summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/27315-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '27315-h')
-rw-r--r--27315-h/27315-h.htm5518
1 files changed, 5518 insertions, 0 deletions
diff --git a/27315-h/27315-h.htm b/27315-h/27315-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..631c480
--- /dev/null
+++ b/27315-h/27315-h.htm
@@ -0,0 +1,5518 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN">
+<HTML>
+<HEAD>
+<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8">
+<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light">
+<TITLE>ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ</TITLE>
+</HEAD>
+<BODY>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of The Birds, by Aristophanes
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Birds
+
+Author: Aristophanes
+
+Release Date: March 12, 2012 [EBook #27315]
+First Posted: November 22, 2008
+Last Updated: November 12, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BIRDS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Note: The Table of contents is not included in the book. It has been<BR>
+created to help the reader. Numbers in parenthesis relate to the<BR>
+footnotes that have been transferred at the end of the book. Their<BR>
+wording, wherever it refers to book pages or other footnotes, has been<BR>
+changed according to the new numbering. The changes are included in<BR>
+brackets. Brackets within the play are used by the translator for words<BR>
+not included in the ancient text to help the rhyming.</p>
+
+<p>The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.<BR>
+Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been<BR>
+taken into account. The spelling of the book has not been changed<BR>
+otherwise.</p>
+
+<p>Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε<BR>
+προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε παρενθέσεις αφορούν στις<BR>
+υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος<BR>
+του βιβλίου. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε σελίδες ή άλλες<BR>
+υποσημειώσεις, έχει αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Οι αλλαγές<BR>
+περικλείονται από αγκύλες[]. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες<BR>
+χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο<BR>
+μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία.</p>
+
+<p>Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που<BR>
+είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα<BR>
+έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.</p>
+
+
+<p>
+ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</p>
+
+<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h2>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ</h2>
+
+<p><b>ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</b></p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΎΛΟΥ</h3>
+
+<p><b>(POL ARCAS)</b></p>
+
+<p>ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p>
+
+<p>ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ</p>
+
+<p>1910</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ</h3>
+<table>
+<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(1)</td><td>-</td><td>(6)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β'.</td><td align="right">(7)</td><td>-</td><td>(9)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ'.</td><td align="right">(10)</td><td>-</td><td>(24)</td></tr>
+<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(25)</td><td>-</td><td>(58)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ'. "*"</td><td align="right">(59)</td><td>-</td><td>(69)</td></tr>
+<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(70)</td><td>-</td><td>(74)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(75)</td><td>-</td><td>(82)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right">(83)</td><td>-</td><td>(86)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(87)</td><td>-</td><td>(90)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ζ’.</td><td align="right">(91)</td><td>-</td><td>(92)</td></tr>
+<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(93)</td><td>-</td><td>(97)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(98)</td><td>-</td><td>(101)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right">(102)</td><td>-</td><td>(108)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right">(109)</td><td>-</td><td>(118)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(119)</td><td>-</td><td>(121)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ζ’.</td><td align="right">(122)</td><td>-</td><td>(123)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Η’.</td><td align="right">(124)</td><td>-</td><td>(127)</td></tr>
+<tr><td>ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Α'.</td><td align="right">(128)</td><td>-</td><td>(129)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Β’.</td><td align="right">(130)</td><td>-</td><td>(139)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’.</td><td align="right">(140)</td><td>-</td><td>(142)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Δ’.</td><td align="right">(143)</td><td>-</td><td>(146)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Ε’.</td><td align="right">(147)</td><td>-</td><td>(149)</td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ ς'.</td><td align="right">(150)</td><td></td><td></td></tr>
+<tr><td>ΣΚΗΝΗ Γ’."*"</td><td align="right"></td><td></td><td></td></tr>
+</TABLE>
+
+<p>(*) Λάθος αρίθμηση</p>
+<h3 style="margin-top: 3em">ΕΙΣΑΓΩΓΗ<BR>
+ΕΙΣ ΤΟΥΣ «OΡΝΙΘΑΣ»</h3>
+
+<p>Διά της κωμωδίας ταύτης σατυρίζει δριμύτερον ο ποιητής την<BR>
+επικρατήσασαν εν Αθήναις πολιτικήν και κοινωνικήν διαφθοράν,<BR>
+παρουσιάζων δύο πολίτας Αθηναίους εξοριζομένους εκουσίως και<BR>
+καταφεύγοντας εις τα πτηνά προς ίδρυσιν νέας πολιτείας με ηρεμώτερον<BR>
+βίον και με αγνότερα ήθη· σατυρίζει δε φαιδρώς και τας αποδιδομένας εις<BR>
+τους θεούς ανθρωπίνους αδυναμίας.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3>
+
+<p>
+<BR>
+πολίται Αθηναίοι:<BR>
+ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p>
+
+<p>ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ (Τροχίλος)υπηρέτης του Τσαλαπετεινού.<BR>
+Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ (Έποψ)<BR>
+ΧΟΡΟΣ ΟΡΝΙΘΩΝ<BR>
+ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ (Φοινικόπτερον)<BR>
+(ΚΗΡΥΚΕΣ)<BR>
+Ο ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+Ο ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+Ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ΜΕΤΩΝ Γεωμέτρης<BR>
+Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+Ο ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR>
+ΑΓΓΕΛΟΙ<BR>
+ΙΡΙΣ<BR>
+Ο ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ΚΙΝΗΣΙΑΣ διθυραμβοποιός<BR>
+Ο ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+Βωβόν πρόσωπον: Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πεισθεταίρου</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h3>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">Ο Ι&nbsp;.&nbsp;Ο Ρ Ν I Θ Ε Σ</h3>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>_(Η σκηνή παριστά οδόν πετρώδη.- Εις απόστασιν δένδρα, θάμνοι και λίθοι<BR>
+- Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης κρατούντες ο είς Κουρούναν<BR>
+και ο έτερος Καρακάξαν. Ακολουθεί ο θεράπων κρατών στρωμνάς, χύτραν και<BR>
+άλλα μαγειρικά σκεύη)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(Προς την Καρακάξαν)_<BR>
+ Να πάμε ίσια προς τα εκεί, που το δενδρί προβάλλει.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς την Κουρούναν)_<BR>
+ Να σκάσης!-Η κουρούν'αυτή [άκουσε] σκούζει πάλι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Γιατί μωρέ κακόμοιρε, πέρα και δώθε τρέχουμε;<BR>
+ θα τσακιστούμε· γνέματα για διάσιμο δεν έχουμε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εγώ, που στης Κουρούνας μου επίστεψα το στόμα<BR>
+ επήρα χίλια στάδια ως τώρα, πες κι' ακόμα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αμή κ'εγώ, που να πεισθώ στην Καρακάξα βιάσθηκα,<BR>
+ για ιδές, εξενυχιάσθηκα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν βλέπω πού βρισκόμαστε, σε ποιόν του κόσμου τόπο.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Να βρούμε την πατρίδα μας ξέρεις κανένα τρόπο;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Σε τούτο θα βρισκότανε ακόμα μπερδεμένος<BR>
+ και ο Εξηκεστίδης (1) [ο κοσμογυρισμένος].</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αλλοίμονο!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών προς το βάθος)_<BR>
+ Για τράβα 'ς αυτό το μονοπάτι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(προς το κοινόν)_<BR>
+ Και τον χρωστάμε όλον ετούτον τον μπελιά<BR>
+ στον υποχονδριασμένον αυτόν τον Φιλοκράτη (2)<BR>
+ που μας πουλεί στο πιάτο τα πειο παχειά πουλιά·<BR>
+ γιατί μας είπ' [Ορθά κοφτά]<BR>
+ το πως με τα πουλιά του αυτά<BR>
+ θα βρούμε τον Τηρέα (3) τον Τσαλαπετεινό<BR>
+ που ήταν πρώτα όρνιο [κι' αυτός ανθρωπινό],<BR>
+ και την Κουρούνα εφούσκωσε τρεις οβολούς 'ς εμένα,<BR>
+ την Καρακάξα δε αυτή στον Θαρρελείδη, (4) ένα·<BR>
+ κι' άλλο δεν ξεύρουν [τόσην ώρα]<BR>
+ παρά να μας φορτώνουνε δαγκώματα.<BR>
+_(Προς την Κουρούναν)_<BR>
+ Έλα, μωρή! τι χάσκεις τώρα;<BR>
+ θα μας τραβάς ακόμα στα πετρώματα;<BR>
+_(Προς τον Πεισθέταιρον)_<BR>
+ Πήρες κανένα δρόμο με το μάτι;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα! δεν υπάρχει ούτε μονοπάτι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ θα βρούμε, λέ' η Κουρούνα σου, δρόμο 'ς αυτήν τή χώρα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ο,τι έλεγε προτήτερα, το ίδιο λέει και τώρα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Σαν τι σου λέει δηλαδή;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι άλλο τάχα ξέρει, παρά πού μου κατάκοψε με δαγκωνιές το χέρι;<BR>
+ Τι φοβερό! γυρέψαμε του κάκου<BR>
+ να πάμε μια φορά «κατά κοράκου»,<BR>
+ κ' ετοιμασίες κάναμε, και όμως<BR>
+ δεν ξέρουμε πούθε τραβά ο δρόμος!<BR>
+_(Προς το κοινόν)_<BR>
+ Γιατί ημείς, — ώ άνδρες, που ακούτ' εμέ [τον βλάκα] — <BR>
+ επάθαμεν αρρώστια αντίθετη απ' του Σάκκα. (5)<BR>
+ Γιατί αυτός δεν ήτανε πολιτογραφημένος<BR>
+ και γύρευε με το στανιό να τον ειπούν πολίτη·<BR>
+ κ' εμείς, που είχαμε τιμές από φυλή και γένος,<BR>
+ πολίτες, δίχως να μας μπη κανένας και στη μύτη,<BR>
+ πήραμε τα δυο πόδια μας καθένας και πετάξαμε·<BR>
+ μα τούτο δεν το πράξαμε<BR>
+ ούτ' από μίσος τάχα για την πόλι,<BR>
+ γιατί έχει από τη φύσι προτερήματα,<BR>
+ ούτε πως δεν μοιράζει 'ς όλους χρήματα.<BR>
+ Η τζίτζικες 'ς ένα χρόνο<BR>
+ τραγουδούν δυο μήνες μόνο,<BR>
+ μα οι Αθηναίοι τώρα πέρασαν και της τζιτζίκες,<BR>
+ γιατί 'ς όλο τους το βίο τραγουδούνε μόνο δίκες!<BR>
+ Γι' αυτό λοιπόν τραβήξαμε κ' εμείς 'ς αυτά τα μέρη<BR>
+ με χύτρα και με κάνιστρο και με μυρτιές 'ςτο χέρι, (6)<BR>
+ [να χτίσουμε την πόλιν μας] κ' εδώ κ' εκεί γυρνάμε<BR>
+ να βρούμε τόπον ήσυχο, που να καλοπερνάμε.<BR>
+ Με δρόμο μακρυνό<BR>
+ εκείνον τον Τηρέα τον Τσαλαπετεινό<BR>
+ καθένας μας ζητάει,<BR>
+ να τον παρακαλέσουμε αν θέλη να μας πη,<BR>
+ εκεί όπου πετάει,<BR>
+ αν είδε καμμιά πόλι με τέτοια προκοπή.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ερχόμενος προς τον Ευελπίδην)_<BR>
+ Ε!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τι;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τούτ' η Κουρούνα μου [ρίχνει ψηλά το μάτι]<BR>
+ και ώρα είνε κάμποση, που απάνω δείχνει κάτι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κ' η Καρακάξα χάσκοντας [ψηλά το μάτι ρίχνει]<BR>
+ κι' απάνω κάτι δείχνει.<BR>
+ Δεν ξέρω αν βρίσκονται πουλιά στον τόπο αυτόν [που μπαίνουμε],<BR>
+ μα μ' ένα κρότο στη στιγμή, νομίζω, το μαθαίνουμε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Α, κάμε τούτο πρώτο!<BR>
+ χτύπησε με το γόνα σου την πέτρα τη μεγάλη.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Δεν την κτυπάς καλήτερα εσύ με το κεφάλι;<BR>
+ διπλό θα κάνη κρότο.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Σκύψε λοιπόν, σου είπα,<BR>
+ πάρε λιθάρι κτύπα!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αφού το θέλεις, νά κ' εγώ...</p>
+
+<p>_(Λαμβάνει λίθον και κτυπά επί του βράχου, φωνάζων :)_<BR>
+ Παί! παί!...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Για να σου ειπώ,<BR>
+ παιδί τον λες τον Έποπα; Για πες του : πω-πω-πω!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(κτυπών)_<BR>
+ Πώ-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!<BR>
+ ακόμη θέλεις να κτυπάω;<BR>
+ πω-πω-πω-πάω!... πω-πω-πω-πάω!..</p>
+
+<p>_(Εξέρχεται επί του βράχου το Τρυποκάρυδον).-</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β’.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Τ' είνε τούτοι [που κτυπάνε;]<BR>
+ τον αφέντη ποιοί ζητάνε;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ω Απόλλων μου! τι στόμα είνε τούτο που ανοίγει;</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Συμφορά μου! είν' άνθρωποι, οπού βγήκαν στο κυνήγι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Βρε τι βλέπεις φοβερό;<BR>
+ δεν μπορούσες να ειπής τάχα ένα λόγο τρυφερό;</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Νά!... να πάτε να χαθήτε!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μα δεν είμαστε άνθρωποι.</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Αμ τι είσθε τότε; ειπήτε!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Είμαι όρνιο της Λιβύας που το λενε φοβιτσάρη. (7)</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Τίποτε μ' αυτό δεν είπες [κ' έλα, κάνε μας τη χάρι]...</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(δεικνύων τα σκέλη του)_<BR>
+ [Τα πουλιά] δω κάτω πούνε,<BR>
+ δεν ρωτάς να σου το ειπούνε;</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ _(δεικνύων τον Πεισθέταιρον)_<BR>
+ Τ' είδους όρνειο είνε τούτος κι' από ποιο τραβάει γένος;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νά, εγώ που βλέπεις είμαι Φασιανικός (8)( χεσμένος.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Και σύ τι θηρίον είσαι; σε παρακαλώ πολύ.</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Είμαι δουλικό πουλί.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μήπως τάχ' από κανένα ενικήθης πετεινό;</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Από τότε που ο αφέντης ήλθε κ' έγινε πτηνό,<BR>
+ παρακάλεσε κ'εμένα Τρυποκάρυδο να γίνω<BR>
+ κ' είδός τι ακόλουθός του κ' υπηρέτης του να μείνω.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τα πουλιά έχουν ανάγκην από δούλους;</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Καθώς ξέρω<BR>
+ ήταν άνθρωπος· και όταν μου γυρεύη να του φέρω<BR>
+ της μαρίδες του Φαλήρου, παίρνω αμέσως ένα πιάτο<BR>
+ και της φέρνω από κει κάτω.<BR>
+ Κι' όταν φάβα θέλη πάλι,<BR>
+ βρίσκω χύτρα και κουτάλι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τρέχα-τρέχ' αυτός [ο φίλος]<BR>
+ έγινε πουλί τ ρ ο χ ί λ ο ς (9).<BR>
+ Ξέρεις τώρα τι να πράξης;<BR>
+ τον αφέντη σου να κράξης.</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Μά τον Δία, εκοιμήθη· μόλις είνε στιγμές λίγες,<BR>
+ πούφαγε σμυρτιές και μυίγες.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μολαταύτα ξύπνισέ τον.</p>
+
+<p> ΤΟ ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟ<BR>
+ Αχ! θα τον στενοχωρήσω,<BR>
+ μα για χάρι σας πηγαίνω στη στιγμή να τον ξυπνίσω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+_(εξαφνιζόμενος από το πέταγμα του Τρυποκάρυδου_</p>
+
+<p> Απ' τον τρόμο, που να σκάσης! μού κοψες τα ύπατα μου.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p>_(βλέπων την Καρακάξαν του αφιπταμένην εκ των χειρών του)_</p>
+
+<p> Νά τη! πάει η Καρακάξα απ' το φόβο, συφορά μου!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε δειλότατο θηρίο! τοσ' είν' η παλληκαριά σου<BR>
+ πού άφησες την Καρακάξα;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μήπως δα κ' η αφεντιά σου<BR>
+ δεν αφήκες την Κουρούνα, όταν τούμπα είχες φάη;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν την άφησα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Πού είνε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Έκαμε φτερά και πάει.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μόνη της φτερό είχε πάρη;<BR>
+ μπράβο!... είσαι παλληκάρι!..</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._</p>
+
+ <h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τα χόρτα μου άνοιξε να βγω!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικού φόβου)_<BR>
+ Τι τρομερό θηρίο!<BR>
+ Ω Ηρακλή! τι φτερωσά! τι τρίδιπλο λοφίο!</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ποιός με γυρεύει;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Οι θεοί μαζύ και με τον Δία<BR>
+ σ' έχουν μαδήση, φαίνεται.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ωραία κοροϊδεία<BR>
+ για τα φτερά [που βλέπετε αυτά τα μαδημένα]·<BR>
+ μα ήμουν άνθρωπος κ' εγώ.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ποιος κοροϊδεύει εσένα;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ποιόν κοροϊδεύεις τάχα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τη μύτη σου μονάχα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ο Σοφοκλής που μ' έφερε 'ς αυτό το χάλι φταίει,<BR>
+ που όλο στής τραγωδίες του για τον Τηρέα λέει.(10)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Συ είσαι ο Τηρεύς λοιπόν; Τι είσαι γινωμένος,<BR>
+ όρνειο, παγώνι...</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πουλί.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μπα! γιατ' είσαι μαδημένος;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Εμάδησα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Και από τι; από αρρώστιαν;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Όχι<BR>
+ αλλά το γένος των πουλιών [που λέτε, έτσι τώχει]:<BR>
+ μαδούν στη βαρυχειμωνιά, βγάζουν φτερά κατόπι.<BR>
+ Μα πέτε μου ποιοί είσθε σεις;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Εμείς; θνητοί, ανθρώποι.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ποιά είνε η πατρίδα σας;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Είμαστε από την πόλι<BR>
+ που βγαίνουν όλο στόλοι.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μην τύχη κ' είσθ' ηλιασταί; (11)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Το εναντίον βρήκες<BR>
+ είμαστε απηλιασταί, [σχαινόμεθα της δίκες],</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μπα! βρίσκεται τέτοια σπορά στου τόπου σας το χώμα;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αν φέρης γύρα τους αγρούς, κάτι θα βρης ακόμα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Και τι λοιπόν γυρεύετε που ήλθατ' έδώ πέρα;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Γυρεύουμε να μείνουμε μαζύ σου [νύχτα-μέρα].</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Γιατί;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Γιατ' ήσουν σαν εμάς άνθρωπος μια φορά<BR>
+ κ' έτσι το είχες, σαν εμάς, και συ κρυφή χαρά,<BR>
+ όταν τα ξένα χρήματα, καθώς εμείς, συγύριζες,<BR>
+ και τα 'παιρνες για δανεικά και πίσω δεν τα γύριζες·<BR>
+ κατόπιν έγινες πουλί, πήρες τον κόσμο γύρα,<BR>
+ και του ανθρώπου απόκτησες και του πουλιού την πείρα.<BR>
+ Γι' αυτό ικέται ήλθαμε 'ς εσένα να μας πης<BR>
+ για καμμιά πόλι τριχωτή που ναν' της προκοπής,<BR>
+ κι' ως είδος τι γουναρικό, που νάχουμ' [όλον τον καιρό]<BR>
+ ξαπλωταριό γερό.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Γυρεύεις μεγαλείτερη από την πόλι εκεί των Κραναών; (12)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Α, όχι δα, μα πειο συμφερτική.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Α, θα γυρεύης, φαίνεται, την αριστοκρατία.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Δεν θέλω ούτε για το γυιό ν' ακούσω του Σκελλία.(13)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ήγουν ποια πόλι θέλατε να κατοικήτ' ευχάριστα;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Εκείνην που τα πράματα τα πειο τρανά και άριστα<BR>
+ θάσαν αυτά : Αυγή-αυγή<BR>
+ όξω άπ' τη θύρα μου να βγη<BR>
+ ένας από τους φίλους μου, κι' αυτά να ειπή' ς εμένα :<BR>
+ «Πάρε και τα παιδάκια σου μαζύ, καλολουσμένα,<BR>
+ κ' έλα, για όνομα θεού, στο σπίτι |γείτονα μου],<BR>
+ πούχω τραπέζι γάμου·<BR>
+ πρόσεξε μήπως δεν φανής, γιατί αν τύχη μια φορά<BR>
+ να μου 'ρθη κάποια συμφορά,<BR>
+ στο λέω, δεν θα σε δεχθώ.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Γυρεύεις, μα τον Δία,<BR>
+ πράγματα λυπηρά. — Και συ!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μια τέτοια αηδία<BR>
+ κ' εγώ γυρεύω.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Δηλαδή;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όταν πατέρας θα με ιδή<BR>
+ που έχει όμορφο παιδί,<BR>
+ να 'ρθή κοντά μου με ντροπή<BR>
+ και τέτοια λόγια να μου πη:<BR>
+ «Α Στιλβωνίδη,(14) φίλε μου, [είμαι προσβεβλημένος]·<BR>
+ γύριζε απ' το γυμνάσιον ο γυιόκας μου λουσμένος,<BR>
+ και όταν τον απάντησες καθόλου δεν του μίλησες,<BR>
+ και ούτε τον αγκάλιασες, και ούτε τον εφίλησες,<BR>
+ δεν του πιασες ταρχίδια,<BR>
+ μα ούτε και στο σπίτι σου τον πήγες [για παιγνίδια],<BR>
+ κ' είσαι και φίλος πατρικός!...</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τι λες! βρε τον καϋμένο!<BR>
+ που ένα πράμα γύρεψε και τούτος σιχαμένο!<BR>
+ Υπάρχει όπως τη θέλετε μια πόλι ευτυχισμένη·<BR>
+ πούνε κοντά στη θάλασσα την Ερυθρά χτισμένη» (15)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Πω, πω! σε θάλασσα κοντά να βρούμε κατοικία,<BR>
+ κλητήρες να μας δέχωνται με τη Σαλαμινία!(16)<BR>
+ Δεν ξέρεις πόλι ελληνική;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τον Λέπρεον (17) της Ήλιδος· γιατί δεν πάτ' εκεί;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Σιχαίνομαι τον Λέπρεον, γιατί αρκεί που είδα<BR>
+ τον [ποιητή] Μελάνθιον.(18)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Να πάτε στη Λοκρίδα,<BR>
+ που είνε οι Οπούντιοι, να μείνετε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Να μείνωμε;<BR>
+ και μ' ένα τάλαντο χρυσό Οπούντιος (19) δεν γίνομαι<BR>
+ [να πέσω στο κατάντι<BR>
+ του Οπουντίου του στραβού, τεμπέλη, συκοφάντη.]<BR>
+ Για πες μου τώρα: πως περνά, ζώντας κανείς με τα πουλιά;<BR>
+ εσύ θα ξέρης βέβαια.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Δεν είνε κι' άσχημη δουλειά·<BR>
+ πρώτον, δεν θέλεις χρήματα για έξοδα και για φαΐ.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αμ' τότε κίβδηλα πολλά αφαίρεσες απ' τη ζωή.(20)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τρώμε στους κήπους της μυρτιές, το άσπρο το σουσάμι,<BR>
