summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:33:46 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:33:46 -0700
commit5c881b6ab2fcaf462fc20dff8e124d5b18ec9e50 (patch)
tree0c322d08e91d17871dc77faf17b9f30a4228d2cc /old
initial commit of ebook 27073HEADmain
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20081028-27073-0.txt4754
-rw-r--r--old/20081028-27073-0.zipbin0 -> 132860 bytes
2 files changed, 4754 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20081028-27073-0.txt b/old/20081028-27073-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..30871bd
--- /dev/null
+++ b/old/20081028-27073-0.txt
@@ -0,0 +1,4754 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Waxen Doll
+
+Author: Konstantinos Christomanos
+
+Release Date: October 28, 2008 [EBook #27073]
+Last Updated: November 5, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΦΕΞΗ
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
+
+
+Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ
+
+Η ΚΕΡΕΝΙΑ
+ΚΟΥΚΛΑ
+
+
+ΑΘΗΝΑΪΚΟ
+ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1911
+
+
+Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή-γιατί απλή και
+λυπητερή είναι η ζωή--
+. . Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την
+θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι ! . . .
+Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα-και τα χείλη των νέων
+που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης : γιατί και χαρά δεν
+είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή-είναι ο
+άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο
+άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές
+που πολλές φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . .
+.
+Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως
+με περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη
+θλίψη της ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώοη
+η ανθρωπινή μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του
+βίου, πάντα το θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις
+κλωνόγερτες ημέρες μας τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά,
+προς τη μεγάλη θάλασσα τη σκοτεινή που είναι η ευτυχία η
+αληθινή-γιατί είναι η αιώνια αλήθεια . . .
+
+
+
+Τo μαραμένο ρόδο.
+
+
+
+Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο. Κάθε
+φορά που ήθελ' ανεβή τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια απ' την
+κουζίνα, που ήτονε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή,
+σταματούσε κι ακκουμπούσε και τα δυο της τα χέρια στα γόνατα,
+για να πάρη ανάσα· η μύτη της κέρωνε και τα ρουθούνιά της
+ανοιγοκλείνανε σαν τις φτερούγες μιας άσπρης πεταλούδας. Ήταν
+αλήθεια λίγο αψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι! -
+. . Κι ολοένα ανεβοκατέβαινε απ’ την αυλή στην κουζίνα κι από
+την κουζίνα στην αυλή για να ξεπλύνη το μπρίκι τον καφφέ και τα
+κουταλάκια της, για να τρίψη την κατσαρόλα της, σαν απότρωγαν
+αυτή κι ο άντρας της, κάτω από τη βρύση που δεν έπαυε να στάζη-
+γιατ' ήτονε χαλασμένος ο σωλήνας.
+Μα μπαινόβγαινε κι απ'την καλή την κάμαρη, που ήτον ισόγεια
+σχεδόν μ' ένα-δυο σκαλοπάτια ξύλινα - Αχ, πάλι σκαλοπάτια ! λες
+βάλθηκαν κι αυτά να την κουράζουν ακόμα περισσότερο,- πότε για
+να τινάξη κάτι προσκεφαλάδες με μεγάλες μάρκες που τις είχε
+κεντημένα η ίδια ανεβατό, πότε για να ξεσκονίση τα χαρτένια
+λουλούδια πούχε σε δυο φαρφουριά πάνω στην εταζέρα ή για
+ναπλώση ένα-δυο ρουχαλάκια πούχε κάνει σαπουνιστά στη λεκάνη
+και που γαλάζωναν απ’ το λουλάκι απάνω στο σκοινί• κ' έσκυβε
+και σφουγγάριζε τα νερά πούχανε στάξει απ’ τα ρούχα στα σκαλιά
+και στις πλάκες μπρος την πόρτα κ’ έπειτα πήγαινε ναπλώση και
+το σφουγγαρόπαννο πιο πέρα από τα ρούχα στο ίδιο το σκοινί, που
+ήτανε δεμένο απ' το στρόφιγγα της πόρτας σε μια μικρή ζαλισμένη
+μυγδαλίτσα-γιατί δεν έφθανε ως τη μάντρα πέρα. . και κάθε φορά
+πούρριχνε κάτι απάνω στο σκοινί, η μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα-
+που δεν είχε ακόμα ανθίσει-λύγιζε ίσαμε κάτω και τιναζόταν πάλι
+απάνω, απ’ του σκοινιού το τράβηγμα, με τα γυμνά κλαριά της
+σηκωμένα σα χέρια στον αέρα. Αχ, τι λυπητερό πράμα να βλέπη
+κανείς ένα νέο δεντράκι να λυγάη για το χατίρι ενός
+σφουγγαρόπαννου ίσαμε κοντά να σπάση και να τρέμη σύγκλαρο για
+πολλήν ώρα, απ’ το πόνο του!
+Μα πιο λυπητερό ακόμα ήτονε να βλέπατε τη νέα γυναικούλα να
+κρυφοβογκά και να σέρνεται, στραγγίζοντας στα πόδια της, χωρίς
+να θέλη να τομολογήση στον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί αν το
+παραδεχόταν πως ήτον άρρωστη, ήτονε χαμένη : δε θα μπορούσε πια
+να ταρνηθή ταντρός της με τόσο θάρρος και με χείλια που για να
+χαμογελάσουν της σούρωναν όλο της το πρόσωπο. Εκείνος όμως την
+κύτταζε με τα μάτια του τα γαλαζοπράσινα με τα μακριά ματόκλαδα
+καρφωμένα πάνω της-την κύτταζε ακόμα κι όταν δεν της μίλαγε. .
+.
+Τι νέος που ήτον ο άντρας της και τι όμορφος !-όλο αυτό
+συλλογιζόταν η άμοιρη. Κι αλήθεια πολύ πιο νέος απ’ αυτή
+φαινόταν, κι όχι μόνον από τότε που τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά
+της είχανε σβύσει, που τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ’
+είχαν πεταχτή ταυτιά της, κίτρινα σα φύλλα φθινοπωρινά. Ήτονε
+μικροκαμωμένος ο Νίκος, ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή
+απ’ ανέκαθε, με κάτι κοκκάλες στο πρόσωπο, με μαλλιά κοκκινωπά
+κι αριά, κ’ έτσι έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια πιο μεγάλη του,
+που δεν είχαν ούτε τρία χρόνια διαφορά: αυτός εικοσιδυό, κ’
+εκείνη ήτον και δεν ήτον εικοσιπέντε.
+Κακό πράμα ναν' η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα
+της ! Τον αγαπάει μ’ αλλοιώτικη αγάπη από 'κείνονε, με μια
+φωτιά πιο άγρια, σα βιαστικιά κι απελπισμένη για τη νιότη που
+της φεύγει· και ο καημός αυτός, πέφτοντας μέσα στη φλόγα την
+ερωτική, την κάνει κι αποθεριεύει και πίνει όλη τη γυναικεία
+δροσιά. Κι ο νέος άντρας πάλι πιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο
+βλέπει να μαραίνεται το ρόδο της λαχτάρας του και βλέπει γύρω
+του νανθούν οι κάμποι της ζωής και τα γλυκά λουλούδια να
+χαιρετούν τις πλάνες πεταλούδες. . .
+Όταν, το μεσημέρι, κατέβαινε ο Νίκος απ’ τον τροχιόδρομο στη
+στάση της Γαργαρέτας κ’ έπαιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να πάη
+σπίτι του, ψηλά, κάτω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γύριζαν και
+τον κύτταζαν τα κορίτσια στις πόρτες, που περίμεναν τους άντρες
+του σπιτιού ναρθούν απ’ τη δουλειά να φαν ψωμί. Τα ξέρετε δα τα
+αιώνια κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσπιτα, που
+αντιπροσωπεύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλοπάτια, μα ίσως και
+το ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας, τα κοριτσόπουλα με την
+κορδέλλα φιόγκο πίσω στα μαλλιά, με σκερτζότζικη ποδίτσα και
+μπότα κουμπωτή-έτοιμα πάντα ναδράξουν το χαμόγελο που ανθίζει
+σε νέα χείλια κάτω από ένα μουστακάκι.
+Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους, έτσι που περνούσε
+πεταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι πίσω, χαριτωμένα παιδί
+σοβαρευούμενο, σταράτο, με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές
+σαν από ξύλο σκαλιστό;-κι απάνω στα πηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη
+αλαφρά (σα νάτον αλήθεια πεταλούδα πούθελε να πετάξη) μια
+σταχτιά πεταλούδα που τη φορούσε ατσαλάκωτη! Κ' είχε και κάτι
+μικρούτσικα αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του,
+όταν γέλαγε, ασπρίζανε σαν το ρύζι κάτω απ’ το μαύρο
+μουστακάκι, το άστριφτο ακόμα, που δεν εννοούσε να μεγαλώση:-
+έτσι έλεγε μέσα της κάθε φορά που τον κύτταζε με λαχτάρα και
+θαυμασμό για τα τόσα νιάτα, η άμοιρη η γυναίκα του. Τo στόμα
+του γέλαγε καμμιά φορά, μα τα μάτια του δε γέλαγαν, παρά μόνο
+ανοίγανε διάπλατα σα νανθίζανε, με κάτι παράξενες κόρες διπλές
+και τρίδιπλες, γαλαζοπράσινες• και τα μακριά ματόκλαδα, ίδια
+κρόσσια που γύριζαν καταπάνω, έκαναν ολόγυρα στα μάτια μιαν
+αλλοιώτικη σκιά σαν από κλαδιά γερμένα σε βαθύ νερό, που σε
+τάραζε περισσότερο από ματιά και σε τραβούσε σα μαγνήτης. Κι’
+ακόμα πιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σπίτι το σακάκι
+του και το κολλάρο και φορούσε μια παλιά λινή μπλούζα της
+δουλειάς, γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του πούμοιαζε
+ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο, ολοστρόγγυλος και απαλός όπως
+σταρχαία αγάλματα των νέων θεών-αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα
+του: εκείνη έβλεπε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέπτεται
+τίποτα, με την ψυχή λυμένη. . . Αλήθεια κακό πράμα ναν’ η
+γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα! Τον αγαπάει
+αλλοιώτικα, με μια φωτιά πιο άγρια που της πίνει όλη τη δροσιά-
+--
+Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ
+δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο
+χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα
+πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που
+τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. Είχε κ’ η
+Βεργινία κοντά μια χιλιαδούλα και κάτι ρουχαλάκια απ’ τη μητέρα
+της, που την είχε αφήσει ολάρφανη σε μια δεύτερη της αξαδέρφη
+πούχε μια φορά κι αυτή τον τρόπο της, μα σαν απόμεινε χήρα
+έκανε τη σιδερώστρα. Ο πατέρας της, πούταν απόστρατος
+ανθυπομοίραρχος, είχε πεθάνει όταν ήτον πολύ μικρή.
+Καθόντουσαν τότε με τη θεια της στο Μεταξουργείο κι ο Νίκος
+έτυχε να περνάη μια μέρα με κάτι φίλους πούχαν τα σπίτια τους
+στη γειτονιά κ' είδε τη Βεργινία στην πόρτα. Από τότες περνούσε
+καθεμέρα κ’ «επιμόνως» κι αυτή τον καλοκύτταζε γιατί τα μάτια
+του της είχαν κάνει μάγια. Τo βράδυ της έκανε ταχτικά καντάδες
+με τους φίλους, στεκούμενοι όλοι μαζί μπουλούκι στην αγκωνή,
+κάτω απ’ το φανάρι· μέσ' απ’ όλες τις φωνές, τις μπάσσες και
+τις τσιριχτές και τις τρεμουλάντες, αυτή ξεχώριζε τη δική του
+πούτον η πιο γλυκεία. . και σαν κύτταζε απ’ τη μισανοιγμένη
+γρίλλια του παντζουριού, θάρρευε πως ξάνοιγε τα μάτια του να
+λάμπουν κάτω απ’ τη φλόγα του φαναριού που χοροπηδούσε. . .
+Έτσι παντρεύτηκαν κ' εκάμανε το σπιτικό τους.
+Απ' τη μέρα του γάμου του, που πήγαιναν οχτώ μήνες τώρα, ο
+Νίκος ούτε παρέες πια στα Πατήσια και στο Μοσχάτο, ούτε πιοτί
+στα υπόγεια του Άι-Φίλιππα και της Πλάκας κοντά στα
+μεγάλα βαρέλια ταραδιαστά, με τους μεζέδες απάνω στο στράτσο
+απ’ το μπακάλη βουτηχτούς σταλατοπίπερο, ούτε μπιλιάρδο στον
+καφενέ. Τίποτα πια! Απ’ το μαγαζί και στο σπίτι. Τον πείραζαν
+οι φίλοι του πως δεν τον άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει
+βαλημένα τα δυο του πόδια σ' ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι
+έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο-τόσο που όλο και τον
+κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα λογάκια ο Κυρ Μπάμπης,
+ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω δρόμου:
+- Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο· δε βλέπεις
+πως εγίνηκε;
+Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η
+Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πως
+ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πως
+ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια
+της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα
+τριαντάφυλλα στο νερό: πως σηκώνουν τανθόφυλλά τους και
+ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να
+ξεσκούν εκείνη τη στιγμή !. . . Αλλά για λίγες ώρες, αχ, για
+πολύ λίγες μοναχά--Έτσι κ' η Βεργινία, άμα ερχόταν ο Νίκος της!
+Ξάναβε - λες και μάζευε όσο αίμα της είχε απομείνει στις φλέβες
+της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά της και τα μάτια της
+γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν όπως ήτον όταν τη
+στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες.
+Στο σπιτάκι, πούχανε νοικιασμένα, είχανε μια μεγάλη κάμαρη στο
+ισόγειο και την κουζίνα στο υπόγειο. Είχανε δική τους αυλή με
+το πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα ! εξόν απ' τη
+βρύση που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα. Τo
+άλλο μισό σπίτι ήτον το όμοιο, μ' ιδιαίτερην είσοδο· και
+καθότανε μια χήρα ενός δικαστικού κλητήρα με δυο κόρες της
+παντρειάς.
+Εικοσπέντε δραχμές πούδιναν το μήνα τι του πλέρωναν, κι ας ήτον
+και βουνό, γιατί μονάχα η θέα κι ο αέρας εκεί απάνω άξιζαν όσο
+να πης.
+Από πάνω ο βράχος του Φιλοπάππου που, ό,τι κρύο και νάκανε τώρα
+το χειμώνα, τους βαστούσε το Βορριά και τραβούσε όλες τις
+αχτίδες απάνω του και σαν έκανε καλωσύνη μύριζε πέτρα λιασμένη
+και μοναξιά βουνίσια και γαϊδουράγκαθο διψασμένο. Στο πλάι
+πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο
+ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις
+δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο
+βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη
+σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω,
+μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί.
+Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τ ρ ε λ λ ό ς (πούχει τον ύπνο
+του για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν
+ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ' ησκιερή στο ξάπλωμά του. Κάτω του
+τα βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ’ ένα κομμάτι
+απ’ το μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό πάνω
+από το Μετς, και με τα σπιτάκια των Παντρεμενάδηκων ανεβασμένα
+απανωτού για να δουν έναν ανεμόμυλο στην κορφή, αφημένον έρημο
+με τα φτερά βγαλμένα. Και στο στήθος αυτών των γλυκών λόφων
+ένας μεγάλος μαύρος λεκές: τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου που
+από μακριά φαίνονται σα να κοιμούνται ορθά, τόνα κοντά στάλλο.
+. .
+. . Μα δεν κοιμούνται, παρά βουίζουν όλα μαζί σιγαλά και γλυκά
+σαν άρπες αλαργινές κι ονειρεμένες• και πίσω από το πιο μελανό
+και πιο βουερό κυπαρίσσι κουρνιάζει κρυμμένος ο Χάρος και
+βγαίνει κάθε νύχτα με τασημένιο δρεπάνι, πούχει το κρεμασμένο
+απάνω στον ουρανό, κουκουλωμένος σε μαύρο ράσο ή με λουλούδια
+στο κεφάλι, και σιγοπατάει στους δρόμους και καβαλλάει μάντρες
+κι ανοίγει τα κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες και
+πέρνει εκείνους που κρύβουν το πρόσωπο μέσα στα προσκέφαλα για
+να μην τον ιδούν κι αφήνει, γελώντας με τα δόντια δίχως χείλια,
+όσους του φωνάζουνε να τους λυτρώση. Μα και μέρα βγαίνει και
+τότε κανείς δεν τονέ βλέπει, γιατ' είναι ντυμένος με του ήλιου
+τις αχτίδες και πιο φεγγερός από τον ήλιο. . .!
+Και πιο πέρα πιάνουν κάμποι κι άλλοι λόφοι, που πρασινίζουν απ'
+το Γεννάρη, πλατιά ξαπλωμένοι· κι ανεβαίνουν αγάλια-αγάλια όλοι
+μαζί αψηλά και με τον άσπρο δρόμο του Φαλήρου αντάμα, σα να τον
+πιάνουν απ’ το χέρι να τονέ σηκώσουν, ίσαμε το σπιτάκι· κ’
+έπειτα τρέχουν πάλι όλοι μαζί τον κατήφορο ως πέρα στη θάλασσα.
+Αχ, η θάλασσα! τώρα σα γλαυκός αχνός κι όχι σα νερό, ανεβασμένη
+απάνω στον ουρανό, τώρα πάλι σαν ασπίδα χρυσή στον ήλιο: και
+στης ασπίδας τον αφαλό ένα γιγάντιο μυτερό πετράδι ζαφειρένιο,
+η Αίγινα με τον ιερό της κώνο. . .
+Λόφοι εσείς απαλοί και πράσινοι και θάλασσα αρχαία που λάμπεις,
+με τα μαύρα καράβια των καημών που σε σιγοπερπατούν! πόσα μάτια
+σας έχουν κυττάξει απ’ τον παλιό καιρό, εδώ απ’ το βουνό του
+Φιλοπάππου απάνω, σαν τώρα που ξαστράφτει η ομορφιά σας, κι απ'
+τα αιώνια νιάτα σας άντλησαν ελπίδα για της ζωής τη χαρά! Κ'
+έσβησαν όλα τα μάτια που σας αγναντέψανε, μα εσείς στεκόσαστε
+αυτού και δίνετ' ελπίδα για της ζωής τη χαρά στα μάτια που θα
+σβήσουν!
+Κύτταζε κ' η Βεργινία από πάνω απ’ τη μάντρα της αυλής της κι
+από το μόνο παράθυρο της κάμαρης της κ' έπαιρνε κουράγιο κ'
+ελπίδα από τη χαρά της αλαργινής χλόης κι από της θάλασσας τη
+λάμψη, τη γλαυκή κι αμάραντη, πως σαν ερχόταν το καλοκαίρι και
+πιάναν οι ζέστες, θε να δυνάμωνε κι αυτή και θε να στερέωνε η
+υγεία της. Έτσι της είχε πη ο γιατρός ο γυναικολόγος, πούχε
+φέρει ο Νίκος όταν της ήρθε εκείνο το περιστατικό, στον τρίτο
+μήνα της απάνω, που κόντεψε να πεθάνη κι από τότε δεν είχε δη
+χαΐρι.
+Ήρθε δυο φορές τότες ο γιατρός και της είχε δώσει κάτι στάλες
+κόκκινες, πικρές φαρμάκι, να τις παίρνη, προτού να φάη και κάτι
+μαύρα χάπια που έλεγε ο Νίκος πως ήτανε σίδερο για να δυναμώση
+να γίνη σίδερο. Θυμόταν το γιατρό με τα γυαλάκια του, με τα
+γενάκια τα ξανθά, γυαλιστερά και μοσχομυρισμένα από πουμάδες
+και κομμένα κάτω στα ίσα, ολόγυρα στο πλατύ άσπρο πρόσωπο με τα
+ροδοκόκκινα μαγουλάκια. Τι σαχλός που ήτον! Κ’ έκανε και το
+νόστιμο· κι όλο γελούσε για να φαίνονται τα δόντια του· κι όλο
+ακκουμπούσε στο μπαστούνι του με την ασημένια γοργόνα για να
+δείχνη τα παχουλά του τα χέρια. Κοντά του στεκόταν ο Νίκος, το
+μελαχρινό και ανδρικό αγόρι. Για κύττα τον έναν, κύττα και τον
+άλλον ! Τι διαφορά ! Κ' η καρδιά της χτυπούσε πιο γλήγορα ίσαμ'
+απάνω στο λαιμό από μιαν αλάλητη τρυφερότητα και παράδοση όλης
+της υπάρξεώς της στο γλυκόν της το Νίκο και σαν από μιαν
+ελπίδα, που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα. . .
+Δεν της είχε πη ο γιατρός πως την είχε σαβανώσει για πάντα
+εκείνην την ελπίδα που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα:
+να γίνη μητέρα. Κ' έτσι έλπιζε πάντα, άμα που θαρθή το
+καλοκαίρι ναλλάξουν τα πράματα.
+Κι όταν ο Νίκος την κύτταζε βαθιά με τα μεγάλα του τα μάτια σαν
+άνθη που ρωτούσανε, νόμιζε πως γι' αυτό τηνέ ρωτούσαν και
+χαμήλωνε τα δικά της και χλώμιαινε ακόμα περισσότερο από τη
+ντροπή της που δεν ήτον ακόμα γερή σαν πρώτα.
+Ο Νίκος όμως δεν ήτον τυφλός κι ούτε κουφός να μην ακούη τα τι
+λέγανε στη γειτονιά και προ πάντων τα κορίτσια καθώς περνούσε:
+«Κρίμας το νέο να πάρη εκείνη τη χτικιάρα !»--
+Μια μέρα βγήκε η Βεργινία απ' την πόρτα του σπιτιού της
+ναδειάση το κασσόνι με τα σκουπίδια πίσω από τη γωνιά της
+μάντρας, κατά το βουνό, που ήτανε σωροί-σωροί λιθάρια και
+σπασμένα μπουκάλια και πιάτα και παλιόχαρτα και πάτοι από
+ντενεκέδες και στριφογυρισμένα τσέρκια από βαρέλια και
+λαμποκοπούσαν όλα στον ήλιο σα θησαυροί ατίμητοι. Έκανε τώρα να
+γυρίση πίσω, λαχανιασμένη, μόλις σέρνοντας τα πόδια της, κ’
+έξαφνα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια γειτόνισσα απ’ τον
+κάτω δρόμο, την Κερ-Αριστείδαινα, πούτον αδερφή της χήρας του
+δικαστικού κλητήρα που κατοικούσε πλάι, κ’ ερχόταν κι αυτή να
+ρίξη τα σκουπίδια της.
+- Καλέ κορίτσι μου, της λέει εκείνη μόλις που την αντίκρυσε,
+τρελλάθηκες, στην κατάσταση που βρίσκεσαι, να σηκώνης κοτζάμ
+κασσόνι και να το κουβαλάς μισή ώρα δρόμο ! Δεν πας να δης στον
+καθρέφτη τα χείλια σου πως γινήκανε! Μήστητί μου Κύριε! Δεν
+παίρνεις κανένα κοριτσάκι να σου βοηθάη στη χοντρή δουλειά,
+αφού δεν έχεις την υγειά σου ; Εσείς τον τρόπο σας τον έχετε.
+Ναν’ καλά ο άντρας σου! Δυό νοματέοι είσαστε. Από παιδιά κι από
+σκυλλιά έτσι κ’ έτσι δεν έχεις φόβο. Αυτό να το βγάλης απ’ το
+νου σου. Μας τόχει πη εμάς ο γιατρός• τον αρώτησε η αδερφή μου-
+Σαν άκουσ' έτσι η Βεργινία πάγωσε όλη· ο λάρυγγας της έκλεισε·
+τα μάτια της ανοίξανε διάπλατα, θόλωσαν, οι βολβοί γυρίσανε
+μέσα και φάνηκε όλο τασπράδι. . και σωριάστηκε χάμω, άσπρη σαν
+το σεντόνι, απάνω στο σωρό των σκουπιδιών που έλαμπαν-
+Έμπηξε η Κερ-Αριστείδαινα τις φωνές και βγήκε η αδερφή της με
+τις κόρες της κ’ έτρεξαν και κάτι άλλες γειτόνισσες και τη
+μπάσανε σπίτι της και με τριψίματα και ξύδια, έπειτα από
+κάμποση ώρα, τη συνεφέρανε.
+Σαν ήρθε το μεσημέρι ο Νίκος, τον περίμεναν απέξω από την πόρτα
+του οι γυναικούλες για γα τον προφτάσουν τα μαντάτα και να του
+πουν πως δηλαδή δεν κάνει καλά να την αφήνη τη γυναίκα του να
+παιδεύεται με το νοικοκυριό της, αφού δεν έχει την υγειά της.
+«Όλος ο κόσμος το λέει αυτό κ' είναι κρίμας, γιατ' είναι ήσυχη
+γυναικούλα και φρόνιμη-μόνο που δεν έχ’ υγεία! Ο λόγος είναι να
+μην πάθη κανείς κι απέ ύστερα-βλαστήματα! Εμ χάνεις τον άνθρωπό
+σου, εμ βασανίζεσαι και ξοδεύεσαι στα γιατρικά !. . .»
+Ο Νίκος γίνηκε κατακίτρινος σαν το φλουρί· τα μάτια του
+μαύρισαν. Ευχαρίστησε τις γυναίκες για τη συμπάθεια που του
+δείχνανε, μόλο που τουρχότανε να τις πνίξη με τα δύο του τα
+χέρια.
+Ηύρε τη Βεργινία στο κρεββάτι, κλαμένη, με ταριά της τα κόκκινα
+μαλλιά μουσκεμένα· δεν μπόραγε να σήκωση το χέρι της απ' την
+αδυναμία--Δεν έβγαλε το σακκάκι του, ούτ’ έβαλε ψωμί στο στόμα
+του· μόνο το ένα του παπούτσι τράβηξε λιγάκι, γιατί τονέ
+στένευε. Έβαλε να ζεσταθή στο καμινέτο λίγο γάλα, πούπαιρναν
+κάθε πρωί απ’ την κατσίκα μιας γειτόνισσας. . έπειτα κάθισε
+κοντά στο κρεββάτι και της τόδωσε της Βεργινίας να το πιεί,
+ανασηκώνοντας της το κεφάλι.
+Η Βεργινία ήθελε να του πη, μα δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά-μόλις
+που κατάπινε. Κύτταζε το χέρι του που κρατούσε το φλυντζάνι, το
+αντρίκιο και δυνατό με τις μαύρες τριχίτσες ως απάνω στα
+δάχτυλα, πούτον αγριεμένο και χονδρόπετσο απ’ τα ξύλα και τα
+εργαλεία, και τώρα γινότανε σα γυναικείο, για να της δώση να
+πιή και της ήρθε να το φιλήση, να το φιλήση -μα ντράπηκε-
+Κι αυτός δεν της έλεγε τίποτα. Στην αρχή, καθώς μπήκε μέσα, της
+είπε :
+- Δεν έχεις τίποτα. Αύριο θα σου φέρω το γιατρό να σου γράψη
+κανένα άλλο γιατρικό να σου περάση.
+Κ' έπειτα δε μίλησε πια, παρά κύτταζε μπροστά του. . .
+Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια-ζουν και δε
+μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια
+: τη βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από
+εκείνους που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται-
+γιατί μπορεί και λέγεται με λόγια. . .
+Κύττα λοιπόν κ’ εσύ, αγόρι μου, τον άσπρο γύρο τον κολλαριστό
+του νυφικού σου κρεββατιού και μέτρα τις θηλειές της
+χερόπλεχτης νταντέλλας κάτω-κάτω ! Κύττα μια μεγάλη άρρωστη
+μύγα, που δεν πέθανε το χειμώνα, πως πετάει, βαριά, με βόμβο
+μονότονο από το τζάμι στην πλεχτή κουβέρτα και πίσω! Ξεχώριζε
+με τα μάτια σου τα πολύχρωμα κουρελάκια πούναι φτειαγμένο το
+χαλάκι μπροστά στον καναπέ: τέσσερα κόκκινα και στη μέση ένα
+μαύρο, τέσσερα μπλε κ’ένα μαύρο και πάλι κόκκινα με πράσινο,
+και στο καθένα μια σταυροβελονιά με κίτρινο μετάξι . . .
+Αχ τι στενοχώρια τι στενοχώρια !-
+Όλα αυτά ειν’αιώνια μπροστά στην χαρά της ζωής! –
+Κι αν τα μάτια σου αγναντεύουν φως χρυσό και καθρεφτίζουν τη
+θάλασσα την μακρινή και τον ουρανό που κατεβαίνει ως μέσα στο
+παράθυρό σου – από τα βάθη τους όμως αναβρύζει σκοτάδι,
+σκοτάδι, σκοτάδι. . .
+Την άλλη μέρα ήρθ’ο γιατρός για τη Βεργινία. Έβαλε ταυτί του
+στην καρδιά της που μόλις ακουγότανε (με μισόκλειστα μάτια
+κύταζε χαδευτικά την ξανθή γενιάδα του πούτον πλαγιασμένη με
+φιλάρεσκη συγκατάβαση απάνω στο φτωχό στήθος της Βεργινίας)..
+έπειτα έπιασε το σφυγμό. . κύτταξε τα ματόφλουδά της από μέσα
+πούταν ξέχρωμα- ανασήκωσε με το δαχτυλο τα χείλια της να δη τα
+γουλιά πούταν κι αυτά σχεδόν άσπρα. Είπε πως έχει μεγάλη
+αναιμία και να μείνη κάμποσες μέρες στο κρεββάτι ακίνητη ως
+ναναλάβη. Την εμπόδισεν εδώ και πέρα να κάνη τον παραμικρότερο
+κόπο κι ούτε και να συγχίζεται. Έπειτα έγραψε κάτι καινούργια
+φάρμακα : πρώτα ένα νερό κιτρινωπό σαν τσάι που θα γράφη απόξω
+στο μπουκάλι «Δακτυλίτις», να παίρνη δυο κουτάλια της σούπας,
+ένα το πρωί κ’ ένα το βράδυ, για τρεις μέρες το πολύ, κ' έπειτα
+από λίγες μέρες ξανά δεύτερο έν' άλλο που θάχη χρώμα σκούρο
+κόκκινο και θα λέη «Κολά», να βάζη από μισό κουταλάκι ή καμμιά
+εικοσαριά στάλες στο κρασί της-τρία δάχτυλα κρασί μαύρο κάθε
+φορά, όχι περισσότερο. Φαΐ δυναμωτικό κι αλαφρό : σούπα μ' αυγό
+χτυπητό, λίγη μπριζόλα με το αίμα, μυαλό και σοκολάτα πλάκες
+όση θέλει. Και να παίρνη πάντα τις πικρές της στάλες και τα
+χάπια. Σε δύο-τρεις μέρες, είπε, θα ξαναπεράση. Συμβούλεψε κι
+αυτός το Νίκο να πάρη κάποια γυναίκα στο σπίτι να νοιάζεται και
+την άρρωστη, όταν θα λείπη αυτός. Ο Νίκος τον ξέβγαλε ίσαμ’ έξω
+απ’ την πόρτα. Στάθηκαν απόξω και μίλησαν αρκετή ώρα !. . .
+Ο Νίκος ξαναμπήκε μέσα κατσούφης.
+-Να πας στη θεια Ελέγκω, του είπε η Βεργινία, να της πης να μας
+στείλη τη Λιόλια, την ανεψιά του αντρός της. . . Είναι καλό
+κορίτσι. . δεν έχει κανένανε στον κόσμο. . . Σαν ήμουνα στης
+θειας ήτανε μικρή. . πήγαινε στων Απόρων Γυναικών. Τώρα θα
+κοντεύη δεκαεφτά χρονώ. Η θεια μπορεί να κάνη και χωρίς αυτήνα
+. . .
+Λαχάνιασε για να πη αυτά τα λίγα λόγια και τα μάτια της
+κύτταζαν τον Νίκο σαν να του ζητούσανε συγχώρηση. -Λιόλια τη
+λεν ; -είπε μοναχά ο Νίκος.
+Τι γλυκό που ακούστηκε τόνομ' αυτό απ’ το στόμα του και σα με
+μιαν απήχηση πίσω του - τόσο που ξαφνίστηκε κι ο ίδιος...
+
+
+
+Τάσπρα μάτια.
+
+
+
+Έτσι λοιπόν ήρθε η θεια Ελέγκω κ’ έφερε τη Λιόλια.
+Ήτονε σχεδόν παιδί ακόμα, που δεν έδειχνε πως τάχε κλεισμένα τα
+δεκάξη, καθώς έλεγε η θεια, - ένα κοριτσάκι με κοντό
+φουστανάκι, απαλό και στρουμπουλό σαν κάτι άσπρες γατίτσες που
+νομίζεις πως δεν έχουν κόκκαλα. Είχε μεταξένια καστανά μαλλάκια
+με λάμψεις χρυσές και χείλια κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα σαν
+ανθόφυλλα. Σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο.
+Καθότανε ντροπαλή στην άκρη του καναπέ και ξέφτιζε τη φράντζα
+του τραπεζομάντηλου που ήτον είδος κινέζικο, μαυροκίτρινο, και
+τόχε αγοράσει η Βεργινία τέσσερες δραχμές από 'να γυρολόγο. . .
+0 Νίκος στεκόταν ορθός στον κομμό και στριφογύριζε απάνω σε δυο
+του δάχτυλα την αλυσσίδα των κλειδιών του. .
+Ενόσω μιλούσε η θεια Ελέγκω, ξεχειλιστή απάνω στην καρέκλα
+κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, τα μάτια του Νίκου κύτταζαν
+τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το
+σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε
+φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια
+σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της
+τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε
+να κάμουνε φτερά να πετάξουν . . .
+Λαχτάρα μου!---
+Η Βεργινία ήτον πολύ ξαναμμένη και μιλούσε με κόπο, μα και με
+μια ξεχωριστή ζωηράδα, λες και μάζευε όλη της τη δύναμη για να
+κρύψη απ’ τους ξένους το χάλι της.
+Σαν τα αποείπανε, σηκώθηκε η θεια Ελέγκω να φύγη φίλησε τη
+Βεργινία :
+- Θάρχωμαι, Βεργινίτσα μου, να σε βλέπω πιο συχνά τώρα•
+να βλέπω και πως τα πάει κ' η Λιόλια. Μη σεκλετίζεσαι!
+περαστικά είναι. Νά κ’ εμένα που με βλέπεις τόση κι άλλη τόση,
+τα ίδια δεν τράβηξα το πρώτο χρόνο της παντρειάς μου ; θα πης
+πως δεν έκανα παιδιά! - Ξορκισμένα νάναι ! Άμα έχης τον άντρα
+σου, τι άλλο θέλεις ; για μπελά μόνο; . . . Κ’ εσύ, Λιόλια, το
+νου σου ! να κυττάς τη Βεργινία που την είχα σαν παιδί μου-
+προσεχτική και πρόθυμη σαν κορίτσι του σπιτιού. Κι ό,τι σου πή
+ο Κυρ Νίκος που είν' ο καημένος κι αυτός σαστισμένος. . . Από
+νοικοκυριό πια άλλο τίποτα, Βεργινίτσα μου. Την έχω στρωμένη.
+Αμ τα ξέρεις δα κ' εσύ!. . . Περαστικά Κυρ Νίκο ! αυτά έχ' η
+παντρειά. Μικρός-μικρός μπήκες στα βάσανα, έ-ε-έχ! Όποιος τρώει
+τα καρύδια σπάνει και τα τσέφλια, Κυρ Νίκο μου-ού . . .
+Και βγήκεν έξω, σκασμένη στα γέλοια για ταστείο της.
+Κι απόμειναν οι τρεις μονάχοι-
+Της φώναξε αχνά της Λιόλιας η Βεργινία και της είπε να πάρη τα
+κλειδιά, να βγάλη λάδι απ’ το ντουλάπι της κουζίνας και να ψήση
+τα ψαράκια πούχε φέρει ο Νίκος αποβραδύς, να βράση το γάλα και
+ταυγά,. .
+Τα γλήγορα κι αλαφρά πατήματά της απηχήσανε στα σανίδια της
+κάμαρης κ' έξω στις πλάκες της αυλής. Και σε λίγο ξανάρθε μέσα
+και ρώτησε τη Βεργινία να κάμη λίγα ψάρια και στη σχάρα με το
+λεμόνι; και πάλι τάπ-τάπ-τάπ έκαναν τα βήματά της. . . κ’ έκανε
+άνεμο με την κοντή φουστίτσα της, σα γοργοδιάβαινε με τα
+κλειδιά κουδουνιστά στην τσέπη της ποδιάς της που η πρώτη της
+δουλειά ήτονε να τη βγάλη από το μπογαλάκι πούχε φέρει μαζί της
+και να τη φορέση. . .
+. . Ένας αέρας αλλοιώτικος, σαν κάποιο φως μπήκε στο σπίτι που
+ως τώρα ήτον αφώτιστο, πνιγμένο απ’ την περίχυτη κούραση και το
+βαστηγμένον πόθο της άρρωστης γυναίκας.
+Όταν γύρισε ο Νίκος απ’ το μαγαζί, έλαμπε από τάξη και πάστρα η
+κάμαρη που δύο μέρες τώρα είχε μείνει ασυγύριστη : μια γλυκειά
+ησυχία ήτον πεσμένη απάνω στα έπιπλα, στης Βεργινίας το
+κρεββάτι, με την άσπρη κουβέρτα όμορφα τεντωμένη, και στο
+πρόσωπο της Βεργινίας ακόμα πούτον πιο άσπρο απ’ το προσκέφαλο
+της, ταναπουπουλιασμένο.
