλε την χώραν• και αύραι γλυκείαι +διαπνέουσαι ήσυχα το δάσος εσάλευον τους κλάδους και το φύλλωμα, ούτως +ώστε να σχηματίζεται μία συνεχής αρμονία, ως εκείναι τας οποίας +διαχύνουν εις την ερημίαν οι αυλοί των βουκόλων. Αλλά και βοή +πολύφωνος ηκούετο, όχι όμως θορυβώδης, αλλ' όπως εις τα συμπόσια, όπου +εις τους ήχους των αυλών και της κιθάρας αναμιγνύονται οι έπαινοι και +τα χειροκροτήματα των συμποτών. + +Με τοιαύτας ευχαρίστους εντυπώσεις εφθάσαμεν• αφού δ' ερρίψαμεν άγκυραν +εξήλθαμεν, αφήσαντες εις το πλοίον τον Σκίνθαρον και δύο εκ των +συντρόφων. Ενώ δε διεβαίναμεν από λειμώνα καταστόλιστον από άνθη, +συνηντήσαμεν τους φρουρούς του τόπου, οι οποίοι μας έδεσαν με +ροδοστεφάνους—διότι αυτοί είνε τα μεγαλείτερα δεσμά εις τον τόπον +εκείνον—και μας ωδήγησαν προς τον άρχοντα της χώρας. Καθ' οδόν μας +επληροφόρησαν ότι η νήσος είνε η λεγομένη των Μακάρων, άρχων δε ο Κρης +Ραδάμανθυς. Οδηγηθέντες λοιπόν ενώπιον αυτού ελάβαμεν τετάρτην θέσιν +μεταξύ των μελλόντων να δικασθούν. Ήτο δε η πρώτη δίκη περί Αίαντος +του Τελαμώνος, αν έπρεπε να μένη μετά των ηρώων ή όχι• διότι +κατηγορείτο ότι είχε παραφρονήσει και αυτοκτονήσει. Αφού δε πολλά +ελέχθησαν υπέρ και κατά, ο Ραδάμανθυς απεφάσισε να παραδοθή ο Αίας εις +τον Κώον Ιπποκράτην τον ιατρόν και αφού πίη αρκετόν ελλέβορον και +επανέλθη εις τα λογικά του, να γίνη δεκτός εις την μακαριότητα. Η +δευτέρα δίκη ήτον ερωτική μεταξύ Θησέως και Μενελάου περί της Ελένης, +φιλονεικούντων ποίος να συνοική μετ' αυτής. Ο Ραδάμανθυς απεφάνθη υπέρ +του Μενελάου, αφού ούτος τόσα έπαθε και τόσους κινδύνους διέτρεξεν εξ +αιτίας του μετά της Ελένης γάμου• άλλως τε δε ο Θησεύς είχε και άλλας +γυναίκας, την Αμαζόνα και τας θυγατέρας του Μίνωος. Τρίτη εδικάσθη η +περί πρωτείων διένεξις μεταξύ Αλεξάνδρου και Αννίβα του Καρχηδονίου• +και ανεγνωρίσθη η υπεροχή του Αλεξάνδρου, του εστήθη δε θρόνος πλησίον +του βασιλέως των Περσών Κύρου του αρχαιοτέρου. + +Έπειτα ήλθε και η σειρά μας• και ο Ραδάμανθυς μας ηρώτησε πώς ημείς +ζώντες εισήλθαμεν εις τον ιερόν εκείνον χώρον ημείς δε διηγήθημεν όλην +μας την ιστορίαν. Μας διέταξε τότε ν' αποσυρθώμεν και έπειτα επί +πολλήν ώραν συνεσκέπτετο με τους συνέδρους του• ήσαν δε ούτοι πολλοί +και μεταξύ αυτών ο Αθηναίος Αριστείδης. Επί τέλους απεφασίσθη διά μεν +την περιέργειαν και την αδιάκριτον επίσκεψίν μας εις την νήσον των +Μακάρων να δώσωμεν λόγον αφού αποθάνωμεν• τώρα δε να μείνωμεν επί +ωρισμένον καιρόν εις την νήσον μετά των ηρώων και έπειτα +ναναχωρήσωμεν• μας ώρισε δε την προθεσμίαν της διαμονής όχι ανωτέραν +των επτά μηνών. + +Τότε ελύθησαν μόνα των τα άνθινα δεσμά μας και ελεύθεροι ωδηγήθημεν +εις την πόλιν και εις το συμπόσιον των Μακάρων. Ήτο δε η πόλις εκείνη +όλη χρυσή με τείχη σμαράγδινα και είχεν επτά πύλας, όλας από κανέλλαν +μονοκόμματην. Το έδαφος της πόλεως και όλη η εντός του τείχους γη ήτο +στρωμένη μ' ελεφαντοκόκκαλον• υπήρχον δε ναοί όλων των θεών κτισμένοι +με βήρυλλον λίθον και βωμοί εντός αυτών εκ μεγίστων αμεθύστων +μονολίθων, επί των οποίων τελούν τας μεγάλας θυσίας. Γύρω εις την +πόλιν τρέχει ποταμός αρώματος εκ του εκλεκτοτέρου, ο οποίος έχει +πλάτος εκατόν βασιλικών πήχεων, βάθος δε πεντήκοντα, ώστε και πλωτός +είνε. Τα δε λουτρά των εκεί είνε μεγάλα υάλινα οικοδομήματα, υπό τα +οποία καίεται κανέλλα διά να θερμαίνωνται• αντί δε νερού εις τους +λουτήρας υπάρχει δρόσος θερμή. Ως ένδυμα φορούν οι κάτοικοι ιστούς +αράχνης λεπτούς και πορφυρούς. Αλλά δεν έχουν σώματα• είνε άσαρκοι και +άυλοι, μόνον δε μορφήν και ιδέαν παρουσιάζουν• μολονότι όμως είνε +ασώματοι, έχουν υπόστασιν, κινούνται και σκέπτονται και ομιλούν, εν +γένει δε φαίνεται ότι η ψυχή των περιφέρεται γυμνή, περιβεβλημένη +ομοίωμα του σώματός των και αν δεν τους εγγίσετε, δεν εννοείτε ότι δεν +είνε σώμα αυτό που βλέπετε. Είνε ως σκιαί όρθιαι, αλλ' όχι μαύραι. + +Κανείς δεν γηράσκει εις την νήσον των Μακάρων, αλλά μένει έκαστος εις +την ηλικίαν την οποίαν έχει όταν έρχεται. Αλλ' ούτε νυκτώνει{12} εκεί, +ούτε η ημέρα είνε πολύ φωτεινή. Το επικρατούν φως είνε όπως το +λυκαυγές, το μεταξύ της αυγής και της ανατολής του ηλίου. Μίαν δε +μόνην ώραν του έτους γνωρίζουν• έχουν παντοτεινήν άνοιξιν και ο μόνος +άνεμος όστις πνέει είνε ο ζέφυρος. Την χώραν στολίζουν όλων των ειδών +τα άνθη, όλα τα φυτά και τα δένδρα τα ήμερα και τα διά σκιάν +χρησιμεύοντα. Τα κλήματα είνε δωδεκάφορα και καρποφορούν κάθε μήνα• +διά δε τας ροιάς, τας μηλέας και τα άλλα οπωροφόρα δένδρα μας έλεγαν +ότι καρποφορούν δέκα τρεις φοράς• διότι ένα μήνα, όστις προς τιμήν του +Μίνωος ονομάζεται Μινώος, καρποφορούν δύο φοράς. Αντί σίτου τα στάχυα +παράγουν άρτον, όστις παρουσιάζεται εις την κορυφήν αυτών ως +μανιτάρια. Πλησίον της πόλεως υπάρχουν πηγαί νερού τριακόσιαι εξήκοντα +πέντε, μέλιτος δε άλλαι τόσαι και αρωμάτων πεντακόσιαι, αλλά +μικρότεραι αυταί. Υπάρχουν επίσης επτά ποταμοί γάλακτος και οίνου +οκτώ. + +Το δε συμπόσιον γίνεται έξω της πόλεως εις το λεγόμενον Ηλύσιον +πεδίον, το οποίον είνε ωραιότατον λειβάδι και γύρω εις αυτό δάσος +πυκνόν από παντοειδή δένδρα, τα οποία σκιάζουν τους συμποσιάζοντας. Ως +στρωμνήν έχουν τα άνθη της γης. Τους υπηρετούν δε οι άνεμοι και +κομίζουν παν ό,τι ζητήσουν οι συμπόται και μόνον δεν κερνούν, διότι +τούτο είνε περιττόν. Γύρω εις το μέρος όπου γίνονται τα γεύματα +υπάρχουν μεγάλα υάλινα δένδρα από διαυγεστάτην ουσίαν, καρποί δε των +δένδρων τούτων είνε ποτήρια παντοειδή και κατά τα σχήματα και κατά τα +μεγέθη. Ο ερχόμενος λοιπόν εις το συμπόσιον τρυγά έν ή δύο εκ των +ποτηρίων τούτων και τα θέτει πλησίον του, αυτά δε παρευθύς γεμίζουν +οίνον. Κατ' αυτόν τον τρόπον πίνουν. Αντί δε να φορούν στεφάνους, +ταηδόνια και τα άλλα μουσικά πτηνά ανθολογούν με τα ράμφη των, από τα +πλησίον λειβάδια και έπειτα πετούν υπεράνω αυτών και τους ραντίζουν, +συγχρόνως δε κελαδούν. Αλλά και αρωματίζονται κατά τον εξής τρόπον +νέφη πυκνά απορροφούν αρώματα εκ των πηγών και του ποταμού και έπειτα +έρχονται και σταματούν υπεράνω του συμποσίου και ελαφρώς συνθλιβόμενα +υπό των ανέμων ρίπτουν λεπτήν, ως δρόσον, ευώδη βροχήν. + +Κατά την διάρκειαν του δείπνου τέρπουν την ακοήν των μουσική και +άσματα. Συνήθως άδονται τα Ομηρικά έπη• εκεί δ' ευρίσκεται και ο +Όμηρος και συντρώγει πλησίον του Οδυσσέως. Οι ωδικοί χοροί +αποτελούνται από παίδας και παρθένους• διευθύνουν δε τους χορούς και +άδουν συγχρόνως ο Λοκρός Εύνομος, ο Λέσβιος Αρίων, ο Ανακρέων και ο +Στησίχορος• διότι και ούτος ευρίσκεται εκεί, συνεφιλιώθη δε ήδη με την +Ελένην. Όταν ούτοι παύσουν να άδουν, δεύτερος χορός παρουσιάζεται +αποτελούμενος εκ κύκνων, χελιδόνων και αηδόνων. Άμα δε και ούτοι +κελαδήσουν, όλον το δάσος αυλεί συνοδευόντων των ανέμων. Αλλά την +μεγαλειτέραν ευθυμίαν δίδουν εις αυτούς δύο πηγαί, ευρισκόμεναι +πλησίον εις τον τόπον του συμποσίου• η μία εκ των πηγών τούτων είνε +του γέλωτος, η δε άλλη της ηδονής. Εξ αυτών πίνουν όλοι κατά την αρχήν +του γεύματος και ούτω καθ' όλην την διάρκειαν αυτού γελούν και +ευθυμούν. + +Τώρα θα αναφέρω και τους επιφανείς τους οποίους είδα μεταξύ των +Μακάρων• ήσαν εκεί όλοι οι ημίθεοι και οι εκστρατεύσαντες κατά της +Τρωάδος, εκτός του Λοκρού Αίαντος• ελέγετο δε ότι μόνον αυτός +εκολάζετο εις τον χώρον των ασεβών{13}. Εκ των βαρβάρων είδα και τους +δύο Κύρους, τον Σκύθην Ανάχαρσιν και τον Θράκα Δάμολξιν και τον Νουμάν +τον Ιταλόν• εκτός δε τούτων τον Σπαρτιάτην Λυκούργον και τους +Αθηναίους Φωκίωνα και Τέλλον και τους σοφούς εκτός του Περιάνδρου +{14}. Είδα δε και τον Σωκράτην του Σωφρονίσκου φλυαρούντα μετά του +Νέστορος και Παλαμήδου• και πλησίον του ήσαν ο Λακεδαιμόνιος Υάκινθος, +ο Θεσπιεύς Νάρκισσος, ο Ύλας και άλλοι πολλοί και ωραίοι. Μου εφάνη δε +ότι ήτο ερωτευμένος με τον Υάκινθον, διότι ως επί το πολύ με αυτόν +συνεζήτει και τον ήλεγχε. Ελέγετο ότι ήτο θυμωμένος εναντίον του ο +Ραδάμανθυς και πολλάκις τον εφοβέρισε ότι θα τον αποπέμψη εκ της νήσου +αν εξακολουθή να φλυαρή και δεν θελήση ν' αφήση την ειρωνείαν και να +ευωχήται μετά των άλλων. Μόνον ο Πλάτων δεν ήτο εκεί, ελέγετο δε ότι +διέμενεν εις την πόλιν την οποίαν είχε πλάσσει με την φαντασίαν του +και εις την οποίαν εφήρμοσε το πολιτικόν σύστημα και τους νόμους τους +οποίους συνέγραψε. Οι περισσότερον τιμώμενοι ήσαν ο Αρίστιππος και ο +Επίκουρος και οι μαθηταί των, διότι ήσαν μειλίχιοι, χαριτωμένοι και +καλοί συμπόται. Εκεί ήτο και ο εκ Φρυγίας Αίσωπος, τον οποίον +μεταχειρίζονται ως γελωτοποιόν. Ο δε Διογένης ο Σινωπεύς τόσον +μετέβαλε χαρακτήρα, ώστε ενυμφεύθη την εταίραν Λαΐδα, πολλάκις δε +μεθύων χορεύει και πράττει διαφόρους ανοησίας της μέθης. + +Εκ των Στωικών δεν ήτο κανείς εκεί• διότι, ως ελέγετο, εξακολουθούν ν' +αναβαίνουν τον ανηφορικόν δρόμον της αρετής• ηκούσαμεν δε λεγόμενον +και περί του Χρυσίππου ότι δεν θα του επιτραπή να εισέλθη εις την +νήσον πριν ή πίη τετράκις ελλέβορον. Περί των Ακαδημαϊκών ελέγετο ότι +ήθελον μεν να έλθουν, αλλ' εδίσταζον ακόμη και εσκέπτοντο• διότι δεν +ηδύναντο να εννοήσουν ότι υπάρχει τοιαύτη νήσος. Άλλως τε νομίζω ότι +εφοβούντο και την κρίσιν του Ραδαμάνθυος, καθ' ότι είχον αναιρέσει και +το κριτήριον. Τινές εν τοσούτω εξ αυτών ελέγετο ότι είχον αποφασίσει +και ηκολούθησαν τους ερχομένους, αλλ' εκ νωθρότητος καθυστέρησαν και +επειδή δεν εννόουν εγύρισαν εκ του μέσου της οδού {15}. + +Αυτοί ήσαν οι αξιολογώτεροι εκ των ευρισκομένων εκεί. Τιμάται δε προ +πάντων ο Αχιλλεύς και κατά δεύτερον λόγον ο Θησεύς. Όσον δε αφορά τα +αφροδίσια, αυτά γίνονται φανερά με γυναίκας και αρσενικούς υπό τας +όψεις όλων και ουδόλως θεωρείται τούτο αισχρόν• μόνον δε ο Σωκράτης +ωρκίζετο ότι αι σχέσεις του με τους νέους ήσαν αγναί, αλλ' όλοι τον +κατηγόρουν ως επίορκον• πολλάκις δε ο Υάκινθος ή ο Νάρκισσος ωμολόγουν +και αυτός ηρνείτο. Αι γυναίκες είνε όλαι κοιναί και ουδείς φθονεί τον +άλλον, και κατά τούτο όλοι ακολουθούν την γνώμην του Πλάτωνος. Αλλά +και οι νέοι παρέχουν παν ό,τι ζητείται παρ' αυτών και ουδέποτε +αντιλέγουν. + +Δεν είχον περάσει δύο ή τρεις ημέραι από της αφίξεώς μας ότε επήγα +προς τον Όμηρον τον ποιητήν και επειδή και οι δύο δεν είχαμεν καμμίαν +ασχολίαν τον ηρώτησα περί πολλών και περί της πατρίδος του• του είπα +δε ότι τούτο ήτο μέγα ζήτημα εις την Ελλάδα. Μου απήντησεν ότι και +αυτός εγνώριζεν ότι άλλοι μεν τον νομίζουν Χίον, άλλοι δε Σμυρναίον, +πολλοί δε και Κολοφώνιον• αλλά μου είπεν ότι είνε Βαβυλώνιος και εις +την πατρίδα του ονομάζεται όχι Όμηρος αλλά Τιγράνης• επειδή δε +βραδύτερον εδόθη ως όμηρος εις τους Έλληνας, ήλλαξεν ονομασίαν. Τον +ηρώτησα προσέτι περί των αμφισβητουμένων στίχων, εάν έχουν γραφή παρ' +αυτού• και αυτός μου απήντησεν ότι όλοι είνε δικοί του. Εγώ δεν +ηδυνήθην τότε να μη κατηγορήσω τας σαχλολογίας των γραμματικών +Ζηνοδότου και Αριστάρχου. + +Αφού μου είπεν αρκετά περί τούτων, πάλιν τον ηρώτησα διατί ήρχισε την +Ιλιάδα από την μήνιν του Αχιλλέως• αυτός δε μου απήντησεν ότι αυτή η +ιδέα του ήλθε πρώτη και δεν το έκαμεν από σκοπού. Ηθέλησα να μάθω και +τούτο, εάν έγραψε προ της Ιλιάδος την Οδύσσειαν, ως διατείνονται οι +περισσότεροι, αλλ' αυτός εβεβαίωσε το εναντίον. Ότι δε ούτε τυφλός +ήτο, το οποίον επίσης λέγεται περί αυτού, ήτο περιττόν και να το +ερωτήσω, διότι έβλεπε. + +Και άλλοτε πολλάκις μετέβαινα και τον έβρισκα οσάκις τον έβλεπα +ευκαιρούντα• αυτός δε πάντοτε μου απεκρίνετο με προθυμίαν, μάλιστα +μετά την δίκην εις την οποίαν ενίκησε. Διότι είχε καταγγελθή υπό του +Θερσίτου επί εξυβρίσει δι' όσα τον έσκωψεν εις τα ποιήματά του• +ενίκησε δε ο Όμηρος, υπέρ του οποίου συνηγόρησε και ο Οδυσσεύς. + +Κατά τας ημέρας εκείνας ήλθε και ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, αφού υπέστη +επτά μετεμψυχώσεις, ζήσας εντός ισαρίθμων ζώων, και εξετέλεσεν ούτω +τας περιόδους τας οποίας εκάστη ψυχή, κατά τας θεωρίας του, διέρχεται. +Ήτο δε χρυσούν ολόκληρον το δεξιόν ήμισυ του σώματός του. Και έγεινε +μεν δεκτός μεταξύ των Μακάρων, αλλ' υπήρχεν ακόμη αμφιβολία περί του +πώς έπρεπε να ονομάζεται, Πυθαγόρας ή Εύφορβος. Ήλθε και ο Εμπεδοκλής, +περίκαυστος και έχων ολόκληρον το σώμα ψημένον• δεν έγεινεν όμως +δεκτός καίτοι πολύ ικέτευε. Μετά τινα καιρόν έγειναν οι αγώνες, +οίτινες ονομάζονται Θανατούσια. Ήσαν δε αγωνοθέται ο Αχιλλεύς και ο +Θησεύς, ο μεν πρώτος διά πέμπτην φοράν, ο δε δεύτερος δι' εβδόμην. Διά +να μη μακρηγορήσω δε διηγούμενος τα καθέκαστα, περιορίζομαι εις τα +κυριώτερα των γενομένων. Εις την πάλην ενίκησεν ο Κάρος ο εκ του +Ηρακλέους καταγόμενος και κατέβαλε τον Οδυσσέα. Εις την πυγμήν +ανεδείχθησαν ισόπαλοι Άρειος ο Αιγύπτιος, ο οποίος έχει ταφή εις την +Κόρινθον και ο Επειός, οίτινες ηγωνίσθησαν προς αλλήλους. Διά το +παγκράτιον δεν δίδονται βραβεία. Εις δε τον δρόμον δεν ενθυμούμαι +πλέον ποίος ενίκησε. Εκ των ποιητών υπερίσχυε πάρα πολύ κατά την +αλήθειαν ο Όμηρος, ενίκησεν όμως ο Ησίοδος. Τα δε βραβεία ήσαν δι' +όλους στέφανος από πτερά παγωνιών. Μόλις ετελείωσαν οι αγώνες +ανηγγέλθη ότι οι κρατούμενοι εις την κόλασιν ασεβείς, θραύσαντες τα +δεσμά των και κατανικήσαντες την φρουράν, ήρχοντο εις την νήσον των +Μακάρων. Είχον δε ως αρχηγούς τον Ακραγαντίνον Φάλαριν, τον Αιγύπτιον +Βούσιριν και Διομήδην τον Θράκα, προσέτι δε τους ληστάς Σκείρωνα και +Πιτυοκάμπτην. Ευθύς ο Ραδάμανθυς παράταξε τους ήρωας εις την παραλίαν, +αρχηγούς δε αυτών διώρισε τον Θησέα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα τον +Τελαμώνιον, ο οποίος είχεν ήδη θεραπευθή από την παραφροσύνην του• και +συμπλακέντες προς τους επιδρομείς επολέμησαν, ενίκησαν δε οι ήρωες και +εις την νίκην συνετέλεσε προ πάντων ο Αχιλλεύς. Ηρίστευσε δε και ο +Σωκράτης, ο οποίος είχε ταχθή εις το δεξιόν κέρας, και διεκρίθη +περισσότερον παρά ότε ζων επολέμησεν εις το Δήλιον. Διότι όταν +επήρχοντο οι εχθροί δεν έφυγεν ούτε έδειξε την παραμικράν ταραχήν• διά +τούτο και κατόπιν του εδόθη εις αμοιβήν ωραίος και ευρυχωρότατος κήπος +εις τα προάστεια όπου συναθροίζων τους φίλους του συνεζήτει• ωνόμασε +δε τον κήπον τούτον Νεκρακαδημίαν. Αφού συνέλαβον τους νικημένους τους +έδεσαν και τους απέστειλαν οπίσω διά να τιμωρηθούν με αυστηρότητα +μεγαλειτέραν. Ύμνησε δε και αυτήν την μάχην ο Όμηρος και όταν +ανεχώρουν μου έδωκε τα ποιήματα να τα φέρω εις τους ζώντας ανθρώπους• +αλλά και αυτά εχάθησαν μετά των άλλων μας πραγμάτων. Ήρχιζαν δε τα +ποιήματα ταύτα ως εξής : + +Νυν δε μοι έννεπε, Μούσα, μάχην νεκύων ηρώων.{16} + +Έψησαν έπειτα κυάμους, όπως συνηθίζεται εις την χώραν αυτών μετά το +πέρας του πολέμου, και εγευμάτισαν εορτάζοντες τα επινίκια και η χαρά +ήτο μεγάλη• μόνον δε ο Πυθαγόρας δεν έλαβε μέρος εις την εορτήν +ταύτην, αλλ' εκάθητο μακράν νηστικός, αποστρεφόμενος την κυαμοφαγίαν. + +Είχον ήδη παρέλθει έξ μήνες και ήμεθα εις τα μέσα του εβδόμου, ότε +συνέβησαν άλλα πράγματα. Ο Κινύρας ο υιός του Σκινθάρου, ο οποίος +είχεν ήδη μεγαλώσει και ήτο ωραίος νέος, ηγάπα από πολλού χρόνου την +Ελένην• και αυτή εφαίνετο ότι ανταπέδιδε το αίσθημα επίσης θερμόν εις +τον νεανίσκον διότι, πολλάκις εις το συμπόσιον αντήλλασσον νεύματα και +έπινον εκ του αυτού ποτηρίου και μόνοι περιεφέροντο εις το δάσος. +Βασανιζόμενος λοιπόν υπό του έρωτος και μη δυνάμενος να τον +ικανοποιήση ο Κινύρας εσκέφθη ν' αρπάση την Ελένην και να φύγη. Ήτο δε +και αυτή σύμφωνος να καταφύγουν εις μίαν των παρακειμένων νήσων, εις +την Φελώ ή εις την Τυρόεσσαν. Είχον δε προσλάβει συνωμότας εις τα +σχέδια των τρεις εκ των συντρόφων μου τους πλέον αποφασιστικούς. Και +εις μεν τον πατέρα του δεν είπε τίποτε περί των σκοπών του ο Κινύρας, +διότι εγνώριζεν ότι ο Σκίνθαρος θα τον ημπόδιζεν. Η δε απαγωγή έγεινε +όπως την είχον σχεδιάσει. Όταν ενύκτωσε—εγώ δε ήμουν απών, διότι είχα +αποκοιμηθή εις το συμπόσιον — παρέλαβαν την Ελένην και χωρίς να +εννοηθούν από κανένα εισήλθον εις πλοίον και ανεχώρησαν. Περί δε το +μεσονύκτιον εξυπνήσας ο Μενέλαος και ιδών ότι η σύζυγός του δεν +ευρίσκετο εις την κλίνην ήρχισε να κραυγάζη• έπειτα παραλαβών τον +αδελφόν του επήγε προς τον βασιλέα Ραδάμανθυν. Κατά τα εξημερώματα οι +διαταχθέντες ν' αναζητήσουν τους φυγάδας, ανήγγειλαν ότι το πλοίον +εφαίνετο εις μακράν απόστασιν. Τότε ο Ραδάμανθυς διέταξε να εισέλθουν +εις πλοίον μονόξυλον εξ ασφοδέλου πεντήκοντα εκ των ηρώων και να +καταδιώξουν τους φυγάδας• ούτοι δε ανέπτυξαν μεγάλην δραστηριότητα και +περί την μεσημβρίαν τους έφθασαν όταν εισήρχοντο εις τον γαλακτώδη +ωκεανόν και ευρίσκοντο πλησίον της Τυροέσσης• ολίγον ακόμη και θα +διέφευγαν. Οι ήρωες έδεσαν το πλοίον με αλυσσίδα από ρόδα και το +έσυραν επιστρέφοντες. Και η μεν Ελένη έκλαιε και εντρέπετο και +εκάλυπτε το πρόσωπον της• ο δε Ραδάμανθυς ανέκρινε τους μετά του +Κινύρα και ηρώτησε μήπως είχον και άλλους συνενόχους• αφού δε ουδένα +εμαρτύρησαν, τους εμαστίγωσαν με μολόχαν, έπειτα τους έδεσεν εκ των +αιδοίων• και τους απέπεμψεν εις την κόλασιν. Απεφασίσθη δε +ναποπεμφθώμεν και ημείς εκ της νήσου πριν ή παρέλθη η προθεσμία μας +και μόνον την επομένην ημέραν να μείνωμεν. Τότε εγώ κατελήφθην υπό +απελπισίας και έκλαια σκεπτόμενος ποίαν ευτυχίαν έμελλα ναφήσω και +ναρχίσω πάλιν να πλανώμαι. Αλλ' αυτοί μ' επαρηγόρουν λέγοντες ότι δεν +θα παρήρχοντο πολλά έτη και θα επέστρεφα πάλιν προς αυτούς• και μου +έδειξαν έδραν και σκηνήν προωρισμένην δι' εμέ πλησίον των +επιφανεστέρων. Εγώ δε επισκεφθείς τον Ραδάμανθυν τον παρεκάλουν θερμώς +να μου είπη τι έμελλε να μου συμβή και να μου δώση μίαν συμβουλήν περί +του ταξειδίου μου. Αυτός μου απήντησεν ότι θα επέστρεφα μεν εις την +πατρίδα μου, αλλ' αφού επί πολύ ακόμη θα περιεπλανώμην και θα διέτρεχα +πολλούς κινδύνους• τον καιρόν όμως της επανόδου δεν ηθέλησε να μου +ορίση. Έπειτα μου έδειξε τας πλησίον νήσους— εφαίνοντο δε πέντε και +μία έκτη εις μεγαλειτέραν απόστασιν— και μου είπεν ότι εις τας πέντε +πλησιεστέρας κολάζονται οι ασεβείς. Βλέπεις αυτάς εκ των οποίων +αναδίδονται αι φλόγες και ο καπνός, μου είπε• η έκτη δε εκείνη είνε +των ονείρων η πόλις• και κατόπιν από αυτήν η νήσος της Καλυψούς, η +οποία όμως δεν φαίνεται απ' εδώ. Αφού δε περάσης αυτάς, θα φθάσης εις +την μεγάλην ήπειρον η οποία είνε η αντίθετος προς εκείνην την οποίαν +κατοικείτε. Εκεί αφού πάθης πολλά και ίδης διάφορα έθνη και συναντήσης +ακοινωνήτους ανθρώπους, θα φθάσης επί τέλους εις την άλλην ήπειρον. +Αυτά μου είπεν έπειτα έσυρεν από την γην ρίζαν μολόχας και μου +παρήγγειλε να την επικαλούμαι οσάκις διατρέχω μεγάλους κινδύνους. Με +συνεβούλευσε προσέτι όταν μίαν ημέραν επανέλθω εις την εδώ γην να +αποφεύγω τα εξής• να μη σκαλίζω την φωτιάν με μάχαιραν, μήτε να τρώγω +λούπινα, μήτε να πλησιάζω παίδα ο οποίος επέρασε τα δέκα οκτώ έτη• +αυτά, αν ενθυμούμαι και αποφεύγω θα έχω ελπίδας να επιστρέψω εις την +νήσον των Μακάρων. + +Ήρχισα να ετοιμάζωμαι διά το ταξείδι και όταν έφθασεν ο καιρός +συνέφαγα με τους ήρωας• και την επομένην επήγα προς τον ποιητήν Όμηρον +και τον παρεκάλεσα, να μου κάμη δίστιχον επίγραμμα• όταν δε το έγραψεν +έστησα μίαν στήλην εκ βηρύλλου λίθου πλησίον του λιμένος και εχάραξα +επ' αυτής το επίγραμμα, το οποίον ήτο το εξής : + +Λουκιανός τάδε πάντα φίλος μακάρεσσι θεοίσιν +είδέ τε και πάλιν ήλθεν εήν ες πατρίδα γαίαν.{17} + +Έμεινα και εκείνην την ημέραν και την επομένην ανεχώρησα, με +συνώδευσαν δε μέχρι του πλοίου οι ήρωες. Τότε ο Οδυσσεύς πλησιάσας +κρυφά από την Πηνελόπην μου έδωκε επιστολήν διά να την δώσω προς την +Καλυψώ εις την νήσον Ωγυγίαν, ο δε Ραδάμανθυς μου έδωκε τον πορθμέα +Ναύπλιον να μας συνοδεύση και μας χρησιμεύση διά να μη μας συλλάβουν, +εάν προσεγγίσωμεν εις τας νήσους, ως φυγάδας, ή άλλως παρεξηγούντες +τον σκοπόν μας. + +Αφ' ου δε επεράσαμεν την ευώδη ατμόσφαιραν, ευθύς προσέβαλε την +όσφρησίν μας οσμή πνιγηρά ασφάλτου και θείου και πίσσης συγχρόνως +καιομένων, εκτός δε τούτου κνίσσα δυσάρεστος και ανυπόφορος ως από +σάρκας ανθρώπων ψηνομένας• και ο αήρ ήτο σκοτεινός και ομιχλώδης και +έσταζεν έλαιον πίσσης• ηκούομεν δε και κτυπήματα μαστίγων και οιμωγάς +ανθρώπων πολλών. Επλησιάσαμεν και απέβημεν μόνον εις μίαν εκ των +νήσων, η οποία ήτο τοιαύτη• όλαι αι ακταί της γύρω ήσαν κρημνώδεις και +απότομοι, μόνον πέτραι τραχείαι και χωρίς χώμα, δένδρον δε κανέν, ούτε +νερόν υπήρχεν. Ανέβημεν έρποντες εις τους κρημνούς και επροχωρήσαμεν +από μονοπάτι γεμάτον από ακάνθας και τριβόλους και παρετηρούμεν ότι ο +τόπος ήτο υπερβολικά άσχημος. Όταν δε εφθάσαμεν εις την φυλακήν και το +κολαστήριον, μας έκαμε πρώτον εντύπωσιν η φύσις του τόπου, διότι το +μεν έδαφος ήτο όλον φυτευμένον με μαχαίρια και ακάνθας, γύρω δε +έτρεχον τρεις ποταμοί, εκ των οποίων ο μεν εκύλιε βόρβορον, ο δε +δεύτερος αίμα, ο δε τρίτος πυρ, και ήτο πολύ μεγάλος ούτος και +αδιάβατος• έτρεχε δε το πυρ εντός αυτού ως το νερόν και εκυμάτιζεν ως +η θάλασσα. Είχε και πολλά ψάρια, εκ των οποίων άλλα μεν ωμοίαζαν με +δαυλούς, τα δε μικρά με άνθρακας πυρακτωμένους και τα ωνόμαζαν +λυχνίσκους. Η είσοδος ήτο στενή και μία δι' όλους• ως θυρωρός δε +παρίστατο ο Τίμων ο Αθηναίος. Χάρις εις τον Ναύπλιον μας επετράπη η +είσοδος και είδομεν κολαζομένους πολλούς βασιλείς και πολλούς κοινούς +ανθρώπους, εκ των οποίων και μερικούς γνωστούς μας• είδαμεν δε και τον +Κινύραν κρεμάμενον εκ των αιδοίων και καπνιζόμενον. Οι οδηγοί +διηγούντο ποίος ήτο έκαστος και τας αιτίας διά τας οποίας εκολάζοντο. +Τας μεγαλειτέρας δε εξ όλων τιμωρίας υπέφερον όσοι εψεύσθησαν όταν +έζων και όσοι έγραψαν ψεύδη• μεταξύ αυτών ήτο ο Κτησίας ο Κνίδιος, ο +Ηρόδοτος και άλλοι πολλοί. Βλέπων δε αυτούς εγώ εσχημάτισα τας +καλλιτέρας ελπίδας διά την μετά θάνατον τύχην μου, διότι εγνώριζα ότι +δεν είπα ποτέ μου κανέν ψεύδος. + +Επέστρεψα ταχέως εις το πλοίον, διότι δεν υπέφερα να βλέπω τα θεάματα +εκείνα και αποχαιρετίσας τον Ναύπλιον απέπλευσα. Μετ' ολίγον εφάνη +πλησίον η νήσος των ονείρων, η οποία μόλις διεκρίνετο, ως να την +περιέβαλλεν ομίχλη. Είχε δε και αυτή κάτι παρόμοιον προς τα όνειρα, +διότι όσον επλησιάζαμεν εφαίνετο ως απομακρυνομένη και φεύγουσα. Αλλ' +επί τέλους εφθάσαμεν και εισήλθαμεν εις τον λιμένα τον λεγόμενον Ύπνον +και απέβημεν κατά την εσπέραν πλησίον των πυλών των λεγομένων +ελεφαντίνων, όπου υπάρχει ναός του Αλεκτρυόνος. Εισελθόντες δε εις την +πόλιν εβλέπαμεν πολλά και διαφόρων χρωμάτων όνειρα. Αλλά πρώτον θέλω +να ομιλήσω περί της πόλεως, αφού ουδείς άλλος έγραψε περί αυτής και ο +Όμηρος, ο μόνος, όστις την αναφέρει, δεν έγραψε πολύ ακριβή πράγματα. +Καθ' όλην την περιφέρειαν αυτής υπάρχει δάσος, του οποίου τα δένδρα +είνε μήκωνες υψηλοί και μανδραγόραι {18}, επί των οποίων κάθηται μέγα +πλήθος νυχτερίδων• διότι μόνον αυτό το πτηνόν ζη εις την νήσον. +Πλησίον δε ρέει ποταμός, ο οποίος καλείται Νυκτοπόρος και παρά τας +πύλας της πόλεως υπάρχουν δύο πηγαί, εκ των οποίων η μεν ονομάζεται +Νήγρετος, η δε Παννυχία {19}. Το δε τείχος της πόλεως είνε υψηλόν και +με ποικίλους χρωματισμούς ομοιάζον πολύ προς την ίριδα. Πύλας όμως δεν +έχει δύο, όπως είπεν ο Όμηρος, αλλά τέσσαρας, εκ των οποίων αι μεν δύο +βλέπουν προς την πεδιάδα της Βλακείας, και είνε η μία σιδηρά και η +άλλη εκ κεράμου• και εξ αυτών ελέγετο ότι εξέρχονται τα φοβερά, τα +σκληρά και απαίσια όνειρα• αι δε άλλαι δύο βλέπουν προς τον λιμένα και +την θάλασσαν και είνε η μία κερατίνη, από την οποίαν ημείς εισήλθαμεν, +η δε άλλη ελεφαντίνη. Όταν δε εισερχώμεθα εις την πόλιν, δεξιά είνε το +Νυκτώον, δήλα δή ναός της Νυκτός, διότι εξ όλων των θεών αυτή και ο +Αλεκτρυών λατρεύονται κυρίως εις αυτήν την πόλιν. Του δε Αλεκτρυόνος ο +ναός ευρίσκεται, ως είπα, πλησίον του λιμένος. Αριστερά είνε τα +ανάκτορα του Ύπνου• διότι ούτος βασιλεύει επί των ονείρων, έχων ως +σατράπας και υπάρχους τον Ταραξίωνα του Ματαιογένους και τον +Πλουτοκλέα του Φαντασίωνος. Εις το μέσον δε της αγοράς υπάρχει πηγή, η +οποία ονομάζεται Καρεώτις και πλησίον δύο ναοί της Απάτης και της +Αληθείας. Οι ναοί ούτοι έχουν και άδυτον και μαντείον, όπου προΐσταται +και προφητεύει ο ονειροκρίτης Αντιφών, ο οποίος έλαβε παρά του Ύπνου +αυτήν την τιμήν. + +Των δε ονείρων ούτε η φύσις ούτε η μορφή είνε η ιδία• αλλ' άλλα μεν +ήσαν μακρά και αβρά και ωραία την όψιν, άλλα δε σκληρά και μικρά και +άσχημα• άλλα χρυσά, ως εφαίνοντο, άλλα δε ταπεινά και ευτελή. Ήσαν δε +μεταξύ αυτών και μερικά πτερωτά και τερατώδη και άλλα μετημφιεσμένα ως +διά πομπήν, τα μεν ως βασιλείς, τα δε ως θεοί, άλλα δε άλλως +στολισμένα. Εγνωρίσαμεν και πολλά εξ αυτών, τα οποία ειχαμεν ίδει +άλλοτε• και επλησίασαν και μας ησπάζοντο ως να ήσαν φίλοι, έπειτα μας +παρέλαβον και μας απεκοίμισαν κα με πολλήν λαμπρότητα μας +εφιλοξένησαν, υποσχόμενα να μας κάμουν βασιλείς και σατράπας. Μερικά +δε μας μετέφεραν και εις τας πατρίδας μας, μας παρουσίασαν τους +συγγενείς μας και αυθημερόν μας επέστρεψαν. + +Επί τριάκοντα ημέρας και νύκτας εμείναμεν εκεί κοιμώμενοι και +τρωγοπίνοντες. Έπειτα αίφνης έγεινε μεγάλη βροντή και εξυπνήσαντες +εκάμαμεν τας προμηθείας μας και απεπλεύσαμεν. Μετά τριών δε ημερών +πλουν εφθάσαμεν εις την Ωγυγίαν νήσον και εξήλθαμεν εις αυτήν. Πριν +δώσω την επιστολήν εφρόντισα να την ανοίξω και ανέγνωσα τα εξής• «Ο +Οδυσσεύς προς την Καλυψώ πέμπει χαιρετισμούς. Μάθε ότι όταν ανεχώρησα +από την νήσον σου, επιβάς εις την σχεδίαν την οποίαν κατεσκεύασα, +εναυάγησα και μόλις εσώθην υπό της Λευκοθέας και κατώρθωσα να φθάσω +εις την χώραν των Φαιάκων. Ούτοι μ' εβοήθησαν να επανέλθω εις τον +τόπον μου όπου ευρήκα πολλούς μνηστήρας της γυναικός μου +διασκεδάζοντας με τα υπάρχοντά μου. Τους εφόνευσα όλους, αλλ' έπειτα +εφονεύθην και εγώ υπό του Τηλεγόνου, του εκ της Κίρκης υιού μου, και +τώρα ευρίσκομαι εις την νήσον των Μακάρων και είμαι πολύ μετανοημένος, +διότι σε αφήκα και δεν εδέχθηκα την αθανασίαν, την οποίαν μου +επρότεινες. Λοιπόν αν εύρω ευκαιρίαν, θα αποδράσω και θα έλθω πλησίον +σου». + +Αυτά έλεγεν η επιστολή και προσέτι παρήγγελλεν εις την Καλυψώ να μας +φιλοξενήση. + +Εγώ δε προχωρήσας ευρήκα εις μικράν από της θαλάσσης απόστασιν το +σπήλαιον, όπως το περιγράφει ο Όμηρος, και την Καλυψώ νήθουσαν έρια. +Όταν δε έλαβε την επιστολήν και την ανέγνωσε, κατ' αρχάς έκλαυσεν επί +πολύ, έπειτα δε μας εκάλεσε να μας ξενίση, μας παρέθηκε λαμπρόν γεύμα +και μας ηρώτα περί του Οδυσσέως και της Πηνελόπης, οποία είνε κατά την +μορφήν και αν αληθώς είνε φρόνιμη, όπως άλλοτε ο Οδυσσεύς εκαυχάτο +περί αυτής• ημείς δε της εδώκαμεν τας απαντήσεις τας οποίας ενομίζαμεν +ότι θα της ήσαν ευχάριστοι. + +Έπειτα επιστρέψαντες εις το πλοίον εκοιμήθημεν εις την παραλίαν. Την +αυγήν δε απεπλεύσαμεν και ο άνεμος είχεν αρχίσει να πνέη σφοδρότερος• +αφ' ού δε επί δύο ημέρας υπεφέραμεν από τρικυμίαν συνηντήσαμεν τους +Κολοκυνθοπειρατάς. Είνε δε ούτοι άνθρωποι άγριοι κατοικούντες εις τας +πλησίον νήσους και ληστεύοντες τους ταξιδεύοντας τα μέρη εκείνα. Τα +πλοία των είνε μεγάλα από κολοκύνθας, έχοντα μήκος εξήκοντα πήχεων• +άμα ξηράνωσι την κολοκύνθην, την σκάπτουν και εκβάλλοντες την ψίχαν +κατασκευάζουν σκάφος και ως ιστούς μεταχειρίζονται καλάμους, ως ιστίον +δε το φύλλον της κολοκύνθης. Μας προσέβαλαν λοιπόν από δύο πλοία και +πολλούς εξ ημών ετραυμάτισαν πετροβολούντες με κολοκυθόσπορους. Επί +πολύ η μάχη έμενεν αμφίρροπος έως ότου περί την μεσημβρίαν είδαμεν να +έρχωνται κατόπιν των Κολοκυνθοπειρατών οι Καρυοναύται. Ήσαν δε εχθροί +μεταξύ των, ως εφάνη• διότι όταν οι Κολοκυνθοπειραταί είδον ότι +επήρχοντο εκείνοι, αφήκαν ημάς και εστράφησαν κατ' εκείνων και συνήφθη +μεταξύ των ναυμαχία. Ημείς δε υψώσαντες τα ιστία απεμακρύνθημεν και +τους αφήκαμεν να μάχωνται. Ήτο φανερόν ότι θα ενίκων οι Καρυοναύται, +καθότι ήσαν και περισσότεροι, — διότι είχον πέντε πλοία — και τα πλοία +των ήσαν ισχυρότερα. Ήσαν δε τα πλοία των Καρυοναυτών καρυδοφλοιοί• +αφού έκοπτον εις δύο τα καρύδια τα εκένουν και τα μετέτρεπαν εις +πλοία, εκάστου δε τοιούτου φλοιού το μήκος ήτο δέκα πέντε οργυιών. +Αφού απεμακρύνθημεν και δεν εφαίνοντο πλέον, εδέσαμεν τας πληγάς των +τραυματιών και του λοιπού εμέναμεν με τα όπλα εις χείρας, φοβούμενοι +νέας επιθέσεις• και οι φόβοι μας δεν ήσαν μάταιοι. Διότι δεν είχε +δύσει ακόμη ο ήλιος όταν από μίαν έρημον νήσον εφάνησαν ερχόμενοι με +σπουδήν προς ημάς έως είκοσιν άνδρες, λησταί και αυτοί, καθήμενοι επί +μεγάλων δελφίνων και οι δελφίνες τους έφερον ασφαλώς και αναπηδώντες +εχρεμέτιζον ως ίπποι. Όταν δε επλησίασαν, χωρισθέντες μας προσέβαλαν +και από τα δύο μέρη του πλοίου ρίπτοντες καθ' ημών σηπίας ξηράς και +οφθαλμούς καρκίνων. Ημείς απηντήσαμεν διά των βελών και των ακοντίων +και δεν αντέστησαν επί πολύ, αλλά τραυματισθέντες οι περισσότεροι +έφυγαν προς την νήσον. + +Περί δε το μεσονύκτιον, επικρατούσης γαλήνης, προσεκρούσαμεν κατά +λάθος εις μίαν φωλεάν αλκυόνος τεραστίου μεγέθους• διότι είχε +περίμετρον εξήκοντα σταδίων. Εκάθητο δε επ' αυτής η αλκυών θερμαίνουσα +τα αυγά της, και δεν ήτο πολύ μικροτέρα της φωλεάς. Όταν δε επέταξε +παρ' ολίγον να βυθίση το πλοίον με τον άνεμον των πτερών της• και +έφυγεν εκπέμψασα μίαν θρηνώδη κραυγήν. Ημείς εξελθόντες παρετηρούμεν +την φωλεάν, η οποία ωμοίαζε με σχεδίαν μεγάλην πλεγμένην από δένδρα +μεγάλα. Ήσαν δε εις αυτήν πεντακόσια αυγά και έκαστον ήτο μεγαλείτερον +Χιακού πίθου, διεκρίνοντο δε ήδη εντός αυτών οι νεοσσοί και έκραζαν. +Εθραύσαμεν λοιπόν έν εκ των αυγών με πελέκεις και εξεκολάψαμεν ένα +νεοσσόν άπτερον ο οποίος ήτο μεγαλείτερος από είκοσι γύπας. + +Εξηκολουθήσαμεν τον πλουν• όταν δε απεμακρύνθημεν