+ και δυόσμο, [που χωρίς αυτόν δεν γίνονται οι γάμοι]<BR>
+ και παπαρούνες.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Δηλαδή σαν νεοπανδρεμένοι<BR>
+ περνάτε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μωρέ τι μας λες!; εις των πουλιών τα γένη<BR>
+ βλέπω μεγάλη φρόνησι και δύναμι πολλή,<BR>
+ και πειο τρανοί θα γίνετε με μια μου συμβουλή.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τι συμβουλή!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι συμβουλή θ' ακούσετε ρωτάτε;<BR>
+ πρώτον τρυγύρω χάσκοντας ποτέ να μή πετάτε·<BR>
+ δεν είναι και το έργο αυτό τιμητικό πολύ·<BR>
+ γιατί «τ' είν' τούτο το πουλί;»<BR>
+ κανένας αν ρωτούσε,<BR>
+ θάβγαιν' ευθύς ο [παστρικός] Τελέας (21) ν' απαντούσε:<BR>
+ «τούτο είν' ανθρωπορνίθι<BR>
+ όπου άστατο γεννήθη,<BR>
+ θέσι δεν κρατεί να μείνη<BR>
+ κι' ούτε ίχνος δεν αφίνει.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μα τον Διόνυσον! λαμπρά η κοροϊδεία όλη.<BR>
+ Μα τι λοιπόν να κάνουμε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να χτίσετε μια πόλι. (22)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μα τα πουλιά μονάχα<BR>
+ τι είδους πόλι, [λέτε σεις], μπορεί να χτίσουν τάχα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι κουταμάρα φοβερή μας είπες τούτ' την ώρα!<BR>
+ Για κύττα κάτω.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR>
+ Βλέπω, νά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κύττα κι' απάνω τώρα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR>
+ Να, βλέπω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τώρα κύτταξε και γύρω σου ως τόσο.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(εκτελών)_<BR>
+ Καλά, κι αν κοψολεμιασθώ στο τέλος τι θα νοιώσω;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι είδες;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Είδα σύγνεφα και τουρανού [το θόλο].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα πως; -δεν έχουν τα πουλιά στον ουρανό τον πόλο;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πόλο; Τι πόλο δηλαδή;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νά, σαν να λέμε, χώρα·<BR>
+ τόπος που τριγυρνάνε<BR>
+ κι' όλ' άπ' αυτόν περνάνε,<BR>
+ λέγεται πόλος τώρα·<BR>
+ και αν τον κατοικήσετε<BR>
+ και τον μανδρογυρίσετε,<BR>
+ ο πόλος πόλις γίνεται.<BR>
+ Και στους ανθρώπους άρχοντες και κύριοι θα μείνετε,<BR>
+ ακρίδες σαν να ήσανε·<BR>
+ κι' όπως στη Μήλο μια φορά της πείνας εψοφήσανε, (23)<BR>
+ το ίδιο θα ψοφήσουνε και οι θεοί μια μέρα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πώς;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μέσο ουρανού και γης έχουμε τον αγέρα·<BR>
+ όπως εμείς, σαν θέλουμεν εις τους Δελφούς να πάμε,<BR>
+ το δρόμο να μας δώσουνε οι Βοιωτοί ζητάμε,<BR>
+ έτσι κι' όταν προσφέρουμε θυσίας [κατά κόρον]<BR>
+ εις τους θεούς, αν οι θεοί δεν σας πληρώσουν φόρον,<BR>
+ σεις δεν θαφήσετε ποτέ να πάη απάνω ίσα<BR>
+ στο χάος απ' τας πόλεις τους, των θυσιών η κνίσα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(μετά θαυμασμού)_<BR>
+ Πρε! μα τη γή! τα σύγνεφα! τα δίχτυα! την παγίδα<BR>
+ ως τώρα σκέψι απ' αυτή σοφώτερη δεν είδα.<BR>
+ εάν και τάλλα τα πουλιά<BR>
+ εγκρίνουν τούτη τη δουλειά,<BR>
+ θα είμαι πρόθυμος μαζύ να χτίσουμε τη χώρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και θα τους εξηγήση ποιός το σχέδιο μας τώρα;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ο ίδιος συ. Τόσον καιρό μαζύ μ' αυτά που μένω,<BR>
+ μια που ήταν γένος βάρβαρο [και μη γραμματισμένο.],<BR>
+ και να μιλάνε τά μαθα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και πως θα τα καλούσες;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Α! εύκολα. Μέσ' από δω 'ς οχτιές πυκνοφυλλούσσες<BR>
+ αμέσως θα πηδήσω,<BR>
+ τ'αηδόνι θα ξυπνίσω<BR>
+ και κελαδώντας τότε αυτό θα προσκαλέση τάλλα,<BR>
+ που σαν ακούσουν τη φωνή θαρθούν εδώ τρεχάλα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω συ, απ' τα πουλιά ταγαπητότερο,<BR>
+ κάμε μ' αυτήν τη χάρι, μην αργήσης,<BR>
+ κ' έμβα μέσ' στην οχτιά το γρηγορώτερο<BR>
+ ταηδόνι να ξυπνήσης.</p>
+
+<p>_(Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ προχωρών προς την λόχμην των θάμνων και λαμβάνων την<BR>
+κατάλληλον θέσιν αρχίζει τας κάτωθι στροφάς:)_</p>
+
+<p>
+ Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Παύσε τον ύπνο, σύντροφε [από παληούς καιρούς] (24)<BR>
+ και χύσε ήχους από ύμνους ιερούς,<BR>
+ που με το θείο σου το στόμα<BR>
+ τον Ίτυ τον πολύκλαυστο θρηνείς ακόμα,<BR>
+ τον Ίτυ τον δικό μου και δικό σου,<BR>
+ και με το ράμφος το ξανθό σου<BR>
+ τον κλαις γλυκά<BR>
+ με μοιρολόγια αρμονικά.<BR>
+ Μέσ' από τα πυκνόφυλλα πουρνάρια<BR>
+ στους θρόνους του Διός<BR>
+ υψώνετ' η φωνή σου η καθάρεια<BR>
+ κι' ο χρυσομάλλης Φοίβος ο θεός<BR>
+ στους θρήνους τους λυπητερούς<BR>
+ μ' άλλο τραγούδι απαντά, και στένει<BR>
+ με τη [χρυσή] τη λύρα του την λεφαντοδεμένη<BR>
+ θεών χορούς·<BR>
+ και τοτ' αντιφωνεί<BR>
+ από τα στόματά τους τα αιώνια<BR>
+ κοινά τραγούδια και εναρμόνια<BR>
+ η θεία των θεών φωνή.</p>
+
+<p>_(Ακούεται έσωθεν αυλός ως άσμα αηδόνος)_</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω, τι ωραία το πουλί,<BR>
+ Ζευ βασιλειά, όπου λαλεί!<BR>
+ ολόκληρη τη λαγκαδιά<BR>
+ εγέμισε από μέλι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ε! συ!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι τρέχει;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τσιμουδιά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Γιατί;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ο Τσαλαπετεινός να τραγουδήση θέλει.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Εποποί! ποποπό! ποποί! ποποί!<BR>
+ Ιώ! ιώ! ίτω-ίτω! ίτω ίτω! ίτω-ίτω!<BR>
+ Έλα, έλα εδώ κανένα<BR>
+ φτερωμένο σαν εμένα!<BR>
+ όσα τους αγρούς τρυγάτε<BR>
+ με της φύτρες της πολλές<BR>
+ κριθαροφάγοι, αναρίθμητες φυλές, — <BR>
+ κι όσα σεις σπορολογάτε<BR>
+ και πετάτ' εδώ κ' εκεί<BR>
+ γοργόφτερα, και με φωνή μελωδική· — <BR>
+ και σεις, που με λεπτή φωνή και μ' ένα στόμα,<BR>
+ γλυκολαλείτε μέσ' στης αυλακιάς το χώμα<BR>
+ που αφίνει το ζευγολατιό — <BR>
+ τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό! τιό-τιό-τιό!<BR>
+ Και σεις, που μέσ' στων περβολιών πετάτε<BR>
+ της κισσοσκέπαστες μεριές, — -<BR>
+ και σεις που στα βουνά τρυγάτε<BR>
+ ταγρίληα και της κουμαριές — <BR>
+ πετάχτ' εδώ που σας ζητώ — <BR>
+ τοτοβρίξ! τριοτό! τριοτό! τριοτό!<BR>
+ Και σεις, που [κυνηγάτε<BR>
+ και] τα κουνούπια χάφτετα τα βλαβερά,<BR>
+ και μέσ' στων βάλτων τα νερά<BR>
+ και στης κοιλάδες πάτε· — <BR>
+ κι' όσα στα μέρη μένετε της γης τα δροσερά,<BR>
+ και μέσ' στου Μαραθώνα<BR>
+ τον μαγικό λειμώνα, — <BR>
+ και συ, λιβαδοπέρδικα, με τα πολύχρωμα φτερά!<BR>
+ Και όσες φυλές στης θάλασσες [γυρίζετε<BR>
+ και] με της αλκυόνες φτερουγίζετε<BR>
+ απάνω από τα κύματα τα φουσκωμένα,- — <BR>
+ ελάτε τα νεώτερα να μάθετ' από μένα. — <BR>
+ ελάτ' ελάτ' από το κάθε μέρος<BR>
+ όλα τα μακρολαίμικα πουλιά,<BR>
+ γιατ' ένας πονηρός έφθασε γέρος<BR>
+ με νέες γνώμες γι' άγνωστη δουλειά!<BR>
+ Όλα στους λόγους μου τρέχατε!<BR>
+ ελάτ', ελάτ' ελάτε!</p>
+
+<p>_(Ο Τσαλαπετεινός εισέρχεται εις την λόχμην, ενώ ταυτοχρόνως ακούεται<BR>
+έσωθεν ο χορός των Πτηνών, αδόντων εις ποικίλας φωνάς)_</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ<BR>
+ Τόρο-τόρο-τόρο-τοροτίξ!<BR>
+ κικκαβαύ! κικκαβαύ!<BR>
+ τόρο-τόρο-τόρο-τορολιλιλίξ...</p>
+
+<p>_(Πίπτει η αυλαία υπό τα βήματα των πτηνών, ενώ ο Πεισθέταιρος και ο<BR>
+Ευελπίδης παρατηρούν αλλήλους μετ' ευαρέστου εκπλήξεως.)_</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>_(Η αυτή σκηνογραφία. — Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φαίνονται<BR>
+επανερχόμενοι εκ των παρασκηνίων, κατόπιν ερεύνης προς ανεύρεσιν των<BR>
+πτηνών.)_</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — και μετ' ολίγον το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ και ο<BR>
+ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Βλέπεις συ πουλί κανένα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τίποτε δεν διακρίνω αν και χάσκω ολονένα<BR>
+ βλέποντας τον ουρανό.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τώρα χάσαμ' από μπρος μας και τον Τσαλαπετεινό·<BR>
+ άδικα να σκούξη μπήκε, σαν την κλώσσα στην οχτιά,<BR>
+ όπως τα κιτρινοπούλια [οπού ζουν στη ρεματιά].<BR>
+ Το ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΙ _(εμφανιζόμενον εις ύψωμα)_<BR>
+ Τοροτίξ! Τοροτοτίξ;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Να ένα πουλί σιμώνει·<BR>
+ αλλά τι πουλ' είνε τούτο; είνε τάχατε παγώνι;</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται ο Τσαλαπετεινός)._</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δεικνύων τον Τσαλαπετεινόν)_<BR>
+ Νάτος! — Τι πουλί είνε τούτο, θα μας το εξηγήσης τώρα;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Δεν είν' απ' αυτά τα ντόπια, όπου βλέπετε στη χώρα·<BR>
+ είν' ένα πουλί της λίμνης.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μωρέ, σούνε μια χαρά!,<BR>
+ κ' έχει κόκκινα φτερά.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Με το δίκηο του- [καϋμένε]·<BR>
+ Κοκκινόπουλο το λένε.</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται ο Πετεινός της Περσίας)._</p>
+
+<p>
+ ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ε! για κύττα!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι φωνάζεις;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κι άλλο ιδές εκεί πουλί.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα τον Δία! από τόπο θάνε μακρυνό πολύ.</p>
+
+<p>_(Προς τον Τσαλαπετεινόν)._</p>
+
+<p> Και ποιος 'είνε τάχα τούτος, ο παράξενος βουνήσιος,<BR>
+ που, σαν ποιητής και μάντις, στέκει κορδωμένος, [ίσιος];</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μήδος είνε τόνομά του.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μήδος αι; ώ Ηρακλή μου! πως επέταξ' έδώ κάτου,<BR>
+ δίχως ναν' [όπως οι Μήδοι] στην καμήλα του καβάλλα; (25)</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται πτηνόν με λοφίον, όπως ο Τσαλαπετεινός)._</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Να κ' ένα πουλί που βγαίνει με λοφίο [στην κεφάλα].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιό να είν' αυτό το τέρας;<BR>
+ Είνε κι άλλος σαν εσένα;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ήταν ποιητής πατέρας<BR>
+ και αυτού ο Φιλοκλής, (26)<BR>
+ [κι ο δικός μου ο Σοφοκλής]<BR>
+ κ' είμ' εγώ δικός του πάππος·<BR>
+ σαν να λέμεν έτσι κάπως<BR>
+ [για περισσότερη ευκολία]<BR>
+ ο Καλλίας Ιππονίκου, κι ο Ιππόνικος Καλλία. (27)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ο Καλλίας είναι τούτος δηλαδή, και επομένως<BR>
+ πρέπει νάνε μαδημένος.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Με το νανε πειο γενναίος [και να σπέρνη τον παρά του]<BR>
+ συκοφάντες και γυναίκες του μαδούνε τα φτερά του.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται έτερον πτηνόν με χρωματιστά πτερά)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποσειδώνα! τ' είνε τούτο, πούχει στα φτερά του χρώμα;<BR>
+ πώς το λένε;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Φ α τ α ο ύ λ α. (28)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κι' άλλος βρίσκεται ακόμα<BR>
+ Φαταούλας, ή μην είνε ο Κλεώνυμος; (29)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Α, όχι!<BR>
+ Ω Κλεώνυμος αν είνε το λοφίο δεν θά τόχη!<BR>
+ [τρέχα-τρέχα, δος του νάχη<BR>
+ τόχασε σε κάποια μάχη.]</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε, λοφία που τα έχουν,<BR>
+ στους αγώνες σαν να τρέχουν.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ζούνε, βλέπετε, στους λόφους νάχουν κάποια σιγουριά,<BR>
+ σαν τους Κάρες. (30)</p>
+
+<p>_(Εισβάλλει πλήθος πτηνών εις την σκηνήν)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποσειδώνα! [απ' την κάθε μια μεριά]<BR>
+ τι πουλί και τι κακό<BR>
+ που μαζεύθη!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ω Απόλλων! Σύγνεφο είνε ξαφνικό!<BR>
+ απ' το πέταγμα που κάνουν<BR>
+ δεν τα βλέπω πούθε φθάνουν.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Νά μια πέρδικα, νά κ' ένα τηγανάρι του λειμώνα,<BR>
+ κοκκινόπαπια είνε τούτο, να, και τούτ' ειν' αλκυόνα...</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κι από πίσω της ποιός είνε;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τούτος; είν' ένας κηρύλος.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μπα! πουλί είν' ο κηρύλος :</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πώς δεν είνε ο σποργίλος; (31)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Νά και μια κουκουβάγια.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Πρε, τι λες; ποιός έχει φέρη<BR>
+ κουκουβάγια στην Αθήνα;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Νά, τρυγόνι, περιστέρι,<BR>
+ μπούφος, νεκροπούλι, κίσσα, κοκκινόπουλο, αμπελίδα,<BR>
+ φάσσα και κοκκινολαίμης, όρνειο, κούκος, κολυμπίδα,<BR>
+ νά και μία καρδερίνα, και κοκκινοποδαράκι,<BR>
+ νά κ'ένας βελανιδιάρης, σκορδαλός, νά και γεράκι,<BR>
+ νά κ' ένας ανεμογάμης.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τι κοτσίφια και πουλιά!<BR>
+ Τι τρεχάλες πέρα-δώθε, τι φωνές και τι λαλιά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τάχατε μας φοβερίζουν;<BR>
+ ωχ! 'ς εμάς τους δυο γυρίζουν<BR>
+ χάσκοντας κι' αγριεμένα!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Έτσι φαίνεται κ' εμένα<BR>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πόπο-πόπο-πόπο-πού<BR>
+ με γυρεύουνε; και τούτοι μας έφθασαν από πού;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Βρίσκομαι καιρό 'δώ πάνω,<BR>
+ μα τους φίλους δεν ξεχάνω.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ τι-τι-τι-τι:<BR>
+ θέλεις τάχα; κ' έχεις πράμα να μου ειπής καλό και τι;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μιάν υπόθεσι καλή<BR>
+ και ωφέλιμη και δίκηα και κοινή και ασφαλή.<BR>
+ Δυο σοφοί μας ήλθαν άνδρες κ είν' η γνώμες του καλές.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Από πού και πώς; τι λες;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ήλθαν από τους ανθρώπους δύο γέροι [γάλι-γάλι]<BR>
+ κ' ένα σχέδιον μας φέρουν για υπόθεσι μεγάλη.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Βρε, κολασμένε γέρο!<BR>
+ πούχεις απ' όσους ξέρω<BR>
+ της αμαρτίες πειο πολλές — <BR>
+ τι κάθεσαι και λες;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μ'όσα θ' ακούσης να σου ειπώ φόβο, να μη σε πιάση.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τι τάχα μου 'χεις φτιάση;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Δυο άνδρας υποδέχθηκα, που ζήτησαν να ρθήτε<BR>
+ κ' εδώ να μαζευθήτε.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Και το καμες αυτό εσύ,</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Για το δικό μας το καλό.<BR>
+ και χαίρομαι.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Και είν' εδώ;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Οσο κ'εγώ που σας μιλώ.<BR>
+ Δεικνύει τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδην.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Άι! άι! πάθαμε κακό!<BR>
+ έγκλημα προδοτικό!<BR>
+ Αυτός που φίλος ήτανε μαζύ μας,<BR>
+ και μοιραζόταν πάντα τη βοσκή μας,<BR>
+ της συμφωνίες της παληές επάτησε<BR>
+ και των πουλιών τους όρκους δεν εκράτησε!<BR>
+ Με δολερούς μ' έφερε τρόπους<BR>
+ και μ' έρριψε στους παληανθρώπους.<BR>
+ που από γενετής μ' επολεμήσανε<BR>
+ και για τροφή τους μ' εξεκοκκαλίσανε<BR>
+ Κι' όσο γι' αυτόν, όπου τους έχει φέρη,<BR>
+ κατόπιν θα τα λογαριάσουμε,<BR>
+ αφού πληρώσουν πρώτα οι δυο γέροι<BR>
+ που θα τους κατακομματιάσουμε!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(έντρομος)_<BR>
+ Χαθήκαμε</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ [προς τον Πεισθέταιρον]<BR>
+ ‘Σ' εσέ χρωστώ την τύχη τούτη την κακή·<BR>
+ γιατί με πήρες από κει<BR>
+ μαζύ σου εδώ να τρέχω;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Για σύντροφο να σ' έχω.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ναι, για να κλάψω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε τι λες; Και πώς θα κλάψης τάχα,<BR>
+ σαν θα σου βγάλουν τα πουλιά τα μάτια σου, βρε χάχα;</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ω! ω! εμπρός! προχώρει! χτύπησε τον,<BR>
+ με ορμή πολέμου, φοβερά,<BR>
+ κι' από παντού περιτριγύρισέ τον<BR>
+ με τα φτερά!<BR>
+ Πρέπει να κλάψουν τούτ' οι δυο πρεσβύτες<BR>
+ κ' έτσι να δώσουμε τροφή και στης δικές μας μύτες.<BR>
+ Ούτε βουνό βαθυσκιωμένο<BR>
+ ούτε του αιθέρα σύγνεφο και πέλαγ' αφρισμένο<BR>
+ να μου κρυφθούν, θα τους δεχθή. Λοιπόν ας μην αργήσουμε<BR>
+ κι ας πέσουμε με δαγκανιές να τους σουρομαδήσουμε!<BR>
+ Πούν' ο ταξίαρχος; ας προχωρήση<BR>
+ με το δεξί το κέρας να κτυπήση</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(έμφοβος)_<BR>
+ Νά τα! και πού ο δύστυχος θα στρίψω για να φύγω;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε! δεν θα μείνης;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Έτσι αι; για να με φαν [σε λίγο];</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιός τρόπος τάχα να σωθής σου ήλθε στο κεφάλι;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ξέρω κ' εγώ;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Λοιπόν εγώ έχω μια γνώμην άλλη :<BR>
+ εδώ να μείνουμε κ' οι δυο, της χύτρες να κρατήσουμε<BR>
+ και πόλεμο να στήσουμε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κ' η χύτρα τι ωφέλεια θα μας δώση;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Η κουκουβάγια δεν θα μας ζυγώση.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ ‘Σ αυτά πού έχουν νύχια τι θα δείξουμε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εδώ μπροστά της σούβλες μας θα μπήξουμε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Και για τα μάτια τι θα κάμω πάλι;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τη χύτρα βάλ' εμπρός ή το τσουκάλι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Σοφώτατε! επέτυχες σπουδαία στρατηγήματα,<BR>
+ και τον Νικία (32) πέρασες κι' αυτόν στα μηχανήματα!</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Προχώρει! δόσε!<BR>
+ τη μύτη χώσε!<BR>
+ με γρηγοράδα<BR>
+ [κοντά τους σύρε]!<BR>
+ τράβα και μάδα!<BR>
+ χτύπα και δείρε!<BR>
+ πρώτ' από τάλλα,<BR>
+ σπάσ' την τσουκάλα!</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _επεμβαίνων προς τα πτηνά:_<BR>
+ Για πέστε μου, τι θέλετε να φτιάσετε;<BR>
+ να καταστρέψετε, να κομματιάσετε,<BR>
+ χωρίς κακό κανένα να σας κάνουνε,<BR>
+ ώ σεις, χειρότερα θεριά του κόσμου!<BR>
+ αυτούς τους δυο, όπου για φίλοι φθάνουνε<BR>
+ κ' είνε και συγγενείς της γυναικός μου! (33)</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Και πρέπει να τους λυπηθούμε<BR>
+ περσσότερο κι' από τους λύκους;<BR>
+ ποιούς άλλους θα εκδικηθούμε<BR>
+ πειο φοβερούς εχθρούς [κι' αδίκους];</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Απ' τη γενειά τους είν' εχθροί, μα είνε φίλοι στην ψυχή,<BR>
+ και θα σε μάθουν πράματα, που θα σε κάνουν ευτυχή.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πού ξέρω αν θα μας μάθουνε ό,τ' είν' ωφέλεια μας,<BR>
+ που πάντοτε ήσαν εχθροί με τα προγονικά μας;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Απ' τους εχθρούς τους οι σοφοί μεγάλη παίρνουν γνώσι<BR>
+ και πάντοτ' η προφύλαξις κατώρθωσε να σώση·<BR>
+ ο φίλος όμως τίποτα στο νου σου δεν σου βάζει,<BR>
+ και να μαθαίνη ο εχθρός μονάχα τ' αναγκάζει.<BR>
+ Κ' η πόλεις μόνο απ' τους εχθρούς εμάθανε καλά,<BR>
+ κ' όχι από τους φίλους τους, τείχη να χτίζουνε ψηλά,<BR>
+ και νάχουν πλοία μακρυά. Αυτά είνε τα μαθήματα<BR>
+ που πάντα σώζουν τα παιδιά, το σπίτι και τα χρήματα.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ας δούμ' από τα λόγια τους τ' όφελος μας βγαίνει·<BR>
+ πάντα κανείς κάτι σοφό κ' απ' τον εχθρό μαθαίνει.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_<BR>
+ Σαν να τους πέρασε ο θυμός· για γύρισε ποδάρι.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τον χορόν)_<BR>
+ Έτσ'είνε δίκηα, και γι'αυτό να μου χρωστάτε χάρι.<BR>
+ ΧΟΡΟΣ _(προς τον Τσαλαπετεινόν)_<BR>
+ Μα κι' ό,τι τώρα εζήτησες ποτέ δεν σ'τ'αρνηθήκαμε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_<BR>
+ Σαν να φιλιωθήκανε.<BR>
+ Για βάλε τώρα κάτω<BR>
+ τη χύτρα και το πιάτο.<BR>
+ κ' αυτό το δόρυ, δηλαδή τη σούβλα, ας την κρατούμε,<BR>
+ νάμαστε μέσ' στα όπλα μας εδώ που περπατούμε,<BR>
+ κ' ας ρίχνουμε λοξή ματιά με προσοχή μεγάλη<BR>
+ σε τούτο το τσουκάλι·<BR>
+ δεν πρέπει να το χάσουμε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Καλά, κι' αν σκοτωθούμε<BR>
+ πού τάχα θα ταφούμε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να, και τους δυο θα μας δεχθή αμέσως ο Κεραμεικός<BR>
+ και θα μας θάψουν δωρεάν,<BR>
+ αν πούμε εις τους στρατηγούς πως πέσαμεν ηρωικώς<BR>
+ μαχόμενοι εις Ο ρ ν έ α ν! (34)</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+_(ο Κορυφαίος τακτοποιών την γραμμήν των λοιπών πτηνών)_</p>
+
+<p> Μπήτε στη θέσι σας καθένας, και το θυμό με την οργή,<BR>
+ όπως το κάνουν κ' οι οπλίτες, να καταθέσετε στη γη,<BR>
+ κι' ας μάθουμε ποιοι ναν αυτοί και τι μας φέρνουνε καλό.<BR>
+ — Άρχισε, Τσαλαπετεινέ! εσένα πρώτα προσκαλώ</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Θέλεις ν' ακούσης;</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ποιοί 'ν' αυτοί και πούθε είνε φερμένοι;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Απ' την Ελλάδα τη σοφή είνε κ' οι δυο οι ξένοι.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τάχα ποιά τύχη στα πουλιά τους φέρνει και τους δυο;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Από αγάπη στων πουλιών τους τρόπους και το βίο<BR>
+ ήλθαν να κατοικήσουν<BR>
+ μαζύ σου, και να ζήσουν.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Μπα, έτσι αί! μωρ' τι μας λες; ποιά τάχα νάχουν γνώμη;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Απίστευτα θ' ακούσετε και πειο πολύ ακόμη.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Κάποιο κέρδος θα του βγαίνη<BR>
+ για να θέλη εδώ να μένη.<BR>
+ τους εχθούς του να νικήση,<BR>
+ ή τους φίλους να ωφελήση!</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Για μεγάλην ευτυχία κ' ανεξήγητη μιλεί<BR>
+ πουν απίστευτη πολύ,<BR>
+ και δικά σας όλα θάνε κατά τη δική τους γνώμη<BR>
+ και τα δώθε και τα κείθε και τα παραπέρα ακόμη.</p>
+
+<p>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ποιος από τους δύο σας χρωστά;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Α, τάχουμε πολύ σωστά.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πού είν' η φρονιμάδα σας;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Είνε πασπαλισμένοι<BR>