+Αισθάνθηκε τότες ο Νίκος πως δεν ήτον πια μονάχος στο σπίτι μ’
+αυτόν το μυστηριώδικο εχθρό, την κρυφή αρρώστια που έτρωγε το
+κρέας της γυναίκας του κάτω απ’ το πετσί της και της έπινε το
+αίμα και τη νειότη της.
+Γύρισε η Βεργινία το κεφάλι της να τονέ χαιρετήση και φάνηκε το
+άσπρο των ματιών της σταχτερό, χωρίς λάμψη κ' η κόρη ξέχρωμη,
+σα νάταν η κόρη και τασπράδι ένα πράμα. Άνοιξε τα χείλια της τα
+παννιασμένα να του χαμογελάση κ’ είδε ο Νίκος τα γουλιά σαν από
+ξέθωρο, σβησμένο κοράλλι, πούκαναν τα δόντια της να φαίνονται
+κατακίτρινα.
+Τι λύπη ! τι λύπη !----
+Κ' η ματιά του έπεσε και στο πρόσωπο της Λιόλιας, που μόλις
+μπήκε αυτός μέσα, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κοντά στο κρεββάτι
+που καθόταν κ' έραβε και τονέ χαιρέτησε μ' ένα βυσσινύ
+χαμόγελο, ρίχνοντας με το χέρι πίσω κάτι σγουρόμαλλα απ’ το
+μέτωπό της. Και το χαμόγελο αυτό, η όψη της η ανθισμένη σα να
+τον ξεκούρασαν απ’ τη λύπη του μονομιάς, σα να τούδωσαν κάποιο
+θάρρος αλοιώτικο και μίαν ελπίδα αόριστη για κάτι καλό πούτονε
+νάρθη, αφάνταστο.
+Άθελα, εκεί που κάθησε να φάη, ακολουθούσε με το βλέμμα του τη
+Λιόλια που μπαινόβγαινε κ' οι ματιές του ακκουμπούσανε
+σκεπτικές στα καστανά της τα μαλλιά, που τάχε σηκωμένα πίσω
+αψηλά σε μια χοντρή πλεξούδα, έπειτα πάλι έπεφταν απάνω στο
+στενό της το πολκάκι, στα κουμπάκια που σπαράζανε σε κάθε
+αναπνοή της. . •
+Κ' η Λιόλια κάθε τόσο έλεγε με μια φωνή χαμηλή και τραγουδιστή
+:
+- Κυρία Βεργινία ! να σας φέρω τώρα το ζουμί σας ;. . .
+Να σας κόψω τη μπριζόλα σας ; Να βάλω να ζεσταθή το γάλα
+σας ή το θέλετε το βράδυ ;. . . Θα του φθάση το φαΐ του Κυρίου
+Νίκου ή να του ψήσω και δυο αυγά;
+- Πώς να δη ο Νίκος τάσπρα μάτια της Βεργινίας καρφωμένα απάνω
+στο πρόσωπο του, αφού κύτταζε αλλού ; Τo περίεργο μόνο είναι
+πως δεν ανταμώθηκαν οι ματιές του απάνω στης Λιόλιας το κορμί,
+γιατί και της Βεργινίας τάσπρα μάτια περπατούσανε μαζί με τα
+καμώματα της Λιόλιας και πήγαιναν απ’ τη Λιόλια στο Νίκο και
+πίσω. . .
+Ω σκεπτικά μάτια του νέου αγοριού, τί φταίτ' εσείς που
+γλυκαινόσαστε, σαν ήσαστε πρώτα πικραμένα και τυφλά απ' το
+σκοτάδι κ' έξαφνα αγναντεύετε ένα λουλούδι γλυκό που
+σιγοκαμπανίζει μέσα στην αύρα της ψυχής σας;. . . Λάμπει πάλι
+χρυσός ο ήλιος της νεότητός σας και ξυπνάει η λαχτάρα σας σαν
+κάποια μοσχοβολιά πούτον κρυμμένη βαθιά-βαθιά κάτω από τους
+μαραμένους μενεξέδες. . .
+Κ' η Βεργινία είδε τα μάτια του αγοριού της να γλυκαίνωνται,
+νανοίγουνε διάπλατα σαν άνθη στον ήλιο, όταν ακκουμπούσαν απάνω
+στα μαλλιά της Λιόλιας και στα χείλια της τα υγρά κι ανοιγμένα
+πάντα σαν κόκκινα ανθόφυλλα και στο πολκάκι της με τη σειρά
+κουμπάκια, και δεν έβλεπε πια τίποτε άλλο απ’ όσα ήτανε γύρω
+της κι απ' όλη τη ζωή που είχε ακόμα μέσα της κι απ’ όλη την
+αρρώστια που της είχε ζωσμένο το κορμί της και της τότρωγε –
+τίποτα ! εξόν αυτό μονάχα. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+- Πού θα τη βάλωμε να κοιμηθή, είπε η Βεργίνα του Νίκου, άμα
+ήρθε το πρώτο βράδυ. Και σα ναπαντούσε γι’ αυτόν, πρόσθεσε με
+βία : Στην κουζίνα είναι πλάκες και δεν έχομε στρίποδα. . ούτε
+και ρούχα-
+- Να πέση στο κρεββάτι μαζί σου κ' εγώ στρώνω χάμω.
+Η Βεργινία κούνησε το κεφάλι της πως «όχι»-
+- Τότε να στρώση την αντρομίδα μπροστά στο κρεββάτι κοντά σου,
+μήπως και θέλησης τη νύχτα τίποτις. . .
+- Δε φθάνουν οι κουβέρτες -
+- Της δίνομε το πάπλωμα κ’ εμείς σκεπαζόμαστε με το νυφικό μας.
+Μια λάμψη πέρασε από τα ξεθωριασμένα μάτια της Βεργινίας σαν
+αντιφεγγιά από κάποια φλόγα που'καιγε άσωστη στα βάθη της ψυχής
+της. . .
+Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο
+μαυρειδερός ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από
+ατλάζι γαλάζιο, με κίτρινη φόδρα, με τους πολλούς μπακλαβάδες
+και τις όμορφες στριφτορραφές ολόγυρα, που απ’ τη νύχτα του
+γάμου τους έμενε κλεισμένο μες το σεντούκι και μόνο-κάθε μεγάλη
+σχόλη στρωνόταν αποπάνω απ’ το κρεββάτι κι άπλωνε τη γλυκειά
+του λάμψη σα θάλασσα Κυριακάτικη. . .
+Αλήθεια σα θάλασσα γαλάζια και εκστατική έμοιαζε καθώς ήτονε
+φαρδύ και μακρύ και χυνόταν ίσαμε κάτω στα πάτωμα.
+Του Νίκου, πούτονε γυρισμένος κατά τον τοίχο, μόλις φαινότανε
+λίγο το κατσαρό μαλλί που τόχε τούφφα πάνω απ’ το μέτωπο. Μα
+της Βεργινίας το πρόσωπο ήτον όλο απόξω, σα να φοβότανε μην
+πνιγή, κι άσπριζε σα μια χούφτα αφρός απάνω σ'ένα κύμα απλωτό-
+αφρός που δεν ήθελε να λυώση. Και στα βάθη του αυτό το κύμα
+έκρυβε τη δύναμη και την αρρώστια-κ' η αρρώστια λαχταρούσε τη
+δύναμη, την κοιμισμένη. . . Και το κύμα έπεφτε από πάνω από της
+Βεργινίας το αδυνατισμένο κορμί και φιλούσε της Λιόλιας, που
+κοιτότανε στο πάτωμα, το γλυκό παρθενικό κεφάλι. . .
+Όλη τη νύχτα τα μάτια της Βεργινίας ασπρίζανε μες στο σκοτάδι
+που χύθηκε βαρύ και βουερό σαν απόσβησε το καντήλι,
+ορθάνοιχτα.. κ’ έκαναν τον ίδιο δρόμο πούκαναν όλη την ημέρα:
+απ’ το μέρος του Νίκου κατά το μέρος της Λιόλιας-χωρίς να
+βλέπουν. . .ως που ξημέρωσε--
+Και περνούσαν οι μέρες. . .
+Όταν ο Νίκος τη ρωτούσε τώρα τη Βεργινία πως ήτον και της
+μιλούσε με τόση γλύκα, με τόσα πολλά λόγια-αυτός που άλλη φορά
+σε μιαν εβδομάδα μέσα δεν εύρισκε τόσες λέξεις να της πη-και με
+μιαν ηχερή φωνή που σα νάτρεμε κρουσταλλένια κάτι χαρούμενο
+μέσα της, και μονάχος του της έδινε να παίρνη τα γιατρικά της
+και της μετρούσε τις στάλες σα να τις χαιρόταν κι αυτές ακόμα,
+και της έκοβε τη μπριζόλα και της βαστούσε το πιάτο της σούπας
+της με το χτυπητό αυγό, για να μη σηκώνη πολύ το χέρι της και
+κουράζεται,-η Βεργινία κυττούσε μονάχα τα μάτια του. Και πολλές
+φορές συνέβηκε να χυθή το γιατρικό κ' η σούπα επάνω της, γιατί
+κι αυτός κυττούσε αλλού ---
+Και περνούσαν οι νύχτες. . .
+Τι νύχτες ήταν εκείνες ! Δεν ήταν ο Νίκος που κοιμότανε στο
+πλευρό της; -τόσο βαθιά, τόσο βαθιά !- Γιατί δεν την έσφιγγαν
+τα δυνατά του χέρια σαν πρώτα; γιατί δε γύρευαν τα χείλια του
+τα δικά της; - το ζεστό κορμί του το δικό της που κρύωνε
+αιωνίως ;. . .Αχ, η Πίκρα κ’ η Σιγαλιά κάθονταν άγρυπνες στο
+προσκέφαλό της και της έπιαναν τα στήθια και της πάγωναν τα
+χέρια ίσαμε τα νύχια. . και την καρδιά του Νίκου-
+Όλη η ζωή που της έμενε είχε μαζευτή αυτόν τον καιρό στα μάτια
+της: αυτά μιλούσαν, αυτά φώναζαν, αυτά έτρεχαν απάνω-κάτω και
+σηκώνανε χέρια παρακαλεστά, αυτά σπάραζαν και σβήνανε λιγόθυμα.
+Η ίδια δεν είχε πια δύναμη να τα κάνη όλ’ αυτά κ' η φωνή της
+δεν μπόραγε να πη τα όσα ήθελε. . .
+Δεν πέρασαν δεκαπέντε μέρες, κ' η Βεργινία κατάλαβε πως για
+νάναι του Νίκου τα μάτια πάντα γλυκά σαν τώρα κ’ η φωνή του
+τόσο διάτορη και κρουσταλλένια και κρυφοχαρούμενη, αυτή ήτον
+πια περιττή-και κατάλαβε τότες πως δεν της χρησίμευε πια ούτε
+της ίδιας να ξαναύρη την υγειά της.
+Κι αυτό την έρριξε πιο βαριά κάτω.
+Όταν ξανάρθε ο γιατρός της έγραψε κι άλλη Δακτυλίτιδα κάθε δυο
+ώρες τώρα, και πάλι δυναμωτικά κ' είπε να μη σηκωθή απ’ το
+κρεββάτι-μα και να ήθελε, μπορούσε;--
+Και ο Νίκος καθεμέρα γινόταν πιο πεταχτός, πιο χαρούμενος. -Σαν
+περπατούσε στο δρόμο ανασήκωνε τις φτέρνες πριν ναγγίξουν το
+χώμα, έρριχνε πίσω το κεφάλι και κύτταζε ολόγυρα με μάτια
+φεγγερά να δη τον κόσμον όλο πούτονε δικός του . . κι ανάσαινε
+βαθιά με τα ρουθούνια διάπλατα, σα να μην τούφθανε ο αέρας γύρω
+για τα δυνατά πλεμόνια του. . . Στο μαγαζί του λέγανε: «Μωρέ
+Νίκο! τι έπαθες, μωρέ Νίκος μπας και σούρθε καμμια κλερονομιά
+;» -Κι’ αυτός γελούσε: «Εγώ τι έπαθα, για εσείς τι πάθατε και
+κοιμόσαστεν ορθοί !»
+Να τονέ βλέπατε πως έπιανε το σκαρπέλλο και τη σγόρμπια στο
+χέρι και τα χτυπούσε με τη ματσόλα μες το ξύλο σα νάθελε να τα
+κάμη όλα τρίψαλα ! Ο μάστοράς του φώναζε: «Έ!! Νίκο ! έχει
+εκατό δραμές αυτή η καρυδιά ! Δεν είμαστε, καλά, λέω 'γώ !»
+Αυτός όμως μάζευε τα χαλινάρια του τη στιγμή πούπρεπε και
+γύριζε ταργαλείο με μια στρογγυλή και τρυφερή κίνησι σαν
+αγκάλιασμα, γλήγορη κι απαλή σα χάδι κρυφό, κ' έξυνε κ' έγλυφε
+το αυγό που σκάλιζε και την αχιβάδα και το φλασκόφυλλο και τον
+άκανθο, ως που το σίδερο γινότανε φωτιά μέσα στα χέρια του. Και
+το ζεστό σίδερο φιλούσε, φιλούσε το ξύλο κι αυτό γινότανε
+μαλακό και γλυκό, σα να ζωντάνευε, κι άνοιγε, σαν ταχείλι στα
+φιλιά, κι έβγαιναν όλο φυλλαράκια και βλαστοί πανώριοι,
+μυριοπερίπλοκοι, και ρόδια και σταφύλια, που χύνονταν όσο ένα
+κέρας, και γυναίκες με βυζιά πεταχτά και Κένταυροι με τις ουρές
+ορθές και με τόξα που σαϊττεύαν αόρατους εχθρούς κι
+αγριάνθρωποι με τράγινα μεριά και μυτερά αυτιά και Χίμαιρες και
+Σφίγγες με φτερά. . . Πόση δουλειά έβγαινε τώρα από τα χέρια
+του!
+Κι όμως πρώτος απ’ όλους, μόλις βαρούσε η καμπάνα, τα βροντούσε
+όλα χάμω κ’ έτρεχε σπίτι, κόβοντας δρόμο απ' την Πλάκα και την
+Άγια Αικατερίνη κ' έπειτα πίσω απ' το Στρατιωτικό Νοσοκομείο,
+για να οικονομήση και το καθημερινό έξοδο του τροχιόδρομου -
+καθώς έλεγε στον εαυτό του. Μα αλήθεια ήτον πως τουρχόταν έτσι
+να κουνηθή, να τρέξη, και δεν τονέ βαστούσε πια στα καπούλια
+του Κωλοσούρτη να κάνη χάζι τα σκέρτσα του
+Έμπαινε στο σπίτι σαν ανεμοστρόβιλος !. . βροντούσε τις πόρτες
+και τις καρέκλες . . γελούσε με το καθετί και με την άρρωστη
+ακόμα τη Βεργινία.
+- Σα λεμόνι μου είσαι πάλι σήμερα Βεργινίτσα μου ! - θα σε
+στίψω να σε κάνω λεμονάδα -
+Και σε λίγο πάλι έλεγε:
+- Μπα δεν έχεις τίποτις ! Απ’ την ημέρα που μπήκε η Λιόλια στο
+σπίτι είσαι πολύ καλύτερα. Και τα προχτές σαν ήρθε η θεια
+Ελέγκω μονάχη σου της τόπες. Δεν λέω αλήθεια ; Νά που γελάς κ'
+η ίδια ! - γελάς, έ;!
+Μα της Βεργινίας το πρόσωπο καθεμέρα γινόταν πιο άσπρο, πιο
+διάφανο. Κάτι γούβες γαλάζιες φανήκανε στα μηλίγγια. Τα μάτια
+της από κάτω ήτανε μαύρα προς το μενεξελύ, σα χτυπημένα, τα
+βλέφαρα με πρισμένους γύρους βυσσινιούς - κι αυτά ήταν τα μόνα
+χρώματα πούχε απάνω της. Τo στόμα της έδειχνε κυρτωμένο σ' ένα
+τόξο, που θάτον ακόμα πιο τρομερό αν ήτονε γέλοιο κι όχι κλάμα
+βαστηγμένο μιας ψυχής που σπάραζε . . .
+Τώρα ο Νίκος ερχόταν το απόγεμα από νωρίς στο σπίτι πολλές
+φορές και δε ματάβγαινε καθόλου ύστερ’ απ' το γιόμα. Είχαν τώρα
+λέει λιγώτερη δουλειά στο μαγαζί, γιατί ο πλούσιος πούχτιζε ένα
+σπίτι παλάτι στου Μακρυγιάννη και που του σκάλιζε ο Νίκος τις
+δρύινες πόρτες για όλο το σπίτι και τους καρυδένιους ταμπλάδες
+της τραπεζαρίας, είχε γράψει στην Ευρώπη για ιδιαίτερη ξυλεία
+κι αργούσε νάρθη. Έτσι έπαιρνε κι αυτός τα σχέδια του σπίτι και
+καθόταν και χαράκωνε και φωτοσκίαζε κ’ έσβηνε με τη
+γομμαλάστιχα ίσαμε που βράδιαζε - και δουλεύοντας σφύριζε
+ακατάπαυτα, σαν τον κότσυφα. . .
+Η Λιόλια περνούσε από μπροστά απ’ το τραπέζι του και
+κρυφοκυττούσε τις ζωγραφιές πούφτειανε ο Νίκος. Και άμα έβλεπε
+πως ο Νίκος περισσότερο αυτήν κυττούσε παρά τη μύτη του
+μολυβιού του, κοκκίνιζε ως ταυτιά.
+Και όχι μόνο τότες. . . Άμα θ' άνοιγε την πόρτα ο Νίκος να μπη
+στο σπίτι κι ακουγόταν η φωνή του, μόλις που της έλεγε
+κουβέντα ή της έδινε τίποτα στο χέρι, αυτή γινόταν παπαρούνα.
+Κ' εύρισκ' αιτία και ξέφευγε απ' την κάμαρη κ' έτρεχε κάτω στην
+κουζίνα. Κι από κάτω, από το υγρό και σκοτεινό υπόγειο,
+ακουγότανε σε λιγάκι η φωνή της να τραγουδή κρουσταλλένια, όπως
+τραγουδεί ένα καναρίνι μέσα στο κλουβί του. Μα μόλις ανέβαινε
+απάνω στην κάμαρη, σώπαινε-— Όπως σωπαίνει το καναρίνι όταν του
+ρίχνουν αποπάνω ένα σεντόνι--
+Κι ο Νίκος άφηνε τη δουλειά του, έκοβε το σφύριγμα κι
+αφηγκραζόταν της Λιόλιας το τραγούδι και θυμόταν τις παλιές του
+τις καντάδες και τουρχότανε να τραγουδήση μαζί της. . .
+Κ’ η Βεργινία θυμόταν τα τραγούδια του Νίκου — κ’ έχωνε το
+κεφάλι της κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα, σα να ναυαγούσε μέσα σ'
+ένα κύμα απελπισίας---
+Ήτονε Φλεβάρης τώρα κι αποκριές ! Την Κυριακή της Τυρινής
+άργησε να γυρίση ο Νίκος το μεσημέρι. Κάποιος χτύπησε την πόρτα
+απέξω ! Τρέχει η Λιόλια νανοίξη . . και γιομίζει από
+χαρτοπόλεμο και μπαίνει ο Νίκος σκασμένος στα γέλοια που έκαμε
+τη Λιόλια και τρόμαξε. Μύριζε ο Νίκος δυνατά κρασίλας. Έπειτα
+πήγε και στης Βεργινίας το κρεββάτι και την πασπάλισε κι αυτή
+με τα πολύχρωμα χαρτάκια. Έτσι φαινόταν ακόμα πιο κίτρινη, σα
+λείψανο μασκαρεμένο.
+—Μ' ηύρε στο δρόμο η θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος. Θάρθη μούπε
+στις τρεις να πάρη τη Λιόλια να πάνε να δούνε μασκαράδες από
+'να σπίτι πού την προσκάλεσε μια γνωστή της. . και να πάω λέει
+εγώ το βράδυ να τηνέ φέρω. . . Καθήσανε να φάνε.
+Στο φαΐ ο Νίκος περισσότερα γέλοια έκανε παρά μπουκιές πούβαζε
+στο στόμα του· κρασί όμως έπινε μπόλικο. Γελούσε με τη Βεργινία
+πού μασσούσε την μπριζόλα της με το χαρτοπόλεμο στα μαλλιά, με
+τη Λιόλια που θαρρούσε πως έπεφταν τα χαρτάκια από πάνω της
+μέσα στο φαΐ της κι όλο τιναζόταν — ενώ της τάρριχνε αυτός,
+χωρίς να το παίρνη χαμπάρι.
+Καθώς σηκωθήκαν απ’το τραπέζι κ' έμεινε η Λιόλια μια στιγμή
+γυρισμένη, χώνει το χέρι του ο Νίκος στο λαιμό της βαθιά και
+της γιομίζει την πλάτη κομφετί. Έβγαλε τις φωνές η Λιόλια κ'
+έτρεξε με τα γέλοια κάτω στην κουζίνα. Ο Νίκος από πίσω. Την
+κυνηγούσε στην αυλή κι αυτή ξεφώνιζε απ’ τα γέλοια. Ξαναμπήκανε
+μέσα στην κάμαρη κ’ έτρεξε η Λιόλια να φυλαχτή κοντά στη
+Βεργινία, πίσω απ' το κρεββάτι. Ήτον κατακόκκινη, σα μαγιάτικο
+τριαντάφυλλο χιονισμένο απ’ τα χαρτάκια· τα μαλλιά της
+στέκονταν ανάερα σα χρυσό σύννεφο. Αισθανόταν το κεφάλι της
+κουδούνι απ’ αυτήν την ασυνείθιστη αγαλλίαση που της έκανε
+σχεδόν τρόμο -
+. . Σαν αντίκρυσε τα μάτια της Βεργινίας που είχε ανασηκωθή
+στο προσκέφαλο κ’ έσφιγγε με το χέρι το στήθος της, τα ρόδα του
+προσώπου της μονομιάς ξεφύλλισαν. . της ήρθαν τα κλάματα κ'
+έπεσε στα πόδια του κρεββατιού με το πρόσωπο μες τις κουβέρτες
+-
+Πήγε ο Νίκος κοντά της να της πη πως δεν τόθελε να την πικράνη.
+Μα η Βεργινία τους κύτταζε και τους δυο έτσι αλλοιώτικα!--
+Τo κεφάλι του Νίκου ήτονε βαρύ. Τον είχαν κεράσει το πρωί οι
+φίλοι, ήπιε και το μεσημέρι, ζαλίστηκε κι απ'το τρέξιμο. . .
+Έπεσε στον καναπέ κι αποκοιμήθηκε---
+Ηρθε η κυρά Ελέγκω κ’ έφυγε με τη Λιόλια - κι ο Νίκος δεν το
+πήρε χαμπάρι. Όταν ξύπνησε και είδε πούτανε φευγάτες, του
+κακοφάνηκε. Κατέβηκε στην αυλή κ’ έβαλε το κεφάλι του κάτω
+απ'τη βρύση. Έπειτα ήρθε μπροστά στον καθρέφτη και χτενίστηκε
+και συγυρίστηκε για όξω· έβαλε και την πεταλούδα του να καθήση
+ανάλαφρα απάνω στα βρεμμένα κατσαρά μαλλιά του.
+- Πάω να σου φέρω την Κερά-Δημήτραινα από πλάι ή καμμιανή της
+κόρη να σου βαστήξη συντροφιά. Αλλά που αυτές !- αμ δε θάναι
+σπίτι τέτοια μέρα!. . . Αν δεν τις βρω, να περάσω να πω της
+Ευρυδίκης;. . Δεν τη θέλεις;-Μα δεν μπορείς να μείνης και
+μονάχη σου ! μήπως και θελήσης τίποτα ως που να γυρίσωμε με τη
+Λιόλια.,. Τάχεις όλα κοντά σου, ό,τι σου χρειάζεται; -Δε
+θαργήσωμε !
+Και βρόντηξε πίσω του την πόρτα.
+Σε λίγο ήρθε η Ευρυδίκη, η καπελλού (που κάλλιο να μην
+ερχότανε), με κάτι τσουλούφια ως μέσα στα μάτια και με μάγουλα
+μπλου αποκάτω από τη μπούδρα - μια ξεμπερδεμένη που φαινόταν
+πως είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου και πολλών αντρών «νόον
+και άστεα» γνώρισε. Δύο φορές ζωντοχήρα, αν θέλετε ! «Καθώς
+κατήντησαν τώρα οι άντρες, έλεγε, κάλλιο να μη παντρεύεται μια
+κόρη· δεν εννοούν τι θα πη γυναικεία ψυχή»,--Μα δεν την
+εμπόδιζε αυτό να κάνη τη μισοκακόμοιρη : αυτή να βγη έξω τέτοια
+μέρα!. . κι ο Κύριος Νίκος να μην ερχότανε να την παρακαλέση,
+αυτή τόχε σκοπό νάρθη να καθήση με την αγαπημένη της τη
+Βεργινία. . .
+«Σιχαίνεται κανείς πια και τον εαυτό του να βλέπη τις αηδίες
+του κόσμου μέρες που είναι και θέλει να πη κι ένα λόγο. Μήπως
+έμεινε ψυχή γεννητή στο σπίτι απ' όλη τη γειτονιά! Οι κόττες
+μοναχά κ' οι γάττες. . .»
+Και πού να τόξερε όποιος την άκουγε πως θα πήγαινε το βράδυ
+μασκέ ατσιγγάνα στην Κασταλία!
+Η Βεργινία πολλές σχέσεις με τις γειτόνισσες δεν είχε - και στο
+πόδι που ήτον ακόμα. Με την πλαϊνή, τη χήρα του δικαστικού
+κλητήρα, στο ίδιο σπίτι πια, εξ ανάγκης: πότε για κάνα λεμόνι,
+πότε για το γουδί ή την πλύστρα της σκάφης και προ πάντων για
+το σίδερο, που είχ' ένα όμορφο παποράκι η Βεργινία, κι εκείνες
+οι κόρες της χήρας είχαν αιωνίως κάτι «λεπτόν» να πατήσουν. Μ'
+αφότου της ήρθ'εκείνη η αναθεματισμένη λιγοθυμιά στο δρόμο εξ
+αιτίας από τα λόγια που της είπανε, δεν είχε μάτια να δη
+καμμιάν η Βεργινία. Έπειτα ήρθ’ η Λιόλια!. . πού είχε νου πια
+και δύναμη για κουβέντες -
+Και το είχε παράπονο η Ευρυδίκη αυτό, που δεν ήξερε δηλαδής η
+Βεργινία να ξεχωρίζη τις αληθινές της φίλες. Κι άρχισε για τις
+πλαϊνές: οι δείξες, οι πείξες, που τους είχε περάσει η
+ιδέα πως θε να τους άδειαζε τον τόπο η καψερή η Βεργινία, «που
+να φαν τις γλώσσες τους, κ' ήταν έτοιμη η γριά - που να μη την
+πω ! - να του πασσάρη μιαν απ’ τις κόρες της του Κύριου Νίκου -
+και ίσως και τις δυο, τη μια με το στεφάνι και την άλλη
+αστεφάνωτη - Θε μου σχώρα με!»
+«Αμ τι θαρρείς ! τέτοιοι άνθρωποι έχουν ιερό και όσιο ;
+άνθρωποι είν' αυτοί; Είδαν το παλληκάρι – γιατ’ είναι όμορφο
+παιδί και λεβέντης ο αντρούλης σου- να τονέ χαίρεσαι! -
+δουλευτής, που μπορεί να ζήση τη γυναίκα του με το κόμμοδό της,
+νάχη, σα να πούμε, και τη διασκέδασή της και το λούσσο της-μη
+βλέπεις εσύ που δεν έχεις τίποτα απ’ τον κόσμο-»
+(Και μπρος απ’ τα μάτια της Βεργινίας φάνταξε σαν όραμα
+φεγγοβόλο ένα μεγάλο άσπρο φτερό πούχε στο καπέλλο της μιαν
+όμορφη κυρία, που την είδε μια μέρα να περνάη με ταμάξι απ' τη
+Λεωφόρο Συγγρού . . και το φτερό ανέμιζε και κυμάτιζε μαλακά
+στην αύρα σα σύννεφο που έλυωνε, σαν αφρός. . και της χάδευε
+τα χρυσά μαλλιά, χωρίς ποτέ να φεύγη από κοντά τους, χωρίς να
+σβήνη. . . Αχ, πόσο της άρεσε εκείνο το φτερό ! - και του τόχε
+ειπή του Νίκου να της πάρη ένα όμοιο για τη Λαμπρή . . και
+τώρα ! - και βούρκωσαν τα μάτια της - - )
+«Περαστικά νάναι !», πρόσθεσε η Ευρυδίκη σαν την είδε που
+δάκρυσε, «-και να ξοδεύεσαι και για ξένον άνθρωπο-εκείνο το
+κορίτσι δα που πήρες ! Αυτά είν' τα τυχερά! Μήπως τόθελες κ'εσύ
+που το πήρες; Ξέρει κανείς τι βγαίνει απ’ αυτά τα πράματα ! Την
+είδα που λες τώρα δα που περνούσαν απ' το σπίτι με μια γριά.
+Μια στρογγυλοπρόσωπη δεν είναι; παχουλή; μ' όμορφα μαλλιά; με
+μια τραγιάσκα; Θεια της λέει είν' εκείνη η γριά - μου τόχαν πη
+οι Βαλλώσαινες στην πίσω αυλή. Είναι και δική σου θεια απ’ τη
+μητέρα σου; Έμ αφού έρχεται και συγγενής, καλύτερα» -
+Και χαμογέλασε μ' ένα χαμόγελο πουρχόταν τα-ίσα απ’ την Κόλαση.
+«Γιατί πάντα ένα ξένο κορίτσι μες το σπίτι», άρχισε παρακάτω με
+καινούργιον αέρα στα πλεμόνια της, γιατί της φυσούσαν οι
+διάβολοι με τα φυσερά τους, «πούναι και τόσο νέος άντρας και
+καλοκαμωμένος - αλήθεια πόσα χρόνια τον απερνάς, ή σ' απερνάει;
+Νάξερες, καϋμένη, πως τονέ ματιάζου-νε-ε τα κορίτσια και τι
+ακούγει πίσω του!. . . Μέσ' απ’ τα μπρίζι-μπίζι μου εμένα που
+να μου ξεφύγη τίποτα ! - θε να πέθαινες δέκα βολές. Να
+προσέχης! - αυτό μόνο σου λέω. Γιατί όποιος τόχει το νερό μες
+την αυλή, δεν πάει στο ποτάμι. . . Μου φάνηκε πονηρή η μικρή.
+Ξέρεις τι σου είν' αυτές οι μικρές, καθώς έγινε τώρα ο κόσμος!.
+. .»
+Έτσι δεν έπαυε η γλώσσα της Κυρίας Ευρυδίκης να στάζη γλύκα ως
+που βράδιασε. Την αλάλιασε την άμοιρη τη Βεργινία που της
+απαντούσε με κάτι ξεψυχισμένα λόγια, με κανένα κούνημα του
+χεριού, στην αρχή κ' έπειτα καθόλου πια, παρά κοιτόταν με το
+πρόσωπο χαρτί βαθιά μέσα στο προσκέφαλο, κι άφηνε και της
+εσούβλιζε την ψυχή και της περίχυνε το κορμί της με ζεστά λάδια
+και με νερά παγωμένα - το άρρωστο της το κορμί πλάκα κάτω απ'το
+γαλάζιο πάπλωμα-ως που λιγοθύμησε---
+Τηνέ συνέφερε σε λιγάκι πάλι η καλή της η φιλενάδα με σπίρτο
+του καμινέτου που της έτριψε τα μηλίγγια και τα χέρια. Έπειτα
+κατέβηκε στην κουζίνα και ηύρε λίγη κανέλλα μέσα σ' ένα κουτί
+τενεκεδένιο που ήτανε διάφορα μπαχαρικά και της έβρασ’ ένα
+φλυτζάνι με λίγο πιπεράκι και της τόδωσε να πιή για να στυλώση
+την καρδιά της. Από τέτοια δα άλλο τίποτα η Κυρία Ευρυδίκη -
+του κάκου δεν ήτονε μαμμή ξεσκολισμένη.
+Κ'έπειτα ξανάρχισε - απ'άλλη μεριά τώρα. Της φάνηκε περίεργο
+γιατί να λείπη απ’ το σπίτι το κορίτσι. Τι το θέλανε ; Για να
+χρειασθή σε μιαν ανάγκη ! - ε ; «Να μην ήμουν κ' εγώ και να
+πάθαινες τη λιγοθυμιά ολομόναχη ! Κύριε σώσε ! Έχω μιαν ιδέα
+πως πάει να ιδή το κομιτάτο !» Η Βεργινία της έκαμε «ναι» με το
+κεφάλι.
+- Ορίστε μας! Έμ τότες δε καθότανε σπιτάκι της μια και καλή.
+Τρέχα γύρευε τώρα πότε θα γυρίση. . . Μήπως θα τηνέ φέρη κιόλα
+πίσω ο κύριος Νίκος ! έ;, Νά-τα ! Μάτια μου, θέλει και
+καβαλλιέρο ! Δε στάλεγα εγώ; - όπως πήγε, ναρθή ! - τι; Και να
+δης που εξ αιτίας της αργεί κι ο Κύριος Νίκος. Αυτός δα σε
+βαστάει στα χέρια - όλη η Γαργαρέττα έχει να το κάνη. . . Κάπου
+θα μπλέχτηκαν ! Οχτώ η ώρα ! . . . Αμ νισάφι πιά ! Απ’ τις
+τρεις την είδα να πηγαίνη τον κατήφορο . . . Τώρα νύχτωσε. . ο
+κόσμος όλος είναι στα σπίτια τους. Κι αυτοί που είναι για τους
+χορούς ή για να πάνε μασκαράδες στα ξένα σπίτια, γυρίζουνε
+σπιτάκι τους να ετοιμαστούνε, να τσιμπήσουν κάτι.
+Κι ανησυχούσε αληθινά που αργούσανε, γιατί ήθελε κι αυτή να πάη
+να ντυθή ατσιγγάνα για το χορό της Κασταλίας. Και τώρα πώς να
+την άφηνε μονάχη της τη Βεργινία που ακόμα καλά-καλά δεν είχε
+συνέρθει!
+Είπε που θα πεταγότανε να δη μήπως γύρισαν οι χλαίνες γιατ'
+είχε και δουλειά να πάη σπίτι: μια παραγγελία βιαστικιά γι’
+αύριο, ένα καπελλάκι τρέλλα, όλο παπαρούνες και πράσινα στάχυα
+με τα κοτσάνια πίσω κρεμαστά, που θα το φόραγε μια από τις
+μεγάλες στα Κούλουμα στην Κηφισσιά. «Σου λεν έπειτα πως τα
+κάμανε στη Φρανσίν και στην Καίτη Παππά και πως τους κόστισαν
+έναν κόσμο-και βγαίνουν απ’ αυτά εδώ τα χέρια. Τάφησα κ' εγώ
+που λες για την τελευταία στιγμή, Γιατ’ είπα μέσα μου : ό,τι
+έχω εγώ τη Βεργινίτσα μου!. . δεν πα να κουρεύωνται κ’ οι
+μεγάλες και τα Κούλουμά τους. . . »
+Και ξεγλίστρησε όξω απ’ την πόρτα.
+Δεν πέρασ' ένα λεπτό της ώρας και νάτην πάλι μαζί με τη χήρα
+του δικαστικού κλητήρα τώρα, την καλή την Κερά-Δημήτραινα με
+τις τριχωτές ελιές και το ψαρύ μουστακάκι που λες και τόχε
+κληρονομήσει (Αχ,- αυτό μονάχα και μια θεόρατη μαγκούρα) απ’ το
+μακαρίτη. Χρυσός άνθρωπος ωστόσο αυτή η Κερά-Δημήτραινα ! Μόλις
+άκουσε για τη Βεργινία, τάφησ’ όλα σύξυλα, μόλο που τώρα δα
+ήτονε φερμένη πούχε πεταχτή λιγάκι στης αδελφής της να τα πουν
+ένα χεράκι, κ’ έτρεξε να κάτση κοντά της και να τη συντροφέψη,
+την αδικημένη την ψυχή.
+- Τι σούλεγα, Βεργινία μου, πως τους φίλους σου δεν τους
+ηξέρεις κι ούτε και τους οχτρούς σου! Νά η Κερά-Δημήτραινα από
+‘δω με τις κόρες της, κ’ εγώ από μέρος μου-τα πάντα θυσία για
+σένα!. . . Λέγαμε δα για σας τόσα καλά, Κερά-Δημήτραινα, και
+για τις κόρες σας-καλή τύχη νάχουν !. . .
+Κ' έφυγε η Ευρυδίκη κι απέμεινε το θύμα με τον καινούργιο
+δήμιο.
+Τo ξυπνητήρι στην εταζέρα έλεγ’ εννιά !-δεν ξεκολλούσε πια το
+μάτι της η Βεργινία από 'κει πάνω--
+Έλεγε η Κερά-Δημήτραινα, έκοβε, η γλώσσα της κ' έρραβε . . .
+Κι όλο για τα κορίτσια της που δε ματαγινήκανε στον κόσμο: «η
+σεμνότη τους κ' η υπακούητά τους, άλλο πράμα!-άγγελοι που τους
+λείπουνε μόνο τα φτερά-ζωή νάχουν !-Και μου τις ζητήσανε, να!
