diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:36:46 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:36:46 -0700 |
| commit | 4ae08d4294e446bf164f0a29d9fd003de32b4f3a (patch) | |
| tree | 85538f736f3cb2819bb67c30b952eec4851a2f2a /27946-h | |
Diffstat (limited to '27946-h')
| -rw-r--r-- | 27946-h/27946-h.htm | 2632 | ||||
| -rw-r--r-- | 27946-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 67100 bytes |
2 files changed, 2632 insertions, 0 deletions
diff --git a/27946-h/27946-h.htm b/27946-h/27946-h.htm new file mode 100644 index 0000000..f074ee3 --- /dev/null +++ b/27946-h/27946-h.htm @@ -0,0 +1,2632 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Άλκηστις, Ευριπίδης,Αρχαίο δράμα, τραγωδία, Γιώργος Τσοκόπουλος" /> +<title>Άλκηστις</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 30px; +} + +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Alcestis, by Euripides + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Alcestis + +Author: Euripides + +Translator: Tsokopoulos George + +Posting Date: March 24, 2012 [EBook #27946] +First Posted: January 31, 2009 +Last Updated: October 20, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ALCESTIS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + +</pre> + + +<p>Note: The Table of contents is not included in the book. It has +been created to help the reader. The tonic system has been changed +from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not +been changed otherwise.</p> + +<p>Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. +Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Ο τονισμός έχει +αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί +η ορθογραφία του βιβλίου.</p> + +<img src="images/cover.jpg" hspace="30" width="384" height="570" alt="Εξώφυλλο" border="2" /> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</h4> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ</h1> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΛΚΗΣΤΙΣ</h1> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br /><br /> +Γ.Β. ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ</h2> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h4> +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">***</h4> +<p style='text-align:center;'><br /> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br /> +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ<br /><br /> + +ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ<br /><br /> + +ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /><br /> + +ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br /> +υπό<br /> +Γ. Β. ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ<br /><br /> + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ</h3> + +<p>ΠΡΟΣΩΠΑ<br /> +ΠΡΑΞΙΣ Α<br /> +ΣΚΗΝΗ Α'<br /> +ΣΚΗΝΗ Β'<br /> +ΣΚΗΝΗ Γ'<br /> +ΣΚΗΝΗ Δ'<br /> +ΣΚΗΝΗ Ε'<br /> +ΣΚΗΝΗ ΣΤ'<br /> +ΠΡΑΞΙΣ Β<br /> +ΣΚΗΝΗ Α'<br /> +ΣΚΗΝΗ Β'<br /> +ΣΚΗΝΗ Ε' (*)<br /> +ΣΚΗΝΗ Δ'<br /> +ΠΡΑΞΙΣ Γ<br /> +(ΣΚΗΝΗ Α')<br /> +ΣΚΗΝΗ Β'<br /> +ΣΚΗΝΗ Δ' (*)</p> + +<p>(*) Λάθος αριθμημένες σκηνές</p> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +Π Ρ Ο Σ Ω Π Α</h3> +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +ΧΟΡΟΣ<br /> +ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +ΕΥΜΗΛΟΣ<br /> +ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +ΦΕΡΗΣ<br /> +ΥΠΗΡΕΤΗΣ</p> + +<p>[Απαγορεύεται η από της σκηνής διδασκαλία άνευ αδείας του<br /> +μεταφράσαντος].</p> + +<p> +Ε Υ Ρ Ι Π Ι Δ Ο Υ</p> + +<p>Α Λ Κ Η Σ Τ Ι Σ</p> + +<p>(Η πρόσοψις των ανακτόρων του Αδμήτου, βασιλέως των Φερών. Ο Απόλλων,<br /> +φέρων το τόξον και τα βέλη του, κατεβαίνει την κλίμακα των ανακτόρων<br /> +και πλησιάζει εις το προσκήνιον).</p> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +ΠΡΑΞΙΣ Α'.</h3> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +ΑΠΟΛΛΩΝ, μόνος<br /> +Ω του Αδμήτου ανάκτορα, που αν και θεός μεγάλος<br /> +εδέχθηκα να κάθωμαι στων δούλων το τραπέζι,<br /> +χαίρετε τώρα. Αίτιος αυτής μου της δουλείας<br /> +ήτανε ο Ζευς που σκότωσε με ένα κεραυνό του<br /> +τον γυιό μου τον Ασκληπιόν. Εγώ απ' τον θυμό μου<br /> +τους Κύκλωπας εσκότωσα, που την φωτιά δουλεύουν<br /> +και τηνε κάνουν κεραυνούς για τον πατέρα Δία.<br /> +Μα ο Ζευς δεν εσυγχώρησε αυτήν μου την αγρίαν<br /> +εκδίκησιν και μ' έστειλε εδώ να γίνω δούλος<br /> +ενός θνητού. Τότε κ' εγώ ήλθα σ' αυτόν τον τόπο<br /> +και του ανθρώπου έβοσκα τα βώδια, και το σπίτι<br /> +ως σήμερα επροστάτευα από κάθε δυστυχία.<br /> +Γιατί εγώ ο δίκαιος, άνθρωπο δίκαιον ηύρα<br /> +τον γιό του Φέρητος. Εγώ τον έσωσα απ' τον Άδη,<br /> +αφού της Μοίρες γέλασα. Εκείνες εχαρίσαν<br /> +σ' εμέ του Αδμήτου την ζωή, μα με τη συμφωνία<br /> +πώς κάποιος άλλος θα βρεθή για κείνον να πεθάνη.<br /> +Όλους τους φίλους ρώτησε ο Άδμητος και όλους<br /> +κρυφά τους ξέτασε αν δέχονται. Αλλ' όμως<br /> +όλοι αρνήθηκαν, κι' αυτός ο γέρος του πατέρας<br /> +και η μάννα που τον γέννησε, κι' αυτή αρνιέται ακόμη.<br /> +Και μόνο η γυναίκα του προσφέρεται θυσία,<br /> +και δέχεται για χάρι του να χάση τη ζωή της.<br /> +Τώρα μέσα σ' τανάκτορα ψυχομαχεί· γιατ' ήρθε<br /> +η μέρα που ήτανε γραφτό στον Άδη να κατέβη,<br /> +κ' η δούλες της τήνε κρατούν στα χέρια ως να πεθάνη·<br /> +τώρα κ' εγώ φεύγω μακρυά απ' ταγαπημένο σπίτι<br /> +μήπως η θέα του νεκρού την όψι μου μολύνει,<br /> +γιατί δεν κάνει ένας θεός νεκρόν να αντικρύζη.</p> + +<p>(Παρατηρεί προς το δεξιά παρασκήνιον)</p> + +<p>Α, να κι' ο Θάνατος. Εδώ τον βλέπω να προβαίνη,<br /> +για να την σύρη γρήγορα στου Άδου τα παλάτια<br /> +την άμοιρη βασίλισσα. Πάνω στην ώρα φτάνει<br /> +γιατ' ήλθε πλέον η στιγμή που πρέπει να πεθάνη.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +ΑΠΟΛΛΩΝ- ΘΑΝΑΤΟΣ</p> + +<p>(Εισέρχεται ο Θάνατος. Είναι ωπλισμένος με ξίφος. Βλέπων τον Απόλλωνα<br /> +δεν αποκρύπτει την δυσαρέσκειάν του).</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Α, α! Τι θέλεις, Φοίβε, εδώ τριγύρω στο παλάτι;<br /> +Τάχα ποιός είναι ο σκοπός που βρίσκεσαι εδώ γύρω;<br /> +Αν έρχεσαι το θύμα μου και τώρα να μου πάρης<br /> +σκέψου· του Άδου τους θεούς δεν πρέπει ναδικήσης,<br /> +να τους στερήσης της τιμές που είναι δίκηο νάχουν.<br /> +Δεν σ' έφτασε που εμπόδισες τον θάνατο του Αδμήτου<br /> +και που της Μοίρες γέλασες με τέτοιαν απιστία,<br /> +αλλά σε βρίσκω πάλι εδώ με τόξα και με βέλη,<br /> +για να φυλάξης τη ζωή της κόρης του Πελία,<br /> +που εδέχθη να πεθάνη αυτή για να γλυτώση εκείνος;</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Ησύχασε· έχω κ' εγώ τους λόγους μου. Και έχω<br /> +μαζί μου εγώ το δίκαιον.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Αφού το δίκηο έχεις,<br /> +τι θέλουνε τα βέλη σου;</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Πάντα μαζί μου τάχω<br /> +Αυτή είν' η συνήθεια.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Δεν είναι η συνήθεια·<br /> +το τόξο σου επήρες,<br /> +για να φυλάξης άδικα το σπίτι αυτό.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Με θλίβει<br /> +η συμφορά, που απειλεί αγαπημένον φίλον.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Ώστε και δεύτερον νεκρόν θέλεις να μου στερήσης;</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Μήπως τον πρώτον σ' άρπαξα εγώ διά της βίας;</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Μα τότε πώς ακόμη ζη και πώς στη γη γυρίζει<br /> +και όχι κάτω από τη γη στου Άδου τα παλάτια;</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Σούδωκε την γυναίκα του, που πας να πάρης τώρα.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Ω, θα την πάρω βέβαια, και θα την πάω κάτω.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Πάρ' την λοιπόν και πήγαινε. Δεν ξέρω αν θα σε πείσω.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Τι να με πείσης: Αν αυτήν θα πάρω; είν' η δουλειά μου.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Όχι. Αλλά αν ήθελες για λίγο ν' αναβάλης.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Νοιώθω καλά τα λόγια σου και τι ζητείς το νοιώθω.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Τάχα θα ήτανε πολύ, ν' αφήσης να γεράση<br /> +και να την πάρης έπειτα;</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Α, δεν μπορεί να γίνη<br /> +ούτε αυτό. Αδύνατον! Γιατ' η τιμές μ' αρέσουν.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Μήπως αργά ή γρήγορα δεν θα της έχης:</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Όταν<br /> +πεθαίνουν νέοι, πιο πολλή είν' η τιμή για μένα.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Αλλά κι' αν πέθαινε γρηά πάλι θα τηνε θάψουν<br /> +μ' ακόμη περισσότεραις τιμαίς....</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Ας είναι· βλέπω<br /> +πως τώρα με τους δυνατούς πηγαίνεις και συ, Φοίβε.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Τι είπες; Δεν το ήξερα πώς τον σοφό μας κάνεις.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Όσοι πεθαίνουν γέροντες κάτι, θαρρώ, κερδίζουν.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Ώστε το απεφάσισες; Τη χάρι δεν μου κάνεις;</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Όχι· Τον χαρακτήρα μου καλά τονε γνωρίζεις.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Ω, βέβαια· είσαι εχθρός εσύ εις τους ανθρώπους<br /> +και όλοι σ' αποστρέφονται και οι θεοί ακόμη.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Λέγε ό,τι θέλεις. Βέβαια εγώ δεν θα σου κάμω<br /> +πράγμα, όπου δικαίωμα δεν έχεις να σου γίνη.</p> + +<p>ΑΠΟΛΛΩΝ<br /> +Κι' όμως αδίκως φαίνεσαι σκληρός. Χωρίς να θέλης<br /> +σε κάποιον άλλον πούρχεται θενά υποχωρήσης,<br /> +σε κάποιον άνδρα, που έρχεται στου Φέρητος το σπίτι.<br /> +Αυτόν τον στέλνει ο Ευρυσθεύς στα παγωμένα μέρη<br /> +της Θράκης, δύο άλογα ζευγάρι να του φέρη.<br /> +Αυτός θα φιλοξενηθή στου Αδμήτου το παλάτι<br /> +και μέσα από τα χέρια σου θα πάρη την γυναίκα.<br /> +Έτσι κανένας από μας δεν θα χρωστάη χάρι<br /> +σ' εσένα, και εγώ θα κάμω αυτό που θέλω<br /> +και πιο πολύ θα σε μισώ αφ' ό,τι σ' εμισούσα.</p> + +<p>ΘΑΝΑΤΟΣ<br /> +Όσα κι' αν πης τα λόγια σου πηγαίνουν στα χαμένα<br /> +και η γυναίκα σήμερα θα κατεβή στον Άδη.<br /> +Πηγαίνω τώρα με αυτό το κοφτερό σπαθί μου<br /> +να την αγγίξω. Και, καθώς πολύ καλά γνωρίζεις,<br /> +ανήκει πια εις τους θεούς του Άδου, όποιος τύχη<br /> +να του αγγίξη τα μαλλιά αυτή μου η ρομφαία.</p> + +<p>(Ο Θάνατος εισέρχεται εις τανάκτορα, ενώ ο Απόλλων εξέρχεται δεξιά. Η<br /> +σκηνή μένει επί τινας στιγμάς κενή. Ησυχία απόλυτος κρατεί).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +Χορός γερόντων.</p> + +<p>(Εισέρχονται οι γέροντες της πόλεως εκδηλούντες ανησυχίαν και αγωνίαν).