+ απ' όλα, πονηροί, σοφοί και κωλοπετσωμένοι.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πες του, πες του να μιλήση·<BR>
+ με φτερά τα όσα είπες μούχουν την ψυχή γεμίση·</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τους Αθηναίους):_<BR>
+ Έλα, καθένας από σας τα όπλα του ας πάρη,<BR>
+ κ' ας τα κρεμάση, με καλό, εκεί στο κρεμαστάρι<BR>
+ του μαγερειού, κοντά στη 'στιά. — Συ τώρα μίλησε τους,<BR>
+ και του μαζεύματος αυτού το λόγο εξήγησε τους.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όχι, μα τον Απόλλωνα, αν ίσως δεν θελήση<BR>
+ μ' εμέ να συμφωνήση,<BR>
+ όπως με τη γυναίκα του υπόσχεσ' είχε δώση<BR>
+ ο πίθηκος ο μαχαιράς, (35) — ούτε να με δαγκώση,<BR>
+ μήτε ταρχίδια να μου 'γγίση<BR>
+ μα ούτε και να μου τρυπήση,<BR>
+ τον....</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ [Α, καταλαβαίνω,] τον....<BR>
+ να μη φοβάσαι όσο γι' αυτόν.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τον οφθαλμόν θέλω να ειπώ — </p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ E, συμφωνώ μαζύ σου.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Καλά λοιπόν ορκίσου.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Εύχομαι νικητής να βγης για όλους τους κριτάς<BR>
+ και για τους θεατάς.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Καλά.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Κι' αν δεν κρατήσω<BR>
+ τον όρκο μου, μ' ένα κριτή μονάχα να νικήσω.</p>
+
+<p> Ο ΚΗΡΥΞ _(ή Πεισθέταιρος)_<BR>
+ Ακουσε, λαέ! ας πάνε οι οπλίται τώρα πάλι<BR>
+ με τα όπλα τους στα σπίτια· κι' αν ανάγκη εϊνε [μεγάλη]<BR>
+ για καινούργια προσταγή,<BR>
+ στα πινάκια θα βγη.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πάντοτε δολερό με κάθε τρόπον<BR>
+ γεννήθηκε το γένος των ανθρώπων.<BR>
+ Για πες· κάτι καλό μπορεί να μου προτείνης<BR>
+ οπού 'ς εμένα το διακρίνεις,<BR>
+ ή βλέπεις νάχω δύναμι μεγάλη,<BR>
+ που δεν τη νοιώθει το ξερό μου το κεφάλι.<BR>
+ Πες ότι βλέπεις 'ς όλους μπρος· κ' αν τύχη<BR>
+ ο λόγος σου καλό να μας πετύχη,<BR>
+ θάνε καλό για όλους μας αντάμα.<BR>
+ Λέγε λοιπόν με θάρρος [για να ιδώ]<BR>
+ για ποιό μας ήλθες πράμα<BR>
+ τη γνώμη σου να ειπής εδώ·<BR>
+ κανένας τη συνθήκη δεν θα λύση<BR>
+ προτού [καθένας από σας μιλήση.]</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και λοιπόν, μα τον Δία, την ώρα<BR>
+ [καθώς βλέπεις] δεν χάνω,<BR>
+ θα ζυμώσω το λόγο μου τώρα<BR>
+ και καρβέλια θα κάνω.<BR>
+ — Φέρε στεφάνι, βρε παιδί! κι' άλλος ας κουβαλήση<BR>
+ νερό το γρηγορώτεοο, στα χέρια μου να χύση.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ε! πρόκειται να φάμε λοιπόν ή τίποτ' άλλο;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω, μα τον Δία, θέλω λόγο να ειπώ μεγάλο<BR>
+ με ξύγγι, την ψυχή τους βαθιά να τη λυγώση·<BR>
+ γατ' είσθε βασιληάδες, και θλίψιν έχω τόση....</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τι; βασιληάδες, [είπες]; σε ποιόν;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Σε κάθε πράμα.<BR>
+ Σ'εμέ, 'ς αυτόν, στον Δία, και πειο παληοί συνάμα<BR>
+ του Κρόνου, των Τιτάνων, κι' από της γης το χώμα..</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Της γης;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα τον Απόλλωνα!</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Δεν τώχα μάθη ακόμα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Γιατί εγεννήθης αμαθής και δεν εσπούδασες πολλά,<BR>
+ ούτ' Αίσωπον (36) εδιάβασες, που 'λεγε σώνει και καλά,<BR>
+ πως εγεννήθ' η σκορδαλλού προτήτερα και [χωριστά]<BR>
+ απ' όλα τάλλα τα πουλιά, και από τον κόσμο πειο μπροστά,<BR>
+ κ' από αρρώστιαν έχασε κατόπι τον πατέρα·<BR>
+ κ' εκείνος έμειν' άταφος έως την πέμπτη μέρα<BR>
+ με το να μην υπάρχη γη·<BR>
+ μ' από τη στενοχώρια της μη ξέροντας το πως να βγη,<BR>
+ άνοιξε τάφο να τον βάλη<BR>
+ μέσ'στο δικό της το κεφάλι.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Που πάει να πη, πως ο πατέρας πούχε αυτή,<BR>
+ εκεί στον Δήμον Κ ε φ α λ ώ ν (37) έχει θαφτή.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αφού εγεννηθήκανε κι' από τη γη προτήτερα,<BR>
+ κι' απ' τους θεούς, και βγαίνουνε απ' όλους μεγαλείτερα,<BR>
+ δεν είνε πρέπον [να γυρεύουν]<BR>
+ μόνον αυτά να βασιλεύουν;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ω ναι, μα τον Απόλλωνα· πρέπει να κατορθώσης<BR>
+ τώρα, λοιπόν τη μύτη σου και συ να δυναμώσης.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Αμ' δε θα δώση ο Ζευς με ευκολία<BR>
+ στον ξυλοφάγο αυτόν την βασιλεία; (38)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κι' ότι δεν ήσαν οι θεοί στα χρόνια τα παληά<BR>
+ εις τους ανθρώπους άρχοντες, μα ήσαν τα πουλιά<BR>
+ κ' εκείνα βασίλευανε, σημάδι έμεινε τρανό·<BR>
+ και πρώτα πρώτ' ας φέρουμε παράδειγμα τον πετεινό·<BR>
+ Δαρείο και Μεγάβυζον αυτός ετυραννούσε,<BR>
+ και Πέρσας διοικούσε,<BR>
+ γι' αυτό καθένας τον καλεί<BR>
+ και Περσικό πουλί. (39)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Για τούτο επομένως<BR>
+ πηγαίνει κορδωμένος<BR>
+ σαν τον Μεγάλο Βασιλειά,<BR>
+ κ' έχει στην κεφαλή του<BR>
+ ολόρθο το λειρί του,<BR>
+ μόνος απ' όλα τα πουλιά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τόσο πολύς και μέγας είχε γίνη<BR>
+ και είχε τέτοια δύναμι μεγάλη,<BR>
+ που την παληά τη δύναμί του εκείνη<BR>
+ και σήμερα τη ανακρίνεις πάλι,<BR>
+ γιατί στην πρωινή του τη λαλιά<BR>
+ σηκώνονται και μπαίνουν στη δουλειά<BR>
+ οι τσουκαλάδες και οι σιδεράδες,<BR>
+ οι παπουτσήδες και οι τομαράδες,<BR>
+ κ' οι λουτρατζήδες και οι ψωμάδες,<BR>
+ κ' οι ασπιδολυροτορνευτάδες,<BR>
+ και φεύγουν όσοι νύχτες βγαίνουν<BR>
+ και για βρωμοδουλειές πηγαίνουν].</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αμ δεν ρωτάς εμένα<BR>
+ που έχασ' από τούτο [το πουλί]<BR>
+ ο άμοιρος μια χλαίνα<BR>
+ και ήταν κ' από φρυγικό (40) μαλλί!<BR>
+ Γιατ' είχα μισοκοιμηθή, κ' ήμουν κουτσοπιωμένος,<BR>
+ 'ς ενός παιδιού δεκάμερα (41) στην πόλι καλεσμένος,<BR>
+ και πριν να φάνε οι άλλοι,<BR>
+ τούτος ο πετεινός εδώ ακούσθηκε που ελάλει·<BR>
+ θαρρώντας το λοιπόν κ' εγώ πως είχε πεια φωτίση,<BR>
+ στην Αλιμούντα (42) ετράβηξα· λίγο είχα προχωρήση<BR>
+ έξω απ' το τείχος, που άξαφνα εις τα πλευρά μου πέφτει<BR>
+ μια μαγκουριά από 'να νυκτοκλέφτη·<BR>
+ κυλιέμαι χάμου έτοιμος να σκούξω· μα τραβάει<BR>
+ εκείνος το μανδύα μου, και πάει κ' ακόμα πάει].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τότε λοιπόν ο γέρακας (43) εις τον καιρόν εκείνον<BR>
+ θα ήταν ίσως βασιληάς και άρχων των Ελλήνων.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πώς; των Ελλήνων;!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βέβαια, κ' εδίδαξε καλά<BR>
+ πως πρέπει να κατρακυλά<BR>
+ κανείς στο γέρακα μπροστά.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μα τον Διόνυσο, σωστά,<BR>
+ κ' εγώ σαν είδα γέρακα, κυλίσθηκα [στο χώμα·]<BR>
+ κ' όπως ανασκελώθηκα, με χάσκοντας το στόμα,<BR>
+ κατάπια έναν οβολό,(44) [το μόνο μου λεφτούλι]<BR>
+ κ' εγύρισα στο σπίτι μου με αδειανό σακκούλι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα πάλι και στην Αίγυπτον εκείνη<BR>
+ και στη Φοινίκη βασιληάς ο Κούκκος είχε γίνη·<BR>
+ κ' οι κούκκοι όταν «κουκκουκού» αρχίζανε,<BR>
+ οι Φοίνικες εβγαίναν και θερίζανε<BR>
+ στους κάμπους τα σιτάρια<BR>
+ καθώς και τα κριθάρια.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Α.! ώστε αυτό που λέμ' εμείς [ σαν βγαίνουνε στο θέρος.<BR>
+ οι θεριστάδες μας γυμνοί] θάρθε απ' αυτό το μέρος :<BR>
+ «Κούκκου! ψωλές στους κάμπους μας!» (45)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και δύναμ' είχαν τόση,<BR>
+ ώστε και ο Μενέλαος, κι ο Αγαμέμνων, κι' όσοι<BR>
+ μέσα σε πόλι ελληνική βασίλεψαν [και χώρα],<BR>
+ είχαν πουλί στο σκήπτρο τους, με μερδικό στα δώρα</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κύττα! κι αυτό δεν τόξερα· για τούτο κι απορούσα<BR>
+ όταν να βγαίνη ο Πρίαμος στο θέατρο θωρούσα<BR>
+ και το πουλί που εκράτει<BR>
+ εγύριζε και κύτταζε κατά τον Λυσικράτη (46)<BR>
+ όπου δωροδοκεί.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να και το σπουδαιότερο : ο Ζευς που τώρα διοικεί,<BR>
+ μ' όλη τη βασιλεία του, έχει στην κεφαλή (47)<BR>
+ αητό, που πάει να πη πουλί·<BR>
+ κ' η Αθηνά η κόρη του [την] κουκουβάγια [θέλει]<BR>
+ και ο Απόλλωνας κρατεί γεράκι, σαν κοπέλλι. (48)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μα τη θεά τη Δήμητρα, τα λες με πολλή γνώσι·<BR>
+ μα για ποιό λόγο τα πουλιά έχουνε χάρη τόση;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Γιατί, βλέπεις, σαν κανένας στους θεούς θυσία φέρη<BR>
+ και, συμφώνως με το νόμο, ζώων σπλάγχνα τους προσφέρη<BR>
+ τρέχουν τα πουλιά με βία<BR>
+ και αρπάζουνε τα σπλάγχνα πειο μπροστά κ' από τον Δία,<BR>
+ και κανένας δεν μπορούσεν όρκο στον παληόν το χρόνο<BR>
+ στους θεούς του πεια να κάνη, παρά στα πουλιά και μόνο.<BR>
+ Μα κ' ο Λάμπων [που μαντεύει] (49)<BR>
+ εις τη χήνα παίρνει όρκο σαν κανένα κοροϊδεύη.<BR>
+ Κ' έτσι για τρανούς αγίους σας περνούσαν μια φορά·<BR>
+ τώρα σας περνούν για δούλους, για κοπέλια, για μωρά.<BR>
+ σας κτυπούν ['ς αυτά τα χρόνια]<BR>
+ σαν ζουρλούς με τα κοτρώνια.<BR>
+ Κ' εκεί μέσα στα ιερά<BR>
+ κάθε κυνηγός που μπαίνει στήνει ξόβεργα [γερά],<BR>
+ φράχτρες και πλακοπαγίδες. βρόχια, δίχτυα, πλέχτρες, κόλλα·<BR>
+ κ' έπειτα που σας τσακώνουν σας πουλάνε μαζύ όλα,<BR>
+ κι' ο αγοραστής σας ψάχει<BR>
+ για να σας ευρή τα πάχη.<BR>
+ κ'ύστερα, όταν σας ψήσουν, τούτο πάλι δεν τους φθάνει·<BR>
+ παίρνουνε τυρί τριμμένο και μυρουδικό βοτάνι,<BR>
+ βάζουν λάδι, βάζουν ξείδι, κ' όταν όλα γίνουν ένα<BR>
+ σάλτσα φτιάνουνε γερή<BR>
+ και γλυκειά και λιπαρή,<BR>
+ και ζεστά σας περιχύνουν, σαν να είσθε βρωμισμένα.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πολλές, πολλές μας φέρνουν λύπες,<BR>
+ ώ άνθρωπε, αυτά που είπες·<BR>
+ και θλίψι αισθάνομαι βαρειά<BR>
+ στην πατρική κακομοιριά<BR>
+ που κληρονόμησαν τιμή μεγάλη<BR>
+ και μας την άφησαν 'ς αυτό το χάλι.<BR>
+ Κάποιος θεός και κάποια μοίρα<BR>
+ 'ς εμένα σ' έστειλαν σωτήρα·<BR>
+ θα σ' αναθέσω να διοικήσης<BR>
+ κ' εμέ και τα πουλιά μου επίσης.<BR>
+ Μα τι θα κάμω [για να νικήσω]<BR>
+ πες μου· δεν θάμαι άξιος να ζήσω,<BR>
+ εάν δεν πάρω με κάθε τρόπον<BR>
+ την βασιλείαν [θεών κι ανθρώπων].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και λοιπόν εγώ σας δίνω πρώτα-πρώτα συμβουλή,<BR>
+ μια πόλις να υπάρχη που να ζη κάθε πουλί·<BR>
+ να μανδρώσετε κατόπιν γύρω-γύρω τον αέρα,<BR>
+ κ'ότι βρίσκετ' εκεί πέρα,<BR>
+ σε τρανές ψημένες πλίθες, όπως εις τη Βαβυλώνα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ [Γιγαντόσωμα εσείς όρνεια!] Πορφυρίων! Κεβριώνα! (50)<BR>
+ τρομερά που θάνε πάλι!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κι'όταν σεις τη φτιάσετ' έτσι, τότε ν' απαιτήσετ' όλοι<BR>
+ την αρχήν από τον Δία· κ' αν απάντησι δεν δώση<BR>
+ και τον δυνατώτερό του δεν θελήση να τον νοιώση,<BR>
+ πόλεμο ιερό κηρύχτε, που να μην επιτραπή<BR>
+ από το βασίλειό σας να περνούν [χωρίς ντροπή],<BR>
+ κ' όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε [με τρέλλες]<BR>
+ και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες, και Σεμέλες! (51)<BR>
+ Κ' αν δεν το παραδεχθούνε,<BR>
+ στην ψωλή να σφραγισθούνε<BR>
+ για να παύσουν να γαμούνε. Έχω κ' άλλη συμβουλή :<BR>
+ στους ανθρώπους κήρυκά σας άλλο στείλατε πουλί,<BR>
+ κι' αφού θάχουνε το γένος το δικό σας βασιληά,<BR>
+ να προσφέρουν στα πουλιά<BR>
+ της θυσίες οι άνθρωποι,<BR>
+ και εις τους θεούς, κατόπι·<BR>
+ κ' ύστερα πουλιά να πάρουν, όπως πρέπει σε καθένα,<BR>
+ και εις των θεών τη θέσι να τα βάλουν ένα-ένα.<BR>
+ Κι' όποιος εις την Αφροδίτη έκανε θυσία πρώτα,<BR>
+ στάχυα να δωρή ψημένα στη φαληρική την κόττα·<BR>
+ κι' όποιος εις τον Ποσειδώνα τη γουρούνα του προσφέρει,<BR>
+ στάχυα στο παπί(52) να φέρη,<BR>
+ και στον Ήφαιστον εκείνος όπου θυσιάζει κάτι,<BR>
+ εις το γλάρο (53) να προσφέρη πίττα [στο εξής] μελάτη·<BR>
+ κ' αν στον βασιληά τον Δία εθυσίαζε κριάρι,<BR>
+ τώρα βασιληά έχει χάρι<BR>
+ το α ρ χ ι δ ο π ο ύ λ ι, (54) κι' όλοι να του σφάζουν εδώ κάτω,<BR>
+ πιο μπροστά κ' από τον Δία, έναν κούνουπ' αρχιδάτο! (55)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Α, του κούνουπα η θυσία όλο γλύκα με γεμίζει·<BR>
+ τώρα ο Ζευς ας μπουμπουνίζη!</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πως για θεούς οι άνθρωποι θα μας νομίσουν μια φορά,<BR>
+ κι' όχι κουρούνες βρωμερές, που έχουν σαν εμάς φτερά;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αυτά που λες είνε ζουρλά· φτερά δεν έχει σαν πουλί<BR>
+ και ο Έρμής πούνε θεός, κ' άλλοι θεοί παρά πολλοί;<BR>
+ Έχει κι η Νίκη που πετά χρυσά φτερά στο σώμα,<BR>
+ κι ο Έρωτας ακόμα.<BR>
+ Έψαλε για την Ίριδα κ' ο Όμηρος εγκώμια<BR>
+ και έλεγε πως ήτανε με περιστέρι όμοια.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Δεν θα βροντήση απάνω μας ο Ζευς από τον ουρανό<BR>
+ το φτερωτό του κεραυνό;</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Και αν δεν καταλάβουνε<BR>
+ και παν με τους παληούς θεούς κ' υπ' όψει δεν μας λάβουνε;<BR>
+ Σύγνεφ' από σπορολόγους και σπουργίτια να υψωθή,<BR>
+ στα χωράφια τους να πέση κ' η σπορά τους να χαθή.<BR>
+ Και η Δήμητρ' ας ορίση,<BR>
+ σαν ψοφήσουνε της πείνας, το σιτάρι να μετρήση.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μα τον Δία [δίκηον έχεις], ούτε καν θα το θελήση,<BR>
+ και να ιδής και τι προφάσεις που [θα βγή να] τους πουλήση!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κ' ύστερα τη δύναμί σας για να νοιώσουν τη μεγάλη,<BR>
+ κόρακες να 'βγούνε πάλι<BR>
+ και τα βώδια που οργώνουν<BR>
+ και ταρνιά τους να στραβώνουν,<BR>
+ που για να τα θεραπεύη<BR>
+ κ' ο γιατρός τους ο Απόλλων, πληρωμή θα τους γυρεύη</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Όχι, πριν πουλήσω πρώτα δυο βοϊδάκια.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κι' αν θελήσουν<BR>
+ σένα για θεό, και σένα για ζωή ν' αναγνωρίσουν,<BR>
+ σένα και για γη, για Κρόνο, και για Ποσειδώνα εσένα,<BR>
+ δόστε ταγαθά σας όλα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πες απ' ταγαθά μας ένα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Η ακρίδες τους αμπελανθούς ποτέ δεν θα τρυγάνε,<BR>
+ μα η κουκουβάγιες θα της τρών' και θα της κυνηγάνε<BR>
+ με τους ανεμογάμηδες. Οι κούνουπες κ' η σκνίπες<BR>
+ στα σύκα δεν θα πέφτουνε να τα γεμίζουν τρύπες,<BR>
+ μα η τσίχλες σαν κοπάδι θα γυρίζουν,<BR>
+ κ' απ' όλ' αυτά θα τα ξεκαθαρίζουν.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πώς τάχα θα τους δώσουμε και πλούτη;<BR>
+ γιατί τα χρήματ' αγαπάνε τούτοι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όταν ζητήσουν συμβουλή θα μάθουν [μ'ευκολία]<BR>
+ που είνε τα πιο πλούσια μεταλλεία·<BR>
+ θα λένε και στους μάντιδες επίσης<BR>
+ ποιες φέρνουν κέρδη πλειότερα απ' της επιχειρήσεις,<BR>
+ κ' έτσι από τους ναυτικούς να μη χαθή ούτ' ένας.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Πώς τάχα δεν θα χάνεται;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πάντα ρωτάει καθένας<BR>
+ για τα ταξίδια τα πουλιά: — «Τώρα μην ξεκινήσης·<BR>
+ θα κάνη βαρυχειμωνιά.» — «Ξεκίνα, θα κερδίσης».</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Παίρνω καράβι τότ' εγώ, μαθαίνω να τραβώ κουπιά,<BR>
+ κ' έτσι με σας δεν μένω πια.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τους θησαυρούς που οι πρόγονοι 'ς άγνωστους θάψαν τόπους,<BR>
+ θα δείξουν στους ανθρώπους,<BR>
+ γιατί τους ξέρουν τα πουλιά· και λενε μάλιστα πολλοί:<BR>
+ «το θησαυρό που έχω εγώ, τον ξέρει μόνο το πουλί».</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Α, το καράβι το πουλώ,<BR>
+ και παίρνω ένα τσαπί καλό<BR>
+ της στάμνες να ξεχώνω.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Και πως μπορούν να δώσουνε υγεία, πούνε μόνο<BR>
+ στο χέρι των θεών αύτη :</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και πως; η ευτυχία<BR>
+ τάχα δεν είν' υγεία;<BR>
+ Να το ξέρης, πως κανέναν δεν θα ιδής ποτέ γέρο,<BR>
+ όταν ζη με μόνο κέρδος τον κακό του τον καιρό.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Και στο γήρας πως θα φθάνουν,<BR>
+ που και τούτο κατοικεί<BR>
+ εις τον Όλυμπον εκεί; (56)<BR>
+ παιδαρέλια θα πεθαίνουν;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τα πουλιά θα τους προσθέσουν μια ζωή τριών αιώνων.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ ,<BR>
+ Με ποιόν τρόπο;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Με ποιόν τρόπο; με τον εαυτό τους [μόνον]<BR>
+ Και δεν ξέρεις πως ανθρώπων πέντε γενεές μαζύ<BR>
+ η γλωσσού η κουρούνα ζη;</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Αντε! τότ' από τον Δία βέβαια πιο άξια θάνε<BR>
+ τα πουλιά να κυβερνάνε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιός αμφιβάλλει πια γι' αυτό;<BR>
+ Με μάρμαρο [πελεκητό]<BR>
+ ναούς δεν θα υψώνουμε,<BR>
+ και ούτε θα χρυσώνουμε<BR>
+ την κάθε μια τους πόρτα·<BR>
+ θα κατοικούνε μια χαρά,<BR>
+ σε πουρναράκια [δροσερά],<BR>
+ χαμόκλαδα [και χόρτα].<BR>
+ Κι' αυτά τα πιο σεμνά πουλιά<BR>
+ θάχουν ναό τους την εληά·<BR>
+ και ούτε πια τον Αμμωνα και τους Δελφούς θα πιάνουμε<BR>
+ θυσίες να τους κάνουμε·<BR>
+ στης αγριληές και κουμαριές<BR>
+ θα φέρνουμε μ' απλοχεριές<BR>
+ σιτάρι και κριθάρι<BR>
+ και με τα χέρια σηκωτά<BR>
+ ευχή θα κάνουμε 'ς αυτά<BR>
+ μερίδι' απ' όλα ταγαθά να δίνουνε [για χάρι]<BR>
+ και ταγαθά μας θα τα ξαναπαίρνουμε,<BR>
+ με λίγο σιταράκι που θα φέρνουμε.<BR>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ω φίλτατέ μου γέροντα, που εχθρό μου [τόσην ώρα]<BR>
+ σε νόμιζα, και φίλος βγαίνεις τώρα,<BR>
+ ποτέ δεν θα θελήσω<BR>
+ τη γνώμη σου ν'αφήσω·<BR>
+ Περήφανο με κάμανε τα λόγια σου πολύ,<BR>
+ κ' έκαμα όρκο με απειλή,<BR>
+ πως αν εσύ, οπού μου είπες όλο<BR>
+ άγια και δίκηα λόγια, δίχως δόλο,<BR>
+ έπαιρνες την απόφασι με τη δική μου γνώμη<BR>
+ να πολεμήσης τους θεούς μαζύ μου,<BR>
+ αυτοί δεν θα μπορούσανε πολύν καιρόν ακόμη<BR>
+ να την ποδοπατούν τη δυναμί μου.<BR>
+ Και όσα θέλουν δύναμι να γίνουνε, είνε δουλειά<BR>
+ όπου ανήκει στα πουλιά·<BR>
+ μ' αν χρειασθούν σοφίσματα τρανά και μετρημένα<BR>
+ ανήκει αυτό 'ς εσένα.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Μα το θεό δεν πρέπει να νυστάζουμε<BR>
+ ακόμα τώρα,<BR>
+ και νίκες αυριανές να λογαριάζουμε<BR>
+ δεν είνε ώρα.<BR>
+ Δεν πρέπει πια ν' αργήσουμε<BR>
+ και κάτι ας ενεργήσουμε.<BR>
+ Μα πρώτα μπήτε μέσ' στη φωλιά μου,<BR>
+ στα φρύγανά μου και στ' άχυρά μου.<BR>
+ Και τώνομά σας πέτε μας.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα, εύκολο το πράμα.<BR>
+ Εμένα λεν Πεισθέταιρο.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Και τούτος πούν' αντάμα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ο Ευελπίδης [είν' αυτός] απ' τον Κριό. (57)</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Καλή ώρα<BR>
+ και εις τους δυο.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νάσαι καλά.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ορίστε μέσα τώρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πάμε, μα πέρνα οδηγός.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Και με χαρά μεγάλη..</p>
+
+<p>_Προχωρεί και επανέρχεται._</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μωρέ να πάρη η οργή! θα τα πρυμνίσω πάλι!<BR>
+ — Πες μας να ιδούμε : πως εγώ και τούτος θα τα πάμε<BR>
+ με σας, πουλιά πετούμενα, εμείς που δεν πετάμε;</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Λαμπρά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα γι' άκου τώρα συ το μύθο του Αισώπου,<BR>
+ μας λέει κάτι, όπου<BR>
+ το λένε όλοι τακτικά:<BR>
+ η Αλεπού με τον Αετό συντρόφεψε πολύ κακά.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Να μη φοβάσθε τίποτε· όταν θα φάτε μια φορά<BR>
+ τη ρίζα [κάποιου χορταριού], ευθύς θα βγάλετε φτερά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Χεμ, σαν ην' έτσι, μπαίνουμε. Μανόδωρε! Ξανθία!<BR>
+ αρπάξατε τα στρώματα [και μπήτε κατ’ ευθεία]!</p>
+
+<p>_(Εισέρχονται οι δύο υπηρέται φέροντες στρώματα και και προχωρώντες<BR>
+εξέρχονται εκ του ετέρου παρασκηνίου.- Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+διατίθενται ν' ακολουθήσουν τους υπηρέτας, και ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+κατέρχεται εκ του υψώματος, ότε ο ΧΟΡΟΣ λαμβάνει τον λόγον,<BR>
+απευθυνόμενος προς τον ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΝ)._</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Σε φωνάζω! σε φωνάζω!</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Τι φωνάζεις συ;</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Να πάτε<BR>
+ και μαζύ να καλοφάτε·<BR>
+ το γλυκόλαλον αηδόνι, οπού με της Μούσες μοιάζει,<BR>
+ φέρ' το εδώ και άφησέ το, για να μας διασκεδάζη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα τον Δία άκουσέ τους, [δίχως άργητα καμμιά],<BR>
+ κράξε στο πουλάκι νάβγη, απ' τη βοϊδοκαλαμιά.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ναι, για το θεό, για φέρ' το να το ιδούμε το πουλί.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ε, κι αυτό θα σας το κάνω, σαν το θέλετε πολύ.<BR>
+ Αποτεινόμενος προς το βάθος.<BR>
+ — - Έβγα, Πρόκνη απ' τη φωλιά σου<BR>
+ και μπροστά στους ξένους στάσου!</p>
+
+<p>_Εξέρχεται η Αηδών, η οποία είναι εταίρα φέρουσα μόνον προσωπίδα<BR>
+πτηνού._</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω Ζευ μου πολυτίμητε! πόσο μου φαίνεται καλό,<BR>
+ και τι λευκό και απαλό!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p>_Ερευνών το σώμα της Αηδόνος στρέφεται ταυτοχρόνως προς τον<BR>
+Πεισθέταιρο_</p>
+
+<p> Βρε, ξέρεις τούτο το πουλί<BR>
+ θαρρώ πως θα το πλάκωνα και μ' ευχαρίστησι πολλή.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(πλησιάζων)_<BR>
+ Χρυσάφι πούχει απάνω της, σαν νάτανε παρθένα,</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Πως θα της δώσω ένα φιλί μου φαίνεται κ' εμένα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αλλά, μωρέ κακόμοιρε, έχει τη μύτη σουβλερή.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Τότε, μα το θεό, μπορεί<BR>
+ να πιάσω το κεφάλι της να το ξεκαθαρίσω,<BR>
+ όπως το τσώφλι του αυγού, κ' ύστερα να φιλήσω.</p>
+
+<p> Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ<BR>
+ Ελάτε, πάμε τώρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ E, τράβα συ λοιπόν μπροστά με την καλή την ώρα.</p>
+
+<p>_Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ, ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ αποσύρονται<BR>
+δεξιόθεν (58)_</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Η ΑΗΔΩΝ ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ήλθες, ω φιλενάδα μου. ω ξανθή μου.<BR>
+ που είσαι η πιό αγαπητή μου<BR>
+ εσύ άπ' όλα τα πουλιά·<BR>