+(και μάζευε τα δάχτυλα, τις άκρες δέσμη, και των δυο της των
+χεριών)-έτσι όπως είναι, όχι ψέμματα !-χωρίς πεντάρα προίκα . .
+. Και τι ανάγκη έχουν αυτές από προίκα ; Ας είν' καλά τα
+χεράκια τους που βγάζουν το ψωμάκι τους σα λίγες μες την Αθήνα,
+κ' έχουν και την ομορφιά τους και την αναθροφή τους ! Πού τώρα
+πια αναθροφή !-ποιάς την έχασε για να βρεθή; Παν πια εκείνοι οι
+καιροί ! Τώρα ο κόσμος έπεσε στην ξετσιπωσιά. Αμ ό,τι βλέπουνε
+δα κ' οι καψερές απ’ τις μεγάλες μας που πάνε στα παλάτια και
+με ταυτοκίνητα . . .»
+Και γι’ αυτά κι αυτά το συλλογιζόταν η Κερά-Δημήτραινα πολύ να
+τις παντρέψη τις κόρες της, γιατί τώρα καθώς κατάντησαν κ' οι
+νέοι. . . «Μη βλέπεις εσύ που πίτυχες το καλό το παλληκάρι που
+σου φέρνει του πουλιού το γάλα μέσα στην απαλάμη . . και πάλι
+να που σ' αφήνει και μονάχη σου, άρρωστη ελεεινή, και πάει
+αυτός να γλεντήση! Και πού να δης άλλους να σου ζητούν το
+τάλληρο καθεμέρα για τον καφφενέ, ό,τι βγάλης με τα χεράκια
+σου!-κι αν δε βγάζης, κύττα να τόβρης απ’ αλλού! - και ξύλο!-Έ-
+ε-έχ, αμαρτίες πούχομ’ εμείς οι γυναίκες. . .»
+Η Βεργινία κουνούσε το κεφάλι της-δεν μπορούσε να της
+μιλήση και γιατί να της μιλήση. . και τι να της πη ! - Κύτταζε
+μόνο το ξυπνητήρι ολοένα - -
+Έγινε δέκα η ώρα !-ένδεκα !-μεσάνυχτα !---Ήρθαν τώρα κ’ οι
+κόρες της κλητήραινας, οι δεσποινίδες Χαρζανοπούλου, από μια
+βεγγέρα πούταν παγεμένες . . να δουν τι ήθελε η μητέρα τους στη
+Βεργινία τέτοιαν ώρα !-δυο σακαφλιόρες πούχαν περάσει πια τον
+κάβο κ' έβγαναν τώρα μ' όλα τα παννιά στανοιχτά και στάπατα. Η
+μια, η πιο μεγάλη (!) ήτονε μοδίστρα, η άλλη ασπρορρουχού
+(λενζερί-μόνον λεπτή εργασία και κεντήματα για τρουσσώ) και
+«κατ' οίκον» παρακαλώ-.
+Μπήκανε μέσα κορδωμένες, τσιτωμένες, αλύγιστες μες τους
+μοντέρνους κορσέδες (μπροστά πλάκα και την κοιλιά μέσα) που
+μόνο που δεν έκαναν κρακ να τσακίσουνε σε δυο, με φούστες κλος
+με πλατιές πιέτες, στους γοφούς αζουστέ και κάτω φουστανέλλα
+και χωρίς πολλά μισοφόρια, βουάλ, ας το πούμε δα κρεμ, με
+ποκαμισάκια ροζ, τους άγκωνες απέξω, με μοτίφ και πολλά
+τρανσπαράν -και οι δυο τα όμοια σα δίδυμες· και μαύρα
+βελουδάκια στα λαιμουδάκια. Τα μαλλιά μπροστά αιγκλόν και πίσω
+δεμένα με φιόγκο ταφτά φέϊγ-μορτ πολύ χαμηλά, σαν κοριτσάκια
+δεκάξη χρονών. Η μια είχε και φασαμέν, η άλλη μια μύτη με
+μπιμπίκια. Η πιο «μικρή»(!) κάπως τρωγότανε, μα η μύτη της όχι.
+Τι φιλιά ήταν εκείνα! τι γλύκες !
+Με τι μάτια τις έβλεπε τώρα η Βεργινία αυτές που θέλανε να της
+πάρουν τον άντρα της !
+Και να που αρχινίσανε να της τον επαινούν όλες μαζί και δος του
+κατηγορίες του κοριτσιού που εξ αιτίας της βέβαια αργούσε ο
+Κύριος Νίκος. «Βρέθηκε γεβεντισμένος ο άνθρωπος, σκασμένος απ’
+τη στενοχώρια του ! Έμ ας ξεσκάση δα και λιγάκι ο καημένος σα
+νέος που είναι !» Και μόλο που ξέρανε σε τι μεριά την άγγιζε η
+βελόνα τη Βεργινία θανάσιμα, όλο και για παιδιά να μιλούν: αφού
+κ' η εξαδέρφη τους η Μίνα, πούχε πάρει το γιατρό απ’ το Αίγιο,
+«έπειτ' από τρία χρόνια που δεν έκανα παιδιά απόχτησε το
+διάδοχο, κ' εκεί που πρώτα δεν ήταν τρόπος να συμμαζέψη τον
+άντρα της, τώρα όλο και φιλιούνται σαν τα τρυγονάκια . . .»
+Η Βεργινία αισθανόταν πάλι πως θα λιγοθυμήση-
+Κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους οι δεσποινίδες.
+Τώρα ήτον κοντά μία η ώρα !---
+Τις παρεκάλεσε η Βεργινία να παν πια να ησυχάσουν.
+- Έμ όπου και νάναι θαρθούν, είπε η μητέρα των κοριτσιών. Δεν
+μπορούν και να ξημερωθούν πια έξω απ' το σπίτι!
+Της δώσανε να πιή το γάλα της μαζί με τις στάλες τις
+δυναμωτικές, της άναψαν το καντήλι κ’ έσβησαν τη λάμπα-
+Ήτανε γλυκόψυχες γυναίκες.
+- Αν τύχη και θελήσης τίποτα κι αργήσουνε, μας χτυπάς με το
+χέρι στον τοίχο, είπε η μεγάλη δεσποινίς που την έλεγαν
+Μπιμπίκα (από Βαρβάρα)· εγώ είμαι ξέρεις πολύ
+αλαφροήσκιωτη. . .
+Η Βεργινία να χτυπήση ! - που δεν μπόραγε δάχτυλο να κουνήση!
+Τo καντήλι έρριχνε ένα μεγάλον κίτρινο λεκέ, στρογγυλό σαν της
+αράχνας τον ιστό, στο σκοτεινό ταβάνι.
+Τάσπρα μάτια της άρρωστης έπαιρναν κάτι αναλαμπές σαν το υγρό
+σμάλτο: ασπροκίτρινες, καμμιά φορά μαυροκόκκινες σαν της φλόγας
+το πένθος, σταχτοπράσινες-φευγαλέες σαν πνοές-καθώς γυρίζανε
+στις κόγχες τους, μέσα στο σκιόφωτο, από το μέρος της πόρτας
+κατά την εταζέρα πούτον το ξυπνητήρι και χτυπούσε γλήγορα σαν
+καρδιοχτύπι. . .
+Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία ! - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - – - - – - - – - - – - - – - –
+
+
+
+ «Νά η Μικρούλα !
+ Νά η Μικρούλα ! να !»
+
+
+
+Στις δυο η ώρα το πρωί γύρισε ο Νίκος με τη Λιόλια – - - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - –
+Όταν βγήκε το απόγεμα της Κυριακής ο Νίκος απ’ το σπίτι, Πήγε
+τα-ίσα στο μέρος πούχε πη η θεια Ελέγκω πως θα πάνε να δουν το
+κομιτάτο : στην Οδό Σταδίου αντίκρυ απ' τη Βουλή, αποπάνω απ’
+τον «Αβέρωφ». Στο δρόμο έδωσε τρεις δραχμές και πήρε μια μεγάλη
+σακκούλα χαρτοπόλεμο και ένα μάτσο σερπαντέν, για νάχη η Λιόλια
+να ρίχνη . . .
+Όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήτανε γεμάτα κόσμο· κι αποπίσω τους
+ήταν κι άλλοι πολλοί ανεβασμένοι σε καρέκλες.
+Ξαφνίστηκαν η Λιόλια κ' η θεια Ελέγκω καθώς είδαν το Νίκο
+φερμένον απ’ τα τώρα.
+- Πέρασε Κυρ Νίκο μου από μπροστά ! Για σας τους νέους είναι
+αυτά τα πράματα, κι απέ εμείς. . είμαστε που είμαστε
+μασκαράδες -
+Και τούκανε τόπο η θεια Ελέγκω στο παράθυρο κοντά στη Λιόλια.
+Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο ! Τι οχλοβοή ! τι συρφετός!
+Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν
+τα λοντώ αργά, τόνα πίσω από τάλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και
+τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα
+με νταντέλλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές
+χρωματιστές κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες.
+Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το
+κομφετί. «Εδώ ο χαρτοπόλεμος ! Χαρτί και πόλεμος !» Τρόμπες :
+«ούγου-ού-ου-ου ! !»
+Τα πεζοδρόμια παστά απ’ τον κοσμάκη που έσερνε πατείς με πατώ
+σε τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή· κι απάνω στα μαύρα
+ανθρώπινα κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες
+φορτωμένες ! - όλα αυτά βουτηγμένα σταλεύρι, τυλιγμένα σ’ ένα
+σταχτοκίτρινο πέπλο βαρύ και πνιγερό . . .
+Να κι ο Θεοδοσίου ! Ού, σαχλαμάρα ! - Μπράβο ! μπράβο ! του
+φωνάζουν άλλοι - και δος του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το
+δρόμο πουρχόταν. . : απάνω σ' ένα γάιδαρο τανάποδα, με του
+γαϊδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς για γκέμια . . κ'
+έκοβε μ' ένα ψαλλίδι τρίχες απ’ την ουρά και τις μοίραζε στον
+κόσμο!. . .Απ’ την ουρά κρεμότανε μια επιγραφή : ΕΘΝΙΚΩΝ
+ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στο γαϊδουροκαβαλλάρη έτρεχ' ένας μουντζουρωμένος
+παλιάτσος και τούδινε χαρτάκια από ένα πανέρι πούγραφε απέξω:
+ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΕΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη
+με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΥΣ. Και στου ίδιου του Θεοδοσίου
+το φέσι ήτον κολλημένο ένα χαρτί που έλεγε: ΣΙΝΝΑΛΑΓΟΙ. . . Και
+σφυρίγματα, τρόμπες, χάχανα, τροκάνια, χαρτοπόλεμος, στραγαλιές
+κατάμουτρα και μαγκαρία και μαρίδα από πίσω ατέλειωτη . . .
+. . Και νά πάλι αμάξια με τα αιώνια ντόμινα που έξαφνα
+σηκώνοντ' ορθά και ρίχνουνε με λύσσα κατά κάποιο παράθυρο
+στραγάλια, μπουκέτα, ό,τι τους τύχη στο χέρι . . . Σταναμεταξύ
+«Μακεδόνες» πεζοί, μισόγυμνοι μες τα χρυσόχαρτα, και «γαμπροί»
+και «νύφες» που φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού
+για πέπλο και μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια .
+. και ιππότες από όπερες με ισπανικά και περμαντόννες με
+πορτοκαλλιά κοντοφούστανα και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του
+Πάσχα και με κατσαρά από ροκανίδια. . . και κάτι διάβολοι
+κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές τους αλλαμπρατσέττα . . .
+. . Και πάλι φωνές: «Χά !-χά !-χά ! χά!» και τρόμπες και
+ροκάνες και σφυρίγματα και «Χαρτί και πόλεμος ! εδώ ο
+χαρτοπόλεμος !» και παλαμάκια . . .Κ' έξαφνα : «Να ! να το
+Κομιτάτο ! Έρχονται, έρχονται ! Τo Κομιτάτο !-…»
+Τι χαρά! Πώς διασκέδαζε η Λιόλια ! Και στριμωγνόταν κοντά-κοντά
+στο Νίκο, γιατί κάτι άλλοι νέοι, πλάι της και πίσω της,
+σπρώχνονταν απάνω της όλοι μαζί - για να βγουν πιο μπροστά στο
+παράθυρο να δουν οι καημένοι κι αυτοί καλύτερα το Κομιτάτο !
+. . Σ’ ατέλειωτη σειρά περνούσαν ταμάξια στολισμένα με
+λουλούδια ψεύτικα κι άλλα μ' αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες
+που κυματίζανε στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις
+ρόδες. . άρματα ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπαννο,
+φορτωμένα θεούς του Ολύμπου : Ήρες, Αθηνές με δόρατα και
+Αφροδίτες με χοντρά μπράτσα τριχωτά και με κάτι μόρτηδες
+Ερμήδες και Ήφαιστους και Γανυμήδηδες, σα να πηγαίνανε με τη
+σούστα στις Τζιτζιφιές για μπάνιο . . .
+. . Να και μια παρέα ποδήλατα με χρωματιστά χαρτένια τρίγωνα
+στις ρόδες. . . Και πάλι άμαξες: ωχ, μια ντιστεγκέδικη γεμάτη
+μαρκησίες και καβαλλιέρους με μπερούκες άσπρες που πετούσαν
+ματσάκια μενεξέδες . . . Και σταναμεταξύ πάλι κάτι
+μουντζουρωμένοι με λουλάκι και όχρα, ντυμένοι με προβιές και με
+κέρατα από σφαχτά στο κεφάλι (Μπρρ ! τι αηδία!) - -
+Κ' εξακολουθούσε η σειρά των μασκαράτων πούχαν πάρει βραβείο
+και βαστούσαν το χαρτονάκι με τον αριθμό ψηλά σ' ένα κοντάρι.
+«Να κι ο πρώτος! Να κι ο πρώτος αριθμός! Νάτο το πρώτο βραβείο
+! Μπράβο, μπράβο ! Εύγε ! Και του χρόνου !»
+. . Κι απάνω σε δυο ρόδες πέρασε αργά-αργά μια βαρκούλα όλο
+από άσπρα τριαντάφυλλα, με το παννάκι της τανοιχτό, στολισμένο
+κι αυτό με γιρλάντες από γαλανά λουλούδια. . και την
+τραβούσανε δυο όμορφα ναυτάκια, ζεμένα στο τιμόνι του δίτροχου,
+και το καθένα κρατούσε στα χέρια του ψηλά από 'να περιστέρι
+άσπρο που φτεροκοπούσε. . μέσα στη βαρκούλα καθόταν ένα
+παιδάκι σαν ολόγυμνο, με τρικό ροζ, με φτερούγες στις πλάτες
+και με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη-ο Έρωτας!-και κρατούσε στα χέρια
+του σα χαλινάρια τις ουράνιες κορδέλλες πούτονε δεμένα τα
+περιστέρια. «Α-ά-ά-α ! ! !» έκανε όλος ο κόσμος καθώς περνούσε
+και δος του χειροκροτήματα. . .
+Η Λιόλια χτυπούσε τα χέρια της σαν τρελλή και δάκρυζε απ’ την
+τόση ομορφιά, την τόση ευχαρίστηση. Ο Νίκος κοντά της! - τόσο
+κοντά που δεν ανάπνεε άλλον αέρα παρά τη ζεστήν ανάσα του
+κορμιού της, που σκόρπιζε ολοένα γύρω του ένα μύρο, σαν κάποιο
+αέρινο και φεγγερό ρευστό, και τα μάτια του - τα παράξενα
+εκείνα μάτια, τα γαλαζοπράσινα, με τις κόρες τις διπλές και
+τρίδιπλες σαν άνθη και τον ήσκιο ολόγυρα που τραβούσε σα
+μαγνήτης, - έπιναν κ' εκείνα τη λάμψη πούτον απάνω στα μαλλιά
+και στο πρόσωπο της Λιόλιας σαν ήλιος που μεσημεριάζει απάνω σ'
+ανθόφυλλα γλυκά.
+Μα όχι μοναχά της Λιόλιας και τον Νίκου, παρά ολωνών τα
+πρόσωπα, γύρω τους και στο δρόμο κάτω, δείχνανε σα σουρωμένα
+από την ηδονή πούχαν αισθανθή, σα νάχαν κρυσταλλώσει απάνω στα
+χαραχτηριστικά τους ταυλάκια απ’ τα γέλοια κι απ’ τη χαρά που
+πέρασαν κι έφυγαν, έτοιμα και γι’ άλλη χαρά, μα και για πόνο
+ακόμα - γιατί ταχνάρια τους δεν παραλλάζουν ολότελα-
+. . Πω-πω-πω! τι μεγάλα κεφάλια είναι τούτα! γατίσια, και
+σκυλλίσια και γουρουνίσια και μούρες πουλιών και καβούκια από
+σαλιγκάρια με κάτι σωλήνες για κέρατα που ξεπετιούνται, μια
+πήχη έξω και πιτσιλίζουν τον κόσμο με κολώνια. . . Να κι
+Αραπάδες και Βλάχισσες με μικρά Ελληνάκια! Να και κάτι
+λεροφορεμένοι απ’ τη Σιγδίτσα με μεγάλους κουβάδες γεμάτους,
+νερό φωνάζοντας: «Γάλα καλό-ο-ο!»
+. . Κυττάτέ την εκείνη εκεί ! - μια Κυρία της μόδας με σκούπα
+για βεντάγια, που σηκώνει τις φούστες της ως τα γόνατα και
+δείχνει, με χίλια τσαλιμάκια, γάμπες ευζωνικές κι αντρίκια
+χοντροπάπουτσα λαστιχένια με ταυτιά απόξω. . .
+. . Και πάλι αμάξια με ντόμινα και σούστες φορτωμένες με
+μισόγυμνους ανθρώπους τυλιγμένους σε σεντόνια που πήγαιναν
+τάχατις στο Φάληρο! - κι ο κόσμος τους φώναζε : «Κρύο ! κρύο !
+μπούζι! » - και πάλι μάσκες και κουρελομάνι και χρώματα και
+χρυσόχαρτα και λουλούδια και γέλοια και φωνές και χαχαρίσματα
+και σερπαντέν και σκουντιές και τσιμπιές και πατήματα κάλων και
+κερατιλίκια και στανιά και «Χαρτί και πόλεμος !» και παλαμάκια
+που δεν παίρνουν τέλος απ’ την μιαν άκρη του δρόμου ίσαμε την
+άλλη. . .
+Αχ, τι ζωή ! τι χαρά ! Τι όμορφα που είναι ! Τι όμορφα !
+Κύτταζε η Λιόλια ολοένα, κύτταζε και δε χόρταινε. Γυάλιζαν τα
+μάτια της απ' την προσδοκία την άσωστη και στο βάθος τους
+έκαιγε μία φλόγα πηδοχαρούμενη :
+- Δε θα περάση κ’ η γκαμήλα ; είπε δειλά-δειλά στο Νίκο σάμπως
+αυτή μονάχα να της έλειπε από την ευτυχία της -
+Την άκουσαν από πίσω κάτι νέοι, που όλη την ώρα μασσουλούσαν
+πασσατέμπο, και χαχανίζανε με τους σπόρους ακατάπιωτους ακόμα
+μες το στόμα τους.
+Κι ο Νίκος καθόταν εκεί ασάλευτος, στριμωγμένος απάνω της, και
+δεν ήξερε κι αυτός πούθε τουρχόταν τόση χαρά, τέτοιο γούστο για
+τους μασκαράδες σαν ποτέ του . . . Φρρ ! έκαμε μια κορδέλλα από
+σερπαντέν και πέρασε μια θηλειά γύρω στα κεφάλια του Νίκου και
+της Λιόλιας που είδαν κ' έπαθαν ως να ξεμπλεχτούν . . .
+Πήρε φωτιά τότες η Λιόλια κι άρχισε να ρίχνη το χαρτοπόλεμο με
+τις χούφτες απ’ τη σακκούλα του Νίκου σ' όποιον περνούσε . .
+κι ο Νίκος πετούσε σερπαντέν. Τους πήραν κάβο μερικοί κάτω απ’
+το δρόμο και τους ρίχτηκαν κι αυτοί με λύσσα. . . Κοντοστάθηκε
+το ρέμα του κόσμου στο πεζοδρόμιο . . . Δυο φίλοι του Νίκου που
+περνούσανε μέσα σε μια παρέα τονέ γνώρισαν απάνω στο παράθυρο
+και σταθήκανε:
+- Νίκο! Νίκο ! Ψτ ! Νίκο ! - του φώναξε ο ένας τους, ένα παιδί
+χοντρομπαλάδικο, άσπρο και κόκκινο με ξανθό μουστάκι σα
+χρυσαφένιο· και σαν είδε πως ο Νίκος τους ένοιωσε, τούκλεισε το
+μάτι κατά τη Λιόλια, σα να τούλεγε: «Πού την πέτυχες τη
+μικρούλα ; Καλά τα περνάς εσύ αυτού απάνω !»
+- Ελάτ' απάνω τους φώναξε κι ο Νίκος, καταχαρούμενος. Έπιασαν
+τόπο κι αυτοί στο παράθυρο, πίσω απ’ το Νίκο και τη Λιόλια, και
+βοηθάγανε γερά στον πόλεμο. Πήραν κ’ έδωσαν τώρα τα γέλοια,
+γιατ’ ήτανε χωρατατζήδες και με κέφια οι φίλοι του Νίκου και
+δεν άφησαν ούτε μασκαρά, ούτε αμασκάρευτο να μην τον
+κοροϊδέψουν.
+Προπάντων εκείνος ο «χοντρέλης», καθώς τον έλεγε ο Νίκος που
+τονέ φώναζε και «κολοκύθα» και «ντολμά», ήτονε σπίρτο μοναχό. Ο
+άλλος φαινότανε σαν πιο ήσυχος: χλωμός με μαύρα μάτια και κάτι
+φρύδια ψιλογραμμένα και καμαρωτά, με λίγο μαύρο μουστακάκι σα
+σκιά και τα χείλια πεταχτά και γυρισμένα καταπάνω, συμπαθητικός
+πολύ. . - μα σούτον κι αυτός ένα σιγανό ποτάμι ! Τα μάτια του
+δεν ξεκολλούσαν απ’ της Λιόλιας το πρόσωπο, απ’ το ζουμερό
+κορμί της, απ’ τα καμώματα της όλα. . .
+. . Κ’ εκείνη ήτον ίδια παπαρούνα μ' ανοιγμέν’ ανθόφυλλα,, απ'
+τα γέλοια κι απ'τη διασκέδαση, ίδια παπαρούνα φλογόφεγγη που
+δεν ηξέρει τι κόκκινες λαχτάρες ανάβει γύρω της στα χόρτα του
+κάμπου -στα ψιλόχορτα του κάμπου τι ανατριχίλες σκορπίζει
+πύρινες. .
+Βράδιασε πια κι άρχισε να πέφτη ο κόσμος. . . Τα δέντρα του
+δρόμου, που μόλις έκαναν πως πετούσαν καινούργια φυλλαράκια,
+ήτονε σαν αλευρωμένα, με τις κορδέλλες απ' τα σερπαντέν
+μπλεγμένες στα κλαδιά τους - λες κ' είχαν τώρα δα σηκωθή απ’
+τον ύπνο με τα μαλλιά τους στα χαρτιά για κατσαρά. Άρχισε να
+βαραίνη τώρα ολόγυρα η λύπη που τη σέρνει πίσω του το κάθε
+γλέντι, η κάθε δυνατή χαρά--
+- Ο ήλιος έκατσε, δεν πάμε να κάτσωμε κ’ εμείς σε κανένα
+ζαχαροπλαστείο; ξεροστάλιασα στα πόδια μου! - είπε ο
+«χοντρέλης» που τον έλεγαν Περικλή κ’ ήτονε μαραγκός.
+Κ’ έτσι έφυγαν όλοι μαζί, αφού πρώτα ηύραν και χαιρέτησαν και
+τη θεια Ελέγκω πούτονε χωμένη μέσα στο γυναικομάνι και
+γλωσσοκοπανούσε . . . Τους θύμησε η Θεια Ελέγκω, του Νίκου και
+της Λιόλιας, να μην αργήσουνε να πάνε σπίτι και να της φιλήσουν
+και τη Βεργινίτσα. . .
+Κάτω στο δρόμο ο κόσμος είχε σκορπίσει και κυλιότανε γλήγορα
+κατά πάνω και κάτω σα νερό που ξετρέχει σ' ένα δίχτυ από
+αυλάκια, τόνα μέσα στάλλο . . . Φώναζαν οι πουλητάδες :
+«Πασσατέμπο ! Φυστίκια αρμυρά !» . . . «Αρωματικόν Σέν-Σέν,
+πάρτε να μοσχοβολάτε- μια πεντάρα !» . . . «Μπανανούτσες !
+μπανανούτσες απ’ την Αμέρικα !» . . . «Μαστίχα ! καλή μαστίχα
+για τα παιδιά ! » - και περνούσε αψηλό το κοντάρι με το
+στριφογυριστό μαντζούνι τάσπρο και τριανταφυλλί. . .
+Μασσουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά καθώς πηγαίνανε στο
+δρόμο και τα τσέφλια απ' τα φυστίκια που πατιόντουσαν κάνανε σα
+στράκες και σαν πιστολάκια!. . . Αγόρασε κι ο Περικλής μια
+δεκάρα Σέν-Σέν και μοίρασε σ' όλους. . .
+Στο ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια που πήγανε, ως πού να τους
+σερβίρουνε, με τόσον κόσμο πούχε μαζευτή, νύχτωσε.
+. .Όσην ώρα μείνανε, δεν έπαψε ο άλλος φίλος, ο χλωμός και
+συμπαθητικός, πούτον τυπογράφος και λεγότανε Μίμης - κι όλο
+κύτταζε μ' ένα βλέμμα βαθύ κι αλλοιώτικο τη Λιόλια - να του
+πιπιλίζη του Νίκου το μυαλό για έναν «οικογενειακό χορό» που θα
+γινόταν απόψε στις εννιά στο χοροδιδασκαλείο τους στην
+Καπνικαρέα, που πήγαιναν ταχτικά από παιδιά με το Νίκο. Είχανε
+λέει μοιρασμένα πάνω από εκατό εισιτήρια και κανένα σχεδόν δεν
+τους επιστράφηκε - «. . και να δης και τάλλο, πρόσθεσε, που
+δεν έχει ματαγίνει: εξόν απ’ τοργανέτο φέραμε και βιολιά, ένα
+πρώτο, δυο δεύτερα, μια βιόλα, ένα κοντραμπάσσο και δυο
+μαντολίνα για να παίζουν τα βαλς. («Χοντρά τα κόβει ! » είπε
+μέσα του ο χοντρέλης.) Ξέρεις άλλο πράμα να σου το λέω κι άλλο
+να χορέψης με τα βιολιά: πετάει η ψυχή τανθρώπου ! Θάναι
+τρέλλα!. . . Ο Δάσκαλος λέει πως αυτός ο χορός θα μείνη στα
+χρονικά της πρωτευούσης ! - Όχι γι’ άλλο τίποτα, μόνο για να
+ευχαριστηθή κι ο Δάσκαλος, που σ' αγαπάει τόσο και σ' είχε
+πάντα τον καλύτερο, πρέπει ναρθής απόψε με τη Δεσποσύνη απ'
+εδώ, καθόσαστε λιγάκι και φεύγετε. . .»
+Κι ο χοντρέλης ο Περικλής απ’ την άλλη τη μεριά βόηθαγε κι
+αυτός, λέγοντας πως μια και βρέθηκαν όλοι μαζί, έπρεπε ο Νίκος
+να μην τους χάλαγε το χατίρι, αφού μάλιστα κ' η Δεσποινίς ήθελ'
+ευχαριστηθή πολύ - όσο δεν το φανταζότανε...
+Η Λιόλια έτρωγε την πάστα της, κόβοντας με το κουταλάκι μικρές-
+μικρές μπουκίτσες, μα ταυτί της τόχε στην ομιλία του χορού. Σαν
+άκουσε να την ονοματίζουν για να πήγαινε στο χορό, έσκυψε το
+κεφάλι της ίσαμε το πιατάκι κι άλλαξ’ εκατό χρώματα -
+Ο Μίμης, που όσο μιλούσε της έρριχνε κι από μια ματιά κατάμαυρη
+και γυαλιστερή και την κύτταζε ακόμα με τα πρισμένα χείλια του
+τα ηδονικά, είπε τότε:
+- Σας αρέσει ο χορός Ματμαζέλ; Βάζω στοίχημα, θα χορεύετε σα
+νεράιδα ! Σας αγκαζάρω απ' τα τώρα για ένα βαλσάκι. . . Ελάτε,
+πέστε δα κ' εσείς του Νίκου να σας κάμη τη χάρη !. . για ένα
+γυράκι μονάχα. . . Φεύγετ’ αμέσως!. . .
+Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κ' έμενε σκυμμένη . . . Με μιας
+σήκωσε ταθώα και γλυκά της μάτια που οι κόρες τους ήτανε
+χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες το ασπράδι, το
+υγρό και μπλου, σα μέσα σ' ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον
+ουρανό χλωμό. . - κι ανεβασμένες στα μεσούρανα απόμεναν
+κρυμμένες ως τη μέση κάτω απ' τα ματόφυλλα, σα να δειλιάζανε να
+χύσουν όλο τους το φως -
+. . Σήκωσε τα χρυσά της μάτια η Λιόλια κατά το Νίκο, μα δεν
+είπε τίποτα, παρά, λες και τρόμαξε απ’ την αντιφεγγιά που είδε
+να πέση στου Νίκου το πρόσωπο, ξανάσκυψε απάνω στο πιατάκι της.
+. και ψάρευε κάτι ψιχουλάκια με την άκρη του κουταλιού της. .
+.
+- Θέλεις, Λιόλια, να χορέψης λιγάκι; την αρώτησε ο Νίκος.
+Αυτή ξανακοκκίνησε ως μέσα στα μάτια κ' έκανε με το κεφάλι
+«όχι».
+- Δε θαργήσωμε - ξαναείπ’ ο Νίκος που με τις ματιές του
+αγκάλιαζε την πορφυρή της επιθυμία, την άλαλη, κ’ έπαιρνε κι ο
+ίδιος φωτιά, σα να του φαινόταν τώρα ο χορός αυτός ο μόνος
+σκοπός της ζωής του. - Είν' η κυρία Ευρυδίκη κοντά στη Βεργινία
+και της είπα να μη φύγη πριν να γυρίσωμε. . .
+Ξανασήκωσε. η Λιόλια το κεφάλι της και κύτταξε το Νίκο
+κατάματα. . . Τι να τους έλεγαν τω ματιών του εκείνα της τα
+μάτια ! - Τους έλεγαν; «Αχ ! θέλω, θέλω ! κι ας ήναι για ένα
+γύρο μοναχά - τόσο πολύ ταποθυμώ που μετά θάθελα να πέθαινα !.
+. . Κύριε Νίκο ! Κύριε Νίκο ! σκότωσέ με, αν θέλης μα πάρε με
+μαζί σου ! Δε χόρεψα ποτέ μου σε χορό αληθινό, παρά μόνο μια
+φορά, τόσο δα λιγάκι, στο σπίτι μιας φιλενάδας μου που ήμουνα
+μικρή, πολύ μικρή - μα δεν μπορώ να το ξεχάσω. . .»
+Αυτό τούλεγαν του Νίκου τα μάτια της. Μα ο Νίκος άκουγε κι άλλα
+δικά του μαζί μ'εκείνα που τούλεγε η Λιόλια. . κ' ήτον τόσο
+τρομερά απ'την πολλή τους γλύκα αυτά που άκουγε, τόσο
+αβάσταχτα, που πετάχτηκε απάνω ορθός-
+- Πάμε, πάμε ! είπε, τινάζοντας τα ψίχουλα απ’ το πανωφόρι του.
+Δε χάνεται ο κόσμος για ένα γύρο. . . Ας ήν' καλά οι Κύριοι που
+μας βάλανε στα αίματα. . .
+Φώναξαν οι δυο φίλοι, καταχαρούμενοι, το γκαρσόνι και πλέρωσε ο
+Μίμης και βγήκαν έξω όλοι μαζί βιαστικοί, αφήνοντας να
+προσπεράση η Λιόλια που βαστούσε ένα ροζ σαλάκι στο χέρι και
+πήγαινε με την τραγιάσκα της την μπλε-μαρέν σαν ονειρεμένη. .
+.
+Μόλις κάμανε λίγα βήματα, θυμήθηκαν πως έπρεπε να μασσήσουν και
+μια στάλα, πριν απ’ το χορό.
+- Τι, με μια πάστα θα με περάσετε ! είπε ο χοντρέλης γελώντας.
+- Θες να φας τίποτα, Λιόλια, ρώτησε ο Νίκος.
+Μα δεν ήθελε η Λιόλια: είπε που δεν πεινούσε.
+- Πάμε, πάμε! - φώναζαν οι φίλοι κ' έπιασαν το Νίκο απ’το
+μπράτσο, ο καθένας από μια μεριά, και τον τραβούσαν. . .
+- Ένα μεζεδάκι κ’ένα κρασάκι! είπε ο χοντρέλης. Ας μη φάη η
+δεσποινίς Λιόλια, τρώμε εμείς το μερδικό της, ας τσιμπήση
+μοναχά λιγάκι. . .
+- Όλο και τσιμπήματα βλέπω έχεις στο νου σου, έκαμε ο άλλος, με
+τανασηκωμένα χείλια- ο συμπαθητικός ο Μίμης, ο κιτρινόμαυρος,
+που υπόφερε ο άνθρωπος πολύ απ’ την ομορφιά των κοριτσιών. . .
+Γέλασαν κ'οι τρεις νέοι, κυττάζοντας κρυφά-ο καθένας χώρια κι
+αλλοιώς και για λογαριασμό του-τη Λιόλια που πήγαινε δυο βήματα
+μπροστά ντροπιασμένη, τη Λιόλια που πήγαινε στο χορό, σκυφτή
+απ’ τη χαρά της πούτανε μεγάλη σα λύπη . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Άργησαν πολύ στο «Ξενοδοχείον και Οινοπωλείον Παντός Έθνους»
+μέσα στου Καλαμιώτη που ξεπέσανε μόλις βγήκαν απ' την οδόν
+Αγίου Μάρκου--
+Κάτι σκαλιά κατέβαιναν κάτω . . .
+Ήταν αρκετοί εκεί μέσα και κύτταζαν κατά το μέρος των νέων με
+το ντροπαλό κορίτσι. . .
+Δεν ήθελε να φάη η Λιόλια - μόνο έκανε σβόλους με το ψωμί που
+τότριβε ανάμεσα σε δυο της δάχτυλα και με την παλάμη απάνω στο
+χοντρό τραπεζομάντιλο, το λεκιασμένο, που θάτονε μια φορά
+άσπρο. . . Μετά πολλά πήρε κ' έφαγε έν’αυγό σκληρό μ’ αλάτι και
+χοντροκομμένο πιπέρι και τσίμπησε μια πηρουνιά φρικασσάδα απ’
+το πιάτο του Νίκου. . . Με χίλια στανιά νακκουμπήση τα χείλια
+της σ' ένα δάχτυλο ρετσίνα που της έβαλε στο ποτήρι ο Μίμης και
+πούλεγε ο Νίκος, σα μερακλής που ήτον, πως ήτονε φίνα γιατί
+«έκανε άμμο».
+Τη διαλαλούσε τη ρετσίνα του τραγουδιστά ο κάπελας κοντά στην
+πόρτα, καθώς έπιανε στόνα χέρι πέντε-πέντε μαζί τα ποτήρια όπου
+γράφανε στον πάτο: ΠΙΕ ΤΟ ΟΛΟΙ και τα ξέπλενε με κρότο απάνω
+στον τζίγκο του μπάγκου του και τα γέμιζε πεντάρικα και
+δεκάρικα απ’ τα εκατοστάρια και τις μισές π' ανέβαζαν
+ακατάπαυτα οι μπακαλόγατοι απ’ το υπόγειο, γκρεμοτσακιστά με
+ποδοβρόντι στην ασκάλα:
+«Πώ-πω-πω ! μωρ' τ' είν' ετούτη! -
+Μέλι-γάλα-και μπαρούτη !. . .»
+Τo «γκαρσόνι» σα να πούμε - ένα παιδί γιομάτο και
+κοκκινομάγουλο, με τα μανίκια του ποκαμίσου του ανασκουμπωμένα
+με τα λάστιχα και μπροστά του μια σκούρη ποδιά δίμιτη που
+έσταζε απ’ τη βρώμα - μόλις έκανε από’να θέλημα στα διάφορα
+τραπέζια και πάλι ερχόταν κοντά κι ακκουμπούσε το χέρι του με
+τα χοντρά κόκκινα δάχτυλα, τα πρισμένα απ' τις χιονίστρες και
+μαυρονυχάτα, στην άκρη του τραπεζιού τους και τους κύτταζε
+πούτρωγαν και τη Λιόλια που δεν έτρωγε. . κι άκουγε τις
+κουβέντες τους και τη Λιόλια που δε μιλούσε. . και γελούσε μ'
+όλο του το πρόσωπο. . .
+Πέρα σ' ένα τραπέζι άστρωτο τραγουδούσαν κάτι παιδιά εργατικά :
+«Τρυγώνα μου περήφανη !. . .»
+Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που βάθαινε το μαγαζί, πίσω απ’ την
+καμάρα, τρεμοστέναζε σιγαλά μια κιθάρα που τη βαστούσε στα
+γόνατά του ένας ναύτης σκυμμένος τρυφερά απάνω της. Ένας
+σκαπανέας με τα μαλλιά του «σεϋμούρ» και έν' άλλο «παιδί»,
+πολίτης, με το παλτό ριχμένο στην πλάτη και τη σταχτιά
+ρεμπούπλικα με τα δυο δάχτυλα -θλίψη στο κεφάλι πίσω, να παίρνη
+αέρα η αφέλεια, καθόντουσαν κοντά του στο μακρύ τον μπάγκο
+μπρος το τραπέζι, με τόνα χέρι στο ποτήρι, και λέγανε με
+σεκλέτι και μεράκι, κυττάζοντας ο ένας τον άλλονε στο στόμα: «.
+. . που είναι άσπρη και-αι παχειάαα !. . .» - «Άιντε ρε και το
+σκότωσες!», είπε, καμμιά φορά, κόβοντας το βλαμάκη του, ο πιο
+τεχνίτης. . .
+Και μέσ' από το βόμβο που έκαναν τα τραγούδια κ’ οι κουβέντες,
+με τις γροθιές χτυπητές στα τραπέζια, και τα καπάκια των
+τεντζερέδων και τα μαχαιροπήρουνα, που τα ρίχνανε σωρό μες το
+θερμό, και το ψωμομάχαιρο πούκοβε τα πεντάρικα και τα δεκάρικα
+ψωμιά και τα μισοκάρβελα απάνω στη σανίδα, και των μουστερήδων
+οι παραγγελίες κ' οι φωνές των σερβιτόρων που ξεφώνιζαν απ’ την
+άλλη άκρη τη «μια στιφάδο !» και τη «μια πατάτες γιαχνί !» και
+το «ένα κουνουπίδι !» και «οι μαρίδες να γίνη ζωμόν!» και
+«πιάσε μία κούπα αποσταμένο», καθώς τόθελαν οι παλαιοί οι
+μερακλήδες, και τις «μισές» και τις «οκάδες» για τους
+κρασοπατέρες, ξεχώριζε κάθε λίγο, σαν του κόκκορα ο ψαλμός μέσ'
+απ’ τη χλαλοή του κοτετσίου, το διάτορο και καμπανιστό
+λιανοτράγουδο του κάπελα :
+«Πω-πω-πω ! μωρ' τ’ είν' ετούτη ! -
+Βάζει δόντια του φαφούτη!. . .»
+Τι απλή που φαινόταν η ζωή, τι ζεστή και τι γλυκειά ανάμεσα σ'
+αυτούς τους αφελείς ανθρώπους !
+Δεν ήπιατε ποτέ σας γάλα απ’ το βυζί της αγελάδας; Δεν ήπιατε
+ποτέ σας νερό απ' τη δασοκρήνη που σιγοκελαϊδεί μέσα στα
+πολυτρίχια ; Δεν καθήσατε στο ησκιερό κατώφλι, αποσταμένοι απ’
+την ανηφοριά του δρόμου ; Κάτω απ'τον πεύκο δεν εγείρατε τον
+αγαθό, που απλώνει τα γέρικα του κλώνια με τις τρεμοβελόνες,
+τις ηλιοστάλαγες κι ανεμοτραγουδίστρες να σας περισκεπάση απ'
+το κακό του Κόσμου; - Έτσι αισθάνεται όποιος περνάει απ’της
+ζωής αυτής το μονοπάτι. Έτσι αισθανόνταν κ' οι τρεις οι νέοι
+εκεί που τρώγανε με τη Λιόλια στο πλευρό τους, στο μαγαζί που
+απηχούσε απ’ τα τραγουδάκια και τις κουβέντες των εργατικών
+παιδιών κι απ'του κάπελα τον κοντό ψαλμό για τη ρετσίνα . . και
+γι' αυτό παρακάθησαν κοντά στη ρετσίνα «πούκανε άμμο» και δεν
+το κατάλαβαν πως ήτον κοντά δέκα η ώρα σαν κινήσανε για το χορό
+τους στο χοροδιδασκαλείο της Καπνικαρέας . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Από κάτω, απ' τη σκάλα που ανέβαιναν, ακουγόταν τοργανέτο
+πούπαιζε και το σύρσιμο των ποδιών που χόρευαν. . .
+Όταν άνοιξαν την πόρτα για να μπούνε στη σάλα που μαύριζε από
+κεφάλια σαλευούμενα, χύθηκαν έξω μαζί με μια ζεστή μπούχα και
+τους αγκάλιασαν οι χαρούμενοι ήχοι της «Μικρούλας», που όλος ο
+κόσμος την τραγουδούσε τότε και δεν ήτον οργανέτο που να μη
+σαλτάριζε τσιριχτή μέσ’ απ’ την κοιλιά του και μόρτης που να μη
+σφύριζε, με τα χέρια βαθιά στις τσέπες, τον πρόσχαρο σκοπό της
+. . .
+Μερικοί νέοι, που στεκόντουσαν κοντά στην πόρτα, τραγουδούσαν
+τα λόγια, εκεί που χόρευαν οι άλλοι, και κρατούσαν το τέμπο με
+το πόδι:
+
+
+ Να η Μικρούλα !
+ Να η Μικρούλα ! να ! –
+ Αυτή που έρχεται,
+ Η παχουλή-ή !
+ Να η Μικρούλα !
+ Να η Μικρούλα! μπουμ ! -
+ Αυτή που έρχεται
+ Η στρουμπουλή ! μπουμ·μπουμ ! - -
+
+Έτσι ταλλάζανε για πιο αστείο και σε κάθε «μπουμ» δος του μια
+με το τακούνι. . .
+Η Λιόλια που δεν έβγαινε απ' τα ξεροκοκκινίσματα, μόλις το πήρε
+ταυτί της έκαμε να φύγη, γιατί θάρρεψε πως γι' αυτήν τόλεγαν οι
+νέοι. Ο Νίκος και οι φίλοι του ξεκαρδιστήκανε στα γέλοια. . .
+Ήρθαν και τους πήραν τα καπέλλα και τα παλτά τους. Ο Δάσκαλος
+τους χαιρέτησε με χαρά και μόνο που δεν τονέ φίλησε το Νίκο:
+«Μωρέ κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε ! Μωρ' τι γίνηκες Νίκο !.
+. . » Καλωσόρισε και τη Λιόλια σφίγγοντας της το χέρι με μεγάλη
+φιλία. . .
+
+
+
+Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά !
+
+
+
+. . Και δεν είδε πια τίποτ'άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις
+μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της
+Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές
+σημαίες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε
+τα ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν
+την πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι
+όλοι με τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες
+ο ένας απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ' ανεμόδαρτο
+λιμάνι. . . Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως
+μέσα στο στήθος, σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους
+είχανε ρίξει μέσα σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες
+ξεπεταχτές κι αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό - είδε το φέγγος
+των ματιών που την αγκάλιαζε κ' είδε και τα δυο τα χέρια να
+σιγοτρέμουν ανάερα για να την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το
+ρέμα το φρενιασμένο και ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή -όπως
+ένας άνεμος ζεστός, περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις
+γλυκειές τις πεταλούδες. . .
+Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο !. . .
+. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιεκλ» στις
+στροφές, εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ'
+όλο τους το κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να
+γκρεμιστούνε χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια
+θάλασσα, κάτω βαθιά, με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο
+το τραγούδι τους έφθανε ως απάνω. . . Πατ !-πατ !! πατ!!!
+-- χτυπούσε το πόδι του στα τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από
+άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι
+αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε μια γλήγορη στροφή και
+γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή στο στήθος του.. .
+Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα λυμένη, όλο πάθος και
+παράδοση, χυνότανε, μ' ένα σκέρτσο αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’
+όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά, το απαλό και ζεστό, που
+έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια
+του . . .
+Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη
+σειρά κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από
+αλπαγά, κοντή-κοντή, μ' ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο
+σούρες, που της άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη
+μουσαμαδένια κι αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα
+φιόγκο από κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα
+μιαν απόχρωση των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . .
+Χρύσιζαν τα μαλλιά της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο
+και τα σγουρά τους ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα
+αναφυσάει τα ψιλόχορτα του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν !
+Ήτονε ροδοκόκκινη κ' ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ' έτσι
+έμοιαζε ρόδο που ό,τι έχει ανοίξει μ' όλα του τα φύλλα ένα
+μεσημέρι του Απρίλη. Μα το στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν
+κλάμα και δεν καταλάβαινες πως γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που
+φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα στις γωνιές των χειλιών της
+κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν ανάμεσα στων χειλιών της
+τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα.
+. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπο του
+ήτονε χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα
+μάτια του ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ
+νερό σκιασμένο από κλαριά...
+. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της
+χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην
+πετάξη η άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι
+πηγαινοερχάμενο από κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και
+τούκλεινε το λαιμό, έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του
+ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα δυο του τα χέρια, και να του το
+γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το στόμα. . .
+« Παντεσπάνι ! Παντεσπάνι ! » -φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή
+πια να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί
+ντάμα. Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους
+καναπέδες, μα να που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ'οι
+καλύτερες χορεύτρες . . και δεν πάνε στα κουτουρού οι
+χορευταράδες, μόνο κάθονται να δουν πρώτα κ' έπειτα διαλέγουνε.
+- Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε
+παξιμάδι. - Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά ! - φώναξε του παιδιού που
+γύριζε τοργανέτο.
+. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος
+τη Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο,
+το χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το
+πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση- πως
+πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και
+σηκωνόταν πάλι ανάερο μ' ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε,
+στριφογυριστό στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις
+μύτες του κ’ έρριχνε γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και
+γλυστροσερνότανε σα χέλι-λες κ’ είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά
+- το πόδι !. . . Μα κι όλο τάλλο το κορμί: τα μπράτσα κ' οι
+ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός - τι τέλεια κι αρμονικά
+πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και τόνα μέσα στάλλο
+και πάλι όλα μαζί -σα να φιλιούνταν αναμεταξύ τους, σα νάνθιζαν
+τώρα δα, ξαναγεννημένα σ' ένα λουτρό χρυσόρρευστο από φως και
+ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . .
+Και η Λιόλια - το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με
+τα τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι
+ίδια χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με
+τα χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο
+- έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι
+άσπρο που με τα πούπουλά του του σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε
+του Νίκου η ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα
+για μύρια το καθένα του φιλιά. . . .
+Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που
+στριφογύριζαν αγκαλιαστά - το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν
+του σίφουνα μεθυσιού και φρένας - ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή,
+τόσο βαθειά, που άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό
+σφάχτη, κ' έπαιρνε τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . .
+- Τo «μαρινάτο !» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν
+χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των
+Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα
+χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο
+ψάρι) -
+- Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια» ! - πολεμούσαν άλλοι να τους
+μουλώξουνε με τις φωνές τους - Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό-οχι!
+«Τα παιδάκια» ! «Τα παιδάκια» ! και δυο-τρεις αρχίσανε τα
+τραγουδάνε δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών:
+
+Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε
+να σας πω μια συμβουλή!. . .
+
+Έξαφνα χτύπησ' ο Δάσκαλος τα χέρια κ' έπαψε τοργανέτο κ'έπιασαν
+τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . .
+Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’
+τα φύλλα του δάσους. . μ' ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από
+κάποια θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; - έτσι πέρασε μιαν
+ανατριχίλα αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το
+πρώτο κατέβασμα των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους
+βαθιούς και στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες
+πέτρες, γέλοια των κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων
+περιστεριών γέλοια στις δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο
+που ξεφωνίζει, ρόδα μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη
+βαθιόμαβια με τις φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι - και
+σαν τι δε μοιάζουν οι λαχτάρες των χορδών !. . . Και με τη
+γοργάδα και το θάμπωμα της αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον
+ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων ανθρώπινων κορμιών το πιο
+βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής,
+κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό μαγευτικό . . κ' έπειτα χύθηκαν
+τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, φως ανατριχιαστό, και
+σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν κάποιο υπέργειο μύρο
+τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε πέλαγος. . .
+Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους
+πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’
+εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να
+καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό
+και ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . .
+Τo σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν
+ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο
+αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ' έναν έρημο
+κάβο, κυττάζοντας τη θάλασσα. . .
+Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά
+απ'τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά,
+με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή- γι'αυτήνα
+μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να
+θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη:
+«Νέα είσαι κι όμορφη κ' ευτυχισμένη!» - της έλεγαν. . . Μα όχι
+αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την
+ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο
+πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν - που δεν το πίστευε. . και
+μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε!. . και
+της έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία - γιατί κόντευε να το
+πιστέψη!. . .
+Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! - σφάχτες της ψυχής ! Τι μας
+κάνετε εμάς των νέων !
+Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που
+σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο
+και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πως κυττούνε, Θλιμμένα από
+της ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας
+με της ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των
+νέων που έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα
+απ’ τον παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από
+το χάος της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . .
+Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να
+ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης
+της θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό,
+είπε, πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και
+πάλι τους χώρισε το ρέμα. . .
+Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες!-ίδια η ζωή!. . .
+Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια
+του ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και
+ξόρκια : «Μπαλανσέ-βο-νταμ!»-«Σασσέ-κρουαζέ!»-και περνούσαν τα
+γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που
+μεγάλωναν πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από
+τάνθινα κεφάλια, του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του
+κυπαρισσένιου-γιατ’ ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε
+στυλωμένα σ' ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . .
+«Φραππέ» !-κ’ ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις
+που περνούν κ' οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα !) μέσ'
+από μια θάλασσα ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που
+χτυπιούντ' αναμεταξύ τους σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ'
+ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο
+κρέας, και με την ίδια τη θεά την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που
+κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . . «Σαιν» !- και γύριζε η αλυσσίδα
+η ζωντανή, δεμένη και λυτή, περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε
+σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει κι όλο μένει, περνούσε-
+κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα της συλλογισμένης
+Μοίρας. . . Κ' οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες απ’ την ατέρμονη
+θάλασσα της πλάσης σαν κ' εκείνα τα δάκρυα του Ωκεανού τα
+θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική στης Ζωής
+τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον κόκκινον
+ήλιο !), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου βυθού
+και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και
+τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου
+αφρού και τρεμοσάλευαν κ' έφεγγαν η καθεμιά τους μ' ένα φως
+κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω
+στο σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από
+πόθο, νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην
+ανθισμένη σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της
+Μοίρας τη φριχτή που τους έπαιζε-αλλού έχοντας το νου της. . .
+Κ' έξαφνα σαν κομπολόι σκόρπισαν. . .
+Κ' έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη;
+«Προμενάτ» !-και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο
+της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας
+νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο
+ήλιο της χαράς. . κ' ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού
+αναβρυσμένου απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά
+σαν άνθη και σα ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της
+σάρκας οι κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν
+τανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο
+ήλιος και τα φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που
+αναδεύονται απαλά και μυστικά θροΐζουν, κ'οι καρποί που
+γλυκοφεγγρίζουνε σ'απόσκια γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα
+στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα
+ονειρεύονται πίσω απ’τις πλάτες των βουνών. . . Και καθώς
+πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από μιαν ανίδωτη βέργα, τα
+μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ' η πνοή τους έλεγε:
+«Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι! και δε μας
+μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . . και δε
+μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά
+ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα
+γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει ! δε
+μας μέλλει ! δε μας μέλλει ! που κ' εμείς θε να πεθάνωμε-γιατί
+δεν το πιστεύομε !. . .»
+Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να
+βλέπατε κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που
+στο σπίτι τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη -πως
+σήκωναν τα πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες!
+Μια προπάντων, χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε
+γύρω της, ήτονε θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα
+βαρέλα ξεχαρβαλωμένη και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα-
+δώθε σα λάστιχα, μα το πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις
+κρεατοελιές, άστραφτε από χαρά και νιάτα-ναι από νιάτα, γιατί
+εκείνην την ώρα ήτονε δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών-
+ούτε μια μέρα παραπάνω . . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με
+κάτι γαμπίτσες ψιλούλες σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες
+κάλτσες: η κόρη του δασκάλου, τεσσάρων πέντε χρονών, που τη
+χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω
+και κρατώντας την απ’ τα δυο τα χεράκια, όπως χορεύουν τα
+κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές. Όλους τους χορούς λέει
+τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ χορέψη με τους πιο
+ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω στο κουκλάκι, το
+γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα του την
+όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ' η μαϊμουδίτσα
+σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο
+αγαπημένος της- και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . .
+Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και
+γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που
+σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα
+πάντα μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ' όλη της τη λάμψη
+σαν τη συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . .
+Πνίγηκε η Λιόλια απ’τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη
+κοντά της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον
+καβαλλιέρο του με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ' εκεί
+που γέλαγε, τέλειωσ’ ο χορός κ' ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ'
+τα χέρια του Νίκου ο Μίμης. . .
+- Άσε μας ντε κ'εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι!- τούπε αυτός
+με πίκα.
+Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα
+δεν είπε τίποτα.
+- Τι με κυττάς;-ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’όλο το
+βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί-δε σ’ αρέσουμε ;
+- Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται-είπε ο Νίκος και πήγε
+με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα
+στον μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο
+φουστάνι από λαδόπαννο. . .
+Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να
+χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον
+κυττάζη με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ' απορία θλιμμένη :
+«Γιατί αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου !;. . .»
+Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του
+Μίμη. Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα:
+ένας φίλος που τώρα ότι είχ’ έρθει κ' ήτον όλο χαρά που τον
+εύρισκε εδώ-ο Ντίνος-ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες
+που δεν άφηναν καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια
+μέση τόση δα, που περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε
+που λες στην κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε
+ο Ντίνος, έβλεπε από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. .
+. Και σαν επίτηδες ο Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους
+του κι όλο κατά την άλλη μεριά της σάλας, για να μην περνάη
+κοντά απ’ το
+Νίκο. . .
+Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ'
+εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το
+φως της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την
+έβλεπε. . . Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του
+κορμιού της σαν από κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι ! από βαρύ κρασί με
+ζάχαρη και κανέλλα), είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά
+της νιάτα σαν απ’ τον πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη
+τα μάτια του τον ήλιο που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα
+μέσα σ’ άγριο μέλι του βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της,
+λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που
+έβγαζε αμίλητο τραγούδι-λαχτάρα κι αγωνία μαζί- όπως όλων των
+λουλουδιών τα στόματα-: πάντα το αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα
+τον, μα τις περισσότερες φορές στα χείλη του απάνω . . και τα
+μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που μοιάζανε νησάκια
+ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή, απονύχτερα άστρα σε
+κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί τους κάθε φορά που
+ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το σύννεφο κ’ η
+θάλασσα το καράβι-στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά τα αισθανόταν
+ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα αισθανόταν-μα
+και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και μπερδεμένα . . .
+Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα χαρακτηριστικά που
+ήτανε γι' αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής αλάλητης. Και συνάμα
+κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε δικά του, ολόδικά
+του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε άλλο πράμα πούχε
+δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’ τον ίδιο τον
+εαυτό του. . .
+Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι
+πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα
+σκοταδερή μέσα στο μυαλό του--
+Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά της
+. . .
+Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο : ένας
+κοκκινοπρόσωπος μ' ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια
+κρεμαστά, το στόμα ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι
+απαράλλαχτος μπαρμπούνι), κρατώντας στην αγκαλιά του μια
+γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με το πηγούνι και τη μύτη σαν
+τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της σαν μπεκάτσα
+ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω ένας αψηλός
+νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας, με μια
+μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια : απάνω στενή μ' ένα
+κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά
+σαγκουλιά του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η
+μποτίλλια, σαν ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι»,
+για να πιαστή απ’ το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε
+καμαρωτή, αλύγιστη κι άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος
+μαυρογενάτος, με τριχιές ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη
+μέσα ατά μπουρνούζιά του μια σα δασκάλα και σα σκουπόξυλο και
+με τα μαλλιά σα σκούπα - και φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως
+πετούσε απάνω σ' ένα αραβικό άλογο, κλεμμένη από 'να «Βασιλέα
+της ερήμου» . . .
+Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι
+πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την
+ανοστιά τους ! - Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό
+του--
+Πέρασ' έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος
+με τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος
+αρχαίος. . και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν
+σιγοπέφτη το μέλι απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της
+ντάμας του που ήτον ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα
+μπλου σαν κύανοι. . . Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια:. .
+χόρευε πάντα στην πέρα άκρη με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο
+Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι για να μην
+αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο
+μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το γέλοιο της. . .
+Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια
+ενός όρνιου !. . κ' οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν
+την αναπνοή) - - Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για
+κάτι μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους-κ’ ήτον κι ο Περικλής ο
+χοντρέλης μαζί - ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια
+παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό
+σαν το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πως γλάρωναν τα
+μάτια της απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε
+καμμιά δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ'
+ήτον ο χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα
+απ’ τα πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η
+ζωή!., μα τι λίγο που βαστάει! -γιατ' είναι μοναχά ο άμμος πάνω
+απ’ την πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . .
+-Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να
+χάνεται-
+Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με
+φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου : του
+Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε
+λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε -
+Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη
+Λιόλια. Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που
+τη βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ' έδιωχνε τους
+μασκαράδες που κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . .
+Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα
+μικρό λυγμό-που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την
+έπιασ' απ’ το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα
+γύρισε απότομα και κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’
+την πλάτη της, άνοιγε δρόμο μεσ' απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και
+τους αγκωνές, με σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και
+«συγνώμη» και «λίγο τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . .
+Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο--Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα
+που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ
+ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι
+τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . .
+Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που
+βγήκε να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο
+Μίμης, κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο-:
+-Βρε συ!-του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή-πως τραβάς το
+κορίτσι μέσ' απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; -
+-Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο!-του αποκρίθηκε ο
+Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του
+τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά.
+Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα:
+-Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που
+μπήκαν οι μασκαράδες.
+- Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε !-φώναξε ο Μίμης αγριεμένος.
+Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει
+ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο
+Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο
+Νίκος απ’το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη
+Λιόλια, που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’το σαλάκι της
+το ροζ, σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας -
+- Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα !-του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’
+τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’
+το χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια
+της Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον
+κατήφορο, ο ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο
+ταντικρινό : ένας παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα.
+- Μωρέ Βλάμη ! που την πας την Κλάρα!-τους φώναξε το ένα
+ντόμινο καθώς προσπερνούσαν. . .
+- Μ'λάρι ! που την πας την π'λάρα !-το χόντρυνε, σε λιγάκι,ο
+σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω.
+- Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες!-γύρισ’ ο Νίκος και του
+φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των
+μασκαράδων και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . .
+Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ' από ‘να στενό, που ήτονε
+μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη
+μέση του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη-
+Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο-είχε βαρειά καρδιά. . .
+Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ' η
+ερημιά----Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα
+βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα : ό,τι
+είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. .
+κι αυτά πούχαν ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα—όσο
+κοντεύανε σπίτι, ανάσαιναν πιο βαθιά κ' οι δυο τους, σα
+λαχανιασμένοι-ίσως νάτον απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό !
+Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι
+στο σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε,
+έπιασε τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε- - - - - - - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ' έρριχνε μια γλυκειά
+θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . .
+Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Τo
+κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα-ακίνητο--
+Κοιμόταν- - -
+Η Λιόλια-η φιλημένη Λιόλια-ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’το
+κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που
+τάχε μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ' έστρωσε το σελτέ
+της. . . και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε
+από μέσ' απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε--
+Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη
+Βεργινία. . . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας
+προσεχτικά το πάπλωμα, γύρισ' έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της:
+κ’ είδε τότες ο Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα
+ματόκλαδα της από στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που
+βλέπεις ύστερ’ από βροχή, κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα,
+στακρόφυλλα των δένδρων, στης ακακίας και της «Κλαίουσας» τα
+φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘
+το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε θέλουνε να πέσουν-
+Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα.
+Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε
+φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη - κι αυτή
+βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και
+ξύπνια ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ'
+έρθει απ’ αυτόν!. . κ' η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το
+λαχταραστό λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’
+τις ρίζες, μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά
+του, που τον έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του - αφού απ’
+αυτόν ερχόταν το κακό που υπόφερνε· μα κ' εδώ πάλι αιτία ήτον
+αυτή, πούτον ολοένα ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του
+σπάραζε το στήθος με την άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’
+αυτόν τον ίδιο -
+- Δεν κοιμάσαι! - της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή ; γρουσούζα!
+Σκοτωμένο μ' έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το
+ξέρεις για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από
+'δώ μέσα ! - σωστό νοσοκομείο το κάμαμε !-- Μηδά τόθελα εγώ που
+άργησα; Να, μ' έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ' αφήσανε να φύγω : με
+κοροΐδεύανε για την παντρειά μου - και με το δίκιο τους - που
+τα μπλάστρωσα και γίνηκα νταντός και νοσοκόμος!. . .
+Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της
+και με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο
+γέλοιο μέσα στο παράπονό της, του είπε:
+- Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης!-και πάλι τα μάτια της αρχίσανε
+να τρέχουν. . .
+Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω:
+- Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα
+κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που
+να το καταλάβωμε, πέρασε η ώρα.-Το περισσότερα έμεινα για χάρη
+τον κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα
+και δεν είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το
+λυπήθηκα. - Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής;-την αρώτησε
+βλέποντας την που ξεροκατάπινε.
+Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της
+Λιόλιας κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα.
+- Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε ! -
+της είπε τελευταίο. -
+Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του
+σερνότανε βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν-που δεν τόκανε
+ποτέ του. . .
+Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η
+Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη
+Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια
+κι ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και
+για τα βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις
+πήγαινε κοντά τους και τώρα σβήσανε για πάντα - γιατί άμα σβήση
+κάτι και πεθάνη, για πάντα πεθαίνει!--
+Μέσ' απ’ ταναφυλλητά της άκουγε:
+ Να η Μικρούλα!
+ Να η Μικρούλα ! να!
+ Αυτή που έρχεται,
+ Η παχουλή-η! -
+κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της
+φαινόταν πως έλεγε:
+ Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια !
+ Έλα πάμε στο βουνό -
+ Μωρ' έλα Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια !
+ Έλα πάμε στο βουνό ! –
+
+ Και σα-α-ά δε θες, μην έ-ε-έρχεσαι !
+ Και-αι σά-α-ά δε θες, μην έ-ε-έρχεσαι
+ Πάω μονάχος, πάω μονάχος.
+ Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . .
+Αχ πόσο πολύ το ήθελε !--
+Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά:
+ Έλα Λιόλια ! έλα Λιόλια !
+ Έλα πάμε στο βουνό -
+ Μωρ' έλα Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια !
+ Έλα πάμε στο βουνό ! -
+
+ Και σά-α-άν το θες, μη ντρέ-ε-έπεσαι ! –
+ Και-αι σάν-α-άν το θες, μην ντρέ-ε-έπεσαι ! –
+ Λιόλια-Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια !
+ Πάμε, πάμε στο βουνό . . . .
+
+Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και
+του Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν
+καρφωμένα απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα
+απάνω στα μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. .
+. Τo στόμα του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και
+στο πρόσωπο της φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα
+δάχτυλα του γλυκά κάτω απ’ τις αμασχάλες!. . .
+
+ Λιόλια-Λιόλια ! Λιόλια-Λιόλια !
+ Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . .
+
+Και πήγανε στο βουνό. . κ' εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές
+φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια- - -
+- - Αποκοιμήθηκε- - - - - - - - - - - -
+Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την
+Λιόλια . . .
+Τo καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε
+να πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το
+μάτι αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη
+αγωνία που του στερεύει η ανάσα - και μ'ένα τσιριχτό ανάλαφρο,
+έσβησε - - -
+Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - - - - -
+
+
+
+Ο κάμπος με τα λούλουδα
+
+
+
+Ναι δεν πέθανε-μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία
+του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η
+αδικημένη, πόθησε να πετάξη !. . . Μα δεν ξεψυχούσε-
+Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε
+ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της
+ζωής. Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα
+λεύκες που αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ,
+νόμιζε πως βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου
+που πάει στον Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το
+Νίκο απ' ταμπέλια του Μοσχάτου, κ' έκλεινε ίσα-ίσα μήνας
+πούχανε στεφανωθή, και κάθησαν κ' έφαγαν οι δυο τους στο
+δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε-αισθανόταν, παρά που άκουγε-κάτι
+κλαγγίσματα σαν από χορδές που σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο
+μυαλό της, τόσο δυνατά που θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη
+να την πάρουνε να φύγουν. . και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι-
+ντίγκι-ντίγκι-ντίγκ ! - που κόβανε μονομιάς - . . και καμπάνες
+βαρούσανε σιγά και βαριά σαν επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε :-
+«Βεργινία!. . τι τυραννία!-Βεργινία !. . τι τυραννία !-
+Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . . (Δικός της ήτον αυτός ο
+επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ' ένα βάρος στο στήθος της που
+νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω της (οι
+νεκροθάφτες!) κ' η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν τρομαγμένο
+πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση λιγάκι
+το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω σφυριά
+που κάρφωναν το κιβούρι της . . .
+Κι όμως μ' όλα αυτά δεν πέθαινε—
+Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε
+παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε
+όλη τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για'
+κείνην τη μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με
+τα μάτια της που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση
+με τα μάτια της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη --- κι
+ούτε θα τονέ φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή!-για κείνην τη
+μια στιγμή μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα
+ξανάκλεινε πάλι - γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή---
+Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε
+αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε
+μίλαγε σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε
+και τη Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ'
+το σπίτι. . . Όταν ήτονε σπίτι,- έπεφτε σαν κουρασμένος και
+σκοτισμένος στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με
+το πρόσωπο μες τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες - λες και περίμενε
+κάτι που αργούσε νάρθη--Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλα του κύτταζε τη
+Λιόλια που καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι
+αμίλητη, με βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος,
+επίμονα, καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε
+απ' τα βάθη του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και
+να της την έχυνε με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . .
+δεν κύτταζαν πια τα νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά
+η σάρκα του η μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις
+πούθελε κουνηθή λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την
+κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες ματιές που ξάστραφταν κ' έσβηναν
+σαν τις αχτίδες του ήλιου στον καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά .
+. και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. .
+. Κ' η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις ματιές του, τις αισθανόταν
+απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί που στεκόταν, ενόσω
+περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών της, ίδρωνε, της
+βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο χέρι...
+Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον
+πόνο και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις
+ανθρώπους που ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. .
+.
+Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη
+Βεργινία πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί
+από κρέας κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε
+ζεστές μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια
+μικρούτσικα για την καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να
+πάρουν αιθέρα νάχουνε στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά
+λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν καλά και ναφήνουν το παράθυρο
+ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος . . να της βράσουν Κίνα με
+Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την ημέρα . . . Τι να της
+δώση-δεν είχε άλλο πια! - Α, και για τη νύχτα, σαν του είπε ο
+Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι ώρα και αν ξυπνούσε
+αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα, έγραψε κάτι σκονάκια
+υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις οχτώ η ώρα και
+τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα κοιμάται
+ίσαμε το πρωί. . . «Ώλλ ράΐτ ! Καλή όρεξη ! - αντιχαίρετε !»
+Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα,
+όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος
+- μάλιστα τις τελευταίες του μέρες : λες και το κάνει επί τούτο
+για να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των
+Μαΐων!. . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό
+χυμένο σ' όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και
+των λατομείων παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά
+ξεροκότσανα των γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν ! Πώς μύριζαν
+οι πέτρες και το χώμα χαρούμενο στον ήλιο ! με μια μυρουδιά
+δυνατή, βαθειά, μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’τα
+σπλάχνα του και το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το
+κάνει χώμα και πέτρα και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του
+Χάρου . . . Έτσι όλο το βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης
+της Βεργινίας την κάμαρη . . . Τo μισοφέγγαρο, σαν ασημένια
+φέτα από πεπόνι, στον ουρανό περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν
+ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . .
+και πάλι, παιχνιδιάρικα, σκόρπιζαν . . .
+Κ' η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό
+λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την
+Αθήνα - όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά
+κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ' οι κάμποι-σα χυμένοι
+ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος
+(πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ' ένα βράχο, του γέρω-
+τσοπάνη του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα
+γυρισμένες)-είναι τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά
+χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται τα μάπα να τους βλέπουν και
+φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της ζωής του κοπαδιού και της
+χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα μας, βαθιά, απ’ τα
+παραμυθένια χρόνια. . .
+Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της
+άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της
+φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα
+φιλούσε. . . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό...
+Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα,
+σα να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε
+δυνατά και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά
+σ'ένα γιαπί: νταγκ-καντ ! νταγκ-καντ --ξαναρχόταν πίσω ο ήχος.
+. . Χαλιά τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ-πατ! ταπ-πατ! τωπ-πωτ
+!. . . Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ' απ’ τις
+αυλές-τόσο κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη,
+κάτω απ’ το κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός
+γαϊδάρου καθώς περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη
+αποπίσω τον τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο
+φορτωμένον κι αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και
+ντραντανιστά μαζί με την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις
+ξυλειές. . . Και κάθε τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό
+του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η, του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α τ η ς Γ α
+ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα
+έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με
+τον ίδρωτα του), που θυμίζει τα λαϊκά με τον κοσμάκη κρεμασμένο
+σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές και παραπέρα στην
+αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των γυναικώνε με
+τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα σαλάκια
+και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους, σαν
+κένταυροι, μέσα στα, μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα
+γαϊτάνια . . . .
+Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ' η γλύκα
+τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή
+λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να
+σπαράζουν--
+Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος,
+μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του
+πατώματος κ' έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι
+ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί
+παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που
+ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου
+Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι
+ώριμο γαλατερό - μόλις αποφάγανε - ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα
+και μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο,
+ξαναμμένη, με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . .
+- Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας ! Μωρέ καλοκαίριασε,
+παιδιά μου, με τα σωστά του ! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω ! Να μην
+ήμαστε τόσο μακριά, θα μ' είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με
+βαριούσαστε να με βλέπετε.- Ωχ, Χριστούλη μου ! ταξίδι ολάκερο
+απ' τη Βάθεια ίσαμ' εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα
+εκείνη τη γειτονιά και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού.
+- Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου ; Τώρα να δης, πως θα πάρης απάνω
+σου : σε μια-δυο μέρες θάσαι περδικούλα !-Ε ! πως τα πάτενε με
+τη Λιόλια ; πάντα καλά, έ ; σας ευχαριστάει ; βγαίνει δουλειά
+απ’ τα χέρια της ;. . . Αμ’ κ’ έτσι πρέπει !-η καλή νοικοκυρά
+από κορίτσι φαίνεται -
+Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα --
+Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να
+μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ένα ξέθωρο
+χαμόγελο μέσ' από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της
+το πρόσωπο κ' έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε :
+ --Ωραία ! ωραία !
+Γύρισ' η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή,
+χαμοβλεπούσα, κ' έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε
+ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά
+Ελέγκω, για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον
+ξαναφερμένη.
+- Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι !. . κι ο Κυρ Νίκος
+δεν έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου
+να κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα-όλο μέσα και στη δουλειά !
+Τώρα πούμ’ εδώ, κάθουμ' εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά.
+Αμ τούτο πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ' εμένα που σου
+λέω ! Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή
+μου κ' η Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου - μια
+μονάχη την έχει - νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα,
+μα είχανε κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη - δεν
+την άφησε η μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι ! (και κουνούσε το
+χοντρόπαχό της χέρι η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις
+μπουγάδες) - κορίτσι με τα ούλα του, αυτή η Ουρανία - Νινί τη
+λένε στο σπίτι: πού ναύρης άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα
+ονόματα - κι όμορφη που λες σαν το κρύο το νερό !. . μόνο που
+τα μαλλιά της τα κάνει κ' εγώ δεν ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι
+πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά τ’ς αρχαίες που τάχανε
+μια φορά κ' έναν καιρό : καταμπίτ χαμηλά τα φέρνει απ’ το πλάι
+που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την ακρίτσα - ας
+ήναι!. . . Αλλά καρδιά να πης ! καταδεχτικιά όσο παίρνει., και
+ξέρει και γράμματα πο-ολ-λά
+- ούλοι τις δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα,
+εγγλέζικα, αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ - όσες γλώσσες έχει ο
+κόσμος, όλες τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή ! με δυο
+σπίτια πούχει-κι άσε πια το ρουχικό και τ’ασημικό και τα
+διαμαντικά της μάννας της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως
+δεν της φανερώθηκε η τύχη της ; - τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι
+καλλίτεροι αξιωματικοί νά ! σαν τ' ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν
+δυο), ένας δικηγόρος απ’ την Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ' Ανάπλι,
+τρεις από 'δώ - όσους ξέρω 'γώ -και δεν είν' πια και μικρή !
+Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της χρειάζονται τα βάσανα : όλο
+και μ' ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι - στο παραθύρι ολημερίς και
+διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή της οληνύχτα με το φως.
+. . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει κανείς όσο γερνάει !. . .
+Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο βλάφτουν παρά που
+ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα πως θε να'ρθω
+εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ' ήτον όλο χαρά, γιατί θέλει
+λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του κάμπου, για
+να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με βολούσε να την
+περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που να πάω και
+νάρθω πάει βράδιασε κ' ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ να σε ιδώ
+που ο’ αποθύμησα. . .
+Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν
+άκουγε σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από
+μιαν ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για
+ζωή και θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το
+ξανάκλεινε άφωνη. . τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της
+θειας Ελέγκως, είπε με στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε
+παράξενη για την ηρεμία και έντασή της από τόσον καιρό που δεν
+είχε πια μιλήσει--
+- Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε
+λουλούδια -
+Και σώπασε-κ' έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την
+προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά
+της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’
+αυτά τα λόγια.
+-Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’
+εγώ εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που
+θα κάνη η Κυρία Ουρανία!-να το δης που θε νάρθη μονάχη της να
+σ’ ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας
+των λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου,
+τ’ είσ’ έτσι νερόβραστη σήμερα !; Πάρ' το σαλάκι σου για το
+κεφάλι- δε θες καπέλλο. . .Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια,
+για να ευχαριστηθή η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με
+το χώμα- «πάνε μόνες» τα λένε - να τα βάλη στα πιάτα. . .
+Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που
+το κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . .
+Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε
+τις κλωστές απ' την ποδίτσα της κ' έβγαλε κι ακκούμπησε τα
+κλειδιά πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο
+πολκάκι αποπάνω και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με
+τα μάτια χάμω, τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα
+λίγα βήμα ως την πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . .
+Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε
+πως θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η
+Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για
+λουλούδια. Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη
+Βεργινία. . και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο
+σας!» και βγήκε κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα
+ματόφυλλά της σα να μην ήθελε να δη πια τίποτα-σα να μην ήθελε
+να δη στα μάτια του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά
+δική της, πούτον το φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την
+ψυχή, γιατί έφεγγε για μιαν άλλη.
+- Να μην αργήσετε !-τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την
+πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ' έχω να βάλω τα ρούχα
+στο νερό-. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα
+χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο
+κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα
+κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν
+κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του
+βουνού.. διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα
+που γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν,
+καθιστά ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που
+τρεμοσάλευε. . . Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και
+τα Σφαγεία . . . Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε,
+γινόταν πιο ελαστικό-λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια
+από πάνω τους. Και σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο
+πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα
+πρόσωπα τους, τα μάτια τους ανοίγανε διάπλατα και λαμπερά και
+πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους, γλυκασμένο, ολόγυρα: στους
+κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων που στέκονταν εκεί με τις
+γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που περιμένουν, και τους
+βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις ασβεστωμένες μάντρες με
+τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και κάλτσες πλεχτές που
+ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη σιγαλιά του βουνού
+και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που γλυκοζούσαν
+κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια. . . Όπως
+τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα τους
+ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους
+ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . .
+. . Κ' έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της
+Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α ! τότε λύθηκε πια
+ολότελα η βασκανιά κ' οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια
+έγινε αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα
+νάχε κάμη φτερά, μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ' έκοβε ένα
+λουλούδι και πάλι σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε
+παρακάτω, σα να την έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή
+λες και φοβότανε μήπως φύγουν από 'κει που στέκονταν ή
+μαραθούν-και δεν τα προφθάση. . . Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με
+το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με το πρόσωπο σαν ανθισμένο
+από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς απ’ όλα τα
+μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε μπροστά να
+τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της-μα πάλι σιγάλευε τα
+βήματτα του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά - --
+Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε ! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε
+τα λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα
+προφθάσης!. . . Και πάλι τρέξε ! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ' εκεί
+που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . .
+Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός ;-ή
+και τα δυο μαζί !. . .
+Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των
+παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά ! Μάζευε
+κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη
+ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους
+ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι,
+γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά
+ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν
+και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες
+μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου,
+γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια
+σου . . .
+Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και
+λαχτάρα, δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το
+σύννεφο ταπαλό και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και
+ταγκαλιάση, φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος
+γίνετ' ο Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη
+θάλασσα του πόθου του;
+Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε
+κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο
+ελαιώνας, πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του
+Δαφνιού, το θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε
+τώρα μια γλύκα τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της
+Αίγινας ήτονε βαθιά μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο
+αέρας ήτονε μαλακός, γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της
+Κύπρου. . .
+Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες
+κόκκινες σαν αίμα-γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα-η
+Λιόλια ξεφώνισε απ’την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη
+βραδιά του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή):
+- Κύριε Νίκο ! Κύριε Νίκο, ελάτε ! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες
+έχει. Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα ! Για
+κυττάξτε καλέ, είναι μια θάλασσα κόκκινη!-κι όλα τα κεφαλάκια
+τους μαζί !. . .
+Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους
+μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν
+χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά
+τους τα χείλια-και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και
+παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα
+μες τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις
+αγκαλιές τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα
+φωτίσουν. Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά
+ματάκια άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα,
+και γέμιζε την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να
+τις ξεφυλλίση, κ' έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ' αψηλά
+κλωνιά που ανθίζανε δέσμες-δέσμες κ' ήτανε γεμάτα μέλισσες. . .
+Δεν τα χωρούσε πια η αγκαλιά της κ' η ποδιά της τα λουλούδια κι
+ανασήκωνε και τη φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο
+χιόνι κ' η παχουλή γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και
+πέταξε με βόμβο χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση• η Λιόλια
+απ’ το φόβο της έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη,
+γύρισε πίσω στο Νίκο να τη σώση. (Μέλισσα ! μικρέ θεέ, χωρίς να
+κεντρίσης, ρίχνεις τη σαΐτα σου !) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του
+να τσακώση τη μέλισσα . . . Μα του ξέφυγε., και πάλι έπιασ’ η
+Λιόλια το τρεχιό μέσα στα λουλούδια. . και κάθε λίγο του
+φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη να βγάλη ένα όμορφο άνθος με
+τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε γεννηθή εκείνες τις ημέρες,
+ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε γι’ αδερφή τους, έτσι που
+πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε αποπάνω τους· κ’ έξαφνα
+τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω
+απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά φτεροκοπήματα σαν πνοές
+άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και κόκκινες - σαν άνθη και
+φλόγες που πετούσαν. . . Βαφτίστηκε η Λιόλια κ’ έχανε για να
+τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί και χαρά· μα δεν τα
+κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι, ίδιο συννεφάκι
+τριανταφυλλί - γιατί με τ’άλλο βαστούσε τα λουλούδια μες τη
+φούστα της : οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν ολότελα το
+συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό μαζί τους
+και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που έφθασε ο
+Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ' έπιασε μια μεγάλη
+κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την τρύπωσε
+μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως πίσω
+απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές, ίσαμ’
+εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’ έπεσε
+μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το
+σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση
+κ' εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι
+αυτός και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο,
+ακκούμπησε απάνω ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα,
+έπεσαν απάνω στα δικά της κ' η πνοή της, που ήτανε σαν του
+φρέσκου ψωμιού την άχνα, τούρθε μες στο στόμα του. . .
+Τότες τη Λιόλια την έπιασε μιαν αλλοιώτικη τρέμουλα:- θυμήθηκ'
+εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε ο Νίκος;-τώρα έξαφνα
+τρόμαξε από την μοναξιά ολόγυρά της; - ή έτρεμε καταπώς τρέμει
+το φύλλο της λεύκας στο κοτσανάκι του μόλις που ορθρίση, πριν
+ναρθή το αγεράκι της αυγής να το φιλήση και σαν το νερό που
+κοιμάται κι απαντέχει τον ήλιο να το χρυσώση ; . . . Μονομιάς
+βρέθηκε ολόρθη κι άρχισε να τρέχη - όχι πια να τρέχη μοναχά, μα
+να φεύγη : έτσι φεύγει το ζαρκάδι μπρος απ’ τον κυνηγό, το
+χελιδόνι μπρος απ’ το γεράκι. . .
+Κι άξαφνα στα μάτια της μπροστά φάνταξ' ένα φέγγος, σαν από
+χιόνι σταματημένο ανάερα, ακίνητο, με μίαν αχνή ρόδινη γλύκα
+στην ασπράδα του και σα μέσα σ’ ένα αθώρητο δίχτυ από χρυσές
+αχτίδες. Αμυγαλιές ήταν-τέτοιον καιρό που όλες έχουνε σχεδόν
+ξανθίσει!-μην ήταν οι αδερφάδες τους οι γκοριτζιές κ’ οι
+αγριοκορομιλιές, πούναι πιο τεμπέλες; ή μήπως τις είχε πάρει ο
+ύπνος τις μυγδαλιές κι αργήσανε νανοίξουν τανθινά τους μάτια
+απ’ τα βαθιά ονείρατα του χειμώνα! Άλλες δεν ήταν πουθενά :
+αυτές μονάχα ανθίζανε σ’ όλον τον κάμπο . . κ' ήταν παγεμένες
+όλες μαζί κ' έσμιγαν τα κλαριά τους από πάνω ως κάτω σαν πηχτά
+χιονισμένα από τάνθη. . .
+Στάθηκε η Λιόλια θαμπωμένη, άφωνη!. . κ' έπειτα σα να την
+τραβούσε αυτή η λάμψη η γλυκειά : προχώρησε με βήματα αργά και
+με μάτια μαγεμένα. . .
+Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να
+χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα
+ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια
+και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν
+ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο
+κι ούτε καν ο ουρανός απ’αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι,
+πούμοιαζε κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο
+πούκαναν τα ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό
+δικό τους οι μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η
+Περσεφόνη απ’ του Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ
+ε ς του απάνω κόσμου.
+Αχ, μυγδαλιές ! γιατί να φανερωθήτε μπρος σταέχε μάτια του
+κοριτσιού ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από ταγόρι! Και γιατί
+να μην τα κλείση τα μάτια της η κόρη, μόνο ναφήση να τηνέ σύρη
+το γλυκό σας φέγγος κάτω απ’ τουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι
+. . .
+Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές
+. . και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις
+μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που
+την πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει.. και ξεφώνισε
+από λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους. . .
+Λιόλια μου! Λιόλια μου! Τo Νίκο δεν έπρεπε να τον ξεχάσης, αφού
+έτρεχες να μη σε πιάση, κι ούτε να του φωνάξης κρυμμένη μες
+τανθινό σου άντρο:
+-Ελάτε, Κύριε Νίκο! να κόψετε μερικά κλαδιά να πάρωμε μαζί μας
+!
+Κ' έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά-καλά ναποτελειώση το λόγο
+της-ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του
+κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε,
+αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά
+οδύνη λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν
+υπερδύναμη φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη,
+υπέργεια . . . Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα
+και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ'
+τον άνθινο θόλο, ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την
+κάμαρη της αρρώστιας την πνιγμένη από τον πόνο, και τασπρισμένα
+μάτια της Βεργινίας και τον εαυτό του ακόμα-και δεν είδε άλλο
+μπροστά του, παρά τη λαχτάρα του πούχε ανθίσει και
+γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη λαχτάρα του και κυλίστηκε
+μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . .
+Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα!.
+. .
+Ίσαμε πού νακούστηκε !. . .
+Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα
+χείλια σαν τις ανεμώνες ; Και βούιζαν οι μέλισσες
+πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί
+μια θεόρατη κυψέλη . . κ' έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά
+τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που
+έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων
+την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων. . και το μύρο των
+ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη,
+ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας
+παρθένας κοιμισμένης. . .
+Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια -
+τρομάρα ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ανθόφυλλα έπεσε
+μαλακά: να σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που
+τους είχε πάρει η Μοίρα τους στην αγκαλιά της---
+Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Μια βαθιοκόκκινη πένθιμη αντιφεγγιά και
+κάτι μακρόσυρτοι μαύροι αχνοί σα σχισμένα κρέπια, κρεμαστά από
+ψηλά, άπλωναν πίσω απ’ το λόφο της Καστέλλας κι απ’τα βουνά του
+Δαφνιού πούχαν τώρα γίνει απόμακρα, μουντά, μολυβόμαβια, σα
+σκιές απ’όνειρα σβυσμένα. Απάνω στου Υμηττού την ησκιογάλαζη
+κάππα είχε ρίξει η βραδυνή θλίψη το μενεξεδένιο πέπλο της . .
+και του καημού τα γιούλια άνθιζαν και σιγοτραγουδούσανε μες την
+αμιλησιά της κοιμισμένης πέτρας. Μονάχα ο Παρθενών,
+προβάλλοντας πίσω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γλυκοπύρωνε με τη
+θύμηση των φιλιών του ήλιου σαν αποθεωμένος. . .
+Έκανε ψύχρα τώρα. Ένας άνεμος βραδινός πλάγιαζε το χορτάρι
+πούπαιρνε κάτι γυαλάδες σταχτιοκόκκινες και κερασογάλαζες απ’
+τα χρώματα της μαγεμένης σούρπας, της γλυκόθλιβης. Τα λουλούδια
+κρύωναν κ' έκρυβαν τα κεφαλάκια τους μέσα στα χόρτα. . άλλα
+καμπανίζανε λυγώντας απάνω στα ψηλά κλωνιά τους, ξέχρωμα κ'
+ησκιερά μες το περίχυτο ασήμι του μουχρώματος. . . Γυρίζανε
+σπίτι, περπατώντας γλήγορα-αυτός μπροστά κι αυτή πιο πίσω,
+φορτωμένη ακόμα με τα λουλούδια που τάσφιγγε στο στήθος της
+(αυτή τα βάσταγε, γιά την είχανε σηκώσει αυτά στην αγκαλιά τους
+και την πήγαιναν ;)-τα λουλούδια που ήταν τώρα μαραμένα και
+γεμάτα ήσκιο. Ήταν κλαμένη, η Λιόλια, ξαναμμένη, ξεμαλλιάρα μ'
+ανθόφυλλα μυγδαλιάς μέσα στα μαλλιά της, και πήγαινε με το
+κεφάλι σκυφτό, σκεπασμένο με το τριανταφυλλί σαλάκι της, σα
+νάτον κι αυτή η ίδια ένα από τα κομμένα άνθη, τα μαραμένα και
+γεμάτα ήσκιο. Ο Νίκος βαστούσε ένα μεγάλο κλαδί μυγδαλιάς στο
+χέρι σαν τρόπαιο και στο πρόσωπό του, καθώς κύτταζε μπροστά του
+κι αψηλά, έπεφτε λίγη λάμψη απ' το θρίαμβο του Παρθενώνος που
+σιγοπύρωνε με τη θύμηση των φιλιών του ήλιου...
+Καθώς ανέβαιναν τον τελευταίο ανήφορο πούβγαινε πίσω απ’ το
+σπίτι τους βλέπουνε να ξεπροβάζη απ’ τη γωνιά της μάντρας τους,
+η θεια Ελέγκω σε μεγάλες φούριες. . . Άμα τους είδε, ξεφώνισε,
+σβαρνίζοντας τον κατήφορο :
+- Μπράβο σας ! Έμ δεν είπαμε δα και να νυχτωθούμε ! Τρέχω να
+προφτάσω τον Κωλοσούρτη - δεν μπόρεσα να κάτσω πιο πολύ, γιατί
+έχω να μουσκέψω κάτι ρούχα και να σηκωθώ δυο ώρες νύχτα : μια
+πλύση τρικούβερτη ! στης κυρίας Αθανασάκη-την ξέρετε δα, πουν'
+ο άντρας της στο υπουργείο, πήρε προίκα αυτή πολλή . . καλέ
+πουχ’νε το σπίτι στη ρούσσικια εκκλησία!-ας ήναι!. . . Μπρέ-
+μπρέ-μπρέ-μπρέ ! Για μένα τα κουβαλήσατε όλα τούτα! Καλέ τι σας
+ήρθε; όλο τον κάμπο πήγατε να σηκώσετε! Νά, τόσα σώνουνε: λίγα
+κίτρινα κι απ’ αυτά εδώ τα κόκκινα, ναίσκε αυτά θα της αρέσουν
+της Κυρία-Ουρανίας, και μερικά από τάσπρα- πού να τα σέρνω!. .
+. Μάννα μου! τι όμορφα ετούτα τα μικρούλια, τα γαλανούλικα !. .
+. Έ ! σώνουν πια -
+- Αυτές εδώ είναι ανεμώνες-είπε σιγαλά η Λιόλια. . κ' είναι
+βγαλμένες με το χώμα. Να στις βάλωμε μες το μαντιλάκι σου, θεια
+Ελέγκω;. . .
+-Πάρε κ' ένα κλωνάκι μυγδαλιά, θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος: για
+σένα τις κόψαμε. . .
+- Όχι να μην κουβαλάω τώρα δέντρ' ολάκερα! Θα με βγάλη όξω ο
+εισπράχτορας-ξέρεις αυτοί δε χωρατεύουν. . . Κάθομαι και
+χασομεράω και θα μου φύγη ο τρεχιόδρομος. . . Νά τον ! ακούτε;,
+πλάκωσε κιόλας ο Βράκας. . . Γεια σας παιδιά μου ! νάχετε την
+ευκή μου! Τη εβδομάδα που θα μας μπη, πάλι εδώ θα μ'έχετε. . .
+Αμέτενε γιατ' είναι μονάχη της η καψερή η Βεργινία!. . .
+Και πήρε τρεχάλα τον κατήφορο, φορτωμένη μιαν αγκαλιά
+λουλούδια, η θεια Ελέγκω, σα βαρέλι που κυλούσε απ’το βουνό και
+καθώς κατρακυλούσε, γύρισε και ξαναφώναξε :
+- Λιόλια, όπως είπαμε, τη δουλειά σου και τη Βεργινία- τα μάτια
+σου τα δυό !. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Ο Νίκος κ’ η Λιόλια με τανθισμένα τους κλαριά και με τα
+λουλούδια, που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην
+κάμαρη τη σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα-σα νάμπαινε
+η ολόφεγγη και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη
+δροσερή ανάσα των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθειά
+ολόγυρα. Έτσι κ' η άνοιξη, η χλοϊσμένη, θλίβεται βαθιά σα
+μαυροσυννεφιάση ο αχνογάλανος ουρανός--
+Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεββάτι της, άσπρη κ'
+έρημη μέσα στο σκιόφωτο-αισθάνθηκ' ένα χύμα από εσπλαχνία να
+ξεχειλίζη μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της
+ζωής, αυτή δεν είχε τίποτα ! κι αυτός τα είχε όλα-κι ακόμα και
+το λίγο εκείνο πούτονε δικό της της τόχε κλέψει, αφού της είχε
+πάρει πίσω τον εαυτό του πούτον το μόνο της καλό. Τούρθε τότε
+να της δώση κι αυτηνής λίγα από 'κείνα που του περίσσευαν : τα
+κομμένα και μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα
+του όλον τον ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα. . . Πήρε τα
+λουλούδια απ’ τα χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεββάτι
+της Βεργινίας.
+- Νά Βεργινία ! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά
+και της θειάς Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε
+κάτω στου Ρουφ. . εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε-
+Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα. . .
+Κ' έπειτα σα νάθελε, ξέχωρ' απ’ τα λουλούδια να της δώση πάλι
+και λίγο απ’ τον εαυτό του-από ‘κείνο που της πήρε το πιο
+πολύτιμο ! έγειρε αποπάνω της, κοντά στο πρόσωπό της...
+Η Βεργινία, όταν τον είδε νάρχεται κοντά της με τα λουλούδια,
+είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα
+ξανάκλεισε, καθώς της τάρριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεββάτι,
+σα για να μην τα ιδή. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε αποπάνω της,
+έξαφνα σήκωσε τόνα χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανο της
+χέρι που οι γαλάζιες φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από
+κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και με μια δύναμη, αφάνταστη για το
+σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε κατάστηθα . . και τούπε με
+κακία:
+- Φύγε από 'δώ ! μυρίζεις ήλιο !. . αυτά να μου τα βάλης όταν
+Θα με θάψης-και γύρισε το κεφάλι της απ' την άλλη μεριά.
+Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα.
+Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο
+κρεββάτι της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο
+νεκροστολίζοντας μια ζωντανή . . .
+Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα
+και δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα
+μάτια που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρισμένη, με το
+στόμα ένα γύρο κατακκόκκινο απ' τα κλάμματα, τριαντάφυλλο
+βυσσινύ ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ'
+όπως ήτον πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού-
+- Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεββάτι !- της είπε σε λιγάκι ο
+Νίκος . . .
+Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τάχε
+κόψει με τόση χαρά και που τώρα κοίτοναν ξέψυχα κι αυτά σαν
+απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο . . . Μα κ' η Βεργινία δεν είπε λέξη
+κι ούτ' άνοιξε τα μάτια--
+- Πέτα τα όξω στην αυλή !-ξαναείπε ο Νίκος. . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Αυτήν τη νύχτα κοιμόταν η Βεργινία βαθιά-γιατ’ είχε πάρει
+υπνωτικό αποβραδύς για πρώτη φορά. Άξαφνα, κοντά το ξημέρωμα, ο
+Νίκος μες τον ύπνο του άπλωσε το χέρι του απάνω στο κορμί της
+Βεργινίας. Αυτό που τόσον καιρό λαχταρούσε η Βεργινία με
+καρδιοβόρι: το χέρι του αγαπημένου αντρός που πάει ψάχνοντας
+ναγγίξη την ποθερή γυναικεία σάρκα-τη σάρκα
+πουν ολόδικιά του. . που γι’ αυτόν είν' έτσι απαλή και
+πουπουλένια, για να σβήση μέσα της. . που γι' αυτόν ζη κι
+ανθίζει, για να τονέ μεθύση με τη θερμή και μυρωμένη ανάσα της-
+αυτό το χέρι το λαχταριστό της ήρθε της Βεργινίας εκείνο το
+πουρνό. . . Αχ, μα και που ήρθε - δεν ήτονε δικό της ! - -
+Ξύπνησε η Βεργινία ολότρομη ! - πόνεσε το κοκκαλιασμένο στήθος
+της απ’ την αντρίκια ορμή και δύναμη του ερωτιάρικου χεριού:
+σπαρτάρισε ολάκερη και ξεφώνισε αχνά (από τρομάρα ή από πόνο ή
+από χαρά ;). . . Κι ο Νίκος, με τα μέλη ακόμα λυμένα απ’ τη
+γλυκειά πρωινή νάρκη, ξύπνησε κι αυτός απ’ της Βεργινίας το
+λάγγεμα και το ξεφωνητό. . . Μα σαν έννοιωσε κάτω απ’ τα
+δάχτυλα του το ξυλιασμένο στήθος της άρρωστης, κρύωσε όλος και
+μαζεύτηκε κουβάρι και γύρισε απ’ την άλλη τη μεριά. . .
+Την άλλη μέρα το μεσημέρι γύρισε ο Νίκος μαζί μ' ένα λούστρο
+κουβαλώντας σ’ ένα καροτσάκι δυο στρίποδα και κάτι σανίδες κ'
+ένα στρώμα και ρούχα του ύπνου.
+- Πήγα και τα πήρα από 'να φίλο μου που τάχε περισσευούμενα,
+είπε της Βιργινίας καθώς τα φέρνανε με το λούστρο μέσα στην
+κάμαρη. Σε ξυπνάω τη νύχτα κι ο γιατρός είπε πως πρέπει να
+κοιμάσαι ήσυχη -
+Αυτό ήτον το τελευταίο θανάσιμο χτύπημα για της Βεργινίας την
+ύπαρξη--
+Ο ήλιος έφεγγε πάλι σήμερα με την ίδια γλύκα σαν και χτες. Η
+απαλή φεγγοβολιά του σα χάδι ρευστό σιγά-σιγά μαλάκωσε και την
+αντάρα μες την ψυχή της Λιόλιας. Τo δειλινό η Λιόλια κατέβηκε
+στην αυλή. Όλα γύρω της όπου έβλεπε το μάτι της, ήτανε
+χρυσωμένα μ’ ένα μάλαμα πορτοκαλλύ, ώριμο, παχύρρευστο σαν
+κάποιων παλιών κρασιών, με κάτι ήσκιους βγαλμένους από μέσα του
+μαβιούς, μενεξεδένιους, πορφυροπράσινους. Όλα έδειχναν, απάνω
+τους πεσμένη, μίαν ανέκφραστη γαλήνη κι ανάπαυση. . . Ω ! τι
+θάμα !: η μυγδαλίτσα, η μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα είχε ανθίσει
+άξαφνα, εκείνην τη νύχτα. . . Η Λιόλια πήγε κοντά της : δυο
+ανθάκια ήταν όλο κι όλο ανοιγμένα· μα είχε κι άλλα μπουμπούκια
+έτοιμα να ξεσκάσουν. Έλυσε η Λιόλια το σχοινί που ήτανε δεμένο
+απάνω στη μυγδαλίτσα και την τυραννούσε και το πέρασε πίσω απ'
+το σωλήνα της βρύσης που ξέβγαινε λιγάκι απ' τον τοίχο της
+μάντρας. Έπειτα έσκυψε να δη τι απόγιναν τα λουλούδια που τάχε
+ρίξει τάλλο βράδυ μέσα στη γούρνα. . . Σε λίγο βρεθήκανε δυο
+πιατάκια μ' ανεμώνες κόκκινες και γαλάζιες, βγαλμένες με το
+χώμα, καθώς κ’ ένα κλαδί μυγδαλιάς (από 'κείνες εκεί του κακού
+του κάμπου !), ολόδροσο κι ανθάτο, απάνω στον κομμό. . .
+Πέρασ' άλλη μια μέρα, ωραία και γλυκόζωη, σαν τις άλλες. Ότι
+είχαν αποφάει. Η Λιόλια είχε βγη να καθήση στα σκαλοπάτια μπρος
+την πόρτα της αυλής. Τo φεγγάρι ήτονε βγαλμένο νωρίς: ήτον
+πανσέληνος εκείνην τη βραδιά. . . Ο Νίκος έδωσε της Βεργινίας
+το σκονάκι για τον ύπνο, που έκανε δυο-τρεις ώρες ως να
+ενεργήση. Έξω ήτανε μέρα απ' του ολόγιομου φεγγαριού τη λάμψη
+και μύριζε καλοκαίρι-από 'κείνες τις καλοκαιριάτικες βραδιές
+που κάνουν τη ζωή παραμυθένια. . . Ποιος μπορεί να μείνη μέσα
+στην κάμαρη τέτοια βραδιά ;- έτσι κι ο Νίκος έσβυσε το φως, για
+ναποκοιμηθή πιο εύκολα η Βεργινία, κι άνοιξε την πόρτα της
+αυλής κι άνοιξε όλο του το στήθος στη φεγγερή γαλήνη πούτον έξω
+και στη δροσερή ανάσα τη μοσχόβολη της κοιμισμένης πλάσης. .
+έπειτα έγειρε πίσω του την πόρτα και κάθησε κι αυτός στο
+σκαλοπάτι που καθόταν η Λιόλια. Αυτή πήγε να σηκωθή από 'κεί
+καθώς τον είδε. Μα δεν την άφησε. . της είπε να κάτση, γιατ'
+αλλοιώς θάφευγε κι αυτός: - κ' έτσι ξανακάθησε στην άλλη άκρη
+του σκαλοπατιού - -
+Και το φεγγάρι στρογγυλοπρόσωπο, άσπρο σαν το γάλα, ολοένα
+ανέβαινε πιο αψηλά και ξεδίπλωνε την αχτιδένια κόμη του που
+ολόγυρα στο πρόσωπό του ήτονε σαν κόκκινο χρυσάφι, μα καθώς
+άνοιγε κ' έπεφτε πιο ανάρια κι από πιο ψηλά, γινόταν ένα πέπλο,
+μυριοξέδιπλο, υφασμένο απ' ασημένια σιγαλιά και θλίψη γλυκειά
+γλαυκή, που τύλιγε όλον τον ουρανό και τη γης μαζί σ’ ένα
+σβήσιμο ευτυχίας αλάλητο. . . Και το φεγγάρι ακκούμπησε τα
+γιασεμένια του τα μάγουλα στο τζάμι της Βεριγινίας που κειτόταν
+έρημη μες τη σκοτεινή της κάμαρη. . και χύθηκε ένα --
+φωτοπόταμο αργυρόλαυκο απάνω στο κρεββάτι της. . κι αυτό
+περνούσε πλατύ και ήρεμο από πάνω απ’ την κουβέρτα της
+Βεργινίας και κατέβαινε, χωρίς να παφλάζη, κάτω στο πάτωμα και
+κυλιόταν αμίλητο, αργοστάλαγο, μπρος απ’την πόρτα πούβγαινε
+στην αυλή κ' ίσαμε τον τοίχο κι 'ανέβαινε και στον τοίχο ακόμα,
+όπως κάνει το νερό του συντριβανιού, ασάλευτο πάντα, μα και
+λαχταριστό στην ανθισμένη αφροκορφή του, ως απάνω στο ταβάνι κ'
+εκεί έσβηνε, χάνονταν κάτω απ’τη σκεπή. . .
+Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με
+τη χλωμάδα του σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο- - Κύτταζε η
+Βεργινία τη γλυκόϋπνη κι ασημένια νάρκη του ποταμιού που
+κυλούσε απ’ ταφάνταστα βάθη τουρανού -αναγάλλισμα μιας άλλης
+ζωής πιο γλυκείας και πιο αιώνιας-, που περνούσε αποπάνω απ’
+αυτό το κρεββάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως
+τη σκεπή, έφευγε σταπόμακρα και στα ουράνια. . . Αχ! πόθησε να
+πάη μαζί του, η ποθοπλανταγμένη, να σβήση τη λαχτάρα της μέσα
+σ' αυτής της αγαλοστάλαγης φεγγαρίσιας λύπης το γάλα - το
+γλαυκόφεγγο - το γλυκοϋπνιασμένο. . .
+Όταν της έδωκε ο Νίκος απόψε το υπνωτικό, το ήπιε με τον ίδιο
+πόθο να μην ξυπνούσε πια· ήθελε να του πη να της δώση κι άλλο
+ένα σκονάκι για να κοιμηθή καλύτερα, μα εκείνος έφυγε αμέσως
+από κοντά της- Και τώρ’ αυτός ο πόθος της για να σβήση έκαμε
+μέσα της φτερά, φτερούγες υπερδύναμες που αρχίσανε να σαλεύουν
+έτσι πούνοιωσε να τη σηκώνουν ολόρθη στο κρεββάτι. Σα να
+φούντωσε μια φλόγα μέσα της από μια σπίθα που σιγόσβηνε κάτω
+απ' τη χόβολη, αισθάνθηκε μίαν πύρινη πνοή μέσα στις φλέβες
+της, αισθάνθηκε τα νεύρα της σίδερο ρευστό. . . Ήτονε μονάχα
+πούθελε να πάρη τα σκονάκια απ' τον κομμό; - ή μην ήθελε και να
+δη που ήτον ο Νίκος με τη Λιόλια, οι δυο τους πούχανε βγη έξω
+απ την πόρτα;. . Έξαφνα βρέθηκε ορθή έξω απ’το κρεββάτι, αυτή
+πουχ’ένα μήνα να κουνήση χέρι, περπατώντας, αυτή που νόμιζε πως
+είχε ξεχάσει το περπάτημα: έκαμε μερικά βήματα γλήγορα τόνα
+μέσα στάλλο, σαν αέρινα, περνώντας μεσ' απ' τη λουρίδα του
+φεγγαριού που κοιτότανε στο πάτωμα, μες τάσπρο της το νυχτικό
+πιο άσπρη ακόμα απ’ τη φεγγαρίσια λάμψη - λες και ζωντάνεψε το
+φεγγάρι και σηκώθηκε από χάμω και περπάταγε... Ήυρε το κουτί με
+τα σκονάκια, σα μέσα σ’ όνειρο, κ' έπειτα έκαμε άλλο ένα βήμα
+κατά την πόρτα της αυλής, που ήτανε γερμένη, κ' έσυρε ανάλαφρα
+το θυρόφυλλο- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+Κύτταζε τώρα η Λιόλια το κεφάλι του αγαπημένου αντρός που
+βάραινε απάνω στο στήθος της : τη μύτη τη δυνατή και με το
+κόκκαλο λιγάκι πεταχτό στη ρίζα, τα κλειστά ματόφυλλα, σα φύλλα
+λουλουδιών, που τα γαλάζωνε στις άκρες ο Ύπνος με της γαλάζιας
+του φτερούγας την αντιφεγγιά, με τα μακριά κροσσωτά τσίνουρα
+καταπάνω, πούριχναν ήσκιο στα μάγουλά του- κ' η καρδιά της
+πλημμύριζε από κάτι απέραντο κ' υπερδύναμο που τόσον καιρό τόχε
+κρατημένα μέσα της και της πονούσε τώρα, όπως πονεί το πρώτο
+γάλα στη μητέρα. Απ’ την ημέρα πούχαν πάει στα λουλούδια δεν
+είχε σηκώσει τα μάτια της απάνω του απ’ το φόβο μήπως απαντήση
+τα φριχτά μάτια της Βεργινίας που ξεφώνιζαν, άλαλα, από καημό
+κι απελπισία. . περισσότερο όμως ακόμα φοβότανε μήπως
+αντικρύση τα δικά του μάτια! Τώρα που σα συνεπαρμένος απ' τη
+γοητεία της φεγγαρίσιας ευτυχίας είχε γείρει στον κόρφο της να
+κοιμηθή, τώρα τον κύτταζε άφοβα, τώρα τον φιλούσε όλονε με τα
+πρωτοξύπνητα γυναικεία μάτια της, τον άντρα τον αγαπημένο. Τι
+ζεστά που μύριζαν τα γλυκά μαλλιά του! σαν κάτι ζωντανό και
+δυνατό που της ήτονε φόβος μαζί και λαχτάρα. Αχ, τα στήθια της
+νάλυωναν ήθελε κάτω απ’ αυτό το βάρος που λίγο της φαινότανε
+για την αγάπη της. Κι ολοένα περισσότερο βυθιζότανε στην
+ευδαιμονία αυτής της θωριάς, βούλιαζε ολάκερη, χανόταν. . ως
+που τα μάτια της κλείσανε σαν από μιαν ηδονή κι έναν πόνο
+αβάσταχτα για την ψυχή της--
+Και τα μάτια της είδαν τότες πως σηκώθηκαν απ' το σκαλοπάτι και
+βγήκαν έξω στο δρόμο μαζί με το Νίκο-πιασμένοι απ’ τα χέρια -
+και κατέβηκαν απ’ το βουνό τους κάτω στον κάμπο με τα λουλούδια
+πούχαν πάει τις προάλλες . . και πέρασαν όλον τον κάμπο και
+μπρος απ' της Καλλιθέας τα σπίτια που ήταν τυλιγμένα μες
+τασημένια μαλλιά του φεγγαριού τα ξέχυτα και - πάντα
+χεροπιασμένοι με το Νίκο - ανεβήκανε σ' εκείνο τολοστρόγγυλο το
+βουναλάκι-προτού νανοίξη ο κάμπος για τις Τζιτζιφιές-πούχει
+στην κορφή του την εκκλησίτσα της Αγια-Σωτήρας. . . Εκεί στο
+βουναλάκι απάνω στεκόταν το φεγγάρι• μα δεν τόβλεπαν καθώς
+ανεβαίνανε, γιατ' ήτον κρυμένο πίσω απ’ την εκκλησίτσα. Μόλις
+όμως έφθασαν απάνω στην εκκλησιά, ξεπρόβαλε και τους έλαμψε μες
+το πρόσωπο τόσο που θάμπωσαν τα μάτια τους. . .
+- Καλωσορίστε !-τους είπε το φεγγάρι. Τι γινήκατε τόσον καιρό ;
+Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα που είμαι ολομόναχο πάνω στα
+βουνά. Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων: μπαίνω στις κάμαρες
+τους και τους φιλώ τα μάτια, πέφτω μες τις στέρνες τους και
+ξαπλώνομαι στα δρομάκια των περβολιών τους και σκαρφαλώνω
+μάντρες και γέρνω απάνω στις οξώπορτές τους και ξενυχτώ στα
+σκαλοπάτια : μόνο και μόνο για να βγούνε να με ιδούν· μ’ αυτοί
+μ' αφήνουν ολομόναχο απάνω στο βουνό μου. Τώρα που ήρθατε εδώ
+πάνω θα πάμε μες την εκκλησιά: εγώ θα σας στεφανώσω. . . Και
+καθώς μίλαγ' έτσι το φεγγάρι, ξαφνίστηκεν η Λιόλια κι ο Νίκος
+κι άνοιξαν πάλι τα μάτια τους τα θαμπωμένα απ’ τη λάμψη του,
+για να το ιδούν: Τι άσπρο πούτον το φεγγάρι και τι λυπημένο ! -
+σαν τη Βεργινία. Και καθώς το κύτταζαν ακόμα, είδαν πως ήτον το
+πρόσωπο της Βεργινίας μες το φεγγάρι-Τότες η Λιόλια έβγαλε ένα
+μεγάλο «Αχ !» και πετάχτηκε ολόρθη με τα χέρια στον αέρα. Κι ο
+Νίκος ξετινάχτηκε απ’ τον ύπνο κατατρομαγμένος και κατρακύλησε
+απ’ το σκαλοπάτι. . . . Γύρισ' η Λιόλια να μπη στην κάμαρη· η
+πόρτα ήτον ανοιχτή. Στο κατώφλι ήτον πεσμένο κάτι άσπρο : το
+φεγγάρι ήτον πεσμένο στο κατώφλι. Μα μες στην άσπρη λουρίδα του
+φεγγαριού φάνταζε κάτι πιο άσπρο ακόμα : ήτον η Βεργινία με το
+νυχτικό της ξαπλωμένη χάμω μπρος στην πόρτα-για να μπη κανείς
+μες την κάμαρη έπρεπε να δρασκελίση το κορμί της. Σα νάχε πέση
+το ίδιο το φεγγάρι απ’ τον ουρανό και νάχε ξεψυχήσει εκεί δα
+τυλιγμένο μες τα πέπλα των αχτίδων του: έτσι έδειχνε.
