diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:33:46 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:33:46 -0700 |
| commit | 5c881b6ab2fcaf462fc20dff8e124d5b18ec9e50 (patch) | |
| tree | 0c322d08e91d17871dc77faf17b9f30a4228d2cc /old | |
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20081028-27073-0.txt | 4754 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20081028-27073-0.zip | bin | 0 -> 132860 bytes |
2 files changed, 4754 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20081028-27073-0.txt b/old/20081028-27073-0.txt new file mode 100644 index 0000000..30871bd --- /dev/null +++ b/old/20081028-27073-0.txt @@ -0,0 +1,4754 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Waxen Doll + +Author: Konstantinos Christomanos + +Release Date: October 28, 2008 [EBook #27073] +Last Updated: November 5, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΦΕΞΗ + +ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4 + + +Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ + +Η ΚΕΡΕΝΙΑ +ΚΟΥΚΛΑ + + +ΑΘΗΝΑΪΚΟ +ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1911 + + +Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή-γιατί απλή και +λυπητερή είναι η ζωή-- +. . Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την +θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι ! . . . +Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα-και τα χείλη των νέων +που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης : γιατί και χαρά δεν +είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή-είναι ο +άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο +άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές +που πολλές φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . +. +Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως +με περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη +θλίψη της ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώοη +η ανθρωπινή μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του +βίου, πάντα το θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις +κλωνόγερτες ημέρες μας τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, +προς τη μεγάλη θάλασσα τη σκοτεινή που είναι η ευτυχία η +αληθινή-γιατί είναι η αιώνια αλήθεια . . . + + + +Τo μαραμένο ρόδο. + + + +Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο. Κάθε +φορά που ήθελ' ανεβή τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια απ' την +κουζίνα, που ήτονε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή, +σταματούσε κι ακκουμπούσε και τα δυο της τα χέρια στα γόνατα, +για να πάρη ανάσα· η μύτη της κέρωνε και τα ρουθούνιά της +ανοιγοκλείνανε σαν τις φτερούγες μιας άσπρης πεταλούδας. Ήταν +αλήθεια λίγο αψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι! - +. . Κι ολοένα ανεβοκατέβαινε απ’ την αυλή στην κουζίνα κι από +την κουζίνα στην αυλή για να ξεπλύνη το μπρίκι τον καφφέ και τα +κουταλάκια της, για να τρίψη την κατσαρόλα της, σαν απότρωγαν +αυτή κι ο άντρας της, κάτω από τη βρύση που δεν έπαυε να στάζη- +γιατ' ήτονε χαλασμένος ο σωλήνας. +Μα μπαινόβγαινε κι απ'την καλή την κάμαρη, που ήτον ισόγεια +σχεδόν μ' ένα-δυο σκαλοπάτια ξύλινα - Αχ, πάλι σκαλοπάτια ! λες +βάλθηκαν κι αυτά να την κουράζουν ακόμα περισσότερο,- πότε για +να τινάξη κάτι προσκεφαλάδες με μεγάλες μάρκες που τις είχε +κεντημένα η ίδια ανεβατό, πότε για να ξεσκονίση τα χαρτένια +λουλούδια πούχε σε δυο φαρφουριά πάνω στην εταζέρα ή για +ναπλώση ένα-δυο ρουχαλάκια πούχε κάνει σαπουνιστά στη λεκάνη +και που γαλάζωναν απ’ το λουλάκι απάνω στο σκοινί• κ' έσκυβε +και σφουγγάριζε τα νερά πούχανε στάξει απ’ τα ρούχα στα σκαλιά +και στις πλάκες μπρος την πόρτα κ’ έπειτα πήγαινε ναπλώση και +το σφουγγαρόπαννο πιο πέρα από τα ρούχα στο ίδιο το σκοινί, που +ήτανε δεμένο απ' το στρόφιγγα της πόρτας σε μια μικρή ζαλισμένη +μυγδαλίτσα-γιατί δεν έφθανε ως τη μάντρα πέρα. . και κάθε φορά +πούρριχνε κάτι απάνω στο σκοινί, η μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα- +που δεν είχε ακόμα ανθίσει-λύγιζε ίσαμε κάτω και τιναζόταν πάλι +απάνω, απ’ του σκοινιού το τράβηγμα, με τα γυμνά κλαριά της +σηκωμένα σα χέρια στον αέρα. Αχ, τι λυπητερό πράμα να βλέπη +κανείς ένα νέο δεντράκι να λυγάη για το χατίρι ενός +σφουγγαρόπαννου ίσαμε κοντά να σπάση και να τρέμη σύγκλαρο για +πολλήν ώρα, απ’ το πόνο του! +Μα πιο λυπητερό ακόμα ήτονε να βλέπατε τη νέα γυναικούλα να +κρυφοβογκά και να σέρνεται, στραγγίζοντας στα πόδια της, χωρίς +να θέλη να τομολογήση στον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί αν το +παραδεχόταν πως ήτον άρρωστη, ήτονε χαμένη : δε θα μπορούσε πια +να ταρνηθή ταντρός της με τόσο θάρρος και με χείλια που για να +χαμογελάσουν της σούρωναν όλο της το πρόσωπο. Εκείνος όμως την +κύτταζε με τα μάτια του τα γαλαζοπράσινα με τα μακριά ματόκλαδα +καρφωμένα πάνω της-την κύτταζε ακόμα κι όταν δεν της μίλαγε. . +. +Τι νέος που ήτον ο άντρας της και τι όμορφος !-όλο αυτό +συλλογιζόταν η άμοιρη. Κι αλήθεια πολύ πιο νέος απ’ αυτή +φαινόταν, κι όχι μόνον από τότε που τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά +της είχανε σβύσει, που τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ’ +είχαν πεταχτή ταυτιά της, κίτρινα σα φύλλα φθινοπωρινά. Ήτονε +μικροκαμωμένος ο Νίκος, ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή +απ’ ανέκαθε, με κάτι κοκκάλες στο πρόσωπο, με μαλλιά κοκκινωπά +κι αριά, κ’ έτσι έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια πιο μεγάλη του, +που δεν είχαν ούτε τρία χρόνια διαφορά: αυτός εικοσιδυό, κ’ +εκείνη ήτον και δεν ήτον εικοσιπέντε. +Κακό πράμα ναν' η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα +της ! Τον αγαπάει μ’ αλλοιώτικη αγάπη από 'κείνονε, με μια +φωτιά πιο άγρια, σα βιαστικιά κι απελπισμένη για τη νιότη που +της φεύγει· και ο καημός αυτός, πέφτοντας μέσα στη φλόγα την +ερωτική, την κάνει κι αποθεριεύει και πίνει όλη τη γυναικεία +δροσιά. Κι ο νέος άντρας πάλι πιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο +βλέπει να μαραίνεται το ρόδο της λαχτάρας του και βλέπει γύρω +του νανθούν οι κάμποι της ζωής και τα γλυκά λουλούδια να +χαιρετούν τις πλάνες πεταλούδες. . . +Όταν, το μεσημέρι, κατέβαινε ο Νίκος απ’ τον τροχιόδρομο στη +στάση της Γαργαρέτας κ’ έπαιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να πάη +σπίτι του, ψηλά, κάτω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γύριζαν και +τον κύτταζαν τα κορίτσια στις πόρτες, που περίμεναν τους άντρες +του σπιτιού ναρθούν απ’ τη δουλειά να φαν ψωμί. Τα ξέρετε δα τα +αιώνια κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσπιτα, που +αντιπροσωπεύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλοπάτια, μα ίσως και +το ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας, τα κοριτσόπουλα με την +κορδέλλα φιόγκο πίσω στα μαλλιά, με σκερτζότζικη ποδίτσα και +μπότα κουμπωτή-έτοιμα πάντα ναδράξουν το χαμόγελο που ανθίζει +σε νέα χείλια κάτω από ένα μουστακάκι. +Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους, έτσι που περνούσε +πεταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι πίσω, χαριτωμένα παιδί +σοβαρευούμενο, σταράτο, με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές +σαν από ξύλο σκαλιστό;-κι απάνω στα πηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη +αλαφρά (σα νάτον αλήθεια πεταλούδα πούθελε να πετάξη) μια +σταχτιά πεταλούδα που τη φορούσε ατσαλάκωτη! Κ' είχε και κάτι +μικρούτσικα αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του, +όταν γέλαγε, ασπρίζανε σαν το ρύζι κάτω απ’ το μαύρο +μουστακάκι, το άστριφτο ακόμα, που δεν εννοούσε να μεγαλώση:- +έτσι έλεγε μέσα της κάθε φορά που τον κύτταζε με λαχτάρα και +θαυμασμό για τα τόσα νιάτα, η άμοιρη η γυναίκα του. Τo στόμα +του γέλαγε καμμιά φορά, μα τα μάτια του δε γέλαγαν, παρά μόνο +ανοίγανε διάπλατα σα νανθίζανε, με κάτι παράξενες κόρες διπλές +και τρίδιπλες, γαλαζοπράσινες• και τα μακριά ματόκλαδα, ίδια +κρόσσια που γύριζαν καταπάνω, έκαναν ολόγυρα στα μάτια μιαν +αλλοιώτικη σκιά σαν από κλαδιά γερμένα σε βαθύ νερό, που σε +τάραζε περισσότερο από ματιά και σε τραβούσε σα μαγνήτης. Κι’ +ακόμα πιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σπίτι το σακάκι +του και το κολλάρο και φορούσε μια παλιά λινή μπλούζα της +δουλειάς, γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του πούμοιαζε +ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο, ολοστρόγγυλος και απαλός όπως +σταρχαία αγάλματα των νέων θεών-αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα +του: εκείνη έβλεπε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέπτεται +τίποτα, με την ψυχή λυμένη. . . Αλήθεια κακό πράμα ναν’ η +γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα! Τον αγαπάει +αλλοιώτικα, με μια φωτιά πιο άγρια που της πίνει όλη τη δροσιά- +-- +Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ +δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο +χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα +πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που +τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. Είχε κ’ η +Βεργινία κοντά μια χιλιαδούλα και κάτι ρουχαλάκια απ’ τη μητέρα +της, που την είχε αφήσει ολάρφανη σε μια δεύτερη της αξαδέρφη +πούχε μια φορά κι αυτή τον τρόπο της, μα σαν απόμεινε χήρα +έκανε τη σιδερώστρα. Ο πατέρας της, πούταν απόστρατος +ανθυπομοίραρχος, είχε πεθάνει όταν ήτον πολύ μικρή. +Καθόντουσαν τότε με τη θεια της στο Μεταξουργείο κι ο Νίκος +έτυχε να περνάη μια μέρα με κάτι φίλους πούχαν τα σπίτια τους +στη γειτονιά κ' είδε τη Βεργινία στην πόρτα. Από τότες περνούσε +καθεμέρα κ’ «επιμόνως» κι αυτή τον καλοκύτταζε γιατί τα μάτια +του της είχαν κάνει μάγια. Τo βράδυ της έκανε ταχτικά καντάδες +με τους φίλους, στεκούμενοι όλοι μαζί μπουλούκι στην αγκωνή, +κάτω απ’ το φανάρι· μέσ' απ’ όλες τις φωνές, τις μπάσσες και +τις τσιριχτές και τις τρεμουλάντες, αυτή ξεχώριζε τη δική του +πούτον η πιο γλυκεία. . και σαν κύτταζε απ’ τη μισανοιγμένη +γρίλλια του παντζουριού, θάρρευε πως ξάνοιγε τα μάτια του να +λάμπουν κάτω απ’ τη φλόγα του φαναριού που χοροπηδούσε. . . +Έτσι παντρεύτηκαν κ' εκάμανε το σπιτικό τους. +Απ' τη μέρα του γάμου του, που πήγαιναν οχτώ μήνες τώρα, ο +Νίκος ούτε παρέες πια στα Πατήσια και στο Μοσχάτο, ούτε πιοτί +στα υπόγεια του Άι-Φίλιππα και της Πλάκας κοντά στα +μεγάλα βαρέλια ταραδιαστά, με τους μεζέδες απάνω στο στράτσο +απ’ το μπακάλη βουτηχτούς σταλατοπίπερο, ούτε μπιλιάρδο στον +καφενέ. Τίποτα πια! Απ’ το μαγαζί και στο σπίτι. Τον πείραζαν +οι φίλοι του πως δεν τον άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει +βαλημένα τα δυο του πόδια σ' ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι +έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο-τόσο που όλο και τον +κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα λογάκια ο Κυρ Μπάμπης, +ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω δρόμου: +- Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο· δε βλέπεις +πως εγίνηκε; +Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η +Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πως +ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πως +ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια +της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα +τριαντάφυλλα στο νερό: πως σηκώνουν τανθόφυλλά τους και +ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να +ξεσκούν εκείνη τη στιγμή !. . . Αλλά για λίγες ώρες, αχ, για +πολύ λίγες μοναχά--Έτσι κ' η Βεργινία, άμα ερχόταν ο Νίκος της! +Ξάναβε - λες και μάζευε όσο αίμα της είχε απομείνει στις φλέβες +της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά της και τα μάτια της +γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν όπως ήτον όταν τη +στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες. +Στο σπιτάκι, πούχανε νοικιασμένα, είχανε μια μεγάλη κάμαρη στο +ισόγειο και την κουζίνα στο υπόγειο. Είχανε δική τους αυλή με +το πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα ! εξόν απ' τη +βρύση που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα. Τo +άλλο μισό σπίτι ήτον το όμοιο, μ' ιδιαίτερην είσοδο· και +καθότανε μια χήρα ενός δικαστικού κλητήρα με δυο κόρες της +παντρειάς. +Εικοσπέντε δραχμές πούδιναν το μήνα τι του πλέρωναν, κι ας ήτον +και βουνό, γιατί μονάχα η θέα κι ο αέρας εκεί απάνω άξιζαν όσο +να πης. +Από πάνω ο βράχος του Φιλοπάππου που, ό,τι κρύο και νάκανε τώρα +το χειμώνα, τους βαστούσε το Βορριά και τραβούσε όλες τις +αχτίδες απάνω του και σαν έκανε καλωσύνη μύριζε πέτρα λιασμένη +και μοναξιά βουνίσια και γαϊδουράγκαθο διψασμένο. Στο πλάι +πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο +ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις +δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο +βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη +σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, +μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί. +Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τ ρ ε λ λ ό ς (πούχει τον ύπνο +του για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν +ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ' ησκιερή στο ξάπλωμά του. Κάτω του +τα βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ’ ένα κομμάτι +απ’ το μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό πάνω +από το Μετς, και με τα σπιτάκια των Παντρεμενάδηκων ανεβασμένα +απανωτού για να δουν έναν ανεμόμυλο στην κορφή, αφημένον έρημο +με τα φτερά βγαλμένα. Και στο στήθος αυτών των γλυκών λόφων +ένας μεγάλος μαύρος λεκές: τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου που +από μακριά φαίνονται σα να κοιμούνται ορθά, τόνα κοντά στάλλο. +. . +. . Μα δεν κοιμούνται, παρά βουίζουν όλα μαζί σιγαλά και γλυκά +σαν άρπες αλαργινές κι ονειρεμένες• και πίσω από το πιο μελανό +και πιο βουερό κυπαρίσσι κουρνιάζει κρυμμένος ο Χάρος και +βγαίνει κάθε νύχτα με τασημένιο δρεπάνι, πούχει το κρεμασμένο +απάνω στον ουρανό, κουκουλωμένος σε μαύρο ράσο ή με λουλούδια +στο κεφάλι, και σιγοπατάει στους δρόμους και καβαλλάει μάντρες +κι ανοίγει τα κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες και +πέρνει εκείνους που κρύβουν το πρόσωπο μέσα στα προσκέφαλα για +να μην τον ιδούν κι αφήνει, γελώντας με τα δόντια δίχως χείλια, +όσους του φωνάζουνε να τους λυτρώση. Μα και μέρα βγαίνει και +τότε κανείς δεν τονέ βλέπει, γιατ' είναι ντυμένος με του ήλιου +τις αχτίδες και πιο φεγγερός από τον ήλιο. . .! +Και πιο πέρα πιάνουν κάμποι κι άλλοι λόφοι, που πρασινίζουν απ' +το Γεννάρη, πλατιά ξαπλωμένοι· κι ανεβαίνουν αγάλια-αγάλια όλοι +μαζί αψηλά και με τον άσπρο δρόμο του Φαλήρου αντάμα, σα να τον +πιάνουν απ’ το χέρι να τονέ σηκώσουν, ίσαμε το σπιτάκι· κ’ +έπειτα τρέχουν πάλι όλοι μαζί τον κατήφορο ως πέρα στη θάλασσα. +Αχ, η θάλασσα! τώρα σα γλαυκός αχνός κι όχι σα νερό, ανεβασμένη +απάνω στον ουρανό, τώρα πάλι σαν ασπίδα χρυσή στον ήλιο: και +στης ασπίδας τον αφαλό ένα γιγάντιο μυτερό πετράδι ζαφειρένιο, +η Αίγινα με τον ιερό της κώνο. . . +Λόφοι εσείς απαλοί και πράσινοι και θάλασσα αρχαία που λάμπεις, +με τα μαύρα καράβια των καημών που σε σιγοπερπατούν! πόσα μάτια +σας έχουν κυττάξει απ’ τον παλιό καιρό, εδώ απ’ το βουνό του +Φιλοπάππου απάνω, σαν τώρα που ξαστράφτει η ομορφιά σας, κι απ' +τα αιώνια νιάτα σας άντλησαν ελπίδα για της ζωής τη χαρά! Κ' +έσβησαν όλα τα μάτια που σας αγναντέψανε, μα εσείς στεκόσαστε +αυτού και δίνετ' ελπίδα για της ζωής τη χαρά στα μάτια που θα +σβήσουν! +Κύτταζε κ' η Βεργινία από πάνω απ’ τη μάντρα της αυλής της κι +από το μόνο παράθυρο της κάμαρης της κ' έπαιρνε κουράγιο κ' +ελπίδα από τη χαρά της αλαργινής χλόης κι από της θάλασσας τη +λάμψη, τη γλαυκή κι αμάραντη, πως σαν ερχόταν το καλοκαίρι και +πιάναν οι ζέστες, θε να δυνάμωνε κι αυτή και θε να στερέωνε η +υγεία της. Έτσι της είχε πη ο γιατρός ο γυναικολόγος, πούχε +φέρει ο Νίκος όταν της ήρθε εκείνο το περιστατικό, στον τρίτο +μήνα της απάνω, που κόντεψε να πεθάνη κι από τότε δεν είχε δη +χαΐρι. +Ήρθε δυο φορές τότες ο γιατρός και της είχε δώσει κάτι στάλες +κόκκινες, πικρές φαρμάκι, να τις παίρνη, προτού να φάη και κάτι +μαύρα χάπια που έλεγε ο Νίκος πως ήτανε σίδερο για να δυναμώση +να γίνη σίδερο. Θυμόταν το γιατρό με τα γυαλάκια του, με τα +γενάκια τα ξανθά, γυαλιστερά και μοσχομυρισμένα από πουμάδες +και κομμένα κάτω στα ίσα, ολόγυρα στο πλατύ άσπρο πρόσωπο με τα +ροδοκόκκινα μαγουλάκια. Τι σαχλός που ήτον! Κ’ έκανε και το +νόστιμο· κι όλο γελούσε για να φαίνονται τα δόντια του· κι όλο +ακκουμπούσε στο μπαστούνι του με την ασημένια γοργόνα για να +δείχνη τα παχουλά του τα χέρια. Κοντά του στεκόταν ο Νίκος, το +μελαχρινό και ανδρικό αγόρι. Για κύττα τον έναν, κύττα και τον +άλλον ! Τι διαφορά ! Κ' η καρδιά της χτυπούσε πιο γλήγορα ίσαμ' +απάνω στο λαιμό από μιαν αλάλητη τρυφερότητα και παράδοση όλης +της υπάρξεώς της στο γλυκόν της το Νίκο και σαν από μιαν +ελπίδα, που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα. . . +Δεν της είχε πη ο γιατρός πως την είχε σαβανώσει για πάντα +εκείνην την ελπίδα που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα: +να γίνη μητέρα. Κ' έτσι έλπιζε πάντα, άμα που θαρθή το +καλοκαίρι ναλλάξουν τα πράματα. +Κι όταν ο Νίκος την κύτταζε βαθιά με τα μεγάλα του τα μάτια σαν +άνθη που ρωτούσανε, νόμιζε πως γι' αυτό τηνέ ρωτούσαν και +χαμήλωνε τα δικά της και χλώμιαινε ακόμα περισσότερο από τη +ντροπή της που δεν ήτον ακόμα γερή σαν πρώτα. +Ο Νίκος όμως δεν ήτον τυφλός κι ούτε κουφός να μην ακούη τα τι +λέγανε στη γειτονιά και προ πάντων τα κορίτσια καθώς περνούσε: +«Κρίμας το νέο να πάρη εκείνη τη χτικιάρα !»-- +Μια μέρα βγήκε η Βεργινία απ' την πόρτα του σπιτιού της +ναδειάση το κασσόνι με τα σκουπίδια πίσω από τη γωνιά της +μάντρας, κατά το βουνό, που ήτανε σωροί-σωροί λιθάρια και +σπασμένα μπουκάλια και πιάτα και παλιόχαρτα και πάτοι από +ντενεκέδες και στριφογυρισμένα τσέρκια από βαρέλια και +λαμποκοπούσαν όλα στον ήλιο σα θησαυροί ατίμητοι. Έκανε τώρα να +γυρίση πίσω, λαχανιασμένη, μόλις σέρνοντας τα πόδια της, κ’ +έξαφνα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια γειτόνισσα απ’ τον +κάτω δρόμο, την Κερ-Αριστείδαινα, πούτον αδερφή της χήρας του +δικαστικού κλητήρα που κατοικούσε πλάι, κ’ ερχόταν κι αυτή να +ρίξη τα σκουπίδια της. +- Καλέ κορίτσι μου, της λέει εκείνη μόλις που την αντίκρυσε, +τρελλάθηκες, στην κατάσταση που βρίσκεσαι, να σηκώνης κοτζάμ +κασσόνι και να το κουβαλάς μισή ώρα δρόμο ! Δεν πας να δης στον +καθρέφτη τα χείλια σου πως γινήκανε! Μήστητί μου Κύριε! Δεν +παίρνεις κανένα κοριτσάκι να σου βοηθάη στη χοντρή δουλειά, +αφού δεν έχεις την υγειά σου ; Εσείς τον τρόπο σας τον έχετε. +Ναν’ καλά ο άντρας σου! Δυό νοματέοι είσαστε. Από παιδιά κι από +σκυλλιά έτσι κ’ έτσι δεν έχεις φόβο. Αυτό να το βγάλης απ’ το +νου σου. Μας τόχει πη εμάς ο γιατρός• τον αρώτησε η αδερφή μου- +Σαν άκουσ' έτσι η Βεργινία πάγωσε όλη· ο λάρυγγας της έκλεισε· +τα μάτια της ανοίξανε διάπλατα, θόλωσαν, οι βολβοί γυρίσανε +μέσα και φάνηκε όλο τασπράδι. . και σωριάστηκε χάμω, άσπρη σαν +το σεντόνι, απάνω στο σωρό των σκουπιδιών που έλαμπαν- +Έμπηξε η Κερ-Αριστείδαινα τις φωνές και βγήκε η αδερφή της με +τις κόρες της κ’ έτρεξαν και κάτι άλλες γειτόνισσες και τη +μπάσανε σπίτι της και με τριψίματα και ξύδια, έπειτα από +κάμποση ώρα, τη συνεφέρανε. +Σαν ήρθε το μεσημέρι ο Νίκος, τον περίμεναν απέξω από την πόρτα +του οι γυναικούλες για γα τον προφτάσουν τα μαντάτα και να του +πουν πως δηλαδή δεν κάνει καλά να την αφήνη τη γυναίκα του να +παιδεύεται με το νοικοκυριό της, αφού δεν έχει την υγειά της. +«Όλος ο κόσμος το λέει αυτό κ' είναι κρίμας, γιατ' είναι ήσυχη +γυναικούλα και φρόνιμη-μόνο που δεν έχ’ υγεία! Ο λόγος είναι να +μην πάθη κανείς κι απέ ύστερα-βλαστήματα! Εμ χάνεις τον άνθρωπό +σου, εμ βασανίζεσαι και ξοδεύεσαι στα γιατρικά !. . .» +Ο Νίκος γίνηκε κατακίτρινος σαν το φλουρί· τα μάτια του +μαύρισαν. Ευχαρίστησε τις γυναίκες για τη συμπάθεια που του +δείχνανε, μόλο που τουρχότανε να τις πνίξη με τα δύο του τα +χέρια. +Ηύρε τη Βεργινία στο κρεββάτι, κλαμένη, με ταριά της τα κόκκινα +μαλλιά μουσκεμένα· δεν μπόραγε να σήκωση το χέρι της απ' την +αδυναμία--Δεν έβγαλε το σακκάκι του, ούτ’ έβαλε ψωμί στο στόμα +του· μόνο το ένα του παπούτσι τράβηξε λιγάκι, γιατί τονέ +στένευε. Έβαλε να ζεσταθή στο καμινέτο λίγο γάλα, πούπαιρναν +κάθε πρωί απ’ την κατσίκα μιας γειτόνισσας. . έπειτα κάθισε +κοντά στο κρεββάτι και της τόδωσε της Βεργινίας να το πιεί, +ανασηκώνοντας της το κεφάλι. +Η Βεργινία ήθελε να του πη, μα δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά-μόλις +που κατάπινε. Κύτταζε το χέρι του που κρατούσε το φλυντζάνι, το +αντρίκιο και δυνατό με τις μαύρες τριχίτσες ως απάνω στα +δάχτυλα, πούτον αγριεμένο και χονδρόπετσο απ’ τα ξύλα και τα +εργαλεία, και τώρα γινότανε σα γυναικείο, για να της δώση να +πιή και της ήρθε να το φιλήση, να το φιλήση -μα ντράπηκε- +Κι αυτός δεν της έλεγε τίποτα. Στην αρχή, καθώς μπήκε μέσα, της +είπε : +- Δεν έχεις τίποτα. Αύριο θα σου φέρω το γιατρό να σου γράψη +κανένα άλλο γιατρικό να σου περάση. +Κ' έπειτα δε μίλησε πια, παρά κύτταζε μπροστά του. . . +Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια-ζουν και δε +μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια +: τη βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από +εκείνους που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται- +γιατί μπορεί και λέγεται με λόγια. . . +Κύττα λοιπόν κ’ εσύ, αγόρι μου, τον άσπρο γύρο τον κολλαριστό +του νυφικού σου κρεββατιού και μέτρα τις θηλειές της +χερόπλεχτης νταντέλλας κάτω-κάτω ! Κύττα μια μεγάλη άρρωστη +μύγα, που δεν πέθανε το χειμώνα, πως πετάει, βαριά, με βόμβο +μονότονο από το τζάμι στην πλεχτή κουβέρτα και πίσω! Ξεχώριζε +με τα μάτια σου τα πολύχρωμα κουρελάκια πούναι φτειαγμένο το +χαλάκι μπροστά στον καναπέ: τέσσερα κόκκινα και στη μέση ένα +μαύρο, τέσσερα μπλε κ’ένα μαύρο και πάλι κόκκινα με πράσινο, +και στο καθένα μια σταυροβελονιά με κίτρινο μετάξι . . . +Αχ τι στενοχώρια τι στενοχώρια !- +Όλα αυτά ειν’αιώνια μπροστά στην χαρά της ζωής! – +Κι αν τα μάτια σου αγναντεύουν φως χρυσό και καθρεφτίζουν τη +θάλασσα την μακρινή και τον ουρανό που κατεβαίνει ως μέσα στο +παράθυρό σου – από τα βάθη τους όμως αναβρύζει σκοτάδι, +σκοτάδι, σκοτάδι. . . +Την άλλη μέρα ήρθ’ο γιατρός για τη Βεργινία. Έβαλε ταυτί του +στην καρδιά της που μόλις ακουγότανε (με μισόκλειστα μάτια +κύταζε χαδευτικά την ξανθή γενιάδα του πούτον πλαγιασμένη με +φιλάρεσκη συγκατάβαση απάνω στο φτωχό στήθος της Βεργινίας).. +έπειτα έπιασε το σφυγμό. . κύτταξε τα ματόφλουδά της από μέσα +πούταν ξέχρωμα- ανασήκωσε με το δαχτυλο τα χείλια της να δη τα +γουλιά πούταν κι αυτά σχεδόν άσπρα. Είπε πως έχει μεγάλη +αναιμία και να μείνη κάμποσες μέρες στο κρεββάτι ακίνητη ως +ναναλάβη. Την εμπόδισεν εδώ και πέρα να κάνη τον παραμικρότερο +κόπο κι ούτε και να συγχίζεται. Έπειτα έγραψε κάτι καινούργια +φάρμακα : πρώτα ένα νερό κιτρινωπό σαν τσάι που θα γράφη απόξω +στο μπουκάλι «Δακτυλίτις», να παίρνη δυο κουτάλια της σούπας, +ένα το πρωί κ’ ένα το βράδυ, για τρεις μέρες το πολύ, κ' έπειτα +από λίγες μέρες ξανά δεύτερο έν' άλλο που θάχη χρώμα σκούρο +κόκκινο και θα λέη «Κολά», να βάζη από μισό κουταλάκι ή καμμιά +εικοσαριά στάλες στο κρασί της-τρία δάχτυλα κρασί μαύρο κάθε +φορά, όχι περισσότερο. Φαΐ δυναμωτικό κι αλαφρό : σούπα μ' αυγό +χτυπητό, λίγη μπριζόλα με το αίμα, μυαλό και σοκολάτα πλάκες +όση θέλει. Και να παίρνη πάντα τις πικρές της στάλες και τα +χάπια. Σε δύο-τρεις μέρες, είπε, θα ξαναπεράση. Συμβούλεψε κι +αυτός το Νίκο να πάρη κάποια γυναίκα στο σπίτι να νοιάζεται και +την άρρωστη, όταν θα λείπη αυτός. Ο Νίκος τον ξέβγαλε ίσαμ’ έξω +απ’ την πόρτα. Στάθηκαν απόξω και μίλησαν αρκετή ώρα !. . . +Ο Νίκος ξαναμπήκε μέσα κατσούφης. +-Να πας στη θεια Ελέγκω, του είπε η Βεργινία, να της πης να μας +στείλη τη Λιόλια, την ανεψιά του αντρός της. . . Είναι καλό +κορίτσι. . δεν έχει κανένανε στον κόσμο. . . Σαν ήμουνα στης +θειας ήτανε μικρή. . πήγαινε στων Απόρων Γυναικών. Τώρα θα +κοντεύη δεκαεφτά χρονώ. Η θεια μπορεί να κάνη και χωρίς αυτήνα +. . . +Λαχάνιασε για να πη αυτά τα λίγα λόγια και τα μάτια της +κύτταζαν τον Νίκο σαν να του ζητούσανε συγχώρηση. -Λιόλια τη +λεν ; -είπε μοναχά ο Νίκος. +Τι γλυκό που ακούστηκε τόνομ' αυτό απ’ το στόμα του και σα με +μιαν απήχηση πίσω του - τόσο που ξαφνίστηκε κι ο ίδιος... + + + +Τάσπρα μάτια. + + + +Έτσι λοιπόν ήρθε η θεια Ελέγκω κ’ έφερε τη Λιόλια. +Ήτονε σχεδόν παιδί ακόμα, που δεν έδειχνε πως τάχε κλεισμένα τα +δεκάξη, καθώς έλεγε η θεια, - ένα κοριτσάκι με κοντό +φουστανάκι, απαλό και στρουμπουλό σαν κάτι άσπρες γατίτσες που +νομίζεις πως δεν έχουν κόκκαλα. Είχε μεταξένια καστανά μαλλάκια +με λάμψεις χρυσές και χείλια κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα σαν +ανθόφυλλα. Σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο. +Καθότανε ντροπαλή στην άκρη του καναπέ και ξέφτιζε τη φράντζα +του τραπεζομάντηλου που ήτον είδος κινέζικο, μαυροκίτρινο, και +τόχε αγοράσει η Βεργινία τέσσερες δραχμές από 'να γυρολόγο. . . +0 Νίκος στεκόταν ορθός στον κομμό και στριφογύριζε απάνω σε δυο +του δάχτυλα την αλυσσίδα των κλειδιών του. . +Ενόσω μιλούσε η θεια Ελέγκω, ξεχειλιστή απάνω στην καρέκλα +κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, τα μάτια του Νίκου κύτταζαν +τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το +σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε +φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια +σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της +τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε +να κάμουνε φτερά να πετάξουν . . . +Λαχτάρα μου!--- +Η Βεργινία ήτον πολύ ξαναμμένη και μιλούσε με κόπο, μα και με +μια ξεχωριστή ζωηράδα, λες και μάζευε όλη της τη δύναμη για να +κρύψη απ’ τους ξένους το χάλι της. +Σαν τα αποείπανε, σηκώθηκε η θεια Ελέγκω να φύγη φίλησε τη +Βεργινία : +- Θάρχωμαι, Βεργινίτσα μου, να σε βλέπω πιο συχνά τώρα• +να βλέπω και πως τα πάει κ' η Λιόλια. Μη σεκλετίζεσαι! +περαστικά είναι. Νά κ’ εμένα που με βλέπεις τόση κι άλλη τόση, +τα ίδια δεν τράβηξα το πρώτο χρόνο της παντρειάς μου ; θα πης +πως δεν έκανα παιδιά! - Ξορκισμένα νάναι ! Άμα έχης τον άντρα +σου, τι άλλο θέλεις ; για μπελά μόνο; . . . Κ’ εσύ, Λιόλια, το +νου σου ! να κυττάς τη Βεργινία που την είχα σαν παιδί μου- +προσεχτική και πρόθυμη σαν κορίτσι του σπιτιού. Κι ό,τι σου πή +ο Κυρ Νίκος που είν' ο καημένος κι αυτός σαστισμένος. . . Από +νοικοκυριό πια άλλο τίποτα, Βεργινίτσα μου. Την έχω στρωμένη. +Αμ τα ξέρεις δα κ' εσύ!. . . Περαστικά Κυρ Νίκο ! αυτά έχ' η +παντρειά. Μικρός-μικρός μπήκες στα βάσανα, έ-ε-έχ! Όποιος τρώει +τα καρύδια σπάνει και τα τσέφλια, Κυρ Νίκο μου-ού . . . +Και βγήκεν έξω, σκασμένη στα γέλοια για ταστείο της. +Κι απόμειναν οι τρεις μονάχοι- +Της φώναξε αχνά της Λιόλιας η Βεργινία και της είπε να πάρη τα +κλειδιά, να βγάλη λάδι απ’ το ντουλάπι της κουζίνας και να ψήση +τα ψαράκια πούχε φέρει ο Νίκος αποβραδύς, να βράση το γάλα και +ταυγά,. . +Τα γλήγορα κι αλαφρά πατήματά της απηχήσανε στα σανίδια της +κάμαρης κ' έξω στις πλάκες της αυλής. Και σε λίγο ξανάρθε μέσα +και ρώτησε τη Βεργινία να κάμη λίγα ψάρια και στη σχάρα με το +λεμόνι; και πάλι τάπ-τάπ-τάπ έκαναν τα βήματά της. . . κ’ έκανε +άνεμο με την κοντή φουστίτσα της, σα γοργοδιάβαινε με τα +κλειδιά κουδουνιστά στην τσέπη της ποδιάς της που η πρώτη της +δουλειά ήτονε να τη βγάλη από το μπογαλάκι πούχε φέρει μαζί της +και να τη φορέση. . . +. . Ένας αέρας αλλοιώτικος, σαν κάποιο φως μπήκε στο σπίτι που +ως τώρα ήτον αφώτιστο, πνιγμένο απ’ την περίχυτη κούραση και το +βαστηγμένον πόθο της άρρωστης γυναίκας. +Όταν γύρισε ο Νίκος απ’ το μαγαζί, έλαμπε από τάξη και πάστρα η +κάμαρη που δύο μέρες τώρα είχε μείνει ασυγύριστη : μια γλυκειά +ησυχία ήτον πεσμένη απάνω στα έπιπλα, στης Βεργινίας το +κρεββάτι, με την άσπρη κουβέρτα όμορφα τεντωμένη, και στο +πρόσωπο της Βεργινίας ακόμα πούτον πιο άσπρο απ’ το προσκέφαλο +της, ταναπουπουλιασμένο. +Αισθάνθηκε τότες ο Νίκος πως δεν ήτον πια μονάχος στο σπίτι μ’ +αυτόν το μυστηριώδικο εχθρό, την κρυφή αρρώστια που έτρωγε το +κρέας της γυναίκας του κάτω απ’ το πετσί της και της έπινε το +αίμα και τη νειότη της. +Γύρισε η Βεργινία το κεφάλι της να τονέ χαιρετήση και φάνηκε το +άσπρο των ματιών της σταχτερό, χωρίς λάμψη κ' η κόρη ξέχρωμη, +σα νάταν η κόρη και τασπράδι ένα πράμα. Άνοιξε τα χείλια της τα +παννιασμένα να του χαμογελάση κ’ είδε ο Νίκος τα γουλιά σαν από +ξέθωρο, σβησμένο κοράλλι, πούκαναν τα δόντια της να φαίνονται +κατακίτρινα. +Τι λύπη ! τι λύπη !---- +Κ' η ματιά του έπεσε και στο πρόσωπο της Λιόλιας, που μόλις +μπήκε αυτός μέσα, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κοντά στο κρεββάτι +που καθόταν κ' έραβε και τονέ χαιρέτησε μ' ένα βυσσινύ +χαμόγελο, ρίχνοντας με το χέρι πίσω κάτι σγουρόμαλλα απ’ το +μέτωπό της. Και το χαμόγελο αυτό, η όψη της η ανθισμένη σα να +τον ξεκούρασαν απ’ τη λύπη του μονομιάς, σα να τούδωσαν κάποιο +θάρρος αλοιώτικο και μίαν ελπίδα αόριστη για κάτι καλό πούτονε +νάρθη, αφάνταστο. +Άθελα, εκεί που κάθησε να φάη, ακολουθούσε με το βλέμμα του τη +Λιόλια που μπαινόβγαινε κ' οι ματιές του ακκουμπούσανε +σκεπτικές στα καστανά της τα μαλλιά, που τάχε σηκωμένα πίσω +αψηλά σε μια χοντρή πλεξούδα, έπειτα πάλι έπεφταν απάνω στο +στενό της το πολκάκι, στα κουμπάκια που σπαράζανε σε κάθε +αναπνοή της. . • +Κ' η Λιόλια κάθε τόσο έλεγε με μια φωνή χαμηλή και τραγουδιστή +: +- Κυρία Βεργινία ! να σας φέρω τώρα το ζουμί σας ;. . . +Να σας κόψω τη μπριζόλα σας ; Να βάλω να ζεσταθή το γάλα +σας ή το θέλετε το βράδυ ;. . . Θα του φθάση το φαΐ του Κυρίου +Νίκου ή να του ψήσω και δυο αυγά; +- Πώς να δη ο Νίκος τάσπρα μάτια της Βεργινίας καρφωμένα απάνω +στο πρόσωπο του, αφού κύτταζε αλλού ; Τo περίεργο μόνο είναι +πως δεν ανταμώθηκαν οι ματιές του απάνω στης Λιόλιας το κορμί, +γιατί και της Βεργινίας τάσπρα μάτια περπατούσανε μαζί με τα +καμώματα της Λιόλιας και πήγαιναν απ’ τη Λιόλια στο Νίκο και +πίσω. . . +Ω σκεπτικά μάτια του νέου αγοριού, τί φταίτ' εσείς που +γλυκαινόσαστε, σαν ήσαστε πρώτα πικραμένα και τυφλά απ' το +σκοτάδι κ' έξαφνα αγναντεύετε ένα λουλούδι γλυκό που +σιγοκαμπανίζει μέσα στην αύρα της ψυχής σας;. . . Λάμπει πάλι +χρυσός ο ήλιος της νεότητός σας και ξυπνάει η λαχτάρα σας σαν +κάποια μοσχοβολιά πούτον κρυμμένη βαθιά-βαθιά κάτω από τους +μαραμένους μενεξέδες. . . +Κ' η Βεργινία είδε τα μάτια του αγοριού της να γλυκαίνωνται, +νανοίγουνε διάπλατα σαν άνθη στον ήλιο, όταν ακκουμπούσαν απάνω +στα μαλλιά της Λιόλιας και στα χείλια της τα υγρά κι ανοιγμένα +πάντα σαν κόκκινα ανθόφυλλα και στο πολκάκι της με τη σειρά +κουμπάκια, και δεν έβλεπε πια τίποτε άλλο απ’ όσα ήτανε γύρω +της κι απ' όλη τη ζωή που είχε ακόμα μέσα της κι απ’ όλη την +αρρώστια που της είχε ζωσμένο το κορμί της και της τότρωγε – +τίποτα ! εξόν αυτό μονάχα. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +- Πού θα τη βάλωμε να κοιμηθή, είπε η Βεργίνα του Νίκου, άμα +ήρθε το πρώτο βράδυ. Και σα ναπαντούσε γι’ αυτόν, πρόσθεσε με +βία : Στην κουζίνα είναι πλάκες και δεν έχομε στρίποδα. . ούτε +και ρούχα- +- Να πέση στο κρεββάτι μαζί σου κ' εγώ στρώνω χάμω. +Η Βεργινία κούνησε το κεφάλι της πως «όχι»- +- Τότε να στρώση την αντρομίδα μπροστά στο κρεββάτι κοντά σου, +μήπως και θέλησης τη νύχτα τίποτις. . . +- Δε φθάνουν οι κουβέρτες - +- Της δίνομε το πάπλωμα κ’ εμείς σκεπαζόμαστε με το νυφικό μας. +Μια λάμψη πέρασε από τα ξεθωριασμένα μάτια της Βεργινίας σαν +αντιφεγγιά από κάποια φλόγα που'καιγε άσωστη στα βάθη της ψυχής +της. . . +Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο +μαυρειδερός ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από +ατλάζι γαλάζιο, με κίτρινη φόδρα, με τους πολλούς μπακλαβάδες +και τις όμορφες στριφτορραφές ολόγυρα, που απ’ τη νύχτα του +γάμου τους έμενε κλεισμένο μες το σεντούκι και μόνο-κάθε μεγάλη +σχόλη στρωνόταν αποπάνω απ’ το κρεββάτι κι άπλωνε τη γλυκειά +του λάμψη σα θάλασσα Κυριακάτικη. . . +Αλήθεια σα θάλασσα γαλάζια και εκστατική έμοιαζε καθώς ήτονε +φαρδύ και μακρύ και χυνόταν ίσαμε κάτω στα πάτωμα. +Του Νίκου, πούτονε γυρισμένος κατά τον τοίχο, μόλις φαινότανε +λίγο το κατσαρό μαλλί που τόχε τούφφα πάνω απ’ το μέτωπο. Μα +της Βεργινίας το πρόσωπο ήτον όλο απόξω, σα να φοβότανε μην +πνιγή, κι άσπριζε σα μια χούφτα αφρός απάνω σ'ένα κύμα απλωτό- +αφρός που δεν ήθελε να λυώση. Και στα βάθη του αυτό το κύμα +έκρυβε τη δύναμη και την αρρώστια-κ' η αρρώστια λαχταρούσε τη +δύναμη, την κοιμισμένη. . . Και το κύμα έπεφτε από πάνω από της +Βεργινίας το αδυνατισμένο κορμί και φιλούσε της Λιόλιας, που +κοιτότανε στο πάτωμα, το γλυκό παρθενικό κεφάλι. . . +Όλη τη νύχτα τα μάτια της Βεργινίας ασπρίζανε μες στο σκοτάδι +που χύθηκε βαρύ και βουερό σαν απόσβησε το καντήλι, +ορθάνοιχτα.. κ’ έκαναν τον ίδιο δρόμο πούκαναν όλη την ημέρα: +απ’ το μέρος του Νίκου κατά το μέρος της Λιόλιας-χωρίς να +βλέπουν. . .