diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:07:52 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:07:52 -0700 |
| commit | 40b94e0f547f7a66edb48bad97dc559dfe875b89 (patch) | |
| tree | f60a9a50cb35bc55269a41ab8688fb620e3193d1 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 37352-0.txt | 3340 | ||||
| -rw-r--r-- | 37352-0.zip | bin | 0 -> 88652 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3356 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/37352-0.txt b/37352-0.txt new file mode 100644 index 0000000..8bdc07b --- /dev/null +++ b/37352-0.txt @@ -0,0 +1,3340 @@ +The Project Gutenberg EBook of Daphnis and Chloe, by Longos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Daphnis and Chloe + +Author: Longos + +Translator: Ilias Voutieridis + +Release Date: September 8, 2011 [EBook #37352] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAPHNIS AND CHLOE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + +ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ + +ΛΟΓΓΟΥ + + + +ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑ +ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ" +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921 + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ + + + +Όταν ο ξεπεσμός των αρχαίων Ελληνικών γραμμάτων σ' όλα τα είδη του +λόγου, στην ποίηση, στο δράμα και στην πεζογραφία, είχε προχωρήσει +τόσο, που κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία έργων σαν τα +αρχαιότερα έδειχνε περισσότερο τις αδυναμίες των μιμητών, οι +σοφιστές στοχαστήκανε να μορφώσουνε καινούργιο είδος λόγου: να +διατυπώνουνε δηλαδή ποιητικά νοήματα σε πεζογραφήματα. Και για να +εφαρμόσουν το στοχασμό τους αυτόν έπλασαν το μυθιστόρημα ή, όπως +έλεγαν τότε την τέτοια πεζογραφία, τους «ερωτικούς λόγους», όπου +τα πλάσματα της φαντασίας μπορούσανε να πάρουνε την κάπως ποιητική +μορφή του λόγου χωρίς να μένουνε προσηλωμένα στους κανόνες της +ποιητικής τέχνης κι ακόμη και στην ιστορική αλήθεια ή και στην +παράδοση. Τέτοια, απάνω-κάτω, είναι η γραμματολογική εξήγηση του +πώς γεννήθηκε το μυθιστόρημα. Ένα από τα πρώτα-πρώτα +δημιουργήματα του καινούργιου αυτού είδους του λόγου είναι και το +μυθιστόρημα του Λόγγου «Δάφνης και Χλόη». + +Για την εποχή που εγράφηκε το έργο τούτο και για το συγγραφέα του +δεν έχουμε καμιά ωρισμένη πληροφορία. Παλαιότεροι και νεώτεροι +φιλόλογοι νομίζουν, ότι ο Λόγγος δε μπορεί να έζησε ύστερ' από το +Β' αιώνα μ. Χ. στηρίζοντας τη γνώμη τους τούτη πιο πολύ στο ότι +τον εμιμήθηκεν ο Αλκίφρονας στις «Επιστολές» του· μα και του +Αλκίφρονα η εποχή είναι κάπως δυσκολοπροσδιόριστη, επειδή και γι' +αυτόνε δεν υπάρχει τίποτα θετικό, που να βεβαιώνη τον καιρόν, όπου +έζησε κ' έγραψε, δηλαδή το χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 170 και +229 μ. Χ. όπως θέλει π. χ. ο Herman Reich, φέρνοντας γι' απόδειξη +της γνώμης του το ότι ο Αλκίφρονας εμιμήθηκε το Λουκιανό και τον +Αλκίφρονα ο Αιλιανός. Πιο θετικά μπορεί να προσδιοριστή η πατρίδα +του Λόγγου. Επειδή στο μυθιστόρημά του περιγράφονται ζωηρά και +πιστά τοποθεσίες και συνήθειες της Λέσβος και ξεχωριστά της +Μιτυλήνης, πολλοί φιλόλογοι υποστηρίζουν, ότι ο Λόγγος ήταν από τη +Λέσβο· γνώμη ίσως όχι παράλογη κι αδικαιολόγητη. + +Ένα όμως είναι θετικό και βέβαιο: Ότι το μυθιστόρημα «Δάφνης και +Χλόη» είναι το καλλίτερο κι ομορφότερο από όσα εγράφηκαν πριν κ' +ύστερα απ' αυτό και ότι φαίνεται σαν την πιο ευτυχισμένη +εξακολούθηση της βουκολικής ποίησης — αν και σε πεζό λόγο — και +σαν αληθινό γέννημα της μούσας του Θεόκριτου. Όλοι οι κριτικοί της +αρχαίας φιλολογίας παινεύουν τη αφηγηματική χάρη, τη ζωηρότητα της +περιγραφής, τις ζωντανές εικόνες των τόπων και των προσώπων, τη +δροσιά και την απλότητα του ύφους, τη σύντομη φρασεολογία — σαν το +πιο όμορφο δείγμα εκείνου, που οι αρχαίοι το έλεγαν «αφελής λέξις» +και που ταιριάζει τόσο στα τέτοιου είδους έργα. Μπορεί από τη +μεριά τούτη το μυθιστόρημα του Λόγγου να συγκριθή αζημίωτα με τον +περίφημο «Ευβοϊκό ή Κυνηγό» του Δίωνα του Χρυσόστομου, αφού +μάλιστα έχει και το προτέρημα να μην είναι γεμάτο ουτοπία, όπως +είναι το τελευταίο τούτο έργο κι άλλα όμοια του. + +Το μυθιστόρημα στην εποχή του Λόγγου το εχαρακτήριζε ο πολύς +νεοπλατωνισμός. Μα ο συγγραφέας του «Δάφνη και της Χλόης» μπόρεσε +να τον ξεφύγη και να δώση στο έργο του καθαρά βουκολική μορφή, ενώ +το εγέμιζε και με λεπτή ερωτική πνοή. Κατηγορήθηκε το μυθιστόρημα +του Λόγγου, ότι κι αυτό έχει καθέκαστα και περιγραφές +ξαδιάντροπες, όπως είναι το επεισόδιο της Λυκαίνιο και το άλλο του +Γνάθωνα. Μα όταν θυμηθούμε ποιες ξαδιαντροπιές κλειούνε τα +μυθιστορήματα της εποχής εκείνης — εξόν από το «Χαιρέα και +Καλλιρρόη» του Χαρίτωνα του Αφροδισιέα — βλέπουμε πόσο μετρημένος +εστάθηκε ο Λόγγος στο σημείο τούτο. Οι σκηνές, που ξετυλίγονται σε +κάθε κεφάλαιο και παρουσιάζονται με την πιο καλλιτεχνική αφέλεια +και φυσικότητα, είναι χαριτωμένες ζωγραφιές αγροτικής ζωής και μας +δείχνουν καθαρά πόσο βασιλεύει σ' αυτές το αίσθημα της ομορφιάς +και της αλήθειας μαζί. Δεν πλέκονται στο έργο τούτο περιστατικά +βγαλμένα από ζωή πολυτάραχη, όπως γίνεται στο νεώτερο μυθιστόρημα. +Η υπόθεση είναι απλή, ήρεμη στο μεγαλείτερο μέρος της και δίχως +πολύμορφες και πολυσύνθετες σκηνογραφίες. Είναι κάποιο παραμύθι, +σαν εκείνα που τ' ακούμε μ' όλη της παρθενιάς τους τη χάρη και μ' +όλη τη γητεία του μύθου: Ο Δάφνης κ' η Χλόη, παιδιά παραρριγμένα +από τους γονέους τους, είχαν την τύχη να περιμαζευτούν από καλούς +κι απλοϊκούς ανθρώπους, που ζούσανε στην εξοχή· τα παιδιά αυτά +μεγαλώσανε μαζί, έβοσκαν όλη τη μέρα μαζί, εγνώρισαν ο ένας τον +άλλο πολύ και φυσικά αγαπήθηκαν τόσο, που η ζωή του ενός ήτανε ζωή +του άλλου. Για τούτο και βασιλεύει τόσο μέσα σ' όλο το μυθιστόρημα +ο έρωτας, ο ανίκητος και βασανιστής, μα και δημιουργός, και τίποτε +άλλο. + +Η ιστορία του Δάφνη και της Χλόης έχει μερικά επεισόδια, που δεν +τα σηκώνει η σημερινή αίσθησή μας· μα αυτά είναι το παραγέμισμα +για να φανερωθή πιο πολύ και πιο έντονα η δύναμη του έρωτα των δυο +παιδιών· είναι τα χαριτωμένα κινήματα της φαντασίας του συγγραφέα +για να δείξη την αντίθεση της αθωότητας και της πονηριάς. Ο Λόγγος +ζωγραφίζει πιστά τη φύση και τη ζωή· για τούτο δίπλα στη θαυμάσια +κάθε τόσο περιγραφή της φύσης, που άνθιζε και γελούσε γύρω στο +Δάφνη και στη Χλόη, βρίσκουμε και την αμίμητη εκείνη σκηνή, όπου η +Λυκαίνιο πρωτομαθαίνει το Δάφνη να νοιώση, ότι είναι άντρας. Η +σκηνή τούτη μας λέει κάτι περισσότερο από ό,τι γίνεται αφορμή να +διαμαρτυρηθή η νεώτερη σεμνοτυφία· δεν πρέπει να βλέπουμε στο +επεισόδιο αυτό μόνο τη σαρκική όρεξη της Λυκαίνιο· περισσότερο +πρέπει να ιδούμε με πόση τέχνη θέλησε ο Λόγγος να μπάση τον ήρωά +του στα γνωρίσματα της ζωής για να δώση κατόπι ο ίδιος τον +ιδεαλισμό στον έρωτά του. Η γυμνή αυτή σκηνή μας προετοιμάζει ν' +αντικρύσουμε τον ανώτερο βαθμό της ηθικής ομορφιάς. Μα μήτε αφίνει +ο Λόγγος στο νου μας καιρό για να στοχαστή το ξαδιάντροπο, όσο +προχωρούμε στα καθέκαστα του περιστατικού, που έκαμε τον αθώο +Δάφνη να μάθη τα έργα του έρωτα, επειδή ακολουθούν οι δισταγμοί +του, που υψώνουν τον έρωτά του σε ανώτερο κόσμο. Μπορούμε να +ειπούμε, ότι και η σκηνή αυτή έχει το μυστήριο της αρχαίας +Ελληνικής τέχνης, που μας αναγκάζει να θαυμάζουμε σε κάθε γυμνό +την ομορφιά μονάχα, δίχως να προφταίνη ο νους μας να στοχαστή και +το ταπεινό. + +Το επεισόδιο του Γνάθωνα είναι βέβαια πιο ξαδιάντροπο και μας +σκανδαλίζει σήμερα με την αισχρότητά του. Οι αποκρυσταλλωμένες +ιδέες μας για κάποιες συνήθειες των αρχαίων εξαγριώνονται εμπρός +σε περιγραφές σαν αυτές που μας παρουσιάζουν τα καμώματα του +Γνάθωνα. Μα για το επεισόδιο τούτο χωράει κάποια δικαιολογημένη +εξήγηση: Ο Λόγγος ζωγραφίζει πιστά τη ζωή του τόπου του και ίσως +και την εποχή του. Ο Γνάθωνας είναι τύπος, που αντιπροσωπεύει +ωρισμένη τάξη ανθρώπων του αρχαίου κόσμου και ωρισμένη ελληνική +συνήθεια, και μαζί και την προστυχεμένη αντίληψη για το θαυμασμό +προς την ομορφιά. Όπως περιγράφει ο Λόγγος το Γνάθωνα και όπως τον +κάνει να μιλή, μας δείχνει το συχαμερό τύπο του ακόλαστου άνθρωπου +και σοφιστή, που εστρέβλωσε και την πλατωνική ιδέα για την +ομορφιά. Με το αναστάτωμα, που φέρνουνε στο Δάφνη και στον Εύδρομο +και στην οικογένεια του Λάμωνα τα καμώματα και οι πιθυμιές του +Γνάθωνα, μας φανερώνεται καθαρά και του Λόγγου η αποδοκιμασία στις +τέτοιες συνήθειες και στους τέτοιους ανθρώπους. Από τα καθέκαστα, +που έρχονται κατόπι για να γεννήσουνε στην ψυχή του ακόλαστου +Γνάθωνα το φόβο για ό,τι έκαμε, βγαίνει το νόημα — χωρίς να υπάρχη +ανάγκη κι από λόγια για να δειχτή — ότι ο συγγραφέας φανερώνει την +αποστροφή του σε κάτι τέτοιες ακολασίες των συγκαιρινών του. Το +επεισόδιο έχει φυσικά το ηθικό συμπέρασμά του. Με όλα αυτά θέλω να +ειπώ, ότι στο έργο του Λόγγου δεν υπάρχει καμιά — οποιαδήποτε — +ασχήμια. + +*** + +Το μυθιστόρημα του Λόγγου διαβαζότανε πολύ στα κατοπινά χρόνια και +μάλιστα στην εποχή της «Αναγέννησης.» Και δε θάτανε ίσως +παράτολμο, αν έλεγε κανείς, ότι τούτο εστάθηκε το κυριώτερο αχνάρι +να γραφούν απάνω του τα τόσα και τόσα βουκολικά και ειδυλλιακά +μυθιστορήματα, που εφάνηκαν ύστερ' από τα 1500 μ. Χ. στην Ιταλία, +Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία και που το τελειότερό τους είναι η +περίφημη «Αστραία» του Ονώριου ντ' Ουρφέ, ως που παρουσιάστηκε στο +τέλος του ΙΗ' αιώνα το έργο του Bernardin de Saint-Pierre +«Παύλος και Βιργινία» για να σκεπάση όλα τ' άλλα. + +«Ο Δάφνης και η Χλόη» είχε μεταφραστή στις περισσότερες Ευρωπαϊκές +γλώσσες, ύστερα μάλιστα από τη Γαλλική μετάφραση του Αμυό. Μα το +αρχαίο κείμενο δεν ήταν ολάκαιρο· έλειπε κάποιο μέρος από την αρχή +του πρώτου βιβλίου, που το εζημίωνε αρκετά. Όμως ο Γάλλος σοφός +και ελληνιστής Paul-Louis Courier είχε την ευτυχία στα 1808, +όταν ήτανε στη Φλωρεντία, ν' ανακαλύψη κάποιο χειρόγραφο του +μυθιστορήματος του Λόγγου του ΙΓ' αιώνα, όπου βρισκότανε και το +μέρος που έλειπε. Κ' έτσι το κείμενο τόχουμε πια σωστό. + +Στα διάφορα γράμματα, που έστελνε ο Courier (1) σε φίλους του πότε +για να τους ειπή για την ανακάλυψι των σελίδων που έλειπαν ως τότε +από το Λόγγο και πότε για το τύπωμα των σελίδων τούτων κι όλου του +έργου, υπάρχουνε μερικές γνώμες του για το μυθιστόρημα, που είναι +σαν χαρακτηρισμοί του. Στην πριγκηπέσσα π. χ. de Salm-Dyck (2) +έγραφε από τη Φλωρεντία στις 3 του Μάρτη 1808: + +«Κυρία, μαζί με το γραμματάκι μου τούτο θα λάβετε κ' ένα φυλλάδιο, +όπου υπάρχουνε μερικές σελίδες δικής μου κατασκευής· δηλαδή +κατασκευής μεταφραστή. Είναι ένα μυθιστόρημα όχι καινούργιο· +απεναντίας μάλιστα πολύ παλαιό και σεβάσμιο. Εξέθαψα κατά τύχη +κάποιο κομμάτι του, που είχε χαθή: το μετάφρασα και με την +ευκαιρία τούτη εδιόρθωσα και την παλιά μετάφραση, που, καθώς θα +ιδήτε, + + Μέσα στο παλιό της ύφος έχει ακόμη χάρες νέες (3) + +Εάν σας διασκεδάζη, να μη διστάξετε καθόλου, εξαιτίας μερικών +σημείων λίγο απλοϊκών, να εξακολουθήστε το διάβασμα. Ο Αμυό, ο +επίσκοπος και ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του Τριδέντου +είναι ο αληθινός εργάτης της μετάφρασης αυτής, που εγώ την απόσωσα +μόνο· δε θα κάμετε αμαρτία, αν διαβάσετε ό,τι έγραψεν εκείνος». + +Από τη Φλωρεντία πάλι τις 13 του Μάρτη 1808 έγραφε στην κυρία +Clavier (4): «Διαβάστε κυρία, το «Δάφνη και τη Χλόη»· είναι το +καλλίτερο βουκολικό, που έγραψε ποτέ ένας επίσκοπος. Ο άρχοντας +Ιάκωβος (5) το μετάφρασε, όσο μπορούσε καλλίτερα, για τους πιστούς +της επισκοπής του· μα ο καλός άνθρωπος έκαμε στην εργασία του +τούτη αλλόκοτες απροσεξίες, που εγώ τις αποδίδω στο θέμα και σε +μερικά καθέκαστα σπάνιας αφέλειας. Εμένα, καθώς ξέρετε, με +κατηγορούν, ότι προσέχω πιο πολύ στις λέξες παρά στα πράγματα· μα +σας βεβαιόνω, ότι ζητώντας λέξες για τους δυο μικρούς αυτούς +αχρείους, εστοχαζόμουνα συχνά τα πράγματα. Συχωρέστε μου την +&αστειότητα& τούτη, όπως έλεγε η Κα Σεβινιέ, και να μην έχετε ποτέ +αμφιβολία για το βαθύ σεβασμό μου. Έχω όμως κάτι περισσότερο να +σας ειπώ: Ο Αμυό ήταν ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του +Τριδέντου· ό,τι έγραψε είναι άρθρο πίστης. Τώρα κάμετε τρόπο να +διαβάστε το Λόγγο του. Αλήθεια, δεν υπάρχει καθόλου καλλίτερο +διάβασμα: είναι βιβλίο για να το βάλετε στα χέρια των δεσποινίδων +θυγατέρων σας αμέσως ύστερα από την κατήχησή τους». + +Με το ίδιο νόημα έγραφε και στην κυρία Pigalle τις 30 του Γενάρη +1811 από τη Ρώμη: «Έπρεπε να διαβάστε το «Δάφνη και Χλόη» όταν +ήσαστε δέκα πέντε χρονών. Τι δε θα μαθαίνατε τότε! Αν έσμιγαν τα +φώτα μου με τη φυσική σας εξυπνάδα θα είχε, θαρρώ, το βιβλίο τούτο +λίγα μέρη σκοτεινά για σας· μα ύστερ' από πέντε παιδιά, που +εκάματε, τι μπορεί να σας μάθη παρόμοιο έργο; έτσι, το αντίτυπο, +που σας στέλνω, είναι για τη διδαχή των κοριτσιών σας. Αλήθεια· +δεν υπάρχει καλλίτερο βιβλίο για τις νέες, που δε θέλουνε, να +είναι — όταν παντρευτούνε — μεγάλες ανίδεες· και περιμένω να +κάμουν κάποια όμορφη έκδοση για τις μαθήτριες της κυρίας Campan». + +Την πραγματική όμως ιδέα της αξίας του έργου μας τη δίνει ο +Γκαίτε. Στο βιβλίο του Έκερμαν «Συνομιλίες του Έκερμαν με το +Γκαίτε» βρίσκουμε την πολύτιμη κρίση του ποιητή του Φάουστ. Την +αντιγράφω εδώ: + +«20 του Μάρτη 1831. + +Ο Γκαίτε επάνω στο δείπνο μου είπε, πως τις +ημέρες αυτές εδιάβασε το βιβλίο «Δάφνης και Χλόη.» + + — Είναι τόσο όμορφο το ποίημα, είπε, ώστε στους άθλιους καιρούς +όπου ζούμε δε μας είναι βολετό να κρατήσουμε την εσωτερική +εντύπωση, που μας δίνει· και κάθε φορά, που το ξαναδιαβάζει +κανείς, δοκιμάζει και καινούργιο πάντα σάστιμα. Είναι γεμάτο από +καθαρότατο φως· θαρρεί κανένας πως ολούθε βλέπει εικόνες του +Ερκουλάνου και οι εικόνες αυτές βοηθούνε τη φαντασία μας όταν το +διαβάζουμε. + + — Το μέτρο, που κλείνει μέσα του ολάκαιρο το έργο, μου φάνηκε +θαυμάσιο, είπα· δύσκολα μπορεί κανείς να βρη υπαινιγμό για +πράγματα έξω από το θέμα, που θα μας έσπρωχναν έξω από τον +ευτυχισμένο κύκλο. Οι μόνες θεότητες που ενεργούν είναι ο Πάνας +και οι Νύμφες· δεν κάνει λόγο γι' άλλες και βλέπουμε, αλήθεια, ότι +οι θεότητες αυτές είναι αρκετές για τις ανάγκες των βοσκών. + + — Κι όμως, είπε ο Γκαίτε, μέσα στο αυστηρό αυτό μέτρο +ξεδιπλώνεται ολάκαιρος κόσμος! Βλέπουμε κάθε είδους βοσκούς, +ζευγολάτες, κηπουρούς, τρυγητάδες, ναύτες, κουρσάρους, στρατιώτες, +νοικοκυραίους από την πολιτεία, δυνατούς αφεντάδες, σκλάβους. + + — Υπάρχουν ακόμη, είπα, όλοι οι βαθμοί της ανθρώπινης ζωής· από +τη γέννηση ίσαμε τα γεράματα· κ' οι διάφορες οικιακές εικόνες, που +φέρνουνε μαζί τους οι εποχές του χρόνου, περνούνε μία-μία εμπρός +από τα μάτια μας. + + — Κ' οι τοποθεσίες! είπεν ο Γκαίτε, είναι ζωγραφισμένες με λίγες +γραμμές και με τόση ακρίβεια, ώστε πίσω από τα πρόσωπα βλέπουμε +στα ψηλά μέρη τα βουναλάκια τα γεμάτα από αμπέλια, τα λιβάδια, +τους λαχανόκηπους, και πιο χαμηλά τις βοσκές, το ποτάμι, τα +μικρούτσικα δάση και πέρα μακριά την ατέλειωτη θάλασσα. Δεν +υπάρχει μια μέρα σκοτεινιασμένη, συννεφιασμένη, με καταχνιά κ' +υγρασία· ο ουρανός είναι πάντα καθαρότατα γαλανός, το αγέρι γλυκό +και το χώμα παντού στεγνό και μπορείς να ξαπλωθής γυμνός επάνω σ' +αυτό. Όλο το ποίημα αναδίνει κάποια λεπτότατη τέχνη και μόρφωση. +Όλα έχουνε μετρηθή με ακρίβεια και τα περιστατικά είναι +προετοιμασμένα και εξηγούνται θαυμάσια, όπως είναι π. χ. ο +θησαυρός που βρέθηκε κοντά σ' ένα δελφίνι σαπισμένο στην +ακρογιαλιά. Και ποια καλαισθησία, ποια τελειότητα, ποια ευγένεια +αισθήματος, που μπορεί να συγκριθή μονάχα με τα καλλίτερα έργα. +Όλα τα δυσάρεστα επεισόδια, τα ξαφνιάσματα, οι κλεψιές, οι +πόλεμοι, που ταράζουν την ευτυχία της κυρίας ιστορίας, +ανιστορούνται πολύ γλήγορα και περνούν αμέσως χωρίς ν' αφίνουνε +ξοπίσω τους καμιά θύμηση. Η κακία παρουσιάζεται σαν συνοδεία των +κατοίκων της πολιτείας και δε φανερώνεται σε κανένα από τους +πρώτους ήρωες, παρά σ' ένα πρόσωπο κατώτερης τάξης και που δεν +παίζει κύριο μέρος. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα. + + — Μ' άρεσαν ακόμη, είπα, οι σχέσες των αφεντικών με τους δούλους. +Τ' αφεντικά φέρνονται με μεγάλη καλωσύνη, οι δούλοι, μ' απλοϊκή +ελευθερία μα και με βαθύ σεβασμό και με τον πόθο ν' αρέσουνε στ' +αφεντικά. + + — Αυτό είναι απόδειξη μεγάλης εξυπνάδας, είπε ο Γκαίτε· ακόμη +έκαμε θαυμάσια ο συγγραφέας, που εφύλαξε την παρθενιά της Χλόης +ίσαμε το τέλος της ιστορίας, αφού οι ερωτευμένοι δεν ήξεραν τίποτα +πιο όμορφο από το να ξαπλώνουνται γυμνοί ο ένας κοντά στον άλλο· η +εξήγηση της διαγωγής τούτης δίνει αφορμή στο συγγραφέα να +ανακινήση τις πιο αψηλές ιδέες. Πρέπει να γράψη κανένας ολάκαιρο +βιβλίο για να δείξη όλες τις ομορφιές του έργου αυτού. Καλό είναι +να το διαβάζουμε μια φορά το χρόνο· πάντα κάτι μαθαίνουμε και +νοιώθουμε όλη τη δροσερή εντύπωση της σπάνιας ομορφιάς του». + +*** + +Για τη μετάφραση του Λόγγου ακολούθησα την έκδοση του Μ. Β. G. L. +Boden, Λειψία 1777, και του P. L. Courier, Παρίσια 1829. Ο +χωρισμός των κεφαλαίων έγινε σύμφωνα με την έκδοση του Courier. +Πρέπει να σημειώσω ότι πολλές φορές δεν ακολούθησα στη διόρθωση +του κειμένου μήτε τον ένα, μήτε τον άλλο εκδότη, αφίνοντας τη λέξη +ή τη φράση όπως είχε από την αρχή, όταν η αρχική γραφή μού +εφαίνονταν πιο σωστή και μ' εβοηθούσε καλλίτερα για τη μετάφραση. + +Μεταφράζοντας επροσπάθησα να κρατήσω όσο μπορούσα περισσότερο το +ύφος του συγγραφέα χωρίς να προδίνω και το νόημα. Και τούτο μ' +έκανε πολλές φορές να μη προσέχω και στις ερμηνείες των ξένων +εκδοτών. Ένα αρχαίο Έλληνα συγγραφέα όχι και τόσο δύσκολο και που +μιλάει για πράγματα που τα βλέπουμε και τα ζούμε ίδια κι +απαράλλακτα και οι σημερινοί Έλληνες, μπορούμε, θαρρώ, να τον +νοιώθουμε και να τον εξηγούμε εμείς καλλίτερα και σωστότερα από +κάθε ξένο ερμηνευτή. + +Αθήνα Δεκέβρης 1920. + Ηλ. Π. Βουτιερίδης + + + +Δ Α Φ Ν Η Σ ΚΑΙ Χ Λ Ο Η + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + +Κυνηγώντας στη Λέσβο, μέσα σε δάσος, που ήταν αφιερωμένο στις +Νύμφες, είδα το πιο ωραίο πράγμα από όσα έχω ιδή. Ζωγραφιά, +εξιστόρηση έρωτα. Όμορφο ήταν και το δάσος, πολύδενδρο, ανθισμένο, +καλοποτιζούμενο· μια πηγή τάθρεφε όλα, και τα άνθη και τα δέντρα. +Μα η ζωγραφιά ήταν πιο ευχάριστη, επειδή και τύχη είχε παραπανιστή +και τέχνη ερωτιάρικη, ως που πολλοί ξένοι, έχοντας ακουστά γι' +αυτή, επήγαιναν να παρακαλέσουν τις Νύμφες και να ιδούν την +εικόνα. Ήτανε σ' αυτή γυναίκες που εγεννούσαν κι άλλες που +ετύλιγαν σε σπάργανα μωρά παραρριγμένα· κοπάδια που τάθρεφαν· +βοσκοί που τα σήκωναν· νέοι που έσμιγαν, ληστάδων διαγούμισμα, +εχθρών έμπασμα. + +Αφού κι άλλα πολλά κι όλα ερωτιάρικα είδα κ' εθαύμασα, μου +γεννήθηκε πιθυμιά ναντιγράψω τη ζωγραφιά. Κι αφού εζήτησα εξηγητή +της εικόνας, έγραψα τέσσερα βιβλία, τάμα στον Έρωτα, στις Νύμφες +και στον Πάνα κι απόχτημα ευχάριστο για όλους τους ανθρώπους, που +και τον άρρωστο θα γιατρέψη και το λυπημένο θα παρηγορήση και τον +ερωτευμένο θα τον κάνη να θυμηθή και τον ανερώτευτο θα διδάξη. +Επειδή βέβαια κανένας δεν ξέφυγε τον έρωτα, μήτε θα τον ξεφύγη όσο +που υπάρχει ομορφιά και τα μάτια βλέπουν. Κ' εμάς ας μας βοηθήση ο +θεός σαν φρόνιμοι να γράψουμε την ιστορία των άλλων. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ + + + +1. Η Μιτυλήνη είναι της Λέσβος πολιτεία, μεγάλη κι' όμορφη, επειδή +χωρίζεται από περάματα, γιατί η θάλασσα σιγομπαίνει στην ξηρά, κ' +είναι στολισμένη με γεφύρια από πελεκητή και λευκή πέτρα. Θα +νόμιζες πώς δε βλέπεις πολιτεία παρά νησί. Μακριά από την πολιτεία +αυτή, τη Μιτυλήνη, ίσαμε διακόσια στάδια ήταν υποστατικό ανθρώπου +πλούσιου, χτήμα ωραιότατο· βουνά που έθρεφαν αγρίμια, κάμποι όλο +χωράφια, λόφοι γεμάτοι αμπέλια, βοσκοτόπια κοπαδιών· κ' η θάλασσα +σιγοχτυπούσε στην ακρογιαλιά, που απλωνότανε σε μαλακή αμμουδιά. + +2. Στο χτήμα αυτό βόσκοντας κάποιος γιδάρης, που τον έλεγαν +Λάμωνα, βρήκε παιδί, που τόθρεφε μια γίδα. Ήτανε δάσος και κάτω +χαμόδεντρα και κισσός απλωμένος και χορτάρι μαλακό, που απάνω του +κείτονταν το παιδί. Στο μέρος αυτό τρέχοντας η γίδα ταχτικά +γινόταν πολλές φορές άφαντη· κι αφίνοντας το κατσικάκι της έμενε +κοντά στο μωρό. Παραφυλάει τα περάσματα ο Λάμωνας, επειδή λυπήθηκε +το παραμελούμενο κατσικάκι, κι απάνω στο καταμεσήμερο, αφού πήρε +κατά πόδι τη γίδα, τη βλέπει να στέκεται μ' ανοιχτά τα πόδια +προσεχτικά μήπως πατώντας με τα νύχια της το μωρό του κάνει κανένα +κακό, και τούτο σαν από μάννας βυζί να βυζαίνη το γάλα. +Σαστισμένος, καθώς ήτανε φυσικό, πλησιάζει και βρίσκει παιδί +αρσενικό, μεγάλο κ' όμορφο και μέσα σε σπάργανα, που δεν ταίριαζαν +με την τύχη του να είναι παραρριγμένο. Εφορούσε δηλαδή πανωφοράκι +κόκκινο με θηλυκωτήρι χρυσό κ' ήταν κοντά του και σπαθάκι με χέρι +φιλντισένιο. + +3. Στην αρχή στοχάστηκε, αφού πάρη μοναχά τα σημάδια, ν' +αδιαφορήση για το μωρό. Μα ύστερα από ντροπή να μη μιμηθή μήτε της +γίδας τη φιλανθρωπία, αφού περίμενε να βραδυάση, τα φέρνει όλα στη +γυναίκα του τη Μυρτάλη, και τα σημάδια και το παιδί και τη γίδα. +Κ' επειδή εκείνη απορούσε, πώς μπορούν οι γίδες να γεννούνε +παιδιά, της τα ιστορεί όλα: πως το βρήκε πεταμένο, πως το είδε να +θρέφεται, πως ντράπηκε να το αφίση να πεθάνη. Κι αφού παραδέχτηκε +κ' εκείνη, κρύβουν τα πράγματα, που ήταν βαλμένα κοντά του, κάνουν +το παιδί δικό τους κι αφίνουν τη γίδα να το αναθρέφη· και για να +φαίνεται και τ' όνομα του παιδιού ποιμενικό, αποφάσισαν να το +φωνάζουνε Δάφνη. + +4. Κι όταν πια είχαν περάσει δυο χρόνια, βοσκός από γειτονικά +χτήματα, που τον έλεγαν Δρύαντα, ενώ έβοσκε, βρίσκει κι αυτός κατά +τύχη παρόμοια πράγματα και βλέπει τα ίδια. Για σπηλιά των Νυμφών +ήταν ένας μεγάλος βράχος, από μέσα βαθουλός και απ' έξω +στρογγυλός· τα αγάλματα των Νυμφών αυτών ήτανε καμωμένα από πέτρα. +Ήταν ξυπόλητες· τα χέρια τους γυμνά ίσαμε τους ώμους, τα μαλλιά +ίσαμε το λαιμό ριγμένα, ζώνη γύρω στη μέση, πρόσωπο γελαζούμενο. +Όλο τους το φτιάσιμο ήτανε σαν να χόρευαν στη σειρά. Η καμάρα της +σπηλιάς ήτανε το πιο μεσιανό μέρος του μεγάλου βράχου. Και νερό +αναβρύζοντας από κάποια πηγή έκανε να τρέχη ποταμάκι ως που και +λειβάδι χαριτωμένο απλώνονταν εμπρός στη σπηλιά, επειδή από την +υγρασία φύτρωνε πολύ και μαλακό χορτάρι. Κ' ήταν εκεί κρεμασμένα +και καρδάρες και παγιαύλια και σουραύλια και φλογέρες, +γεροντότερων βοσκών τάματα. + +5. Στη σπηλιά αυτή των Νυμφών πηγαίνοντας συχνά προβατίνα +νιόγεννη, έκανε πολλές φορές να θαρρούν πως χάθηκε. Θέλοντας ο +Δρύαντας να τη συμμαζέψη και να τη βάλη στην προτητερινή τάξη, +αφού λύγισε δεμάτι από χλωρές βέργες και τόκαμε παρόμοιο με θηλιά, +εζύγωσε στο βράχο για να την πιάση εκεί. Μα άμα έφτασε κοντά, δεν +είδε τίποτε από όσα περίμενε, παρά την προβατίνα να δίνη σαν +άνθρωπος το μαστάρι της για να τρέχη μπόλικο το γάλα κ' ένα παιδί, +χωρίς να κλαίη, να φέρνη λαίμαργα από το ένα μαστάρι στάλλο το +στόμα, παστρικό και χαρούμενο, επειδή η προβατίνα του έγλυφε με τη +γλώσσα το πρόσωπο, άμα χόρταινε. Θηλυκό ήταν το παιδί τούτο· και +κείτοντας κοντά του σπάργανα και σημάδια, φασκιά ολόχρυση, +ποδήματα χρυσοκέντητα και βρακάκια χρυσοΰφαντα. + +6. Κ' επειδή ενόμισε σαν κάτι θεοτικό το ηύρεμα κ' έπαιρνε +παράδειγμα από την προβατίνα να λυπηθή το παιδί και να τ' αγαπάη, +παίρνη το μωρό στην αγκαλιά του, ρίχνει τα σημάδια στο ταγάρι του +και παρακαλεί τις Νύμφες καλότυχη να αναθρέψη την ικέτιδά τους. Κι +όταν ήταν ώρα να γυρίση πίσω το κοπάδι, φθάνοντας στο ζευγολατιό +ιστορεί στη γυναίκα του τα όσα είδε, της δείχνει τα όσα βρήκε, την +παρακινάει να το θαρρή κοριτσάκι της και να το αναθρέφη κρυφά σαν +δικό της. Κ' η Νάπη λοιπόν (επειδή έτσι την έλεγαν), γίνεται +αμέσως μητέρα κι αγαπούσε το παιδί τόσο, που εφοβότανε μήπως και +την ξαπεράση στην αγάπη η προβατίνα· και για να πιστευτή πως ήτανε +δικό της τούβγαλε κι αυτή ποιμενικό όνομα: Χλόη. + +7. Τα παιδιά αυτά εμεγάλωσαν πολύ γλήγορα και γίνονταν ομορφότερα +από όσο ταίριαζε σε χωριατόπουλα. Κ' ήτανε πια ο ένας δέκα πέντε +χρονών κ' η άλλη μικρότερη δυο χρόνια, όταν ο Δρύαντας κι ο +Λάμωνας βλέπουν την ίδια νύχτα τέτοιο όνειρο. Τους φάνηκεν ότι οι +Νύμφες εκείνες, που ήτανε στη σπηλιά, όπου η πηγή, όπου βρήκε το +παιδί ο Δρύαντας, παράδωσαν το Δάφνη και τη Χλόη σε παιδί πολύ +ζωηρό κι όμορφο, που είχε φτερά στους ώμους κ' εκρατούσε σαΐτες +μικρές μαζί με δοξάρι. Κι αφού άγγιξε και τα δυο παιδιά με μια +σαΐτα, τα πρόσταξε να βόσκουνε στο εξής ο ένας τα γίδια κ' η άλλη +τα πρόβατα. + +8. Όταν είδαν το όνειρο αυτό, πικραίνονταν πως θα γίνουν κ' εκείνα +τσοπάνηδες, ενώ τα σπάργανά τους μηνούσαν καλλίτερη τύχη, για +τούτο και τάθρεφαν με πιο διαλεχτές θροφές και τα μάθαιναν +γράμματα κι' όλα τα καλά που ήτανε στην εξοχή. Μα αποφάσισαν να +υπακούσουνε στους θεούς για κείνους που σώθηκαν με τη φροντίδα των +θεών. Κι' αφού είπαν ο ένας στον άλλο τ' όνειρο κ' έκαναν στη +σπηλιά των Νυμφών θυσία στο φτερωτό παιδί (επειδή δεν ήξεραν να +λένε τ' όνομά του) τα στέλνουν σα βοσκούς μαζί με τα κοπάδια, όταν +τους έμαθαν καλά το καθετί· πώς να βόσκουν πριν το μεσημέρι, πώς +να τα οδηγούν άμα πέση η ζέστη, πότε να τα πηγαίνουν για πότισμα, +πότε να τα γυρίζουν στο μαντρί, για ποια να μεταχειρίζονται την +αγκλίτσα, για ποια μονάχα τη φωνή· κ' εκείνα ήταν πολύ χαρούμενα +σαν νάπαιρναν μεγάλη εξουσία· κι' αγαπούσαν τα γίδια και τα +πρόβατα περισσότερο από όσο συνηθίζουν οι βοσκοί, επειδή η μια +θαρρούσε για αιτία τον γλυτωμού της το κοπάδι κι' ο άλλος εθυμόταν +ότι γίδα τον ανάθρεψε, όταν ήταν πεταμένος. + +9. Άνοιξης ήταν αρχή κι' όλα τ' άνθη λουλούδιζαν στα δάση, στα +λειβάδια, στα βουνά. Τώρα άρχιζε το βουητό της μέλισσας, των +πουλιών το κελάδημα, τα χοροπηδήματα των νιογέννητων κοπαδιών· τ' +αρνιά χοροπηδούσαν στα βουνά· βούηζαν στα λειβάδια οι μέλισσες· τα +πουλιά γέμιζαν με τραγούδια τα χαμόδενδρα. Και καθώς λοιπόν όλα +ήτανε στην όμορφη ώρα τους, κι' αυτοί, σαν τρυφεροί και νέοι που +ήταν, εμιμούνταν όσα άκουαν κ' έβλεπαν. Ακούοντας τα πουλιά να +κελαδούν, τραγουδούσαν· βλέποντας ταρνιά να χοροπηδούν, +αλαφροπηδούσαν· και κάνοντας τις μέλισσες, σύναζαν τάνθη· κι' απ' +αυτά άλλα τάβαναν στα στήθια τους κι' άλλα, πλέκοντάς τα +στεφανάκια, τα πήγαιναν στις Νύμφες. + +10. Κ' έκαναν το καθετί μαζί, βόσκοντας ο ένας κοντά στον άλλο. +Πολλές φορές ο Δάφνης περιμάζευε όσα πρόβατα ξεμάκραιναν· και +πολλές φορές η Χλόη τα πιο ζωηρά γίδια τα σαλαγούσε από τους +γκρεμνούς· μα και τα δυο κοπάδια εφύλαξε ο ένας, επειδή ο άλλος +καταγινότανε να παίζη. Κ' ήτανε τα παιγνίδια τους τσοπάνικα και +παιδιάτικα. Εκείνη μαζεύοντας βούρλα έπλεκεν ακριδοπαγίδες· κ' +έχοντας σε τούτο το νου της, παραμελούσε το κοπάδι. Εκείνος, αφού +έκοφτε καλάμια ψιλά και τρυπούσε τα χωρίσματα στους κόμπους και τα +κολλούσε τόνα με τάλλο με μαλακό κερί, γυμνάζονταν ως στο βράδυ να +μάθη σουραύλι. Και καμιά φορά έπιναν γάλα και κρασί και +μοιράζονταν τις θροφές πούφερναν από το σπίτι τους. Συχνότερα +θάβλεπε κανένας να είναι χωρισμένα τα κοπάδια παρά η Χλόη κι' ο +Δάφνης. + +11. Κ' ενώ έπαιζαν έτσι, τέτοια μελέτησε γι' αυτούς ο Έρωτας. +Λύκισσα, που έθρεφε λυκάκια, άρπαζε πολλές φορές από άλλα κοπάδια +από τα κοντινά χτήματα, επειδή εχρειαζόταν πολλή θροφή για να +θρέψη τα μικρά της. Για τούτο, αφού μαζεύτηκαν νύχτα οι χωριανοί, +άνοιξαν λάκκους μια οργιά το πλάτος και τέσσερες το βάθος. Το +περισσότερο χώμα το σκόρπισαν, φέρνοντάς το μακριά· κ' ύστερις, +αφού άπλωσαν απάνω από το στόμα του λάκκου ξύλα ξερά, επάτησαν +καλά τ' αποδέλοιπο χώμα για να κάμουν τη γις όμοια με πριν, ώστε +κι' αν λαγώς περνούσε τρέχοντας να σπάση τα ξύλα, που ήταν πιο +αδύνατα κι' από άχερα, και τότε να μπορέση να μάθη ότι δεν ήτανε +γις παρά απομίμηση γις. Αν κι' άνοιξαν πολλούς τέτοιους λάκκους +και στα βουνά και στους κάμπους, δε μπόρεσαν να πιάσουν τη +λύκισσα, επειδή αυτή καταλαβαίνει την ψεύτικη γις· μόνο πολλά +τραγιά και πρόβατα αφάνισαν οι λάκκοι και παραλίγο και τον ίδιο το +Δάφνη από τούτη την αιτία. + +12. Τράγοι, αφού εθύμωσαν, επιάστηκαν· και σαν έγιναν πιο δυνατά +τα κουντρίσματα σπάει του ενός το ένα κέρατο· και μουγκρίζοντας +τούτος από τον πόνο τόβαλε στη φευγάλα· μα ο νικητής ακολουθώντάς +τον καταπόδι τον κυνηγούσε αδιάκοπα. Λυπάται ο Δάφνης τον τράγο με +το σπασμένο κέρατο και θυμωμένος από την κακία του νικητή τον +κυνηγούσε, αφού άρπαξε την αγκλίτσα του. Και καθώς ο τράγος +ξέφευγε κ' εκείνος τον κυνηγούσε με θυμό, δεν έβλεπαν καλά μπροστά +τους κ' έτσι πέφτουν κ' οι δυο μέσα σε λάκκο· πρώτα ο τράγος κ' +ύστερα ο Δάφνης. Αυτό όμως έσωσε το Δάφνη, επειδή ο τράγος του +στάθηκε σαν στήριγμα στο πέσιμο. Ο Δάφνης λοιπόν κλαίοντας +περίμενε μήπως θα ερχότανε κανένας να τον τραβήξη. Κ' η Χλόη, όταν +είδε το τι έγινε, φτάνει τρέχοντας στο λάκκο· κι' άμα είδε πως ζη, +φωνάζει βοήθεια κάποιο γελαδάρη από τα κοντινά χτήματα. Σαν ήλθε +αυτός, εζήταε σχοινί μακρί για να το ρίξη του Δάφνη και να τον +βγάλη από το λάκκο τραβώντας τον. Μα σχοινί δεν ήταν πουθενά· η +Χλόη όμως αφού έλυσε μια κορδέλα της τη δίνει στο γελαδάρη για να +την ρίξη· κ' έτσι εκείνοι στεκάμενοι στην άκρη του λάκκου +τραβούσαν κι' ο Δάφνης ανέβηκε κρατώντας την κορδέλα, που την +έσερναν. Έπειτα έβγαλαν και τον κακότυχο τον τράγο, που είχε +σπασμένα και τα δύο κέρατα, (τόσο τον ξεδικήθηκε ο νικημένος +τράγος) και τόνε χαρίζουνε στο γελαδάρη για τη βοήθεια, που τους +έδωκε· κι' αποφασίζουν να ειπούν ψέματα στους δικούς τους, ότι τον +άρπαξαν λύκοι, αν τον αναζητούσε κανένας. Ύστερα αυτοί αφού +γύρισαν πίσω, εξέταζαν τα κοπάδια τους· και σαν είδαν πως έβοσκαν +ήσυχα και τα γίδια και τα πρόβατα, κάθησαν σε κούτσουρο βελανιδιάς +και κοίταζαν μήπως ο Δάφνης, όταν έπεσε, ματώθηκε σε κανένα μέρος +του κορμιού του. Δεν είχε πληγωθή καθόλου, μήτε είχε ματώσει· μα +ήτανε γεμάτος χώμα και λάσπη και στα μαλλιά και στάλλο κορμί. +Αποφάσισαν λοιπόν να λουστή, προτού ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη μάθουν +τι έγινε. + +13. Κι αφού ο Δάφνης πήγε μαζί με τη Χλόη στη σπηλιά των Νυμφών, +της έδωκε και το ρούχο του και το ταγάρι να τα φυλάη κι' αυτός +στεκάμενος εμπρός στην πηγή έπλενε τα μαλλιά κι όλο το σώμα του. +Κ' ήτανε τα μαλλιά του μαύρα και πολλά και το κορμί του μαυρισμένο +από τον ήλιο. Θάλεγε κανένας ότι κι αυτό είχε πάρει από τη μαυρίλα +των μαλλιών. Και στη Χλόη, που τον εκοίταζε, εφαινόταν όμορφος ο +Δάφνης, και επειδή δεν τον είχε προσέξει πριν ότι ήτανε όμορφος, +ενόμιζε πως το λουτρό ήτανε η αφορμή της ομορφιάς του. Κι όταν του +έπλενε τις πλάτες ένοιωθε το κρέας του πιο μαλακό· και πολλές +φορές άγγιξε κρυφά το δικό της για να δοκιμάση μήπως ήτανε +τρυφερότερο. Κι άμα πια εβασίλεψε ο ήλιος έφερναν τα κοπάδια στις +στάνες· κ' η Χλόη δεν έπαθε τίποτε παραπάνω παρά ότι επιθυμούσε να +ιδή και πάλι τον Δάφνη να λούζεται. Την άλλη μέρα, μόλις εβγήκανε +στη βοσκή, ο Δάφνης καθούμενος κάτω από τη συνηθισμένη βαλανιδιά +έπαιζε το σουραύλι και μαζί επρόσεχε και τα γίδια, που είχαν +ξαπλωθή κάτω σαν ν' άκουγαν τους σκοπούς· κ' η Χλόη καθισμένη +κοντά εφύλαε τα πρόβατα, μα πιο πολύ εκοίταζε το Δάφνη· και πάλι +ενώ αυτός έπαιζε το σουραύλι τής εφαινότανε όμορφος κ' ενόμιζε τη +μουσική αφορμή της ομορφιάς, ώστε να πάρη κι αυτή ύστερ' από +κείνον το σουραύλι μήπως γινότανε κι αυτή όμορφη. Και τον έπεισε +να ξαναλουστή· κι αφού τον είδε, τον άγγιξε· κ' έφυγε πάλι αφού +τον επαίνεψε· και το παίνεμα ήτανε αρχή έρωτα. Τι λοιπόν είχε +πάθει δεν ήξερε, επειδή ήτανε κορίτσι μικρό κ' είχε αναθραφή στην +εξοχή και μήτε είχε ακούσει κανέναν άλλονε να λέη τ' όνομα του +έρωτα. Κ' ήτανε γεμάτη λύπη η ψυχή της και δεν κρατούσε τα δάκρυα· +και μιλούσε πολύ για το Δάφνη. Δεν την έμελε για φαΐ, αγρυπνούσε +τη νύχτα, παραμελούσε το κοπάδι· πότε γελούσε, πότε έκλαιγε· πότε +εκοιμόταν, πότε πεταγόταν από τον ύπνο της· το πρόσωπό της +εχλώμαινε και πότε πάλι άναβε· μήτε αν την έπιανε των βωδιών η +μυίγα, θα πάθαινε τέτοια. Και κάποτε σαν έμεινε μόνη είπε και +τέτοια λόγια: + +14. — Τώρα εγώ είμαι άρρωστη, μα δεν ξέρω ποια η αρρώστια· πονώ +και δεν έχω πληγή· λυπάμαι κι όμως κανένα από τα πρόβατά μου δεν +έχασα. Καψόνω κι όμως κάθουμαι σε τέτοιον ίσκιο. Πόσα βάτα μ' +αγκύλωσαν πολλές φορές και δεν έκλαψα. Πόσες μέλισσες μ' +εκέντρισαν, μα έφαγα. Αυτό που μου τρυπάει τώρα την καρδιά είναι +σκληρότερο από όλα εκείνα. Όμορφος είναι ο Δάφνης όπως και τα +λουλούδια· όμορφα μιλάει το σουραύλι του όπως και τ' αηδόνια· για +κείνα όμως δε λέω τίποτε. Άμποτε να γινόμουνα σουραύλι του για να +με φυσάη· άμποτε να γινόμουνα κατσίκι για να με βόσκη εκείνος. Ω! +κακό νερό, μονάχα το Δάφνη έκαμες όμορφο κ' εγώ του κάκου +ελούστηκα. Χάνουμαι, αγαπημένες Νύμφες, και μήτ' εσείς δε σώζετε +την κόρη, που αναθράφηκε κοντά σας. Ποιος θα σας βάλη στεφάνια +ύστερ' από μένα; ποιος θα αναθρέψη τα δυστυχισμένα τ' αρνιά; ποιος +θα περιποιηθή τον τραγουδιστή το τζίτζικα, που εγώ τον έπιασα με +πολύ κόπο για να με κοιμίζη, λαλώντας κοντά στη σπηλιά; να τώρα +εγώ αγρυπνώ για το Δάφνη κ' εκείνος του κάκου λαλάει. + +15. Τέτοια υπόφερνε, τέτοια έλεγε, μην ηξέροντας το όνομα του +έρωτα. Μα ο Δόρκωνας ο γελαδάρης που είχε ανασύρει το Δάφνη και +τον τράγο από το λάκκο, παλληκάρι που μόλις έβγανε γένια και που +ήξερε και τ' όνομα και τα έργα του έρωτα, αμέσως από κείνη την +ημέρα ερωτεύτηκε τη Χλόη· κι όταν επέρασαν κι άλλες πολλές ημέρες +πιο πολύ εφλογιζόταν η ψυχή του· και περιφρονώντας το Δάφνη, σαν +παιδί που ήτανε, εστοχάστηκε να τον παραμερίση ή με δώρα ή με +φοβερίσματα. Τους επήγε λοιπόν πρώτα τα δώρα· για το Δάφνη +σουραύλι τσοπάνικο, που είχεν εννιά καλάμια κολλημένα, τόνα με +τάλλο, με χάλκωμα αντί με κερί· και για τη Χλόη βακχικό +αλαφόπουλο· και το χρώμα του ήτανε σαν ζωγραφισμένο μ' άσπρες +βούλες. Από τη στιγμή αυτή, περνώντας για φίλος, το Δάφνη σιγά- +σιγά δεν τον επρόσεχε καθόλου, μα μονάχα στη Χλόη έφερνε κάθε μέρα +ή φρέσκο τυρί ή στεφάνι άνθινο ή όμορφο μήλο· της επήγε κάποτε και +μουσχάρι στο βουνό γεννημένο και καρδάρα χρυσοκέντητη και τα μικρά +βουνήσιων πουλιών. Κ' η Χλόη, επειδή δεν ήξερε τις πονηριές του +ερωτευμένου, χαρούμενη έπαιρνε τα δώρα, κ' έχαιρε περισσότερο που +τα είχε για να τα χαρίζη αυτή του Δάφνη· κ' επειδή έπρεπε πια να +μάθη κι' ο Δάφνης τα έργα του έρωτα, έστησε φιλονεικία ο Δόρκωνας +μ' αυτόν ποιος είναι ομορφότερος κ έγινε κριτής η Χλόη· και +βραβείο για το νικητή ήτανε να φιλήση τη Χλόη· και πρώτος ο +Δόρκωνας τέτοια έλεγε: + +16. — Εγώ, παρθένα, είμαι μεγαλείτερος από το Δάφνη· εγώ είμαι +γελαδάρης κι αυτός γιδάρης· μα είμαι και τόσο καλλίτερός του όσο +είναι τα βώδια από τα γίδια· είμαι κι άσπρος σαν το γάλα και +ξανθός σαν το στάρι που θα το θερίσουν· εμένα με ανάθρεψε μητέρα +κι όχι αγρίμι. Τούτος όμως είναι μικρός και άτριχος σαν γυναίκα +και μελαψός σαν λύκος. Βόσκει τράγους και βρωμάει τρομερά. Είναι +και φτωχός ώστε να μη μπορή να θρέψη μήτε σκυλί. Κι' αν, καθώς +λένε, τον εβύζαξε και γίδα, δεν ξεχωρίζει καθόλου από γίδι. + +Αυτά και τέτοια είπε ο Δόρκωνας· κ' ύστερα ο Δάφνης τούτα: + + — Εμένα με ανάθρεψε γίδα καθώς τον Δία. Και βόσκω τράγους που θα +τους κάμω μεγαλείτερους από τα βώδια τουτουνού· και δε βρωμάω +καθόλου εξαιτίας τους, αφού δε βρωμάει κι' ο Πάνας, που στο +περισσότερο μέρος του κορμιού του είναι τράγος. Και μου είναι +αρκετό το τυρί και το ψημένο ψωμί και τ' άσπρο κρασί, όσα έχουνε +πλούσιοι χωριάτες. Είμαι άτριχος· μα είναι κι' ο Διόνυσος· +μελαχροινός· μα κι' ο υάκινθος είναι μελαψός· όμως κ' ο Διόνυσος +είναι ομορφότερος από τους σάτυρους κι' ο υάκινθος από τους +κρίνους. Αυτός είναι ξανθός σαν αλεπού και μουσάτος σαν τράγος +κι' άσπρος σαν γυναίκα από τη χώρα. Κι' αν είναι ανάγκη να φιλήσης +εσύ, εμένα θα μου φιλήσης το στόμα, τουτουνού όμως τις τρίχες του +γενιού του. Και θυμήσου, παρθένα, ότι σε ανάθρεψε προβατίνα, μα +κι' ότι είσαι όμορφη. + +17. Δεν περίμενε πια η Χλόη, αλλά επειδή από τη μια εχάρηκε για +τον έπαινο κ' επειδή από την άλλη επιθυμούσε από καιρό να φιλήση +το Δάφνη, αφού επετάχτηκε επάνω τον εφίλησε· κ' ήτανε το φιλί της +φυσικό κι άτεχνο· μα μπορούσε ν' ανάψη παραπολύ την ψυχή. Ο +Δόρκωνας λοιπόν αφού λυπήθηκε, έφυγε γυρεύοντας άλλο δρόμο έρωτα· +κι ο Δάφνης σαν να μη φιλήθηκε παρά σαν να δαγκώθηκε, αμέσως έγινε +μελαγχολικός και συχνά ένοιωθε κρυάδες και την καρδιά του άκουε να +χτυπάει πολύ· κ' ήθελε να βλέπη τη Χλόη κι όταν την έβλεπε +γινότανε κατακόκκινος. Τότε εθαύμασε για πρώτη φορά και τα μαλλιά +της ότι ήτανε ξανθά και τα μάτια της ότι ήτανε μεγάλα σαν του +βωδιού, και το πρόσωπό της πιο άσπρο αληθινά κι από το γάλα των +γιδιών, σαν να πρωτοαπόκτησε τότε μάτια κι' όλο τον άλλο καιρό +πριν ήτανε στραβός. Μήτε φαΐ έτρωγε πια παρά όσο για να το +δοκιμάζη· και πιοτό, αν καμμιά φορά ένοιωθε ανάγκη, έπινε μόνο όσο +για να βρέξη το στόμα του. Ήτανε σιγανός αυτός που εμιλούσε πριν +περισσότερο κι από τα τζιτζίκια· αργός αυτός που εκινιόταν +περισσότερο κι από τα γίδια· παραμελήθηκε και το κοπάδι· +επετάχτηκε και το σουραύλι· το πρόσωπό του γινότανε κιτρινότερο κι +από το χορτάρι του καλοκαιριού. Μονάχα στη Χλόη μιλούσε. Κι αν +καμιά φορά εβρισκότανε χώρια της, τέτοια έλεγε μόνος του. + +18. — Τι λοιπόν μούκαμε της Χλόης το φιλί; Τα χείλη της είναι πιο +τρυφερά κι από τα τριαντάφυλλα και το στόμα της πιο γλυκό κι από +τις κερήθρες· μα το φιλί της πιο φαρμακερό κι από το κεντρί της +μέλισσας. Πολλές φορές εφίλησα κατσικάκια· πολλές φορές εφίλησα +σκυλάκια νιογέννητα και το μουσκάρι που εχάρισε ο Δόρκωνας· μα το +φιλί τούτο είναι αλλιώτικο. Πιάνεται η αναπνοιά μου, χτυπάει η +καρδιά μου, λυόνει η ψυχή μου κι όμως θέλω να ξαναφιλήσω. Ω νίκη +κακή! Ω αρρώστια παράξενη, που μήτε τ' όνομά της δεν ξέρω να ειπώ. +Άρα γε μαγιοβότανο είχε φάει η Χλόη, προτού να με φιλήση; μα πώς +δεν πέθανε; Πώς λαλούνε τ' αηδόνια και το σουραύλι μου σωπαίνει! +πώς χοροπηδούν τα γίδια κ' εγώ κάθουμαι! πώς λουλουδίζουν τ' άνθη +κ' εγώ στεφάνια δεν πλέκω! Οι μενεξέδες και τα γιατσέντα ανθίζουν +κι ο Δάφνης μαραίνεται! Τάχα κι ο Δόρκωνας πιο όμορφος από μένα θα +φανή; + +19. Τέτοια ο καημένος ο Δάφνης υπόφερνε κ' έλεγε, επειδή πρώτη +φορά εμάθαινε του έρωτα τα έργα και τα λόγια. Ο Δόρκωνας όμως ο +γελαδάρης, που αγαπούσε τη Χλόη, αφού παραφύλαξε το Δρύαντα εκεί +που παράχωνε παλούκι κοντά σ' ένα κλήμα, τόνε σιμόνει κρατώντας +κάμποσα κεφάλια τυρί. Και του δίνει τα τυριά σαν δώρο, επειδή ήταν +από καιρό φίλος, από τότε που έβοσκε κι αυτός. Κάνοντας αρχή από +δω άρχισε να του λέη και για την παντρειά της Χλόης. Κι αν την +έπαιρνε αυτός γυναίκα, έταζε χαρίσματα πολλά και πλούσια, σαν +γελαδάρης: ένα ζευγάρι καματερά, τέσσερα μελίσσια, πενήντα ρίζες +μηλιές, βουβαλοτόμαρο για να κόψη ποδήματα, και κάθε χρόνο ένα +μουσκάρι αποκομμένο· ώστε λίγο έλειψε μαγεμένος ο Δρύαντας από τα +χαρίσματα να στέρξη το γάμο. Μα συλλογίστηκε, ότι η κορασιά άξιζε +καλλίτερο γαμπρό κι από το φόβο μήπως, αν φαναρωθή καμιά φορά πως +δεν είναι κόρη του, του λάχουν αγιάτρευτες συφορές, και το γάμο +αρνήθηκε και να μη του ξανακάμη λόγο εζήτησε κι από τα δώρα, που +του αράδιασε, παρατήθηκε. + +20. Αφού λοιπόν και δεύτερη φορά γελάστηκε ο Δόρκωνας στην ελπίδα +του και του κάκου έχασε τα καλά τυριά, αποφάσισε ν' αρπάξη τη +Χλόη, όταν βρεθή μονάχη της. Και σαν παραφύλαξε κ' είδε, ότι τη +μια μέρα πήγαινε τα κοπάδια στο πότισμα ο Δάφνης και την άλλη η +κορασιά, σοφίζεται πονηριά, που ταίριαζε σε βοσκό. Αφού πήρε το +τομάρι λύκου μεγάλου, που κάποτε βουβάλι, προστατεύοντας τα +βόιδια, τον εσκότωσε με τα κέρατά του, το άπλωσε γύρω στο κορμί +του, ρίχνοντάς το απάνω του, από τους ώμους ίσαμε τα πόδια, ως που +τα μπροστινά πόδια του λύκου ν' απλωθούν στα χέρια του και τα +πισινά στα πόδια του ίσαμε τη φτέρνα και το άνοιγμα του στομάτου +να σκεπάση το κεφάλι του σαν περικεφαλαία πολεμιστή· κ' αφού +γίνηκε σαν θεριό όσο μπορούσε καλλίτερα, πηγαίνει κοντά στην πηγή, +όπου ποτίζονταν τα γίδια και τα πρόβατα ύστερ' από τη βοσκή. Κ' +ήταν η πηγή σε πολύ γούπατο και γύρω της όλος ο τόπος γεμάτος από +αρκουδόβατα και βάτα και χαμηλούς κέντρους κι' ασκόλυμπρους· +εύκολα μπορούσε να κάνη εκεί καρτέρι και λύκος αληθινός. Αφού +κρύφτηκε στο μέρος αυτό ο Δόρκωνας περίμενε την ώρα του ποτίσματος +κ' έλπιζε πολύ ν' αρπάξη τη Χλόη, τρομάζοντάς τη με τη θωριά του. + +21. Δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Χλόη οδηγούσε τα κοπάδια στην πηγή, +αφίνοντας το Δάφνη να κόβη χλωρά φύλλα για θροφή των γιδιών ύστερ' +από τη βοσκή. Μα τα σκυλιά, που φυλάνε τα πρόβατα και τα γίδια από +πίσω ακολουθώντας, καθώς έψαχναν με τη μύτη, όπως συνηθίζουν τα +σκυλιά, μόλις ανακάλυψαν το Δόρκωνα που σάλευε για να επιτεθή του +κοριτσιού, αφού εγαύγισαν άγρια, εχύμιξαν απάνω σε λύκο και σαν +τον ετριγύρισαν, προτού να σηκωθή καθόλου από τη σαστισμάρα του, +δάγκωναν το τομάρι. Στην αρχή από ντροπή να μην φανερωθή κ' επειδή +προφυλάγονταν από το τομάρι, που τον εσκέπαζε, έμενε βουβός μέσα +στ' αγκάθια. Μα όταν κ' η Χλόη κατατρομαγμένη, καθώς τον +πρωτόειδε, εφώναζε το Δάφνη βοήθεια και τα σκυλιά ξεσκίζοντας το +τομάρι εδάγκωναν το κορμί του, έκλαψε δυνατά και παρακαλούσε την +κορασιά και το Δάφνη, που είχε πια φθάσει, να τόνε βοηθήσουν. Τα +σκυλιά τα μέρωσαν γλήγορα με συνηθισμένο μαύλισμα· έπειτα έφεραν +στην πηγή το Δόρκωνα, δαγκωμένο στα μεριά και στους ώμους, του +έπλυναν τις δαγκωματιές, όπου είχαν μπει τα δόντια των σκυλιών, +και ύστερα του έβαναν επάνω χλωρή φλούδα φτελιάς, αφού την +καλοκοπάνησαν. Και επειδή ήταν αμάθητοι από ερωτικές αποκοτιές, +ενόμισαν ποιμενικό αστείο το ότι είχε κάμει ο Δόρκωνας και δεν +εθύμωσαν καθόλου, παρά και, παρηγορώντας τον, αφού τον επήγαν ως +παρά πέρα, τον ξεπροβόδησαν. + +22. Κι' ο Δόρκωνας σαν εγλύτωσε από τέτοιο κίνδυνο και σώθηκε από +του σκυλιού κι' όχι, καθώς λένε, από του λύκου το στόμα, εγιάτρευε +το κορμί του. Ο Δάφνης όμως κ' η Χλόη εβασανίστηκαν πολύ ίσαμε τη +νύχτα για να περιμαζεύουν τα γίδια και τα πρόβατα. Επειδή +φοβισμένα από το λυκοτόμαρο και τρομαγμένα από τα γαυγίσματα των +σκυλιών, άλλα σκαρφάλωσαν στα βράχια κι' άλλα έτρεξαν ίσαμε κάτου +στη θάλασσα. Αν και είχανε μάθει ν' ακούνε στη φωνή και να +μερόνουν με το σουραύλι και να μαζεύουνται με το χτύπημα των +χεριών, όμως τότες ο φόβος τάκανε να τα λησμονήσουν όλα. Και μόλις +βρίσκοντάς τα από τ' αχνάρια σαν τους λαγούς, τα πήγανε στα +μαντριά. Εκείνη μονάχα τη νύχτα κοιμήθηκαν ύπνο βαθύ κ' η κούραση +γίνηκε γιατρικό στον ερωτικό τους πόνο. Μα όταν ξημέρωσε πάλι, +πάλι υπόφερναν τα ίδια. Χαίρονταν που ξαναϊδώθηκαν, ελυπόνταν όταν +χωρίστηκαν, επονούσαν, κάτι ήθελαν, δεν ήξεραν τι θέλουν. Τούτο +μονάχα ήξεραν: ότι τον έναν τον αφάνισε το φιλί και την άλλη το +λουτρό. Τους ξάναβε όμως περισσότερο κ' η εποχή. + +23. Άνοιξης ήταν πια τέλος κι' αρχή του καλοκαιριού κι όλα στον +καιρό τους· τα δέντρα γεμάτα καρπούς, οι κάμποι όλο σπαρτά. +Χαρούμενο ήταν των τζιτζικιών το λάλημα, γλυκιά και των οπωρικών η +μυρουδιά, ευχάριστο και των κοπαδιών το βέλασμα. Θάλεγε κανένας +πως και τα ποτάμια τραγουδούσαν, καθώς σιγότρεχαν· πως κ' οι +αγέρηδες έπαιζαν φλογέρες, καθώς φυσούσανε μέσα στα πεύκα· πως και +τα μήλα ερωτευμένα έπεφταν κάτω· πως κι' ο ήλιος αγαπώντας την +ομορφιά, όλους τους ξεγύμνωνε. Κι ο Δάφνης λοιπόν, ανάφτοντας από +όλα αυτά, έμπαινε στα ποτάμια και πότε λούζονταν και πότε +κυνηγούσε όσα ψάρια στρυφογυρίζανε μέσα στο νερό· και έπινε πολλές +φορές για να σβύση τη φωτιά που είχε μέσα του. Κ' η Χλόη άμα +άρμεγε τα πρόβατα και τα περισσότερα γίδια, πολύ υπόφερνε όταν +έπηζε το γάλα· επειδή οι μυίγες την ενοχλούσαν φοβερά και την +ετσιμπούσαν, αν και τις έδιωχνε· ύστερα όμως, αφού έπλενε το +πρόσωπό της, εφορούσε στεφάνι από κλαδιά πεύκου και ζώνονταν το +λαφοτόμαρο· κι αφού εγέμιζε το καρδάρι κρασί και γάλα, έπινε μαζί +με το Δάφνη. + +24. Μα όταν ερχότανε το μεσημέρι τα μάτια τους ελιγώνονταν πια, +επειδή εκείνη βλέποντας γυμνό το Δάφνη ένοιωθε ολανθισμένη την +ομορφιά του κ' έλυονε· μήτε μπορούσε να του βρη κανένα ψεγάδι· κι' +ο Δάφνης όταν την έβλεπε με το λαφοτόμαρο και με το πεύκινο +στεφάνι να του δίνη το καρδάρι, θαρρούσε πως βλέπει καμιά από τις +Νύμφες που ήτανε στη σπηλιά· και τότες αρπάζοντας το πεύκο από το +κεφάλι της φορούσε το στεφάνι κι αυτός, αφού πρώτα το φιλούσε· μα +κ' εκείνη έβαζε το φόρεμα του Δάφνη όταν λούζονταν κ' έμενε γυμνός +αφού πρώτα το φιλούσε κι αυτή. Και κάποτε πετούσαν ο ένας στον +άλλο μήλα και κτένιζαν ο ένας του αλλουνού το κεφάλι, κάνοντας +χωρίστρα τα μαλλιά τους. Η Χλόη παρομοίαζε τα μαλλιά του με +σμέρτα, επειδή ήτανε μαύρα, κι ο Δάφνης το πρόσωπο της Χλόης με +μήλο, επειδή ήτανε λευκό και ρόδινο. Τη μάθαινε ακόμη να παίζη το +σουραύλι· κι όταν εκείνη άρχιζε να φυσάη, αυτός, αρπάζοντας το +σουραύλι περνούσε γλήγορα τα χείλη του απάνω από τις τρύπες· και +φαίνονταν πως τη διόρθωνε που έκανε λάθος, μα με τρόπο στο +σουραύλι φιλούσε τη Χλόη. + +25. Κ' ενώ έπαιζε μεσημεριάτικο σκοπό και τα κοπάδια στάλιζαν, η +Χλόη αποκοιμήθηκε χωρίς να το νοιώση. Όταν είδεν αυτό ο Δάφνης, +αφίνοντας καταγίς το σουραύλι, την εκοίταζεν αχόρταγα από πάνω ως +κάτου, επειδή δεν ντρέπονταν καθόλου τότε, και συνάμα σιγομιλούσε +μονάχος του: + + — Πώς κοιμούνται τα μάτια της· πώς μοσκοβολάει το στόμα της· μήτε +τα μήλα έτσι, μήτε τα θυμάρια. Μα φοβάμαι να τη φιλήσω· δαγκόνει +την καρδιά το φιλί και καθώς το νιο μέλι με κάνει να +τρελλαίνουμαι· και φοβάμαι μήπως την ξυπνήσω, άμα τη φιλήσω. Ω τα +φωνακλάδικα τα τζιτζίκια, δε θα την αφίσουνε να κοιμηθή, επειδή +λαλούνε δυνατά. Μα κ' οι τράγοι μαλόνοντας χτυπούν τα κέρατά τους. +Ω τους λύκους, τους πιο φοβιτσάρηδες κι' από τις αλεπούδες, αφού +δεν άρπαξαν τους τράγους. + +26. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, τζίτζικας φεύγοντας χελιδόνι, που +ήθελε να τον πιάση, έπεσε μες στον κόρφο της Χλόης· το χελιδόνι +πετώντας το κατόπι του δεν μπόρεσε να τον πιάση, μα με τις +φτερούγες του άγγιξε τα μάγουλά της, επειδή κυνηγώντας το τζίτζικα +επέρασε πολύ κοντά της. Κ' η Χλόη μην ηξέροντας τι συνέβηκε, αφού +φώναξε δυνατά, πετάχτηκε από τον ύπνο. Μα όταν είδε και το +χελιδόνι να πετάη ακόμη σιμά της και το Δάφνη να γελάη για το φόβο +της, έπαψε να φοβάται κ' έτριβε τα μάτια της που ήθελαν ακόμη να +κοιμηθούν. Κι' ο τζίτζικας άρχισε να τραγουδάη μες στον κόρφο της +σαν ικέτης, που ευχαριστούσε για το γλυτωμό του. Πάλι λοιπόν +εφώναξε δυνατά η Χλόη· κι ο Δάφνης εγέλασε. Και, ευρόντας αφορμή, +έχωσε τα χέρια του στα στήθη της να βγάνει το φιλαράκο το +τζίτζικα, που δεν εσώπαινε μήτε μέσα στο χέρι του. Η Χλόη εχάρηκε +καθώς τον είδε κι αφού τόνε πήρε τον εφίλησε και τον έβαλε πάλι +μέσα στον κόρφο της να τραγουδάη. + +27. Τους διασκέδασε ύστερα μια φάσα, που ελάλησε από το δάσος. Κ' +επειδή η Χλόη ρωτούσε να μάθη τι λέει, της διηγιέται ο Δάφνης σαν +παραμύθι ότι είχεν ακούσει. + + — Ήταν, αγάπη μου, μια κόρη όμορφη σαν κ' εσένα και που στην +εδική σου την ηλικία έβοσκε βόιδια πολλά· τραγουδούσε κι όμορφα +και τα βόιδια της ευχαριστιόνταν με το τραγούδι της· και τα έβοσκε +χωρίς αγκλίτσας χτύπημα, χωρίς βουκέντρας κέντημα, μόνο, καθούμενη +κάτω από πεύκο και φορώντας στεφάνι πεύκινο, τραγουδούσε τον Πάνα +και το Πεύκο. Και τα βόιδια με το τραγούδι έμεναν κοντά της. Ένα +αγόρι βόσκοντας εκεί σιμά βόιδια, όμορφο κι αυτό και τραγουδιστής +σαν την κόρη, παραβγαίνοντας στο τραγούδι έδειξε φωνή, πιο δυνατή +σαν άντρας που ήταν και γλυκιά σαν κορίτσι. Κι αφού ξελόγιασε από +τα βόιδια της οχτώ τα καλλίτερα, τάσυρε στο δικό του κοπάδι. +Λυπάται η κόρη για τη ζημιά του κοπαδιού της και που νικήθηκε στο +τραγούδι· και παρακαλάει τους θεούς να γίνη πουλί, προτού να φτάση +σπίτι της. Ακούν οι θεοί τα παρακάλια της και την κάνουν αυτό το +πουλί, βουνήσιο σαν την κόρη, γλυκόλαλο σαν εκείνη. Κι ακόμη και +τώρα τραγουδώντας διαλαλάει τη συφορά της, ότι αναζητάει τα +ξεπλανεμένα βόιδια. + +28. Τέτοιες χαρές τους έδινε το καλοκαίρι. Κι όταν άρχιζε το +χυνόπωρο και το σταφύλι ήτανε στον καιρό του, κουρσάροι από την +Τύρο με τρεχαντήρι Καρικό, για να μη φαίνουνται βάρβαροι, έπιασαν +στην εξοχή αυτή· και βγαίνοντας με σπάθες και μισοθωράκια, +διαγούμισαν όλα όσα βρήκαν εμπρός τους· κρασί μοσκάτο, στάρι +μπόλικο, κερήθρες· άρπαξαν κι από το κοπάδι του Δόρκωνα μερικά +βόιδια. Πιάνουν και το Δάφνη, που τριγυρνούσε κοντά στη θάλασσα. Η +Χλόη, σαν κορίτσι που ήταν, έβγανε αργότερο στη βοσκή τα πρόβατα +του Δρύαντα, από το φόβο των άγριων βοσκών. Όταν οι κουρσάροι +είδαν παλληκάρι ψηλό κι όμορφο και καλλίτερο από καθετί που θ' +άρπαζαν από τα χτήματα, μη δίνοντας πια προσοχή μήτε στα γίδια +μήτε στ' άλλα υποστατικά, τον έφερναν στο τρεχαντήρι κλαίγοντας +και μην ηξέροντας τι να κάνη και δυνατά τη Χλόη φωνάζοντας. Κ' οι +κουρσάροι, αφού έλυσαν γλήγορα το παλαμάρι και πήρανε τα κουπιά +στα χέρια, ανοίγονταν στο πέλαγος. Τότε κ' η Χλόη οδηγούσε το +κοπάδι, φέρνοντας δώρο στο Δάφνη ένα καινούργιο σουραύλι. Μα όταν +είδε τα γίδια τρομαγμένα κι άκουσε το Δάφνη να τήνε φωνάζει πάντα +πιο δυνατά, παρατάει τα πρόβατα, πετάει το σουραύλι και φτάνει +τρεχάτη στο Δόρκωνα για να τον παρακαλέση νάρθη σε βοήθεια. + +29. Μα ο Δόρκωνας κείτονταν χάμω με βαθιές πληγές κομματιασμένος +από τους κορσάρους και ψυχομαχώντας, επειδή είχε χάσει αίμα πολύ. +Όταν όμως είδε τη Χλόη και πήρε λίγη ζωή από την προτητερινή του +αγάπη, είπε: + + — Εγώ, Χλόη, σε λίγο πεθαίνω, επειδή οι κακούργοι κουρσάροι, ενώ +προστάτευα τα βόιδια μου, με κατακομμάτιασαν σαν βόιδι. Μα εσύ και +το Δάφνη σου σώσε κ' έμενα εκδικήσου κ' εκείνους αφάνισέ τους. +Συνήθισα τα βόιδια μου ν' ακολουθούνε το σκοπό του σουραυλιού και +να τρέχουνε στο λάλημά του κι αν βοσκούνε κάπου μακριά. Να, πάρε +το σουραύλι ετούτο, παίξε το σκοπό εκείνο, που κάποτε είχα μάθει +του Δάφνη κι ο Δάφνης εσένα· και για τα κατοπινά θα φροντίσουν το +σουραύλι και τα βόιδια εκεί πέρα. Σου χαρίζω και το σουραύλι, που +με δαύτο, παραβγαίνοντας στο τραγούδι ενίκησα πολλούς γελαδάρηδες +και γιδάρηδες. Κ' εσύ για πληρωμή μου κ' ενώ ακόμη ζω φίλησέ με +και πεθαμένο κλάψε με. Κι αν ιδής άλλονε να βόσκη τα βόιδια μου, +θυμήσου με. + +30. Σαν είπε αυτά ο Δόρκωνας και φίλησε το στερνό φιλί, τούφυγε η +ψυχή με το φιλί και τη λαλιά. Κ' η Χλόη, αφού πήρε το σουραύλι και +τόφερε στα χείλη της, έπαιζε όσο μπορούσε δυνατά· τα βόιδια +ακούνε, γνωρίζουν το σκοπό και με μια ορμή, αφού εμούγκρισαν, +πηδούνε στη θάλασσα. Κ' επειδή έγινε ορμητικό το πήδημα από τη μια +μεριά του τρεχαντηριού κι άνοιξε η θάλασσα από το πέσιμο των +βοϊδιών, αναποδογυρίζεται το τρεχαντήρι και βουλιάζει εξ αιτίας +της θαλασσοταραχής. Πέφτουν όλοι στη θάλασσα, μα όχι με την ίδια +ελπίδα γλυτωμού. Οι κουρσάροι είχανε κρεμασμένα στο πλάι τους τα +σπαθιά κ' εφορούσαν τα λεπιδωτά μισοθωράκια κ' είχανε δέσει τα +ποδήματά τους ως στη μέση της άντζας, ενώ ο Δάφνης ήτανε +ξυπόλυτος, επειδή έβοσκε στον κάμπο, κι αλαφροντυμένος γιατί έκανε +ακόμη ζέστη. Εκείνους λοιπόν, αφού κολυμπήσανε λίγο, τάρματα τούς +πήγανε στον πάτο, ενώ ο Δάφνης εύκολα έβγαλε το φόρεμά του· +απόστενε όμως στο κολύμπι, επειδή προτήτερα κολυμπούσε μονάχα σε +ποτάμια· μα από την ανάγκη μαθόντας τι πρέπει να κάνη, ώρμησε στη +μέση των βοϊδιών· κι αφού άρπαξε με τα δυο του χέρια τα κέρατα δυο +βοϊδιών, σέρνονταν στη μέση εύκολα και χωρίς κόπο, σαν να οδηγούσε +αμάξι. Κολυμπάει το βόιδι όσο μήτε άνθρωπος· μονάχα από τα +θαλασσοπούλια μένει πίσω κι ακόμη κι από τα ψάρια. Μήτε θα +πνιγότανε το βόιδι, όταν κολυμπάη, αν δεν έπεφταν από τα διχάλια +του τα νύχια σαν πολυβραχούν. Το βεβαιόνουν αυτό ως τα τώρα πολλές +μεριές της θάλασσας, που τις λένε βοϊδοπεράματα. + +31. Γλυτόνει λοιπόν ο Δάφνης με τέτοιο τρόπο, αφού ξέφυγεν +ανόλπιστα δυο κίντυνους: τους κουρσάρους και το πνίξιμο. Κι άμα +βγήκε στη στεριά και βρήκεν εκεί τη Χλόη, που εγελούσε, κ' έκλαιε +μαζί, πέφτει στην αγκαλιά της και τη ρωτούσε να μάθη τι ήθελε κ' +έπαιζε το σουραύλι. Κ' η Χλόη του τα ιστορεί όλα· την τρεχάλα της +στο Δόρκωνα· το συνήθιο των βοϊδιών· πώς την ορμήνεψε να παίξη το +σουραύλι και ότι πέθανε ο Δόρκωνας· μόνο από ντροπή για το φιλί +δεν είπε. Αποφασίσανε λοιπόν να τιμήσουνε τον ευεργέτη τους· κι +αφού πήγανε με το συγγενολόι τους, θάφτουνε τον άμοιρο το Δόρκωνα. +Έρριξαν επάνω του χώμα πολύ και φύτεψαν πολλά ήμερα χόρτα κ' +εκρέμασαν επάνω στον τάφο του τα προφαντά από τα σπαρτά· μα και +γάλα του έχυσαν και σταφύλια έζυψαν και σουραύλια πολλά έσπασαν. +Ακούστηκαν και των βοϊδιών θρηνητικά μουγκρίσματα κ' είδανε μαζί +με τα μουγκρίσματα και κάποια άταχτα τρεχάματα· και καθώς ενόμιζαν +οι βοσκοί κ' οι γιδάρηδες, αυτά ήταν το μοιρολόι των βοϊδιών για +το γελαδάρη που πέθανε. + +32. Κ' ύστερις από το θάψιμο του Δόρκωνα, λούζει η Χλόη το Δάφνη, +αφού τον επήγε στις Νύμφες και τον έμπασε στη σπηλιά. Κι αυτή τότε +πρώτη φορά έλουσε εμπρός στο Δάφνη το κορμί της, το λευκό και που +άστραφτε από ομορφιά και που δεν είχε ανάγκη από λουτρό για να +ομορφήνη· κι αφού έκοψαν άνθη, όσα άνθη ήτανε στην εποχή αυτή, +εστεφάνωσαν τ' αγάλματα και το σουραύλι του Δόρκωνα σαν τάμα το +κρεμάσανε στο βράχο. Ύστερα επήγανε κ' εξέταζαν τα γίδια και τα +πρόβατα. Κ' εκείνα κείτονταν όλα χάμω χωρίς να βόσκουνε, μήτε να +βελάζουνε, μα, θαρρώ, το Δάφνη και τη Χλόη, που είχανε γίνει +άφαντοι, πιθυμούσαν. Όταν λοιπόν εφάνηκαν και τους εφώναξαν όπως +πάντα κ' έπαιξαν το σουραύλι, τα πρόβατα, αφού εσηκώθηκαν, έβοσκαν +και τα γίδια επηδούσανε βελάζοντας σαν να χαίρονταν για τη σωτηρία +του αγαπημένου τους γιδάρη. Ο Δάφνης όμως δε μπορούσε να κάνη την +ψυχή του να χαρή από τη στιγμή που είδε γυμνή τη Χλόη και +αντίκρυσε όλη την κρυμμένη ως τότε ομορφιά της. Πονούσε η καρδιά +του, σαν να την έτρωγαν φαρμάκια. Κ' η αναπνοιά του ακόμη πότες +έβγαινε γρήγορη, σαν να τον κυνηγούσε κανένας κ' έτρεχε, και πότε +του έλειπεν ολότελα, σαν να του είχε φύγει όλη στις προτητερινές +τρεχάλες. Θαρρούσε, πως το λουτρό ήταν πιο φοβερό από τη θάλασσα. +Ενόμιζε πως η ψυχή του έμενε ακόμη κοντά στους κουρσάρους, σαν +νέος κι άμαθος που ήτανε και δεν ήξερε ακόμη το κούρσεμα της +αγάπης. + + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ + + + +1. Κι όταν είχε μπη πια το χυνόπωρο κ' έβιαζε ο τρύγος, όλοι στην +εξοχή βρισκόντανε σε δουλειά· ένας διόρθονε τα πατητήρια· άλλος +καθάριζε τα βαγένια κι άλλος κοφίνια· ένας ακόνιζε το κλαδευτήρι +για να κόβη τα σταφύλια, άλλος εφρόντιζε για πέτρα, που να μπορή +να λυόνη τα τσήπουρα των σταφυλιών κι άλλος για ξερή λιγαριά +στουμπανισμένη, για να κουβαλάη το μούστο τη νύχτα με φως. Και ο +Δάφνης κ' η Χλόη, αφού παράτησαν τα πρόβατα και τα γίδια, +βοηθούσανε κι αυτοί. Εκείνος κουβαλούσε σταφύλια με τα κοφίνια και +τα πατούσε, ρίχνοντάς τα στα πατητήρια, κ' έφερνε το μούστο στα +βαγένια· εκείνη ετοίμαζε φαΐ για τους τρυγητάδες και τους κερνούσε +κρασί παλιό και τρυγούσε από τα κλήματα τα πιο χαμηλά· επειδή στη +Λέσβο όλα τα κλήματα είναι χαμηλά κι όχι στηλωμένα, μήτε δράνες· +κ' οι κληματόβεργες απλόνουνται χάμω στη γις και σέρνουνται σαν +κισσοί· μπορεί να φτάση το σταφύλι και παιδί, που μόλις έχουνε +λυθή τα χέρια του από τα σπάργανα. + +2. Και καθώς ήτανε συνήθιο στη γιορτή του Διόνυσου και στο +φτιάσιμο του κρασιού, είχανε φωνάξει για να βοηθήσουνε και +γυναίκες από τακοντινά χτήματα· αυτές έρριχναν τα μάτια τους επάνω +στο Δάφνη και τον επαινούσαν, πως μοιάζει με το Διόνυσο στην +ομορφιά· και κάποια από τις πιο τρελλές, τον εφίλησε κι όλας κ' +έκανε το Δάφνη να ερεθιστή και τη Χλόη να λυπηθή. Μα κ' οι +πατητάδες βγάζανε διάφορες φωνές για τη Χλόη και σαν σάτυροι, που +έβλεπαν καμιά βάκχα, πηδούσανε πιο φρενιασμένα και παρακαλούσανε +να γίνουν κοπάδι κ' εκείνη να τους βόσκη. Κ' έτσι η Χλόη πάλε +ευχαριστιότανε κι ο Δάφνης λυπότανε· μα κ' οι δυο παρακαλούσανε να +τελειώση γλήγορα ο τρύγος και να γυρίσουνε στους αγαπημένους τους +τόπους κι αντίς τις άγριες φωνές ν' ακούνε το σουραύλι ή τα +κοπάδια τους να βελάζουν. Και σαν πέρασαν λίγες μέρες τ' αμπέλια +είχανε τρυγηθή κι ο μούστος ήτανε στα βαρέλια· κ' επειδή δεν +εχρειάζονταν πια πολλά χέρια, έφερναν τα κοπάδια στον κάμπο· κι +όλο χαρά προσκυνούσανε τις Νύμφες, φέρνοντας στη χάρη τους +σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, σαν χαρίσματα από τον τρύγο. Μα +και προτήτερα ποτέ δεν τις προσπερνούσανε χωρίς να τις νοιαστούνε, +παρά πάντα, κι όταν έβγαιναν στη βοσκή, καθόντανε σιμά τους, κι +όταν εγύριζαν τις προσκυνούσανε· κι όλο κάτι τους επήγαιναν ή +λουλούδι ή πωρικό ή κλαρί χλωρό ή έχυναν γάλα· γι' αυτά όμως +επληρώθηκαν από τις θέαινες αργότερα. Και τότε σαν τα σκυλιά, +καθώς λέει ο λόγος, άμα τα λύσουν, επηδούσαν, έπαιζαν το σουραύλι, +τραγουδούσανε κ' επάλευαν με τους τράγους και τα πρόβατα. + +3. Κ' εκεί που διασκέδαζαν, τους έρχεται άξαφνα γέρος, που +εφορούσε φλοκάτα και ποδίνες κ' είχε κρεμασμένο στο πλάι του +ταγάρι· κ' ήτανε το ταγάρι του παλιό. Αυτός ο γέρος, αφού κάθησε +κοντά τους, έτσι τους μίλησε: + + — Εγώ παιδιά μου, είμαι ο γέρο Φιλητάς, που πολλά τραγούδια +τραγούδησα σ' αυτές εδώ τις Νύμφες και πολλές φορές για χάρη +εκείνου εκεί του Πάνα έπαιξα το σουραύλι· κι ωδήγησα μεγάλο κοπάδι +βοϊδιών μονάχα με τη μουσική. Κ' ήλθα τώρα να σας φανερώσω όσα +είδα και να σας ειπώ όσα άκουσα. Έχω κήπο φτιασμένο με τα χέρια +μου, που τόνε φύτεψα, αφόντας ένεκα τα γεράματα έπαψα να βόσκω. +Όσα φέρνουν οι εποχές όλα τάχω στον κήπον αυτόνε σε κάθε εποχή: +Την άνοιξη τριαντάφυλλα, κρίνους και γιατσέντα και δυο λογιών +μενεξέδες· το καλοκαίρι παπαρούνες κι αχλάδια και μήλα κάθε λογής· +τώρα, και κλήματα και συκιές και ροϊδιές και σμέρτα χλωρά. Σ' +αυτόν τον κήπο μαζεύονται κάθε πρωί κοπάδια πουλιών, άλλα για να +βρούνε θροφή κι άλλα για να κελαδήσουν· επειδή είναι +πυκνοφυτεμένος κ' έχει ίσκιωμα και ποτίζεται από τρεις νερομάνες· +αν βγάλη τινάς το φράχτη, θα νομίση πως βλέπει δάσος. + +4. Κ' ενώ εμπήκα εκεί σήμερα κοντά το μεσημέρι, βλέπω κάτω από τις +ροϊδιές και τις σμερτιές παιδί, που εκρατούσε σμέρτα και ρόιδια, +άσπρο σαν το γάλα και ξανθό σαν τη φωτιά· γιαλιστερό σαν να είχε +μόλις λουστή. Ήτανε γυμνό, ήτανε μονάχο. Έπαιζε σαν να +κορφολογούσε δικό του περιβόλι. Εγώ λοιπόν εχύμισα καταπάνω του +για να το πιάσω, επειδή φοβήθηκα μήπως με τα πηδήματά του σπάση +τις σμερτιές και τις ροϊδιές. Μα εκείνο γλήγορα κ' εύκολα ξέφευγε +και πότε έτρεχε κάτω από τις ροϊδιές και πότε κρυβότανε κάτω από +τις παπαρούνες σαν περδικόπουλο. Αν και πολλές φορές εβασανίστηκα +κυνηγώντας γίδια βυζανιάρικα, και πολλές φορές απόκαμα τρέχοντας +πίσω από μουσκάρια νιογέννητα, όμως αυτό ήτανε κάτι άλλο πράγμα κι +άπιαστο. Αφού λοιπόν απόστασα, σαν γέρος που είμαι, κι' ακούμπησα +στο ραβδί μου και συνάμα επρόσεχα, μήπως ξεφύγη, το ρωτούσα +ποιανού γείτονα είναι και γιατί κορφολογάει ξένο περιβόλι. Μα +εκείνο δεν αποκρίθηκε καθόλου, μόνε, αφού στάθηκε κοντά μου, +γλυκογελούσε πολύ και μου πετούσε σμέρτα και δεν ξέρω πώς με +γήτευε ώστε να μη θυμόνω πια. Παρακαλούσα να σιμώση χωρίς να +φοβάται πια τίποτε κι ορκιζόμουνα στα σμέρτα, πως θα το αφίσω, +αφού του χαρίσω μήλα και ρόιδια, κι ότι θα του δώσω την άδεια να +τρυγάη τα δέντρα και να κόβη τα λουλούδια, αν μου δώση ένα φιλί. + +5. Τότες, αφού εγέλασε πολύ καρκανιστά, βγάζει φωνή, που δεν τη +βγάνει μήτε χελιδόνι, μήτε αηδόνι, μήτε κύκνος, άμα γίνη γέρος, +όπως εγώ: + + — Εμένα, ω Φιλητά, δε μου κάνει καθόλου κόπο να σε φιλήσω, επειδή +μ' αρέσει να φιλώ περισσότερο από όσο θέλεις εσύ να γίνης νέος· μα +κοίτα μήπως δεν ταιριάζει στην ηλικία σου το χάρισμα. Επειδή δε θα +σ' ωφελήσουν καθόλου τα γεράματα για να μη με κυνηγάς ύστερ' από +το ένα φιλί. Δε μπορεί να με πιάση εμένα μήτε γεράκι, μήτε αητός, +μήτε κάθε άλλο πουλί γληγορότερο απ' αυτά. Δεν είμαι καθόλου παιδί +εγώ, κι ας φαίνουμαι παιδί, παρά πιο μεγάλος στα χρόνια κι από τον +Κρόνο κι από τον ίδιο το Χρόνο. Κ' εσένα σε ξέρω από τα μικρά σου, +όταν έβοσκες σ' εκείνο εκεί το λειβάδι το μεγάλο κοπάδι των +γελαδιών· κ' ήμουνα κοντά σου σαν έπαιζες το σουραύλι σιμά σ' +εκείνες τις ήμερες βαλανιδιές, όταν αγαπούσες την Αμαρυλλίδα, μα +δε μ' έβλεπες, αν και στεκόμουνα πολύ κοντά στην κορασιά. Στα +ύστερα όμως σου την έδωκα και τώρα έχεις παιδιά, που είναι καλοί +γελαδάρηδες και ζευγολάτες. Και τώρα κυβερνάω το Δάφνη και τη +Χλόη· κι όταν τους κάνω ν' ανταμόνουνται το πρωί, έρχομαι στον +κήπο σου και διασκεδάζω με τάνθη και τα δέντρα και λούζουμαι σε +τούτες τις πηγές. Γι' αυτό είναι όμορφα και τάνθη και τα δέντρα, +επειδή ποτίζουνται από τα νερά του λουτρού μου. Και κοίτα αν είναι +σπασμένο κανένα από τα δέντρα σου, αν είναι κομμένο κανένα +οπωρικό, αν έχη πατηθή καμιά ρίζα λουλουδιού, αν έχη θολώσει καμιά +πηγή. Και χαίρου πως μονάχα εσύ από τους ανθρώπους είδες στα +γεράματά σου εμένα. + +6. Αφού είπεν αυτά, πέταξε σαν αηδονάκι στις σμερτιές και, +πηδώντας από κλαδί σε κλαδί, ανέβαινε στην κορφή μέσ' από τα +φύλλα. Είδα και τις φτερούγες του στους ώμους και σαϊτούλες +ανάμεσα στους ώμους και στις φτερούγες και δεν ξανάειδα πια μήτε +τούτα, μήτε το παιδί. Κι αν δεν έβγαλα του κάκου τούτες τις άσπρες +και δεν αποκουτάθηκα στα γεράματά μου, στον έρωτα, παιδιά μου, +είσαστε αφιερωμένα κι ο έρωτας νοιάζεται για σας. + +7. Πολύ ευχαριστήθηκαν σαν ν' άκουαν παραμύθι, όχι ιστορία· και +ρωτούσανε τι είναι τέλος πάντων ο έρωτας· τι πράγμα, παιδί ή πουλί +και τι δύναμη έχει; Πάλι λοιπόν ο Φιλητάς τους είπε: + + — Θεός είναι, παιδιά μου, ο έρωτας, νέος κι όμορφος και φτερωτός· +και για τούτο του αρέσουν τα νιάτα κι αναζητάει την ομορφιά κ' +ενθουσιάζει τις ψυχές. Κ' έχει τόση δύναμη, όση μήτε ο Δίας· +ορίζει τα στοιχεία, ορίζει και τάστρα, ορίζει κι αυτούς τους +θεούς· μήτ' εσείς δεν ορίζετε τόσο τα γίδια και τα πρόβατα· τ' +άνθη όλα του έρωτα έργα είναι· τα δέντρα τούτα αυτουνού +δημιουργήματα· απ' αυτόν τρέχουνε και τα ποτάμια και φυσούν οι +άνεμοι. Είδα εγώ και βουβάλι που ερωτεύτηκε και, σαν να το κέντησε +η μυίγα, εμούγκριζε· και τράγο, που αγάπησε γίδα και την +ακολουθούσε παντού. Κ' εγώ ο ίδιος σαν ήμουνα νέος ερωτεύτηκα την +Αμαρυλλίδα· και μήτε φαΐ θυμώμουνα, μήτε πιοτό έβαζα στο στόμα +μου, μήτε κοιμώμουνα. Πονούσε η ψυχή μου, χτυπούσε η καρδιά μου, +το κορμί μου επάγωνε· εφώναζα σαν να μ' εχτυπούσαν· εσώπαινα σαν +να ήμουνα νεκρός· έμπαινα στα ποτάμια σαν να εκαιγόμουν· έκραζα +βοήθεια τον Πάνα, επειδή κι αυτός αγάπησε την Πύτη. Ευχαριστούσα +τον αντίλαλο, που εφώναζε τόνομα της Αμαρυλλίδας ύστερ' από μένα. +Ετσάκιζα τα σουραύλια, επειδή μου γήτευαν τα βόιδια, μα δε +μούφερναν την Αμαρυλλίδα. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα γιατρικό του +έρωτα, που να πίνεται, που να τρώγεται, που να λέγεται με ξόρκια, +παρά μονάχα το φιλί και τ' αγκάλιασμα και το πλάγιασμα με γυμνά τα +κορμιά. + +8. Ο Φιλητάς λοιπόν, σαν τους έμαθεν αυτά, φεύγει, αφού τούδωκαν +λίγα τυριά κ' ένα κατσικάκι κερατιάρικο πια. Κ' εκείνοι άμα +έμειναν μονάχοι επειδή τότε πρωτάκουσαν για έρωτα, τους πλάκωσε +την ψυχή κάποια λύπη και τη νύχτα όταν εγύρισαν στα σπίτια τους, +παράβαναν τα δικά τους με τα όσα άκουσαν: + + — Πονούν οι ερωτευμένοι· κ' εμείς πονούμε. Δεν τους μέλει για +φαΐ· κ' εμάς το ίδιο δε μας μέλει. Δε μπορούνε να κοιμηθούνε· μα +κ' εμείς τώρα υποφέρνουμε το ίδιο. Θαρρούνε πως καίγουνται· και σ' +εμάς υπάρχει η φωτιά. Θέλουμε να βλέπη ο ένας τον άλλονε· για +τούτο παρακαλούμε να ξημερώση γληγορότερα. Απάνου κάτω αυτό είναι +ο έρωτας· κι αγαπιόμαστε χωρίς να το ξέρουμε. Μα αν είναι τούτο ο +έρωτας κ' εγώ αυτός που αγαπιέται, γιατί λοιπόν υποφέρνουμε αυτά; +και γιατί ζητάμε ο ένας τον άλλον; Αληθινά τα είπεν ο Φιλητάς. Το +παιδί, που ήτανε στον κήπο, είδανε κ' οι πατέρες μας στ' όνειρό +τους εκείνο κι αυτό πρόσταξε να βόσκουμ' εμείς τα κοπάδια. Πώς +μπορεί να το πιάση κανένας; Μικρό είναι και θα φύγη. Και πώς +μπορεί να του ξεφύγη κανείς; Φτερά έχει και θα τόνε φτάση. Πρέπει +να παρακαλέσουμε τις Νύμφες να μας βοηθήσουνε. Μα μήτε ο Πάνας +βοήθησε το Φιλητά, όταν αγαπούσε την Αμαρυλλίδα. Λοιπόν, όσα +γιατρικά είπε, αυτά πρέπει να ζητήσουμε· φιλί κι αγκάλιασμα και να +ξαπλωθούμε καταγής γυμνοί· κάνει κρύο, μα θα το υποφέρουμε κ' +εμείς όπως ο Φιλητάς. + +9. Αυτό τους γίνηκε νυχτερινό μάθημα. Κι όταν την άλλη μέρα +έβγαλαν τα κοπάδια στη βοσκή, φιληθήκανε μόλις ιδώθηκαν, πράμα που +δεν το είχαν κάμει ποτέ προτήτερα, και σφιχταγκαλιαστήκανε. Μα δεν +τολμούσανε να δοκιμάσουν και το τρίτο γιατρικό, να πλαγιάσουν αφού +γδυθούν, επειδή ήτανε πολύ αδιάντροπο όχι μονάχα για παρθένες παρά +και για νιους γιδάρηδες. Πάλε λοιπόν είχαν αγρύπνιες και θυμόντανε +όσα είχανε γίνει και παραπονιόντανε για όσα είχαν αφίσει: + + — Και φιληθήκαμε, μα κανένα διάφορο· αγκαλιαστήκαμε, και τίποτα +περισσότερο απ' αυτό. Λοιπόν το πλάγιασμα είναι το μόνο γιατρικό +του έρωτα· πρέπει να το δοκιμάσουμε κι αυτό· χωρίς άλλο κάτι +καλλίτερο από το φιλί θε νάναι μέσα σε τούτο. + +10. Ύστερ' από τέτοιους στοχασμούς, καθώς ήτανε φυσικό, έβλεπαν κι +όνειρα ερωτιάρικα: τα φιλιά, τ' αγκαλιάσματα κι ακόμη όσα δεν +έκαμαν την ημέρα τα κάμανε στ' όνειρό τους· ήτανε πλαγιασμένοι +γυμνοί. Και την άλλη μέρα εσηκώθηκαν πιο ερωτευμένοι κι οδηγούσαν +τα κοπάδια με σουριγματιές, επειδή βιαζόντανε να φιληθούν· κι άμα +ιδώθηκαν έτρεξαν ο ένας στον άλλο με χαμόγελο. Φιληθήκανε λοιπόν +και κατόπι αγκαλιάστηκαν· το τρίτο όμως γιατρικό αργούσε, επειδή +μήτε ο Δάφνης εκόταε να το ειπή, μήτε η Χλόη ήθελε ν' αρχίση, ως +που κατά τύχη έκαμαν κι αυτό. + +11. Εκαθόντανε σε κούτσουρο βαλανιδιάς ο ένας κοντά στον άλλονε· +κι αφού δοκίμασαν τη νοστιμάδα του φιλιού, αχόρταγοι ρουφούσανε τη +γλύκα του. Έγιναν κι αγκαλιάσματα, που έκαναν τα στόματα να +κολνούνε περισσότερο. Εκεί που αγκαλιάζονταν ο Δάφνης ετράβηξε πιο +δυνατά τη Χλόη προς το μέρος του κι αυτή γέρνει λίγο στο ένα +πλευρό της· μα γέρνει κ' εκείνος μαζί της, ακολουθώντας το φιλί. +Και ξέροντας από τα όνειρα τη στάση, κείτονταν πολλήν ώρα χάμω σαν +σφιχτοδεμένοι. Μα επειδή δεν ήξεραν τίποτα παρά πέρα, ενόμισαν ότι +αυτό είναι το τέλος της ερωτικής απόλαψης· έτσι, αφού εξόδεψαν του +κάκου την περισσότερη μέρα, εχωρίστηκαν και γυρίζανε στα μαντριά +τα κοπάδια, μιλώντας τη νύχτα. Ίσως όμως νάκαναν και κάτι από +ταληθινά, αν δεν έβρισκεν άξαφνα όλη εκείνη την εξοχή τέτοια +ταραχή. + +12. Νιοί Μεθυμνιώτες πλούσιοι, θέλοντας να περάσουν την εποχή του +τρύγου με ξενομερίτικη διασκέδαση, αφού ερρίξανε στη θάλασσα ένα +καΐκι και καθίσανε στο κουπί τους δούλους, περνούσανε γιαλό-γιαλό +από τις εξοχές των Μιτυληνιών, που ήτανε κοντά στη θάλασσα. +Επειδή η ακρογιαλιά είναι καλολίμανη και στολισμένη μεγαλόπρεπα με +σπίτια κ' έχει λουτρά συγκρατητά και περιβόλια και δασάκια, άλλα +φυσικά κι άλλα φτιασμένα από ανθρώπους· όλα όμορφα για να +διασκεδάση κανείς εκεί. Κι όταν έπιασαν στη στεριά κι αράξανε, δεν +έκαναν κανένα κακό, παρά αρχίσανε λογής-λογής διασκέδασες· πότε +μ' αγκίστρια κρεμασμένα από καλάμια με ψιλή πετονιά ψάρευαν +πετρόψαρα από χαμηλό βράχο· πότε με σκυλιά και με δίκτυα πιάνανε +λαγούς που έφευγαν από τ' αμπέλια εξ αιτίας του θόρυβου. Κ' ύστερ' +αρχίσανε να κυνηγούνε και πουλιά και πιάσανε με τα βρόχια +αγριόχηνες κι αγριόπαπιες και τώγια, ως που η διασκέδαση τους +γίνονταν ωφέλιμη και για το τραπέζι. Κι αν είχαν ανάγκη από +τίποτε, τόπαιρναν από τους χωριανούς, πληρώνοντας περισσότερα από +όσο άξιζε. Μα εχρειαζόντανε μονάχα ψωμί και κρασί και μέρος για να +ξομείνουν. Επειδή δεν τους φαινότανε σίγουρο να μένουνε στη +θάλασσα χυνόπωρο καιρό· ώστε και το καΐκι το σύρανε στη στεριά για +το φόβο νυχτερινής φουρτούνας. + +13. Κάποιος όμως από τους χωριάτες, που χρειαζότανε σκοινί για να +τραβήξη μια πέτρα, που μ' αυτή θα έλιονε τα πατημένα αποτρυγήδια, +επειδή του είχε κοπή το προτητερινό του, αφού πήγε κρυφά στη +θάλασσα και σίμωσε το αφύλαχτο καΐκι, έλυσε το παλαμάρι, τόφερε +σπίτι του και το μεταχειρίστηκε σ' ό,τι του χρειαζότανε. Με τα +ξημερώματα λοιπόν οι Μεθυμνιώτες νιοι εζητούσαν το παλαμάρι· κ' +επειδή κανένας δεν ομολογούσε την κλεψιά, αφού οι νιοί κατηγόρησαν +τους φιλευτάδες τους, αρμένιζαν γιαλό-γιαλό· κι όταν τράβηξαν +τριάντα στάδια, αράζουνε στην εξοχή που κάθονταν η Χλόη κι ο +Δάφνης. Επειδή τους φάνηκε πως ο κάμπος ήτανε καλός για να +κυνηγήσουνε λαγούς. Μα μην έχοντας σκοινί για να το κάμουν +παλαμάρι, έστρηψαν χλωρή λιγαριά σαν σκοινί κ' εδέσανε μ' αυτή το +καΐκι από την πρύμη στη στεριά. Έπειτα, αφού απόλυσαν τα σκυλιά να +ψάχνουνε, στις στράτες, που τους φαίνονταν πιο βολικές, έστηναν τα +δίχτυα. Μα τα σκυλιά τρέχοντας με γαυγίσματα εφόβισαν τα γίδια· κι +αυτά αφίνοντας τα ψηλώματα έτρεξαν περισσότερο κατά τη θάλασσα. +Και μη βρίσκοντας τίποτα φαγώσιμο στην αμμουδιά, επήγαν τα πιο +ζωηρά κοντά στο καΐκι και κατάφαγαν τη χλωρή λιγαριά, που με δαύτη +ήτανε δεμένο. + +14. Ήτανε και λίγη φουσκοθαλασσιά, επειδή είχε σηκωθή άνεμος από +τα βουνά. Κ' έτσι, όντας λυμένο το καΐκι, γλήγορα το συνεπήρεν η +κυματοσυρμή και τόφερεν ανοιχτά στο πέλαγο. Όταν τόνοιωσαν οι +Μεθυμνιώτες, άλλοι έτρεχαν κατά τη θάλασσα κι άλλοι εμάζευαν τα +σκυλιά· κ' εφώναζαν όλοι μαζί για ν' ακούσουν όλοι από τα κοντινά +χτήματα και συναχτούν εκεί. Μα κανένα όφελος· επειδή, καθώς +δυνάμονεν ο άνεμος, το καΐκι σέρνονταν από το ρεύμα μ' ακράτητη +γληγοράδα. Κ' οι Μεθυμνιώτες λοιπόν, που έχαναν όχι λίγα πράγματα, +εζητούσαν το γιδάρη· κι αφού βρήκανε το Δάφνη, τον εχτυπούσαν και +τον εγύμνωναν. Και κάποιος μάλιστα, κρατώντας σκυλολούρι του +πισταγκώνιαζε τα χέρια για να τόνε δέση. Φώναζε ο Δάφνης, που τον +εχτυπούσαν και παρακαλούσε τους χωριάτες και πρώτα-πρώτα το +Λάμωνα και το Δρύαντα έκραζε βοήθεια. Και τούτοι τον ετραβούσαν +προς το μέρος τους, επειδή ήτανε γέροι γεροί κ' είχανε χέρια +δυνατά από το σκάψιμο· και ζητούσανε ν' απολογηθή πρώτα για τα όσα +εγίνηκαν. + +15. Και με το να θέλουν κ' οι Μεθυμνιώτες τα ίδια, διορίζουν κριτή +το Φιλητά το γελαδάρη, επειδή ήταν ο πιο γέρος από όσους +βρίσκονταν εκεί κ' είχεν όνομα ανάμεσα στους χωριάτες για τη +μεγάλη του δικαιοσύνη. Πρώτοι οι Μεθυμνιώτες άρχισαν την κατηγορία +καθαρά και σύντομα σαν είχανε γελαδάρη για κριτή: + + — Ήρθαμε στους κάμπους τούτους θέλοντας να κυνηγήσουμε· το καΐκι +μας λοιπόν, αφού το εδέσαμε με λιγαριά χλωρή, τ' αφίσαμε στην +ακρογιαλιά κ' εμείς ζητούσαμε με τα σκυλιά κυνήγι. Στο αναμεταξύ +τα γίδια τουτουνού εδώ, αφού κατεβήκανε στη θάλασσα, και τη +λιγαριά την τρώνε όλη και λύνουν και το καΐκι. Το είδες που το +παράσερνε η θάλασσα· με πόσα καλά νομίζεις πως ήτανε γεμάτο; και +πόσα ρούχα χαθήκανε μονομιάς; και πόσα στολίδια των σκυλιών; και +πόσα λεφτά; μπορούσε κανείς ν' αγοράση τούτα εδώ τα χτήματα, αν τα +είχεν εκείνα. Για όλ' αυτά θέλουμε να πάρουμε σκλάβο τούτονε τον +κακό γιδάρη, που βόσκει τα γίδια ερχάμενος στη θάλασσα σαν +ναυτικός. + +16. Τέτοια κατηγορία έκαμαν οι Μεθυμνιώτες. Κι' ο Δάφνης +βρισκότανε σε κακή κατάσταση από τις ξυλιές, μα βλέποντας εκεί τη +Χλόη, ταψηφούσεν όλα. Κ' έτσι απολογήθηκε: + + — Εγώ βόσκω τα γίδια μου καλά. Ποτέ δεν παραπονέθηκε κανένας +χωριανός, ότι τραγί δικό μου βόσκησε στον κήπο του ή έσπασε κλήμα +βλασταρωμένο. Μα αυτοί είναι κακοί κυνηγοί κ' έχουνε σκυλιά +κακογυμνασμένα, που τρέχοντας πολύ και γαυγίζοντας δυνατά έδιωξαν +τα γίδια από τα όρη και τους κάμπους κατά τη θάλασσα, σαν λύκοι. +Μα θα μου ειπούν: έφαγαν τη λιγαριά· βέβαια, αφού δε βρίσκανε στην +αμμουδιά χορτάρι ή κουμαριά ή θυμάρι. Μα χάθηκε το καΐκι από τον +άνεμο και τη θάλασσα· αυτά όμως είναι του χειμώνα δουλιές κι όχι +των γιδιών. Μα ήταν εκεί μέσα φορεσιές και λεφτά· και ποιος +έχοντας τα λογικά του θα πιστέψη, ότι καΐκι που είχε μέσα τόσα +πράγματα, είχε λιγαριά για παλαμάρι; + +17. Κι αφού είπεν αυτά έκλαψε ο Δάφνης κ' έφερε τους χωριανούς σε +μεγάλη ψυχοπόνεση, ως που ο Φιλητάς ο κριτής ορκιζότανε στον Πάνα +και στις Νύμφες, ότι δεν έκανε κανένα άδικο ο Δάφνης μα μήτε και +τα γίδια του, παρά ο άνεμος κ' η θάλασσα, που άλλους έχουνε για +κριτάδες τους. Δεν έπειθε με τούτα ο Φιλητάς τους Μεθυμνιώτες· +μόνε αυτοί, αφού χυμίξανε με θυμό, τραβούσανε πάλι το Δάφνη κ' +ηθέλανε να τόνε δέσουν. Τότες οι χωριάτες αγριεμένοι πηδούνε +καταπάνω τους σαν ψαρώνια ή καλιακούδες· και στη στιγμή τους +παίρνουν το Δάφνη, που κι αυτός πάλευε πια, και χτυπώντας τους με +ξύλα γλήγορα τους εστρώσανε στο κυνήγι. Και δε σταμάτησαν παρά +αφού τους έβγαλαν έξω από τα σύνορά τους σ' άλλα χτήματα. + +18. Κ' ενώ εκείνοι εκυνηγούσαν τους Μεθυμνιώτες, η Χλόη με πολλήν +ησυχία φέρνει το Δάφνη στις Νύμφες και του πλένει το ματωμένο +πρόσωπο, επειδή είχανε σπάσει τα ρουθούνια του από κάποιο χτύπημα, +και βγάζοντας από το ταγάρι της ένα κομμάτι ψωμί και τυρί του +δίνει να φάη. Και τούδωσεν ένα φιλί γλυκύ σαν μέλι, που αυτό προ +πάντων τον έκαμε να συνέλθη. + +19. Από τέτοιο κίνδυνο λοιπόν εγλύτωσε ο Δάφνης. Μα το πράγμα δεν +τέλειωσε ίσαμ' εδώ, επειδή οι Μεθυμνιώτες, αφού πήγανε στην +πατρίδα τους πεζοστράτες αντί για καραβιώτες και πληγωμένοι αντί +για χαροκόποι, μάζεψαν τους συντοπίτες τους και, βάνοντας στους +βωμούς λιόκλαδα, παρακαλούσανε να τους εκδικηθούνε, χωρίς όμως να +λένε τίποτα από τ' αληθινά, μήπως τους περιγελάσουν, που έπαθαν +τέτοια και τόσα από βοσκούς, παρά κατηγορούσανε τους Μιτυληνιούς, +ότι τους έκλεψαν το καΐκι και τους άρπαξαν τα λεφτά. Κ' εκείνοι +πιστεύοντάς τους από τις πληγές και νομίζοντας, ότι είναι δίκαιο +να εκδικηθούνε νέους, που ήταν από τα πρώτα σπίτια του τόπου τους, +αποφασίσανε να κινήσουν άξαφνα πόλεμο στους Μιτυληνιούς και +πρόσταξαν το στρατηγό, αφού ρίξη στη θάλασσα δέκα πλεούμενα, να +διαγουμίζη τ' ακρογιάλια τους. Επειδή δεν το θαρρούσανε σωστό, +αφού σίμωνε ο χειμώνας, να εμπιστευθούνε στη θάλασσα μεγαλύτερη +αρμάδα. + +20. Κι ο στρατηγός, αφού αμέσως την άλλη μέρα ανοίχτηκε στο +πέλαγο, καθίζοντας στο κουπί τους ίδιους τους στρατιώτες, έπεφτεν +επάνω στα χτήματα των Μιτυληνιών, που ήτανε στ' ακρογιάλια. Κι +άρπαζε πολλά κοπάδια, πολύ σιτάρι και κρασί, επειδή μόλις είχε +τελειώσει ο τρύγος· μα κι ανθρώπους όχι λίγους, όσοι απ' αυτούς +δουλεύανε στα χτήματα. Έπεσεν επάνω και στης Χλόης και του Δάφνη +τα υποστατικά· κι αφού βγήκεν έξω, άρπαζεν όσα έβρισκεν εμπρός +του. Ο Δάφνης τότε δεν έβοσκε τα γίδια, παρά μπασμένος στο δάσος +έκοφτε χλωρά κλαδόφυλλα για νάχη να δίνη στα γίδια θροφή το +χειμώνα· κ' έτσι βλέποντας από ψηλά το διαγούμισμα εκρύφτηκε μέσα +στην κουφάλα του κορμού ξερής οξιάς. Η Χλόη όμως ήτανε κοντά στα +πρόβατα· κι όταν την εκυνήγησαν έτρεξε σαν ικέτιδα στις νύμφες για +να γλυτώση και παρακαλούσε να λυπηθούνε κι όσα έβοσκε κι αυτή την +ίδια για χάρη των θεώνε· μα κανένα όφελος· επειδή οι Μεθυμνιώτες, +αφού έβρισαν κι ατίμασαν πολλά αγάλματα, και τα κοπάδια άρπαξαν κ' +εκείνη την έσυραν σαν γίδα ή πρόβατο χτυπώντας τη με λιγαριές. + +21. Κ' έχοντας πια τα καράβια γεμάτα από κάθε λογής άρπαγμα +αποφασίσανε να μη τραβήξουν πιο πέρα, παρά γυρίζανε στην πατρίδα +τους, επειδή εφοβόντανε και το χειμώνα και τους εχτρούς. Εφεύγανε +λοιπόν και τυραννιστήκανε τραβώντας κουπί γιατί δεν εφυσούσε. Κι ο +Δάφνης, άμα έγινεν ησυχία, επήγε στον κάμπο όπου έβοσκαν και μήτε +τα γίδια βλέποντας, μήτε τα πρόβατα συναπαντώντας, μήτε τη Χλόη +βρίσκοντας, παρά ερμιά μεγάλη και πεταμένο το σουραύλι, που με +δαύτο ουνήθιζε να διασκεδάζη η Χλόη, φωνάζοντας δυνατά και +κλαίοντας θρηνητικά, πότε έτρεχε κατά τη βαλανιδιά, όπου +εκάθονταν, πότε κατά τη θάλασσα για να ιδή τη Χλόη και πότε στη +σπηλιά των νυμφών, όπου είχε ζητήσει προστασία, όταν την έπιασαν. +Εκεί έπεσε χάμω και κατηγορούσε τις νύμφες πως δεν εβοήθησαν. + +22. — Από σας άρπαξαν τη Χλόη και παραδεχτήκατε να το ιδήτε; αυτή +που σας έπλεκε τα στεφάνια, που έχυνε για τιμή σας το πρώτο γάλα +που και το σουραύλι της τούτο σας τόκανε τάμα; Τραγί κανένα δε μου +άρπαξε λύκος· μα οι εχτροί και το κοπάδι κ' εκείνη, που έβοσκε +μαζί μου. Τα γίδια μου τα γδέρνουν και τα πρόβατα τα κάνουν θυσίες +κ' η Χλόη θα καθίση σε πολιτεία. Με τι πόδια θα πάω στον πατέρα +και στη μάννα χωρίς τα γίδια, χωρίς τη Χλόη, για να είμαι φτωχός +σκαφτιάς, αφού δεν έχω πια τίποτε να βόσκω; Εδώ πεσμένος θα +προσμένω το θάνατο ή άλλον εχτρό. Αρά γε κ' εσύ Χλόη τα ίδια +υποφέρνεις; άρα γε θυμάσαι τον κάμπο τούτο και τις Νύμφες αυτές κ' +εμένα; ή σε παρηγορούν τα πρόβατα και τα γίδια, που σκλαβωθήκανε +μαζί σου; + +23. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, από τα δάκρυα κι από τη λύπη τον +παίρνει ύπνος βαθύς· και του παρουσιάζουνται οι τρεις Νύμφες, +γυναίκες αψηλές κι όμορφες, μισόγυμνες και ξυπόλυτες, με ξέπλεκα +μαλλιά και παρόμοιες με τ' αγάλματα. Στην αρχή εφάνηκαν πως +συμπονούσαν το Δάφνη· ύστερα η πιο μεγάλη, γκαρδιόνοντάς τονε, +λέει: + + — Μη μας κατηγοράς καθόλου, Δάφνη, επειδή εμείς νοιαζόμαστε για +τη Χλόη περισσότερο από σένα. Εμείς κι όταν ήτανε μωρό τη +λυπηθήκαμε και σε τούτη εδώ τη σπηλιά την αναθρέψαμε. Εκείνη δεν +έχει να κάνη τίποτε με τους κάμπους και με τα πρόβατα του Λάμωνα. +Μα και τώρα έχουμε φροντίσει εμείς για κείνη να μη την πάνε σκλάβα +στη Μέθυμνα, μήτε να γίνη μερτικό από τα πλιάτσικα των εχτρών. Και +τον Πάνα εκείνο, που είναι στημένος κάτω από το πεύκο και που +εσείς μήτε με άνθη τον ετιμήσατε, τον παρακαλέσαμε να βοηθήση τη +Χλόη, επειδή είναι συνηθισμένος με τους στρατούς περισσότερο από +εμάς κ' έχει κάνει πολλούς ίσαμε τώρα πολέμους, αφίνοντας τις +εξοχές. Και θα πάη στους Μεθυμνιώτες όχι καλός εχτρός. Μην κάνης +τίποτε άλλο, παρά σήκω και πήγαινε να σε ιδούν ο Λάμωνας και η +Μυρτάλη, που κι αυτοί κείτονται χάμω, επειδή θαρρούνε πως κ' εσένα +σ' άρπαξαν. Κι αύριο θα σούρθη η Χλόη με τα γίδια και τα πρόβατα +και θα βοσκήσετε μαζί και το σουραύλι μαζί θα παίξετε· όσο για τ' +αποδέλοιπα θα νοιαστή για σας ο Έρωτας. + +24. Τέτοια ιδόντας κι ακούσαντας ο Δάφνης, αφού πετάχτηκε από τον +ύπνο, γεμάτος δάκρυα από χαρά και λύπη και τ' αγάλματα των Νυμφών +επροσκυνούσε κ' έταξε ότι, άμα σωθή η Χλόη, θα τους κάμη θυσία το +πιο καλό τραγί. Κι αφού έτρεξε και κατά το πεύκο, όπου ήτανε +στημένο το άγαλμα του Πάνα, τραγοπόδαρο, κερατιάρικο και κρατώντας +με τόνα χέρι σουραύλι και με τάλλο τράγο, που επηδούσε, κ' εκείνον +επροσκυνούσε και παρακαλούσε για τη Χλόη κ' έταζε πως θα του κάμη +θυσία τράγο. Και μόλις καμιά φορά κατά το ηλιόγερμα παύοντας τα +δάκρυα και τις προσευχές, αφού εφορτώθηκε στον ώμο του τα +κλαδόφυλλα, που έκοψε, γύρισε στο εξοχικό. Κι άμα ξαλάφρωσε από +την πίκρα το Λάμωνα και τους δικούς του και τους εγέμισε χαρά, και +θροφή εδοκίμασε και πήγε για ύπνο, όχι όμως δίχως δάκρυα κι +αυτόνε, μόνο παρακαλώντας να ξαναϊδή τις Νύμφες στ' όνειρό του και +νάρθη γλήγορα η μέρα, που του έταξαν τη Χλόη. Η νύχτα εκείνη του +φάνηκεν ότι ήτανε πιο μεγάλη από όλες. Και τούτα γίνανε στο +διάστημά της. + +25. Ο αρχηγός των Μεθυμνιωτών, αφού ξεμάκρυνε ίσαμε δέκα στάδια, +θέλησε να ξεκουράση τους στρατιώτες, που ήταν αποσταμένοι από το +διαγούμισμα· πιάνοντας λοιπόν σ' έναν κάβο που έμπαινε μέσα στο +πέλαγο κι απλονότανε σα μισοφέγγαρο και που στο βάθος του η +θάλασσα έκανε αραξοβόλι πιο απάνεμο από τούς λιμιώνες, άραξεν εκεί +τα καράβια στ' ανοιχτά ρίχνοντας τις άγκυρες για να μη του πειράξη +κανένα από τη στεριά κάνας χωριάτης, κ' έδωκε στους Μεθυμνιώτες +την άδεια να διασκεδάζουνε με ησυχία. Κ' εκείνοι, έχοντας όλα +μπόλικα από το άρπαγμα, επίνανε, χαροκοπούσαν, εκάνανε γιορτή σαν +να είχανε νικήσει. Μα όταν έπεφτε η μέρα κ' η διασκέδαση έπαυεν +εξαιτίας της νύχτας, άξαφνα όλη η γις εφάνηκε πως έλαμπε κι +ακουότανε χτύπος τρομερός κουπιώνε, σαν ναρχότανε καταπάνω τους +μεγάλη αρμάδα. Κάποιος εφώναξε τον αρχηγό, ο ένας έκραζε τον άλλο, +κι άλλος εθαρρούσε πως ήταν πληγωμένος και κειτότανε χάμω σαν +νεκρός. Θάλεγε κανένας πως βλέπει νυχτοπόλεμο χωρίς να υπάρχουνε +καθόλου εχτροί. + +26. Κι αφού τέτοια τους στάθηκε η νύχτα, ξημέρωσε ημέρα πολύ +τρομερότερη από τη νύχτα. Οι τράγοι δηλαδή του Δάφνη και τα γίδια +είχαν ανάμεσα στα κέρατα κισσό με τσαμπιά και τα κριάρια και τα +πρόβατα της Χλόης ουρλιάζανε σαν λύκοι. Κ' είδαν και την ίδια +στεφανωμένη με πεύκο. Μα και σ' αυτή τη θάλασσα γίνονταν πολλά +περίεργα· οι άγκυρες δηλαδή, άμα δοκιμάζανε να τις σηκώσουν, +εμένανε στον πάτο και τα κουπιά εσπάζανε, μόλις εκάνανε να +τραβήξουν και δελφίνια, πηδώντας από τη θάλασσα και χτυπώντες με +τις ουρές τους τα καράβια, έλυναν τους αρμούς· ακουότανε και +κάποιος ήχος σουραυλιού από τον αψηλό βράχο, που ήτανε στην τσίμα +του κάβου· μα δεν εγήτευε σαν σουραύλι παρά ετρόμαζεν όσους τον +ακούανε, σαν σάλπιγγα. Εσαστίζανε λοιπόν κ' ετρέχανε να πάρουν +τάρματα κ' εφώναζαν τους αθώρητους εχτρούς· ως που παρακαλούσανε +πάλι νάρθη η νύχτα για να βρούνε ησυχία σ' αυτή. Όλα λοιπόν όσα +γινόντανε, για όσους είχανε τα λογικά τους ήτανε ολοφάνερα σημάδια +και φωνές του Πάνα, που είχε θυμώσει για κάτι με τους ναύτες· μα +δεν μπορούσανε να μαντέψουν την αφορμή, επειδή δεν είχανε γδύσει +κανένα αγιοτόπι του Πάνα· και κοντά το μεσημέρι στο στρατηγό, που +είχε πέσει σε ύπνο όχι δίχως τη θέληση του θεού, φανερώθηκε ο +ίδιος ο Πάνας λέγοντάς του τέτοια: + +27. — Ω πιο αλιτήριοι κι' αθεόφοβοι από όλους τους ανθρώπους! Πώς +αποκοτήσατε να κάνετε αυτά σαν εξωφρενιασμένοι. Εγεμίσατε πόλεμο +την αγαπημένη μου εξοχή· αρπάξατε κοπάδια βόιδια και γίδια και +πρόβατα, που εγώ τα νοιαζόμουν· ξεσύρατε από τους βωμούς παρθένα, +που ο Έρωτας θέλει να κάμη μ' αυτή παραμύθι και δεν εφοβηθήκατε +μήτε τις Νύμφες που σας εβλέπανε, μήτε εμένα τον Πάνα. Λοιπόν μήτε +τη Μέθυμνα θα ιδήτε με τέτοια πλιάτσικα πηγαίνοντας εκεί, μήτε θα +γλυτώσετε από τούτο το σουραύλι, που σας ετρόμαξε, μόνε θα σας +κάνω θροφή των ψαριών, αφού σας βουλιάξω, ανίσως και δε γυρίσης +πίσω στις Νύμφες όσο μπορείς γληγορότερα και τη Χλόη και τα +κοπάδια της Χλόης και τα γίδια και τα πρόβατα. Σήκω λοιπόν και +βγάλε στη στεριά την κόρη μαζί με όσα είπα. Και εγώ θα είμαι +οδηγός σ' εσένα για το ταξίδι σου και σ' εκείνη για το δρόμο της. + +28. Κατατρομαγμένος απ' αυτά ο Βρύαξης (επειδή έτσι τον ελέγανε το +στρατηγό), πετιέται από τον ύπνο του· κι αφού επροσκάλεσε τους +καπετάνιους των καραβιών τούς επρόσταξε να ζητήσουν το γληγορότερο +ανάμεσα στους σκλάβους τη Χλόη· κ' εκείνοι γλήγορα τήνε βρήκανε +και την έφεραν εμπρός του επειδή καθότανε στεφανωμένη με το πεύκο. +Και νομίζοντας κι' αυτό ακόμη σημάδι εκείνων, που είδε στο όνειρό +του, τη βγάζει στη στεριά με την ίδια τη ναυαρχίδα του. Και μόλις +είχε βγη έξω η Χλόη, ακούεται πάλι από το βράχο ήχος σουραυλιού, +όχι πια πολεμικός και τρομερός, παρά ποιμενικός και σαν να +οδηγούσε τα κοπάδια στη βοσκή. Και τα πρόβατα έβγαιναν έξω τρεχάτα +από τη σκάλα χωρίς να ξεγλιστρούν από τα νύχια τους και τα γίδια +πιο τολμηρά, επειδή ήτανε και συνηθισμένα ν' ανεβοκατεβαίνουν τους +γκρεμνούς. + +29. Κι' αυτά τριγύριζαν τη Χλόη σαν να εχόρευαν πηδώντας και +βελάζοντας κ' έδειχναν με τέτοια τη χαρά τους. Μα των άλλωνε +βοσκών τα γίδια και τα πρόβατα και τα γελάδια έμεναν εκεί όπου +ήτανε μέσα στ' αμπάρια σαν να μη τάκραξεν η μουσική. Κ' εκεί που +όλοι εσαστίζανε με το θαύμα και υμνολογούσαν τον Πάνα, είδαν πιο +περίεργα από τούτα και στη στεριά και στη θάλασσα. Τα καράβια των +Μεθυμνιωτών ξεκινούσαν προτού να σηκώσουν τις άγκυρες και μπροστά +από τη ναυαρχίδα επήγαινε δελφίνι, πηδώντας έξω από τη θάλασσα· τα +γίδια και τα πρόβατα τα οδηγούσε πολύ γλυκός σκοπός σουραυλιού και +κανένας δεν έβλεπε εκείνον που έπαιζε. Κ' έτσι τα πρόβατα και τα +γίδια επροχωρούσαν κ' εβόσκανε μαζί, γητεμένα από τη μουσική. + +30. Ήτανε κοντά ώρα της αγογιοματινής βοσκής κι ο Δάφνης, αφού +ανάντεψε από ψηλή ραχούλα τα κοπάδια και τη Χλόη κ' εφώναξε δυνατά +«ώ Νύμφες και Πάνα!» έτρεξε κάτου στον κάμπο· και σαν αγκάλιασε τη +Χλόη και λιγοψύχησε έπεσε χάμω. Και μόλις τον εσυνέφερε η Χλόη με +τα φιλιά και τον εζέστανε με τ' αγκαλιάσματά της, στη γνώριμη +βαλανιδιά πηγαίνει· κι άμα εκάθισε στη ρίζα, την ερωτούσε πώς +εξέφυγε από τόσους εχτρούς. Εκείνη του ανιστορεί όλα ένα προς ένα: +των γιδιών τον κισσό, των προβάτων το ούρλιασμα, το πεύκο που +άνθισε επάνω στο κεφάλι της, τη λάμψη της γης, το χτύπο που +ακούστηκε στη θάλασσα, τους δυο σκοπούς του σουραυλιού, τον +πολεμικό και τον ειρηνικό, τη νύχτα την τρομερή, το πώς μουσική +της έδειξε το δρόμο, που αυτή δεν τον ήξερε. Άμα λοιπόν ο Δάφνης +εκατάλαβε τα όνειρα των Νυμφών και τα έργα του Πάνα, λέει κι αυτός +όσα είδε κι όσα άκουσε· κι ότι ενώ είχε σκοπό να πεθάνη έζησεν +εξαιτίας τις Νύμφες. Κ' ύστερα τήνε στέλνει να φέρη το Δρύαντα και +τα χρειαζούμενα για θυσία. Στο αναμεταξύ αυτός, πιάνοντας την πιο +καλή γίδα και στεφανόνοντάς τη με κισσό, καθώς την είδαν οι +εχτροί, και γάλα χύνοντας ανάμεσα στα κέρατά της, τη θυσίασε στις +Νύμφες· κι αφού την εκρέμασε, την έγδαρε και το τομάρι το κρέμασε +τάμα. + +31. Κι όταν πια ήλθαν η Χλόη κ' οι άλλοι, αφού άναψε φωτιά, από τα +κρέατα άλλα τάβρασε κι άλλα τάψησε και πρώτα ξεχώρισε για τις +Νύμφες το καλύτερο μέρος κ' έχυσε λίγο από κροντήρα, που ήτανε +γεμάτη μούστο. Και σαν έστρωσε στρώμα από φύλλα χλωρά, αρχίσανε να +τρων και να πίνουν και να διασκεδάζουν, και συνάμα είχε το νου του +στα κοπάδια, μήπως λύκος πέφτοντας μέσα σ' αυτά κάμη τα έργα των +εχτρών. Είπανε και μερικά τραγούδια για τιμή των Νυμφών, αρχαίων +βοσκών ρίμες. Κι όταν ενύχτωσε, εκοιμηθήκανε στην εξοχή και την +άλλη μέρα θυμόντανε τον Πάνα· κι αφού στεφανώσανε με πεύκο τον +τράγο τον μπροστάρη, τον επήγανε σιμά στο πεύκο· κι άμα τον +ερραντίσανε με κρασί κ' εδόξασαν το θεό, τον εθυσίασαν, τον +εκρέμασαν, τον έγδαραν. Τα κρέατα, αφού τάψησαν και τάβρασαν, +τάβαλαν εκεί κοντά στο λιβάδι ανάμεσα σε χόρτα και το τομάρι με τα +κέρατά του το κάρφωσαν επάνω στο πεύκο κοντά στο άγαλμα, ποιμενικό +τάμα σε ποιμενικό θεό· ξεχωρίσανε γι' αυτόν και τα καλύτερα κρέατα +κ' εχύσανε μούστο από μεγαλύτερη κροντήρα· ετραγούδησε η Χλόη κι ο +Δάφνης έπαιξε το σουραύλι. + +32. Κ' ύστερ' από αυτά χαμοκάθησαν κ' έτρωγαν· κ' έρχεται κοντά +τους κατά τύχη ο Φιλητάς ο γελαδάρης, φέρνοντας μερικά στεφανάκια +στον Πάνα και σταφύλια με τα φύλλα ακόμη και με τις κληματόβεργες. +Τον ακολουθούσε κι ο μικρός του ο γιος ο Τίτυρος, ξανθό αγόρι και +γαλανομμάτικο· χαρούμενο παιδί και θαρρετό και που πηδούσεν +ανάλαφρα περπατώντας σαν κατσικάκι. Σηκωθήκανε λοιπόν επάνω και +στεφανόνανε μαζί τον Πάνα και τις κληματόβεργες από τα φύλλα του +πεύκου κρεμούσαν κι αφού τον εκάθισαν κοντά τους του εβάνανε να +φάη. Και σαν γέροι πιομένοι λιγάκι πολλά αναμεταξύ τους έλεγαν πως +έβοσκαν, όταν ήτανε νέοι πως πολλά κυνηγητά κουρσάρων εξέφυγαν +παινεύονταν ένας πως εσκότωσε λύκο κι άλλος πως στο σουραύλι μόνο +από τον Πάνα έμενε πίσω. Η παινεψιά τούτη ήτανε του Φιλητά. + +33. Ο Δάφνης λοιπόν κ' η Χλόη τόνε θερμοπαρακαλούσανε να τους μάθη +κι αυτούς την τέχνη και να παίξη σουραύλι σε γιορτή θεού, που +αγαπούσε το σουραύλι. Στρέγει ο Φιλητάς, αν και κατηγορούσε τα +γερατιά, πως δεν ταφίσανε δύναμη, και πήρε στα χέρια του το +σουραύλι του Δάφνη. Μα αυτό ήτανε μικρό για μεγάλη τέχνη, επειδή +το εφυσούσε παιδιάτικο στόμα. Στέλνει λοιπόν τον Τίτυρο να φέρη το +δικό του, αν και το σπίτι ήτανε μακριά δέκα στάδια. Κι ο Τίτυρος, +αφού πέταξε το ρούχο του, έφυγε γυμνός τρέχοντας σαν ελαφάκι. Τότε +ο Δάμωνας υποσχέθηκε να ειπή την ιστορία της Σύριγγας, που του την +είχε μάθει ένας Σικελιώτης παίρνοντας για πλερωμή έναν τράγο κ' +ένα σουραύλι. + +34. Η σήριγγα τούτη, τόργανο, δεν ήτανε όργανο, παρά κόρη όμορφη +και με φωνή γλυκιά· έβοσκε γίδια, έπαιζε μαζί με τις Νύμφες, +ετραγουδούσε όπως τώρα. Ενώ αυτή έβοσκε, έπαιζε, ετραγουδούσε, ο +Πάνας, αφού πήγε κοντά της, την παρακαλούσε για ό,τι την ήθελε και +της έταζε πως θα κάνη όλες τις γίδες της να γεννούνε διπλάρια. Μα +εκείνη περιγελούσε τον έρωτά του κ' έλεγε πως δε θέλει αγαπητικό, +που δεν είναι μήτε τράγος, μήτε άνθρωπος ολάκαιρος. Την κυνηγάει +να την πιάση ο Πάνας με τη βία· η Σήριγγα όμως έφευγε και τον Πάνα +και τη βία· κ' ενώ έτρεχε κι απόσταινε, σε νεροκάλαμα κρύβεται, σε +βάλτο χάνεται. Ο Πάνας, αφού έκοψε με θυμό τα νεροκάλαμα και δε +βρήκε την κόρη, καταλαβαίνει το πάθημά του, (ότι η κόρη έγινε +καλάμι) και τότε φτιάνει το όργανο, αφού ένωσε με κερί τα καλάμια, +το ένα μικρότερο από τάλλο, επειδή κι ο έρωτας ήτανε άνισος γι' +αυτούς. Κ' η όμορφη τότε κόρη είναι σήμερα σουραύλι γλυκόλαλο. + +35. Μόλις είχε τελειώσει την ιστορία ο Δάμωνας και τον παινούσε ο +Φιλητάς, ότι τους είπε παραμύθι νοστιμότερο κι από τραγούδι, +έρχεται κι ο Τίτυρος φέρνοντας στον πατέρα του το σουραύλι, μεγάλο +όργανο και με μεγάλα καλάμια· κι όπου ήτανε αλειμμένο με κερί, +είχε πλουμίδια από χάλκωμα. Θάλεγε κανένας πως ήτανε το ίδιο +εκείνο, που επρωτόφτιασε ο Πάνας. Αφού λοιπόν εσηκώθηκε ο Φιλητάς +και στάθηκε ορθός στο κάθισμά του, εδοκίμασε πρώτα αν φυσάνε καλά +τα καλάμια· έπειτα αφού είδε, ότι ελεύθερα περνάει το φύσημα, +άρχισε να φυσάη πολύ και δυνατά. Θα ενόμιζε κανένας πως ακούει +φλογέρες, που επαίζανε μαζί· τόσο βούηζε το σφύριγμα. Και σιγά +σιγά λιγοστεύοντας τη δύναμη, στο γλυκότερο εγύριζε το σκοπό. Και +δείχνοντας κάθε τέχνη της μουσικής πώς να βόσκουν όμορφα, έπαιζε +το σουραύλι όσο πρέπει για τα βόιδια κι όσο ταιριάζει στα γίδια κι +όσο αρέσει στα πρόβατα. Γλυκόφωνο ήτανε των προβάτωνε, δυνατό των +βοϊδιώνε, ψιλόφωνο των γιδιώνε· μ' ένα λόγο κάθε λογής σουραύλια +τα μιμήθηκε ένα σουραύλι. + +36. Οι άλλοι βουβοί ήτανε ξαπλωμένοι κ' ευχαριστιόντανε. Κι ο +Δρύαντας, αφού σηκώθηκε και πρόσταξε να του παίξουνε βακχικό +σκοπό, τους εχόρεψε χορό του τρύγου· κ' εφαινόταν πότε σαν να +τρυγούσε, πότε σαν να κουβαλούσε κοφίνια, έπειτα σαν να επατούσε +τα σταφύλια, κατόπι σαν να εγέμιζε τα πιθάρια και στο τέλος σαν να +έπινε μούστο. Αυτά όλα τόσο όμορφα τα εχόρεψε ο Δρύαντας και +καθαρά, που ενόμιζαν ότι βλέπουν και τ' αμπέλια και το πατητήρι +και τα πιθάρια και το Δρύαντα να πίνη στα σωστά. + +37. Αφού λοιπόν ο γέρος αυτός παινεύτηκε τρίτος για το χορό του, +φιλεί τη Χλόη και το Δάφνη· και τούτοι, αφού εσηκώθηκαν αμέσως, +εχόρεψαν την ιστορία του Δάμωνα· ο Δάφνης έκανε τον Πάνα κ' η Χλόη +τη Σήριγγα· εκείνος την παρακαλούσε να τον ακούση κι αυτή +αδιαφορώντας χαμογελούσε· εκείνος την εκυνηγούσε κ' έτρεχε στις +άκρες των νυχιώνε για να μιμιέται τα διχάλια του τράγου κι αυτή +καμονότανε την αποσταμένη από τη φευγάλα. Έπειτα η Χλόη στο δάσος, +αντί για τα βάλτο, κρύβεται· κι ο Δάφνης αφού επήρε το μεγάλο +σουραύλι του Φιλητά, έπαιζε λυπητερά σαν ερωτευμένος, παθητικά σαν +να την παρακαλούσε, ξαναφωναχτικά σαν να την αναζητούσε. Ως που ο +Φιλητάς εθαύμασε και τόνε φιλεί, αφού πετάχθηκε απάνω, και του +χαρίζει το σουραύλι άμα τον εφίλησε· κ' ευχήθηκε να τ' αφίση κι' ο +Δάφνης σε παρόμοιο κληρονόμο. Κι ο Δάφνης, αφού αφιέρωσε το δικό +του το μικρό στον Πάνα κ' εφίλησε τη Χλόη, σαν να τήνε βρήκε +ύστερ' από αληθινή φευγάλα, εγύριζε το κοπάδι στη στάνη παίζοντας +το σουραύλι. + +38. Κι όταν είχε πια νυχτώσει, εγύριζε κ' η Χλόη το κοπάδι της +μαζεύοντάς το με το σκοπό του σουραυλιού· τα γίδια πηγαίνανε μαζί +με τα πρόβατα κι ο Δάφνης επερπατούσε πλάι στη Χλόη κ' έτσι +εχόρτασαν ο ένας τον άλλο ίσαμε τη νύχτα κ' εσυμφωνήσανε να +βγάλουν την άλλη μέρα γληγορότερα τα κοπάδια στη βοσκή· κ' έτσι +εκάμανε. Μόλις λοιπόν εξημέρωσε πήγανε στη βοσκή· κι αφού τις +Νύμφες πρώτα κ' ύστερα τον Πάνα εχαιρέτισαν, εκάθησαν κατόπι κάτω +από την αγριοβαλανιδιά κ' έπαιξαν το σουραύλι· έπειτα εφιλιόντανε, +αγκαλιάζονταν, επλαγιάζανε χάμω· και χωρίς να κάμουνε τίποτε +περισσότερο εσηκόνονταν. Ενοιάστηκαν και για φαΐ κ' έπιαν κρασί +ανακατόνοντάς το με γάλα. + +39. Κι όταν από όλ' αυτά έγιναν πιο ζεστοί και πιο ζωηροί, +αρχίζουνε να μαλώνουνε σαν ερωτευμένοι και σε λίγο κατάντησαν και +στους όρκους. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού πήγε κάτω από το πεύκο, +ορκίστηκε στον Πάνα να μη ζήση ποτέ μονάχος μήτε μια μέρα δίχως τη +Χλόη. Κ' η Χλόη αφού μπήκε στη σπηλιά ορκίστηκε στις Νύμφες, ότι +θα ζήση και θα πεθάνη μαζί με το Δάφνη. Μα η Χλόη σαν κόρη, ήτανε +τόσο αθώα, ώστε βγαίνοντας από τη σπηλιά ήθελε να του πάρη και +δεύτερο όρκο, λέγοντάς του: + + — Ω Δάφνη! ο Πάνας είναι θεός, που του αρέσει ο έρωτας κι +άπιστος· αγάπησε την Πίτη μα αγάπησε και τη Σήριγγα· και δεν παύει +ποτέ να πειράζη τις Δρυάδες και να ενοχλή τις Επιμηλίδες νύμφες. +Αυτός λοιπόν, που δεν εκράτησε τους όρκους του, θ' αδιαφορήση να +τιμωρήση κ' εσένα κι αν πας με γυναίκες πιο πολλές κι από τα +καλάμια του σουραυλιού σου. Μα εσύ ορκίσου με στο κοπάδι τούτο και +στη γίδα εκείνη, που σ' ανάθρεψε, πως δε θ' αφίσης τη Χλόη όσο σου +μένει πιστή· κι αν φανή ψεύτρα σ' εσένα και στις Νύμφες, να την +αποφεύγης και να τήνε μισής και να τη σκοτώσης σαν λύκο. + +Ευχαριστιότανε ο Δάφνης που δεν τον επίστευε κι αφού εστάθηκε στη +μέση του κοπαδιού κ' έπιασε με το ένα χέρι γίδα και με τάλλο +τράγο, ορκιζότανε ν' αγαπάη τη Χλόη όσο θα τον αγαπούσε· κι αν +προτιμήση άλλον από το Δάφνη να σκοτωθή αυτός, αντί για κείνη. Κ' +η Χλόη χαιρότανε κ' επίστευε σαν κόρη και σαν βοσκοπούλα και που +θαρρούσε, και τα γίδια και τα πρόβατα είναι για τους βοσκούς και +τους γιδάρηδες ξεχωριστοί θεοί. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ + + + +1. Κ' οι Μιτυληνιοί άμα έμαθαν τον ερχομό των δέκα καραβιών +κατεπάνω τους κι άμα μερικοί, ερχάμενοι από τις εξοχές, τους +εμήνυσαν το διαγούμισμα, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε να παραδεχτούνε +να πάθουν αυτά από τους Μεθυμνιώτες· κι αποφάσισαν το γληγορότερο +να τους σηκώσουν πόλεμο κι αυτοί. Κι αφού εστρατολόγησαν τρεις +χιλιάδες σκουτάριους και πεντακόσους καβαλαρέους, εστείλανε +στεριάς το στρατηγό Ίππασο, επειδή εφοβόντανε τη θάλασσα χειμώνα +καιρό. + +2. Κι ο Ίππασος ξεκινήσαντας δε διαγούμιζε τις εξοχές των +Μεθυμνιωτώνε, μήτε τα κοπάδια και τα χτήματα των ζευγολάτωνε και +των βοσκών επείραζε, επειδή αυτά τα θαρρούσε περισσότερο καμώματα +κουρσάρου παρά στρατηγού· μόνο έτρεχε κατά την πολιτεία την ίδια +για να πιάση άξαφνα τις απροφύλαχτες θύρες. Κ' ενώ ήτανε μακριά +ίσαμ' εκατό στάδια, τόνε συναπαντάει μαντάτορας φέρνοντας συνθήκη. +Επειδή οι Μεθυμνιώτες, άμα έμαθαν από τους σκλαβωμένους, ότι οι +Μιτυληνιοί δεν ξέρουν τίποτε από όσα είχανε γίνει παρά ζευγολάτες +και βοσκοί έκαναν αυτά στους νέους, που τους αδικήσανε, +μετάνοιωναν γιατί αποκοτήσανε να φερθούνε σε γειτονική πολιτεία +έτσι άσχημα κι όχι φρονιμότερα· κ' εστέλνανε συνθήκη, αφού +γυρίσουν πίσω όλα τ' αρπαγμένα, να σμίγουνε πάλε άφοβα στεριάς και +θάλασσας. Ο Ίππασος όμως στέλνει το μαντάτορα στους Μιτυληνιούς, +αν και ήτανε διορισμένος στρατηγός αυτεξούσιος· κι αυτός αφού +ετέντωσε ίσαμε δέκα στάδια μακριά από τη Μέθυμνα, επρόσμενε τη +διάτα από την πολιτεία. Κι άμα επεράσανε δυο ημέρες ήλθε ο +μαντατοφόρος κ' έφερε μήνυμα να πάρη τ' αρπαγμένα και να γυρίση +πίσω χωρίς να κάνη κανένα κακό. Επειδή αφού είχανε να διαλέξουν +ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, έβρισκαν πιο ωφέλιμη την ειρήνη. + +3. Κι ο πόλεμος των Μεθυμνιωτώνε και των Μιτυληνιών, που επήρεν +αναπάντεχη αρχή και τέλος, έτσι ετέλειωσε. Μα για το Δάφνη και τη +Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο. Επειδή +έπεσεν άξαφνα χιόνι πολύ κ' εσκέπασεν όλους τους δρόμους κι όλους +τους ζευγολάτες τους έκλεισε τα καλύβια τους. Ορμητικά τα +ξεροπόταμα κατέβαζαν, το νερό είχε κρουσταλιάσει, τα δέντρα +εμοιάζανε με κατατσακισμένα. Η γης όλη δε φαινόταν εξόν κάπου γύρω +στις νερομάννες και στα ρέματα. Κ' έτσι κανένας κοπάδι στη βοσκή +δεν έβγαζε, μήτε ο ίδιος ξεμύτιζε από τη θύρα του, παρά ανάβοντας +φωτιά με του πετεινού το λάλημα, άλλοι λινάρι έκλωθαν, άλλοι +γιδόμαλλα έγνεφαν κι άλλοι παγίδες για τα πουλιά έφτιαναν. Τότε +εφροντίζανε να τρώνε τα βόιδια άχερο στους σταύλους, τα γίδια και +τα πρόβατα στις στάνες φύλλα, οι χοίροι στα χοιροστάσια πρινοκόκκι +και βαλανίδια. + +4. Ενώ λοιπόν αναγκαστικά έμεναν όλοι κλεισμένοι, οι ζευγολάτες κ' +οι βοσκοί χαιρόντανε επειδή εγλυτώνανε για λίγο καιρό από τους +κόπους και πουρνιάτικα φαγιά έτρωγαν κ' εκοιμόνταν πολλές ώρες, +ώστε ο χειμώνας τους εφαινόταν κι από το καλοκαίρι, κι από το +χυνόπωρο κι απ' αυτή την άνοιξη πιο γλυκός. Μα η Χλόη κι ο Δάφνης, +θυμούμενοι τις χαρές που είχαν αφίσει, πώς εφιλιόνταν, πώς +αγκαλιάζονταν, πώς μαζί εβάζανε στο στόμα τους το φαΐ, περνούσανε +νύχτες άγρυπνες, και πικραμένες και την άνοιξη προσμένανε σαν +ξαναγεννημό από το θάνατο. Και τους επίκραινε όταν έπεφτε στα +χέρια τους κανένα ταγάρι, που είχανε το φαΐ τους σ' αυτό, ή όταν +έβλεπαν κανένα καρδάρι από όπου είχανε πιει μαζί, ή σουραύλι +αδιάφορα πεταμένο, που ήτανε χάρισμα ερωτικό. Παρακαλούσανε λοιπόν +τις Νύμφες και τον Πάνα να τους γλυτώσουν από τα βάσανα τούτα και +να δείξουν κάποτε πια σ' αυτούς και στα κοπάδια ήλιο. Κ' ενώ +παρακαλούσαν, προσπαθούσανε συνάμα να βρουν και τρόπο για να ιδούν +ο ένας τον άλλον. Η Χλόη ήτανε φοβερά ανίκανη και δεν έκοβε το +μυαλό της, επειδή πάντα βρισκότανε σιμά της η ψευτομάννα, +μαθαίνοντάς τη να ξαίνη τα μαλλιά και να στρήφτη τ' αδράχτι και +μιλώντάς της όλο για παντρειά. Ο Δάφνης όμως, καθώς δεν είχε τι να +κάνη κ' ήτανε και πιο έξυπνος από την κορασιά, τέτοιο πράγμα +εσοφίστηκε για να ιδή τη Χλόη. + +5. Εμπρός στη στάνη του Δρύαντα και κάτου από το φράχτη της ήτανε +δυο μεγάλες σμερτιές και κισσός είχε φυτρώσει· οι σμυρτιές ήτανε η +μια κοντά στην άλλη κι ο κισσός ανάμεσα στις δυο, ώστε απλώνοντας +σε καθεμιά τα κορφοβλάσταρά του σαν κλήμα με τ' απαναπανωτά φύλλα +του έφτιανε είδος σπηλιάς· και τα τσαμπιά πολλά και μεγάλα, σαν +σταφύλια από τα κλήματα, κρεμόντανε. Ήτανε λοιπόν γύρω του πλήθος +πολύ χειμωνιάτικων πουλιών, επειδή δεν έβρισκαν έξω θροφή· πολλά +κοτσίφια και πολλές τσίχλες και φάσες και ψαρώνια και κάθε λογής +άλλα κισσοφάγα πετούμενα. Με την πρόφαση να κυνηγήση τα πουλιά +εβγήκεν έξω ο Δάφνης, αφού εγέμισε το ταγάρι του πήττες μελωμένες +και φέρνοντας για να τον πιστέψουν αξό και δίχτυα. Το αναμεταξύ +διάστημα δεν ήτανε περισσότερο από δέκα στάδια· μα επειδή το χιόνι +δεν είχε λυώσει ακόμη, τούδινε πολλή κούραση. Ο έρωτας όμως όλα +μπορεί να τα διαβή και φωτιά και νερό και Σκυθικό χιόνι. + +6. Φτάνει λοιπόν τρεχάλα στη στάνη κι αφού ετίναξε από τα πόδια +του το χιόνι, και τα δίχτυα έστησε και τον αξό τον άλειψε σε +βέργες μακρουλές· κ' ύστερα καθότανε προσμένοντας πουλιά και τη +Χλόη. + +Όσο για πουλιά και πολλά ήρθανε κι αρκετά έπιασε, ως που +κουράστηκε πολύ να τα μαζεύη και να τα σκοτόνη και να μαδάη τα +φτερά τους. Μα από τη στάνη δεν επρόβαινε κανένας μήτε άντρας, +μήτε γυναίκα, μήτε όρνιθα παρά όλοι καθισμένοι στη φωτιά ήτανε +μέσα κλεισμένοι, ώστε ο Δάφνης δεν ήξερε τι να κάνη κ' εβασάνιζε +το μυαλό του να βρη πρόφαση για ν' αμπώξη τη θύρα και ρωτιότανε +μοναχός του τι να ειπή πιο πιστευτό: + + — Ήρθα για ν' ανάψω φωτιά· — μα μήπως δεν ήτανε πιο κοντινοί +γείτονες; Ήρθα να γυρέψω ψωμί — μα το ταγάρι είναι γεμάτο θροφή. +Κρασί χρειάζουμαι· — μα χτες και προχτές ετρύγησες. Λύκος μ' +εκυνηγούσε· — και που είναι οι πατημασιές του λύκου; Ήρθα να +κυνηγήσω τα πουλιά· — γιατί λοιπόν αφού κυνήγησες δε φεύγεις; Να +ιδώ τη Χλόη θέλω· — μα ποιος το λέει έτσι φανερά στον πατέρα και +τη μάννα κόρης; Ο φταίχτης δα παντού σωπαίνει· κι από όλα τούτα +τίποτε δεν είναι δίχως υποψία. Καλύτερα λοιπόν να σωπαίνω. Και τη +Χλόη θα την ξαναϊδώ το καλοκαίρι, αφού καθώς φαίνεται δεν ήτανε +γραφτό να την ιδώ το χειμώνα. Αφού εστοχάστηκε κάτι τέτοια κ' +εμάζεψε το κυνήγι, ξεκίνησε να φύγη. Μα σαν να τον ψυχοπόνεσεν ο +Έρωτας γίνονται τούτα: + +7. Εβάνανε να φάνε ο Δρύαντας κ' οι δικοί του· εμοιράζονταν τα +κρέατα· έβαναν ψωμί στο τραπέζι έπιαναν κρασί. Ένα μαντρόσκυλο +παραφυλάξαντας την απροσεξιά τους, άρπαξεν ένα κομμάτι κρέας κ' +έφυγε από τη θύρα. Εθύμωσεν ο Δρύαντας (επειδή ήτανε το δικό του +μερτικό) κι αφού άρπαξεν ένα ξύλο το εκυνηγούσε από κοντά σαν +σκυλί. Κ' ενώ το εκυνηγούσε κ' έφτασε σιμά στον κισσό, βλέπει το +Δάφνη, που είχε κρεμάσει στους ώμους το κυνήγι, αποφασισμένος να +φύγη κρυφά. Αμέσως ο Δρύαντας εξέχασε το κρέας και το σκυλί· κι +αφού εφώναξε δυνατά «γεια σου παιδί μου!» τον αγκάλιαζε και τον +εφιλούσε και τον έμπαζε μέσα κρατώντας τον από το χέρι. Παρολίγο +λοιπόν η Χλόη κι ο Δάφνης άμα ιδωθήκανε να πέσουνε χάμω· σαν +μπόρεσαν όμως να μείνουν ορθοί εχαιρετήθηκαν και γλυκοφιληθήκανε· +κι αυτό τους έγινε στήριγμα για να μη πέσουν. + +8. Κι ο Δάφνης αφού ανέλπιστα βρήκε και φιλί και τη Χλόη, κάθησε +κοντά στη φωτιά κ' έρριξεν από τους ώμους του επάνω στο τραπέζι +τις φάσες και τα κοτσύφια· και διηγότανε πως στενοχωρημένος από +την κλεισούρα στο σπίτι εβγήκε για κυνήγι και πως άλλα με τα +δίχτυα κι άλλα με τα ξόβεργα έπιασε τα πουλιά, που δρέγονταν τα +σμέρτα και τον κισσό. Κ' εκείνοι επαίνευαν την εξυπνάδα του και +τον προσκαλούσανε να φάη από όσα άφισε ο σκύλος. Ελέγανε και στη +Χλόη να του βάνη να πιή. Κι αυτή με χαρά έβαλε και στους άλλους +και στο Δάφνη ύστερ' από κείνους· επειδή εκαμονότανε πως ήτανε +θυμωμένη γιατί μια κ' είχεν έλθει εσκόπευε να φύγη χωρίς να την +ιδή. Μα πριν να του δώση έπιε λίγο από το κρασί και ύστερα του το +έδωκε. Κι ο Δάφνης, αν και διψούσε, έπινε αργά για να νοιώθη από +την άργητα πιο πολλή ευχαρίστηση. + +9. Το τραπέζι γλήγορα άδειασεν από ψωμιά και κρέατα· και +καθούμενοι ακόμη τον ερωτούσανε για τη Μυρτάλη και το Δάμωνα και +τους εκαλοτύχιζαν πως θα έχουν τέτοιονε γεροκόμο· κι ο Δάφνης +εχαιρόταν που άκουγε η Χλόη τα παινέματα. Μα όταν τον εκράτησαν +για να κάνουνε θυσία στο Διόνυσο την άλλη μέρα, παρολίγο από τη +χαρά να προσκυνήση εκείνους αντί για το Διόνυσο. Αμέσως λοιπόν +έβγανε από το ταγάρι του πολλές πήττες κι όσα πουλιά είχε πιάσει· +κι αυτά τα ετοιμάζανε για το δείπνο. Ξανάπιασαν κρασί κι άναψαν +πάλι φωτιά· κ' επειδή ενύχτωσε γλήγορα ξανακαθίσανε στο τραπέζι. +Κ' ύστερα αφού είπανε παραμύθια κ' ετραγούδησαν, επήγανε για ύπνο, +η Χλόη με τη μητέρα της κι ο Δρύαντας με το Δάφνη. Κ' η Χλόη +τίποτε άλλο δε συλλογιζότανε παρά ότι την άλλη μέρα θα ιδή το +Δάφνη. Κι ο Δάφνης εδοκίμαζε φανταστική χαρά, επειδή ενόμιζε πως +ήταν ευχάριστο να κοιμηθή με τον πατέρα της Χλόης· κ' έτσι τον +αγκάλιαζε και τόνε γλυκοφιλούσε συχνά, επειδή ονειρευόταν πως όλα +αυτά τα κάνει της Χλόης. + +10. Κι άμα εξημέρωσε έκανε κρύο τρομερό και το φύσημα του βοριά +τάκαψεν όλα. Κ' εκείνοι, αφού εσηκώθηκαν, κάνουνε θυσία στο +Διόνυσο κριάρι χρονιάρικο· κι αφού ανάψανε μεγάλη φωτιά, ετοίμαζαν +το φαΐ. Ενώ λοιπόν η Νάπη εζύμωνε κι ο Δρύαντας έψηνε το κριάρι, +βρίσκοντας ευκαιρία ο Δάφνης κ' η Χλόη, βγήκαν έξω από τη στάνη +εκεί όπου ήταν ο κισσός· κι αφού έστησαν πάλι δίχτυα και ξόβεργα, +έπιασαν όχι λίγα πουλιά. Μα εδοκίμαζαν κι από φιλιά αδιάκοπη γλύκα +και γλυκοκουβεντιάζανε: + + — Για σένα ήλθα Χλόη. + + — Το ξέρω, Δάφνη. + + — Για σένα σκοτόνω τα κακόμοιρα τα κοτσύφια. Πού λοιπόν θα +καταντήσω για σένα; Να με θυμάσαι. + + — Σε θυμάμαι· μα τις Νύμφες που σ' ορκίστηκα κάποτε σ' εκείνη τη +σπηλιά, όπου θα πάμε μόλις το χιόνι λυώσει. + + — Μα είναι πολύ, Χλόη, και φοβάμαι μήπως εγώ πριν απ' αυτό λυώσω. + + — Κάνε κουράγιο, Δάφνη· καυτερός είν' ο ήλιος. + + — Άμποτε να ήταν τόσο καυτερός, όσο η φωτιά που καίει την καρδιά +μου. + + — Αστειεύεσαι κοροϊδεύοντάς με. + + — Όχι, μα τα γίδια, που εσύ μ' επρόσταξες να σ' ορκιστώ. + +11. Αφού αποκρίθηκεν αυτά η Χλόη στο Δάφνη σαν αντίλαλος κ' επειδή +τους εφώναξεν η Νάπη, εμπήκανε πάλι μέσα, πολύ περισσότερο κυνήγι +από το χτεσινό φέρνοντας. Κι άμα έχυσαν κρασί για τιμή του +Διόνυσου, έτρωγαν έχοντας στεφανωμένα τα κεφάλια με κισσό. Κι όταν +έφτασε η ώρα, σαν ετραγούδησαν τον Ίακχο κ' εφώναξαν «ευοί», +ξεπροβόδιζαν το Δάφνη, αφού του εγέμισαν το ταγάρι κρέατα και +ψωμιά. Τούδωκαν και τις φάσες και τις τσίχλες να της πάη του +Δάμωνα και της Μυρτάλης, επειδή αυτοί θα έπιαναν άλλες όσο θα +βαστούσε ο χειμώνας και δε θάλειπε ο κισσός. Κι ο Δάφνης έφευγε, +αφού τους εφίλησε πρώτ' από τη Χλόη για να μείνη απείραχτο το +φίλημα εκείνης. Μα κι άλλες πολλές φορές ξαναπήγε εκεί μ' άλλους +τρόπους· κ' έτσι ο χειμώνας δεν επέρασε γι' αυτούς δίχως έρωτα. + +12. Κι όταν άρχιζε πια η άνοιξη και το χιόνι έλυονε κ' η γις +ξεκαθάριζε και το χορτάρι έβγαινε, κ' οι άλλοι βοσκοί έβγαναν τα +κοπάδια στη βοσκή και πρώτοι απ' όλους η Χλόη κι ο Δάφνης σαν να +εδουλεύανε σε μεγαλύτερο βοσκό. Αμέσως λοιπόν ετρέξανε στις Νύμφες +και στη σπηλιά· κι από εκεί στον Πάνα και στο πεύκο· ύστερα στη +βαλανιδιά, όπου καθούμενοι και τα κοπάδια έβοσκαν κ' +εγλυκοφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Εζητήσανε να βρούνε και λουλούδια, +επειδή ηθέλανε να στεφανώσουν τους θεούς· μα αυτά μόλις τα είχε +ανοίξει ο Ζέφυρος, που τάθρεφε, κι ο ήλιος που τα εζέσταινε· κι +όμως εβρέθηκαν και μενεξέδες και μανούσια και γαλατσίδες κι όσα +πρωτοφέρνει η άνοιξη. Η Χλόη κι ο Δάφνης άρμεξαν από γίδες κι από +μερικές προβατίνες το πρώτο γάλα και μ' αυτό ερράντισαν τ' +αγάλματα, ενώ τα εστεφάνοναν. Έπειτα έκαμαν αρχή και του +σουραυλιού σαν να παρακινούσανε τ' αηδόνια για το λάλημα· κ' +εκείνα αποκρινόντανε μέσ' από τα βάτα και σιγά-σιγά +εθρηνολογούσαν τον Ίτυ, σαν να εθυμόντανε το τραγούδι ύστερις από +μακριά σιωπή. + +13. Εβέλαξαν και τα πρόβατα, επήδησαν και τ' αρνιά κι αφού +εγονάτιζαν από κάτω από τις μαννάδες τους, εβύζαιναν τα μαστάρια· +κι όσες δεν είχαν ακόμη γεννήσει τις εκυνηγούσαν τα κριάρια κι' +άμα τις εσταματούσαν από την κούραση, καβαλίκευαν καθένα από μία. +Εκυνήγησαν κ' οι τράγοι τις γίδες κ' επηδούσαν τριγύρω τους πιο +ερωτικά και πιάνονταν αναμεταξύ τους για τις γίδες. Και κάθε +τράγος είχε τις δικές του κ' επρόσεχε μήπως κανένας άλλος του τις +καβαλικέψει κρυφά. Τα τέτοια πράγματα και τους γέρους ακόμη, αν τα +βλέπανε, θα τους παρακινούσανε στην απόλαψη. Κι ο Δάφνης κ' η +Χλόη, αφού ήτανε νέοι και γαυριασμένοι κ' εζητούσαν από πολύ πια +καιρόν αγάπη, ξάναβαν από όσα άκουαν κ' έλυοναν από όσα έβλεπαν κ' +ήθελαν κι αυτοί κάτι περισσότερο από το φιλί κι από τ' αγκάλιασμα· +μα πιο πολύ ο Δάφνης, αφού βέβαια εδυνάμωσε από την κλεισούρα όλο +το χειμώνα κι από το καθισιό, και τα φιλιά επιθυμούσε και γι' +αγκαλιάσματα ελαχτάριζε και για κάθε δουλιά ήτανε πιο περίεργος +και πιο τολμηρός. + +14. Παρακαλούσε λοιπόν τη Χλόη να του χαρίση ό,τι ήθελε και γυμνή +να πλαγιάσει μ' αυτόνε γυμνό περισσότερη ώρα από όση συνήθιζανε +προτήτερα· επειδή αυτό έλειπε από του Φιλητά τις ορμήνιες για να +γίνη και το μόνο γιατρικό που καταλαγιάζει την αγάπη. Κι όταν +εκείνη ερωτούσε τι άλλο είναι ακόμη από το φιλί κι από τ' +αγκάλιασμα κι απ' αυτό το πλάγιασμα και τι στοχάζεται να κάνη αν +γυμνός ξαπλωθή μ' αυτήνε γυμνή, ο Δάφνης είπε: + + — Αυτό που κάνουν τα κριάρια στις προβατίνες κ' οι τράγοι στις +γίδες. Βλέπεις πως ύστερ' απ' αυτή τη δουλιά μήτ' εκείνες πια τους +αποφεύγουν, μήτ' εκείνοι κουράζονται κυνηγώντάς τες, παρά από δω +και πέρα, σαν να δοκιμάζουνε την ίδια γλύκα, βόσκουνε μαζί; Πολύ +γλυκιά, καθώς φαίνεται, είναι η δουλιά και νικάει την πίκρα του +έρωτα. + + — Μα δε βλέπεις, Δάφνη, τις γίδες και τα κριάρια και τους τράγους +και τις προβατίνες, πως εκείνοι κάνουν ορθοί κ' εκείνες παθαίνουν +ορθές; εκείνοι αφού πηδήσουν, κι αυτές αφού τους κρατήσουν στα +πισινά τους; Κ' εσύ θέλεις να πλαγιάσω χάμου μαζί σου γυμνή; κι +όμως εκείνες πόσο πιο μαλλιαρές είναι από μένα, αν κ' είμαι +ντυμένη. + +Την επίστεψε ο Δάφνης κι αφού πλάγιασε χάμου μαζί της, πολλήν ώρα +εκείτονταν κ' επειδή από όσα επιθυμούσε τίποτε δεν ήξερε να κάνη, +τήνε σηκώνει κ' ύστερα την εσφιχταγκάλιαζε κάνοντας όπως οι +τράγοι. Μα σαν εβρέθηκε σε πολύ δυσκολώτερη θέση, εκάθισε κ' +έκλαψε, επειδή ήτανε κι από τα κριάρια πιο ανήξερος στου έρωτα τις +δουλιές. + +15. Κ' ήτανε κάποιος γείτονας, ζευγολάτης δικού του χωραφιού, που +τον ελέγανε Χρώμη και περασμένος στα χρόνια. Αυτός είχε γυναικούλα +φερμένη από την πολιτεία νέα κι όμορφη και πιο τρυφερή από +χωριάτισσα· την ελέγανε Λυκαίνιο. Τούτη, βλέποντας το Δάφνη κάθε +μέρα να περνάη τα γίδια το πρωί για τη βοσκή, τη νύχτα για τη +στάνη, επιθύμησε να τον κάνη αγαπητικό της, αφού τον ξεγελάση με +χαρίσματα· και κάποτε παραφυλάξαντάς τονε μονάχο και σουραύλι του +εχάρισε και κερήθρες και ταγάρι από λαφοτόμαρο· μα δεν ετολμούσε +να του ειπή τίποτα, επειδή εμάντευε την αγάπη της Χλόης, γιατί τον +έβλεπε πολύ προσκολλημένο στην κόρη. Και προτήτερα από τα +γνεψίματα κι από το γέλοιο το κατάλαβε· μα τότες, αφού από το πρωί +επροφασίστηκε στο Χρώμη, ότι θα πάη σε μια γειτόνισσά της +ετοιμόγεννη, τους παρακολούθησε κι αφού εκρύφτηκε σε κάποια +χαμόκλαδα για να μη φαίνεται άκουσεν όλα όσα είπαν, είδεν όλα όσα +εκάμανε· μήτε της ξέφυγε ότι έκλαψε ο Δάφνης. Επειδή λοιπόν +εσυμπόνεσε τους δύστυχους αυτούς κ' ενόμισε ότι παρουσιαζότανε +διπλή ευκαιρία και για τη σωτηρίαν εκείνων και για τη δική της +πιθυμιά, σοφίζεται κάτι τέτοιο: + +16. Την άλλη μέρα αφού επροφασίστηκε πως θα πάη στην ετοιμόγεννη +γυναίκα, φτάνει χωρίς να κρύβεται στη βαλανιδιά όπου εκάθονταν ο +Δάφνης κ' η Χλόη, και σαν εκαμώθηκε απαράλλαχτα την ταραγμένη +είπε: + + — Σώσε με, Δάφνη, την κακομοίρα· επειδή από τις είκοσι χήνες μου +μια, την πιο καλή, ένας αετός μου την άρπαξε· μα επειδή εσήκωσε +μεγάλο φόρτωμα, δε μπόρεσε πετώντας να πάη σ' εκείνο το +συνηθισμένο του αψηλό βράχο παρά έπεσε σ' αυτήν εδώ τη χαμηλή +λαγκάδα. Εσύ λοιπόν για τόνομα των Νυμφών κ' εκείνου του Πάνα, +αφού μπης στη λαγκάδα, σώσε μου τη χήνα· επειδή φοβάμαι μονάχη μου +να μπω. Κ' ίσως να σκοτώσης και τον ίδιο τον αετό και να μη σας +αρπάξη κ' εσάς πια πολλά αρνιά και κατσίκια· και το κοπάδι ως τότε +θα το φυλάξη η Χλόη· τήνε γνωρίζουνε βέβαια τα γίδια, γιατί πάντα +βόσκει μαζί σου. + +17. Χωρίς να υποψιαστή τίποτε από τα μελλούμενα ο Δάφνης, αμέσως +σηκόνεται κι αφού επήρε την αγκλίτσα του, ακολουθούσε τη Λυκαίνιο· +κι αυτή τον έφερνε όσο μπορούσε μακριά από τη Χλόη κι όταν +εφτάσανε στο πιο δασό μέρος κι αφού τον παρακάλεσε να καθίσουνε +κοντά σε μια πηγή, του είπε: + + — Αγαπάς, Δάφνη, τη Χλόη· κι αυτό το έμαθα εγώ τη νύχτα από τις +Νύμφες. Στ' όνειρό μου οι Νύμφες μου διηγήθηκαν τα χτεσινά σου +δάκρυα και με προστάξανε να σε σώσω, μαθαίνοντάς σε τις δουλιές +της αγάπης. Κι αυτές δεν είναι φιλήματα κι αγκαλιάσματα κι όσα +κάνουν τα κριάρια κ' οι τράγοι· άλλα πηδήματα είναι αυτά και πιο +γλυκά από κείνα, επειδή έχουνε γλύκα για περισσότερο καιρό. Ανίσως +λοιπόν και θέλης να γλυτώσης από τα βάσανα και να μάθης τις χάρες, +που ζητάς, έλα παραδόσου σ' εμένα σαν χαρούμενος μαθητής κ' εγώ +για το χατήρι των Νυμφών εκείνων θα σε μάθω. + +18. Δε βάσταξε ο Δάφνης από τη χαρά, παρά σαν άμαθος και γιδάρης, +κ' ερωτευμένος και νέος, αφού έπεσε στα πόδια της Λυκαίνιο, την +παρακαλούσε να τόνε μάθη όσο μπορούσε γλήγορα τον τρόπο, που να +κάνη της Χλόης ό,τι θέλει. Και σαν να έμελλε κάτι μεγάλο κι +αληθινά θεοσταλμένο να μάθη και κατσικάκι πως θα της δώση έταζε +και τυριά χλωρά από πρωτάρμεχτο γάλα και την κατσίκα την ίδια. +Αφού λοιπόν η Λυκαίνιο βρήκε τσοπάνικη αθωότητα όση δεν επερίμενε, +άρχισε να γυμνάζη το Δάφνη με τούτο τον τρόπο. Τον πρόσταξε να +καθίση κοντά της, όπως ήτανε, και να φιλάη φιλιά όπως κι όσα +συνήθιζε κ' ενώ θα την εφιλούσε να την αγκαλιάζη μαζί και να +πλαγιάζη χάμου· κι άμα εκάθησε και την εφίλησε κ' επλάγιασε κ' +είδε πως ημπορούσε να κάνη κ' ήτανε γαυριασμένος τόνε σηκώνει από +το πλάι της κι αφού ξαπλώθηκε από κάτω του, τον έφερε στο δρόμο +που εζητούσεν ως τότε· κ' ύστερα δεν έκανε τίποτα ασυνήθιστο, +επειδή η φύση η ίδια τον εμάθαινε τ' αποδέλοιπα πούπρεπε να κάνη. + +19. Κι αφού ετέλειωσε το ερωτικό μάθημα, ο Δάφνης έχοντας ακόμη +ποιμενικό μυαλό, ξεκίνησε τρεχάλα για τη Χλόη να της κάνη αμέσως +ίσα είχε μάθει, σαν να φοβότανε μήπως αργώντας τα ξεχάση· μα η +Λυκαίνιο αφού τον εσταμάτησε, τέτοια του είπε: + + — Ακόμη και τούτα πρέπει να σε μάθω, Δάφνη. Εγώ όντας γυναίκα δεν +έπαθα τώρα τίποτε· επειδή από καιρό αυτά άλλος άντρας μου τάμαθε, +παίρνοντας την παρθενιά μου για πλερωμή. Μα η Χλόη, άμα παλέψη +μαζί σου τον πόλεμο αυτό, θα φωνάξη και θα κλάψη και θα κείτεται +με πολύ αίμα σαν σκοτωμένη· εσύ όμως μη φοβηθής το αίμα, μόνε όταν +την καταφέρης να σου παραδοθή φέρ' τηνε σε τούτο το μέρος για να +μη την ακούση κανένας κι αν φωνάξη· κι αν δακρύση να μη την ιδή +κανένας· κι αν ματώση να πλυθή στην πηγή και να θυμάσαι ότι εγώ +πριν από τη Χλόη σ' έχω κάνει άντρα. + +20. Η Λυκαίνιο λοιπόν αφού τόσα τον ορμήνεψε, σ' άλλο μέρος της +λαγκάδας έφυγε, σαν να εζητούσε ακόμη τη χήνα. Κι ο Δάφνης έχοντας +στο νου του όσα του είπεν άφισε την πρώτη του ορμή· κ' εδίσταζε να +ζητήση από τη Χλόη περισσότερο από φίλημα κι αγκάλιασμα, επειδή +δεν ήθελε μήτε να φωνάξη σαν από εχθρό, μήτε να δακρύση σαν να +επονούσε, μήτε να ματώση σαν σκοτωμένη. Επειδή όντας αρχάριος +φοβότανε το αίμα κ' εθαρρούσε πως αίμα βγαίνει μονάχ' από πληγή. +Κι αφού αποφάσισε να διασκεδάζη μαζί της όπως πάντα, εβγήκε από τη +λαγκάδα κι άμα επήγεν εκεί όπου καθότανε η Χλόη πλέκοντας +στεφανάκι από μενεξέδες, και ψέμα είπε, πως από τα νύχια του αετού +άρπαξε τη χήνα, κι αφού την αγκάλιασε την εφίλησε, καθώς τη +Λυκαίνιο στην απόλαψη@ τους. Επειδή αυτό σαν ακίνδυνο ήτανε +συχωρεμένο. Κ' η Χλόη έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του Δάφνη κ' +εφίλησε τα μαλλιά του, που για αυτήν ήτανε καλύτερα από τους +μενεξέδες. Κι αφού έβγαλεν από το ταγάρι της ένα κομμάτι πηχτή και +λίγα φελιά ψωμί, τούδωκε να φάη· κ' εκεί που έτρωγεν αυτός άρπαζεν +από το στόμα του το φαΐ κ' έτσι έτρωγε κ' εκείνη σαν κλωσσοπούλι. + +21. Κ' ενώ έτρωγαν κ' εφιλιόντανε περισσότερο από όσο έτρωγαν, +εφάνηκε ένα ψαροκάικο που επήγαινε γιαλό-γιαλό. Δεν εφυσούσε +καθόλου, παρά ήτανε γαλήνη κι' αναγκαζόντανε να λάμνουν· κ' +ελάμνανε δυνατά, επειδή εβιάζονταν να πάνε στην πολιτεία για +μερικούς πλούσιους φρέσκα ψάρια. Κι όπως συνηθίζουν οι ναύτες όλοι +να κάνουνε για να ξεχνούν την κούραση, το ίδιο έκαναν κ' εκείνοι. +Εσήκωναν τα κουπιά μαζί κ' ένας που ήταν αρχηγός τους έλεγε κάποιο +τραγούδι· οι άλλοι σαν χορός εφωνάζανε με μια φωνή σύμφωνα με την +φωνήν εκείνου. Κι όσο λοιπόν έκαναν αυτά στην ανοιχτή θάλασσα, +εχανόταν η βοή, επειδή οι φωνές σκορπιζότανε σε απλωτό ορίζοντα· +άμα όμως, προσπερνώντας ένα κάβο, μπήκανε σε κόρφο σαν μισοφέγγαρο +και βαθουλό, ακουότανε δυνατώτερη η βοή κ' έφταναν ξάστερα στη +στεριά τα τραγούδια, που με το χρόνο τους ετραβούσαν κουπί. Επειδή +όντας κάτω από τον κάμπο βαθύ φαράγγι, που εδεχότανε σαν όργανο +μέσα του τον αχό, έβγανε φωνή, που εμιμιότανε όλα τα λεγούμενα· +χωριστά το χτύπο των χτυπιών, χωριστά τη φωνή των ναύτηδων. Κ' +ήτανε ευχάριστο το άκουσμα. Επειδή άμα έφτανε η φωνή από τη +θάλασσα, τόσο πιο αργά έπαυε η φωνή από τη στεριά, όσο πιο αργά +άρχιζε. + +22. Ο Δάφνης, επειδή ήξερε τι γινότανε, μονάχα στη θάλασσα +επρόσεχε· κ' εδιασκέδαζε με το πλεούμενο, που γιαλό-γιαλό +περνούσε τον κάμπο γληγολότερα από πουλί, κ' επροσπαθούσε να +συγκρατήση στο νου του μερικά από τα τραγούδια για να τα παίζη με +το σουραύλι. Μα η Χλόη, επειδή τότε πρώτη φορά άκουσεν αυτό που +λεν αντίλαλο, πότε έβλεπε κατά τη θάλασσα, ενώ οι ναύτες +ετραγουδούσανε με το πρόσταγμα, πότε εγύριζε κατά το φαράγγι, +ζητώντας εκείνους που αποκρίνονταν. Κ' επειδή, άμα προσπεράσανε οι +ναύτες, ήτανε και στο φαράγγι σιγαλιά, ερωτούσε το Δάφνη, αν είναι +και πίσω από τον κάβο θάλασσα, κι αν περνάη γιαλό-γιαλό κι άλλο +πλεούμενο κι αν άλλοι ναύτες ετραγουδούσαν τα ίδια κι αν όλα μαζί +εσώπασαν. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού εγέλασε γλυκά, την εφίλησε πιο +γλυκά και της εφόρεσε το στεφάνι από τους μενεξέδες, άρχισε να της +λέη το παραμύθι της Ηχώς, αφού της εζήτησε, άμα της το μάθη, για +πλερωμή δέκα φιλιά: + +23. — Νύμφες, αγάπη μου, είναι πολλές: Μελικές, Δρυάδες και +Έλειες· όλες όμορφες, όλες τραγουδίστρες· και μια απ' αυτές +εγέννησε κόρη την Ηχώ· θνητή, επειδή ήταν από πατέρα θνητό· +όμορφη, επειδή ήταν από μητέρα όμορφη. Την αναθρέφουνε λοιπόν οι +Νύμφες και τη μαθαίνουν οι Μούσες να παίζη το σουραύλι και να λέη +με τη λύρα και την κιθάρα κάθε τραγούδι, ως που άμα ήτανε στον +ανθό της παρθενιάς της, εχόρευε μαζί με τις Νύμφες, ετραγουδούσε +μαζί με τις Μούσες· τους αρσενικούς όμως τους απόφευγε όλους και +ανθρώπους και θεούς, επειδή αγαπούσε την παρθενιά. Ο Πάνας θυμόνει +με την κόρη, γιατί της εζήλεψε το τραγούδι και δεν απόλαψε την +ομορφιά της· και κάνει τρελλούς τους βοσκούς και τους γιδάρηδες. +Κ' εκείνοι σαν σκυλιά ή σαν λύκοι την κατακομματιάζουν και +σκορπούνε στη γις τα κομμάτια της, που ακόμα τραγουδούσαν. Κ' η +γις για χατήρι των Νυμφών έκρυψεν όλα τα κομμάτια κ' εφύλαξε τη +μουσική και με τη θέληση των Μουσώνε βγάνει φωνή και τα μιμιέται +όλα, καθώς τότες η κόρη, θεούς, ανθρώπους, όργανα, θεριά· μιμιέται +και τον ίδιο τον Πάνα, όταν παίζη το σουραύλι· κ' εκείνος, άμα τ' +ακούση, πετιέται και τρέχει κατά τα όρη, όχι από πόθο να τήνε +συναπαντήση, μόνο για να μάθη ποιος είναι ο κρυμμένος μαθητής. + +Αφού είπε το παραμύθι αυτό ο Δάφνης, όχι μονάχα δέκα φορές, παρά +πολύ περισσότερες τον εγλυκοφίλησε η Χλόη. Παραλίγο κι αυτά να τα +ειπή η Ηχώ, σαν για να βεβαιώση ότι δεν είπε καθόλου ψέματα. + +24. Κ' επειδή κάθε μέρα γινόταν ο ήλιος πιο καυτερός, γιατί +τελείονε η άνοιξη κι άρχιζε το καλοκαίρι, είχαν πάλι καινούργιες +και καλοκαιρινές διασκέδασες· ο Δάφνης κολυμπούσε στα ποτάμια κ' η +Χλόη λουζότανε στις πηγές. Εκείνος έπαιζε το σουραύλι +παραβγαίνοντας με τα πεύκα κ' εκείνη τραγουδούσε συναγωνιζούμενη +τ' αηδόνια. Κυνηγούσαν τριζόνια, έπιαναν τζιτζίκους φωνακλάδες +εμάζευαν λουλούδια· εσειούσαν τα δέντρα, έτρωγαν πωρικά. Και +κάποτες επλάγιασαν μαζί και γυμνοί κ' εσκεπάστηκαν μ' ένα τομάρι +γίδας. Κ' εύκολα θα γινόταν η Χλόη γυναίκα, αν δεν τρόμαζε το +Δάφνη το αίμα. Κ' έτσι από φόβο μη δεν κρατήση τη φρονιμάδα του, +δεν άφινε τη Χλόη να γυμνύνεται πολύ, ως που απορούσεν η Χλόη, μα +ντρεπότανε να ρωτήση την αφορμή. + +25. Το καλοκαίρι αυτό πολλοί γαμπροί ετριγύριζαν στη Χλόη και +πολλοί από άλλα μέρη πηγαίνανε στο Δρύαντα ζητώντάς τη για γάμο· +κι άλλοι χαρίσματα έφερναν κι άλλοι έταζαν μεγάλα. Η Νάπη λοιπόν +παρακινούμενη από τις ελπίδες, συμβούλεψε να παντρέψουν τη Χλόη +και να μη κρατούνε στο σπίτι περισσότερο καιρό τόσο μεγάλη κόρη, +που δίχως άλλο ύστερ' από λίγο, βόσκοντας, θα χάση την παρθενιά +της και θα πάρη άντρα κανέν' από τους βοσκούς για μήλα ή για ρόδα, +παρά κ' εκείνη να την κάμουνε νοικοκυρά κι αυτοί, αφού πάρουν +πολλά δώρα, να τα φυλάνε για το δικό τους και γνήσιο παιδί τους, +(Επειδή είχανε κάμει αρσενικό παιδί λίγο προτήτερα). Κι ο Δρύαντας +πότε χαιρόντανε με τα λεγούμενα, επειδή καθένας έταζε δώρα +μεγαλύτερα από όσα άξιζε μια βοσκοπούλα, και πότε, κάνοντας τη +σκέψη, ότι η κορασιά είναι καλύτερη από τους χωριάτες γαμπρούς, κι +αν καμιά φορά βρη τους αληθινούς γονιούς της θα τους κάμη +τρισευτυχισμένους, άφινε γι' άλλο καιρό την απάντηση και την +ετραβούσε σε μάκρος· και στο αναμεταξύ εκέρδιζε όχι λίγα +χαρίσματα. Κ' η Χλόη άμα τάμαθε, βρισκότανε σε μεγάλη λύπη και +τόκρυβε από το Δάφνη για πολύν καιρό, επειδή δεν ήθελε να τόνε +λυπήση. Μα όταν πια εκείνος την παρακαλούσε κ' επίμενε@ να μάθη και +λυπότανε περισσότερο που δεν εμάθαινε παρά αν έμελλε να τα μάθη, +του τα διηγιέται όλα· τους γαμπρούς, που ήτανε πολλοί και +πλούσιοι· τους λόγους, που η Νάπη, σπουδάζοντας για το γάμο, +έλεγε· πως δεν αρνήθηκε ο Δρύαντας, παρά ίσαμε τον τρύγο το είχε +αφίσει. + +26. Άμα τάκουσεν ο Δάφνης γίνεται έξωφρενών κ' έκλαψε, αφού κάθησε +χάμου, λέγοντας ότι θα πεθάνη, αν δε μένη πια μαζί του η Χλόη· κι +όχι μονάχα αυτός παρά και τα γίδια ύστερ' από τέτοιονε βοσκό. +Κατόπι, αφού συνήρθε, πήρε θάρρος και στοχαζόταν, ότι θα καταπείση +τον πατέρα της κ' ελογάριαζε έναν από τους γαμπρούς και τον ατό +του και παράλπιζε πως θα φανή καλύτερος από τους άλλους. Ένα +μονάχα τον ετρόμαζε: ότι ο Λάμωνας δεν ήταν πλούσιος. Αυτό μόνο +του ξαδυνάτιζε την ελπίδα. Μολοντούτο έβρισκε καλό να τη ζητήση +για γυναίκα κ' εσυμφωνούσε κ' η Χλόη. Στο Λάμωνα δεν τόλμησε να +ειπή τίποτε, παρά στη Μυρτάλη και τον έρωτά του θαρρετά εφανέρωσε +και για το γάμο της έκανε λόγο. Κι αυτή τα είπε τη νύχτα στο +Λάμωνα. Κ' επειδή εκείνος άκουσε με κακό την ομιλία και την +έβριζε, πως κορίτσι βοσκών προξενεύει του παιδιού, που με τα +σημάδια δείχνει πως θάχη τύχη μεγάλη και που άμα βρη τους εδικούς +του θα τους κάμη κι αυτούς λεύτερους κι αφέντηδες σε μεγαλύτερα +χτήματα, η Μυρτάλη φοβούμενη μήπως, άμα απελπιστή ολότελα ο Δάφνης +για το γάμο, αποκοτήση εξ αιτίας του έρωτά του τίποτε που να του +φέρη το θάνατο, τούλεγε άλλες αφορμές της άρνησης: + + — Είμαστε, παιδί μου, φτωχοί κ' έχουμε ανάγκη από νύφη, που να +φέρη κάτι περισσότερο, ενώ εκείνοι είναι πλούσιοι και χρειάζονται +γαμπρούς πλούσιους. Μα πήγαινε, κατάπεισε τη Χλόη κ' εκείνη τον +πατέρα της να μη ζητούνε μεγάλα πράγματα παρά να σου τη δώσουνε +γυναίκα. Κ' η Χλόη δίχως άλλο σ' αγαπάει και προτιμάει να κοιμάται +μαζί με φτωχό κι όμορφο παρά με πλούσιον άσκημο σαν μαϊμού. + +27. Η Μυρτάλη, επειδή δεν έλπιζε ποτέ, ότι ο Δρύαντας θα τα +παραδεχτή αυτά, αφού είχε για γαμπρούς πλουσιώτερους, επίστευε πως +με τρόπο θ' αρνηθή το γάμο. Κι ο Δάφνης δε μπορούσε νάχη παράπονο +για τα λεγούμενα. Επειδή όμως έμενε πολύ πίσω από όσους εζητούσαν +τη Χλόη, έκανε το συνηθισμένο στους φτωχούς αγαπητικούς: Έκλαψε +και παρακαλούσε πάλι τις Νύμφες να τόνε βοηθήσουν. Κι αυτές εκεί +που εκοιμόταν ο Δάφνης τη νύχτα, του παρουσιάζονται με τα ίδια +σχήματα καθώς προτήτερα· κ' η πιο ψηλή έλεγε πάλι: + + — Για το γάμο της Χλόης θα νοιαστή άλλος θεός· μα εμείς θα σου +δώσουμε δώρα, που θα μαγέψουν το Δρύαντα. Το πλοίο των Μεθυμνιωτών +νέων, που τη λιγαριά του κάποτε την έφαγαν τα γίδια σου, ο άνεμος +το τράβηξεν εκείνη την ημέρα μακριά από τη στεριά· μα τη νύχτα, +άμα σηκώθηκε στη θάλασσα πελαγήσιος άνεμος, έπεσ' έξω στη στεριά +απάνω στους ακριανούς βράχους· κι αυτό χάθηκε μαζί με πολλά +πράματα που ήτανε μέσα· ένα πουγγί όμως με τρεις χιλιάδες δραχμές +τόβγαλε το κύμα στην αμμουδιά και κείτεται σκεπασμένο με φύκια +κοντά σ' ένα ψόφιο δελφίνι, που εξ αιτίας ποτέ δεν πήγε κοντά +κανένας διαβάτης, φεύγοντας τη βρώμα του ψοφιμιού. Μα εσύ πήγαινε +κοντά· κι όταν σιμώσης σήκωσε το πουγγί· κι αφού το πάρης δόσε το. +Θα σου είναι αρκετό να μη φανής τώρα φτωχός· κι αργότερα θα γίνης +και πλούσιος. + +28. Αυτά αφού είπαν εκείνες, εφύγανε μαζί με τη νύχτα· κι όταν +ξημέρωσε σηκώθηκε ο Δάφνης πασίχαρος κ' έφερνε με δυνατά +σφυρίγματα τα γίδια στη βοσκή· κι αφού εφίλησε τη Χλόη κ' +επροσκύνησε τις Νύμφες, κατέβηκε στη θάλασσα, σαν νάθελε να πλυθή +με θαλασσινό νερό· κι απάνω στον άμμο, κοντά στην ακρογιαλιά, +περπατούσε ζητώντας τις τρεις χιλιάδες δραχμές. Και δεν είχε να +κουραστή πολύ, επειδή το δελφίνι μυρίζοντας άσκημα του χτυπούσε +στη μύτη ριγμένο εκεί και σάπιο κ' έχοντας τη βρώμα του για οδηγό +στο δρόμο, γλήγορα εσίμωσεν εκεί· κι άμα παραμέρισε τα φύκια, +βρίσκει το πουγγί γεμάτο μ' άσπρα. Κι αφού το σήκωσε και τόβαλε +στο ταγάρι του, δεν έφυγε προτού να δοξάση τις Νύμφες κι αυτή τη +θάλασσα. Επειδή, αν κ' ήτανε γιδάρης, τώρα θαρρούσε και τη θάλασσα +πιο γλυκιά από τη γις, γιατί τον εβοηθούσε να παντρευτή τη Χλόη. + +29. Και μόλις επήρε τις τρεις χιλιάδες δεν αργοπορούσε, μόνε σαν +να ήταν ο πιο πλούσιος όχι μονάχα από τους ζευγολάτες του τόπου +του παρά κι από όλους τους ανθρώπους, πηγαίνει αμέσως στη Χλόη και +της διηγιέται τ' όνειρο, της δείχνει το πουγγί και την παρακαλάει +να προσέχη τα κοπάδια, ως που να γυρίση· ύστερα τρέχει γλήγορα στο +Δρύαντα και βρίσκοντάς τονε ν' αλωνίζη λίγο σιτάρι με τη Νάπη, του +μιλάει με πολύ θάρρος για το γάμο: + + — Δος μου τη Χλόη γυναίκα. Εγώ και το σουραύλι ξέρω να παίζω καλά +και να κλαδεύω τ' αμπέλια και να παραχόνω τα δένδρα· ξέρω και το +χωράφι να οργόνω και να λιχνίζω στον αέρα· και πώς βόσκω το κοπάδι +μάρτυρας είναι η Χλόη· πενήντα γίδια, που παράλαβα, τάκαμα διπλά· +έθρεψα και τράγους μεγάλους κι όμορφους, ενώ προτήτερα εβάναμε τις +γίδες να πηδιούνται με ξένους· μα και νέος είμαι και γείτονάς σας +δίχως ψεγάδι. Και μ' έθρεψε γίδα, όπως τη Χλόη προβατίνα. Αν κ' +είμαι τόσο καλύτερος από τους άλλους, όμως μήτε στα χαρίσματα θα +μείνω πίσω· εκείνοι θα δώσουνε γίδια και πρόβατα κ' ένα ζευγάρι +ψωριάρικα βόιδια και στάρι, που δε φτάνει να ταΐσετε μήτε τις +όρνιθες· εγώ όμως δίνω αυτές τις τρεις χιλιάδες δραχμές· μονάχα να +μην το μάθη κανένας αυτό, μήτε ο ίδιος ο Λάμωνας ο πατέρας μου. +Και συνάμα τις έδινε, κι αφού τους αγκάλιασε, τους γλυκοφιλούσε. + +30. Εκείνοι σαν είδαν ανέλπιστα τόσα λεφτά, αμέσως έδιναν το λόγο +τους, ότι θα του δώσουν τη Χλόη για γυναίκα κ' υπόσχονταν πως θα +πείσουν και το Λάμωνα. Η Νάπη λοιπόν μένοντας εκεί με το Δάφνη +εγύριζε τα βόιδια και με τα δικάβαλα έβγανε το στάρι από τα +στάχια, ενώ ο Δρύαντας, αφού έκρυψε το πουγγί εκεί που είχε +φυλάξει τα γνωρίσματα, πήγαινε τρεχάλα στο Λάμωνα και στη Μυρτάλη, +έχοντας σκοπό να τους ζητήση το γαμπρό πράγμα που δεν είχε +ξαναγίνει. Κι αφού τους ηύρε να μετράνε το κριθάρι, που τώχανε +λιχνίσει προλίγο, και νάναι λυπημένοι επειδή λίγο έλειψε να είναι +λιγώτερο από όσο είχανε σπείρει, για κείνα τους επαρηγόρησε, +λέγοντας ότι τα ίδια είχανε γίνει παντού, κ' ύστερα τους εζητούσε +το Δάφνη για τη Χλόη. Κ' έλεγεν, ότι ενώ άλλοι του δίνουν πολλά, +απ' αυτούς δε θα πάρη τίποτα, παρά κι από τα δικά του ακόμη θα +τους δώση· επειδή είχαν αναθραφή μαζί τα παιδιά κι όταν έβοσκαν +είχανε δεθή μ' αγάπη, ώστε να μη μπορή εύκολα να τους χωρίσουνε· +μα τώρα έχουνε κι ηλικία για να κοιμούνται μαζί. Αυτά κι ακόμη +περισσότερα έλεγεν ο Δρύαντας, σαν να είχε γι' ανταμοιβή, άμα τους +πείση, τις τρεις χιλιάδες. Κι ο Λάμωνας μην ημπορώντας πια μήτε τη +φτώχια να προφασιστή, επειδή αυτοί δεν υπερηφανεύονταν, μήτε την +ηλικία του Δάφνη, επειδή ήταν πια παλληκάρι, δεν εξεστόμισε +καθόλου την αλήθεια ότι δεν ταίριαζε στο Δάφνη τέτοιος γάμος. Μα +ύστερ' από λίγη σιωπή έτσι αποκρίθηκε: + + — Καλά κάνετε να προτιμάτε τους γειτόνους από τους ξένους κι από +την τίμια φτώχια να μη θαρρήτε καλύτερα τα πλούτια. Ο Πάνας κ' οι +Νύμφες να σας το πληρώσουν. Κ' εγώ ο ίδιος θέλω να γίνη ο γάμος, +επειδή θάμουνα τρελλός, αφού είμαι πια μεσόκοπος, κ' έχω ανάγκη +από περισσότερα χέρια για τις δουλιές, να μη πάρω βοήθεια και το +δικό σας σπίτι που θάναι μεγάλη ευτυχία· περιζήτητη είναι κ' η +Χλόη και καλή κι όμορφη κοπέλλα και σ' όλα άξια· μα επειδή είμαι +δούλος, δεν ορίζω τίποτα από τα δικά μου, παρά πρέπει αφού τα μάθη +κι ο αφέντης να δώση την άδεια· γι' αυτό λοιπόν ας αφίσουμε το +γάμο ίσαμε το χυνόπωρο. Θάρθη τότες αυτός λένε όσοι έρχονται σ' +εμάς από την πολιτεία. Τότε θα γίνουν αντρόγυνο· τώρα ας +αγαπιούνται σαν αδέρφια. Μάθε μονάχα τούτο, Δρύαντα· βιάζεσαι για +παλληκάρι, που είναι καλύτερο από μας. + +Αφού τόσα είπε, τον εφίλησε και τούβαλε να πιή, επειδή ήταν πια +μεσημέρι και τον ξεπροβόδισε ίσαμε παραπέρα, κάνοντάς του κάθε +περιποίηση. + +32. Μα ο Δρύαντας επειδή δεν άκουσε αψήφιστα τα τελευταία λόγια +του Δάμωνα, ενώ πήγαινε, στοχαζότανε μόνος του: + + — Ποιος τάχα νάναι ο Δάφνης; Αναθράφηκε από γίδα, σαν να +νοιαζόντανε γι' αυτόν οι θεοί· είναι όμορφος και δεν μοιάζει +καθόλου με τον πατσουρομύτη το γέρο και με τη μαδημένη τη γυναίκα +του. Βρήκε και τρεις χιλιάδες, ενώ φυσικό είναι να μην έχη ένας +γιδάρης μήτε τόσα αχλάδια. Άραγε να τον πέταξε κι αυτόν κανένας +σαν τη Χλόη; Άραγε να τόνε βρήκε κι αυτόν ο Λάμωνας, όπως εγώ τη +Χλόη; Άραγε να ήτανε κοντά του και σημάδια όμοια μ' εκείνα που +βρήκα κ' εγώ; Αν είναι έτσι, ω αφέντη Πάνα κι αγαπημένες Νύμφες, +χωρίς άλλο αυτός άμα βρη τους εδικούς του, θα βρη και κάτι από το +μυστικό της Χλόης. + +Τέτοια στοχαζότανε μονάχος του κι ονειρευόταν ίσαμε τ' αλώνι του. +Κι άμα έφτασεν εκεί και βρήκε το Δάφνη, προσμένοντας με +καρδιοχτύπι τα νέα, τόνε δυναμόνει κράζοντάς τονε γαμπρό και του +δίνει το λόγο του πως το χυνόπωρο θα κάμουν τους γάμους· και τόνε +βεβαίωνε ότι κανένας άλλος δεν θα πάρη τη Χλόη εξόν απ' αυτόν. + +33. Γρηγορότερα λοιπόν κι από το νου ο Δάφνης και