</p> + +<p>Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Τι να σημαίνη άρά γε αυτή η ησυχία;<br /> +Γιατί αυτή η σιωπή σ' τανάκτορα του Αδμήτου;<br /> +Δεν φαίνεται από δω κανείς να μας ειπή αν πρέπει<br /> +ν' αρχίσωμε τα κλάμματα, αν η βασίλισσά μας<br /> +απέθανε, ή και αν ζη ακόμα ή αν βλέπει<br /> +το φως του κόσμου η Άλκηστις, η κόρη του Πελία,<br /> +που τηνε ξέρομε όλοι μας ξεχωριστή γυναίκα<br /> +μέσα στης άλλες........</p> + +<p>ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Στεναγμοί ακούσθηκαν και θρήνοι;<br /> +Ακούσατε καμμιά φωνή σπαρακτική να βγαίνη<br /> +ή να χτυπούν τα χέρια των εις το παλάτι μέσα,<br /> +όπως συμβαίνει πάντοτε, όταν κανείς πεθαίνη;</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Ούτ' ένας δούλος φαίνεται στη θύρα του. Ω, είθε<br /> +να εφαινόσουν, συ, ω Παιάν, αλλού να μεταστρέψης<br /> +της συμφοράς τα κύματα.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Μα αν είχε πια πεθάνει,<br /> +γιατί αυτή η σιωπή;</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Κι όμως έχει πεθάνει.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Κανείς δεν είδε τον νεκρό να βγάζουν....</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Πώς το ξέρεις;<br /> +εγώ δεν έχω όπως συ καμμιά εμπιστοσύνη.<br /> +Εσύ τι τάχα σκέπτεσαι και έχεις τόσο θάρρος;</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Μπορεί ποτέ ο Άδμητος να θάψη μια γυναίκα<br /> +—τέτοια γυναίκα! έρημη, χωρίς να μας καλέση;</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Ίσως δεν έχεις άδικον. Στη θύρα εμπρός δεν βλέπω<br /> +νάχουν νερό απ' την πηγή, που πλύνουνε τα χέρια,<br /> +όταν πεθαίνη άνθρωπος στο σπίτι.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Την πλεξίδα,<br /> +δεν βλέπω εις την είσοδο να είναι κρεμασμένη,<br /> +που δείχνει πως εσκέπασε το πένθος ένα σπίτι,<br /> +ουδέ γυναίκες άκουσα τα στήθια να χτυπούνε.</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Και όμως η ημέρα αυτή είναι ημέρα πένθους.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Τι θέλεις με αυτό να πης;</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +... Είναι ημέρα πένθους,<br /> +που η καλή βασίλισσα στον Άδη κατεβαίνει.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Σώπασε! Με τα λόγια σου μου σφίγγεις την ψυχή μου.</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Όταν οι άνθρωποι οι καλοί τέτοια κακά τραβούνε,<br /> +εκείνος που έτυχε καλός να γεννηθή, λυπάται.</p> + +<p>Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Του κάκου· στα πιο μακρυνά όλης της γης μας μέρη,<br /> +εις της Λυκίας τα Πάταρα, που είναι το μαντείον<br /> +του Απόλλωνος, ή στης σκληρές κι' άνυδρες Αμμωνιάδες,<br /> +στο άλλο μαντείον του θεού, αν την γυναίκα στείλης,<br /> +αδύνατον απ' το γραφτό της Μοίρας να γλυτώση<br /> +γιατί η ζωή της σώθηκε κ' η ώρα πλησιάζει,<br /> +που θε ναρθή ο θάνατος γοργά να τηνε πάρη.<br /> +Ούτε γνωρίζω πια θεόν κανένα να του πάμε<br /> +θυσίες, να συγκινηθή και να μας εισακούση.</p> + +<p>Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<br /> +Ένας μονάχα θάκανε το θαύμα, αν εζούσε<br /> +ο γυιός του Φοίβου Ασκληπιός· αυτός και πεθαμμένην<br /> +την άμοιρη βασίλισσα μπορούσε ν' αναστήση<br /> +κι' από τον Άδη εις την γην να μας την φέρη πίσω.<br /> +Γιατί πριν μ' ένα κεραυνό ο Ζευς να τον σκοτώση<br /> +πολλούς νεκρούς ανάστησε από τον κάτω κόσμο.<br /> +Μα τώρα πια, ελπίδα μια μας μένει ότι τάχα<br /> +ημπορεί να ζήση η Άλκηστις και να σωθή απ' την Μοίρα;</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ<br /> +Ο βασιλιάς μας έκαμεν ό,τι έπρεπε να κάμη<br /> +και όλων των θεών οι βωμοί εγέμισαν με αίμα<br /> +και ζώα εθυσιάσθηκαν και τίποτε δεν μένει<br /> +αφ' ό,τι πάντα γίνεται σε τέτοιες περιστάσεις,<br /> +αλλά του κάκου επήγανε θυσίες και δεήσεις.</p> + +<p>(Στρέφεται εις την είσοδον των ανακτόρων, όπου φαίνεται ερχομένη μία<br /> +υπηρέτρια. Όλοι οι άνδρες του χορού παρακολουθούν με αγωνίαν τον<br /> +διάλογον και την διήγησιν της υπηρετρίας).</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Μα να, μια υπηρέτρια απ'το παλάτι βγαίνει<br /> +και κλαίει και οδύρεται. Τι μέλλεται ν' ακούσω;<br /> +Από την όψι φαίνεται πώς δυστυχία μας φέρει.</p> + +<p>(Προς την υπηρέτριαν η οποία εμφανίζεται εις την θύραν<br /> +των ανακτόρων):</p> + +<p>Λέγε, τι κάνει η Άλκηστις, απέθανεν ή ζη;</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +Οι αυτοί. — Η υπηρέτρια</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Στη θέσι όπου βρίσκεται ταιριάζουν και τα δύο<br /> +και ζη ακόμα, η δύστυχη, και είναι πεθαμμένη..</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Πώς είναι δυνατόν αυτό; Καλλίτερα εξηγήσου!</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Ψυχομαχεί. Σιγά σιγά ξεφεύγει η ζωή της.</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Δυστυχισμένε σύζυγε, τόσο καλός που είσαι<br /> +τέτοια γυναίκα άδικα πώς χάνεις!</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Ο αφέντης<br /> +θα καταλάβη τι έχασε, μονάχα όταν το χάση,</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Ώστε δεν μένει πια καμμιά ελπίς;</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Καμμιά δεν μένει.<br /> +Ήλθε η μέρα που έγραψεν η Μοίρα να πεθάνη.</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Μέσ' στο παλάτι έγινεν ό,τι έπρεπε να γίνη<br /> +και ό,τι συνηθίζεται, σ' αυτάς τας περιστάσεις;</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Ο άνδρας της ετοίμασεν ο ίδιος τα στολίδια<br /> +που θα της βάλη στον νεκρό.</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Τουλάχιστον ας μάθη<br /> +πως θα πεθάνη ένδοξη, και θα το πη ο κόσμος<br /> +πως ήταν η καλλίτερη γυναίκα εις την γη μας.</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Αλήθεια, η καλλίτερη! Ποιος θαρνηθή πως ήταν<br /> +ξεχωριστή κι' ανώτερη απ' όλες της γυναίκες;<br /> +Και πώς αλλοιώς θα τώδειχνε παρά μ' αυτό που κάνει;<br /> +Άλλη γυναίκα δέχεται να χάση τη ζωή της,<br /> +για να σωθή ο άνδρας της: Αυτά τα ξέρετε όλοι,<br /> +μα αν μάθετε τι έκαμε στο σπίτι και τι κάνει<br /> +θα μείνετε με ανοιχτό το στόμα. Μόλις είδε<br /> +πως η ημέρα έφτασε που πρέπει να πεθάνη<br /> +πήρε νερό του ποταμού και το άσπρο της το σώμα<br /> +καλά καλά το έπλυνε· έπειτα από το δώμα,<br /> +το κέδρινον, φορέματα και στολισμούς επήρε<br /> +και με αυτά στολίσθηκε, σαν νύφη. Και κατόπιν<br /> +μπρος στο βωμό εστάθηκε κ' είπε την προσευχή της:<br /> +«Δέσποινα, είπε, κύτταξε, μπροστά σου γονατίζω<br /> +εγώ για τελευταία φορά, γιατί θε να πεθάνω.</p> + +<p>Τα ορφανά μου τα παιδιά, σ' εσέ, ω θεά, ταφήνω<br /> +να γίνης συ μητέρα τους, κι' όταν η ώρα έλθη<br /> +δώσε στ' αγόρι σύζυγον, όπου να του ταιριάζη,<br /> +και δώσε και της κόρης μου τον άνδρα, που της πρέπει.<br /> +Προστάτευσε τα, δέσποινα, να μη χαθούν κ' εκείνα,<br /> +όπως εγώ η δύστυχη, απάνω στον ανθό τους,<br /> +αλλά να ζήσουνε πολύ, και να πεθάνουν γέροι<br /> +στον τόπο που γεννήθηκαν, στο χώμα της πατρίδας».</p> + +<p>Έπειτα όλους τους βωμούς, που έχει το παλάτι,<br /> +όλους τους εστεφάνωσε με στέφανα από μύρτα<br /> +χωρίς να κλάψη, ή στεναγμό τα χείλη της ν' αφήσουν<br /> +ή να χαλάση μια στιγμή το χρώμα του προσώπου<br /> +από το φόβο του κακού, που τηνε περιμένει.<br /> +Και μόνο όταν στον θάλαμο τον νυφικό της μπήκε<br /> +και είδε το κρεββάτι της, τα κλάμματα την πήραν.<br /> +«Κρεββάτι μου, είπε, που εγώ σ' εγνώρισα παρθένα<br /> +και που γυναίκα με έκαμες εκείνου που με χάνει,<br /> +σε χαιρετώ. Δεν σε μισώ. Μόνον εσύ με χάνεις.<br /> +Γιατί εγώ δεν ήθελα εσένα να προδώσω,<br /> +αλλ' ούτε και τον άνδρα μου, γι' αυτό πεθαίνω τώρα.<br /> +Εσένα άλλη θα χαρή γυναίκα, που θα τύχη,<br /> +αν όχι πιο καλλίτερη, μα πιο ευτυχισμένη».<br /> +Είπε και εγονάτισε μπροστά εις το κρεββάτι<br /> +και το φιλεί και με θερμά δάκρυα το μουσκεύει.<br /> +Και όταν εκουράστηκε να κλαίη, βγαίνει έξω<br /> +σιωπηλή και προχωρεί με το κεφάλι κάτω<br /> +και φεύγει και ξανάρχεται, πολλές φορές, και πάλι<br /> +ξαναγυρίζει κλαίοντας στο νυφικό κρεββάτι.<br /> +Και τα παιδιά της τάμοιρα εκλαίγανε κ' εκείνα<br /> +στους πέπλους της μητέρας τους με πόνο κρεμασμένα.<br /> +Εκείνη στην αγκάλη της τάσφιγγε με λαχτάρα<br /> +και πότε το ένα βιαστικά φιλούσε, πότε τάλλο.<br /> +Μα κι' όλοι οι υπηρέται της, που έχει στο παλάτι,<br /> +έχυναν μαύρα δάκρυα για την καλή κυρά τους<br /> +και για την μαύρη μοίρα της. Εκείνη με το χέρι<br /> +όλους απεχαιρέτισε, και δεν υπάρχει ένας<br /> +ούτε κι' ο ταπεινότερος που να μη του μιλήση.<br /> +Τέτοια κακά ευρήκανε το σπίτι του Αδμήτου<br /> +Εάν ο ίδιος πέθαινε όλα γι' αυτόν χαμένα<br /> +μα και που εσώθη, συμφορά τον βρίσκει πιο μεγάλη<br /> +και τόση λύπη αισθάνεται, που δεν θα την ξεχάση.</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Κι' ο Άδμητος; Πώς την βαστά αυτήν την δυστυχία;<br /> +και πώς θα τηνε στερηθή τέτοια καλή γυναίκα;</p> + +<p>ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ<br /> +Την κλαίει· και κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του<br /> +τήνε θερμοπαρακαλεί να μη του φύγη ακόμα.<br /> +Αλλ' όμως πράγμα αδύνατον ζητά. Γιατί η αρρώστια<br /> +την έφαγε την δύστυχη, και έρχεται το τέλος.<br /> +Και έτσι μέσ' στα χέρια του, ενώ η ζωή της φεύγει<br /> +και λίγη ακόμη μένει της πνοή, ζητάει ακόμα<br /> +μία φορά τα μάτια της να ιδούν το φως του ήλιου<br /> +—για τελευταία της φορά, πριν κλείσουνε για πάντα—<br /> +Μα τώρα ας πάω να τους πω πως ήρθατε. Βεβαίως<br /> +οι βασιλιάδες πάντοτε δεν αγαπώνται τόσο,<br /> +ώστε να τρέχη ο λαός τριγύρω τους, σαν τύχη<br /> +να τους σπαράζη συμφορά. Εσείς παληοί είσθε φίλοι.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τανάκτορα).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +ΧΟΡΟΣ</p> + +<p>ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ<br /> +Αλλοίμονον! Πώς θα βρεθή διέξοδος καμμία,<br /> +ω Ζευ πατέρα, να σωθούν από την δυστυχία<br /> +οι βασιλιάδες; Άρά γε το χέρι σου θα βάλης<br /> +ή από τώρα τα μαλλιά της κεφαλής να κόψω<br /> +και μαύρα να φορέσωμε και πένθος να ντυθούμε;<br /> +Ω, φίλοι! Δεν υπάρχει πια καμμιά αμφιβολία.<br /> +Εν τούτοις όμως στους θεούς θερμά ας προσευχηθούμε<br /> +γιατί αυτοί είναι δυνατοί, κι' όλα μπορούν να κάμουν.<br /> +Ω παντοδύναμε Παιάν, εύρε εσύ τον τρόπο<br /> +ν' απομακρύνης το κακόν από αυτό το σπίτι.<br /> +Βοήθησε· βοήθησε γιατί και προ ολίγου<br /> +συ έσωσες τον Άδμητον και συ μπορείς και τώρα<br /> +και απ' αυτόν τον θάνατον, αν θέλης, να τον σώσης<br /> +και να κρατήσης την ορμή την φονική του Άδου.<br /> +Ω γυιέ του Φέρητος, εσύ· τι τύχη σε προσμένει<br /> +τώρα οπού θα στερηθής τέτοια άξια γυναίκα!<br /> +Δεν είναι τάχα άξια αυτή η δυστυχία,<br /> +ώστε ο ίδιος να σφαγής ή να πνιγής μονάχος,<br /> +αφού θα χάσης σήμερα μια τόσο αγαπημένη<br /> +γυναίκα;</p> + +<p>(Εις την θύραν των ανακτόρων εμφανίζονται οι φρουροί οι προπορευόμενοι<br /> +των βασιλέων).</p> + +<p>Α, να έρχεται! Ο Άδμητος κ' εκείνη.