summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:07:52 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:07:52 -0700
commit40b94e0f547f7a66edb48bad97dc559dfe875b89 (patch)
treef60a9a50cb35bc55269a41ab8688fb620e3193d1
initial commit of ebook 37352HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--37352-0.txt3340
-rw-r--r--37352-0.zipbin0 -> 88652 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 3356 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/37352-0.txt b/37352-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..8bdc07b
--- /dev/null
+++ b/37352-0.txt
@@ -0,0 +1,3340 @@
+The Project Gutenberg EBook of Daphnis and Chloe, by Longos
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Daphnis and Chloe
+
+Author: Longos
+
+Translator: Ilias Voutieridis
+
+Release Date: September 8, 2011 [EBook #37352]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAPHNIS AND CHLOE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ
+
+ΛΟΓΓΟΥ
+
+
+
+ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑ
+ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ"
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
+
+
+
+Όταν ο ξεπεσμός των αρχαίων Ελληνικών γραμμάτων σ' όλα τα είδη του
+λόγου, στην ποίηση, στο δράμα και στην πεζογραφία, είχε προχωρήσει
+τόσο, που κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία έργων σαν τα
+αρχαιότερα έδειχνε περισσότερο τις αδυναμίες των μιμητών, οι
+σοφιστές στοχαστήκανε να μορφώσουνε καινούργιο είδος λόγου: να
+διατυπώνουνε δηλαδή ποιητικά νοήματα σε πεζογραφήματα. Και για να
+εφαρμόσουν το στοχασμό τους αυτόν έπλασαν το μυθιστόρημα ή, όπως
+έλεγαν τότε την τέτοια πεζογραφία, τους «ερωτικούς λόγους», όπου
+τα πλάσματα της φαντασίας μπορούσανε να πάρουνε την κάπως ποιητική
+μορφή του λόγου χωρίς να μένουνε προσηλωμένα στους κανόνες της
+ποιητικής τέχνης κι ακόμη και στην ιστορική αλήθεια ή και στην
+παράδοση. Τέτοια, απάνω-κάτω, είναι η γραμματολογική εξήγηση του
+πώς γεννήθηκε το μυθιστόρημα. Ένα από τα πρώτα-πρώτα
+δημιουργήματα του καινούργιου αυτού είδους του λόγου είναι και το
+μυθιστόρημα του Λόγγου «Δάφνης και Χλόη».
+
+Για την εποχή που εγράφηκε το έργο τούτο και για το συγγραφέα του
+δεν έχουμε καμιά ωρισμένη πληροφορία. Παλαιότεροι και νεώτεροι
+φιλόλογοι νομίζουν, ότι ο Λόγγος δε μπορεί να έζησε ύστερ' από το
+Β' αιώνα μ. Χ. στηρίζοντας τη γνώμη τους τούτη πιο πολύ στο ότι
+τον εμιμήθηκεν ο Αλκίφρονας στις «Επιστολές» του· μα και του
+Αλκίφρονα η εποχή είναι κάπως δυσκολοπροσδιόριστη, επειδή και γι'
+αυτόνε δεν υπάρχει τίποτα θετικό, που να βεβαιώνη τον καιρόν, όπου
+έζησε κ' έγραψε, δηλαδή το χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 170 και
+229 μ. Χ. όπως θέλει π. χ. ο Herman Reich, φέρνοντας γι' απόδειξη
+της γνώμης του το ότι ο Αλκίφρονας εμιμήθηκε το Λουκιανό και τον
+Αλκίφρονα ο Αιλιανός. Πιο θετικά μπορεί να προσδιοριστή η πατρίδα
+του Λόγγου. Επειδή στο μυθιστόρημά του περιγράφονται ζωηρά και
+πιστά τοποθεσίες και συνήθειες της Λέσβος και ξεχωριστά της
+Μιτυλήνης, πολλοί φιλόλογοι υποστηρίζουν, ότι ο Λόγγος ήταν από τη
+Λέσβο· γνώμη ίσως όχι παράλογη κι αδικαιολόγητη.
+
+Ένα όμως είναι θετικό και βέβαιο: Ότι το μυθιστόρημα «Δάφνης και
+Χλόη» είναι το καλλίτερο κι ομορφότερο από όσα εγράφηκαν πριν κ'
+ύστερα απ' αυτό και ότι φαίνεται σαν την πιο ευτυχισμένη
+εξακολούθηση της βουκολικής ποίησης — αν και σε πεζό λόγο — και
+σαν αληθινό γέννημα της μούσας του Θεόκριτου. Όλοι οι κριτικοί της
+αρχαίας φιλολογίας παινεύουν τη αφηγηματική χάρη, τη ζωηρότητα της
+περιγραφής, τις ζωντανές εικόνες των τόπων και των προσώπων, τη
+δροσιά και την απλότητα του ύφους, τη σύντομη φρασεολογία — σαν το
+πιο όμορφο δείγμα εκείνου, που οι αρχαίοι το έλεγαν «αφελής λέξις»
+και που ταιριάζει τόσο στα τέτοιου είδους έργα. Μπορεί από τη
+μεριά τούτη το μυθιστόρημα του Λόγγου να συγκριθή αζημίωτα με τον
+περίφημο «Ευβοϊκό ή Κυνηγό» του Δίωνα του Χρυσόστομου, αφού
+μάλιστα έχει και το προτέρημα να μην είναι γεμάτο ουτοπία, όπως
+είναι το τελευταίο τούτο έργο κι άλλα όμοια του.
+
+Το μυθιστόρημα στην εποχή του Λόγγου το εχαρακτήριζε ο πολύς
+νεοπλατωνισμός. Μα ο συγγραφέας του «Δάφνη και της Χλόης» μπόρεσε
+να τον ξεφύγη και να δώση στο έργο του καθαρά βουκολική μορφή, ενώ
+το εγέμιζε και με λεπτή ερωτική πνοή. Κατηγορήθηκε το μυθιστόρημα
+του Λόγγου, ότι κι αυτό έχει καθέκαστα και περιγραφές
+ξαδιάντροπες, όπως είναι το επεισόδιο της Λυκαίνιο και το άλλο του
+Γνάθωνα. Μα όταν θυμηθούμε ποιες ξαδιαντροπιές κλειούνε τα
+μυθιστορήματα της εποχής εκείνης — εξόν από το «Χαιρέα και
+Καλλιρρόη» του Χαρίτωνα του Αφροδισιέα — βλέπουμε πόσο μετρημένος
+εστάθηκε ο Λόγγος στο σημείο τούτο. Οι σκηνές, που ξετυλίγονται σε
+κάθε κεφάλαιο και παρουσιάζονται με την πιο καλλιτεχνική αφέλεια
+και φυσικότητα, είναι χαριτωμένες ζωγραφιές αγροτικής ζωής και μας
+δείχνουν καθαρά πόσο βασιλεύει σ' αυτές το αίσθημα της ομορφιάς
+και της αλήθειας μαζί. Δεν πλέκονται στο έργο τούτο περιστατικά
+βγαλμένα από ζωή πολυτάραχη, όπως γίνεται στο νεώτερο μυθιστόρημα.
+Η υπόθεση είναι απλή, ήρεμη στο μεγαλείτερο μέρος της και δίχως
+πολύμορφες και πολυσύνθετες σκηνογραφίες. Είναι κάποιο παραμύθι,
+σαν εκείνα που τ' ακούμε μ' όλη της παρθενιάς τους τη χάρη και μ'
+όλη τη γητεία του μύθου: Ο Δάφνης κ' η Χλόη, παιδιά παραρριγμένα
+από τους γονέους τους, είχαν την τύχη να περιμαζευτούν από καλούς
+κι απλοϊκούς ανθρώπους, που ζούσανε στην εξοχή· τα παιδιά αυτά
+μεγαλώσανε μαζί, έβοσκαν όλη τη μέρα μαζί, εγνώρισαν ο ένας τον
+άλλο πολύ και φυσικά αγαπήθηκαν τόσο, που η ζωή του ενός ήτανε ζωή
+του άλλου. Για τούτο και βασιλεύει τόσο μέσα σ' όλο το μυθιστόρημα
+ο έρωτας, ο ανίκητος και βασανιστής, μα και δημιουργός, και τίποτε
+άλλο.
+
+Η ιστορία του Δάφνη και της Χλόης έχει μερικά επεισόδια, που δεν
+τα σηκώνει η σημερινή αίσθησή μας· μα αυτά είναι το παραγέμισμα
+για να φανερωθή πιο πολύ και πιο έντονα η δύναμη του έρωτα των δυο
+παιδιών· είναι τα χαριτωμένα κινήματα της φαντασίας του συγγραφέα
+για να δείξη την αντίθεση της αθωότητας και της πονηριάς. Ο Λόγγος
+ζωγραφίζει πιστά τη φύση και τη ζωή· για τούτο δίπλα στη θαυμάσια
+κάθε τόσο περιγραφή της φύσης, που άνθιζε και γελούσε γύρω στο
+Δάφνη και στη Χλόη, βρίσκουμε και την αμίμητη εκείνη σκηνή, όπου η
+Λυκαίνιο πρωτομαθαίνει το Δάφνη να νοιώση, ότι είναι άντρας. Η
+σκηνή τούτη μας λέει κάτι περισσότερο από ό,τι γίνεται αφορμή να
+διαμαρτυρηθή η νεώτερη σεμνοτυφία· δεν πρέπει να βλέπουμε στο
+επεισόδιο αυτό μόνο τη σαρκική όρεξη της Λυκαίνιο· περισσότερο
+πρέπει να ιδούμε με πόση τέχνη θέλησε ο Λόγγος να μπάση τον ήρωά
+του στα γνωρίσματα της ζωής για να δώση κατόπι ο ίδιος τον
+ιδεαλισμό στον έρωτά του. Η γυμνή αυτή σκηνή μας προετοιμάζει ν'
+αντικρύσουμε τον ανώτερο βαθμό της ηθικής ομορφιάς. Μα μήτε αφίνει
+ο Λόγγος στο νου μας καιρό για να στοχαστή το ξαδιάντροπο, όσο
+προχωρούμε στα καθέκαστα του περιστατικού, που έκαμε τον αθώο
+Δάφνη να μάθη τα έργα του έρωτα, επειδή ακολουθούν οι δισταγμοί
+του, που υψώνουν τον έρωτά του σε ανώτερο κόσμο. Μπορούμε να
+ειπούμε, ότι και η σκηνή αυτή έχει το μυστήριο της αρχαίας
+Ελληνικής τέχνης, που μας αναγκάζει να θαυμάζουμε σε κάθε γυμνό
+την ομορφιά μονάχα, δίχως να προφταίνη ο νους μας να στοχαστή και
+το ταπεινό.
+
+Το επεισόδιο του Γνάθωνα είναι βέβαια πιο ξαδιάντροπο και μας
+σκανδαλίζει σήμερα με την αισχρότητά του. Οι αποκρυσταλλωμένες
+ιδέες μας για κάποιες συνήθειες των αρχαίων εξαγριώνονται εμπρός
+σε περιγραφές σαν αυτές που μας παρουσιάζουν τα καμώματα του
+Γνάθωνα. Μα για το επεισόδιο τούτο χωράει κάποια δικαιολογημένη
+εξήγηση: Ο Λόγγος ζωγραφίζει πιστά τη ζωή του τόπου του και ίσως
+και την εποχή του. Ο Γνάθωνας είναι τύπος, που αντιπροσωπεύει
+ωρισμένη τάξη ανθρώπων του αρχαίου κόσμου και ωρισμένη ελληνική
+συνήθεια, και μαζί και την προστυχεμένη αντίληψη για το θαυμασμό
+προς την ομορφιά. Όπως περιγράφει ο Λόγγος το Γνάθωνα και όπως τον
+κάνει να μιλή, μας δείχνει το συχαμερό τύπο του ακόλαστου άνθρωπου
+και σοφιστή, που εστρέβλωσε και την πλατωνική ιδέα για την
+ομορφιά. Με το αναστάτωμα, που φέρνουνε στο Δάφνη και στον Εύδρομο
+και στην οικογένεια του Λάμωνα τα καμώματα και οι πιθυμιές του
+Γνάθωνα, μας φανερώνεται καθαρά και του Λόγγου η αποδοκιμασία στις
+τέτοιες συνήθειες και στους τέτοιους ανθρώπους. Από τα καθέκαστα,
+που έρχονται κατόπι για να γεννήσουνε στην ψυχή του ακόλαστου
+Γνάθωνα το φόβο για ό,τι έκαμε, βγαίνει το νόημα — χωρίς να υπάρχη
+ανάγκη κι από λόγια για να δειχτή — ότι ο συγγραφέας φανερώνει την
+αποστροφή του σε κάτι τέτοιες ακολασίες των συγκαιρινών του. Το
+επεισόδιο έχει φυσικά το ηθικό συμπέρασμά του. Με όλα αυτά θέλω να
+ειπώ, ότι στο έργο του Λόγγου δεν υπάρχει καμιά — οποιαδήποτε —
+ασχήμια.
+
+***
+
+Το μυθιστόρημα του Λόγγου διαβαζότανε πολύ στα κατοπινά χρόνια και
+μάλιστα στην εποχή της «Αναγέννησης.» Και δε θάτανε ίσως
+παράτολμο, αν έλεγε κανείς, ότι τούτο εστάθηκε το κυριώτερο αχνάρι
+να γραφούν απάνω του τα τόσα και τόσα βουκολικά και ειδυλλιακά
+μυθιστορήματα, που εφάνηκαν ύστερ' από τα 1500 μ. Χ. στην Ιταλία,
+Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία και που το τελειότερό τους είναι η
+περίφημη «Αστραία» του Ονώριου ντ' Ουρφέ, ως που παρουσιάστηκε στο
+τέλος του ΙΗ' αιώνα το έργο του Bernardin de Saint-Pierre
+«Παύλος και Βιργινία» για να σκεπάση όλα τ' άλλα.
+
+«Ο Δάφνης και η Χλόη» είχε μεταφραστή στις περισσότερες Ευρωπαϊκές
+γλώσσες, ύστερα μάλιστα από τη Γαλλική μετάφραση του Αμυό. Μα το
+αρχαίο κείμενο δεν ήταν ολάκαιρο· έλειπε κάποιο μέρος από την αρχή
+του πρώτου βιβλίου, που το εζημίωνε αρκετά. Όμως ο Γάλλος σοφός
+και ελληνιστής Paul-Louis Courier είχε την ευτυχία στα 1808,
+όταν ήτανε στη Φλωρεντία, ν' ανακαλύψη κάποιο χειρόγραφο του
+μυθιστορήματος του Λόγγου του ΙΓ' αιώνα, όπου βρισκότανε και το
+μέρος που έλειπε. Κ' έτσι το κείμενο τόχουμε πια σωστό.
+
+Στα διάφορα γράμματα, που έστελνε ο Courier (1) σε φίλους του πότε
+για να τους ειπή για την ανακάλυψι των σελίδων που έλειπαν ως τότε
+από το Λόγγο και πότε για το τύπωμα των σελίδων τούτων κι όλου του
+έργου, υπάρχουνε μερικές γνώμες του για το μυθιστόρημα, που είναι
+σαν χαρακτηρισμοί του. Στην πριγκηπέσσα π. χ. de Salm-Dyck (2)
+έγραφε από τη Φλωρεντία στις 3 του Μάρτη 1808:
+
+«Κυρία, μαζί με το γραμματάκι μου τούτο θα λάβετε κ' ένα φυλλάδιο,
+όπου υπάρχουνε μερικές σελίδες δικής μου κατασκευής· δηλαδή
+κατασκευής μεταφραστή. Είναι ένα μυθιστόρημα όχι καινούργιο·
+απεναντίας μάλιστα πολύ παλαιό και σεβάσμιο. Εξέθαψα κατά τύχη
+κάποιο κομμάτι του, που είχε χαθή: το μετάφρασα και με την
+ευκαιρία τούτη εδιόρθωσα και την παλιά μετάφραση, που, καθώς θα
+ιδήτε,
+
+ Μέσα στο παλιό της ύφος έχει ακόμη χάρες νέες (3)
+
+Εάν σας διασκεδάζη, να μη διστάξετε καθόλου, εξαιτίας μερικών
+σημείων λίγο απλοϊκών, να εξακολουθήστε το διάβασμα. Ο Αμυό, ο
+επίσκοπος και ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του Τριδέντου
+είναι ο αληθινός εργάτης της μετάφρασης αυτής, που εγώ την απόσωσα
+μόνο· δε θα κάμετε αμαρτία, αν διαβάσετε ό,τι έγραψεν εκείνος».
+
+Από τη Φλωρεντία πάλι τις 13 του Μάρτη 1808 έγραφε στην κυρία
+Clavier (4): «Διαβάστε κυρία, το «Δάφνη και τη Χλόη»· είναι το
+καλλίτερο βουκολικό, που έγραψε ποτέ ένας επίσκοπος. Ο άρχοντας
+Ιάκωβος (5) το μετάφρασε, όσο μπορούσε καλλίτερα, για τους πιστούς
+της επισκοπής του· μα ο καλός άνθρωπος έκαμε στην εργασία του
+τούτη αλλόκοτες απροσεξίες, που εγώ τις αποδίδω στο θέμα και σε
+μερικά καθέκαστα σπάνιας αφέλειας. Εμένα, καθώς ξέρετε, με
+κατηγορούν, ότι προσέχω πιο πολύ στις λέξες παρά στα πράγματα· μα
+σας βεβαιόνω, ότι ζητώντας λέξες για τους δυο μικρούς αυτούς
+αχρείους, εστοχαζόμουνα συχνά τα πράγματα. Συχωρέστε μου την
+&αστειότητα& τούτη, όπως έλεγε η Κα Σεβινιέ, και να μην έχετε ποτέ
+αμφιβολία για το βαθύ σεβασμό μου. Έχω όμως κάτι περισσότερο να
+σας ειπώ: Ο Αμυό ήταν ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του
+Τριδέντου· ό,τι έγραψε είναι άρθρο πίστης. Τώρα κάμετε τρόπο να
+διαβάστε το Λόγγο του. Αλήθεια, δεν υπάρχει καθόλου καλλίτερο
+διάβασμα: είναι βιβλίο για να το βάλετε στα χέρια των δεσποινίδων
+θυγατέρων σας αμέσως ύστερα από την κατήχησή τους».
+
+Με το ίδιο νόημα έγραφε και στην κυρία Pigalle τις 30 του Γενάρη
+1811 από τη Ρώμη: «Έπρεπε να διαβάστε το «Δάφνη και Χλόη» όταν
+ήσαστε δέκα πέντε χρονών. Τι δε θα μαθαίνατε τότε! Αν έσμιγαν τα
+φώτα μου με τη φυσική σας εξυπνάδα θα είχε, θαρρώ, το βιβλίο τούτο
+λίγα μέρη σκοτεινά για σας· μα ύστερ' από πέντε παιδιά, που
+εκάματε, τι μπορεί να σας μάθη παρόμοιο έργο; έτσι, το αντίτυπο,
+που σας στέλνω, είναι για τη διδαχή των κοριτσιών σας. Αλήθεια·
+δεν υπάρχει καλλίτερο βιβλίο για τις νέες, που δε θέλουνε, να
+είναι — όταν παντρευτούνε — μεγάλες ανίδεες· και περιμένω να
+κάμουν κάποια όμορφη έκδοση για τις μαθήτριες της κυρίας Campan».
+
+Την πραγματική όμως ιδέα της αξίας του έργου μας τη δίνει ο
+Γκαίτε. Στο βιβλίο του Έκερμαν «Συνομιλίες του Έκερμαν με το
+Γκαίτε» βρίσκουμε την πολύτιμη κρίση του ποιητή του Φάουστ. Την
+αντιγράφω εδώ:
+
+«20 του Μάρτη 1831.
+
+Ο Γκαίτε επάνω στο δείπνο μου είπε, πως τις
+ημέρες αυτές εδιάβασε το βιβλίο «Δάφνης και Χλόη.»
+
+ — Είναι τόσο όμορφο το ποίημα, είπε, ώστε στους άθλιους καιρούς
+όπου ζούμε δε μας είναι βολετό να κρατήσουμε την εσωτερική
+εντύπωση, που μας δίνει· και κάθε φορά, που το ξαναδιαβάζει
+κανείς, δοκιμάζει και καινούργιο πάντα σάστιμα. Είναι γεμάτο από
+καθαρότατο φως· θαρρεί κανένας πως ολούθε βλέπει εικόνες του
+Ερκουλάνου και οι εικόνες αυτές βοηθούνε τη φαντασία μας όταν το
+διαβάζουμε.