ως που ξημέρωσε-- +Και περνούσαν οι μέρες. . . +Όταν ο Νίκος τη ρωτούσε τώρα τη Βεργινία πως ήτον και της +μιλούσε με τόση γλύκα, με τόσα πολλά λόγια-αυτός που άλλη φορά +σε μιαν εβδομάδα μέσα δεν εύρισκε τόσες λέξεις να της πη-και με +μιαν ηχερή φωνή που σα νάτρεμε κρουσταλλένια κάτι χαρούμενο +μέσα της, και μονάχος του της έδινε να παίρνη τα γιατρικά της +και της μετρούσε τις στάλες σα να τις χαιρόταν κι αυτές ακόμα, +και της έκοβε τη μπριζόλα και της βαστούσε το πιάτο της σούπας +της με το χτυπητό αυγό, για να μη σηκώνη πολύ το χέρι της και +κουράζεται,-η Βεργινία κυττούσε μονάχα τα μάτια του. Και πολλές +φορές συνέβηκε να χυθή το γιατρικό κ' η σούπα επάνω της, γιατί +κι αυτός κυττούσε αλλού --- +Και περνούσαν οι νύχτες. . . +Τι νύχτες ήταν εκείνες ! Δεν ήταν ο Νίκος που κοιμότανε στο +πλευρό της; -τόσο βαθιά, τόσο βαθιά !- Γιατί δεν την έσφιγγαν +τα δυνατά του χέρια σαν πρώτα; γιατί δε γύρευαν τα χείλια του +τα δικά της; - το ζεστό κορμί του το δικό της που κρύωνε +αιωνίως ;. . .Αχ, η Πίκρα κ’ η Σιγαλιά κάθονταν άγρυπνες στο +προσκέφαλό της και της έπιαναν τα στήθια και της πάγωναν τα +χέρια ίσαμε τα νύχια. . και την καρδιά του Νίκου- +Όλη η ζωή που της έμενε είχε μαζευτή αυτόν τον καιρό στα μάτια +της: αυτά μιλούσαν, αυτά φώναζαν, αυτά έτρεχαν απάνω-κάτω και +σηκώνανε χέρια παρακαλεστά, αυτά σπάραζαν και σβήνανε λιγόθυμα. +Η ίδια δεν είχε πια δύναμη να τα κάνη όλ’ αυτά κ' η φωνή της +δεν μπόραγε να πη τα όσα ήθελε. . . +Δεν πέρασαν δεκαπέντε μέρες, κ' η Βεργινία κατάλαβε πως για +νάναι του Νίκου τα μάτια πάντα γλυκά σαν τώρα κ’ η φωνή του +τόσο διάτορη και κρουσταλλένια και κρυφοχαρούμενη, αυτή ήτον +πια περιττή-και κατάλαβε τότες πως δεν της χρησίμευε πια ούτε +της ίδιας να ξαναύρη την υγειά της. +Κι αυτό την έρριξε πιο βαριά κάτω. +Όταν ξανάρθε ο γιατρός της έγραψε κι άλλη Δακτυλίτιδα κάθε δυο +ώρες τώρα, και πάλι δυναμωτικά κ' είπε να μη σηκωθή απ’ το +κρεββάτι-μα και να ήθελε, μπορούσε;-- +Και ο Νίκος καθεμέρα γινόταν πιο πεταχτός, πιο χαρούμενος. -Σαν +περπατούσε στο δρόμο ανασήκωνε τις φτέρνες πριν ναγγίξουν το +χώμα, έρριχνε πίσω το κεφάλι και κύτταζε ολόγυρα με μάτια +φεγγερά να δη τον κόσμον όλο πούτονε δικός του . . κι ανάσαινε +βαθιά με τα ρουθούνια διάπλατα, σα να μην τούφθανε ο αέρας γύρω +για τα δυνατά πλεμόνια του. . . Στο μαγαζί του λέγανε: «Μωρέ +Νίκο! τι έπαθες, μωρέ Νίκος μπας και σούρθε καμμια κλερονομιά +;» -Κι’ αυτός γελούσε: «Εγώ τι έπαθα, για εσείς τι πάθατε και +κοιμόσαστεν ορθοί !» +Να τονέ βλέπατε πως έπιανε το σκαρπέλλο και τη σγόρμπια στο +χέρι και τα χτυπούσε με τη ματσόλα μες το ξύλο σα νάθελε να τα +κάμη όλα τρίψαλα ! Ο μάστοράς του φώναζε: «Έ!! Νίκο ! έχει +εκατό δραμές αυτή η καρυδιά ! Δεν είμαστε, καλά, λέω 'γώ !» +Αυτός όμως μάζευε τα χαλινάρια του τη στιγμή πούπρεπε και +γύριζε ταργαλείο με μια στρογγυλή και τρυφερή κίνησι σαν +αγκάλιασμα, γλήγορη κι απαλή σα χάδι κρυφό, κ' έξυνε κ' έγλυφε +το αυγό που σκάλιζε και την αχιβάδα και το φλασκόφυλλο και τον +άκανθο, ως που το σίδερο γινότανε φωτιά μέσα στα χέρια του. Και +το ζεστό σίδερο φιλούσε, φιλούσε το ξύλο κι αυτό γινότανε +μαλακό και γλυκό, σα να ζωντάνευε, κι άνοιγε, σαν ταχείλι στα +φιλιά, κι έβγαιναν όλο φυλλαράκια και βλαστοί πανώριοι, +μυριοπερίπλοκοι, και ρόδια και σταφύλια, που χύνονταν όσο ένα +κέρας, και γυναίκες με βυζιά πεταχτά και Κένταυροι με τις ουρές +ορθές και με τόξα που σαϊττεύαν αόρατους εχθρούς κι +αγριάνθρωποι με τράγινα μεριά και μυτερά αυτιά και Χίμαιρες και +Σφίγγες με φτερά. . . Πόση δουλειά έβγαινε τώρα από τα χέρια +του! +Κι όμως πρώτος απ’ όλους, μόλις βαρούσε η καμπάνα, τα βροντούσε +όλα χάμω κ’ έτρεχε σπίτι, κόβοντας δρόμο απ' την Πλάκα και την +Άγια Αικατερίνη κ' έπειτα πίσω απ' το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, +για να οικονομήση και το καθημερινό έξοδο του τροχιόδρομου - +καθώς έλεγε στον εαυτό του. Μα αλήθεια ήτον πως τουρχόταν έτσι +να κουνηθή, να τρέξη, και δεν τονέ βαστούσε πια στα καπούλια +του Κωλοσούρτη να κάνη χάζι τα σκέρτσα του +Έμπαινε στο σπίτι σαν ανεμοστρόβιλος !. . βροντούσε τις πόρτες +και τις καρέκλες . . γελούσε με το καθετί και με την άρρωστη +ακόμα τη Βεργινία. +- Σα λεμόνι μου είσαι πάλι σήμερα Βεργινίτσα μου ! - θα σε +στίψω να σε κάνω λεμονάδα - +Και σε λίγο πάλι έλεγε: +- Μπα δεν έχεις τίποτις ! Απ’ την ημέρα που μπήκε η Λιόλια στο +σπίτι είσαι πολύ καλύτερα. Και τα προχτές σαν ήρθε η θεια +Ελέγκω μονάχη σου της τόπες. Δεν λέω αλήθεια ; Νά που γελάς κ' +η ίδια ! - γελάς, έ;! +Μα της Βεργινίας το πρόσωπο καθεμέρα γινόταν πιο άσπρο, πιο +διάφανο. Κάτι γούβες γαλάζιες φανήκανε στα μηλίγγια. Τα μάτια +της από κάτω ήτανε μαύρα προς το μενεξελύ, σα χτυπημένα, τα +βλέφαρα με πρισμένους γύρους βυσσινιούς - κι αυτά ήταν τα μόνα +χρώματα πούχε απάνω της. Τo στόμα της έδειχνε κυρτωμένο σ' ένα +τόξο, που θάτον ακόμα πιο τρομερό αν ήτονε γέλοιο κι όχι κλάμα +βαστηγμένο μιας ψυχής που σπάραζε . . . +Τώρα ο Νίκος ερχόταν το απόγεμα από νωρίς στο σπίτι πολλές +φορές και δε ματάβγαινε καθόλου ύστερ’ απ' το γιόμα. Είχαν τώρα +λέει λιγώτερη δουλειά στο μαγαζί, γιατί ο πλούσιος πούχτιζε ένα +σπίτι παλάτι στου Μακρυγιάννη και που του σκάλιζε ο Νίκος τις +δρύινες πόρτες για όλο το σπίτι και τους καρυδένιους ταμπλάδες +της τραπεζαρίας, είχε γράψει στην Ευρώπη για ιδιαίτερη ξυλεία +κι αργούσε νάρθη. Έτσι έπαιρνε κι αυτός τα σχέδια του σπίτι και +καθόταν και χαράκωνε και φωτοσκίαζε κ’ έσβηνε με τη +γομμαλάστιχα ίσαμε που βράδιαζε - και δουλεύοντας σφύριζε +ακατάπαυτα, σαν τον κότσυφα. . . +Η Λιόλια περνούσε από μπροστά απ’ το τραπέζι του και +κρυφοκυττούσε τις ζωγραφιές πούφτειανε ο Νίκος. Και άμα έβλεπε +πως ο Νίκος περισσότερο αυτήν κυττούσε παρά τη μύτη του +μολυβιού του, κοκκίνιζε ως ταυτιά. +Και όχι μόνο τότες. . . Άμα θ' άνοιγε την πόρτα ο Νίκος να μπη +στο σπίτι κι ακουγόταν η φωνή του, μόλις που της έλεγε +κουβέντα ή της έδινε τίποτα στο χέρι, αυτή γινόταν παπαρούνα. +Κ' εύρισκ' αιτία και ξέφευγε απ' την κάμαρη κ' έτρεχε κάτω στην +κουζίνα. Κι από κάτω, από το υγρό και σκοτεινό υπόγειο, +ακουγότανε σε λιγάκι η φωνή της να τραγουδή κρουσταλλένια, όπως +τραγουδεί ένα καναρίνι μέσα στο κλουβί του. Μα μόλις ανέβαινε +απάνω στην κάμαρη, σώπαινε-— Όπως σωπαίνει το καναρίνι όταν του +ρίχνουν αποπάνω ένα σεντόνι-- +Κι ο Νίκος άφηνε τη δουλειά του, έκοβε το σφύριγμα κι +αφηγκραζόταν της Λιόλιας το τραγούδι και θυμόταν τις παλιές του +τις καντάδες και τουρχότανε να τραγουδήση μαζί της. . . +Κ’ η Βεργινία θυμόταν τα τραγούδια του Νίκου — κ’ έχωνε το +κεφάλι της κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα, σα να ναυαγούσε μέσα σ' +ένα κύμα απελπισίας--- +Ήτονε Φλεβάρης τώρα κι αποκριές ! Την Κυριακή της Τυρινής +άργησε να γυρίση ο Νίκος το μεσημέρι. Κάποιος χτύπησε την πόρτα +απέξω ! Τρέχει η Λιόλια νανοίξη . . και γιομίζει από +χαρτοπόλεμο και μπαίνει ο Νίκος σκασμένος στα γέλοια που έκαμε +τη Λιόλια και τρόμαξε. Μύριζε ο Νίκος δυνατά κρασίλας. Έπειτα +πήγε και στης Βεργινίας το κρεββάτι και την πασπάλισε κι αυτή +με τα πολύχρωμα χαρτάκια. Έτσι φαινόταν ακόμα πιο κίτρινη, σα +λείψανο μασκαρεμένο. +—Μ' ηύρε στο δρόμο η θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος. Θάρθη μούπε +στις τρεις να πάρη τη Λιόλια να πάνε να δούνε μασκαράδες από +'να σπίτι πού την προσκάλεσε μια γνωστή της. . και να πάω λέει +εγώ το βράδυ να τηνέ φέρω. . . Καθήσανε να φάνε. +Στο φαΐ ο Νίκος περισσότερα γέλοια έκανε παρά μπουκιές πούβαζε +στο στόμα του· κρασί όμως έπινε μπόλικο. Γελούσε με τη Βεργινία +πού μασσούσε την μπριζόλα της με το χαρτοπόλεμο στα μαλλιά, με +τη Λιόλια που θαρρούσε πως έπεφταν τα χαρτάκια από πάνω της +μέσα στο φαΐ της κι όλο τιναζόταν — ενώ της τάρριχνε αυτός, +χωρίς να το παίρνη χαμπάρι. +Καθώς σηκωθήκαν απ’το τραπέζι κ' έμεινε η Λιόλια μια στιγμή +γυρισμένη, χώνει το χέρι του ο Νίκος στο λαιμό της βαθιά και +της γιομίζει την πλάτη κομφετί. Έβγαλε τις φωνές η Λιόλια κ' +έτρεξε με τα γέλοια κάτω στην κουζίνα. Ο Νίκος από πίσω. Την +κυνηγούσε στην αυλή κι αυτή ξεφώνιζε απ’ τα γέλοια. Ξαναμπήκανε +μέσα στην κάμαρη κ’ έτρεξε η Λιόλια να φυλαχτή κοντά στη +Βεργινία, πίσω απ' το κρεββάτι. Ήτον κατακόκκινη, σα μαγιάτικο +τριαντάφυλλο χιονισμένο απ’ τα χαρτάκια· τα μαλλιά της +στέκονταν ανάερα σα χρυσό σύννεφο. Αισθανόταν το κεφάλι της +κουδούνι απ’ αυτήν την ασυνείθιστη αγαλλίαση που της έκανε +σχεδόν τρόμο - +. . Σαν αντίκρυσε τα μάτια της Βεργινίας που είχε ανασηκωθή +στο προσκέφαλο κ’ έσφιγγε με το χέρι το στήθος της, τα ρόδα του +προσώπου της μονομιάς ξεφύλλισαν. . της ήρθαν τα κλάματα κ' +έπεσε στα πόδια του κρεββατιού με το πρόσωπο μες τις κουβέρτες +- +Πήγε ο Νίκος κοντά της να της πη πως δεν τόθελε να την πικράνη. +Μα η Βεργινία τους κύτταζε και τους δυο έτσι αλλοιώτικα!-- +Τo κεφάλι του Νίκου ήτονε βαρύ. Τον είχαν κεράσει το πρωί οι +φίλοι, ήπιε και το μεσημέρι, ζαλίστηκε κι απ'το τρέξιμο. . . +Έπεσε στον καναπέ κι αποκοιμήθηκε--- +Ηρθε η κυρά Ελέγκω κ’ έφυγε με τη Λιόλια - κι ο Νίκος δεν το +πήρε χαμπάρι. Όταν ξύπνησε και είδε πούτανε φευγάτες, του +κακοφάνηκε. Κατέβηκε στην αυλή κ’ έβαλε το κεφάλι του κάτω +απ'τη βρύση. Έπειτα ήρθε μπροστά στον καθρέφτη και χτενίστηκε +και συγυρίστηκε για όξω· έβαλε και την πεταλούδα του να καθήση +ανάλαφρα απάνω στα βρεμμένα κατσαρά μαλλιά του. +- Πάω να σου φέρω την Κερά-Δημήτραινα από πλάι ή καμμιανή της +κόρη να σου βαστήξη συντροφιά. Αλλά που αυτές !- αμ δε θάναι +σπίτι τέτοια μέρα!. . . Αν δεν τις βρω, να περάσω να πω της +Ευρυδίκης;. . Δεν τη θέλεις;-Μα δεν μπορείς να μείνης και +μονάχη σου ! μήπως και θελήσης τίποτα ως που να γυρίσωμε με τη +Λιόλια.,. Τάχεις όλα κοντά σου, ό,τι σου χρειάζεται; -Δε +θαργήσωμε ! +Και βρόντηξε πίσω του την πόρτα. +Σε λίγο ήρθε η Ευρυδίκη, η καπελλού (που κάλλιο να μην +ερχότανε), με κάτι τσουλούφια ως μέσα στα μάτια και με μάγουλα +μπλου αποκάτω από τη μπούδρα - μια ξεμπερδεμένη που φαινόταν +πως είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου και πολλών αντρών «νόον +και άστεα» γνώρισε. Δύο φορές ζωντοχήρα, αν θέλετε ! «Καθώς +κατήντησαν τώρα οι άντρες, έλεγε, κάλλιο να μη παντρεύεται μια +κόρη· δεν εννοούν τι θα πη γυναικεία ψυχή»,--Μα δεν την +εμπόδιζε αυτό να κάνη τη μισοκακόμοιρη : αυτή να βγη έξω τέτοια +μέρα!. . κι ο Κύριος Νίκος να μην ερχότανε να την παρακαλέση, +αυτή τόχε σκοπό νάρθη να καθήση με την αγαπημένη της τη +Βεργινία. . . +«Σιχαίνεται κανείς πια και τον εαυτό του να βλέπη τις αηδίες +του κόσμου μέρες που είναι και θέλει να πη κι ένα λόγο. Μήπως +έμεινε ψυχή γεννητή στο σπίτι απ' όλη τη γειτονιά! Οι κόττες +μοναχά κ' οι γάττες. . .» +Και πού να τόξερε όποιος την άκουγε πως θα πήγαινε το βράδυ +μασκέ ατσιγγάνα στην Κασταλία! +Η Βεργινία πολλές σχέσεις με τις γειτόνισσες δεν είχε - και στο +πόδι που ήτον ακόμα. Με την πλαϊνή, τη χήρα του δικαστικού +κλητήρα, στο ίδιο σπίτι πια, εξ ανάγκης: πότε για κάνα λεμόνι, +πότε για το γουδί ή την πλύστρα της σκάφης και προ πάντων για +το σίδερο, που είχ' ένα όμορφο παποράκι η Βεργινία, κι εκείνες +οι κόρες της χήρας είχαν αιωνίως κάτι «λεπτόν» να πατήσουν. Μ' +αφότου της ήρθ'εκείνη η αναθεματισμένη λιγοθυμιά στο δρόμο εξ +αιτίας από τα λόγια που της είπανε, δεν είχε μάτια να δη +καμμιάν η Βεργινία. Έπειτα ήρθ’ η Λιόλια!. . πού είχε νου πια +και δύναμη για κουβέντες - +Και το είχε παράπονο η Ευρυδίκη αυτό, που δεν ήξερε δηλαδής η +Βεργινία να ξεχωρίζη τις αληθινές της φίλες. Κι άρχισε για τις +πλαϊνές: οι δείξες, οι πείξες, που τους είχε περάσει η +ιδέα πως θε να τους άδειαζε τον τόπο η καψερή η Βεργινία, «που +να φαν τις γλώσσες τους, κ' ήταν έτοιμη η γριά - που να μη την +πω ! - να του πασσάρη μιαν απ’ τις κόρες της του Κύριου Νίκου - +και ίσως και τις δυο, τη μια με το στεφάνι και την άλλη +αστεφάνωτη - Θε μου σχώρα με!» +«Αμ τι θαρρείς ! τέτοιοι άνθρωποι έχουν ιερό και όσιο ; +άνθρωποι είν' αυτοί; Είδαν το παλληκάρι – γιατ’ είναι όμορφο +παιδί και λεβέντης ο αντρούλης σου- να τονέ χαίρεσαι! - +δουλευτής, που μπορεί να ζήση τη γυναίκα του με το κόμμοδό της, +νάχη, σα να πούμε, και τη διασκέδασή της και το λούσσο της-μη +βλέπεις εσύ που δεν έχεις τίποτα απ’ τον κόσμο-» +(Και μπρος απ’ τα μάτια της Βεργινίας φάνταξε σαν όραμα +φεγγοβόλο ένα μεγάλο άσπρο φτερό πούχε στο καπέλλο της μιαν +όμορφη κυρία, που την είδε μια μέρα να περνάη με ταμάξι απ' τη +Λεωφόρο Συγγρού . . και το φτερό ανέμιζε και κυμάτιζε μαλακά +στην αύρα σα σύννεφο που έλυωνε, σαν αφρός. . και της χάδευε +τα χρυσά μαλλιά, χωρίς ποτέ να φεύγη από κοντά τους, χωρίς να +σβήνη. . . Αχ, πόσο της άρεσε εκείνο το φτερό ! - και του τόχε +ειπή του Νίκου να της πάρη ένα όμοιο για τη Λαμπρή . . και +τώρα ! - και βούρκωσαν τα μάτια της - - ) +«Περαστικά νάναι !», πρόσθεσε η Ευρυδίκη σαν την είδε που +δάκρυσε, «-και να ξοδεύεσαι και για ξένον άνθρωπο-εκείνο το +κορίτσι δα που πήρες ! Αυτά είν' τα τυχερά! Μήπως τόθελες κ'εσύ +που το πήρες; Ξέρει κανείς τι βγαίνει απ’ αυτά τα πράματα ! Την +είδα που λες τώρα δα που περνούσαν απ' το σπίτι με μια γριά. +Μια στρογγυλοπρόσωπη δεν είναι; παχουλή; μ' όμορφα μαλλιά; με +μια τραγιάσκα; Θεια της λέει είν' εκείνη η γριά - μου τόχαν πη +οι Βαλλώσαινες στην πίσω αυλή. Είναι και δική σου θεια απ’ τη +μητέρα σου; Έμ αφού έρχεται και συγγενής, καλύτερα» - +Και χαμογέλασε μ' ένα χαμόγελο πουρχόταν τα-ίσα απ’ την Κόλαση. +«Γιατί πάντα ένα ξένο κορίτσι μες το σπίτι», άρχισε παρακάτω με +καινούργιον αέρα στα πλεμόνια της, γιατί της φυσούσαν οι +διάβολοι με τα φυσερά τους, «πούναι και τόσο νέος άντρας και +καλοκαμωμένος - αλήθεια πόσα χρόνια τον απερνάς, ή σ' απερνάει; +Νάξερες, καϋμένη, πως τονέ ματιάζου-νε-ε τα κορίτσια και τι +ακούγει πίσω του!. . . Μέσ' απ’ τα μπρίζι-μπίζι μου εμένα που +να μου ξεφύγη τίποτα ! - θε να πέθαινες δέκα βολές. Να +προσέχης! - αυτό μόνο σου λέω. Γιατί όποιος τόχει το νερό μες +την αυλή, δεν πάει στο ποτάμι. . . Μου φάνηκε πονηρή η μικρή. +Ξέρεις τι σου είν' αυτές οι μικρές, καθώς έγινε τώρα ο κόσμος!. +. .» +Έτσι δεν έπαυε η γλώσσα της Κυρίας Ευρυδίκης να στάζη γλύκα ως +που βράδιασε. Την αλάλιασε την άμοιρη τη Βεργινία που της +απαντούσε με κάτι ξεψυχισμένα λόγια, με κανένα κούνημα του +χεριού, στην αρχή κ' έπειτα καθόλου πια, παρά κοιτόταν με το +πρόσωπο χαρτί βαθιά μέσα στο προσκέφαλο, κι άφηνε και της +εσούβλιζε την ψυχή και της περίχυνε το κορμί της με ζεστά λάδια +και με νερά παγωμένα - το άρρωστο της το κορμί πλάκα κάτω απ'το +γαλάζιο πάπλωμα-ως που λιγοθύμησε--- +Τηνέ συνέφερε σε λιγάκι πάλι η καλή της η φιλενάδα με σπίρτο +του καμινέτου που της έτριψε τα μηλίγγια και τα χέρια. Έπειτα +κατέβηκε στην κουζίνα και ηύρε λίγη κανέλλα μέσα σ' ένα κουτί +τενεκεδένιο που ήτανε διάφορα μπαχαρικά και της έβρασ’ ένα +φλυτζάνι με λίγο πιπεράκι και της τόδωσε να πιή για να στυλώση +την καρδιά της. Από τέτοια δα άλλο τίποτα η Κυρία Ευρυδίκη - +του κάκου δεν ήτονε μαμμή ξεσκολισμένη. +Κ'έπειτα ξανάρχισε - απ'άλλη μεριά τώρα. Της φάνηκε περίεργο +γιατί να λείπη απ’ το σπίτι το κορίτσι. Τι το θέλανε ; Για να +χρειασθή σε μιαν ανάγκη ! - ε ; «Να μην ήμουν κ' εγώ και να +πάθαινες τη λιγοθυμιά ολομόναχη ! Κύριε σώσε ! Έχω μιαν ιδέα +πως πάει να ιδή το κομιτάτο !» Η Βεργινία της έκαμε «ναι» με το +κεφάλι. +- Ορίστε μας! Έμ τότες δε καθότανε σπιτάκι της μια και καλή. +Τρέχα γύρευε τώρα πότε θα γυρίση. . . Μήπως θα τηνέ φέρη κιόλα +πίσω ο κύριος Νίκος ! έ;, Νά-τα ! Μάτια μου, θέλει και +καβαλλιέρο ! Δε στάλεγα εγώ; - όπως πήγε, ναρθή ! - τι; Και να +δης που εξ αιτίας της αργεί κι ο Κύριος Νίκος. Αυτός δα σε +βαστάει στα χέρια - όλη η Γαργαρέττα έχει να το κάνη. . . Κάπου +θα μπλέχτηκαν ! Οχτώ η ώρα ! . . . Αμ νισάφι πιά ! Απ’ τις +τρεις την είδα να πηγαίνη τον κατήφορο . . . Τώρα νύχτωσε. . ο +κόσμος όλος είναι στα σπίτια τους. Κι αυτοί που είναι για τους +χορούς ή για να πάνε μασκαράδες στα ξένα σπίτια, γυρίζουνε +σπιτάκι τους να ετοιμαστούνε, να τσιμπήσουν κάτι. +Κι ανησυχούσε αληθινά που αργούσανε, γιατί ήθελε κι αυτή να πάη +να ντυθή ατσιγγάνα για το χορό της Κασταλίας. Και τώρα πώς να +την άφηνε μονάχη της τη Βεργινία που ακόμα καλά-καλά δεν είχε +συνέρθει! +Είπε που θα πεταγότανε να δη μήπως γύρισαν οι χλαίνες γιατ' +είχε και δουλειά να πάη σπίτι: μια παραγγελία βιαστικιά γι’ +αύριο, ένα καπελλάκι τρέλλα, όλο παπαρούνες και πράσινα στάχυα +με τα κοτσάνια πίσω κρεμαστά, που θα το φόραγε μια από τις +μεγάλες στα Κούλουμα στην Κηφισσιά. «Σου λεν έπειτα πως τα +κάμανε στη Φρανσίν και στην Καίτη Παππά και πως τους κόστισαν +έναν κόσμο-και βγαίνουν απ’ αυτά εδώ τα χέρια. Τάφησα κ' εγώ +που λες για την τελευταία στιγμή, Γιατ’ είπα μέσα μου : ό,τι +έχω εγώ τη Βεργινίτσα μου!. . δεν πα να κουρεύωνται κ’ οι +μεγάλες και τα Κούλουμά τους. . . » +Και ξεγλίστρησε όξω απ’ την πόρτα. +Δεν πέρασ' ένα λεπτό της ώρας και νάτην πάλι μαζί με τη χήρα +του δικαστικού κλητήρα τώρα, την καλή την Κερά-Δημήτραινα με +τις τριχωτές ελιές και το ψαρύ μουστακάκι που λες και τόχε +κληρονομήσει (Αχ,- αυτό μονάχα και μια θεόρατη μαγκούρα) απ’ το +μακαρίτη. Χρυσός άνθρωπος ωστόσο αυτή η Κερά-Δημήτραινα ! Μόλις +άκουσε για τη Βεργινία, τάφησ’ όλα σύξυλα, μόλο που τώρα δα +ήτονε φερμένη πούχε πεταχτή λιγάκι στης αδελφής της να τα πουν +ένα χεράκι, κ’ έτρεξε να κάτση κοντά της και να τη συντροφέψη, +την αδικημένη την ψυχή. +- Τι σούλεγα, Βεργινία μου, πως τους φίλους σου δεν τους +ηξέρεις κι ούτε και τους οχτρούς σου! Νά η Κερά-Δημήτραινα από +‘δω με τις κόρες της, κ’ εγώ από μέρος μου-τα πάντα θυσία για +σένα!. . . Λέγαμε δα για σας τόσα καλά, Κερά-Δημήτραινα, και +για τις κόρες σας-καλή τύχη νάχουν !. . . +Κ' έφυγε η Ευρυδίκη κι απέμεινε το θύμα με τον καινούργιο +δήμιο. +Τo ξυπνητήρι στην εταζέρα έλεγ’ εννιά !-δεν ξεκολλούσε πια το +μάτι της η Βεργινία από 'κει πάνω-- +Έλεγε η Κερά-Δημήτραινα, έκοβε, η γλώσσα της κ' έρραβε . . . +Κι όλο για τα κορίτσια της που δε ματαγινήκανε στον κόσμο: «η +σεμνότη τους κ' η υπακούητά τους, άλλο πράμα!-άγγελοι που τους +λείπουνε μόνο τα φτερά-ζωή νάχουν !-Και μου τις ζητήσανε, να! +(και μάζευε τα δάχτυλα, τις άκρες δέσμη, και των δυο της των +χεριών)-έτσι όπως είναι, όχι ψέμματα !-χωρίς πεντάρα προίκα . . +. Και τι ανάγκη έχουν αυτές από προίκα ; Ας είν' καλά τα +χεράκια τους που βγάζουν το ψωμάκι τους σα λίγες μες την Αθήνα, +κ' έχουν και την ομορφιά τους και την αναθροφή τους ! Πού τώρα +πια αναθροφή !-ποιάς την έχασε για να βρεθή; Παν πια εκείνοι οι +καιροί ! Τώρα ο κόσμος έπεσε στην ξετσιπωσιά. Αμ ό,τι βλέπουνε +δα κ' οι καψερές απ’ τις μεγάλες μας που πάνε στα παλάτια και +με ταυτοκίνητα . . .» +Και γι’ αυτά κι αυτά το συλλογιζόταν η Κερά-Δημήτραινα πολύ να +τις παντρέψη τις κόρες της, γιατί τώρα καθώς κατάντησαν κ' οι +νέοι. . . «Μη βλέπεις εσύ που πίτυχες το καλό το παλληκάρι που +σου φέρνει του πουλιού το γάλα μέσα στην απαλάμη . . και πάλι +να που σ' αφήνει και μονάχη σου, άρρωστη ελεεινή, και πάει +αυτός να γλεντήση! Και πού να δης άλλους να σου ζητούν το +τάλληρο καθεμέρα για τον καφφενέ, ό,τι βγάλης με τα χεράκια +σου!-κι αν δε βγάζης, κύττα να τόβρης απ’ αλλού! - και ξύλο!-Έ- +ε-έχ, αμαρτίες πούχομ’ εμείς οι γυναίκες. . .» +Η Βεργινία κουνούσε το κεφάλι της-δεν μπορούσε να της +μιλήση και γιατί να της μιλήση. . και τι να της πη ! - Κύτταζε +μόνο το ξυπνητήρι ολοένα - - +Έγινε δέκα η ώρα !-ένδεκα !-μεσάνυχτα !---Ήρθαν τώρα κ’ οι +κόρες της κλητήραινας, οι δεσποινίδες Χαρζανοπούλου, από μια +βεγγέρα πούταν παγεμένες . . να δουν τι ήθελε η μητέρα τους στη +Βεργινία τέτοιαν ώρα !-δυο σακαφλιόρες πούχαν περάσει πια τον +κάβο κ' έβγαναν τώρα μ' όλα τα παννιά στανοιχτά και στάπατα. Η +μια, η πιο μεγάλη (!) ήτονε μοδίστρα, η άλλη ασπρορρουχού +(λενζερί-μόνον λεπτή εργασία και κεντήματα για τρουσσώ) και +«κατ' οίκον» παρακαλώ-. +Μπήκανε μέσα κορδωμένες, τσιτωμένες, αλύγιστες μες τους +μοντέρνους κορσέδες (μπροστά πλάκα και την κοιλιά μέσα) που +μόνο που δεν έκαναν κρακ να τσακίσουνε σε δυο, με φούστες κλος +με πλατιές πιέτες, στους γοφούς αζουστέ και κάτω φουστανέλλα +και χωρίς πολλά μισοφόρια, βουάλ, ας το πούμε δα κρεμ, με +ποκαμισάκια ροζ, τους άγκωνες απέξω, με μοτίφ και πολλά +τρανσπαράν -και οι δυο τα όμοια σα δίδυμες· και μαύρα +βελουδάκια στα λαιμουδάκια. Τα μαλλιά μπροστά αιγκλόν και πίσω +δεμένα με φιόγκο ταφτά φέϊγ-μορτ πολύ χαμηλά, σαν κοριτσάκια +δεκάξη χρονών. Η μια είχε και φασαμέν, η άλλη μια μύτη με +μπιμπίκια. Η πιο «μικρή»(!) κάπως τρωγότανε, μα η μύτη της όχι. +Τι φιλιά ήταν εκείνα! τι γλύκες ! +Με τι μάτια τις έβλεπε τώρα η Βεργινία αυτές που θέλανε να της +πάρουν τον άντρα της ! +Και να που αρχινίσανε να της τον επαινούν όλες μαζί και δος του +κατηγορίες του κοριτσιού που εξ αιτίας της βέβαια αργούσε ο +Κύριος Νίκος. «Βρέθηκε γεβεντισμένος ο άνθρωπος, σκασμένος απ’ +τη στενοχώρια του ! Έμ ας ξεσκάση δα και λιγάκι ο καημένος σα +νέος που είναι !» Και μόλο που ξέρανε σε τι μεριά την άγγιζε η +βελόνα τη Βεργινία θανάσιμα, όλο και για παιδιά να μιλούν: αφού +κ' η εξαδέρφη τους η Μίνα, πούχε πάρει το γιατρό απ’ το Αίγιο, +«έπειτ' από τρία χρόνια που δεν έκανα παιδιά απόχτησε το +διάδοχο, κ' εκεί που πρώτα δεν ήταν τρόπος να συμμαζέψη τον +άντρα της, τώρα όλο και φιλιούνται σαν τα τρυγονάκια . . .» +Η Βεργινία αισθανόταν πάλι πως θα λιγοθυμήση- +Κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους οι δεσποινίδες. +Τώρα ήτον κοντά μία η ώρα !--- +Τις παρεκάλεσε η Βεργινία να παν πια να ησυχάσουν. +- Έμ όπου και νάναι θαρθούν, είπε η μητέρα των κοριτσιών. Δεν +μπορούν και να ξημερωθούν πια έξω απ' το σπίτι! +Της δώσανε να πιή το γάλα της μαζί με τις στάλες τις +δυναμωτικές, της άναψαν το καντήλι κ’ έσβησαν τη λάμπα- +Ήτανε γλυκόψυχες γυναίκες. +- Αν τύχη και θελήσης τίποτα κι αργήσουνε, μας χτυπάς με το +χέρι στον τοίχο, είπε η μεγάλη δεσποινίς που την έλεγαν +Μπιμπίκα (από Βαρβάρα)· εγώ είμαι ξέρεις πολύ +αλαφροήσκιωτη. . . +Η Βεργινία να χτυπήση ! - που δεν μπόραγε δάχτυλο να κουνήση! +Τo καντήλι έρριχνε ένα μεγάλον κίτρινο λεκέ, στρογγυλό σαν της +αράχνας τον ιστό, στο σκοτεινό ταβάνι. +Τάσπρα μάτια της άρρωστης έπαιρναν κάτι αναλαμπές σαν το υγρό +σμάλτο: ασπροκίτρινες, καμμιά φορά μαυροκόκκινες σαν της φλόγας +το πένθος, σταχτοπράσινες-φευγαλέες σαν πνοές-καθώς γυρίζανε +στις κόγχες τους, μέσα στο σκιόφωτο, από το μέρος της πόρτας +κατά την εταζέρα πούτον το ξυπνητήρι και χτυπούσε γλήγορα σαν +καρδιοχτύπι. . . +Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία ! - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - – - - – - - – - - – - - – - – + + + + «Νά η Μικρούλα ! + Νά η Μικρούλα ! να !» + + + +Στις δυο η ώρα το πρωί γύρισε ο Νίκος με τη Λιόλια – - - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - – +Όταν βγήκε το απόγεμα της Κυριακής ο Νίκος απ’ το σπίτι, Πήγε +τα-ίσα στο μέρος πούχε πη η θεια Ελέγκω πως θα πάνε να δουν το +κομιτάτο : στην Οδό Σταδίου αντίκρυ απ' τη Βουλή, αποπάνω απ’ +τον «Αβέρωφ». Στο δρόμο έδωσε τρεις δραχμές και πήρε μια μεγάλη +σακκούλα χαρτοπόλεμο και ένα μάτσο σερπαντέν, για νάχη η Λιόλια +να ρίχνη . . . +Όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήτανε γεμάτα κόσμο· κι αποπίσω τους +ήταν κι άλλοι πολλοί ανεβασμένοι σε καρέκλες. +Ξαφνίστηκαν η Λιόλια κ' η θεια Ελέγκω καθώς είδαν το Νίκο +φερμένον απ’ τα τώρα. +- Πέρασε Κυρ Νίκο μου από μπροστά ! Για σας τους νέους είναι +αυτά τα πράματα, κι απέ εμείς. . είμαστε που είμαστε +μασκαράδες - +Και τούκανε τόπο η θεια Ελέγκω στο παράθυρο κοντά στη Λιόλια. +Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο ! Τι οχλοβοή ! τι συρφετός! +Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν +τα λοντώ αργά, τόνα πίσω από τάλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και +τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα +με νταντέλλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές +χρωματιστές κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. +Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το +κομφετί. «Εδώ ο χαρτοπόλεμος ! Χαρτί και πόλεμος !» Τρόμπες : +«ούγου-ού-ου-ου ! !» +Τα πεζοδρόμια παστά απ’ τον κοσμάκη που έσερνε πατείς με πατώ +σε τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή· κι απάνω στα μαύρα +ανθρώπινα κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες +φορτωμένες ! - όλα αυτά βουτηγμένα σταλεύρι, τυλιγμένα σ’ ένα +σταχτοκίτρινο πέπλο βαρύ και πνιγερό . . . +Να κι ο Θεοδοσίου ! Ού, σαχλαμάρα ! - Μπράβο ! μπράβο ! του +φωνάζουν άλλοι - και δος του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το +δρόμο πουρχόταν. . : απάνω σ' ένα γάιδαρο τανάποδα, με του +γαϊδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς για γκέμια . . κ' +έκοβε μ' ένα ψαλλίδι τρίχες απ’ την ουρά και τις μοίραζε στον +κόσμο!. . .Απ’ την ουρά κρεμότανε μια επιγραφή : ΕΘΝΙΚΩΝ +ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στο γαϊδουροκαβαλλάρη έτρεχ' ένας μουντζουρωμένος +παλιάτσος και τούδινε χαρτάκια από ένα πανέρι πούγραφε απέξω: +ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΕΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη +με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΥΣ. Και στου ίδιου του Θεοδοσίου +το φέσι ήτον κολλημένο ένα χαρτί που έλεγε: ΣΙΝΝΑΛΑΓΟΙ. . . Και +σφυρίγματα, τρόμπες, χάχανα, τροκάνια, χαρτοπόλεμος, στραγαλιές +κατάμουτρα και μαγκαρία και μαρίδα από πίσω ατέλειωτη . . . +. . Και νά πάλι αμάξια με τα αιώνια ντόμινα που έξαφνα +σηκώνοντ' ορθά και ρίχνουνε με λύσσα κατά κάποιο παράθυρο +στραγάλια, μπουκέτα, ό,τι τους τύχη στο χέρι . . . Σταναμεταξύ +«Μακεδόνες» πεζοί, μισόγυμνοι μες τα χρυσόχαρτα, και «γαμπροί» +και «νύφες» που φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού +για πέπλο και μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια . +. και ιππότες από όπερες με ισπανικά και περμαντόννες με +πορτοκαλλιά κοντοφούστανα και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του +Πάσχα και με κατσαρά από ροκανίδια. . . και κάτι διάβολοι +κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές τους αλλαμπρατσέττα . . . +. . Και πάλι φωνές: «Χά !-χά !-χά ! χά!» και τρόμπες και +ροκάνες και σφυρίγματα και «Χαρτί και πόλεμος ! εδώ ο +χαρτοπόλεμος !» και παλαμάκια . . .Κ' έξαφνα : «Να ! να το +Κομιτάτο ! Έρχονται, έρχονται ! Τo Κομιτάτο !-…» +Τι χαρά! Πώς διασκέδαζε η Λιόλια ! Και στριμωγνόταν κοντά-κοντά +στο Νίκο, γιατί κάτι άλλοι νέοι, πλάι της και πίσω της, +σπρώχνονταν απάνω της όλοι μαζί - για να βγουν πιο μπροστά στο +παράθυρο να δουν οι καημένοι κι αυτοί καλύτερα το Κομιτάτο ! +. . Σ’ ατέλειωτη σειρά περνούσαν ταμάξια στολισμένα με +λουλούδια ψεύτικα κι άλλα μ' αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες +που κυματίζανε στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις +ρόδες. . άρματα ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπαννο, +φορτωμένα θεούς του Ολύμπου : Ήρες, Αθηνές με δόρατα και +Αφροδίτες με χοντρά μπράτσα τριχωτά και με κάτι μόρτηδες +Ερμήδες και Ήφαιστους και Γανυμήδηδες, σα να πηγαίνανε με τη +σούστα στις Τζιτζιφιές για μπάνιο . . . +. . Να και μια παρέα ποδήλατα με χρωματιστά χαρτένια τρίγωνα +στις ρόδες. . . Και πάλι άμαξες: ωχ, μια ντιστεγκέδικη γεμάτη +μαρκησίες και καβαλλιέρους με μπερούκες άσπρες που πετούσαν +ματσάκια μενεξέδες . . . Και σταναμεταξύ πάλι κάτι +μουντζουρωμένοι με λουλάκι και όχρα, ντυμένοι με προβιές και με +κέρατα από σφαχτά στο κεφάλι (Μπρρ ! τι αηδία!) - - +Κ' εξακολουθούσε η σειρά των μασκαράτων πούχαν πάρει βραβείο +και βαστούσαν το χαρτονάκι με τον αριθμό ψηλά σ' ένα κοντάρι. +«Να κι ο πρώτος! Να κι ο πρώτος αριθμός! Νάτο το πρώτο βραβείο +! Μπράβο, μπράβο ! Εύγε ! Και του χρόνου !» +. . Κι απάνω σε δυο ρόδες πέρασε αργά-αργά μια βαρκούλα όλο +από άσπρα τριαντάφυλλα, με το παννάκι της τανοιχτό, στολισμένο +κι αυτό με γιρλάντες από γαλανά λουλούδια. . και την +τραβούσανε δυο όμορφα ναυτάκια, ζεμένα στο τιμόνι του δίτροχου, +και το καθένα κρατούσε στα χέρια του ψηλά από 'να περιστέρι +άσπρο που φτεροκοπούσε. . μέσα στη βαρκούλα καθόταν ένα +παιδάκι σαν ολόγυμνο, με τρικό ροζ, με φτερούγες στις πλάτες +και με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη-ο Έρωτας!-και κρατούσε στα χέρια +του σα χαλινάρια τις ουράνιες κορδέλλες πούτονε δεμένα τα +περιστέρια. «Α-ά-ά-α ! ! !» έκανε όλος ο κόσμος καθώς περνούσε +και δος του χειροκροτήματα. . . +Η Λιόλια χτυπούσε τα χέρια της σαν τρελλή και δάκρυζε απ’ την +τόση ομορφιά, την τόση ευχαρίστηση. Ο Νίκος κοντά της! - τόσο +κοντά που δεν ανάπνεε άλλον αέρα παρά τη ζεστήν ανάσα του +κορμιού της, που σκόρπιζε ολοένα γύρω του ένα μύρο, σαν κάποιο +αέρινο και φεγγερό ρευστό, και τα μάτια του - τα παράξενα +εκείνα μάτια, τα γαλαζοπράσινα, με τις κόρες τις διπλές και +τρίδιπλες σαν άνθη και τον ήσκιο ολόγυρα που τραβούσε σα +μαγνήτης, - έπιναν κ' εκείνα τη λάμψη πούτον απάνω στα μαλλιά +και στο πρόσωπο της Λιόλιας σαν ήλιος που μεσημεριάζει απάνω σ' +ανθόφυλλα γλυκά. +Μα όχι μοναχά της Λιόλιας και τον Νίκου, παρά ολωνών τα +πρόσωπα, γύρω τους και στο δρόμο κάτω, δείχνανε σα σουρωμένα +από την ηδονή πούχαν αισθανθή, σα νάχαν κρυσταλλώσει απάνω στα +χαραχτηριστικά τους ταυλάκια απ’ τα γέλοια κι απ’ τη χαρά που +πέρασαν κι έφυγαν, έτοιμα και γι’ άλλη χαρά, μα και για πόνο +ακόμα - γιατί ταχνάρια τους δεν παραλλάζουν ολότελα- +. . Πω-πω-πω! τι μεγάλα κεφάλια είναι τούτα! γατίσια, και +σκυλλίσια και γουρουνίσια και μούρες πουλιών και καβούκια από +σαλιγκάρια με κάτι σωλήνες για κέρατα που ξεπετιούνται, μια +πήχη έξω και πιτσιλίζουν τον κόσμο με κολώνια. . . Να κι +Αραπάδες και Βλάχισσες με μικρά Ελληνάκια! Να και κάτι +λεροφορεμένοι απ’ τη Σιγδίτσα με μεγάλους κουβάδες γεμάτους, +νερό φωνάζοντας: «Γάλα καλό-ο-ο!» +. . Κυττάτέ την εκείνη εκεί ! - μια Κυρία της μόδας με σκούπα +για βεντάγια, που σηκώνει τις φούστες της ως τα γόνατα και +δείχνει, με χίλια τσαλιμάκια, γάμπες ευζωνικές κι αντρίκια +χοντροπάπουτσα λαστιχένια με ταυτιά απόξω. . . +. . Και πάλι αμάξια με ντόμινα και σούστες φορτωμένες με +μισόγυμνους ανθρώπους τυλιγμένους σε σεντόνια που πήγαιναν +τάχατις στο Φάληρο! - κι ο κόσμος τους φώναζε : «Κρύο ! κρύο ! +μπούζι! » - και πάλι μάσκες και κουρελομάνι και χρώματα και +χρυσόχαρτα και λουλούδια και γέλοια και φωνές και χαχαρίσματα +και σερπαντέν και σκουντιές και τσιμπιές και πατήματα κάλων και +κερατιλίκια και στανιά και «Χαρτί και πόλεμος !» και παλαμάκια +που δεν παίρνουν τέλος απ’ την μιαν άκρη του δρόμου ίσαμε την +άλλη. . . +Αχ, τι ζωή ! τι χαρά ! Τι όμορφα που είναι ! Τι όμορφα ! +Κύτταζε η Λιόλια ολοένα, κύτταζε και δε χόρταινε. Γυάλιζαν τα +μάτια της απ' την προσδοκία την άσωστη και στο βάθος τους +έκαιγε μία φλόγα πηδοχαρούμενη : +- Δε θα περάση κ’ η γκαμήλα ; είπε δειλά-δειλά στο Νίκο σάμπως +αυτή μονάχα να της έλειπε από την ευτυχία της - +Την άκουσαν από πίσω κάτι νέοι, που όλη την ώρα μασσουλούσαν +πασσατέμπο, και χαχανίζανε με τους σπόρους ακατάπιωτους ακόμα +μες το στόμα τους. +Κι ο Νίκος καθόταν εκεί ασάλευτος, στριμωγμένος απάνω της, και +δεν ήξερε κι αυτός πούθε τουρχόταν τόση χαρά, τέτοιο γούστο για +τους μασκαράδες σαν ποτέ του . . . Φρρ ! έκαμε μια κορδέλλα από +σερπαντέν και πέρασε μια θηλειά γύρω στα κεφάλια του Νίκου και +της Λιόλιας που είδαν κ' έπαθαν ως να ξεμπλεχτούν . . . +Πήρε φωτιά τότες η Λιόλια κι άρχισε να ρίχνη το χαρτοπόλεμο με +τις χούφτες απ’ τη σακκούλα του Νίκου σ' όποιον περνούσε . . +κι ο Νίκος πετούσε σερπαντέν. Τους πήραν κάβο μερικοί κάτω απ’ +το δρόμο και τους ρίχτηκαν κι αυτοί με λύσσα. . . Κοντοστάθηκε +το ρέμα του κόσμου στο πεζοδρόμιο . . . Δυο φίλοι του Νίκου που +περνούσανε μέσα σε μια παρέα τονέ γνώρισαν απάνω στο παράθυρο +και σταθήκανε: +- Νίκο! Νίκο ! Ψτ ! Νίκο ! - του φώναξε ο ένας τους, ένα παιδί +χοντρομπαλάδικο, άσπρο και κόκκινο με ξανθό μουστάκι σα +χρυσαφένιο· και σαν είδε πως ο Νίκος τους ένοιωσε, τούκλεισε το +μάτι κατά τη Λιόλια, σα να τούλεγε: «Πού την πέτυχες τη +μικρούλα ; Καλά τα περνάς εσύ αυτού απάνω !» +- Ελάτ' απάνω τους φώναξε κι ο Νίκος, καταχαρούμενος. Έπιασαν +τόπο κι αυτοί στο παράθυρο, πίσω απ’ το Νίκο και τη Λιόλια, και +βοηθάγανε γερά στον πόλεμο. Πήραν κ’ έδωσαν τώρα τα γέλοια, +γιατ’ ήτανε χωρατατζήδες και με κέφια οι φίλοι του Νίκου και +δεν άφησαν ούτε μασκαρά, ούτε αμασκάρευτο να μην τον +κοροϊδέψουν. +Προπάντων εκείνος ο «χοντρέλης», καθώς τον έλεγε ο Νίκος που +τονέ φώναζε και «κολοκύθα» και «ντολμά», ήτονε σπίρτο μοναχό. Ο +άλλος φαινότανε σαν πιο ήσυχος: χλωμός με μαύρα μάτια και κάτι +φρύδια ψιλογραμμένα και καμαρωτά, με λίγο μαύρο μουστακάκι σα +σκιά και τα χείλια πεταχτά και γυρισμένα καταπάνω, συμπαθητικός +πολύ. . - μα σούτον κι αυτός ένα σιγανό ποτάμι ! Τα μάτια του +δεν ξεκολλούσαν απ’ της Λιόλιας το πρόσωπο, απ’ το ζουμερό +κορμί της, απ’ τα καμώματα της όλα. . . +. . Κ’ εκείνη ήτον ίδια παπαρούνα μ' ανοιγμέν’ ανθόφυλλα,, απ' +τα γέλοια κι απ'τη διασκέδαση, ίδια παπαρούνα φλογόφεγγη που +δεν ηξέρει τι κόκκινες λαχτάρες ανάβει γύρω της στα χόρτα του +κάμπου -στα ψιλόχορτα του κάμπου τι ανατριχίλες σκορπίζει +πύρινες. . +Βράδιασε πια κι άρχισε να πέφτη ο κόσμος. . . Τα δέντρα του +δρόμου, που μόλις έκαναν πως πετούσαν καινούργια φυλλαράκια, +ήτονε σαν αλευρωμένα, με τις κορδέλλες απ' τα σερπαντέν +μπλεγμένες στα κλαδιά τους - λες κ' είχαν τώρα δα σηκωθή απ’ +τον ύπνο με τα μαλλιά τους στα χαρτιά για κατσαρά. Άρχισε να +βαραίνη τώρα ολόγυρα η λύπη που τη σέρνει πίσω του το κάθε +γλέντι, η κάθε δυνατή χαρά-- +- Ο ήλιος έκατσε, δεν πάμε να κάτσωμε κ’ εμείς σε κανένα +ζαχαροπλαστείο; ξεροστάλιασα στα πόδια μου! - είπε ο +«χοντρέλης» που τον έλεγαν Περικλή κ’ ήτονε μαραγκός. +Κ’ έτσι έφυγαν όλοι μαζί, αφού πρώτα ηύραν και χαιρέτησαν και +τη θεια Ελέγκω πούτονε χωμένη μέσα στο γυναικομάνι και +γλωσσοκοπανούσε . . . Τους θύμησε η Θεια Ελέγκω, του Νίκου και +της Λιόλιας, να μην αργήσουνε να πάνε σπίτι και να της φιλήσουν +και τη Βεργινίτσα. . . +Κάτω στο δρόμο ο κόσμος είχε σκορπίσει και κυλιότανε γλήγορα +κατά πάνω και κάτω σα νερό που ξετρέχει σ' ένα δίχτυ από +αυλάκια, τόνα μέσα στάλλο . . . Φώναζαν οι πουλητάδες : +«Πασσατέμπο ! Φυστίκια αρμυρά !» . . . «Αρωματικόν Σέν-Σέν, +πάρτε να μοσχοβολάτε- μια πεντάρα !» . . . «Μπανανούτσες ! +μπανανούτσες απ’ την Αμέρικα !» . . . «Μαστίχα ! καλή μαστίχα +για τα παιδιά ! » - και περνούσε αψηλό το κοντάρι με το +στριφογυριστό μαντζούνι τάσπρο και τριανταφυλλί. . . +Μασσουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά καθώς πηγαίνανε στο +δρόμο και τα τσέφλια απ' τα φυστίκια που πατιόντουσαν κάνανε σα +στράκες και σαν πιστολάκια!. . . Αγόρασε κι ο Περικλής μια +δεκάρα Σέν-Σέν και μοίρασε σ' όλους. . . +Στο ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια που πήγανε, ως πού να τους +σερβίρουνε, με τόσον κόσμο πούχε μαζευτή, νύχτωσε. +. .