<br /> +Στέναξε, γη, κι' ολόλυξε, Φεραία, γιατί τώρα<br /> +του κόσμου η καλλίτερη γυναίκα κατεβαίνει<br /> +στα σκοτεινά κ' υπόγεια παλάτια του θανάτου!<br /> +Εγώ ποτέ μου δεν θα 'πω ότι ο γάμος φέρνει<br /> +πολύ περσσότερες χαρές από της λύπες πούχει.<br /> +Και τούτο έλεγα από πριν, αλλά το λέω και τώρα,<br /> +που βλέπω την απίστευτη του Αδμήτου ατυχία.<br /> +Έπειτα απ' την απώλεια τέτοιας χρυσής γυναίκας<br /> +μία ζωή αβάστακτη θα είναι η ζωή του.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h4> + +<p> +(Εισέρχεται η Άλκηστις, κρατουμένη υπό του Αδμήτου. Τα παιδιά της<br /> +κρατούνται κλαίοντα από τους πέπλους της)</p> + +<p>Άλκηστις, Άδμητος, Εύμηλος. — Ο χορός.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Ω ήλιε! Ω φως και ω σύννεφα, που γρήγορα στα ύψη<br /> +γυρίζετε και τρέχετε στον γαλανόν αιθέρα!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ο ήλιος βλέπει και τους δυο, κ' εμέ κ' εσένα βλέπει,<br /> +που στους θεούς δεν 'κάμαμε ασέβειαν καμμίαν,<br /> +για να μας κάνουν δυστυχείς, να τιμωρούμεθα έτσι!</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Ω γη και ω παλάτι μου και σπίτι αγαπημένο<br /> +και ω νυφικό κρεββάτι μου. της Ιωλκού ω πατρίδα!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Θάρρος, κρατήσου, δύστυχη! Μη φεύγης! Μη μ' αφήνης<br /> +και παρακάλει τους θεούς ίσως μας λυπηθούνε.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Βλέπω το πλοίο το δίκωπο, το βλέπω μέσ' στη λίμνη<br /> +και τον πορθμέα των νεκρών, τον Χάρο, τον ακούω,<br /> +όπου κρατώντας το κουπί στο χέρι του μου λέγει:<br /> +«Γιατί αργείς; Μη χάνωμε καιρό. Σε περιμένω».<br /> +Έτσι με βιάζει άγριος και θυμωμένος έτσι.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο, τι άγριο ταξείδι προφητεύεις!<br /> +Ω, τ' είναι αυτή η συμφορά που τώρα μας ευρήκε!</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Δεν βλέπεις; Κάποιος έρχεται κοντά μου να με πάρη.<br /> +Εις στα παλάτια των νεκρών κάτω σιγά με σέρνει<br /> +είναι θεός με τα φτερά. Τα μάτια του πετούνε<br /> +κάτω από τα βλέφαρα αγριεμμένο βλέμμα.<br /> +Α, άφησε με, άφησε. Τι θέλεις να με κάμης;<br /> +Τι δρόμος τάχα η άμοιρη είναι αυτός που παίρνω;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είναι ο δρόμος θλιβερός για όσους σ' αγαπούνε<br /> +για τον φτωχό σου σύζυγο, για τα παιδιά που κλαίνε.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Αφήστε με, αφήστε με. Μη με κρατείτε τώρα.<br /> +Ξαπλώστε με, τα πόδια μου δεν με κρατούν. Ο Χάρος<br /> +κοντύτερα μου έρχεται. Τα μάτια μου θολώνουν.<br /> +Παιδιά μου, η μητέρα σας δεν είναι πια στον κόσμο.<br /> +Είθε εσείς τουλάχιστον να ζήτε ευτυχισμένα!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονον τα λόγια σου μου σφίγγουν την ψυχή μου<br /> +κ' είναι για με σκληρότερα ακόμα κι' απ' τον Χάρο!<br /> +Για των θεών το όνομα, κρατήσου, μη μ' αφήνης·<br /> +εις την ζωή των ορφανών παιδιών μας σε ορκίζω,<br /> +σηκώσου ορθή και γέμισε με θάρρος την ψυχή σου!<br /> +Γιατί, αν μου πεθάνης συ, δεν θέλω την ζωή μου,<br /> +και εξαρτάται από σε να ζήσωμε ή όχι,<br /> +γιατ' η αγάπη σου για μας είναι ιερή,</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Με βλέπεις<br /> +σε τι κατάστασι έφθασα, Άδμητε. Πριν να κλείσω<br /> +τα μάτια μου, θα σου ειπώ τι θέλω. Άκουσε με!<br /> +Απ την αγάπη μου προς σε κι' από τον σεβασμό μου<br /> +και για να ζήσης μόνος σου και να χαρής τον κόσμο<br /> +πεθαίνω εγώ, ενώ καθώς πολύ καλά γνωρίζεις<br /> +μπορούσα να μην πέθαινα, αλλ' ευτυχής να ζήσω<br /> +και μέσα από τους Θεσσαλούς να πάρω άλλον άνδρα,<br /> +εκείνον που θα ήθελα, στο πλούσιο παλάτι<br /> +να ζήσω 'σαν βασίλισσα μέσ' σ' ταγαθά του θρόνου.<br /> +Αλλ' όμως δεν ηθέλησα χωρίς εσέ να ζήσω<br /> +με τα παιδιά μας ορφανά, χωρίς εσέ κοντά μου,<br /> +και ούτε ελογάριασα τα νιάτα μου για σένα.<br /> +Και όμως η μητέρα σου κι' ο γέρος σου πατέρας<br /> +κ' οι δύο σ’ εγκατέλειψαν, αν κ' είναι τόσω γέροι,<br /> +που θα μπορούσαν νάδιναν εκείνοι τη ζωή τους<br /> +και να πεθάνουν ένδοξοι πως σώζουν το παιδί τους.<br /> +Ήσουν το μόνο τους παιδί, κ' ελπίδα πια δεν είχαν,<br /> +αν και εσύ τους πέθαινες, άλλο παιδί να κάμουν.<br /> +Κ' έτσι εμείς θα ζούσαμε όσω μας μένει ακόμα<br /> +και συ δεν θα με έχανες, η ώρα μου πριν έρθη,<br /> +κι' αυτά δεν θα ωρφάνευαν. Μα όλα ήταν γραμμένα<br /> +και ήταν θέλημα θεού ό,τι έγινε να γίνη.<br /> +Ας είναι όμως. Τώρα πια ορκίσου πως θα κάμης<br /> +ό,τι αυτήν την ύστερη στιγμή θα σου ζητήσω,<br /> +αν και μου είναι αδύνατον να εύρω αυτό που αξίζει<br /> +να δώσης ως αντάλλαγμα της τόσης μου θυσίας.<br /> +Γιατί δεν είναι τίποτε στον κόσμο πιο μεγάλο<br /> +και πιο πολυτιμότερον απ' την ζωή του ανθρώπου.<br /> +Έπειτα θε να ιδής και συ πως δεν θα σου ζητήσω<br /> +τίποτε άδικον, γιατί το ξέρω πως το ίδιο<br /> +θα αγαπάς και συ αυτά τα δύστυχα παιδιά μας.<br /> +Δέξου λοιπόν να μείνουνε κύριοι μέσ' στο σπίτι<br /> +και μην τους δώσης μητρυιά, μία γυναίκα ξένη,<br /> +που δεν θα είναι σαν κ' εμέ καλή, και από ζήλεια<br /> +θα βάλη χέρι απάνω τους και θα τα βασανίζη.<br /> +Αυτό μονάχα σου ζητώ κ' ελπίζω να το κάμης.<br /> +Γιατί δεν είναι μητρυιά που εις τα παιδιά της μάννας<br /> +να μην είναι χειρότερη κι' απ' την οχιά ακόμα.<br /> +Και όσω για το αρσενικό, αυτό θα έχη εσένα,<br /> +που θα του είσαι φύλακας και δυνατός προστάτης.<br /> +Αλλά εσένα, κόρη μου, ποιός θα σε αναθρέψη<br /> +όπως σου πρέπει; Άρά γε της μητρυιάς τα λόγια,<br /> +'σαν μεγαλώσης, δεν μπορούν να σε κακοφημίσουν<br /> +και να σου καταστρέψουνε την τύχη σου, παιδί μου;<br /> +Δεν θάχης τη μαννούλα σου, αυτή να σε παντρέψη<br /> +και να σταθή στο πλάι σου, στου τοκετού την ώρα,<br /> +που τίποτε γλυκύτερο δεν είν' από την μάννα.<br /> +Γιατί εγώ πεθαίνω πια. Είν' η ζωή μου λίγη,<br /> +ούτε μια μέρα ούτε δυο ακόμα δεν θα ζήσω,<br /> +σε λίγη ώρα θα βρεθώ κάτω στον μαύρον Άδη.<br /> +Είθε να ζήσετε ευτυχείς· μπορείτε να καυχάσθε,<br /> +εσύ ότι επέτυχες την πιο καλή γυναίκα<br /> +και σεις, παιδιά, πως είχατε την πιο καλή μητέρα.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Όσω γι' αυτό, μη νοιάζεσαι. Κανείς μας δεν διστάζει<br /> +να πη πως ό,τι του ζητάς ο Άδμητος θα κάμη,<br /> +αν έχη πάντα το μυαλό, που φαίνεται πως έχει.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +θα γίνη ό,τι μου ζητείς, θα γίνη, μην τρομάζης.<br /> +Και ζωντανή είσαι η μόνη μου γυναίκα, κι' αν πεθάνης,<br /> +μόνη εσύ γυναίκα μου θα μείνης. Καμμιά άλλη,<br /> +καμμιά γυναίκα Θεσσαλή, δεν θα βρεθή ή ωραία<br /> +ή από γενιά ευγενική να σ' αντικαταστήση<br /> +και να με λέη άντρα της. Όσω για τα παιδιά μας,<br /> +μη φοβηθής, θα μείνουνε η μοναχή χαρά μου,<br /> +αφού δεν επροφθάσαμε εσένα να χαρούμε.<br /> +Κ' έπειτα εγώ το πένθος σου δεν θάχω ένα χρόνο,<br /> +αλλά για όλη τη ζωή και ως που να πεθάνω<br /> +θα νοιώθω περιφρόνησι για κείνην που μ' εγέννα<br /> +και θα μισώ το γέρο μου πατέρα. Και οι δυο τους<br /> +με λόγια μ' αγαπούσανε, αλλ' όχι και με έργα.<br /> +Συ μοναχή δεν 'δείλιασες να δώσης τη ζωή σου,<br /> +για να μου σώσης τη ζωή. Μπορώ να μη στενάξω<br /> +τώρα που τέτοιαν σύντροφον μοναδική θα χάσω;<br /> +Ούτε τραγούδι θ' ακουστή, ούτε χαρά θα λάμψη,<br /> +ούτε στεφάνια συμποτών θα ιδούμε πια εδώ μέσα.<br /> +Ούτε ποτέ την βάρβιτον θ'αγγίξω, ούτε ο νους μου<br /> +θα θέλη με τον Λιβυκόν αυλόν να ξαποστάση,<br /> +γιατί εσύ κάθε χαρά μαζί σου τήνε παίρνεις.<br /> +Θαύρω τεχνίτας διαλεκτούς το σώμα σου να κάμουν<br /> +κι' απάνω στο κρεββάτι σου εγώ θα το 'ξαπλώσω<br /> +και πέφτοντας κ' εγώ κοντά γλυκά θα ταγκαλιάζω<br /> +και λέγοντας σου τώνομα, πως σ' έχω θα νομίζω<br /> +αν και εσύ δεν θάσαι πια! Παρηγορία μαύρη,<br /> +μα κάποιο θάρρος στην ψυχή θαρρώ πως θα μου δίνη.<br /> +Και στα όνειρά μου θάρχεσαι να ευφραίνης την ψυχή μου,<br /> +γιατί κι' αυτό ευχαριστεί, στον ύπνο σου να βλέπης<br /> +έστω και λίγο, μια στιγμή, εκείνον που αγαπούσες.<br /> +Μ' αν είχα κ' εγώ χάρισμα, φωνή σαν του Ορφέως,<br /> +την Περσεφόνην να μπορώ κ' εγώ να συγκινήσω<br /> +ή και τον Πλούτωνα, γοργά θα έτρεχα στον Άδη<br /> +και ούτε τον ψυχοπομπόν θα τρόμαζα, μα ούτε<br /> +ο Κέρβερος θα μ' έκανε στον κόσμο να γυρίσω<br /> +χωρίς εσένα. Τώρα πια, περίμενε με κάτω<br /> +κ' ετοίμασε τα δώματα, κοντά σου να καθίσω.<br /> +Εγώ εδώ 'σ όλους αυτούς διαταγή θα δώσω<br /> +στο ίδιο με σένα φέρετρο να βάλουνε κ' εμένα<br /> +και να μ' απλώσουν δίπλα σου, στο πλάι σου. Δεν θέλω<br /> +ούτε νεκρός να χωρισθώ ποτέ μου από σένα,<br /> +που μόνη μου έμεινες πιστή.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Όλοι εμείς μαζί σου<br /> +το πένθος θα κρατήσωμε, που αλήθεια της αξίζει.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Και σεις, παιδιά, τα ακούσατε τα λόγια του πατέρα.<br /> +Είπε πως δεν θα παντρευτή και δεν θα με ξεχάση.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Το είπα κ' είμαι έτοιμος και να το κάμω.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Τότε<br /> +πάρε τα από τα χέρια μου τα δύστυχα παιδιά μας.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τα δέχομαι, απ' τα χέρια σου, αγαπημένα χέρια,<br /> +αγαπημένην προσφορά.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Γίνου εσύ μητέρα<br /> +στη θέσι μου.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είναι πολλή ανάγκη αυτό να γίνη<br /> +τώρα που δεν θα έχουνε εσένα.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Ω παιδιά μου,<br /> +τώρα που έπρεπε να ζω για σας, πεθαίνω τώρα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο! Χωρίς εσέ, ο δόλιος πως να κάμω;</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +θα με ξεχάσης με καιρό. Εκείνος που πεθαίνει<br /> +δεν είναι πλέον τίποτα. Με τον καιρόν ξεχνιέται.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μη με αφήνης, πάρε με κ' εμέ μαζί σου κάτω.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Φθάνει ότι πεθαίνω εγώ για σένα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω Μοίρα,<br /> +τέτοια γυναίκα ευρέθηκες να μου στερήσης!</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Νοιώθω<br /> +τα μάτια να βαραίνουνε· το βλέμμα μου θολώνει.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Εχάθηκα, αν μου φύγης συ, γυναίκα μου....</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Και όμως<br /> +πάρε το πια απόφασιν πως μ' έχασες....</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Σηκώσου<br /> +και λάβε θάρρος. Μην αφήνης μόνα τα παιδιά σου.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Μήπως κ' εγώ το ήθελα; Χαίρετε τώρα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ιδέ τα,<br /> +κύτταξε πως σε βλέπουνε.</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Δεν είμαι πια μαζί σας.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τι κάνεις; Μας αφήνεις;</p> + +<p>ΑΛΚΗΣΤΙΣ<br /> +Ναι. Χαίρετε.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονό μου!<br /> +εχάθηκα ο άμοιρος.