+
+ — Το μέτρο, που κλείνει μέσα του ολάκαιρο το έργο, μου φάνηκε
+θαυμάσιο, είπα· δύσκολα μπορεί κανείς να βρη υπαινιγμό για
+πράγματα έξω από το θέμα, που θα μας έσπρωχναν έξω από τον
+ευτυχισμένο κύκλο. Οι μόνες θεότητες που ενεργούν είναι ο Πάνας
+και οι Νύμφες· δεν κάνει λόγο γι' άλλες και βλέπουμε, αλήθεια, ότι
+οι θεότητες αυτές είναι αρκετές για τις ανάγκες των βοσκών.
+
+ — Κι όμως, είπε ο Γκαίτε, μέσα στο αυστηρό αυτό μέτρο
+ξεδιπλώνεται ολάκαιρος κόσμος! Βλέπουμε κάθε είδους βοσκούς,
+ζευγολάτες, κηπουρούς, τρυγητάδες, ναύτες, κουρσάρους, στρατιώτες,
+νοικοκυραίους από την πολιτεία, δυνατούς αφεντάδες, σκλάβους.
+
+ — Υπάρχουν ακόμη, είπα, όλοι οι βαθμοί της ανθρώπινης ζωής· από
+τη γέννηση ίσαμε τα γεράματα· κ' οι διάφορες οικιακές εικόνες, που
+φέρνουνε μαζί τους οι εποχές του χρόνου, περνούνε μία-μία εμπρός
+από τα μάτια μας.
+
+ — Κ' οι τοποθεσίες! είπεν ο Γκαίτε, είναι ζωγραφισμένες με λίγες
+γραμμές και με τόση ακρίβεια, ώστε πίσω από τα πρόσωπα βλέπουμε
+στα ψηλά μέρη τα βουναλάκια τα γεμάτα από αμπέλια, τα λιβάδια,
+τους λαχανόκηπους, και πιο χαμηλά τις βοσκές, το ποτάμι, τα
+μικρούτσικα δάση και πέρα μακριά την ατέλειωτη θάλασσα. Δεν
+υπάρχει μια μέρα σκοτεινιασμένη, συννεφιασμένη, με καταχνιά κ'
+υγρασία· ο ουρανός είναι πάντα καθαρότατα γαλανός, το αγέρι γλυκό
+και το χώμα παντού στεγνό και μπορείς να ξαπλωθής γυμνός επάνω σ'
+αυτό. Όλο το ποίημα αναδίνει κάποια λεπτότατη τέχνη και μόρφωση.
+Όλα έχουνε μετρηθή με ακρίβεια και τα περιστατικά είναι
+προετοιμασμένα και εξηγούνται θαυμάσια, όπως είναι π. χ. ο
+θησαυρός που βρέθηκε κοντά σ' ένα δελφίνι σαπισμένο στην
+ακρογιαλιά. Και ποια καλαισθησία, ποια τελειότητα, ποια ευγένεια
+αισθήματος, που μπορεί να συγκριθή μονάχα με τα καλλίτερα έργα.
+Όλα τα δυσάρεστα επεισόδια, τα ξαφνιάσματα, οι κλεψιές, οι
+πόλεμοι, που ταράζουν την ευτυχία της κυρίας ιστορίας,
+ανιστορούνται πολύ γλήγορα και περνούν αμέσως χωρίς ν' αφίνουνε
+ξοπίσω τους καμιά θύμηση. Η κακία παρουσιάζεται σαν συνοδεία των
+κατοίκων της πολιτείας και δε φανερώνεται σε κανένα από τους
+πρώτους ήρωες, παρά σ' ένα πρόσωπο κατώτερης τάξης και που δεν
+παίζει κύριο μέρος. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα.
+
+ — Μ' άρεσαν ακόμη, είπα, οι σχέσες των αφεντικών με τους δούλους.
+Τ' αφεντικά φέρνονται με μεγάλη καλωσύνη, οι δούλοι, μ' απλοϊκή
+ελευθερία μα και με βαθύ σεβασμό και με τον πόθο ν' αρέσουνε στ'
+αφεντικά.
+
+ — Αυτό είναι απόδειξη μεγάλης εξυπνάδας, είπε ο Γκαίτε· ακόμη
+έκαμε θαυμάσια ο συγγραφέας, που εφύλαξε την παρθενιά της Χλόης
+ίσαμε το τέλος της ιστορίας, αφού οι ερωτευμένοι δεν ήξεραν τίποτα
+πιο όμορφο από το να ξαπλώνουνται γυμνοί ο ένας κοντά στον άλλο· η
+εξήγηση της διαγωγής τούτης δίνει αφορμή στο συγγραφέα να
+ανακινήση τις πιο αψηλές ιδέες. Πρέπει να γράψη κανένας ολάκαιρο
+βιβλίο για να δείξη όλες τις ομορφιές του έργου αυτού. Καλό είναι
+να το διαβάζουμε μια φορά το χρόνο· πάντα κάτι μαθαίνουμε και
+νοιώθουμε όλη τη δροσερή εντύπωση της σπάνιας ομορφιάς του».
+
+***
+
+Για τη μετάφραση του Λόγγου ακολούθησα την έκδοση του Μ. Β. G. L.
+Boden, Λειψία 1777, και του P. L. Courier, Παρίσια 1829. Ο
+χωρισμός των κεφαλαίων έγινε σύμφωνα με την έκδοση του Courier.
+Πρέπει να σημειώσω ότι πολλές φορές δεν ακολούθησα στη διόρθωση
+του κειμένου μήτε τον ένα, μήτε τον άλλο εκδότη, αφίνοντας τη λέξη
+ή τη φράση όπως είχε από την αρχή, όταν η αρχική γραφή μού
+εφαίνονταν πιο σωστή και μ' εβοηθούσε καλλίτερα για τη μετάφραση.
+
+Μεταφράζοντας επροσπάθησα να κρατήσω όσο μπορούσα περισσότερο το
+ύφος του συγγραφέα χωρίς να προδίνω και το νόημα. Και τούτο μ'
+έκανε πολλές φορές να μη προσέχω και στις ερμηνείες των ξένων
+εκδοτών. Ένα αρχαίο Έλληνα συγγραφέα όχι και τόσο δύσκολο και που
+μιλάει για πράγματα που τα βλέπουμε και τα ζούμε ίδια κι
+απαράλλακτα και οι σημερινοί Έλληνες, μπορούμε, θαρρώ, να τον
+νοιώθουμε και να τον εξηγούμε εμείς καλλίτερα και σωστότερα από
+κάθε ξένο ερμηνευτή.
+
+Αθήνα Δεκέβρης 1920.
+ Ηλ. Π. Βουτιερίδης
+
+
+
+Δ Α Φ Ν Η Σ ΚΑΙ Χ Λ Ο Η
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Κυνηγώντας στη Λέσβο, μέσα σε δάσος, που ήταν αφιερωμένο στις
+Νύμφες, είδα το πιο ωραίο πράγμα από όσα έχω ιδή. Ζωγραφιά,
+εξιστόρηση έρωτα. Όμορφο ήταν και το δάσος, πολύδενδρο, ανθισμένο,
+καλοποτιζούμενο· μια πηγή τάθρεφε όλα, και τα άνθη και τα δέντρα.
+Μα η ζωγραφιά ήταν πιο ευχάριστη, επειδή και τύχη είχε παραπανιστή
+και τέχνη ερωτιάρικη, ως που πολλοί ξένοι, έχοντας ακουστά γι'
+αυτή, επήγαιναν να παρακαλέσουν τις Νύμφες και να ιδούν την
+εικόνα. Ήτανε σ' αυτή γυναίκες που εγεννούσαν κι άλλες που
+ετύλιγαν σε σπάργανα μωρά παραρριγμένα· κοπάδια που τάθρεφαν·
+βοσκοί που τα σήκωναν· νέοι που έσμιγαν, ληστάδων διαγούμισμα,
+εχθρών έμπασμα.
+
+Αφού κι άλλα πολλά κι όλα ερωτιάρικα είδα κ' εθαύμασα, μου
+γεννήθηκε πιθυμιά ναντιγράψω τη ζωγραφιά. Κι αφού εζήτησα εξηγητή
+της εικόνας, έγραψα τέσσερα βιβλία, τάμα στον Έρωτα, στις Νύμφες
+και στον Πάνα κι απόχτημα ευχάριστο για όλους τους ανθρώπους, που
+και τον άρρωστο θα γιατρέψη και το λυπημένο θα παρηγορήση και τον
+ερωτευμένο θα τον κάνη να θυμηθή και τον ανερώτευτο θα διδάξη.
+Επειδή βέβαια κανένας δεν ξέφυγε τον έρωτα, μήτε θα τον ξεφύγη όσο
+που υπάρχει ομορφιά και τα μάτια βλέπουν. Κ' εμάς ας μας βοηθήση ο
+θεός σαν φρόνιμοι να γράψουμε την ιστορία των άλλων.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
+
+
+
+1. Η Μιτυλήνη είναι της Λέσβος πολιτεία, μεγάλη κι' όμορφη, επειδή
+χωρίζεται από περάματα, γιατί η θάλασσα σιγομπαίνει στην ξηρά, κ'
+είναι στολισμένη με γεφύρια από πελεκητή και λευκή πέτρα. Θα
+νόμιζες πώς δε βλέπεις πολιτεία παρά νησί. Μακριά από την πολιτεία
+αυτή, τη Μιτυλήνη, ίσαμε διακόσια στάδια ήταν υποστατικό ανθρώπου
+πλούσιου, χτήμα ωραιότατο· βουνά που έθρεφαν αγρίμια, κάμποι όλο
+χωράφια, λόφοι γεμάτοι αμπέλια, βοσκοτόπια κοπαδιών· κ' η θάλασσα
+σιγοχτυπούσε στην ακρογιαλιά, που απλωνότανε σε μαλακή αμμουδιά.
+
+2. Στο χτήμα αυτό βόσκοντας κάποιος γιδάρης, που τον έλεγαν
+Λάμωνα, βρήκε παιδί, που τόθρεφε μια γίδα. Ήτανε δάσος και κάτω
+χαμόδεντρα και κισσός απλωμένος και χορτάρι μαλακό, που απάνω του
+κείτονταν το παιδί. Στο μέρος αυτό τρέχοντας η γίδα ταχτικά
+γινόταν πολλές φορές άφαντη· κι αφίνοντας το κατσικάκι της έμενε
+κοντά στο μωρό. Παραφυλάει τα περάσματα ο Λάμωνας, επειδή λυπήθηκε
+το παραμελούμενο κατσικάκι, κι απάνω στο καταμεσήμερο, αφού πήρε
+κατά πόδι τη γίδα, τη βλέπει να στέκεται μ' ανοιχτά τα πόδια
+προσεχτικά μήπως πατώντας με τα νύχια της το μωρό του κάνει κανένα
+κακό, και τούτο σαν από μάννας βυζί να βυζαίνη το γάλα.
+Σαστισμένος, καθώς ήτανε φυσικό, πλησιάζει και βρίσκει παιδί
+αρσενικό, μεγάλο κ' όμορφο και μέσα σε σπάργανα, που δεν ταίριαζαν
+με την τύχη του να είναι παραρριγμένο. Εφορούσε δηλαδή πανωφοράκι
+κόκκινο με θηλυκωτήρι χρυσό κ' ήταν κοντά του και σπαθάκι με χέρι
+φιλντισένιο.
+
+3. Στην αρχή στοχάστηκε, αφού πάρη μοναχά τα σημάδια, ν'
+αδιαφορήση για το μωρό. Μα ύστερα από ντροπή να μη μιμηθή μήτε της
+γίδας τη φιλανθρωπία, αφού περίμενε να βραδυάση, τα φέρνει όλα στη
+γυναίκα του τη Μυρτάλη, και τα σημάδια και το παιδί και τη γίδα.
+Κ' επειδή εκείνη απορούσε, πώς μπορούν οι γίδες να γεννούνε
+παιδιά, της τα ιστορεί όλα: πως το βρήκε πεταμένο, πως το είδε να
+θρέφεται, πως ντράπηκε να το αφίση να πεθάνη. Κι αφού παραδέχτηκε
+κ' εκείνη, κρύβουν τα πράγματα, που ήταν βαλμένα κοντά του, κάνουν
+το παιδί δικό τους κι αφίνουν τη γίδα να το αναθρέφη· και για να
+φαίνεται και τ' όνομα του παιδιού ποιμενικό, αποφάσισαν να το
+φωνάζουνε Δάφνη.
+
+4. Κι όταν πια είχαν περάσει δυο χρόνια, βοσκός από γειτονικά
+χτήματα, που τον έλεγαν Δρύαντα, ενώ έβοσκε, βρίσκει κι αυτός κατά
+τύχη παρόμοια πράγματα και βλέπει τα ίδια. Για σπηλιά των Νυμφών
+ήταν ένας μεγάλος βράχος, από μέσα βαθουλός και απ' έξω
+στρογγυλός· τα αγάλματα των Νυμφών αυτών ήτανε καμωμένα από πέτρα.
+Ήταν ξυπόλητες· τα χέρια τους γυμνά ίσαμε τους ώμους, τα μαλλιά
+ίσαμε το λαιμό ριγμένα, ζώνη γύρω στη μέση, πρόσωπο γελαζούμενο.
+Όλο τους το φτιάσιμο ήτανε σαν να χόρευαν στη σειρά. Η καμάρα της
+σπηλιάς ήτανε το πιο μεσιανό μέρος του μεγάλου βράχου. Και νερό
+αναβρύζοντας από κάποια πηγή έκανε να τρέχη ποταμάκι ως που και
+λειβάδι χαριτωμένο απλώνονταν εμπρός στη σπηλιά, επειδή από την
+υγρασία φύτρωνε πολύ και μαλακό χορτάρι. Κ' ήταν εκεί κρεμασμένα
+και καρδάρες και παγιαύλια και σουραύλια και φλογέρες,
+γεροντότερων βοσκών τάματα.
+
+5. Στη σπηλιά αυτή των Νυμφών πηγαίνοντας συχνά προβατίνα
+νιόγεννη, έκανε πολλές φορές να θαρρούν πως χάθηκε. Θέλοντας ο
+Δρύαντας να τη συμμαζέψη και να τη βάλη στην προτητερινή τάξη,
+αφού λύγισε δεμάτι από χλωρές βέργες και τόκαμε παρόμοιο με θηλιά,
+εζύγωσε στο βράχο για να την πιάση εκεί. Μα άμα έφτασε κοντά, δεν
+είδε τίποτε από όσα περίμενε, παρά την προβατίνα να δίνη σαν
+άνθρωπος το μαστάρι της για να τρέχη μπόλικο το γάλα κ' ένα παιδί,
+χωρίς να κλαίη, να φέρνη λαίμαργα από το ένα μαστάρι στάλλο το
+στόμα, παστρικό και χαρούμενο, επειδή η προβατίνα του έγλυφε με τη
+γλώσσα το πρόσωπο, άμα χόρταινε. Θηλυκό ήταν το παιδί τούτο· και
+κείτοντας κοντά του σπάργανα και σημάδια, φασκιά ολόχρυση,
+ποδήματα χρυσοκέντητα και βρακάκια χρυσοΰφαντα.
+
+6. Κ' επειδή ενόμισε σαν κάτι θεοτικό το ηύρεμα κ' έπαιρνε
+παράδειγμα από την προβατίνα να λυπηθή το παιδί και να τ' αγαπάη,
+παίρνη το μωρό στην αγκαλιά του, ρίχνει τα σημάδια στο ταγάρι του
+και παρακαλεί τις Νύμφες καλότυχη να αναθρέψη την ικέτιδά τους. Κι
+όταν ήταν ώρα να γυρίση πίσω το κοπάδι, φθάνοντας στο ζευγολατιό
+ιστορεί στη γυναίκα του τα όσα είδε, της δείχνει τα όσα βρήκε, την
+παρακινάει να το θαρρή κοριτσάκι της και να το αναθρέφη κρυφά σαν
+δικό της. Κ' η Νάπη λοιπόν (επειδή έτσι την έλεγαν), γίνεται
+αμέσως μητέρα κι αγαπούσε το παιδί τόσο, που εφοβότανε μήπως και
+την ξαπεράση στην αγάπη η προβατίνα· και για να πιστευτή πως ήτανε
+δικό της τούβγαλε κι αυτή ποιμενικό όνομα: Χλόη.
+
+7. Τα παιδιά αυτά εμεγάλωσαν πολύ γλήγορα και γίνονταν ομορφότερα
+από όσο ταίριαζε σε χωριατόπουλα. Κ' ήτανε πια ο ένας δέκα πέντε
+χρονών κ' η άλλη μικρότερη δυο χρόνια, όταν ο Δρύαντας κι ο
+Λάμωνας βλέπουν την ίδια νύχτα τέτοιο όνειρο. Τους φάνηκεν ότι οι
+Νύμφες εκείνες, που ήτανε στη σπηλιά, όπου η πηγή, όπου βρήκε το
+παιδί ο Δρύαντας, παράδωσαν το Δάφνη και τη Χλόη σε παιδί πολύ
+ζωηρό κι όμορφο, που είχε φτερά στους ώμους κ' εκρατούσε σαΐτες
+μικρές μαζί με δοξάρι. Κι αφού άγγιξε και τα δυο παιδιά με μια
+σαΐτα, τα πρόσταξε να βόσκουνε στο εξής ο ένας τα γίδια κ' η άλλη
+τα πρόβατα.
+
+8. Όταν είδαν το όνειρο αυτό, πικραίνονταν πως θα γίνουν κ' εκείνα
+τσοπάνηδες, ενώ τα σπάργανά τους μηνούσαν καλλίτερη τύχη, για
+τούτο και τάθρεφαν με πιο διαλεχτές θροφές και τα μάθαιναν
+γράμματα κι' όλα τα καλά που ήτανε στην εξοχή. Μα αποφάσισαν να
+υπακούσουνε στους θεούς για κείνους που σώθηκαν με τη φροντίδα των
+θεών. Κι' αφού είπαν ο ένας στον άλλο τ' όνειρο κ' έκαναν στη
+σπηλιά των Νυμφών θυσία στο φτερωτό παιδί (επειδή δεν ήξεραν να
+λένε τ' όνομά του) τα στέλνουν σα βοσκούς μαζί με τα κοπάδια, όταν
+τους έμαθαν καλά το καθετί· πώς να βόσκουν πριν το μεσημέρι, πώς
+να τα οδηγούν άμα πέση η ζέστη, πότε να τα πηγαίνουν για πότισμα,
+πότε να τα γυρίζουν στο μαντρί, για ποια να μεταχειρίζονται την
+αγκλίτσα, για ποια μονάχα τη φωνή· κ' εκείνα ήταν πολύ χαρούμενα
+σαν νάπαιρναν μεγάλη εξουσία· κι' αγαπούσαν τα γίδια και τα
+πρόβατα περισσότερο από όσο συνηθίζουν οι βοσκοί, επειδή η μια
+θαρρούσε για αιτία τον γλυτωμού της το κοπάδι κι' ο άλλος εθυμόταν
+ότι γίδα τον ανάθρεψε, όταν ήταν πεταμένος.
+
+9. Άνοιξης ήταν αρχή κι' όλα τ' άνθη λουλούδιζαν στα δάση, στα
+λειβάδια, στα βουνά. Τώρα άρχιζε το βουητό της μέλισσας, των
+πουλιών το κελάδημα, τα χοροπηδήματα των νιογέννητων κοπαδιών· τ'
+αρνιά χοροπηδούσαν στα βουνά· βούηζαν στα λειβάδια οι μέλισσες· τα
+πουλιά γέμιζαν με τραγούδια τα χαμόδενδρα. Και καθώς λοιπόν όλα
+ήτανε στην όμορφη ώρα τους, κι' αυτοί, σαν τρυφεροί και νέοι που
+ήταν, εμιμούνταν όσα άκουαν κ' έβλεπαν. Ακούοντας τα πουλιά να
+κελαδούν, τραγουδούσαν· βλέποντας ταρνιά να χοροπηδούν,
+αλαφροπηδούσαν· και κάνοντας τις μέλισσες, σύναζαν τάνθη· κι' απ'
+αυτά άλλα τάβαναν στα στήθια τους κι' άλλα, πλέκοντάς τα
+στεφανάκια, τα πήγαιναν στις Νύμφες.
+
+10. Κ' έκαναν το καθετί μαζί, βόσκοντας ο ένας κοντά στον άλλο.