χωρίς να πιη +μήτε να φάη τρέχει στη Χλόη. Κ' ευρόντας τη ν' αρμέγη και να +τυροκομάη και για το γάμο τα καλά μαντάτα της έλεγε κι από κείνη +τη στιγμή φανερά σαν γυναίκα του τήνε γλυκοφιλούσε και της +βοηθούσε στη δουλειά· άρμεγε στις καρδάρες το γάλα· εστράγγιζε +στις καλαμωτές τα τυριά· έβανε κοντά στις μαννάδες τους τ' αρνιά +και τα κατσίκια. Κι όταν πια ετέλειωσαν αυτά με το καλό, +ελούστηκαν, εφάγανε μ' όρεξη, τριγυρνούσανε ζητώντας πωρικά +γουρμασμένα· κ' ήταν πλήθος απ' αυτά εξ αιτίας της εποχής· πολλά +γκόρτσα, πολλά αχλάδια, πολλά μήλα, άλλα πεσμένα πια κάτω κι άλλα +ακόμη επάνω στα δέντρα. Τα πεσμένα στη γις ήταν πιο μυρουδάτα· κι +όσα ήτανε στα κλαδιά πιο ομορφόχρωμα· εκείνα μοσκοβολούσανε σαν +κρασί και τούτα ελάμπανε σαν χρυσάφι. Μια μηλιά ήτανε τρυγημένη +και μήτε καρπούς είχε, μήτε φύλλα· όλα τα κλαριά της ήτανε γυμνά· +και μονάχα ένα μήλο έμενε στην κορφή του πιο ψηλού κλαριού· μεγάλο +κι όμορφο και μονάχο του εμοσκοβολούσε περισσότερο από όλα τ' +άλλα. Φοβήθηκε εκείνος που ετρύγησε τη μηλιά ν' ανέβη εκεί επάνω ή +παραμέλησε να το κόψη· ίσως και ν' άφισε το όμορφο μήλο για +ερωτευμένο βοσκό. + +34. Τούτο το μήλο καθώς το είδεν ο Δάφνης έτρεξε να το κόψη, +ανεβαίνοντας εκεί επάνω, και δεν άκουσε τη Χλόη που τον εμπόδιζε. +Κ' εκείνη, σαν δεν την άκουσε, έφυγε τρέχοντας προς τα κοπάδια. Ο +Δάφνης όμως, αφού ανέβηκε, κατώρθωσε να το κόψη και να το πάη δώρο +στη Χλόη· και τέτοια λόγια είπε σ' αυτή, που ήτανε θυμωμένη. + + — Το μήλο τούτο, αγάπη μου, το γέννησε τ' όμορφο καλοκαίρι και το +ανάθρεψε δέντρο όμορφο· το γούρμασε ο ήλιος και το φύλαξε η τύχη. +Και δε μπορούσα έχοντας μάτια να τ' αφίσω να πέση χάμω και ή +κοπάδι βόσκοντας να το πατήση ή φίδι σερνούμενο να το φαρμακώση ή +ο καιρός να το σαπίση μένοντας εκεί επάνω, βλεπούμενο, +παινευούμενο. Το μήλο πήρε η Αφροδίτη βραβείο της ομορφιάς της· +τούτο κ' εγώ για βραβείο σου δίνω· έχετε κ' οι δυο τούς ίδιους +κριτάδες σας· εκείνος ήτανε βοσκός· εγώ γιδάρης. + +Αφού είπεν αυτά το βάνει στο κόρφο της· κ' εκείνη, όταν εσίμωσε, +τον εγλυκοφίλησε. Κ' έτσι ο Δάφνης δε μετάνοιωσε που αποκότησε ν' +ανέβη τόσο ψηλά, επειδή επήρε φιλί καλύτερο κι από το χρυσό μήλο. + + + +ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ + + + +1. Κ' ερχάμενος από τη Μιτυλήνη κάποιος, που ήτανε δούλος στον +ίδιο αφέντη με το Λάμωνα, έφερνε είδηση, πως λίγο πριν τον τρύγο +θάρθη ταφεντικό τους για να μάθη μήπως τα χτήματά του τάβλεψε@ +καθόλου το έμπασμα των Μεθυμνιωτώνε. Κ' επειδή έφευγε πια το +καλοκαίρι κ' έφτανε το χυνόπωρο, του ετοίμαζε την εξοχή ο Λάμωνας, +ώστε να του αρέση σ' όλα άμα την έβλεπε· πάστρευε τις πηγές για +νάχουν νερό καθαρό· έβγανε την κοπριά από την αυλή για να μη τον +πειράξη βρωμώντας· σιγύριζε το περιβόλι για να φανή όμορφο. + +2. Κ' ήτανε το περιβόλι κάτι αριστούργημα που και βασιλιάς θα το +ζήλευε· είχε μάκρος ίσαμ' ένα στάδιο κ' ήτανε σε ψήλωμα έχοντας +πλάτος τέσσερα πλέθρα. Θα το παρομοίαζε κανένας με κάμπο μακρύ· κ' +είχεν όλα τα δέντρα: μηλιές, σμερτιές, αχλαδιές και ροϊδιές και +συκιές· από τ' άλλο μέρος αμπέλι αψηλό, που απλωνότανε αποπάνω από +τις μηλιές και τις αχλαδιές παρδαλίζοντας, σαν να συνοριζότανε μ' +αυτές για το κάρπισμα. Τόσα ήτανε τα ήμερα· μα ήτανε και +κυπαρίσσια και δάφνες και πλατάνια και κουκουναριές· και σ' όλα +αυτά αποπάνω αντί γι' αμπέλι απλωνότανε κισσός, που τα τσαμπιά +του, όντας μεγάλα και μαυριδερά, εφαίνονταν σαν σταφύλια· από μέσα +ήτανε τα καρπερά δέντρα σαν να φυλάγονταν απ' έξω στέκανε γύρω-γύρω +τ' άγρια σαν φραγή χεροφτιαστή· κι αυτά όμως τα περιτριγύριζε +φράχτης από ψιλά αγκάθια. Ήταν όλα με τάξη και χωρισμένα κ' η μια +ρίζα μακριά από την άλλη · μα τα κλαριά τους έσμιγαν ψηλά το ένα +με τ' άλλο και μπλέκανε τα φύλλα τους· κ' έτσι φαίνονταν πως κι +αυτά ήτανε φτιαστά. Ήτανε και λουλουδιώνε βραγιές, που άλλα +τάβγαζε η γις κι άλλα τα φύτευαν τριανταφυλλιές και λαλέδες και +κρίνα τα είχανε φυτέψει ανθρώπινα χέρια· γιούλια και μανούσια και +γαλατσίδες τάβγαζε η γις. Το καλοκαίρι ήτανε ίσκιος και την άνοιξη +λουλούδια και το χυνόπωρο και σε κάθ' εποχή πωρικά. + +3. Απ' εδώ φαινότανε καλά ο κάμπος και μπορούσανε να βλέπουν +αυτούς που έβοσκαν· φαινότανε καλά κ' η θάλασσα κ' έβλεπαν όσους +ταξιδεύανε γιαλό-γιαλό. Κ' έτσι αυτά προσθέτανε στην ομορφιά του +περιβολιού. Και καταμεσίς του περιβολιού στο μάκρος και πλάτος +ήτανε ναός του Διόνυσου και βωμός. Περιτριγύριζαν το βωμό κισσός +και το ναό κλήματα· κ' είχε μέσα ο ναός διονυσιακές ζωγραφιές· τη +Σεμέλη που γεννούσε, την Αριάδνη που κοιμότανε, το Λυκούργο +δεμένο, τον Πενθέα που κατακοματιαζότανε· ήτανε και Ιντοί που +νικόντουσαν και Τυρρηνοί που αλλάζανε μορφή· παντού Σάτυροι παντού +Βάκχες που χορεύανε· μήτε ο Πάνας είχε λησμονηθή, παρά καθότανε κι +αυτός παίζοντας το σουραύλι επάνω σε βράχο, παρόμοιος με +παιγνιδιάτορα, που έπαιζε τον ίδιο σκοπό και για κείνους που +πατούσανε και για κείνες που εχόρευαν. + +4. Αν κ' ήτανε τέτοιο το περιβόλι, ο Λάμωνας το εσιγύριζε, +κόβοντας τα ξερά, στηλόνοντας τα κλήματα· εστεφάνωσε το Διόνυσο· +άνοιξε αυλάκι να τρέχη το νερό στ' άνθια από μια πηγή, που τη +βρήκεν ο Δάφνης ανάμεσα στα λουλούδια· η πηγή ήτανε κοντά στ' +άνθια, την έλεγαν όμως πηγή του Δάφνη. Παρακινούσε ο Δάμωνας και +το Δάφνη να παχαίνη τα γίδια όσο μπορούσε περισσότερο, λέγοντας, +ότι δίχως άλλο κ' εκείνα θα ζητήση να τα ιδή ο αφέντης, ερχάμενος +ύστερ' από καιρό. Κ' εκείνος δε φοβότανε ότι δε θα παινευτή γι' +αυτά, επειδή και διπλά από όσα είχε πάρει τάκαμε και κανένα δεν +του είχε αρπάξει λύκος και ήτανε πιο παχιά από τα πρόβατα. Και +θέλοντας να είναι ο αφέντης του πιο πρόθυμος για το γάμο του, +εφρόντιζε γι' αυτά με κάθε τρόπο, φέρνοντάς τα στη βοσκή απ' του +θεού το χάραμα και γυρίζοντας στη στάνη το δείλι· τα πότιζε δυο +φορές την ημέρα κ' εζητούσε τα πιο καλά βοσκοτόπια· ενοιάστηκε και +για σκαφίδια καινούργια και για τάλαρους πολλούς και για καλαμωτές +μεγαλύτερες. Και τόσο εφρόντιζε ως που και τα κέρατα άλειφε και το +μαλλί τους εχτένιζε. Θα νόμιζε κανένας πως βλέπει κοπάδι +αφιερωμένο στον Πάνα. Κ' εκοπίαζε σ' όλα αυτά μαζί του κ' η Χλόη· +και λησμονώντας το κοπάδι της τον περισσότερο καιρό έμενε κοντά σ' +εκείνα, ως που ενόμιζε ο Δάφνης, ότι εξ αιτίας της του εφαίνονταν +όμορφα τα γίδια. + +5. Κ' ενώ τούτοι έκαναν αυτά, ήλθεν από την πολιτεία δεύτερος +μαντατοφόρος κ' επρόσταξε να τρυγάνε τ' αμπέλια το γληγορότερο· κι +αυτός είπε, θα μείνη εκεί όσο που να κάμουνε τα σταφύλια μούστο, +κ' ύστερα γυρίζοντας στην πολιτεία θα φέρη τον αφέντη, όταν πια θα +είναι ο χυνοπωριάτικος τρύγος. Αυτόν λοιπόν τον Εύδρομο (έτσι τον +έλεγαν, επειδή δουλιά του ήτανε το να τρέχη) τον επεριποιόντανε με +κάθε τρόπο, και συνάμα αποτρυγούσανε τ' αμπέλια, έφερναν τα +σταφύλια στα πατητήρια, έρριχναν το μούστο στα βαγένια, αφίνοντας +επάνω στα κλήματα τα μισογινωμένα σταφύλια, για να μπορέσουν όσοι +θα ερχόντανε από την πολιτεία να πάρουν ιδέα του τρύγου και να +ευχαριστηθούν. + +6. Κι όταν πια ετοιμαζότανε να γυρίση στην πολιτεία ο Εύδρομος, κι +άλλα όχι λίγα τούδωσε ο Δάφνης, μα κι ακόμη όσα δώρα μπορούσε να +του δώση ένας γιδάρης· τυριά καλοπηγμένα· κατσικάκι όψιμο, +γιδοτόμαρο λευκό και μαλλιαρό για να το φορή το χειμώνα, όταν +τρέχη· κ' εκείνος χαιρότανε κ' εφιλούσε το Δάφνη και τούδινε το +λόγο του πως κάτι καλό στον αφέντη θα ειπή γι' αυτόν. Κ' έφυγεν ο +Εύδρομος φίλος του πια. Ο Δάφνης όμως γεμάτος ανησυχία έμενε μαζί +με τη Χλόη· μα και τούτη εφοβότανε πολύ γι' αυτόν, επειδή παιδί +συνηθισμένο να βλέπη τα γίδια και το βουνό και τους ζευγολάτες και +τη Χλόη πρώτη φορά έμελλε να ιδή τον αφέντη, που πρώτα μονάχα τ' +όνομά του άκουε. Ανησυχούσε λοιπόν για το Δάφνη πώς θα μιλήση του +αφέντη κ' έτρεμε η ψυχή της για το γάμο τους, μήπως τον +ονειρεύονταν του κάκου. Και για τούτο αδιάκοπα ήτανε τα φιλιά και +τ' αγκαλιάσματα σφιχτά σαν να ήτανε κολλημένοι· κ' ήτανε τα φιλιά +φοβισμένα και τ' αγκαλιάσματα λυπημένα, σαν να είχεν έλθει τώρα ο +αφέντης ή μπορούσε να τους ιδή. + +7. Μα κοντά στ' άλλα τους βρήκε και μια τέτοια σύχυση. Ήτανε +κάποιος Λάμπης, βοϊδολάτης κακός άνθρωπος, που κι αυτός εζητούσε +τη Χλόη για γυναίκα από το Δρύαντα κι ως τα τώρα χαρίσματα πολλά +του είχε δώσει για να πιτύχη το γάμο· άμα λοιπόν ένοιωσε, ότι, αν +δώση την άδεια το αφεντικό, θα την πάρη ο Δάφνης, ζητούσε τρόπο +που να θυμώση μ' αυτούς ο αφέντης· και ξέροντας, ότι αυτός +αγαπούσε πολύ το περιβόλι, εστοχάστηκε να το χαλάση όσο μπορούσε +περισσότερο και να το ρημάξη. Μα αν έκοβε τα δέντρα, θα πιανόταν +από το χτύπο· για τούτο έβαλε στο νου του να χαλάση τα λουλούδια. +Αφού λοιπόν εφύλαξε τη νύχτα κ' επήδησε το φράχτη, άλλα +εξερρίζωσε, άλλα έκοψε κι άλλα τα ετσαλαπάτησε σαν αγριογούρουνο· +κ' ύστερα έφυγε χωρίς να τόνε νοιώση κανένας. Κι ο Λάμωνας +μπαίνοντας την άλλη μέρα στο περιβόλι, ελογάριαζε να τα ποτίση από +την πηγή. Μα άμα είδε όλο το μέρος ρημαγμένο σαν να τα είχε κάμει +αυτά εχτρός κουρσάρος, εξέσκιζε αμέσως τα ρούχα του και με φωνή +δυνατή έκραζε τους θεούς· ως που κ' η Μυρτάλη, αφίνοντας ό,τι +κρατούσε στα χέρια της, έτρεχεν έξω, κι ο Δάφνης βάνοντας μπροστά +τα γίδια, εγύρισε πίσω· κι όταν τα είδαν εφώναζαν και φωνάζοντας +έκλαιαν. + +8. Κ' ελυπόντανε όλοι για τα λουλούδια· μα αυτοί έκλαιαν από το +φόβο του αφέντη· θάκλαιγε κι όποιος ξένος ετύχαινε να βρεθή εκεί. +Επειδή είχε ρημαχτή όλος ο τόπος κι όλη η άλλη γις ήτανε σαν +λάσπη. Κι αν κανένα από τα λουλούδια ξέφυγε το χαλασμό, άνθιζε κ' +έλαμπε κ' ήτανε ακόμη όμορφο και χάμω πεσμένο. Πετούσαν από πάνω +τους και μέλισσες η μια κοντά στην άλλη, αδιάκοπα βουΐζοντας σαν +νάκλαιγαν κι αυτές. Κι ο Λάμωνας από τη σαστιμάρα του και τούτα +έλεγε: + + — Ωϊμέ, η τριανταφυλλιά πώς είναι τσακισμένη! πω, πω! τα γιούλια +πώς είναι πατημένα! ω! οι λαλέδες και τα μανούσια που τα ξερρίζωσε +κάποιος κακός άνθρωπος! θάρθη η άνοιξη κι αυτά δε θ' ανθίσουν· θα +ξαναγυρίση το καλοκαίρι κι αυτά δε θα λουλουδίσουν· το χυνόπωρο, +με αυτά κανένανε δε θα στεφανώσουνε· μήτ' εσύ, αφέντη Διόνυσε, δε +λυπήθηκες τα κακόμοιρ' αυτά λουλούδια, που καθόσουνε σιμά τους και +τάβλεπες, και που μ' αυτά σ' εστεφάνωσα πολλές φορές· πώς θα δείξω +τώρα το περιβόλι στ' αφεντικό; και ποιος θα γίνη εκείνος άμα τα +ιδή; θα κρεμάση γέρο άνθρωπο από καμιά φτελιά, σαν το Μαρσύα· μα +ίσως και το Δάφνη, σάματις να τάχουν κάμει αυτά τα γίδια του. + +9. Και με τα λόγια τούτα έχυναν πιο καυτερά δάκρυα κ' έκλαιγαν όχι +πια τα λουλούδια παρά τα κορμιά τους· έκλαιγε κ' η Χλόη το Δάφνη +πως θα κρεμαστή και παρακαλούσε να μην έλθη πια τ' αφεντικό τους· +και περνούσε μέρες πικραμένες σαν νάβλεπε από τώρα το Δάφνη να +τόνε χτυπούνε με το καμτσίκι. Κι όταν πια άρχιζε να νυχτώνη, ο +Εύδρομος τους έφερνε είδηση, ότι ο γέρος αφέντης τους θα φτάση +ύστερ' από τρεις μέρες· το παιδί του όμως θάρθη αύριο. +@Εστοχάζονταν λοιπόν τα όσα είχανε γίνει και τάλεγαν και στον +Εύδρομο. Κι αυτός συμπαθώντας το Δάφνη ορμήνευε να φανερώσουν τα +όσα είχανε γίνει πρώτα στο νέον αφέντη, και τους έδινε το λόγο του +πως θα τους βοηθήση κι αυτός, επειδή τον εστιμάριζε, γιατί είχαν +φάει ένα γάλα. Κι όταν εξημέρωσε έτσι έκαμαν. + +10. Ήλθεν ο Άστυλος καβάλα· κι ο παράσιτός του· καβάλα κι αυτός. +Εκείνος μόλις έβγαινε γένεια· κι ο Γνάθωνας (επειδή έτσι έλεγαν +τον παράσιτο) εξουριζόταν από πολύν καιρό. Και τότε ο Λάμωνας μαζί +με τη Μυρτάλη και το Δάφνη, πέφτοντας εμπρός στα πόδια του, +παρακαλούσανε να λυπηθή γέρο κακομοίρη και να τόνε γλυτώση από το +θυμό του πατέρα του, επειδή δεν έφταιγε καθόλου. Και συνάμα του τα +λέει όλα ένα προς ένα. Τον εσπλαχνίστηκε από τα παρακάλια του ο +Άστυλος κι αφού μπήκε στο περιβόλι κ' είδε τον αφανισμό των +λουλουδιών, είπεν ότι θα παρακαλέση τον πατέρα του και θα ρίξη το +βάρος στ' άλογα, που σαν τάδεσαν εκεί, έκαμαν τη συφορά κι άλλα +ετσάκισαν, άλλα τα ετσαλαπάτησαν κι άλλα τα ξερρίζωσαν, αφού +λύθηκαν. Ύστερ' απ' αυτά του ευχόντανε όλα τα καλά ο Λάμωνας κ' η +Μυρτάλη κι ο Δάφνης τούφερνε χαρίσματα κατσικάκια, τυριά, όρνιθες +με τα μικρά τους, σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, μήλα με τα +κλαριά τους. Ήτανε μέσα στα δώρα και κρασί μοσκάτο της Λέσβος, +καλώτατο για πιόσιμο. + +11. Ο Άστυλος τα δεχότανε αυτά· κ' ύστερα τόρριξε στο κυνήγι των +λαγώνε, σαν πλουσιόπαιδο, που πάντα διασκέδαζε και που ήλθε στην +εξοχή για να δοκιμάση καινούργιες χαρές. Μα ο Γνάθωνας, σαν +άνθρωπος που έμαθε μόνο να τρώη και να πίνη ως που να μεθύση, και +μη όντας τίποτε άλλο παρά στόμα και κοιλιά κι όσα ήτανε κάτω από +την κοιλιά, δεν είδεν αδιάφορα το Δάφνη, όταν έφερε τα χαρίσματα. +Επειδή όμως και φυσικά κυνηγούσε τα παιδιά, άμα βρήκεν ομορφιά, +που μήτε στην πολιτεία δεν την είχεν ιδή, έβαλε με το νου του να +ριχτή του Δάφνη κ' ενόμιζε πως εύκολα θα τον καταφέρη, σαν γιδάρης +που ήτανε. Κι αφού αποφάσισεν αυτά δεν πήγαινε στο κυνήγι μαζί με +τον Άστυλο, παρά κατέβαινε εκεί που έβοσκεν ο Δάφνης, παίρνοντας +πρόφαση τα γίδια· η αλήθεια όμως ήτανε πως ήθελε να ιδή το Δάφνη. +Και κολακεύοντάς τον, του παίνευε τα γίδια και τον παρακάλεσε να +παίξη με το σουραύλι του ένα τσοπάνικο· και τούλεγε πως γλήγορα θα +τον κάνη ελεύθερο, γιατί όλα τα μπορεί. + +12. Και σαν τον είδε ήμερο, κάνοντας του καρτέρι τη νύχτα, που +γύριζε τα γίδια απ' τη βοσκή, πρώτα τον εφίλησε βγαίνοντας μπροστά +του· ύστερα τον παρακαλούσε να του γυρίση τα πισινά του, έτσι όπως +κάνουν οι γίδες στους τράγους. Κι όταν πια αργά ο Δάφνης ένοιωσε +τι ήθελεν ο Γνάθωνας, τούλεγεν ότι φυσικό είναι να καβαλικεύουν οι +τράγοι τις γίδες· μα κανένας ποτέ δεν είδε τράγο να καβαλικεύη +τράγο, μήτε κριάρι αντί προβατίνες κριάρι, μήτε κόκκορα αντί για +όρνιθες κόκκορα. Ο Γνάθωνας όμως ήταν ικανός να τον αναγκάση με τη +βία, βάνοντας χέρι επάνω του· μα ο Δάφνης άνθρωπο μεθυσμένο και +μόλις στεκάμενο στα πόδια του, αφού τον έσπρωξε, τον έρριξε χάμω +στη γις, και φεύγοντας γλήγορα σαν σκυλάκι, τον άφισε πεσμένο κάτω +κ' έχοντας ανάγκη άντρα, όχι παιδιού για να τον τραβήξη από το +χέρι. Και δεν τον εζύγονε πια καθόλου, παρά πότ' εδώ και πότ' εκεί +έβοσκε τα γίδια, αποφεύγοντας εκείνον και γυρεύοντας τη Χλόη. Μα +μήτε ο Γνάθωνας τον κυνηγούσε πια, σαν έμαθε καλά, ότι δεν είναι +μονάχα όμορφος, παρά και δυνατός· και ζητούσεν ευκαιρία να μιλήση +γι' αυτόν στον Άστυλο κ' έλπιζε να του τόνε χαρίση ο νέος, επειδή +ήθελε να του κάνη πολλές και μεγάλες χάρες. + +13. Μα τότε δε μπόρεσε· επειδή έφτασεν ο Διονυσιοφάνης με την +Κλεαρίστη· κ' ήτανε ταραχή μεγάλη από ζώα, δούλους, άντρες, +γυναίκες. Μα ύστερα έφτιανε λόγο ερωτικό και μακρύ. Κ' ήτανε ο +Διονυσιοφάνης μεσόκοπος πια, ψηλός όμως κι όμορφος και που +μπορούσε και με παλληκάρια να παραβγή· μα και πλούσιος όσο λίγοι +και καλός σαν κανένας άλλος. Την πρώτη μέρα που ήλθε έκαμε θυσία +στους θεούς, που διαφέντευαν την εξοχή· στη Δήμητρα και στο +Διόνυσο και στον Πάνα και στις Νύμφες· έκαμε και τραπέζι σ' όλους, +που ήταν εκεί. Τις άλλες ημέρες εξέταζε του Λάμωνα τα έργα· και +βλέποντας τα χωράφια αυλακωμένα, τ' αμπέλια με φύλλα, το περιβόλι +όμορφο (επειδή για τα λουλούδια το βάρος το πήρε επάνω του ο +Άστυλος) ευχαριστιόταν περίσσα κ' επαίνευε το Λάμωνα και του έταζε +πως θα τον αφίση ελεύθερο. Κατέβηκε ύστερα και στο κοπάδι για να +ιδή και τα γίδια και το βοσκό. + +14. Η Χλόη έφυγε στο δάσος, επειδή ντράπηκε κ' εφοβήθηκε τόσον +κόσμο. Μα ο Δάφνης έμειν' εκεί ζωσμένος γιδοτόμαρο μαλλιαρό, +έχοντας κρεμάσμένο, από τους ώμους ταγάρι, που μόλις τώχαν +απορράψει, κρατώντας με τόνα χέρι τυριά χλωρά και με τ' άλλο +κατσικάκια βυζανιάρικα· αν καμιά φορά ο Απόλλωνας, όταν εδούλευε +στο Λαομέδοντα, εβόσκησε γίδια, τέτοιος θα ήτανε, όπως εφάνηκε +τότες ο Δάφνης. Αυτός λοιπόν δεν είπε τίποτε, παρά αφού +κατακοκκίνησε, έρριξε τα μάτια του χάμω, δίνοντας τα χαρίσματα. Μα +ο Δάμωνας είπε: + + — Αυτός, αφέντη, είναι των γιδιώνε σου ο βοσκός. Εσύ μούδωκες να +βόσκω πενήντα και δυο τραγιά· τούτος σου τάχει κάμει εκατό και +δέκα τράγους· βλέπεις πόσο παχιά είναι και μαλλιαρά και με κέρατα +γερά· τα έμαθε να καταλαβαίνουν και τη μουσική· ακούγοντας λοιπόν +το σουραύλι όλα τα κάνουν. + +15. Όντας εκεί η Κλεαρίστη, θέλησε να ιδή αυτό που είπεν ο Λάμωνας +και διατάζει το Δάφνη να παίξη το σουραύλι στα γίδια, όπως +συνήθιζε, και του τάζει άμα παίξη να του χαρίση ένα πουκάμισο και +ποδίνες. Κ' εκείνος αφού τους εκάθισε γύρω σαν σε θέατρο, στάθηκε +κάτω από τη βαλανιδιά και βγάνοντας από το ταγάρι το σουραύλι, +πρώτα εφύσηξε λίγο. Και τα γίδια εσταμάτησαν σηκώνοντας το κεφάλι· +ύστερα έπαιξε το σκοπό του βοσκημάτου και τα γίδια έβοσκαν +σκύβοντας το κεφάλι· πάλι έπαιξε γλυκά κι όλα μαζί ξαπλωθήκανε +χάμω· κ' έβγαλε στριγγό λάλημα· κ' εκείνα σαν να ερχότανε λύκος +ετρέξανε στο δάσος να κρυφτούν· ύστερ' από λίγο έπαιξε το +ξαναφωναχτικό και τα γίδια βγαίνοντας από το δάσος μαζεύτηκαν όλα +κοντά στα πόδια του. Μήτε άνθρωπου δούλους δε θα μπορούσε να ιδή +κανένας ν' ακούν έτσι στην προσταγή του αφέντη. Κι όλοι οι άλλοι +λοιπόν εθαύμαζαν και περισσότερο η Κλεαρίστη· κι ωρκίστηκε πως τα +δώρα που έταξε θα του τα δώση, επειδή ήτανε καλός γιδάρης κ' ήξερε +και μουσική. Κι αφού γυρίσανε στο εξοχικό εγιωμάτιζαν κ' έστειλαν +και στο Δάφνη από όσα έτρωγαν. + +16. Κι αυτός έτρωγε μαζί με τη Χλόη κ' ευχαριστιόνταν δοκιμάζοντας +μαγέρεμμα της πολιτείας· κ' έλπιζε πως θα πιτύχουν το γάμο, +πείθοντας τ' αφεντικά. Μα ο Γνάθωνας ξαναμμένος από όσα είχανε +γίνει στο κοπάδι και νομίζοντας ανυπόφερτη τη ζωή του, αν δεν +απολάψη το Δάφνη, αφού παραφύλαξε τον Άστυλο, εκεί που περιδιάβαζε +στο περιβόλι, και τον έφερε στο ναό του Διόνυσου, του φιλούσε τα +χέρια και τα πόδια. Κ' επειδή εκείνος ερωτούσε γιατί τα κάνει αυτά +και τον επρόσταζε να του ειπή και του ορκιζόταν πως θα του κάνη τη +χάρη, ο Γνάθωνας είπε: + + — Πάει, αφέντη, ο Γνάθωνάς σου· αυτός, που ίσαμε τώρα αγαπούσε +μονάχα τα τραπέζια, που προτήτερα ορκιζότανε ότι τίποτε δεν είναι +ομορφότερο από το παλιό κρασί, που από τα παιδιά της Μιτυλήνης +θαρρούσε καλλίτερους τους μαγέρους σου· τώρα μονάχα ο Δάφνης μου +φαίνεται πως είναι όμορφος· και μη δοκιμάζοντας πια τα πλούσια +φαγιά σου, αν και κάθε μέρα ετοιμάζονται τόσα κρέατα, ψάρια, +γλυκά, με χαρά μου θα γινόμουνα γίδα για να τρώω χορτάρι και +φύλλα, ν' ακούω το σουραύλι του Δάφνη και να με βόσκη εκείνος· μα +εσύ γλύτωσε τον Γνάθωνά σου και τον ανίκητο έρωτα καταπόνεσέ τον. +Ειδεμή σ' ορκίζουμαι στο θεό μου, αφού πάρω μαχαίρι κι αφού γεμίσω +την κοιλιά μου φαγιά, θα σκοτωθώ εμπρός στου Δάφνη τη θύρα. Κ' εσύ +δεν θα με ειπής πια Γναθωνάκι, όπως συνηθίζεις πάντα χωρατεύοντας. + +17. Δε βάσταξε να τόνε βλέπη να κλαίη και πάλι τα πόδια να του +γλυκοφιλή, επειδή ήτανε παλληκάρι μεγαλόκαρδο κ' ήξερεν από αγάπης +πόνο, παρά τούδινε το λόγο του πως θα τόνε ζητήση, από τον πατέρα +του και πως θα τόνε φέρη στην πολιτεία δικόνε του σκλάβο κ' +εκείνου αγαπητικό. Και θέλοντας να του ανοίξη και κεινού την +καρδιά τον ερωτούσε χαμογελώντας, αν δεν ντρέπεται ν' αγαπάη το +γιό του Λάμωνα παρά και γυρεύει με τα σωστά του να πλαγιάση μαζί +με παλληκαράκι, που βόσκει γίδια· και συνάμα καμονότανε πως +συχαίνεται την τραγίσια βρώμα. Μα εκείνος καθώς είχε μάθει κάθε +του έρωτα παραμύθι στα τραπέζια των παραλυμένων, όχι αστόχαστα, +και για τον εαυτό του και για το Δάφνη, έλεγε: + + — Κανένας αγαπητικός, αφέντη, δεν τα ψιλολογάει αυτά, μόνε σ' +όποιας λογής πράμα κι αν βρη την ομορφιά σκλαβώνεται. Γι' αυτό και +φυτό κάποιος αγάπησε και ποτάμι και θεριό. Κι όμως ποιος δε θα +λυπότανε αγαπητικό, που θάπρεπε να φοβάται εκείνον που αγαπάει; Μα +εγώ αγαπάω στο κορμί του σκλάβου την ομορφιά την ελεύθερη. Βλέπεις +πως μοιάζουν τα μαλιά του με λαλέ; πως λάμπουν τα μάτια κάτω από +τα φρύδια σαν δαχτυλιδόπετρα μέσα σε χρυσή δέση; πως το πρόσωπό +του είναι γεμάτο κοκκινάδι και το στόμα του απ' άσπρα δόντια σαν +του ελέφαντα; Ποιος αγαπητικός δε θα παρακαλούσε να πάρη από εκεί +νόστιμα φιλιά; Κι αν αγάπησα βοσκό, μιμήθηκα τους θεούς. +Βοϊδολάτης ήτανε ο Αγχίσης και τον πήρεν η Αφροδίτη· γίδια έβοσκε +ο Βράχιος και τον αγάπησεν ο Απόλλωνας· βοσκός ήτανε ο Γανυμήδης +και τον άρπαξε ο Δίας· ας μην περιφρονούμε παιδί, που είδαμε να το +ακούν και τα γίδια σαν αγαπητικιές· μα αν αφίνουνε να μένη ακόμη +κάτω στη γις τέτοια ομορφιά, ας χρωστάμε χάρη στου Δία τους +αετούς. + +18. Κι αφού γλυκογέλασεν ο Άστυλος γι' αυτά μάλιστα τα λόγια του +και είπε πόσο μεγάλους σοφιστές κάνει ο έρωτας, εζητούσεν ευκαιρία +που να μιλήση στον πατέρα του για το Δάφνη. Μα σαν τάκουσε κρυφά +όλα όσα ειπώθηκαν ο Εύδρομος κ' επειδή από τη μια μεριά αγαπούσε +το Δάφνη γιατί ήτανε τίμιο παλληκάρι κι από την άλλη του ερχότανε +κακό να γίνη ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα τέτοια ομορφιά, αμέσως τα +λέει όλα ένα προς ένα σ' εκείνον και στο Λάμωνα. Ο Δάφνης λοιπόν, +αφού σάστισε στην αρχή, αποφάσιζε ν' αποκοτήση να φύγη αντάμα με +τη Χλόη ή να πεθάνη μαζί μ' εκείνη· Μα ο Λάμωνας αφού εφώναξε έξω +απ' την αυλή τη Μυρτάλη, της είπε: + + — Χαθήκαμε, γυναίκα· ήλθεν η ώρα να φανερώσουμε τα κρυφά· ας +μείνουν έρμα τα γίδια κι όλα τ' άλλα· όμως μα τον Πάνα και μα τις +Νύμφες, κι αν πρέπη, καθώς λένε, ν' αφίσω τα βώδια στο σταύλο, δε +θα κρύψω ποια είναι η μοίρα του Δάφνη, παρά θα ειπώ και ό,τι βρήκα +παραπεταμένο και θα φανερώσω πώς