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Πάει. Δεν υπάρχει πλέον.<br /> +Επέθανε η δύστυχη γυναίκα του Αδμήτου.</p> + +<p>ΕΥΜΗΛΟΣ<br /> +Αλλοίμονό μου! Επέθανε η μάννα μας, πατέρα,<br /> +και με αφήνει ορφανό· τα μάτια της κλεισθήκαν<br /> +και πέσανε τα χέρια της. Μαννούλα μου, άκουσε με<br /> +που σε φωνάζω, μάννα μου, 'σαν το πουλάκι<br /> +που πέφτει εις της μάννας του το στόμα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Την φωνάζεις<br /> +αδίκως, δεν ακούει πια ούτε και βλέπει. Έτσι<br /> +η ίδια μαύρη συμφορά ευρήκε και τους δυο μας.</p> + +<p>ΕΥΜΗΛΟΣ<br /> +Πολύ μικρός, πατέρα μου, μένω ορφανός στον κόσμο·<br /> +τι έπαθα, και συ, αδελφή μου, τι έπαθες μαζί μου!<br /> +Αδίκως, ω πατέρα μου, επήρες την μητέρα,<br /> +αφού δεν επροφθάσατε να φθάσετε ως το γήρας·</p> + +<p>τώρα έφυγεν η μάννα μας και πάει το σπιτικό μας.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Άδμητε, ανάγκη να φανής στη συμφορά σου άντρας,<br /> +γιατί δεν είσαι απ' τους θνητούς ο πρώτος αλλά ούτε<br /> +ο τελευταίος, που έχασε τόσον καλή γυναίκα.<br /> +Πως όλοι θα πεθάνωμε πολύ καλά το ξέρεις.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Το ξέρω, και η συμφορά άξαφνα δεν μ' ευρήκε,<br /> +Είναι καιρός που τώξερα και μ' έτρωγ' η αγωνία.<br /> +Μα τώρα μείνετε εδώ, να με βοηθήσετ' όλοι,<br /> +να γίνη η κηδεία της, και πήτε της τους ύμνους,<br /> +που θέλουν οι ανηλεείς θεοί του κάτω κόσμου. Κι' όλοι<br /> +οι Θεσσαλοί που κυβερνώ εγώ σαν βασιλιάς τους,<br /> +όλοι ας κάμουν πένθος τους το πένθος το δικό μου,<br /> +και τα μαλλιά ας κόψουνε και ας βουτηχθούν στα μαύρα.<br /> +Κι' όσοι από σας έχουν άρματα, και άλογα ας τους κόψουν<br /> +την χαίτη με το σίδερο. Κι' ούτε αυλός ή λύρα<br /> +σ' όλην την πόλι ν' ακουσθή, αν πρώτα δεν περάσουν<br /> +δώδεκα τ' ολιγώτερο πανσέληνοι, σκεφθήτε<br /> +πως προσφιλέστερο νεκρόν ποτέ μου δεν θα θάψω<br /> +και πως αξίζει κάθε μια τιμή που αυτή εχάθη<br /> +για να μου σώση την ζωή.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Ω κόρη του Πελίου,<br /> +είθε στον Άδη που θα πας, στα βάθη χωρίς ήλιο,<br /> +στου Πλούτωνος τα δώματα να είσ' ευτυχισμένη.<br /> +Ας μάθη του Άδου ο θεός, με τα μαλλιά τα μαύρα,<br /> +κι' ο γέρος ο νεκροπομπός, ο Χάρος, πως γυναίκα<br /> +καλλίτερη δεν πέρασε του Αχέροντα τη λίμνη.<br /> +Όσοι απ' της Μούσες έλαβαν του τραγουδιού το δώρο<br /> +συχνά θε να σε τραγουδούν απάνω εις την λύρα,<br /> +την λύρα την επτάχορδη, από κόκκαλο χελώνας,<br /> +ή και στους ύμνους που χωρίς τη λύρα τραγουδιούνται<br /> +στην Σπάρτη όταν γίνωνται η εορτές τον Μάη<br /> +ή της σεληνοφώτιστες της νύχτες στας Αθήνας.<br /> +Τέτοια τροφή, πεθαίνοντας, αφήνεις στα τραγούδια.<br /> +Ω, ας μπορούσαμεν εμείς, κάτω από τον μαύρον Άδη<br /> +κι' από τα νερά του Κωκυτού να πάρωμε εσένα<br /> +και πίσω να σε φέρωμε! Γιατί εσύ μονάχα<br /> +είχες την γενναιότητα απ' όλες της γυναίκες<br /> +με την δική σου τη ζωή τον άντρα σου να σώσης.<br /> +Είθε να πέση ελαφρό επάνω σου το χώμα.<br /> +Και άν ποτε ο άντρας σου άλλην γυναίκα πάρη<br /> +ούτε κανένας από 'μας ούτε και τα παιδιά σου<br /> +θα έχουν μάτια να τον 'δουν. Γιατί ούτ' η γρηά του μάννα,<br /> +ούτε και ο πατέρας του, αν κ' ήτανε παιδί τους,<br /> +εδέχτηκαν να κατεβούν στον Άδη να τον σώσουν,<br /> +αν κ' ήταν γέροι και οι δυο, και τα μαλλιά τους άσπρα,<br /> +και μόνο συ, που βρίσκεσαι στο άνθος της ζωής σου<br /> +την νιότη σου εθυσίασες. Είθε από 'μας καθένας<br /> +τέτοια γυναίκα ναύρισκε, γιατί δεν είναι τύχη<br /> +στον κόσμο μεγαλύτερη από καλή γυναίκα.<br /> +Αν τέτοια μου ετύχαινε, βεβαίως τη ζωή της<br /> +θα επερνούσε πλάι μου χωρίς καμμία λύπη.</p> + +<p> +Αυλαία</p> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +ΠΡΑΞΙΣ Β'.</h3> + +<p> +(Ο χορός των Θεσσαλών γερόντων στέκεται σιωπηλός έξω από τα ανάκτορα.<br /> +Εμφανίζεται ο Ηρακλής, ο οποίος τους ερωτά).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +ΗΡΑΚΛΗΣ. ΧΟΡΟΣ γερόντων</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ω ξένοι, της Φεραίας γης πολίται, ξέρετε ίσως<br /> +αν βρίσκεται ο Άδμητος μέσα στ' ανάκτορά του;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Ναι, είναι μέσα, Ηρακλή. Αλλ' όμως ποιά αιτία<br /> +σε φέρνει εις των Θεσσαλών την χώρα, στην Φεραία.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μια εργασία ανέλαβα του Ευρυσθέως τυράννου<br /> +της Τίρυνθος.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Και που πηγαίνεις τώρα, σε ποια μέρη<br /> +τρέχεις να περιπλανηθής;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Στη Θράκη θα ζητήσω<br /> +τα τέσσαρα τα άλογα, που έχει ο Διομήδης<br /> +στο άρμα του.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Εσκέφθηκες καλά πως θα το κάμης;<br /> +Γνωρίζεις με ποιόν άνθρωπον πηγαίνεις να τα βάλης;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όχι, δεν έτυχε ποτέ στην χώρα των Βιστόνων.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Αδύνατον τα άλογα να πάρης χωρίς μάχην.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Αλλ' όμως κι' ούτε ν' αρνηθώ μπορούσα.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Θα σκοτώσης<br /> +για να γυρίσης, ειδεμή εκεί νεκρός θα μείνης.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Δεν είναι η πρώτη μου φορά που αναλαμβάνω αγώνα.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Και αν νικήσης, τάχα ποιά τα κέρδη σου θα είναι;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τα άλογα στον τύραννο της Τίρυνθος θα πάω.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Δύσκολο εις το στόμα τους να βάλης χαλινάρι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Εκτός από το στόμα τους εάν φωτιές πετούνε.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Τον άνθρωπο στα δόντια τους κομμάτια τόνε κάνουν.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όπως τα λέτε, όχι άλογα, άγρια θηριά θα είναι.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Σαν πας θα ιδής της φάτνες τους στο αίμα βουτηγμένες..</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Και τίνος τάχα να είναι γυιός αυτός που τανατρέφει;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Του Άρεως και βασιλεύς της Θράκης της πλουσίας.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Από όσα λες μου φαίνεται πως ο άθλος μου αξίζει.<br /> +Γιατί εμένα η μοίρα μου είναι σκληρή και πάντα<br /> +από το ένα δύσκολο στο άλλο με πηγαίνει.<br /> +Αφού μου ήτανε γραφτό με δυο παιδιά του Άρη<br /> +να πολεμήσω στην αρχή με τον Λυκάονα πρώτον<br /> +και με τον Κύκνον έπειτα, να τώρα και ο τρίτος<br /> +που έχει αυτά τα άλογα? μα δεν θα ιδή κανένας<br /> +να φοβηθώ εγώ ποτέ, εγώ ο γυιός της Αλκμήνης.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Να και του τόπου ο βασιλιάς ο Άδμητος που φτάνει.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +(Εισέρχεται ο Άδμητος με κομμένην την κόμην εις ένδειξιν πένθους.)</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Χαίρε, καλώς μας ώρισες, γυιέ του Διός<br /> +και του Περσέως απόγονε.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Χαίρε και συ, ο άναξ<br /> +των Θεσσαλών, ω Άδμητε.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Το ήθελα να χαίρω.<br /> +Ξέρω πως έρχεσαι εδώ σαν φίλος.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τα μαλλιά σου<br /> +κομμένα βλέπω, πένθιμο σημάδι. Τι συμβαίνει;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Κάποιον νεκρόν θα θάψωμε σήμερα.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Από τα παιδιά σου<br /> +Μακρυά μια τέτοια συμφορά να δώση ο θεός.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Εκείνα<br /> +μέσα στο σπίτι ζωντανά είν' ευτυχή.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ο γέρος<br /> +ο πατέρας σου μη μας αφήκε χρόνους;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Κ' εκείνος κ' η μητέρα μου ζουν πάντοτε.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μα τότε<br /> +μήπως η Άλκηστις επέθανε η γυναίκα σου;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Για 'κείνην<br /> +μία διπλή απάντησι μπορούσα να σου δώσω.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τι λες; επέθανε ή ζη;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Και είναι και δεν είναι<br /> +και είμαι εξ αιτίας της σε λύπη βυθισμένος.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τα λόγια σου εξήγησι καμμίαν δεν μου δίνουν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δεν ξέρεις τι της ήτανε γραφτό από την Μοίρα;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ξέρω ότι εδέχθηκε για σένα να πεθάνη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Λοιπόν πως ημπορώ να ειπώ πως ζη, αφού το εδέχθη;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Α, μην την κλαις η ώρα της πριν έλθη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τι σημαίνει;<br /> +Τάχα δεν λέγεται νεκρός αυτός που θα πεθάνη;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ναι, αλλά είναι χωριστό το ένα από τάλλο.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Έτσι νομίζεις, Ηρακλή, εσύ. Εγώ όμως όχι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τότε τι κλαις; Μη φίλος σου επέθανε κανένας;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Γυναίκα είναι ο νεκρός. Γι' αυτήν μιλούμε τώρα.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Γυναίκα ξένη ή συγγενής;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ξένη, αλλά δική μας<br /> +στο σπίτι αυτό.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μα τότε εδώ πως πέθανε κοντά σου;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Σαν πέθανε ο πατέρας της, ήρθε ορφανή μαζί μας.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Αλλοίμονο! Είθε οι θεοί να μ' έστελναν να σ' εύρω<br /> +μιαν άλλην ώρα, Άδμητε, που να μην είχες λύπες.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τι θες να πης! Τα λόγια σου αυτά τι να σημαίνουν;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Πρέπει να φύγω από 'δω κι' αλλού να καταλύσω.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αδύνατον! Τέτοιο κακό ποτέ δεν θα μου κάμης.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Σ' αυτούς που έχουν τη λύπη τους είν' οχληρός ο ξένος.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Οι πεθαμένοι 'πέθαναν. Πέρασε μέσ' στο σπίτι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Δεν είναι πρέπον άνθρωπος να κάθεται να τρώγη<br /> +σε σπίτι όπου έπεσε η συμφορά κ' η λύπη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είναι οι ξενώνες χωριστά. Εκεί θα σε οδηγήσω.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Αν με αφήσης, Άδμητε, θα σ' το χρωστώ ως χάριν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δεν είναι πρέπον, Ηρακλή, να πας σε άλλο σπίτι.