+ όπου στους ύμνους συντροφιά μου κάνεις<BR>
+ και στα τραγούδια μου, -ήλθες, εφάνης<BR>
+ για να μου φέρης τη γλυκειά σου τη λαλιά.<BR>
+ — Ω, εσύ! που λάλημ' ανοιξιάτικο καλό<BR>
+ φυσάς με τον γλυκόλαλον αυλό,<BR>
+ έλα τους αναπαίστους<BR>
+ αρχίνησε και πες τους!</p>
+
+<p>_Ακούεται αυλός συνοδεύων τας κάτωθι στροφάς_</p>
+
+<p> Σκοτεινόζωοι άνθρωποι, που με φύλλων ομοιάζετε γένη,<BR>
+ λιγοδύναμοι, λασποφτιασμένοι,<BR>
+ ίδιοι μ' όνειρα, εφήμεροι κ' άφτεροι εσείς, όπου ζήτε' με<BR>
+ λύπες πολλές,<BR>
+ ω θνητοί, ασθενείς σαν τον ίσκιο φυλές.<BR>
+ προσοχή στους αθάνατους δόσατε εμάς που μιλούμε<BR>
+ στους αιθέριους, που υπάρχουμε πάντα κ' αγέραστοι ζούμε,<BR>
+ και θ'ακούσετε σεις από μας τα σωστά, για το κάθε κρυφό τουρανού,<BR>
+ που αθάνατην έχουμε σκέψι στο νου·<BR>
+ κι αφού μάθετε τώρ'από μένα<BR>
+ το πως είνε θεοί και πουλιά και ποτάμια πλασμένα.<BR>
+ χάος κ' έρεβος, πέστε του Πρόδικου (59) σεις [του αστρονόμου<BR>
+ να πάψη]<BR>
+ και να κάτση να κλάψη.<BR>
+ Ήταν έρεβος, νύχτα ολοσκότεινη,<BR>
+ πλατύς τάρταρος, χάος, [σιγή],<BR>
+ κ' ούτ' υπήρχανε τότε [ολοφώτεινοι]<BR>
+ ο ουρανός κ' ο αγέρας κ' η γη.<BR>
+ Στου ερέβους τον άπειρο χώρο<BR>
+ η μαυρόφτερη Νύχτα [περνά],<BR>
+ κ' αυτή πρώτη γεννά<BR>
+ έν' αυγό δίχος σπόρο,<BR>
+ που στου χρόνου τους γύρους τον Έρωτα βγάζει — <BR>
+ που η ψυχές τον ποθούν και που φέρνει στης πλάτες φτερά<BR>
+ χρυσοστόλιστα κ' αστραφτερά,<BR>
+ και μ' ανέμου στροβίλους ομοιάζει.<BR>
+ Κι' αφού η Νύχτα με αγάπη [πολλή]<BR>
+ με τ' ολόφωτο Χάος ενώθη,<BR>
+ στου Ταρτάρου τα βάθη εκλώθη<BR>
+ και στο φως πρώτη εβγήκε η δική μας φυλή.<BR>
+ Των θεών δεν υπήρχε το γένος πριν ο Ερωτας βγή<BR>
+ για να σμίξη τα πάντα· και αυτά του ήσαν ξένα,<BR>
+ μεταξύ τους σαν βρέθηκαν όλα σμιγμένα.<BR>
+ ουρανός εγεννήθη, και πόντος, και γη,<BR>
+ κ' όλα αυτά των μακάρων ταθάνατα γένη·<BR>
+ κ' έτσι εμείς πιο μπροστά, γεννηθήκαμε χρόνια πολλά,<BR>
+ από κάθε θεό· μα κ' ότ'είμαστε όλοι βγαλμένοι<BR>
+ απ' τον Έρωτα, φαίνεται τούτο καλά :<BR>
+ γιατί πάντα πετάμε και ζούμε μαζύ γοργοφτέρωτα<BR>
+ μ' όσους έχουν τον έρωτα μέσ' στην καρδιά·<BR>
+ κ' όσα όμορφα ήσαν ακόμα παιδιά,<BR>
+ αλλά μπήκαν στα χρόνια κι αυτά κ' αρνηθήκαν τον έρωτα,<BR>
+ με το μέσο μας οι ερασταί τα γαμήσαν κ' εκείνα<BR>
+ ή ορτύκι προσφέροντας ή πετεινό, ή προσφέροντας πέρδικα ή χήνα.<BR>
+ Από μας τα πουλάκια [και μόνα]<BR>
+ βγαίνει πάντα καλό κάθε τι,<BR>
+ και της ώρες μετρούν οι θνητοί<BR>
+ φθινοπώρου, ανοίξεως, χειμώνα.<BR>
+ Σαν ο γερανός κράζοντας πάη<BR>
+ στη Λιβύα, ο άνθρωπος σπέρνει,<BR>
+ και του ναύτη του λέει να κρεμάη<BR>
+ το τιμόνι και ύπνο να παίρνη.<BR>
+ Και του Ορέστη (60)του λέει μια χλαίνα δική του να υφάνη<BR>
+ να μη γδύνη τους άλλους κρυφά όταν ρίγος τον πιάνη.<BR>
+ Το γεράκι εποχή δείχνει άλλη και βγαίνει να ειπή,<BR>
+ το μαλλί το καλοκαιρινό των αρνιών να κοπή<BR>
+ πότε πρέπει· και ύστερα πάλι<BR>
+ χελιδόνι προβάλλει,<BR>
+ για να ειπή πότε πρέπει κανείς να πουλήση τη χλαίνα,<BR>
+ και χιτώνα ελαφρό ν' αγοράση κανένα.<BR>
+ Είμαστ' Άμμων και Φοίβος Απόλλων εμείς τα πουλιά<BR>
+ και Δελφοί και Δωδώνη· για κάθε δουλειά<BR>
+ κ' ό,τι χρήσιμο θέλετ' εσείς της ζωής ν αποχτάτε,<BR>
+ για εμπόρια, για γάμους, εμάς πρώτα-πρώτα ρωτάτε.<BR>
+ Όρνια πάντα τα λέτ' όσα έχουν για σας μαντική·<BR>
+ κάθε φήμη έχει γούρι σαν όρνειο' άκουτ' από κει<BR>
+ ένα φτέρνισμα, γούρι κ' αυτό· κι όσα βλέπετε γούρια<BR>
+ κ' η φωνή και οι δούλοι, κι' αυτά τα γαϊδούρια.<BR>
+ Απ αυτές της μαντείες που κάνουμε κάθε φορά<BR>
+ ο Απόλλων ο μάντις δεν είμαστ' εμείς φανερά;<BR>
+ Εάν θεών μας δώσετε τιμάς,<BR>
+ θα βρήτε μάντεις πάντοτε 'ς εμάς<BR>
+ για της Μούσες, για τ' αγέρι<BR>
+ και για όλη τη χρονιά,<BR>
+ για δροσές, για καλοκαίρι<BR>
+ και για βαρυχειμωνιά.<BR>
+ Και δεν θα σας ξεφύγουμε, γεμάτα περηφάνεια.<BR>
+ όπως ο Ζευς'ς τα σύγνεφα κι απάνω 'ς τα ουράνια·<BR>
+ μα πάντοτε κοντά σας<BR>
+ 'ς εσάς και 'ς τα παιδιά σας<BR>
+ και 'ς των παιδιών σας τα παιδιά, καθένα μας θα δίνη<BR>
+ και ευτυχία, και ζωή, και πλούτο, και ειρήνη,<BR>
+ υγεία, νειάτα και χορούς, γέλια και γλέντια κι άλλα,<BR>
+ και του πουλιού το γάλα,<BR>
+ που από τα τόσα αγαθά θα βγήτε κουρασμένοι,<BR>
+ μα κ' όλοι πλουτισμένοι.</p>
+
+<p> [Στροφή]</p>
+
+<p> Ω Μούσα εσύ της λαγκαδιάς! με την πολύτροπη λαλιά,<BR>
+ όπου καθήμενος με σε εις την πυκνόφυλλη μελιά, — <BR>
+ τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR>
+ μέσ' στα λιβάδια ταπαλά και στων βουνών της κορυφές, — <BR>
+ τιό-τιό-τιό-τιοτιγξ!<BR>
+ από το ράμφος το ξανθό με τραγουδιών γλυκές στροφές,<BR>
+ δείχνω τους νόμους του Πανός, τους [θείους και] ιερούς,<BR>
+ και τους σεμνούς της Ορεινής μητέρας (61) [μας] χορούς, — <BR>
+ τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!<BR>
+ Κι' ο Φρύνιχος (62) [ο ποιητής] επήγε κ' έκοψε από 'κει<BR>
+ των τραγουδιών του τον καρπό, που έχουν αρμένισμα γλυκύ,<BR>
+ τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!</p>
+
+<p> [Παράβασις]</p>
+
+<p> Αν, ω θεαταί, θελήση<BR>
+ από σας κανείς να ζήση<BR>
+ τη ζωή ευτυχισμένη,<BR>
+ ας ερθή μ' εμάς να μένη.<BR>
+ Κάθε τι, που εδώ στην πόλι<BR>
+ για κακό το παίρνουν όλοι<BR>
+ και οι νόμοι το εμποδίζουν,<BR>
+ στα πουλιά το συνηθίζουν.<BR>
+ Αν οι νόμοι εδώ πέρα<BR>
+ τώχουν για κακό, το τέκνο να χτυπάη τον πατέρα,<BR>
+ επιτρέπουμε και τούτο· κι'αν ποτέ κανείς ορμήση<BR>
+ το γονιό του να κτυπήση<BR>
+ θα του ειπή: «και συ στη μύτη, βάλ' ένα κεντρί (63) επίσης<BR>
+ κι' αν μπορής, να πολεμήσης».<BR>
+ Κι' αν κανένας δραπετεύση από σας στιγματισμένος,<BR>
+ κ' έρθη στων πουλιών το γένος,<BR>
+ τότε αυτόν θα τον καλώ<BR>
+ τηγανάρι παρδαλό.<BR>
+ Κι' αν κανείς απ' τη Φρυγία, εις τον τόπον μας φερμένος<BR>
+ 'σαν το Σπίθαρο μαζύ μας θέλει στα πουλιά να μείνη<BR>
+ φρυγικό πουλί θα γίνη,<BR>
+ του Φιλήμονος (64) το γένος.<BR>
+ Κι' αν κανείς απ' την Καρία δούλος, και 'ς εμάς ανέβη,<BR>
+ κ' όπως ο Εξηκεστίδης πάππους και αυτός γυρεύη,<BR>
+ θα τους βρη τους συγγενείς του λίγο τι να ψάξη κάπως,<BR>
+ [γιατί μέσ' 'ς της τόσες πάππιες] θα βρεθή και κάποιος<BR>
+ [π ά π π ο ς (65)<BR>
+ Μα κι' αν ο Πεισίου (66) δείξη<BR>
+ εις τους άτιμους της πύλες, ότι θέλει για' ν' ανοίξη,<BR>
+ περδικόπουλο να γίνη [ο καθείς θα τον ιδή],<BR>
+ του πατέρα του παιδί,<BR>
+ γιατί δεν είν' αμαρτία για της πέρδικες βαρειά,<BR>
+ ο πατέρας να μαθαίνη στο παιδί την πονηριά.</p>
+
+<p> [Αντιστροφή]</p>
+
+<p> Έτσι κ' οι κύκνοι κάνουν με χαρά — <BR>
+ τώ-τιό-τιό-τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR>
+ όταν μαζύ χτυπούνε τα φτερά,<BR>
+ κ' υμνούνε τον Απόλλωνα σε μια φωνή ενωμένοι, — <BR>
+ τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR>
+ εκεί στου Εύρου (67) ποταμού την όχθη καθισμένοι.<BR>
+ τιό-τιό-τιοτίγξ!<BR>
+ Τα αιθέρια νέφη προσπερνά το λάλημα που χύνεται·<BR>
+ με φόβο στέκουν τα θεριά<BR>
+ και ήσυχ' απ’ την ξαστεριά<BR>
+ τ’ άγριο κύμα σβύνεται.<BR>
+ τοτοτοτοτοτοτοτοτοτίγξ!<BR>
+ Ο Όλυμπος το αντιλαλεί κ' οι αθάνατοι απορούνε,<BR>
+ κ' η Μούσες και η χάριτες γλυκά το αντιφωνούνε,<BR>
+ τιό-τιό-τιό-τιοτίγξ!</p>
+
+<p> [Παράβασις]</p>
+
+<p> Γλυκύτερο καλό και πιο μεγάλο<BR>
+ παρά φτερά να κάνης δεν είν' άλλο.<BR>
+ Κι' αν από σας κανείς, ω θεαταί,<BR>
+ είχε φτερά 'ς την πλάτη του ποτέ,<BR>
+ σαν θα τον θέριζεν η πείνα,<BR>
+ με το ν' ακούη τακτικά<BR>
+ όλα τ' ατέλειωτα εκείνα<BR>
+ της τραγωδίας χορικά,<BR>
+ θα πέταγε στο σπίτι του καλά να τη γεμίση,<BR>
+ και πάλι μέσ' 'ς το θέατρο χορτάτος να γυρίση.<BR>
+ Κι' αν σε κανέναν από σας τουρχότανε χεσίδι,<BR>
+ δεν θα' χεζε το ρούχο του, ωσάν τον Πάτροκλείδη, (68)<BR>
+ μα θα πετούσε στα ψηλά με βιάσι του μεγάλη,<BR>
+ να κλανε, να ξεθύμαινε και να ξανάρθη πάλι.<BR>
+ Και αν κανένας από σας νάνε μοιχός τυχαίνη,<BR>
+ και στο Βουλευτικό ιδή το σύζυγο να μένη<BR>
+ της γυναικός, αυτός μπορεί γοργό φτερό να βάλη,<BR>
+ να την γαμήση γρήγορα και να ξανάρθη πάλι.<BR>
+ Βλέπετε τώρα καθαρά<BR>
+ πως για καθέναν άνθρωπο συμφέρουν τα φτερά.<BR>
+ Κι' ο Διιτρέφης, (69) που κανε φτερά σαν το πουλί<BR>
+ πλέκοντας βέργες λυγαριάς, έγινε πρώτος σε φυλή<BR>
+ και ίππαρχος, που ήτανε μηδενικό στη χώρα,<BR>
+ και φτιάνει τόσα πράματα και κόκκορας είν' τώρα.</p>
+
+<p><b> Αυλαία</b></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>_(Σκηνή η αυτή. Εισέρχονται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης φέροντες<BR>
+πτέρωμα και παρατηρούντες μετά περιέργειας αλλήλους)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καγχάζων)_<BR>
+ Να το λοιπόν το θάμα!<BR>
+ Μα πιό αστείο πράμα<BR>
+ ως τώρα, σου το βεβαιώ,<BR>
+ δεν είχα ιδή, μα το θεό!</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Γιατί γελάς, παρακαλώ;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(παρατηρών τον Ευελπίδην)_<BR>
+ Γελώ με τα φτερά σου·<BR>
+ ξέρεις με τι κατάντησες να μοιάζης [συφορά σου; ].<BR>
+ μ' ένα χηνάρι [σπιτικό] κακοζωγραφισμένο.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Συ μοιάζεις μ' ένα κότσυφο σύρριζα μαδημένο.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Θαρρώ πως θα την πάθουμε κ' οι δυο μας μια χαρά,<BR>
+ σαν του Αισχύλου το ρητό, από τα ίδια μας φτερά. (70)</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Και τι θα κάνουμε; για πες.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πρώτον, να κατορθώσουμε<BR>
+ μεγάλο κ' ένδοξ' όνομα 'ς την πόλι μας να δώσουμε,<BR>
+ και 'ς τους θεούς να κάνουμε θυσίασμα και δώρα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται. Μα για να ιδούμε τώρα,<BR>
+ τι όνομα θα βάλουμε 'ς την πόλι μας;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να βάλουμε<BR>
+ από τη Λακεδαίμονα και Σπάρτη να τη βγάλουμε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Ώ Ηρακλή! [δεν σου 'ρθε τίποτ' άλλο; ]<BR>
+ Σπάρτην εγώ την πόλι μου να βγάλω;<BR>
+ με σπάρτα χαμοκρέββατο κι' αν είχα για να πέσω,<BR>
+ κι' αν είχ' ακόμα ένα σχοινί μονάχα, να το δέσω,<BR>
+ Σπάρτη δεν θα την έβγαζα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τότε λοιπόν να ιδούμε<BR>
+ πώς πρέπει να την πούμε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Κάποιο να βρούμε όνομα τρανό, με περηφάνεια,<BR>
+ παρμένο από τα σύγνεφα και από τα ουράνια.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νεφελοκοκκυγία, (71) βρε, σ' αρέσει να τη βγάλω;.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Πώ, πω! μωρέ τι όνομα ωραίο και μεγάλο!<BR>
+ Νεφελοκοκκυγία, ναι! πες μου, 'ς την πόλι τούτη<BR>
+ του Θεαγένη τάχατε δεν βρίσκονται τα πλούτη<BR>
+ και του Αισχίνη; (72)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βέβαια· μα βρίσκονται ακόμα<BR>
+ [σπαρμένα μέσ' 'ς το χώμα]<BR>
+ στη Φλέγα, [που οι ποιηταί στη Θράκη την εφτιάσανε]<BR>
+ και τους Τιτάνας οι θεοί εκατακομματιάσανε.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Μωρέ τι πόλις! και θεό ποιόν σκέπτεσαι να βάνουμε<BR>
+ για πολιούχο, και για ποιόν τον πέπλο θα υφάνουμε·; (73)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ E, δεν αφίνουμε κ' εμείς εις την δική σας πόλι<BR>
+ την Αθηνά, [που έχουνε κ' οι Αθηναίοι όλοι;]</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ [Πώ, πω! θεός φυλάξοι!]<BR>
+ Και πως μια πόλι θα μπορεί να βρίσκεται σε τάξι,<BR>
+ που νάχη από δω θεό, γυναίκ' αρματωμένη,<BR>
+ και τον Κλεισθένη (74) από 'κεί με τ' αργαλειού το χτένι;<BR>
+ Κι' απάνω στα πετρώματα ποιούς θάχης διωρισμένους;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ένα πουλί θαν' από μας, του Περσικού του γένους,<BR>
+ οπού το λένε δυνατό, και το φωνάζουν ούλοι<BR>
+ για κλωσσοπούλι του Άρεως.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(μετά κωμικής ικεσίας)_<BR>
+ Ώ κύριε κλωσσοπούλι!<BR>
+ να τέλος πάντων και θεός, [και όχι σαν αυτούς εκεί],<BR>
+ που και 'ς της πέτρες μια φορά μπορεί να κατοική.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Έλα λοιπόν τώρα,<BR>
+ πέτα 'ς τον αέρα,<BR>
+ πήγαιν' εκεί πέρα<BR>
+ που οι μαστόροι χτίζουν τείχη για τη χώρα<BR>
+ φέρε τους μαζύ σου<BR>
+ και χαλίκια, — γδύσου·<BR>
+ δούλεψε τη λάσπη, — -στάμνες τους κουβάλα, — -<BR>
+ γλίστρ' από της σκάλες, πέσε κουτρουβάλα, — <BR>
+ βάλε και φυλάκους, — σύμπα τη φωτιά. — -<BR>
+ γύρνα με κουδούνια, ρίχνε μια ματιά<BR>
+ φύλακας τους νάσαι,- — <BR>
+ πέφτε να κοιμάσαι!<BR>
+ Μα και κήρυκας να στείλης 'ς τους θεούς απάνω ένα,<BR>
+ κ' άλλον κάτω 'ς τους ανθρώπους, κι' απ' αυτούς πάλι ‘ς εμένα.</p>
+
+<p> ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ<BR>
+ Και συ μένοντας 'δω χάμου<BR>
+ κάτσε κι' ούρλιαζε κοντά μου.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πήγαιν' εκεί που σ' έστειλα, γιατί χωρίς εσένα<BR>
+ απ' όλ' αυτά που είπαμε δεν θα γενή κανένα.<BR>
+ θα μείνω εγώ δω πάνω<BR>
+ 'ς αυτούς τους νέους μας θεούς θυσία για να κάνω.<BR>
+ προσκάλεσε λοιπόν να μπη<BR>
+ κι' ο ιερεύς για την πομπή.<BR>
+ — Παιδί! παιδί! έλα κοντά· σήκωσε το παναίρι αυτό<BR>
+ και τη λεκάνη να νυφτώ.</p>
+
+<p>_(Ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ εξέρχεται. — Εισέρχεται ο ΙΕΡΕΥΣ οδηγών τράγον ισχνόν και<BR>
+κατεσκληκότα)._</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+ Είμαι σύμφωνος μαζύ σου<BR>
+ και της γνώμης της δικής σου·<BR>
+ και μεγάλα και ωραία 'ς τους θεούς θα φέρω τώρα<BR>
+ και ποιήματα και δώρα·<BR>
+ και για χάρι τους θα πιάσω<BR>
+ το τραγί να θυσιάσω.<BR>
+ Εμπρός! εμπρός! η Πυθική φωνή ας ακουστή,<BR>
+ και το τραγούδι [το σαχλό] του Χαίρη του κιθαριστή.</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται είς Κόραξ φυσών αυλόν κακοζήλως και παρατόνως)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Κόσσυφον)._<BR>
+ Παύσε, μωρέ! αυτήν την αηδία!<BR>
+ Ω Ηρακλή! τ' είν' τούτος; μα τον Δία,<BR>
+ πολλά κακά είδα κ' εγώ, αλλά δεν είδ' ακόμα<BR>
+ φλογέρα μ' επιστόμιο 'ς ενός κοράκου στόμα!</p>
+
+<p>_(Ο Κόραξ εξαφανίζεται)._</p>
+
+<p> — E, ιερέα! εμπρός! στην εργασία!<BR>
+ κάμε 'ς τους νέους μας θεούς θυσία.</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+ θα το κάμω· ποιός θα φέρη<BR>
+ της θυσίας το παναίρι;</p>
+
+<p>_(Υψοί τας χείρας προς τον ουρανόν και εύχεται με κωμικήν κατάνυξιν)._</p>
+
+<p> Ευχηθήτε 'ς την Εστία την πουλερική, — <BR>
+ 'ς το γεράκι πούν' εκεί<BR>
+ κι' από της εστίες ζη,<BR>
+ 'ς του Ολύμπου τους αθανάτους, — <BR>
+ 'ς τα ολύμπια παιδιά τους, — <BR>
+ πάντων και πασών μαζύ!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω συ, γεράκι του Σουνίου! βασιληά<BR>
+ Πελαργικέ! (75) χαίρε απ' όλα τα πουλιά!</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ! _(ως ανωτέρω)_<BR>
+ Ευχηθήτε [απ' ευθείας]<BR>
+ κ' εις τον Δήλιον τον κύκνο, κ' εις τον κύκνο της Πυθίας<BR>
+ 'ς τη Λητώ ορτυκομάννα κι' Άρτεμι την Καρδερίνα. — </p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ [Βλέπεις τα ονόματά της τ' άλλαξ' η θεά κ' εκείνα]:<BR>
+ Κολαινίς (76) για την Αθήνα,<BR>
+ κ' εδώ πέρα Καρδερίνα.</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+ Και στο Βάκχο τώρα πάλι<BR>
+ που Σαβάζιο τον λένε εις τους φρυγικούς τους τόπους,<BR>
+ κ' ευχηθήτε 'ς τη μεγάλη<BR>
+ τη Σπουργίταινα, μητέρα 'ς τους θεούς και 'ς τους ανθρώπους. — </p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Χαίρε, δέσποινα Κυβέλη, που σπουργίτα είσ' [εδώ πέρα],<BR>
+ του Κλεόκριτου (77) μητέρα!</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+ Εύχομαι να δώσουν όλοι 'ς τους Νεφελοκοκκυγιώτες<BR>
+ σωτηρίαν και υγείαν, όπως και 'ς αυτούς τους Χιώτες! (78)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν ξέρεις τι ευχαρίστησιν αισθάνομαι μεγάλη,<BR>
+ που έχουν την ουρίτσα τους παντού οι Χιώτες βάλη.</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ _(ως ανωτέρω)_<BR>
+ 'Σ τους Ήρωας και 'ς τα πουλιά [ευχή τώρα θα κάνω]<BR>
+ και 'ς των Ηρώων τα παιδιά, και εις τον πελεκάνο,<BR>
+ και εις τον Πορφυρίωνα, κ' εις το παγώνι εκείνο,<BR>
+ και εις τον ξυλοπετεινό, και εις τον πελεκάνο,<BR>
+ και εις την άγριοπαππια, κ' εις το κοκκινοπούλι,<BR>
+ και εις το μελανόσκουφο, και εις το κλαψοπούλι,<BR>
+ [ευχή και 'ς τα πουλιά τα δυο]<BR>
+ 'ς τον ελασά κ' αιγιθαλό, 'ς τον καταρράχτη κ' ερωδιό!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(με έκρηξιν στενοχωρίας)_<BR>
+ Αεί 'ς την οργή! τι προσκαλείς, με όλ' αυτά που είπες,<BR>
+ και τι θα φάνε, δύστυχε, τόσοι αητοί και γύπες;<BR>
+ Δεν βλέπεις πως και μοναχά μπορεί ένα γεράκι<BR>
+ ν' αρπάξη το τραγάκι;<BR>
+ τράβ' από 'δώ και χάσου<BR>
+ συ και τα στέμματά σου!<BR>
+ Τον τράγο αυτό, με τάχος,<BR>
+ θα σφάξω εγώ μονάχος.</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ<BR>
+ Πρέπει κατόπι πάλι<BR>
+ ευχή να κάμω κι' άλλη<BR>
+ και ράντισμα με βάγιο,<BR>
+ να ειπώ τραγούδι δεύτερο θεοσεβές και άγιο,<BR>
+ και να καλέσω τους θεούς [με ιερές στροφές],<BR>
+ ή ένα μόνον απ' αυτούς, αν έχετ' αρκετές τροφές,<BR>
+ γιατί ο τράγος τούτος 'δώ δεν έχει τίποτ' άλλα,<BR>
+ παρά τη γενειάδα του και κέρατα μεγάλα!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Θα ευχηθούμε τούτη τη φορά<BR>
+ 'ς τους νέους μας θεούς με τα φτερά!</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Ποιητής. Είν' ρακένδυτος και φέρει μακράν κόμην)._</p>
+
+<p> </p>
+
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ</p>
+
+<p>
+ ΠΟΙΗΤΗΣ _(στομφωδώς)_<BR>
+ Την Νεφελοκοκκυγία την πολυευτυχισμένη<BR>
+ με ωδές και ύμνους, Μούσα, κράτησε την δοξασμένη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τ' εί'ν' αυτό το πράμα, θε μου!<BR>
+ — -Τ' είσαι συ, μωρέ, για πε μου!</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ _(πάντοτε στομφωδώς)_<BR>
+ Εγώ γράφω τους ύμνους μελιρρύτων γλωσσών<BR>
+ κ' είμ' ακούραστος δούλος των εννέα Μουσών — <BR>
+ κατά που λέει ο Όμηρος.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εγώ ποτέ δεν είδα<BR>
+ κανένα δούλο ακούρευτο (79) με τόση δα κοτσίδα.</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Όχι είμεθα όμως διδάσκαλοι ούλοι,<BR>
+ των Μουσών των εννέα ακούραστοι δούλοι — <BR>
+ κατά που λέει ο Όμηρος.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και μόνο η αφεντιά σου;<BR>
+ μα δούλος είν' ακούραστος κι' αυτό το φόρεμά σου.<BR>
+ Και ως εδώ, κυρ ποιητή,<BR>
+ εξεκουμπίσθηκες, γιατί;</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ 'Σ της Νεφελοκοκκυγίες έφερα ωδές γραμμένες<BR>
+ με συνέχειες μεγάλες,<BR>
+ κ' έφερα ακόμη κι' άλλες<BR>
+ για να ψάλουν η παρθένες.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πότε την σκάρωσες αυτήν την εσοδείαν όλη;</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Από καιρό, πολύν καιρό, την ψέλνω αυτήν την πόλι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε συ, μόλις τη βάφτισα, σαν το μωρό, τη χώρα,<BR>
+ κι' ακόμα τα δεκάμερα δεν γιώρτασα ως τώρα.</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Φήμη στα αυτιά μου μεγάλου λόγου<BR>
+ με γρηγοράδα ήλθεν αλόγου : (80)<BR>
+ «της Αίτνας κτίστη και πατέρα,<BR>
+ [Ιέρων]! όνομα ι ε ρ ώ ν» - — <BR>
+ δος και 'ς εμένα εδώ πέρα<BR>
+ με προθυμίαν θησαυρόν,<BR>
+ κ' απ' όλα δος μου ταγαθά σου,<BR>
+ πούχεις και για την αφεντιά σου</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(καθ' εαυτόν)_<BR>
+ Ου! απ' αυτό το βάσανο πολλές δουλειές θα ιδούμε,<BR>
+ αν κάτι δεν του δώσουμε να τον ξεφορτωθούμε.<BR>
+ — Συ, πούχεις και γουναρικό,<BR>
+ μα και χιτώνα παστρικό,<BR>
+ γδύσου και δόσε κάτι τι<BR>
+ και 'ς το σοφό τον Ποιητή·<BR>
+ μα κράτει το γουναρικό [με τούτον τον ψυχρό καιρό],<BR>
+ γιατί μου φαίνεται και συ πως έχεις τούρτουρα γερό.</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Η φίλη Μούσα δέχεται τη χάρι,<BR>
+ κ' αυτό που της προσφέρεις, θα το πάρη.<BR>
+ Ακούστε τώρα μια ωδή Πινδαρική, που θα σας πω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αυτός να μας ξεφορτωθή, δεν θάχη, φαίνεται σκοπό.</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Μέσα 'ς τους Σκύθες τους νομάδες,(81)<BR>
+ εδώ κ' εκεί ο Στράτων τρέχει·<BR>
+ ρούχο απ' τους ανυφαντάδες<BR>
+ να ρίξη απάνω του δεν έχει,<BR>
+ κ' άδοξος ζη θέρος, χειμώνα,<BR>
+ με δίχως γούνα και χιτώνα. (82)<BR>
+ Κατάλαβες τι εννοώ;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Καταλαβαίνω κάτι·<BR>
+ 'κείν' το χιτώνα έβαλες, μου φαίνεται, 'ς το μάτι.</p>
+
+<p>_(Προς τον Ιερέα)_</p>
+
+<p> Γδύσου, [καιρό μη χάνουμε]<BR>
+ πρέπει 'ς αυτόν το Ποιητή κάποιο καλό να κάνουμε</p>
+
+<p>_(Ο Ιερεύς παραδίδει τον χιτώνα του εις τον Ποιητήν. ούτος δε σπεύδει<BR>
+να τυλιχθή δι' αυτού)._</p>
+
+<p> Πάρ' τον αυτόν, παρακαλώ,<BR>
+ και άμε τώρα 'ς το καλό.</p>
+
+<p> ΠΟΙΗΤΗΣ<BR>
+ Φεύγω· κ' όταν στη πόλι μου θα φθάσω<BR>
+ ακούστε τι τραγούδι θα σας φτιάσω :<BR>
+ Δόξασε, ώ χρυσόθρονη, την πόλι<BR>
+ πούνε φρικτή και παγωμένη όλη.<BR>
+ Στους κάμπους της επήγα μια φορά<BR>
+ τους πολυχιονισμένους — <BR>
+ και πολυσποριασμένους, -<BR>
+ τραλαραρά!... τραλαραρά!...</p>
+
+<p>_(Απέρχεται επαναλαμβάνων την στροφήν)._</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον εξελθόντα ποιητήν)._<BR>
+ Μα το θεό τη γλύττωσες για τούτον το χειμώνα<BR>
+ μ' αυτόν που μας εβούτηξες 'δώ πέρα τον χιτώνα.</p>
+
+<p>_(Προς τον ιερέα).-</p>
+
+<p> Σε βεβαιώ δεν πίστευα τέτοιο κακό να ιδώ :<BR>
+ να πάρη αμέσως μυρουδιά την πόλι μας εδώ<BR>
+ — Πάρε λοιπόν τον αγιασμό τριγύρω να γυρίσης.</p>
+
+<p> ΙΕΡΕΥΣ _(ετοιμαζόμενος διά την θυσίαν)_<BR>
+ Προσέχετε και σιωπή!</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ, καθ' ην στιγμήν ο Πεισθέταιρος σύρει προς<BR>
+εαυτόν τον τράγον)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - ΙΕΡΕΥΣ — ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Τον τράγο μη τον 'γγίσης!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιος είσαι συ;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Ποιος είμ' εγώ; Ο Χρησμολόγος.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Χάσου</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Μην παίζης, ώ κολότυχε, και με τα ιερά σου.<BR>
+ Για τη Νεφελοκοκκυγία αυτή υπήρχε μια φορά<BR>
+ ένας χρησμός του Βάκιδος, (83) που τώπε καθαρά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπορώ να σε ρωτήσω<BR>
+ γιατί δεν είπες το χρησμό προτού την πόλι χτίσω;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Το θείον μούχε αποκλεισμό.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Για πες, ν' ακούσω, το χρησμό.</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εφεξής πομπωδώς)_<BR>
+ «Οταν λύκοι κατοικήσουν<BR>
+ και κουρούνες άσπρες ζήσουν<BR>
+ μεταξύ της Σικυώνος και Κορίνθου (84)»</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εδώ πέρα<BR>
+ τι δουλειά με Κορινθίους έχω εγώ;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Για τον αέρα<BR>
+ ήθελε να ειπή ο Βάκις</p>
+
+<p>_(πομπωδώς)_</p>
+
+<p> «Για θυσία [και για δώρα]<BR>