Όσην ώρα μείνανε, δεν έπαψε ο άλλος φίλος, ο χλωμός και +συμπαθητικός, πούτον τυπογράφος και λεγότανε Μίμης - κι όλο +κύτταζε μ' ένα βλέμμα βαθύ κι αλλοιώτικο τη Λιόλια - να του +πιπιλίζη του Νίκου το μυαλό για έναν «οικογενειακό χορό» που θα +γινόταν απόψε στις εννιά στο χοροδιδασκαλείο τους στην +Καπνικαρέα, που πήγαιναν ταχτικά από παιδιά με το Νίκο. Είχανε +λέει μοιρασμένα πάνω από εκατό εισιτήρια και κανένα σχεδόν δεν +τους επιστράφηκε - «. . και να δης και τάλλο, πρόσθεσε, που +δεν έχει ματαγίνει: εξόν απ’ τοργανέτο φέραμε και βιολιά, ένα +πρώτο, δυο δεύτερα, μια βιόλα, ένα κοντραμπάσσο και δυο +μαντολίνα για να παίζουν τα βαλς. («Χοντρά τα κόβει ! » είπε +μέσα του ο χοντρέλης.) Ξέρεις άλλο πράμα να σου το λέω κι άλλο +να χορέψης με τα βιολιά: πετάει η ψυχή τανθρώπου ! Θάναι +τρέλλα!. . . Ο Δάσκαλος λέει πως αυτός ο χορός θα μείνη στα +χρονικά της πρωτευούσης ! - Όχι γι’ άλλο τίποτα, μόνο για να +ευχαριστηθή κι ο Δάσκαλος, που σ' αγαπάει τόσο και σ' είχε +πάντα τον καλύτερο, πρέπει ναρθής απόψε με τη Δεσποσύνη απ' +εδώ, καθόσαστε λιγάκι και φεύγετε. . .» +Κι ο χοντρέλης ο Περικλής απ’ την άλλη τη μεριά βόηθαγε κι +αυτός, λέγοντας πως μια και βρέθηκαν όλοι μαζί, έπρεπε ο Νίκος +να μην τους χάλαγε το χατίρι, αφού μάλιστα κ' η Δεσποινίς ήθελ' +ευχαριστηθή πολύ - όσο δεν το φανταζότανε... +Η Λιόλια έτρωγε την πάστα της, κόβοντας με το κουταλάκι μικρές- +μικρές μπουκίτσες, μα ταυτί της τόχε στην ομιλία του χορού. Σαν +άκουσε να την ονοματίζουν για να πήγαινε στο χορό, έσκυψε το +κεφάλι της ίσαμε το πιατάκι κι άλλαξ’ εκατό χρώματα - +Ο Μίμης, που όσο μιλούσε της έρριχνε κι από μια ματιά κατάμαυρη +και γυαλιστερή και την κύτταζε ακόμα με τα πρισμένα χείλια του +τα ηδονικά, είπε τότε: +- Σας αρέσει ο χορός Ματμαζέλ; Βάζω στοίχημα, θα χορεύετε σα +νεράιδα ! Σας αγκαζάρω απ' τα τώρα για ένα βαλσάκι. . . Ελάτε, +πέστε δα κ' εσείς του Νίκου να σας κάμη τη χάρη !. . για ένα +γυράκι μονάχα. . . Φεύγετ’ αμέσως!. . . +Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κ' έμενε σκυμμένη . . . Με μιας +σήκωσε ταθώα και γλυκά της μάτια που οι κόρες τους ήτανε +χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες το ασπράδι, το +υγρό και μπλου, σα μέσα σ' ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον +ουρανό χλωμό. . - κι ανεβασμένες στα μεσούρανα απόμεναν +κρυμμένες ως τη μέση κάτω απ' τα ματόφυλλα, σα να δειλιάζανε να +χύσουν όλο τους το φως - +. . Σήκωσε τα χρυσά της μάτια η Λιόλια κατά το Νίκο, μα δεν +είπε τίποτα, παρά, λες και τρόμαξε απ’ την αντιφεγγιά που είδε +να πέση στου Νίκου το πρόσωπο, ξανάσκυψε απάνω στο πιατάκι της. +. και ψάρευε κάτι ψιχουλάκια με την άκρη του κουταλιού της. . +. +- Θέλεις, Λιόλια, να χορέψης λιγάκι; την αρώτησε ο Νίκος. +Αυτή ξανακοκκίνησε ως μέσα στα μάτια κ' έκανε με το κεφάλι +«όχι». +- Δε θαργήσωμε - ξαναείπ’ ο Νίκος που με τις ματιές του +αγκάλιαζε την πορφυρή της επιθυμία, την άλαλη, κ’ έπαιρνε κι ο +ίδιος φωτιά, σα να του φαινόταν τώρα ο χορός αυτός ο μόνος +σκοπός της ζωής του. - Είν' η κυρία Ευρυδίκη κοντά στη Βεργινία +και της είπα να μη φύγη πριν να γυρίσωμε. . . +Ξανασήκωσε. η Λιόλια το κεφάλι της και κύτταξε το Νίκο +κατάματα. . . Τι να τους έλεγαν τω ματιών του εκείνα της τα +μάτια ! - Τους έλεγαν; «Αχ ! θέλω, θέλω ! κι ας ήναι για ένα +γύρο μοναχά - τόσο πολύ ταποθυμώ που μετά θάθελα να πέθαινα !. +. . Κύριε Νίκο ! Κύριε Νίκο ! σκότωσέ με, αν θέλης μα πάρε με +μαζί σου ! Δε χόρεψα ποτέ μου σε χορό αληθινό, παρά μόνο μια +φορά, τόσο δα λιγάκι, στο σπίτι μιας φιλενάδας μου που ήμουνα +μικρή, πολύ μικρή - μα δεν μπορώ να το ξεχάσω. . .» +Αυτό τούλεγαν του Νίκου τα μάτια της. Μα ο Νίκος άκουγε κι άλλα +δικά του μαζί μ'εκείνα που τούλεγε η Λιόλια. . κ' ήτον τόσο +τρομερά απ'την πολλή τους γλύκα αυτά που άκουγε, τόσο +αβάσταχτα, που πετάχτηκε απάνω ορθός- +- Πάμε, πάμε ! είπε, τινάζοντας τα ψίχουλα απ’ το πανωφόρι του. +Δε χάνεται ο κόσμος για ένα γύρο. . . Ας ήν' καλά οι Κύριοι που +μας βάλανε στα αίματα. . . +Φώναξαν οι δυο φίλοι, καταχαρούμενοι, το γκαρσόνι και πλέρωσε ο +Μίμης και βγήκαν έξω όλοι μαζί βιαστικοί, αφήνοντας να +προσπεράση η Λιόλια που βαστούσε ένα ροζ σαλάκι στο χέρι και +πήγαινε με την τραγιάσκα της την μπλε-μαρέν σαν ονειρεμένη. . +. +Μόλις κάμανε λίγα βήματα, θυμήθηκαν πως έπρεπε να μασσήσουν και +μια στάλα, πριν απ’ το χορό. +- Τι, με μια πάστα θα με περάσετε ! είπε ο χοντρέλης γελώντας. +- Θες να φας τίποτα, Λιόλια, ρώτησε ο Νίκος. +Μα δεν ήθελε η Λιόλια: είπε που δεν πεινούσε. +- Πάμε, πάμε! - φώναζαν οι φίλοι κ' έπιασαν το Νίκο απ’το +μπράτσο, ο καθένας από μια μεριά, και τον τραβούσαν. . . +- Ένα μεζεδάκι κ’ένα κρασάκι! είπε ο χοντρέλης. Ας μη φάη η +δεσποινίς Λιόλια, τρώμε εμείς το μερδικό της, ας τσιμπήση +μοναχά λιγάκι. . . +- Όλο και τσιμπήματα βλέπω έχεις στο νου σου, έκαμε ο άλλος, με +τανασηκωμένα χείλια- ο συμπαθητικός ο Μίμης, ο κιτρινόμαυρος, +που υπόφερε ο άνθρωπος πολύ απ’ την ομορφιά των κοριτσιών. . . +Γέλασαν κ'οι τρεις νέοι, κυττάζοντας κρυφά-ο καθένας χώρια κι +αλλοιώς και για λογαριασμό του-τη Λιόλια που πήγαινε δυο βήματα +μπροστά ντροπιασμένη, τη Λιόλια που πήγαινε στο χορό, σκυφτή +απ’ τη χαρά της πούτανε μεγάλη σα λύπη . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Άργησαν πολύ στο «Ξενοδοχείον και Οινοπωλείον Παντός Έθνους» +μέσα στου Καλαμιώτη που ξεπέσανε μόλις βγήκαν απ' την οδόν +Αγίου Μάρκου-- +Κάτι σκαλιά κατέβαιναν κάτω . . . +Ήταν αρκετοί εκεί μέσα και κύτταζαν κατά το μέρος των νέων με +το ντροπαλό κορίτσι. . . +Δεν ήθελε να φάη η Λιόλια - μόνο έκανε σβόλους με το ψωμί που +τότριβε ανάμεσα σε δυο της δάχτυλα και με την παλάμη απάνω στο +χοντρό τραπεζομάντιλο, το λεκιασμένο, που θάτονε μια φορά +άσπρο. . . Μετά πολλά πήρε κ' έφαγε έν’αυγό σκληρό μ’ αλάτι και +χοντροκομμένο πιπέρι και τσίμπησε μια πηρουνιά φρικασσάδα απ’ +το πιάτο του Νίκου. . . Με χίλια στανιά νακκουμπήση τα χείλια +της σ' ένα δάχτυλο ρετσίνα που της έβαλε στο ποτήρι ο Μίμης και +πούλεγε ο Νίκος, σα μερακλής που ήτον, πως ήτονε φίνα γιατί +«έκανε άμμο». +Τη διαλαλούσε τη ρετσίνα του τραγουδιστά ο κάπελας κοντά στην +πόρτα, καθώς έπιανε στόνα χέρι πέντε-πέντε μαζί τα ποτήρια όπου +γράφανε στον πάτο: ΠΙΕ ΤΟ ΟΛΟΙ και τα ξέπλενε με κρότο απάνω +στον τζίγκο του μπάγκου του και τα γέμιζε πεντάρικα και +δεκάρικα απ’ τα εκατοστάρια και τις μισές π' ανέβαζαν +ακατάπαυτα οι μπακαλόγατοι απ’ το υπόγειο, γκρεμοτσακιστά με +ποδοβρόντι στην ασκάλα: +«Πώ-πω-πω ! μωρ' τ' είν' ετούτη! - +Μέλι-γάλα-και μπαρούτη !. . .» +Τo «γκαρσόνι» σα να πούμε - ένα παιδί γιομάτο και +κοκκινομάγουλο, με τα μανίκια του ποκαμίσου του ανασκουμπωμένα +με τα λάστιχα και μπροστά του μια σκούρη ποδιά δίμιτη που +έσταζε απ’ τη βρώμα - μόλις έκανε από’να θέλημα στα διάφορα +τραπέζια και πάλι ερχόταν κοντά κι ακκουμπούσε το χέρι του με +τα χοντρά κόκκινα δάχτυλα, τα πρισμένα απ' τις χιονίστρες και +μαυρονυχάτα, στην άκρη του τραπεζιού τους και τους κύτταζε +πούτρωγαν και τη Λιόλια που δεν έτρωγε. . κι άκουγε τις +κουβέντες τους και τη Λιόλια που δε μιλούσε. . και γελούσε μ' +όλο του το πρόσωπο. . . +Πέρα σ' ένα τραπέζι άστρωτο τραγουδούσαν κάτι παιδιά εργατικά : +«Τρυγώνα μου περήφανη !. . .» +Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που βάθαινε το μαγαζί, πίσω απ’ την +καμάρα, τρεμοστέναζε σιγαλά μια κιθάρα που τη βαστούσε στα +γόνατά του ένας ναύτης σκυμμένος τρυφερά απάνω της. Ένας +σκαπανέας με τα μαλλιά του «σεϋμούρ» και έν' άλλο «παιδί», +πολίτης, με το παλτό ριχμένο στην πλάτη και τη σταχτιά +ρεμπούπλικα με τα δυο δάχτυλα -θλίψη στο κεφάλι πίσω, να παίρνη +αέρα η αφέλεια, καθόντουσαν κοντά του στο μακρύ τον μπάγκο +μπρος το τραπέζι, με τόνα χέρι στο ποτήρι, και λέγανε με +σεκλέτι και μεράκι, κυττάζοντας ο ένας τον άλλονε στο στόμα: «. +. . που είναι άσπρη και-αι παχειάαα !. . .» - «Άιντε ρε και το +σκότωσες!», είπε, καμμιά φορά, κόβοντας το βλαμάκη του, ο πιο +τεχνίτης. . . +Και μέσ' από το βόμβο που έκαναν τα τραγούδια κ’ οι κουβέντες, +με τις γροθιές χτυπητές στα τραπέζια, και τα καπάκια των +τεντζερέδων και τα μαχαιροπήρουνα, που τα ρίχνανε σωρό μες το +θερμό, και το ψωμομάχαιρο πούκοβε τα πεντάρικα και τα δεκάρικα +ψωμιά και τα μισοκάρβελα απάνω στη σανίδα, και των μουστερήδων +οι παραγγελίες κ' οι φωνές των σερβιτόρων που ξεφώνιζαν απ’ την +άλλη άκρη τη «μια στιφάδο !» και τη «μια πατάτες γιαχνί !» και +το «ένα κουνουπίδι !» και «οι μαρίδες να γίνη ζωμόν!» και +«πιάσε μία κούπα αποσταμένο», καθώς τόθελαν οι παλαιοί οι +μερακλήδες, και τις «μισές» και τις «οκάδες» για τους +κρασοπατέρες, ξεχώριζε κάθε λίγο, σαν του κόκκορα ο ψαλμός μέσ' +απ’ τη χλαλοή του κοτετσίου, το διάτορο και καμπανιστό +λιανοτράγουδο του κάπελα : +«Πω-πω-πω ! μωρ' τ’ είν' ετούτη ! - +Βάζει δόντια του φαφούτη!. . .» +Τι απλή που φαινόταν η ζωή, τι ζεστή και τι γλυκειά ανάμεσα σ' +αυτούς τους αφελείς ανθρώπους ! +Δεν ήπιατε ποτέ σας γάλα απ’ το βυζί της αγελάδας; Δεν ήπιατε +ποτέ σας νερό απ' τη δασοκρήνη που σιγοκελαϊδεί μέσα στα +πολυτρίχια ; Δεν καθήσατε στο ησκιερό κατώφλι, αποσταμένοι απ’ +την ανηφοριά του δρόμου ; Κάτω απ'τον πεύκο δεν εγείρατε τον +αγαθό, που απλώνει τα γέρικα του κλώνια με τις τρεμοβελόνες, +τις ηλιοστάλαγες κι ανεμοτραγουδίστρες να σας περισκεπάση απ' +το κακό του Κόσμου; - Έτσι αισθάνεται όποιος περνάει απ’της +ζωής αυτής το μονοπάτι. Έτσι αισθανόνταν κ' οι τρεις οι νέοι +εκεί που τρώγανε με τη Λιόλια στο πλευρό τους, στο μαγαζί που +απηχούσε απ’ τα τραγουδάκια και τις κουβέντες των εργατικών +παιδιών κι απ'του κάπελα τον κοντό ψαλμό για τη ρετσίνα . . και +γι' αυτό παρακάθησαν κοντά στη ρετσίνα «πούκανε άμμο» και δεν +το κατάλαβαν πως ήτον κοντά δέκα η ώρα σαν κινήσανε για το χορό +τους στο χοροδιδασκαλείο της Καπνικαρέας . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Από κάτω, απ' τη σκάλα που ανέβαιναν, ακουγόταν τοργανέτο +πούπαιζε και το σύρσιμο των ποδιών που χόρευαν. . . +Όταν άνοιξαν την πόρτα για να μπούνε στη σάλα που μαύριζε από +κεφάλια σαλευούμενα, χύθηκαν έξω μαζί με μια ζεστή μπούχα και +τους αγκάλιασαν οι χαρούμενοι ήχοι της «Μικρούλας», που όλος ο +κόσμος την τραγουδούσε τότε και δεν ήτον οργανέτο που να μη +σαλτάριζε τσιριχτή μέσ’ απ’ την κοιλιά του και μόρτης που να μη +σφύριζε, με τα χέρια βαθιά στις τσέπες, τον πρόσχαρο σκοπό της +. . . +Μερικοί νέοι, που στεκόντουσαν κοντά στην πόρτα, τραγουδούσαν +τα λόγια, εκεί που χόρευαν οι άλλοι, και κρατούσαν το τέμπο με +το πόδι: + + + Να η Μικρούλα ! + Να η Μικρούλα ! να ! – + Αυτή που έρχεται, + Η παχουλή-ή ! + Να η Μικρούλα ! + Να η Μικρούλα! μπουμ ! - + Αυτή που έρχεται + Η στρουμπουλή ! μπουμ·μπουμ ! - - + +Έτσι ταλλάζανε για πιο αστείο και σε κάθε «μπουμ» δος του μια +με το τακούνι. . . +Η Λιόλια που δεν έβγαινε απ' τα ξεροκοκκινίσματα, μόλις το πήρε +ταυτί της έκαμε να φύγη, γιατί θάρρεψε πως γι' αυτήν τόλεγαν οι +νέοι. Ο Νίκος και οι φίλοι του ξεκαρδιστήκανε στα γέλοια. . . +Ήρθαν και τους πήραν τα καπέλλα και τα παλτά τους. Ο Δάσκαλος +τους χαιρέτησε με χαρά και μόνο που δεν τονέ φίλησε το Νίκο: +«Μωρέ κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε ! Μωρ' τι γίνηκες Νίκο !. +. . » Καλωσόρισε και τη Λιόλια σφίγγοντας της το χέρι με μεγάλη +φιλία. . . + + + +Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά ! + + + +. . Και δεν είδε πια τίποτ'άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις +μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της +Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές +σημαίες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε +τα ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν +την πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι +όλοι με τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες +ο ένας απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ' ανεμόδαρτο +λιμάνι. . . Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως +μέσα στο στήθος, σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους +είχανε ρίξει μέσα σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες +ξεπεταχτές κι αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό - είδε το φέγγος +των ματιών που την αγκάλιαζε κ' είδε και τα δυο τα χέρια να +σιγοτρέμουν ανάερα για να την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το +ρέμα το φρενιασμένο και ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή -όπως +ένας άνεμος ζεστός, περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις +γλυκειές τις πεταλούδες. . . +Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο !. . . +. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιεκλ» στις +στροφές, εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ' +όλο τους το κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να +γκρεμιστούνε χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια +θάλασσα, κάτω βαθιά, με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο +το τραγούδι τους έφθανε ως απάνω. . . Πατ !-πατ !! πατ!!! +-- χτυπούσε το πόδι του στα τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από +άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι +αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε μια γλήγορη στροφή και +γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή στο στήθος του.. . +Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα λυμένη, όλο πάθος και +παράδοση, χυνότανε, μ' ένα σκέρτσο αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’ +όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά, το απαλό και ζεστό, που +έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια +του . . . +Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη +σειρά κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από +αλπαγά, κοντή-κοντή, μ' ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο +σούρες, που της άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη +μουσαμαδένια κι αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα +φιόγκο από κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα +μιαν απόχρωση των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . . +Χρύσιζαν τα μαλλιά της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο +και τα σγουρά τους ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα +αναφυσάει τα ψιλόχορτα του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν ! +Ήτονε ροδοκόκκινη κ' ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ' έτσι +έμοιαζε ρόδο που ό,τι έχει ανοίξει μ' όλα του τα φύλλα ένα +μεσημέρι του Απρίλη. Μα το στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν +κλάμα και δεν καταλάβαινες πως γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που +φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα στις γωνιές των χειλιών της +κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν ανάμεσα στων χειλιών της +τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα. +. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπο του +ήτονε χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα +μάτια του ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ +νερό σκιασμένο από κλαριά... +. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της +χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην +πετάξη η άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι +πηγαινοερχάμενο από κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και +τούκλεινε το λαιμό, έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του +ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα δυο του τα χέρια, και να του το +γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το στόμα. . . +« Παντεσπάνι ! Παντεσπάνι ! » -φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή +πια να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί +ντάμα. Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους +καναπέδες, μα να που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ'οι +καλύτερες χορεύτρες . . και δεν πάνε στα κουτουρού οι +χορευταράδες, μόνο κάθονται να δουν πρώτα κ' έπειτα διαλέγουνε. +- Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε +παξιμάδι. - Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά ! - φώναξε του παιδιού που +γύριζε τοργανέτο. +. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος +τη Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο, +το χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το +πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση- πως +πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και +σηκωνόταν πάλι ανάερο μ' ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε, +στριφογυριστό στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις +μύτες του κ’ έρριχνε γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και +γλυστροσερνότανε σα χέλι-λες κ’ είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά +- το πόδι !. . . Μα κι όλο τάλλο το κορμί: τα μπράτσα κ' οι +ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός - τι τέλεια κι αρμονικά +πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και τόνα μέσα στάλλο +και πάλι όλα μαζί -σα να φιλιούνταν αναμεταξύ τους, σα νάνθιζαν +τώρα δα, ξαναγεννημένα σ' ένα λουτρό χρυσόρρευστο από φως και +ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . . +Και η Λιόλια - το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με +τα τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι +ίδια χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με +τα χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο +- έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι +άσπρο που με τα πούπουλά του του σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε +του Νίκου η ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα +για μύρια το καθένα του φιλιά. . . . +Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που +στριφογύριζαν αγκαλιαστά - το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν +του σίφουνα μεθυσιού και φρένας - ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή, +τόσο βαθειά, που άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό +σφάχτη, κ' έπαιρνε τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . . +- Τo «μαρινάτο !» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν +χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των +Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα +χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο +ψάρι) - +- Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια» ! - πολεμούσαν άλλοι να τους +μουλώξουνε με τις φωνές τους - Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό-οχι! +«Τα παιδάκια» ! «Τα παιδάκια» ! και δυο-τρεις αρχίσανε τα +τραγουδάνε δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών: + +Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε +να σας πω μια συμβουλή!. . . + +Έξαφνα χτύπησ' ο Δάσκαλος τα χέρια κ' έπαψε τοργανέτο κ'έπιασαν +τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . . +Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ +τα φύλλα του δάσους. . μ' ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από +κάποια θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; - έτσι πέρασε μιαν +ανατριχίλα αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το +πρώτο κατέβασμα των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους +βαθιούς και στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες +πέτρες, γέλοια των κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων +περιστεριών γέλοια στις δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο +που ξεφωνίζει, ρόδα μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη +βαθιόμαβια με τις φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι - και +σαν τι δε μοιάζουν οι λαχτάρες των χορδών !. . . Και με τη +γοργάδα και το θάμπωμα της αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον +ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων ανθρώπινων κορμιών το πιο +βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, +κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό μαγευτικό . . κ' έπειτα χύθηκαν +τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, φως ανατριχιαστό, και +σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν κάποιο υπέργειο μύρο +τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε πέλαγος. . . +Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους +πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’ +εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να +καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό +και ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . . +Τo σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν +ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο +αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ' έναν έρημο +κάβο, κυττάζοντας τη θάλασσα. . . +Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά +απ'τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά, +με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή- γι'αυτήνα +μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να +θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη: +«Νέα είσαι κι όμορφη κ' ευτυχισμένη!» - της έλεγαν. . . Μα όχι +αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την +ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο +πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν - που δεν το πίστευε. . και +μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε!. . και +της έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία - γιατί κόντευε να το +πιστέψη!. . . +Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! - σφάχτες της ψυχής ! Τι μας +κάνετε εμάς των νέων ! +Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που +σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο +και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πως κυττούνε, Θλιμμένα από +της ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας +με της ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των +νέων που έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα +απ’ τον παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από +το χάος της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . +Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να +ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης +της θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό, +είπε, πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και +πάλι τους χώρισε το ρέμα. . . +Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες!-ίδια η ζωή!. . . +Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια +του ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και +ξόρκια : «Μπαλανσέ-βο-νταμ!»-«Σασσέ-κρουαζέ!»-και περνούσαν τα +γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που +μεγάλωναν πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από +τάνθινα κεφάλια, του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του +κυπαρισσένιου-γιατ’ ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε +στυλωμένα σ' ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . . +«Φραππέ» !-κ’ ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις +που περνούν κ' οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα !) μέσ' +από μια θάλασσα ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που +χτυπιούντ' αναμεταξύ τους σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ' +ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο +κρέας, και με την ίδια τη θεά την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που +κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . . «Σαιν» !- και γύριζε η αλυσσίδα +η ζωντανή, δεμένη και λυτή, περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε +σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει κι όλο μένει, περνούσε- +κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα της συλλογισμένης +Μοίρας. . . Κ' οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες απ’ την ατέρμονη +θάλασσα της πλάσης σαν κ' εκείνα τα δάκρυα του Ωκεανού τα +θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική στης Ζωής +τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον κόκκινον +ήλιο !), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου βυθού +και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και +τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου +αφρού και τρεμοσάλευαν κ' έφεγγαν η καθεμιά τους μ' ένα φως +κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω +στο σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από +πόθο, νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην +ανθισμένη σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της +Μοίρας τη φριχτή που τους έπαιζε-αλλού έχοντας το νου της. . . +Κ' έξαφνα σαν κομπολόι σκόρπισαν. . . +Κ' έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη; +«Προμενάτ» !-και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο +της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας +νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο +ήλιο της χαράς. . κ' ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού +αναβρυσμένου απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά +σαν άνθη και σα ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της +σάρκας οι κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν +τανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο +ήλιος και τα φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που +αναδεύονται απαλά και μυστικά θροΐζουν, κ'οι καρποί που +γλυκοφεγγρίζουνε σ'απόσκια γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα +στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα +ονειρεύονται πίσω απ’τις πλάτες των βουνών. . . Και καθώς +πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από μιαν ανίδωτη βέργα, τα +μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ' η πνοή τους έλεγε: +«Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι! και δε μας +μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . . και δε +μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά +ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα +γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει ! δε +μας μέλλει ! δε μας μέλλει ! που κ' εμείς θε να πεθάνωμε-γιατί +δεν το πιστεύομε !. . .» +Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να +βλέπατε κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που +στο σπίτι τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη -πως +σήκωναν τα πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες! +Μια προπάντων, χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε +γύρω της, ήτονε θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα +βαρέλα ξεχαρβαλωμένη και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα- +δώθε σα λάστιχα, μα το πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις +κρεατοελιές, άστραφτε από χαρά και νιάτα-ναι από νιάτα, γιατί +εκείνην την ώρα ήτονε δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών- +ούτε μια μέρα παραπάνω . . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με +κάτι γαμπίτσες ψιλούλες σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες +κάλτσες: η κόρη του δασκάλου, τεσσάρων πέντε χρονών, που τη +χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω +και κρατώντας την απ’ τα δυο τα χεράκια, όπως χορεύουν τα +κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές. Όλους τους χορούς λέει +τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ χορέψη με τους πιο +ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω στο κουκλάκι, το +γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα του την +όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ' η μαϊμουδίτσα +σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο +αγαπημένος της- και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . . +Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και +γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που +σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα +πάντα μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ' όλη της τη λάμψη +σαν τη συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . . +Πνίγηκε η Λιόλια απ’τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη +κοντά της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον +καβαλλιέρο του με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ' εκεί +που γέλαγε, τέλειωσ’ ο χορός κ' ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ' +τα χέρια του Νίκου ο Μίμης. . . +- Άσε μας ντε κ'εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι!- τούπε αυτός +με πίκα. +Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα +δεν είπε τίποτα. +- Τι με κυττάς;-ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’όλο το +βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί-δε σ’ αρέσουμε ; +- Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται-είπε ο Νίκος και πήγε +με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα +στον μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο +φουστάνι από λαδόπαννο. . . +Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να +χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον +κυττάζη με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ' απορία θλιμμένη : +«Γιατί αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου !;. . .» +Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του +Μίμη. Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα: +ένας φίλος που τώρα ότι είχ’ έρθει κ' ήτον όλο χαρά που τον +εύρισκε εδώ-ο Ντίνος-ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες +που δεν άφηναν καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια +μέση τόση δα, που περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε +που λες στην κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε +ο Ντίνος, έβλεπε από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. . +. Και σαν επίτηδες ο Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους +του κι όλο κατά την άλλη μεριά της σάλας, για να μην περνάη +κοντά απ’ το +Νίκο. . . +Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ' +εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το +φως της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την +έβλεπε. . . Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του +κορμιού της σαν από κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι ! από βαρύ κρασί με +ζάχαρη και κανέλλα), είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά +της νιάτα σαν απ’ τον πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη +τα μάτια του τον ήλιο που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα +μέσα σ’ άγριο μέλι του βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της, +λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που +έβγαζε αμίλητο τραγούδι-λαχτάρα κι αγωνία μαζί- όπως όλων των +λουλουδιών τα στόματα-: πάντα το αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα +τον, μα τις περισσότερες φορές στα χείλη του απάνω . . και τα +μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που μοιάζανε νησάκια +ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή, απονύχτερα άστρα σε +κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί τους κάθε φορά που +ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το σύννεφο κ’ η +θάλασσα το καράβι-στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά τα αισθανόταν +ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα αισθανόταν-μα +και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και μπερδεμένα . . . +Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα χαρακτηριστικά που +ήτανε γι' αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής αλάλητης. Και συνάμα +κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε δικά του, ολόδικά +του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε άλλο πράμα πούχε +δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’ τον ίδιο τον +εαυτό του. . . +Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι +πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα +σκοταδερή μέσα στο μυαλό του-- +Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά της +. . . +Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο : ένας +κοκκινοπρόσωπος μ' ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια +κρεμαστά, το στόμα ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι +απαράλλαχτος μπαρμπούνι), κρατώντας στην αγκαλιά του μια +γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με το πηγούνι και τη μύτη σαν +τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της σαν μπεκάτσα +ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω ένας αψηλός +νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας, με μια +μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια : απάνω στενή μ' ένα +κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά +σαγκουλιά του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η +μποτίλλια, σαν ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι», +για να πιαστή απ’ το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε +καμαρωτή, αλύγιστη κι άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος +μαυρογενάτος, με τριχιές ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη +μέσα ατά μπουρνούζιά του μια σα δασκάλα και σα σκουπόξυλο και +με τα μαλλιά σα σκούπα - και φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως +πετούσε απάνω σ' ένα αραβικό άλογο, κλεμμένη από 'να «Βασιλέα +της ερήμου» . . . +Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι +πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την +ανοστιά τους ! - Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό +του-- +Πέρασ' έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος +με τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος +αρχαίος. . και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν +σιγοπέφτη το μέλι απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της +ντάμας του που ήτον ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα +μπλου σαν κύανοι. . . Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια:. . +χόρευε πάντα στην πέρα άκρη με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο +Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι για να μην +αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο +μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το γέλοιο της. . . +Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια +ενός όρνιου !. . κ' οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν +την αναπνοή) - - Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για +κάτι μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους-κ’ ήτον κι ο Περικλής ο +χοντρέλης μαζί - ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια +παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό +σαν το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πως γλάρωναν τα +μάτια της απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε +καμμιά δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ' +ήτον ο χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα +απ’ τα πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η +ζωή!., μα τι λίγο που βαστάει! -γιατ' είναι μοναχά ο άμμος πάνω +απ’ την πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . . +-Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να +χάνεται- +Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με +φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου : του +Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε +λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε - +Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη +Λιόλια. Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που +τη βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ' έδιωχνε τους +μασκαράδες που κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . . +Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα +μικρό λυγμό-που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την +έπιασ' απ’ το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα +γύρισε απότομα και κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’ +την πλάτη της, άνοιγε δρόμο μεσ' απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και +τους αγκωνές, με σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και +«συγνώμη» και «λίγο τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . . +Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο--Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα +που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ +ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι +τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . . +Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που +βγήκε να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο +Μίμης, κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο-: +-Βρε συ!-του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή-πως τραβάς το +κορίτσι μέσ' απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; - +-Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο!-του αποκρίθηκε ο +Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του +τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά. +Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα: +-Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που +μπήκαν οι μασκαράδες. +- Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε !-φώναξε ο Μίμης αγριεμένος. +Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει +ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο +Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο +Νίκος απ’το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη +Λιόλια, που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’το σαλάκι της +το ροζ, σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας - +- Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα !-του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’ +τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’ +το χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια +της Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον +κατήφορο, ο ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο +ταντικρινό : ένας παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα. +- Μωρέ Βλάμη ! που την πας την Κλάρα!-τους φώναξε το ένα +ντόμινο καθώς προσπερνούσαν. . . +- Μ'λάρι ! που την πας την π'λάρα !-το χόντρυνε, σε λιγάκι,ο +σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω. +- Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες!-γύρισ’ ο Νίκος και του +φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των +μασκαράδων και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . . +Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ' από ‘να στενό, που ήτονε +μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη +μέση του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη- +Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο-είχε βαρειά καρδιά. . . +Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ' η +ερημιά----Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα +βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα : ό,τι +είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . +κι αυτά πούχαν ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα—όσο +κοντεύανε σπίτι, ανάσαιναν πιο βαθιά κ' οι δυο τους, σα +λαχανιασμένοι-ίσως νάτον απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό ! +Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι +στο σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, +έπιασε τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε- - - - - - - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ' έρριχνε μια γλυκειά +θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . . +Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Τo +κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα-ακίνητο-- +Κοιμόταν- - - +Η Λιόλια-η φιλημένη Λιόλια-ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’το +κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που +τάχε μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ' έστρωσε το σελτέ +της. . . και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε +από μέσ' απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε-- +Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη +Βεργινία. . . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας +προσεχτικά το πάπλωμα, γύρισ' έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: +κ’ είδε τότες ο Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα +ματόκλαδα της από στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που +βλέπεις ύστερ’ από βροχή, κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, +στακρόφυλλα των δένδρων, στης ακακίας και της «Κλαίουσας» τα +φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ +το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε θέλουνε να πέσουν- +Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα. +Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε +φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη - κι αυτή +βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και +ξύπνια ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' +έρθει απ’ αυτόν!. . κ' η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το +λαχταραστό λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ +τις ρίζες, μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά +του, που τον έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του - αφού απ’ +αυτόν ερχόταν το κακό που υπόφερνε· μα κ' εδώ πάλι αιτία ήτον +αυτή, πούτον ολοένα ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του +σπάραζε το στήθος με την άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ +αυτόν τον ίδιο - +- Δεν κοιμάσαι! - της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή ; γρουσούζα! +Σκοτωμένο μ' έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το +ξέρεις για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από +'δώ μέσα ! - σωστό νοσοκομείο το κάμαμε !-- Μηδά τόθελα εγώ που +άργησα; Να, μ' έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ' αφήσανε να φύγω : με +κοροΐδεύανε για την παντρειά μου - και με το δίκιο τους - που +τα μπλάστρωσα και γίνηκα νταντός και νοσοκόμος!. . . +Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της +και με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο +γέλοιο μέσα στο παράπονό της, του είπε: +- Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης!-και πάλι τα μάτια της αρχίσανε +να τρέχουν. . . +Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω: +- Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα +κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που +να το καταλάβωμε, πέρασε η ώρα.-Το περισσότερα έμεινα για χάρη +τον κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα +και δεν είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το +λυπήθηκα. - Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής;-την αρώτησε +βλέποντας την που ξεροκατάπινε. +Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της +Λιόλιας κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα. +- Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε ! - +της είπε τελευταίο. - +Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του +σερνότανε βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν-που δεν τόκανε +ποτέ του. . . +Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η +Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη +Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια +κι ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και +για τα βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις +πήγαινε κοντά τους και τώρα σβήσανε για πάντα - γιατί άμα σβήση +κάτι και πεθάνη, για πάντα πεθαίνει!-- +Μέσ' απ’ ταναφυλλητά της άκουγε: + Να η Μικρούλα! + Να η Μικρούλα ! να! + Αυτή που έρχεται, + Η παχουλή-η! - +κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της +φαινόταν πως έλεγε: + Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια ! + Έλα πάμε στο βουνό - + Μωρ' έλα Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια ! + Έλα πάμε στο βουνό ! – + + Και σα-α-ά δε θες, μην έ-ε-έρχεσαι ! + Και-αι σά-α-ά δε θες, μην έ-ε-έρχεσαι + Πάω μονάχος, πάω μονάχος. + Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . . +Αχ πόσο πολύ το ήθελε !-- +Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά: + Έλα Λιόλια ! έλα Λιόλια ! + Έλα πάμε στο βουνό - + Μωρ' έλα Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια ! + Έλα πάμε στο βουνό ! - + + Και σά-α-άν το θες, μη ντρέ-ε-έπεσαι ! – + Και-αι σάν-α-άν το θες, μην ντρέ-ε-έπεσαι ! – + Λιόλια-Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια ! + Πάμε, πάμε στο βουνό . . . . + +Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και +του Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν +καρφωμένα απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα +απάνω στα μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . +. Τo στόμα του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και +στο πρόσωπο της φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα +δάχτυλα του γλυκά κάτω απ’ τις αμασχάλες!. . . + + Λιόλια-Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια ! + Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . . + +Και πήγανε στο βουνό. . κ' εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές +φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια- - - +- - Αποκοιμήθηκε- - - - - - - - - - - - +Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την +Λιόλια . . . +Τo καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε +να πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το +μάτι αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη +αγωνία που του στερεύει η ανάσα - και μ'ένα τσιριχτό ανάλαφρο, +έσβησε - - - +Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - - - - - + + + +Ο κάμπος με τα λούλουδα + + + +Ναι δεν πέθανε-μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία +του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η +αδικημένη, πόθησε να πετάξη !. . . Μα δεν ξεψυχούσε- +Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε +ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της +ζωής. Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα +λεύκες που αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ, +νόμιζε πως βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου +που πάει στον Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το +Νίκο απ' ταμπέλια του Μοσχάτου, κ' έκλεινε ίσα-ίσα μήνας +πούχανε στεφανωθή, και κάθησαν κ' έφαγαν οι δυο τους στο +δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε-αισθανόταν, παρά που άκουγε-κάτι +κλαγγίσματα σαν από χορδές που σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο +μυαλό της, τόσο δυνατά που θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη +να την πάρουνε να φύγουν. . και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι- +ντίγκι-ντίγκι-ντίγκ ! - που κόβανε μονομιάς - . . και καμπάνες +βαρούσανε σιγά και βαριά σαν επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε :- +«Βεργινία!. . τι τυραννία!-Βεργινία !. . τι τυραννία !- +Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . . (Δικός της ήτον αυτός ο +επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ' ένα βάρος στο στήθος της που +νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω της (οι +νεκροθάφτες!) κ' η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν τρομαγμένο +πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση λιγάκι +το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω σφυριά +που κάρφωναν το κιβούρι της . . . +Κι όμως μ' όλα αυτά δεν πέθαινε— +Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε +παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε +όλη τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για' +κείνην τη μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με +τα μάτια της που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση +με τα μάτια της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη --- κι +ούτε θα τονέ φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή!-για κείνην τη +μια στιγμή μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα +ξανάκλεινε πάλι - γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή--- +Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε +αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε +μίλαγε σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε +και τη Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ' +το σπίτι. . . Όταν ήτονε σπίτι,- έπεφτε σαν κουρασμένος και +σκοτισμένος στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με +το πρόσωπο μες τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες - λες και περίμενε +κάτι που αργούσε νάρθη--Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλα του κύτταζε τη +Λιόλια που καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι +αμίλητη, με βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος, +επίμονα, καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε +απ' τα βάθη του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και +να της την έχυνε με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . . +δεν κύτταζαν πια τα νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά +η σάρκα του η μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις +πούθελε κουνηθή λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την +κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες ματιές που ξάστραφταν κ' έσβηναν +σαν τις αχτίδες του ήλιου στον καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά . +. και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. . +. Κ' η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις ματιές του, τις αισθανόταν +απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί που στεκόταν, ενόσω +περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών της, ίδρωνε, της +βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο χέρι... +Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον +πόνο και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις +ανθρώπους που ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. . +. +Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη +Βεργινία πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί +από κρέας κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε +ζεστές μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια +μικρούτσικα για την καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να +πάρουν αιθέρα νάχουνε στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά +λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν καλά και ναφήνουν το παράθυρο +ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος . . να της βράσουν Κίνα με +Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την ημέρα . . . Τι να της +δώση-δεν είχε άλλο πια! - Α, και για τη νύχτα, σαν του είπε ο +Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι ώρα και αν ξυπνούσε +αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα, έγραψε κάτι σκονάκια +υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις οχτώ η ώρα και +τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα κοιμάται +ίσαμε το πρωί. . . «Ώλλ ράΐτ ! Καλή όρεξη ! - αντιχαίρετε !» +Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα, +όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος +- μάλιστα τις τελευταίες του μέρες : λες και το κάνει επί τούτο +για να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των +Μαΐων!. . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό +χυμένο σ' όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και +των λατομείων παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά +ξεροκότσανα των γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν ! Πώς μύριζαν +οι πέτρες και το χώμα χαρούμενο στον ήλιο ! με μια μυρουδιά +δυνατή, βαθειά, μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’τα +σπλάχνα του και το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το +κάνει χώμα και πέτρα και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του +Χάρου . . . Έτσι όλο το βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης +της Βεργινίας την κάμαρη . . . Τo μισοφέγγαρο, σαν ασημένια +φέτα από πεπόνι, στον ουρανό περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν +ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . . +και πάλι, παιχνιδιάρικα, σκόρπιζαν . . . +Κ' η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό +λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την +Αθήνα - όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά +κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ' οι κάμποι-σα χυμένοι +ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος +(πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ' ένα βράχο, του γέρω- +τσοπάνη του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα +γυρισμένες)-είναι τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά +χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται τα μάπα να τους βλέπουν και +φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της ζωής του κοπαδιού και της +χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα μας, βαθιά, απ’ τα +παραμυθένια χρόνια. . . +Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της +άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της +φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα +φιλούσε. . . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό... +Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα, +σα να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε +δυνατά και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά +σ'ένα γιαπί: νταγκ-καντ ! νταγκ-καντ --ξαναρχόταν πίσω ο ήχος. +. . Χαλιά τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ-πατ! ταπ-πατ! τωπ-πωτ +!. . . Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ' απ’ τις +αυλές-τόσο κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, +κάτω απ’ το κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός +γαϊδάρου καθώς περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη +αποπίσω τον τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο +φορτωμένον κι αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και +ντραντανιστά μαζί με την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις +ξυλειές. . . Και κάθε τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό +του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η, του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α τ η ς Γ α +ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα +έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με +τον ίδρωτα του), που θυμίζει τα λαϊκά με τον κοσμάκη κρεμασμένο +σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές και παραπέρα στην +αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των γυναικώνε με +τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα σαλάκια +και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους, σαν +κένταυροι, μέσα στα, μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα +γαϊτάνια . . . . +Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ' η γλύκα +τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή +λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να +σπαράζουν-- +Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος, +μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του +πατώματος κ' έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι +ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί +παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που +ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου +Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι +ώριμο γαλατερό - μόλις αποφάγανε - ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα +και μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, +ξαναμμένη, με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . . +- Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας ! Μωρέ καλοκαίριασε, +παιδιά μου, με τα σωστά του ! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω ! Να μην +ήμαστε τόσο μακριά, θα μ' είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με +βαριούσαστε να με βλέπετε.- Ωχ, Χριστούλη μου ! ταξίδι ολάκερο +απ' τη Βάθεια ίσαμ' εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα +εκείνη τη γειτονιά και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού. +- Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου ; Τώρα να δης, πως θα πάρης απάνω +σου : σε μια-δυο μέρες θάσαι περδικούλα !-Ε ! πως τα πάτενε με +τη Λιόλια ; πάντα καλά, έ ; σας ευχαριστάει ; βγαίνει δουλειά +απ’ τα χέρια της ;. . . Αμ’ κ’ έτσι πρέπει !-η καλή νοικοκυρά +από κορίτσι φαίνεται - +Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα -- +Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να +μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ένα ξέθωρο +χαμόγελο μέσ' από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της +το πρόσωπο κ' έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε : + --Ωραία ! ωραία ! +Γύρισ' η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή, +χαμοβλεπούσα, κ' έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε +ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά +Ελέγκω, για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον +ξαναφερμένη. +- Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι !. . κι ο Κυρ Νίκος +δεν έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου +να κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα-όλο μέσα και στη δουλειά ! +Τώρα πούμ’ εδώ, κάθουμ' εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά. +Αμ τούτο πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ' εμένα που σου +λέω ! Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή +μου κ' η Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου - μια +μονάχη την έχει - νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα, +μα είχανε κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη - δεν +την άφησε η μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι ! (και κουνούσε το +χοντρόπαχό της χέρι η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις +μπουγάδες) - κορίτσι με τα ούλα του, αυτή η Ουρανία - Νινί τη +λένε στο σπίτι: πού ναύρης άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα +ονόματα - κι όμορφη που λες σαν το κρύο το νερό !. . μόνο που +τα μαλλιά της τα κάνει κ' εγώ δεν ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι +πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά τ’ς αρχαίες που τάχανε +μια φορά κ' έναν καιρό : καταμπίτ χαμηλά τα φέρνει απ’ το πλάι +που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την ακρίτσα - ας +ήναι!. . . Αλλά καρδιά να πης ! καταδεχτικιά όσο παίρνει., και +ξέρει και γράμματα πο-ολ-λά +- ούλοι τις δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα, +εγγλέζικα, αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ - όσες γλώσσες έχει ο +κόσμος, όλες τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή ! με δυο +σπίτια πούχει-κι άσε πια το ρουχικό και τ’ασημικό και τα +διαμαντικά της μάννας της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως +δεν της φανερώθηκε η τύχη της ; - τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι +καλλίτεροι αξιωματικοί νά ! σαν τ' ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν +δυο), ένας δικηγόρος απ’ την Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ' Ανάπλι, +τρεις από 'δώ - όσους ξέρω 'γώ -και δεν είν' πια και μικρή ! +Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της χρειάζονται τα βάσανα : όλο +και μ' ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι - στο παραθύρι ολημερίς και +διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή της οληνύχτα με το φως. +. . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει κανείς όσο γερνάει !. . . +Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο βλάφτουν παρά που +ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα πως θε να'ρθω +εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ' ήτον όλο χαρά, γιατί θέλει +λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του κάμπου, για +να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με βολούσε να την +περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που να πάω και +νάρθω πάει βράδιασε κ' ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ να σε ιδώ +που ο’ αποθύμησα. . . +Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν +άκουγε σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από +μιαν ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για +ζωή και θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το +ξανάκλεινε άφωνη. . τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της +θειας Ελέγκως, είπε με στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε +παράξενη για την ηρεμία και έντασή της από τόσον καιρό που δεν +είχε πια μιλήσει-- +- Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε +λουλούδια - +Και σώπασε-κ' έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την +προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά +της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’ +αυτά τα λόγια. +-Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’ +εγώ εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που +θα κάνη η Κυρία Ουρανία!-να το δης που θε νάρθη μονάχη της να +σ’ ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας +των λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου, +τ’ είσ’ έτσι νερόβραστη σήμερα !; Πάρ' το σαλάκι σου για το +κεφάλι- δε θες καπέλλο. . .Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια, +για να ευχαριστηθή η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με +το χώμα- «πάνε μόνες» τα λένε - να τα βάλη στα πιάτα. . . +Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που +το κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . . +Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε +τις κλωστές απ' την ποδίτσα της κ' έβγαλε κι ακκούμπησε τα +κλειδιά πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο +πολκάκι αποπάνω και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με +τα μάτια χάμω, τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα +λίγα βήμα ως την πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . . +Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε +πως θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η +Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για +λουλούδια. Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη +Βεργινία. . και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο +σας!» και βγήκε κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα +ματόφυλλά της σα να μην ήθελε να δη πια τίποτα-σα να μην ήθελε +να δη στα μάτια του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά +δική της, πούτον το φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την +ψυχή, γιατί έφεγγε για μιαν άλλη. +- Να μην αργήσετε !-τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την +πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ' έχω να βάλω τα ρούχα +στο νερό-. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα +χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο +κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα +κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν +κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του +βουνού.. διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα +που γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν, +καθιστά ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που +τρεμοσάλευε. . . Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και +τα Σφαγεία . . . Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε, +γινόταν πιο ελαστικό-λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια +από πάνω τους. Και σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο +πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα +πρόσωπα τους, τα μάτια τους ανοίγανε διάπλατα και λαμπερά και +πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους, γλυκασμένο, ολόγυρα: στους +κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων που στέκονταν εκεί με τις +γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που περιμένουν, και τους +βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις ασβεστωμένες μάντρες με +τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και κάλτσες πλεχτές που +ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη σιγαλιά του βουνού +και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που γλυκοζούσαν +κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια. . . Όπως +τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα τους +ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους +ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . . +. . Κ' έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της +Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α ! τότε λύθηκε πια +ολότελα η βασκανιά κ' οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια +έγινε αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα +νάχε κάμη φτερά, μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ' έκοβε ένα +λουλούδι και πάλι σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε +παρακάτω, σα να την έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή +λες και φοβότανε μήπως φύγουν από 'κει που στέκονταν ή +μαραθούν-και δεν τα προφθάση. . . Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με +το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με το πρόσωπο σαν ανθισμένο +από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς απ’ όλα τα +μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε μπροστά να +τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της-μα πάλι σιγάλευε τα +βήματτα του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά - -- +Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε ! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε +τα λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα +προφθάσης!. . . Και πάλι τρέξε ! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ' εκεί +που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . . +Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός ;-ή +και τα δυο μαζί !. . . +Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των +παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά ! Μάζευε +κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη +ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους +ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, +γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά +ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν +και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες +μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, +γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια +σου . . . +Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και +λαχτάρα, δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το +σύννεφο ταπαλό και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και +ταγκαλιάση, φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος +γίνετ' ο Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη +θάλασσα του πόθου του; +Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε +κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο +ελαιώνας, πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του +Δαφνιού, το θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε +τώρα μια γλύκα τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της +Αίγινας ήτονε βαθιά μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο +αέρας ήτονε μαλακός, γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της +Κύπρου. . . +Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες +κόκκινες σαν αίμα-γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα-η +Λιόλια ξεφώνισε απ’την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη +βραδιά του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή): +- Κύριε Νίκο ! Κύριε Νίκο, ελάτε ! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες +έχει. Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα ! Για +κυττάξτε καλέ, είναι μια θάλασσα κόκκινη!-κι όλα τα κεφαλάκια +τους μαζί !. . . +Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους +μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν +χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά +τους τα χείλια-και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και +παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα +μες τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις +αγκαλιές τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα +φωτίσουν. Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά +ματάκια άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα, +και γέμιζε την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να +τις ξεφυλλίση, κ' έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ' αψηλά +κλωνιά που ανθίζανε δέσμες-δέσμες κ' ήτανε γεμάτα μέλισσες. . . +Δεν τα χωρούσε πια η αγκαλιά της κ' η ποδιά της τα λουλούδια κι +ανασήκωνε και τη φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο +χιόνι κ' η παχουλή γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και +πέταξε με βόμβο χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση• η Λιόλια +απ’ το φόβο της έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη, +γύρισε πίσω στο Νίκο να τη σώση. (Μέλισσα ! μικρέ θεέ, χωρίς να +κεντρίσης, ρίχνεις τη σαΐτα σου !) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του +να τσακώση τη μέλισσα . . . Μα του ξέφυγε., και πάλι έπιασ’ η +Λιόλια το τρεχιό μέσα στα λουλούδια. . και κάθε λίγο του +φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη να βγάλη ένα όμορφο άνθος με +τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε γεννηθή εκείνες τις ημέρες, +ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε γι’ αδερφή τους, έτσι που +πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε αποπάνω τους· κ’ έξαφνα +τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω +απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά φτεροκοπήματα σαν πνοές +άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και κόκκινες - σαν άνθη και +φλόγες που πετούσαν. . . Βαφτίστηκε η Λιόλια κ’ έχανε για να +τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί και χαρά· μα δεν τα +κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι, ίδιο συννεφάκι +τριανταφυλλί - γιατί με τ’άλλο βαστούσε τα λουλούδια μες τη +φούστα της : οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν ολότελα το +συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό μαζί τους +και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που έφθασε ο +Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ' έπιασε μια μεγάλη +κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την τρύπωσε +μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως πίσω +απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές, ίσαμ’ +εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’ έπεσε +μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το +σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση +κ' εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι +αυτός και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο, +ακκούμπησε απάνω ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα, +έπεσαν απάνω στα δικά της κ' η πνοή της, που ήτανε σαν του +φρέσκου ψωμιού την άχνα, τούρθε μες στο στόμα του. . . +Τότες τη Λιόλια την έπιασε μιαν αλλοιώτικη τρέμουλα:- θυμήθηκ' +εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε ο Νίκος;-τώρα έξαφνα +τρόμαξε από την μοναξιά ολόγυρά της; - ή έτρεμε καταπώς τρέμει +το φύλλο της λεύκας στο κοτσανάκι του μόλις που ορθρίση, πριν +ναρθή το αγεράκι της αυγής να το φιλήση και σαν το νερό που +κοιμάται κι απαντέχει τον ήλιο να το χρυσώση ; . . . Μονομιάς +βρέθηκε ολόρθη κι άρχισε να τρέχη - όχι πια να τρέχη μοναχά, μα +να φεύγη : έτσι φεύγει το ζαρκάδι μπρος απ’ τον κυνηγό, το +χελιδόνι μπρος απ’ το γεράκι. . . +Κι άξαφνα στα μάτια της μπροστά φάνταξ' ένα φέγγος, σαν από +χιόνι σταματημένο ανάερα, ακίνητο, με μίαν αχνή ρόδινη γλύκα +στην ασπράδα του και σα μέσα σ’ ένα αθώρητο δίχτυ από χρυσές +αχτίδες. Αμυγαλιές ήταν-τέτοιον καιρό που όλες έχουνε σχεδόν +ξανθίσει!-μην ήταν οι αδερφάδες τους οι γκοριτζιές κ’ οι +αγριοκορομιλιές, πούναι πιο τεμπέλες; ή μήπως τις είχε πάρει ο +ύπνος τις μυγδαλιές κι αργήσανε νανοίξουν τανθινά τους μάτια +απ’ τα βαθιά ονείρατα του χειμώνα! Άλλες δεν ήταν πουθενά : +αυτές μονάχα ανθίζανε σ’ όλον τον κάμπο . . κ' ήταν παγεμένες +όλες μαζί κ' έσμιγαν τα κλαριά τους από πάνω ως κάτω σαν πηχτά +χιονισμένα από τάνθη. . . +Στάθηκε η Λιόλια θαμπωμένη, άφωνη!. . κ' έπειτα σα να την +τραβούσε αυτή η λάμψη η γλυκειά : προχώρησε με βήματα αργά και +με μάτια μαγεμένα. . . +Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να +χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα +ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια +και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν +ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο +κι ούτε καν ο ουρανός απ’αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι, +πούμοιαζε κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο +πούκαναν τα ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό +δικό τους οι μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η +Περσεφόνη απ’ του Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ +ε ς του απάνω κόσμου. +Αχ, μυγδαλιές ! γιατί να φανερωθήτε μπρος σταέχε μάτια του +κοριτσιού ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από ταγόρι! Και γιατί +να μην τα κλείση τα μάτια της η κόρη, μόνο ναφήση να τηνέ σύρη +το γλυκό σας φέγγος κάτω απ’ τουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι +. . . +Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές +. . και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις +μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που +την πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει.. και ξεφώνισε +από λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους. . . +Λιόλια μου! Λιόλια μου! Τo Νίκο δεν έπρεπε να τον ξεχάσης, αφού +έτρεχες να μη σε πιάση, κι ούτε να του φωνάξης κρυμμένη μες +τανθινό σου άντρο: +-Ελάτε, Κύριε Νίκο! να κόψετε μερικά κλαδιά να πάρωμε μαζί μας +! +Κ' έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά-καλά ναποτελειώση το λόγο +της-ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του +κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε, +αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά +οδύνη λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν +υπερδύναμη φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη, +υπέργεια . . . Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα +και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ' +τον άνθινο θόλο, ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την +κάμαρη της αρρώστιας την πνιγμένη από τον πόνο, και τασπρισμένα +μάτια της Βεργινίας και τον εαυτό του ακόμα-και δεν είδε άλλο +μπροστά του, παρά τη λαχτάρα του πούχε ανθίσει και +γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη λαχτάρα του και κυλίστηκε +μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . . +Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα!. +. . +Ίσαμε πού νακούστηκε !. . . +Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα +χείλια σαν τις ανεμώνες ; Και βούιζαν οι μέλισσες +πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί +μια θεόρατη κυψέλη . . κ' έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά +τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που +έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων +την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων. . και το μύρο των +ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη, +ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας +παρθένας κοιμισμένης. . . +Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια - +τρομάρα ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ανθόφυλλα έπεσε +μαλακά: να σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που +τους είχε πάρει η Μοίρα τους στην αγκαλιά της--- +Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Μια βαθιοκόκκινη πένθιμη αντιφεγγιά και +κάτι μακρόσυρτοι μαύροι αχνοί σα σχισμένα κρέπια, κρεμαστά από +ψηλά, άπλωναν πίσω απ’ το λόφο της Καστέλλας κι απ’τα βουνά του +Δαφνιού πούχαν τώρα γίνει απόμακρα, μουντά, μολυβόμαβια, σα +σκιές απ’όνειρα σβυσμένα. Απάνω στου Υμηττού την ησκιογάλαζη +κάππα είχε ρίξει η βραδυνή θλίψη το μενεξεδένιο πέπλο της . . +και του καημού τα γιούλια άνθιζαν και σιγοτραγουδούσανε μες την +αμιλησιά της κοιμισμένης πέτρας. Μονάχα ο Παρθενών, +προβάλλοντας πίσω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γλυκοπύρωνε με τη +θύμηση των φιλιών του ήλιου σαν αποθεωμένος. . . +Έκανε ψύχρα τώρα. Ένας άνεμος βραδινός πλάγιαζε το χορτάρι +πούπαιρνε κάτι γυαλάδες σταχτιοκόκκινες και κερασογάλαζες απ’ +τα χρώματα της μαγεμένης σούρπας, της γλυκόθλιβης. Τα λουλούδια +κρύωναν κ' έκρυβαν τα κεφαλάκια τους μέσα στα χόρτα. . άλλα +καμπανίζανε λυγώντας απάνω στα ψηλά κλωνιά τους, ξέχρωμα κ' +ησκιερά μες το περίχυτο ασήμι του μουχρώματος. . . Γυρίζανε +σπίτι, περπατώντας γλήγορα-αυτός μπροστά κι αυτή πιο πίσω, +φορτωμένη ακόμα με τα λουλούδια που τάσφιγγε στο στήθος της +(αυτή τα βάσταγε, γιά την είχανε σηκώσει αυτά στην αγκαλιά τους +και την πήγαιναν ;)-τα λουλούδια που ήταν τώρα μαραμένα και +γεμάτα ήσκιο. Ήταν κλαμένη, η Λιόλια, ξαναμμένη, ξεμαλλιάρα μ' +ανθόφυλλα μυγδαλιάς μέσα στα μαλλιά της, και πήγαινε με το +κεφάλι σκυφτό, σκεπασμένο με το τριανταφυλλί σαλάκι της, σα +νάτον κι αυτή η ίδια ένα από τα κομμένα άνθη, τα μαραμένα και +γεμάτα ήσκιο. Ο Νίκος βαστούσε ένα μεγάλο κλαδί μυγδαλιάς στο +χέρι σαν τρόπαιο και στο πρόσωπό του, καθώς κύτταζε μπροστά του +κι αψηλά, έπεφτε λίγη λάμψη απ' το θρίαμβο του Παρθενώνος που +σιγοπύρωνε με τη θύμηση των φιλιών του ήλιου... +Καθώς ανέβαιναν τον τελευταίο ανήφορο πούβγαινε πίσω απ’ το +σπίτι τους βλέπουνε να ξεπροβάζη απ’ τη γωνιά της μάντρας τους, +η θεια Ελέγκω σε μεγάλες φούριες. . . Άμα τους είδε, ξεφώνισε, +σβαρνίζοντας τον κατήφορο : +- Μπράβο σας ! Έμ δεν είπαμε δα και να νυχτωθούμε ! Τρέχω να +προφτάσω τον Κωλοσούρτη - δεν μπόρεσα να κάτσω πιο πολύ, γιατί +έχω να μουσκέψω κάτι ρούχα και να σηκωθώ δυο ώρες νύχτα : μια +πλύση τρικούβερτη ! στης κυρίας Αθανασάκη-την ξέρετε δα, πουν' +ο άντρας της στο υπουργείο, πήρε προίκα αυτή πολλή . . καλέ +πουχ’νε το σπίτι στη ρούσσικια εκκλησία!-ας ήναι!. . . Μπρέ- +μπρέ-μπρέ-μπρέ ! Για μένα τα κουβαλήσατε όλα τούτα! Καλέ τι σας +ήρθε; όλο τον κάμπο πήγατε να σηκώσετε! Νά, τόσα σώνουνε: λίγα +κίτρινα κι απ’ αυτά εδώ τα κόκκινα, ναίσκε αυτά θα της αρέσουν +της Κυρία-Ουρανίας, και μερικά από τάσπρα- πού να τα σέρνω!. . +. Μάννα μου! τι όμορφα ετούτα τα μικρούλια, τα γαλανούλικα !. . +. Έ ! σώνουν πια - +- Αυτές εδώ είναι ανεμώνες-είπε σιγαλά η Λιόλια. . κ' είναι +βγαλμένες με το χώμα. Να στις βάλωμε μες το μαντιλάκι σου, θεια +Ελέγκω;. . . +-Πάρε κ' ένα κλωνάκι μυγδαλιά, θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος: για +σένα τις κόψαμε. . . +- Όχι να μην κουβαλάω τώρα δέντρ' ολάκερα! Θα με βγάλη όξω ο +εισπράχτορας-ξέρεις αυτοί δε χωρατεύουν. . . Κάθομαι και +χασομεράω και θα μου φύγη ο τρεχιόδρομος. . . Νά τον ! ακούτε;, +πλάκωσε κιόλας ο Βράκας. . . Γεια σας παιδιά μου ! νάχετε την +ευκή μου! Τη εβδομάδα που θα μας μπη, πάλι εδώ θα μ'έχετε. . . +Αμέτενε γιατ' είναι μονάχη της η καψερή η Βεργινία!. . . +Και πήρε τρεχάλα τον κατήφορο, φορτωμένη μιαν αγκαλιά +λουλούδια, η θεια Ελέγκω, σα βαρέλι που κυλούσε απ’το βουνό και +καθώς κατρακυλούσε, γύρισε και ξαναφώναξε : +- Λιόλια, όπως είπαμε, τη δουλειά σου και τη Βεργινία- τα μάτια +σου τα δυό !. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Ο Νίκος κ’ η Λιόλια με τανθισμένα τους κλαριά και με τα +λουλούδια, που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην +κάμαρη τη σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα-σα νάμπαινε +η ολόφεγγη και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη +δροσερή ανάσα των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθειά +ολόγυρα. Έτσι κ' η άνοιξη, η χλοϊσμένη, θλίβεται βαθιά σα +μαυροσυννεφιάση ο αχνογάλανος ουρανός-- +Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεββάτι της, άσπρη κ' +έρημη μέσα στο σκιόφωτο-αισθάνθηκ' ένα χύμα από εσπλαχνία να +ξεχειλίζη μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της +ζωής, αυτή δεν είχε τίποτα ! κι αυτός τα είχε όλα-κι ακόμα και +το λίγο εκείνο πούτονε δικό της της τόχε κλέψει, αφού της είχε +πάρει πίσω τον εαυτό του πούτον το μόνο της καλό. Τούρθε τότε +να της δώση κι αυτηνής λίγα από 'κείνα που του περίσσευαν : τα +κομμένα και μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα +του όλον τον ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα. . . Πήρε τα +λουλούδια απ’ τα χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεββάτι +της Βεργινίας. +- Νά Βεργινία ! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά +και της θειάς Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε +κάτω στου Ρουφ. . εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε- +Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα. . . +Κ' έπειτα σα νάθελε, ξέχωρ' απ’ τα λουλούδια να της δώση πάλι +και λίγο απ’ τον εαυτό του-από ‘κείνο που της πήρε το πιο +πολύτιμο ! έγειρε αποπάνω της, κοντά στο πρόσωπό της... +Η Βεργινία, όταν τον είδε νάρχεται κοντά της με τα λουλούδια, +είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα +ξανάκλεισε, καθώς της τάρριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεββάτι, +σα για να μην τα ιδή. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε αποπάνω της, +έξαφνα σήκωσε τόνα χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανο της +χέρι που οι γαλάζιες φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από +κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και με μια δύναμη, αφάνταστη για το +σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε κατάστηθα . . και τούπε με +κακία: +- Φύγε από 'δώ ! μυρίζεις ήλιο !. . αυτά να μου τα βάλης όταν +Θα με θάψης-και γύρισε το κεφάλι της απ' την άλλη μεριά. +Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα. +Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο +κρεββάτι της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο +νεκροστολίζοντας μια ζωντανή . . . +Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα +και δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα +μάτια που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρισμένη, με το +στόμα ένα γύρο κατακκόκκινο απ' τα κλάμματα, τριαντάφυλλο +βυσσινύ ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ' +όπως ήτον πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού- +- Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεββάτι !- της είπε σε λιγάκι ο +Νίκος . . . +Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τάχε +κόψει με τόση χαρά και που τώρα κοίτοναν ξέψυχα κι αυτά σαν +απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο . . . Μα κ' η Βεργινία δεν είπε λέξη +κι ούτ' άνοιξε τα μάτια-- +- Πέτα τα όξω στην αυλή !-ξαναείπε ο Νίκος. . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Αυτήν τη νύχτα κοιμόταν η Βεργινία βαθιά-γιατ’ είχε πάρει +υπνωτικό αποβραδύς για πρώτη φορά. Άξαφνα, κοντά το ξημέρωμα, ο +Νίκος μες τον ύπνο του άπλωσε το χέρι του απάνω στο κορμί της +Βεργινίας. Αυτό που τόσον καιρό λαχταρούσε η Βεργινία με +καρδιοβόρι: το χέρι του αγαπημένου αντρός που πάει ψάχνοντας +ναγγίξη την ποθερή γυναικεία σάρκα-τη σάρκα +πουν ολόδικιά του. . που γι’ αυτόν είν' έτσι απαλή και +πουπουλένια, για να σβήση μέσα της. . που γι' αυτόν ζη κι +ανθίζει, για να τονέ μεθύση με τη θερμή και μυρωμένη ανάσα της- +αυτό το χέρι το λαχταριστό της ήρθε της Βεργινίας εκείνο το +πουρνό. . . Αχ, μα και που ήρθε - δεν ήτονε δικό της ! - - +Ξύπνησε η Βεργινία ολότρομη ! - πόνεσε το κοκκαλιασμένο στήθος +της απ’ την αντρίκια ορμή και δύναμη του ερωτιάρικου χεριού: +σπαρτάρισε ολάκερη και ξεφώνισε αχνά (από τρομάρα ή από πόνο ή +από χαρά ;). . . Κι ο Νίκος, με τα μέλη ακόμα λυμένα απ’ τη +γλυκειά πρωινή νάρκη, ξύπνησε κι αυτός απ’ της Βεργινίας το +λάγγεμα και το ξεφωνητό. . . Μα σαν έννοιωσε κάτω απ’ τα +δάχτυλα του το ξυλιασμένο στήθος της άρρωστης, κρύωσε όλος και +μαζεύτηκε κουβάρι και γύρισε απ’ την άλλη τη μεριά. . . +Την άλλη μέρα το μεσημέρι γύρισε ο Νίκος μαζί μ' ένα λούστρο +κουβαλώντας σ’ ένα καροτσάκι δυο στρίποδα και κάτι σανίδες κ' +ένα στρώμα και ρούχα του ύπνου. +- Πήγα και τα πήρα από 'να φίλο μου που τάχε περισσευούμενα, +είπε της Βιργινίας καθώς τα φέρνανε με το λούστρο μέσα στην +κάμαρη. Σε ξυπνάω τη νύχτα κι ο γιατρός είπε πως πρέπει να +κοιμάσαι ήσυχη - +Αυτό ήτον το τελευταίο θανάσιμο χτύπημα για της Βεργινίας την +ύπαρξη-- +Ο ήλιος έφεγγε πάλι σήμερα με την ίδια γλύκα σαν και χτες. Η +απαλή φεγγοβολιά του σα χάδι ρευστό σιγά-σιγά μαλάκωσε και την +αντάρα μες την ψυχή της Λιόλιας. Τo δειλινό η Λιόλια κατέβηκε +στην αυλή. Όλα γύρω της όπου έβλεπε το μάτι της, ήτανε +χρυσωμένα μ’ ένα μάλαμα πορτοκαλλύ, ώριμο, παχύρρευστο σαν +κάποιων παλιών κρασιών, με κάτι ήσκιους βγαλμένους από μέσα του +μαβιούς, μενεξεδένιους, πορφυροπράσινους. Όλα έδειχναν, απάνω +τους πεσμένη, μίαν ανέκφραστη γαλήνη κι ανάπαυση. . . Ω ! τι +θάμα !: η μυγδαλίτσα, η μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα είχε ανθίσει +άξαφνα, εκείνην τη νύχτα. . . Η Λιόλια πήγε κοντά της : δυο +ανθάκια ήταν όλο κι όλο ανοιγμένα· μα είχε κι άλλα μπουμπούκια +έτοιμα να ξεσκάσουν. Έλυσε η Λιόλια το σχοινί που ήτανε δεμένο +απάνω στη μυγδαλίτσα και την τυραννούσε και το πέρασε πίσω απ' +το σωλήνα της βρύσης που ξέβγαινε λιγάκι απ' τον τοίχο της +μάντρας. Έπειτα έσκυψε να δη τι απόγιναν τα λουλούδια που τάχε +ρίξει τάλλο βράδυ μέσα στη γούρνα. . . Σε λίγο βρεθήκανε δυο +πιατάκια μ' ανεμώνες κόκκινες και γαλάζιες, βγαλμένες με το +χώμα, καθώς κ’ ένα κλαδί μυγδαλιάς (από 'κείνες εκεί του κακού +του κάμπου !), ολόδροσο κι ανθάτο, απάνω στον κομμό. . . +Πέρασ' άλλη μια μέρα, ωραία και γλυκόζωη, σαν τις άλλες. Ότι +είχαν αποφάει. Η Λιόλια είχε βγη να καθήση στα σκαλοπάτια μπρος +την πόρτα της αυλής. Τo φεγγάρι ήτονε βγαλμένο νωρίς: ήτον +πανσέληνος εκείνην τη βραδιά. . . Ο Νίκος έδωσε της Βεργινίας +το σκονάκι για τον ύπνο, που έκανε δυο-τρεις ώρες ως να +ενεργήση. Έξω ήτανε μέρα απ' του ολόγιομου φεγγαριού τη λάμψη +και μύριζε καλοκαίρι-από 'κείνες τις καλοκαιριάτικες βραδιές +που κάνουν τη ζωή παραμυθένια. . . Ποιος μπορεί να μείνη μέσα +στην κάμαρη τέτοια βραδιά ;- έτσι κι ο Νίκος έσβυσε το φως, για +ναποκοιμηθή πιο εύκολα η Βεργινία, κι άνοιξε την πόρτα της +αυλής κι άνοιξε όλο του το στήθος στη φεγγερή γαλήνη πούτον έξω +και στη δροσερή ανάσα τη μοσχόβολη της κοιμισμένης πλάσης. . +έπειτα έγειρε πίσω του την πόρτα και κάθησε κι αυτός στο +σκαλοπάτι που καθόταν η Λιόλια. Αυτή πήγε να σηκωθή από 'κεί +καθώς τον είδε. Μα δεν την άφησε. . της είπε να κάτση, γιατ' +αλλοιώς θάφευγε κι αυτός: - κ' έτσι ξανακάθησε στην άλλη άκρη +του σκαλοπατιού - - +Και το φεγγάρι στρογγυλοπρόσωπο, άσπρο σαν το γάλα, ολοένα +ανέβαινε πιο αψηλά και ξεδίπλωνε την αχτιδένια κόμη του που +ολόγυρα στο πρόσωπό του ήτονε σαν κόκκινο χρυσάφι, μα καθώς +άνοιγε κ' έπεφτε πιο ανάρια κι από πιο ψηλά, γινόταν ένα πέπλο, +μυριοξέδιπλο, υφασμένο απ' ασημένια σιγαλιά και θλίψη γλυκειά +γλαυκή, που τύλιγε όλον τον ουρανό και τη γης μαζί σ’ ένα +σβήσιμο ευτυχίας αλάλητο. . . Και το φεγγάρι ακκούμπησε τα +γιασεμένια του τα μάγουλα στο τζάμι της Βεριγινίας που κειτόταν +έρημη μες τη σκοτεινή της κάμαρη. . και χύθηκε ένα -- +φωτοπόταμο αργυρόλαυκο απάνω στο κρεββάτι της. . κι αυτό +περνούσε πλατύ και ήρεμο από πάνω απ’ την κουβέρτα της +Βεργινίας και κατέβαινε, χωρίς να παφλάζη, κάτω στο πάτωμα και +κυλιόταν αμίλητο, αργοστάλαγο, μπρος απ’την πόρτα πούβγαινε +στην αυλή κ' ίσαμε τον τοίχο κι 'ανέβαινε και στον τοίχο ακόμα, +όπως κάνει το νερό του συντριβανιού, ασάλευτο πάντα, μα και +λαχταριστό στην ανθισμένη αφροκορφή του, ως απάνω στο ταβάνι κ' +εκεί έσβηνε, χάνονταν κάτω απ’τη σκεπή. . . +Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με +τη χλωμάδα του σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο- - Κύτταζε η +Βεργινία τη γλυκόϋπνη κι ασημένια νάρκη του ποταμιού που +κυλούσε απ’ ταφάνταστα βάθη τουρανού -αναγάλλισμα μιας άλλης +ζωής πιο γλυκείας και πιο αιώνιας-, που περνούσε αποπάνω απ’ +αυτό το κρεββάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως +τη σκεπή, έφευγε σταπόμακρα και στα ουράνια. . . Αχ! πόθησε να +πάη μαζί του, η ποθοπλανταγμένη, να σβήση τη λαχτάρα της μέσα +σ' αυτής της αγαλοστάλαγης φεγγαρίσιας λύπης το γάλα - το +γλαυκόφεγγο - το γλυκοϋπνιασμένο. . . +Όταν της έδωκε ο Νίκος απόψε το υπνωτικό, το ήπιε με τον ίδιο +πόθο να μην ξυπνούσε πια· ήθελε να του πη να της δώση κι άλλο +ένα σκονάκι για να κοιμηθή καλύτερα, μα εκείνος έφυγε αμέσως +από κοντά της- Και τώρ’ αυτός ο πόθος της για να σβήση έκαμε +μέσα της φτερά, φτερούγες υπερδύναμες που αρχίσανε να σαλεύουν +έτσι πούνοιωσε να τη σηκώνουν ολόρθη στο κρεββάτι. Σα να +φούντωσε μια φλόγα μέσα της από μια σπίθα που σιγόσβηνε κάτω +απ' τη χόβολη, αισθάνθηκε μίαν πύρινη πνοή μέσα στις φλέβες +της, αισθάνθηκε τα νεύρα της σίδερο ρευστό. . . Ήτονε μονάχα +πούθελε να πάρη τα σκονάκια απ' τον κομμό; - ή μην ήθελε και να +δη που ήτον ο Νίκος με τη Λιόλια, οι δυο τους πούχανε βγη έξω +απ την πόρτα;. . Έξαφνα βρέθηκε ορθή έξω απ’το κρεββάτι, αυτή +πουχ’ένα μήνα να κουνήση χέρι, περπατώντας, αυτή που νόμιζε πως +είχε ξεχάσει το περπάτημα: έκαμε μερικά βήματα γλήγορα τόνα +μέσα στάλλο, σαν αέρινα, περνώντας μεσ' απ' τη λουρίδα του +φεγγαριού που κοιτότανε στο πάτωμα, μες τάσπρο της το νυχτικό +πιο άσπρη ακόμα απ’ τη φεγγαρίσια λάμψη - λες και ζωντάνεψε το +φεγγάρι και σηκώθηκε από χάμω και περπάταγε... Ήυρε το κουτί με +τα σκονάκια, σα μέσα σ’ όνειρο, κ' έπειτα έκαμε άλλο ένα βήμα +κατά την πόρτα της αυλής, που ήτανε γερμένη, κ' έσυρε ανάλαφρα +το θυρόφυλλο- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +Κύτταζε τώρα η Λιόλια το κεφάλι του αγαπημένου αντρός που +βάραινε απάνω στο στήθος της : τη μύτη τη δυνατή και με το +κόκκαλο λιγάκι πεταχτό στη ρίζα, τα κλειστά ματόφυλλα, σα φύλλα +λουλουδιών, που τα γαλάζωνε στις άκρες ο Ύπνος με της γαλάζιας +του φτερούγας την αντιφεγγιά, με τα μακριά κροσσωτά τσίνουρα +καταπάνω, πούριχναν ήσκιο στα μάγουλά του- κ' η καρδιά της +πλημμύριζε από κάτι απέραντο κ' υπερδύναμο που τόσον καιρό τόχε +κρατημένα μέσα της και της πονούσε τώρα, όπως πονεί το πρώτο +γάλα στη μητέρα. Απ’ την ημέρα πούχαν πάει στα λουλούδια δεν +είχε σηκώσει τα μάτια της απάνω του απ’ το φόβο μήπως απαντήση +τα φριχτά μάτια της Βεργινίας που ξεφώνιζαν, άλαλα, από καημό +κι απελπισία. . περισσότερο όμως ακόμα φοβότανε μήπως +αντικρύση τα δικά του μάτια! Τώρα που σα συνεπαρμένος απ' τη +γοητεία της φεγγαρίσιας ευτυχίας είχε γείρει στον κόρφο της να +κοιμηθή, τώρα τον κύτταζε άφοβα, τώρα τον φιλούσε όλονε με τα +πρωτοξύπνητα γυναικεία μάτια της, τον άντρα τον αγαπημένο. Τι +ζεστά που μύριζαν τα γλυκά μαλλιά του! σαν κάτι ζωντανό και +δυνατό που της ήτονε φόβος μαζί και λαχτάρα. Αχ, τα στήθια της +νάλυωναν ήθελε κάτω απ’ αυτό το βάρος που λίγο της φαινότανε +για την αγάπη της. Κι ολοένα περισσότερο βυθιζότανε στην +ευδαιμονία αυτής της θωριάς, βούλιαζε ολάκερη, χανόταν. . ως +που τα μάτια της κλείσανε σαν από μιαν ηδονή κι έναν πόνο +αβάσταχτα για την ψυχή της-- +Και τα μάτια της είδαν τότες πως σηκώθηκαν απ' το σκαλοπάτι και +βγήκαν έξω στο δρόμο μαζί με το Νίκο-πιασμένοι απ’ τα χέρια - +και κατέβηκαν απ’ το βουνό τους κάτω στον κάμπο με τα λουλούδια +πούχαν πάει τις προάλλες . . και πέρασαν όλον τον κάμπο και +μπρος απ' της Καλλιθέας τα σπίτια που ήταν τυλιγμένα μες +τασημένια μαλλιά του φεγγαριού τα ξέχυτα και - πάντα +χεροπιασμένοι με το Νίκο - ανεβήκανε σ' εκείνο τολοστρόγγυλο το +βουναλάκι-προτού νανοίξη ο κάμπος για τις Τζιτζιφιές-πούχει +στην κορφή του την εκκλησίτσα της Αγια-Σωτήρας. . . Εκεί στο +βουναλάκι απάνω στεκόταν το φεγγάρι• μα δεν τόβλεπαν καθώς +ανεβαίνανε, γιατ' ήτον κρυμένο πίσω απ’ την εκκλησίτσα. Μόλις +όμως έφθασαν απάνω στην εκκλησιά, ξεπρόβαλε και τους έλαμψε μες +το πρόσωπο τόσο που θάμπωσαν τα μάτια τους. . . +- Καλωσορίστε !-τους είπε το φεγγάρι. Τι γινήκατε τόσον καιρό ; +Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα που είμαι ολομόναχο πάνω στα +βουνά. Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων: μπαίνω στις κάμαρες +τους και τους φιλώ τα μάτια, πέφτω μες τις στέρνες τους και +ξαπλώνομαι στα δρομάκια των περβολιών τους και σκαρφαλώνω +μάντρες και γέρνω απάνω στις οξώπορτές τους και ξενυχτώ στα +σκαλοπάτια : μόνο και μόνο για να βγούνε να με ιδούν· μ’ αυτοί +μ' αφήνουν ολομόναχο απάνω στο βουνό μου. Τώρα που ήρθατε εδώ +πάνω θα πάμε μες την εκκλησιά: εγώ θα σας στεφανώσω. . . Και +καθώς μίλαγ' έτσι το φεγγάρι, ξαφνίστηκεν η Λιόλια κι ο Νίκος +κι άνοιξαν πάλι τα μάτια τους τα θαμπωμένα απ’ τη λάμψη του, +για να το ιδούν: Τι άσπρο πούτον το φεγγάρι και τι λυπημένο ! - +σαν τη Βεργινία. Και καθώς το κύτταζαν ακόμα, είδαν πως ήτον το +πρόσωπο της Βεργινίας μες το φεγγάρι-Τότες η Λιόλια έβγαλε ένα +μεγάλο «Αχ !» και πετάχτηκε ολόρθη με τα χέρια στον αέρα. Κι ο +Νίκος ξετινάχτηκε απ’ τον ύπνο κατατρομαγμένος και κατρακύλησε +απ’ το σκαλοπάτι. . . . Γύρισ' η Λιόλια να μπη στην κάμαρη· η +πόρτα ήτον ανοιχτή. Στο κατώφλι ήτον πεσμένο κάτι άσπρο : το +φεγγάρι ήτον πεσμένο στο κατώφλι. Μα μες στην άσπρη λουρίδα του +φεγγαριού φάνταζε κάτι πιο άσπρο ακόμα : ήτον η Βεργινία με το +νυχτικό της ξαπλωμένη χάμω μπρος στην πόρτα-για να μπη κανείς +μες την κάμαρη έπρεπε να δρασκελίση το κορμί της. Σα νάχε πέση +το ίδιο το φεγγάρι απ’ τον ουρανό και νάχε ξεψυχήσει εκεί δα +τυλιγμένο μες τα πέπλα των αχτίδων του: έτσι έδειχνε. +Δική της ήτον η φωνή που άκουσε η Λιόλια μες τον ύπνο της ή της +Βεργινίας πούχε κατεβή από το κρεββάτι της κ' είχε ανοίξει +σιγαλά την ακκουμπησμένη πόρτα ;- - - - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +- Παναγία μου! Κατέβηκε απ’ το κρεββάτι. . . έπεσ' απ’ το +κρεββάτι. . . Καλέ! καλέ πέθανε καλέ !. . Αχ, Κύριε Νίκο ! δεν +ακούτε; πέθανε Κύριε Νίκο ! Δεν τη βλέπετε Κύριε Νίκο ; Αχ, Θε +μου! θε μου! τώρα τι να κάνουμε ; τώρα τι να κάνουμε; +Έτσι ξεφώνιζε αλαλιάρα, φρενιασμένη απ’ την τρομάρα της που την +είχε παγώσει όλην ως μέσα στην ψυχή της, η Λιόλια, σαν είδε τη +Βεργινία πλαγιασμένη ξέπνοη μες του φεγγαριού το αργυρόγλαυκο +ποτάμι. . κι αρχίνησε να κλαίη, να θρηνή. . . +Ο Νίκος, ξεσυρμένος έτσι απότομα, σαν απ’ τα μαλλιά, μέσ' απ +την ονειρεμένη του αγκαλιά, δεν κατάλαβε στην αρχή που +βρισκόταν και τι του γινόταν. Με τες φωνές της Λιόλιας, που +απηχούσανε στριγγά στη γλυκόϋπνη σιγαλιά της νύχτας, ήρθε στον +εαυτό του : τα μάτια του άδραξαν τη φριχτή ζουγραφιά, την +ολόφεγγη, εκεί μπροστά του στο κατώφλι της κάμαρης, και σα μιαν +αστραπή πέρασε μέσ’ απ’ το μυαλό του και σα μια στιλετιά μέσ' +απ’ την καρδιά του. +- Βεργινία !-έβγαλε μια φωνή βραχνή, πνιγμένη, σα μέσ' από +κάποιο πηγάδι. . . Δε μ' ακούς, Βεργινία ! Τ' είναι μωρή τούτα +που μας κάνεις; Βεργινία !-και γονατιστός χάμω σκουντούσε το +κατάψυχρο κορμί της, το κάτασπρο μες τάσπρο του το νυχτικό, πιο +άσπρο και πιο κρύο κι απ’ τασημένιο φως του φεγγαρίσιου +ποταμιού που τόχε πάρη στην αγκαλιά του. +- Ελάτε, Κύριε Νίκο να τη σηκώσουμε, να την πάμε στο κρεββάτι +της! φώναζε η Λιόλια με μια φωνή που κολυμπούσε μες τα κλάματα. +. . Αχ, τώρα τι να κάνουμε ! τώρα τι να κάνουμε! Αχ, Κυρία +Βεργινία, Κυρία Βεργινία μου ! δεν ακούτε ; ελάτε να σας +σηκώσουμε με τον κύριο Νίκο ! Αχ, τώρα τι θα γίνουμε! -κ' +έστριβε τα χέρια της, αποπάνω από το κορμί της Βεργινίας το +κοιτάμενο, μέσα στην κάμαρη τη γεμάτη κρυφοσάλευτους ήσκιους +και φως φανταστικό απ’ το μυστικό φεγγάρι, που έμπαινε τώρα από +δυο μεριές: απ’ το παράθυρο κι απ’ την ανοιχτή την πόρτα της +αυλής. . . +Σήκωσε ο Νίκος με τη Λιόλια την ξέπνοη Βεργινία - σαν πούπουλο +!-και την απίθωσαν απάνω στο κρεββάτι. Έπειτα ο Νίκος έψαξε κ’ +ηύρε το μπουκαλάκι με τον αιθέρα πάνω στον κομμό και τάνοιξε +κάτω απ’ τη μύτη της. Μα η Βεργινία δεν κουνήθηκε. Της έσταξε +λιγάκι στα μηλίγγια της και της τάτριψε. Της έτριψε και τα +χέρια μ' όλη του τη δύναμη ως που ρόδισαν αχνά. Ήρθ' η Λιόλια +με παννιά στα χέρια που έβρεχε με ξύδι και της τάβαλε της +Βεργινίας στο κούτελο και μπροστά στα ρουθούνια. . . Έπιασ’ ο +Νίκος κ' έσταξε ένα-δυο σταλαγματιές αιθέρα μες το στόμα της +που ήτανε μισάνοιχτο.