+Πολλές φορές ο Δάφνης περιμάζευε όσα πρόβατα ξεμάκραιναν· και
+πολλές φορές η Χλόη τα πιο ζωηρά γίδια τα σαλαγούσε από τους
+γκρεμνούς· μα και τα δυο κοπάδια εφύλαξε ο ένας, επειδή ο άλλος
+καταγινότανε να παίζη. Κ' ήτανε τα παιγνίδια τους τσοπάνικα και
+παιδιάτικα. Εκείνη μαζεύοντας βούρλα έπλεκεν ακριδοπαγίδες· κ'
+έχοντας σε τούτο το νου της, παραμελούσε το κοπάδι. Εκείνος, αφού
+έκοφτε καλάμια ψιλά και τρυπούσε τα χωρίσματα στους κόμπους και τα
+κολλούσε τόνα με τάλλο με μαλακό κερί, γυμνάζονταν ως στο βράδυ να
+μάθη σουραύλι. Και καμιά φορά έπιναν γάλα και κρασί και
+μοιράζονταν τις θροφές πούφερναν από το σπίτι τους. Συχνότερα
+θάβλεπε κανένας να είναι χωρισμένα τα κοπάδια παρά η Χλόη κι' ο
+Δάφνης.
+
+11. Κ' ενώ έπαιζαν έτσι, τέτοια μελέτησε γι' αυτούς ο Έρωτας.
+Λύκισσα, που έθρεφε λυκάκια, άρπαζε πολλές φορές από άλλα κοπάδια
+από τα κοντινά χτήματα, επειδή εχρειαζόταν πολλή θροφή για να
+θρέψη τα μικρά της. Για τούτο, αφού μαζεύτηκαν νύχτα οι χωριανοί,
+άνοιξαν λάκκους μια οργιά το πλάτος και τέσσερες το βάθος. Το
+περισσότερο χώμα το σκόρπισαν, φέρνοντάς το μακριά· κ' ύστερις,
+αφού άπλωσαν απάνω από το στόμα του λάκκου ξύλα ξερά, επάτησαν
+καλά τ' αποδέλοιπο χώμα για να κάμουν τη γις όμοια με πριν, ώστε
+κι' αν λαγώς περνούσε τρέχοντας να σπάση τα ξύλα, που ήταν πιο
+αδύνατα κι' από άχερα, και τότε να μπορέση να μάθη ότι δεν ήτανε
+γις παρά απομίμηση γις. Αν κι' άνοιξαν πολλούς τέτοιους λάκκους
+και στα βουνά και στους κάμπους, δε μπόρεσαν να πιάσουν τη
+λύκισσα, επειδή αυτή καταλαβαίνει την ψεύτικη γις· μόνο πολλά
+τραγιά και πρόβατα αφάνισαν οι λάκκοι και παραλίγο και τον ίδιο το
+Δάφνη από τούτη την αιτία.
+
+12. Τράγοι, αφού εθύμωσαν, επιάστηκαν· και σαν έγιναν πιο δυνατά
+τα κουντρίσματα σπάει του ενός το ένα κέρατο· και μουγκρίζοντας
+τούτος από τον πόνο τόβαλε στη φευγάλα· μα ο νικητής ακολουθώντάς
+τον καταπόδι τον κυνηγούσε αδιάκοπα. Λυπάται ο Δάφνης τον τράγο με
+το σπασμένο κέρατο και θυμωμένος από την κακία του νικητή τον
+κυνηγούσε, αφού άρπαξε την αγκλίτσα του. Και καθώς ο τράγος
+ξέφευγε κ' εκείνος τον κυνηγούσε με θυμό, δεν έβλεπαν καλά μπροστά
+τους κ' έτσι πέφτουν κ' οι δυο μέσα σε λάκκο· πρώτα ο τράγος κ'
+ύστερα ο Δάφνης. Αυτό όμως έσωσε το Δάφνη, επειδή ο τράγος του
+στάθηκε σαν στήριγμα στο πέσιμο. Ο Δάφνης λοιπόν κλαίοντας
+περίμενε μήπως θα ερχότανε κανένας να τον τραβήξη. Κ' η Χλόη, όταν
+είδε το τι έγινε, φτάνει τρέχοντας στο λάκκο· κι' άμα είδε πως ζη,
+φωνάζει βοήθεια κάποιο γελαδάρη από τα κοντινά χτήματα. Σαν ήλθε
+αυτός, εζήταε σχοινί μακρί για να το ρίξη του Δάφνη και να τον
+βγάλη από το λάκκο τραβώντας τον. Μα σχοινί δεν ήταν πουθενά· η
+Χλόη όμως αφού έλυσε μια κορδέλα της τη δίνει στο γελαδάρη για να
+την ρίξη· κ' έτσι εκείνοι στεκάμενοι στην άκρη του λάκκου
+τραβούσαν κι' ο Δάφνης ανέβηκε κρατώντας την κορδέλα, που την
+έσερναν. Έπειτα έβγαλαν και τον κακότυχο τον τράγο, που είχε
+σπασμένα και τα δύο κέρατα, (τόσο τον ξεδικήθηκε ο νικημένος
+τράγος) και τόνε χαρίζουνε στο γελαδάρη για τη βοήθεια, που τους
+έδωκε· κι' αποφασίζουν να ειπούν ψέματα στους δικούς τους, ότι τον
+άρπαξαν λύκοι, αν τον αναζητούσε κανένας. Ύστερα αυτοί αφού
+γύρισαν πίσω, εξέταζαν τα κοπάδια τους· και σαν είδαν πως έβοσκαν
+ήσυχα και τα γίδια και τα πρόβατα, κάθησαν σε κούτσουρο βελανιδιάς
+και κοίταζαν μήπως ο Δάφνης, όταν έπεσε, ματώθηκε σε κανένα μέρος
+του κορμιού του. Δεν είχε πληγωθή καθόλου, μήτε είχε ματώσει· μα
+ήτανε γεμάτος χώμα και λάσπη και στα μαλλιά και στάλλο κορμί.
+Αποφάσισαν λοιπόν να λουστή, προτού ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη μάθουν
+τι έγινε.
+
+13. Κι αφού ο Δάφνης πήγε μαζί με τη Χλόη στη σπηλιά των Νυμφών,
+της έδωκε και το ρούχο του και το ταγάρι να τα φυλάη κι' αυτός
+στεκάμενος εμπρός στην πηγή έπλενε τα μαλλιά κι όλο το σώμα του.
+Κ' ήτανε τα μαλλιά του μαύρα και πολλά και το κορμί του μαυρισμένο
+από τον ήλιο. Θάλεγε κανένας ότι κι αυτό είχε πάρει από τη μαυρίλα
+των μαλλιών. Και στη Χλόη, που τον εκοίταζε, εφαινόταν όμορφος ο
+Δάφνης, και επειδή δεν τον είχε προσέξει πριν ότι ήτανε όμορφος,
+ενόμιζε πως το λουτρό ήτανε η αφορμή της ομορφιάς του. Κι όταν του
+έπλενε τις πλάτες ένοιωθε το κρέας του πιο μαλακό· και πολλές
+φορές άγγιξε κρυφά το δικό της για να δοκιμάση μήπως ήτανε
+τρυφερότερο. Κι άμα πια εβασίλεψε ο ήλιος έφερναν τα κοπάδια στις
+στάνες· κ' η Χλόη δεν έπαθε τίποτε παραπάνω παρά ότι επιθυμούσε να
+ιδή και πάλι τον Δάφνη να λούζεται. Την άλλη μέρα, μόλις εβγήκανε
+στη βοσκή, ο Δάφνης καθούμενος κάτω από τη συνηθισμένη βαλανιδιά
+έπαιζε το σουραύλι και μαζί επρόσεχε και τα γίδια, που είχαν
+ξαπλωθή κάτω σαν ν' άκουγαν τους σκοπούς· κ' η Χλόη καθισμένη
+κοντά εφύλαε τα πρόβατα, μα πιο πολύ εκοίταζε το Δάφνη· και πάλι
+ενώ αυτός έπαιζε το σουραύλι τής εφαινότανε όμορφος κ' ενόμιζε τη
+μουσική αφορμή της ομορφιάς, ώστε να πάρη κι αυτή ύστερ' από
+κείνον το σουραύλι μήπως γινότανε κι αυτή όμορφη. Και τον έπεισε
+να ξαναλουστή· κι αφού τον είδε, τον άγγιξε· κ' έφυγε πάλι αφού
+τον επαίνεψε· και το παίνεμα ήτανε αρχή έρωτα. Τι λοιπόν είχε
+πάθει δεν ήξερε, επειδή ήτανε κορίτσι μικρό κ' είχε αναθραφή στην
+εξοχή και μήτε είχε ακούσει κανέναν άλλονε να λέη τ' όνομα του
+έρωτα. Κ' ήτανε γεμάτη λύπη η ψυχή της και δεν κρατούσε τα δάκρυα·
+και μιλούσε πολύ για το Δάφνη. Δεν την έμελε για φαΐ, αγρυπνούσε
+τη νύχτα, παραμελούσε το κοπάδι· πότε γελούσε, πότε έκλαιγε· πότε
+εκοιμόταν, πότε πεταγόταν από τον ύπνο της· το πρόσωπό της
+εχλώμαινε και πότε πάλι άναβε· μήτε αν την έπιανε των βωδιών η
+μυίγα, θα πάθαινε τέτοια. Και κάποτε σαν έμεινε μόνη είπε και
+τέτοια λόγια:
+
+14. — Τώρα εγώ είμαι άρρωστη, μα δεν ξέρω ποια η αρρώστια· πονώ
+και δεν έχω πληγή· λυπάμαι κι όμως κανένα από τα πρόβατά μου δεν
+έχασα. Καψόνω κι όμως κάθουμαι σε τέτοιον ίσκιο. Πόσα βάτα μ'
+αγκύλωσαν πολλές φορές και δεν έκλαψα. Πόσες μέλισσες μ'
+εκέντρισαν, μα έφαγα. Αυτό που μου τρυπάει τώρα την καρδιά είναι
+σκληρότερο από όλα εκείνα. Όμορφος είναι ο Δάφνης όπως και τα
+λουλούδια· όμορφα μιλάει το σουραύλι του όπως και τ' αηδόνια· για
+κείνα όμως δε λέω τίποτε. Άμποτε να γινόμουνα σουραύλι του για να
+με φυσάη· άμποτε να γινόμουνα κατσίκι για να με βόσκη εκείνος. Ω!
+κακό νερό, μονάχα το Δάφνη έκαμες όμορφο κ' εγώ του κάκου
+ελούστηκα. Χάνουμαι, αγαπημένες Νύμφες, και μήτ' εσείς δε σώζετε
+την κόρη, που αναθράφηκε κοντά σας. Ποιος θα σας βάλη στεφάνια
+ύστερ' από μένα; ποιος θα αναθρέψη τα δυστυχισμένα τ' αρνιά; ποιος
+θα περιποιηθή τον τραγουδιστή το τζίτζικα, που εγώ τον έπιασα με
+πολύ κόπο για να με κοιμίζη, λαλώντας κοντά στη σπηλιά; να τώρα
+εγώ αγρυπνώ για το Δάφνη κ' εκείνος του κάκου λαλάει.
+
+15. Τέτοια υπόφερνε, τέτοια έλεγε, μην ηξέροντας το όνομα του
+έρωτα. Μα ο Δόρκωνας ο γελαδάρης που είχε ανασύρει το Δάφνη και
+τον τράγο από το λάκκο, παλληκάρι που μόλις έβγανε γένια και που
+ήξερε και τ' όνομα και τα έργα του έρωτα, αμέσως από κείνη την
+ημέρα ερωτεύτηκε τη Χλόη· κι όταν επέρασαν κι άλλες πολλές ημέρες
+πιο πολύ εφλογιζόταν η ψυχή του· και περιφρονώντας το Δάφνη, σαν
+παιδί που ήτανε, εστοχάστηκε να τον παραμερίση ή με δώρα ή με
+φοβερίσματα. Τους επήγε λοιπόν πρώτα τα δώρα· για το Δάφνη
+σουραύλι τσοπάνικο, που είχεν εννιά καλάμια κολλημένα, τόνα με
+τάλλο, με χάλκωμα αντί με κερί· και για τη Χλόη βακχικό
+αλαφόπουλο· και το χρώμα του ήτανε σαν ζωγραφισμένο μ' άσπρες
+βούλες. Από τη στιγμή αυτή, περνώντας για φίλος, το Δάφνη σιγά-
+σιγά δεν τον επρόσεχε καθόλου, μα μονάχα στη Χλόη έφερνε κάθε μέρα
+ή φρέσκο τυρί ή στεφάνι άνθινο ή όμορφο μήλο· της επήγε κάποτε και
+μουσχάρι στο βουνό γεννημένο και καρδάρα χρυσοκέντητη και τα μικρά
+βουνήσιων πουλιών. Κ' η Χλόη, επειδή δεν ήξερε τις πονηριές του
+ερωτευμένου, χαρούμενη έπαιρνε τα δώρα, κ' έχαιρε περισσότερο που
+τα είχε για να τα χαρίζη αυτή του Δάφνη· κ' επειδή έπρεπε πια να
+μάθη κι' ο Δάφνης τα έργα του έρωτα, έστησε φιλονεικία ο Δόρκωνας
+μ' αυτόν ποιος είναι ομορφότερος κ έγινε κριτής η Χλόη· και
+βραβείο για το νικητή ήτανε να φιλήση τη Χλόη· και πρώτος ο
+Δόρκωνας τέτοια έλεγε:
+
+16. — Εγώ, παρθένα, είμαι μεγαλείτερος από το Δάφνη· εγώ είμαι
+γελαδάρης κι αυτός γιδάρης· μα είμαι και τόσο καλλίτερός του όσο
+είναι τα βώδια από τα γίδια· είμαι κι άσπρος σαν το γάλα και
+ξανθός σαν το στάρι που θα το θερίσουν· εμένα με ανάθρεψε μητέρα
+κι όχι αγρίμι. Τούτος όμως είναι μικρός και άτριχος σαν γυναίκα
+και μελαψός σαν λύκος. Βόσκει τράγους και βρωμάει τρομερά. Είναι
+και φτωχός ώστε να μη μπορή να θρέψη μήτε σκυλί. Κι' αν, καθώς
+λένε, τον εβύζαξε και γίδα, δεν ξεχωρίζει καθόλου από γίδι.
+
+Αυτά και τέτοια είπε ο Δόρκωνας· κ' ύστερα ο Δάφνης τούτα:
+
+ — Εμένα με ανάθρεψε γίδα καθώς τον Δία. Και βόσκω τράγους που θα
+τους κάμω μεγαλείτερους από τα βώδια τουτουνού· και δε βρωμάω
+καθόλου εξαιτίας τους, αφού δε βρωμάει κι' ο Πάνας, που στο
+περισσότερο μέρος του κορμιού του είναι τράγος. Και μου είναι
+αρκετό το τυρί και το ψημένο ψωμί και τ' άσπρο κρασί, όσα έχουνε
+πλούσιοι χωριάτες. Είμαι άτριχος· μα είναι κι' ο Διόνυσος·
+μελαχροινός· μα κι' ο υάκινθος είναι μελαψός· όμως κ' ο Διόνυσος
+είναι ομορφότερος από τους σάτυρους κι' ο υάκινθος από τους
+κρίνους. Αυτός είναι ξανθός σαν αλεπού και μουσάτος σαν τράγος
+κι' άσπρος σαν γυναίκα από τη χώρα. Κι' αν είναι ανάγκη να φιλήσης
+εσύ, εμένα θα μου φιλήσης το στόμα, τουτουνού όμως τις τρίχες του
+γενιού του. Και θυμήσου, παρθένα, ότι σε ανάθρεψε προβατίνα, μα
+κι' ότι είσαι όμορφη.
+
+17. Δεν περίμενε πια η Χλόη, αλλά επειδή από τη μια εχάρηκε για
+τον έπαινο κ' επειδή από την άλλη επιθυμούσε από καιρό να φιλήση
+το Δάφνη, αφού επετάχτηκε επάνω τον εφίλησε· κ' ήτανε το φιλί της
+φυσικό κι άτεχνο· μα μπορούσε ν' ανάψη παραπολύ την ψυχή. Ο
+Δόρκωνας λοιπόν αφού λυπήθηκε, έφυγε γυρεύοντας άλλο δρόμο έρωτα·
+κι ο Δάφνης σαν να μη φιλήθηκε παρά σαν να δαγκώθηκε, αμέσως έγινε
+μελαγχολικός και συχνά ένοιωθε κρυάδες και την καρδιά του άκουε να
+χτυπάει πολύ· κ' ήθελε να βλέπη τη Χλόη κι όταν την έβλεπε
+γινότανε κατακόκκινος. Τότε εθαύμασε για πρώτη φορά και τα μαλλιά
+της ότι ήτανε ξανθά και τα μάτια της ότι ήτανε μεγάλα σαν του
+βωδιού, και το πρόσωπό της πιο άσπρο αληθινά κι από το γάλα των
+γιδιών, σαν να πρωτοαπόκτησε τότε μάτια κι' όλο τον άλλο καιρό
+πριν ήτανε στραβός. Μήτε φαΐ έτρωγε πια παρά όσο για να το
+δοκιμάζη· και πιοτό, αν καμμιά φορά ένοιωθε ανάγκη, έπινε μόνο όσο
+για να βρέξη το στόμα του. Ήτανε σιγανός αυτός που εμιλούσε πριν
+περισσότερο κι από τα τζιτζίκια· αργός αυτός που εκινιόταν
+περισσότερο κι από τα γίδια· παραμελήθηκε και το κοπάδι·
+επετάχτηκε και το σουραύλι· το πρόσωπό του γινότανε κιτρινότερο κι
+από το χορτάρι του καλοκαιριού. Μονάχα στη Χλόη μιλούσε. Κι αν
+καμιά φορά εβρισκότανε χώρια της, τέτοια έλεγε μόνος του.
+
+18. — Τι λοιπόν μούκαμε της Χλόης το φιλί; Τα χείλη της είναι πιο
+τρυφερά κι από τα τριαντάφυλλα και το στόμα της πιο γλυκό κι από
+τις κερήθρες· μα το φιλί της πιο φαρμακερό κι από το κεντρί της
+μέλισσας. Πολλές φορές εφίλησα κατσικάκια· πολλές φορές εφίλησα
+σκυλάκια νιογέννητα και το μουσκάρι που εχάρισε ο Δόρκωνας· μα το
+φιλί τούτο είναι αλλιώτικο. Πιάνεται η αναπνοιά μου, χτυπάει η
+καρδιά μου, λυόνει η ψυχή μου κι όμως θέλω να ξαναφιλήσω. Ω νίκη
+κακή! Ω αρρώστια παράξενη, που μήτε τ' όνομά της δεν ξέρω να ειπώ.
+Άρα γε μαγιοβότανο είχε φάει η Χλόη, προτού να με φιλήση; μα πώς
+δεν πέθανε; Πώς λαλούνε τ' αηδόνια και το σουραύλι μου σωπαίνει!
+πώς χοροπηδούν τα γίδια κ' εγώ κάθουμαι! πώς λουλουδίζουν τ' άνθη
+κ' εγώ στεφάνια δεν πλέκω! Οι μενεξέδες και τα γιατσέντα ανθίζουν
+κι ο Δάφνης μαραίνεται! Τάχα κι ο Δόρκωνας πιο όμορφος από μένα θα
+φανή;
+
+19. Τέτοια ο καημένος ο Δάφνης υπόφερνε κ' έλεγε, επειδή πρώτη
+φορά εμάθαινε του έρωτα τα έργα και τα λόγια. Ο Δόρκωνας όμως ο
+γελαδάρης, που αγαπούσε τη Χλόη, αφού παραφύλαξε το Δρύαντα εκεί
+που παράχωνε παλούκι κοντά σ' ένα κλήμα, τόνε σιμόνει κρατώντας
+κάμποσα κεφάλια τυρί. Και του δίνει τα τυριά σαν δώρο, επειδή ήταν
+από καιρό φίλος, από τότε που έβοσκε κι αυτός. Κάνοντας αρχή από
+δω άρχισε να του λέη και για την παντρειά της Χλόης. Κι αν την
+έπαιρνε αυτός γυναίκα, έταζε χαρίσματα πολλά και πλούσια, σαν
+γελαδάρης: ένα ζευγάρι καματερά, τέσσερα μελίσσια, πενήντα ρίζες
+μηλιές, βουβαλοτόμαρο για να κόψη ποδήματα, και κάθε χρόνο ένα
+μουσκάρι αποκομμένο· ώστε λίγο έλειψε μαγεμένος ο Δρύαντας από τα
+χαρίσματα να στέρξη το γάμο. Μα συλλογίστηκε, ότι η κορασιά άξιζε
+καλλίτερο γαμπρό κι από το φόβο μήπως, αν φαναρωθή καμιά φορά πως
+δεν είναι κόρη του, του λάχουν αγιάτρευτες συφορές, και το γάμο
+αρνήθηκε και να μη του ξανακάμη λόγο εζήτησε κι από τα δώρα, που
+του αράδιασε, παρατήθηκε.