+ ασπρομάλλικο κριάρι να προσφέρης στην Πανδώρα· (85)<BR>
+ κ' όποιος μάντις ειπή πρώτος τη μαντεία μου, για χάρι<BR>
+ υποδήματα καινούργια και χιτώνιον να πάρη».</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα! υπάρχουν και παπούτσια μέσα στο χρησμό του Βάκι;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(εξάγων φύλλον παπύρου)_<BR>
+ Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.<BR>
+_(αναγινώσκει ο ίδιος)_<BR>
+ «Να του δώσουν και μποτίλλια, και στο χέρι του να βάλη<BR>
+ τα εντόσθια του τράγου». — </p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα! το λέει και τούτο πάλι;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_<BR>
+ Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.<BR>
+_(Εξακολουθεί πομπωδώς).-<BR>
+ «Κι' αν αυτά που σου προστάζω<BR>
+ εκτελέσης, νεανία, εις τα ύψη σ' ανεβάζω<BR>
+ σαν αητό· δεν θα σε κάνω, αν δεν φάγω κ' εγώ τράγο,<BR>
+ ούτ' αητό, ούτε τρυγόνι, παρά μόνο ξυλοφάγο!»</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ο χρησμός λοιπόν του Βάκι μέσα όλ' αυτά τα βάζει;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(ως ανωτέρω).-<BR>
+ Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όμως ο χρησμός δεν μοιάζει<BR>
+ και μ' αυτόν, που απ' τον ίδιο τον Απόλλωνα έχω πάρη,<BR>
+ [και δεν λέει τέτοια χάρι].</p>
+
+<p>_(Εξάγει φύλλον παπύρου και αναγινώσκει, μιμούμενος το πομπώδες ύφος<BR>
+του Χρησμολόγου, και υπό πνεύμα απειλής).-</p>
+
+<p> «Αν κουβαληθή κανένας φαφλατάς και φουσκωμένος<BR>
+ δίχως ναν προσκαλεσμένος,<BR>
+ φέρνοντας στενοχωρία<BR>
+ όταν κάνης τη θυσία,<BR>
+ κ' από του ψητού τα σπλάχνα μεζεδάκια σου γυρέψη,<BR>
+ δος του κλωτσοπατηνάδες στα πλευρά, ως που να ρέψη!»</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ _(απαθώς)_<BR>
+ Το κοψες το ψεματάκι!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(τείνων τον πάπυρον)_<BR>
+ Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι.</p>
+
+<p>_(αναγινώσκει ως ανωτέρω)_</p>
+
+<p> «Ούτε και αητός θα πάρη από τους μεζέδες, μήτε<BR>
+ και ο Λάμπων, και ο μέγας Διοπείθης, οι προφήται».</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Όλα, όλ' αυτά τα είπε του Απόλλωνος το στόμα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ως ανωτέρω)_<BR>
+ Πάρε, διάβασ' το χαρτάκι! — E, δεν έφυγες ακόμα;</p>
+
+<p> ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ<BR>
+ Ω, κακότυχος που ήμουν!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ωθών αυτόν προς έξοδον)_<BR>
+ Τράβα ς' άλλες πολιτείες<BR>
+ να πουλήσης προφητείες!</p>
+
+<p>_(Ο Χρησμολόγος φεύγει θρηνών. — Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο Μ<BR>
+έ τ ω ν, (86) φέρων πίνακα, κανόνας γεωμετρικούς και διαβήτας)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΙΕΡΕΥΣ — ΜΕΤΩΝ</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Να πούρχομαι κ' εγώ σε σας.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Άλλος μπελάς και πάλι!<BR>
+ τ' ήλθες να κάμης; εύρηκες εφεύρεσι μεγάλη;<BR>
+ τι τάχατε βουλήθηκες<BR>
+ και πήρες τα παπούτσια σου κ' εδώ μας κουβαλήθηκες;</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Να σας μετρήσω θέλω τον αγέρα,<BR>
+ και δρόμους να χαράξω εδώ πέρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Για το θεό! ποιος είσαι συ;</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Ποιος είμ' εγώ; ο Μέτων,<BR>
+ που δεν τον ξέρει ο Κολωνός, μα η Ελλάς.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Για ιδέ τον!<BR>
+ Και δεν μου λες, σαν τ' είν' αυτά που έχεις εκεί πέρα;</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Τα μέτρα του αγέρα,<BR>
+ Σαν φούρνος γύρω από τη γη<BR>
+ ο αγέρας τη γυρολογεί·<BR>
+ τούτ' τον κανόνα τον κυρτόν απάνωθε θα βάλω,<BR>
+ τον διαβήτην ύστερα καρφώνω [τον μεγάλο]...<BR>
+ νοιώθεις;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν νοιώθω τίποτα, [και ούτε θα μπορέσω]</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Κανόνα ύστερα ορθόν σε τούτα θα προσθέσω<BR>
+ να σου γενή τετράγωνον ο κύκλος [μια χαρά],<BR>
+ Στο κέντρον θαν' η αγορά<BR>
+ και θάρχωνται ακόμη<BR>
+ ορθοί στο μέσο οι δρόμοι,<BR>
+ τα ίδια όπως γίνεται στο στρογγυλό σταστέρι,<BR>
+ που απ' όλα του τα μέρη<BR>
+ αστράφτουν η αχτίνες,<BR>
+ όλες ορθές κ' εκείνες!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αυτός ο Μέτων [ο γνωστός]<BR>
+ σου είν'ενας Θαλής σωστός!</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Τι τρέχει;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ξέρεις βέβαια το πόσο σ' αγαπώ,<BR>
+ έ, άκου αυτό που θα σου ειπώ :<BR>
+ Να πάρης πόδι γρήγορα.</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Και τι θα πάθω; για να ιδώ.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όπως στη Λακεδαίμονα, το ίδιο κάνουμε κ' εδώ·<BR>
+ τους δέρνουμε, τους σπρώχνομε<BR>
+ τους ξένους, και τους διώχνομε.</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Μην έχετ' επανάστασι, [κ' ελεύθερα της βρέχετε];</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Α, όχι δα, μα τον θεό!</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Τότε λοιπόν τι έχετε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Έχουμε πάρει απόφασιν εδώ να μην αφήσουμε<BR>
+ κάθε ψωροπερήφανο, κ' όλους να τους τσακίσουμε.</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Ώστε πρέπει να του δίνω απ' τον τόπο τούτο τώρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα δεν ξέρω αν θαύρης ώρα.</p>
+
+<p>_(τον δέρνει)_</p>
+
+<p> Να που άρχισ' η βροχή!</p>
+
+<p> ΜΕΤΩΝ<BR>
+ Συμφορά στον δυστυχή!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν σου τόπα; τράβα τώρα και του λόγου σου επίσης<BR>
+ τα πλευρά σου να μετρήσης!</p>
+
+<p>_(Ο Μέτων φεύγει δερόμενος.- Εισέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους ο<BR>
+επίσκοπος κρατών δύο αμφορείς ψηφοφορίας και ενδεδυμένος με φόρτον<BR>
+πολυτελείας)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ – ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Πού είν' εδώ οι Πρόξενοι; (87) [για πέτε μου ν'ακούσω].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιός είσαι, Σαρδανάπαλε,(88) πούρθες με τέτοιο λούσο;</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Επίσκοπος (89) κληρώθηκα Νεφελοκοκκυγίας.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Επίσκοπος; ποιός σ' έστειλε [με τέτοιας οδηγίας];</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Μ' έστειλ' ένα παληόχαρτο εκείνου του Τελέα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ [Τι λες; πολυ ωραία! ]<BR>
+ Θέλεις να πάρης το μισθό τη ράχη να μας δείξης,<BR>
+ πριν ιστορίες τίποτα στην πόλι μας ανοίξης;</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Μα τους θεούς, να γύριζα το ήθελα πολύ,<BR>
+ γιατί έχω κάμει πρότασι σπουδαία 'ς τη Βουλή<BR>
+ για τον Φαρνάκη (90) των Περσών, [πούχει μεγάλο πλούτο].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ραπίζων αυτόν αιφνιδίως)_<BR>
+ Ορίστε!... πάρε το μισθό και τράβα!</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Τ' είνε τούτο!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νά, τώρα ένα ψήφισμα για τον Φαρνάκη παίρνεις.</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Διαμαρτύρομαι φρικτά! τους επισκόπους δέρνεις;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε δεν θα φύγης από δω με τούτα τα σταμνιά σου;<BR>
+ [και έπειτα, για στάσου,]<BR>
+ στέλνουν επίσκοπο ποτέ σε πολιτείες [και λαούς]<BR>
+ πριν πιάσουνε οι κάτοικοι να θυσιάσουν στους θεούς;</p>
+
+<p>_(Ο Πεισθέταιρος αποδιώκει τον Επίσκοπον διά ραβδισμών. Εισέρχεται εκ<BR>
+του ετέρου μέρους ο Ψηφισματοπώλης αναγινώσκων ψήφισμα επί παπύρου)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ</p>
+
+<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)_<BR>
+ Αν Νεοελοκοκκυγιώτης Αθηναίον αδικήση...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι παληόχαρτο είνε τούτο, που μας έχει κουβαλήση;</p>
+
+<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR>
+ Είμαι Ψηφισματοπώλης, κ' ήλθα εδώ [να συμφωνήσω]<BR>
+ και τους νόμους να πουλήσω</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιούς;</p>
+
+<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ _(αναγινώσκων)<BR>
+ «Να μεταχειρισθούνε οι Νεφελοκοκκυγιώτες<BR>
+ μέτρα και σταθμά και νόμους, όπως κ' οι Ολοφυξιώτες (91)<BR>
+ [της Χαλκιδικής πολίτες]</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Διάβασε και συ τους νόμους, όπου έχουν οι Σκουξίτες! (92)<BR>
+_(τον δέρνει)_</p>
+
+<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ<BR>
+ Τι έπαθες;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ [τι θες να πάθω;]<BR>
+ αν δεν πας εις την δουλειά σου, μαύρους νόμους θα σε μάθω.</p>
+
+<p>_(Ο Ψηφισματοπώλης αποσύρεται δερόμενος, ενώ αντιθέτως επανέρχεται ο<BR>
+Επίσκοπος κρατών πάντοτε τας εκλογικάς κάλπας)_</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Μηνύω τον Πεισθέταιρον, και τον Απρίλη μήνα<BR>
+ να έλθη [στην Αθήνα]<BR>
+ να δικασθή ως υβριστής.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε συ! τι τσαμπουνάς αυτού; δεν θα ξεκουμπιστής;</p>
+
+<p>_(Ο Ψηφισματοπώλης εμφανίζεται εκ του ετέρου μέρους)_</p>
+
+<p> ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ(αναγινώσκων)_<BR>
+ «Και όποιος διώξη άρχοντες [κι' απλήρωτους τους στείλη]<BR>
+ και αψηφή το ψήφισμα, που πέρασε στη στήλη,<BR>
+ [που γράφονται οι νόμοι]...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα, συφορά που μ' εύρηκε! βρε είσ' εδώ ακόμη;</p>
+
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Δέκα χιλιάδες πρόστιμο δραχμές θα σου προσθέσω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p>
+
+<p>_(λαμβάνων τους δύο αμφορείς εκ των χειρών του Επισκόπου)_</p>
+
+<p> Κ' εγώ θα κάτσω γρήγορα στα δυο σου αγγειά να χέσω.</p>
+<p> ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ<BR>
+ Να μου το θυμηθής αυτό, [που κάθισες στους δρόμους]<BR>
+ τη νύχτα, και κατάχεσες τους ψηφισμένους νόμους.</p>
+
+<p>_(Ενώ ο Π ε ι σ θ έ τ α ι ρ ο ς κάθεται αλληλοδιαδόχως επί εκατέρου των<BR>
+δοχείων και αφοδεύει, ο Ψ η φ ι σ μ α τ ο π ώ λ η ς και ο Ε π ί σ κ ο π<BR>
+ο ς αναγκάζονται να φύγουν κρατούντες την μύτην των.)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+_(προσποιούμενος ότι καταδιώκει)_</p>
+
+<p> Πιάστε τον! πιάστε τον αυτόν! — - Βρε βλάκα! πού πηγαίνεις;<BR>
+ γιατί μ' εμάς δεν μένεις;</p>
+
+<p>_(Επανέρχεται. — Προς τον Ιερέα)_</p>
+
+<p> — E, ας τραβήξουμε κ' εμείς και τον καιρό μη χάνουμε<BR>
+ κι' αυτόν τον τράγο στους θεούς θυσία να τον κάνουμε!</p>
+
+<p>_(Ο Ιερεύς και ο Πεισθέταιρος σύρουν τον τράγον εκτός της σκηνής)_</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p> </p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p> Σκηνογραφία η αυτή.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ</p>
+
+<p> ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR>
+ Στον παντεπόπτη εμένα τώρα,<BR>
+ που πήρα όλες της εξουσίες,<BR>
+ θα κάνη ο κόσμος ευχές και δώρα,<BR>
+ θεών λατρεία, θεών θυσίες.<BR>
+ Από τα ύψη εγώ και μόνο<BR>
+ θα βλέπω κάθε της γης μεριά,<BR>
+ καρπούς θα σώζω, και θα σκοτώνω<BR>
+ όλα τα γένη απ' τα θεριά,<BR>
+ που, με ταχόρταγό τους το στόμα,<BR>
+ πέφτουν και τρώνε κάθε φορά<BR>
+ και τα βλαστάρια της γης ακόμα<BR>
+ κι' όλα τα δένδρα τα καρπερά.<BR>
+ Φονηάς θα γίνω του κάθε γένους<BR>
+ που φαρμακώνει με το κεντρί,<BR>
+ μέσα στους κήπους τους μυρωμένους,<BR>
+ κάθε λουλούδι, κάθε δεντρί.<BR>
+ Σαύρες και φίδια, κ' ό,τι δαγκάνει<BR>
+ θα πάθουν όλεθρο φοβερό,<BR>
+ κ' όσα θα βλέπω, κ' όσα θα φθάνη<BR>
+ το ελαφρό μου γοργό φτερό.</p>
+
+<p>_(Παράβασις)_</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Σήμερα που ακούτε όλοι μια προκήρυξι στη χώρα :<BR>
+ όποιος από σας σκοτώση το Μηλιό το Διαγόρα (93)<BR>
+ [που ασέβησε στης Κόρης και στης Δήμητρας τη χάρι],<BR>
+ ένα τάλαντο θα πάρη<BR>
+ Κι'όποιος πάλι θα σκοτώση τύραννο νεκρόν κανένα<BR>
+ [για το ανδραγάθημά του] τάλαντο θα πάρη ένα.<BR>
+ Κι' από μέν' ακούστε πάλι·<BR>
+ μια προκήρυξι μεγάλη:<BR>
+ Φιλοκράτη τον Σπουργίτη (94) όποιος από σας σκοτώση,<BR>
+ ένα τάλαντο θα πάρη· ζωντανόν αν τον τσακώση<BR>
+ θαν' ακόμα πιο καλό,<BR>
+ και το τάλαντο το ένα τετραπλό θα το κερδίζη,<BR>
+ γιατί εφτά στον οβολό<BR>
+ τα πουλάει τα σπουργίτια, κ' έτσι τα εξευτελίζει·<BR>
+ και της τσίχλες μας προσέτι<BR>
+ της φυσά, της βασανίζει, και κατόπι της εκθέτει·<BR>
+ και των κοτσυφιών της μύτες της τρυπά κάθε φορά<BR>
+ με τα ίδια τους φτερά,<BR>
+ και κρατεί φυλακισμένα<BR>
+ μέσ' στα δίχτυα και δεμένα<BR>
+ όσα περιστέρια πιάνει,<BR>
+ όπου κράχτες με τη βία 'ς τάλλα τα πουλιά τα κάνει.<BR>
+ Τούτα θέλαμε να ειπούμε· κι' όσοι έχουνε συνήθεια<BR>
+ νάχουνε φυλακισμένα μέσα στης αυλές ορνίθια,<BR>
+ να ταφήσουνε να πάνε στη δική τους τη δουλειά.<BR>
+ Και αν δεν το παραδεχθήτε, θα σας πιάσουν τα πουλιά,<BR>
+ μεσ' 'ς τα δίχτυα θα σας δέσουν,<BR>
+ κ' έτσι, με τους ίδιους τρόπους,<BR>
+ είδος κράχτες θα σας θέσουν<BR>
+ για να πιάνουν τους ανθρώπους.</p>
+
+<p> ΗΜΙΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>_(Αντιστροφή)_</p>
+
+<p> Γενειά των όρνειων ευτυχισμένη<BR>
+ και των πουλιών μας, που δίχως χλαίνη<BR>
+ κάθε χειμώνα περνάει βαρύ,<BR>
+ και ούτε ζέστη ποτέ μας φέρει<BR>
+ το πυρωμένο το καλοκαίρι<BR>
+ κ' η κάθε αχτίνα του η λαμπερή.<BR>
+ Μέσα 'ς των φύλλων πάντοτε μένω<BR>
+ τον κάθε κόρφο τον πυκνωμένο<BR>
+ του ανθισμένου του λιβαδιού,<BR>
+ όταν ο τζίτζικας, με άσματα μύρια,<BR>
+ κράζει, καϋμενος απ' τα λιοπύρια<BR>
+ που ανάφτει ο ήλιος μεσημεριού<BR>
+ Μέσα σε άντρα βαθιά φωλιάζω<BR>
+ και με της Νύμφες ξεχειμωνιάζω·<BR>
+ κι' όλο σε μύρτα παρθενικά<BR>
+ βρίσκω τροφή μου πάντα 'ς το θέρος,<BR>
+ που η Χάρες σπέρνουν σε κάθε μέρος,<BR>
+ με τα λουλούδια τους τα λευκά.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ _(Παράβασις)_<BR>
+ Για τη νίκη θέλω κάτι στους κριτάς μου να ορίσω :<BR>
+ τα καλά που θα μας βρούνε, όλα θα τα δώσω πίσω·<BR>
+ και του Αλέξανδρου (95) τα δώρα<BR>
+ θα τα ξεπερνούν η χάρες που από μας θα ιδούνε τώρα.<BR>
+ Πρώτον, θάχετε από 'κείνο, που γυρεύουν οι κριταί :<BR>
+ του Λαυρείου η κ ο υ κ ο υ β ά γ ι ε ς (96) δεν θα λείψουνε ποτέ ·<BR>
+ μεσ' 'ς τα σπίτια σας θα μένουν, και στης τσέπες σας πολλούς<BR>
+ θα κλωσάνε οβολούς·<BR>
+ και τα σπίτια σας θα γίνουν<BR>
+ σαν ναοί πελεκητοί<BR>
+ γιατί θάρχωνται να στήνουν<BR>
+ αετώματα (97) οι αητοί.<BR>
+ Κι' αν ορέγεσθε καμμία<BR>
+ να βουτήξετ' εξουσία,<BR>
+ θα σας βάζουμε στο χέρι<BR>
+ έν' αχόρταγο ξεφτέρι.<BR>
+ Κι' αν κανένας φαγοπότι από σας τυχαίνη νάχη.<BR>
+ πάντα δανεικό θα παίρνη το δικό μας το στομάχι.<BR>
+ Μ' αν κανένας τη γυρίση<BR>
+ εναντίον μας την κρίσι,<BR>
+ ας φροντίση για να βάλη,<BR>
+ όπως και στους ανδριάντας, ένα σκιάδι 'ς το κεφάλι,<BR>
+ γιατί όποιος δεν θα τώχη και μιαν άσπρη φέρνη χλαίνα,<BR>
+ θα μου το πληρώση εμένα<BR>
+ όταν θάρθουν τα πουλιά<BR>
+ να τον κάμουν από πάνω έως κάτω, κουτσουλιά!</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης)_</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β’.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (98) — ΧΟΡΟΣ και μετά μικρόν ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ E, η θυσία, βρε πουλιά, είχε καλή την τύχη.<BR>
+ Αλλά κανείς δεν φαίνεται να φθάνη από τα τείχη,<BR>
+ να μάθουμε 'σαν τι δουλειά<BR>
+ κάνουν 'κεί πέρα τα πουλιά.<BR>
+ Μα να που λαχανιάζοντας κάποιος εκεί προβάλλει<BR>
+ κ' έρχεται 'σαν τον Αλφειό με δύναμι μεγάλη.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Α'. ασθμαίνων)_</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ Πού ναν', πού νάνε τάχα<BR>
+ ο άρχων ο Πεισθέταιρος;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να, δεν με βλέπεις, χάχα;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ E, τέλειωσε· το χτίσανε το τείχος τα πουλιά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Λαμπρά!</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ Τι μεγαλοπρεπής και τι καλή δουλειά!<BR>
+ και τέτοιο πλάτος έχουν,<BR>
+ που θα μπορούν να τρέχουν,<BR>
+ ο Θεαγένης από 'δω, με μια ορμή μεγάλη,<BR>
+ και νάρχεται ο φαφλατάς απ' την μεριά την άλλη,<BR>
+ ο Προξενείδης, μ' άρματα και άλογα ζεμένα,<BR>
+ που ναν' από τον Δούρειο τρανότερο καθένα. (99)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ω Ηρακλή!</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ Το μάκρος του το μέτρησα κι' αυτό:<BR>
+ οργυιές είν' εκατό·</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ)_<BR>
+ Τι μάκρος, Ποσειδώνα μου! ποιοι τάχατε να ήσανε<BR>
+ εκείνοι που το χτίσανε;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR>
+ Ησαν μονάχα τα πουλιά· πλιθοκουβαλητάδες<BR>
+ Αιγύπτιοι (100) δεν ήσανε, ούτε και λιθαράδες,<BR>
+ ούτε και χτίστες· τόχτισαν [μεγάλο και σωστό]<BR>
+ το τείχος, μόνα τα πουλιά με τρόπο θαυμαστό.<BR>
+ Βάλαν της πέτρες Γερανοί και το θεμέλιο φτιάσανε,<BR>
+ που απ' τη Λιβύα φθάσανε<BR>
+ σωστές τρεις μυριάδες,<BR>
+ και την επελεκήσανε την πέτρα οι Μυταράδες,<BR>
+ και κάθε Ρεματόπουλο, και όποιο στα ποτάμια ζη,<BR>
+ εις τον αέρα το νερό το κουβαλήσανε μαζύ.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και πηλοφόρι απ' αυτά ποιό ήξερε να κάνη;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR>
+ Ήλθαν ευθύς Ερωδιοί καθένας με λεκάνη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και πώς μπορούσαν τον πηλό να βάλουν μ' ευκολία;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'<BR>
+ Κι' αυτό ευρέθη, φίλε μου, και με πολλή σοφία·<BR>
+ οι Χήνες τον δουλέψανε με τα πλατειά ποδάρια<BR>
+ και 'ς της λεκάνες ύστερα τον ρίχνανε σαν φτυάρια.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Τα πόδια τι δεν φτιάνουνε!</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ Μα το θεό, σωστά·<BR>
+ και τα Παππιά εζώσανε άσπρες ποδιές μπροστά·<BR>
+ και Χελιδόνια με ξυστριά επέταξαν ακόμα,<BR>
+ όπως ταγίζουν τα πουλιά, με τον πηλό στο στόμα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Έτσι [με τέτοιους όρους]<BR>
+ δεν είνε ανάγκη με μισθό να πάρης και μαστόρους.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα πες μου τώρα, ποιό πουλί απ' όλα τούτα ξέρει<BR>
+ του τείχους να κατεργασθή τα ξύλινα τα μέρη;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.<BR>
+ Αρχιμαστόροι πάνσοφοι οι Πελεκάνοι ήσανε<BR>
+ και με της τόσες μύτες τους της πόρτες πελέκησανε,<BR>
+ οπού ενόμιζε κανείς, με της χτυπιές που κάνανε,<BR>
+ πως ναυπηγείο στήσανε και πως καράβια φτιάνανε.<BR>
+ Και τώρα η πύλες μπήκανε<BR>
+ κι' όλες μανταλωθήκανε·<BR>
+ γίνετ' η έφοδος καλά·<BR>
+ κουδούνια έχουνε πολλά, (101)<BR>
+ να στέκουν 'ς όλες της μεριές οι φύλακες δεν παύουν,<BR>
+ κ' εκεί στους πύργους γύρωθε πολλές φωτιές ανάβουν.<BR>
+ Εγώ πηγαίνω μια στιγμή για να νιφθώ τρεχάλα.<BR>
+ Συ, κάμε τώρα τάλλα.</p>
+
+<p>_(Ο Άγγελος Α' απέρχεται)_</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και μετ' ολίγον ΑΓΓΕΛΟΣ Β'</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Συ αυτού τι κάνεις τώρα;<BR>
+ τάχα θαυμασμό σου αφίνει,<BR>
+ που το τείχος έχει γίνη<BR>
+ τόσο γρήγορα στη χώρα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ E, βέβαια, μα τους θεούς! και να θαυμάζω πρέπει,<BR>
+ ψέμμα θα το θαρρή κανείς ακόμα κι' αν το βλέπη.</p>
+
+<p> (ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)<BR>
+ Σταλμένον κάποιο φύλακα εδώ κοντά θωρώ,<BR>
+ που έρχεται χορεύοντας πολεμικό χορό.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Β')_</p>
+
+<p>
+ ΑΓΓΕΛΟΣ Β' _(ασθμαίνων και έμφοβος)_<BR>
+ Ωχ! Ωχ!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ποιό σούρθε ξαφνικό;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'<BR>
+ Επάθαμε τρανό κακό :<BR>
+ Εφάνηκε κάποιος θεός<BR>
+ απ' τους συντρόφους του Διός·<BR>
+ της Καρακάξες γέλασε, που ήσαν σκοποί τη μέρα,<BR>
+ κ' από της πύλες πέρασε πετώντας στον αγέρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Πρε, τι κακή ψυχρή δουλειά πάθαμε τούτη τη φορά!<BR>
+ Ποιός ήτανε;</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'.<BR>
+ Δεν ξέρουμε· είχε στης πλάτες του φτερά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Έπρεπε να του στείλετε της περιπόλους πρώτες.</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Β'.<BR>
+ Πώς; τρεις χιλιάδες στείλαμε γεράκια ιπποτοξότες<BR>
+ και κάθε απ' τα πουλιά αυτά<BR>
+ πούχουν τα νύχια αγκυλωτά<BR>
+ επήγαν σε λιγάκι, — <BR>
+ Ανεμογάμης, Γυψ, Αητός, τριάρχιδο Γεράκι,<BR>
+ Χαλκοκουρούνα, — πέταξαν με ορμή στην ίδιαν ώρα,<BR>
+ και ο αιθέρας έτριξεν απ' των φτερών τη φόρα,<BR>
+ όταν εξεκινήσανε προς τον θεό να πάνε.<BR>
+ Αλλά δεν είνε μακρά, κάπου δω πέρα θάνε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τόξα, σφενδόνες γρήγορα να πάρετε στο χέρι,<BR>
+ και τα κοπέλια μας εδώ να ρθούνε χέρι-χέρι.<BR>
+ Ρίξε το τόξο! χτύπησε! δος μου [για τον αγώνα]<BR>
+ κ' εμένα τη σφενδόνα!</p>
+
+<p>_(Ο Αγγελος Β' απέρχεται βιαστικός)_</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Πόλεμος σηκώθηκε<BR>
+ π' ούτε ξαναειπώθηκε!<BR>
+ Βάλτε τούτη τη φορά<BR>
+ στον αγέρα μια φρουρά,<BR>
+ τον νεφοτριγυρισμένο, που Έρεβος τον έχει φτιάση,<BR>
+ μήπως και θεός κανένας ξεγλιστρήση και περάση·<BR>
+ και προσέχετ' ένα γύρω, γιατί ακούσθη ως εδώ πέρα<BR>
+ θεϊκής φτερούγας χτύπος, πούρχεται απ' τον αγέρα.</p>
+
+<p>_(Εμφανίζεται η Ίρις)_</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΙΡΙΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ε, ε! πού πας του λόγου σου και πού πετάς τρεχάτη;<BR>
+ μην το κουνάς!... στάσου αυτού και την ορμή σου κράτει!...<BR>
+ ποιά είσαι και πούθ' έρχεσαι και από τόπους ποίους;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Έρχομαι από τους θεούς εγώ, τους Ολυμπίους.</p>
+
+<p>_(Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης πλησιάζουν και την παρατηρούν<BR>
+ γύρωθεν περιέργως)_</p>
+
+<p>
+ ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Καράβι είνε άρα γε ή κράνος τώνομά σου; (102)</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Η Ίρις είμαι η γρήγορη [που βρίσκομαι σιμά σου].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Σαλαμινία, Πάραλος (103), τι είσαι;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Τάχεις χάση!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Χορόν)_<BR>
+ Δεν πάει ένα τριάρχιδο (104) γεράκι να την πιάση!</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Εμέ να πιάση ένα πουλί!<BR>
+ γιατί;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Να κλάψης και πολύ.</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Τι έκαμα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πως άνοιξες, μωρή καταραμένη,<BR>