έως διακοσίους +σταδίους από την φωλεάν μας συνέβησαν θαυμαστά σημεία και τέρατα. +Έξαφνα ο χηνίσκος{20} της πρύμνης ετίναξε τα πτερά του και έκραξε, ο +δε κυβερνήτης Σκίνθαρος, ο οποίος ήτο φαλακρός, απέκτησε μαλλιά και, +το παραδοξότερον εξ όλων ο ιστός του πλοίου εβλάστησε και επέταξε +κλάδους και εις την κορυφήν εκαρποφόρησε• οι δε καρποί του ήσαν σύκα +και μαύρα σταφύλια όχι ώριμα. Αυτά μας ετάραξαν ως ήτο επόμενον και +εδεόμεθα ναποτρέψουν οι θεοί τους κακούς εκείνους οιωνούς. Δεν είχαμεν +δε ακόμη απομακρυνθή πεντακόσιους σταδίους, ότε είδαμεν δάσος μέγα και +πυκνόν πεύκων και κυπαρίσσων. Υπεθέσαμεν ότι ήτο ξηρά και όμως ήτο +πέλαγος απύθμενον φυτευμένον με δένδρα χωρίς ρίζας• ήσαν δε ορθά και +ακίνητα τα δένδρα και συγχρόνως εφαίνοντο ως επιπλέοντα. Πλησιάσαντες +λοιπόν και εξετάσαντες, ευρέθημεν εις απορίαν περί του πρακτέου• διότι +ούτε διά μέσου των δένδρων ήτο δυνατόν να πλεύσωμεν — διότι ήσαν πυκνά +και συνεπλέκοντο — ούτε να επιστρέψωμεν εφαίνετο εύκολον. Τότε εγώ +ανέβηκα εις το υψηλότερον δένδρον και παρετήρουν τα πέριξ πώς ήσαν. +Είδα δε ότι το δάσος εξετείνετο εις σταδίους πεντήκοντα ή ολίγον +περισσοτέρους, έπειτα δε πάλιν εξηκολούθει θάλασσα. Εσκέφθημεν λοιπόν +να αναβιβάσωμεν, αν ήτο δυνατόν, το πλοίον επί των κορυφών των +δένδρων, αι οποίαι ήσαν πυκναί, και να το περάσωμεν εις την άλλην +θάλασσαν• και ούτω επράξαμεν. Το εδέσαμεν με σχοινί μεγάλον και, +αναβάντες εις τα δένδρα, μετά δυσκολίας το ανεσύραμεν• έπειτα το +ετοποθετήσαμεν επί των κλάδων και αναπτύξαντες τα ιστία επλέαμεν όπως +εις την θάλασσαν• το πλοίον ωθούμενον υπό του ανέμου εσύρετο επί των +δένδρων• τότε δε ενθυμήθηκα και ένα στίχον του ποιητού Αντιμάχου {21} +ο οποίος κάπου λέγει: + +Τοίσιν δ' υλήεντα διά πλόον ερχομένοισι {22} + +Διελθόντες ούτω το δάσος εφθάσαμεν εις την θάλασσαν• καταβιβάσαντες δε +κατά τον αυτόν τρόπον το πλοίον, επλέαμεν εις καθαρά και διαυγή νερά, +έως ου εφθάσαμεν εις χάσμα μέγα, το οποίον εσχημάτιζον τα νερά +χωριζόμενα. Ήτο όπως τα χάσματα τα οποία βλέπομεν πολλάκις εις την γην +και τα οποία σχηματίζουν οι σεισμοί. Εσπεύσαμεν και συνεστείλαμεν τα +ιστία, αλλά μετά δυσκολίας εσταματήσαμεν το πλοίον, το οποίον παρ' +ολίγον να πέση εις το χάσμα. Εσκύψαμεν άνωθεν και παρατηρούντες +είδομεν βάθος έως χιλίων σταδίων πολύ φοβερόν και παράδοξον• το νερόν +εφαίνετο ως να εκόπτετο καθέτως. Αλλ' ενώ παρετηρούμεν γύρω είδαμεν +προς τα δεξιά και εις όχι μεγάλην απόστασιν μίαν γέφυραν την οποίαν +εσχημάτιζε το νερόν, συνδέον τας επιφανείας των δύο θαλασσών και ρέον +από της μιας εις την ετέραν. Επλησιάσαμεν λοιπόν κωπηλατούντες προς το +μέρος εκείνο και μετά πολλής αγωνίας επεράσαμεν, χωρίς να το +ελπίζωμεν. + +Το αντίπεραν πέλαγος ήτο ήμερον, συνηντήσαμεν δε και μίαν νήσον +μεγάλην, κατοικουμένην και ευπρόσιτον. Οι κάτοικοι της ήσαν άνθρωποι +Βουκέφαλοι έχοντες κέρατα, όπως παριστάνεται ο Μινώταυρος. Εξήλθαμεν +και επροχωρήσαμεν διά να πάρωμεν νερόν και τρόφιμα αν ήτο δυνατόν, +διότι είχαμεν έλλειψιν. Και νερόν μεν ευρήκαμεν πλησίον της παραλίας, +αλλά τίποτε άλλο δεν εφαίνετο• μόνον μυκηθμός πολύς ήρχετο εκ μικράς +αποστάσεως• νομίσαντες δε ότι ήτο αγέλη βοών επροχωρήσαμεν και μετ' +ολίγον συνηντήσαμεν τους κατοίκους. Αυτοί δε άμα μας είδον μας +κατεδίωξαν και συνέλαβον τρεις εκ των συντρόφων μου, ημείς δε οι άλλοι +διεσώθημεν εις την θάλασσαν. Έπειτα οπλισθέντες όλοι—διότι δεν +ενομίσαμεν πρέπον να μη εκδικηθώμεν διά τους συντρόφους μας — +εφωρμήσαμεν κατά των Βουκεφάλων καθ' ην ώραν διεμοίραζαν τα κρέατα των +φονευθέντων φίλων μας. Τους κατεδιώξαμεν με κραυγάς και εφονεύσαμεν +έως πεντήκοντα, συνελάβαμεν δε και δύο ζωντανούς και εγυρίσαμεν εις το +πλοίον σύροντες τους αιχμαλώτους. Τρόφιμα όμως δεν ευρήκαμεν. Και οι +άλλοι ήσαν της γνώμης να σφάξωμεν τους αιχμαλώτους, εγώ όμως είχα +αντίθετον γνώμην και τους εκράτουν δεμένους έως ου ήλθαν πρέσβεις εκ +μέρους των Βουκεφάλων ζητούντες νανταλλάξωμεν με λύτρα τους +κρατουμένους• εννοήσαμεν από τα νεύματα των και από τους γοερούς +μυκηθμούς τους οποίους εξέπεμπον ότι παρεκάλουν. Τα λύτρα δε ήσαν +τυριά πολλά και ψάρια ξηρά, κρομμύδια και τέσσαρες έλαφοι, αι οποίαι +είχον εκάστη τρεις πόδας, τους δύο οπισθίους και τους δύο εμπροσθινούς +εις ένα κολλημένους. + +Παρεδόσαμεν αντί των λύτρων τους αιχμαλώτους και αφού εμείναμεν μίαν +ημέραν απεπλεύσαμεν. Ήδη δε εφαίνοντο ιχθύες και πτηνά διάφορα και +αλλά διάφορα σημεία εκ των οποίων εσυμπεραίναμεν ότι ήτο πλησίον ξηρά. +Μετ' ολίγον είδαμεν και ανθρώπους οι οποίοι μετεχειρίζοντο νέον τρόπον +ναυτιλίας• διότι οι ίδιοι ήσαν και ναύται και πλοία. Εταξείδευον δε ως +εξής• απλωμένοι ύπτιοι εις την θάλασσαν ώρθωναν τα αιδοία των —τα +έχουν δε μεγάλα — προσδένοντες δε εις αυτά καραβόπανον και κρατούντες +τα άκρα αυτού έπλεον ωθούμενοι υπό του ανέμου ως πλοία. Μετά τούτους +εφάνησαν άλλοι, οι οποίοι καθήμενοι επί φελών, εις τους οποίους είχον +ζεύξει δύο δελφίνας, ηνιόχουν• οι δε δελφίνες προχωρούντες έσυρον τους +φελούς ως οχήματα και έτρεχον. Ούτοι ούτε μας επείραξαν, ούτε μας +απέφευγαν, αλλ' έτρεχον αφόβως και ειρηνικώς και εθαύμαζαν το είδος +του πλοίου μας, το οποίον παρετήρουν εξ όλων των μερών. + +Περί την εσπέραν προσωρμίσθημεν εις νήσον όχι μεγάλην κατοικουμένην +υπό γυναικών, ως ενομίζαμεν, αι οποίαι ωμίλουν Ελληνικά. Ήλθαν δε και +μας υπεδέχθησαν πολύ φιλοφρόνως και ήσαν κατά τρόπον πολύ πορνικόν +στολισμέναι, όλαι δε ευειδείς και νέαι και εφόρουν ένδυμα μακρόν και +συρόμενον. Η νήσος ωνομάζετο Καββαλούσα, η δε πόλις Υδραμαρδία. Αι δε +γυναίκες μας παρέλαβον και μας ωδήγησαν εκάστη εις την κατοικίαν της +διά να μας ξενίσουν. Αλλ' εγώ ο οποίος έμεινα ολίγον οπίσω —- διότι +υπώπτευα δυσάρεστα — παρετήρησα γύρω μετά προσοχής και είδα πολλά οστά +και κρανία ανθρώπων σκορπισμένα. Δεν έκρινα όμως φρόνιμον να φωνάξω +τους συντρόφους και να τρέξουν εις τα όπλα. Αλλά λαβών την μολόχαν +έκαμα μεγάλην δέησιν διά να σωθώμεν από τους κινδύνους εις τους +οποίους είχαμεν εμπέσει. + +Μετ' ολίγον ενώ με υπηρέτει η γυνή η οποία μ' εφιλοξένει, παρετήρησα +ότι δεν είχε σκέλη γυναικός, αλλά όνου. Τότε έσυρα το ξίφος και αφού +την συνέλαβα και την έδεσα ήρχισα να την ανακρίνω περί όλων• αυτή δε +ηναγκάσθη να μου ομολογήση ότι ήσαν γυναίκες θαλάσσιαι ονομαζόμεναι +Ονοσκελέαι και ότι τρώγουν τους επισκεπτομένους την νήσον ξένους. Αφού +τους μεθύσωμεν, είπε, κατακλινόμεθα μετ' αυτών και ενώ κοιμούνται τους +φονεύομεν. Ακούσας ταύτα, την αφήκα δεμένην και αναβάς εις την στέγην +εφώναζα και εκάλουν τους συντρόφους μου. Όταν δε ούτοι ήλθαν, διηγήθην +τα πάντα, έδειξα εις αυτούς τα οστά και τους ωδήγησα μέσα προς την +δεμένην γυναίκα. Αυτή όμως μετεβλήθη αμέσως εις νερόν και εξηφανίσθη. +Τότε εγώ εβύθισα το ξίφος μου εις το νερόν διά να ίδω τι θα συνέβαινε• +και το νερόν έγεινεν αίμα. + +Επεστρέψαμεν μετά σπουδής εις το πλοίον και ανεχωρήσαμεν και όταν +ήρχιζε να φωτίζη, διεκρίναμεν ξηράν και εμαντεύσαμεν ότι είνε η +ήπειρος η αντίθετος προς την ιδικήν μας. Προσκυνήσαντες λοιπόν και +προσευχηθέντες συνεσκεπτόμεθα περί του πρακτέου• και άλλοι μεν ήσαν +της γνώμης να εξέλθωμεν επ' ολίγον και πάλιν να επιστρέψωμεν εις το +πλοίον, άλλοι δε ναφήσωμεν εκεί το πλοίον και να προχωρήσωμεν εις τα +μεσόγεια να γνωρίσωμεν τους κατοίκους. Εν ω δε συνεσκεπτόμεθα περί +τούτων, εσηκώθη σφοδρά τρικυμία η οποία έρριψε το πλοίον μας εις την +ακτήν και το συνέτριψεν. Ημείς δε μετά δυσκολίας κατωρθώσαμεν να +εξέλθωμεν κολυμβώντες, φέροντες μόνον τα όπλα μας και ό,τι άλλο +ηδυνήθημεν ν' αρπάσωμεν. + +Αυτά είνε όσα μου συνέβησαν μέχρι της άλλης γης εις την θάλασσαν και +κατά το ταξείδιον εις τας νήσους και εις τον αέρα και έπειτα εις το +κήτος και αφού εξήλθαμεν εκ του κήτους εις τας νήσους των Μακάρων και +των ονείρων και τελευταίον εις την νήσον των Βουκεφάλων και των +Ονοσκελεών. Όσα δε μας συνέβησαν εις την γην θα διηγηθώ εις τα κατόπιν +βιβλία {23}. + + + + +ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΟΣ{24} + + + + +Ανέβη τις εις την ακρόπολιν διά να φονεύση τον τύραννον• και αυτόν μεν +δεν εύρε• φονεύσας δε τον υιόν του αφήκε το ξίφος εις το σώμα του. +Έπειτα ήλθεν ο τύραννος και ιδών τον υιόν του νεκρόν εφονεύθη με το +αυτό ξίφος. Ο ανελθών και φονεύσας τον υιόν του τυράννου ζητεί αμοιβήν +ως τυραννοκτόνος. + +Δύο τυράννους φονεύσας αυθημερόν, ω άνδρες δικασταί, τον μεν ήδη +ηλικιωμένον, τον δε ακμαίον και έτοιμον να συνέχιση τα πατρικά +αδικήματα, έρχομαι να ζητήσω μίαν και διά τους δύο αμοιβήν. Είμαι ο +μόνος εξ όλων των τυραννοκτόνων, όστις δι' ενός κτυπήματος εξώντωσα +δύο φαύλους και εφόνευσα τον μεν υιόν διά του ξίφους, τον δε πατέρα +διά της αγάπης του προς τον υιόν του. Και ο μεν τύραννος ικανώς +ετιμωρήθη δι' όσα μας έχει κάμει, διότι ζων είδε τον υιόν του να +προαποθάνη, έπειτα δε και αυτός ηναγκάσθη να γίνη παραδόξως +τυραννοκτόνος του εαυτού του• ο δε υιός του εφονεύθη υπ' εμού, μ' +εβοήθησε δε και μετά θάνατον εις άλλον φόνον• και όταν μεν έζη +ελάμβανε μέρος εις τας αδικίας του πατρός του, όταν δε απέθανεν έγινε +πατροκτόνος όπως ηδύνατο. + +Ο καταλύσας λοιπόν την τυραννίαν είμαι εγώ και το ξίφος μου, το οποίον +τα πάντα εξετέλεσεν, ήλλαξα δε την τάξιν των φόνων και ενεωτέρισα εις +τον τρόπον της θανατώσεως των αχρείων, καθότι τον μεν δυνατώτερον και +δυνάμενον ν' αμυνθή εφόνευσα εγώ, τον γέροντα δε μόνον διά της +παραχωρήσεως του ξίφους. Ενόμιζα επομένως ότι και περισσοτέρα τιμή θα +μου απενέμετο παρ' υμών και αμοιβάς θα ελάμβανα ισαρίθμους με τους +φονευθέντας, καθότι δεν σας απήλλαξα μόνον από τα σημερινά παθήματα, +αλλά και από τον φόβον των μελλόντων κακών και σας έδωκα ασφαλή την +ελευθερίαν, διότι ουδείς έμεινε διά να κληρονομήση και συνεχίση την +αδικίαν. Και όμως κινδυνεύω, αφού τόσα κατώρθωσα, μόνος εγώ ναποπεμφθώ +παρ' υμών αβράβευτος και μόνος να στερηθώ της αμοιβής των νόμων, τους +οποίους διεφύλαξα. Και ο αντίπαλος μου ούτος μου φαίνεται ότι δεν +φροντίζει υπέρ των κοινών, ως λέγει, και διά τούτο πολεμεί την +απαίτησίν μου, αλλά διότι λυπείται τους φονευθέντας και εκδικείται +κατ' εκείνου όστις έγινε του θανάτου αυτών αίτιος. + +Αλλά θα μου επιτρέψετε, ω άνδρες δικασταί, να διηγηθώ διά βραχέων τα +αδικήματα της τυραννίας, καίτοι καλώς τα γνωρίζετε• καθότι ούτω θα +εννοήσετε το μέγεθος της ευεργεσίας μου και περισσότερον θα +ευχαριστηθήτε, σκεπτόμενοι από ποία κακά εσώθητε. Διότι δεν +υπεφέραμεν, όπως πολλάκις άλλοι, απλήν τυραννίαν και δουλείαν, ούτε +είχαμεν να κάμωμεν με τας ορέξεις μόνον ενός αυθέντου, αλλά μόνοι εξ +όσων ποτέ υπέφεραν ομοίαν δυστυχίαν δύο αντί ενός τυράννους είχαμεν +και διττά οι δυστυχείς υπεφέραμεν αδικήματα. Ο γέρων, είνε αληθές, ήτο +κατά πολύ μετριοπαθέστερος, εις τους θυμούς του ηπιώτερος, εις τας +τιμωρίας βραδύτερος και εις τας επιθυμίας νωθρότερος, ίσως διότι ήδη η +ηλικία συνεκράτει την σφοδρότητα των ορμών του και του εχαλιναγώγει +τας ορέξεις των ηδονών. + +Αλλά λέγεται και ότι υπό του υιού του παρεσύρθη εις την τυραννίαν +χωρίς να το θέλη, καθότι αυτός εκ φύσεως δεν ήτο πολύ τυραννικός, αλλ' +έγεινε τύραννος υπακούων εις εκείνον διότι ήτο καθ' υπερβολήν +φιλότεκνος, ως εφάνη άλλως τε, και ο υιός του ήτο το παν δι' αυτόν και +εις αυτόν επείθετο και έπραττε τα αδικήματα τα οποία εκείνος υπηγόρευε +και ετιμώρει όσους εκείνος υπεδείκνυε και εις όλα υπήκουεν εις τας +θελήσεις του και ήτο ο υιός τύραννος του τυράννου, ο δε πατήρ +δορυφόρος των επιθυμιών του υιού του. Ο δε υιός τας μεν τιμάς +παρεχώρει εις τον πατέρα λόγω ηλικίας και την εξουσίαν μόνον κατ' +όνομα δεν είχεν• η εκτέλεσις όμως της τυραννίας και η πραγματική +υπόστασις ήτο αυτός. Αυτός παρείχε την πίστιν και την ασφάλειαν εις +την μοναρχίαν και μόνος αυτός είχε την απόλαυσιν των αδικημάτων. Αυτός +ήτο ο συγκρατών εις πειθαρχίαν τους δορυφόρους, ο ενισχύων την +φρουράν, ο εμπνέων φόβον εις τους τυραννουμένους, ο σφάζων τους +επικινδύνους, ο εξοντώνων τους εφήβους, ο προσβάλλων την τιμήν των +εγγάμων• υπ' αυτού εγίνοντο αι απαγωγαί των παρθένων και οσάκις +εσφάγησαν άνθρωποι ή εξωρίσθησαν και αφηρέθησαν περιουσίαι και +εβασανίσθησαν και υβρίσθησαν πολίται, πάντα ταύτα ήσαν τολμήματα +νεανικά. Ο γέρων δε εκείνος ηκολούθει εις την πρωτοβουλίαν του υιού +και εβοήθει εις τας αδικίας και επεδοκίμαζε του υιού τας αυθαιρεσίας +και το πράγμα έγινεν αφόρητον διότι όταν τα πάθη προσλαμβάνουν την +δύναμιν της εξουσίας δεν έχουν πλέον όρια εις τα ανομήματά των. Ό,τι +δε προ πάντων επροξένει λύπην ήτο ότι προεβλέπομεν μακράν ή μάλλον +ατελεύτητον την δουλείαν και ότι διαδοχικώς η πόλις θα παρεδίδετο +άλλοτε εις άλλον τύραννον και ο λαός θα εγίνετο κληρονομία φαύλων. Δεν +είνε μικρά ελπίς το να σκέπτωνται οι τυραννούμενοι και να λέγουν καθ' +εαυτούς «αλλά μετ' ολίγον θα παύση να μας τυραννή• εντός ολίγου +θαποθάνη και θανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας». Δι' αυτούς όμως ουδέν +τοιούτον ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν, αλλ' εβλέπαμεν ήδη έτοιμον τον +διάδοχον της εξουσίας. Διά τούτο κανείς εκ των τολμηρών και ομοφρόνων +προς εμέ δεν ετόλμα να επιχειρήση τι εναντίον του τυρράννου, αλλ' η +ελευθερία ευρίσκετο εις πλήρη απόγνωσιν και η τυραννία εφαίνετο +ακαταμάχητος, καθότι δεν είχαμεν να πολεμήσωμεν προς ένα, αλλά προς +περισσοτέρους. + +Αυτά όμως δεν εφόβισαν εμέ και ούτε η δυσκολία της πράξεως με +απεθάρρυνε, ούτε ο κίνδυνος με εδειλίασε, μόνος δε, εντελώς μόνος προς +τόσω ισχυράν και πολυάριθμον τυραννίαν, μάλλον δε όχι μόνος, αλλά μετά +του ξίφους, το οποίον μου εχρησίμευσεν ως σύμμαχος και εν μέρει +συντυραννοκτόνος, έκαμα το τόλμημα, αποφασισμένος ν' αποθάνω, αλλά +παρηγορούμενος ότι ο θάνατός του θα είχεν ως αποτέλεσμα την κοινήν +απελευθέρωσιν. Συναντήσας δε την πρώτην φρουράν και τρέψας όχι ευκόλως +τους δορυφόρους εις φυγήν, φονεύων πάντα συναντώμενον και πάντα +ανθιστάμενον, έφθασα εις τον κύριον σκοπόν της επιχειρήσεώς μου, εις +την μόνην δύναμιν της τυραννίας και την αφορμήν των συμφορών μας. Τον +εύρον ενός του φρουρίου της ακροπόλεως και μολονότι ημύνθη και αντέστη +γενναίως, τον εφόνευσα και τον εξήπλωσα κατά γης πλήρη τραυμάτων. + +Η τυραννία καθηρέθη ούτω και ο σκοπός μου είχεν εκτελεσθή. Από της +στιγμής εκείνης ήμεθα όλοι ελεύθεροι• υπελείπετο μόνον ο γέρων ακόμη, +άοπλος, απολέσας τους σωματοφύλακας, μη έχων πλέον τον μέγαν δορυφόρον +του, έρημος και μη αξίζων να τον πλήξη χειρ γενναίου ανδρός. Και τότε, +ω άνδρες δικασταί, εσκεπτόμην και έλεγα κατ' εμαυτόν• Όλα έχουν καλώς, +τα πάντα έγειναν και κατωρθώθησαν αλλά κατά τίνα τρόπον θα τιμωρηθή ο +υπολειπόμενος; Εμού και της χειρός μου είνε ανάξιον να τον τιμωρήσω, +διότι κινδυνεύω ούτω, αφ' ου έκαμα τόσω λαμπρόν και γενναίον +κατόρθωμα, να το αμαυρώσω• πρέπει δε να ζητήσω άλλον δήμιον, διότι δεν +είνε άξιος, να υποστή την αυτήν τύχην με τον υιόν του. Ας αφήσω εδώ το +ξίφος πλησίον του νεκρού και όταν θα έλθη και ίδη ας τιμωρηθή μόνος +του. Εις το ξίφος αναθέτω την εκτέλεσιν των λοιπών. Αφ' ου εσκέφθην +ταύτα ανεχώρησα, το δε ξίφος μου, όπως προέβλεψα, έπραξε κατά την +παραγγελίαν μου και ετυραννοκτόνησε και έδωκε, τέλος εις το δράμα μου. + +Έρχομαι λοιπόν φέρων εις υμάς την δημοκρατίαν και κηρύττω εις όλους να +αναθαρρήσουν και αναγγέλλω την επάνοδον της ελευθερίας. Και τώρα +απολαύσετε τους καρπούς των έργων μου. Ως βλέπετε, εις την ακρόπολιν +ουδείς υπάρχει πλέον φαύλος, ουδείς διατάσσει, αλλ' είμεθα ελεύθεροι +ν' απονέμωμεν τιμάς, να δικάζωμεν και να συζητούμεν κατά τους νόμους, +και όλα αυτά τα οφείλετε εις εμέ και εις την τόλμην μου, διά τον ένα +εκείνον φόνον, μετά τον οποίον ο πατήρ δεν ηδύνατο να ζήση πλέον. Διά +ταύτα ζητώ να μου δοθή παρ' υμών, η πρέπουσα αμοιβή, όχι διότι είμαι +φιλοκερδής ή μικροπρεπής και διότι ευηργέτησα την πατρίδα αποβλέπων +εις την αμοιβήν, αλλά διότι θέλω να επικυρωθούν τα κατορθώματά μου διά +της δωρεάς και να μη διαβληθούν, ούτε να καταστή άδοξον το κατόρθωμα +μου κρινόμενον ως ατελές και ανάξιον βραβεύσεως. + +Ο αντίπαλος αντιλέγει ότι δεν είνε δίκαιον να ζητώ τιμάς και να λάβω +αμοιβήν, διότι δεν είμαι τάχα τυραννοκτόνος και δεν έπραξα ό,τι ο +νόμος ορίζει και το έργον μου δεν είνε πλήρες, ώστε να δικαιούμαι να +ζητήσω αμοιβήν. Τον ερωτώ λοιπόν τι ήθελε να πράξω; Δεν ανέβην εις το +φρούριον; Δεν εφόνευσα; δεν ηλευθέρωσα; υπάρχει πλέον κανείς ο +διατάσσων; κανείς ο προστάζων; απειλεί κανείς αυθέντης; με διέφυγε +κανείς εκ των κακούργων; Δεν δύνασαι ν' αρνηθής. Η ειρήνη αποκατέστη +παντού και μετ' αυτής οι νόμοι και ελευθερία πλήρης και δημοκρατία +ασφαλής και οικογενειακή τιμή ανύβριστος και οι παίδες ουδένα +διατρέχουν κίνδυνον και αι θυγατέρες των πολιτών είνε ασφαλείς και η +πόλις εορτάζει την κοινήν ευτυχίαν. + +Ποίος λοιπόν είνε όλων τούτων ο αίτιος; ποίος είνε ο οποίος έπαυσε τα +μεν και εξησφάλισε τα άλλα; Εάν υπάρχη άλλος έχων δικαίωμα να τιμηθή +αντί εμού του παραχωρώ το βραβείον και παραιτούμαι της αμοιβής. Εάν +όμως μόνος εγώ έπραξα τα πάντα, αποτολμήσας, κινδυνεύσας, αναβάς εις +την ακρόπολιν, φονεύσας, τιμωρήσας απ' ευθείας ή δι' άλλου, διατί +θέλεις να ελαττώσης την σημασίαν των κατορθωμάτων μου διατί προσπαθείς +να πείσης την πόλιν να φανή προς εμέ αχάριστος; + +—Διότι δεν εφόνευσες τον ίδιον τον τύραννον, ο δε νόμος δίδει αμοιβήν +εις τον τυραννοκτόνον. — Και τι διαφέρει, ειπέ μου, να φονεύση κανείς +αυτόν ή να γείνη αίτιος του θανάτου του; Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει +καμμία διαφορά• ο δε νομοθέτης αποβλέπει μόνον εις την ελευθερίαν, την +δημοκρατίαν και την απαλλαγήν από τα δεινά της τυραννίας• αυτά τιμά, +αυτά έκρινεν άξια αμοιβής, δεν θα τολμήσης δε να ισχυρισθής ότι δεν +έγειναν αυτά εξ αιτίας μου. Διότι, εάν εφόνευσα εκείνον άνευ του +οποίου ο τύραννος δεν ηδύνατο να ζη, εγώ εφόνευσα τον τύραννον. Είναι +ιδικόν μου έργον ο φόνος, διότι εγώ διηύθυνα την χείρα του. Παύσε +λοιπόν να λεπτολογής διά τον τρόπον του θανάτου και μη εξετάζης πώς +απέθανεν, αλλ' αν δεν υπάρχη πλέον και αν εξ αιτίας μου δεν υπάρχη. +Αλλά διά να συκοφαντήσης τους ευεργέτας της πόλεως δύνασαι ίσως να +κάμης ζήτημα και αν όχι με ξίφος, αλλά με λίθον ή ξύλον ή κατ' άλλον +τρόπον εφόνευσα τύραννον. Αλλ' εάν επολιόρκησα τύραννον και διά της +πείνης τον έφερα εις την ανάγκην ν' αυτοκτονήση, θα έλεγες και τότε +ότι έπρεπε να τον φονεύσω ιδιοχείρως ή θα διετείνεσο ότι δεν +συνεμορφώθην προς τον νόμον, ενώ ούτω ο κακούργος απέθανε σκληρότερον +θάνατον; + +Έν μόνον πρέπει να εξετάζης, τούτο ν' απαιτής και περί τούτου να +λεπτολογής, αν μένη κανείς εκ των κακών, αν υπάρχη αφορμή φόβου ή +υπόμνησις των συμφορών μας. Εάν δε όλα εκαθαρίσθησαν και παντού +επικρατή ειρήνη, είνε ίδιον συκοφάντου να προσπαθής διά της επικρίσεως +του τρόπου καθ' ον έγειναν τα πράγματα να με στερήσης την αμοιβήν της +πράξεώς μου. + +Εγώ ενθυμούμαι ότι εις τους νόμους αναφέρεται και τούτο, εκτός εάν από +την πολλήν δουλείαν ελησμόνησα τα υπ' αυτών αναφερόμενα, ότι τα +καθιστώντα το έγκλημα του φόνου είνε διττά, πρώτον εάν κανείς ο ίδιος +εφόνευσε και δεύτερον, εάν αυτός μεν δεν εφόνευσεν ούτε ιδιοχείρως +έπραξε τον φόνον, αλλ' ηνάγκασε και έδωκεν αφορμήν του φόνου. +Αμφοτέρους τούτους τιμωρεί εξ ίσου ο νόμος και πολύ δικαίως• διότι η +παρακίνησις δεν είνε ολιγώτερον της πράξεως εγκληματική• είνε λοιπόν +περιττή η εξέτασις του τρόπου καθ' ον έγεινεν ο φόνος. Αφού τον ούτω +φονεύοντα νομίζεις δίκαιον να τιμωρηθή ως φονεύς και δεν νομίζεις ότι +πρέπει να απολύεται, πώς δεν θεωρείς ισότιμον με τους ευεργέτας +εκείνον ο οποίος κατά τον αυτόν τρόπον ευηργέτησε την πόλιν; Αλλ' ουδέ +τούτο δύνασαι να είπης, ότι εγώ απλώς εφόνευσα τον υιόν του τυράννου, +επήλθε δε αποτέλεσμα αγαθόν χωρίς εγώ να το θέλω. Διότι, τι ηδυνάμην +να φοβηθώ, αφού ήδη είχε φονευθή ο δυνατώτερος; Διατί δε αφήκα το +ξίφος εις το σώμα του φονευθέντος, εάν δεν προεμάντευα ακριβώς αυτό το +οποίον έγεινεν; Εκτός εάν θα ισχυρισθής ότι ο φονευθείς δεν ήτο +τύραννος, ούτε είχεν αυτήν την ονομασίαν, ούτε ότι θα εδίδατε +ευχαρίστως πολλάς αμοιβάς διά ν' αποθάνη. Αλλά δεν θα είπης τίποτε +τοιούτον. Και αφού ο τύραννος εφονεύθη δεν θα δώσης αμοιβήν εις +εκείνον ο οποίος έγεινεν αίτιος του θανάτου αυτού; ω της μικρολογίας. +Τι σε μέλει πώς απέθανεν, αφού απολαμβάνεις ελευθερίαν και τι +περισσότερον απαιτείς από εκείνον όστις σου απέδωκε την δημοκρατίαν; +Ως ο ίδιος λέγεις, ο νόμος εξετάζει μόνον την ουσίαν των πραγμάτων, +τας δε λεπτομερείας παραλείπει και δεν πολυπραγμονεί. Μήπως και εάν +εκδιώξη κανείς τύραννον δεν θα είνε άξιος να λάβη αμοιβήν +τυραννοκτόνου; πολύ δικαίως, διότι και εκείνος ελευθερίαν αντί +δουλείας θα μας προσφέρη. Αλλ' εκείνο το οποίον εγώ έπραξα δεν είνε +εξορία ούτε αφίνει τον φόβον και την ανάγκην δευτέρας επαναστάσεως, +αλλ' υπήρξε τελεία καθαίρεσις και εξόντωσις όλου του γένους του +τυράννου και το κακόν απεκόπη εκ της ρίζης. Αλλά σας παρακαλώ να +εξετάσετε τα πάντα εξ αρχής μέχρι τέλους, εάν θέλετε, διά να ίδετε εάν +παρελείφθη τι το οποίον απαιτεί ο νόμος και εάν μου λείπη καμμία εκ +των αρετών τας οποίας πρέπει να έχη ο τυραννοκτόνος. Πρώτον πρέπει να +έχη χαρακτήρα γενναίον και φιλοπατρίαν τοιαύτην, ώστε προθύμως να +κινδυνεύη χάριν των κοινών συμφερόντων και χάριν της σωτηρίας των +πολλών να θυσιάζη την ζωήν του. Λοιπόν εφάνην εγώ άνανδρος και +απεδειλίασα προβλέπων τους κινδύνους εις τους οποίους θα εξετιθέμην; +Δεν θα τολμήση κανείς να είπη τίποτε τοιούτον περί εμού. + +Λοιπόν ας μείνωμεν εις το δεδομένον τούτο και ας υποθέσωμεν ότι μόνον +ηθέλησα και απεφάσισα ταύτα και ότι ουδέν καλόν αποτέλεσμα προήλθεν, +αλλά μόνον διότι είχα τοιαύτην προαίρεσιν, αξιώ να λάβω αμοιβήν ως +ευεργέτης της πόλεως. Εγώ μεν δεν ηδυνήθην, άλλος δε μετ' εμέ εφόνευσε +τον τύραννον• λοιπόν δεν νομίζεις ότι θα ήτο παράλογον και άδικον να +μου δοθή η αμοιβή; και μάλιστα αν έλεγα• είχα τον πόθον, το ηθέλησα, +το επεχείρησα, εδοκίμασα και μόνον διότι είχα την προαίρεσιν είμαι +άξιος να τιμηθώ ως τυραννοκτόνος, τι θα απεκρίνεσο τότε; Τώρα όμως δεν +λέγω τούτο, αλλά και ανέβηκα εις το φρούριον και πολύ εκοπίασα προ του +φόνου του νέου• διότι μη υποθέσετε ότι είνε τόσον εύκολον και άκοπον +το πράγμα να νικήση κανείς φρουράν και να υπερισχύση δορυφόρων και να +τους τρέψη εις φυγήν, αλλ' αυτό είνε σχεδόν το μέγιστον εις την +τυραννοκτονίαν και το κυριώτερον. Βέβαια αυτός ο τύραννος δεν είνε τι +μέγα και δυσνίκητον και δυσφόνευτον, αλλ' οι φρουρούντες και +υποστηρίζοντες την τυραννίαν. Όστις νικήση αυτούς τα πάντα κατώρθωσε +και το υπολειπόμενον είνε μικρόν. Δεν θα κατώρθωνα να φθάσω μέχρι των +τυράννων, εάν δεν ενίκων τους γύρω αυτών φύλακας και δορυφόρους όλους, +αν εκείνους όλους δεν κατετρόπωνα προηγουμένως. Ουδέν άλλο προσθέτω, +αλλ' επαναλαμβάνω• την φρουράν ενίκησα, τους δορυφόρους κατέκοψα και +τον τύραννον αφύλακτον, άοπλον, γυμνόν της δυνάμεως του κατέστησα. Δεν +σου φαίνεται λοιπόν ότι διά ταύτα είμαι άξιος τιμής ή εξακολουθείς +ακόμη να απαιτής παρ' εμού τον φόνον του τυράννου; Αλλ' εάν και φόνον +απαιτής και ο φόνος υπάρχει• δεν είμαι αναίμακτος, αλλ' έκαμα μεγάλην +και γενναίαν σφαγήν νέου ακμαίου και εις όλους φοβερού, εξ αιτίας του +οποίου και ουδείς ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του τυράννου, όστις +εις αυτόν είχε πεποίθησιν, και ήτο ίσος με πολλούς δορυφόρους. Λοιπόν +δεν είμαι άξιος αμοιβής, αλλά πρέπει αφού τοιαύτα κατώρθωσα να μείνω +χωρίς τιμάς; Και αν εφόνευα ένα δορυφόρον, αν εσκότωνα ένα υπηρέτην +του τυράννου, ένα δούλον πιστόν, δεν θα εφαίνετο και τούτο μέγα, να +ανέλθω εις την ακρόπολιν και εκεί μεταξύ των ενόπλων ανδρών να φονεύσω +ένα εκ των φίλων του τυράννου; + +Τώρα δε σκέψου και ποίος ήτο ο φονευθείς• υιός τυράννου, μάλλον δε +τύραννος και αυτός και τύραννος χειρότερος και πλέον ανυπόφορος, +σκληρότερος εις τας τιμωρίας του και βιαιότερος εις τας ύβρεις, το δε +σπουδαιότερον κληρονόμος και διάδοχος όστις επί πολύ θα ηδύνατο να +παρατείνη την δυστυχίαν μας. Θέλεις να δεχθώμεν ότι μόνον τούτο έπραξα +και ότι ζη ακόμη ο τύραννος, διαφυγών τον θάνατον; Λοιπόν διά τούτο +ζητώ βραβείον. Τι λέγετε; δεν θα δώσετε;, Δεν ήτο εκείνος τον οποίον +εφοβείσθε; δεν ήτο δεσποτικός; δεν ήτο σκληρός; δεν ήτο ανυπόφορος; + +Τώρα επικαλούμαι την προσοχήν σας και εις το εξής σπουδαίον σημείον• +και εκείνο το οποίον απαιτεί παρ' εμού ο αντίπαλος άριστα έπραξα και +τον τύραννον εφόνευσα δι' άλλου φόνου, ουχί απλώς, ούτε δι' ενός +τραύματος, το οποίον αυτός θα εθεώρει πολύ ελαφράν τιμωρίαν διά +τοιαύτα αδικήματα, αλλά τον εβασάνισα προηγουμένως με πολλήν λύπην και +τον έκαμα να ίδη εκείνον τον οποίον υπερηγάπα οικτρώς φονευμένον και +κυλιόμενον εις το αίμα του, υιόν εις την ακμήν της νεότητος, αν και +φαύλον, και ομοιάζοντα προς αυτόν. Αυτά είνε διά τους πατέρας τα +θανάσιμα τραύματα, αυτά είνε τα ξίφη τα οποία πρέπει να +μεταχειρίζωνται οι δίκαιοι τυραννοκτόνοι και τοιούτος πρέπει να είνε ο +θάνατος των ωμών τυράννων, τοιαύτη η τιμωρία η αρμόζουσα εις τόσα +εγκλήματα. Το ναποθάνη ευθύς και ναγνοή, να μη ίδη κανέν τοιούτον +θέαμα, δεν είνε τιμωρία αξία δι' ένα τύραννον. Διότι δεν ηγνόουν, ούτε +εκ των άλλων ηγνόει κανείς πόσην ο τύραννος έτρεφε προς τον υιόν του +αγάπην και ότι δεν θα ήτο ικανός ουδ' επ' ολίγον καιρόν να ζήση +κατόπιν αυτού. Πάντες ίσως οι πατέρες αγαπούν ομοίως τα τέκνα των• +αλλ' αυτός δικαίως τον ηγάπα κάπως περισσότερον των άλλων, διότι +έβλεπεν ότι εκείνος ήτο ο μόνος υποστηρικτής και φύλαξ της τυραννίας, +και μόνος προέβαλλε το στήθος του χάριν του πατρός και παρείχεν εις +την εξουσίαν του την ασφάλειαν. Ώστε αν όχι διά την αγάπην, αλλά διά +την απελπισίαν εγνώριζα ότι θα απέθνησκεν ευθύς, διότι θα ενόμιζε την +ζωήν πλέον ανωφελή, αφού θα έχανε την ασφάλειαν την οποίαν του +παρείχεν ο υιός του. Με όλα λοιπόν συγχρόνως τον επολιόρκησα, με την +φυσικήν αδυναμίαν, την λύπην, την απόγνωσιν, τον φόβον, την διάψευσιν +των ελπίδων του διά το μέλλον. Ταύτα μου εχρησίμευσαν ως σύμμαχοι +εναντίον του• και ούτω τον ηνάγκασα να φθάση εις την απόφασιν της +αυτοκτονίας. Απέθανε δε άτεκνος, περίλυπος, κλαίων και οδυρόμενος, +πενθών βραχύ μεν πένθος, αλλ' αρκετόν δι' ένα πατέρα, και το +φοβερώτερον εφόνευσεν αυτός εαυτόν, το οποίον είνε ο οικτρότατος των +θανάτων και πολύ φοβερώτερος παρά εάν φονευθή κανείς υπό άλλου. + +Πού είνε το ξίφος μου; μήπως κανείς άλλος το γνωρίζη; μήπως είνε άλλου +τινός όπλον; ποιος το ανεβίβασεν εις την ακρόπολιν; ποίος το +μετεχειρίσθη πριν ή το μεταχειρισθή ο τύραννος; τις το απέστειλε κατ' +εκείνου; ξίφος, σύντροφε και διάδοχε των κατορθωμάτων μου, μετά τόσους +κινδύνους και μετά τόσους φόνους μας περιφρονούν και μας θεωρούν +αναξίους αμοιβής. Και αν μόνον χάριν τούτου εζήτουν παρ' υμών την +τιμήν, αν έλεγον άνδρες δικασταί, ο τύραννος απεφάσισε να αποθάνη και +επειδή ευρέθη εκείνην την ώραν άοπλος, το ξίφος μου τον υπηρέτησε και +προς την απελευθέρωσίν μας συνετέλεσε, δεν θα μ' ενομίζατε άξιον τιμής +και αμοιβής μόνον διότι είμαι κύριος πράγματος τόσον πατριωτικού; Δεν +θα με αντημείβατε; δεν θα με κατετάσσατε μεταξύ των ευεργετών και δεν +θα εφυλάσσατε το ξίφος ως κειμήλιον ιερόν; και δεν θα το επροσκυνείτε +μετά των θεών; + +Και τώρα δυνάμεθα να φαντασθώμεν τι έπραξε και τι είπεν ο τύραννος προ +του θανάτου του. Όταν εγώ τον εφόνευα και του κατέφερα πολλά τραύματα +εις τα φαινόμενα μέρη του σώματος, ώστε να προξενήση μεγαλειτέραν +λύπην εις τον πατέρα του και εις το πρώτον βλέμμα να του σπαράξη την +ψυχήν, ο νέος ανεφώνησε γοερώς επικαλούμενος τον πατέρα του, όχι +βέβαια ως βοηθόν και σύμμαχον, διότι εγνώριζεν ότι ήτο γέρων και +αδύνατος, αλλά διά να ίδη την δυστυχίαν του. Εγώ μετά τούτο έφυγα• +αφού έγεινα ποιητής της όλης τραγωδίας, αφήκα εις τον τραγωδόν τον +νεκρόν και την σκηνήν και το ξίφος και τα λοιπά του δράματος• φθάσας +δ' εκείνος και ιδών τον μονογενή υιόν του μόλις αναπνέοντα ακόμη, +καταιματωμένον και κατασφαγμένον και φέροντα τραύματα πολλά και +συνεχή, ανεφώνησε• τέκνον μου εχαθήκαμεν, εφονεύθημεν, +ετυραννοκτονήθημεν, Πού είνε ο φονεύς σου; διατί δεν φονεύει και εμέ; +τι με αφίνει αφ' ου ήδη ο θάνατός σου, τέκνον μου, με φονεύει; ή με +περιφρονεί ως γέροντα και με την βραδύτητα θέλει να με τιμωρήση +περισσότερον και παρατείνει τον θάνατόν μου και κάμνει μακρότερον το +μαρτύριόν μου; + +Και ενώ έλεγε ταύτα εζήτει το ξίφος• διότι ήτο άοπλος, επειδή είχε +πεποίθησιν εις την εξ αιτίας του υιού του ασφάλειαν. Αλλ' ουδέ τούτο +του έλειψε, διότι και τούτο ήδη του είχα προπαρασκευάσει και διά την +τραγικήν του απόφασιν το είχα εγκαταλείψει. Αποσπάσας λοιπόν εκ του +σώματος του υιού του το ξίφος είπε• Προ ολίγου με εφόνευσες, τώρα δε +ανάπαυσε με, ξίφος, και δόσε παρηγορίαν εις πατέρα πενθούντα, με +γεροντικήν χείρα δυστυχή συνεργάσθητι και σφάξε, τυραννοκτόνησε και +από την θλίψιν απάλλαξε. Είθε να σε συνήντων πρώτος εγώ και να +επρολάμβανα να φονευθώ πρώτος. Θα απέθνησκα ούτω τουλάχιστον με την +ιδέαν ότι μένει εκείνος ο οποίος θα μ' εκδικηθή. Τώρα αποθνήσκω +άτεκνος και ουδέ φονέα ευρίσκω διά να με φονεύση. Και ενώ έλεγε ταύτα +συγχρόνως, εβύθιζε το ξίφος εις το στήθος του τρέμων και μη έχων +δύναμιν, έχων την απόφασιν, αλλ' όχι και την δύναμιν να εκτελέση την +απόφασίν του. Πόσαι τιμωρίαι είνε αυτά; πόσα τραύματα; πόσοι θάνατοι; +πόσαι