-Τίποτα ! +- Πάω να φέρω γιατρό ! είπε· είν' ένας εδώ κοντά στου +Μακρυγιάννη : αυτός έρχεται ότι ώρα του 'πης. Κάνε ό,τι +μπορείς, Λιόλια, να τη συνεφέρης ! Άσ' τα κλάματα τώρα! - αυτά +μας έλειπαν. . . Έφθασα. . . +- Μη φύγης, Κύριε Νίκο ! μη μ' αφήσης μονάχη ! -ξεφώνισε +θρηνιάρικα η Λιόλια. +Μα ο Νίκος είχε γίνει αέρας-- +Σαν απόμεινε η Λιόλια μονάχη της, πήγε σε μια γωνιά της κάμαρης +κι άρχισε, απ’ το φόβο κι απ’ τη συγκίνησή της, να σκούζη σα +μικρό παιδάκι: παιδάκι ήτον ακόμα το κακόμοιρο το κορίτσι και +δεν τούχαν τύχει ποτέ του τέτοια φοβερά περιστατικά. Αυτές τις +μέρες η ζωή παρά πολλά της είχε ρίξει απάνω στην τρυφερή +ψυχούλα της και σαν ανθάκι που ήτανε λύγισε απ’ την ορμή της +μπόρας. . . +Εκεί πούκλαιγε, σάλεψε η Βεργινία τα χείλια κ' έβγαλε ένα +βαθύν αναστεναγμό, βογκητό μακρόσυρτο τραγουδιστό σαν από +κάποιαν πνοή αλυσοδεμένη που ξελύθηκε μ' αιματωμένες τις +φτερούγες. . κι άνοιξε τα μάτια. . . +Η Λιόλια πετάχτηκε κοντά της: +-Αχ, Κυρία Βεργινία! ξυπνήσατε πάλι;-φώναξε, γέρνοντας απάνω +της με τρέμουλη χαρά στη δακρυσμένη της φωνή. Τι μας κάνατε! +Γιατί να κατεβήτε απ' το κρεββάτι; Να σας δώσω αιθέρα να +μυρίσετε ; Σταθήτε να σας φέρω λίγο νερό να πιήτε! +Μα ως που να βάλη νερό στο ποτήρι και να ξεστουπώση το +μπουκαλάκι με τον αιθέρα, ξανάκλεισαν της Βεργινίας τα μάτια +και το κεφάλι της έπεσε βαρύ απάνω στο στήθος και κύλησε κατά +πλάι: άνθος σε κλωνί σπασμένο. +Τότε την έπιασε σαν τρέλλα τη Λιόλια. Άρχισε να τρέχη μέσα στην +κάμαρη που τη φώτιζαν αλλόκοτα, τραγικά παλεύοντας, δυο +αποφεγγιές: του φεγγαριού το κρύο τασήμι που μοιάζει με το φως +των ματιών του Χάρου κ' η κιτρινάδα της λάμπας: ίδια +αρρωστημένη φλόγα της ανθρώπινης ζωής. Ολομόναχο το κοριτσάκι, +αλαλιασμένο απ’ το φόβο του θανάτου έστριβε τα χέρια του. . +έπειτα πήγε και γονάτισε μπρος στο κρεββάτι και φιλούσε το χέρι +της Βεργινίας που κρεμόταν απόξω ; +- Βεργινία μου ! αγάπη μου Βεργινία! εγώ είμαι, ο Νίκος σου!- +έτσι της φώναζε, θαρρώντας πως θα την ξυπνούσε η δύναμη του +αγαπημένου της ονόματος, γιατί αισθανόταν πως αυτήν και +πεθαμένη θα την ξύπναγε εκείνο τόνομα. . . +Και ξανασηκώθηκε απάνω και της έσταξ' αιθέρα στο στόμα, καταπώς +είδε να κάνη ο Νίκος. . της έρριξε νερά στο πρόσωπο τόσο που +την καταμούσκεψε. Έπειτα τάφησε όλα κι άρχισε πάλι να τρέχη +ολόγυρα σα χαμένη απ’ τον εαυτό της. . . Με μιας της ήρθε να +χτυπήση με τις γροθιές στο μεσότοιχο της γειτόνισσας. Αχ, αυτές +οι γυναίκες, βουλωμένα τάχαν ταυτιά τους και δεν άκουγαν τίποτ’ +απ’ όλο αυτό το κακό ; +- Βοήθεια, Κερά γειτόνισσα ! ελάτε! η Βεργινία πεθαίνει ! -- +ξεφώνισε, ταράζοντας σύσσωμη απ' της φωνής της τον τρόμο κι απ’ +το ίδιο το νόημα το φριχτό του λόγου πούλεγε—Δεν μπορούσε να +βγη απέξω να φέρη κανέναν απ’ τη γειτονιά : κι αν πέθαινε η +Βεργινία σταναμεταξύ μονάχη;-κ' έσφιγγε τα μηλίγγια της με τις +κλειστές μπουνιές της απ’ την απελπισία, σα να φοβότανε μην της +φύγη το μυαλό της. . . Εκεί που κοβόταν έτσι και τάραζε, άνοιξε +η πόρτα και μπήκε ο Νίκος με το γιατρό. +Δεν ήτον ο κομψευόμενος και ο μοσχομυρισμένος, ο γυναικολόγος +και γυναικάκιας πουρχόταν πάντα: αυτός καθότανε στην άλλη άκρη +της Αθήνας κι ούτ' έβγαινε τέτοιαν ώρα απ’ το σπίτι ναρθή εδώ +έξω. Ήτον ένας γιατρός της συνοικίας που απ' το πρωί ως το +βράδυ και τη νύχτ' ακόμα έτρεχε στη φτωχολογιά - ένας τύπος +πλακιώτικος: μια μαύρη ρεμπούπλικα χωμένη ίσαμε ταυτιά, κάτι +παντελόνια φαρδιά και μακριά που σέρνονταν πίσω κατασκονισμένα +πάντα, ακόμα και το πρωί πούβγαινε απ’ το σπίτι, μια μαγκούρα +θεόρατη και μια φάτσα ίδιο γουλί με τρύπες-τρύπες το πετσί σα +σουρωτήρι, αγύριστη αιωνίως που θύμιζε κάτι παλιά ξυστριά +αλογίσια. Σα δικαστικός κλητήρας φαινόταν αυτός ο γιατρός, σα +μεσίτης ή εργολάβος οικοδομών-κι όμως τέτοιος πούτον πολύ τον +αγαπούσε ο κοσμάκης. Πολλά πράματα δεν ήξερε, μα έπαιρνε και +λίγα: ένα διπλό και καμμιά φορά και πενήντα λεπτά. Πάντα +παρηγοριά είναι ο γιατρός-κι αυτό είν' περισσότερο στην +αρρώστια για το μικρόν τον κόσμο. +Χωρίς να βγάλη το καπέλλο του, πήγε τα ίσα στο κρεββάτι κι +απίθωσε τη μαγκούρα απάνω στην κουβέρτα. Έπιασε το σφυγμό της +Βεργινίας, έβαλε το χέρι στο λαιμό της και στην καρδιά.. έβαλε +ταυτί του στο στήθος. . . +- Λιποθυμία είναι, μα είναι πολύ αδύνατη. Έχετ' αιθέρα -είπε με +μια φωνή βραχνή σα ραϊσμένο πιθάρι- +Έσταξε λίγο αιθέρα μες το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν εκεί +δα από πρωτύτερα που τόχε φέρει η Λιόλια και προσπάθησε να της +δώσει να πιή, ανασηκώνοντας της το κεφάλι. +-Δεν καταπίνει !-Ένα κουταλάκι μικρή!-και της έρριξε από λίγο +μες το στόμα.-Έχει κτυπήσει και στο κεφάλι, είπε, δείχνοντας +ένα πρασινωπό καρύδι πούχε φανή άξαφνα, λίγο αιματωμένο, απάνω +απ' ταριστερό μηλίγγι της.- Βάλ’ ένα παννάκι βρεμμένο εδώ πάνω +!-έγνεψε της Λιόλιας. +Ο Νίκος τούχε πη του γιατρού για την αρρώστια της Βεργινίας στο +δρόμο πούρχονταν, και για την κούρα που της είχε κάνει ως τα +τώρα ο άλλος ο γιατρός ο γυναικολόγος που τον είχε συστήσει ο +μάστοράς του γιατ' είχε λέει κάνει θάματα στη γυναικάδερφή του. +. και γι’ αυτό τον έφερνε ακόμα εξακολουθητικώς, ειδεμή και +βέβαια θάπαιρνε του λόγου του πούτον και της συνοικίας. Αλλά +μια κ’ είχε αρχίσει!. . κ’ έπειτα ο καθείς λέει πως να περάσ’ +όπως κι όπως η αρρώστια. . . +- Πού την ηύρε τη δύναμη και κατέβηκε απ' το κρεββάτι !-είπε +τώρα ο γιατρός-αφού έχει τόσον καιρό να σηκωθή και σε τέτοια +χάλια που βρίσκεται ! Απ' την πολλή αδυναμία είναι που δεν +μπορεί να συνέρθη: τα νεύρα της έχουν ξεχαρβαλωθή ολότελα- +Μήπως και ταράχτηκε ;-μην είδε τίποτα και τρόμαξε; +Σαν άκουσ’ έτσι η Λιόλια, ξάστραψε κάτι μες το νου της: +ξαναείδε την ολόχυτη λάμψη του φεγγαριού στο κατώφλι με τη +Βεργενία πεσμένη μέσα της σαν πνιγμένη και την πόρτα την +ανοιχτή και στο σκαλοπάτι της ανοιχτής πόρτας είδε τον εαυτό +της και το Νίκο κοιμισμένο με το κεφάλι του ακκουμπηστό στον +κόρφο της. . . Α ! τότε κατάλαβε-γιατί ως τα τώρα απ’ την +τρομάρα και την ταραχή δεν είχε τόπο η ψυχή της για τίποτ' +άλλο— Κι όχι κατάλαβε, παρά αισθάνθηκε μες τα θολά βάθη του +γυναίκειου είναι τις, ταθώο το κοριτσάκι, πως κάτι τρομερό είχε +γίνει, τόσο τρομερό που έφθανε για να σκοτώση μια γυναίκα και +πως γιαυτό πέθνησκε τώρα η Βεργινία---ζαλίστηκε, τα γόνατά της +λύθηκαν και πιάστηκε απ’ το κρεββάτι να μην πέση- +«Κρακ» έκαμε κάτι κάτω απ' τα πόδια του Νίκου εκεί που πήγε να +κάμη ένα βήμα πιο πέρα. . έσκυψε να το σηκώση ήτον το κουτί με +τα σκονάκια (πούχε πάρει η Βεργινία απ’ τον κομμό), πατημένο +πήττα. +Ο γιατρός σταναμεταξύ είχε βγάλει απ' την τσέπη του μια σύριγγα +κ’ έκαιγε τη βελόνα της απάνω απ'το γυαλί της λάμπας. . . +- Πώς βρέθηκε το κουτί εδώ χάμω ; - ρώτησε ο Νίκος τη Λιόλια- +εγώ τόχα αφήσει απάνω στον κομμό !- +Στεκόταν τώρα η Λιόλια ακκουμπησμένη στο κρεββάτι, άφωνη, και +κύτταζε το γιατρό με μεγάλα μάτια, γεμάτα βαστηγμένα δάκρυα. . +το στήθος της ανασηκωνόταν κάθε τόσο από ξέμακρα αναφυλλητά +βουβά που της τρεμούλιαζαν το σαγόνι και το κάτω χείλι: έτσι +αστράφτει πίσω απ' τα βουνά, ύστερ' από βροχή και κάποια βράδυα +του καλοκαιριού, από αντάρες που δεν ακούς το βόγκο τους. +-Νά, κυρ Γιατρέ, της δώσαμε απ’ αυτό το υπνωτικό σήμερα, μπας +και την πείραξε; αρχινίσαμ' απ’ τα χτες: γιατί δεν κοιμόταν τη +νύχτα ολότελα· ο γιατρός είπε πως το περισσότερο είν' η +αγρύπνια που την αδυνατίζει και της τόγραψε. +- Αηδιές ! πολύ άσχημα. . είναι, βλέπεις, τώρα και το +ναρκωτικό που τη βαστάει σ' αυτήν την θέση. Τι γράφει απάνω;., +αριθμό έχει μονάχα. . πουν' η ρετσέτα; +-Την κρατήσανε στο φαρμακείο. +Άνοιξ’ ένα σκονάκι ο γιατρός κ' έβαλε στη γλώσσα του και +χτύπησε τα χείλια του. . σήκωσε τους ώμους και κρέμασε το κάτω +χείλι τον, σα νάθελε να πη: «ξέρω κ' εγώ τι κουραφέξαλα είνε +αυτά !» +-Τώρα ό,τι είναι είναι! Σταθήτε να κάμουμε μια στιγμή την +ένεση. Έλα εδώ εσύ μικρή!-είπε, γεμίζοντας τη σύριγγα μ’ +αιθέρα-άνοιξε το ποκάμισο της Κεράς σου και σκούπισε λίγο το +μέρος εκεί κοντά στην καρδιά μ' ένα μαντηλάκι. Στάσου να σου +στάξω καλύτερα λίγο αιθέρα. . έτσι !. . . +-Αχ, κυρ Γιατρέ: Τι! Θα της τρυπήσετε την καρδιά με τη βελόνα;- +φώναξ’ η Λιόλια με τρόμο, έτοιμη να ξαναρχίση τους θρήνους . .. +-Μη φοβάσαι! δεν τρυπάω εγώ τον κόσμο. . μόνο σα την τσιμπήσω +λιγάκι απέξω απέξω, πιο λίγο από μια μέλισσα + (μέλισσα! μέλισσα ! που ήτονε μια μέλισσα που ήθελε να την +τσιμπήση ;-συλλογίστηκε η Λιόλια κ' έξαφνα είδε μπροστά της τον +κάμπο με τα λουλούδια και τάραξε σύσσωμη) +. . οι νέοι οι γιατροί, οι πολύξεροι, που γράφουν τα μοντέρνα +τα ναρκωτικά, τις κάνουν τις ενέσεις στο μπράτσο ή στο πόδι- +γύρισε κ’ είπε κατά το Νίκο, ο γιατρός, εκεί που έχωνε τη +βελόνα στο κίτρινο πετσί της Βεργινίας (πετσί και κόκκαλο!- +ανατρίχιασε ο Νίκος που την είδε)-εγώ τις κάνω κοντά στην +καρδιά και ξέρω τι κάνω. . . +Έπειτα τη σκέπασε τη Βεργινία και κάθησε στην καρέκλα να δη την +ενέργεια. +Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η +Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της +κόρη την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη-αν νεγκλιζέ. Η γριά +τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας» +τα χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε +μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα έν οίκω μη εν +δήμω !» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης +γαλοπούλας μέσ' απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το +κουμπί! τι σακκούλες κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια ! τι χρώμα σαν +το κυδώνι !- άφησε πια το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με +τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα +κατσάρια! . . . +-Καλέ τί πάθατε, Κυρ Νίκο μου! στρίγγλισε η γριά συφορά. Είπα +κ’ εγώ ! «στον ύπνο μου τον ακούγω αυτόν το σαματά ή μην κ’ +έπαθε τίποτα η Βεργινία;» Μου φάνηκε σα νάκουσα κάτι φωνές, +κάτι σαν κλάματα, μα έλεγα πάλι με το νου μου: «Αχ, είν’ η +καρδιά σου που τα μελετάει τα τι πέρασες, τι πίκρες και τι +καημούς, και σε ξεγελάει τάχα πως τακούς. . .» Σα μου χτύπησε +σταυτί η φωνή τον γιατρού-και ποιος δεν την έχει μες την ψυχή +του τη φωνή του γιατρού, του ευεργέτη τώ φτωχώνε !-μονομιάς +πετάχτηκ’ απάνου. Μάλιστα η Μπιμπίκα μου πρώτη τον κατάλαβε- +αυτή, καλέ μου, ακούει και το χορτάρι που φυτρώνει!: «Μαμάκα +μου ! μου λέει, κάτι έπαθε η Βεργινίτσα και φέραν τον καλό +γιατρό». Εξ αρχής αυτό έπρεπε, Κυρ Νίκο μου ! Εμείς πάντα το +λέγαμε. Μα είπα κ' εγώ στα κορίτσια: «άστε, μην ανακατευόσαστε +στου άλλου το διάφορο· εδώ είναι περί ζωή και θάνατο βλέπεις: +νάχης έπειτα και την ευθύνη!. . .» +-Και βέβαια είναι πολύ λεπτότατα πράγματα αυτά-αχνολάλησε η +Δεσποινίς Μπιμπίκα. +-Και τι έχει, Κυρ Γιατρέ μου, η Βεργινούλα μας;-συλλογίστηκε +τώρα μόλις να ρωτήση η γριά-καμμιά λιγοθυμιά πάλι. Αμ τις +προάλλες πούμαστε φερμένες εγώ με τις κόρες μου και μας έμεινε +στα χέρια μισήν ώρα, ξερή !. . ήτονε μονάχη της- ήτον και η +Ευρυδίκη-γύρισε και ρώτησε την Μπιμπίκα-ας είναι . . . αν δεν +ήμαστεν εμείς. . είδαμε και πάθαμε να τη συνεφέρουμε-γυναίκες +ολομόναχες-πήγα να παλαβώσω. . είναι και η ευτύνη ξέρεις ! +γιατί έπειτα σου λέει άλλος- +- Άσ' τα τώρα, Κυρά Χαρζανοπούλου! είπε ο γιατρός, σταθήτ’ απ’ +το κρεββάτι!. . σταθήτε από 'κεί δα!. . μη μου κλείνετε το +φως να δούμε τι θα κάνουμε. . . +Έπιασε πάλι το σφιγμό της Βεργινίας με το ρωλόϊ στο χέρι. . +έβαλε ταυτί του στην καρδιά της. . . Έπειτα έχυσ' αιθέρα στα +χέρια του και της έτριψε τα μηλίγγια. . της έτριψε τα χέρια +και τα πόδια. . . +Έξαφνα άνοιξε η Βεργινία τα μάτια της και το στόμα της άρχισε +ναναπνέη αργά. . . Κ’ η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο βαθειά. +. το στήθος της ανασηκωνότανε σα να φούσκωνε απομέσα του ένα +κύμα να ξεσπάση. . . +Ο γιατρός γύρισε να δη το Νίκο που στεκόταν πίσω του, +ακκουμπηστός στο κρεββάτι: σούρωσε τα χείλια του και τανέβασε +ως τη μύτη του. . . +Ο Νίκος έβλεπε της Βεργινίας τα καμώματα μ’ όλη την ψυχή του +χυμένη στα μάτια του. . . +Ακουγόταν τώρα η αναπνοή της Βιργινίας σαν ανάλαφρο ροχαλητό +ανθρώπου βαριοϋπνιασμένου. . άνοιγε το στόμα της και τάφηνε +λίγην ώρα ανοιχτό. . . και το ξανάκλεινε αργά, παράξενα σα μ’ +ένα μηχανισμό, αλλοιώτικα από άνθρωπο: όπως τα ψάρια που τα +πετάει το κύμα στο γιαλό. . κι ολοένα πιο πολύ το στόμα της +άνοιγε και πιο πολλήν ώρα έμενε ανοιχτό, στυλωμένο τώρα, σαν +πόρτα που δεν ξαναπέφτει να κλείση. . . +Η Λιόλια κύτταζε με το κλαμένο πρόσωπό της ξαστρωμένο πάλι, σαν +κρυφοχαρούμενη πούβλεπε τη Βεργινία νανοιγοκλείνη το στόμα, να +ξαναζωντανεύη. . . +- Τι κάνει έτσι, γιατρέ; τ' είν' αυτό που κάνει ; φώναξε ο +Νίκος του γιατρού με τρόμο- +- Δεν είν' καλά η γυναίκα σου !-- +Η Χαρζανοπουλίνα κ' η κόρη της που στέκονταν εκεί κοντά, +κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους κ' η γριά κούνησε το χέρι της σα +νάλεγε για κάποιον πως έφυγε και πάει: +- Δεν τη βλέπεις, Κυρ Νίκο μου ; δεν τη βλέπεις που τελειώνει +και σ' αφήνει γεια; +. . .Τα μάτια της Βεργινίας είχαν ανοίξει διάπλατα: κύτταζαν +αχνά και ξέξασπρα το Νίκο, κατάματα. . κι όλο άνοιγαν πιο +πολύ, σα να θέλανε να βγουν απ’ τις κόγχες τους να πεταχτούν +απάνω του, κ’ οι κόρες τους μεγαλώνανε σκοτιδιασμένες σα δυο +βαθειές τρύπες. . . +- Βεργινία !!-ξεφώνισε ο Νίκος. . . Βεργινία μου!!.. κ'έπεσε +γονατιστός, μ’ έναν πνιγμένο λυγμό, μπροστά στο κρεββάτι και +της έπιασε το χέρι-- +. . Οι δυο βαθειές τρύπες των ματιών της Βεργινίας αποπάνω απ’ +το κεφάλι του Νίκου μαυρίζανε σαν πηγάδια—Άξαφν’ άνοιξε η +Βεργινία το στόμα της ακόμα περισσότερο και δεν το ξανάκλεισε +πια-τα μάτια της θολώσανε-σα να πέρασ’ ένα σύννεφο ψηλά, ένας +αχνός αποπάνω τους-κι απόμειναν εκεί δα, ορθάνοιχτα, στυλωμένα +απάνω στο πρόσωπο του Νίκου--- +Ο γιατρός σηκώθηκε: +- Δεν είχε δύναμη η καρδιά της-είπε. Έβαλε ταυτί του στο στήθος +της. . έπειτα έβγαλε κ' είδε το ρωλόϊ του., και της έκλεισε τα +μάτια. . . + +[Έως εδώ έκαμε τας διορθώσεις του έργου του ο συγγραφεύς. Ο +εξαφνικός θάνατός του εσταμάτησε το έργον και αι κατόπιν +διορθώσεις έγιναν σύμφωνα με την πρώτην έκδοσιν.] + +- Ζωή σε λόγου σου, είπε σκουντώντας το Νίκο απ’ τον ώμο. Σαν +είδε που δεν κουνήθηκε ο Νίκος από κει πούτονε γονατιστός με το +πρόσωπο απάνω στο χέρι της Βεργινίας, τον έπιασε με τα δυό του +χέρια απ’ τις αμασχάλες και τονέ σήκωσε ορθόν. +- Έλα, άντρας είσαι! Αυτά έχει ο κόσμος. Καλύτερα που ησύχασε- +δεν είχε πια ζωή μέσα της. Αν θέλης αύριο περνάς για την άδεια- +Καθώς σηκώθηκε ο Νίκος και ξανάρριξε μια ματιά απάνω στο νεκρό +πρόσωπο της Βεργινίας και κατάλαβε πως όλα τέλειωσαν πια, +τούρθε στρόφιλος και πήγε να πέση. Τον κράτησε ο γιατρός, πριν +να προφτάσουν οι Χαρζανοπουλίνες να τον πιάσουνε στην αγκαλιά +τους. +- Τον καημένο το νέο !-είπε δυνατά η Μπιμπίκα και στέναξε μέσ’ +απ' τα φυλλοκάρδια της. +Τον πήρε ο γιατρός μπράτσο το Νίκο και βγήκαν όξω στο δρόμο. +Έβγαλε ο Νίκος και του'δωσ' ένα τάλληρο. +- Μην πειράζεσαι, είπε ο γιατρός, τα βρίσκουμε- και τόβαλε στην +τσέπη του. +Μέσ’ απ’ την κάμαρη ακούστηκε άξαφνα η στριγγλιάρικη φωνή της +γριά-καρακάξας της Χαρζανοπουλίνας: + + « Αχού, Βεργινία μου ! τι κακό που σούρθε ! + Αχού, περιστεράκι μου! και που μας αφήνεις !»- - + +και το ψεύτικο παράπονο του μυρολογιού της ξέσχισε το πέπλο της +σιγαλιάς και της νάρκης της φεγγαράτης νύχτας-- +Ένα σκυλλί μέσα σε μιαν αυλή ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζη... +Ήτον αργά πια. Τo φεγγάρι έγερνε να πέση πίσω απ' την Καστέλλα: +ήτονε μικρό τώρα, σα ζαρωμένο, σαν πιο θολό και πιο κόκκινο- +ίδιο μάτι πούχει κλάψει-- +Κ’ η Λιόλια; +Η Λιόλια ήτον πεσμένη από πολλήν ώρα χάμω, πίσω απ' το +κρεββάτι, στο μέρος που έστρωνε πάντα το βράδυ να κοιμηθή. . +και θρηνούσε σα νάθελε να σπάση η καρδούλα της-χωρίς κανείς να +την προσέχη. . . +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +Τη σηκώσανε στις τρεις ταπόγευμα με το σταυρό και τα εξαπτέρυγα +με δυο παππάδες κ' έναν ψάλτη:- ήρθε κ' ένας άλλος, αψηλός και +ξερακιανός σαν τσίρος, μ' ένα μαύρο παννί στόνα μάτι και πένθος +στο μανίκι για ψάλτης, κολλητηρτζής, που δεν εννοούσε να φύγη-- +κ’ έτσι πήγαινε μπροστά κ’ έψελνε κι αυτός για γούστο του με +την ελπίδα να μπαλωθή στο τέλος κανένα μονό. . . Πού μαζεύτηκαν +τόσες γυναίκες στο λείψανο! Τόσον καιρό που ζούσε η άμοιρη η +Βεργινία, ψυχή δε ρώταγε γι’ αυτήν και τώρα που πέθανε, τρέξανε +σαν τα κοράκια- άφησε πια τις Χαρζανοπουλίνες, μάννα και κόρες, +και την αδερφή της γριάς, την Κερ-Αριστείδαινα, και την Κυρία +Ευρυδίκη : αυτές δα ήταν απ τις πρώτες, σπιτικές σα να πούμε, +στα μέσα και στα έξω. . και πήγαιναν πίσω απ’ την κάσσα +κολλητές, σα συγγενείς. . . Τo Νίκο τον είχε πιάσει μπράτσο ο +μάστοράς του ο Πρίαμος κι απ’ την άλλη μεριά ο Περικλής. Ήτανε +φερμένα όλα τα παιδιά του μαγαζιού. Ήταν κι αρκετοί φίλοι του +Νίκου : ο Ντίνος, ένας Τζαννέτος, ξυλογλύπτης κι αυτός, που +σηκώθηκε κ' ήρθε απ’ τη Βάθεια, ο Ηρακλής που δούλευε στο +σελλάδικο του Ντίππελ, ο Γιώργος ο Ροντάκης, ο γλύπτης, κι ο +Αντρίκος ο υποκελευστής με τη στολή του. Ήταν και μερικοί απ’ +τη γειτονιά και πρώτος πρώτος ο χοντρός ο μπακάλης, ο κυρ +Μπάμπης. Ο Μίμης δεν ήρθε- -Η Λιόλια πήγαινε πιο πίσω με τη +θεια Ελέγκω, που τα γέρικα της μάτια είχανε γίνει σαν κόκκινες +σταφίδες απ’ τα κλάματα για τη Βεργινίτσα της που την είχε σαν +παιδί της. Φορούσε ακόμη η Λιόλια το φορεματάκι πούχε σαν +πρωτοήρθε με μια μαύρη μπέρτα αποπάνω κ' ένα παλιό καπέλλο +πένθιμο με μαύρα σταφύλια, που τόχε παρμένα η θεια Ελέγκω απ’ +τη σπιτονοικοκυρά της, και που την έκανε σα μεγάλη γυναίκα. . . +Πήγαινε η Λιόλια με βουρκουμένα μάτια, σκυφτή κάτω απ’ το βαρύ +καπέλλο. . . Ένα χάος ήτονε στο μυαλό της απ’ τα χτες τη νύχτα +:. . φέρανε μιαν κάσσα άσπρη με κάτι χρυσοχάρτινα σειρήτια και +τριανταφυλλάκια πάννινα και κάτι αγγέλους και δυο χέρια +χεροπιασμένα από πάφυλα, καρφωμένα απάνω στο καπάκι. . γέμισε +το σπίτι γυναίκες. . η γριά-Κλητήραινα με τις κόρες της +μπαινόβγαιναν., της πήραν τα κλειδιά να βγάλουν καφέ και +ζάχαρι. . έσυραν το κρεββάτι (Αχ ! το κρεββάτι με τη νεκρή τη +Βεργινία) στην άκρη--Ίσαμε πούρθε η θεια Ελέγκω και την πήρε +στην αγκαλιά της δεν είχε πού νασταθή, πού να κλάψη. +--«Όλο μες τα πόδια μας βρίσκεται αυτό το τζάτζαλο! Δε σηκώνει +το χέρι της να βοηθήση σε τίποτα. Πώς τα σιχαίνομαι αυτά τα +χαραμοψώμικα ! - τάχα συγγενής, κι' ο Θεός να σε φυλάη. . .», +είπε η Μπιμπίκα σε μιαν άλλη που διόρθωνε τη Βεργινία μαζί με +την Ευρυδίκη. . . «Έχει και μούτρα και κλαίει! Αυτό που δεν +ήθελε !», φώναξε η Ευρυδίκη αποπίσω απ’ το δυστυχισμένο το +κορίτσι, για να τακούση, καθώς έβγαινε να πάη στην αυλή να +κρυφτή απ’ τα μάτια τους. . . . +Της έβαλαν της Βεργινίας το νυφιάτικό της το κρεμ κι αποκάτω +απ’ την πλάτη της τα στέφανα του γάμου: Αχ! σα σφαγμένο αρνί +λύγισε το νεκρικό κορμί της με το κεφάλι πεσμένο πίσω καθώς την +πιάσανε να τηνέ βάλουνε στην κάσσα - τη στιγμή που ξαναρχότανε +μέσα η Λιόλια--Την κάσσα την απίθωσαν απάνω στο τραπέζι - στο +τραπέζι πούτρωγαν καθεμέρα και που τόχαν τώρα τραβηγμένο μες τη +μέση. . η Ευρυδίκη πήρε τα λουλούδια που ήταν απάνω στον κομμό +στα πιατάκια (τα λουλούδια της!) και τις μυγδαλιές, όλ’ ακόμα +δροσερά κι ολάνθιστα, και στόλισε το φέρετρο με πολύ γούστο.-- +Δε βάσταξε η Λιόλια και ξαναβγήκε στην αυλή να ξεφωνίση. . . +Δε φάγανε μεσημέρι. Κάποιος πήρε το Νίκο έξω. Η θεια Ελέγκω +έστειλε και πήρε απ’ το μπακάλη λίγες ελιές και ταραμά, σα +σαρακοστή που ήτονε, να φάνε. . μα δεν άγγιξε η Λιόλια. Οι +γειτόνισσες μπαινόβγαιναν ολοένα απ' της Κλητήραινας και στην +κάμαρη τη νεκρική όλο κ' έψηναν καφέδες. . σηκώθηκε η θεια +'Ελέγκω νταβραντισμένη κ' έφερε και της Λιόλιας ένα φλυτζανάκι: +δεν ήθελε νάρθη στα λόγια μ’ αυτές τις παλιογλωσσούδες, τις +ξαδιάντροπες, ειδεμή ήξερε αυτή τι θα τους έλεγε! +- Αχ, τι καλό που της έκανε της Λιόλιας ο ζεστός καφές! +- «Σερμπέτι τον έχουν οι σκύλλες: το ξέρω κ’ εγώ με ξένα +κόλλυβα !», είπε η θεια Ελέγκω εκεί που ρουφούσε κι αυτή το +μαυροζούμι της. +Πως κάπνιζαν οι δυο μικρές κίτρινες λαμπάδες! - η μια στο +καντηλέρι κ' η άλλη μες τη μποτίλλια - στο κεφάλι και τα πόδια +του νεκρού - με κάτι αψηλές φλόγες σκούρες πούχανε μέσα τους +ένα μεγάλο μάτι μελανό και κυττάζανε σοβαρά : γέμισε η κάμαρη +με μια βαρειά πένθιμη μυρουδιά απ’ αγιοχέρι κ’ έσταζαν απ' τα +κεριά παχιά δάκρυα κίτρινα σα χολή απάνω στην κάσσα και στο +τραπέζι κι ως που να πέσουν πάγωναν απανωτά και γίνονταν κάτι +κρεμαστές πλεξούδες : δάκρυα κοκκαλιασμένα. . . +«Κλαγκ !-πλιάτς !» έκαμε το κανάτι γεμάτο νερό πούσπασ' η θεια +Ελέγκω έξω απ’ την πόρτα την ώρα που σήκωναν το λείψανο μέσ’ +απ’ τους γαλάζιους αχνούς του λιβανιού. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Μέσα σε μαρτιάτικα σύννεφα σκόνης-(Τo ξέρετε δα πως το Μάρτη +στην Αθήνα παντρεύετ’ ο άνεμος με τη σκόνη και μέρα νύχτα +έχουνε φρενιασμένο κυνηγητό από δρόμο σε δρόμο, από σπητιού +αγκωνή σ’ αγκωνή-χωρίς να τους κόφτη έναν παρά για τον κόσμο +που τους βλέπει-και βγαίνουν απ’ την πολιτεία και παίρνουν τους +μεγάλους δρόμους τους εξοχικούς ως πέρα στα βουνά και στη +Θάλασσα κάτω!)-μέσα σε τέτοια ζωντανά σύννεφα σκόνης που τα +δυνάστευε, περίτρομα απ την ίδια τους λαχτάρα, η ποθερή ορμή +τανέμου, ανέβαινε το μαύρο ανθρώπινο μπουλούκι τη λεωφόρο +Συγγρού. . και τα εξαπτέρυγα πήγαιναν πλαγιαστά ενάντια του +ανέμου ίδια κατάρτια καραβιού. . και τα ζωντανά σύννεφα, που +τανάδευε ανίκητη φρένα, πηγαίνανε μαζί με τη συνοδεία των +ανθρώπων που περπατούσανε να πάνε στο μαντροπερίβολο του Χάρου, +λες και τους σπρώχνανε να παν πιο γλήγορα - γιατί Χάρος και +γάμος τους ήταν ένα. . . Του Νίκου του πόναγαν τα μάτια-απ' τον +άνεμο και τη σκόνη, ή από δάκρυα που δεν είχε κλάψει. . . Εκεί +που τον πήγαιναν οι φίλοι κι ο αέρας τον έσπρωχνε από πίσω μαζί +με της νεκρής το φέρετρο, αισθανότανε σα μια συνέχεια της ζωής +που πέρασε με την πεθαμένη, αυτός ορθός κι αυτή πάντα +ξαπλωμένη-ζωντανός και νεκρή!-πάντα αυτός ορθός κι αυτή +κοιτάμενη -ήθελε δεν ήθελε. . όπως στη ζωή, έτσι και τώρα στο +θάνατο! Γύρισε πίσω να δη τη Λιόλια: πήγαινε κλαμένη, βαστώντας +το ξένο καπέλλο με τα δυο της χέρια, κι αυτή μαζί σπρωγμένη +πίσω απ’ το φέρετρο απ’ την ίδια δύναμη και κατάρα. . και +κοντά της έσερνε η Θεια Ελέγκω τα γεροντικά της πόδια. . . +Γύριζε ο άνεμος καμμιά φορά κ' έφερνε πίσω την ψαλμωδία εκεινού +με το δεμένο μάτι, πούψελνε στον πιο αψηλό τόνο και μ’ όλη τη +δύναμη της μύτης του, για να τονέ βουβάνη τον άλλο ψάλτη. . +του φάνηκε πως έψελνε ολοένα: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο θεός +ημών! Δόξα σοι ο θεός!» και πως μ’ αυτό ήθελε να πη σαν από +μέρος του: «Δόξα το θεό!». . . Ο άνεμος έμπαινε κάτω απ’ τάσπρα +φελόνια των παππάδων και τα φούσκωνε. . και ταναποδογύριζε +αποπάνω απ’ τα καλυμαύχια τους και τους κουκούλωνε. . κ’ +έτρεχαν κάθε τόσο εκείνοι πούρχονταν αποπίσω να πιάσουν +τανεμιστά παννιά σα φλόκκους να τα κατεβάσουν: ίδιοι μασκαράδες +με σεντόνια του φάνηκαν του Νίκου άξαφνα οι παππάδες και τούρθε +να γελάση δυνατά. . . Καθώς έβγαιναν απ’ τη λεωφόρο Συγγρού, +πέσανε μέσα σε μια σειρά άμαξες κλειστές που γύριζαν απ’ άλλη +κηδεία. Στάθηκαν ταμάξια να προσπεράση το λείψανο της +Βεργινίας: από μέσ' απ’ ταμάξια κύτταζαν κλαμένα μάτια και +χέρια σηκώθηκαν και κάμανε σταυρούς κ' έβγαλαν καπέλλα για τη +Βεργινία του!. . . . Τότε τούρθαν τα δάκρυα του Νίκου κ' +έκλαψε με παιδακίσιο αναφυλλητό που του τάραξε όλο το κορμί, +γιατί συλλογίστηκε πως έχασε τη γυναίκα του που τη λυπούνταν κ' +οι ξένοι μες ταμάξια : αλήθεια ήτονε σπουδαίο πράμα να χάση +κανείς τη γυναίκα του! +- Μην κάνης έτσι, κοτζάμ άντρας!-του είπε ο φίλος του ο Ντίνος, +που τον είχε πιάσει τώρα αυτός στη θέση του Περικλή. +Κι ο μάστορας απ’ την άλλη μεριά του λέει : +- Αυτή τώρα πια γλύτωσε κι' ησύχασε. . . σάματις που θα πάμε κ' +εμείς !-Δε λες καλά που δε σ' άφησε κάνα παιδί, νάχης τώρα +ντράβαλα στο κεφάλι σου. +Η κάσσα της Βεργινίας πήγαινε τον ανήφορο μπροστά, ξέμακρα απ’ +τη συνοδεία. . ο άνεμος της ξεμάλλιαζε τα κόκκινα μαλλιά της. +. η σκόνη πηδούσε χούφτες - χούφτες στο νεκρό της πρόσωπο και +της το φιλούσε. . η φωνή του ψάλτη με το'να μάτι έκανε δρόμο +για τον ερχομό της. . . +Ως που να πάνε στην εκκλησιά του Νεκροταφείου τα μάτια του +Νίκου είχανε στεγνώσει-γιατί τον κύτταζαν κ' οι γυναίκες!... +-Τo καημένο το παιδί ! έλεγε μια γριά μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι +σε μια χοντρή μεσόκοπη-άτυχο που ήτονε να πάρη άρρωστη γυναίκα- +παιδί πράμα! +-Αμ τούχε ριχτή αυτή-Θεός σχωρέσ’ την ψυχή της !. . κι απέ +αυτός δεν τόχε σκοπό για στεφάνι• τονέ μπλέξανε βλέπεις τον +άνθρωπο. . αυτή φαινόταν από παντοτεινά φιλάρρωστη. Μου τόπε +έμεναν η Ευρυδίκη η καπελλού που ήτανε φιλενάδες. . . +-Ποιος τα λέει αυτά-πετάχτηκε αποπίσω τους μιαν άλλη, μια +κιτρινιάρα με καπέλλο: Εγώ σας λέω πως δε θα πέθαινε η +σχωρεμένη μήτε σε δέκα χρόνια μέσα, μόνο την έφαγε το μαράζι- +-Πού δεν έκανε παιδί; ε;-τοχω ακουστά κι αυτό- +-Τι παιδί και ξεπαιδί!-παιδιά έχει το βρεφοκομείο όσα θέλεις. . +ο λόγος είνε για το κορίτσι. . . +-Για ποιό κορίτσι λένε;--γύρισε πίσω της και ρώτησε μυστικά μια +που πήγαινε μπροστά κ' είχε ταυτιά της πίσω, μια στεγνή και +λιγνή σα στέκα μπιλιάρδου. +-Από μικρή κι από κοντή να φοβάσαι, είπε η πλαϊνή αυτηνής που +πρωτομίλησε. +- Για τη Λιόλια δα λένε-κρυφολάλησε η χοντρή, απαντώντας στην +ερώτηση της στέκας. +- Αμ δεν τάβλεπε θαρρείς η μακαρίτισσα ! είπε δυνατά η +κιτρινιάρα-αυτή έσκασε απ’ το κακό της. . . +Πιο πέρα η Μπιμπίκα έλεγε στη γυναίκα του μπακάλη: +-Αυτή σου είν' από ‘κείνες: Ο Θεός να φυλάη ταντρόγυνα!. . . +Κι ως πέρα πίσω φθάσανε τα κρυφολαλήματά των γυναικών που +χύνονταν, ίδια νερά από βρύσες αφημένες ανοιχτές, τον κατήφορο . +. (κ' οι ανοιχτές κάνουλες πούτρεχαν ακατάπαυτα ήταν οι +Χαρζανοπουλίνες κ' η Ευρυδίκη). . και τα ποταμάκια τα νερά +έφερναν ένα γύρο τη Λιόλια, που βρισκότανε σαν απάνω σε νησί, +καθώς πήγαινε ανίδεη με τη θεια Ελέγκω, σκονισμένη, +ανεμορσυμένη. . . κι όχι νερά ήταν, παρά δόντια λύκων +αστράφτανε μέσ' απ' αχνισμένα στόματα ολόγυρα απ’ το θύμα, +έτοιμα να το σπαράξουν. . . Πίσω-πίσω περπατούσε μια +χοντροκοπιά, με δυσκολία, βαρειανασαίνοντας κι αγκομαχώντας. . +κι άξαφνα το μυρίστηκε πως κάτι λεγόταν αυτού μπροστά και +μάζεψε τα ξύγκια της κ' έτρεξε κι αυτή να σμίξη το κοπάδι των +λύκων. . κ’ έφαγε τα λυσσιακά της ως που να πιάση από'να λόγο +άκρες μέσες. . . +-Καλέ για την Όλια λέτενε!-μπήκε κι αυτή στην κουβέντα -ο +κόσμος τόχει τούμπανο. . . +-Λιόλια τη λεν, όχι Όλια! +-Τo ίδιο κάνει!-μια σαραντάρα δεν είναι; την ξέρω εγώ από +καιρό. . και να δήτε το τι μούπανε για κάποιον άλλον, που τάχει +λέει και με τους δυο κ' έχει και δυο παιδάκια λέει ο άλλος- +Κι ως που να μπούνε στην εκκλησία, ο κόσμος σταλήθεια τόχε +τούμπανο. . . + «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν. . », έβγαλε ο ψάλτης μια ψιλή φωνή +απ’ τη μύτη, που ξεπετάχτηκε, σαλευούμενη σαν τους χαρτένιους +αϊτούς όταν παίρνουν τη φόρα τους, ίσαμ' απάνω στο θόλο με τους +φεγγίτες κι από κει ξανάπεσε κάτω και φτεροκόπησε σα νυχτερίδα, +πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων, μες τη γυμνή εκκλησία που +απηχούσε. Ο ένας παππάς, ο πιο γέρος, κρύωνε κ' είχε ρίξει +αποπάνω απ’ το φελόνι του ένα μαύρο μάλλινο σαλάκι που τούπεσε +εκεί που φιλούσε. Τον πήγαν οι φίλοι το Νίκο να φιλήση. Μα δεν +είχε το νου του· μόνο σαν έπεσαν τα μάτια του απάνω στα μαλλιά +της Βεργινίας τα κόκκινα κι αριά, πούταν τώρα σταχτιά απ’ τη +σκόνη κι αναμαλλιασμένα, θυμήθηκε το προσκέφαλο του κρεββατιού +τους που ακκουμπούσαν τα κεφάλια και των δυονών τους κ' η +πεθαμένη πέρναγε τα δάχτυλα της μέσα στα δικά του τα μαύρα και +πηχτά μαλλιά και του τα χάδευε και τούξυνε το κεφάλι - και τότε +ξαναβούρκωσαν τα μάτια του. . . Έκλαιγε η θεια Ελέγκω με +ξεφωνητά εκεί που φιλούσε. Τι θλιβερό που είναι το γεροντικό το +κλάμα!-βροχή νυχτερινή που δεν ελπίζει για ήλιο και για +ξαστέρωμα. Πήγε κ' η Λιόλια και φίλησε μ' αναφυλλητό και τα +χείλια της ακκούμπησαν απάνω στη μύτη της νεκρής πούτον κρύα +και κοφτερή σαν κόψη μαχαιριού. . . + + + +Ο γυναικοκαυγάς. + + + +Την έθαψαν πέρα στα «νέα», κοντά σ'ένα σωρό πέτρες. Ένα-δυο +αγριολούλουδα απόμειναν ολόγυρα σταπορριχμένο χώμα που +ξανασκέπασε τον ανοιγμένο λάκκο. . και τρεμοπαλεύανε στον +άνεμο. . . +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +- Να δης, Κυρά γειτόνισσα, που πριν τους έξη μήνες, θάχουμε +καινούργια παντρολογήματα-είπε η Ευρυδίκη στη Χαρζανοπουλίνα, +καθώς περνούσε η συνοδεία απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου-βράδυ +πια - από δυο-τρεις μαζί, σκόρπιοι εδώ κ' εκεί. . . +- Και πως το λες αυτό Κερά μου ; Μη σου πέρασε η ιδέα πως θα +σου κάνουμε χαλάστρα ; Εγώ τις κόρες μου δεν τις έχω για τον +τυχών. . κι ούτε ψοφούμε γι' άντρα σαν κάποιες άλλες, +λυσσασμένες. . +- Είπα εγώ τίποτα; άλλο πάλι τούτο ! γι' άλλο πράμα πήγαινα να +σου μιλήσω: μα όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται ! +- Αυτό που σου λέω 'γώ! κ' εμείς άχερα δεν τρώμε ! Εγώ, Κερά +μου, σε βλέπω και σ’ ακούγω κι ας κάνης την όσια Μαρία -και μη +θαρρής πως δε μαθεύουνται. . +- Σα βάζη κανείς τη μύτη του παντού μυρίζεται και τις πομπές +του- +-. . μόνο να κυττάξης να τα τριτώσης γλήγορα, γιατί όσο περνάει +η μπογιά σου. . . +- Μαμά ! έλα πάμε σπίτι, γιατί δεν τις ανέχομαι τις +προστυχάντσες - φώναζε η Μπιμπίκα που είχε τα νεύρα πολύ +«λεπτότατα». . . +. . Και τραβήξανε, μάννα και κόρες, μπροστά με φούργια σαν +τρεις ξυλόκοττες ερεθισμένες. . . +- Τι έπαθαν αυτές οι κανκάγιες και ξεφωνίζουνε-γύρισε κ' είπε ο +μάστορας του Νίκου που πήγαινε μπροστά μαζί του και τούλεγε για +κάτι μαόνια που τα περίμενε τούτη τη βδομάδα ναρθούν από το +Τριέστι. . . +Γυρίσανε στο σπίτι η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια και με μια +γειτόνισσα, τη γυναίκα του Κυρ Γιώργη του Καψοκέφαλου, του +παπλωματά. Τo Νίκο τον πήραν οι φίλοι απ’ του Μακρυγιάννη, να +πάνε να φάνε σ' ένα μαγαζί στην Πλάκα. Η Ευρυδίκη απόμεινε πιο +κάτω, στο σπίτι της, για να μη συναπαντηθή με τις +Χαρζανοπουλίνες. Αυτές είχανε γίνει καπνός απ’ τη γέφυρα του +Νεκροταφείου- +Απέξω απ’ την πόρτα του σπιτιού ήταν τα κομμάτια του σπασμένου +κανατιού λες κ' ήταν τα συντρίμμια απ' τη ζωή της Βεργινίας. +Αχ, τι κάμαρη ήτον τούτη! Που η πάστρα και η ταχτοποίηση που +κρατούσε η Λιόλια ! Τους ξανάρθαν τα κλάματα, της Λιόλιας και +της θειας Ελέγκως, σαν είδαν την ανακατοσούρα και ταδειανό +κρεββάτι της Βεργινίας, σπρωγμένο σε μιαν άκρη. . Έπιασ' η θεια +Ελέγκω με τη γειτόνισσα, που ήτανε μια καλή γυναικούλα +πονόψυχη, να συγυρίσουνε λιγάκι, ναερίσουν το κρεββάτι. Εκεί +που πασχίζανε μαζί, την πήρε κατά μέρος η γειτόνισσα και της +τάπε όλα, τα τι λέγανε για το κορίτσι στο δρόμο οι γυναίκες. +Έγινε η θεια Ελέγκω θεριό μονάχο. Σαν αποτελείωσαν τη δουλειά +τους, είπε της Λιόλιας: +- Έλα μάζεψε τα ρούχα σου ναρθής σπίτι μου, στο μενούτο! +Δε μίλησε η Λιόλια, μόν’ άρχισε πάλι να κλαίη σιγαλά. . . +Την ώρα εκείνη φανερώνεται άξαφνα η γριά Κλητήραινα από πλάι να +ρίξη μια ματιά μήπως και μπήκε κανείς απέξω να κλέψη. +Της έγνεψε η παπλωματού της θειας Ελέγκως, με το μάτι, τάχα πως +να μην πη τίποτα για όσα της είχε ειπωμένα. Μα η Κερά Ελέγκω +δεν ήξερε καμώματα. +- Ζωή σε λόγου σας!-χαιρέτησε καθώς μπήκε μέσα η +Χαρζανοπουλίνα· και βλέποντας τη Λιόλια που δίπλωνε τα +ρουχαλάκια της, γιάλισαν τα μάτια της και είπε: +- Και για που τόβαλε το καλό το κορίτσι; Βλέπω και μαζεύεις τα +ρουχαλάκια σου! +- Την παίρνω σπίτι μαζί μου. . τώρα πια τι δουλειά έχει εδώ! - +αποκρίθηκε πικαρισμένη, η θεια Ελέγκω, χωρίς να γυρίση να +κυττάξη. +- Αμή βέβαια! καλά κάνεις! Μιαν ώρ' αρχύτερα. Είσαι φρόνιμη +γυναίκα· γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός και λέει πολλά... +- Και ποιος έχει να πη τίποτις για το κορίτσι; οι +παλιοπατσαβούρες; +- Αρωτάς ;! Τα τι σέρνει μονάχα εκείνη η Ευρυδίκη, η +αντροχωρίστρα, η μουντζουρωμένη!. . και που 'σαι ακόμα ! +Κάλλιο λέει να σου βγη το μάτι, παρά τόνομα ! +Δε βάσταξε η θεια Ελέγκω απ’ την τόση υποκρισία : +- Του λόγου σου, Κερά μου, που ξέρεις να μιλάς για τους άλλους +να κυττάξης να μη βγη τώ δικώνε σου των κοριτσιών τόνομα που θα +πης για τη Λιόλια μου. +- Των κοριτσιών μου ; ! Και ποιά είσαι εσύ που θα πιάσης τις +κόρες μου στο στόμα σου αυτάδισα ! +- Εγώ τις κόρες σου στο στόμα μου !; - φτου σας ! +σουρλουλούδες! +- Σ' εμένα καλέ λες τέτοια λόγια ; ξεφώνισε σαν παγώνι η γριά +Χαρζανοπουλίνα, πούχε κιτρινίσει απ’ το κακό της σαν τη ζαφουρά +κ’ η ελιά της είχε ξεπεταχτή ολόρθη - σουρλουλούδες εμείς! +Ξέρεις πια ‘μαι ‘γώ ; Παλιοκούφταλο ! Ξεδοντιάρα ! Ίσια κι +όμοια γινήκαμε τώρα με τις ξενοπλύστρες, τις κουρβλούδες ! Καλά +λεν : «Όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρων οι κόττες !». +Μπα που κακό συχισμό και ταραμό νάχης, όπως με σύγχυσες! +Αχρόνιαγη. . . Μα θα σου δείξω 'γώ με ποιάν έχεις να κάνης!. . +και χύθηκ' έξω απ’ την πόρτα. +Μόλις είχε φύγει, ξανανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η +Ευρυδίκη, πούχ' έρθει σούρπα σούρπα να δη τι θα γίνη με τη +Λιόλια; θα φύγη; θα κάτση ; +-Του λόγου σου, Κερά μοδίστρα, είσαι πούβγαλες τα λόγια για το +κορίτσι;-πετάχτηκε απάνω της η Κερά Ελέγκω, μόλις την είδε, +μανιασμένη καθώς ήτον απ' την άλλη. Κύττα καλά, κακομοίρα μου, +γιατί στο ξερριζώνω αυτό το τσουλούφι το λιγδιασμένο ! Ακούς +εκεί! Σςς!- +-Τι έπαθε τούτη! Λύσσαξες κυρούλα μου; Σα λύσσαξες να πας στον +Παμπούκη! Τι λόγια μου λογιάζεις αυτού πέρα; +-Μας τάπε, να τώρα δα, εδωνά που στέκεσαι, η φιλενάδα σου η +πλαϊνή-αμ «όμοιος τον όμοιο κ' η κοπριά στα λάχανα!» -εκείνη +ντε πούχει τις δυο πανούκλες, φωτιά να τις κάψη!. . . +-Αυτή σούπε για μένα; Να σου φέρω μαρτύρους-πόσους θέλεις;-τα +τι έλεγε στο δρόμο που πηγαίναμε τη νεκρή;. . . Κερά +Γιώργαινα!