+
+20. Αφού λοιπόν και δεύτερη φορά γελάστηκε ο Δόρκωνας στην ελπίδα
+του και του κάκου έχασε τα καλά τυριά, αποφάσισε ν' αρπάξη τη
+Χλόη, όταν βρεθή μονάχη της. Και σαν παραφύλαξε κ' είδε, ότι τη
+μια μέρα πήγαινε τα κοπάδια στο πότισμα ο Δάφνης και την άλλη η
+κορασιά, σοφίζεται πονηριά, που ταίριαζε σε βοσκό. Αφού πήρε το
+τομάρι λύκου μεγάλου, που κάποτε βουβάλι, προστατεύοντας τα
+βόιδια, τον εσκότωσε με τα κέρατά του, το άπλωσε γύρω στο κορμί
+του, ρίχνοντάς το απάνω του, από τους ώμους ίσαμε τα πόδια, ως που
+τα μπροστινά πόδια του λύκου ν' απλωθούν στα χέρια του και τα
+πισινά στα πόδια του ίσαμε τη φτέρνα και το άνοιγμα του στομάτου
+να σκεπάση το κεφάλι του σαν περικεφαλαία πολεμιστή· κ' αφού
+γίνηκε σαν θεριό όσο μπορούσε καλλίτερα, πηγαίνει κοντά στην πηγή,
+όπου ποτίζονταν τα γίδια και τα πρόβατα ύστερ' από τη βοσκή. Κ'
+ήταν η πηγή σε πολύ γούπατο και γύρω της όλος ο τόπος γεμάτος από
+αρκουδόβατα και βάτα και χαμηλούς κέντρους κι' ασκόλυμπρους·
+εύκολα μπορούσε να κάνη εκεί καρτέρι και λύκος αληθινός. Αφού
+κρύφτηκε στο μέρος αυτό ο Δόρκωνας περίμενε την ώρα του ποτίσματος
+κ' έλπιζε πολύ ν' αρπάξη τη Χλόη, τρομάζοντάς τη με τη θωριά του.
+
+21. Δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Χλόη οδηγούσε τα κοπάδια στην πηγή,
+αφίνοντας το Δάφνη να κόβη χλωρά φύλλα για θροφή των γιδιών ύστερ'
+από τη βοσκή. Μα τα σκυλιά, που φυλάνε τα πρόβατα και τα γίδια από
+πίσω ακολουθώντας, καθώς έψαχναν με τη μύτη, όπως συνηθίζουν τα
+σκυλιά, μόλις ανακάλυψαν το Δόρκωνα που σάλευε για να επιτεθή του
+κοριτσιού, αφού εγαύγισαν άγρια, εχύμιξαν απάνω σε λύκο και σαν
+τον ετριγύρισαν, προτού να σηκωθή καθόλου από τη σαστισμάρα του,
+δάγκωναν το τομάρι. Στην αρχή από ντροπή να μην φανερωθή κ' επειδή
+προφυλάγονταν από το τομάρι, που τον εσκέπαζε, έμενε βουβός μέσα
+στ' αγκάθια. Μα όταν κ' η Χλόη κατατρομαγμένη, καθώς τον
+πρωτόειδε, εφώναζε το Δάφνη βοήθεια και τα σκυλιά ξεσκίζοντας το
+τομάρι εδάγκωναν το κορμί του, έκλαψε δυνατά και παρακαλούσε την
+κορασιά και το Δάφνη, που είχε πια φθάσει, να τόνε βοηθήσουν. Τα
+σκυλιά τα μέρωσαν γλήγορα με συνηθισμένο μαύλισμα· έπειτα έφεραν
+στην πηγή το Δόρκωνα, δαγκωμένο στα μεριά και στους ώμους, του
+έπλυναν τις δαγκωματιές, όπου είχαν μπει τα δόντια των σκυλιών,
+και ύστερα του έβαναν επάνω χλωρή φλούδα φτελιάς, αφού την
+καλοκοπάνησαν. Και επειδή ήταν αμάθητοι από ερωτικές αποκοτιές,
+ενόμισαν ποιμενικό αστείο το ότι είχε κάμει ο Δόρκωνας και δεν
+εθύμωσαν καθόλου, παρά και, παρηγορώντας τον, αφού τον επήγαν ως
+παρά πέρα, τον ξεπροβόδησαν.
+
+22. Κι' ο Δόρκωνας σαν εγλύτωσε από τέτοιο κίνδυνο και σώθηκε από
+του σκυλιού κι' όχι, καθώς λένε, από του λύκου το στόμα, εγιάτρευε
+το κορμί του. Ο Δάφνης όμως κ' η Χλόη εβασανίστηκαν πολύ ίσαμε τη
+νύχτα για να περιμαζεύουν τα γίδια και τα πρόβατα. Επειδή
+φοβισμένα από το λυκοτόμαρο και τρομαγμένα από τα γαυγίσματα των
+σκυλιών, άλλα σκαρφάλωσαν στα βράχια κι' άλλα έτρεξαν ίσαμε κάτου
+στη θάλασσα. Αν και είχανε μάθει ν' ακούνε στη φωνή και να
+μερόνουν με το σουραύλι και να μαζεύουνται με το χτύπημα των
+χεριών, όμως τότες ο φόβος τάκανε να τα λησμονήσουν όλα. Και μόλις
+βρίσκοντάς τα από τ' αχνάρια σαν τους λαγούς, τα πήγανε στα
+μαντριά. Εκείνη μονάχα τη νύχτα κοιμήθηκαν ύπνο βαθύ κ' η κούραση
+γίνηκε γιατρικό στον ερωτικό τους πόνο. Μα όταν ξημέρωσε πάλι,
+πάλι υπόφερναν τα ίδια. Χαίρονταν που ξαναϊδώθηκαν, ελυπόνταν όταν
+χωρίστηκαν, επονούσαν, κάτι ήθελαν, δεν ήξεραν τι θέλουν. Τούτο
+μονάχα ήξεραν: ότι τον έναν τον αφάνισε το φιλί και την άλλη το
+λουτρό. Τους ξάναβε όμως περισσότερο κ' η εποχή.
+
+23. Άνοιξης ήταν πια τέλος κι' αρχή του καλοκαιριού κι όλα στον
+καιρό τους· τα δέντρα γεμάτα καρπούς, οι κάμποι όλο σπαρτά.
+Χαρούμενο ήταν των τζιτζικιών το λάλημα, γλυκιά και των οπωρικών η
+μυρουδιά, ευχάριστο και των κοπαδιών το βέλασμα. Θάλεγε κανένας
+πως και τα ποτάμια τραγουδούσαν, καθώς σιγότρεχαν· πως κ' οι
+αγέρηδες έπαιζαν φλογέρες, καθώς φυσούσανε μέσα στα πεύκα· πως και
+τα μήλα ερωτευμένα έπεφταν κάτω· πως κι' ο ήλιος αγαπώντας την
+ομορφιά, όλους τους ξεγύμνωνε. Κι ο Δάφνης λοιπόν, ανάφτοντας από
+όλα αυτά, έμπαινε στα ποτάμια και πότε λούζονταν και πότε
+κυνηγούσε όσα ψάρια στρυφογυρίζανε μέσα στο νερό· και έπινε πολλές
+φορές για να σβύση τη φωτιά που είχε μέσα του. Κ' η Χλόη άμα
+άρμεγε τα πρόβατα και τα περισσότερα γίδια, πολύ υπόφερνε όταν
+έπηζε το γάλα· επειδή οι μυίγες την ενοχλούσαν φοβερά και την
+ετσιμπούσαν, αν και τις έδιωχνε· ύστερα όμως, αφού έπλενε το
+πρόσωπό της, εφορούσε στεφάνι από κλαδιά πεύκου και ζώνονταν το
+λαφοτόμαρο· κι αφού εγέμιζε το καρδάρι κρασί και γάλα, έπινε μαζί
+με το Δάφνη.
+
+24. Μα όταν ερχότανε το μεσημέρι τα μάτια τους ελιγώνονταν πια,
+επειδή εκείνη βλέποντας γυμνό το Δάφνη ένοιωθε ολανθισμένη την
+ομορφιά του κ' έλυονε· μήτε μπορούσε να του βρη κανένα ψεγάδι· κι'
+ο Δάφνης όταν την έβλεπε με το λαφοτόμαρο και με το πεύκινο
+στεφάνι να του δίνη το καρδάρι, θαρρούσε πως βλέπει καμιά από τις
+Νύμφες που ήτανε στη σπηλιά· και τότες αρπάζοντας το πεύκο από το
+κεφάλι της φορούσε το στεφάνι κι αυτός, αφού πρώτα το φιλούσε· μα
+κ' εκείνη έβαζε το φόρεμα του Δάφνη όταν λούζονταν κ' έμενε γυμνός
+αφού πρώτα το φιλούσε κι αυτή. Και κάποτε πετούσαν ο ένας στον
+άλλο μήλα και κτένιζαν ο ένας του αλλουνού το κεφάλι, κάνοντας
+χωρίστρα τα μαλλιά τους. Η Χλόη παρομοίαζε τα μαλλιά του με
+σμέρτα, επειδή ήτανε μαύρα, κι ο Δάφνης το πρόσωπο της Χλόης με
+μήλο, επειδή ήτανε λευκό και ρόδινο. Τη μάθαινε ακόμη να παίζη το
+σουραύλι· κι όταν εκείνη άρχιζε να φυσάη, αυτός, αρπάζοντας το
+σουραύλι περνούσε γλήγορα τα χείλη του απάνω από τις τρύπες· και
+φαίνονταν πως τη διόρθωνε που έκανε λάθος, μα με τρόπο στο
+σουραύλι φιλούσε τη Χλόη.
+
+25. Κ' ενώ έπαιζε μεσημεριάτικο σκοπό και τα κοπάδια στάλιζαν, η
+Χλόη αποκοιμήθηκε χωρίς να το νοιώση. Όταν είδεν αυτό ο Δάφνης,
+αφίνοντας καταγίς το σουραύλι, την εκοίταζεν αχόρταγα από πάνω ως
+κάτου, επειδή δεν ντρέπονταν καθόλου τότε, και συνάμα σιγομιλούσε
+μονάχος του:
+
+ — Πώς κοιμούνται τα μάτια της· πώς μοσκοβολάει το στόμα της· μήτε
+τα μήλα έτσι, μήτε τα θυμάρια. Μα φοβάμαι να τη φιλήσω· δαγκόνει
+την καρδιά το φιλί και καθώς το νιο μέλι με κάνει να
+τρελλαίνουμαι· και φοβάμαι μήπως την ξυπνήσω, άμα τη φιλήσω. Ω τα
+φωνακλάδικα τα τζιτζίκια, δε θα την αφίσουνε να κοιμηθή, επειδή
+λαλούνε δυνατά. Μα κ' οι τράγοι μαλόνοντας χτυπούν τα κέρατά τους.
+Ω τους λύκους, τους πιο φοβιτσάρηδες κι' από τις αλεπούδες, αφού
+δεν άρπαξαν τους τράγους.
+
+26. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, τζίτζικας φεύγοντας χελιδόνι, που
+ήθελε να τον πιάση, έπεσε μες στον κόρφο της Χλόης· το χελιδόνι
+πετώντας το κατόπι του δεν μπόρεσε να τον πιάση, μα με τις
+φτερούγες του άγγιξε τα μάγουλά της, επειδή κυνηγώντας το τζίτζικα
+επέρασε πολύ κοντά της. Κ' η Χλόη μην ηξέροντας τι συνέβηκε, αφού
+φώναξε δυνατά, πετάχτηκε από τον ύπνο. Μα όταν είδε και το
+χελιδόνι να πετάη ακόμη σιμά της και το Δάφνη να γελάη για το φόβο
+της, έπαψε να φοβάται κ' έτριβε τα μάτια της που ήθελαν ακόμη να
+κοιμηθούν. Κι' ο τζίτζικας άρχισε να τραγουδάη μες στον κόρφο της
+σαν ικέτης, που ευχαριστούσε για το γλυτωμό του. Πάλι λοιπόν
+εφώναξε δυνατά η Χλόη· κι ο Δάφνης εγέλασε. Και, ευρόντας αφορμή,
+έχωσε τα χέρια του στα στήθη της να βγάνει το φιλαράκο το
+τζίτζικα, που δεν εσώπαινε μήτε μέσα στο χέρι του. Η Χλόη εχάρηκε
+καθώς τον είδε κι αφού τόνε πήρε τον εφίλησε και τον έβαλε πάλι
+μέσα στον κόρφο της να τραγουδάη.
+
+27. Τους διασκέδασε ύστερα μια φάσα, που ελάλησε από το δάσος. Κ'
+επειδή η Χλόη ρωτούσε να μάθη τι λέει, της διηγιέται ο Δάφνης σαν
+παραμύθι ότι είχεν ακούσει.
+
+ — Ήταν, αγάπη μου, μια κόρη όμορφη σαν κ' εσένα και που στην
+εδική σου την ηλικία έβοσκε βόιδια πολλά· τραγουδούσε κι όμορφα
+και τα βόιδια της ευχαριστιόνταν με το τραγούδι της· και τα έβοσκε
+χωρίς αγκλίτσας χτύπημα, χωρίς βουκέντρας κέντημα, μόνο, καθούμενη
+κάτω από πεύκο και φορώντας στεφάνι πεύκινο, τραγουδούσε τον Πάνα
+και το Πεύκο. Και τα βόιδια με το τραγούδι έμεναν κοντά της. Ένα
+αγόρι βόσκοντας εκεί σιμά βόιδια, όμορφο κι αυτό και τραγουδιστής
+σαν την κόρη, παραβγαίνοντας στο τραγούδι έδειξε φωνή, πιο δυνατή
+σαν άντρας που ήταν και γλυκιά σαν κορίτσι. Κι αφού ξελόγιασε από
+τα βόιδια της οχτώ τα καλλίτερα, τάσυρε στο δικό του κοπάδι.
+Λυπάται η κόρη για τη ζημιά του κοπαδιού της και που νικήθηκε στο
+τραγούδι· και παρακαλάει τους θεούς να γίνη πουλί, προτού να φτάση
+σπίτι της. Ακούν οι θεοί τα παρακάλια της και την κάνουν αυτό το
+πουλί, βουνήσιο σαν την κόρη, γλυκόλαλο σαν εκείνη. Κι ακόμη και
+τώρα τραγουδώντας διαλαλάει τη συφορά της, ότι αναζητάει τα
+ξεπλανεμένα βόιδια.
+
+28. Τέτοιες χαρές τους έδινε το καλοκαίρι. Κι όταν άρχιζε το
+χυνόπωρο και το σταφύλι ήτανε στον καιρό του, κουρσάροι από την
+Τύρο με τρεχαντήρι Καρικό, για να μη φαίνουνται βάρβαροι, έπιασαν
+στην εξοχή αυτή· και βγαίνοντας με σπάθες και μισοθωράκια,
+διαγούμισαν όλα όσα βρήκαν εμπρός τους· κρασί μοσκάτο, στάρι
+μπόλικο, κερήθρες· άρπαξαν κι από το κοπάδι του Δόρκωνα μερικά
+βόιδια. Πιάνουν και το Δάφνη, που τριγυρνούσε κοντά στη θάλασσα. Η
+Χλόη, σαν κορίτσι που ήταν, έβγανε αργότερο στη βοσκή τα πρόβατα
+του Δρύαντα, από το φόβο των άγριων βοσκών. Όταν οι κουρσάροι
+είδαν παλληκάρι ψηλό κι όμορφο και καλλίτερο από καθετί που θ'
+άρπαζαν από τα χτήματα, μη δίνοντας πια προσοχή μήτε στα γίδια
+μήτε στ' άλλα υποστατικά, τον έφερναν στο τρεχαντήρι κλαίγοντας
+και μην ηξέροντας τι να κάνη και δυνατά τη Χλόη φωνάζοντας. Κ' οι
+κουρσάροι, αφού έλυσαν γλήγορα το παλαμάρι και πήρανε τα κουπιά
+στα χέρια, ανοίγονταν στο πέλαγος. Τότε κ' η Χλόη οδηγούσε το
+κοπάδι, φέρνοντας δώρο στο Δάφνη ένα καινούργιο σουραύλι. Μα όταν
+είδε τα γίδια τρομαγμένα κι άκουσε το Δάφνη να τήνε φωνάζει πάντα
+πιο δυνατά, παρατάει τα πρόβατα, πετάει το σουραύλι και φτάνει
+τρεχάτη στο Δόρκωνα για να τον παρακαλέση νάρθη σε βοήθεια.
+
+29. Μα ο Δόρκωνας κείτονταν χάμω με βαθιές πληγές κομματιασμένος
+από τους κορσάρους και ψυχομαχώντας, επειδή είχε χάσει αίμα πολύ.
+Όταν όμως είδε τη Χλόη και πήρε λίγη ζωή από την προτητερινή του
+αγάπη, είπε:
+
+ — Εγώ, Χλόη, σε λίγο πεθαίνω, επειδή οι κακούργοι κουρσάροι, ενώ
+προστάτευα τα βόιδια μου, με κατακομμάτιασαν σαν βόιδι. Μα εσύ και
+το Δάφνη σου σώσε κ' έμενα εκδικήσου κ' εκείνους αφάνισέ τους.
+Συνήθισα τα βόιδια μου ν' ακολουθούνε το σκοπό του σουραυλιού και
+να τρέχουνε στο λάλημά του κι αν βοσκούνε κάπου μακριά. Να, πάρε
+το σουραύλι ετούτο, παίξε το σκοπό εκείνο, που κάποτε είχα μάθει
+του Δάφνη κι ο Δάφνης εσένα· και για τα κατοπινά θα φροντίσουν το
+σουραύλι και τα βόιδια εκεί πέρα. Σου χαρίζω και το σουραύλι, που
+με δαύτο, παραβγαίνοντας στο τραγούδι ενίκησα πολλούς γελαδάρηδες
+και γιδάρηδες. Κ' εσύ για πληρωμή μου κ' ενώ ακόμη ζω φίλησέ με
+και πεθαμένο κλάψε με. Κι αν ιδής άλλονε να βόσκη τα βόιδια μου,
+θυμήσου με.
+
+30. Σαν είπε αυτά ο Δόρκωνας και φίλησε το στερνό φιλί, τούφυγε η
+ψυχή με το φιλί και τη λαλιά. Κ' η Χλόη, αφού πήρε το σουραύλι και
+τόφερε στα χείλη της, έπαιζε όσο μπορούσε δυνατά· τα βόιδια
+ακούνε, γνωρίζουν το σκοπό και με μια ορμή, αφού εμούγκρισαν,
+πηδούνε στη θάλασσα. Κ' επειδή έγινε ορμητικό το πήδημα από τη μια
+μεριά του τρεχαντηριού κι άνοιξε η θάλασσα από το πέσιμο των
+βοϊδιών, αναποδογυρίζεται το τρεχαντήρι και βουλιάζει εξ αιτίας
+της θαλασσοταραχής. Πέφτουν όλοι στη θάλασσα, μα όχι με την ίδια
+ελπίδα γλυτωμού. Οι κουρσάροι είχανε κρεμασμένα στο πλάι τους τα
+σπαθιά κ' εφορούσαν τα λεπιδωτά μισοθωράκια κ' είχανε δέσει τα
+ποδήματά τους ως στη μέση της άντζας, ενώ ο Δάφνης ήτανε
+ξυπόλυτος, επειδή έβοσκε στον κάμπο, κι αλαφροντυμένος γιατί έκανε
+ακόμη ζέστη. Εκείνους λοιπόν, αφού κολυμπήσανε λίγο, τάρματα τούς
+πήγανε στον πάτο, ενώ ο Δάφνης εύκολα έβγαλε το φόρεμά του·
+απόστενε όμως στο κολύμπι, επειδή προτήτερα κολυμπούσε μονάχα σε
+ποτάμια· μα από την ανάγκη μαθόντας τι πρέπει να κάνη, ώρμησε στη
+μέση των βοϊδιών· κι αφού άρπαξε με τα δυο του χέρια τα κέρατα δυο
+βοϊδιών, σέρνονταν στη μέση εύκολα και χωρίς κόπο, σαν να οδηγούσε
+αμάξι. Κολυμπάει το βόιδι όσο μήτε άνθρωπος· μονάχα από τα
+θαλασσοπούλια μένει πίσω κι ακόμη κι από τα ψάρια. Μήτε θα
+πνιγότανε το βόιδι, όταν κολυμπάη, αν δεν έπεφταν από τα διχάλια
+του τα νύχια σαν πολυβραχούν. Το βεβαιόνουν αυτό ως τα τώρα πολλές
+μεριές της θάλασσας, που τις λένε βοϊδοπεράματα.