+Δική της ήτον η φωνή που άκουσε η Λιόλια μες τον ύπνο της ή της
+Βεργινίας πούχε κατεβή από το κρεββάτι της κ' είχε ανοίξει
+σιγαλά την ακκουμπησμένη πόρτα ;- - - - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+- Παναγία μου! Κατέβηκε απ’ το κρεββάτι. . . έπεσ' απ’ το
+κρεββάτι. . . Καλέ! καλέ πέθανε καλέ !. . Αχ, Κύριε Νίκο ! δεν
+ακούτε; πέθανε Κύριε Νίκο ! Δεν τη βλέπετε Κύριε Νίκο ; Αχ, Θε
+μου! θε μου! τώρα τι να κάνουμε ; τώρα τι να κάνουμε;
+Έτσι ξεφώνιζε αλαλιάρα, φρενιασμένη απ’ την τρομάρα της που την
+είχε παγώσει όλην ως μέσα στην ψυχή της, η Λιόλια, σαν είδε τη
+Βεργινία πλαγιασμένη ξέπνοη μες του φεγγαριού το αργυρόγλαυκο
+ποτάμι. . κι αρχίνησε να κλαίη, να θρηνή. . .
+Ο Νίκος, ξεσυρμένος έτσι απότομα, σαν απ’ τα μαλλιά, μέσ' απ
+την ονειρεμένη του αγκαλιά, δεν κατάλαβε στην αρχή που
+βρισκόταν και τι του γινόταν. Με τες φωνές της Λιόλιας, που
+απηχούσανε στριγγά στη γλυκόϋπνη σιγαλιά της νύχτας, ήρθε στον
+εαυτό του : τα μάτια του άδραξαν τη φριχτή ζουγραφιά, την
+ολόφεγγη, εκεί μπροστά του στο κατώφλι της κάμαρης, και σα μιαν
+αστραπή πέρασε μέσ’ απ’ το μυαλό του και σα μια στιλετιά μέσ'
+απ’ την καρδιά του.
+- Βεργινία !-έβγαλε μια φωνή βραχνή, πνιγμένη, σα μέσ' από
+κάποιο πηγάδι. . . Δε μ' ακούς, Βεργινία ! Τ' είναι μωρή τούτα
+που μας κάνεις; Βεργινία !-και γονατιστός χάμω σκουντούσε το
+κατάψυχρο κορμί της, το κάτασπρο μες τάσπρο του το νυχτικό, πιο
+άσπρο και πιο κρύο κι απ’ τασημένιο φως του φεγγαρίσιου
+ποταμιού που τόχε πάρη στην αγκαλιά του.
+- Ελάτε, Κύριε Νίκο να τη σηκώσουμε, να την πάμε στο κρεββάτι
+της! φώναζε η Λιόλια με μια φωνή που κολυμπούσε μες τα κλάματα.
+. . Αχ, τώρα τι να κάνουμε ! τώρα τι να κάνουμε! Αχ, Κυρία
+Βεργινία, Κυρία Βεργινία μου ! δεν ακούτε ; ελάτε να σας
+σηκώσουμε με τον κύριο Νίκο ! Αχ, τώρα τι θα γίνουμε! -κ'
+έστριβε τα χέρια της, αποπάνω από το κορμί της Βεργινίας το
+κοιτάμενο, μέσα στην κάμαρη τη γεμάτη κρυφοσάλευτους ήσκιους
+και φως φανταστικό απ’ το μυστικό φεγγάρι, που έμπαινε τώρα από
+δυο μεριές: απ’ το παράθυρο κι απ’ την ανοιχτή την πόρτα της
+αυλής. . .
+Σήκωσε ο Νίκος με τη Λιόλια την ξέπνοη Βεργινία - σαν πούπουλο
+!-και την απίθωσαν απάνω στο κρεββάτι. Έπειτα ο Νίκος έψαξε κ’
+ηύρε το μπουκαλάκι με τον αιθέρα πάνω στον κομμό και τάνοιξε
+κάτω απ’ τη μύτη της. Μα η Βεργινία δεν κουνήθηκε. Της έσταξε
+λιγάκι στα μηλίγγια της και της τάτριψε. Της έτριψε και τα
+χέρια μ' όλη του τη δύναμη ως που ρόδισαν αχνά. Ήρθ' η Λιόλια
+με παννιά στα χέρια που έβρεχε με ξύδι και της τάβαλε της
+Βεργινίας στο κούτελο και μπροστά στα ρουθούνια. . . Έπιασ’ ο
+Νίκος κ' έσταξε ένα-δυο σταλαγματιές αιθέρα μες το στόμα της
+που ήτανε μισάνοιχτο.-Τίποτα !
+- Πάω να φέρω γιατρό ! είπε· είν' ένας εδώ κοντά στου
+Μακρυγιάννη : αυτός έρχεται ότι ώρα του 'πης. Κάνε ό,τι
+μπορείς, Λιόλια, να τη συνεφέρης ! Άσ' τα κλάματα τώρα! - αυτά
+μας έλειπαν. . . Έφθασα. . .
+- Μη φύγης, Κύριε Νίκο ! μη μ' αφήσης μονάχη ! -ξεφώνισε
+θρηνιάρικα η Λιόλια.
+Μα ο Νίκος είχε γίνει αέρας--
+Σαν απόμεινε η Λιόλια μονάχη της, πήγε σε μια γωνιά της κάμαρης
+κι άρχισε, απ’ το φόβο κι απ’ τη συγκίνησή της, να σκούζη σα
+μικρό παιδάκι: παιδάκι ήτον ακόμα το κακόμοιρο το κορίτσι και
+δεν τούχαν τύχει ποτέ του τέτοια φοβερά περιστατικά. Αυτές τις
+μέρες η ζωή παρά πολλά της είχε ρίξει απάνω στην τρυφερή
+ψυχούλα της και σαν ανθάκι που ήτανε λύγισε απ’ την ορμή της
+μπόρας. . .
+Εκεί πούκλαιγε, σάλεψε η Βεργινία τα χείλια κ' έβγαλε ένα
+βαθύν αναστεναγμό, βογκητό μακρόσυρτο τραγουδιστό σαν από
+κάποιαν πνοή αλυσοδεμένη που ξελύθηκε μ' αιματωμένες τις
+φτερούγες. . κι άνοιξε τα μάτια. . .
+Η Λιόλια πετάχτηκε κοντά της:
+-Αχ, Κυρία Βεργινία! ξυπνήσατε πάλι;-φώναξε, γέρνοντας απάνω
+της με τρέμουλη χαρά στη δακρυσμένη της φωνή. Τι μας κάνατε!
+Γιατί να κατεβήτε απ' το κρεββάτι; Να σας δώσω αιθέρα να
+μυρίσετε ; Σταθήτε να σας φέρω λίγο νερό να πιήτε!
+Μα ως που να βάλη νερό στο ποτήρι και να ξεστουπώση το
+μπουκαλάκι με τον αιθέρα, ξανάκλεισαν της Βεργινίας τα μάτια
+και το κεφάλι της έπεσε βαρύ απάνω στο στήθος και κύλησε κατά
+πλάι: άνθος σε κλωνί σπασμένο.
+Τότε την έπιασε σαν τρέλλα τη Λιόλια. Άρχισε να τρέχη μέσα στην
+κάμαρη που τη φώτιζαν αλλόκοτα, τραγικά παλεύοντας, δυο
+αποφεγγιές: του φεγγαριού το κρύο τασήμι που μοιάζει με το φως
+των ματιών του Χάρου κ' η κιτρινάδα της λάμπας: ίδια
+αρρωστημένη φλόγα της ανθρώπινης ζωής. Ολομόναχο το κοριτσάκι,
+αλαλιασμένο απ’ το φόβο του θανάτου έστριβε τα χέρια του. .
+έπειτα πήγε και γονάτισε μπρος στο κρεββάτι και φιλούσε το χέρι
+της Βεργινίας που κρεμόταν απόξω ;
+- Βεργινία μου ! αγάπη μου Βεργινία! εγώ είμαι, ο Νίκος σου!-
+έτσι της φώναζε, θαρρώντας πως θα την ξυπνούσε η δύναμη του
+αγαπημένου της ονόματος, γιατί αισθανόταν πως αυτήν και
+πεθαμένη θα την ξύπναγε εκείνο τόνομα. . .
+Και ξανασηκώθηκε απάνω και της έσταξ' αιθέρα στο στόμα, καταπώς
+είδε να κάνη ο Νίκος. . της έρριξε νερά στο πρόσωπο τόσο που
+την καταμούσκεψε. Έπειτα τάφησε όλα κι άρχισε πάλι να τρέχη
+ολόγυρα σα χαμένη απ’ τον εαυτό της. . . Με μιας της ήρθε να
+χτυπήση με τις γροθιές στο μεσότοιχο της γειτόνισσας. Αχ, αυτές
+οι γυναίκες, βουλωμένα τάχαν ταυτιά τους και δεν άκουγαν τίποτ’
+απ’ όλο αυτό το κακό ;
+- Βοήθεια, Κερά γειτόνισσα ! ελάτε! η Βεργινία πεθαίνει ! --
+ξεφώνισε, ταράζοντας σύσσωμη απ' της φωνής της τον τρόμο κι απ’
+το ίδιο το νόημα το φριχτό του λόγου πούλεγε—Δεν μπορούσε να
+βγη απέξω να φέρη κανέναν απ’ τη γειτονιά : κι αν πέθαινε η
+Βεργινία σταναμεταξύ μονάχη;-κ' έσφιγγε τα μηλίγγια της με τις
+κλειστές μπουνιές της απ’ την απελπισία, σα να φοβότανε μην της
+φύγη το μυαλό της. . . Εκεί που κοβόταν έτσι και τάραζε, άνοιξε
+η πόρτα και μπήκε ο Νίκος με το γιατρό.
+Δεν ήτον ο κομψευόμενος και ο μοσχομυρισμένος, ο γυναικολόγος
+και γυναικάκιας πουρχόταν πάντα: αυτός καθότανε στην άλλη άκρη
+της Αθήνας κι ούτ' έβγαινε τέτοιαν ώρα απ’ το σπίτι ναρθή εδώ
+έξω. Ήτον ένας γιατρός της συνοικίας που απ' το πρωί ως το
+βράδυ και τη νύχτ' ακόμα έτρεχε στη φτωχολογιά - ένας τύπος
+πλακιώτικος: μια μαύρη ρεμπούπλικα χωμένη ίσαμε ταυτιά, κάτι
+παντελόνια φαρδιά και μακριά που σέρνονταν πίσω κατασκονισμένα
+πάντα, ακόμα και το πρωί πούβγαινε απ’ το σπίτι, μια μαγκούρα
+θεόρατη και μια φάτσα ίδιο γουλί με τρύπες-τρύπες το πετσί σα
+σουρωτήρι, αγύριστη αιωνίως που θύμιζε κάτι παλιά ξυστριά
+αλογίσια. Σα δικαστικός κλητήρας φαινόταν αυτός ο γιατρός, σα
+μεσίτης ή εργολάβος οικοδομών-κι όμως τέτοιος πούτον πολύ τον
+αγαπούσε ο κοσμάκης. Πολλά πράματα δεν ήξερε, μα έπαιρνε και
+λίγα: ένα διπλό και καμμιά φορά και πενήντα λεπτά. Πάντα
+παρηγοριά είναι ο γιατρός-κι αυτό είν' περισσότερο στην
+αρρώστια για το μικρόν τον κόσμο.
+Χωρίς να βγάλη το καπέλλο του, πήγε τα ίσα στο κρεββάτι κι
+απίθωσε τη μαγκούρα απάνω στην κουβέρτα. Έπιασε το σφυγμό της
+Βεργινίας, έβαλε το χέρι στο λαιμό της και στην καρδιά.. έβαλε
+ταυτί του στο στήθος. . .
+- Λιποθυμία είναι, μα είναι πολύ αδύνατη. Έχετ' αιθέρα -είπε με
+μια φωνή βραχνή σα ραϊσμένο πιθάρι-
+Έσταξε λίγο αιθέρα μες το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν εκεί
+δα από πρωτύτερα που τόχε φέρει η Λιόλια και προσπάθησε να της
+δώσει να πιή, ανασηκώνοντας της το κεφάλι.
+-Δεν καταπίνει !-Ένα κουταλάκι μικρή!-και της έρριξε από λίγο
+μες το στόμα.-Έχει κτυπήσει και στο κεφάλι, είπε, δείχνοντας
+ένα πρασινωπό καρύδι πούχε φανή άξαφνα, λίγο αιματωμένο, απάνω
+απ' ταριστερό μηλίγγι της.- Βάλ’ ένα παννάκι βρεμμένο εδώ πάνω
+!-έγνεψε της Λιόλιας.
+Ο Νίκος τούχε πη του γιατρού για την αρρώστια της Βεργινίας στο
+δρόμο πούρχονταν, και για την κούρα που της είχε κάνει ως τα
+τώρα ο άλλος ο γιατρός ο γυναικολόγος που τον είχε συστήσει ο
+μάστοράς του γιατ' είχε λέει κάνει θάματα στη γυναικάδερφή του.
+. και γι’ αυτό τον έφερνε ακόμα εξακολουθητικώς, ειδεμή και
+βέβαια θάπαιρνε του λόγου του πούτον και της συνοικίας. Αλλά
+μια κ’ είχε αρχίσει!. . κ’ έπειτα ο καθείς λέει πως να περάσ’
+όπως κι όπως η αρρώστια. . .
+- Πού την ηύρε τη δύναμη και κατέβηκε απ' το κρεββάτι !-είπε
+τώρα ο γιατρός-αφού έχει τόσον καιρό να σηκωθή και σε τέτοια
+χάλια που βρίσκεται ! Απ' την πολλή αδυναμία είναι που δεν
+μπορεί να συνέρθη: τα νεύρα της έχουν ξεχαρβαλωθή ολότελα-
+Μήπως και ταράχτηκε ;-μην είδε τίποτα και τρόμαξε;
+Σαν άκουσ’ έτσι η Λιόλια, ξάστραψε κάτι μες το νου της:
+ξαναείδε την ολόχυτη λάμψη του φεγγαριού στο κατώφλι με τη
+Βεργενία πεσμένη μέσα της σαν πνιγμένη και την πόρτα την
+ανοιχτή και στο σκαλοπάτι της ανοιχτής πόρτας είδε τον εαυτό
+της και το Νίκο κοιμισμένο με το κεφάλι του ακκουμπηστό στον
+κόρφο της. . . Α ! τότε κατάλαβε-γιατί ως τα τώρα απ’ την
+τρομάρα και την ταραχή δεν είχε τόπο η ψυχή της για τίποτ'
+άλλο— Κι όχι κατάλαβε, παρά αισθάνθηκε μες τα θολά βάθη του
+γυναίκειου είναι τις, ταθώο το κοριτσάκι, πως κάτι τρομερό είχε
+γίνει, τόσο τρομερό που έφθανε για να σκοτώση μια γυναίκα και
+πως γιαυτό πέθνησκε τώρα η Βεργινία---ζαλίστηκε, τα γόνατά της
+λύθηκαν και πιάστηκε απ’ το κρεββάτι να μην πέση-
+«Κρακ» έκαμε κάτι κάτω απ' τα πόδια του Νίκου εκεί που πήγε να
+κάμη ένα βήμα πιο πέρα. . έσκυψε να το σηκώση ήτον το κουτί με
+τα σκονάκια (πούχε πάρει η Βεργινία απ’ τον κομμό), πατημένο
+πήττα.
+Ο γιατρός σταναμεταξύ είχε βγάλει απ' την τσέπη του μια σύριγγα
+κ’ έκαιγε τη βελόνα της απάνω απ'το γυαλί της λάμπας. . .
+- Πώς βρέθηκε το κουτί εδώ χάμω ; - ρώτησε ο Νίκος τη Λιόλια-
+εγώ τόχα αφήσει απάνω στον κομμό !-
+Στεκόταν τώρα η Λιόλια ακκουμπησμένη στο κρεββάτι, άφωνη, και
+κύτταζε το γιατρό με μεγάλα μάτια, γεμάτα βαστηγμένα δάκρυα. .
+το στήθος της ανασηκωνόταν κάθε τόσο από ξέμακρα αναφυλλητά
+βουβά που της τρεμούλιαζαν το σαγόνι και το κάτω χείλι: έτσι
+αστράφτει πίσω απ' τα βουνά, ύστερ' από βροχή και κάποια βράδυα
+του καλοκαιριού, από αντάρες που δεν ακούς το βόγκο τους.
+-Νά, κυρ Γιατρέ, της δώσαμε απ’ αυτό το υπνωτικό σήμερα, μπας
+και την πείραξε; αρχινίσαμ' απ’ τα χτες: γιατί δεν κοιμόταν τη
+νύχτα ολότελα· ο γιατρός είπε πως το περισσότερο είν' η
+αγρύπνια που την αδυνατίζει και της τόγραψε.
+- Αηδιές ! πολύ άσχημα. . είναι, βλέπεις, τώρα και το
+ναρκωτικό που τη βαστάει σ' αυτήν την θέση. Τι γράφει απάνω;.,
+αριθμό έχει μονάχα. . πουν' η ρετσέτα;
+-Την κρατήσανε στο φαρμακείο.
+Άνοιξ’ ένα σκονάκι ο γιατρός κ' έβαλε στη γλώσσα του και
+χτύπησε τα χείλια του. . σήκωσε τους ώμους και κρέμασε το κάτω
+χείλι τον, σα νάθελε να πη: «ξέρω κ' εγώ τι κουραφέξαλα είνε
+αυτά !»
+-Τώρα ό,τι είναι είναι! Σταθήτε να κάμουμε μια στιγμή την
+ένεση. Έλα εδώ εσύ μικρή!-είπε, γεμίζοντας τη σύριγγα μ’
+αιθέρα-άνοιξε το ποκάμισο της Κεράς σου και σκούπισε λίγο το
+μέρος εκεί κοντά στην καρδιά μ' ένα μαντηλάκι. Στάσου να σου
+στάξω καλύτερα λίγο αιθέρα. . έτσι !. . .
+-Αχ, κυρ Γιατρέ: Τι! Θα της τρυπήσετε την καρδιά με τη βελόνα;-
+φώναξ’ η Λιόλια με τρόμο, έτοιμη να ξαναρχίση τους θρήνους . ..
+-Μη φοβάσαι! δεν τρυπάω εγώ τον κόσμο. . μόνο σα την τσιμπήσω
+λιγάκι απέξω απέξω, πιο λίγο από μια μέλισσα
+ (μέλισσα! μέλισσα ! που ήτονε μια μέλισσα που ήθελε να την
+τσιμπήση ;-συλλογίστηκε η Λιόλια κ' έξαφνα είδε μπροστά της τον
+κάμπο με τα λουλούδια και τάραξε σύσσωμη)
+. . οι νέοι οι γιατροί, οι πολύξεροι, που γράφουν τα μοντέρνα
+τα ναρκωτικά, τις κάνουν τις ενέσεις στο μπράτσο ή στο πόδι-
+γύρισε κ’ είπε κατά το Νίκο, ο γιατρός, εκεί που έχωνε τη
+βελόνα στο κίτρινο πετσί της Βεργινίας (πετσί και κόκκαλο!-
+ανατρίχιασε ο Νίκος που την είδε)-εγώ τις κάνω κοντά στην
+καρδιά και ξέρω τι κάνω. . .
+Έπειτα τη σκέπασε τη Βεργινία και κάθησε στην καρέκλα να δη την
+ενέργεια.
+Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η
+Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της
+κόρη την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη-αν νεγκλιζέ. Η γριά
+τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας»
+τα χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε
+μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα έν οίκω μη εν
+δήμω !» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης
+γαλοπούλας μέσ' απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το
+κουμπί! τι σακκούλες κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια ! τι χρώμα σαν
+το κυδώνι !- άφησε πια το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με
+τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα
+κατσάρια! . . .
+-Καλέ τί πάθατε, Κυρ Νίκο μου! στρίγγλισε η γριά συφορά. Είπα
+κ’ εγώ ! «στον ύπνο μου τον ακούγω αυτόν το σαματά ή μην κ’
+έπαθε τίποτα η Βεργινία;» Μου φάνηκε σα νάκουσα κάτι φωνές,
+κάτι σαν κλάματα, μα έλεγα πάλι με το νου μου: «Αχ, είν’ η
+καρδιά σου που τα μελετάει τα τι πέρασες, τι πίκρες και τι
+καημούς, και σε ξεγελάει τάχα πως τακούς. . .» Σα μου χτύπησε
+σταυτί η φωνή τον γιατρού-και ποιος δεν την έχει μες την ψυχή
+του τη φωνή του γιατρού, του ευεργέτη τώ φτωχώνε !-μονομιάς
+πετάχτηκ’ απάνου. Μάλιστα η Μπιμπίκα μου πρώτη τον κατάλαβε-
+αυτή, καλέ μου, ακούει και το χορτάρι που φυτρώνει!: «Μαμάκα
+μου ! μου λέει, κάτι έπαθε η Βεργινίτσα και φέραν τον καλό
+γιατρό». Εξ αρχής αυτό έπρεπε, Κυρ Νίκο μου ! Εμείς πάντα το
+λέγαμε. Μα είπα κ' εγώ στα κορίτσια: «άστε, μην ανακατευόσαστε
+στου άλλου το διάφορο· εδώ είναι περί ζωή και θάνατο βλέπεις:
+νάχης έπειτα και την ευθύνη!. . .»
+-Και βέβαια είναι πολύ λεπτότατα πράγματα αυτά-αχνολάλησε η
+Δεσποινίς Μπιμπίκα.
+-Και τι έχει, Κυρ Γιατρέ μου, η Βεργινούλα μας;-συλλογίστηκε
+τώρα μόλις να ρωτήση η γριά-καμμιά λιγοθυμιά πάλι. Αμ τις
+προάλλες πούμαστε φερμένες εγώ με τις κόρες μου και μας έμεινε
+στα χέρια μισήν ώρα, ξερή !. . ήτονε μονάχη της- ήτον και η
+Ευρυδίκη-γύρισε και ρώτησε την Μπιμπίκα-ας είναι . . . αν δεν
+ήμαστεν εμείς. . είδαμε και πάθαμε να τη συνεφέρουμε-γυναίκες
+ολομόναχες-πήγα να παλαβώσω. . είναι και η ευτύνη ξέρεις !
+γιατί έπειτα σου λέει άλλος-
+- Άσ' τα τώρα, Κυρά Χαρζανοπούλου! είπε ο γιατρός, σταθήτ’ απ’
+το κρεββάτι!. . σταθήτε από 'κεί δα!. . μη μου κλείνετε το
+φως να δούμε τι θα κάνουμε. . .
+Έπιασε πάλι το σφιγμό της Βεργινίας με το ρωλόϊ στο χέρι. .
+έβαλε ταυτί του στην καρδιά της. . . Έπειτα έχυσ' αιθέρα στα
+χέρια του και της έτριψε τα μηλίγγια. . της έτριψε τα χέρια
+και τα πόδια. . .
+Έξαφνα άνοιξε η Βεργινία τα μάτια της και το στόμα της άρχισε
+ναναπνέη αργά. . . Κ’ η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο βαθειά.
+. το στήθος της ανασηκωνότανε σα να φούσκωνε απομέσα του ένα
+κύμα να ξεσπάση. . .
+Ο γιατρός γύρισε να δη το Νίκο που στεκόταν πίσω του,
+ακκουμπηστός στο κρεββάτι: σούρωσε τα χείλια του και τανέβασε
+ως τη μύτη του. . .
+Ο Νίκος έβλεπε της Βεργινίας τα καμώματα μ’ όλη την ψυχή του
+χυμένη στα μάτια του. . .
+Ακουγόταν τώρα η αναπνοή της Βιργινίας σαν ανάλαφρο ροχαλητό
+ανθρώπου βαριοϋπνιασμένου. . άνοιγε το στόμα της και τάφηνε
+λίγην ώρα ανοιχτό. . . και το ξανάκλεινε αργά, παράξενα σα μ’
+ένα μηχανισμό, αλλοιώτικα από άνθρωπο: όπως τα ψάρια που τα
+πετάει το κύμα στο γιαλό. . κι ολοένα πιο πολύ το στόμα της
+άνοιγε και πιο πολλήν ώρα έμενε ανοιχτό, στυλωμένο τώρα, σαν
+πόρτα που δεν ξαναπέφτει να κλείση. . .
+Η Λιόλια κύτταζε με το κλαμένο πρόσωπό της ξαστρωμένο πάλι, σαν
+κρυφοχαρούμενη πούβλεπε τη Βεργινία νανοιγοκλείνη το στόμα, να
+ξαναζωντανεύη. . .
+- Τι κάνει έτσι, γιατρέ; τ' είν' αυτό που κάνει ; φώναξε ο
+Νίκος του γιατρού με τρόμο-
+- Δεν είν' καλά η γυναίκα σου !--
+Η Χαρζανοπουλίνα κ' η κόρη της που στέκονταν εκεί κοντά,
+κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους κ' η γριά κούνησε το χέρι της σα
+νάλεγε για κάποιον πως έφυγε και πάει:
+- Δεν τη βλέπεις, Κυρ Νίκο μου ; δεν τη βλέπεις που τελειώνει
+και σ' αφήνει γεια;
+. . .Τα μάτια της Βεργινίας είχαν ανοίξει διάπλατα: κύτταζαν
+αχνά και ξέξασπρα το Νίκο, κατάματα. . κι όλο άνοιγαν πιο
+πολύ, σα να θέλανε να βγουν απ’ τις κόγχες τους να πεταχτούν
+απάνω του, κ’ οι κόρες τους μεγαλώνανε σκοτιδιασμένες σα δυο
+βαθειές τρύπες. . .
+- Βεργινία !!-ξεφώνισε ο Νίκος. . . Βεργινία μου!!.. κ'έπεσε
+γονατιστός, μ’ έναν πνιγμένο λυγμό, μπροστά στο κρεββάτι και
+της έπιασε το χέρι--
+. . Οι δυο βαθειές τρύπες των ματιών της Βεργινίας αποπάνω απ’
+το κεφάλι του Νίκου μαυρίζανε σαν πηγάδια—Άξαφν’ άνοιξε η
+Βεργινία το στόμα της ακόμα περισσότερο και δεν το ξανάκλεισε
+πια-τα μάτια της θολώσανε-σα να πέρασ’ ένα σύννεφο ψηλά, ένας
+αχνός αποπάνω τους-κι απόμειναν εκεί δα, ορθάνοιχτα, στυλωμένα
+απάνω στο πρόσωπο του Νίκου---
+Ο γιατρός σηκώθηκε:
+- Δεν είχε δύναμη η καρδιά της-είπε. Έβαλε ταυτί του στο στήθος
+της. . έπειτα έβγαλε κ' είδε το ρωλόϊ του., και της έκλεισε τα
+μάτια. . .
+
+[Έως εδώ έκαμε τας διορθώσεις του έργου του ο συγγραφεύς. Ο
+εξαφνικός θάνατός του εσταμάτησε το έργον και αι κατόπιν
+διορθώσεις έγιναν σύμφωνα με την πρώτην έκδοσιν.]
+
+- Ζωή σε λόγου σου, είπε σκουντώντας το Νίκο απ’ τον ώμο. Σαν
+είδε που δεν κουνήθηκε ο Νίκος από κει πούτονε γονατιστός με το
+πρόσωπο απάνω στο χέρι της Βεργινίας, τον έπιασε με τα δυό του
+χέρια απ’ τις αμασχάλες και τονέ σήκωσε ορθόν.
+- Έλα, άντρας είσαι! Αυτά έχει ο κόσμος. Καλύτερα που ησύχασε-
+δεν είχε πια ζωή μέσα της. Αν θέλης αύριο περνάς για την άδεια-
+Καθώς σηκώθηκε ο Νίκος και ξανάρριξε μια ματιά απάνω στο νεκρό
+πρόσωπο της Βεργινίας και κατάλαβε πως όλα τέλειωσαν πια,
+τούρθε στρόφιλος και πήγε να πέση. Τον κράτησε ο γιατρός, πριν
+να προφτάσουν οι Χαρζανοπουλίνες να τον πιάσουνε στην αγκαλιά
+τους.
+- Τον καημένο το νέο !-είπε δυνατά η Μπιμπίκα και στέναξε μέσ’
+απ' τα φυλλοκάρδια της.
+Τον πήρε ο γιατρός μπράτσο το Νίκο και βγήκαν όξω στο δρόμο.
+Έβγαλε ο Νίκος και του'δωσ' ένα τάλληρο.
+- Μην πειράζεσαι, είπε ο γιατρός, τα βρίσκουμε- και τόβαλε στην
+τσέπη του.
+Μέσ’ απ’ την κάμαρη ακούστηκε άξαφνα η στριγγλιάρικη φωνή της
+γριά-καρακάξας της Χαρζανοπουλίνας:
+
+ « Αχού, Βεργινία μου ! τι κακό που σούρθε !
+ Αχού, περιστεράκι μου! και που μας αφήνεις !»- -
+
+και το ψεύτικο παράπονο του μυρολογιού της ξέσχισε το πέπλο της
+σιγαλιάς και της νάρκης της φεγγαράτης νύχτας--
+Ένα σκυλλί μέσα σε μιαν αυλή ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζη...
+Ήτον αργά πια. Τo φεγγάρι έγερνε να πέση πίσω απ' την Καστέλλα:
+ήτονε μικρό τώρα, σα ζαρωμένο, σαν πιο θολό και πιο κόκκινο-
+ίδιο μάτι πούχει κλάψει--
+Κ’ η Λιόλια;
+Η Λιόλια ήτον πεσμένη από πολλήν ώρα χάμω, πίσω απ' το
+κρεββάτι, στο μέρος που έστρωνε πάντα το βράδυ να κοιμηθή. .
+και θρηνούσε σα νάθελε να σπάση η καρδούλα της-χωρίς κανείς να
+την προσέχη. . .
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+Τη σηκώσανε στις τρεις ταπόγευμα με το σταυρό και τα εξαπτέρυγα
+με δυο παππάδες κ' έναν ψάλτη:- ήρθε κ' ένας άλλος, αψηλός και
+ξερακιανός σαν τσίρος, μ' ένα μαύρο παννί στόνα μάτι και πένθος
+στο μανίκι για ψάλτης, κολλητηρτζής, που δεν εννοούσε να φύγη--
+κ’ έτσι πήγαινε μπροστά κ’ έψελνε κι αυτός για γούστο του με
+την ελπίδα να μπαλωθή στο τέλος κανένα μονό. . . Πού μαζεύτηκαν
+τόσες γυναίκες στο λείψανο! Τόσον καιρό που ζούσε η άμοιρη η
+Βεργινία, ψυχή δε ρώταγε γι’ αυτήν και τώρα που πέθανε, τρέξανε
+σαν τα κοράκια- άφησε πια τις Χαρζανοπουλίνες, μάννα και κόρες,
+και την αδερφή της γριάς, την Κερ-Αριστείδαινα, και την Κυρία
+Ευρυδίκη : αυτές δα ήταν απ τις πρώτες, σπιτικές σα να πούμε,
+στα μέσα και στα έξω. . και πήγαιναν πίσω απ’ την κάσσα
+κολλητές, σα συγγενείς. . . Τo Νίκο τον είχε πιάσει μπράτσο ο
+μάστοράς του ο Πρίαμος κι απ’ την άλλη μεριά ο Περικλής. Ήτανε
+φερμένα όλα τα παιδιά του μαγαζιού. Ήταν κι αρκετοί φίλοι του
+Νίκου : ο Ντίνος, ένας Τζαννέτος, ξυλογλύπτης κι αυτός, που
+σηκώθηκε κ' ήρθε απ’ τη Βάθεια, ο Ηρακλής που δούλευε στο
+σελλάδικο του Ντίππελ, ο Γιώργος ο Ροντάκης, ο γλύπτης, κι ο
+Αντρίκος ο υποκελευστής με τη στολή του. Ήταν και μερικοί απ’
+τη γειτονιά και πρώτος πρώτος ο χοντρός ο μπακάλης, ο κυρ
+Μπάμπης. Ο Μίμης δεν ήρθε- -Η Λιόλια πήγαινε πιο πίσω με τη
+θεια Ελέγκω, που τα γέρικα της μάτια είχανε γίνει σαν κόκκινες
+σταφίδες απ’ τα κλάματα για τη Βεργινίτσα της που την είχε σαν
+παιδί της. Φορούσε ακόμη η Λιόλια το φορεματάκι πούχε σαν
+πρωτοήρθε με μια μαύρη μπέρτα αποπάνω κ' ένα παλιό καπέλλο
+πένθιμο με μαύρα σταφύλια, που τόχε παρμένα η θεια Ελέγκω απ’
+τη σπιτονοικοκυρά της, και που την έκανε σα μεγάλη γυναίκα. . .
+Πήγαινε η Λιόλια με βουρκουμένα μάτια, σκυφτή κάτω απ’ το βαρύ
+καπέλλο. . . Ένα χάος ήτονε στο μυαλό της απ’ τα χτες τη νύχτα
+:. . φέρανε μιαν κάσσα άσπρη με κάτι χρυσοχάρτινα σειρήτια και
+τριανταφυλλάκια πάννινα και κάτι αγγέλους και δυο χέρια
+χεροπιασμένα από πάφυλα, καρφωμένα απάνω στο καπάκι. . γέμισε
+το σπίτι γυναίκες. . η γριά-Κλητήραινα με τις κόρες της
+μπαινόβγαιναν., της πήραν τα κλειδιά να βγάλουν καφέ και
+ζάχαρι. . έσυραν το κρεββάτι (Αχ ! το κρεββάτι με τη νεκρή τη
+Βεργινία) στην άκρη--Ίσαμε πούρθε η θεια Ελέγκω και την πήρε
+στην αγκαλιά της δεν είχε πού νασταθή, πού να κλάψη.
+--«Όλο μες τα πόδια μας βρίσκεται αυτό το τζάτζαλο! Δε σηκώνει
+το χέρι της να βοηθήση σε τίποτα. Πώς τα σιχαίνομαι αυτά τα
+χαραμοψώμικα ! - τάχα συγγενής, κι' ο Θεός να σε φυλάη. . .»,
+είπε η Μπιμπίκα σε μιαν άλλη που διόρθωνε τη Βεργινία μαζί με
+την Ευρυδίκη. . . «Έχει και μούτρα και κλαίει! Αυτό που δεν
+ήθελε !», φώναξε η Ευρυδίκη αποπίσω απ’ το δυστυχισμένο το
+κορίτσι, για να τακούση, καθώς έβγαινε να πάη στην αυλή να
+κρυφτή απ’ τα μάτια τους. . . .
+Της έβαλαν της Βεργινίας το νυφιάτικό της το κρεμ κι αποκάτω
+απ’ την πλάτη της τα στέφανα του γάμου: Αχ! σα σφαγμένο αρνί
+λύγισε το νεκρικό κορμί της με το κεφάλι πεσμένο πίσω καθώς την
+πιάσανε να τηνέ βάλουνε στην κάσσα - τη στιγμή που ξαναρχότανε
+μέσα η Λιόλια--Την κάσσα την απίθωσαν απάνω στο τραπέζι - στο
+τραπέζι πούτρωγαν καθεμέρα και που τόχαν τώρα τραβηγμένο μες τη
+μέση. . η Ευρυδίκη πήρε τα λουλούδια που ήταν απάνω στον κομμό
+στα πιατάκια (τα λουλούδια της!) και τις μυγδαλιές, όλ’ ακόμα
+δροσερά κι ολάνθιστα, και στόλισε το φέρετρο με πολύ γούστο.--
+Δε βάσταξε η Λιόλια και ξαναβγήκε στην αυλή να ξεφωνίση. . .
+Δε φάγανε μεσημέρι. Κάποιος πήρε το Νίκο έξω. Η θεια Ελέγκω
+έστειλε και πήρε απ’ το μπακάλη λίγες ελιές και ταραμά, σα
+σαρακοστή που ήτονε, να φάνε. . μα δεν άγγιξε η Λιόλια. Οι
+γειτόνισσες μπαινόβγαιναν ολοένα απ' της Κλητήραινας και στην
+κάμαρη τη νεκρική όλο κ' έψηναν καφέδες. . σηκώθηκε η θεια
+'Ελέγκω νταβραντισμένη κ' έφερε και της Λιόλιας ένα φλυτζανάκι:
+δεν ήθελε νάρθη στα λόγια μ’ αυτές τις παλιογλωσσούδες, τις
+ξαδιάντροπες, ειδεμή ήξερε αυτή τι θα τους έλεγε!
+- Αχ, τι καλό που της έκανε της Λιόλιας ο ζεστός καφές!
+- «Σερμπέτι τον έχουν οι σκύλλες: το ξέρω κ’ εγώ με ξένα
+κόλλυβα !», είπε η θεια Ελέγκω εκεί που ρουφούσε κι αυτή το
+μαυροζούμι της.
