summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/27938-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:36:45 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:36:45 -0700
commit85ae044a2cda7939efa488023585e329369d6599 (patch)
tree6fd2d81ba3e0cb4f8145744569efe8b7dbf5ada0 /27938-0.txt
initial commit of ebook 27938HEADmain
Diffstat (limited to '27938-0.txt')
-rw-r--r--27938-0.txt6034
1 files changed, 6034 insertions, 0 deletions
diff --git a/27938-0.txt b/27938-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..5e5c3e3
--- /dev/null
+++ b/27938-0.txt
@@ -0,0 +1,6034 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 2, by Lucian
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Complete Works, Volume 2
+
+Author: Lucian
+
+Translator: Kondylakis Ioannis
+
+Release Date: January 30, 2009 [EBook #27938]
+Last Updated: November 13, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 2 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis
+
+
+
+
+Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been
+transferred at the end of the book. Words between ampersands &&, are bold.
+The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise
+the spelling of the book has not been changed.
+
+Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
+σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Λέξεις μεταξύ && είναι έντονες στο
+βιβλίο. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα
+έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+
+
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
+
+
+ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
+
+
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
+
+
+ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
+
+&ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Διάλογοι Θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί
+μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί Διάλογοι. —
+Μένιππος ή Νεκρομαντεία. — Φιλοψευδής ή απιστών. — πώς πρέπει να
+γράφεται η ιστορία.&
+
+
+
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+ΑΠΑΝΤΑ
+
+
+
+
+ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΘΕΩΝ
+
+
+
+
+1.
+&Δωρίδος και Γαλατείας.&
+
+
+ΔΩΡ. Λέγουν, Γαλάτεια, ότι έχεις ένα ωραίον εραστήν, εκείνον τον
+Σικελόν ποιμένα, ο όποιος τρελλαίνεται για 'σένα.
+
+ΓΑΛ. Μη περιγελάς, Δωρίς, διότι είνε υιός του Ποσειδώνος, όπως και αν
+είνε.
+
+ΔΩΡ. Τι σημαίνει; Και αυτού του Διός αν ήτο υιός και εφαίνετο τόσον
+άγριος και μαλλιαρός και μάλιστα μονόφθαλμος, πράγμα το όποιον είνε η
+μεγαλειτέρα των ασχημιών, νομίζεις ότι η καταγωγή θα ηλάττωνε την
+ασχημίαν της μορφής του;
+
+ΓΑΛ. Ούτε ότι είνε μαλλιαρός και άγριος, ως λέγεις, είνε ασχημία,
+αλλά ανδροπρέπεια, και ο οφθαλμός ταιριάζει εις το μέτωπόν του,
+καθότι δεν βλέπει ολιγώτερον παρά εάν είχε δύο.
+
+ΔΩΡ. Από τους επαίνους που του κάνεις, Γαλάτεια, φαίνεσαι ως να έχης
+όχι εραστήν αλλ' ερώμενον τον Πολύφημον.
+
+ΓΑΛ. Δεν τον έχω ερώμενον, αλλά δεν υποφέρω τους υπερβολικούς
+ονειδισμούς σας και μου φαίνεται ότι το κάνετε εκ φθόνου, διότι ενώ
+κάποτε εποίμαινε τα πρόβατά του και από της κορυφής μας είδε να
+παίζωμεν εις την παραλίαν κατά τους πρόποδας της Αίτνης, εκεί όπου
+μεταξύ του βουνού και της θαλάσσης σχηματίζεται επιμήκης παραλία, σας
+μεν ούτε ητένισεν, εγώ δε εξ όλων του εφάνηκα η ωραιοτέρα και μόνον
+εις εμέ προσήλωσε τον οφθαλμόν. Αυτά σας πειράζουν, διότι σημαίνουν
+ότι είμαι καλλιτέρα και αξιέραστος, σεις δε επεριφρονήθητε.
+
+ΔΩΡ. Νομίζεις ότι, επειδή εφάνης ωραία εις ένα ποιμένα και
+μισόστραβον, έγεινες αξία να σε φθονήσουν; Αλλά τι άλλο είχε να
+θαυμάση σε σένα παρά μόνον το λευκόν χρώμα; Και τούτο υποθέτω, διότι
+είνε συνηθισμένος εις το τυρί και το γάλα και όλα όσα ομοιάζουν με
+αυτά τα νομίζει ωραία. Κατά τα άλλα δε όταν θελήσης να μάθης πώς
+είσαι, όταν θα είνε γαλήνη ανέβα εις μίαν πέτραν και κύτταξε τον
+εαυτόν σου εις το νερόν και θα ιδής ότι είσαι μόνον λευκόν χρώμα και
+τίποτε άλλο• αλλά το λευκόν δεν αρέσει παρά μόνον εάν το στολίζη και
+το ερύθημα.
+
+ΓΑΛ. Και όμως εγώ μεν η εντελώς λευκή έχω τουλάχιστον αυτόν τον
+εραστήν, αλλά σας τας άλλας δεν υπάρχει κανείς ποιμήν ή ναύτης ή
+βαρκάρης ο οποίος να σας ορέγεται. Ο δε Πολύφημος εκτός των άλλων
+είνε και μουσικός.
+
+ΔΩΡ. Σώπα, καϋμένη Γαλάτεια• τον ηκούσαμεν διά να τραγουδή όταν προ
+καιρού ήλθε και σου 'τραγούδησε την νύκτα• και μα την Αφροδίτην
+ενόμιζε κανείς ότι ήκουε γάιδαρον να γκαρίζη. Και η λύρα του δε ήτο
+αναλόγως γελοία. Κρανίον ελάφου γυμνόσαρκον, του οποίου τα κέρατα
+εχρησίμευον ως βραχίονες της λύρας. Τα είχεν ενώσει διά ζυγού και
+προσέθεσε χορδάς αι οποίαι δεν ετανύοντο με στόφιγγα και έπαιζε κάτι
+τι ανούσιον και πλήρες παραφωνιών• και άλλο μεν αυτός έλεγεν εις το
+άσμα του, άλλο δε η λύρα έπαιζε, ώστε δεν ηδυνάμεθα να κρατήσωμεν τα
+γέλοια διά το ερωτικόν εκείνο άσμα. Η Ηχώ, η τόσον φλύαρος δεν
+κατεδέχθη να αποκριθή εις τους βρυχηθμούς του διότι εντρέπετο να φανή
+μιμουμένη τόσον κακόφωνον και γελοίον άσμα. Έφερε δε ο αξιέραστος
+εκείνος εις τας αγκάλας του, ως παιγνιδάκι μίαν μικράν αρκούδα, η
+οποία του ωμοίαζε κατά τα πολλά μαλλιά. Δύναται λοιπόν να μη σε
+φθονήση κανείς, Γαλάτεια, διά τοιούτον εραστήν;
+
+ΓΑΛ. Να μας δείξης τον 'δικό σου ο οποίος είνε καλλίτερος και ξέρει
+να τραγουδή και να παίζη λύραν καλλίτερα.
+
+ΔΩΡ. Εγώ δεν είπα ότι έχω εραστήν, ούτε καυχώμαι ότι είμαι
+αξιέραστος. Αλλά εραστήν ωσάν τον Κύκλωπα, ο οποίος μυρίζει ως
+τράγος, τρώγει ωμά κρέατα, ως λέγουν, και μάλιστα τους ανθρώπους τους
+ερχομένους εδώ, σου τον χαρίζω και σε αφίνω να τον ανταγαπάς.
+
+
+2.
+&Κύκλωπος και Ποσειδώνος.&
+
+
+ΚΥΚΛ. ω πατέρα, τι έπαθα από τον κατηραμένον ξένον ο οποίος, αφού μ'
+εμέθυσε, μ' ετύφλωσε ενώ εκοιμώμουν.
+
+ΠΟΣ. Και ποιος ήτο αυτός που είχεν αυτήν την τόλμην, Πολύφημε;
+
+ΚΥΚΛ. Εις την αρχήν έλεγεν ότι ωνομάζετο Κανείς, αφού δε έφυγε και
+ευρέθη έξω βολής, είπεν ότι το όνομά του είνε Οδυσσεύς.
+
+ΠΟΣ. Γνωρίζω ποιόν λέγεις, τον Ιθακήσιον, που έρχεται από την Ίλιον.
+Αλλά πώς τα έπραξεν αυτά, ενώ δεν είνε και πάρα πολύ ανδρείος;
+
+ΚΥΚΛ. Όταν επέστρεψα από την βοσκήν ευρήκα εις την σπηλιάν μου
+μερικούς οι οποίοι προφανώς είχαν έλθει διά να κλέψουν πρόβατα. Αφού
+δε έβαλα εις την είσοδον τον φράκτην, ο οποίος είνε πέτρα πολύ
+μεγάλη, και άναψα φωτιάν με το δενδρον το οποίον είχα φέρει από το
+βουνόν, εφάνηκαν που προσπαθούσαν να κρυφθούν• εγώ δε συνέλαβα
+μερικούς, ως ήτο φυσικόν, και τους έφαγα, διά να τους τιμωρήσω ως
+ληστάς. Τότε ο πονηρότατος εκείνος, είτε Κανείς είτε Οδυσσεύς
+ονομάζεται, μου έδωκε να πιώ ένα φάρμακον, το οποίον ήτο μεν
+ευχάριστον και εύοσμον, αλλ' επικίνδυνον και έφερε μεγάλην ζάλην•
+διότι άμα το ήπια μου εφάνη ότι όλα εγύριζαν και αυτή η σπηλιά ήλθεν
+άνω κάτω και εγώ ευρισκόμην εις κακήν κατάστασιν, επί τέλους δε
+απεκοιμήθην. Αυτός δε κατεσκεύασε ένα μυτερόν δαυλόν και προσέτι τον
+άναψε και με αυτόν με ετύφλωσεν ενώ εκοιμώμουν, απ' εκείνης δε της
+ώρας είμαι τυφλός, πατέρα μου Ποσειδών.
+
+ΠΟΣ. Πολύ βαθειά εκοιμήθης, παιδί μου, αφού ούτε και όταν σου
+εξώρυσσε το μάτι δεν εξύπνησες. Ο δε Οδυσσεύς πώς διέφυγε; διότι δεν
+εννοώ πώς ηδυνήθη να μετατοπίση την πέτραν από την είσοδον.
+
+ΚΥΚΛ. Εγώ την αφήρεσα διά να τον συλλάβω ευκολώτερα όταν θα επεχείρει
+να εξέλθη. Εκάθησα πλησίον της θύρας και άπλωνα τα χέρια μου και
+έψαχνα. Αφήκα δε μόνα τα πρόβατα να εξέλθουν εις βοσκήν, αφού
+παρήγγειλα εις τον κριόν να με αντικαταστήση.
+
+ΠΟΣ. Εννοώ• ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του εκρύφθησαν κάτω από τα
+πρόβατα και εξήλθαν χωρίς να τους καταλάβης. Αλλά συ έπρεπε να
+καλέσης εναντίον του τους άλλους Κύκλωπας.
+
+ΚΥΚΛ. Τους εκάλεσα, πατέρα, και ήλθαν. Αλλ' όταν με ηρώτησαν ποίος μ'
+εκακοποίησε και εγώ απήντησα Κανείς, ενόμισαν ότι ετρελλάθηκα και μ'
+αφήκαν κ' έφυγαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον μ' εγέλασε ο αναθεματισμένος
+εκείνος με το όνομά του. Εκείνο δε που μ' επείραξε περισσότερον, είνε
+ότι και με ωνείδισε διά την συμφοράν μου και μου είπεν ότι ούτε ο
+πατέρας σου ο Ποσειδών θα σε θεραπεύση.
+
+ΠΟΣ. Ησύχασε, παιδί μου, διότι θα τον κάμω εγώ να μάθη ότι και αν μου
+είνε αδύνατον να θεραπεύω τα παθήματά των
+οφθαλμών, η σωτηρία όμως και η απώλεια των ταξειδευόντων ανήκει εις
+εμέ• ταξειδεύει δε ακόμη.
+
+
+3.
+&Ποσειδώνος και Αλφειού.&
+
+
+ΠΟΣ. Πώς συμβαίνει, Αλφειέ, συ μόνος εκ των ποταμών να εκβάλης εις
+την θάλασσαν χωρίς ν' αναμιγνύεσαι με το αλμυρόν νερόν, ως συνηθίζουν
+όλοι οι ποταμοί; Και ούτε ανακόπτεις την ορμήν σου, ούτε
+διασκορπίζεσαι, αλλά προχωρείς εις την θάλασσαν συγκεντρωμένος και
+διατηρείς γλυκύ το ρεύμα σου• αμιγής και καθαρός προχωρείς δεν
+γνωρίζω που• και βυθιζόμενος όπως οι γλάροι και οι ερωδιοί φαίνεται
+ότι κάπου θα επανέλθης εις την επιφάνειαν και θα αναφανής.
+
+ΑΛΦ. Ερωτικός ο λόγος, Ποσειδών, και μη με κατηγορής, διότι και συ
+ηγάπησες πολλάκις.
+
+ΠΟΣ. Γυναίκα αγαπάς, ω Αλφειέ, ή νύμφην ή καμμίαν από τας Νηρηίδας;
+
+ΑΛΦ. Όχι, αλλά μίαν πηγήν, Ποσειδών.
+
+ΠΟΣ. Και εις ποίον μέρος της γης τρέχει αυτή η πηγή;
+
+ΑΛΦ. Εις την νήσον Σικελίαν• την ονομάζουν Αρέθουσαν.
+
+ΠΟΣ. Την γνωρίζω και δεν είνε άσχημη, Αλφειέ, η Αρέθουσα, αλλά
+διαυγής και καθαρά αναβλύζει και το νερόν της τρέχει επάνω εις
+πετραδάκια τα οποία του δίδουν λάμψιν αργυροειδή.
+
+ΑΛΦ. Αληθώς την γνωρίζεις την πηγήν, Ποσειδών• προς εκείνην λοιπόν
+πηγαίνω.
+
+ΠΟΣ. Πήγαινε και σου εύχομαι ευτυχίαν εις τον έρωτα. Αλλά δεν μου
+λες, πού την εγνώρισες την Αρέθουσαν, αφού συ μεν είσαι Αρκάς, αυτή
+δε ευρίσκεται εις τας Συρακούσας;
+
+ΑΛΦ. Βιάζομαι, Ποσειδών, και συ με κρατείς διά να μ' ερωτάς πράγματα
+που δεν σ' ενδιαφέρουν.
+
+ΠΟΣ. Έχεις δίκαιον• πήγαινε προς την ερωμένην και αφού εξέλθης εκ της
+θαλάσσης αναμίξου εις εναγκαλισμόν με την πηγήν και γίνετε οι δύο ένα
+νερόν.
+
+
+4.
+&Μενελάου και Πρωτέως.&
+
+
+ΜΕΝ. Αλλ' ότι μεν γίνεσαι νερόν, ω Πρωτεύ, δεν είνε απίθανον, αφού
+ζης εις την θάλασσαν• και ότι μεταμορφούσαι εις δένδρον και τούτο
+δύναται να εννοηθή• ούτε και είνε όλως απίστευτον ότι μεταμορφώνεσαι
+εις λέοντα• αλλ' ότι είνε δυνατόν να μεταβληθής εις πυρ, ενώ είσαι
+κάτοικος της θαλάσσης, τούτο με εκπλήττει καθ' υπερβολήν και δεν το
+πιστεύω.
+
+ΠΡΩΤ. Μη απιστής, Μενέλαε, διότι αυτό γίνεται.
+
+ΜΕΝ. Το είδα και εγώ• αλλά μου φαίνεται—και θα συγχωρήσης την
+ειλικρίνειάν μου — ότι κάποια μαγεία υπάρχει εις το πράγμα και με
+αυτήν εξαπατάς τα μάτια των βλεπόντων, ενώ πραγματικώς μένεις
+αμετάβλητος.
+
+ΠΡΩΤ. Και ποία απάτη δύναται να εισχωρήση εις πράγματα τόσον φανερά;
+Δεν είδες με ανοικτά μάτια τας διαφόρους μου μεταμορφώσεις; Εάν δε
+δυσπιστής και το πράγμα σου φαίνεται ψευδές και απάτη της φαντασίας,
+όταν μεταβάλλωμαι εις πυρ, πλησίασέ μου το χέρι, γενναιότατε• και
+τότε θα εννοήσης αν είμαι μόνον ορατός ή και συγχρόνως καίω.
+
+ΜΕΝ. Δεν είνε ασφαλές το πείραμα, ω Πρωτεύ.
+
+ΠΡΩΤ. Μου φαίνεσαι, Μενέλαε, ότι ουδέ 'κταπόδι είδες ποτέ ούτε τι
+συμβαίνει εις αυτό το θαλάσσιον ζώον.
+
+ΜΕΝ. 'Κταπόδι έχω ίδει, αλλά τι του συμβαίνει ευχαρίστως θα μάθω παρά
+σου.
+
+ΠΡΩΤ. Εις όποιαν πέτραν προσαρμόση τους μυζητήρας του και
+προσκολληθή, προς αυτήν εξομοιούται και το χρώμα του γίνεται όμοιον
+προς το χρώμα της πέτρας εις τρόπον ώστε να διαφεύγη το βλέμμα των
+αλιέων, οι οποίοι τον εκλαμβάνουν ως πέτραν.
+
+ΜΕΝ. Αυτά τωόντι λέγονται• αλλά τα 'δικά σου είνε πολύ παραδοξότερα,
+ω Πρωτεύ.
+
+ΠΡΩΤ. Δεν γνωρίζω, Μενέλαε, εις ποίον άλλον δύνασαι να πιστεύσης,
+αφού δεν πιστεύεις τα μάτια σου.
+
+ΜΕΝ. Είδα, αλλ' είνε απίστευτον και τερατώδες ο ίδιος να είσαι φωτιά
+και νερόν.
+
+
+5.
+&Πανόπης και Γαλήνης.&
+
+
+ΠΑΝ. Είδες, ω Γαλήνη, χθες τι έκαμεν η Έρις εις την Θεσσαλίαν κατά το
+δείπνον, διότι δεν είχε προσκληθή και αυτή;
+
+ΓΑΛ. Δεν ήμουν εκεί εγώ• διότι ο Ποσειδών με διέταξε να διατηρώ εν τω
+μεταξύ ακύμαντον το πέλαγος. Τι λοιπόν έκαμεν η Έρις διότι δεν
+προσεκλήθη;
+
+ΠΑΝ. Η Θέτις και ο Πηλεύς είχον ήδη αποχωρήσει εις τον νυμφικόν
+θάλαμον, συνοδευθέντες μέχρι της θύρας υπό της Αμφιτρίτης και του
+Ποσειδώνος• εν τω μεταξύ δε τούτω η Έρις διαλαθούσα την γενικήν
+προσοχήν — και το κατώρθωσεν ευκόλως, διότι άλλοι μεν έπινον, άλλοι
+δε εθορύβουν ή επρόσεχον εις τον Απόλλωνα, ο οποίος έπαιζε κιθάραν, ή
+εις τας Μούσας, αι οποίαι ετραγουδούσαν—έρριψε μεταξύ των
+συμποσιαζόντων μήλον ωραιότατον και κατάχρυσον, επί του οποίου
+υπήρχεν η επιγραφή : «διά την ωραιοτέραν». Κυλιόμενον δε το μήλον
+επήγεν ωσάν επίτηδες και εσταμάτησεν εκεί όπου ευρίσκοντο η Ήρα, η
+Αφροδίτη και η Αθηνά. Όταν δε ο Ερμής το έλαβε και ανέγνωσε την
+επιγραφήν, ημείς μεν αι Νηρηίδες εσιωπήσαμεν• διότι τι ηδυνάμεθα να
+είπωμεν ενώπιον εκείνων; εκείναι όμως διημφισβήτησαν μεταξύ των το
+μήλον και αν δεν τας εχώριζεν ο Ζευς, θα έφθαναν μέχρι συμπλοκής.
+Αλλ' εκείνος είπε, μολονότι αι τρεις θεαί ηξίουν να γείνη κριτής
+αυτός : «Εγώ δεν θα κρίνω περί τούτου, αλλά πηγαίνετε εις την Ίδην να
+εύρετε τον υιόν του Πριάμου, ο οποίος είνε αρκετά φιλόκαλος ώστε να
+δύναται να κρίνη ποία είνε η ωραιοτέρα, χωρίς να αδικήση καμμίαν.
+
+ΓΑΛ. Και αι τρεις θεαί τι έκαμαν, Πανόπη;
+
+ΠΑΝ. Σήμερον νομίζω αναχωρούν εις την Ίδην και μετ' ολίγον θα έλθη
+κάποιος να μας αναγγείλη ποία ενίκησε.
+
+ΓΑΛ. Από τώρα δύναμαι να σου είπω ότι θα νικήση η Αφροδίτη, εκτός αν
+είνε στραβός ο κριτής.
+
+
+6.
+&Τρίτωνος, Αμυμώνης και Ποσειδώνος.&
+
+
+ΤΡΙΤ. Εις την Λέρναν, Ποσειδών, έρχεται καθ' εκάστην διά να παίρνη
+νερόν μία κόρη, απεριγράπτου κάλλους. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ίδει
+ωραιοτέραν.
+
+ΠΟΣ. Και είνε ελευθέρα ή κάποια δούλη η οποία κουβαλεί νερόν εις
+ταφεντικά της;
+
+ΤΡΙΤ. Όχι, αλλά κόρη του Αιγυπτίου εκείνου, μία εκ των πεντήκοντα,
+Αμυμώνη ονομαζομένη• διότι ηρώτησα και περί της οικογενείας και περί
+του ονόματος αυτής. Ο Δαναός, ο πατέρας της ανατρέφει με σκληραγωγίαν
+τας θυγατέρας του και τας αναγκάζει να εργάζωνται, τας πέμπει να
+αντλούν νερόν και εν γένει τας συνηθίζει εις πάσαν εργασίαν.
+
+ΠΟΣ. Και μόνη πηγαίνει τόσον μακράν, εκ του Άργους εις την Λέρναν;
+
+ΤΡΙΤ. Μόνη. Ως γνωρίζεις το Άργος είνε άνυδρον, και διά τούτο
+επικαλείται δίψειον• ώστε είνε ανάγκη να πηγαίνουν συχνά διά νερόν.
+
+ΠΟΣ. Πολύ μου εξήψαν την φαντασίαν, Τρίτων, όσα μου είπες περί της
+κόρης εκείνης• ώστε ας πάμε να την 'δούμε.
+
+ΤΡΙΤ. Ας πάμε, διότι είνε η ώρα που παίρνει νερόν. Θα την ίδωμεν εις
+τα μέσα περίπου της οδού να διευθύνεται προς την Λέρναν.
+
+ΠΟΣ. Λοιπόν ζεύξε το άρμα• ή επειδή τούτο απαιτεί πολλήν χρονοτριβήν
+διά να προσδέσης τους ίππους και να επιστρώσης το άρμα, φέρε μου
+καλλίτερα ένα δελφίνα από τους ταχείς διά να ιππεύσω αυτόν το
+ταχύτερον.
+
+ΤΡΙΤ. Ιδού ο ταχύτερος των δελφίνων.
+
+ΠΟΣ. Εύγε• και τώρα πηγαίνομεν• συ δε, Τρίτων, ακολούθει κολυμβών...
+Και τώρα που εφθάσαμεν εις την Λέρναν, εγώ μεν θα κρυφθώ εδώ κάπου,
+συ δε κατασκόπευε• και όταν την ιδής να πλησιάζη...
+
+ΤΡΙΤ. Έρχεται πλησίον σου.
+
+ΠΟΣ. Πραγματικώς είνε ωραία και ακμαία παρθένος. Αλλά πρέπει να την
+συλλάβωμεν.
+
+ΑΜ. Άνθρωπε, διατί με ήρπασες και πού με πηγαίνεις; Βέβαια θα είσαι
+σωματέμπορος και θα σε έχη στείλει ο θείος μου ο Αίγυπτος. Θα φωνάξω
+τον πατέρα μου.
+
+ΤΡΙΤ. Σιωπή, Αμυμώνη, είνε ο Ποσειδών.
+
+ΑΜ. Τι Ποσειδών λέγεις; Αλλά διατί με τραβάς εις την θάλασσαν; Θα
+πνιγώ η δυστυχής.
+
+ΠΟΣ. Μη φοβήσαι, δεν θα πάθης τίποτε κακόν• αλλά θα κάμω ώστε να
+αναβρύση εδώ πηγή η οποία θα φέρη το όνομά σου• θα κτυπήσω τον βράχον
+με την τρίαιναν πλησίον της ακτής• και συ θα γείνης ευτυχής διά
+παντός και μόνη από τας αδελφάς σου δεν θα εξακολουθής και μετά
+θάνατον να υδροφορής.
+
+
+7.
+&Νότου και Ζεφύρου.&
+
+
+ΝΟΤ. Αυτήν την δάμαλιν, ω Ζέφυρε, την οποίαν ο Ερμής οδηγεί διά του
+πελάγους εις την Αίγυπτον, διεκόρευσεν ο Ζευς ερωτευθείς αυτήν;
+
+ΖΕΦ. Ναι, αλλά δεν ήτο δάμαλις τότε, ήτο κόρη του ποταμού Ινάχου•
+τώρα δε η Ήρα την μετεμόρφωσεν ούτω πώς εκ ζηλοτυπίας, διότι έβλεπεν
+ότι ο Ζευς την ηγάπα καθ' υπερβολήν.
+
+ΝΟΤ. Και τώρα ακόμη αγαπά αυτήν την αγελάδα;
+
+ΖΕΦ. Μάλιστα, και διά τούτο την έστειλεν εις την Αίγυπτον και ημάς
+διέταξε να μη ταράσσωμεν την θάλασσαν έως ότου φθάση εκεί πέρα, διά
+να γεννήση διότι είνε έγκυος ήδη — θα γείνη δε θεός και αυτή και το
+τέκνον της.
+
+ΝΟΤ. Η δάμαλις θεός;
+
+ΖΕΦ. Μάλιστα, φίλε Νότε• και ως είπεν ο Ερμής, θα έχη εξουσίαν επί
+των ταξειδευόντων και ημών αυτών θα είνε κυρία• θα διατάσση
+οιονδήποτε εξ ημών θέλει να πνεύση ή να παύση, να πνέη.
+
+ΝΟΤ. Πρέπει λοιπόν να την περιποιηθώμεν, Ζέφυρε, αφού είνε κυρία μας.
+
+ΖΕΦ. Βέβαια, διότι ούτω θα έχωμεν την εύνοιάν της. Αλλά τώρα
+διεπέρασε την θάλασσαν και έφθασεν εις την γην. Βλέπεις δε ότι τώρα
+δεν βαδίζει πλέον με τα τέσσαρα, αλλ' ο Ερμής την ανώρθωσε και την
+έκαμε πάλιν γυναίκα ωραιοτάτην;
+
+ΝΟΤ. Θαυμαστά πράγματα, ω Ζέφυρε• ούτε κέρατα πλέον έχει, ούτε ουράν
+και πόδια διχαλωτά, αλλ' είνε κόρη αξιέραστος. Αλλ' ο Ερμής τι έπαθε
+και από νέου μετεβλήθη εις σκυλοπρόσωπον; {1}
+
+ΖΕΦ. Τι μας μέλει; Εκείνος ξέρει καλλίτερα τι κάνει.
+
+
+8.
+&Ποσειδώνος και δελφίνων.&
+
+
+ΠΟΣ. Εύγε δελφίνες• είσθε πάντοτε φιλάνθρωποι και άλλοτε μεν εσώσατε
+το τέκνον της Ινούς και το εφέρατε εις τον Ισθμόν από τας Σκιρωνίδας
+πέτρας, όπου έπεσεν εις την θάλασσαν μετά της μητρός του• και σήμερον
+έσωσες αυτόν τον εκ Μηθύμνης κιθαριστήν και τον μετέφερες εις τον
+Ταίναρον μετά των ενδυμάτων και της κιθάρας του. Δεν αφήκες να χαθή
+ως ήθελον οι κακούργοι ναύται οι οποίοι τον έρριψαν εις την θάλασσαν.
+
+ΔΕΛΦ. Μη απορής, Ποσειδών, διότι ευεργετούμεν τους ανθρώπους, αφού
+και ημείς εξ ανθρώπων εγίναμεν ιχθύες.
+
+ΠΟΣ. Το γνωρίζω και δεν συγχωρώ τον Διόνυσον διότι σας ενίκησεν εις
+ναυμαχίαν και σας μετεμόρφωσεν, ενώ έπρεπε μόνον να σας υποτάξη, ως
+έπραξε και δι' άλλους λαούς. Πώς λοιπόν συνέβη το πάθημα του Αρίονος
+τούτου, ω δελφίν;
+
+ΔΕΛΦ. Ο Περίανδρος, νομίζω, τον ηγάπα και πολλάκις τον εκάλει πλησίον
+του χάριν της μουσικής. Αυτός δε αφού επλούτισεν από τα δώρα του
+τυράννου, απεφάσισε να επιστρέψη εις την πατρίδα του Μήθυμναν και
+επιδείξη τον πλούτον του. Επέβη λοιπόν εις πλοιάριον κακούργων
+ανθρώπων, οι οποίοι εννοήσαντες ότι είχε μαζύ του πολύν χρυσόν και
+άργυρον, όταν έφθασαν εις τα μέσα του Αιγαίου, απεφάσισαν να τον
+φονεύσουν. Αυτός δε-—διότι πλέων πλησίον του πλοίου ήκουα πάντα τα
+λεγόμενα επ' αυτού — Αφού ελάβετε αυτήν την απόφασιν, είπεν, αφήσατέ
+με τουλάχιστον να στολισθώ, να ψάλω ένα θρήνον προς τον εαυτόν μου
+και να πέσω μόνος μου εις την θάλασσαν. Οι ναύται του έδωκαν την
+άδειαν, αυτός δε, αφού έψαλε κάτι πολύ συγκινητικόν, έπεσεν εις την
+θάλασσαν διά να πνιγή. Αλλ' εγώ τον έλαβα επί των νώτων μου και
+κολυμβών τον έφερα έξω εις τον Ταίναρον.
+
+ΠΟΣ. Εύγε εις την φιλομουσίαν σου• διότι καλά επλήρωσες το άσμα το
+οποίον ήκουσες.
+
+
+9.
+&Ποσειδώνος και Νηρηίδων.&
+
+
+ΠΟΣ. Ο μεν πορθμός ούτος, όπου η κόρη κατεποντίσθη, ας ονομάζεται του
+λοιπού, εις ανάμνησιν αυτής, Ελλήσποντος• τον δε εκρόν αυτής σεις αι
+Νηρηίδες παραλάβετε και εις την Τρωάδα μεταφέρετε, διά να ταφή υπό
+των κατοίκων.
+
+ΑΜΦ. Όχι, Ποσειδών, εδώ εις την ομώνυμον θάλασσαν πρέπει να ταφή• την
+λυπούμεθα διά τα όσα αξιολύπητα έπαθε από την μητρυιάν της.
+
+ΠΟΣ. Αυτό δεν δύναται να γείνη, Αμφιτρίτη• ούτε πρέπει να ταφή εδώ
+εις την άμμον, αλλά, καθώς είπα, να μεταφερθή εις την Τρωάδα ή την
+_Χερρόνησον_ και να ταφή εκεί. Θα είνε δε όχι μικρά παρηγοριά δι' αυτήν
+ότι μετ' ολίγον και η Ινώ θα πάθη τα αυτά καταδιωκομένη υπό του
+Αθάμαντος και θα πέση εις την θάλασσαν, εκ του άκρου του Κιθαιρώνος,
+εκεί όπου ούτος είνε κάθετος προς τον αιγιαλόν, κρατούσα το τέκνον
+της εις την αγκάλην. Αλλά θα παραστή ανάγκη να σώσωμεν και αυτήν
+χάριν του Διονύσου, του οποίου υπήρξε τροφός και τον εθήλασεν.
+
+ΑΜΦ. Δεν αξίζει, τόσον κακή που είνε.
+
+ΠΟΣ. Αλλά δεν πρέπει να φανώμεν αχάριστοι προς τον Διόνυσον, ω
+Αμφιτρίτη.
+
+ΝΗΡ. Αλλ' αυτή εδώ τι έπαθε και έπεσεν από τον κριόν; Ο δε αδελφός
+της ο Φρίξος πηγαίνει ασφαλώς;
+
+ΠΟΣ. Βέβαια, διότι είνε νέος και δύναται ν' αντέχη εις την φοράν. Η
+Έλλη όμως όταν ευρέθη επί οχήματος τόσον παραδόξου και είδε κάτω
+βάθος αχανές, κατεπλάγη και καταληφθείσα υπό ιλίγγου ένεκα της
+ταχύτητος της πτήσεως, αφήκε τα κέρατα του κριού από τα οποία
+εκρατείτο και κατέπεσεν εις την θάλασσαν.
+
+ΝΗΡ. Δεν έπρεπεν η μητέρα Νεφέλη να την βοηθήση ενώ έπιπτε;
+
+ΠΟΣ. Έπρεπεν, αλλ' η Μοίρα είνε πολύ δυνατωτέρα της Νεφέλης.
+
+
+10.
+&Ίριδος και Ποσειδώνος.&
+
+
+ΙΡΙΣ. Την νήσον την πλανωμένην, ω Ποσειδών, η οποία απεσπάσθη από την
+Σικελίαν και εξακολουθεί να πλέη υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης,
+διατάσσει ο Ζευς να σταματήσης και να παρουσιάσης εις την επιφάνειαν
+και εις το μέσον του Αιγαίου, να την στηρίξης δε πολύ ασφαλώς• διότι
+έχει ανάγκην αυτής.
+
+ΠΟΣ. Θα γείνουν αυτά κατά την διαταγήν του. Αλλ' εις τι θα του
+χρησιμεύση αν εμφανισθή εις την επιφάνειαν και παύση να κινήται;
+
+ΙΡΙΣ. Η Λητώ πρέπει να γεννήση επ' αυτής, διότι ήδη ήρχισαν να την
+βασανίζουν φοβερά οι πόνοι.
+
+ΠΟΣ. Αλλά δεν αρκεί ο ουρανός δι' αυτόν τον τοκετόν; Και αν δεν αρκή
+ο ουρανός, η γη όλη δεν δύναται να δεχθή την γένναν της;
+
+ΙΡΙΣ. Όχι, Ποσειδών, διότι η Ήρα επέβαλεν εις την γην διά μεγάλου
+όρκου να μη παραχωρήση εις την Λητώ τόπον διά τον τοκετόν της, μόνον
+δε αυτή η νήσος δεν μετέσχεν εις τον όρκον διότι ήτο αφανής.
+
+ΠΟΣ. Εννοώ. Λοιπόν στάσου, ω νήσος, και έξελθε πάλιν εκ του βυθού και
+παύσε να φέρεσαι προς το βάθος και μείνε ακίνητος και δέξου,
+ευδαιμονεστάτη, τα δύο τέκνα του αδελφού μου, τους ωραιοτέρους των
+θεών. Σεις δε, ω Τρίτωνες, περάσετε την Λητώ εις αυτήν και ας γείνη
+γενική γαλήνη. Τον δε δράκοντα όστις την παρακολουθεί και την
+φοβίζει, ας φονεύσουν τα τέκνα άμα γεννηθούν, εκδικούμενα διά την
+μητέρα των. Συ δε ανάγγειλε εις τον Δία ότι τα πάντα είνε εν τάξει• η
+Δήλος εστάθη• ας έλθη δε τώρα η Λητώ και ας γεννήση.
+
+
+11.
+&Ξάνθου και θαλάσσης.&
+
+
+ΞΑΝΘ. Δέξου με, ω θάλασσα, και δρόσισε μου τας πληγάς, διότι φοβερά
+πράγματα έπαθα.
+
+ΘΑΛ. Τι έπαθες Ξάνθε; Ποιός σε κατέκαυσεν;
+
+ΞΑΝΘ. Ο Ήφαιστος. Εκάηκα όλος ο δυστυχής και φλέγομαι.
+
+ΘΑΛ. Και διατί σε έκαυσε; •
+
+ΞΑΝΘ. Χάριν του υιού αυτής της Θέτιδος. Βλέπων αυτόν να φονεύη τους
+Φρύγας τον παρεκάλεσα, αλλ' αυτός δεν έπαυσε την οργήν του και με
+τους νεκρούς μού έφραζε το ρεύμα. Εγώ δε λυπηθείς τους δυστυχείς
+εκείνους επλημμύρησα διά να φοβηθή και να παύση την σφαγήν. Τότε ο
+Ήφαιστος—διότι έτυχε να ευρίσκεται κάπου εκεί πλησίον—έφερεν όλον το
+πυρ το οποίον είχε και όσον ευρίσκεται εις την Αίτναν και αλλαχού και
+το έρριψεν επάνω μου• και έκαυσε τας πτελέας και τας μυρίκας, έψησε
+δε και τους δυστυχείς ιχθύς και εγχέλεις εμέ δε έκαμε να κοχλάσω και
+παρ' ολίγον να με αποξηράνη όλον. Βλέπεις δε εις ποίαν κατάστασιν
+είμαι από τα εγκαύματα.
+
+ΘΑΛ. Αληθώς πολύ θολός και θερμός έγεινες, αφ' ενός μεν από το αίμα
+των νεκρών, εξ άλλου δε από το πυρ του Ηφαίστου. Αλλά δικαίως έπαθες,
+διότι εφέρθης εχθρικώς προς τον Αχιλλέα χωρίς να σεβασθής ένα υιόν
+Νηρηίδος.
+
+ΞΑΝΘ. Δεν έπρεπε λοιπόν να λυπηθώ τους Φρύγας, οι οποίοι είνε
+γείτονές μου;
+
+ΘΑΛ. Και ο Ήφαιστος δεν έπρεπε να λυπηθή τον Αχιλλέα, ο οποίος είνε
+υιός της Θέτιδος;
+
+
+12.
+&Δωρίδος και Θέτιδος.&
+
+
+ΔΩΡ. Διατί κλαίεις, ω Θέτις;
+
+ΘΕΤ. Διότι είδα μίαν ωραιοτάτην κόρην να την κλείση ο πατέρας της
+μέσα εις κιβωτόν μετά του βρέφους της του αρτιγεννήτου. Διέταξε δε ο
+πατέρας τους ναύτας, άμα απομακρυνθούν πολύ από την στερεάν να ρίψουν
+το κιβώτιον εις την θάλασσαν διά να χαθή η δυστυχής κόρη ομού με το
+τέκνον της.
+
+ΔΩΡ. Και διατί αυτά, εάν γνωρίζης τα καθέκαστα, αδελφή μου;
+
+ΘΕΤ. Ο πατέρας της Ακρίσιος την είχε κλείσει εις χάλκινον δωμάτιον
+διά να διατηρηθή εκεί παρθένον και άθικτον το κάλλος της• αλλ'
+έπειτα—δεν γνωρίζω δε κατά πόσον τούτο είνε αληθές — λέγουν ότι ο
+Ζευς μεταμορφωθείς εις χρυσόν έτρεξεν από της στέγης επάνω της•
+εκείνη δε δεχθείσα εις τον κόλπον της τον καταρρέοντα θεόν έμεινεν
+έγκυος. Τούτο εννοήσας ο Ακρίσιος, ο οποίος είνε γέρων άγριος και
+ζηλότυπος, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και νομίσας ότι η κόρη είχεν
+εραστήν, την έκλεισεν εις την κιβωτόν άμα εγέννησε.
+
+ΔΩΡ. Αυτή δε τι έκανε;
+
+ΘΕΤ. Δι' εαυτήν μεν εσιώπα και αγογγύστως υπέφερε την καταδίκην•
+παρεκάλει όμως διά το βρέφος να μη φονευθή και το εδείκνυε προς τον
+πάππον, διά να τον συγκίνηση με το κάλλος του• αυτό δε εξ αγνοίας των
+κακών εμειδία προς την θάλασσαν. Αλλά τα δάκρυα πάλιν πλημμυρούν τους
+οφθαλμούς μου εις την ανάμνησιν των όσων είδα.
+
+ΔΩΡ. Και εγώ συγκινούμαι. Αλλά δεν μου λες απέθαναν;
+
+ΘΕΤ. Όχι, διότι εξακολουθεί να πλέη η κιβωτός παρά την Σέριφον και να
+τους διατηρή εις την ζωήν.
+
+ΔΩΡ. Δεν τους σώζομεν λοιπόν; Ας τους ρίψωμεν εις τα δίκτυα αυτών των
+Σεριφίων αλιέων• αυτοί δε όταν τους ανασύρουν θα τους σώσουν.
+
+ΘΕΤ. Καλά λέγεις και ούτω ας πράξωμεν• δεν πρέπει να χαθή και αυτή
+και το παιδί το οποίον είνε τόσον ωραίον.
+
+
+13.
+&Ενιπέως και Ποσειδώνος.&
+
+ΕΝΙΠ. Δεν έκαμες καλά, Ποσειδών? πρέπει να 'πούμε την αλήθειαν.
+Ομοιωθείς προς εμέ εισήλθες λαθραίως και διεκόρευσες την ερωμένην
+μου• αυτή δε νομίζουσα ότι ήμην εγώ σε ηνέχθη.
+
+ΠΟΣ. Το σφάλμα είνε 'δικό σου, Ενιπεύ, διότι εφάνης περιφρονητικός
+και διστακτικός προς ωραίαν κόρην, η οποία σε επεσκέπτετο καθ'
+εκάστην και ήτο τρελλή από έρωτα. Την επεριφρόνεις και ετέρπεσο να
+της προξενής λύπην, ενώ αυτή περιεφέρετο εις τας όχθας σου και
+εισήρχετο και ελούετο ενίοτε επιθυμούσα τους εναγκαλισμούς σου• συ δε
+της έκανες νάζια.
+
+ΕΝΙΠ. Και δι' αυτό έπρεπε συ να υποκλέψης τον έρωτα και να
+πλαστοπροσωπήσης τον Ενιπέα και να γελάσης την Τυρώ, μίαν αφελή
+κόρην;
+
+ΠΟΣ. Η ζηλοτυπία σου έρχεται αργά, ω Ενιπεύ, ενώ πριν έκαμνες τον
+υπερήφανον? η δε Τυρώ δεν έπαθε τίποτε κακόν αφού νομίζει ότι
+συνευρέθη μετά σου.
+
+ΕΝΙΠ. Όχι, διότι όταν έφευγες της είπες ότι είσαι ο Ποσειδών και αυτό
+την κατελύπησε• εγώ δε ηδικήθην κατά τούτο ότι απήλαυσες έρωτα
+ανήκοντα εις εμέ και περιβληθείς πορφυρούν κύμα, το οποίον σας
+έκρυψεν ομού, συνευρέθης με την κόρην αντ' εμού.
+
+ΠΟΣ. Αφού συ δεν ήθελες, ω Ενιπεύ;
+
+
+14.
+&Τρίτωνος και Νηρηίδων.&
+
+
+ΤΡΙΤ. Το κήτος σας, ω Νηρηίδες, το οποίον εστείλατε προς την θυγατέρα
+του Κηφέως την Ανδρομέδαν, ούτε την κόρην έβλαψεν, ως νομίζετε, και
+αυτό δε ήδη εφονεύθη.
+
+ΝΗΡ. Υπό ποίου, ω Τρίτων; Μήπως ο Κηφεύς μεταχειρισθείς την κόρην του
+ως δόλωμα και ενεδρεύσας μετά πολλών άλλων το εφόνευσε;
+
+ΤΡΙΤ. Όχι. Αλλά γνωρίζετε, νομίζω, ω Ιφιάνασσα, τον Περσέα, τον υιόν
+της Δανάης, τον οποίον μετά της μητρός του κλεισθέντα εις κιβωτόν και
+ριφθέντα εις την θάλασσαν υπό του πάππου του, ελυπήθητε και εσώσατε.
+
+Ιφ. Γνωρίζω ποίον λέγεις• θα είνε τώρα νέος και πολύ γενναίος και
+ευειδής.
+
+ΤΡΕΤ. Αυτός εφόνευσε το κήτος.
+
+ΙΦ. Διατί; Δεν έπρεπε να μας κάμη τοιαύτην αμοιβήν διά την σωτηρίαν
+του.
+
+ΤΡΙΤ. θα σας διηγηθώ πώς συνέβησαν όλα. Ο Περσεύς εστάλη υπό του
+βασιλέως εναντίον των Γοργόνων διά να εκτελέση ένα άθλον• όταν δε
+έφθασεν εις την Λιβύην...
+
+ΙΦ. Πώς, μόνος; ή είχε και συντρόφους; Διότι και η οδός είνε
+δύσβατος.
+
+ΤΡΙΤ. Διά του αέρος, διότι η Αθηνά του έδωκε πτερά. Όταν δε έφθασεν
+εκεί όπου ζουν αι Γοργόνες, φαίνεται ότι τας εύρε να κοιμώνται και
+κόψας την κεφαλήν της Μεδούσης επέταξε και έφυγε.
+
+ΙΦ. Και πώς τας είδεν αφού είνε αόρατοι; Και, αν συμβή να τας ίδη
+κανείς, δεν βλέπει πλέον τίποτε άλλο. {2}
+
+ΤΡΙΤ. Η Αθηνά προέβαλλε την ασπίδα της—αυτά ήκουσα να διηγήται ο
+ίδιος προς την Ανδρομέδαν και τον Κηφέα κατόπιν—και επί της
+στιλβούσης ασπίδος, ως εις κάτοπτρον, ηδυνήθη να ίδη την μορφήν της
+Μεδούσης. Έπειτα αρπάσας διά της αριστεράς την κόμην της και
+εξακολουθών να παρατηρή εις το κάτοπτρον, απέκοψε διά της δεξιάς, εις
+την οποίαν εκράτει σπάθην, την κεφαλήν της, και πριν εγερθούν εκ του
+ύπνου αι αδελφαί της, έφυγε. Όταν δε έφθασεν εις την παράλιον
+Αιθιοπίαν και επέτα πλησίον της γης, βλέπει την Ανδρομέδαν
+δεσμευμένην επί τινος βράχου της ακτής, ωραιοτάτην, με την κόμην
+λυμένην και ημίγυμνον πολύ κάτω των μαστών. Και κατ' αρχάς μεν
+λυπηθείς αυτήν την ηρώτα διά την αιτίαν της καταδίκης της- μετ'
+ολίγον δε ερωτευθείς αυτήν — διότι έπρεπε να σωθή η κόρη—εσκέφθη να
+την βοηθήση. Όταν δε το κήτος επήρχετο πολύ φοβερόν διά να καταπίη
+την Ανδρομέδαν, ο νέος διά μεν της μιας χειρός του κατέφερε την
+σπάθην, διά δε της άλλης επιδεικνύων την Γοργόνα το απελίθωσε• και το
+κήτος απέθανε και απελιθώθη συγχρόνως, άμα είδε την Μέδουσαν. Τότε ο
+Περσεύς λύσας τα δεσμά της παρθένου την εβοήθησε να κατέλθη σιγά-σιγά
+εκ του βράχου, ο οποίος ήτο ολισθηρός• και τώρα την νυμφεύεται εις
+την οικίαν του Κηφέως, μεθό θέλει την οδηγήση εις το Άργος. Ούτω δε
+αντί θανάτου εύρεν εκείνη γάμον όχι τυχαίον.
+
+ΙΦ. Εγώ να σου 'πω δεν λυπούμαι πολύ διά το γεγονός, διότι η κόρη δεν
+μας έπταιεν εάν η μητέρα της εκαυχάτο και διετείνετο ότι ήτο
+ωραιοτέρα από ημάς.
+
+ΔΏΡ. Αλλά θα ελυπείτο διά τον θάνατόν της Ανδρομέδας αφού είνε
+μητέρα.
+
+ΙΦ. Ας λησμονήσωμεν εάν μία βάρβαρος γυναίκα ωμίλησεν υπέρ την αξίαν
+της• αρκετά ετιμωρήθη με τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν η κόρη
+της, και ας χαρώμεν διά τον γάμον.
+
+
+15.
+&Ζεφύρου και Νότου.&
+
+
+ΖΕΦ. Ποτέ δεν είδα εγώ πομπήν μεγαλοπρεπεστέραν εις την θάλασσαν, αφ'
+ότου υπάρχω και πνέω. Συ δεν είδες τίποτε, ω Νότε;
+
+ΝΟΤ. Ποίαν πομπήν λέγεις, Ζέφυρε, και ποίοι ήσαν οι άγοντες την
+πομπήν αυτήν;
+
+ΖΕΦ. Έχασες έξοχον θέαμα, όμοιον του οποίου δεν θα ίδης ποτέ.
+
+ΝΟΤ. Ειργαζόμην εις την Ερυθράν Θάλασσαν, έπνευσα δε και μέχρι της
+Ινδικής, εις τα παράλια μέρη της χώρας, και ούτω δεν είδα τίποτε εξ
+όσων λέγεις.
+
+ΖΕΦ. Αλλά γνωρίζεις τον Σιδώνιον Αγήνορα.
+
+ΝΟΤ. Ναι, τον πατέρα της Ευρώπης• ή όχι;
+
+ΖΕΦ. Ακριβώς, περί εκείνης θα σου διηγηθώ.
+
+ΝΟΤ. Ότι ο Ζευς την αγαπά από πολύν καιρόν; Αυτό το γνωρίζω προ
+πολλού.
+
+ΖΕΦ. Καλά, τον έρωτα τον γνωρίζεις, τα κατόπιν δε θ' ακούσης τώρα. Η
+Ευρώπη παραλαβούσα τας φίλας και ομηλίκους της κατέβη εις την
+παραλίαν και έπαιζε μετ' αυτών• ο δε Ζευς ομοιωθείς προς ταύρον
+ωραιότατον, έπαιζε μαζύ των. Ήτο κατάλευκος, τα κέρατά του
+εκαμπυλούντο με χάριν και το βλέμμα του ήτο ήμερον. Εσκίρτα λοιπόν
+και αυτός επί της άμμου και εξέπεμπε μυκηθμούς χαράς, ούτως ώστε η
+Ευρώπη ετόλμησε και να τον ιππεύση. Αλλά μόλις ανέβη και εκάθησεν επί
+των νώτων του, ο Ζευς ώρμησεν εις την θάλασσαν φέρων αυτήν και ήρχισε
+να κολυμβά• αυτή δε καταπλαγείσα, διά μεν της αριστεράς εκρατήθη από
+το κέρατον διά να μη ολισθήση και πέση, διά δε της άλλης εκράτει τον
+πέπλον της, τον οποίον εφούσκωνεν ο άνεμος.
+
+ΝΟΤ. Ωραίον θέαμα είδες, Ζέφυρε, και ερωτικόν, τον Δία κολυμβώντα και
+φέροντα την αγαπωμένην του επί των νώτων του.
+
+ΖΕΦ. Τα κατόπιν είνε πολύ ωραιότερα• διότι και η θάλασσα ευθύς
+έγεινεν ακύμαντος και λεία, ημείς δε όλοι οι άνεμοι ησυχάσαντες,
+μόνον ως θεαταί παρηκολουθήσαμεν τα γινόμενα. Έρωτες δε παριπτάμενοι
+μικρόν υπεράνω της θαλάσσης, ούτως ώστε ενίοτε τα άκρα των ποδών των
+ήγγιζαν την επιφάνειαν της θαλάσσης, και κρατούντες δάδας αναμμένας,
+έψαλλαν τον υμέναιον. Αλλά και αι Νηρηίδες ανελθούσαι εκ του βυθού
+της θαλάσσης συνώδευον ιππεύουσαι επί δελφίνων, ημίγυμνοι αι
+περισσότεραι και χειροκροτούσαι• επίσης το γένος των Τριτώνων και
+όλαι αι άλλαι θαλάσσιαι θεότητες, όσων η όψις δεν είνε φοβερά,
+εχόρευον πέριξ της κόρης. Ο Ποσειδών καθήμενος επί άρματος, και έχων
+πλησίον του την Αμφιτρίτην προηγείτο και με χαράν ήνοιγε την οδόν εις
+τον πλέοντα αδελφόν του• εκτός δε τούτων δύο Τρίτωνες έφερον την
+Αφροδίτην ανακαθημένην επί κογχύλης και ρίπτουσαν παντοία άνθη προς
+την νύμφην. Αυτά συνέβησαν από Φοινίκης μέχρι Κρήτης• όταν δε
+απέβησαν εις την νήσον, ο μεν ταύρος δεν εφαίνετο πλέον, ο δε Ζευς
+έλαβεν εκ της χειρός την Ευρώπην και την ωδήγησεν εις το Δικταίον
+Σπήλαιον, ερυθριώσαν και κάτω νεύουσαν, διότι ενόει τώρα προς ποίον
+σκοπόν ωδηγείτο. Ημείς δε επιπνεύσαντες, άλλος άλλο μέρος της
+θαλάσσης συνεταράσσαμεν.
+
+ΝΟΤ. Σε ζηλεύω, ευτυχή Ζέφυρε, δι' όσα είδες, καθ' ον καιρόν εγώ
+έβλεπα γρύπας και ελέφαντας και μαύρους ανθρώπους
+
+
+
+
+&ΑΛΚΥΩΝ Η ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ&
+
+
+
+
+&Χαιρεφών—Σωκράτης&
+
+
+ΧΑΙΡ. Τι φωνή είνε αύτη, ω Σώκρατες, που ήλθε μακρόθεν από τα παράλια
+και το ακρωτήριον εκείνο; Πολύ ευχάριστον άκουσμα. Τι είδους ζώον άρά
+γε να είνε αυτό που φωνάζει; Διότι τα διαιτώμενα εις τα ύδατα ζώα
+είνε άφωνα.
+
+ΣΩΚΡ. Είνε θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρεφών, το οποίον ονομάζεται Αλκυών
+και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος
+υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ
+Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και
+νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος,
+λαμπρού πατρός λαμπρόν υιόν• έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν
+μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιίπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας
+ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την
+γην.
+
+ΧΑΙΡ. Αυτή λοιπόν που λέγεις είνε η Αλκυών; Ποτέ εις το παρελθόν δεν
+είχα ακούσει την φωνήν της και το άκουσμά της μου είνε εντελώς νέον.