τυραννοκτονίαι; και πόσας δωρεάς αξίζουν; + +Τέλος πάντων είδατε όλοι τον μεν νέον νεκρόν κατακείμενον, πράγμα το +οποίον δεν ήτο μικρόν και εύκολον έργον, τον δε γέροντα να τον έχη +περιβάλει με τους βραχίονάς του και το αίμα των ν' αναμιγνύεται, ως +σπονδή της ελευθερίας και της νίκης, έργον του ξίφους μου, το οποίον +ευρίσκετο μεταξύ αυτών, άξιον του κυρίου του και μαρτυρούν ότι πιστώς +με υπηρέτησεν. Εάν έπραττα εγώ τούτο θα είχεν ολιγωτέραν σημασίαν, ενώ +τώρα το καινοφανές το καθιστά λαμπρότερον. Ο καταλύσας λοιπόν την +τυραννίαν όλην είμαι εγώ• διαμοιράζεται δε εις πολλούς το έργον, όπως +εις τα δράματα• και τα μεν πρώτα μέρη υπεκρίθην εγώ, τα δεύτερα δε ο +υιός του τυράννου και τα τρίτα αυτός ο τύραννος• το δε ξίφος μας +υπηρέτησεν όλους. + + + + +Α Π Ο Κ Η Ρ Υ Τ Τ Ο Μ Ε Ν Ο Σ {25} + + + + +Νέος τις, τον οποίον ο πατήρ του είχεν αποκληρώσει, εσπούδασεν +ιατρικήν. Έπειτα εθεράπευσε τον πατέρα του, ο οποίος έπαθεν από +παραφροσύνην και οι ιατροί τον είχον απελπίσει, ο δε πατήρ του τον +ανεγνώρισε πάλιν ως υιόν του. Μετά ταύτα έπαθε και η μητρυιά του τας +φρένας και ο πατήρ του τον παρεκάλεσε να την θεραπεύση και επειδή +ηρνήθη, ο πατήρ του τον απεκήρυξεν εκ νέου. + +Δεν είνε νέα δι' υμάς, ω άνδρες δικασταί, ούτε θα σας εκπλήξουν όσα ο +πατήρ μου ταύτην την στιγμήν ενεργεί εναντίον μου, ούτε πρώτην φοράν +με καταδιώκει κατ' αυτόν τον τρόπον η οργή του, αλλ' είνε πρόχειρον +εις αυτόν αυτό το μέσον της τιμωρίας και πολύ συχνά έρχεται εις το +δικαστήριόν σας. Αλλά το καινοφανές εις την δυστυχίαν μου τώρα είναι +ότι εγώ μεν δεν έπραξα τίποτε διά το οποίον να κατηγορούμαι, αλλά +κινδυνεύω να τιμωρηθώ διά την επιστήμην μου, επειδή δεν δύναται να +υπακούη εις όλας τας διαταγάς του πατρός μου. Αλλά δύναται να γείνη τι +παραλογώτερον από το να θεραπεύη ο ιατρός κατά διαταγήν, όχι όπως η +επιστήμη δύναται, αλλ' όπως ο πατήρ θέλει; Θα ήτο ευχής έργον αν η +ιατρική είχε και φάρμακον το οποίον όχι μόνον τους παράφρονας να +θεραπεύη, αλλά και των αδίκως, οργιζομένων την οργήν να παύη, διά να +δυνηθώ να θεραυπεύσω και τούτο το νόσημα του πατρός μου. Τώρα η μεν +παραφροσύνη του εντελώς έπαυσεν, αλλ' η οργή του επί μάλλον +επιτείνεται• και το χειρότερον είνε ότι διά μεν τους άλλους όλους είνε +φρόνιμος, μόνον δε εναντίον εμού ο οποίος τον εθεράπευσα, μαίνεται. +Βλέπετε ποίαν αμοιβήν έλαβα διά την θεραπείαν• με αποκηρύττει και +πάλιν και διά δευτέραν φοράν με αποκληροί. Φαίνεται ότι με ανεκάλεσε +μόνον και μόνον διά να με εκδιώξη εκ νέου και εντός ολίγου και ούτω +ατιμασθώ περισσότερον. + +Εγώ, προκειμένου περί πραγμάτων εξαρτωμένων εκ της θελήσεώς μου και +δυνατών, δεν περιμένω να με διατάξη• και όταν έπασχε προσήλθον εις +βοήθειάν του χωρίς να με καλέση. Αλλ' όταν πρόκηται περί νοσήματος το +οποίον δεν επιδέχεται καμμίαν θεραπείαν, ουδέ να επιχειρήσω θέλω, +προκειμένου δε περί της γυναικός εκείνης είμαι δικαίως ακόμη +ατολμότερος• διότι σκέπτομαι τι έχω να πάθω από τον πατέρα μου, εάν +αποτύχω, αφού και χωρίς ν' αρχίσω την θεραπείαν αποκηρύττομαι. +Λυπούμαι διά το πάθημα της μητρυιάς μου, ω άνδρες δικασταί, διότι ήτο +αγαθή γυνή, και διά τον πατέρα μου ο οποίος στενοχωρείται δι' αυτήν, +αλλά προ πάντων λυπούμαι διότι φαίνομαι ότι απειθώ και παρακούω εις +τας πατρικάς προσταγάς, μη δυνάμενος να τας εκτελέσω, και ένεκα του +ανιάτου της νόσου και διά την αδυναμίαν της επιστήμης μου. Αλλά μου +φαίνεται ότι δεν είνε δίκαιον να αποκηρύττεταί τις, διότι δεν πράττει +όσα δεν δύναται και όσα δεν υπεσχέθη. + +Εκ των παρόντων δύνασθε να κρίνετε περί των αιτίων διά τα οποία και +προηγουμένως με απεκήρυξεν. Αλλ' εγώ νομίζω ότι αρκετά απελογήθην διά +της κατόπιν διαγωγής μου και διά την σημερινήν του κατηγορίαν θα +προσπαθήσω να απολογηθώ όσον δύναμαι, διηγούμενος μικρά τινα +περιστατικά εκ του βίου μου. Εγώ ο αυθάδης και απειθής υιός, ο οποίος +γίνομαι αφορμή καταισχύνης εις τον πατέρα και φαίνομαι ανάξιος της +οικογενείας μου, την πρώτην φοράν, ενώ τόσα μου κατεβόα και μου +απέδιδεν ο πατήρ μου δι' ολίγων απήντησα. Απελθών δε εκ της πατρικής +οικίας εσκεπτόμην ότι η καλλιτέρα κρίσις και ψήφος δι' εμέ θα ήτο ο +κατόπιν βίος μου, εάν εφαίνετο διαψεύδων όλα τα παραπτώματα τα οποία +μου απέδιδεν ο πατήρ μου, αν επεδιδόμην εις τας ευγενεστέρας ασχολίας +και συνανεστρεφόμην τους αρίστους. Προέβλεπα δε και υπώπτευα τα +γενόμενα, καθότι ο πατήρ μου είχε τάσιν εις το να οργίζεται αδίκως και +να αποδίδη ψευδή εγκλήματα εις τον υιόν του• και υπήρχόν τινες, +οίτινες ενόμιζον ταύτα αρχήν παραφροσύνης, προανακρούσματα και +ακροβολισμόν νοσήματος, το οποίον δεν θα εβράδυνε να επέλθη και να +εκδηλωθή με μίσος παράλογον και σκληρότητα και βλασφημίας εις πάσαν +στιγμήν και δίκας και οργήν και παντός είδους εξάψεις. Διά τούτο +ενόμισα ότι δεν θα εβράδυνα να λάβω ανάγκην της ιατρικής. Ξενητευθείς +λοιπόν και μαθητεύσας πλησίον των καλλιτέρων ξένων ιατρών και +αναπτύξας πολλήν επιμέλειαν και φιλοπονίαν, έμαθα την επιστήμην. Όταν +δε επέστρεψα ευρήκα τον πατέρα μου πάσχοντα ήδη καθαρώς τας φρένας• +και οι εντόπιοι ιατροί τον είχον απελπίσει, διότι δεν ήσαν εις θέσιν +να διαγνώσουν κατά βάθος και ακριβώς τα νοσήματα. Αλλ' εγώ ως καλός +υιός ούτε εμνησικάκησα διά την αποκλήρωσίν μου, ούτε επερίμενα να με +καλέσουν διότι δεν είχα και καμμίαν αφορμήν εναντίον του, αφού παν +ό,τι μου έκαμε δεν προήρχετο απ' αυτού, όπως ήδη είπον, αλλ' εκ του +νοσήματος. Μετέβην λοιπόν απρόσκλητος, αλλά δεν ήρχισα αμέσως την +θεραπείαν, διότι ούτω πράττομεν οι ιατροί και η τέχνη μας διδάσκει να +εξετάζωμεν πρώτον εάν το νόσημα είνε θεραπεύσιμον ή αθεράπευτον και +υπερβαίνη τα όρια της επιστήμης• και τότε αν μεν είναι ιάσιμον +επιχειρούμεν την θεραπείαν και πάσαν επιμέλειαν καταβάλλομεν διά να +σώσωμεν τον πάσχοντα• εάν δε ίδωμεν ότι το νόσημα έχει ήδη επικρατήσει +και νικήσει τον οργανισμόν, ούτε δοκιμάζομεν κατ' αυτού τα φάρμακά +μας, διότι ακολουθούμεν παλαιάν τινα παραγγελίαν των προπατόρων της +ιατρικής επιστήμης, οίτινες έλεγον ότι δεν πρέπει να επιχειρούμεν την +θεραπείαν νοσημάτων, τα οποία έχουν ήδη επικρατήσει. + +Ιδών λοιπόν ότι ο πατήρ μου ευρίσκετο ακόμη εις κατάστασιν παρέχουσαν +ελπίδας και ότι το πάθος του δεν ήτο υπέρτερον της επιστήμης, αφού επί +πολύ τον εξήτασα λεπτομερώς και ακριβώς, ήρχισα την θεραπείαν και με +θάρρος του έδιδα φάρμακα, καίτοι πολλοί εκ των παρόντων εθεώρουν +υπερβολικήν την δόσιν του φαρμάκου και εσυκοφάντουν την θεραπείαν και +ήσαν έτοιμοι προς κατηγορίας. Και αυτή δε η μητρυιά μου εφοβείτο και +εδυσπίστει, όχι διότι με εμίσει, αλλά διότι εφοβείτο και εγνώριζεν +ακριβώς την δεινήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκετο ο πατήρ μου• +συζώσα με τον άρρωστον, εγνώριζε μόνη αυτή τα καθέκαστα του νοσήματός +του. Αλλ' εγώ χωρίς ν' αποδειλιάσω παντάπασι—διότι εγνώριζα ότι δεν με +ηπάτησαν τα συμπτώματα, ούτε η επιστήμη θα μ' επρόδιδεν—εβεβαίουν την +ίασιν από της αρχής της θεραπείας, μολονότι τινές εκ των φίλων μου με +συνεβούλευαν να μη έχω τόσην αυτοπεποίθησιν, μήπως η αποτυχία γείνη +αφορμή μεγαλειτέρας συκοφαντίας εναντίον μου, ότι ηθέλησα να εκδικηθώ +τον πατέρα διά δηλητηρίου, επειδή εμνησικάκουν δι' όσα έπαθα εκ μέρους +αυτού. Το βέβαιον είνε ότι εντός ολίγου εθεραπεύθη και ανέκτησε το +λογικόν και την διαύγειαν του πνεύματος• οι δε συμπολίται εθαύμαζον +και η μητρυιά μου επεδαψίλευεν επαίνους και ήτο φανερά η μεγάλη της +χαρά και διά την ιδικήν μου επιτυχίαν και διά την θεραπείαν του πατρός +μου. Ούτος δε—και επικαλούμαι την μαρτυρίαν του—χωρίς να διστάση και +χωρίς να παρακινηθή υπό άλλου, άμα έμαθε τα γενόμενα ανεκάλεσε την +αποκήρυξιν, με ανεγνώρισεν εκ νέου ως υιόν του και με απεκάλεσε σωτήρα +και ευεργέτην, ομολογών δε ότι τώρα εγνώρισε την αξίαν και την +αγαθότητα του χαρακτήρας μου και μετενόει διά την προτέραν προς εμέ +διαγωγήν του. + +Τούτο επροξένησεν ευχαρίστησιν μεν εις πολλούς αγαθούς ανθρώπους, +λύπην δε εις τους μοχθηρούς, οίτινες χαίρουν περισσότερον διά μίαν +αποκήρυξιν παρά διά μίαν υιοθεσίαν. Είδα δε τότε ότι το πράγμα δεν +έκαμεν ομοίαν εντύπωσιν εις όλους, αλλ' ότι τινές ήλλαξαν χρώμα και το +βλέμμα των εταράχθη και το πρόσωπον αυτών έδειξε δυσαρέσκειαν, όπως +συμβαίνει εις τον φθόνον και το μίσος. Αλλ' ημείς δεν εδίδαμεν +προσοχήν παρά μόνον εις την χαράν, διότι επανεβλεπόμεθα και +συνεφιλιούμεθα μετά τον μακρόν μας αποχωρισμόν. + +Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε και η μητρυιά μου να πάσχη από νόσημα σοβαρόν +και παράδοξον• το παρηκολούθησα δε ευθύς από της αρχής του• και δεν +ήτο απλούν, ουδέ ελαφρόν είδος μανίας, αλλ' ως παλαιόν κακόν το οποίον +υπεκρύπτετο προ πολλού εις την ψυχήν της, εξέσπασε διά μιας και +εκδηλωθέν την κατεκυρίευσεν. Έχομεν πολλά σημεία εκ των οποίων +διαγινώσκομεν τους πάσχοντας από ανίατον παραφροσύνην, έν δε παράδοξον +παρετήρησα εις εκείνην την γυναίκα• προς μεν τους άλλους είνε +ημερωτέρα και ενώπιον αυτών το νόσημά της ησυχάζει• άμα δε ίδη ιατρόν +ή και μόνον ακούση το όνομα ιατρού, εξερεθίζεται μεγάλως, το οποίον +είνε σημείον της δεινής και ανιάτου καταστάσεώς της. + +Ταύτα δε βλέπων εγώ εστενοχωρούμην και ελυπούμην την γυναίκα, διότι +είνε καλή και αδίκως πάσχει. Ο δε πατήρ μου εξ αμαθείας — διότι ούτε +την προέλευσιν, ούτε την αιτίαν, ούτε την σοβαρότητα του νοσήματος +εγνώριζε — μου είπε να την θεραπεύσω και να της δώσω το αυτό φάρμακον +διότι ενόμιζεν ότι έν μόνον είδος παραφροσύνης υπάρχει και ότι το +νόσημα της συζύγου του ήτο το ίδιον με το ιδικόν του και εκ της αυτής +θεραπείας είχεν ανάγκην. Όταν δε του είπα την καθαράν αλήθειαν, ότι +είνε αδύνατον να σωθή η γυνή και ωμολόγησα ότι το νόσημα ήτο υπέρτερον +των δυνάμεων μου, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και οργής και έλεγεν ότι +εκουσίως εγκατέλειπα εις την τύχην της την γυναίκα, ότι ήθελα την +καταστροφήν της και διά την αδυναμίαν της τέχνης κατηγόρει εμέ. Και +είνε μεν σύνηθες εις τους λυπουμένους να θυμώνουν κατ' εκείνων οι +οποίοι λέγουν προς αυτούς απεριφράστως την αλήθειαν• αλλ' εγώ θα +προσπαθήσω να δικαιολογηθώ και υπέρ του εαυτού μου και υπέρ της +επιστήμης. + +Και θαρχίσω από τον νόμον, κατά τον οποίον ούτος θέλει να με +αποκηρύξη, διά ναποδείξω ότι δεν έχει τώρα όπως πριν το προς τούτο +δικαίωμα. Δεν επιτρέπει ο νομοθέτης εις όλους, πατέρα, να +αποκηρύττωσιν αδιακρίτως τα τέκνα των οσάκις θέλουν, ουδέ δι' +οιανδήποτε αιτίαν, αλλ' όπως εις τους πατέρας επέτρεψε να +αποστρέφωνται τα τέκνα των, ούτω και περί των τέκνων επρονόησεν, ώστε +να μη αδικούνται υπό των πατέρων και διά τούτο δεν αφήκε να γίνεται με +απόλυτον έλευθερίαν και χωρίς δίκην η τιμωρία των τέκνων, αλλ' ώρισε +να κρίνεται εις δικαστήριον και ως κριτάς προσδιώρισε εκείνους οίτινες +ούτε από οργήν, ούτε από διαβολήν θα επηρεασθούν εις την κρίσιν του +δικαίου• διότι εγνώριζε ότι πολλάκις και εις πολλούς παράλογοι αφορμαί +προκαλούν την οργήν και άλλοι μεν παρασύρονται από ψευδείς εισηγήσεις, +άλλοι πιστεύουν εις δούλον ή μοχθηρόν γύναιον. Δεν έκρινε λοιπόν +δίκαιον να γίνεται η αποκλήρωσις χωρίς δίκην, ούτε αυθαιρέτως και διά +μιας τα τέκνα να αποπέμπωνται εκ της πατρικής οικίας, αλλ' ώρισε να +χύνεται και νερόν υπέρ αυτών {26}, να έχουν το δικαίωμα της απολογίας +και να μη μένη τίποτε ανεξέταστον. Αφού λοιπόν ο νόμος εις μεν τον +πατέρα δίδει το δικαίωμα της κατηγορίας, την δε κρίσιν, εάν η +κατηγορία του είνε δικαία, αφήνει εις υμάς τους δικαστάς, εκείνο μεν +διά το οποίον τώρα με κατηγορεί και διά το οποίον αγανακτεί, ας το +αφήσωμεν κατά μέρος επί του παρόντος, προ τούτου δε εξετάσετε εάν έχη +το δικαιωμα να αποκηρύττη αφού άπαξ απεκήρυξε και έκαμε χρήσιν του +δικαιώματος το οποίον του δίδει ο νόμος και εξεπλήρωσε την πατρικήν +αυτήν εξουσίαν, έπειτα δε πάλιν με ανεγνώρισε και ανεκάλεσε την +αποκήρυξιν. Εγώ υποστηρίζω ότι είνε αδικώτατον το τοιούτον, δήλα δή να +είνε απεριόριστον το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων και πολλαπλαί αι +τιμωρίαι και ο φόβος αιώνιος, ο δε νόμος οτέ μεν να συμμερίζεται την +οργήν του πατρός, οτέ δε και μετ' ολίγον να ξεθυμώνη μετ' αυτού και +πάλιν να επανέρχεται εις την οργήν και ούτω το δίκαιον να στρέφεται +πότε ούτω και πότε άλλως, αναλόγως προς τας κατά καιρόν διαθέσεις των +πατέρων. Βεβαίως διά πρώτην φοράν είνε δίκαιον να συναγανακτή μετά του +πατρός ο νόμος και να του αναγνωρίζη το δικαίωμα της τιμωρίας των +τέκνων αλλ' εάν άπαξ εξαντλήση την εξουσίαν του και κάμη χρήσιν του +δικαιώματος και ικανοποιήση την οργήν του, έπειτα δε, εάν, +μεταπεισθείς ότι το αποκηρυχθέν τέκνον είνε αγαθόν, το υιοθετήση εκ +νέου, πρέπει να μείνη εις αυτό το σημείον και να μη μεταπηδά ούτε να +αλλάσση γνώμην και να μεταβάλη την κρίσιν. Διότι όταν μεν γεννάται το +τέκνον ουδέν υπάρχει γνώρισμα ότι θα γείνη κακόν ή καλόν και διά τούτο +επιτρέπεται εις τους πατέρας να αποβάλλουν τους αναξίους της +οικογενείας των, καθότι τους ανέθρεψαν χωρίς να γνωρίζουν οποίοι θ' +απέβαινον. Όταν όμως εν γνώσει και εκουσίως και κατόπιν δοκιμασίας +ανακαλούν τους αποκηρυχθέντας, πώς δύναται να δικαιολογηθή η +μετάγνωσις και η ανάμιξις εκ νέου του νόμου; Ο νομοθέτης δύναται να +σου είπη• εάν αυτός ο υιός σου ήτο κακός και άξιος ν' αποκηρυχθή, +διατί ανεκάλεσες την αποκήρυξιν; διατί τον επανέφερες εις την οικίαν +σου; διατί κατήργησες την απόφασιν του νόμου; Ήσο ελεύθερος και +ηδύνασο να μη πράξης ταύτα. Διότι δεν σου επιτρέπεται να παίζης με +τους νόμους, ούτε διά τας ιδιοτροπίας σου να συγκαλής τα δικαστήρια +και να υποβάλης εις κόπους τους δικαστάς και να τους μεταχειρίζεσαι ως +υπηρέτας των ορέξεών σου, ούτως ώστε οτέ μεν να τιμωρούν, οτέ δε να +συμφιλιώνουν, κατά τας διαθέσεις σου. Μίαν φοράν εγέννησες, μίαν φοράν +ανέθρεψες, μίαν φοράν έχεις και το δικαίωμα ν' αποκηρύττης ως +αντάλλαγμα τούτων και τότε εάν δικαίως το απαιτής• αλλά το +απεριόριστον και αιώνιον δικαίωμα της αποκηρύξεως είνε πάρα πολύ και +υπερβαίνει την πατρικήν εξουσίαν. + +Λοιπόν προς Θεού, ω άνδρες δικασταί, μη επιτρέψετε εις αυτόν, αφού +εκουσίως ανεκάλεσε την αποκήρυξιν και κατήργησε την παλαιάν απόφασιν +του δικαστηρίου και έδειξε μεταμέλειαν, πάλιν να επανέλθη εις την +αυτήν τιμωρίαν και ν' ανατρέξη εις την πατρικήν εξουσίαν, η οποία +εγένετο ήδη εκπρόθεσμος και έχασε την δύναμίν της, αφού ενηργήθη ήδη +υπ' αυτού και εξηντλήθη. Βλέπετε ότι και εις τα άλλα δικαστήρια εάν +τις νομίζη ότι ηδικήθη υπό των διά κλήρου εκλεγομένων δικαστών, ο +νόμος επιτρέπει να κάμη έφεσιν εις άλλο δικαστήριον• εάν όμως οι +διάδικοι εκουσίως εκλέξουν δικαστάς και αναθέσουν εις αυτούς, ν' +αποφασίσουν διαιτητικώς περί της διενέξεως των, η αναθεώρησις της +δίκης δεν επιτρέπεται. Όταν δε τούτο δεν επιτρέπεται εις εκείνους, +οίτινες εξέλεξαν άλλους διά να κρίνουν, πολύ δικαιότερον είνε να +εμμένουν εις εκείνο, το οποίον οι ίδιοι απεφάσισαν. Ούτω λοιπόν και συ +εάν εκείνον τον οποίον απεκήρυξες ως ανάξιον της οικογενείας σου και +ηδύνασο να μη τον ανακαλέσης πλέον, έπειτα τον έκρινες καλόν και τον +εκάλεσες πάλιν πλησίον σου, δεν έχεις πλέον το δικαιωμα να τον +αποκηρύξης. Ότι δεν είνε άξιος να υποστή την αυτήν τιμωρίαν έχει +μαρτυρηθή υπό σου, όστις ήδη ωμολόγησες ότι είνε χρηστός. Κατ' ανάγκην +λοιπόν εις την ανάκλησιν της αποκηρύξεως και την συγχώρησιν δεν χωρεί +μετάνοια, μετά τόσην κρισολογίαν και δύο δίκας, την πρώτην κατά την +οποίαν εζήτησες την αποκήρυξιν και την δευτέραν κατά την οποίαν +μετεμελήθης και κατήργησες την αποκήρυξιν. Αφού ανεκάλεσες τας +προηγουμένας σου αποφάσεις, βεβαιοίς τας κατόπιν αποφάσεις σου. Μένε +λοιπόν εις τας τελευταίας και τήρησε την γνώμην σου. Πρέπει να είσαι +πατήρ• διότι τούτο ηθέλησες, τούτο έκρινες, τούτο ενέκρινες. + +Εγώ νομίζω ότι και αν δεν ήμην γνήσιον τέκνον σου, αλλ' υιοθετημένον +και ήθελες να με αποκήρυξης, πάλιν δεν θα είχες δικαίωμα• διότι +εκείνος όστις ηδύνατο να μη πράξη τι, δεν δικαιούται, αφού το έπραξε, +να το αναιρέση. Αφού δε εγώ και γνήσιον τέκνον του ήμην, έπειτα δε +πάλιν αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως με υιοθέτησε, πώς είνε δίκαιον να +με αποπέμψη εκ νέου και επανειλημμένως να με στερήση τα υιικά +δικαιώματα; Και δούλος αν ήμην, και νομίσας κατ' αρχάς ότι είμαι +φαύλος μ' έβαλες εις τα δεσμά, μεταπεισθείς δε έπειτα ότι ουδέν κακόν +έπραξα, μου έδωκες την ελευθερίαν μου, νομίζεις ότι σου επετρέπετο να +με επαναφέρης εις την αυτήν δουλείαν; Ουδόλως. Διότι περί των τοιούτων +αποφάσεων αξιούν οι νόμοι να είνε ανέκκλητοι και διά παντός να +ισχύουν. Θα ηδυνάμην να είπω πολλά ακόμη περί του ότι δεν επιτρέπεται +εις τον πατέρα ν' αποκηρύττη τον άπαξ αποκηρυχθέντα και εκουσίως +συγχωρηθέντα, αλλ' αρκούμαι εις αυτά. + +Τώρα δε ας ίδωμεν ποίος είμαι, όταν ο πατήρ μου θέλη να με αποκηρύξη• +και δεν θα είπω ότι την μεν πρώτην φοράν ήμουν χωρίς επάγγελμα, τώρα +δε ιατρός• διότι η επιστήμη ουδόλως θα συντελέση προς υπεράσπισίν μου• +ουδέ ότι τότε μεν ήμουν νέος, τώρα δε έχω ηλικίαν ώριμον, ήτις είνε +εγγύησις ότι δεν δύναται να κάμω παρεκτροπάς και αφροσύνας• διότι και +τούτο ίσως δεν είνε πολύ σημαντικόν. Αλλά την πρώτην φοράν, χωρίς να +του κάμω τίποτε κακόν, ως δύναμαι να βεβαιώσω, αλλά και χωρίς να του +κάμω τίποτε καλόν μ' εξεδίωξε• τώρα δε, ότε είμαι σωτήρ και ευεργέτης +του (δύναται να υπάρξη μεγαλειτέρα αχαριστία;) αφού τον έσωσα και με +την βοήθειάν μου διέφυγε τοιούτον κίνδυνον, με ανταμείβει κατ' αυτόν +τον τρόπον παρευθύς διά την θεραπείαν εκείνην. Χωρίς κανένα λόγον +αποπέμπει εκείνον όστις δικαίως ηδύνατο να εκδικηθή διά την άδικον +αποκήρυξίν του, και όχι μόνον δεν εμνησηκάκησεν, αλλά και τον έσωσε +και του επανέφερε το λογικόν. Δεν ήτο μικρά, ουδέ κοινή και τυχαία η +προς αυτόν ευεργεσία μου, ω άνδρες δικασταί, και όμως βλέπετε, τι +απολαμβάνω τώρα παρ' αυτού. Εάν δε αυτός δεν ενθυμήται ένεκα της +ασθενείας του τα τότε γενόμενα, αλλ' υμείς όλοι γνωρίζετε τι έπραττε +κατά την ασθένειάν του, πως έπασχε και εις ποίαν κατάστασιν εγώ τον +παρέλαβα, όταν οι άλλοι ιατροί είχον απελπισθή να τον κάμουν καλά, οι +δε συγγενείς του τον απέφευγον και ούτε ετόλμων να τον πλησιάσουν, και +εις τοιαύτην υγείαν τον επανέφερα, ώστε σήμερον να δύναται να διεξάγη +δίκας και να συζητή περί των νόμων. Αλλ' έχεις, πατέρα, πρόχειρον +παράδειγμα διά να καταλάβης εις ποίαν κατάστασιν ήσο τότε• ήσο περίπου +εις την κατάστασιν της γυναικός σου και εγώ σε επανέφερα εις την +προτέραν σου φρόνησιν. Δεν είνε λοιπόν δίκαιον να με ανταμείβης κατ' +αυτόν τον τρόπον και μόνον εναντίον μου να μεταχειρίζεσαι τον νουν τον +οποίον με την βοήθειάν μου ανέκτησες. + +Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ +εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την +γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς, +έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και +να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν. Συ όμως +αχαριστότατα άμα ανέκτησες το λογικόν με ενήγαγες εις το δικαστήριον +και ως αμοιβήν της σωτηρίας σου με τιμωρείς, επανέρχεσαι εις το +αρχαίον μίσος σου και τον αυτόν νόμον επικαλείσαι. Ωραίαν αμοιβήν +δίδεις εις την επιστήμην και κατ' αξίαν πληρώνεις τα φάρμακα, +καταδιώκων τον ιατρόν, αφού σου έδωκε την υγείαν. Υμείς δε, ω άνδρας +δικασταί, θα επιτρέψετε εις αυτόν να τιμωρήση τον ευεργέτην του, να +εκδιώξη τον σωτήρα του, να μισή εκείνον όστις τον εθεράπευσε και να +καταδιώκη εκείνον όστις τον ανέστησε; Βεβαίως όχι, αν είσθε δίκαιοι. +Διότι και αν συνέβαινε να είμαι μέγας πταίστης, μου οφείλει μίαν χάριν +όχι μικράν, εις ην αποβλέπων ο πατήρ μου και ενθυμούμενος, έπρεπε να +παύση να μνησικακή και προθύμως να με συγχωρήση και μάλιστα αφού το +καλόν το οποίον του έκαμα είνε τοιούτον, ώστε να υπερβαίνη την +προσβολήν. Νομίζω ότι τοιαύτη είνε η θέσις μου απέναντι τούτου, τον +οποίον έσωσα και όστις μου οφείλει την ζωήν, αφού του απέδωκα την +ύπαρξιν και το λογικόν, ότε ήδη οι άλλοι ιατροί τον είχον απελπίσει +και ωμολόγουν ότι η επιστήμη των ήτο ανίκανος να καταπολεμήση το +νόσημά του. + +Τούτο δε μου φαίνεται ότι έτι μάλλον μεγαλοποιεί την ευεργεσίαν μου, +ότι χωρίς να είμαι υιός του τότε και χωρίς να έχω ανάγκην ή καθήκον να +τον θεραπεύσω, αλλ' αν και ανεξάρτητος και ξένος, αφού ο φυσικός μας +δεσμός είχε λυθή, δεν εφάνην αδιάφορος, αλλ' εκουσίως, απρόσκλητος και +αυθόρμητος επήγα προς αυτόν, τον εβοήθησα, τον επεριποιήθην επιμελώς, +τον εθεράπευσα, τον επανέφερα εις την υγείαν και ως πατέρα μου τον +έσωσα. Ούτω δε έκαμα την καλλιτέραν απολογίαν διά την αποκήρυξίν μου +και διά της αγάπης έπαυσα την οργήν του, διά της φιλοστοργίας κατέλυσα +τον νόμον και διά μεγάλου ευεργετήματος εξηγόρασα την επάνοδον εις την +οικογένειάν μου. Εις περίστασιν τόσον κρίσιμον επέδειξα την προς τον +πατέρα αφοσίωσίν μου και διά της επιστήμης μου έγινα άξιος να +υιοθετηθώ εκ νέου και εις την δυστυχίαν ανεδείχθην γνήσιος υιός. Πόσα +νομίζετε ότι υπέφερα, πόσον εκοπίασα να είμαι διηνεκώς πλησίον του, να +τον υπηρετώ, να παρακολουθώ το νόσημά του; και άλλοτε μεν υπεχώρουν +εις την ορμήν του πάθους, άλλοτε δε οσάκις ολίγον το νόσημα ενέδιδε, +εφήρμοζα κατ' αυτού τα υποδεικνυόμενα υπό της επιστήμης μέσα. Το +δυσκολώτατον δε και κινδυνωδέστατον πράγμα εις την ιατρικήν είνε να +θεραπεύη τις τοιούτους ασθενείς και να τους πλησιάζη ευρισκομένους εις +τοιαύτην κατάστασιν• διότι πολλάκις εις τας στιγμάς των παροξυσμών του +πάθους των μεταδίδουν εις τους περιστοιχούντας αυτούς την λύσσαν υπό +της οποίας κατέχονται. Και όμως όλα ταύτα δεν με απεθάρρυναν, ούτε με +απεδειλίασαν, αλλά μένων διαρκώς πλησίον του πάσχοντος και παλαίων +προς το νόσημα, το κατέβαλα επί τέλους διά των φαρμάκων. + +Οι ακούοντες ταύτα θα είπουν ίσως• και είνε τάχα μέγας κόπος να δώση +κανείς έν φάρμακον εις άρρωστον; Αλλά προ του φαρμάκου πρέπει να +γίνουν πολλά, να προπαρασκευασθή ο άρρωστος διά την πόσιν του φαρμάκου +και να διαθέση καταλλήλως τον οργανισμόν διά την θεραπείαν• προσέτι δε +να επιμεληθή την όλην ιδιοσυγκρασίαν του αρρώστου διά καθαρσίων και +ισχναντικών και διά καταλλήλου διαίτης• και να του επιβάλη κίνησιν +όσην απαιτείται και ύπνον και ανάπαυσιν. Εις αυτά οι μεν άλλοι +άρρωστοι ευκόλως πείθονται• οι παράφρονες όμως, μη διευθυνόμενοι υπό +του λογικού, δυσκόλως υποτάσσονται εις τον ιατρόν και εις την +θεραπείαν ανθίστανται. Όταν δε κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις το τέλος +της θεραπείας και αρχίζωμεν να ελπίζωμεν, επέρχεται πολλάκις μικρόν +ατάκτημα, το οποίον ανατρέπει και καταστρέφει διά μιας ό,τι +κατωρθώσαμεν με τόσην δυσκολίαν, το νόσημα ανακτά την δύναμίν του και +η επιστήμη μας ηττάται. Θα επιτρέψετε λοιπόν εις τούτον ναποκηρύξη +πάλιν εκείνον όστις υπέφερε πάντα ταύτα και προς νόσημα τόσον φοβερόν +επάλαισε και το πλέον δυσπολέμητον εκ των νοσημάτων ενίκησε; Θα του +επιτρέψετε να ερμηνεύη τους νόμους όπως θέλει εναντίον του ευεργέτου +και θα τον αφήσετε να υβρίζη την φύσιν; Εγώ υπακούων εις την φύσιν, ω +άνδρες δικασταί, σώζω και διαφυλάττω τον πατέρα μου, αδιαφορών αν με +αδική• αυτός δε, ακολουθών ως λέγει τους νόμους, προσπαθεί να +καταστρέψη και θέλει να στερήση της οικογενείας του τον υιόν του, +όστις τον ευηργέτησε. Ενώ αυτός είνε μισότεκνος, εγώ γίνομαι +φιλοπάτωρ. Εγώ σέβομαι την φύσιν, αυτός αδιαφορεί προς την φύσιν και +την καθυβρίζει. Ιδού πατήρ, όστις αδίκως μισεί• ιδού υιός όστις +αδικώτερον αγαπά. Διότι αναγκάζομαι υπό του πατρός μου να κατηγορώ τον +εαυτόν μου, ότι ενώ μισούμαι αγαπώ και αγαπώ περισσότερον του δέοντος. +Η φύσις μάλλον εις τους πατέρας επιτάσσει ναγαπούν τους υιούς των παρά +εις τους υιούς ναγαπούν τους πατέρας των. + +Αλλ' ο πατήρ μου εκουσίως και τους νόμους παραβαίνει, οίτινες δεν +επιτρέπουν την αποκήρυξιν των τέκνων τα οποία ουδέν κακόν έπραξαν, και +την φύσιν περιφρονεί, ήτις εμπνέει πολύ φίλτρον εις τους γεννήτορας +προς τα τέκνα των• και μολονότι έχει τας μεγαλειτέρας αφορμάς διά να +διάκηται ευμενώς προς εμέ, πολύ απέχει να τρέφη προς εμέ και αυτήν την +αγάπην την οποίαν επιβάλλει η φύσις• ούτε λαμβάνει τουλάχιστον εμέ ως +υπόδειγμα και δεν μιμείται την αγάπην μου. Αλλ' ω δυστυχία μου, με +μισεί ενώ τον αγαπώ και με αποδιώκει ενώ του είμαι αφωσιωμένος• με +αδικεί ενώ τον ευεργετώ και ενώ τον εγκολπούμαι με αποκηρύττει, τους +δε φιλόπαιδας νόμους ως μισόπαιδας μεταχειρίζεται εναντίον μου. Τι +πόλεμος είνε αυτός τον οποίον εγείρεις, πάτερ μου, μεταξύ των νόμων +και της φύσεως; + +Δεν είνε ταύτα, δεν είνε όπως τα θέλεις• κακώς ερμηνεύεις ω πάτερ, +τους καλώς κειμένους νόμους. Η φύσις και ο νόμος δεν αντιμάχονται εις +την αγάπην, αλλά συμβαδίζουν και συντρέχουν προς άρσιν των αδικημάτων. +Υβρίζεις τον ευεργέτην, αδικείς την φύσιν. Διατί ομού με την φύσιν +αδικείς και τους νόμους; Ενώ οι νόμοι θέλουν να είνε καλοί και δίκαιοι +και να προστατεύουν τα τέκνα, συ απαιτείς παρ' αυτών το εναντίον και +διεγείρων αυτούς εναντίον του τέκνου σου τους διεγείρεις εναντίον όλων +και δεν τους αφίνεις να προστατεύουν την μεταξύ πατέρων και τέκνων +αγάπην όπως θέλουν, αφού δεν έγιναν εναντίον των μη αδικούντων. +Εκείνος δε ο οποίος ζητεί παρά των νόμων να τιμωρούν διά να μη +ανταμείψη και δι' όσα ευηργετήθη, σκεφθήτε εις ποίαν υπερβολήν αδικίας +φθάνει. + +Ότι μεν λοιπόν δεν επιτρέπεται εις τούτον να με αποκηρύξη, αφού ήδη +εξήντλησε την πατρικήν εξουσίαν και έκαμε χρήσιν των νόμων, και ότι +ούτε άλλως είναι δίκαιον, μετά την ευεργεσίαν την οποίαν του έκαμα, να +με αποπέμπη και εκδιώκη εκ της οικογενείας, μου φαίνεται ότι ικανώς +ήδη απεδείχθη. + +Τώρα δε ας έλθωμεν και εις την αιτίαν της αποκηρύξεως και ας +εξετάσωμεν τι είνε το έγκλημα. Είνε δε ανάγκη πάλιν να ανατρέξωμεν εις +την γνώμην του νομοθέτου. Και αν προς στιγμήν υποθέσωμεν ότι σου +επιτρέπεται κατ' επανάληψιν ν' αποκηρύττης και ότι έχεις αυτήν την +εξουσίαν και εναντίον ευεργέτου, πάλιν φρονώ ότι ουχί απολύτως, ουδέ +δι' όλας τας αίτιας δύνασαι ν' αποκηρύττης. Ο νομοθέτης δεν είπεν, ότι +οία δήποτε και αν είνε η αιτίασις του πατρός, ο υιός πρέπει να +αποκηρύττεται, αρκεί ο πατήρ να το θέλη και να το ζήτηση δι' αγωγής. +Αν ούτως είχε το πράγμα, τις η ανάγκη τότε του δικαστηρίου; Εξ +εναντίας όμως, ω άνδρες δικασταί, ο νομοθέτης σας επιβάλλει να +εξετάσετε εάν η οργή του πατρός έχη μεγάλας και δικαίας αφορμάς ή μη. +Λοιπόν τούτο τώρα εξετάσατε. Θα σας βοηθήσω δε εις τούτο, διηγούμενος +όσα συνέβησαν ευθύς από της θεραπείας του εκ της παραφροσύνης. + +Άμα ανέκτησε το λογικόν του ο πατήρ μου, η πρώτη του φροντίς ήτο να +ακυρώση την αποκήρυξιν και ήμουν σωτήρ και ευεργέτης και τα πάντα, εγώ +τότε. Εις ταύτα δε νομίζω δεν ηδύνατο να ευρεθή καμμία αφορμή +κατηγορίας εναντίον μου. Αλλά και μετά ταύτα τι εξ όλων των +παραπτωμάτων δύναται να μου αποδώση; Ποίαν περιποίησιν και ποίαν +υπηρεσίαν υιικήν παρέλειψα; πότε διενυκτέρευσα έξω της πατρικής +οικίας; δύνασαι να με κατηγορήσης διά πότους απρεπείς και τρελλάς +διασκεδάσεις; Ποίαν ασωτείαν έκαμα; Εις ποίον καταγώγιον έκαμα +ταραχάς; Ποίος με κατηγόρησε; Κανείς. Αλλ' αυτά είνε εκείνα τα οποία ο +νόμος θεωρεί ως τα κυρίως δίδοντα το δικαίωμα της αποκηρύξεως. + +Αλλ' επήλθε το νόσημα της μητρυιάς. Λοιπόν δι'αυτό πταίω εγώ και +απαιτείς να δικασθώ ως υπαίτιος του νοσήματος; Όχι, λέγεις. Αλλά διατί +λοιπόν; Διότι κληθείς να την θεραπεύσης δεν θέλεις και επομένως είσαι +άξιος αποκηρύξεως, επειδή απειθείς εις τον πατέρα σου. Αλλ' ας +αναβάλωμεν το ζήτημα εάν μη δυνάμενος να πράξω όσα με διατάσσει +δύναμαι να θεωρηθώ ως απειθών εις την πατρικήν θέλησιν• και +περιορίζομαι απλώς να είπω ότι ο νόμος ούτε εις αυτόν δίδει το +δικαίωμα να διατάσση εις εμέ τα πάντα αδιακρίτως, ούτε εις εμέ +επιβάλλει το καθήκον να υπακούω εις όλα ανεξαιρέτως. Εκ των +προσταγμάτων άλλα μεν δεν συνεπάγονται καμμίαν ευθύνην, αλλά δε είνε +άξια οργής και τιμωρίας. Εάν ασθενής ο ίδιος, εγώ δε σε παραμελώ• εάν +με διατάσσης να φροντίσω διά τα οικιακά μας πράγματα, εγώ δε αδιαφορώ• +εάν με αποστέλλης να επιστατήσω εις τας αγροτικάς μας εργασίας, εγώ δε +παρακούω. Πάντα ταύτα και τα προς αυτά όμοια δύνανται να θεωρηθούν ως +εύλογοι αφορμαί και να προκαλέσουν δικαίως τας πατρικάς μομφάς• τα δε +άλλα, όπως τα αναγόμενα εις τας τέχνας και την εξάσκησιν αυτών, +ανήκουν εις τα δικαιώματα ημών των τέκνων και μάλιστα εάν ο πατήρ +προσωπικώς δεν αδικήται. Εάν λόγου χάριν ο πατήρ διατάσση τον ζωγράφον +υιόν του, αυτά, υιέ μου, να ζωγραφίζης και αυτά όχι, και εις τον +μουσικόν, αυτήν την αρμονίαν παίζε και όχι την άλλην, και εις τον +σιδηρουργόν, αυτά κατασκεύαζε και όχι τα άλλα, θα θεωρηθή δίκαιον ν' +αποκηρύξη τον υιόν του διότι ούτος δεν εξασκεί την τέχνην κατά την +γνώμην εκείνου; Δεν πιστεύω. + +Η δε ιατρική όσον ευγενεστέρα και χρησιμωτέρα εις την ζωήν των +ανθρώπων τέχνη είνε, τόσον και μεγαλειτέραν ελευθερίαν πρέπει να έχουν +οι εξασκούντες αυτήν, μάλιστα δε είνε δίκαιον να έχουν και προνόμιά +τινα, ουδόλως δε να εξαναγκάζωνται, ούτε να διατάσσωνται εις την +εκτέλεσιν έργου ιερού, το οποίον εδιδάχθη υπό των θεών και εξασκείται +υπό σοφών ανθρώπων• ούτε υπό την δουλείαν του νόμου να γίνεται, ούτε +υπό το κράτος φόβου και τιμωρίας δικαστικής, ούτε να εξαρτάται από την +ψήφον δικαστών, την απειλήν πατρός ή την οργήν οίου δήποτε άλλου. Ώστε +και αν σου έλεγα σαφώς και κατηγορηματικώς, δεν θέλω να την θεραπεύσω, +μολονότι