-γύρισε κατά την παπλωματού-έτσι καλό νάχης! να χα-α- +ρής το στεφάνι σου και τα παιδιά σου ! Πες! τι έλεγε η +Χαρζανοπουλίνα; -εκεί δανά ήσουν κ' εσύ-πως τάχα πήγαν ο Κυρ +Νίκος με το κορίτσι και βραδιαστήκανε στην Καλλιθέα τάχα για +λουλούδια-τους είδανε λέει αυτές απ’ το παντζουράκι, εκεί που +γύριζαν. . Και μόλις το πήρε λέει χαμπάρι η σχωρεμένη: πως +είχανε δηλαδή. . εμ καταλαβαίνεις δα. . +(-Φτού-ού! Σκύλλες!-έκαμε, πνιγμένη από αγανάχτηση, η θεια +Ελέγκω.) +-. . αυτό δα φαίνεται κι απ’ τα μάτια!. . πλάνταξε η καψερή +απ’ το κακό της! +Η Λιόλια είχε κρυφτή πίσω απ’ το κρεββάτι και βαστούσε το +πρόσωπό της μες τα χέρια της. +-. . Τέτοια λέγανε-στα μάτια μου!-όχι θα μου πουν εμένα!. . . +Αμ αυτές έχουνε βγάλει μπυοφύτη απ’ τη σκασίλα τους που δεν +ξεψυχούσε μιαν ώρα αρχύτερα η σχωρεμένη--για να πιάσουν το +παλληκάρι στα βρόχια τους κι ολημερίς άναβαν κεριά-να μην δω +καλή μέρα! ξέρω 'γώ τι σου λέω: τάξερε κ' η δυστυχισμένη, μου +τάλεγε μια μέρα με την ψυχή στα χείλη. . . +Ω, συφορά! Νά σου ξαναμπαίνει άξαφνα η Χαρζανοπουλίνα με τις +δυο της κόρες τώρα και με την αδελφή της την Αριστείδαινα για +επικουρία. Πώς τα φέρνει έτσι ο Θεός για να γίνωνται τα μεγάλα +πράματα σαν από μονάχα τους! +Από καιρό μπουμπούνιζε, μα τώρα ξέσπασε!. . . +-Τι φωνές ήταν εκείνες! τι βρισιές! τι μαλλιοτραβήγματα. Τι +ήταν του Ομήρου οι ήρωες μπροστά σ’ αυτές τις γυναίκες που +μάχονταν: αγκώνας με στήθος, νύχι με μάγουλο, δόντι με κρέας, +κλωτσιά με κοιλιά! +Αν εβγήκανε ζωντανές απ’ αυτόν το γυναικοκαυγά οι +Χαρζανοπουλίνες κ' η Ευρυδίκη, ήταν που τους παραστέκονταν +κάποιες καινούργιες ελληνικές θεότητες της Κουτσομπολιάς και +της Κακογλωσσιάς:-έκαναν κ' οι άλλες το μέρος τους, και +προπάντων της θειάς Ελέγκως οι γροθιές καθώς ήταν απ’ τη σκάφη +δε χωρατεύανε, μα πιο κατώτερα πάντα, σαν την ομηρική την +πλέμπα ολόγυρα στους ήρωες. . . +Η Λιόλια έτρεξε με τις φωνές έξω στο δρόμο. Άκουσαν οι γυναίκες +στις αυλές-πουν' ταυτί τους μαθημένο-και βγήκανε στις πόρτες• +μερικές κιόλας, που τις έτρωγε η περιέργεια, πήραν τον ανήφορο +ίσαμε μπροστά στο σπίτι. . . Είχε νυχτώσει πια. . . Ηύραν +ευκαιρία οι Χαρζανοπουλίνες με τη σύμμαχο τους να κάνουν +ταχτικήν υποχώρηση: δεν ηθέλανε να τις ιδούν οι προστυχάντσες, +γιατί βαστούσαν πολύ στην αξιοπρέπεια!-Τα χάλια τους !. . να +τις βλέπατε πως ξεγλίστρησαν έξω απ’ την πόρτα να κρυφτούνε στη +δική τους!. . . Βγήκε κ' η Ευρυδίκη, νικήτρια ! Μα η νίκη της +ήτονε συφορά και χαλασμός αλάλητος : τίποτα δε βρισκόταν απάνω +στο κεφάλι της απ’ όσα τόχε φορτώσει το πρωί. Τη βάλανε στη +μέση, το γυναικομάνι πούχε μαζευτή, και την πήγανε με σούσσουρο +τον κατήφορο κι αυτή τους τάλεγε πια χωρίς πνοή, με τα χέρια, +με το κεφάλι το ξετσουλουφιασμένο, μ’ ό,τι της είχε απομείνει. +. . Πήρε κ' η θεια Ελέγκω, τρέμοντας σύσσωμη απ’ τη χολή που +την έπνιγε, τη φοβισμένη Λιόλια με το μπογαλάκι της απ’ το χέρι +και κλείδωσε την κάμαρη και το κλειδί τόδωσε της πονόψυχης της +Κερά Γιώργαινας να το δώση του Νίκου άμα που θαρθή!. . . +Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, συντροφεμένος. Βρίσκει την πόρτα κλειστή. +Εκεί που χτύπαγε, έφθασε η γειτόνισσα και τούφερε το κλειδί και +του τα πρόκαμε όλα με το νι και με το σίγμα. Πολύ του +κακοφάνηκε του Νίκου που έφυγ' έτσι η Λιόλια, χωρίς να την ιδή- +μα δεν ταπόδειξε ούτε στη γειτόνισσα, ούτε στους φίλους του-- +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +Κάθησε ο Νίκος κοντά δέκα μέρες, ολομόναχος στην κάμαρη την +έρημη. . . Στη θεια Ελέγκω δεν πήγε ολότελα γιατί ντρεπόταν εξ +αιτίας της Λιόλιας, γι’ αυτά πούχαν ακουστή. Έτρωγε όξω, σ' ένα +μαγαζί της Πλάκας μαζί με το Ντίνο. . . Η γριά η Χαρζανοπουλίνα +του ζήταγε καθεμέρα το κλειδί για ναρχότανε με τις κόρες της να +τούφτειαγνε το κρεββάτι του. . να του συγύριζε την καμαρούλα +τον. Δε θέλησε ο Νίκος να τους αποδείξη τίποτα για όσα γίνηκαν +και τους τόδινε το κλειδί. . Σιγά-σιγά αρχίσανε να τονέ +φέρνουνε βόλτα : κάτι καλημερούδια πονετικά, πίσω ατ’ το +παντζουράκι, κάτι χαμόγελα ροδοζαχαρωμένα, κάποιος κεσές κυδώνι +μπελτέ να γλυκαίνη το παιδί το στόμα του κάθε πρωί. . . Η γριά +δα τόχε απ’ ανέκαθε μέσα στην καρδιά της το παλληκάρι για την +προκοπή και την αξιάδα του. . και κάθε τόσο να του λέη για τη +σχωρεμένη τη Βεργινία που στάθηκε άτυχη να μην τονέ χαρή +τέτοιον αντρούλη που της χάρισε ο Θεός. . και πετούσε κι από +'ναν πούντο για τη Λιόλια που καλύτερα να μην ερχόταν ολότελα: +όχι πως τα πίστεψε αυτά πούβγαλε εκείνη η φτειασιδωμένη, η +διπλοχωρισμένη, η παλιογλωσσού η Ευρυδίκη, αλλά γιατί να δίνης +αφορμή. . . Νά, αυτό το λιγοστό που της έκανε της Βεργινίας η +μικρή, τάχα δε θα τόκανε κ' η Μπιμπίκα της- πούναι και τόσο +ψυχοπονετικιά! και χωρίς κανένα έξοδο. Ό,τι και νάναι, το +σπιτικό θέλει πάντα νάχη άνθρωπο με το νου στο κεφάλι αποπάνω +του, να ξέρη τη λάτρα του νοικοκύρη. . . Και «χά ! - χά ! - χά +! -χά !», ξεκαρδιζότανε στα γέλοια εκεί που θυμόταν το τι είχαν +πη για τη Λιόλια πως θα την έπαιρνε λέει γυναίκα του, ο Κυρ +Νίκος ! Σου λεν οστόσο κάτι πράματα!-σε καλό τους !. . . Του +Κυρ Νίκου-να περάση δα πρώτα λίγος καιρός, να ξεχαστούν οι +πίκρες !-τούπρεπε κορίτσι με μόρφωση, να την έχη σύντροφο, για +καμμιά συμβουλή, για ό,τι λάχη, να μη ντρέπεται να την πάη και +πουθενά, να ξέρη να του αναστήση τα παιδάκια του. Αυτά είναι +πια τυχυρά . . . +Τα μυρίστηκε ο Νίκος. +Κι' αυτά ίσα-ίσα του άναψαν πάλι τον πόθο για τη Λιόλια. . και +τις άφηνε να λεν και να φτειάγνουν οι Χαρζανοπουλίνες, μόνο και +μόνο γιατί μ' αυτά κι αυτά πύρωνε μέσα του ο πόθος για τη +Λιόλια. +Τον έπιανε κ’ η Ευρυδίκη απ’ την άλλη τη μεριά και τονέ +καλαναρχούσε για τις τρεις καρακάξες, ψέλνοντας τους τα κακά +της μοίρας τους, πως τάχατις αυτές σκότωσαν τη Βεργινία μετά +λόγια και με τα μάγια που της κάνανε για να τον περιλάβουν το +νιό στα βρόχια τους· έλεγε και για τη Λιόλια τα όσα σέρνει η +σκούπα, μα με τα ίδια προσεχτικά λογάκια σαν τις άλλες· και'κεί +που την πετούσε τη σαΐττα της, τούρριχνε και του Νίκου μια +ματιά, πούλυωνε το μολύβι μέσα στην κουτάλα να το χύσης στο +νερό να δης τη μοίρα σου ! +Τα κατάλαβε κι απ’ αυτήν τη μεριά, ο Νίκος. +Και μ' αυτά ίσα-ίσα φούντωσε τώρα μέσα στην καρδιά τον ο πόθος +του κοριτσιού, ξεχείλησ' η λαχτάρα τον για τη Λιόλια. +Ήτον ολομόναχος στην κάμαρη το βράδυ. . κοιμότανε στο κρεββάτι +πούχε πεθάνει η Βεργινία (μόνο τις δυο πρώτες νύχτες κοιμήθηκε +όξω με το Ντίνο). . . Κάθε τόσο του φαινόταν πως θε νάβλεπε το +λοφάκι πούκανε της Λιόλιας το κορμί κάτω απ’το πάπλωμά της, +χάμω μπροστά στο κρεββάτι. . έβλεπε πάλι μπροστά του τον κάμπο +μετά λουλούδια. . αισθανόταν τολόθερμό της στήθος σαν +πουπουλένιο απάνω στο δικό του και την πνοή της στο στόμα του +σαν την άχνα του ζεστού ψωμιού. . πάλι έμπαινε σταυτιά του η +φωνή της, εκείνη η φωνή η αξέχαστη κάτω απ’ τις μυγδαλιές και +μέσα στο αίμα του έτρεχε η ίδια φλόγα η γλυκειά και τούλυνε τα +μέλη. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Σε δέκα αέρες μέσα πήγε στης θειας Ελέγκως και πήρε τη Λιόλια +και την έφερε στο σπίτι. + + + +Τo μουντό τραγούδι. + + + +Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια ; +Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για +να πάη μαζί του; +Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του +χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! - βγήκαν οι +γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα +χέρια τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι +Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε +νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε +ολόγυρα της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η +πονόψυχη η Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια +Ελέγκω-μα σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού, +μα χρώσταγε τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη +κάτι λεφτά που τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου. +Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα - άλλαξε το σκοπό της +τον τραγουδιστό. . +Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει- - Η ζωή είναι ποτάμι που κυλά. +. . +Πως τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και +κελαϊδιστό και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’ +απ’ τον κάμπο και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το +χαιρετούν κι έξαφνα φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει +αφρίζοντας σε δάκρυα βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και +χάνεται στασάλευτά της βάθη τα μαυροπράσινα ;-πώς κάνει φτερά +το τραγούδι της ψυχής που λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω +απ’ τα σχοίνα και τις κορφές των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα +σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά +στον ήλιο της ζωής και το τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ +κι αργό με τη φωνή γονατισμένη ; -έτσι και της Λιόλιας η ζωή +τώρα μονομιάς απ' τη βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα- +έτσι και το τραγούδι της ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε, +μούντωσε και τσάκισε-- +Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε +πεθάνει η Βεργινία, σκοτείνιασ' η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε +κάποιον από 'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες +και ναρκωμένες, με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το +φεγγάρι. . . Κ’ έτσι πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη +απ’ αυτό το ησκιόφωτο. . κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το +συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά του βάραινε περισσότερο την +ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι- +Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας-- +Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι +που ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ' ένα πέλαγος έρημο, πίσω +απ’ ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του +και το πνίγουν-έτσ' ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η +ψυχή της απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη. +Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού +ήτονε γι' αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο- +από τότες που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . . +Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή +πέρα η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’ +έδερναν ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη +νύχτα μες τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου +φεγγαριού το σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. . +κελαιδήματα πουλιών. . σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ' +άσπρα παννιά σαν κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών, +και καμμιά φορά σα Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν +πάνω απ’ τον Πάρνηθα και τον Υμηττό . . . Και μ' όλ' αυτά η +Λιόλια - κι όχι μονάχα η Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα +μέσα σ' ένα υπόγειο που τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο +κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο στήθος-- +Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε +λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού-όσο και να την έσφιγγε ο +αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια - ολοδικήν του πια!- +ολόδικός της ! - μ' όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα +δικά της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι ! - της Βεργινίας το φριχτό +κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη +της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που +τη θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα +μοσχοβολιά λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του +ακόμα πιο υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη +μονάχος του - μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο +αισθανόταν αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην +ψυχή της Λιόλιας κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ' η δική του η καρδιά +ήτονε μολύβι κι απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια +στάχτη-- +Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη +ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος. +Τσακωνότανε συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς +του -το περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν +κι από 'να λόγο-και ξέσκαγε στη Λιόλια μ' αγριομιλήματα και +σπρωξιές. . . Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του +πήγανε πολλά για το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν +τον είχε πληρωμένον ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν +ευκολυνότανε να του δώση κι άλλη μπροστάντζα. . . +Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη- εκείνον το μαυροκίτρινο με +τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ' είχανε +μαλλώσει στο χορό της απόκριας• δεν είχαν ξανασμίξει από +κείνην τη νύχτα. Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις +σε μια ταβέρνα, υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη- που την είχε +κάποιος άλλος φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο +«Άστυ»-και κουτσοπίνανε μ' ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει +κ' ένα μπούτι με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το +μαγαζί: θάχανε σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά +σου άξαφνα ο Μίμης που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι +φίλοι του Νίκου, πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε-γιατί +δεν τόξεραν πως ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης +κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό. +Άρχισαν οι φίλοι να του λεν του Μίμη για την κακοριζικιά του +Νίκου που πήγε κ' έκλεψε ένα κορίτσι σαν το κρύο το νερό-ενού +μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα θλίψη στο καπέλλο!-και το +κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την κάμαρη γιατί φοβάται μην +του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης +κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα ταραζότανε, μάλιστα για +κορίτσι: +- Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε- +- Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη!-πετάχτηκ’ ένας απ’ την +παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες ; +Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε +ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια. +- Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής!- +είπε, γελώντας περιπαιχτικά. +Ο Νίκος ξεροκατάπινε: απ' τους άλλους τα δεχόταν τα λόγια για +τη Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι +τα ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη +τανάστροφα και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης +«Αχ»!- αρπάχτηκαν κιόλας! +Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι +στρατιωτικοί-πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την +ταβέρνα με κάτι τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το +σκαπανάκι» με τόνο μι, κ' έβαζε τους άλλους και του τα +τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη τέσσαρες άντρες και τον πήγαν +έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο θυμός, καθώς πάντα... Σα +γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε +να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το τίποτα, σήκωσε το χέρι του +και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις πλάτες που σωριάστηκε +χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς να μπορή να πάρη +αναπνοή για πολλήν ώρα - - +Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής +απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό. +Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής +της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, +κάτω από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή +του γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει +το ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . - έτσι καθώς έμενε τώρα η +Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά +στην ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ' ανοιχτά τα +μάτια. . καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε +τα μάτια μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να +κρυφόβλεπε στα βάθη του είναι της κάποιο μυστήριο που +βλάσταινε, που την τρόμαζε η σιγαλινή ζωή του, μα και που +φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά του το τρομαχτικό. . . +Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι +αργές ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο +περπατούσε και δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και +φοβισμένα. . θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον +καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και +χανόταν. . . Καμμιά φορά που σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του +Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη +θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε τρομαγμένη-σα μέσα σ' +όνειρο. . . Κ' εκεί που ήτον ολομόναχη όλην την ημέρα, άκουγε +να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα οργανέττο-πούχε δη που το +γύριζε ένας κουλοχέρης κ' ένας άλλος νέος χτικιάρης έτρεχε και +μάζευε τις πεντάρες-κ' έπαιζε τόσο χαρούμενα τραγούδια και +χορούς σαν κ' εκείνο το βράδυ στο χορό - σα μέσα σ’ όνειρο. . . +Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη μαυροπράσινη σκοτεινιά +τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με μάτια γυαλιστερά και +κρύα-σαν της Βεργινίας - και μερικά ήταν κόκκινα σουβλερά. . κι +όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της περίτρομα να μην το δη, +μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε εκείνο με τα χέρια +του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε : κ' ήτον το πρόσωπό της +Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα μαλλιά και την +έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. . και +λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που +συνερχόταν πάλι ολομόναχη-σα μέσ' απ’ όνειρο. . . +Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . . +Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι +σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ' έναν αχνό +γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα +φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα +κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα +λάμψες από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της +Παναγίας ασάλευτο. . . +Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το +κορμάκι της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που +βάρυνε με τη μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο, +τα προσωπάκι της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και +κοκκινολεκιασμένο, που χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και +τις αποθυμιές, έβλεπε τα μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν +άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ' όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν +άξαφνα δάκρυα για πόνους και καημούς ανείδωτους που της +στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι άλλαξε ολότελα τρόπο +μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από εσπλαχνία και +περηφάνεια -- απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια του +αρσενικού του ζώου -για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό +κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του +πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε +όλο για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας. +Ηρθε κ' η θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά, +γιατί δε βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου: +- Μια που θα το κάμης, παιδί μου-γιατ' είσαι τίμιος άντρας, +αυτό δα το ξέρο-κάμε το ! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι +το κορίτσι. . . +Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές +που του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα +αιώνια πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε. +Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το +λίγον καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα +φρόντισε όλα, με το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη, +ο Περικλής ο χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το +Μίμη κ' ήθελε και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος. +Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι-το λυπημένο πάντα -στον +ουρανό της Λιόλιας : έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο +και γλαυκό-όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής +της• μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η +Βεργινία που την κύτταζε. . . +Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην +Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι, +για πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την +έπιασαν τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν +κ’ έπαθαν ως που να την ησυχάσουν : (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει;- +στο βουναλάκι απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους +πλάνεψε το φεγγάρι - εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η +Βεργινία, κρυμμένη πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;). +. . +Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους +πάη, λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το +τραμ των Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα +σας πάω-θα μου πήτε και μπράβο!. . τάχω όλα έτοιμα!». . και +τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην +Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των +Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως +αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ' ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι +ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του +βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη μάντρα της και +το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους γλυκοκαρτερούσε +να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο δρόμο της +Σχολής και μέσ'απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο +Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί +στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ' έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά +που καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε +μιλήσει με σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’ +το βουνάκι και του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν +μαζί του. . . Ως που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο +προαύλιο απάνω σε κάτι παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες +χάμω, απ’ τον παλιό καιρό πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες, +καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης. Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’ +το καμάρι της για τη χαρά της αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’ +τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν +κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο της εκκλησιάς έκανε λίγη +πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των Πατησιών ως τον Πύργο +της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του Μενιδιού, παραδώθε τα +Σεπόλια κ' η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι ολόγυρα τα βουνά του +Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που τραβάει την ψυχή στα +ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες κλεισούρες όλα ε1χαν +αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’η Αθήνα που ξεχειλούσε με τα +μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη και τα νταμάρια, λες +και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα βαρύ πάπλωμα από +αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε φτερά σαν +πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε απομέσα +της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και γλαυκοφέγγριζε +η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του Πειραιώς σαν +τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα, ψηλά στον +ουρανό, σαν όνειρο. . . +Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε +νανασπαστούνε στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη +ασβεστωμένη!-μόνο στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω +απ’την Ωραία Πύλη δύο άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά +φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας Άρχων Γαβριήλ κ' ένας Άι-Γιάννης ο +Πρόδρομος μ' ένα καντηλάκι αναμμένο ο καθένας μπροστά του. +Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που πατούσε στις πλάκες τις +ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή, σαβανωμένη μες το +σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ' η Κερά Ελέγκω, πούχε το λόγο +πάντα στα χείλη, κ' είπε του εκκλησιάρη: +- Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να +ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα, +νάχη ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο ; + + + +Οι ασβεστωμένοι Άγιοι + + + +. .Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ' ένα +πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι +όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα, με κάτι ψαρά γενάκια +ολόγυρα στο κόκκινο μουτράκι του και γυαλιά σα δάσκαλος κ’ ένα +σκουφί μαύρο καλογερικό στο κεφάλι, τις πήρε τις γυναίκες και +τις πήγε μέσα στο ιερό και τους έδειξε μια μεγάλη Παναγία στον +τοίχο, την «Πλατυτέραν των Ουρανών» με το Χριστό στα χέρια που +κύτταζαν κ' οι δυο σοβαρά και μ’ ουράνια γλύκα. Και τους είπε +τότε, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο για τη θάμαξη που θάκαναν και με +μιαν ομιλία που τους φάνηκε πως άκουγαν το διάκο να διαβάζη το +Ψαλτήρι, πως η Παναγία αυτή που δεν υπάρχει ομοία της εις όλην +την οικουμένην ήρθε μόνη της κ’ εζωγραφίσθη μέσα σε μιαν καμάρα +ως είδος χάλασμα απ’ τους χρόνους των Εθνικών κ’ έπειτα εκτίσθη +η εκκλησία από αμνημονεύτων αιώνων· και κάτω απ’ τον ασβέστη +είναι όλο και Άγιαι Εικόνες ιστορημέναι δια χειρός των αγγέλων +και ωσάν να είχαν κατεβή οι Άγιοι κατά σάρκα εκ των ουρανίων +σκηνωμάτων εν όλη των τη δόξη και λαμπρότητι και στέκουν ορθοί +κατά σειράν και τάξιν, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του θρόνου της +Παναχράντου Χριστοτόκου· επειδή παλαιόθεν δεν υπήρχε το τέμπλον +και ο ιερός ναός ήτον αδιαίρετος καθώς η μία Καθολική και +Αποστολική Εκκλησία. . . Και πήρε δρόμο, ο γέρος εκκλησιάρης, +έτσι για τον εαυτό του, σα να διάβαζε ένα παλιό συναξάρι, χωρίς +να προσέχη αν τον καταλάβαιναν οι δυο γυναίκες που τον ακούγανε +μανοιχτό το στόμα και με σταβρούς η θεια Ελέγκω κάθε τόσο. .κ’ +έπειασε να τους αναφέρη για την παλιά ιστορία: γιατί ασβέστωσαν +την εκκλησία και πως απόμειν’ έτσι ασβεστωμένη και δεν την +ανιστορούσε ο Παππά-Βουλέτης που ήτον ιδιοκτήτωρ - όπως του +τάχε διηγηθή η μητέρα του που εχρημάτισεν οικονόμος του +γέροντος Παππά-Βουλέτη, θείου προς πάππου του τωρινού και +πρώτου κτήτορος, εκ Σφακιών της Κρήτης, ο και αγοράσας αυτός +τον ιερόν ναόν για χίλιες σφάντζικες κ' ήταν και κελλιά πολλά +με μάρμαρα λαμπρά, διότι ήτον μοναστήρι σεβασθείς υπό των +Τούρκων δια θαύματος της μεγαλόχαρης, ώστε έπεσαν κ’ οι άπιστοι +Αγαρηνοί κ' επροσκύνησαν την θαυματουργόν Εικόνα της. . κι +ακόμη φαίνονται οι κολώνες και τα μάρμαρα οπού ήτον άλλοτε. . . +Έτυχε και πέθανε η Παππαδιά του πρώτου Παππά-Βουλέτη και αυτός +συμβουλευθείς από τον Πειρασμόν, επήρε στο μήνα μέσα μιαν +εξαδέρφισσάν της χήραν πολλά καλλίμορφον στο σπίτι του και ο +τότε Μητροπολίτης τον έκαμε αργόν για ένα χρόνο. Όταν ήλθε το +πλήρωμα του χρόνου, ηθέλησε κατόπιν πάλι δια να λειτουργήση, +όμως οι Άγιοι όλοι εν χορώ τον απηρνήθησαν, δηλαδή, τον +αγριοκύτταζαν ωσεί εν πυρί και ρομφαία: ο Άγιος Γρηγόριος ο +Θεολόγος και ο Άγιος Χαράλαμπος και ο Άγιος Ελευθέριος σήκωσαν +ο καθένας τους το βαρύ Ευαγγέλιον όπου εκρατούσαν να του το +ρίξουν κατακέφαλα· ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος σήκωσε το ραβδί +με τον σταυρόν να τον πατάξη• ο Άγιος Μηνάς κ' οι Άγιοι +Θεόδωροι και ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος κέντρισαν +τάλογά τους να τον ποδοπατήσουν και να τον λογχίσουν· η Αγία +Αικατερίνη κ' η Αγία Βαρβάρα κ' η Οσία Πελαγία απέστρεψαν το +πρόσωπον τους απ' αυτού. Τότε ο Σατανάς εσυμβούλευσε πάλιν τον +Παππά-Βουλέτην, επειδή τον κυρίεψε παντάπασι ο μεγαλύτερος +Παππάς, και αυτός με την πρόφαση νανακαινίση τον ναόν εκ βάθρων +ασβέστωσε τας Αγίας Εικόνας- +-Χριστέ και Παναγιά ! το μέγα Σου Έλεος ! -ξεφώνισε η θεια +Ελέγκω περίτρομη, με το στόμα μια πήχη ανοιχτό για τα όσα +άκουγε, κι άρχισε τους σταυρούς τώρα γλήγορους κι απανωτούς, +εξόν που σε κάθε όνομα Αγίου πούβγαινε απ’ τα χείλια του +εκκλησιάρη είχε κάμει κι από έναν αργά-αργά λέγοντας μέσα σ' +ένα βαθύν αναστεναγμό: «η χάρη σου !. . .» +- Απέθανε όμως τον ίδιο χρόνο εις το πυρ το εξώτερον, +εξακολούθησε ο εκκλησιάρης, - ο Θεός κ' η Παναγία να ελεήσουν +την ψυχή του! -και ο μικροανεψιός του, τωρινός Παππά-Βουλέτης +χρηματίσαντος μαχητής της Κρήτης και λοχίας, έλαβε την +ιερωσύνην και πήρε την εκκλησίαν και θέλησε δια νανιστορήση +πάλιν τον ναόν με τας Αγίας Εικόνας. Οι Άγιοι όμως δεν τον +άφησαν. . . Ηθέλησε δια να αντιγράψη την Πλατυτέραν των Ουρανών +μεγαλώσαντος το ιερόν: να φέρη την Αγίαν Τράπεζαν στη μέση, +όπως το κανονικόν, δια να περιφέρεται ο ιερεύς, επειδή τώρα +είναι μες τον τοίχο, κάτωθεν της θαυματουργού Εικόνας όπως +αρχαιόθεν. Αλλ’ η Παναγία δεν τον ηυδόκησε. . . Ήλθαν οι +καλύτεροι ζωγράφοι των Αθηνών και εξ όλης της Ασίας και της +Σμύρνης, και μάλιστα δύο μοναχοί από το Άγιον Όρος διάσημοι εις +τον κόσμον κ’ εκοπίασαν και απηύδησαν: τα πινέλα τους έσπαζαν +κομμάτια κ’ έπεφταν οι τρίχες, τα χρώματα έσβηναν, τα χέρια +τους εκόπτοντο ωσάν με το μαχαίρι. Ο είς εξ αυτών ηθέλησε δια +να ξύση τον ασβέστη και παράλυσε από το ένα μέρος-- +- Κύριε σώσον! έλεγεν η θεια Ελέγκω κ’ η Λιόλια έπεφτε απάνω +της μ’ ανατριχίλες κ’ έρριχνε φοβισμένες ματιές στους άσπρους +τοίχους. . . +- Έχει πολύ μεγάλους Αγίους η εκκλησία μας ! είπε ο +εκκλησιάρης, με κατάνυξη. . . και μη θαρρήτε πως επειδή δεν +φαίνονται κάτω από τον ασβέστη δεν υπάρχουν εδώ εις τον ναόν +πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, δεν θέλουν δια να βλέπουν +τας κακίας των ανθρώπων και αποστρέφονται από τα όμματα των +Βεβήλων του κόσμου. . . Όταν έρχεται λείψανο σεβάσμιο, κανένα +γεροντάκι εν αρετή βιώσας καλοσύνες εν ονόματι Κυρίου ή γυναίκα +κάνοντας οβολόν της χήρας στους φτωχούς ή που στεφανώνεται +καμμιά τίμια κόρη Παρθένος του Χριστού, τότε ο ασβέστης στους +τοίχους γίνεται ανάριος-ανάριος και φαίνονται τα μάτια των +Αγίων ωσεί αστέρες του στερεώματος και τα χέρια τους ωσάν κρίνα +του αγρού που ευλογούν. . και εις τον θρόνον της εν μέσω την +χορείαν των Αγίων εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η Υπεραγία ημών +Δέσποινα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, λάμπων ωσεί πύργος +δυσθεώρητος ευλογεί μαζί με τον γλυκύτατον Χριστόν. . . +Του είχαν έρθη τα δάκρυα τον εκκλησιάρη από τη φτερωμένη έξαρση +πούδινε στην ψυχή του η αγία Πίστη. . κ’ έβγαλε τα γυαλιά του +και σκούπισε τα κοκκινογυρισμένα μάτια του με το μανίκι του. +Τον είδε η θεια Ελέγκω κ' άρχισε να κλαίη κι αυτή και σήκωσε +την άκρη του φουστανιού της απ' την ανάποδη και φύσηξε τη μύτη +της. +- Μια φορά, είπε πάλι μ’ ένα κρυφό αναγάλλιασμα στη φωνή του, +ανήμερα της Αγίας Γεννήσεως του Χριστού αρρώστησε ο ψάλτης ο +δεξιός-τον αριστερό τον κάνω εγώ - και δεν είχαμε δια να γίνη +Λειτουργία ειμή μόνον ένας μαθητής του Σχολείου που δεν ήξερε +να ψάλλη. . κ’ έξαφνα γέμισε η εκκλησία ουράνιους ψαλμούς και +το εκκλησίασμα των πιστών έπεσαν όλοι στα γόνατα καθώς οι +εθνικοί στρατιώται και ο Εκατόνταρχος εις την Αγίαν Ανάστασιν +του Σωτήρος ημών. . . +Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ' η +Λιόλια σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν +τρόμο κρυφό. . . +Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη), έναν +άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη +ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το +φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να +τούβγαζες το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο +κεφάλι, Θα νόμιζες πως βρίσκεσαι στο Θέρισο. +Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ' η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά +απ’ τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί +γαϊτάνι απ' τις ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα +χαμένη απ' τον εαυτό της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους +μήπως και ξανοίξη τα μάτια των Αγίων ή τα χέρια τους να +ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν αυτήν, παρά θα την κύτταζαν +άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη!. . . Μα δεν έβλεπε τίποτα, παρά +τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία στιγμή μονάχα της φάνηκε +πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το στέφανο πίσω απ’ το +κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από’να φεγγίτη, που την +κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο κι ασάλευτο +σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος ίδρωτας. . +κ' έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ' απ’ την +ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ' είδε την Παναγία που την κύτταζε - +-αυτή και ο μικρός Χριστός-με απερίγραπτη λύπη. . . +Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα +τουρανού της ψυχής της. . . +Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ' η +Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά +μαζί σ'ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας +ό,τι ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα +χωρίσανε στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές +και δάκρυα, και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο +αντρόγυνο, γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα +καλοκαίρι, στη Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της +Βεργινίας τη φρικτή- +. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της +ψυχής- +Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη +σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή +της τύχη, κ'η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο +περέχημα-η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα: +αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε +δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την +πήγε στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την +παραστάθηκε. . . Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε. +Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε +χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα +χειλάκια του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και +των χεριών του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Τo χτύπησε η +Κερά Γιώργαινα πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, +του πέταξε νερό στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν +ανάσαινε μ' όλ' αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον +και μονομιάς φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις-όσο +ροδίζει εν’ άσπρο τριαντάφυλλο-κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη +αχνά, καθώς μπήκε στη ζωή. . . +Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και +λίγη φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . . +-Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και +σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ +εξ αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα +ζεστά και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . . +Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε +από το πλυσταρειό, κ' έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που +το τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και +τις ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε +με τα παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από +καιρό, και της τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι... +Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη, +χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της, +γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι +γερή και δυνατή που ήτον. . . +Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι +της να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: +κάτι βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα +γλυκάνισο να βράση του παιδιού, που τάχε απ’τις δικές της +γέννες, πλάκωσαν κι άλλες γειτόνισσες - γιατί άλλο δεν είναι να +τις τραβήξη, όπως το κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από +λείψανο και γεννητούρια κι όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ +Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής +κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν το λοιπόν αυτές όλες -που +δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους στο σπίτι της Λιόλιας κ' +ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι αυτές σε μιαν +περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός καμμιά φορά +και σου χρειάζεται κ' εσένα η βοήθεια ταλλουνού! - και πέσανε +μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που +τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το +ξεφασκιώση, να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι +πούχε φέρει απ' το σπίτι - κ' έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της +και το κοντό της : +- Χριστέ μου ! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο ; ! +- Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου ! δεν είναι για ζωή ! Μπά- +μπα-μπα-μπά- μπα ! +- Αμή λίγο τόχεις ; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι +καρδιοχτύπια σπάρθηκε. Για στάσου ! πότε πέθανε η Βεργινία ; +- Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του +μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα +της): δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες. +- Καταλαβαίνεις τώρα ;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα, +ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε!. . . Πώς τα +βαστάς, Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα-ά ;. . +- Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη +σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια +κούκλα! +- Για να δω κ' εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια +κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ'έσπρωχνε τις άλλες +που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη. +- Κερένια κούκλα ! καλά λες ! Μωρ' τ’είναι τούτο; Μπααά! +Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’η +καλύτερη μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την +είχε στείλει εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με +μεγάλη μυστικότη, να μην ακούση η Λιόλια: +- Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας; ! +- Κάλε-κάλε-κάλε! ίδια ! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα +γραΐδιο με φακιόλι. +- Μπώ-μπώ-μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία !! +- Για δες κατάρα! +- Εκ Θεού! Εκ Θεού! +- Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα ! +- Αμ τα μάτι! τί σου λέει το μάτι; +- Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια!. . . Η +Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η +Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα +πράματα-αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι +τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις +ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν +πνοές παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. +. κι ανατρίχιαζε σύσσωμη. . –κι η καρδιά της είχε γίνει +κρούσταλλο. . . +Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της +ζήτησε το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη +τώρα κι αυτή απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι +έλεγαν οι γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, +βούλιαζε τη ματιά της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε +να βγάλη απομέσα κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, +ψηλαφούσε με τη ματιά της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να +μαζέψη αποπάνω του τα λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το +λέρωναν. . κ' έξαφνα εκεί που κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια +της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε του παιδιού το πρόσωπο. . και +τότε είδε. . και κατάλαβε κ' έβγαλε μια φωνή - και λιγοθύμησε. +. . +Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. +. . +Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: +του τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού +του και πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και +καλύτερα, γιατί και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ' +η Λιόλια επειδής που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι +αυτά, γιατ’ είν' ο ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το +σπίτι. . εμ πάντα, όσο δεν έχει κλείσει χρόνος. . . +Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια +παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν +πήγε να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, +με τα δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν +ψεύτικα, τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη +Βεργινία. . . Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε +μόνο λόγια των γυναικών απ’ την κακία τους -κ’ έσκυψε το κεφάλι +σαν κάτω από μιαν κατάρα του Θεού. . . +Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια. +Τo μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν +φωνή, σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε +με κανέναν τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι +τούδιναν πια με το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το +περισσότερο, το ξερνούσε:-θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον +κούκλα γεμάτη πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν +πια. . . +Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε +απελπισμένα το κεφάλι της. +Έτσι του βγήκε σ' όλην τη γειτονιά τόνομα : «η κερένια κούκλα». +Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη, +ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον +παιδίατρο κ' είπε πως είναι ατροφικό. +Κ' η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια +σαν κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον +ακόμα κ' έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ' έκανε τη μητέρα. . . +Και την έσφιγγε η Λιόλια - που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες - +την κερένια της την κούκλα μ' όλο το πάθος που αισθάνονται τα +κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε +πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το +σπλάχνο, το παιδί της - την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα, +υπερφυσικά : Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι +της, ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε +στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο!. . κ’ +έκλεινε τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε +η άλλη απάνω σ' αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι +τάνοιγε και το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί +έβλεπε πως το'χε κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά +σημειωμένο με το νεκρό της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και +τόσφιγγε στο στήθος της μην της το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το +στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα μιαν άχνα σα να της έλεγε +κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της άφωνης. . . + + + +Τα τρία κεράκια + + + +Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας. +Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την +ψυχή της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη : Μόλις φάνηκε +στην πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε +λιγάκι απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να +μείνη με το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου +εδωνά, για μισή ώρα το πολύ. +-Πού θα πας τέτοιαν ώρα ! άβγαλτη ασαράντιστη ; τώρα σε λίγο +νύχτωσε- +Δεν ήθελε να της πη• έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια +γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε +ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . . +Μπαμπουλώθηκε σ' ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . . Σούρπα- +σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο : -περνώντας απ’ την εκκλησία +πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα-γιατ' ήτον +ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά +κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν +κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους +κι από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο +άγρια μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του +Χάρου : εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ' οι φτωχοί-χωρίς +θλίψη δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο +από χέρι. . και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα +δεν τους αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πως να τον +ξεχάση !): ένας μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό, +ένα σπασμένο κανάτι κι απάνω σ' ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη +στάχτη από καμένο λιβάνι, απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος +στους έξη μήνες της θανής της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα +του μες την ερημιά ο σταυρός ! πως ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα +γράμματα πούγραφε απάνω: -«Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το +φωτοσκότιδο της αμίλητης της σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι +αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα»-με του Νίκου τόνομα κ' οι +δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα, φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η +φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια κατάπιναν τις κραυγές τους. . +και κυττάζανε με βουβά μάτια κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του +σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα κίτρινα που ταράζανε στην +ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε κάθε τόσο ένα παγωμένο +χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να τα πλάγιαζε με +σιγαλινή ανατριχίλα- στην ίδια θέση από τότε που την έθαψαν. . +. +Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά της και +τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ' έναν τάφο με +ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από γυαλί, +και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα του +Νίκου, κ' ένα δικό της. . . Κ' έπεσε γονατιστή στο χώμα, +μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη +όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο +της κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις +μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο. +-Βεργινία! Βεργινία ! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία ! λυπήσου +με, μη μου πάρης το παιδί μου!. . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα +για να πεθάνης! παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά +το Νίκο που τον αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το +παιδί μας!. . . Θα του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. . +αχ, γιατί μου τόκαμες αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου +ανάβω ένα κερί κάθε μέρα ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς!-η +Μοίρα μας έτσι το θέλησε. Βεργινία ! Βεργινία ! άκουσε με, +Βεργινία ! Νά, σου άναψα ένα κερί για τον καθένα μας, για να +μας λυπηθής. . . +Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με +δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του, +καθώς έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το +φρικτό πούχε κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της +Βεργινίας. . . +Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως +άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα +θάλασσα μες ταυτιά της: +«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη ! και το σπίτι μου και τον άντρα μου +και το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! -τόσον καιρό το +λαχταρούσα και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν +ναρθής εσύ να μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία +εσύ μου την επήρες!» +Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ' είδε το μαύρο σταυρό +αμίλητο που την κύτταζε μ' άγρια απελπισία με τα γράμματα του +σα μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το +κεράκι του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε +ακόμα μέσ' από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το +κεράκι του Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το +κεφάλι κάτω, πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ' απ’ τα μαύρα +χνώτα της καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους +και το λύγιζε κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο, +σβηστό, όπως τόχε ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή! +-Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το +κερί του παιδιού! και του Νίκου!--Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να +γυρίση να κυττάξη πίσω. . . +Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε +σπίτι. Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα +της τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε +γεννημένο η ψυχή της- -- +Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά +Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί +φοβήθηκε πως θα τελείωνε--είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες +της γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί +και ποιά δεν τάπαθε !) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν +και ταλλουνού τις πίκρες. . . +Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση. +- Τι όνομα του βγάλατε ; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια. +- Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση ! +- Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η +κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα +πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε !- +- Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία !-μα +τώρα πάει πια-τώρα ξέρω πως δε θα ζήση- +. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ' εκείνην τη στιγμή +το παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια +του αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι, +όπως έκανε η Βεργινία. . . +-. . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω!-ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με +τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή ! μου +τόπε. . μου τόπε!-το κεράκι του!. . το ρούφηξε. . . +. . Και το παιδί μ' ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε-κ' η Λιόλια +λιγοθύμησε. . . +Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του +κλαίγοντας κ' έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο +στήθος του. . με τα δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι +του, τους ώμους του-λες κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός +αυτός τουλάχιστο, αυτός ο μόνος θησαυρός της!. . . Κι ο Νίκος +με βουρκωμένα μάτια της χάδευε τα μαλλιά. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Μέσα σ' ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί +με δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα +στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι +με τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη +μέρα την Κερένια Κούκλα να την παραχώσουν. Τo δισκάκι με την +κούκλα το κρατούσε ο Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω +έρχονταν ο Νίκος με τη Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα, +ο Ντίνος κι άλλοι δυο φίλοι κ' ένα-δυο γειτόνισσες που δεν +μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα +έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν τη φορά. Αν δεν έβλεπες το +σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως ήτονε λείψανο. Σα να +πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία : λαμπάδα σε κανέναν Άγιο +θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο με μύρα κι +αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση-έτσι έδειχνε ο δίσκος, ο +στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο +το κερί πλαγιασμένο μέσα του. . . +Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους +κι απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο +Νίκος κ' η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της +Βεργινίας, που ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει +η Λιόλια τόνομα του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι +κάθε μέρα για τη ζωή του-και τώρα της πήγαινε το ίδιο τα παιδί +της, της ψυχής της όλο το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να +ησυχάση, για να πάρη τον ήσκιο της από πάνω τους. . . +Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου-ακόμα βαστούσε το +καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη +μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη-όπως είναι το +γέλοιο σε θλιμμένα χείλη-που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . . +Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα +δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε +τριανταφυλλένια ανθόφυλλα. . . +Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο +που δε γελούσαν. . . +Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου +της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς +έρχονταν από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι +απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να +γλύκανε λιγάκι η φρίκη του : ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και +τόσο γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το +φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα +κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και +χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον +τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να +περιχύθηκε ολόγυρα. . . +Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα +δάκρυα είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε +με την Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να +της κόψη τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε +δυο πετσετάκια. +Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε +γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν +πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος +φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το +χλοϊσμένο που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια .μπάντα, ίσαμε +τη γέφυρα του Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της +Καλλιρρόης ακούγονταν καθαρά οι κόπανοι των γυναικών +που’πλεναν. . . Κάτι κατσίκες έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος +πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια λουλουδάκια. . . Μες τη μέση +του δρόμου ένας κόκκορας με τις κόττες του σκαλίζανε μες τις +φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο κόκκορας έκανε κακκαρίσματα +ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που τους εύρισκε, φωνάζοντας +τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . . +Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια +και καρέκλες κ' ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ' έπιναν. +- Πάμε να πιούμ' ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής +ο χοντρέλης-τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει +τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον +κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής!... +Γέλασαν όλοι με ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς +δεν είπε όχι και μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από +'να κρασάκι. Τι κρασί ήτον εκείνο! - σα λιακάδα χύθηκε στα +σωθικά τους. Ήπιε κ' η Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το +επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο Περικλής έτσι για δυναμωτικό, +πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο. Της θειάς Ελέγκως το +πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν παπαρούνα το +μεσημέρι. +Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με +τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το +δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά,, +αλαφρά, σα φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι +τους. Τo πρόσωπο του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που +ξαστερώνει ολότελα ο ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της +Λιόλιας τα μαλλιά και του φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν +ποτές άλλοτε και το χείλι της που μισάνοιγε απ' τον κόπο του +δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του φάνηκε για δάγκωμα. . . +Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ' είδε το φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα +κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το φριχτό, το ασημένιο, με +το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά ήτονε σαν από άσπρο +χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας ίσο βήμα, +σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους +έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που +απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι, +όλο και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως +τώρα όλα πια είχαν περάσει. . . +Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο +Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε: +- Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου!. . . +Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα +κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με +σούστα, που δεν τόχει καμμιά - θα σαστίσης! -να φύγη πια η +γουρσουζιά από πάνω μας!. . . +Κ' η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να +πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη. +. . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Κ' η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ' είπε: + +Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα +πάλι θα βραδιάση για πάντα-- +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - +Πέρασε η ημέρα-- +Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο +πούχε αργήσει κ' είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε +κιόλας για το καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι +αλλόκοτα (έτσι πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα) +και παρουσιάστηκαν ο Περικλής με το Ντίνο, - κ' ένας +χωροφύλακας στεκόταν απόξω,-χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια +που κάνανε να φύγουν απ' όλες τις μεριές σαν πουλιά που +φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια να την πάνε σε μιαν +άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή τανήφορου, να την παν. . . +που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε σχεδόν ανασηκωτή, σα +χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να της αφήσουν καιρό +να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι λαχανιαστά, με τα +λόγια τους τσακισμένα κομμάτια -κομμάτια, τι την ήθελε ο Νίκος +έξω απ' το σπίτι;-ποιός Νίκος καλέ;- μόλις που πρόφθασε να ρίξη +ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια που +σπαρταρούν. . . +Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά (πούχανε +βγη σωρός απ' τις πόρτες κ' είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και +ρωτούσανε με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με +ξεφωνητά πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και +ρωτούσαν το χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με +το πιλίκιο στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι-κι ο χωροφύλακας +μαζί. . . . +Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα +δάκρυα του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα-) της είπε της +Λιόλιας για το Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και +σάλευε όλη από 'δω κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι +απ’ τον εαυτό της. . της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το +Νίκο. . ο Μίμης ο μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό +πούχαν ξαναμαλλώσει δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην +ταβέρνα, εκεί πούχανε μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι +αυτός ο ίδιος για ‘να κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι,, +.επειδή τούπε λέει «ζωή σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την +πρώτη, και για το «μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι +του. . . +Και ταμάξι σταμάτησε. . +. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι +μεγάλα κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά -τους, +με χέρια φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε +κάτι βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα +με παντούφλες. . . +. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν. +. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που +τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα-σα νάτον αυτό +τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. . +. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ' ήτανε +φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι +καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα +χέρια και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες-κι +όλοι τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν +τόπο να περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. . +. . κ' έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια- +κρεββάτια μ' άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά +βογκούσανε δυνατά καθώς περνούσε. . +. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη, +κ' εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά +μαλλιά βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ'από κάτι άσπρα +μαντήλια κ' ήτον κίτρινος σαν αγιοκέρι κ' είχε ανοιχτά τα μάτια +κι ανοιχτό το στόμα και ροχάλιζε κ' έβγαζε κάτι κόκκινους +αφρούς και δυο άντρες με μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το +χέρι κάτω απ’ τη ράχη. . +. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . +•• και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ' αυτό το κρεββάτι που +κοιτόταν ο Νίκος- +. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα +μαντήλια που τούσφιγγαν το κεφάλι!. . τι έβγαινε απ’ το στόμα +του Νίκου !- +. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς-- +Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω +του, σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ' απ’ τα μάτια της να πέση +απάνω στο κορμί του· κ' είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο +μαυροκόκκινο που ήτον η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει, +για το Νίκο στον τάφο της Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε +το κεράκι μέσ' απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε +θεριέψει κ' είχε πεταχτή στον ουρανό!. . και ξεκόλλησε απ' τον +ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο φεγγάρι κ' έπεσε απάνω της και +τη σώριασε χάμω— +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - - +- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - - +- Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από +‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους-πούχε περάσει η +Λιόλια από μπροστά τους. +- Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι:-έτσι θα την έχη. +- Κουφέτο ! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι +κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ!. . . +- Τέτοιους θέλουν αυτές• άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν +αμέσως : «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το +μαχαίρι στα δόντια-κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα !. . +- Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα-μια και μπήκε στο +δρόμο ! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι +αμούστακο. . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . +Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι +αναμαλλιασμένο-και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. +. . +- Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της +παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; +εμένα ποτέ δε μ' άρεσε αυτό το παιδί !. . . +- Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε-- +Καλέ είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο ! να +ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά : γυναίκα, άντρα και παιδί σ' ένα +χρόνο μέσα !. . . +Κ' οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν : +- Αχ!- +- Αχ!-- + +ΤΕΛΟΣ + + + + + + + +End of Project Gutenberg's The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL *** + +***** This file should be named 27073-0.txt or 27073-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/0/7/27073/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, is critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20081028-27073-0.zip b/old/20081028-27073-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..cd8a3ee --- /dev/null +++ b/old/20081028-27073-0.zip |