+Αληθώς είνε θρηνώδες το λάλημά της. Και ποίου μεγέθους πτηνόν είνε, ω
+Σώκρατες;
+
+ΣΩΚΡ. Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη διά την φιλανδρίαν της
+υπό των θεών διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας
+Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον
+του χειμώνας είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί, τοιαύτη δε κατ' εξοχήν
+είνε και η σημερινή. Δεν βλέπεις πόσον αίθριος είνε ο ουρανός,
+ακύμαντον δε και γαλήνιον όλον το πέλαγος και όμοιον ούτως ειπείν με
+καθρέπτην;
+
+ΧΑΙΡ. Καλά λέγεις• η σημερινή ημέρα φαίνεται ότι τω όντι είνε
+Αλκυωνίς και η χθεσινή δε τοιαύτη ήτο. Αλλά δι' όνομα θεού, πώς να
+πιστεύση κανείς τα λεγόμενα υπό των παλαιών, ω Σώκρατες, ότι ποτέ
+έγιναν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών; Διότι όλα αυτά
+φαίνονται μάλλον αδύνατα.
+
+ΣΩΚΡ. Άκουσε, φίλε Χαιρεφών• ημείς οι άνθρωποι έχομεν τόσον ασθενή
+την κρίσιν, ώστε να μη δυνάμεθα να κρίνωμεν ακριβώς ποία τα δυνατά
+και ποία τα αδύνατα. Κρίνομεν με δύναμιν ανθρωπίνην πράγματα άγνωστα,
+ακατανόητα και αόρατα• ούτω δε πολλά και εκ των εύκολων μας φαίνονται
+δύσκολα και εκ των δυνατών αδύνατα, πολλάκις μεν και ένεκα απειρίας,
+πολλάκις δε και ένεκα νηπιότητος φρενών• και τω όντι πας άνθρωπος και
+ο πρεσβύτατος είνε νήπιος, καθότι μικρά και πολύ σύντομος είνε η
+διάρκεια της ζωής συγκρινομένη προς την διάρκειαν των αιώνων. Πώς δε
+δύνανται, φίλε μου, όσοι αγνοούν τας δυνάμεις των θεών και των άλλων
+υπερφυσικών υπάρξεων να ειπούν ποίον είνε δυνατόν ή αδύνατον εκ των
+τοιούτων; Παρετήρησες, Χαιρεφών, προ τριών ημερών τι χειμώνα έκανε :
+Και μόνον η ανάμνησις των αστραπών εκείνων και των βροντών και της
+φοβεράς σφοδρότητας των ανέμων προξενεί τρόμον• ενόμιζε κανείς ότι
+όλος ο κόσμος θα κατεστρέφετο. Αλλά μετ' ολίγον επήλθε θαυμαστή
+ευδία, η οποία εξακολουθεί μέχρι τούδε. Ποίον λοιπόν εκ των δύο
+νομίζεις μεγαλείτερον και δυσκολώτερον, να γείνη τοιαύτη γαλήνη εξ
+εκείνης της τρομεράς καταιγίδος και ανεμοζάλης και να επανέλθη ο
+κόσμος όλος εις τοιαύτην ηρεμίαν ή να μεταβληθή η μορφή γυναικός εις
+μορφήν πτηνού; Διότι το τελευταίον τούτο και τα παιδία σήμερον τα
+γνωρίζοντα να πλάττουν δύνανται να το κατορθώσουν άμα λάβουν πηλόν ή
+κηρόν ευκόλως εις τον αυτόν όγκον της ύλης δίδουν διαφόρους μορφάς
+και σχήματα. Εις δε το θείον, το οποίον έχει μεγάλην και ασύγκριτον
+προς τας ημετέρας δυνάμεις υπεροχήν, πάντα ταύτα θα είνε εύκολα και
+ευκατόρθωτα. Δύνασαι να είπης πόσον μεγαλείτερος από σε είνε ο όλος
+ουρανός;
+
+ΧΑΙΡ. Ποίος εκ των ανθρώπων, ω Σώκρατες, δύναται να εννοήση και να
+ορίση τι εκ των τοιούτων; Είνε πράγματα αδύνατα.
+
+ΣΩΚΡ. Αλλά και αν συγκρίνωμεν τους ανθρώπους μεταξύ των δεν βλέπομεν
+ότι υπάρχουν μεγάλαι διαφοραί εις τας δυνάμεις και τας αδυναμίας; Εάν
+συγκρίνωμεν τους άνδρας προς τα νήπια, τα εντελώς βρέφη, τα οποία
+έχουν ηλικίαν πέντε ή δέκα ημερών, βλέπομεν θαυμαστήν διαφοράν
+δυνάμεως και αδυναμίας εις όλας σχεδόν τας πράξεις της ζωής. Και όσα
+διά των τεχνών των τόσων πολυμηχάνων και όσα διά του σώματος και της
+ψυχής κατορθώνουν, ταύτα, καθώς είπα, ουδέ να φαντασθούν δύνανται τα
+πολύ μικρά παιδία. Και η δύναμις δε ενός ανδρός ακμαίου έχει
+ασύγκριτον υπεροχήν προς την δύναμιν των παιδίων• καθότι εις ένα
+άνδρα είνε εύκολον να υποτάξη πολλάς μυριάδας παιδίων• διότι η φύσις
+ώρισεν ώστε η πρώτη ηλικία ημών να είνε εντελώς αδύνατος και ανίκανος
+προς ό,τι δήποτε. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος διαφέρη τοσούτον από τον
+άνθρωπον, τι πρέπει να νομίσωμεν περί της διαφοράς του όλου ουρανού
+προς τας ημετέρας δυνάμεις διά τους δυναμένους να κάνουν τοιαύτας
+παρατηρήσεις; Επόμενον είνε να συμπεράνωμεν οι περισσότεροι ότι όσον
+μεγαλείτερος είνε ο κόσμος από το άτομον του Σωκράτους ή του
+Χαιρεφώντος, τόσον και η δύναμις αυτού και η φρόνησις και η σκέψις
+διαφέρει της διανοητικής ημών καταστάσεως. Εις εσέ και εις εμέ και
+πολλούς άλλους ομοίους είνε πολλά αδύνατα, τα οποία εις άλλους είνε
+πολύ εύκολα• και να παίξουν αυλόν οι μη γνωρίζοντες την τέχνην και ν'
+αναγνώσουν ή να γράψουν οι αγράμματοι είνε πολύ πλέον αδύνατον από
+του να γείνουν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών. Η δε φύσις
+θέτουσα εις την κηρήθραν ζώον χωρίς πόδια και πτερά του δίδει πόδια
+και πτέρωμα, το στολίζει με πολλά και ωραία χρώματα και δημιουργεί
+την μέλισσαν, την σοφήν παραγωγόν του θείου μέλιτος, και από αυγά
+άφωνα και άψυχα πλάττει διάφορα είδη πτηνών και πεζών και ενύδρων
+ζώων, μεταχειριζομένη, ως λέγουν, μυστηριώδεις συνδυασμούς του
+πληρούντος τα πάντα αιθέρος. Αφού λοιπόν αι δυνάμεις των θεών είνε
+τόσον μεγάλαι, ημείς δε είμεθα θνητοί και μικροί εντελώς και ούτε τα
+μεγάλα δυνάμεθα να εννοώμεν ούτε τα μικρά, περί των περισσοτέρων δε
+απορούμεν και τα γύρω μας συμβαίνοντα μας είνε ακατανόητα, βεβαίως
+ουδέν ασφαλές δυνάμεθα να είπωμεν, ούτε περί των αλκυόνων, ούτε περί
+των αηδόνων και εγώ τουλάχιστον θα μεταδώσω εις τα παιδιά μου την
+ιδέαν των αρχαίων, όπως την παρέδωκαν εις εμέ οι πρόγονοι περί του
+άσματός σου, ω Αλκυών, ψαλμωδέ των θρήνων• και τον ευσεβή και
+φίλανδρον έρωτά σου πολλάκις θα εξυμνήσω προς τας γυναίκας μου
+Ξανθίππην και Μυρτώ, αναφέρων προς τοις άλλοις και την τιμήν την
+οποίαν σου έκαμαν οι θεοί. Και συ, Χαιρεφών, θα με μιμηθής;
+
+ΧΑΙΡ. Βεβαίως, διότι όσα είπες είνε διττώς συντελεστικά διά την
+αρμονίαν μεταξύ γυναικών και ανδρών.
+
+ΣΩΚΡ. Λοιπόν αφού χαιρετίσωμεν την Αλκυόνα καιρός είνε να
+διευθυνθώμεν προς την πόλιν, αφήνοντες την παραλίαν του Φαλήρου.
+
+ΧΑΙΡ. Δεν έχω αντίρρησιν.
+
+
+
+
+&ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ή ΚΑΥΚΑΣΟΣ&
+
+
+
+
+&Ερμής, Ήφαιστος, Προμηθεύς.&
+
+
+ΕΡΜ. Ο Καύκασος είνε εδώ, ω Ήφαιστε, όπου πρέπει να καρφώσωμεν αυτόν
+τον άθλιον Τιτάνα. Ας εξετάσωμεν δε τώρα διά να εύρωμεν κρημνόν
+κατάλληλον, εάν πουθενά υπάρχη μέρος το οποίον να μη σκεπάζουν τα
+χιόνια, διά να καρφωθούν ασφαλέστερα τα δεσμά και αυτός να είνε
+καταφανής εις όλους εις το μέρος όπου θα κρέμεται.
+
+ΗΦ. Ας εξετάσωμεν, ω Ερμή, διότι ούτε χαμηλά και πλησίον εις τας
+υπώρειας πρέπει να σταυρωθή, διά να μη δυνηθούν να τον σώσουν τα
+πλάσματά του, οι άνθρωποι, αλλ' ούτε και εις την κορυφήν — διότι τότε
+δεν θα φαίνεται από κάτω — αλλ' αν συμφωνής εδώ κάπου εις το μέσον
+υπεράνω της χαράδρας να σταυρωθή ούτως ώστε το ένα του χέρι να
+καρφωθή εις τον ένα κρημνόν και το άλλο εις τον αντίθετον.
+
+ΕΡΜ. Καλά λέγεις. Οι βράχοι είνε απότομοι και απρόσιτοι εξ όλων των
+μερών, επικλινείς δε ολίγον και μόλις μία στενή διάβασις υπάρχει διά
+να περάση κανείς ακροποδητεί, και το μέρος είνε εντελώς κατάλληλον
+διά την σταύρωσιν. Μη κάθεσαι λοιπόν, ω Προμηθεύ, αλλ' ανάβαινε και
+άφησε χωρίς ματαίας αντιστάσεις να καρφωθής επί του όρους.
+
+ΠΡΟΜ. Αλλά σεις τουλάχιστον, ω Ήφαιστε και Ερμή, λυπηθήτε με διότι
+αδίκως πάσχω.
+
+ΕΡΜ. Δηλαδή εννοείς να σε λυπηθούμεν και να σταυρωθούμεν αντί σου,
+διότι θα παρακούσωμεν εις την προσταγήν του Διός; Ή νομίζεις ότι δεν
+είνε αρκετός ο Καύκασος να χωρέση και δύο άλλους δεσμώτας; Έλα,
+άπλωσε το δεξί σου χέρι• συ δε, Ήφαιστε, πρόσδεσε και κάρφωσέ το και
+σφυροκόπησε δυνατά. Φέρε και το άλλο χέρι• και αυτό εστερεώθη καλά.
+Και τώρα είνε όλα εν τάξει. Υπολείπεται μόνον ο αετός, ο οποίος θα
+έλθη να σου σπαράξη το σηκότι διά να λάβης όλην την αμοιβήν διά τα
+ωραία και ευφυή σου δημιουργήματα.
+
+ΠΡΟΜ. ω Κρόνε και Ιαπετέ και συ μητέρα, τι έπαθα ο δυστυχής χωρίς να
+πράξω τίποτε κακόν.
+
+ΕΡΜ. Δεν έπραξες τίποτε κακόν, συ όστις αναλαβών την διανομήν των
+κρεάτων, τόσον άδικον και απατηλήν την έκαμες, ώστε διά μεν τον
+εαυτόν σου εκράτησες τα εκλεκτότερα, εις δε τον Δία προσέφερες
+κόκκαλα, «καλύψας αργέτι δήμω»; {3} Διότι ενθυμούμαι ότι ο Ησίοδος
+ούτω πως το λέγει. Έπειτα δε έπλασες τους ανθρώπους ζώα πανουργότατα,
+και μάλιστα τας γυναίκας• εκτός δε τούτου έκλεψες το πολυτιμότατον
+κτήμα των θεών, το πυρ και το παρέδωκες εις τους ανθρώπους. Και αφού
+τόσα κακά έπραξες, λέγεις ότι τιμωρείσαι αδίκως;
+
+ΠΡΟΜ. Και συ, ω Ερμή, ως ο Όμηρος λέγει «αναίτιον αιτιάασαι», {4} αφού
+μου αποδίδεις κατηγορίας διά τας οποίας εγώ, εάν επεκράτει
+δικαιοσύνη, έπρεπε να αμειφθώ διά της εισαγωγής και διατροφής εις το
+Πρυτανείον. Εάν ηυκαίρεις ευχαρίστως θα απελογούμην διά τα εγκλήματα
+μου διά ν' αποδείξω ότι αδίκως με κατεδίκασεν ο Ζευς• συ δε ο οποίος
+είσαι ευφράδης και έμπειρος εις τα δικηγορικά, ανάλαβε την
+υπεράσπισίν του διά ν' αποδείξης αν δύνασαι, ότι δικαίως απεφάσισε να
+σταυρωθώ πλησίον των Κασπίων τούτων πυλών επί του Καυκάσου και να
+γείνω οικτρότατον θέαμα εις όλους τους Σκύθας.
+
+ΕΡΜ. Η έφεσίς σου, ω Προμηθεύ, είνε εκπρόθεσμος και εις ουδέν θα σε
+ωφελήση• λέγε όμως• άλλως τε και είνε ανάγκη να περιμένωμεν έως ότου
+έλθη ο αετός διά να σου περιποιηθή το σηκότι. Το μεταξύ δε χρονικόν
+διάστημα-καλόν είνε να χρησιμοποιήσωμεν εις ακρόασιν ρήτορος
+σοφιστού, οποίος είσαι συ ο πανουργότατος εις τους λόγους.
+
+ΠΡΟΜ. Να ομιλήσης πρώτον, συ, ω Ερμή, και να φανής αμείλικτος εις την
+κατηγορίαν, χωρίς να παραλείψης τίποτε από τα δίκαια του πατρός σου.
+Σε δε, Ήφαιστε, θέτω δικαστήν της υποθέσεώς μου.
+
+ΗΦ. Μα τον Δία, αντί δικαστού κατήγορον μάθε ότι θα μ' έχης, συ ο
+οποίος κλέψας το πυρ μου αφήκες σβυσμένην και ψυχράν την κάμινον.
+
+ΠΡΟΜ. Λοιπόν διαιρέσετε την κατηγορίαν• και συ μεν ομίλησε περί της
+κλοπής, ο δε Ερμής ας αναπτύξη το κατηγορητήριον διά την διανομήν των
+κρεάτων και την πλάσιν των ανθρώπων• και οι δύο δε είσθε τεχνίται και
+δεινοί ρήτορες.
+
+ΗΦ. Ο Ερμής ας ομιλήση και δι' εμέ• διότι εγώ δεν έχω καμμίαν σχέσιν
+με λόγους δικηγορικούς• το έργον μου είνε γύρω εις το φυσερόν• ο
+Ερμής όμως είνε ρήτωρ και πολύ ασχολείται εις τα τοιαύτα.
+
+ΠΡΟΜ. Εγώ λοιπόν δεν ήλπιζα ποτέ να αναφέρη την κλοπήν ο Ερμής και να
+με κατακρίνη δι' αυτήν, ενώ είμεθα ομότεχνοι. Αλλ' αν και τούτο
+αναλαμβάνης να υποστηρίξης, δεν είνε ανάγκη ν'αναπτύξης διά μακρών
+την κατηγορίαν.
+
+ΕΡΜ. Βεβαίως όσα διέπραξες, ω Προμηθεύ, έχουν ανάγκην μακράς
+αναπτύξεως και αρκετής παρασκευής και δεν αρκεί ν' αναφέρω
+κεφαλαιωδώς τα εγκλήματά σου, ως λ. χ. ότι όταν ποτέ σου ανετέθη να
+μοιράσης τα κρέατα, διά τον εαυτόν σου μεν εφύλαξες την καλλιτέραν
+μερίδα, εξηπάτησες δε τον βασιλέα, και τους ανθρώπους έπλασες χωρίς
+να υπάρχη ανάγκη, και κλέψας εκ του ουρανού το πυρ το έδωκες εις
+αυτούς• και μου φαίνεται, φίλτατε, ότι πραγματικώς δεν εννοείς ότι
+αφού τόσα και τοιαύτα έπραξες ο Ζευς σου εφάνη πολύ επιεικής. Εάν
+λοιπόν αρνηθής ότι έπραξες αυτά, θα γείνη ανάγκη να τα αποδείξωμεν
+και να ομιλήσω διά μακρών προσπαθών να διαλάμψη όσον το δυνατόν η
+αλήθεια• εάν δε ομολογής ότι έκαμες τοιαύτην διανομήν των κρεάτων,
+ότι επενόησες τους ανθρώπους και έκλεψες το πυρ, η κατηγορία, την
+οποίαν σου απήγγειλα είνε αρκετή και δεν θα μακρηγορήσω περισσότερον,
+διότι τούτο άλλως θα ήτο πολυλογία περιττή.
+
+ΠΡΟΜ. Εάν και αυτά τα οποία είπες είνε φλυαρία κενή, θα το μάθωμεν
+ολίγον ύστερον• εγώ δε, αφού λέγεις ότι είνε ικανή η κατηγορία, θα
+προσπαθήσω όσον δύναμαι να ανασκευάσω όσα μου κατηγορείς. Και εν
+πρώτοις ας ομιλήσω περί των κρεάτων μολονότι, μα τον ουρανόν, και
+τώρα που τα αναφέρω εντρέπομαι διά λογαριασμόν του Διός, όστις
+παρίσταται τόσον μικρολόγος και μεμψίμοιρος, ώστε διότι εύρεν εις την
+μερίδα του μικρόν κόκκαλον, έστειλεν εις ανασκολοπισμόν ένα θεόν τόσω
+παλαιόν, χωρίς μήτε την βοήθειαν την οποίαν του έδωκα άλλοτε ως
+σύμμαχος, να ενθυμήται, μήτε να εννοή πόσον γελοίον είνε το
+αντικείμενον αυτής της κατηγορίας και πόσον παιδαριώδες είνε να
+θυμώνη και ν' αγανακτή διότι δεν έλαβεν αυτός την μεγαλειτέραν
+μερίδα. Αλλ' εις τα τοιαύτα γελάσματα, ω Ερμή, τα οποία συμβαίνουν
+εις τα συμπόσια, δεν πρέπει νομίζω κανείς ναποδίδη σημασίαν, και αν
+συμβή τι μεταξύ συμποσιαζόντων, πρέπει να το νομίζουν αστειότητα και
+ν' αφίνουν τον θυμόν, τον οποίον τυχόν ησθάνθησαν, εις το συμπόσιον•
+να κρατούν όμως έχθραν και να μνησικακούν και να διατηρούν παλαιάν
+οργήν, τούτο ούτε εις θεούς ούτε εις βασιλείς αρμόζει. Διότι αν
+αφαιρέση κανείς από τα συμπόσια τους αστεϊσμούς τούτους, τα γελάσματα
+και τα σκώμματα, τα πειράγματα και τας αστειότητας, το υπολειπόμενον
+είνε μέθη και κόρος και σιωπή, πράγματα κατηφή και χωρίς τέρψιν, τα
+οποία ελάχιστα αρμόζουν εις συμπόσιον. Διά τούτο εγώ τουλάχιστον
+ενόμιζα ότι ουδέ θα ενεθυμείτο αυτά την επιούσαν ο Ζευς και κάθε άλλο
+επίστευα παρά ότι θα ηγανάκτει και θα ενόμιζεν ότι έπαθε μέγα κακόν
+διότι ο διανέμων τα κρέατα έπαιζε θέλων να ίδη εάν θα διέκρινε την
+καλλιτέραν μερίδα ο εκλέγων. Αλλ' υπόθεσε, ω Ερμή, την χειροτέραν
+περίπτωσιν, ότι αντί να του δώσω την μικροτέραν μερίδα, δεν του έδιδα
+τίποτε? λοιπόν διά τούτο έπρεπε, κατά το δη λεγόμενον, να αναστατωθή
+η γη και ο ουρανός και να επινοηθούν δεσμά και σταυροί και ολόκληρος
+Καύκασος και ν' αποσταλούν αετοί και να σπαράσσουν το ήπαρ; Πρόσεξε
+μήπως αυτά μαρτυρούν πολλήν μικροψυχίαν του αγανακτούντος και
+ευτέλειαν χαρακτήρος και πολλήν ευκολίαν θυμού. Διότι τι θα έπραττεν
+ούτος αν έχανε ολόκληρον βώδι, αφού χάριν ολίγου κρέατος τόσον πολύ
+θυμώνει; Οι άνθρωποι οι οποίοι, ως ήτο επόμενον, πολύ ευκολώτερα
+οργίζονται από τους θεούς, είνε εν τοσούτω τόσον ανεκτικώτεροι εις τα
+τοιαύτα. Και μεταξύ αυτών δεν θα ευρεθή κανείς όστις να τιμωρήση τον
+μάγειρόν του διά σταυρού διότι, ενώ έψηνε τα κρέατα έγλυψε διά του
+δακτύλου ολίγον εκ του ζωμού ή έφαγε αποκόψας μέρος των ψηνομένων
+κρεάτων, αλλά τον συγχωρούν και αν τύχη δε να θυμώσουν υπερβολικά ή
+τον γρονθοκοπούν ή τον ραπίζουν, δεν υπάρχει δε παράδειγμα ότι
+ανεσκολοπίσθη κανείς μεταξύ των ανθρώπων διά τοιαύτην αιτίαν.
+
+Και διά μεν τα κρέατα αρκούν αυτά, τα οποία και εις εμέ απολογούμενον
+προξενούν εντροπήν, αλλ' είνε πολύ μεγαλειτέρα εντροπή διά τον Δία να
+με κατηγορή δι' αυτά• διά δε την πλάσιν και την δημιουργίαν των
+ανθρώπων είνε καιρός να ομιλήσω τώρα. Τούτο, ω Ερμή, αποτελεί διττήν
+κατηγορίαν και δεν γνωρίζω τι εκ των δύο μου κατηγορείτε, ότι δεν
+υπήρχε καθόλου ανάγκη να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, αλλ' ότι ήτο
+προτιμότερον να τους αφήσω εις την αδράνειαν της άλλης γης εξ ης τους
+έπλασα, ή ότι έπρεπε να πλασθούν, αλλά διαφορετικοί και όχι οποίοι
+επλάσθησαν. Εγώ όμως θα απαντήσω και διά τα δύο. Και εν πρώτοις ότι
+ουδέν εζημιώθησαν οι θεοί διότι οι άνθρωποι ήλθον εις την ζωήν θα
+προσπαθήσω ν' αποδείξω• έπειτα δε ότι είνε και συμφέρον και
+καλλίτερον δι' αυτούς λίαν παρά εάν έμενεν η γη έρημος και χωρίς
+ανθρώπους. Εάν λοιπόν παλαιόθεν — διότι ευκολώτερα θ' αποδειχθή ούτω
+εάν εγώ κακώς έπραξα να σχηματίσω το ανθρώπινον γένος—εάν υπήρχε
+μόνον το θείον και επουράνιον γένος, η δε γη ήτο εις αγρίαν και
+άμορφον κατάστασιν, κατεχομένη όλη από δάση άγρια, ούτε βωμοί, ούτε
+ναοί θεών υπήρχον—και πώς ηδύναντο να υπάρχουν;-— ούτε αγάλματα ή
+ξόανα ή άλλο τι τοιούτον, εξ εκείνων τα οποία, πολυάριθμα φαίνονται
+τώρα παντού και μετά τόσης φροντίδος τιμώνται. Εγώ δε — διότι πάντοτε
+κάτι προνοώ χάριν του κοινού συμφέροντος και προσπαθώ πώς ν'αυξηθούν
+μεν τα ανήκοντα εις τους θεούς, προκόψουν δε και τα άλλα όλα εις
+αρμονίαν και ωραιότητα —εσκέφθηκα ότι ήτο καλλίτερον να λάβω ολίγον
+πηλόν και να πλάσω εξ αυτού ζώα τινα και να δώσω εις αυτά μορφάς
+προσομοιαζούσας προς τας ιδικάς μας• διότι ενόμιζα ότι κάτι έλειπεν
+από το θείον, επειδή δεν υπήρχε τι αντίθετον, προς το οποίον να
+δύναται να συγκριθή και ούτω να αναδεικνύεται ευδαιμονέστερον. Και να
+είνε μεν θνητόν το γένος τούτο, αλλ' ευφυέστατον κατά τα άλλα και
+νοημονέστατον και δυνάμενον να διακρίνη το καλλίτερον.
+
+Λοιπόν, ως λέγουν οι ποιηταί, «γαίαν ύδει φύρας» {5} και μαλάξας
+έπλασα τους ανθρώπους, παρεκάλεσα δε και την Αθηνάν να με βοηθήση εις
+το έργον. Αυτά είνε τα μεγάλα εγκλήματά μου προς τους θεούς. Και
+βλέπεις ποία είνε η ζημία εάν εκ πηλού έκαμα ζώα και εις το πρώην
+ακίνητον έδωκα κίνησιν και φαίνεται ότι έκτοτε οι θεοί είνε
+ολιγώτερον θεοί, διότι και επί της γης έγειναν ζώα τινα θνητά• ο δε
+Ζευς τώρα αγανακτεί, ως εάν εκ της δημιουργίας των ανθρώπων
+ελαττούται η αξία των θεών, εκτός εάν φοβήται μήπως και αυτοί
+σκεφθούν να επαναστατήσουν εναντίον του και να κινήσουν πόλεμον κατά
+των θεών, όπως οι Γίγαντες. Αλλ' ότι ουδόλως εζημιώθητε, ω Ερμή, παρ'
+εμού και των έργων μου είνε φανερόν• ή συ απόδειξέ μου και την
+ελαχίστην ζημίαν και τότε εγώ θα σιωπήσω και θ' αναγνωρίσω ότι δίκαια
+έπαθα εκ μέρους υμών. Ότι δε τα έργα μου έγειναν χρήσιμα εις τους
+θεούς αρκεί, διά να το εννοήσης, να παρατηρήσης εξ' ύψους την γην
+όλην και να ίδης ότι δεν είνε πλέον ξηρά και ακαλλιέργητος, αλλά
+στολισμένη με πόλεις, αγρούς καλλιεργημένους και φυτά ήμερα, και την
+θάλασσαν διασχιζομένην υπό πλοίων και τας νήσους κατοικημένας,
+πανταχού δε βωμούς και θυσίας και ναούς και πανηγύρεις•
+
+μεσταί δε Διός πάσαι μεν αγυιαί, πάσαι δ' ανθρώπων αγοραί {6}
+
+Εάν εδημιούργουν τους ανθρώπους διά να είνε μόνον κτήμα μου, θα
+ηδυνάμην ίσως να κατηγορηθώ ως πλεονέκτης• αλλ' εγώ αφού τους
+εδημιούργησα τους κατέστησα κοινόν κτήμα των θεών• και ενώ παντού
+δύναταί τις να ίδη ναούς του Διός και του Απόλλωνος, της Ήρας και
+σου, ω Ερμή, του Προμηθέως ουδαμού φαίνεται ναός. Βλέπεις, ότι μόνον
+περί του συμφέροντός μου φροντίζω, τα δε κοινά καταπροδίδω και
+ζημιώνω.
+
+Αλλά θέλω να μου είπης και τούτο, ω Ερμή, εάν νομίζης ότι δύναται να
+υπάρξη αγαθόν άγνωστον, κτήμα ή έργον το οποίον ουδείς βλέπει και
+ουδείς επαινεί και αν το τοιούτον δύναται να είνε εξ ίσου ευχάριστον
+εις τον κάτοχον αυτού. Διά τούτου θέλω να είπω, ότι αν δεν
+εδημιουργούντο οι άνθρωποι, θα έμενε χωρίς θεατάς το κάλλος του
+σύμπαντος και θα ήμεθα κάτοχοι πλούτου, ο οποίος ούτε υπό άλλων θα
+εθαυμάζετο, ούτε δι' ημάς θα ήτο όσον σήμερον πολύτιμος, διότι, δεν
+θα είχαμεν τίποτε κατώτερον προς το οποίον να τον συγκρίνωμεν, ούτε
+θα είχαμεν συνείδησιν όλης της ευτυχίας μας μη βλέποντες άλλους
+στερουμένους των όσων ημείς απολαμβάνομεν. Το μέγα φαίνεται τοιούτον
+μόνον όταν συγκρίνεται προς το μικρόν. Σεις, δε αντί να με τιμήσετε
+δι' αυτάς μου τας πράξεις, μ' εσταυρώσατε, και αυτήν την αμοιβήν μου
+εδώκατε διά την προνοητικότητά μου.
+
+Αλλά θα είπης ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν κακούργοι και
+μοιχεύουν και πολεμούν και τας αδελφάς των νυμφεύονται και
+επιβουλεύονται την ζωήν των γονέων των. Αλλά μήπως και μεταξύ ημών
+των θεών δεν είνε πολλή αφθονία τοιούτων εγκλημάτων; Και πρέπει
+κανείς διά τούτο να κατηγορήση την Γην και τον Ουρανόν διότι μας
+εγέννησαν; Αλλά δύνασαι να είπης και τούτο ακόμη ότι μας δίδει πολλάς
+φροντίδας η επιτήρησίς των. Ο ποιμήν όμως δεν θεωρεί δυστύχημα ότι
+έχει το ποίμνιον και ευρίσκεται εις την ανάγκην να φροντίζη δι' αυτό•
+διότι αι φροντίδες αποτελούν την ευτυχίαν του• άλλως και η φροντίς
+είνε τέρψις διότι συντελεί να διερχώμεθα τον καιρόν χωρίς πλήξιν.
+Διότι τι θα εκάναμεν εάν δεν είχαμεν να φροντίζωμεν περί των
+ανθρώπων;
+
+Θα διηρχόμεθα τον καιρόν με αργίαν, θα επίναμεν το νέκταρ και θα
+εγεμίζαμεν την γαστέρα με αμβροσίαν χωρίς να έχωμεν κανένα πόθον.
+Εκείνο δε το οποίον προ πάντων με πνίγει από αγανάκτησιν, είνε ότι
+ενώ με κατηγορείτε ότι έκαμα τους ανθρώπους και μάλιστα τας γυναίκας,
+όμως τας ερωτεύεσθε και δεν παύετε να κατέρχεσθε εις την γην, άλλοτε
+μεν εις ταύρους, άλλοτε δε εις σατύρους και κύκνους μεταμορφούμενοι
+και καταδέχεσθε να γεννάτε εξ αυτών θεούς. Αλλ' ίσως θα είπης ότι
+έπρεπε μεν να πλασθούν οι άνθρωποι, διαφορετικοί όμως και όχι
+ομοιάζοντες προς ημάς. Και ποίον άλλο υπόδειγμα ηδυνάμην να προτιμήσω
+από εκείνο το οποίον εγνώριζα ως το τελειότερον; Ή έπρεπε να κάμω τον
+άνθρωπον ζώον ανόητον, άγριον και θηριώδες; Αλλά τότε πώς θα
+προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και πώς θα σας απένεμον τας άλλας
+τιμάς αν ήσαν τοιούτοι; Αλλά σεις όταν μεν σας προσφέρουν εκατόμβας
+προσέρχεσθε και δεν βαρύνεσθε ούτε και αν είνε ανάγκη να μεταβήτε
+μέχρι του Ωκεανού «μετ' αμύμονας Αιθιοπήας {7}»• τον δε αίτιον των
+προσφερομένων προς υμάς τιμών εσταυρώσατε. Ως προς το ζήτημα λοιπόν
+των ανθρώπων, όσα είπα είνε επίσης αρκετά.
+
+Τώρα δε μεταβαίνω εις την υπόθεσιν του πυρός και την επονείδιστον
+εκείνην κλοπήν. Και σ' εξορκίζω εις τους θεούς να μην αρνηθής να μου
+αποκριθής εις την εξής ερώτησιν• μήπως ημείς εστερήθημεν το πυρ, αφ'
+ότου το έχουν και οι άνθρωποι; Βεβαίως όχι. Διότι η φύσις του
+πράγματος τούτου είνε, μου φαίνεται, να μη ολιγοστεύη, εάν και άλλος
+πάρη εξ αυτού• διότι δεν σβύνει αν ανάψη κανείς άλλος. Επομένως είνε
+φθόνος καθαρός το τοιούτον, διότι εμποδίζατε να δοθή εις τους έχοντας
+ανάγκην κάτι το οποίον σεις δεν θα εστερείσθε και ουδόλως θα
+εζημιώνεσθε. Και όμως αφού είσθε θεοί έπρεπε να είσθε αγαθοί και
+«δοτήρες εάων»{8} και απηλλαγμένοι παντός φθόνου. Άλλως τε και αν
+ολόκληρον το πυρ αφήρουν εκ του ουρανού και το εκόμιζα κάτω εις την
+γην, χωρίς ν' αφήσω εξ αυτού τίποτε, η ζημία σας δεν θα ήτο μεγάλη.
+Διότι ουδόλως έχετε ανάγκην αυτού, καθότι ούτε κρυόνετε, ούτε την
+αμβροσίαν ψήνετε, ούτε τεχνητόν φως χρειάζεσθε. Εις τοις ανθρώπους δε
+είνε απαραίτητον το πυρ και διά τας άλλας των ανάγκας, αλλά και διά
+τας θυσίας, διά να διαχύνουν εις τας οδούς την κνίσσαν των θυμάτων,
+να θυμιάζουν διά του λιβανωτού και να καίουν τα μηρία επί των βωμών.
+Γνωρίζω δε πόσον σας ευχαριστεί ο καπνός των θυσιών και ότι αυτήν την
+ευωχίαν νομίζετε ως την νοστιμωτέραν, όταν η κνίσσα φθάνη εις τον
+ουρανόν «ελισσομένη περί καπνώ {9}». Επομένως η κατηγορία αύτη είνε
+όλως εναντία προς τας διαθέσεις σας. Απορώ δε πώς δεν διατάσσετε και
+τον ήλιον να παύση να φωτίζη τους ανθρώπους• διότι και αυτός είνε
+πυρ, πολύ θαυμαστότερον και φλογερώτερον. Ή και εκείνον κατηγορείτε
+ότι ασωτεύει την περιουσίαν σας; Αυτή είνε η απολογία μου. Σεις δε,
+Ερμή και Ήφαιστε, εάν νομίζετε ότι είπα τίποτε, το οποίον δεν είνε
+ορθόν, ελέγξετε και επανορθώσετέ με, εγώ δε θα απολογηθώ εκ νέου.
+
+ΕΡΜ. Δεν είνε εύκολον, ω Προμηθεύ, να συναγωνισθή κανείς προς
+δικηγόρον τόσον δυνατόν. Αλλά να είσαι ευχαριστημένος ότι ο Ζευς δεν
+ήκουσε την απολογίαν σου• διότι αντί ενός δέκα έξ αετούς θα έστελλε
+να σου σπαράσσουν τα εντόσθια. Τόσον φοβερόν κατηγορητήριον του
+έκαμες, ενώ εφαίνεσο απολογούμενος. Αλλά δεν εννοώ πώς, ενώ είσαι
+μάντις, δεν προέβλεπες ότι θα υποστής τοιαύτην τιμωρίαν.
+
+ΠΡΟΜ. Εγνώριζα, ω Ερμή, και αυτό και ότι πάλιν θ' απολυθώ γνωρίζω.
+Εντός ολίγου καιρού θα έλθη κάποιος εκ Θηβών, αδελφός σου, ο οποίος
+θα τοξεύση και θα φονεύση τον αετόν, όστις, ως λέγεις, θα έλθη να με
+βασανίζη.
+
+ΕΡΜ. Εύχομαι να γίνουν όλα αυτά, Προμηθεύ, και να σ' επανίδω
+ελεύθερον και συντρώγοντα με ημάς, αλλ' όχι και διανέμοντα τα κρέατα.
+
+ΠΡΟΜ. Να είσαι βέβαιος ότι θα συμφάγω με σας. Ο Ζευς θα με λύση εις
+ανταπόδοσιν εκδουλεύσεως όχι μικράς, την οποίαν θα του κάμω.
+
+ΕΡΜ. Ποίαν εκδούλευσιν; Δεν μου την λες, σε παρακαλώ;
+
+ΠΡΟΜ. Γνωρίζεις, ω Ερμή, την Θέτιν; Αλλά δεν πρέπει να σου 'πω•
+πρέπει να φυλάξω το μυστικόν, διά να μου χρησιμεύση ως πληρωμή και
+λύτρον διά την καταδίκην μου.
+
+ΕΡΜ. Φύλαξε το, Τιτάν, αφού αυτό νομίζεις καλλίτερον. Ημείς δε ας
+φύγωμεν, Ήφαιστε• διότι πλησιάζει ο αετός. Λοιπόν καλή υπομονή• και
+εύχομαι να έλθη ταχέως ο Θηβαίος τοξότης, που είπες, διά να σε σώση
+από τους σπαραγμούς του ορνέου.
+
+
+
+
+ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ
+
+
+
+
+1.
+&Διογένους και Πολυδεύκους.&
+
+ΔΙΟΓ. Άκουσε, Πολυδεύκη, έχω μίαν παραγγελίαν να σου κάμω, άμα θα πας
+επάνω—και νομίζω πως αύριον είνε η σειρά σου να αναζήσης—αν ίδης
+πουθενά τον κυνικόν Μένιππον,—δύνασαι δε να τον εύρης εις την
+Κόρινθον κατά το Κράνειον {10} ή εις το Λύκειον να περιγελά τους
+φιλονεικούντας μεταξύ των φιλοσόφους — να του 'πης, ότι ο Διογένης, ω
+Μένιππε, σε καλεί, αν αρκετά εγέλασες με τα εγκόσμια, να έλθης εδώ,
+όπου έχεις να γελάσης πολύ περισσότερον. Διότι εκεί μεν ο γέλως είνε
+ακόμη διστακτικός και πολλή η αμφιβολία διά τα μετά θάνατον• εδώ όμως
+δεν θα παύσης να γελάς με όλη σου την καρδιά, όπως εγώ τώρα και
+μάλιστα όταν θα βλέπης τους πλουσίους, τους μεγιστάνας και βασιλείς
+τόσον ταπεινούς και ευτελείς, ώστε μόνον από το κλάψιμον
+διακρίνονται, και πόσον η ανάμνησις του επάνω κόσμου τους αρρωσταίνει
+και τους κάνει γελοίους. Αυτά να του 'πης και ακόμη όταν θα έλθη να
+μη λησμονήση να γεμίση την σακκούλα του λούμπινα και αν εύρη εις τας
+τριόδους κανένα δείπνον της Εκάτης ή αυγόν καθαρισμού ή άλλο τι
+τοιούτον. {11}
+
+ΠΟΛ. Θα τα είπω όλα αυτά, Διογένη• αλλά διά να τον γνωρίσω
+ευκολώτερα, δεν μου λες πώς είνε το εξωτερικόν του;
+
+ΔΙΟΓ. Είνε γέρων φαλακρός και φορεί ένδυμα μυριοτρύπητον, το οποίον
+είνε ανοικτόν εις κάθε άνεμον και έχει όλων των χρωμάτων τα
+μπαλώματα. Γελά δε πάντοτε και ως επί το πολύ εμπαίζει τους
+φαντασμένους εκείνους φιλοσόφους.
+
+ΠΟΛ. Ευκολώτερον θα τον εύρω με αυτά τα χαρακτηριστικά.
+
+ΔΙΟΓ. Θέλεις να σου παραγγείλω κάτι και διά τους ιδίους τους
+φιλοσόφους;
+
+ΠΟΛ. Μάλιστα, διότι ουδέ τούτο θα μου δώση βάρος.
+
+ΔΙΟΓ. Λοιπόν ειπέ τους εν γένει να παύσουν να φλυαρούν και περί όλων
+να φιλονεικούν και να φυτεύουν κέρατα {12} εις αλλήλους και
+κροκοδείλους να κατασκευάζουν και με τοιαύτα αλλόκοτα αινίγματα να
+εξασκούν τάχα τον νουν.
+
+ΠΟΛ. Αλλά θα 'πουν ότι εγώ είμαι αμαθής και ανάξιος διά να κατακρίνω
+την σοφίαν των.
+
+ΔΙΟΓ. Και συ να τους 'πης εκ μέρους μου να σκάσουν.
+
+ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά.
+
+ΔΙΟΓ. Εις τους πλουσίους δε, αγαπητόν Πολυδεύκιον, να 'πης και τα
+εξής εκ μέρους μου. Προς τι, ανόητοι, φυλάττετε τον χρυσόν; Διατί δε
+βασανίζετε τον εαυτόν σας να λογαριάζετε τους τόκους και να σωρεύετε
+τάλαντα επί ταλάντων, ενώ ένας μόνον οβολός θα σας χρειασθή διά να
+έλθετε εδώ μετ' ολίγον;
+
+ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά προς εκείνους.
+
+ΔΙΟΓ. Αλλά και εις τους ωραίους και δυνατούς να πης, εις τον Μέγιλλον
+λ. χ. τον Κορίνθιον και τον Δαμόξενον τον παλαιστήν, ότι εδώ ούτε τα
+ξανθά μαλλιά, ούτε τα λαμπρά ή μαύρα μάτια, ή το ερύθημα του προσώπου
+υπάρχει πλέον μετά θάνατον, ούτε νεύρα έντονα ή ώμοι δυνατοί, αλλ'
+όλοι είμεθα μία και η αυτή σκόνη, ως λέγει και η παροιμία, και κρανία
+γυμνά, από κάθε κάλλος.
+
+ΠΟΛ. Δεν είνε δύσκολον να 'πω και αυτά εις τους ωραίους και ισχυρούς.
+
+ΔΙΟΓ. Και εις τους πτωχούς, ω Λάκων, — διότι πολλοί μεταξύ αυτών είνε
+οι λυπούμενοι διά την τύχην των και καταρώμενοι την πενίαν — λέγε να
+μη κλαίουν, ούτε να οδύρωνται και να διηγηθής την ισοτιμίαν η οποία
+επικρατεί εδώ και ότι εδώ θα ίδουν τους εκεί πλουσίους κατ' ουδέν
+καλλιτέρους από αυτούς. Και εις τους δικούς σου δε τους
+Λακεδαιμονίους να 'πης, αν θέλης, εκ μέρους μου και να τους επιπλήξης
+ότι εχαυνώθησαν.
+
+ΠΟΛ. Ά, μη λες τίποτε περί των Λακεδαιμονίων, Διογένη, διότι δεν θα
+το ανεχθώ. Όσα όμως παρήγγειλες διά τους άλλους θα τα 'πω.
+
+ΔΙΟΓ. Αφού το θέλεις, ας αφήσωμεν τους Λακεδαιμονίους, αλλά μη
+παραλείψης να 'πης εις τους άλλους όσα σου παρήγγειλα.
+
+
+2.
+&Πλούτων ή κατά Μενίππου.&
+
+
+ΚΡΟΙΣΟΣ. Δεν υποφέρομεν πλέον, ω Πλούτων, να συγκατοική με ημάς αυτός
+ο σκυλάνθρωπος• ώστε ή αυτόν μετάθεσε ή ημείς να μετοικήσωμεν εις
+άλλο μέρος.
+
+ΠΛΟΥΤ. Τι κακόν σας κάνει αφού και αυτός είνε νεκρός όπως σεις;
+
+ΚΡ. Οσάκις ημείς κλαίομεν και στενάζομεν, ενθυμούμενοι όσα αφήκαμεν
+επάνω, ο μεν Μίδας αυτός τον χρυσόν, ο δε Σαρδανάπαλος τας πολλάς
+απολαύσεις και εγώ τους θησαυρούς, μας περιγελά και μας υβρίζει και
+μας αποκαλεί ανδράποδα και καθάρματα, ενίοτε δε και τραγουδεί και
+ταράσσει την θλίψιν μας και κατά πάντα τρόπον είνε οχληρός.
+
+ΠΛ. Τ' είν' αυτά που λέγουν, Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Είνε αληθινά, ω Πλούτων. Τους μισώ αυτούς διότι είνε χυδαίοι και
+απαίσιοι. Δεν αρκεί ότι έζησαν κακώς, αλλά και αφού απέθαναν ακόμη
+ενθυμούνται και ποθούν τα του κόσμου• ευχαριστούμαι λοιπόν να τους
+πειράζω.
+
+ΠΛ. Δεν πρέπει όμως• διότι δεν εστερήθησαν μικρά πράγματα και η λύπη
+των δεν είνε αδικαιολόγητος.
+
+ΜΕΝ. Και συ, είσαι ανόητος, ω Πλούτων, και συμφωνείς με τους
+στεναγμούς των;
+
+ΠΑ. Καθόλου, αλλά δεν θέλω να ερίζετε.
+
+ΜΕΝ. Και όμως, φαυλότατοι Λυδοί και Φρύγες και Ασσύριοι, μάθετε ότι
+δεν θα παύσω• διότι όπου και αν θα πάτε θα σας ακολουθήσω διά να σας
+πειράζω, να σας ξεκουφαίνω και να σας εμπαίζω.
+
+ΚΡ. Δεν είνε ύβρεις αυταί;
+
+ΜΕΝ. Όχι, ύβρεις είνε εκείνα τα οποία εκάνετε σεις, αξιούντες να σας
+προσκυνούν, εξευτελίζοντες ανθρώπους ελευθέρους και ουδόλως
+ενθυμούμενοι ότι υπάρχει και θάνατος. Λοιπόν κλαίετε τώρα διότι
+εστερήθητε όλα εκείνα.
+
+ΚΡ. Αλλοίμονον, εχάσαμεν πολλά και μεγάλα.
+
+ΜΙΔ. Πόσον χρυσόν εγώ.
+
+ΣΑΡΔ. Πόσας δε απολαύσεις εγώ.
+
+ΜΕΝ. Λαμπρά, έτσι σας θέλω, να οδύρεσθε, εγώ δε να τραγουδώ και να
+σας ενθυμίζω αδιακόπως το «γνώθι σαυτόν»• διότι ταιριάζει ως επωδός
+εις αυτούς τους κλαυθμούς.
+
+
+3.
+&Μενίππου, Αμφιλόχου και Τροφωνίου.&
+
+
+ΜΕΝ. Σεις, ω Τροφώνιε, και Αμφίλοχε, ενώ είσθε νεκροί δεν γνωρίζω πώς
+σας έκτισαν ναούς και θεωρείσθε μάντεις και οι ανόητοι άνθρωποι σας
+νομίζουν θεούς.
+
+ΑΜΦ. Τι πταίομεν λοιπόν ημείς εάν εκείνοι εξ ανοησίας έχουν τοιαύτας
+ιδέας περί νεκρών;
+
+ΜΕΝ. Αλλά δεν θα τας είχαν, εάν σεις όταν εζήτε δεν εκάνετε αγυρτείας
+διά να τους πείσετε ότι προβλέπετε τα μέλλοντα και ότι δύνασθε να τα
+'πήτε -εις τους ερωτώντας.
+
+ΤΡΟΦ. Ο Αμφίλοχος απ' εδώ, ω Μένιππε, ας σου απαντήση εις αυτά, εγώ
+δε είμαι ήρως και δίδω χρησμούς εις εκείνους οι οποίοι κατεβαίνουν
+εις το σπήλαιόν μου. Φαίνεται ότι δεν επήγες ποτέ εις την Λεβαδείαν,
+άλλως δεν θα εδυσπίστεις προς τα λεγόμενα παρ' εμού.
+
+ΜΕΝ. Τι λες; Εάν δεν επήγα εις την Λεβαδείαν και τυλιγμένος εις
+σινδόνια κατά τρόπον γελοίον, κρατών δε εις τα χέρια προσφοράν δεν
+εισήλθα διά του χαμηλού στομίου εις το σπήλαιον, δεν θα μου ήτο
+δυνατόν να γνωρίζω ότι είσαι νεκρός καθώς ημείς και μόνον κατά την
+αγυρτείαν διαφέρεις; Αλλά σε εξορκίζω εις την μαντικήν σου, δεν μου
+λες τι είνε ήρως; διότι δεν το ξέρω.
+
+ΤΡΟΦ. Κάτι σύνθετον εξ ανθρώπου και θεού.
+
+ΜΕΝ. Το οποίον ούτε άνθρωπος είνε, ως λέγεις, ούτε θεός και είνε και
+τα δύο; Τώρα δε τι απέγεινε το θείον σου ήμισυ;
+
+ΤΡΟΦ. Ευρίσκεται εις την Βοιωτίαν, ω Μένιππε, και δίδει χρησμούς.
+
+ΜΕΝ. Αυτό το οποίον λέγεις, ω Τροφώνιε, δεν το ξέρω• αλλ' εκείνο που
+βλέπω καθαρά είναι ότι είσαι καθ' ολοκληρίαν νεκρός.
+
+
+4.
+&Ερμού και Χάρωνος.&
+
+
+ΕΡΜ. Έλα να λογαριάσωμεν, αν θέλης, ω πορθμεύ, πόσα μου χρεωστείς έως
+τώρα, διά να μη έχωμεν πάλιν φιλονεικίας δι' αυτά.
+
+ΧΑΡ. Ας λογαριασθούμεν, ω Ερμή. Αυτό είνε το καλλίτερον και διά την
+ησυχίαν μας.
+
+ΕΡΜ. Μου παρήγγειλες και σου έφερα μίαν άγκυραν πέντε δραχμών.
+
+ΧΑΡ. Πολλά λες.
+
+ΕΡΜ. Μα τον Πλούτωνα, πέντε δραχμάς την ηγόρασα, και ένα σπάγγον διά
+τους σκαρμούς δύο οβολών.
+
+ΧΑΡ. Λοιπόν, βάλε πέντε δραχμάς και δύο οβολούς.
+
+ΕΡΜ. Και μίαν σακκορράφαν διά το πανί• επλήρωσα πέντε οβολούς.
+
+ΧΑΡ. Πρόσθεσε και αυτούς.
+
+ΕΡΜ. Σου έφερα επίσης κερί διά να φράξης του πλοιαρίου τα ανοίγματα,
+προσέτι δε καρφιά και σχοινί με το οποίον έκαμες την υπέραν• όλα δύο
+δραχμάς.
+
+ΧΑΡ. Και αυτά εις καλήν τιμήν τα ηγόρασες.
+
+ΕΡΜ. Αυτά είνε, εκτός αν ελησμονήσαμεν τίποτε. Πότε λοιπόν λες να μου
+τα πληρώσης αυτά;
+
+ΧΑΡ. Τώρα, ω Ερμή, είνε αδύνατον• αν δε κανένα θανατικόν ή πόλεμος
+μας στείλη κάτω πολλούς, θα γείνη τρόπος να κερδίσω, διότι θα δύναμαι
+να τους γελώ εις τον λογαριασμόν των πορθμείων.
+
+ΕΡΜ. Λοιπόν εγώ διά να πάρω όσα έχω να λαμβάνω πρέπει να εύχωμαι να
+συμβούν συμφοραί;
+
+ΧΑΡ. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, ω Ερμή. Τώρα δε όπως βλέπεις μας
+έρχονται ολίγοι, διότι εις τον κόσμον είνε ειρήνη.
+
+ΕΡΜ. Προτιμότερον αυτό, αν έτσι αναβάλλεται η εξόφλησις. Αλλ'
+ενθυμείσαι, ω Χάρων, πώς ήσαν οι παλαιοί οι οποίοι μας ήρχοντο εδώ;
+Όλοι ανδρείοι, καταιματωμένοι και πληγωμένοι οι περισσότεροι; Τώρα δε
+όποιος έρχεται ή υπό του τέκνου του εδηλητηριάσθη ή υπό της γυναικός
+του ή έχει πρισμένην την κοιλιάν και τα σκέλη εκ της πολυφαγίας, όλοι
+δε είνε ωχροί και άθλιοι, ουδόλως ομοιάζοντες προς εκείνους• και οι
+πλείστοι εξ αυτών φαίνεται ότι έρχονται εξ αιτίας επιβουλών διά
+χρήματα.
+
+ΧΑΡ. Ναι, είνε περιπόθητον το χρήμα.
+
+ΕΡΜ. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι και εγώ έχω άδικον να σου ζητώ όσα
+μου οφείλεις.
+
+
+5.
+&Πλούτωνος και Ερμού.&
+
+
+ΠΛΟΥΤ. Γνωρίζεις τον γέροντα, τον πολύ γέροντα, τον πλούσιον
+Ευκράτην, ο οποίος δεν έχει μεν παιδιά, αλλ' έχει πεντακισμυρίους
+κόλακας που θέλουν να τον κληρονομήσουν;
+
+ΕΡΜ. Ναι, λέγεις τον Σικυώνιον. Λοιπόν τι;
+
+ΠΛΟΥΤ. Αυτόν μεν, ω Ερμή, άφησε να ζήση και μετά τα ενενήντα έτη, τα
+οποία έζησε και να του χαρίσης άλλα τόσα, και αν δυνατόν ακόμη
+περισσότερα• τους δε κόλακάς του, τον νέον Χαρίνον και τον Δάμονα και
+τους άλλους όλους φέρε τους εδώ κάτω το ταχύτερον.
+
+ΕΡΜ. Αυτό θα φανή άτοπον.
+
+ΠΛΟΥΤ. Εξ εναντίας δικαιότατον• διότι διατί αυτοί εύχονται ν' αποθάνη
+εκείνος και διατί θέλουν να πάρουν τα χρήματά του, χωρίς να έχουν
+καμμίαν συγγένειαν προς αυτόν; Και το αισχρότερον είνε ότι, ενώ
+επιθυμούν τον θάνατόν του, εις το φανερόν τον περιποιούνται, και όταν
+ασθενή, οι σκοποί των είνε φανεροί εις όλους και όμως υπόσχονται να
+προσφέρουν θυσίας εις τους θεούς διά την ανάρρωσίν του και
+παντοιοτρόπως τον κολακεύουν. Δι' αυτά αυτός μεν ας μένη εις την
+ζωήν, αυτοί δε ας προαποθάνουν και ας μείνουν με το στόμα ανοικτόν.
