diff options
Diffstat (limited to '27315-h')
| -rw-r--r-- | 27315-h/27315-h.htm | 5518 |
1 files changed, 5518 insertions, 0 deletions
diff --git a/27315-h/27315-h.htm b/27315-h/27315-h.htm new file mode 100644 index 0000000..631c480 --- /dev/null +++ b/27315-h/27315-h.htm @@ -0,0 +1,5518 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN"> +<HTML> +<HEAD> +<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8"> +<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light"> +<TITLE>ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ</TITLE> +</HEAD> +<BODY> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of The Birds, by Aristophanes + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Birds + +Author: Aristophanes + +Release Date: March 12, 2012 [EBook #27315] +First Posted: November 22, 2008 +Last Updated: November 12, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BIRDS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + + +</pre> + + +<p> +</p> + +<p>Note: The Table of contents is not included in the book. It has been<BR> +created to help the reader. Numbers in parenthesis relate to the<BR> +footnotes that have been transferred at the end of the book. Their<BR> +wording, wherever it refers to book pages or other footnotes, has been<BR> +changed according to the new numbering. The changes are included in<BR> +brackets. Brackets within the play are used by the translator for words<BR> +not included in the ancient text to help the rhyming.</p> + +<p>The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.<BR> +Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been<BR> +taken into account. The spelling of the book has not been changed<BR> +otherwise.</p> + +<p>Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε<BR> +προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε παρενθέσεις αφορούν στις<BR> +υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος<BR> +του βιβλίου. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε σελίδες ή άλλες<BR> +υποσημειώσεις, έχει αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Οι αλλαγές<BR> +περικλείονται από αγκύλες[]. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες<BR> +χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο<BR> +μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία.</p> + +<p>Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που<BR> +είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα<BR> +έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.</p> + + +<p> +ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</p> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h2> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ</h2> + +<p><b>ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</b></p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΎΛΟΥ</h3> + +<p><b>(POL ARCAS)</b></p> + +<p>ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p> + +<p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ</p> + +<p>1910</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ</h3> +<table> +<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(1)</td><td>-</td><td>(6)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β'.</td><td align="right">(7)</td><td>-</td><td>(9)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ'.</td><td align="right">(10)</td><td>-</td><td>(24)</td></tr> +<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(25)</td><td>-</td><td>(58)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ'. "*"</td><td align="right">(59)</td><td>-</td><td>(69)</td></tr> +<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(70)</td><td>-</td><td>(74)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(75)</td><td>-</td><td>(82)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right">(83)</td><td>-</td><td>(86)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(87)</td><td>-</td><td>(90)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ζ’.</td><td align="right">(91)</td><td>-</td><td>(92)</td></tr> +<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(93)</td><td>-</td><td>(97)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(98)</td><td>-</td><td>(101)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right">(102)</td><td>-</td><td>(108)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right">(109)</td><td>-</td><td>(118)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(119)</td><td>-</td><td>(121)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ζ’.</td><td align="right">(122)</td><td>-</td><td>(123)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Η’.</td><td align="right">(124)</td><td>-</td><td>(127)</td></tr> +<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(128)</td><td>-</td><td>(129)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(130)</td><td>-</td><td>(139)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right">(140)</td><td>-</td><td>(142)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right">(143)</td><td>-</td><td>(146)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right">(147)</td><td>-</td><td>(149)</td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(150)</td><td></td><td></td></tr> +<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’."*"</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr> +</TABLE> + +<p>(*) Λάθος αρίθμηση</p> +<h3 style="margin-top: 3em">ΕΙΣΑΓΩΓΗ<BR> +ΕΙΣ ΤΟΥΣ «OΡΝΙΘΑΣ»</h3> + +<p>Διά της κωμωδίας ταύτης σατυρίζει δριμύτερον ο ποιητής την<BR> +επικρατήσασαν εν Αθήναις πολιτικήν και κοινωνικήν διαφθοράν,<BR> +παρουσιάζων δύο πολίτας Αθηναίους εξοριζομένους εκουσίως και<BR> +καταφεύγοντας εις τα πτηνά προς ίδρυσιν νέας πολιτείας με ηρεμώτερον<BR> +βίον και με αγνότερα ήθη· σατυρίζει δε φαιδρώς και τας αποδιδομένας εις<BR> +τους θεούς ανθρωπίνους αδυναμίας.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3> + +<p> +<BR> +πολίται Αθηναίοι:<BR> +ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p> + +<p>ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ (Τροχίλος)υπηρέτης του Τσαλαπετεινού.<BR> +Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ (Έποψ)<BR> +ΧΟΡΟΣ ΟΡΝΙΘΩΝ<BR> +ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ (Φοινικόπτερον)<BR> +(ΚΗΡΥΚΕΣ)<BR> +Ο ΙΕΡΕΥΣ<BR> +Ο ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> +Ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> +ΜΕΤΩΝ Γεωμέτρης<BR> +Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> +Ο ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR> +ΑΓΓΕΛΟΙ<BR> +ΙΡΙΣ<BR> +Ο ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> +ΚΙΝΗΣΙΑΣ διθυραμβοποιός<BR> +Ο ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> +ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> +ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> +ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> +Βωβόν πρόσωπον: Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πεισθεταίρου</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h3> + +<h3 style="margin-top: 3em">Ο Ι . Ο Ρ Ν I Θ Ε Σ</h3> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>_(Η σκηνή παριστά οδόν πετρώδη.- Εις απόστασιν δένδρα, θάμνοι και λίθοι<BR> +- Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης κρατούντες ο είς Κουρούναν<BR> +και ο έτερος Καρακάξαν. Ακολουθεί ο θεράπων κρατών στρωμνάς, χύτραν και<BR> +άλλα μαγειρικά σκεύη)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(Προς την Καρακάξαν)_<BR> + Να πάμε ίσια προς τα εκεί, που το δενδρί προβάλλει.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς την Κουρούναν)_<BR> + Να σκάσης!-Η κουρούν'αυτή [άκουσε] σκούζει πάλι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Γιατί μωρέ κακόμοιρε, πέρα και δώθε τρέχουμε;<BR> + θα τσακιστούμε· γνέματα για διάσιμο δεν έχουμε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εγώ, που στης Κουρούνας μου επίστεψα το στόμα<BR> + επήρα χίλια στάδια ως τώρα, πες κι' ακόμα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αμή κ'εγώ, που να πεισθώ στην Καρακάξα βιάσθηκα,<BR> + για ιδές, εξενυχιάσθηκα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν βλέπω πού βρισκόμαστε, σε ποιόν του κόσμου τόπο.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Να βρούμε την πατρίδα μας ξέρεις κανένα τρόπο;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Σε τούτο θα βρισκότανε ακόμα μπερδεμένος<BR> + και ο Εξηκεστίδης (1) [ο κοσμογυρισμένος].</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αλλοίμονο!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών προς το βάθος)_<BR> + Για τράβα 'ς αυτό το μονοπάτι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(προς το κοινόν)_<BR> + Και τον χρωστάμε όλον ετούτον τον μπελιά<BR> + στον υποχονδριασμένον αυτόν τον Φιλοκράτη (2)<BR> + που μας πουλεί στο πιάτο τα πειο παχειά πουλιά·<BR> + γιατί μας είπ' [Ορθά κοφτά]<BR> + το πως με τα πουλιά του αυτά<BR> + θα βρούμε τον Τηρέα (3) τον Τσαλαπετεινό<BR> + που ήταν πρώτα όρνιο [κι' αυτός ανθρωπινό],<BR> + και την Κουρούνα εφούσκωσε τρεις οβολούς 'ς εμένα,<BR> + την Καρακάξα δε αυτή στον Θαρρελείδη, (4) ένα·<BR> + κι' άλλο δεν ξεύρουν [τόσην ώρα]<BR> + παρά να μας φορτώνουνε δαγκώματα.<BR> +_(Προς την Κουρούναν)_<BR> + Έλα, μωρή! τι χάσκεις τώρα;<BR> + θα μας τραβάς ακόμα στα πετρώματα;<BR> +_(Προς τον Πεισθέταιρον)_<BR> + Πήρες κανένα δρόμο με το μάτι;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα! δεν υπάρχει ούτε μονοπάτι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + θα βρούμε, λέ' η Κουρούνα σου, δρόμο 'ς αυτήν τή χώρα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ο,τι έλεγε προτήτερα, το ίδιο λέει και τώρα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Σαν τι σου λέει δηλαδή;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι άλλο τάχα ξέρει, παρά πού μου κατάκοψε με δαγκωνιές το χέρι;<BR> + Τι φοβερό! γυρέψαμε του κάκου<BR> + να πάμε μια φορά «κατά κοράκου»,<BR> + κ' ετοιμασίες κάναμε, και όμως<BR> + δεν ξέρουμε πούθε τραβά ο δρόμος!<BR> +_(Προς το κοινόν)_<BR> + Γιατί ημείς, — ώ άνδρες, που ακούτ' εμέ [τον βλάκα] — <BR> + επάθαμεν αρρώστια αντίθετη απ' του Σάκκα. (5)<BR> + Γιατί αυτός δεν ήτανε πολιτογραφημένος<BR> + και γύρευε με το στανιό να τον ειπούν πολίτη·<BR> + κ' εμείς, που είχαμε τιμές από φυλή και γένος,<BR> + πολίτες, δίχως να μας μπη κανένας και στη μύτη,<BR> + πήραμε τα δυο πόδια μας καθένας και πετάξαμε·<BR> + μα τούτο δεν το πράξαμε<BR> + ούτ' από μίσος τάχα για την πόλι,<BR> + γιατί έχει από τη φύσι προτερήματα,<BR> + ούτε πως δεν μοιράζει 'ς όλους χρήματα.<BR> + Η τζίτζικες 'ς ένα χρόνο<BR> + τραγουδούν δυο μήνες μόνο,<BR> + μα οι Αθηναίοι τώρα πέρασαν και της τζιτζίκες,<BR> + γιατί 'ς όλο τους το βίο τραγουδούνε μόνο δίκες!<BR> + Γι' αυτό λοιπόν τραβήξαμε κ' εμείς 'ς αυτά τα μέρη<BR> + με χύτρα και με κάνιστρο και με μυρτιές 'ςτο χέρι, (6)<BR> + [να χτίσουμε την πόλιν μας] κ' εδώ κ' εκεί γυρνάμε<BR> + να βρούμε τόπον ήσυχο, που να καλοπερνάμε.<BR> + Με δρόμο μακρυνό<BR> + εκείνον τον Τηρέα τον Τσαλαπετεινό<BR> + καθένας μας ζητάει,<BR> + να τον παρακαλέσουμε αν θέλη να μας πη,<BR> + εκεί όπου πετάει,<BR> + αν είδε καμμιά πόλι με τέτοια προκοπή.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ερχόμενος προς τον Ευελπίδην)_<BR> + Ε!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τι;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τούτ' η Κουρούνα μου [ρίχνει ψηλά το μάτι]<BR> + και ώρα είνε κάμποση, που απάνω δείχνει κάτι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κ' η Καρακάξα χάσκοντας [ψηλά το μάτι ρίχνει]<BR> + κι' απάνω κάτι δείχνει.<BR> + Δεν ξέρω αν βρίσκονται πουλιά στον τόπο αυτόν [που μπαίνουμε],<BR> + μα μ' ένα κρότο στη στιγμή, νομίζω, το μαθαίνουμε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Α, κάμε τούτο πρώτο!<BR> + χτύπησε με το γόνα σου την πέτρα τη μεγάλη.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Δεν την κτυπάς καλήτερα εσύ με το κεφάλι;<BR> + διπλό θα κάνη κρότο.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Σκύψε λοιπόν, σου είπα,<BR> + πάρε λιθάρι κτύπα!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αφού το θέλεις, νά κ' εγώ...</p> + +<p>_(Λαμβάνει λίθον και κτυπά επί του βράχου, φωνάζων :)_<BR> + Παί! παί!...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Για να σου ειπώ,<BR> + παιδί τον λες τον Έποπα; Για πες του : πω-πω-πω!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(κτυπών)_<BR> + Πώ-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!<BR> + ακόμη θέλεις να κτυπάω;<BR> + πω-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!..</p> + +<p>_(Εξέρχεται επί του βράχου το Τρυποκάρυδον).-</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β’.</h4> + +<p> +<BR> +ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Τ' είνε τούτοι [που κτυπάνε;]<BR> + τον αφέντη ποιοί ζητάνε;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ω Απόλλων μου! τι στόμα είνε τούτο που ανοίγει;</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Συμφορά μου! είν' άνθρωποι, οπού βγήκαν στο κυνήγι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Βρε τι βλέπεις φοβερό;<BR> + δεν μπορούσες να ειπής τάχα ένα λόγο τρυφερό;</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Νά!... να πάτε να χαθήτε!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μα δεν είμαστε άνθρωποι.</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Αμ τι είσθε τότε; ειπήτε!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Είμαι όρνιο της Λιβύας που το λενε φοβιτσάρη. (7)</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Τίποτε μ' αυτό δεν είπες [κ' έλα, κάνε μας τη χάρι]...</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(δεικνύων τα σκέλη του)_<BR> + [Τα πουλιά] δω κάτω πούνε,<BR> + δεν ρωτάς να σου το ειπούνε;</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ _(δεικνύων τον Πεισθέταιρον)_<BR> + Τ' είδους όρνειο είνε τούτος κι' από ποιο τραβάει γένος;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νά, εγώ που βλέπεις είμαι Φασιανικός (8)( χεσμένος.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Και σύ τι θηρίον είσαι; σε παρακαλώ πολύ.</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Είμαι δουλικό πουλί.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μήπως τάχ' από κανένα ενικήθης πετεινό;</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Από τότε που ο αφέντης ήλθε κ' έγινε πτηνό,<BR> + παρακάλεσε κ'εμένα Τρυποκάρυδο να γίνω<BR> + κ' είδός τι ακόλουθός του κ' υπηρέτης του να μείνω.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τα πουλιά έχουν ανάγκην από δούλους;</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Καθώς ξέρω<BR> + ήταν άνθρωπος· και όταν μου γυρεύη να του φέρω<BR> + της μαρίδες του Φαλήρου, παίρνω αμέσως ένα πιάτο<BR> + και της φέρνω από κει κάτω.<BR> + Κι' όταν φάβα θέλη πάλι,<BR> + βρίσκω χύτρα και κουτάλι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τρέχα-τρέχ' αυτός [ο φίλος]<BR> + έγινε πουλί τ ρ ο χ ί λ ο ς (9).<BR> + Ξέρεις τώρα τι να πράξης;<BR> + τον αφέντη σου να κράξης.</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Μά τον Δία, εκοιμήθη· μόλις είνε στιγμές λίγες,<BR> + πούφαγε σμυρτιές και μυίγες.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μολαταύτα ξύπνισέ τον.</p> + +<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR> + Αχ! θα τον στενοχωρήσω,<BR> + μα για χάρι σας πηγαίνω στη στιγμή να τον ξυπνίσω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> +_(εξαφνιζόμενος από το πέταγμα του Τρυποκάρυδου_</p> + +<p> Απ' τον τρόμο, που να σκάσης! μού κοψες τα ύπατα μου.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p>_(βλέπων την Καρακάξαν του αφιπταμένην εκ των χειρών του)_</p> + +<p> Νά τη! πάει η Καρακάξα απ' το φόβο, συφορά μου!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε δειλότατο θηρίο! τοσ' είν' η παλληκαριά σου<BR> + πού άφησες την Καρακάξα;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μήπως δα κ' η αφεντιά σου<BR> + δεν αφήκες την Κουρούνα, όταν τούμπα είχες φάη;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν την άφησα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Πού είνε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Έκαμε φτερά και πάει.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μόνη της φτερό είχε πάρη;<BR> + μπράβο!... είσαι παλληκάρι!..</p> + +<p>_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._</p> + + <h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<BR> + ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τα χόρτα μου άνοιξε να βγω!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικού φόβου)_<BR> + Τι τρομερό θηρίο!<BR> + Ω Ηρακλή! τι φτερωσά! τι τρίδιπλο λοφίο!</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ποιός με γυρεύει;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Οι θεοί μαζύ και με τον Δία<BR> + σ' έχουν μαδήση, φαίνεται.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ωραία κοροϊδεία<BR> + για τα φτερά [που βλέπετε αυτά τα μαδημένα]·<BR> + μα ήμουν άνθρωπος κ' εγώ.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ποιος κοροϊδεύει εσένα;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ποιόν κοροϊδεύεις τάχα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τη μύτη σου μονάχα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ο Σοφοκλής που μ' έφερε 'ς αυτό το χάλι φταίει,<BR> + που όλο στής τραγωδίες του για τον Τηρέα λέει.(10)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Συ είσαι ο Τηρεύς λοιπόν; Τι είσαι γινωμένος,<BR> + όρνειο, παγώνι...</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πουλί.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μπα! γιατ' είσαι μαδημένος;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Εμάδησα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Και από τι; από αρρώστιαν;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Όχι<BR> + αλλά το γένος των πουλιών [που λέτε, έτσι τώχει]:<BR> + μαδούν στη βαρυχειμωνιά, βγάζουν φτερά κατόπι.<BR> + Μα πέτε μου ποιοί είσθε σεις;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Εμείς; θνητοί, ανθρώποι.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ποιά είνε η πατρίδα σας;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Είμαστε από την πόλι<BR> + που βγαίνουν όλο στόλοι.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μην τύχη κ' είσθ' ηλιασταί; (11)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Το εναντίον βρήκες<BR> + είμαστε απηλιασταί, [σχαινόμεθα της δίκες],</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μπα! βρίσκεται τέτοια σπορά στου τόπου σας το χώμα;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αν φέρης γύρα τους αγρούς, κάτι θα βρης ακόμα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Και τι λοιπόν γυρεύετε που ήλθατ' έδώ πέρα;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Γυρεύουμε να μείνουμε μαζύ σου [νύχτα-μέρα].</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Γιατί;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Γιατ' ήσουν σαν εμάς άνθρωπος μια φορά<BR> + κ' έτσι το είχες, σαν εμάς, και συ κρυφή χαρά,<BR> + όταν τα ξένα χρήματα, καθώς εμείς, συγύριζες,<BR> + και τα 'παιρνες για δανεικά και πίσω δεν τα γύριζες·<BR> + κατόπιν έγινες πουλί, πήρες τον κόσμο γύρα,<BR> + και του ανθρώπου απόκτησες και του πουλιού την πείρα.<BR> + Γι' αυτό ικέται ήλθαμε 'ς εσένα να μας πης<BR> + για καμμιά πόλι τριχωτή που ναν' της προκοπής,<BR> + κι' ως είδος τι γουναρικό, που νάχουμ' [όλον τον καιρό]<BR> + ξαπλωταριό γερό.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Γυρεύεις μεγαλείτερη από την πόλι εκεί των Κραναών; (12)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Α, όχι δα, μα πειο συμφερτική.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Α, θα γυρεύης, φαίνεται, την αριστοκρατία.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Δεν θέλω ούτε για το γυιό ν' ακούσω του Σκελλία.(13)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ήγουν ποια πόλι θέλατε να κατοικήτ' ευχάριστα;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Εκείνην που τα πράματα τα πειο τρανά και άριστα<BR> + θάσαν αυτά : Αυγή-αυγή<BR> + όξω άπ' τη θύρα μου να βγη<BR> + ένας από τους φίλους μου, κι' αυτά να ειπή' ς εμένα :<BR> + «Πάρε και τα παιδάκια σου μαζύ, καλολουσμένα,<BR> + κ' έλα, για όνομα θεού, στο σπίτι |γείτονα μου],<BR> + πούχω τραπέζι γάμου·<BR> + πρόσεξε μήπως δεν φανής, γιατί αν τύχη μια φορά<BR> + να μου 'ρθη κάποια συμφορά,<BR> + στο λέω, δεν θα σε δεχθώ.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Γυρεύεις, μα τον Δία,<BR> + πράγματα λυπηρά. — Και συ!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μια τέτοια αηδία<BR> + κ' εγώ γυρεύω.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Δηλαδή;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όταν πατέρας θα με ιδή<BR> + που έχει όμορφο παιδί,<BR> + να 'ρθή κοντά μου με ντροπή<BR> + και τέτοια λόγια να μου πη:<BR> + «Α Στιλβωνίδη,(14) φίλε μου, [είμαι προσβεβλημένος]·<BR> + γύριζε απ' το γυμνάσιον ο γυιόκας μου λουσμένος,<BR> + και όταν τον απάντησες καθόλου δεν του μίλησες,<BR> + και ούτε τον αγκάλιασες, και ούτε τον εφίλησες,<BR> + δεν του πιασες ταρχίδια,<BR> + μα ούτε και στο σπίτι σου τον πήγες [για παιγνίδια],<BR> + κ' είσαι και φίλος πατρικός!...</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τι λες! βρε τον καϋμένο!<BR> + που ένα πράμα γύρεψε και τούτος σιχαμένο!<BR> + Υπάρχει όπως τη θέλετε μια πόλι ευτυχισμένη·<BR> + πούνε κοντά στη θάλασσα την Ερυθρά χτισμένη» (15)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Πω, πω! σε θάλασσα κοντά να βρούμε κατοικία,<BR> + κλητήρες να μας δέχωνται με τη Σαλαμινία!(16)<BR> + Δεν ξέρεις πόλι ελληνική;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τον Λέπρεον (17) της Ήλιδος· γιατί δεν πάτ' εκεί;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Σιχαίνομαι τον Λέπρεον, γιατί αρκεί που είδα<BR> + τον [ποιητή] Μελάνθιον.(18)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Να πάτε στη Λοκρίδα,<BR> + που είνε οι Οπούντιοι, να μείνετε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Να μείνωμε;<BR> + και μ' ένα τάλαντο χρυσό Οπούντιος (19) δεν γίνομαι<BR> + [να πέσω στο κατάντι<BR> + του Οπουντίου του στραβού, τεμπέλη, συκοφάντη.]<BR> + Για πες μου τώρα: πως περνά, ζώντας κανείς με τα πουλιά;<BR> + εσύ θα ξέρης βέβαια.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Δεν είνε κι' άσχημη δουλειά·<BR> + πρώτον, δεν θέλεις χρήματα για έξοδα και για φαΐ.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αμ' τότε κίβδηλα πολλά αφαίρεσες απ' τη ζωή.