+Πως κάπνιζαν οι δυο μικρές κίτρινες λαμπάδες! - η μια στο
+καντηλέρι κ' η άλλη μες τη μποτίλλια - στο κεφάλι και τα πόδια
+του νεκρού - με κάτι αψηλές φλόγες σκούρες πούχανε μέσα τους
+ένα μεγάλο μάτι μελανό και κυττάζανε σοβαρά : γέμισε η κάμαρη
+με μια βαρειά πένθιμη μυρουδιά απ’ αγιοχέρι κ’ έσταζαν απ' τα
+κεριά παχιά δάκρυα κίτρινα σα χολή απάνω στην κάσσα και στο
+τραπέζι κι ως που να πέσουν πάγωναν απανωτά και γίνονταν κάτι
+κρεμαστές πλεξούδες : δάκρυα κοκκαλιασμένα. . .
+«Κλαγκ !-πλιάτς !» έκαμε το κανάτι γεμάτο νερό πούσπασ' η θεια
+Ελέγκω έξω απ’ την πόρτα την ώρα που σήκωναν το λείψανο μέσ’
+απ’ τους γαλάζιους αχνούς του λιβανιού. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Μέσα σε μαρτιάτικα σύννεφα σκόνης-(Τo ξέρετε δα πως το Μάρτη
+στην Αθήνα παντρεύετ’ ο άνεμος με τη σκόνη και μέρα νύχτα
+έχουνε φρενιασμένο κυνηγητό από δρόμο σε δρόμο, από σπητιού
+αγκωνή σ’ αγκωνή-χωρίς να τους κόφτη έναν παρά για τον κόσμο
+που τους βλέπει-και βγαίνουν απ’ την πολιτεία και παίρνουν τους
+μεγάλους δρόμους τους εξοχικούς ως πέρα στα βουνά και στη
+Θάλασσα κάτω!)-μέσα σε τέτοια ζωντανά σύννεφα σκόνης που τα
+δυνάστευε, περίτρομα απ την ίδια τους λαχτάρα, η ποθερή ορμή
+τανέμου, ανέβαινε το μαύρο ανθρώπινο μπουλούκι τη λεωφόρο
+Συγγρού. . και τα εξαπτέρυγα πήγαιναν πλαγιαστά ενάντια του
+ανέμου ίδια κατάρτια καραβιού. . και τα ζωντανά σύννεφα, που
+τανάδευε ανίκητη φρένα, πηγαίνανε μαζί με τη συνοδεία των
+ανθρώπων που περπατούσανε να πάνε στο μαντροπερίβολο του Χάρου,
+λες και τους σπρώχνανε να παν πιο γλήγορα - γιατί Χάρος και
+γάμος τους ήταν ένα. . . Του Νίκου του πόναγαν τα μάτια-απ' τον
+άνεμο και τη σκόνη, ή από δάκρυα που δεν είχε κλάψει. . . Εκεί
+που τον πήγαιναν οι φίλοι κι ο αέρας τον έσπρωχνε από πίσω μαζί
+με της νεκρής το φέρετρο, αισθανότανε σα μια συνέχεια της ζωής
+που πέρασε με την πεθαμένη, αυτός ορθός κι αυτή πάντα
+ξαπλωμένη-ζωντανός και νεκρή!-πάντα αυτός ορθός κι αυτή
+κοιτάμενη -ήθελε δεν ήθελε. . όπως στη ζωή, έτσι και τώρα στο
+θάνατο! Γύρισε πίσω να δη τη Λιόλια: πήγαινε κλαμένη, βαστώντας
+το ξένο καπέλλο με τα δυο της χέρια, κι αυτή μαζί σπρωγμένη
+πίσω απ’ το φέρετρο απ’ την ίδια δύναμη και κατάρα. . και
+κοντά της έσερνε η Θεια Ελέγκω τα γεροντικά της πόδια. . .
+Γύριζε ο άνεμος καμμιά φορά κ' έφερνε πίσω την ψαλμωδία εκεινού
+με το δεμένο μάτι, πούψελνε στον πιο αψηλό τόνο και μ’ όλη τη
+δύναμη της μύτης του, για να τονέ βουβάνη τον άλλο ψάλτη. .
+του φάνηκε πως έψελνε ολοένα: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο θεός
+ημών! Δόξα σοι ο θεός!» και πως μ’ αυτό ήθελε να πη σαν από
+μέρος του: «Δόξα το θεό!». . . Ο άνεμος έμπαινε κάτω απ’ τάσπρα
+φελόνια των παππάδων και τα φούσκωνε. . και ταναποδογύριζε
+αποπάνω απ’ τα καλυμαύχια τους και τους κουκούλωνε. . κ’
+έτρεχαν κάθε τόσο εκείνοι πούρχονταν αποπίσω να πιάσουν
+τανεμιστά παννιά σα φλόκκους να τα κατεβάσουν: ίδιοι μασκαράδες
+με σεντόνια του φάνηκαν του Νίκου άξαφνα οι παππάδες και τούρθε
+να γελάση δυνατά. . . Καθώς έβγαιναν απ’ τη λεωφόρο Συγγρού,
+πέσανε μέσα σε μια σειρά άμαξες κλειστές που γύριζαν απ’ άλλη
+κηδεία. Στάθηκαν ταμάξια να προσπεράση το λείψανο της
+Βεργινίας: από μέσ' απ’ ταμάξια κύτταζαν κλαμένα μάτια και
+χέρια σηκώθηκαν και κάμανε σταυρούς κ' έβγαλαν καπέλλα για τη
+Βεργινία του!. . . . Τότε τούρθαν τα δάκρυα του Νίκου κ'
+έκλαψε με παιδακίσιο αναφυλλητό που του τάραξε όλο το κορμί,
+γιατί συλλογίστηκε πως έχασε τη γυναίκα του που τη λυπούνταν κ'
+οι ξένοι μες ταμάξια : αλήθεια ήτονε σπουδαίο πράμα να χάση
+κανείς τη γυναίκα του!
+- Μην κάνης έτσι, κοτζάμ άντρας!-του είπε ο φίλος του ο Ντίνος,
+που τον είχε πιάσει τώρα αυτός στη θέση του Περικλή.
+Κι ο μάστορας απ’ την άλλη μεριά του λέει :
+- Αυτή τώρα πια γλύτωσε κι' ησύχασε. . . σάματις που θα πάμε κ'
+εμείς !-Δε λες καλά που δε σ' άφησε κάνα παιδί, νάχης τώρα
+ντράβαλα στο κεφάλι σου.
+Η κάσσα της Βεργινίας πήγαινε τον ανήφορο μπροστά, ξέμακρα απ’
+τη συνοδεία. . ο άνεμος της ξεμάλλιαζε τα κόκκινα μαλλιά της.
+. η σκόνη πηδούσε χούφτες - χούφτες στο νεκρό της πρόσωπο και
+της το φιλούσε. . η φωνή του ψάλτη με το'να μάτι έκανε δρόμο
+για τον ερχομό της. . .
+Ως που να πάνε στην εκκλησιά του Νεκροταφείου τα μάτια του
+Νίκου είχανε στεγνώσει-γιατί τον κύτταζαν κ' οι γυναίκες!...
+-Τo καημένο το παιδί ! έλεγε μια γριά μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι
+σε μια χοντρή μεσόκοπη-άτυχο που ήτονε να πάρη άρρωστη γυναίκα-
+παιδί πράμα!
+-Αμ τούχε ριχτή αυτή-Θεός σχωρέσ’ την ψυχή της !. . κι απέ
+αυτός δεν τόχε σκοπό για στεφάνι• τονέ μπλέξανε βλέπεις τον
+άνθρωπο. . αυτή φαινόταν από παντοτεινά φιλάρρωστη. Μου τόπε
+έμεναν η Ευρυδίκη η καπελλού που ήτανε φιλενάδες. . .
+-Ποιος τα λέει αυτά-πετάχτηκε αποπίσω τους μιαν άλλη, μια
+κιτρινιάρα με καπέλλο: Εγώ σας λέω πως δε θα πέθαινε η
+σχωρεμένη μήτε σε δέκα χρόνια μέσα, μόνο την έφαγε το μαράζι-
+-Πού δεν έκανε παιδί; ε;-τοχω ακουστά κι αυτό-
+-Τι παιδί και ξεπαιδί!-παιδιά έχει το βρεφοκομείο όσα θέλεις. .
+ο λόγος είνε για το κορίτσι. . .
+-Για ποιό κορίτσι λένε;--γύρισε πίσω της και ρώτησε μυστικά μια
+που πήγαινε μπροστά κ' είχε ταυτιά της πίσω, μια στεγνή και
+λιγνή σα στέκα μπιλιάρδου.
+-Από μικρή κι από κοντή να φοβάσαι, είπε η πλαϊνή αυτηνής που
+πρωτομίλησε.
+- Για τη Λιόλια δα λένε-κρυφολάλησε η χοντρή, απαντώντας στην
+ερώτηση της στέκας.
+- Αμ δεν τάβλεπε θαρρείς η μακαρίτισσα ! είπε δυνατά η
+κιτρινιάρα-αυτή έσκασε απ’ το κακό της. . .
+Πιο πέρα η Μπιμπίκα έλεγε στη γυναίκα του μπακάλη:
+-Αυτή σου είν' από ‘κείνες: Ο Θεός να φυλάη ταντρόγυνα!. . .
+Κι ως πέρα πίσω φθάσανε τα κρυφολαλήματά των γυναικών που
+χύνονταν, ίδια νερά από βρύσες αφημένες ανοιχτές, τον κατήφορο .
+. (κ' οι ανοιχτές κάνουλες πούτρεχαν ακατάπαυτα ήταν οι
+Χαρζανοπουλίνες κ' η Ευρυδίκη). . και τα ποταμάκια τα νερά
+έφερναν ένα γύρο τη Λιόλια, που βρισκότανε σαν απάνω σε νησί,
+καθώς πήγαινε ανίδεη με τη θεια Ελέγκω, σκονισμένη,
+ανεμορσυμένη. . . κι όχι νερά ήταν, παρά δόντια λύκων
+αστράφτανε μέσ' απ' αχνισμένα στόματα ολόγυρα απ’ το θύμα,
+έτοιμα να το σπαράξουν. . . Πίσω-πίσω περπατούσε μια
+χοντροκοπιά, με δυσκολία, βαρειανασαίνοντας κι αγκομαχώντας. .
+κι άξαφνα το μυρίστηκε πως κάτι λεγόταν αυτού μπροστά και
+μάζεψε τα ξύγκια της κ' έτρεξε κι αυτή να σμίξη το κοπάδι των
+λύκων. . κ’ έφαγε τα λυσσιακά της ως που να πιάση από'να λόγο
+άκρες μέσες. . .
+-Καλέ για την Όλια λέτενε!-μπήκε κι αυτή στην κουβέντα -ο
+κόσμος τόχει τούμπανο. . .
+-Λιόλια τη λεν, όχι Όλια!
+-Τo ίδιο κάνει!-μια σαραντάρα δεν είναι; την ξέρω εγώ από
+καιρό. . και να δήτε το τι μούπανε για κάποιον άλλον, που τάχει
+λέει και με τους δυο κ' έχει και δυο παιδάκια λέει ο άλλος-
+Κι ως που να μπούνε στην εκκλησία, ο κόσμος σταλήθεια τόχε
+τούμπανο. . .
+ «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν. . », έβγαλε ο ψάλτης μια ψιλή φωνή
+απ’ τη μύτη, που ξεπετάχτηκε, σαλευούμενη σαν τους χαρτένιους
+αϊτούς όταν παίρνουν τη φόρα τους, ίσαμ' απάνω στο θόλο με τους
+φεγγίτες κι από κει ξανάπεσε κάτω και φτεροκόπησε σα νυχτερίδα,
+πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων, μες τη γυμνή εκκλησία που
+απηχούσε. Ο ένας παππάς, ο πιο γέρος, κρύωνε κ' είχε ρίξει
+αποπάνω απ’ το φελόνι του ένα μαύρο μάλλινο σαλάκι που τούπεσε
+εκεί που φιλούσε. Τον πήγαν οι φίλοι το Νίκο να φιλήση. Μα δεν
+είχε το νου του· μόνο σαν έπεσαν τα μάτια του απάνω στα μαλλιά
+της Βεργινίας τα κόκκινα κι αριά, πούταν τώρα σταχτιά απ’ τη
+σκόνη κι αναμαλλιασμένα, θυμήθηκε το προσκέφαλο του κρεββατιού
+τους που ακκουμπούσαν τα κεφάλια και των δυονών τους κ' η
+πεθαμένη πέρναγε τα δάχτυλα της μέσα στα δικά του τα μαύρα και
+πηχτά μαλλιά και του τα χάδευε και τούξυνε το κεφάλι - και τότε
+ξαναβούρκωσαν τα μάτια του. . . Έκλαιγε η θεια Ελέγκω με
+ξεφωνητά εκεί που φιλούσε. Τι θλιβερό που είναι το γεροντικό το
+κλάμα!-βροχή νυχτερινή που δεν ελπίζει για ήλιο και για
+ξαστέρωμα. Πήγε κ' η Λιόλια και φίλησε μ' αναφυλλητό και τα
+χείλια της ακκούμπησαν απάνω στη μύτη της νεκρής πούτον κρύα
+και κοφτερή σαν κόψη μαχαιριού. . .
+
+
+
+Ο γυναικοκαυγάς.
+
+
+
+Την έθαψαν πέρα στα «νέα», κοντά σ'ένα σωρό πέτρες. Ένα-δυο
+αγριολούλουδα απόμειναν ολόγυρα σταπορριχμένο χώμα που
+ξανασκέπασε τον ανοιγμένο λάκκο. . και τρεμοπαλεύανε στον
+άνεμο. . .
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+- Να δης, Κυρά γειτόνισσα, που πριν τους έξη μήνες, θάχουμε
+καινούργια παντρολογήματα-είπε η Ευρυδίκη στη Χαρζανοπουλίνα,
+καθώς περνούσε η συνοδεία απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου-βράδυ
+πια - από δυο-τρεις μαζί, σκόρπιοι εδώ κ' εκεί. . .
+- Και πως το λες αυτό Κερά μου ; Μη σου πέρασε η ιδέα πως θα
+σου κάνουμε χαλάστρα ; Εγώ τις κόρες μου δεν τις έχω για τον
+τυχών. . κι ούτε ψοφούμε γι' άντρα σαν κάποιες άλλες,
+λυσσασμένες. .
+- Είπα εγώ τίποτα; άλλο πάλι τούτο ! γι' άλλο πράμα πήγαινα να
+σου μιλήσω: μα όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται !
+- Αυτό που σου λέω 'γώ! κ' εμείς άχερα δεν τρώμε ! Εγώ, Κερά
+μου, σε βλέπω και σ’ ακούγω κι ας κάνης την όσια Μαρία -και μη
+θαρρής πως δε μαθεύουνται. .
+- Σα βάζη κανείς τη μύτη του παντού μυρίζεται και τις πομπές
+του-
+-. . μόνο να κυττάξης να τα τριτώσης γλήγορα, γιατί όσο περνάει
+η μπογιά σου. . .
+- Μαμά ! έλα πάμε σπίτι, γιατί δεν τις ανέχομαι τις
+προστυχάντσες - φώναζε η Μπιμπίκα που είχε τα νεύρα πολύ
+«λεπτότατα». . .
+. . Και τραβήξανε, μάννα και κόρες, μπροστά με φούργια σαν
+τρεις ξυλόκοττες ερεθισμένες. . .
+- Τι έπαθαν αυτές οι κανκάγιες και ξεφωνίζουνε-γύρισε κ' είπε ο
+μάστορας του Νίκου που πήγαινε μπροστά μαζί του και τούλεγε για
+κάτι μαόνια που τα περίμενε τούτη τη βδομάδα ναρθούν από το
+Τριέστι. . .
+Γυρίσανε στο σπίτι η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια και με μια
+γειτόνισσα, τη γυναίκα του Κυρ Γιώργη του Καψοκέφαλου, του
+παπλωματά. Τo Νίκο τον πήραν οι φίλοι απ’ του Μακρυγιάννη, να
+πάνε να φάνε σ' ένα μαγαζί στην Πλάκα. Η Ευρυδίκη απόμεινε πιο
+κάτω, στο σπίτι της, για να μη συναπαντηθή με τις
+Χαρζανοπουλίνες. Αυτές είχανε γίνει καπνός απ’ τη γέφυρα του
+Νεκροταφείου-
+Απέξω απ’ την πόρτα του σπιτιού ήταν τα κομμάτια του σπασμένου
+κανατιού λες κ' ήταν τα συντρίμμια απ' τη ζωή της Βεργινίας.
+Αχ, τι κάμαρη ήτον τούτη! Που η πάστρα και η ταχτοποίηση που
+κρατούσε η Λιόλια ! Τους ξανάρθαν τα κλάματα, της Λιόλιας και
+της θειας Ελέγκως, σαν είδαν την ανακατοσούρα και ταδειανό
+κρεββάτι της Βεργινίας, σπρωγμένο σε μιαν άκρη. . Έπιασ' η θεια
+Ελέγκω με τη γειτόνισσα, που ήτανε μια καλή γυναικούλα
+πονόψυχη, να συγυρίσουνε λιγάκι, ναερίσουν το κρεββάτι. Εκεί
+που πασχίζανε μαζί, την πήρε κατά μέρος η γειτόνισσα και της
+τάπε όλα, τα τι λέγανε για το κορίτσι στο δρόμο οι γυναίκες.
+Έγινε η θεια Ελέγκω θεριό μονάχο. Σαν αποτελείωσαν τη δουλειά
+τους, είπε της Λιόλιας:
+- Έλα μάζεψε τα ρούχα σου ναρθής σπίτι μου, στο μενούτο!
+Δε μίλησε η Λιόλια, μόν’ άρχισε πάλι να κλαίη σιγαλά. . .
+Την ώρα εκείνη φανερώνεται άξαφνα η γριά Κλητήραινα από πλάι να
+ρίξη μια ματιά μήπως και μπήκε κανείς απέξω να κλέψη.
+Της έγνεψε η παπλωματού της θειας Ελέγκως, με το μάτι, τάχα πως
+να μην πη τίποτα για όσα της είχε ειπωμένα. Μα η Κερά Ελέγκω
+δεν ήξερε καμώματα.
+- Ζωή σε λόγου σας!-χαιρέτησε καθώς μπήκε μέσα η
+Χαρζανοπουλίνα· και βλέποντας τη Λιόλια που δίπλωνε τα
+ρουχαλάκια της, γιάλισαν τα μάτια της και είπε:
+- Και για που τόβαλε το καλό το κορίτσι; Βλέπω και μαζεύεις τα
+ρουχαλάκια σου!
+- Την παίρνω σπίτι μαζί μου. . τώρα πια τι δουλειά έχει εδώ! -
+αποκρίθηκε πικαρισμένη, η θεια Ελέγκω, χωρίς να γυρίση να
+κυττάξη.
+- Αμή βέβαια! καλά κάνεις! Μιαν ώρ' αρχύτερα. Είσαι φρόνιμη
+γυναίκα· γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός και λέει πολλά...
+- Και ποιος έχει να πη τίποτις για το κορίτσι; οι
+παλιοπατσαβούρες;
+- Αρωτάς ;! Τα τι σέρνει μονάχα εκείνη η Ευρυδίκη, η
+αντροχωρίστρα, η μουντζουρωμένη!. . και που 'σαι ακόμα !
+Κάλλιο λέει να σου βγη το μάτι, παρά τόνομα !
+Δε βάσταξε η θεια Ελέγκω απ’ την τόση υποκρισία :
+- Του λόγου σου, Κερά μου, που ξέρεις να μιλάς για τους άλλους
+να κυττάξης να μη βγη τώ δικώνε σου των κοριτσιών τόνομα που θα
+πης για τη Λιόλια μου.
+- Των κοριτσιών μου ; ! Και ποιά είσαι εσύ που θα πιάσης τις
+κόρες μου στο στόμα σου αυτάδισα !
+- Εγώ τις κόρες σου στο στόμα μου !; - φτου σας !
+σουρλουλούδες!
+- Σ' εμένα καλέ λες τέτοια λόγια ; ξεφώνισε σαν παγώνι η γριά
+Χαρζανοπουλίνα, πούχε κιτρινίσει απ’ το κακό της σαν τη ζαφουρά
+κ’ η ελιά της είχε ξεπεταχτή ολόρθη - σουρλουλούδες εμείς!
+Ξέρεις πια ‘μαι ‘γώ ; Παλιοκούφταλο ! Ξεδοντιάρα ! Ίσια κι
+όμοια γινήκαμε τώρα με τις ξενοπλύστρες, τις κουρβλούδες ! Καλά
+λεν : «Όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρων οι κόττες !».
+Μπα που κακό συχισμό και ταραμό νάχης, όπως με σύγχυσες!
+Αχρόνιαγη. . . Μα θα σου δείξω 'γώ με ποιάν έχεις να κάνης!. .
+και χύθηκ' έξω απ’ την πόρτα.
+Μόλις είχε φύγει, ξανανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η
+Ευρυδίκη, πούχ' έρθει σούρπα σούρπα να δη τι θα γίνη με τη
+Λιόλια; θα φύγη; θα κάτση ;
+-Του λόγου σου, Κερά μοδίστρα, είσαι πούβγαλες τα λόγια για το
+κορίτσι;-πετάχτηκε απάνω της η Κερά Ελέγκω, μόλις την είδε,
+μανιασμένη καθώς ήτον απ' την άλλη. Κύττα καλά, κακομοίρα μου,
+γιατί στο ξερριζώνω αυτό το τσουλούφι το λιγδιασμένο ! Ακούς
+εκεί! Σςς!-
+-Τι έπαθε τούτη! Λύσσαξες κυρούλα μου; Σα λύσσαξες να πας στον
+Παμπούκη! Τι λόγια μου λογιάζεις αυτού πέρα;
+-Μας τάπε, να τώρα δα, εδωνά που στέκεσαι, η φιλενάδα σου η
+πλαϊνή-αμ «όμοιος τον όμοιο κ' η κοπριά στα λάχανα!» -εκείνη
+ντε πούχει τις δυο πανούκλες, φωτιά να τις κάψη!. . .
+-Αυτή σούπε για μένα; Να σου φέρω μαρτύρους-πόσους θέλεις;-τα
+τι έλεγε στο δρόμο που πηγαίναμε τη νεκρή;. . . Κερά
+Γιώργαινα!-γύρισε κατά την παπλωματού-έτσι καλό νάχης! να χα-α-
+ρής το στεφάνι σου και τα παιδιά σου ! Πες! τι έλεγε η
+Χαρζανοπουλίνα; -εκεί δανά ήσουν κ' εσύ-πως τάχα πήγαν ο Κυρ
+Νίκος με το κορίτσι και βραδιαστήκανε στην Καλλιθέα τάχα για
+λουλούδια-τους είδανε λέει αυτές απ’ το παντζουράκι, εκεί που
+γύριζαν. . Και μόλις το πήρε λέει χαμπάρι η σχωρεμένη: πως
+είχανε δηλαδή. . εμ καταλαβαίνεις δα. .
+(-Φτού-ού! Σκύλλες!-έκαμε, πνιγμένη από αγανάχτηση, η θεια
+Ελέγκω.)
+-. . αυτό δα φαίνεται κι απ’ τα μάτια!. . πλάνταξε η καψερή
+απ’ το κακό της!
+Η Λιόλια είχε κρυφτή πίσω απ’ το κρεββάτι και βαστούσε το
+πρόσωπό της μες τα χέρια της.
+-. . Τέτοια λέγανε-στα μάτια μου!-όχι θα μου πουν εμένα!. . .
+Αμ αυτές έχουνε βγάλει μπυοφύτη απ’ τη σκασίλα τους που δεν
+ξεψυχούσε μιαν ώρα αρχύτερα η σχωρεμένη--για να πιάσουν το
+παλληκάρι στα βρόχια τους κι ολημερίς άναβαν κεριά-να μην δω
+καλή μέρα! ξέρω 'γώ τι σου λέω: τάξερε κ' η δυστυχισμένη, μου
+τάλεγε μια μέρα με την ψυχή στα χείλη. . .
+Ω, συφορά! Νά σου ξαναμπαίνει άξαφνα η Χαρζανοπουλίνα με τις
+δυο της κόρες τώρα και με την αδελφή της την Αριστείδαινα για
+επικουρία. Πώς τα φέρνει έτσι ο Θεός για να γίνωνται τα μεγάλα
+πράματα σαν από μονάχα τους!
+Από καιρό μπουμπούνιζε, μα τώρα ξέσπασε!. . .
+-Τι φωνές ήταν εκείνες! τι βρισιές! τι μαλλιοτραβήγματα. Τι
+ήταν του Ομήρου οι ήρωες μπροστά σ’ αυτές τις γυναίκες που
+μάχονταν: αγκώνας με στήθος, νύχι με μάγουλο, δόντι με κρέας,
+κλωτσιά με κοιλιά!
+Αν εβγήκανε ζωντανές απ’ αυτόν το γυναικοκαυγά οι
+Χαρζανοπουλίνες κ' η Ευρυδίκη, ήταν που τους παραστέκονταν
+κάποιες καινούργιες ελληνικές θεότητες της Κουτσομπολιάς και
+της Κακογλωσσιάς:-έκαναν κ' οι άλλες το μέρος τους, και
+προπάντων της θειάς Ελέγκως οι γροθιές καθώς ήταν απ’ τη σκάφη
+δε χωρατεύανε, μα πιο κατώτερα πάντα, σαν την ομηρική την
+πλέμπα ολόγυρα στους ήρωες. . .
+Η Λιόλια έτρεξε με τις φωνές έξω στο δρόμο. Άκουσαν οι γυναίκες
+στις αυλές-πουν' ταυτί τους μαθημένο-και βγήκανε στις πόρτες•
+μερικές κιόλας, που τις έτρωγε η περιέργεια, πήραν τον ανήφορο
+ίσαμε μπροστά στο σπίτι. . . Είχε νυχτώσει πια. . . Ηύραν
+ευκαιρία οι Χαρζανοπουλίνες με τη σύμμαχο τους να κάνουν
+ταχτικήν υποχώρηση: δεν ηθέλανε να τις ιδούν οι προστυχάντσες,
+γιατί βαστούσαν πολύ στην αξιοπρέπεια!-Τα χάλια τους !. . να
+τις βλέπατε πως ξεγλίστρησαν έξω απ’ την πόρτα να κρυφτούνε στη
+δική τους!. . . Βγήκε κ' η Ευρυδίκη, νικήτρια ! Μα η νίκη της
+ήτονε συφορά και χαλασμός αλάλητος : τίποτα δε βρισκόταν απάνω
+στο κεφάλι της απ’ όσα τόχε φορτώσει το πρωί. Τη βάλανε στη
+μέση, το γυναικομάνι πούχε μαζευτή, και την πήγανε με σούσσουρο
+τον κατήφορο κι αυτή τους τάλεγε πια χωρίς πνοή, με τα χέρια,
+με το κεφάλι το ξετσουλουφιασμένο, μ’ ό,τι της είχε απομείνει.
+. . Πήρε κ' η θεια Ελέγκω, τρέμοντας σύσσωμη απ’ τη χολή που
+την έπνιγε, τη φοβισμένη Λιόλια με το μπογαλάκι της απ’ το χέρι
+και κλείδωσε την κάμαρη και το κλειδί τόδωσε της πονόψυχης της
+Κερά Γιώργαινας να το δώση του Νίκου άμα που θαρθή!. . .
+Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, συντροφεμένος. Βρίσκει την πόρτα κλειστή.
+Εκεί που χτύπαγε, έφθασε η γειτόνισσα και τούφερε το κλειδί και
+του τα πρόκαμε όλα με το νι και με το σίγμα. Πολύ του
+κακοφάνηκε του Νίκου που έφυγ' έτσι η Λιόλια, χωρίς να την ιδή-
+μα δεν ταπόδειξε ούτε στη γειτόνισσα, ούτε στους φίλους του--
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+Κάθησε ο Νίκος κοντά δέκα μέρες, ολομόναχος στην κάμαρη την
+έρημη. . . Στη θεια Ελέγκω δεν πήγε ολότελα γιατί ντρεπόταν εξ
+αιτίας της Λιόλιας, γι’ αυτά πούχαν ακουστή. Έτρωγε όξω, σ' ένα
+μαγαζί της Πλάκας μαζί με το Ντίνο. . . Η γριά η Χαρζανοπουλίνα
+του ζήταγε καθεμέρα το κλειδί για ναρχότανε με τις κόρες της να
+τούφτειαγνε το κρεββάτι του. . να του συγύριζε την καμαρούλα
+τον. Δε θέλησε ο Νίκος να τους αποδείξη τίποτα για όσα γίνηκαν
+και τους τόδινε το κλειδί. . Σιγά-σιγά αρχίσανε να τονέ
+φέρνουνε βόλτα : κάτι καλημερούδια πονετικά, πίσω ατ’ το
+παντζουράκι, κάτι χαμόγελα ροδοζαχαρωμένα, κάποιος κεσές κυδώνι
+μπελτέ να γλυκαίνη το παιδί το στόμα του κάθε πρωί. . . Η γριά
+δα τόχε απ’ ανέκαθε μέσα στην καρδιά της το παλληκάρι για την
+προκοπή και την αξιάδα του. . και κάθε τόσο να του λέη για τη
+σχωρεμένη τη Βεργινία που στάθηκε άτυχη να μην τονέ χαρή
+τέτοιον αντρούλη που της χάρισε ο Θεός. . και πετούσε κι από
+'ναν πούντο για τη Λιόλια που καλύτερα να μην ερχόταν ολότελα:
+όχι πως τα πίστεψε αυτά πούβγαλε εκείνη η φτειασιδωμένη, η
+διπλοχωρισμένη, η παλιογλωσσού η Ευρυδίκη, αλλά γιατί να δίνης
+αφορμή. . . Νά, αυτό το λιγοστό που της έκανε της Βεργινίας η
+μικρή, τάχα δε θα τόκανε κ' η Μπιμπίκα της- πούναι και τόσο
+ψυχοπονετικιά! και χωρίς κανένα έξοδο. Ό,τι και νάναι, το
+σπιτικό θέλει πάντα νάχη άνθρωπο με το νου στο κεφάλι αποπάνω
+του, να ξέρη τη λάτρα του νοικοκύρη. . . Και «χά ! - χά ! - χά
+! -χά !», ξεκαρδιζότανε στα γέλοια εκεί που θυμόταν το τι είχαν
+πη για τη Λιόλια πως θα την έπαιρνε λέει γυναίκα του, ο Κυρ
+Νίκος ! Σου λεν οστόσο κάτι πράματα!-σε καλό τους !. . . Του
+Κυρ Νίκου-να περάση δα πρώτα λίγος καιρός, να ξεχαστούν οι
+πίκρες !-τούπρεπε κορίτσι με μόρφωση, να την έχη σύντροφο, για
+καμμιά συμβουλή, για ό,τι λάχη, να μη ντρέπεται να την πάη και
+πουθενά, να ξέρη να του αναστήση τα παιδάκια του. Αυτά είναι
+πια τυχυρά . . .
+Τα μυρίστηκε ο Νίκος.
+Κι' αυτά ίσα-ίσα του άναψαν πάλι τον πόθο για τη Λιόλια. . και
+τις άφηνε να λεν και να φτειάγνουν οι Χαρζανοπουλίνες, μόνο και
+μόνο γιατί μ' αυτά κι αυτά πύρωνε μέσα του ο πόθος για τη
+Λιόλια.
+Τον έπιανε κ’ η Ευρυδίκη απ’ την άλλη τη μεριά και τονέ
+καλαναρχούσε για τις τρεις καρακάξες, ψέλνοντας τους τα κακά
+της μοίρας τους, πως τάχατις αυτές σκότωσαν τη Βεργινία μετά
+λόγια και με τα μάγια που της κάνανε για να τον περιλάβουν το
+νιό στα βρόχια τους· έλεγε και για τη Λιόλια τα όσα σέρνει η
+σκούπα, μα με τα ίδια προσεχτικά λογάκια σαν τις άλλες· και'κεί
+που την πετούσε τη σαΐττα της, τούρριχνε και του Νίκου μια
+ματιά, πούλυωνε το μολύβι μέσα στην κουτάλα να το χύσης στο
+νερό να δης τη μοίρα σου !
+Τα κατάλαβε κι απ’ αυτήν τη μεριά, ο Νίκος.
+Και μ' αυτά ίσα-ίσα φούντωσε τώρα μέσα στην καρδιά τον ο πόθος
+του κοριτσιού, ξεχείλησ' η λαχτάρα τον για τη Λιόλια.
+Ήτον ολομόναχος στην κάμαρη το βράδυ. . κοιμότανε στο κρεββάτι
+πούχε πεθάνει η Βεργινία (μόνο τις δυο πρώτες νύχτες κοιμήθηκε
+όξω με το Ντίνο). . . Κάθε τόσο του φαινόταν πως θε νάβλεπε το
+λοφάκι πούκανε της Λιόλιας το κορμί κάτω απ’το πάπλωμά της,
+χάμω μπροστά στο κρεββάτι. . έβλεπε πάλι μπροστά του τον κάμπο
+μετά λουλούδια. . αισθανόταν τολόθερμό της στήθος σαν
+πουπουλένιο απάνω στο δικό του και την πνοή της στο στόμα του
+σαν την άχνα του ζεστού ψωμιού. . πάλι έμπαινε σταυτιά του η
+φωνή της, εκείνη η φωνή η αξέχαστη κάτω απ’ τις μυγδαλιές και
+μέσα στο αίμα του έτρεχε η ίδια φλόγα η γλυκειά και τούλυνε τα
+μέλη. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Σε δέκα αέρες μέσα πήγε στης θειας Ελέγκως και πήρε τη Λιόλια
+και την έφερε στο σπίτι.
+
+
+
+Τo μουντό τραγούδι.
+
+
+
+Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια ;
+Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για
+να πάη μαζί του;
+Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του
+χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! - βγήκαν οι
+γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα
+χέρια τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι
+Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε
+νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε
+ολόγυρα της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η
+πονόψυχη η Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια
+Ελέγκω-μα σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού,
+μα χρώσταγε τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη
+κάτι λεφτά που τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου.
+Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα - άλλαξε το σκοπό της
+τον τραγουδιστό. .
+Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει- - Η ζωή είναι ποτάμι που κυλά.
+. .
+Πως τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και
+κελαϊδιστό και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’
+απ’ τον κάμπο και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το
+χαιρετούν κι έξαφνα φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει
+αφρίζοντας σε δάκρυα βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και
+χάνεται στασάλευτά της βάθη τα μαυροπράσινα ;-πώς κάνει φτερά
+το τραγούδι της ψυχής που λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω
+απ’ τα σχοίνα και τις κορφές των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα
+σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά
+στον ήλιο της ζωής και το τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ
+κι αργό με τη φωνή γονατισμένη ; -έτσι και της Λιόλιας η ζωή
+τώρα μονομιάς απ' τη βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα-
+έτσι και το τραγούδι της ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε,
+μούντωσε και τσάκισε--
+Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε
+πεθάνει η Βεργινία, σκοτείνιασ' η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε
+κάποιον από 'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες
+και ναρκωμένες, με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το
+φεγγάρι. . . Κ’ έτσι πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη
+απ’ αυτό το ησκιόφωτο. . κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το
+συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά του βάραινε περισσότερο την
+ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι-
+Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας--
+Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι
+που ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ' ένα πέλαγος έρημο, πίσω
+απ’ ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του
+και το πνίγουν-έτσ' ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η
+ψυχή της απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη.
+Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού
+ήτονε γι' αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο-
+από τότες που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . .
+Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή
+πέρα η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’
+έδερναν ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη
+νύχτα μες τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου
+φεγγαριού το σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. .
+κελαιδήματα πουλιών. . σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ'
+άσπρα παννιά σαν κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών,
+και καμμιά φορά σα Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν
+πάνω απ’ τον Πάρνηθα και τον Υμηττό . . . Και μ' όλ' αυτά η
+Λιόλια - κι όχι μονάχα η Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα
+μέσα σ' ένα υπόγειο που τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο
+κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο στήθος--
+Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε
+λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού-όσο και να την έσφιγγε ο
+αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια - ολοδικήν του πια!-
+ολόδικός της ! - μ' όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα
+δικά της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι ! - της Βεργινίας το φριχτό
+κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη
+της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που
+τη θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα
+μοσχοβολιά λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του
+ακόμα πιο υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη
+μονάχος του - μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο
+αισθανόταν αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην
+ψυχή της Λιόλιας κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ' η δική του η καρδιά
+ήτονε μολύβι κι απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια
+στάχτη--
+Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη
+ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος.
+Τσακωνότανε συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς
+του -το περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν
+κι από 'να λόγο-και ξέσκαγε στη Λιόλια μ' αγριομιλήματα και
+σπρωξιές. . . Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του
+πήγανε πολλά για το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν
+τον είχε πληρωμένον ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν
+ευκολυνότανε να του δώση κι άλλη μπροστάντζα. . .
+Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη- εκείνον το μαυροκίτρινο με
+τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ' είχανε
+μαλλώσει στο χορό της απόκριας• δεν είχαν ξανασμίξει από
+κείνην τη νύχτα. Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις
+σε μια ταβέρνα, υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη- που την είχε
+κάποιος άλλος φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο
+«Άστυ»-και κουτσοπίνανε μ' ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει
+κ' ένα μπούτι με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το
+μαγαζί: θάχανε σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά
+σου άξαφνα ο Μίμης που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι
+φίλοι του Νίκου, πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε-γιατί
+δεν τόξεραν πως ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης
+κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό.