+
+ΕΡΜ. Το αξίζουν να πάθουν αυτό το παιγνίδι διά την πανουργίαν των.
+Αλλά και εκείνος δεν τους εμπαίζει ολιγώτερον• τους τρέφει με ελπίδας
+και ενώ φαίνεται ετοιμοθάνατος αντέχει περισσότερον από τους νέους.
+Αυτοί δε τώρα έχουν διαιρέσει μεταξύ των την περιουσίαν του και
+πλουτούν με την φαντασίαν των.
+
+ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν αυτός μεν ας αποβάλη το γήρας και, καθώς ο Ιόλεως {13}
+ας επανέλθη εις την νεότητα. Αυτοί δε ας αφήσουν τας ελπίδας και τον
+ονειροποληθέντα πλούτον και ας έλθουν εδώ διά να τιμωρηθούν επαξίως
+της κακίας των.
+
+ΕΡΜ. Μη σε μέλει, ω Πλούτων• θα τους φέρω τον ένα μετά τον άλλον•
+είνε δε νομίζω επτά.
+
+ΠΛΟΥΤ. Φέρε τους, ο δε Ευκράτης ας τους θάψη όλους και από γέρος ας
+γείνη πάλιν έφηβος.
+
+
+6.
+&Τερψίωνος και Πλούτωνος.&
+
+
+ΤΕΡΨ. Είνε δίκαιον αυτό, Πλούτων, ν' αποθάνω εγώ εις ηλικίαν
+τριάκοντα ετών, ο δε γέρων Θούκριτος να ζη ακόμη, ενώ έχει περάσει τα
+ενεννήντα;
+
+ΠΛΟΥΤ. Δικαιότατον, ω Τερψίων, αφού αυτός μεν ζη χωρίς να εύχεται ν'
+αποθάνη κανείς εκ των φίλων του, συ δε καθ' όλον τον καιρόν
+επεβουλεύεσο την ζωήν του, περιμένων να τον κληρονομήσης.
+
+ΤΕΡΨ. Και δεν έπρεπε αυτός, ο οποίος είνε γέρων και δεν δύναται πλέον
+ν'απολαύση τον πλούτον, να φύγη εκ της ζωής και να παραχωρήση την
+περιουσίαν του εις τους νέους;
+
+ΠΛΟΥΤ. Νέους νόμους θέλεις να εισαγάγης, Τερψίων, ώστε ο μη δυνάμενος
+να μεταχειρισθή τον πλούτον προς τέρψιν ν' αποθνήσκη• αλλ' η Μοίρα
+και η φύσις άλλως ώρισαν.
+
+ΤΕΡΨ. Λοιπόν, αυτήν την τάξιν κατακρίνω• έπρεπε να γίνονται τα
+πράγματα ούτω πως, ώστε ο γεροντότερος ν' αποθνήσκη προτήτερα και
+μετ' αυτόν ο κατόπιν ερχόμενος κατά την ηλικίαν• να μη γίνεται δε
+καμμία παράβασις αυτού του κανόνος, και να ζη μεν ο υπέργηρως, ο
+οποίος έχει τρία δόντια ακόμη, μόλις βλέπει, στηρίζεται επί τεσσάρων
+υπηρετών διά να βαδίζη και τρέχει η μύτη του, είνε δε τσιμπλιασμένα
+τα μάτια του και δεν έχει πλέον καμμίαν απόλαυσιν, οι δε νέοι τον
+εμπαίζουν ως ζωντανόν τάφον, και ν' αποθνήσκουν προ αυτού οι
+ωραιότεροι και ευρωστότεροι νέοι. Αυτό είνε άνω ποταμών. Τουλάχιστον
+έπρεπε να γνωρίζωμεν πότε θ' αποθάνη έκαστος γέρων, διά να μη
+περιποιούμεθα μερικούς εξ αυτών εις μάτην. Τώρα δε συμβαίνει το
+λεγόμενον υπό της παροιμίας, ότι η βωδάμαξα πολλάκις σύρει τα βώδια.
+
+ΠΛΟΥΤ. Όπως γίνονται τα πράγματα είνε λογικώτερα παρά όπως τα θέλεις
+συ. Διατί επιδιώκετε τα ανήκοντα εις τους άλλους και διά κολακειών
+προσπαθείτε να καταφέρετε τους ατέκνους γέροντας να σας υιοθετούν;
+Ούτω γίνεσθε γελοίοι αποθνήσκοντες προτήτερα από εκείνους και ο
+κόσμος διασκεδάζει διά λογαριασμόν σας• διότι όσον σεις εύχεσθε ν'
+αποθάνουν εκείνοι, τόσον ευχαριστούνται οι άλλοι όταν προαποθαίνετε.
+Είνε νέα τέχνη αυτή την οποίαν σεις επενοήσατε, ν' αγαπάτε τας γραίας
+και τους γέροντας, όταν είνε άτεκνοι, ν' αδιαφορήτε δε δι' αυτούς, αν
+έχουν τέκνα. Ούτω δε πολλοί εκ των γερόντων, εννοούντες τους σκοπούς
+σας και αν τύχη να έχουν τέκνα, προσποιούνται ότι τα μισούν, διά να
+έχουν και αυτοί την αγάπην σας. Έπειτα δε εις τας διαθήκας των,
+αποκλείονται μεν οι φίλοι, επικρατούν δε τα τέκνα και η φύσις, όπως
+είνε δίκαιον, οι δε κόλακες βλέποντες ότι εγελάσθηκαν, τρίζουν από
+πείσμα τα δόντια.
+
+ΤΕΡΨ. Αυτά είνε αληθινά. Πόσα μου έφαγεν εμένα ο Θούκριτος, που
+εφαίνετο ότι από στιγμής εις στιγμήν θ' αποθάνη ! Οσάκις εισηρχόμην
+να τον ιδώ εστέναζε και εξέπεμπε κάτι τι βαθύ από το στήθος του, ως
+νεοσσός ατελής, ο οποίος μικροκράζει μέσα από το αυγό του. Ούτω δε
+εγώ νομίζων ότι μετ' ολίγον θ' αναβή επάνω εις το φέρετρον, του
+έστελνα πολλά δώρα, διά να συναγωνίζωμαι προς τους αντεραστάς κατά
+την μεγαλοδωρίαν, και πολλάκις αγρυπνούσα, σκεπτόμενος και υπολογίζων
+και τακτοποιών τα της κληρονομίας. Αύται αι αγρυπνίαι και αι
+φροντίδες έγειναν και του θανάτου μου αφορμή• ο δε γέρων αφού μου
+κατέπιε τόσον δόλωμα, παρέστη εις την κηδείαν μου και εγέλα διά το
+πάθημα μου.
+
+ΠΛΟΥΤ. Εύγε Θούκριτε, και να ζήσης πολύ ακόμη διά να εμπαίζης τους
+τοιούτους• να μη αποθάνης δε πριν ή συνοδεύσης τας κηδείας όλων των
+κολάκων.
+
+ΤΕΡΨ. Τώρα και εγώ θα ευχαριστηθώ πολύ, ω Πλούτων, εάν ο Χαροιάδης
+αποθάνη προ του Θουκρίτου.
+
+ΠΛΟΥΤ. Να είσαι βέβαιος, Τερψίων, ότι και ο Φείδων και ο Μέλανθος και
+όλοι οι άλλοι θα έλθουν εδώ προ αυτού, αποστελλόμενοι υπό των ιδίων
+φροντίδων.
+
+ΤΕΡΨ. Τα επιδοκιμάζω αυτά ολοψύχως. Σου εύχομαι να ζήσης πολύ, πάρα
+πολύ, Θούκριτε.
+
+
+7.
+&Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου.&
+
+
+ΖΗΝ. Συ δε, Καλλιδημίδη, πώς απέθανες; Εγώ ήμουν παράσιτος του
+Δεινίου και επνίγηκα διότι έφαγα πάρα πολύ• τα ξέρεις, διότι ήσουν
+εκεί όταν απέθανα.
+
+ΚΑΛ. Ναι, Ζηνόφαντε. Ο δικός μου θάνατος συνέβη κατά τρόπον
+παράδοξον. Μήπως και συ έτυχε να γνώρισες τον γέροντα Πτοιόδωρον;
+
+ΖΗΝ. Τον άκληρον και πλούσιον, με τον οποίον είχες πολλάς σχέσεις.
+
+ΚΑΛ. Τον επεριποιούμην τακτικά, αυτός δε μου υπέσχετο ότι όταν μετ'
+ολίγον θ' απέθνησκε θα με άφινε κληρονόμον. Αλλ' επειδή το πράγμα
+ετράβα εις μάκρος και ο γέρων έζη περισσότερον από τον Τιθωνόν,
+ευρήκα ένα σύντομον δρόμον διά να φθάσω εις την κληρονομίαν•
+επρομηθεύθηκα δηλητήριον και έπεισα τον οινοχόον, μόλις ζητήση ο
+Πτοιόδωρος να πιή — πίνει δε αρκετά και άκρατον— να ρίψη εις το
+ποτήρι το φάρμακον, το οποίον να έχη ήδη έτοιμον• και εις αμοιβήν του
+υπεσχέθην με όρκον να του δώσω την ελευθερίαν του.
+
+ΖΗΝ. Τι λοιπόν έγινε; Διότι μαντεύω ότι συνέβη κάτι πολύ παράδοξον.
+
+ΚΑΛ. Αφού λοιπόν ελούσθημεν και εκαθήσαμεν εις το τραπέζι, ο υπηρέτης
+ο οποίος είχεν ήδη έτοιμα δύο ποτήρια έδωκε το μεν ένα το οποίον
+περιείχε το δηλητήριον εις τον Πτοιόδωρον, το δε άλλο εις εμέ. Αλλά
+δεν γνωρίζω πώς έγεινε το λάθος και εγώ μεν επήρα εκείνο το οποίον
+περιείχε το δηλητήριον, ο δε Πτοιόδωρος εκείνο το οποίον δεν είχε.
+Και ο μεν Πτοιόδωρος ήπιε χωρίς να πάθη τίποτε εγώ δε αμέσως έπεσα
+κάτω νεκρός αντί εκείνου. Πώς, γελάς, Ζηνόφαντε; Δεν κάνεις καλά να
+γελάς διά το δυστύχημα του φίλου σου.
+
+ΖΗΝ. Τι να κάνω, Καλλιδημίδη; Αυτά που έπαθες είνε αστεία. Ο δε γέρων
+τι έκαμε;
+
+ΚΑΛ. Κατ' αρχάς εταράχθη ολίγον διά το αιφνίδιον, έπειτα όμως
+εννοήσας, υποθέτω, τι συνέβη, εγέλα και αυτός διά το λάθος του
+οινοχόου.
+
+ΖΗΝ. Αλλά δεν έπρεπε να πάρης το παράστρατον• από τον κανονικόν
+δρόμον θα ήρχετο ασφαλέστερον η κληρονομιά αν και ολίγον αργότερα.
+
+
+8.
+&Κνήμωνος και Δαμνίππου.&
+
+
+ΚΝΗΜ. Μου συνέβη εκείνο που λέγει η παροιμία• έπεσα, στο λάκκο που
+έσκαψα.
+
+ΔΑΜΝ. Διατί αγανακτείς, Κνήμων;
+
+ΚΝΗΜ. Είνε να μην αγανακτώ; Αφήκα κληρονόμον χωρίς να τον θέλω και
+παρέλειψα εκείνους εις τους οποίους ήθελα ν' αφήσω την περιουσίαν
+μου, απατηθείς κατά τρόπον ελεεινόν.
+
+ΔΑΜΝ. Και πώς συνέβη αυτό;
+
+ΚΝΗΜ. Επεριποιούμην τον Ερμόλαον τον πολύ πλούσιον ελπίζων εις τον
+θάνατόν του• και αυτός δεν εδέχετο δυσαρέστως τας περιποιήσεις μου.
+Ενόμισα δε ότι θα ήτο έξυπνον και συντελεστικόν εις τον σκοπόν μου να
+κάμω φανεράν διαθήκην με την οποίαν να τον ανακηρύττω κληρονόμον μου,
+διά να τον φιλοτιμήσω να κάμη και αυτός το ίδιον.
+
+ΔΑΜΝ. Εκείνος δε τι έκαμε;
+
+ΚΝΗΜ. Αυτός τι διαθήκην έκαμε δεν γνωρίζω• εγώ όμως απέθανα έξαφνα,
+διότι έπεσεν η στέγη επάνω μου, και τώρα ο Ερμόλαος έχει τα υπάρχοντά
+μου, σαν λαβράκι, το οποίον μαζύ με το δόλωμα εκατάπιε και το
+αγκίστρι.
+
+ΔΑΜΝ. Και όχι μόνον το αγκίστρι, αλλά και σε τον ψαρράν• ώστε
+πραγματικώς έπεσες εις τον λάκκον που έσκαψες.
+
+ΚΝΗΜ. Δεν το είπα; Γι' αυτό κλαίω και οδύρομαι.
+
+
+9.
+&Σιμύλου και Πολυστράτου.&
+
+
+ΣΙΜ. Επί τέλους έρχεσαι και συ, Πολύστρατε, εδώ κάτω αφού έζησες
+σχεδόν εκατό χρόνια;
+
+ΠΟΛ. Ενεννήντα οκτώ, Σιμύλε.
+
+ΣΙΜ. Και πώς επέρασες τα τριάντα τα οποία έζησες κατόπιν από εμέ;
+Διότι θα ήσουν εβδομήντα περίπου ετών όταν εγώ απέθανα.
+
+ΠΟΛ. Λαμπρά, όσον παράδοξον και αν σου φαίνεται τούτο.
+
+ΣΙΜ. Βέβαια παράδοξον μου φαίνεται ένας γέρων ασθενής και άτεκνος
+προσέτι να μπορέση να ζήση ευχάριστα.
+
+ΠΟΛ. Εν πρώτοις έκανα ό,τι ήθελα• είχα δε εις την διάθεσίν μου
+πολλούς ωραίους παίδας και γυναίκας χαριτωμένας και αρώματα και οίνον
+ανθοσμίαν και τα τραπέζια μου ήσαν πλουσιώτερα από τα Σικελικά.
+
+ΣΙΜ. Αυτά μου φαίνονται παράδοξα, διότι σε εγνώριζα πολύ φειδωλόν.
+
+ΠΟΛ. Θα μ' εννοήσης, φίλε μου, άμα σου πω ότι οι άλλοι επλήρωναν. Από
+το πρωί άρχιζαν να κτυπούν την πόρτα μου οι ενδιαφερόμενοι δι' εμέ•
+έπειτα δε κατέφθαναν διάφορα δώρα προερχόμενα απ' όλα τα μέρη της
+γης.
+
+ΣΙΜ. Μήπως εχρημάτισες τύραννος μετά τον θάνατον μου, Πολύστρατε;
+
+ΠΟΛ. Όχι, αλλ' είχα πολυαρίθμους εραστάς.
+
+ΣΙΜ. Με κάνεις να γελώ• εραστάς εις την ηλικίαν σου, που έχεις ακόμη
+μόνον τέσσαρα δόντια;
+
+ΠΟΛ. Μα τον Δία είχα τους αρίστους της πόλεως. Μολονότι είμαι γέρων
+και φαλακρός, ως βλέπεις, και έχω τσιμπλιασμένα τα μάτια και η μύτη
+μου τρέχει, ετρελλαίνοντο να με περιποιούνται και ήτο ευτυχής εκείνος
+εξ αυτών, τον οποίον και μόνον ητένιζα.
+
+ΣΙΜ. Μήπως και συ έκαμες εις κανένα εκδούλευσιν ομοίαν προς εκείνην
+που έκαμε ο Φάων προς την Αφροδίτην όταν εκ Χίου την επέρασε εις την
+απέναντι παραλίαν και εις αμοιβήν τον έκαμε εκ νέου νέον, ωραίον και
+αξιέραστον;
+
+ΠΟΛ. Όχι, αλλ' όπως είμαι ήμουν περιπόθητος.
+
+ΣΙΜ. Αυτά είνε ακατανόητα.
+
+ΠΟΛ. Και όμως είνε γνωστός αυτός ο έρως προς τους πλουσίους και
+ατέκνους γέροντας.
+
+ΣΙΜ. Α! τώρα εννοώ ότι το κάλλος σου, θαυμάσιε Πολύστρατε, προήρχετο
+από την χρυσήν Αφροδίτην.
+
+ΠΟΛ. Λοιπόν, Σιμύλε, δεν απήλαυσα ολίγα από τους εραστάς, οι οποίοι
+σχεδόν μ' επροσκυνούσαν• έκανα δε και νάζια πολλάκις και απέπεμπα
+μερικούς εξ αυτών ενίοτε, αυτοί δε συνηγωνίζοντο και προσπαθούσαν
+ποίος να υπερβή τον άλλον εις τας προς εμέ περιποιήσεις των.
+
+ΣΙΜ. Επί τέλους δε πώς διέθεσες την περιουσίαν σου;
+
+ΠΟΛ. Εις μεν το φανερόν έλεγα εις έκαστον εξ αυτών ότι θα τον αφήσω
+κληρονόμον μου, αυτός δε επίστευε και εγίνετο κολακευτικώτερος, αλλ'
+εις την αληθινήν μου διαθήκην έλεγα εις όλους ότι τους έχω γραμμένους
+εκεί που ξέρεις.
+
+ΣΙΜ. Και εις την αληθινήν σου διαθήκην ποίον αφήκες κληρονόμον ή
+μήπως κανένα συγγενή σου;
+
+ΠΟΛ. Ά μπα ! κληρονόμον μου έκαμα ένα νεαρόν δούλον τον οποίον είχα
+προσφάτως αγοράσει, ένα ωραίον Φρύγα.
+
+ΣΙΜ. Πόσον ετών, Πολύστρατε;
+
+ΠΟΛ. Είκοσι περίπου.
+
+ΣΙΜ. Εννοώ τίνος είδους υπηρεσίας σου παρείχεν αυτός.
+
+ΠΟΛ. Άξιζε περισσότερον από αυτούς να κληρονομήση αν και ήτο βάρβαρος
+και διεφθαρμένος. Τώρα και οι επιφανέστεροι των συμπολιτών τον
+περιποιούνται και τον έχουν φίλον. Εκείνος λοιπόν μ' εκληρονόμησε και
+τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενών, ξυρίζει το πρόσωπον και
+βαρβαρίζει εις την γλώσσαν, αλλά θεωρείται ευγενέστερος του Κόδρου,
+ωραιότερος του Νιρέως και συνετώτερος του Οδυσσέως.
+
+ΣΙΜ. Αδιάφορον• ας γείνη και αρχιστράτηγος της Ελλάδος, εάν θέλη,
+αρκεί ότι εκείνοι οι άλλοι δεν εκληρονόμησαν.
+
+
+10.
+&Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων.&
+
+
+ΧΑΡ. Ακούσετε πώς είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως
+βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την
+παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή,
+σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζή σας τόσα
+πράγματα? αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και
+μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε.
+
+ΕΡΜ. Πώς να κάμωμεν λοιπόν διά να ταξειδεύσωμεν με ασφάλειαν;
+
+ΧΑΡ. Θα σας 'πω• πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να
+αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα
+σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε, να μη δεχθής πλέον
+κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήση τα πράγματά
+του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα
+ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται
+γυμνοί.
+
+ΕΡΜ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. —Συ ο πρώτος ποίος είσαι;
+
+ΜΕΝ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου, ω Ερμή, και η
+βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην• την κάπα μου ούτε καν την έφερα
+και έκαμα καλά.
+
+ΕΡΜ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον
+του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου διά να βλέπης όλους
+τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε;
+
+ΧΑΡ. Χαρμόλεως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος διά κάθε φίλημα
+ελάμβανε δύο τάλαντα.
+
+ΕΡΜ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζύ με τα φιλήματα και
+την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το
+δέρμα. Καλά είσαι τώρα• είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός
+δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα
+άγριον ποίος είνε;
+
+ΛΑΜΠ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων.
+
+ΕΡΜ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς;
+
+ΛΑΜΠ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς;
+
+ΕΡΜ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός• ώστε να ταφήσης αυτά.
+
+ΛΑΜΠ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον.
+
+ΕΡΜ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν
+διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζή.
+
+ΛΑΜΠ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν.
+
+ΕΡΜ. Όχι, αλλά και αυτά να ταφήσης.
+
+ΛΑΜΠ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις.
+
+ΕΡΜ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν,
+και αυτά να ταφήσης.
+
+ΛΑΜΠ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου.
+
+ΕΡΜ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος
+είσαι;
+
+ΔΑΜ. Δαμασίας ο αθλητής.
+
+ΕΡΜ. Ναι, φαίνεσαι• σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας
+παλαίστρας.
+
+ΔΑΜ. Μάλιστα, ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός.
+
+ΕΡΜ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να
+ταποβάλης, διότι μόνον το έν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το
+βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα
+{14}.
+
+ΔΑΜ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους
+άλλους νεκρούς.
+
+ΕΡΜ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων,
+άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα• και μη φέρης
+μαζύ σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα,
+εγκατάλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους
+τους οποίους σου απένειμε ποτέ η πόλις και τας επιγραφάς των
+ανδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον•
+διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι.
+
+ΚΡΑΤ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως• διότι τι δύναμαι να κάμω;
+
+ΕΡΜ. Μπα! μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το
+τρόπαιον;
+
+ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με
+ετίμησε.
+
+ΕΡΜ. Άφησε το εδώ το τρόπαιον διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και
+δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ήθος και αγέρωχος, ο
+έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και
+έχει δάσος από γένεια;
+
+ΜΕΝΙΠ. Είνε κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος
+από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα 'δης πολλά και γελοία
+κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του.
+
+ΕΡΜ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα.
+ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζύ του, πόσην δε αμάθειαν και
+φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους
+σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους• αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν
+και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να
+έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και
+τρυφηλότητα• τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις.
+Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι
+καλλίτερος των άλλων διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με
+πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση;
+
+ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφίνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις.
+
+ΜΕΝ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και
+βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας.
+
+ΕΡΜ. Καλά λέγεις- άφησε και αυτά.
+
+ΦΙΛ. Και ποιος θα μου τα κουρεύση;
+
+ΕΡΜ. Ο Μένιππος απ' εδώ ας πάρη ένα πέλεκυν ναυπηγικόν και αφού
+στηρίξη το πηγούνι του επί της αποβάθρας ας του τα κόψη.
+
+ΜΕΝ. Όχι, ω Ερμή, αλλά πριόνι δόσε μου• διότι αυτό θα είνε
+αστειότερον.
+
+ΕΡΜ. Ο πέλεκυς θα είνε αρκετός. Λαμπρά, τώρα είσαι ανθρωπινώτερος,
+αφού απέβαλες αυτήν την τραγίσιαν βρώμαν.
+
+ΜΕΝ. Θέλεις να του κόψω ολίγον και από τα φρύδια;
+
+ΕΡΜ. Μάλιστα, διότι δεν γνωρίζω πώς κατορθώνει να τα σηκώνη υψηλότερα
+από το μέτωπον. Μπα! κλαίεις, κάθαρμα, και φοβείσαι τον θάνατον; Έλα,
+έλα, πήγαινε μέσα.
+
+ΜΕΝ. Κάτι τι ακόμη το βαρύτερον απ' όλα κρύπτει υπό την μασχάλην του.
+
+ΕΡΜ. Τι, ω Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Την κολακείαν, ω Ερμή, η οποία πολύ του εχρησίμευσε εις την
+ζωήν.
+
+ΦΙΛ. Λοιπόν και συ, ω Μένιππε, άφησε την ελευθερίαν, την
+ελευθεροστομίαν, την αναισθησίαν προς την λύπην και το θάρρος και τον
+γέλωτα• διότι συ μόνος εξ όλων γελάς εδώ.
+
+ΕΡΜ. Όχι. Αλλά κράτησέ τα αυτά• διότι -είνε ελαφρά -και πολύ
+ευκολοσήκωτα και χρήσιμα εις το ταξείδι. Και συ δε, ρήτωρ, άφησε την
+τόσην απεραντολογίαν και την πληθώραν των λόγων, τας αντιθέσεις και
+τας παρομοιώσεις, τας στρογγυλάς περιόδους και τους βαρβαρισμούς και
+τα άλλα βάρη των λόγων.
+
+ΡΗΤ. Ιδού, τα αφίνω.
+
+ΕΡΜ. Καλά. Ώστε τώρα λύσε τα σχοινιά, ας τραβήξωμεν την σκάλαν, ας
+ανελκυσθή η άγκυρα, τέντωσε το πανί και κανόνισε το τιμόνι• και τώρα
+καλό ταξείδι. Αλλά τι έχετε και κλαίετε, ανόητοι, και μάλιστα συ ο
+φιλόσοφος, του οποίου προ ολίγου εκλαδέψαμεν τα γένεια;
+
+ΦΙΛ. Διότι, ω Ερμή, ενόμιζα ότι η ψυχή ήτο αθάνατος.
+
+ΜΕΝ. Ψεύδεται• δι' άλλα πράγματα λυπείται.
+
+ΕΡΜ. Ποία;
+
+ΜΕΝ. Ότι δεν θα καθήση πλέον εις πολυτελή γεύματα, ούτε θα εξέρχεται
+την νύκτα κρυφά και σκεπάζων την κεφαλήν με το ένδυμά του θα
+περιέρχεται τα χαμαιτυπεία, την δε ημέραν θα εξαπατά τους νέους με
+την δήθεν σοφίαν του και θα τους φορολογή• δι' αυτά λυπείται.
+
+ΦΙΛ. Και συ, Μένιππε, δεν λυπείσαι διότι απέθανες;
+
+ΜΕΝ. Πώς; Εγώ έτρεξα εις τον θάνατον χωρίς κανείς να με καλέση {15}
+Αλλ' ενώ ομιλούμεν, δεν σας φαίνεται ότι έρχεται μία βοή ως να
+φωνάζουν άνθρωποι από την γην;
+
+ΕΡΜ. Ναι, ω Μένιππε, και δεν έρχεται μόνον από ένα μέρος αυτός ο
+θόρυβος• αλλ' άλλοι μεν συνήλθον εις την συνέλευσιν του λαού
+χαρούμενοι και γελούν διά τον θάνατον του Λαμπίχου, ενώ αι γυναίκες
+συνέλαβον την γυναίκα του και τα μικρά του τέκνα λιθοβολούνται υπό
+των παιδίων. Αλλού χειροκροτούν τον Ρήτορα Διόφαντον ο οποίος
+εξεφώνησεν εις την Σικυώνα τον επιτάφιον αυτού του Κράτωνος. Αλλ'
+ακούω, μα τον Δία, και την μητέρα του Δαμασίου, η οποία κλαίει και
+μοιρολογεί με άλλας γυναίκας τον Δαμασίαν, Μόνον σε, ω Μένιππε, δεν
+κλαίει κανείς, αλλά σε αφίνουν μόνον και ήσυχον.
+
+ΜΕΝ. Όχι δα• μετ' ολίγον θ' ακούσης τα σκυλιά να κλαίουν
+συγκινητικώτατα δι' εμέ και τα κοράκια να κτυπούν τα πτερά των, όταν
+θα συναχθούν να με θάψουν.
+
+ΕΡΜ. Είσαι γενναίος, Μένιππε. Αλλ' επειδή εφθάσαμεν, σεις μεν
+πηγαίνετε εις το δικαστήριον, ακολουθούντες αυτόν τον ίσιον δρόμον,
+εγώ δε και ο Χάρων θα επιστρέψωμεν να φέρωμεν άλλους.
+
+ΜΕΝ. Καλό ταξείδι, ω Ερμή• ας προχωρήσωμεν δε και ημείς. Αλλά διατί
+διστάζετε και βραδύνετε; Ν' αποφύγωμεν την δίκην δεν είνε δυνατόν,
+λέγουν δε ότι αι καταδίκαι είνε βαρείαι, τροχοί και λίθοι βαρείς και
+γύπες• θ' αποκαλυφθή δε καθενός η ζωή λεπτομερώς.
+
+
+11.
+&Κράτητος και Διογένους.&
+
+
+ΚΡΑΤ. Εγνώριζες, Διογένη, τον Μοίριχον τον πλούσιον, τον πολύ
+πλούσιον, από την Κόρινθον, ο οποίος είχε τα πολλά πλοία και του
+οποίου ανεψιός ήτο ο Αριστέας, πλούσιος και αυτός; ο οποίος συνήθιζε
+να λέγη το του Ομήρου:
+
+ή μ' ανάειρ' ή εγώ σε {16}
+
+ΔΙΟΓ. Διατί;
+
+ΚΡΑΤ. Επεριποιούντο ο είς τον άλλον χάριν της κληρονομίας, διότι ήσαν
+ομήλικοι και τας διαθήκας των συνέταξαν φανερά• και ο μεν Μοίριχος
+άφινε τον Αριστέα κληρονόμον, εάν θ' απέθνησκε προ αυτού, τον
+Μοίριχον δε ο Αριστέας, εάν αυτός ανεχώρει προτήτερα. Αυτά έγραφαν
+και συνηγωνίζοντο εις τας κολακείας και τας περιποιήσεις. Οι δε
+μάντεις, και εκείνοι οι οποίοι από την κίνησιν των άστρων
+συμπεραίνουν το μέλλον και εκείνοι οίτινες το εξηγούν από τα όνειρα,
+όπως οι Χαλδαίοι, αλλά και αυτός ο Πύθιος Απόλλων οτέ μεν εις τον
+Αριστέα προέλεγον ότι θα επιζήση, οτέ δε εις τον Μοίριχον, και τα
+τάλαντα άλλοτε μεν έγερναν προς το μέρος του ενός, άλλοτε δε προς το
+μέρος του άλλου.
+
+ΔΙΟΓ. Και το πράγμα πώς ετελείωσε, Κράτη; διότι ενδιαφέρομαι να το
+ακούσω.
+
+ΚΡΑΤ. Και οι δύο απέθαναν την αυτήν ημέραν, αι δε κληρονομίαι
+περιήλθαν εις τον Ευνόμιον και τον Θρασυκλέα, συγγενείς οι οποίοι
+ουδέποτε εφαντάζοντο ότι θα εκληρονόμουν. Θείος και ανεψιός
+ταξειδεύοντες από Σικυώνος εις Κίρραν, κατελήφθησαν εις το μέσον του
+πορθμού υπό σφοδρού βορειοδυτικού, ο οποίος, τους ανέτρεψε και τους
+εβύθισε.
+
+ΔΙΟΓ. Καλά έπαθαν. Ημείς δε όταν εζούσαμεν δεν είχαμεν τοιαύτας ιδέας
+μεταξύ μας• ούτε εγώ ευχήθηκα ποτέ ν' αποθάνη ο Αντισθένης διά να
+κληρονομήσω την βακτηρίαν του—είχε δε μίαν πολύ δυνατήν από αγριεληάν
+— ούτε συ, νομίζω, Κράτη, επεθύμεις ν' αποθάνω διά να κληρονομήσης τα
+κτήματά μου, το πιθάρι και την σακκούλαν, η οποία περιείχε δύο
+χοίνικας λούπινα.
+
+ΚΡΑΤ. Διότι δεν είχα καμμίαν ανάγκην από αυτά, αλλ' ούτε και συ,
+Διογένη. Όσα μας εχρειάζοντο τα εκληρονομήσαμεν, συ από τον
+Αντισθένην και εγώ από σε, τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα και
+ευγενέστερα από το βασίλειον των Περσών.
+
+ΔΙΟΓ. Ποία εννοείς;
+
+ΚΡΑΤ. Την σοφίαν, την ολιγάρκειαν, την αλήθειαν, την ειλικρίνειαν και
+την ελευθερίαν.
+
+ΔΙΟΓ. Ναι, ενθυμούμαι ότι αυτόν τον πλούτον εκληρονόμησα από τον
+Αντισθένην και εις εσέ αφήκα έτι περισσότερα.
+
+ΚΡΑΤ. Οι άλλοι όμως δεν απέδιδαν σημασίαν εις αυτά τα κτήματα και
+κανείς δεν μας επεριποιείτο με την ελπίδα της κληρονομίας, αλλ' όλοι
+απέβλεπαν εις το χρήμα.
+
+ΔΙΟΓ. Ευλόγως, διότι δεν είχαν πού να φυλάξουν τα δικά μας αγαθά. Από
+τας απολαύσεις ήσαν διάτρητοι, καθώς τα σάπια βαλάντια• ώστε και αν
+συνέβαινε να εισαγάγη κανείς εις αυτούς σοφίαν ή ελευθεροστομίαν και
+αλήθειαν εξέφευγεν αμέσως και κατέρρεε, καθότι ο πυθμήν δεν ηδύνατο
+να υποβαστάση• δήλα δή κάτι ανάλογον με εκείνο το οποίον παθαίνουν αι
+θυγατέρες του Δαναού που προσπαθούν να γεμίσουν το τρύπιο πιθάρι• τον
+χρυσόν όμως εφύλατταν με δόντια και νύχια και με πάντα τρόπον.
+
+ΚΡΑΤ. Λοιπόν ημείς μεν θα έχωμεν και εδώ τον πλούτον μας, αυτοί δε θα
+έλθουν με ένα μόνον οβολόν και αυτόν μέχρις ου πληρώσουν τον πορθμέα.
+
+
+12.
+&Αλεξάνδρου, Αννίβου, Μίνωος και Σκηπίωνος.&
+
+
+ΑΛΕΞ. Εγώ πρέπει να προτιμηθώ από σε, Αφρικανέ• διότι είμαι
+καλλίτερός σου.
+
+ΑΝ. Όχι δα, εγώ.
+
+ΑΛΕΞ. Λοιπόν ο Μίνως ας δικάση.
+
+ΜΙΝ. Πρώτον ειπέτε μου ποίοι είσθε.
+
+ΑΛΕΞ. Αυτός μεν εδώ είνε ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος, εγώ δε Αλέξανδρος ο
+υιός του Φιλίππου.
+
+ΜΙΝ. Αληθώς είσθε ένδοξοι και οι δύο. Αλλά διατί φιλονεικείτε;
+
+ΑΛΕΞ. Περί πρωτείων, διότι αυτός εδώ διατείνεται ότι υπήρξε στρατηγός
+καλλίτερος από εμέ, εγώ δε, καθώς όλοι γνωρίζουν όχι μόνον αυτού,
+αλλ' όλων σχεδόν των προ εμού υπήρξα ανώτερος εις τους πολέμους.
+
+ΜΙΝ. Λοιπόν έκαστος ιδιαιτέρως ας ομιλήση, συ δε πρώτος ο Αφρικανός
+έχεις τον λόγον.
+
+ΑΝ. Τούτο, ω Μίνω, εκέρδισα εδώ κάτω ότι έμαθα και την Ελληνικήν
+γλώσσαν,{17} ώστε ουδέ κατά τούτο δύναται ούτος να με υπερβάλη. Φρονώ
+δε μάλιστα ότι εκείνοι προ πάντων είνε αξιέπαινοι όσοι δεν ήσαν εξ
+αρχής τίποτε και όμως διά των ιδίων προσπαθειών και της ευφυίας των
+προώδευσαν μεγάλως, εδοξάσθησαν και εκρίθησαν άξιοι να ανατεθή εις
+αυτούς η αρχή. Εγώ λοιπόν με ολίγους εκστρατεύσας εις την Ιβηρίαν ως
+υπαρχηγός του αδελφού μου, εκρίθην άξιος και μου ανετέθησαν τα
+μεγαλείτερα αξιώματα• και όχι μόνον τους Κελτίβηρας υπέταξα και τους
+Γαλάτας ενίκησα τους προς δυσμάς κατοικούντας, αλλ' υπερβάς και τα
+μεγάλα όρη τα πέριξ του Ιριδανού, επέδραμα εις όλας τας εκείθεν
+χώρας, κατέστρεψα τόσας πόλεις και την πεδινήν Ιταλίαν υπέταξα και
+μέχρι των προαστείων της πρωτευούσης πόλεως έφθασα και τόσους
+εφόνευσα εντός μιας ημέρας, ώστε τα δακτυλίδια των εμετρήθησαν με
+μεδίμνους και τους ποταμούς εγεφύρωσα με νεκρούς. Και ταύτα πάντα
+έπραξα, χωρίς ούτε του Άμμωνος υιός να λέγωμαι, ούτε να προσποιούμαι
+ότι είμαι θεός ή να διηγούμαι όνειρα της μητρός μου, αλλ' ωμολόγουν
+ότι είμαι άνθρωπος και είχα αντιπάλους τους συνετωτέρους των
+στρατηγών, και κατά των μαχιμωτέρων στρατιωτών επολέμησα• δεν ενίκησα
+Μήδους και Αρμενίους οίτινες έφευγον πριν τους καταδιώξη κανείς και
+παρέδιδαν ευθύς την νίκην εις εκείνον ο οποίος είχεν ολίγην τόλμην. Ο
+Αλέξανδρος δε εύρων έτοιμον κράτος από τον πατέρα του ηύξησε την
+δύναμίν του και πάρα πολύ εξέτεινε τα όριά του με την βοήθειαν της
+τύχης. Αφού δε ενίκησε και τον ελεεινόν εκείνον Δαρείον εις τον Ισσόν
+και τα Άρβηλα κατετρόπωσε, απαρνηθείς τα πάτρια ήθη, είχε την αξίωσιν
+να προσκυνήται και τα ήθη των Μήδων προσέλαβε και εφόνευε τους φίλους
+του κατά τα συμπόσια και μόνος εξετέλει τας θανατικάς του καταδίκας.
+Εγώ δε εκυβέρνησα με δικαιοσύνην την πατρίδα μου, και όταν μ'
+εκάλεσε, διότι οι εχθροί κατέπλευσαν με στόλον μέγαν εις την Αφρικήν,
+ευθύς υπήκουσα και ως απλούς πολίτης προσεφέρθην εις την υπεράσπισίν
+της• και όταν κατεδικάσθην αγογγύστως υπέφερα την καταδίκην. Τοιαύτα
+δε έπραξα, ενώ είμαι βάρβαρος και άγευστος της Ελληνικής παιδείας και
+ούτε τας Ραψωδίας του Ομήρου γνωρίζω απ' έξω όπως αυτός, ούτε τον
+σοφόν Αριστοτέλη είχα διδάσκαλον, τα πάντα δε οφείλω εις την ευφυίαν
+μου. Και δι' αυτά υποστηρίζω ότι είμαι καλλίτερος του Αλεξάνδρου. Εάν
+δε αυτός είνε καλλίτερος, διότι φέρει περί την κεφαλήν βασιλικόν
+διάδημα, ίσως μεν εις τους Μακεδόνας φαίνεται τούτο σπουδαίον,
+πραγματικώς όμως δεν είνε διά τούτο καλλίτερος γενναίου και
+στρατηγικού ανδρός, ο οποίος ανεδείχθη μάλλον διά της αξίας του παρά
+διά της τύχης.
+
+ΜΙΝ: Δεν ωμίλησεν άσχημα, ουδέ ως θα επερίμενε κανείς από ένα
+Αφρικανόν. Συ δε, Αλέξανδρε, τι απαντάς εις αυτά;
+
+ΑΛΕΞ. Έπρεπεν, ω Μίνω, να μη απαντήσω τίποτε προς άνθρωπον τόσον
+αυθάδη• διότι αρκεί και μόνον η φήμη διά να σε πληροφορήση ποίος μεν
+βασιλεύς υπήρξα εγώ, τι δε ληστής ήτο αυτός. Αλλ' όμως άκουσε διά να
+ίδης πόσον ανώτερος αυτού υπήρξα. Νέος ακόμη ανέλαβα την εξουσίαν και
+ανήλθα εις θρόνον σαλευόμενον, και κατεδίωξα τους φονείς του πατρός
+μου• αφού δε εστερέωσα την εξουσίαν μου εις την Μακεδονίαν και
+κατεπτόησα την Ελλάδα διά της καταστροφής των Θηβών και ανεκηρύχθην
+στρατηγός υπό των Ελλήνων, δεν ηρκέσθην να βασιλεύω επί των Μακεδόνων
+και δεν περιωρίσθην εις όσα ο πατήρ μου μού αφήκε, αλλ' απεφάσισα να
+υποτάξω όλην την γην και εθεώρουν ως αποτυχίαν εάν δεν κατώρθωνα να
+γείνω κύριος όλου του κόσμου. Έχων δε ολιγάριθμον στρατόν εισέβαλα
+εις την Ασίαν και εις τον Γρανικόν ενίκησα μεγάλην νίκην και υποτάξας
+την Λυδίαν την Ιωνίαν και Φρυγίαν, από νίκης εις νίκην έφθασα μέχρι
+του Ισσού, όπου μ' επερίμενεν ο Δαρείος με πολλάς μυριάδας στρατού•
+γνωρίζετε δε, Μίνω, πόσους νεκρούς σας έστειλα εντός μιας ημέρας,
+διότι λέγεται ότι το πορθμείον δεν ήρκεσε και ο Χάρων ηναγκάσθη να
+κατασκευάση σχεδίας διά να περάση τους περισσοτέρους. Και εις τας
+μάχας αυτάς εμαχόμην μεταξύ των πρώτων και δεν απέφευγα τα τραύματα.
+Και διά να μη σου διηγούμαι όσα έπραξα εις την Τύρον και εις τα
+Άρβηλα, περιορίζομαι να σου είπω ότι και μέχρι των Ινδιών έφθασα και
+τον Ωκεανόν έκαμα όριον του κράτους μου και τους ελέφαντας των Ινδών
+εκυρίευσα και τον Πώρον αιχμαλώτισα. Υπερβάς δε τον Τάναϊν, ενίκησα
+εις μεγάλην ιππομαχίαν και τους Σκύθας, πολεμιστάς όχι
+ευκαταφρονήτους, και τους φίλους ευηργέτησα και τους εχθρούς
+εξεδικήθην. Εάν δε οι άνθρωποι με ενόμιζον θεόν, είνε συγγνωστοί
+διότι εκ του μεγέθους των πράξεών μου επίστευσαν τοιούτον τι περί
+εμού. Επί τέλους εγώ μεν απέθανα βασιλεύς, αυτός δε εξόριστος πλησίον
+του Βιθυνού Προυσία, όπως ήξιζεν εις ένα τόσω πανούργον και σκληρόν
+άνθρωπον. Πώς δε ενίκησε τους Ιταλούς είνε γνωστόν? δεν τους ενίκησε
+με την δύναμιν, αλλά με πονηρίαν και απιστίαν και δόλους, με τίποτε
+δε νόμιμον και φανερόν. Επειδή δε κατηγόρησε τον τρυφηλόν μου βίον,
+φαίνεται ότι ελησμόνησε τι έπραττεν εις την Καπύην, συγκυλιόμενος με
+εταίρας και κατατρίβων εις διασκεδάσεις ο ανόητος καιρόν τον οποίον
+έπρεπε να χρησιμοποίηση εις τον πόλεμον. Εγώ δε θεωρήσας ασήμαντα τα
+προς δυσμάς μέρη, εστράφην μάλλον προς ανατολάς• διότι τι μέγα
+κατόρθωμα θα ήτο αν υπέτασσα αναιμωτεί την Ιταλίαν και εκυρίευα την
+Αφρικήν και τα μέχρι Γαδείρων μέρη; Αλλά δεν μου εφάνησαν
+αξιοπολέμητα τα μέρη ταύτα τα οποία μ' έτρεμαν ήδη και κύριον με
+ανεγνώριζαν. Αυτά είχα να είπω, συ δε, Μίνω, δίκασε• διότι αρκετά
+είνε και αυτά εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να επικαλεσθώ.
+
+ΣΚΗΠ. Παρακαλώ να μη αποφασίσης πριν ακούσης και εμέ.
+
+ΜΙΝ. Ποίος είσαι συ και πόθεν έρχεσαι;
+
+ΣΚΗΠ. Ρωμαίος στρατηγός, το όνομα Σκηπίων, ο οποίος κατέστρεψα την
+Καρχηδόνα και ενίκησα τους Αφρικανούς εις μεγάλας μάχας.
+
+ΜΙΝ. Λοιπόν τι έχεις να 'πης και συ;
+
+ΣΚΗΠ. Λέγω ότι είμαι κατώτερος του Αλεξάνδρου, αλλά καλλίτερος από
+τον Αννίβαν, αφού τον ενίκησα και τον ηνάγκασα να φύγη ατίμως. Δεν
+είνε λοιπόν αναίσχυντος αυτός, ο οποίος συγκρίνεται προς τον
+Αλέξανδρον, προς τον οποίον ούτε εγώ ο Σκηπίων, ο οποίος τον ενίκησα,
+τολμώ να παραβάλλομαι;
+
+ΜΙΝ. Μα τον Δία, πολύ σωστά τα λέγεις Σκηπίων ώστε πρώτος μεν
+αναγνωρίζεται ο Αλέξανδρος, έπειτα δε συ, και κατόπιν, αν θέλης, ας
+είνε τρίτος ο Αννίβας, αφού και αυτός δεν είνε ευκαταφρόνητος.
+
+
+13.
+&Διογένους και Αλεξάνδρου.&
+
+
+ΔΙΟΓ. Τι βλέπω, Αλέξανδρε, και συ απέθανες καθώς όλοι ημείς;
+
+ΑΛΕΞ. Το βλέπεις, Διογένη• δεν είνε δε παράδοξον ότι απέθανα αφού
+ήμουν άνθρωπος.
+
+ΔΙΟΓ. Λοιπόν ο Άμμων εψεύδετο όταν έλεγε ότι ήσο υιός του, ενώ συ
+είσαι του Φιλίππου;
+
+ΑΛΕΞ. Εννοείται, του Φιλίππου• διότι αν ήμουν του Άμμωνος δεν θ'
+απέθνησκα.
+
+ΔΙΟΓ. Και όμως και διά την Ολυμπιάδα ελέγοντο παρόμοια, ότι τάχα ένας
+ο δράκων συνευρίσκετο με αυτήν και ούτως εγεννήθης, ο δε Φίλιππος
+ηπατάτο νομίζων ότι ήσο παιδί του.
+
+ΑΛΕΞ. Και εγώ τ' ήκουα αυτά, όπως συ, αλλά τώρα βλέπω ότι ούτε η
+μητέρα μου, ούτε οι Αμμώνιοι προφήται έλεγαν σωστά πράγματα.
+
+ΔΙΟΓ. Τα ψεύδη των όμως σου εχρησίμευσαν εις τους σκοπούς σου, διότι
+πολλοί υπέκυψαν εις εσέ επειδή σ' ενόμιζαν θεόν. Αλλά δεν μου λες εις
+ποίον αφήκες την τόσην σου εξουσίαν;
+
+ΑΛΕΞ. Δεν γνωρίζω, Διογένη• διότι δεν επρόφθασα να σκεφθώ τίποτε περί
+της διαδοχής• μόνον όταν απέθνησκα έδωσα το δακτυλίδι μου. εις τον
+Περδίκαν. Αλλά διατί γελάς, Διογένη;
+
+ΔΙΟΓ. Διατί άλλο παρά διότι ενθυμήθηκα τα όσα έκαναν οι Έλληνες όταν
+κατ’ αρχάς ανέλαβες την εξουσίαν, κολακεύοντές σε και ανακηρύττοντες
+προστάτην και στρατηγόν κατά των βαρβάρων; Μερικοί δε σε κατέταξαν
+και μεταξύ των δώδεκα θεών και σου ανήγειραν ναούς και σου προσέφερον
+θυσίας, ως υιού δράκοντος. Αλλ' ειπέ μου πού σ' έθαψαν οι Μακεδόνες;
+
+ΑΛΕΞ. Ακόμη ευρίσκομαι εις την Βαβυλώνα και έχουν περάσει τριάντα
+ημέρες από του θανάτου μου• υπόσχεται δε ο Πτολεμαίος ο υπασπιστής
+μου, άν ποτε του δώσουν καιρόν οι περισπασμοί τους οποίους έχει κατ'
+αυτάς, να με μεταφέρη εις την Αίγυπτον και να με θάψη εκεί διά να
+γείνω είς εκ των Αιγυπτίων θεών.
+
+ΔΙΟΓ. Θέλεις λοιπόν να μη γελώ, Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω και εις τον
+Άδην ακόμη να λες ανοησίας και να ελπίζης ότι θα γείνης Άνουβις ή
+Όσιρις; Αλλ' αυτά μη τα ελπίζης, ω θειότατε, διότι είνε αδύνατον, άμα
+μίαν φοράν κανείς περάση την λίμνην και την πύλην του Άδου, - να
+επιστρέψη• ούτε ο Αιακός είνε αμελής, ούτε τον Κέρβερον δύναται
+κανείς να περιφρονήση. Αλλ' ευχαρίστως θα ήκουα παρά σου πώς
+υποφέρεις όταν σκέπτεσαι πόσην ευτυχίαν αφήκες εις την γην και ήλθες
+εδώ, τους σωματοφύλακας και υπασπιστάς και σατράπας και τόσα πλούτη
+και έθνη τα οποία σ' επροσκυνούσαν και την Βαβυλώνα και τα Βάχτρα και
+τους ελέφαντας και την τιμήν και την δόξαν και την εντύπωσιν την
+οποίαν έκανες όταν εξήρχεσο με την λευκήν ταινίαν περί την κεφαλήν
+και με την πορφύραν. Δεν σε λυπεί η ανάμνησις όλων αυτών; Διατί
+κλαίεις, ανόητε; Δεν σ' εδίδαξεν ο σοφός Αριστοτέλης ουδέ αυτό, να μη
+νομίζης ασφαλή τα δώρα της τύχης;
+
+ΑΛΕΞ. Ο σοφός; Αυτός ήτο ο αχρειέστατος εξ όλων των κολάκων. Εγώ
+μόνον γνωρίζω τι ήτο ο Αριστοτέλης, πόσα μου εζήτησε, τι μου έγραφε,
+πόσον κατεχράτο την αγάπην μου προς την παιδείαν, κολακεύων και
+επαινών με άλλοτε μεν διά το κάλλος μου, το οποίον όπως έλεγε
+αποτελεί μέρος του αγαθού, άλλοτε δε διά τας πράξεις και τα πλούτη
+μου. Διότι και τον πλούτον εθεώρει αγαθόν, διά να μη εντρέπεται να
+λαμβάνη και αυτός, εξ αυτού. Ήτο υποκριτής άνθρωπος, Διογένη, και
+πανούργος• και τούτο εκέρδισα από την σοφίαν του, ότι λυπούμαι, ως
+διά την απώλειαν μεγίστων ευτυχημάτων, δι' εκείνα τα οποία, ανέφερες
+προ ολίγου.
+
+ΔΙΟΓ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμης; Θα σου συμβουλεύσω ένα φάρμακον κατά
+της λύπης. Επειδή εδώ κάτω δεν φύεται ελλέβορος {18}, πήγαινε εις το
+νερόν της Λήθης και πίνε και ξαναπίνε και μη βαρεθής να πίνης• διότι
+τοιουτοτρόπως θα παύσης να λυπάσαι διά τα αγαθά του Αριστοτέλους.
+Αλλά βλέπω τον Κλείτον και τον Καλλισθένην και άλλους πολλούς να
+τρέχουν κατ' επάνω σου, προφανώς διά να σε κατασπαράξουν και να
+εκδικηθούν δι' όσα τους έκαμες• ώστε τράβα από τον άλλον αυτόν δρόμον
+και πίνε, ως σου είπα, πολλάκις.
+
+
+14.
+&Φιλίππου και Αλεξάνδρου.&
+
+
+ΦΙΛ. Τώρα, Αλέξανδρε, δεν δύνασαι ν'αρνηθής πλέον ότι είσαι υιός μου,
+διότι αν ήσουν του Άμμωνος, δεν θ' απέθνησκες.
+
+ΑΛΕΞ. Ουδ' εγώ το ηγνόουν, πατέρα, ότι ήμουν υιός Φιλίππου του
+Αμύντου, αλλά παρεδέχθην το μάντευμα διότι το ενόμιζα ότι ήτο
+χρήσιμον εις τους σκοπούς μου.
+
+ΦΙΛ. Τι λέγεις; Σου εφαίνετο χρήσιμον ν' αφίνης να σε εξαπατούν οι
+προφήται;
+
+ΑΛΕΞ. Δεν λέγω αυτό, αλλ' οι βάρβαροι κατεπτοήθησαν και δεν μου
+ανθίστατο πλέον κανείς εξ αυτών, διότι ενόμιζαν ότι επολέμουν προς
+θεόν και ούτω ευκολώτερα τους υπέτασσα.
+
+ΦΙΛ. Και ποίους υπέταξες, οι οποίοι να είνε άνδρες πολεμικοί; Πάντοτε
+είχες να κάμης με δειλούς, οι οποίοι ήσαν ωπλισμένοι με παιδικά τόξα
+και ασπίδας γελοίας, πλεκτάς από λιγαριές. Το δύσκολον ήτο να νικήσης
+τους Έλληνας, τους Βοιωτούς και Φωκείς και Αθηναίους, το πεζικόν των
+Αρκάδων και το ιππικόν των Θεσσαλών, τους ακοντιστάς των Ηλείων και
+τους πελταστάς των Μαντινέων, και να υποτάξης τους Θράκας ή τους
+Ιλλυριούς και τους Παίονας• αυτά θα ήσαν σπουδαία κατορθώματα. Αλλά
+διά τους Μήδους και τους Πέρσας και Χαλδαίους, άνδρας φορούντας χρυσά
+ενδύματα και τρυφηλούς, δεν γνωρίζεις ότι προ σου δεκακισχίλιοι
+Έλληνες μετά του Κλεάρχου μεταβάντες τους ενίκησαν και δεν επερίμεναν
+να συμπλακούν, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν πριν ακόμη τους φθάσουν τα
+βέλη των Ελλήνων;
+
+ΑΛΕΞ. Αλλ' οι Σκύθαι, πατέρα, και οι ελέφαντες των Ινδών δεν είνε
+ευκολονίκητοι, και όμως τους ενίκησα χωρίς να προκαλέσω μεταξύ των
+διαιρέσεις και χωρίς διά προδοσιών ν' αγοράσω τας νίκας• ούτε
+επιόρκησα ποτέ, ούτε παρέβην τας υποσχέσεις μου ή έπραξα καμμίαν
+απιστίαν διά να νικήσω. Και από τους Έλληνας δε άλλους μεν χωρίς
+πόλεμον υπέταξα, τους δε Θηβαίους ίσως έμαθες πώς μετεχειρίσθην.