(20)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τρώμε στους κήπους της μυρτιές, το άσπρο το σουσάμι,<BR> + και δυόσμο, [που χωρίς αυτόν δεν γίνονται οι γάμοι]<BR> + και παπαρούνες.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Δηλαδή σαν νεοπανδρεμένοι<BR> + περνάτε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μωρέ τι μας λες!; εις των πουλιών τα γένη<BR> + βλέπω μεγάλη φρόνησι και δύναμι πολλή,<BR> + και πειο τρανοί θα γίνετε με μια μου συμβουλή.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τι συμβουλή!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι συμβουλή θ' ακούσετε ρωτάτε;<BR> + πρώτον τρυγύρω χάσκοντας ποτέ να μή πετάτε·<BR> + δεν είναι και το έργο αυτό τιμητικό πολύ·<BR> + γιατί «τ' είν' τούτο το πουλί;»<BR> + κανένας αν ρωτούσε,<BR> + θάβγαιν' ευθύς ο [παστρικός] Τελέας (21) ν' απαντούσε:<BR> + «τούτο είν' ανθρωπορνίθι<BR> + όπου άστατο γεννήθη,<BR> + θέσι δεν κρατεί να μείνη<BR> + κι' ούτε ίχνος δεν αφίνει.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μα τον Διόνυσον! λαμπρά η κοροϊδεία όλη.<BR> + Μα τι λοιπόν να κάνουμε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να χτίσετε μια πόλι. (22)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μα τα πουλιά μονάχα<BR> + τι είδους πόλι, [λέτε σεις], μπορεί να χτίσουν τάχα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι κουταμάρα φοβερή μας είπες τούτ' την ώρα!<BR> + Για κύττα κάτω.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR> + Βλέπω, νά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κύττα κι' απάνω τώρα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR> + Να, βλέπω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τώρα κύτταξε και γύρω σου ως τόσο.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR> + Καλά, κι αν κοψολεμιασθώ στο τέλος τι θα νοιώσω;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι είδες;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Είδα σύγνεφα και τουρανού [το θόλο].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα πως; -δεν έχουν τα πουλιά στον ουρανό τον πόλο;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πόλο; Τι πόλο δηλαδή;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νά, σαν να λέμε, χώρα·<BR> + τόπος που τριγυρνάνε<BR> + κι' όλ' άπ' αυτόν περνάνε,<BR> + λέγεται πόλος τώρα·<BR> + και αν τον κατοικήσετε<BR> + και τον μανδρογυρίσετε,<BR> + ο πόλος πόλις γίνεται.<BR> + Και στους ανθρώπους άρχοντες και κύριοι θα μείνετε,<BR> + ακρίδες σαν να ήσανε·<BR> + κι' όπως στη Μήλο μια φορά της πείνας εψοφήσανε, (23)<BR> + το ίδιο θα ψοφήσουνε και οι θεοί μια μέρα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πώς;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μέσο ουρανού και γης έχουμε τον αγέρα·<BR> + όπως εμείς, σαν θέλουμεν εις τους Δελφούς να πάμε,<BR> + το δρόμο να μας δώσουνε οι Βοιωτοί ζητάμε,<BR> + έτσι κι' όταν προσφέρουμε θυσίας [κατά κόρον]<BR> + εις τους θεούς, αν οι θεοί δεν σας πληρώσουν φόρον,<BR> + σεις δεν θαφήσετε ποτέ να πάη απάνω ίσα<BR> + στο χάος απ' τας πόλεις τους, των θυσιών η κνίσα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(μετά θαυμασμού)_<BR> + Πρε! μα τη γή! τα σύγνεφα! τα δίχτυα! την παγίδα<BR> + ως τώρα σκέψι απ' αυτή σοφώτερη δεν είδα.<BR> + εάν και τάλλα τα πουλιά<BR> + εγκρίνουν τούτη τη δουλειά,<BR> + θα είμαι πρόθυμος μαζύ να χτίσουμε τη χώρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και θα τους εξηγήση ποιός το σχέδιο μας τώρα;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ο ίδιος συ. Τόσον καιρό μαζύ μ' αυτά που μένω,<BR> + μια που ήταν γένος βάρβαρο [και μη γραμματισμένο.],<BR> + και να μιλάνε τά μαθα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και πως θα τα καλούσες;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Α! εύκολα. Μέσ' από δω 'ς οχτιές πυκνοφυλλούσσες<BR> + αμέσως θα πηδήσω,<BR> + τ'αηδόνι θα ξυπνίσω<BR> + και κελαδώντας τότε αυτό θα προσκαλέση τάλλα,<BR> + που σαν ακούσουν τη φωνή θαρθούν εδώ τρεχάλα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω συ, απ' τα πουλιά ταγαπητότερο,<BR> + κάμε μ' αυτήν τη χάρι, μην αργήσης,<BR> + κ' έμβα μέσ' στην οχτιά το γρηγορώτερο<BR> + ταηδόνι να ξυπνήσης.</p> + +<p>_(Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ προχωρών προς την λόχμην των θάμνων και λαμβάνων την<BR> +κατάλληλον θέσιν αρχίζει τας κάτωθι στροφάς:)_</p> + +<p> + Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Παύσε τον ύπνο, σύντροφε [από παληούς καιρούς] (24)<BR> + και χύσε ήχους από ύμνους ιερούς,<BR> + που με το θείο σου το στόμα<BR> + τον Ίτυ τον πολύκλαυστο θρηνείς ακόμα,<BR> + τον Ίτυ τον δικό μου και δικό σου,<BR> + και με το ράμφος το ξανθό σου<BR> + τον κλαις γλυκά<BR> + με μοιρολόγια αρμονικά.<BR> + Μέσ' από τα πυκνόφυλλα πουρνάρια<BR> + στους θρόνους του Διός<BR> + υψώνετ' η φωνή σου η καθάρεια<BR> + κι' ο χρυσομάλλης Φοίβος ο θεός<BR> + στους θρήνους τους λυπητερούς<BR> + μ' άλλο τραγούδι απαντά, και στένει<BR> + με τη [χρυσή] τη λύρα του την λεφαντοδεμένη<BR> + θεών χορούς·<BR> + και τοτ' αντιφωνεί<BR> + από τα στόματά τους τα αιώνια<BR> + κοινά τραγούδια και εναρμόνια<BR> + η θεία των θεών φωνή.</p> + +<p>_(Ακούεται έσωθεν αυλός ως άσμα αηδόνος)_</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω, τι ωραία το πουλί,<BR> + Ζευ βασιλειά, όπου λαλεί!<BR> + ολόκληρη τη λαγκαδιά<BR> + εγέμισε από μέλι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ε! συ!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι τρέχει;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τσιμουδιά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Γιατί;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ο Τσαλαπετεινός να τραγουδήση θέλει.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Εποποί! ποποπό! ποποί! ποποί!<BR> + Ιώ! ιώ! ίτω-ίτω! ίτω ίτω! ίτω-ίτω!<BR> + Έλα, έλα εδώ κανένα<BR> + φτερωμένο σαν εμένα!<BR> + όσα τους αγρούς τρυγάτε<BR> + με της φύτρες της πολλές<BR> + κριθαροφάγοι, αναρίθμητες φυλές, — <BR> + κι όσα σεις σπορολογάτε<BR> + και πετάτ' εδώ κ' εκεί<BR> + γοργόφτερα, και με φωνή μελωδική· — <BR> + και σεις, που με λεπτή φωνή και μ' ένα στόμα,<BR> + γλυκολαλείτε μέσ' στης αυλακιάς το χώμα<BR> + που αφίνει το ζευγολατιό — <BR> + τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό!<BR> + Και σεις, που μέσ' στων περβολιών πετάτε<BR> + της κισσοσκέπαστες μεριές, — -<BR> + και σεις που στα βουνά τρυγάτε<BR> + ταγρίληα και της κουμαριές — <BR> + πετάχτ' εδώ που σας ζητώ — <BR> + τοτοβρίξ! τριοτό! τριοτό! τριοτό!<BR> + Και σεις, που [κυνηγάτε<BR> + και] τα κουνούπια χάφτετα τα βλαβερά,<BR> + και μέσ' στων βάλτων τα νερά<BR> + και στης κοιλάδες πάτε· — <BR> + κι' όσα στα μέρη μένετε της γης τα δροσερά,<BR> + και μέσ' στου Μαραθώνα<BR> + τον μαγικό λειμώνα, — <BR> + και συ, λιβαδοπέρδικα, με τα πολύχρωμα φτερά!<BR> + Και όσες φυλές στης θάλασσες [γυρίζετε<BR> + και] με της αλκυόνες φτερουγίζετε<BR> + απάνω από τα κύματα τα φουσκωμένα,- — <BR> + ελάτε τα νεώτερα να μάθετ' από μένα. — <BR> + ελάτ' ελάτ' από το κάθε μέρος<BR> + όλα τα μακρολαίμικα πουλιά,<BR> + γιατ' ένας πονηρός έφθασε γέρος<BR> + με νέες γνώμες γι' άγνωστη δουλειά!<BR> + Όλα στους λόγους μου τρέχατε!<BR> + ελάτ', ελάτ' ελάτε!</p> + +<p>_(Ο Τσαλαπετεινός εισέρχεται εις την λόχμην, ενώ ταυτοχρόνως ακούεται<BR> +έσωθεν ο χορός των Πτηνών, αδόντων εις ποικίλας φωνάς)_</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ<BR> + Τόρο-τόρο-τόρο-τοροτίξ!<BR> + κικκαβαύ! κικκαβαύ!<BR> + τόρο-τόρο-τόρο-τορολιλιλίξ...</p> + +<p>_(Πίπτει η αυλαία υπό τα βήματα των πτηνών, ενώ ο Πεισθέταιρος και ο<BR> +Ευελπίδης παρατηρούν αλλήλους μετ' ευαρέστου εκπλήξεως.)_</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>_(Η αυτή σκηνογραφία. — Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φαίνονται<BR> +επανερχόμενοι εκ των παρασκηνίων, κατόπιν ερεύνης προς ανεύρεσιν των<BR> +πτηνών.)_</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — και μετ' ολίγον το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ και ο<BR> +ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Βλέπεις συ πουλί κανένα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τίποτε δεν διακρίνω αν και χάσκω ολονένα<BR> + βλέποντας τον ουρανό.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τώρα χάσαμ' από μπρος μας και τον Τσαλαπετεινό·<BR> + άδικα να σκούξη μπήκε, σαν την κλώσσα στην οχτιά,<BR> + όπως τα κιτρινοπούλια [οπού ζουν στη ρεματιά].<BR> + Το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ _(εμφανιζόμενον εις ύψωμα)_<BR> + Τοροτίξ! Τοροτοτίξ;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Να ένα πουλί σιμώνει·<BR> + αλλά τι πουλ' είνε τούτο; είνε τάχατε παγώνι;</p> + +<p>_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δεικνύων τον Τσαλαπετεινόν)_<BR> + Νάτος! — Τι πουλί είνε τούτο, θα μας το εξηγήσης τώρα;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Δεν είν' απ' αυτά τα ντόπια, όπου βλέπετε στη χώρα·<BR> + είν' ένα πουλί της λίμνης.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μωρέ, σούνε μια χαρά!,<BR> + κ' έχει κόκκινα φτερά.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Με το δίκηο του- [καϋμένε]·<BR> + Κοκκινόπουλο το λένε.</p> + +<p>_(Εμφανίζεται ο Πετεινός της Περσίας)._</p> + +<p> + ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ε! για κύττα!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι φωνάζεις;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κι άλλο ιδές εκεί πουλί.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα τον Δία! από τόπο θάνε μακρυνό πολύ.</p> + +<p>_(Προς τον Τσαλαπετεινόν)._</p> + +<p> Και ποιος 'είνε τάχα τούτος, ο παράξενος βουνήσιος,<BR> + που, σαν ποιητής και μάντις, στέκει κορδωμένος, [ίσιος];</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μήδος είνε τόνομά του.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μήδος αι; ώ Ηρακλή μου! πως επέταξ' έδώ κάτου,<BR> + δίχως ναν' [όπως οι Μήδοι] στην καμήλα του καβάλλα; (25)</p> + +<p>_(Εμφανίζεται πτηνόν με λοφίον, όπως ο Τσαλαπετεινός)._</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Να κ' ένα πουλί που βγαίνει με λοφίο [στην κεφάλα].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιό να είν' αυτό το τέρας;<BR> + Είνε κι άλλος σαν εσένα;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ήταν ποιητής πατέρας<BR> + και αυτού ο Φιλοκλής, (26)<BR> + [κι ο δικός μου ο Σοφοκλής]<BR> + κ' είμ' εγώ δικός του πάππος·<BR> + σαν να λέμεν έτσι κάπως<BR> + [για περισσότερη ευκολία]<BR> + ο Καλλίας Ιππονίκου, κι ο Ιππόνικος Καλλία. (27)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ο Καλλίας είναι τούτος δηλαδή, και επομένως<BR> + πρέπει νάνε μαδημένος.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Με το νανε πειο γενναίος [και να σπέρνη τον παρά του]<BR> + συκοφάντες και γυναίκες του μαδούνε τα φτερά του.</p> + +<p>_(Εισέρχεται έτερον πτηνόν με χρωματιστά πτερά)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποσειδώνα! τ' είνε τούτο, πούχει στα φτερά του χρώμα;<BR> + πώς το λένε;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Φ α τ α ο ύ λ α. (28)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κι' άλλος βρίσκεται ακόμα<BR> + Φαταούλας, ή μην είνε ο Κλεώνυμος; (29)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Α, όχι!<BR> + Ω Κλεώνυμος αν είνε το λοφίο δεν θά τόχη!<BR> + [τρέχα-τρέχα, δος του νάχη<BR> + τόχασε σε κάποια μάχη.]</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε, λοφία που τα έχουν,<BR> + στους αγώνες σαν να τρέχουν.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ζούνε, βλέπετε, στους λόφους νάχουν κάποια σιγουριά,<BR> + σαν τους Κάρες. (30)</p> + +<p>_(Εισβάλλει πλήθος πτηνών εις την σκηνήν)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποσειδώνα! [απ' την κάθε μια μεριά]<BR> + τι πουλί και τι κακό<BR> + που μαζεύθη!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ω Απόλλων! Σύγνεφο είνε ξαφνικό!<BR> + απ' το πέταγμα που κάνουν<BR> + δεν τα βλέπω πούθε φθάνουν.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Νά μια πέρδικα, νά κ' ένα τηγανάρι του λειμώνα,<BR> + κοκκινόπαπια είνε τούτο, να, και τούτ' ειν' αλκυόνα...</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κι από πίσω της ποιός είνε;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τούτος; είν' ένας κηρύλος.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μπα! πουλί είν' ο κηρύλος :</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πώς δεν είνε ο σποργίλος; (31)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Νά και μια κουκουβάγια.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Πρε, τι λες; ποιός έχει φέρη<BR> + κουκουβάγια στην Αθήνα;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Νά, τρυγόνι, περιστέρι,<BR> + μπούφος, νεκροπούλι, κίσσα, κοκκινόπουλο, αμπελίδα,<BR> + φάσσα και κοκκινολαίμης, όρνειο, κούκος, κολυμπίδα,<BR> + νά και μία καρδερίνα, και κοκκινοποδαράκι,<BR> + νά κ'ένας βελανιδιάρης, σκορδαλός, νά και γεράκι,<BR> + νά κ' ένας ανεμογάμης.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τι κοτσίφια και πουλιά!<BR> + Τι τρεχάλες πέρα-δώθε, τι φωνές και τι λαλιά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τάχατε μας φοβερίζουν;<BR> + ωχ! 'ς εμάς τους δυο γυρίζουν<BR> + χάσκοντας κι' αγριεμένα!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Έτσι φαίνεται κ' εμένα<BR> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Πόπο-πόπο-πόπο-πού<BR> + με γυρεύουνε; και τούτοι μας έφθασαν από πού;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Βρίσκομαι καιρό 'δώ πάνω,<BR> + μα τους φίλους δεν ξεχάνω.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + τι-τι-τι-τι:<BR> + θέλεις τάχα; κ' έχεις πράμα να μου ειπής καλό και τι;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μιάν υπόθεσι καλή<BR> + και ωφέλιμη και δίκηα και κοινή και ασφαλή.<BR> + Δυο σοφοί μας ήλθαν άνδρες κ είν' η γνώμες του καλές.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Από πού και πώς; τι λες;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ήλθαν από τους ανθρώπους δύο γέροι [γάλι-γάλι]<BR> + κ' ένα σχέδιον μας φέρουν για υπόθεσι μεγάλη.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Βρε, κολασμένε γέρο!<BR> + πούχεις απ' όσους ξέρω<BR> + της αμαρτίες πειο πολλές — <BR> + τι κάθεσαι και λες;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μ'όσα θ' ακούσης να σου ειπώ φόβο, να μη σε πιάση.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τι τάχα μου 'χεις φτιάση;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Δυο άνδρας υποδέχθηκα, που ζήτησαν να ρθήτε<BR> + κ' εδώ να μαζευθήτε.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Και το καμες αυτό εσύ,</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Για το δικό μας το καλό.<BR> + και χαίρομαι.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Και είν' εδώ;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Οσο κ'εγώ που σας μιλώ.<BR> + Δεικνύει τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδην.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Άι! άι! πάθαμε κακό!<BR> + έγκλημα προδοτικό!<BR> + Αυτός που φίλος ήτανε μαζύ μας,<BR> + και μοιραζόταν πάντα τη βοσκή μας,<BR> + της συμφωνίες της παληές επάτησε<BR> + και των πουλιών τους όρκους δεν εκράτησε!<BR> + Με δολερούς μ' έφερε τρόπους<BR> + και μ' έρριψε στους παληανθρώπους.<BR> + που από γενετής μ' επολεμήσανε<BR> + και για τροφή τους μ' εξεκοκκαλίσανε<BR> + Κι' όσο γι' αυτόν, όπου τους έχει φέρη,<BR> + κατόπιν θα τα λογαριάσουμε,<BR> + αφού πληρώσουν πρώτα οι δυο γέροι<BR> + που θα τους κατακομματιάσουμε!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(έντρομος)_<BR> + Χαθήκαμε</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ [προς τον Πεισθέταιρον]<BR> + ‘Σ' εσέ χρωστώ την τύχη τούτη την κακή·<BR> + γιατί με πήρες από κει<BR> + μαζύ σου εδώ να τρέχω;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Για σύντροφο να σ' έχω.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ναι, για να κλάψω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε τι λες; Και πώς θα κλάψης τάχα,<BR> + σαν θα σου βγάλουν τα πουλιά τα μάτια σου, βρε χάχα;</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ω! ω! εμπρός! προχώρει! χτύπησε τον,<BR> + με ορμή πολέμου, φοβερά,<BR> + κι' από παντού περιτριγύρισέ τον<BR> + με τα φτερά!<BR> + Πρέπει να κλάψουν τούτ' οι δυο πρεσβύτες<BR> + κ' έτσι να δώσουμε τροφή και στης δικές μας μύτες.<BR> + Ούτε βουνό βαθυσκιωμένο<BR> + ούτε του αιθέρα σύγνεφο και πέλαγ' αφρισμένο<BR> + να μου κρυφθούν, θα τους δεχθή. Λοιπόν ας μην αργήσουμε<BR> + κι ας πέσουμε με δαγκανιές να τους σουρομαδήσουμε!<BR> + Πούν' ο ταξίαρχος; ας προχωρήση<BR> + με το δεξί το κέρας να κτυπήση</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(έμφοβος)_<BR> + Νά τα! και πού ο δύστυχος θα στρίψω για να φύγω;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε! δεν θα μείνης;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Έτσι αι; για να με φαν [σε λίγο];</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιός τρόπος τάχα να σωθής σου ήλθε στο κεφάλι;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ξέρω κ' εγώ;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Λοιπόν εγώ έχω μια γνώμην άλλη :<BR> + εδώ να μείνουμε κ' οι δυο, της χύτρες να κρατήσουμε<BR> + και πόλεμο να στήσουμε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κ' η χύτρα τι ωφέλεια θα μας δώση;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Η κουκουβάγια δεν θα μας ζυγώση.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + ‘Σ αυτά πού έχουν νύχια τι θα δείξουμε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εδώ μπροστά της σούβλες μας θα μπήξουμε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Και για τα μάτια τι θα κάμω πάλι;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τη χύτρα βάλ' εμπρός ή το τσουκάλι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Σοφώτατε! επέτυχες σπουδαία στρατηγήματα,<BR> + και τον Νικία (32) πέρασες κι' αυτόν στα μηχανήματα!</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Προχώρει! δόσε!<BR> + τη μύτη χώσε!<BR> + με γρηγοράδα<BR> + [κοντά τους σύρε]!<BR> + τράβα και μάδα!<BR> + χτύπα και δείρε!<BR> + πρώτ' από τάλλα,<BR> + σπάσ' την τσουκάλα!</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _επεμβαίνων προς τα πτηνά:_<BR> + Για πέστε μου, τι θέλετε να φτιάσετε;<BR> + να καταστρέψετε, να κομματιάσετε,<BR> + χωρίς κακό κανένα να σας κάνουνε,<BR> + ώ σεις, χειρότερα θεριά του κόσμου!<BR> + αυτούς τους δυο, όπου για φίλοι φθάνουνε<BR> + κ' είνε και συγγενείς της γυναικός μου! (33)</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> + Και πρέπει να τους λυπηθούμε<BR> + περσσότερο κι' από τους λύκους;<BR> + ποιούς άλλους θα εκδικηθούμε<BR> + πειο φοβερούς εχθρούς [κι' αδίκους];</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Απ' τη γενειά τους είν' εχθροί, μα είνε φίλοι στην ψυχή,<BR> + και θα σε μάθουν πράματα, που θα σε κάνουν ευτυχή.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πού ξέρω αν θα μας μάθουνε ό,τ' είν' ωφέλεια μας,<BR> + που πάντοτε ήσαν εχθροί με τα προγονικά μας;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Απ' τους εχθρούς τους οι σοφοί μεγάλη παίρνουν γνώσι<BR> + και πάντοτ' η προφύλαξις κατώρθωσε να σώση·<BR> + ο φίλος όμως τίποτα στο νου σου δεν σου βάζει,<BR> + και να μαθαίνη ο εχθρός μονάχα τ' αναγκάζει.<BR> + Κ' η πόλεις μόνο απ' τους εχθρούς εμάθανε καλά,<BR> + κ' όχι από τους φίλους τους, τείχη να χτίζουνε ψηλά,<BR> + και νάχουν πλοία μακρυά. Αυτά είνε τα μαθήματα<BR> + που πάντα σώζουν τα παιδιά, το σπίτι και τα χρήματα.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ας δούμ' από τα λόγια τους τ' όφελος μας βγαίνει·<BR> + πάντα κανείς κάτι σοφό κ' απ' τον εχθρό μαθαίνει.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_<BR> + Σαν να τους πέρασε ο θυμός· για γύρισε ποδάρι.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τον χορόν)_<BR> + Έτσ'είνε δίκηα, και γι'αυτό να μου χρωστάτε χάρι.<BR> + ΧΟΡΟΣ _(προς τον Τσαλαπετεινόν)_<BR> + Μα κι' ό,τι τώρα εζήτησες ποτέ δεν σ'τ'αρνηθήκαμε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_<BR> + Σαν να φιλιωθήκανε.<BR> + Για βάλε τώρα κάτω<BR> + τη χύτρα και το πιάτο.<BR> + κ' αυτό το δόρυ, δηλαδή τη σούβλα, ας την κρατούμε,<BR> + νάμαστε μέσ' στα όπλα μας εδώ που περπατούμε,<BR> + κ' ας ρίχνουμε λοξή ματιά με προσοχή μεγάλη<BR> + σε τούτο το τσουκάλι·<BR> + δεν πρέπει να το χάσουμε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Καλά, κι' αν σκοτωθούμε<BR> + πού τάχα θα ταφούμε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να, και τους δυο θα μας δεχθή αμέσως ο Κεραμεικός<BR> + και θα μας θάψουν δωρεάν,<BR> + αν πούμε εις τους στρατηγούς πως πέσαμεν ηρωικώς<BR> + μαχόμενοι εις Ο ρ ν έ α ν! (34)</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> +_(ο Κορυφαίος τακτοποιών την γραμμήν των λοιπών πτηνών)_</p> + +<p> Μπήτε στη θέσι σας καθένας, και το θυμό με την οργή,<BR> + όπως το κάνουν κ' οι οπλίτες, να καταθέσετε στη γη,<BR> + κι' ας μάθουμε ποιοι ναν αυτοί και τι μας φέρνουνε καλό.<BR> + — Άρχισε, Τσαλαπετεινέ! εσένα πρώτα προσκαλώ</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Θέλεις ν' ακούσης;</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ποιοί 'ν' αυτοί και πούθε είνε φερμένοι;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Απ' την Ελλάδα τη σοφή είνε κ' οι δυο οι ξένοι.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τάχα ποιά τύχη στα πουλιά τους φέρνει και τους δυο;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Από αγάπη στων πουλιών τους τρόπους και το βίο<BR> + ήλθαν να κατοικήσουν<BR> + μαζύ σου, και να ζήσουν.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Μπα, έτσι αί! μωρ' τι μας λες; ποιά τάχα νάχουν γνώμη;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Απίστευτα θ' ακούσετε και πειο πολύ ακόμη.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Κάποιο κέρδος θα του βγαίνη<BR> + για να θέλη εδώ να μένη.<BR> + τους εχθούς του να νικήση,<BR> + ή τους φίλους να ωφελήση!</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Για μεγάλην ευτυχία κ' ανεξήγητη μιλεί<BR> + πουν απίστευτη πολύ,<BR> + και δικά σας όλα θάνε κατά τη δική τους γνώμη<BR> + και τα δώθε και τα κείθε και τα παραπέρα ακόμη.</p> + +<p> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Ποιος από τους δύο σας χρωστά;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Α, τάχουμε πολύ σωστά.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πού είν' η φρονιμάδα σας;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Είνε πασπαλισμένοι<BR> + απ' όλα, πονηροί, σοφοί και κωλοπετσωμένοι.