+ της πύλες, και στα τείχη αυτά μας βρίσκεσαι χωμένη;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Δεν ένοιωσα να πέρασα τίποτα πύλες.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Άκου!<BR>
+ αυτή με κοροϊδεύει εδώ, κ' εγώ μιλώ του κάκου!<BR>
+ Στον Καρακαξοφρούραρχο επήγες εκεί 'πάνου;<BR>
+ μίλει! επήρες κανενός σφραγίδα (105) Πελεκάνου;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ [Παρακαλώ, Για στάσου]<BR>
+ Πούν' το κακό;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Δεν έχεις, αι;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Μα είσαι στα σωστά σου;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν σού βαλε ο Ορνίθαρχος σημάδι του κανένα;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Όχι· κανείς σημάδι του δεν έδωκε 'ς εμένα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κ' έτσι λοιπόν επέταξες από το χάος τώρα,<BR>
+ μέσα 'ς την ξένη χώρα.</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Χεμ 'να πετάη ο θεός 'ς το χάος, έτσι τώχει.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εγώ δεν είμαι σύμφωνος μ' αυτό τον τρόπον, όχι.</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Με αδικείς.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ξέρεις λοιπόν, μωρή κατακαϋμένη,<BR>
+ που απ' όλες συ της Ίριδες πιό δίκηα πεθαμένη<BR>
+ θα ήσουν, αν το άξιζες;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ [Μ' αυτό πως θα το κάνης·<BR>
+ που] είμ' εγώ αθάνατη;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπορεί και να πεθάνης·<BR>
+ γιατί νομίζω πως πολλά θα πάθουμε κακά,<BR>
+ να μαστ' εμείς αφεντικά<BR>
+ και σεις να φτιάνετε δουλειές 'σαν το κακό καιρό σας,<BR>
+ χωρίς ν' ακούτε κάποτε και τον καλήτερό σας.<BR>
+ Αλλά για πες μου, [στάσου]:<BR>
+ τι τ' αρμενίζεις έτσι δα μπροστά μου τα φτερά σου;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ 'Στους ανθρώπους εκεί πέρα<BR>
+ τρέχω, τώρ' αποσταλμένη απ' τον θείο μου πατέρα,<BR>
+ να τους πω να θυσιάζουν<BR>
+ και αρνιά 'ς τους Ολυμπίους, όπως πάντοτε, να σφάζουν<BR>
+ 'ς τους βωμούς των θυσιών,<BR>
+ που η κνίσα ν' ανεβαίνη ως της μύτες των θεών.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι μας λες! σε θεούς ποίους;</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Να, 'ς εμάς τους ουρανίους.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τα πουλιά ευρήκαν τρόπους<BR>
+ θεοί νάνε στους ανθρώπους,<BR>
+ και να γίνετ' η θυσία<BR>
+ μοναχά 'ς αυτά, και όχι και στον Δία — μα τον Δία!</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Βλάκα, βλάκα! μην τα βάζης με τη θεϊκήν οργή,<BR>
+ γιατ' η Δίκη δεν αργεί,<BR>
+ και ο Ζευς εξωργισμένος<BR>
+ ημπορεί να καταστρέψη σένα κι όλο σου το γένος·<BR>
+ ένα κεραυνό Λυκίμνου (106) στο κεφάλι σου αν ανάψη,<BR>
+ είνε άξιος και το σώμα και το σπίτι να σου κάψη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κάτσε ήσυχα! τα λόγια πάψε πεια τα φουσκωμένα·<BR>
+ για Λυδό ή και για Φρύγα συ μ' επέρασες εμένα,<BR>
+ που θαρρείς πως η φοβέρα την ψυχή μου θα κλονίση;<BR>
+ Μάθε πως ο Ζευς, αν ίσως και με παραενοχλήση,<BR>
+ θα του κάμω τα παλάτια στάχτη, μα κι' αυτό ακόμα<BR>
+ του Αμφίωνος (107) το δώμα,<BR>
+ με αητούς πυρπολητάδες. Πορφυρίωνες τρανούς<BR>
+ εναντίον του θα στείλω αψηλά στους ουρανούς<BR>
+ εξακόσιους, και ντυμένους με παρδάλεων δορά.<BR>
+ Τούφτιασ' ένας Πορφυρίων φασαρίες μια φορά. (108)<BR>
+ Κι' όσο για την αφεντιά σου,<BR>
+ αν μου παραμπής στη μύτη, θα σ' ανοίξω τα μεριά σου,<BR>
+ — πούσαι κι' αγγελιοφόρος — κι' όταν θα σε βάλω χάμου,<BR>
+ θα στο σκίσω, αυτό που έχεις, μ' όλα τα γεράματά μου.<BR>
+ που θα παραξενευθής<BR>
+ πως σαν έμβολο του πλοίου μου σηκώθηκεν ευθύς.</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Ου, να σκάσης, κουτομόγια!<BR>
+ Καλέ κύτταξε τι λόγια!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν τραβάς λοιπόν δουλειά σου; θα φας ξύλο και γαμήσι</p>
+
+<p> ΙΡΙΣ<BR>
+ Μα ο πατέρας μου, θα ιδούμε, να το κάνης αν σ' αφήση.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Συφορά μου! πέτα τώρα για να κάψης και κανένα<BR>
+ πειο γερόν και από μένα.</p>
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Εβγάλαμε προκήρυξιν, όσο θεοί και νάνε,<BR>
+ ποτέ να μη περνάνε<BR>
+ την πόλι μας αυτή·<BR>
+ κι' ούτε να στέλλουν οι θνητοί<BR>
+ από της γης καμμιά μεριά<BR>
+ την κνίσα τη βαρειά.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ανησύχως)_<BR>
+ Πολύ κακό μου κάνει,<BR>
+ που ακόμα δεν εφάνη<BR>
+ ο Κήρυκας, που στείλαμε να πάη στους ανθρώπους.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Κήρυξ, κομίζων χρυσούν στέφανον)_</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΚΗΡΥΞ</p>
+
+<p> ΚΗΡΥΞ<BR>
+ Πεισθέταιρε μακάριε! που ξέρεις τόσους τρόπους!<BR>
+ σοφώτατ' ενδοξότατε και τρισμακαρισμένε!...<BR>
+ δος μου, να πάψω, προσταγή...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι τσαμπουνάς, καϋμένε;</p>
+
+<p> ΚΗΡΥΞ<BR>
+ Οι λαοί σου στέλλουν όλοι το χρυσό στεφάνι τούτο,<BR>
+ δίκαια να στεφανώση της σοφίας σου τον πλούτο.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δέχομαι· μα γιατί τάχα οι λαοί να με τιμάνε;</p>
+
+<p> ΚΗΡΥΞ<BR>
+ Έφτιασες αιθέρια πόλι τόσο δοξασμένη νάνε,<BR>
+ που δεν ξέρεις πως τιμάται από τους ανθρώπους τώρα,<BR>
+ κ' απ' αυτούς ακόμα πόσοι την ποθούν αυτήν τη χώρα!<BR>
+ Προτού φτιάσης'συ την πόλι<BR>
+ από λακωνομανία είχαν παλαβώση όλοι·<BR>
+ έσερναν μακρές μαγκούρες, είχαν τα μαλλιά κοτσίδες,<BR>
+ εσωκράτιζαν, (109) πεινούσαν κ' είχαν γίνη κουρελήδες·<BR>
+ τώρα τα γυρίσαν πάλι<BR>
+ και μια ορνιθομανία τους κυρίεψε μεγάλη,<BR>
+ και δεν έχουνε δουλειά<BR>
+ παρά με ευχαρίστησί τους να μιμούνται τα πουλιά.<BR>
+ Μόλις το πρωί ξυπνήσουν και ανοίξουνε τα μάτια.<BR>
+ φεύγουν από τα κρεββάτια,<BR>
+ τρέχουν στα βοσκίσματα·<BR>
+ κ' όταν θάρθουνε στην πόλι<BR>
+ στα βιβλία σκύφτουν όλοι, — <BR>
+ βόσκουνε ψηφίσματα!<BR>
+ Και τέτοια η μανία τους κατάντησε να γίνη,<BR>
+ που τα ονόματα πουλιών επήρανε κ' εκείνοι.<BR>
+ Πέρδικα (110) ήταν κάπελας, που είχ' ένα ποδαράκι·<BR>
+ και ο στραβός Οπούντιος (111) λεγότανε κοράκι·<BR>
+ και χελιδόνι ο Μένιππος (112) λεγόταν του λοιπού·<BR>
+ και σκορδαλλός ο Φιλοκλής·(113) ελέγανε χηναλεπού<BR>
+ τον Θεαγένη (114)· έβγαλαν Αιγύπτιο λελέκι<BR>
+ και το Λυκούργο (115) νυχτερίς ο Χαιρεφών (116) παρέκει·<BR>
+ κίσσα τον Συρακούσιο (117) κι' ορτύκι τον Μειδία,(118)<BR>
+ γιατ' ήταν αηδία<BR>
+ μ' εκείνο το κεφάλι του, που ήταν κτυπημένο<BR>
+ σαν ορτυκιού πολεμιστή, και σουρομαδημένο.<BR>
+ Κι' από την πολλήν αγάπη όπου έχουν στα πουλιά<BR>
+ να τα τραγουδάνε όλοι είν' η μόνη τους δουλειά,<BR>
+ κι' όπου βλέπουν περιστέρι, χελιδόνι, ή και κάποια<BR>
+ βγη μπροστά τους χήνα ή πάπια,<BR>
+ ή μονάχα ένα φτερό,<BR>
+ ή και πούπουλο ξερό!<BR>
+ Να, αυτό εκεί συμβαίνει και θα ιδής 'ς αυτούς τους τόπους<BR>
+ δέκα νάρθουν χιλιάδες να γυρέψουνε φτερά,<BR>
+ και να μάθουνε τους τρόπους,<BR>
+ οπού ξέρουνε τα όρνεια, — να βουτάνε στα γερά!<BR>
+ Ώστε πρέπει φτερά νάβρης, έτσι που να κατορθώσης<BR>
+ όσοι θάρθουν μετανάστες γρήγορα να τους φτερώσης.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μπα! και κάθουμαι ακόμα [μ' όλ' αυτά που έχω μάθη];</p>
+
+<p>_(Προς τον Κήρυκα)_</p>
+
+<p> Και το κάθε μας κοφίνι, και το κάθε μας καλάθι<BR>
+ τρέχα γέμισε γερά<BR>
+ ως απάνω με φτερά·<BR>
+ κι' ο Μανής μου χέρι-χέρι<BR>
+ ως τη θύρα να τα φέρη,<BR>
+ γιατί εγώ τους ερχομένους<BR>
+ πρέπει να δεχθώ, τους ξένους.</p>
+
+<p>_(Ο Κήρυξ απέρχεται)_</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Γρήγορα η πόλι τούτη<BR>
+ από άνδρες θάχη πλούτη,<BR>
+ φθάνει μόνο λίγη τύχη<BR>
+ και τα πάντα θα πιτύχη,<BR>
+ κι' όλοι θα την αγαπήσουν<BR>
+ και 'ς αύτη θα κατοικήσουν</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον υπηρέτη)_<BR>
+ Έλα συ, καιρό μη χάνης!<BR>
+ κι' ό,τι σου είπα να το κάνης.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τι καλό μας λείπει τώρα<BR>
+ από τούτη εδώ τη χώρα<BR>
+ τάχα, που δεν θα θελήσουν<BR>
+ άνδρες να την κατοικήσουν;<BR>
+ και ο Πόθος κ' η Σοφία,<BR>
+ κάθε Χάρι θεϊκιά,<BR>
+ και η φρόνιμ' Ησυχία<BR>
+ με την όψι τη γλυκειά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p>
+
+<p>_προς τον υπηρέτην βραδέως και ανεπιτηδείως εκτελούντα την διαταγήν<BR>
+του)_</p>
+
+<p> Τι βλακείες φτιάνεις! στάσου!...<BR>
+ κάμε γρήγορα δουλειά σου!</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ας μη χάνουμε καιρό<BR>
+ ας το φέρη το καλάθι ένας με γοργό φτερό,<BR>
+ και ας τρίψη αυτού τη μούρη<BR>
+ οπού φαίνεται πως είνε αργοκίνητο γαϊδούρι!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορόν)_<BR>
+ Είνε βλάκας ο Μανής<BR>
+ και δειλός, όσο κανείς.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τα φτερά εσύ να βάλης τακτικά<BR>
+ όσ' από πουλιά εβγήκαν μουσικά<BR>
+ κι' από μαντικά μαζύ,<BR>
+ κ' όποιο άλλο συνηθίζει εις της θάλασσες να ζη·<BR>
+ κ' έπειτα τον κάθε άνδρα, που το μάτι σου θα βλέπη,<BR>
+ τον φτερώνεις όπως πρέπει.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Πατραλοίας)._</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Ω! ήθελα να γίνω αητός και να πετώ με τα φτερά<BR>
+ στης λίμνης της απέραντης τα γαλανά νερά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορό)_<BR>
+ Αυτός που' πε πως έγινα μέγας και πολύς<BR>
+ ήτανε άγγελος σωστός, δεν ήτανε ψ ε υ τ α γ γ ε λ ή ς( (119)<BR>
+ Να πούρχετ' ένας απ' αυτούς<BR>
+ και τραγουδάει τους αητούς.</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Χε! Χε! τίποτα δεν είνε σαν το πέταγμα γλυκό!<BR>
+ Ορνιθομανία τώρα μ' έχει πιάση και κακό!<BR>
+ και μ' αρέσουνε ακόμη<BR>
+ όλοι των πουλιών οι νόμοι,<BR>
+ και πετώ, και θα ζητήσω<BR>
+ με πουλιά να κατοικήσω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Με ποιούς νόμους; γιατί τέτοιους έχουν τα πουλιά πολλούς.</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Όλους· μάλιστα εκείνους που νομίζουν πειο καλούς :<BR>
+ τον πατέρα όταν θέλης από τον λαιμό να πιάνης<BR>
+ και βαθιά να τον δαγκάνης.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα τον Δία! όσο δέρνουν τον πατέρα πειο βαριά<BR>
+ το περνούν τα κλωσσοπούλια για τρανή παλληκαριά!</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Να, γι' αυτό να κατοικήσω ήλθα στα ψηλά 'δω πέρα,<BR>
+ γιατί θέλω να τον πνίξω τον δικό μου τον πατέρα<BR>
+ κι' ό,τι έχει να του πάρω. (120)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα κι' αυτό να ξέρης όμως :<BR>
+ εις των Πελαργών της πλάκες παλαιός υπάρχει νόμος :<BR>
+ «Όταν Πελαργός πατέρας αναθρέψη τα πουλιά,<BR>
+ και τα κάμη να πετάξουν από μέσ' απ' τη φωλιά,<BR>
+ τότε πεια με προθυμία τρέχουνε κι' αυτά μεγάλη<BR>
+ τον πατέρα τους το γέρο να τον θρέψουνε και πάλι».</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Τότε τάχω κάμη ρόίδο! κ' ήλθα εδώ να καταντήσω,<BR>
+ τον πατέρα να βοσκήσω;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όχι, όχι, κακομοίρη! μ' αφού θέλεις πεια ως τόσο,<BR>
+ 'σαν αυτό τωρφανοπούλι γρήγορα θα σε φτερώσω.<BR>
+ Δεν θ' ακούσης, βρε παιδί μου,<BR>
+ την κακή τη συμβουλή μου·<BR>
+ θα σε μάθω εγώ να κάνης ό,τι έκανα παιδί :<BR>
+ τον πατέρα σου μη δέρνης· πάρε τούτο τα ραβδί,<BR>
+ πάρ' και τη φτερούγα τούτη, βάλε μια φορά στο νου<BR>
+ ότι έχεις στο κεφάλι το λειρί του πετεινού,<BR>
+ γίνου στρατιώτης, φρούρει, παίρνε και μισθό μαζύ<BR>
+ για να τρως — και άφησε τον τον πατέρα σου να ζη!<BR>
+ Κ' επειδ' είσαι παλληκάρι, πέταξε στη Θρακική<BR>
+ για να πολεμάς εκεί.</p>
+
+<p> ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ<BR>
+ Μα το Βάκχο! θα το κάμω: μου πες πράμα πειο καλό.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κάμε το λοιπόν, να δείξης ότι έχεις και μυαλό!</p>
+
+<p>_(Ο Πατραλοίας απέρχεται. — Εισέρχεται ο Κινησίας (121))_</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΚΙΝΗΣΙΑΣ</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Πετάω μ' ελαφρά<BR>
+ στον Όλυμπο φτερά·<BR>
+ παίρνω και δρόμους άλλους<BR>
+ των τραγουδιών μεγάλους.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ναί· μα για να πετάς καλά<BR>
+ φορτίο σου χρειάζεται από φτερά πολλά.</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Πετώ 'μ' άφοβο σώμα και με νου<BR>
+ στο νέο τούτο δρόμο τουρανού.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τον Κινησία ασπάζομαι τον φλαμουρένιον! στάσου!<BR>
+ κάνει στροφές το πόδι σου 'σαν τα ποιήματά σου.</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ _(τραγουδών)_<BR>
+ Επιθυμώ πολύ<BR>
+ αηδόνι να με κάνης, γλυκόλαλο πουλί.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Πάψε τες, σε παρακαλώ, της μελωδίες της πολλές,<BR>
+ κ' εξήγει τ' είν' αυτά που λες.</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Γυρεύω από σένα<BR>
+ φτερά να πάρω [ξένα]<BR>
+ στα σύγνεφα πετώντας<BR>
+ να υψωθώ, ζητώντας<BR>
+ στροφές να πάρω νέες αεροκλονισμένες<BR>
+ και χιονοσκεπασμένες!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ [Για κάνε 'μου τη χάρι<BR>
+ και πες μου] ποιός μπορεί στροφές στα σύγνεφα να πάρη;</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Η τέχνη μας κρέμετ' εκεί,<BR>
+ γιατ' είνε του αέρος·<BR>
+ κάθε ωραίο και γλυκύ<BR>
+ των διθυράμβων μέρος,<BR>
+ που είνε γαλαζόλαμπον [ωσάν τον ουρανό]<BR>
+ και γοργοφτεροκίνητο και μαυροσκοτεινό.<BR>
+ θέλεις ν' ακούσης από δαύτα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ευχαριστώ, δεν θέλω· άφτα!</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Μα τον Ηρακλή, θ' ακούσης· θα σου περιγράψω τώρα<BR>
+ την αέρινη τη χώρα<BR>
+ και πουλιών αιθεροδρόμων μιαν εικόνα θα σου δώσω,<BR>
+ κι' όρνειων όπου το λαιμό τους έχουν τόσο κι' άλλο τόσο...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Χωχώπ! (122) [σία κι' αράξαμε!]</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Κι' αμέσως πέρα ως πέρα<BR>
+ με της πνοές του αγέρα<BR>
+ όλον το θαλασσόδρομο θα θαλασσοπεράσω...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Θαρρώ πως θα σε πιάσω<BR>
+ και θα στης κόψω της πνοές!</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Και πότε δρόμο παίρνοντας<BR>
+ στο νότο, πότε στο βόρεια το σώμα τούτο φέρνοντας,<BR>
+ θ' ανοίγω αυλάκι στ' ουρανού τα αιθέρια τα μάκρη<BR>
+ δίχως λιμάνι κι' άκρη·<BR>
+ Α, γέρο μου, πολύ σοφά το σκέφθηκες το πράμα!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν)_<BR>
+ Καλά λοιπόν, δεν χαίρεσαι που βλέπεις τέτοιο θάμα,<BR>
+ να γίνης φτεροκίνητος;</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Και κάνεις τέτοιο συ κακόν<BR>
+ [με το ραβδί] στον δάσκαλον των τραγουδιών των κυκλικών,<BR>
+ όπου για μένα η φυλές κάνουν καυγά τόσον καιρό;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Θέλεις να μείνης, και σε 'μας για να διδάξης το χορό των<BR>
+ όρνειων των πετούμενων και στο Λεωτροφίδη, (123)<BR>
+ για να τον μάθη απ' αυτόν κι' ο δήμος Κεκροπίδη;</p>
+
+<p> ΚΙΝΗΣΙΑΣ<BR>
+ Με κοροϊδεύεις, φαίνεται· μα εγώ από δω πέρα<BR>
+ δεν το κουνώ, και ξέρε το, αν ίσως στον αγέρα<BR>
+ δεν θα πετάξω μια φορά<BR>
+ παίρνοντας από σε φτερά.</p>
+
+<p>_(Αποσύρεται. — Εισέρχεται ο Συκοφάντης ρακένδυτος)_</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Τα πουλιά ποιά είνε τούτα τα παρδαλοφτερωμένα,<BR>
+ οπού χρήματα δεν έχουν στα κρυφά κομποδεμένα,<BR>
+ χελιδών με τα φτερά σου τα μακρυά και παρδαλά;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Άναψα πολύ μεγάλον στο κεφάλι μου μπελά!<BR>
+ Να κ' αυτός που μουρμουρίζει κι' από δώθε μας προβάλλει.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Χελιδών μακροφτερούσσα, εις εσέ μιλώ και πάλι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Μα θαρρώ, πως μ' όλα τούτα, όπου λέει στη χελιδόνα,<BR>
+ κάποιον θα ζητή χιτώνα,<BR>
+ [με τη γδύμνια όμως πούχει] και για να ντυθή καλά,<BR>
+ φαίνεται πως χελιδόνια του χρειάζονται πολλά.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Ποιός αυτός που κατορθώνει<BR>
+ τους ανθρώπους οπού έρχοντ' εδώ πέρα να φτερώνη;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νά με· πες μας τι με θέλεις.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Θέλω φτέρωμα να βάλω·<BR>
+ μη ρωτάς για τίποτ' άλλο.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και τι σκέπτεσαι να πράξης;<BR>
+ στην Πελλήνη (124) θα πετάξης;</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Όχι· είμαι συκοφάντης και κλητήρας νησιώτης... (125)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι ευλογημένη τέχνη!</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Κ' έχω για δουλειά εν πρώτοις<BR>
+ τακτικά ν' ανοίγω δίκες· νά, γι' αυτό λοιπόν φτερά<BR>
+ θέλω νάχω μια φορά,<BR>
+ να γυρνώ στην κάθε πόλι και σε δίκες να καλώ...</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_<BR>
+ [Και γιατί, παρακαλώ;]<BR>
+ Την δουλειάν αυτή θα κάνης πειο καλά με τα φτερά;</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Κ' έτσι, για να μη με βλέπουν οι λησταί καμμιά φορά,<BR>
+ κάθε τόπο που πηγαίνω με τους γερανούς θ' αφίνω<BR>
+ κ' όλο δίκες για σαβούρα μέσα μου θα καταπίνω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ώστ' αυτό το έργο κάνεις; μα για πε μου : τόσο νέος<BR>
+ οπού είσαι, και τους ξένους τους συκοφαντείς;</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Βεβαίως·<BR>
+ τι φοβούμαι για να πάθω,<BR>
+ όταν του σκαφτιά την τέχνη δεν κατώρθωσα να μάθω;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα υπάρχουν τόσα έργα που μπορεί κάνεις να ζη<BR>
+ και με τη δικαιοσύνη και με φρόνησι μαζύ·<BR>
+ [πως κανένα δεν ευρήκες]<BR>
+ παρά έμαθες μονάχα να σκαρώνης όλο δίκες;</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Βάλε μου φτερά στην πλάτη, και σταμάτα της πολλές<BR>
+ που μου δίνεις συμβουλές.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Με τα λόγια ν' αποκτήσης τα φτερά θα κατορθώσης.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Και πως τάχα; με τα λόγια έναν άνδρα θα φτερώσης;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Με τα λόγια πειο γερά<BR>
+ παίρνει ο άνθρωπος φτερά.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Όλοι;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μήπως ευκαιρία<BR>
+ δεν σου έτυχε, ν' ακούσης τους πατέρες στα κουρεία<BR>
+ όπου πάνε τα παιδιά τους, λέγοντας [κάθε φορά]:<BR>
+ «Στο παιδί μου ο Διιτρέφης (126) τόσα έ δ ω κ ε φ τ ε ρ ά<BR>
+ με τα λόγια, όπου τέχνη τώρ' απέκτησε μεγάλη<BR>
+ για την ιππασία»· κι' άλλος είπε πως του γυιού του πάλι<BR>
+ το μυαλό πήρε φ τ ε ρ ό,<BR>
+ και πετά στην τραγωδία.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Με τους λόγους [απορώ]<BR>
+ πως φτερά στο νου φυτρώνουν.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ναι τα λόγια τον υψώνουν<BR>
+ και του δίνουν περηφάνεια. Νά και τώρα μια φορά<BR>
+ και 'ς εσένα θα προσφέρω με τα λόγια μου φτερά,<BR>
+ και, συμφώνως με το νόμο,<BR>
+ να τραβάς τον ίσιο δρόμο.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Μα δεν θέλω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Θα το κάμης.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Η γενηά μου είνε μια<BR>
+ πούχει τη συκοφαντία πατρική κληρονομιά,<BR>
+ κι' αίσχος τούτο θα της κάμη.<BR>
+ Βάλε μου φτερά στη ράχη γερακιού ή ανεμογάμη,<BR>
+ για να προσκαλώ τους ξένους, κι' όταν τους κατηγορώ,<BR>
+ να ξαναγυρίζω, κ' έτσι να μη χάνω τον καιρό.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τώρα σε καταλαβαίνω·<BR>
+ θέλεις δηλαδή πριν φθάσης να δικάζουνε τον ξένο.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Τώχεις νοιώση μια χαρά!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κι' όταν θάρχεται ο ξένος, τότε συ με τα φτερά<BR>
+ θα ξαναπετάς κει κάτου<BR>
+ να βουτάς τα χρήματά του.</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Τι ωραία που τα ξέρεις!<BR>
+ ούτε πρέπει από τη σβούρα τίποτε να διαφέρης.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι σημαίν' η σβούρα πούπες νοιώθω τώρα καθαρά·<BR>
+ έχω τα ωραία τούτα κερκυραίικα φτερά. (127)</p>
+
+<p>_(Τον μαστιγώνει)_</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Αχ!.. αλλοί!.. τι συφορά;.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όχι, βρε· έχω φτερά<BR>
+ κι' από σήμερα θ' αρχίσης<BR>
+ σαν τη σβούρα να γυρίσης.</p>
+
+<p>_(Τον δέρει)_</p>
+
+<p> ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ<BR>
+ Συφορά κ' αλλοίμονό μου!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Δεν πετάς από δω πέρα<BR>
+ και να πας εκεί που ο λίβας θα σε ψήνη νύχτα μέρα;<BR>
+ Φύγε, κακό χρόνο νάχης! γιατί μ' όσα εδώ θα πάθης<BR>
+ πονηροστρεψοδικίες περισσότερες θα μάθης!</p>
+
+<p>_(τον αποδιώκει διά ραβδισμών, επανερχόμενος δε αποτείνεται προς τον<BR>
+παρευρισκόμενον υπηρέτην : )_</p>
+
+<p> Ας τραβούμε τώρα δρόμο·<BR>
+ πάρ' και τα φτερά στον ώμο.</p>
+
+<p>_(Ο υπηρέτης λαμβάνει τα καλάθια με τα φτερά και απέρχεται μετά του<BR>
+Πεισθεταίρου).-</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p> </p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Μ' όσες φορές ανοίξαμε φτερά<BR>
+ και επετάξαμε στην κάθε χώρα,<BR>
+ πολλά καινούργια είδαμε ως τώρα<BR>
+ ιεράματα, θαυμαστά και φοβερά.<BR>
+ Φυτρώνει στην Καρδία (128) πάρα κάτου<BR>
+ ξετοπισμένο κάποιο δένδρο άλλο.<BR>
+ Κλεώνυμον το λενε τώνομά του,<BR>
+ κ' είν' άχρηστο, δειλό, κ' όμως μεγάλο.<BR>
+ Όταν η άνοιξι πως ήλθε δείχνη<BR>
+ συκοφαντίες πάντοτε βλαστάνει,<BR>
+ κι' όταν το κρύο του χειμώνα πιάνη<BR>
+ πετάει ασπίδες και τα φύλλα ρίχνει.<BR>
+ Ακόμη παρά πέρα είδα τόπους<BR>
+ απ' τη μεριά που το σκοτάδι βγαίνει·<BR>
+ από λυχνάρια είν' ερημωμένοι<BR>
+ κ' οι ήρωες συζούν με τους ανθρώπους·<BR>
+ τρώνε μαζύ στο ίδιο το τραπέζι<BR>
+ όλες της ώρες, έξω από το βράδυ,<BR>
+ γιατί η νύχτα η σκοτεινή δεν παίζει,<BR>
+ και ήρωες δεν βρίσκεις στο σκοτάδι.<BR>
+ Κι' αν ίσως σε θνητόν κανένα λάχη<BR>
+ ο ήρωας Ορέστης (129) να τον πιάση,<BR>
+ θα φάη ξυλοφόρτωμα στη ράχη<BR>
+ και κάθε ρουχαλάκι του θα χάση.</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται εν σπουδή ο Προμηθεύς, με την κεφαλήν κεκαλυμμένην και<BR>
+κρατών σκιάδιον)_</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ και μετά μικρόν ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ [ή Ευελπίδης]</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ _(έμφοβος)_<BR>
+ Αν με ιδή ο Ζευς, θα πάθω συφορά πολύ μεγάλη.<BR>
+ Ο Πεισθέταιρος πού είνε;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+_(εισερχόμενος μετά του Ευελπίδου)_</p>
+
+<p> Ω, ω! τ' είνε τούτος πάλι,<BR>
+ και γιατί έχει τα μούτρα έτσι δα κουκουλωμένα;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Από πίσω μου να τρέχη βλέπετε θεό κανένα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όχι, όχι· συ ποιος είσαι;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Τι ώρα είνε; [ποιός να ξέρη;]</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι ώρα είνε; τώρα μόλις πέρασε το μεσημέρι.<BR>