</p> + +<p>(Προς ένα δούλον)</p> + +<p>Οδήγησε τον ξένον μας απ' έξω στους ξενώνας,<br /> +και σύστησε στους φύλακας να στρώσουν το τραπέζι<br /> +με άφθονα τα φαγητά. Να κλείσουνε της θύρες<br /> +που φέρνουν μέσα. Ο ξένος μας δεν πρέπει να ακούση<br /> +τους στεναγμούς, να λυπηθή την ώρα που θα τρώγη.</p> + +<p>(Ο δούλος και ο Ηρακλής εξέρχονται).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +Άδμητος — Χορός</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Τι κάνεις; Τέτοια συμφορά σ' ευρήκε κι' όμως θέλεις<br /> +τον ξένον σου να τον δεχθής, να τον φιλοξενήσης;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τάχα θα μ' επαινούσατε αν έδιωχνα τον ξένο<br /> +από το σπίτι μου εδώ κι' από την πόλι; Όχι.<br /> +Η συμφορά λιγώτερη βεβαίως δεν θα ήτο<br /> +και μόνο εγώ αφιλόξενος θα ήμουν. Μέσα σ' τάλλα<br /> +κακά που μ' ηύραν θάλεγε ο κόσμος πως ακόμη<br /> +είμαι και αφιλόξενος και δεν τιμώ τους ξένους.<br /> +Κι' όμως εγώ όταν βρεθώ στο άνυδρο το Άργος<br /> +εκείνος με φιλοξενεί και με περιποιείται.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Αφού όμως είναι φίλος σου όπως τον λες, τι κρύβεις<br /> +τη συμφορά σου απ' αυτόν και δεν την φανερώνεις;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αν μάθαινε τον πόνο μου, θα ήθελε να μείνη;<br /> +Ξέρω πως ό,τι έκαμα θα σας φανή μια τρέλλα,<br /> +και δεν θα μ' επαινέσετε. Μα το δικό μου σπίτι<br /> +δεν έμαθε τους ξένους του να διώχνη, ν' ατιμάζη,</p> + +<p>(Εισέρχεται εις τα ανάκτορα)</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Ω πάντοτε φιλόξενο, πρόθυμο πάντα σπίτι<br /> +που κι' ο Απόλλων κάποτε ο Πύθιος, με τη λύρα<br /> +την ξακουσμένη εδέχθηκε στη στέγη σου να μείνη<br /> +γύρω στους λόφους σαν βοσκός την λύρα του να παίζη,<br /> +και τα κοπάδια να καλή σε υμεναίων μεθύσι.<br /> +Μαζί τους εβοσκούσανε, στον ήχο μαγεμμένοι<br /> +λύγκες με δέρμα ραβδωτό και άγρια λιοντάρια<br /> +που έφευγαν απ' της Όθρυος τα δάση. Γύρω γύρω<br /> +απ' την κιθάρα σου, αλαφρό, εχόρευε, ω Φοίβε,<br /> +το ζαρκαδάκι το μικρό με παρδαλό το δέρμα<br /> +όπου πετιέται άξαφνα απ' της ψηλές ελάτες.<br /> +Γιατί αλήθεια ο Άδμητος σε χώρα βασιλεύει<br /> +που έχει απ' όλες πιο πολλά κοπάδια γύρω γύρω<br /> +απ' τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης της Βοιβίας.<br /> +Τα έμμορφα χωράφια της απλώνει απ' τώνα μέρος<br /> +από εκεί που ο Ήλιος τα άλογα του ζεύει<br /> +κατά των Μολοσσών τη γη, κι' από το άλλο μέρος<br /> +προς το Αιγαίον απλώνεται και προς το Πήλιον κάτω<br /> +όπου στης παραλίες του δεν βρίσκεται λιμάνι.<br /> +Τώρα το σπίτι του άνοιξε για να δεχθή τον ξένο<br /> +αν και το μάτι του είναι υγρό ακόμη από το δάκρυ<br /> +για την γυναίκα που έχασε προ λίγης ώρας τώρα.<br /> +Αλλ' η ευγενική ψυχή πάντα θα κάμη εκείνο<br /> +που θεωρεί καθήκον της και πρέπον να το κάμη.<br /> +Και οι καλοί πάντα καλά θα κάμουν. Τον θαυμάζω<br /> +για ό,τι έκαμε, και μέσ' στα βάθη της ψυχής μου<br /> +εγώ έχω την πεποίθησι πως οι θεοί ως το τέλος<br /> +την ευτυχίαν θα δώσουνε σε ένα τέτοιον άνδρα.</p> + +<p>(Εισέρχεται εις την σκηνήν η νεκρική πομπή της Αλκήστιδος)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +ΑΔΜΗΤΟΣ, ΧΟΡΟΣ, έπειτα ο ΦΕΡΗΣ</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Άνδρες Φεραίοι, ευχαριστώ που ήλθατε εδώ όλοι<br /> +για να μας αποδείξετε πόσο μας αγαπάτε.<br /> +Τώρα οι δούλοι φέρνουνε στον τάφο στολισμένο<br /> +το σώμα της γυναίκας μου, με όσα στολίδια πρέπει.<br /> +Σεις αποχαιρετίσατε την πεθαμμένη τώρα<br /> +που ξεκινά για το υστερνό και αγύριστο ταξείδι.</p> + +<p>(Εμφανίζεται ο Φέρης ακολουθούμενος από δούλους, οι οποίοι φέρουν<br /> +δώρα).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Να κι' ο πατέρας σου, Άδμητε, αργά αργά προβαίνει<br /> +με βήμα που του έκαμε βαρύ η ηλικία.<br /> +Οι δούλοι του στα χέρια τους τα δώρα του κρατούνε<br /> +που συνηθίζουν στους νεκρούς να βάζουνε.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Παιδί μου,<br /> +ήλθα κ' εγώ να κλάψωμε μαζί τη συμφορά σου.<br /> +Κανείς δεν έχει αντίρρησι πως έχασες γυναίκα,<br /> +που ήταν καλή και φρόνιμη. Μα τι να κάμης τώρα;<br /> +Όσω κι' αν είναι δύσκολο, θα το υποφέρης. Δέξου<br /> +και βάλε της στον τάφο της τα λίγα αυτά στολίδια.<br /> +Γιατί αξίζει απ' όλους μας να τιμηθή το σώμα<br /> +εκείνης που απέθανε για να σε σώση εσένα.<br /> +Με την θυσία της αυτή δεν άφησε κ' εμένα<br /> +χωρίς παιδί ναπόμενα τώρα στη γηρατειά μου.<br /> +Παράδειγμα έγινεν αυτή σε όλες της γυναίκες<br /> +μ' αυτό οπού ετόλμησε προς χάριν σου να κάμη.<br /> +οπού, συ που έσωσες αυτόν κι' όλους εμάς μαζί του,<br /> +χαίρε, και είθε κάτω εκεί στου Άδου τα παλάτια<br /> +ωραίαν να βρης ανάπαυσιν. Αλήθεια ή τέτοιον γάμο<br /> +πρέπει κανείς να εύχεται, ή ανύπαντρος να μένη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ούτε εγώ σ' εκάλεσα να έλθης στην κηδεία<br /> +ούτε που ήρθες χαίρομαι. Να πάρης και τα δώρα<br /> +που έφερες, γιατί σ' αυτήν εγώ δεν θα τα βάλω.<br /> +Για να ταφή, απ' τα δώρα σου ανάγκη αυτή δεν έχει.<br /> +Τότε έπρεπε να λυπηθής, όταν εγώ εχανόμουν.<br /> +Μα εσύ που τότε εδέχθηκες, αν κ' ήσουν τόσω γέρος,<br /> +να αποθάνω νέος εγώ, τώρα γι' αυτήν λυπάσαι:<br /> +Δεν είσαι συ πατέρας μου, όπως το λες, μα ούτε<br /> +και μάννα μου είναι αυτή, που λέει πως είναι μάννα<br /> +μόνο γιατί με γέννησε. Κάποια γυναίκα ξένη<br /> +μ' έδωσε στη γυναίκα σου να με βυζάξη. Μόλις<br /> +ήλθε η στιγμή κ' οι δύο σας να δείξετε αν είσθε<br /> +αλήθεια οι γονείς μου εσείς, φανήκατε κ' οι δύο.<br /> +Ή μήπως ανανδρότερος απ' όλους εγεννήθης<br /> +κ' εδειλίασες κι' αρνήθηκες σ' αυτήν την ηλικία<br /> +για του παιδιού σου την ζωή να χάσης τη δική σου,<br /> +και μία ξένη αφήσατε για μένα να πεθάνη,<br /> +που δίκαια την είχα εγώ πατέρα και μητέρα.<br /> +Και όμως θα ήταν ο αγών ωραίος να πεθάνης<br /> +για το παιδί σου, αφού έφθασες στο τέλος πια του βίου<br /> +και δεν σου έμενε πολύς καιρός να ζήσης πλέον.<br /> +Έπειτα όλες που ημπορεί κανένας να ζητήση<br /> +της ευτυχίες στον κόσμο αυτό της είχες. Από νέος<br /> +ακόμη ήσουν βασιλιάς. Και ούτε υπήρχε φόβος<br /> +πεθαίνοντας να άφηνες πίσω ορφανό τον θρόνο<br /> +ξένοι να τον αρπάξουνε, αφού είχες το παιδί σου.<br /> +Ούτε μπορούσες βέβαια να πης, πως δεν τιμούσα<br /> +τα γηρατειά σου και γι' αυτό μ' άφησες να πεθάνω<br /> +γιατί εγώ σου έδειχνα τον σεβασμό, που πρέπει<br /> +να δείχνωμε στους γέροντας, και όμως ιδέτε τώρα<br /> +κ' οι δυο πως μου πληρώσατε αυτόν τον σεβασμό μου.<br /> +Βεβαίως δεν θα μπορούσες πια άλλα παιδιά να κάμης,<br /> +να σε γηροκομήσουνε και όταν θάλθη η ώρα,<br /> +το σώμα σου να εκθέσουνε και με τιμή να θάψουν.<br /> +Εγώ μ' αυτά τα χέρια μου βεβαίως δεν θα σε θάψω,<br /> +γιατί εγώ είμαι νεκρός για σένα. Αν σ' έναν άλλον<br /> +χρωστώ το ότι ζωντανός είμαι ακόμα, εκείνον<br /> +ωσάν πατέρα θα τιμώ και θα γηροκομούσα.<br /> +Άδικα λεν οι γέροντες πως θέλουν να πεθάνουν<br /> +και ότι βαρεθήκανε την μακρυνή ζωή τους.<br /> +Μόλις φανή ο θάνατος πως θέλει να τους πάρη.<br /> +όλοι ευθύς μετανοούν, και βρίσκουν πως το γήρας<br /> +δεν είναι πια βαρύ γι' αυτούς.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Άδμητε, παύσε τώρα.<br /> +Φθάνει αυτή η συμφορά? τον γέρο μην πληγώνης.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Παιδί μου, σε ποιόν δούλον σου μιλείς μ' αυτά τα λόγια,<br /> +σε Φρύγα ή σε ανθρώπον που πήρες στη Λυδία;<br /> +Δεν είμαι τάχα Θεσσαλός ελεύθερος; Δεν είχα<br /> +κ' εγώ πατέρα Θεσσαλόν κ' ελεύθερον; Με βρίζεις<br /> +με λόγια που τα όρια της λύπης σου περνούνε.<br /> +Μα έπειτα απ' τα λόγια αυτά δεν ημπορείς να φύγης.<br /> +Εγώ σ' εγέννησα, κ' εγώ είχα καθήκον πάλι<br /> +να σ' αναθρέψω, κύριον στο σπίτι να σε κάμω,<br /> +αλλ' όχι και προς χάριν σου να χάσω τη ζωή μου.<br /> +Αυτό καμμιά συνήθεια του τόπου δεν το λέει<br /> +κι' ούτε απ' τον πατέρα μου το έμαθα ως νόμον.<br /> +Αν εγεννήθης ευτυχής ή δυστυχής, δικό σου<br /> +είναι γραφτό, από εμάς ό,τι ήτανε να πάρης<br /> +το πήρες. Είσαι βασιλιάς νέος λαού μεγάλου<br /> +και θα σου αφήσω κτήματα πολλά, όσα επήρα<br /> +κ' εγώ απ' τον πατέρα μου. Λοιπόν, τι σου έχω κάμει<br /> +κακό, και τι σ' εστέρησα; Δεν θέλω να πεθάνης<br /> +εσύ για μένα, μα ούτ' εγώ για χάρι σου πεθαίνω.<br /> +Συ την ζωή την αγαπάς? εγώ, νομίζεις, όχι;<br /> +Του κάτω κόσμου η ζωή είναι μακρυά κ' αιώνια,<br /> +εδώ επάνω η ζωή είν' λίγη μα γλυκειά είναι.<br /> +Εσύ χωρίς καμμιά ντροπή εζήτησες να ζήσης<br /> +κι' όταν η ώρα σου έφθασε σώθηκες απ' τη Μοίρα<br /> +σκοτώνοντας αυτήν εδώ, και βρίζεις τώρα εμένα<br /> +εσύ, ο αλήθεια άνανδρος, που εδέχθης μια γυναίκα<br /> +πριν νάρθη η ώρα να χαθή προς χάριν του καλού της;.<br /> +Ωραίαν ευρήκες πρόφασι ποτέ να μην πεθάνης,<br /> +αν πείθης την γυναίκα σου την θέσι σου να παίρνη.<br /> +Τέτοιος εσύ, κατηγορείς τους άλλους, που δεν θέλουν<br /> +να κάνουν ό,τι κάνεις συ. Σιώπησε και σκέψου,<br /> +πως αν εσύ την αγαπάς δικαίως τη ζωή σου,<br /> +οι άλλοι δεν την αγαπούν; Μην λες κακά για μένα,<br /> +γιατί πολύ χειρότερα θ' ακούσης, και δικαίως.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Λόγια κακά ακούσθηκαν εδώ και πριν και τώρα.<br /> +Αλλ' όμως παύσε, γέροντα, να βρίζης το παιδί σου.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Πες ό,τι θέλεις· ξέρω εγώ πως θα σου απαντήσω.<br /> +Εάν σου κακοφαίνεται ν' ακούης την αλήθεια,<br /> +δεν έπρεπε να μου φερθής, όπως εσύ εφέρθης.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Αν πέθαινα για χάρι σου, χειρότερο θα ήτον.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Το ίδιο είναι ο θάνατος του γέρου και του νέου;</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Μία ζωή θα ζήσωμε και όχι δύο.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είθε<br /> +να ζήσης περισσότερον ακόμα κι' από τον Δία.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Αυτούς που σε εγέννησαν αδίκως καταριέσαι,<br /> +ενώ κακό δεν σούκαμαν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τώρα μονάχα βλέπω<br /> +πόσο σ' αρέσει η ζωή.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Σ' εσένα δεν αρέσει,<br /> +που άλλος για σένα πέθανε και τώρα τον παιδεύεις;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είναι σημάδι και αυτό δικής σου ανανδρίας.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Τώρα θα πης πως πέθανεν η Άλκηστις για μένα!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Εύχου να μη με χρειασθής ποτέ, σε καμμιά ανάγκη?</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Πάρε και άλλες σαν κι' αυτήν για νάχης να πεθαίνουν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δική σου είναι η ντροπή, που ήθελες να ζήσης.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Ε, τι να γίνη! είναι γλυκό το φως που ο θεός μας δίνει.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δεν έχεις ανδρική καρδιά στα στήθη σου, δεν έχεις.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Δεν χαίρεσαι, γιατί νεκρόν τον γέρο δεν κηδεύεις.