+Άρχισαν οι φίλοι να του λεν του Μίμη για την κακοριζικιά του
+Νίκου που πήγε κ' έκλεψε ένα κορίτσι σαν το κρύο το νερό-ενού
+μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα θλίψη στο καπέλλο!-και το
+κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την κάμαρη γιατί φοβάται μην
+του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης
+κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα ταραζότανε, μάλιστα για
+κορίτσι:
+- Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε-
+- Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη!-πετάχτηκ’ ένας απ’ την
+παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες ;
+Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε
+ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια.
+- Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής!-
+είπε, γελώντας περιπαιχτικά.
+Ο Νίκος ξεροκατάπινε: απ' τους άλλους τα δεχόταν τα λόγια για
+τη Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι
+τα ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη
+τανάστροφα και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης
+«Αχ»!- αρπάχτηκαν κιόλας!
+Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι
+στρατιωτικοί-πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την
+ταβέρνα με κάτι τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το
+σκαπανάκι» με τόνο μι, κ' έβαζε τους άλλους και του τα
+τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη τέσσαρες άντρες και τον πήγαν
+έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο θυμός, καθώς πάντα... Σα
+γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε
+να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το τίποτα, σήκωσε το χέρι του
+και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις πλάτες που σωριάστηκε
+χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς να μπορή να πάρη
+αναπνοή για πολλήν ώρα - -
+Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής
+απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό.
+Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής
+της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο,
+κάτω από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή
+του γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει
+το ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . - έτσι καθώς έμενε τώρα η
+Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά
+στην ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ' ανοιχτά τα
+μάτια. . καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε
+τα μάτια μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να
+κρυφόβλεπε στα βάθη του είναι της κάποιο μυστήριο που
+βλάσταινε, που την τρόμαζε η σιγαλινή ζωή του, μα και που
+φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά του το τρομαχτικό. . .
+Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι
+αργές ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο
+περπατούσε και δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και
+φοβισμένα. . θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον
+καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και
+χανόταν. . . Καμμιά φορά που σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του
+Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη
+θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε τρομαγμένη-σα μέσα σ'
+όνειρο. . . Κ' εκεί που ήτον ολομόναχη όλην την ημέρα, άκουγε
+να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα οργανέττο-πούχε δη που το
+γύριζε ένας κουλοχέρης κ' ένας άλλος νέος χτικιάρης έτρεχε και
+μάζευε τις πεντάρες-κ' έπαιζε τόσο χαρούμενα τραγούδια και
+χορούς σαν κ' εκείνο το βράδυ στο χορό - σα μέσα σ’ όνειρο. . .
+Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη μαυροπράσινη σκοτεινιά
+τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με μάτια γυαλιστερά και
+κρύα-σαν της Βεργινίας - και μερικά ήταν κόκκινα σουβλερά. . κι
+όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της περίτρομα να μην το δη,
+μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε εκείνο με τα χέρια
+του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε : κ' ήτον το πρόσωπό της
+Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα μαλλιά και την
+έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. . και
+λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που
+συνερχόταν πάλι ολομόναχη-σα μέσ' απ’ όνειρο. . .
+Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . .
+Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι
+σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ' έναν αχνό
+γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα
+φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα
+κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα
+λάμψες από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της
+Παναγίας ασάλευτο. . .
+Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το
+κορμάκι της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που
+βάρυνε με τη μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο,
+τα προσωπάκι της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και
+κοκκινολεκιασμένο, που χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και
+τις αποθυμιές, έβλεπε τα μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν
+άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ' όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν
+άξαφνα δάκρυα για πόνους και καημούς ανείδωτους που της
+στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι άλλαξε ολότελα τρόπο
+μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από εσπλαχνία και
+περηφάνεια -- απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια του
+αρσενικού του ζώου -για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό
+κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του
+πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε
+όλο για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας.
+Ηρθε κ' η θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά,
+γιατί δε βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου:
+- Μια που θα το κάμης, παιδί μου-γιατ' είσαι τίμιος άντρας,
+αυτό δα το ξέρο-κάμε το ! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι
+το κορίτσι. . .
+Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές
+που του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα
+αιώνια πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε.
+Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το
+λίγον καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα
+φρόντισε όλα, με το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη,
+ο Περικλής ο χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το
+Μίμη κ' ήθελε και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος.
+Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι-το λυπημένο πάντα -στον
+ουρανό της Λιόλιας : έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο
+και γλαυκό-όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής
+της• μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η
+Βεργινία που την κύτταζε. . .
+Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην
+Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι,
+για πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την
+έπιασαν τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν
+κ’ έπαθαν ως που να την ησυχάσουν : (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει;-
+στο βουναλάκι απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους
+πλάνεψε το φεγγάρι - εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η
+Βεργινία, κρυμμένη πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;).
+. .
+Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους
+πάη, λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το
+τραμ των Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα
+σας πάω-θα μου πήτε και μπράβο!. . τάχω όλα έτοιμα!». . και
+τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην
+Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των
+Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως
+αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ' ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι
+ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του
+βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη μάντρα της και
+το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους γλυκοκαρτερούσε
+να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο δρόμο της
+Σχολής και μέσ'απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο
+Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί
+στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ' έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά
+που καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε
+μιλήσει με σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’
+το βουνάκι και του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν
+μαζί του. . . Ως που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο
+προαύλιο απάνω σε κάτι παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες
+χάμω, απ’ τον παλιό καιρό πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες,
+καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης. Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’
+το καμάρι της για τη χαρά της αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’
+τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν
+κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο της εκκλησιάς έκανε λίγη
+πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των Πατησιών ως τον Πύργο
+της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του Μενιδιού, παραδώθε τα
+Σεπόλια κ' η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι ολόγυρα τα βουνά του
+Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που τραβάει την ψυχή στα
+ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες κλεισούρες όλα ε1χαν
+αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’η Αθήνα που ξεχειλούσε με τα
+μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη και τα νταμάρια, λες
+και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα βαρύ πάπλωμα από
+αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε φτερά σαν
+πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε απομέσα
+της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και γλαυκοφέγγριζε
+η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του Πειραιώς σαν
+τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα, ψηλά στον
+ουρανό, σαν όνειρο. . .
+Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε
+νανασπαστούνε στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη
+ασβεστωμένη!-μόνο στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω
+απ’την Ωραία Πύλη δύο άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά
+φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας Άρχων Γαβριήλ κ' ένας Άι-Γιάννης ο
+Πρόδρομος μ' ένα καντηλάκι αναμμένο ο καθένας μπροστά του.
+Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που πατούσε στις πλάκες τις
+ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή, σαβανωμένη μες το
+σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ' η Κερά Ελέγκω, πούχε το λόγο
+πάντα στα χείλη, κ' είπε του εκκλησιάρη:
+- Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να
+ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα,
+νάχη ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο ;
+
+
+
+Οι ασβεστωμένοι Άγιοι
+
+
+
+. .Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ' ένα
+πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι
+όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα, με κάτι ψαρά γενάκια
+ολόγυρα στο κόκκινο μουτράκι του και γυαλιά σα δάσκαλος κ’ ένα
+σκουφί μαύρο καλογερικό στο κεφάλι, τις πήρε τις γυναίκες και
+τις πήγε μέσα στο ιερό και τους έδειξε μια μεγάλη Παναγία στον
+τοίχο, την «Πλατυτέραν των Ουρανών» με το Χριστό στα χέρια που
+κύτταζαν κ' οι δυο σοβαρά και μ’ ουράνια γλύκα. Και τους είπε
+τότε, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο για τη θάμαξη που θάκαναν και με
+μιαν ομιλία που τους φάνηκε πως άκουγαν το διάκο να διαβάζη το
+Ψαλτήρι, πως η Παναγία αυτή που δεν υπάρχει ομοία της εις όλην
+την οικουμένην ήρθε μόνη της κ’ εζωγραφίσθη μέσα σε μιαν καμάρα
+ως είδος χάλασμα απ’ τους χρόνους των Εθνικών κ’ έπειτα εκτίσθη
+η εκκλησία από αμνημονεύτων αιώνων· και κάτω απ’ τον ασβέστη
+είναι όλο και Άγιαι Εικόνες ιστορημέναι δια χειρός των αγγέλων
+και ωσάν να είχαν κατεβή οι Άγιοι κατά σάρκα εκ των ουρανίων
+σκηνωμάτων εν όλη των τη δόξη και λαμπρότητι και στέκουν ορθοί
+κατά σειράν και τάξιν, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του θρόνου της
+Παναχράντου Χριστοτόκου· επειδή παλαιόθεν δεν υπήρχε το τέμπλον
+και ο ιερός ναός ήτον αδιαίρετος καθώς η μία Καθολική και
+Αποστολική Εκκλησία. . . Και πήρε δρόμο, ο γέρος εκκλησιάρης,
+έτσι για τον εαυτό του, σα να διάβαζε ένα παλιό συναξάρι, χωρίς
+να προσέχη αν τον καταλάβαιναν οι δυο γυναίκες που τον ακούγανε
+μανοιχτό το στόμα και με σταβρούς η θεια Ελέγκω κάθε τόσο. .κ’
+έπειασε να τους αναφέρη για την παλιά ιστορία: γιατί ασβέστωσαν
+την εκκλησία και πως απόμειν’ έτσι ασβεστωμένη και δεν την
+ανιστορούσε ο Παππά-Βουλέτης που ήτον ιδιοκτήτωρ - όπως του
+τάχε διηγηθή η μητέρα του που εχρημάτισεν οικονόμος του
+γέροντος Παππά-Βουλέτη, θείου προς πάππου του τωρινού και
+πρώτου κτήτορος, εκ Σφακιών της Κρήτης, ο και αγοράσας αυτός
+τον ιερόν ναόν για χίλιες σφάντζικες κ' ήταν και κελλιά πολλά
+με μάρμαρα λαμπρά, διότι ήτον μοναστήρι σεβασθείς υπό των
+Τούρκων δια θαύματος της μεγαλόχαρης, ώστε έπεσαν κ’ οι άπιστοι
+Αγαρηνοί κ' επροσκύνησαν την θαυματουργόν Εικόνα της. . κι
+ακόμη φαίνονται οι κολώνες και τα μάρμαρα οπού ήτον άλλοτε. . .
+Έτυχε και πέθανε η Παππαδιά του πρώτου Παππά-Βουλέτη και αυτός
+συμβουλευθείς από τον Πειρασμόν, επήρε στο μήνα μέσα μιαν
+εξαδέρφισσάν της χήραν πολλά καλλίμορφον στο σπίτι του και ο
+τότε Μητροπολίτης τον έκαμε αργόν για ένα χρόνο. Όταν ήλθε το
+πλήρωμα του χρόνου, ηθέλησε κατόπιν πάλι δια να λειτουργήση,
+όμως οι Άγιοι όλοι εν χορώ τον απηρνήθησαν, δηλαδή, τον
+αγριοκύτταζαν ωσεί εν πυρί και ρομφαία: ο Άγιος Γρηγόριος ο
+Θεολόγος και ο Άγιος Χαράλαμπος και ο Άγιος Ελευθέριος σήκωσαν
+ο καθένας τους το βαρύ Ευαγγέλιον όπου εκρατούσαν να του το
+ρίξουν κατακέφαλα· ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος σήκωσε το ραβδί
+με τον σταυρόν να τον πατάξη• ο Άγιος Μηνάς κ' οι Άγιοι
+Θεόδωροι και ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος κέντρισαν
+τάλογά τους να τον ποδοπατήσουν και να τον λογχίσουν· η Αγία
+Αικατερίνη κ' η Αγία Βαρβάρα κ' η Οσία Πελαγία απέστρεψαν το
+πρόσωπον τους απ' αυτού. Τότε ο Σατανάς εσυμβούλευσε πάλιν τον
+Παππά-Βουλέτην, επειδή τον κυρίεψε παντάπασι ο μεγαλύτερος
+Παππάς, και αυτός με την πρόφαση νανακαινίση τον ναόν εκ βάθρων
+ασβέστωσε τας Αγίας Εικόνας-
+-Χριστέ και Παναγιά ! το μέγα Σου Έλεος ! -ξεφώνισε η θεια
+Ελέγκω περίτρομη, με το στόμα μια πήχη ανοιχτό για τα όσα
+άκουγε, κι άρχισε τους σταυρούς τώρα γλήγορους κι απανωτούς,
+εξόν που σε κάθε όνομα Αγίου πούβγαινε απ’ τα χείλια του
+εκκλησιάρη είχε κάμει κι από έναν αργά-αργά λέγοντας μέσα σ'
+ένα βαθύν αναστεναγμό: «η χάρη σου !. . .»
+- Απέθανε όμως τον ίδιο χρόνο εις το πυρ το εξώτερον,
+εξακολούθησε ο εκκλησιάρης, - ο Θεός κ' η Παναγία να ελεήσουν
+την ψυχή του! -και ο μικροανεψιός του, τωρινός Παππά-Βουλέτης
+χρηματίσαντος μαχητής της Κρήτης και λοχίας, έλαβε την
+ιερωσύνην και πήρε την εκκλησίαν και θέλησε δια νανιστορήση
+πάλιν τον ναόν με τας Αγίας Εικόνας. Οι Άγιοι όμως δεν τον
+άφησαν. . . Ηθέλησε δια να αντιγράψη την Πλατυτέραν των Ουρανών
+μεγαλώσαντος το ιερόν: να φέρη την Αγίαν Τράπεζαν στη μέση,
+όπως το κανονικόν, δια να περιφέρεται ο ιερεύς, επειδή τώρα
+είναι μες τον τοίχο, κάτωθεν της θαυματουργού Εικόνας όπως
+αρχαιόθεν. Αλλ’ η Παναγία δεν τον ηυδόκησε. . . Ήλθαν οι
+καλύτεροι ζωγράφοι των Αθηνών και εξ όλης της Ασίας και της
+Σμύρνης, και μάλιστα δύο μοναχοί από το Άγιον Όρος διάσημοι εις
+τον κόσμον κ’ εκοπίασαν και απηύδησαν: τα πινέλα τους έσπαζαν
+κομμάτια κ’ έπεφταν οι τρίχες, τα χρώματα έσβηναν, τα χέρια
+τους εκόπτοντο ωσάν με το μαχαίρι. Ο είς εξ αυτών ηθέλησε δια
+να ξύση τον ασβέστη και παράλυσε από το ένα μέρος--
+- Κύριε σώσον! έλεγεν η θεια Ελέγκω κ’ η Λιόλια έπεφτε απάνω
+της μ’ ανατριχίλες κ’ έρριχνε φοβισμένες ματιές στους άσπρους
+τοίχους. . .
+- Έχει πολύ μεγάλους Αγίους η εκκλησία μας ! είπε ο
+εκκλησιάρης, με κατάνυξη. . . και μη θαρρήτε πως επειδή δεν
+φαίνονται κάτω από τον ασβέστη δεν υπάρχουν εδώ εις τον ναόν
+πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, δεν θέλουν δια να βλέπουν
+τας κακίας των ανθρώπων και αποστρέφονται από τα όμματα των
+Βεβήλων του κόσμου. . . Όταν έρχεται λείψανο σεβάσμιο, κανένα
+γεροντάκι εν αρετή βιώσας καλοσύνες εν ονόματι Κυρίου ή γυναίκα
+κάνοντας οβολόν της χήρας στους φτωχούς ή που στεφανώνεται
+καμμιά τίμια κόρη Παρθένος του Χριστού, τότε ο ασβέστης στους
+τοίχους γίνεται ανάριος-ανάριος και φαίνονται τα μάτια των
+Αγίων ωσεί αστέρες του στερεώματος και τα χέρια τους ωσάν κρίνα
+του αγρού που ευλογούν. . και εις τον θρόνον της εν μέσω την
+χορείαν των Αγίων εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η Υπεραγία ημών
+Δέσποινα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, λάμπων ωσεί πύργος
+δυσθεώρητος ευλογεί μαζί με τον γλυκύτατον Χριστόν. . .
+Του είχαν έρθη τα δάκρυα τον εκκλησιάρη από τη φτερωμένη έξαρση
+πούδινε στην ψυχή του η αγία Πίστη. . κ’ έβγαλε τα γυαλιά του
+και σκούπισε τα κοκκινογυρισμένα μάτια του με το μανίκι του.
+Τον είδε η θεια Ελέγκω κ' άρχισε να κλαίη κι αυτή και σήκωσε
+την άκρη του φουστανιού της απ' την ανάποδη και φύσηξε τη μύτη
+της.
+- Μια φορά, είπε πάλι μ’ ένα κρυφό αναγάλλιασμα στη φωνή του,
+ανήμερα της Αγίας Γεννήσεως του Χριστού αρρώστησε ο ψάλτης ο
+δεξιός-τον αριστερό τον κάνω εγώ - και δεν είχαμε δια να γίνη
+Λειτουργία ειμή μόνον ένας μαθητής του Σχολείου που δεν ήξερε
+να ψάλλη. . κ’ έξαφνα γέμισε η εκκλησία ουράνιους ψαλμούς και
+το εκκλησίασμα των πιστών έπεσαν όλοι στα γόνατα καθώς οι
+εθνικοί στρατιώται και ο Εκατόνταρχος εις την Αγίαν Ανάστασιν
+του Σωτήρος ημών. . .
+Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ' η
+Λιόλια σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν
+τρόμο κρυφό. . .
+Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη), έναν
+άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη
+ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το
+φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να
+τούβγαζες το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο
+κεφάλι, Θα νόμιζες πως βρίσκεσαι στο Θέρισο.
+Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ' η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά
+απ’ τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί
+γαϊτάνι απ' τις ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα
+χαμένη απ' τον εαυτό της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους
+μήπως και ξανοίξη τα μάτια των Αγίων ή τα χέρια τους να
+ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν αυτήν, παρά θα την κύτταζαν
+άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη!. . . Μα δεν έβλεπε τίποτα, παρά
+τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία στιγμή μονάχα της φάνηκε
+πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το στέφανο πίσω απ’ το
+κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από’να φεγγίτη, που την
+κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο κι ασάλευτο
+σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος ίδρωτας. .
+κ' έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ' απ’ την
+ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ' είδε την Παναγία που την κύτταζε -
+-αυτή και ο μικρός Χριστός-με απερίγραπτη λύπη. . .
+Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα
+τουρανού της ψυχής της. . .
+Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ' η
+Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά
+μαζί σ'ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας
+ό,τι ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα
+χωρίσανε στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές
+και δάκρυα, και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο
+αντρόγυνο, γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα
+καλοκαίρι, στη Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της
+Βεργινίας τη φρικτή-
+. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της
+ψυχής-
+Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη
+σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή
+της τύχη, κ'η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο
+περέχημα-η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα:
+αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε
+δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την
+πήγε στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την
+παραστάθηκε. . . Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε.
+Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε
+χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα
+χειλάκια του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και
+των χεριών του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Τo χτύπησε η
+Κερά Γιώργαινα πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε,
+του πέταξε νερό στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν
+ανάσαινε μ' όλ' αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον
+και μονομιάς φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις-όσο
+ροδίζει εν’ άσπρο τριαντάφυλλο-κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη
+αχνά, καθώς μπήκε στη ζωή. . .
+Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και
+λίγη φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . .
+-Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και
+σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’
+εξ αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα
+ζεστά και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . .
+Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε
+από το πλυσταρειό, κ' έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που
+το τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και
+τις ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε
+με τα παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από
+καιρό, και της τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι...
+Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη,
+χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της,
+γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι
+γερή και δυνατή που ήτον. . .
+Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι
+της να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί:
+κάτι βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα
+γλυκάνισο να βράση του παιδιού, που τάχε απ’τις δικές της
+γέννες, πλάκωσαν κι άλλες γειτόνισσες - γιατί άλλο δεν είναι να
+τις τραβήξη, όπως το κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από
+λείψανο και γεννητούρια κι όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ
+Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής
+κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν το λοιπόν αυτές όλες -που
+δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους στο σπίτι της Λιόλιας κ'
+ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι αυτές σε μιαν
+περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός καμμιά φορά
+και σου χρειάζεται κ' εσένα η βοήθεια ταλλουνού! - και πέσανε
+μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που
+τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το
+ξεφασκιώση, να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι
+πούχε φέρει απ' το σπίτι - κ' έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της
+και το κοντό της :
+- Χριστέ μου ! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο ; !
+- Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου ! δεν είναι για ζωή ! Μπά-
+μπα-μπα-μπά- μπα !
+- Αμή λίγο τόχεις ; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι
+καρδιοχτύπια σπάρθηκε. Για στάσου ! πότε πέθανε η Βεργινία ;
+- Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του
+μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα
+της): δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες.
+- Καταλαβαίνεις τώρα ;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα,
+ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε!. . . Πώς τα
+βαστάς, Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα-ά ;. .
+- Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη
+σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια
+κούκλα!
+- Για να δω κ' εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια
+κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ'έσπρωχνε τις άλλες
+που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη.
+- Κερένια κούκλα ! καλά λες ! Μωρ' τ’είναι τούτο; Μπααά!
+Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’η
+καλύτερη μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την
+είχε στείλει εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με
+μεγάλη μυστικότη, να μην ακούση η Λιόλια:
+- Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας; !
+- Κάλε-κάλε-κάλε! ίδια ! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα
+γραΐδιο με φακιόλι.
+- Μπώ-μπώ-μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία !!
+- Για δες κατάρα!
+- Εκ Θεού! Εκ Θεού!
+- Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα !
+- Αμ τα μάτι! τί σου λέει το μάτι;
+- Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια!. . . Η
+Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η
+Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα
+πράματα-αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι
+τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις
+ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν
+πνοές παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της.
+. κι ανατρίχιαζε σύσσωμη. . –κι η καρδιά της είχε γίνει
+κρούσταλλο. . .
+Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της
+ζήτησε το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη
+τώρα κι αυτή απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι
+έλεγαν οι γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί,
+βούλιαζε τη ματιά της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε
+να βγάλη απομέσα κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες,
+ψηλαφούσε με τη ματιά της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να
+μαζέψη αποπάνω του τα λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το
+λέρωναν. . κ' έξαφνα εκεί που κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια
+της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε του παιδιού το πρόσωπο. . και
+τότε είδε. . και κατάλαβε κ' έβγαλε μια φωνή - και λιγοθύμησε.
+. .
+Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες.
+. .
+Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος:
+του τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού
+του και πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και
+καλύτερα, γιατί και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ'
+η Λιόλια επειδής που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι
+αυτά, γιατ’ είν' ο ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το
+σπίτι. . εμ πάντα, όσο δεν έχει κλείσει χρόνος. . .
+Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια
+παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν
+πήγε να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί,
+με τα δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν
+ψεύτικα, τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη
+Βεργινία. . . Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε
+μόνο λόγια των γυναικών απ’ την κακία τους -κ’ έσκυψε το κεφάλι
+σαν κάτω από μιαν κατάρα του Θεού. . .
+Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια.
+Τo μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν
+φωνή, σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε
+με κανέναν τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι
+τούδιναν πια με το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το
+περισσότερο, το ξερνούσε:-θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον
+κούκλα γεμάτη πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν
+πια. . .
+Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε
+απελπισμένα το κεφάλι της.
+Έτσι του βγήκε σ' όλην τη γειτονιά τόνομα : «η κερένια κούκλα».
+Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη,
+ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον
+παιδίατρο κ' είπε πως είναι ατροφικό.
+Κ' η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια
+σαν κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον
+ακόμα κ' έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ' έκανε τη μητέρα. . .
+Και την έσφιγγε η Λιόλια - που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες -
+την κερένια της την κούκλα μ' όλο το πάθος που αισθάνονται τα
+κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε
+πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το
+σπλάχνο, το παιδί της - την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα,
+υπερφυσικά : Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι
+της, ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε
+στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο!. . κ’
+έκλεινε τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε
+η άλλη απάνω σ' αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι
+τάνοιγε και το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί
+έβλεπε πως το'χε κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά
+σημειωμένο με το νεκρό της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και
+τόσφιγγε στο στήθος της μην της το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το
+στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα μιαν άχνα σα να της έλεγε
+κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της άφωνης. . .
+
+
+
+Τα τρία κεράκια
+
+
+
+Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας.
+Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την
+ψυχή της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη : Μόλις φάνηκε
+στην πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε
+λιγάκι απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να
+μείνη με το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου
+εδωνά, για μισή ώρα το πολύ.
+-Πού θα πας τέτοιαν ώρα ! άβγαλτη ασαράντιστη ; τώρα σε λίγο
+νύχτωσε-
+Δεν ήθελε να της πη• έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια
+γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε
+ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . .
+Μπαμπουλώθηκε σ' ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . . Σούρπα-
+σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο : -περνώντας απ’ την εκκλησία
+πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα-γιατ' ήτον
+ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά
+κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν
+κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους
+κι από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο
+άγρια μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του
+Χάρου : εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ' οι φτωχοί-χωρίς
+θλίψη δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο
+από χέρι. . και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα
+δεν τους αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πως να τον
+ξεχάση !): ένας μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό,
+ένα σπασμένο κανάτι κι απάνω σ' ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη
+στάχτη από καμένο λιβάνι, απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος
+στους έξη μήνες της θανής της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα
+του μες την ερημιά ο σταυρός ! πως ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα
+γράμματα πούγραφε απάνω: -«Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το
+φωτοσκότιδο της αμίλητης της σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι
+αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα»-με του Νίκου τόνομα κ' οι
+δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα, φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η
+φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια κατάπιναν τις κραυγές τους. .
+και κυττάζανε με βουβά μάτια κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του
+σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα κίτρινα που ταράζανε στην
+ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε κάθε τόσο ένα παγωμένο
+χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να τα πλάγιαζε με
+σιγαλινή ανατριχίλα- στην ίδια θέση από τότε που την έθαψαν. .
+.
+Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά της και
+τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ' έναν τάφο με
+ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από γυαλί,
+και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα του
+Νίκου, κ' ένα δικό της. . . Κ' έπεσε γονατιστή στο χώμα,
+μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη
+όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο
+της κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις
+μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο.
+-Βεργινία! Βεργινία ! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία ! λυπήσου
+με, μη μου πάρης το παιδί μου!. . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα
+για να πεθάνης! παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά
+το Νίκο που τον αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το
+παιδί μας!. . . Θα του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. .
+αχ, γιατί μου τόκαμες αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου
+ανάβω ένα κερί κάθε μέρα ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς!-η
+Μοίρα μας έτσι το θέλησε. Βεργινία ! Βεργινία ! άκουσε με,
+Βεργινία ! Νά, σου άναψα ένα κερί για τον καθένα μας, για να
+μας λυπηθής. . .
+Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με
+δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του,
+καθώς έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το
+φρικτό πούχε κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της
+Βεργινίας. . .
+Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως
+άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα
+θάλασσα μες ταυτιά της:
+«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη ! και το σπίτι μου και τον άντρα μου
+και το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! -τόσον καιρό το
+λαχταρούσα και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν
+ναρθής εσύ να μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία
+εσύ μου την επήρες!»
+Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ' είδε το μαύρο σταυρό
+αμίλητο που την κύτταζε μ' άγρια απελπισία με τα γράμματα του
+σα μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το
+κεράκι του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε
+ακόμα μέσ' από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το
+κεράκι του Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το
+κεφάλι κάτω, πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ' απ’ τα μαύρα
+χνώτα της καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους
+και το λύγιζε κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο,
+σβηστό, όπως τόχε ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή!
+-Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το
+κερί του παιδιού! και του Νίκου!--Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να
+γυρίση να κυττάξη πίσω. . .
+Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε
+σπίτι. Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα
+της τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε
+γεννημένο η ψυχή της- --
+Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά
+Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί
+φοβήθηκε πως θα τελείωνε--είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες
+της γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί
+και ποιά δεν τάπαθε !) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν
+και ταλλουνού τις πίκρες. . .
+Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση.
+- Τι όνομα του βγάλατε ; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια.
+- Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση !
+- Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η
+κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα
+πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε !-
+- Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία !-μα
+τώρα πάει πια-τώρα ξέρω πως δε θα ζήση-
+. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ' εκείνην τη στιγμή
+το παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια
+του αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι,
+όπως έκανε η Βεργινία. . .
+-. . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω!-ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με
+τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή ! μου
+τόπε. . μου τόπε!-το κεράκι του!. . το ρούφηξε. . .
+. . Και το παιδί μ' ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε-κ' η Λιόλια
+λιγοθύμησε. . .
+Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του
+κλαίγοντας κ' έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο
+στήθος του. . με τα δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι
+του, τους ώμους του-λες κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός
+αυτός τουλάχιστο, αυτός ο μόνος θησαυρός της!. . . Κι ο Νίκος
+με βουρκωμένα μάτια της χάδευε τα μαλλιά. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Μέσα σ' ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί
+με δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα
+στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι
+με τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη
+μέρα την Κερένια Κούκλα να την παραχώσουν. Τo δισκάκι με την
+κούκλα το κρατούσε ο Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω
+έρχονταν ο Νίκος με τη Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα,
+ο Ντίνος κι άλλοι δυο φίλοι κ' ένα-δυο γειτόνισσες που δεν
+μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα
+έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν τη φορά. Αν δεν έβλεπες το
+σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως ήτονε λείψανο. Σα να
+πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία : λαμπάδα σε κανέναν Άγιο
+θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο με μύρα κι
+αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση-έτσι έδειχνε ο δίσκος, ο
+στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο
+το κερί πλαγιασμένο μέσα του. . .
+Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους
+κι απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο
+Νίκος κ' η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της
+Βεργινίας, που ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει
+η Λιόλια τόνομα του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι
+κάθε μέρα για τη ζωή του-και τώρα της πήγαινε το ίδιο τα παιδί
+της, της ψυχής της όλο το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να
+ησυχάση, για να πάρη τον ήσκιο της από πάνω τους. . .
+Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου-ακόμα βαστούσε το
+καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη
+μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη-όπως είναι το
+γέλοιο σε θλιμμένα χείλη-που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . .
+Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα
+δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε
+τριανταφυλλένια ανθόφυλλα. . .
+Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο
+που δε γελούσαν. . .
+Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου
+της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς
+έρχονταν από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι
+απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να
+γλύκανε λιγάκι η φρίκη του : ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και
+τόσο γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το
+φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα
+κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και
+χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον
+τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να
+περιχύθηκε ολόγυρα. . .
+Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα
+δάκρυα είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε
+με την Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να
+της κόψη τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε
+δυο πετσετάκια.
+Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε
+γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν
+πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος
+φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το
+χλοϊσμένο που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια .μπάντα, ίσαμε
+τη γέφυρα του Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της
+Καλλιρρόης ακούγονταν καθαρά οι κόπανοι των γυναικών
+που’πλεναν. . . Κάτι κατσίκες έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος
+πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια λουλουδάκια. . . Μες τη μέση
+του δρόμου ένας κόκκορας με τις κόττες του σκαλίζανε μες τις
+φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο κόκκορας έκανε κακκαρίσματα
+ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που τους εύρισκε, φωνάζοντας
+τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . .
+Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια
+και καρέκλες κ' ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ' έπιναν.
+- Πάμε να πιούμ' ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής
+ο χοντρέλης-τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει
+τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον
+κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής!...
+Γέλασαν όλοι με ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς
+δεν είπε όχι και μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από
+'να κρασάκι. Τι κρασί ήτον εκείνο! - σα λιακάδα χύθηκε στα
+σωθικά τους. Ήπιε κ' η Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το
+επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο Περικλής έτσι για δυναμωτικό,
+πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο. Της θειάς Ελέγκως το
+πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν παπαρούνα το
+μεσημέρι.
+Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με
+τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το
+δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά,,
+αλαφρά, σα φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι
+τους. Τo πρόσωπο του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που
+ξαστερώνει ολότελα ο ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της
+Λιόλιας τα μαλλιά και του φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν
+ποτές άλλοτε και το χείλι της που μισάνοιγε απ' τον κόπο του
+δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του φάνηκε για δάγκωμα. . .
+Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ' είδε το φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα
+κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το φριχτό, το ασημένιο, με
+το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά ήτονε σαν από άσπρο
+χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας ίσο βήμα,
+σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους
+έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που
+απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι,
+όλο και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως
+τώρα όλα πια είχαν περάσει. . .
+Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο
+Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε:
+- Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου!. . .
+Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα
+κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με
+σούστα, που δεν τόχει καμμιά - θα σαστίσης! -να φύγη πια η
+γουρσουζιά από πάνω μας!. . .
+Κ' η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να
+πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη.
+. .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Κ' η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ' είπε:
+
+Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα
+πάλι θα βραδιάση για πάντα--
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
+Πέρασε η ημέρα--
+Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο
+πούχε αργήσει κ' είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε
+κιόλας για το καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι
+αλλόκοτα (έτσι πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα)
+και παρουσιάστηκαν ο Περικλής με το Ντίνο, - κ' ένας
+χωροφύλακας στεκόταν απόξω,-χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια
+που κάνανε να φύγουν απ' όλες τις μεριές σαν πουλιά που
+φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια να την πάνε σε μιαν
+άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή τανήφορου, να την παν. . .
+που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε σχεδόν ανασηκωτή, σα
+χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να της αφήσουν καιρό
+να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι λαχανιαστά, με τα
+λόγια τους τσακισμένα κομμάτια -κομμάτια, τι την ήθελε ο Νίκος
+έξω απ' το σπίτι;-ποιός Νίκος καλέ;- μόλις που πρόφθασε να ρίξη
+ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια που
+σπαρταρούν. . .
+Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά (πούχανε
+βγη σωρός απ' τις πόρτες κ' είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και
+ρωτούσανε με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με
+ξεφωνητά πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και
+ρωτούσαν το χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με
+το πιλίκιο στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι-κι ο χωροφύλακας
+μαζί. . . .
+Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα
+δάκρυα του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα-) της είπε της
+Λιόλιας για το Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και
+σάλευε όλη από 'δω κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι
+απ’ τον εαυτό της. . της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το
+Νίκο. . ο Μίμης ο μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό
+πούχαν ξαναμαλλώσει δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην
+ταβέρνα, εκεί πούχανε μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι
+αυτός ο ίδιος για ‘να κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι,,
+.επειδή τούπε λέει «ζωή σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την
+πρώτη, και για το «μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι
+του. . .
+Και ταμάξι σταμάτησε. .
+. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι
+μεγάλα κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά -τους,
+με χέρια φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε
+κάτι βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα
+με παντούφλες. . .
+. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν.
+. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που
+τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα-σα νάτον αυτό
+τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. .
+. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ' ήτανε
+φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι
+καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα
+χέρια και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες-κι
+όλοι τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν
+τόπο να περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. .
+. . κ' έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια-
+κρεββάτια μ' άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά
+βογκούσανε δυνατά καθώς περνούσε. .
+. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη,
+κ' εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά
+μαλλιά βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ'από κάτι άσπρα
+μαντήλια κ' ήτον κίτρινος σαν αγιοκέρι κ' είχε ανοιχτά τα μάτια
+κι ανοιχτό το στόμα και ροχάλιζε κ' έβγαζε κάτι κόκκινους
+αφρούς και δυο άντρες με μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το
+χέρι κάτω απ’ τη ράχη. .
+. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. .
+•• και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ' αυτό το κρεββάτι που
+κοιτόταν ο Νίκος-
+. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα
+μαντήλια που τούσφιγγαν το κεφάλι!. . τι έβγαινε απ’ το στόμα
+του Νίκου !-
+. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς--
+Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω
+του, σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ' απ’ τα μάτια της να πέση
+απάνω στο κορμί του· κ' είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο
+μαυροκόκκινο που ήτον η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει,
+για το Νίκο στον τάφο της Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε
+το κεράκι μέσ' απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε
+θεριέψει κ' είχε πεταχτή στον ουρανό!. . και ξεκόλλησε απ' τον
+ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο φεγγάρι κ' έπεσε απάνω της και
+τη σώριασε χάμω—
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - -
+- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -- - -
+- Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από
+‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους-πούχε περάσει η
+Λιόλια από μπροστά τους.
+- Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι:-έτσι θα την έχη.
+- Κουφέτο ! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι
+κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ!. . .
+- Τέτοιους θέλουν αυτές• άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν
+αμέσως : «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το
+μαχαίρι στα δόντια-κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα !. .
+- Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα-μια και μπήκε στο
+δρόμο ! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι
+αμούστακο. . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι
+αναμαλλιασμένο-και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα.
+. .
+- Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της
+παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος;
+εμένα ποτέ δε μ' άρεσε αυτό το παιδί !. . .
+- Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε--
+Καλέ είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο ! να
+ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά : γυναίκα, άντρα και παιδί σ' ένα
+χρόνο μέσα !. . .
+Κ' οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν :
+- Αχ!-
+- Αχ!--
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL ***
+
+***** This file should be named 27073-0.txt or 27073-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/7/0/7/27073/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, is critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20081028-27073-0.zip b/old/20081028-27073-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..cd8a3ee
--- /dev/null
+++ b/old/20081028-27073-0.zip
Binary files differ