+
+ΦΙΛ. Τα γνωρίζω αυτά όλα• μου τα ανέφερεν ο Κλείτος, τον οποίον συ
+εφόνευσες διά της λόγχης κατά το γεύμα, διότι ετόλμησε να συγκρίνη
+μετ' επαίνου τας πράξεις μου προς τας ιδικάς σου. Λέγουν δε ότι
+αφήκες και το Μακεδονικόν ένδυμα και εφόρεσες Περσικόν κάνδυν και
+τιάραν ορθήν επί της κεφαλής, και είχες την αξίωσιν να σε προσκυνούν
+οι Μακεδόνες, άνδρες ελεύθεροι, και, το γελοιωδέστερον εξ όλων,
+εμιμείσο τους τρόπους των νικημένων. Παραλείπω όσα άλλα έπραξες, που
+έρριψες εις κλωβόν λεόντων ανθρώπους πεπαιδευμένους, και τους γάμους
+τους οποίους ετέλεσες και την υπερβολικήν σου αγάπην προς τον
+Ηφαιστίωνα. Έν μόνον εξ όσων ήκουσα περί σου επήνεσα, ότι εσεβάσθης
+την γυναίκα του Δαρείου, αν και ήτο ωραία, και επεριποιήθης την
+μητέρα και τας θυγατέρας του• τοιαύτη διαγωγή είνε πράγματι βασιλική.
+
+ΑΛΕΞ. Και δεν επαινείς, πατέρα, την αδιαφορίαν μου προς τους
+κινδύνους και το ότι όταν επολέμουν κατά των Οξυδρακών πρώτος ανέβηκα
+εις το τείχος και έλαβα τόσα τραύματα;
+
+ΦΙΛ. Δεν το επιδοκιμάζω αυτό, Αλέξανδρε, όχι διότι δεν νομίζω ότι
+είνε καλόν και να τραυματίζεται ενίοτε ο βασιλεύς και να εκτίθεται
+πρώτος εις τους κινδύνους διά να ενθαρρύνη τον στρατόν του, αλλ' εις
+εσέ δεν εταίριαζε το τοιούτον διότι αφού ενομίζεσο θεός, εάν
+ετραυματίζεσο και σε έβλεπον να σε αποκομίζουν εκ της μάχης
+αιματωμένον και στενάζοντα εκ του πόνου, θα εγελούσαν οι βλέποντες
+και βέβαια ο Άμμων θα εθεωρείτο αγύρτης και ψευδομάντις, οι δε
+προφήται θ' απεδεικνύοντο κόλακες. Ποίος δεν θα εγέλα να βλέπη τον
+υιόν του Διός λιποθυμούντα και έχοντα ανάγκην ιατρών; Και τώρα ότε
+απέθανες δεν νομίζεις ότι πολλοί θα εμπαίζουν την προσποίησίν σου
+εκείνην, βλέποντες τον θεωρούμενον θεόν να είνε ξαπλωμένος νεκρός, ν'
+αρχίζη να σήπεται και να πρίσκεται όπως όλα τα πτώματα; Άλλως τε και
+εκείνο το οποίον είπες χρήσιμον, Αλέξανδρε, ότι διά τούτο ενίκας
+ευκόλως, αφήρει πολύ από την δόξαν των κατορθωμάτων σου• διότι όλα
+εφαίνοντο μικρά, αφού εγίνοντο υπό θεού.
+
+ΑΛΕΞ. Και όμως αυτή δεν είνε η ιδέα των ανθρώπων περί εμού, αλλ' εξ
+εναντίας με θεωρούν εφάμιλλον προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον,
+μολονότι την ακρόπολιν Άορνον, την οποίαν κανείς εξ αυτών δεν
+εκυρίευσε, εγώ μόνον εκυρίευσα.
+
+ΦΙΛ. Βλέπεις ότι και αυτά τα λέγεις ως υιός του Άμμωνος και
+παραβάλλεις τον εαυτόν σου προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον; Δεν
+εντρέπεσαι, Αλέξανδρε, και δεν θ' αποβάλης την οίησιν, δεν θ'
+αποκτήσης ορθήν συνείδησιν της καταστάσεώς σου και δεν θα καταλάβης
+επί τέλους ότι είσαι νεκρός;
+
+
+15.
+&Αχιλλέως και Αντιολόχου.&
+
+
+ΑΝΤ. Τι γελοία και ανάξια των δύο σου διδασκάλων Χείρωνος και
+Φοίνικος ήσαν εκείνα, τα οποία έλεγες προ ημερών προς τον Οδυσσέα {19}
+περί του θανάτου; Διότι σε ήκουα όταν έλεγες ότι θα ήθελες μάλλον να
+ευρίσκεσαι εις τον κόσμον έστω και να είσαι δούλος εις πτωχόν
+γεωργόν, «ω μη βίωτος πολλύς είη», {20} παρά να βασίλευες επί όλων των
+νεκρών. Αυτά θα ήρμοζον ίσως να τα λέγη κάποιος Φρυξ ουτιδανός και
+δειλός και υπέρ το πρέπον φιλόζωος• αλλά του Πηλέως ο υιός, ο
+αφοβώτερος εξ όλων των ηρώων να σκέπτεται τόσον ταπεινά περί του
+εαυτού του, είνε πολύ αισχρόν και αντίθετον προς όλα όσα έπραξες κατά
+την ζωήν σου, ότε ενώ ηδύνασο να βασίλευες και να ζης επί μακρόν εις
+την Φθιώτιδα χωρίς δόξαν, εκουσίως επροτίμησες τον ένδοξον θάνατον.
+
+ΑΧΙΛ. Αλλά τότε, υιέ του Νέστορος, δεν εγνώριζα ακόμη τα εδώ και μη
+δυνάμενος να διακρίνω ποίον ήτο το καλλίτερον, επροτίμων την ελεεινήν
+εκείνην και ισχνήν δόξαν από την ζωήν• τώρα δε εννοώ, ότι η μεν δόξα
+ήτο ανωφελής, μολονότι πολλά εγκώμια θα μου ψάλλουν δι' αυτήν οι
+ζώντες, μεταξύ δε των νεκρών υπάρχει ισότης και ούτε το κάλλος
+διατηρείται, ούτε η ανδρεία, αλλά όλοι ευρισκόμεθα εις το αυτό σκότος
+όμοιοι και εις τίποτε δεν διαφέρομεν μεταξύ μας• και ούτε οι νεκροί
+των Τρώων με φοβούνται, ούτε αι νεκροί των Ελλήνων με σέβονται.
+Ισότης πλήρης και ως νεκρός προς τον νεκρόν ομοιάζει "ημέν κακός ηδέ
+και εσθλός». {21} Αυτά με στενοχωρούν και λυπούμαι διότι δεν ζω έστω
+και ως δούλος.
+
+ΑΝΤ. Τι να γείνη όμως, Αχιλλεύ; Ούτω ηθέλησεν η Φύσις, ν'
+αποθνήσκωμεν, ώστε πρέπει να υποφέρωμεν τον νόμον της και να μη
+λυπούμεθα δια τα αναπόφευκτα. Άλλως τε και βλέπεις πόσοι φίλοι σου
+ευρισκόμεθα εδώ γύρω σου• μετ' ολίγον δε θα έλθη εξάπαντος και ο
+Οδυσσεύς. Αλλ' είνε παρήγορον και ότι ο θάνατος είνε κοινός και δεν
+αποθνήσκομεν μόνον ημείς. Βλέπεις τον Ηρακλή και τον Μελέαγρον και
+άλλους θαυμαστούς άνδρας, οι οποίοι πιστεύω, ότι δεν θα εδέχοντο να
+επιστρέψουν εις την ζωήν, εάν τούτο επετρέπετο εις αυτούς υπό τον
+όρον να γείνουν δούλοι εις ανθρώπους πτωχούς και ταπεινούς.
+
+ΑΧΙΛ. Η συμβουλή σου είνε φιλική, αλλά δεν γνωρίζω πώς δεν παύει να
+με λυπή η ανάμνησις της ζωής. Νομίζω δε ότι και σεις παθαίνετε το
+ίδιον και αν δεν το ομολογήτε τόσω το χειρότερον, διότι κρατείτε
+εντός σας την πικρίαν σας.
+
+ΑΝΤ. Όχι, είνε καλλίτερον, Αχιλλεύ, αυτό που κάνομεν, διότι βλέπομεν
+ότι οι λόγοι είνε ανωφελείς και προτιμώμεν να σιωπώμεν και να
+υπομένωμεν, διά να μη γελούν τουλάχιστον εις βάρος μας, όταν θα μας
+ακούουν να επιθυμούμεν οποία συ επιθυμείς.
+
+
+16.
+&Διογένους και Ηρακλέους.&
+
+
+ΔΙΟΓ. Δεν είνε αυτός ο Ηρακλής; Βέβαια δεν είνε άλλος, μα τον
+Ηρακλέα. Το τόξον, το ρόπαλον, η λεοντή, το μέγεθος του σώματος, όλα
+είνε του Ηρακλέους. Λοιπόν απέθανεν, ενώ είνε του Διός υιός; Ειπέ
+μου, ένδοξε νικητά, είσαι νεκρός; Διότι εγώ όταν εζούσα σου προσέφερα
+θυσίας ως θεού.
+
+ΗΡ. Και καλά έκανες• διότι ο πραγματικός Ηρακλής ευρίσκεται εις τον
+ουρανόν με τους θεούς και έχει σύζυγον την καλλίσφυρον Ήβην, εγώ δε
+είμαι σκιά του.
+
+ΔΙΟΓ. πώς είπες; Σκιά του θεού; Και είνε δυνατόν ένας να είνε κατά το
+ήμισυ θεός και ν' αποθάνη κατά το άλλο ήμισυ;
+
+ΗΡ. Ναι, διότι δεν απέθανεν εκείνος, αλλ' εγώ το ομοίωμά του.
+
+ΔΙΟΓ. Εννοώ• αντί του εαυτού του παρέδωκε σε εις τον Πλούτωνα και
+επομένως συ είσαι νεκρός αντί εκείνου.
+
+ΗΡ. Κάτι τοιούτον.
+
+ΔΙΟΓ. Αλλά δεν μου λες πώς ο Αιακός, ο οποίος είνε αυστηρός, δεν σε
+διέκρινε, αλλ' εδέχθη ένα ψεύτικον Ηρακλή;
+
+ΗΡ. Διότι η ομοιότης ήτο τελεία.
+
+ΔΙΟΓ. Πραγματικώς τόσον τελεία, ώστε είσαι ο ίδιος. Πρόσεξε μήπως
+συμβαίνη το εναντίον και είσαι συ ο Ηρακλής ο πραγματικός, η δε σκιά
+σου ενυμφεύθη την Ήβην και ευρίσκεται μεταξύ των θεών.
+
+ΗΡ. Είσαι αυθάδης και φλύαρος και αν δεν παύσης τους εμπαιγμούς δεν
+θα βραδύνης να εννοήσης τίνος θεού είμαι ομοίωμα.
+
+ΔΙΟΓ. Το τόξον σου είνε έτοιμον και πρόχειρον, αλλ' εγώ τι έχω να
+φοβηθώ αφού άπαξ απέθανα; Αλλά δεν μου λες, σε εξορκίζω εις τον άλλον
+Ηρακλή, και όταν εκείνος έζη, συνέζης με αυτόν και ήσουν και τότε
+φάσμα; ή ήσθε έν όλον εις την ζωήν, αφού δε απεθάνατε διηρέθητε και
+αυτός μεν επέταξεν εις τον ουρανόν, συ δε το φάσμα κατέβης εις τον
+Άδην;
+
+ΗΡ. Δεν έπρεπε να δώσω καν απάντησιν εις άνθρωπον τόσον ενοχλητικόν
+αλλ' ας είνε, θα σου δώσω και αυτήν την εξήγησιν• όσον είχα από τον
+Αμφιτρύωνα τούτο απέθανε και είμαι εγώ εκείνο καθ' ολοκληρίαν• ό,τι
+δε είχα εκ του Διός ευρίσκεται εις τον ουρανόν μετά των θεών.
+
+ΔΙΟΓ. Τώρα εκατάλαβα• λέγεις ότι η Αλκμήνη εγέννησε συγχρόνως δύο
+Ηρακλείς, τον μεν ένα εκ του Αμφιτρύωνος, τον δε άλλον εκ του Διός,
+ώστε χωρίς να το γνωρίζετε είσθε δίδυμοι.
+
+ΗΡ. Όχι, ανόητε• ήμεθα έν και το αυτό πρόσωπον και οι δύο.
+
+ΔΙΟΓ. Αυτό δεν είνε εύκολον να εννοηθή, ότι ήσαν δύο Ηρακλείς και
+απετέλουν ένα, εκτός εάν, όπως ο ιπποκένταυρος, ήσθε εις έν
+συγκολλημένοι άνθρωπος και θεός.
+
+ΗΡ. Δεν σου φαίνεται ότι όλοι είνε ομοίως σύνθετοι από δύο, ψυχήν και
+σώμα; ώστε τι εμποδίζει η μεν ψυχή να ευρίσκεται εις τον ουρανόν,
+αφού προήρχετο εκ του Διός, εγώ δε το θνητόν μέρος μετά των νεκρών;
+
+ΔΙΟΓ. Αλλά, λαμπρέ μου Αμφιτριωνίδη, αυτά θα ήσαν λογικά, αν ήσουν
+σώμα, ενώ τώρα είσαι ασώματον είδωλον• επομένως κινδυνεύεις τώρα να
+κάμης τριπλούν τον Ηρακλή.
+
+ΗΡ. Πώς τριπλούν;
+
+ΔΙΟΓ. Ούτω πως• εάν ο ένας ευρίσκεται εις τον ουρανόν, ο δε άλλος, συ
+το είδωλον, εδώ κάτω, το δε σώμα έλυωσε και μετεβλήθη εις κόνιν, αυτά
+γίνονται τρία• και σκέψου να εύρης πατέρα διά τον τρίτον Ηρακλή,
+δηλαδή το σώμα.
+
+ΗΡ. Είσαι αυθάδης και κατεργάρης. Αλλά δεν μου λες ποίος είσαι;
+
+ΔΙΟΓ. Είμαι το είδωλον του Διογένους του Σινωπέως• δεν είμαι δε εις
+τον ουρανόν μετά των αθανάτων, αλλ' εδώ ολόκληρος συναναστρέφομαι
+τους καλλιτέρους των νεκρών και καταγελώ τον Όμηρον και τα γελοία
+παραμύθια που αυτός μας διηγείται.
+
+
+17.
+&Μενίπππου και Ταντάλου.&
+
+
+ΜΕΝ. Γιατί κλαίεις, Τάνταλε, και θρηνολογείς κοντά στη λίμνη;
+
+ΤΆΝ. Διότι πεθαίνω από την δίψαν.
+
+ΜΕΝ. Και είσαι τόσο οκνηρός, ώστε βαρυέσαι να σκύψης να πιής ή και να
+πάρης νερόν με την παλάμην σου;
+
+ΤΑΝ. Κι' αν σκύψω δεν μπορώ να σβύσω την δίψαν μου• διότι άμα
+πλησιάσω, φεύγει το νερόν και αν κατορθώσω να πάρω με τα χέρια μου,
+δεν προφθάνω να βρέξω τα χείλη μου, διότι φεύγει, δεν εννοώ πώς, διά
+μέσου των δακτύλων και αφήνει στεγνά τα χέρια μου.
+
+ΜΕΝ. Φοβερόν αυτό που σου συμβαίνει, Τάνταλε. Αλλά δεν μου λες πώς
+έχεις ανάγκην να πίνης; Διότι σώμα δεν έχεις, το οποίον θα ηδύνατο να
+πεινά και να διψά• εκείνο έχει ταφή κάπου εις την Λυδίαν, συ δε είσαι
+ψυχή• πώς λοιπόν δύνασαι να διψάς ή να πίνης;
+
+ΤΑΝ. Αυτή είνε η τιμωρία μου, να διψά η ψυχή μου, ως να ήτο σώμα.
+
+ΜΕΝ. Τέλος πάντων ας το πιστεύσωμεν, αφού λέγεις ότι τιμωρείσαι με
+την δίψαν. Αλλά τι σε πειράζει αυτό; Ή φοβείσαι ότι θ' αποθάνης από
+δίψαν; Δεν βλέπω να υπάρχη άλλος Άδης εκτός τούτου ή θάνατος απ' εδώ
+εις άλλον τόπον.
+
+ΤΑΝ. Σωστά, αλλά και αυτό είνε μέρος της καταδίκης, να επιθυμώ να πιω
+ενώ δεν έχω ανάγκην.
+
+ΜΕΝ. Δεν είσαι καλά, Τάνταλε, και φαίνεται ότι αληθώς έχεις ανάγκην
+ποτού, ακράτου ελλεβόρου, {22} αφού έχεις πάθει το εναντίον του
+συμβαίνοντος εις τους λυσσώντας σκύλους και φοβείσαι, όχι το νερόν,
+αλλά την δίψαν.
+
+ΤΑΝ. Και ελλέβορον Μένιππε, θα έπινα ευχαρίστως, αρκεί να τον είχα.
+
+ΜΕΝ. Ησύχασε, Τάνταλε, διότι ούτε συ, ούτε άλλος εκ των νεκρών θα πίη
+ποτέ• είνε αδύνατον• μολονότι δεν είνε όλοι όπως συ καταδικασμένοι να
+επιθυμούν το νερόν και αυτό να τους αποφεύγη.
+
+
+18.
+&Μενίππου και Ερμού.&
+
+
+ΜΕΝ. Δεν μου λες πού είνε οι ωραίοι νέοι και η εύμορφες γυναίκες,
+Ερμή; Οδήγησε με διότι είμαι νεοφερμένος.
+
+ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε• αλλά κύτταξε εκεί προς τα δεξιά• εκεί
+είνε ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος και ο Νιρεύς, ο Αχιλλεύς, η Τυρώ και
+η Ελένη και η Λήδα και όλα εν γένει τα αρχαία κάλλη.
+
+ΜΕΝ. Δεν βλέπω παρά μόνον κόκκαλα και κρανία άσαρκα, όμοια μεταξύ
+των.
+
+ΕΡΜ. Και όμως αυτά τα κόκκαλα είνε τα οποία εγκωμιάζουν όλοι οι
+ποιηταί και συ τώρα φαίνεσαι ότι τα περιφρονείς.
+
+ΜΕΝ. Την Ελένην σε παρακαλώ να μου δείξης, διότι δεν δύναμαι να την
+διακρίνω εγώ.
+
+ΕΡΜ. Αυτό το κρανίον είνε η Ελένη.
+
+ΜΕΝ. Και χάριν αυτού εγέμισαν από στρατόν εξ όλης της Ελλάδος τα
+χίλια πλοία, τα οποία έπλευσαν κατά της Τρωάδος, και έπεσαν τόσοι
+Έλληνες και βάρβαροι και τόσαι πόλεις ανεστατώθησαν;
+
+ΕΡΜ. Αλλά δεν την είδες, Μένιππε, αυτήν την γυναίκα όταν έζη• διότι
+και συ θα έλεγες τότε ότι δεν είνε αδικαιολόγητον
+
+τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν• {23}
+
+αφού και όταν ίδη κανείς ξηρά τα άνθη και αποχρωματισμένα, θα του
+φάνουν άσχημα, ενώ όταν είνε δροσερά και διατηρούν το χρώμα των
+φαίνονται ωραιότατα.
+
+ΜΕΝ. Αλλ' ακριβώς διά τούτο θαυμάζω, ω Ερμή, πώς δεν εσκέφθησαν οι
+Έλληνες ότι δεν ήξιζε τον κόπον να υποφέρουν τόσα χάριν πράγματος
+τόσον ολίγον διατηρουμένου και τόσον ευκόλως μαραινομένου.
+
+ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε, να φιλοσοφώ μαζύ σου. Ώστε έκλεξε
+μέρος, όπου θέλεις, διά να μένης, εγώ δε πηγαίνω να οδηγήσω άλλους
+νεκρούς.
+
+
+
+19.
+
+&Αιακού, Πρωτεσιλάου και Πάριδος.&
+
+ΑΙΑΚ. Τι έπαθες, Πρωτεσίλαε, και εφώρμησες κατά της Ελένης διά να την
+πνίξης;
+
+ΠΡΩΤ. Διότι εξ αιτίας της, ω Αιακέ, απέθανα και αφήκα μισόκτιστον το
+σπήτι μου και χήραν την νεαράν μου γυναίκα.
+
+ΑΙΑΚ. Λοιπόν δι' αυτό πταίει ο Μενέλαος, ο οποίος σας ωδήγησε
+εναντίον της Τρωάδος χάριν τοιαύτης γυναικός.
+
+ΠΡΩΤ. Έχεις δίκαιον, αυτόν πρέπει να αιτιώμαι.
+
+ΜΕΝΕΛ. Όχι εμένα, φίλτατε• είνε δικαιότερον να κατηγορής τον Πάριν,
+που έκλεψε την γυναίκα εμού, ο οποίος τον εφιλοξένουν, κατά παράβασιν
+παντός δικαίου. Αυτός αξίζει να πνιγή όχι μόνον υπό σου αλλά υπό όλων
+των Ελλήνων και βαρβάρων, αφού τόσων τον θάνατον επροκάλεσε.
+
+ΠΡΩΤ. Αυτό τω όντι είνε δικαιότερον. Συ λοιπόν, απαίσιε Πάρι, δεν θα
+μου γλυτώσης.
+
+ΠΑΡ. Αυτό θα είνε άδικον, Πρωτεσίλαε, τοσούτω μάλλον καθ' όσον είμαι
+ομότεχνός σου• διότι και εγώ είμαι ερωτικός και εις τον αυτόν θεόν
+δουλεύω• γνωρίζεις δε ότι ο έρως είνε κάτι τι ακούσιον και κάποιος
+θεός μας οδηγεί όπου θέλει και μας είνε αδύνατον ν' αντισταθώμεν.
+
+ΠΡΩΤ. Καλά λέγεις και θα ηυχόμην να δυνηθώ να συλλάβω εδώ τον Έρωτα.
+
+ΑΙΑΚ. Εγώ θα σου απολογηθώ και εκ μέρους του Έρωτος. Αν ήτο εδώ θα
+έλεγεν ότι ίσως μεν έγινεν αφορμή να ερωτευθή ο Πάρις, αλλά διά τον
+θάνατόν σου ουδείς άλλος πταίει παρά συ, Πρωτεσίλαε, ο οποίος,
+λησμονήσας την νεόγαμον σύζυγον, άμα εφθάσατε εις την Τρωάδα, με
+τόσην αδιαφορίαν προς τον κίνδυνον και απρονοησίαν ώρμησες προ των
+άλλων διά να δοξασθής, ώστε και πρώτος κατά την απόβασιν εφονεύθης.
+
+ΠΡΩΤ. Λοιπόν και εγώ, Αιακέ, θα σου δώσω μίαν απάντησιν διά τον
+εαυτόν μου ορθοτέραν• δεν πταίω εγώ δι' αυτά, αλλ' η Μοίρα η οποία
+ούτως είχεν ωρίσει εξ αρχής τα πράγματα.
+
+ΑΙΑΚ. Σωστά• αλλά τότε διατί κατηγορείς τούτους;
+
+
+20.
+&Μενίππου και Αιακού.&
+
+
+ΜΕΝ. Σε παρακαλώ, Αιακέ, οδήγησέ με διά να ίδω όλα τα περίεργα του
+Άδου.
+
+ΑΙΑΚ. Δεν είνε εύκολον, Μένιππε, να τα 'δης όλα• αλλά τα κυριώτερα
+δύνασαι να τα ίδης• γνωρίζεις ότι αυτός εδώ είνε ο Κέρβερος,
+γνωρίζεις και τον Πορθμέα ο οποίος σε επέρασε διά της Αχερουσίας,
+εισερχόμενος δε είδες την λίμνην και τον Πυριφλεγέθοντα.
+
+ΜΕΝ. Τα γνωρίζω αυτά και σε ότι εκτελείς χρέη θυρωρού, είδα δε και
+τον βασιλέα και τας Ερινύας, αλλά δείξε μου τους παλαιούς ανθρώπους
+και μάλιστα τους δοξασμένους εξ αυτών.
+
+ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Αγαμέμνων, εκείνος ο Αχιλλεύς, αυτός δε ο
+πλησίον είνε ο Ιδομενεύς, ο άλλος απ' εδώ ο Οδυσσεύς, έπειτα ο Αίας,
+ο Διομήδης και οι άλλοι πρώτοι των Ελλήνων.
+
+ΜΕΝ. Πωπώ Όμηρε, τι κατάπτωσιν έχουν πάθει τα κοσμήματα των ραψωδιών
+σου, πώς κατήντησαν άμορφα και αγνώριστα, όλα σκόνη και αηδία, αληθώς
+«αμενηνά κάρηνα» {24}. Αλλά ποίος είνε αυτός, Αιακέ;
+
+ΑΙΑΚ. Είνε ο Κύρος• ο άλλος είνε ο Κροίσος, πλησίον του ο
+Σαρδανάπαλος, πάρα πέρα ο Μίδας, και εκείνος εκεί ο Ξέρξης.
+
+ΜΕΝ. Μπα, συ λοιπόν είσαι, κάθαρμα, που έκαμες την Ελλάδα να τρέμη
+όταν εγεφύρωνες τον Ελλήσποντον και εσχεδίαζες να περάσης τα πλοία
+σου 'πάνω από τα όρη; Αλλά και ο Κροίσος τι γελοίος που είνε! Αυτόν
+δε τον Σαρδανάπαλον θα μου επιτρέψης, Αιακέ, να ραπίσω.
+
+ΑΙΑΚ. Όχι, διότι είνε φόβος να του σπάσης το κρανίον, επειδή το έχει
+γυναικείον.
+
+ΜΕΝ. Τότε δεν μπορώ παρά να τον πτύσω, αφού είνε ανδρόγυνος.
+
+ΑΙΑΚ. Θέλεις να σου δείξω και τους σοφούς;
+
+ΜΕΝ. Βέβαια.
+
+ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ ο πρώτος είνε ο Πυθαγόρας.
+
+ΜΕΝ. Χαίρε, Εύφορβε {25} ή Απόλλων ή όπως άλλως θέλεις.
+
+ΠΥΘ. Χαίρε και συ, ω Μένιππε.
+
+ΜΕΝ. Δεν είνε πλέον χρυσούς ο μηρός σου;
+
+ΠΥΘ. Όχι• αλλά φέρε να 'δούμε αν έχης τίποτε φαγώσιμον στη σακκούλα.
+
+ΜΕΝ. Έχω κουκιά, φίλε μου• αλλά συ δεν τα τρώγεις τα κουκιά.
+
+ΠΥΘ. Δος μου και μη σε μέλει. Άλλαι δοξασίαι επικρατούν εις τον Άδην.
+Εδώ έμαθα ότι τα κουκιά και των γονέων αι κεφαλαί δεν είνε το αυτό
+πράγμα {26}.
+
+ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Σόλων ο υιός του Εξηκιστίδου, εκείνος δε ο
+Θαλής και πλησίον αυτών ο Πιττακός και οι λοιποί• είνε επτά όλοι, ως
+βλέπεις.
+
+ΜΕΝ. Βλέπω, Αιακέ, ότι μόνον αυτοί εκ των νεκρών είνε άλυποι και
+γελαστοί. Αυτός δε ο γεμάτος στάκτην, ως ψωμί που εψήθη εις την
+ανθρακιάν, και με φλυκταίνας εγκαυμάτων εις το δέρμα ποίος είνε;
+
+ΑΙΑΚ. Είνε ο Εμπεδοκλής, ω Μένιππε, ο οποίος μας ήλθε μισοψημένος από
+την Αίτναν.
+
+ΜΕΝ. Και τι σου ήλθε, λαμπρέ άνθρωπε με τα χάλκινα υποδήματα, κ'
+έπεσες μέσα εις τους κρατήρας του ηφαιστείου;
+
+ΕΜΠ. Έπαθα μίαν διατάραξιν, Μένιππε.
+
+ΜΕΝ. Όχι παραφροσύνην, αλλά ματαιοδοξίαν και αλαζονείαν και πολλήν
+κουταμάραν• αυτά σ' εκατάκαψαν ομού με τα χάλκινα υποδήματά σου και η
+τιμωρία σου έπρεπε. Αλλά το τέχνασμα δεν σου εχρησίμευσεν εις τίποτε,
+διότι ανεκαλύφθη ότι απέθανες. Ο δε Σωκράτης, ω Αιακέ, πού να είνε;
+
+ΑΙΑΚ. Συνήθως κάθεται και φλυαρεί με τον Νέστορα και τον Παλαμήδην.
+
+ΜΕΝ. Επεθύμουν να τον ίδω, εάν είνε εδώ πουθενά.
+
+ΑΙΑΚ. Βλέπεις εκείνον τον φαλακρόν;
+
+ΜΕΝ. Όλοι εδώ είνε φαλακροί• ώστε αυτό το γνώρισμα είνε γενικόν.
+
+ΑΙΑΚ. Εκείνον σου λέγω με την σιμήν μύτην.
+
+ΜΕΝ. Μήπως οι άλλοι όλοι δεν είνε σιμοί;
+
+ΣΩΚΡ. Εμένα ζητάς, Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Μάλιστα.
+
+ΣΩΚΡ. Τι νέα από τας Αθήνας;
+
+ΜΕΝ. Πολλοί από τους νέους κάνουν τους φιλοσόφους και αν κρίνη κανείς
+από το εξωτερικόν και το βάδισμά των, είνε τέλειοι φιλόσοφοι.
+
+ΣΩΚΡ. Έχω ιδή πάρα πολλούς, Μένιππε.
+
+ΜΕΝ. Αλλά θα είδες, υποθέτω, εις ποίαν κατάστασιν ήλθεν εδώ ο
+Αρίστιππος και αυτός ο Πλάτων• ο μεν ένας εμύριζεν αρώματα, ο δε
+άλλος είχε μάθει να κολακεύη τους τυράννους της Σικελίας.
+
+ΣΩΚΡ. Περί εμού δε τι ιδέαν έχουν;
+
+ΜΕΝ. Ως προς αυτό είσαι ο πλέον τυχερός άνθρωπος, Σωκράτη. Όλοι
+πιστεύουν ότι ήσουν θαυμαστός άνθρωπος, ότι εγνώριζες τα πάντα, ενώ
+να 'πούμε την αλήθεια — δεν εγνώριζες τίποτε.
+
+ΣΩΚΡ. Κ' εγώ αυτό τους έλεγα, αλλ' αυτοί ενόμιζαν το πράγμα
+ειρωνείαν.
+
+ΜΕΝ. Και ποιοι είνε αυτοί που σε περιστοιχούν;
+
+ΣΩΚΡ. Είνε ο Χαρμίδης, Μένιππε, ο Φαίδρος και ο υιός του Κλεινίου
+{27}.
+
+ΜΕΝ. Εύγε, Σωκράτη, και εδώ, βλέπω, εξακολουθείς την ίδιαν τέχνην και
+δεν αδιαφορείς δια τους ωραίους νέους.
+
+ΣΩΚΡ. Τι άλλο πλέον ευχάριστον έχω να κάνω; Αν θέλης, μένε πλησίον
+μας.
+
+ΜΕΝ. Όχι, πηγαίνω να εύρω τον Κροίσον και τον Σαρδανάπαλον, διότι
+απεφάσισα να κατοικήσω πλησίον αυτών.
+
+ΑΙΑΚ. Κ' εγώ πηγαίνω, διότι φοβούμαι να μη δραπετεύση κατά την
+απουσίαν μου κανείς νεκρός. Άλλην φοράν βλέπεις τα λοιπά, Μένιππε.
+
+ΜΕΝ. Πήγαινε. Και αυτά που είδα είνε αρκετά, Αιακέ.
+
+
+21.
+&Μενίππου και Κερβέρου.&
+
+
+ΜΕΝ. Ειπέ μου, Κέρβερε, σε παρακαλώ — διότι είμαι συγγενής σου, αφού
+και εγώ είμαι σκύλος {28}, — πώς ήτο ο Σωκράτης όταν ήλθε εδώ κάτω.
+Υποθέτω δε ότι, αφού είσαι θεός, δεν υλακτείς μόνον, αλλά και 'μιλείς
+ως άνθρωπος, οσάκις θέλεις.
+
+ΚΕΡΒ. Από μακράν εφαίνετο ότι ήρχετο με ατάραχον πρόσωπον, ότι δεν
+εφοβείτο πολύ τον θάνατον και τούτο ήθελε να δείξη εις τους
+ευρισκομένους έξω της πύλης του Άδου. Αλλ' όταν έσκυψε μέσα εις το
+χάσμα και είδε το σκότος και εγώ, βλέπων ότι εδίσταζε, τον εδάγκωσα
+με το κώνειον και τον έσυρα από το πόδι κάτω, ήρχισε να κλαίη σαν
+παιδί και εθρήνει διά τα παιδιά του και δεν ήξευρε πλέον τι έλεγε και
+τι έκανε.
+
+ΜΕΝ. Ήτο λοιπόν ψευδοφιλόσοφος και δεν ήτο αληθινή η περιφρόνησίς του
+προς τον θάνατον;
+
+ΚΕΡΒ. Βέβαια, αλλ' έως ότου το ενόμιζεν αναγκαίον διά την εντύπωσιν,
+εδείκνυε θάρρος και εφαίνετο ότι δεν υπετάσσετο ακουσίως εις εκείνο
+το οποίον δεν ηδύνατο ν' αποφύγη, διά να τον θαυμάσουν οι θεαταί. Εν
+γένει δε τούτο δύναμαι να είπω περί όλων των τοιούτων ανθρώπων, ότι
+μέχρι της πύλης του Άδου φαίνονται τολμηροί και γενναίοι, αλλ' άμα
+εισέλθουν παρουσιάζονται οποίοι πραγματικώς είνε.
+
+ΜΕΝ. Εγώ δε πώς σου εφάνηκα όταν ήλθα εδώ;
+
+ΚΕΡΒ. Μόνον συ, Μένιππε, εφάνης άξιος της φιλοσοφίας σου και ο
+Διογένης προ σου• δεν εισήλθετε αναγκαζόμενοι, ουδέ ωθούμενοι, αλλά
+θεληματικώς και γελώντες και εμπαίζοντες όλους τους άλλους.
+
+
+22.
+&Χάρωνος και Μενίππου.&
+
+
+ΧΑΡ. Πλήρωσέ μου τον ναύλον, βρε παληάνθρωπε.
+
+ΜΕΝ. Φώναζε, αν αυτό σ' ευχαριστεί.
+
+ΧΑΡ. Σου λέγω να μου πληρώσης τον κόπον μου.
+
+ΜΕΝ. Από 'κείνον που δεν έχει δεν μπορείς να πάρης τίποτε.
+
+ΧΑΡ. Και υπάρχει κανείς που να μην έχη ένα οβολόν;
+
+ΜΕΝ. Δεν ειξέρω τι έχουν οι άλλοι, εγώ ξέρω ότι δεν έχω.
+
+ΧΑΡ. Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, βρωμόσκυλον, αν δεν με πληρώσης.
+
+ΜΕΝ. Κ' εγώ θα σου σπάσω το κεφάλι με το ξύλο.
+
+ΧΑΡ. Ώστε δωρεάν έκαμες τόσο ταξείδι;
+
+ΜΕΝ. Θα σε πληρώση για μένα ο Ερμής, ο οποίος με παρέδωκε σε σένα.
+
+ΕΡΜ. Ωραία, μα τον Δία, θα είνε αν υποχρεωθώ και να πληρώνω διά τους
+νεκρούς.
+
+ΧΑΡ. Δεν θα σε αφήσω χωρίς να πλήρωσης.
+
+ΜΕΝ. Αν θέλης τράβηξε στην άμμο το πλοιάριον και περίμενε• αλλ' αφού
+δεν έχω πώς θα πληρωθής;
+
+ΧΑΡ. Αλλά δεν εγνώριζες ότι θα επλήρωνες πορθμεία;
+
+ΜΕΝ. Το εγνώριζα, αλλά δεν είχα. Λοιπόν έπρεπε διά τούτο να μη
+αποθάνω;
+
+ΧΑΡ. Μόνον συ λοιπόν θα καυχάσαι ότι εταξείδευσες δωρεάν;
+
+ΜΕΝ. Όχι δωρεάν, φίλε μου• διότι και τα νερά του πλοίου έχυνα και
+κουπί ετράβηξα και μόνον εγώ από τους επιβάτας σου δεν έκλαια.
+
+ΧΑΡ. Αυτά δεν αξίζουν τίποτε για μένα• πρέπει να πληρώσης τον οβολόν•
+αλλοιώτικα δεν μπορεί να γείνη.
+
+ΜΕΝ. Λοιπόν γύρισέ με πάλιν εις την ζωήν.
+
+ΧΑΡ. Αστείος είσαι, διά να έχω και τιμωρίας από τον Αιακόν.
+
+ΜΕΝ. Παύσε να με σκοτίζης λοιπόν.
+
+ΧΑΡ. Δείξε μου τι έχεις στην σακκούλα.
+
+ΜΕΝ. Λούπινα, αν θέλης, και το δείπνον της Εκάτης.
+
+ΧΑΡ. Από πού μας τον εκουβάλησες αυτόν τον σκύλον, Ερμή; Και δεν
+δύνασαι να φαντασθής τι έλεγε εις το ταξείδι• εκορόιδευεν όλους τους
+επιβάτας και ενώ όλοι έκλαιαν αυτός ετραγουδούσε.
+
+ΕΡΜ. Δεν γνωρίζεις, Χάρων, τι είδους άνθρωπον είχες εις το πλοίον
+σου; Είνε εντελώς ελεύθερος και αδιαφορεί δι' όλα. Είνε ο Μένιππος.
+
+ΧΑΡ. Και όμως αν σε συναντήσω άλλην φορά...
+
+ΜΕΝ. Αν με συναντήσης; Δεν θα με συναντήσης δύο φορές.
+
+
+23.
+&Πρωτεσιλάου, Πλούτωνος και Περσεφόνης.&
+
+
+ΠΡΩΤ. Ω κύριε και βασιλεύ και Ζευ του Άδου και συ θύγατερ της
+Δήμητρος, μη κωφεύσετε εις μίαν ερωτικήν παράκλησιν.
+
+ΠΛΟΥΤ. Τι θέλεις από ημάς και ποίος είσαι;
+
+ΠΡΩΤ. Είμαι ο Πρωτεσίλαος ο υιός του Ιφίκλου βασιλέως Θεσσαλού, είς
+των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων, όστις πρώτος εφονεύθη
+κατά την εκστρατείαν εκείνην. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω
+δι' ολίγον καιρόν εις την ζωήν.
+
+ΠΛΟΥΤ. Αυτήν την επιθυμίαν, Πρωτεσίλαε, έχουν όλοι οι νεκροί, αλλ'
+εις ουδένα εξ αυτών θα δοθή τοιαύτη χάρις.
+
+ΠΡΩΤ. Αλλ' εγώ δεν επιθυμώ την ζωήν, ω Πλούτων ποθώ να επανίδω την
+γυναίκα μου, την οποίαν αφήκα εις τον θάλαμον μόλις την ενυμφεύθηκα
+και έφυγα εις την εκστρατείαν, έπειτα δε ο δυστυχής εφονεύθην υπό του
+Έκτορος κατά την απόβασιν. Ο έρως της συζύγου, κύριε, με βασανίζει
+πολύ και θα ήθελα να την ίδω ολίγον και πάλιν να επιστρέψω.
+
+ΠΛΟΥΤ. Δεν έπιες το νερόν της λήθης, Πρωτεσίλαε;
+
+ΠΡΩΤ. Μάλιστα, αλλ' ο έρως μου είνε τόσον ισχυρός, ώστε και ούτω δεν
+εστάθη δυνατόν να τον λησμονήσω.
+
+ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν περίμενε• διότι μίαν ημέραν θα έλθη και εκείνη και ούτω
+δεν θα είνε ανάγκη να ανέλθης συ.
+
+ΠΡΩΤ. Αλλά δεν υποφέρω να περιμένω. Και συ ηγάπησες και γνωρίζεις τι
+είνε έρως.
+
+ΠΛΟΥΤ. Και τι θα σε ωφελήση να αναζήσης μίαν ημέραν και έπειτα πάλιν
+να έχης την αυτήν θλίψιν;
+
+ΠΡΩΤ. Πιστεύω ότι θα την πείσω να έλθη και εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός
+θα σου έλθουν δύο νεκροί μετ' ολίγον.
+
+ΠΛΟΥΤ. Δεν επιτρέπεται να γείνουν αυτά, ούτε και έγειναν ποτέ.
+
+ΠΡΩΤ. Θα σου ενθυμίσω, ω Πλούτων, δύο περιστατικά• εις τον Ορφέα δι'
+ομοίαν αιτίαν παρεδώκατε την Ευρυδίκην και την συγγενή μου Άλκηστιν
+απεστείλατε εις τον Ηρακλή διά να τον ευχαριστήσετε.
+
+ΠΛΟΥΤ. Και θα θελήσης να παρουσιασθής με αυτό το γυμνόν και άσχημον
+κρανίον εις την ωραίαν και νεαράν σου σύζυγον; Και πώς εκείνη θα σε
+δεχθή αφού ούτε να σε αναγνώριση θα δύναται; Είμαι βέβαιος ότι θα σε
+φοβηθή και θα σε αποφύγη και άδικα θα κάμης τόσον ταξείδι διά να
+επανέλθης εις την ζωήν.
+
+ΠΕΡΣ. Λοιπόν, άνδρα μου, συ και τούτο δύνασαι να διορθώσης και
+διάταξε τον Ερμήν όταν ο Πρωτεσίλαος φθάση εις το φως να τον εγγίση
+με την μαγικήν του ράβδον και τον μεταμορφώση ευθύς εις νέον ωραίον,
+οποίος ήτο κατά την ημέραν του γάμου του.
+
+ΠΛΟΥΤ. Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, ω Ερμή, και κάμε
+τον πάλιν γαμβρόν. Συ δε να ενθυμήσαι ότι έχεις μόνον μιας ημέρας
+άδειαν. {29}
+
+
+24.
+&Διογένους και Μαυσώλου.&
+
+
+ΔΙΟΓ. Δεν μου λες διατί τόσον υπερηφανεύεσαι συ, ω Καρ, και έχεις την
+αξίωσιν να προτιμάσαι από όλους ημάς;
+
+ΜΑΥΣ. Πρώτον διά την βασιλείαν μου, ω Σινωπεύ, διότι εβασίλευσα επί
+ολοκλήρου της Καρίας, υπέταξα δε και μέρος των Λυδών και νήσους τινάς
+εκυρίευσα και μέχρι της Μιλήτου έφθασα και τα περισσότερα μέρη της
+Ιωνίας κατέλαβα• έπειτα ήμουν ωραίος και μεγαλόσωμος και γενναίος εις
+τον πόλεμον• το δε σπουδαιότερον είνε ότι εις την Αλικαρνασσόν έχω
+τάφον παμμέγιστον, όμοιον του οποίου κατά την μεγαλοπρέπειαν ουδείς
+άλλος νεκρός έχει και αι παραστάσεις ίππων και ανθρώπων, αίτινες τον
+στολίζουν, είνε τόσον ωραίαι και τόσον τεχνικαί επί του πολυτιμοτέρου
+μαρμάρου, ώστε δυσκόλως δύναται να ευρεθή ναός παρόμοιος. Δεν
+νομίζεις λοιπόν ότι δικαίως υπερηφανεύομαι δι' αυτά;
+
+ΔΙΟΓ. Διά την βασιλείαν, εννοείς, το κάλλος και το βάρος του τάφου;
+
+ΜΑΥΣ. Βέβαια, δι' αυτά.
+
+ΔΙΟΓ. Αλλά, καλέ Μαύσωλε, ούτε την δύναμιν εκείνην πλέον έχεις, ούτε
+την μορφήν και αν καλέσωμεν ένα κριτήν ωραιότητος, δεν βλέπω διατί θα
+προτιμηθή το δικό σου το κρανίον από το δικό μου• διότι και τα δύο
+είνε φαλακρά και άσαρκα, και των δύο φαίνονται τα δόντια ομοίως, και
+οι δύο έχομεν χάσει τα μάτια και η μύτες μας έχουν γείνει σιμές• ο δε
+τάφος και τα πολυτελή εκείνα μάρμαρα ίσως μεν χρησιμεύσουν εις τους
+Αλικαρνασσείς διά να τα επιδεικνύουν εις τους ξένους και να
+υπερηφανεύωνται, ότι έχουν ένα τόσο μέγα οικοδόμημα• αλλά συ, φίλε
+μου, δεν βλέπω τι απολαύεις εξ αυτού, εκτός αν θέλης να 'πης ότι
+αχθοφορείς περισσότερον από ημάς τους άλλους, διότι ευρίσκεσαι υπό το
+βάρος τόσων μεγάλων λίθων.
+
+ΜΑΥΣ. Λοιπόν όλα αυτά δεν μου χρησιμεύουν εις τίποτε και ο Μαύσωλος
+είνε ίσος με τον Διογένην;
+
+ΔΙΟΓ. Όχι ίσος, γενναιότατε, καθόλου ίσος• διότι ο μεν Μαύσωλος θα
+κλαίη ενθυμούμενος την ζωήν και όσα ενόμιζεν ως αποτελούντα την
+ευτυχίαν του, ο δε Διογένης θα τον καταγελά. Και συ μεν θα καυχάσαι
+ότι έχεις τάφον εις την Αλικαρνασσόν, τον οποίον σου κατεσκεύασεν η
+σύζυγος και αδελφή Αρτεμισία, ο δε Διογένης, και αν έχη πουθενά τάφον
+του σώματός του, δεν τον γνωρίζει• διότι ουδ' εσκέφθη ποτέ περί
+τούτου• αλλά ζήσας βίον ανδρός, αφήκεν εις τους αρίστους των ανθρώπων
+ανάμνησιν ήτις αποτελεί μνημείον πολύ υψηλότερον και εδραιότερον από
+τον τάφον σου, δουλοπρεπέστατε Καρ.
+
+
+25.
+&Νιρέως, Θερσίτου και Μενίππου.&
+
+
+ΝΙΡ. Να, ας καλέσωμεν τον Μένιππον να κρίνη ποίος είνε ωραιότερος.
+Δεν είμαι ευμορφότερος εγώ, Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Ποίοι είσθε; Διότι μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον αυτό να μάθω.
+
+ΝΙΡ. Ο Νιρεύς και ο Θερσίτης.
+
+ΜΕΝ. Ποίος είνε ο Νιρεύς και ποίος ο Θερσίτης; Διότι ούτε τούτο
+διακρίνεται.
+
+ΘΕΡΣ. Έχω ήδη ένα πλεονέκτημα, ότι ο Μένιππος σε αναγνωρίζει όμοιον
+με εμένα και δεν διαφέρεις όσον ο τυφλός εκείνος Όμηρος ηθέλησε να
+παραστήση λέγων ότι είσαι ο ωραιότερος όλων. Εγώ ο κρομμυδοκέφαλος
+και φαλακρός δεν εφάνηκα χειρότερος εις τον κριτήν. Τώρα δε, Μένιππε,
+κύτταξε να μας 'πης και ποίος είνε ο ευμορφότερος.
+
+ΝΙΡ. Έγω γε, ο Αγλαΐας και Χάροπος,
+ ως κάλλιστος ανήρ υπό ήλιον ήλθον {30}
+
+ΜΕΝ. Αλλά δεν μου φαίνεται να ήλθες και εις τον Άδην ωραιότερος,
+διότι τα μεν κόκκαλα είνε όμοια, το δε κρανίον σου κατά τούτο μόνον
+διαφέρει από το κρανίον του Θερσίτου, ότι είνε πλέον εύθραυστον•
+διότι είνε μαλακόν και όχι ανδρικόν.
+
+ΝΙΡ. Ερώτησε τον Όμηρον να μάθης πώς ήμουν όταν συνεξεστράτευσα με
+τους Αχαιούς.
+
+ΜΕΝ. Παραμύθια μου λες• εγώ βλέπω πώς είσαι σήμερον πώς δε ήσουν τότε
+το ξέρουν οι τότε.
+
+ΝΙΡ. Και όμως εγώ και εδώ είμαι ο ωραιότερος, Μένιππε.
+
+ΜΕΝ. Ούτε συ ούτε άλλος είναι ωραίος, διότι εις τον Άδην επικρατεί
+ισοτιμία και όλοι είμεθα όμοιοι.
+
+ΘΕΡΣ. Εις εμέ λοιπόν και τούτο είναι αρκετόν.
+
+
+26.
+&Μενίππου και Χείρωνος.&
+
+
+ΜΕΝ. Ήκουσα, Χείρων, ότι ενώ ήσουν θεός, επεθύμησες ν' αποθάνης.
+
+ΧΕΙΡ. Είνε αληθές αυτό που ήκουσες, Μένιππε, και ως βλέπεις, απέθανα
+ενώ ηδυνάμην να είμαι αθάνατος.
+
+ΜΕΝ. Και πώς σου ήλθεν αυτή η αγάπη προς τον θάνατον, ο οποίος
+συνήθως εις τους ανθρώπους είνε πράγμα απεχθές;
+
+ΧΕΙΡ. Θα σου το 'πω, διότι είσαι φρόνιμος άνθρωπος. Δεν έβρισκα πλέον
+καμμίαν ευχαρίστησιν εις την αθανασίαν.
+
+ΜΕΝ. Δεν σου ήτο ευχάριστον να ζης και να βλέπης το φως;
+
+ΧΕΙΡ. Όχι, Μένιππε• διότι εγώ νομίζω ότι το ευχάριστον υπάρχει εις
+την ποικιλίαν και όχι εις την μονοτονίαν. Εγώ δε ζων μίαν μακράν ζωήν
+και απολαμβάνων τα ίδια και τα ίδια, τον ήλιον, το φως, την τροφήν,
+ενώ αι ώραι του έτους ήρχοντο και παρήρχοντο όμοιαι και τα γεγονότα
+επίσης, ως να ηκολούθουν το ένα το άλλο, εκορέσθην από αυτά• διότι η
+τέρψις δεν υπάρχει εις τα αυτά πράγματα πάντοτε, αλλά και εις το να
+στερήται κανείς μερικά.
+
+ΜΕΝ. Σωστά λέγεις, Χείρων. Ο δε Άδης πώς σου φαίνεται, αφού τον
+επροτίμησες και ήλθες εδώ;
+
+ΧΕΙΡ. Δεν μου είνε δυσάρεστος η εδώ διαμονή• διότι η ισοτιμία είνε
+πολύ δημοκρατική και δεν είνε μεγάλη η διαφορά να ζη κανείς εις το
+φως ή εις το σκότος. Άλλως τε και εδώ ούτε διψούμεν, ούτε πεινούμεν,
+όπως επάνω, αλλ' είμεθα εντελώς απηλλαγμένοι όλων τούτων των αναγκών.
+
+ΜΕΝ. Πρόσεξε, Χείρων, μήπως αντιφάσκης προς τον εαυτόν σου και
+ευρεθής εις την ανάγκην να είπης τα ίδια και διά τα εδώ.
+
+ΧΕΙΡ. Πώς δηλαδή;
+
+ΜΕΝ. Αν εις την ζωήν τα πάντοτε όμοια και τα ίδια σου έφεραν κόρον,
+και τα εδώ επειδή είνε όμοια ομοίως δύνανται να σου φέρουν κόρον, και
+τότε θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητής να μεταβής και απ' εδώ εις
+άλλην ζωήν, το οποίον μου φαίνεται αδύνατον.
+
+ΧΕΙΡ. Τι να γείνη λοιπόν, Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Εκείνο το οποίον λέγουν, ότι ο φρόνιμος πρέπει ν' αρκήται και να
+ευχαριστήται εις τα υπάρχοντα και να μη νομίζη τίποτε εξ αυτών
+ανυπόφορον.
+
+
+27.
+&Διογένους, Αντισθένους και Κράτητος.&
+
+
+ΔΙΟΓ. Ακούσετε, Αντισθένη και Κράτη• αφού δεν έχομεν τίποτε να
+κάμωμεν, δεν πηγαίνομεν περίπατον μέχρι της εισόδου του Άδου, διά να
+ίδωμεν τους ερχόμενους, ποίοι είνε και τι κάνουν;
+
+ΑΝΤ. Πάμε, Διογένη. Το θέαμα θα είνε ευχάριστον να βλέπη κανείς
+άλλους μεν να κλαίουν, άλλους δε παρακαλούντας να τους αφήσουν, και
+μερικούς να αναγκάζουν τον Ερμήν να τους πιάνη από τον τράχηλον και
+να τους ωθή και πάλιν ν' αντιστέκωνται και να πίπτουν ανάσκελα προς
+ανωφελή αντίστασιν.
+
+ΚΡΑΤ. Να σας διηγηθώ εγώ τι είδα όταν κατέβαινα.
+
+ΔΙΟΓ. Να μας διηγηθής, Κράτη, διότι φαίνεται ότι θα είδες πολύ αστεία
+πράγματα.