+
+31. Γλυτόνει λοιπόν ο Δάφνης με τέτοιο τρόπο, αφού ξέφυγεν
+ανόλπιστα δυο κίντυνους: τους κουρσάρους και το πνίξιμο. Κι άμα
+βγήκε στη στεριά και βρήκεν εκεί τη Χλόη, που εγελούσε, κ' έκλαιε
+μαζί, πέφτει στην αγκαλιά της και τη ρωτούσε να μάθη τι ήθελε κ'
+έπαιζε το σουραύλι. Κ' η Χλόη του τα ιστορεί όλα· την τρεχάλα της
+στο Δόρκωνα· το συνήθιο των βοϊδιών· πώς την ορμήνεψε να παίξη το
+σουραύλι και ότι πέθανε ο Δόρκωνας· μόνο από ντροπή για το φιλί
+δεν είπε. Αποφασίσανε λοιπόν να τιμήσουνε τον ευεργέτη τους· κι
+αφού πήγανε με το συγγενολόι τους, θάφτουνε τον άμοιρο το Δόρκωνα.
+Έρριξαν επάνω του χώμα πολύ και φύτεψαν πολλά ήμερα χόρτα κ'
+εκρέμασαν επάνω στον τάφο του τα προφαντά από τα σπαρτά· μα και
+γάλα του έχυσαν και σταφύλια έζυψαν και σουραύλια πολλά έσπασαν.
+Ακούστηκαν και των βοϊδιών θρηνητικά μουγκρίσματα κ' είδανε μαζί
+με τα μουγκρίσματα και κάποια άταχτα τρεχάματα· και καθώς ενόμιζαν
+οι βοσκοί κ' οι γιδάρηδες, αυτά ήταν το μοιρολόι των βοϊδιών για
+το γελαδάρη που πέθανε.
+
+32. Κ' ύστερις από το θάψιμο του Δόρκωνα, λούζει η Χλόη το Δάφνη,
+αφού τον επήγε στις Νύμφες και τον έμπασε στη σπηλιά. Κι αυτή τότε
+πρώτη φορά έλουσε εμπρός στο Δάφνη το κορμί της, το λευκό και που
+άστραφτε από ομορφιά και που δεν είχε ανάγκη από λουτρό για να
+ομορφήνη· κι αφού έκοψαν άνθη, όσα άνθη ήτανε στην εποχή αυτή,
+εστεφάνωσαν τ' αγάλματα και το σουραύλι του Δόρκωνα σαν τάμα το
+κρεμάσανε στο βράχο. Ύστερα επήγανε κ' εξέταζαν τα γίδια και τα
+πρόβατα. Κ' εκείνα κείτονταν όλα χάμω χωρίς να βόσκουνε, μήτε να
+βελάζουνε, μα, θαρρώ, το Δάφνη και τη Χλόη, που είχανε γίνει
+άφαντοι, πιθυμούσαν. Όταν λοιπόν εφάνηκαν και τους εφώναξαν όπως
+πάντα κ' έπαιξαν το σουραύλι, τα πρόβατα, αφού εσηκώθηκαν, έβοσκαν
+και τα γίδια επηδούσανε βελάζοντας σαν να χαίρονταν για τη σωτηρία
+του αγαπημένου τους γιδάρη. Ο Δάφνης όμως δε μπορούσε να κάνη την
+ψυχή του να χαρή από τη στιγμή που είδε γυμνή τη Χλόη και
+αντίκρυσε όλη την κρυμμένη ως τότε ομορφιά της. Πονούσε η καρδιά
+του, σαν να την έτρωγαν φαρμάκια. Κ' η αναπνοιά του ακόμη πότες
+έβγαινε γρήγορη, σαν να τον κυνηγούσε κανένας κ' έτρεχε, και πότε
+του έλειπεν ολότελα, σαν να του είχε φύγει όλη στις προτητερινές
+τρεχάλες. Θαρρούσε, πως το λουτρό ήταν πιο φοβερό από τη θάλασσα.
+Ενόμιζε πως η ψυχή του έμενε ακόμη κοντά στους κουρσάρους, σαν
+νέος κι άμαθος που ήτανε και δεν ήξερε ακόμη το κούρσεμα της
+αγάπης.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
+
+
+
+1. Κι όταν είχε μπη πια το χυνόπωρο κ' έβιαζε ο τρύγος, όλοι στην
+εξοχή βρισκόντανε σε δουλειά· ένας διόρθονε τα πατητήρια· άλλος
+καθάριζε τα βαγένια κι άλλος κοφίνια· ένας ακόνιζε το κλαδευτήρι
+για να κόβη τα σταφύλια, άλλος εφρόντιζε για πέτρα, που να μπορή
+να λυόνη τα τσήπουρα των σταφυλιών κι άλλος για ξερή λιγαριά
+στουμπανισμένη, για να κουβαλάη το μούστο τη νύχτα με φως. Και ο
+Δάφνης κ' η Χλόη, αφού παράτησαν τα πρόβατα και τα γίδια,
+βοηθούσανε κι αυτοί. Εκείνος κουβαλούσε σταφύλια με τα κοφίνια και
+τα πατούσε, ρίχνοντάς τα στα πατητήρια, κ' έφερνε το μούστο στα
+βαγένια· εκείνη ετοίμαζε φαΐ για τους τρυγητάδες και τους κερνούσε
+κρασί παλιό και τρυγούσε από τα κλήματα τα πιο χαμηλά· επειδή στη
+Λέσβο όλα τα κλήματα είναι χαμηλά κι όχι στηλωμένα, μήτε δράνες·
+κ' οι κληματόβεργες απλόνουνται χάμω στη γις και σέρνουνται σαν
+κισσοί· μπορεί να φτάση το σταφύλι και παιδί, που μόλις έχουνε
+λυθή τα χέρια του από τα σπάργανα.
+
+2. Και καθώς ήτανε συνήθιο στη γιορτή του Διόνυσου και στο
+φτιάσιμο του κρασιού, είχανε φωνάξει για να βοηθήσουνε και
+γυναίκες από τακοντινά χτήματα· αυτές έρριχναν τα μάτια τους επάνω
+στο Δάφνη και τον επαινούσαν, πως μοιάζει με το Διόνυσο στην
+ομορφιά· και κάποια από τις πιο τρελλές, τον εφίλησε κι όλας κ'
+έκανε το Δάφνη να ερεθιστή και τη Χλόη να λυπηθή. Μα κ' οι
+πατητάδες βγάζανε διάφορες φωνές για τη Χλόη και σαν σάτυροι, που
+έβλεπαν καμιά βάκχα, πηδούσανε πιο φρενιασμένα και παρακαλούσανε
+να γίνουν κοπάδι κ' εκείνη να τους βόσκη. Κ' έτσι η Χλόη πάλε
+ευχαριστιότανε κι ο Δάφνης λυπότανε· μα κ' οι δυο παρακαλούσανε να
+τελειώση γλήγορα ο τρύγος και να γυρίσουνε στους αγαπημένους τους
+τόπους κι αντίς τις άγριες φωνές ν' ακούνε το σουραύλι ή τα
+κοπάδια τους να βελάζουν. Και σαν πέρασαν λίγες μέρες τ' αμπέλια
+είχανε τρυγηθή κι ο μούστος ήτανε στα βαρέλια· κ' επειδή δεν
+εχρειάζονταν πια πολλά χέρια, έφερναν τα κοπάδια στον κάμπο· κι
+όλο χαρά προσκυνούσανε τις Νύμφες, φέρνοντας στη χάρη τους
+σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, σαν χαρίσματα από τον τρύγο. Μα
+και προτήτερα ποτέ δεν τις προσπερνούσανε χωρίς να τις νοιαστούνε,
+παρά πάντα, κι όταν έβγαιναν στη βοσκή, καθόντανε σιμά τους, κι
+όταν εγύριζαν τις προσκυνούσανε· κι όλο κάτι τους επήγαιναν ή
+λουλούδι ή πωρικό ή κλαρί χλωρό ή έχυναν γάλα· γι' αυτά όμως
+επληρώθηκαν από τις θέαινες αργότερα. Και τότε σαν τα σκυλιά,
+καθώς λέει ο λόγος, άμα τα λύσουν, επηδούσαν, έπαιζαν το σουραύλι,
+τραγουδούσανε κ' επάλευαν με τους τράγους και τα πρόβατα.
+
+3. Κ' εκεί που διασκέδαζαν, τους έρχεται άξαφνα γέρος, που
+εφορούσε φλοκάτα και ποδίνες κ' είχε κρεμασμένο στο πλάι του
+ταγάρι· κ' ήτανε το ταγάρι του παλιό. Αυτός ο γέρος, αφού κάθησε
+κοντά τους, έτσι τους μίλησε:
+
+ — Εγώ παιδιά μου, είμαι ο γέρο Φιλητάς, που πολλά τραγούδια
+τραγούδησα σ' αυτές εδώ τις Νύμφες και πολλές φορές για χάρη
+εκείνου εκεί του Πάνα έπαιξα το σουραύλι· κι ωδήγησα μεγάλο κοπάδι
+βοϊδιών μονάχα με τη μουσική. Κ' ήλθα τώρα να σας φανερώσω όσα
+είδα και να σας ειπώ όσα άκουσα. Έχω κήπο φτιασμένο με τα χέρια
+μου, που τόνε φύτεψα, αφόντας ένεκα τα γεράματα έπαψα να βόσκω.
+Όσα φέρνουν οι εποχές όλα τάχω στον κήπον αυτόνε σε κάθε εποχή:
+Την άνοιξη τριαντάφυλλα, κρίνους και γιατσέντα και δυο λογιών
+μενεξέδες· το καλοκαίρι παπαρούνες κι αχλάδια και μήλα κάθε λογής·
+τώρα, και κλήματα και συκιές και ροϊδιές και σμέρτα χλωρά. Σ'
+αυτόν τον κήπο μαζεύονται κάθε πρωί κοπάδια πουλιών, άλλα για να
+βρούνε θροφή κι άλλα για να κελαδήσουν· επειδή είναι
+πυκνοφυτεμένος κ' έχει ίσκιωμα και ποτίζεται από τρεις νερομάνες·
+αν βγάλη τινάς το φράχτη, θα νομίση πως βλέπει δάσος.
+
+4. Κ' ενώ εμπήκα εκεί σήμερα κοντά το μεσημέρι, βλέπω κάτω από τις
+ροϊδιές και τις σμερτιές παιδί, που εκρατούσε σμέρτα και ρόιδια,
+άσπρο σαν το γάλα και ξανθό σαν τη φωτιά· γιαλιστερό σαν να είχε
+μόλις λουστή. Ήτανε γυμνό, ήτανε μονάχο. Έπαιζε σαν να
+κορφολογούσε δικό του περιβόλι. Εγώ λοιπόν εχύμισα καταπάνω του
+για να το πιάσω, επειδή φοβήθηκα μήπως με τα πηδήματά του σπάση
+τις σμερτιές και τις ροϊδιές. Μα εκείνο γλήγορα κ' εύκολα ξέφευγε
+και πότε έτρεχε κάτω από τις ροϊδιές και πότε κρυβότανε κάτω από
+τις παπαρούνες σαν περδικόπουλο. Αν και πολλές φορές εβασανίστηκα
+κυνηγώντας γίδια βυζανιάρικα, και πολλές φορές απόκαμα τρέχοντας
+πίσω από μουσκάρια νιογέννητα, όμως αυτό ήτανε κάτι άλλο πράγμα κι
+άπιαστο. Αφού λοιπόν απόστασα, σαν γέρος που είμαι, κι' ακούμπησα
+στο ραβδί μου και συνάμα επρόσεχα, μήπως ξεφύγη, το ρωτούσα
+ποιανού γείτονα είναι και γιατί κορφολογάει ξένο περιβόλι. Μα
+εκείνο δεν αποκρίθηκε καθόλου, μόνε, αφού στάθηκε κοντά μου,
+γλυκογελούσε πολύ και μου πετούσε σμέρτα και δεν ξέρω πώς με
+γήτευε ώστε να μη θυμόνω πια. Παρακαλούσα να σιμώση χωρίς να
+φοβάται πια τίποτε κι ορκιζόμουνα στα σμέρτα, πως θα το αφίσω,
+αφού του χαρίσω μήλα και ρόιδια, κι ότι θα του δώσω την άδεια να
+τρυγάη τα δέντρα και να κόβη τα λουλούδια, αν μου δώση ένα φιλί.
+
+5. Τότες, αφού εγέλασε πολύ καρκανιστά, βγάζει φωνή, που δεν τη
+βγάνει μήτε χελιδόνι, μήτε αηδόνι, μήτε κύκνος, άμα γίνη γέρος,
+όπως εγώ:
+
+ — Εμένα, ω Φιλητά, δε μου κάνει καθόλου κόπο να σε φιλήσω, επειδή
+μ' αρέσει να φιλώ περισσότερο από όσο θέλεις εσύ να γίνης νέος· μα
+κοίτα μήπως δεν ταιριάζει στην ηλικία σου το χάρισμα. Επειδή δε θα
+σ' ωφελήσουν καθόλου τα γεράματα για να μη με κυνηγάς ύστερ' από
+το ένα φιλί. Δε μπορεί να με πιάση εμένα μήτε γεράκι, μήτε αητός,
+μήτε κάθε άλλο πουλί γληγορότερο απ' αυτά. Δεν είμαι καθόλου παιδί
+εγώ, κι ας φαίνουμαι παιδί, παρά πιο μεγάλος στα χρόνια κι από τον
+Κρόνο κι από τον ίδιο το Χρόνο. Κ' εσένα σε ξέρω από τα μικρά σου,
+όταν έβοσκες σ' εκείνο εκεί το λειβάδι το μεγάλο κοπάδι των
+γελαδιών· κ' ήμουνα κοντά σου σαν έπαιζες το σουραύλι σιμά σ'
+εκείνες τις ήμερες βαλανιδιές, όταν αγαπούσες την Αμαρυλλίδα, μα
+δε μ' έβλεπες, αν και στεκόμουνα πολύ κοντά στην κορασιά. Στα
+ύστερα όμως σου την έδωκα και τώρα έχεις παιδιά, που είναι καλοί
+γελαδάρηδες και ζευγολάτες. Και τώρα κυβερνάω το Δάφνη και τη
+Χλόη· κι όταν τους κάνω ν' ανταμόνουνται το πρωί, έρχομαι στον
+κήπο σου και διασκεδάζω με τάνθη και τα δέντρα και λούζουμαι σε
+τούτες τις πηγές. Γι' αυτό είναι όμορφα και τάνθη και τα δέντρα,
+επειδή ποτίζουνται από τα νερά του λουτρού μου. Και κοίτα αν είναι
+σπασμένο κανένα από τα δέντρα σου, αν είναι κομμένο κανένα
+οπωρικό, αν έχη πατηθή καμιά ρίζα λουλουδιού, αν έχη θολώσει καμιά
+πηγή. Και χαίρου πως μονάχα εσύ από τους ανθρώπους είδες στα
+γεράματά σου εμένα.
+
+6. Αφού είπεν αυτά, πέταξε σαν αηδονάκι στις σμερτιές και,
+πηδώντας από κλαδί σε κλαδί, ανέβαινε στην κορφή μέσ' από τα
+φύλλα. Είδα και τις φτερούγες του στους ώμους και σαϊτούλες
+ανάμεσα στους ώμους και στις φτερούγες και δεν ξανάειδα πια μήτε
+τούτα, μήτε το παιδί. Κι αν δεν έβγαλα του κάκου τούτες τις άσπρες
+και δεν αποκουτάθηκα στα γεράματά μου, στον έρωτα, παιδιά μου,
+είσαστε αφιερωμένα κι ο έρωτας νοιάζεται για σας.
+
+7. Πολύ ευχαριστήθηκαν σαν ν' άκουαν παραμύθι, όχι ιστορία· και
+ρωτούσανε τι είναι τέλος πάντων ο έρωτας· τι πράγμα, παιδί ή πουλί
+και τι δύναμη έχει; Πάλι λοιπόν ο Φιλητάς τους είπε:
+
+ — Θεός είναι, παιδιά μου, ο έρωτας, νέος κι όμορφος και φτερωτός·
+και για τούτο του αρέσουν τα νιάτα κι αναζητάει την ομορφιά κ'
+ενθουσιάζει τις ψυχές. Κ' έχει τόση δύναμη, όση μήτε ο Δίας·
+ορίζει τα στοιχεία, ορίζει και τάστρα, ορίζει κι αυτούς τους
+θεούς· μήτ' εσείς δεν ορίζετε τόσο τα γίδια και τα πρόβατα· τ'
+άνθη όλα του έρωτα έργα είναι· τα δέντρα τούτα αυτουνού
+δημιουργήματα· απ' αυτόν τρέχουνε και τα ποτάμια και φυσούν οι
+άνεμοι. Είδα εγώ και βουβάλι που ερωτεύτηκε και, σαν να το κέντησε
+η μυίγα, εμούγκριζε· και τράγο, που αγάπησε γίδα και την
+ακολουθούσε παντού. Κ' εγώ ο ίδιος σαν ήμουνα νέος ερωτεύτηκα την
+Αμαρυλλίδα· και μήτε φαΐ θυμώμουνα, μήτε πιοτό έβαζα στο στόμα
+μου, μήτε κοιμώμουνα. Πονούσε η ψυχή μου, χτυπούσε η καρδιά μου,
+το κορμί μου επάγωνε· εφώναζα σαν να μ' εχτυπούσαν· εσώπαινα σαν
+να ήμουνα νεκρός· έμπαινα στα ποτάμια σαν να εκαιγόμουν· έκραζα
+βοήθεια τον Πάνα, επειδή κι αυτός αγάπησε την Πύτη. Ευχαριστούσα
+τον αντίλαλο, που εφώναζε τόνομα της Αμαρυλλίδας ύστερ' από μένα.
+Ετσάκιζα τα σουραύλια, επειδή μου γήτευαν τα βόιδια, μα δε
+μούφερναν την Αμαρυλλίδα. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα γιατρικό του
+έρωτα, που να πίνεται, που να τρώγεται, που να λέγεται με ξόρκια,
+παρά μονάχα το φιλί και τ' αγκάλιασμα και το πλάγιασμα με γυμνά τα
+κορμιά.
+
+8. Ο Φιλητάς λοιπόν, σαν τους έμαθεν αυτά, φεύγει, αφού τούδωκαν
+λίγα τυριά κ' ένα κατσικάκι κερατιάρικο πια. Κ' εκείνοι άμα
+έμειναν μονάχοι επειδή τότε πρωτάκουσαν για έρωτα, τους πλάκωσε
+την ψυχή κάποια λύπη και τη νύχτα όταν εγύρισαν στα σπίτια τους,
+παράβαναν τα δικά τους με τα όσα άκουσαν:
+
+ — Πονούν οι ερωτευμένοι· κ' εμείς πονούμε. Δεν τους μέλει για
+φαΐ· κ' εμάς το ίδιο δε μας μέλει. Δε μπορούνε να κοιμηθούνε· μα
+κ' εμείς τώρα υποφέρνουμε το ίδιο. Θαρρούνε πως καίγουνται· και σ'
+εμάς υπάρχει η φωτιά. Θέλουμε να βλέπη ο ένας τον άλλονε· για
+τούτο παρακαλούμε να ξημερώση γληγορότερα. Απάνου κάτω αυτό είναι
+ο έρωτας· κι αγαπιόμαστε χωρίς να το ξέρουμε. Μα αν είναι τούτο ο
+έρωτας κ' εγώ αυτός που αγαπιέται, γιατί λοιπόν υποφέρνουμε αυτά;
+και γιατί ζητάμε ο ένας τον άλλον; Αληθινά τα είπεν ο Φιλητάς. Το
+παιδί, που ήτανε στον κήπο, είδανε κ' οι πατέρες μας στ' όνειρό
+τους εκείνο κι αυτό πρόσταξε να βόσκουμ' εμείς τα κοπάδια. Πώς
+μπορεί να το πιάση κανένας; Μικρό είναι και θα φύγη. Και πώς
+μπορεί να του ξεφύγη κανείς; Φτερά έχει και θα τόνε φτάση. Πρέπει
+να παρακαλέσουμε τις Νύμφες να μας βοηθήσουνε. Μα μήτε ο Πάνας
+βοήθησε το Φιλητά, όταν αγαπούσε την Αμαρυλλίδα. Λοιπόν, όσα
+γιατρικά είπε, αυτά πρέπει να ζητήσουμε· φιλί κι αγκάλιασμα και να
+ξαπλωθούμε καταγής γυμνοί· κάνει κρύο, μα θα το υποφέρουμε κ'
+εμείς όπως ο Φιλητάς.