τον είδα να θρέφεται και θα δείξω +όσα βρήκα μαζί του. Ας μάθη ο Γνάθωνας ο βρωμερός ποιος όντας ποια +πιθυμάει. Ετοίμαζέ μου μονάχα καλά τα σημάδια. + +19. Κι αφού εσυμφώνησαν αυτά, μπήκανε πάλι μέσα. Ο Άστυλος όμως +προσπέφτοντας του πατέρα του, όταν τον πέτυχεν ήσυχο, ζητάει το +Δάφνη να τον πάη στην πολιτεία επειδή ήταν όμορφος και δεν του +άξιζε να ζη στην εξοχή κ' επειδή μπορούσε να μάθη από το Γνάθωνα +και της πολιτείας τα πράγματα· με χαρά του@ παραδέχεται ο πατέρας· +κι αφού έστειλε κ' εφώναξε το Λάμωνα και τη Μυρτάλη τους έλεγε την +καλήν είδηση, ότι απ' εδώ και πέρα θα περιποιέται ο Δάφνης τον +Άστυλο αντί τα γίδια και τους τράγους· και τους έταζε ότι αντί για +το Δάφνη θα τους δώση δυο γιδάρηδες. Τότε ο Λάμωνας, ενώ είχαν +όλοι πια μαζευτή και χαίρονταν ότι θάχουνε μαζί τους δούλο όμορφο, +αφού ζήτησε την άδεια να μιλήση, άρχισε να λέη: + + — Άκουσε, αφέντη, από άνθρωπο γέρο λόγο αληθινό. Και πιάνω όρκο +στον Πάνα και στις Νύμφες, πως δε θα ειπώ καθόλου ψέματα. Δεν +είμαι ο πατέρας του Δάφνη, μήτε η Μυρτάλη είχε την τύχη να γίνη +μητέρα· άλλοι γονιοί το παραπέταξαν το παιδί αυτό, ίσως επειδή +είχανε παιδιά μεγαλύτερα αρκετά· κ' εγώ το βρήκα παραπεταμένο και +το ανάθρεφε γίδα δική μου, που και την έθαψα, άμα πέθανε, στο +περιβόλι, αγαπώντας τη επειδή εφέρθηκε σαν μητέρα. Βρήκα και +σημάδια παραρριγμένα μαζί του. Το βεβαιόνω, αφέντη, και τα φυλάω, +επειδή είναι σημάδια πως έχει τύχη καλύτερη απ' τη δική μας. Να +είναι λοιπόν σκλάβος του Άστυλου δε μου κακοφαίνεται· όμορφος +δούλος όμορφου και καλού αφέντη· μα δε μπορώ να υποφέρω να γίνη +ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα, που βιάζεται να τον πάη στη Μιτυλήνη για +να τον έχη σαν γυναίκα. + +20. Ο Λάμωνας, αφού είπεν αυτά, εσώπασε κ' έχυσε πολλά δάκρυα, Κ' +επειδή ο Γνάθωνας αναγριώνονταν κ' εφοβέριζε πως θα τόνε δείρη, ο +Διονυσιοφάνης σαστισμένος από όσα άκουσε, επρόσταξε το Γνάθωνα να +σωπαίνη αγριοκοιτάζοντάς τονε με ζαρωμένα φρύδια, και ερωτούσε +πάλι το Λάμωνα και τον εδιάταζε να λέη την αλήθεια χωρίς να φτιάνη +παραμύθια για να τον κρατάη σαν γιο του. Μα σαν επίμενε εκείνος κι +ορκιζότανε σ' όλους τους θεούς και παραδινότανε να τον τυραγνούν +ανίσως και βγη ψεύτης, άμα εκάθισε κ' η Κλεαρίστη εξέταζαν τα όσα +ειπώθηκαν. + + — Και γιατί θάλεγε ψέματα ο Λάμωνας, αφού μπορούσε να πάρη δυο +γιδάρηδες αντί για ένα; και πώς μπορούσε να τα φτιάση αυτά ένας +χωριάτης; Και δεν ήταν απίστευτο από τέτοιο γέρο κι από μητέρα +πρόστυχη να γεννηθή γιος όμορφος; + +21. Αποφάσισαν λοιπόν να μη σκοτίζουνται περισσότερο, παρά να +εξετάζουν τα σημάδια, αν έδειχναν τρανή και καλύτερη τύχη. Πήγε η +Μυρτάλη να τα φέρη όλα, που ήτανε φυλαγμένα σ' ένα παλιό ταγάρι· +κι άμα τάφερε πρώτος ο Διονυσιοφάνης τάβλεπε· κι όταν είδε +πανωφοράκι κόκκινο, θηλυκωτήρι ολόχρυσο, σπαθάκι με χέρι +φιλντισένιο, αφού εφώναξε δυνατά «ω αφέντη Δία!», κράζει τη +γυναίκα του για να τα ιδή· κ' εκείνη άμα τα είδε φωνάζει κι αυτή: + + — Αγαπημένες μοίρες! δεν τα βάλαμ' εμείς αυτά κοντά στο ίδιο το +παιδί μας και δε στείλαμε τη Σωφροσύνη να τα φέρη σε τούτα τα +χωράφια; βέβαια, δεν είναι άλλα, παρά τα ίδια, αγαπημένε μου +άντρα· δικό μας είναι το παιδί· γιός σου είναι ο Δάφνης κ' έβοσκε +τα πατρικά του γίδια. + +22. Κ' ενώ ακόμη αυτή έλεγε κι ο Διονυσιαφάνης εφιλούσε τα σημάδια +κ' έκλαιγε από περίσσα χαρά, ο Άστυλος ακούγοντας ότι είναι +αδελφός του, αφού επέταξε το πανωφόρι του, έτρεχε κατά το περιβόλι +θέλοντας να φιλήση πρώτος το Δάφνη· Και σαν τον είδε ο Δάφνης να +τρέχη με πολλούς και να φωνάζη, νομίζοντας ότι έτρεχε επειδή ήθελε +να τον πιάση, αφού επέταξε χάμω το ταγάρι και το σουραύλι έφευγε +κατά τη θάλασσα για να γκρεμιστή από το μεγάλο βράχο. Και ίσως — +το πιο παράξενο — θα χανότανε ο Δάφνης μόλις εβρέθηκε, αν δεν +εστοχαζόταν ο Άστυλος να ξαναφωνάξη: + + — Στάσου, Δάφνη, και μη φοβηθής καθόλου· είμαι αδερφός σου και +γονιοί σου οι ως τα τώρα αφέντες σου· τώρα δα ο Λάμωνας μας είπε +για τη γίδα και μας έδειξε τα σημάδια· και γυρίζοντας πίσω κοίταξε +πώς τρέχουνε χαρούμενοι και με γέλοια· μα φίλησε πρώτα εμένα· σ' +ορκίζομαι στις Νύμφες πως δε σου λέω ψέματα. + +Μόλις ύστερ' από τον όρκο εστάθηκε και πρόσμεινε τον Άστυλο, που +έτρεχε· κι όταν εσίμωσε τον εγλυκοφίλησε. Κ' εκεί που φιλούσε +εκείνονε, φτάνει τρεχάλα ο άλλος κόσμος, δούλοι, δούλες, ο ίδιος ο +πατέρας, η μητέρα μαζί του. Όλοι αυτοί τον αγκάλιαζαν, τον +εγλυκοφιλούσανε χαρούμενοι, κλαίγοντας. Κ' εκείνος τον πατέρα και +την μητέρα πρώτ' από τους άλλους αγκάλιαζε και σαν να τους +εγνώριζε από καιρό τους έσφιγγε στα στήθεια του και δεν ήθελε να +βγη από την αγκαλιά τους. Έτσι γλήγορα η φύση γεννάει την +εμπιστοσύνη. Παρολίγο να λησμονήση και τη Χλόη. Κι αφού πήγε στο +εξοχικό, εφόρεσε πλούσια φορέματα κι όταν εκάθισε κοντά στον +πατέρα του, τον άκουγε που έλεγε τέτοια: + +24. — Παντρεύτηκα, παιδιά μου, πολύ νέος κι όταν επέρασε λίγος +καιρός είχα γίνει πατέρας ευτυχισμένος, καθώς ενόμιζα. Επειδή είχα +κάμει πρώτον ένα γιο, δεύτερη μια θυγατέρα και τρίτο τον Άστυλο, +εθαρρούσα πως ήτανε αρκετή η γεννιά· κι άμα γεννήθηκε ύστερ' απ' +αυτά το παιδί τούτο, το πέταξα, βάζοντας μαζί του τα πράγματα +αυτά, όχι για σημάδια παρά για νεκρικά. Μα άλλα της τύχης τα +γραμμένα. Επειδή το μεγαλύτερο παιδί κ' η θυγατέρα επέθαναν από +την ίδια αρρώστια την ίδια ημέρα. Μα εσύ μου εγλύτωσες με την +έγνοια των θεών για νάχουμε περισσότερους γεροκόμους. Μήτε λοιπόν +εσύ να μου φυλάξης ποτέ πάθος για το πέταμα, επειδή δεν το +αποφάσισα θέλοντας, μήτε κ' εσύ Άστυλε να λυπηθής, ότι θα πάρης +ένα μερίδιο αντί για όλη την περιουσία. Μα ν' αγαπάτε ο ένας τον +άλλο κι όσο για πλούτη και με βασιλιάδες παραβγαίνετε. Θα σας +αφίσω πολλά χτήματα και πολλούς άξιους δούλους· χρυσάφι· ασήμι· κι +όσα άλλα πράματα έχουν οι πλούσιοι. Μόνο δίνω ξέχωρα στο Δάφνη το +μέρος τούτο και το Δάμωνα και τη Μυρτάλη και τα γίδια που τάβοσκε +ο ίδιος. + +25. Ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ο Δάφνης, αφού επετάχθηκε επάνω, +είπε: + + — Καλά που μου τα θύμισες, πατέρα· πάω να ποτίσω τα γίδια, που +βέβαια διψασμένα τώρα προσμένουν το σουραύλι μου κ' εγώ κάθουμαι +εδώ χάμω. + +Όλοι εγλυκογέλασαν, επειδή, αν κ' είχε γίνει αφέντης, ήθελε να +είναι ακόμη γιδάρης· κ' έστειλαν κάποιον άλλονε να φροντίση για +κείνα. Κι αφού εκάμανε θυσία στο σωτήρα Δία, ετοίμαζαν το τραπέζι. +Στο τραπέζι αυτό μονάχα ο Γνάθωνας δεν ήλθε, παρά με φόβο έμεινε +στο ναό του Διόνυσου και τη μέρα και τη νύχτα σαν παρακαλεστής. Κι +όταν όλοι έμαθαν γλήγορα, ότι ο Διονυσιοφάνης βρήκε γιο κι ο +Δάφνης ο γιδάρης βρέθηκε αφέντης των γιδιών, έτρεχαν όλοι με τα +χαράματα από κάθε μεριά για να χαρούνε μαζί με το παλληκαράκι και +φέρνοντας στον πατέρα του χαρίσματα· και πρώτος απ' όλους ο +Δρύαντας που ανάθρεφε τη Χλόη. + +26. Ο Διονυσιοφάνης τους κρατούσεν όλους να καθίσουν ύστερ' από τη +χαρά και στη γιορτή· κ' είχεν ετοιμαστή πολύ κρασί, πολλά ψωμιά, +πουλιά του βάλτου, γουρουνάκια γαλατερά, γλυκίσματα λογιών-λογιών· +κ' εθυσιάζονταν πολλά σφαχτά στους θεούς τους προστάτες +του τόπου. Τότε ο Δάφνης αφού μάζεψε όλα τα τσοπάνικα πράματά του, +τα εμοίραζε σαν τάματα στους θεούς· στο Διόνυσο αφιέρωσε το ταγάρι +και το τομάρι· στον Πάνα το σουραύλι και το παγιαύλι· στις Νύμφες +την αγκλίτσα και τα καρδάρια, που τάχε φτιάσει ο ίδιος. Μα τα +γνώριμα ήτανε τόσο πιο γλυκά από την ασυνήθιστη ευτυχία, που +έκλαιγε, όταν εχωριζότανε καθέν' απ' αυτά· και μήτε τα καρδάρια τα +εκρέμασε προτού ν' αρμέξη, μήτε το τομάρι προτού να το φορέση, +μήτε το σουραύλι προτού να το παίξη, μα τα εφίλησε όλα αυτά κ' +εχαιρέτισε τα γίδια κ' εφώναξε τους τράγους με τ' όνομά τους. Κι +απ' την πηγή ακόμη έπιε, επειδή πολλές φορές είχε πιεί και με τη +Χλόη. Δε φανέρωνεν όμως ακόμη τον έρωτά του, ζητώντας ευκαιρία γι' +αυτό. + +27. Κ' ενώ ο Δάφνης έκανε θυσίες, συνέβηκαν τούτα στη Χλόη: +καθότανε κλαίγοντας, βόσκοντας τα πρόβατα και καθώς ήτανε φυσικό +λέγοντας: + + — Μ' ελησμόνησε ο Δάφνης· ονειρεύεται γάμους πλούσιους· γιατί τον +έβανα να ορκιστή στα γίδια αντί στις Νύμφες; Τάφησε κι αυτά σαν τη +Χλόη· μήτε ενώ θυσιάζει στον Πάνα και στις Νύμφες επιθύμησε να ιδή +τη Χλόη· βρήκεν ίσως κοντά στη μάννα του δούλες καλύτερες από +μένα· ας είναι καλά· μα εγώ δε θα ζήσω. + +28. Κ' εκεί που έλεγε τέτοια, κ' εστοχαζότανε τέτοια, ο Λάμπης ο +γελαδάρης, αφού ήλθε άξαφνα μ' άλλους ζευγολάτες, την άρπαξε για +να μη την παντρευτή πια ο Δάφνης και να προτιμήση εκείνον ο +Δρύαντας. Αυτή λοιπόν την έπαιρναν φωνάζοντας λυπητερά· μα κάποιος +που τα είδε τα εμήνυσε στη Νάπη κ' εκείνη στο Δρύαντα κι ο +Δρύαντας στο Δάφνη. Κι αυτός αφού γίνηκε έξωφρενών, δεν κοτούσε να +το ειπή στον πατέρα· κ' επειδή δε μπορούσε να το υποφέρη, σαν +μπήκε στον κήπο, εθρηνολογούσε, λέγοντας: + + — Ω σκληρό βρέσιμο! πόσο καλύτερο μου ήτανε να βόσκω! πόσο πιο +καλότυχος ήμουνα όντας δούλος! τότε έβλεπα τη Χλόη· μα τώρα ο +Λάμπης, αφού μου την άρπαξε, φεύγει· κι άμα νυχτώση θα κοιμηθή +μαζί της· κ' εγώ πίνω και διασκεδάζω και του κάκου ορκίστηκα στον +Πάνα και στα γίδια και στις Νύμφες. + +29. Ενώ έλεγεν αυτά ο Δάφνης, τάκουσε ο Γνάθωνας που ήτανε +κρυμμένος στον κήπο· και θαρρώντας πως ήλθεν η ευκαιρία να τα +φτιάξη με το Δάφνη, αφού πήρε μερικά από τα κοπέλια του Άστυλου, +τρέχει και προφτάνει το Δρύαντα· και σαν τον επρόσταξε να τους +δείχνη το δρόμο για το εξοχικό του Λάμπη, έτρεχε γλήγορα. Κι όταν +τον επρόφτασε που μόλις έμπαζε τη Χλόη, κι αυτή την παίρνει και +τους άλλους χωριάτες τους ετσάκισε στο ξύλο· ύστερα ήθελε να τόνε +σέρνη δεμένο καθώς σκλάβο από κανένα πόλεμο· και θα τον έσερνε, αν +δεν επρόφταινε να λακίση. Αφού κατώρθωσε τόσο μεγάλη δουλειά, +εγύρισε ό,τι άρχιζε να νυχτώνη, και βρίσκει το Διονυσιοφάνη να +κοιμάται, μα το Δάφνη ναγρυπνάη και να κλαίη ακόμη στον κήπο· του +φέρνει λοιπόν εμπρός του τη Χλόη και δίνοντάς του τη όλα του τα +διηγιέται· και τον παρακαλάει να μη του κρατάη πια κάκια και να +τον έχη όχι αδιαφόρετο δούλο μήτε να τόνε βγάζη από το τραπέζι, +επειδή θα πεθάνη από την πείνα. Κι ο Δάφνης άμα είδε τη Χλόη και +την εκρατούσε στα χέρια του, και με το Γνάθωνα, καθώς μ' ευεργέτη +του, εφιλιονότανε και σ' εκείνη εδικιολογότανε για την αδιαφορία +του. + +30. Κ' ύστερ' από σκέψη εβρίσκανε σωστό να μη λένε τίποτε για το +γάμο τους παρά νάχη κρυφά τη Χλόη και μονάχα στη μητέρα του να +εξομολογηθή τον έρωτά τους· μα δεν το παραδεχότανε ο Δρύαντας παρά +ήθελε να το ειπή του πατέρα του και τους εβεβαίονε πως αυτός θα +τον καταφέρη. Κι άμα εξημέρωσε, έχοντας τα σημάδια στο ταγάρι, +επήγε στο Διονυσιοφάνη και στην Κλεαρίστη, που εκαθόντανε στον +κήπο· κ' ήταν εκεί κι ο Άστυλος κι ο ίδιος ο Δάφνης. Κι όταν +εσώπασαν, άρχισε να λέη: + + — Η ίδια αιτία με τα Λάμωνα με αναγκάζει να φανερώσω ό,τι ήτανε +μυστικό ως τα τώρα. Τη Χλόη τούτη μήτε την έκαμα, μήτε την +ανάθρεψα, παρά την εγέννησαν άλλοι· κι αφισμένη μέσα σε σπηλιά +Νυμφών την ανάθρεψε μια προβατίνα. Το είδα ο ίδιος· κι όταν το +είδα εθαύμασα· κι αφού εθαύμασα την ανάθρεψα· το μολογάει κ' η +ομορφιά της, επειδή δε μας μοιάζει καθόλου· το μολογάνε και τα +σημάδια, επειδή είναι τόσο πλούσια, που δε μπορεί να τάχη ένας +βοσκός. Ιδέτε τα και ζητήστε τους συγγενήδες της κόρης, ανίσως και +δειχτή ποτέ πως ταιριάζει για γυναίκα του Δάφνη. + +31. Αυτό μήτε ο Δρύαντας το είπε στο βρόντο, μήτε ο Διονυσιοφάνης +τάκουσε μ' αδιαφορία, παρά αφού εκοίταξε το Δάφνη και τον είδε να +χάνη το χρώμα του και να κρυφαναδακρυώνη, γλήγορα εκατάλαβε τον +έρωτά του. Κ' επειδή εφοβήθηκε περισσότερο για το δικό του το +παιδί παρά για κόρη ξένη, εξέταζε με μεγάλη προσοχή τα λόγια του +Δρύαντα· κι όταν είδε και τα σημάδια, που του παρουσίασε, τα +ολόχρυσα ποδήματα, τα βρακάκια, τη φασκιά, αφού εφώναξε τη Χλόη +της έλεγε να κάνη καρδιά, επειδή έχει πια άντρα και γλήγορα θα βρη +και τον πατέρα της και τη μητέρα της. Κι η Κλεαρίστη αφού πήρε +μαζί της τη Χλόη, την εστόλιζε σαν γυναίκα πια του γιου της. Μα το +Δάφνη παίρνοντάς τον κατά μέρος ο Διονυσιοφάνης μονάχο, τον +ερωτούσε αν είναι παρθένα. Κι άμα εκείνος ορκιζότανε ότι δεν είχε +γίνει τίποτε περισσότερο από το φιλί και τους όρκους, αφού χάρηκε +για τον όρκο, τους εκάθιζε στο τραπέζι. + +32. Τότε λοιπόν μπορέσανε να ιδούν ποια είναι η ομορφιά, όταν +στολιστή. Επειδή αφού ντύθηκε η Χλόη κ' έδεσε τα μαλλιά της επάνω +κ' έπλυνε το πρόσωπό της, τόσο ομορφότερη εφάνηκε σ' όλους, που κι +ο Δάφνης μόλις την εγνώρισε. Μπορούσε να ορκιστή κανένας και χωρίς +τα σημάδια, ότι τέτοιας κόρης δεν ήτανε πατέρας ο Δρύαντας. Μα κι +αυτός ήταν εκεί κ' έτρωγε μαζί με τη Νάπη, έχοντας παρέα σε +ξεχωριστό τραπέζι το Λάμωνα και τη Μυρτάλη. Πάλι λοιπόν τις +ακόλουθες ημέρες θυσιαζόντανε σφαχτά κ' έδιναν τραπέζια, κ' +εκρεμούσε κ' η Χλόη τάματα τα δικά της: το σουραύλι, το ταγάρι, το +τομάρι, τα καρδάρια· έχυσε και κρασί στην πηγή, που ήτανε στη +σπηλιά, επειδή κι αναθράφηκε κοντά της και πολλές φορές ελούστηκε +μέσα σ' αυτή· έβαλε στεφάνια και στον τάφο της προβατίνας, που της +τον έδειξε ο Δρύαντας· κ' έπαιξε κι αυτή κάτι με το σουραύλι στο +κοπάδι και παρακάλεσε τις θεές, αφού και για τιμή τους έπαιζε το +σουραύλι, να βρη εκείνους που την παραπέταξαν άξιους για το γάμο +της με το Δάφνη. + +33. Όταν εγίνηκαν αρκετές οι γιορτές στην εξοχή, αποφασίσανε να +γυρίζουνε στην πολιτεία, και για ν' αναζητήσουν της Χλόης τους +γονιούς και για να μην αργοπορούν πια για τους γάμους τους. Αφού +λοιπόν ετοίμαζαν με το γλυκοχάραμα τα πράματά τους, εδώκανε στο +Δρύαντα άλλες τρεις χιλιάδες και στο Λάμωνα τα μισά χτήματα να τα +θερίζη και να τα τρυγάη για λογαριασμό του και τα γίδια με τους +γιδάρηδες και τέσσερα ζευγάρια βόιδια και ρούχα χειμωνιάτικα και +τη γυναίκα του ελεύθερη. Κ' ύστερ' απ' αυτό επήγαιναν για τη +Μιτυλήνη μ' άλογα και αμάξια και με χαρά μεγάλη. Τότες λοιπόν δεν +τους ένοιωσαν οι χωραΐτες, επειδή εφτάσανε νύχτα· μα την άλλη μέρα +εμαζεύτηκε στο σπίτι του, κόσμος από άντρες και γυναίκες. Οι +άντρες εχαιρόντανε μαζί με το Διονυσιοφάνη που βρήκε το παιδί του +και περισσότερο σαν έβλεπαν την ομορφιά του Δάφνη· οι γυναίκες +εχαιρόντανε μαζί με την Κλεαρίστη που έφερνε μονομιάς και γιο και +νύφη· επειδή τις εθάμπωσε κ' εκείνες της Χλόης η ομορφιά, που δε +μπορούσε να βρεθή σ' άλλη. Με λίγα λόγια όλ' η πολιτεία επήγαινε +να ιδή το παλληκάρι και την κοπέλα κ' εκαλοτύχιζαν από τα τώρα το +γάμο. Κ' ευχόντανε να βρεθή κ' η γενιά της κόρης όμοια με την +ομορφιά της· και γυναίκες πολλές από τις πολύ πλούσιες +παρακαλούσανε τους θεούς ν' αποδειχτούν αυτές μητέρες τόσο όμορφης +θυγατέρας. + +34. Μα ο Διονυσιοφάνης, αφού ύστερ' από μεγάλη σκέψη βυθίστηκε σ' +ύπνο βαθύ, τέτοιο όνειρο, είδε. Του φάνηκε πως οι Νύμφες +παρακαλούσανε τον έρωτα να στρέξη πια το γάμο τους· και πως +εκείνος, αφού ελασκάρισε το δοξάρι του και το απίθωσε κοντά στη +σαϊτοθήκη, επρόσταξε το Διονυσιοφάνη να κάνη τραπέζι σ' όλους τους +πρώτους της Μιτυλήνης κι όταν γεμίση το τελευταίο ποτήρι, τότε να +δείχνη σε πάσαν ένα τα σημάδια. Κ' ύστερα να τραγουδούν το +τραγούδι του γάμου. Αφού είδε κι άκουσε αυτά, σηκώνεται χάραμα· κι +άμα επρόσταξε να ετοιμαστή πλούσιο τραπέζι από ό,τι βγάνει η γις, +η θάλασσα κ' οι λίμνες και τα ποτάμια, εκαλούσε όλους τους +Μιτυληνιούς αρχόντους. Κι όταν πια ήτανε νύχτα κ' είχε γεμιστή το +κροντήρι, που κάνουνε με δαύτο σπονδές στον Ερμή, ένας δούλος +φέρνει μέσα σε δίσκο ασημένιο τα σημάδια· κι αρχίζοντας από δεξιά +τάδειχνε σ' όλους. + +35. Από τους άλλους λοιπόν κανένας δεν τα εγνώρισε· μα κάποιος +Μεγακλής, που για τα γερατιά του ήτανε στην άκρη του τραπεζιού, +καθώς τα είδε, τα γνώρισε και παραπολύ δυνατά εφώναξε: + + — Τι είν' αυτά, που βλέπω; τι μου γίνηκες κοριτσάκι μου; τάχατες +κ' εσύ ζης; ή τα πήρε αυτά κανένας βοσκός που τα βρήκε κατά τύχη; +Παρακαλώ σε, Διονυσιοφάνη, πες μου: από πού έχεις τα σημάδια; Μη +ζηλέψης να βρω κ' εγώ την κόρη μου ύστερ' από το Δάφνη. + +Κι αφού εζήτησε ο Διονυσιοφάνης να ειπή εκείνος πρώτα πώς το +παραπέταξε το παιδί του, ο Μεγακλής χωρίς να κατεβάση καθόλου τη +φωνή του, είπε: + + — Είχα λίγο βιος προτήτερα, επειδή όσα είχα τα εξόδεψα φτιάνοντας +θέατρα κι αρματόνοντας κάτεργα. Όταν εγίνονταν αυτά, έκαμα ένα +κορίτσι· μη θέλοντας να το αναθρέψω φτωχικά, αφού το στόλισα μ' +αυτά τα σημάδια, το πέταξα, ξέροντας, ότι πολλοί πεθυμούνε να +γίνουν και με τέτοιο τρόπο πατέρες. Και κοίτονταν στη σπηλιά των +Νυμφών εμπιστευμένο στις θεές· μα εμένα με πλημμύριζαν κάθε μέρα +τα πλούτη, χωρίς νάχω κληρονόμο· επειδή δεν είχα πια την τύχη μήτε +κοριτσιού να γίνω πατέρας, μόνο σαν να με περιγελούσαν οι θεοί, +μου στέλνανε τη νύχτα όνειρα, που μου φανέρωναν ότι πατέρα θα με +κάμη ένα κοπάδι. + +36. Φώναξε ο Διονυσιοφάνης δυνατώτερα από το Μεγακλή· κι αφού +πετάχτηκε επάνω, φέρνει μέσα τη Χλόη, πολύ όμορφα στολισμένη, και +λέει: + + — Τούτο το παιδί το ποραπέταξες· αυτή την παρθένα μια προβατίνα +με την ένοια των θεών σου την ανάθρεψε, όπως μια γίδα το Δάφνη +μου. Πάρε τα σημάδια και τη θυγατέρα σου· μα παίρνοντάς τηνε δόσε +τη στο Δάφνη γυναίκα· και τους δυο τους πετάξαμε· και τους δυο +τους εβρήκαμε· για τους δυο ενοιάστηκαν ο Πάνας κ' οι Νύμφες κι ο +Έρωτας. + +Παραδεχότανε τα λόγια αυτά ο Μεγακλής κ' έστειλε κ' εφώναξε τη +γυναίκα του τη Ρόδη κ' εκρατούσε τη Χλόη στην αγκαλιά του· κ' +εκοιμηθήκανε μένοντας αυτού. Επειδή ο Δάφνης ορκιζόταν, ότι δε θ' +αφίση σε κανένα τη Χλόη, μήτε στον ίδιο τον πατέρα της. + +37. Κι όταν εξημέρωσε εσυμφώνησαν κ' εγύριρισαν πάλι στην εξοχή. +Επειδή το εζήτησαν αυτό ο Δάφνης κ' η Χλόη, μην υποφέρνοντας να +ζούνε στην πολιτεία. Μα αποφάσιζαν κ' εκείνοι να κάμουνε +ποιμενικούς τους γάμους τους. Αφού λοιπόν επήγανε στου Λάμωνα κ' +έφερναν το Δρύαντα εμπρός στο Μεγακλή και τη Νάπη στη Ρόδη την +εσύστησαν κ' ετοιμάζανε μεγαλόπρεπα όσα χρειαζόντανε για τη +γιορτή. Έταξε λοιπόν ο πατέρας της τη Χλόη στις Νύμφες και μαζί με +άλλα πολλά έκαμεν αφιερώματα τα σημάδια κ' έδωκε στο Δρύαντα όσα +λεφτά έλειπαν για να γίνουνε δέκα χιλιάδες. + +38. Κι ο Διονυσιοφάνης όντας καλοκαιριά, έστρωσε εκεί εμπρός στη +σπηλιά χλωρά φύλλα κι αφού εκάθισε χάμω όλους τους χωριάτες τους +έβανε πλούσιο τραπέζι. Ήτανε εκεί ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη, ο +Δρύαντας κ' η Νάπη, του Δόρκωνα το συγγενολόι, του Φιλητά τα +παιδιά, ο Χρώμης κ' η Λυκαίνιο· δεν έλειπε μήτε κι ο Λάμπης που +τόνε συχώρεσαν. Ήτανε λοιπόν σε τέτοιους ξεφαντωτάδες όλα απλά και +χωριάτικα· ο ένας τραγουδούσε, όπως τραγουδούνε στο θέρο· ο άλλος +έλεγε μέτωρα, όπως λένε στους ληνούς· ο Φιλητάς έπαιξε το +σουραύλι, ο Λάμπης τη φλογέρα. Ο Δρύαντας κι ο Λάμωνας εχόρεψαν. Η +Χλόη κι ο Δάφνης εγλυκοφιλιόντανε. Μα και τα γίδια εβόσκανε κοντά, +σαν να είχανε κι αυτά μέρος στη γιορτή. Αυτό δεν ήτανε και πολύ +διασκεδαστικό για τους χωραΐτες· μα ο Δάφνης εφώναξε και μερικά με +τόνομά τους και τους έδωκε φύλλα χλωρά, και κρατώντάς τα από τα +κέρατα τα εγλυκοφίλησε. + +39. Κι όχι τότε μονάχα, παρά κι όσο εζούσανε, τον περισσότερο +καιρό τον επερνούσανε σαν βοσκοί, λατρεύοντας τους θεούς, τις +Νύμφες και τον Πάνα και τον Έρωτα, αποχτώντας παραπολλά κοπάδια +πρόβατα και γίδια και νομίζοντας γλυκύτατη θροφή τα πωρικά και το +γάλα. Μα και σε γίδα έβαλαν αρσενικό παιδί τους να βυζάξη και +κοριτσάκι, που δευτερογεννήθηκε, τόκαμαν να πιή από μαστάρι +προβατίνας. Κ' έβγαλαν ταρσενικό Φιλοποίμη και το κορίτσι Αγέλη· +κ' έτσι κι αυτά εγέρασαν μαζί τους. Εστόλισαν και τη σπηλιά κ' +εκρέμασαν ζωγραφιές κ' εχτίσανε βωμό του βοσκού Έρωτα· μα και στον +Πάνα έφτιασαν ναό για να κάθεται αντί στην κουκουναριά, βγάνοντάς +τονε Πάνα στρατιώτη. + +40. Μα αυτά ύστερα τα ονομάτισαν και τα έκαμαν· τότε όμως, άμα +ενύχτωσε, τους εσυντρόφευαν όλοι ίσαμε την κάμαρά τους, άλλοι +παίζοντας το σουραύλι, άλλοι τη φλογέρα κι άλλοι κρατώντας αψηλά +μεγάλες λαμπάδες. Κι όταν έφτασαν κοντά στη θύρα, ετραγουδούσανε +με σκληρή κι άγρια φωνή, σαν να ξέσκιζαν τη γις με τσουγγράνα κι +όχι σαν να τραγουδούσαν του γάμου το τραγούδι. Κι ο Δάφνης κ' η +Χλόη αφού επλάγιασαν γυμνοί, αγκαλιάζονταν κ' εγλυκοφιλιόντανε, κ' +έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα πιο πολύ κι από τις κουκουβάγιες. +Και έκαμε ο Δάφνης της Χλόης κάτι από όσα τον είχε δασκαλέψει η +Λυκαίνιο· και τότε η Χλόη πρωτόμαθε ότι όσα εγίνονταν στο δάσος +ήτανε βοσκών παιγνίδια. + + + +ΤΕΛΟΣ + + +1) Κοίταξε: Paul-Louis Courier «Lettres Écrites de France et d' +Italie». + +2) Η πριγκηπέσσα αυτή έχει γράψει δράματα, επιγράμματα κλπ. + +3) Boileau «Art poétique» II, 170. + +4) Γυναίκα του ελληνιστή Etienne Clavier, που έγινε και πεθερός +του Courier. + +5) Ο Amyot, επίσκοπος του Auxerre, που μετάφρασε και τους +«Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Daphnis and Chloe, by Longos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAPHNIS AND CHLOE *** + +***** This file should be named 37352-0.txt or 37352-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/3/5/37352/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/37352-0.zip b/37352-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..eae83b1 --- /dev/null +++ b/37352-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..c99eda4 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #37352 (https://www.gutenberg.org/ebooks/37352) |
