diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:36:45 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:36:45 -0700 |
| commit | 85ae044a2cda7939efa488023585e329369d6599 (patch) | |
| tree | 6fd2d81ba3e0cb4f8145744569efe8b7dbf5ada0 /27938-0.txt | |
Diffstat (limited to '27938-0.txt')
| -rw-r--r-- | 27938-0.txt | 6034 |
1 files changed, 6034 insertions, 0 deletions
diff --git a/27938-0.txt b/27938-0.txt new file mode 100644 index 0000000..5e5c3e3 --- /dev/null +++ b/27938-0.txt @@ -0,0 +1,6034 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 2, by Lucian + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Complete Works, Volume 2 + +Author: Lucian + +Translator: Kondylakis Ioannis + +Release Date: January 30, 2009 [EBook #27938] +Last Updated: November 13, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 2 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis + + + + +Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been +transferred at the end of the book. Words between ampersands &&, are bold. +The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise +the spelling of the book has not been changed. + +Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των +σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Λέξεις μεταξύ && είναι έντονες στο +βιβλίο. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα +έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ + + +ΑΠΑΝΤΑ + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ + + +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + + + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +ΑΠΑΝΤΑ + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ + +ΑΠΑΝΤΑ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ + + +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + +&ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Διάλογοι Θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί +μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί Διάλογοι. — +Μένιππος ή Νεκρομαντεία. — Φιλοψευδής ή απιστών. — πώς πρέπει να +γράφεται η ιστορία.& + + + + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +ΑΠΑΝΤΑ + + + + +ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΘΕΩΝ + + + + +1. +&Δωρίδος και Γαλατείας.& + + +ΔΩΡ. Λέγουν, Γαλάτεια, ότι έχεις ένα ωραίον εραστήν, εκείνον τον +Σικελόν ποιμένα, ο όποιος τρελλαίνεται για 'σένα. + +ΓΑΛ. Μη περιγελάς, Δωρίς, διότι είνε υιός του Ποσειδώνος, όπως και αν +είνε. + +ΔΩΡ. Τι σημαίνει; Και αυτού του Διός αν ήτο υιός και εφαίνετο τόσον +άγριος και μαλλιαρός και μάλιστα μονόφθαλμος, πράγμα το όποιον είνε η +μεγαλειτέρα των ασχημιών, νομίζεις ότι η καταγωγή θα ηλάττωνε την +ασχημίαν της μορφής του; + +ΓΑΛ. Ούτε ότι είνε μαλλιαρός και άγριος, ως λέγεις, είνε ασχημία, +αλλά ανδροπρέπεια, και ο οφθαλμός ταιριάζει εις το μέτωπόν του, +καθότι δεν βλέπει ολιγώτερον παρά εάν είχε δύο. + +ΔΩΡ. Από τους επαίνους που του κάνεις, Γαλάτεια, φαίνεσαι ως να έχης +όχι εραστήν αλλ' ερώμενον τον Πολύφημον. + +ΓΑΛ. Δεν τον έχω ερώμενον, αλλά δεν υποφέρω τους υπερβολικούς +ονειδισμούς σας και μου φαίνεται ότι το κάνετε εκ φθόνου, διότι ενώ +κάποτε εποίμαινε τα πρόβατά του και από της κορυφής μας είδε να +παίζωμεν εις την παραλίαν κατά τους πρόποδας της Αίτνης, εκεί όπου +μεταξύ του βουνού και της θαλάσσης σχηματίζεται επιμήκης παραλία, σας +μεν ούτε ητένισεν, εγώ δε εξ όλων του εφάνηκα η ωραιοτέρα και μόνον +εις εμέ προσήλωσε τον οφθαλμόν. Αυτά σας πειράζουν, διότι σημαίνουν +ότι είμαι καλλιτέρα και αξιέραστος, σεις δε επεριφρονήθητε. + +ΔΩΡ. Νομίζεις ότι, επειδή εφάνης ωραία εις ένα ποιμένα και +μισόστραβον, έγεινες αξία να σε φθονήσουν; Αλλά τι άλλο είχε να +θαυμάση σε σένα παρά μόνον το λευκόν χρώμα; Και τούτο υποθέτω, διότι +είνε συνηθισμένος εις το τυρί και το γάλα και όλα όσα ομοιάζουν με +αυτά τα νομίζει ωραία. Κατά τα άλλα δε όταν θελήσης να μάθης πώς +είσαι, όταν θα είνε γαλήνη ανέβα εις μίαν πέτραν και κύτταξε τον +εαυτόν σου εις το νερόν και θα ιδής ότι είσαι μόνον λευκόν χρώμα και +τίποτε άλλο• αλλά το λευκόν δεν αρέσει παρά μόνον εάν το στολίζη και +το ερύθημα. + +ΓΑΛ. Και όμως εγώ μεν η εντελώς λευκή έχω τουλάχιστον αυτόν τον +εραστήν, αλλά σας τας άλλας δεν υπάρχει κανείς ποιμήν ή ναύτης ή +βαρκάρης ο οποίος να σας ορέγεται. Ο δε Πολύφημος εκτός των άλλων +είνε και μουσικός. + +ΔΩΡ. Σώπα, καϋμένη Γαλάτεια• τον ηκούσαμεν διά να τραγουδή όταν προ +καιρού ήλθε και σου 'τραγούδησε την νύκτα• και μα την Αφροδίτην +ενόμιζε κανείς ότι ήκουε γάιδαρον να γκαρίζη. Και η λύρα του δε ήτο +αναλόγως γελοία. Κρανίον ελάφου γυμνόσαρκον, του οποίου τα κέρατα +εχρησίμευον ως βραχίονες της λύρας. Τα είχεν ενώσει διά ζυγού και +προσέθεσε χορδάς αι οποίαι δεν ετανύοντο με στόφιγγα και έπαιζε κάτι +τι ανούσιον και πλήρες παραφωνιών• και άλλο μεν αυτός έλεγεν εις το +άσμα του, άλλο δε η λύρα έπαιζε, ώστε δεν ηδυνάμεθα να κρατήσωμεν τα +γέλοια διά το ερωτικόν εκείνο άσμα. Η Ηχώ, η τόσον φλύαρος δεν +κατεδέχθη να αποκριθή εις τους βρυχηθμούς του διότι εντρέπετο να φανή +μιμουμένη τόσον κακόφωνον και γελοίον άσμα. Έφερε δε ο αξιέραστος +εκείνος εις τας αγκάλας του, ως παιγνιδάκι μίαν μικράν αρκούδα, η +οποία του ωμοίαζε κατά τα πολλά μαλλιά. Δύναται λοιπόν να μη σε +φθονήση κανείς, Γαλάτεια, διά τοιούτον εραστήν; + +ΓΑΛ. Να μας δείξης τον 'δικό σου ο οποίος είνε καλλίτερος και ξέρει +να τραγουδή και να παίζη λύραν καλλίτερα. + +ΔΩΡ. Εγώ δεν είπα ότι έχω εραστήν, ούτε καυχώμαι ότι είμαι +αξιέραστος. Αλλά εραστήν ωσάν τον Κύκλωπα, ο οποίος μυρίζει ως +τράγος, τρώγει ωμά κρέατα, ως λέγουν, και μάλιστα τους ανθρώπους τους +ερχομένους εδώ, σου τον χαρίζω και σε αφίνω να τον ανταγαπάς. + + +2. +&Κύκλωπος και Ποσειδώνος.& + + +ΚΥΚΛ. ω πατέρα, τι έπαθα από τον κατηραμένον ξένον ο οποίος, αφού μ' +εμέθυσε, μ' ετύφλωσε ενώ εκοιμώμουν. + +ΠΟΣ. Και ποιος ήτο αυτός που είχεν αυτήν την τόλμην, Πολύφημε; + +ΚΥΚΛ. Εις την αρχήν έλεγεν ότι ωνομάζετο Κανείς, αφού δε έφυγε και +ευρέθη έξω βολής, είπεν ότι το όνομά του είνε Οδυσσεύς. + +ΠΟΣ. Γνωρίζω ποιόν λέγεις, τον Ιθακήσιον, που έρχεται από την Ίλιον. +Αλλά πώς τα έπραξεν αυτά, ενώ δεν είνε και πάρα πολύ ανδρείος; + +ΚΥΚΛ. Όταν επέστρεψα από την βοσκήν ευρήκα εις την σπηλιάν μου +μερικούς οι οποίοι προφανώς είχαν έλθει διά να κλέψουν πρόβατα. Αφού +δε έβαλα εις την είσοδον τον φράκτην, ο οποίος είνε πέτρα πολύ +μεγάλη, και άναψα φωτιάν με το δενδρον το οποίον είχα φέρει από το +βουνόν, εφάνηκαν που προσπαθούσαν να κρυφθούν• εγώ δε συνέλαβα +μερικούς, ως ήτο φυσικόν, και τους έφαγα, διά να τους τιμωρήσω ως +ληστάς. Τότε ο πονηρότατος εκείνος, είτε Κανείς είτε Οδυσσεύς +ονομάζεται, μου έδωκε να πιώ ένα φάρμακον, το οποίον ήτο μεν +ευχάριστον και εύοσμον, αλλ' επικίνδυνον και έφερε μεγάλην ζάλην• +διότι άμα το ήπια μου εφάνη ότι όλα εγύριζαν και αυτή η σπηλιά ήλθεν +άνω κάτω και εγώ ευρισκόμην εις κακήν κατάστασιν, επί τέλους δε +απεκοιμήθην. Αυτός δε κατεσκεύασε ένα μυτερόν δαυλόν και προσέτι τον +άναψε και με αυτόν με ετύφλωσεν ενώ εκοιμώμουν, απ' εκείνης δε της +ώρας είμαι τυφλός, πατέρα μου Ποσειδών. + +ΠΟΣ. Πολύ βαθειά εκοιμήθης, παιδί μου, αφού ούτε και όταν σου +εξώρυσσε το μάτι δεν εξύπνησες. Ο δε Οδυσσεύς πώς διέφυγε; διότι δεν +εννοώ πώς ηδυνήθη να μετατοπίση την πέτραν από την είσοδον. + +ΚΥΚΛ. Εγώ την αφήρεσα διά να τον συλλάβω ευκολώτερα όταν θα επεχείρει +να εξέλθη. Εκάθησα πλησίον της θύρας και άπλωνα τα χέρια μου και +έψαχνα. Αφήκα δε μόνα τα πρόβατα να εξέλθουν εις βοσκήν, αφού +παρήγγειλα εις τον κριόν να με αντικαταστήση. + +ΠΟΣ. Εννοώ• ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του εκρύφθησαν κάτω από τα +πρόβατα και εξήλθαν χωρίς να τους καταλάβης. Αλλά συ έπρεπε να +καλέσης εναντίον του τους άλλους Κύκλωπας. + +ΚΥΚΛ. Τους εκάλεσα, πατέρα, και ήλθαν. Αλλ' όταν με ηρώτησαν ποίος μ' +εκακοποίησε και εγώ απήντησα Κανείς, ενόμισαν ότι ετρελλάθηκα και μ' +αφήκαν κ' έφυγαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον μ' εγέλασε ο αναθεματισμένος +εκείνος με το όνομά του. Εκείνο δε που μ' επείραξε περισσότερον, είνε +ότι και με ωνείδισε διά την συμφοράν μου και μου είπεν ότι ούτε ο +πατέρας σου ο Ποσειδών θα σε θεραπεύση. + +ΠΟΣ. Ησύχασε, παιδί μου, διότι θα τον κάμω εγώ να μάθη ότι και αν μου +είνε αδύνατον να θεραπεύω τα παθήματά των +οφθαλμών, η σωτηρία όμως και η απώλεια των ταξειδευόντων ανήκει εις +εμέ• ταξειδεύει δε ακόμη. + + +3. +&Ποσειδώνος και Αλφειού.& + + +ΠΟΣ. Πώς συμβαίνει, Αλφειέ, συ μόνος εκ των ποταμών να εκβάλης εις +την θάλασσαν χωρίς ν' αναμιγνύεσαι με το αλμυρόν νερόν, ως συνηθίζουν +όλοι οι ποταμοί; Και ούτε ανακόπτεις την ορμήν σου, ούτε +διασκορπίζεσαι, αλλά προχωρείς εις την θάλασσαν συγκεντρωμένος και +διατηρείς γλυκύ το ρεύμα σου• αμιγής και καθαρός προχωρείς δεν +γνωρίζω που• και βυθιζόμενος όπως οι γλάροι και οι ερωδιοί φαίνεται +ότι κάπου θα επανέλθης εις την επιφάνειαν και θα αναφανής. + +ΑΛΦ. Ερωτικός ο λόγος, Ποσειδών, και μη με κατηγορής, διότι και συ +ηγάπησες πολλάκις. + +ΠΟΣ. Γυναίκα αγαπάς, ω Αλφειέ, ή νύμφην ή καμμίαν από τας Νηρηίδας; + +ΑΛΦ. Όχι, αλλά μίαν πηγήν, Ποσειδών. + +ΠΟΣ. Και εις ποίον μέρος της γης τρέχει αυτή η πηγή; + +ΑΛΦ. Εις την νήσον Σικελίαν• την ονομάζουν Αρέθουσαν. + +ΠΟΣ. Την γνωρίζω και δεν είνε άσχημη, Αλφειέ, η Αρέθουσα, αλλά +διαυγής και καθαρά αναβλύζει και το νερόν της τρέχει επάνω εις +πετραδάκια τα οποία του δίδουν λάμψιν αργυροειδή. + +ΑΛΦ. Αληθώς την γνωρίζεις την πηγήν, Ποσειδών• προς εκείνην λοιπόν +πηγαίνω. + +ΠΟΣ. Πήγαινε και σου εύχομαι ευτυχίαν εις τον έρωτα. Αλλά δεν μου +λες, πού την εγνώρισες την Αρέθουσαν, αφού συ μεν είσαι Αρκάς, αυτή +δε ευρίσκεται εις τας Συρακούσας; + +ΑΛΦ. Βιάζομαι, Ποσειδών, και συ με κρατείς διά να μ' ερωτάς πράγματα +που δεν σ' ενδιαφέρουν. + +ΠΟΣ. Έχεις δίκαιον• πήγαινε προς την ερωμένην και αφού εξέλθης εκ της +θαλάσσης αναμίξου εις εναγκαλισμόν με την πηγήν και γίνετε οι δύο ένα +νερόν. + + +4. +&Μενελάου και Πρωτέως.& + + +ΜΕΝ. Αλλ' ότι μεν γίνεσαι νερόν, ω Πρωτεύ, δεν είνε απίθανον, αφού +ζης εις την θάλασσαν• και ότι μεταμορφούσαι εις δένδρον και τούτο +δύναται να εννοηθή• ούτε και είνε όλως απίστευτον ότι μεταμορφώνεσαι +εις λέοντα• αλλ' ότι είνε δυνατόν να μεταβληθής εις πυρ, ενώ είσαι +κάτοικος της θαλάσσης, τούτο με εκπλήττει καθ' υπερβολήν και δεν το +πιστεύω. + +ΠΡΩΤ. Μη απιστής, Μενέλαε, διότι αυτό γίνεται. + +ΜΕΝ. Το είδα και εγώ• αλλά μου φαίνεται—και θα συγχωρήσης την +ειλικρίνειάν μου — ότι κάποια μαγεία υπάρχει εις το πράγμα και με +αυτήν εξαπατάς τα μάτια των βλεπόντων, ενώ πραγματικώς μένεις +αμετάβλητος. + +ΠΡΩΤ. Και ποία απάτη δύναται να εισχωρήση εις πράγματα τόσον φανερά; +Δεν είδες με ανοικτά μάτια τας διαφόρους μου μεταμορφώσεις; Εάν δε +δυσπιστής και το πράγμα σου φαίνεται ψευδές και απάτη της φαντασίας, +όταν μεταβάλλωμαι εις πυρ, πλησίασέ μου το χέρι, γενναιότατε• και +τότε θα εννοήσης αν είμαι μόνον ορατός ή και συγχρόνως καίω. + +ΜΕΝ. Δεν είνε ασφαλές το πείραμα, ω Πρωτεύ. + +ΠΡΩΤ. Μου φαίνεσαι, Μενέλαε, ότι ουδέ 'κταπόδι είδες ποτέ ούτε τι +συμβαίνει εις αυτό το θαλάσσιον ζώον. + +ΜΕΝ. 'Κταπόδι έχω ίδει, αλλά τι του συμβαίνει ευχαρίστως θα μάθω παρά +σου. + +ΠΡΩΤ. Εις όποιαν πέτραν προσαρμόση τους μυζητήρας του και +προσκολληθή, προς αυτήν εξομοιούται και το χρώμα του γίνεται όμοιον +προς το χρώμα της πέτρας εις τρόπον ώστε να διαφεύγη το βλέμμα των +αλιέων, οι οποίοι τον εκλαμβάνουν ως πέτραν. + +ΜΕΝ. Αυτά τωόντι λέγονται• αλλά τα 'δικά σου είνε πολύ παραδοξότερα, +ω Πρωτεύ. + +ΠΡΩΤ. Δεν γνωρίζω, Μενέλαε, εις ποίον άλλον δύνασαι να πιστεύσης, +αφού δεν πιστεύεις τα μάτια σου. + +ΜΕΝ. Είδα, αλλ' είνε απίστευτον και τερατώδες ο ίδιος να είσαι φωτιά +και νερόν. + + +5. +&Πανόπης και Γαλήνης.& + + +ΠΑΝ. Είδες, ω Γαλήνη, χθες τι έκαμεν η Έρις εις την Θεσσαλίαν κατά το +δείπνον, διότι δεν είχε προσκληθή και αυτή; + +ΓΑΛ. Δεν ήμουν εκεί εγώ• διότι ο Ποσειδών με διέταξε να διατηρώ εν τω +μεταξύ ακύμαντον το πέλαγος. Τι λοιπόν έκαμεν η Έρις διότι δεν +προσεκλήθη; + +ΠΑΝ. Η Θέτις και ο Πηλεύς είχον ήδη αποχωρήσει εις τον νυμφικόν +θάλαμον, συνοδευθέντες μέχρι της θύρας υπό της Αμφιτρίτης και του +Ποσειδώνος• εν τω μεταξύ δε τούτω η Έρις διαλαθούσα την γενικήν +προσοχήν — και το κατώρθωσεν ευκόλως, διότι άλλοι μεν έπινον, άλλοι +δε εθορύβουν ή επρόσεχον εις τον Απόλλωνα, ο οποίος έπαιζε κιθάραν, ή +εις τας Μούσας, αι οποίαι ετραγουδούσαν—έρριψε μεταξύ των +συμποσιαζόντων μήλον ωραιότατον και κατάχρυσον, επί του οποίου +υπήρχεν η επιγραφή : «διά την ωραιοτέραν». Κυλιόμενον δε το μήλον +επήγεν ωσάν επίτηδες και εσταμάτησεν εκεί όπου ευρίσκοντο η Ήρα, η +Αφροδίτη και η Αθηνά. Όταν δε ο Ερμής το έλαβε και ανέγνωσε την +επιγραφήν, ημείς μεν αι Νηρηίδες εσιωπήσαμεν• διότι τι ηδυνάμεθα να +είπωμεν ενώπιον εκείνων; εκείναι όμως διημφισβήτησαν μεταξύ των το +μήλον και αν δεν τας εχώριζεν ο Ζευς, θα έφθαναν μέχρι συμπλοκής. +Αλλ' εκείνος είπε, μολονότι αι τρεις θεαί ηξίουν να γείνη κριτής +αυτός : «Εγώ δεν θα κρίνω περί τούτου, αλλά πηγαίνετε εις την Ίδην να +εύρετε τον υιόν του Πριάμου, ο οποίος είνε αρκετά φιλόκαλος ώστε να +δύναται να κρίνη ποία είνε η ωραιοτέρα, χωρίς να αδικήση καμμίαν. + +ΓΑΛ. Και αι τρεις θεαί τι έκαμαν, Πανόπη; + +ΠΑΝ. Σήμερον νομίζω αναχωρούν εις την Ίδην και μετ' ολίγον θα έλθη +κάποιος να μας αναγγείλη ποία ενίκησε. + +ΓΑΛ. Από τώρα δύναμαι να σου είπω ότι θα νικήση η Αφροδίτη, εκτός αν +είνε στραβός ο κριτής. + + +6. +&Τρίτωνος, Αμυμώνης και Ποσειδώνος.& + + +ΤΡΙΤ. Εις την Λέρναν, Ποσειδών, έρχεται καθ' εκάστην διά να παίρνη +νερόν μία κόρη, απεριγράπτου κάλλους. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ίδει +ωραιοτέραν. + +ΠΟΣ. Και είνε ελευθέρα ή κάποια δούλη η οποία κουβαλεί νερόν εις +ταφεντικά της; + +ΤΡΙΤ. Όχι, αλλά κόρη του Αιγυπτίου εκείνου, μία εκ των πεντήκοντα, +Αμυμώνη ονομαζομένη• διότι ηρώτησα και περί της οικογενείας και περί +του ονόματος αυτής. Ο Δαναός, ο πατέρας της ανατρέφει με σκληραγωγίαν +τας θυγατέρας του και τας αναγκάζει να εργάζωνται, τας πέμπει να +αντλούν νερόν και εν γένει τας συνηθίζει εις πάσαν εργασίαν. + +ΠΟΣ. Και μόνη πηγαίνει τόσον μακράν, εκ του Άργους εις την Λέρναν; + +ΤΡΙΤ. Μόνη. Ως γνωρίζεις το Άργος είνε άνυδρον, και διά τούτο +επικαλείται δίψειον• ώστε είνε ανάγκη να πηγαίνουν συχνά διά νερόν. + +ΠΟΣ. Πολύ μου εξήψαν την φαντασίαν, Τρίτων, όσα μου είπες περί της +κόρης εκείνης• ώστε ας πάμε να την 'δούμε. + +ΤΡΙΤ. Ας πάμε, διότι είνε η ώρα που παίρνει νερόν. Θα την ίδωμεν εις +τα μέσα περίπου της οδού να διευθύνεται προς την Λέρναν. + +ΠΟΣ. Λοιπόν ζεύξε το άρμα• ή επειδή τούτο απαιτεί πολλήν χρονοτριβήν +διά να προσδέσης τους ίππους και να επιστρώσης το άρμα, φέρε μου +καλλίτερα ένα δελφίνα από τους ταχείς διά να ιππεύσω αυτόν το +ταχύτερον. + +ΤΡΙΤ. Ιδού ο ταχύτερος των δελφίνων. + +ΠΟΣ. Εύγε• και τώρα πηγαίνομεν• συ δε, Τρίτων, ακολούθει κολυμβών... +Και τώρα που εφθάσαμεν εις την Λέρναν, εγώ μεν θα κρυφθώ εδώ κάπου, +συ δε κατασκόπευε• και όταν την ιδής να πλησιάζη... + +ΤΡΙΤ. Έρχεται πλησίον σου. + +ΠΟΣ. Πραγματικώς είνε ωραία και ακμαία παρθένος. Αλλά πρέπει να την +συλλάβωμεν. + +ΑΜ. Άνθρωπε, διατί με ήρπασες και πού με πηγαίνεις; Βέβαια θα είσαι +σωματέμπορος και θα σε έχη στείλει ο θείος μου ο Αίγυπτος. Θα φωνάξω +τον πατέρα μου. + +ΤΡΙΤ. Σιωπή, Αμυμώνη, είνε ο Ποσειδών. + +ΑΜ. Τι Ποσειδών λέγεις; Αλλά διατί με τραβάς εις την θάλασσαν; Θα +πνιγώ η δυστυχής. + +ΠΟΣ. Μη φοβήσαι, δεν θα πάθης τίποτε κακόν• αλλά θα κάμω ώστε να +αναβρύση εδώ πηγή η οποία θα φέρη το όνομά σου• θα κτυπήσω τον βράχον +με την τρίαιναν πλησίον της ακτής• και συ θα γείνης ευτυχής διά +παντός και μόνη από τας αδελφάς σου δεν θα εξακολουθής και μετά +θάνατον να υδροφορής. + + +7. +&Νότου και Ζεφύρου.& + + +ΝΟΤ. Αυτήν την δάμαλιν, ω Ζέφυρε, την οποίαν ο Ερμής οδηγεί διά του +πελάγους εις την Αίγυπτον, διεκόρευσεν ο Ζευς ερωτευθείς αυτήν; + +ΖΕΦ. Ναι, αλλά δεν ήτο δάμαλις τότε, ήτο κόρη του ποταμού Ινάχου• +τώρα δε η Ήρα την μετεμόρφωσεν ούτω πώς εκ ζηλοτυπίας, διότι έβλεπεν +ότι ο Ζευς την ηγάπα καθ' υπερβολήν. + +ΝΟΤ. Και τώρα ακόμη αγαπά αυτήν την αγελάδα; + +ΖΕΦ. Μάλιστα, και διά τούτο την έστειλεν εις την Αίγυπτον και ημάς +διέταξε να μη ταράσσωμεν την θάλασσαν έως ότου φθάση εκεί πέρα, διά +να γεννήση διότι είνε έγκυος ήδη — θα γείνη δε θεός και αυτή και το +τέκνον της. + +ΝΟΤ. Η δάμαλις θεός; + +ΖΕΦ. Μάλιστα, φίλε Νότε• και ως είπεν ο Ερμής, θα έχη εξουσίαν επί +των ταξειδευόντων και ημών αυτών θα είνε κυρία• θα διατάσση +οιονδήποτε εξ ημών θέλει να πνεύση ή να παύση, να πνέη. + +ΝΟΤ. Πρέπει λοιπόν να την περιποιηθώμεν, Ζέφυρε, αφού είνε κυρία μας. + +ΖΕΦ. Βέβαια, διότι ούτω θα έχωμεν την εύνοιάν της. Αλλά τώρα +διεπέρασε την θάλασσαν και έφθασεν εις την γην. Βλέπεις δε ότι τώρα +δεν βαδίζει πλέον με τα τέσσαρα, αλλ' ο Ερμής την ανώρθωσε και την +έκαμε πάλιν γυναίκα ωραιοτάτην; + +ΝΟΤ. Θαυμαστά πράγματα, ω Ζέφυρε• ούτε κέρατα πλέον έχει, ούτε ουράν +και πόδια διχαλωτά, αλλ' είνε κόρη αξιέραστος. Αλλ' ο Ερμής τι έπαθε +και από νέου μετεβλήθη εις σκυλοπρόσωπον; {1} + +ΖΕΦ. Τι μας μέλει; Εκείνος ξέρει καλλίτερα τι κάνει. + + +8. +&Ποσειδώνος και δελφίνων.& + + +ΠΟΣ. Εύγε δελφίνες• είσθε πάντοτε φιλάνθρωποι και άλλοτε μεν εσώσατε +το τέκνον της Ινούς και το εφέρατε εις τον Ισθμόν από τας Σκιρωνίδας +πέτρας, όπου έπεσεν εις την θάλασσαν μετά της μητρός του• και σήμερον +έσωσες αυτόν τον εκ Μηθύμνης κιθαριστήν και τον μετέφερες εις τον +Ταίναρον μετά των ενδυμάτων και της κιθάρας του. Δεν αφήκες να χαθή +ως ήθελον οι κακούργοι ναύται οι οποίοι τον έρριψαν εις την θάλασσαν. + +ΔΕΛΦ. Μη απορής, Ποσειδών, διότι ευεργετούμεν τους ανθρώπους, αφού +και ημείς εξ ανθρώπων εγίναμεν ιχθύες. + +ΠΟΣ. Το γνωρίζω και δεν συγχωρώ τον Διόνυσον διότι σας ενίκησεν εις +ναυμαχίαν και σας μετεμόρφωσεν, ενώ έπρεπε μόνον να σας υποτάξη, ως +έπραξε και δι' άλλους λαούς. Πώς λοιπόν συνέβη το πάθημα του Αρίονος +τούτου, ω δελφίν; + +ΔΕΛΦ. Ο Περίανδρος, νομίζω, τον ηγάπα και πολλάκις τον εκάλει πλησίον +του χάριν της μουσικής. Αυτός δε αφού επλούτισεν από τα δώρα του +τυράννου, απεφάσισε να επιστρέψη εις την πατρίδα του Μήθυμναν και +επιδείξη τον πλούτον του. Επέβη λοιπόν εις πλοιάριον κακούργων +ανθρώπων, οι οποίοι εννοήσαντες ότι είχε μαζύ του πολύν χρυσόν και +άργυρον, όταν έφθασαν εις τα μέσα του Αιγαίου, απεφάσισαν να τον +φονεύσουν. Αυτός δε-—διότι πλέων πλησίον του πλοίου ήκουα πάντα τα +λεγόμενα επ' αυτού — Αφού ελάβετε αυτήν την απόφασιν, είπεν, αφήσατέ +με τουλάχιστον να στολισθώ, να ψάλω ένα θρήνον προς τον εαυτόν μου +και να πέσω μόνος μου εις την θάλασσαν. Οι ναύται του έδωκαν την +άδειαν, αυτός δε, αφού έψαλε κάτι πολύ συγκινητικόν, έπεσεν εις την +θάλασσαν διά να πνιγή. Αλλ' εγώ τον έλαβα επί των νώτων μου και +κολυμβών τον έφερα έξω εις τον Ταίναρον. + +ΠΟΣ. Εύγε εις την φιλομουσίαν σου• διότι καλά επλήρωσες το άσμα το +οποίον ήκουσες. + + +9. +&Ποσειδώνος και Νηρηίδων.& + + +ΠΟΣ. Ο μεν πορθμός ούτος, όπου η κόρη κατεποντίσθη, ας ονομάζεται του +λοιπού, εις ανάμνησιν αυτής, Ελλήσποντος• τον δε εκρόν αυτής σεις αι +Νηρηίδες παραλάβετε και εις την Τρωάδα μεταφέρετε, διά να ταφή υπό +των κατοίκων. + +ΑΜΦ. Όχι, Ποσειδών, εδώ εις την ομώνυμον θάλασσαν πρέπει να ταφή• την +λυπούμεθα διά τα όσα αξιολύπητα έπαθε από την μητρυιάν της. + +ΠΟΣ. Αυτό δεν δύναται να γείνη, Αμφιτρίτη• ούτε πρέπει να ταφή εδώ +εις την άμμον, αλλά, καθώς είπα, να μεταφερθή εις την Τρωάδα ή την +_Χερρόνησον_ και να ταφή εκεί. Θα είνε δε όχι μικρά παρηγοριά δι' αυτήν +ότι μετ' ολίγον και η Ινώ θα πάθη τα αυτά καταδιωκομένη υπό του +Αθάμαντος και θα πέση εις την θάλασσαν, εκ του άκρου του Κιθαιρώνος, +εκεί όπου ούτος είνε κάθετος προς τον αιγιαλόν, κρατούσα το τέκνον +της εις την αγκάλην. Αλλά θα παραστή ανάγκη να σώσωμεν και αυτήν +χάριν του Διονύσου, του οποίου υπήρξε τροφός και τον εθήλασεν. + +ΑΜΦ. Δεν αξίζει, τόσον κακή που είνε. + +ΠΟΣ. Αλλά δεν πρέπει να φανώμεν αχάριστοι προς τον Διόνυσον, ω +Αμφιτρίτη. + +ΝΗΡ. Αλλ' αυτή εδώ τι έπαθε και έπεσεν από τον κριόν; Ο δε αδελφός +της ο Φρίξος πηγαίνει ασφαλώς; + +ΠΟΣ. Βέβαια, διότι είνε νέος και δύναται ν' αντέχη εις την φοράν. Η +Έλλη όμως όταν ευρέθη επί οχήματος τόσον παραδόξου και είδε κάτω +βάθος αχανές, κατεπλάγη και καταληφθείσα υπό ιλίγγου ένεκα της +ταχύτητος της πτήσεως, αφήκε τα κέρατα του κριού από τα οποία +εκρατείτο και κατέπεσεν εις την θάλασσαν. + +ΝΗΡ. Δεν έπρεπεν η μητέρα Νεφέλη να την βοηθήση ενώ έπιπτε; + +ΠΟΣ. Έπρεπεν, αλλ' η Μοίρα είνε πολύ δυνατωτέρα της Νεφέλης. + + +10. +&Ίριδος και Ποσειδώνος.& + + +ΙΡΙΣ. Την νήσον την πλανωμένην, ω Ποσειδών, η οποία απεσπάσθη από την +Σικελίαν και εξακολουθεί να πλέη υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, +διατάσσει ο Ζευς να σταματήσης και να παρουσιάσης εις την επιφάνειαν +και εις το μέσον του Αιγαίου, να την στηρίξης δε πολύ ασφαλώς• διότι +έχει ανάγκην αυτής. + +ΠΟΣ. Θα γείνουν αυτά κατά την διαταγήν του. Αλλ' εις τι θα του +χρησιμεύση αν εμφανισθή εις την επιφάνειαν και παύση να κινήται; + +ΙΡΙΣ. Η Λητώ πρέπει να γεννήση επ' αυτής, διότι ήδη ήρχισαν να την +βασανίζουν φοβερά οι πόνοι. + +ΠΟΣ. Αλλά δεν αρκεί ο ουρανός δι' αυτόν τον τοκετόν; Και αν δεν αρκή +ο ουρανός, η γη όλη δεν δύναται να δεχθή την γένναν της; + +ΙΡΙΣ. Όχι, Ποσειδών, διότι η Ήρα επέβαλεν εις την γην διά μεγάλου +όρκου να μη παραχωρήση εις την Λητώ τόπον διά τον τοκετόν της, μόνον +δε αυτή η νήσος δεν μετέσχεν εις τον όρκον διότι ήτο αφανής. + +ΠΟΣ. Εννοώ. Λοιπόν στάσου, ω νήσος, και έξελθε πάλιν εκ του βυθού και +παύσε να φέρεσαι προς το βάθος και μείνε ακίνητος και δέξου, +ευδαιμονεστάτη, τα δύο τέκνα του αδελφού μου, τους ωραιοτέρους των +θεών. Σεις δε, ω Τρίτωνες, περάσετε την Λητώ εις αυτήν και ας γείνη +γενική γαλήνη. Τον δε δράκοντα όστις την παρακολουθεί και την +φοβίζει, ας φονεύσουν τα τέκνα άμα γεννηθούν, εκδικούμενα διά την +μητέρα των. Συ δε ανάγγειλε εις τον Δία ότι τα πάντα είνε εν τάξει• η +Δήλος εστάθη• ας έλθη δε τώρα η Λητώ και ας γεννήση. + + +11. +&Ξάνθου και θαλάσσης.& + + +ΞΑΝΘ. Δέξου με, ω θάλασσα, και δρόσισε μου τας πληγάς, διότι φοβερά +πράγματα έπαθα. + +ΘΑΛ. Τι έπαθες Ξάνθε; Ποιός σε κατέκαυσεν; + +ΞΑΝΘ. Ο Ήφαιστος. Εκάηκα όλος ο δυστυχής και φλέγομαι. + +ΘΑΛ. Και διατί σε έκαυσε; • + +ΞΑΝΘ. Χάριν του υιού αυτής της Θέτιδος. Βλέπων αυτόν να φονεύη τους +Φρύγας τον παρεκάλεσα, αλλ' αυτός δεν έπαυσε την οργήν του και με +τους νεκρούς μού έφραζε το ρεύμα. Εγώ δε λυπηθείς τους δυστυχείς +εκείνους επλημμύρησα διά να φοβηθή και να παύση την σφαγήν. Τότε ο +Ήφαιστος—διότι έτυχε να ευρίσκεται κάπου εκεί πλησίον—έφερεν όλον το +πυρ το οποίον είχε και όσον ευρίσκεται εις την Αίτναν και αλλαχού και +το έρριψεν επάνω μου• και έκαυσε τας πτελέας και τας μυρίκας, έψησε +δε και τους δυστυχείς ιχθύς και εγχέλεις εμέ δε έκαμε να κοχλάσω και +παρ' ολίγον να με αποξηράνη όλον. Βλέπεις δε εις ποίαν κατάστασιν +είμαι από τα εγκαύματα. + +ΘΑΛ. Αληθώς πολύ θολός και θερμός έγεινες, αφ' ενός μεν από το αίμα +των νεκρών, εξ άλλου δε από το πυρ του Ηφαίστου. Αλλά δικαίως έπαθες, +διότι εφέρθης εχθρικώς προς τον Αχιλλέα χωρίς να σεβασθής ένα υιόν +Νηρηίδος. + +ΞΑΝΘ. Δεν έπρεπε λοιπόν να λυπηθώ τους Φρύγας, οι οποίοι είνε +γείτονές μου; + +ΘΑΛ. Και ο Ήφαιστος δεν έπρεπε να λυπηθή τον Αχιλλέα, ο οποίος είνε +υιός της Θέτιδος; + + +12. +&Δωρίδος και Θέτιδος.& + + +ΔΩΡ. Διατί κλαίεις, ω Θέτις; + +ΘΕΤ. Διότι είδα μίαν ωραιοτάτην κόρην να την κλείση ο πατέρας της +μέσα εις κιβωτόν μετά του βρέφους της του αρτιγεννήτου. Διέταξε δε ο +πατέρας τους ναύτας, άμα απομακρυνθούν πολύ από την στερεάν να ρίψουν +το κιβώτιον εις την θάλασσαν διά να χαθή η δυστυχής κόρη ομού με το +τέκνον της. + +ΔΩΡ. Και διατί αυτά, εάν γνωρίζης τα καθέκαστα, αδελφή μου; + +ΘΕΤ. Ο πατέρας της Ακρίσιος την είχε κλείσει εις χάλκινον δωμάτιον +διά να διατηρηθή εκεί παρθένον και άθικτον το κάλλος της• αλλ' +έπειτα—δεν γνωρίζω δε κατά πόσον τούτο είνε αληθές — λέγουν ότι ο +Ζευς μεταμορφωθείς εις χρυσόν έτρεξεν από της στέγης επάνω της• +εκείνη δε δεχθείσα εις τον κόλπον της τον καταρρέοντα θεόν έμεινεν +έγκυος. Τούτο εννοήσας ο Ακρίσιος, ο οποίος είνε γέρων άγριος και +ζηλότυπος, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και νομίσας ότι η κόρη είχεν +εραστήν, την έκλεισεν εις την κιβωτόν άμα εγέννησε. + +ΔΩΡ. Αυτή δε τι έκανε; + +ΘΕΤ. Δι' εαυτήν μεν εσιώπα και αγογγύστως υπέφερε την καταδίκην• +παρεκάλει όμως διά το βρέφος να μη φονευθή και το εδείκνυε προς τον +πάππον, διά να τον συγκίνηση με το κάλλος του• αυτό δε εξ αγνοίας των +κακών εμειδία προς την θάλασσαν. Αλλά τα δάκρυα πάλιν πλημμυρούν τους +οφθαλμούς μου εις την ανάμνησιν των όσων είδα. + +ΔΩΡ. Και εγώ συγκινούμαι. Αλλά δεν μου λες απέθαναν; + +ΘΕΤ. Όχι, διότι εξακολουθεί να πλέη η κιβωτός παρά την Σέριφον και να +τους διατηρή εις την ζωήν. + +ΔΩΡ. Δεν τους σώζομεν λοιπόν; Ας τους ρίψωμεν εις τα δίκτυα αυτών των +Σεριφίων αλιέων• αυτοί δε όταν τους ανασύρουν θα τους σώσουν. + +ΘΕΤ. Καλά λέγεις και ούτω ας πράξωμεν• δεν πρέπει να χαθή και αυτή +και το παιδί το οποίον είνε τόσον ωραίον. + + +13. +&Ενιπέως και Ποσειδώνος.& + +ΕΝΙΠ. Δεν έκαμες καλά, Ποσειδών? πρέπει να 'πούμε την αλήθειαν. +Ομοιωθείς προς εμέ εισήλθες λαθραίως και διεκόρευσες την ερωμένην +μου• αυτή δε νομίζουσα ότι ήμην εγώ σε ηνέχθη. + +ΠΟΣ. Το σφάλμα είνε 'δικό σου, Ενιπεύ, διότι εφάνης περιφρονητικός +και διστακτικός προς ωραίαν κόρην, η οποία σε επεσκέπτετο καθ' +εκάστην και ήτο τρελλή από έρωτα. Την επεριφρόνεις και ετέρπεσο να +της προξενής λύπην, ενώ αυτή περιεφέρετο εις τας όχθας σου και +εισήρχετο και ελούετο ενίοτε επιθυμούσα τους εναγκαλισμούς σου• συ δε +της έκανες νάζια. + +ΕΝΙΠ. Και δι' αυτό έπρεπε συ να υποκλέψης τον έρωτα και να +πλαστοπροσωπήσης τον Ενιπέα και να γελάσης την Τυρώ, μίαν αφελή +κόρην; + +ΠΟΣ. Η ζηλοτυπία σου έρχεται αργά, ω Ενιπεύ, ενώ πριν έκαμνες τον +υπερήφανον? η δε Τυρώ δεν έπαθε τίποτε κακόν αφού νομίζει ότι +συνευρέθη μετά σου. + +ΕΝΙΠ. Όχι, διότι όταν έφευγες της είπες ότι είσαι ο Ποσειδών και αυτό +την κατελύπησε• εγώ δε ηδικήθην κατά τούτο ότι απήλαυσες έρωτα +ανήκοντα εις εμέ και περιβληθείς πορφυρούν κύμα, το οποίον σας +έκρυψεν ομού, συνευρέθης με την κόρην αντ' εμού. + +ΠΟΣ. Αφού συ δεν ήθελες, ω Ενιπεύ; + + +14. +&Τρίτωνος και Νηρηίδων.& + + +ΤΡΙΤ. Το κήτος σας, ω Νηρηίδες, το οποίον εστείλατε προς την θυγατέρα +του Κηφέως την Ανδρομέδαν, ούτε την κόρην έβλαψεν, ως νομίζετε, και +αυτό δε ήδη εφονεύθη. + +ΝΗΡ. Υπό ποίου, ω Τρίτων; Μήπως ο Κηφεύς μεταχειρισθείς την κόρην του +ως δόλωμα και ενεδρεύσας μετά πολλών άλλων το εφόνευσε; + +ΤΡΙΤ. Όχι. Αλλά γνωρίζετε, νομίζω, ω Ιφιάνασσα, τον Περσέα, τον υιόν +της Δανάης, τον οποίον μετά της μητρός του κλεισθέντα εις κιβωτόν και +ριφθέντα εις την θάλασσαν υπό του πάππου του, ελυπήθητε και εσώσατε. + +Ιφ. Γνωρίζω ποίον λέγεις• θα είνε τώρα νέος και πολύ γενναίος και +ευειδής. + +ΤΡΕΤ. Αυτός εφόνευσε το κήτος. + +ΙΦ. Διατί; Δεν έπρεπε να μας κάμη τοιαύτην αμοιβήν διά την σωτηρίαν +του. + +ΤΡΙΤ. θα σας διηγηθώ πώς συνέβησαν όλα. Ο Περσεύς εστάλη υπό του +βασιλέως εναντίον των Γοργόνων διά να εκτελέση ένα άθλον• όταν δε +έφθασεν εις την Λιβύην... + +ΙΦ. Πώς, μόνος; ή είχε και συντρόφους; Διότι και η οδός είνε +δύσβατος. + +ΤΡΙΤ. Διά του αέρος, διότι η Αθηνά του έδωκε πτερά. Όταν δε έφθασεν +εκεί όπου ζουν αι Γοργόνες, φαίνεται ότι τας εύρε να κοιμώνται και +κόψας την κεφαλήν της Μεδούσης επέταξε και έφυγε. + +ΙΦ. Και πώς τας είδεν αφού είνε αόρατοι; Και, αν συμβή να τας ίδη +κανείς, δεν βλέπει πλέον τίποτε άλλο. {2} + +ΤΡΙΤ. Η Αθηνά προέβαλλε την ασπίδα της—αυτά ήκουσα να διηγήται ο +ίδιος προς την Ανδρομέδαν και τον Κηφέα κατόπιν—και επί της +στιλβούσης ασπίδος, ως εις κάτοπτρον, ηδυνήθη να ίδη την μορφήν της +Μεδούσης. Έπειτα αρπάσας διά της αριστεράς την κόμην της και +εξακολουθών να παρατηρή εις το κάτοπτρον, απέκοψε διά της δεξιάς, εις +την οποίαν εκράτει σπάθην, την κεφαλήν της, και πριν εγερθούν εκ του +ύπνου αι αδελφαί της, έφυγε. Όταν δε έφθασεν εις την παράλιον +Αιθιοπίαν και επέτα πλησίον της γης, βλέπει την Ανδρομέδαν +δεσμευμένην επί τινος βράχου της ακτής, ωραιοτάτην, με την κόμην +λυμένην και ημίγυμνον πολύ κάτω των μαστών. Και κατ' αρχάς μεν +λυπηθείς αυτήν την ηρώτα διά την αιτίαν της καταδίκης της- μετ' +ολίγον δε ερωτευθείς αυτήν — διότι έπρεπε να σωθή η κόρη—εσκέφθη να +την βοηθήση. Όταν δε το κήτος επήρχετο πολύ φοβερόν διά να καταπίη +την Ανδρομέδαν, ο νέος διά μεν της μιας χειρός του κατέφερε την +σπάθην, διά δε της άλλης επιδεικνύων την Γοργόνα το απελίθωσε• και το +κήτος απέθανε και απελιθώθη συγχρόνως, άμα είδε την Μέδουσαν. Τότε ο +Περσεύς λύσας τα δεσμά της παρθένου την εβοήθησε να κατέλθη σιγά-σιγά +εκ του βράχου, ο οποίος ήτο ολισθηρός• και τώρα την νυμφεύεται εις +την οικίαν του Κηφέως, μεθό θέλει την οδηγήση εις το Άργος. Ούτω δε +αντί θανάτου εύρεν εκείνη γάμον όχι τυχαίον. + +ΙΦ. Εγώ να σου 'πω δεν λυπούμαι πολύ διά το γεγονός, διότι η κόρη δεν +μας έπταιεν εάν η μητέρα της εκαυχάτο και διετείνετο ότι ήτο +ωραιοτέρα από ημάς. + +ΔΏΡ. Αλλά θα ελυπείτο διά τον θάνατόν της Ανδρομέδας αφού είνε +μητέρα. + +ΙΦ. Ας λησμονήσωμεν εάν μία βάρβαρος γυναίκα ωμίλησεν υπέρ την αξίαν +της• αρκετά ετιμωρήθη με τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν η κόρη +της, και ας χαρώμεν διά τον γάμον. + + +15. +&Ζεφύρου και Νότου.& + + +ΖΕΦ. Ποτέ δεν είδα εγώ πομπήν μεγαλοπρεπεστέραν εις την θάλασσαν, αφ' +ότου υπάρχω και πνέω. Συ δεν είδες τίποτε, ω Νότε; + +ΝΟΤ. Ποίαν πομπήν λέγεις, Ζέφυρε, και ποίοι ήσαν οι άγοντες την +πομπήν αυτήν; + +ΖΕΦ. Έχασες έξοχον θέαμα, όμοιον του οποίου δεν θα ίδης ποτέ. + +ΝΟΤ. Ειργαζόμην εις την Ερυθράν Θάλασσαν, έπνευσα δε και μέχρι της +Ινδικής, εις τα παράλια μέρη της χώρας, και ούτω δεν είδα τίποτε εξ +όσων λέγεις. + +ΖΕΦ. Αλλά γνωρίζεις τον Σιδώνιον Αγήνορα. + +ΝΟΤ. Ναι, τον πατέρα της Ευρώπης• ή όχι; + +ΖΕΦ. Ακριβώς, περί εκείνης θα σου διηγηθώ. + +ΝΟΤ. Ότι ο Ζευς την αγαπά από πολύν καιρόν; Αυτό το γνωρίζω προ +πολλού. + +ΖΕΦ. Καλά, τον έρωτα τον γνωρίζεις, τα κατόπιν δε θ' ακούσης τώρα. Η +Ευρώπη παραλαβούσα τας φίλας και ομηλίκους της κατέβη εις την +παραλίαν και έπαιζε μετ' αυτών• ο δε Ζευς ομοιωθείς προς ταύρον +ωραιότατον, έπαιζε μαζύ των. Ήτο κατάλευκος, τα κέρατά του +εκαμπυλούντο με χάριν και το βλέμμα του ήτο ήμερον. Εσκίρτα λοιπόν +και αυτός επί της άμμου και εξέπεμπε μυκηθμούς χαράς, ούτως ώστε η +Ευρώπη ετόλμησε και να τον ιππεύση. Αλλά μόλις ανέβη και εκάθησεν επί +των νώτων του, ο Ζευς ώρμησεν εις την θάλασσαν φέρων αυτήν και ήρχισε +να κολυμβά• αυτή δε καταπλαγείσα, διά μεν της αριστεράς εκρατήθη από +το κέρατον διά να μη ολισθήση και πέση, διά δε της άλλης εκράτει τον +πέπλον της, τον οποίον εφούσκωνεν ο άνεμος. + +ΝΟΤ. Ωραίον θέαμα είδες, Ζέφυρε, και ερωτικόν, τον Δία κολυμβώντα και +φέροντα την αγαπωμένην του επί των νώτων του. + +ΖΕΦ. Τα κατόπιν είνε πολύ ωραιότερα• διότι και η θάλασσα ευθύς +έγεινεν ακύμαντος και λεία, ημείς δε όλοι οι άνεμοι ησυχάσαντες, +μόνον ως θεαταί παρηκολουθήσαμεν τα γινόμενα. Έρωτες δε παριπτάμενοι +μικρόν υπεράνω της θαλάσσης, ούτως ώστε ενίοτε τα άκρα των ποδών των +ήγγιζαν την επιφάνειαν της θαλάσσης, και κρατούντες δάδας αναμμένας, +έψαλλαν τον υμέναιον. Αλλά και αι Νηρηίδες ανελθούσαι εκ του βυθού +της θαλάσσης συνώδευον ιππεύουσαι επί δελφίνων, ημίγυμνοι αι +περισσότεραι και χειροκροτούσαι• επίσης το γένος των Τριτώνων και +όλαι αι άλλαι θαλάσσιαι θεότητες, όσων η όψις δεν είνε φοβερά, +εχόρευον πέριξ της κόρης. Ο Ποσειδών καθήμενος επί άρματος, και έχων +πλησίον του την Αμφιτρίτην προηγείτο και με χαράν ήνοιγε την οδόν εις +τον πλέοντα αδελφόν του• εκτός δε τούτων δύο Τρίτωνες έφερον την +Αφροδίτην ανακαθημένην επί κογχύλης και ρίπτουσαν παντοία άνθη προς +την νύμφην. Αυτά συνέβησαν από Φοινίκης μέχρι Κρήτης• όταν δε +απέβησαν εις την νήσον, ο μεν ταύρος δεν εφαίνετο πλέον, ο δε Ζευς +έλαβεν εκ της χειρός την Ευρώπην και την ωδήγησεν εις το Δικταίον +Σπήλαιον, ερυθριώσαν και κάτω νεύουσαν, διότι ενόει τώρα προς ποίον +σκοπόν ωδηγείτο. Ημείς δε επιπνεύσαντες, άλλος άλλο μέρος της +θαλάσσης συνεταράσσαμεν. + +ΝΟΤ. Σε ζηλεύω, ευτυχή Ζέφυρε, δι' όσα είδες, καθ' ον καιρόν εγώ +έβλεπα γρύπας και ελέφαντας και μαύρους ανθρώπους + + + + +&ΑΛΚΥΩΝ Η ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ& + + + + +&Χαιρεφών—Σωκράτης& + + +ΧΑΙΡ. Τι φωνή είνε αύτη, ω Σώκρατες, που ήλθε μακρόθεν από τα παράλια +και το ακρωτήριον εκείνο; Πολύ ευχάριστον άκουσμα. Τι είδους ζώον άρά +γε να είνε αυτό που φωνάζει; Διότι τα διαιτώμενα εις τα ύδατα ζώα +είνε άφωνα. + +ΣΩΚΡ. Είνε θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρεφών, το οποίον ονομάζεται Αλκυών +και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος +υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ +Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και +νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος, +λαμπρού πατρός λαμπρόν υιόν• έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν +μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιίπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας +ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την +γην. + +ΧΑΙΡ. Αυτή λοιπόν που λέγεις είνε η Αλκυών; Ποτέ εις το παρελθόν δεν +είχα ακούσει την φωνήν της και το άκουσμά της μου είνε εντελώς νέον. +Αληθώς είνε θρηνώδες το λάλημά της. Και ποίου μεγέθους πτηνόν είνε, ω +Σώκρατες; + +ΣΩΚΡ. Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη διά την φιλανδρίαν της +υπό των θεών διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας +Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον +του χειμώνας είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί, τοιαύτη δε κατ' εξοχήν +είνε και η σημερινή. Δεν βλέπεις πόσον αίθριος είνε ο ουρανός, +ακύμαντον δε και γαλήνιον όλον το πέλαγος και όμοιον ούτως ειπείν με +καθρέπτην; + +ΧΑΙΡ. Καλά λέγεις• η σημερινή ημέρα φαίνεται ότι τω όντι είνε +Αλκυωνίς και η χθεσινή δε τοιαύτη ήτο. Αλλά δι' όνομα θεού, πώς να +πιστεύση κανείς τα λεγόμενα υπό των παλαιών, ω Σώκρατες, ότι ποτέ +έγιναν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών; Διότι όλα αυτά +φαίνονται μάλλον αδύνατα. + +ΣΩΚΡ. Άκουσε, φίλε Χαιρεφών• ημείς οι άνθρωποι έχομεν τόσον ασθενή +την κρίσιν, ώστε να μη δυνάμεθα να κρίνωμεν ακριβώς ποία τα δυνατά +και ποία τα αδύνατα. Κρίνομεν με δύναμιν ανθρωπίνην πράγματα άγνωστα, +ακατανόητα και αόρατα• ούτω δε πολλά και εκ των εύκολων μας φαίνονται +δύσκολα και εκ των δυνατών αδύνατα, πολλάκις μεν και ένεκα απειρίας, +πολλάκις δε και ένεκα νηπιότητος φρενών• και τω όντι πας άνθρωπος και +ο πρεσβύτατος είνε νήπιος, καθότι μικρά και πολύ σύντομος είνε η +διάρκεια της ζωής συγκρινομένη προς την διάρκειαν των αιώνων. Πώς δε +δύνανται, φίλε μου, όσοι αγνοούν τας δυνάμεις των θεών και των άλλων +υπερφυσικών υπάρξεων να ειπούν ποίον είνε δυνατόν ή αδύνατον εκ των +τοιούτων; Παρετήρησες, Χαιρεφών, προ τριών ημερών τι χειμώνα έκανε : +Και μόνον η ανάμνησις των αστραπών εκείνων και των βροντών και της +φοβεράς σφοδρότητας των ανέμων προξενεί τρόμον• ενόμιζε κανείς ότι +όλος ο κόσμος θα κατεστρέφετο. Αλλά μετ' ολίγον επήλθε θαυμαστή +ευδία, η οποία εξακολουθεί μέχρι τούδε. Ποίον λοιπόν εκ των δύο +νομίζεις μεγαλείτερον και δυσκολώτερον, να γείνη τοιαύτη γαλήνη εξ +εκείνης της τρομεράς καταιγίδος και ανεμοζάλης και να επανέλθη ο +κόσμος όλος εις τοιαύτην ηρεμίαν ή να μεταβληθή η μορφή γυναικός εις +μορφήν πτηνού; Διότι το τελευταίον τούτο και τα παιδία σήμερον τα +γνωρίζοντα να πλάττουν δύνανται να το κατορθώσουν άμα λάβουν πηλόν ή +κηρόν ευκόλως εις τον αυτόν όγκον της ύλης δίδουν διαφόρους μορφάς +και σχήματα. Εις δε το θείον, το οποίον έχει μεγάλην και ασύγκριτον +προς τας ημετέρας δυνάμεις υπεροχήν, πάντα ταύτα θα είνε εύκολα και +ευκατόρθωτα. Δύνασαι να είπης πόσον μεγαλείτερος από σε είνε ο όλος +ουρανός; + +ΧΑΙΡ. Ποίος εκ των ανθρώπων, ω Σώκρατες, δύναται να εννοήση και να +ορίση τι εκ των τοιούτων; Είνε πράγματα αδύνατα. + +ΣΩΚΡ. Αλλά και αν συγκρίνωμεν τους ανθρώπους μεταξύ των δεν βλέπομεν +ότι υπάρχουν μεγάλαι διαφοραί εις τας δυνάμεις και τας αδυναμίας; Εάν +συγκρίνωμεν τους άνδρας προς τα νήπια, τα εντελώς βρέφη, τα οποία +έχουν ηλικίαν πέντε ή δέκα ημερών, βλέπομεν θαυμαστήν διαφοράν +δυνάμεως και αδυναμίας εις όλας σχεδόν τας πράξεις της ζωής. Και όσα +διά των τεχνών των τόσων πολυμηχάνων και όσα διά του σώματος και της +ψυχής κατορθώνουν, ταύτα, καθώς είπα, ουδέ να φαντασθούν δύνανται τα +πολύ μικρά παιδία. Και η δύναμις δε ενός ανδρός ακμαίου έχει +ασύγκριτον υπεροχήν προς την δύναμιν των παιδίων• καθότι εις ένα +άνδρα είνε εύκολον να υποτάξη πολλάς μυριάδας παιδίων• διότι η φύσις +ώρισεν ώστε η πρώτη ηλικία ημών να είνε εντελώς αδύνατος και ανίκανος +προς ό,τι δήποτε. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος διαφέρη τοσούτον από τον +άνθρωπον, τι πρέπει να νομίσωμεν περί της διαφοράς του όλου ουρανού +προς τας ημετέρας δυνάμεις διά τους δυναμένους να κάνουν τοιαύτας +παρατηρήσεις; Επόμενον είνε να συμπεράνωμεν οι περισσότεροι ότι όσον +μεγαλείτερος είνε ο κόσμος από το άτομον του Σωκράτους ή του +Χαιρεφώντος, τόσον και η δύναμις αυτού και η φρόνησις και η σκέψις +διαφέρει της διανοητικής ημών καταστάσεως. Εις εσέ και εις εμέ και +πολλούς άλλους ομοίους είνε πολλά αδύνατα, τα οποία εις άλλους είνε +πολύ εύκολα• και να παίξουν αυλόν οι μη γνωρίζοντες την τέχνην και ν' +αναγνώσουν ή να γράψουν οι αγράμματοι είνε πολύ πλέον αδύνατον από +του να γείνουν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών. Η δε φύσις +θέτουσα εις την κηρήθραν ζώον χωρίς πόδια και πτερά του δίδει πόδια +και πτέρωμα, το στολίζει με πολλά και ωραία χρώματα και δημιουργεί +την μέλισσαν, την σοφήν παραγωγόν του θείου μέλιτος, και από αυγά +άφωνα και άψυχα πλάττει διάφορα είδη πτηνών και πεζών και ενύδρων +ζώων, μεταχειριζομένη, ως λέγουν, μυστηριώδεις συνδυασμούς του +πληρούντος τα πάντα αιθέρος. Αφού λοιπόν αι δυνάμεις των θεών είνε +τόσον μεγάλαι, ημείς δε είμεθα θνητοί και μικροί εντελώς και ούτε τα +μεγάλα δυνάμεθα να εννοώμεν ούτε τα μικρά, περί των περισσοτέρων δε +απορούμεν και τα γύρω μας συμβαίνοντα μας είνε ακατανόητα, βεβαίως +ουδέν ασφαλές δυνάμεθα να είπωμεν, ούτε περί των αλκυόνων, ούτε περί +των αηδόνων και εγώ τουλάχιστον θα μεταδώσω εις τα παιδιά μου την +ιδέαν των αρχαίων, όπως την παρέδωκαν εις εμέ οι πρόγονοι περί του +άσματός σου, ω Αλκυών, ψαλμωδέ των θρήνων• και τον ευσεβή και +φίλανδρον έρωτά σου πολλάκις θα εξυμνήσω προς τας γυναίκας μου +Ξανθίππην και Μυρτώ, αναφέρων προς τοις άλλοις και την τιμήν την +οποίαν σου έκαμαν οι θεοί. Και συ, Χαιρεφών, θα με μιμηθής; + +ΧΑΙΡ. Βεβαίως, διότι όσα είπες είνε διττώς συντελεστικά διά την +αρμονίαν μεταξύ γυναικών και ανδρών. + +ΣΩΚΡ. Λοιπόν αφού χαιρετίσωμεν την Αλκυόνα καιρός είνε να +διευθυνθώμεν προς την πόλιν, αφήνοντες την παραλίαν του Φαλήρου. + +ΧΑΙΡ. Δεν έχω αντίρρησιν. + + + + +&ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ή ΚΑΥΚΑΣΟΣ& + + + + +&Ερμής, Ήφαιστος, Προμηθεύς.& + + +ΕΡΜ. Ο Καύκασος είνε εδώ, ω Ήφαιστε, όπου πρέπει να καρφώσωμεν αυτόν +τον άθλιον Τιτάνα. Ας εξετάσωμεν δε τώρα διά να εύρωμεν κρημνόν +κατάλληλον, εάν πουθενά υπάρχη μέρος το οποίον να μη σκεπάζουν τα +χιόνια, διά να καρφωθούν ασφαλέστερα τα δεσμά και αυτός να είνε +καταφανής εις όλους εις το μέρος όπου θα κρέμεται. + +ΗΦ. Ας εξετάσωμεν, ω Ερμή, διότι ούτε χαμηλά και πλησίον εις τας +υπώρειας πρέπει να σταυρωθή, διά να μη δυνηθούν να τον σώσουν τα +πλάσματά του, οι άνθρωποι, αλλ' ούτε και εις την κορυφήν — διότι τότε +δεν θα φαίνεται από κάτω — αλλ' αν συμφωνής εδώ κάπου εις το μέσον +υπεράνω της χαράδρας να σταυρωθή ούτως ώστε το ένα του χέρι να +καρφωθή εις τον ένα κρημνόν και το άλλο εις τον αντίθετον. + +ΕΡΜ. Καλά λέγεις. Οι βράχοι είνε απότομοι και απρόσιτοι εξ όλων των +μερών, επικλινείς δε ολίγον και μόλις μία στενή διάβασις υπάρχει διά +να περάση κανείς ακροποδητεί, και το μέρος είνε εντελώς κατάλληλον +διά την σταύρωσιν. Μη κάθεσαι λοιπόν, ω Προμηθεύ, αλλ' ανάβαινε και +άφησε χωρίς ματαίας αντιστάσεις να καρφωθής επί του όρους. + +ΠΡΟΜ. Αλλά σεις τουλάχιστον, ω Ήφαιστε και Ερμή, λυπηθήτε με διότι +αδίκως πάσχω. + +ΕΡΜ. Δηλαδή εννοείς να σε λυπηθούμεν και να σταυρωθούμεν αντί σου, +διότι θα παρακούσωμεν εις την προσταγήν του Διός; Ή νομίζεις ότι δεν +είνε αρκετός ο Καύκασος να χωρέση και δύο άλλους δεσμώτας; Έλα, +άπλωσε το δεξί σου χέρι• συ δε, Ήφαιστε, πρόσδεσε και κάρφωσέ το και +σφυροκόπησε δυνατά. Φέρε και το άλλο χέρι• και αυτό εστερεώθη καλά. +Και τώρα είνε όλα εν τάξει. Υπολείπεται μόνον ο αετός, ο οποίος θα +έλθη να σου σπαράξη το σηκότι διά να λάβης όλην την αμοιβήν διά τα +ωραία και ευφυή σου δημιουργήματα. + +ΠΡΟΜ. ω Κρόνε και Ιαπετέ και συ μητέρα, τι έπαθα ο δυστυχής χωρίς να +πράξω τίποτε κακόν. + +ΕΡΜ. Δεν έπραξες τίποτε κακόν, συ όστις αναλαβών την διανομήν των +κρεάτων, τόσον άδικον και απατηλήν την έκαμες, ώστε διά μεν τον +εαυτόν σου εκράτησες τα εκλεκτότερα, εις δε τον Δία προσέφερες +κόκκαλα, «καλύψας αργέτι δήμω»; {3} Διότι ενθυμούμαι ότι ο Ησίοδος +ούτω πως το λέγει. Έπειτα δε έπλασες τους ανθρώπους ζώα πανουργότατα, +και μάλιστα τας γυναίκας• εκτός δε τούτου έκλεψες το πολυτιμότατον +κτήμα των θεών, το πυρ και το παρέδωκες εις τους ανθρώπους. Και αφού +τόσα κακά έπραξες, λέγεις ότι τιμωρείσαι αδίκως; + +ΠΡΟΜ. Και συ, ω Ερμή, ως ο Όμηρος λέγει «αναίτιον αιτιάασαι», {4} αφού +μου αποδίδεις κατηγορίας διά τας οποίας εγώ, εάν επεκράτει +δικαιοσύνη, έπρεπε να αμειφθώ διά της εισαγωγής και διατροφής εις το +Πρυτανείον. Εάν ηυκαίρεις ευχαρίστως θα απελογούμην διά τα εγκλήματα +μου διά ν' αποδείξω ότι αδίκως με κατεδίκασεν ο Ζευς• συ δε ο οποίος +είσαι ευφράδης και έμπειρος εις τα δικηγορικά, ανάλαβε την +υπεράσπισίν του διά ν' αποδείξης αν δύνασαι, ότι δικαίως απεφάσισε να +σταυρωθώ πλησίον των Κασπίων τούτων πυλών επί του Καυκάσου και να +γείνω οικτρότατον θέαμα εις όλους τους Σκύθας. + +ΕΡΜ. Η έφεσίς σου, ω Προμηθεύ, είνε εκπρόθεσμος και εις ουδέν θα σε +ωφελήση• λέγε όμως• άλλως τε και είνε ανάγκη να περιμένωμεν έως ότου +έλθη ο αετός διά να σου περιποιηθή το σηκότι. Το μεταξύ δε χρονικόν +διάστημα-καλόν είνε να χρησιμοποιήσωμεν εις ακρόασιν ρήτορος +σοφιστού, οποίος είσαι συ ο πανουργότατος εις τους λόγους. + +ΠΡΟΜ. Να ομιλήσης πρώτον, συ, ω Ερμή, και να φανής αμείλικτος εις την +κατηγορίαν, χωρίς να παραλείψης τίποτε από τα δίκαια του πατρός σου. +Σε δε, Ήφαιστε, θέτω δικαστήν της υποθέσεώς μου. + +ΗΦ. Μα τον Δία, αντί δικαστού κατήγορον μάθε ότι θα μ' έχης, συ ο +οποίος κλέψας το πυρ μου αφήκες σβυσμένην και ψυχράν την κάμινον. + +ΠΡΟΜ. Λοιπόν διαιρέσετε την κατηγορίαν• και συ μεν ομίλησε περί της +κλοπής, ο δε Ερμής ας αναπτύξη το κατηγορητήριον διά την διανομήν των +κρεάτων και την πλάσιν των ανθρώπων• και οι δύο δε είσθε τεχνίται και +δεινοί ρήτορες. + +ΗΦ. Ο Ερμής ας ομιλήση και δι' εμέ• διότι εγώ δεν έχω καμμίαν σχέσιν +με λόγους δικηγορικούς• το έργον μου είνε γύρω εις το φυσερόν• ο +Ερμής όμως είνε ρήτωρ και πολύ ασχολείται εις τα τοιαύτα. + +ΠΡΟΜ. Εγώ λοιπόν δεν ήλπιζα ποτέ να αναφέρη την κλοπήν ο Ερμής και να +με κατακρίνη δι' αυτήν, ενώ είμεθα ομότεχνοι. Αλλ' αν και τούτο +αναλαμβάνης να υποστηρίξης, δεν είνε ανάγκη ν'αναπτύξης διά μακρών +την κατηγορίαν. + +ΕΡΜ. Βεβαίως όσα διέπραξες, ω Προμηθεύ, έχουν ανάγκην μακράς +αναπτύξεως και αρκετής παρασκευής και δεν αρκεί ν' αναφέρω +κεφαλαιωδώς τα εγκλήματά σου, ως λ. χ. ότι όταν ποτέ σου ανετέθη να +μοιράσης τα κρέατα, διά τον εαυτόν σου μεν εφύλαξες την καλλιτέραν +μερίδα, εξηπάτησες δε τον βασιλέα, και τους ανθρώπους έπλασες χωρίς +να υπάρχη ανάγκη, και κλέψας εκ του ουρανού το πυρ το έδωκες εις +αυτούς• και μου φαίνεται, φίλτατε, ότι πραγματικώς δεν εννοείς ότι +αφού τόσα και τοιαύτα έπραξες ο Ζευς σου εφάνη πολύ επιεικής. Εάν +λοιπόν αρνηθής ότι έπραξες αυτά, θα γείνη ανάγκη να τα αποδείξωμεν +και να ομιλήσω διά μακρών προσπαθών να διαλάμψη όσον το δυνατόν η +αλήθεια• εάν δε ομολογής ότι έκαμες τοιαύτην διανομήν των κρεάτων, +ότι επενόησες τους ανθρώπους και έκλεψες το πυρ, η κατηγορία, την +οποίαν σου απήγγειλα είνε αρκετή και δεν θα μακρηγορήσω περισσότερον, +διότι τούτο άλλως θα ήτο πολυλογία περιττή. + +ΠΡΟΜ. Εάν και αυτά τα οποία είπες είνε φλυαρία κενή, θα το μάθωμεν +ολίγον ύστερον• εγώ δε, αφού λέγεις ότι είνε ικανή η κατηγορία, θα +προσπαθήσω όσον δύναμαι να ανασκευάσω όσα μου κατηγορείς. Και εν +πρώτοις ας ομιλήσω περί των κρεάτων μολονότι, μα τον ουρανόν, και +τώρα που τα αναφέρω εντρέπομαι διά λογαριασμόν του Διός, όστις +παρίσταται τόσον μικρολόγος και μεμψίμοιρος, ώστε διότι εύρεν εις την +μερίδα του μικρόν κόκκαλον, έστειλεν εις ανασκολοπισμόν ένα θεόν τόσω +παλαιόν, χωρίς μήτε την βοήθειαν την οποίαν του έδωκα άλλοτε ως +σύμμαχος, να ενθυμήται, μήτε να εννοή πόσον γελοίον είνε το +αντικείμενον αυτής της κατηγορίας και πόσον παιδαριώδες είνε να +θυμώνη και ν' αγανακτή διότι δεν έλαβεν αυτός την μεγαλειτέραν +μερίδα. Αλλ' εις τα τοιαύτα γελάσματα, ω Ερμή, τα οποία συμβαίνουν +εις τα συμπόσια, δεν πρέπει νομίζω κανείς ναποδίδη σημασίαν, και αν +συμβή τι μεταξύ συμποσιαζόντων, πρέπει να το νομίζουν αστειότητα και +ν' αφίνουν τον θυμόν, τον οποίον τυχόν ησθάνθησαν, εις το συμπόσιον• +να κρατούν όμως έχθραν και να μνησικακούν και να διατηρούν παλαιάν +οργήν, τούτο ούτε εις θεούς ούτε εις βασιλείς αρμόζει. Διότι αν +αφαιρέση κανείς από τα συμπόσια τους αστεϊσμούς τούτους, τα γελάσματα +και τα σκώμματα, τα πειράγματα και τας αστειότητας, το υπολειπόμενον +είνε μέθη και κόρος και σιωπή, πράγματα κατηφή και χωρίς τέρψιν, τα +οποία ελάχιστα αρμόζουν εις συμπόσιον. Διά τούτο εγώ τουλάχιστον +ενόμιζα ότι ουδέ θα ενεθυμείτο αυτά την επιούσαν ο Ζευς και κάθε άλλο +επίστευα παρά ότι θα ηγανάκτει και θα ενόμιζεν ότι έπαθε μέγα κακόν +διότι ο διανέμων τα κρέατα έπαιζε θέλων να ίδη εάν θα διέκρινε την +καλλιτέραν μερίδα ο εκλέγων. Αλλ' υπόθεσε, ω Ερμή, την χειροτέραν +περίπτωσιν, ότι αντί να του δώσω την μικροτέραν μερίδα, δεν του έδιδα +τίποτε? λοιπόν διά τούτο έπρεπε, κατά το δη λεγόμενον, να αναστατωθή +η γη και ο ουρανός και να επινοηθούν δεσμά και σταυροί και ολόκληρος +Καύκασος και ν' αποσταλούν αετοί και να σπαράσσουν το ήπαρ; Πρόσεξε +μήπως αυτά μαρτυρούν πολλήν μικροψυχίαν του αγανακτούντος και +ευτέλειαν χαρακτήρος και πολλήν ευκολίαν θυμού. Διότι τι θα έπραττεν +ούτος αν έχανε ολόκληρον βώδι, αφού χάριν ολίγου κρέατος τόσον πολύ +θυμώνει; Οι άνθρωποι οι οποίοι, ως ήτο επόμενον, πολύ ευκολώτερα +οργίζονται από τους θεούς, είνε εν τοσούτω τόσον ανεκτικώτεροι εις τα +τοιαύτα. Και μεταξύ αυτών δεν θα ευρεθή κανείς όστις να τιμωρήση τον +μάγειρόν του διά σταυρού διότι, ενώ έψηνε τα κρέατα έγλυψε διά του +δακτύλου ολίγον εκ του ζωμού ή έφαγε αποκόψας μέρος των ψηνομένων +κρεάτων, αλλά τον συγχωρούν και αν τύχη δε να θυμώσουν υπερβολικά ή +τον γρονθοκοπούν ή τον ραπίζουν, δεν υπάρχει δε παράδειγμα ότι +ανεσκολοπίσθη κανείς μεταξύ των ανθρώπων διά τοιαύτην αιτίαν. + +Και διά μεν τα κρέατα αρκούν αυτά, τα οποία και εις εμέ απολογούμενον +προξενούν εντροπήν, αλλ' είνε πολύ μεγαλειτέρα εντροπή διά τον Δία να +με κατηγορή δι' αυτά• διά δε την πλάσιν και την δημιουργίαν των +ανθρώπων είνε καιρός να ομιλήσω τώρα. Τούτο, ω Ερμή, αποτελεί διττήν +κατηγορίαν και δεν γνωρίζω τι εκ των δύο μου κατηγορείτε, ότι δεν +υπήρχε καθόλου ανάγκη να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, αλλ' ότι ήτο +προτιμότερον να τους αφήσω εις την αδράνειαν της άλλης γης εξ ης τους +έπλασα, ή ότι έπρεπε να πλασθούν, αλλά διαφορετικοί και όχι οποίοι +επλάσθησαν. Εγώ όμως θα απαντήσω και διά τα δύο. Και εν πρώτοις ότι +ουδέν εζημιώθησαν οι θεοί διότι οι άνθρωποι ήλθον εις την ζωήν θα +προσπαθήσω ν' αποδείξω• έπειτα δε ότι είνε και συμφέρον και +καλλίτερον δι' αυτούς λίαν παρά εάν έμενεν η γη έρημος και χωρίς +ανθρώπους. Εάν λοιπόν παλαιόθεν — διότι ευκολώτερα θ' αποδειχθή ούτω +εάν εγώ κακώς έπραξα να σχηματίσω το ανθρώπινον γένος—εάν υπήρχε +μόνον το θείον και επουράνιον γένος, η δε γη ήτο εις αγρίαν και +άμορφον κατάστασιν, κατεχομένη όλη από δάση άγρια, ούτε βωμοί, ούτε +ναοί θεών υπήρχον—και πώς ηδύναντο να υπάρχουν;-— ούτε αγάλματα ή +ξόανα ή άλλο τι τοιούτον, εξ εκείνων τα οποία, πολυάριθμα φαίνονται +τώρα παντού και μετά τόσης φροντίδος τιμώνται. Εγώ δε — διότι πάντοτε +κάτι προνοώ χάριν του κοινού συμφέροντος και προσπαθώ πώς ν'αυξηθούν +μεν τα ανήκοντα εις τους θεούς, προκόψουν δε και τα άλλα όλα εις +αρμονίαν και ωραιότητα —εσκέφθηκα ότι ήτο καλλίτερον να λάβω ολίγον +πηλόν και να πλάσω εξ αυτού ζώα τινα και να δώσω εις αυτά μορφάς +προσομοιαζούσας προς τας ιδικάς μας• διότι ενόμιζα ότι κάτι έλειπεν +από το θείον, επειδή δεν υπήρχε τι αντίθετον, προς το οποίον να +δύναται να συγκριθή και ούτω να αναδεικνύεται ευδαιμονέστερον. Και να +είνε μεν θνητόν το γένος τούτο, αλλ' ευφυέστατον κατά τα άλλα και +νοημονέστατον και δυνάμενον να διακρίνη το καλλίτερον. + +Λοιπόν, ως λέγουν οι ποιηταί, «γαίαν ύδει φύρας» {5} και μαλάξας +έπλασα τους ανθρώπους, παρεκάλεσα δε και την Αθηνάν να με βοηθήση εις +το έργον. Αυτά είνε τα μεγάλα εγκλήματά μου προς τους θεούς. Και +βλέπεις ποία είνε η ζημία εάν εκ πηλού έκαμα ζώα και εις το πρώην +ακίνητον έδωκα κίνησιν και φαίνεται ότι έκτοτε οι θεοί είνε +ολιγώτερον θεοί, διότι και επί της γης έγειναν ζώα τινα θνητά• ο δε +Ζευς τώρα αγανακτεί, ως εάν εκ της δημιουργίας των ανθρώπων +ελαττούται η αξία των θεών, εκτός εάν φοβήται μήπως και αυτοί +σκεφθούν να επαναστατήσουν εναντίον του και να κινήσουν πόλεμον κατά +των θεών, όπως οι Γίγαντες. Αλλ' ότι ουδόλως εζημιώθητε, ω Ερμή, παρ' +εμού και των έργων μου είνε φανερόν• ή συ απόδειξέ μου και την +ελαχίστην ζημίαν και τότε εγώ θα σιωπήσω και θ' αναγνωρίσω ότι δίκαια +έπαθα εκ μέρους υμών. Ότι δε τα έργα μου έγειναν χρήσιμα εις τους +θεούς αρκεί, διά να το εννοήσης, να παρατηρήσης εξ' ύψους την γην +όλην και να ίδης ότι δεν είνε πλέον ξηρά και ακαλλιέργητος, αλλά +στολισμένη με πόλεις, αγρούς καλλιεργημένους και φυτά ήμερα, και την +θάλασσαν διασχιζομένην υπό πλοίων και τας νήσους κατοικημένας, +πανταχού δε βωμούς και θυσίας και ναούς και πανηγύρεις• + +μεσταί δε Διός πάσαι μεν αγυιαί, πάσαι δ' ανθρώπων αγοραί {6} + +Εάν εδημιούργουν τους ανθρώπους διά να είνε μόνον κτήμα μου, θα +ηδυνάμην ίσως να κατηγορηθώ ως πλεονέκτης• αλλ' εγώ αφού τους +εδημιούργησα τους κατέστησα κοινόν κτήμα των θεών• και ενώ παντού +δύναταί τις να ίδη ναούς του Διός και του Απόλλωνος, της Ήρας και +σου, ω Ερμή, του Προμηθέως ουδαμού φαίνεται ναός. Βλέπεις, ότι μόνον +περί του συμφέροντός μου φροντίζω, τα δε κοινά καταπροδίδω και +ζημιώνω. + +Αλλά θέλω να μου είπης και τούτο, ω Ερμή, εάν νομίζης ότι δύναται να +υπάρξη αγαθόν άγνωστον, κτήμα ή έργον το οποίον ουδείς βλέπει και +ουδείς επαινεί και αν το τοιούτον δύναται να είνε εξ ίσου ευχάριστον +εις τον κάτοχον αυτού. Διά τούτου θέλω να είπω, ότι αν δεν +εδημιουργούντο οι άνθρωποι, θα έμενε χωρίς θεατάς το κάλλος του +σύμπαντος και θα ήμεθα κάτοχοι πλούτου, ο οποίος ούτε υπό άλλων θα +εθαυμάζετο, ούτε δι' ημάς θα ήτο όσον σήμερον πολύτιμος, διότι, δεν +θα είχαμεν τίποτε κατώτερον προς το οποίον να τον συγκρίνωμεν, ούτε +θα είχαμεν συνείδησιν όλης της ευτυχίας μας μη βλέποντες άλλους +στερουμένους των όσων ημείς απολαμβάνομεν. Το μέγα φαίνεται τοιούτον +μόνον όταν συγκρίνεται προς το μικρόν. Σεις, δε αντί να με τιμήσετε +δι' αυτάς μου τας πράξεις, μ' εσταυρώσατε, και αυτήν την αμοιβήν μου +εδώκατε διά την προνοητικότητά μου. + +Αλλά θα είπης ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν κακούργοι και +μοιχεύουν και πολεμούν και τας αδελφάς των νυμφεύονται και +επιβουλεύονται την ζωήν των γονέων των. Αλλά μήπως και μεταξύ ημών +των θεών δεν είνε πολλή αφθονία τοιούτων εγκλημάτων; Και πρέπει +κανείς διά τούτο να κατηγορήση την Γην και τον Ουρανόν διότι μας +εγέννησαν; Αλλά δύνασαι να είπης και τούτο ακόμη ότι μας δίδει πολλάς +φροντίδας η επιτήρησίς των. Ο ποιμήν όμως δεν θεωρεί δυστύχημα ότι +έχει το ποίμνιον και ευρίσκεται εις την ανάγκην να φροντίζη δι' αυτό• +διότι αι φροντίδες αποτελούν την ευτυχίαν του• άλλως και η φροντίς +είνε τέρψις διότι συντελεί να διερχώμεθα τον καιρόν χωρίς πλήξιν. +Διότι τι θα εκάναμεν εάν δεν είχαμεν να φροντίζωμεν περί των +ανθρώπων; + +Θα διηρχόμεθα τον καιρόν με αργίαν, θα επίναμεν το νέκταρ και θα +εγεμίζαμεν την γαστέρα με αμβροσίαν χωρίς να έχωμεν κανένα πόθον. +Εκείνο δε το οποίον προ πάντων με πνίγει από αγανάκτησιν, είνε ότι +ενώ με κατηγορείτε ότι έκαμα τους ανθρώπους και μάλιστα τας γυναίκας, +όμως τας ερωτεύεσθε και δεν παύετε να κατέρχεσθε εις την γην, άλλοτε +μεν εις ταύρους, άλλοτε δε εις σατύρους και κύκνους μεταμορφούμενοι +και καταδέχεσθε να γεννάτε εξ αυτών θεούς. Αλλ' ίσως θα είπης ότι +έπρεπε μεν να πλασθούν οι άνθρωποι, διαφορετικοί όμως και όχι +ομοιάζοντες προς ημάς. Και ποίον άλλο υπόδειγμα ηδυνάμην να προτιμήσω +από εκείνο το οποίον εγνώριζα ως το τελειότερον; Ή έπρεπε να κάμω τον +άνθρωπον ζώον ανόητον, άγριον και θηριώδες; Αλλά τότε πώς θα +προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και πώς θα σας απένεμον τας άλλας +τιμάς αν ήσαν τοιούτοι; Αλλά σεις όταν μεν σας προσφέρουν εκατόμβας +προσέρχεσθε και δεν βαρύνεσθε ούτε και αν είνε ανάγκη να μεταβήτε +μέχρι του Ωκεανού «μετ' αμύμονας Αιθιοπήας {7}»• τον δε αίτιον των +προσφερομένων προς υμάς τιμών εσταυρώσατε. Ως προς το ζήτημα λοιπόν +των ανθρώπων, όσα είπα είνε επίσης αρκετά. + +Τώρα δε μεταβαίνω εις την υπόθεσιν του πυρός και την επονείδιστον +εκείνην κλοπήν. Και σ' εξορκίζω εις τους θεούς να μην αρνηθής να μου +αποκριθής εις την εξής ερώτησιν• μήπως ημείς εστερήθημεν το πυρ, αφ' +ότου το έχουν και οι άνθρωποι; Βεβαίως όχι. Διότι η φύσις του +πράγματος τούτου είνε, μου φαίνεται, να μη ολιγοστεύη, εάν και άλλος +πάρη εξ αυτού• διότι δεν σβύνει αν ανάψη κανείς άλλος. Επομένως είνε +φθόνος καθαρός το τοιούτον, διότι εμποδίζατε να δοθή εις τους έχοντας +ανάγκην κάτι το οποίον σεις δεν θα εστερείσθε και ουδόλως θα +εζημιώνεσθε. Και όμως αφού είσθε θεοί έπρεπε να είσθε αγαθοί και +«δοτήρες εάων»{8} και απηλλαγμένοι παντός φθόνου. Άλλως τε και αν +ολόκληρον το πυρ αφήρουν εκ του ουρανού και το εκόμιζα κάτω εις την +γην, χωρίς ν' αφήσω εξ αυτού τίποτε, η ζημία σας δεν θα ήτο μεγάλη. +Διότι ουδόλως έχετε ανάγκην αυτού, καθότι ούτε κρυόνετε, ούτε την +αμβροσίαν ψήνετε, ούτε τεχνητόν φως χρειάζεσθε. Εις τοις ανθρώπους δε +είνε απαραίτητον το πυρ και διά τας άλλας των ανάγκας, αλλά και διά +τας θυσίας, διά να διαχύνουν εις τας οδούς την κνίσσαν των θυμάτων, +να θυμιάζουν διά του λιβανωτού και να καίουν τα μηρία επί των βωμών. +Γνωρίζω δε πόσον σας ευχαριστεί ο καπνός των θυσιών και ότι αυτήν την +ευωχίαν νομίζετε ως την νοστιμωτέραν, όταν η κνίσσα φθάνη εις τον +ουρανόν «ελισσομένη περί καπνώ {9}». Επομένως η κατηγορία αύτη είνε +όλως εναντία προς τας διαθέσεις σας. Απορώ δε πώς δεν διατάσσετε και +τον ήλιον να παύση να φωτίζη τους ανθρώπους• διότι και αυτός είνε +πυρ, πολύ θαυμαστότερον και φλογερώτερον. Ή και εκείνον κατηγορείτε +ότι ασωτεύει την περιουσίαν σας; Αυτή είνε η απολογία μου. Σεις δε, +Ερμή και Ήφαιστε, εάν νομίζετε ότι είπα τίποτε, το οποίον δεν είνε +ορθόν, ελέγξετε και επανορθώσετέ με, εγώ δε θα απολογηθώ εκ νέου. + +ΕΡΜ. Δεν είνε εύκολον, ω Προμηθεύ, να συναγωνισθή κανείς προς +δικηγόρον τόσον δυνατόν. Αλλά να είσαι ευχαριστημένος ότι ο Ζευς δεν +ήκουσε την απολογίαν σου• διότι αντί ενός δέκα έξ αετούς θα έστελλε +να σου σπαράσσουν τα εντόσθια. Τόσον φοβερόν κατηγορητήριον του +έκαμες, ενώ εφαίνεσο απολογούμενος. Αλλά δεν εννοώ πώς, ενώ είσαι +μάντις, δεν προέβλεπες ότι θα υποστής τοιαύτην τιμωρίαν. + +ΠΡΟΜ. Εγνώριζα, ω Ερμή, και αυτό και ότι πάλιν θ' απολυθώ γνωρίζω. +Εντός ολίγου καιρού θα έλθη κάποιος εκ Θηβών, αδελφός σου, ο οποίος +θα τοξεύση και θα φονεύση τον αετόν, όστις, ως λέγεις, θα έλθη να με +βασανίζη. + +ΕΡΜ. Εύχομαι να γίνουν όλα αυτά, Προμηθεύ, και να σ' επανίδω +ελεύθερον και συντρώγοντα με ημάς, αλλ' όχι και διανέμοντα τα κρέατα. + +ΠΡΟΜ. Να είσαι βέβαιος ότι θα συμφάγω με σας. Ο Ζευς θα με λύση εις +ανταπόδοσιν εκδουλεύσεως όχι μικράς, την οποίαν θα του κάμω. + +ΕΡΜ. Ποίαν εκδούλευσιν; Δεν μου την λες, σε παρακαλώ; + +ΠΡΟΜ. Γνωρίζεις, ω Ερμή, την Θέτιν; Αλλά δεν πρέπει να σου 'πω• +πρέπει να φυλάξω το μυστικόν, διά να μου χρησιμεύση ως πληρωμή και +λύτρον διά την καταδίκην μου. + +ΕΡΜ. Φύλαξε το, Τιτάν, αφού αυτό νομίζεις καλλίτερον. Ημείς δε ας +φύγωμεν, Ήφαιστε• διότι πλησιάζει ο αετός. Λοιπόν καλή υπομονή• και +εύχομαι να έλθη ταχέως ο Θηβαίος τοξότης, που είπες, διά να σε σώση +από τους σπαραγμούς του ορνέου. + + + + +ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ + + + + +1. +&Διογένους και Πολυδεύκους.& + +ΔΙΟΓ. Άκουσε, Πολυδεύκη, έχω μίαν παραγγελίαν να σου κάμω, άμα θα πας +επάνω—και νομίζω πως αύριον είνε η σειρά σου να αναζήσης—αν ίδης +πουθενά τον κυνικόν Μένιππον,—δύνασαι δε να τον εύρης εις την +Κόρινθον κατά το Κράνειον {10} ή εις το Λύκειον να περιγελά τους +φιλονεικούντας μεταξύ των φιλοσόφους — να του 'πης, ότι ο Διογένης, ω +Μένιππε, σε καλεί, αν αρκετά εγέλασες με τα εγκόσμια, να έλθης εδώ, +όπου έχεις να γελάσης πολύ περισσότερον. Διότι εκεί μεν ο γέλως είνε +ακόμη διστακτικός και πολλή η αμφιβολία διά τα μετά θάνατον• εδώ όμως +δεν θα παύσης να γελάς με όλη σου την καρδιά, όπως εγώ τώρα και +μάλιστα όταν θα βλέπης τους πλουσίους, τους μεγιστάνας και βασιλείς +τόσον ταπεινούς και ευτελείς, ώστε μόνον από το κλάψιμον +διακρίνονται, και πόσον η ανάμνησις του επάνω κόσμου τους αρρωσταίνει +και τους κάνει γελοίους. Αυτά να του 'πης και ακόμη όταν θα έλθη να +μη λησμονήση να γεμίση την σακκούλα του λούμπινα και αν εύρη εις τας +τριόδους κανένα δείπνον της Εκάτης ή αυγόν καθαρισμού ή άλλο τι +τοιούτον. {11} + +ΠΟΛ. Θα τα είπω όλα αυτά, Διογένη• αλλά διά να τον γνωρίσω +ευκολώτερα, δεν μου λες πώς είνε το εξωτερικόν του; + +ΔΙΟΓ. Είνε γέρων φαλακρός και φορεί ένδυμα μυριοτρύπητον, το οποίον +είνε ανοικτόν εις κάθε άνεμον και έχει όλων των χρωμάτων τα +μπαλώματα. Γελά δε πάντοτε και ως επί το πολύ εμπαίζει τους +φαντασμένους εκείνους φιλοσόφους. + +ΠΟΛ. Ευκολώτερον θα τον εύρω με αυτά τα χαρακτηριστικά. + +ΔΙΟΓ. Θέλεις να σου παραγγείλω κάτι και διά τους ιδίους τους +φιλοσόφους; + +ΠΟΛ. Μάλιστα, διότι ουδέ τούτο θα μου δώση βάρος. + +ΔΙΟΓ. Λοιπόν ειπέ τους εν γένει να παύσουν να φλυαρούν και περί όλων +να φιλονεικούν και να φυτεύουν κέρατα {12} εις αλλήλους και +κροκοδείλους να κατασκευάζουν και με τοιαύτα αλλόκοτα αινίγματα να +εξασκούν τάχα τον νουν. + +ΠΟΛ. Αλλά θα 'πουν ότι εγώ είμαι αμαθής και ανάξιος διά να κατακρίνω +την σοφίαν των. + +ΔΙΟΓ. Και συ να τους 'πης εκ μέρους μου να σκάσουν. + +ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά. + +ΔΙΟΓ. Εις τους πλουσίους δε, αγαπητόν Πολυδεύκιον, να 'πης και τα +εξής εκ μέρους μου. Προς τι, ανόητοι, φυλάττετε τον χρυσόν; Διατί δε +βασανίζετε τον εαυτόν σας να λογαριάζετε τους τόκους και να σωρεύετε +τάλαντα επί ταλάντων, ενώ ένας μόνον οβολός θα σας χρειασθή διά να +έλθετε εδώ μετ' ολίγον; + +ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά προς εκείνους. + +ΔΙΟΓ. Αλλά και εις τους ωραίους και δυνατούς να πης, εις τον Μέγιλλον +λ. χ. τον Κορίνθιον και τον Δαμόξενον τον παλαιστήν, ότι εδώ ούτε τα +ξανθά μαλλιά, ούτε τα λαμπρά ή μαύρα μάτια, ή το ερύθημα του προσώπου +υπάρχει πλέον μετά θάνατον, ούτε νεύρα έντονα ή ώμοι δυνατοί, αλλ' +όλοι είμεθα μία και η αυτή σκόνη, ως λέγει και η παροιμία, και κρανία +γυμνά, από κάθε κάλλος. + +ΠΟΛ. Δεν είνε δύσκολον να 'πω και αυτά εις τους ωραίους και ισχυρούς. + +ΔΙΟΓ. Και εις τους πτωχούς, ω Λάκων, — διότι πολλοί μεταξύ αυτών είνε +οι λυπούμενοι διά την τύχην των και καταρώμενοι την πενίαν — λέγε να +μη κλαίουν, ούτε να οδύρωνται και να διηγηθής την ισοτιμίαν η οποία +επικρατεί εδώ και ότι εδώ θα ίδουν τους εκεί πλουσίους κατ' ουδέν +καλλιτέρους από αυτούς. Και εις τους δικούς σου δε τους +Λακεδαιμονίους να 'πης, αν θέλης, εκ μέρους μου και να τους επιπλήξης +ότι εχαυνώθησαν. + +ΠΟΛ. Ά, μη λες τίποτε περί των Λακεδαιμονίων, Διογένη, διότι δεν θα +το ανεχθώ. Όσα όμως παρήγγειλες διά τους άλλους θα τα 'πω. + +ΔΙΟΓ. Αφού το θέλεις, ας αφήσωμεν τους Λακεδαιμονίους, αλλά μη +παραλείψης να 'πης εις τους άλλους όσα σου παρήγγειλα. + + +2. +&Πλούτων ή κατά Μενίππου.& + + +ΚΡΟΙΣΟΣ. Δεν υποφέρομεν πλέον, ω Πλούτων, να συγκατοική με ημάς αυτός +ο σκυλάνθρωπος• ώστε ή αυτόν μετάθεσε ή ημείς να μετοικήσωμεν εις +άλλο μέρος. + +ΠΛΟΥΤ. Τι κακόν σας κάνει αφού και αυτός είνε νεκρός όπως σεις; + +ΚΡ. Οσάκις ημείς κλαίομεν και στενάζομεν, ενθυμούμενοι όσα αφήκαμεν +επάνω, ο μεν Μίδας αυτός τον χρυσόν, ο δε Σαρδανάπαλος τας πολλάς +απολαύσεις και εγώ τους θησαυρούς, μας περιγελά και μας υβρίζει και +μας αποκαλεί ανδράποδα και καθάρματα, ενίοτε δε και τραγουδεί και +ταράσσει την θλίψιν μας και κατά πάντα τρόπον είνε οχληρός. + +ΠΛ. Τ' είν' αυτά που λέγουν, Μένιππε; + +ΜΕΝ. Είνε αληθινά, ω Πλούτων. Τους μισώ αυτούς διότι είνε χυδαίοι και +απαίσιοι. Δεν αρκεί ότι έζησαν κακώς, αλλά και αφού απέθαναν ακόμη +ενθυμούνται και ποθούν τα του κόσμου• ευχαριστούμαι λοιπόν να τους +πειράζω. + +ΠΛ. Δεν πρέπει όμως• διότι δεν εστερήθησαν μικρά πράγματα και η λύπη +των δεν είνε αδικαιολόγητος. + +ΜΕΝ. Και συ, είσαι ανόητος, ω Πλούτων, και συμφωνείς με τους +στεναγμούς των; + +ΠΑ. Καθόλου, αλλά δεν θέλω να ερίζετε. + +ΜΕΝ. Και όμως, φαυλότατοι Λυδοί και Φρύγες και Ασσύριοι, μάθετε ότι +δεν θα παύσω• διότι όπου και αν θα πάτε θα σας ακολουθήσω διά να σας +πειράζω, να σας ξεκουφαίνω και να σας εμπαίζω. + +ΚΡ. Δεν είνε ύβρεις αυταί; + +ΜΕΝ. Όχι, ύβρεις είνε εκείνα τα οποία εκάνετε σεις, αξιούντες να σας +προσκυνούν, εξευτελίζοντες ανθρώπους ελευθέρους και ουδόλως +ενθυμούμενοι ότι υπάρχει και θάνατος. Λοιπόν κλαίετε τώρα διότι +εστερήθητε όλα εκείνα. + +ΚΡ. Αλλοίμονον, εχάσαμεν πολλά και μεγάλα. + +ΜΙΔ. Πόσον χρυσόν εγώ. + +ΣΑΡΔ. Πόσας δε απολαύσεις εγώ. + +ΜΕΝ. Λαμπρά, έτσι σας θέλω, να οδύρεσθε, εγώ δε να τραγουδώ και να +σας ενθυμίζω αδιακόπως το «γνώθι σαυτόν»• διότι ταιριάζει ως επωδός +εις αυτούς τους κλαυθμούς. + + +3. +&Μενίππου, Αμφιλόχου και Τροφωνίου.& + + +ΜΕΝ. Σεις, ω Τροφώνιε, και Αμφίλοχε, ενώ είσθε νεκροί δεν γνωρίζω πώς +σας έκτισαν ναούς και θεωρείσθε μάντεις και οι ανόητοι άνθρωποι σας +νομίζουν θεούς. + +ΑΜΦ. Τι πταίομεν λοιπόν ημείς εάν εκείνοι εξ ανοησίας έχουν τοιαύτας +ιδέας περί νεκρών; + +ΜΕΝ. Αλλά δεν θα τας είχαν, εάν σεις όταν εζήτε δεν εκάνετε αγυρτείας +διά να τους πείσετε ότι προβλέπετε τα μέλλοντα και ότι δύνασθε να τα +'πήτε -εις τους ερωτώντας. + +ΤΡΟΦ. Ο Αμφίλοχος απ' εδώ, ω Μένιππε, ας σου απαντήση εις αυτά, εγώ +δε είμαι ήρως και δίδω χρησμούς εις εκείνους οι οποίοι κατεβαίνουν +εις το σπήλαιόν μου. Φαίνεται ότι δεν επήγες ποτέ εις την Λεβαδείαν, +άλλως δεν θα εδυσπίστεις προς τα λεγόμενα παρ' εμού. + +ΜΕΝ. Τι λες; Εάν δεν επήγα εις την Λεβαδείαν και τυλιγμένος εις +σινδόνια κατά τρόπον γελοίον, κρατών δε εις τα χέρια προσφοράν δεν +εισήλθα διά του χαμηλού στομίου εις το σπήλαιον, δεν θα μου ήτο +δυνατόν να γνωρίζω ότι είσαι νεκρός καθώς ημείς και μόνον κατά την +αγυρτείαν διαφέρεις; Αλλά σε εξορκίζω εις την μαντικήν σου, δεν μου +λες τι είνε ήρως; διότι δεν το ξέρω. + +ΤΡΟΦ. Κάτι σύνθετον εξ ανθρώπου και θεού. + +ΜΕΝ. Το οποίον ούτε άνθρωπος είνε, ως λέγεις, ούτε θεός και είνε και +τα δύο; Τώρα δε τι απέγεινε το θείον σου ήμισυ; + +ΤΡΟΦ. Ευρίσκεται εις την Βοιωτίαν, ω Μένιππε, και δίδει χρησμούς. + +ΜΕΝ. Αυτό το οποίον λέγεις, ω Τροφώνιε, δεν το ξέρω• αλλ' εκείνο που +βλέπω καθαρά είναι ότι είσαι καθ' ολοκληρίαν νεκρός. + + +4. +&Ερμού και Χάρωνος.& + + +ΕΡΜ. Έλα να λογαριάσωμεν, αν θέλης, ω πορθμεύ, πόσα μου χρεωστείς έως +τώρα, διά να μη έχωμεν πάλιν φιλονεικίας δι' αυτά. + +ΧΑΡ. Ας λογαριασθούμεν, ω Ερμή. Αυτό είνε το καλλίτερον και διά την +ησυχίαν μας. + +ΕΡΜ. Μου παρήγγειλες και σου έφερα μίαν άγκυραν πέντε δραχμών. + +ΧΑΡ. Πολλά λες. + +ΕΡΜ. Μα τον Πλούτωνα, πέντε δραχμάς την ηγόρασα, και ένα σπάγγον διά +τους σκαρμούς δύο οβολών. + +ΧΑΡ. Λοιπόν, βάλε πέντε δραχμάς και δύο οβολούς. + +ΕΡΜ. Και μίαν σακκορράφαν διά το πανί• επλήρωσα πέντε οβολούς. + +ΧΑΡ. Πρόσθεσε και αυτούς. + +ΕΡΜ. Σου έφερα επίσης κερί διά να φράξης του πλοιαρίου τα ανοίγματα, +προσέτι δε καρφιά και σχοινί με το οποίον έκαμες την υπέραν• όλα δύο +δραχμάς. + +ΧΑΡ. Και αυτά εις καλήν τιμήν τα ηγόρασες. + +ΕΡΜ. Αυτά είνε, εκτός αν ελησμονήσαμεν τίποτε. Πότε λοιπόν λες να μου +τα πληρώσης αυτά; + +ΧΑΡ. Τώρα, ω Ερμή, είνε αδύνατον• αν δε κανένα θανατικόν ή πόλεμος +μας στείλη κάτω πολλούς, θα γείνη τρόπος να κερδίσω, διότι θα δύναμαι +να τους γελώ εις τον λογαριασμόν των πορθμείων. + +ΕΡΜ. Λοιπόν εγώ διά να πάρω όσα έχω να λαμβάνω πρέπει να εύχωμαι να +συμβούν συμφοραί; + +ΧΑΡ. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, ω Ερμή. Τώρα δε όπως βλέπεις μας +έρχονται ολίγοι, διότι εις τον κόσμον είνε ειρήνη. + +ΕΡΜ. Προτιμότερον αυτό, αν έτσι αναβάλλεται η εξόφλησις. Αλλ' +ενθυμείσαι, ω Χάρων, πώς ήσαν οι παλαιοί οι οποίοι μας ήρχοντο εδώ; +Όλοι ανδρείοι, καταιματωμένοι και πληγωμένοι οι περισσότεροι; Τώρα δε +όποιος έρχεται ή υπό του τέκνου του εδηλητηριάσθη ή υπό της γυναικός +του ή έχει πρισμένην την κοιλιάν και τα σκέλη εκ της πολυφαγίας, όλοι +δε είνε ωχροί και άθλιοι, ουδόλως ομοιάζοντες προς εκείνους• και οι +πλείστοι εξ αυτών φαίνεται ότι έρχονται εξ αιτίας επιβουλών διά +χρήματα. + +ΧΑΡ. Ναι, είνε περιπόθητον το χρήμα. + +ΕΡΜ. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι και εγώ έχω άδικον να σου ζητώ όσα +μου οφείλεις. + + +5. +&Πλούτωνος και Ερμού.& + + +ΠΛΟΥΤ. Γνωρίζεις τον γέροντα, τον πολύ γέροντα, τον πλούσιον +Ευκράτην, ο οποίος δεν έχει μεν παιδιά, αλλ' έχει πεντακισμυρίους +κόλακας που θέλουν να τον κληρονομήσουν; + +ΕΡΜ. Ναι, λέγεις τον Σικυώνιον. Λοιπόν τι; + +ΠΛΟΥΤ. Αυτόν μεν, ω Ερμή, άφησε να ζήση και μετά τα ενενήντα έτη, τα +οποία έζησε και να του χαρίσης άλλα τόσα, και αν δυνατόν ακόμη +περισσότερα• τους δε κόλακάς του, τον νέον Χαρίνον και τον Δάμονα και +τους άλλους όλους φέρε τους εδώ κάτω το ταχύτερον. + +ΕΡΜ. Αυτό θα φανή άτοπον. + +ΠΛΟΥΤ. Εξ εναντίας δικαιότατον• διότι διατί αυτοί εύχονται ν' αποθάνη +εκείνος και διατί θέλουν να πάρουν τα χρήματά του, χωρίς να έχουν +καμμίαν συγγένειαν προς αυτόν; Και το αισχρότερον είνε ότι, ενώ +επιθυμούν τον θάνατόν του, εις το φανερόν τον περιποιούνται, και όταν +ασθενή, οι σκοποί των είνε φανεροί εις όλους και όμως υπόσχονται να +προσφέρουν θυσίας εις τους θεούς διά την ανάρρωσίν του και +παντοιοτρόπως τον κολακεύουν. Δι' αυτά αυτός μεν ας μένη εις την +ζωήν, αυτοί δε ας προαποθάνουν και ας μείνουν με το στόμα ανοικτόν. + +ΕΡΜ. Το αξίζουν να πάθουν αυτό το παιγνίδι διά την πανουργίαν των. +Αλλά και εκείνος δεν τους εμπαίζει ολιγώτερον• τους τρέφει με ελπίδας +και ενώ φαίνεται ετοιμοθάνατος αντέχει περισσότερον από τους νέους. +Αυτοί δε τώρα έχουν διαιρέσει μεταξύ των την περιουσίαν του και +πλουτούν με την φαντασίαν των. + +ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν αυτός μεν ας αποβάλη το γήρας και, καθώς ο Ιόλεως {13} +ας επανέλθη εις την νεότητα. Αυτοί δε ας αφήσουν τας ελπίδας και τον +ονειροποληθέντα πλούτον και ας έλθουν εδώ διά να τιμωρηθούν επαξίως +της κακίας των. + +ΕΡΜ. Μη σε μέλει, ω Πλούτων• θα τους φέρω τον ένα μετά τον άλλον• +είνε δε νομίζω επτά. + +ΠΛΟΥΤ. Φέρε τους, ο δε Ευκράτης ας τους θάψη όλους και από γέρος ας +γείνη πάλιν έφηβος. + + +6. +&Τερψίωνος και Πλούτωνος.& + + +ΤΕΡΨ. Είνε δίκαιον αυτό, Πλούτων, ν' αποθάνω εγώ εις ηλικίαν +τριάκοντα ετών, ο δε γέρων Θούκριτος να ζη ακόμη, ενώ έχει περάσει τα +ενεννήντα; + +ΠΛΟΥΤ. Δικαιότατον, ω Τερψίων, αφού αυτός μεν ζη χωρίς να εύχεται ν' +αποθάνη κανείς εκ των φίλων του, συ δε καθ' όλον τον καιρόν +επεβουλεύεσο την ζωήν του, περιμένων να τον κληρονομήσης. + +ΤΕΡΨ. Και δεν έπρεπε αυτός, ο οποίος είνε γέρων και δεν δύναται πλέον +ν'απολαύση τον πλούτον, να φύγη εκ της ζωής και να παραχωρήση την +περιουσίαν του εις τους νέους; + +ΠΛΟΥΤ. Νέους νόμους θέλεις να εισαγάγης, Τερψίων, ώστε ο μη δυνάμενος +να μεταχειρισθή τον πλούτον προς τέρψιν ν' αποθνήσκη• αλλ' η Μοίρα +και η φύσις άλλως ώρισαν. + +ΤΕΡΨ. Λοιπόν, αυτήν την τάξιν κατακρίνω• έπρεπε να γίνονται τα +πράγματα ούτω πως, ώστε ο γεροντότερος ν' αποθνήσκη προτήτερα και +μετ' αυτόν ο κατόπιν ερχόμενος κατά την ηλικίαν• να μη γίνεται δε +καμμία παράβασις αυτού του κανόνος, και να ζη μεν ο υπέργηρως, ο +οποίος έχει τρία δόντια ακόμη, μόλις βλέπει, στηρίζεται επί τεσσάρων +υπηρετών διά να βαδίζη και τρέχει η μύτη του, είνε δε τσιμπλιασμένα +τα μάτια του και δεν έχει πλέον καμμίαν απόλαυσιν, οι δε νέοι τον +εμπαίζουν ως ζωντανόν τάφον, και ν' αποθνήσκουν προ αυτού οι +ωραιότεροι και ευρωστότεροι νέοι. Αυτό είνε άνω ποταμών. Τουλάχιστον +έπρεπε να γνωρίζωμεν πότε θ' αποθάνη έκαστος γέρων, διά να μη +περιποιούμεθα μερικούς εξ αυτών εις μάτην. Τώρα δε συμβαίνει το +λεγόμενον υπό της παροιμίας, ότι η βωδάμαξα πολλάκις σύρει τα βώδια. + +ΠΛΟΥΤ. Όπως γίνονται τα πράγματα είνε λογικώτερα παρά όπως τα θέλεις +συ. Διατί επιδιώκετε τα ανήκοντα εις τους άλλους και διά κολακειών +προσπαθείτε να καταφέρετε τους ατέκνους γέροντας να σας υιοθετούν; +Ούτω γίνεσθε γελοίοι αποθνήσκοντες προτήτερα από εκείνους και ο +κόσμος διασκεδάζει διά λογαριασμόν σας• διότι όσον σεις εύχεσθε ν' +αποθάνουν εκείνοι, τόσον ευχαριστούνται οι άλλοι όταν προαποθαίνετε. +Είνε νέα τέχνη αυτή την οποίαν σεις επενοήσατε, ν' αγαπάτε τας γραίας +και τους γέροντας, όταν είνε άτεκνοι, ν' αδιαφορήτε δε δι' αυτούς, αν +έχουν τέκνα. Ούτω δε πολλοί εκ των γερόντων, εννοούντες τους σκοπούς +σας και αν τύχη να έχουν τέκνα, προσποιούνται ότι τα μισούν, διά να +έχουν και αυτοί την αγάπην σας. Έπειτα δε εις τας διαθήκας των, +αποκλείονται μεν οι φίλοι, επικρατούν δε τα τέκνα και η φύσις, όπως +είνε δίκαιον, οι δε κόλακες βλέποντες ότι εγελάσθηκαν, τρίζουν από +πείσμα τα δόντια. + +ΤΕΡΨ. Αυτά είνε αληθινά. Πόσα μου έφαγεν εμένα ο Θούκριτος, που +εφαίνετο ότι από στιγμής εις στιγμήν θ' αποθάνη ! Οσάκις εισηρχόμην +να τον ιδώ εστέναζε και εξέπεμπε κάτι τι βαθύ από το στήθος του, ως +νεοσσός ατελής, ο οποίος μικροκράζει μέσα από το αυγό του. Ούτω δε +εγώ νομίζων ότι μετ' ολίγον θ' αναβή επάνω εις το φέρετρον, του +έστελνα πολλά δώρα, διά να συναγωνίζωμαι προς τους αντεραστάς κατά +την μεγαλοδωρίαν, και πολλάκις αγρυπνούσα, σκεπτόμενος και υπολογίζων +και τακτοποιών τα της κληρονομίας. Αύται αι αγρυπνίαι και αι +φροντίδες έγειναν και του θανάτου μου αφορμή• ο δε γέρων αφού μου +κατέπιε τόσον δόλωμα, παρέστη εις την κηδείαν μου και εγέλα διά το +πάθημα μου. + +ΠΛΟΥΤ. Εύγε Θούκριτε, και να ζήσης πολύ ακόμη διά να εμπαίζης τους +τοιούτους• να μη αποθάνης δε πριν ή συνοδεύσης τας κηδείας όλων των +κολάκων. + +ΤΕΡΨ. Τώρα και εγώ θα ευχαριστηθώ πολύ, ω Πλούτων, εάν ο Χαροιάδης +αποθάνη προ του Θουκρίτου. + +ΠΛΟΥΤ. Να είσαι βέβαιος, Τερψίων, ότι και ο Φείδων και ο Μέλανθος και +όλοι οι άλλοι θα έλθουν εδώ προ αυτού, αποστελλόμενοι υπό των ιδίων +φροντίδων. + +ΤΕΡΨ. Τα επιδοκιμάζω αυτά ολοψύχως. Σου εύχομαι να ζήσης πολύ, πάρα +πολύ, Θούκριτε. + + +7. +&Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου.& + + +ΖΗΝ. Συ δε, Καλλιδημίδη, πώς απέθανες; Εγώ ήμουν παράσιτος του +Δεινίου και επνίγηκα διότι έφαγα πάρα πολύ• τα ξέρεις, διότι ήσουν +εκεί όταν απέθανα. + +ΚΑΛ. Ναι, Ζηνόφαντε. Ο δικός μου θάνατος συνέβη κατά τρόπον +παράδοξον. Μήπως και συ έτυχε να γνώρισες τον γέροντα Πτοιόδωρον; + +ΖΗΝ. Τον άκληρον και πλούσιον, με τον οποίον είχες πολλάς σχέσεις. + +ΚΑΛ. Τον επεριποιούμην τακτικά, αυτός δε μου υπέσχετο ότι όταν μετ' +ολίγον θ' απέθνησκε θα με άφινε κληρονόμον. Αλλ' επειδή το πράγμα +ετράβα εις μάκρος και ο γέρων έζη περισσότερον από τον Τιθωνόν, +ευρήκα ένα σύντομον δρόμον διά να φθάσω εις την κληρονομίαν• +επρομηθεύθηκα δηλητήριον και έπεισα τον οινοχόον, μόλις ζητήση ο +Πτοιόδωρος να πιή — πίνει δε αρκετά και άκρατον— να ρίψη εις το +ποτήρι το φάρμακον, το οποίον να έχη ήδη έτοιμον• και εις αμοιβήν του +υπεσχέθην με όρκον να του δώσω την ελευθερίαν του. + +ΖΗΝ. Τι λοιπόν έγινε; Διότι μαντεύω ότι συνέβη κάτι πολύ παράδοξον. + +ΚΑΛ. Αφού λοιπόν ελούσθημεν και εκαθήσαμεν εις το τραπέζι, ο υπηρέτης +ο οποίος είχεν ήδη έτοιμα δύο ποτήρια έδωκε το μεν ένα το οποίον +περιείχε το δηλητήριον εις τον Πτοιόδωρον, το δε άλλο εις εμέ. Αλλά +δεν γνωρίζω πώς έγεινε το λάθος και εγώ μεν επήρα εκείνο το οποίον +περιείχε το δηλητήριον, ο δε Πτοιόδωρος εκείνο το οποίον δεν είχε. +Και ο μεν Πτοιόδωρος ήπιε χωρίς να πάθη τίποτε εγώ δε αμέσως έπεσα +κάτω νεκρός αντί εκείνου. Πώς, γελάς, Ζηνόφαντε; Δεν κάνεις καλά να +γελάς διά το δυστύχημα του φίλου σου. + +ΖΗΝ. Τι να κάνω, Καλλιδημίδη; Αυτά που έπαθες είνε αστεία. Ο δε γέρων +τι έκαμε; + +ΚΑΛ. Κατ' αρχάς εταράχθη ολίγον διά το αιφνίδιον, έπειτα όμως +εννοήσας, υποθέτω, τι συνέβη, εγέλα και αυτός διά το λάθος του +οινοχόου. + +ΖΗΝ. Αλλά δεν έπρεπε να πάρης το παράστρατον• από τον κανονικόν +δρόμον θα ήρχετο ασφαλέστερον η κληρονομιά αν και ολίγον αργότερα. + + +8. +&Κνήμωνος και Δαμνίππου.& + + +ΚΝΗΜ. Μου συνέβη εκείνο που λέγει η παροιμία• έπεσα, στο λάκκο που +έσκαψα. + +ΔΑΜΝ. Διατί αγανακτείς, Κνήμων; + +ΚΝΗΜ. Είνε να μην αγανακτώ; Αφήκα κληρονόμον χωρίς να τον θέλω και +παρέλειψα εκείνους εις τους οποίους ήθελα ν' αφήσω την περιουσίαν +μου, απατηθείς κατά τρόπον ελεεινόν. + +ΔΑΜΝ. Και πώς συνέβη αυτό; + +ΚΝΗΜ. Επεριποιούμην τον Ερμόλαον τον πολύ πλούσιον ελπίζων εις τον +θάνατόν του• και αυτός δεν εδέχετο δυσαρέστως τας περιποιήσεις μου. +Ενόμισα δε ότι θα ήτο έξυπνον και συντελεστικόν εις τον σκοπόν μου να +κάμω φανεράν διαθήκην με την οποίαν να τον ανακηρύττω κληρονόμον μου, +διά να τον φιλοτιμήσω να κάμη και αυτός το ίδιον. + +ΔΑΜΝ. Εκείνος δε τι έκαμε; + +ΚΝΗΜ. Αυτός τι διαθήκην έκαμε δεν γνωρίζω• εγώ όμως απέθανα έξαφνα, +διότι έπεσεν η στέγη επάνω μου, και τώρα ο Ερμόλαος έχει τα υπάρχοντά +μου, σαν λαβράκι, το οποίον μαζύ με το δόλωμα εκατάπιε και το +αγκίστρι. + +ΔΑΜΝ. Και όχι μόνον το αγκίστρι, αλλά και σε τον ψαρράν• ώστε +πραγματικώς έπεσες εις τον λάκκον που έσκαψες. + +ΚΝΗΜ. Δεν το είπα; Γι' αυτό κλαίω και οδύρομαι. + + +9. +&Σιμύλου και Πολυστράτου.& + + +ΣΙΜ. Επί τέλους έρχεσαι και συ, Πολύστρατε, εδώ κάτω αφού έζησες +σχεδόν εκατό χρόνια; + +ΠΟΛ. Ενεννήντα οκτώ, Σιμύλε. + +ΣΙΜ. Και πώς επέρασες τα τριάντα τα οποία έζησες κατόπιν από εμέ; +Διότι θα ήσουν εβδομήντα περίπου ετών όταν εγώ απέθανα. + +ΠΟΛ. Λαμπρά, όσον παράδοξον και αν σου φαίνεται τούτο. + +ΣΙΜ. Βέβαια παράδοξον μου φαίνεται ένας γέρων ασθενής και άτεκνος +προσέτι να μπορέση να ζήση ευχάριστα. + +ΠΟΛ. Εν πρώτοις έκανα ό,τι ήθελα• είχα δε εις την διάθεσίν μου +πολλούς ωραίους παίδας και γυναίκας χαριτωμένας και αρώματα και οίνον +ανθοσμίαν και τα τραπέζια μου ήσαν πλουσιώτερα από τα Σικελικά. + +ΣΙΜ. Αυτά μου φαίνονται παράδοξα, διότι σε εγνώριζα πολύ φειδωλόν. + +ΠΟΛ. Θα μ' εννοήσης, φίλε μου, άμα σου πω ότι οι άλλοι επλήρωναν. Από +το πρωί άρχιζαν να κτυπούν την πόρτα μου οι ενδιαφερόμενοι δι' εμέ• +έπειτα δε κατέφθαναν διάφορα δώρα προερχόμενα απ' όλα τα μέρη της +γης. + +ΣΙΜ. Μήπως εχρημάτισες τύραννος μετά τον θάνατον μου, Πολύστρατε; + +ΠΟΛ. Όχι, αλλ' είχα πολυαρίθμους εραστάς. + +ΣΙΜ. Με κάνεις να γελώ• εραστάς εις την ηλικίαν σου, που έχεις ακόμη +μόνον τέσσαρα δόντια; + +ΠΟΛ. Μα τον Δία είχα τους αρίστους της πόλεως. Μολονότι είμαι γέρων +και φαλακρός, ως βλέπεις, και έχω τσιμπλιασμένα τα μάτια και η μύτη +μου τρέχει, ετρελλαίνοντο να με περιποιούνται και ήτο ευτυχής εκείνος +εξ αυτών, τον οποίον και μόνον ητένιζα. + +ΣΙΜ. Μήπως και συ έκαμες εις κανένα εκδούλευσιν ομοίαν προς εκείνην +που έκαμε ο Φάων προς την Αφροδίτην όταν εκ Χίου την επέρασε εις την +απέναντι παραλίαν και εις αμοιβήν τον έκαμε εκ νέου νέον, ωραίον και +αξιέραστον; + +ΠΟΛ. Όχι, αλλ' όπως είμαι ήμουν περιπόθητος. + +ΣΙΜ. Αυτά είνε ακατανόητα. + +ΠΟΛ. Και όμως είνε γνωστός αυτός ο έρως προς τους πλουσίους και +ατέκνους γέροντας. + +ΣΙΜ. Α! τώρα εννοώ ότι το κάλλος σου, θαυμάσιε Πολύστρατε, προήρχετο +από την χρυσήν Αφροδίτην. + +ΠΟΛ. Λοιπόν, Σιμύλε, δεν απήλαυσα ολίγα από τους εραστάς, οι οποίοι +σχεδόν μ' επροσκυνούσαν• έκανα δε και νάζια πολλάκις και απέπεμπα +μερικούς εξ αυτών ενίοτε, αυτοί δε συνηγωνίζοντο και προσπαθούσαν +ποίος να υπερβή τον άλλον εις τας προς εμέ περιποιήσεις των. + +ΣΙΜ. Επί τέλους δε πώς διέθεσες την περιουσίαν σου; + +ΠΟΛ. Εις μεν το φανερόν έλεγα εις έκαστον εξ αυτών ότι θα τον αφήσω +κληρονόμον μου, αυτός δε επίστευε και εγίνετο κολακευτικώτερος, αλλ' +εις την αληθινήν μου διαθήκην έλεγα εις όλους ότι τους έχω γραμμένους +εκεί που ξέρεις. + +ΣΙΜ. Και εις την αληθινήν σου διαθήκην ποίον αφήκες κληρονόμον ή +μήπως κανένα συγγενή σου; + +ΠΟΛ. Ά μπα ! κληρονόμον μου έκαμα ένα νεαρόν δούλον τον οποίον είχα +προσφάτως αγοράσει, ένα ωραίον Φρύγα. + +ΣΙΜ. Πόσον ετών, Πολύστρατε; + +ΠΟΛ. Είκοσι περίπου. + +ΣΙΜ. Εννοώ τίνος είδους υπηρεσίας σου παρείχεν αυτός. + +ΠΟΛ. Άξιζε περισσότερον από αυτούς να κληρονομήση αν και ήτο βάρβαρος +και διεφθαρμένος. Τώρα και οι επιφανέστεροι των συμπολιτών τον +περιποιούνται και τον έχουν φίλον. Εκείνος λοιπόν μ' εκληρονόμησε και +τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενών, ξυρίζει το πρόσωπον και +βαρβαρίζει εις την γλώσσαν, αλλά θεωρείται ευγενέστερος του Κόδρου, +ωραιότερος του Νιρέως και συνετώτερος του Οδυσσέως. + +ΣΙΜ. Αδιάφορον• ας γείνη και αρχιστράτηγος της Ελλάδος, εάν θέλη, +αρκεί ότι εκείνοι οι άλλοι δεν εκληρονόμησαν. + + +10. +&Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων.& + + +ΧΑΡ. Ακούσετε πώς είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως +βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την +παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή, +σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζή σας τόσα +πράγματα? αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και +μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε. + +ΕΡΜ. Πώς να κάμωμεν λοιπόν διά να ταξειδεύσωμεν με ασφάλειαν; + +ΧΑΡ. Θα σας 'πω• πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να +αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα +σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε, να μη δεχθής πλέον +κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήση τα πράγματά +του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα +ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται +γυμνοί. + +ΕΡΜ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. —Συ ο πρώτος ποίος είσαι; + +ΜΕΝ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου, ω Ερμή, και η +βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην• την κάπα μου ούτε καν την έφερα +και έκαμα καλά. + +ΕΡΜ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον +του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου διά να βλέπης όλους +τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε; + +ΧΑΡ. Χαρμόλεως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος διά κάθε φίλημα +ελάμβανε δύο τάλαντα. + +ΕΡΜ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζύ με τα φιλήματα και +την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το +δέρμα. Καλά είσαι τώρα• είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός +δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα +άγριον ποίος είνε; + +ΛΑΜΠ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων. + +ΕΡΜ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς; + +ΛΑΜΠ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς; + +ΕΡΜ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός• ώστε να ταφήσης αυτά. + +ΛΑΜΠ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον. + +ΕΡΜ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν +διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζή. + +ΛΑΜΠ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν. + +ΕΡΜ. Όχι, αλλά και αυτά να ταφήσης. + +ΛΑΜΠ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις. + +ΕΡΜ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν, +και αυτά να ταφήσης. + +ΛΑΜΠ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου. + +ΕΡΜ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος +είσαι; + +ΔΑΜ. Δαμασίας ο αθλητής. + +ΕΡΜ. Ναι, φαίνεσαι• σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας +παλαίστρας. + +ΔΑΜ. Μάλιστα, ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός. + +ΕΡΜ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να +ταποβάλης, διότι μόνον το έν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το +βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα +{14}. + +ΔΑΜ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους +άλλους νεκρούς. + +ΕΡΜ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων, +άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα• και μη φέρης +μαζύ σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα, +εγκατάλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους +τους οποίους σου απένειμε ποτέ η πόλις και τας επιγραφάς των +ανδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον• +διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι. + +ΚΡΑΤ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως• διότι τι δύναμαι να κάμω; + +ΕΡΜ. Μπα! μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το +τρόπαιον; + +ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με +ετίμησε. + +ΕΡΜ. Άφησε το εδώ το τρόπαιον διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και +δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ήθος και αγέρωχος, ο +έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και +έχει δάσος από γένεια; + +ΜΕΝΙΠ. Είνε κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος +από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα 'δης πολλά και γελοία +κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του. + +ΕΡΜ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα. +ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζύ του, πόσην δε αμάθειαν και +φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους +σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους• αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν +και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να +έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και +τρυφηλότητα• τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις. +Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι +καλλίτερος των άλλων διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με +πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση; + +ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφίνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις. + +ΜΕΝ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και +βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας. + +ΕΡΜ. Καλά λέγεις- άφησε και αυτά. + +ΦΙΛ. Και ποιος θα μου τα κουρεύση; + +ΕΡΜ. Ο Μένιππος απ' εδώ ας πάρη ένα πέλεκυν ναυπηγικόν και αφού +στηρίξη το πηγούνι του επί της αποβάθρας ας του τα κόψη. + +ΜΕΝ. Όχι, ω Ερμή, αλλά πριόνι δόσε μου• διότι αυτό θα είνε +αστειότερον. + +ΕΡΜ. Ο πέλεκυς θα είνε αρκετός. Λαμπρά, τώρα είσαι ανθρωπινώτερος, +αφού απέβαλες αυτήν την τραγίσιαν βρώμαν. + +ΜΕΝ. Θέλεις να του κόψω ολίγον και από τα φρύδια; + +ΕΡΜ. Μάλιστα, διότι δεν γνωρίζω πώς κατορθώνει να τα σηκώνη υψηλότερα +από το μέτωπον. Μπα! κλαίεις, κάθαρμα, και φοβείσαι τον θάνατον; Έλα, +έλα, πήγαινε μέσα. + +ΜΕΝ. Κάτι τι ακόμη το βαρύτερον απ' όλα κρύπτει υπό την μασχάλην του. + +ΕΡΜ. Τι, ω Μένιππε; + +ΜΕΝ. Την κολακείαν, ω Ερμή, η οποία πολύ του εχρησίμευσε εις την +ζωήν. + +ΦΙΛ. Λοιπόν και συ, ω Μένιππε, άφησε την ελευθερίαν, την +ελευθεροστομίαν, την αναισθησίαν προς την λύπην και το θάρρος και τον +γέλωτα• διότι συ μόνος εξ όλων γελάς εδώ. + +ΕΡΜ. Όχι. Αλλά κράτησέ τα αυτά• διότι -είνε ελαφρά -και πολύ +ευκολοσήκωτα και χρήσιμα εις το ταξείδι. Και συ δε, ρήτωρ, άφησε την +τόσην απεραντολογίαν και την πληθώραν των λόγων, τας αντιθέσεις και +τας παρομοιώσεις, τας στρογγυλάς περιόδους και τους βαρβαρισμούς και +τα άλλα βάρη των λόγων. + +ΡΗΤ. Ιδού, τα αφίνω. + +ΕΡΜ. Καλά. Ώστε τώρα λύσε τα σχοινιά, ας τραβήξωμεν την σκάλαν, ας +ανελκυσθή η άγκυρα, τέντωσε το πανί και κανόνισε το τιμόνι• και τώρα +καλό ταξείδι. Αλλά τι έχετε και κλαίετε, ανόητοι, και μάλιστα συ ο +φιλόσοφος, του οποίου προ ολίγου εκλαδέψαμεν τα γένεια; + +ΦΙΛ. Διότι, ω Ερμή, ενόμιζα ότι η ψυχή ήτο αθάνατος. + +ΜΕΝ. Ψεύδεται• δι' άλλα πράγματα λυπείται. + +ΕΡΜ. Ποία; + +ΜΕΝ. Ότι δεν θα καθήση πλέον εις πολυτελή γεύματα, ούτε θα εξέρχεται +την νύκτα κρυφά και σκεπάζων την κεφαλήν με το ένδυμά του θα +περιέρχεται τα χαμαιτυπεία, την δε ημέραν θα εξαπατά τους νέους με +την δήθεν σοφίαν του και θα τους φορολογή• δι' αυτά λυπείται. + +ΦΙΛ. Και συ, Μένιππε, δεν λυπείσαι διότι απέθανες; + +ΜΕΝ. Πώς; Εγώ έτρεξα εις τον θάνατον χωρίς κανείς να με καλέση {15} +Αλλ' ενώ ομιλούμεν, δεν σας φαίνεται ότι έρχεται μία βοή ως να +φωνάζουν άνθρωποι από την γην; + +ΕΡΜ. Ναι, ω Μένιππε, και δεν έρχεται μόνον από ένα μέρος αυτός ο +θόρυβος• αλλ' άλλοι μεν συνήλθον εις την συνέλευσιν του λαού +χαρούμενοι και γελούν διά τον θάνατον του Λαμπίχου, ενώ αι γυναίκες +συνέλαβον την γυναίκα του και τα μικρά του τέκνα λιθοβολούνται υπό +των παιδίων. Αλλού χειροκροτούν τον Ρήτορα Διόφαντον ο οποίος +εξεφώνησεν εις την Σικυώνα τον επιτάφιον αυτού του Κράτωνος. Αλλ' +ακούω, μα τον Δία, και την μητέρα του Δαμασίου, η οποία κλαίει και +μοιρολογεί με άλλας γυναίκας τον Δαμασίαν, Μόνον σε, ω Μένιππε, δεν +κλαίει κανείς, αλλά σε αφίνουν μόνον και ήσυχον. + +ΜΕΝ. Όχι δα• μετ' ολίγον θ' ακούσης τα σκυλιά να κλαίουν +συγκινητικώτατα δι' εμέ και τα κοράκια να κτυπούν τα πτερά των, όταν +θα συναχθούν να με θάψουν. + +ΕΡΜ. Είσαι γενναίος, Μένιππε. Αλλ' επειδή εφθάσαμεν, σεις μεν +πηγαίνετε εις το δικαστήριον, ακολουθούντες αυτόν τον ίσιον δρόμον, +εγώ δε και ο Χάρων θα επιστρέψωμεν να φέρωμεν άλλους. + +ΜΕΝ. Καλό ταξείδι, ω Ερμή• ας προχωρήσωμεν δε και ημείς. Αλλά διατί +διστάζετε και βραδύνετε; Ν' αποφύγωμεν την δίκην δεν είνε δυνατόν, +λέγουν δε ότι αι καταδίκαι είνε βαρείαι, τροχοί και λίθοι βαρείς και +γύπες• θ' αποκαλυφθή δε καθενός η ζωή λεπτομερώς. + + +11. +&Κράτητος και Διογένους.& + + +ΚΡΑΤ. Εγνώριζες, Διογένη, τον Μοίριχον τον πλούσιον, τον πολύ +πλούσιον, από την Κόρινθον, ο οποίος είχε τα πολλά πλοία και του +οποίου ανεψιός ήτο ο Αριστέας, πλούσιος και αυτός; ο οποίος συνήθιζε +να λέγη το του Ομήρου: + +ή μ' ανάειρ' ή εγώ σε {16} + +ΔΙΟΓ. Διατί; + +ΚΡΑΤ. Επεριποιούντο ο είς τον άλλον χάριν της κληρονομίας, διότι ήσαν +ομήλικοι και τας διαθήκας των συνέταξαν φανερά• και ο μεν Μοίριχος +άφινε τον Αριστέα κληρονόμον, εάν θ' απέθνησκε προ αυτού, τον +Μοίριχον δε ο Αριστέας, εάν αυτός ανεχώρει προτήτερα. Αυτά έγραφαν +και συνηγωνίζοντο εις τας κολακείας και τας περιποιήσεις. Οι δε +μάντεις, και εκείνοι οι οποίοι από την κίνησιν των άστρων +συμπεραίνουν το μέλλον και εκείνοι οίτινες το εξηγούν από τα όνειρα, +όπως οι Χαλδαίοι, αλλά και αυτός ο Πύθιος Απόλλων οτέ μεν εις τον +Αριστέα προέλεγον ότι θα επιζήση, οτέ δε εις τον Μοίριχον, και τα +τάλαντα άλλοτε μεν έγερναν προς το μέρος του ενός, άλλοτε δε προς το +μέρος του άλλου. + +ΔΙΟΓ. Και το πράγμα πώς ετελείωσε, Κράτη; διότι ενδιαφέρομαι να το +ακούσω. + +ΚΡΑΤ. Και οι δύο απέθαναν την αυτήν ημέραν, αι δε κληρονομίαι +περιήλθαν εις τον Ευνόμιον και τον Θρασυκλέα, συγγενείς οι οποίοι +ουδέποτε εφαντάζοντο ότι θα εκληρονόμουν. Θείος και ανεψιός +ταξειδεύοντες από Σικυώνος εις Κίρραν, κατελήφθησαν εις το μέσον του +πορθμού υπό σφοδρού βορειοδυτικού, ο οποίος, τους ανέτρεψε και τους +εβύθισε. + +ΔΙΟΓ. Καλά έπαθαν. Ημείς δε όταν εζούσαμεν δεν είχαμεν τοιαύτας ιδέας +μεταξύ μας• ούτε εγώ ευχήθηκα ποτέ ν' αποθάνη ο Αντισθένης διά να +κληρονομήσω την βακτηρίαν του—είχε δε μίαν πολύ δυνατήν από αγριεληάν +— ούτε συ, νομίζω, Κράτη, επεθύμεις ν' αποθάνω διά να κληρονομήσης τα +κτήματά μου, το πιθάρι και την σακκούλαν, η οποία περιείχε δύο +χοίνικας λούπινα. + +ΚΡΑΤ. Διότι δεν είχα καμμίαν ανάγκην από αυτά, αλλ' ούτε και συ, +Διογένη. Όσα μας εχρειάζοντο τα εκληρονομήσαμεν, συ από τον +Αντισθένην και εγώ από σε, τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα και +ευγενέστερα από το βασίλειον των Περσών. + +ΔΙΟΓ. Ποία εννοείς; + +ΚΡΑΤ. Την σοφίαν, την ολιγάρκειαν, την αλήθειαν, την ειλικρίνειαν και +την ελευθερίαν. + +ΔΙΟΓ. Ναι, ενθυμούμαι ότι αυτόν τον πλούτον εκληρονόμησα από τον +Αντισθένην και εις εσέ αφήκα έτι περισσότερα. + +ΚΡΑΤ. Οι άλλοι όμως δεν απέδιδαν σημασίαν εις αυτά τα κτήματα και +κανείς δεν μας επεριποιείτο με την ελπίδα της κληρονομίας, αλλ' όλοι +απέβλεπαν εις το χρήμα. + +ΔΙΟΓ. Ευλόγως, διότι δεν είχαν πού να φυλάξουν τα δικά μας αγαθά. Από +τας απολαύσεις ήσαν διάτρητοι, καθώς τα σάπια βαλάντια• ώστε και αν +συνέβαινε να εισαγάγη κανείς εις αυτούς σοφίαν ή ελευθεροστομίαν και +αλήθειαν εξέφευγεν αμέσως και κατέρρεε, καθότι ο πυθμήν δεν ηδύνατο +να υποβαστάση• δήλα δή κάτι ανάλογον με εκείνο το οποίον παθαίνουν αι +θυγατέρες του Δαναού που προσπαθούν να γεμίσουν το τρύπιο πιθάρι• τον +χρυσόν όμως εφύλατταν με δόντια και νύχια και με πάντα τρόπον. + +ΚΡΑΤ. Λοιπόν ημείς μεν θα έχωμεν και εδώ τον πλούτον μας, αυτοί δε θα +έλθουν με ένα μόνον οβολόν και αυτόν μέχρις ου πληρώσουν τον πορθμέα. + + +12. +&Αλεξάνδρου, Αννίβου, Μίνωος και Σκηπίωνος.& + + +ΑΛΕΞ. Εγώ πρέπει να προτιμηθώ από σε, Αφρικανέ• διότι είμαι +καλλίτερός σου. + +ΑΝ. Όχι δα, εγώ. + +ΑΛΕΞ. Λοιπόν ο Μίνως ας δικάση. + +ΜΙΝ. Πρώτον ειπέτε μου ποίοι είσθε. + +ΑΛΕΞ. Αυτός μεν εδώ είνε ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος, εγώ δε Αλέξανδρος ο +υιός του Φιλίππου. + +ΜΙΝ. Αληθώς είσθε ένδοξοι και οι δύο. Αλλά διατί φιλονεικείτε; + +ΑΛΕΞ. Περί πρωτείων, διότι αυτός εδώ διατείνεται ότι υπήρξε στρατηγός +καλλίτερος από εμέ, εγώ δε, καθώς όλοι γνωρίζουν όχι μόνον αυτού, +αλλ' όλων σχεδόν των προ εμού υπήρξα ανώτερος εις τους πολέμους. + +ΜΙΝ. Λοιπόν έκαστος ιδιαιτέρως ας ομιλήση, συ δε πρώτος ο Αφρικανός +έχεις τον λόγον. + +ΑΝ. Τούτο, ω Μίνω, εκέρδισα εδώ κάτω ότι έμαθα και την Ελληνικήν +γλώσσαν,{17} ώστε ουδέ κατά τούτο δύναται ούτος να με υπερβάλη. Φρονώ +δε μάλιστα ότι εκείνοι προ πάντων είνε αξιέπαινοι όσοι δεν ήσαν εξ +αρχής τίποτε και όμως διά των ιδίων προσπαθειών και της ευφυίας των +προώδευσαν μεγάλως, εδοξάσθησαν και εκρίθησαν άξιοι να ανατεθή εις +αυτούς η αρχή. Εγώ λοιπόν με ολίγους εκστρατεύσας εις την Ιβηρίαν ως +υπαρχηγός του αδελφού μου, εκρίθην άξιος και μου ανετέθησαν τα +μεγαλείτερα αξιώματα• και όχι μόνον τους Κελτίβηρας υπέταξα και τους +Γαλάτας ενίκησα τους προς δυσμάς κατοικούντας, αλλ' υπερβάς και τα +μεγάλα όρη τα πέριξ του Ιριδανού, επέδραμα εις όλας τας εκείθεν +χώρας, κατέστρεψα τόσας πόλεις και την πεδινήν Ιταλίαν υπέταξα και +μέχρι των προαστείων της πρωτευούσης πόλεως έφθασα και τόσους +εφόνευσα εντός μιας ημέρας, ώστε τα δακτυλίδια των εμετρήθησαν με +μεδίμνους και τους ποταμούς εγεφύρωσα με νεκρούς. Και ταύτα πάντα +έπραξα, χωρίς ούτε του Άμμωνος υιός να λέγωμαι, ούτε να προσποιούμαι +ότι είμαι θεός ή να διηγούμαι όνειρα της μητρός μου, αλλ' ωμολόγουν +ότι είμαι άνθρωπος και είχα αντιπάλους τους συνετωτέρους των +στρατηγών, και κατά των μαχιμωτέρων στρατιωτών επολέμησα• δεν ενίκησα +Μήδους και Αρμενίους οίτινες έφευγον πριν τους καταδιώξη κανείς και +παρέδιδαν ευθύς την νίκην εις εκείνον ο οποίος είχεν ολίγην τόλμην. Ο +Αλέξανδρος δε εύρων έτοιμον κράτος από τον πατέρα του ηύξησε την +δύναμίν του και πάρα πολύ εξέτεινε τα όριά του με την βοήθειαν της +τύχης. Αφού δε ενίκησε και τον ελεεινόν εκείνον Δαρείον εις τον Ισσόν +και τα Άρβηλα κατετρόπωσε, απαρνηθείς τα πάτρια ήθη, είχε την αξίωσιν +να προσκυνήται και τα ήθη των Μήδων προσέλαβε και εφόνευε τους φίλους +του κατά τα συμπόσια και μόνος εξετέλει τας θανατικάς του καταδίκας. +Εγώ δε εκυβέρνησα με δικαιοσύνην την πατρίδα μου, και όταν μ' +εκάλεσε, διότι οι εχθροί κατέπλευσαν με στόλον μέγαν εις την Αφρικήν, +ευθύς υπήκουσα και ως απλούς πολίτης προσεφέρθην εις την υπεράσπισίν +της• και όταν κατεδικάσθην αγογγύστως υπέφερα την καταδίκην. Τοιαύτα +δε έπραξα, ενώ είμαι βάρβαρος και άγευστος της Ελληνικής παιδείας και +ούτε τας Ραψωδίας του Ομήρου γνωρίζω απ' έξω όπως αυτός, ούτε τον +σοφόν Αριστοτέλη είχα διδάσκαλον, τα πάντα δε οφείλω εις την ευφυίαν +μου. Και δι' αυτά υποστηρίζω ότι είμαι καλλίτερος του Αλεξάνδρου. Εάν +δε αυτός είνε καλλίτερος, διότι φέρει περί την κεφαλήν βασιλικόν +διάδημα, ίσως μεν εις τους Μακεδόνας φαίνεται τούτο σπουδαίον, +πραγματικώς όμως δεν είνε διά τούτο καλλίτερος γενναίου και +στρατηγικού ανδρός, ο οποίος ανεδείχθη μάλλον διά της αξίας του παρά +διά της τύχης. + +ΜΙΝ: Δεν ωμίλησεν άσχημα, ουδέ ως θα επερίμενε κανείς από ένα +Αφρικανόν. Συ δε, Αλέξανδρε, τι απαντάς εις αυτά; + +ΑΛΕΞ. Έπρεπεν, ω Μίνω, να μη απαντήσω τίποτε προς άνθρωπον τόσον +αυθάδη• διότι αρκεί και μόνον η φήμη διά να σε πληροφορήση ποίος μεν +βασιλεύς υπήρξα εγώ, τι δε ληστής ήτο αυτός. Αλλ' όμως άκουσε διά να +ίδης πόσον ανώτερος αυτού υπήρξα. Νέος ακόμη ανέλαβα την εξουσίαν και +ανήλθα εις θρόνον σαλευόμενον, και κατεδίωξα τους φονείς του πατρός +μου• αφού δε εστερέωσα την εξουσίαν μου εις την Μακεδονίαν και +κατεπτόησα την Ελλάδα διά της καταστροφής των Θηβών και ανεκηρύχθην +στρατηγός υπό των Ελλήνων, δεν ηρκέσθην να βασιλεύω επί των Μακεδόνων +και δεν περιωρίσθην εις όσα ο πατήρ μου μού αφήκε, αλλ' απεφάσισα να +υποτάξω όλην την γην και εθεώρουν ως αποτυχίαν εάν δεν κατώρθωνα να +γείνω κύριος όλου του κόσμου. Έχων δε ολιγάριθμον στρατόν εισέβαλα +εις την Ασίαν και εις τον Γρανικόν ενίκησα μεγάλην νίκην και υποτάξας +την Λυδίαν την Ιωνίαν και Φρυγίαν, από νίκης εις νίκην έφθασα μέχρι +του Ισσού, όπου μ' επερίμενεν ο Δαρείος με πολλάς μυριάδας στρατού• +γνωρίζετε δε, Μίνω, πόσους νεκρούς σας έστειλα εντός μιας ημέρας, +διότι λέγεται ότι το πορθμείον δεν ήρκεσε και ο Χάρων ηναγκάσθη να +κατασκευάση σχεδίας διά να περάση τους περισσοτέρους. Και εις τας +μάχας αυτάς εμαχόμην μεταξύ των πρώτων και δεν απέφευγα τα τραύματα. +Και διά να μη σου διηγούμαι όσα έπραξα εις την Τύρον και εις τα +Άρβηλα, περιορίζομαι να σου είπω ότι και μέχρι των Ινδιών έφθασα και +τον Ωκεανόν έκαμα όριον του κράτους μου και τους ελέφαντας των Ινδών +εκυρίευσα και τον Πώρον αιχμαλώτισα. Υπερβάς δε τον Τάναϊν, ενίκησα +εις μεγάλην ιππομαχίαν και τους Σκύθας, πολεμιστάς όχι +ευκαταφρονήτους, και τους φίλους ευηργέτησα και τους εχθρούς +εξεδικήθην. Εάν δε οι άνθρωποι με ενόμιζον θεόν, είνε συγγνωστοί +διότι εκ του μεγέθους των πράξεών μου επίστευσαν τοιούτον τι περί +εμού. Επί τέλους εγώ μεν απέθανα βασιλεύς, αυτός δε εξόριστος πλησίον +του Βιθυνού Προυσία, όπως ήξιζεν εις ένα τόσω πανούργον και σκληρόν +άνθρωπον. Πώς δε ενίκησε τους Ιταλούς είνε γνωστόν? δεν τους ενίκησε +με την δύναμιν, αλλά με πονηρίαν και απιστίαν και δόλους, με τίποτε +δε νόμιμον και φανερόν. Επειδή δε κατηγόρησε τον τρυφηλόν μου βίον, +φαίνεται ότι ελησμόνησε τι έπραττεν εις την Καπύην, συγκυλιόμενος με +εταίρας και κατατρίβων εις διασκεδάσεις ο ανόητος καιρόν τον οποίον +έπρεπε να χρησιμοποίηση εις τον πόλεμον. Εγώ δε θεωρήσας ασήμαντα τα +προς δυσμάς μέρη, εστράφην μάλλον προς ανατολάς• διότι τι μέγα +κατόρθωμα θα ήτο αν υπέτασσα αναιμωτεί την Ιταλίαν και εκυρίευα την +Αφρικήν και τα μέχρι Γαδείρων μέρη; Αλλά δεν μου εφάνησαν +αξιοπολέμητα τα μέρη ταύτα τα οποία μ' έτρεμαν ήδη και κύριον με +ανεγνώριζαν. Αυτά είχα να είπω, συ δε, Μίνω, δίκασε• διότι αρκετά +είνε και αυτά εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να επικαλεσθώ. + +ΣΚΗΠ. Παρακαλώ να μη αποφασίσης πριν ακούσης και εμέ. + +ΜΙΝ. Ποίος είσαι συ και πόθεν έρχεσαι; + +ΣΚΗΠ. Ρωμαίος στρατηγός, το όνομα Σκηπίων, ο οποίος κατέστρεψα την +Καρχηδόνα και ενίκησα τους Αφρικανούς εις μεγάλας μάχας. + +ΜΙΝ. Λοιπόν τι έχεις να 'πης και συ; + +ΣΚΗΠ. Λέγω ότι είμαι κατώτερος του Αλεξάνδρου, αλλά καλλίτερος από +τον Αννίβαν, αφού τον ενίκησα και τον ηνάγκασα να φύγη ατίμως. Δεν +είνε λοιπόν αναίσχυντος αυτός, ο οποίος συγκρίνεται προς τον +Αλέξανδρον, προς τον οποίον ούτε εγώ ο Σκηπίων, ο οποίος τον ενίκησα, +τολμώ να παραβάλλομαι; + +ΜΙΝ. Μα τον Δία, πολύ σωστά τα λέγεις Σκηπίων ώστε πρώτος μεν +αναγνωρίζεται ο Αλέξανδρος, έπειτα δε συ, και κατόπιν, αν θέλης, ας +είνε τρίτος ο Αννίβας, αφού και αυτός δεν είνε ευκαταφρόνητος. + + +13. +&Διογένους και Αλεξάνδρου.& + + +ΔΙΟΓ. Τι βλέπω, Αλέξανδρε, και συ απέθανες καθώς όλοι ημείς; + +ΑΛΕΞ. Το βλέπεις, Διογένη• δεν είνε δε παράδοξον ότι απέθανα αφού +ήμουν άνθρωπος. + +ΔΙΟΓ. Λοιπόν ο Άμμων εψεύδετο όταν έλεγε ότι ήσο υιός του, ενώ συ +είσαι του Φιλίππου; + +ΑΛΕΞ. Εννοείται, του Φιλίππου• διότι αν ήμουν του Άμμωνος δεν θ' +απέθνησκα. + +ΔΙΟΓ. Και όμως και διά την Ολυμπιάδα ελέγοντο παρόμοια, ότι τάχα ένας +ο δράκων συνευρίσκετο με αυτήν και ούτως εγεννήθης, ο δε Φίλιππος +ηπατάτο νομίζων ότι ήσο παιδί του. + +ΑΛΕΞ. Και εγώ τ' ήκουα αυτά, όπως συ, αλλά τώρα βλέπω ότι ούτε η +μητέρα μου, ούτε οι Αμμώνιοι προφήται έλεγαν σωστά πράγματα. + +ΔΙΟΓ. Τα ψεύδη των όμως σου εχρησίμευσαν εις τους σκοπούς σου, διότι +πολλοί υπέκυψαν εις εσέ επειδή σ' ενόμιζαν θεόν. Αλλά δεν μου λες εις +ποίον αφήκες την τόσην σου εξουσίαν; + +ΑΛΕΞ. Δεν γνωρίζω, Διογένη• διότι δεν επρόφθασα να σκεφθώ τίποτε περί +της διαδοχής• μόνον όταν απέθνησκα έδωσα το δακτυλίδι μου. εις τον +Περδίκαν. Αλλά διατί γελάς, Διογένη; + +ΔΙΟΓ. Διατί άλλο παρά διότι ενθυμήθηκα τα όσα έκαναν οι Έλληνες όταν +κατ’ αρχάς ανέλαβες την εξουσίαν, κολακεύοντές σε και ανακηρύττοντες +προστάτην και στρατηγόν κατά των βαρβάρων; Μερικοί δε σε κατέταξαν +και μεταξύ των δώδεκα θεών και σου ανήγειραν ναούς και σου προσέφερον +θυσίας, ως υιού δράκοντος. Αλλ' ειπέ μου πού σ' έθαψαν οι Μακεδόνες; + +ΑΛΕΞ. Ακόμη ευρίσκομαι εις την Βαβυλώνα και έχουν περάσει τριάντα +ημέρες από του θανάτου μου• υπόσχεται δε ο Πτολεμαίος ο υπασπιστής +μου, άν ποτε του δώσουν καιρόν οι περισπασμοί τους οποίους έχει κατ' +αυτάς, να με μεταφέρη εις την Αίγυπτον και να με θάψη εκεί διά να +γείνω είς εκ των Αιγυπτίων θεών. + +ΔΙΟΓ. Θέλεις λοιπόν να μη γελώ, Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω και εις τον +Άδην ακόμη να λες ανοησίας και να ελπίζης ότι θα γείνης Άνουβις ή +Όσιρις; Αλλ' αυτά μη τα ελπίζης, ω θειότατε, διότι είνε αδύνατον, άμα +μίαν φοράν κανείς περάση την λίμνην και την πύλην του Άδου, - να +επιστρέψη• ούτε ο Αιακός είνε αμελής, ούτε τον Κέρβερον δύναται +κανείς να περιφρονήση. Αλλ' ευχαρίστως θα ήκουα παρά σου πώς +υποφέρεις όταν σκέπτεσαι πόσην ευτυχίαν αφήκες εις την γην και ήλθες +εδώ, τους σωματοφύλακας και υπασπιστάς και σατράπας και τόσα πλούτη +και έθνη τα οποία σ' επροσκυνούσαν και την Βαβυλώνα και τα Βάχτρα και +τους ελέφαντας και την τιμήν και την δόξαν και την εντύπωσιν την +οποίαν έκανες όταν εξήρχεσο με την λευκήν ταινίαν περί την κεφαλήν +και με την πορφύραν. Δεν σε λυπεί η ανάμνησις όλων αυτών; Διατί +κλαίεις, ανόητε; Δεν σ' εδίδαξεν ο σοφός Αριστοτέλης ουδέ αυτό, να μη +νομίζης ασφαλή τα δώρα της τύχης; + +ΑΛΕΞ. Ο σοφός; Αυτός ήτο ο αχρειέστατος εξ όλων των κολάκων. Εγώ +μόνον γνωρίζω τι ήτο ο Αριστοτέλης, πόσα μου εζήτησε, τι μου έγραφε, +πόσον κατεχράτο την αγάπην μου προς την παιδείαν, κολακεύων και +επαινών με άλλοτε μεν διά το κάλλος μου, το οποίον όπως έλεγε +αποτελεί μέρος του αγαθού, άλλοτε δε διά τας πράξεις και τα πλούτη +μου. Διότι και τον πλούτον εθεώρει αγαθόν, διά να μη εντρέπεται να +λαμβάνη και αυτός, εξ αυτού. Ήτο υποκριτής άνθρωπος, Διογένη, και +πανούργος• και τούτο εκέρδισα από την σοφίαν του, ότι λυπούμαι, ως +διά την απώλειαν μεγίστων ευτυχημάτων, δι' εκείνα τα οποία, ανέφερες +προ ολίγου. + +ΔΙΟΓ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμης; Θα σου συμβουλεύσω ένα φάρμακον κατά +της λύπης. Επειδή εδώ κάτω δεν φύεται ελλέβορος {18}, πήγαινε εις το +νερόν της Λήθης και πίνε και ξαναπίνε και μη βαρεθής να πίνης• διότι +τοιουτοτρόπως θα παύσης να λυπάσαι διά τα αγαθά του Αριστοτέλους. +Αλλά βλέπω τον Κλείτον και τον Καλλισθένην και άλλους πολλούς να +τρέχουν κατ' επάνω σου, προφανώς διά να σε κατασπαράξουν και να +εκδικηθούν δι' όσα τους έκαμες• ώστε τράβα από τον άλλον αυτόν δρόμον +και πίνε, ως σου είπα, πολλάκις. + + +14. +&Φιλίππου και Αλεξάνδρου.& + + +ΦΙΛ. Τώρα, Αλέξανδρε, δεν δύνασαι ν'αρνηθής πλέον ότι είσαι υιός μου, +διότι αν ήσουν του Άμμωνος, δεν θ' απέθνησκες. + +ΑΛΕΞ. Ουδ' εγώ το ηγνόουν, πατέρα, ότι ήμουν υιός Φιλίππου του +Αμύντου, αλλά παρεδέχθην το μάντευμα διότι το ενόμιζα ότι ήτο +χρήσιμον εις τους σκοπούς μου. + +ΦΙΛ. Τι λέγεις; Σου εφαίνετο χρήσιμον ν' αφίνης να σε εξαπατούν οι +προφήται; + +ΑΛΕΞ. Δεν λέγω αυτό, αλλ' οι βάρβαροι κατεπτοήθησαν και δεν μου +ανθίστατο πλέον κανείς εξ αυτών, διότι ενόμιζαν ότι επολέμουν προς +θεόν και ούτω ευκολώτερα τους υπέτασσα. + +ΦΙΛ. Και ποίους υπέταξες, οι οποίοι να είνε άνδρες πολεμικοί; Πάντοτε +είχες να κάμης με δειλούς, οι οποίοι ήσαν ωπλισμένοι με παιδικά τόξα +και ασπίδας γελοίας, πλεκτάς από λιγαριές. Το δύσκολον ήτο να νικήσης +τους Έλληνας, τους Βοιωτούς και Φωκείς και Αθηναίους, το πεζικόν των +Αρκάδων και το ιππικόν των Θεσσαλών, τους ακοντιστάς των Ηλείων και +τους πελταστάς των Μαντινέων, και να υποτάξης τους Θράκας ή τους +Ιλλυριούς και τους Παίονας• αυτά θα ήσαν σπουδαία κατορθώματα. Αλλά +διά τους Μήδους και τους Πέρσας και Χαλδαίους, άνδρας φορούντας χρυσά +ενδύματα και τρυφηλούς, δεν γνωρίζεις ότι προ σου δεκακισχίλιοι +Έλληνες μετά του Κλεάρχου μεταβάντες τους ενίκησαν και δεν επερίμεναν +να συμπλακούν, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν πριν ακόμη τους φθάσουν τα +βέλη των Ελλήνων; + +ΑΛΕΞ. Αλλ' οι Σκύθαι, πατέρα, και οι ελέφαντες των Ινδών δεν είνε +ευκολονίκητοι, και όμως τους ενίκησα χωρίς να προκαλέσω μεταξύ των +διαιρέσεις και χωρίς διά προδοσιών ν' αγοράσω τας νίκας• ούτε +επιόρκησα ποτέ, ούτε παρέβην τας υποσχέσεις μου ή έπραξα καμμίαν +απιστίαν διά να νικήσω. Και από τους Έλληνας δε άλλους μεν χωρίς +πόλεμον υπέταξα, τους δε Θηβαίους ίσως έμαθες πώς μετεχειρίσθην. + +ΦΙΛ. Τα γνωρίζω αυτά όλα• μου τα ανέφερεν ο Κλείτος, τον οποίον συ +εφόνευσες διά της λόγχης κατά το γεύμα, διότι ετόλμησε να συγκρίνη +μετ' επαίνου τας πράξεις μου προς τας ιδικάς σου. Λέγουν δε ότι +αφήκες και το Μακεδονικόν ένδυμα και εφόρεσες Περσικόν κάνδυν και +τιάραν ορθήν επί της κεφαλής, και είχες την αξίωσιν να σε προσκυνούν +οι Μακεδόνες, άνδρες ελεύθεροι, και, το γελοιωδέστερον εξ όλων, +εμιμείσο τους τρόπους των νικημένων. Παραλείπω όσα άλλα έπραξες, που +έρριψες εις κλωβόν λεόντων ανθρώπους πεπαιδευμένους, και τους γάμους +τους οποίους ετέλεσες και την υπερβολικήν σου αγάπην προς τον +Ηφαιστίωνα. Έν μόνον εξ όσων ήκουσα περί σου επήνεσα, ότι εσεβάσθης +την γυναίκα του Δαρείου, αν και ήτο ωραία, και επεριποιήθης την +μητέρα και τας θυγατέρας του• τοιαύτη διαγωγή είνε πράγματι βασιλική. + +ΑΛΕΞ. Και δεν επαινείς, πατέρα, την αδιαφορίαν μου προς τους +κινδύνους και το ότι όταν επολέμουν κατά των Οξυδρακών πρώτος ανέβηκα +εις το τείχος και έλαβα τόσα τραύματα; + +ΦΙΛ. Δεν το επιδοκιμάζω αυτό, Αλέξανδρε, όχι διότι δεν νομίζω ότι +είνε καλόν και να τραυματίζεται ενίοτε ο βασιλεύς και να εκτίθεται +πρώτος εις τους κινδύνους διά να ενθαρρύνη τον στρατόν του, αλλ' εις +εσέ δεν εταίριαζε το τοιούτον διότι αφού ενομίζεσο θεός, εάν +ετραυματίζεσο και σε έβλεπον να σε αποκομίζουν εκ της μάχης +αιματωμένον και στενάζοντα εκ του πόνου, θα εγελούσαν οι βλέποντες +και βέβαια ο Άμμων θα εθεωρείτο αγύρτης και ψευδομάντις, οι δε +προφήται θ' απεδεικνύοντο κόλακες. Ποίος δεν θα εγέλα να βλέπη τον +υιόν του Διός λιποθυμούντα και έχοντα ανάγκην ιατρών; Και τώρα ότε +απέθανες δεν νομίζεις ότι πολλοί θα εμπαίζουν την προσποίησίν σου +εκείνην, βλέποντες τον θεωρούμενον θεόν να είνε ξαπλωμένος νεκρός, ν' +αρχίζη να σήπεται και να πρίσκεται όπως όλα τα πτώματα; Άλλως τε και +εκείνο το οποίον είπες χρήσιμον, Αλέξανδρε, ότι διά τούτο ενίκας +ευκόλως, αφήρει πολύ από την δόξαν των κατορθωμάτων σου• διότι όλα +εφαίνοντο μικρά, αφού εγίνοντο υπό θεού. + +ΑΛΕΞ. Και όμως αυτή δεν είνε η ιδέα των ανθρώπων περί εμού, αλλ' εξ +εναντίας με θεωρούν εφάμιλλον προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον, +μολονότι την ακρόπολιν Άορνον, την οποίαν κανείς εξ αυτών δεν +εκυρίευσε, εγώ μόνον εκυρίευσα. + +ΦΙΛ. Βλέπεις ότι και αυτά τα λέγεις ως υιός του Άμμωνος και +παραβάλλεις τον εαυτόν σου προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον; Δεν +εντρέπεσαι, Αλέξανδρε, και δεν θ' αποβάλης την οίησιν, δεν θ' +αποκτήσης ορθήν συνείδησιν της καταστάσεώς σου και δεν θα καταλάβης +επί τέλους ότι είσαι νεκρός; + + +15. +&Αχιλλέως και Αντιολόχου.& + + +ΑΝΤ. Τι γελοία και ανάξια των δύο σου διδασκάλων Χείρωνος και +Φοίνικος ήσαν εκείνα, τα οποία έλεγες προ ημερών προς τον Οδυσσέα {19} +περί του θανάτου; Διότι σε ήκουα όταν έλεγες ότι θα ήθελες μάλλον να +ευρίσκεσαι εις τον κόσμον έστω και να είσαι δούλος εις πτωχόν +γεωργόν, «ω μη βίωτος πολλύς είη», {20} παρά να βασίλευες επί όλων των +νεκρών. Αυτά θα ήρμοζον ίσως να τα λέγη κάποιος Φρυξ ουτιδανός και +δειλός και υπέρ το πρέπον φιλόζωος• αλλά του Πηλέως ο υιός, ο +αφοβώτερος εξ όλων των ηρώων να σκέπτεται τόσον ταπεινά περί του +εαυτού του, είνε πολύ αισχρόν και αντίθετον προς όλα όσα έπραξες κατά +την ζωήν σου, ότε ενώ ηδύνασο να βασίλευες και να ζης επί μακρόν εις +την Φθιώτιδα χωρίς δόξαν, εκουσίως επροτίμησες τον ένδοξον θάνατον. + +ΑΧΙΛ. Αλλά τότε, υιέ του Νέστορος, δεν εγνώριζα ακόμη τα εδώ και μη +δυνάμενος να διακρίνω ποίον ήτο το καλλίτερον, επροτίμων την ελεεινήν +εκείνην και ισχνήν δόξαν από την ζωήν• τώρα δε εννοώ, ότι η μεν δόξα +ήτο ανωφελής, μολονότι πολλά εγκώμια θα μου ψάλλουν δι' αυτήν οι +ζώντες, μεταξύ δε των νεκρών υπάρχει ισότης και ούτε το κάλλος +διατηρείται, ούτε η ανδρεία, αλλά όλοι ευρισκόμεθα εις το αυτό σκότος +όμοιοι και εις τίποτε δεν διαφέρομεν μεταξύ μας• και ούτε οι νεκροί +των Τρώων με φοβούνται, ούτε αι νεκροί των Ελλήνων με σέβονται. +Ισότης πλήρης και ως νεκρός προς τον νεκρόν ομοιάζει "ημέν κακός ηδέ +και εσθλός». {21} Αυτά με στενοχωρούν και λυπούμαι διότι δεν ζω έστω +και ως δούλος. + +ΑΝΤ. Τι να γείνη όμως, Αχιλλεύ; Ούτω ηθέλησεν η Φύσις, ν' +αποθνήσκωμεν, ώστε πρέπει να υποφέρωμεν τον νόμον της και να μη +λυπούμεθα δια τα αναπόφευκτα. Άλλως τε και βλέπεις πόσοι φίλοι σου +ευρισκόμεθα εδώ γύρω σου• μετ' ολίγον δε θα έλθη εξάπαντος και ο +Οδυσσεύς. Αλλ' είνε παρήγορον και ότι ο θάνατος είνε κοινός και δεν +αποθνήσκομεν μόνον ημείς. Βλέπεις τον Ηρακλή και τον Μελέαγρον και +άλλους θαυμαστούς άνδρας, οι οποίοι πιστεύω, ότι δεν θα εδέχοντο να +επιστρέψουν εις την ζωήν, εάν τούτο επετρέπετο εις αυτούς υπό τον +όρον να γείνουν δούλοι εις ανθρώπους πτωχούς και ταπεινούς. + +ΑΧΙΛ. Η συμβουλή σου είνε φιλική, αλλά δεν γνωρίζω πώς δεν παύει να +με λυπή η ανάμνησις της ζωής. Νομίζω δε ότι και σεις παθαίνετε το +ίδιον και αν δεν το ομολογήτε τόσω το χειρότερον, διότι κρατείτε +εντός σας την πικρίαν σας. + +ΑΝΤ. Όχι, είνε καλλίτερον, Αχιλλεύ, αυτό που κάνομεν, διότι βλέπομεν +ότι οι λόγοι είνε ανωφελείς και προτιμώμεν να σιωπώμεν και να +υπομένωμεν, διά να μη γελούν τουλάχιστον εις βάρος μας, όταν θα μας +ακούουν να επιθυμούμεν οποία συ επιθυμείς. + + +16. +&Διογένους και Ηρακλέους.