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πες του, πες του να μιλήση·<BR> + με φτερά τα όσα είπες μούχουν την ψυχή γεμίση·</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τους Αθηναίους):_<BR> + Έλα, καθένας από σας τα όπλα του ας πάρη,<BR> + κ' ας τα κρεμάση, με καλό, εκεί στο κρεμαστάρι<BR> + του μαγερειού, κοντά στη 'στιά. — Συ τώρα μίλησε τους,<BR> + και του μαζεύματος αυτού το λόγο εξήγησε τους.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όχι, μα τον Απόλλωνα, αν ίσως δεν θελήση<BR> + μ' εμέ να συμφωνήση,<BR> + όπως με τη γυναίκα του υπόσχεσ' είχε δώση<BR> + ο πίθηκος ο μαχαιράς, (35) — ούτε να με δαγκώση,<BR> + μήτε ταρχίδια να μου 'γγίση<BR> + μα ούτε και να μου τρυπήση,<BR> + τον....</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + [Α, καταλαβαίνω,] τον....<BR> + να μη φοβάσαι όσο γι' αυτόν.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τον οφθαλμόν θέλω να ειπώ — </p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + E, συμφωνώ μαζύ σου.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Καλά λοιπόν ορκίσου.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Εύχομαι νικητής να βγης για όλους τους κριτάς<BR> + και για τους θεατάς.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Καλά.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Κι' αν δεν κρατήσω<BR> + τον όρκο μου, μ' ένα κριτή μονάχα να νικήσω.</p> + +<p> Ο ΚΗΡΥΞ _(ή Πεισθέταιρος)_<BR> + Ακουσε, λαέ! ας πάνε οι οπλίται τώρα πάλι<BR> + με τα όπλα τους στα σπίτια· κι' αν ανάγκη εϊνε [μεγάλη]<BR> + για καινούργια προσταγή,<BR> + στα πινάκια θα βγη.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πάντοτε δολερό με κάθε τρόπον<BR> + γεννήθηκε το γένος των ανθρώπων.<BR> + Για πες· κάτι καλό μπορεί να μου προτείνης<BR> + οπού 'ς εμένα το διακρίνεις,<BR> + ή βλέπεις νάχω δύναμι μεγάλη,<BR> + που δεν τη νοιώθει το ξερό μου το κεφάλι.<BR> + Πες ότι βλέπεις 'ς όλους μπρος· κ' αν τύχη<BR> + ο λόγος σου καλό να μας πετύχη,<BR> + θάνε καλό για όλους μας αντάμα.<BR> + Λέγε λοιπόν με θάρρος [για να ιδώ]<BR> + για ποιό μας ήλθες πράμα<BR> + τη γνώμη σου να ειπής εδώ·<BR> + κανένας τη συνθήκη δεν θα λύση<BR> + προτού [καθένας από σας μιλήση.]</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και λοιπόν, μα τον Δία, την ώρα<BR> + [καθώς βλέπεις] δεν χάνω,<BR> + θα ζυμώσω το λόγο μου τώρα<BR> + και καρβέλια θα κάνω.<BR> + — Φέρε στεφάνι, βρε παιδί! κι' άλλος ας κουβαλήση<BR> + νερό το γρηγορώτεοο, στα χέρια μου να χύση.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ε! πρόκειται να φάμε λοιπόν ή τίποτ' άλλο;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω, μα τον Δία, θέλω λόγο να ειπώ μεγάλο<BR> + με ξύγγι, την ψυχή τους βαθιά να τη λυγώση·<BR> + γατ' είσθε βασιληάδες, και θλίψιν έχω τόση....</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τι; βασιληάδες, [είπες]; σε ποιόν;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Σε κάθε πράμα.<BR> + Σ'εμέ, 'ς αυτόν, στον Δία, και πειο παληοί συνάμα<BR> + του Κρόνου, των Τιτάνων, κι' από της γης το χώμα..</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Της γης;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα τον Απόλλωνα!</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Δεν τώχα μάθη ακόμα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Γιατί εγεννήθης αμαθής και δεν εσπούδασες πολλά,<BR> + ούτ' Αίσωπον (36) εδιάβασες, που 'λεγε σώνει και καλά,<BR> + πως εγεννήθ' η σκορδαλλού προτήτερα και [χωριστά]<BR> + απ' όλα τάλλα τα πουλιά, και από τον κόσμο πειο μπροστά,<BR> + κ' από αρρώστιαν έχασε κατόπι τον πατέρα·<BR> + κ' εκείνος έμειν' άταφος έως την πέμπτη μέρα<BR> + με το να μην υπάρχη γη·<BR> + μ' από τη στενοχώρια της μη ξέροντας το πως να βγη,<BR> + άνοιξε τάφο να τον βάλη<BR> + μέσ'στο δικό της το κεφάλι.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Που πάει να πη, πως ο πατέρας πούχε αυτή,<BR> + εκεί στον Δήμον Κ ε φ α λ ώ ν (37) έχει θαφτή.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αφού εγεννηθήκανε κι' από τη γη προτήτερα,<BR> + κι' απ' τους θεούς, και βγαίνουνε απ' όλους μεγαλείτερα,<BR> + δεν είνε πρέπον [να γυρεύουν]<BR> + μόνον αυτά να βασιλεύουν;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ω ναι, μα τον Απόλλωνα· πρέπει να κατορθώσης<BR> + τώρα, λοιπόν τη μύτη σου και συ να δυναμώσης.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Αμ' δε θα δώση ο Ζευς με ευκολία<BR> + στον ξυλοφάγο αυτόν την βασιλεία; (38)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κι' ότι δεν ήσαν οι θεοί στα χρόνια τα παληά<BR> + εις τους ανθρώπους άρχοντες, μα ήσαν τα πουλιά<BR> + κ' εκείνα βασίλευανε, σημάδι έμεινε τρανό·<BR> + και πρώτα πρώτ' ας φέρουμε παράδειγμα τον πετεινό·<BR> + Δαρείο και Μεγάβυζον αυτός ετυραννούσε,<BR> + και Πέρσας διοικούσε,<BR> + γι' αυτό καθένας τον καλεί<BR> + και Περσικό πουλί. (39)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Για τούτο επομένως<BR> + πηγαίνει κορδωμένος<BR> + σαν τον Μεγάλο Βασιλειά,<BR> + κ' έχει στην κεφαλή του<BR> + ολόρθο το λειρί του,<BR> + μόνος απ' όλα τα πουλιά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τόσο πολύς και μέγας είχε γίνη<BR> + και είχε τέτοια δύναμι μεγάλη,<BR> + που την παληά τη δύναμί του εκείνη<BR> + και σήμερα τη ανακρίνεις πάλι,<BR> + γιατί στην πρωινή του τη λαλιά<BR> + σηκώνονται και μπαίνουν στη δουλειά<BR> + οι τσουκαλάδες και οι σιδεράδες,<BR> + οι παπουτσήδες και οι τομαράδες,<BR> + κ' οι λουτρατζήδες και οι ψωμάδες,<BR> + κ' οι ασπιδολυροτορνευτάδες,<BR> + και φεύγουν όσοι νύχτες βγαίνουν<BR> + και για βρωμοδουλειές πηγαίνουν].</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αμ δεν ρωτάς εμένα<BR> + που έχασ' από τούτο [το πουλί]<BR> + ο άμοιρος μια χλαίνα<BR> + και ήταν κ' από φρυγικό (40) μαλλί!<BR> + Γιατ' είχα μισοκοιμηθή, κ' ήμουν κουτσοπιωμένος,<BR> + 'ς ενός παιδιού δεκάμερα (41) στην πόλι καλεσμένος,<BR> + και πριν να φάνε οι άλλοι,<BR> + τούτος ο πετεινός εδώ ακούσθηκε που ελάλει·<BR> + θαρρώντας το λοιπόν κ' εγώ πως είχε πεια φωτίση,<BR> + στην Αλιμούντα (42) ετράβηξα· λίγο είχα προχωρήση<BR> + έξω απ' το τείχος, που άξαφνα εις τα πλευρά μου πέφτει<BR> + μια μαγκουριά από 'να νυκτοκλέφτη·<BR> + κυλιέμαι χάμου έτοιμος να σκούξω· μα τραβάει<BR> + εκείνος το μανδύα μου, και πάει κ' ακόμα πάει].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τότε λοιπόν ο γέρακας (43) εις τον καιρόν εκείνον<BR> + θα ήταν ίσως βασιληάς και άρχων των Ελλήνων.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πώς; των Ελλήνων;!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βέβαια, κ' εδίδαξε καλά<BR> + πως πρέπει να κατρακυλά<BR> + κανείς στο γέρακα μπροστά.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μα τον Διόνυσο, σωστά,<BR> + κ' εγώ σαν είδα γέρακα, κυλίσθηκα [στο χώμα·]<BR> + κ' όπως ανασκελώθηκα, με χάσκοντας το στόμα,<BR> + κατάπια έναν οβολό,(44) [το μόνο μου λεφτούλι]<BR> + κ' εγύρισα στο σπίτι μου με αδειανό σακκούλι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα πάλι και στην Αίγυπτον εκείνη<BR> + και στη Φοινίκη βασιληάς ο Κούκκος είχε γίνη·<BR> + κ' οι κούκκοι όταν «κουκκουκού» αρχίζανε,<BR> + οι Φοίνικες εβγαίναν και θερίζανε<BR> + στους κάμπους τα σιτάρια<BR> + καθώς και τα κριθάρια.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Α.! ώστε αυτό που λέμ' εμείς [ σαν βγαίνουνε στο θέρος.<BR> + οι θεριστάδες μας γυμνοί] θάρθε απ' αυτό το μέρος :<BR> + «Κούκκου! ψωλές στους κάμπους μας!» (45)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και δύναμ' είχαν τόση,<BR> + ώστε και ο Μενέλαος, κι ο Αγαμέμνων, κι' όσοι<BR> + μέσα σε πόλι ελληνική βασίλεψαν [και χώρα],<BR> + είχαν πουλί στο σκήπτρο τους, με μερδικό στα δώρα</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κύττα! κι αυτό δεν τόξερα· για τούτο κι απορούσα<BR> + όταν να βγαίνη ο Πρίαμος στο θέατρο θωρούσα<BR> + και το πουλί που εκράτει<BR> + εγύριζε και κύτταζε κατά τον Λυσικράτη (46)<BR> + όπου δωροδοκεί.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να και το σπουδαιότερο : ο Ζευς που τώρα διοικεί,<BR> + μ' όλη τη βασιλεία του, έχει στην κεφαλή (47)<BR> + αητό, που πάει να πη πουλί·<BR> + κ' η Αθηνά η κόρη του [την] κουκουβάγια [θέλει]<BR> + και ο Απόλλωνας κρατεί γεράκι, σαν κοπέλλι. (48)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μα τη θεά τη Δήμητρα, τα λες με πολλή γνώσι·<BR> + μα για ποιό λόγο τα πουλιά έχουνε χάρη τόση;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Γιατί, βλέπεις, σαν κανένας στους θεούς θυσία φέρη<BR> + και, συμφώνως με το νόμο, ζώων σπλάγχνα τους προσφέρη<BR> + τρέχουν τα πουλιά με βία<BR> + και αρπάζουνε τα σπλάγχνα πειο μπροστά κ' από τον Δία,<BR> + και κανένας δεν μπορούσεν όρκο στον παληόν το χρόνο<BR> + στους θεούς του πεια να κάνη, παρά στα πουλιά και μόνο.<BR> + Μα κ' ο Λάμπων [που μαντεύει] (49)<BR> + εις τη χήνα παίρνει όρκο σαν κανένα κοροϊδεύη.<BR> + Κ' έτσι για τρανούς αγίους σας περνούσαν μια φορά·<BR> + τώρα σας περνούν για δούλους, για κοπέλια, για μωρά.<BR> + σας κτυπούν ['ς αυτά τα χρόνια]<BR> + σαν ζουρλούς με τα κοτρώνια.<BR> + Κ' εκεί μέσα στα ιερά<BR> + κάθε κυνηγός που μπαίνει στήνει ξόβεργα [γερά],<BR> + φράχτρες και πλακοπαγίδες. βρόχια, δίχτυα, πλέχτρες, κόλλα·<BR> + κ' έπειτα που σας τσακώνουν σας πουλάνε μαζύ όλα,<BR> + κι' ο αγοραστής σας ψάχει<BR> + για να σας ευρή τα πάχη.<BR> + κ'ύστερα, όταν σας ψήσουν, τούτο πάλι δεν τους φθάνει·<BR> + παίρνουνε τυρί τριμμένο και μυρουδικό βοτάνι,<BR> + βάζουν λάδι, βάζουν ξείδι, κ' όταν όλα γίνουν ένα<BR> + σάλτσα φτιάνουνε γερή<BR> + και γλυκειά και λιπαρή,<BR> + και ζεστά σας περιχύνουν, σαν να είσθε βρωμισμένα.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πολλές, πολλές μας φέρνουν λύπες,<BR> + ώ άνθρωπε, αυτά που είπες·<BR> + και θλίψι αισθάνομαι βαρειά<BR> + στην πατρική κακομοιριά<BR> + που κληρονόμησαν τιμή μεγάλη<BR> + και μας την άφησαν 'ς αυτό το χάλι.<BR> + Κάποιος θεός και κάποια μοίρα<BR> + 'ς εμένα σ' έστειλαν σωτήρα·<BR> + θα σ' αναθέσω να διοικήσης<BR> + κ' εμέ και τα πουλιά μου επίσης.<BR> + Μα τι θα κάμω [για να νικήσω]<BR> + πες μου· δεν θάμαι άξιος να ζήσω,<BR> + εάν δεν πάρω με κάθε τρόπον<BR> + την βασιλείαν [θεών κι ανθρώπων].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και λοιπόν εγώ σας δίνω πρώτα-πρώτα συμβουλή,<BR> + μια πόλις να υπάρχη που να ζη κάθε πουλί·<BR> + να μανδρώσετε κατόπιν γύρω-γύρω τον αέρα,<BR> + κ'ότι βρίσκετ' εκεί πέρα,<BR> + σε τρανές ψημένες πλίθες, όπως εις τη Βαβυλώνα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + [Γιγαντόσωμα εσείς όρνεια!] Πορφυρίων! Κεβριώνα! (50)<BR> + τρομερά που θάνε πάλι!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κι'όταν σεις τη φτιάσετ' έτσι, τότε ν' απαιτήσετ' όλοι<BR> + την αρχήν από τον Δία· κ' αν απάντησι δεν δώση<BR> + και τον δυνατώτερό του δεν θελήση να τον νοιώση,<BR> + πόλεμο ιερό κηρύχτε, που να μην επιτραπή<BR> + από το βασίλειό σας να περνούν [χωρίς ντροπή],<BR> + κ' όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε [με τρέλλες]<BR> + και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες, και Σεμέλες! (51)<BR> + Κ' αν δεν το παραδεχθούνε,<BR> + στην ψωλή να σφραγισθούνε<BR> + για να παύσουν να γαμούνε. Έχω κ' άλλη συμβουλή :<BR> + στους ανθρώπους κήρυκά σας άλλο στείλατε πουλί,<BR> + κι' αφού θάχουνε το γένος το δικό σας βασιληά,<BR> + να προσφέρουν στα πουλιά<BR> + της θυσίες οι άνθρωποι,<BR> + και εις τους θεούς, κατόπι·<BR> + κ' ύστερα πουλιά να πάρουν, όπως πρέπει σε καθένα,<BR> + και εις των θεών τη θέσι να τα βάλουν ένα-ένα.<BR> + Κι' όποιος εις την Αφροδίτη έκανε θυσία πρώτα,<BR> + στάχυα να δωρή ψημένα στη φαληρική την κόττα·<BR> + κι' όποιος εις τον Ποσειδώνα τη γουρούνα του προσφέρει,<BR> + στάχυα στο παπί(52) να φέρη,<BR> + και στον Ήφαιστον εκείνος όπου θυσιάζει κάτι,<BR> + εις το γλάρο (53) να προσφέρη πίττα [στο εξής] μελάτη·<BR> + κ' αν στον βασιληά τον Δία εθυσίαζε κριάρι,<BR> + τώρα βασιληά έχει χάρι<BR> + το α ρ χ ι δ ο π ο ύ λ ι, (54) κι' όλοι να του σφάζουν εδώ κάτω,<BR> + πιο μπροστά κ' από τον Δία, έναν κούνουπ' αρχιδάτο! (55)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Α, του κούνουπα η θυσία όλο γλύκα με γεμίζει·<BR> + τώρα ο Ζευς ας μπουμπουνίζη!</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πως για θεούς οι άνθρωποι θα μας νομίσουν μια φορά,<BR> + κι' όχι κουρούνες βρωμερές, που έχουν σαν εμάς φτερά;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αυτά που λες είνε ζουρλά· φτερά δεν έχει σαν πουλί<BR> + και ο Έρμής πούνε θεός, κ' άλλοι θεοί παρά πολλοί;<BR> + Έχει κι η Νίκη που πετά χρυσά φτερά στο σώμα,<BR> + κι ο Έρωτας ακόμα.<BR> + Έψαλε για την Ίριδα κ' ο Όμηρος εγκώμια<BR> + και έλεγε πως ήτανε με περιστέρι όμοια.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Δεν θα βροντήση απάνω μας ο Ζευς από τον ουρανό<BR> + το φτερωτό του κεραυνό;</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Και αν δεν καταλάβουνε<BR> + και παν με τους παληούς θεούς κ' υπ' όψει δεν μας λάβουνε;<BR> + Σύγνεφ' από σπορολόγους και σπουργίτια να υψωθή,<BR> + στα χωράφια τους να πέση κ' η σπορά τους να χαθή.<BR> + Και η Δήμητρ' ας ορίση,<BR> + σαν ψοφήσουνε της πείνας, το σιτάρι να μετρήση.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μα τον Δία [δίκηον έχεις], ούτε καν θα το θελήση,<BR> + και να ιδής και τι προφάσεις που [θα βγή να] τους πουλήση!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κ' ύστερα τη δύναμί σας για να νοιώσουν τη μεγάλη,<BR> + κόρακες να 'βγούνε πάλι<BR> + και τα βώδια που οργώνουν<BR> + και ταρνιά τους να στραβώνουν,<BR> + που για να τα θεραπεύη<BR> + κ' ο γιατρός τους ο Απόλλων, πληρωμή θα τους γυρεύη</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Όχι, πριν πουλήσω πρώτα δυο βοϊδάκια.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κι' αν θελήσουν<BR> + σένα για θεό, και σένα για ζωή ν' αναγνωρίσουν,<BR> + σένα και για γη, για Κρόνο, και για Ποσειδώνα εσένα,<BR> + δόστε ταγαθά σας όλα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πες απ' ταγαθά μας ένα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Η ακρίδες τους αμπελανθούς ποτέ δεν θα τρυγάνε,<BR> + μα η κουκουβάγιες θα της τρών' και θα της κυνηγάνε<BR> + με τους ανεμογάμηδες. Οι κούνουπες κ' η σκνίπες<BR> + στα σύκα δεν θα πέφτουνε να τα γεμίζουν τρύπες,<BR> + μα η τσίχλες σαν κοπάδι θα γυρίζουν,<BR> + κ' απ' όλ' αυτά θα τα ξεκαθαρίζουν.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πώς τάχα θα τους δώσουμε και πλούτη;<BR> + γιατί τα χρήματ' αγαπάνε τούτοι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όταν ζητήσουν συμβουλή θα μάθουν [μ'ευκολία]<BR> + που είνε τα πιο πλούσια μεταλλεία·<BR> + θα λένε και στους μάντιδες επίσης<BR> + ποιες φέρνουν κέρδη πλειότερα απ' της επιχειρήσεις,<BR> + κ' έτσι από τους ναυτικούς να μη χαθή ούτ' ένας.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Πώς τάχα δεν θα χάνεται;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πάντα ρωτάει καθένας<BR> + για τα ταξίδια τα πουλιά: — «Τώρα μην ξεκινήσης·<BR> + θα κάνη βαρυχειμωνιά.» — «Ξεκίνα, θα κερδίσης».</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Παίρνω καράβι τότ' εγώ, μαθαίνω να τραβώ κουπιά,<BR> + κ' έτσι με σας δεν μένω πια.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τους θησαυρούς που οι πρόγονοι 'ς άγνωστους θάψαν τόπους,<BR> + θα δείξουν στους ανθρώπους,<BR> + γιατί τους ξέρουν τα πουλιά· και λενε μάλιστα πολλοί:<BR> + «το θησαυρό που έχω εγώ, τον ξέρει μόνο το πουλί».</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Α, το καράβι το πουλώ,<BR> + και παίρνω ένα τσαπί καλό<BR> + της στάμνες να ξεχώνω.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Και πως μπορούν να δώσουνε υγεία, πούνε μόνο<BR> + στο χέρι των θεών αύτη :</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και πως; η ευτυχία<BR> + τάχα δεν είν' υγεία;<BR> + Να το ξέρης, πως κανέναν δεν θα ιδής ποτέ γέρο,<BR> + όταν ζη με μόνο κέρδος τον κακό του τον καιρό.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Και στο γήρας πως θα φθάνουν,<BR> + που και τούτο κατοικεί<BR> + εις τον Όλυμπον εκεί; (56)<BR> + παιδαρέλια θα πεθαίνουν;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τα πουλιά θα τους προσθέσουν μια ζωή τριών αιώνων.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ ,<BR> + Με ποιόν τρόπο;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Με ποιόν τρόπο; με τον εαυτό τους [μόνον]<BR> + Και δεν ξέρεις πως ανθρώπων πέντε γενεές μαζύ<BR> + η γλωσσού η κουρούνα ζη;</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Αντε! τότ' από τον Δία βέβαια πιο άξια θάνε<BR> + τα πουλιά να κυβερνάνε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιός αμφιβάλλει πια γι' αυτό;<BR> + Με μάρμαρο [πελεκητό]<BR> + ναούς δεν θα υψώνουμε,<BR> + και ούτε θα χρυσώνουμε<BR> + την κάθε μια τους πόρτα·<BR> + θα κατοικούνε μια χαρά,<BR> + σε πουρναράκια [δροσερά],<BR> + χαμόκλαδα [και χόρτα].<BR> + Κι' αυτά τα πιο σεμνά πουλιά<BR> + θάχουν ναό τους την εληά·<BR> + και ούτε πια τον Αμμωνα και τους Δελφούς θα πιάνουμε<BR> + θυσίες να τους κάνουμε·<BR> + στης αγριληές και κουμαριές<BR> + θα φέρνουμε μ' απλοχεριές<BR> + σιτάρι και κριθάρι<BR> + και με τα χέρια σηκωτά<BR> + ευχή θα κάνουμε 'ς αυτά<BR> + μερίδι' απ' όλα ταγαθά να δίνουνε [για χάρι]<BR> + και ταγαθά μας θα τα ξαναπαίρνουμε,<BR> + με λίγο σιταράκι που θα φέρνουμε.<BR> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Ω φίλτατέ μου γέροντα, που εχθρό μου [τόσην ώρα]<BR> + σε νόμιζα, και φίλος βγαίνεις τώρα,<BR> + ποτέ δεν θα θελήσω<BR> + τη γνώμη σου ν'αφήσω·<BR> + Περήφανο με κάμανε τα λόγια σου πολύ,<BR> + κ' έκαμα όρκο με απειλή,<BR> + πως αν εσύ, οπού μου είπες όλο<BR> + άγια και δίκηα λόγια, δίχως δόλο,<BR> + έπαιρνες την απόφασι με τη δική μου γνώμη<BR> + να πολεμήσης τους θεούς μαζύ μου,<BR> + αυτοί δεν θα μπορούσανε πολύν καιρόν ακόμη<BR> + να την ποδοπατούν τη δυναμί μου.<BR> + Και όσα θέλουν δύναμι να γίνουνε, είνε δουλειά<BR> + όπου ανήκει στα πουλιά·<BR> + μ' αν χρειασθούν σοφίσματα τρανά και μετρημένα<BR> + ανήκει αυτό 'ς εσένα.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Μα το θεό δεν πρέπει να νυστάζουμε<BR> + ακόμα τώρα,<BR> + και νίκες αυριανές να λογαριάζουμε<BR> + δεν είνε ώρα.<BR> + Δεν πρέπει πια ν' αργήσουμε<BR> + και κάτι ας ενεργήσουμε.<BR> + Μα πρώτα μπήτε μέσ' στη φωλιά μου,<BR> + στα φρύγανά μου και στ' άχυρά μου.<BR> + Και τώνομά σας πέτε μας.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα, εύκολο το πράμα.<BR> + Εμένα λεν Πεισθέταιρο.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Και τούτος πούν' αντάμα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ο Ευελπίδης [είν' αυτός] απ' τον Κριό. (57)</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Καλή ώρα<BR> + και εις τους δυο.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νάσαι καλά.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ορίστε μέσα τώρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πάμε, μα πέρνα οδηγός.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Και με χαρά μεγάλη..</p> + +<p>_Προχωρεί και επανέρχεται._</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μωρέ να πάρη η οργή! θα τα πρυμνίσω πάλι!<BR> + — Πες μας να ιδούμε : πως εγώ και τούτος θα τα πάμε<BR> + με σας, πουλιά πετούμενα, εμείς που δεν πετάμε;</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Λαμπρά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα γι' άκου τώρα συ το μύθο του Αισώπου,<BR> + μας λέει κάτι, όπου<BR> + το λένε όλοι τακτικά:<BR> + η Αλεπού με τον Αετό συντρόφεψε πολύ κακά.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Να μη φοβάσθε τίποτε· όταν θα φάτε μια φορά<BR> + τη ρίζα [κάποιου χορταριού], ευθύς θα βγάλετε φτερά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Χεμ, σαν ην' έτσι, μπαίνουμε. Μανόδωρε! Ξανθία!<BR> + αρπάξατε τα στρώματα [και μπήτε κατ’ ευθεία]!</p> + +<p>_(Εισέρχονται οι δύο υπηρέται φέροντες στρώματα και και προχωρώντες<BR> +εξέρχονται εκ του ετέρου παρασκηνίου.- Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> +διατίθενται ν' ακολουθήσουν τους υπηρέτας, και ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> +κατέρχεται εκ του υψώματος, ότε ο ΧΟΡΟΣ λαμβάνει τον λόγον,<BR> +απευθυνόμενος προς τον ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΝ)._</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Σε φωνάζω! σε φωνάζω!</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Τι φωνάζεις συ;</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Να πάτε<BR> + και μαζύ να καλοφάτε·<BR> + το γλυκόλαλον αηδόνι, οπού με της Μούσες μοιάζει,<BR> + φέρ' το εδώ και άφησέ το, για να μας διασκεδάζη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα τον Δία άκουσέ τους, [δίχως άργητα καμμιά],<BR> + κράξε στο πουλάκι νάβγη, απ' τη βοϊδοκαλαμιά.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ναι, για το θεό, για φέρ' το να το ιδούμε το πουλί.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ε, κι αυτό θα σας το κάνω, σαν το θέλετε πολύ.<BR> + Αποτεινόμενος προς το βάθος.<BR> + — - Έβγα, Πρόκνη απ' τη φωλιά σου<BR> + και μπροστά στους ξένους στάσου!</p> + +<p>_Εξέρχεται η Αηδών, η οποία είναι εταίρα φέρουσα μόνον προσωπίδα<BR> +πτηνού._</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω Ζευ μου πολυτίμητε! πόσο μου φαίνεται καλό,<BR> + και τι λευκό και απαλό!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p>_Ερευνών το σώμα της Αηδόνος στρέφεται ταυτοχρόνως προς τον<BR> +Πεισθέταιρο_</p> + +<p> Βρε, ξέρεις τούτο το πουλί<BR> + θαρρώ πως θα το πλάκωνα και μ' ευχαρίστησι πολλή.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(πλησιάζων)_<BR> + Χρυσάφι πούχει απάνω της, σαν νάτανε παρθένα,</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Πως θα της δώσω ένα φιλί μου φαίνεται κ' εμένα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αλλά, μωρέ κακόμοιρε, έχει τη μύτη σουβλερή.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Τότε, μα το θεό, μπορεί<BR> + να πιάσω το κεφάλι της να το ξεκαθαρίσω,<BR> + όπως το τσώφλι του αυγού, κ' ύστερα να φιλήσω.</p> + +<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR> + Ελάτε, πάμε τώρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + E, τράβα συ λοιπόν μπροστά με την καλή την ώρα.</p> + +<p>_Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ, ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ αποσύρονται<BR> +δεξιόθεν (58)_</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<BR> +Η ΑΗΔΩΝ ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ήλθες, ω φιλενάδα μου. ω ξανθή μου.<BR> + που είσαι η πιό αγαπητή μου<BR> + εσύ άπ' όλα τα πουλιά·<BR> + όπου στους ύμνους συντροφιά μου κάνεις<BR> + και στα τραγούδια μου, -ήλθες, εφάνης<BR> + για να μου φέρης τη γλυκειά σου τη λαλιά.