+ Μα ποιος είσαι συ, για πε μου.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Εινε τάχα περασμένο<BR>
+ δειλινό, ή και πειο βράδυ;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_<BR>
+ Ω τι πράμα σιχαμένο!</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Και ο Ζευς τι κάνει τώρα; φέρνει σύγνεφα βαριά<BR>
+ ή μην είνε ξαστεριά;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν).-<BR>
+ Νά λοιπόν και συ να κλάψης.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Σαν αρχίζεις τέτοιο πράμα,<BR>
+ ξεσκεπάζομ' εν τω άμα.</p>
+
+<p>_(Αποκαλύπτεται)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Φίλτατέ μου Προμηθέα!</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Σώπα, σώπα! μη φωνάζης!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι συμβαίνει;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Τώνομά μου απ' το στόμα σου μη βγάζης<BR>
+ αν με ιδή ο Ζευς δω κάτω, θα με κάμης να χαθώ·<BR>
+ κ' όσα πράματα συμβαίνουν για να σου διηγηθώ,<BR>
+ παρ' ευθύς αυτό το σκιάδι κ' έλα κάμε μου τη χάρι<BR>
+ σκέπασε μ' ευθύς, το μάτι των θεών να μη με πάρη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μωρέ πως αυτό το σκέφθης!<BR>
+ [κ' αφού είσαι Προμηθέας] σαν καλα το π ρ ο μ η θ ε ύ θ η ς! (130)<BR>
+ Έλα, τρύπωσ' από κάτω, η ψυχή σου να θαρρέψη.</p>
+
+<p>_(Ο Προμηθεύς κρύπτεται υπό το σκιάδιον, το οποίον κρατεί ο<BR>
+Πεισθέταιρος·)_</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Άκουσε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ακούω, λέγε.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Πάει, τον έχεις καταστρέψη<BR>
+ συ τον Δία.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Από πότε;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Απ' την ώρα που εδώ πέρα<BR>
+ κατοικείτε τον αγέρα·<BR>
+ στους θεούς δεν θυσιάζουν και η κνίσα απ' τα μεριά<BR>
+ των σφαχτών δεν ανεβαίνει στη δική μας τη μεριά,<BR>
+ κι' όπως στων Θεσμοφορίων (131) τη γιορτή, χωρίς θυσίες,<BR>
+ την περνάμε με νηστείες.<BR>
+ Και οι βάρβαροι θεοί<BR>
+ σκούζουν όλοι πεινασμένοι σαν να είν' Ιλλυριοί, (132)<BR>
+ και θα κάνουν εκστρατεία,<BR>
+ από πάνω από τον Δία,<BR>
+ τα εμπορικά [του] αν ίσως δεν ανοίξη τα κλεισμένα,<BR>
+ που τουλάχιστον να μπάζουν σπλάχνα μέσα τους κομμένα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα για στάσου, από πάνω στο δικό σας το κεφάλι,<BR>
+ είνε κ' άλλοι θεοί πάλι<BR>
+ βαρβάροι;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Και μπορεί τάχα να μην είνε τέτοια είδη,<BR>
+ που οι πρόγονοι κει επάνω βρίσκονται του Εξηκεστίδη; (133)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και για πες μου, πως τους λένε;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Α, ποιό είνε τώνομά τους;<BR>
+ Τριβαλλούς εκεί τους λένε [τους βαρβάρους αθανάτους].</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τ ρ ι β α λ λ ο ύ ς; καταλαβαίνω·<BR>
+ "θα σου τ ρ ί ψ ω την κασσίδα» (134) είνε από κει βγαλμένο.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Ακριβώς. Ακουσε τώρα που στο λέω καθαρά:<BR>
+ για να συμφιλιωθήτε αν έλθουν καμμιά φορά<BR>
+ από του Διός το μέρος κι' απ' των Τριβαλλών επίσης,<BR>
+ πούν' ακόμα παρά πάνω, συ να μη τους συμφωνήσης,<BR>
+ αν ο Ζευς την εξουσία [που κατέχει τη μεγάλη ]<BR>
+ στα πουλιά δεν δώση πάλι,<BR>
+ κι' αν δεν δώση για γυναίκα την Βασίλεια (135) 'ς εσένα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Η Βασίλεια τι' είνε;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Είνε ώμορφη παρθένα<BR>
+ που κρατεί τ' αστροπελέκια του Διός μονάχα εκείνη,<BR>
+ κ' όλα τάλλα: σωφροσύνη,<BR>
+ καλή θέλησι, την τάξι, του ναυστάθμου τα ταμεία,<BR>
+ τα τριώβολα που έχει, και την κάθε κοροϊδεία!</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Βρε τι λες! και όλα τούτα τα φυλάει μόνο εκείνη;</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Σου το είπα· κ' αν την πάρης, 'ς όλ' αφέντης θάχης γίνη!.<BR>
+ Να, γι' αυτό ήλθα δω κάτω να στους μάθω αυτούς τους τρόπους,<BR>
+ γιατί, βλέπεις, πάντα ήμουν ευεργέτης στους ανθρώπους ((136).</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_<BR>
+ Βέβαια· 'ς εσέ χρωστούμε των θεών το πυρ, γι' αυτό<BR>
+ τρώμε τώρα και ψητό.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Τους σιχαίνομαι, το ξέρεις.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Και για τούτο μισητός<BR>
+ είσαι πάντοτε 'ς εκείνους.</p>
+
+<p> ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ<BR>
+ Είμαι Τίμωνας (137) σωστός.<BR>
+ Πρέπει όμως να γυρίσω [δίχως τον καιρό να χάνω]·<BR>
+ φέρ' το σκιάδι μου, αν τύχη και με πάρη από πάνω<BR>
+ του Διός το μάτι έτσι, να θαρρή πως κανηφόρον<BR>
+ ακολούθησα καμμίαν [στης Παλλάδος την πομπή]. (138)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσφέρων μικρόν σκίμποδα)_<BR>
+ Πάρ' και το σκαμνάκι τούτο [στο κεφάλι σου να μπη]<BR>
+ να σε ιδή και σ κ α μ ν η φ ό ρ ο ν! (139)</p>
+
+<p>_(Τοποθετεί τον σκίμποδα επί της κεφαλής του Προμηθέως, ο οποίος<BR>
+απέρχεται μετά του Πεισθεταίρου — και του Ευελπίδου. — )_<BR>
+ </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Κοντά στους Ισκιοπόδαρους (140) μια λίμν' είν' απλωμένη,<BR>
+ που ο Σωκράτης άλουστος με της ψυχές πηγαίνει.<BR>
+ Επήγ' εκεί κ' ο Πείσανδρος (141) με την επιθυμία<BR>
+ να ιδή ψυχή καμμία,<BR>
+ που τη δική του ζωντανή την έχασε [σε μάχη]<BR>
+ [κι' όλοι τον είδαν νάχη]<BR>
+ ένα χαμηλοπρόβατο σφαχτό, που το θυσίασε<BR>
+ και έφυγε σαν Οδυσσεύς και πεια δεν επλησίασε·<BR>
+ και του καμηλοαίματος τη μυρουδιά ρουφώντας<BR>
+ από τον άδη η νυχτερίδ' ανέβη ο Χαιρεφώντας. (142)</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Τριβαλλός)._</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — -ΠΟΣΕΙΔΩΝ — ΗΡΑΚΛΗΣ — -ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ και μετ' ολίγον ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και<BR>
+ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Της Νεφελοκοκκυγίας η ωνομασμένη πόλι,<BR>
+ που ερχόμαστε για πρέσβεις, νά τη! είνε τούτη όλη<BR>
+ όπου βλέπουμ' εδώ πέρα.</p>
+
+<p>_(Προς τον Τριβαλλόν, ο οποίος οσφραίνεται γύρωθεν)_</p>
+
+<p> Ε! τι κάνεις συ; για στάσου<BR>
+ από το ζερβί το μέρος κούμπωσες το φόρεμά σου;<BR>
+ δεξιά δεν το γυρίζεις; τ' είσαι, βρε δυστυχισμένε;<BR>
+ μήπως τάχα Λαισποδία (143) [στραβοπόδαρο] σε λένε;<BR>
+ Η δημοκρατία, κύττα! κύττα που μας καταντά!<BR>
+ πρέσβυ να χειροτονήσουν οι θεοί κι' αυτόν κοντά!</p>
+
+<p>_(Ο Τριβαλλός, μηδέν εννοών, στρέφεται εδώ και εκεί ο Ποσειδών τον<BR>
+κρατεί αποτόμως)._</p>
+
+<p> Μην κουνιέσαι, λέω, σκάσε! [γιατί μέσ' στον ουρανό]<BR>
+ βάρβαρον θεό δεν είδα από σένα πιό τρανό.<BR>
+ — Τι θα κάνουμ' Ηρακλή μου;</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Άκουσε το: εάν τύχη<BR>
+ και βρεθή μπροστά μου εκείνος που μας έφραξε με τείχη<BR>
+ σου το λέω : θα τον πνίξω [κ' όπως θέλουν ας τον λένε].</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Στάσου, βρε ευλογημένε!<BR>
+ μας εκλέξανε για πρέσβεις και μας έστειλαν εδώ<BR>
+ για ειρήνη.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Θα τον πνίξω δυο φορές, σαν τον ιδώ.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ</p>
+
+<p>_(εισέρχεται, προσποιούμενος ότι δεν προσέχει εις τους παρόντας και<BR>
+λέγει εμφατικώς προς τον ακολουθούντα αυτόν Ευελπίδην :)_</p>
+
+<p> — Πάρε συ για το φαΐ μας τα μυρουδικά στο χέρι·<BR>
+ — πάρε συ τον τυροτρίφτη· άλλος το τυρί να φέρη,<BR>
+ κι' ας τρέξη άλλος πάλι<BR>
+ τη φωτιά να πάη να βάλη.</p>
+
+<p>_(Οι θεοί παρατηρούν αλλήλους με έκφρασιν λαιμαργίας και πείνης)._</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ_(προχωρών και υποκλίνων)_<BR>
+ Τρεις θεοί εδώ μιλούμε<BR>
+ και τον άνδρα χαιρετούμε.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ θα ξύσω τα μυρουδικά.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Τι κρέατα 'ν' αυτά;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αυτά; Πουλιά επαναστατικά<BR>
+ που τα καταδικάσανε τα όρνεια τα δημοτικά<BR>
+ γιατί επαναστατήσανε.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Γιατί με τα μυρουδικά<BR>
+ τα περιχείς;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσποιούμενος έκπληξιν)_<BR>
+ Ω Ηρακλή! καλώς τον! Τι συμβαίνει;</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Πρέσβεις 'ς εσένα ήλθαμεν απ' τους θεούς σταλμένοι<BR>
+ να παύση αυτός ο πόλεμος.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+_(στρέφων τα νώτα και αποτεινόμενος προς τον υπηρέτην)_</p>
+
+<p> Λάδι, μωρέ, δεν έχει<BR>
+ το λαδικό;</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Πολύ σωστά· πρέπει παχύ να τρέχη<BR>
+ το λίπος από τα πουλιά.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ [Ακούστε με κ' εμένα]:<BR>
+ κέρδος από τον πόλεμο δεν έχουμε κανένα·<BR>
+ μ' αν γίνετε με τους θεούς και με τον Δία φίλοι,<BR>
+ στους βάλτους σας πολύ νερό βροχήσιο θα σας στείλη,<BR>
+ και θα περνά γαλήνια η κάθε σας ημέρα·<BR>
+ γι' αυτό και πληρεξούσιοι εφθάσαμ' εδώ πέρα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Εμείς δεν πρωταρχίσαμε τον πόλεμο μαζύ σας·<BR>
+ μ' αν ην' η θέλησί σας<BR>
+ τώρα σπονδή θα γίνη,<BR>
+ αν να τα πάμε θέλετε με τη δικαιοσύνη.<BR>
+ Νά, τούτο είν' το δίκηο μας : Ο Ζευς πρέπει ν' αφήση<BR>
+ κάθε αρχή, και στα πουλιά να την ξαναγυρίση·<BR>
+ έτσι κ' η συμφιλίωσι θα πάη με το καλό,<BR>
+ και στο τραπέζι τούτο εδώ τους πρέσβεις προσκαλώ.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ [Για το τραπέζι εμίλησε;] αυτό αρκεί 'ς εμένα :<BR>
+ Ψηφίζω.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Τ' είπες, δύστυχε; τάχεις λοιπόν χαμένα,<BR>
+ κ' η λιχουδιά σε δέρνει;<BR>
+ ποιός γυιός απ' τον πατέρα του την εξουσία παίρνει;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι λες! αλήθεια; κι' από που θάχετε τέτοια χάρι<BR>
+ σαν έχουν κάτω τα πουλιά την εξουσία πάρη;<BR>
+ Νά, δεν κυττάτε τώρα<BR>
+ όπου κρυμμένοι άνθρωποι στης γης την κάθε χώρα,<BR>
+ σκύφτουνε και σας κάνουνε σωστή επιορκία;<BR>
+ Και όμως, αν με τα πουλιά κάνετε συμμαχία,<BR>
+ στον Δία και στον κόρακα όρκο κανείς αν κάνη<BR>
+ κ' επιορκή, ο κόρακας το μάτι θα του βγάνη.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Ώ, μα τον Ποσειδώνα! ναι, τα λες πολύ καλά.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Έτσι μου φαίνεται κ' εμέ.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(προς τον Τριβαλλόν)_<BR>
+ Τι λες και συ, [κρεμανταλά];</p>
+
+<p> ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ<BR>
+ «Ναβαισατρού» (144)</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Νά, βλέπετε; Κι' αυτός το παραδέχεται.<BR>
+ Μα τώρα, [για προσέχετε]<BR>
+ ν' ακούσετε κ' έν' άλλο,<BR>
+ που θα πιτύχετ' απο μας, καλό πολύ μεγάλο :<BR>
+ Αν άνθρωπο, υποσχεθή 'ς ένα θεό θυσία,<BR>
+ και ύστερα την αρνηθή από φιλαργυρία<BR>
+ και λέγοντας πως ο θεός την κάκια δεν βαστάει,<BR>
+ εμείς θα το πληρώνουμε αυτό που θα χρωστάη.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Και με ποιόν τρόπον; για να ιδώ.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Όταν ο άνθρωπος αυτός<BR>
+ τα χρήματά του θα μετρά, ή και θα κάθεται γδυτός<BR>
+ μέσ' στο λουτρό, απάνω του θα πέφτη ένα ξεφτέρι<BR>
+ και δυο αρνιών αντίτιμο θ' αρπάζη να σας φέρη.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Εγώ λοιπόν απ' όλους σας ψηφίζω πρώτα-πρώτα<BR>
+ να ξαναπάρουν τα πουλιά την εξουσία.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Ρώτα<BR>
+ να ιδής τι λέει κ' ο Τριβαλλός.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Τριβαλλόν)_<BR>
+ Τι λες εσύ; βρε βλάκα;<BR>
+ ξαναγκαρύζεις μια φοράν ακόμη, αι;</p>
+
+<p> ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ<BR>
+ «Σαυνάκα<BR>
+ βακταρικρούσα»</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Ποσειδώνα)_<BR>
+ Δέχεται και κάτι παραπάνω.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ 'Σαν είσθε σύμφωνοι εσείς, κ' εγώ το ίδιο κάνω.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_<BR>
+ Κ' εγώ μαζύ σου συμφωνώ<BR>
+ εσύ να πάρης την αρχή από τον ουρανό.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Μα το θεό, θυμήθηκα κι' αυτό: όταν στο Δία<BR>
+ θα παραδώσω μια φορά την Ήρα για συμβία,<BR>
+ [θάνε συμφωνημένα]<BR>
+ να δώση τη Βασίλεια την κόρη του 'ς εμένα.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(ειρωνικώς)_<BR>
+ Χεμ! τότε η ευγένεια σου φιλίωσι δε θέλει — -</p>
+
+<p>_(Προς τους λοιπούς)_</p>
+
+<p> και πάμε στη δουλίτσα μας.</p>
+
+<p>_(Στρέφεται να φύγη)_</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Κ' εμένα δεν με μέλει,</p>
+
+<p>_(Προς τα παρασκήνια)_</p>
+
+<p> — Μάγερα! φτιάσε πειο γλυκειά τη σάλτσα σου ακόμα.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Ευλογημένε Ποσειδών, πώχεις κ' άνθρώπου στόμα,<BR>
+ για μια γυναίκα σήμερα εμείς θα πολεμήσουμε;<BR>
+ πού πας;</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Και τι θα κάνουμε λοιπόν;</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Να συμφωνήσουμε.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Φτωχέ! σε κοροϊδεύουνε· δεν τώχεις καταλάβη;<BR>
+ μ' αυτά που θέλεις γίνεται στον εαυτό σου βλάβη·<BR>
+ γιατί, όταν πεθάνη ο Ζευς και του αρπάξουν τούτοι<BR>
+ το σκήπτρο, συ θάσαι φτωχός· το χρήμα και τα πλούτη<BR>
+ -θάναι δικά σου, μια φορά που ο Ζευς θενά πεθάνη.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Αλλοίμονο και τρις αλλοί! σοφίσματα που βγάνει!</p>
+
+<p>_(Προς τον Ηρακλέα, λαμβάνων αυτόν ιδιαιτέρως)_</p>
+
+<p> Για έλα τώρα πειο κοντά, που έχω κάτι να σου ειπώ.</p>
+
+<p>_(Κατ' ιδίαν προς αυτόν)_</p>
+
+<p> Ο θειός σου σε φούσκωσε ραδιουργίες, πω, πω, πω!<BR>
+ συ είσαι νόθο του παιδί, και λέει ρητά ο νόμος<BR>
+ πως ούτε 'ς ένα τόσο δα δεν θάσαι κληρονόμος. (145)</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Νόθος εγώ! τι λες;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ -Εσύ· από γυναίκα ξένη<BR>
+ σ' εγέννησε. Κ' η Αθηνά δεν είνε γεννημένη<BR>
+ από τον Δία; τίποτα για κείνη δεν θ' αφήσουνε<BR>
+ τα γνήσια ταδέλφια της, που θα κληρονομήσουνε.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Μα πώς; κιάν ο πατέρας μου, πεθαίνοντας, θελήση<BR>
+ 'ς εμέ, το νόθο του το γυιό, τα χρήματα ν' αφήση;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Το εμποδίζει όμως<BR>
+ το πράμ' αυτό ο νόμος.<BR>
+ Πρώτος κ' αυτός ο Ποσειδών, που σ' ερεθίζει τώρα,<BR>
+ θα σου ζητή τα χρήματα από την ίδιαν ώρα,<BR>
+ και θα σου λέη γνήσιος πως είνε αδελφός.<BR>
+ Ο Σόλων 'ς ένα νόμο του το λέει κ' αυτό σαφώς :<BR>
+ «Ο νόθος δεν έχει καμμιά<BR>
+ μερίδα στην κληρονομιά<BR>
+ μπροστά στα γνήσια παιδιά· κ' αν γνήσιος δεν είν κανείς,<BR>
+ τα παίρνουνε τα χρήματα οι πειο στενοί οι συγγενείς».</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Ώστ' από του πατέρα μου τα χρήματα, για μένα<BR>
+ δεν θ' απομείνη δηλαδή μερίδιο κανένα;</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ναι, μα τον Δία, τίποτε. Μα πες μου έτσι σ' άφησε<BR>
+ ως τώρα ο πατέρας σου; δεν σ' επολιτογράφησε;</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Ακόμα· και μου φάνηκε παράξενον ως τώρα...</p>
+
+<p>_(βλέπει, αγρίως προς τον ουρανόν).-</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τι χάσκεις, βλέποντας με οργή την πατρική σου χώρα;<BR>
+ [Άκου και τούτο ακόμα :]<BR>
+ να μείνης αν παραδεχθής με το δικό μας κόμμα,<BR>
+ εγώ σε κάνω βασιληά,<BR>
+ και θα τηλώνης την κοιλιά<BR>
+ με των πουλιών τα γάλα.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Εγώ τα βρίσκω όλ' αυτά τα δίκηα σου μεγάλα,<BR>
+ κι' αυτήν την κόρη που ζητείς, εγώ στην παραδίνω.</p>
+
+<p>_(προς τον Ποσειδώνα)_</p>
+
+<p> Και συ τι λες;</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Δεν δέχομαι· την ψήφο μου δεν δίνω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ E, τώρα η απόφασις απέμεινε στον Τριβαλλό.</p>
+
+<p>_(Προς τον Τριβαλλόν)_</p>
+
+<p> Και συ, τι λες, [ παρακαλώ;]</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Ω μ ό ρ φ α ι ν α - κ ο ρ ί τ σ α ι ν α - μ ε γ ά λ α - β α σ ι λ η ά - <BR>
+ τ ο - δ ί ν ω - σ τ ο - π ο υ λ ι ά. (146)</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Την παραδίνει λέει κ' αυτός.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Δεν είπε αυτό που λες·<BR>
+ αν τέτοιο πράμα ήθελε, θάκανε πηδησιές πολλές<BR>
+ και τσίρι-τσίρι θάλεγε σαν χελιδόνι.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ [Στάσου!<BR>
+ στα λόγια τα δικά σου]<BR>
+ και τούτος είνε σύμφωνος· κ' αυτός την κόρη εκείνη<BR>
+ στα χελιδόνια δίνει.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Τι να σου ειπώ, που τάχετε μαζύ συμφωνημένα,<BR>
+ κ' εγίνατ' όλοι ένα·<BR>
+ και τώρα αφού σύμφωνοι θελήσατε να μείνετε,<BR>
+ εγώ δεν λέω τίποτε.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_<BR>
+ Ότι μας είπες γίνεται.<BR>
+ Έλα λοιπόν, πάμε μαζύ στον ουρανό τρεχάλα<BR>
+ την κόρη τη Βασίλεια να πάρης κι' όλα τάλλα.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+_(δεικνύων τα σφαγμένα πτηνά).-</p>
+
+<p> Ώστε και τούτα τα πουλιά έγκαιρα τάχα σφάξη<BR>
+ για το τραπέζι, που απαιτεί του γάμου μου η τάξι.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ E, τώρα σεις πηγαίνετε· εγώ θα μείνω πίσω<BR>
+ ετούτα εδώ τα κρέατα να κάτσω να τα ψήσω.</p>
+
+<p> ΠΟΣΕΙΔΩΝ<BR>
+ Να ψήσης συ τα κρέατα, κ' εμείς να πάμε μόνοι!<BR>
+ Πολύ μεγάλη λιχουδιά το πράμα φανερώνει.</p>
+
+<p> ΗΡΑΚΛΗΣ<BR>
+ Μα έτσι, όπως κρίνω...<BR>
+ τι να σου ειπώ; καλήτερα μου φαίνεται να μείνω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Ας έλθη ένας κοντά μου<BR>
+ για να μου φέρη γρήγορα το φόρεμα του γάμου.</p>
+
+<p>_(Εξέρχεται ακολουθούμενος υπό του Ευελπίδου Ποσειδώνος, Ηρακλέους και<BR>
+Τριβαλλού)._</p>
+
+<p> </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Στας Φανάς (147) κοντά, που βγαίνει της Κλεψύδρας (148) το νερό,<BR>
+ το γλωσσοθρεμμένο γένος βρίσκεται το πονηρό,<BR>
+ όπου σπέρνουν και θερίζουν και τρυγάνε με της γλώσσες<BR>
+ οι συκοφαντίες τόσες.<BR>
+ Φίλιππ' είνε και Γοργίαι, (149) γέννημα βαρβάρου γένους,<BR>
+ κ' έτσι από τους Φιλίππους τούτους τους γλωσσοθρεμμένους<BR>
+ εις της Αττικής τη χώρα,<BR>
+ [όταν κάνουνε θυσίες], κόβουνε της γλώσσες τώρα<BR>
+ κ' απ' τα σπλάγχνα της χωρίζουν<BR>
+ [που κ' εκείνα τα βρωμίζουν!]</p>
+
+<p>_(Εισέρχεται ο Αγγελος Γ')_</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ς'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ — ΑΓΓΕΛΟΣ Γ'</p>
+
+<p> ΑΓΓΕΛΟΣ Γ'<BR>
+ Ω γένος απερίγραπτο και τρισμακαρισμένο,<BR>
+ καλότυχα πουλιά!<BR>
+ στα ευτυχισμένα μέρη σας τώρα τον νηοφερμένο<BR>
+ δεχθήτε βασιληά.<BR>
+ Τέτοιος προβάλλει, που κανείς τη λάμψι του ως τώρα<BR>
+ δεν θάχε ιδωμένη<BR>
+ σε άστρο μυριοφώτιστο, στων ουρανών τη χώρα<BR>
+ τη χρυσοφωτισμένη.<BR>
+ Στο χέρι κεραυνό κρατεί, σαγίτα φτερωμένη<BR>
+ κ' έχει γυναίκα συντροφιά,<BR>
+ που η λάμψις η μακρόλαμπη του ήλιου δεν της βγαίνει<BR>
+ στην αμολόγητη ωμορφιά.<BR>
+ Άφραστες χύνοντ' ευωδιές από τα βάθη τουρανού — <BR>
+ ώ τι ωραίο πράμα!<BR>
+ κ' η αύρες παιγνιδίζουνε με της πλεξίδες του καπνού<BR>
+ που αφίνει το θυμίαμα.<BR>
+ Νά τος, που έφθασεν εδώ' ας ανοιχθή ακόμα<BR>
+ γι' αυτόν το καλορροίζικο και θείο της Μούσας στόμα.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Ανάβαινε και κάνε τόπο,<BR>
+ άλλαξε θέσι, άλλαξε τρόπο,<BR>
+ και πέτα. γύρω, πουν' ενωμένοι<BR>
+ ευτυχισμένος μ'ευτυχισμένη!<BR>
+ Ω, ω! τι νηάτα! ώ, ω! τι κάλλη!<BR>
+ σου κάνουμ' όλοι<BR>
+ δόξα μεγάλη,<BR>
+ με τέτοιο γάμο 'ς αυτήν την πόλι!<BR>
+ Μεγάλη τύχη τον περιμένει<BR>
+ τον άνδρ' αυτόν<BR>
+ από τα γένη<BR>
+ των φτερωτών<BR>
+ Ψάλετε γάμου τραγούδια χίλια<BR>
+ στον άνδρα τούτον και στη Βασίλεια.</p>
+
+<p>_(Ημίχορος)_</p>
+
+<p> Τέτοια τραγούδια εκοίμισαν σε περασμένο χρόνο<BR>
+ την Ήρα την Ολύμπια μέσ' στου Διός την αγκαλιά,<BR>
+ θεών μεγάλου βασιληά<BR>
+ με τον ψηλό το θρόνο.<BR>
+ Υμέναιε! Υμέναιε! — Κι' ο Έρωτας παρέκει<BR>
+ στους δυο τους παραστέκει, (150)<BR>
+ ο χρυσοφτέρωτος θεός,<BR>
+ που των αλόγων τα λουριά τα ελαστικά τραβούσε<BR>
+ κ' ως μάρτυρας περνούσε.<BR>
+ — Υμέναιε! υμέναιε! — στους γάμους Ήρας και Διός!</p>
+
+<p>_(Βρονταί και αστραπαί. Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος περιβεβλημένος<BR>
+πορφύραν- — άνωθεν του πτερώματος — οδηγών την Βασίλειαν διά της δεξιάς και<BR>
+εις την αριστεράν κρατών κεραυνούς. Ακολουθεί και ο Ευελπίδης)._<BR>
+ </p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ’.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - (ΒΑΣΙΛΕΙΑ) και οι ανωτέρω.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Οι ύμνοι μ' ευχαρίστησαν και τα τραγούδια τα πολλά<BR>
+ κ' αυτά τα λόγια τα καλά.<BR>
+ Έλα, μιαν ωδή καλή<BR>
+ για το βρόντημά μου πες,<BR>
+ που η γη το αντιλαλεί,<BR>
+ ψάλε και της φλογισμένες του Διός της αστραπές,<BR>
+ κ' ύμνους ο καθείς ας πλέκη<BR>
+ στο λαμπρό το αστροπελέκι.</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ 'Ω φως της αστραπής τρανό και χρυσωμένο!<BR>
+ ώ του Διός σπαθί, άφθαρτο, πυρωμένο!<BR>
+ ώ συ, που αντιλαλείς και μέσ' στης γης το χώμα<BR>
+ και φέρνεις τη βροχή, και συ βροντή ακόμα,<BR>
+ oπού με σένα εδώ ταράζει τούτος τώρα<BR>
+ της γης την κάθε χώρα.</p>
+
+<p>_(Προς τον Πεισθέταιρον)_</p>
+
+<p> Κράτησε τώρα όλα αυτά να βασιλεύης μόνος σου,<BR>
+ και την Βασίλεια του Διός για σύντροφο στο θρόνο σου.</p>
+
+<p> ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ<BR>
+ Τους γάμους μου γιορτάστε τώρα,<BR>
+ σύντροφα γένη φτεροφόρα,<BR>
+ στου Διός μέσα το παλάτι<BR>
+ κ' εκεί στου γάμου το κρεββάτι.</p>
+
+<p>_(Προς την Βασίλειαν)_</p>
+
+<p> Άπλωσ', ευτυχισμένη, με χαρά<BR>
+ το χέρι σου [το τρυφερό],<BR>
+ πιάσε με απ' τα δυο μου τα φτερά<BR>
+ κ' έλα να στήσουμε χορό,<BR>
+ κ' ελαφρά θα κατορθώνω<BR>
+ στα ψηλά να σε σηκώνω.</p>
+
+<p>_(Η Βασίλεια τον λαμβάνει, εκ της πτέρυγος και χορεύει μετ' αυτού, ενώ<BR>
+ταυτοχρόνως συνοδεύουσι βρονταί και αστραπαί καθώς και τα ποικίλα<BR>
+άσματα των πτηνών, όπως εις το τέλος της α' πράξεως)._</p>
+
+<p> ΧΟΡΟΣ<BR>
+ Τραλαλά! εμπρός! Παιών!<BR>
+ τραλαλά! τη Νίκη ψάλε!<BR>
+ απ' τα γένη των θεών<BR>
+ πειο λαμπρέ και πειο μεγάλε!</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p>
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας<BR>
+σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά<BR>
+στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,<BR>
+φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<BR>
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<BR>