& + + +ΔΙΟΓ. Δεν είνε αυτός ο Ηρακλής; Βέβαια δεν είνε άλλος, μα τον +Ηρακλέα. Το τόξον, το ρόπαλον, η λεοντή, το μέγεθος του σώματος, όλα +είνε του Ηρακλέους. Λοιπόν απέθανεν, ενώ είνε του Διός υιός; Ειπέ +μου, ένδοξε νικητά, είσαι νεκρός; Διότι εγώ όταν εζούσα σου προσέφερα +θυσίας ως θεού. + +ΗΡ. Και καλά έκανες• διότι ο πραγματικός Ηρακλής ευρίσκεται εις τον +ουρανόν με τους θεούς και έχει σύζυγον την καλλίσφυρον Ήβην, εγώ δε +είμαι σκιά του. + +ΔΙΟΓ. πώς είπες; Σκιά του θεού; Και είνε δυνατόν ένας να είνε κατά το +ήμισυ θεός και ν' αποθάνη κατά το άλλο ήμισυ; + +ΗΡ. Ναι, διότι δεν απέθανεν εκείνος, αλλ' εγώ το ομοίωμά του. + +ΔΙΟΓ. Εννοώ• αντί του εαυτού του παρέδωκε σε εις τον Πλούτωνα και +επομένως συ είσαι νεκρός αντί εκείνου. + +ΗΡ. Κάτι τοιούτον. + +ΔΙΟΓ. Αλλά δεν μου λες πώς ο Αιακός, ο οποίος είνε αυστηρός, δεν σε +διέκρινε, αλλ' εδέχθη ένα ψεύτικον Ηρακλή; + +ΗΡ. Διότι η ομοιότης ήτο τελεία. + +ΔΙΟΓ. Πραγματικώς τόσον τελεία, ώστε είσαι ο ίδιος. Πρόσεξε μήπως +συμβαίνη το εναντίον και είσαι συ ο Ηρακλής ο πραγματικός, η δε σκιά +σου ενυμφεύθη την Ήβην και ευρίσκεται μεταξύ των θεών. + +ΗΡ. Είσαι αυθάδης και φλύαρος και αν δεν παύσης τους εμπαιγμούς δεν +θα βραδύνης να εννοήσης τίνος θεού είμαι ομοίωμα. + +ΔΙΟΓ. Το τόξον σου είνε έτοιμον και πρόχειρον, αλλ' εγώ τι έχω να +φοβηθώ αφού άπαξ απέθανα; Αλλά δεν μου λες, σε εξορκίζω εις τον άλλον +Ηρακλή, και όταν εκείνος έζη, συνέζης με αυτόν και ήσουν και τότε +φάσμα; ή ήσθε έν όλον εις την ζωήν, αφού δε απεθάνατε διηρέθητε και +αυτός μεν επέταξεν εις τον ουρανόν, συ δε το φάσμα κατέβης εις τον +Άδην; + +ΗΡ. Δεν έπρεπε να δώσω καν απάντησιν εις άνθρωπον τόσον ενοχλητικόν +αλλ' ας είνε, θα σου δώσω και αυτήν την εξήγησιν• όσον είχα από τον +Αμφιτρύωνα τούτο απέθανε και είμαι εγώ εκείνο καθ' ολοκληρίαν• ό,τι +δε είχα εκ του Διός ευρίσκεται εις τον ουρανόν μετά των θεών. + +ΔΙΟΓ. Τώρα εκατάλαβα• λέγεις ότι η Αλκμήνη εγέννησε συγχρόνως δύο +Ηρακλείς, τον μεν ένα εκ του Αμφιτρύωνος, τον δε άλλον εκ του Διός, +ώστε χωρίς να το γνωρίζετε είσθε δίδυμοι. + +ΗΡ. Όχι, ανόητε• ήμεθα έν και το αυτό πρόσωπον και οι δύο. + +ΔΙΟΓ. Αυτό δεν είνε εύκολον να εννοηθή, ότι ήσαν δύο Ηρακλείς και +απετέλουν ένα, εκτός εάν, όπως ο ιπποκένταυρος, ήσθε εις έν +συγκολλημένοι άνθρωπος και θεός. + +ΗΡ. Δεν σου φαίνεται ότι όλοι είνε ομοίως σύνθετοι από δύο, ψυχήν και +σώμα; ώστε τι εμποδίζει η μεν ψυχή να ευρίσκεται εις τον ουρανόν, +αφού προήρχετο εκ του Διός, εγώ δε το θνητόν μέρος μετά των νεκρών; + +ΔΙΟΓ. Αλλά, λαμπρέ μου Αμφιτριωνίδη, αυτά θα ήσαν λογικά, αν ήσουν +σώμα, ενώ τώρα είσαι ασώματον είδωλον• επομένως κινδυνεύεις τώρα να +κάμης τριπλούν τον Ηρακλή. + +ΗΡ. Πώς τριπλούν; + +ΔΙΟΓ. Ούτω πως• εάν ο ένας ευρίσκεται εις τον ουρανόν, ο δε άλλος, συ +το είδωλον, εδώ κάτω, το δε σώμα έλυωσε και μετεβλήθη εις κόνιν, αυτά +γίνονται τρία• και σκέψου να εύρης πατέρα διά τον τρίτον Ηρακλή, +δηλαδή το σώμα. + +ΗΡ. Είσαι αυθάδης και κατεργάρης. Αλλά δεν μου λες ποίος είσαι; + +ΔΙΟΓ. Είμαι το είδωλον του Διογένους του Σινωπέως• δεν είμαι δε εις +τον ουρανόν μετά των αθανάτων, αλλ' εδώ ολόκληρος συναναστρέφομαι +τους καλλιτέρους των νεκρών και καταγελώ τον Όμηρον και τα γελοία +παραμύθια που αυτός μας διηγείται. + + +17. +&Μενίπππου και Ταντάλου.& + + +ΜΕΝ. Γιατί κλαίεις, Τάνταλε, και θρηνολογείς κοντά στη λίμνη; + +ΤΆΝ. Διότι πεθαίνω από την δίψαν. + +ΜΕΝ. Και είσαι τόσο οκνηρός, ώστε βαρυέσαι να σκύψης να πιής ή και να +πάρης νερόν με την παλάμην σου; + +ΤΑΝ. Κι' αν σκύψω δεν μπορώ να σβύσω την δίψαν μου• διότι άμα +πλησιάσω, φεύγει το νερόν και αν κατορθώσω να πάρω με τα χέρια μου, +δεν προφθάνω να βρέξω τα χείλη μου, διότι φεύγει, δεν εννοώ πώς, διά +μέσου των δακτύλων και αφήνει στεγνά τα χέρια μου. + +ΜΕΝ. Φοβερόν αυτό που σου συμβαίνει, Τάνταλε. Αλλά δεν μου λες πώς +έχεις ανάγκην να πίνης; Διότι σώμα δεν έχεις, το οποίον θα ηδύνατο να +πεινά και να διψά• εκείνο έχει ταφή κάπου εις την Λυδίαν, συ δε είσαι +ψυχή• πώς λοιπόν δύνασαι να διψάς ή να πίνης; + +ΤΑΝ. Αυτή είνε η τιμωρία μου, να διψά η ψυχή μου, ως να ήτο σώμα. + +ΜΕΝ. Τέλος πάντων ας το πιστεύσωμεν, αφού λέγεις ότι τιμωρείσαι με +την δίψαν. Αλλά τι σε πειράζει αυτό; Ή φοβείσαι ότι θ' αποθάνης από +δίψαν; Δεν βλέπω να υπάρχη άλλος Άδης εκτός τούτου ή θάνατος απ' εδώ +εις άλλον τόπον. + +ΤΑΝ. Σωστά, αλλά και αυτό είνε μέρος της καταδίκης, να επιθυμώ να πιω +ενώ δεν έχω ανάγκην. + +ΜΕΝ. Δεν είσαι καλά, Τάνταλε, και φαίνεται ότι αληθώς έχεις ανάγκην +ποτού, ακράτου ελλεβόρου, {22} αφού έχεις πάθει το εναντίον του +συμβαίνοντος εις τους λυσσώντας σκύλους και φοβείσαι, όχι το νερόν, +αλλά την δίψαν. + +ΤΑΝ. Και ελλέβορον Μένιππε, θα έπινα ευχαρίστως, αρκεί να τον είχα. + +ΜΕΝ. Ησύχασε, Τάνταλε, διότι ούτε συ, ούτε άλλος εκ των νεκρών θα πίη +ποτέ• είνε αδύνατον• μολονότι δεν είνε όλοι όπως συ καταδικασμένοι να +επιθυμούν το νερόν και αυτό να τους αποφεύγη. + + +18. +&Μενίππου και Ερμού.& + + +ΜΕΝ. Δεν μου λες πού είνε οι ωραίοι νέοι και η εύμορφες γυναίκες, +Ερμή; Οδήγησε με διότι είμαι νεοφερμένος. + +ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε• αλλά κύτταξε εκεί προς τα δεξιά• εκεί +είνε ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος και ο Νιρεύς, ο Αχιλλεύς, η Τυρώ και +η Ελένη και η Λήδα και όλα εν γένει τα αρχαία κάλλη. + +ΜΕΝ. Δεν βλέπω παρά μόνον κόκκαλα και κρανία άσαρκα, όμοια μεταξύ +των. + +ΕΡΜ. Και όμως αυτά τα κόκκαλα είνε τα οποία εγκωμιάζουν όλοι οι +ποιηταί και συ τώρα φαίνεσαι ότι τα περιφρονείς. + +ΜΕΝ. Την Ελένην σε παρακαλώ να μου δείξης, διότι δεν δύναμαι να την +διακρίνω εγώ. + +ΕΡΜ. Αυτό το κρανίον είνε η Ελένη. + +ΜΕΝ. Και χάριν αυτού εγέμισαν από στρατόν εξ όλης της Ελλάδος τα +χίλια πλοία, τα οποία έπλευσαν κατά της Τρωάδος, και έπεσαν τόσοι +Έλληνες και βάρβαροι και τόσαι πόλεις ανεστατώθησαν; + +ΕΡΜ. Αλλά δεν την είδες, Μένιππε, αυτήν την γυναίκα όταν έζη• διότι +και συ θα έλεγες τότε ότι δεν είνε αδικαιολόγητον + +τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν• {23} + +αφού και όταν ίδη κανείς ξηρά τα άνθη και αποχρωματισμένα, θα του +φάνουν άσχημα, ενώ όταν είνε δροσερά και διατηρούν το χρώμα των +φαίνονται ωραιότατα. + +ΜΕΝ. Αλλ' ακριβώς διά τούτο θαυμάζω, ω Ερμή, πώς δεν εσκέφθησαν οι +Έλληνες ότι δεν ήξιζε τον κόπον να υποφέρουν τόσα χάριν πράγματος +τόσον ολίγον διατηρουμένου και τόσον ευκόλως μαραινομένου. + +ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε, να φιλοσοφώ μαζύ σου. Ώστε έκλεξε +μέρος, όπου θέλεις, διά να μένης, εγώ δε πηγαίνω να οδηγήσω άλλους +νεκρούς. + + + +19. + +&Αιακού, Πρωτεσιλάου και Πάριδος.& + +ΑΙΑΚ. Τι έπαθες, Πρωτεσίλαε, και εφώρμησες κατά της Ελένης διά να την +πνίξης; + +ΠΡΩΤ. Διότι εξ αιτίας της, ω Αιακέ, απέθανα και αφήκα μισόκτιστον το +σπήτι μου και χήραν την νεαράν μου γυναίκα. + +ΑΙΑΚ. Λοιπόν δι' αυτό πταίει ο Μενέλαος, ο οποίος σας ωδήγησε +εναντίον της Τρωάδος χάριν τοιαύτης γυναικός. + +ΠΡΩΤ. Έχεις δίκαιον, αυτόν πρέπει να αιτιώμαι. + +ΜΕΝΕΛ. Όχι εμένα, φίλτατε• είνε δικαιότερον να κατηγορής τον Πάριν, +που έκλεψε την γυναίκα εμού, ο οποίος τον εφιλοξένουν, κατά παράβασιν +παντός δικαίου. Αυτός αξίζει να πνιγή όχι μόνον υπό σου αλλά υπό όλων +των Ελλήνων και βαρβάρων, αφού τόσων τον θάνατον επροκάλεσε. + +ΠΡΩΤ. Αυτό τω όντι είνε δικαιότερον. Συ λοιπόν, απαίσιε Πάρι, δεν θα +μου γλυτώσης. + +ΠΑΡ. Αυτό θα είνε άδικον, Πρωτεσίλαε, τοσούτω μάλλον καθ' όσον είμαι +ομότεχνός σου• διότι και εγώ είμαι ερωτικός και εις τον αυτόν θεόν +δουλεύω• γνωρίζεις δε ότι ο έρως είνε κάτι τι ακούσιον και κάποιος +θεός μας οδηγεί όπου θέλει και μας είνε αδύνατον ν' αντισταθώμεν. + +ΠΡΩΤ. Καλά λέγεις και θα ηυχόμην να δυνηθώ να συλλάβω εδώ τον Έρωτα. + +ΑΙΑΚ. Εγώ θα σου απολογηθώ και εκ μέρους του Έρωτος. Αν ήτο εδώ θα +έλεγεν ότι ίσως μεν έγινεν αφορμή να ερωτευθή ο Πάρις, αλλά διά τον +θάνατόν σου ουδείς άλλος πταίει παρά συ, Πρωτεσίλαε, ο οποίος, +λησμονήσας την νεόγαμον σύζυγον, άμα εφθάσατε εις την Τρωάδα, με +τόσην αδιαφορίαν προς τον κίνδυνον και απρονοησίαν ώρμησες προ των +άλλων διά να δοξασθής, ώστε και πρώτος κατά την απόβασιν εφονεύθης. + +ΠΡΩΤ. Λοιπόν και εγώ, Αιακέ, θα σου δώσω μίαν απάντησιν διά τον +εαυτόν μου ορθοτέραν• δεν πταίω εγώ δι' αυτά, αλλ' η Μοίρα η οποία +ούτως είχεν ωρίσει εξ αρχής τα πράγματα. + +ΑΙΑΚ. Σωστά• αλλά τότε διατί κατηγορείς τούτους; + + +20. +&Μενίππου και Αιακού.& + + +ΜΕΝ. Σε παρακαλώ, Αιακέ, οδήγησέ με διά να ίδω όλα τα περίεργα του +Άδου. + +ΑΙΑΚ. Δεν είνε εύκολον, Μένιππε, να τα 'δης όλα• αλλά τα κυριώτερα +δύνασαι να τα ίδης• γνωρίζεις ότι αυτός εδώ είνε ο Κέρβερος, +γνωρίζεις και τον Πορθμέα ο οποίος σε επέρασε διά της Αχερουσίας, +εισερχόμενος δε είδες την λίμνην και τον Πυριφλεγέθοντα. + +ΜΕΝ. Τα γνωρίζω αυτά και σε ότι εκτελείς χρέη θυρωρού, είδα δε και +τον βασιλέα και τας Ερινύας, αλλά δείξε μου τους παλαιούς ανθρώπους +και μάλιστα τους δοξασμένους εξ αυτών. + +ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Αγαμέμνων, εκείνος ο Αχιλλεύς, αυτός δε ο +πλησίον είνε ο Ιδομενεύς, ο άλλος απ' εδώ ο Οδυσσεύς, έπειτα ο Αίας, +ο Διομήδης και οι άλλοι πρώτοι των Ελλήνων. + +ΜΕΝ. Πωπώ Όμηρε, τι κατάπτωσιν έχουν πάθει τα κοσμήματα των ραψωδιών +σου, πώς κατήντησαν άμορφα και αγνώριστα, όλα σκόνη και αηδία, αληθώς +«αμενηνά κάρηνα» {24}. Αλλά ποίος είνε αυτός, Αιακέ; + +ΑΙΑΚ. Είνε ο Κύρος• ο άλλος είνε ο Κροίσος, πλησίον του ο +Σαρδανάπαλος, πάρα πέρα ο Μίδας, και εκείνος εκεί ο Ξέρξης. + +ΜΕΝ. Μπα, συ λοιπόν είσαι, κάθαρμα, που έκαμες την Ελλάδα να τρέμη +όταν εγεφύρωνες τον Ελλήσποντον και εσχεδίαζες να περάσης τα πλοία +σου 'πάνω από τα όρη; Αλλά και ο Κροίσος τι γελοίος που είνε! Αυτόν +δε τον Σαρδανάπαλον θα μου επιτρέψης, Αιακέ, να ραπίσω. + +ΑΙΑΚ. Όχι, διότι είνε φόβος να του σπάσης το κρανίον, επειδή το έχει +γυναικείον. + +ΜΕΝ. Τότε δεν μπορώ παρά να τον πτύσω, αφού είνε ανδρόγυνος. + +ΑΙΑΚ. Θέλεις να σου δείξω και τους σοφούς; + +ΜΕΝ. Βέβαια. + +ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ ο πρώτος είνε ο Πυθαγόρας. + +ΜΕΝ. Χαίρε, Εύφορβε {25} ή Απόλλων ή όπως άλλως θέλεις. + +ΠΥΘ. Χαίρε και συ, ω Μένιππε. + +ΜΕΝ. Δεν είνε πλέον χρυσούς ο μηρός σου; + +ΠΥΘ. Όχι• αλλά φέρε να 'δούμε αν έχης τίποτε φαγώσιμον στη σακκούλα. + +ΜΕΝ. Έχω κουκιά, φίλε μου• αλλά συ δεν τα τρώγεις τα κουκιά. + +ΠΥΘ. Δος μου και μη σε μέλει. Άλλαι δοξασίαι επικρατούν εις τον Άδην. +Εδώ έμαθα ότι τα κουκιά και των γονέων αι κεφαλαί δεν είνε το αυτό +πράγμα {26}. + +ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Σόλων ο υιός του Εξηκιστίδου, εκείνος δε ο +Θαλής και πλησίον αυτών ο Πιττακός και οι λοιποί• είνε επτά όλοι, ως +βλέπεις. + +ΜΕΝ. Βλέπω, Αιακέ, ότι μόνον αυτοί εκ των νεκρών είνε άλυποι και +γελαστοί. Αυτός δε ο γεμάτος στάκτην, ως ψωμί που εψήθη εις την +ανθρακιάν, και με φλυκταίνας εγκαυμάτων εις το δέρμα ποίος είνε; + +ΑΙΑΚ. Είνε ο Εμπεδοκλής, ω Μένιππε, ο οποίος μας ήλθε μισοψημένος από +την Αίτναν. + +ΜΕΝ. Και τι σου ήλθε, λαμπρέ άνθρωπε με τα χάλκινα υποδήματα, κ' +έπεσες μέσα εις τους κρατήρας του ηφαιστείου; + +ΕΜΠ. Έπαθα μίαν διατάραξιν, Μένιππε. + +ΜΕΝ. Όχι παραφροσύνην, αλλά ματαιοδοξίαν και αλαζονείαν και πολλήν +κουταμάραν• αυτά σ' εκατάκαψαν ομού με τα χάλκινα υποδήματά σου και η +τιμωρία σου έπρεπε. Αλλά το τέχνασμα δεν σου εχρησίμευσεν εις τίποτε, +διότι ανεκαλύφθη ότι απέθανες. Ο δε Σωκράτης, ω Αιακέ, πού να είνε; + +ΑΙΑΚ. Συνήθως κάθεται και φλυαρεί με τον Νέστορα και τον Παλαμήδην. + +ΜΕΝ. Επεθύμουν να τον ίδω, εάν είνε εδώ πουθενά. + +ΑΙΑΚ. Βλέπεις εκείνον τον φαλακρόν; + +ΜΕΝ. Όλοι εδώ είνε φαλακροί• ώστε αυτό το γνώρισμα είνε γενικόν. + +ΑΙΑΚ. Εκείνον σου λέγω με την σιμήν μύτην. + +ΜΕΝ. Μήπως οι άλλοι όλοι δεν είνε σιμοί; + +ΣΩΚΡ. Εμένα ζητάς, Μένιππε; + +ΜΕΝ. Μάλιστα. + +ΣΩΚΡ. Τι νέα από τας Αθήνας; + +ΜΕΝ. Πολλοί από τους νέους κάνουν τους φιλοσόφους και αν κρίνη κανείς +από το εξωτερικόν και το βάδισμά των, είνε τέλειοι φιλόσοφοι. + +ΣΩΚΡ. Έχω ιδή πάρα πολλούς, Μένιππε. + +ΜΕΝ. Αλλά θα είδες, υποθέτω, εις ποίαν κατάστασιν ήλθεν εδώ ο +Αρίστιππος και αυτός ο Πλάτων• ο μεν ένας εμύριζεν αρώματα, ο δε +άλλος είχε μάθει να κολακεύη τους τυράννους της Σικελίας. + +ΣΩΚΡ. Περί εμού δε τι ιδέαν έχουν; + +ΜΕΝ. Ως προς αυτό είσαι ο πλέον τυχερός άνθρωπος, Σωκράτη. Όλοι +πιστεύουν ότι ήσουν θαυμαστός άνθρωπος, ότι εγνώριζες τα πάντα, ενώ +να 'πούμε την αλήθεια — δεν εγνώριζες τίποτε. + +ΣΩΚΡ. Κ' εγώ αυτό τους έλεγα, αλλ' αυτοί ενόμιζαν το πράγμα +ειρωνείαν. + +ΜΕΝ. Και ποιοι είνε αυτοί που σε περιστοιχούν; + +ΣΩΚΡ. Είνε ο Χαρμίδης, Μένιππε, ο Φαίδρος και ο υιός του Κλεινίου +{27}. + +ΜΕΝ. Εύγε, Σωκράτη, και εδώ, βλέπω, εξακολουθείς την ίδιαν τέχνην και +δεν αδιαφορείς δια τους ωραίους νέους. + +ΣΩΚΡ. Τι άλλο πλέον ευχάριστον έχω να κάνω; Αν θέλης, μένε πλησίον +μας. + +ΜΕΝ. Όχι, πηγαίνω να εύρω τον Κροίσον και τον Σαρδανάπαλον, διότι +απεφάσισα να κατοικήσω πλησίον αυτών. + +ΑΙΑΚ. Κ' εγώ πηγαίνω, διότι φοβούμαι να μη δραπετεύση κατά την +απουσίαν μου κανείς νεκρός. Άλλην φοράν βλέπεις τα λοιπά, Μένιππε. + +ΜΕΝ. Πήγαινε. Και αυτά που είδα είνε αρκετά, Αιακέ. + + +21. +&Μενίππου και Κερβέρου.& + + +ΜΕΝ. Ειπέ μου, Κέρβερε, σε παρακαλώ — διότι είμαι συγγενής σου, αφού +και εγώ είμαι σκύλος {28}, — πώς ήτο ο Σωκράτης όταν ήλθε εδώ κάτω. +Υποθέτω δε ότι, αφού είσαι θεός, δεν υλακτείς μόνον, αλλά και 'μιλείς +ως άνθρωπος, οσάκις θέλεις. + +ΚΕΡΒ. Από μακράν εφαίνετο ότι ήρχετο με ατάραχον πρόσωπον, ότι δεν +εφοβείτο πολύ τον θάνατον και τούτο ήθελε να δείξη εις τους +ευρισκομένους έξω της πύλης του Άδου. Αλλ' όταν έσκυψε μέσα εις το +χάσμα και είδε το σκότος και εγώ, βλέπων ότι εδίσταζε, τον εδάγκωσα +με το κώνειον και τον έσυρα από το πόδι κάτω, ήρχισε να κλαίη σαν +παιδί και εθρήνει διά τα παιδιά του και δεν ήξευρε πλέον τι έλεγε και +τι έκανε. + +ΜΕΝ. Ήτο λοιπόν ψευδοφιλόσοφος και δεν ήτο αληθινή η περιφρόνησίς του +προς τον θάνατον; + +ΚΕΡΒ. Βέβαια, αλλ' έως ότου το ενόμιζεν αναγκαίον διά την εντύπωσιν, +εδείκνυε θάρρος και εφαίνετο ότι δεν υπετάσσετο ακουσίως εις εκείνο +το οποίον δεν ηδύνατο ν' αποφύγη, διά να τον θαυμάσουν οι θεαταί. Εν +γένει δε τούτο δύναμαι να είπω περί όλων των τοιούτων ανθρώπων, ότι +μέχρι της πύλης του Άδου φαίνονται τολμηροί και γενναίοι, αλλ' άμα +εισέλθουν παρουσιάζονται οποίοι πραγματικώς είνε. + +ΜΕΝ. Εγώ δε πώς σου εφάνηκα όταν ήλθα εδώ; + +ΚΕΡΒ. Μόνον συ, Μένιππε, εφάνης άξιος της φιλοσοφίας σου και ο +Διογένης προ σου• δεν εισήλθετε αναγκαζόμενοι, ουδέ ωθούμενοι, αλλά +θεληματικώς και γελώντες και εμπαίζοντες όλους τους άλλους. + + +22. +&Χάρωνος και Μενίππου.& + + +ΧΑΡ. Πλήρωσέ μου τον ναύλον, βρε παληάνθρωπε. + +ΜΕΝ. Φώναζε, αν αυτό σ' ευχαριστεί. + +ΧΑΡ. Σου λέγω να μου πληρώσης τον κόπον μου. + +ΜΕΝ. Από 'κείνον που δεν έχει δεν μπορείς να πάρης τίποτε. + +ΧΑΡ. Και υπάρχει κανείς που να μην έχη ένα οβολόν; + +ΜΕΝ. Δεν ειξέρω τι έχουν οι άλλοι, εγώ ξέρω ότι δεν έχω. + +ΧΑΡ. Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, βρωμόσκυλον, αν δεν με πληρώσης. + +ΜΕΝ. Κ' εγώ θα σου σπάσω το κεφάλι με το ξύλο. + +ΧΑΡ. Ώστε δωρεάν έκαμες τόσο ταξείδι; + +ΜΕΝ. Θα σε πληρώση για μένα ο Ερμής, ο οποίος με παρέδωκε σε σένα. + +ΕΡΜ. Ωραία, μα τον Δία, θα είνε αν υποχρεωθώ και να πληρώνω διά τους +νεκρούς. + +ΧΑΡ. Δεν θα σε αφήσω χωρίς να πλήρωσης. + +ΜΕΝ. Αν θέλης τράβηξε στην άμμο το πλοιάριον και περίμενε• αλλ' αφού +δεν έχω πώς θα πληρωθής; + +ΧΑΡ. Αλλά δεν εγνώριζες ότι θα επλήρωνες πορθμεία; + +ΜΕΝ. Το εγνώριζα, αλλά δεν είχα. Λοιπόν έπρεπε διά τούτο να μη +αποθάνω; + +ΧΑΡ. Μόνον συ λοιπόν θα καυχάσαι ότι εταξείδευσες δωρεάν; + +ΜΕΝ. Όχι δωρεάν, φίλε μου• διότι και τα νερά του πλοίου έχυνα και +κουπί ετράβηξα και μόνον εγώ από τους επιβάτας σου δεν έκλαια. + +ΧΑΡ. Αυτά δεν αξίζουν τίποτε για μένα• πρέπει να πληρώσης τον οβολόν• +αλλοιώτικα δεν μπορεί να γείνη. + +ΜΕΝ. Λοιπόν γύρισέ με πάλιν εις την ζωήν. + +ΧΑΡ. Αστείος είσαι, διά να έχω και τιμωρίας από τον Αιακόν. + +ΜΕΝ. Παύσε να με σκοτίζης λοιπόν. + +ΧΑΡ. Δείξε μου τι έχεις στην σακκούλα. + +ΜΕΝ. Λούπινα, αν θέλης, και το δείπνον της Εκάτης. + +ΧΑΡ. Από πού μας τον εκουβάλησες αυτόν τον σκύλον, Ερμή; Και δεν +δύνασαι να φαντασθής τι έλεγε εις το ταξείδι• εκορόιδευεν όλους τους +επιβάτας και ενώ όλοι έκλαιαν αυτός ετραγουδούσε. + +ΕΡΜ. Δεν γνωρίζεις, Χάρων, τι είδους άνθρωπον είχες εις το πλοίον +σου; Είνε εντελώς ελεύθερος και αδιαφορεί δι' όλα. Είνε ο Μένιππος. + +ΧΑΡ. Και όμως αν σε συναντήσω άλλην φορά... + +ΜΕΝ. Αν με συναντήσης; Δεν θα με συναντήσης δύο φορές. + + +23. +&Πρωτεσιλάου, Πλούτωνος και Περσεφόνης.& + + +ΠΡΩΤ. Ω κύριε και βασιλεύ και Ζευ του Άδου και συ θύγατερ της +Δήμητρος, μη κωφεύσετε εις μίαν ερωτικήν παράκλησιν. + +ΠΛΟΥΤ. Τι θέλεις από ημάς και ποίος είσαι; + +ΠΡΩΤ. Είμαι ο Πρωτεσίλαος ο υιός του Ιφίκλου βασιλέως Θεσσαλού, είς +των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων, όστις πρώτος εφονεύθη +κατά την εκστρατείαν εκείνην. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω +δι' ολίγον καιρόν εις την ζωήν. + +ΠΛΟΥΤ. Αυτήν την επιθυμίαν, Πρωτεσίλαε, έχουν όλοι οι νεκροί, αλλ' +εις ουδένα εξ αυτών θα δοθή τοιαύτη χάρις. + +ΠΡΩΤ. Αλλ' εγώ δεν επιθυμώ την ζωήν, ω Πλούτων ποθώ να επανίδω την +γυναίκα μου, την οποίαν αφήκα εις τον θάλαμον μόλις την ενυμφεύθηκα +και έφυγα εις την εκστρατείαν, έπειτα δε ο δυστυχής εφονεύθην υπό του +Έκτορος κατά την απόβασιν. Ο έρως της συζύγου, κύριε, με βασανίζει +πολύ και θα ήθελα να την ίδω ολίγον και πάλιν να επιστρέψω. + +ΠΛΟΥΤ. Δεν έπιες το νερόν της λήθης, Πρωτεσίλαε; + +ΠΡΩΤ. Μάλιστα, αλλ' ο έρως μου είνε τόσον ισχυρός, ώστε και ούτω δεν +εστάθη δυνατόν να τον λησμονήσω. + +ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν περίμενε• διότι μίαν ημέραν θα έλθη και εκείνη και ούτω +δεν θα είνε ανάγκη να ανέλθης συ. + +ΠΡΩΤ. Αλλά δεν υποφέρω να περιμένω. Και συ ηγάπησες και γνωρίζεις τι +είνε έρως. + +ΠΛΟΥΤ. Και τι θα σε ωφελήση να αναζήσης μίαν ημέραν και έπειτα πάλιν +να έχης την αυτήν θλίψιν; + +ΠΡΩΤ. Πιστεύω ότι θα την πείσω να έλθη και εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός +θα σου έλθουν δύο νεκροί μετ' ολίγον. + +ΠΛΟΥΤ. Δεν επιτρέπεται να γείνουν αυτά, ούτε και έγειναν ποτέ. + +ΠΡΩΤ. Θα σου ενθυμίσω, ω Πλούτων, δύο περιστατικά• εις τον Ορφέα δι' +ομοίαν αιτίαν παρεδώκατε την Ευρυδίκην και την συγγενή μου Άλκηστιν +απεστείλατε εις τον Ηρακλή διά να τον ευχαριστήσετε. + +ΠΛΟΥΤ. Και θα θελήσης να παρουσιασθής με αυτό το γυμνόν και άσχημον +κρανίον εις την ωραίαν και νεαράν σου σύζυγον; Και πώς εκείνη θα σε +δεχθή αφού ούτε να σε αναγνώριση θα δύναται; Είμαι βέβαιος ότι θα σε +φοβηθή και θα σε αποφύγη και άδικα θα κάμης τόσον ταξείδι διά να +επανέλθης εις την ζωήν. + +ΠΕΡΣ. Λοιπόν, άνδρα μου, συ και τούτο δύνασαι να διορθώσης και +διάταξε τον Ερμήν όταν ο Πρωτεσίλαος φθάση εις το φως να τον εγγίση +με την μαγικήν του ράβδον και τον μεταμορφώση ευθύς εις νέον ωραίον, +οποίος ήτο κατά την ημέραν του γάμου του. + +ΠΛΟΥΤ. Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, ω Ερμή, και κάμε +τον πάλιν γαμβρόν. Συ δε να ενθυμήσαι ότι έχεις μόνον μιας ημέρας +άδειαν. {29} + + +24. +&Διογένους και Μαυσώλου.& + + +ΔΙΟΓ. Δεν μου λες διατί τόσον υπερηφανεύεσαι συ, ω Καρ, και έχεις την +αξίωσιν να προτιμάσαι από όλους ημάς; + +ΜΑΥΣ. Πρώτον διά την βασιλείαν μου, ω Σινωπεύ, διότι εβασίλευσα επί +ολοκλήρου της Καρίας, υπέταξα δε και μέρος των Λυδών και νήσους τινάς +εκυρίευσα και μέχρι της Μιλήτου έφθασα και τα περισσότερα μέρη της +Ιωνίας κατέλαβα• έπειτα ήμουν ωραίος και μεγαλόσωμος και γενναίος εις +τον πόλεμον• το δε σπουδαιότερον είνε ότι εις την Αλικαρνασσόν έχω +τάφον παμμέγιστον, όμοιον του οποίου κατά την μεγαλοπρέπειαν ουδείς +άλλος νεκρός έχει και αι παραστάσεις ίππων και ανθρώπων, αίτινες τον +στολίζουν, είνε τόσον ωραίαι και τόσον τεχνικαί επί του πολυτιμοτέρου +μαρμάρου, ώστε δυσκόλως δύναται να ευρεθή ναός παρόμοιος. Δεν +νομίζεις λοιπόν ότι δικαίως υπερηφανεύομαι δι' αυτά; + +ΔΙΟΓ. Διά την βασιλείαν, εννοείς, το κάλλος και το βάρος του τάφου; + +ΜΑΥΣ. Βέβαια, δι' αυτά. + +ΔΙΟΓ. Αλλά, καλέ Μαύσωλε, ούτε την δύναμιν εκείνην πλέον έχεις, ούτε +την μορφήν και αν καλέσωμεν ένα κριτήν ωραιότητος, δεν βλέπω διατί θα +προτιμηθή το δικό σου το κρανίον από το δικό μου• διότι και τα δύο +είνε φαλακρά και άσαρκα, και των δύο φαίνονται τα δόντια ομοίως, και +οι δύο έχομεν χάσει τα μάτια και η μύτες μας έχουν γείνει σιμές• ο δε +τάφος και τα πολυτελή εκείνα μάρμαρα ίσως μεν χρησιμεύσουν εις τους +Αλικαρνασσείς διά να τα επιδεικνύουν εις τους ξένους και να +υπερηφανεύωνται, ότι έχουν ένα τόσο μέγα οικοδόμημα• αλλά συ, φίλε +μου, δεν βλέπω τι απολαύεις εξ αυτού, εκτός αν θέλης να 'πης ότι +αχθοφορείς περισσότερον από ημάς τους άλλους, διότι ευρίσκεσαι υπό το +βάρος τόσων μεγάλων λίθων. + +ΜΑΥΣ. Λοιπόν όλα αυτά δεν μου χρησιμεύουν εις τίποτε και ο Μαύσωλος +είνε ίσος με τον Διογένην; + +ΔΙΟΓ. Όχι ίσος, γενναιότατε, καθόλου ίσος• διότι ο μεν Μαύσωλος θα +κλαίη ενθυμούμενος την ζωήν και όσα ενόμιζεν ως αποτελούντα την +ευτυχίαν του, ο δε Διογένης θα τον καταγελά. Και συ μεν θα καυχάσαι +ότι έχεις τάφον εις την Αλικαρνασσόν, τον οποίον σου κατεσκεύασεν η +σύζυγος και αδελφή Αρτεμισία, ο δε Διογένης, και αν έχη πουθενά τάφον +του σώματός του, δεν τον γνωρίζει• διότι ουδ' εσκέφθη ποτέ περί +τούτου• αλλά ζήσας βίον ανδρός, αφήκεν εις τους αρίστους των ανθρώπων +ανάμνησιν ήτις αποτελεί μνημείον πολύ υψηλότερον και εδραιότερον από +τον τάφον σου, δουλοπρεπέστατε Καρ. + + +25. +&Νιρέως, Θερσίτου και Μενίππου.& + + +ΝΙΡ. Να, ας καλέσωμεν τον Μένιππον να κρίνη ποίος είνε ωραιότερος. +Δεν είμαι ευμορφότερος εγώ, Μένιππε; + +ΜΕΝ. Ποίοι είσθε; Διότι μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον αυτό να μάθω. + +ΝΙΡ. Ο Νιρεύς και ο Θερσίτης. + +ΜΕΝ. Ποίος είνε ο Νιρεύς και ποίος ο Θερσίτης; Διότι ούτε τούτο +διακρίνεται. + +ΘΕΡΣ. Έχω ήδη ένα πλεονέκτημα, ότι ο Μένιππος σε αναγνωρίζει όμοιον +με εμένα και δεν διαφέρεις όσον ο τυφλός εκείνος Όμηρος ηθέλησε να +παραστήση λέγων ότι είσαι ο ωραιότερος όλων. Εγώ ο κρομμυδοκέφαλος +και φαλακρός δεν εφάνηκα χειρότερος εις τον κριτήν. Τώρα δε, Μένιππε, +κύτταξε να μας 'πης και ποίος είνε ο ευμορφότερος. + +ΝΙΡ. Έγω γε, ο Αγλαΐας και Χάροπος, + ως κάλλιστος ανήρ υπό ήλιον ήλθον {30} + +ΜΕΝ. Αλλά δεν μου φαίνεται να ήλθες και εις τον Άδην ωραιότερος, +διότι τα μεν κόκκαλα είνε όμοια, το δε κρανίον σου κατά τούτο μόνον +διαφέρει από το κρανίον του Θερσίτου, ότι είνε πλέον εύθραυστον• +διότι είνε μαλακόν και όχι ανδρικόν. + +ΝΙΡ. Ερώτησε τον Όμηρον να μάθης πώς ήμουν όταν συνεξεστράτευσα με +τους Αχαιούς. + +ΜΕΝ. Παραμύθια μου λες• εγώ βλέπω πώς είσαι σήμερον πώς δε ήσουν τότε +το ξέρουν οι τότε. + +ΝΙΡ. Και όμως εγώ και εδώ είμαι ο ωραιότερος, Μένιππε. + +ΜΕΝ. Ούτε συ ούτε άλλος είναι ωραίος, διότι εις τον Άδην επικρατεί +ισοτιμία και όλοι είμεθα όμοιοι. + +ΘΕΡΣ. Εις εμέ λοιπόν και τούτο είναι αρκετόν. + + +26. +&Μενίππου και Χείρωνος.& + + +ΜΕΝ. Ήκουσα, Χείρων, ότι ενώ ήσουν θεός, επεθύμησες ν' αποθάνης. + +ΧΕΙΡ. Είνε αληθές αυτό που ήκουσες, Μένιππε, και ως βλέπεις, απέθανα +ενώ ηδυνάμην να είμαι αθάνατος. + +ΜΕΝ. Και πώς σου ήλθεν αυτή η αγάπη προς τον θάνατον, ο οποίος +συνήθως εις τους ανθρώπους είνε πράγμα απεχθές; + +ΧΕΙΡ. Θα σου το 'πω, διότι είσαι φρόνιμος άνθρωπος. Δεν έβρισκα πλέον +καμμίαν ευχαρίστησιν εις την αθανασίαν. + +ΜΕΝ. Δεν σου ήτο ευχάριστον να ζης και να βλέπης το φως; + +ΧΕΙΡ. Όχι, Μένιππε• διότι εγώ νομίζω ότι το ευχάριστον υπάρχει εις +την ποικιλίαν και όχι εις την μονοτονίαν. Εγώ δε ζων μίαν μακράν ζωήν +και απολαμβάνων τα ίδια και τα ίδια, τον ήλιον, το φως, την τροφήν, +ενώ αι ώραι του έτους ήρχοντο και παρήρχοντο όμοιαι και τα γεγονότα +επίσης, ως να ηκολούθουν το ένα το άλλο, εκορέσθην από αυτά• διότι η +τέρψις δεν υπάρχει εις τα αυτά πράγματα πάντοτε, αλλά και εις το να +στερήται κανείς μερικά. + +ΜΕΝ. Σωστά λέγεις, Χείρων. Ο δε Άδης πώς σου φαίνεται, αφού τον +επροτίμησες και ήλθες εδώ; + +ΧΕΙΡ. Δεν μου είνε δυσάρεστος η εδώ διαμονή• διότι η ισοτιμία είνε +πολύ δημοκρατική και δεν είνε μεγάλη η διαφορά να ζη κανείς εις το +φως ή εις το σκότος. Άλλως τε και εδώ ούτε διψούμεν, ούτε πεινούμεν, +όπως επάνω, αλλ' είμεθα εντελώς απηλλαγμένοι όλων τούτων των αναγκών. + +ΜΕΝ. Πρόσεξε, Χείρων, μήπως αντιφάσκης προς τον εαυτόν σου και +ευρεθής εις την ανάγκην να είπης τα ίδια και διά τα εδώ. + +ΧΕΙΡ. Πώς δηλαδή; + +ΜΕΝ. Αν εις την ζωήν τα πάντοτε όμοια και τα ίδια σου έφεραν κόρον, +και τα εδώ επειδή είνε όμοια ομοίως δύνανται να σου φέρουν κόρον, και +τότε θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητής να μεταβής και απ' εδώ εις +άλλην ζωήν, το οποίον μου φαίνεται αδύνατον. + +ΧΕΙΡ. Τι να γείνη λοιπόν, Μένιππε; + +ΜΕΝ. Εκείνο το οποίον λέγουν, ότι ο φρόνιμος πρέπει ν' αρκήται και να +ευχαριστήται εις τα υπάρχοντα και να μη νομίζη τίποτε εξ αυτών +ανυπόφορον. + + +27. +&Διογένους, Αντισθένους και Κράτητος.& + + +ΔΙΟΓ. Ακούσετε, Αντισθένη και Κράτη• αφού δεν έχομεν τίποτε να +κάμωμεν, δεν πηγαίνομεν περίπατον μέχρι της εισόδου του Άδου, διά να +ίδωμεν τους ερχόμενους, ποίοι είνε και τι κάνουν; + +ΑΝΤ. Πάμε, Διογένη. Το θέαμα θα είνε ευχάριστον να βλέπη κανείς +άλλους μεν να κλαίουν, άλλους δε παρακαλούντας να τους αφήσουν, και +μερικούς να αναγκάζουν τον Ερμήν να τους πιάνη από τον τράχηλον και +να τους ωθή και πάλιν ν' αντιστέκωνται και να πίπτουν ανάσκελα προς +ανωφελή αντίστασιν. + +ΚΡΑΤ. Να σας διηγηθώ εγώ τι είδα όταν κατέβαινα. + +ΔΙΟΓ. Να μας διηγηθής, Κράτη, διότι φαίνεται ότι θα είδες πολύ αστεία +πράγματα. + +ΚΡΑΤ. Ήρχοντο πολλοί μαζή μας, μεταξύ δε αυτών ο Ισμηνόδωρος ο +πλούσιος ο συμπολίτης μας, ο Αρσάκης ο ύπαρχος της Μηδίας και ο +Αρμένιος Ορείτης. Λοιπόν ο Ισμηνόδωρος ο οποίος είχε φονευθή υπό +ληστών κατά τον Κιθαιρώνα, ενώ επήγαινε εις την Ελευσίνα, νομίζω — +εστέναζε και εκράτει την πληγήν του και ανέφερε τα παιδιά του, τα +οποία αφήκε πολύ μικρά και μετενόει διά την τόλμην του, διότι ενώ +επρόκειτο να διαβή τον Κιθαιρώνα και τα περίχωρα των Ελευθερών, τα +οποία έχουν εντελώς ερημωθή υπό των πολέμων, είχε παραλάβει δύο μόνον +δούλους, ενώ είχε μαζύ του πέντε χρυσάς φιάλας και τέσσερα ποτήρια. Ο +δε Αρσάκης — ο οποίος ήτο ήδη ηλικιωμένος και αληθώς σεβάσμιος την +όψιν —εξέφραζε εις βαρβαρικήν γλώσσαν την δυσφορίαν και την +αγανάκτησίν του, διότι εβάδιζε πεζός και εζήτει να του φέρουν τον +ίππον του. Διότι ο ίππος του είχεν αποθάνει συγχρόνως με αυτόν. Ένας +Θραξ ακροβολιστής τους είχε φονεύσει και τους δύο δι ενός κτυπήματος +εις την μάχην την γενομένην παρά τον ποταμόν Αράξην εναντίον του +βασιλέως της Καππαδοκίας. Ο Αρσάκης, ως διηγείτο, έτρεχε, +εξορμήσας πολύ προ των άλλων• ο δε Θραξ τον ανέμενε και προβαλών την +ασπίδα απέκρουσε το κοντάρι του Αρσάκη, έπειτα δε διευθύνας εκ των +κάτω την λόγχην διεπέρασε και αυτόν και τον ίππον. + +ΑΝΤ. πώς είνε δυνατόν, Κράτη, να γείνη αυτό με ένα κτύπημα; + +ΚΡΑΤ. Ευκολώτατα, Αντισθένη• ο Αρσάκης ήρχετο με ορμήν κρατών +προτεταμένον κοντάρι είκοσι πήχεων, ο δε Θραξ, αφού διά της ασπίδος +του απέκρουσε την επίθεσιν και απέφυγε το λόγχισμα, εγονάτισε και με +την λόγχην προτεταμένην εδέχθη τον επερχόμενον και επλήγωσε κάτω του +στήθους τον ίππον, ο οποίος εκ της ορμής του διεπεράσθη• διετρυπήθη +δε και ο Αρσάκης εκ του βουβώνος πέρα πέρα. Ως βλέπεις το φοβερόν +τούτο κτύπημα έγεινε μάλλον εξ αιτίας της ορμής του ίππου παρά εκ της +θελήσεως και της δυνάμεως του ανθρώπου. Ηγανάκτει λοιπόν ο Αρσάκης +διότι ετάσσετο εις την αυτήν με τους άλλους τάξιν και απήτει να +καταβή έφιππος. Ο δε Ορείτης είχε τόσον αβρούς τους πόδας, ώστε ούτε +να σταθή, ούτε να βαδίζη ηδύνατο. Τούτο δε συμβαίνει εις όλους σχεδόν +τους Μήδους, όταν αφιππεύουν βαδίζουν, ως να πατούν επί ακανθών, +ακροποδητί. Διά τούτο όταν έπεσε κάτω και δεν ήθελε κατ' ουδένα +τρόπον να σηκωθή, ο Ερμής τον εσήκωσε και τον έφερε μέχρι της +αποβάθρας, εγώ δε εγελούσα. + +ΑΝΤ. Και εγώ όταν κατέβαινα, δεν ανεμίχθην καθόλου με τους άλλους, +αλλά τους αφήκα να κλαίουν και προτρέξας εισήλθα εις το πλοίον και +κατέλαβα θέσιν διά να ταξειδεύσω με άνεσιν• κατά δε το ταξείδι οι μεν +άλλοι έκλαιαν και ξερνούσαν, εγώ δε διεσκέδαζα με αυτούς. + +ΔΙΟΓ. Συ, Κράτη και Αντισθένη, είχατε αυτούς τους συνοδοιπόρους• εγώ +δε είχα τον Βλεψίαν τον τοκιστήν από την Πίσαν, τον Λάμπιν τον +Ακαρνάνα, τον αρχηγόν των ξένων μισθοφόρων και τον Δάμιν τον πλούσιον +από την Κόρινθον. Εξ αυτών ο μεν Δάμις είχεν αποθάνει δηλητηριασθείς +υπό του υιού του, ο δε Λάμπις ηυτοκτόνησεν εξ έρωτος προς την Μύρτιον +την εταίραν, και ο Βλεψίας ελέγετο ότι είχεν αποθάνει εξ ασιτίας ο +δυστυχής, το οποίον και εφαίνετο εις την μεγάλη του ωχρότητα και την +άκραν εξασθένησιν. Εγώ δε αν και εγνώριζα τους ανέκρινα διά να μου +'πουν κατά ποίον τρόπον απέθαναν. Και όταν ο Δάμις κατηγόρει τον υιόν +του; Δεν έπαθες άδικα, του είπα, αφού είχες περιουσίαν χιλίων +ταλάντων και συ μεν απελάμβανες που ήσουν εννενηκοντούτης, εις δε τον +υιόν σου ο οποίος ήτο δέκα οκτώ ετών νέος έδιδες μόνον τεσσάρας +οβολούς. Συ δε, Ακαρνάν, — διότι εστέναζε και αυτός και κατηράτο την +Μύρτιον -- διατί αιτιάσαι τον έρωτα και όχι τον εαυτόν σου; Τους +εχθρούς δεν εφοβήθης ποτέ και ήσουν πρώτος εις τους κινδύνους, και το +πρώτον τυχόν γύναιον με τα ψευδή του δάκρυα και τους στεναγμούς σε +υπεδούλωσε, γενναιότατε. Ο δε Βλεψίας κατηγόρει τον εαυτόν του ως +πολύ ανόητον, διότι εφύλατε τα χρήματά του διά κληρονόμους αγνώστους, +νομίζων ο ανόητος ότι δεν θ' απέθνησκε ποτέ. Εν γένει δε πολύ με +διεσκέδασαν με τους στεναγμούς των. Αλλ' εφθάσαμεν εις την είσοδον +και τώρα ας σταματήσωμεν εδώ και ας παρατηρούμεν εξ αποστάσεως τους +ερχομένους. Πωπώ, είνε πάρα πολλοί και διάφοροι και όλοι δακρύουν +εκτός των νεογνών και των νηπίων. Αλλά και οι πολύ γέροντες κλαίουν. +Διατί αρά γε; Από αγάπην προς την ζωήν; Θέλω να ερωτήσω αυτόν τον +υπέργηρον.—Διατί κλαίεις ενώ απέθανες τόσον ηλικιωμένος; Διατί τόσον +σου κακοφαίνεται, φίλε μου, αφού έρχεσαι γέρων; Μήπως ήσουν πουθενά +βασιλεύς; + +ΠΤΩ. Καθόλου. + +ΔΙΟΓ. Μήπως σατράπης; + +ΠΤΩ. Ούτε. + +ΔΙΟΓ. Λοιπόν μήπως ήσουν πλούσιος και αφήκες πολλάς απολαύσεις εις +την ζωήν; + +ΠΤΩ. Τίποτε απ' αυτά. Είχα γείνει εννενήντα χρονών επάνω κάτω, εζούσα +δε ζωήν δυστυχισμένην και ως μόνον πόρον είχα την ψαρρικήν με το +καλάμι και την ορμιάν. Εκτός δε της μεγάλης φτώχειας, ήμουν άτεκνος, +ήμουν κουτσός και μόλις έβλεπα. + +ΔΙΟΓ. Και μολονότι ευρίσκεσο εις αυτήν την κατάστασιν ήθελες να ζης; + +ΠΤΩ. Ναι, διότι το φως είνε ευχάριστον και ο θάνατος κακός και +μαύρος. + +ΔΙΟΓ. Είσαι ανόητος, γέρω, και δεν ξέρεις το συμφέρον σου, σαν να +ήσουν παιδί, ενώ είσαι ομήλικος του Χάρωνος. Τι να λέγη λοιπόν κανείς +διά τους νέους όταν οι έχοντες τόσην ηλικίαν αγαπούν την ζωήν, ενώ +έπρεπε να επιδιώκουν τον θάνατον ως φάρμακον των δυστυχιών του +γήρατος; Αλλά καιρός να φύγωμεν διά να μη νομίση κανείς ότι +σκεπτόμεθα να δραπετεύσωμεν, επειδή μας βλέπουν να περιφερώμεθα εδώ +εις την είσοδον. + + +28. +&Μενίππου και Τειρεσίου.& + +ΜΕΝ. Εάν αληθώς είσαι τυφλός, ω Τειρεσία, δεν είνε εύκολον να το +διακρίνη κανείς πλέον• διότι όλοι εδώ έχομεν ομοίως κενά τα μάτια, +μόνον δε τα κοιλώματά των διατηρούνται• κατά δε τα άλλα δεν δύναται +κανείς να είπη ποίος ήτο ο Φινεύς και ποιος ο Λυγκεύς. Ότι όμως ήσουν +μάντις και ότι υπήρξες αρσενικός και θηλυκός το γνωρίζω από τους +ποιητάς. Κάμε μου λοιπόν την χάριν να μου 'πης ποία ζωή σου εφάνη +πλέον ευχάριστος, του ανδρός ή της γυναικός; + +ΤΕΙΡ. Πάρα πολύ καλλιτέρα η γυναικεία ζωή, Μένιππε, διότι έχει +ολιγωτέρας φροντίδας. Εκτός δε τούτου αι γυναίκες διευθύνουν τους +άνδρας, και ούτε εις τον πόλεμον πηγαίνουν, ούτε φρουρούν, ούτε εις +τας συνελεύσεις του λαού συζητούν, ούτε εις τα δικαστήρια καλούνται. + +ΜΕΝ. Δεν ήκουσες, Τειρεσία, την Μήδειαν του Ευριπίδου, τι λέγει, +ελεεινολογούσα την τύχην των γυναικών, ότι ζουν αθλίαν ζωήν και +τραβούν αφόρητους πόνους κατά τον τοκετόν; Και — αφού οι στίχοι της +Μηδείας μου το ενθύμισαν — δεν μου λες εγέννησες ποτέ όταν ήσουν +γυναίκα,- ή στείρα και άγονος επέρασες την γυναικείαν ζωήν; + +ΤΕΙΡ. Διατί ερωτάς αυτό, Μένιππε; + +ΜΕΝ. Όχι για κακό, Τειρεσία• λοιπόν 'πες μου, αν δεν σ' εμποδίζη +τίποτε. + +ΤΕΙΡ. Δεν ήμουν μεν στείρα, αλλά και δεν εγέννησα. + +ΜΕΝ. Καλά, αλλά ήθελα να μάθω αν είχες και μήτραν. + +ΤΕΙΡ. Είχα, πώς όχι; + +ΜΕΝ. Λοιπόν με τον καιρόν σου εξηφανίσθη η μήτρα και το γυναικείον +όργανον εφράχθη και οι μαστοί απεσπάσθησαν και το ανδρικόν όργανον +εφύτρωσε και έβγαλες γένεια, ή διά μιας από γυναίκα έγεινες άνδρας; + +ΤΕΙΡ. Δεν βλέπω τι σκοπόν έχει η ερώτησίς σου• φαίνεται λοιπόν ότι +δεν πιστεύεις ότι έγειναν αυτά, όπως σου τα λέγω. + +ΜΕΝ. Ώστε δεν πρέπει κανείς, Τειρεσία, να δυσπιστή εις τοιαύτας +διηγήσεις, αλλά χωρίς να εξετάζη αν είνε δυνατά ή μη να τα +παραδέχεται, ως βλαξ; + +ΤΕΙΡ. Συ λοιπόν δεν πιστεύεις ούτε όταν ακούης ότι γυναίκες +μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή δένδρα ή θηρία; όπως λ. χ. η Αηδών, η +Δάφνη, ή του Λυκάονος η θυγατέρα; + +ΜΕΝ. Εάν συναντήσω και αυτάς πουθενά, θα τας ερωτήσω και θα μάθω τι +λέγουν. Συ δε, όταν ήσουν γυναίκα, ήσουν και μάντις όπως κατόπιν, ή +μόνον όταν έγεινες άνδρας έγεινες και μάντις; + +ΤΕΙΡ. Βλέπω ότι αγνοείς όλην μου την ιστορίαν, εκτός δε των άλλων ότι +διέλυσα μίαν φιλονεικίαν των θεών και η μεν Ήρα με ετύφλωσε, ο δε +Ζευς προς παρηγορίαν της συμφοράς μού έδωκε την μαντικήν δύναμιν. + +ΜΕΝ. Ακόμη επιμένεις εις τα ψεύδη σου, Τειρεσία; Αλλ' είσαι και συ +όπως οι άλλοι μάντεις, οι οποίοι ποτέ δεν λέγουν τίποτε σωστόν. + + +29. +&Αίαντος και Αγαμέμνονος.