δύναμαι, αλλ' έχω την επιστήμην μου μόνον διά τον εαυτόν μου +και διά τον πατέρα μου, δι' όλους δε τους άλλους δεν είμαι ιατρός, +ποίος τύραννος θα ήτο τόσω βίαιος ώστε να με αναγκάση να εξασκήσω την +επιστήμην μου χωρίς να το θέλω; Εις το τοιούτον μου φαίνεται μόνον +παρακλήσεις και ικεσίαι χωρούν, όχι δε νόμοι και θυμοί και αγωγαί +ενώπιον των δικαστηρίων. Ο ιατρός πρέπει να πείθεται, όχι να +διατάσσεται, να θέλη, όχι να φοβήται, να μη σύρεται διά της βίας προς +τον άρρωστον, αλλά να μεταβαίνη θεληματικώς και ευχαρίστως. Η ελευθέρα +τέχνη είνε απαλλαγμένη πατρικής κηδεμονείας, αφού εις τους ιατρούς αι +πόλεις απονέμουν δημοσίας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας και ασυδοσίαν και +προνόμια. + +Αυτά μόνον θα είχα να είπω υπέρ της επιστήμης, και αν συ μου την είχες +διδάξει και πολύ εφρόντισες και εδαπάνησες διά να με κάμης επιστήμονα, +εγώ δε ηρνούμην να εκτελέσω μίαν θεραπείαν, την περί ης ο λόγος, +καίτοι δυνατήν. Τώρα δε πρέπει να σκεφθής πόσον αυθαίρετος είνε η +άπαίτησίς σου να μη με αφίνης ελεύθερον να μεταχειρισθώ κατά βούλησιν +πράγμα το οποίον είνε κτήμα μου απολύτως. Αυτήν την τέχνην εγώ έμαθα +όχι ως υιός σου, ούτε υποκείμενος εις την κηδεμονείαν σου• και εν +τοσούτω την έμαθα προς χάριν σου — και πρώτος συ την επωφελήθης—χωρίς +να λάβω παρά σου καμμίαν βοήθειαν διά να σπουδάσω. Ποίον διδάσκαλον +μου επλήρωσες; ποίων φαρμάκων την κατασκευήν; Ουδένα και ουδέν, αλλά +πενόμενος εγώ και στερούμενος τα χρειώδη εσπούδαζα χάρις εις την +συμπάθειαν και τον οίκτον των διδασκάλων μου. Τα μόνα δε εφόδια τα +οποία είχα εκ μέρους του πατρός μου διά να σπουδάσω ήσαν η λύπη, η +ερημία, η στέρησις, το μίσος της οικογενείας και η αποστροφή των +συγγενών. Και εις ανταπόδοσιν τούτων έχεις την αξίωσιν να διευθύνης +την επιστήμην μου και να είσαι κύριος εκείνων τα οποία απέκτησα όταν +δεν ευρισκόμην υπό την εξουσίαν σου; Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος +διότι χωρίς να σου οφείλω τίποτε σε ευηργέτησα, ενώ δεν είχες το +δικαίωμα να μου απαιτήσης και τότε καμμίαν χάριν. + +Δεν πρέπει η ευεργεσία μου να μου γείνη του λοιπού καθήκον, ούτε η +εκουσία εκδούλευσις να γείνη αφορμή ώστε να διατάσσωμαι να την +επαναλαμβάνω ακουσίως, ούτε πρέπει να γείνη έθιμον ώστε ο ιατρός ο +οποίος θα θεραπεύση άπαξ ένα να θεραπεύη όλους και πάντοτε όσους θέλει +ο πρώτος θεραπευθείς. Τοιουτοτρόπως θα καθιστώμεν τυράννους ημών τους +παρ' ημών θεραπευομένους και ως αμοιβήν θα έχωμεν να δουλεύωμεν αυτούς +και εις πάντα διά τον οποίον θα μας διατάσσουν. Δύναται να γείνη +πράγμα αδικώτερον τούτου; Διότι σε εθεράπευσα πάσχοντα σοβαρώς, +νομίζεις ότι απέκτησες το δικαίωμα να καταχράσαι την επιστήμην μου; + +Αυτά θα ηδυνάμην να είπω εάν ο πατήρ μου με διέτασσε να πράξω πράγματα +δυνάμενα να γείνουν και εγώ δεν υπήκουα εις όλα, ούτε εξηναγκαζόμην να +υπακούσω. Τώρα δε εξετάσετε και οποία είνε εκείνα τα οποία μου επέβαλε +να πράξω• αφού εθεράπευσες εμέ, λέγει, από την παραφροσύνην, τώρα δε +έπαθε τας φρένας και η σύζυγός του και πάσχει το αυτό νόσημα— διότι +αυτήν την ιδέαν έχει—και όπως δι' εμέ απηλπίσθησαν και δι' αυτήν οι +άλλοι ιατροί, συ δε, όπως απέδειξες, δύνασαι να θεραπεύσης πάσαν +ασθένειαν, θεράπευσε και αυτήν και σώσε την από το νόσημα. Τούτο ούτω +απλώς λεγόμενον δύναται να φανή πολύ λογικόν και μάλιστα εις ανθρώπους +απλούς και απείρους της ιατρικής. Αλλ' εάν ακούσετε πώς δικαιολογώ εγώ +την επιστήμην μου, θα μάθετε ότι ούτε τα πάντα είνε δυνατά εις τους +ιατρούς, ούτε τα νοσήματα είνε της αυτής φύσεως όλα, ούτε δι' όλα είνε +μία και η αυτή θεραπεία, ούτε τα φάρμακα έχουν την αυτήν ενέργειαν επί +όλων των νοσημάτων• και τότε θα γείνη φανερόν ότι παρά πολύ διαφέρει +από το μη θέλειν το μη δύνασθαι. Θα μου επιτρέψετε δε την +επιστημονικήν ανάπτυξιν ταύτην και θα σας παρακαλέσω να μη θεωρήσετε +απρεπές ούτε άσκοπον και ξένον προς την υπόθεσιν ή άκαιρον την περί +τούτων ομιλίαν. + +Εν πρώτοις καίτοι τα σώματα φαίνονται ότι έχουν την αυτήν σύστασιν, +δεν έχουν όμως και την αυτήν φύσιν και ιδιοσυγκρασίαν. Αλλά τα μεν +έχουν τας τάδε ιδιότητας• τα δε τας έχουν εις μεγαλείτερον ή +ολιγώτερον βαθμόν. Αι διαφοραί δε αύται δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ +ανδρών και γυναικών, αλλά και μόνον μεταξύ ανδρών• και τούτων οι +οργανισμοί δεν είνε όμοιοι κατά την κράσιν και την σύστασιν, διάφορα +δε κατ' ανάγκην κατά το μέγεθος και κατά το είδος είνε και τα νοσήματα +τα οποία τους καταλαμβάνουν• άλλα μεν εκ των σωμάτων είνε +ευκολοθεράπευτα και το έργον του ιατρού δι' αυτά δεν είνε δυσχερές, +άλλα δε είνε εις βαθμόν απελπιστικόν φιλάσθενα• και ευκόλως +καταλαμβανόμενα υπό των νοσημάτων κυριεύονται υπό τούτων εντελώς. Το +να νομίζη λοιπόν κανείς πάντα πυρετόν ή πάσαν φθίσιν ή περιπνευμονίαν +ή παραφροσύνην ότι είνε μία και η αυτή νόσος εις όλους τους +οργανισμούς, σημαίνει ότι δεν σκέπτεται ορθώς και λογικώς, ούτε είνε +εκ των πεπειραμένων περί τα τοιαύτα ανθρώπων. Η αλήθεια είνε ότι τα +αυτά νοσήματα εις άλλους μεν θεραπεύονται ευκόλως, εις άλλους δε +δυσκολιότερον ή ουδόλως. Αν σπείρη τις σίτον εις διαφόρους αγρούς, +άλλην μεν απόδοσιν θα έχη εις γην πεδινήν, παχείαν, ποτιστικήν, +ευήλιον και καλώς αεριζομένην, όπου ο καρπός θα γείνη άφθονος και +εκλεκτός, άλλην δε εις λεπτόγειον αγρόν ορεινόν και πετρώδη, άλλην εις +γην κακώς ηλιαζομένην, άλλην εις υπώρειαν και εν γένει διάφορος θα +είνε κατά τόπους η εσοδεία. Ομοίως και τα νοσήματα αναλόγως των +οργανισμών εις τους οποίους εμπίπτουν αυξάνουν και δυναμώνουν ή +εξασθενούν. Χωρίς λοιπόν να υπολογίση και εξετάση τας διαφοράς ταύτας +ο πατήρ μου, νομίζει ότι πάσα παραφροσύνη είναι η αυτή εις όλα τα +σώματα και μία η θεραπεία. + +Εκτός τούτου ότι τα γυναικεία σώματα διαφέρουν μεγάλως των ανδρικών +κατά την δύναμιν των νοσημάτων και κατά την πιθανότητα ή το απίθανον +της ιάσεως είναι πρόδηλον. Διότι τα μεν ανδρικά είνε στερεά την +σύστασιν και ισχυρά, γυμνασμένα δε εις κίνησιν και εις την ζωήν του +ανοικτού αέρος• τα δε γυναικεία χαλαρά και άνευρα, αναπτυχθέντα εις +την σκιάν και λευκά ένεκεν ελλείψεως αίματος και ανεπαρκείας +θερμαντικού και πληθώρας υγρών• διά τούτο και ευκολώτερον των ανδρικών +ασθενούν και κυριεύονται υπό των νοσημάτων, δυσκολώτερον θεραπεύονται +και πολύ συχνά υποκύπτουν εις την παραφροσύνην. Επειδή είνε λίαν +επιρρεπείς εις οργήν, πολύ ευερέθιστοι και λεπταί, ολίγην δύναμιν +σώματος έχουν, ευκόλως περιπίπτουν εις το νόσημα εκείνο. + +Δεν είναι επομένως δίκαιον να ζητήται παρά των ιατρών η αυτή θεραπεία +δι' αμφότερα τα φύλα, αφού γνωρίζομεν ότι μέγα χάσμα υπάρχει μεταξύ +των και ότι από της γεννήσεως διαφέρουν και καθ' όλον τον τρόπον του +ζην και καθ' όλας τας πράξεις. Όταν λοιπόν λέγης ότι παρεφρόνησε +πρέπει να προσθέτης και ότι γυνή ήτο εκείνη ήτις παρεφρόνησε, και μη +συγχέης πάντα ταύτα υπό την λέξιν παραφροσύνη η οποία φαίνεται έν και +το αυτό πράγμα σημαίνουσα, αλλά διακρίνων, όπως είναι και εις την +φύσιν, εξέταζε τι είναι δυνατόν να γείνη διά τον άνδρα ή την γυναίκα +ιδιαιτέρως• διότι ημείς οι ιατροί, ως ανωτέρω είπα, τούτο πρώτον +εξετάζομεν, την φύσιν και την κράσιν του νοσούντος και ποίας ιδιότητας +έχει κατά το μάλλον ή ήττον, αν επικρατή εις τον οργανισμόν του το +θερμόν ή το ψυχρόν, αν το σώμα είναι νέον ή ηλικιωμένον, μέγα ή +μικρόν, παχύ ή ολιγόσαρκον και όλα τα τοιαύτα. Και εν γένει αν κανείς +εξετάση αυτά θα είνε λίαν αξιόπιστος όταν θα απελπίση ή θα δώση +ελπίδας περί της θεραπείας. Αλλά και της παραφροσύνης τα είδη είνε +πολυάριθμα και έχουν πολλάς και διαφόρους αιτίας• δι' ο ουδέ και +ονόματα έχουν όμοια• διότι δεν είναι το αυτό η παράνοια και το +παραλήρημα, η λύσσα και η μανία, αλλά ταύτα πάντα προσδιορίζουν +διαφόρους βαθμούς της νόσου. Και τα αίτια εις μεν τους άνδρας είνε +άλλα, εις δε τας γυναίκας άλλα• και μεταξύ αυτών των ανδρών διά μεν +τους νέους είνε άλλα, διά δε τους γέροντας διαφορετικά. Εις τους νέους +αφορμή γίνεται κατά το πλείστον η πληθώρα των χυμών• τους δε γέροντας +πολλάκις είτε διαβολή εξερεθιστική, είτε οργή παράλογος κατά των +οικείων αφού κατά πρώτον τους φέρει εις ταραχήν του λογικού, ολίγον +κατ' ολίγον τους ρίπτει εις μανίαν. Τας δε γυναίκας πολλά είναι τα +αίτια τα οποία τας οδηγούν ευκόλως εις την φρενοπάθειαν, μάλιστα δε το +μίσος εναντίον τινός ή ο φθόνος δι' εχθρόν ευτυχούντα ή λύπη τις ή +οργή• ολίγον κατ' ολίγον ταύτα υποκαίοντα και επί πολύ τρεφόμενα εις +την ψυχήν απολήγουν εις μανίαν. + +Τοιαύτα, πάτερ, έπαθε και η σύζυγός σου και ίσως κάτι την είχε λυπήσει +προηγουμένως• διότι ουδένα εκείνη εμίσει, αλλά το πάθος είνε επίμονον +και δεν είναι δυνατόν εις ην κατάστασιν ευρίσκεται να θεραπευτή υπό +ιατρού• εάν δε άλλος τις αναλάβη να την θεραπεύση, τότε σου δίδω το +δικαιωμα να με μισής ως ένοχον. Αλλά θα ομολογήσω και κάτι άλλο, ότι +και αν δεν ήτο τόσον απελπιστική η κατάστασίς της, αλλά διεφαίνετο +κάποια ελπίς σωτηρίας, πάλιν θα εδίσταζα να επιχειρήσω την θεραπείαν +και να της δώσω φάρμακα, διότι θα εφοβούμην την τύχην και την +δυσφήμισιν. Γνωρίζεις ότι γενικώς αποδίδεται εις τας μητρυιάς, και αν +ακόμη είνε αγαθαί, ότι μισούν τους προγονούς των, και το μίσος τούτο +θεωρείται ως κοινή μανία των γυναικών. Εάν λοιπόν συνέβαινε να λάβη +κακήν τροπήν το νόσημα και τα φάρμακά μου να αποβούν ανωφελή, ίσως θα +εκίνουν υποψίας ότι η θεραπεία μου συνετέλεσε σκοπίμως. + +Τοιαύτη είνε η κατάστασις της συζύγου σου, πάτερ, και αναγκάζομαι να +σου είπω ότι ουδέποτε θα βελτιωθή και αν μυριάκις πίη το φάρμακον• διά +τούτο είνε περιττόν και να επιχειρήσω, εκτός αν μόνον με εξαναγκάζης +διά ναποτύχω και δυσφημισθώ. Άφησε με να με ζηλεύουν οι ομότεχνοι. Εάν +δε με αποκηρύξης πάλιν, εγώ καίτοι θα μείνω έρημος, δεν θα τρέφω +εναντίον σου καμμίαν έχθραν. Και εάν, ο μη γένοιτο, σου επανέλθη το +νόσημα—-διότι όταν λαμβάνουν νέας αφορμάς συνήθως υποτροπιάζουν αυτά +τα νοσήματα — τι θα πράξω; Να είσαι βέβαιος ότι θα σε θεραπεύσω και +τότε και ουδέποτε θα παραλείψω το καθήκον το οποίον η φύσις επιβάλλει +εις τα τέκνα, ούτε θα λησμονήσω εγώ ότι είσαι πατήρ μου. Αλλά και αν +θα επανέλθης εις το λογικόν, θα δύναμαι να ελπίσω ότι θα με +αναγνωρίσης πάλιν ως υιόν σου; Ιδού, και με αυτά τα οποία τώρα +κάμνεις, προκαλείς το νόσημα και το εξεγείρεις. Ενώ προ ολίγου χρόνου +μόλις εσώθης από τοιαύτην ασθένειαν, πεισμόνεις και φωνάζεις και, το +χειρότερον, θυμόνεις και εχθρεύεσαι και επικαλείσαι τους νόμους. +Αλλοίμονον, πάτερ, τοιαύτα ήσαν και της προηγουμένης σου παραφροσύνης +τα προοίμια. + + + + +ΦΑΛΑΡΙΣ + + + + +Λόγος πρώτος + + + +Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον +θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί +αυτού και διά την προσφοράν του• ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι +ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις +είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με +γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με +παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με +μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας +οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως +ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι +νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι +σκληρός, δι' υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι' όσα +θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να +απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη• ανθρώπους είναι εύκολον να +εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να +διαλάθη. + +Ήμουν πολίτης της Ακράγαντος ουχί εκ των αφανών, αλλ' εκ των πλέον +ευγενών και ανετράφην ως αρμόζει εις ελεύθερον άνδρα και εξεπαιδεύθην• +πάντοτε δε ήμουν περιποιητικός προς την πόλιν και επεζήτουν την +εύνοιαν αυτής, προς δε τους συμπολίτας μου επιεικής και μετριοπαθής, +ουδεμίαν δε βιαιότητα ή σκαιότητα ή ύβριν και αυθαιρεσίας απέδιδε +κανείς εις τον πρότερον εκείνον βίον μου. Αλλ' επειδή έβλεπα τους +πολιτικούς αντιπάλους μου ότι με επεβουλεύοντο και εζήτουν πάντα +τρόπον να με καταστρέψουν— ήτο δε διηρημένη η πόλις μας εις δύο +αντιμαχόμενα κόμματα— δεν εύρισκα άλλον τρόπον ασφαλείας και σωτηρίας +και δι' εμέ και διά την πολιτείαν παρά να συγκεντρώσω εις χείρας μου +την εξουσίαν και να χαλιναγωγήσω τους αντιπολιτευομένους, ώστε να +παύσουν τας εναντίον μου επιβουλάς των, την δε πόλιν να επαναφέρω εις +την φρόνησιν και την ησυχίαν. Ευρήκα δε και πολλούς άνδρας +μετριοπαθείς και φιλοπάτριδας, οι οποίοι επεδοκίμασαν την γνώμην μου +και ανεγνώρισαν ότι ήτο αναγκαία τοιαύτη μεταβολή. Τούτους +μετεχειρίσθην ως συναγωνιστάς και ευκόλως επέτυχα τον σκοπόν μου. Του +λοιπού οι μεν εχθροί μου έπαυσαν τας ταραχάς και έγιναν ευπειθείς, εγώ +διηύθυνα την πολιτείαν και η πόλις ήτο ήσυχος. Θανατώσεις ή εξορίας ή +δημεύσεις ούτε εναντίον εκείνων οίτινες επεβουλεύθησαν την ζωήν μου +έκαμα, καίτοι είναι αναγκαίον να γίνωνται τα τοιαύτα, μάλιστα κατά την +αρχήν μιας δυναστείας• αλλ' ενόμιζα ότι με φιλανθρωπίαν και πραότητα, +με ημερότητα και ισοτιμίαν θα τους έφερα εις την ευπείθειαν. Ευθύς +λοιπόν με τους εχθρούς μου έκαμα ειρήνην και συνεφιλιώθην, τους +πλείστους δ' εξ αυτών μετεχειριζόμην ως συμβούλους και ομοτραπέζους. +Βλέπων δε ότι η πόλις εξ αμελείας των αρχόντων αυτής ευρίσκετο εις +ελεεινήν κατάστασιν, καθότι πολλοί έκλεπτον ή μάλλον διήρπαζον τα +κοινά, κατεσκεύασα υδραγωγεία και κρήνας, την εκόσμησα δι' οικοδομών +δημοσίων και την ενίσχυσα διά τειχών και τας δημοσίας προσόδους ηύξησα +ταχέως διά της επιμελείας της οικονομικής υπηρεσίας και διά την +νεολαίαν εφρόντιζα και διά τους γέροντας επρονόησα και τον λαόν +επεριποιούμην με θεάματα, διανομάς βοηθημάτων, πανηγύρεις και δημόσια +γεύματα. Μου επροξένει δε φρίκην και μόνον να ακούσω περί εξυβρίσεως +παρθένων ή διαφθοράς εφήβων ή απαγωγής γυναικών ή αποστολής δορυφόρων +προς σύλληψιν πολίτου ή προς οίαν δήποτε τυραννικήν απειλήν. + +Είχα δε αρχίσει και να σκέπτωμαι να εγκαταλείψω την αρχήν και να +καταθέσω την εξουσίαν, καθότι αι φροντίδες της αρχής είχον αρχίσει να +με κουράζουν και ο φθόνος ο οποίος με περιέβαλλε καθίστα επαχθέστερα +τα βάρη της εξουσίας• αλλ' ήθελα να εύρω τρόπον ώστε μετά την +παραίτησίν μου να μη έχη πλέον η πόλις ανάγκην τοιαύτης υπηρεσίας. Εν +ω όμως εγώ με απλότητα τοιαύτα εσκεπτόμην, οι αντίπαλοί μου συνωμότουν +εναντίον μου και συνεσκέπτοντο περί του πώς να στασιάσουν και με +επιβουλευθούν και συνήρχοντο κρυφίως και συνήθροιζον όπλα και χρήματα +και παρά των κατοίκων των γειτονικών πόλεων εζήτουν συνδρομήν και εις +την Ελλάδα απέστελλον πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους και Αθηναίους• +όσα δε είχαν αποφασίσει περί εμού, εάν με συνελάμβανον και πώς θα με +κατεσπάρασσαν με τας χείρας των και ποία βασανιστήρια θα εφήρμοζον +εναντίον μου, ωμολόγησαν δημοσία όταν διά βασανιστηρίων ανεκρίθησαν. +Εάν δε εγώ διέφυγα τας επιβουλάς των το οφείλω εις τους θεούς οίτινες +μου απεκάλυψαν τα τεκταινόμενα και μάλιστα εις τον Πύθιον Απόλλωνα +όστις δι' ονείρων με ειδοποίησε δι' όλα. + +Και τώρα σας παρακαλώ να έλθετε εις την θέσιν μου, ω Δελφοί, να +φαντασθήτε τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρέθην και να μου είπετε τι +έπρεπε να πράξω όταν ανύποπτος και απροφύλακτος παρ' ολίγον να +συλληφθώ υπό των εχθρών μου και αν δεν είχα δίκαιον να ζητήσω τρόπον +σωτηρίας. Προς στιγμήν έλθετε πλησίον μου εις την Ακράγαντα και αφού +ίδετε τας συνωμοσίας και ακούσετε τας απειλάς των να μου είπετε τι +έπρεπε να πράξω. Να φερθώ ακόμη προς αυτούς με φιλανθρωπίαν, να +παραβλέψω και να ανεχθώ έως ου μετ' ολίγον με καταστρέψουν; Θα ήτο ως +να προσέφερα τον τράχηλόν μου προς σφαγήν και απεφάσιζα να ίδω τα +τέκνα και ό,τι άλλο έχω φίλτατον να εξοντωθούν προ των οφθαλμών μου. +Δεν αμφιβάλλω ότι θα με ελέγατε ηλίθιον βλέποντές με τοιαύτα +σκεπτόμενον και θα μου εδίδατε την συμβουλήν να λάβω γενναίας και +ανδρικάς αποφάσεις και με την δικαίαν οργήν αδικημένου ανθρώπου να +καταδιώξω τους εχθρούς μου και διά παντός τρόπου να εξασφαλισθώ διά το +μέλλον. Τι λοιπόν έπραξα μετά τούτο; Έστειλα και έφερα ενώπιον μου +τους ενόχους, επέτρεψα εις αυτούς ναπολογηθούν, έφερα αποδείξεις της +ενοχής των και απέδειξα σαφώς τα καθέκαστα της επιβουλής των• αφού δε +και αυτοί ηναγκάσθησαν να ομολογήσουν, τους ετιμώρησα όχι τόσον διότι +εκινδύνευσεν η ζωή μου, αλλά διότι δεν με αφήκαν να μείνω εις τας +αγαθάς μου διαθέσεις και τας αποφάσεις τας οποίας εξ αρχής έλαβα. +Έκτοτε εξακολουθώ να προσέχω διά την ασφάλειάν μου, πάντα δε ο οποίος +με επιβουλεύεται τιμωρώ. Και οι άνθρωποι κατηγορούν εμέ ως σκληρόν +χωρίς να συλλογίζωνται ποίοι έδωκαν την αφορμήν. Βλέποντες τας +συνεπείας και τας τιμωρίας, αίτινες δίδουν εις αυτούς την εντύπωσιν +της σκληρότητος, με κατηγορούν δι' αυτάς, όπως εάν έβλεπέ τις +ιερόσυλον ριπτόμενον από του βράχου{27}, προς τιμωρίαν, δεν ελάμβανεν +υπ' όψει την ασέβειάν του και δεν εσυλλογίζετο πως εισήλθε την νύκτα +εις τον ναόν και έκλεψε τα αφιερώματα και ύψωσε χείρα ασεβή προς το +είδωλον του Θεού, αλλά κατηγόρει υμάς δι' υπερβολικήν αγριότητα, διότι +ενώ είσθε Έλληνες και λέγετε ότι είσθε θεράποντες του Θεού εδέχθητε να +υποστή ανθρωπος Έλλην πλησίον του ναού—διότι, ως λέγεται, ο βράχος δεν +απέχει πολύ από την πόλιν των Δελφών—τοιαύτην τιμωρίαν. Αλλά νομίζω +ότι και σεις θα εγελάτε αν τις έλεγε ταύτα εναντίον σας και όλοι οι +άλλοι θα επεδοκίμαζον την εναντίον των ιεροσύλων σκληρότητα. + +Εν γένει οι λαοί χωρίς να εξετάζουν οποίος είνε ο κυβερνών, είτε +δίκαιος είτε άδικος, μισούν το όνομα της τυραννίας και τον τύραννον +{28}, είτε Αιακός, είτε Μίνως, είτε Ραδάμανθυς είνε, και ομοίως +επιζητούν να εξολοθρεύσουν όλους. Μη πιστεύοντες ότι δύνανται να +υπάρξουν και καλοί τύραννοι, συμπεριλαμβάνουν και τούτους εις το αυτό +όνομα και το αυτό μίσος. Εγώ τουλάχιστον ακούω ότι και αυτόθι εις την +Ελλάδα υπήρξαν πολλοί τύραννοι σοφοί και υπό όνομα θεωρούμενον κακόν +επέδειξαν αγαθόν και ήμερον χαρακτήρα, υπάρχουν δε και εις τον ναόν +σας ανατεθειμένα γνωμικά αυτών, αγάλματα και άλλα αφιερώματα. + +Αλλά και οι νομοθέται, ως γνωρίζετε, νομοθετούν περισσοτέρας ποινάς +παρά αμοιβάς, καθότι όλα τα άλλα ουδέν ωφελούν εάν μη συνυπάρχη ο +φόβος και το δέος της τιμωρίας. Εις ημάς δε τους τυράννους είνε πολύ +αναγκαιότερος ο φόβος, καθότι κυβερνώμεν παρά την θέλησιν του λαού και +ζώμεν μεταξύ ανθρώπων οίτινες μας μισούν και μας επιβουλεύονται. +Πολλάκις μάλιστα ούτε ο φόβος μας είνε αρκετός, διότι οι εχθροί μας +ενθυμίζουν τον περί της Ύδρας μύθον. Όσω τιμωρούμεν τόσω περισσότεραι +αφορμαί τιμωριών αναφύονται. Και αν θέλωμεν να διατηρήσωμεν την αρχήν +πρέπει να εξακολουθούμεν όπως ηρχίσαμεν να αποκόπτωμεν τας αναφυομένας +αφορμάς και, όπως ο Ιόλαιος, να επικαίωμεν τας αποκοπτομένας κεφαλάς +της Ύδρας. Εκείνος ο οποίος άπαξ θα εισέλθη εις αυτήν την οδόν, πρέπει +να εξακολουθήση, άλλως αν δείξη επιείκειαν θα χαθή. Δύνασθε να +πιστεύσετε ότι υπάρχει άνθρωπος τόσον άγριος και ανήμερος, ώστε να +τέρπεται εις τας μαστιγώσεις και ν' ακούη κραυγάς πόνου και να βλέπη +σφαζομένους, εάν δεν έχη σπουδαίαν αφορμήν να προσφεύγη εις τοιαύτας +τιμωρίας; Ποσάκις εγώ εδάκρυσα διότι εμαστιγούντο άλλοι, ποσάκις δε +αναγκάζομαι να θρηνώ και να οδύρωμαι διά την τύχην μου και ούτω να +υποφέρω μεγαλειτέραν και χρονιωτέραν τιμωρίαν εγώ; Διότι δι' άνθρωπον +εκ φύσεως αγαθόν, εξ ανάγκης δε σκληρόν, είνε πολύ λυπηρότερον να +τιμωρή παρά να τιμωρήται. Και αν θέλετε να σας ομιλήσω ειλικρινώς, εάν +μου επροτείνετο να εκλέξω, τι προτιμώ, να τιμωρήσω άλλους αδίκως ή ν' +αποθάνω, να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα εδίσταζα να προτιμήσω τον θάνατον +παρά να τιμωρήσω αθώους. Αλλ' εάν τις μου είπη• Προτιμάς, Φάλαρι, να +αποθάνης συ αδίκως ή να τιμωρήσης δικαίως τους εχθρούς σου; Βεβαίως θα +προτιμήσω το τελευταίον. Διότι και πάλιν θα επικαλεσθώ την γνώμην σας, +ω Δελφοί, και θα σας ερωτήσω, είνε προτιμότερον να αποθάνη τις αδίκως +ή να σώζη αδίκως εκείνον όστις επεβουλεύθη την ζωήν του; + +Δεν πιστεύω να είνε κανείς τόσον ανόητος ώστε να μη προτιμά να ζη +μάλλον παρά να σώση τους εχθρούς του διά να τον καταστρέψουν. Εν +τοσούτω εγώ και εις πολλούς εξ εκείνων οίτινες συνώμοσαν εναντίον μου +και απεδείχθησαν εχθροί μου εχάρισα την ζωήν• και αναφέρω τον Άκανθον, +όστις ευρίσκεται μεταξύ των απεσταλμένων μου, τον Τιμοκράτην και τον +αδελφόν του Λεωγόραν, εις τους οποίους εχαρίσθην ένεκα της παλαιάς μας +φιλίας. + +Αλλά διά να γνωρίσετε καλλίτερα τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ερωτήσετε +τους ξένους τους ερχομένους εις την Ακράγαντα, πώς φέρομαι προς αυτούς +και αν μεταχειρίζωμαι φιλανθρώπως τους ερχομένους εις την πόλιν μας. +Θα μάθετε δε παρ' αυτών ότι έχω εις τους λιμένας ανθρώπους επίτηδες +διά να με πληροφορούν ποίοι και πόθεν έρχονται διά να τους φιλοξενώ +και τους προπέμπω κατ' αξίαν. Τινές δε έρχονται και επίτηδες διά να +διατρίψουν πλησίον μου και μεταξύ αυτών είνε οι σοφώτατοι των Ελλήνων, +οίτινες δεν αποφεύγουν την συναναστροφήν μου. Και αυτός ο σοφός +Πυθαγόρας ήλθε προς εμέ προ ολίγου καιρού, όταν δε με εγνώρισε και +είδεν ότι εκείνα τα οποία είχεν ακούσει περί εμού δεν ήσαν ακριβή, με +απεχαιρέτισε με επαίνους διά την δικαιοσύνην μου και συλλυπούμενός με +διά τας σκληρότητας εις τας οποίας ήμουν ηναγκασμένος να προσφεύγω. +Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος φέρεται τόσον φιλανθρώπως προς +τους ξένους, είνε δυνατόν να φέρεται αδίκως προς τους ιδικούς του, αν +μη λαμβάνη παρ' αυτών σοβαράς αφορμάς; + +Αυτά είχα να είπω προς υμάς ως απολογίαν• νομίζω δε ότι είνε αληθή και +δίκαια και μάλλον επαίνου παρά μίσους άξια. Τώρα δε είνε καιρός να σας +ομιλήσω περί του αφιερώματός μου, πόθεν και πώς απέκτησα τον ταύρον +τούτον χωρίς να πληρώσω εκείνον ο οποίος τον κατεσκεύασε. Διότι δεν +είμαι τόσον ανόητος ώστε να επιθυμώ την απόκτησιν τοιούτων +αντικειμένων. Εκείνος ο οποίος τον κατεσκεύασεν ήτο Ακραγαντίνος +ονόματι Περίλαος, καλός μεν χαλκεύς, κακός δε άνθρωπος. Ούτος έχων +πολύ εσφαλμένην ιδέαν περί των αισθημάτων μου, ενόμιζεν ότι θα με +ευχαριστεί εάν επενόει νέον τι βασανιστήριον, διότι ενόμιζεν ότι μου +ήτο επιθυμία απαραίτητος να βασανίζω ανθρώπους. Κατεσκεύασε λοιπόν +αυτόν τον χάλκινον ταύρον, φυσικώτατον και ωραιότατον και μου τον +έφερε• μόνον η κίνησις και ο μυκηθμός του έλειπε διά να νομισθή +ζωντανός. Όταν δε τον είδα αμέσως ανεφώνησα ότι πρέπει να σταλή ως +αφιέρωμα εις τον Πύθιον Απόλλωνα και ότι είνε άξιον του θεού αφιέρωμα. +Αλλ' ο Περίλαος ο οποίος ήτο εκεί μου είπε• Και τι θα είπης όταν θα +ίδης την τέχνην με την οποίαν είνε εσωτερικώς κατασκευασμένος και τον +σκοπόν εις τον οποίον δύναται να χρησιμεύση; Ανοίξας δε τότε τα νώτα +του ταύρου, όταν θέλης, είπε, να τιμωρήσης κανένα θα τον εισάγης εις +αυτό το μηχάνημα και θα τον κλείης εντός αυτού. Έπειτα θα προσαρμόζης +αυτούς τους αυλούς εις τους ρώθωνας του ταύρου και θα διατάσσης ν' +ανάπτουν φωτιάν κάτω από την κοιλίαν του. Τότε ο κλεισμένος εντός του +ταύρου θα καταληφθή από τρομερούς πόνους και θ' αρχίση να φωνάζη, αλλ' +αι κραυγαί του θα εξέρχωνται από τους αυλούς ως παθητικώταται μελωδίαι +και ο ταύρος θα εκπέμπη συγκινητικούς μυκηθμούς και αρμονικάς +θρηνωδίας, ούτως ώστε εκείνος μεν θα τιμωρήται, συ δε θα τέρπεσαι υπό +μουσικής. Άμα ήκουσα ταύτα, εσιχάθηκα την πολυμήχανον κακίαν του +ανθρωπου και εμίσησα την καταχθονιότητα του μηχανήματος και απεφάσισα +να τιμωρήσω τον εφευρέτην διά της εφευρέσεώς του. Και του είπα• Εάν, +Περίλαε, όλα αυτά δεν είνε ψεύδη, πρέπει να εισέλθης ο ίδιος εις το +μηχάνημα σου, να μιμηθής τας κραυγάς των βασανιζομένων και ν' +αποδείξης την αλήθειαν της τέχνης σου, διά να ίδωμεν αν αληθώς αι +κραυγαί σου θα μεταβληθούν εις μελωδίας. Ο Περίλαος υπήκουσεν, αφού δε +εισήλθεν εις τον ταύρον και τον έκλεισα, διέταξα ν' ανάψουν υπό το +μηχάνημα πυρ και του είπα• Τώρα λάβε την αμοιβήν την οποίαν αξίζει η +θαυμαστή σου τέχνη και ως διδάσκαλος της μουσικής άρχισε πρώτος να +παίζης. Και αυτός μεν ετιμωρήθη δικαίως διά την εφεύρεσίν του• εγώ δε +διατάξας να τον εξαγάγουν, ενώ ακόμη έζη και ανέπνεε, διά να μη μιάνη +το κατασκεύασμά του, παρήγγειλα να τον ρίψουν εκ των κρημνών, +καθαρίσας δε τον χάλκινον ταύρον, τον έστειλα προς υμάς διά ν' +αφιερωθή εις τον θεόν, διέταξα δε συγχρόνως να γραφή επ' αυτού όλη η +διήγησις, το όνομα εμού του αφιερούντος και του τεχνίτου Περιλάου, την +επίνοιαν τούτου και την δικαιοσύνην την ιδικήν μου, την δικαίαν +τιμωρίαν, την μουσικήν του χαλκέως και το πρώτον πείραμα της μουσικής +ταύτης. + +Υμείς δε, ω Δελφοί, θα πράξετε έργον δικαιοσύνης να τελέσετε θυσίαν +υπέρ εμού μετά των απεσταλμένων, να τοποθετήσετε δε τον ταύρον εις +καλόν μέρος του ναού ώστε να βλέπουν όλοι πώς φέρομαι εγώ προς τους +κακούς και πώς τιμωρώ τας περιττάς προς κακουργίαν επιθυμίας των. +Διότι είνε αρκετή διά να φανερώση τον χαρακτήρα μου και μόνη η τιμωρία +του Περιλάου και η αφιέρωσις του ταύρου, τον οποίον δεν εφύλαξα δι' +άλλων τιμωρουμένων μελωδήματα και τίποτε άλλο δεν έπαιξα εις αυτό το +μουσικόν όργανον παρά μόνον του τεχνίτου τας κραυγάς και ότι μόνον +αυτόν μετεχειρίσθην διά να δοκιμάσω την τέχνην του και εις αυτόν +έπαυσα την βάρβαρον εκείνην και απάνθρωπον μουσικήν. Επί του παρόντος +αρκούμαι εις αυτό το αφιέρωμα, θα κάμω δε και άλλα πολλάκις, όταν δ' +θεός συντελέση ώστε να μη ευρίσκωμαι εις την ανάγκην να τιμωρώ. + +Ταύτα, ω Δελφοί, είνε όσα σας γράφει ο Φάλαρις, αληθή όλα όπως +επράχθησαν, είνε δε δίκαιον να πιστεύσετε την μαρτυρίαν μας, διότι και +εις θέσιν είμεθα να τα γνωρίζωμεν και ουδένα λόγον έχομεν να +ψευσθώμεν. Εάν δε πρέπει να προσεύχεσθε και υπέρ ανθρώπου όστις αδίκως +θεωρείται κακός και χωρίς να το θέλη αναγκάζεται να τιμωρή, σας +παρακαλούμεν ημείς οι Ακραγαντίνοι, οι οποίοι είμεθα Έλληνες και +Δωριείς την καταγωγήν, να δεχθήτε την φιλίαν την οποίαν σας προσφέρει +ο Φάλαρις, ο οποίος έχει την διάθεσιν να κάμη πολλάς δωρεάς και εις το +κοινόν σας και ιδιαιτέρως εις ένα έκαστον από σας. Λάβετε λοιπόν τον +ταύρον και αναθέσατέ τον και ευχηθήτε και υπέρ της Ακράγαντος και υπέρ +του Φαλάριδος και μήτε ημάς αποπέμψετε απράκτους, μήτε εκείνον +προσβάλλετε και ούτε τον θεόν να στερήσετε ωραιοτάτου και συγχρόνως +δικαιοτάτου αναθήματος. + + + + +Φ Α Λ Α Ρ Ι Σ + + + + +Λόγος δεύτερος + + + +Ούτε των Ακραγαντίνων, ω άνδρες Δελφοί, είμαι απεσταλμένος, ούτε του +Φαλάριδος ατομικός φίλος, ούτε με συνδέει προς αυτόν αγάπη τις ή +μελλούσης φιλίας ελπίς• αλλ' αφού ήκουσα όσα είπον οι πρέσβεις αυτού +μετριόφρονα και φρόνιμα, απέβλεψα δε εις το συμφέρον της θρησκείας και +εις το συμφέρον όλων ημών, όχι μόνον διά το παρόν αλλά και διά το +μέλλον, λαμβάνω τον λόγον διά να σας συμβουλεύσω να μη προσβάλετε ένα +ηγεμόνα όστις θέλει να είνε ευσεβής, ούτε ν' απορρίψετε αφιέρωμα το +οποίον ήδη προωρίσθη διά τον θεόν και μάλιστα διότι τούτο θα +χρησιμεύση και θα μείνη ως παράδειγμα τριών εκ των σπουδαιοτάτων +πραγμάτων, τέχνης καλλίστης και ιδέας κακίστης και δικαίας τιμωρίας. +Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και το να διστάσετε όπως δήποτε περί τούτου +και να συσκέπτεσθε εάν πρέπει να δεχθήτε το αφιέρωμα ή να το +επιστρέψετε, είνε ήδη ανόσιον ή μάλλον αποτελεί υπερβολικήν ασέβειαν• +διότι είνε καθαρά ιεροσυλία και πολύ μεγαλειτέρα των άλλων• εάν είνε +ιερόσυλοι οι κλέπτοντες τα ήδη αφιερωμένα εις τον θεόν, είνε πολύ +περισσότερον ιερόσυλοι εκείνοι οίτινες εμποδίζουν και τους +σκεπτομένους να αφιερώσουν τι εις το ιερόν. Σας παρακαλώ δε, διότι +είμαι και εγώ Δελφός και εξ ίσου με υμάς μετέχω εις την κοινήν φήμην, +εάν διατηρήται, και εις την δυσφήμισιν εάν τοιαύτη τις δημιουργηθή εκ +του ζητήματος, περί του οποίου πρόκειται, μήτε ν' αποκλείωμεν του +ιερού τους ευσεβείς, ούτε την πόλιν να παριστώμεν εις όλον τον κόσμον +ως κατηγορούσαν τα πεμπόμενα προς τον θεόν αφιερώματα και υποβάλλουσαν +τους αφιερούντας εις δίκην και ψήφον• διότι ουδείς πλέον θα τολμήση +ναφιερώση, αφού θα γνωρίζη ότι ο θεός δεν θα δεχθή ό,τι πρότερον δεν +επιδοκιμάσουν οι κάτοικοι των Δελφών. + +Αλλ' ο Πύθιος Απόλλων εξέφερεν ήδη την δικαίαν περί του αφιερώματος +γνώμην• διότι αν εμίσει τον Φάλαριν και απεστρέφετο το δώρον αυτού, θα +του ήτο εύκολον να το βυθίση εις το μέσον του Ιονίου πελάγους μετά του +πλοίου το οποίον το έφερε• εξ εναντίας όμως συνετέλεσεν ώστε να +ταξειδεύση το πλοίον, ως λέγεται, με λαμπρόν καιρόν και να φθάση σώον +μετά του φορτίου του εις την Κίρραν.