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μα θα πεθάνης άδοξος, σαν θάρθη η σειρά σου.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Όταν πεθάνω, λέγε μου ό,τι θέλεις. Δεν θακούω.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο, τι αδιάντροπα είναι τα γηρατειά!</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Αυτή δεν ήταν αναιδής? κουτή μονάχα ευρήκες.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Φύγε και άφησε μ' εδώ να θάψω τον νεκρό μου.</p> + +<p>ΦΕΡΗΣ<br /> +Φεύγω και θάψε την εσύ, που είσαι κι' ο φονιάς της.<br /> +Αλλά θα δώσης μια φορά λόγο στους συγγενείς της?<br /> +άνδρας δεν θα είναι ο Άκαστος, αν κάποτε δεν έλθη<br /> +να τιμωρήση άγρια της αδελφής τον φόνο.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Λοιπόν κατάρα και σ' εσέ, κατάρα και στην μάννα,<br /> +Κ' οι δυο, αν κ' έχετε παιδί, εν τούτοις θα γυρνάτε<br /> +χωρίς παιδί. Στο σπίτι μου κανείς σας να μην έλθη.<br /> +Κι' αν είναι και με κήρυκες ναπαρνηθώ το σπίτι,<br /> +το σπίτι που γεννήθηκα, βεβαίως θα το κάμω.<br /> +Κ' εμάς που βρήκε η συμφορά τώρ' ας την υποστούμε<br /> +και ας το πάμε στην πυρά το σώμα του νεκρού μας.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Αλλοίμονο, η δύστυχη, το θύμα αυτό της τόλμης.<br /> +Χαίρε, ω γενναία γυναίκα, εσύ, χαίρε, εσύ η μεγάλη.<br /> +Είθε ο Χθόνιος Ερμής κι' ο Άδης να δειχθούνε<br /> +ευνοϊκοί σε σένα. Και αν υπάρχη εκεί κάτω<br /> +για τους καλούς κάτι καλό πλειότερο απ' τους άλλους<br /> +είθε να τώχης συ η καλή σαν κάθεσαι στο πλάι<br /> +της Περσεφόνης, γυναικός του Πλούτωνος στον Άδη.</p> + +<p>(Εξέρχεται η κηδεία βραδέως.)</p> + +<p> +Αυλαία</p> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +ΠΡΑΞΙΣ Γ'</h3> + +<p> +(Η αυτή σκηνογραφία. Από την μεσαίαν θύραν<br /> +εξέρχεται ο θεράπων)</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Είδαν πολλούς τα μάτια μου στο σπίτι τούτο ξένους<br /> +κι' από τα πέρατα της γης στου Αδμήτου το τραπέζι<br /> +πάρα πολλοί εκάθισαν. Μα σαν αυτόν τον ξένον<br /> +χειρότερον δεν είδανε τα μάτια μου ως τώρα.<br /> +Αφού είδε πως ο Άδμητος είχε νεκρόν στο σπίτι,<br /> +αυτός εν τούτοις τόλμησε ναρθή να καταλύση.<br /> +Έπειτα δεν τον έφθασαν εκείνα που του πήγα<br /> +να φάη, αλλ' εζήτησε και άλλα να του φέρω.<br /> +Επήρε εις το χέρι του το ξύλινο ποτήρι<br /> +και ήρχισε μαύρο κρασί να πίνη ως που η φλόγα<br /> +επότισε το σώμα του και τώκαμε καμίνι.<br /> +Τότε με μύρτα εστόλισεν αμέσως το κεφάλι<br /> +και ήρχισε να τραγουδή σαν σκύλλος που ουρλιάζει.<br /> +Διπλή τότε ακουγότανε η μουσική στο σπίτι<br /> +γιατί εκείνος ούρλιαζε, χωρίς να τόνε μέλη<br /> +για τη δική μας συμφορά, ενώ ημείς οι άλλοι<br /> +εκλαίγαμε τον θάνατο της δύστυχης κυράς μας.<br /> +Όμως από τον ξένο μας εκρύβαμε τη λύπη,<br /> +γιατί έτσι διέταξε ο Άδμητος σε όλους.<br /> +Και έτσι ενώ τώρα εγώ φροντίζω μέσ' στο σπίτι<br /> +για ένα ξένο, που ληστής θα είναι ή κακούργος,<br /> +εκείνη πάει, χωρίς εγώ να πάω από πίσω,<br /> +χωρίς να πιάσω μια στιγμή το χέρι και να κλάψω<br /> +εκείνην που για όλους μας μητέρα, αλήθεια, ήταν.<br /> +Γιατί από πολλά κακά μας έσωζε, με γλύκα,<br /> +όταν περνούσε τον θυμό του Αδμήτου. Έχω δίκηο<br /> +λοιπόν να τον σιχαίνωμαι τον ξένο μας που ήρθε<br /> +μέσα σε τέτοιες συμφορές;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ</p> + +<p>(Εξέρχεται από την μεσαίαν θύραν κλονιζόμενος από μέθην).</p> + +<p>Ε, συ, γιατί τα μούτρα σου κατεβασμένα, τάχεις;<br /> +Δεν πρέπει ο δούλος σκυθρωπός να δέχεται τον ξένο,<br /> +αλλά να είναι πρόσχαρος. Εσύ βλέπεις τον φίλο<br /> +του αφέντη σου εδώ μπροστά και με κοιτάζεις έτσι<br /> +με πρόσωπο περίλυπο και ζαρωμένα φρύδια,<br /> +σαν να σου τρώγεται η ψυχή για κάποια ξένην έννοια.<br /> +Έλα εδώ κοντύτερα σοφώτερος να γίνης,<br /> +Ξέρεις τι είδους πράγματα είνε των θνητών; Βεβαίως<br /> +δεν ξέρεις. Κ' έχεις δίκαιον που να τα μάθης; Έλα<br /> +λοιπόν νακούσης. Ο θνητός μια μέρα θα πεθάνη<br /> +κι' ούτε υπάρχει άνθρωπος να ξέρη αν θα ζήση<br /> +ως αύριο. Γιατί κανείς δεν ξέρει που πηγαίνει<br /> +η Τύχη, κι' ούτε ημπορεί με τέχνη να το μάθη.<br /> +Τώρα λοιπόν που τάμαθες της τύχης από μένα<br /> +κύτταξε πως να την χαρής σήμερα τη ζωή σου?<br /> +πίνε, και τάλλα άφησ' τα στην τύχη να τα κάμη.<br /> +Τίμα και την γλυκύτερη θεά για τους ανθρώπους,<br /> +την Κύπριδα, γιατ' η θεά είναι καλή και ακούει.<br /> +Όλα τα άλλα άφησ' τα, και άκουσε μ' εμένα<br /> +γιατί μου φαίνεται σωστά πως λέω, αλήθεια, λόγια.<br /> +Ξέχνα λοιπόν την λύπη σου κ' έλα να πιής μαζί μου.<br /> +Γίνου ανώτερος εσύ, απ' όλα αυτά και βάλε<br /> +στεφάνι στο κεφάλι σου. Δεν έχω αμφιβολία<br /> +πως με ποτήρια άφθονα την λύπη σου θα διώξης<br /> +και την φροντίδα σου. Αφού θνητοί έχουμε γίνει,<br /> +πρέπει και να σκεπτώμεθα ωσάν θνητοί. Γιατ' όποιος<br /> +όλη του την ζωή περνά με ζαρωμένα φρύδια<br /> +και σοβαρός, μου φαίνεται τουλάχιστον εμένα<br /> +πως δεν περνά ζωή αυτός, μα συμφορά.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Τα ξέρω<br /> +πως είναι αυτά που λες σωστά, μα τώρα δεν είν' ώρα<br /> +για γέλια και για όρεξι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Για μια γυναίκα ξένη<br /> +τόσω λυπάσαι! ο αφέντης σου και η κυρά σου ζούνε.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Ζούνε; Τι λες; Τη συμφορά δεν ξέρεις του σπιτιού μας;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όχι. Εκτός αν ψέμματα ο κύριος σου είπε.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Είναι πολύ φιλόξενος, και για να μη λυπήση<br /> +τον ξένο του.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Λέγε λοιπόν τι συμφορά σας βρήκε;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Πήγαινε στο καλό εσύ χαρούμενος. Οι άλλοι<br /> +εμείς ας τηνε κλάψωμε τη συμφορά του αφέντη.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Δεν φαίνεται απ' τα λόγια σου να πρόκειται για ξένον.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Αν ήταν ξένος ο νεκρός, δεν μ' έμελε να βλέπω<br /> +εσένα να γλεντάς εδώ.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Βέβαια, για έναν ξένο<br /> +δεν έπρεπε να μείνω εγώ χωρίς φιλοξενία.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Δεν είναι ξένος ο νεκρός. Είναι πολύ δικός μας.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Πώς; Πάει τέτοια προσβολή ο Άδμητος σε μένα<br /> +να κρύψη από τον ξένον του τη λύπη του;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Δεν ήλθες<br /> +σε μια στιγμή κατάλληλη. Εμείς έχομε πένθος.<br /> +Δεν βλέπεις μαύρα που φορώ, δεν βλέπεις τα μαλλιά μου<br /> +κομμένα;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ποιός επέθανε; Μήπως παιδί κανένα<br /> +ή μήπως ο πατέρας του ο γέρος;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Όχι ξένε,<br /> +επέθανε η γυναίκα του.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τι λες; Με τέτοιο πένθος<br /> +στο σπίτι με εδεχθήκατε;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Ντρεπότανε να διώξη<br /> +τον ξένο από το σπίτι του, ο Άδμητος, σαν ήλθε.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ω άμοιρε, τι σπάνια γυναίκα εστερήθης!</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Εκείνη μόνο εχάθηκε; Όλοι είμαστε χαμένοι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Είδα εγώ τα μάτια σας γεμάτα δάκρυα, είδα<br /> +πως τα μαλλιά σας είχατε κομμένα. Μα εκείνος<br /> +με έπεισε πως πέθανε κάποιος απ' έξω ξένος.<br /> +Διά της βίας με εκράτησε στο σπίτι το θλιμμένο,<br /> +και άρχισα να πίνω εγώ, ενώ αυτός πενθούσε.<br /> +Τώρα μπορώ να κάθωμαι εγώ στεφανωμένος<br /> +να πίνω και να τραγουδώ; Το σφάλμα είναι δικό σου<br /> +που δεν μου είπες τίποτα γι' αυτήν την δυστυχία.<br /> +Και τώρα πού την θάψανε; Πού είναι να τους εύρω;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΩΝ<br /> +Στον δρόμο που στην Λάρισα πηγαίνει κατ' ευθείαν<br /> +έξω απ' τα προάστεια? εκεί θα ιδής τον τάφο<br /> +όλον από άσπρο μάρμαρο, καλοπελεκημένον.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ω συ καρδιά μου, που έκαμες τόσα και τόσα ως τώρα<br /> +και χέρι εσύ, ήρθε ο καιρός να δείξετε ποίος είναι<br /> +εκείνος που εγέννησεν η Αλκμήνη από τον Δία<br /> +κάτω από την Τίρυνθα, η κόρη του Ηλεκτρυόνος.<br /> +Γιατί πρέπει να σώσω εγώ την δύστυχη γυναίκα<br /> +που προ ολίγου επέθανε, και να την φέρω πάλι<br /> +στο σπίτι της, στον Άδμητο, και χάρι να του κάμω.<br /> +Τον μαυροφόρον θάνατον θα πάω να προφθάσω<br /> +τον βασιλέα των νεκρών, κάτω εκεί στον τάφο<br /> +έτοιμον των θυμάτων του το αίμα να ρουφήξη.<br /> +Κ' αν πέσω απάνω του άξαφνα και με τα δυο μου χέρια<br /> +καλά τον σφίξω, βέβαια κανείς δεν θα μπορέση<br /> +να μου τον πάρη από εκεί, αν πρώτα δεν αφήση<br /> +από τα ματωμένα του πλευρά του την γυναίκα.<br /> +Κι' αν αποτύχω, ή ο θάνατος δεν έλθη να αρπάξη<br /> +το αιματωμένο γλύκισμα, στον Άδη θα κατέβω<br /> +σ' τανήλια βασίλεια της Περσεφόνης κάτω<br /> +να την ζητήσω. Και καμμιά αμφιβολία δεν έχω<br /> +πως θα την φέρω γρήγορα την Άλκηστιν απάνω<br /> +στα χέρια του συζύγου της να τηνε παραδώσω<br /> +που πρόθυμος εδέχθηκε στο σπίτι του τον ξένο<br /> +αν κ' είχε τέτοια συμφορά κ' εσκέφθηκε να κρύψη<br /> +τόσω γενναίο τον πόνο του, κανένα μη λυπήση.<br /> +Ποίος είναι πιο φιλόξενος στων Θεσσαλών τη χώρα<br /> +κι' απ' όλους όσοι κατοικούν εις την Ελλάδα; Όμως<br /> +τόσω γενναίος αν φάνηκε, αχάριστον δεν βρήκε.</p> + +<p>(Εξέρχεται δεξιά)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +ΑΔΜΗΤΟΣ</p> + +<p>(Εισέρχεται με την κεφαλήν προς τα κάτω και πλησιάζων βλέπει έξω προς<br /> +την θύραν τον πλόκαμον κρεμασμένον εις σημείον πένθους).</p> + +<p>Αλλοίμονο! Αλλοίμονο! Τι μαύρη η επιστροφή μου<br /> +και μαύρη του ανακτόρου μου η όψι! Αλλοίμονο μου!<br /> +Αλλοίμονο, που να σταθώ και που να πάω τώρα,<br /> +και τι να πω; Καλλίτερα να είχα κ' εγώ πεθάνει!<br /> +Τι άτυχον μ' εγέννησεν η μάννα μου! Ζηλεύω<br /> +τους πεθαμμένους, και ήθελα να ήμουνα μαζί τους.<br /> +Δεν θέλω ούτε την αυγή να βλέπω πια, μα ούτε<br /> +στη γη απάνω να πατώ? τόσω αγαπούσα εκείνην<br /> +που μ' άρπαξεν ο θάνατος στον Άδη να την δώση.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Προχώρησε, προχώρησε. Πήγαινε μέσ' στο σπίτι.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο!....</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Ο πόνος σου τους στεναγμούς αξίζει.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ωχ!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Ξέρω στην οδύνην σου πως είσαι βυθισμένος.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο.....</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Μα οι στεναγμοί νεκρό δεν ανασταίνουν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω! Ω!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Είναι πολύ σκληρόν να μην ξαναντικρύσης<br /> +μίας γυναίκας πρόσωπον που τόσον αγαπούσες.