& + + +ΑΓΆΜ. Εάν συ παρεφρόνησες, Αία, και ηυτοκτόνησες, εφοβέρισες δε και +ημάς όλους να μας φονεύσης, διατί κατηγορείς τον Οδυσσέα και προ +ολίγου ούτε τον ητένισες, όταν ήλθε να ζητήση την γνώμην του +Τειρεσίου, ούτε τον εχαιρέτισες, ενώ υπήρξε συστρατιώτης σου και +φίλος, αλλ' επροσπέρασες βιαστικά και περιφρονητικώς; + +ΑΙΑΣ. Δικαίως, Αγαμέμνων, διότι αυτός έγεινεν αίτιος να +παραφρονήσω• μόνος αυτός μου διεφιλονείκησε τα όπλα του Αχιλλέως. + +ΑΓΑΜ. Και είχες την αξίωσιν να μη συναγωνισθή κανείς και να +υπερισχύσης αμαχητί όλων; + +ΑΙΑΣ. Τουλάχιστον εις αυτήν την περίστασιν, διότι τα όπλα ανήκον εις +εμέ αφού ήσαν του ανεψιού μου. Και σεις μεν οι άλλοι, αν και ήσθε +πολύ καλλίτεροι του Οδυσσέως, παρητήθητε από τον αγώνα και +παρεχωρήσατε εις εμέ τα όπλα• ο υιός όμως του Λαέρτου, τον οποίον εγώ +πολλάκις έσωσα όταν εκινδύνευε να σφαγή υπό των Φρυγών, επέμενεν ότι +είνε καλλίτερός μου και ότι εις αυτόν μάλλον έπρεπαν τα όπλα. + +ΑΓΑΜ. Τότε μάλλον κατά της Θέτιδος πρέπει να παραπονήσαι, η οποία ενώ +έπρεπε να σε κάμη κληρονόμον των όπλων, αφού είσαι συγγενής, τα έφερε +και τα κατέθεσεν εις το κοινόν. + +ΑΙΑΣ. Όχι, κατά του Οδυσσέως παραπονούμαι ο οποίος μόνος επέμενε να +τα πάρη. + +ΑΓΑΜ. Πρέπει να τον συγχωρήσης, Αία, διότι ως άνθρωπος επεθύμησε την +δόξαν, πράγμα τόσον γλυκύ, διά το οποίον και ημείς οι άλλοι +υπεφέραμεν κινδύνους. Άλλως σ' ενίκησεν, ως απεφάνθησαν και Τρώες +κριταί. + +ΑΙΑΣ. Ξέρω εγώ ποίος με κατεδίκασε• αλλά δεν πρέπει να λέγωμεν τίποτε +εναντίον των θεών. Δεν δύναμαι όμως να μη μισώ τον Οδυσσέα, +Αγαμέμνων, και αν ακόμη αυτή η Αθηνά με διέτασσε το εναντίον. + + +30. +&Μίνωος και Σωστράτου.& + + +ΜΙΝ. Αυτός εδώ ο ληστής Σώστρατος ας ριφθή εις τον Πυριφλεγέθοντα, ο +ιερόσυλος ας σπαραχθή υπό της Χιμαίρας, ο δε τύραννος, ω Ερμή, ας +σταυρωθή πλησίον του Τιτυού και να του τρώγουν οι γύπες τα ήπατα• +σεις δε οι δίκαιοι, πηγαίνετε αμέσως εις το Ηλύσιον πεδίον και +κατοικείτε εις τας νήσους των Μακάρων, εις αμοιβήν των καλών σας +πράξεων εις την ζωήν. + +ΣΩΣΤΡ. Άκουσε, ω Μίνω, διά να κρίνης αν έχω δίκαιον. + +ΜΙΝ. Πάλιν θα σε ακούσω; Δεν απεδείχθη ότι είσαι κακούργος και ότι +τόσους ανθρώπους εφόνευσες; + +ΣΩΣΤΡ. Βέβαια, αλλά πρέπει να εξετάσης αν και δικαίως θα τιμωρηθώ. + +ΜΙΝ. Πολύ δικαίως, αφού πρέπει να τιμωρηθής κατά τα έργα σου. + +ΣΩΣΤΡ. Σε παρακαλώ να μου απαντήσης• θα σου κάμω μίαν σύντομον +ερώτησιν. + +ΜΙΝ. Λέγε, αλλά μη πολυλογάς διότι έχω και άλλους να δικάσω. + +ΣΩΣΤΡ. Όσα έκανα όταν εζούσα τα έκανα εκουσίως, ή η Μοίρα μου είχεν +ορίσει να τα κάμω; + +ΜΙΝ. Βέβαια η Μοίρα. + +ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν και οι αγαθοί και οι κακοί όλοι υπήρξαμεν τοιούτοι, +διότι ούτω ηθέλησεν η Μοίρα; + +ΜΙΝ. Ναι, η Κλωθώ, η οποία εις έκαστον κατά την γέννησίν του ορίζει +τι θα πράξη. + +ΣΩΣΤΡ. Εάν λοιπόν κανείς αναγκασθή υπό άλλου, εις τον οποίον δεν +δύναται να παρακούη, όπως ο δήμιος αν διαταχθή υπό δικαστού και ο +δορυφόρος αν διαταχθή υπό τυράννου, και φονεύση άνθρωπον, ποίον θα +κατηγορήσης διά τον φόνον; + +ΜΙΝ. Εννοείται, τον δικαστήν ή τον τύραννον, διότι δεν δύναται, +κανείς να κατηγορήση διά τον φόνον το όπλον το οποίον χρησιμεύει ως +απλούν όργανον της οργής του φονέως. + +ΣΩΣΤΡ. Ευχαριστώ, Μίνω, διότι δυναμόνεις το παράδειγμά μου. Εάν δε +έλθη ένας υπηρέτης εκ μέρους του κυρίου του και μας φέρη χρυσόν ή +άργυρον, εις ποίον πρέπει να γνωρίζωμεν την χάριν και ποίον πρέπει να +θεωρούμεν ευεργέτην; + +ΜΙΝ. Εκείνον όστις μας έστειλε τον χρυσόν• εκείνος όστις τον έφερε +έκαμε μόνον τον κόπον. + +ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν βλέπεις ότι αδίκως μας τιμωρείς διότι επράξαμεν όσα η +Κλωθώ διέταξε και ευχαριστείς τους υπηρέτας διά δώρα ξένα; Διότι δεν +δύναται κανείς να είπη ότι ήτο δυνατόν να παρακούσωμεν εις διαταγάς +τόσον επιτακτικάς. + +ΜΙΝ. Άκουσε, Σώστρατε, και πολλά άλλα, αν καλώς εξετάσης, θα ίδης ότι +δεν γίνονται λογικώς. Αλλ' από την ερώτησίν σου αποδεικνύεσαι ότι δεν +είσαι μόνον ληστής, αλλά και ρήτωρ. Και δι' αυτό απόλυσέ τον, Ερμή, +και ας μη τιμωρηθή. Αλλά πρόσεξε να μη διδάξης και τους άλλους +νεκρούς να μου κάνουν τοιαύτας ερωτήσεις. + + + + +&ΜΕΝΙΠΠΟΣ Η ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ& + + + + + +&Μένιππος και Φίλωνίδης.& + +ΜΕΝ. ω Χαίρε μέλαθρον προ πυλά θ' εστίας εμής, + ως άσμενός σε γ' είδον ές φάος μολών. {31} + +ΦΙΛ. Δεν είνε αυτός ο Μένιππος ο κυνικός; Βέβαια δεν είνε άλλος, +εκτός εάν εγώ δεν βλέπω καλά• όλος κι' όλος ο Μένιππος. Αλλά τι +αλλόκοτος ενδυμασία είνε αύτη; Φορεί πίλον και δέρμα λέοντος και +κρατεί λύραν. Ας τον πλησιάσω. Χαίρε, Μένιππε• από πού μας έρχεσαι; +διότι έχεις πολύν καιρόν να φανής εις την πόλιν. + +ΜΕΝ. Ήκω νεκρών κευθμώνα και σκότου πύλας + λιπών, ίν' Άδης χωρίς ώκισται θεών. {32} + +ΦΙΛ. Περίεργον, ο Μένιππος είχεν αποθάνει χωρίς να το μάθωμεν. Και +έπειτα πάλιν εξανάζησες; + +ΜΕΝ. Ουκ, αλλ' ετ' έμπνουν Αίδης μ' εδέξατο. {33} + +ΦΙΛ. Και η αιτία αυτού του πρωτοφανούς και παραδόξου ταξειδίου σου; + +ΜΕΝ. Νεότης μ' επήρε και θράσος του νου πλέον.{34} + +ΦΙΛ. Παύσε, ευλογημένε, να παίζης τραγωδίαν, ξεπέζευσε από τους +ιάμβους και πες μου εις απλήν γλώσσαν τι είνε αυτή η στολή και ποία +ανάγκη σε, έκαμε να ταξειδεύσης εις τον κάτω κόσμον, διότι δεν είνε, +φαίνεται, ευχάριστον τοιούτον ταξείδι, ώστε να το επιχειρή κανείς +χωρίς ανάγκην. + +ΜΕΝ. ω φιλότης χρειώ με κατήγαγεν εις Αίδαο + ψυχή χρησόμενον Θηβαίου Τειρεσίου.{35} + +ΦΙΛ. Τι έπαθες, τρελλάθηκες; με στίχους της τραγωδίας ομιλείς προς +τους φίλους σου; + +ΜΕΝ. Μη απορής, φίλε μου• διότι προ ολίγου ακόμη, ήμουν με τον +Ευριπίδην και τον Όμηρον και χωρίς να το καταλάβω εγέμισα από +στίχους, οι οποίοι αυτομάτως ανεβαίνουν εις το στόμα μου. Αλλά δεν +μου λες πώς τα περνάτε εδώ εις την γην και τι γίνεται εις την πόλιν; + +ΦΙΛ. Τίποτε νέον, αλλ' όπως και προτήτερα, κλέπτουν, επιορκούν, +τοκογλυφούν, φιλαργυρεύονται. + +ΜΕΝ. Ω τους αθλίους και δυστυχείς• δεν γνωρίζουν τι νόμοι εψηφίσθησαν +προ ολίγου καιρού και τι ψηφίσματα έγειναν εναντίον των πλουσίων, τα +οποία, μα τον Κέρβερον, κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να διαφύγουν. + +ΦΙΛ. Τι λες; Έγειναν νεώτεροι νόμοι εις τον κάτω κόσμον περί των εδώ; + +ΜΕΝ. Και πολλοί, μα τον Δία. Αλλά δεν επιτρέπεται να λέγωνται αυτά +προς όλους και να φανερόνωνται τα απόρρητα, μήπως και κανείς με +καταγγείλη επί ασεβεία προς τον Ραδάμανθυν. + +ΦΙΛ. Σε παρακαλώ, Μένιππε, μη μου τα κρύψης• είμαι φίλος σου και +γνωρίζω να κρατώ μυστικά, εκτός δε τούτου είμαι και μεμυημένος εις τα +μυστήρια. + +ΜΕΝ. Μου απαιτείς δύσκολον πράγμα και επικίνδυνον, αλλά τέλος πάντων +προς χάριν σου θα το αποτολμήσω. Απεφασίσθη λοιπόν, όπως οι πλούσιοι +και πολυχρήματοι, όσοι κρατούν κατάκλειστον τον χρυσόν, όπως την +Δανάην... + +ΦΙΛ. Σε παρακαλώ όμως πριν μου αναφέρης τα αποφασισθέντα να μου 'πης +εκείνα τα οποία ενδιαφέρομαι περισσότερον ν' ακούσω, δηλαδή πώς σου +επήλθεν η ιδέα να κατεβής εις τον Άδην, ποίος σου εχρησίμευσεν ως +οδηγός, έπειτα δε τι είδες και τι ήκουσες εκεί κάτω• διότι ως +φιλόκαλος άνθρωπος που είσαι δεν θα παρέλειψες τίποτε εκ των +αξιοθεάτων και αξιακούστων. + +ΜΕΝ. Θα σου κάμω και αυτήν την χάριν διότι τι να κάμη κανείς όταν +φίλος άνθρωπος τον παρακαλή; Λοιπόν θα σου ομιλήσω πρώτα περί της +αποφάσεώς μου και της αφορμής της καθόδου μου. Αφ' ότου ήμουν παιδί, +ακούων τας διηγήσεις του Ομήρου και Ησιόδου περί πολέμων και +στασιασμών όχι μόνον των ημιθέων, αλλά και αυτών των θεών, προσέτι δε +περί μοιχειών αυτών και βιασμών και αρπαγών, περί δικών και +εκθρονισμών πατέρων υπό των τέκνων αυτών και γάμων μεταξύ αδελφών, +ενόμιζα ότι όλα αυτά είνε καλά και ζωηρώς επόθουν να τα μιμηθώ. Αλλ' +όταν ήρχισα να ενηλικιούμαι, έβλεπα ότι οι νόμοι διατάσσουν, +αντιθέτως προς τους ποιητάς, να μη μοιχεύωμεν, ούτε να στασιάζωμεν, +ούτε ν' αρπάζωμεν. Ευρέθηκα λοιπόν εις μεγάλην αμφιβολίαν, μη +γνωρίζων ποίαν διαγωγήν ν' ακολουθήσω. Διότι ούτε οι θεοί εφανταζόμην +θα εμοίχευαν και θα εστασίαζαν μεταξύ των, εάν δεν ενόμιζαν αυτά +καλά, ούτε πάλιν οι νομοθέται θα μας συνεβούλευαν τα εναντία, εάν δεν +τα ενόμιζαν ως ωφελιμώτερα. Εις την απορίαν μου εσκέφθηκα να υπάγω να +εύρω τους λεγομένους φιλοσόφους, να τεθώ εις την διάθεσίν των και να +τους παρακαλέσω να με μεταχειρισθούν όπως θέλουν και να μου +υποδείξουν ένα απλούν και ασφαλή τρόπον ζωής. Με τοιαύτας σκέψεις +επήγα προς αυτούς, αλλά δεν ενόησα ότι έπεφτα εις την φωτιάν, κατά το +λεγόμενον, διά ν' αποφύγω τον καπνόν. Διότι όταν τους εγνώρισα ευρήκα +εις αυτούς τόσην άγνοιαν και αμφιβολίαν, ώστε να μου φανούν εν +συγκρίσει προς αυτούς πολύ σοφώτεροι εις τον τρόπον του ζην οι απλοί +άνθρωποι. Ο είς εξ αυτών λ.χ. εδίδασκε ν' απολαμβάνωμεν πάσαν ήδονήν +και μόνον την ηδονήν να επιζητώμεν εις όλα, διότι αυτά είνε η τελεία +ευτυχία• ο άλλος εξ εναντίας εδίδασκε να εργαζώμεθα διηνεκώς και να +μοχθούμεν, να σκληραγωγούμεν το σώμα και να είμεθα ρυπαροί και +ελεεινοί, να ενοχλούμεν δε τους πάντας και να τους υβρίζωμεν και +συχνά επανελάμβανε τους πασίγνωστους στίχους του Ησιόδου περί αρετής, +περί του ιδρώτος και περί της αναβάσεως εις την κορυφήν• {36} άλλος +συνεβούλευε να περιφρονούμεν τα πλούτη και ν' αδιαφορούμεν διά την +απόκτησιν αυτών• άλλος εξ εναντίας ήτο της γνώμης ότι και ο πλούτος +είνε κάτι αγαθόν. Αλλά τι να σου είπω διά τας γνώμας των περί του +κόσμου; Σου ομολογώ ότι όταν τους ήκουα καθ' εκάστην να ομιλούν περί +ιδεών και ασωμάτων και ατόμων και περί κενών και να επαναλαμβάνουν +πλήθος τοιούτων λέξεων, μου ήρχετο αναγούλα. Και το γελοιωδέστερον εξ +όλων είνε ότι και όταν ωμίλουν περί πραγμάτων εντελώς αντιθέτων +εύρισκαν επιχειρήματα τόσον πιθανά και πειστικά, ώστε να μη δύναται +κανείς να τους αντικρούη και όταν υπεστήριζαν ότι το θερμόν και το +ψυχρόν είνε το ίδιον πράγμα, ενώ γνωρίζομεν σαφώς ότι θερμόν και +ψυχρόν δεν δύναται να είνε συγχρόνως ένα πράγμα. Μου συνέβαινε λοιπόν +ακριβώς ό,τι εις τους νυστάζοντας, οίτινες οτέ μεν κατανεύουν οτέ δε +ανανεύουν. Αλλ' έτι μάλλον παράλογον ήτο το ακόλουθον• παρακολουθών +αυτούς παρετήρουν ότι αι πράξεις των ήσαν εντελώς εναντίαι προς την +διδασκαλίαν των διότι οι διδάσκοντες την περιφρόνησιν του πλούτου +παρετήρουν ότι είχαν άπληστον όρεξιν χρημάτων και περί τόκων +εφιλονείκουν και επί πληρωμή εδίδασκαν και τα πάντα χάριν των +χρημάτων υπέφεραν. Εκείνοι δε οίτινες εδίδασκον την περιφρόνησιν της +δόξης έπρατταν και έλεγαν τα πάντα χάριν αυτής• ενώ δε όλοι σχεδόν +κατηγόρουν τας απολαύσεις, ιδιαιτέρως εις αυτάς ήσαν αφιερωμένοι. + +Όταν λοιπόν είδα και αυτήν μου την ελπίδα να διαψευσθή, έτι μάλλον +ελυπούμην, αλλ' επροσπαθούσα να παρηγορήσω τον εαυτόν μου με την +σκέψιν ότι και άλλοι πολλοί, μεταξύ των οποίων και σοφοί και λίαν +φημιζόμενοι διά την σύνεσίν των, δεν εγνώριζαν την αλήθειαν. Ενώ δε +κάποτε αγρυπνούσα με τοιαύτας σκέψεις, απεφάσισα να υπάγω εις την +Βαβυλώνα και να παρακαλέσω κανένα εκ των μάγων μαθητών και διαδόχων +του Ζωροάστρου, περί των οποίων είχα ακούσει να λέγεται ότι με επωδάς +και διαφόρους μαγείας δύνανται ν' ανοίξουν τας πύλας του Άδου, να +κατεβάζουν οποίον θέλουν και να τον ανεβάζουν πάλιν οπίσω. Ως +καλλίτερον λοιπόν έκρινα να κατέβω με την βοήθειαν κανενός εξ αυτών +και να υπάγω προς τον Βοιωτόν Τειρεσίαν διά να μάθω παρ' αυτού, αφού +ήτο μάντις και σοφός, ποία είνε η καλλιτέρα ζωή, την οποίαν πρέπει να +προτιμήση ο φρόνιμος άνθρωπος• και αμέσως ανεπήδησα και έτρεξα με +σπουδήν και κατ' ευθείαν εις την Βαβυλώνα. Άμα δε έφθασα εκεί, ευρήκα +ένα εκ των Χαλδαίων, σοφόν και θαυμαστόν κατά την τέχνην, ο οποίος +είχε λευκήν την κόμην και γενειάδα σεβάσμιαν, ωνομάζετο δε +Μιθροβαρζάνης. Τον παρεκάλεσα και τον καθικέτευσα και μετά δυσκολίας +τον έπεισα να με οδήγηση εις τον Άδην με οίαν δήποτε αμοιβήν ήθελε. Ο +μάγος με παρέλαβε και κατ' αρχάς μεν επί είκοσι εννέα ημέρας, αρχίσας +από την νέαν σελήνην, με έλουε• κατά την αυγήν με ωδήγει εις τον +Ευφράτην, όταν δε ανέτελλεν ο ήλιος μου απήγγελλε λόγια τα οποία μου +ήσαν ακατάληπτα• όπως οι αμαθείς κήρυκες των αγώνων, έλεγε τους +λόγους του βιαστικούς και ακατανοήτους• ηδύνατό τις όμως να μαντεύση +ότι κάποιους θεούς επεκαλείτο. Μετά την επωδήν αυτήν και αφού μου +έπτυε τρεις φορές κατά πρόσωπον, επέστρεφα χωρίς ν' ατενίζω κανένα εκ +των συναντωμένων. Ως τροφήν μου έδιδεν ακροβλάσταρα της δρυός, ως +ποτόν δε γάλα και υδρόμελι και νερόν του ποταμού Χοάσπου. Εκοιμώμουν +δε έξω επάνω εις τα χόρτα. Αφού δε ενόμισεν αρκετήν αυτήν την +προπαρασκευήν, με ωδήγησε περί το μεσονύκτιον εις τον Τίγρητα +ποταμόν, όπου με έπλυνε, με εσπόγγισε, με εξήγνισε, όπως εξαγνίζουν +τους νεκρούς, με δαδιά και σκυλοκρόμμυδον και άλλα διάφορα. Αφού δε +εψιθύρισε την επωδήν εκείνην, με εμάγευσε όλον και διέγραψε κύκλους +γύρω μου διά να μη με κακοποιήσουν τα φαντάσματα, με ωδήγησε πάλιν +εις το σπήτι του, αλλά με υπεχρέωσε να οπισθοβατώ. Κατά το υπόλοιπον +δε της νυκτός εκάμαμεν τας ετοιμασίας μας διά το ταξείδι. Ο μεν +Μιθροβαρζάνης εφόρεσε μίαν μαγικήν στολήν κατά πολύ ομοιάζουσαν με το +Μηδικόν ένδυμα, έπειτα δε έφερε και μ' εστόλισε με αυτόν τον πίλον +και την λεοντήν και μου έδωκε να κρατώ την λύραν, μου παρήγγειλε δε +εάν μ' ερωτήσουν πώς ονομάζομαι να μη λέγω Μένιππος, αλλ' Ηρακλής ή +Οδυσσεύς ή Ορφεύς. + +ΦΙΛ. Γιατί αυτό, Μένιππε; Διότι ούτε των ονομάτων, ούτε της +ενδυμασίας την σημασίαν εννοώ. + +ΜΕΝ. Και όμως το πράγμα είνε φανερόν και όχι δύσκολον να εννοηθή. +Επειδή εκείνοι άλλοτε κατέβηκαν ζωντανοί εις τον Άδην, εσκέπτετο ότι +αν με εξωμοίωνε προς αυτούς, ευκόλως θα διεφεύγαμεν την προσοχήν του +Αιακού και ανεμποδίστως θα εισηρχόμεθα, χάρις εις την μεταμφίεσιν +εκείνην την θεατρικήν εις την οποίαν ο Αιακός είνε συνηθισμένος. +Ήρχισεν ήδη να φέγγη και κατεβήκαμεν εις τον ποταμόν διά ν' +αναχωρήσωμεν. Είχε δε ετοιμασθή κατά παραγγελίαν του πλοίον και +σφάγια διά θυσίαν και υδρόμελι και άλλα χρήσιμα διά την τελετήν. +Επιβιβάσαντες δε όλα αυτά τα εφόδια εισήλθαμεν και ημείς και + +βαίνομεν αχνύμενοι, θαλερόν κατά δάκρυ χέοντες. {37} + +Επί τινα καιρόν το πλοίον μας ηκολούθει το ρεύμα του ποταμού• έπειτα +δε εισήλθαμεν εις το έλος και την λίμνην, όπου ο Ευφράτης χύνεται• +αφού δε επεράσαμεν και την λίμνην εφθάσαμεν εις μέρος έρημον, δασώδες +και σκιερόν, όπου απεβιβάσθημεν. Ο Μιθροβαρζάνης προηγείτο. Εσκάψαμεν +δε λάκκον, εσφάξαμεν τα πρόβατα και εκάμαμεν σπονδάς χύνοντες γύρω +εις τον λάκκον το αίμα. Ο δε μάγος εν τω μεταξύ τούτω κρατών δάδα +αναμμένην, όχι πλέον με σιγανήν φωνήν, αλλά με όλην του την δύναμιν +εφώναζε και επεκαλείτο όλους τους καταχθονίους θεούς και τας Ποινάς +και τας Εριννύας + +και νυχίαν Εκάτην και επαινήν Περσεφόνειαν {38} + +αναμιγνύων συγχρόνως βαρβαρικάς τινας, ακαταλήπτους και πολυσυλλάβους +λέξεις. Ευθύς δε όλος ο τόπος εσείσθη και υπό της μαγικής επωδής +εσχίσθη το έδαφος και ηκούετο μακρυνόν το γαύγισμα του Κερβέρου. Και +η στιγμή ήτο πολύ φοβερά και τρομακτική, + +έδδεισεν δ' υπένερθεν άναξ ενέρων Αϊδωνεύς{39} + +διότι εφαίνοντο ήδη τα περισσότερα μέρη του Άδου, η λίμνη και ο +Πυριφλεγέθων και του Πλούτωνος τα ανάκτορα. Καταβάντες δε διά του +χάσματος ευρήκαμεν τον Ραδάμανθυν ημιθανή εκ του τρόμου• ο δε +Κέρβερος υλάκτησεν ολίγον και εκινήθη διά να ορμήση εναντίον μας, +αλλ' εγώ έσπευσα και έκρουσα την λύραν και αμέσως η μουσική τον +εγοήτευσε και τον κατεπράυνε. Όταν εφθάσαμεν εις την λίμνην, παρ' +ολίγον να μη δυνηθώμεν να περάσωμεν• διότι το πλοιάριον ήτο ήδη +γεμάτον και ανεδίδετο εξ αυτού θρήνος, καθότι οι επιβάται του ήσαν +όλοι τραυματίαι και είχον άλλος μεν τον πόδα, άλλος δε την κεφαλήν +και άλλος άλλο μέλος του σώματος πληγωμένον. Φαίνεται ότι ήρχοντο από +κάποιον πόλεμον. Αλλ' ο καλός Χάρων άμα είδε την λεοντήν, νομίσας ότι +είμαι ο Ηρακλής, με εδέχθη εις το πλοίον και ευχαρίστως μ' επέρασεν, +όταν δε απεβιβάσθημεν μας έδειξε και τον δρόμον. Όταν ευρέθημεν εις +το σκότος επροπορεύετο ο Μιθροβαρζάνης, ηκολούθουν δε εγώ και τον +εκράτουν από το ένδυμα έως ου εφθάσαμεν εις μέγα λειβάδι κατάφυτον +από ασφοδέλους, όπου επετούσαν γύρω μας με θόρυβον αι σκιαί των +νεκρών. Προχωρήσαντες εφθάσαμεν μετ' ολίγον εις το δικαστήριον του +Μίνωος, τον οποίον ευρήκαμεν να κάθηται επί θρόνου υψηλού, εκατέρωθεν +δε αυτού εστέκοντο αι Ποιναί, αι Εριννύες και οι εκδικηταί Δαίμονες. +Εξ άλλου μέρους ωδηγούντο εις το Δικαστήριον δεμένοι με αλυσσίδα +μακράν κατά σειράν πολυάριθμοι, περί των οποίων ελέγετο ότι είνε +μοιχοί, πορνοβοσκοί, άρπαγες, κόλακες και συκοφάνται και όλον το +πλήθος εκείνων οίτινες φέρουν αναστατώσεις εις την ζωήν των ανθρώπων. +Χωριστά δε ωδηγούντο οι πλούσιοι και οι τοκογλύφοι, ωχροί και +προγάστορες και χωλαίνοντες από ποδάγραν, δεσμευμένοι έκαστος με +κλοιόν και κόρακα {40} βάρους δύο ταλάντων. Σταματήσαντες λοιπόν ημείς +εβλέπαμεν τα γινόμενα και ηκούαμεν τας απολογίας. Ως κατήγοροι δε +παρίσταντο παράδοξοι και πρωτοφανείς ρήτορες. + +ΦΙΛ. Δηλαδή ποίοι ήσαν αυτοί; Θέλω να το μάθω και αυτό. + +ΜΕΝ. Γνωρίζεις τας σκιάς τας οποίας σχηματίζουν τα σώματα όταν τα +κτυπά ο ήλιος. + +ΦΙΛ. Πώς όχι; + +ΜΕΝ. Αύται λοιπόν αι σκιαί, όταν αποθάνωμεν, κατηγορούν και μαρτυρούν +και αποδεικνύουν όσα επράξαμεν εις την ζωήν και φαίνονται λίαν +αξιόπιστοι μάρτυρες, διότι πάντοτε μας παρακολουθούν και ουδέποτε μας +αποχωρίζονται. Ο δε Μίνως, αφού εξήταζεν επιμελώς ένα έκαστον, τον +απέπεμπεν εις τον τόπον των ασεβών διά να τιμωρηθή αναλόγως των κακών +του πράξεων, εφαίνετο δε αυστηρός προ πάντων εις εκείνους οίτινες +υπερηφανεύοντο διά πλούτον και αξιώματα και είχον περίπου την αξίωσιν +να προσκυνούνται. Ο δικαστής του Άδου τους απηχθάνετο κυρίως διά την +εφήμερον αλαζονείαν και υπεροψίαν, διότι ελησμόνουν ότι και αυτοί +ήσαν θνητοί, θνητά δε και τα καλά τα οποία είχαν λάβει παρά της +τύχης. Αυτοί δε, αφού απέβαλλαν όλα τα λαμπρά εκείνα εφόδια, εννοώ τα +πλούτη και την ευγένειαν και τα αξιώματα, παρίσταντο γυμνοί και κάτω +νεύοντες και εφαίνοντο ως να ωνειρεύοντο την ευτυχίαν την οποίαν +αφήκαν εις την ζωήν. Εγώ δε βλέπων ταύτα, ησθανόμην μεγάλην χαράν και +αν ανεγνώριζα κανένα, επλησίαζα και χαμηλοφώνως του υπενθύμιζα τι ήτο +εις την ζωήν και πόσον εφούσκωνε τότε όταν από πρωίας ανέμεναν πολλοί +εις τα πρόθυρα της κατοικίας του και επερίμεναν την εμφάνισίν του, +ενώ οι υπηρέται του τους απεδίωκαν και έκλειαν προ αυτών την θύραν• +αυτός δε, αν κατεδέχετο επί τέλους να εμφανισθή επ' ολίγον, +καταστόλιστος και χρυσοκόσμητος, ενόμιζεν ότι θα έδιδε την +ευδαιμονίαν και την μακαριότητα εις εκείνους εις τους οποίους θ' +απηύθυνε χαιρετισμόν και θα προσέφερε το στήθος ή την δεξιάν του προς +ασπασμόν. Και εκείνοι ελυπούντο ακούοντες αυτά. + +Αλλ' ο Μίνως εδίκασε και μίαν υπόθεσιν κατά χάριν. Ο Διονύσιος ο +Σικελιώτης κατηγορήθη διά πολλά και ανόσια υπό του Δίωνος, τα οποία +επεμαρτύρησεν η σκιά, και θα παρεδίδετο εις την Χίμαιραν, ότε ο +Αρίστιππος ο Κυρηναίος, ο οποίος πολύ τιμάται και έχει μεγάλην +επιρροήν εις τον Άδην, προσήλθε και τον έσωσε από την καταδίκην, +διότι εβεβαίωσεν ότι πολλούς εκ των πεπαιδευμένων εβοήθησε και +υπεστήριξε διά χρημάτων. + +Αναχωρήσαντες έπειτα από το δικαστήριον, επήγαμεν εις το κολαστήριον. +Εκεί, φίλε μου, δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον λυπηρά πράγματα +ηκούσαμεν και είδαμεν. Ηκούοντο συγχρόνως κτύποι ραβδισμών και +κραυγαί των ψηνομένων εις την φωτιάν, και ελειτούργουν παντοία +βασανιστήρια, στρέβλαι και κύφωνες και τροχοί, και η Χίμαιρα +εσπάρασσε σάρκας, ο δε Κέρβερος κατεβρόχθιζε. Εκολάζοντο δε συγχρόνως +βασιλείς, δούλοι, σατράπαι, πτωχοί και πλούσιοι και όλοι κλαίοντες +μετενόουν δι' όσα κακά είχαν πράξει. Ανεγνωρίσαμεν μεταξύ αυτών και +μερικούς εκ των προ ολίγου καιρού αποθανόντων• αυτοί δε έκρυπτον το +πρόσωπον αυτών αισχυνόμενοι και όσοι μας προσέβλεπον είχον εις το +βλέμμα πολύ το δουλοπρεπές και κολακευτικόν, αυτοί οίτινες υπήρξαν +τόσον αγέρωχοι και υπερόπται εις την ζωήν. Αλλ' εις τους πτωχούς η +τιμωρία ήτο επιεικεστέρα• διότι είχε και διακοπάς αναπαύσεως. + +Αλλ' είδα και τους περιφήμους κολασμένους, τον Ιξίωνα και τον +Σίσυφον, τον Φρύγα Τάνταλον βασανιζόμενον υπό της δίψης και τον εκ +της Γης γεννηθέντα Τιτυόν. Θεέ μου, πόσος ήτο ! Κατείχε χώρον +ολοκλήρου αγρού. + +Αφού είδαμεν και τούτους, εισήλθαμεν εις την Αχερουσίαν πεδιάδα, όπου +ευρήκαμεν τους ημιθέους και τας ηρωίδας και το άλλο πλήθος των +νεκρών, οι οποίοι διέμεναν κατά έθνη και φυλάς, και οι μεν ήσαν +παλαιοί και μουχλιασμένοι και ως λέγει ο Όμηρος, αμενηνοί{41}, οι δε +νεοφερμένοι και στερεώτεροι, μάλιστα δε όσοι εξ αυτών ήσαν Αιγύπτιοι +και ήσαν βαλσαμωμένοι. Δεν ήτο όμως εύκολον να γνωρίση κανείς κανένα +μεταξύ αυτών• διότι όλοι γίνονται εντελώς όμοιοι προς αλλήλους, άμα +γυμνωθούν τα οστά• αλλά δι' επιμόνου παρατηρήσεως και μετά δυσκολίας +ανεγνωρίζαμεν μερικούς. Ήσαν δε 'ξαπλωμένοι οι μεν επί των δε, +μαυρισμένοι και άσχημοι και μη διατηρούντες τίποτε από τα κάλλη της +ζωής. Και ενώ έβλεπα τόσους σκελετούς συσσωρευμένους και όλους +ομοίους, οι οποίοι είχον το βλέμμα κενόν και φοβερόν και εδείκνυον +τους οδόντας χωρίς χείλη, εσκεπτόμην με απορίαν πώς είνε δυνατόν να +διακρίνω τον Θερσίτην από τον ωραίον Νιρέα ή τον επαίτην γέρον από +τον βασιλέα των Φαιάκων ή τον μάγειρον Πυρρίαν από τον Αγαμέμνονα• +διότι δεν διετήρουν κανέν από τα παλαιά γνωρίσματα, αλλ' ήσαν όμοια +τα κόκκαλα, αγνώριστα και χωρίς κανέν διακριτικόν σημείον, και κανείς +δεν ηδύνατο να τα διακρίνη. + +Ενώ δε παρετήρουν αυτά, η ζωή των ανθρώπων μου εφαίνετο ότι ομοιάζει +με μακράν πομπήν, της οποίας τα καθέκαστα διατάσσει και τακτοποιεί η +τύχη, ενδύουσα με διαφόρων ειδών και χρωμάτων ενδύματα τους +πομπευτάς• και άλλον μεν κατά προτίμησιν ενδύει ως βασιλέα και θέτει +επί της κεφαλής του τιάραν, τον περιβάλλει με δορυφόρους και στέφει +την κεφαλήν του με το διάδημα, εις άλλον δε δίδει σχήμα δούλου, άλλον +κάνει ωραίον και άλλον άσχημον και γελοίον, διότι πρέπει το θέαμα να +έχη ποικιλίαν. Συμβαίνει δε πολλάκις εις το μέσον της πομπής να +μεταβάλλη τα σχήματα μερικών και να μη τους αφίνη να έχουν μέχρι +τέλους την τάξιν εις την οποίαν ετάχθησαν, αλλά μεταμφιέσασα τον +Κροίσον λ. χ. τον ηνάγκασε να φορέση ένδυμα δούλου και αιχμαλώτου, +εις δε τον Μαιάνδριον, ο οποίος πριν ευρίσκετο μεταξύ των δούλων, +εφόρεσε την ηγεμονικήν στολήν του Πολυκράτους και επί τινα καιρόν τον +αφήκε να επιδεικνύεται ως τύραννος. Έπειτα όταν περάση ο καιρός της +πομπής, αμέσως έκαστος αποβάλλει το πομπευτικόν ένδυμα και το σχήμα, +γίνεται όπως ήτο πριν και ουδόλως διαφέρει των άλλων. Τινές δε εξ +αγνοίας, όταν η τύχη έρχεται και απαιτή τον στολισμόν τον οποίον +έδωκεν εις αυτούς διά την προσωρινήν πομπήν, λυπούνται και +αγανακτούν, ως να στερούνται πραγμάτων τα οποία δεν εδόθησαν εις +αυτούς προσωρινώς και διά να ταποδώσουν, αλλ' ήσαν δικά των. Θα είδες +πολλάκις, υποθέτω, τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, οι οποίοι κατά +την ανάγκην των δραμάτων άλλοτε μεν γίνονται Κρέοντες, άλλοτε δε +Πρίαμοι και Αγαμέμνονες, συμβαίνει δε ο ίδιος ο οποίος προ ολίγου +παρουσιαστή με πολλήν σοβαρότητα ως Κέκρωψ ή Ερεχθεύς να εμφανισθή +μετ' ολίγον υπηρέτης, διότι έτσι το θέλει ο ποιητής, και όταν +τελειώση το δράμα, έκαστος εξ αυτών αποβάλλει το χρυσοποίκιλτον +εκείνο ένδυμα και την προσωπίδα και κατεβαίνων από τους κοθόρνους του +{42}, γίνεται πάλιν πτωχός και ταπεινός και δεν είνε πλέον Αγαμέμνων +του Ατρέως, ούτε Κρέων του Μενοικέως, αλλ' ονομάζεται Πώλος +Χαρικλέους Σουνιεύς ή Σάτυρος Θεογείτονος Μαραθώνιος. Τοιαύτα μου +εφάνησαν τότε και τα πράγματα των ανθρώπων. + +ΦΙΛ. Ειπέ μου, Μένιππε, και εκείνοι που έχουν τους πολυτελείς και +μεγαλοπρεπείς τάφους επί της γης, τας στήλας, τους ανδριάντας και τα +επιγράμματα, δεν έχουν εις τον Άδην περισσοτέραν υπόληψιν από τους +κοινούς νεκρούς; + +ΜΕΝ. Αστειεύεσαι; Αν έβλεπες τον Μαύσωλον — εννοώ τον Κάρα, ο οποίος +είνε περίφημος διά τον τάφον του — είμαι βέβαιος ότι θα εξεραίνεσο +από τα γέλοια, τόσον παραπεταμένος είνε μεταξύ του πλήθους των νεκρών +και μου φαίνεται ότι η μόνη του απόλαυσις εκ του μνημείου εκείνου +είνε το βάρος το οποίον του δίδει με τον τόσον όγκον του. Όταν +λοιπόν, φίλε μου, ο Αιακός ορίση εις έκαστον τον χώρον της διαμονής +του— δίδει δε το πολύ ενός ποδός τόπον—-πρέπει καθένας να περιορισθή +εις το μέρος του και να μαζευθή εις αυτό χωρίς να υπερβαίνη το +μέτρον. Πολύ δε περισσότερον, υποθέτω, θα εγέλας αν έβλεπες εκείνους +οι οποίοι υπήρξαν εδώ βασιλείς και σατράπαι να είνε πτωχοί εκεί και +να πωλούν παστά ή να διδάσκουν τα πρώτα γράμματα, να υβρίζωνται υπό +του τυχόντος και να ραπίζωνται όπως οι ευτελέστατοι δούλοι. Εγώ +τουλάχιστον όταν είδα τον Φίλιππον τον Μακεδόνα, δεν ηδυνήθην να +κρατηθώ• μου τον έδειξαν εις μίαν μικράν γωνίαν καταγινόμενον να +μπαλώνη παλαιά υποδήματα χάριν ολίγων οβολών. Πολλούς δε άλλους, όπως +ο Ξέρξης, ο Δαρείος και ο Πολυκράτης, ηδύνατο κανείς να ίδη +επαιτούντας εις τους δρόμους. + +ΦΙΛ. Αυτά τα οποία μου διηγείσαι περί των βασιλέων μου φαίνονται +παράδοξα και απίστευτα. Ο δε Σωκράτης και ο Διογένης και οι άλλοι +σοφοί τι κάνουν; + +ΜΕΝ. Ο Σωκράτης και εκεί περιφέρεται και ελέγχει τους πάντας• τον +συναναστρέφονται δε ο Παλαμήδης, ο Οδυσσεύς, ο Νέστωρ και άλλοι +φλύαροι νεκροί. Έχει δε ακόμη τα σκέλλη πρισμένα από το δηλητήριον. Ο +δε καλός Διογένης κατοικεί πλησίον του Ασσυρίου Σαρδαναπάλου, του +Φρυγός Μίδα και άλλων πλουσίων• και όταν ακούη να στενάζουν και να +ενθυμούνται την περασμένην ευτυχίαν, γελά και διασκεδάζει και συνήθως +ξαπλωμένος ανάσκελα τραγουδεί και με πολύ τραχείαν και δυνατήν φωνήν +καταπνίγει τους κλαυθμούς των, ούτως ώστε να ενοχλούνται φοβερά και +να σκέπτωνται περί μετοικεσίας, διότι δεν υποφέρουν τον Διογένην. + +ΦΙΛ. Αρκετά μου είπες περί των νεκρών• αλλά ποίον ήτο το ψήφισμα το +οποίον, ως είπες στην αρχήν, έγεινε εναντίον των πλουσίων; + +ΜΕΝ. Καλά μου το ενθύμισες• διότι ενώ είχα σκοπόν να ομιλήσω δι' +αυτό, δεν ξέρω πώς απεπλανήθην εις άλλας ομιλίας. Όταν λοιπόν +ευρισκόμην εκεί, οι πρυτάνεις συνεκάλεσαν τον λαόν εις συνέλευσιν διά +να σκεφθούν περί των κοινών συμφερόντων. Βλέπων δε πολλούς να +τρέχουν, ανεμίχθην και εγώ εις το πλήθος των νεκρών και έγεινα είς εκ +των δημοτών του Άδου. Εις την συνέλευσιν εκείνην εθεσπίσθησαν και +άλλα, επί τέλους δε έγεινε και ψήφισμα περί των πλουσίων. Αφού +απηγγέλθησαν πολλαί και μεγάλαι κατηγορίαι εναντίον αυτών, διά +βιαιότητα, αλαζονείαν, υπεροψίαν και αδικίαν, εσηκώθη είς εκ των +δημαγωγών και ανέγνωσε ψήφισμα το οποίον ανέφερε τα εξής : + +ΨΗΦΙΣΜΑ +«Επειδή πολλά και παράνομα πράττουν οι πλούσιοι εις τον κόσμον, +αρπάζοντες και βιαιοπραγούντες και κατά πάντα τρόπον περιφρονούντες +τους πτωχούς, η βουλή και ο λαός απεφάσισαν ίνα, όταν αποθάνωσι, τα +μεν σώματά των κολάζωνται, όπως και των άλλων αχρείων, αι δε ψυχαί +των επιστρέφουν εις την ζωήν και εισέρχωνται εις τους όνους. Την +γαϊδουρινήν δε αυτήν ζωήν να ζήσουν επί είκοσι και πέντε μυριάδας +ετών, όνοι από όνους γινόμενοι, καταδικασμένοι ν' αχθοφορούν και να +υπηρετούν τους πτωχούς. Μόνον δε μετά την πάροδον του χρονικού τούτου +διαστήματος να επιτρέπεται εις αυτούς ν' αποθάνουν. Τανωτέρω +επρότεινεν ο Κρανίων Σκελετίωνος ο εκ Νεκροχωρίου της φυλής +Πτωματίδος». + +Αναγνωσθέντος του ψηφίσματος τούτου, το επεψήφισαν οι άρχοντες, το +επεδοκίμασε δε το πλήθος δι ανυψώσεως των χειρών, και η Βριμώ {43} +υπεβρυχήθη, ο δε Κέρβερος εγαύγισε. Κατ' αυτόν τον τρόπον +επικυρούνται και γίνονται εκτελεστά τα νομοθετήματα. Αυτά συνέβησαν +εις την συνέλευσιν. + +Εγώ δε διά τον σκοπόν της καθόδου μου ευρήκα τον Τειρεσίαν και τον +παρεκάλεσα να μου είπη, χωρίς να μου αποκρύψη τίποτε, ποίον νομίζει +ως τον καλλίτερον τρόπον του βίου. Αυτός εγέλασε — είνε δε τυφλόν +γεροντάκι, ωχρόν και με λεπτήν φωνήν—Γνωρίζω, παιδί μου, είπε, ότι +ευρίσκεσαι εις αυτήν την απορίαν, διότι οι σοφοί ούτε μεταξύ των, +ούτε προς τους εαυτούς των συμφωνούν• δυστυχώς όμως δεν μου +επιτρέπεται να σου 'πω τίποτε, διότι απαγορεύεται υπό του +Ραδαμάνθυος. Όχι, μη μου αρνήσαι, πατεράκη, του είπα, και μη με +αφήσης να περιφέρωμαι εις την ζωήν τυφλότερος από σε. Τότε μ' έσυρε +παράμερα και όταν ευρέθη μεν μακράν των άλλων, έσκυψε και μου είπε +χαμηλοφώνως στ' αυτί: Η καλλίτερα και φρονιμωτέρα είνε η ζωή των +απλών ανθρώπων. Άφησε την ανόητον επιθυμίαν να εξετάζης τα ουράνια +φαινόμενα και να ζητής την αρχήν και τον σκοπόν των όντων και των +πραγμάτων περιφρονών δε τους σοφούς τούτους συλλογισμούς, και θεωρών +τα τοιαύτα μωρολογίαν, τούτο μόνον να επιδιώξης με πάντα τρόπον ν' +απολαύσης το παρόν, να περάσης δε το μεγαλείτερον μέρος της ζωής σου +μ' ευθυμίαν και εις τίποτε να μη αποδίδης σπουδαιότητα. + +Ως ειπών πάλιν ώρτο κατ' ασφοδελόν λειμώνα {44} + +Εγώ δε—διότι ήτο αργά—είπα εις τον Μιθροβαρζάνην• Διατί +χρονοτριβούμεν και δεν επιστρέφομεν εις τον επάνω κόσμον; Αυτός δε +μου απήντησε• Μη ανησυχής, διότι θα σου δείξω ένα μονοπάτι διά να +επιστρέψης ταχέως και χωρίς πολύν κόπον. Με ωδήγησε δε εις μέρος +σκοτεινότερον των άλλων και μου έδειξε με το χέρι του ένα μακρυνόν +και αμυδρόν φως, το οποίον εφαίνετο ως να εισέδυεν από +κλειδαρότρυπαν. Εκεί, μου είπεν, είνε το ιερόν του Τροφωνίου και απ' +εκεί κατεβαίνουν όσοι έρχονται από την Βοιωτίαν. Ακολούθησε λοιπόν +αυτόν τον δρόμον και μετ'ολίγον θα ευρίσκεσαι εις την Ελλάδα. Οι +λόγοι ούτοι μ' ευχαρίστησαν και, αφού εχαιρέτισα τον μάγον, ανέβηκα +συρόμενος μετά κόπου εις το χάσμα και, χωρίς να εννοήσω πώς, ευρέθηκα +εις την Λειβαδιάν. + + + + +&ΦΙΛΟΨΕΥΔΗΣ Ή ΑΠΙΣΤΩΝ& + + + + +ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δύνασαι, Φιλοκλή, να μου πης τι είνε εκείνο το οποίον κάνει +πολλούς ν' αγαπούν το ψεύδος, ούτως ώστε και αυτοί ν' αρέσκωνται να +μη λέγουν τίποτε αληθές και να προσέχουν προ πάντων εις τους λέγοντας +τοιαύτα; + +ΦΙΛΟΚΛΗΣ. Πολλά είνε, Τυχιάδη, τα οποία δύνανται να αναγκάσουν +μερικούς εκ των ανθρώπων να ψεύδωνται χάριν του συμφέροντός των. + +ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Άσχετοι ούτοι και δεν σε ερωτώ περί εκείνων οίτινες εξ +ανάγκης ψεύδονται• διότι αυτοί είνε δικαιολογημένοι, ίσως δε είνε και +μάλλον άξιοι επαίνου μερικοί εξ αυτών, όσοι ή εχθρούς εξηπάτησαν ή +προς σωτηρίαν εις δυσκόλους περιστάσεις μετεχειρίσθησαν αυτό το +μέσον, όπως λ.χ. ο Οδυσσεύς όστις μετεχειρίζετο το ψεύδος και προς +ιδίαν σωτηρίαν και διά να διευκολύνη την επάνοδον των συστρατιωτών +του. Αλλ' εννοώ εκείνους, φίλτατε, οι οποίοι χωρίς ανάγκην προτιμούν +το ψεύδος από την αλήθειαν, και τέρπονται εις αυτό και το +μεταχειρίζονται χωρίς καμμίαν ευλογοφανή πρόφασιν. Περί τούτων λοιπόν +θέλω να μάθω διατί ψεύδονται. + +ΦΙΛ. Ώστε εγνώρισες ανθρώπους τοιούτους, οι οποίοι έχουν έμφυτον την +αγάπην προς το ψεύδος; + +ΤΥΧ. Και είνε πάρα πολύ οι τοιούτοι. + +ΦΙΛ. Εις τι άλλο παρά εις μωρίαν πρέπει ν' αποδοθή η κλίσις αυτών +προς το ψεύδος, αφού προτιμούν το χειρότερον από το καλλίτερον; + +ΤΥΧ. Δεν είνε αυτό, αφού εγώ δύναμαι να σου αναφέρω πολλούς, οι +οποίοι είνε φρόνιμοι κατά τα άλλα και θαυμάζονται διά την κρίσιν των +και όμως δεν γνωρίζω πώς έχουν κυριευθή από αυτό το κακόν και τόσον +αγαπούν τα ψεύδη, ώστε λυπούμαι να βλέπω ότι άνθρωποι τόσον καλοί +ευχαριστούνται να εξαπατώσι και τους εαυτούς των και τους άλλους. Και +τους μεν παλαιούς θα γνωρίζης καλλίτερα και από εμέ, τον Ηρόδοτον π. +χ. και τον Κτησίαν τον Κνίδιον, και προ πάντων τους ποιητάς και αυτόν +τον Όμηρον, όλους περιφήμους ανθρώπους, οίτινες μετεχειρίσθησαν +γραπτόν το ψεύδος, ώστε όχι μόνον τους συγχρόνους των εξηπάτησαν, +αλλά και μέχρις ημών φθάνει το ψεύδος των, φυλασσόμενον διαδοχικώς +εις ωραίους στίχους και μέτρα. Εις εμέ τουλάχιστον συμβαίνει πολλάκις +να εντρέπωμαι διά λογαριασμόν των, όταν διηγούνται τον ευνουχισμόν +του Ουρανού, του Προμηθέως την δέσμευσιν, των Γιγάντων την +επανάστασιν και όλην την τραγωδίαν του Άδου, και ότι δι' έρωτα ο Ζευς +έγεινε ταύρος ή κύκνος και γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή +αρκούδες• προσέτι δε διά τους Πηγάσους, τας Χιμαίρας, τας Γοργόνας +και τους Κύκλωπας και όσα τοιαύτα, παράδοξα και απίθανα παραμύθια, +διηγούνται, τα οποία είνε κατάλληλα μόνον διά παιδιά, τα οποία +φοβούνται ακόμη την Μορμώ και την Λάμιαν. Και τα μεν ψεύδη των +ποιητών ίσως δικαιολογούνται, αλλά δεν είνε γελοίον ότι και πόλεις +και έθνη ολόκληρα από κοινού και φανερά ψεύδονται; Οι Κρήτες δεν +εντρέπονται να δεικνύουν τάφον του Διός, οι δε Αθηναίοι λέγουν ότι ο +Εριχθόνιος εξήλθεν εκ των σπλάγχνων της γης και οι πρώτοι άνθρωποι +εφύτρωσαν εκ του εδάφους της Αττικής, όπως τα λάχανα. Αλλά τούτο είνε +πάλιν σοβαρώτερον από τα διηγούμενα υπό των Θηβαίων περί της +καταγωγής των^ κατ' αυτούς οι άνθρωποι εφύτρωσαν από οδόντας όφεως, +οίτινες εσπάρθησαν. Και εν τοσούτω εκείνος ο οποίος θα ενόμιζεν ως μη +αληθινούς τους γελοίους τούτους μύθους, αλλ' ορθώς σκεπτόμενος θα +έκρινεν ότι είνε άξιον ηλιθίων, ως ο Κόροιβος ή ο Μάργιτος {45} να +πιστεύουν ότι ο Τριπτόλεμος επέταξε με άρμα συρόμενον υπό δρακόντων +πτερωτών ή ότι ο Παν μετέβη εξ Αρκαδίας διά να βοηθήση τους +Μαραθωνομάχους ή ότι η Ωρείθυα ανηρπάγη υπό του Βορρά, θα εθεωρείτο +ασεβής και ανόητος, δυσπιστών εις τόσον πρόδηλα και αληθή πράγματα• +τόσον επικρατεί το ψεύδος. + +ΦΙΛ. Αλλ' οι ποιηταί, ω Τυχιάδη, είνε συγγνωστοί αν διά της αναμίξεως +μύθων καθιστούν επαγωγότερα διά τους ακροατάς τα ποιήματά των, αφού +αυτός είνε ο σκοπός των^ επίσης δε οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και οίοι +δήποτε άλλοι νομίζουν ότι κατ' αυτόν τρόπον αναδεικνύουν ενδοξοτέρας +τας πατρίδας των. Άλλως τε αν αφαιρέση κανείς, αυτά τα μυθώδη από την +Ελλάδα, εξάπαντος, θ' αποθάνουν της πείνης οι έχοντες ως έργον να +οδηγούν τους ξένους διά να βλέπουν και ν' ακούουν τα περίεργα του +τόπου• οι ξένοι ούτε δωρεάν θα θέλουν ν' ακούουν την αλήθειαν. +Εκείνοι όμως οίτινες χωρίς καν τοιούτον όφελος αρέσκονται εις το +ψεύδος, ευλόγως φαίνονται καταγέλαστοι. + +ΤΥΧ. Βέβαια. Ήμουν προ ολίγου εις του Ευκράτους του εγκρίτου, όπου +ήκουσα τόσα απίθανα και μυθώδη, ώστε, χωρίς να περιμένω το τέλος των +λεγομένων, έφυγα, διότι δεν υπέφερα τας υπερβολάς τας οποίας ήκουα• +ως Εριννύες με κατεδίωξαν τα πολλά τερατώδη και παράδοξα, τα οποία +ελέγοντο υπό των εκεί ευρισκομένων. + +ΦΙΛ. Αλλά, Τυχιάδη, ο Ευκράτης φαίνεται αξιόπιστος και κανείς δεν θα +επίστευε ότι άνθρωπος με τοιαύτην σεβασμίαν γενειάδα, ο οποίος θα +είνε εξηκοντούτης, προσέτι δε καταγίνεται πολύ και εις την +φιλοσοφίαν, δύναται να υποφέρη ν' ακούη άλλον ψευδολογούντα ενώπιον +του, πολύ δε μάλλον να τολμήση ο ίδιος να ψευδολογή. + +ΤΥΧ. Και όμως δεν φαντάζεσαι, φίλε μου, τι έλεγε και πώς τα +διεβεβαίωνε τα περισσότερα ορκιζόμενος εις την ζωήν των παιδιών του, +ούτως ώστε, ενώ τον παρετήρουν, έκανα διαφόρους σκέψεις, και οτέ μεν +εσκεπτόμην μήπως ετρελλάθη και τα έχασε, άλλοτε δε πώς δεν διέκρινα +τόσον καιρόν ότι είνε ψεύστης και ότι έκρυπτε υπό την λεοντήν γελοίον +πίθηκον? τόσον απίθανα πράγματα έλεγε. + +ΦΙΛ. Δεν μου τα λες σε παρακαλώ, Τυχιάδη; Διότι θέλω να γνωρίζω την +αγυρτείαν την οποίαν κρύπτει κάτω από τα τόσα του γένεια. + +ΤΥΧ. Και άλλοτε εσύχναζα εις το σπήτι του, όταν είχα καιρόν, σήμερον +δε επειδή είχα ανάγκην να συναντήσω τον Λεόντιχον, με τον οποίον, ως +γνωρίζεις, είμεθα πολύ φίλοι και έμαθα από τον υπηρέτην του ότι επήγε +από το πρωί να επισκεφθή τον Ευκράτην, ο οποίος είνε άρρωστος, επήγα +διά δύο λόγους και διά να εύρω τον Λεόντιχον και διά να ίδω τον +Ευκράτην—διότι δεν εγνώριζα ότι ασθενεί. — Αλλά τον Λεόντιχον δεν +ευρήκα- διότι προ ολίγου, ως μου είπαν, είχε φύγει — ευρήκα όμως +άλλους πολλούς και μεταξύ αυτών τον περιπατητικόν Κλεόδημον, τον +στωικόν Δεινόμαχον και τον Ίωνα, ο οποίος, ως γνωρίζεις, έχει την +αξίωσιν να θαυμάζεται διά τα έργα του Πλάτωνος, ως ο μόνος ακριβώς +εννοών τας ιδέας του φιλοσόφου και μόνος δυνάμενος να τας μεταδώση +εις άλλους. Βλέπεις ποίους ανθρώπους σου αναφέρω, πανσόφους και +έχοντας όλας τας αρετάς, ό,τι κορυφαίον έχουν αι διάφοροι φιλοσοφικαί +αιρέσεις, όλους σοβαρούς και σχεδόν φοβερούς διά την αυστηρότητα της +μορφής. Ήτο προσέτι εκεί και ο ιατρός Αντίγονος, ο οποίος, υποθέτω, +είχε προσκληθή διά τον άρρωστον, και ο Ευκράτης εφαίνετο ότι τώρα ήτο +καλλίτερα και ότι το νόσημά του ήσαν οι ρευματισμοί τους οποίους έχει +χρονίους• του είχαν προσβάλλει πάλιν τα πόδια. Ο Ευκράτης μου ένευσε +να καθήσω πλησίον του εις το κρεβάτι και εχαμήλωσε την φωνήν του κατά +τον τρόπον των αρρώστων όταν με είδε, αν και όταν έμβαινα τον ήκουσα +να λέγη κάτι τι με φωνήν δυνατήν. Εγώ δε με πολλήν προσοχήν, μήπως +εγγίσω τα πόδια του και με τας συνήθεις δικαιολογίας, ότι δεν +εγνώριζα πως ήτο άρρωστος και ότι μόλις το έμαθα έτρεξα κ' επήγα, +εκάθησα πλησίον του. Τους ευρήκα να ομιλούν περί του νοσήματος και η +ομιλία εξηκολούθησεν έκαστος συνεβούλευε μίαν θεραπείαν εις τον +ασθενή. Ο Κλεόδημος λ.