<BR> + — Ω, εσύ! που λάλημ' ανοιξιάτικο καλό<BR> + φυσάς με τον γλυκόλαλον αυλό,<BR> + έλα τους αναπαίστους<BR> + αρχίνησε και πες τους!</p> + +<p>_Ακούεται αυλός συνοδεύων τας κάτωθι στροφάς_</p> + +<p> Σκοτεινόζωοι άνθρωποι, που με φύλλων ομοιάζετε γένη,<BR> + λιγοδύναμοι, λασποφτιασμένοι,<BR> + ίδιοι μ' όνειρα, εφήμεροι κ' άφτεροι εσείς, όπου ζήτε' με<BR> + λύπες πολλές,<BR> + ω θνητοί, ασθενείς σαν τον ίσκιο φυλές.<BR> + προσοχή στους αθάνατους δόσατε εμάς που μιλούμε<BR> + στους αιθέριους, που υπάρχουμε πάντα κ' αγέραστοι ζούμε,<BR> + και θ'ακούσετε σεις από μας τα σωστά, για το κάθε κρυφό τουρανού,<BR> + που αθάνατην έχουμε σκέψι στο νου·<BR> + κι αφού μάθετε τώρ'από μένα<BR> + το πως είνε θεοί και πουλιά και ποτάμια πλασμένα.<BR> + χάος κ' έρεβος, πέστε του Πρόδικου (59) σεις [του αστρονόμου<BR> + να πάψη]<BR> + και να κάτση να κλάψη.<BR> + Ήταν έρεβος, νύχτα ολοσκότεινη,<BR> + πλατύς τάρταρος, χάος, [σιγή],<BR> + κ' ούτ' υπήρχανε τότε [ολοφώτεινοι]<BR> + ο ουρανός κ' ο αγέρας κ' η γη.<BR> + Στου ερέβους τον άπειρο χώρο<BR> + η μαυρόφτερη Νύχτα [περνά],<BR> + κ' αυτή πρώτη γεννά<BR> + έν' αυγό δίχος σπόρο,<BR> + που στου χρόνου τους γύρους τον Έρωτα βγάζει — <BR> + που η ψυχές τον ποθούν και που φέρνει στης πλάτες φτερά<BR> + χρυσοστόλιστα κ' αστραφτερά,<BR> + και μ' ανέμου στροβίλους ομοιάζει.<BR> + Κι' αφού η Νύχτα με αγάπη [πολλή]<BR> + με τ' ολόφωτο Χάος ενώθη,<BR> + στου Ταρτάρου τα βάθη εκλώθη<BR> + και στο φως πρώτη εβγήκε η δική μας φυλή.<BR> + Των θεών δεν υπήρχε το γένος πριν ο Ερωτας βγή<BR> + για να σμίξη τα πάντα· και αυτά του ήσαν ξένα,<BR> + μεταξύ τους σαν βρέθηκαν όλα σμιγμένα.<BR> + ουρανός εγεννήθη, και πόντος, και γη,<BR> + κ' όλα αυτά των μακάρων ταθάνατα γένη·<BR> + κ' έτσι εμείς πιο μπροστά, γεννηθήκαμε χρόνια πολλά,<BR> + από κάθε θεό· μα κ' ότ'είμαστε όλοι βγαλμένοι<BR> + απ' τον Έρωτα, φαίνεται τούτο καλά :<BR> + γιατί πάντα πετάμε και ζούμε μαζύ γοργοφτέρωτα<BR> + μ' όσους έχουν τον έρωτα μέσ' στην καρδιά·<BR> + κ' όσα όμορφα ήσαν ακόμα παιδιά,<BR> + αλλά μπήκαν στα χρόνια κι αυτά κ' αρνηθήκαν τον έρωτα,<BR> + με το μέσο μας οι ερασταί τα γαμήσαν κ' εκείνα<BR> + ή ορτύκι προσφέροντας ή πετεινό, ή προσφέροντας πέρδικα ή χήνα.<BR> + Από μας τα πουλάκια [και μόνα]<BR> + βγαίνει πάντα καλό κάθε τι,<BR> + και της ώρες μετρούν οι θνητοί<BR> + φθινοπώρου, ανοίξεως, χειμώνα.<BR> + Σαν ο γερανός κράζοντας πάη<BR> + στη Λιβύα, ο άνθρωπος σπέρνει,<BR> + και του ναύτη του λέει να κρεμάη<BR> + το τιμόνι και ύπνο να παίρνη.<BR> + Και του Ορέστη (60)του λέει μια χλαίνα δική του να υφάνη<BR> + να μη γδύνη τους άλλους κρυφά όταν ρίγος τον πιάνη.<BR> + Το γεράκι εποχή δείχνει άλλη και βγαίνει να ειπή,<BR> + το μαλλί το καλοκαιρινό των αρνιών να κοπή<BR> + πότε πρέπει· και ύστερα πάλι<BR> + χελιδόνι προβάλλει,<BR> + για να ειπή πότε πρέπει κανείς να πουλήση τη χλαίνα,<BR> + και χιτώνα ελαφρό ν' αγοράση κανένα.<BR> + Είμαστ' Άμμων και Φοίβος Απόλλων εμείς τα πουλιά<BR> + και Δελφοί και Δωδώνη· για κάθε δουλειά<BR> + κ' ό,τι χρήσιμο θέλετ' εσείς της ζωής ν αποχτάτε,<BR> + για εμπόρια, για γάμους, εμάς πρώτα-πρώτα ρωτάτε.<BR> + Όρνια πάντα τα λέτ' όσα έχουν για σας μαντική·<BR> + κάθε φήμη έχει γούρι σαν όρνειο' άκουτ' από κει<BR> + ένα φτέρνισμα, γούρι κ' αυτό· κι όσα βλέπετε γούρια<BR> + κ' η φωνή και οι δούλοι, κι' αυτά τα γαϊδούρια.<BR> + Απ αυτές της μαντείες που κάνουμε κάθε φορά<BR> + ο Απόλλων ο μάντις δεν είμαστ' εμείς φανερά;<BR> + Εάν θεών μας δώσετε τιμάς,<BR> + θα βρήτε μάντεις πάντοτε 'ς εμάς<BR> + για της Μούσες, για τ' αγέρι<BR> + και για όλη τη χρονιά,<BR> + για δροσές, για καλοκαίρι<BR> + και για βαρυχειμωνιά.<BR> + Και δεν θα σας ξεφύγουμε, γεμάτα περηφάνεια.<BR> + όπως ο Ζευς'ς τα σύγνεφα κι απάνω 'ς τα ουράνια·<BR> + μα πάντοτε κοντά σας<BR> + 'ς εσάς και 'ς τα παιδιά σας<BR> + και 'ς των παιδιών σας τα παιδιά, καθένα μας θα δίνη<BR> + και ευτυχία, και ζωή, και πλούτο, και ειρήνη,<BR> + υγεία, νειάτα και χορούς, γέλια και γλέντια κι άλλα,<BR> + και του πουλιού το γάλα,<BR> + που από τα τόσα αγαθά θα βγήτε κουρασμένοι,<BR> + μα κ' όλοι πλουτισμένοι.</p> + +<p> [Στροφή]</p> + +<p> Ω Μούσα εσύ της λαγκαδιάς! με την πολύτροπη λαλιά,<BR> + όπου καθήμενος με σε εις την πυκνόφυλλη μελιά, — <BR> + τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR> + μέσ' στα λιβάδια ταπαλά και στων βουνών της κορυφές, — <BR> + τιό-τιό-τιό-τιοτιγξ!<BR> + από το ράμφος το ξανθό με τραγουδιών γλυκές στροφές,<BR> + δείχνω τους νόμους του Πανός, τους [θείους και] ιερούς,<BR> + και τους σεμνούς της Ορεινής μητέρας (61) [μας] χορούς, — <BR> + τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!<BR> + Κι' ο Φρύνιχος (62) [ο ποιητής] επήγε κ' έκοψε από 'κει<BR> + των τραγουδιών του τον καρπό, που έχουν αρμένισμα γλυκύ,<BR> + τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!</p> + +<p> [Παράβασις]</p> + +<p> Αν, ω θεαταί, θελήση<BR> + από σας κανείς να ζήση<BR> + τη ζωή ευτυχισμένη,<BR> + ας ερθή μ' εμάς να μένη.<BR> + Κάθε τι, που εδώ στην πόλι<BR> + για κακό το παίρνουν όλοι<BR> + και οι νόμοι το εμποδίζουν,<BR> + στα πουλιά το συνηθίζουν.<BR> + Αν οι νόμοι εδώ πέρα<BR> + τώχουν για κακό, το τέκνο να χτυπάη τον πατέρα,<BR> + επιτρέπουμε και τούτο· κι'αν ποτέ κανείς ορμήση<BR> + το γονιό του να κτυπήση<BR> + θα του ειπή: «και συ στη μύτη, βάλ' ένα κεντρί (63) επίσης<BR> + κι' αν μπορής, να πολεμήσης».<BR> + Κι' αν κανένας δραπετεύση από σας στιγματισμένος,<BR> + κ' έρθη στων πουλιών το γένος,<BR> + τότε αυτόν θα τον καλώ<BR> + τηγανάρι παρδαλό.<BR> + Κι' αν κανείς απ' τη Φρυγία, εις τον τόπον μας φερμένος<BR> + 'σαν το Σπίθαρο μαζύ μας θέλει στα πουλιά να μείνη<BR> + φρυγικό πουλί θα γίνη,<BR> + του Φιλήμονος (64) το γένος.<BR> + Κι' αν κανείς απ' την Καρία δούλος, και 'ς εμάς ανέβη,<BR> + κ' όπως ο Εξηκεστίδης πάππους και αυτός γυρεύη,<BR> + θα τους βρη τους συγγενείς του λίγο τι να ψάξη κάπως,<BR> + [γιατί μέσ' 'ς της τόσες πάππιες] θα βρεθή και κάποιος<BR> + [π ά π π ο ς (65)<BR> + Μα κι' αν ο Πεισίου (66) δείξη<BR> + εις τους άτιμους της πύλες, ότι θέλει για' ν' ανοίξη,<BR> + περδικόπουλο να γίνη [ο καθείς θα τον ιδή],<BR> + του πατέρα του παιδί,<BR> + γιατί δεν είν' αμαρτία για της πέρδικες βαρειά,<BR> + ο πατέρας να μαθαίνη στο παιδί την πονηριά.</p> + +<p> [Αντιστροφή]</p> + +<p> Έτσι κ' οι κύκνοι κάνουν με χαρά — <BR> + τώ-τιό-τιό-τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR> + όταν μαζύ χτυπούνε τα φτερά,<BR> + κ' υμνούνε τον Απόλλωνα σε μια φωνή ενωμένοι, — <BR> + τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR> + εκεί στου Εύρου (67) ποταμού την όχθη καθισμένοι.<BR> + τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR> + Τα αιθέρια νέφη προσπερνά το λάλημα που χύνεται·<BR> + με φόβο στέκουν τα θεριά<BR> + και ήσυχ' απ’ την ξαστεριά<BR> + τ’ άγριο κύμα σβύνεται.<BR> + τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!<BR> + Ο Όλυμπος το αντιλαλεί κ' οι αθάνατοι απορούνε,<BR> + κ' η Μούσες και η χάριτες γλυκά το αντιφωνούνε,<BR> + τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!</p> + +<p> [Παράβασις]</p> + +<p> Γλυκύτερο καλό και πιο μεγάλο<BR> + παρά φτερά να κάνης δεν είν' άλλο.<BR> + Κι' αν από σας κανείς, ω θεαταί,<BR> + είχε φτερά 'ς την πλάτη του ποτέ,<BR> + σαν θα τον θέριζεν η πείνα,<BR> + με το ν' ακούη τακτικά<BR> + όλα τ' ατέλειωτα εκείνα<BR> + της τραγωδίας χορικά,<BR> + θα πέταγε στο σπίτι του καλά να τη γεμίση,<BR> + και πάλι μέσ' 'ς το θέατρο χορτάτος να γυρίση.<BR> + Κι' αν σε κανέναν από σας τουρχότανε χεσίδι,<BR> + δεν θα' χεζε το ρούχο του, ωσάν τον Πάτροκλείδη, (68)<BR> + μα θα πετούσε στα ψηλά με βιάσι του μεγάλη,<BR> + να κλανε, να ξεθύμαινε και να ξανάρθη πάλι.<BR> + Και αν κανένας από σας νάνε μοιχός τυχαίνη,<BR> + και στο Βουλευτικό ιδή το σύζυγο να μένη<BR> + της γυναικός, αυτός μπορεί γοργό φτερό να βάλη,<BR> + να την γαμήση γρήγορα και να ξανάρθη πάλι.<BR> + Βλέπετε τώρα καθαρά<BR> + πως για καθέναν άνθρωπο συμφέρουν τα φτερά.<BR> + Κι' ο Διιτρέφης, (69) που κανε φτερά σαν το πουλί<BR> + πλέκοντας βέργες λυγαριάς, έγινε πρώτος σε φυλή<BR> + και ίππαρχος, που ήτανε μηδενικό στη χώρα,<BR> + και φτιάνει τόσα πράματα και κόκκορας είν' τώρα.</p> + +<p><b> Αυλαία</b></p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>_(Σκηνή η αυτή. Εισέρχονται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φέροντες<BR> +πτέρωμα και παρατηρούντες μετά περιέργειας αλλήλους)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καγχάζων)_<BR> + Να το λοιπόν το θάμα!<BR> + Μα πιό αστείο πράμα<BR> + ως τώρα, σου το βεβαιώ,<BR> + δεν είχα ιδή, μα το θεό!</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Γιατί γελάς, παρακαλώ;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών τον Ευελπίδην)_<BR> + Γελώ με τα φτερά σου·<BR> + ξέρεις με τι κατάντησες να μοιάζης [συφορά σου; ].<BR> + μ' ένα χηνάρι [σπιτικό] κακοζωγραφισμένο.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Συ μοιάζεις μ' ένα κότσυφο σύρριζα μαδημένο.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Θαρρώ πως θα την πάθουμε κ' οι δυο μας μια χαρά,<BR> + σαν του Αισχύλου το ρητό, από τα ίδια μας φτερά. (70)</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Και τι θα κάνουμε; για πες.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πρώτον, να κατορθώσουμε<BR> + μεγάλο κ' ένδοξ' όνομα 'ς την πόλι μας να δώσουμε,<BR> + και 'ς τους θεούς να κάνουμε θυσίασμα και δώρα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται. Μα για να ιδούμε τώρα,<BR> + τι όνομα θα βάλουμε 'ς την πόλι μας;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να βάλουμε<BR> + από τη Λακεδαίμονα και Σπάρτη να τη βγάλουμε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Ώ Ηρακλή! [δεν σου 'ρθε τίποτ' άλλο; ]<BR> + Σπάρτην εγώ την πόλι μου να βγάλω;<BR> + με σπάρτα χαμοκρέββατο κι' αν είχα για να πέσω,<BR> + κι' αν είχ' ακόμα ένα σχοινί μονάχα, να το δέσω,<BR> + Σπάρτη δεν θα την έβγαζα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τότε λοιπόν να ιδούμε<BR> + πώς πρέπει να την πούμε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Κάποιο να βρούμε όνομα τρανό, με περηφάνεια,<BR> + παρμένο από τα σύγνεφα και από τα ουράνια.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νεφελοκοκκυγία, (71) βρε, σ' αρέσει να τη βγάλω;.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Πώ, πω! μωρέ τι όνομα ωραίο και μεγάλο!<BR> + Νεφελοκοκκυγία, ναι! πες μου, 'ς την πόλι τούτη<BR> + του Θεαγένη τάχατε δεν βρίσκονται τα πλούτη<BR> + και του Αισχίνη; (72)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βέβαια· μα βρίσκονται ακόμα<BR> + [σπαρμένα μέσ' 'ς το χώμα]<BR> + στη Φλέγα, [που οι ποιηταί στη Θράκη την εφτιάσανε]<BR> + και τους Τιτάνας οι θεοί εκατακομματιάσανε.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Μωρέ τι πόλις! και θεό ποιόν σκέπτεσαι να βάνουμε<BR> + για πολιούχο, και για ποιόν τον πέπλο θα υφάνουμε·; (73)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + E, δεν αφίνουμε κ' εμείς εις την δική σας πόλι<BR> + την Αθηνά, [που έχουνε κ' οι Αθηναίοι όλοι;]</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + [Πώ, πω! θεός φυλάξοι!]<BR> + Και πως μια πόλι θα μπορεί να βρίσκεται σε τάξι,<BR> + που νάχη από δω θεό, γυναίκ' αρματωμένη,<BR> + και τον Κλεισθένη (74) από 'κεί με τ' αργαλειού το χτένι;<BR> + Κι' απάνω στα πετρώματα ποιούς θάχης διωρισμένους;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ένα πουλί θαν' από μας, του Περσικού του γένους,<BR> + οπού το λένε δυνατό, και το φωνάζουν ούλοι<BR> + για κλωσσοπούλι του Άρεως.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικής ικεσίας)_<BR> + Ώ κύριε κλωσσοπούλι!<BR> + να τέλος πάντων και θεός, [και όχι σαν αυτούς εκεί],<BR> + που και 'ς της πέτρες μια φορά μπορεί να κατοική.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Έλα λοιπόν τώρα,<BR> + πέτα 'ς τον αέρα,<BR> + πήγαιν' εκεί πέρα<BR> + που οι μαστόροι χτίζουν τείχη για τη χώρα<BR> + φέρε τους μαζύ σου<BR> + και χαλίκια, — γδύσου·<BR> + δούλεψε τη λάσπη, — -στάμνες τους κουβάλα, — -<BR> + γλίστρ' από της σκάλες, πέσε κουτρουβάλα, — <BR> + βάλε και φυλάκους, — σύμπα τη φωτιά. — -<BR> + γύρνα με κουδούνια, ρίχνε μια ματιά<BR> + φύλακας τους νάσαι,- — <BR> + πέφτε να κοιμάσαι!<BR> + Μα και κήρυκας να στείλης 'ς τους θεούς απάνω ένα,<BR> + κ' άλλον κάτω 'ς τους ανθρώπους, κι' απ' αυτούς πάλι ‘ς εμένα.</p> + +<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR> + Και συ μένοντας 'δω χάμου<BR> + κάτσε κι' ούρλιαζε κοντά μου.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πήγαιν' εκεί που σ' έστειλα, γιατί χωρίς εσένα<BR> + απ' όλ' αυτά που είπαμε δεν θα γενή κανένα.<BR> + θα μείνω εγώ δω πάνω<BR> + 'ς αυτούς τους νέους μας θεούς θυσία για να κάνω.<BR> + προσκάλεσε λοιπόν να μπη<BR> + κι' ο ιερεύς για την πομπή.<BR> + — Παιδί! παιδί! έλα κοντά· σήκωσε το παναίρι αυτό<BR> + και τη λεκάνη να νυφτώ.</p> + +<p>_(Ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ εξέρχεται. — Εισέρχεται ο ΙΕΡΕΥΣ οδηγών τράγον ισχνόν και<BR> +κατεσκληκότα)._</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR> + Είμαι σύμφωνος μαζύ σου<BR> + και της γνώμης της δικής σου·<BR> + και μεγάλα και ωραία 'ς τους θεούς θα φέρω τώρα<BR> + και ποιήματα και δώρα·<BR> + και για χάρι τους θα πιάσω<BR> + το τραγί να θυσιάσω.<BR> + Εμπρός! εμπρός! η Πυθική φωνή ας ακουστή,<BR> + και το τραγούδι [το σαχλό] του Χαίρη του κιθαριστή.</p> + +<p>_(Εμφανίζεται είς Κόραξ φυσών αυλόν κακοζήλως και παρατόνως)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Κόσσυφον)._<BR> + Παύσε, μωρέ! αυτήν την αηδία!<BR> + Ω Ηρακλή! τ' είν' τούτος; μα τον Δία,<BR> + πολλά κακά είδα κ' εγώ, αλλά δεν είδ' ακόμα<BR> + φλογέρα μ' επιστόμιο 'ς ενός κοράκου στόμα!</p> + +<p>_(Ο Κόραξ εξαφανίζεται)._</p> + +<p> — E, ιερέα! εμπρός! στην εργασία!<BR> + κάμε 'ς τους νέους μας θεούς θυσία.</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR> + θα το κάμω· ποιός θα φέρη<BR> + της θυσίας το παναίρι;</p> + +<p>_(Υψοί τας χείρας προς τον ουρανόν και εύχεται με κωμικήν κατάνυξιν)._</p> + +<p> Ευχηθήτε 'ς την Εστία την πουλερική, — <BR> + 'ς το γεράκι πούν' εκεί<BR> + κι' από της εστίες ζη,<BR> + 'ς του Ολύμπου τους αθανάτους, — <BR> + 'ς τα ολύμπια παιδιά τους, — <BR> + πάντων και πασών μαζύ!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω συ, γεράκι του Σουνίου! βασιληά<BR> + Πελαργικέ! (75) χαίρε απ' όλα τα πουλιά!</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ! _(ως ανωτέρω)_<BR> + Ευχηθήτε [απ' ευθείας]<BR> + κ' εις τον Δήλιον τον κύκνο, κ' εις τον κύκνο της Πυθίας<BR> + 'ς τη Λητώ ορτυκομάννα κι' Άρτεμι την Καρδερίνα. — </p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + [Βλέπεις τα ονόματά της τ' άλλαξ' η θεά κ' εκείνα]:<BR> + Κολαινίς (76) για την Αθήνα,<BR> + κ' εδώ πέρα Καρδερίνα.</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR> + Και στο Βάκχο τώρα πάλι<BR> + που Σαβάζιο τον λένε εις τους φρυγικούς τους τόπους,<BR> + κ' ευχηθήτε 'ς τη μεγάλη<BR> + τη Σπουργίταινα, μητέρα 'ς τους θεούς και 'ς τους ανθρώπους. — </p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Χαίρε, δέσποινα Κυβέλη, που σπουργίτα είσ' [εδώ πέρα],<BR> + του Κλεόκριτου (77) μητέρα!</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR> + Εύχομαι να δώσουν όλοι 'ς τους Νεφελοκοκκυγιώτες<BR> + σωτηρίαν και υγείαν, όπως και 'ς αυτούς τους Χιώτες! (78)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν ξέρεις τι ευχαρίστησιν αισθάνομαι μεγάλη,<BR> + που έχουν την ουρίτσα τους παντού οι Χιώτες βάλη.</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ _(ως ανωτέρω)_<BR> + 'Σ τους Ήρωας και 'ς τα πουλιά [ευχή τώρα θα κάνω]<BR> + και 'ς των Ηρώων τα παιδιά, και εις τον πελεκάνο,<BR> + και εις τον Πορφυρίωνα, κ' εις το παγώνι εκείνο,<BR> + και εις τον ξυλοπετεινό, και εις τον πελεκάνο,<BR> + και εις την άγριοπαππια, κ' εις το κοκκινοπούλι,<BR> + και εις το μελανόσκουφο, και εις το κλαψοπούλι,<BR> + [ευχή και 'ς τα πουλιά τα δυο]<BR> + 'ς τον ελασά κ' αιγιθαλό, 'ς τον καταρράχτη κ' ερωδιό!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(με έκρηξιν στενοχωρίας)_<BR> + Αεί 'ς την οργή! τι προσκαλείς, με όλ' αυτά που είπες,<BR> + και τι θα φάνε, δύστυχε, τόσοι αητοί και γύπες;<BR> + Δεν βλέπεις πως και μοναχά μπορεί ένα γεράκι<BR> + ν' αρπάξη το τραγάκι;<BR> + τράβ' από 'δώ και χάσου<BR> + συ και τα στέμματά σου!<BR> + Τον τράγο αυτό, με τάχος,<BR> + θα σφάξω εγώ μονάχος.</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR> + Πρέπει κατόπι πάλι<BR> + ευχή να κάμω κι' άλλη<BR> + και ράντισμα με βάγιο,<BR> + να ειπώ τραγούδι δεύτερο θεοσεβές και άγιο,<BR> + και να καλέσω τους θεούς [με ιερές στροφές],<BR> + ή ένα μόνον απ' αυτούς, αν έχετ' αρκετές τροφές,<BR> + γιατί ο τράγος τούτος 'δώ δεν έχει τίποτ' άλλα,<BR> + παρά τη γενειάδα του και κέρατα μεγάλα!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Θα ευχηθούμε τούτη τη φορά<BR> + 'ς τους νέους μας θεούς με τα φτερά!</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Ποιητής. Είν' ρακένδυτος και φέρει μακράν κόμην)._</p> + +<p> </p> + + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ</p> + +<p> + ΠΟΙΗΤΗΣ _(στομφωδώς)_<BR> + Την Νεφελοκοκκυγία την πολυευτυχισμένη<BR> + με ωδές και ύμνους, Μούσα, κράτησε την δοξασμένη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τ' εί'ν' αυτό το πράμα, θε μου!<BR> + — -Τ' είσαι συ, μωρέ, για πε μου!</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ _(πάντοτε στομφωδώς)_<BR> + Εγώ γράφω τους ύμνους μελιρρύτων γλωσσών<BR> + κ' είμ' ακούραστος δούλος των εννέα Μουσών — <BR> + κατά που λέει ο Όμηρος.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εγώ ποτέ δεν είδα<BR> + κανένα δούλο ακούρευτο (79) με τόση δα κοτσίδα.</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Όχι είμεθα όμως διδάσκαλοι ούλοι,<BR> + των Μουσών των εννέα ακούραστοι δούλοι — <BR> + κατά που λέει ο Όμηρος.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και μόνο η αφεντιά σου;<BR> + μα δούλος είν' ακούραστος κι' αυτό το φόρεμά σου.<BR> + Και ως εδώ, κυρ ποιητή,<BR> + εξεκουμπίσθηκες, γιατί;</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + 'Σ της Νεφελοκοκκυγίες έφερα ωδές γραμμένες<BR> + με συνέχειες μεγάλες,<BR> + κ' έφερα ακόμη κι' άλλες<BR> + για να ψάλουν η παρθένες.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πότε την σκάρωσες αυτήν την εσοδείαν όλη;</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Από καιρό, πολύν καιρό, την ψέλνω αυτήν την πόλι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε συ, μόλις τη βάφτισα, σαν το μωρό, τη χώρα,<BR> + κι' ακόμα τα δεκάμερα δεν γιώρτασα ως τώρα.</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Φήμη στα αυτιά μου μεγάλου λόγου<BR> + με γρηγοράδα ήλθεν αλόγου : (80)<BR> + «της Αίτνας κτίστη και πατέρα,<BR> + [Ιέρων]! όνομα ι ε ρ ώ ν» - — <BR> + δος και 'ς εμένα εδώ πέρα<BR> + με προθυμίαν θησαυρόν,<BR> + κ' απ' όλα δος μου ταγαθά σου,<BR> + πούχεις και για την αφεντιά σου</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καθ' εαυτόν)_<BR> + Ου! απ' αυτό το βάσανο πολλές δουλειές θα ιδούμε,<BR> + αν κάτι δεν του δώσουμε να τον ξεφορτωθούμε.<BR> + — Συ, πούχεις και γουναρικό,<BR> + μα και χιτώνα παστρικό,<BR> + γδύσου και δόσε κάτι τι<BR> + και 'ς το σοφό τον Ποιητή·<BR> + μα κράτει το γουναρικό [με τούτον τον ψυχρό καιρό],<BR> + γιατί μου φαίνεται και συ πως έχεις τούρτουρα γερό.</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Η φίλη Μούσα δέχεται τη χάρι,<BR> + κ' αυτό που της προσφέρεις, θα το πάρη.<BR> + Ακούστε τώρα μια ωδή Πινδαρική, που θα σας πω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αυτός να μας ξεφορτωθή, δεν θάχη, φαίνεται σκοπό.</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Μέσα 'ς τους Σκύθες τους νομάδες,(81)<BR> + εδώ κ' εκεί ο Στράτων τρέχει·<BR> + ρούχο απ' τους ανυφαντάδες<BR> + να ρίξη απάνω του δεν έχει,<BR> + κ' άδοξος ζη θέρος, χειμώνα,<BR> + με δίχως γούνα και χιτώνα. (82)<BR> + Κατάλαβες τι εννοώ;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Καταλαβαίνω κάτι·<BR> + 'κείν' το χιτώνα έβαλες, μου φαίνεται, 'ς το μάτι.</p> + +<p>_(Προς τον Ιερέα)_</p> + +<p> Γδύσου, [καιρό μη χάνουμε]<BR> + πρέπει 'ς αυτόν το Ποιητή κάποιο καλό να κάνουμε</p> + +<p>_(Ο Ιερεύς παραδίδει τον χιτώνα του εις τον Ποιητήν. ούτος δε σπεύδει<BR> +να τυλιχθή δι' αυτού)._</p> + +<p> Πάρ' τον αυτόν, παρακαλώ,<BR> + και άμε τώρα 'ς το καλό.</p> + +<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR> + Φεύγω· κ' όταν στη πόλι μου θα φθάσω<BR> + ακούστε τι τραγούδι θα σας φτιάσω :<BR> + Δόξασε, ώ χρυσόθρονη, την πόλι<BR> + πούνε φρικτή και παγωμένη όλη.<BR> + Στους κάμπους της επήγα μια φορά<BR> + τους πολυχιονισμένους — <BR> + και πολυσποριασμένους, -<BR> + τραλαραρά!... τραλαραρά!...</p> + +<p>_(Απέρχεται επαναλαμβάνων την στροφήν)._</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον εξελθόντα ποιητήν)._<BR> + Μα το θεό τη γλύττωσες για τούτον το χειμώνα<BR> + μ' αυτόν που μας εβούτηξες 'δώ πέρα τον χιτώνα.</p> + +<p>_(Προς τον ιερέα).-</p> + +<p> Σε βεβαιώ δεν πίστευα τέτοιο κακό να ιδώ :<BR> + να πάρη αμέσως μυρουδιά την πόλι μας εδώ<BR> + — Πάρε λοιπόν τον αγιασμό τριγύρω να γυρίσης.</p> + +<p> ΙΕΡΕΥΣ _(ετοιμαζόμενος διά την θυσίαν)_<BR> + Προσέχετε και σιωπή!</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ, καθ' ην στιγμήν ο Πεισθέταιρος σύρει προς<BR> +εαυτόν τον τράγον)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<BR> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ — ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Τον τράγο μη τον 'γγίσης!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιος είσαι συ;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Ποιος είμ' εγώ; Ο Χρησμολόγος.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Χάσου</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Μην παίζης, ώ κολότυχε, και με τα ιερά σου.<BR> + Για τη Νεφελοκοκκυγία αυτή υπήρχε μια φορά<BR> + ένας χρησμός του Βάκιδος, (83) που τώπε καθαρά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπορώ να σε ρωτήσω<BR> + γιατί δεν είπες το χρησμό προτού την πόλι χτίσω;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Το θείον μούχε αποκλεισμό.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Για πες, ν' ακούσω, το χρησμό.</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εφεξής πομπωδώς)_<BR> + «Οταν λύκοι κατοικήσουν<BR> + και κουρούνες άσπρες ζήσουν<BR> + μεταξύ της Σικυώνος και Κορίνθου (84)»</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εδώ πέρα<BR> + τι δουλειά με Κορινθίους έχω εγώ;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Για τον αέρα<BR> + ήθελε να ειπή ο Βάκις</p> + +<p>_(πομπωδώς)_</p> + +<p> «Για θυσία [και για δώρα]<BR> + ασπρομάλλικο κριάρι να προσφέρης στην Πανδώρα· (85)<BR> + κ' όποιος μάντις ειπή πρώτος τη μαντεία μου, για χάρι<BR> + υποδήματα καινούργια και χιτώνιον να πάρη».