+
+9. Αυτό τους γίνηκε νυχτερινό μάθημα. Κι όταν την άλλη μέρα
+έβγαλαν τα κοπάδια στη βοσκή, φιληθήκανε μόλις ιδώθηκαν, πράμα που
+δεν το είχαν κάμει ποτέ προτήτερα, και σφιχταγκαλιαστήκανε. Μα δεν
+τολμούσανε να δοκιμάσουν και το τρίτο γιατρικό, να πλαγιάσουν αφού
+γδυθούν, επειδή ήτανε πολύ αδιάντροπο όχι μονάχα για παρθένες παρά
+και για νιους γιδάρηδες. Πάλε λοιπόν είχαν αγρύπνιες και θυμόντανε
+όσα είχανε γίνει και παραπονιόντανε για όσα είχαν αφίσει:
+
+ — Και φιληθήκαμε, μα κανένα διάφορο· αγκαλιαστήκαμε, και τίποτα
+περισσότερο απ' αυτό. Λοιπόν το πλάγιασμα είναι το μόνο γιατρικό
+του έρωτα· πρέπει να το δοκιμάσουμε κι αυτό· χωρίς άλλο κάτι
+καλλίτερο από το φιλί θε νάναι μέσα σε τούτο.
+
+10. Ύστερ' από τέτοιους στοχασμούς, καθώς ήτανε φυσικό, έβλεπαν κι
+όνειρα ερωτιάρικα: τα φιλιά, τ' αγκαλιάσματα κι ακόμη όσα δεν
+έκαμαν την ημέρα τα κάμανε στ' όνειρό τους· ήτανε πλαγιασμένοι
+γυμνοί. Και την άλλη μέρα εσηκώθηκαν πιο ερωτευμένοι κι οδηγούσαν
+τα κοπάδια με σουριγματιές, επειδή βιαζόντανε να φιληθούν· κι άμα
+ιδώθηκαν έτρεξαν ο ένας στον άλλο με χαμόγελο. Φιληθήκανε λοιπόν
+και κατόπι αγκαλιάστηκαν· το τρίτο όμως γιατρικό αργούσε, επειδή
+μήτε ο Δάφνης εκόταε να το ειπή, μήτε η Χλόη ήθελε ν' αρχίση, ως
+που κατά τύχη έκαμαν κι αυτό.
+
+11. Εκαθόντανε σε κούτσουρο βαλανιδιάς ο ένας κοντά στον άλλονε·
+κι αφού δοκίμασαν τη νοστιμάδα του φιλιού, αχόρταγοι ρουφούσανε τη
+γλύκα του. Έγιναν κι αγκαλιάσματα, που έκαναν τα στόματα να
+κολνούνε περισσότερο. Εκεί που αγκαλιάζονταν ο Δάφνης ετράβηξε πιο
+δυνατά τη Χλόη προς το μέρος του κι αυτή γέρνει λίγο στο ένα
+πλευρό της· μα γέρνει κ' εκείνος μαζί της, ακολουθώντας το φιλί.
+Και ξέροντας από τα όνειρα τη στάση, κείτονταν πολλήν ώρα χάμω σαν
+σφιχτοδεμένοι. Μα επειδή δεν ήξεραν τίποτα παρά πέρα, ενόμισαν ότι
+αυτό είναι το τέλος της ερωτικής απόλαψης· έτσι, αφού εξόδεψαν του
+κάκου την περισσότερη μέρα, εχωρίστηκαν και γυρίζανε στα μαντριά
+τα κοπάδια, μιλώντας τη νύχτα. Ίσως όμως νάκαναν και κάτι από
+ταληθινά, αν δεν έβρισκεν άξαφνα όλη εκείνη την εξοχή τέτοια
+ταραχή.
+
+12. Νιοί Μεθυμνιώτες πλούσιοι, θέλοντας να περάσουν την εποχή του
+τρύγου με ξενομερίτικη διασκέδαση, αφού ερρίξανε στη θάλασσα ένα
+καΐκι και καθίσανε στο κουπί τους δούλους, περνούσανε γιαλό-γιαλό
+από τις εξοχές των Μιτυληνιών, που ήτανε κοντά στη θάλασσα.
+Επειδή η ακρογιαλιά είναι καλολίμανη και στολισμένη μεγαλόπρεπα με
+σπίτια κ' έχει λουτρά συγκρατητά και περιβόλια και δασάκια, άλλα
+φυσικά κι άλλα φτιασμένα από ανθρώπους· όλα όμορφα για να
+διασκεδάση κανείς εκεί. Κι όταν έπιασαν στη στεριά κι αράξανε, δεν
+έκαναν κανένα κακό, παρά αρχίσανε λογής-λογής διασκέδασες· πότε
+μ' αγκίστρια κρεμασμένα από καλάμια με ψιλή πετονιά ψάρευαν
+πετρόψαρα από χαμηλό βράχο· πότε με σκυλιά και με δίκτυα πιάνανε
+λαγούς που έφευγαν από τ' αμπέλια εξ αιτίας του θόρυβου. Κ' ύστερ'
+αρχίσανε να κυνηγούνε και πουλιά και πιάσανε με τα βρόχια
+αγριόχηνες κι αγριόπαπιες και τώγια, ως που η διασκέδαση τους
+γίνονταν ωφέλιμη και για το τραπέζι. Κι αν είχαν ανάγκη από
+τίποτε, τόπαιρναν από τους χωριανούς, πληρώνοντας περισσότερα από
+όσο άξιζε. Μα εχρειαζόντανε μονάχα ψωμί και κρασί και μέρος για να
+ξομείνουν. Επειδή δεν τους φαινότανε σίγουρο να μένουνε στη
+θάλασσα χυνόπωρο καιρό· ώστε και το καΐκι το σύρανε στη στεριά για
+το φόβο νυχτερινής φουρτούνας.
+
+13. Κάποιος όμως από τους χωριάτες, που χρειαζότανε σκοινί για να
+τραβήξη μια πέτρα, που μ' αυτή θα έλιονε τα πατημένα αποτρυγήδια,
+επειδή του είχε κοπή το προτητερινό του, αφού πήγε κρυφά στη
+θάλασσα και σίμωσε το αφύλαχτο καΐκι, έλυσε το παλαμάρι, τόφερε
+σπίτι του και το μεταχειρίστηκε σ' ό,τι του χρειαζότανε. Με τα
+ξημερώματα λοιπόν οι Μεθυμνιώτες νιοι εζητούσαν το παλαμάρι· κ'
+επειδή κανένας δεν ομολογούσε την κλεψιά, αφού οι νιοί κατηγόρησαν
+τους φιλευτάδες τους, αρμένιζαν γιαλό-γιαλό· κι όταν τράβηξαν
+τριάντα στάδια, αράζουνε στην εξοχή που κάθονταν η Χλόη κι ο
+Δάφνης. Επειδή τους φάνηκε πως ο κάμπος ήτανε καλός για να
+κυνηγήσουνε λαγούς. Μα μην έχοντας σκοινί για να το κάμουν
+παλαμάρι, έστρηψαν χλωρή λιγαριά σαν σκοινί κ' εδέσανε μ' αυτή το
+καΐκι από την πρύμη στη στεριά. Έπειτα, αφού απόλυσαν τα σκυλιά να
+ψάχνουνε, στις στράτες, που τους φαίνονταν πιο βολικές, έστηναν τα
+δίχτυα. Μα τα σκυλιά τρέχοντας με γαυγίσματα εφόβισαν τα γίδια· κι
+αυτά αφίνοντας τα ψηλώματα έτρεξαν περισσότερο κατά τη θάλασσα.
+Και μη βρίσκοντας τίποτα φαγώσιμο στην αμμουδιά, επήγαν τα πιο
+ζωηρά κοντά στο καΐκι και κατάφαγαν τη χλωρή λιγαριά, που με δαύτη
+ήτανε δεμένο.
+
+14. Ήτανε και λίγη φουσκοθαλασσιά, επειδή είχε σηκωθή άνεμος από
+τα βουνά. Κ' έτσι, όντας λυμένο το καΐκι, γλήγορα το συνεπήρεν η
+κυματοσυρμή και τόφερεν ανοιχτά στο πέλαγο. Όταν τόνοιωσαν οι
+Μεθυμνιώτες, άλλοι έτρεχαν κατά τη θάλασσα κι άλλοι εμάζευαν τα
+σκυλιά· κ' εφώναζαν όλοι μαζί για ν' ακούσουν όλοι από τα κοντινά
+χτήματα και συναχτούν εκεί. Μα κανένα όφελος· επειδή, καθώς
+δυνάμονεν ο άνεμος, το καΐκι σέρνονταν από το ρεύμα μ' ακράτητη
+γληγοράδα. Κ' οι Μεθυμνιώτες λοιπόν, που έχαναν όχι λίγα πράγματα,
+εζητούσαν το γιδάρη· κι αφού βρήκανε το Δάφνη, τον εχτυπούσαν και
+τον εγύμνωναν. Και κάποιος μάλιστα, κρατώντας σκυλολούρι του
+πισταγκώνιαζε τα χέρια για να τόνε δέση. Φώναζε ο Δάφνης, που τον
+εχτυπούσαν και παρακαλούσε τους χωριάτες και πρώτα-πρώτα το
+Λάμωνα και το Δρύαντα έκραζε βοήθεια. Και τούτοι τον ετραβούσαν
+προς το μέρος τους, επειδή ήτανε γέροι γεροί κ' είχανε χέρια
+δυνατά από το σκάψιμο· και ζητούσανε ν' απολογηθή πρώτα για τα όσα
+εγίνηκαν.
+
+15. Και με το να θέλουν κ' οι Μεθυμνιώτες τα ίδια, διορίζουν κριτή
+το Φιλητά το γελαδάρη, επειδή ήταν ο πιο γέρος από όσους
+βρίσκονταν εκεί κ' είχεν όνομα ανάμεσα στους χωριάτες για τη
+μεγάλη του δικαιοσύνη. Πρώτοι οι Μεθυμνιώτες άρχισαν την κατηγορία
+καθαρά και σύντομα σαν είχανε γελαδάρη για κριτή:
+
+ — Ήρθαμε στους κάμπους τούτους θέλοντας να κυνηγήσουμε· το καΐκι
+μας λοιπόν, αφού το εδέσαμε με λιγαριά χλωρή, τ' αφίσαμε στην
+ακρογιαλιά κ' εμείς ζητούσαμε με τα σκυλιά κυνήγι. Στο αναμεταξύ
+τα γίδια τουτουνού εδώ, αφού κατεβήκανε στη θάλασσα, και τη
+λιγαριά την τρώνε όλη και λύνουν και το καΐκι. Το είδες που το
+παράσερνε η θάλασσα· με πόσα καλά νομίζεις πως ήτανε γεμάτο; και
+πόσα ρούχα χαθήκανε μονομιάς; και πόσα στολίδια των σκυλιών; και
+πόσα λεφτά; μπορούσε κανείς ν' αγοράση τούτα εδώ τα χτήματα, αν τα
+είχεν εκείνα. Για όλ' αυτά θέλουμε να πάρουμε σκλάβο τούτονε τον
+κακό γιδάρη, που βόσκει τα γίδια ερχάμενος στη θάλασσα σαν
+ναυτικός.
+
+16. Τέτοια κατηγορία έκαμαν οι Μεθυμνιώτες. Κι' ο Δάφνης
+βρισκότανε σε κακή κατάσταση από τις ξυλιές, μα βλέποντας εκεί τη
+Χλόη, ταψηφούσεν όλα. Κ' έτσι απολογήθηκε:
+
+ — Εγώ βόσκω τα γίδια μου καλά. Ποτέ δεν παραπονέθηκε κανένας
+χωριανός, ότι τραγί δικό μου βόσκησε στον κήπο του ή έσπασε κλήμα
+βλασταρωμένο. Μα αυτοί είναι κακοί κυνηγοί κ' έχουνε σκυλιά
+κακογυμνασμένα, που τρέχοντας πολύ και γαυγίζοντας δυνατά έδιωξαν
+τα γίδια από τα όρη και τους κάμπους κατά τη θάλασσα, σαν λύκοι.
+Μα θα μου ειπούν: έφαγαν τη λιγαριά· βέβαια, αφού δε βρίσκανε στην
+αμμουδιά χορτάρι ή κουμαριά ή θυμάρι. Μα χάθηκε το καΐκι από τον
+άνεμο και τη θάλασσα· αυτά όμως είναι του χειμώνα δουλιές κι όχι
+των γιδιών. Μα ήταν εκεί μέσα φορεσιές και λεφτά· και ποιος
+έχοντας τα λογικά του θα πιστέψη, ότι καΐκι που είχε μέσα τόσα
+πράγματα, είχε λιγαριά για παλαμάρι;
+
+17. Κι αφού είπεν αυτά έκλαψε ο Δάφνης κ' έφερε τους χωριανούς σε
+μεγάλη ψυχοπόνεση, ως που ο Φιλητάς ο κριτής ορκιζότανε στον Πάνα
+και στις Νύμφες, ότι δεν έκανε κανένα άδικο ο Δάφνης μα μήτε και
+τα γίδια του, παρά ο άνεμος κ' η θάλασσα, που άλλους έχουνε για
+κριτάδες τους. Δεν έπειθε με τούτα ο Φιλητάς τους Μεθυμνιώτες·
+μόνε αυτοί, αφού χυμίξανε με θυμό, τραβούσανε πάλι το Δάφνη κ'
+ηθέλανε να τόνε δέσουν. Τότες οι χωριάτες αγριεμένοι πηδούνε
+καταπάνω τους σαν ψαρώνια ή καλιακούδες· και στη στιγμή τους
+παίρνουν το Δάφνη, που κι αυτός πάλευε πια, και χτυπώντας τους με
+ξύλα γλήγορα τους εστρώσανε στο κυνήγι. Και δε σταμάτησαν παρά
+αφού τους έβγαλαν έξω από τα σύνορά τους σ' άλλα χτήματα.
+
+18. Κ' ενώ εκείνοι εκυνηγούσαν τους Μεθυμνιώτες, η Χλόη με πολλήν
+ησυχία φέρνει το Δάφνη στις Νύμφες και του πλένει το ματωμένο
+πρόσωπο, επειδή είχανε σπάσει τα ρουθούνια του από κάποιο χτύπημα,
+και βγάζοντας από το ταγάρι της ένα κομμάτι ψωμί και τυρί του
+δίνει να φάη. Και τούδωσεν ένα φιλί γλυκύ σαν μέλι, που αυτό προ
+πάντων τον έκαμε να συνέλθη.
+
+19. Από τέτοιο κίνδυνο λοιπόν εγλύτωσε ο Δάφνης. Μα το πράγμα δεν
+τέλειωσε ίσαμ' εδώ, επειδή οι Μεθυμνιώτες, αφού πήγανε στην
+πατρίδα τους πεζοστράτες αντί για καραβιώτες και πληγωμένοι αντί
+για χαροκόποι, μάζεψαν τους συντοπίτες τους και, βάνοντας στους
+βωμούς λιόκλαδα, παρακαλούσανε να τους εκδικηθούνε, χωρίς όμως να
+λένε τίποτα από τ' αληθινά, μήπως τους περιγελάσουν, που έπαθαν
+τέτοια και τόσα από βοσκούς, παρά κατηγορούσανε τους Μιτυληνιούς,
+ότι τους έκλεψαν το καΐκι και τους άρπαξαν τα λεφτά. Κ' εκείνοι
+πιστεύοντάς τους από τις πληγές και νομίζοντας, ότι είναι δίκαιο
+να εκδικηθούνε νέους, που ήταν από τα πρώτα σπίτια του τόπου τους,
+αποφασίσανε να κινήσουν άξαφνα πόλεμο στους Μιτυληνιούς και
+πρόσταξαν το στρατηγό, αφού ρίξη στη θάλασσα δέκα πλεούμενα, να
+διαγουμίζη τ' ακρογιάλια τους. Επειδή δεν το θαρρούσανε σωστό,
+αφού σίμωνε ο χειμώνας, να εμπιστευθούνε στη θάλασσα μεγαλύτερη
+αρμάδα.
+
+20. Κι ο στρατηγός, αφού αμέσως την άλλη μέρα ανοίχτηκε στο
+πέλαγο, καθίζοντας στο κουπί τους ίδιους τους στρατιώτες, έπεφτεν
+επάνω στα χτήματα των Μιτυληνιών, που ήτανε στ' ακρογιάλια. Κι
+άρπαζε πολλά κοπάδια, πολύ σιτάρι και κρασί, επειδή μόλις είχε
+τελειώσει ο τρύγος· μα κι ανθρώπους όχι λίγους, όσοι απ' αυτούς
+δουλεύανε στα χτήματα. Έπεσεν επάνω και στης Χλόης και του Δάφνη
+τα υποστατικά· κι αφού βγήκεν έξω, άρπαζεν όσα έβρισκεν εμπρός
+του. Ο Δάφνης τότε δεν έβοσκε τα γίδια, παρά μπασμένος στο δάσος
+έκοφτε χλωρά κλαδόφυλλα για νάχη να δίνη στα γίδια θροφή το
+χειμώνα· κ' έτσι βλέποντας από ψηλά το διαγούμισμα εκρύφτηκε μέσα
+στην κουφάλα του κορμού ξερής οξιάς. Η Χλόη όμως ήτανε κοντά στα
+πρόβατα· κι όταν την εκυνήγησαν έτρεξε σαν ικέτιδα στις νύμφες για
+να γλυτώση και παρακαλούσε να λυπηθούνε κι όσα έβοσκε κι αυτή την
+ίδια για χάρη των θεώνε· μα κανένα όφελος· επειδή οι Μεθυμνιώτες,
+αφού έβρισαν κι ατίμασαν πολλά αγάλματα, και τα κοπάδια άρπαξαν κ'
+εκείνη την έσυραν σαν γίδα ή πρόβατο χτυπώντας τη με λιγαριές.
+
+21. Κ' έχοντας πια τα καράβια γεμάτα από κάθε λογής άρπαγμα
+αποφασίσανε να μη τραβήξουν πιο πέρα, παρά γυρίζανε στην πατρίδα
+τους, επειδή εφοβόντανε και το χειμώνα και τους εχτρούς. Εφεύγανε
+λοιπόν και τυραννιστήκανε τραβώντας κουπί γιατί δεν εφυσούσε. Κι ο
+Δάφνης, άμα έγινεν ησυχία, επήγε στον κάμπο όπου έβοσκαν και μήτε
+τα γίδια βλέποντας, μήτε τα πρόβατα συναπαντώντας, μήτε τη Χλόη
+βρίσκοντας, παρά ερμιά μεγάλη και πεταμένο το σουραύλι, που με
+δαύτο ουνήθιζε να διασκεδάζη η Χλόη, φωνάζοντας δυνατά και
+κλαίοντας θρηνητικά, πότε έτρεχε κατά τη βαλανιδιά, όπου
+εκάθονταν, πότε κατά τη θάλασσα για να ιδή τη Χλόη και πότε στη
+σπηλιά των νυμφών, όπου είχε ζητήσει προστασία, όταν την έπιασαν.
+Εκεί έπεσε χάμω και κατηγορούσε τις νύμφες πως δεν εβοήθησαν.