χ. έλεγεν ότι αν πάρη κανείς με το αριστερό +χέρι από χάμω το δόντι αρουραίου ποντικού, ο οποίος να έχη φονευθή +όπως προηγουμένως ανέφερε, και το περιτυλίξη με δέρμα λέοντος που να +έχη προσφάτως γδαρθή, να το κρεμάση δε εις τα σκέλη του, αμέσως +παύουν οι πόνοι των ρευματισμών. Όχι εις δέρμα λέοντος, είπεν ο +Δεινόμαχος, έχω ακούσει εγώ, αλλά θηλυκής ελάφου, η οποία να είνε +ακόμη παρθένος και αβάτευτη• και αυτό φαίνεται πιθανώτερον, διότι η +έλαφος είνε ζώον πολύ γρήγορον και η μεγάλη της δύναμις είνε εις τα +πόδια. Και ο λέων βέβαια είνε πολύ δυνατός, και το λίπος του και το +δεξιό μπροστινό του πόδι και η τρίχες του μουστακιού του, που +πηγαίνουν πέρα, δύνανται να ωφελήσουν πολύ, αν ξέρη κανείς να τα +μεταχειρισθή με το σχετικόν εις έκαστον ξόρκισμα• αλλά διά τα +νοσήματα των ποδιών πολύ ολίγον φαίνονται να συντελούν. Και εγώ, +είπεν ο Κλεόδημος, έτσι το ήξευρα άλλοτε, ότι πρέπει να είνε το δέρμα +από λάφι, διότι το λάφι είνε γρήγορον αλλά προ ολίγου καιρού μ' έκαμε +ν' αλλάξω γνώμην κάποιος Αφρικανός, σοφός εις αυτά τα πράγματα, ο +οποίος μου είπεν ότι το λεοντάρι είνε ταχύτερον και από τα λάφια, +αφού τα καταδιώκει και τα συλλαμβάνει. Όλοι επεδοκίμασαν και είπαν +ότι ο Αφρικανός έχει δίκαιον. Νομίζετε λοιπόν, είπα εγώ, ότι με +ξόρκια και με εξωτερικά κρεμαστάρια δύναται να παύση ένα κακόν, το +οποίον υπάρχει εντός του σώματος; Εγέλασαν δι' αυτούς μου τους +λόγους, και ήτο φανερόν ότι μ' εθεώρουν πολύ ανόητον, διότι δεν +ανεγνώριζα πράγματα τόσον πασιφανή, τα οποία κανείς με τον κοινόν +νουν δεν ηδύνατο ν' αρνηθή. Ο ιατρός όμως Αντίγονος εφαίνετο ότι +ευχαριστήθη από την ερώτησίν μου, διότι δεν εδίδετο, φαίνεται, προ +πολλού πολλή προσοχή εις τας θεραπείας του, όταν συνεβούλευε τον +Ευκράτην, κατά τας υποδείξεις της επιστήμης του, να μη πίνη κρασί, να +τρώγη λάχανα και εν γένει η δίαιτά του να είνε κατευναστική. + +Ο δε Κλεόδημος, ο οποίος συγχρόνως εχαμογέλα, Τι λέγεις, Τυχιάδη; μου +είπε. Δεν πιστεύεις ότι από τα τοιαύτα γίνεται ωφέλεια εις τα +νοσήματα; Βεβαίως, του απήντησα, δεν είμαι τόσον ανόητος, ώστε να +πιστεύω ότι τα εξωτερικά και μη έχοντα συνάφειαν με το εσωτερικόν του +οργανισμού, αποδιώκουν τα νοσήματα χάρις εις τα φρασίδια και τας +μαγείας, τας οποίας λέλεγε, και επιφέρουν την θεραπείαν, διότι +κρεμώνται επί του σώματος. Αλλ' αυτό δεν γίνεται και αν ακόμη εις του +λέοντος της Νεμέας το δέρμα περιτυλίξη κανείς δέκα έξ ολοκλήρους +αρουραίους. Εγώ τουλάχιστον είδα και λέοντα να χωλαίνη από πόνους +εντός ολοκλήρου του δέρματός του. Είσαι πολύ απλοϊκός, είπεν ο +Δεινόμαχος, αν δεν εφρόντισες να μάθης κατά ποίον τρόπον ωφελούν τα +τοιαύτα εις τα νοσήματα, μου φαίνεται δε ότι δεν θα παραδέχεσαι και +αυτά τα προφανέστατα, ότι με τους εξορκισμούς παύουν οι πυρετοί, +μαγεύονται τα φείδια, θεραπεύονται οι βουβώνες, αυτά δε και άλλα +γίνονται και υπό των γραιών ακόμη. Αφού δε αυτά γίνονται, διατί να μη +πιστεύσης ότι γίνονται και άλλα διά παρομοίων μέσων; Τα συμπεράσματά +σου, Δεινόμαχε, είνε αυθαίρετα, του είπα εγώ, και, κατά την +παροιμίαν, βγάζεις το καρφί με το καρφί• διότι και αυτά τα οποία λες +δεν είνε τόσον βέβαιον και τόσον ασφαλές ότι γίνονται. Αν λοιπόν δεν +με πείσης προηγουμένως διά του λόγου, ότι είνε φυσικόν ο πυρετός και +το οίδημα να φοβούνται μίαν λέξιν παράδοξον ή μίαν φράσιν βαρβαρικήν +και διά τούτο φεύγουν εκ του βουβώνος, θα εξακολουθώ να θεωρώ τα +λεγόμενα ως παραμύθια των γραιών. + +Μου φαίνεται, είπεν ο Δεινόμαχος, ότι αφού λέγεις τα τοιαύτα, ούτε +εις την ύπαρξιν των θεών πιστεύεις, εάν δεν νομίζεις δυνατάς τας +θεραπείας με ιεράς λέξεις. Αυτό, απήντησα, να μη το λέγεις, φίλτατε• +διότι ουδέν εμποδίζει να υπάρχουν οι θεοί και αυτά να είνε ψευδή. Εγώ +δε και τους θεούς σέβομαι και τας θεραπείας των βλέπω και αναγνωρίζω +ότι θεραπεύουν τους αρρώστους με τα φάρμακα και την ιατρικήν• διότι ο +Ασκληπιός και οι μαθηταί του ιατροί, μεταχειριζόμενοι κοινά, φάρμακα +εθεράπευαν τους αρρώστους και όχι με λέοντας και αρουραίους. + +Άφησε τον, είπεν ο Ίων, εγώ δε θα σας διηγηθώ κάτι τι θαυμάσιον. Θα +ήμουν δέκα τεσσάρων περίπου ετών παιδί, όταν ήλθε κάποιος και +ανήγγειλεν εις τον πατέρα μου ότι τον Μίδαν τον αμπελουργόν, υπηρέτην +μας πολύ εύρωστον και εργατικόν, εδάγκωσε κατά το μεσημέρι μία έχιδνα +και ότι ήδη είχεν αρχίσει να σήπεται το πόδι του. Ενώ εσήκωνε και +έδενε τα κλήματα εις τους στύλους, επλησίασε το ερπετόν και τον +εδάγκωσε εις τον μεγάλον δάχτυλον και αυτό μεν επρόφθασε και εκρύβη +πάλιν, ο δε αμπελουργός ήρχισε να φωνάζη από τρομερούς πόνους. Μόλις +δε μας είπαν αυτά, είδαμεν τον Μίδαν να τον φέρουν επάνω εις καθέκλαν +οι άλλοι δούλοι, και ήτον ολόκληρον το σώμα του πρισμένον και +μαυροκίτρινον, είχεν αρχίσει να σήπεται και μόλις ανέπνεε. Ενώ δε ο +πατέρας μου ήτο περίλυπος, κάποιος εκ των παρόντων φίλων «Μη +ανησυχείς, του είπε, και εγώ θα σου στείλω μετ' ολίγον ένα +Βαβυλώνιον, εξ εκείνων τους οποίους λέγουν Χαλδαίους, ο οποίος θα +θεραπεύση τον άνθρωπον. Και τέλος πάντων ήλθεν ο Βαβυλώνιος, ο οποίος +εθεράπευσε τον Μίδαν με μίαν επωδήν έβγαλε το δηλητήριον από το σώμα +του, προσέτι δε εκρέμασεν εις το πόδι του ένα κομμάτι πέτρα, το +οποίον είχε κόψει από την επιτύμβιον στήλην του τάφου μιας παρθένου• +ο δε Μίδας εσήκωσε την καθέκλαν επί της οποίας τον είχα φέρει και +έφυγε διά το αμπέλι. Τόσην ενέργειαν έκαμαν το εξόρκισμα και το +κομμάτι της επιτυμβίας στήλης. Αλλ' ο Χαλδαίος εκείνος έκαμε και άλλα +θαυμάσια. Το πρωί επήγε εις τον αγρόν και επρόφερεν επτά ιερατικάς +λέξεις από μίαν παλαιάν βίβλον, αφού δε εξήγνισε το μέρος με θειάφι +και δαδί και έκαμε τρεις γύρους πέριξ του τόπου, εξεδίωξεν όλα τα +ερπετά τα οποία ευρίσκοντο εντός του χώρου εκείνου• ως εάν τα έσυρεν +ο εξορκισμός, ήρχισαν να έρχωνται προς αυτόν φείδια πολλά και ασπίδες +και έχιδναι και κερασφόροι όφεις και ακοντιοφόροι και δηλητηριώδεις +βάτραχοι. Αλλ' υπελείπετο είς μέγας όφις γηραλέος, ο οποίος φαίνεται +ένεκα της ηλικίας δεν ηδύνατο να εξέλθη και παρήκουσεν εις το +πρόσταγμα• ο δε μάγος είπεν ότι δεν ήλθαν όλοι και αναθέσας χρέη +πρεσβευτού εις ένα των νεωτέρων όφεων τον έστειλε προς τον +καθυστερούντα, μετ' ολίγον δε ήλθε και ούτος. Αφού δε συνηθροίσθησαν, +ο Βαβυλώνιος τα εφύσησε και τα ερπετά εκάησαν ευθύς υπό του +φυσήματος, ημείς δε εθαυμάζαμεν. + +Δεν μου λες, Ίων, του είπα, ο νεαρός όφις ο πρεσβευτής εχειραγώγει +τον γέροντα ή μήπως εκράτει ούτος βακτηρίαν και εστηρίζετο; Συ +αστειεύεσαι, είπεν ο Κλεόδημος, αλλ' εγώ ο οποίος ήμουν άλλοτε +περισσότερον από σε άπιστος εις τα τοιαύτα—διότι ενόμιζα ότι κατ' +ουδένα τρόπον δύνανται να συμβαίνουν παρόμοια πράγματα— όταν είδα να +πετά ένας ξένος και βάρβαρος — ως έλεγεν, ήτο από τα υπερβόρεια μέρη +— επίστευσα και ηναγκάσθην να παραδεχθώ όσα επί πολύ δεν ήθελα κατ' +ουδένα τρόπον να πιστεύσω. Αλλά τι έπρεπε να κάμω όταν τον έβλεπα εν +καιρώ ημέρας να πετά εις τον αέρα και να βαδίζη επάνω εις το νερόν ή +να περιπατή επάνω εις την φωτιάν με όλην του την ησυχίαν; Συ με τα +μάτια σου, του είπα, τον είδες αυτόν τον υπερβόρειον να πετά ή να +βαδίζη επάνω εις το νερόν; + +Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεόδημος• εφόρει δε εις τα πόδια του καρβατίνας +{46}όπως συνηθίζουν εις τον τόπον του. Θεωρώ περιττόν να διηγηθώ ως +μικρού λόγου άξια όσα άλλα κατώρθονε, εμπνέων έρωτας, καλών δαίμονας, +επαναφέρων παλαιούς νεκρούς, αυτήν την Εκάτην παρουσιάζων φανεράν και +την Σελήνην καταβιβάζων. Θα σας διηγηθώ μόνον τι τον είδα να κάνη εις +την οικίαν Γλαυκίου του Αλεξικλέους. Προ ολίγου καιρού είχεν αποθάνει +ο πατέρας του Γλαυκίου και ούτος είχε παραλάβει την περιουσίαν του, +ότε ερωτεύθη την Χρυσίδα την θυγατέρα του Δημαινέτου. Εμέ δε είχεν ως +διδάσκαλον της φιλοσοφίας και αν ο έρως εκείνος δεν τον απησχόλει, θα +είχεν ήδη μάθει όλην την περιπατητικήν φιλοσοφίαν, αφού εις ηλικίαν +δεκαοκτώ ετών έκανεν ανάλυσιν και είχεν αποπερατώσει τα μαθήματα της +φυσικής. Επειδή δε ο Έρως τον έφερεν εις αμηχανίαν μου ανεκοίνωσε τα +πάντα• και εγώ, αφού ως διδάσκαλός του έπρεπε να τον βοηθήσω, ωδήγησα +προς αυτόν τον υπερβόρειον εκείνον μάγον, με την συμφωνίαν να λάβη +ευθύς μεν τεσσάρας μνας—διότι έπρεπε κάτι να προκαταβληθή διά τας +θυσίας αι οποίαι θα εγίνοντο — δέκα έξ δε εάν θ' απελάμβανε την +Χρυσίδα. Ο μάγος επερίμενε την γέμισην της σελήνης— διότι τότε κατά +το πλείστον γίνονται αυτού του είδους αι μαγείαι—και τότε ήνοιξε +λάκκον εις ανοικτόν μέρος της οικίας και περί το μεσονύκτιον μας +εκάλεσε τον Αλεξικλέα τον πατέρα του Γλαυκίου, ο οποίος είχεν +αποθάνει προ επτά μηνών. Ο γέρων δεν επεδοκίμαζε τον έρωτα του υιού +του και ωργίζετο, επί τέλους όμως συγκατένευσε. + +Έπειτα έφερε την Εκάτην συνοδευομένην από τον Κέρβερον και κατέβασε +την Σελήνην, η οποία παρουσίαζε πολύμορφον και μεταβαλλόμενον θέαμα• +διότι κατ' αρχάς παρουσίαζε γυναικείαν μορφήν, έπειτα εφάνη ως βώδι +ωραιότατον, έπειτα σκυλάκι. Επί τέλους λοιπόν ο υπερβόρειος έπλασεν +εκ πηλού μικρόν έρωτα και του είπε: Πήγαινε και φέρε την Χρυσίδα. Ο +πηλός επέταξε και μετ' ολίγον ήλθεν η Χρυσίς και εκτύπα την θύραν και +εισελθούσα ενηγκαλίσθη τον Γλαυκίαν, ως να τον ηγάπα περιπαθέστατα, +και εκοιμήθη μαζή του έως ότου έκραξαν οι πετεινοί. Τότε η Σελήνη +επέταξεν εις τον ουρανόν και η Εκάτη εβυθίσθη εις την γην και τα άλλα +φαντάσματα εξηφανίσθησαν, την δε Χρυσίδα εστείλαμεν εις το σπήτι της +κατά την αυγήν περίπου. Αν τα έβλεπες αυτά, Τυχιάδη, δεν θα +εξηκολούθεις να μη πιστεύης εις τους εξορκισμούς. Έχεις δίκαιον, του +είπα• θα επίστευα τω όντι αν έβλεπα αυτά που είπες• αλλά τώρα νομίζω +ότι δικαιολογείται η δυσπιστία μου αφού δεν έχω όμοιαν με σας +οξυδέρκειαν. Γνωρίζω εν τοσούτω την Χρυσίδα που ανέφερες και 'ξέρω +ότι είνε πρόθυμος και εύκολος εις τα ερωτικά. Δεν εννοώ δε διατί +ενομίσατε αναγκαίον να της στείλετε τον πήλινον πρεσβευτήν και να +καλέσετε τον υπερβόρειον μάγον και αυτήν την Σελήνην, ενώ με είκοσι +δραχμάς ήτο δυνατόν και μέχρι των υπερβορείων χωρών να σας ακολουθήση +η Χρυσίς. Διότι πολύ υπακούει εις αυτήν την επωδήν και της συμβαίνει +το εναντίον αφ' ό,τι εις τα φαντάσματα• τα μεν φαντάσματα αν ακούσουν +ήχον χαλκού ή σιδήρου φεύγουν—και αυτά σεις τα λέγετε — αυτή δε αν +πουθενά κουδουνίζη χρήμα τρέχει προς τον ήχον. Απορώ άλλως τε πώς +αυτός ο μάγος, αφού δύναται να κάμη τας πλουσιωτάτας των γυναικών να +τον αγαπήσουν και να λαμβάνη παρ' αυτών τάλαντα ολόκληρα, αρκείται +ολιγαρκέστατα εις τεσσάρας μνας, τας οποίας λαμβάνει από τον Γλαυκίαν +διά να τον κάμη αξιέραστον. + +Είνε γελοία αυτή η απιστία σου προς όλα, είπεν ο Ίων. Αλλά θα +επεθύμουν ν' ακούσω τι λέγεις δι' εκείνους οι οποίοι εκδιώκουν, δι' +εξορκισμού τους δαίμονας από τους δαιμονιζομένους τόσον φανερά, ώστε +να μη δύναται να υπάρξη αμφιβολία. Και είνε περιττή η δική μου +μαρτυρία, διότι όλοι γνωρίζουν τον εκ Παλαιστίνης Σύρον {47}, τον +περίφημον διά τοιαύτα κατορθώματα, ο οποίος τους σεληνιαζομένους, +οίτινες πίπτουν κάτω και διαστρέφουν τους οφθαλμούς και αφρίζουν, +εγείρει και αποπέμπει υγιείς αντί μεγάλης αμοιβής. Όταν τους εύρη +κυλιομένους κατά γης και ερωτά πόθεν εισήλθαν εις το σώμα, ο μεν +ασθενής σιωπά, αποκρίνεται δε ο δαίμων εις γλώσσαν Ελληνικήν ή +βαρβαρικήν, κατά την πατρίδα του δαιμονίζομένου και λέγει πως και +πόθεν εισήλθεν εις τον άνθρωπον• εκείνος δε δι' εξορκισμών ή, αν δεν +εισακουσθή, δι' απειλών εκδιώκει τον δαίμονα. Εγώ δε και είδα δαίμονα +εξερχόμενον κατά τοιούτον τρόπον, μαύρον και καπνώδη κατά το χρώμα. +Δεν είνε παράδοξον, του είπα, ότι βλέπεις τα τοιαύτα, Ίων, αφού +δύνασαι να βλέπης και τας ιδέας του Πλάτωνος, αίτινες δι' ημάς τους +αμβλυωπούντας είνε πράγμα σκοτεινόν. + +Μήπως μόνος ο Ίων, είπεν ο Ευκράτης, είδε τοιαύτα φαντάσματα, δεν +έτυχε δε να συναντήσουν δαίμονας άλλοι μεν νύκτα και άλλοι ημέραν; +Εγώ όχι μίαν φοράν, αλλά μυριάκις είδα τοιαύτα πράγματα. Και κατ' +αρχάς μεν κατελαμβανόμην υπό ταραχής, αλλά με τον καιρόν συνήθισα και +τώρα δεν μου φαίνεται ότι βλέπω τίποτε παράδοξον, μάλιστα αφ' ότου ο +Αράπης μου έδωκε το δακτυλίδι το οποίον είνε καμωμένον από σίδηρον +των σταυρών και μου έμαθε τον μεγάλον εξορκισμόν, εκτός εάν δεν +πιστεύης και εις εμέ, Τυχιάδη. Και πώς είνε δυνατόν, είπα εγώ, να +απιστήσω εις τον Ευκράτην του Δείνωνος, άνθρωπον σοφόν, ο οποίος με +τόσην ελευθερίαν λέγει ό,τι του καπνίση εις το σπήτι του, χωρίς να +φοβήται αντιλογίας; Την ιστορίαν του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ο +οποίος εμφανίζεται καθ' όλας τας νύκτας και εις όλους τους ανθρώπους +του σπητιού, όχι μόνον από εμέ δύνασαι ν' ακούσης, αλλά και από όλους +τους δικούς μας. Ποίου ανδριάντος; ηρώτησα. Δεν είδες, είπεν, όταν +εισέρχεσαι εις την αυλήν, ένα ωραιότατον ανδριάντα, έργον του +Δημητρίου του αγαλματοποιού; Εννοείς εκείνον ο οποίος παρίσταται να +ρίπτη τον δίσκον και σκύφτει εις την στάσιν της αφέσεως με το +πρόσωπον γυρμένον προς το χέρι το οποίον κρατεί τον δίσκον, και +λιγύζει ολίγον το γόνατον ούτως ώστε να φαίνεται έτοιμος με την βολήν +του δίσκου να ανατιναχθή; Όχι εκείνον, είπεν ο Ευκράτης• αυτός ο +δισκοβόλος είνε έργον του Μύρωνος. Αλλ' ούτε τον πλησίον του λέγω, +τον ωραίον εκείνον νέον ο οποίος έχει δεμένην την κόμην του με +ταινίαν, διότι αυτός είνε έργον του Πολυκλείτου. Δεν πρόκειται περί +των ανδριάντων οίτινες ευρίσκονται εις την δεξιάν πλευράν, μεταξύ των +οποίων είνε και τα έργα του Κριτίου και του Νησιώτου, οι +Τυραννοκτόνοι. Αλλά θα είδες πλησίον εις το αναβρυτήριον ένα +κοιλαράν, φαλακρόν και ημίγυμνον, από τα γένεια του οποίου ολίγαι +τρίχες φαίνονται ως να τας σηκώνη ο αέρας• αι φλέβες του φουσκώνουν +και είνε καθ' όλα φυσικόν ομοίωμα ανθρώπου. Αυτόν εννοώ, φαίνεται δε +ότι είνε ο Κορίνθιος στρατηγός Πέλιχος. Ά ναι, είπα εγώ, ενθυμούμαι +ότι είδα δεξιά του Κρόνου ένα ο οποίος κρατεί ταινίας και στεφάνους +ξηρούς και έχει στολισμένον το στήθος με πέταλα χρυσά. Εγώ, είπεν ο +Ευκράτης, τα εχρύσωσα, όταν διά τρίτην φοράν με εθεράπευσε από +πυρετούς. Ήτο λοιπόν και ιατρός, είπα εγώ, ο λαμπρός εκείνος Πέλιχος; +Μάλιστα και μη περιπαίζης, είπεν ο Ευκράτης, διότι δεν θα δυσκολευθή +να σε τιμωρήση• εγώ γνωρίζω τι δύναται να κάμη ο υπό σου εμπαιζόμενος +ανδριάς• ή δεν νομίζεις ότι δύναται να στέλλη πυρετούς εις όσους +θέλη, αφού δύναται να τους αποδιώκη; Παρακαλώ τον ανδριάντα να μου +φεισθή και να με συγχωρήση, αφού είνε τόσον γενναίος. Αλλά τι άλλο +τον βλέπετε να κάνη όλοι οι κατοικούντες εις το σπήτι; Άμα νυκτώση, +είπεν ο Ευκράτης, ο Πέλιχος κατεβαίνει από το βάθρον του και +περιφέρεται εις το σπήτι, τον συναντούν δε όλοι και ενίοτε τον +ακούουν να τραγουδή, αλλά δεν επείραξε ποτέ κανένα• πρέπει μόνον +οποίος τον συναντά να παραμερίζη, αυτός δε περνά χωρίς να ενοχλήση +τον συναντώμενον. Πολλάκις δε λούεται και παίζει καθ' όλην την νύκτα, +ούτως ώστε ακούεται ο θόρυβος του νερού. Πρόσεξε, είπα εγώ, μήπως ο +ανδριάς δεν είνε ο Πέλιχος, αλλ' ο Τάλως ο Κρης της εποχής του +Μίνωος, ο οποίος ήτο χάλκινος και περιεπόλει εις την Κρήτην. Εάν δεν +ήτο εκ χαλκού, αλλ' από ξύλον, τίποτε δεν θα ημπόδιζε να είνε όχι του +Δημητρίου έργον, αλλά τεχνούργημα του Δαιδάλου• διότι, ως λέγεις, και +αυτός φεύγει από το βάθρον του. + +Πρόσεξε, Τυχιάδη, είπεν ο Ευκράτης, μη μετανοήσης διά τους εμπαιγμούς +σου. Εγώ γνωρίζω τι έπαθεν εκείνος ο οποίος έκλεψε τους οβολούς που +του προσφέρομεν κάθε πρώτην του μηνός. Έπρεπε να τιμωρηθή αυστηρώς, +αφού ήτον ιερόσυλος, είπεν ο Ίων. Πώς λοιπόν τον ετιμώρησεν ο ανδριάς +: Θέλω νακούσω και αν ακόμη δεν θα το πιστεύση και αυτό ο Τυχιάδης. +Εις τα πόδια του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ήσαν ριμμένοι πολλοί +οβολοί και άλλα νομίσματα μεταξύ των οποίων και αργυρά ήσαν κολλημένα +με κερί εις τον μηρόν του και πέταλα εξ αργύρου, αφιερώματα είτε διά +παράκλησιν είτε ως ευχαριστία διά θεραπείαν πυρετού. Είχομεν δε τότε +ένα Αφρικανόν δούλον, αχρειέστατον, ο οποίος εχρησίμευεν ως +ιπποκόμος. Αυτός απεπειράθη μίαν νύκτα να κλέψη όλα εκείνα και τα +υπεξήρεσε την ώραν κατά την οποίαν είχε κατεβή εκ της θέσεως του ο +ανδριάς. Όταν δε μετ' ολίγον επανήλθεν ο Πέλιχος και ενόησεν ότι τον +έκλεψαν, να 'δήτε πώς ετιμώρησε και απεκάλυψε τον Αφρικανόν. Καθ'όλην +την νύκτα περιεφέρετο εις την αυλήν ο άθλιος μη δυνάμενος να εξέλθη, +ως να ευρίσκετο εις λαβύρινθον, έως ου εξημέρωσε και συνελήφθη με τα +κλοπιμαία. Και τότε μεν έφαγεν όχι ολίγον ξύλον, έζησε δε ολίγον +καιρόν ακόμη και απέθανεν αθλίως, διότι, ως έλεγε, κάθε νύκτα τον +έδερνεν ο Πέλιχος, ούτως ώστε την επιούσαν εφαίνοντο τα σημάδια εις +το σώμα του. Και τώρα, Τυχιάδη, σκώπτε και τον Πέλιχον και εμένα ως +ομήλικον του Μίνωος και παραληρούντα από τα γεράματα. Αλλά, φίλε μου +Ευκράτη, του είπα, εφ' όσον ο χαλκός είνε χαλκός, το δε έργον +κατεσκεύασεν ο Δημήτριος ο εκ του δήμου Αλωπεκής, ο οποίος δεν +κατεσκεύαζε θεούς, αλλ' ανθρώπους, ουδέποτε θα φοβηθώ τον ανδριάντα +του Πελίχου, τον οποίον και ζώντα και απειλούντα ολίγον θα εφοβούμην. + +Μετά ταύτα ο ιατρός Αντίγονος είπε• Και εγώ, Ευκράτη, έχω ένα +χάλκινον Ιπποκράτην ενός περίπου πήχεως κατά το μέγεθος, όστις άμα +σβύση το φως, γυρίζει εις όλο το σπήτι, θορυβεί, ανατρέπει τα δοχεία +και ανακατεύει τα φάρμακα, ανοίγει την θύραν, μάλιστα δε όταν +παραλείπωμεν την θυσίαν την οποίαν του προσφέρομεν κατ' έτος. Ώστε, +είπα εγώ, και ο Ιπποκράτης ο ιατρός έχει τώρα την αξίωσιν να του +προσφέρουν θυσίας και οργίζεται αν δεν γευθή την ωρισμένην εποχήν +τέλεια σφάγια; Αλλ' έπρεπε ν' αρκήται εις μίαν νεκρικήν θυσίαν, εις +μίαν σπονδήν υδρομέλιτος επί του τάφου του ή στέφανον επί της στήλης +του τάφου του. + +Άκουσε κάτι τι, είπεν ο Ευκράτης, διά το οποίον έχω και μάρτυρας και +το οποίον είδα προ πέντε ετών. Ήτον εποχή του τρυγητού, εγώ δε κατά +το μεσημέρι, αφήσας τους εργάτας να τρυγούν εις τ' αμπέλι, επήγα να +περιπατήσω εις το δάσος• κάποια σκέψις με κατείχε και συνεστρέφετο +εις την κεφαλήν μου. Όταν δε έφθασα εις το πυκνόν μέρος, ήκουσα κατ' +αρχάς γαβγίσματα σκύλων και ενόμισα ότι ο υιός μου ο Μνάσων έπαιζε +και εκυνήγα, ως συνηθίζει, με τους φίλους του εις το δάσος. Δεν +συνέβαινεν όμως αυτό, αλλά μετ' ολίγον έγινε κάποιος σεισμός και +ηκούσθη ως βοή βροντής• και είδα να έρχεται προς το μέρος μου μία +γυναίκα φοβερά, η οποία είχεν ύψος μισού περίπου σταδίου. Εκράτει δε +και δάδα εις το αριστερόν χέρι και σπαθί εις το δεξιό έως είκοσι +πήχεις μακρύ. Και το μεν κάτω μέρος αυτής ωμοίαζε με φίδι, εις δε το +άνω ήμισυ ωμοίαζε με Γοργόνα, εννοώ κατά το βλέμμα και την φρικτήν +μορφήν. Αντί δε μαλλιών από την κεφαλήν της εκρέμοντο δράκοντες, ως +βόστρυχοι, και περιετυλίσσοντο εις τον λαιμόν της και συνεστρέφοντο +επάνω εις τους ώμους της. Βλέπετε πώς και τώρα που σας το διηγούμαι +φρίττω; Και ενώ έλεγεν αυτά μας εδείκνυεν ο Ευκράτης τας τρίχας του +βραχίονός του που είχαν ορθωθή εκ της φρίκης. + +Και οι μεν άλλοι, ο Ίων, ο Δεινόμαχος και ο Κλεόδημος προσείχον εις +την διήγησιν με ανοικτόν το στόμα, ενώ ήσαν ηλικιωμένοι άνδρες• τους +ετράβα από την μύτην ο ψευδολόγος Ευκράτης και ενδομύχως επροσκύνουν +τον τόσον απίθανον κολοσσόν, την γυναίκα η οποία είχεν ύψος ημίσεος +σταδίου, και ήτο κατάλληλος μόνον διά να χρησιμεύση ως φόβητρον εις +πολύ μικρά παιδία. Εγώ δε εν τω μεταξύ εσκεπτόμην τι άνθρωποι είνε +αυτοί, οι οποίοι διδάσκουν σοφίαν εις τους νέους και θαυμάζονται υπό +πολλών, ενώ μόνον κατά τα άσπρα μαλλιά διαφέρουν από τα βρέφη, κατά +δε τα άλλα είνε και αυτών πλέον εύπιστοι εις το ψεύδος. + +Έπειτα ο Δεινόμαχος ηρώτησε• Δεν μου λες, Ευκράτη, τα σκυλιά της θεάς +πόσα ήσαν κατά το μέγεθος; Υψηλότερα από τους ελέφαντας των Ινδιών, +απήντησεν ο Ευκράτης, μαύρα ως αυτοί και μαλλιαρά με μαλλιά ανώμαλα +και λερωμένα. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησε, άμα την είδα εγύρισα την +σφραγίδα, την οποίαν μου είχε δώσει ο Αράπης, προς το εσωτερικόν του +δακτύλου, η δε Εκάτη εκτύπησε με τον δρακόντιόν της πόδα το έδαφος +και έκαμε χάσμα τεράστιον, και ως στόμα του ταρτάρου, έπειτα επήδησε +εις αυτό και εξηφανίσθη. Τότε εγώ επήρα θάρρος και έσκυψα, αφού +εκρατήθηκα από έν εκ των πλησίον δένδρων διά να μη ζαλισθώ και πέσω +εις το χάσμα• και είδα όλο το εσωτερικόν του Άδου, τον +Πυριφλεγέθοντα, την λίμνην, τον Κέρβερον και τους νεκρούς, ούτως ώστε +ανεγνώρισα μερικούς εξ αυτών τον πατέρα μου τουλάχιστον είδα καθαρά +και εφορούσε τα ίδια ενδύματα με τα οποία τον εθάψαμεν. Και τι +έκαναν, Ευκράτη, αι ψυχαί; είπεν ο Ίων. Τι άλλο, απήντησεν ο +Ευκράτης, παρά κατά φυλάς και φατρίας, όπως εζούσαν εις τον κόσμον, +διέτριβαν και εκεί, ξαπλωμένοι επάνω εις τους ασφοδέλους; Ας +αντιλέγουν λοιπόν ακόμη, είπεν ο Ίων, οι οπαδοί του Επικούρου εις τον +θείον Πλάτωνα και εις τον περί ψυχής διάλογόν του. Μήπως μεταξύ των +νεκρών είδες και τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα; Τον Σωκράτη μάλιστα, +δεν είμαι όμως βέβαιος αλλά το υποθέτω εκ του ότι ήτο φαλακρός και +προγάστωρ• τον Πλάτωνα όμως δεν ανεγνώρισα, διότι προς φίλους πρέπει +να λέγη κανείς την αλήθειαν. Αφού λοιπόν είδα όλα λεπτομερώς και το +χάσμα ήρχιζε να κλείη, μερικοί από τους υπηρέτας μου, μεταξύ δε αυτών +και ο Πυρρίας αυτός εδώ, οι οποίοι με ανεζήτουν έφθασαν καθ' ην +στιγμήν δεν είχε κλείσει εντελώς το χάσμα. Ειπέ, Πυρρία, αν δεν λέγω +αλήθεια. Μα τον Δία, είπεν ο Πυρρίας, εγώ ήκουσα και ένα γαύγισμα που +ήλθε από το χάσμα, μου εφάνη δε ότι είδα και μίαν μικράν λάμψιν η +οποία θα ήτο από την δάδα της θεάς. + +Εγώ εγέλασα διά την προσθήκην υπό του μάρτυρος του γαυγίσματος και +της λάμψεως. Ο δε Κλεόδημος• Αυτά τα οποία είδες, είπε, δεν είνε +πρωτοφανή• έχουν 'δη και άλλοι παρόμοια, αφού και εγώ όταν ησθένησα +όχι προ πολλού καιρού, είδα κάτι τοιούτον? μ' επεριποιείτο δε και μ' +εθεράπευεν ο Αντίγονος απ' εδώ. Ήτο εβδόμη ημέρα της ασθενείας μου +και ο πυρετός μου είχε φθάσει εις την μεγαλειτέραν του σφοδρότητα. Με +είχαν δε αφήσει μόνον όλοι και κλείσαντες τας θύρας επερίμεναν απ' +έξω• διότι ούτω είχες διατάξει, Αντίγονε, ίσως δυνηθώ να κοιμηθώ. +Τότε λοιπόν, ενώ ακόμη ήμουν ξυπνός, παρουσιάσθη ένας νέος ωραιότατος +με λευκόν ένδυμα, ο οποίος με εσήκωσε και δι' ενός χάσματος με +ωδήγησεν εις τον Άδην, όπου αμέσως είδα και εγνώρισα τον Τάνταλον, +τον Τιτυόν και τον Σίσυφον. Τα άλλα είνε περιττόν να τα λέγω• όταν δε +έφθασα εις το δικαστήριον — παρευρίσκοντο δε ο Αιακός, ο Χάρων, αι +Μοίραι και αι Εριννύες — είδα τον Πλούτωνα να κάθηται ως βασιλεύς και +να απαγγέλλη τα ονόματα εκείνων, οι οποίοι είχον ήδη συμπληρώσει τον +καιρόν της ζωής των. Ο νέος με ωδήγησεν ενώπιον αυτού, ο δε Πλούτων +εθύμωσε τότε και είπε προς εκείνον όστις με ωδήγει• Δεν ετελείωσεν +ακόμη το νήμα αυτού, ώστε ας γυρίση πίσω. Συ δε να φέρης τον +σιδηρουργόν Δημύλον, ο οποίος ζη περισσότερον αφ' όσον του ανήκει. +Εγώ επέστρεψα χαρούμενος και ο πυρετός μου είχε παύσει• ανάγγειλα δε +εις όλους ότι μετ' ολίγον θ' αποθάνη ο Δημύλος• ήτο δε ο Δημύλος +γείτονάς μας και ησθένει, ως ελέγετο. Μετ' ολίγον τωόντι ηκούσαμεν +αναφωνητά• είχεν αποθάνει και τον εμοιρολόγουν. + +Τι το παράδοξον; είπεν ο Αντίγονος, εγώ γνωρίζω ένα ο οποίος μετά +είκοσι ημέρας από της ταφής του ανέστη. Ήμουν ιατρός του και προ του +θανάτου και μετά την ανάστασίν του. Και πώς, παρετήρησα εγώ, εις +διάστημα είκοσι ημερών δεν εσάπισε το σώμα του ή πώς δεν απέθανεν από +την πείναν; ή μήπως εθεράπευσες κάποιον νέον Επιμενίδην; + +Ενώ ελέγαμεν αυτά εισήλθαν οι γυοί του Ευκράτους, ερχόμενοι από το +γυμναστήριον, εκ των οποίων ο μεν ένας έχει ήδη υπερβή την ήβην, ο δε +άλλος είνε δέκα πέντε περίπου ετών, και αφού μας εχαιρέτησαν εκάθησαν +εις την κλίνην πλησίον εις τον πατέρα των• δι'εμέ δε έφεραν καθέκλαν. +Και ο Ευκράτης ως να ανεμνήσθη από την εμφάνισιν των υιών του• Έτσι +να τα χαρώ αυτά τα παιδιά, Τυχιάδη, είπε — και έβαλεν επάνω των το +χέρι του—όπως είνε αλήθεια αυτά που θα σου 'πω. Όλοι γνωρίζουν πόσον +αγαπούσα την μακαρίτισσα την μητέρα των• το έδειξα δε δι' όσων έκαμα +δι' αυτήν, όχι μόνον όταν έζη, αλλά και αφού απέθανε, ότε έκαυσα μαζή +της όλα της τα κοσμήματα και τα φορέματα, τα οποία περισσότερον της +ήρεσαν. Επτά δε ημέρας μετά τον θάνατόν της ήμουν ξαπλωμένος εδώ, +όπως τώρα, και διά να εύρω κάποιαν παρηγορίαν εις την θλίψίν μου, +εδιάβαζα ησύχως το περί αθανασίας της ψυχής βιβλίον του Πλάτωνος. Εν +τω μεταξύ τούτω εισέρχεται η Δημαινέτη, αυτή απαράλλακτη, και κάθεται +πλησίον μου, όπως τώρα αυτός ο Ευκρατίδης — και έδειξε τον νεώτερον +εκ των υιών του, ο οποίος και πριν ήτο ωχρός από την διήγησιν, και +τώρα συνεταράχθη με παιδικήν δειλίαν. Εγώ, εξηκολούθησεν ο Ευκράτης, +άμα την είδα, την αγκάλιασα και ήρχισα να κλαίω. Αλλ' αυτή διέκοψε τα +κλάμματά μου και μου παρεπονείτο ότι ενώ της εχάρισα όλα τα άλλα, το +έν εκ των χρυσών της σανδάλων δεν έκαυσα επί του τάφου της, μου είπε +δε ότι το σάνδαλον εκείνο, είχε παραπέσει και ευρίσκετο κάτω από την +κασέλαν και διά τούτο δεν το ευρήκαμεν κ' εκαύσαμεν μόνον το ένα. Ενώ +δε ακόμη ωμιλούσαμεν, ένα αναθεματισμένο σκυλάκι της Μάλτας, που +ευρίσκετο κάτω από το κρεββάτι, εγαύγισε και εκείνη εξηφανίσθη με το +γαύγισμα. Αλλά το σάνδαλον ευρέθη κάτω από την κασέλαν και το +εκαύσαμεν. Λοιπόν δυσπιστείς ακόμη, Τυχιάδη, εις γεγονότα τόσον +φανερά και τα οποία συμβαίνουν συχνότατα; Όχι, μα τον Δία, απήντησα, +και νομίζω ότι είνε άξιοι να δαρθούν εις τα πισινά, καθώς τα παιδιά, +με χρυσόν σάνδαλον όσοι δεν πιστεύουν και δεικνύουν τόσην +αναισχυντίαν προς την αλήθειαν. + +Επάνω εις αυτά εισήλθεν ο Αρίγνωτος ο Πυθαγορικός φιλόσοφος με τα +μεγάλα μαλλιά, ο σοβαρός την όψιν, τον γνωρίζεις δα τον περίφημον διά +την σοφίαν του, ο οποίος επονομάζεται θείος. Άμα τον είδα ανέπνευσα, +διότι ενόμισα ότι ήρχετο να κόψη ως πέλεκυς τα ψεύδη. Θα τους +αποστομώση, εσκεπτόμην, ο σοφός, όταν τους ακούση να λέγουν τοιαύτα +τερατολογήματα, και, κατά το λεγόμενον, θεόν από μηχανής, τον οποίον +μου έστελλεν η τύχη, τον εθεώρησα. Αυτός δε αφού εκάθησε εις την +θέσιν την οποίαν του προσέφερεν ο Κλεόδημος, ηρώτησε κατά πρώτον διά +την ασθένειαν του οικοδεσπότου, όστις απήντησεν ότι ήτο τώρα +καλλίτερα. Και περί τίνος φιλοσοφείτε; είπεν έπειτα. Διότι +εισερχόμενος ήκουσα τους λόγους σας και μου εφάνη ότι δεν χάνετε τον +καιρόν σας. Προσπαθούμεν, είπεν ο Ευκράτης, να πείσωμεν αυτόν εδώ τον +σκληροτράχηλον—- και έδειξεν εμέ-—να πιστεύση ότι υπάρχουν πνεύματα +και φαντάσματα και ότι αι ψυχαί των νεκρών γυρίζουν εις την γην και +εμφανίζονται εις όποιους θέλουν. Εγώ εκοκκίνισα και έβλεπα κάτω, +διότι εντράπηκα τον Αρίγνωτον. Αυτός δε είπε• Αν λέγη ο Τυχιάδης ότι +μόνον των βιαίως αποθανόντων αι ψυχαί επιστρέφουν, π. χ. αν κανείς +εκρεμάσθη ή απεκεφαλίσθη ή ανεσκολοπίσθη ή κατ' άλλον τοιούτον τρόπον +απέθανε, όχι όμως και αι ψυχαί εκείνων οίτινες αποθνήσκουν με φυσικόν +θάνατον—αν λέγη αυτό δεν λέγει πολύ παράλογα πράγματα. Μα τον Δία, +είπεν ο Δεινόμαχος, δεν τα παραδέχεται καθόλου, ούτε ότι υπάρχουν, +ούτε ότι φαίνονται. Αλήθεια, είπεν ο Αρίγνωτος, και μ' εκύταξεν +αυστηρώς, δεν πιστεύεις τίποτε από αυτά, ενώ τα βλέπει όλος ο κόσμος; +Σας παρακαλώ, είπα εγώ, ν' απολογηθήτε δι' εμέ, διότι μόνος εξ όλων +των άλλων δεν βλέπω τίποτε• αν έβλεπα θα επίστευα και εγώ όπως σεις. +Αλλ' αν πας ποτέ εις την Κόρινθον, είπεν ο Αρίγνωτος, ερώτησε πού +είνε το σπήτι Ευβατίδου και όταν σου το δείξουν πλησίον εις το +Κράνειον, να έμβης και να 'πης εις τον θυρωρόν Τίβιον να σου δείξη το +μέρος από το οποίον έσκαψε και έβγαλε τον δαίμονα ο Πυθαγορικός +Αρίγνωτος και τοιουτοτρόπως έγεινε δυνατόν να κατοικήται εις το εξής +το σπήτι εκείνο. Τι συνέβαινε; ηρώτησεν ο Ευκράτης. Προ πολλού, +απήντησεν ο Αρίγνωτος, έμενεν ακατοίκητο το σπήτι εκείνο ένεκα +φαντασμάτων εάν δε κανείς κατοικούσε έφευγεν αμέσως διότι τον +κατεδίωκε και τον ετρόμαζε ένα φοβερόν και ταραχοποιόν φάντασμα. Το +σπήτι αφέθη να γείνη ερείπιον και η στέγη του είχεν αρχίσει να πέφτη +και κανείς δεν ετόλμα να εισέλθη. Εγώ δε όταν ήκουσα αυτά, επήρα τα +βιβλία μου—έχω δε πολλά Αιγυπτιακά βιβλία διά τα τοιαύτα - και επήγα +εις το σπήτι εκείνο κατά την ώραν του πρώτου ύπνου, χωρίς ν' ακούσω +εκείνον όστις μ' εφιλοξένει, ο οποίος όταν έμαθε πού επήγαινα με +ημπόδιζε και σχεδόν μ' ετράβα, διότι ενόμιζεν ότι μεταβαίνω εις +βέβαιον όλεθρον. Εγώ επήρα λύχνον και εισήλθα μόνος και αφού +ετοποθέτησα το φως εις το μεγαλείτερον δωμάτιον εκάθησα κατά γης και +ήρχισα να διαβάζω ησύχως. Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ο δαίμων ο οποίος +είχε μαλλιά μεγάλα και άτακτα και ήτο κατάμαυρος. Ενόμιζεν ότι είχε +να κάμη με κανένα από τους πολλούς και ήλπιζεν ότι θα με ετρόμαζεν +όπως τους άλλους. Ήρχισε λοιπόν να με περιτριγυρίζη και να προσπαθή +να μου επιτεθή πότε από 'δώ και πότε από 'κεί. Και διά να με φέρη εις +σύγχυσιν μετεμορφόνετο άλλοτε μεν εις σκύλον, άλλοτε δε εις ταύρον ή +λέοντα. Εγώ δε μεταχειρισθείς τον φρικτότερον εξορκισμόν εις +Αιγυπτιακήν γλώσσαν, τον περιώρισα εις μίαν γωνίαν σκοτεινού +δωματίου• και αφού είδα πού εκρύβη, ησύχασα. Το δε πρωί, ενώ όλοι +ήσαν απηλπισμένοι και ενόμιζαν ότι θα μ'εύρουν νεκρόν καθώς τους +άλλους, παρουσιάσθηκα απροσδοκήτως, ευρήκα τον Ευβατίδην και του +ανήγγειλα προς μεγάλην του χαράν ότι του λοιπού το σπήτι θα είνε +απηλλαγμένον από φαντάσματα και θα δύναται να κατοίκηση αφόβως εις +αυτό. Παραλαβών δε αυτόν και άλλους πολλούς, οι οποίοι ηκολούθουν από +περιέργειαν και θαυμασμόν, διέταξα όταν εφθάσαμεν εκεί να σκάψουν εις +το μέρος όπου είδα να κρυφθή ο δαίμων• και όταν έσκαψαν ευρήκαν εις +βάθος οργυιάς παλαιόν νεκρόν, του οποίου διετηρούντο μόνον τα +κόκκαλα. Τον επήραμεν και τον εθάψαμεν αλλού, έκτοτε δε το σπήτι δεν +ηνωχλήθη πλέον από φαντάσματα. + +Αφού είπεν αυτά ο Αρίγνωτος, άνθρωπος θαυμαστός, διά την σοφίαν του +και εις όλους σεβαστός, δεν έμεινε πλέον κανείς από τους παρόντας ο +οποίος να μη με θεωρή ανόητον, διότι δεν επίστευα εις τα τοιαύτα, +όταν μάλιστα και ο Αρίγνωτος τα εβεβαίωνεν. Εγώ όμως χωρίς να φοβηθώ +ούτε τα μεγάλα του μαλλιά, ούτε την φήμην του; Τ' είν' αυτά Αρίγνωτε, +είπα, και συ η μόνη ελπίς της αληθείας, είσαι γεμάτος από καπνόν και +φαντάσματα; Όπως η παροιμία λέγει, άνθρακες ο θησαυρός απεδείχθης. +Αφού, είπεν ο Αρίγνωτος, ούτε εις εμέ πιστεύεις δι' αυτά, ούτε εις +τον Δεινόμαχον ή τον Κλεόδημον, ούτε εις τον Ευκράτην, δεν μας λέγεις +ποίον θεωρείς αξιοπιστότερον από ημάς, ο οποίος υποστηρίζει τα +εναντία; Ένα πολύ θαυμαστόν άνθρωπον, τον εξ Αβδήρων Δημόκριτον, +όστις τόσην πεποίθησιν είχεν ότι δεν υπάρχει τίποτε τοιούτον, ώστε +εκλείετο εις ένα μνήμα έξω της πόλεως και εκεί έγραφε και συνέτασσε +τα έργα του. Όταν δε μερικοί νέοι, θέλοντες να τον πειράξουν και να +τον φοβίσουν, ενδύθηκαν ως νεκροί με μαύρα ενδύματα και εφόρεσαν +προσωπίδας αι οποίαι απεμιμούντσ τα κρανία και περικυκλώσαντες αυτόν +ήρχισαν να χορεύουν και να πηδούν, ο Δημόκριτος χωρίς να ταραχθή και +χωρίς να διακόψη το γράψιμόν του, εστράφη προς αυτούς και είπε• +Παύσετε να παίζετε. Τόσον ήτο βέβαιος ότι δεν υπάρχουν πλέον ψυχαί +άμα χωρισθούν από τα σώματα. Με αυτά που λέγεις, είπεν ο Ευκράτης, +μας αποδεικνύεις ότι και ο Δημόκριτος ήτον ανόητος άνθρωπος, αφού +είχε τοιαύτην ιδέαν. Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο, το οποίον +συνέβη εις εμέ, δεν το ήκουσα από άλλον ίσως δε και συ, Τυχιάδη, άμα +το ακούσης θ' αναγκασθής ν' αναγνωρίσης την αλήθειαν της ιστορίας. +Όταν κατά την νεότητά μου ευρισκόμην εις την Αίγυπτον όπου με είχε +στείλει ο πατέρας μου διά να σπουδάσω, με κατέλαβεν επιθυμία να +μεταβώ διά του Νείλου μέχρι του Κοπτού και απ' εκεί να υπάγω μέχρι +του Μέμνονος, διά ν' ακούσω το θαυμαστόν εκείνο άγαλμα το οποίον +ψάλλει κατά την ανατολήν του ηλίου. Και το μεν άγαλμα ήκουσα, αλλ' +όχι όπως οι άλλοι άσμα χωρίς σημασίαν• εις εμέ έδωκε και χρησμόν ο +Μέμνων δι' επτά στίχων, τους οποίους θα σας έλεγα, εάν το πράγμα δεν +ήτο περιττόν. Κατά δε την επάνοδον συνεταξείδευε με ημάς κάποιος +ιερογραμματεύς εκ Μέμφιδος, θαυμαστός κατά την σοφίαν και κάτοχος +όλης της Αιγυπτιακής παιδείας. Ελέγετο δε ότι επί είκοσι τρία έτη +έζησεν εις τα υπόγεια άδυτα του ναού της Ίσιδος και εδιδάσκετο υπό +της θεάς την μαγείαν. Λέγεις τον Παγκράτην, είπεν ο Αρίγνωτος, τον +διδάσκαλόν μου, άνθρωπον άγιον, ο οποίος έχει ξυρισμένον το πρόσωπον, +φορεί λευκά, φαίνεται διηνεκώς σκεπτικός, δεν ομιλεί καθαρά την +Ελληνικήν, είναι υψηλός, έχει την μύτην σιμήν, τα χείλη προέχοντα και +τα σκέλη λεπτά; Ακριβώς, είπεν ο Ευκράτης, αυτόν τον Παγκράτην λέγω. +Κατ' αρχάς δεν εγνώριζα ποίος ήτον αλλ' όταν το πλοίον μας άραξε και +τον έβλεπα να κάνη πολλά άλλα θαυμάσια και να ιππεύη τους +κροκοδείλους και να κολυμβά ομού με αυτούς, οι δε κροκόδειλοι να τον +φοβούνται και να σείουν προς αυτόν την ουράν, ενόησα ότι ήτο κάποιος +άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον +εγίναμεν φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγεν όλα του τα μυστικά. +Επί τέλους δε μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτας εις την +Μέμφιδα, να τον ακολουθήσω δε μόνος, διότι, ως μου έλεγε, δεν θα +εστερούμεθα ανθρώπων διά να μας υπηρετούν. Και του λοιπού εζήσαμεν ως +εξής• άμα εφθάναμεν εις κανέν πανδοχείον, έπαιρνε τον μοχλόν της +θύρας, την σκούπαν ή το γουδοκόπανον, το ένδυνε με φορέματα και με +μίαν επωδήν το έκανε να περιπατή και να φαίνεται ως άνθρωπος. Αυτό +επήγαινε κ' έφερνε νερόν, εψώνιζε κ' εσιγύριζε και μας έκανε παντός +είδους υπηρεσίας εις την εντέλειαν όταν δε δεν είχαμεν πλέον ανάγκην +υπηρεσίας, με άλλην επωδήν έκανε πάλιν την σκούπαν σκούπαν και το +γουδοχέρι γουδοχέρι. Το πράγμα μου εκίνει μεγάλην περιέργειαν, αλλά +δεν κατώρθονα να τον πείσω να μου μάθη πώς έκανεν αυτάς τας +μεταμορφώσεις. Μολονότι εις τα άλλα δεν μου έκρυπτε τίποτε, δι' αυτό +ήτο πολύ ζηλότυπος. Αλλά μίαν ημέραν κρυφθείς εις σκοτεινόν μέρος +ήκουσα την επωδήν, ήτο δε τρισύλλαβος. Και αυτός μεν ανεχώρησεν εις +την αγοράν παραγγείλας εις το γουδόχερον τι έπρεπε να κάμη. Εγώ δε +την επιούσαν, ενώ εκείνος ευρίσκετο εις την αγοράν διά ν' αγοράση +κάτι τι, επήρα το γουδοκόπανον και το ένδυσα και αφού είπα τας τρεις +συλλαβάς, το διέταξα να φέρη νερόν. Αφού δ' εγέμισε μίαν στάμναν και +την έφερε, του είπα• Παύσε να κουβαλής νερόν και γίνου πάλιν +γουδόχερον αυτό όμως δεν μου υπήκουσε, αλλ' εξηκολούθει να κουβαλή +νερόν, έως ου έκαμε το σπίτι λίμνην. Εγώ ευρεθείς εις αμηχανίαν — +διότι εφοβούμην μήπως ο Παγκράτης επιστρέψη και θυμώσει, όπως και +έγινε — επήρα αξίνην και έκοψα τον κόπανον εις δύο• αλλ' αντί ενός +έγιναν τότε δύο οι νεροφόροι. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο +Παγκράτης και εννοήσας τι είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλιν +ξύλα, όπως ήσαν προ της επωδής, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφίως, +δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπεν ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον +να κάνης άνθρωπον το γουδόχερον; Κατά το ήμισυ, απήντησεν ο Ευκράτης• +διότι δεν 'μπορώ να το επαναφέρω εις την αρχικήν του κατάστασιν, αφού +άπαξ γίνη υδροφόρος και θα πλημμυρίση το σπίτι από νερά. + +Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τοιαύτα τερατώδη ψεύδη, δεν +εντρέπεσθε που είσθε γέροι άνθρωποι; Αν όχι δι' άλλο, αλλά +τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε εις άλλην ώραν αυτάς +τας παραδόξους και φοβεράς διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη +τ' αφήνετε ν'ακούουν τέτοια πράγματα, τα οποία καθ' όλην την ζωήν των +θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν, θα γεμίσουν τα μυαλά των με +διαφόρους δεισιδαιμονίας και θα τους κάμη να φοβούνται την σκιάν των. + +Καλά που μ' ενθύμισες με την δεισιδαιμονίαν που είπες. Τι φρονείς, +αλήθεια, Τυχιάδη, διά τους χρησμούς και τας αποκαλύψεις και όσα +αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούονται λεγόμενα από τα άδυτα ή +όσα λέγει η Πυθία εμμέτρως προλέγουσα τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα +πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και έν δακτυλίδι +θαυματουργόν, το οποίον έχει επί της σφραγίδος τον Πύθιον Απόλλωνα, +αυτός δε ο Απόλλων μου ομιλεί, — δεν το λέγω αυτό, διά να μη νομίσης +ότι λέγω απίθανα πράγματα διά να καυχηθώ. Περιορίζομαι να σας διηγηθώ +μόνον όσα μου συνέβησαν και είδα με τα μάτια μου εις την Μαλλόν, εις +το ιερόν του Αμφιλόχου, ο οποίος φανερά μου ωμίλησε και μου έδωκε +συμβουλάς διά τας υποθέσεις μου• έπειτα δε θα σας διηγηθώ και όσα +είδα εις την Πέργαμον και ήκουσα εις τα Πάταρα. Όταν επέστρεφα από +την Αίγυπτον και ήκουσα ότι το Μαντείον της Μαλλού είνε περίφημον και +δίδει αληθείς και σαφείς απαντήσεις εις εκείνους οίτινες γράφουν τας +ερωτήσεις των εις πινάκιον και τας παραδίδουν εις τον προφήτην, +ενόμισα καλόν κατά την διάβασίν μου να ερωτήσω και εγώ το μαντείον +και να ζητήσω την γνώμην του θεού περί του μέλλοντος. Ενώ ακόμη +έλεγεν αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέπων ότι το πράγμα έμελλε να προχωρήση +και ότι αι περί των μαντείων συζητήσεις θα ελάμβανον διαστάσεις, δεν +ενόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος εις όλους. Τους +αφήκα λοιπόν ενώ έπλεον εξ Αιγύπτου εις την Μαλλόν — διότι ενόουν ότι +τους ενώχλουν με τας αντιρρήσεις μου εις τα ψεύδη των. — Εγώ, είπα, +φεύγω, διά να ζητήσω τον Λεόντυχον, διότι έχω ανάγκην να τον +συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα, +καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν εις τας μυθολογίας σας. +Και άμα είπα αυτά εξήλθα. Αυτοί δε είδαν ευχαρίστως την αναχώρησίν +μου, διότι έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά +την συνήθειάν των, τα ψεύδη. + +Αυτά, φίλε μου Φιλοκλή, ήκουσα εις του Ευκράτους και έρχομαι +πρισμένος, όπως όσοι πίνουν μούστον, με ανάγκην να εμέσω. Ευχαρίστως +δε και διά πολλών χρημάτων θα ηγόραζα φάρμακον εξ εκείνων τα οποία, +ως ήκουσα, δίδουν την λησμοσύνην, διά να μη μου προξενήση τίποτε +κακόν η ανάμνησις αυτών διατηρουμένη• διότι νομίζω έκτοτε ότι βλέπω +τέρατα και δαίμονας και Εκάτας. + +ΦΙΛ. Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιον έπαθα από την διήγησίν σου• +διότι, ως λέγουν, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν υπό λυσσώντων σκύλων +λυσσούν και φοβούνται το νερόν, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς +παθαίνουν τα ίδια, ως να τους εδάγκωσε σκύλος λυσσών, και έχουν τους +αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν εδαγκώθης εις του Ευκράτους υπό των +πολλών ψευδολογημάτων, μετέδωκες δε και εις εμέ το δηλητήριον και μου +εγέμισες την ψυχήν από δαίμονας. + +ΤΥΧ. Ας μη ανησυχώμεν, φίλε μου, διότι έχομεν κατά των τοιούτων +αλεξιφάρμακον την αλήθειαν και τον περί πάντων ορθόν λόγον• χάρις δε +εις αυτά ουδόλως θα μας ταράξουν τα ανόητα και μάταια ταύτα ψεύδη. + + + + +ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ + + + + +Λέγεται, αγαπητέ Φίλων, ότι επί της βασιλείας του Λυσιμάχου ενέσκηψεν +εις τα Άβδηρα μία τοιαύτη επιδημία. Όλοι οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό +σφοδρού πυρετού, όστις εξηκολούθει με συχνούς παροξυσμούς επί επτά +ημέρας. Κατά δε την εβδόμην ημέραν άλλοι μεν από τους αρρώστους +επάθαιναν άφθονον αιμορραγίαν της μύτης, άλλοι δε εφίδρωσιν επίσης +άφθονον και ούτω έπαυεν ο πυρετός. Αλλά το νόσημα έφερε και το πνεύμα +αυτών εις μίαν κωμικήν κατάστασιν. Όλοι δηλαδή έκαμναν θεατρικάς +κινήσεις και μεγαλοφώνως απήγγελλον ιαμβικούς στίχους, μάλιστα δε +μέρη από την Ανδρομέδαν του Ευριπίδου {48} και ιδίως την επιφώνησιν +του Περσέως: + +συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων Έρως, + +και ήτο η πόλις γεμάτη εκ των ωχρών τούτων και εξησθενημένων υπό του +εφθημέρου πυρετού τραγωδών. Διήρκεσε δε το γενικόν τούτο αναφώνημα +επί πολύ, έως ου ο χειμών και ψύχος πολύ τους έκοψε την νοσηράν αυτήν +φλυαρίαν. Αίτιος δε της παραφροσύνης μου φαίνεται ότι έγεινεν ο +τραγικός ηθοποιός Αρχέλαος, ο οποίος τότε ήτο φημισμένος και εις τα +μέσα του θέρους εν καιρώ μεγάλου καύσωνος έπαιξεν εις τα Άβδηρα την +Ανδρομέδαν. Οι δε Αβδηρίται έπαθαν τον πυρετόν εις το θέατρον, όταν +δε ανέρρωσαν, εξηκολούθουν να αναπολούν την τραγωδίαν• η Ανδρομέδα +επί πολύ παρέμενεν εις την μνήμην των και ο Περσεύς με την Μέδουσαν +εξηκολούθει να περιίπταται εις την φαντασίαν των. + +Επειδή λοιπόν, κατά την παροιμίαν, το έν πράγμα δύναται να παραβληθή +προς το άλλο, το νόσημα εκείνο των Αβδηριτών είνε όμοιον προς εκείνο, +το οποίον έχει καταλάβει σήμερον τους περισσοτέρους των +πεπαιδευμένων. Ούτοι είνε αληθές ότι δεν απαγγέλλουν τραγωδίαν,— θα +ήτο μικρότερα παραφροσύνη, αν με ξένους στίχους ουχί ασχήμους +επεδεικνύοντο — αλλ' αφ' ότου ήρχισεν ο εξακολουθών πόλεμος {49} κατά +των βαρβάρων και συνέβη η ήττα εις την Αρμενίαν και ηκολούθησαν αι +συνεχείς νίκαι, δεν έμεινε κανείς ο οποίος να μη γράψη ιστορίαν? όλοι +έγειναν Θουκυδίδαι και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες, ούτως ώστε να αληθεύη +εκείνο το οποίον είπεν ο φιλόσοφος {50}, «ο πόλεμος είνε των όλων ο +πατήρ», αφού τόσους συγγραφείς εγέννησε διά μιας. + +Αυτά λοιπόν, φίλτατε, βλέπων και ακούων, ενθυμήθηκα έν ανέκδοτον του +Διογένους• όταν ηκούσθη ότι ο Φίλιππος εξεστράτευε κατά της Ελλάδος, +οι Κορίνθιοι όλοι εταράχθησαν και ήρχισαν να εργάζωνται διά την +άμυναν? άλλος διώρθονεν όπλα, άλλος εκόμιζε πέτρας, άλλος επεσκεύαζε +το τείχος ή εστερέωνε πύργον και άλλος έπραττεν ό,τι χρήσιμον +ηδύνατο• ο δε Διογένης βλέπων αυτά και μη έχων τι να πράξη και αυτός +— διότι ουδείς του ανέθετε καμμίαν εργασίαν — περιέζωσε το ένδυμά του +και με πολλήν δραστηριότητα ήρχισε να κυλίη το πιθάρι, το οποίον του +εχρησίμευεν ως κατοικία, επάνω και κάτω εις το Κράνειον. Όταν δε +κάποιος εκ των γνωστών του τον ηρώτησε, διατί το κάνεις αυτό, +Διογένη; Κυλίω, είπε, και εγώ το πιθάρι, διά να μη φαίνωμαι ότι μόνος +εγώ μένω αργός μεταξύ τόσων εργαζομένων. Και εγώ, αγαπητέ Φίλων, διά +να μη μένω μόνος άφωνος εις εποχήν τόσον πολύφωνον και να μη +παρουσιάζω κωμικόν θέαμα άνθρωπου έχοντος ανοικτόν το στόμα και μη +λέγοντος τίποτε, ενόμισα καλόν να κυλίσω και εγώ όσον δύναμαι τον +πίθον μου, όχι όμως διά να γράψω ιστορίαν και να διηγηθώ πολεμικά +γεγονότα• δεν έχω τόσω μεγάλην τόλμην εγώ και μη φοβηθής ότι θ' +αποτολμήσω τοιούτόν τι• διότι γνωρίζω πόσον μέγας είνε ο κίνδυνος, +όταν κυλίη κανείς επάνω εις πέτρας και μάλιστα πιθάριον +λεπτοκατασκευασμένον, οποίον το ιδικόν μου• μόλις προσκρούση εις +μικράν πέτραν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να περισυλλέγω τα κομμάτια +του. + +Πώς λοιπόν εσκέφθηκα και πώς θα λάβω μέρος εις τον πόλεμον με +ασφάλειαν και μένων έξω βολής, θα σου είπω. Εγώ θα αποφύγω τους +κόπους, τας φροντίδας και τους κινδύνους, τους οποίους έχει ο +συγγραφεύς, θα περιορισθώ δε να δώσω μίαν μικράν συμβουλήν και ολίγα +διδάγματα εις τους συγγράφοντας, διά να λάβω ούτω και εγώ μέρος εις +την οικοδομήν, αν όχι διά της επιγραφής της πραγματείας μου, +τουλάχιστον διότι θα θίξω με το άκρον του δακτύλου τον πηλόν τον +οποίον μεταχειρίζονται. Το βέβαιον είνε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών +νομίζουν ότι δεν έχουν ανάγκην συμβουλής διά την εργασίαν των, όπως +περίπου δεν έχουν ανάγκην διδασκαλίας διά να βαδίζουν, να βλέπουν ή +να τρώγουν, αλλά θεωρούν ως λίαν εύκολον και πρόχειρον και δυνατήν +εις όλους την συγγραφήν ιστορίας, ως δύναται τις να κρίνη εκ των +συμβαινόντων. Αλλά γνωρίζεις και συ, φίλε μου, ότι η ιστορία δεν είνε +από τα εύκολα και ακόπως συνθετόμενα έργα, αλλ' είνε από τα έχοντα +περισσοτέραν ανάγκην φροντίδος, όταν, ως ο Θουκυδίδης λέγει, γίνεται +διά να μείνη αθάνατος• «κτήμα ες αεί». + +Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα αποτρέψω πολλούς εξ αυτών, εις μερικούς δε +θα φανώ και πολύ οχληρός και μάλιστα εις εκείνους των οποίων το έργον +έχει ήδη τελειώσει και παραδοθή εις το κοινόν. Εάν δε και επηνέθη υπό +εκείνων οίτινες το ανέγνωσαν, η ελπίς ότι θα μεταβάλουν και θα +διορθώσουν κάτι εκ των ήδη θεσπισμένων και κατατεθειμένων, ούτως +ειπείν, εις τα βασιλικά αρχεία {51}, είνε ματαία. Αλλ' όμως δεν είνε +κακόν να λεχθή και προς αυτούς τούτους η αλήθεια, ώστε, εάν ποτε +γείνη άλλος πόλεμος ή των Κελτών προς τους Γέτας ή των Ινδών προς +τους Βακτρίους — διότι προς ημάς δεν θα τολμήση κανείς να κήρυξη +πόλεμον, αφού ήδη όλους τους έχομεν υποτάξει — να μεταχειρισθούν τον +κανόνα τούτον, εάν τον νομίσουν ορθόν προς καλλιτέραν σύνθεσιν της +εργασίας των. Εάν δε πάλιν επιμείνουν εις τας μεθόδους των, ο ιατρός +δεν θα παραστενοχωρηθή, διότι οι Αβδηρίται θα εξακολουθούν εκουσίως +ν' απαγγέλλουν την Ανδρομέδαν. + +Επειδή δε το έργον της συμβουλής είνε διττόν και διδάσκει ποία να +προτιμώμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν, ας είπωμεν πρώτα ποία πρέπει ν' +αποφεύγη ο γράφων ιστορίαν και ποία ν' απορρίπτη προ πάντων, έπειτα +δε ποία να μεταχειρίζεται, διά να μη εξέλθη της ορθής και ευθείας +οδού, πώς ν' αρχίση και ποίαν τάξιν να εφαρμόση εις τα έργα του, και +το μέτρον το οποίον θα τηρή διά κάθε τι, και όσα πρέπει ν' αποσιωπά +και εις όσα να ενδιατρίβη, και όσα είνε προτιμότερον να παρατρέξη και +πώς να τα εξηγή και τα συναρμόζη. Και αυτά μεν και τα τοιαύτα θ' +αναπτύξωμεν κατόπιν• τώρα δε θ' αναφέρωμεν τα ελαττώματα, τα οποία +παρακολουθούν τους κακούς συγγραφείς. Τα κοινά όμως εις όλα τα είδη +του λόγου σφάλματα, εις την γλώσσαν, την αρμονίαν, την έννοιαν, και +πάσα άλλη ατεχνία και μακράν ανάπτυξιν απαιτούν και της παρούσης +πραγματείας τα όρια διαφεύγουν διότι, ως είπα, είνε κοινά όλων των +ειδών του λόγου ελαττώματα. + +Τα δε σφάλματά των εις την καθαρώς ιστορικήν εργασίαν δύνασαι να +εύρης, αν προσέξης εις τα έργα αυτών, όπως εγώ πολλάκις παρατηρώ, +οσάκις ακροώμαι τοιαύτας ιστορίας αναγινωσκομένας, και μάλιστα αν +προσέξης εις όλους. Δεν είνε επομένως περιττόν να αναφέρω, ως +παραδείγματα, τινά από τα κατ' αυτόν τον τρόπον συγγραφέντα. Αλλά προ +τούτου ας εξετάσωμεν τα σπουδαιότερα αυτών ελαττώματα. + +Οι πλείστοι εξ αυτών παραμελούντες να ιστορούν τα γεγονότα, +καταγίνονται να επαινούν τους άρχοντας και τους στρατηγούς, και τους +μεν ιδικούς των ανυψόνουν, τους δε εχθρούς καθ' υπερβολήν +καταρρίπτουν. Αγνοούν ότι δεν χωρίζει την ιστορίαν από το εγκώμιον +στενόν χώρισμα, αλλά μέγα τείχος υπάρχει μεταξύ των και, όπως λέγουν +οι μουσικοί, ιστορία και εγκώμιον είνε δις διαπασών προς άλληλα. Ο +μεν εγκωμιάζων φροντίζει μόνον πώς να επαινέση και ευχαριστήση τον +επαινούμενον και αν είνε ανάγκη να ψευσθή διά να επιτύχη τον σκοπόν +του, ολίγον θα σκοτισθή? η ιστορία όμως δεν δύναται ουδ' επί στιγμήν +νανεχθή ψεύδος, ακριβώς όπως η τραχεία αρτηρία, κατά τους ιατρούς, +δεν ανέχεται ό,τι εισέλθη εις αυτήν, ενώ καταπίνομεν. Φαίνονται +προσέτι ν' αγνοούν οι τοιούτοι ιστορικοί ότι της ποιητικής τέχνης και +των ποιημάτων είνε άλλος ο σκοπός και ιδιαίτεροι οι κανόνες, άλλοι δε +της ιστορίας• εις μεν την ποίησιν είνε απεριόριστος η ελευθερία και +είς ο νόμος, η θέλησις του ποιητού• διότι ο ποιητής, συνθέτει υπό το +κράτος ενθουσιασμού και κατέχεται εξ ολοκλήρου υπό των Μουσών? ουδείς +δε δύναται να τον κατηγορήση και αν θέλη να ζεύξη άρμα με ίππους +πτερωτούς ή αν κάμη άλλους να τρέχουν επάνω εις το νερόν ή επί των +κορυφών των φυτών, ούτε όταν ο Ζευς αυτών σύρη και ανυψόνη εις τον +αέρα δι' ενός σχοινιού γην και θάλασσαν ομού, φοβούνται μήπως κοπή το +σχοινί και καταπέσουν τα πάντα και γίνουν θρύμματα. Αλλά και αν +θέλουν να επαινέσουν τον Αγαμέμνονα, ουδείς δύναται να τους εμποδίση, +ώστε κατά την κεφαλήν και τους οφθαλμούς να τον κάμουν όμοιον προς +τον Δία, κατά το στήθος όμοιον προς τον αδελφόν του Διός Ποσειδώνα +και κατά την ζώνην όμοιον προς τον Άρην• και εν γένει εξ όλων των +θεών σύνθετος πρέπει να γείνη ο υιός του Ατρέως και της Αερόπης• +διότι δεν αρκεί μόνος ο Ζευς, ούτε ο Ποσειδών, ούτε ο Άρης χωριστά +έκαστος, διά ναναπληρώση το κάλλος του. Η δε ιστορία, αν παραδεχθή +τοιαύτην κολακείαν, μεταβάλλεται εις είδος τι πεζής ποιήσεως, η οποία +δεν έχει την φραστικήν μεγαλοπρέπειαν της ποιήσεως, την λοιπήν δε +τερατολογίαν παρουσιάζει χωρίς τον στολισμόν των μέτρων και επομένως +φανερωτέραν. + +Είνε λοιπόν μέγα ή μάλλον μέγιστον ελάττωμα, όταν δεν γνωρίζη κανείς +να χωρίζη τα ανήκοντα εις την ποίησιν και τα αρμόζοντα εις την +ιστορίαν, αλλ' εισάγη εις την ιστορίαν τα στολίδια της ποιήσεως, τον +μύθον και το εγκώμιον και τας σχετικάς υπερβολάς. Ομοίως, αν ένα +αθλητήν από τους δυνατούς εκείνους, οι οποίοι φαίνονται ως καμωμένοι +από πρίνον, ενδύσετε με πολυτελή και αβρά ενδύματα και τον στολίσετε +με άλλα πορνικά στολίδια και του ψιμυθιώσετε το πρόσωπον, θα τον +κάμετε γελοίον και επαίσχυντον. + +Δεν λέγω όμως ότι δεν έχει θέσιν και ο έπαινος ενίοτε εις την +ιστορίαν αλλά πρέπει να γίνεται χρήσις αυτού, όταν πρέπη, και να έχη +όρια το πράγμα, ώστε να μη γίνη φορτικόν εις εκείνους, οίτινες θ' +αναγνώσουν εις το μέλλον το έργον? εν γένει δε αυτά πρέπει να +γίνωνται κατά τους κανόνας, τους οποίους μετ'ολίγον θα υποδείξωμεν. +Όσοι δε νομίζουν ότι καλώς διαιρούν εις δύο την ιστορίαν, εις το +τερπνόν και το χρήσιμον, και διά τούτο εισάγουν εις αυτήν και το +εγκώμιον ως τερπνόν και ευχάριστον, βλέπεις πόσον απομακρύνονται από +το αληθές και το ορθόν. Πρώτον μεταχειρίζονται ψευδή διαίρεσιν διότι +μία είνε η προσπάθεια και είς ο σκοπός της ιστορίας, το χρήσιμον, το +οποίον μόνον από την αλήθειαν παράγεται. Αν δε δύναται να προστεθή +εις το χρήσιμον και το τερπνόν, ακόμη καλλίτερα, όπως και το κάλλος +εις τον αθλητήν. Αλλά δεν εμποδίζει τον Νικόστρατον Ισιδότου η μεγάλη +ασχημία του να είνε αθλητής εκ των ισχυροτέρων, να νικά τους +αντιπάλους του, είς εκ των οποίων ήτο ο εκ Μιλήτου ωραίος Αλκαίος, +όστις, ως λέγεται, υπήρξε και ερωτικός φίλος του Νικοστράτου. Η +ιστορία λοιπόν, και αν ακόμη παραμελήση το τερπνόν και ολίγον +φροντίζη διά το κάλλος, θα προσελκύση πολλούς θιασώτας, αρκεί και +μόνον να είνε τελεία εις το κύριόν της έργον, δηλαδή την έρευναν της +αληθείας. + +Πρέπει να είπωμεν και τούτο ακόμη, ότι ουδέ τερπνόν είνε εις την +ιστορίαν το εντελώς μυθώδες και οι υπερβολικοί έπαινοι• ούτε το έν +ούτε το άλλο δύνανται ν' αρέσουν εις τους αναγνώστας. Εννοώ δε όχι +τον όχλον και τους πολλούς, αλλ' εκείνους οίτινες θ' αναγνώσουν την +ιστορίαν ως δικασταί και μάλιστα ως κατήγοροι, τους οποίους δεν +δύναται να διαφύγη τίποτε στραβόν και άτοπον, διότι βλέπουν καλλίτερα +από τον Άργον και βλέπουν δι' όλου του σώματος, ως αργυραμοιβοί δε +εξετάζουν τα καθέκαστα, και τα μεν κίβδηλα απορρίπτουν αμέσως, +παραδέχονται δε τα σωστά, γνήσια και κανονικά. Προς τούτους πρέπει ν' +αποβλέπης, όταν συγγράφης, διά δε τους άλλους ολίγον να σκοτίζεσαι +όσον και αν σ' επαινούν. Εάν δε, μη προσέχων εις την γνώμην των +ολίγων, στολίσης πέραν του μέτρου την ιστορίαν με μύθους και επαίνους +και άλλας κολακείας, θα την καταστήσης ομοίαν με τον Ηρακλή, όταν +ευρίσκετο εις την Λυδίαν. Διότι θα έτυχε να τον ίδης κάπου +ζωγραφισμένον ως δούλον της Ομφάλης, με πολύ αλλόκοτον ενδυμασίαν. Η +μεν Ομφάλη φορεί την λεοντήν αυτού και κρατεί το ρόπαλον, ως να είνε +τάχα αυτή ο Ηρακλής, αυτός δε φορεί γυναικεία ενδύματα και ξαίνει +έρια και η Ομφάλη τον κτυπά με το σάνδαλόν της. Και είνε το θέαμα +εξουθενωτικόν, όπως τα ενδύματα δεν ταιριάζουν εις το σώμα του +Ηρακλέους, του οποίου την ανδρικότητα εκθηλύνουν απρεπώς. + +Οι πολλοί ίσως θα σ' επαινέσουν δι' αυτά• αλλ' οι ολίγοι, εκείνοι, +των οποίων την γνώμην δεν έλαβες υπ' όψιν, θα γελάσουν πολύ εις βάρος +σου, βλέποντες το ασύμφωνον, αταίριαστον και δυσάρμοστον του +πράγματος. Ό,τι είνε ωραίον δι' έν πράγμα, ενδέχεται να είνε ασχημία +δι' άλλο, εις το οποίον δεν ταιριάζει. Αφήνω ότι οι έπαινοι μόνον εις +ένα, τον επαινούμενον, ίσως είνε ευχάριστοι• εις τους άλλους όμως +είνε αηδείς και οχληροί, μάλιστα αν είνε πολύ υπερβολικοί, όπως +συμβαίνει πολλάκις, όταν οι επαινούντες επιδιώκουν την εύνοιαν των +επαινουμένων και τόσον το παρακάνουν, ώστε γίνεται φανερά εις όλους η +κολακεία. Διότι ούτε με τέχνην γνωρίζουν να κολακεύσουν, ούτε +περικαλύπτουν τα θωπεύματα, αλλ' αφού αρχίσουν επισωρεύουν επαίνους, +όλους χονδροειδείς και απιθάνους. Ούτω δε ουδ' εκείνο το οποίον προ +πάντων επιδιώκουν επιτυγχάνουν• διότι οι παρ' αυτών επαινούμενοι τους +μισούν μάλλον και τους περιφρονούν, ως κόλακας, και δικαίως, μάλιστα +αν τύχη να έχουν χαρακτήρα ανδροπρεπή. Τοιούτον τι έπαθεν ο +Αριστόβουλος, όστις, αφού περιέγραφε την μονομαχίαν του Αλεξάνδρου με +τον Πώρον, ανέγνωσεν εις αυτόν το μέρος τούτο της ιστορίας του—-διότι +ενόμιζεν, ότι θα ευχαρίστει τον βασιλέα, αν εξώγκωνε την νίκην με +ψεύδη και επινοήσεις υπερτέρας της αληθείας—. Αλλ' ο Αλέξανδρος έλαβε +το βιβλίον —εταξείδευαν δε εις τον ποταμόν Υδάσπην— και το έρριψεν +εις το νερόν. Και σε, είπε προς τον συγγραφέα, ούτω έπρεπε να σε +μεταχειρισθώ, διότι τοιαύτας μονομαχίας κάνεις διά λογαριασμόν μου +και δι'ενός ακοντισμού φονεύεις ελέφαντας. Και ήτο επόμενον ν' +αγανακτήση ούτω ο Αλέξανδρος, όστις δεν ηνέχθη και την τόλμην του +αρχιτέκτονος εκείνου, ο οποίος του επρότεινε να μεταβάλη το όρος Άθω +εις ανδριάντα αυτού, να μεταμορφώση δηλαδή τοιουτοτρόπως το όρος, +ώστε να ομοιάζη προς τον βασιλέα, αλλ' εννοήσας αμέσως ότι ήτο κόλαξ +τον απέπεμψε και δεν τον εχρησιμοποίησε πλέον εις τίποτε {52}. + +Πού λοιπόν υπάρχει το τερπνόν εις αυτά, εκτός αν είνε κανείς εντελώς +ανόητος, ώστε να ευχαριστήται με τοιούτους επαίνους, των οποίων το +ψεύδος είνε προφανές; Οι τοιούτοι ομοιάζουν με τους ασχήμους +ανθρώπους, μάλιστα δε τα άσχημα γύναια, τα οποία παραγγέλλουν εις +τους ζωγράφους να τα εξωραΐζουν εις την εικόνα των• διότι νομίζουν, +ότι πραγματικώς θα εξωραϊσθούν, αν ο ζωγράφος βάψη τας παρειάς των με +περισσότερον κόκκινον και μεταχειρισθή περισσότερον λευκόν χρώμα. +Τοιούτοι είνε οι πλείστοι από τους σημερινούς συγγραφείς• διά της +ιστορίας επιδιώκουν το ίδιον συμφέρον και την πλήρωσιν ατομικών +αναγκών• και έπρεπε να τους μισώμεν, διότι εις μεν το παρόν είνε +φανεροί και χυδαίοι κόλακες, εις το μέλλον δε θα καταστήσουν ύποπτον +διά των υπερβολών όλην την υπόθεσιν της διηγήσεώς των. Εάν δε τις +νομίζη ότι πάντως πρέπει το τερπνόν ν' αναμιγνύεται εις την ιστορίαν +εν γένει, δεν έχω αντίρρησιν, αλλ' υπό τον όρον το τερπνόν να είνε +και αληθές και όχι ανάρμοστον εις τον χαρακτήρα του έργου, όπως το +μεταχειρίζονται οι περισσότεροι. + +Εγώ δε θα διηγηθώ και όσα ήκουσα προ ολίγου καιρού εις την Ιωνίαν και +εις την Αχαΐαν πρότερον περί τινων συγγραφέων, οίτινες έγραψαν +διήγησιν του ειρημένου πολέμου• και εξορκίζω εις τας Χάριτας να μη +απιστήση κανείς εις όσα θα είπω• διότι θα ηδυνάμην και να ορκισθώ ότι +είνε αληθή, αν ήτο πρέπον να παρενθέτη κανείς όρκον εις σύγγραμμα. +Είς λοιπόν εξ αυτών ήρχισε την ιστορίαν του με την επίκλησιν των +Μουσών, παρακαλών τας θεάς να τον βοηθήσουν εις το έργον του. Βλέπεις +πόσον κατάλληλος είνε η τοιαύτη αρχή και ταιριαστή εις την ιστορίαν +και αρμόζουσα εις το τοιούτον είδος του λόγου; Έπειτα ολίγον κατωτέρω +τον μεν ημέτερον άρχοντα προσωμοίαζε προς τον Αχιλλέα, τον δε βασιλέα +των Περσών προς τον Θερσίτην, χωρίς να σκεφθή ότι ο Αχιλλεύς +περισσότερον ανεδείχθη, διότι εφόνευσε τον Έκτορα και όχι τον +Θερσίτην, και ότι, όταν τρέπεται εις φυγήν ανδρείος τις, τον +καταδιώκει πολύ ανδρειότερος {53}. Έπειτα έστρεφεν εις τον εαυτόν του +το εγκώμιον, ότι είνε άξιος να περιγράψη πράξεις τόσον ενδόξους. +Προχωρών απηύθυνεν επαίνους και προς την πατρίδα του Μίλητον, +προσθέτων ότι κατά τούτο έπραξε καλλίτερα από τον Όμηρον, όστις δεν +ανέφερε καν την πατρίδα του. Εις δε το τέλος του προοιμίου υπέσχετο +δητώς και σαφώς ότι θα ανυψώση τα ημέτερα, τους δε βαρβάρους θα +πολεμήση και αυτός όσον δύναται. Και ήρχισε την ιστορίαν ως εξής• «Ο +μιαρώτατος Ουολόγεσος, του οποίου το τέλος είθε να είνε οικτρότατον, +ήρχισε τον πόλεμον διά την εξής αιτίαν». Και αυτός μεν τοιαύτα +έγραψεν. Άλλος δε, μέγας θιασώτης του Θουκυδίδου, ώστε να θέλη να +μιμηθή καθ' όλα το πρότυπον, ήρχισεν όπως και εκείνος με το όνομα +του, θεωρών ότι τοιαύτη έναρξις είνε η ευγενεστέρα και μυρίζει θύμον +αττικόν. Άκουσε και κρίνε• «Κρεπέριος Καλπουρνιανός, Πομπηιουπολίτης +συνέγραψε τον πόλεμον των Παρθυαίων και Ρωμαίων, ως επολέμησαν προς +αλλήλους, αρξάμενος ευθύς ξυνισταμένου». Μετά τοιαύτην δε αρχήν, προς +τι να σου αναφέρω τα κατόπιν, δηλαδή τας δημηγορίας του εις την +Αρμενίαν, όπου μας παρουσιάζει απαράλλακτον τον Κερκυραίον ρήτορα, ή +τον λοιμόν τον οποίον έστειλε κατά των Νισιβηνών, οίτινες δεν ήσαν +φίλοι προς τους Ρωμαίους, δανεισθείς αυτόν καθ' ολοκληρίαν από τον +Θουκυδίδην, εκτός μόνον του Πελασγικού και των μακρών τειχών, όπου οι +τότε προσβληθέντες υπό του λοιμού εγκατεστάθησαν. Ήρχισε δε και από +την Αιθιοπίαν ο λοιμός αυτού, όπως του Θουκυδίδου, και εκείθεν κατέβη +εις την Αίγυπτον και μετεδόθη εις το μεγαλείτερον μέρος της χώρας, +ήτις ανήκει εις τον βασιλέα της Περσίας, ευτυχώς δε έμεινεν εκεί. Εγώ +λοιπόν τον αφήκα να θάπτη τους δυστυχείς Αθηναίους εις την Νίσιβιν +και ανεχώρησα, γνωρίζων εντελώς και όσα μετά την αναχώρησίν μου +έμελλε να είπη. Είνε δε συνηθέστατον σήμερον και να νομίζουν οι +συγγραφείς ότι εξισούνται προς τον Θουκυδίδην, αν με μικράς μεταβολάς +μεταχειρίζωνται τας εκφράσεις εκείνου και διάφορα φρασίδια, ως «όπως +και αυτός αν φαίης», «ού δι' αυτήν», «νή Δία κακείνο ολίγου δείν +παρέλιπον». Ο ίδιος δε συγγραφεύς, όστις κατ' αυτόν τον τρόπον +απομιμείται τον Θουκυδίδην, αναφέρει πολλά όπλα και μηχανήματα όπως +οι Ρωμαίοι τα ονομάζουν, και την τάφρον όπως εκείνοι και την γέφυραν +και άλλα τοιαύτα. Και δύνασαι πλέον να σκεφθής ποίαν σοβαρότητα έχει +τοιαύτη ιστορία και πόσον είνε άξιον του Θουκυθίδου ναναμιγνύωνται αι +Ιταλικαί αύται λέξεις με τας Αττικάς, και να παρίστανται ότι αρμόζουν +και συνάδουν προς αυτάς. + +Κάποιος δε άλλος εκ των ιστορικών τούτων έγραψε διήγησιν των +γεγονότων κατά τρόπον όλως ξηρόν και πεζόν, όπως θα τα έγραφε και +στρατιώτης, κρατών σημείωσιν των καθ' εκάστην συμβαινόντων, ή κτίστης +ή κάπηλος παρακολουθών το στράτευμα. Αλλ' ο απλοϊκός ούτος είνε +μάλλον συγγνωστός, διότι αυτός μεν φαίνεται αμέσως οποίος ήτο, +ειργάσθη δε δι' άλλον πλέον φιλόκαλον και ικανόν να γράψη ιστορίαν. +Το μόνον διά το οποίον τον κατέκρινα είνε ότι έδωκεν εις το έργον του +τίτλον λίαν πομπώδη διά την αξίαν του περιεχομένου• «Καλλιμόρφου +ιατρού της έκτης λεγεώνος των κοντοφόρων ιστορίαι των Παρθικών +πολέμων»• και το σύγγραμμα είνε διηρημένον εις βιβλία αριθμημένα. +Προέταξε δε και προοίμιον σαχλόν, εις το οποίον λέγει ότι εις τον +ιατρόν προσήκει να γράφη ιστορίαν, καθότι ο μεν Ασκληπιός είνε υιός +του Απόλλωνος, ο δε Απόλλων αρχηγός των Μουσών και πάσης παιδείας +κύριος. Ενώ δε αρχίζει να γράφη εις την Ιωνικήν διάλεκτον, δεν +γνωρίζω διατί μετ' ολίγον επανέρχεται εις την κοινήν• και λέγει +«ιατρείην» και «πείρην» και «οκόσα» και «νούσοι» {54}, έπειτα δε +μεταχειρίζεται λέξεις κοινάς και πολλάκις του δρόμου. + +Εάν δε πρέπη ν' αναφέρω και ένα σοφόν μεταξύ των σημερινών ιστορικών, +το μεν όνομά του ας αποσιωπήσωμεν• θα ομιλήσω δε μόνον περί των ιδεών +και των έργων, τα οποία επ' εσχάτων συνέγραψεν εις την Κόρινθον και +τα οποία υπερβαίνουν πάσαν προσδοκίαν. Ευθύς εν αρχή και εις την +πρώτην περίοδον του προοιμίου του απευθύνει προς τους αναγνώστας του +σοφώτατον συλλογισμόν, με τον οποίον θέλει ν' αποδείξη ότι μόνον εις +φιλόσοφον αρμόζει να γράφη ιστορίαν. Ακολουθεί μετ' ολίγον άλλος +συλλογισμός και έπειτα άλλος• και εν γένει το προοίμιον του γέμει +συλλογισμών παντός είδους• και η κολακεία είνε άφθονος εις το έργον +και τα εγκώμια φορτικά και πολύ ταπεινά, όχι όμως ασυλλόγιστα, αλλά +με συλλογισμούς και αυτά. + +Αλλ' ό,τι μου εφάνη άτοπον και πολύ ολίγον αρμόζον εις άνδρα σοφόν +και με γενειάδα μεγάλην και λευκήν είνε το λεγόμενον εις το προοίμιόν +του, ότι ο ημέτερος ηγεμών έχει την εξαιρετικήν τύχην ότι και +φιλόσοφοι δεν θεωρούν ανάξιον αυτών να ιστορούν τας πράξεις του• +διότι το τοιούτον έπρεπε μάλλον εις ημάς ν' αφήση να το σκεφθώμεν +παρά να το είπη ο ίδιος. + +Αλλ' ουδ' εκείνον πρέπει να παραλείψωμεν ν' αναφέρωμεν, όστις ήρχισεν +ως εξής την ιστορίαν του• «Έρχομαι ερέων περί Ρωμαίων και Περσέων»• +και ολίγον κατωτέρω• «έδεε γαρ Πέρσησι γενέσθαι κακώς»• και έπειτα +πάλιν• «ην Οσρόης, τον οι Έλληνες Οξυρόην ονυμέουσι» {55}, και πολλά +άλλα παρόμοια. Βλέπεις ότι ούτος δεν διαφέρει από τον άλλον εκείνον +παρά μόνον κατά τούτο, ότι ο μεν μιμείται τον Θουκυδίδην, ο δε τον +Ηρόδοτον. + +Κάποιος άλλος περίφημος διά την συγγραφικήν του δύναμιν, ο οποίος +επίσης ομοιάζει με τον Θουκυδίδην, αν δεν είνε ολίγον καλλίτερος, +αφού περιγράφει όλας τας πόλεις, όλα τα όρη, τας πεδιάδας και τους +ποταμούς με την μεγαλειτέραν ακρίβειαν και δύναμιν, ως νομίζει +τουλάχιστον, λέγει• είθε ο αποτρέπων τα δυστυχήματα θεός να ρίψη +πάντα ταύτα επί των κεφαλών των εχθρών μας• και η ψυχρότης του είνε +ανωτέρα της Κασπίας χιόνος και του Κελτικού πάγου. Ολόκληρον +κεφάλαιον μόλις του αρκεί διά την περιγραφήν της ασπίδος του +αυτοκράτορος με την Γοργόνα, την οποίαν έχει εις το κέντρον, και τους +κυανολεύκους οφθαλμούς της και τον γύρον τον μιμούμενον το ουράνιον +τόξον και τους δράκοντας τους συμπεπλεγμένους και συστρεφομένους ως +βόστρυχοι{56}. Και διά την αναξυρίδα του Ουολογέσου ή τον χαλινόν του +ίππου του, ω θεέ μου, πόσος χείμαρρος λόγων εχρειάσθη• και πώς ήτον η +κόμη του Οσρόου ενώ διέβαινε κολυμβών τον Τίγρητα, και εις ποίον +σπήλαιον κατέφυγεν, όπου ο κισσός, η μυρτιά και η δάφνη εφύοντο ομού +και εσχημάτιζον πυκνήν σκιάν. Βλέπεις πόσον αναγκαία εις την ιστορίαν +είνε όλα αυτά και πώς χωρίς αυτά δεν θα εγνωρίζαμεν τίποτε από τα +γενόμενα εκεί. Από αδυναμίαν να εκλέξουν τα χρήσιμα ή διότι δεν +γνωρίζουν τι να γράψουν, ρίπτονται εις τας τοιαύτας μικρολόγους +περιγραφάς• όταν δε συναντήσουν πολλά και σπουδαία γεγονότα, +ομοιάζουν με δούλον νεόπλουτον, όστις προ ολίγου καιρού εκληρονόμησε +τον αυθέντην του και ούτε να ενδυθή όπως πρέπει γνωρίζει, ούτε να +δειπνήση κατά την τάξιν, αλλ' ενώ πολλάκις εις την τράπεζαν έχουν +παρατεθή πτηνά και χοιρίδια και λαγοί, αυτός αρχίζει από κάποιον +χυλόν οσπρίων ή παστόψαρον και τρώγει, τρώγει μέχρι σκασμού. Εκείνος +λοιπόν, τον οποίον ανέφερα, περιέγραψε και τραύματα λίαν παράδοξα και +θανάτους αλλοκότους, ως λ.χ. ότι κάποιος πληγωθείς εις τον μεγάλον +δάχτυλον του ποδός αμέσως απέθανε και ότι μόνον διότι εφώναξεν ο +στρατηγός Πρίσκος είκοσι επτά εκ των εχθρών απέθαναν. Ακόμη δε και +εις τον αριθμόν των νεκρών και παρά τας επισήμους εκθέσεις εψεύσθη. +Διότι εις την Εύρωπον λέγει ότι εκ των εχθρών εφονεύθησαν τριάκοντα +επτά μυριάδες και διακόσιοι έξ, εκ δε των Ρωμαίων μόνον δύο και εννέα +τραυματίαι. + +Αυτά δεν γνωρίζω αν δύναται να τα παραδεχθή και τα υποφέρη κανείς +άνθρωπος με τον κοινόν νουν. Αλλά πρέπει ν' αναφέρω και κάτι τι άλλο, +το οποίον δεν είνε ασήμαντον. Επειδή φιλοδοξεί να φαίνεται ότι +μεταχειρίζεται την καθαράν και ακριβεστάτην Αττικήν γλώσσαν, έφθασε +μέχρι του να μεταποιήση και τα ονόματα των Ρωμαίων και δώση εις αυτά +Έλληνικήν μορφήν ούτω δε λέγει Κρόνιον τον Σατουρνίνον, Φρόντιν τον +Φρόντωνα, Τιτάνιον τον Τιτιανόν και άλλα πολύ κωμικώτερα. Ο ίδιος +προσέτι έγραφε περί του θανάτου του Σευηριανού ότι όλοι οι άλλοι +έσφαλαν νομίζοντες ότι εφονεύθη διά ξίφους, ενώ αυτός απέθανεν εξ +εκούσιας ασιτίας• διότι τούτον τον θάνατον εθεώρησεν ως τον πλέον +ανώδυνον. Αλλ' ο ιστορικός ούτος ηγνόει ότι ο Σευηριανός υπέφερεν +ασιτίαν επί τρεις, νομίζω, ημέρας, ενώ όσοι στερούνται τροφής +δύνανται να ζήσουν και επτά ημέρας οι πλείστοι, εκτός εάν υποθέσω μεν +ότι ο Οσρόης παρέμεινε πλησίον του Σευηριανού περιμένων ν' αποθάνη +ούτος εκ πείνης, διά τούτο δε ο Σευηριανός δεν έφθασε την εβδόμην. + +Πού δε να κατατάξη κανείς, αγαπητέ Φίλων, τους μεταχειριζομένους εις +την ιστορίαν ποιητικάς λέξεις και εκφράσεις, εκείνους λ. χ. οίτινες +γράφουν «ελέλιξε μεν η μηχανή, το δε τείχος πεσόν μεγάλως +εδούπησε»;{57} Εις άλλο μέρος της λαμπράς αυτής ιστορίας +αναγινώσκομεν• «Έδεσσα μεν δη ούτω τοις όπλοις περιεσμαραγείτο και +ότοβος ην και κόναβος άπαντα εκείνα» {58}• και «ο στρατηγός +εμερμήριζεν, ω τρόπω μάλιστα προσαγάγοι προς το τείχος». Έπειτα +μεταξύ των ποιητικών τούτων λέξεων συναντώνται πολλαί πρόστυχοι, +χυδαίαι και ταπειναί λέξεις, ως λ. χ. «επέστειλεν ο στρατοπεδάρχης τω +κυρίω»• «οι στρατιώται ηγόραζον τα εγχρήζοντα»• και «ήδη λελουμένοι +περί αυτούς εγίγνοντο». Ούτω ο ιστορικός ομοιάζει με ηθοποιόν, ο +οποίος εις μεν τον ένα πόδα φορεί κόθορνον υψηλόν, εις δε τον άλλον +σάνδαλον. + +Αλλά θα συναντήσης και άλλους, οι οποίοι γράφουν τα προοίμια των +πομπώδη, μεγαλοπρεπή και υπερβολικώς εκτενή, ούτως ώστε να ελπίζη ο +αναγνώστης ότι τα κατόπιν θα είνε πάντως θαυμαστά εξ ίσου• αλλ' αντί +τούτου το κύριον μέρος της ιστορίας είνε συνοπτικόν και ευτελές, +ούτως ώστε το όλον να ομοιάζη προς παιδίον, προς έρωτα π. χ. ο οποίος +φορεί, διά να παίζη, προσωπίδα τεραστίαν Ηρακλέους ή Τιτάνος• και +ευθύς έρχεται εις την μνήμην του αναγνώστου η παροιμία «ώδινεν όρος». +Νομίζω δε ότι δεν πρέπει να γίνεται ούτω, αλλά όλα τα μέρη να είνε +εις το αυτό ύφος και το άλλο σώμα ν' αναλογή προς την κεφαλήν, να μη +είνε δε χρυσή η περικεφαλαία, ο δε θώραξ γελοίος, σχηματισμένος από +ράκη και σαπρά δέρματα, η ασπίς πλεκτή από λυγαριάν, αι δε +περικνημίδες από δέρμα χοίρου. Είνε δε πολλοί τοιούτοι συγγραφείς, οι +οποίοι θέτουν την κεφαλήν του Ροδίου κολοσσού επί σώματος νάνου. +Άλλοι εξ εναντίας παρουσιάζουν ακέφαλα τα σώματα, και χωρίς προοίμιον +εισέρχονται αμέσως εις την διήγησιν. Ούτοι νομίζουν ότι ακολουθούν το +παράδειγμα του Ξενοφώντος όστις ήρχισεν ούτω• «Δαρείου και +Παρυσάτιδος παίδες γίγνονται δύο», και άλλων αρχαίων. Αγνοούν ότι η +διήγησις πολλάκις έχει και δύναμιν προοιμίου, ήτις διαφεύγει την +αντίληψιν των πολλών. + +Αλλά πάντα ταύτα τα ελαττώματα, είτε της εκφράσεως είτε της συνθέσεως +είνε υποφερτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες ψεύδονται εις την γεωγραφίαν όχι +κατά παρασάγγας, αλλά κατά σταθμούς{59} ολοκλήρους πώς δύνανται να +δικαιολογηθούν; Είς εκ τούτων μετά τόσης αμελείας συνέλεξε τας +πληροφορίας του, χωρίς να εύρη κανένα Σύρον και τον ερωτήση, ούτε καν +ν' ακούση τα παραμύθια τα οποία λέγονται εις τα κουρεία, ώστε γράφων +περί της Ευρώπου, λέγει τα εξής: «Η Εύρωπος ευρίσκεται εις την +Μεσοποταμίαν και απέχει του Ευφράτου δύο σταθμούς• είνε δε αποικία +των Εδεσσαίων». Και δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον, αλλά και την πατρίδα +μου τα Σαμόσατα εις το αυτό βιβλίον εσήκωσεν ο γενναίος και ομού με +την ακρόπολιν και τα τείχη της μετέφερεν εις την Μεσοποταμίαν, ούτως +ώστε να την περιρρέουν οι δύο ποταμοί, να διέρχωνται εγγύτατα αυτής +εκατέρωθεν και σχεδόν να γλύφουν τα τείχη της. Θα ήτο δε γελοίον, +αγαπητέ Φίλων, εάν τώρα επεχείρουν να σου αποδείξω ότι δεν είμαι +Πάρθος, ούτε εκ Μεσοποταμίας, όπου μ' έφερε και με απώκισεν ο +θαυμαστός συγγραφεύς. + +Αλλά και εκείνο το οποίον λέγει ο αυτός συγγραφεύς περί του +Σευηριανού, ορκιζόμενος ότι το ήκουσεν από κάποιον εκ των +επανελθόντων από τον πόλεμον, είνε πολύ πιθανόν• ούτε με ξίφος +εφονεύθη, ούτε δηλητήριον έπιεν, ούτε εκρεμάσθη, αλλ' επενόησεν ένα +θάνατον τραγικόν και πρωτοφανή διά την τόλμην• έτυχε να έχη +υπερμεγέθη ποτήρια υάλινα από την καλλιτέραν ύαλον• όταν δε ενόησεν +ότι δεν ηδύνατο ν' αποφύγη τον θάνατον, έθραυσε το μεγαλείτερον εξ +αυτών και έν εκ των συντριμμάτων μετεχειρίσθη διά να σφαγή, κόψας δι' +αυτού τον λαιμόν του. Ούτε εγχειρίδιον, ούτε λόγχην εύρε διά ν' +αποθάνη με ευγενή και ηρωικόν θάνατον. Έπειτα, επειδή ο Θουκυδίδης +παρεισάγει ένα επιτάφιον των πρώτων του Πελοποννησιακού πολέμου +νεκρών, ενόμισε και αυτός ότι δεν έπρεπε να' μείνη χωρίς επιτάφιον ο +Σευηριανός• διότι όλοι αυτού του είδους οι ιστορικοί αμιλλώνται προς +τον ουδόλως πταίοντα διά τας εν Αρμενία συμφοράς Θουκυδίδην. Αφού +λοιπόν έθαψε τον Σευηριανόν μεγαλοπρεπώς, αναβιβάζει επί του τάφου +κάποιον Αφράνιον Σίλωνα εκατόνταρχον, ανταγωνιστήν του Περικλέους, +όστις τοιαύτα και τοσαύτα ρητορεύει, ώστε μα τας Χάριτας πολύ +εδάκρυσα από τον γέλωτα, μάλιστα όταν ο ρήτωρ Αφράνιος εις το τέλος +του λόγου, δακρύων και στενάζων με περιπάθειαν ανέφερε τα πολυτελή +γεύματα, εις τα οποία είχε παρακαθήσει με τον κηδευθέντα, και τας +προπόσεις, αίτινες έγιναν εις αυτά. Επέστεψε δε τον επιτάφιον κατά +τρόπον Αιάντειον• διότι ανελκύσας το ξίφος του με πολλήν γενναιότητα +και ως ήρμοζεν εις ένα Αφράνιον, εσφάγη επί του τάφου και ενώπιον +όλων. Αλλ' έπρεπε προ πολλού, μα τον Άρην, να έχη σφαγή, διά να μη +εκφωνήση τοιούτον λόγον. Ο ιστορικός λέγει προσέτι ότι οι παρόντες +όλοι εθαύμασαν και πολύ επήνεσαν τον Αφράνιον. Εγώ δε και διά τα άλλα +τον κατέκρινα, διότι παρ' ολίγον ν' αναμίξη εις τον λόγον του ζωμούς +και πινάκια και εδάκρυεν εις την ανάμνησιν των τηγανιτών• αλλ' εκείνο +διά το οποίον προ πάντων τον εθεώρησα ασυγχώρητον είνε ότι πριν ή +αυτοκτονήση δεν έσφαξε και τον συγγραφέα. + +Είχα και άλλους πολλούς ομοίους συγγραφείς να σου αναφέρω, φίλε μου, +αλλ' αρκούμενος εις τους ειρημένους ολίγους, θα μεταβώ τώρα εις την +άλλην υπόσχεσίν μου, την συμβουλήν περί του πώς δύναται τις να +συγγράφη καλλίτερα. Τινές εκ των ιστορικών τα μεν μεγάλα και +αξιομνημόνευτα γεγονότα παραλείπουν ή παρατρέχουν, από αμάθειαν δε +και απειροκαλίαν και άγνοιαν εκείνων τα οποία πρέπει ν' αναφέρωνται +και εκείνων τα οποία πρέπει ν' αποσιωπώνται, περιγράφουν με πολλήν +επιμέλειαν και χρονοτριβήν τα πλέον ασήμαντα. Ομοιάζουν δηλαδή μ' +εκείνον όστις το μεν όλον κάλλος του Διός της Ολυμπίας, το οποίον +είνε τόσον μέγα και εξαίσιον, δεν θα έβλεπεν, ούτε θα εθαύμαζεν, ούτε +εις τους μη γνωρίζοντας θα εξήγει, θα εθαύμαζε δε του υποποδίου την +καλήν και τεχνικήν κατεργασίαν και του βάθρου την ευρυθμίαν και αυτά +όλα θα τα εξήγει με πολλήν επιμέλειαν και λεπτολογίαν. Ανέγνωσα το +έργον ενός, όστις την μάχην της Ευρώπου μόλις εις επτά γραμμάς +αναφέρει, καταναλίσκει δε είκοσι και πλέον μέτρα νερού {60} εις ψυχράν +διήγησιν, ήτις ουδόλως μας ενδιαφέρει• πώς Μαύρος τις ιππεύς Μαυσάκας +ονομαζόμενος, αναγκασθείς υπό της δίψης να πλανηθή εις τα όρη, +συνήντησε Σορούς χωρικούς ετοιμαζομένους να προγευματίσουν• και ότι +κατ' αρχάς μεν τον εφοβήθησαν, έπειτα όμως μαθόντες ότι ήτο εκ των +φίλων, τον εφιλοξένησαν και του έδωκαν να φάγη• διότι και εξ αυτών +κάποιος είχε μεταβή εις την χώραν των Μαύρων ως στρατιώτης. +Ακολουθούν δε μύθοι μακροί και διηγήσεις• ότι και αυτός ο Σύρος +εκυνήγησεν εις την Μαυρουσίαν, ότι είδε πολλούς ελέφαντας ομού +βόσκοντας και ότι παρ' ολίγον να καταφαγωθή υπό λέοντος και πόσα +ψάρια ηγόρασεν εις την Καισάρειαν. Και ο παράδοξος συγγραφεύς, αφήσας +την τόσην αιματοχυσίαν, ήτις έγινεν εις την Εύρωπον, τας επελάσεις +και τας αναγκαίας ανακωχάς {61}, τας φυλακάς και αντιφυλακάς, εκάθητο +μέχρι βαθείας εσπέρας και έβλεπε τον Σύρον Μαλχίωνα ν' αγοράζη εις +την Καισάρειαν εις μικράν τιμήν σκάρους υπερμεγέθεις• και αν δεν +ενύκτωνεν, ίσως και θα επερίμενε να ψηθούν οι σκάροι, διά να δειπνήση +μετ' αυτού. Αν αυτά δεν ανεφέροντο λεπτομερώς εις την ιστορίαν, θα +εχάναμεν σπουδαία γεγονότα και η ζημία των Ρωμαίων θα ήτο υπερβολική, +εάν ο Μαυσάκας ο Μαύρος διψών δεν εύρισκε να πίη και νηστικός +επέστρεφεν εις το στρατόπεδον. Αλλά και πόσας άλλας λεπτομερείας του +επεισοδίου πολύ αναγκαιοτέρας παρέλειψα εγώ εκουσίως• ως λ.