</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα! υπάρχουν και παπούτσια μέσα στο χρησμό του Βάκι;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εξάγων φύλλον παπύρου)_<BR> + Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.<BR> +_(αναγινώσκει ο ίδιος)_<BR> + «Να του δώσουν και μποτίλλια, και στο χέρι του να βάλη<BR> + τα εντόσθια του τράγου». — </p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα! το λέει και τούτο πάλι;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_<BR> + Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.<BR> +_(Εξακολουθεί πομπωδώς).-<BR> + «Κι' αν αυτά που σου προστάζω<BR> + εκτελέσης, νεανία, εις τα ύψη σ' ανεβάζω<BR> + σαν αητό· δεν θα σε κάνω, αν δεν φάγω κ' εγώ τράγο,<BR> + ούτ' αητό, ούτε τρυγόνι, παρά μόνο ξυλοφάγο!»</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ο χρησμός λοιπόν του Βάκι μέσα όλ' αυτά τα βάζει;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(ως ανωτέρω).-<BR> + Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όμως ο χρησμός δεν μοιάζει<BR> + και μ' αυτόν, που απ' τον ίδιο τον Απόλλωνα έχω πάρη,<BR> + [και δεν λέει τέτοια χάρι].</p> + +<p>_(Εξάγει φύλλον παπύρου και αναγινώσκει, μιμούμενος το πομπώδες ύφος<BR> +του Χρησμολόγου, και υπό πνεύμα απειλής).-</p> + +<p> «Αν κουβαληθή κανένας φαφλατάς και φουσκωμένος<BR> + δίχως ναν προσκαλεσμένος,<BR> + φέρνοντας στενοχωρία<BR> + όταν κάνης τη θυσία,<BR> + κ' από του ψητού τα σπλάχνα μεζεδάκια σου γυρέψη,<BR> + δος του κλωτσοπατηνάδες στα πλευρά, ως που να ρέψη!»</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(απαθώς)_<BR> + Το κοψες το ψεματάκι!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_<BR> + Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.</p> + +<p>_(αναγινώσκει ως ανωτέρω)_</p> + +<p> «Ούτε και αητός θα πάρη από τους μεζέδες, μήτε<BR> + και ο Λάμπων, και ο μέγας Διοπείθης, οι προφήται».</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Όλα, όλ' αυτά τα είπε του Απόλλωνος το στόμα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ως ανωτέρω)_<BR> + Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι! — E, δεν έφυγες ακόμα;</p> + +<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR> + Ω, κακότυχος που ήμουν!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ωθών αυτόν προς έξοδον)_<BR> + Τράβα ς' άλλες πολιτείες<BR> + να πουλήσης προφητείες!</p> + +<p>_(Ο Χρησμολόγος φεύγει θρηνών. — Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο Μ<BR> +έ τ ω ν, (86) φέρων πίνακα, κανόνας γεωμετρικούς και διαβήτας)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ — ΜΕΤΩΝ</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Να πούρχομαι κ' εγώ σε σας.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Άλλος μπελάς και πάλι!<BR> + τ' ήλθες να κάμης; εύρηκες εφεύρεσι μεγάλη;<BR> + τι τάχατε βουλήθηκες<BR> + και πήρες τα παπούτσια σου κ' εδώ μας κουβαλήθηκες;</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Να σας μετρήσω θέλω τον αγέρα,<BR> + και δρόμους να χαράξω εδώ πέρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Για το θεό! ποιος είσαι συ;</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Ποιος είμ' εγώ; ο Μέτων,<BR> + που δεν τον ξέρει ο Κολωνός, μα η Ελλάς.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Για ιδέ τον!<BR> + Και δεν μου λες, σαν τ' είν' αυτά που έχεις εκεί πέρα;</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Τα μέτρα του αγέρα,<BR> + Σαν φούρνος γύρω από τη γη<BR> + ο αγέρας τη γυρολογεί·<BR> + τούτ' τον κανόνα τον κυρτόν απάνωθε θα βάλω,<BR> + τον διαβήτην ύστερα καρφώνω [τον μεγάλο]...<BR> + νοιώθεις;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν νοιώθω τίποτα, [και ούτε θα μπορέσω]</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Κανόνα ύστερα ορθόν σε τούτα θα προσθέσω<BR> + να σου γενή τετράγωνον ο κύκλος [μια χαρά],<BR> + Στο κέντρον θαν' η αγορά<BR> + και θάρχωνται ακόμη<BR> + ορθοί στο μέσο οι δρόμοι,<BR> + τα ίδια όπως γίνεται στο στρογγυλό σταστέρι,<BR> + που απ' όλα του τα μέρη<BR> + αστράφτουν η αχτίνες,<BR> + όλες ορθές κ' εκείνες!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αυτός ο Μέτων [ο γνωστός]<BR> + σου είν'ενας Θαλής σωστός!</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Τι τρέχει;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ξέρεις βέβαια το πόσο σ' αγαπώ,<BR> + έ, άκου αυτό που θα σου ειπώ :<BR> + Να πάρης πόδι γρήγορα.</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Και τι θα πάθω; για να ιδώ.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όπως στη Λακεδαίμονα, το ίδιο κάνουμε κ' εδώ·<BR> + τους δέρνουμε, τους σπρώχνομε<BR> + τους ξένους, και τους διώχνομε.</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Μην έχετ' επανάστασι, [κ' ελεύθερα της βρέχετε];</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Α, όχι δα, μα τον θεό!</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Τότε λοιπόν τι έχετε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Έχουμε πάρει απόφασιν εδώ να μην αφήσουμε<BR> + κάθε ψωροπερήφανο, κ' όλους να τους τσακίσουμε.</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Ώστε πρέπει να του δίνω απ' τον τόπο τούτο τώρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα δεν ξέρω αν θαύρης ώρα.</p> + +<p>_(τον δέρνει)_</p> + +<p> Να που άρχισ' η βροχή!</p> + +<p> ΜΕΤΩΝ<BR> + Συμφορά στον δυστυχή!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν σου τόπα; τράβα τώρα και του λόγου σου επίσης<BR> + τα πλευρά σου να μετρήσης!</p> + +<p>_(Ο Μέτων φεύγει δερόμενος.- Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο<BR> +επίσκοπος κρατών δύο αμφορείς ψηφοφορίας και ενδεδυμένος με φόρτον<BR> +πολυτελείας)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ – ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Πού είν' εδώ οι Πρόξενοι; (87) [για πέτε μου ν'ακούσω].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιός είσαι, Σαρδανάπαλε,(88) πούρθες με τέτοιο λούσο;</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Επίσκοπος (89) κληρώθηκα Νεφελοκοκκυγίας.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Επίσκοπος; ποιός σ' έστειλε [με τέτοιας οδηγίας];</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Μ' έστειλ' ένα παληόχαρτο εκείνου του Τελέα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + [Τι λες; πολυ ωραία! ]<BR> + Θέλεις να πάρης το μισθό τη ράχη να μας δείξης,<BR> + πριν ιστορίες τίποτα στην πόλι μας ανοίξης;</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Μα τους θεούς, να γύριζα το ήθελα πολύ,<BR> + γιατί έχω κάμει πρότασι σπουδαία 'ς τη Βουλή<BR> + για τον Φαρνάκη (90) των Περσών, [πούχει μεγάλο πλούτο].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ραπίζων αυτόν αιφνιδίως)_<BR> + Ορίστε!... πάρε το μισθό και τράβα!</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Τ' είνε τούτο!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νά, τώρα ένα ψήφισμα για τον Φαρνάκη παίρνεις.</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Διαμαρτύρομαι φρικτά! τους επισκόπους δέρνεις;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε δεν θα φύγης από δω με τούτα τα σταμνιά σου;<BR> + [και έπειτα, για στάσου,]<BR> + στέλνουν επίσκοπο ποτέ σε πολιτείες [και λαούς]<BR> + πριν πιάσουνε οι κάτοικοι να θυσιάσουν στους θεούς;</p> + +<p>_(Ο Πεισθέταιρος αποδιώκει τον Επίσκοπον διά ραβδισμών. Εισέρχεται εκ<BR> +του ετέρου μέρους ο Ψηφισματοπώλης αναγινώσκων ψήφισμα επί παπύρου)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ</p> + +<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)_<BR> + Αν Νεοελοκοκκυγιώτης Αθηναίον αδικήση...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι παληόχαρτο είνε τούτο, που μας έχει κουβαλήση;</p> + +<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR> + Είμαι Ψηφισματοπώλης, κ' ήλθα εδώ [να συμφωνήσω]<BR> + και τους νόμους να πουλήσω</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιούς;</p> + +<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)<BR> + «Να μεταχειρισθούνε οι Νεφελοκοκκυγιώτες<BR> + μέτρα και σταθμά και νόμους, όπως κ' οι Ολοφυξιώτες (91)<BR> + [της Χαλκιδικής πολίτες]</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Διάβασε και συ τους νόμους, όπου έχουν οι Σκουξίτες! (92)<BR> +_(τον δέρνει)_</p> + +<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR> + Τι έπαθες;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + [τι θες να πάθω;]<BR> + αν δεν πας εις την δουλειά σου, μαύρους νόμους θα σε μάθω.</p> + +<p>_(Ο Ψηφισματοπώλης αποσύρεται δερόμενος, ενώ αντιθέτως επανέρχεται ο<BR> +Επίσκοπος κρατών πάντοτε τας εκλογικάς κάλπας)_</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Μηνύω τον Πεισθέταιρον, και τον Απρίλη μήνα<BR> + να έλθη [στην Αθήνα]<BR> + να δικασθή ως υβριστής.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε συ! τι τσαμπουνάς αυτού; δεν θα ξεκουμπιστής;</p> + +<p>_(Ο Ψηφισματοπώλης εμφανίζεται εκ του ετέρου μέρους)_</p> + +<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ(αναγινώσκων)_<BR> + «Και όποιος διώξη άρχοντες [κι' απλήρωτους τους στείλη]<BR> + και αψηφή το ψήφισμα, που πέρασε στη στήλη,<BR> + [που γράφονται οι νόμοι]...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα, συφορά που μ' εύρηκε! βρε είσ' εδώ ακόμη;</p> + +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Δέκα χιλιάδες πρόστιμο δραχμές θα σου προσθέσω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p> + +<p>_(λαμβάνων τους δύο αμφορείς εκ των χειρών του Επισκόπου)_</p> + +<p> Κ' εγώ θα κάτσω γρήγορα στα δυο σου αγγειά να χέσω.</p> +<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR> + Να μου το θυμηθής αυτό, [που κάθισες στους δρόμους]<BR> + τη νύχτα, και κατάχεσες τους ψηφισμένους νόμους.</p> + +<p>_(Ενώ ο Π ε ι σ θ έ τ α ι ρ ο ς κάθεται αλληλοδιαδόχως επί εκατέρου των<BR> +δοχείων και αφοδεύει, ο Ψ η φ ι σ μ α τ ο π ώ λ η ς και ο Ε π ί σ κ ο π<BR> +ο ς αναγκάζονται να φύγουν κρατούντες την μύτην των.)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> +_(προσποιούμενος ότι καταδιώκει)_</p> + +<p> Πιάστε τον! πιάστε τον αυτόν! — - Βρε βλάκα! πού πηγαίνεις;<BR> + γιατί μ' εμάς δεν μένεις;</p> + +<p>_(Επανέρχεται. — Προς τον Ιερέα)_</p> + +<p> — E, ας τραβήξουμε κ' εμείς και τον καιρό μη χάνουμε<BR> + κι' αυτόν τον τράγο στους θεούς θυσία να τον κάνουμε!</p> + +<p>_(Ο Ιερεύς και ο Πεισθέταιρος σύρουν τον τράγον εκτός της σκηνής)_</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p> </p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p> Σκηνογραφία η αυτή.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ</p> + +<p> ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR> + Στον παντεπόπτη εμένα τώρα,<BR> + που πήρα όλες της εξουσίες,<BR> + θα κάνη ο κόσμος ευχές και δώρα,<BR> + θεών λατρεία, θεών θυσίες.<BR> + Από τα ύψη εγώ και μόνο<BR> + θα βλέπω κάθε της γης μεριά,<BR> + καρπούς θα σώζω, και θα σκοτώνω<BR> + όλα τα γένη απ' τα θεριά,<BR> + που, με ταχόρταγό τους το στόμα,<BR> + πέφτουν και τρώνε κάθε φορά<BR> + και τα βλαστάρια της γης ακόμα<BR> + κι' όλα τα δένδρα τα καρπερά.<BR> + Φονηάς θα γίνω του κάθε γένους<BR> + που φαρμακώνει με το κεντρί,<BR> + μέσα στους κήπους τους μυρωμένους,<BR> + κάθε λουλούδι, κάθε δεντρί.<BR> + Σαύρες και φίδια, κ' ό,τι δαγκάνει<BR> + θα πάθουν όλεθρο φοβερό,<BR> + κ' όσα θα βλέπω, κ' όσα θα φθάνη<BR> + το ελαφρό μου γοργό φτερό.</p> + +<p>_(Παράβασις)_</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Σήμερα που ακούτε όλοι μια προκήρυξι στη χώρα :<BR> + όποιος από σας σκοτώση το Μηλιό το Διαγόρα (93)<BR> + [που ασέβησε στης Κόρης και στης Δήμητρας τη χάρι],<BR> + ένα τάλαντο θα πάρη<BR> + Κι'όποιος πάλι θα σκοτώση τύραννο νεκρόν κανένα<BR> + [για το ανδραγάθημά του] τάλαντο θα πάρη ένα.<BR> + Κι' από μέν' ακούστε πάλι·<BR> + μια προκήρυξι μεγάλη:<BR> + Φιλοκράτη τον Σπουργίτη (94) όποιος από σας σκοτώση,<BR> + ένα τάλαντο θα πάρη· ζωντανόν αν τον τσακώση<BR> + θαν' ακόμα πιο καλό,<BR> + και το τάλαντο το ένα τετραπλό θα το κερδίζη,<BR> + γιατί εφτά στον οβολό<BR> + τα πουλάει τα σπουργίτια, κ' έτσι τα εξευτελίζει·<BR> + και της τσίχλες μας προσέτι<BR> + της φυσά, της βασανίζει, και κατόπι της εκθέτει·<BR> + και των κοτσυφιών της μύτες της τρυπά κάθε φορά<BR> + με τα ίδια τους φτερά,<BR> + και κρατεί φυλακισμένα<BR> + μέσ' στα δίχτυα και δεμένα<BR> + όσα περιστέρια πιάνει,<BR> + όπου κράχτες με τη βία 'ς τάλλα τα πουλιά τα κάνει.<BR> + Τούτα θέλαμε να ειπούμε· κι' όσοι έχουνε συνήθεια<BR> + νάχουνε φυλακισμένα μέσα στης αυλές ορνίθια,<BR> + να ταφήσουνε να πάνε στη δική τους τη δουλειά.<BR> + Και αν δεν το παραδεχθήτε, θα σας πιάσουν τα πουλιά,<BR> + μεσ' 'ς τα δίχτυα θα σας δέσουν,<BR> + κ' έτσι, με τους ίδιους τρόπους,<BR> + είδος κράχτες θα σας θέσουν<BR> + για να πιάνουν τους ανθρώπους.</p> + +<p> ΗΜΙΧΟΡΟΣ</p> + +<p>_(Αντιστροφή)_</p> + +<p> Γενειά των όρνειων ευτυχισμένη<BR> + και των πουλιών μας, που δίχως χλαίνη<BR> + κάθε χειμώνα περνάει βαρύ,<BR> + και ούτε ζέστη ποτέ μας φέρει<BR> + το πυρωμένο το καλοκαίρι<BR> + κ' η κάθε αχτίνα του η λαμπερή.<BR> + Μέσα 'ς των φύλλων πάντοτε μένω<BR> + τον κάθε κόρφο τον πυκνωμένο<BR> + του ανθισμένου του λιβαδιού,<BR> + όταν ο τζίτζικας, με άσματα μύρια,<BR> + κράζει, καϋμενος απ' τα λιοπύρια<BR> + που ανάφτει ο ήλιος μεσημεριού<BR> + Μέσα σε άντρα βαθιά φωλιάζω<BR> + και με της Νύμφες ξεχειμωνιάζω·<BR> + κι' όλο σε μύρτα παρθενικά<BR> + βρίσκω τροφή μου πάντα 'ς το θέρος,<BR> + που η Χάρες σπέρνουν σε κάθε μέρος,<BR> + με τα λουλούδια τους τα λευκά.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ _(Παράβασις)_<BR> + Για τη νίκη θέλω κάτι στους κριτάς μου να ορίσω :<BR> + τα καλά που θα μας βρούνε, όλα θα τα δώσω πίσω·<BR> + και του Αλέξανδρου (95) τα δώρα<BR> + θα τα ξεπερνούν η χάρες που από μας θα ιδούνε τώρα.<BR> + Πρώτον, θάχετε από 'κείνο, που γυρεύουν οι κριταί :<BR> + του Λαυρείου η κ ο υ κ ο υ β ά γ ι ε ς (96) δεν θα λείψουνε ποτέ ·<BR> + μεσ' 'ς τα σπίτια σας θα μένουν, και στης τσέπες σας πολλούς<BR> + θα κλωσάνε οβολούς·<BR> + και τα σπίτια σας θα γίνουν<BR> + σαν ναοί πελεκητοί<BR> + γιατί θάρχωνται να στήνουν<BR> + αετώματα (97) οι αητοί.<BR> + Κι' αν ορέγεσθε καμμία<BR> + να βουτήξετ' εξουσία,<BR> + θα σας βάζουμε στο χέρι<BR> + έν' αχόρταγο ξεφτέρι.<BR> + Κι' αν κανένας φαγοπότι από σας τυχαίνη νάχη.<BR> + πάντα δανεικό θα παίρνη το δικό μας το στομάχι.<BR> + Μ' αν κανένας τη γυρίση<BR> + εναντίον μας την κρίσι,<BR> + ας φροντίση για να βάλη,<BR> + όπως και στους ανδριάντας, ένα σκιάδι 'ς το κεφάλι,<BR> + γιατί όποιος δεν θα τώχη και μιαν άσπρη φέρνη χλαίνα,<BR> + θα μου το πληρώση εμένα<BR> + όταν θάρθουν τα πουλιά<BR> + να τον κάμουν από πάνω έως κάτω, κουτσουλιά!</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης)_</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β’.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (98) — ΧΟΡΟΣ και μετά μικρόν ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + E, η θυσία, βρε πουλιά, είχε καλή την τύχη.<BR> + Αλλά κανείς δεν φαίνεται να φθάνη από τα τείχη,<BR> + να μάθουμε 'σαν τι δουλειά<BR> + κάνουν 'κεί πέρα τα πουλιά.<BR> + Μα να που λαχανιάζοντας κάποιος εκεί προβάλλει<BR> + κ' έρχεται 'σαν τον Αλφειό με δύναμι μεγάλη.</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Α'. ασθμαίνων)_</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + Πού ναν', πού νάνε τάχα<BR> + ο άρχων ο Πεισθέταιρος;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να, δεν με βλέπεις, χάχα;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + E, τέλειωσε· το χτίσανε το τείχος τα πουλιά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Λαμπρά!</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + Τι μεγαλοπρεπής και τι καλή δουλειά!<BR> + και τέτοιο πλάτος έχουν,<BR> + που θα μπορούν να τρέχουν,<BR> + ο Θεαγένης από 'δω, με μια ορμή μεγάλη,<BR> + και νάρχεται ο φαφλατάς απ' την μεριά την άλλη,<BR> + ο Προξενείδης, μ' άρματα και άλογα ζεμένα,<BR> + που ναν' από τον Δούρειο τρανότερο καθένα. (99)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ω Ηρακλή!</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + Το μάκρος του το μέτρησα κι' αυτό:<BR> + οργυιές είν' εκατό·</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ)_<BR> + Τι μάκρος, Ποσειδώνα μου! ποιοι τάχατε να ήσανε<BR> + εκείνοι που το χτίσανε;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR> + Ησαν μονάχα τα πουλιά· πλιθοκουβαλητάδες<BR> + Αιγύπτιοι (100) δεν ήσανε, ούτε και λιθαράδες,<BR> + ούτε και χτίστες· τόχτισαν [μεγάλο και σωστό]<BR> + το τείχος, μόνα τα πουλιά με τρόπο θαυμαστό.<BR> + Βάλαν της πέτρες Γερανοί και το θεμέλιο φτιάσανε,<BR> + που απ' τη Λιβύα φθάσανε<BR> + σωστές τρεις μυριάδες,<BR> + και την επελεκήσανε την πέτρα οι Μυταράδες,<BR> + και κάθε Ρεματόπουλο, και όποιο στα ποτάμια ζη,<BR> + εις τον αέρα το νερό το κουβαλήσανε μαζύ.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και πηλοφόρι απ' αυτά ποιό ήξερε να κάνη;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR> + Ήλθαν ευθύς Ερωδιοί καθένας με λεκάνη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και πώς μπορούσαν τον πηλό να βάλουν μ' ευκολία;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR> + Κι' αυτό ευρέθη, φίλε μου, και με πολλή σοφία·<BR> + οι Χήνες τον δουλέψανε με τα πλατειά ποδάρια<BR> + και 'ς της λεκάνες ύστερα τον ρίχνανε σαν φτυάρια.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Τα πόδια τι δεν φτιάνουνε!</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + Μα το θεό, σωστά·<BR> + και τα Παππιά εζώσανε άσπρες ποδιές μπροστά·<BR> + και Χελιδόνια με ξυστριά επέταξαν ακόμα,<BR> + όπως ταγίζουν τα πουλιά, με τον πηλό στο στόμα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Έτσι [με τέτοιους όρους]<BR> + δεν είνε ανάγκη με μισθό να πάρης και μαστόρους.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα πες μου τώρα, ποιό πουλί απ' όλα τούτα ξέρει<BR> + του τείχους να κατεργασθή τα ξύλινα τα μέρη;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR> + Αρχιμαστόροι πάνσοφοι οι Πελεκάνοι ήσανε<BR> + και με της τόσες μύτες τους της πόρτες πελέκησανε,<BR> + οπού ενόμιζε κανείς, με της χτυπιές που κάνανε,<BR> + πως ναυπηγείο στήσανε και πως καράβια φτιάνανε.<BR> + Και τώρα η πύλες μπήκανε<BR> + κι' όλες μανταλωθήκανε·<BR> + γίνετ' η έφοδος καλά·<BR> + κουδούνια έχουνε πολλά, (101)<BR> + να στέκουν 'ς όλες της μεριές οι φύλακες δεν παύουν,<BR> + κ' εκεί στους πύργους γύρωθε πολλές φωτιές ανάβουν.<BR> + Εγώ πηγαίνω μια στιγμή για να νιφθώ τρεχάλα.<BR> + Συ, κάμε τώρα τάλλα.</p> + +<p>_(Ο Άγγελος Α' απέρχεται)_</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και μετ' ολίγον ΑΓΓΕΛΟΣ Β'</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Συ αυτού τι κάνεις τώρα;<BR> + τάχα θαυμασμό σου αφίνει,<BR> + που το τείχος έχει γίνη<BR> + τόσο γρήγορα στη χώρα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + E, βέβαια, μα τους θεούς! και να θαυμάζω πρέπει,<BR> + ψέμμα θα το θαρρή κανείς ακόμα κι' αν το βλέπη.</p> + +<p> (ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)<BR> + Σταλμένον κάποιο φύλακα εδώ κοντά θωρώ,<BR> + που έρχεται χορεύοντας πολεμικό χορό.</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Β')_</p> + +<p> + ΑΓΓΕΛΟΣ Β' _(ασθμαίνων και έμφοβος)_<BR> + Ωχ! Ωχ!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ποιό σούρθε ξαφνικό;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'<BR> + Επάθαμε τρανό κακό :<BR> + Εφάνηκε κάποιος θεός<BR> + απ' τους συντρόφους του Διός·<BR> + της Καρακάξες γέλασε, που ήσαν σκοποί τη μέρα,<BR> + κ' από της πύλες πέρασε πετώντας στον αγέρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Πρε, τι κακή ψυχρή δουλειά πάθαμε τούτη τη φορά!<BR> + Ποιός ήτανε;</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'.<BR> + Δεν ξέρουμε· είχε στης πλάτες του φτερά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Έπρεπε να του στείλετε της περιπόλους πρώτες.</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'.<BR> + Πώς; τρεις χιλιάδες στείλαμε γεράκια ιπποτοξότες<BR> + και κάθε απ' τα πουλιά αυτά<BR> + πούχουν τα νύχια αγκυλωτά<BR> + επήγαν σε λιγάκι, — <BR> + Ανεμογάμης, Γυψ, Αητός, τριάρχιδο Γεράκι,<BR> + Χαλκοκουρούνα, — πέταξαν με ορμή στην ίδιαν ώρα,<BR> + και ο αιθέρας έτριξεν απ' των φτερών τη φόρα,<BR> + όταν εξεκινήσανε προς τον θεό να πάνε.<BR> + Αλλά δεν είνε μακρά, κάπου δω πέρα θάνε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τόξα, σφενδόνες γρήγορα να πάρετε στο χέρι,<BR> + και τα κοπέλια μας εδώ να ρθούνε χέρι-χέρι.<BR> + Ρίξε το τόξο! χτύπησε! δος μου [για τον αγώνα]<BR> + κ' εμένα τη σφενδόνα!</p> + +<p>_(Ο Αγγελος Β' απέρχεται βιαστικός)_</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Πόλεμος σηκώθηκε<BR> + π' ούτε ξαναειπώθηκε!<BR> + Βάλτε τούτη τη φορά<BR> + στον αγέρα μια φρουρά,<BR> + τον νεφοτριγυρισμένο, που Έρεβος τον έχει φτιάση,<BR> + μήπως και θεός κανένας ξεγλιστρήση και περάση·<BR> + και προσέχετ' ένα γύρω, γιατί ακούσθη ως εδώ πέρα<BR> + θεϊκής φτερούγας χτύπος, πούρχεται απ' τον αγέρα.</p> + +<p>_(Εμφανίζεται η Ίρις)_</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΙΡΙΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ε, ε! πού πας του λόγου σου και πού πετάς τρεχάτη;<BR> + μην το κουνάς!... στάσου αυτού και την ορμή σου κράτει!...<BR> + ποιά είσαι και πούθ' έρχεσαι και από τόπους ποίους;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Έρχομαι από τους θεούς εγώ, τους Ολυμπίους.</p> + +<p>_(Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης πλησιάζουν και την παρατηρούν<BR> + γύρωθεν περιέργως)_</p> + +<p> + ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Καράβι είνε άρα γε ή κράνος τώνομά σου; (102)</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Η Ίρις είμαι η γρήγορη [που βρίσκομαι σιμά σου].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Σαλαμινία, Πάραλος (103), τι είσαι;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Τάχεις χάση!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Χορόν)_<BR> + Δεν πάει ένα τριάρχιδο (104) γεράκι να την πιάση!</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Εμέ να πιάση ένα πουλί!<BR> + γιατί;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Να κλάψης και πολύ.</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Τι έκαμα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πως άνοιξες, μωρή καταραμένη,<BR> + της πύλες, και στα τείχη αυτά μας βρίσκεσαι χωμένη;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Δεν ένοιωσα να πέρασα τίποτα πύλες.