+στην πιό σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο.<BR>
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<BR>
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<BR>
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ προσφέρονται και σήμερα, στις<BR>
+κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη,<BR>
+Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη Βάρναλη, Αυγέρη,<BR>
+Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου<BR>
+κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης<BR>
+γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p>
+
+<p>Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτιρα της πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς<BR>
+και σκώμμα εναντίον των θεωριών για καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος<BR>
+πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους πολίτες που πάνε στα πουλιά για να<BR>
+ιδρύσουν εκεί μια νέα πολιτεία.</p>
+
+<p>Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<BR>
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 <BR>
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p>1) Ο Εξηκεστίδης ήτο ξένος και είχε πολύ ταξιδεύσει, αναφέρεται δε<BR>
+παρ' άλλοις και ως κιθαρωδός και πυθιονίκης.</p>
+
+<p>2) «Ο πινακοπώλης Φιλοκράτης» : αντί του «Ορνεοπώλης», διότι τα πτηνά<BR>
+επώλουν επί πινακίων.</p>
+
+<p>3) Ο Τηρεύς, υιός του Άρεως και της νύμφης Βυστωνίδος, βασιλεύς της<BR>
+Θράκης, ήλθεν εις βοήθειαν του βασιλέως της Αττικής Πανδίονος,<BR>
+πολεμούντος κατά του Λαβδάκου. Νυμφευθείς εν Αθήναις την Πρόκνην,<BR>
+θυγατέρα του Πανδίονος, εγέννησεν εξ αυτής τον Ίτυν. Μετά τινα όμως<BR>
+χρόνον, αγαπήσας την αδελφήν της συζύγου του Φιλομήλαν, ητίμασεν αυτήν,<BR>
+αποκόψασα κατόπιν την γλώσσάν της διά να μη προδώση το έγκλημά του.<BR>
+Εκείνη όμως κατορθώσασα ν'ανακοινώση τούτο εις την αδελφήν της, διά<BR>
+κοινής συμφωνίας έσφαξαν τον Ίτυν προς εκδίκησιν και τον παρέδωκαν εις<BR>
+τον Τηρέα ως φαγητόν. Δια τα εγκλήματα ταύτα ετιμωρήθησαν αι μεν<BR>
+γυναίκες μεταμορφωθείσαι εις Αηδόνα και Χελιδόνα, ο δε Τηρεύς εις Έποπα<BR>
+(Τσαλαπετεινόν) καταδιώκοντα αυτάς. Τον Έποπα τούτον (Τηρέα) έρχονται<BR>
+αναζητούντες οι ανωτέρω δύο Αθηναίοι.</p>
+
+<p>4) Θαρρελλίδης : Αθηναίος διακωμωδούμενος ως μικρόσωμος.</p>
+
+<p>5) Εννοεί τον Ακέστορα, τραγικόν ποιητήν, όστις εκαλείτο και Σάκκας,<BR>
+ως ξένος· οι Σάκκαι ήσαν έθνος της Θράκης, ή κατ' άλλους νομαδικαί<BR>
+φυλαί, διαιτώμεναι μεταξύ των ορέων Ιμάου και Παροπαμίσου εν Ασία.</p>
+
+<p>6) Τα αναγκαιούντα διά την θυσίαν επί τη ιδρύσει νέας πόλεως.</p>
+
+<p>7) Αναφέρει την Λιβύαν, ή ως βρίθουσαν ορνέων, ή διότι οι Λίβυες<BR>
+εθεωρούντο βάρβαροι και δειλοί· η δευτέρα υπόθεσις είνε και η ορθότερα,<BR>
+δικαιολογουμένη και υπό της πλαστής λέξεως «Υποδεδιώς» (φοβιτσάρης).</p>
+
+<p>8) Εικάζεται ότι διά της λέξεως «φασιανικός» υπονοεί τους συκοφάντας.</p>
+
+<p>9) Ενταύθα ο Αρ. παίζει με την λέξιν τ ρ ο χ ί λ ο ς, την οποίαν<BR>
+λαμβάνει εκ της αφηγήσεως του πτηνού, τ ρ έ χ ο ν τ ο ς διά την<BR>
+υπηρεσίαν του αυθέντου του, ήτοι: «ΤΡ. τρέχω.... τρέχω.... ΕΥΕΛ. Τ ρ ο<BR>
+χ ί λ ο ς, ·όνις ουτοσί".</p>
+
+<p>10) Εννοεί τον «Τηρέα» τραγωδίαν του Σοφοκλέους, εις την οποίαν ο<BR>
+ποιητής επαρουσίασεν αυτόν και την Πρόκνην ως απωρνιθωμένους.</p>
+
+<p>11) Οι ηλιασταί ήσαν δικασταί του μεγάλου εν Αθήναις δικαστηρίου της<BR>
+Ηλιαίας, το οποίον έλαβε το όνομα τούτο, διότι οι δικασταί συνεδρίαζον<BR>
+υπό τον Ήλιον.</p>
+
+<p>12) Κραναός : αρχαίος βασιλεύς των Αθηνών, εξ ου και το παλαιόν όνομα<BR>
+της πόλεως.</p>
+
+<p>13) Ο Σκελλίας είχεν υιόν καλούμενον Αριστοκράτην, ο δε Ευελπίδης<BR>
+παίζει με την λέξιν ενταύθα, προς μεγαλειτέραν έμφασιν του κατά των<BR>
+αριστοκρατών μίσους του.</p>
+
+<p>14) Πεποιημένη λέξις, σατυρίζουσα τους καλλωπιστάς</p>
+
+<p>15) Εννοεί την Ευδαίμονα Αραβίαν.</p>
+
+<p>16) Ναυς, μεταφέρουσα τους προσαγομένους εις δίκην. Κατά την εποχήν<BR>
+εκείνην η Σαλαμινία είχεν αποσταλή εις Σικελίαν διά να επαναφέρη τον<BR>
+Αλκιβιάδην, κατηγορούμενον επί ιεροσυλία. Η ναυς αύτη ήτο προωρισμένη<BR>
+γενικώς διά την υπηρεσίαν της Δημοκρατίας, ενώ η Πάραλος διετίθετο<BR>
+κυρίως διά τας θρησκευτικάς ανάγκας.</p>
+
+<p>17) Πόλις της Πελοποννήσου πλησίον της Τριφυλίας· λέγεται, δε ότι<BR>
+ωνομάσθη ούτως, ως ορεινή και καλυπτομένη από πέτρας ποικιλοχρώμους και<BR>
+διαλεύκους, διδούσας εις αυτήν την όψιν λεπριώντος σώματος. Το κυρίως<BR>
+όνομα της πόλεως είνε το Λέπρε(ι)ον ουδέτερον και ουχί αρσενικόν.</p>
+
+<p>18) Τραγικός ποιητής λεπρός.</p>
+
+<p>19) Παίζει με την λέξιν· ο Οπούντιος ήτο Αθηναίος οκνηρός, μονόφθαλμος<BR>
+και συκοφάντης, ως εξ ανάγκης επεξηγείται και εν τω κειμένω μου διά<BR>
+προσθέτων στίχων, προς ευκολωτέραν κατανόησιν του λογοπαιγνίου κατά την<BR>
+από σκηνής διδασκαλίαν του έργου.</p>
+
+<p>20) Υπονοεί την κυκλοφορίαν των εκ Χίου κιβδήλων νομισμάτων, την<BR>
+διαφθοράν των ηθών και τας ψευδείς κατηγορίας των συκοφαντών.</p>
+
+<p>21) Κίναιδος δειλός, γαστρίμαργος και πονηρός.</p>
+
+<p>22) Σατυρίζει την τάσιν των Αθηναίων προς τον αποικισμόν.</p>
+
+<p>23) Εννοεί τον λιμόν των Μηλισίων κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού<BR>
+πολέμου, πολιορκηθέντων υπό του Αθηναίου Νικίου.</p>
+
+<p>24) Αποτείνεται προς την Αηδόνα (Πρόκνην) συμφώνως με την προηγουμένην<BR>
+μου [υποσημείωσιν αρ. 10]</p>
+
+<p>25) Οι Μήδοι εταξίδευον επί καμηλών.</p>
+
+<p>26) Ο Φιλοκλής ήτο τραγικός ποιητής, γράψας και αυτός τραγωδίαν<BR>
+«Τηρέα> προ του Σοφοκλέους· τούτο εννοεί λέγων, ότι και ο έτερος Έποψ<BR>
+είχε πατέρα τον Φιλοκλή</p>
+
+<p>27) Εις την οικογένειαν ταύτην τα ονόματα Καλλίας και Ιππόνικος<BR>
+ενηλλάσοντο από πατέρων εις τέκνα· ο Καλλίας ήτο ο λεγόμενος δαδούχος,<BR>
+άσωτος και σπάταλος της πατρικής περιουσίας, μητρυιός του Περικλέους<BR>
+και πατήρ της Ιππαρέτης, συζύγου του Αλκιβιάδου.</p>
+
+<p>28) «Κατωφαγάς» πεποιημένη λέξις εκ του καταφαγάς, κατάτρωγαν τα<BR>
+πάντα, την οποίαν απέδωκα διά της συγχρόνου φαταούλας.</p>
+
+<p>29) Πολυφάγος, και ρίψασπις κωμωδούμενος εις τας Νεφέλας (στ. 353) και<BR>
+εις την Ειρήνην (στ. 1254) ως και κατωτέρω.</p>
+
+<p>30) Οι Κάρες κατώκουν επί λόφων, πρώτοι δε έκαμον χρήσιν λοφίων, εξ ων<BR>
+και «λόφοι καρικοί».</p>
+
+<p>31) Αθηναίος κουρεύς, αναφερόμενος και υπό του Πλάτωνος εν Σοφισταίς:<BR>
+«το Σποργίλου κουρείον, έχθιστον τέγος».</p>
+
+<p>32) Στρατηγός ως ανωτέρω, περίφημος καταστάς διά τας μηχανάς τας<BR>
+οποίας μετεχειρίσθη διά να εκπολιορκήση την Μήλον.</p>
+
+<p>33) Η Πρόκνη ήτο θυγάτηρ Αθηναίου βασιλέως, ως είπον εν [υποσημείωση<BR>
+3.]</p>
+
+<p>34) Ενταύθα παίζει με την λέξιν «Ορνεαί», όπως θα έλεγέ τις «αποθανείν<BR>
+εν Πλαταιαίς» τούτο δε εμφαίνεται και εκ της αστείας βεβαιώσεως, ότι θα<BR>
+εθάπτοντο και δημοσία δαπάνη ως ήρωες εις το Κεραμεικόν, ένθα οι<BR>
+Αθηναίοι κατά την μαρτυρίαν των Μενεκλέους και Καλλικράτους, έθαπτον<BR>
+τους πίπτοντας εις τας μάχας, σημειούντες επί κίονος την μάχην και την<BR>
+εποχήν του θανάτου. Άλλως, Ορνεαί ήσαν και πόλεις της Αργολίδος,<BR>
+αναφερόμεναι, παρ' Ομήρω, ένθα εγένετο και μάχη μεταξύ Λακεδαιμονίων<BR>
+και Κορινθέων.</p>
+
+<p>35) Οι διάφοροι παλιοί σχολιαστές εις το χωρίον τούτο αποδίδουσι<BR>
+διαφόρους σημασίας· η πλειότερον ομως προσεγγίζουσα προς την έννοιαν<BR>
+του κειμένου είναι ότι ο Αρ. υπαινίσσεται μαχαιροποιόν τίνα εν Αθήναις.<BR>
+Παναίτιον καλούμενον, ο οποίος, βραχύσωμος ων ευρίσκετο εις διαρκή<BR>
+διάστασιν με την γυναίκα του υψηλόσωμον ούσαν· είχον δε συνθηκολογήση<BR>
+ενώπιον φίλων να μη κακοποιή αυτόν κατά τινα ώραν της συζυγικής<BR>
+συναντήσεώς των. Εν τούτοις ο παραλληλισμός ενταύθα είνε ανάστροφος,<BR>
+καθόσον τα πτηνά, ως μικροσωμότερα των ανθρώπων, παραλληλίζονται μάλλον<BR>
+προς τον νανοφνή μαχαιροποιόν παρά προς τους δύο Αθηναίους. Πιθανόν ο<BR>
+ποιητής να παίζη διά της αναστροφής.</p>
+
+<p>36) Αισώπειος μύθος μη σωζόμενος· αναφέρεται εις τας παροιμίας του<BR>
+Αποστολίου. (Ραγκαβής).</p>
+
+<p>37) Κεφαλαί, δήμος της Αττικής (Ακαμαντίδος φυλής). Ενταύθα είνε<BR>
+λογοπαίγνιον.</p>
+
+<p>38) Εννοεί ότι ο δρυοκολάπτης αρέσκεται, να σκάπτη την δρυν, ιερόν<BR>
+δένδρον του Διός.</p>
+
+<p>39) Ο πετεινός εκαλείτο και «Περσική όρνις» αλλαχού δε και Μήδος.<BR>
+[Λίγο πριν την υποσημείωση 25]. Μεγάβυζος ήτο σατράπης των Περσών<BR>
+περίφημος διά την κατάκτησιν της αιγυπτίας Μέμφιδος.</p>
+
+<p>40) Το έριον της Φρυγίας Αγκύρας και Λαοδικείας εθεωρείτο εκλεκτότερον<BR>
+όλων των άλλων.</p>
+
+<p>41) Την δεκάτην ημέραν από της γεννήσεως παιδιού οι γονείς παρέθετον<BR>
+γεύμα εις φίλους και συγγενείς και έθετον το όνομα.</p>
+
+<p>42) Αλιμούς: χωρίον της Αττικής πέραν του Φαλήρου Λεοντίδος φυλής</p>
+
+<p>43) Ικτίνος: η εμφάνισις του Ικτίνου εχαιρετίζετο διά γονυκλίσεων<BR>
+ευχαριστίας, ως προσημαίνουσα το έαρ. Ενταύθα ο Αρ. παίζει παραβάλλων<BR>
+τον νυκτοκλέπτην με το αρπακτικόν όρνεον.</p>
+
+<p>44) Τους οβολούς οι πτωχοί, ελλείψει θυλακίων, εκράτουν μεταξύ των<BR>
+οδόντων, ότε μετέβαιναν εις την αγοράν δι' οψώνιον.</p>
+
+<p>45) «Κόκκυ, ψωλοί πεδίονδε» : όπως και εν τω κειμένω παρεισήγαγον την<BR>
+σχετικήν εξήγησιν, η παροιμία προήλθεν εκ του ότι οι θερισταί, διά τον<BR>
+καύσωνα του θέρους, εξήρχοντο γυμνοί εις τους αγρούς προς θερισμόν.</p>
+
+<p>46) Στρατηγός Αθηναίος, κλέπτης, πανούργος και δωροδόκος.</p>
+
+<p>47) Εννοεί το σκήπτρον· λέγει δε κεφαλήν, διότι τα αφιερωμένα εις<BR>
+έκαστον θεόν όρνεα ετίθεντο επί της κεφαλής αυτών.</p>
+
+<p>48) Ετίθετο εις τας χείρας του Απόλλωνος ο ιέραξ ως μαντικόν όρνεον.</p>
+
+<p>49) Μάντις, εις ον αποδίδεται και η αποικία των Αθηναίων εις Σύβαρην<BR>
+της Ιταλίας.</p>
+
+<p>50) Μυθολογικά πτηνά, λαβόντα μέρος εις την γιγαντομαχίαν κατά των<BR>
+θεών</p>
+
+<p>51) Αλόπη, ήτο θυγάτηρ του Κερκύονος· Σεμέλη, η μήτηρ του Βάκχου,<BR>
+Αλκμήνη δε σύζυγος του Αμφιτρύωνος και μήτηρ του Ηρακλέους.</p>
+
+<p>52) Κάθε πτηνόν υδροχαρές.</p>
+
+<p>53) Δια την αδηφαγίαν του πτηνού.</p>
+
+<p>54) Ούτω μετέφρασα το «ορχίλος όρνις», πλαστήν και ταύτην λέξιν, προς<BR>
+χαρακτηρισμόν της ασελγείας του Διός.</p>
+
+<p>55) «Σέρφον ενόρχην»: σέρφος κατ' άλλους σπέρμα, κατ άλλους δε ζώον<BR>
+μικρόν, όπερ και το ορθότερον.</p>
+
+<p>56) Υπαινιγμός διά την κατάπτωσιν του θρησκευτικού φρονήματος, αποδών<BR>
+αυτήν και εις το γήρας των θεών.</p>
+
+<p>57) «Κριώθεν»: γράφεται, και Θρίηθεν, από τον δήμον της Οινηίδος<BR>
+φυλής. Κριώθεν δε της φυλής Αντιοχίδος.</p>
+
+<p>58) Σ. Μ. Εις το σημείον τούτο πρέπει να θεωρηθή λήγον το Β' μέρος,<BR>
+προκειμενου περί παραστάσεως. Εν τούτοις ωραιοτέρα και αρχαιοπρεπεστέρα<BR>
+θα ήτο η παράστασις, εάν δεν κατέπιπτεν η αυλαία, αντί δε του<BR>
+διαλείμματος εξετελούντο τα χορικά και αι παραβάσεις υπό τον ήχον του<BR>
+αυλού.</p>
+
+<p>59) Πρόδικος, σοφιστής Κοίος την καταγωγήν γράψας περί φύσεως και<BR>
+αρχής των πραγμάτων.</p>
+
+<p>60) Νυκτοκλέπτης πολλαχού αναφερόμενος.</p>
+
+<p>61) Η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου και μήτηρ των θεών θεότης ορεινή.</p>
+
+<p>62) Φρύνιχος ο Πολυφράδμονος ήτο τραγικός ποιητής, θαυμαστός διά την<BR>
+αρμονίαν των στίχων του. Υπήρξαν τέσσαρες φέροντες το όνομα τούτο: είς<BR>
+υποκριτής, είς κωμικός, είς στρατηγός, περί του οποίου ο Αρ. ομιλεί εν<BR>
+Βάτραχοις και ο ανωτέρω.</p>
+
+<p>63) «Πλήκτρον» : τούτο ήτο έμβολον χαλκού εφαρμοζόμενον εις το ράμφος<BR>
+των αλεκτρυόνων κατά τας αλεκτρυονομαχίας.</p>
+
+<p>64) Ο Σπίθαρος εκωμωδείτο ως βάρβαρος και Φρυξ, χαβάς και ο Φιλήμων, ο<BR>
+δε Εξηκεστίδης ως Καρ, ως και αλλαχού [γραμμή έργου με υποσημείωση 1].</p>
+
+<p>65) Λογοπαίγνιον : Εις τον στίχον του κειμένου «φυσάτω π ά π π ο υ ς<BR>
+παρ' ημίν, και φανούνται φράτορες» ο Αριστοφάνης παίζει με την λέξιν<BR>
+«πάππος», η οποία, κατά τον Ευφρόνιον, είνε πτηνού όνομα, γνωστού τότε,<BR>
+το οποίον μετέφερον εις την ανωτέρω σημασίαν. Η «φρατορία» ήτο τρίτη<BR>
+κατηγορία της φυλής.</p>
+
+<p>66) Αγνωστος κατά τον αρχαίον Σχολιαστήν· κατ' άλλους είς των<BR>
+Ερμοκοπιδών ή υιός τοιούτου, όπερ και πιθανώτερον.</p>
+
+<p>67) Ποταμός της Θράκης, πηγάζων εκ της Ροδόπης.</p>
+
+<p>68) Πολεμιστής και λόγιος «κατασχημονών των στρωμάτων, διό και χεσάς<BR>
+ελέγετο (ο Σχολιαστής).</p>
+
+<p>69) Ούτος κατά τον Σχολιαστήν έπλεκε κατ'αρχάς περικαλύμματα φιαλών<BR>
+από βέργας, κατόπιν δε υψώθη εις αξιώματα· κατά τον πολυμαθέστατον Α.<BR>
+Ρ. Ραγκαβήν είνε ο αυτός Αθηναίος στρατηγός, όστις κατά το ίδιον έτος -<BR>
+της παραστάσεως των «Ορνίθων» εκυρίευσε την Μυκαλησσόν της Ευβοίας,<BR>
+ένθα και ετραυματίσθη (Θουκυδ. Α, 23: Γ, 75. Ζ, 29. Η, 64), υπήρχε δε<BR>
+και ανδριάς αυτού επί της Ακροπόλεως (Παυσανίας Α, 23).</p>
+
+<p>70) Ο Αισχύλος εις την τραγωδίαν του οι «Μιρμιδώνες» αναφέρει<BR>
+συμβολικωτάτην τινά παροιμίαν της Λιβύας : ότι αετός ποτε επληγώθη από<BR>
+βέλος κατεσκευασμένον από τα ίδια πτερά του :</p>
+
+<p> «... πληγέντ' ατράκτω τοξικώ τον αετόν,<BR>
+ ειπείν ιδόντα μηχανήν πτερώματος :<BR>
+ τάδ' ουχ υπ' άλλων, αλλά τοις αυτών πτεροίς<BR>
+ αλισκόμεθα».</p>
+
+<p>71) Όνομα πλαστόν από τας ν ε φ έ λ α ς και τον κ ό κ κ υ γ α.</p>
+
+<p>72) Θεαγένης και Αισχίνης ήσαν δύο καυχηματίαι προσποιούμενοι τους<BR>
+πλουσίους· διά τούτο ο πρώτος επωνομάζετο και Κ α τ ι ν ό ς.</p>
+
+<p>73) Εν Αθήναις κατ' έτος αι παρθένοι ύφαινον πέπλον διά την πολιούχον<BR>
+Αθηνάν.</p>
+
+<p>74) Κωμωδείται πολλαχού παρ' Αρ. ως γυναικώδης και αισχρός.</p>
+
+<p>75) Κατά παρωδίαν του π ε λ α σ γ ι κ ό ς, όπως εκαλείτο το βόρειον<BR>
+τείχος της Ακροπόλεως, Κατά τον Δούκαν, π ε λ α γ ι κ ώ ν, εκ του<BR>
+πελάγους.</p>
+
+<p>76) Η Άρτεμις εκαλείτο και Κολαινίς ή από Κολαινίου τινός ιερέως,<BR>
+ιδρύσαντος ιερόν της Κολαινίδος Αρτέμιδος, ή από πτηνού τίνος, φέροντος<BR>
+το όνομα κόλαινον.</p>
+
+<p>77) Κωμωδούμενος ως ασελγής και κίναιδος, διά τας ασελγείας του πτηνού<BR>
+σπουργίτου.</p>
+
+<p>78) Κατά τας θυσίας οι Αθηναίοι ηύχοντο υπέρ εαυτών και των Χίων, οι<BR>
+οποίοι ήσαν πιστοί σύμμαχοί των.</p>
+
+<p>79) Εις τους δούλους απηγορεύετο να διατηρούν κόμην.</p>
+
+<p>80) Ενταύθα ο Αριστοφάνης παρωδεί τον προς τον Ιέρωνα ύμνον του<BR>
+Πινδάρου, την φιλοκέρδειαν του ποιητού και την ασχολίαν του προς<BR>
+εξύμνησιν των νικητών των αγώνων, ανθρώπων και ίππων.</p>
+
+<p>81) Εκ της σωζομένης πινδαρείου στροφής: «Νομάδος σοι γαρ ει Σκύθας<BR>
+πλάτα Στράτων, ος αμαξοφόρητον οίκον ου πέπαται».</p>
+
+<p>82) Παρά τοις Σκύθαις εθεωρείτο άδοξος ο μη έχων ή μη κατέχων<BR>
+μεταφορικόν αμάξιον.</p>
+
+<p> </p>
+
+<p>83) Παλαιότερος ιερεύς, θαυματοποιός, και γράψας χρησμούς.</p>
+
+<p>84) Ελέγετο επί πλουσίων πόλεων.</p>
+
+<p>85) Η γη.</p>
+
+<p>86) Μέτων, περίφημος αστρονόμος και γεωμέτρης.</p>
+
+<p>87) Εις τας Αθήνας υπήρχον οι λεγόμενοι Πρόξενοι, επιτετραμμένοι την<BR>
+φιλοξενίαν των ξένων.</p>
+
+<p>88) Βασιλεύς της Νίνου, περίφημος διά την τρυφηλότητά του.</p>
+
+<p>89) «Επίσκοποι», εκαλούντο οι αποστελλόμενοι ως επιτηρηταί εις τας<BR>
+αποικίας.</p>
+
+<p>90) Σατράπης των Περσών, επιδιώκων σχέσεις μετά των δημοσίων αρχόντων<BR>
+διά πλουσίων δωροδοκιών.</p>
+
+<p>91) Ολόφυξος, πόλις υπό τον Άθω, εις την οποίαν έστελλον οι Αθηναίοι<BR>
+ψηφίσματα.</p>
+
+<p>92) «Οτοτύξιοι» λέξις πεποιημένη εκ του σχετλιαστικού οτοτοί! την<BR>
+οποίαν απέδωκα διά της ανωτέρω λέξεως.</p>
+
+<p>93) Μιλήσιος φιλόσοφος άθεος καταδικασθείς εις θάνατον.</p>
+
+<p>94) Ίδε [υποσημείωσιν 2]</p>
+
+<p>95) Αλέξανδρον εννοεί ίσως τον Πάριν και τα δώρα, άτινα έλαβε παρά της<BR>
+Αφροδίτης.</p>
+
+<p>96) Εννοεί τα αργυρά νομίσματα τα φέροντα την γλαύκα.</p>
+
+<p>97) Παίζει με τας λέξεις αετός και αέτωμα των ναών.</p>
+
+<p>98) Κατά την παράστασιν δύναται να παρευρίσκεται και ο Ευελπίδης εις<BR>
+την σκηνήν, χάριν της ποικιλίας του διαλόγου, εις τον οποίον να λαμβάνη<BR>
+και μέρος, υποκαθιστών τον Πεισθέταιρον εις όσα μέρη σημειούται εν<BR>
+παρενθέσει το όνομά του.</p>
+
+<p>99) Οι ανωτέρω ήσαν κομπασταί, μηδέν έχοντες των αποδιδομένων εις<BR>
+εαυτούς· και τούτο διά ν' αποδείξη το ανυπόστατον του τείχους.</p>
+
+<p>100) Οι Αιγύπτιοι εκωμωδούντο ως αχθοφόροι.</p>
+
+<p>101) Παρά τοις αρχαίοις οι φρουροί εκωδωνοφόρουν επί των τειχών.</p>
+
+<p>102) Καλεί αυτήν «πλοίον» διότι ως εκ του αέρος κολπούται το φόρεμα<BR>
+της «περικεφαλαίαν» ή «πέτασον», διότι φέρει επί της κεφαλής κάλυμμα<BR>
+πτερωτόν ως ο Ερμής.</p>
+
+<p>103) Περί των δύο τούτων πλοίων εσημείωσα [στην υποσημείωση 16]</p>
+
+<p>104) «Τρίαρχος» κατά παρωδίαν του «Τριήραρχος».</p>
+
+<p>105) Εις σημείον διαβάσεως, καθόσον οι Πελεκάνοι εφρούρουν τα τείχη.</p>
+
+<p>106) «Λικυμνίαις βολαίς»: περί τούτου υπάρχουν δισταγμοί παρά τοις<BR>
+σχολιασταίς· άλλοι λέγουν ότι Λικύμνιός τις είχε κεραυνωθή, άλλοι ότι<BR>
+ήτο εμπρηστής, ο δε Απολλώνιος εις τα επιγεγραμμένα λέγει ότι<BR>
+υπαινίσσεται ο Αρ. ομώνυμον δράμα του Ευριπίδου, εν τω οποίω εισήχθη<BR>
+τις κεραυνοβοληθείς.</p>
+
+<p>107) Φράσις ληφθείσα εκ της Νιόβης του Αισχύλου.</p>
+
+<p>108) Ιδέ [υποσημείωση 50]</p>
+
+<p>109) Σατυρίζει τον Σωκράτην ως ρυπαρόν και πένητα.</p>
+
+<p>110) Όνομα κύριον οινοπώλου γνωστού και χολού, εξ ου και η παροιμία<BR>
+«Πέρδικος σκέλος».</p>
+
+<p>111) Περί τούτου ιδέ [υποσημείωση 19] Ενταύθα ως άρπαξ και αναιδής.</p>
+
+<p>112) Ο Μένιππος εκαλείτο και χελιδών, καθό ιπποτρόφος.</p>
+
+<p>113) Αισχρός τις, έχων προεξέχουσαν την κορυφήν της κεφαλής,<BR>
+σατυριζόμενος και εν Θεσμοφοριάζουσαις (στ. 168).</p>
+
+<p>114) Πανούργος και φθονερός.</p>
+
+<p>115) Ή διότι ήτο Αιγύπτιος ούτος, ή διότι είχε μακράς τας κνήμας ως η<BR>
+Αιγυπτία ίβις.</p>
+
+<p>116) Μελαγχροινός και ωχρός.</p>
+
+<p>117) Ως φλύαρος.</p>
+
+<p>118) Κυβιστής και ορτυγοκόπος (άεργος κόπτων κεφαλάς ορτυκιών εις την<BR>
+αγοράν χάριν διασκεδάσεως), ή διότι η κεφαλή του ήτο μαδημένη, ως η του<BR>
+πολεμιστού όρτυγος κατόπιν μάχης.</p>
+
+<p>119) «Έοικεν ου ψευδαγγελής είν' άγγελος».</p>
+
+<p>120) Έδερον και εκακοποίουν τους πατέρας των, διά να λαμβάνουν τα<BR>
+χρήματά των και να τα σπαταλούν.</p>
+
+<p>121) Ποιητής και διθυραμβοποιός, περί ου ο Αρ. και πολλαχού κάμνει<BR>
+λόγον· ενταύθα παρουσιάζεται και ως χωλός.</p>
+
+<p>122) «Ωόπ»: κέλευσμα ναυτικόν, διδόμενον εις τους κωπηλάτας διά να<BR>
+παύσουν την κωπηλασίαν.</p>
+
+<p>123) Ήτο και ούτος πολύ λεπτός το σώμα και λιπόσαρκος, ως ο Κινησίας·<BR>
+κατ' άλλους και ανόητος διθυραμβοποιός, διδάσκων εις την Κεκροπίαν<BR>
+φυλήν.</p>
+
+<p>124) Υπαινίσσεται την γυμνότητα του Συκοφάντου, διότι εις την Πελλήνην<BR>
+της Αχαΐας, κατά τους αγώνας των Ηραίων ή των Ερμαίων ετίθετο ως<BR>
+έπαθλον χλαίνα.</p>
+
+<p>125) «Νησιωτικός» ως συκοφαντών τους κατοικούντας εις τας νήσους και<BR>
+εγκαλών εις δίκας.</p>
+
+<p>126) Πλούσιος και ιπποτρόφος. Περί αυτού ίδε και [υποσημείωση 69]</p>
+
+<p>127) Εννοεί ράβδον ή μάστιγα μεταξύ των οποίων εφημίζοντο αι<BR>
+Κερκυραϊκαί ως στερεώτεραι.</p>
+
+<p>128) Σατυρίζει τον Κλεώνυμον ως ξένον συκωφάντην και ρίψασπιν (ίδε και<BR>
+[υποσημείωση 29]). Η Καρδία ήτο πόλις Θρακική, και ο πολίτης Καρδιανός.</p>
+
+<p>129) Νυκτοκλέπτης, πολλαχού αναφερόμενος.</p>
+
+<p> </p>
+
+<p>130) Λογοπαίγνιον: «Ευ γ' επενόησας αυτό και προμηθικώς».</p>
+
+<p>131) Η εορτή των Θεσμοφορίων ήτο πενθήμερος, διεξήγετο δε εν νηστεία<BR>
+την γ' ημέραν.</p>
+
+<p>132) Τοποθετεί ο Αρ. άνωθεν των θεών βαρβάρους και απολιτίστους θεούς,<BR>
+τους Τριβαλλούς, διά το αστείον και προς συμβολισμόν ίσως της παλαιάς<BR>
+βαρβάρου καταστάσεως του ανθρωπίνου γένους. Οι Τριβαλλοί ήτο βάρβαρος<BR>
+φυλή κατοικούσα εις την Μοισίαν, περί ών ευρίσκει τις πλειότερα και εν<BR>
+τη Ποικίλη Ιστορία του Αιλιανού.</p>
+
+<p>133) Διαβάλλεται πολλαχού ως ξένος και βάρβαρος· ίδε και [υποσημείωση<BR>
+1].</p>
+
+<p>134) «Εντεύθεν άρα τουπιτριβείης εγένετο»: επροτίμησσα την αντίστοιχον<BR>
+σύγχρονον φράσιν «τρίβω την κασσίδα», την οποίαν μετεχειρίσθη και ο<BR>
+Ραγκαβής εν τη μεταφράσει του των «Ορνίθων» τόμ. Ε' Απάντων, σελ 346<BR>
+στ. 1502).</p>
+
+<p>135) «Η Βασίλεια»: πεποιημένον όνομα, διά του οποίου ενσωματούνται όλα<BR>
+τα αγαθά και η ισχύς του Διός εις γυναίκα.</p>
+
+<p>136) Ως γνωστόν, ο Προμηθεύς έκλεψε το πυρ(την σοφίαν) του Διός και το<BR>
+εδώρησεν εις τους ανθρώπους, διό και ετιμωρήθη προσδεθείς επί του<BR>
+Καυκάσου κλπ.</p>
+
+<p>137) Τίμων ο Μισάνθρωπος, περί ου και πολλαχού αναφέρει ο Αρ. (ίδε και<BR>
+μετάφρασίν μου Λυσιστράτης και Βατράχων).</p>
+
+<p>138) Αι κανηφόροι εις την εορτήν των Παναθηναίων εσκιάζοντο άνωθεν από<BR>
+σκιάδια, τα οποία εκράτουν δούλαι.</p>
+
+<p>139) «Και τον δίφρον γε διφροφόρει τονδί λαβών».</p>
+
+<p>140) Σκιάποδες: γένος μυθολογούμενον ως ζων παρά τον Ατλαντικόν<BR>
+Ωκεανόν προς την διακεκαυμένην ζώνην· κατά Πλίνιον, Στράβωνα και<BR>
+Κτησίαν εβάδιζον τετραποδητί, είχον δε τους πόδας τόσον πλατείς, ώστε<BR>
+τον ένα τούτων μετεχειρίζοντο και ως σκιάδιον· διά τούτων σατυρίζει<BR>
+τους φιλοσόφους ως αψύχους και «επί σκιάς βαδίζοντας» (Σχολιαστής).</p>
+
+<p>141) Δειλός και καταχραστής, περί ου και εν Λυσιστράτη (στ. 490).</p>
+
+<p>142) Περί τούτου και ανωτέρω [υποσημείωση 116]</p>
+
+<p>143) Στρατηγός κατά Θουκυδίδην [Η'. 86] είχε στρεβλόν τον πόδα και<BR>
+έκρυπτεν αυτόν διά της χλαμύδος του έως κάτω.</p>
+
+<p>144) Μετεχειρίσθην τας αυτάς πεποιημένας φράσεις του κειμένου.</p>
+
+<p>145) Κατά τον νόμον εθεωρείτο εν Αθήναις ως νόθον το εκ γυναικός μη<BR>
+Αθηναίας τέκνον και απεστερείτο της πατρικής κληρονομίας, επροτιμάτο δε<BR>
+τούτου η κόρη εις την κληρονομίαν, και ότε ακόμη δεν υπήρχον γνήσια<BR>
+άρρενα.</p>
+
+<p>146) Απόδοσις της παρεφθαρμένης φράσεως: «Καλάνι» (καλήν) κόραιναν<BR>
+κόρην) και μεγάλαν βασίλιναν (βασιλέως) όρνιτο (όρνισι) παραδίδωμι».</p>
+
+<p>147) Φαναί: κυρίως ακρωτήριον της Χίου· ενταύθα είνε πεποιημένη λέξις<BR>
+εκ του φαίνειν, σημαίνοντος εγκαλείν.</p>
+
+<p>148) Κλεψύδρα, κρήνη εν τη Ακροπόλει, ην και πολλαχού αναφέρει.</p>
+
+<p>149) Φίλιππος συκοφάντης και αλλαχού αναφερόμενος. Γοργίας ο<BR>
+Λεοντίνος, ο περίφημος σοφιστής, αντίπαλος του Σωκράτους περί του<BR>
+οποίου ασχολείται και ο Πλάτων εν τω Γοργία.</p>
+
+<p>150) Ο Έρως παρίστατο ως παράνυμφος εις τους γάμους του Διός και Ήρας<BR>
+και εκράτει τας ηνίας του άρματος· διότι επί οχήματος έφερον τας νύμφας<BR>
+εις τον οίκον του γαμβρού, συμπαρισταμένου και του παρανύμφου όστις<BR>
+εκαλείτο «πάροχος» εκ του παροχούμαι.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p></p>
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Birds, by Aristophanes
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE BIRDS ***
+
+***** This file should be named 27315-h.htm or 27315-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/7/3/1/27315/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</BODY>
+</HTML>
+