χ. ότι και +μίαν αυλητρίδα έφεραν εκ του πλησίον χωρίου και ότι αντήλλαξαν δώρα +και ο μεν Μαύρος έδωκεν εις τον Μαλχίωνα μίαν λόγχην, ο δε Μαλχίων +προς τον Μαύρον μίαν πόρπην, και άλλα πολλά τοιαύτα σπουδαία συμβάντα +της μάχης της Ευρώπου. Αληθώς δύναταί τις να είπη περί των τοιούτων +ιστορικών ότι δεν βλέπουν το ρόδον, αλλά μετά προσοχής παρατηρούν τας +ακάνθας του στελέχους του. + +Άλλος, Φίλων, πολύ γελοίος και ούτος, όστις ουδέποτε απεμακρύνθη από +την Κόρινθον και ούτε μέχρι Κεγχρεών {62} εταξείδευσε και ούτε την +Συρίαν ή την Άρμενίαν είδεν, ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του +πολέμου, ως αυτολεξεί ενθυμούμαι• «Εις τα ώτα του πρέπει να δυσπιστή +τις περισσότερον παρά εις τους οφθαλμούς. Γράφω λοιπόν όσα είδα, όχι +όσα ήκουσα» {63}. Και με τόσην ακρίβειαν είδε τα πάντα, ώστε λέγει ότι +αι δράκοντες {64} των Πάρθων — είνε δε οι δράκοντες σήματα +στρατιωτικών μονάδων και έκαστος δράκων, νομίζω, ευρίσκεται επί +κεφαλής μιας χιλιάδος—είνε πραγματικοί δράκοντες υπερμεγέθεις, +οίτινες ζουν εις την Περσίαν ολίγον υψηλοτέρα της Ιβηρίας{65}, Τους +όφεις τούτους έχουν δεμένους εις μεγάλα κοντάρια και κρατούν υψηλά, +ούτως ώστε, όταν εφορμούν, και εκ μακράς αποστάσεως προξενούν φόβον• +όταν δε συμπλέκωνται με τους αντιπάλους, τους εξαπολύουν κατά των +εχθρών• πάρα πολλοί δε εκ των ημετέρων κατεπόθησαν ούτω υπ' αυτών και +άλλοι περισφιχθέντες υπ' αυτών απεπνίγησαν και συνετρίβησαν τα +κόκκαλά των. Αυτά δε παριστάμενος έβλεπεν ο συγγραφεύς, ο οποίος όμως +προς ασφάλειαν είχεν ανέλθει εις δένδρον υψηλόν. Και καλώς έπραξε +ναποφύγη την συνάντησιν των θηρίων, διότι άλλως δεν θα είχαμεν τώρα +ένα τόσον θαυμάσιον συγγραφέα, όστις και ως μαχητής έπραξε μεγάλα και +ένδοξα εις τον πόλεμον εκείνον• διότι και κινδύνους πολλούς διέτρεξε +και επληγώθη παρά την Σούραν, δηλαδή ενώ μετέβαινεν από του Κρανείου +εις την Λέρναν {66}. Και ανέγνωσε ταύτα εις επήκοον των Κορινθίων, +οίτινες καλώς εγνώριζαν ότι μήτε εις τοιχογραφίαν είχεν ιδεί πόλεμον. +Αλλ' ούτε τα όπλα εγνώριζεν, ούτε πώς είνε τα πολιορκητικά +μηχανήματα, ούτε τα ονόματα των διαφόρων παρατάξεων και διαιρέσεων +των στρατευμάτων• διά τούτο και πάντοτε λέγει πλαγίαν την ευθείαν +φάλαγγα, κατά κέρως δε την κατά μέτωπον προσβολήν. + +Άλλος δέ τις, επίσης εξαίρετος συγγραφεύς• περιέλαβε και ανεκάτωσεν +εις πεντακοσίας και ίσως ολιγωτέρας γραμμάς όλα όσα συνέβησαν εξ +αρχής του πολέμου εις την Αρμενίαν, την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν, +όσα συνέβησαν εις τον Τίγρητα και εις την Μηδίαν και αφού έπραξε +τούτο λέγει ότι έγραψεν ιστορίαν. Παρ' ολίγον δε να κάμη μακρότερον +του όλου βιβλίου τον τίτλον του• «Αντιοχιανού, νικητού εις τους +ιερούς αγώνας του Απόλλωνος (θα είχε νικήσει ίσως δόλιχον {67} κατά +τους παιδικούς του χρόνους), διήγησις των επ' εσχάτων πολεμικών +πράξεων των Ρωμαίων εν Αρμενία και Μεσοποταμία και εν Μηδία». + +Αλλ' ανέγνωσα και την ιστορίαν ενός άλλου, όστις έγραφε τα γεγονότα +προφητικώς, δηλαδή ως μέλλοντα• και προανήγγειλε την σύλληψίν του +Ουολογέσου και τον θάνατον του Οσρόου, λέγων ότι θα παρεδίδετο εις +τους λέοντας, και επέστεψε το όλον έργον του με τον περιπόθητον εις +ημάς θρίαμβον. Ούτω μαντικώς επροχώρει προς το τέλος με σπουδήν, αλλ' +ανεκόπη εις τον δρόμον του, διά να κτίση εις την Μεσοποταμίαν μίαν +πόλιν εκ των μεγαλειτέρων και ωραιοτέρων• ακόμη δε σκέπτεται και +εξετάζει αν πρέπει να ονομασθή Νίκαια εκ της νίκης ή Ομόνοια ή +Ειρηνία. Και το μεν ζήτημα τούτο μένει άλυτον, μένει δε ανώνυμος η +ωραία πόλις και πλήρης φλυαρίας και μωρολογίας• υπεσχέθη δε ήδη να +γράψη και περί των μελλόντων να γίνουν εις τας Ινδίας και να +περιγράψη τον περίπλουν εις τον Ινδικόν ωκεανόν• και δεν περιωρίσθη +μόνον εις την υπόσχεσιν, αλλά συνέταξεν ήδη και το προοίμιον της +Ινδικής εκστρατείας και η τρίτη λεγεών, οι Κελτοί και μέρος των +Μαύρων μετά του Κασσίου διέβησαν τον Ινδόν ποταμόν. Παν ό,τι δε θα +πράξουν και πώς θα δεχθούν την έφοδον των ελεφάντων, δεν θα βραδύνη +να μας τα γράψη ο θαυμαστός ιστορικός από την Μουζίριδα ή την χώραν +των Οξυδρακών. + +Πολλάς τοιαύτας μωρολογίας γράφουν εξ αμαθείας και τα μεν +αξιοπαρατήρητα είτε δεν βλέπουν, είτε και αν βλέπουν δεν δύνανται να +τα περιγράφουν όπως πρέπει• αντλούντες δε από την φαντασίαν των και +πλάττοντες μύθους, γράφουν ό,τι φθάσουν, κατά το λεγόμενον, και +υπερηφανεύονται διά τον αριθμόν των βιβλίων των και μάλιστα διά τας +επιγραφάς αυτών, αίτινες επίσης είνε γελοιωδέσταται, ως λ. χ. «του +δείνα Παρθικών νικών{68} βιβλία τόσα»• και έπειτα• «Παρθίδος πρώτον, +δεύτερον» δηλαδή όπως Ατθίδος{69}. Άλλος έγραψεν έτι αμαθέστερον +τίτλον εις το βιβλίον του, τον οποίον ανέγνωσα• «Δημητρίου +Σαγαλασσέως Παρθονικικά». Δεν αναφέρω δε ταύτα, διά να εμπαίξω τους +συγγραφείς εκείνους και γελάσω με τας ιστορίας των, αι οποίαι είνε +τόσον διασκεδαστικαί, αλλά διά να δώσω μίαν χρήσιμον συμβουλήν, ότι, +όστις κατορθόνει ν' αποφεύγη τα τοιαύτα, απέκτησεν ήδη κατά μέγα +μέρος την αρετήν να συγγράφη ορθώς και πολύ ολίγα στοιχεία του +λείπουν ακόμη, εάν αληθεύη εκείνο το οποίον διδάσκει η διαλεκτική, +ότι μεταξύ δύο αντιθέτων και ασχέτων εάν απορρίψωμεν το έν, δεχόμεθα +κατ' ανάγκην το άλλο. + +Τώρα, θα μου είπη κανείς, εκαθάρισες εντελώς το γήπεδον, άκανθαι δε +και βάτοι όσαι υπήρχον εις αυτό εξερριζώθησαν και των άλλων τα +ερείπια απεκομίσθησαν και πάσα ανωμαλία ισοπεδώθη• ώστε καιρός να +οικοδομήσης και συ, διά να δείξης ότι δεν είσαι ικανός μόνον να +καταρρίπτης τα οικοδομήματα των άλλων, αλλ' ότι και κάτι δύνασαι να +δημιουργήσης καλώς και τοιούτον ώστε ουδείς ουδ' αυτός ο Μώμος να +δύναται να το κατηγορήση. + +Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν +ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν +και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της +φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως +και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν +είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι' +αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας +και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο +μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις +να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή +άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του +Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}. + +Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν +θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την +πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων +και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν +παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος +του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας +εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις +τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή +Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή +εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το +καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να +εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι' +έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν +παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα +και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς +τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα +εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων +άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα +οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα +εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ +τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα +μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα. + +Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την +σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε +ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να +έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη +πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον +και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε +και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική +και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς, +τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς +εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της +κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα +συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ +πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε +τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους +οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο +Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του +Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση +μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον +εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το +συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα +και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο +άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών +να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την +σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των +στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς +εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται +ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή +ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα +έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις +εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα +ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της +πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα +πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως +προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να +καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να +βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον +Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και +τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε +Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να +πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι +ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος +να τα μετατρέψη. + +Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως +έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην, +του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και +χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την +ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών, +δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή +τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ +περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του, +και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι, +ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν +πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη +φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά +τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους +ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον +εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η +ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική +αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο +Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού +αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν +όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν, +τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί +να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του +Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον +κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας +ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν +διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα, +άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας +και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα +και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να +χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την +αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς +όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις +κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία +του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη +υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις +τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν. + +Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να +ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν +από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον +και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά +την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε +ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν +της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια, +οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να +διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα. + +Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη +προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να +είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας +συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην +δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να +έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν +τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας +πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι +όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν +και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε +να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε +ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας +και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι +μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα, +αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με +φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα. + +Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας +δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη +παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση +ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να +φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα +του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το +δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων, +να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να +ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον +να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε +τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι +και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το +καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις +να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη +υστερήση. + +Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή +μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και +χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν +οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον +δυσάρεστον εις την ακοήν. + +Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με +επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει +δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας +πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες +είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα +μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη +τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ' +αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον• +έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του +ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς +όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των +ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός +οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του +εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και +τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της +μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή +πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την +απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους +στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν +διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν +της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και +τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να +παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα +δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και +την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους +νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και +αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε +επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν +είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να +διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις +την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις +την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον. + +Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς +κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε +ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να +μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και +αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες, +αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και +να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε +τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη. + +Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς +τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε +γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και +τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη +υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι +Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα, +έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη +των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά. + +Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς +τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την +ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα +βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το +έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο +Φειδίας της ιστορίας. + +Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς +προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την +εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν +των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει +ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες• +παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον +των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα +πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων• +θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα +αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα. + +Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν +Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου +γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων +και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι +ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των +προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε +το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή +συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και +αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά +διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να +προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε +προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή +εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την +πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα +γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα +προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν +αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε +διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά +πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να +συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα. + +Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να +διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις +τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης +τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά +μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους +φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον +των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών, +των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των +σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή, +αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα. + +Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή +ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και +φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά +μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και +σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς +των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο +μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον +Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο +Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα +εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου; +και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε +Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών +και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν +περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε +αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των +Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον +λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει +μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε +πολλά. + +Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα +όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν' +αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν +δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να +ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν. + +Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με +περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό +αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον +δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ +φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει +έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν. + +Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να +τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον +παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού +οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην +αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής. + +Εν γένει τούτο σου συνιστώ να ενθυμήσαι — και θα σου το επαναλάβω +πολλάκις— ότι γράφων δεν πρέπει μόνον να υπολογίζης εις το παρόν, +δηλαδή πώς να επαινεθής και τιμηθής υπό των συγχρόνων σου, αλλ' +αποβλέπων εις το παντοτεινόν, γράφε μάλλον διά τας επερχομένας γενεάς +και παρ' εκείνων να προσδοκάς την αμοιβήν του έργου σου, διά να +λέγουν και περί σου• «εκείνος ήτο ελεύθερος άνθρωπος και πλήρης +παρρησίας, και ουδέν έγραψε κολακευτικόν, ούτε δουλοπρεπές, αλλ' εις +όλα του διαλάμπει η αλήθεια». Τούτο πας σωφρονών πρέπει να θεωρή +προτιμότερον από όλους τους επαίνους της εποχής του, οίτινες τόσον +ολίγον διαρκούν. Γνωρίζεις την ιστορίαν του Κνιδίου αρχιτέκτονος και +εκείνο το οποίον έπραξε διά την υστεροφημίαν του; Αυτός έκτισε τον +επί του Φάρου πύργον, έργον εκ των μεγίστων και ωραιοτέρων, διά να +οδηγή με την λάμψιν του από μακράν τους ναυτικούς, ώστε να μη +εξοκέλλουν εις την Παραιτονίαν ακτήν, ήτις είνε λίαν επικίνδυνος, ως +λέγεται, διά τας υφάλους της. Αφού δε ο πύργος επερατώθη, εχάραξεν +επί των πετρών το όνομά του, επιχρίσας δε και καλύψας την επιγραφήν +με γύψον επέγραψε το όνομα του τότε βασιλεύοντος, σκεπτόμενος, όπως +και έγινεν, ότι εντός πολύ ολίγου χρόνου θα πέσουν τα γράμματα ομού +με το επίχρισμα, θα εμφανισθή δε εκείνο το οποίον είχε χαράξει επί +των πετρών «Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν, υπέρ των +πλωιζομένων». Βλέπεις ότι και εκείνος δεν απέβλεπεν εις την τότε +εποχήν, ούτε εις την εφήμερον ζωήν του, αλλ' εις τους αιώνας, έως +ότου θα έμενεν όρθιος ο πύργος του και θα διετηρείτο η τέχνη του. + +Και η ιστορία λοιπόν ούτω πρέπει να γράφεται, μάλλον με την αλήθειαν, +διά ναρέση εις τους μεταγενεστέρους, παρά με κολακείαν, διά να είνε +ευχάριστος εις τους τώρα επαινουμένους. Τούτο να έχης ως κανόνα και +στάθμην της ιστορίας• και αν μεν συμμορφωθούν τινες προς τον κανόνα +τούτον, έχει καλώς και δεν εκοπίασα εις μάτην, διά να γράψω τανωτέρω• +άλλως εκύλισα και εγώ τον πίθον εις το Κράνειον. + + + +ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ + + + +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν +ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν +συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη +(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, +στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, +στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, +Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, +Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου +τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην +Ελλάδα. + + + + +Άπαντα ΤΟΜΟΣ Β'. Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί +μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. — +Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλομειδής ή απιστών. — πώς πρέπει να +γράφεται η ιστορία. + + + +ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. +ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506 + + +ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10 + +{1} Εννοεί τον Άνουβιν, θεόν των Αιγυπτίων κυνοπρόσωπον, όστις +ενομίζετο ως ο αυτός με τον Ερμήν των Ελλήνων. + +{2} Διότι η όψις των Γοργόνων απελίθωνε. + +{3} Με λευκόν λίπος. + +{4} ΑΘώον κατηγορείς. + +{5} Χώμα με ύδωρ αναμίξας. + +{6} Πλήρεις δε του Διός είνε αι οδοί όλαι και των ανθρώπων αι αγοραί. + +{7} Ομηρική φράσις : Εις την χώραν των χρηστών Αιθιόπων. + +{8} Ποιητική έκφρασις: Δοτήρες των αγαθών. + +{9} «Περιστρεφομένη εις τον καπνόν». Ομηρική φράσις επίσης. + +{10} Το Κράνειον ήτο γυμναστήριον επί τινος λόφου, πλησίον της +Κορίνθου, το οποίον περιέβαλλεν ιερόν άλσος. Το Λύκειον ήτο επίσης +γυμναστήριον εις έν των προαστείων των Αθηνών, όπου οι νέοι +συνηθροίζοντο διά τας ασκήσεις των, οι δε φιλόσοφοι διά τας +συζητήσεις των. Ο Διογένης συνήθιζε να διέρχεται τον μεν χειμώνα εις +τας Αθήνας, το δε θέρος εις την Κόρινθον, μιμούμενος κωμικώς τον +βασιλέα της Περσίας, όστις τον μεν χειμώνα διέμενεν εις τα Σούσα, +κατά δε το θέρος εις τα Εκβάτανα. Διά τούτο ο Διογένης παραγγέλλει +εις τον Πολυδεύκη ναναζητήση τον μαθητήν του Μένιππον εις τα μέρη +όπου αυτός εσύχναζε. + +{11} Εις την αρχήν εκάστου μηνός, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν +τας οικίας των. Και όσα εδέσματα υπήρχον εις αυτάς προ της καθάρσεως +εξετίθεντο εις τα σταυροδρόμια. Οι δε πτωχοί, τους οποίους η πείνα +καθίστα ολιγώτερον δεισιδαίμονας, έκλεπτον τα φαγητά ταύτα, τα οποία +ωνομάζοντο «δείπνα της «Εκάτης». + +12} Σοφιστικός συλλογισμός: Έχετε ό,τι δεν εχάσατε• κέρατα δεν +εχάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ανάλογον σόφισμα ήσαν οι κροκόδειλοι. + +{13} Σύντροφος του Ηρακλέους, τον οποίον η Ήβη ανενέωσεν. + +{14} Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115 +Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου +κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του. + +{15} Ελέγετο ότι ηυτοκτόνησε. + +{16} Ή σήκωσε με ή να σε σηκώσω. + +{17} Ο Λουκιανός φαίνεται αγνοών ότι ο Αννίβας είχεν εκτός της +Φοινικικής και Έλληνικήν παίδευσιν. + +{18} Φυτόν του οποίου το αφέψημα εθεωρείτο ιαματικόν διά την +παραφροσύνην. + +{19} Εις την Οδύσσειαν B. V. 5,488. + +{20} Ο οποίος να μη έχη μεγάλην περιουσίαν. + +{21} Είτε ανδρείος ήτο, είτε άνανδρος. + +{22} Φυτόν το οποίον εθωρείτο ως ιαματικόν της φρενοβλαβείας. + +{23} Λόγοι των γερόντων της Τροίας επί τη διαβάσει της Ελένης : +Δικαίως χάριν μιας τοιαύτης γυναικός υποφέρομεν τόσον καιρόν. + +{24} Αποσυντεθειμένα κρανία + +{25} Ο Πυθαγόρας, συνεπής εις τας περί μετεμψυχώσεως θεωρίας του +διετείνετο ότι προϋπήρξεν ως Εύφορβος. + +{26} Ο Πυθαγόρας εδίδασκεν αποχήν από των κυάμων και έλεγεν ότι το +τρώγειν κυάμους ήτο ίσον με το τρώγειν τας κεφαλάς των γονέων. + +{27} Ο Αλκιβιάδης. + +{28} Οι κυνικοί ελέγοντο και απλώς κύνες. + +{29} Δεν είχεν ανάγκην περισσοτέρας, διότι κατά την σχετικήν μυθικήν +παράδοσιν η σύζυγος του απέθανεν εκ τρόμου άμα τον είδε. + +{30} Ομήρου Ιλιάς, Β στ. 672: Ο υιός της Αγλαΐας και του Χάροπος, ο +ωραιότερος των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων. + +{31} Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εις τον «Ηρακλήν μαινόμενον» : +Χαίρετε στέγη και πρόθυρα του σπιτιού μου. Με τι χαρά σας βλέπω, τώρα +που επανήλθα εις το φως. + +{32} Ευριπίδου «Εκάβη» στ. 1: Έρχομαι από τα σκοτεινά βάραθρα του +Άδου, όπου οι νεκροί κατοικούν μακράν των θεών. + +{33} Εξ απολεσθείσης τραγωδίας του αυτού ποιητού : Όχι, αλλ' +ολοζώντανον μ' εδέχθη ο Άδης. + +{34} Εκ της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου απόσπ. ΙΑ: Με παρέσυρεν η +νεότης και υπερβολική της σκέψεως τόλμη. + +{35} Ομήρου «Οδύσσεια» Β, στ. 163 : Κατέβηκα εις τον Άδην, ω φίλε, +διά να συμβουλευθώ τον εκ Θηβών Τειρεσίαν. + +{36} Όπου κατά τους στίχους του Ησιόδου, ευρίσκεται η αρετή. + +{37} Εκ της Οδύσσειας: Και φεύγομεν θλιβόμενοι, και χύνοντες χονδρά +δάκρυα. + +{38} Και την νυκτίαν Εκάτην και την φοβεράν Περσεφόνην. + +{39} ΕφοβήΘη δε εις τον Άδην ο βασιλεύς των νεκρών Πλούτων. + +{40} Είδος σιδηρού κλοιού με αρπάγην. + +{41} Αποσυντεθειμένοι. + +{42} θεατρικά υποδήματα. + +{43} Επίθετον της Περσεφόνης. + +{44} Παρωδία ομηρικού στίχου : Και ταύτα ειπών, επέστρεψεν εις τον +λειμώνα των ασφοδέλων. + +{45} Παροιμιώδεις ηλίθιοι. +46} Υποδήματα με ακατέργαστον δέρμα. + +{47} Εννοεί, φαίνεται, κάποιον εκ των αποστόλων, ή πιθανώτερον τον +μάγον Σίμωνα. + +{48} Απολεσθείσα τραγωδία. + +{49} Ο πόλεμος ούτος έγεινε κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του +Μάρκου Αυρηλίου, 162 μ. Χ. + +{50} Ο Εμπεδοκλής, όστις ενόει διά τούτου τον πόλεμον των στοιχείων ή +την παγκόσμιον κίνησιν, ην εθεώρει ως δημιουργικήν και συντηρητικήν +αιτίαν των όντων. + +{51} Κατετίθεντο εις τους ναούς και τα ανάκτορα τα έργα, τα γενικώς +εκτιμώμενα διά να φυλάσσωνται ασφαλέστερον και μετά μεγαλειτέρας +τιμής. + +{52} Ο αρχιτέκτων ούτος ωνομάζετο Δεινοκράτης. Αλλά, παρά τα λεγόμενα +υπό του Λουκιανού, η πρότασίς του, κατ' άλλην παράδοσιν, έκαμεν +ευχάριστον εντύπωσιν εις τον Αλέξανδρον. Και η μεν ανδριαντοποίησις +του όρους δεν εξετελέσθη, του ανέθεσεν όμως ο βασιλεύς την ανέγερσιν +της Αλεξανδρείας. + +{53} Εκ της Ιλιάδος. Εδίωκε δε μιν μέγ' αμείνων. + +{54} Ιωνικαί λέξεις. + +{55} Ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον. + +{56} Ο ιστορικός εκείνος απεμιμείτο την περιγραφήν των όπλων του +Αγαμέμνονος εις την Ιλιάδα. + +{57} Ελέλιξε και εδούπησεν, Ομηρικαί λέξεις σημαίνουσαι, η μεν +«εσείσθη» η δε «εκρότησε». + +{58} Περιεσμαραγείτο (περιεβάλλετο υπό του θορύβου των όπλων), +ποιητική λέξις, όπως και αι κατόπιν, ότοβος (θόρυβος) και κόναβος +(κρότος) και εμερμήριζεν (εσκέπτετο). + +{59} Παρασάγγης, Περσικόν μέτρον ίσον με 30 στάδια• σταθμός, διάστημα +όσον δύναταί τις να διατρέξη εις μίαν ημέραν. + +{60} Εννοεί το νερόν της κλεψύδρας, με την οποίαν εκανονίζετο η +διάρκεια της ομιλίας των ρητόρων. + +{61} Διά να ταφούν οι νεκροί. + +{62} Πολίχνη μικρόν απέχουσα της Κορίνθου, το σημερινόν Καλαμάκι. + +{63} Και ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον, όστις λέγει τα αυτά εις βιβλ. +1 κεφ. 8. + +{64} Οι Πάρθοι είχον ως σημαίας ομοιώματα δρακόντων εκ ξύλου ή άλλης +ύλης, τους οποίους έφερον επί κοντών. + +{65} Οι αρχαίοι έδιδον το όνομα Ιβηρία εις δύο διαφόρους χώρας• εις +την σημερινήν Ισπανίαν και εις μίαν άλλην παρά τον Καύκασον, +συμπίπτουσαν με την σημερινήν Γεωργίαν. Την δευτέραν δε ταύτην ενόει +βέβαια ο ιστορικός• αλλά την τοποθετεί προς νότον της Περσίας, αντί +προς βορράν. + +{66} Δηλαδή από του Κρανείου της Κορίνθου μέχρι της πηγής Λέρνας, +ήτις ευρίσκετο εις τα περίχωρα της αυτής πόλεως και ήτο διάφορος του +ομωνύμου έλους, όπου ο Ηρακλής εφόνευσε την Ύδραν και το οποίον ήτο +παρά το Άργος. + +{67} Ο Λουκιανός παίζει εικάζων εκ της μακρολογίας του τίτλου ότι θα +ενίκησε δόλιχον, δηλαδή μακρόν δρόμον. + +{68} Τούτο δύναται να σημαίνη και νίκας των Πάρθων κατά των Ρωμαίων +και νίκας των Ρωμαίων κατά των Πάρθων. + +{69} Αι «Ατθίδες» ήσαν έργα του Φιλοχώρου, όστις έγραψεν επί +Πτολεμαίου, του Φιλοπάτορος περί των ιστορικών αρχαιοτήτων της +Αττικής. Ήτο εξ ίσου ποιητής και ιστορικός ευδόκιμος. Δυστυχώς τα +έργα του, τα οποία μεγάλως ετιμώντο κατά την αρχαιότητα, απωλέσθησαν. + +{70} Ο Λεωτροφίδης ήτο κακεντρεχής ποιητής Αθηναίος, του οποίου η +μεγάλη ισχνότης κατήντησε παροιμιώδης. Ισχνός επίσης ήτο, φαίνεται, +και ο Κόνων, διό ο Λ. τους θέτει αμφοτέρους εις αντίθεσιν δύο +κολοσσών, του Τιτόρμου και του Μίλωνος. + +{71} Δηλαδή το εναντίον εκείνου το οποίον έγινεν. Οι αιχμαλωτισθέντες +Αθηναίοι, όσοι δεν εσφάγησαν, ερρίφθησαν εις τα λατομεία. + +{72} Εννοεί τον Κτησίαν, όστις έγραψεν ιστορίαν της Περσίας, της +οποίας, μόνον αποσπάσματά τινα εσώθησαν. + +{73} Οι ίπποι της Νίσης εθεωρούντο οι ωραιότατοι και ευγενέστατοι των +ίππων. + +{74} Ναύαρχος του Αλεξάνδρου, όστις εγραψεν ιστορίαν, υπερακοντίσασαν +πάντα τα τερατώδη μυθεύματα, τα οποία εγράφησαν περί του Αλεξάνδρου. + +{75} Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν «άπολις», προς απόδοσιν της +οποίας θα ήτο ίσως υπερβολική η λέξις «άπατρις». + +{76} θουκυδίδ. Βιβλ. Δ'. + +{77} Ποιηταί των Αλεξανδρινών και Ρωμαϊκών χρόνων. + +{78} Ο Θεόπομπος ο Χίος, σύγχρονος του Ισοκράτους και είς των +περιφανεστέρων μαθητών αυτού. Η ιστορία του περιελάμβανε την +συνέχειαν του Πελοποννησιακού πολέμου και τα μέχρι του Φιλίππου +γεγονότα και διηρείτο εις 58 βιβλία, εξ ων ουδέν διεσώθη. Φαίνεται +ότι η περί αυτής κρίσις του Λουκιανού είνε καθ' υπερβολήν αυστηρά. +Τουλάχιστον Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς την επαινεί πολύ και δι' άλλας +αρετάς και διά την ακρίβειαν και φιλαλήθειαν. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 2, by Lucian + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 2 *** + +***** This file should be named 27938-0.txt or 27938-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/9/3/27938/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