{29} Εκ τούτου γίνεται φανερόν ότι +δέχεται προθύμως την ευσέβειαν του ηγεμόνος. Πρέπει λοιπόν και ημείς +συμφώνως προς την γνώμην του θεού να ψηφίσωμεν και να προσθέσωμεν τον +ταύρον τούτον εις τα άλλα κοσμήματα του ναού. Διότι θα είνε λίαν +άτοπον όταν εστάλη προς τον θεόν δώρον τόσον μεγαλοπρεπές, να δοθή εκ +του ιερού ψήφος καταδικαστική και ως αμοιβή προς τον αφιερωτήν να +σταλή η καταδίκη ότι ούτε να αφιερώση θεωρείται άξιος. + +Εκείνος, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία προς εμέ, ως εάν προ ολίγου +καιρού ήλθεν εξ Ακράγαντος, διηγείται εις βάρος του τυράννου σφαγάς +και βιασμούς και αρπαγάς και απαγωγάς σχεδόν ως αυτόπτης, ενώ +γνωρίζομεν ότι ουδέποτε εισήλθεν εις πλοίον και ουδέποτε απεμακρύνθη +των Δελφών. Αλλά διά τα τοιαύτα ούτε τους παρουσιαζομένους ως παθόντας +πρέπει να πιστεύωμεν όταν τα διηγούνται, — διότι είνε άδηλον αν λέγουν +την αλήθειαν — πολύ δε ολιγώτερον εις εκείνους οίτινες κατηγορούν διά +πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν. Αλλά και αν τι τοιούτον συνέβη εις +την Σικελίαν, δεν ανήκει εις τους Δελφούς να το εξετάζουν, εκτός εάν +αντί ιερέων αξιούμεν τώρα ότι είμεθα δικασταί και αντί να θυσιάζωμεν +και κατά τα άλλα να υπηρετούμεν τον θεόν, να συζητούμεν εάν τινες των +κατοικούντων πέραν του Ιονίου πελάγους τυραννούνται δικαίως ή αδίκως. + +Ας αφήσωμεν τους άλλους να φροντίζουν διά τας υποθέσεις των και ημείς +ας φροντίζωμεν διά τας ιδικάς μας και να εξετάζωμεν πώς ήσαν άλλοτε +και πώς είνε τώρα και τι είνε το καλλίτερον και συμφερώτερον δι' ημάς. +Ότι κατοικούμεν εις κρημνούς και γεωργούμεν εις πέτρας είνε περιττόν +να περιμένετε να το μάθετε από τον Όμηρον, αφού το βλέπετε με τους +οφθαλμούς σας. + +Εάν επεριμέναμεν να ζήσωμεν από την γην μας θα είχαμεν την πείναν +παντοτεινόν σύντροφον. Ο ναός και ο Πύθιος Απόλλων, το χρηστήριον και +οι θυσιάζοντες και οι προσφέροντες αφιερώματα είνε των Δελφών οι αγροί +και το εισόδημα• εξ αυτών η ευπορία μας, εξ αυτών η τροφή μας — διότι +πρέπει μεταξύ μας να λέγωμεν την αλήθειαν—και όπως λέγουν οι ποιηταί, +άσπαρτα και αγεώργητα φυτρώνουν δι' ημάς τα πάντα, γεωργούντος του +θεού, όστις όχι μόνον ό,τι καλόν παράγεται εις την Ελλάδα μας παρέχει, +αλλά και όσα καλά γίνονται εις την Φρυγίαν, την Λυδίαν, την Περσίαν, +την Ασσυρίαν, την Φοινίκην, την Ιταλίαν και τας υπερβορείους χώρας, +όλα εις τους Δελφούς προσκομίζει. Κατόπιν δε του θεού και εις δευτέραν +μοίραν ημείς τιμώμεθα υπό πάντων και ευπορούμεν και ευτυχούμεν. Ούτω +συνέβαινεν εις τους παλαιούς χρόνους, ούτω γίνεται μέχρι σήμερον και +δεν πρέπει να παύσωμεν ούτω να ζώμεν. Δεν αναφέρεται δε ότι εδόθη ποτέ +εις τους Δελφούς ψήφος δι' ανάθημα, ούτε ημποδίσθη τις να θυσιάση ή να +αφιερώση. Και διά τούτο νομίζω ότι έφθασεν εις τόσω μεγάλην ακμήν το +ιερόν των Δελφών και έχει τόσον πλούτον αφιερωμάτων. Δεν πρέπει λοιπόν +να νεωτερίσωμεν εις τίποτε και να εισαγάγωμεν νόμους εναντίους προς τα +πάτρια, να λεπτολογώμεν διά τα αναθήματα και να εξετάζωμεν την +προέλευσιν των πεμπομένων, πόθεν και παρά τίνος και οποία είνε, αλλά +να τα δεχώμεθα χωρίς πολυπραγμοσύνην και να τα αναθέτωμεν, +υπηρετούντες και τον θεόν και τους ευσεβείς. Μου φαίνεται δε, +συμπολίται, ότι θα σκεφθήτε άριστα περί του προκειμένου εάν +συλλογισθήτε ότι πρόκειται περί πολλών και μεγάλων πρώτον περί του +θεού και του ναού, των θυσιών και των αναθημάτων, των αρχαίων εθίμων +και θεσμών και περί της δόξης του μαντείου, έπειτα δε υπέρ όλης της +πόλεως, των κοινών συμφερόντων και των συμφερόντων εκάστου εξ ημών των +κατοίκων, προ πάντων δε περί της καλής ή κακής φήμης ημών εις όλον τον +κόσμον. Εάν σκέπτεσθε φρονίμως δεν βλέπω τι δύνασθε να θεωρήσετε +μεγαλείτερον και αναγκαιότερον τούτου. + +Δεν πρόκειται σήμερον περί του Φαλάριδος μόνον, περί ενός τυράννου, +ούτε περί του χαλκίνου τούτου ταύρου, αλλά περί όλων των βασιλέων και +όλων των ηγεμόνων όσοι τώρα ζητούν την γνώμην του μαντείου, και περί +του χρυσού και αργύρου και των άλλων πολυτίμων τα οποία πολλάκις +αφιερούνται εις τον θεόν διότι πρώτον από του θεού πρέπει ν' αρχίσωμεν +την εξέτασιν. Διά ποίον λόγον λοιπόν δεν θα πράξωμεν και εις την +προκειμένην περίπτωσιν ό,τι εγίνετο πάντοτε προκειμένου περί +αναθημάτων; ή ποίαν αιτίασιν έχομεν κατά των παλαιών εθίμων διά να +θεσπίσωμεν νέα; Και εκείνο το οποίον ουδέποτε έγεινεν, αφ' ότου +κατοικούμεν εις αυτήν την πόλιν και ο Πύθιος δίδει χρησμούς και ο +τρίπους λαλεί και η ιέρεια εμπνέεται, θα γείνη σήμερον και θα +υποβάλωμεν εις κρίσιν και εξέτασιν τους αφιερωτάς; Ένεκα του παλαιού +εθίμου το οποίον επιτρέπει εις όλους ελευθέρως να αφιερούν βλέπετε από +πόσα πλούτη εγέμισε το ιερόν, καθότι όλοι αφιερώνουν, τινές δε και +υπέρ τας δυνάμεις των• εάν δε γίνετε κριταί και εξετασταί των +αναθημάτων, φοβούμαι ότι δεν θα έχωμεν ποίους να κρίνωμεν, διότι +ουδείς θα θελήση να γείνη υπόδικος, να δαπανά και να υποβάλλεται εις +θυσίας διά να δικάζεται έπειτα και να κινδυνεύη. Και θα είνε πλέον +υποφερτή η ζωή εις εκείνον όστις θα κριθή ανάξιος και αφιερώματα να +προσφέρη; + + + + +Α Λ Ε Ξ Α Ν Δ Ρ Ο Σ Ή Ψ Ε Υ Δ Ο Μ Α Ν Τ Ι Σ + + + + +Συ μεν ίσως, ω φίλτατε Κέλσε {30} νομίζεις μικρόν και εύκολον εκείνο +το οποίον μου παραγγέλλεις, δηλαδή να σου γράψω βιβλίον περί του βίου +και των τεχνασμάτων, των τολμημάτων και των μαγειών του αγύρτου +Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου και σου το πέμψω• αλλ' εάν θέλη τις να +περιγράψη τα καθέκαστα ακριβώς, δεν θα είνε ευκολώτερον από το να +ιστορήση τας πράξεις του Αλεξάνδρου, υιού του Φιλίππου• τόσον ούτος +υπήρξε μέγας κατά την κακίαν, όσον εκείνος κατά την αρετήν. Αλλ' όμως +εάν μέλλης να αναγνώσης με επιείκειαν όσα θα σου γράψω και να +συμπληρώσης τας ελλείψεις της ιστορίας, θα αναλάβω τον άθλον και του +Αυγείου τον σταύλον, αν όχι όλον, αλλ' όσον δύναμαι θα προσπαθήσω να +καθαρίσω, εξάγων ολίγους κοφίνους, ώστε να δύνασαι εξ εκείνων να +συμπεράνης πόση και πόσον απερίγραπτος ήτον η όλη κόπρος, την οποίαν +τρισχίλιοι βόες επί πολλά έτη θα ηδύναντο να παραγάγωσι. + +Εντρέπομαι και διά τους δύο, διά σε και διά τον εαυτόν μου• διά σε, +απαιτούντα να παραδοθή εις τους μεταγενεστέρους διά της γραφής η μνήμη +ανθρώπου τρισκαταράτου και διά τον εαυτόν μου καταγινόμενον εις +τοιούτον έργον και ασχολούμενον διά τας πράξεις ανθρώπου ο οποίος δεν +είνε άξιος να αναγινώσκουν περί αυτού οι μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά +μάλλον να τον βλέπουν εις μέγιστον θέατρον σπαρασσόμενον υπό πιθήκων ή +αλωπέκων. Αλλ' εάν τις μας κατηγορήση διά τούτο θα έχωμεν να +αντιτάξωμεν άλλο τι παραπλήσιον. Και ο Αριανός ο μαθητής του +Επικτήτου, Ρωμαίος εκ των πρώτων, όστις καθ' όλον του τον βίον +ησχολείτο με την παιδείαν, έπαθέ τι παρόμοιον και δύναται ν' απολογηθή +υπέρ ημών. Αυτός κατεδέχθη να γράψη τον βίον του ληστού Τιλλιβόρου. +Ημείς δε θα ιστορήσωμεν τας πράξεις ληστού πολύ ωμοτέρου, καθόσον δεν +ελήστευεν εις τα δάση και τα όρη, αλλ' εις τας πόλεις, και δεν +ελεηλάτει μόνον την Μυσίαν και τα περί την Ίδην μέρη, ούτε ολίγας +χώρας της Ασίας τας ερημοτέρας, αλλά όλον, δύναταί τις να είπη, το +ρωμαϊκόν κράτος εγέμισεν η ληστεία του. + +Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω, να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε +να τον παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ +δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και +τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με +γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη +εις την ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του +είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο +μελωδική και λίαν ευάρεστος• εν γένει δε κατά το εξωτερικόν ήτο +τέλειος. Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν• όσον διά την ψυχήν και τον +χαρακτήρα του, αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε {31}, και +Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν +τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα δίκτυά του. Κατά την +πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των άλλων ανθρώπων, +επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε και είχε +ισχυρόν το μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν• αλλά τα προτερήματα +ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν. Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και +ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους περιφημοτέρους διά την κακίαν +των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και +τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν του Ρουτιλλιανόν και +ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του μετριοφροσύνην, +διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ συγγνώμην από τον +Πυθαγόραν, ο οποίος ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας ιδέας• αλλ' +εάν ήτο σύγχρονος του ημετέρου Αλεξάνδρου, είμαι βέβαιος ότι θα +εφαίνετο μικρός απέναντι αυτού. Αλλά δι' όνομα των Χαρίτων, μη νομίσης +ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις +παραλληλισμόν και να συγκρίνω τας πράξεις των ως ομοίας. Εάν όμως +κανείς συναθροίση όσα κάκιστα και βλασφημότατα ελέχθησαν εναντίον του +Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω, δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν +ελαχίστην και αμυδράν ιδέαν περί της αχρειότητος του Αλεξάνδρου. +Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και +μη γνωρίζουσαν εμπόδια, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των +αποφασισθέντων, πειστικήν και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς +υποκρινομένην την αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς +υπό εκδηλώσεις αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν +απήρχετο με την εντύπωσιν ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο +πραότατος και συγχρόνως, ο μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός +τούτου έτεινε πάντοτε προς τα μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά +μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο. + +Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατό τις να +συμπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί +χρημάτων προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών +του κάποιος μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν +θαυματουργούς μαγείας και εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν +έρωτας, εκδικήσεις κατά των εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και +κληρονομιών επιτυχίας—ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και +καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο +ολιγώτερον την κακίαν του παρ' όσον αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε +και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην. Ο μάγος εκείνος φανερά +ήτο δήθεν ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του Αιγυπτίου Θόωνος, +φάρμακα πολλά μεν εσθλά μεμιγμένα, πολλά δε λυγρά,{32} των οποίων όλων +κληρονόμος και διάδοχος έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο διδάσκαλος +εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων +πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως {33} και γνωριζόντων όλας αυτού τας +αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας σχολής προήλθεν ο ημέτερος άνθρωπος. + +Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει +γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την +ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν• και δεν περιωρίσθη εις μικράς +επιχειρήσεις, αλλά συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου, +από τους λαμβάνοντας μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον +τον χαρακτήρα-—ωνομάζετο δε, νομίζω, Κοκκωνάς.—Οι δύο συνέταιροι +περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την +ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον +ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς. Εν τω μεταξύ δε τούτω ανεκάλυψαν και +μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη +την ηλικίαν, αλλ' ήτο ακόμη φιλάρεσκος• και επί τινα καιρόν ετρέφοντο +παρ' αυτής• και την ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν. +Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των Μακεδόνων +βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν ολίγους και +απόρους κατοίκους. Εκεί είδον όφεις υπερμεγέθεις, λίαν εξημερωμένους +και ακάκους, ώστε εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιμώντο μετά των +παιδίων και πατούμενοι δεν εξηρεθίζοντο και ενοχλούμενοι δεν ωργίζοντο +και γάλα έπινον από του μαστού, όπως τα βρέφη-—υπάρχουν δε πολλοί εις +το μέρος εκείνο, εξ ου και προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυμπιάδος μύθος, +κατά τον οποίον δράκων τοιούτος συνεκοιμάτο με την σύζυγον του +Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον Αλέξανδρον. Οι δύο συνέταιροι +ηγόρασαν έν εκ των ερπετών τούτων το καλλίτερον αντί ολίγων οβολών. +Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος. Οι δύο εκείνοι +φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατοι +ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι τύραννοι, η +ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους καταλλήλως +ταχέως θα πλουτήση• διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον +φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και +επιθυμητή• δι' αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι +Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι +αναγκάζονται πάντοτε υπό των προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και +του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία και να ζητούν να μάθουν τα +μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας και ν' αφιερώνουν +χρυσάς πλίνθους. Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να +ιδρύσουν μαντείον και να δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η +επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς. +Τωόντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ' αποτελέσματα υπερέβησαν τας +προσδοκίας και τας ελπίδας των. + +Έπειτα ήρχισαν να σκέπτωνται πρώτον μεν διά την εκλογήν του μέρους, +όπου θα ιδρύετο το μαντείον, έπειτα δε περί της αρχής και του τρόπου +της επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν ως το καταλληλότερον μέρος +την Χαλκηδόνα, ως τόπον εμπορικόν και γειτονεύοντα προς την Θράκην και +την Βιθυνίαν, μη απέχοντα δε πολύ και της Ασίας και της Γαλατίας και +όλων των βορειότερον κατοικούντων λαών. Αλλ' ο Αλέξανδρος επροτίμα την +πατρίδα του, λέγων και δικαίως ότι διά να επιτύχη εις την αρχήν της +τοιαύτη επιχείρησις έχει ανάγκην ανθρώπων αξέστων και μωρών, τοιούτοι +δ' έλεγεν ότι είνε οι Παφλαγόνες οι κατοικούντες πέραν της +Αβωνοτείχου, δεισιδαίμονες κατά το πλείστον και πλούσιοι, οίτινες και +μόνον αν φανή τις αγύρτης, συνοδευόμενος υπό αυλητού ή τυμπανιστού ή +κύμβαλα κροτούντος, και αν ακόμη, κατά το λεγόμενον, μαντεύη με το +κόσκινον, χάσκουν ενώπιόν του και τον θαυμάζουν ως θεόν. + +Μετά μικράν περί τούτου φιλονεικίαν, υπερίσχυσεν η γνώμη του +Αλεξάνδρου και μεταβάντες εις την Χαλκηδόνα—διότι ήτον αναγκαία εις +τον σκοπόν των και η πόλις αύτη—έθαψαν εις το ιερόν του Απόλλωνος, το +οποίον είνε αρχαιότατον εις την Χαλκηδόνα, πινακίδας χαλκίνας, επί των +οποίων είχον χαράξει γράμματα λέγοντα ότι εντός ολίγου ο Ασκληπιός +μετά του πατρός του Απόλλωνος μεταναστεύει εις τον Πόντον, όπου θα +καταλάβη το τείχος του Αβώνου. Αι πινακίδες αύται ανεκαλύφθησαν έπειτα +τυχαίως δήθεν και συνετέλεσαν να διαδοθή καθ' όλην την Βιθυνίαν και +τον Πόντον και προ πάντων εις το τείχος του Αβώνου η φήμη αύτη. Οι +κάτοικοι δε της τελευταίας πόλεως εψήφισαν αμέσως να εγερθή ναός και +αμέσως ήρχισαν να σκάπτουν τα θεμέλια. + +Τότε ο Κοκκωνάς εγκατελείφθη εις την Χαλκηδόνα, όπου κατεγίνετο να +γράφη χρησμούς επαμφοτερίζοντας, αμφιβόλους, και σκοτεινούς, εκεί δε +μετ' ολίγον απέθανε δηλητηριασθείς υπό εχίδνης, νομίζω. Ο δε +Αλέξανδρος μετέβη εις την πατρίδα του, τρέφων ήδη μακράν κόμην και +φορών ένδυμα πορφυρόλευκον και επ' αυτού άλλο κατάλευκον και κρατών +ξιφοδρέπανον, όπως ο Περσεύς, από του οποίου έλεγεν ότι κατήγετο εκ +μητρός• και οι χαμένοι οι Παφλαγόνες, ενώ εγνώριζον ότι αμφότεροι οι +γονείς αυτού ήσαν αφανείς και ταπεινοί, επίστευον εις χρησμόν, +κατασκευασθέντα υπό του Αλεξάνδρου, ο οποίος έλεγε: + + Περσείδης γενεήν Φοίβω φίλος ούτος οράται, + δίος Αλέξανδρος, Ποδαλειρίου αίμα λελογχώς {34} + +Φαίνεται ότι ο Ποδαλείριος ήτο τόσον ασελγής και γυναικομανής, ώστε +από της θεσσαλικής Τρίκκης κατώρθωσε να γονιμοποιήση την μητέρα του +Αλεξάνδρου ευρισκομένην εις την Παφλαγονίαν. Υπήρχε δε ήδη και +χρησμός, τον οποίον τάχα εξέφερεν η Σίβυλλα: «Κατά τα παράλια του +Ευξείνου Πόντου, πλησίον της Σινώπης, θα γεννηθή υπό την κυριαρχίαν +των Αυσωνίων εις τα μέρη της Τύρσιδος, προφήτης, του οποίου το όνομα +αρχίζει από μίαν μονάδα, την οποίαν ακολουθούν τρεις δεκάδες, έπειτα +πέντε άλλαι μονάδες και τρεις εικοσάδες. Ούτω σχηματίζεται το όνομα +ανδρός προστάτου{35}. + +Εισβαλών λοιπόν ο Αλέξανδρος με τοιαύτην θεατρικήν παρασκευήν εις την +πατρίδα του, έγεινε περίβλεπτος και περίφημος. Μη αρκούμενος δε εις +την άλλην αγυρτείαν, υπεκρίνετο και ότι κατελαμβάνετο υπό ιεράς μανίας +και ενίοτε το στόμα του επληρούτο αφρού. Τούτο δε είνε εύκολον να +γίνεται κατά βούλησιν, άμα κανείς μασήση την ρίζαν του βαφικού χόρτου, +το οποίον ονομάζεται στρουθίον. Αλλ' εις τους Παφλαγόνας εφαίνετο και +ο αφρός εκείνος ως θείον τι. Ο Αλέξανδρος είχε προς τούτοις προ πολλού +κατασκευάση μίαν κεφαλήν όφεως από ύφασμα, η οποία είχε τι το +παρεμφερές προς την ανθρωπίνην μορφήν και ήτο χρωματισμένη φυσικώτατα, +τη βοηθεία δε ιππείων τριχών ήνοιγε και έκλειε το στόμα και προέβαλλε +γλώσσαν μαύρην και διχασμένην, όπως του δράκοντος, η οποία ομοίως +εσύρετο διά τριχών. Είχον ακόμη και τον εκ Πέλλης όφιν και τον +έτρεφον, διά να εμφανισθή εις τον κατάλληλον καιρόν και να λάβη μέρος +ή μάλλον να πρωταγωνιστήση εις την κωμωδίαν. + +Όταν δε έφθασεν ο καιρός διά ν' αρχίσουν, ο Αλέξανδρος έπραξε το εξής• +μεταβάς την νύκτα εις τα θεμέλια του ναού, τα οποία προ ολίγου είχον +σκαφή—υπήρχε δε εντός αυτών νερόν το οποίον ή εκείθεν ανέβρυεν ή εκ +της βροχής προήρχετο—και εκεί έρριψε αυγόν χήνας, εις το οποίον, αφού +το εκένωσεν, είχε θέση ερπετόν αρτιγέννητον. Αφού το έκρυψεν εντός του +πηλού, απήλθε• το δε πρωί έτρεξεν εις την αγοράν γυμνός, φορών μόνον +περίζωμα χρυσούν και κρατών το ξιφοδρέπανον, συγχρόνως δε σείων την +λυτήν του κόμην, όπως οι τελούντες τα όργια της Ρέας• και +ενθουσιώντες, ανέβη εις βωμόν υψηλόν και εκείθεν ηγόρευε προς τα πλήθη +και εμακάριζε την πόλιν, εις την οποίαν θα ήρχετο εντός ολίγου ο θεός, +ούτως ώστε θα εγίνετο ορατός εις όλους. Οι παρόντες—είχε δε προστρέξει +σχεδόν όλη η πόλις, μετά των γυναικών, των παιδίων και των γερόντων— +κατελήφθησαν υπό συγκινήσεως και ήρχισαν να εύχωνται και να +προσκυνούν. Αυτός δε επρόφερε λέξεις ακατάληπτους, ως Εβραϊκάς ή +Φοινικικάς, και εξέπληττε τους ανθρώπους μη εννοούντας τι έλεγε, πλην +των ονομάτων του Απόλλωνος και του Ασκληπιού, τα οποία ανεμίγνυεν εις +τα ακατάληπτα εκείνα. + +Έπειτα διηυθύνθη τρέχων προς τον ανεγειρόμενον ναόν και καταβάς εις το +όρυγμα των θεμελίων εις το μέρος όπου θα ήτο η πηγή του μαντείου, +εισήλθεν εις το νερόν ψάλλων ύμνους του Ασκληπιού και του Απόλλωνος +και εκάλει τον θεόν να ευδοκήση να έλθη εις την πόλιν. Έπειτα εζήτησε +φιάλην όταν δε του εδόθη, την εισήγαγεν εις το νερόν και μετά του +νερού και του πηλού ανέσυρε το αυγόν, εις το οποίον ήτο κλεισμένος ο +θεός του. Ήτο δε η οπή του αυγού κλεισμένη με κηρόν λευκόν και +ψιμύθιον λαβών δε αυτό εις τας χείρας του είπεν ότι εκράτει τον +Ασκληπιόν. Οι παριστάμενοι παρετήρουν τα γινόμενα και εθαύμαζον προ +πάντων διά την ανακάλυψιν του αυγού εις το νερόν. Αφού δε έσπασε το +αυγόν και εδέχθη εις την παλάμην του το έμβρυον του ερπετού και οι +παρόντες το είδον να κινήται και να περιτυλίσσεται εις τους δακτύλους +• του, ήρχισαν να αναφωνούν και να προσκυνούν τον θεόν και να +μακαρίζουν την πόλιν, έκαστος δε εζήτει παρά του θεού θησαυρούς και +πλούτη και υγείαν και πάντα τα άλλα αγαθά. Ο δε Αλέξανδρος τρέχων +πάλιν επέστρεψεν εις την οικίαν του, φέρων και τον αρτιγέννητον +Ασκληπιόν, ο οποίος ούτω εγεννήθη δύο φοράς, ενώ οι άλλοι άνθρωποι +γεννώνται μίαν φοράν, και εγεννήθη όχι εκ της Κορωνίδος, ούτε +τουλάχιστον εκ κορώνης{36}, αλλ' εκ χήνας. Ο δε λαός όλος ηκολούθει +και ήσαν όλοι ενθουσιασμένοι και τρελλοί από υπερβολικάς ελπίδας. + +Επί ημέρας έμεινεν εις την κατοικίαν του, ελπίζων, όπως και έγεινε, +ότι εντός ολίγου η φήμη θα έφερε πολλούς εκ των Παφλαγόνων εις το +τείχος του Αβώνου. Οταν δε υπερεπληρώθη η πόλις από ανθρώπους, οι +οποίοι είχον ήδη χάσει προηγουμένως νουν και καρδίαν και ουδόλως +ωμοίαζαν προς λογικούς ανθρώπους και μόνον κατά την μορφήν διέφερον +από τα πρόβατα, ο Αλέξανδρος καθήμενος με πολλήν ιεροπρέπειαν επί +κλίνης εις μίαν μικράν οικίαν είχεν εις τον κόλπον του τον εκ Πέλλης +Ασκληπιόν, ο οποίος ήτο υπερμεγέθης και ευτραφής, και τον άφινε να +περιτυλίσσεται εις τον τράχηλόν του και να μένη έξω η ουρά του. Ήτο δε +τόσον μεγάλος, ώστε μέρος αυτού εσύρετο εις την ποδιάν του και έφθανε +μέχρι του εδάφους. Ο Αλέξανδρος εκράτει εις την μασχάλην του και +έκρυπτε την κεφαλήν του όφεως, ο οποίος δεν έφερεν αντίστασιν, διότι, +ως ελέχθη, ήτο πολύ ανεκτικός και ήμερος, και παρουσίαζε την εξ +υφάσματος κεφαλήν ως την κεφαλήν τάχα του πραγματικού όφεως. Να +φαντασθής έπειτα ότι αυτά συνέβαινον εις οικίσκον ανεπαρκώς +φωτιζόμενον και ότι εις αυτόν συνηθροίζετο πλήθος παντοδαπών ανθρώπων +προκατειλημμένων, εχόντων την φαντασίαν εξημμένην και περιμενόντων να +ίδουν θαυμαστά πράγματα. Εις τούτους εισερχομένους επόμενον είνε ότι +εφαίνετο θαυμαστόν πώς το προ ολίγου μικρόν ερπετόν εντός ολίγων +ημερών έγεινε τόσον μεγάλος όφις με μορφήν ανθρωπίνην και συγχρόνως +τόσον ήμερος. Δεν έμενον άλλως επί πολύ, αλλά πριν να ιδούν ακριβώς το +επιδεικνυόμενον θαύμα, εξεδιώκοντο υπό των κατόπιν εισερχομένων +αδιακόπως. Είχε δε ανοιχθή άλλη έξοδος κατέναντι της εισόδου, όπως +λέγεται ότι έπραξαν και οι Μακεδόνες εις την Βαβυλώνα κατά την +ασθένειαν του Αλεξάνδρου, ότε ο Μακεδονικός στρατός περικυκλώσας τα +ανάκτορα εζήτει να ίδη τον θνήσκοντα βασιλέα και να του απευθύνη τον +τελευταίον χαιρετισμόν. Την επίδειξιν ταύτην δεν έκαμε μίαν φοράν +μόνον ο μιαρός ψευδόμαντις, αλλά πολλάκις και μάλιστα οσάκις ήρχοντο +προς αυτόν επισκέπται πλούσιοι διά πρώτην φοράν. + +Διά να είπωμεν την αλήθειαν, φίλε Κέλσε, πρέπει να δικαιολογήσωμεν +τους Παφλαγόνας εκείνους και Ποντικούς, διότι όντες άνθρωποι +χονδροκέφαλοι και απαίδευτοι εξηπατήθησαν, ως βεβαιούμενοι και διά της +αφής περί της πραγματικότητος του όφεως — διότι και την απόδειξιν +ταύτην παρείχεν εις τους βουλομένους ο Αλέξανδρος — και εις αμυδρόν +φως βλέποντες την κεφαλήν αυτού να ανοίγη και να κλείη το στόμα. Μόνον +ένας Δημόκριτος ή και αυτός ο Επίκουρος ή ο Μητρόδωρος ή και άλλος τις +εξ εκείνων των οποίων η ισχυρά διάνοια δεν πιστεύει ευκόλως και +αβασανίστως, θα ηδύναντο να δυσπιστήσουν προς το τέχνασμα και να +μαντεύσουν περί τίνος επρόκειτο• και αν δεν ηδύναντο να εύρουν την +αλήθειαν, πάλιν θα εσχημάτιζον την πεποίθησιν ότι τους διέφευγεν ο +τρόπος της απάτης, αλλ' ότι το παν ήτο ψεύδος και αδύνατον να είνε +αληθές. + +Ολίγον κατ' ολίγον όλη η Βιθυνία και η Γαλατία και η Θράκη +προσέτρεξαν, διότι έκαστος εκ των επιστρεφόντων έλεγεν ότι είδε +γεννώμενον τον θεόν και τον ήγγισε με τας χείρας του όταν μετ' ολίγον +έγεινε παμμέγιστος και παρουσίασε μορφήν ανθρωπίνην. Έγειναν δε και +εικόνες και αγάλματα και ξόανα παριστώντα τον ιερόν εκείνον δράκοντα, +άλλα μεν εκ χαλκού, άλλα δε εξ αργύρου, και εδόθη εις τον θεόν το +όνομα Γλύκων, συνεπεία εμμέτρου και θείου παραγγέλματος, το οποίον +εξεφώνησεν ο Αλέξανδρος• + + Ειμί Γλύκων, τρίτον αίμα Διός, φάος ανθρώποισι.{37} + +Όταν δε ο Αλέξανδρος ενόμισεν ότι ήτο καιρός να αρχίση η εκμετάλλευσις +των προπαρασκευών του και έλαβε την έγκρισιν να παρέχη χρησμούς και να +δίδη γνώμας εις τους ζητούντας παρά του εν Κιλικία Αμφιλόχου—διότι και +ούτος μετά τον θάνατον του πατρός του Αμφιάρεω και την καταστροφήν του +εις τας Θήβας, κατέφυγεν εις την Κιλικίαν• και έζησεν ευτυχής +προφητεύων εις τους Κίλικας το μέλλον και λαμβάνων δύο οβολούς δι' +έκαστον χρησμόν— ήρχισε να προλέγη εις όλους τους ερχομένους ότι ο +θεός εις ημέραν την οποίαν ώριζε θα παρείχε χρησμούς. Παρήγγειλε δε +εις πάντα βουλόμενον να γράψη ό,τι εζήτει και ήθελε να μάθη και να +περιρράψη και σφραγίση διά κηρού ή πηλού ή άλλου τοιούτου το γραφέν• +αυτός δε θα ελάμβανε τας σημειώσεις ταύτας και θα κατέβαινεν εις το +άδυτον, διότι ήδη ο ναός είχε κτισθή και η σκηνή της κωμωδίας είχε +συμπληρωθή, και αφού θα ήκουε τας απαντήσεις του θεού, θα εκάλει ένα +έκαστον διά κήρυκος και θα του απέδιδε την σημείωσίν του σφραγισμένην, +όπως την έδωκε, και συγχρόνως την απόκρισιν υπογεγραμμένην, όπως +ακριβώς απήντησεν ο θεός εις το ερώτημα εκάστου. Το τέχνασμα δι' +άνθρωπον, όπως συ και εγώ, δεν ήτο δύσκολον να εννοηθή, διά τους +απλούς όμως και ανοήτους ανθρώπους εφαίνετο μέγα και θαυμαστόν. +Γνωρίζων διαφόρους τρόπους να ανοίγη τας σφραγίδας, ήνοιγε τας +σημειώσεις, ανεγίνωσκε τας ερωτήσεις και έδιδε τας δεούσας απαντήσεις, +έπειτα δε κλείσας πάλιν και σφραγίσας απέδιδε τα σημειώματα προς μέγαν +θαυμασμόν των λαμβανόντων. Και ηκούοντο όλοι να λέγουν• πώς αυτός +εγνώριζεν όσα εγώ του έδωκα ασφαλώς σφραγισμένα με σφραγίδας των +οποίων η απομίμησις είνε δύσκολος, εάν αληθώς δεν είνε θεός +παντογνώστης; + +Ίσως θα μ' ερωτήσης ποίους τρόπους είχε διά ν' ανοίγη τας σφραγίδας. +Θα σου τους αναφέρω, διά να δύνασαι να ελέγχης τας τοιαύτας απάτας. +Και ιδού ο πρώτος, φίλτατε Κέλσε. Επυράκτωνε βελόνην και αφού δι' +αυτής ανέλυε το υπό την σφραγίδα μέρος του κηρού, αφήρει ευκόλως την +σφραγίδα χωρίς να την καταστρέψη• αφού δε ανεγίνωσκε τα σφραγισμένα +ερωτήματα, εθέρμαινε πάλιν διά της βελόνης τον κηρόν και ούτω ευκόλως +εκόλλα εκ νέου την σφραγίδα εις την προτέραν της θέσιν. Άλλος τρόπος +ήτο ο διά του λεγομένου κολλυρίου• κατασκευάζεται δε τούτο εκ πίσσης +Βρυττίας και ασφάλτου και διαφανούς λίθου τριμμένου και κηρού και +μαστίχης• εξ όλων τούτων έπλαττε το κολλύριον και το εθέρμαινεν εις +την φωτιάν, το επέθετεν εις την σφραγίδα, αφού προηγουμένως την +επέχριε με σίελον, και ελάμβανε τον τύπον αυτής. Μετ' ολίγον το +κολλύριον εξηραίνετο και τότε ήνοιγε το σφραγισμένον γράμμα και αφού +το ανεγίνωσκε, το εσφράγιζεν εκ νέου με την επί του κολλυρίου +σφραγίδα, η οποία ήτο απαράλλακτος με την αρχέτυπον σφραγίδα. Αλλ' +άκουσε και τρίτην μέθοδον. Ανεμίγνυε ασβέστην εις κόλλαν, με την +οποίαν κολλούν τα βιβλία, και το μίγμα τούτο εφ' όσον ήτο εκόμη +μαλακόν, επέθετεν εις την σφραγίδα και αφήρει τον τύπον αυτής και +έπειτα — ξηραίνεται δε το μίγμα αμέσως και γίνεται στερεώτερον κέρατος +ή μάλλον σιδήρου — το μετεχειρίζετο προς σφράγισιν των +αποσφραγιζομένων γραμμάτων. Είχε και πολλάς άλλας τοιαύτας μεθόδους, +αλλά δεν είνε ανάγκη να τας αναφέρωμεν όλας, διά να μη φανώμεν +απειροκάλως λεπτολογούντες και μάλιστα αφού συ εις τα βιβλία τα οποία +συνέγραψες κατά των μάγων, τα οποία είνε κάλλιστα και ωφελιμώτατα +συγγράμματα, ικανά να διαφωτίζουν τους μελετώντας αυτά, αρκετά +αναφέρεις περί τούτων και πολύ περισσότερα των ειρημένων. + +Έδιδε λοιπόν χρησμούς και γνώμας, αλλά με πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων +να συνδέη την πιθανότητα μετά της πανουργίας. Εις άλλων μεν τας +ερωτήσεις έδιδε σκολιάς και αμφιβόλους απαντήσεις, εις άλλους δε λίαν +σκοτεινάς• διότι και το σκοτεινόν του εφαίνετο ως προσόν των χρησμών. +Και άλλους μεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν, όπως έκρινε καλλίτερον και +πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε θεραπείας και συνεβούλευε δίαιτας, +διότι, όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά και χρήσιμα φάρμακα. +Συνίστα δε προ πάντων τας κυτμίδας, όνομα ανακουφιστικού τινος +φαρμάκου το οποίον είχεν ονομάσει αυτός και το οποίον κατεσκευάζετο +από αίγειον λίπος. Οσάκις ηρωτάτο δι' ελπίδας και πόθους και +κληρονομιάς, ανέβαλλε πάντοτε να δώση οριστικήν απάντησιν και έλεγεν +ότι όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και ο Αλέξανδρος ο προφήτης μου +δεηθή και ευχηθή διά σας. Είχε δε ορισθή και τιμή δι' έκαστον χρησμόν +δραχμή μία και δύο οβολοί. Και μη νομίσης, φίλε μου, ότι ήτο μικρόν +και ασήμαντον το εισόδημα τούτο, διότι εξ αυτού εισέπραττε κατ' έτος +έως εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα χιλιάδας δραχμών, καθότι οι +συμβουλευόμενοι το μαντείον εζήτουν δέκα και δέκα πέντε χρησμούς εξ +απληστίας. Τα χρήματα δε, τα οποία εισέπραττεν ο Αλέξανδρος, δεν +εκράτει μόνον προς ιδίαν χρήσιν, ούτε τα απεθησαύριζε δι' εαυτόν• αλλ' +έχων ήδη πολλούς συνεργάτας και υπηρέτας, κατασκόπους, χρησμοποιούς +και χρησμοφύλακας, γραφείς και σφραγιστάς και εξηγητάς των χρησμών, +έδιδεν εις όλους κατά την υπηρεσίαν εκάστου. + +Είχε δε ήδη αποστείλη και μερικούς εις την αλλοδαπήν διά να +διαφημήσουν μεταξύ των εθνών το μαντείον και να διηγούνται ότι δύναται +να προλέγη τα μέλλοντα και ν' ανευρίσκη φυγάδας και ν' αποκαλύπτη +κλέπτας και ληστάς, ν' ανακαλύπτη θησαυρούς και να θεραπεύη πάσχοντας, +ενίοτε δε να επαναφέρη εις την ζωήν και νεκρούς. Προσέτρεχον λοιπόν +πανταχόθεν πατείς με πατώ σε και επολλαπλασιάζοντο αι θυσίαι και τα +αφιερώματα και διπλάσια εδίδοντο εις τον προφήτην και μαθητήν του +θεού• διότι απεδίδετο εις τον θεόν και ο εξής χρησμός• + + Τιέμεναι κέλομαι τον εμόν θεράπονθ' υποφήτην + ου γαρ εμοί κτεάνων μέλεται άγαν, αλλ υποφήτου {38}. + +Επειδή δε πολλοί από τους σωφρονούντας, ως να ανένηψαν από βαρείαν +μέθην, ήρχισαν να εξεγείρωνται κατά του Αλεξάνδρου και μάλιστα οι +οπαδοί του Επικούρου, οίτινες ήσαν πολλοί, και εις