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μου εθύμισες τον πόνο που ξεσχίζει την καρδιά μου.<br /> +Δεν είναι άλλη συμφορά στον κόσμο πιο μεγάλη<br /> +παρά να χάση την πιστή γυναίκα του. Στο σπίτι<br /> +γυναίκα μου καλλίτερα να μην την είχα φέρει.<br /> +Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουνε γυναίκα<br /> +ούτε παιδιά. Μία ζωή, μονάχα η δική τους,<br /> +και αν χαθή, ο πόνος της πάντα πιο λίγος είναι.<br /> +Αλλά να βλέπη άρρωστα κανένας τα παιδιά του<br /> +και το κρεββάτι του έρημο το νυφικό, είναι λύπη<br /> +αβάσταχτη, ενώ χωρίς παιδιά μπορεί να μείνη,<br /> +κ' ενώ μπορούσε άγαμος να ζήση τη ζωή του.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Μια συμφορά αβάσταχτη αλήθεια μας ευρήκε.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονο!....</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Τους στεναγμούς σου παύσε.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλοίμονό μου.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Είναι βαρειά η συμφορά και όμως.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ωχ, ωιμένα!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Κάμε ολίγη υπομονή, δεν είσαι συ ο πρώτος......</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ωχ!</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +...,. Που χάνεις τη γυναίκα σου. Όλοι οι θνητοί υποφέρουν,<br /> +ο ένας μία συμφορά, ο άλλος πάλιν άλλην!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω λύπες αλησμόνητες, και πένθη μας για εκείνους<br /> +που αγαπημένους είχαμε και που η γη τους πήρε.<br /> +Ποιος τάχα να μ' εμπόδισε να πέσω μέσ' στον τάφο<br /> +νεκρός κ' εγώ ναναπαυθώ στο πλάι εκείνης που ήταν<br /> +στον κόσμο η καλλίτερη γυναίκα; Δυο ο Άδης<br /> +ψυχές θα είχε αντί μιας, πιστά συνηνωμένες<br /> +από μια πίστι ανίκητη, κι' η δυο μαζί τη λίμνη<br /> +του κάτω κόσμου αχώριστες μαζί θα την περνούσαν.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Εγώ είχα κάποιον συγγενή, που είχεν ένα μόνο<br /> +παιδί μέσα στο σπίτι του, ο Χάρος του το πήρε.<br /> +Κι' όμως την λύπη υπέφερε, αν κ' έμεινε μονάχος<br /> +και γέρος με άσπρα πια μαλλιά σκυμμένος απ' τα χρόνια.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω σπίτι μου, την θύρα σου πως να περάσω τώρα;<br /> +πως θα τους δω τους τοίχους σου, πούχουν αλλάξει τώρα.<br /> +Αλλοίμονο. Τι διαφορά! Με πεύκα του Πηλίου<br /> +και με τραγούδια άλλοτε του γάμου μου εμπήκα<br /> +κρατώντας μέσ' στα χέρια μου το αγαπημένο χέρι<br /> +της νύφης. Από πίσω 'μας πυκνή ακολουθία<br /> +μ' άλλα τραγούδια ερχότανε, και όλοι απ' την καρδιά τους<br /> +μας εμακάριζαν εμέ κ' εκείνην που εχάθη<br /> +γιατί κ' οι δυο ευγενείς κι' από γενιά μεγάλη<br /> +ενώναμε την τύχη μας. Τώρα ούτε τραγούδια,<br /> +ούτε χαρές υμεναίου πια, μα στεναγμοί και θρήνοι.<br /> +Και όχι άσπρα πέπλα. Πένθιμα στολίδια με προπέμπουν<br /> +στο νυφικό δωμάτιον, που ερήμωσεν ο Χάρος.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Μέσα στην ευτυχία σου η συμφορά σ' ευρήκε<br /> +ενώ δεν την περίμενες. Συ όμως ζης ακόμα<br /> +και αναπνέεις. Επέθανε εκείνη και σ' αφήνει<br /> +με όλες της αγάπες της. Τι τάχα νέο βρίσκεις<br /> +σ' αυτό; Δεν είσαι μόνος σου. Κι' άλλοι πολλοί ως τώρα<br /> +έχασαν της γυναίκες των.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Η τύχη της νομίζω<br /> +απ' τη δική μου πιο καλή πως είναι, αν και τω όντι<br /> +έτσι δεν φαίνεται. Αυτή εσώθηκε απ' τους πόνους<br /> +κι' από της λύπες, κ' ένδοξον ευρήκε τέλος. Όμως<br /> +εγώ που εσώθηκα απ' τον θάνατον δεν πρέπει<br /> +να ζήσω τώρα μόνος μου, γιατί καλά το νοιώθω<br /> +ότι θα είναι θλιβερή στο μέλλον η ζωή μου.<br /> +Πώς να τολμήσω τώρα πια να μπω σ' αυτό το σπίτι;<br /> +ποιός τώρα θα με υποδεχθή και θα με χαιρετίση<br /> +με λόγια γλυκομίλητα; Που να στραφώ; Ερημία<br /> +είναι παντού, μέσα στο σπίτι τώρα<br /> +και θα με διώχνει, έρημο το νυφικό κρεββάτι,<br /> +έρημο και το κάθισμα που εκάθητο εκείνη.<br /> +Παντού αταξία και μόνωσις, κ' εμπρός στα γόνατα μου<br /> +με κλάμματα θα πέφτουνε τα ορφανά παιδιά μου<br /> +κ' οι δούλοι την κυρία τους θα κλαιν την πεθαμμένη.<br /> +Αυτά μέσα στο σπίτι μου με περιμένουν. Έξω<br /> +θα βλέπω και θα λαχταρώ τους άλλους που θα ζουν<br /> +με της γυναίκες τους. Γιατί η ομήλικες μ' εκείνην<br /> +θα μου σπαράζουν την καρδιά. Και οι εχθροί θα πούνε<br /> +«Να εκείνος που δεν ήθελε ο ίδιος να πεθάνη<br /> +και ζη μιαν άτιμη ζωή, αφού από ανανδρία<br /> +έδωσε την γυναίκα του στον τόπο του. Είναι άνδρας<br /> +αυτός, που τώρα εχθρεύεται και τους γονείς του ακόμη,<br /> +γιατί δεν εδεχθήκανε για κείνον να πεθάνουν;»<br /> +Αυτήν την φήμη εκέρδησα εκτός από την λύπη.<br /> +Γιατί λοιπόν καλλίτερα να ζω, αφού θ' ακούω<br /> +τα λόγια τα φαρμακερά κοντά στη συμφορά μου;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Με την βοήθεια των Μουσών επέταξα στα ύψη<br /> +της επιστήμης, κ' έμαθα πολλά, αλλά δεν ηύρα<br /> +τίποτε δυνατώτερον απ' την Ανάγκη. Ούτε<br /> +γι' αυτήν υπάρχει φάρμακον κανένα στης σανίδες<br /> +της Θράκης που έγραψε ο Ορφεύς απάνω τι γιατρεύει<br /> +το σώμα μας και την ψυχή, ούτε σε όσα ο Φοίβος<br /> +στους Ασκληπιάδας έδωκε να πολεμούν τους πόνους<br /> +και να βοηθούνε τους θνητούς. Είναι η θεά η μόνη<br /> +που ούτε ακούει στους βωμούς ούτε αγάλματα έχει<br /> +ούτε και θέλει τάμματα. Είθε, ω θεά μεγάλη,<br /> +να μη μας έλθης στη ζωή χειρότερη από τώρα.<br /> +Γιατί ο Ζευς εκτελεστή στας αποφάσεις σ' έχει.<br /> +Εσύ έχεις την δύναμι σίδερα να δαμάζης<br /> +και τίποτα δεν σέβεται η άγρια θέλησίς σου<br /> +Και σένα τώρα, Άδμητε, μέσ' στους γερούς δεσμούς της<br /> +σ' ετύλιξε. Υπόμεινε. Γιατί τα δάκρυά σου<br /> +πίσω δεν θα σου φέρουνε εκείνην που εχάθη.<br /> +Σκέψου ότι και των θεών τα νόθα κατεβαίνουν<br /> +στον Άδη. Εκείνη ήτανε αγαπητή σε όλους<br /> +και όταν ζούσε, αγαπητή και πεθαμμένη θα είναι.<br /> +Γιατί πραγματικώς εσύ για σύζυγον επήρες<br /> +την πλέον ευγενέστερην γυναίκα αυτού του κόσμου.<br /> +Μήτε πως είναι ο τάφος της σαν άλλοι, να νομίζης<br /> +αλλά θα έχη της τιμές που οι θεοί μας έχουν<br /> +και θα είναι αντικείμενον του σεβασμού των ξένων.<br /> +Όλοι περνώντας από εκεί θα λένε, «Αυτή η γυναίκα<br /> +πέθανε για τον άνδρα της, και τώρα ευτυχισμένη<br /> +ζη με τους μάκαρας θεούς. Χαίρε, ω θεά, και είθε<br /> +την ευτυχία και σε μας να δώσης!» Με τα λόγια<br /> +4αυτά θα χαιρετίζεται ο τάφος της. Αλλ' όμως<br /> +μου φαίνεται ο Ηρακλής πως είναι αυτός που φθάνει.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +Οι αυτοί.—ΗΡΑΚΛΗΣ</p> + +<p>(Ο Ηρακλής υποβαστάζει μίαν γυναίκα σκεπασμένην με πέπλον)</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Στον φίλον πρέπει, Άδμητε, τίποτα να μην κρύβης<br /> +μέσα στα βάθη της ψυχής, και ελεύθερα να λέγης<br /> +τι σου συμβαίνει. Μια φορά που ευρέθηκα κοντά σου<br /> +είχα και την αξίωσιν να θεωρούμαι φίλος<br /> +στη συμφορά σου. Αλλά εσύ μου έκρυψες πως έχεις<br /> +μέσα στο σπίτι σου νεκράν την Άλκηστιν, κ' εδέχθης<br /> +να με ξενίσης, λέγοντας πως δεν είναι δικός σου<br /> +ο άνθρωπος που πέθανε, αλλά είναι κάποιος ξένος.<br /> +Κ' εγώ αφού εστεφάνωσα με άνθη το κεφάλι<br /> +σπονδάς έκαμα στους θεούς, σε λυπημένο σπίτι.<br /> +Παραπονούμαι που σ' εμέ εφέρθης σαν εις ξένον,<br /> +αλλά δεν θέλω πιο πολύ να σε λυπήσω τώρα.<br /> +Άκουσε όμως τι εδώ με κάνει να γυρίσω.<br /> +Πάρε την γυναίκα αυτήν και να μου την φυλάξης<br /> +ως να γυρίσω απ' των Θρακών την χώρα που πηγαίνω<br /> +να πάρω εκείνα τάλογα που των Βιστόνων έχει<br /> +ο βασιλεύς στο άρμα του, αφού θα τον σκοτώσω.<br /> +Αν τύχη—ο μη γένοιτο—να μην το επιτύχω<br /> +και δεν γυρίσω, πάρε την, για δούλαν μέσ' στο σπήτι.<br /> +Αλήθεια, εκοπίασα πολύ για να την πάρω.<br /> +Σε κάποιο αγώνα έτυχα, που ήτανε βραβεία<br /> +άξια για τους νικητάς. Από αυτόν την πήρα<br /> +για έπαθλον της νίκης μου. Οι νικηταί του δρόμου<br /> +έπαιρναν άλογα. Αυτοί που ενίκησαν στην πάλη<br /> +και στην πυγμή, αγωνίσματα πιο δύσκολα, κοπάδια<br /> +έπαιρναν βώδια, μα και μια γυναίκα παραπάνω.<br /> +Αφού λοιπόν ευρέθηκα τυχαίως στους αγώνας<br /> +κ' ενίκησα, δεν ήθελα τέτοιο βραβείο ν' αφήσω.<br /> +Πάρ' την λοιπόν και φρόντισε γι' αυτήν. Γιατί δεν είναι<br /> +γυναίκα που να έκλεψα. Μου εστοίχισε η νίκη.<br /> +Ίσως και συ με τον καιρό θα με ευχαριστήσης.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ούτε από περιφρόνησι ούτε για εχθρό σ' επήρα<br /> +και σούκρυψα της άμοιρης γυναίκας μου την τύχη.<br /> +Αλλά στης τόσες λύπες μου ακόμα μία λύπη<br /> +θα ήτανε να σ' έβλεπα σ' άλλον να πας να μείνης.<br /> +Ήταν για μένα αρκετόν να κλαίω τη συμφορά μου.<br /> +Όσω για την γυναίκα αυτή, θα σε παρακαλέσω<br /> +σε ένα άλλον Θεσσαλόν να τήνε δώσης, σε ένα<br /> +που να μην έπαθε κι' αυτός ό,τι εγώ έχω πάθει.<br /> +Έχεις εσύ φίλους πολλούς Φεραίους, μη θελήσης<br /> +να ζωντανεύη η ανάμνησις της συμφοράς μου. Είναι<br /> +αδύνατον, στο σπίτι μου βλέποντας την γυναίκα<br /> +να μείνω αδάκρυτος. Με φθάνει η λύπη που βαραίνει<br /> +την πονεμένη μου ψυχή. Κ' έπειτα πως να θρέψω<br /> +μια νέα γυναίκα μέσα εδώ, γιατί γυναίκα νέα<br /> +απ' τα στολίδια φαίνεται κ' απ' τα φορέματά της.<br /> +Πού να την βάλω; Βέβαια μέσα στους άνδρες όχι.<br /> +Πώς μέσ' στους νέους ημπορεί αγνή αυτή να μείνη;<br /> +Δεν είναι εύκολο, Ηρακλή, τον νέον να συγκρατήσης<br /> +κ' εγώ για το συμφέρον σου φροντίζω. Ή να την βάλω<br /> +μέσα εις το δωμάτιον της πεθαμένης; Τότε<br /> +πρέπει και το κρεββάτι της εκείνης να της δώσω.<br /> +Αλλά διπλή κατακραυγή φοβούμαι πως θα μ' εύρη<br /> +πρώτον κανείς από τον λαόν μην πη ότι προδίδω<br /> +αυτήν που με ευεργέτησε, αν μοιρασθώ με άλλην<br /> +την κλίνη μου, και δεύτερον κι' αυτή η πεθαμμένη.<br /> +Και ξέρεις πόσον άξια του σεβασμού μου είναι.<br /> +Πρέπει βεβαίως με φρόνησιν να ενεργώ.</p> + +<p>(Προς την γυναίκα)</p> + +<p>Συ όμως<br /> +όποια κι' αν είσαι μάθε το. Μοιάζεις πολύ μ' εκείνην,<br /> +έχεις το ίδιο ανάστημα και την μορφή την ίδια<br /> +της άμοιρης Αλκήστιδος. Αλλοίμονο, λυπήσου<br /> +και πάρτην απ' τα μάτια μου να μην την βλέπω, εμπρός μου.<br /> +Είν' αρκετή η οδύνη μου, μη μου προσθέτεις κι' άλλην.<br /> +την βλέπω και μου φαίνεται πως βλέπω την δική μου,<br /> +και μου ραγίζεται η καρδιά και τρέχουνε τα μάτια<br /> +ποτάμι. Ω τι άτυχος που είμαι! Πως την νοιώθω<br /> +όλην την πίκρα στην ψυχή του πένθους μου!...</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Βεβαίως<br /> +εγώ δεν ημπορώ να 'πω πως είσαι ευτυχισμένος.<br /> +Αλλ' όμως με υπομονή πρέπει να υποστούμε<br /> +ό,τι μας δίνουν οι θεοί.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Πως ήθελα να είχα<br /> +τόση μεγάλη δύναμι να πάω στον κάτω κόσμο<br /> +να πάρω την γυναίκα σου κ' εδώ να σου την φέρω!