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Άκου!<BR> + αυτή με κοροϊδεύει εδώ, κ' εγώ μιλώ του κάκου!<BR> + Στον Καρακαξοφρούραρχο επήγες εκεί 'πάνου;<BR> + μίλει! επήρες κανενός σφραγίδα (105) Πελεκάνου;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + [Παρακαλώ, Για στάσου]<BR> + Πούν' το κακό;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Δεν έχεις, αι;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Μα είσαι στα σωστά σου;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν σού βαλε ο Ορνίθαρχος σημάδι του κανένα;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Όχι· κανείς σημάδι του δεν έδωκε 'ς εμένα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κ' έτσι λοιπόν επέταξες από το χάος τώρα,<BR> + μέσα 'ς την ξένη χώρα.</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Χεμ 'να πετάη ο θεός 'ς το χάος, έτσι τώχει.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εγώ δεν είμαι σύμφωνος μ' αυτό τον τρόπον, όχι.</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Με αδικείς.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ξέρεις λοιπόν, μωρή κατακαϋμένη,<BR> + που απ' όλες συ της Ίριδες πιό δίκηα πεθαμένη<BR> + θα ήσουν, αν το άξιζες;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + [Μ' αυτό πως θα το κάνης·<BR> + που] είμ' εγώ αθάνατη;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπορεί και να πεθάνης·<BR> + γιατί νομίζω πως πολλά θα πάθουμε κακά,<BR> + να μαστ' εμείς αφεντικά<BR> + και σεις να φτιάνετε δουλειές 'σαν το κακό καιρό σας,<BR> + χωρίς ν' ακούτε κάποτε και τον καλήτερό σας.<BR> + Αλλά για πες μου, [στάσου]:<BR> + τι τ' αρμενίζεις έτσι δα μπροστά μου τα φτερά σου;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + 'Στους ανθρώπους εκεί πέρα<BR> + τρέχω, τώρ' αποσταλμένη απ' τον θείο μου πατέρα,<BR> + να τους πω να θυσιάζουν<BR> + και αρνιά 'ς τους Ολυμπίους, όπως πάντοτε, να σφάζουν<BR> + 'ς τους βωμούς των θυσιών,<BR> + που η κνίσα ν' ανεβαίνη ως της μύτες των θεών.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι μας λες! σε θεούς ποίους;</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Να, 'ς εμάς τους ουρανίους.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τα πουλιά ευρήκαν τρόπους<BR> + θεοί νάνε στους ανθρώπους,<BR> + και να γίνετ' η θυσία<BR> + μοναχά 'ς αυτά, και όχι και στον Δία — μα τον Δία!</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Βλάκα, βλάκα! μην τα βάζης με τη θεϊκήν οργή,<BR> + γιατ' η Δίκη δεν αργεί,<BR> + και ο Ζευς εξωργισμένος<BR> + ημπορεί να καταστρέψη σένα κι όλο σου το γένος·<BR> + ένα κεραυνό Λυκίμνου (106) στο κεφάλι σου αν ανάψη,<BR> + είνε άξιος και το σώμα και το σπίτι να σου κάψη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κάτσε ήσυχα! τα λόγια πάψε πεια τα φουσκωμένα·<BR> + για Λυδό ή και για Φρύγα συ μ' επέρασες εμένα,<BR> + που θαρρείς πως η φοβέρα την ψυχή μου θα κλονίση;<BR> + Μάθε πως ο Ζευς, αν ίσως και με παραενοχλήση,<BR> + θα του κάμω τα παλάτια στάχτη, μα κι' αυτό ακόμα<BR> + του Αμφίωνος (107) το δώμα,<BR> + με αητούς πυρπολητάδες. Πορφυρίωνες τρανούς<BR> + εναντίον του θα στείλω αψηλά στους ουρανούς<BR> + εξακόσιους, και ντυμένους με παρδάλεων δορά.<BR> + Τούφτιασ' ένας Πορφυρίων φασαρίες μια φορά. (108)<BR> + Κι' όσο για την αφεντιά σου,<BR> + αν μου παραμπής στη μύτη, θα σ' ανοίξω τα μεριά σου,<BR> + — πούσαι κι' αγγελιοφόρος — κι' όταν θα σε βάλω χάμου,<BR> + θα στο σκίσω, αυτό που έχεις, μ' όλα τα γεράματά μου.<BR> + που θα παραξενευθής<BR> + πως σαν έμβολο του πλοίου μου σηκώθηκεν ευθύς.</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Ου, να σκάσης, κουτομόγια!<BR> + Καλέ κύτταξε τι λόγια!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν τραβάς λοιπόν δουλειά σου; θα φας ξύλο και γαμήσι</p> + +<p> ΙΡΙΣ<BR> + Μα ο πατέρας μου, θα ιδούμε, να το κάνης αν σ' αφήση.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Συφορά μου! πέτα τώρα για να κάψης και κανένα<BR> + πειο γερόν και από μένα.</p> +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> + Εβγάλαμε προκήρυξιν, όσο θεοί και νάνε,<BR> + ποτέ να μη περνάνε<BR> + την πόλι μας αυτή·<BR> + κι' ούτε να στέλλουν οι θνητοί<BR> + από της γης καμμιά μεριά<BR> + την κνίσα τη βαρειά.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ανησύχως)_<BR> + Πολύ κακό μου κάνει,<BR> + που ακόμα δεν εφάνη<BR> + ο Κήρυκας, που στείλαμε να πάη στους ανθρώπους.</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Κήρυξ, κομίζων χρυσούν στέφανον)_</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΚΗΡΥΞ</p> + +<p> ΚΗΡΥΞ<BR> + Πεισθέταιρε μακάριε! που ξέρεις τόσους τρόπους!<BR> + σοφώτατ' ενδοξότατε και τρισμακαρισμένε!...<BR> + δος μου, να πάψω, προσταγή...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι τσαμπουνάς, καϋμένε;</p> + +<p> ΚΗΡΥΞ<BR> + Οι λαοί σου στέλλουν όλοι το χρυσό στεφάνι τούτο,<BR> + δίκαια να στεφανώση της σοφίας σου τον πλούτο.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δέχομαι· μα γιατί τάχα οι λαοί να με τιμάνε;</p> + +<p> ΚΗΡΥΞ<BR> + Έφτιασες αιθέρια πόλι τόσο δοξασμένη νάνε,<BR> + που δεν ξέρεις πως τιμάται από τους ανθρώπους τώρα,<BR> + κ' απ' αυτούς ακόμα πόσοι την ποθούν αυτήν τη χώρα!<BR> + Προτού φτιάσης'συ την πόλι<BR> + από λακωνομανία είχαν παλαβώση όλοι·<BR> + έσερναν μακρές μαγκούρες, είχαν τα μαλλιά κοτσίδες,<BR> + εσωκράτιζαν, (109) πεινούσαν κ' είχαν γίνη κουρελήδες·<BR> + τώρα τα γυρίσαν πάλι<BR> + και μια ορνιθομανία τους κυρίεψε μεγάλη,<BR> + και δεν έχουνε δουλειά<BR> + παρά με ευχαρίστησί τους να μιμούνται τα πουλιά.<BR> + Μόλις το πρωί ξυπνήσουν και ανοίξουνε τα μάτια.<BR> + φεύγουν από τα κρεββάτια,<BR> + τρέχουν στα βοσκίσματα·<BR> + κ' όταν θάρθουνε στην πόλι<BR> + στα βιβλία σκύφτουν όλοι, — <BR> + βόσκουνε ψηφίσματα!<BR> + Και τέτοια η μανία τους κατάντησε να γίνη,<BR> + που τα ονόματα πουλιών επήρανε κ' εκείνοι.<BR> + Πέρδικα (110) ήταν κάπελας, που είχ' ένα ποδαράκι·<BR> + και ο στραβός Οπούντιος (111) λεγότανε κοράκι·<BR> + και χελιδόνι ο Μένιππος (112) λεγόταν του λοιπού·<BR> + και σκορδαλλός ο Φιλοκλής·(113) ελέγανε χηναλεπού<BR> + τον Θεαγένη (114)· έβγαλαν Αιγύπτιο λελέκι<BR> + και το Λυκούργο (115) νυχτερίς ο Χαιρεφών (116) παρέκει·<BR> + κίσσα τον Συρακούσιο (117) κι' ορτύκι τον Μειδία,(118)<BR> + γιατ' ήταν αηδία<BR> + μ' εκείνο το κεφάλι του, που ήταν κτυπημένο<BR> + σαν ορτυκιού πολεμιστή, και σουρομαδημένο.<BR> + Κι' από την πολλήν αγάπη όπου έχουν στα πουλιά<BR> + να τα τραγουδάνε όλοι είν' η μόνη τους δουλειά,<BR> + κι' όπου βλέπουν περιστέρι, χελιδόνι, ή και κάποια<BR> + βγη μπροστά τους χήνα ή πάπια,<BR> + ή μονάχα ένα φτερό,<BR> + ή και πούπουλο ξερό!<BR> + Να, αυτό εκεί συμβαίνει και θα ιδής 'ς αυτούς τους τόπους<BR> + δέκα νάρθουν χιλιάδες να γυρέψουνε φτερά,<BR> + και να μάθουνε τους τρόπους,<BR> + οπού ξέρουνε τα όρνεια, — να βουτάνε στα γερά!<BR> + Ώστε πρέπει φτερά νάβρης, έτσι που να κατορθώσης<BR> + όσοι θάρθουν μετανάστες γρήγορα να τους φτερώσης.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μπα! και κάθουμαι ακόμα [μ' όλ' αυτά που έχω μάθη];</p> + +<p>_(Προς τον Κήρυκα)_</p> + +<p> Και το κάθε μας κοφίνι, και το κάθε μας καλάθι<BR> + τρέχα γέμισε γερά<BR> + ως απάνω με φτερά·<BR> + κι' ο Μανής μου χέρι-χέρι<BR> + ως τη θύρα να τα φέρη,<BR> + γιατί εγώ τους ερχομένους<BR> + πρέπει να δεχθώ, τους ξένους.</p> + +<p>_(Ο Κήρυξ απέρχεται)_</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Γρήγορα η πόλι τούτη<BR> + από άνδρες θάχη πλούτη,<BR> + φθάνει μόνο λίγη τύχη<BR> + και τα πάντα θα πιτύχη,<BR> + κι' όλοι θα την αγαπήσουν<BR> + και 'ς αύτη θα κατοικήσουν</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον υπηρέτη)_<BR> + Έλα συ, καιρό μη χάνης!<BR> + κι' ό,τι σου είπα να το κάνης.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τι καλό μας λείπει τώρα<BR> + από τούτη εδώ τη χώρα<BR> + τάχα, που δεν θα θελήσουν<BR> + άνδρες να την κατοικήσουν;<BR> + και ο Πόθος κ' η Σοφία,<BR> + κάθε Χάρι θεϊκιά,<BR> + και η φρόνιμ' Ησυχία<BR> + με την όψι τη γλυκειά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p> + +<p>_προς τον υπηρέτην βραδέως και ανεπιτηδείως εκτελούντα την διαταγήν<BR> +του)_</p> + +<p> Τι βλακείες φτιάνεις! στάσου!...<BR> + κάμε γρήγορα δουλειά σου!</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ας μη χάνουμε καιρό<BR> + ας το φέρη το καλάθι ένας με γοργό φτερό,<BR> + και ας τρίψη αυτού τη μούρη<BR> + οπού φαίνεται πως είνε αργοκίνητο γαϊδούρι!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορόν)_<BR> + Είνε βλάκας ο Μανής<BR> + και δειλός, όσο κανείς.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τα φτερά εσύ να βάλης τακτικά<BR> + όσ' από πουλιά εβγήκαν μουσικά<BR> + κι' από μαντικά μαζύ,<BR> + κ' όποιο άλλο συνηθίζει εις της θάλασσες να ζη·<BR> + κ' έπειτα τον κάθε άνδρα, που το μάτι σου θα βλέπη,<BR> + τον φτερώνεις όπως πρέπει.</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Πατραλοίας)._</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Ω! ήθελα να γίνω αητός και να πετώ με τα φτερά<BR> + στης λίμνης της απέραντης τα γαλανά νερά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορό)_<BR> + Αυτός που' πε πως έγινα μέγας και πολύς<BR> + ήτανε άγγελος σωστός, δεν ήτανε ψ ε υ τ α γ γ ε λ ή ς( (119)<BR> + Να πούρχετ' ένας απ' αυτούς<BR> + και τραγουδάει τους αητούς.</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Χε! Χε! τίποτα δεν είνε σαν το πέταγμα γλυκό!<BR> + Ορνιθομανία τώρα μ' έχει πιάση και κακό!<BR> + και μ' αρέσουνε ακόμη<BR> + όλοι των πουλιών οι νόμοι,<BR> + και πετώ, και θα ζητήσω<BR> + με πουλιά να κατοικήσω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Με ποιούς νόμους; γιατί τέτοιους έχουν τα πουλιά πολλούς.</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Όλους· μάλιστα εκείνους που νομίζουν πειο καλούς :<BR> + τον πατέρα όταν θέλης από τον λαιμό να πιάνης<BR> + και βαθιά να τον δαγκάνης.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα τον Δία! όσο δέρνουν τον πατέρα πειο βαριά<BR> + το περνούν τα κλωσσοπούλια για τρανή παλληκαριά!</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Να, γι' αυτό να κατοικήσω ήλθα στα ψηλά 'δω πέρα,<BR> + γιατί θέλω να τον πνίξω τον δικό μου τον πατέρα<BR> + κι' ό,τι έχει να του πάρω. (120)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα κι' αυτό να ξέρης όμως :<BR> + εις των Πελαργών της πλάκες παλαιός υπάρχει νόμος :<BR> + «Όταν Πελαργός πατέρας αναθρέψη τα πουλιά,<BR> + και τα κάμη να πετάξουν από μέσ' απ' τη φωλιά,<BR> + τότε πεια με προθυμία τρέχουνε κι' αυτά μεγάλη<BR> + τον πατέρα τους το γέρο να τον θρέψουνε και πάλι».</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Τότε τάχω κάμη ρόίδο! κ' ήλθα εδώ να καταντήσω,<BR> + τον πατέρα να βοσκήσω;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όχι, όχι, κακομοίρη! μ' αφού θέλεις πεια ως τόσο,<BR> + 'σαν αυτό τωρφανοπούλι γρήγορα θα σε φτερώσω.<BR> + Δεν θ' ακούσης, βρε παιδί μου,<BR> + την κακή τη συμβουλή μου·<BR> + θα σε μάθω εγώ να κάνης ό,τι έκανα παιδί :<BR> + τον πατέρα σου μη δέρνης· πάρε τούτο τα ραβδί,<BR> + πάρ' και τη φτερούγα τούτη, βάλε μια φορά στο νου<BR> + ότι έχεις στο κεφάλι το λειρί του πετεινού,<BR> + γίνου στρατιώτης, φρούρει, παίρνε και μισθό μαζύ<BR> + για να τρως — και άφησε τον τον πατέρα σου να ζη!<BR> + Κ' επειδ' είσαι παλληκάρι, πέταξε στη Θρακική<BR> + για να πολεμάς εκεί.</p> + +<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR> + Μα το Βάκχο! θα το κάμω: μου πες πράμα πειο καλό.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κάμε το λοιπόν, να δείξης ότι έχεις και μυαλό!</p> + +<p>_(Ο Πατραλοίας απέρχεται. — Εισέρχεται ο Κινησίας (121))_</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΚΙΝΗΣΙΑΣ</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Πετάω μ' ελαφρά<BR> + στον Όλυμπο φτερά·<BR> + παίρνω και δρόμους άλλους<BR> + των τραγουδιών μεγάλους.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ναί· μα για να πετάς καλά<BR> + φορτίο σου χρειάζεται από φτερά πολλά.</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Πετώ 'μ' άφοβο σώμα και με νου<BR> + στο νέο τούτο δρόμο τουρανού.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τον Κινησία ασπάζομαι τον φλαμουρένιον! στάσου!<BR> + κάνει στροφές το πόδι σου 'σαν τα ποιήματά σου.</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ _(τραγουδών)_<BR> + Επιθυμώ πολύ<BR> + αηδόνι να με κάνης, γλυκόλαλο πουλί.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Πάψε τες, σε παρακαλώ, της μελωδίες της πολλές,<BR> + κ' εξήγει τ' είν' αυτά που λες.</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Γυρεύω από σένα<BR> + φτερά να πάρω [ξένα]<BR> + στα σύγνεφα πετώντας<BR> + να υψωθώ, ζητώντας<BR> + στροφές να πάρω νέες αεροκλονισμένες<BR> + και χιονοσκεπασμένες!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + [Για κάνε 'μου τη χάρι<BR> + και πες μου] ποιός μπορεί στροφές στα σύγνεφα να πάρη;</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Η τέχνη μας κρέμετ' εκεί,<BR> + γιατ' είνε του αέρος·<BR> + κάθε ωραίο και γλυκύ<BR> + των διθυράμβων μέρος,<BR> + που είνε γαλαζόλαμπον [ωσάν τον ουρανό]<BR> + και γοργοφτεροκίνητο και μαυροσκοτεινό.<BR> + θέλεις ν' ακούσης από δαύτα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ευχαριστώ, δεν θέλω· άφτα!</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Μα τον Ηρακλή, θ' ακούσης· θα σου περιγράψω τώρα<BR> + την αέρινη τη χώρα<BR> + και πουλιών αιθεροδρόμων μιαν εικόνα θα σου δώσω,<BR> + κι' όρνειων όπου το λαιμό τους έχουν τόσο κι' άλλο τόσο...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Χωχώπ! (122) [σία κι' αράξαμε!]</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Κι' αμέσως πέρα ως πέρα<BR> + με της πνοές του αγέρα<BR> + όλον το θαλασσόδρομο θα θαλασσοπεράσω...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Θαρρώ πως θα σε πιάσω<BR> + και θα στης κόψω της πνοές!</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Και πότε δρόμο παίρνοντας<BR> + στο νότο, πότε στο βόρεια το σώμα τούτο φέρνοντας,<BR> + θ' ανοίγω αυλάκι στ' ουρανού τα αιθέρια τα μάκρη<BR> + δίχως λιμάνι κι' άκρη·<BR> + Α, γέρο μου, πολύ σοφά το σκέφθηκες το πράμα!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν)_<BR> + Καλά λοιπόν, δεν χαίρεσαι που βλέπεις τέτοιο θάμα,<BR> + να γίνης φτεροκίνητος;</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Και κάνεις τέτοιο συ κακόν<BR> + [με το ραβδί] στον δάσκαλον των τραγουδιών των κυκλικών,<BR> + όπου για μένα η φυλές κάνουν καυγά τόσον καιρό;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Θέλεις να μείνης, και σε 'μας για να διδάξης το χορό των<BR> + όρνειων των πετούμενων και στο Λεωτροφίδη, (123)<BR> + για να τον μάθη απ' αυτόν κι' ο δήμος Κεκροπίδη;</p> + +<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR> + Με κοροϊδεύεις, φαίνεται· μα εγώ από δω πέρα<BR> + δεν το κουνώ, και ξέρε το, αν ίσως στον αγέρα<BR> + δεν θα πετάξω μια φορά<BR> + παίρνοντας από σε φτερά.</p> + +<p>_(Αποσύρεται. — Εισέρχεται ο Συκοφάντης ρακένδυτος)_</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Τα πουλιά ποιά είνε τούτα τα παρδαλοφτερωμένα,<BR> + οπού χρήματα δεν έχουν στα κρυφά κομποδεμένα,<BR> + χελιδών με τα φτερά σου τα μακρυά και παρδαλά;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Άναψα πολύ μεγάλον στο κεφάλι μου μπελά!<BR> + Να κ' αυτός που μουρμουρίζει κι' από δώθε μας προβάλλει.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Χελιδών μακροφτερούσσα, εις εσέ μιλώ και πάλι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Μα θαρρώ, πως μ' όλα τούτα, όπου λέει στη χελιδόνα,<BR> + κάποιον θα ζητή χιτώνα,<BR> + [με τη γδύμνια όμως πούχει] και για να ντυθή καλά,<BR> + φαίνεται πως χελιδόνια του χρειάζονται πολλά.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Ποιός αυτός που κατορθώνει<BR> + τους ανθρώπους οπού έρχοντ' εδώ πέρα να φτερώνη;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νά με· πες μας τι με θέλεις.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Θέλω φτέρωμα να βάλω·<BR> + μη ρωτάς για τίποτ' άλλο.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και τι σκέπτεσαι να πράξης;<BR> + στην Πελλήνη (124) θα πετάξης;</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Όχι· είμαι συκοφάντης και κλητήρας νησιώτης... (125)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι ευλογημένη τέχνη!</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Κ' έχω για δουλειά εν πρώτοις<BR> + τακτικά ν' ανοίγω δίκες· νά, γι' αυτό λοιπόν φτερά<BR> + θέλω νάχω μια φορά,<BR> + να γυρνώ στην κάθε πόλι και σε δίκες να καλώ...</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_<BR> + [Και γιατί, παρακαλώ;]<BR> + Την δουλειάν αυτή θα κάνης πειο καλά με τα φτερά;</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Κ' έτσι, για να μη με βλέπουν οι λησταί καμμιά φορά,<BR> + κάθε τόπο που πηγαίνω με τους γερανούς θ' αφίνω<BR> + κ' όλο δίκες για σαβούρα μέσα μου θα καταπίνω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ώστ' αυτό το έργο κάνεις; μα για πε μου : τόσο νέος<BR> + οπού είσαι, και τους ξένους τους συκοφαντείς;</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Βεβαίως·<BR> + τι φοβούμαι για να πάθω,<BR> + όταν του σκαφτιά την τέχνη δεν κατώρθωσα να μάθω;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα υπάρχουν τόσα έργα που μπορεί κάνεις να ζη<BR> + και με τη δικαιοσύνη και με φρόνησι μαζύ·<BR> + [πως κανένα δεν ευρήκες]<BR> + παρά έμαθες μονάχα να σκαρώνης όλο δίκες;</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Βάλε μου φτερά στην πλάτη, και σταμάτα της πολλές<BR> + που μου δίνεις συμβουλές.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Με τα λόγια ν' αποκτήσης τα φτερά θα κατορθώσης.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Και πως τάχα; με τα λόγια έναν άνδρα θα φτερώσης;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Με τα λόγια πειο γερά<BR> + παίρνει ο άνθρωπος φτερά.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Όλοι;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μήπως ευκαιρία<BR> + δεν σου έτυχε, ν' ακούσης τους πατέρες στα κουρεία<BR> + όπου πάνε τα παιδιά τους, λέγοντας [κάθε φορά]:<BR> + «Στο παιδί μου ο Διιτρέφης (126) τόσα έ δ ω κ ε φ τ ε ρ ά<BR> + με τα λόγια, όπου τέχνη τώρ' απέκτησε μεγάλη<BR> + για την ιππασία»· κι' άλλος είπε πως του γυιού του πάλι<BR> + το μυαλό πήρε φ τ ε ρ ό,<BR> + και πετά στην τραγωδία.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Με τους λόγους [απορώ]<BR> + πως φτερά στο νου φυτρώνουν.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ναι τα λόγια τον υψώνουν<BR> + και του δίνουν περηφάνεια. Νά και τώρα μια φορά<BR> + και 'ς εσένα θα προσφέρω με τα λόγια μου φτερά,<BR> + και, συμφώνως με το νόμο,<BR> + να τραβάς τον ίσιο δρόμο.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Μα δεν θέλω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Θα το κάμης.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Η γενηά μου είνε μια<BR> + πούχει τη συκοφαντία πατρική κληρονομιά,<BR> + κι' αίσχος τούτο θα της κάμη.<BR> + Βάλε μου φτερά στη ράχη γερακιού ή ανεμογάμη,<BR> + για να προσκαλώ τους ξένους, κι' όταν τους κατηγορώ,<BR> + να ξαναγυρίζω, κ' έτσι να μη χάνω τον καιρό.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τώρα σε καταλαβαίνω·<BR> + θέλεις δηλαδή πριν φθάσης να δικάζουνε τον ξένο.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Τώχεις νοιώση μια χαρά!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κι' όταν θάρχεται ο ξένος, τότε συ με τα φτερά<BR> + θα ξαναπετάς κει κάτου<BR> + να βουτάς τα χρήματά του.</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Τι ωραία που τα ξέρεις!<BR> + ούτε πρέπει από τη σβούρα τίποτε να διαφέρης.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι σημαίν' η σβούρα πούπες νοιώθω τώρα καθαρά·<BR> + έχω τα ωραία τούτα κερκυραίικα φτερά. (127)</p> + +<p>_(Τον μαστιγώνει)_</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Αχ!.. αλλοί!.. τι συφορά;.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όχι, βρε· έχω φτερά<BR> + κι' από σήμερα θ' αρχίσης<BR> + σαν τη σβούρα να γυρίσης.</p> + +<p>_(Τον δέρει)_</p> + +<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR> + Συφορά κ' αλλοίμονό μου!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Δεν πετάς από δω πέρα<BR> + και να πας εκεί που ο λίβας θα σε ψήνη νύχτα μέρα;<BR> + Φύγε, κακό χρόνο νάχης! γιατί μ' όσα εδώ θα πάθης<BR> + πονηροστρεψοδικίες περισσότερες θα μάθης!</p> + +<p>_(τον αποδιώκει διά ραβδισμών, επανερχόμενος δε αποτείνεται προς τον<BR> +παρευρισκόμενον υπηρέτην : )_</p> + +<p> Ας τραβούμε τώρα δρόμο·<BR> + πάρ' και τα φτερά στον ώμο.</p> + +<p>_(Ο υπηρέτης λαμβάνει τα καλάθια με τα φτερά και απέρχεται μετά του<BR> +Πεισθεταίρου).-</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p> </p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Μ' όσες φορές ανοίξαμε φτερά<BR> + και επετάξαμε στην κάθε χώρα,<BR> + πολλά καινούργια είδαμε ως τώρα<BR> + ιεράματα, θαυμαστά και φοβερά.<BR> + Φυτρώνει στην Καρδία (128) πάρα κάτου<BR> + ξετοπισμένο κάποιο δένδρο άλλο.<BR> + Κλεώνυμον το λενε τώνομά του,<BR> + κ' είν' άχρηστο, δειλό, κ' όμως μεγάλο.<BR> + Όταν η άνοιξι πως ήλθε δείχνη<BR> + συκοφαντίες πάντοτε βλαστάνει,<BR> + κι' όταν το κρύο του χειμώνα πιάνη<BR> + πετάει ασπίδες και τα φύλλα ρίχνει.<BR> + Ακόμη παρά πέρα είδα τόπους<BR> + απ' τη μεριά που το σκοτάδι βγαίνει·<BR> + από λυχνάρια είν' ερημωμένοι<BR> + κ' οι ήρωες συζούν με τους ανθρώπους·<BR> + τρώνε μαζύ στο ίδιο το τραπέζι<BR> + όλες της ώρες, έξω από το βράδυ,<BR> + γιατί η νύχτα η σκοτεινή δεν παίζει,<BR> + και ήρωες δεν βρίσκεις στο σκοτάδι.<BR> + Κι' αν ίσως σε θνητόν κανένα λάχη<BR> + ο ήρωας Ορέστης (129) να τον πιάση,<BR> + θα φάη ξυλοφόρτωμα στη ράχη<BR> + και κάθε ρουχαλάκι του θα χάση.</p> + +<p>_(Εισέρχεται εν σπουδή ο Προμηθεύς, με την κεφαλήν κεκαλυμμένην και<BR> +κρατών σκιάδιον)_</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ και μετά μικρόν ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ [ή Ευελπίδης]</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ _(έμφοβος)_<BR> + Αν με ιδή ο Ζευς, θα πάθω συφορά πολύ μεγάλη.<BR> + Ο Πεισθέταιρος πού είνε;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> +_(εισερχόμενος μετά του Ευελπίδου)_</p> + +<p> Ω, ω! τ' είνε τούτος πάλι,<BR> + και γιατί έχει τα μούτρα έτσι δα κουκουλωμένα;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Από πίσω μου να τρέχη βλέπετε θεό κανένα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όχι, όχι· συ ποιος είσαι;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Τι ώρα είνε; [ποιός να ξέρη;]</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι ώρα είνε; τώρα μόλις πέρασε το μεσημέρι.