τας πόλεις +απεκαλύπτετο ήδη όλη η απάτη και η πλοκή της κωμωδίας, ο προφήτης +απήγγειλε κατηγορητήριον κατ' αυτών και καταδίκην, λέγων ότι ο Πόντος +εγέμισεν από αθέους και Χριστιανούς, οίτινες αποτολμούν να βλασφημούν +εναντίον αυτού ασεβέστατα, και παρήγγειλε να τους λιθοβολούν όσοι +θέλουν να έχουν με το μέρος των τον θεόν. Περί δε του Επικούρου, όταν +ηρωτήθη υπό τινος τι πράττει εις τον Άδην ο φιλόσοφος, εξέδωκε +τοιούτόν τινα χρησμόν• + + Μολυβδίνας έχων πέδας εν βορβόρω κάθηται {39}. + +Θαυμάζεις έπειτα διότι έφθασεν εις τοιαύτην ακμήν το μαντείον, όταν +βλέπης ότι αι ερωτήσεις των προσερχομένων εις αυτό ήσαν τόσον συνεταί +και σοφαί; Το πλέον δε άσπονδον μίσος έτρεφε κατά του Επικούρου και +κατ' αυτού διηύθυνε κυρίως τον πόλεμόν του• και πολύ δικαίως. Διότι +ποίον άλλον δύναται να εχθρεύεται περισσότερον άνθρωπος αγύρτης και +απατεών, μέγας δε εχθρός της αληθείας, παρά τον Επίκουρον, σοφόν όστις +διέγνωσε την φύσιν των πραγμάτων και μόνον την υπάρχουσαν εις αυτά +αλήθειαν παρεδέχετο; Οι Πλατωνικοί και οι οπαδοί του Χρυσίππου και του +Πυθαγόρα ήσαν φίλοι του και ειρήνην πλήρη διετήρει προς αυτούς• ο δε +άκαμπτος Επίκουρος, όπως τον ωνόμαζεν, δικαίως του ήτο έχθιστος, διότι +κατέσκωπτε και κατεγέλα πάντα ταύτα. Διά τούτο ο ψευδόμαντις υπέρ +πάσας τας πόλεις του Πόντου εμίσει την Άμαστριν, καθότι εγνώριζεν ότι +οι οπαδοί του Λεπίδου και άλλοι ομόφρονες με αυτούς ήσαν πολυάριθμοι +εις την πόλιν εκείνην. Ούτε έδωκε ποτέ χρησμόν εις Αμαστριανόν• και +όταν ποτέ ετόλμησε να προφητεύση προς τον αδελφόν ενός Συγκλητικού, +έγεινε καταγέλαστος, διότι ούτε ο ίδιος ηδυνήθη να κατασκευάση χρησμόν +κατάλληλον και πιθανόν, ούτε άλλον εύρε να τον βοηθήση προς τούτο και +εγκαίρως. Ο Αμαστριανός εκείνος παρεπονείτο διά πόνον του στομάχου, ο +δε Αλέξανδρος του παρήγγειλε να τρώγη χοίρειον πόδα μαγειρευμένον με +μολόχαν• + + Μάλβακα χοιρείον ιερή κυμήνευε σιπύδνω. + +Πολλάκις, ως ανωτέρω ανέφερα, έδειξε τον όφιν εις τους προσερχομένους, +όχι όμως ολόκληρον, αλλά μόνον την ουράν και το άλλο σώμα, την δε +κεφαλήν εκράτει αθέατον εντός του κόλπου του, θελήσας δε και +περισσότερον να καταπλήξη το πλήθος, υπέσχετο να κάμη τον θεόν και να +λαλήση και να δίδη χρησμούς χωρίς την μεσολάβησιν του προφήτου. Προς +τούτο συνέδεσεν αρτηρίας γερανών τας οποίας συνήρμοσεν εις την ψευδή +κεφαλήν του όφεως, και ενώ κάποιος έξωθεν εφώναζε και απεκρίνετο προς +τας ερωτήσεις, η φωνή του εφαίνετο εξερχόμενη εκ του στόματος της +πανίνης εκείνης κεφαλής του Ασκληπιού. Ωνομάζοντο δε οι χρησμοί ούτοι +αυτόφωνοι, και δεν εδίδοντο εις όλους αδιαφόρως, αλλά μόνον εις τους +επιφανείς, πλουσίους και γενναιοδώρους. Εκείνος ο οποίος εδόθη εις τον +Σευηριανόν και τον συνεβούλευε να εισβάλη εις την Αρμενίαν ήτο +αυτόφωνος• τον προέτρεπε δε ως εξής εις την εισβολήν• + + Πάρθους Αρμενίους τε θοώς υπό δουρί δαμάσσας + νοστήσεις Ρώμην και Θύμβριδος αγλαόν ύδωρ + στέμμα φέρων κροτάφοισι μεμιγμένον ακτίνεσσιν {40} + +Έπειτα δε όταν ο ηλίθιος εκείνος Κελτός πεισθείς εις τον χρησμόν +εισέβαλεν εις την Αρμενίαν και εφονεύθη κατακοπείς μετά της στρατιάς +του υπό του Οθρυάδου, ο Αλέξανδρος αφήρεσεν εκ του αρχείου του +μαντείου τον ανωτέρω χρησμόν, αντ' αυτού δε κατέθηκεν άλλον, τον +ακόλουθον• + + Μη συ γ' επ' Αρμενίους ελάαν στρατόν, ου γαρ άμεινον, + μη σοι θηλυχίτων τις ανήρ τόξου άπο λυγρόν + πότμον επιπροϊείς παύση βιότοιο φάους τε {41}. + +Μία από τας σοφωτέρας επινοήσεις του ήσαν και οι μεταχρονικοί χρησμοί, +διά των οποίων διώρθωνε όσα σφαλερώς είχε προφητεύσει• πολλάκις προ +του θανάτου υπέσχετο εις τους νοσούντας ότι θα αναρρώσουν, όταν δε +απέθνησκον, άλλος χρησμός διώρθωνε το ψεύδος, λέγων τα αντίθετα• + + Μηκέτι δίζησθαι νούσοιο λυγρής επαρωγήν• + πότμος γαρ προφανής ουδ' εκφυγέειν δυνατόν σοι {42}. + +Γνωρίζων δε ότι οι μάντεις της Κλάρου, των Διδύμων και της Μαλλού +μετεχειρίζοντο ευδοκίμως την αυτήν μέθοδον, τους έκαμε φίλους και +πολλούς των προσερχομένων εις το μαντείον του παρέπεμπε προς αυτούς με +την εξής προσταγήν του θεού δήθεν• + + Ες Κλάρον ίεσο νυν, τουμού πατρός ως όπ' ακούσης{43}. +ή• + Βραγχιδέων αδύτοισι πελάζεο και κλύε χρησμών{44}. +Και τούτο• + + Ες Μαλλόν χώρει θεσπίσματά τ' Αμφιλόχοιο {45}. + +Και ταύτα μεν συνέβαινον εντός των ορίων της Μικράς Ασίας μέχρι της +Ιωνίας, της Κιλικίας, Παφλαγονίας και Γαλατίας• αλλ' όταν η φήμη του +Μαντείου έφθασε και μέχρις Ιταλίας και ενέσκηψεν εις την πόλιν των +Ρωμαίων, έγεινεν άμιλλα περί του ποίος πρώτος να συμβουλευθή το +μαντείον και άλλοι μεν μετέβαινον αυτοπροσώπως, άλλοι δε απέστελλον +αντιπροσώπους, μάλιστα οι επιφανέστατοι και κατέχοντες τα μεγαλείτερα +αξιώματα εις την πόλιν, μεταξύ των οποίων ο Ρουτιλλιανός, άνθρωπος +κατά μεν τα άλλα καλός και χρηστός και ο οποίος είχε διακριθή εις +πολλά Ρωμαϊκά αξιώματα, αλλ' ως προς τα αφορώντα τους θεούς πολύ +επιπόλαιος και στενοκέφαλος, πιστεύων αλλόκοτα περί αυτών• και μόνον +πέτραν εάν έβλεπε πουθενά αλειμμένην με έλαιον ή στεφανωμένην, έπιπτε +κάτω ευθύς και επροσκύνα και επί πολύ παρέμενε προσευχόμενος και ζητών +παρ' αυτής διαφόρους χάριτας. Ούτος λοιπόν ακούσας να γίνεται λόγος +περί του μαντείου, παρ' ολίγον ν' αφήση την θέσιν του και να μεταβή +εις το τείχος του Αβώνου. Μη δυνηθείς όμως να μεταβή ο ίδιος, +απέστειλεν άλλους και άλλους• επειδή δε οι αποστελλόμενοι ήσαν +απλοϊκοί υπηρέται, ευκόλως εξηπατώντο και επανερχόμενοι διηγούντο όσα +είδον και όσα δεν είδον και προσθέτοντες εις όσα ήκουσαν, διά να +ευχαριστήσουν περισσότερον τον κύριόν των. Ούτω δε εξήπτον την +φαντασίαν του αθλίου γέροντος και του διεσάλευον τας φρένας. Επειδή δε +ήτο φίλος των περισσοτέρων και ισχυροτέρων εις την Ρώμην, διηγείτο εις +όλους όσα παρά των αποσταλέντων ήκουσε, προσέθετε δε και ιδικά του. +Και τοιουτοτρόπως εγέμισε την πόλιν με τον θαυμασμόν προς το μαντείον +του Αλεξάνδρου και διετάραξε τα πνεύματα και τους περισσοτέρους των +αυλικών παρέσυρε και συνεκίνησε, ευθύς δε και ούτοι έσπευδον να +συμβουλευθούν το μαντείον. Ο δε Αλέξανδρος υποδεχόμενος τους +ερχομένους με φιλοφροσύνην μεγάλην και διά δώρων πολυτελών και +φιλοξενίας διαθέτων αυτούς ευνοϊκώς τους απέπεμπε, όχι μόνον διά να +δώσουν τας απαντήσεις εις τα προς το μαντείον ερωτήματα, αλλά και διά +να εγκωμιάσουν τον θεόν και να διηγηθούν τερατώδη ψεύδη δι' αυτόν και +το μαντείον. + +Αλλά και κάτι άλλο εμηχανεύθη ο τρισκατάρατος δολιώτατον και άξιον +μεγάλου ληστού. Όταν απεσφράγιζε τα πεμπόμενα ερωτήματα και +αναγινώσκων αυτά εύρισκε τίποτε επιλήψιμον και δυνάμενον να έχη +σοβαράς συνεπείας διά τον ερωτώντα, το εκράτει και δεν το επέστρεφε, +διά να τους έχη υποχειρίους και σχεδόν δούλους διά τον φόβον μήπως +αποκαλυφθούν όσα ηρώτησαν. Εννοείς δε με ποία δώρα εξηγόραζαν την +σιωπήν του οι πλούσιοι και οι ισχυροί, οίτινες εγνώριζον ότι τους +εκράτει εις τα δίκτυά του. + +Θα σου αναφέρω τώρα και μερικούς εκ των χρησμών, οίτινες εδόθησαν εις +τον Ρουτιλλιανόν. Όταν ούτος ηρώτησε περί του υιού του, τον οποίον +είχεν εκ προτέρας γυναικός και όστις διέτρεχε την ηλικίαν καθ' ην +έπρεπε ν' αρχίση η εκπαίδευσίς του, ποίον διδάσκαλον να του δώση, το +μαντείον απήντησε• + + Πυθαγόρην πολέμων τε διάκτορον εσθλόν αοιδόν{46}. + +Αλλ' επειδή μετ' ολίγας ημέρας το παιδίον απέθανεν, ο Αλέξανδρος +ευρέθη εις αμηχανίαν και δεν είχε τι ν' απαντήση εις εκείνους οίτινες +τον κατηγόρουν• ο καλός όμως Ρουτιλλιανός έφθασε μέχρι του ν' +απολογήται αυτός υπέρ του μαντείου• και έλεγεν ότι ο θεός προείπεν +ακριβώς ό,τι έγεινε και διά τούτο δεν παρήγγειλε να δοθή εις τον υιόν +του κανείς εκ των ζώντων διδασκάλων, αλλ' ο Πυθαγόρας και ο Όμηρος, +οίτινες προ πολλού είχον αποθάνει και τους οποίους ήτο επόμενον να +συναντήση εις τον Άδην το παιδίον. Διατί λοιπόν κατηγορείτε τον +Αλέξανδρον; + +Όταν δε πάλιν ο Ρουτιλλιανός ηρώτησεν εις ποίους είχε μετεμψυχωθή, +έλαβε την εξής απάντησιν• + + Πρώτον Πηλείδης εγένου, μετά ταύτα Μένανδρος, + είθ' ος νυν φαίνη, μετά δ' έσσεαι ηλιάς ακτίς, + ζήσεις δ' ογδώκοντ' επί τοις εκατόν λυκάβαντας{47}. + +Αλλ' αυτός απέθανεν εβδομηκοντούτης, αφού παρεφρόνησε χωρίς να +περιμένη την υπόσχεσιν του θεού. Ήτο δε και ο χρησμός ούτος εκ των +αυτοφώνων. + +Όταν δε άλλην φοράν ηρώτησε περί γάμου, του εδόθη σαφής η απάντησις• + + Γήμον Αλεξάνδρου τε Σεληναίης τε θύγατρα {48}. + +Είχε δε διαδόσει προ πολλού ο Αλέξανδρος ότι την θυγατέρα του είχεν +αποκτήσει εκ της Σελήνης, ήτις τον ερωτεύθη όταν συνέβη να τον ίδη +κοιμώμενον, όπως αυτή συνειθίζη να ερωτεύεται τους ωραίους τους +οποίους βλέπει κοιμωμένους. Ο δε φρονιμώτατος Ρουτιλλιανός χωρίς να +βραδύνη έπεμψεν αμέσως και εζήτησεν εις γάμον την κόρην του Αλεξάνδρου +και έγεινεν εξηκοντούτης γαμβρός και ετέλεσε μεγάλας θυσίας προς την +πενθεράν του Σελήνην, νομίζων ότι έγεινε και αυτός είς εκ των +επουρανίων. + +Ο Αλέξανδρος, αφού ούτω εγνωρίσθη και επεκράτησεν εις την Ιταλίαν, +εγίνετο βαθμηδόν θρασύτερος εις τας επινοήσεις και τας αγυρτείας του +και έπεμπε χρησμολόγους εις Ρωμαϊκάς πόλεις, οίτινες προέλεγον λοιμούς +και πυρκαϊάς και σεισμούς και υπέσχοντο ότι θα εβοήθει ο Αλέξανδρος +διά να μη συμβούν τα δυστυχήματα ταύτα. Εκτός δε άλλων απέστειλεν εις +όλα τα έθνη ένα αυτόφωνον χρησμόν κατά του λοιμού. Ο χρησμός δε ούτος +ήτο ο ακόλουθος• + + Φοίβος ακερσεκόμης λοιμού νεφέλην απερύκει{49}. + +Και έβλεπε κανείς παντού τον στίχον τούτον γεγραμμένον εις τους +πυλώνας των οικιών ως αποτρεπτικόν των επιδημιών. Αλλά το αποτέλεσμα +ήτο αντίθετον ως επί το πλείστον• κατά σύμπτωσιν περίεργον εκείναι προ +πάντων αι οικίαι ηρημώθησαν υπό του θανατικού, επί των οποίων ήτο +γεγραμμένος ο στίχος εκείνος. Μη υποθέσης όμως ότι θέλω ν' αποδώσω +τούτο εις τον στίχον•αναφέρω απλώς την σύμπτωσιν. Αλλ' ίσως και οι +πολλοί εμπιστευόμενοι εις την προστασίαν του στίχου παρημέλουν και +διητώντο κακώς, ουδόλως προσπαθούντες μετά του χρησμού να απομακρύνουν +την νόσον, ως να είχον ασφαλές προπύργιον τας συλλαβάς του στίχου και +τον Απόλλωνα τοξεύοντα τον λοιμόν. + +Εγκαθίδρυσε δε και εις την Ρώμην πολλούς κατασκόπους εκ των συνεργατών +και συνεννοημένων, οι οποίοι τον επληροφόρουν περί του χαρακτήρος και +των διαθέσεων εκάστου, περί των ερωτήσεων τας οποίας έμελλον ν' +απευθύνουν προς το μαντείον και περί των πόθων και των φιλοδοξιών +εκάστου, ώστε να είνε έτοιμος διά τας απαντήσεις και πριν φθάσουν οι +απεσταλμένοι να γνωρίζη τι θα τον ηρώτων. + +Τοιαύτα εμηχανεύετο διά την Ιταλίαν εκτός δε τούτου ίδρυσε μίαν εορτήν +με λαμπαδηφορίας και ιεροφαντίας, τελουμένας επί τρεις συνεχείς +ημέρας. Κατά την πρώτην ημέραν εγίνετο προκήρυξις, όπως εις τας +Αθήνας, λέγουσα• Πας Χριστιανός ή Επικούρειος, όστις έρχεται να +κατασκοπεύση τα ιερά όργια, ας φύγη, οι δε πιστεύοντες εις τον θεόν ας +μείνωσι και ας τελέσωσι τας εορτάς ευτυχείς. Έπειτα εξεδιώκοντο οι +βέβηλοι και ο Αλέξανδρος ελάμβανε την πρωτοβουλίαν αναφωνών «Έξω οι +Χριστιανοί», το δε πλήθος όλον αντεφώνει• «Έξω οι Επικούρειοι». Έπειτα +ετελείτο ο τοκετός της Λητούς και του Απόλλωνος η γέννησις, ο γάμος +της Κορωνίδος και η γέννησις του Ασκληπιού• την δε δευτέραν ημέραν +εγίνετο η εμφάνισις του Γλύκωνος και η γέννησις του Θεού. Η τρίτη +ημέρα ήτο αφιερωμένη εις τον Ποδαλείριον και εις τον γάμον της μητρός +του Αλεξάνδρου• και επειδή ωνομάζετο Δαδίς, εκαίοντο δάδες. Εις το +τέλος παριστάνετο ο έρως της Σελήνης και του Αλεξάνδρου και εγεννάτο η +σύζυγος του Ρουτιλλιανού. Ο Ενδυμίων Αλέξανδρος κρατών δάδα εξετέλει +χρέη ιεροφάντου. Έπειτα κατεκλίνετο εις το μέσον του ναού και +υπεκρίνετο τον κοιμώμενον, τότε δε κατέβαινε προς αυτόν εκ της οροφής +ως εξ ουρανού αντί της Σελήνης κάποια Ρουτιλλία, ωραιοτάτη, σύζυγος +ενός των οικονόμων του Αυτοκράτορος, πραγματικώς ερωτευμένη με τον +Αλέξανδρον και ανταγαπωμένη υπ' αυτού, και υπό τα βλέμματα του γελοίου +της συζύγου αντήλασσον φιλήματα και εναγκαλισμούς• και αν δεν ήτο πολύ +το φως ίσως θα συνέβαινε και τίποτε εκ των μάλλον αποκρύφων. Μετ' +ολίγον πάλιν επανήρχετο ο Αλέξανδρος με στολήν ιεροφάντου και εν μέσω +γενικής σιωπής έλεγε μεγαλοφώνως «ιή Γλυκών» {50}• απήντων δε οι +ακολουθούντες, δήθεν Ευμολπίδαι{51} και κήρυκες, οίτινες ήσαν +Παφλαγόνες με υποδήματα εξ ακατεργάστου δέρματος και αναδίδοντες +βαρείαν οσμήν σκόρδου, «ιή Αλέξανδρε». + +Πολλάκις δε κατά τας δαδουχίας και τας κινήσεις των μυστικών χορών +{52}, ο μηρός αυτού αποκαλυπτόμενος επίτηδες εφαίνετο χρυσούς, διότι, +εννοείται, τον είχε περιενδύσει με δέρμα επίχρυσον, το οποίον +απέστιλβεν εις την λάμψιν των λαμπάδων. Διά τούτο και συζήτησις έγεινέ +ποτε μεταξύ δύο μωροσόφων περί αυτού, εάν ο Αλέξανδρος είχε την ψυχήν +του Πυθαγόρου, όπως είχε και τον χρυσούν αυτού μηρόν, είτε άλλην +ανάλογον. Το ζήτημα υπεβλήθη εις τον Αλέξανδρον, ο δε θεός Γλύκων +έλυσε διά χρησμού την απορίαν• + + Πυθαγόρου ψυχή ποτέ μεν φθίνειν, άλλοτε δ' αύξει• + η δε προφητείη δίης φρενός έστιν απορρώξ• + και μιν έπεμψε πατήρ αγαθών ανδρών επαρωγόν• + και πάλιν ες Διός είσι Διός βληθείσα κεραυνώ {53}. + +Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως +ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ εμηχανεύθη το εξής• παρήγγελλεν εις τας +πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου ν' αποστέλλουν κατά τριετίαν +προς αυτόν διακόνους διά να υμνούν τον θεόν• έπρεπε δε να εκλέγωνται +και να προτιμώνται οι ευγενέστατοι και ανθηρότατοι, οι διακρινόμενοι +διά το κάλλος των. Τούτους εγκλείων μετεχειρίζετο ως γυναίκας +αργυρωνήτους, συγκοιμώμενρς μετ' αυτών και εις πάσαν ακολασίαν +εκτρεπόμενος. Και νόμον δε έκαμε κατά τον οποίον εις ουδένα υπερβάντα +το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του επετρέπετο να τον ασπάζεται εις +το στόμα προς χαιρετισμόν, αλλ' εις μεν τους άλλους έδιδε την χείρα +του να την ασπάζωνται, μόνον δε τους νεαρούς κατεφίλει και ούτοι +εκαλούντο «οι εντός του φιλήματος». Κατ' αυτόν τον τρόπον εμπαίζων +τους ανοήτους διέφθειρε φανερά γυναίκας και με παίδας συνευρίσκετο. +Και έκαστος εθεώρει ευτύχημα αν και μόνον ητένιζε την γυναίκα του ο +Αλέξανδρος• εάν δε κατεδέχετο και να την φιλήση, ενόμιζεν ότι θα +εισήρχετο αθρόα η ευτυχία εις την οικίαν του. Πολλαί και εκαυχώντο ότι +είχον γεννήσει εξ αυτού και οι σύζυγοι των επεβεβαίουν το πράγμα. + +Θέλω δε να σου διηγηθώ και ένα διάλογον μεταξύ του Γλύκωνος και +κάποιου Σακέρδωτος, κατοίκου της Παφλαγονικής Τίου, του οποίου την +διανοητικήν κατάστασιν θα εννοήσης από τας ερωτήσεις του. Ανέγνωσα δε +τον διάλογον τούτον εις την Τίον, εις την οικίαν του Σακέρδωτος, +γεγραμμένον με χρυσά γράμματα. Ειπέ μου, ηρώτησεν ούτος, δέσποτα +Γλύκων, ποίος είσαι; Εγώ, απήντησεν ο Γλύκων, είμαι νέος Ασκληπιός. +Διάφορος από τον παλαιόν; Τι εννοείς; Δεν επιτρέπεται να το μάθης +αυτό, απήντησεν ο Γλύκων. Και πόσα έτη θα μείνης εδώ να μας δίδης +χρησμούς; Χίλια και τρία. Έπειτα πού θα μεταβής; Εις τα Βάκτρα και τα +περίχωρα• διότι πρέπει και οι βάρβαροι να απολαύσουν την παρουσίαν +μου. Τα δε άλλα μαντεία, το μαντείον των Δυδίμων, της Κλάρου και των +Δελφών έχουν ακόμη τον προπάτορά σου τον Απόλλωνα ή είνε ψευδείς οι +χρησμοί τους οποίους δίδουν τώρα; Μη επιμένεις να μάθης και τούτο, +διότι δεν είνε επιτετραμμένον. Εγώ δε τι θα γείνω μετά την παρούσαν +ζωήν; Κάμηλος, έπειτα ίππος, έπειτα άνθρωπος σοφός και προφήτης, όχι +κατώτερος του Αλεξάνδρου. + +Τοιαύτα είπε προς τον Σακέρδωτα ο Γλύκων και εις το τέλος του έδωκε +τον εξής έμμετρον χρησμόν, καθότι εγνώριζεν ότι ήτο οπαδός του +Λεπίδου• + + Μη πείθου Λεπίδω, επεί οι λυγρός οίτος οπηδεί {54}. + +Διότι καθ' υπερβολήν εφοβείτο τον Επίκουρον, όπως προ— είπα, ως +αντίτεχνον και εχθρόν της αγυρτείας του. Είς δ' εκ των Επικουρείων, +όστις ετόλμησε να τον ελέγξη επί παρουσία πολλών, διέτρεξε μέγαν +κίνδυνον. Ο Επικούρειος ούτος πλησιάσας του είπε μεγαλοφώνως• Συ δεν +είσαι, Αλέξανδρε, που έπεισες τον δείνα Παφλαγόνα να προσαγάγη τους +δούλους του εις τον διοικητήν της Γαλατίας και να ζητήση την εις +θάνατον καταδίκην αυτών, ως φονέων του υιού του, όστις εσπούδαζεν εις +την Αλεξάνδρειαν; Αλλά μάθε ότι ο νέος εκείνος ζη και επέστρεψε ζων +μετά την θανάτωσιν των δούλων, οίτινες υπό σου παρεδόθησαν εις τα +θηρία. Ιδού τι συνέβη. Ο νέος εκείνος αναπλεύσας τον Νείλον μέχρι του +Κλύσματος {55} συνήντησεν εκεί πλοίον έτοιμον ν' αποπλεύση εις τας +Ινδίας και απεφάσισε να μεταβή και αυτός εκεί. Επειδή δε εβράδυνε, οι +δυστυχείς εκείνοι δούλοι του νομίσαντες ότι ή εις τον Νείλον, ενώ +εταξείδευεν, επνίγη ή υπό ληστών εφονεύθη—ήσαν δε πολλοί τότε— +επέστρεψαν και ανήγγειλαν την εξαφάνισίν του. Έπειτα ήλθεν ο χρησμός +και η καταδίκη των, μετά την οποίαν ήλθεν ο νέος και διηγήθη το εις +Ινδίας ταξείδι του. + +Αυτά είπεν ο Επικούρειος, ο δε Αλέξανδρος αγανακτήσας διά την +κατηγορίαν και μη υποφέρων τον αληθή εκείνον ονειδισμόν, διέταξε τους +παρόντας να τον λιθοβολήσουν, άλλως και αυτοί θα ήσαν εξ ίσου ασεβείς +και άξιοι να ονομασθούν Επικούρειοι. Και το μεν πλήθος ήρχισε να τον +πετροβολή, αλλά κάποιος Δημόστρατος εκ των προκρίτων του Πόντου +παρατυχών εκεί έσπευσε και τον ενηγκαλίσθη και ούτω έσωσε τον άνθρωπον +εκ του θανάτου. Αλλά πολύ δικαίως θα επάθαινεν αν ελιθοβολείτο• διότι +δεν ήτο ανάγκη να δείξη μόνος αυτός ορθοφροσύνην εν μέσω τόσων +παραφρόνων και να εκτεθή εις την άλογον οργήν των Παφλαγόνων. + +Μίαν ημέραν προ της εκδόσεως των χρησμών, προσήρχοντο οι θέλοντες να +ερωτήσουν το μαντείον και διά του κήρυκος ηρώτων εάν θα εδίδετο +απάντησις εις τα ερωτήματά των• εάν δε εκείνος απήντα έσωθεν «εις τους +κόρακας», ο λαμβάνων τοιαύτην +απάντησιν ούτε εις οικίαν εγίνετο πλέον δεκτός και πάντες του ηρνούντο +πυρ και ύδωρ και απεδιώκετο από τόπου εις τόπον ως ασεβής και άθεος +και Επικούρειος• το τελευταίον δε τούτο ήτο ο μεγαλείτερος ονειδισμός. + +Αλλ' έπραξε και κάτι τι γελοιωδέστατον ο Αλέξανδρος. Ευρών τας «Κυρίας +Σκέψεις» του Επικούρου, το κάλλιστον, ως γνωρίζεις βιβλίον, το οποίον +περιέχει την συγκεφαλαίωσιν της σοφίας του φιλοσόφου εκείνου, τας +έφερεν εις το μέσον της αγοράς και τας έκαυσεν επί ξύλων συκής, ως +τάχα να έκαιε εκείνον, την δε στάκτην έρριψεν εις την θάλασσαν, +συνοδεύσας την πράξιν ταύτην με ένα χρησμόν• + + Πυρπολέειν κέλομαι δόξας αλαοίο γέροντος {56} + +Και δεν εσκέφθη ο άθλιος πόσων αγαθών γίνεται πρόξενος το βιβλίον +εκείνο εις τους αναγινώσκοντας και πόσην γαλήνην και αταραξίαν και +ελευθερίαν φρονήματος εμπνέει• διότι απαλάττει από δεισιδαιμονίας και +πίστιν εις φαντάσματα και τερατολογίας και από ματαίας ελπίδας και +περιττάς επιθυμίας, παρέχει δε ορθοφροσύνην και αλήθειαν και +πραγματικώς εξαγνίζει την ψυχήν όχι με δάδα και με σκιλλοκρόμυδον {57} +και με άλλας τοιαύτας ανοησίας, αλλά διά του ορθού λόγου, της αληθείας +και της παρρησίας. + +Εκτός δε άλλων άκουσε και έν από τα μεγαλείτερα τολμήματα του μιαρού +εκείνου άνθρωπου. Διά του Ρουτιλλιανού, όστις είχε τότε μεγάλην +δύναμιν, εγίνετο ευκόλως δεκτός εις τα ανάκτορα και την αυλήν• ενώ +λοιπόν ο κατά των Γερμανών πόλεμος ευρίσκετο εις την ακμήν του και ο +θεός Μάρκος {58} είχεν ήδη συμπλακή προς τους Μαρκομάνους και +Κουάδους, έστειλε χρησμόν, όστις έλεγε να ριφθοϋν δύο λέοντες ζωντανοί +εις τον Ίστρον μετά πολλών αρωμάτων και να γείνουν συγχρόνως θυσίαι +μεγαλοπρεπείς. Αλλά προτιμότερον να παραθέσω κατά λέξιν τον χρησμόν• + + Ες δίνας Ίστροιο διιπετέος ποταμοίο + εσβαλέειν κέλομαι δοιούς Κυβέλης θεράποντας + θήρας ορειτρεφέας, και όσα τρέφει Ινδικός αήρ + άνθεα και βοτάνας ευώδεας• αυτίκα δ' έσται + νίκη και μέγα κύδος άμ' ειρήνη ερατεινή {59}. + +Αφού δε έγειναν ταύτα, ως διέταξεν, οι λέοντες κολυμβήσαντες επέρασαν +εις την χώραν των εχθρών, όπου οι βάρβαροι τους εφόνευσαν διά ξύλων, +ως σκύλους ή λύκους αγνώστου είδους• μετ' ολίγον δε έπαθαν οι ημέτεροι +το μεγαλείτερον δυστύχημα και περί τας είκοσι χιλιάδες εξ αυτών +εχάθησαν συγχρόνως. Έπειτα ηκολούθησαν τα γενόμενα εις την Ακυληίαν, +ήτις εκιδύνευσε να κυριευθή. Ο δε Αλέξανδρος ως δικαιολογίαν διά τα +γενόμενα έφερε την γελοίαν Δελφικήν εξήγησιν και τον χρησμόν του +Κροίσου {60} και έλεγεν ότι ο θεός προείπε νίκην, αλλά δεν εδήλωσεν αν +θα είνε νίκη των Ρωμαίων ή των αντιπάλων. + +Ενώ δε τόσοι πολλοί συνέρρεον, ώστε η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να τους +χωρέση και αρκετά τρόφιμα διά τόσον πληθυσμόν δεν είχεν, ο Αλέξανδρος +επενόησε τούς νυκτερινούς καλουμένους χρησμούς. Λαμβάνων τα γραπτά +ερωτήματα εκοιμάτο, ως έλεγεν, επ' αυτών και κατ' όναρ ήκουε τας +απαντήσεις του θεού, τας οποίας και έδιδεν εις τους ερωτώντας, όχι +όμως σαφείς κατά το πλείστον, αλλ' αμφιβόλους και σκοτεινάς, μάλιστα +οσάκις το ερώτημα ήτο σφραγισμένον μετά υπερβολικής επιμελείας. Μη +τολμών ν' ανοίξη το ερώτημα, έδιδε μίαν απάντησιν ήτις έλεγε και δεν +έλεγε τίποτε, εθεώρει δε και τούτο ως πρέπον εις τους χρησμούς, και +υπήρχον εξηγηταί διά να ερμηνεύουν τας σκοτεινάς εκείνας απαντήσεις +και ελάμβανον όχι μικράς αμοιβάς παρ' εκείνων εις τους οποίους +εδίδοντο οι τοιούτοι χρησμοί διά την εξήγησιν αυτών. Οι εξηγηταί δε +ούτοι επλήρωνον εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον Αττικόν έκαστος. + +Ενίοτε και χωρίς να ερωτήση κανείς δι' εαυτόν ή δι' άλλον, ο +ψευδόμαντις εξέδιδε χρησμούς, προς έκπληξιν των ανοήτων, οποίος ο +εξής. + + Δίζεαι όστις σην άλοχον μάλα πάγχυ λεληθώς + Καλλιγένειαν υπέρ λεχέων σαλαγεί κατά δώμα; + Δούλος Πρωτογένης, τω δη συ χε πάντα πέποιθας• + ώπυες γαρ εκείνον, ο δ' αύθις σην παράκοιτιν, + αντίδοσιν ταύτην ύβρεως ιδίας αποτίνων. + Αλλ' επί σοι δη φάρμακ' απ' αυτών λυγρά τέτυκται, + ως μήτ' εισαΐοις μήτ' εισοράοις α ποιούσιν• + ευρήσεις δε κάτω υπό σω λέχει αγχόθι τοίχου + προς κεφαλής• και ση θεράπαινα σύνοιδε Καλυψώ{61}. + +Ποίος, και Δημόκριτος ο φιλόσοφος εάν ήτο, δεν θα εταράσσετο ακούων +ονόματα και τόπους ακριβώς αναφερομένους,και ποίαν περιφρόνησιν θα +ησθάνετο κατόπιν όταν θα ενόει το ψεύδος; + +Αλλά και εις βαρβάρους πολλάκις επροφήτευσε και όταν ακόμη τον ηρώτων +εις την πάτριον αυτών γλώσσαν Συριακήν ή Κελτικήν, καίτοι δεν εύρισκεν +ευκόλως ομοεθνείς των ερωτώντων διά να τον βοηθήσουν εις την +κατανόησιν της ερωτήσεως και εις την απάντησιν. Διά τούτο και εβράδυνε +πολύ να δίδη τας απαντήσεις, διά να έχη καιρόν εν τω μεταξύ να +αποσφραγίζη τα ερωτήματα και να ευρίσκη τους δυναμένους να του +εξηγήσουν τα καθέκαστα. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον έδωκεν εις +ένα Σκύθην• + + Μόρφι εβάργουλις εις σκην χνέγχικραγκ λείψει φάος. + +Άλλοτε μη ευρίσκων διερμηνέα, είπεν εις κάποιον, ουχί εμμέτρως, να +επιστρέψη εις την πατρίδα του, διότι εκείνος όστις τον απέστειλεν, +εφονεύθη την ημέραν εκείνην υπό του γείτονος Διοκλέους, καλέσαντος εις +επικουρίαν τους ληστάς Μάγνον, Κέλερον και Βούβαλον, οίτινες +συνελήφθησαν ήδη και ερρίφθησαν εις τα δεσμά. + +Άκουσε τώρα και μερικούς χρησμούς τους οποίους έδωκεν εις εμέ. Ηρώτησα +μίαν ημέραν τον θεόν εάν ο Αλέξανδρος είνε φαλακρός, και το ερώτημα +μου εσφραγίσθη μετ' επιμελείας και κατά τρόπον ώστε να μη δύναται να +παραποιηθή η σφραγίς. Ο δε προφήτης μου έδωκε τον εξής νυκτερινόν +χρησμόν• + + Σαβαρδαλάχου μάλαχ Άττις άλλος ην. + +Έπειτα πάλιν του έστειλα εις δύο διάφορα σφραγισμένα δελτία την αυτήν +ερώτησιν, ποία ήτο η πατρίς του ποιητού Ομήρου, και εφρόντισα να μάθη +ότι αι ερωτήσεις απηυθύνοντο παρά δύο διαφόρων προσώπων. Και εις μεν +το πρώτον, εξαπατηθείς υπό του υπηρέτου μου, όστις του είπεν ότι +εζήτουν συμβουλήν δι' ένα πόνον τον οποίον είχα εις την πλευράν, +απήντησεν• + + Κυτμίδα χρίεσθαι κέλομαι δροσίην τε κέλητος {62}. + +Εις δε το δεύτερον, διά το οποίον του είπαν ότι απεστάλη παρ' ανθρώπου +επιθυμούντος να μάθη αν ήτο προτιμότερον να μεταβή διά θαλάσσης ή διά +ξηράς εις την Ιταλίαν, έδωκεν επίσης +απάντησιν ουδεμίαν έχουσαν σχέσιν προς τον Όμηρον• + + Μη σύγε πλωέμεναι, πεζήν δε κατ' οίμον όδευε {63}• + +Πολλά τοιαύτα παιγνίδια του έπαιξα, μεταξύ δε άλλων και τούτο. Του +έστειλα μίαν ερώτησιν και έγραφα επί του δελτίου ως συνειθίζεται• διά +τον δείνα (έγραψα δε έν ψευδές όνομα) χρησμοί οκτώ• και συγχρόνως +απέστειλα τας οκτώ δραχμάς και το επί πλέον της αξίας των χρησμών. Ο +δε Αλέξανδρος εξαπατηθείς εκ της επιγραφής και νομίζων ότι υπήρχον +οκτώ ερωτήσεις, εν ω υπήρχε μία μόνη — ήτο δε αύτη• πότε θα αποδειχθή +ο Αλέξανδρος ως εξαπατών τον κόσμον; — μου έστειλεν οκτώ χρησμούς, +οίτινες, κατά το λεγόμενον, ούτε άκραν είχον, ούτε μέσην, ανόητοι και +δυσνόητοι όλοι. Μαθών δε ταύτα κατόπιν και προσέτι ότι κατέγεινα να +αποτρέψω τον Ρουτιλλιανόν από του να νυμφευθή την κόρην του και να +δίδη πίστιν εις τας ελπίδας τας οποίας του έδιδε το μαντείον, με +εμίσησεν ως ην επόμενον, και μ' εθεώρει μέγαν εχθρόν. Και όταν ποτέ ο +Ρουτιλλιανός ηρώτησε περί εμού, του έδωκε την εξής απάντησιν• + + Νυκτιπλάνοις οάροις χαίρει κοίταις τε δυσάγνοις {64}. + +Εν γένει δεν μ' εχώνευε• και όταν μετέβην εις την πόλιν του και έμαθεν +ότι είμαι ο Λουκιανός — με συνώδευον δε και δύο στρατιώται, είς +λογχοφόρος και είς κοντοφόρος, τους οποίους μου είχε δώσει ο διοικητής +της Καπαδοκίας διά να με προπέμψουν μέχρι της θαλάσσης—μ' εκάλεσεν +αμέσως με πολλήν φιλοφροσύνην και ενδείξεις εκτιμήσεως. Μεταβάς τον +ευρήκα μεταξύ πολλών και κατά καλήν μου τύχην είχα συμπαραλάβει και +τους στρατιώτας. Ο ψευδοπροφήτης μου έδωκε ν' ασπασθώ την δεξιάν του, +καθώς συνείθιζε• εγώ δε αντί να φιλήσω τον εδάγκασα τόσον δυνατά, ώστε +παρ' ολίγον να του καταστήσω άχρηστον την χείρα. Τότε οι παρόντες +επεχείρησαν να με κτυπήσουν και να με πνίξουν ως ιερόσυλον, διότι και +προ τούτου είχον αγανακτήσει ακούσαντες ότι τον είπα Αλέξανδρον και +όχι προφήτην. Αλλ' αυτός συνεκρατήθη και καθησύχασε τους περί αυτόν, +υπέσχετο δε ότι πολύ ταχέως θα με εξημέρωνε και θα κατεφαίνετο η +δύναμις του Γλύκωνος, όστις ηδύνατο να μετατρέπη εις φίλους και τους +πλέον εχθρικώς διακειμένους. Απομακρύνας δε όλους τους άλλους, μου +ωμολόγησεν ότι εγνώριζε καλώς όσα είχα συμβουλεύσει εις τον +Ρουτιλλιανόν - και, διατί, μου είπε, μου έκαμες αυτά, ενώ με την +σύστασίν μου θα ηδύνασο να επιτύχης μεγάλην εύνοιαν παρ' αυτού; Εγώ +τότε εδέχθην ευχαρίστως την φιλοφροσύνην του, καθότι έβλεπα ποίον +κίνδυνον διέτρεχα, και έσπευσα να δείξω ότι επείσθην και ότι έγεινα +φίλος του. Και οι άλλοι εθαύμαζον βλέποντες ότι τόσον ταχέως +μετεβλήθην. + +Έπειτα δε όταν απεφάσισα ν' αναχωρήσω, μου έστειλε δώρα πολλά — ήμουν +δε τότε μόνος με τον Ξενοφώντα {65} διότι είχα προαποστείλει εις +Άμαστριν τον πατέρα και τους άλλους οικείους μου — και μου υπέσχετο να +μου δώση αυτός πλοίον και ναύτας• και εγώ θεωρήσας την πρότασιν ως +ειλικρινή φιλοφροσύνην την απεδέχθην. Αλλ' όταν ανήχθημεν εις το +πέλαγος και είδα τον πλοίαρχον να δακρύη και να φιλονεική με τους +ναύτας, ήρχισα να υποψιάζωμαι και ν' ανησυχώ. Ο Αλέξανδρος είχε δώσει +παραγγελίαν να μας ρίψουν εις την θάλασσαν και ούτω θα εξεδικείτο και +θα απηλάσσετο ευκόλως από ένα εχθρόν. Αλλ' ο κυβερνήτης με τα δάκρυα +του έπεισε τους ναύτας να μη μας φονεύσουν ούτε άλλως να μας +κακοποιήσουν, προς εμέ δε είπε• Εξήντα χρόνια, ως βλέπεις, έχω ζήσει +με τιμήν και ευσέβειαν και δεν ηθέλησα τώρα που έφθασα εις αυτήν την +ηλικίαν και έχω γυναίκα και παιδιά να μολύνω τα χέρια μου με φόνον. +Και μου ωμολόγησε τους όρους υπό τους οποίους μας ανέλαβεν εις το +πλοίον του και τας παραγγελίας του Αλεξάνδρου. Αφού δε μας απεβίβασεν +εις τους Αιγιαλούς, τους οποίους και ο καλός Όμηρος αναφέρει, +επέστρεψεν. Εκεί συνήντησα Βοσποριανούς τινας, τους οποίους ο βασιλεύς +Ευπάτωρ απέστελλεν αντιπροσώπους εις την Βιθυνίαν να κομίσουν τον +ετήσιον φόρον• διηγήθην δε εις αυτούς τον κίνδυνον τον οποίον +διετρέξαμεν και συμπαθήσαντες με παρέλαβον εις το πλοίον αυτών και με +μετέφεραν εις την Άμαστριν, αφού παρά τρίχα διέφυγα τον θάνατον. + +Του λοιπού και εγώ εκήρυξα κατά του ψευδοπροφήτου φανερόν πόλεμον και +πάντα λίθον εκίνουν διά να εκδικηθώ, αφού και προ της επιβουλής ήδη +τον εμίσουν μεγάλως διά την ατιμίαν του• εις τον πόλεμον δε τούτον +είχα πολλούς συναγωνιστάς και μάλιστα τους μαθητάς του Ηρακλεώτου +φιλοσόφου Τιμοκράτους. Αλλ' ο τότε διοικητής της Βιθυνίας και του +Πόντου Αύιτος μας συνεκράτησε με συμβουλάς και παρακλήσεις• διότι +ένεκα της φιλίας του προς τον Ρουτιλλιανόν δεν ηδύνατο, και αν +απεδεικνύετο αδικών ο Αλέξανδρος, να τον τιμωρήση. Ούτω ανέκοψα την +ορμήν μου και έπαυσα να καταδιώκω ένοχον υπέρ του οποίου έβλεπα ότι +τόσον ευμενώς ήτο διατεθειμένος ο δικαστής. Δεν είναι δε μεγάλη μεταξύ +των άλλων η θρασύτης του Αλεξάνδρου να ζητήση παρά του Αυτοκράτορος να +μετονομασθή το τείχος του Αβώνου Ιωνόπολις και να κοπή νόμισμα νέον, +το οποίον από μεν την μίαν όψιν να έχη την εικόνα του Γλύκωνος, από δε +την άλλην την μορφήν αυτού του ψευδοπροφήτου με τα στέμματα του πάππου +του Ασκληπιού και το ξιφοδρέπανον του προμήτορος Περσέως; Ενώ δε είχε +προείπει ότι θα έζη εκατόν πεντήκοντα έτη και έπειτα θ' απέθνησκε +φονευόμενος υπό κεραυνού, απέθανε πριν ακόμη συμπληρώσει τα +εβδομήκοντα, με αξιοθρήνητον θάνατον• ως άξιος υιός του Ποδαλειρίου +έπαθε σήψιν του ποδός μέχρι βουβώνος και κατεφαγώθη υπό σκωλήκων +ζωντανός. Τότε δε και εφάνη ότι ήτο φαλακρός, διότι ήτο ανάγκη να του +βρέχουν οι ιατροί την κεφαλήν προς κατάπαυσιν των πόνων, πράγμα το +οποίον δεν ήτο δυνατόν αν δεν αφήρει την φενάκην διά να παρουσιάζη +γυμνήν