+
+ΚΡΑΤ. Ήρχοντο πολλοί μαζή μας, μεταξύ δε αυτών ο Ισμηνόδωρος ο
+πλούσιος ο συμπολίτης μας, ο Αρσάκης ο ύπαρχος της Μηδίας και ο
+Αρμένιος Ορείτης. Λοιπόν ο Ισμηνόδωρος ο οποίος είχε φονευθή υπό
+ληστών κατά τον Κιθαιρώνα, ενώ επήγαινε εις την Ελευσίνα, νομίζω —
+εστέναζε και εκράτει την πληγήν του και ανέφερε τα παιδιά του, τα
+οποία αφήκε πολύ μικρά και μετενόει διά την τόλμην του, διότι ενώ
+επρόκειτο να διαβή τον Κιθαιρώνα και τα περίχωρα των Ελευθερών, τα
+οποία έχουν εντελώς ερημωθή υπό των πολέμων, είχε παραλάβει δύο μόνον
+δούλους, ενώ είχε μαζύ του πέντε χρυσάς φιάλας και τέσσερα ποτήρια. Ο
+δε Αρσάκης — ο οποίος ήτο ήδη ηλικιωμένος και αληθώς σεβάσμιος την
+όψιν —εξέφραζε εις βαρβαρικήν γλώσσαν την δυσφορίαν και την
+αγανάκτησίν του, διότι εβάδιζε πεζός και εζήτει να του φέρουν τον
+ίππον του. Διότι ο ίππος του είχεν αποθάνει συγχρόνως με αυτόν. Ένας
+Θραξ ακροβολιστής τους είχε φονεύσει και τους δύο δι ενός κτυπήματος
+εις την μάχην την γενομένην παρά τον ποταμόν Αράξην εναντίον του
+βασιλέως της Καππαδοκίας. Ο Αρσάκης, ως διηγείτο, έτρεχε,
+εξορμήσας πολύ προ των άλλων• ο δε Θραξ τον ανέμενε και προβαλών την
+ασπίδα απέκρουσε το κοντάρι του Αρσάκη, έπειτα δε διευθύνας εκ των
+κάτω την λόγχην διεπέρασε και αυτόν και τον ίππον.
+
+ΑΝΤ. πώς είνε δυνατόν, Κράτη, να γείνη αυτό με ένα κτύπημα;
+
+ΚΡΑΤ. Ευκολώτατα, Αντισθένη• ο Αρσάκης ήρχετο με ορμήν κρατών
+προτεταμένον κοντάρι είκοσι πήχεων, ο δε Θραξ, αφού διά της ασπίδος
+του απέκρουσε την επίθεσιν και απέφυγε το λόγχισμα, εγονάτισε και με
+την λόγχην προτεταμένην εδέχθη τον επερχόμενον και επλήγωσε κάτω του
+στήθους τον ίππον, ο οποίος εκ της ορμής του διεπεράσθη• διετρυπήθη
+δε και ο Αρσάκης εκ του βουβώνος πέρα πέρα. Ως βλέπεις το φοβερόν
+τούτο κτύπημα έγεινε μάλλον εξ αιτίας της ορμής του ίππου παρά εκ της
+θελήσεως και της δυνάμεως του ανθρώπου. Ηγανάκτει λοιπόν ο Αρσάκης
+διότι ετάσσετο εις την αυτήν με τους άλλους τάξιν και απήτει να
+καταβή έφιππος. Ο δε Ορείτης είχε τόσον αβρούς τους πόδας, ώστε ούτε
+να σταθή, ούτε να βαδίζη ηδύνατο. Τούτο δε συμβαίνει εις όλους σχεδόν
+τους Μήδους, όταν αφιππεύουν βαδίζουν, ως να πατούν επί ακανθών,
+ακροποδητί. Διά τούτο όταν έπεσε κάτω και δεν ήθελε κατ' ουδένα
+τρόπον να σηκωθή, ο Ερμής τον εσήκωσε και τον έφερε μέχρι της
+αποβάθρας, εγώ δε εγελούσα.
+
+ΑΝΤ. Και εγώ όταν κατέβαινα, δεν ανεμίχθην καθόλου με τους άλλους,
+αλλά τους αφήκα να κλαίουν και προτρέξας εισήλθα εις το πλοίον και
+κατέλαβα θέσιν διά να ταξειδεύσω με άνεσιν• κατά δε το ταξείδι οι μεν
+άλλοι έκλαιαν και ξερνούσαν, εγώ δε διεσκέδαζα με αυτούς.
+
+ΔΙΟΓ. Συ, Κράτη και Αντισθένη, είχατε αυτούς τους συνοδοιπόρους• εγώ
+δε είχα τον Βλεψίαν τον τοκιστήν από την Πίσαν, τον Λάμπιν τον
+Ακαρνάνα, τον αρχηγόν των ξένων μισθοφόρων και τον Δάμιν τον πλούσιον
+από την Κόρινθον. Εξ αυτών ο μεν Δάμις είχεν αποθάνει δηλητηριασθείς
+υπό του υιού του, ο δε Λάμπις ηυτοκτόνησεν εξ έρωτος προς την Μύρτιον
+την εταίραν, και ο Βλεψίας ελέγετο ότι είχεν αποθάνει εξ ασιτίας ο
+δυστυχής, το οποίον και εφαίνετο εις την μεγάλη του ωχρότητα και την
+άκραν εξασθένησιν. Εγώ δε αν και εγνώριζα τους ανέκρινα διά να μου
+'πουν κατά ποίον τρόπον απέθαναν. Και όταν ο Δάμις κατηγόρει τον υιόν
+του; Δεν έπαθες άδικα, του είπα, αφού είχες περιουσίαν χιλίων
+ταλάντων και συ μεν απελάμβανες που ήσουν εννενηκοντούτης, εις δε τον
+υιόν σου ο οποίος ήτο δέκα οκτώ ετών νέος έδιδες μόνον τεσσάρας
+οβολούς. Συ δε, Ακαρνάν, — διότι εστέναζε και αυτός και κατηράτο την
+Μύρτιον -- διατί αιτιάσαι τον έρωτα και όχι τον εαυτόν σου; Τους
+εχθρούς δεν εφοβήθης ποτέ και ήσουν πρώτος εις τους κινδύνους, και το
+πρώτον τυχόν γύναιον με τα ψευδή του δάκρυα και τους στεναγμούς σε
+υπεδούλωσε, γενναιότατε. Ο δε Βλεψίας κατηγόρει τον εαυτόν του ως
+πολύ ανόητον, διότι εφύλατε τα χρήματά του διά κληρονόμους αγνώστους,
+νομίζων ο ανόητος ότι δεν θ' απέθνησκε ποτέ. Εν γένει δε πολύ με
+διεσκέδασαν με τους στεναγμούς των. Αλλ' εφθάσαμεν εις την είσοδον
+και τώρα ας σταματήσωμεν εδώ και ας παρατηρούμεν εξ αποστάσεως τους
+ερχομένους. Πωπώ, είνε πάρα πολλοί και διάφοροι και όλοι δακρύουν
+εκτός των νεογνών και των νηπίων. Αλλά και οι πολύ γέροντες κλαίουν.
+Διατί αρά γε; Από αγάπην προς την ζωήν; Θέλω να ερωτήσω αυτόν τον
+υπέργηρον.—Διατί κλαίεις ενώ απέθανες τόσον ηλικιωμένος; Διατί τόσον
+σου κακοφαίνεται, φίλε μου, αφού έρχεσαι γέρων; Μήπως ήσουν πουθενά
+βασιλεύς;
+
+ΠΤΩ. Καθόλου.
+
+ΔΙΟΓ. Μήπως σατράπης;
+
+ΠΤΩ. Ούτε.
+
+ΔΙΟΓ. Λοιπόν μήπως ήσουν πλούσιος και αφήκες πολλάς απολαύσεις εις
+την ζωήν;
+
+ΠΤΩ. Τίποτε απ' αυτά. Είχα γείνει εννενήντα χρονών επάνω κάτω, εζούσα
+δε ζωήν δυστυχισμένην και ως μόνον πόρον είχα την ψαρρικήν με το
+καλάμι και την ορμιάν. Εκτός δε της μεγάλης φτώχειας, ήμουν άτεκνος,
+ήμουν κουτσός και μόλις έβλεπα.
+
+ΔΙΟΓ. Και μολονότι ευρίσκεσο εις αυτήν την κατάστασιν ήθελες να ζης;
+
+ΠΤΩ. Ναι, διότι το φως είνε ευχάριστον και ο θάνατος κακός και
+μαύρος.
+
+ΔΙΟΓ. Είσαι ανόητος, γέρω, και δεν ξέρεις το συμφέρον σου, σαν να
+ήσουν παιδί, ενώ είσαι ομήλικος του Χάρωνος. Τι να λέγη λοιπόν κανείς
+διά τους νέους όταν οι έχοντες τόσην ηλικίαν αγαπούν την ζωήν, ενώ
+έπρεπε να επιδιώκουν τον θάνατον ως φάρμακον των δυστυχιών του
+γήρατος; Αλλά καιρός να φύγωμεν διά να μη νομίση κανείς ότι
+σκεπτόμεθα να δραπετεύσωμεν, επειδή μας βλέπουν να περιφερώμεθα εδώ
+εις την είσοδον.
+
+
+28.
+&Μενίππου και Τειρεσίου.&
+
+ΜΕΝ. Εάν αληθώς είσαι τυφλός, ω Τειρεσία, δεν είνε εύκολον να το
+διακρίνη κανείς πλέον• διότι όλοι εδώ έχομεν ομοίως κενά τα μάτια,
+μόνον δε τα κοιλώματά των διατηρούνται• κατά δε τα άλλα δεν δύναται
+κανείς να είπη ποίος ήτο ο Φινεύς και ποιος ο Λυγκεύς. Ότι όμως ήσουν
+μάντις και ότι υπήρξες αρσενικός και θηλυκός το γνωρίζω από τους
+ποιητάς. Κάμε μου λοιπόν την χάριν να μου 'πης ποία ζωή σου εφάνη
+πλέον ευχάριστος, του ανδρός ή της γυναικός;
+
+ΤΕΙΡ. Πάρα πολύ καλλιτέρα η γυναικεία ζωή, Μένιππε, διότι έχει
+ολιγωτέρας φροντίδας. Εκτός δε τούτου αι γυναίκες διευθύνουν τους
+άνδρας, και ούτε εις τον πόλεμον πηγαίνουν, ούτε φρουρούν, ούτε εις
+τας συνελεύσεις του λαού συζητούν, ούτε εις τα δικαστήρια καλούνται.
+
+ΜΕΝ. Δεν ήκουσες, Τειρεσία, την Μήδειαν του Ευριπίδου, τι λέγει,
+ελεεινολογούσα την τύχην των γυναικών, ότι ζουν αθλίαν ζωήν και
+τραβούν αφόρητους πόνους κατά τον τοκετόν; Και — αφού οι στίχοι της
+Μηδείας μου το ενθύμισαν — δεν μου λες εγέννησες ποτέ όταν ήσουν
+γυναίκα,- ή στείρα και άγονος επέρασες την γυναικείαν ζωήν;
+
+ΤΕΙΡ. Διατί ερωτάς αυτό, Μένιππε;
+
+ΜΕΝ. Όχι για κακό, Τειρεσία• λοιπόν 'πες μου, αν δεν σ' εμποδίζη
+τίποτε.
+
+ΤΕΙΡ. Δεν ήμουν μεν στείρα, αλλά και δεν εγέννησα.
+
+ΜΕΝ. Καλά, αλλά ήθελα να μάθω αν είχες και μήτραν.
+
+ΤΕΙΡ. Είχα, πώς όχι;
+
+ΜΕΝ. Λοιπόν με τον καιρόν σου εξηφανίσθη η μήτρα και το γυναικείον
+όργανον εφράχθη και οι μαστοί απεσπάσθησαν και το ανδρικόν όργανον
+εφύτρωσε και έβγαλες γένεια, ή διά μιας από γυναίκα έγεινες άνδρας;
+
+ΤΕΙΡ. Δεν βλέπω τι σκοπόν έχει η ερώτησίς σου• φαίνεται λοιπόν ότι
+δεν πιστεύεις ότι έγειναν αυτά, όπως σου τα λέγω.
+
+ΜΕΝ. Ώστε δεν πρέπει κανείς, Τειρεσία, να δυσπιστή εις τοιαύτας
+διηγήσεις, αλλά χωρίς να εξετάζη αν είνε δυνατά ή μη να τα
+παραδέχεται, ως βλαξ;
+
+ΤΕΙΡ. Συ λοιπόν δεν πιστεύεις ούτε όταν ακούης ότι γυναίκες
+μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή δένδρα ή θηρία; όπως λ. χ. η Αηδών, η
+Δάφνη, ή του Λυκάονος η θυγατέρα;
+
+ΜΕΝ. Εάν συναντήσω και αυτάς πουθενά, θα τας ερωτήσω και θα μάθω τι
+λέγουν. Συ δε, όταν ήσουν γυναίκα, ήσουν και μάντις όπως κατόπιν, ή
+μόνον όταν έγεινες άνδρας έγεινες και μάντις;
+
+ΤΕΙΡ. Βλέπω ότι αγνοείς όλην μου την ιστορίαν, εκτός δε των άλλων ότι
+διέλυσα μίαν φιλονεικίαν των θεών και η μεν Ήρα με ετύφλωσε, ο δε
+Ζευς προς παρηγορίαν της συμφοράς μού έδωκε την μαντικήν δύναμιν.
+
+ΜΕΝ. Ακόμη επιμένεις εις τα ψεύδη σου, Τειρεσία; Αλλ' είσαι και συ
+όπως οι άλλοι μάντεις, οι οποίοι ποτέ δεν λέγουν τίποτε σωστόν.
+
+
+29.
+&Αίαντος και Αγαμέμνονος.&
+
+
+ΑΓΆΜ. Εάν συ παρεφρόνησες, Αία, και ηυτοκτόνησες, εφοβέρισες δε και
+ημάς όλους να μας φονεύσης, διατί κατηγορείς τον Οδυσσέα και προ
+ολίγου ούτε τον ητένισες, όταν ήλθε να ζητήση την γνώμην του
+Τειρεσίου, ούτε τον εχαιρέτισες, ενώ υπήρξε συστρατιώτης σου και
+φίλος, αλλ' επροσπέρασες βιαστικά και περιφρονητικώς;
+
+ΑΙΑΣ. Δικαίως, Αγαμέμνων, διότι αυτός έγεινεν αίτιος να
+παραφρονήσω• μόνος αυτός μου διεφιλονείκησε τα όπλα του Αχιλλέως.
+
+ΑΓΑΜ. Και είχες την αξίωσιν να μη συναγωνισθή κανείς και να
+υπερισχύσης αμαχητί όλων;
+
+ΑΙΑΣ. Τουλάχιστον εις αυτήν την περίστασιν, διότι τα όπλα ανήκον εις
+εμέ αφού ήσαν του ανεψιού μου. Και σεις μεν οι άλλοι, αν και ήσθε
+πολύ καλλίτεροι του Οδυσσέως, παρητήθητε από τον αγώνα και
+παρεχωρήσατε εις εμέ τα όπλα• ο υιός όμως του Λαέρτου, τον οποίον εγώ
+πολλάκις έσωσα όταν εκινδύνευε να σφαγή υπό των Φρυγών, επέμενεν ότι
+είνε καλλίτερός μου και ότι εις αυτόν μάλλον έπρεπαν τα όπλα.
+
+ΑΓΑΜ. Τότε μάλλον κατά της Θέτιδος πρέπει να παραπονήσαι, η οποία ενώ
+έπρεπε να σε κάμη κληρονόμον των όπλων, αφού είσαι συγγενής, τα έφερε
+και τα κατέθεσεν εις το κοινόν.
+
+ΑΙΑΣ. Όχι, κατά του Οδυσσέως παραπονούμαι ο οποίος μόνος επέμενε να
+τα πάρη.
+
+ΑΓΑΜ. Πρέπει να τον συγχωρήσης, Αία, διότι ως άνθρωπος επεθύμησε την
+δόξαν, πράγμα τόσον γλυκύ, διά το οποίον και ημείς οι άλλοι
+υπεφέραμεν κινδύνους. Άλλως σ' ενίκησεν, ως απεφάνθησαν και Τρώες
+κριταί.
+
+ΑΙΑΣ. Ξέρω εγώ ποίος με κατεδίκασε• αλλά δεν πρέπει να λέγωμεν τίποτε
+εναντίον των θεών. Δεν δύναμαι όμως να μη μισώ τον Οδυσσέα,
+Αγαμέμνων, και αν ακόμη αυτή η Αθηνά με διέτασσε το εναντίον.
+
+
+30.
+&Μίνωος και Σωστράτου.&
+
+
+ΜΙΝ. Αυτός εδώ ο ληστής Σώστρατος ας ριφθή εις τον Πυριφλεγέθοντα, ο
+ιερόσυλος ας σπαραχθή υπό της Χιμαίρας, ο δε τύραννος, ω Ερμή, ας
+σταυρωθή πλησίον του Τιτυού και να του τρώγουν οι γύπες τα ήπατα•
+σεις δε οι δίκαιοι, πηγαίνετε αμέσως εις το Ηλύσιον πεδίον και
+κατοικείτε εις τας νήσους των Μακάρων, εις αμοιβήν των καλών σας
+πράξεων εις την ζωήν.
+
+ΣΩΣΤΡ. Άκουσε, ω Μίνω, διά να κρίνης αν έχω δίκαιον.
+
+ΜΙΝ. Πάλιν θα σε ακούσω; Δεν απεδείχθη ότι είσαι κακούργος και ότι
+τόσους ανθρώπους εφόνευσες;
+
+ΣΩΣΤΡ. Βέβαια, αλλά πρέπει να εξετάσης αν και δικαίως θα τιμωρηθώ.
+
+ΜΙΝ. Πολύ δικαίως, αφού πρέπει να τιμωρηθής κατά τα έργα σου.
+
+ΣΩΣΤΡ. Σε παρακαλώ να μου απαντήσης• θα σου κάμω μίαν σύντομον
+ερώτησιν.
+
+ΜΙΝ. Λέγε, αλλά μη πολυλογάς διότι έχω και άλλους να δικάσω.
+
+ΣΩΣΤΡ. Όσα έκανα όταν εζούσα τα έκανα εκουσίως, ή η Μοίρα μου είχεν
+ορίσει να τα κάμω;
+
+ΜΙΝ. Βέβαια η Μοίρα.
+
+ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν και οι αγαθοί και οι κακοί όλοι υπήρξαμεν τοιούτοι,
+διότι ούτω ηθέλησεν η Μοίρα;
+
+ΜΙΝ. Ναι, η Κλωθώ, η οποία εις έκαστον κατά την γέννησίν του ορίζει
+τι θα πράξη.
+
+ΣΩΣΤΡ. Εάν λοιπόν κανείς αναγκασθή υπό άλλου, εις τον οποίον δεν
+δύναται να παρακούη, όπως ο δήμιος αν διαταχθή υπό δικαστού και ο
+δορυφόρος αν διαταχθή υπό τυράννου, και φονεύση άνθρωπον, ποίον θα
+κατηγορήσης διά τον φόνον;
+
+ΜΙΝ. Εννοείται, τον δικαστήν ή τον τύραννον, διότι δεν δύναται,
+κανείς να κατηγορήση διά τον φόνον το όπλον το οποίον χρησιμεύει ως
+απλούν όργανον της οργής του φονέως.
+
+ΣΩΣΤΡ. Ευχαριστώ, Μίνω, διότι δυναμόνεις το παράδειγμά μου. Εάν δε
+έλθη ένας υπηρέτης εκ μέρους του κυρίου του και μας φέρη χρυσόν ή
+άργυρον, εις ποίον πρέπει να γνωρίζωμεν την χάριν και ποίον πρέπει να
+θεωρούμεν ευεργέτην;
+
+ΜΙΝ. Εκείνον όστις μας έστειλε τον χρυσόν• εκείνος όστις τον έφερε
+έκαμε μόνον τον κόπον.
+
+ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν βλέπεις ότι αδίκως μας τιμωρείς διότι επράξαμεν όσα η
+Κλωθώ διέταξε και ευχαριστείς τους υπηρέτας διά δώρα ξένα; Διότι δεν
+δύναται κανείς να είπη ότι ήτο δυνατόν να παρακούσωμεν εις διαταγάς
+τόσον επιτακτικάς.
+
+ΜΙΝ. Άκουσε, Σώστρατε, και πολλά άλλα, αν καλώς εξετάσης, θα ίδης ότι
+δεν γίνονται λογικώς. Αλλ' από την ερώτησίν σου αποδεικνύεσαι ότι δεν
+είσαι μόνον ληστής, αλλά και ρήτωρ. Και δι' αυτό απόλυσέ τον, Ερμή,
+και ας μη τιμωρηθή. Αλλά πρόσεξε να μη διδάξης και τους άλλους
+νεκρούς να μου κάνουν τοιαύτας ερωτήσεις.
+
+
+
+
+&ΜΕΝΙΠΠΟΣ Η ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ&
+
+
+
+
+
+&Μένιππος και Φίλωνίδης.&
+
+ΜΕΝ. ω Χαίρε μέλαθρον προ πυλά θ' εστίας εμής,
+ ως άσμενός σε γ' είδον ές φάος μολών. {31}
+
+ΦΙΛ. Δεν είνε αυτός ο Μένιππος ο κυνικός; Βέβαια δεν είνε άλλος,
+εκτός εάν εγώ δεν βλέπω καλά• όλος κι' όλος ο Μένιππος. Αλλά τι
+αλλόκοτος ενδυμασία είνε αύτη; Φορεί πίλον και δέρμα λέοντος και
+κρατεί λύραν. Ας τον πλησιάσω. Χαίρε, Μένιππε• από πού μας έρχεσαι;
+διότι έχεις πολύν καιρόν να φανής εις την πόλιν.
+
+ΜΕΝ. Ήκω νεκρών κευθμώνα και σκότου πύλας
+ λιπών, ίν' Άδης χωρίς ώκισται θεών. {32}
+
+ΦΙΛ. Περίεργον, ο Μένιππος είχεν αποθάνει χωρίς να το μάθωμεν. Και
+έπειτα πάλιν εξανάζησες;
+
+ΜΕΝ. Ουκ, αλλ' ετ' έμπνουν Αίδης μ' εδέξατο. {33}
+
+ΦΙΛ. Και η αιτία αυτού του πρωτοφανούς και παραδόξου ταξειδίου σου;
+
+ΜΕΝ. Νεότης μ' επήρε και θράσος του νου πλέον.{34}
+
+ΦΙΛ. Παύσε, ευλογημένε, να παίζης τραγωδίαν, ξεπέζευσε από τους
+ιάμβους και πες μου εις απλήν γλώσσαν τι είνε αυτή η στολή και ποία
+ανάγκη σε, έκαμε να ταξειδεύσης εις τον κάτω κόσμον, διότι δεν είνε,
+φαίνεται, ευχάριστον τοιούτον ταξείδι, ώστε να το επιχειρή κανείς
+χωρίς ανάγκην.
+
+ΜΕΝ. ω φιλότης χρειώ με κατήγαγεν εις Αίδαο
+ ψυχή χρησόμενον Θηβαίου Τειρεσίου.{35}
+
+ΦΙΛ. Τι έπαθες, τρελλάθηκες; με στίχους της τραγωδίας ομιλείς προς
+τους φίλους σου;
+
+ΜΕΝ. Μη απορής, φίλε μου• διότι προ ολίγου ακόμη, ήμουν με τον
+Ευριπίδην και τον Όμηρον και χωρίς να το καταλάβω εγέμισα από
+στίχους, οι οποίοι αυτομάτως ανεβαίνουν εις το στόμα μου. Αλλά δεν
+μου λες πώς τα περνάτε εδώ εις την γην και τι γίνεται εις την πόλιν;
+
+ΦΙΛ. Τίποτε νέον, αλλ' όπως και προτήτερα, κλέπτουν, επιορκούν,
+τοκογλυφούν, φιλαργυρεύονται.
+
+ΜΕΝ. Ω τους αθλίους και δυστυχείς• δεν γνωρίζουν τι νόμοι εψηφίσθησαν
+προ ολίγου καιρού και τι ψηφίσματα έγειναν εναντίον των πλουσίων, τα
+οποία, μα τον Κέρβερον, κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να διαφύγουν.
+
+ΦΙΛ. Τι λες; Έγειναν νεώτεροι νόμοι εις τον κάτω κόσμον περί των εδώ;
+
+ΜΕΝ. Και πολλοί, μα τον Δία. Αλλά δεν επιτρέπεται να λέγωνται αυτά
+προς όλους και να φανερόνωνται τα απόρρητα, μήπως και κανείς με
+καταγγείλη επί ασεβεία προς τον Ραδάμανθυν.
+
+ΦΙΛ. Σε παρακαλώ, Μένιππε, μη μου τα κρύψης• είμαι φίλος σου και
+γνωρίζω να κρατώ μυστικά, εκτός δε τούτου είμαι και μεμυημένος εις τα
+μυστήρια.
+
+ΜΕΝ. Μου απαιτείς δύσκολον πράγμα και επικίνδυνον, αλλά τέλος πάντων
+προς χάριν σου θα το αποτολμήσω. Απεφασίσθη λοιπόν, όπως οι πλούσιοι
+και πολυχρήματοι, όσοι κρατούν κατάκλειστον τον χρυσόν, όπως την
+Δανάην...
+
+ΦΙΛ. Σε παρακαλώ όμως πριν μου αναφέρης τα αποφασισθέντα να μου 'πης
+εκείνα τα οποία ενδιαφέρομαι περισσότερον ν' ακούσω, δηλαδή πώς σου
+επήλθεν η ιδέα να κατεβής εις τον Άδην, ποίος σου εχρησίμευσεν ως
+οδηγός, έπειτα δε τι είδες και τι ήκουσες εκεί κάτω• διότι ως
+φιλόκαλος άνθρωπος που είσαι δεν θα παρέλειψες τίποτε εκ των
+αξιοθεάτων και αξιακούστων.
+
+ΜΕΝ. Θα σου κάμω και αυτήν την χάριν διότι τι να κάμη κανείς όταν
+φίλος άνθρωπος τον παρακαλή; Λοιπόν θα σου ομιλήσω πρώτα περί της
+αποφάσεώς μου και της αφορμής της καθόδου μου. Αφ' ότου ήμουν παιδί,
+ακούων τας διηγήσεις του Ομήρου και Ησιόδου περί πολέμων και
+στασιασμών όχι μόνον των ημιθέων, αλλά και αυτών των θεών, προσέτι δε
+περί μοιχειών αυτών και βιασμών και αρπαγών, περί δικών και
+εκθρονισμών πατέρων υπό των τέκνων αυτών και γάμων μεταξύ αδελφών,
+ενόμιζα ότι όλα αυτά είνε καλά και ζωηρώς επόθουν να τα μιμηθώ. Αλλ'
+όταν ήρχισα να ενηλικιούμαι, έβλεπα ότι οι νόμοι διατάσσουν,
+αντιθέτως προς τους ποιητάς, να μη μοιχεύωμεν, ούτε να στασιάζωμεν,
+ούτε ν' αρπάζωμεν. Ευρέθηκα λοιπόν εις μεγάλην αμφιβολίαν, μη
+γνωρίζων ποίαν διαγωγήν ν' ακολουθήσω. Διότι ούτε οι θεοί εφανταζόμην
+θα εμοίχευαν και θα εστασίαζαν μεταξύ των, εάν δεν ενόμιζαν αυτά
+καλά, ούτε πάλιν οι νομοθέται θα μας συνεβούλευαν τα εναντία, εάν δεν
+τα ενόμιζαν ως ωφελιμώτερα. Εις την απορίαν μου εσκέφθηκα να υπάγω να
+εύρω τους λεγομένους φιλοσόφους, να τεθώ εις την διάθεσίν των και να
+τους παρακαλέσω να με μεταχειρισθούν όπως θέλουν και να μου
+υποδείξουν ένα απλούν και ασφαλή τρόπον ζωής. Με τοιαύτας σκέψεις
+επήγα προς αυτούς, αλλά δεν ενόησα ότι έπεφτα εις την φωτιάν, κατά το
+λεγόμενον, διά ν' αποφύγω τον καπνόν. Διότι όταν τους εγνώρισα ευρήκα
+εις αυτούς τόσην άγνοιαν και αμφιβολίαν, ώστε να μου φανούν εν
+συγκρίσει προς αυτούς πολύ σοφώτεροι εις τον τρόπον του ζην οι απλοί
+άνθρωποι. Ο είς εξ αυτών λ.χ. εδίδασκε ν' απολαμβάνωμεν πάσαν ήδονήν
+και μόνον την ηδονήν να επιζητώμεν εις όλα, διότι αυτά είνε η τελεία
+ευτυχία• ο άλλος εξ εναντίας εδίδασκε να εργαζώμεθα διηνεκώς και να
+μοχθούμεν, να σκληραγωγούμεν το σώμα και να είμεθα ρυπαροί και
+ελεεινοί, να ενοχλούμεν δε τους πάντας και να τους υβρίζωμεν και
+συχνά επανελάμβανε τους πασίγνωστους στίχους του Ησιόδου περί αρετής,
+περί του ιδρώτος και περί της αναβάσεως εις την κορυφήν• {36} άλλος
+συνεβούλευε να περιφρονούμεν τα πλούτη και ν' αδιαφορούμεν διά την
+απόκτησιν αυτών• άλλος εξ εναντίας ήτο της γνώμης ότι και ο πλούτος
+είνε κάτι αγαθόν. Αλλά τι να σου είπω διά τας γνώμας των περί του
+κόσμου; Σου ομολογώ ότι όταν τους ήκουα καθ' εκάστην να ομιλούν περί
+ιδεών και ασωμάτων και ατόμων και περί κενών και να επαναλαμβάνουν
+πλήθος τοιούτων λέξεων, μου ήρχετο αναγούλα. Και το γελοιωδέστερον εξ
+όλων είνε ότι και όταν ωμίλουν περί πραγμάτων εντελώς αντιθέτων
+εύρισκαν επιχειρήματα τόσον πιθανά και πειστικά, ώστε να μη δύναται
+κανείς να τους αντικρούη και όταν υπεστήριζαν ότι το θερμόν και το
+ψυχρόν είνε το ίδιον πράγμα, ενώ γνωρίζομεν σαφώς ότι θερμόν και
+ψυχρόν δεν δύναται να είνε συγχρόνως ένα πράγμα. Μου συνέβαινε λοιπόν
+ακριβώς ό,τι εις τους νυστάζοντας, οίτινες οτέ μεν κατανεύουν οτέ δε
+ανανεύουν. Αλλ' έτι μάλλον παράλογον ήτο το ακόλουθον• παρακολουθών
+αυτούς παρετήρουν ότι αι πράξεις των ήσαν εντελώς εναντίαι προς την
+διδασκαλίαν των διότι οι διδάσκοντες την περιφρόνησιν του πλούτου
+παρετήρουν ότι είχαν άπληστον όρεξιν χρημάτων και περί τόκων
+εφιλονείκουν και επί πληρωμή εδίδασκαν και τα πάντα χάριν των
+χρημάτων υπέφεραν. Εκείνοι δε οίτινες εδίδασκον την περιφρόνησιν της
+δόξης έπρατταν και έλεγαν τα πάντα χάριν αυτής• ενώ δε όλοι σχεδόν
+κατηγόρουν τας απολαύσεις, ιδιαιτέρως εις αυτάς ήσαν αφιερωμένοι.
+
+Όταν λοιπόν είδα και αυτήν μου την ελπίδα να διαψευσθή, έτι μάλλον
+ελυπούμην, αλλ' επροσπαθούσα να παρηγορήσω τον εαυτόν μου με την
+σκέψιν ότι και άλλοι πολλοί, μεταξύ των οποίων και σοφοί και λίαν
+φημιζόμενοι διά την σύνεσίν των, δεν εγνώριζαν την αλήθειαν. Ενώ δε
+κάποτε αγρυπνούσα με τοιαύτας σκέψεις, απεφάσισα να υπάγω εις την
+Βαβυλώνα και να παρακαλέσω κανένα εκ των μάγων μαθητών και διαδόχων
+του Ζωροάστρου, περί των οποίων είχα ακούσει να λέγεται ότι με επωδάς
+και διαφόρους μαγείας δύνανται ν' ανοίξουν τας πύλας του Άδου, να
+κατεβάζουν οποίον θέλουν και να τον ανεβάζουν πάλιν οπίσω. Ως
+καλλίτερον λοιπόν έκρινα να κατέβω με την βοήθειαν κανενός εξ αυτών
+και να υπάγω προς τον Βοιωτόν Τειρεσίαν διά να μάθω παρ' αυτού, αφού
+ήτο μάντις και σοφός, ποία είνε η καλλιτέρα ζωή, την οποίαν πρέπει να
+προτιμήση ο φρόνιμος άνθρωπος• και αμέσως ανεπήδησα και έτρεξα με
+σπουδήν και κατ' ευθείαν εις την Βαβυλώνα. Άμα δε έφθασα εκεί, ευρήκα
+ένα εκ των Χαλδαίων, σοφόν και θαυμαστόν κατά την τέχνην, ο οποίος
+είχε λευκήν την κόμην και γενειάδα σεβάσμιαν, ωνομάζετο δε
+Μιθροβαρζάνης. Τον παρεκάλεσα και τον καθικέτευσα και μετά δυσκολίας
+τον έπεισα να με οδήγηση εις τον Άδην με οίαν δήποτε αμοιβήν ήθελε. Ο
+μάγος με παρέλαβε και κατ' αρχάς μεν επί είκοσι εννέα ημέρας, αρχίσας
+από την νέαν σελήνην, με έλουε• κατά την αυγήν με ωδήγει εις τον
+Ευφράτην, όταν δε ανέτελλεν ο ήλιος μου απήγγελλε λόγια τα οποία μου
+ήσαν ακατάληπτα• όπως οι αμαθείς κήρυκες των αγώνων, έλεγε τους
+λόγους του βιαστικούς και ακατανοήτους• ηδύνατό τις όμως να μαντεύση
+ότι κάποιους θεούς επεκαλείτο. Μετά την επωδήν αυτήν και αφού μου
+έπτυε τρεις φορές κατά πρόσωπον, επέστρεφα χωρίς ν' ατενίζω κανένα εκ
+των συναντωμένων. Ως τροφήν μου έδιδεν ακροβλάσταρα της δρυός, ως
+ποτόν δε γάλα και υδρόμελι και νερόν του ποταμού Χοάσπου. Εκοιμώμουν
+δε έξω επάνω εις τα χόρτα. Αφού δε ενόμισεν αρκετήν αυτήν την
+προπαρασκευήν, με ωδήγησε περί το μεσονύκτιον εις τον Τίγρητα
+ποταμόν, όπου με έπλυνε, με εσπόγγισε, με εξήγνισε, όπως εξαγνίζουν
+τους νεκρούς, με δαδιά και σκυλοκρόμμυδον και άλλα διάφορα. Αφού δε
+εψιθύρισε την επωδήν εκείνην, με εμάγευσε όλον και διέγραψε κύκλους
+γύρω μου διά να μη με κακοποιήσουν τα φαντάσματα, με ωδήγησε πάλιν
+εις το σπήτι του, αλλά με υπεχρέωσε να οπισθοβατώ. Κατά το υπόλοιπον
+δε της νυκτός εκάμαμεν τας ετοιμασίας μας διά το ταξείδι. Ο μεν
+Μιθροβαρζάνης εφόρεσε μίαν μαγικήν στολήν κατά πολύ ομοιάζουσαν με το
+Μηδικόν ένδυμα, έπειτα δε έφερε και μ' εστόλισε με αυτόν τον πίλον
+και την λεοντήν και μου έδωκε να κρατώ την λύραν, μου παρήγγειλε δε
+εάν μ' ερωτήσουν πώς ονομάζομαι να μη λέγω Μένιππος, αλλ' Ηρακλής ή
+Οδυσσεύς ή Ορφεύς.
+
+ΦΙΛ. Γιατί αυτό, Μένιππε; Διότι ούτε των ονομάτων, ούτε της
+ενδυμασίας την σημασίαν εννοώ.
+
+ΜΕΝ. Και όμως το πράγμα είνε φανερόν και όχι δύσκολον να εννοηθή.
+Επειδή εκείνοι άλλοτε κατέβηκαν ζωντανοί εις τον Άδην, εσκέπτετο ότι
+αν με εξωμοίωνε προς αυτούς, ευκόλως θα διεφεύγαμεν την προσοχήν του
+Αιακού και ανεμποδίστως θα εισηρχόμεθα, χάρις εις την μεταμφίεσιν
+εκείνην την θεατρικήν εις την οποίαν ο Αιακός είνε συνηθισμένος.
+Ήρχισεν ήδη να φέγγη και κατεβήκαμεν εις τον ποταμόν διά ν'
+αναχωρήσωμεν. Είχε δε ετοιμασθή κατά παραγγελίαν του πλοίον και
+σφάγια διά θυσίαν και υδρόμελι και άλλα χρήσιμα διά την τελετήν.
+Επιβιβάσαντες δε όλα αυτά τα εφόδια εισήλθαμεν και ημείς και
+
+βαίνομεν αχνύμενοι, θαλερόν κατά δάκρυ χέοντες. {37}
+
+Επί τινα καιρόν το πλοίον μας ηκολούθει το ρεύμα του ποταμού• έπειτα
+δε εισήλθαμεν εις το έλος και την λίμνην, όπου ο Ευφράτης χύνεται•
+αφού δε επεράσαμεν και την λίμνην εφθάσαμεν εις μέρος έρημον, δασώδες
+και σκιερόν, όπου απεβιβάσθημεν. Ο Μιθροβαρζάνης προηγείτο. Εσκάψαμεν
+δε λάκκον, εσφάξαμεν τα πρόβατα και εκάμαμεν σπονδάς χύνοντες γύρω
+εις τον λάκκον το αίμα. Ο δε μάγος εν τω μεταξύ τούτω κρατών δάδα
+αναμμένην, όχι πλέον με σιγανήν φωνήν, αλλά με όλην του την δύναμιν
+εφώναζε και επεκαλείτο όλους τους καταχθονίους θεούς και τας Ποινάς
+και τας Εριννύας
+
+και νυχίαν Εκάτην και επαινήν Περσεφόνειαν {38}
+
+αναμιγνύων συγχρόνως βαρβαρικάς τινας, ακαταλήπτους και πολυσυλλάβους
+λέξεις. Ευθύς δε όλος ο τόπος εσείσθη και υπό της μαγικής επωδής
+εσχίσθη το έδαφος και ηκούετο μακρυνόν το γαύγισμα του Κερβέρου. Και
+η στιγμή ήτο πολύ φοβερά και τρομακτική,
+
+έδδεισεν δ' υπένερθεν άναξ ενέρων Αϊδωνεύς{39}
+
+διότι εφαίνοντο ήδη τα περισσότερα μέρη του Άδου, η λίμνη και ο
+Πυριφλεγέθων και του Πλούτωνος τα ανάκτορα. Καταβάντες δε διά του
+χάσματος ευρήκαμεν τον Ραδάμανθυν ημιθανή εκ του τρόμου• ο δε
+Κέρβερος υλάκτησεν ολίγον και εκινήθη διά να ορμήση εναντίον μας,
+αλλ' εγώ έσπευσα και έκρουσα την λύραν και αμέσως η μουσική τον
+εγοήτευσε και τον κατεπράυνε. Όταν εφθάσαμεν εις την λίμνην, παρ'
+ολίγον να μη δυνηθώμεν να περάσωμεν• διότι το πλοιάριον ήτο ήδη
+γεμάτον και ανεδίδετο εξ αυτού θρήνος, καθότι οι επιβάται του ήσαν
+όλοι τραυματίαι και είχον άλλος μεν τον πόδα, άλλος δε την κεφαλήν
+και άλλος άλλο μέλος του σώματος πληγωμένον. Φαίνεται ότι ήρχοντο από
+κάποιον πόλεμον. Αλλ' ο καλός Χάρων άμα είδε την λεοντήν, νομίσας ότι
+είμαι ο Ηρακλής, με εδέχθη εις το πλοίον και ευχαρίστως μ' επέρασεν,
+όταν δε απεβιβάσθημεν μας έδειξε και τον δρόμον. Όταν ευρέθημεν εις
+το σκότος επροπορεύετο ο Μιθροβαρζάνης, ηκολούθουν δε εγώ και τον
+εκράτουν από το ένδυμα έως ου εφθάσαμεν εις μέγα λειβάδι κατάφυτον
+από ασφοδέλους, όπου επετούσαν γύρω μας με θόρυβον αι σκιαί των
+νεκρών. Προχωρήσαντες εφθάσαμεν μετ' ολίγον εις το δικαστήριον του
+Μίνωος, τον οποίον ευρήκαμεν να κάθηται επί θρόνου υψηλού, εκατέρωθεν
+δε αυτού εστέκοντο αι Ποιναί, αι Εριννύες και οι εκδικηταί Δαίμονες.
+Εξ άλλου μέρους ωδηγούντο εις το Δικαστήριον δεμένοι με αλυσσίδα
+μακράν κατά σειράν πολυάριθμοι, περί των οποίων ελέγετο ότι είνε
+μοιχοί, πορνοβοσκοί, άρπαγες, κόλακες και συκοφάνται και όλον το
+πλήθος εκείνων οίτινες φέρουν αναστατώσεις εις την ζωήν των ανθρώπων.
+Χωριστά δε ωδηγούντο οι πλούσιοι και οι τοκογλύφοι, ωχροί και
+προγάστορες και χωλαίνοντες από ποδάγραν, δεσμευμένοι έκαστος με
+κλοιόν και κόρακα {40} βάρους δύο ταλάντων. Σταματήσαντες λοιπόν ημείς
+εβλέπαμεν τα γινόμενα και ηκούαμεν τας απολογίας. Ως κατήγοροι δε
+παρίσταντο παράδοξοι και πρωτοφανείς ρήτορες.
+
+ΦΙΛ. Δηλαδή ποίοι ήσαν αυτοί; Θέλω να το μάθω και αυτό.
+
+ΜΕΝ. Γνωρίζεις τας σκιάς τας οποίας σχηματίζουν τα σώματα όταν τα
+κτυπά ο ήλιος.
+
+ΦΙΛ. Πώς όχι;
+
+ΜΕΝ. Αύται λοιπόν αι σκιαί, όταν αποθάνωμεν, κατηγορούν και μαρτυρούν
+και αποδεικνύουν όσα επράξαμεν εις την ζωήν και φαίνονται λίαν
+αξιόπιστοι μάρτυρες, διότι πάντοτε μας παρακολουθούν και ουδέποτε μας
+αποχωρίζονται. Ο δε Μίνως, αφού εξήταζεν επιμελώς ένα έκαστον, τον
+απέπεμπεν εις τον τόπον των ασεβών διά να τιμωρηθή αναλόγως των κακών
+του πράξεων, εφαίνετο δε αυστηρός προ πάντων εις εκείνους οίτινες
+υπερηφανεύοντο διά πλούτον και αξιώματα και είχον περίπου την αξίωσιν
+να προσκυνούνται. Ο δικαστής του Άδου τους απηχθάνετο κυρίως διά την
+εφήμερον αλαζονείαν και υπεροψίαν, διότι ελησμόνουν ότι και αυτοί
+ήσαν θνητοί, θνητά δε και τα καλά τα οποία είχαν λάβει παρά της
+τύχης. Αυτοί δε, αφού απέβαλλαν όλα τα λαμπρά εκείνα εφόδια, εννοώ τα
+πλούτη και την ευγένειαν και τα αξιώματα, παρίσταντο γυμνοί και κάτω
+νεύοντες και εφαίνοντο ως να ωνειρεύοντο την ευτυχίαν την οποίαν
+αφήκαν εις την ζωήν. Εγώ δε βλέπων ταύτα, ησθανόμην μεγάλην χαράν και
+αν ανεγνώριζα κανένα, επλησίαζα και χαμηλοφώνως του υπενθύμιζα τι ήτο
+εις την ζωήν και πόσον εφούσκωνε τότε όταν από πρωίας ανέμεναν πολλοί
+εις τα πρόθυρα της κατοικίας του και επερίμεναν την εμφάνισίν του,
+ενώ οι υπηρέται του τους απεδίωκαν και έκλειαν προ αυτών την θύραν•
+αυτός δε, αν κατεδέχετο επί τέλους να εμφανισθή επ' ολίγον,
+καταστόλιστος και χρυσοκόσμητος, ενόμιζεν ότι θα έδιδε την
+ευδαιμονίαν και την μακαριότητα εις εκείνους εις τους οποίους θ'
+απηύθυνε χαιρετισμόν και θα προσέφερε το στήθος ή την δεξιάν του προς
+ασπασμόν. Και εκείνοι ελυπούντο ακούοντες αυτά.
+
+Αλλ' ο Μίνως εδίκασε και μίαν υπόθεσιν κατά χάριν. Ο Διονύσιος ο
+Σικελιώτης κατηγορήθη διά πολλά και ανόσια υπό του Δίωνος, τα οποία
+επεμαρτύρησεν η σκιά, και θα παρεδίδετο εις την Χίμαιραν, ότε ο
+Αρίστιππος ο Κυρηναίος, ο οποίος πολύ τιμάται και έχει μεγάλην
+επιρροήν εις τον Άδην, προσήλθε και τον έσωσε από την καταδίκην,
+διότι εβεβαίωσεν ότι πολλούς εκ των πεπαιδευμένων εβοήθησε και
+υπεστήριξε διά χρημάτων.
+
+Αναχωρήσαντες έπειτα από το δικαστήριον, επήγαμεν εις το κολαστήριον.
+Εκεί, φίλε μου, δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον λυπηρά πράγματα
+ηκούσαμεν και είδαμεν. Ηκούοντο συγχρόνως κτύποι ραβδισμών και
+κραυγαί των ψηνομένων εις την φωτιάν, και ελειτούργουν παντοία
+βασανιστήρια, στρέβλαι και κύφωνες και τροχοί, και η Χίμαιρα
+εσπάρασσε σάρκας, ο δε Κέρβερος κατεβρόχθιζε. Εκολάζοντο δε συγχρόνως
+βασιλείς, δούλοι, σατράπαι, πτωχοί και πλούσιοι και όλοι κλαίοντες
+μετενόουν δι' όσα κακά είχαν πράξει. Ανεγνωρίσαμεν μεταξύ αυτών και
+μερικούς εκ των προ ολίγου καιρού αποθανόντων• αυτοί δε έκρυπτον το
+πρόσωπον αυτών αισχυνόμενοι και όσοι μας προσέβλεπον είχον εις το
+βλέμμα πολύ το δουλοπρεπές και κολακευτικόν, αυτοί οίτινες υπήρξαν
+τόσον αγέρωχοι και υπερόπται εις την ζωήν. Αλλ' εις τους πτωχούς η
+τιμωρία ήτο επιεικεστέρα• διότι είχε και διακοπάς αναπαύσεως.
+
+Αλλ' είδα και τους περιφήμους κολασμένους, τον Ιξίωνα και τον
+Σίσυφον, τον Φρύγα Τάνταλον βασανιζόμενον υπό της δίψης και τον εκ
+της Γης γεννηθέντα Τιτυόν. Θεέ μου, πόσος ήτο ! Κατείχε χώρον
+ολοκλήρου αγρού.
+
+Αφού είδαμεν και τούτους, εισήλθαμεν εις την Αχερουσίαν πεδιάδα, όπου
+ευρήκαμεν τους ημιθέους και τας ηρωίδας και το άλλο πλήθος των
+νεκρών, οι οποίοι διέμεναν κατά έθνη και φυλάς, και οι μεν ήσαν
+παλαιοί και μουχλιασμένοι και ως λέγει ο Όμηρος, αμενηνοί{41}, οι δε
+νεοφερμένοι και στερεώτεροι, μάλιστα δε όσοι εξ αυτών ήσαν Αιγύπτιοι
+και ήσαν βαλσαμωμένοι. Δεν ήτο όμως εύκολον να γνωρίση κανείς κανένα
+μεταξύ αυτών• διότι όλοι γίνονται εντελώς όμοιοι προς αλλήλους, άμα
+γυμνωθούν τα οστά• αλλά δι' επιμόνου παρατηρήσεως και μετά δυσκολίας
+ανεγνωρίζαμεν μερικούς. Ήσαν δε 'ξαπλωμένοι οι μεν επί των δε,
+μαυρισμένοι και άσχημοι και μη διατηρούντες τίποτε από τα κάλλη της
+ζωής. Και ενώ έβλεπα τόσους σκελετούς συσσωρευμένους και όλους
+ομοίους, οι οποίοι είχον το βλέμμα κενόν και φοβερόν και εδείκνυον
+τους οδόντας χωρίς χείλη, εσκεπτόμην με απορίαν πώς είνε δυνατόν να
+διακρίνω τον Θερσίτην από τον ωραίον Νιρέα ή τον επαίτην γέρον από
+τον βασιλέα των Φαιάκων ή τον μάγειρον Πυρρίαν από τον Αγαμέμνονα•
+διότι δεν διετήρουν κανέν από τα παλαιά γνωρίσματα, αλλ' ήσαν όμοια
+τα κόκκαλα, αγνώριστα και χωρίς κανέν διακριτικόν σημείον, και κανείς
+δεν ηδύνατο να τα διακρίνη.
+
+Ενώ δε παρετήρουν αυτά, η ζωή των ανθρώπων μου εφαίνετο ότι ομοιάζει
+με μακράν πομπήν, της οποίας τα καθέκαστα διατάσσει και τακτοποιεί η
+τύχη, ενδύουσα με διαφόρων ειδών και χρωμάτων ενδύματα τους
+πομπευτάς• και άλλον μεν κατά προτίμησιν ενδύει ως βασιλέα και θέτει
+επί της κεφαλής του τιάραν, τον περιβάλλει με δορυφόρους και στέφει
+την κεφαλήν του με το διάδημα, εις άλλον δε δίδει σχήμα δούλου, άλλον
+κάνει ωραίον και άλλον άσχημον και γελοίον, διότι πρέπει το θέαμα να
+έχη ποικιλίαν. Συμβαίνει δε πολλάκις εις το μέσον της πομπής να
+μεταβάλλη τα σχήματα μερικών και να μη τους αφίνη να έχουν μέχρι
+τέλους την τάξιν εις την οποίαν ετάχθησαν, αλλά μεταμφιέσασα τον
+Κροίσον λ. χ. τον ηνάγκασε να φορέση ένδυμα δούλου και αιχμαλώτου,
+εις δε τον Μαιάνδριον, ο οποίος πριν ευρίσκετο μεταξύ των δούλων,
+εφόρεσε την ηγεμονικήν στολήν του Πολυκράτους και επί τινα καιρόν τον
+αφήκε να επιδεικνύεται ως τύραννος. Έπειτα όταν περάση ο καιρός της
+πομπής, αμέσως έκαστος αποβάλλει το πομπευτικόν ένδυμα και το σχήμα,
+γίνεται όπως ήτο πριν και ουδόλως διαφέρει των άλλων. Τινές δε εξ
+αγνοίας, όταν η τύχη έρχεται και απαιτή τον στολισμόν τον οποίον
+έδωκεν εις αυτούς διά την προσωρινήν πομπήν, λυπούνται και
+αγανακτούν, ως να στερούνται πραγμάτων τα οποία δεν εδόθησαν εις
+αυτούς προσωρινώς και διά να ταποδώσουν, αλλ' ήσαν δικά των. Θα είδες
+πολλάκις, υποθέτω, τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, οι οποίοι κατά
+την ανάγκην των δραμάτων άλλοτε μεν γίνονται Κρέοντες, άλλοτε δε
+Πρίαμοι και Αγαμέμνονες, συμβαίνει δε ο ίδιος ο οποίος προ ολίγου
+παρουσιαστή με πολλήν σοβαρότητα ως Κέκρωψ ή Ερεχθεύς να εμφανισθή
+μετ' ολίγον υπηρέτης, διότι έτσι το θέλει ο ποιητής, και όταν
+τελειώση το δράμα, έκαστος εξ αυτών αποβάλλει το χρυσοποίκιλτον
+εκείνο ένδυμα και την προσωπίδα και κατεβαίνων από τους κοθόρνους του
+{42}, γίνεται πάλιν πτωχός και ταπεινός και δεν είνε πλέον Αγαμέμνων
+του Ατρέως, ούτε Κρέων του Μενοικέως, αλλ' ονομάζεται Πώλος
+Χαρικλέους Σουνιεύς ή Σάτυρος Θεογείτονος Μαραθώνιος. Τοιαύτα μου
+εφάνησαν τότε και τα πράγματα των ανθρώπων.
+
+ΦΙΛ. Ειπέ μου, Μένιππε, και εκείνοι που έχουν τους πολυτελείς και
+μεγαλοπρεπείς τάφους επί της γης, τας στήλας, τους ανδριάντας και τα
+επιγράμματα, δεν έχουν εις τον Άδην περισσοτέραν υπόληψιν από τους
+κοινούς νεκρούς;
+
+ΜΕΝ. Αστειεύεσαι; Αν έβλεπες τον Μαύσωλον — εννοώ τον Κάρα, ο οποίος
+είνε περίφημος διά τον τάφον του — είμαι βέβαιος ότι θα εξεραίνεσο
+από τα γέλοια, τόσον παραπεταμένος είνε μεταξύ του πλήθους των νεκρών
+και μου φαίνεται ότι η μόνη του απόλαυσις εκ του μνημείου εκείνου
+είνε το βάρος το οποίον του δίδει με τον τόσον όγκον του. Όταν
+λοιπόν, φίλε μου, ο Αιακός ορίση εις έκαστον τον χώρον της διαμονής
+του— δίδει δε το πολύ ενός ποδός τόπον—-πρέπει καθένας να περιορισθή
+εις το μέρος του και να μαζευθή εις αυτό χωρίς να υπερβαίνη το
+μέτρον. Πολύ δε περισσότερον, υποθέτω, θα εγέλας αν έβλεπες εκείνους
+οι οποίοι υπήρξαν εδώ βασιλείς και σατράπαι να είνε πτωχοί εκεί και
+να πωλούν παστά ή να διδάσκουν τα πρώτα γράμματα, να υβρίζωνται υπό
+του τυχόντος και να ραπίζωνται όπως οι ευτελέστατοι δούλοι. Εγώ
+τουλάχιστον όταν είδα τον Φίλιππον τον Μακεδόνα, δεν ηδυνήθην να
+κρατηθώ• μου τον έδειξαν εις μίαν μικράν γωνίαν καταγινόμενον να
+μπαλώνη παλαιά υποδήματα χάριν ολίγων οβολών. Πολλούς δε άλλους, όπως
+ο Ξέρξης, ο Δαρείος και ο Πολυκράτης, ηδύνατο κανείς να ίδη
+επαιτούντας εις τους δρόμους.