+
+22. — Από σας άρπαξαν τη Χλόη και παραδεχτήκατε να το ιδήτε; αυτή
+που σας έπλεκε τα στεφάνια, που έχυνε για τιμή σας το πρώτο γάλα
+που και το σουραύλι της τούτο σας τόκανε τάμα; Τραγί κανένα δε μου
+άρπαξε λύκος· μα οι εχτροί και το κοπάδι κ' εκείνη, που έβοσκε
+μαζί μου. Τα γίδια μου τα γδέρνουν και τα πρόβατα τα κάνουν θυσίες
+κ' η Χλόη θα καθίση σε πολιτεία. Με τι πόδια θα πάω στον πατέρα
+και στη μάννα χωρίς τα γίδια, χωρίς τη Χλόη, για να είμαι φτωχός
+σκαφτιάς, αφού δεν έχω πια τίποτε να βόσκω; Εδώ πεσμένος θα
+προσμένω το θάνατο ή άλλον εχτρό. Αρά γε κ' εσύ Χλόη τα ίδια
+υποφέρνεις; άρα γε θυμάσαι τον κάμπο τούτο και τις Νύμφες αυτές κ'
+εμένα; ή σε παρηγορούν τα πρόβατα και τα γίδια, που σκλαβωθήκανε
+μαζί σου;
+
+23. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, από τα δάκρυα κι από τη λύπη τον
+παίρνει ύπνος βαθύς· και του παρουσιάζουνται οι τρεις Νύμφες,
+γυναίκες αψηλές κι όμορφες, μισόγυμνες και ξυπόλυτες, με ξέπλεκα
+μαλλιά και παρόμοιες με τ' αγάλματα. Στην αρχή εφάνηκαν πως
+συμπονούσαν το Δάφνη· ύστερα η πιο μεγάλη, γκαρδιόνοντάς τονε,
+λέει:
+
+ — Μη μας κατηγοράς καθόλου, Δάφνη, επειδή εμείς νοιαζόμαστε για
+τη Χλόη περισσότερο από σένα. Εμείς κι όταν ήτανε μωρό τη
+λυπηθήκαμε και σε τούτη εδώ τη σπηλιά την αναθρέψαμε. Εκείνη δεν
+έχει να κάνη τίποτε με τους κάμπους και με τα πρόβατα του Λάμωνα.
+Μα και τώρα έχουμε φροντίσει εμείς για κείνη να μη την πάνε σκλάβα
+στη Μέθυμνα, μήτε να γίνη μερτικό από τα πλιάτσικα των εχτρών. Και
+τον Πάνα εκείνο, που είναι στημένος κάτω από το πεύκο και που
+εσείς μήτε με άνθη τον ετιμήσατε, τον παρακαλέσαμε να βοηθήση τη
+Χλόη, επειδή είναι συνηθισμένος με τους στρατούς περισσότερο από
+εμάς κ' έχει κάνει πολλούς ίσαμε τώρα πολέμους, αφίνοντας τις
+εξοχές. Και θα πάη στους Μεθυμνιώτες όχι καλός εχτρός. Μην κάνης
+τίποτε άλλο, παρά σήκω και πήγαινε να σε ιδούν ο Λάμωνας και η
+Μυρτάλη, που κι αυτοί κείτονται χάμω, επειδή θαρρούνε πως κ' εσένα
+σ' άρπαξαν. Κι αύριο θα σούρθη η Χλόη με τα γίδια και τα πρόβατα
+και θα βοσκήσετε μαζί και το σουραύλι μαζί θα παίξετε· όσο για τ'
+αποδέλοιπα θα νοιαστή για σας ο Έρωτας.
+
+24. Τέτοια ιδόντας κι ακούσαντας ο Δάφνης, αφού πετάχτηκε από τον
+ύπνο, γεμάτος δάκρυα από χαρά και λύπη και τ' αγάλματα των Νυμφών
+επροσκυνούσε κ' έταξε ότι, άμα σωθή η Χλόη, θα τους κάμη θυσία το
+πιο καλό τραγί. Κι αφού έτρεξε και κατά το πεύκο, όπου ήτανε
+στημένο το άγαλμα του Πάνα, τραγοπόδαρο, κερατιάρικο και κρατώντας
+με τόνα χέρι σουραύλι και με τάλλο τράγο, που επηδούσε, κ' εκείνον
+επροσκυνούσε και παρακαλούσε για τη Χλόη κ' έταζε πως θα του κάμη
+θυσία τράγο. Και μόλις καμιά φορά κατά το ηλιόγερμα παύοντας τα
+δάκρυα και τις προσευχές, αφού εφορτώθηκε στον ώμο του τα
+κλαδόφυλλα, που έκοψε, γύρισε στο εξοχικό. Κι άμα ξαλάφρωσε από
+την πίκρα το Λάμωνα και τους δικούς του και τους εγέμισε χαρά, και
+θροφή εδοκίμασε και πήγε για ύπνο, όχι όμως δίχως δάκρυα κι
+αυτόνε, μόνο παρακαλώντας να ξαναϊδή τις Νύμφες στ' όνειρό του και
+νάρθη γλήγορα η μέρα, που του έταξαν τη Χλόη. Η νύχτα εκείνη του
+φάνηκεν ότι ήτανε πιο μεγάλη από όλες. Και τούτα γίνανε στο
+διάστημά της.
+
+25. Ο αρχηγός των Μεθυμνιωτών, αφού ξεμάκρυνε ίσαμε δέκα στάδια,
+θέλησε να ξεκουράση τους στρατιώτες, που ήταν αποσταμένοι από το
+διαγούμισμα· πιάνοντας λοιπόν σ' έναν κάβο που έμπαινε μέσα στο
+πέλαγο κι απλονότανε σα μισοφέγγαρο και που στο βάθος του η
+θάλασσα έκανε αραξοβόλι πιο απάνεμο από τούς λιμιώνες, άραξεν εκεί
+τα καράβια στ' ανοιχτά ρίχνοντας τις άγκυρες για να μη του πειράξη
+κανένα από τη στεριά κάνας χωριάτης, κ' έδωκε στους Μεθυμνιώτες
+την άδεια να διασκεδάζουνε με ησυχία. Κ' εκείνοι, έχοντας όλα
+μπόλικα από το άρπαγμα, επίνανε, χαροκοπούσαν, εκάνανε γιορτή σαν
+να είχανε νικήσει. Μα όταν έπεφτε η μέρα κ' η διασκέδαση έπαυεν
+εξαιτίας της νύχτας, άξαφνα όλη η γις εφάνηκε πως έλαμπε κι
+ακουότανε χτύπος τρομερός κουπιώνε, σαν ναρχότανε καταπάνω τους
+μεγάλη αρμάδα. Κάποιος εφώναξε τον αρχηγό, ο ένας έκραζε τον άλλο,
+κι άλλος εθαρρούσε πως ήταν πληγωμένος και κειτότανε χάμω σαν
+νεκρός. Θάλεγε κανένας πως βλέπει νυχτοπόλεμο χωρίς να υπάρχουνε
+καθόλου εχτροί.
+
+26. Κι αφού τέτοια τους στάθηκε η νύχτα, ξημέρωσε ημέρα πολύ
+τρομερότερη από τη νύχτα. Οι τράγοι δηλαδή του Δάφνη και τα γίδια
+είχαν ανάμεσα στα κέρατα κισσό με τσαμπιά και τα κριάρια και τα
+πρόβατα της Χλόης ουρλιάζανε σαν λύκοι. Κ' είδαν και την ίδια
+στεφανωμένη με πεύκο. Μα και σ' αυτή τη θάλασσα γίνονταν πολλά
+περίεργα· οι άγκυρες δηλαδή, άμα δοκιμάζανε να τις σηκώσουν,
+εμένανε στον πάτο και τα κουπιά εσπάζανε, μόλις εκάνανε να
+τραβήξουν και δελφίνια, πηδώντας από τη θάλασσα και χτυπώντες με
+τις ουρές τους τα καράβια, έλυναν τους αρμούς· ακουότανε και
+κάποιος ήχος σουραυλιού από τον αψηλό βράχο, που ήτανε στην τσίμα
+του κάβου· μα δεν εγήτευε σαν σουραύλι παρά ετρόμαζεν όσους τον
+ακούανε, σαν σάλπιγγα. Εσαστίζανε λοιπόν κ' ετρέχανε να πάρουν
+τάρματα κ' εφώναζαν τους αθώρητους εχτρούς· ως που παρακαλούσανε
+πάλι νάρθη η νύχτα για να βρούνε ησυχία σ' αυτή. Όλα λοιπόν όσα
+γινόντανε, για όσους είχανε τα λογικά τους ήτανε ολοφάνερα σημάδια
+και φωνές του Πάνα, που είχε θυμώσει για κάτι με τους ναύτες· μα
+δεν μπορούσανε να μαντέψουν την αφορμή, επειδή δεν είχανε γδύσει
+κανένα αγιοτόπι του Πάνα· και κοντά το μεσημέρι στο στρατηγό, που
+είχε πέσει σε ύπνο όχι δίχως τη θέληση του θεού, φανερώθηκε ο
+ίδιος ο Πάνας λέγοντάς του τέτοια:
+
+27. — Ω πιο αλιτήριοι κι' αθεόφοβοι από όλους τους ανθρώπους! Πώς
+αποκοτήσατε να κάνετε αυτά σαν εξωφρενιασμένοι. Εγεμίσατε πόλεμο
+την αγαπημένη μου εξοχή· αρπάξατε κοπάδια βόιδια και γίδια και
+πρόβατα, που εγώ τα νοιαζόμουν· ξεσύρατε από τους βωμούς παρθένα,
+που ο Έρωτας θέλει να κάμη μ' αυτή παραμύθι και δεν εφοβηθήκατε
+μήτε τις Νύμφες που σας εβλέπανε, μήτε εμένα τον Πάνα. Λοιπόν μήτε
+τη Μέθυμνα θα ιδήτε με τέτοια πλιάτσικα πηγαίνοντας εκεί, μήτε θα
+γλυτώσετε από τούτο το σουραύλι, που σας ετρόμαξε, μόνε θα σας
+κάνω θροφή των ψαριών, αφού σας βουλιάξω, ανίσως και δε γυρίσης
+πίσω στις Νύμφες όσο μπορείς γληγορότερα και τη Χλόη και τα
+κοπάδια της Χλόης και τα γίδια και τα πρόβατα. Σήκω λοιπόν και
+βγάλε στη στεριά την κόρη μαζί με όσα είπα. Και εγώ θα είμαι
+οδηγός σ' εσένα για το ταξίδι σου και σ' εκείνη για το δρόμο της.
+
+28. Κατατρομαγμένος απ' αυτά ο Βρύαξης (επειδή έτσι τον ελέγανε το
+στρατηγό), πετιέται από τον ύπνο του· κι αφού επροσκάλεσε τους
+καπετάνιους των καραβιών τούς επρόσταξε να ζητήσουν το γληγορότερο
+ανάμεσα στους σκλάβους τη Χλόη· κ' εκείνοι γλήγορα τήνε βρήκανε
+και την έφεραν εμπρός του επειδή καθότανε στεφανωμένη με το πεύκο.
+Και νομίζοντας κι' αυτό ακόμη σημάδι εκείνων, που είδε στο όνειρό
+του, τη βγάζει στη στεριά με την ίδια τη ναυαρχίδα του. Και μόλις
+είχε βγη έξω η Χλόη, ακούεται πάλι από το βράχο ήχος σουραυλιού,
+όχι πια πολεμικός και τρομερός, παρά ποιμενικός και σαν να
+οδηγούσε τα κοπάδια στη βοσκή. Και τα πρόβατα έβγαιναν έξω τρεχάτα
+από τη σκάλα χωρίς να ξεγλιστρούν από τα νύχια τους και τα γίδια
+πιο τολμηρά, επειδή ήτανε και συνηθισμένα ν' ανεβοκατεβαίνουν τους
+γκρεμνούς.
+
+29. Κι' αυτά τριγύριζαν τη Χλόη σαν να εχόρευαν πηδώντας και
+βελάζοντας κ' έδειχναν με τέτοια τη χαρά τους. Μα των άλλωνε
+βοσκών τα γίδια και τα πρόβατα και τα γελάδια έμεναν εκεί όπου
+ήτανε μέσα στ' αμπάρια σαν να μη τάκραξεν η μουσική. Κ' εκεί που
+όλοι εσαστίζανε με το θαύμα και υμνολογούσαν τον Πάνα, είδαν πιο
+περίεργα από τούτα και στη στεριά και στη θάλασσα. Τα καράβια των
+Μεθυμνιωτών ξεκινούσαν προτού να σηκώσουν τις άγκυρες και μπροστά
+από τη ναυαρχίδα επήγαινε δελφίνι, πηδώντας έξω από τη θάλασσα· τα
+γίδια και τα πρόβατα τα οδηγούσε πολύ γλυκός σκοπός σουραυλιού και
+κανένας δεν έβλεπε εκείνον που έπαιζε. Κ' έτσι τα πρόβατα και τα
+γίδια επροχωρούσαν κ' εβόσκανε μαζί, γητεμένα από τη μουσική.
+
+30. Ήτανε κοντά ώρα της αγογιοματινής βοσκής κι ο Δάφνης, αφού
+ανάντεψε από ψηλή ραχούλα τα κοπάδια και τη Χλόη κ' εφώναξε δυνατά
+«ώ Νύμφες και Πάνα!» έτρεξε κάτου στον κάμπο· και σαν αγκάλιασε τη
+Χλόη και λιγοψύχησε έπεσε χάμω. Και μόλις τον εσυνέφερε η Χλόη με
+τα φιλιά και τον εζέστανε με τ' αγκαλιάσματά της, στη γνώριμη
+βαλανιδιά πηγαίνει· κι άμα εκάθισε στη ρίζα, την ερωτούσε πώς
+εξέφυγε από τόσους εχτρούς. Εκείνη του ανιστορεί όλα ένα προς ένα:
+των γιδιών τον κισσό, των προβάτων το ούρλιασμα, το πεύκο που
+άνθισε επάνω στο κεφάλι της, τη λάμψη της γης, το χτύπο που
+ακούστηκε στη θάλασσα, τους δυο σκοπούς του σουραυλιού, τον
+πολεμικό και τον ειρηνικό, τη νύχτα την τρομερή, το πώς μουσική
+της έδειξε το δρόμο, που αυτή δεν τον ήξερε. Άμα λοιπόν ο Δάφνης
+εκατάλαβε τα όνειρα των Νυμφών και τα έργα του Πάνα, λέει κι αυτός
+όσα είδε κι όσα άκουσε· κι ότι ενώ είχε σκοπό να πεθάνη έζησεν
+εξαιτίας τις Νύμφες. Κ' ύστερα τήνε στέλνει να φέρη το Δρύαντα και
+τα χρειαζούμενα για θυσία. Στο αναμεταξύ αυτός, πιάνοντας την πιο
+καλή γίδα και στεφανόνοντάς τη με κισσό, καθώς την είδαν οι
+εχτροί, και γάλα χύνοντας ανάμεσα στα κέρατά της, τη θυσίασε στις
+Νύμφες· κι αφού την εκρέμασε, την έγδαρε και το τομάρι το κρέμασε
+τάμα.
+
+31. Κι όταν πια ήλθαν η Χλόη κ' οι άλλοι, αφού άναψε φωτιά, από τα
+κρέατα άλλα τάβρασε κι άλλα τάψησε και πρώτα ξεχώρισε για τις
+Νύμφες το καλύτερο μέρος κ' έχυσε λίγο από κροντήρα, που ήτανε
+γεμάτη μούστο. Και σαν έστρωσε στρώμα από φύλλα χλωρά, αρχίσανε να
+τρων και να πίνουν και να διασκεδάζουν, και συνάμα είχε το νου του
+στα κοπάδια, μήπως λύκος πέφτοντας μέσα σ' αυτά κάμη τα έργα των
+εχτρών. Είπανε και μερικά τραγούδια για τιμή των Νυμφών, αρχαίων
+βοσκών ρίμες. Κι όταν ενύχτωσε, εκοιμηθήκανε στην εξοχή και την
+άλλη μέρα θυμόντανε τον Πάνα· κι αφού στεφανώσανε με πεύκο τον
+τράγο τον μπροστάρη, τον επήγανε σιμά στο πεύκο· κι άμα τον
+ερραντίσανε με κρασί κ' εδόξασαν το θεό, τον εθυσίασαν, τον
+εκρέμασαν, τον έγδαραν. Τα κρέατα, αφού τάψησαν και τάβρασαν,
+τάβαλαν εκεί κοντά στο λιβάδι ανάμεσα σε χόρτα και το τομάρι με τα
+κέρατά του το κάρφωσαν επάνω στο πεύκο κοντά στο άγαλμα, ποιμενικό
+τάμα σε ποιμενικό θεό· ξεχωρίσανε γι' αυτόν και τα καλύτερα κρέατα
+κ' εχύσανε μούστο από μεγαλύτερη κροντήρα· ετραγούδησε η Χλόη κι ο
+Δάφνης έπαιξε το σουραύλι.
+
+32. Κ' ύστερ' από αυτά χαμοκάθησαν κ' έτρωγαν· κ' έρχεται κοντά
+τους κατά τύχη ο Φιλητάς ο γελαδάρης, φέρνοντας μερικά στεφανάκια
+στον Πάνα και σταφύλια με τα φύλλα ακόμη και με τις κληματόβεργες.
+Τον ακολουθούσε κι ο μικρός του ο γιος ο Τίτυρος, ξανθό αγόρι και
+γαλανομμάτικο· χαρούμενο παιδί και θαρρετό και που πηδούσεν
+ανάλαφρα περπατώντας σαν κατσικάκι. Σηκωθήκανε λοιπόν επάνω και
+στεφανόνανε μαζί τον Πάνα και τις κληματόβεργες από τα φύλλα του
+πεύκου κρεμούσαν κι αφού τον εκάθισαν κοντά τους του εβάνανε να
+φάη. Και σαν γέροι πιομένοι λιγάκι πολλά αναμεταξύ τους έλεγαν πως
+έβοσκαν, όταν ήτανε νέοι πως πολλά κυνηγητά κουρσάρων εξέφυγαν
+παινεύονταν ένας πως εσκότωσε λύκο κι άλλος πως στο σουραύλι μόνο
+από τον Πάνα έμενε πίσω. Η παινεψιά τούτη ήτανε του Φιλητά.
+
+33. Ο Δάφνης λοιπόν κ' η Χλόη τόνε θερμοπαρακαλούσανε να τους μάθη
+κι αυτούς την τέχνη και να παίξη σουραύλι σε γιορτή θεού, που
+αγαπούσε το σουραύλι. Στρέγει ο Φιλητάς, αν και κατηγορούσε τα
+γερατιά, πως δεν ταφίσανε δύναμη, και πήρε στα χέρια του το
+σουραύλι του Δάφνη. Μα αυτό ήτανε μικρό για μεγάλη τέχνη, επειδή
+το εφυσούσε παιδιάτικο στόμα. Στέλνει λοιπόν τον Τίτυρο να φέρη το
+δικό του, αν και το σπίτι ήτανε μακριά δέκα στάδια. Κι ο Τίτυρος,
+αφού πέταξε το ρούχο του, έφυγε γυμνός τρέχοντας σαν ελαφάκι. Τότε
+ο Δάμωνας υποσχέθηκε να ειπή την ιστορία της Σύριγγας, που του την
+είχε μάθει ένας Σικελιώτης παίρνοντας για πλερωμή έναν τράγο κ'
+ένα σουραύλι.
+
+34. Η σήριγγα τούτη, τόργανο, δεν ήτανε όργανο, παρά κόρη όμορφη
+και με φωνή γλυκιά· έβοσκε γίδια, έπαιζε μαζί με τις Νύμφες,
+ετραγουδούσε όπως τώρα. Ενώ αυτή έβοσκε, έπαιζε, ετραγουδούσε, ο
+Πάνας, αφού πήγε κοντά της, την παρακαλούσε για ό,τι την ήθελε και
+της έταζε πως θα κάνη όλες τις γίδες της να γεννούνε διπλάρια. Μα
+εκείνη περιγελούσε τον έρωτά του κ' έλεγε πως δε θέλει αγαπητικό,
+που δεν είναι μήτε τράγος, μήτε άνθρωπος ολάκαιρος. Την κυνηγάει
+να την πιάση ο Πάνας με τη βία· η Σήριγγα όμως έφευγε και τον Πάνα
+και τη βία· κ' ενώ έτρεχε κι απόσταινε, σε νεροκάλαμα κρύβεται, σε
+βάλτο χάνεται. Ο Πάνας, αφού έκοψε με θυμό τα νεροκάλαμα και δε
+βρήκε την κόρη, καταλαβαίνει το πάθημά του, (ότι η κόρη έγινε
+καλάμι) και τότε φτιάνει το όργανο, αφού ένωσε με κερί τα καλάμια,
+το ένα μικρότερο από τάλλο, επειδή κι ο έρωτας ήτανε άνισος γι'
+αυτούς. Κ' η όμορφη τότε κόρη είναι σήμερα σουραύλι γλυκόλαλο.