την κεφαλήν. + +Τοιούτον υπήρξε το τέλος της κωμωδίας του Αλεξάνδρου και τοιαύτη του +όλου δράματος η λύσις, ώστε να δύναται τις να υποθέση ότι ήτο θεία η +τιμωρία, καίτοι εκ τύχης συνέβη. Έπρεπε δε και ο επιτάφιος αυτού να +γείνη άξιος του βίου του και να γείνη αγών διά την διαδοχήν του εις το +μαντείον. Οι συνεργάται εις τας αγυρτείας, όσοι ήσαν κορυφαίοι, +ανέθηκαν εις τον Ρουτιλλιανόν ν' αποφασίση ποίος εξ αυτών έπρεπε να +προτιμηθή διά ν' αντικαταστήση τον Αλέξανδρον και φορέση το +ιεροφαντικόν και προφητικόν στέμμα. Μεταξύ δε των μνηστήρων τούτων ήτο +και ο ιατρός Παίτος, άνθρωπος ηλικιωμένος, όστις έπραττεν ούτω ανάξια +και της επιστήμης και της ηλικίας του. Αλλ' ο αγωνοθέτης Ρουτιλλιανός +τους απέπεμψεν αστεφανώτους, επιφυλάττων εις εαυτόν την διαδοχήν του +προφήτου μετά την λήξιν της δημοσίας υπηρεσίας την οποίαν είχε. + +Ταύτα, φίλτατε, ολίγα εκ πολλών και ως δείγματα έγραψα και προς χάριν +σου, φίλου τον οποίον υπέρ πάντας θαυμάζω και διά την σοφίαν και διά +την αγάπην προς την αλήθειαν και διά την πραότητα του χαρακτήρος, την +μετριοπάθειαν και την γαλήνην του βίου και την ευμένειαν προς τους +πλησιάζοντας αυτόν, αλλά—και τούτο θα σου είνε περισσότερον +ευχάριστον—και εκδικούμενος διά τον Επίκουρον, σοφόν αληθώς ιερόν και +θείον, όστις μόνος διέγνωσε τα αληθή και τα αγαθά και τα μετέδωκεν εις +τους άλλους και έγεινε λυτρωτής των ακροασθέντων την διδασκαλίαν του. +Νομίζω δε ότι τ' ανωτέρω θα χρησιμεύσουν και εις όσους θα τ' +αναγνώσουν, διότι και τας αγυρτείας ελέγχουν και την ορθοφροσύνην +υποστηρίζουν. + + + + +Ο Η Ρ Α Κ Λ Η Σ + + + + +Προλαλιά {66}. + +Οι Κελτοί εις την γλώσσαν αυτών ονομάζουν τον Ηρακλήν Όγμιον και +εξεικονίζουν τον θεόν με μορφήν πολύ αλλόκοτον. Ο Ηρακλής των +ευρίσκεται εις τα έσχατα του γήρατος, είνε φαλακρός, έχει λευκάς τας +τρίχας αι οποίαι του υπολείπονται, έχει το δέρμα ρυτιδωμένον και +ηλιοκαές, ώστε να φαίνεται μαύρος όπως οι γηράσαντες ναυτικοί. Και θα +τον ενόμιζες μάλλον Χάρωνα ή Ιαπετόν ή άλλον εκ των κατοίκων του Άδου +παρά Ηρακλήν. Προς τον Ηρακλήν ομοιάζει μόνον κατά το ένδυμα και τον +οπλισμόν• διότι, όπως εκείνος, φορεί την λεοντήν και εις την δεξιάν +κρατεί το ρόπαλον, έχει κρεμασμένην εις τον ώμον την βελοθήκην και το +τόξον παρουσιάζει τεντωμένον η αριστερά του• καθ' όλα δε ταύτα είνε +Ηρακλής. + +Ενόμιζα λοιπόν ότι οι Κελτοί εξεικόνιζον ούτω τον Ηρακλήν διά να +υβρίζουν τους θεούς των Ελλήνων και να εκδικηθούν κατά του Ηρακλέους, +διότι επέδραμέ ποτε και ελεληλάτησε την χώραν αυτών, όταν αναζητών τας +αγέλας του Γηρυόνου διέτρεξε τας πλείστας εκ των δυτικών χωρών. + +Αλλά παρέλειψα να αναφέρω το παραδοξότατον χαρακτηριστικόν της +εικόνος. Ο γέρων εκείνος Ηρακλής σύρει μέγα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι +πάντες είνε δεμένοι εκ των ώτων• και τα δεσμά είνε αλύσεις λεπταί +κατεσκευασμέναι από χρυσόν και ήλεκτρον και όμοιαι με τα ωραιότερα +περιδέραια. Αλλ' ενώ τα δεσμά των είνε τόσον αδύνατα, ούτε ν' +αποδράσουν φαίνονται σκεπτόμενοι, πράγμα το οποίον φαίνεται εύκολον, +ούτε φέρουν την παραμικράν αντίστασιν, και ούτε με τους πόδας +αντιπατούν, ούτε κλίνουν το σώμα προς τα οπίσω διά ν' ανθίστανται εις +το τράβηγμα, αλλ' εύθυμοι ακολουθούν και χαίροντες και τον σύροντα +επευφημούν• και με τόσην προθυμίαν τον ακολουθούν, ώστε οι δεσμοί +γίνονται χαλαροί και φαίνονται ότι θα ελυπούντο εάν ελύοντο. Δεν θα +παραλείψω δε να αναφέρω και εκείνο το οποίον εξ όλων μου εφάνη +ατοπώτατον. Επειδή ο ζωγράφος δεν είχε πόθεν να δέση τα άκρα των +δεσμών, καθότι η μεν δεξιά του Ηρακλέους κρατεί το ρόπαλον, η δε +αριστερά το τόξον, ετρύπησε το άκρον της γλώσσης αυτού και εξ εκείνης +τους παριστά συρομένους. Στρέφεται δε και μειδιά προς τους +ακολουθούντας δεσμίους ο Ηρακλής. + +Επί πολύ εστεκόμην και παρετήρουν ταύτα θαυμάζων και απορών και +αγανακτών. Κάποιος δε Κελτός παριστάμενος, ο οποίος εγνώριζε τα +ημέτερα, ως εφάνη, εγνώριζε δε κατά βάθος και τα της πατρίδος του, μου +είπεν εις άπταιστον Ελληνικήν γλώσσαν. Εγώ, ξένε, θα σου εξηγήσω της +εικόνος το αίνιγμα, διότι φαίνεται ότι πολύ σ' ετάραξε. Ημείς οι +Κελτοί δεν νομίζομεν, όπως σεις οι Έλληνες, τον Ερμήν ως τον θεόν της +ευφραδείας, αλλά την δύναμιν ταύτην αποδίδομεν εις τον Ηρακλήν, όστις +είνε παρά πολύ του Ερμού ισχυρότερος. Μη απορής δε διότι παριστάνεται +γέρων καθότι μόνον η ευγλωττία έχει συνήθως την ακμήν της εις το +γήρας, εάν πρέπει να πιστεύσωμεν τους ποιητάς σας, οίτινες λέγουν ότι +των μεν νεωτέρων ο νους είνε άπηκτος {67} και άστατος, το δε γήρας + + έχει τι λέξαι των νέων σοφώτερον{68}• + +Ούτω και εκ της γλώσσης του Νέστορος σας έτρεχε μέλι και των αγορητών +της Τρωάδος η φωνή εξήρχετο λειριόεσσα, δηλαδή ευανθής, διότι λείρια, +αν καλώς ενθυμούμαι, ονομάζονται τα άνθη. Ώστε μη απορής εάν ο γέρων +ούτος, ο οποίος προσωποποιεί τον λόγον, έλκει διά της γλώσσης τους +ανθρώπους τους όποιους έχει δέσει εκ των ώτων, αφού γνωρίζεις την +μεταξύ των ώτων και της γλώσσης σχέσιν. Ούτε αποτελεί ύβριν δι' αυτόν +το τρύπημα της γλώσσης του• διότι, ως λέγουν κωμικοί τινες ίαμβοι τους +οποίους από σας τους Έλληνας έμαθα, + + Τοις γαρ λάλουσιν εξ άκρου + η γλώττα πάσίν εστι τετρυπημένη. {69} + +Εν γένει δε περί του Ηρακλέους ημείς φρονούμεν ότι τα πάντα κατώρθωσε +διά του λόγου, ότι υπήρξε σοφός και διά της πειθούς μάλλον ή της βίας +επέτυχεν εις τα πλείστα. Και τα βέλη αυτού είνε οι λόγοι, πιστεύω, +οξείς και εύστοχοι και ταχείς και τας ψυχάς επιτυγχάνοντες• διότι +πτερωτούς αποκαλείτε και σεις τους λόγους. + +Αυτά μου είπεν ο Κελτός εκείνος. Εγώ δε, ενώ εσκεπτόμην περί της +σημερινής εμφανίσεώς μου, αν έπρεπεν εις ηλικίαν τοιαύτην, και αφού +προ τόσου καιρού έπαυσα τας δημοσίας διαλέξεις, να υποβληθώ πάλιν εις +την κρίσιν τόσων δικαστών, ανεμνήσθην εγκαίρως την εικόνα εκείνην. +Μέχρι της στιγμής εκείνης εφοβούμην μήπως εις κανένα εξ υμών φανώ ότι +παιδιαρίζω και ότι πράττω ανάρμοστα εις την ηλικίαν μου, ίσως δε +κανείς νέος εκ των αναγινωσκόντων τον Όμηρον με επιπλήξη λέγων• «σή δε +βίη λέλυται»,{70} και «χαλεπόν γήρας κατείληφέ σε»,{71} + + ηπεδανός δε νύ τοι θεράπων, βραδέες δε τοι ίπποι, {72} + +υπαινισσόμενος διά τούτου και σκώπτων την βραδύτητα των ποδών. + +Αλλ' όταν ενθυμηθώ τον γηραιόν εκείνον Ηρακλήν, λαμβάνω το θάρρος να +πράξω τα πάντα και δεν εντρέπομαι ν' αποτολμώ τοιαύτα, ενώ είμαι +ομήλικος του προσώπου εκείνου της εικόνος. Ώστε η δύναμις, η ευκινησία +και το κάλλος και όλα του σώματος τα χαρίσματα με απεχαιρέτισαν διά +παντός και αν ο Έρως σου, ω Τήιε ποιητά {73}, προκύψη και ίδη το +υπόλευκόν μου +γένειον και τανύσας τας χρυσάς του πτέρυγας απομακρυνθή, δεν θα +στενοχωρηθώ. Αλλά διά του λόγου σήμερον θέλω να ανανεωθώ και ν' ανθίσω +εκ νέου και ν' ανακτήσω την εαρινήν μου ακμήν• και να σύρω εκ των ώτων +όσους περισσοτέρους δυνηθώ και να τοξεύσω πολλάκις, ως να μη φοβούμαι +μήπως χωρίς να το εννοήσω κενωθή η βελοθήκη. Βλέπετε πως παρηγορούμαι +διά την ηλικίαν και το γήρας μου. Διά τούτο ετόλμησα να σύρω εις την +θάλασσαν το προ πολλού αργούν επί της άμμου πλοιάριόν μου και μετά +πρόχειρον επισκευήν να ανοιχθώ εις πέλαγος. Ας δώσουν δε οι θεοί να +πνεύση εκ μέρους υμών ευμενής άνεμος, καθότι τώρα μάλιστα έχω ανάγκην +βοηθητικού και ευνοϊκού ανέμου όστις να κολπώση τα ιστία μου, και εάν +φανώ άξιος των προσδοκιών σας, να λεχθή και δι' εμέ το Ομηρικόν• + + οίην εκ ρακέων ο γέρων επιγουνίδα φαίνει{74}. + + + + +Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ + + + + +Προλαλιά. + + + +Όταν ο Διόνυσος εξεστράτευσε κατά των Ινδών — δεν πιστεύω να εμποδίζη +τίποτε διά να σας διηγηθώ και ένα μύθον βακχικόν—λέγεται ότι τόσον τον +κατεφρόνησαν κατ' αρχάς οι εκεί άνθρωποι, ώστε εγέλων ενώ τον έβλεπον +επερχόμενον, μάλλον δε τον ελυπούντο διά την τόλμην του, υποθέτοντες +ότι θα τον εποδοπάτουν μετ'ολίγον οι ελέφαντες, εάν έφερεν αντίστασιν. +Και την περιφρονητικήν ταύτην ιδέαν εσχημάτισαν, υποθέτω, διότι οι +κατάσκοποι των ανήγγελλον αλλόκοτα περί του στρατεύματος αυτού, ως +λόγου χάριν ότι η φάλαγξ και οι λόχοι αυτού απετελούντο από γυναίκας +παράφρονας και μαινομένας, στεφανωμένας με κισσόν, ενδεδυμένας με +δέρματα νεαρών ελάφων και ωπλισμένας με μικρά δόρατα χωρίς σιδηράν +αιχμήν, από κισσόν κατεσκευασμένα και αυτά, και μικράς ασπίδας ελαφράς +αι οποίαι εβόμβουν και μόνον αν τας έψαυε κανείς, — διότι ως ασπίδας +εξελάμβανον τα τύμπανα. — Ηκολούθουν δε μόνον ολίγοι νέοι αγροίκοι και +γυμνοί, οίτινες εχόρευον κόρδακα {75} και είχον ουράς και κέρατα όπως +τα μικρά ερίφια. Και ο μεν στρατηλάτης εκάθητο επί άρματος, το οποίον +έσυρον παρδάλεις, και ήτο εντελώς αγένειος, χωρίς τον παραμικρόν χνουν +εις τας παρειάς, κερασφόρος και αυτός, στεφανωμένος με σταφυλάς, έχων +την κόμην περιδεδεμένην με ταινίαν και φορών πορφύραν και χρυσά +σανδάλια• ως υποστρατήγους δε είχε δύο. Εκ τούτων ο μεν ήτο μικρόσωμος +γέρων, αρκετά παχύς και προγάστωρ, με την μύτην σιμήν, με ώτα μεγάλα +και όρθια, όστις έτρεμε και εστηρίζετο εις βακτηρίαν αλλ' ως επί το +πλείστον εκάθητο επί όνου, εφόρει δε και ούτος χρυσοειδές ένδυμα και +εφαίνετο ως συνταγματάρχης του στρατηλάτου. Ο δε άλλος ήτο υπερμεγέθης +άνθρωπος και ωμοίαζε προς τράγον κατά τα κάτω άκρα, είχε τριχωτά τα +σκέλη, κέρατα επί κεφαλής και πυκνά γένεια, ήτο οργίλος και βίαιος• +και εις μεν την αριστεράν εκράτει φλογέραν, εις δε την δεξιάν ράβδον +καμπύλην, την οποίαν έχων υψωμένην περιέτρεχεν όλον το στρατόπεδον και +ανεπήδα. Και τα γύναια τον εφοβούντο και έσειον τας λυτάς των κόμας +και εφώναζον ευοί•{76} οι δε κατάσκοποι ενόμιζον ότι τούτο ήτο το +όνομά του. + +Αι γυναίκες είχον ήδη διαρπάσει τα ποίμνια και εσπάρασσον ζωντανά τα +ζώα, διότι τρώγουν φαίνεται ωμά τα κρέατα. Ταύτα δε ακούοντες οι Ινδοί +και ο βασιλεύς των, εγέλων, ως ήτο επόμενον, και εθεώρουν περιττόν ν' +αντεπεξέλθουν ή να παραταχθούν, απεφάσισαν δε ν' αποστείλουν κατ' +αυτών τας γυναίκας, άμα θα έφθανον πλησίον, διότι εθεώρουν ως εντροπήν +και να φονεύσουν γύναια πάσχοντα τας φρένας και αρχηγόν θηλυπρεπή και +μεθυσμένον μικρόσωμον γέροντα και τον άλλον εκείνον ο οποίος ουδ' +αυτός ήτο σωστός στρατιώτης, και γυμνούς χορευτάς, όλους γελοίους. +Αλλ' όταν ανηγγέλθη ότι ο θεός ήρχισεν ήδη να πυρπολή την χώραν και να +κατακαίη τας πόλεις με τους κατοίκους• ν' ανάπτη δάση και εντός ολίγου +να γεμίση φωτιάν τας Ινδίας — διότι Διονησιακόν όπλον είνε το πυρ, +προερχόμενον εκ του πατρικού κεραυνού — τότε ήρχισαν με σπουδήν να +οπλίζωνται. Επέσαξαν και εχαλίνωσαν τους ελέφαντας και τοποθετήσαντες +επ' αυτών τους πύργους αντεπεξήλθον, καταφρονούντες μεν ακόμη τον +εχθρόν, αγανακτούντες όμως και σπεύδοντες να συντρίψουν μεθ' όλου του +στρατεύματος αυτού τον αγένειον εκείνον στρατάρχην. + +Όταν επλησίασαν και αντικρύσθησαν, οι μεν Ινδοί τάξαντες επί κεφαλής +τους ελέφαντας ηκολούθησαν εις φάλαγγα, ο δε Διόνυσος κατείχε το μέσον +του στρατεύματός του, ενώ του δεξιού την διοίκησιν είχεν ο Σειληνός, +του δε αριστερού ο Παν και ως λοχαγοί και ταξίαρχοι είχον διορισθή +Σάτυροι. Γενικόν δε σύνθημα ήτο το ευοί. Και ευθύς τα τύμπανα ήρχισαν +να κροτούν και τα κύμβαλα εσήμαινον επίθεσιν, κάποιος δε εκ των +Σατύρων λαβών κέρας εσάλπιζεν έγερσιν και ο όνος του Σειληνού εξέπεμψε +πολεμικόν ογκηθμόν, αι δε μαινάδες, ζωσμέναι με όφεις και +ουρλιάζουσαι, ώρμησαν κατά των εχθρών και απεκάλυψαν τας σιδηράς +αιχμάς των θύρσων τους οποίους εκράτουν. Οι δε Ινδοί και οι ελέφαντες +των αμέσως αποδειλιάσαντες έφευγον ατάκτως, χωρίς καν να περιμένουν να +φθάσουν οι εχθροί εντός βολής, και επί τέλους κατά κράτος ενικήθησαν +και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι υπ' εκείνων τους οποίους προηγουμένως +έσκωπτον. Ούτω δε εδιδάχθησαν υπό πικράς πείρας να μη περιφρονούν τους +ξένους στρατούς από τα πρώτα ακούσματα. + +Αλλά θα ερωτήση κανείς• τις ο σκοπός αυτής της διηγήσεως περί του +Διονύσου; Διότι μου φαίνεται—και δι' όνομα των Χαρίτων μη νομίσετε ότι +είμαι μεθυσμένος ή παράφρων και παραβάλλω τα ιδικά μου προς τα των +θεών—ότι οι περισσότεροι των ανθρώπων ευρίσκονται εις τας αυτάς +διαθέσεις με τους Ινδούς, προκειμένου περί λόγων, όπως εκείνος τον +οποίον εγώ προτίθεμαι να σας εκφωνήσω. Νομίζοντες ότι θ' ακούσουν παρ' +εμού σατυρικά πράγματα και αστεία και εντελώς κωμικά, έρχονται με +αυτήν την πεποίθησιν, διότι δεν γνωρίζω πώς έχουν τοιαύτην ιδέαν περί +εμού. Και άλλοι μεν ούτε να έλθουν να με ακούσουν ηθέλησαν, μη +θεωρούντες πρέπον να κατέλθουν από τους ελέφαντας των, διά ν' +ακροώνται γυναικεία άσματα και να βλέπουν σκιρτήματα Σατύρων• άλλοι δε +ερχόμενοι ακριβώς προς τοιούτον σκοπόν και αντί κισσού απαντήσαντες +σιδηράς αιχμάς, τόσον εταράχθησαν υπό του απροσδοκήτου, ώστε ούτε να +επιδοκιμάσουν τους λόγους μου τολμούν. Αλλά μετά θάρρους υπόσχομαι εις +αυτούς ότι εάν και τώρα, όπως άλλοτέ ποτε, θελήσουν να μετάσχουν εις +την Διονυσιακήν τελετήν την οποίαν προσφέρω και ενθυμηθούν οι παλαιοί +μου συμπόται τας διασκεδάσεις μας των τότε καιρών και δεν +καταφρονήσουν τους Σατύρους και τους Σειληνούς, πίουν δε μέχρι κόρου +εκ του ποτηρίου το οποίον προσφέρω, θα καταληφθούν και αυτοί υπό της +Διονυσιακής μέθης και πολλάκις μετ' εμού θα αναφωνήσουν το ευοί. + +Αλλ' αυτοί είνε ελεύθεροι να πράξουν ό,τι θέλουν. Εγώ δε, επειδή ακόμη +ευρισκόμεθα εις τας Ινδίας, θέλω να σας διηγηθώ και κάτι άλλο περί των +εκεί, όχι άσχετον και αυτό και ξένον προς το θέμα. Εις την χώραν των +Ινδών Μαχλαίων, οίτινες κατοικούν εις τα αριστερά του Ινδού ποταμού +μέχρι του Ωκεανού, υπάρχει ιερόν δάσος εις μέρος περίφρακτον και ουχί +λίαν εκτεταμένον, το οποίον κισσός πολύς και κλήματα καθιστώσιν +εντελώς σύσκιον. Εκεί υπάρχουν τρεις πηγαί καλλίστου και διαυγεστάτου +ύδατος, εξ ων η μεν είνε αφιερωμένη εις τον Σάτυρον, η δε εις τον Πάνα +και η τρίτη εις τον Σειληνόν. Εις το άλσος εκείνο εισέρχονται οι Ινδοί +μίαν φοράν το έτος και τελούν την εορτήν του θεού και πίνουν εκ των +πηγών, όχι όμως όλοι και εξ όλων, αλλά κατά ηλικίαν• οι μεν νέοι +πίνουν εκ της πηγής των Σατύρων, οι δε άνδρες εκ της Πανικής και οι +έχοντες την ηλικίαν μου εκ της πηγής του Σειληνού. Θα ήτο μακρόν να +διηγηθώ τι συμβαίνει εις τους παίδας, άμα πίουν εκ της πηγής, και +ποίας τρέλλας κάμνουν οι άνδρες οι κατεχόμενοι υπό του Πανικού +ενθουσιασμού• αλλ' εκείνα τα οποία πράττουν οι γέροντες όταν μεθύσουν +εκ του νερού εκείνου δεν είνε άκαιρον να τ' αναφέρω. Άμα πίη ο γέρων +και κυριευθή υπό του Σειληνού μένει επί πολύ άφωνος και όμοιος με +άνθρωπον τον οποίον έχει ζαλίσει και βαρύνει ο οίνος• έπειτα αίφνης +ανακτά φωνήν λαμπράν, εύστροφον και μελωδικήν και εξ αφώνου γίνεται +λαλίστατος, τόσον ώστε είνε αδύνατον ν' αποστομωθή και να παύση να +ρητορεύη. Αλλ' όσα λέγει είνε συνετά και σεμνά και οι λόγοι του +κατεβαίνουν όπως του Ομηρικού εκείνου ρήτορος• «νιφάδεσσιν εοικότες +χειμερίησι» {77}• και δεν είνε αρκετόν να τους παρομοιάση τις, διά την +ηλικίαν των, προς κύκνους• η ευφράδεια των ενθυμίζει μάλλον τους +τέττιγας, όπως εξακολουθούν να λαλούν επιμόνως και γοργώς μέχρι +βαθείας εσπέρας. Τότε ανανήφοντες εκ της μέθης, σιωπούν και +επανέρχονται εις την προτέραν κατάστασιν. + +Αλλά το παραδοξώτερον δεν είπα• εάν ο γέρων αφήση εν τω μεταξύ ημιτελή +την ομιλίαν του και δύσαντος του ηλίου εμποδισθή να την φέρη εις +πέρας, όταν το επόμενον έτος θα πίη εκ νέου εκ της πηγής, θα την +εξακολουθήση εκ του σημείου όπου την αφήκεν όταν εξεμέθυσε. + +Αυτά τα σκώμματα απευθύνω, ως ο Μώμος, προς τον εαυτόν μου• και μα τον +Δία, είνε περιττόν να προσθέσω το επιμύθιον διότι βλέπετε πόσον ο +μύθος μου ταιριάζει. Εάν είπω ανόητα, η μέθη είνε αιτία• εάν δε φανούν +συνετοί οι λόγοι μου, άρα ο Σειληνός μ' ελυπήθη και μ' ενέπνευσε. + + + + +ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΣΤΗΣ {78} + + + + +Η περί της αποφράδος, κατά Τιμάρχου. + + + +Ότι δεν εγνώριζες την λέξιν αποφράδα είνε ολοφάνερον. Διότι πώς θα με +κατηγορείς δι' αυτό ως βαρβαρίζοντα εις την γλώσσαν, επειδή είπα περί +σου ότι είσαι όμοιος με αποφράδα — τωόντι δε την ημέραν εκείνην +ενθυμούμαι ότι παρωμοίασα την διαγωγήν σου προς την τοιαύτην ημέραν — +εκτός αν σου είνε παντελώς άγνωστος η λέξις; Αλλά την σημασίαν της +λέξεως ταύτης θα σε διδάξω μετ' ολίγον• τώρα δε σου λέγω εκείνο το +οποίον είπεν ο Αρχίλοχος, ότι έπιασες τέττιγα από το πτερόν, εάν έτυχε +να γνωρίζης την ύπαρξιν ενός σατυρικού ποιητού Αρχιλόχου ονομαζομένου +και εκ Πάρου καταγομένου, όστις διεκρίνετο διά την ανεξαρτησίαν του +φρονήματος και την ελευθερίαν της γλώσσης, και δεν εφοβείτο να +κατακρίνη ό,τι δήποτε, ούτε εσκοτίζετο αν θα ελύπει υπερβολικά τους +κινούντας την χολήν των στίχων του. Εκείνος λοιπόν, όταν ποτέ +εκακολογήθη υπό τινος, είπεν ότι άσχημα έκαμε να πιάση τον τέττιγα από +το πτερόν. Ο Αρχίλοχος παρωμοίαζε τον εαυτόν του προς τέττιγα, όστις +εκ φύσεως και χωρίς αφορμήν είνε λάλος, όταν δε τον συλλάβουν και από +το πτερόν, φωνάζει ακόμη δυνατώτερα. Και συ τώρα, είπε, δυστυχή +άνθρωπε, τι ήθελες να ερεθίσης εναντίον σου ποιητήν λάλον ζητούντα +αφορμήν και υπόθεσιν προς στιχουργίαν; + +Αυτήν την απειλήν σου απευθύνω και εγώ, όχι μα τον Δία διότι θέλω να +συγκρίνω τον εαυτόν μου προς τον Αρχίλοχον— κατά τι; πολύ απέχω — αλλά +διότι γνωρίζω από τον βίον σου πολλά τα οποία είνε άξια σατυρισμού και +διά τα οποία ούτε αυτός ο Αρχίλοχος θα ήτο αρκετός• και αν εκάλει τον +Σιμωνίδην και τον Ιππώναντα εις συνεργασίαν, δεν θα ήσαν αρκετοί να +εξεικονίσουν και μίαν μόνην από τας φαυλότητάς σου. Εις πάσαν +διαφθοράν υπερβαίνεις τον Οροδοικίδην, τον Λυκάμβην και τον +Βούπαλον,{79} οίτινες έγιναν αντικείμενα της σατύρας των ποινών +εκείνων. Φαίνεται ότι κάποιος εκ των θεών έφερεν εις τα χείλη σου τον +γέλωτα όταν ελέχθη η αποφράς, και ούτω συ μεν απεδείχθης περισσότερον +και από τους Σκύθας ως εντελώς αμαθής, έδωκες δε δικαίαν αφορμήν +επιθέσεως εις άνδρα ελεύθερον, όστις εξ ιδίας αντιλήψεως σε γνωρίζει +καλώς και ουδόλως συστέλλεται ναποκαλύψη τα πάντα, μάλλον δε είνε +έτοιμος να διακηρύξη όσα πράττεις νύκτα και ημέραν ακόμη και τώρα, +εκτός των πολλών τα οποία έπραξες εις το παρελθόν. Ίσως είνε μάταιον +και περιττόν να ομιλή κανείς περί σου με την ειλικρίνειαν ήτις αρμόζει +εις τους μορφωμένους ανθρώπους. Διότι ούτε συ υπάρχει ελπίς να γίνης +καλλίτερος διά της επιτιμήσεως, όπως ο κάνθαρος δεν δύναται να +μεταπεισθή να κυλίη τας ακαθαρσίας αφού άπαξ συνείθισεν εις αυτάς, +ούτε υπάρχει κανείς, υποθέτω, όστις αγνοεί την διαφθοράν σου και τας +πράξεις με τας οποίας υβρίζεις το γήρας σου. Δεν είνε τόσον αφανείς +και προφυλαγμέναι από την κοινήν αντίληψιν αι κακοήθειαί σου• ούτε +είνε ανάγκη να σου αφαιρέση κανείς την λεοντήν διά να φανής ότι είσαι +όνος, εκτός αν κανείς μας ήλθε προσφάτως εκ των Υπερβορείων Χωρών ή +είνε τόσον μωρός, ώστε και χωρίς να σε ίδη να μη γνωρίζη και να εννοή +αμέσως ότι είσαι ο θρασύτατος των όνων και να περιμένη να σε ακούση να +ογκανίζης διά να βεβαιωθή τι είσαι. Προ πολλού και προ εμού και +πολλάκις έχουν διατυμπανισθή αι κακοήθειαί σου και έχεις φήμην όχι +μικράν δι' αυτάς, περισσοτέραν και από τον Αριφράδην,{80} τον +Συβαρίτην Ημιθέωνα και τον Χίον Βάσταν τον θεωρούμενον σοφόν εις τα +τοιαύτα. Θα τα είπω όμως, αν και θα φανώ ότι λέγω πασίγνωστα, διά να +μη κατηγορηθώ ότι μόνος εγώ δεν τα γνωρίζω. + +Αλλά προτιμώτερον να καλέσωμεν βοηθόν ένα εκ των προλόγων του +Μενάνδρου, τον Έλεγχον, φίλον της Αληθείας και της Παρρησίας, όστις +δεν είνε εκ των ασημοτέρων θεών των αναβαινόντων εις την σκηνήν και +είνε εχθρός μόνον υμών των φοβουμένων την γλώσσαν του. Ο Έλεγχος όχι +μόνον γνωρίζει τα πάντα, αλλά και σαφώς εκθέτει όσα περί υμών +γνωρίζει. Θα είνε λοιπόν ευχάριστον εάν θελήση να προσέλθη και μας +διηγηθή την υπόθεσιν του δράματος. Έλα λοιπόν, άριστε των προλόγων και +των σκηνικών θεοτήτων, και φρόντισε να εξηγήσης προκαταβολικώς εις +τους ακροατάς ότι ουχί αδίκως, ούτε εκ φιλοκατηγορίας και +επιπολαιότητος επιχειρώ το κατηγορητήριον τούτο, αλλά και διά +προσωπικήν άμυναν και διότι συμμερίζομαι το κοινόν μίσος διά την +κακοήθειαν του ανθρώπου. Αφού είπης μόνον αυτά και κάμης σαφή +εισαγωγήν, ναποσυρθής αμέσως και ναφήσης εις εμέ τα λοιπά. Θα σε +μιμηθώ δε και θα ελέγξω τας περισσοτέρας των αισχρουργιών του +ανθρώπου, ώστε να μη δύναται κανείς να σε κατηγορήση δι' έλλειψιν +θάρρους και αληθείας. Δεν ζητώ, φίλτατε Έλεγχε, να επαινέσης εμέ προς +τους ακροατάς, ούτε τα ελαττώματα εκείνου να εκθέσης. Διότι δεν είνε +πρέπον να έλθουν εις το στόμα ενός θεού λόγοι περί ανθρώπου τόσον +καταπτύστου. + +Ο άνθρωπος ούτος (ομιλεί ο Έλεγχος)διατεινόμενος ότι είνε σοφιστής +{81}, μετέβη μίαν φοράν εις την Ολυμπίαν διά να εκφωνήση προς τους +πανηγυριστάς λόγον, τον οποίον είχε προ πολλού συνθέσει. + +Ήτο δε υπόθεσις του λόγου το γεγονός ότι ο Πυθαγόρας ημποδίσθη υπό +τινος Αθηναίου, νομίζω, να λάβη μέρος εις τα Ελευσίνια μυστήρια ως +βάρβαρος, διά τον λόγον ότι αυτός ο Πυθαγόρας έλεγεν ότι άλλοτε ποτέ +υπήρξε και Εύφορβος.{82} Ο λόγος αυτού ήτο, όπως ο κολιός του Αισώπου, +στολισμένος με διάφορα ξένα πτερά. Διά να μη φανή δε ότι έλεγε παλαιά +πράγματα, αλλ' ότι ωμίλει εκ του προχείρου, παρεκάλεσε ένα εκ των +φίλων του — ήτο δε ούτος εκ Πατρών, ασχολούμενος συνήθως με δίκας—όταν +ζητήση να του προβάλουν θέμα περί του οποίου να ομιλήση, να του +προτείνη τον Πυθαγόραν. Ούτω και συνέβη και ο Πατρεύς εκείνος παρέσυρε +τους παρόντας ν' ακούσουν ομιλίαν περί του Πυθαγόρου. Αλλ' όπως ήρχισε +να αραδιάζη πράγματα τα οποία προ πολλού είχε σκεφθή και μελετήση, +εφάνη αμέσως πολύ απίθανος αυτοσχεδιαστής, μολονότι η μεγάλη του +αναισχυντία τον υπεβοήθει και τον υπεστήριζε και συνεκάλυπτε την +απάτην. Οι δε ακροαταί εγέλων θορυβωδώς και άλλοι μεν παρατηρούντες +τον Πατρέα εκείνον υπεδήλουν ότι εμάντευσαν την σύμπραξίν του εις την +απάτην, άλλοι δε γνωρίζοντες και αυτά τα λεγόμενα παρά του ρήτορος, +κατεγίνοντο καθ' όλην την διάρκειαν του λόγου να δοκιμάζουν αλλήλους +κατά πόσον ηδύναντο ν' αναμνησθούν και διαγνώσουν τίνος εκ των +σοφιστών, οίτινες ολίγον πρότερον είχον διακριθή εις τας καλουμένας +μελέτας, ήτο εκάστη των περικοπών του λόγου. Μεταξύ των γελώντων ήτο +και ο γράψας τον παρόντα λόγον. Και ηδύνατο να μη γελά διά τόσον +φανεράν και απίστευτον και αναίσχυντον απάτην, αφού μάλιστα έχει και +εύκολον τον γέλωτα; Αλλά και πώς να μη γελάση, όταν ο ρήτωρ τρέψας την +φωνήν του εις μελωδίαν ήρχισε να ψάλλη, ως ενόμιζε, θρήνον διά τον +Πυθαγόραν; Ο συγγραφεύς του παρόντος νομίζων ότι έβλεπεν όνον +προσπαθούντα, κατά το λεγόμενον, να παίξη κιθάραν, ανεκάγχασε με όλην +του την όρεξιν. Ο δε ρήτωρ στραφείς τον είδε και από της στιγμής +εκείνης ο πόλεμος εκηρύχθη μεταξύ των. + +Κατόπιν ήλθεν η πρώτη του έτους ή μάλλον η τρίτη ημέρα της μεγάλης +νουμηνίας {83} ότε οι Ρωμαίοι, κατ' αρχαίον έθιμον, κάμνουν ευχάς δι' +όλον το έτος και θυσίας, τας οποίας εκανόνισεν ο βασιλεύς Νουμάς. +Πιστεύουν δε ότι οι θεοί κατ' εκείνην την ημέραν εξαιρετικώς +εισακούουν τας ευχάς των ανθρώπων. Κατά τοιαύτην λοιπόν εορτήν, +εκείνος ο οποίος εγέλασεν εις την Ολυμπίαν διά τον ψευδή εκείνον +Πυθαγόραν, είδε πλησιάζοντα τον αισχρόν και φαντασμένον, τον +σφετεριστήν των ξένων έργων — συνέπεσε δε να γνωρίζη ακριβώς και την +διαγωγήν αυτού, την ασέλγειαν και την ρυπαρότητα του βίου και όσα +συνελήφθη να πράττη. Και είπε προς ένα εκ των συντρόφων του• Πρέπει +ναποφύγωμεν αυτό το κακόν συναπάντημα, του οποίου η εμφάνισις δύναται +να μας μεταβάλλη αυτήν την ευτυχή ημέραν εις αποφράδα. Τούτο ακούσας ο +σοφιστής και νομίσας την λέξιν αποφράδα, ως ξένην και άσχετον προς την +Ελληνικήν γλώσσαν, ήρχισε να γελά και ενόμισεν ότι εύρε την περίστασιν +να εκδικηθή διά τον παλαιόν εκείνον γέλωτα και προς όλους έλεγεν• +Αποφράς; τι είνε αυτό; καρπός ή λάχανον ή σκεύος; είνε φαγώσιμον ή το +πίνουν; Εγώ ούτε το ήκουσα ποτέ, ούτε δύναμαι να εννοήσω τι σημαίνει. +Ενόμιζεν ότι έλεγε ταύτα εναντίον του εχθρού του και εγέλα πολύ με την +αποφράδα και δεν ενόει ότι έδιδε την εσχάτην απόδειξιν της απαιδευσίας +του. Διά τούτο έγραφε τον παρόντα λόγον εκείνος όστις με προαπέστειλε +προς υμάς, διά να δείξη ότι ο περίφημος σοφιστής αγνοεί τα κοινότατα +της Ελληνικής γλώσσης και αυτά ακόμη τα οποία γνωρίζουν οι άνθρωποι +των εργαστηρίων και των καπηλειών. + +Αυτά είπεν ο Έλεγχος. Εγώ δε — διότι τώρα θα συνεχίσω του δράματος την +υπόθεσιν — καθήσας επί του Δελφικού τρίποδος, δικαιούμαι να είπω τα +όσα έπραξες εις την πατρίδα σου, όσα εις την Παλαιστίνην, οποία εις +την Αίγυπτον, εις την Φοινίκην και την Συρίαν, κατόπιν δε εις την +Ελλάδα και την Ιταλίαν και τελευταίον τώρα εις την Έφεσον, όπου η +κακοήθεια σου έφθασεν εις το κατακόρυφον αυτής. Αφού κατά την +παροιμίαν είσαι κάτοικος της Ιλίου και εκάλεσες τραγωδούς διά να σου +παίξουν, κατ' ανάγκην θ' ακούσης την διήγησιν των δυστυχημάτων σου +{84}. + +Αλλά προ τούτου ας ομιλήσωμεν περί της αποφράδος και σ' εξορκίζω εις +την πάνδημον Αφροδίτην, τας Γενετυλλίδας και την Κυβέλην {85} να μου +είπης κατά τι σου εφάνη αξιοκατάκριτος και αξία γέλωτος η λέξις +αποφράς. Βέβαια θα την θεωρής ξένην και εισχωρήσασαν εις την γλώσσαν +εκ της προς τους Κελτούς, τους Θράκας ή τους Σκύθας επιμιξίας. Και +επειδή γνωρίζεις τελείως την γλώσσαν των Αθηναίων, απεκήρυξες και +απέκλεισες αμέσως την αποφράδα εκ της ελληνικής γλώσσης και ο γέλως +σου αυτήν την αφορμήν είχε, ότι τάχα βαρβαρίζω και ξενίζω και +παραβαίνω τους Αττικούς κανόνας. + +Αλλ' οι από σε καλλίτερα γνωρίζοντες τα τοιαύτα δύνανται να είπουν ότι +ουδεμία άλλη λέξις είνε τόσον εντοπία όσον αυτή• και ευκολώτερον +δύνασαι ν' αποδείξης τον Ερεχθέα και τον Κέκροπα ξένους και επήλυδας +εις τας Αθήνας παρά την αποφράδα ότι δεν είνε συγγενής και αυτόχθων +της Αττικής. Πολλά πράγματα λέγουν οι Αθηναίοι ομοίως με τους άλλους +ανθρώπους, αλλ' αποφράδα μόνοι αυτοί λέγουν την κακήν, κατηραμένην και +απαισίαν και ομοίαν προς σε ημέραν: Ιδού έμαθες ήδη τυχαίως τι +σημαίνει διά τους Αθηναίους η αποφράς ημέρα• όταν ούτε αι αρχαί +λειτουργούν, ούτε αι δίκαι δικάζονται, ούτε ιεροτελεστίαι τελούνται +και ουδέν εν γένει γίνεται εκ των αισίων, η ημέρα αύτη ονομάζεται +αποφράς. + +Εισήχθη δε το έθιμον τούτο εις άλλους δι' άλλας αιτίας• είτε διότι +ηττήθησαν εις μεγάλας μάχας, ώρισαν έπειτα να μη επιχειρούν τίποτε +κατά τας ημέρας καθ' ας έπαθαν τα ατυχήματα ταύτα και να μη έχη κύρος +καμμία πράξις επίσημος γενομένη κατά τας χρονολογίας ταύτας, είτε +διότι... καίτοι είνε ίσως άκαιρον και πάρωρον να διδάσκη κανείς και να +εξηγή τα τοιαύτα εις άνθρωπον γέροντα, όστις ουδέ τα στοιχειωδέστερα +τούτων γνωρίζει. Αλλ' επί του προκειμένου η λέξις αύτη είνε το παν και +ο γνωρίζων αυτήν γνωρίζει παν ό,τι σχετίζεται με την σημασίαν της. Δεν +επιτρέπεται δε η άγνοια της• διότι αν δικαιολογείται ν' αγνοή κανείς +λέξεις αι οποίαι δεν είνε της κοινής χρήσεως και δεν εννοούνται από +τους πολλούς, την αποφράδα όμως και αν θέλη κανείς δεν δύναται να είπη +κατ' άλλον τρόπον• διότι μόνον αυτή η λέξις υπάρχει δι' αυτήν την +έννοιαν. + +Έστω, θα παρατήρηση κανείς. Αλλά και εκ των παλαιών λέξεων άλλαι μεν +πρέπει να λέγωνται, άλλαι δε όχι, όσαι δεν είνε γνωσταί εις τους +πολλούς, διά να μη πλήττουν δυσαρέστως την ακοήν εκείνων προς τους +οποίους απευθυνόμεθα. Ίσως δε τωόντι έσφαλα, διότι έπρεπε να σου +ομιλήσω εις την γλώσσαν των Παφλαγόνων ή των Καπαδοκών ή των Βακτρίων, +διά να εννοήσης τι σου έλεγα και να σου είνε ευχάριστα τα λεγόμενα. +Αλλ' όταν κανείς απευθύνεται προς τους άλλους Έλληνας, νομίζω ότι +πρέπει να μεταχειρίζεται την Ελληνικήν γλώσσαν. Καίτοι δε οι Αττικοί +με την πάροδον του χρόνου πολλά μετέβαλαν εκ της γλώσσης των, η λέξις +αποφράς παραμένει αμετάβλητος και εξακολουθεί να λέγεται ούτω πάντοτε +υπό πάντων. + +Θα ανέφερα και εκείνους οίτινες εις το παρελθόν μετεχειρίσθησαν αυτήν +την λέξιν, εάν δεν υπήρχε φόβος να σε φέρω εις απορίαν με ονόματα ξένα +και άγνωστα προς σε ποιητών και ρητόρων και συγγραφέων αλλ' είνε και +περιττόν ν' αναφέρω τους μεταχειρισθέντας την λέξιν, διότι όλοι τους +γνωρίζουν. Εάν δε συ μου αναφέρης ένα εκ των παλαιών όστις δεν έκαμε +χρήσιν αυτής της λέξεως, σου υπόσχομαι χρυσούν, κατά το λεγόμενον, +ανδριάντα εις την Ολυμπίαν. Αλλ' εκείνος ο οποίος εις γεροντικήν και +περασμένην ηλικίαν αγνοεί τα τοιαύτα, βεβαίως δεν θα γνωρίζη και ότι +αι Αθήναι είνε πόλις εις την Αττικήν, η Κόρινθος εις τον Ισθμόν και η +Σπάρτη εις την Πελοπόννησον. + +Η μόνη ίσως δικαιολογία ήτις σου υπολείπεται είνε να είπης ότι την μεν +λέξιν εγνώριζες, αλλά την χρήσιν αυτής κατηγόρησες ως άκαιρον. Αλλά +και εις τούτο θα σου δώσω την πρέπουσαν απάντησιν και να προσέξης εις +όσα θα σου είπω, εκτός εάν πολύ ολίγον σε μέλει διά την αμάθειάν σου. +Οι παλαιοί πολλάς τοιαύτας επωνυμίας έδωκαν εις τους ομοίους σου—διότι +υπήρχον και τότε, ως φαίνεται, άνθρωποι βδελυροί κατά τα ήθη και +βρωμεροί και με διεστραμμένον χαρακτήρα•—και κάποιος μεν ωνόμασεν ένα +Κόθορνον, προσομοιάσας την αχαρακτήριστον αυτού διαγωγήν προς τα +τοιαύτα υποδήματα{86}, άλλος δε ωνόμασεν άλλον Ενόχλησιν, διότι ήτο +ρήτωρ θορυβώδης και συνετάρασσε τας συνελεύσεις. Άλλον ωνόμασαν +Εβδόμην, διότι, όπως τα παιδία κατά την εβδόμην του μηνός, εκείνος εις +τας συνελεύσεις έπαιζε και εγέλα καθ' ον χρόνον συνεζητούντο αι +σοβαραί υποθέσεις του λαού{87}. Δεν επιτρέπεται λοιπόν και εις εμέ, +δι' όνομα του Αδώνιδος, να παρομοιάσω ένα παγκάκιστον άνθρωπον, ο +οποίος έχει όλας τας κακοηθείας, προς ημέραν δυσώνυμον και απαισίαν; +Ημείς και τους χωλούς τον δεξιόν πόδα αποφεύγομεν, μάλιστα αν τους +συναντήσωμεν το πρωί. Και αν τις άμα +εξέλθη από την κατοικίαν του ίδη ευνούχον ή πίθηκον, στρέφεται προς τα +οπίσω και επανέρχεται εις την οικίαν του, διότι μαντεύει ότι δεν θ' +αποβούν εις καλόν αι πράξεις του κατά την ημέραν εκείνην μετά τοιούτον +κακόν συναπάντημα. Εις την αρχήν δε και εις τα πρόθυρα και την πρώτην +έξοδον και την πρωίαν, ούτως ειπείν, του όλου έτους εάν ίδη κανείς +κίναιδον, ενεργούντα και πάσχοντα ακατονόμαστα, πασίγνωστον δι' αυτά +και κατεξευτελισμένον και σχεδόν με το όνομα των αισχρουργιών τούτων +ονομαζόμενον, απατεώνα, αγύρτην, επίορκον, εξωλέστατον, άξιον του +κύφωνος και του βαράθρου{88}, δεν πρέπει να τον αποφύγη και να τον +παρομοιάση προς αποφράδα ημέραν; + +Αλλ' αρνείσαι ότι είσαι τοιούτος; Όχι δεν θ' αρνηθής, διότι εγώ +γνωρίζω το θάρρος σου, μου φαίνεται δε ότι και υπερηφανεύεσαι διότι +δεν χάνεται η δόξα των έργων σου, αλλ' είσαι εις όλους γνωστός και +περιβόητος. Αλλά και αν θελήσης ν' αρνηθής ότι είσαι τοιούτος, ποίοι +θα σε πιστεύσουν; οι συμπολίται σου; Διότι από αυτούς είνε ορθόν ν' +αρχίσωμεν. Αλλ' εκείνοι γνωρίζουν την πρώτην σου ανατροφήν και πώς +παρεδόθης εις τον φαυλότατον εκείνον στρατιωτικόν και συνδιεφθείρεσο +μετ' αυτού, υπηρετών αυτόν καθ' όλους τους τρόπους, έως ου σ' έκαμε, +κατά το λεγόμενον, κουρέλι χιλιοτρύπητον και σ' επέταξεν εις τον +δρόμον. Θα ενθυμούνται προσέτι και τα νεανικά σου κατορθώματα εις το +θέατρον, όπου ελάμβανες μέρος εις τας παραστάσεις των ορχηστών και +ήθελες να είσαι ο αρχηγός των. Πριν ή εμφανισθή άλλος εις την σκηνήν +και πριν ή αναγγελθή το όνομα του έργου, ενεφανίζεσο συ με πολλήν +επισημότητα, φορών χρυσά υποδήματα και ένδυμα ηγεμονικόν, διά να ζητής +την επιείκειαν του κοινού, ελάμβανες στεφάνους και απήρχεσο +χειροκροτούμενος και εκ των προτέρων τιμώμενος. Σήμερον όμως +παρουσιάζεσαι ως ρήτωρ και σοφιστής• και αν το μάθουν οι συμπολίται +σου, θα νομίζουν, όπως εις την τραγωδίαν, ότι βλέπουν δύο ήλιους και +διπλάς Θήβας {89}• και όλοι θα λέγουν απορούντες : Εκείνος ο τότε και +ο κατόπιν είνε σήμερον ο ρήτωρ και ο σοφιστής; Διά τούτο και συ κάνεις +καλά και δεν πηγαίνεις εις την πατρίδα σου, αλλ' είσαι εκούσιος +εξόριστος, ενώ η πατρίς σου ούτε κατά τον χειμώνα είνε κακή ως +διαμονή, ούτε το θέρος καθ' υπερβολήν θερμή, αλλ' η ωραιοτέρα και +μεγαλειτέρα εξ όλων των πόλεων της Φοινίκης• διότι η ανάμνησις του +παλαιού σου εκείνου βίου και η συναναστροφή με τους γνωρίζοντας τας +τότε περιπετείας σου δεν θα σου είνε καθόλου ευχάριστος. + +Αλλά διατί λέγω ανοησίας; Δύνασαι να εντραπής κανένα συ; Και τι εκ των +αισχροτάτων δύνασαι να θεωρήσης αισχρόν; Πληροφορούμαι δε ότι έχεις +και κτήματα σπουδαία εις την πατρίδα σου, ένα άθλιον πυργίσκον, προς +τον οποίον συγκρινόμενος ο πίθος τους Διογένους θα ήτο του Διός +ανάκτορον. Αλλά τέλος πάντων δεν υπάρχει τρόπος οιοσδήποτε να +μεταπείσης τους συμπολίτας σου ώστε να μη σε νομίζουν τον +σιχαμερώτερον των ανθρώπων και όνειδος κοινόν της πόλεώς των. + +Αλλά μήπως και εις την άλλην Συρίαν θα εύρης υποστηρικτάς, αν είπης +ότι έζησες χωρίς να πράξης τίποτε κακόν και αξιοκατάκριτον; Η +Αντιόχεια γνωρίζει την ιστορίαν της απαγωγής του εκ Ταρσού νέου +εκείνου....