+
+ΦΙΛ. Αυτά τα οποία μου διηγείσαι περί των βασιλέων μου φαίνονται
+παράδοξα και απίστευτα. Ο δε Σωκράτης και ο Διογένης και οι άλλοι
+σοφοί τι κάνουν;
+
+ΜΕΝ. Ο Σωκράτης και εκεί περιφέρεται και ελέγχει τους πάντας• τον
+συναναστρέφονται δε ο Παλαμήδης, ο Οδυσσεύς, ο Νέστωρ και άλλοι
+φλύαροι νεκροί. Έχει δε ακόμη τα σκέλλη πρισμένα από το δηλητήριον. Ο
+δε καλός Διογένης κατοικεί πλησίον του Ασσυρίου Σαρδαναπάλου, του
+Φρυγός Μίδα και άλλων πλουσίων• και όταν ακούη να στενάζουν και να
+ενθυμούνται την περασμένην ευτυχίαν, γελά και διασκεδάζει και συνήθως
+ξαπλωμένος ανάσκελα τραγουδεί και με πολύ τραχείαν και δυνατήν φωνήν
+καταπνίγει τους κλαυθμούς των, ούτως ώστε να ενοχλούνται φοβερά και
+να σκέπτωνται περί μετοικεσίας, διότι δεν υποφέρουν τον Διογένην.
+
+ΦΙΛ. Αρκετά μου είπες περί των νεκρών• αλλά ποίον ήτο το ψήφισμα το
+οποίον, ως είπες στην αρχήν, έγεινε εναντίον των πλουσίων;
+
+ΜΕΝ. Καλά μου το ενθύμισες• διότι ενώ είχα σκοπόν να ομιλήσω δι'
+αυτό, δεν ξέρω πώς απεπλανήθην εις άλλας ομιλίας. Όταν λοιπόν
+ευρισκόμην εκεί, οι πρυτάνεις συνεκάλεσαν τον λαόν εις συνέλευσιν διά
+να σκεφθούν περί των κοινών συμφερόντων. Βλέπων δε πολλούς να
+τρέχουν, ανεμίχθην και εγώ εις το πλήθος των νεκρών και έγεινα είς εκ
+των δημοτών του Άδου. Εις την συνέλευσιν εκείνην εθεσπίσθησαν και
+άλλα, επί τέλους δε έγεινε και ψήφισμα περί των πλουσίων. Αφού
+απηγγέλθησαν πολλαί και μεγάλαι κατηγορίαι εναντίον αυτών, διά
+βιαιότητα, αλαζονείαν, υπεροψίαν και αδικίαν, εσηκώθη είς εκ των
+δημαγωγών και ανέγνωσε ψήφισμα το οποίον ανέφερε τα εξής :
+
+ΨΗΦΙΣΜΑ
+«Επειδή πολλά και παράνομα πράττουν οι πλούσιοι εις τον κόσμον,
+αρπάζοντες και βιαιοπραγούντες και κατά πάντα τρόπον περιφρονούντες
+τους πτωχούς, η βουλή και ο λαός απεφάσισαν ίνα, όταν αποθάνωσι, τα
+μεν σώματά των κολάζωνται, όπως και των άλλων αχρείων, αι δε ψυχαί
+των επιστρέφουν εις την ζωήν και εισέρχωνται εις τους όνους. Την
+γαϊδουρινήν δε αυτήν ζωήν να ζήσουν επί είκοσι και πέντε μυριάδας
+ετών, όνοι από όνους γινόμενοι, καταδικασμένοι ν' αχθοφορούν και να
+υπηρετούν τους πτωχούς. Μόνον δε μετά την πάροδον του χρονικού τούτου
+διαστήματος να επιτρέπεται εις αυτούς ν' αποθάνουν. Τανωτέρω
+επρότεινεν ο Κρανίων Σκελετίωνος ο εκ Νεκροχωρίου της φυλής
+Πτωματίδος».
+
+Αναγνωσθέντος του ψηφίσματος τούτου, το επεψήφισαν οι άρχοντες, το
+επεδοκίμασε δε το πλήθος δι ανυψώσεως των χειρών, και η Βριμώ {43}
+υπεβρυχήθη, ο δε Κέρβερος εγαύγισε. Κατ' αυτόν τον τρόπον
+επικυρούνται και γίνονται εκτελεστά τα νομοθετήματα. Αυτά συνέβησαν
+εις την συνέλευσιν.
+
+Εγώ δε διά τον σκοπόν της καθόδου μου ευρήκα τον Τειρεσίαν και τον
+παρεκάλεσα να μου είπη, χωρίς να μου αποκρύψη τίποτε, ποίον νομίζει
+ως τον καλλίτερον τρόπον του βίου. Αυτός εγέλασε — είνε δε τυφλόν
+γεροντάκι, ωχρόν και με λεπτήν φωνήν—Γνωρίζω, παιδί μου, είπε, ότι
+ευρίσκεσαι εις αυτήν την απορίαν, διότι οι σοφοί ούτε μεταξύ των,
+ούτε προς τους εαυτούς των συμφωνούν• δυστυχώς όμως δεν μου
+επιτρέπεται να σου 'πω τίποτε, διότι απαγορεύεται υπό του
+Ραδαμάνθυος. Όχι, μη μου αρνήσαι, πατεράκη, του είπα, και μη με
+αφήσης να περιφέρωμαι εις την ζωήν τυφλότερος από σε. Τότε μ' έσυρε
+παράμερα και όταν ευρέθη μεν μακράν των άλλων, έσκυψε και μου είπε
+χαμηλοφώνως στ' αυτί: Η καλλίτερα και φρονιμωτέρα είνε η ζωή των
+απλών ανθρώπων. Άφησε την ανόητον επιθυμίαν να εξετάζης τα ουράνια
+φαινόμενα και να ζητής την αρχήν και τον σκοπόν των όντων και των
+πραγμάτων περιφρονών δε τους σοφούς τούτους συλλογισμούς, και θεωρών
+τα τοιαύτα μωρολογίαν, τούτο μόνον να επιδιώξης με πάντα τρόπον ν'
+απολαύσης το παρόν, να περάσης δε το μεγαλείτερον μέρος της ζωής σου
+μ' ευθυμίαν και εις τίποτε να μη αποδίδης σπουδαιότητα.
+
+Ως ειπών πάλιν ώρτο κατ' ασφοδελόν λειμώνα {44}
+
+Εγώ δε—διότι ήτο αργά—είπα εις τον Μιθροβαρζάνην• Διατί
+χρονοτριβούμεν και δεν επιστρέφομεν εις τον επάνω κόσμον; Αυτός δε
+μου απήντησε• Μη ανησυχής, διότι θα σου δείξω ένα μονοπάτι διά να
+επιστρέψης ταχέως και χωρίς πολύν κόπον. Με ωδήγησε δε εις μέρος
+σκοτεινότερον των άλλων και μου έδειξε με το χέρι του ένα μακρυνόν
+και αμυδρόν φως, το οποίον εφαίνετο ως να εισέδυεν από
+κλειδαρότρυπαν. Εκεί, μου είπεν, είνε το ιερόν του Τροφωνίου και απ'
+εκεί κατεβαίνουν όσοι έρχονται από την Βοιωτίαν. Ακολούθησε λοιπόν
+αυτόν τον δρόμον και μετ'ολίγον θα ευρίσκεσαι εις την Ελλάδα. Οι
+λόγοι ούτοι μ' ευχαρίστησαν και, αφού εχαιρέτισα τον μάγον, ανέβηκα
+συρόμενος μετά κόπου εις το χάσμα και, χωρίς να εννοήσω πώς, ευρέθηκα
+εις την Λειβαδιάν.
+
+
+
+
+&ΦΙΛΟΨΕΥΔΗΣ Ή ΑΠΙΣΤΩΝ&
+
+
+
+
+ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δύνασαι, Φιλοκλή, να μου πης τι είνε εκείνο το οποίον κάνει
+πολλούς ν' αγαπούν το ψεύδος, ούτως ώστε και αυτοί ν' αρέσκωνται να
+μη λέγουν τίποτε αληθές και να προσέχουν προ πάντων εις τους λέγοντας
+τοιαύτα;
+
+ΦΙΛΟΚΛΗΣ. Πολλά είνε, Τυχιάδη, τα οποία δύνανται να αναγκάσουν
+μερικούς εκ των ανθρώπων να ψεύδωνται χάριν του συμφέροντός των.
+
+ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Άσχετοι ούτοι και δεν σε ερωτώ περί εκείνων οίτινες εξ
+ανάγκης ψεύδονται• διότι αυτοί είνε δικαιολογημένοι, ίσως δε είνε και
+μάλλον άξιοι επαίνου μερικοί εξ αυτών, όσοι ή εχθρούς εξηπάτησαν ή
+προς σωτηρίαν εις δυσκόλους περιστάσεις μετεχειρίσθησαν αυτό το
+μέσον, όπως λ.χ. ο Οδυσσεύς όστις μετεχειρίζετο το ψεύδος και προς
+ιδίαν σωτηρίαν και διά να διευκολύνη την επάνοδον των συστρατιωτών
+του. Αλλ' εννοώ εκείνους, φίλτατε, οι οποίοι χωρίς ανάγκην προτιμούν
+το ψεύδος από την αλήθειαν, και τέρπονται εις αυτό και το
+μεταχειρίζονται χωρίς καμμίαν ευλογοφανή πρόφασιν. Περί τούτων λοιπόν
+θέλω να μάθω διατί ψεύδονται.
+
+ΦΙΛ. Ώστε εγνώρισες ανθρώπους τοιούτους, οι οποίοι έχουν έμφυτον την
+αγάπην προς το ψεύδος;
+
+ΤΥΧ. Και είνε πάρα πολύ οι τοιούτοι.
+
+ΦΙΛ. Εις τι άλλο παρά εις μωρίαν πρέπει ν' αποδοθή η κλίσις αυτών
+προς το ψεύδος, αφού προτιμούν το χειρότερον από το καλλίτερον;
+
+ΤΥΧ. Δεν είνε αυτό, αφού εγώ δύναμαι να σου αναφέρω πολλούς, οι
+οποίοι είνε φρόνιμοι κατά τα άλλα και θαυμάζονται διά την κρίσιν των
+και όμως δεν γνωρίζω πώς έχουν κυριευθή από αυτό το κακόν και τόσον
+αγαπούν τα ψεύδη, ώστε λυπούμαι να βλέπω ότι άνθρωποι τόσον καλοί
+ευχαριστούνται να εξαπατώσι και τους εαυτούς των και τους άλλους. Και
+τους μεν παλαιούς θα γνωρίζης καλλίτερα και από εμέ, τον Ηρόδοτον π.
+χ. και τον Κτησίαν τον Κνίδιον, και προ πάντων τους ποιητάς και αυτόν
+τον Όμηρον, όλους περιφήμους ανθρώπους, οίτινες μετεχειρίσθησαν
+γραπτόν το ψεύδος, ώστε όχι μόνον τους συγχρόνους των εξηπάτησαν,
+αλλά και μέχρις ημών φθάνει το ψεύδος των, φυλασσόμενον διαδοχικώς
+εις ωραίους στίχους και μέτρα. Εις εμέ τουλάχιστον συμβαίνει πολλάκις
+να εντρέπωμαι διά λογαριασμόν των, όταν διηγούνται τον ευνουχισμόν
+του Ουρανού, του Προμηθέως την δέσμευσιν, των Γιγάντων την
+επανάστασιν και όλην την τραγωδίαν του Άδου, και ότι δι' έρωτα ο Ζευς
+έγεινε ταύρος ή κύκνος και γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή
+αρκούδες• προσέτι δε διά τους Πηγάσους, τας Χιμαίρας, τας Γοργόνας
+και τους Κύκλωπας και όσα τοιαύτα, παράδοξα και απίθανα παραμύθια,
+διηγούνται, τα οποία είνε κατάλληλα μόνον διά παιδιά, τα οποία
+φοβούνται ακόμη την Μορμώ και την Λάμιαν. Και τα μεν ψεύδη των
+ποιητών ίσως δικαιολογούνται, αλλά δεν είνε γελοίον ότι και πόλεις
+και έθνη ολόκληρα από κοινού και φανερά ψεύδονται; Οι Κρήτες δεν
+εντρέπονται να δεικνύουν τάφον του Διός, οι δε Αθηναίοι λέγουν ότι ο
+Εριχθόνιος εξήλθεν εκ των σπλάγχνων της γης και οι πρώτοι άνθρωποι
+εφύτρωσαν εκ του εδάφους της Αττικής, όπως τα λάχανα. Αλλά τούτο είνε
+πάλιν σοβαρώτερον από τα διηγούμενα υπό των Θηβαίων περί της
+καταγωγής των^ κατ' αυτούς οι άνθρωποι εφύτρωσαν από οδόντας όφεως,
+οίτινες εσπάρθησαν. Και εν τοσούτω εκείνος ο οποίος θα ενόμιζεν ως μη
+αληθινούς τους γελοίους τούτους μύθους, αλλ' ορθώς σκεπτόμενος θα
+έκρινεν ότι είνε άξιον ηλιθίων, ως ο Κόροιβος ή ο Μάργιτος {45} να
+πιστεύουν ότι ο Τριπτόλεμος επέταξε με άρμα συρόμενον υπό δρακόντων
+πτερωτών ή ότι ο Παν μετέβη εξ Αρκαδίας διά να βοηθήση τους
+Μαραθωνομάχους ή ότι η Ωρείθυα ανηρπάγη υπό του Βορρά, θα εθεωρείτο
+ασεβής και ανόητος, δυσπιστών εις τόσον πρόδηλα και αληθή πράγματα•
+τόσον επικρατεί το ψεύδος.
+
+ΦΙΛ. Αλλ' οι ποιηταί, ω Τυχιάδη, είνε συγγνωστοί αν διά της αναμίξεως
+μύθων καθιστούν επαγωγότερα διά τους ακροατάς τα ποιήματά των, αφού
+αυτός είνε ο σκοπός των^ επίσης δε οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και οίοι
+δήποτε άλλοι νομίζουν ότι κατ' αυτόν τρόπον αναδεικνύουν ενδοξοτέρας
+τας πατρίδας των. Άλλως τε αν αφαιρέση κανείς, αυτά τα μυθώδη από την
+Ελλάδα, εξάπαντος, θ' αποθάνουν της πείνης οι έχοντες ως έργον να
+οδηγούν τους ξένους διά να βλέπουν και ν' ακούουν τα περίεργα του
+τόπου• οι ξένοι ούτε δωρεάν θα θέλουν ν' ακούουν την αλήθειαν.
+Εκείνοι όμως οίτινες χωρίς καν τοιούτον όφελος αρέσκονται εις το
+ψεύδος, ευλόγως φαίνονται καταγέλαστοι.
+
+ΤΥΧ. Βέβαια. Ήμουν προ ολίγου εις του Ευκράτους του εγκρίτου, όπου
+ήκουσα τόσα απίθανα και μυθώδη, ώστε, χωρίς να περιμένω το τέλος των
+λεγομένων, έφυγα, διότι δεν υπέφερα τας υπερβολάς τας οποίας ήκουα•
+ως Εριννύες με κατεδίωξαν τα πολλά τερατώδη και παράδοξα, τα οποία
+ελέγοντο υπό των εκεί ευρισκομένων.
+
+ΦΙΛ. Αλλά, Τυχιάδη, ο Ευκράτης φαίνεται αξιόπιστος και κανείς δεν θα
+επίστευε ότι άνθρωπος με τοιαύτην σεβασμίαν γενειάδα, ο οποίος θα
+είνε εξηκοντούτης, προσέτι δε καταγίνεται πολύ και εις την
+φιλοσοφίαν, δύναται να υποφέρη ν' ακούη άλλον ψευδολογούντα ενώπιον
+του, πολύ δε μάλλον να τολμήση ο ίδιος να ψευδολογή.
+
+ΤΥΧ. Και όμως δεν φαντάζεσαι, φίλε μου, τι έλεγε και πώς τα
+διεβεβαίωνε τα περισσότερα ορκιζόμενος εις την ζωήν των παιδιών του,
+ούτως ώστε, ενώ τον παρετήρουν, έκανα διαφόρους σκέψεις, και οτέ μεν
+εσκεπτόμην μήπως ετρελλάθη και τα έχασε, άλλοτε δε πώς δεν διέκρινα
+τόσον καιρόν ότι είνε ψεύστης και ότι έκρυπτε υπό την λεοντήν γελοίον
+πίθηκον? τόσον απίθανα πράγματα έλεγε.
+
+ΦΙΛ. Δεν μου τα λες σε παρακαλώ, Τυχιάδη; Διότι θέλω να γνωρίζω την
+αγυρτείαν την οποίαν κρύπτει κάτω από τα τόσα του γένεια.
+
+ΤΥΧ. Και άλλοτε εσύχναζα εις το σπήτι του, όταν είχα καιρόν, σήμερον
+δε επειδή είχα ανάγκην να συναντήσω τον Λεόντιχον, με τον οποίον, ως
+γνωρίζεις, είμεθα πολύ φίλοι και έμαθα από τον υπηρέτην του ότι επήγε
+από το πρωί να επισκεφθή τον Ευκράτην, ο οποίος είνε άρρωστος, επήγα
+διά δύο λόγους και διά να εύρω τον Λεόντιχον και διά να ίδω τον
+Ευκράτην—διότι δεν εγνώριζα ότι ασθενεί. — Αλλά τον Λεόντιχον δεν
+ευρήκα- διότι προ ολίγου, ως μου είπαν, είχε φύγει — ευρήκα όμως
+άλλους πολλούς και μεταξύ αυτών τον περιπατητικόν Κλεόδημον, τον
+στωικόν Δεινόμαχον και τον Ίωνα, ο οποίος, ως γνωρίζεις, έχει την
+αξίωσιν να θαυμάζεται διά τα έργα του Πλάτωνος, ως ο μόνος ακριβώς
+εννοών τας ιδέας του φιλοσόφου και μόνος δυνάμενος να τας μεταδώση
+εις άλλους. Βλέπεις ποίους ανθρώπους σου αναφέρω, πανσόφους και
+έχοντας όλας τας αρετάς, ό,τι κορυφαίον έχουν αι διάφοροι φιλοσοφικαί
+αιρέσεις, όλους σοβαρούς και σχεδόν φοβερούς διά την αυστηρότητα της
+μορφής. Ήτο προσέτι εκεί και ο ιατρός Αντίγονος, ο οποίος, υποθέτω,
+είχε προσκληθή διά τον άρρωστον, και ο Ευκράτης εφαίνετο ότι τώρα ήτο
+καλλίτερα και ότι το νόσημά του ήσαν οι ρευματισμοί τους οποίους έχει
+χρονίους• του είχαν προσβάλλει πάλιν τα πόδια. Ο Ευκράτης μου ένευσε
+να καθήσω πλησίον του εις το κρεβάτι και εχαμήλωσε την φωνήν του κατά
+τον τρόπον των αρρώστων όταν με είδε, αν και όταν έμβαινα τον ήκουσα
+να λέγη κάτι τι με φωνήν δυνατήν. Εγώ δε με πολλήν προσοχήν, μήπως
+εγγίσω τα πόδια του και με τας συνήθεις δικαιολογίας, ότι δεν
+εγνώριζα πως ήτο άρρωστος και ότι μόλις το έμαθα έτρεξα κ' επήγα,
+εκάθησα πλησίον του. Τους ευρήκα να ομιλούν περί του νοσήματος και η
+ομιλία εξηκολούθησεν έκαστος συνεβούλευε μίαν θεραπείαν εις τον
+ασθενή. Ο Κλεόδημος λ.χ. έλεγεν ότι αν πάρη κανείς με το αριστερό
+χέρι από χάμω το δόντι αρουραίου ποντικού, ο οποίος να έχη φονευθή
+όπως προηγουμένως ανέφερε, και το περιτυλίξη με δέρμα λέοντος που να
+έχη προσφάτως γδαρθή, να το κρεμάση δε εις τα σκέλη του, αμέσως
+παύουν οι πόνοι των ρευματισμών. Όχι εις δέρμα λέοντος, είπεν ο
+Δεινόμαχος, έχω ακούσει εγώ, αλλά θηλυκής ελάφου, η οποία να είνε
+ακόμη παρθένος και αβάτευτη• και αυτό φαίνεται πιθανώτερον, διότι η
+έλαφος είνε ζώον πολύ γρήγορον και η μεγάλη της δύναμις είνε εις τα
+πόδια. Και ο λέων βέβαια είνε πολύ δυνατός, και το λίπος του και το
+δεξιό μπροστινό του πόδι και η τρίχες του μουστακιού του, που
+πηγαίνουν πέρα, δύνανται να ωφελήσουν πολύ, αν ξέρη κανείς να τα
+μεταχειρισθή με το σχετικόν εις έκαστον ξόρκισμα• αλλά διά τα
+νοσήματα των ποδιών πολύ ολίγον φαίνονται να συντελούν. Και εγώ,
+είπεν ο Κλεόδημος, έτσι το ήξευρα άλλοτε, ότι πρέπει να είνε το δέρμα
+από λάφι, διότι το λάφι είνε γρήγορον αλλά προ ολίγου καιρού μ' έκαμε
+ν' αλλάξω γνώμην κάποιος Αφρικανός, σοφός εις αυτά τα πράγματα, ο
+οποίος μου είπεν ότι το λεοντάρι είνε ταχύτερον και από τα λάφια,
+αφού τα καταδιώκει και τα συλλαμβάνει. Όλοι επεδοκίμασαν και είπαν
+ότι ο Αφρικανός έχει δίκαιον. Νομίζετε λοιπόν, είπα εγώ, ότι με
+ξόρκια και με εξωτερικά κρεμαστάρια δύναται να παύση ένα κακόν, το
+οποίον υπάρχει εντός του σώματος; Εγέλασαν δι' αυτούς μου τους
+λόγους, και ήτο φανερόν ότι μ' εθεώρουν πολύ ανόητον, διότι δεν
+ανεγνώριζα πράγματα τόσον πασιφανή, τα οποία κανείς με τον κοινόν
+νουν δεν ηδύνατο ν' αρνηθή. Ο ιατρός όμως Αντίγονος εφαίνετο ότι
+ευχαριστήθη από την ερώτησίν μου, διότι δεν εδίδετο, φαίνεται, προ
+πολλού πολλή προσοχή εις τας θεραπείας του, όταν συνεβούλευε τον
+Ευκράτην, κατά τας υποδείξεις της επιστήμης του, να μη πίνη κρασί, να
+τρώγη λάχανα και εν γένει η δίαιτά του να είνε κατευναστική.
+
+Ο δε Κλεόδημος, ο οποίος συγχρόνως εχαμογέλα, Τι λέγεις, Τυχιάδη; μου
+είπε. Δεν πιστεύεις ότι από τα τοιαύτα γίνεται ωφέλεια εις τα
+νοσήματα; Βεβαίως, του απήντησα, δεν είμαι τόσον ανόητος, ώστε να
+πιστεύω ότι τα εξωτερικά και μη έχοντα συνάφειαν με το εσωτερικόν του
+οργανισμού, αποδιώκουν τα νοσήματα χάρις εις τα φρασίδια και τας
+μαγείας, τας οποίας λέλεγε, και επιφέρουν την θεραπείαν, διότι
+κρεμώνται επί του σώματος. Αλλ' αυτό δεν γίνεται και αν ακόμη εις του
+λέοντος της Νεμέας το δέρμα περιτυλίξη κανείς δέκα έξ ολοκλήρους
+αρουραίους. Εγώ τουλάχιστον είδα και λέοντα να χωλαίνη από πόνους
+εντός ολοκλήρου του δέρματός του. Είσαι πολύ απλοϊκός, είπεν ο
+Δεινόμαχος, αν δεν εφρόντισες να μάθης κατά ποίον τρόπον ωφελούν τα
+τοιαύτα εις τα νοσήματα, μου φαίνεται δε ότι δεν θα παραδέχεσαι και
+αυτά τα προφανέστατα, ότι με τους εξορκισμούς παύουν οι πυρετοί,
+μαγεύονται τα φείδια, θεραπεύονται οι βουβώνες, αυτά δε και άλλα
+γίνονται και υπό των γραιών ακόμη. Αφού δε αυτά γίνονται, διατί να μη
+πιστεύσης ότι γίνονται και άλλα διά παρομοίων μέσων; Τα συμπεράσματά
+σου, Δεινόμαχε, είνε αυθαίρετα, του είπα εγώ, και, κατά την
+παροιμίαν, βγάζεις το καρφί με το καρφί• διότι και αυτά τα οποία λες
+δεν είνε τόσον βέβαιον και τόσον ασφαλές ότι γίνονται. Αν λοιπόν δεν
+με πείσης προηγουμένως διά του λόγου, ότι είνε φυσικόν ο πυρετός και
+το οίδημα να φοβούνται μίαν λέξιν παράδοξον ή μίαν φράσιν βαρβαρικήν
+και διά τούτο φεύγουν εκ του βουβώνος, θα εξακολουθώ να θεωρώ τα
+λεγόμενα ως παραμύθια των γραιών.
+
+Μου φαίνεται, είπεν ο Δεινόμαχος, ότι αφού λέγεις τα τοιαύτα, ούτε
+εις την ύπαρξιν των θεών πιστεύεις, εάν δεν νομίζεις δυνατάς τας
+θεραπείας με ιεράς λέξεις. Αυτό, απήντησα, να μη το λέγεις, φίλτατε•
+διότι ουδέν εμποδίζει να υπάρχουν οι θεοί και αυτά να είνε ψευδή. Εγώ
+δε και τους θεούς σέβομαι και τας θεραπείας των βλέπω και αναγνωρίζω
+ότι θεραπεύουν τους αρρώστους με τα φάρμακα και την ιατρικήν• διότι ο
+Ασκληπιός και οι μαθηταί του ιατροί, μεταχειριζόμενοι κοινά, φάρμακα
+εθεράπευαν τους αρρώστους και όχι με λέοντας και αρουραίους.
+
+Άφησε τον, είπεν ο Ίων, εγώ δε θα σας διηγηθώ κάτι τι θαυμάσιον. Θα
+ήμουν δέκα τεσσάρων περίπου ετών παιδί, όταν ήλθε κάποιος και
+ανήγγειλεν εις τον πατέρα μου ότι τον Μίδαν τον αμπελουργόν, υπηρέτην
+μας πολύ εύρωστον και εργατικόν, εδάγκωσε κατά το μεσημέρι μία έχιδνα
+και ότι ήδη είχεν αρχίσει να σήπεται το πόδι του. Ενώ εσήκωνε και
+έδενε τα κλήματα εις τους στύλους, επλησίασε το ερπετόν και τον
+εδάγκωσε εις τον μεγάλον δάχτυλον και αυτό μεν επρόφθασε και εκρύβη
+πάλιν, ο δε αμπελουργός ήρχισε να φωνάζη από τρομερούς πόνους. Μόλις
+δε μας είπαν αυτά, είδαμεν τον Μίδαν να τον φέρουν επάνω εις καθέκλαν
+οι άλλοι δούλοι, και ήτον ολόκληρον το σώμα του πρισμένον και
+μαυροκίτρινον, είχεν αρχίσει να σήπεται και μόλις ανέπνεε. Ενώ δε ο
+πατέρας μου ήτο περίλυπος, κάποιος εκ των παρόντων φίλων «Μη
+ανησυχείς, του είπε, και εγώ θα σου στείλω μετ' ολίγον ένα
+Βαβυλώνιον, εξ εκείνων τους οποίους λέγουν Χαλδαίους, ο οποίος θα
+θεραπεύση τον άνθρωπον. Και τέλος πάντων ήλθεν ο Βαβυλώνιος, ο οποίος
+εθεράπευσε τον Μίδαν με μίαν επωδήν έβγαλε το δηλητήριον από το σώμα
+του, προσέτι δε εκρέμασεν εις το πόδι του ένα κομμάτι πέτρα, το
+οποίον είχε κόψει από την επιτύμβιον στήλην του τάφου μιας παρθένου•
+ο δε Μίδας εσήκωσε την καθέκλαν επί της οποίας τον είχα φέρει και
+έφυγε διά το αμπέλι. Τόσην ενέργειαν έκαμαν το εξόρκισμα και το
+κομμάτι της επιτυμβίας στήλης. Αλλ' ο Χαλδαίος εκείνος έκαμε και άλλα
+θαυμάσια. Το πρωί επήγε εις τον αγρόν και επρόφερεν επτά ιερατικάς
+λέξεις από μίαν παλαιάν βίβλον, αφού δε εξήγνισε το μέρος με θειάφι
+και δαδί και έκαμε τρεις γύρους πέριξ του τόπου, εξεδίωξεν όλα τα
+ερπετά τα οποία ευρίσκοντο εντός του χώρου εκείνου• ως εάν τα έσυρεν
+ο εξορκισμός, ήρχισαν να έρχωνται προς αυτόν φείδια πολλά και ασπίδες
+και έχιδναι και κερασφόροι όφεις και ακοντιοφόροι και δηλητηριώδεις
+βάτραχοι. Αλλ' υπελείπετο είς μέγας όφις γηραλέος, ο οποίος φαίνεται
+ένεκα της ηλικίας δεν ηδύνατο να εξέλθη και παρήκουσεν εις το
+πρόσταγμα• ο δε μάγος είπεν ότι δεν ήλθαν όλοι και αναθέσας χρέη
+πρεσβευτού εις ένα των νεωτέρων όφεων τον έστειλε προς τον
+καθυστερούντα, μετ' ολίγον δε ήλθε και ούτος. Αφού δε συνηθροίσθησαν,
+ο Βαβυλώνιος τα εφύσησε και τα ερπετά εκάησαν ευθύς υπό του
+φυσήματος, ημείς δε εθαυμάζαμεν.
+
+Δεν μου λες, Ίων, του είπα, ο νεαρός όφις ο πρεσβευτής εχειραγώγει
+τον γέροντα ή μήπως εκράτει ούτος βακτηρίαν και εστηρίζετο; Συ
+αστειεύεσαι, είπεν ο Κλεόδημος, αλλ' εγώ ο οποίος ήμουν άλλοτε
+περισσότερον από σε άπιστος εις τα τοιαύτα—διότι ενόμιζα ότι κατ'
+ουδένα τρόπον δύνανται να συμβαίνουν παρόμοια πράγματα— όταν είδα να
+πετά ένας ξένος και βάρβαρος — ως έλεγεν, ήτο από τα υπερβόρεια μέρη
+— επίστευσα και ηναγκάσθην να παραδεχθώ όσα επί πολύ δεν ήθελα κατ'
+ουδένα τρόπον να πιστεύσω. Αλλά τι έπρεπε να κάμω όταν τον έβλεπα εν
+καιρώ ημέρας να πετά εις τον αέρα και να βαδίζη επάνω εις το νερόν ή
+να περιπατή επάνω εις την φωτιάν με όλην του την ησυχίαν; Συ με τα
+μάτια σου, του είπα, τον είδες αυτόν τον υπερβόρειον να πετά ή να
+βαδίζη επάνω εις το νερόν;
+
+Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεόδημος• εφόρει δε εις τα πόδια του καρβατίνας
+{46}όπως συνηθίζουν εις τον τόπον του. Θεωρώ περιττόν να διηγηθώ ως
+μικρού λόγου άξια όσα άλλα κατώρθονε, εμπνέων έρωτας, καλών δαίμονας,
+επαναφέρων παλαιούς νεκρούς, αυτήν την Εκάτην παρουσιάζων φανεράν και
+την Σελήνην καταβιβάζων. Θα σας διηγηθώ μόνον τι τον είδα να κάνη εις
+την οικίαν Γλαυκίου του Αλεξικλέους. Προ ολίγου καιρού είχεν αποθάνει
+ο πατέρας του Γλαυκίου και ούτος είχε παραλάβει την περιουσίαν του,
+ότε ερωτεύθη την Χρυσίδα την θυγατέρα του Δημαινέτου. Εμέ δε είχεν ως
+διδάσκαλον της φιλοσοφίας και αν ο έρως εκείνος δεν τον απησχόλει, θα
+είχεν ήδη μάθει όλην την περιπατητικήν φιλοσοφίαν, αφού εις ηλικίαν
+δεκαοκτώ ετών έκανεν ανάλυσιν και είχεν αποπερατώσει τα μαθήματα της
+φυσικής. Επειδή δε ο Έρως τον έφερεν εις αμηχανίαν μου ανεκοίνωσε τα
+πάντα• και εγώ, αφού ως διδάσκαλός του έπρεπε να τον βοηθήσω, ωδήγησα
+προς αυτόν τον υπερβόρειον εκείνον μάγον, με την συμφωνίαν να λάβη
+ευθύς μεν τεσσάρας μνας—διότι έπρεπε κάτι να προκαταβληθή διά τας
+θυσίας αι οποίαι θα εγίνοντο — δέκα έξ δε εάν θ' απελάμβανε την
+Χρυσίδα. Ο μάγος επερίμενε την γέμισην της σελήνης— διότι τότε κατά
+το πλείστον γίνονται αυτού του είδους αι μαγείαι—και τότε ήνοιξε
+λάκκον εις ανοικτόν μέρος της οικίας και περί το μεσονύκτιον μας
+εκάλεσε τον Αλεξικλέα τον πατέρα του Γλαυκίου, ο οποίος είχεν
+αποθάνει προ επτά μηνών. Ο γέρων δεν επεδοκίμαζε τον έρωτα του υιού
+του και ωργίζετο, επί τέλους όμως συγκατένευσε.
+
+Έπειτα έφερε την Εκάτην συνοδευομένην από τον Κέρβερον και κατέβασε
+την Σελήνην, η οποία παρουσίαζε πολύμορφον και μεταβαλλόμενον θέαμα•
+διότι κατ' αρχάς παρουσίαζε γυναικείαν μορφήν, έπειτα εφάνη ως βώδι
+ωραιότατον, έπειτα σκυλάκι. Επί τέλους λοιπόν ο υπερβόρειος έπλασεν
+εκ πηλού μικρόν έρωτα και του είπε: Πήγαινε και φέρε την Χρυσίδα. Ο
+πηλός επέταξε και μετ' ολίγον ήλθεν η Χρυσίς και εκτύπα την θύραν και
+εισελθούσα ενηγκαλίσθη τον Γλαυκίαν, ως να τον ηγάπα περιπαθέστατα,
+και εκοιμήθη μαζή του έως ότου έκραξαν οι πετεινοί. Τότε η Σελήνη
+επέταξεν εις τον ουρανόν και η Εκάτη εβυθίσθη εις την γην και τα άλλα
+φαντάσματα εξηφανίσθησαν, την δε Χρυσίδα εστείλαμεν εις το σπήτι της
+κατά την αυγήν περίπου. Αν τα έβλεπες αυτά, Τυχιάδη, δεν θα
+εξηκολούθεις να μη πιστεύης εις τους εξορκισμούς. Έχεις δίκαιον, του
+είπα• θα επίστευα τω όντι αν έβλεπα αυτά που είπες• αλλά τώρα νομίζω
+ότι δικαιολογείται η δυσπιστία μου αφού δεν έχω όμοιαν με σας
+οξυδέρκειαν. Γνωρίζω εν τοσούτω την Χρυσίδα που ανέφερες και 'ξέρω
+ότι είνε πρόθυμος και εύκολος εις τα ερωτικά. Δεν εννοώ δε διατί
+ενομίσατε αναγκαίον να της στείλετε τον πήλινον πρεσβευτήν και να
+καλέσετε τον υπερβόρειον μάγον και αυτήν την Σελήνην, ενώ με είκοσι
+δραχμάς ήτο δυνατόν και μέχρι των υπερβορείων χωρών να σας ακολουθήση
+η Χρυσίς. Διότι πολύ υπακούει εις αυτήν την επωδήν και της συμβαίνει
+το εναντίον αφ' ό,τι εις τα φαντάσματα• τα μεν φαντάσματα αν ακούσουν
+ήχον χαλκού ή σιδήρου φεύγουν—και αυτά σεις τα λέγετε — αυτή δε αν
+πουθενά κουδουνίζη χρήμα τρέχει προς τον ήχον. Απορώ άλλως τε πώς
+αυτός ο μάγος, αφού δύναται να κάμη τας πλουσιωτάτας των γυναικών να
+τον αγαπήσουν και να λαμβάνη παρ' αυτών τάλαντα ολόκληρα, αρκείται
+ολιγαρκέστατα εις τεσσάρας μνας, τας οποίας λαμβάνει από τον Γλαυκίαν
+διά να τον κάμη αξιέραστον.
+
+Είνε γελοία αυτή η απιστία σου προς όλα, είπεν ο Ίων. Αλλά θα
+επεθύμουν ν' ακούσω τι λέγεις δι' εκείνους οι οποίοι εκδιώκουν, δι'
+εξορκισμού τους δαίμονας από τους δαιμονιζομένους τόσον φανερά, ώστε
+να μη δύναται να υπάρξη αμφιβολία. Και είνε περιττή η δική μου
+μαρτυρία, διότι όλοι γνωρίζουν τον εκ Παλαιστίνης Σύρον {47}, τον
+περίφημον διά τοιαύτα κατορθώματα, ο οποίος τους σεληνιαζομένους,
+οίτινες πίπτουν κάτω και διαστρέφουν τους οφθαλμούς και αφρίζουν,
+εγείρει και αποπέμπει υγιείς αντί μεγάλης αμοιβής. Όταν τους εύρη
+κυλιομένους κατά γης και ερωτά πόθεν εισήλθαν εις το σώμα, ο μεν
+ασθενής σιωπά, αποκρίνεται δε ο δαίμων εις γλώσσαν Ελληνικήν ή
+βαρβαρικήν, κατά την πατρίδα του δαιμονίζομένου και λέγει πως και
+πόθεν εισήλθεν εις τον άνθρωπον• εκείνος δε δι' εξορκισμών ή, αν δεν
+εισακουσθή, δι' απειλών εκδιώκει τον δαίμονα. Εγώ δε και είδα δαίμονα
+εξερχόμενον κατά τοιούτον τρόπον, μαύρον και καπνώδη κατά το χρώμα.
+Δεν είνε παράδοξον, του είπα, ότι βλέπεις τα τοιαύτα, Ίων, αφού
+δύνασαι να βλέπης και τας ιδέας του Πλάτωνος, αίτινες δι' ημάς τους
+αμβλυωπούντας είνε πράγμα σκοτεινόν.
+
+Μήπως μόνος ο Ίων, είπεν ο Ευκράτης, είδε τοιαύτα φαντάσματα, δεν
+έτυχε δε να συναντήσουν δαίμονας άλλοι μεν νύκτα και άλλοι ημέραν;
+Εγώ όχι μίαν φοράν, αλλά μυριάκις είδα τοιαύτα πράγματα. Και κατ'
+αρχάς μεν κατελαμβανόμην υπό ταραχής, αλλά με τον καιρόν συνήθισα και
+τώρα δεν μου φαίνεται ότι βλέπω τίποτε παράδοξον, μάλιστα αφ' ότου ο
+Αράπης μου έδωκε το δακτυλίδι το οποίον είνε καμωμένον από σίδηρον
+των σταυρών και μου έμαθε τον μεγάλον εξορκισμόν, εκτός εάν δεν
+πιστεύης και εις εμέ, Τυχιάδη. Και πώς είνε δυνατόν, είπα εγώ, να
+απιστήσω εις τον Ευκράτην του Δείνωνος, άνθρωπον σοφόν, ο οποίος με
+τόσην ελευθερίαν λέγει ό,τι του καπνίση εις το σπήτι του, χωρίς να
+φοβήται αντιλογίας; Την ιστορίαν του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ο
+οποίος εμφανίζεται καθ' όλας τας νύκτας και εις όλους τους ανθρώπους
+του σπητιού, όχι μόνον από εμέ δύνασαι ν' ακούσης, αλλά και από όλους
+τους δικούς μας. Ποίου ανδριάντος; ηρώτησα. Δεν είδες, είπεν, όταν
+εισέρχεσαι εις την αυλήν, ένα ωραιότατον ανδριάντα, έργον του
+Δημητρίου του αγαλματοποιού; Εννοείς εκείνον ο οποίος παρίσταται να
+ρίπτη τον δίσκον και σκύφτει εις την στάσιν της αφέσεως με το
+πρόσωπον γυρμένον προς το χέρι το οποίον κρατεί τον δίσκον, και
+λιγύζει ολίγον το γόνατον ούτως ώστε να φαίνεται έτοιμος με την βολήν
+του δίσκου να ανατιναχθή; Όχι εκείνον, είπεν ο Ευκράτης• αυτός ο
+δισκοβόλος είνε έργον του Μύρωνος. Αλλ' ούτε τον πλησίον του λέγω,
+τον ωραίον εκείνον νέον ο οποίος έχει δεμένην την κόμην του με
+ταινίαν, διότι αυτός είνε έργον του Πολυκλείτου. Δεν πρόκειται περί
+των ανδριάντων οίτινες ευρίσκονται εις την δεξιάν πλευράν, μεταξύ των
+οποίων είνε και τα έργα του Κριτίου και του Νησιώτου, οι
+Τυραννοκτόνοι. Αλλά θα είδες πλησίον εις το αναβρυτήριον ένα
+κοιλαράν, φαλακρόν και ημίγυμνον, από τα γένεια του οποίου ολίγαι
+τρίχες φαίνονται ως να τας σηκώνη ο αέρας• αι φλέβες του φουσκώνουν
+και είνε καθ' όλα φυσικόν ομοίωμα ανθρώπου. Αυτόν εννοώ, φαίνεται δε
+ότι είνε ο Κορίνθιος στρατηγός Πέλιχος. Ά ναι, είπα εγώ, ενθυμούμαι
+ότι είδα δεξιά του Κρόνου ένα ο οποίος κρατεί ταινίας και στεφάνους
+ξηρούς και έχει στολισμένον το στήθος με πέταλα χρυσά. Εγώ, είπεν ο
+Ευκράτης, τα εχρύσωσα, όταν διά τρίτην φοράν με εθεράπευσε από
+πυρετούς. Ήτο λοιπόν και ιατρός, είπα εγώ, ο λαμπρός εκείνος Πέλιχος;
+Μάλιστα και μη περιπαίζης, είπεν ο Ευκράτης, διότι δεν θα δυσκολευθή
+να σε τιμωρήση• εγώ γνωρίζω τι δύναται να κάμη ο υπό σου εμπαιζόμενος
+ανδριάς• ή δεν νομίζεις ότι δύναται να στέλλη πυρετούς εις όσους
+θέλη, αφού δύναται να τους αποδιώκη; Παρακαλώ τον ανδριάντα να μου
+φεισθή και να με συγχωρήση, αφού είνε τόσον γενναίος. Αλλά τι άλλο
+τον βλέπετε να κάνη όλοι οι κατοικούντες εις το σπήτι; Άμα νυκτώση,
+είπεν ο Ευκράτης, ο Πέλιχος κατεβαίνει από το βάθρον του και
+περιφέρεται εις το σπήτι, τον συναντούν δε όλοι και ενίοτε τον
+ακούουν να τραγουδή, αλλά δεν επείραξε ποτέ κανένα• πρέπει μόνον
+οποίος τον συναντά να παραμερίζη, αυτός δε περνά χωρίς να ενοχλήση
+τον συναντώμενον. Πολλάκις δε λούεται και παίζει καθ' όλην την νύκτα,
+ούτως ώστε ακούεται ο θόρυβος του νερού. Πρόσεξε, είπα εγώ, μήπως ο
+ανδριάς δεν είνε ο Πέλιχος, αλλ' ο Τάλως ο Κρης της εποχής του
+Μίνωος, ο οποίος ήτο χάλκινος και περιεπόλει εις την Κρήτην. Εάν δεν
+ήτο εκ χαλκού, αλλ' από ξύλον, τίποτε δεν θα ημπόδιζε να είνε όχι του
+Δημητρίου έργον, αλλά τεχνούργημα του Δαιδάλου• διότι, ως λέγεις, και
+αυτός φεύγει από το βάθρον του.
+
+Πρόσεξε, Τυχιάδη, είπεν ο Ευκράτης, μη μετανοήσης διά τους εμπαιγμούς
+σου. Εγώ γνωρίζω τι έπαθεν εκείνος ο οποίος έκλεψε τους οβολούς που
+του προσφέρομεν κάθε πρώτην του μηνός. Έπρεπε να τιμωρηθή αυστηρώς,
+αφού ήτον ιερόσυλος, είπεν ο Ίων. Πώς λοιπόν τον ετιμώρησεν ο ανδριάς
+: Θέλω νακούσω και αν ακόμη δεν θα το πιστεύση και αυτό ο Τυχιάδης.
+Εις τα πόδια του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ήσαν ριμμένοι πολλοί
+οβολοί και άλλα νομίσματα μεταξύ των οποίων και αργυρά ήσαν κολλημένα
+με κερί εις τον μηρόν του και πέταλα εξ αργύρου, αφιερώματα είτε διά
+παράκλησιν είτε ως ευχαριστία διά θεραπείαν πυρετού. Είχομεν δε τότε
+ένα Αφρικανόν δούλον, αχρειέστατον, ο οποίος εχρησίμευεν ως
+ιπποκόμος. Αυτός απεπειράθη μίαν νύκτα να κλέψη όλα εκείνα και τα
+υπεξήρεσε την ώραν κατά την οποίαν είχε κατεβή εκ της θέσεως του ο
+ανδριάς. Όταν δε μετ' ολίγον επανήλθεν ο Πέλιχος και ενόησεν ότι τον
+έκλεψαν, να 'δήτε πώς ετιμώρησε και απεκάλυψε τον Αφρικανόν. Καθ'όλην
+την νύκτα περιεφέρετο εις την αυλήν ο άθλιος μη δυνάμενος να εξέλθη,
+ως να ευρίσκετο εις λαβύρινθον, έως ου εξημέρωσε και συνελήφθη με τα
+κλοπιμαία. Και τότε μεν έφαγεν όχι ολίγον ξύλον, έζησε δε ολίγον
+καιρόν ακόμη και απέθανεν αθλίως, διότι, ως έλεγε, κάθε νύκτα τον
+έδερνεν ο Πέλιχος, ούτως ώστε την επιούσαν εφαίνοντο τα σημάδια εις
+το σώμα του. Και τώρα, Τυχιάδη, σκώπτε και τον Πέλιχον και εμένα ως
+ομήλικον του Μίνωος και παραληρούντα από τα γεράματα. Αλλά, φίλε μου
+Ευκράτη, του είπα, εφ' όσον ο χαλκός είνε χαλκός, το δε έργον
+κατεσκεύασεν ο Δημήτριος ο εκ του δήμου Αλωπεκής, ο οποίος δεν
+κατεσκεύαζε θεούς, αλλ' ανθρώπους, ουδέποτε θα φοβηθώ τον ανδριάντα
+του Πελίχου, τον οποίον και ζώντα και απειλούντα ολίγον θα εφοβούμην.
+
+Μετά ταύτα ο ιατρός Αντίγονος είπε• Και εγώ, Ευκράτη, έχω ένα
+χάλκινον Ιπποκράτην ενός περίπου πήχεως κατά το μέγεθος, όστις άμα
+σβύση το φως, γυρίζει εις όλο το σπήτι, θορυβεί, ανατρέπει τα δοχεία
+και ανακατεύει τα φάρμακα, ανοίγει την θύραν, μάλιστα δε όταν
+παραλείπωμεν την θυσίαν την οποίαν του προσφέρομεν κατ' έτος. Ώστε,
+είπα εγώ, και ο Ιπποκράτης ο ιατρός έχει τώρα την αξίωσιν να του
+προσφέρουν θυσίας και οργίζεται αν δεν γευθή την ωρισμένην εποχήν
+τέλεια σφάγια; Αλλ' έπρεπε ν' αρκήται εις μίαν νεκρικήν θυσίαν, εις
+μίαν σπονδήν υδρομέλιτος επί του τάφου του ή στέφανον επί της στήλης
+του τάφου του.
+
+Άκουσε κάτι τι, είπεν ο Ευκράτης, διά το οποίον έχω και μάρτυρας και
+το οποίον είδα προ πέντε ετών. Ήτον εποχή του τρυγητού, εγώ δε κατά
+το μεσημέρι, αφήσας τους εργάτας να τρυγούν εις τ' αμπέλι, επήγα να
+περιπατήσω εις το δάσος• κάποια σκέψις με κατείχε και συνεστρέφετο
+εις την κεφαλήν μου. Όταν δε έφθασα εις το πυκνόν μέρος, ήκουσα κατ'
+αρχάς γαβγίσματα σκύλων και ενόμισα ότι ο υιός μου ο Μνάσων έπαιζε
+και εκυνήγα, ως συνηθίζει, με τους φίλους του εις το δάσος. Δεν
+συνέβαινεν όμως αυτό, αλλά μετ' ολίγον έγινε κάποιος σεισμός και
+ηκούσθη ως βοή βροντής• και είδα να έρχεται προς το μέρος μου μία
+γυναίκα φοβερά, η οποία είχεν ύψος μισού περίπου σταδίου. Εκράτει δε
+και δάδα εις το αριστερόν χέρι και σπαθί εις το δεξιό έως είκοσι
+πήχεις μακρύ. Και το μεν κάτω μέρος αυτής ωμοίαζε με φίδι, εις δε το
+άνω ήμισυ ωμοίαζε με Γοργόνα, εννοώ κατά το βλέμμα και την φρικτήν
+μορφήν. Αντί δε μαλλιών από την κεφαλήν της εκρέμοντο δράκοντες, ως
+βόστρυχοι, και περιετυλίσσοντο εις τον λαιμόν της και συνεστρέφοντο
+επάνω εις τους ώμους της. Βλέπετε πώς και τώρα που σας το διηγούμαι
+φρίττω; Και ενώ έλεγεν αυτά μας εδείκνυεν ο Ευκράτης τας τρίχας του
+βραχίονός του που είχαν ορθωθή εκ της φρίκης.
+
+Και οι μεν άλλοι, ο Ίων, ο Δεινόμαχος και ο Κλεόδημος προσείχον εις
+την διήγησιν με ανοικτόν το στόμα, ενώ ήσαν ηλικιωμένοι άνδρες• τους
+ετράβα από την μύτην ο ψευδολόγος Ευκράτης και ενδομύχως επροσκύνουν
+τον τόσον απίθανον κολοσσόν, την γυναίκα η οποία είχεν ύψος ημίσεος
+σταδίου, και ήτο κατάλληλος μόνον διά να χρησιμεύση ως φόβητρον εις
+πολύ μικρά παιδία. Εγώ δε εν τω μεταξύ εσκεπτόμην τι άνθρωποι είνε
+αυτοί, οι οποίοι διδάσκουν σοφίαν εις τους νέους και θαυμάζονται υπό
+πολλών, ενώ μόνον κατά τα άσπρα μαλλιά διαφέρουν από τα βρέφη, κατά
+δε τα άλλα είνε και αυτών πλέον εύπιστοι εις το ψεύδος.
+
+Έπειτα ο Δεινόμαχος ηρώτησε• Δεν μου λες, Ευκράτη, τα σκυλιά της θεάς
+πόσα ήσαν κατά το μέγεθος; Υψηλότερα από τους ελέφαντας των Ινδιών,
+απήντησεν ο Ευκράτης, μαύρα ως αυτοί και μαλλιαρά με μαλλιά ανώμαλα
+και λερωμένα. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησε, άμα την είδα εγύρισα την
+σφραγίδα, την οποίαν μου είχε δώσει ο Αράπης, προς το εσωτερικόν του
+δακτύλου, η δε Εκάτη εκτύπησε με τον δρακόντιόν της πόδα το έδαφος
+και έκαμε χάσμα τεράστιον, και ως στόμα του ταρτάρου, έπειτα επήδησε
+εις αυτό και εξηφανίσθη. Τότε εγώ επήρα θάρρος και έσκυψα, αφού
+εκρατήθηκα από έν εκ των πλησίον δένδρων διά να μη ζαλισθώ και πέσω
+εις το χάσμα• και είδα όλο το εσωτερικόν του Άδου, τον
+Πυριφλεγέθοντα, την λίμνην, τον Κέρβερον και τους νεκρούς, ούτως ώστε
+ανεγνώρισα μερικούς εξ αυτών τον πατέρα μου τουλάχιστον είδα καθαρά
+και εφορούσε τα ίδια ενδύματα με τα οποία τον εθάψαμεν. Και τι
+έκαναν, Ευκράτη, αι ψυχαί; είπεν ο Ίων. Τι άλλο, απήντησεν ο
+Ευκράτης, παρά κατά φυλάς και φατρίας, όπως εζούσαν εις τον κόσμον,
+διέτριβαν και εκεί, ξαπλωμένοι επάνω εις τους ασφοδέλους; Ας
+αντιλέγουν λοιπόν ακόμη, είπεν ο Ίων, οι οπαδοί του Επικούρου εις τον
+θείον Πλάτωνα και εις τον περί ψυχής διάλογόν του. Μήπως μεταξύ των
+νεκρών είδες και τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα; Τον Σωκράτη μάλιστα,
+δεν είμαι όμως βέβαιος αλλά το υποθέτω εκ του ότι ήτο φαλακρός και
+προγάστωρ• τον Πλάτωνα όμως δεν ανεγνώρισα, διότι προς φίλους πρέπει
+να λέγη κανείς την αλήθειαν. Αφού λοιπόν είδα όλα λεπτομερώς και το
+χάσμα ήρχιζε να κλείη, μερικοί από τους υπηρέτας μου, μεταξύ δε αυτών
+και ο Πυρρίας αυτός εδώ, οι οποίοι με ανεζήτουν έφθασαν καθ' ην
+στιγμήν δεν είχε κλείσει εντελώς το χάσμα. Ειπέ, Πυρρία, αν δεν λέγω
+αλήθεια. Μα τον Δία, είπεν ο Πυρρίας, εγώ ήκουσα και ένα γαύγισμα που
+ήλθε από το χάσμα, μου εφάνη δε ότι είδα και μίαν μικράν λάμψιν η
+οποία θα ήτο από την δάδα της θεάς.