</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ξέρω καλά πως το ήθελες. Μα πώς αυτό να γίνη;<br /> +Δεν ζωντανεύουν οι νεκροί, το φως δεν ξαναβλέπουν.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Στη λύπη μην αφήνεσαι. Υπομονή να κάμης.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είν' εύκολες η συμβουλές, δύσκολο να υποφέρης.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μήπως κερδίζεις τίποτα με κλάμματα;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Το ξέρω<br /> +κ' εγώ, αλλ' όμως με τραβά η λύπη άθελα μου.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ε, βέβαια, η αγάπη μας για εκείνον που πεθαίνει<br /> +μας φέρνει δάκρυα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αυτή η αγάπη με σκοτώνει<br /> +ακόμη περισσότερον από όσον λέγω</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Αλήθεια<br /> +σπανία γυναίκα έχασες. Ποιός λέει το εναντίον;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δεν έχει πια η ζωή για εμέ καμμιά χαρά.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ο χρόνος,<br /> +τη λύπη σου σιγά σιγά θα την γλυκάνη. Τώρα<br /> +είναι απάνω στην ορμή.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλήθεια αν ο χρόνος<br /> +που λέγεις είναι ο θάνατος.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μία γυναίκα άλλη<br /> +και νέος γάμος θάρθουνε τη λύπη σου να παύσουν.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Σιώπησε! Συ ετόλμησες να πης αυτά τα λόγια;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μα τι; Ποτέ δεν σκέπτεσαι να παντρευτής; θα μείνης<br /> +χήρος για πάντοτε;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Καμμιά γυναίκα δεν υπάρχει<br /> +που νάρθη το κρεββάτι μου να μοιρασθή μαζή μου.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τι περιμένεις απ' αυτό να ωφεληθή η νεκρή σου;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Όπου κι' αν είναι της χρωστώ να την τιμώ.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Δεν λέω<br /> +βέβαια είσ' αξιέπαινος. Αλλ' όμως είναι τρέλλα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Βέβαια είμ' αξιέπαινος. Ποτέ δεν θα ονομάσης<br /> +γαμπρό εμένα.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Σ' επαινώ βεβαίως γιατί είσαι<br /> +πιστός εις την γυναίκα σου.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αν την προδώσω κάποτε, να μη σώσω να ζήσω,<br /> +αν και εκείνη τώρα πια δεν ζη για να μ' ακούση</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Δέξου την τώρα αυτήν εδώ στο ευγενικό σου σπίτι.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Όχι. Εις τον πατέρα σου τον Δία σε ορκίζω.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Αν δεν το κάμης, πρόσεξε, γιατί είν' αμαρτία.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλ' αν το κάμω την καρδιά θα μου την τρώη η λύπη.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Υπάκουσε? στο σπίτι σου ίσως σ' ευρή ευτυχία.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είθε να μην την έφερνες ποτέ απ' τους αγώνας<br /> +βραβείο την γυναίκα αυτή.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όταν εγώ νικήσω<br /> +είναι σαν να ενίκησες κ' εσύ.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Καλός ο λόγος,<br /> +αλλά όμως η γυναίκα αυτή ας φύγη.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Ναι, θα φύγη,<br /> +αν πρέπη. Αλλά κύτταξε πρώτα αν πρέπη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Πρέπει,<br /> +εκτός αν εναντίον μου θυμώσης.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Επιμένω,<br /> +και για να επιμένω εγώ θα πη πως κάτι ξέρω.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αφού το θέλεις ας γενή. Αλλά αυτό που κάνεις<br /> +διόλου δεν μου είναι ευχάριστον.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μπορεί ναρθή μια μέρα<br /> +που ίσως θα μ' ευγνωμονής. Υπάκουσε με τώρα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ</p> + +<p>(Προς τους δούλους)</p> + +<p>Πηγαίνετε την μέσα σεις, αφού πρέπει να γίνη.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Α, δεν την εμπιστεύομαι στους δούλους την γυναίκα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Τότε, αν θέλης, μόνος σου οδήγησε την μέσα.<br /> +ΑΛΚΗΣΤΙΣ</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όχι? εγώ στα χέρια σου θα σου την παραδώσω.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Δεν την αγγίζω. Μόνη της μπορεί να μπη στο σπίτι.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Στο χέρι σου το δεξιό μπορώ να σου την δώσω.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Πολύ με βιάζεις κάτι τι να κάμω που δεν θέλω.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μην την φοβάσαι. Άπλωσε το χέρι να την πιάσης.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Να το το χέρι μου λοιπόν, τα μάτια αλλού γυρίζω<br /> +σαν της Γοργόνας νάκοβα την κεφαλή.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Την ηύρες;</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Την ηύρα.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Κράτα την καλά. Και θάρθη μια ημέρα<br /> +που θα το πης και μόνος σου πως ήτανε γενναίος<br /> +ο γυιός του Διός, ο ξένος σου. Για κύτταξέ την τώρα.</p> + +<p>(Της αφαιρεί τον πέπλον)</p> + +<p>και ιδέ αν της γυναίκας σου μοιάζει πολύ.<br /> +Η λύπη την θέσι της παραχωρεί στην ευτυχία.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ</p> + +<p>(Στρεφόμενος και βλέπων)</p> + +<p>Θεοί μου!<br /> +Τι να ειπώ. Ανέλπιστο είναι αυτό το θαύμα!<br /> +Είναι η γυναίκα μου αυτή που βλέπω, ή είναι πλάνη<br /> +που μου την στέλνουνε οι θεοί για να με ξεγελάσουν;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όχι είν' η γυναίκα σου αυτή που βλέπεις.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μήπως<br /> +είναι κανένα φάντασμα από τον κάτω κόσμον;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Όχι, δεν είναι ο ξένος σου κανένας μάγος.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είναι<br /> +λοιπόν αυτή η γυναίκα μου που έθαψα προ ολίγου;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μην αμφιβάλης. Αν κ' εγώ ο ίδιος δεν θαυμάζω,<br /> +πως δυσπιστείς στην τύχη σου.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μπορώ να την αγγίξω,<br /> +να της μιλήσω, ημπορώ σαν νάταν ιδική μου,<br /> +γυναίκα πάλι ζωντανή;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Μπορείς να της μιλήσης,<br /> +αφού έχεις ό τι επιθυμείς τόσω πολύ.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω μάτια,<br /> +και σώμα της γυναίκας μου αγαπημένα, πάλι<br /> +σας έχω, ενώ δεν ήλπιζα, να σας ιδώ ποτέ μου!</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Τα έχεις, είθε απ' τους θεούς κανείς να μη ζηλέψη.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Ω του μεγάλου μας Διός ευγενικό βλαστάρι,<br /> +είθε να είσαι ευτυχής και να σε προστατεύη<br /> +ο πατέρας που σ' εγέννησε. Γιατί εσύ μονάχος<br /> +την τύχη μου μετέβαλες. Αλλ' όμως απ' τον Άδη<br /> +πώς την επήρες και στο φως την έφερες του κόσμου;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Πάλαιψα με τον Θάνατον, όπου τήνε κρατούσε.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Και πού έγινεν ο αγών αυτός;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Στον τάφο της απάνω<br /> +ήμουν κρυμμένος, ώρμησα την άρπαξε στα χέρια....</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Αλλά γιατί σιωπηλή στέκει;</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Γιατί δεν πρέπει<br /> +ν' ακούσης την φωνή της πριν να γίνουν αι θυσίαι<br /> +εις τους θεούς του Άδου, πριν περάσουν τρεις ημέρες.<br /> +Αλλά στο σπίτι πάρε την δίκαιος όπως είσαι,<br /> +και εις το μέλλον, Άδμητε, να είσαι ευσεβής στους ξένους.<br /> +Και τώρα χαίρε. Φεύγω εγώ να κάμω ό,τι οφείλω,<br /> +και ό,τι μου επέβαλε, του βασιλέως Σθενέλου ο γυιός.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Μείνε μαζί μας, κάθησαι μαζί μας να δειπνήσης.</p> + +<p>ΗΡΑΚΛΗΣ<br /> +Άλλοτε μένω. Βιάζομαι να φύγω τώρα.</p> + +<p>ΑΔΜΗΤΟΣ<br /> +Είθε<br /> +να επιτύχης, γρήγορα να έλθης πάλι πίσω.<br /> +Στη χώρα και στο κράτος μου προστάζω οι πολίται<br /> +να χαιρετίσουν με χορούς την ευτυχία μου όλοι,<br /> +και να προσφέρουν στους βωμούς την κνίσα από ταύρους.<br /> +Γιατί για μας ανέτειλαν καλλίτερες ημέρες<br /> +από της πριν. Είμαι ευτυχής τώρα, και δεν το αρνούμαι.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<br /> +Με χίλιους τρόπους φαίνεται η ισχύς των αθανάτων<br /> +κ' είναι πολλά τανέλπιστα, που οι θεοί μας στέλνουν.<br /> +Δεν γίνεται ό,τι βέβαιον νομίζομεν. Και όμως<br /> +βρίσκει τον τρόπο ο θεός τανέλπιστα να κάμη.<br /> +Έτσι και στης Αλκήστιδος τον θάνατον συνέβη.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">***</h4> +<p> +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας<br /> +σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορώ προσφερόταν συστηματικά<br /> +στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,<br /> +φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<br /> +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<br /> +στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο,<br /> +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<br /> +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<br /> +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις<br /> +κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη,<br /> +Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη,<br /> +Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ.<br /> +Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα<br /> +που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p> + +<p><b>Άλκηστης</b> Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο Θεός, ο Άδμητος θα γινόταν<br /> +αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να θυσιαστή γι' αυτόν<br /> +το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η γυναίκα του η Άλκηστις<br /> +προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας έτσι μοναδικό παράδειγμα<br /> +συζυγικής αφοσίωσης.</p> + +<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<br /> +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.<br /><br /> +ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br /> +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p> +ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p> + +<p> +</p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Alcestis, by Euripides + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ALCESTIS *** + +***** This file should be named 27946-h.htm or 27946-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/9/4/27946/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> + + + +</html> + diff --git a/27946-h/images/cover.jpg b/27946-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..6f406ba --- /dev/null +++ b/27946-h/images/cover.jpg |