Αλλ' είνε αισχρόν ίσως και ν' ανακινή τις τοιαύτα πράγματα. +Εν τοσούτω γνωρίζουν και ενθυμούνται εκείνοι οίτινες σας κατέλαβον +καθ' ην στιγμήν συ μεν ήσο γονατιστός, εκείνος δε γνωρίζεις τι σου +έκανε, εάν δεν έχασες εντελώς την μνήμην, εις το στόμα. Αλλ' ίσως δεν +σε γνωρίζουν οι κατοικούντες εις την Αίγυπτον, οίτινες μετά τα εν +Συρία θαυμαστά εκείνα κατορθώματα σε υπεδέχθησαν φεύγοντα και διότι +κατεδιώκεσο και δι' όσα ανέφερα υπό των εμπόρων των ενδυμάτων, από +τους οποίους ηγόρασες πολυτελή ενδύματα και σου εχρησίμευσαν διά το +ταξείδι. Αλλ' η Αλεξάνδρεια δεν γνωρίζει περί σου ολιγώτερα, ούτε μα +τον Δία έπρεπε να έρχεται εις δευτέραν μοίραν μετά την Αντιόχειαν υπ' +αυτήν την έποψιν. Και η ακολασία σου υπήρξεν εκεί αναιδεστέρα και η +αισχρουργία σου μανιωδεστέρα και η φήμη σου διά ταύτα μεγαλειτέρα. Δεν +είχες πλέον καμμίαν συστολήν. Είς μόνον ευρέθη να σε πιστεύση +αρνούμενον ότι έπραξες ποτέ όσα η φήμη σου απέδιδε και σε υπεστήριξε +γενόμενος ο τελευταίος σου μισθοδότης. Ήτο εκ των εγκριτοτέρων +Ρωμαίων. Αλλά θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω τ' όνομά του, μολονότι +όλοι οι προς ους απευθύνομαι γνωρίζουν ποίον εννοώ. Προς τι δε ν' +αναφέρω όσα υπέφερεν εκ της αναισχυντίας σου κατά την διάρκειαν των +σχέσεών σας; Αλλ' όταν σε συνέλαβε πεσμένον εις τα γόνατα του νεαρού +οινοχόου του Οινοποίωνος, τι νομίζεις; επίστευσεν ότι δεν είσαι +τοιούτος, ενώ είχε τας αποδείξεις ενώπιον του; Μόνον αν ήτο θεότυφλος +θα επίστευε. Και εξεδήλωσε την περί σου γνώμην του εκδιώξας σε +παρευθύς εκ της οικίας του και εξαγνίσας αυτήν, ως λέγεται, μετά την +έξοδόν σου. + +Η Αχαΐα επίσης και η Ιταλία είνε πλήρεις εκ των πράξεών σου και της +δι' αυτάς φήμης σου• απολάμβανε λοιπόν την δόξαν σου. Και εις εκείνους +οίτινες απορούν δι' όσα τώρα πράττεις εις την Έφεσον λέγω, ότι αληθώς +δεν θα εθαύμαζον, εάν εγνώριζον τον παλαιόν σου βίον• καίτοι εδώ +έμαθες και κάτι νέον• νακολασταίνης και με γυναίκας. + +Ειπέ μου λοιπόν, δεν σου ταιριάζει τελείως το όνομα αποφράς; Αλλά +διατί, προς θεού, έχεις και την αξίωσιν να μας φιλής εις το στόμα μετά +τας αισχρουργίας εκείνας; Διότι τούτο το υβριστικώτατον πράττεις και +μάλιστα εις εκείνους οίτινες είνε ολιγώτερον άξιοι τοιαύτης ύβρεως και +προς τους ακροατάς και μαθητάς σου. Δεν είνε δι' αυτούς αρκετά όσα +άλλα δυσάρεστα υποφέρουν από το στόμα σου, οι βαρβαρισμοί της γλώσσης, +η τραχεία φωνή, η ακρισία, η ασυναρτησία, η παντελής απειροκαλία και +τα τοιαύτα; Πρέπει να λαμβάνουν επί πλέον και φιλήματα από τοιούτον +στόμα, αλεξίκακε θεέ; Προτιμώτερον να φιληθή κανείς από ασπίδα {90} ή +έχιδναν• ο κίνδυνος τότε θα είνε μόνον ο πόνος και η δηλητηρίασις, +υπάρχει δε ελπίς ότι αν κληθή ιατρός θ' αποτρέψη τον κίνδυνον μετά το +ιδικόν σου όμως φίλημα και τον εξ αυτού μολυσμόν δύναται τις πλέον να +πλησίαση εις ναόν ή βωμόν; και ποίος εκ των θεών θα εισακούση τας +ευχάς του; πόσων ραντισμών εξαγνιστικών, πόσων ποταμών έχει ανάγκην; + +Και ενώ είσαι τοιούτος και τοιαύτα πράττεις, εχλεύαζες τους άλλους διά +λέξεις και φράσεις. Εγώ εν τοσούτω θα εντρεπόμην μάλλον εάν δεν +εγνώριζα την αποφράδα παρά διότι την είπα όπως την είπα. Σε δε ουδείς +από ημάς κατηγόρησε διά τους βρωμολόγους και τους τροπομάσθλητας, τα +ρησιμετρώ και αθηνιώ και ανθοκρατώ και σφενδικίζω και χειροβλημάω +{91}, τα οποία μεταχειρίζεσαι εις τους λόγους σου. Ο λόγιος Ερμής ας +σε συντρίψη ομού με τους λόγους σου. Διότι εις ποία βιβλία τα +ευρίσκεις αυτά; Αναμφιβόλως τα ξετρυπόνεις από κάποιον εκ των +ασημάντων και λησμονημένων υπό αράχνας και μούχλαν ποιητών ή ίσως εκ +των βιβλίων της Φιλαινίδος {92}, τα οποία έχεις πάντοτε ανά χείρας. +Είνε όμως άξια σού και του στόματός σου. + +Αφού δε ανέφερα το στόμα, τι θα έλεγες αν η γλώσσα σου σενήγεν εις το +δικαστήριον επί αδικήματι ή το ολιγώτερον επί εξυβρίσει — ας κάμωμεν +αυτήν την υπόθεσιν — και σου έλεγε; Εγώ, αχάριστε, σε παρέλαβα πτωχόν +και χωρίς επάγγελμα βιοποριστικόν, και κατ' αρχάς μεν σ' έκαμα να +παρουσιάζεσαι επιτυχώς εις τα θέατρα, άλλοτε ως Νίνος και άλλοτε ως +Μητίοχος, μετ' ολίγον δε και ως Αχιλλεύς. Έπειτα όταν εδίδασκες παιδία +να συλλαβίζουν επί πολύν καιρόν σ' έτρεφα. Και τώρα ότε απαγγέλλεις +τους ξένους λόγους ως ιδικούς σου, έκαμα ώστε να θεωρήσαι ρήτωρ και +σου έδωκα δόξαν ήτις ουδόλως σου ανήκει. Ποίαν λοιπόν τόσο μεγάλην +αφορμήν έχθρας έχεις εναντίον μου και με μεταχειρίζεσαι κατ' αυτόν τον +τρόπον και με διατάσσεις να πράττω αίσχιστα πράγματα και να σε βοηθώ +εις καταπτύστους πράξεις; Δεν σε αρκούν όσα με αναγκάζεις να πράττω +την ημέραν, να ψεύδωμαι, να επιορκώ και να εκχύνω την τόσην σου +φλυαρίαν και μωρολογίαν ή μάλλον να εμώ τον βόρβορον των λόγων σου; +και ούτε την νύκτα μ' αφήνης την δυστυχή να ησυχάσω, αλλά μόνη εγώ σου +κάνω τα πάντα και εξευτελίζομαι και μιαίνομαι• και ενώ είμαι γλώσσα με +χρησιμοποιείς ως χείρα και ως ξένην με υβρίζεις και με τόσα κακά με +φορτόνεις. Το μόνον έργον μου είνε να λαλώ, εις άλλα δε μέρη του +σώματος ανήκει να κάμνουν και να παθαίνουν τα τοιαύτα, θα ήτο +προτιμώτερον δι' εμέ να με κόψουν όπως της Φιλομήλας την γλώσσαν. +Βεβαίως ευτυχέστεραι από εμέ είνε αι γλώσσαι εκείνων οίτινες τρώγουν +τα τέκνα των. + +Εάν η γλώσσα σου ελάλει δι' εαυτήν και σου έλεγεν αυτά, προσλαμβάνουσα +ως συνήγορον και μάρτυρα και την γενειάδα σου, προς θεού, τι θα της +απεκρίνεσο; + +Μήπως θα της έλεγες εκείνα τα οποία και προ ολίγου καιρού είπες προς +τον Γλαύκον, όταν ούτος σε κατηγόρει διά μίαν ωρισμένην αισχρουργίαν +σου, ότι διά τούτο έγεινες εντός ολίγου ένδοξος και γνωστός εις όλους +και πώς ήτο δυνατόν να γείνης τόσον περιβόητος διά της ρητορικής σου; +Είνε δε ευχάριστον να γείνη κανείς καθ' οιονδήποτε τρόπον ένδοξος και +ονομαστός. Έπειτα θα αριθμήσης προς αυτήν τας πολλάς σου προσωνυμίας, +όσαι εις διάφορα έθνη σου εδόθησαν. Ακριβώς δε διά τούτο θαυμάζω, πώς +εθύμωσες διότι εγώ σε ωνόμασα αποφράδα και διά τας προσωνυμίας εκείνας +δεν ηγανάκτεις. Εις την Συρίαν σε ωνόμασαν ροδοδάφνην διά λόγον τον +οποίον αισχύνομαι, μα την Αθηνάν, να αναφέρω• ώστε εγώ τουλάχιστον θ' +αφήσω το πράγμα ασαφές. Εις την Παλαιστίνην ωνομάσθης φράκτης, διότι +τα γένεια σου, τα οποία εξύριζες τότε, ηνώχλουν ως άκανθαι. Εις την +Αίγυπτον ωνομάσθης πονόλαιμος, και τούτο είνε ευνόητον• διότι ως +λέγουν παρ' ολίγον να πνιγής από ένα ναύτην τριίστου πλοίου ο οποίος +εισβαλών σου απέφραξε το στόμα. Οι χαριέστατοι όμως Αθηναίοι δεν είπον +περί σου τίποτε το αινιγματώδες, αλλ' απλώς σε ετίμησαν με την +προσθήκην ενός γράμματος και σε ωνόμασαν Ατίμαρχον• διότι έπρεπε να +έχης και κάτι περισσότερον από τον αρχαίον ομώνυμόν σου.{93} Εις την +Ιταλίαν δε σου εδόθη ηρωικόν επώνυμον• ωνομάσθης κύκλωψ, επειδή μίαν +φοράν εφιλοδόξησες να δώσης αρχαίαν μορφήν και να ραψωδήσης την +αισχρουργίαν κατά τον Όμηρον. Και συ μεν είχες πέσει κάτω μεθυσμένος +και εκράτεις εις την χείρα ποτήριον, ως Πολύφημος πλήρης ασελγών +επιθυμιών, νεανίας δε μισθωτός έχων ορθόν τον μοχλόν και λίαν +ακονισμένον ώρμησεν ως Οδυσσεύς εναντίον σου διά να σου εξορύξη τον +οφθαλμόν. + + κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' έγχος + αιχμή δ' εξεσύθη παρά νείατον ανθερεώνα{94}. + +Αφού περί σου ομιλώ δεν είνε παράδοξον και άτοπον να αισχρολογώ. Συ +δε, ω Κύκλωψ, ανοίξας το στόμα όσον το δυνατόν πλατύτερον όχι μόνον +εδέχεσο να σου πλήττη ο νέος εκείνος την σιαγόνα, αλλά και εφαίνεσο +θέλων ως η Χάρυβδις να καταπίης ολόκληρον τον Ούτιν ομού με τους +ναύτας, τα πηδάλια και τα ιστία. Ταύτα δε έβλεπον και άλλοι παρόντες. +Έπειτα την επιούσαν εδικαιολογείσο αποδίδων αυτά εις την μέθην και εις +τον άκρατον οίνον. + +Αφού λοιπόν έχεις τοιούτον και τοσούτον πλούτον ονομάτων, εντρέπεσαι +διά την αποφράδα; Προς θεού, ειπέ μου, τι αισθάνεσαι όταν ο κόσμος +λέγει περί σου ότι λεσβιάζεις και φοινικίζεις; Μήπως και αυτά αγνοείς +όπως την αποφράδα και νομίζεις ίσως ότι σε επαινούν; ή αυτά μεν, +επειδή τα πράττεις συνήθως, τα γνωρίζεις, μόνον δε την αποφράδα ως +άγνωστον υβρίζεις και αποκλείεις του καταλόγου των ονομάτων; + +Λοιπόν τόσον αληθή είνε αυτά διά τα οποία σε κατηγορώ, ώστε και μέχρι +των γυναικωνιτών έχει φθάσει η φήμη σου. Όταν δε προ καιρού ετόλμησες +να ζήτησης εις γάμον μίαν γυναίκα εις την Κύζικον, εκείνη, η οποία ήτο +καλώς περί σου πληροφορημένη, απήντησε• Δεν θέλω άνδρα ο οποίος έχει +και αυτός ανάγκην ανδρός. Και ενώ ευρίσκεσαι εις αυτήν την κατάστασιν, +σκοτίζεσαι διά λέξεις και γελάς και υβρίζεις τους άλλους; Αλλά τούτο +είνε επόμενον• διότι δεν δυνάμεθα όλοι να λέγωμεν όμοια με εκείνα τα +οποία συ λέγεις. Ποίος έχει τόσον μεγάλην τόλμην εις τους λόγους του, +ώστε να ζητή τρίαιναν αντί ξίφους διά να φονεύση τους τρεις μοιχούς; +Και ποιος δύναται να είπη, όπως συ όταν έκρινες τον Θεόπομπον διά την +κατάληψιν του Τρικαράνου, ότι με τρίκοπον λόγον καθυπέταξε τας +πρωτευούσας πόλεις και έπειτα ότι εξετριαίνωσε την Ελλάδα και ήτο +Κέρβερος εις τους λόγους; Αλλά και πρό τινος καιρού ανάψας λύχνον +εζήτεις κάποιον αδελφόν{95} τον οποίον είχες χάσει, φαίνεται. Και +πολλά άλλα τοιαύτα, γελοία και σόλοικα, τα οποία είνε ανάξια και να τ' +απομνημονεύση κανείς, εκτός μόνον εκείνου το οποίον όσοι ήκουσαν +αναφέρουν εξ ενός σου λόγου. Επρόκειτο, νομίζω, περί ενός πλουσίου και +δύο πτωχών, οίτινες ήσαν εχθροί• ομιλών δε περί του πλουσίου είπες• +«απέκτεινε θάτερον των πενήτων»• επειδή δε, ως ην επόμενον, οι +παρόντες εγέλασαν, συ διά να διορθώσης το σφάλμα σου, είπες• όχι, αλλά +«άτερον αυτών απέκτεινεν». Παραλείπω τους αρχαϊσμούς σου, το τριών +μηνοίν, το ανηνεμία, το πέταμαι, το εκχύνειν και όσα άλλα ωραία +πράγματα επανθούν εις τους λόγους σου. + +Και δι' όσα μεν αναγκαζόμενος υπό της πενίας κάμνεις δεν θα σε +κατηγορήσω, μα την Αδράστειαν, διότι είνε δικαιολογημένος όπως δήποτε +εκείνος, όστις πιεζόμενος υπό της πείνης επιορκεί αρνούμενος τας +παρακαταθήκας τας οποίας του ενεπιστεύθησαν, ή αναιδώς ζητεί και αφού +λάβη ζητεί και άλλα και κλέπτει ενδύματα και φορολογεί τον κόσμον• δεν +λέγω αυτά• διότι δεν είνε τόσον αξιοκατάκριτος εκείνος όστις διά +παντός τρόπου προσπαθεί να σωθή από την πενίαν. Αλλά το ασυγχώρητον +είνε ότι εν ώ είσαι πτωχός, δαπανάς μόνον εις τας τοιαύτας ηδονάς όσα +κερδίζεις διά της αναισχυντίας σου. + +Αλλ' αν θέλης και να επαινέσω κάτι τι το οποίον με πολλήν ευφυίαν +έπραξες, θ' αναφέρω πώς με την τέχνην του Τισίου {96} και μιμούμενος +τον Κόρακα ήρπασες ενός ανοήτου γέροντος τριάκοντα χρυσά νομίσματα και +πώς ο αυτός με την μέθοδον του Τισίου παγιδευθείς σου επλήρωσε δι' έν +βιβλίον επτακοσίας πεντήκοντα δραχμάς. + +Καίτοι έχω πολλά αλλά ακόμη να είπω, σε αφίνω, τούτο δε μόνον +προσθέτω• εξακολούθει να πράττης αυτά όπως σου αρέσουν και μη παύσης +να εξυβρίζης κατ' αυτόν τον τρόπον τον εαυτόν σου• αλλ' όχι και εκείνο +το οποίον αποσιωπώ• διότι είνε ανόσιον να καλούμεν εις την οικίαν μας +τους ούτω εξηχρειωμένους και να προσφέρωμεν εις αυτούς το ποτήριον της +φιλίας και να γευώμεθα τα αυτά φαγητά. Αλλά να παύσης επίσης και τα +μετά τους λόγους φιλήματα και μάλιστα προς εκείνους οίτινες όχι προ +πολλού σου έκαμαν αποφράδα το στόμα. Και αφού τέλος πάντων ήρχισα να +σου δίδω φιλικάς συμβουλάς, παύσε, αν θέλης, ν' αρωματίζης τας λευκάς +σου τρίχας και να περιποιήσαι μόνον ωρισμένα μέρη του σώματός σου. +Διότι εάν μεν σε αναγκάζη κανέν νόσημα, πρέπει όλον σου το σώμα να +θεραπεύης• εάν δε δεν έχης καμμίαν τοιαύτην αφορμήν, διατί θέλεις να +διατηρής καθαρά και λεία και ολισθηρά μέρη τα οποία ούτε να φαίνωνται +επιτρέπει η αιδώς; Ό,τι μόνον κάμνεις φρόνιμον είνε ότι διατηρείς +λευκάς τας τρίχας σου και δεν τας βάφεις, διά να χρησιμεύουν ως +προκάλυμμα της αισχρότητός σου. Σέβου λοιπόν αυτάς κατά τούτο +τουλάχιστον και μάλιστα την γενειάδα σου και μη τα μιαίνης και τα +υβρίζης περισσότερον. Αλλ' αν δεν δύνασαι να κρατηθής, πράττε +τουλάχιστον τας αισχρότητάς σου την νύκτα και εις το σκότος, όχι την +ημέραν, διότι είνε πολύ κτηνώδες. + +Βλέπεις ότι θα ήτο προτιμότερον ν' αφήσης ακίνητα τα ύδατα της +Καμαρίνης και να μη εμπαίζης την αποφράδα, η οποία θα σου καταστήση +όλην την ζωήν αποφράδα; ή έχεις ανάγκην και άλλων κοσμητικών; Εις +πάσαν περίστασιν εγώ δεν θα παραλείψω να συμπληρώσω τον πανηγυρικόν +σου. Δεν ενόησες λοιπόν ότι είσαι εξουθένωμα και έπρεπεν, ω παιπάλημα +και κίναδε, να μαζεύεσαι όταν ανήρ δασύτριχος και μάλιστα, ως οι +αρχαίοι έλεγον, μελάμπυγος σε ατενίση και μόνον αυστηρώς; Ίσως και +τώρα θα γελάσης διά το παιπάλημα και τον κίναιδον, ως ν' ακούης +αινίγματα και γρίφους, διότι σου είνε άγνωστα των έργων σου τα +ονόματα. Ώστε φρόντισε να τα κατηγορήσης και αυτά, εάν δεν σου +επληρώθη τριπλή και τετραπλή η αποφράς. Μόνον δε τον εαυτόν σου να +αιτιάσαι δι' όλα αυτά• διότι, ως συνείθιζε να λέγη ο καλός Ευριπίδης, +των αχαλινώτων στομάτων και της αφροσύνης και της ανομίας το τέλος +είνε η δυστυχία. + + + + +ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ + +1} Την ιστορίαν του Κτησίου γνωρίζομεν μόνον εξ αποσπάσματος αυτής +διασωθέντος υπό του Φωτίου. Φαίνεται δε ότι ο Λ. τον αδικεί λέγων ότι +έγραψεν όλως φαντασιώδη. Τουλάχιστον εις όσα γράφει περί των +κυνοκεφάλων ανθρώπων των κατοικούντων εις τα όρη και οίτινες αντί +πάσης λαλιάς έχουν είδος υλακής, ευκόλως αναγνωρίζεται ο +Ουραγκουτάγκος. Ουχ ήττον τερατώδη εφάνησαν κατά την αρχαιότητα όσα +έγραψε περί των ομιλούντων πτηνών• αλλ' οι Έλληνες δεν εγνώριζον ακόμη +τους ψιτακούς, τους οποίους ενόει προδήλως ο Κ. + +{2} Άγνωστον πότε έγραψεν ο συγγραφεύς ούτος. + +{3} Τον Ατλαντικόν. + +{4} Αφροδίτη ή Αυγερινός + +{5} Πεζοί ελαφρώς ωπλισμένοι, ακροβολισταί. + +{6} Κατά τον Στράβωνα, ο κολοσσός της Ρόδου είχεν ύψος 70 οργυιών. + +{7} Δηλαδή Σελήνιος, διότι η σελήνη ελέγετο και μήνη. + +{8} Φαλλός, ομοίωμα, του ανδρικού αιδοίου, το οποίον περιέφερον εις +τας πομπάς του Διονύσου. + +{9} Η πόλις την οποίαν κτίζουν εις τους «Όρνιθας» του Αριστοφάνους τα +πτηνά. + +{10} Ξύλα τα οποία προστριβόμενα επ' αλλήλων ήναπτον. + +{11} Αρπάγαι, γάντζοι. + +{12} Κατά τον σχολιαστήν, ο Λουκ. σκώπτει εδώ τον Αντώνιον Διογένην, +όστις είχε γράψει ότι εις την νήσον Θούλην (Ισλανδίαν) δεν νυκτώνει +μίαν ημέραν κατ' έτος. Αλλ' ο Α. Δ. είχε δίκαιον, διότι αληθώς εις την +Ισλανδίαν ο ήλιος μόλις δύση ανατέλλει την 21 Ιουνίου. + +{13} Διότι δεν εσέβετο τους θεούς, εβίασε δε την Κασάνδραν και +εκεραυνώθη, υπό της ΑΘηνάς, ήτις έρριψε κατ' αυτού το όπλον του πατρός +της, ως λέγει ο Βιργίλιος εις το α' βιβλίον της Αινειάδος. + +{14} Διότι έγινε τύραννος. + +{15} Υπαινιγμοί κατά των δοξασιών των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών. + +{16} Τώρα δε, Μούσα, ψάλλε μου την μάχην των νεκρών ηρώων. + +{17} Ο Λουκιανός φίλος των μακαρίων Θεών, είδε πάντα τα εδώ και πάλιν +επέστρεψεν εις την πατρίδα του. + +{18} Ναρκωτικά φυτά. + +{19} Νήγρετος σημαίνει αξύπνητος και Παννυχία ολονυκτία. + +{20} Ίδε τόμ. Α' σελ. 27 υποσημ. 2. + +{21} Αντίμαχος ο Κολοφώνιος, επικός ποιητής, ήκμασε προ του Πλάτωνος. +Έγραψε δε έπος «Θηβαΐδα» επιγραφόμενον του οποίου στίχους τινάς +παραθέτει ο Αθηναίος, και ελεγείας περί των οποίων ομιλεί ο +Πλούταρχος. Η φήμη του Αντιμάχου ήτο πολύ μικρά μέχρι του +αυτοκράτορος, Αδριανού, όστις τον εθεώρει ανώτερον του Ομήρου και +ήθελε να επιβάλη την προτίμησιν αυτού• αλλά δεν το κατώρθωσε διότι το +χαλαρόν και άτονον ύφος της «Θηβαΐδος» δεν ηδύνατο να υποστή την +σύγκρισιν προς την Ιλιάδα. και ο Αντίμαχος ελησμονήθη. Δεν διεσώθησαν +δε εξ αυτού παρά μόνον μικρά τινα αποσπάσματα. + +{22} Εν ω δε ήρχοντο πλέοντες διά του δάσους. + +{23} Τα βιβλία ταύτα ή απωλέσθησαν ή δεν εγράφησαν ποτέ υπό του +Λουκιανού. + +{24} Ο λόγος ούτος και οι τέσσαρες επόμενοι είνε μιμήσεις των +ρητορικών υποδειγμάτων, τα οποία οι διδάσκαλοι συνέθετον προς άσκησιν +των μαθητών αυτών. Η τυραννοκτονία ήτο το συνηθέστερον και +προσφιλέστερον θέμα των ασκήσεων τούτων. Ο Έρασμος έγραψε Λατινικήν +απάντησιν εις το ρητορικόν δοκίμιον του Λουκιανού. + +{25} Τινές των κριτικών αποδίδουν τον λόγον τούτον εις τον Λιβάνιον. + +{26} Εννοεί την Κλεψύδραν, ήτις εκανόνιζε την διάρκειαν της ομιλίας +των διαδίκων ή των δικηγόρων αυτών εις τα δικαστήρια. + +{27} Ο βράχος ωνομάζετο Πέτρα Υάμπεια και εκ του ύψους αυτού +εκρημνίζοντο προς τιμωρίαν οι ιερόσυλοι. Λέγεται και ότι μυθοποιός +Αίσωπος υπέστη την τιμωρίαν ταύτην εις τους Δελφούς κατηγορηθείς +αδίκως ότι έκλεψε έν των αγγείων των αφιερωμένων εις τον Απόλλωνα. + +{28} Εκ του μίσους τούτου η λέξις τύραννος (ηγεμών) εξέπεσε βραδύτερον +να σημαίνη τον σκληρόν και απάνθρωπον δυνάστην. + +{29} Λιμήν της Φωκίδος + +{30} Ο Κέλσος ούτος είνε ο περίφημος Επικούριος φιλόσοφος όστις έγραψε +κατά του Χριστιανισμού υπό τον τίτλον «Αληθής λόγος ή περί Αληθείας» +σύγγραμμα διηρημένον εις οκτώ βιβλία, το οποίον ανεσκεύασεν ο Ωριγένης +όστις και διετήρησεν αποσπάσματά τινα αυτού. + +{31} Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυμα σημαίνοντα τους +αποδιώκοντας τα δυστυχήματα από τους ανθρώπους. + +{32} Ομήρου Οδύσσεια Δ. σ. 252 : Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά +φάρμακα, τα μεν καλά, τα δε ολέθρια. + +{33} Περίφημος μάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος. + +{34} Καταγόμενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής, +αναδεικνύεται φίλος του Απόλλωνος ο Θείος Αλέξανδρος. + +{35} Το όνομα Αλέξανδρος σημαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν. + +{36} Ο Λουκιανός παίζει με τας λέξεις Κορωνίς, όνομα της μητρός του +Ασκληπιού, και κορώνη (κουρούνα). + +{37} Είμαι ο Γλύκων, τρίτου βαθμού απόγονος του Διός, φως διά τους +ανθρώπους. + +{38} Διατάσσω να αμείβεται ο λειτουργός μου προφήτης• διότι δεν +ενδιαφέρομαι τόσον διά τας προς εμέ προσφοράς, όσον διά τον προφήτην. + +{39} Φέρων δεσμά εκ μολύβδου κάθηται εις τον βόρβορον. + +{40} Αφού υποτάξης τους Πάρθους και τους Αρμενίους, θα επιστρέψης εις +την Ρώμην φέρων ακτινωτόν στέμμα επί της κεφαλής. + +{41} Μη εκστρατεύσης κατά των Αρμενίων, διότι δεν θα σου αποβή εις +καλόν. Ανήρ θηλυπρεπής θα σου δώση σκληρόν θάνατον και θα σε στερήση +την ζωήν και το φως. + +{42} Μάτην περιμένεις σωτηρίαν από την δεινήν νόσον• ο θάνατος είνε +βέβαιος και να τον αποφύγης αδύνατον. + +{43} Πήγαινε τώρα εις την Κλάρον διά ν' ακούσης και του πατρός μου την +γνώμην. + +{44} Εις των Βραγχιδών τον ναόν πήγαινε και ζήτει χρησμούς. + +{45} Εις Μαλλόν ζήτει τας γνώμας του Αμφιλόχου. + +{46} Τον Πυθαγόραν και τον ένδοξον ψάλτην των πολέμων. + +{47} Κατά πρώτον υπήρξες υιός του Πηλέως, έπειτα Μένανδρος, έπειτα +οποίος είσαι τώρα, κατόπιν θα γείνης ηλιακή ακτίς και θα ζήσης εκατόν +ογδοήκοντα έτη. + +{48} Να νυμφευθής την θυγατέρα του Αλεξάνδρου και της Σελήνης. + +{49} Ο βαθύκομος Απόλλων απομακρύνει του λοιμού το μίασμα. + +{50} Εύγε ή χαίρε, επιφώνημα των μυστικών τελετών. + +{51} Οι Ευμολπίδαι ήσαν οικογένεια ιερατική, ήτις διαδοχικώς ετέλει τα +μυστήρια της Δήμητρος εις την Ελευσίνα. Κατήγοντο εκ του Ευμόλπου, +υιού του Μουσαίου, όστις είχε φέρει τα μυστήρια ταύτα εκ της Θράκης +εις την Αττικήν. Ο Λουκιανός ειρωνεύεται τους βαναύσους ακολούθους του +Αλεξάνδρου αποκαλών αυτούς Ευμολπίδας. + +{52} Των χορών οίτινες εγίνοντο εις τας αποκρύφους τελετάς, τα +μυστήρια και τα όργια. + +{53} Του Πυθαγόρου η ψυχή άλλοτε μεν φθίνει, άλλοτε δε αυξάνει, η δε +ψυχή του προφήτου μου εγεννήθη εκ της θείας ψυχής. Τον έστειλε δε ο +πατήρ μου διά το καλόν των αγαθών ανθρώπων• και πάλιν θα επιστρέψη εις +τον Δία κεραυνοβοληθείς. + +{54} Μη πιστεύης εις τον Λέπιδον, διότι κακόν τέλος τον περιμένει. + +{55} Λιμήν της Αιγύπτου προς την ΕρυΘράν θάλασσαν, όστις συνεκοινώνει +τον Νείλον με διώρυγα. + +{56} Διατάσσω να πυρπολούνται τα έργα του τυφλού γέροντος. + +{57} Όπως εγίνετο ο εξαγνισμός εις τα μυστήρια της Δήμητρος. + +{58} Εννοεί τον Αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιον. + +{59} Εις το ρεύμα του ορμητικού ποταμού Ίστρου παραγγέλλω να ριφθώσι +δύο της Κυβέλης θεράποντες, θηρία άγρια, και όσα παράγουν αι Ινδίαι +άνθη και ευώδη βότανα• παρευθύς δε θα επέλθη νίκη και δόξα μεγάλη και +συγχρόνως η ποθητή ειρήνη. + +{60} Άλυν διαβάς μεγάλην δύναμιν καταλύσεις. + +{61} Επιθυμείς να μάθης ποίος εισερχόμενος κρυφίως εις τον οίκον σου +σε ατιμάζει μετά της συζύγου σου; Ο δούλος σου Πρωτογένης, εις τον +οποίον έχεις πάσαν εμπιστοσύνην• ό,τι παρά σου έπαθε, σου το αποδίδει +εις την σύζυγόν σου και εκ συμφώνου παρασκευάζονται να σε +δηλητηριάσουν, ώστε. ούτε να μάθης, ούτε να ίδης τα υπ' αυτών +πραττόμενα• θα εύρης δε το δηλητήριον υπό την κλίνην σου, πλησίον του +τοίχου και προς το μέρος της κεφαλής. Και η υπηρέτριά σου Καλυψώ +γνωρίζει τα πάντα. + +{62} Ν' αλείφεται με κυτμίδα και με αφρόν ίππου. + +{63} Μη πλεύσης, αλλά προτίμητε την ξηράν οδόν. + +{64} Αγαπά τα νυκτογυρίσματα και τους ανόμους έρωτας. + +{65} Άγνωστον πρόσωπον. + +{66} Φαίνεται ότι η μικρά αύτη πραγματεία, όπως και η επομένη περί του +Διονύσου, εχρησίμευσεν ως πρόλογος ομιλίας την οποίαν εις +προηγουμένους καιρούς είχε συνθέσει ο Λουκιανός. + +{67} Ιλιάδος Γ, στ. 108. των οπλωτέρων φρένες ηερέθονται. + +{68} Ευριπίδου «Φοίνισσαι» στ. 533. + +{69} Των λάλων όλων η γλώσσα είνε εις το άκρον τρυπημένη. + +{70} Η δύναμίς σου εχαλαρώθη. + +{71} Κακόν γήρας σε κατέλαβε. + +{72} Ο ηνίοχός σου εξησθένησε και τα άλογα σου έγειναν βραδυκίνητα. + +{73} Εννοεί τον Ανακρέοντα. + +{74} Τι δυνατόν μηρόν παρουσιάζει ο γέρων μέσ' από τα ράκη του! + +{75} Χορός Βακχικός με ασέμνους κινήσεις. + +{76} Βακχική επευφημία. + +{77} Όμοιοι με νιφάδας της χιόνος, όπως πίπτουν τον χειμώνα. + +{78} Ψευδολόγος. Ο λίβελλος ούτος φαίνεται ότι εγράφη εις την Έφεσον. + +{79} Ο Λυκάμβης ηρνήθη να δώση εις γάμον την θυγατέρα του εις τον +Αρχίλοχον, όστις με τόσην σκληρότητα εσατύρισε τον πατέρα και τας +θυγατέρας αυτού, ώστε ο Λυκάμβης μη υποφέρων τον εξευτελισμόν +απηγχονίσθη. Όμοιον τέλος αποδίδεται και εις τον ζωγράφον Βούπαλον, +όστις εξοργίσας τον Ιππώνακτα, εσατυρίσθη υπ' αυτού. + +{80} Άνθρωπος κακοηθέστατος, σύγχρονος του Αριστοφάνους, όστις ομιλεί +περί αυτού εις τους Σφήκας στ. 1271. + +{81} Ρήτωρ και διδάσκαλος ανωτέρων μαθημάτων. + +{82} Ο Εύφορβος ήτο Φρυξ και επομένως βάρβαρος, διό και δεν ηδύνατο να +γείνη δεκτός εις τα Ελευσίνια μυστήρια εις τα οποία εμυούντο τότε +μόνον οι Έλληνες. + +{83} Η εορτή των ευχών, ήτις ετελείτο κατά την τρίτην ημέραν των +Καλενδών του Ιανουαρίου. + +{84} θίασος τραγικών ηθοποιών διήλθεν εκ της Τρωάδος• οι Ιλιείς τους +εκάλεσαν επιμόνως να παίξουν, αυτοί δε παρέστησαν την άλωσιν της Ιλίου +και αντί να τους διασκεδάσουν τους κατελύπησαν. + +{85} Η πάνδημος Αφροδίτη, αι Γενετυλλίδες και η Κυβέλη εθεωρούντο ως +προστάτιδες των διεφθαρμένων και εκτεθηλυμένων. + +{86} Ο κόθορνος ήτο υπόδημα το οποίον εταίριαζε και εις τους δύο +πόδας. Ωνομάσθη δε ούτω κάποιος ρήτωρ, ονομαζόμενος Θηραμένης. + +{87} Η εβδόμη ημέρα εκάστου μηνός ήτο αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα. +Ήτον εορτή και ημέρα αργίας διά τα παιδία. + +{88} Ο κύφων ήτον όργανον βασανισμού, το δε βάραθρον ήτο χάσμα της γης +βαθύ εις την Αττικήν, όπου ερρίπτοντο οι κακούργοι. + +{89} Ευριπίδου «Βάκχαι» στ. 916 + +{90} Είδος φαρμακερού όφεως. + +{91} Ως λέγει αυτός ο Λουκιανός αι λέξεις αύται ήσαν αδόκιμοι, κατά το +πλείστον κατασκευάσματα κακόζηλα ποιητών και πεζογράφων ασημάντων, +οίτινες διά τοιούτων μέσων επεδίωκαν να φανούν πρωτότυποι και να +κάμουν εντύπωσιν. + +{92} Πολλοί εκ των αρχαίων συγγραφέων αναφέρουν την Φιλαινίδα ως +εταίραν παροιμιώδους αισχρότητος και της αποδίδουν βιβλίον +επιγραφόμενον• «Περί σχημάτων αφροδισίων». Ο Αθήναιος όμως είπεν ότι η +φήμη αύτη προήλθεν εκ συκοφαντίας. Είς των Αθηναίων σοφιστών ονόματι +Πολυκράτης έγραψε το βιβλίον εκείνο και το διέδωκε με το όνομα της +Φιλαινίδος, εκδικούμενος ίσως διότι απέκρουσε τον έρωτά του. Εις +απόδειξιν ο Αθήναιος παραθέτει το επίγραμμα του τάφου της το οποίον +έλεγε• «Είμαι η περίφημος Φιλαινίς. Μετά γήρας βαθύ εκοιμήθην υπό το +μάρμαρον τούτο. Μη γελάσετε και μη υβρίσετε την μνήμην μου οι +ταξειδεύοντες, όσοι διέρχεσθε προ του ακρωτηρίου τούτου• υπήρξα αγνή. +Αλλ' ο Αθηναίος Πολυκράτης, άνθρωπος κακόγλωσσος και ασήμαντος +λογοποιός έγραψε το βιβλίον το οποίον μου αποδίδουν και το οποίον +ουδέποτε εγνώρισα». + +{93} Εννοεί τον περίφημον Τίμαρχον, εναντίον του οποίου έγραψε τον +σωζόμενον λόγον ο Αισχύνης. + +{94} Παρωδία στίχων του Ομήρου : Και εκείνον μεν απέτυχε, παρωλίσθησε +δε η λόγχη και επέρασε παρά τον πώγωνα. + +{95} Η λέξις αδελφός έχει προδήλως εδώ σημασίαν ανήθικον, την οποίαν +θα εννοήσουν όσοι έχουν αναγνώσει τον Πετρώνιον. + +{96} Ο Τισίας, διδάσκαλος της ρητορικής εις τας Συρακούσας, είχε +μαθητήν τον Κόρακα. Διά να τον πείση να γίνη μαθητής του, υπέσχετο ότι +θα τον εδίδασκε να πείθη τους άλλους διά παν ό,τι ήθελε. Αφού +ετελείωσαν τα μαθήματα, ο Τισίας εζήτησε την αμοιβήν του• αλλ' ο Κόραξ +υπεστήριξεν ότι δεν ώφειλε τίποτε. Επειδή όμως και ο διδάσκαλος +επέμενεν, ο μαθητής είπεν, ότι αφού δεν ηδύνατο να τον πείση ότι δεν +του ώφειλεν, άρα δεν τον είχε διδάξει την τέχνην του και επομένως δεν +του ώφειλε τίποτε. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Vol. 3, by Lucian + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOL. 3 *** + +***** This file should be named 28018-0.txt or 28018-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/8/0/1/28018/ + +Produced by Sophia Canoni book provided by Iason Konstantinidis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/28018-0.zip b/28018-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..77cfce5 --- /dev/null +++ b/28018-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..eafc4be --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #28018 (https://www.gutenberg.org/ebooks/28018) |