+
+Εγώ εγέλασα διά την προσθήκην υπό του μάρτυρος του γαυγίσματος και
+της λάμψεως. Ο δε Κλεόδημος• Αυτά τα οποία είδες, είπε, δεν είνε
+πρωτοφανή• έχουν 'δη και άλλοι παρόμοια, αφού και εγώ όταν ησθένησα
+όχι προ πολλού καιρού, είδα κάτι τοιούτον? μ' επεριποιείτο δε και μ'
+εθεράπευεν ο Αντίγονος απ' εδώ. Ήτο εβδόμη ημέρα της ασθενείας μου
+και ο πυρετός μου είχε φθάσει εις την μεγαλειτέραν του σφοδρότητα. Με
+είχαν δε αφήσει μόνον όλοι και κλείσαντες τας θύρας επερίμεναν απ'
+έξω• διότι ούτω είχες διατάξει, Αντίγονε, ίσως δυνηθώ να κοιμηθώ.
+Τότε λοιπόν, ενώ ακόμη ήμουν ξυπνός, παρουσιάσθη ένας νέος ωραιότατος
+με λευκόν ένδυμα, ο οποίος με εσήκωσε και δι' ενός χάσματος με
+ωδήγησεν εις τον Άδην, όπου αμέσως είδα και εγνώρισα τον Τάνταλον,
+τον Τιτυόν και τον Σίσυφον. Τα άλλα είνε περιττόν να τα λέγω• όταν δε
+έφθασα εις το δικαστήριον — παρευρίσκοντο δε ο Αιακός, ο Χάρων, αι
+Μοίραι και αι Εριννύες — είδα τον Πλούτωνα να κάθηται ως βασιλεύς και
+να απαγγέλλη τα ονόματα εκείνων, οι οποίοι είχον ήδη συμπληρώσει τον
+καιρόν της ζωής των. Ο νέος με ωδήγησεν ενώπιον αυτού, ο δε Πλούτων
+εθύμωσε τότε και είπε προς εκείνον όστις με ωδήγει• Δεν ετελείωσεν
+ακόμη το νήμα αυτού, ώστε ας γυρίση πίσω. Συ δε να φέρης τον
+σιδηρουργόν Δημύλον, ο οποίος ζη περισσότερον αφ' όσον του ανήκει.
+Εγώ επέστρεψα χαρούμενος και ο πυρετός μου είχε παύσει• ανάγγειλα δε
+εις όλους ότι μετ' ολίγον θ' αποθάνη ο Δημύλος• ήτο δε ο Δημύλος
+γείτονάς μας και ησθένει, ως ελέγετο. Μετ' ολίγον τωόντι ηκούσαμεν
+αναφωνητά• είχεν αποθάνει και τον εμοιρολόγουν.
+
+Τι το παράδοξον; είπεν ο Αντίγονος, εγώ γνωρίζω ένα ο οποίος μετά
+είκοσι ημέρας από της ταφής του ανέστη. Ήμουν ιατρός του και προ του
+θανάτου και μετά την ανάστασίν του. Και πώς, παρετήρησα εγώ, εις
+διάστημα είκοσι ημερών δεν εσάπισε το σώμα του ή πώς δεν απέθανεν από
+την πείναν; ή μήπως εθεράπευσες κάποιον νέον Επιμενίδην;
+
+Ενώ ελέγαμεν αυτά εισήλθαν οι γυοί του Ευκράτους, ερχόμενοι από το
+γυμναστήριον, εκ των οποίων ο μεν ένας έχει ήδη υπερβή την ήβην, ο δε
+άλλος είνε δέκα πέντε περίπου ετών, και αφού μας εχαιρέτησαν εκάθησαν
+εις την κλίνην πλησίον εις τον πατέρα των• δι'εμέ δε έφεραν καθέκλαν.
+Και ο Ευκράτης ως να ανεμνήσθη από την εμφάνισιν των υιών του• Έτσι
+να τα χαρώ αυτά τα παιδιά, Τυχιάδη, είπε — και έβαλεν επάνω των το
+χέρι του—όπως είνε αλήθεια αυτά που θα σου 'πω. Όλοι γνωρίζουν πόσον
+αγαπούσα την μακαρίτισσα την μητέρα των• το έδειξα δε δι' όσων έκαμα
+δι' αυτήν, όχι μόνον όταν έζη, αλλά και αφού απέθανε, ότε έκαυσα μαζή
+της όλα της τα κοσμήματα και τα φορέματα, τα οποία περισσότερον της
+ήρεσαν. Επτά δε ημέρας μετά τον θάνατόν της ήμουν ξαπλωμένος εδώ,
+όπως τώρα, και διά να εύρω κάποιαν παρηγορίαν εις την θλίψίν μου,
+εδιάβαζα ησύχως το περί αθανασίας της ψυχής βιβλίον του Πλάτωνος. Εν
+τω μεταξύ τούτω εισέρχεται η Δημαινέτη, αυτή απαράλλακτη, και κάθεται
+πλησίον μου, όπως τώρα αυτός ο Ευκρατίδης — και έδειξε τον νεώτερον
+εκ των υιών του, ο οποίος και πριν ήτο ωχρός από την διήγησιν, και
+τώρα συνεταράχθη με παιδικήν δειλίαν. Εγώ, εξηκολούθησεν ο Ευκράτης,
+άμα την είδα, την αγκάλιασα και ήρχισα να κλαίω. Αλλ' αυτή διέκοψε τα
+κλάμματά μου και μου παρεπονείτο ότι ενώ της εχάρισα όλα τα άλλα, το
+έν εκ των χρυσών της σανδάλων δεν έκαυσα επί του τάφου της, μου είπε
+δε ότι το σάνδαλον εκείνο, είχε παραπέσει και ευρίσκετο κάτω από την
+κασέλαν και διά τούτο δεν το ευρήκαμεν κ' εκαύσαμεν μόνον το ένα. Ενώ
+δε ακόμη ωμιλούσαμεν, ένα αναθεματισμένο σκυλάκι της Μάλτας, που
+ευρίσκετο κάτω από το κρεββάτι, εγαύγισε και εκείνη εξηφανίσθη με το
+γαύγισμα. Αλλά το σάνδαλον ευρέθη κάτω από την κασέλαν και το
+εκαύσαμεν. Λοιπόν δυσπιστείς ακόμη, Τυχιάδη, εις γεγονότα τόσον
+φανερά και τα οποία συμβαίνουν συχνότατα; Όχι, μα τον Δία, απήντησα,
+και νομίζω ότι είνε άξιοι να δαρθούν εις τα πισινά, καθώς τα παιδιά,
+με χρυσόν σάνδαλον όσοι δεν πιστεύουν και δεικνύουν τόσην
+αναισχυντίαν προς την αλήθειαν.
+
+Επάνω εις αυτά εισήλθεν ο Αρίγνωτος ο Πυθαγορικός φιλόσοφος με τα
+μεγάλα μαλλιά, ο σοβαρός την όψιν, τον γνωρίζεις δα τον περίφημον διά
+την σοφίαν του, ο οποίος επονομάζεται θείος. Άμα τον είδα ανέπνευσα,
+διότι ενόμισα ότι ήρχετο να κόψη ως πέλεκυς τα ψεύδη. Θα τους
+αποστομώση, εσκεπτόμην, ο σοφός, όταν τους ακούση να λέγουν τοιαύτα
+τερατολογήματα, και, κατά το λεγόμενον, θεόν από μηχανής, τον οποίον
+μου έστελλεν η τύχη, τον εθεώρησα. Αυτός δε αφού εκάθησε εις την
+θέσιν την οποίαν του προσέφερεν ο Κλεόδημος, ηρώτησε κατά πρώτον διά
+την ασθένειαν του οικοδεσπότου, όστις απήντησεν ότι ήτο τώρα
+καλλίτερα. Και περί τίνος φιλοσοφείτε; είπεν έπειτα. Διότι
+εισερχόμενος ήκουσα τους λόγους σας και μου εφάνη ότι δεν χάνετε τον
+καιρόν σας. Προσπαθούμεν, είπεν ο Ευκράτης, να πείσωμεν αυτόν εδώ τον
+σκληροτράχηλον—- και έδειξεν εμέ-—να πιστεύση ότι υπάρχουν πνεύματα
+και φαντάσματα και ότι αι ψυχαί των νεκρών γυρίζουν εις την γην και
+εμφανίζονται εις όποιους θέλουν. Εγώ εκοκκίνισα και έβλεπα κάτω,
+διότι εντράπηκα τον Αρίγνωτον. Αυτός δε είπε• Αν λέγη ο Τυχιάδης ότι
+μόνον των βιαίως αποθανόντων αι ψυχαί επιστρέφουν, π. χ. αν κανείς
+εκρεμάσθη ή απεκεφαλίσθη ή ανεσκολοπίσθη ή κατ' άλλον τοιούτον τρόπον
+απέθανε, όχι όμως και αι ψυχαί εκείνων οίτινες αποθνήσκουν με φυσικόν
+θάνατον—αν λέγη αυτό δεν λέγει πολύ παράλογα πράγματα. Μα τον Δία,
+είπεν ο Δεινόμαχος, δεν τα παραδέχεται καθόλου, ούτε ότι υπάρχουν,
+ούτε ότι φαίνονται. Αλήθεια, είπεν ο Αρίγνωτος, και μ' εκύταξεν
+αυστηρώς, δεν πιστεύεις τίποτε από αυτά, ενώ τα βλέπει όλος ο κόσμος;
+Σας παρακαλώ, είπα εγώ, ν' απολογηθήτε δι' εμέ, διότι μόνος εξ όλων
+των άλλων δεν βλέπω τίποτε• αν έβλεπα θα επίστευα και εγώ όπως σεις.
+Αλλ' αν πας ποτέ εις την Κόρινθον, είπεν ο Αρίγνωτος, ερώτησε πού
+είνε το σπήτι Ευβατίδου και όταν σου το δείξουν πλησίον εις το
+Κράνειον, να έμβης και να 'πης εις τον θυρωρόν Τίβιον να σου δείξη το
+μέρος από το οποίον έσκαψε και έβγαλε τον δαίμονα ο Πυθαγορικός
+Αρίγνωτος και τοιουτοτρόπως έγεινε δυνατόν να κατοικήται εις το εξής
+το σπήτι εκείνο. Τι συνέβαινε; ηρώτησεν ο Ευκράτης. Προ πολλού,
+απήντησεν ο Αρίγνωτος, έμενεν ακατοίκητο το σπήτι εκείνο ένεκα
+φαντασμάτων εάν δε κανείς κατοικούσε έφευγεν αμέσως διότι τον
+κατεδίωκε και τον ετρόμαζε ένα φοβερόν και ταραχοποιόν φάντασμα. Το
+σπήτι αφέθη να γείνη ερείπιον και η στέγη του είχεν αρχίσει να πέφτη
+και κανείς δεν ετόλμα να εισέλθη. Εγώ δε όταν ήκουσα αυτά, επήρα τα
+βιβλία μου—έχω δε πολλά Αιγυπτιακά βιβλία διά τα τοιαύτα - και επήγα
+εις το σπήτι εκείνο κατά την ώραν του πρώτου ύπνου, χωρίς ν' ακούσω
+εκείνον όστις μ' εφιλοξένει, ο οποίος όταν έμαθε πού επήγαινα με
+ημπόδιζε και σχεδόν μ' ετράβα, διότι ενόμιζεν ότι μεταβαίνω εις
+βέβαιον όλεθρον. Εγώ επήρα λύχνον και εισήλθα μόνος και αφού
+ετοποθέτησα το φως εις το μεγαλείτερον δωμάτιον εκάθησα κατά γης και
+ήρχισα να διαβάζω ησύχως. Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ο δαίμων ο οποίος
+είχε μαλλιά μεγάλα και άτακτα και ήτο κατάμαυρος. Ενόμιζεν ότι είχε
+να κάμη με κανένα από τους πολλούς και ήλπιζεν ότι θα με ετρόμαζεν
+όπως τους άλλους. Ήρχισε λοιπόν να με περιτριγυρίζη και να προσπαθή
+να μου επιτεθή πότε από 'δώ και πότε από 'κεί. Και διά να με φέρη εις
+σύγχυσιν μετεμορφόνετο άλλοτε μεν εις σκύλον, άλλοτε δε εις ταύρον ή
+λέοντα. Εγώ δε μεταχειρισθείς τον φρικτότερον εξορκισμόν εις
+Αιγυπτιακήν γλώσσαν, τον περιώρισα εις μίαν γωνίαν σκοτεινού
+δωματίου• και αφού είδα πού εκρύβη, ησύχασα. Το δε πρωί, ενώ όλοι
+ήσαν απηλπισμένοι και ενόμιζαν ότι θα μ'εύρουν νεκρόν καθώς τους
+άλλους, παρουσιάσθηκα απροσδοκήτως, ευρήκα τον Ευβατίδην και του
+ανήγγειλα προς μεγάλην του χαράν ότι του λοιπού το σπήτι θα είνε
+απηλλαγμένον από φαντάσματα και θα δύναται να κατοίκηση αφόβως εις
+αυτό. Παραλαβών δε αυτόν και άλλους πολλούς, οι οποίοι ηκολούθουν από
+περιέργειαν και θαυμασμόν, διέταξα όταν εφθάσαμεν εκεί να σκάψουν εις
+το μέρος όπου είδα να κρυφθή ο δαίμων• και όταν έσκαψαν ευρήκαν εις
+βάθος οργυιάς παλαιόν νεκρόν, του οποίου διετηρούντο μόνον τα
+κόκκαλα. Τον επήραμεν και τον εθάψαμεν αλλού, έκτοτε δε το σπήτι δεν
+ηνωχλήθη πλέον από φαντάσματα.
+
+Αφού είπεν αυτά ο Αρίγνωτος, άνθρωπος θαυμαστός, διά την σοφίαν του
+και εις όλους σεβαστός, δεν έμεινε πλέον κανείς από τους παρόντας ο
+οποίος να μη με θεωρή ανόητον, διότι δεν επίστευα εις τα τοιαύτα,
+όταν μάλιστα και ο Αρίγνωτος τα εβεβαίωνεν. Εγώ όμως χωρίς να φοβηθώ
+ούτε τα μεγάλα του μαλλιά, ούτε την φήμην του; Τ' είν' αυτά Αρίγνωτε,
+είπα, και συ η μόνη ελπίς της αληθείας, είσαι γεμάτος από καπνόν και
+φαντάσματα; Όπως η παροιμία λέγει, άνθρακες ο θησαυρός απεδείχθης.
+Αφού, είπεν ο Αρίγνωτος, ούτε εις εμέ πιστεύεις δι' αυτά, ούτε εις
+τον Δεινόμαχον ή τον Κλεόδημον, ούτε εις τον Ευκράτην, δεν μας λέγεις
+ποίον θεωρείς αξιοπιστότερον από ημάς, ο οποίος υποστηρίζει τα
+εναντία; Ένα πολύ θαυμαστόν άνθρωπον, τον εξ Αβδήρων Δημόκριτον,
+όστις τόσην πεποίθησιν είχεν ότι δεν υπάρχει τίποτε τοιούτον, ώστε
+εκλείετο εις ένα μνήμα έξω της πόλεως και εκεί έγραφε και συνέτασσε
+τα έργα του. Όταν δε μερικοί νέοι, θέλοντες να τον πειράξουν και να
+τον φοβίσουν, ενδύθηκαν ως νεκροί με μαύρα ενδύματα και εφόρεσαν
+προσωπίδας αι οποίαι απεμιμούντσ τα κρανία και περικυκλώσαντες αυτόν
+ήρχισαν να χορεύουν και να πηδούν, ο Δημόκριτος χωρίς να ταραχθή και
+χωρίς να διακόψη το γράψιμόν του, εστράφη προς αυτούς και είπε•
+Παύσετε να παίζετε. Τόσον ήτο βέβαιος ότι δεν υπάρχουν πλέον ψυχαί
+άμα χωρισθούν από τα σώματα. Με αυτά που λέγεις, είπεν ο Ευκράτης,
+μας αποδεικνύεις ότι και ο Δημόκριτος ήτον ανόητος άνθρωπος, αφού
+είχε τοιαύτην ιδέαν. Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο, το οποίον
+συνέβη εις εμέ, δεν το ήκουσα από άλλον ίσως δε και συ, Τυχιάδη, άμα
+το ακούσης θ' αναγκασθής ν' αναγνωρίσης την αλήθειαν της ιστορίας.
+Όταν κατά την νεότητά μου ευρισκόμην εις την Αίγυπτον όπου με είχε
+στείλει ο πατέρας μου διά να σπουδάσω, με κατέλαβεν επιθυμία να
+μεταβώ διά του Νείλου μέχρι του Κοπτού και απ' εκεί να υπάγω μέχρι
+του Μέμνονος, διά ν' ακούσω το θαυμαστόν εκείνο άγαλμα το οποίον
+ψάλλει κατά την ανατολήν του ηλίου. Και το μεν άγαλμα ήκουσα, αλλ'
+όχι όπως οι άλλοι άσμα χωρίς σημασίαν• εις εμέ έδωκε και χρησμόν ο
+Μέμνων δι' επτά στίχων, τους οποίους θα σας έλεγα, εάν το πράγμα δεν
+ήτο περιττόν. Κατά δε την επάνοδον συνεταξείδευε με ημάς κάποιος
+ιερογραμματεύς εκ Μέμφιδος, θαυμαστός κατά την σοφίαν και κάτοχος
+όλης της Αιγυπτιακής παιδείας. Ελέγετο δε ότι επί είκοσι τρία έτη
+έζησεν εις τα υπόγεια άδυτα του ναού της Ίσιδος και εδιδάσκετο υπό
+της θεάς την μαγείαν. Λέγεις τον Παγκράτην, είπεν ο Αρίγνωτος, τον
+διδάσκαλόν μου, άνθρωπον άγιον, ο οποίος έχει ξυρισμένον το πρόσωπον,
+φορεί λευκά, φαίνεται διηνεκώς σκεπτικός, δεν ομιλεί καθαρά την
+Ελληνικήν, είναι υψηλός, έχει την μύτην σιμήν, τα χείλη προέχοντα και
+τα σκέλη λεπτά; Ακριβώς, είπεν ο Ευκράτης, αυτόν τον Παγκράτην λέγω.
+Κατ' αρχάς δεν εγνώριζα ποίος ήτον αλλ' όταν το πλοίον μας άραξε και
+τον έβλεπα να κάνη πολλά άλλα θαυμάσια και να ιππεύη τους
+κροκοδείλους και να κολυμβά ομού με αυτούς, οι δε κροκόδειλοι να τον
+φοβούνται και να σείουν προς αυτόν την ουράν, ενόησα ότι ήτο κάποιος
+άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον
+εγίναμεν φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγεν όλα του τα μυστικά.
+Επί τέλους δε μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτας εις την
+Μέμφιδα, να τον ακολουθήσω δε μόνος, διότι, ως μου έλεγε, δεν θα
+εστερούμεθα ανθρώπων διά να μας υπηρετούν. Και του λοιπού εζήσαμεν ως
+εξής• άμα εφθάναμεν εις κανέν πανδοχείον, έπαιρνε τον μοχλόν της
+θύρας, την σκούπαν ή το γουδοκόπανον, το ένδυνε με φορέματα και με
+μίαν επωδήν το έκανε να περιπατή και να φαίνεται ως άνθρωπος. Αυτό
+επήγαινε κ' έφερνε νερόν, εψώνιζε κ' εσιγύριζε και μας έκανε παντός
+είδους υπηρεσίας εις την εντέλειαν όταν δε δεν είχαμεν πλέον ανάγκην
+υπηρεσίας, με άλλην επωδήν έκανε πάλιν την σκούπαν σκούπαν και το
+γουδοχέρι γουδοχέρι. Το πράγμα μου εκίνει μεγάλην περιέργειαν, αλλά
+δεν κατώρθονα να τον πείσω να μου μάθη πώς έκανεν αυτάς τας
+μεταμορφώσεις. Μολονότι εις τα άλλα δεν μου έκρυπτε τίποτε, δι' αυτό
+ήτο πολύ ζηλότυπος. Αλλά μίαν ημέραν κρυφθείς εις σκοτεινόν μέρος
+ήκουσα την επωδήν, ήτο δε τρισύλλαβος. Και αυτός μεν ανεχώρησεν εις
+την αγοράν παραγγείλας εις το γουδόχερον τι έπρεπε να κάμη. Εγώ δε
+την επιούσαν, ενώ εκείνος ευρίσκετο εις την αγοράν διά ν' αγοράση
+κάτι τι, επήρα το γουδοκόπανον και το ένδυσα και αφού είπα τας τρεις
+συλλαβάς, το διέταξα να φέρη νερόν. Αφού δ' εγέμισε μίαν στάμναν και
+την έφερε, του είπα• Παύσε να κουβαλής νερόν και γίνου πάλιν
+γουδόχερον αυτό όμως δεν μου υπήκουσε, αλλ' εξηκολούθει να κουβαλή
+νερόν, έως ου έκαμε το σπίτι λίμνην. Εγώ ευρεθείς εις αμηχανίαν —
+διότι εφοβούμην μήπως ο Παγκράτης επιστρέψη και θυμώσει, όπως και
+έγινε — επήρα αξίνην και έκοψα τον κόπανον εις δύο• αλλ' αντί ενός
+έγιναν τότε δύο οι νεροφόροι. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο
+Παγκράτης και εννοήσας τι είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλιν
+ξύλα, όπως ήσαν προ της επωδής, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφίως,
+δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπεν ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον
+να κάνης άνθρωπον το γουδόχερον; Κατά το ήμισυ, απήντησεν ο Ευκράτης•
+διότι δεν 'μπορώ να το επαναφέρω εις την αρχικήν του κατάστασιν, αφού
+άπαξ γίνη υδροφόρος και θα πλημμυρίση το σπίτι από νερά.
+
+Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τοιαύτα τερατώδη ψεύδη, δεν
+εντρέπεσθε που είσθε γέροι άνθρωποι; Αν όχι δι' άλλο, αλλά
+τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε εις άλλην ώραν αυτάς
+τας παραδόξους και φοβεράς διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη
+τ' αφήνετε ν'ακούουν τέτοια πράγματα, τα οποία καθ' όλην την ζωήν των
+θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν, θα γεμίσουν τα μυαλά των με
+διαφόρους δεισιδαιμονίας και θα τους κάμη να φοβούνται την σκιάν των.
+
+Καλά που μ' ενθύμισες με την δεισιδαιμονίαν που είπες. Τι φρονείς,
+αλήθεια, Τυχιάδη, διά τους χρησμούς και τας αποκαλύψεις και όσα
+αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούονται λεγόμενα από τα άδυτα ή
+όσα λέγει η Πυθία εμμέτρως προλέγουσα τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα
+πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και έν δακτυλίδι
+θαυματουργόν, το οποίον έχει επί της σφραγίδος τον Πύθιον Απόλλωνα,
+αυτός δε ο Απόλλων μου ομιλεί, — δεν το λέγω αυτό, διά να μη νομίσης
+ότι λέγω απίθανα πράγματα διά να καυχηθώ. Περιορίζομαι να σας διηγηθώ
+μόνον όσα μου συνέβησαν και είδα με τα μάτια μου εις την Μαλλόν, εις
+το ιερόν του Αμφιλόχου, ο οποίος φανερά μου ωμίλησε και μου έδωκε
+συμβουλάς διά τας υποθέσεις μου• έπειτα δε θα σας διηγηθώ και όσα
+είδα εις την Πέργαμον και ήκουσα εις τα Πάταρα. Όταν επέστρεφα από
+την Αίγυπτον και ήκουσα ότι το Μαντείον της Μαλλού είνε περίφημον και
+δίδει αληθείς και σαφείς απαντήσεις εις εκείνους οίτινες γράφουν τας
+ερωτήσεις των εις πινάκιον και τας παραδίδουν εις τον προφήτην,
+ενόμισα καλόν κατά την διάβασίν μου να ερωτήσω και εγώ το μαντείον
+και να ζητήσω την γνώμην του θεού περί του μέλλοντος. Ενώ ακόμη
+έλεγεν αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέπων ότι το πράγμα έμελλε να προχωρήση
+και ότι αι περί των μαντείων συζητήσεις θα ελάμβανον διαστάσεις, δεν
+ενόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος εις όλους. Τους
+αφήκα λοιπόν ενώ έπλεον εξ Αιγύπτου εις την Μαλλόν — διότι ενόουν ότι
+τους ενώχλουν με τας αντιρρήσεις μου εις τα ψεύδη των. — Εγώ, είπα,
+φεύγω, διά να ζητήσω τον Λεόντυχον, διότι έχω ανάγκην να τον
+συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα,
+καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν εις τας μυθολογίας σας.
+Και άμα είπα αυτά εξήλθα. Αυτοί δε είδαν ευχαρίστως την αναχώρησίν
+μου, διότι έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά
+την συνήθειάν των, τα ψεύδη.
+
+Αυτά, φίλε μου Φιλοκλή, ήκουσα εις του Ευκράτους και έρχομαι
+πρισμένος, όπως όσοι πίνουν μούστον, με ανάγκην να εμέσω. Ευχαρίστως
+δε και διά πολλών χρημάτων θα ηγόραζα φάρμακον εξ εκείνων τα οποία,
+ως ήκουσα, δίδουν την λησμοσύνην, διά να μη μου προξενήση τίποτε
+κακόν η ανάμνησις αυτών διατηρουμένη• διότι νομίζω έκτοτε ότι βλέπω
+τέρατα και δαίμονας και Εκάτας.
+
+ΦΙΛ. Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιον έπαθα από την διήγησίν σου•
+διότι, ως λέγουν, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν υπό λυσσώντων σκύλων
+λυσσούν και φοβούνται το νερόν, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς
+παθαίνουν τα ίδια, ως να τους εδάγκωσε σκύλος λυσσών, και έχουν τους
+αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν εδαγκώθης εις του Ευκράτους υπό των
+πολλών ψευδολογημάτων, μετέδωκες δε και εις εμέ το δηλητήριον και μου
+εγέμισες την ψυχήν από δαίμονας.
+
+ΤΥΧ. Ας μη ανησυχώμεν, φίλε μου, διότι έχομεν κατά των τοιούτων
+αλεξιφάρμακον την αλήθειαν και τον περί πάντων ορθόν λόγον• χάρις δε
+εις αυτά ουδόλως θα μας ταράξουν τα ανόητα και μάταια ταύτα ψεύδη.
+
+
+
+
+ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ
+
+
+
+
+Λέγεται, αγαπητέ Φίλων, ότι επί της βασιλείας του Λυσιμάχου ενέσκηψεν
+εις τα Άβδηρα μία τοιαύτη επιδημία. Όλοι οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό
+σφοδρού πυρετού, όστις εξηκολούθει με συχνούς παροξυσμούς επί επτά
+ημέρας. Κατά δε την εβδόμην ημέραν άλλοι μεν από τους αρρώστους
+επάθαιναν άφθονον αιμορραγίαν της μύτης, άλλοι δε εφίδρωσιν επίσης
+άφθονον και ούτω έπαυεν ο πυρετός. Αλλά το νόσημα έφερε και το πνεύμα
+αυτών εις μίαν κωμικήν κατάστασιν. Όλοι δηλαδή έκαμναν θεατρικάς
+κινήσεις και μεγαλοφώνως απήγγελλον ιαμβικούς στίχους, μάλιστα δε
+μέρη από την Ανδρομέδαν του Ευριπίδου {48} και ιδίως την επιφώνησιν
+του Περσέως:
+
+συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων Έρως,
+
+και ήτο η πόλις γεμάτη εκ των ωχρών τούτων και εξησθενημένων υπό του
+εφθημέρου πυρετού τραγωδών. Διήρκεσε δε το γενικόν τούτο αναφώνημα
+επί πολύ, έως ου ο χειμών και ψύχος πολύ τους έκοψε την νοσηράν αυτήν
+φλυαρίαν. Αίτιος δε της παραφροσύνης μου φαίνεται ότι έγεινεν ο
+τραγικός ηθοποιός Αρχέλαος, ο οποίος τότε ήτο φημισμένος και εις τα
+μέσα του θέρους εν καιρώ μεγάλου καύσωνος έπαιξεν εις τα Άβδηρα την
+Ανδρομέδαν. Οι δε Αβδηρίται έπαθαν τον πυρετόν εις το θέατρον, όταν
+δε ανέρρωσαν, εξηκολούθουν να αναπολούν την τραγωδίαν• η Ανδρομέδα
+επί πολύ παρέμενεν εις την μνήμην των και ο Περσεύς με την Μέδουσαν
+εξηκολούθει να περιίπταται εις την φαντασίαν των.
+
+Επειδή λοιπόν, κατά την παροιμίαν, το έν πράγμα δύναται να παραβληθή
+προς το άλλο, το νόσημα εκείνο των Αβδηριτών είνε όμοιον προς εκείνο,
+το οποίον έχει καταλάβει σήμερον τους περισσοτέρους των
+πεπαιδευμένων. Ούτοι είνε αληθές ότι δεν απαγγέλλουν τραγωδίαν,— θα
+ήτο μικρότερα παραφροσύνη, αν με ξένους στίχους ουχί ασχήμους
+επεδεικνύοντο — αλλ' αφ' ότου ήρχισεν ο εξακολουθών πόλεμος {49} κατά
+των βαρβάρων και συνέβη η ήττα εις την Αρμενίαν και ηκολούθησαν αι
+συνεχείς νίκαι, δεν έμεινε κανείς ο οποίος να μη γράψη ιστορίαν? όλοι
+έγειναν Θουκυδίδαι και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες, ούτως ώστε να αληθεύη
+εκείνο το οποίον είπεν ο φιλόσοφος {50}, «ο πόλεμος είνε των όλων ο
+πατήρ», αφού τόσους συγγραφείς εγέννησε διά μιας.
+
+Αυτά λοιπόν, φίλτατε, βλέπων και ακούων, ενθυμήθηκα έν ανέκδοτον του
+Διογένους• όταν ηκούσθη ότι ο Φίλιππος εξεστράτευε κατά της Ελλάδος,
+οι Κορίνθιοι όλοι εταράχθησαν και ήρχισαν να εργάζωνται διά την
+άμυναν? άλλος διώρθονεν όπλα, άλλος εκόμιζε πέτρας, άλλος επεσκεύαζε
+το τείχος ή εστερέωνε πύργον και άλλος έπραττεν ό,τι χρήσιμον
+ηδύνατο• ο δε Διογένης βλέπων αυτά και μη έχων τι να πράξη και αυτός
+— διότι ουδείς του ανέθετε καμμίαν εργασίαν — περιέζωσε το ένδυμά του
+και με πολλήν δραστηριότητα ήρχισε να κυλίη το πιθάρι, το οποίον του
+εχρησίμευεν ως κατοικία, επάνω και κάτω εις το Κράνειον. Όταν δε
+κάποιος εκ των γνωστών του τον ηρώτησε, διατί το κάνεις αυτό,
+Διογένη; Κυλίω, είπε, και εγώ το πιθάρι, διά να μη φαίνωμαι ότι μόνος
+εγώ μένω αργός μεταξύ τόσων εργαζομένων. Και εγώ, αγαπητέ Φίλων, διά
+να μη μένω μόνος άφωνος εις εποχήν τόσον πολύφωνον και να μη
+παρουσιάζω κωμικόν θέαμα άνθρωπου έχοντος ανοικτόν το στόμα και μη
+λέγοντος τίποτε, ενόμισα καλόν να κυλίσω και εγώ όσον δύναμαι τον
+πίθον μου, όχι όμως διά να γράψω ιστορίαν και να διηγηθώ πολεμικά
+γεγονότα• δεν έχω τόσω μεγάλην τόλμην εγώ και μη φοβηθής ότι θ'
+αποτολμήσω τοιούτόν τι• διότι γνωρίζω πόσον μέγας είνε ο κίνδυνος,
+όταν κυλίη κανείς επάνω εις πέτρας και μάλιστα πιθάριον
+λεπτοκατασκευασμένον, οποίον το ιδικόν μου• μόλις προσκρούση εις
+μικράν πέτραν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να περισυλλέγω τα κομμάτια
+του.
+
+Πώς λοιπόν εσκέφθηκα και πώς θα λάβω μέρος εις τον πόλεμον με
+ασφάλειαν και μένων έξω βολής, θα σου είπω. Εγώ θα αποφύγω τους
+κόπους, τας φροντίδας και τους κινδύνους, τους οποίους έχει ο
+συγγραφεύς, θα περιορισθώ δε να δώσω μίαν μικράν συμβουλήν και ολίγα
+διδάγματα εις τους συγγράφοντας, διά να λάβω ούτω και εγώ μέρος εις
+την οικοδομήν, αν όχι διά της επιγραφής της πραγματείας μου,
+τουλάχιστον διότι θα θίξω με το άκρον του δακτύλου τον πηλόν τον
+οποίον μεταχειρίζονται. Το βέβαιον είνε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών
+νομίζουν ότι δεν έχουν ανάγκην συμβουλής διά την εργασίαν των, όπως
+περίπου δεν έχουν ανάγκην διδασκαλίας διά να βαδίζουν, να βλέπουν ή
+να τρώγουν, αλλά θεωρούν ως λίαν εύκολον και πρόχειρον και δυνατήν
+εις όλους την συγγραφήν ιστορίας, ως δύναται τις να κρίνη εκ των
+συμβαινόντων. Αλλά γνωρίζεις και συ, φίλε μου, ότι η ιστορία δεν είνε
+από τα εύκολα και ακόπως συνθετόμενα έργα, αλλ' είνε από τα έχοντα
+περισσοτέραν ανάγκην φροντίδος, όταν, ως ο Θουκυδίδης λέγει, γίνεται
+διά να μείνη αθάνατος• «κτήμα ες αεί».
+
+Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα αποτρέψω πολλούς εξ αυτών, εις μερικούς δε
+θα φανώ και πολύ οχληρός και μάλιστα εις εκείνους των οποίων το έργον
+έχει ήδη τελειώσει και παραδοθή εις το κοινόν. Εάν δε και επηνέθη υπό
+εκείνων οίτινες το ανέγνωσαν, η ελπίς ότι θα μεταβάλουν και θα
+διορθώσουν κάτι εκ των ήδη θεσπισμένων και κατατεθειμένων, ούτως
+ειπείν, εις τα βασιλικά αρχεία {51}, είνε ματαία. Αλλ' όμως δεν είνε
+κακόν να λεχθή και προς αυτούς τούτους η αλήθεια, ώστε, εάν ποτε
+γείνη άλλος πόλεμος ή των Κελτών προς τους Γέτας ή των Ινδών προς
+τους Βακτρίους — διότι προς ημάς δεν θα τολμήση κανείς να κήρυξη
+πόλεμον, αφού ήδη όλους τους έχομεν υποτάξει — να μεταχειρισθούν τον
+κανόνα τούτον, εάν τον νομίσουν ορθόν προς καλλιτέραν σύνθεσιν της
+εργασίας των. Εάν δε πάλιν επιμείνουν εις τας μεθόδους των, ο ιατρός
+δεν θα παραστενοχωρηθή, διότι οι Αβδηρίται θα εξακολουθούν εκουσίως
+ν' απαγγέλλουν την Ανδρομέδαν.
+
+Επειδή δε το έργον της συμβουλής είνε διττόν και διδάσκει ποία να
+προτιμώμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν, ας είπωμεν πρώτα ποία πρέπει ν'
+αποφεύγη ο γράφων ιστορίαν και ποία ν' απορρίπτη προ πάντων, έπειτα
+δε ποία να μεταχειρίζεται, διά να μη εξέλθη της ορθής και ευθείας
+οδού, πώς ν' αρχίση και ποίαν τάξιν να εφαρμόση εις τα έργα του, και
+το μέτρον το οποίον θα τηρή διά κάθε τι, και όσα πρέπει ν' αποσιωπά
+και εις όσα να ενδιατρίβη, και όσα είνε προτιμότερον να παρατρέξη και
+πώς να τα εξηγή και τα συναρμόζη. Και αυτά μεν και τα τοιαύτα θ'
+αναπτύξωμεν κατόπιν• τώρα δε θ' αναφέρωμεν τα ελαττώματα, τα οποία
+παρακολουθούν τους κακούς συγγραφείς. Τα κοινά όμως εις όλα τα είδη
+του λόγου σφάλματα, εις την γλώσσαν, την αρμονίαν, την έννοιαν, και
+πάσα άλλη ατεχνία και μακράν ανάπτυξιν απαιτούν και της παρούσης
+πραγματείας τα όρια διαφεύγουν διότι, ως είπα, είνε κοινά όλων των
+ειδών του λόγου ελαττώματα.
+
+Τα δε σφάλματά των εις την καθαρώς ιστορικήν εργασίαν δύνασαι να
+εύρης, αν προσέξης εις τα έργα αυτών, όπως εγώ πολλάκις παρατηρώ,
+οσάκις ακροώμαι τοιαύτας ιστορίας αναγινωσκομένας, και μάλιστα αν
+προσέξης εις όλους. Δεν είνε επομένως περιττόν να αναφέρω, ως
+παραδείγματα, τινά από τα κατ' αυτόν τον τρόπον συγγραφέντα. Αλλά προ
+τούτου ας εξετάσωμεν τα σπουδαιότερα αυτών ελαττώματα.
+
+Οι πλείστοι εξ αυτών παραμελούντες να ιστορούν τα γεγονότα,
+καταγίνονται να επαινούν τους άρχοντας και τους στρατηγούς, και τους
+μεν ιδικούς των ανυψόνουν, τους δε εχθρούς καθ' υπερβολήν
+καταρρίπτουν. Αγνοούν ότι δεν χωρίζει την ιστορίαν από το εγκώμιον
+στενόν χώρισμα, αλλά μέγα τείχος υπάρχει μεταξύ των και, όπως λέγουν
+οι μουσικοί, ιστορία και εγκώμιον είνε δις διαπασών προς άλληλα. Ο
+μεν εγκωμιάζων φροντίζει μόνον πώς να επαινέση και ευχαριστήση τον
+επαινούμενον και αν είνε ανάγκη να ψευσθή διά να επιτύχη τον σκοπόν
+του, ολίγον θα σκοτισθή? η ιστορία όμως δεν δύναται ουδ' επί στιγμήν
+νανεχθή ψεύδος, ακριβώς όπως η τραχεία αρτηρία, κατά τους ιατρούς,
+δεν ανέχεται ό,τι εισέλθη εις αυτήν, ενώ καταπίνομεν. Φαίνονται
+προσέτι ν' αγνοούν οι τοιούτοι ιστορικοί ότι της ποιητικής τέχνης και
+των ποιημάτων είνε άλλος ο σκοπός και ιδιαίτεροι οι κανόνες, άλλοι δε
+της ιστορίας• εις μεν την ποίησιν είνε απεριόριστος η ελευθερία και
+είς ο νόμος, η θέλησις του ποιητού• διότι ο ποιητής, συνθέτει υπό το
+κράτος ενθουσιασμού και κατέχεται εξ ολοκλήρου υπό των Μουσών? ουδείς
+δε δύναται να τον κατηγορήση και αν θέλη να ζεύξη άρμα με ίππους
+πτερωτούς ή αν κάμη άλλους να τρέχουν επάνω εις το νερόν ή επί των
+κορυφών των φυτών, ούτε όταν ο Ζευς αυτών σύρη και ανυψόνη εις τον
+αέρα δι' ενός σχοινιού γην και θάλασσαν ομού, φοβούνται μήπως κοπή το
+σχοινί και καταπέσουν τα πάντα και γίνουν θρύμματα. Αλλά και αν
+θέλουν να επαινέσουν τον Αγαμέμνονα, ουδείς δύναται να τους εμποδίση,
+ώστε κατά την κεφαλήν και τους οφθαλμούς να τον κάμουν όμοιον προς
+τον Δία, κατά το στήθος όμοιον προς τον αδελφόν του Διός Ποσειδώνα
+και κατά την ζώνην όμοιον προς τον Άρην• και εν γένει εξ όλων των
+θεών σύνθετος πρέπει να γείνη ο υιός του Ατρέως και της Αερόπης•
+διότι δεν αρκεί μόνος ο Ζευς, ούτε ο Ποσειδών, ούτε ο Άρης χωριστά
+έκαστος, διά ναναπληρώση το κάλλος του. Η δε ιστορία, αν παραδεχθή
+τοιαύτην κολακείαν, μεταβάλλεται εις είδος τι πεζής ποιήσεως, η οποία
+δεν έχει την φραστικήν μεγαλοπρέπειαν της ποιήσεως, την λοιπήν δε
+τερατολογίαν παρουσιάζει χωρίς τον στολισμόν των μέτρων και επομένως
+φανερωτέραν.
+
+Είνε λοιπόν μέγα ή μάλλον μέγιστον ελάττωμα, όταν δεν γνωρίζη κανείς
+να χωρίζη τα ανήκοντα εις την ποίησιν και τα αρμόζοντα εις την
+ιστορίαν, αλλ' εισάγη εις την ιστορίαν τα στολίδια της ποιήσεως, τον
+μύθον και το εγκώμιον και τας σχετικάς υπερβολάς. Ομοίως, αν ένα
+αθλητήν από τους δυνατούς εκείνους, οι οποίοι φαίνονται ως καμωμένοι
+από πρίνον, ενδύσετε με πολυτελή και αβρά ενδύματα και τον στολίσετε
+με άλλα πορνικά στολίδια και του ψιμυθιώσετε το πρόσωπον, θα τον
+κάμετε γελοίον και επαίσχυντον.
+
+Δεν λέγω όμως ότι δεν έχει θέσιν και ο έπαινος ενίοτε εις την
+ιστορίαν αλλά πρέπει να γίνεται χρήσις αυτού, όταν πρέπη, και να έχη
+όρια το πράγμα, ώστε να μη γίνη φορτικόν εις εκείνους, οίτινες θ'
+αναγνώσουν εις το μέλλον το έργον? εν γένει δε αυτά πρέπει να
+γίνωνται κατά τους κανόνας, τους οποίους μετ'ολίγον θα υποδείξωμεν.
+Όσοι δε νομίζουν ότι καλώς διαιρούν εις δύο την ιστορίαν, εις το
+τερπνόν και το χρήσιμον, και διά τούτο εισάγουν εις αυτήν και το
+εγκώμιον ως τερπνόν και ευχάριστον, βλέπεις πόσον απομακρύνονται από
+το αληθές και το ορθόν. Πρώτον μεταχειρίζονται ψευδή διαίρεσιν διότι
+μία είνε η προσπάθεια και είς ο σκοπός της ιστορίας, το χρήσιμον, το
+οποίον μόνον από την αλήθειαν παράγεται. Αν δε δύναται να προστεθή
+εις το χρήσιμον και το τερπνόν, ακόμη καλλίτερα, όπως και το κάλλος
+εις τον αθλητήν. Αλλά δεν εμποδίζει τον Νικόστρατον Ισιδότου η μεγάλη
+ασχημία του να είνε αθλητής εκ των ισχυροτέρων, να νικά τους
+αντιπάλους του, είς εκ των οποίων ήτο ο εκ Μιλήτου ωραίος Αλκαίος,
+όστις, ως λέγεται, υπήρξε και ερωτικός φίλος του Νικοστράτου. Η
+ιστορία λοιπόν, και αν ακόμη παραμελήση το τερπνόν και ολίγον
+φροντίζη διά το κάλλος, θα προσελκύση πολλούς θιασώτας, αρκεί και
+μόνον να είνε τελεία εις το κύριόν της έργον, δηλαδή την έρευναν της
+αληθείας.
+
+Πρέπει να είπωμεν και τούτο ακόμη, ότι ουδέ τερπνόν είνε εις την
+ιστορίαν το εντελώς μυθώδες και οι υπερβολικοί έπαινοι• ούτε το έν
+ούτε το άλλο δύνανται ν' αρέσουν εις τους αναγνώστας. Εννοώ δε όχι
+τον όχλον και τους πολλούς, αλλ' εκείνους οίτινες θ' αναγνώσουν την
+ιστορίαν ως δικασταί και μάλιστα ως κατήγοροι, τους οποίους δεν
+δύναται να διαφύγη τίποτε στραβόν και άτοπον, διότι βλέπουν καλλίτερα
+από τον Άργον και βλέπουν δι' όλου του σώματος, ως αργυραμοιβοί δε
+εξετάζουν τα καθέκαστα, και τα μεν κίβδηλα απορρίπτουν αμέσως,
+παραδέχονται δε τα σωστά, γνήσια και κανονικά. Προς τούτους πρέπει ν'
+αποβλέπης, όταν συγγράφης, διά δε τους άλλους ολίγον να σκοτίζεσαι
+όσον και αν σ' επαινούν. Εάν δε, μη προσέχων εις την γνώμην των
+ολίγων, στολίσης πέραν του μέτρου την ιστορίαν με μύθους και επαίνους
+και άλλας κολακείας, θα την καταστήσης ομοίαν με τον Ηρακλή, όταν
+ευρίσκετο εις την Λυδίαν. Διότι θα έτυχε να τον ίδης κάπου
+ζωγραφισμένον ως δούλον της Ομφάλης, με πολύ αλλόκοτον ενδυμασίαν. Η
+μεν Ομφάλη φορεί την λεοντήν αυτού και κρατεί το ρόπαλον, ως να είνε
+τάχα αυτή ο Ηρακλής, αυτός δε φορεί γυναικεία ενδύματα και ξαίνει
+έρια και η Ομφάλη τον κτυπά με το σάνδαλόν της. Και είνε το θέαμα
+εξουθενωτικόν, όπως τα ενδύματα δεν ταιριάζουν εις το σώμα του
+Ηρακλέους, του οποίου την ανδρικότητα εκθηλύνουν απρεπώς.
+
+Οι πολλοί ίσως θα σ' επαινέσουν δι' αυτά• αλλ' οι ολίγοι, εκείνοι,
+των οποίων την γνώμην δεν έλαβες υπ' όψιν, θα γελάσουν πολύ εις βάρος
+σου, βλέποντες το ασύμφωνον, αταίριαστον και δυσάρμοστον του
+πράγματος. Ό,τι είνε ωραίον δι' έν πράγμα, ενδέχεται να είνε ασχημία
+δι' άλλο, εις το οποίον δεν ταιριάζει. Αφήνω ότι οι έπαινοι μόνον εις
+ένα, τον επαινούμενον, ίσως είνε ευχάριστοι• εις τους άλλους όμως
+είνε αηδείς και οχληροί, μάλιστα αν είνε πολύ υπερβολικοί, όπως
+συμβαίνει πολλάκις, όταν οι επαινούντες επιδιώκουν την εύνοιαν των
+επαινουμένων και τόσον το παρακάνουν, ώστε γίνεται φανερά εις όλους η
+κολακεία. Διότι ούτε με τέχνην γνωρίζουν να κολακεύσουν, ούτε
+περικαλύπτουν τα θωπεύματα, αλλ' αφού αρχίσουν επισωρεύουν επαίνους,
+όλους χονδροειδείς και απιθάνους. Ούτω δε ουδ' εκείνο το οποίον προ
+πάντων επιδιώκουν επιτυγχάνουν• διότι οι παρ' αυτών επαινούμενοι τους
+μισούν μάλλον και τους περιφρονούν, ως κόλακας, και δικαίως, μάλιστα
+αν τύχη να έχουν χαρακτήρα ανδροπρεπή. Τοιούτον τι έπαθεν ο
+Αριστόβουλος, όστις, αφού περιέγραφε την μονομαχίαν του Αλεξάνδρου με
+τον Πώρον, ανέγνωσεν εις αυτόν το μέρος τούτο της ιστορίας του—-διότι
+ενόμιζεν, ότι θα ευχαρίστει τον βασιλέα, αν εξώγκωνε την νίκην με
+ψεύδη και επινοήσεις υπερτέρας της αληθείας—. Αλλ' ο Αλέξανδρος έλαβε
+το βιβλίον —εταξείδευαν δε εις τον ποταμόν Υδάσπην— και το έρριψεν
+εις το νερόν. Και σε, είπε προς τον συγγραφέα, ούτω έπρεπε να σε
+μεταχειρισθώ, διότι τοιαύτας μονομαχίας κάνεις διά λογαριασμόν μου
+και δι'ενός ακοντισμού φονεύεις ελέφαντας. Και ήτο επόμενον ν'
+αγανακτήση ούτω ο Αλέξανδρος, όστις δεν ηνέχθη και την τόλμην του
+αρχιτέκτονος εκείνου, ο οποίος του επρότεινε να μεταβάλη το όρος Άθω
+εις ανδριάντα αυτού, να μεταμορφώση δηλαδή τοιουτοτρόπως το όρος,
+ώστε να ομοιάζη προς τον βασιλέα, αλλ' εννοήσας αμέσως ότι ήτο κόλαξ
+τον απέπεμψε και δεν τον εχρησιμοποίησε πλέον εις τίποτε {52}.
+
+Πού λοιπόν υπάρχει το τερπνόν εις αυτά, εκτός αν είνε κανείς εντελώς
+ανόητος, ώστε να ευχαριστήται με τοιούτους επαίνους, των οποίων το
+ψεύδος είνε προφανές; Οι τοιούτοι ομοιάζουν με τους ασχήμους
+ανθρώπους, μάλιστα δε τα άσχημα γύναια, τα οποία παραγγέλλουν εις
+τους ζωγράφους να τα εξωραΐζουν εις την εικόνα των• διότι νομίζουν,
+ότι πραγματικώς θα εξωραϊσθούν, αν ο ζωγράφος βάψη τας παρειάς των με
+περισσότερον κόκκινον και μεταχειρισθή περισσότερον λευκόν χρώμα.
+Τοιούτοι είνε οι πλείστοι από τους σημερινούς συγγραφείς• διά της
+ιστορίας επιδιώκουν το ίδιον συμφέρον και την πλήρωσιν ατομικών
+αναγκών• και έπρεπε να τους μισώμεν, διότι εις μεν το παρόν είνε
+φανεροί και χυδαίοι κόλακες, εις το μέλλον δε θα καταστήσουν ύποπτον
+διά των υπερβολών όλην την υπόθεσιν της διηγήσεώς των. Εάν δε τις
+νομίζη ότι πάντως πρέπει το τερπνόν ν' αναμιγνύεται εις την ιστορίαν
+εν γένει, δεν έχω αντίρρησιν, αλλ' υπό τον όρον το τερπνόν να είνε
+και αληθές και όχι ανάρμοστον εις τον χαρακτήρα του έργου, όπως το
+μεταχειρίζονται οι περισσότεροι.
+
+Εγώ δε θα διηγηθώ και όσα ήκουσα προ ολίγου καιρού εις την Ιωνίαν και
+εις την Αχαΐαν πρότερον περί τινων συγγραφέων, οίτινες έγραψαν
+διήγησιν του ειρημένου πολέμου• και εξορκίζω εις τας Χάριτας να μη
+απιστήση κανείς εις όσα θα είπω• διότι θα ηδυνάμην και να ορκισθώ ότι
+είνε αληθή, αν ήτο πρέπον να παρενθέτη κανείς όρκον εις σύγγραμμα.
+Είς λοιπόν εξ αυτών ήρχισε την ιστορίαν του με την επίκλησιν των
+Μουσών, παρακαλών τας θεάς να τον βοηθήσουν εις το έργον του. Βλέπεις
+πόσον κατάλληλος είνε η τοιαύτη αρχή και ταιριαστή εις την ιστορίαν
+και αρμόζουσα εις το τοιούτον είδος του λόγου; Έπειτα ολίγον κατωτέρω
+τον μεν ημέτερον άρχοντα προσωμοίαζε προς τον Αχιλλέα, τον δε βασιλέα
+των Περσών προς τον Θερσίτην, χωρίς να σκεφθή ότι ο Αχιλλεύς
+περισσότερον ανεδείχθη, διότι εφόνευσε τον Έκτορα και όχι τον
+Θερσίτην, και ότι, όταν τρέπεται εις φυγήν ανδρείος τις, τον
+καταδιώκει πολύ ανδρειότερος {53}. Έπειτα έστρεφεν εις τον εαυτόν του
+το εγκώμιον, ότι είνε άξιος να περιγράψη πράξεις τόσον ενδόξους.
+Προχωρών απηύθυνεν επαίνους και προς την πατρίδα του Μίλητον,
+προσθέτων ότι κατά τούτο έπραξε καλλίτερα από τον Όμηρον, όστις δεν
+ανέφερε καν την πατρίδα του. Εις δε το τέλος του προοιμίου υπέσχετο
+δητώς και σαφώς ότι θα ανυψώση τα ημέτερα, τους δε βαρβάρους θα
+πολεμήση και αυτός όσον δύναται. Και ήρχισε την ιστορίαν ως εξής• «Ο
+μιαρώτατος Ουολόγεσος, του οποίου το τέλος είθε να είνε οικτρότατον,
+ήρχισε τον πόλεμον διά την εξής αιτίαν». Και αυτός μεν τοιαύτα
+έγραψεν. Άλλος δε, μέγας θιασώτης του Θουκυδίδου, ώστε να θέλη να
+μιμηθή καθ' όλα το πρότυπον, ήρχισεν όπως και εκείνος με το όνομα
+του, θεωρών ότι τοιαύτη έναρξις είνε η ευγενεστέρα και μυρίζει θύμον
+αττικόν. Άκουσε και κρίνε• «Κρεπέριος Καλπουρνιανός, Πομπηιουπολίτης
+συνέγραψε τον πόλεμον των Παρθυαίων και Ρωμαίων, ως επολέμησαν προς
+αλλήλους, αρξάμενος ευθύς ξυνισταμένου». Μετά τοιαύτην δε αρχήν, προς
+τι να σου αναφέρω τα κατόπιν, δηλαδή τας δημηγορίας του εις την
+Αρμενίαν, όπου μας παρουσιάζει απαράλλακτον τον Κερκυραίον ρήτορα, ή
+τον λοιμόν τον οποίον έστειλε κατά των Νισιβηνών, οίτινες δεν ήσαν
+φίλοι προς τους Ρωμαίους, δανεισθείς αυτόν καθ' ολοκληρίαν από τον
+Θουκυδίδην, εκτός μόνον του Πελασγικού και των μακρών τειχών, όπου οι
+τότε προσβληθέντες υπό του λοιμού εγκατεστάθησαν. Ήρχισε δε και από
+την Αιθιοπίαν ο λοιμός αυτού, όπως του Θουκυδίδου, και εκείθεν κατέβη
+εις την Αίγυπτον και μετεδόθη εις το μεγαλείτερον μέρος της χώρας,
+ήτις ανήκει εις τον βασιλέα της Περσίας, ευτυχώς δε έμεινεν εκεί. Εγώ
+λοιπόν τον αφήκα να θάπτη τους δυστυχείς Αθηναίους εις την Νίσιβιν
+και ανεχώρησα, γνωρίζων εντελώς και όσα μετά την αναχώρησίν μου
+έμελλε να είπη. Είνε δε συνηθέστατον σήμερον και να νομίζουν οι
+συγγραφείς ότι εξισούνται προς τον Θουκυδίδην, αν με μικράς μεταβολάς
+μεταχειρίζωνται τας εκφράσεις εκείνου και διάφορα φρασίδια, ως «όπως
+και αυτός αν φαίης», «ού δι' αυτήν», «νή Δία κακείνο ολίγου δείν
+παρέλιπον». Ο ίδιος δε συγγραφεύς, όστις κατ' αυτόν τον τρόπον
+απομιμείται τον Θουκυδίδην, αναφέρει πολλά όπλα και μηχανήματα όπως
+οι Ρωμαίοι τα ονομάζουν, και την τάφρον όπως εκείνοι και την γέφυραν
+και άλλα τοιαύτα. Και δύνασαι πλέον να σκεφθής ποίαν σοβαρότητα έχει
+τοιαύτη ιστορία και πόσον είνε άξιον του Θουκυθίδου ναναμιγνύωνται αι
+Ιταλικαί αύται λέξεις με τας Αττικάς, και να παρίστανται ότι αρμόζουν
+και συνάδουν προς αυτάς.