<BR> + Μα ποιος είσαι συ, για πε μου.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Εινε τάχα περασμένο<BR> + δειλινό, ή και πειο βράδυ;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR> + Ω τι πράμα σιχαμένο!</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Και ο Ζευς τι κάνει τώρα; φέρνει σύγνεφα βαριά<BR> + ή μην είνε ξαστεριά;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν).-<BR> + Νά λοιπόν και συ να κλάψης.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Σαν αρχίζεις τέτοιο πράμα,<BR> + ξεσκεπάζομ' εν τω άμα.</p> + +<p>_(Αποκαλύπτεται)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Φίλτατέ μου Προμηθέα!</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Σώπα, σώπα! μη φωνάζης!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι συμβαίνει;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Τώνομά μου απ' το στόμα σου μη βγάζης<BR> + αν με ιδή ο Ζευς δω κάτω, θα με κάμης να χαθώ·<BR> + κ' όσα πράματα συμβαίνουν για να σου διηγηθώ,<BR> + παρ' ευθύς αυτό το σκιάδι κ' έλα κάμε μου τη χάρι<BR> + σκέπασε μ' ευθύς, το μάτι των θεών να μη με πάρη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μωρέ πως αυτό το σκέφθης!<BR> + [κ' αφού είσαι Προμηθέας] σαν καλα το π ρ ο μ η θ ε ύ θ η ς! (130)<BR> + Έλα, τρύπωσ' από κάτω, η ψυχή σου να θαρρέψη.</p> + +<p>_(Ο Προμηθεύς κρύπτεται υπό το σκιάδιον, το οποίον κρατεί ο<BR> +Πεισθέταιρος·)_</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Άκουσε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ακούω, λέγε.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Πάει, τον έχεις καταστρέψη<BR> + συ τον Δία.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Από πότε;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Απ' την ώρα που εδώ πέρα<BR> + κατοικείτε τον αγέρα·<BR> + στους θεούς δεν θυσιάζουν και η κνίσα απ' τα μεριά<BR> + των σφαχτών δεν ανεβαίνει στη δική μας τη μεριά,<BR> + κι' όπως στων Θεσμοφορίων (131) τη γιορτή, χωρίς θυσίες,<BR> + την περνάμε με νηστείες.<BR> + Και οι βάρβαροι θεοί<BR> + σκούζουν όλοι πεινασμένοι σαν να είν' Ιλλυριοί, (132)<BR> + και θα κάνουν εκστρατεία,<BR> + από πάνω από τον Δία,<BR> + τα εμπορικά [του] αν ίσως δεν ανοίξη τα κλεισμένα,<BR> + που τουλάχιστον να μπάζουν σπλάχνα μέσα τους κομμένα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα για στάσου, από πάνω στο δικό σας το κεφάλι,<BR> + είνε κ' άλλοι θεοί πάλι<BR> + βαρβάροι;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Και μπορεί τάχα να μην είνε τέτοια είδη,<BR> + που οι πρόγονοι κει επάνω βρίσκονται του Εξηκεστίδη; (133)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και για πες μου, πως τους λένε;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Α, ποιό είνε τώνομά τους;<BR> + Τριβαλλούς εκεί τους λένε [τους βαρβάρους αθανάτους].</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τ ρ ι β α λ λ ο ύ ς; καταλαβαίνω·<BR> + "θα σου τ ρ ί ψ ω την κασσίδα» (134) είνε από κει βγαλμένο.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Ακριβώς. Ακουσε τώρα που στο λέω καθαρά:<BR> + για να συμφιλιωθήτε αν έλθουν καμμιά φορά<BR> + από του Διός το μέρος κι' απ' των Τριβαλλών επίσης,<BR> + πούν' ακόμα παρά πάνω, συ να μη τους συμφωνήσης,<BR> + αν ο Ζευς την εξουσία [που κατέχει τη μεγάλη ]<BR> + στα πουλιά δεν δώση πάλι,<BR> + κι' αν δεν δώση για γυναίκα την Βασίλεια (135) 'ς εσένα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Η Βασίλεια τι' είνε;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Είνε ώμορφη παρθένα<BR> + που κρατεί τ' αστροπελέκια του Διός μονάχα εκείνη,<BR> + κ' όλα τάλλα: σωφροσύνη,<BR> + καλή θέλησι, την τάξι, του ναυστάθμου τα ταμεία,<BR> + τα τριώβολα που έχει, και την κάθε κοροϊδεία!</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Βρε τι λες! και όλα τούτα τα φυλάει μόνο εκείνη;</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Σου το είπα· κ' αν την πάρης, 'ς όλ' αφέντης θάχης γίνη!.<BR> + Να, γι' αυτό ήλθα δω κάτω να στους μάθω αυτούς τους τρόπους,<BR> + γιατί, βλέπεις, πάντα ήμουν ευεργέτης στους ανθρώπους ((136).</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_<BR> + Βέβαια· 'ς εσέ χρωστούμε των θεών το πυρ, γι' αυτό<BR> + τρώμε τώρα και ψητό.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Τους σιχαίνομαι, το ξέρεις.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Και για τούτο μισητός<BR> + είσαι πάντοτε 'ς εκείνους.</p> + +<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR> + Είμαι Τίμωνας (137) σωστός.<BR> + Πρέπει όμως να γυρίσω [δίχως τον καιρό να χάνω]·<BR> + φέρ' το σκιάδι μου, αν τύχη και με πάρη από πάνω<BR> + του Διός το μάτι έτσι, να θαρρή πως κανηφόρον<BR> + ακολούθησα καμμίαν [στης Παλλάδος την πομπή]. (138)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσφέρων μικρόν σκίμποδα)_<BR> + Πάρ' και το σκαμνάκι τούτο [στο κεφάλι σου να μπη]<BR> + να σε ιδή και σ κ α μ ν η φ ό ρ ο ν! (139)</p> + +<p>_(Τοποθετεί τον σκίμποδα επί της κεφαλής του Προμηθέως, ο οποίος<BR> +απέρχεται μετά του Πεισθεταίρου — και του Ευελπίδου. — )_<BR> + </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4> + +<p> +<BR> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Κοντά στους Ισκιοπόδαρους (140) μια λίμν' είν' απλωμένη,<BR> + που ο Σωκράτης άλουστος με της ψυχές πηγαίνει.<BR> + Επήγ' εκεί κ' ο Πείσανδρος (141) με την επιθυμία<BR> + να ιδή ψυχή καμμία,<BR> + που τη δική του ζωντανή την έχασε [σε μάχη]<BR> + [κι' όλοι τον είδαν νάχη]<BR> + ένα χαμηλοπρόβατο σφαχτό, που το θυσίασε<BR> + και έφυγε σαν Οδυσσεύς και πεια δεν επλησίασε·<BR> + και του καμηλοαίματος τη μυρουδιά ρουφώντας<BR> + από τον άδη η νυχτερίδ' ανέβη ο Χαιρεφώντας. (142)</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Τριβαλλός)._</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — -ΠΟΣΕΙΔΩΝ — ΗΡΑΚΛΗΣ — -ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ και μετ' ολίγον ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και<BR> +ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Της Νεφελοκοκκυγίας η ωνομασμένη πόλι,<BR> + που ερχόμαστε για πρέσβεις, νά τη! είνε τούτη όλη<BR> + όπου βλέπουμ' εδώ πέρα.</p> + +<p>_(Προς τον Τριβαλλόν, ο οποίος οσφραίνεται γύρωθεν)_</p> + +<p> Ε! τι κάνεις συ; για στάσου<BR> + από το ζερβί το μέρος κούμπωσες το φόρεμά σου;<BR> + δεξιά δεν το γυρίζεις; τ' είσαι, βρε δυστυχισμένε;<BR> + μήπως τάχα Λαισποδία (143) [στραβοπόδαρο] σε λένε;<BR> + Η δημοκρατία, κύττα! κύττα που μας καταντά!<BR> + πρέσβυ να χειροτονήσουν οι θεοί κι' αυτόν κοντά!</p> + +<p>_(Ο Τριβαλλός, μηδέν εννοών, στρέφεται εδώ και εκεί ο Ποσειδών τον<BR> +κρατεί αποτόμως)._</p> + +<p> Μην κουνιέσαι, λέω, σκάσε! [γιατί μέσ' στον ουρανό]<BR> + βάρβαρον θεό δεν είδα από σένα πιό τρανό.<BR> + — Τι θα κάνουμ' Ηρακλή μου;</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Άκουσε το: εάν τύχη<BR> + και βρεθή μπροστά μου εκείνος που μας έφραξε με τείχη<BR> + σου το λέω : θα τον πνίξω [κ' όπως θέλουν ας τον λένε].</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Στάσου, βρε ευλογημένε!<BR> + μας εκλέξανε για πρέσβεις και μας έστειλαν εδώ<BR> + για ειρήνη.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Θα τον πνίξω δυο φορές, σαν τον ιδώ.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p> + +<p>_(εισέρχεται, προσποιούμενος ότι δεν προσέχει εις τους παρόντας και<BR> +λέγει εμφατικώς προς τον ακολουθούντα αυτόν Ευελπίδην :)_</p> + +<p> — Πάρε συ για το φαΐ μας τα μυρουδικά στο χέρι·<BR> + — πάρε συ τον τυροτρίφτη· άλλος το τυρί να φέρη,<BR> + κι' ας τρέξη άλλος πάλι<BR> + τη φωτιά να πάη να βάλη.</p> + +<p>_(Οι θεοί παρατηρούν αλλήλους με έκφρασιν λαιμαργίας και πείνης)._</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ_(προχωρών και υποκλίνων)_<BR> + Τρεις θεοί εδώ μιλούμε<BR> + και τον άνδρα χαιρετούμε.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + θα ξύσω τα μυρουδικά.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Τι κρέατα 'ν' αυτά;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αυτά; Πουλιά επαναστατικά<BR> + που τα καταδικάσανε τα όρνεια τα δημοτικά<BR> + γιατί επαναστατήσανε.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Γιατί με τα μυρουδικά<BR> + τα περιχείς;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσποιούμενος έκπληξιν)_<BR> + Ω Ηρακλή! καλώς τον! Τι συμβαίνει;</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Πρέσβεις 'ς εσένα ήλθαμεν απ' τους θεούς σταλμένοι<BR> + να παύση αυτός ο πόλεμος.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> +_(στρέφων τα νώτα και αποτεινόμενος προς τον υπηρέτην)_</p> + +<p> Λάδι, μωρέ, δεν έχει<BR> + το λαδικό;</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Πολύ σωστά· πρέπει παχύ να τρέχη<BR> + το λίπος από τα πουλιά.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + [Ακούστε με κ' εμένα]:<BR> + κέρδος από τον πόλεμο δεν έχουμε κανένα·<BR> + μ' αν γίνετε με τους θεούς και με τον Δία φίλοι,<BR> + στους βάλτους σας πολύ νερό βροχήσιο θα σας στείλη,<BR> + και θα περνά γαλήνια η κάθε σας ημέρα·<BR> + γι' αυτό και πληρεξούσιοι εφθάσαμ' εδώ πέρα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Εμείς δεν πρωταρχίσαμε τον πόλεμο μαζύ σας·<BR> + μ' αν ην' η θέλησί σας<BR> + τώρα σπονδή θα γίνη,<BR> + αν να τα πάμε θέλετε με τη δικαιοσύνη.<BR> + Νά, τούτο είν' το δίκηο μας : Ο Ζευς πρέπει ν' αφήση<BR> + κάθε αρχή, και στα πουλιά να την ξαναγυρίση·<BR> + έτσι κ' η συμφιλίωσι θα πάη με το καλό,<BR> + και στο τραπέζι τούτο εδώ τους πρέσβεις προσκαλώ.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + [Για το τραπέζι εμίλησε;] αυτό αρκεί 'ς εμένα :<BR> + Ψηφίζω.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Τ' είπες, δύστυχε; τάχεις λοιπόν χαμένα,<BR> + κ' η λιχουδιά σε δέρνει;<BR> + ποιός γυιός απ' τον πατέρα του την εξουσία παίρνει;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι λες! αλήθεια; κι' από που θάχετε τέτοια χάρι<BR> + σαν έχουν κάτω τα πουλιά την εξουσία πάρη;<BR> + Νά, δεν κυττάτε τώρα<BR> + όπου κρυμμένοι άνθρωποι στης γης την κάθε χώρα,<BR> + σκύφτουνε και σας κάνουνε σωστή επιορκία;<BR> + Και όμως, αν με τα πουλιά κάνετε συμμαχία,<BR> + στον Δία και στον κόρακα όρκο κανείς αν κάνη<BR> + κ' επιορκή, ο κόρακας το μάτι θα του βγάνη.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Ώ, μα τον Ποσειδώνα! ναι, τα λες πολύ καλά.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Έτσι μου φαίνεται κ' εμέ.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(προς τον Τριβαλλόν)_<BR> + Τι λες και συ, [κρεμανταλά];</p> + +<p> ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ<BR> + «Ναβαισατρού» (144)</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Νά, βλέπετε; Κι' αυτός το παραδέχεται.<BR> + Μα τώρα, [για προσέχετε]<BR> + ν' ακούσετε κ' έν' άλλο,<BR> + που θα πιτύχετ' απο μας, καλό πολύ μεγάλο :<BR> + Αν άνθρωπο, υποσχεθή 'ς ένα θεό θυσία,<BR> + και ύστερα την αρνηθή από φιλαργυρία<BR> + και λέγοντας πως ο θεός την κάκια δεν βαστάει,<BR> + εμείς θα το πληρώνουμε αυτό που θα χρωστάη.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Και με ποιόν τρόπον; για να ιδώ.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Όταν ο άνθρωπος αυτός<BR> + τα χρήματά του θα μετρά, ή και θα κάθεται γδυτός<BR> + μέσ' στο λουτρό, απάνω του θα πέφτη ένα ξεφτέρι<BR> + και δυο αρνιών αντίτιμο θ' αρπάζη να σας φέρη.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Εγώ λοιπόν απ' όλους σας ψηφίζω πρώτα-πρώτα<BR> + να ξαναπάρουν τα πουλιά την εξουσία.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Ρώτα<BR> + να ιδής τι λέει κ' ο Τριβαλλός.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Τριβαλλόν)_<BR> + Τι λες εσύ; βρε βλάκα;<BR> + ξαναγκαρύζεις μια φοράν ακόμη, αι;</p> + +<p> ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ<BR> + «Σαυνάκα<BR> + βακταρικρούσα»</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Ποσειδώνα)_<BR> + Δέχεται και κάτι παραπάνω.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + 'Σαν είσθε σύμφωνοι εσείς, κ' εγώ το ίδιο κάνω.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_<BR> + Κ' εγώ μαζύ σου συμφωνώ<BR> + εσύ να πάρης την αρχή από τον ουρανό.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Μα το θεό, θυμήθηκα κι' αυτό: όταν στο Δία<BR> + θα παραδώσω μια φορά την Ήρα για συμβία,<BR> + [θάνε συμφωνημένα]<BR> + να δώση τη Βασίλεια την κόρη του 'ς εμένα.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(ειρωνικώς)_<BR> + Χεμ! τότε η ευγένεια σου φιλίωσι δε θέλει — -</p> + +<p>_(Προς τους λοιπούς)_</p> + +<p> και πάμε στη δουλίτσα μας.</p> + +<p>_(Στρέφεται να φύγη)_</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Κ' εμένα δεν με μέλει,</p> + +<p>_(Προς τα παρασκήνια)_</p> + +<p> — Μάγερα! φτιάσε πειο γλυκειά τη σάλτσα σου ακόμα.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Ευλογημένε Ποσειδών, πώχεις κ' άνθρώπου στόμα,<BR> + για μια γυναίκα σήμερα εμείς θα πολεμήσουμε;<BR> + πού πας;</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Και τι θα κάνουμε λοιπόν;</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Να συμφωνήσουμε.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Φτωχέ! σε κοροϊδεύουνε· δεν τώχεις καταλάβη;<BR> + μ' αυτά που θέλεις γίνεται στον εαυτό σου βλάβη·<BR> + γιατί, όταν πεθάνη ο Ζευς και του αρπάξουν τούτοι<BR> + το σκήπτρο, συ θάσαι φτωχός· το χρήμα και τα πλούτη<BR> + -θάναι δικά σου, μια φορά που ο Ζευς θενά πεθάνη.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Αλλοίμονο και τρις αλλοί! σοφίσματα που βγάνει!</p> + +<p>_(Προς τον Ηρακλέα, λαμβάνων αυτόν ιδιαιτέρως)_</p> + +<p> Για έλα τώρα πειο κοντά, που έχω κάτι να σου ειπώ.</p> + +<p>_(Κατ' ιδίαν προς αυτόν)_</p> + +<p> Ο θειός σου σε φούσκωσε ραδιουργίες, πω, πω, πω!<BR> + συ είσαι νόθο του παιδί, και λέει ρητά ο νόμος<BR> + πως ούτε 'ς ένα τόσο δα δεν θάσαι κληρονόμος. (145)</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Νόθος εγώ! τι λες;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + -Εσύ· από γυναίκα ξένη<BR> + σ' εγέννησε. Κ' η Αθηνά δεν είνε γεννημένη<BR> + από τον Δία; τίποτα για κείνη δεν θ' αφήσουνε<BR> + τα γνήσια ταδέλφια της, που θα κληρονομήσουνε.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Μα πώς; κιάν ο πατέρας μου, πεθαίνοντας, θελήση<BR> + 'ς εμέ, το νόθο του το γυιό, τα χρήματα ν' αφήση;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Το εμποδίζει όμως<BR> + το πράμ' αυτό ο νόμος.<BR> + Πρώτος κ' αυτός ο Ποσειδών, που σ' ερεθίζει τώρα,<BR> + θα σου ζητή τα χρήματα από την ίδιαν ώρα,<BR> + και θα σου λέη γνήσιος πως είνε αδελφός.<BR> + Ο Σόλων 'ς ένα νόμο του το λέει κ' αυτό σαφώς :<BR> + «Ο νόθος δεν έχει καμμιά<BR> + μερίδα στην κληρονομιά<BR> + μπροστά στα γνήσια παιδιά· κ' αν γνήσιος δεν είν κανείς,<BR> + τα παίρνουνε τα χρήματα οι πειο στενοί οι συγγενείς».</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Ώστ' από του πατέρα μου τα χρήματα, για μένα<BR> + δεν θ' απομείνη δηλαδή μερίδιο κανένα;</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ναι, μα τον Δία, τίποτε. Μα πες μου έτσι σ' άφησε<BR> + ως τώρα ο πατέρας σου; δεν σ' επολιτογράφησε;</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Ακόμα· και μου φάνηκε παράξενον ως τώρα...</p> + +<p>_(βλέπει, αγρίως προς τον ουρανόν).-</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τι χάσκεις, βλέποντας με οργή την πατρική σου χώρα;<BR> + [Άκου και τούτο ακόμα :]<BR> + να μείνης αν παραδεχθής με το δικό μας κόμμα,<BR> + εγώ σε κάνω βασιληά,<BR> + και θα τηλώνης την κοιλιά<BR> + με των πουλιών τα γάλα.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Εγώ τα βρίσκω όλ' αυτά τα δίκηα σου μεγάλα,<BR> + κι' αυτήν την κόρη που ζητείς, εγώ στην παραδίνω.</p> + +<p>_(προς τον Ποσειδώνα)_</p> + +<p> Και συ τι λες;</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Δεν δέχομαι· την ψήφο μου δεν δίνω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + E, τώρα η απόφασις απέμεινε στον Τριβαλλό.</p> + +<p>_(Προς τον Τριβαλλόν)_</p> + +<p> Και συ, τι λες, [ παρακαλώ;]</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Ω μ ό ρ φ α ι ν α - κ ο ρ ί τ σ α ι ν α - μ ε γ ά λ α - β α σ ι λ η ά - <BR> + τ ο - δ ί ν ω - σ τ ο - π ο υ λ ι ά. (146)</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Την παραδίνει λέει κ' αυτός.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Δεν είπε αυτό που λες·<BR> + αν τέτοιο πράμα ήθελε, θάκανε πηδησιές πολλές<BR> + και τσίρι-τσίρι θάλεγε σαν χελιδόνι.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + [Στάσου!<BR> + στα λόγια τα δικά σου]<BR> + και τούτος είνε σύμφωνος· κ' αυτός την κόρη εκείνη<BR> + στα χελιδόνια δίνει.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Τι να σου ειπώ, που τάχετε μαζύ συμφωνημένα,<BR> + κ' εγίνατ' όλοι ένα·<BR> + και τώρα αφού σύμφωνοι θελήσατε να μείνετε,<BR> + εγώ δεν λέω τίποτε.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_<BR> + Ότι μας είπες γίνεται.<BR> + Έλα λοιπόν, πάμε μαζύ στον ουρανό τρεχάλα<BR> + την κόρη τη Βασίλεια να πάρης κι' όλα τάλλα.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> +_(δεικνύων τα σφαγμένα πτηνά).-</p> + +<p> Ώστε και τούτα τα πουλιά έγκαιρα τάχα σφάξη<BR> + για το τραπέζι, που απαιτεί του γάμου μου η τάξι.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + E, τώρα σεις πηγαίνετε· εγώ θα μείνω πίσω<BR> + ετούτα εδώ τα κρέατα να κάτσω να τα ψήσω.</p> + +<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR> + Να ψήσης συ τα κρέατα, κ' εμείς να πάμε μόνοι!<BR> + Πολύ μεγάλη λιχουδιά το πράμα φανερώνει.</p> + +<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR> + Μα έτσι, όπως κρίνω...<BR> + τι να σου ειπώ; καλήτερα μου φαίνεται να μείνω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Ας έλθη ένας κοντά μου<BR> + για να μου φέρη γρήγορα το φόρεμα του γάμου.</p> + +<p>_(Εξέρχεται ακολουθούμενος υπό του Ευελπίδου Ποσειδώνος, Ηρακλέους και<BR> +Τριβαλλού)._</p> + +<p> </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<BR> + ΧΟΡΟΣ<BR> + Στας Φανάς (147) κοντά, που βγαίνει της Κλεψύδρας (148) το νερό,<BR> + το γλωσσοθρεμμένο γένος βρίσκεται το πονηρό,<BR> + όπου σπέρνουν και θερίζουν και τρυγάνε με της γλώσσες<BR> + οι συκοφαντίες τόσες.<BR> + Φίλιππ' είνε και Γοργίαι, (149) γέννημα βαρβάρου γένους,<BR> + κ' έτσι από τους Φιλίππους τούτους τους γλωσσοθρεμμένους<BR> + εις της Αττικής τη χώρα,<BR> + [όταν κάνουνε θυσίες], κόβουνε της γλώσσες τώρα<BR> + κ' απ' τα σπλάγχνα της χωρίζουν<BR> + [που κ' εκείνα τα βρωμίζουν!]</p> + +<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Γ')_</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ — ΑΓΓΕΛΟΣ Γ'</p> + +<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Γ'<BR> + Ω γένος απερίγραπτο και τρισμακαρισμένο,<BR> + καλότυχα πουλιά!<BR> + στα ευτυχισμένα μέρη σας τώρα τον νηοφερμένο<BR> + δεχθήτε βασιληά.<BR> + Τέτοιος προβάλλει, που κανείς τη λάμψι του ως τώρα<BR> + δεν θάχε ιδωμένη<BR> + σε άστρο μυριοφώτιστο, στων ουρανών τη χώρα<BR> + τη χρυσοφωτισμένη.<BR> + Στο χέρι κεραυνό κρατεί, σαγίτα φτερωμένη<BR> + κ' έχει γυναίκα συντροφιά,<BR> + που η λάμψις η μακρόλαμπη του ήλιου δεν της βγαίνει<BR> + στην αμολόγητη ωμορφιά.<BR> + Άφραστες χύνοντ' ευωδιές από τα βάθη τουρανού — <BR> + ώ τι ωραίο πράμα!<BR> + κ' η αύρες παιγνιδίζουνε με της πλεξίδες του καπνού<BR> + που αφίνει το θυμίαμα.<BR> + Νά τος, που έφθασεν εδώ' ας ανοιχθή ακόμα<BR> + γι' αυτόν το καλορροίζικο και θείο της Μούσας στόμα.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Ανάβαινε και κάνε τόπο,<BR> + άλλαξε θέσι, άλλαξε τρόπο,<BR> + και πέτα. γύρω, πουν' ενωμένοι<BR> + ευτυχισμένος μ'ευτυχισμένη!<BR> + Ω, ω! τι νηάτα! ώ, ω! τι κάλλη!<BR> + σου κάνουμ' όλοι<BR> + δόξα μεγάλη,<BR> + με τέτοιο γάμο 'ς αυτήν την πόλι!<BR> + Μεγάλη τύχη τον περιμένει<BR> + τον άνδρ' αυτόν<BR> + από τα γένη<BR> + των φτερωτών<BR> + Ψάλετε γάμου τραγούδια χίλια<BR> + στον άνδρα τούτον και στη Βασίλεια.</p> + +<p>_(Ημίχορος)_</p> + +<p> Τέτοια τραγούδια εκοίμισαν σε περασμένο χρόνο<BR> + την Ήρα την Ολύμπια μέσ' στου Διός την αγκαλιά,<BR> + θεών μεγάλου βασιληά<BR> + με τον ψηλό το θρόνο.<BR> + Υμέναιε! Υμέναιε! — Κι' ο Έρωτας παρέκει<BR> + στους δυο τους παραστέκει, (150)<BR> + ο χρυσοφτέρωτος θεός,<BR> + που των αλόγων τα λουριά τα ελαστικά τραβούσε<BR> + κ' ως μάρτυρας περνούσε.<BR> + — Υμέναιε! υμέναιε! — στους γάμους Ήρας και Διός!</p> + +<p>_(Βρονταί και αστραπαί. Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος περιβεβλημένος<BR> +πορφύραν- — άνωθεν του πτερώματος — οδηγών την Βασίλειαν διά της δεξιάς και<BR> +εις την αριστεράν κρατών κεραυνούς. Ακολουθεί και ο Ευελπίδης)._<BR> + </p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - (ΒΑΣΙΛΕΙΑ) και οι ανωτέρω.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Οι ύμνοι μ' ευχαρίστησαν και τα τραγούδια τα πολλά<BR> + κ' αυτά τα λόγια τα καλά.<BR> + Έλα, μιαν ωδή καλή<BR> + για το βρόντημά μου πες,<BR> + που η γη το αντιλαλεί,<BR> + ψάλε και της φλογισμένες του Διός της αστραπές,<BR> + κ' ύμνους ο καθείς ας πλέκη<BR> + στο λαμπρό το αστροπελέκι.</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + 'Ω φως της αστραπής τρανό και χρυσωμένο!<BR> + ώ του Διός σπαθί, άφθαρτο, πυρωμένο!<BR> + ώ συ, που αντιλαλείς και μέσ' στης γης το χώμα<BR> + και φέρνεις τη βροχή, και συ βροντή ακόμα,<BR> + oπού με σένα εδώ ταράζει τούτος τώρα<BR> + της γης την κάθε χώρα.</p> + +<p>_(Προς τον Πεισθέταιρον)_</p> + +<p> Κράτησε τώρα όλα αυτά να βασιλεύης μόνος σου,<BR> + και την Βασίλεια του Διός για σύντροφο στο θρόνο σου.</p> + +<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR> + Τους γάμους μου γιορτάστε τώρα,<BR> + σύντροφα γένη φτεροφόρα,<BR> + στου Διός μέσα το παλάτι<BR> + κ' εκεί στου γάμου το κρεββάτι.</p> + +<p>_(Προς την Βασίλειαν)_</p> + +<p> Άπλωσ', ευτυχισμένη, με χαρά<BR> + το χέρι σου [το τρυφερό],<BR> + πιάσε με απ' τα δυο μου τα φτερά<BR> + κ' έλα να στήσουμε χορό,<BR> + κ' ελαφρά θα κατορθώνω<BR> + στα ψηλά να σε σηκώνω.</p> + +<p>_(Η Βασίλεια τον λαμβάνει, εκ της πτέρυγος και χορεύει μετ' αυτού, ενώ<BR> +ταυτοχρόνως συνοδεύουσι βρονταί και αστραπαί καθώς και τα ποικίλα<BR> +άσματα των πτηνών, όπως εις το τέλος της α' πράξεως)._</p> + +<p> ΧΟΡΟΣ<BR> + Τραλαλά! εμπρός! Παιών!<BR> + τραλαλά! τη Νίκη ψάλε!<BR> + απ' τα γένη των θεών<BR> + πειο λαμπρέ και πειο μεγάλε!</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p> +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας<BR> +σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά<BR> +στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,<BR> +φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<BR> +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<BR> +στην πιό σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο.<BR> +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<BR> +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<BR> +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ προσφέρονται και σήμερα, στις<BR> +κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη,<BR> +Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη Βάρναλη, Αυγέρη,<BR> +Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου<BR> +κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης<BR> +γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p> + +<p>Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτιρα της πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς<BR> +και σκώμμα εναντίον των θεωριών για καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος<BR> +πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους πολίτες που πάνε στα πουλιά για να<BR> +ιδρύσουν εκεί μια νέα πολιτεία.</p> + +<p>Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<BR> +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 <BR> +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p>1) Ο Εξηκεστίδης ήτο ξένος και είχε πολύ ταξιδεύσει, αναφέρεται δε<BR> +παρ' άλλοις και ως κιθαρωδός και πυθιονίκης.</p> + +<p>2) «Ο πινακοπώλης Φιλοκράτης» : αντί του «Ορνεοπώλης», διότι τα πτηνά<BR> +επώλουν επί πινακίων.</p> + +<p>3) Ο Τηρεύς, υιός του Άρεως και της νύμφης Βυστωνίδος, βασιλεύς της<BR> +Θράκης, ήλθεν εις βοήθειαν του βασιλέως της Αττικής Πανδίονος,<BR> +πολεμούντος κατά του Λαβδάκου. Νυμφευθείς εν Αθήναις την Πρόκνην,<BR> +θυγατέρα του Πανδίονος, εγέννησεν εξ αυτής τον Ίτυν. Μετά τινα όμως<BR> +χρόνον, αγαπήσας την αδελφήν της συζύγου του Φιλομήλαν, ητίμασεν αυτήν,<BR> +αποκόψασα κατόπιν την γλώσσάν της διά να μη προδώση το έγκλημά του.<BR> +Εκείνη όμως κατορθώσασα ν'ανακοινώση τούτο εις την αδελφήν της, διά<BR> +κοινής συμφωνίας έσφαξαν τον Ίτυν προς εκδίκησιν και τον παρέδωκαν εις<BR> +τον Τηρέα ως φαγητόν. Δια τα εγκλήματα ταύτα ετιμωρήθησαν αι μεν<BR> +γυναίκες μεταμορφωθείσαι εις Αηδόνα και Χελιδόνα, ο δε Τηρεύς εις Έποπα<BR> +(Τσαλαπετεινόν) καταδιώκοντα αυτάς. Τον Έποπα τούτον (Τηρέα) έρχονται<BR> +αναζητούντες οι ανωτέρω δύο Αθηναίοι.</p> + +<p>4) Θαρρελλίδης : Αθηναίος διακωμωδούμενος ως μικρόσωμος.</p> + +<p>5) Εννοεί τον Ακέστορα, τραγικόν ποιητήν, όστις εκαλείτο και Σάκκας,<BR> +ως ξένος· οι Σάκκαι ήσαν έθνος της Θράκης, ή κατ' άλλους νομαδικαί<BR> +φυλαί, διαιτώμεναι μεταξύ των ορέων Ιμάου και Παροπαμίσου εν Ασία.</p> + +<p>6) Τα αναγκαιούντα διά την θυσίαν επί τη ιδρύσει νέας πόλεως.</p> + +<p>7) Αναφέρει την Λιβύαν, ή ως βρίθουσαν ορνέων, ή διότι οι Λίβυες<BR> +εθεωρούντο βάρβαροι και δειλοί· η δευτέρα υπόθεσις είνε και η ορθότερα,<BR> +δικαιολογουμένη και υπό της πλαστής λέξεως «Υποδεδιώς» (φοβιτσάρης).</p> + +<p>8) Εικάζεται ότι διά της λέξεως «φασιανικός» υπονοεί τους συκοφάντας.</p> + +<p>9) Ενταύθα ο Αρ. παίζει με την λέξιν τ ρ ο χ ί λ ο ς, την οποίαν<BR> +λαμβάνει εκ της αφηγήσεως του πτηνού, τ ρ έ χ ο ν τ ο ς διά την<BR> +υπηρεσίαν του αυθέντου του, ήτοι: «ΤΡ. τρέχω.... τρέχω.... ΕΥΕΛ. Τ ρ ο<BR> +χ ί λ ο ς, ·όνις ουτοσί".</p> + +<p>10) Εννοεί τον «Τηρέα» τραγωδίαν του Σοφοκλέους, εις την οποίαν ο<BR> +ποιητής επαρουσίασεν αυτόν και την Πρόκνην ως απωρνιθωμένους.</p> + +<p>11) Οι ηλιασταί ήσαν δικασταί του μεγάλου εν Αθήναις δικαστηρίου της<BR> +Ηλιαίας, το οποίον έλαβε το όνομα τούτο, διότι οι δικασταί συνεδρίαζον<BR> +υπό τον Ήλιον.</p> + +<p>12) Κραναός : αρχαίος βασιλεύς των Αθηνών, εξ ου και το παλαιόν όνομα<BR> +της πόλεως.</p> + +<p>13) Ο Σκελλίας είχεν υιόν καλούμενον Αριστοκράτην, ο δε Ευελπίδης<BR> +παίζει με την λέξιν ενταύθα, προς μεγαλειτέραν έμφασιν του κατά των<BR> +αριστοκρατών μίσους του.</p> + +<p>14) Πεποιημένη λέξις, σατυρίζουσα τους καλλωπιστάς</p> + +<p>15) Εννοεί την Ευδαίμονα Αραβίαν.</p> + +<p>16) Ναυς, μεταφέρουσα τους προσαγομένους εις δίκην. Κατά την εποχήν<BR> +εκείνην η Σαλαμινία είχεν αποσταλή εις Σικελίαν διά να επαναφέρη τον<BR> +Αλκιβιάδην, κατηγορούμενον επί ιεροσυλία. Η ναυς αύτη ήτο προωρισμένη<BR> +γενικώς διά την υπηρεσίαν της Δημοκρατίας, ενώ η Πάραλος διετίθετο<BR> +κυρίως διά τας θρησκευτικάς ανάγκας.</p> + +<p>17) Πόλις της Πελοποννήσου πλησίον της Τριφυλίας· λέγεται, δε ότι<BR> +ωνομάσθη ούτως, ως ορεινή και καλυπτομένη από πέτρας ποικιλοχρώμους και<BR> +διαλεύκους, διδούσας εις αυτήν την όψιν λεπριώντος σώματος. Το κυρίως<BR> +όνομα της πόλεως είνε το Λέπρε(ι)ον ουδέτερον και ουχί αρσενικόν.</p> + +<p>18) Τραγικός ποιητής λεπρός.</p> + +<p>19) Παίζει με την λέξιν· ο Οπούντιος ήτο Αθηναίος οκνηρός, μονόφθαλμος<BR> +και συκοφάντης, ως εξ ανάγκης επεξηγείται και εν τω κειμένω μου διά<BR> +προσθέτων στίχων, προς ευκολωτέραν κατανόησιν του λογοπαιγνίου κατά την<BR> +από σκηνής διδασκαλίαν του έργου.</p> + +<p>20) Υπονοεί την κυκλοφορίαν των εκ Χίου κιβδήλων νομισμάτων, την<BR> +διαφθοράν των ηθών και τας ψευδείς κατηγορίας των συκοφαντών.</p> + +<p>21) Κίναιδος δειλός, γαστρίμαργος και πονηρός.</p> + +<p>22) Σατυρίζει την τάσιν των Αθηναίων προς τον αποικισμόν.</p> + +<p>23) Εννοεί τον λιμόν των Μηλισίων κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού<BR> +πολέμου, πολιορκηθέντων υπό του Αθηναίου Νικίου.</p> + +<p>24) Αποτείνεται προς την Αηδόνα (Πρόκνην) συμφώνως με την προηγουμένην<BR> +μου [υποσημείωσιν αρ. 10]</p> + +<p>25) Οι Μήδοι εταξίδευον επί καμηλών.</p> + +<p>26) Ο Φιλοκλής ήτο τραγικός ποιητής, γράψας και αυτός τραγωδίαν<BR> +«Τηρέα> προ του Σοφοκλέους· τούτο εννοεί λέγων, ότι και ο έτερος Έποψ<BR> +είχε πατέρα τον Φιλοκλή</p> + +<p>27) Εις την οικογένειαν ταύτην τα ονόματα Καλλίας και Ιππόνικος<BR> +ενηλλάσοντο από πατέρων εις τέκνα· ο Καλλίας ήτο ο λεγόμενος δαδούχος,<BR> +άσωτος και σπάταλος της πατρικής περιουσίας, μητρυιός του Περικλέους<BR> +και πατήρ της Ιππαρέτης, συζύγου του Αλκιβιάδου.</p> + +<p>28) «Κατωφαγάς» πεποιημένη λέξις εκ του καταφαγάς, κατάτρωγαν τα<BR> +πάντα, την οποίαν απέδωκα διά της συγχρόνου φαταούλας.</p> + +<p>29) Πολυφάγος, και ρίψασπις κωμωδούμενος εις τας Νεφέλας (στ. 353) και<BR> +εις την Ειρήνην (στ. 1254) ως και κατωτέρω.</p> + +<p>30) Οι Κάρες κατώκουν επί λόφων, πρώτοι δε έκαμον χρήσιν λοφίων, εξ ων<BR> +και «λόφοι καρικοί».</p> + +<p>31) Αθηναίος κουρεύς, αναφερόμενος και υπό του Πλάτωνος εν Σοφισταίς:<BR> +«το Σποργίλου κουρείον, έχθιστον τέγος».</p> + +<p>32) Στρατηγός ως ανωτέρω, περίφημος καταστάς διά τας μηχανάς τας<BR> +οποίας μετεχειρίσθη διά να εκπολιορκήση την Μήλον.</p> + +<p>33) Η Πρόκνη ήτο θυγάτηρ Αθηναίου βασιλέως, ως είπον εν [υποσημείωση<BR> +3.]</p> + +<p>34) Ενταύθα παίζει με την λέξιν «Ορνεαί», όπως θα έλεγέ τις «αποθανείν<BR> +εν Πλαταιαίς» τούτο δε εμφαίνεται και εκ της αστείας βεβαιώσεως, ότι θα<BR> +εθάπτοντο και δημοσία δαπάνη ως ήρωες εις το Κεραμεικόν, ένθα οι<BR> +Αθηναίοι κατά την μαρτυρίαν των Μενεκλέους και Καλλικράτους, έθαπτον<BR> +τους πίπτοντας εις τας μάχας, σημειούντες επί κίονος την μάχην και την<BR> +εποχήν του θανάτου. Άλλως, Ορνεαί ήσαν και πόλεις της Αργολίδος,<BR> +αναφερόμεναι, παρ' Ομήρω, ένθα εγένετο και μάχη μεταξύ Λακεδαιμονίων<BR> +και Κορινθέων.</p> + +<p>35) Οι διάφοροι παλιοί σχολιαστές εις το χωρίον τούτο αποδίδουσι<BR> +διαφόρους σημασίας· η πλειότερον ομως προσεγγίζουσα προς την έννοιαν<BR> +του κειμένου είναι ότι ο Αρ. υπαινίσσεται μαχαιροποιόν τίνα εν Αθήναις.<BR> +Παναίτιον καλούμενον, ο οποίος, βραχύσωμος ων ευρίσκετο εις διαρκή<BR> +διάστασιν με την γυναίκα του υψηλόσωμον ούσαν· είχον δε συνθηκολογήση<BR> +ενώπιον φίλων να μη κακοποιή αυτόν κατά τινα ώραν της συζυγικής<BR> +συναντήσεώς των. Εν τούτοις ο παραλληλισμός ενταύθα είνε ανάστροφος,<BR> +καθόσον τα πτηνά, ως μικροσωμότερα των ανθρώπων, παραλληλίζονται μάλλον<BR> +προς τον νανοφνή μαχαιροποιόν παρά προς τους δύο Αθηναίους. Πιθανόν ο<BR> +ποιητής να παίζη διά της αναστροφής.</p> + +<p>36) Αισώπειος μύθος μη σωζόμενος· αναφέρεται εις τας παροιμίας του<BR> +Αποστολίου. (Ραγκαβής).</p> + +<p>37) Κεφαλαί, δήμος της Αττικής (Ακαμαντίδος φυλής). Ενταύθα είνε<BR> +λογοπαίγνιον.</p> + +<p>38) Εννοεί ότι ο δρυοκολάπτης αρέσκεται, να σκάπτη την δρυν, ιερόν<BR> +δένδρον του Διός.</p> + +<p>39) Ο πετεινός εκαλείτο και «Περσική όρνις» αλλαχού δε και Μήδος.<BR> +[Λίγο πριν την υποσημείωση 25]. Μεγάβυζος ήτο σατράπης των Περσών<BR> +περίφημος διά την κατάκτησιν της αιγυπτίας Μέμφιδος.</p> + +<p>40) Το έριον της Φρυγίας Αγκύρας και Λαοδικείας εθεωρείτο εκλεκτότερον<BR> +όλων των άλλων.</p> + +<p>41) Την δεκάτην ημέραν από της γεννήσεως παιδιού οι γονείς παρέθετον<BR> +γεύμα εις φίλους και συγγενείς και έθετον το όνομα.</p> + +<p>42) Αλιμούς: χωρίον της Αττικής πέραν του Φαλήρου Λεοντίδος φυλής</p> + +<p>43) Ικτίνος: η εμφάνισις του Ικτίνου εχαιρετίζετο διά γονυκλίσεων<BR> +ευχαριστίας, ως προσημαίνουσα το έαρ. Ενταύθα ο Αρ. παίζει παραβάλλων<BR> +τον νυκτοκλέπτην με το αρπακτικόν όρνεον.</p> + +<p>44) Τους οβολούς οι πτωχοί, ελλείψει θυλακίων, εκράτουν μεταξύ των<BR> +οδόντων, ότε μετέβαιναν εις την αγοράν δι' οψώνιον.</p> + +<p>45) «Κόκκυ, ψωλοί πεδίονδε» : όπως και εν τω κειμένω παρεισήγαγον την<BR> +σχετικήν εξήγησιν, η παροιμία προήλθεν εκ του ότι οι θερισταί, διά τον<BR> +καύσωνα του θέρους, εξήρχοντο γυμνοί εις τους αγρούς προς θερισμόν.</p> + +<p>46) Στρατηγός Αθηναίος, κλέπτης, πανούργος και δωροδόκος.</p> + +<p>47) Εννοεί το σκήπτρον· λέγει δε κεφαλήν, διότι τα αφιερωμένα εις<BR> +έκαστον θεόν όρνεα ετίθεντο επί της κεφαλής αυτών.</p> + +<p>48) Ετίθετο εις τας χείρας του Απόλλωνος ο ιέραξ ως μαντικόν όρνεον.</p> + +<p>49) Μάντις, εις ον αποδίδεται και η αποικία των Αθηναίων εις Σύβαρην<BR> +της Ιταλίας.</p> + +<p>50) Μυθολογικά πτηνά, λαβόντα μέρος εις την γιγαντομαχίαν κατά των<BR> +θεών</p> + +<p>51) Αλόπη, ήτο θυγάτηρ του Κερκύονος· Σεμέλη, η μήτηρ του Βάκχου,<BR> +Αλκμήνη δε σύζυγος του Αμφιτρύωνος και μήτηρ του Ηρακλέους.</p> + +<p>52) Κάθε πτηνόν υδροχαρές.</p> + +<p>53) Δια την αδηφαγίαν του πτηνού.</p> + +<p>54) Ούτω μετέφρασα το «ορχίλος όρνις», πλαστήν και ταύτην λέξιν, προς<BR> +χαρακτηρισμόν της ασελγείας του Διός.</p> + +<p>55) «Σέρφον ενόρχην»: σέρφος κατ' άλλους σπέρμα, κατ άλλους δε ζώον<BR> +μικρόν, όπερ και το ορθότερον.</p> + +<p>56) Υπαινιγμός διά την κατάπτωσιν του θρησκευτικού φρονήματος, αποδών<BR> +αυτήν και εις το γήρας των θεών.</p> + +<p>57) «Κριώθεν»: γράφεται, και Θρίηθεν, από τον δήμον της Οινηίδος<BR> +φυλής. Κριώθεν δε της φυλής Αντιοχίδος.</p> + +<p>58) Σ. Μ. Εις το σημείον τούτο πρέπει να θεωρηθή λήγον το Β' μέρος,<BR> +προκειμενου περί παραστάσεως. Εν τούτοις ωραιοτέρα και αρχαιοπρεπεστέρα<BR> +θα ήτο η παράστασις, εάν δεν κατέπιπτεν η αυλαία, αντί δε του<BR> +διαλείμματος εξετελούντο τα χορικά και αι παραβάσεις υπό τον ήχον του<BR> +αυλού.</p> + +<p>59) Πρόδικος, σοφιστής Κοίος την καταγωγήν γράψας περί φύσεως και<BR> +αρχής των πραγμάτων.</p> + +<p>60) Νυκτοκλέπτης πολλαχού αναφερόμενος.</p> + +<p>61) Η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου και μήτηρ των θεών θεότης ορεινή.</p> + +<p>62) Φρύνιχος ο Πολυφράδμονος ήτο τραγικός ποιητής, θαυμαστός διά την<BR> +αρμονίαν των στίχων του. Υπήρξαν τέσσαρες φέροντες το όνομα τούτο: είς<BR> +υποκριτής, είς κωμικός, είς στρατηγός, περί του οποίου ο Αρ. ομιλεί εν<BR> +Βάτραχοις και ο ανωτέρω.</p> + +<p>63) «Πλήκτρον» : τούτο ήτο έμβολον χαλκού εφαρμοζόμενον εις το ράμφος<BR> +των αλεκτρυόνων κατά τας αλεκτρυονομαχίας.</p> + +<p>64) Ο Σπίθαρος εκωμωδείτο ως βάρβαρος και Φρυξ, χαβάς και ο Φιλήμων, ο<BR> +δε Εξηκεστίδης ως Καρ, ως και αλλαχού [γραμμή έργου με υποσημείωση 1].</p> + +<p>65) Λογοπαίγνιον : Εις τον στίχον του κειμένου «φυσάτω π ά π π ο υ ς<BR> +παρ' ημίν, και φανούνται φράτορες» ο Αριστοφάνης παίζει με την λέξιν<BR> +«πάππος», η οποία, κατά τον Ευφρόνιον, είνε πτηνού όνομα, γνωστού τότε,<BR> +το οποίον μετέφερον εις την ανωτέρω σημασίαν. Η «φρατορία» ήτο τρίτη<BR> +κατηγορία της φυλής.</p> + +<p>66) Αγνωστος κατά τον αρχαίον Σχολιαστήν· κατ' άλλους είς των<BR> +Ερμοκοπιδών ή υιός τοιούτου, όπερ και πιθανώτερον.</p> + +<p>67) Ποταμός της Θράκης, πηγάζων εκ της Ροδόπης.</p> + +<p>68) Πολεμιστής και λόγιος «κατασχημονών των στρωμάτων, διό και χεσάς<BR> +ελέγετο (ο Σχολιαστής).</p> + +<p>69) Ούτος κατά τον Σχολιαστήν έπλεκε κατ'αρχάς περικαλύμματα φιαλών<BR> +από βέργας, κατόπιν δε υψώθη εις αξιώματα· κατά τον πολυμαθέστατον Α.<BR> +Ρ. Ραγκαβήν είνε ο αυτός Αθηναίος στρατηγός, όστις κατά το ίδιον έτος -<BR> +της παραστάσεως των «Ορνίθων» εκυρίευσε την Μυκαλησσόν της Ευβοίας,<BR> +ένθα και ετραυματίσθη (Θουκυδ. Α, 23: Γ, 75. Ζ, 29. Η, 64), υπήρχε δε<BR> +και ανδριάς αυτού επί της Ακροπόλεως (Παυσανίας Α, 23).</p> + +<p>70) Ο Αισχύλος εις την τραγωδίαν του οι «Μιρμιδώνες» αναφέρει<BR> +συμβολικωτάτην τινά παροιμίαν της Λιβύας : ότι αετός ποτε επληγώθη από<BR> +βέλος κατεσκευασμένον από τα ίδια πτερά του :</p> + +<p> «... πληγέντ' ατράκτω τοξικώ τον αετόν,<BR> + ειπείν ιδόντα μηχανήν πτερώματος :<BR> + τάδ' ουχ υπ' άλλων, αλλά τοις αυτών πτεροίς<BR> + αλισκόμεθα».</p> + +<p>71) Όνομα πλαστόν από τας ν ε φ έ λ α ς και τον κ ό κ κ υ γ α.</p> + +<p>72) Θεαγένης και Αισχίνης ήσαν δύο καυχηματίαι προσποιούμενοι τους<BR> +πλουσίους· διά τούτο ο πρώτος επωνομάζετο και Κ α τ ι ν ό ς.</p> + +<p>73) Εν Αθήναις κατ' έτος αι παρθένοι ύφαινον πέπλον διά την πολιούχον<BR> +Αθηνάν.</p> + +<p>74) Κωμωδείται πολλαχού παρ' Αρ. ως γυναικώδης και αισχρός.</p> + +<p>75) Κατά παρωδίαν του π ε λ α σ γ ι κ ό ς, όπως εκαλείτο το βόρειον<BR> +τείχος της Ακροπόλεως, Κατά τον Δούκαν, π ε λ α γ ι κ ώ ν, εκ του<BR> +πελάγους.</p> + +<p>76) Η Άρτεμις εκαλείτο και Κολαινίς ή από Κολαινίου τινός ιερέως,<BR> +ιδρύσαντος ιερόν της Κολαινίδος Αρτέμιδος, ή από πτηνού τίνος, φέροντος<BR> +το όνομα κόλαινον.</p> + +<p>77) Κωμωδούμενος ως ασελγής και κίναιδος, διά τας ασελγείας του πτηνού<BR> +σπουργίτου.</p> + +<p>78) Κατά τας θυσίας οι Αθηναίοι ηύχοντο υπέρ εαυτών και των Χίων, οι<BR> +οποίοι ήσαν πιστοί σύμμαχοί των.</p> + +<p>79) Εις τους δούλους απηγορεύετο να διατηρούν κόμην.</p> + +<p>80) Ενταύθα ο Αριστοφάνης παρωδεί τον προς τον Ιέρωνα ύμνον του<BR> +Πινδάρου, την φιλοκέρδειαν του ποιητού και την ασχολίαν του προς<BR> +εξύμνησιν των νικητών των αγώνων, ανθρώπων και ίππων.</p> + +<p>81) Εκ της σωζομένης πινδαρείου στροφής: «Νομάδος σοι γαρ ει Σκύθας<BR> +πλάτα Στράτων, ος αμαξοφόρητον οίκον ου πέπαται».</p> + +<p>82) Παρά τοις Σκύθαις εθεωρείτο άδοξος ο μη έχων ή μη κατέχων<BR> +μεταφορικόν αμάξιον.</p> + +<p> </p> + +<p>83) Παλαιότερος ιερεύς, θαυματοποιός, και γράψας χρησμούς.</p> + +<p>84) Ελέγετο επί πλουσίων πόλεων.</p> + +<p>85) Η γη.</p> + +<p>86) Μέτων, περίφημος αστρονόμος και γεωμέτρης.</p> + +<p>87) Εις τας Αθήνας υπήρχον οι λεγόμενοι Πρόξενοι, επιτετραμμένοι την<BR> +φιλοξενίαν των ξένων.</p> + +<p>88) Βασιλεύς της Νίνου, περίφημος διά την τρυφηλότητά του.</p> + +<p>89) «Επίσκοποι», εκαλούντο οι αποστελλόμενοι ως επιτηρηταί εις τας<BR> +αποικίας.</p> + +<p>90) Σατράπης των Περσών, επιδιώκων σχέσεις μετά των δημοσίων αρχόντων<BR> +διά πλουσίων δωροδοκιών.</p> + +<p>91) Ολόφυξος, πόλις υπό τον Άθω, εις την οποίαν έστελλον οι Αθηναίοι<BR> +ψηφίσματα.</p> + +<p>92) «Οτοτύξιοι» λέξις πεποιημένη εκ του σχετλιαστικού οτοτοί! την<BR> +οποίαν απέδωκα διά της ανωτέρω λέξεως.</p> + +<p>93) Μιλήσιος φιλόσοφος άθεος καταδικασθείς εις θάνατον.</p> + +<p>94) Ίδε [υποσημείωσιν 2]</p> + +<p>95) Αλέξανδρον εννοεί ίσως τον Πάριν και τα δώρα, άτινα έλαβε παρά της<BR> +Αφροδίτης.</p> + +<p>96) Εννοεί τα αργυρά νομίσματα τα φέροντα την γλαύκα.</p> + +<p>97) Παίζει με τας λέξεις αετός και αέτωμα των ναών.</p> + +<p>98) Κατά την παράστασιν δύναται να παρευρίσκεται και ο Ευελπίδης εις<BR> +την σκηνήν, χάριν της ποικιλίας του διαλόγου, εις τον οποίον να λαμβάνη<BR> +και μέρος, υποκαθιστών τον Πεισθέταιρον εις όσα μέρη σημειούται εν<BR> +παρενθέσει το όνομά του.</p> + +<p>99) Οι ανωτέρω ήσαν κομπασταί, μηδέν έχοντες των αποδιδομένων εις<BR> +εαυτούς· και τούτο διά ν' αποδείξη το ανυπόστατον του τείχους.</p> + +<p>100) Οι Αιγύπτιοι εκωμωδούντο ως αχθοφόροι.</p> + +<p>101) Παρά τοις αρχαίοις οι φρουροί εκωδωνοφόρουν επί των τειχών.</p> + +<p>102) Καλεί αυτήν «πλοίον» διότι ως εκ του αέρος κολπούται το φόρεμα<BR> +της «περικεφαλαίαν» ή «πέτασον», διότι φέρει επί της κεφαλής κάλυμμα<BR> +πτερωτόν ως ο Ερμής.</p> + +<p>103) Περί των δύο τούτων πλοίων εσημείωσα [στην υποσημείωση 16]</p> + +<p>104) «Τρίαρχος» κατά παρωδίαν του «Τριήραρχος».</p> + +<p>105) Εις σημείον διαβάσεως, καθόσον οι Πελεκάνοι εφρούρουν τα τείχη.</p> + +<p>106) «Λικυμνίαις βολαίς»: περί τούτου υπάρχουν δισταγμοί παρά τοις<BR> +σχολιασταίς· άλλοι λέγουν ότι Λικύμνιός τις είχε κεραυνωθή, άλλοι ότι<BR> +ήτο εμπρηστής, ο δε Απολλώνιος εις τα επιγεγραμμένα λέγει ότι<BR> +υπαινίσσεται ο Αρ. ομώνυμον δράμα του Ευριπίδου, εν τω οποίω εισήχθη<BR> +τις κεραυνοβοληθείς.</p> + +<p>107) Φράσις ληφθείσα εκ της Νιόβης του Αισχύλου.</p> + +<p>108) Ιδέ [υποσημείωση 50]</p> + +<p>109) Σατυρίζει τον Σωκράτην ως ρυπαρόν και πένητα.</p> + +<p>110) Όνομα κύριον οινοπώλου γνωστού και χολού, εξ ου και η παροιμία<BR> +«Πέρδικος σκέλος».</p> + +<p>111) Περί τούτου ιδέ [υποσημείωση 19] Ενταύθα ως άρπαξ και αναιδής.</p> + +<p>112) Ο Μένιππος εκαλείτο και χελιδών, καθό ιπποτρόφος.</p> + +<p>113) Αισχρός τις, έχων προεξέχουσαν την κορυφήν της κεφαλής,<BR> +σατυριζόμενος και εν Θεσμοφοριάζουσαις (στ. 168).</p> + +<p>114) Πανούργος και φθονερός.</p> + +<p>115) Ή διότι ήτο Αιγύπτιος ούτος, ή διότι είχε μακράς τας κνήμας ως η<BR> +Αιγυπτία ίβις.</p> + +<p>116) Μελαγχροινός και ωχρός.</p> + +<p>117) Ως φλύαρος.</p> + +<p>118) Κυβιστής και ορτυγοκόπος (άεργος κόπτων κεφαλάς ορτυκιών εις την<BR> +αγοράν χάριν διασκεδάσεως), ή διότι η κεφαλή του ήτο μαδημένη, ως η του<BR> +πολεμιστού όρτυγος κατόπιν μάχης.</p> + +<p>119) «Έοικεν ου ψευδαγγελής είν' άγγελος».</p> + +<p>120) Έδερον και εκακοποίουν τους πατέρας των, διά να λαμβάνουν τα<BR> +χρήματά των και να τα σπαταλούν.</p> + +<p>121) Ποιητής και διθυραμβοποιός, περί ου ο Αρ. και πολλαχού κάμνει<BR> +λόγον· ενταύθα παρουσιάζεται και ως χωλός.</p> + +<p>122) «Ωόπ»: κέλευσμα ναυτικόν, διδόμενον εις τους κωπηλάτας διά να<BR> +παύσουν την κωπηλασίαν.</p> + +<p>123) Ήτο και ούτος πολύ λεπτός το σώμα και λιπόσαρκος, ως ο Κινησίας·<BR> +κατ' άλλους και ανόητος διθυραμβοποιός, διδάσκων εις την Κεκροπίαν<BR> +φυλήν.</p> + +<p>124) Υπαινίσσεται την γυμνότητα του Συκοφάντου, διότι εις την Πελλήνην<BR> +της Αχαΐας, κατά τους αγώνας των Ηραίων ή των Ερμαίων ετίθετο ως<BR> +έπαθλον χλαίνα.</p> + +<p>125) «Νησιωτικός» ως συκοφαντών τους κατοικούντας εις τας νήσους και<BR> +εγκαλών εις δίκας.</p> + +<p>126) Πλούσιος και ιπποτρόφος. Περί αυτού ίδε και [υποσημείωση 69]</p> + +<p>127) Εννοεί ράβδον ή μάστιγα μεταξύ των οποίων εφημίζοντο αι<BR> +Κερκυραϊκαί ως στερεώτεραι.</p> + +<p>128) Σατυρίζει τον Κλεώνυμον ως ξένον συκωφάντην και ρίψασπιν (ίδε και<BR> +[υποσημείωση 29]). Η Καρδία ήτο πόλις Θρακική, και ο πολίτης Καρδιανός.</p> + +<p>129) Νυκτοκλέπτης, πολλαχού αναφερόμενος.</p> + +<p> </p> + +<p>130) Λογοπαίγνιον: «Ευ γ' επενόησας αυτό και προμηθικώς».</p> + +<p>131) Η εορτή των Θεσμοφορίων ήτο πενθήμερος, διεξήγετο δε εν νηστεία<BR> +την γ' ημέραν.</p> + +<p>132) Τοποθετεί ο Αρ. άνωθεν των θεών βαρβάρους και απολιτίστους θεούς,<BR> +τους Τριβαλλούς, διά το αστείον και προς συμβολισμόν ίσως της παλαιάς<BR> +βαρβάρου καταστάσεως του ανθρωπίνου γένους. Οι Τριβαλλοί ήτο βάρβαρος<BR> +φυλή κατοικούσα εις την Μοισίαν, περί ών ευρίσκει τις πλειότερα και εν<BR> +τη Ποικίλη Ιστορία του Αιλιανού.</p> + +<p>133) Διαβάλλεται πολλαχού ως ξένος και βάρβαρος· ίδε και [υποσημείωση<BR> +1].</p> + +<p>134) «Εντεύθεν άρα τουπιτριβείης εγένετο»: επροτίμησσα την αντίστοιχον<BR> +σύγχρονον φράσιν «τρίβω την κασσίδα», την οποίαν μετεχειρίσθη και ο<BR> +Ραγκαβής εν τη μεταφράσει του των «Ορνίθων» τόμ. Ε' Απάντων, σελ 346<BR> +στ. 1502).</p> + +<p>135) «Η Βασίλεια»: πεποιημένον όνομα, διά του οποίου ενσωματούνται όλα<BR> +τα αγαθά και η ισχύς του Διός εις γυναίκα.</p> + +<p>136) Ως γνωστόν, ο Προμηθεύς έκλεψε το πυρ(την σοφίαν) του Διός και το<BR> +εδώρησεν εις τους ανθρώπους, διό και ετιμωρήθη προσδεθείς επί του<BR> +Καυκάσου κλπ.</p> + +<p>137) Τίμων ο Μισάνθρωπος, περί ου και πολλαχού αναφέρει ο Αρ. (ίδε και<BR> +μετάφρασίν μου Λυσιστράτης και Βατράχων).</p> + +<p>138) Αι κανηφόροι εις την εορτήν των Παναθηναίων εσκιάζοντο άνωθεν από<BR> +σκιάδια, τα οποία εκράτουν δούλαι.</p> + +<p>139) «Και τον δίφρον γε διφροφόρει τονδί λαβών».</p> + +<p>140) Σκιάποδες: γένος μυθολογούμενον ως ζων παρά τον Ατλαντικόν<BR> +Ωκεανόν προς την διακεκαυμένην ζώνην· κατά Πλίνιον, Στράβωνα και<BR> +Κτησίαν εβάδιζον τετραποδητί, είχον δε τους πόδας τόσον πλατείς, ώστε<BR> +τον ένα τούτων μετεχειρίζοντο και ως σκιάδιον· διά τούτων σατυρίζει<BR> +τους φιλοσόφους ως αψύχους και «επί σκιάς βαδίζοντας» (Σχολιαστής).</p> + +<p>141) Δειλός και καταχραστής, περί ου και εν Λυσιστράτη (στ. 490).</p> + +<p>142) Περί τούτου και ανωτέρω [υποσημείωση 116]</p> + +<p>143) Στρατηγός κατά Θουκυδίδην [Η'. 86] είχε στρεβλόν τον πόδα και<BR> +έκρυπτεν αυτόν διά της χλαμύδος του έως κάτω.</p> + +<p>144) Μετεχειρίσθην τας αυτάς πεποιημένας φράσεις του κειμένου.</p> + +<p>145) Κατά τον νόμον εθεωρείτο εν Αθήναις ως νόθον το εκ γυναικός μη<BR> +Αθηναίας τέκνον και απεστερείτο της πατρικής κληρονομίας, επροτιμάτο δε<BR> +τούτου η κόρη εις την κληρονομίαν, και ότε ακόμη δεν υπήρχον γνήσια<BR> +άρρενα.</p> + +<p>146) Απόδοσις της παρεφθαρμένης φράσεως: «Καλάνι» (καλήν) κόραιναν<BR> +κόρην) και μεγάλαν βασίλιναν (βασιλέως) όρνιτο (όρνισι) παραδίδωμι».</p> + +<p>147) Φαναί: κυρίως ακρωτήριον της Χίου· ενταύθα είνε πεποιημένη λέξις<BR> +εκ του φαίνειν, σημαίνοντος εγκαλείν.</p> + +<p>148) Κλεψύδρα, κρήνη εν τη Ακροπόλει, ην και πολλαχού αναφέρει.</p> + +<p>149) Φίλιππος συκοφάντης και αλλαχού αναφερόμενος. Γοργίας ο<BR> +Λεοντίνος, ο περίφημος σοφιστής, αντίπαλος του Σωκράτους περί του<BR> +οποίου ασχολείται και ο Πλάτων εν τω Γοργία.</p> + +<p>150) Ο Έρως παρίστατο ως παράνυμφος εις τους γάμους του Διός και Ήρας<BR> +και εκράτει τας ηνίας του άρματος· διότι επί οχήματος έφερον τας νύμφας<BR> +εις τον οίκον του γαμβρού, συμπαρισταμένου και του παρανύμφου όστις<BR> +εκαλείτο «πάροχος» εκ του παροχούμαι.</p> + +<p> +</p> + +<p></p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Birds, by Aristophanes + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BIRDS *** + +***** This file should be named 27315-h.htm or 27315-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/3/1/27315/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</BODY> +</HTML> + |