+
+Κάποιος δε άλλος εκ των ιστορικών τούτων έγραψε διήγησιν των
+γεγονότων κατά τρόπον όλως ξηρόν και πεζόν, όπως θα τα έγραφε και
+στρατιώτης, κρατών σημείωσιν των καθ' εκάστην συμβαινόντων, ή κτίστης
+ή κάπηλος παρακολουθών το στράτευμα. Αλλ' ο απλοϊκός ούτος είνε
+μάλλον συγγνωστός, διότι αυτός μεν φαίνεται αμέσως οποίος ήτο,
+ειργάσθη δε δι' άλλον πλέον φιλόκαλον και ικανόν να γράψη ιστορίαν.
+Το μόνον διά το οποίον τον κατέκρινα είνε ότι έδωκεν εις το έργον του
+τίτλον λίαν πομπώδη διά την αξίαν του περιεχομένου• «Καλλιμόρφου
+ιατρού της έκτης λεγεώνος των κοντοφόρων ιστορίαι των Παρθικών
+πολέμων»• και το σύγγραμμα είνε διηρημένον εις βιβλία αριθμημένα.
+Προέταξε δε και προοίμιον σαχλόν, εις το οποίον λέγει ότι εις τον
+ιατρόν προσήκει να γράφη ιστορίαν, καθότι ο μεν Ασκληπιός είνε υιός
+του Απόλλωνος, ο δε Απόλλων αρχηγός των Μουσών και πάσης παιδείας
+κύριος. Ενώ δε αρχίζει να γράφη εις την Ιωνικήν διάλεκτον, δεν
+γνωρίζω διατί μετ' ολίγον επανέρχεται εις την κοινήν• και λέγει
+«ιατρείην» και «πείρην» και «οκόσα» και «νούσοι» {54}, έπειτα δε
+μεταχειρίζεται λέξεις κοινάς και πολλάκις του δρόμου.
+
+Εάν δε πρέπη ν' αναφέρω και ένα σοφόν μεταξύ των σημερινών ιστορικών,
+το μεν όνομά του ας αποσιωπήσωμεν• θα ομιλήσω δε μόνον περί των ιδεών
+και των έργων, τα οποία επ' εσχάτων συνέγραψεν εις την Κόρινθον και
+τα οποία υπερβαίνουν πάσαν προσδοκίαν. Ευθύς εν αρχή και εις την
+πρώτην περίοδον του προοιμίου του απευθύνει προς τους αναγνώστας του
+σοφώτατον συλλογισμόν, με τον οποίον θέλει ν' αποδείξη ότι μόνον εις
+φιλόσοφον αρμόζει να γράφη ιστορίαν. Ακολουθεί μετ' ολίγον άλλος
+συλλογισμός και έπειτα άλλος• και εν γένει το προοίμιον του γέμει
+συλλογισμών παντός είδους• και η κολακεία είνε άφθονος εις το έργον
+και τα εγκώμια φορτικά και πολύ ταπεινά, όχι όμως ασυλλόγιστα, αλλά
+με συλλογισμούς και αυτά.
+
+Αλλ' ό,τι μου εφάνη άτοπον και πολύ ολίγον αρμόζον εις άνδρα σοφόν
+και με γενειάδα μεγάλην και λευκήν είνε το λεγόμενον εις το προοίμιόν
+του, ότι ο ημέτερος ηγεμών έχει την εξαιρετικήν τύχην ότι και
+φιλόσοφοι δεν θεωρούν ανάξιον αυτών να ιστορούν τας πράξεις του•
+διότι το τοιούτον έπρεπε μάλλον εις ημάς ν' αφήση να το σκεφθώμεν
+παρά να το είπη ο ίδιος.
+
+Αλλ' ουδ' εκείνον πρέπει να παραλείψωμεν ν' αναφέρωμεν, όστις ήρχισεν
+ως εξής την ιστορίαν του• «Έρχομαι ερέων περί Ρωμαίων και Περσέων»•
+και ολίγον κατωτέρω• «έδεε γαρ Πέρσησι γενέσθαι κακώς»• και έπειτα
+πάλιν• «ην Οσρόης, τον οι Έλληνες Οξυρόην ονυμέουσι» {55}, και πολλά
+άλλα παρόμοια. Βλέπεις ότι ούτος δεν διαφέρει από τον άλλον εκείνον
+παρά μόνον κατά τούτο, ότι ο μεν μιμείται τον Θουκυδίδην, ο δε τον
+Ηρόδοτον.
+
+Κάποιος άλλος περίφημος διά την συγγραφικήν του δύναμιν, ο οποίος
+επίσης ομοιάζει με τον Θουκυδίδην, αν δεν είνε ολίγον καλλίτερος,
+αφού περιγράφει όλας τας πόλεις, όλα τα όρη, τας πεδιάδας και τους
+ποταμούς με την μεγαλειτέραν ακρίβειαν και δύναμιν, ως νομίζει
+τουλάχιστον, λέγει• είθε ο αποτρέπων τα δυστυχήματα θεός να ρίψη
+πάντα ταύτα επί των κεφαλών των εχθρών μας• και η ψυχρότης του είνε
+ανωτέρα της Κασπίας χιόνος και του Κελτικού πάγου. Ολόκληρον
+κεφάλαιον μόλις του αρκεί διά την περιγραφήν της ασπίδος του
+αυτοκράτορος με την Γοργόνα, την οποίαν έχει εις το κέντρον, και τους
+κυανολεύκους οφθαλμούς της και τον γύρον τον μιμούμενον το ουράνιον
+τόξον και τους δράκοντας τους συμπεπλεγμένους και συστρεφομένους ως
+βόστρυχοι{56}. Και διά την αναξυρίδα του Ουολογέσου ή τον χαλινόν του
+ίππου του, ω θεέ μου, πόσος χείμαρρος λόγων εχρειάσθη• και πώς ήτον η
+κόμη του Οσρόου ενώ διέβαινε κολυμβών τον Τίγρητα, και εις ποίον
+σπήλαιον κατέφυγεν, όπου ο κισσός, η μυρτιά και η δάφνη εφύοντο ομού
+και εσχημάτιζον πυκνήν σκιάν. Βλέπεις πόσον αναγκαία εις την ιστορίαν
+είνε όλα αυτά και πώς χωρίς αυτά δεν θα εγνωρίζαμεν τίποτε από τα
+γενόμενα εκεί. Από αδυναμίαν να εκλέξουν τα χρήσιμα ή διότι δεν
+γνωρίζουν τι να γράψουν, ρίπτονται εις τας τοιαύτας μικρολόγους
+περιγραφάς• όταν δε συναντήσουν πολλά και σπουδαία γεγονότα,
+ομοιάζουν με δούλον νεόπλουτον, όστις προ ολίγου καιρού εκληρονόμησε
+τον αυθέντην του και ούτε να ενδυθή όπως πρέπει γνωρίζει, ούτε να
+δειπνήση κατά την τάξιν, αλλ' ενώ πολλάκις εις την τράπεζαν έχουν
+παρατεθή πτηνά και χοιρίδια και λαγοί, αυτός αρχίζει από κάποιον
+χυλόν οσπρίων ή παστόψαρον και τρώγει, τρώγει μέχρι σκασμού. Εκείνος
+λοιπόν, τον οποίον ανέφερα, περιέγραψε και τραύματα λίαν παράδοξα και
+θανάτους αλλοκότους, ως λ.χ. ότι κάποιος πληγωθείς εις τον μεγάλον
+δάχτυλον του ποδός αμέσως απέθανε και ότι μόνον διότι εφώναξεν ο
+στρατηγός Πρίσκος είκοσι επτά εκ των εχθρών απέθαναν. Ακόμη δε και
+εις τον αριθμόν των νεκρών και παρά τας επισήμους εκθέσεις εψεύσθη.
+Διότι εις την Εύρωπον λέγει ότι εκ των εχθρών εφονεύθησαν τριάκοντα
+επτά μυριάδες και διακόσιοι έξ, εκ δε των Ρωμαίων μόνον δύο και εννέα
+τραυματίαι.
+
+Αυτά δεν γνωρίζω αν δύναται να τα παραδεχθή και τα υποφέρη κανείς
+άνθρωπος με τον κοινόν νουν. Αλλά πρέπει ν' αναφέρω και κάτι τι άλλο,
+το οποίον δεν είνε ασήμαντον. Επειδή φιλοδοξεί να φαίνεται ότι
+μεταχειρίζεται την καθαράν και ακριβεστάτην Αττικήν γλώσσαν, έφθασε
+μέχρι του να μεταποιήση και τα ονόματα των Ρωμαίων και δώση εις αυτά
+Έλληνικήν μορφήν ούτω δε λέγει Κρόνιον τον Σατουρνίνον, Φρόντιν τον
+Φρόντωνα, Τιτάνιον τον Τιτιανόν και άλλα πολύ κωμικώτερα. Ο ίδιος
+προσέτι έγραφε περί του θανάτου του Σευηριανού ότι όλοι οι άλλοι
+έσφαλαν νομίζοντες ότι εφονεύθη διά ξίφους, ενώ αυτός απέθανεν εξ
+εκούσιας ασιτίας• διότι τούτον τον θάνατον εθεώρησεν ως τον πλέον
+ανώδυνον. Αλλ' ο ιστορικός ούτος ηγνόει ότι ο Σευηριανός υπέφερεν
+ασιτίαν επί τρεις, νομίζω, ημέρας, ενώ όσοι στερούνται τροφής
+δύνανται να ζήσουν και επτά ημέρας οι πλείστοι, εκτός εάν υποθέσω μεν
+ότι ο Οσρόης παρέμεινε πλησίον του Σευηριανού περιμένων ν' αποθάνη
+ούτος εκ πείνης, διά τούτο δε ο Σευηριανός δεν έφθασε την εβδόμην.
+
+Πού δε να κατατάξη κανείς, αγαπητέ Φίλων, τους μεταχειριζομένους εις
+την ιστορίαν ποιητικάς λέξεις και εκφράσεις, εκείνους λ. χ. οίτινες
+γράφουν «ελέλιξε μεν η μηχανή, το δε τείχος πεσόν μεγάλως
+εδούπησε»;{57} Εις άλλο μέρος της λαμπράς αυτής ιστορίας
+αναγινώσκομεν• «Έδεσσα μεν δη ούτω τοις όπλοις περιεσμαραγείτο και
+ότοβος ην και κόναβος άπαντα εκείνα» {58}• και «ο στρατηγός
+εμερμήριζεν, ω τρόπω μάλιστα προσαγάγοι προς το τείχος». Έπειτα
+μεταξύ των ποιητικών τούτων λέξεων συναντώνται πολλαί πρόστυχοι,
+χυδαίαι και ταπειναί λέξεις, ως λ. χ. «επέστειλεν ο στρατοπεδάρχης τω
+κυρίω»• «οι στρατιώται ηγόραζον τα εγχρήζοντα»• και «ήδη λελουμένοι
+περί αυτούς εγίγνοντο». Ούτω ο ιστορικός ομοιάζει με ηθοποιόν, ο
+οποίος εις μεν τον ένα πόδα φορεί κόθορνον υψηλόν, εις δε τον άλλον
+σάνδαλον.
+
+Αλλά θα συναντήσης και άλλους, οι οποίοι γράφουν τα προοίμια των
+πομπώδη, μεγαλοπρεπή και υπερβολικώς εκτενή, ούτως ώστε να ελπίζη ο
+αναγνώστης ότι τα κατόπιν θα είνε πάντως θαυμαστά εξ ίσου• αλλ' αντί
+τούτου το κύριον μέρος της ιστορίας είνε συνοπτικόν και ευτελές,
+ούτως ώστε το όλον να ομοιάζη προς παιδίον, προς έρωτα π. χ. ο οποίος
+φορεί, διά να παίζη, προσωπίδα τεραστίαν Ηρακλέους ή Τιτάνος• και
+ευθύς έρχεται εις την μνήμην του αναγνώστου η παροιμία «ώδινεν όρος».
+Νομίζω δε ότι δεν πρέπει να γίνεται ούτω, αλλά όλα τα μέρη να είνε
+εις το αυτό ύφος και το άλλο σώμα ν' αναλογή προς την κεφαλήν, να μη
+είνε δε χρυσή η περικεφαλαία, ο δε θώραξ γελοίος, σχηματισμένος από
+ράκη και σαπρά δέρματα, η ασπίς πλεκτή από λυγαριάν, αι δε
+περικνημίδες από δέρμα χοίρου. Είνε δε πολλοί τοιούτοι συγγραφείς, οι
+οποίοι θέτουν την κεφαλήν του Ροδίου κολοσσού επί σώματος νάνου.
+Άλλοι εξ εναντίας παρουσιάζουν ακέφαλα τα σώματα, και χωρίς προοίμιον
+εισέρχονται αμέσως εις την διήγησιν. Ούτοι νομίζουν ότι ακολουθούν το
+παράδειγμα του Ξενοφώντος όστις ήρχισεν ούτω• «Δαρείου και
+Παρυσάτιδος παίδες γίγνονται δύο», και άλλων αρχαίων. Αγνοούν ότι η
+διήγησις πολλάκις έχει και δύναμιν προοιμίου, ήτις διαφεύγει την
+αντίληψιν των πολλών.
+
+Αλλά πάντα ταύτα τα ελαττώματα, είτε της εκφράσεως είτε της συνθέσεως
+είνε υποφερτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες ψεύδονται εις την γεωγραφίαν όχι
+κατά παρασάγγας, αλλά κατά σταθμούς{59} ολοκλήρους πώς δύνανται να
+δικαιολογηθούν; Είς εκ τούτων μετά τόσης αμελείας συνέλεξε τας
+πληροφορίας του, χωρίς να εύρη κανένα Σύρον και τον ερωτήση, ούτε καν
+ν' ακούση τα παραμύθια τα οποία λέγονται εις τα κουρεία, ώστε γράφων
+περί της Ευρώπου, λέγει τα εξής: «Η Εύρωπος ευρίσκεται εις την
+Μεσοποταμίαν και απέχει του Ευφράτου δύο σταθμούς• είνε δε αποικία
+των Εδεσσαίων». Και δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον, αλλά και την πατρίδα
+μου τα Σαμόσατα εις το αυτό βιβλίον εσήκωσεν ο γενναίος και ομού με
+την ακρόπολιν και τα τείχη της μετέφερεν εις την Μεσοποταμίαν, ούτως
+ώστε να την περιρρέουν οι δύο ποταμοί, να διέρχωνται εγγύτατα αυτής
+εκατέρωθεν και σχεδόν να γλύφουν τα τείχη της. Θα ήτο δε γελοίον,
+αγαπητέ Φίλων, εάν τώρα επεχείρουν να σου αποδείξω ότι δεν είμαι
+Πάρθος, ούτε εκ Μεσοποταμίας, όπου μ' έφερε και με απώκισεν ο
+θαυμαστός συγγραφεύς.
+
+Αλλά και εκείνο το οποίον λέγει ο αυτός συγγραφεύς περί του
+Σευηριανού, ορκιζόμενος ότι το ήκουσεν από κάποιον εκ των
+επανελθόντων από τον πόλεμον, είνε πολύ πιθανόν• ούτε με ξίφος
+εφονεύθη, ούτε δηλητήριον έπιεν, ούτε εκρεμάσθη, αλλ' επενόησεν ένα
+θάνατον τραγικόν και πρωτοφανή διά την τόλμην• έτυχε να έχη
+υπερμεγέθη ποτήρια υάλινα από την καλλιτέραν ύαλον• όταν δε ενόησεν
+ότι δεν ηδύνατο ν' αποφύγη τον θάνατον, έθραυσε το μεγαλείτερον εξ
+αυτών και έν εκ των συντριμμάτων μετεχειρίσθη διά να σφαγή, κόψας δι'
+αυτού τον λαιμόν του. Ούτε εγχειρίδιον, ούτε λόγχην εύρε διά ν'
+αποθάνη με ευγενή και ηρωικόν θάνατον. Έπειτα, επειδή ο Θουκυδίδης
+παρεισάγει ένα επιτάφιον των πρώτων του Πελοποννησιακού πολέμου
+νεκρών, ενόμισε και αυτός ότι δεν έπρεπε να' μείνη χωρίς επιτάφιον ο
+Σευηριανός• διότι όλοι αυτού του είδους οι ιστορικοί αμιλλώνται προς
+τον ουδόλως πταίοντα διά τας εν Αρμενία συμφοράς Θουκυδίδην. Αφού
+λοιπόν έθαψε τον Σευηριανόν μεγαλοπρεπώς, αναβιβάζει επί του τάφου
+κάποιον Αφράνιον Σίλωνα εκατόνταρχον, ανταγωνιστήν του Περικλέους,
+όστις τοιαύτα και τοσαύτα ρητορεύει, ώστε μα τας Χάριτας πολύ
+εδάκρυσα από τον γέλωτα, μάλιστα όταν ο ρήτωρ Αφράνιος εις το τέλος
+του λόγου, δακρύων και στενάζων με περιπάθειαν ανέφερε τα πολυτελή
+γεύματα, εις τα οποία είχε παρακαθήσει με τον κηδευθέντα, και τας
+προπόσεις, αίτινες έγιναν εις αυτά. Επέστεψε δε τον επιτάφιον κατά
+τρόπον Αιάντειον• διότι ανελκύσας το ξίφος του με πολλήν γενναιότητα
+και ως ήρμοζεν εις ένα Αφράνιον, εσφάγη επί του τάφου και ενώπιον
+όλων. Αλλ' έπρεπε προ πολλού, μα τον Άρην, να έχη σφαγή, διά να μη
+εκφωνήση τοιούτον λόγον. Ο ιστορικός λέγει προσέτι ότι οι παρόντες
+όλοι εθαύμασαν και πολύ επήνεσαν τον Αφράνιον. Εγώ δε και διά τα άλλα
+τον κατέκρινα, διότι παρ' ολίγον ν' αναμίξη εις τον λόγον του ζωμούς
+και πινάκια και εδάκρυεν εις την ανάμνησιν των τηγανιτών• αλλ' εκείνο
+διά το οποίον προ πάντων τον εθεώρησα ασυγχώρητον είνε ότι πριν ή
+αυτοκτονήση δεν έσφαξε και τον συγγραφέα.
+
+Είχα και άλλους πολλούς ομοίους συγγραφείς να σου αναφέρω, φίλε μου,
+αλλ' αρκούμενος εις τους ειρημένους ολίγους, θα μεταβώ τώρα εις την
+άλλην υπόσχεσίν μου, την συμβουλήν περί του πώς δύναται τις να
+συγγράφη καλλίτερα. Τινές εκ των ιστορικών τα μεν μεγάλα και
+αξιομνημόνευτα γεγονότα παραλείπουν ή παρατρέχουν, από αμάθειαν δε
+και απειροκαλίαν και άγνοιαν εκείνων τα οποία πρέπει ν' αναφέρωνται
+και εκείνων τα οποία πρέπει ν' αποσιωπώνται, περιγράφουν με πολλήν
+επιμέλειαν και χρονοτριβήν τα πλέον ασήμαντα. Ομοιάζουν δηλαδή μ'
+εκείνον όστις το μεν όλον κάλλος του Διός της Ολυμπίας, το οποίον
+είνε τόσον μέγα και εξαίσιον, δεν θα έβλεπεν, ούτε θα εθαύμαζεν, ούτε
+εις τους μη γνωρίζοντας θα εξήγει, θα εθαύμαζε δε του υποποδίου την
+καλήν και τεχνικήν κατεργασίαν και του βάθρου την ευρυθμίαν και αυτά
+όλα θα τα εξήγει με πολλήν επιμέλειαν και λεπτολογίαν. Ανέγνωσα το
+έργον ενός, όστις την μάχην της Ευρώπου μόλις εις επτά γραμμάς
+αναφέρει, καταναλίσκει δε είκοσι και πλέον μέτρα νερού {60} εις ψυχράν
+διήγησιν, ήτις ουδόλως μας ενδιαφέρει• πώς Μαύρος τις ιππεύς Μαυσάκας
+ονομαζόμενος, αναγκασθείς υπό της δίψης να πλανηθή εις τα όρη,
+συνήντησε Σορούς χωρικούς ετοιμαζομένους να προγευματίσουν• και ότι
+κατ' αρχάς μεν τον εφοβήθησαν, έπειτα όμως μαθόντες ότι ήτο εκ των
+φίλων, τον εφιλοξένησαν και του έδωκαν να φάγη• διότι και εξ αυτών
+κάποιος είχε μεταβή εις την χώραν των Μαύρων ως στρατιώτης.
+Ακολουθούν δε μύθοι μακροί και διηγήσεις• ότι και αυτός ο Σύρος
+εκυνήγησεν εις την Μαυρουσίαν, ότι είδε πολλούς ελέφαντας ομού
+βόσκοντας και ότι παρ' ολίγον να καταφαγωθή υπό λέοντος και πόσα
+ψάρια ηγόρασεν εις την Καισάρειαν. Και ο παράδοξος συγγραφεύς, αφήσας
+την τόσην αιματοχυσίαν, ήτις έγινεν εις την Εύρωπον, τας επελάσεις
+και τας αναγκαίας ανακωχάς {61}, τας φυλακάς και αντιφυλακάς, εκάθητο
+μέχρι βαθείας εσπέρας και έβλεπε τον Σύρον Μαλχίωνα ν' αγοράζη εις
+την Καισάρειαν εις μικράν τιμήν σκάρους υπερμεγέθεις• και αν δεν
+ενύκτωνεν, ίσως και θα επερίμενε να ψηθούν οι σκάροι, διά να δειπνήση
+μετ' αυτού. Αν αυτά δεν ανεφέροντο λεπτομερώς εις την ιστορίαν, θα
+εχάναμεν σπουδαία γεγονότα και η ζημία των Ρωμαίων θα ήτο υπερβολική,
+εάν ο Μαυσάκας ο Μαύρος διψών δεν εύρισκε να πίη και νηστικός
+επέστρεφεν εις το στρατόπεδον. Αλλά και πόσας άλλας λεπτομερείας του
+επεισοδίου πολύ αναγκαιοτέρας παρέλειψα εγώ εκουσίως• ως λ.χ. ότι και
+μίαν αυλητρίδα έφεραν εκ του πλησίον χωρίου και ότι αντήλλαξαν δώρα
+και ο μεν Μαύρος έδωκεν εις τον Μαλχίωνα μίαν λόγχην, ο δε Μαλχίων
+προς τον Μαύρον μίαν πόρπην, και άλλα πολλά τοιαύτα σπουδαία συμβάντα
+της μάχης της Ευρώπου. Αληθώς δύναταί τις να είπη περί των τοιούτων
+ιστορικών ότι δεν βλέπουν το ρόδον, αλλά μετά προσοχής παρατηρούν τας
+ακάνθας του στελέχους του.
+
+Άλλος, Φίλων, πολύ γελοίος και ούτος, όστις ουδέποτε απεμακρύνθη από
+την Κόρινθον και ούτε μέχρι Κεγχρεών {62} εταξείδευσε και ούτε την
+Συρίαν ή την Άρμενίαν είδεν, ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του
+πολέμου, ως αυτολεξεί ενθυμούμαι• «Εις τα ώτα του πρέπει να δυσπιστή
+τις περισσότερον παρά εις τους οφθαλμούς. Γράφω λοιπόν όσα είδα, όχι
+όσα ήκουσα» {63}. Και με τόσην ακρίβειαν είδε τα πάντα, ώστε λέγει ότι
+αι δράκοντες {64} των Πάρθων — είνε δε οι δράκοντες σήματα
+στρατιωτικών μονάδων και έκαστος δράκων, νομίζω, ευρίσκεται επί
+κεφαλής μιας χιλιάδος—είνε πραγματικοί δράκοντες υπερμεγέθεις,
+οίτινες ζουν εις την Περσίαν ολίγον υψηλοτέρα της Ιβηρίας{65}, Τους
+όφεις τούτους έχουν δεμένους εις μεγάλα κοντάρια και κρατούν υψηλά,
+ούτως ώστε, όταν εφορμούν, και εκ μακράς αποστάσεως προξενούν φόβον•
+όταν δε συμπλέκωνται με τους αντιπάλους, τους εξαπολύουν κατά των
+εχθρών• πάρα πολλοί δε εκ των ημετέρων κατεπόθησαν ούτω υπ' αυτών και
+άλλοι περισφιχθέντες υπ' αυτών απεπνίγησαν και συνετρίβησαν τα
+κόκκαλά των. Αυτά δε παριστάμενος έβλεπεν ο συγγραφεύς, ο οποίος όμως
+προς ασφάλειαν είχεν ανέλθει εις δένδρον υψηλόν. Και καλώς έπραξε
+ναποφύγη την συνάντησιν των θηρίων, διότι άλλως δεν θα είχαμεν τώρα
+ένα τόσον θαυμάσιον συγγραφέα, όστις και ως μαχητής έπραξε μεγάλα και
+ένδοξα εις τον πόλεμον εκείνον• διότι και κινδύνους πολλούς διέτρεξε
+και επληγώθη παρά την Σούραν, δηλαδή ενώ μετέβαινεν από του Κρανείου
+εις την Λέρναν {66}. Και ανέγνωσε ταύτα εις επήκοον των Κορινθίων,
+οίτινες καλώς εγνώριζαν ότι μήτε εις τοιχογραφίαν είχεν ιδεί πόλεμον.
+Αλλ' ούτε τα όπλα εγνώριζεν, ούτε πώς είνε τα πολιορκητικά
+μηχανήματα, ούτε τα ονόματα των διαφόρων παρατάξεων και διαιρέσεων
+των στρατευμάτων• διά τούτο και πάντοτε λέγει πλαγίαν την ευθείαν
+φάλαγγα, κατά κέρως δε την κατά μέτωπον προσβολήν.
+
+Άλλος δέ τις, επίσης εξαίρετος συγγραφεύς• περιέλαβε και ανεκάτωσεν
+εις πεντακοσίας και ίσως ολιγωτέρας γραμμάς όλα όσα συνέβησαν εξ
+αρχής του πολέμου εις την Αρμενίαν, την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν,
+όσα συνέβησαν εις τον Τίγρητα και εις την Μηδίαν και αφού έπραξε
+τούτο λέγει ότι έγραψεν ιστορίαν. Παρ' ολίγον δε να κάμη μακρότερον
+του όλου βιβλίου τον τίτλον του• «Αντιοχιανού, νικητού εις τους
+ιερούς αγώνας του Απόλλωνος (θα είχε νικήσει ίσως δόλιχον {67} κατά
+τους παιδικούς του χρόνους), διήγησις των επ' εσχάτων πολεμικών
+πράξεων των Ρωμαίων εν Αρμενία και Μεσοποταμία και εν Μηδία».
+
+Αλλ' ανέγνωσα και την ιστορίαν ενός άλλου, όστις έγραφε τα γεγονότα
+προφητικώς, δηλαδή ως μέλλοντα• και προανήγγειλε την σύλληψίν του
+Ουολογέσου και τον θάνατον του Οσρόου, λέγων ότι θα παρεδίδετο εις
+τους λέοντας, και επέστεψε το όλον έργον του με τον περιπόθητον εις
+ημάς θρίαμβον. Ούτω μαντικώς επροχώρει προς το τέλος με σπουδήν, αλλ'
+ανεκόπη εις τον δρόμον του, διά να κτίση εις την Μεσοποταμίαν μίαν
+πόλιν εκ των μεγαλειτέρων και ωραιοτέρων• ακόμη δε σκέπτεται και
+εξετάζει αν πρέπει να ονομασθή Νίκαια εκ της νίκης ή Ομόνοια ή
+Ειρηνία. Και το μεν ζήτημα τούτο μένει άλυτον, μένει δε ανώνυμος η
+ωραία πόλις και πλήρης φλυαρίας και μωρολογίας• υπεσχέθη δε ήδη να
+γράψη και περί των μελλόντων να γίνουν εις τας Ινδίας και να
+περιγράψη τον περίπλουν εις τον Ινδικόν ωκεανόν• και δεν περιωρίσθη
+μόνον εις την υπόσχεσιν, αλλά συνέταξεν ήδη και το προοίμιον της
+Ινδικής εκστρατείας και η τρίτη λεγεών, οι Κελτοί και μέρος των
+Μαύρων μετά του Κασσίου διέβησαν τον Ινδόν ποταμόν. Παν ό,τι δε θα
+πράξουν και πώς θα δεχθούν την έφοδον των ελεφάντων, δεν θα βραδύνη
+να μας τα γράψη ο θαυμαστός ιστορικός από την Μουζίριδα ή την χώραν
+των Οξυδρακών.
+
+Πολλάς τοιαύτας μωρολογίας γράφουν εξ αμαθείας και τα μεν
+αξιοπαρατήρητα είτε δεν βλέπουν, είτε και αν βλέπουν δεν δύνανται να
+τα περιγράφουν όπως πρέπει• αντλούντες δε από την φαντασίαν των και
+πλάττοντες μύθους, γράφουν ό,τι φθάσουν, κατά το λεγόμενον, και
+υπερηφανεύονται διά τον αριθμόν των βιβλίων των και μάλιστα διά τας
+επιγραφάς αυτών, αίτινες επίσης είνε γελοιωδέσταται, ως λ. χ. «του
+δείνα Παρθικών νικών{68} βιβλία τόσα»• και έπειτα• «Παρθίδος πρώτον,
+δεύτερον» δηλαδή όπως Ατθίδος{69}. Άλλος έγραψεν έτι αμαθέστερον
+τίτλον εις το βιβλίον του, τον οποίον ανέγνωσα• «Δημητρίου
+Σαγαλασσέως Παρθονικικά». Δεν αναφέρω δε ταύτα, διά να εμπαίξω τους
+συγγραφείς εκείνους και γελάσω με τας ιστορίας των, αι οποίαι είνε
+τόσον διασκεδαστικαί, αλλά διά να δώσω μίαν χρήσιμον συμβουλήν, ότι,
+όστις κατορθόνει ν' αποφεύγη τα τοιαύτα, απέκτησεν ήδη κατά μέγα
+μέρος την αρετήν να συγγράφη ορθώς και πολύ ολίγα στοιχεία του
+λείπουν ακόμη, εάν αληθεύη εκείνο το οποίον διδάσκει η διαλεκτική,
+ότι μεταξύ δύο αντιθέτων και ασχέτων εάν απορρίψωμεν το έν, δεχόμεθα
+κατ' ανάγκην το άλλο.
+
+Τώρα, θα μου είπη κανείς, εκαθάρισες εντελώς το γήπεδον, άκανθαι δε
+και βάτοι όσαι υπήρχον εις αυτό εξερριζώθησαν και των άλλων τα
+ερείπια απεκομίσθησαν και πάσα ανωμαλία ισοπεδώθη• ώστε καιρός να
+οικοδομήσης και συ, διά να δείξης ότι δεν είσαι ικανός μόνον να
+καταρρίπτης τα οικοδομήματα των άλλων, αλλ' ότι και κάτι δύνασαι να
+δημιουργήσης καλώς και τοιούτον ώστε ουδείς ουδ' αυτός ο Μώμος να
+δύναται να το κατηγορήση.
+
+Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν
+ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν
+και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της
+φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως
+και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν
+είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι'
+αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας
+και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο
+μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις
+να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή
+άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του
+Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}.
+
+Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν
+θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την
+πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων
+και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν
+παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος
+του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας
+εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις
+τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή
+Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή
+εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το
+καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να
+εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι'
+έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν
+παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα
+και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς
+τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα
+εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων
+άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα
+οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα
+εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ
+τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα
+μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα.
+
+Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την
+σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε
+ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να
+έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη
+πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον
+και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε
+και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική
+και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς,
+τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς
+εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της
+κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα
+συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ
+πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε
+τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους
+οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο
+Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του
+Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση
+μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον
+εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το
+συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα
+και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο
+άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών
+να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την
+σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των
+στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς
+εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται
+ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή
+ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα
+έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις
+εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα
+ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της
+πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα
+πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως
+προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να
+καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να
+βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον
+Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και
+τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε
+Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να
+πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι
+ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος
+να τα μετατρέψη.
+
+Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως
+έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην,
+του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και
+χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την
+ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών,
+δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή
+τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ
+περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του,
+και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι,
+ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν
+πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη
+φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά
+τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους
+ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον
+εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η
+ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική
+αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο
+Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού
+αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν
+όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν,
+τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί
+να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του
+Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον
+κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας
+ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν
+διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα,
+άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας
+και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα
+και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να
+χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την
+αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς
+όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις
+κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία
+του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη
+υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις
+τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν.
+
+Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να
+ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν
+από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον
+και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά
+την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε
+ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν
+της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια,
+οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να
+διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα.
+
+Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη
+προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να
+είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας
+συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην
+δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να
+έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν
+τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας
+πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι
+όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν
+και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε
+να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε
+ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας
+και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι
+μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα,
+αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με
+φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα.
+
+Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας
+δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη
+παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση
+ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να
+φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα
+του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το
+δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων,
+να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να
+ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον
+να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε
+τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι
+και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το
+καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις
+να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη
+υστερήση.
+
+Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή
+μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και
+χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν
+οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον
+δυσάρεστον εις την ακοήν.
+
+Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με
+επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει
+δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας
+πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες
+είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα
+μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη
+τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ'
+αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον•
+έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του
+ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς
+όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των
+ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός
+οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του
+εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και
+τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της
+μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή
+πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την
+απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους
+στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν
+διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν
+της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και
+τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να
+παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα
+δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και
+την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους
+νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και
+αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε
+επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν
+είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να
+διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις
+την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις
+την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον.
+
+Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς
+κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε
+ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να
+μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και
+αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες,
+αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και
+να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε
+τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη.
+
+Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς
+τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε
+γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και
+τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη
+υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι
+Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα,
+έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη
+των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά.
+
+Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς
+τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την
+ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα
+βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το
+έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο
+Φειδίας της ιστορίας.
+
+Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς
+προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την
+εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν
+των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει
+ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες•
+παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον
+των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα
+πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων•
+θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα
+αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα.
+
+Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν
+Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου
+γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων
+και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι
+ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των
+προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε
+το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή
+συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και
+αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά
+διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να
+προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε
+προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή
+εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την
+πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα
+γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα
+προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν
+αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε
+διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά
+πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να
+συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα.
+
+Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να
+διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις
+τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης
+τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά
+μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους
+φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον
+των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών,
+των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των
+σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή,
+αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα.
+
+Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή
+ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και
+φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά
+μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και
+σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς
+των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο
+μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον
+Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο
+Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα
+εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου;
+και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε
+Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών
+και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν
+περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε
+αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των
+Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον
+λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει
+μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε
+πολλά.
+
+Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα
+όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν'
+αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν
+δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να
+ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν.
+
+Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με
+περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό
+αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον
+δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ
+φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει
+έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν.
+
+Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να
+τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον
+παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού
+οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην
+αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής.
+
+Εν γένει τούτο σου συνιστώ να ενθυμήσαι — και θα σου το επαναλάβω
+πολλάκις— ότι γράφων δεν πρέπει μόνον να υπολογίζης εις το παρόν,
+δηλαδή πώς να επαινεθής και τιμηθής υπό των συγχρόνων σου, αλλ'
+αποβλέπων εις το παντοτεινόν, γράφε μάλλον διά τας επερχομένας γενεάς
+και παρ' εκείνων να προσδοκάς την αμοιβήν του έργου σου, διά να
+λέγουν και περί σου• «εκείνος ήτο ελεύθερος άνθρωπος και πλήρης
+παρρησίας, και ουδέν έγραψε κολακευτικόν, ούτε δουλοπρεπές, αλλ' εις
+όλα του διαλάμπει η αλήθεια». Τούτο πας σωφρονών πρέπει να θεωρή
+προτιμότερον από όλους τους επαίνους της εποχής του, οίτινες τόσον
+ολίγον διαρκούν. Γνωρίζεις την ιστορίαν του Κνιδίου αρχιτέκτονος και
+εκείνο το οποίον έπραξε διά την υστεροφημίαν του; Αυτός έκτισε τον
+επί του Φάρου πύργον, έργον εκ των μεγίστων και ωραιοτέρων, διά να
+οδηγή με την λάμψιν του από μακράν τους ναυτικούς, ώστε να μη
+εξοκέλλουν εις την Παραιτονίαν ακτήν, ήτις είνε λίαν επικίνδυνος, ως
+λέγεται, διά τας υφάλους της. Αφού δε ο πύργος επερατώθη, εχάραξεν
+επί των πετρών το όνομά του, επιχρίσας δε και καλύψας την επιγραφήν
+με γύψον επέγραψε το όνομα του τότε βασιλεύοντος, σκεπτόμενος, όπως
+και έγινεν, ότι εντός πολύ ολίγου χρόνου θα πέσουν τα γράμματα ομού
+με το επίχρισμα, θα εμφανισθή δε εκείνο το οποίον είχε χαράξει επί
+των πετρών «Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν, υπέρ των
+πλωιζομένων». Βλέπεις ότι και εκείνος δεν απέβλεπεν εις την τότε
+εποχήν, ούτε εις την εφήμερον ζωήν του, αλλ' εις τους αιώνας, έως
+ότου θα έμενεν όρθιος ο πύργος του και θα διετηρείτο η τέχνη του.
+
+Και η ιστορία λοιπόν ούτω πρέπει να γράφεται, μάλλον με την αλήθειαν,
+διά ναρέση εις τους μεταγενεστέρους, παρά με κολακείαν, διά να είνε
+ευχάριστος εις τους τώρα επαινουμένους. Τούτο να έχης ως κανόνα και
+στάθμην της ιστορίας• και αν μεν συμμορφωθούν τινες προς τον κανόνα
+τούτον, έχει καλώς και δεν εκοπίασα εις μάτην, διά να γράψω τανωτέρω•
+άλλως εκύλισα και εγώ τον πίθον εις το Κράνειον.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ
+
+
+
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
+ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
+συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
+(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,
+στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,
+στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,
+Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,
+Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου
+τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην
+Ελλάδα.
+
+
+
+
+Άπαντα ΤΟΜΟΣ Β'. Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί
+μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. —
+Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλομειδής ή απιστών. — πώς πρέπει να
+γράφεται η ιστορία.
+
+
+
+ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
+ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
+ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
+
+
+ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
+
+{1} Εννοεί τον Άνουβιν, θεόν των Αιγυπτίων κυνοπρόσωπον, όστις
+ενομίζετο ως ο αυτός με τον Ερμήν των Ελλήνων.
+
+{2} Διότι η όψις των Γοργόνων απελίθωνε.
+
+{3} Με λευκόν λίπος.
+
+{4} ΑΘώον κατηγορείς.
+
+{5} Χώμα με ύδωρ αναμίξας.
+
+{6} Πλήρεις δε του Διός είνε αι οδοί όλαι και των ανθρώπων αι αγοραί.
+
+{7} Ομηρική φράσις : Εις την χώραν των χρηστών Αιθιόπων.
+
+{8} Ποιητική έκφρασις: Δοτήρες των αγαθών.
+
+{9} «Περιστρεφομένη εις τον καπνόν». Ομηρική φράσις επίσης.
+
+{10} Το Κράνειον ήτο γυμναστήριον επί τινος λόφου, πλησίον της
+Κορίνθου, το οποίον περιέβαλλεν ιερόν άλσος. Το Λύκειον ήτο επίσης
+γυμναστήριον εις έν των προαστείων των Αθηνών, όπου οι νέοι
+συνηθροίζοντο διά τας ασκήσεις των, οι δε φιλόσοφοι διά τας
+συζητήσεις των. Ο Διογένης συνήθιζε να διέρχεται τον μεν χειμώνα εις
+τας Αθήνας, το δε θέρος εις την Κόρινθον, μιμούμενος κωμικώς τον
+βασιλέα της Περσίας, όστις τον μεν χειμώνα διέμενεν εις τα Σούσα,
+κατά δε το θέρος εις τα Εκβάτανα. Διά τούτο ο Διογένης παραγγέλλει
+εις τον Πολυδεύκη ναναζητήση τον μαθητήν του Μένιππον εις τα μέρη
+όπου αυτός εσύχναζε.
+
+{11} Εις την αρχήν εκάστου μηνός, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν
+τας οικίας των. Και όσα εδέσματα υπήρχον εις αυτάς προ της καθάρσεως
+εξετίθεντο εις τα σταυροδρόμια. Οι δε πτωχοί, τους οποίους η πείνα
+καθίστα ολιγώτερον δεισιδαίμονας, έκλεπτον τα φαγητά ταύτα, τα οποία
+ωνομάζοντο «δείπνα της «Εκάτης».
+
+12} Σοφιστικός συλλογισμός: Έχετε ό,τι δεν εχάσατε• κέρατα δεν
+εχάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ανάλογον σόφισμα ήσαν οι κροκόδειλοι.
+
+{13} Σύντροφος του Ηρακλέους, τον οποίον η Ήβη ανενέωσεν.
+
+{14} Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115
+Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου
+κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.
+
+{15} Ελέγετο ότι ηυτοκτόνησε.
+
+{16} Ή σήκωσε με ή να σε σηκώσω.
+
+{17} Ο Λουκιανός φαίνεται αγνοών ότι ο Αννίβας είχεν εκτός της
+Φοινικικής και Έλληνικήν παίδευσιν.
+
+{18} Φυτόν του οποίου το αφέψημα εθεωρείτο ιαματικόν διά την
+παραφροσύνην.
+
+{19} Εις την Οδύσσειαν B. V. 5,488.
+
+{20} Ο οποίος να μη έχη μεγάλην περιουσίαν.
+
+{21} Είτε ανδρείος ήτο, είτε άνανδρος.
+
+{22} Φυτόν το οποίον εθωρείτο ως ιαματικόν της φρενοβλαβείας.
+
+{23} Λόγοι των γερόντων της Τροίας επί τη διαβάσει της Ελένης :
+Δικαίως χάριν μιας τοιαύτης γυναικός υποφέρομεν τόσον καιρόν.
+
+{24} Αποσυντεθειμένα κρανία
+
+{25} Ο Πυθαγόρας, συνεπής εις τας περί μετεμψυχώσεως θεωρίας του
+διετείνετο ότι προϋπήρξεν ως Εύφορβος.
+
+{26} Ο Πυθαγόρας εδίδασκεν αποχήν από των κυάμων και έλεγεν ότι το
+τρώγειν κυάμους ήτο ίσον με το τρώγειν τας κεφαλάς των γονέων.
+
+{27} Ο Αλκιβιάδης.
+
+{28} Οι κυνικοί ελέγοντο και απλώς κύνες.
+
+{29} Δεν είχεν ανάγκην περισσοτέρας, διότι κατά την σχετικήν μυθικήν
+παράδοσιν η σύζυγος του απέθανεν εκ τρόμου άμα τον είδε.
+
+{30} Ομήρου Ιλιάς, Β στ. 672: Ο υιός της Αγλαΐας και του Χάροπος, ο
+ωραιότερος των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων.
+
+{31} Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εις τον «Ηρακλήν μαινόμενον» :
+Χαίρετε στέγη και πρόθυρα του σπιτιού μου. Με τι χαρά σας βλέπω, τώρα
+που επανήλθα εις το φως.
+
+{32} Ευριπίδου «Εκάβη» στ. 1: Έρχομαι από τα σκοτεινά βάραθρα του
+Άδου, όπου οι νεκροί κατοικούν μακράν των θεών.
+
+{33} Εξ απολεσθείσης τραγωδίας του αυτού ποιητού : Όχι, αλλ'
+ολοζώντανον μ' εδέχθη ο Άδης.
+
+{34} Εκ της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου απόσπ. ΙΑ: Με παρέσυρεν η
+νεότης και υπερβολική της σκέψεως τόλμη.
+
+{35} Ομήρου «Οδύσσεια» Β, στ. 163 : Κατέβηκα εις τον Άδην, ω φίλε,
+διά να συμβουλευθώ τον εκ Θηβών Τειρεσίαν.
+
+{36} Όπου κατά τους στίχους του Ησιόδου, ευρίσκεται η αρετή.
+
+{37} Εκ της Οδύσσειας: Και φεύγομεν θλιβόμενοι, και χύνοντες χονδρά
+δάκρυα.
+
+{38} Και την νυκτίαν Εκάτην και την φοβεράν Περσεφόνην.
+
+{39} ΕφοβήΘη δε εις τον Άδην ο βασιλεύς των νεκρών Πλούτων.
+
+{40} Είδος σιδηρού κλοιού με αρπάγην.
+
+{41} Αποσυντεθειμένοι.
+
+{42} θεατρικά υποδήματα.
+
+{43} Επίθετον της Περσεφόνης.
+
+{44} Παρωδία ομηρικού στίχου : Και ταύτα ειπών, επέστρεψεν εις τον
+λειμώνα των ασφοδέλων.
+
+{45} Παροιμιώδεις ηλίθιοι.
+46} Υποδήματα με ακατέργαστον δέρμα.
+
+{47} Εννοεί, φαίνεται, κάποιον εκ των αποστόλων, ή πιθανώτερον τον
+μάγον Σίμωνα.
+
+{48} Απολεσθείσα τραγωδία.
+
+{49} Ο πόλεμος ούτος έγεινε κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του
+Μάρκου Αυρηλίου, 162 μ. Χ.
+
+{50} Ο Εμπεδοκλής, όστις ενόει διά τούτου τον πόλεμον των στοιχείων ή
+την παγκόσμιον κίνησιν, ην εθεώρει ως δημιουργικήν και συντηρητικήν
+αιτίαν των όντων.
+
+{51} Κατετίθεντο εις τους ναούς και τα ανάκτορα τα έργα, τα γενικώς
+εκτιμώμενα διά να φυλάσσωνται ασφαλέστερον και μετά μεγαλειτέρας
+τιμής.
+
+{52} Ο αρχιτέκτων ούτος ωνομάζετο Δεινοκράτης. Αλλά, παρά τα λεγόμενα
+υπό του Λουκιανού, η πρότασίς του, κατ' άλλην παράδοσιν, έκαμεν
+ευχάριστον εντύπωσιν εις τον Αλέξανδρον. Και η μεν ανδριαντοποίησις
+του όρους δεν εξετελέσθη, του ανέθεσεν όμως ο βασιλεύς την ανέγερσιν
+της Αλεξανδρείας.
+
+{53} Εκ της Ιλιάδος. Εδίωκε δε μιν μέγ' αμείνων.
+
+{54} Ιωνικαί λέξεις.
+
+{55} Ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον.
+
+{56} Ο ιστορικός εκείνος απεμιμείτο την περιγραφήν των όπλων του
+Αγαμέμνονος εις την Ιλιάδα.
+
+{57} Ελέλιξε και εδούπησεν, Ομηρικαί λέξεις σημαίνουσαι, η μεν
+«εσείσθη» η δε «εκρότησε».
+
+{58} Περιεσμαραγείτο (περιεβάλλετο υπό του θορύβου των όπλων),
+ποιητική λέξις, όπως και αι κατόπιν, ότοβος (θόρυβος) και κόναβος
+(κρότος) και εμερμήριζεν (εσκέπτετο).
+
+{59} Παρασάγγης, Περσικόν μέτρον ίσον με 30 στάδια• σταθμός, διάστημα
+όσον δύναταί τις να διατρέξη εις μίαν ημέραν.
+
+{60} Εννοεί το νερόν της κλεψύδρας, με την οποίαν εκανονίζετο η
+διάρκεια της ομιλίας των ρητόρων.
+
+{61} Διά να ταφούν οι νεκροί.
+
+{62} Πολίχνη μικρόν απέχουσα της Κορίνθου, το σημερινόν Καλαμάκι.
+
+{63} Και ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον, όστις λέγει τα αυτά εις βιβλ.
+1 κεφ. 8.
+
+{64} Οι Πάρθοι είχον ως σημαίας ομοιώματα δρακόντων εκ ξύλου ή άλλης
+ύλης, τους οποίους έφερον επί κοντών.
+
+{65} Οι αρχαίοι έδιδον το όνομα Ιβηρία εις δύο διαφόρους χώρας• εις
+την σημερινήν Ισπανίαν και εις μίαν άλλην παρά τον Καύκασον,
+συμπίπτουσαν με την σημερινήν Γεωργίαν. Την δευτέραν δε ταύτην ενόει
+βέβαια ο ιστορικός• αλλά την τοποθετεί προς νότον της Περσίας, αντί
+προς βορράν.
+
+{66} Δηλαδή από του Κρανείου της Κορίνθου μέχρι της πηγής Λέρνας,
+ήτις ευρίσκετο εις τα περίχωρα της αυτής πόλεως και ήτο διάφορος του
+ομωνύμου έλους, όπου ο Ηρακλής εφόνευσε την Ύδραν και το οποίον ήτο
+παρά το Άργος.
+
+{67} Ο Λουκιανός παίζει εικάζων εκ της μακρολογίας του τίτλου ότι θα
+ενίκησε δόλιχον, δηλαδή μακρόν δρόμον.
+
+{68} Τούτο δύναται να σημαίνη και νίκας των Πάρθων κατά των Ρωμαίων
+και νίκας των Ρωμαίων κατά των Πάρθων.
+
+{69} Αι «Ατθίδες» ήσαν έργα του Φιλοχώρου, όστις έγραψεν επί
+Πτολεμαίου, του Φιλοπάτορος περί των ιστορικών αρχαιοτήτων της
+Αττικής. Ήτο εξ ίσου ποιητής και ιστορικός ευδόκιμος. Δυστυχώς τα
+έργα του, τα οποία μεγάλως ετιμώντο κατά την αρχαιότητα, απωλέσθησαν.
+
+{70} Ο Λεωτροφίδης ήτο κακεντρεχής ποιητής Αθηναίος, του οποίου η
+μεγάλη ισχνότης κατήντησε παροιμιώδης. Ισχνός επίσης ήτο, φαίνεται,
+και ο Κόνων, διό ο Λ. τους θέτει αμφοτέρους εις αντίθεσιν δύο
+κολοσσών, του Τιτόρμου και του Μίλωνος.
+
+{71} Δηλαδή το εναντίον εκείνου το οποίον έγινεν. Οι αιχμαλωτισθέντες
+Αθηναίοι, όσοι δεν εσφάγησαν, ερρίφθησαν εις τα λατομεία.
+
+{72} Εννοεί τον Κτησίαν, όστις έγραψεν ιστορίαν της Περσίας, της
+οποίας, μόνον αποσπάσματά τινα εσώθησαν.
+
+{73} Οι ίπποι της Νίσης εθεωρούντο οι ωραιότατοι και ευγενέστατοι των
+ίππων.
+
+{74} Ναύαρχος του Αλεξάνδρου, όστις εγραψεν ιστορίαν, υπερακοντίσασαν
+πάντα τα τερατώδη μυθεύματα, τα οποία εγράφησαν περί του Αλεξάνδρου.
+
+{75} Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν «άπολις», προς απόδοσιν της
+οποίας θα ήτο ίσως υπερβολική η λέξις «άπατρις».
+
+{76} θουκυδίδ. Βιβλ. Δ'.
+
+{77} Ποιηταί των Αλεξανδρινών και Ρωμαϊκών χρόνων.
+
+{78} Ο Θεόπομπος ο Χίος, σύγχρονος του Ισοκράτους και είς των
+περιφανεστέρων μαθητών αυτού. Η ιστορία του περιελάμβανε την
+συνέχειαν του Πελοποννησιακού πολέμου και τα μέχρι του Φιλίππου
+γεγονότα και διηρείτο εις 58 βιβλία, εξ ων ουδέν διεσώθη. Φαίνεται
+ότι η περί αυτής κρίσις του Λουκιανού είνε καθ' υπερβολήν αυστηρά.
+Τουλάχιστον Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς την επαινεί πολύ και δι' άλλας
+αρετάς και διά την ακρίβειαν και φιλαλήθειαν.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Complete Works, Volume 2, by Lucian
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE COMPLETE WORKS, VOLUME 2 ***
+
+***** This file should be named 27938-0.txt or 27938-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/7/9/3/27938/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.