+
+35. Μόλις είχε τελειώσει την ιστορία ο Δάμωνας και τον παινούσε ο
+Φιλητάς, ότι τους είπε παραμύθι νοστιμότερο κι από τραγούδι,
+έρχεται κι ο Τίτυρος φέρνοντας στον πατέρα του το σουραύλι, μεγάλο
+όργανο και με μεγάλα καλάμια· κι όπου ήτανε αλειμμένο με κερί,
+είχε πλουμίδια από χάλκωμα. Θάλεγε κανένας πως ήτανε το ίδιο
+εκείνο, που επρωτόφτιασε ο Πάνας. Αφού λοιπόν εσηκώθηκε ο Φιλητάς
+και στάθηκε ορθός στο κάθισμά του, εδοκίμασε πρώτα αν φυσάνε καλά
+τα καλάμια· έπειτα αφού είδε, ότι ελεύθερα περνάει το φύσημα,
+άρχισε να φυσάη πολύ και δυνατά. Θα ενόμιζε κανένας πως ακούει
+φλογέρες, που επαίζανε μαζί· τόσο βούηζε το σφύριγμα. Και σιγά
+σιγά λιγοστεύοντας τη δύναμη, στο γλυκότερο εγύριζε το σκοπό. Και
+δείχνοντας κάθε τέχνη της μουσικής πώς να βόσκουν όμορφα, έπαιζε
+το σουραύλι όσο πρέπει για τα βόιδια κι όσο ταιριάζει στα γίδια κι
+όσο αρέσει στα πρόβατα. Γλυκόφωνο ήτανε των προβάτωνε, δυνατό των
+βοϊδιώνε, ψιλόφωνο των γιδιώνε· μ' ένα λόγο κάθε λογής σουραύλια
+τα μιμήθηκε ένα σουραύλι.
+
+36. Οι άλλοι βουβοί ήτανε ξαπλωμένοι κ' ευχαριστιόντανε. Κι ο
+Δρύαντας, αφού σηκώθηκε και πρόσταξε να του παίξουνε βακχικό
+σκοπό, τους εχόρεψε χορό του τρύγου· κ' εφαινόταν πότε σαν να
+τρυγούσε, πότε σαν να κουβαλούσε κοφίνια, έπειτα σαν να επατούσε
+τα σταφύλια, κατόπι σαν να εγέμιζε τα πιθάρια και στο τέλος σαν να
+έπινε μούστο. Αυτά όλα τόσο όμορφα τα εχόρεψε ο Δρύαντας και
+καθαρά, που ενόμιζαν ότι βλέπουν και τ' αμπέλια και το πατητήρι
+και τα πιθάρια και το Δρύαντα να πίνη στα σωστά.
+
+37. Αφού λοιπόν ο γέρος αυτός παινεύτηκε τρίτος για το χορό του,
+φιλεί τη Χλόη και το Δάφνη· και τούτοι, αφού εσηκώθηκαν αμέσως,
+εχόρεψαν την ιστορία του Δάμωνα· ο Δάφνης έκανε τον Πάνα κ' η Χλόη
+τη Σήριγγα· εκείνος την παρακαλούσε να τον ακούση κι αυτή
+αδιαφορώντας χαμογελούσε· εκείνος την εκυνηγούσε κ' έτρεχε στις
+άκρες των νυχιώνε για να μιμιέται τα διχάλια του τράγου κι αυτή
+καμονότανε την αποσταμένη από τη φευγάλα. Έπειτα η Χλόη στο δάσος,
+αντί για τα βάλτο, κρύβεται· κι ο Δάφνης αφού επήρε το μεγάλο
+σουραύλι του Φιλητά, έπαιζε λυπητερά σαν ερωτευμένος, παθητικά σαν
+να την παρακαλούσε, ξαναφωναχτικά σαν να την αναζητούσε. Ως που ο
+Φιλητάς εθαύμασε και τόνε φιλεί, αφού πετάχθηκε απάνω, και του
+χαρίζει το σουραύλι άμα τον εφίλησε· κ' ευχήθηκε να τ' αφίση κι' ο
+Δάφνης σε παρόμοιο κληρονόμο. Κι ο Δάφνης, αφού αφιέρωσε το δικό
+του το μικρό στον Πάνα κ' εφίλησε τη Χλόη, σαν να τήνε βρήκε
+ύστερ' από αληθινή φευγάλα, εγύριζε το κοπάδι στη στάνη παίζοντας
+το σουραύλι.
+
+38. Κι όταν είχε πια νυχτώσει, εγύριζε κ' η Χλόη το κοπάδι της
+μαζεύοντάς το με το σκοπό του σουραυλιού· τα γίδια πηγαίνανε μαζί
+με τα πρόβατα κι ο Δάφνης επερπατούσε πλάι στη Χλόη κ' έτσι
+εχόρτασαν ο ένας τον άλλο ίσαμε τη νύχτα κ' εσυμφωνήσανε να
+βγάλουν την άλλη μέρα γληγορότερα τα κοπάδια στη βοσκή· κ' έτσι
+εκάμανε. Μόλις λοιπόν εξημέρωσε πήγανε στη βοσκή· κι αφού τις
+Νύμφες πρώτα κ' ύστερα τον Πάνα εχαιρέτισαν, εκάθησαν κατόπι κάτω
+από την αγριοβαλανιδιά κ' έπαιξαν το σουραύλι· έπειτα εφιλιόντανε,
+αγκαλιάζονταν, επλαγιάζανε χάμω· και χωρίς να κάμουνε τίποτε
+περισσότερο εσηκόνονταν. Ενοιάστηκαν και για φαΐ κ' έπιαν κρασί
+ανακατόνοντάς το με γάλα.
+
+39. Κι όταν από όλ' αυτά έγιναν πιο ζεστοί και πιο ζωηροί,
+αρχίζουνε να μαλώνουνε σαν ερωτευμένοι και σε λίγο κατάντησαν και
+στους όρκους. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού πήγε κάτω από το πεύκο,
+ορκίστηκε στον Πάνα να μη ζήση ποτέ μονάχος μήτε μια μέρα δίχως τη
+Χλόη. Κ' η Χλόη αφού μπήκε στη σπηλιά ορκίστηκε στις Νύμφες, ότι
+θα ζήση και θα πεθάνη μαζί με το Δάφνη. Μα η Χλόη σαν κόρη, ήτανε
+τόσο αθώα, ώστε βγαίνοντας από τη σπηλιά ήθελε να του πάρη και
+δεύτερο όρκο, λέγοντάς του:
+
+ — Ω Δάφνη! ο Πάνας είναι θεός, που του αρέσει ο έρωτας κι
+άπιστος· αγάπησε την Πίτη μα αγάπησε και τη Σήριγγα· και δεν παύει
+ποτέ να πειράζη τις Δρυάδες και να ενοχλή τις Επιμηλίδες νύμφες.
+Αυτός λοιπόν, που δεν εκράτησε τους όρκους του, θ' αδιαφορήση να
+τιμωρήση κ' εσένα κι αν πας με γυναίκες πιο πολλές κι από τα
+καλάμια του σουραυλιού σου. Μα εσύ ορκίσου με στο κοπάδι τούτο και
+στη γίδα εκείνη, που σ' ανάθρεψε, πως δε θ' αφίσης τη Χλόη όσο σου
+μένει πιστή· κι αν φανή ψεύτρα σ' εσένα και στις Νύμφες, να την
+αποφεύγης και να τήνε μισής και να τη σκοτώσης σαν λύκο.
+
+Ευχαριστιότανε ο Δάφνης που δεν τον επίστευε κι αφού εστάθηκε στη
+μέση του κοπαδιού κ' έπιασε με το ένα χέρι γίδα και με τάλλο
+τράγο, ορκιζότανε ν' αγαπάη τη Χλόη όσο θα τον αγαπούσε· κι αν
+προτιμήση άλλον από το Δάφνη να σκοτωθή αυτός, αντί για κείνη. Κ'
+η Χλόη χαιρότανε κ' επίστευε σαν κόρη και σαν βοσκοπούλα και που
+θαρρούσε, και τα γίδια και τα πρόβατα είναι για τους βοσκούς και
+τους γιδάρηδες ξεχωριστοί θεοί.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
+
+
+
+1. Κ' οι Μιτυληνιοί άμα έμαθαν τον ερχομό των δέκα καραβιών
+κατεπάνω τους κι άμα μερικοί, ερχάμενοι από τις εξοχές, τους
+εμήνυσαν το διαγούμισμα, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε να παραδεχτούνε
+να πάθουν αυτά από τους Μεθυμνιώτες· κι αποφάσισαν το γληγορότερο
+να τους σηκώσουν πόλεμο κι αυτοί. Κι αφού εστρατολόγησαν τρεις
+χιλιάδες σκουτάριους και πεντακόσους καβαλαρέους, εστείλανε
+στεριάς το στρατηγό Ίππασο, επειδή εφοβόντανε τη θάλασσα χειμώνα
+καιρό.
+
+2. Κι ο Ίππασος ξεκινήσαντας δε διαγούμιζε τις εξοχές των
+Μεθυμνιωτώνε, μήτε τα κοπάδια και τα χτήματα των ζευγολάτωνε και
+των βοσκών επείραζε, επειδή αυτά τα θαρρούσε περισσότερο καμώματα
+κουρσάρου παρά στρατηγού· μόνο έτρεχε κατά την πολιτεία την ίδια
+για να πιάση άξαφνα τις απροφύλαχτες θύρες. Κ' ενώ ήτανε μακριά
+ίσαμ' εκατό στάδια, τόνε συναπαντάει μαντάτορας φέρνοντας συνθήκη.
+Επειδή οι Μεθυμνιώτες, άμα έμαθαν από τους σκλαβωμένους, ότι οι
+Μιτυληνιοί δεν ξέρουν τίποτε από όσα είχανε γίνει παρά ζευγολάτες
+και βοσκοί έκαναν αυτά στους νέους, που τους αδικήσανε,
+μετάνοιωναν γιατί αποκοτήσανε να φερθούνε σε γειτονική πολιτεία
+έτσι άσχημα κι όχι φρονιμότερα· κ' εστέλνανε συνθήκη, αφού
+γυρίσουν πίσω όλα τ' αρπαγμένα, να σμίγουνε πάλε άφοβα στεριάς και
+θάλασσας. Ο Ίππασος όμως στέλνει το μαντάτορα στους Μιτυληνιούς,
+αν και ήτανε διορισμένος στρατηγός αυτεξούσιος· κι αυτός αφού
+ετέντωσε ίσαμε δέκα στάδια μακριά από τη Μέθυμνα, επρόσμενε τη
+διάτα από την πολιτεία. Κι άμα επεράσανε δυο ημέρες ήλθε ο
+μαντατοφόρος κ' έφερε μήνυμα να πάρη τ' αρπαγμένα και να γυρίση
+πίσω χωρίς να κάνη κανένα κακό. Επειδή αφού είχανε να διαλέξουν
+ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, έβρισκαν πιο ωφέλιμη την ειρήνη.
+
+3. Κι ο πόλεμος των Μεθυμνιωτώνε και των Μιτυληνιών, που επήρεν
+αναπάντεχη αρχή και τέλος, έτσι ετέλειωσε. Μα για το Δάφνη και τη
+Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο. Επειδή
+έπεσεν άξαφνα χιόνι πολύ κ' εσκέπασεν όλους τους δρόμους κι όλους
+τους ζευγολάτες τους έκλεισε τα καλύβια τους. Ορμητικά τα
+ξεροπόταμα κατέβαζαν, το νερό είχε κρουσταλιάσει, τα δέντρα
+εμοιάζανε με κατατσακισμένα. Η γης όλη δε φαινόταν εξόν κάπου γύρω
+στις νερομάννες και στα ρέματα. Κ' έτσι κανένας κοπάδι στη βοσκή
+δεν έβγαζε, μήτε ο ίδιος ξεμύτιζε από τη θύρα του, παρά ανάβοντας
+φωτιά με του πετεινού το λάλημα, άλλοι λινάρι έκλωθαν, άλλοι
+γιδόμαλλα έγνεφαν κι άλλοι παγίδες για τα πουλιά έφτιαναν. Τότε
+εφροντίζανε να τρώνε τα βόιδια άχερο στους σταύλους, τα γίδια και
+τα πρόβατα στις στάνες φύλλα, οι χοίροι στα χοιροστάσια πρινοκόκκι
+και βαλανίδια.
+
+4. Ενώ λοιπόν αναγκαστικά έμεναν όλοι κλεισμένοι, οι ζευγολάτες κ'
+οι βοσκοί χαιρόντανε επειδή εγλυτώνανε για λίγο καιρό από τους
+κόπους και πουρνιάτικα φαγιά έτρωγαν κ' εκοιμόνταν πολλές ώρες,
+ώστε ο χειμώνας τους εφαινόταν κι από το καλοκαίρι, κι από το
+χυνόπωρο κι απ' αυτή την άνοιξη πιο γλυκός. Μα η Χλόη κι ο Δάφνης,
+θυμούμενοι τις χαρές που είχαν αφίσει, πώς εφιλιόνταν, πώς
+αγκαλιάζονταν, πώς μαζί εβάζανε στο στόμα τους το φαΐ, περνούσανε
+νύχτες άγρυπνες, και πικραμένες και την άνοιξη προσμένανε σαν
+ξαναγεννημό από το θάνατο. Και τους επίκραινε όταν έπεφτε στα
+χέρια τους κανένα ταγάρι, που είχανε το φαΐ τους σ' αυτό, ή όταν
+έβλεπαν κανένα καρδάρι από όπου είχανε πιει μαζί, ή σουραύλι
+αδιάφορα πεταμένο, που ήτανε χάρισμα ερωτικό. Παρακαλούσανε λοιπόν
+τις Νύμφες και τον Πάνα να τους γλυτώσουν από τα βάσανα τούτα και
+να δείξουν κάποτε πια σ' αυτούς και στα κοπάδια ήλιο. Κ' ενώ
+παρακαλούσαν, προσπαθούσανε συνάμα να βρουν και τρόπο για να ιδούν
+ο ένας τον άλλον. Η Χλόη ήτανε φοβερά ανίκανη και δεν έκοβε το
+μυαλό της, επειδή πάντα βρισκότανε σιμά της η ψευτομάννα,
+μαθαίνοντάς τη να ξαίνη τα μαλλιά και να στρήφτη τ' αδράχτι και
+μιλώντάς της όλο για παντρειά. Ο Δάφνης όμως, καθώς δεν είχε τι να
+κάνη κ' ήτανε και πιο έξυπνος από την κορασιά, τέτοιο πράγμα
+εσοφίστηκε για να ιδή τη Χλόη.
+
+5. Εμπρός στη στάνη του Δρύαντα και κάτου από το φράχτη της ήτανε
+δυο μεγάλες σμερτιές και κισσός είχε φυτρώσει· οι σμυρτιές ήτανε η
+μια κοντά στην άλλη κι ο κισσός ανάμεσα στις δυο, ώστε απλώνοντας
+σε καθεμιά τα κορφοβλάσταρά του σαν κλήμα με τ' απαναπανωτά φύλλα
+του έφτιανε είδος σπηλιάς· και τα τσαμπιά πολλά και μεγάλα, σαν
+σταφύλια από τα κλήματα, κρεμόντανε. Ήτανε λοιπόν γύρω του πλήθος
+πολύ χειμωνιάτικων πουλιών, επειδή δεν έβρισκαν έξω θροφή· πολλά
+κοτσίφια και πολλές τσίχλες και φάσες και ψαρώνια και κάθε λογής
+άλλα κισσοφάγα πετούμενα. Με την πρόφαση να κυνηγήση τα πουλιά
+εβγήκεν έξω ο Δάφνης, αφού εγέμισε το ταγάρι του πήττες μελωμένες
+και φέρνοντας για να τον πιστέψουν αξό και δίχτυα. Το αναμεταξύ
+διάστημα δεν ήτανε περισσότερο από δέκα στάδια· μα επειδή το χιόνι
+δεν είχε λυώσει ακόμη, τούδινε πολλή κούραση. Ο έρωτας όμως όλα
+μπορεί να τα διαβή και φωτιά και νερό και Σκυθικό χιόνι.
+
+6. Φτάνει λοιπόν τρεχάλα στη στάνη κι αφού ετίναξε από τα πόδια
+του το χιόνι, και τα δίχτυα έστησε και τον αξό τον άλειψε σε
+βέργες μακρουλές· κ' ύστερα καθότανε προσμένοντας πουλιά και τη
+Χλόη.
+
+Όσο για πουλιά και πολλά ήρθανε κι αρκετά έπιασε, ως που
+κουράστηκε πολύ να τα μαζεύη και να τα σκοτόνη και να μαδάη τα
+φτερά τους. Μα από τη στάνη δεν επρόβαινε κανένας μήτε άντρας,
+μήτε γυναίκα, μήτε όρνιθα παρά όλοι καθισμένοι στη φωτιά ήτανε
+μέσα κλεισμένοι, ώστε ο Δάφνης δεν ήξερε τι να κάνη κ' εβασάνιζε
+το μυαλό του να βρη πρόφαση για ν' αμπώξη τη θύρα και ρωτιότανε
+μοναχός του τι να ειπή πιο πιστευτό:
+
+ — Ήρθα για ν' ανάψω φωτιά· — μα μήπως δεν ήτανε πιο κοντινοί
+γείτονες; Ήρθα να γυρέψω ψωμί — μα το ταγάρι είναι γεμάτο θροφή.
+Κρασί χρειάζουμαι· — μα χτες και προχτές ετρύγησες. Λύκος μ'
+εκυνηγούσε· — και που είναι οι πατημασιές του λύκου; Ήρθα να
+κυνηγήσω τα πουλιά· — γιατί λοιπόν αφού κυνήγησες δε φεύγεις; Να
+ιδώ τη Χλόη θέλω· — μα ποιος το λέει έτσι φανερά στον πατέρα και
+τη μάννα κόρης; Ο φταίχτης δα παντού σωπαίνει· κι από όλα τούτα
+τίποτε δεν είναι δίχως υποψία. Καλύτερα λοιπόν να σωπαίνω. Και τη
+Χλόη θα την ξαναϊδώ το καλοκαίρι, αφού καθώς φαίνεται δεν ήτανε
+γραφτό να την ιδώ το χειμώνα. Αφού εστοχάστηκε κάτι τέτοια κ'
+εμάζεψε το κυνήγι, ξεκίνησε να φύγη. Μα σαν να τον ψυχοπόνεσεν ο
+Έρωτας γίνονται τούτα:
+
+7. Εβάνανε να φάνε ο Δρύαντας κ' οι δικοί του· εμοιράζονταν τα
+κρέατα· έβαναν ψωμί στο τραπέζι έπιαναν κρασί. Ένα μαντρόσκυλο
+παραφυλάξαντας την απροσεξιά τους, άρπαξεν ένα κομμάτι κρέας κ'
+έφυγε από τη θύρα. Εθύμωσεν ο Δρύαντας (επειδή ήτανε το δικό του
+μερτικό) κι αφού άρπαξεν ένα ξύλο το εκυνηγούσε από κοντά σαν
+σκυλί. Κ' ενώ το εκυνηγούσε κ' έφτασε σιμά στον κισσό, βλέπει το
+Δάφνη, που είχε κρεμάσει στους ώμους το κυνήγι, αποφασισμένος να
+φύγη κρυφά. Αμέσως ο Δρύαντας εξέχασε το κρέας και το σκυλί· κι
+αφού εφώναξε δυνατά «γεια σου παιδί μου!» τον αγκάλιαζε και τον
+εφιλούσε και τον έμπαζε μέσα κρατώντας τον από το χέρι. Παρολίγο
+λοιπόν η Χλόη κι ο Δάφνης άμα ιδωθήκανε να πέσουνε χάμω· σαν
+μπόρεσαν όμως να μείνουν ορθοί εχαιρετήθηκαν και γλυκοφιληθήκανε·
+κι αυτό τους έγινε στήριγμα για να μη πέσουν.
+
+8. Κι ο Δάφνης αφού ανέλπιστα βρήκε και φιλί και τη Χλόη, κάθησε
+κοντά στη φωτιά κ' έρριξεν από τους ώμους του επάνω στο τραπέζι
+τις φάσες και τα κοτσύφια· και διηγότανε πως στενοχωρημένος από
+την κλεισούρα στο σπίτι εβγήκε για κυνήγι και πως άλλα με τα
+δίχτυα κι άλλα με τα ξόβεργα έπιασε τα πουλιά, που δρέγονταν τα
+σμέρτα και τον κισσό. Κ' εκείνοι επαίνευαν την εξυπνάδα του και
+τον προσκαλούσανε να φάη από όσα άφισε ο σκύλος. Ελέγανε και στη
+Χλόη να του βάνη να πιή. Κι αυτή με χαρά έβαλε και στους άλλους
+και στο Δάφνη ύστερ' από κείνους· επειδή εκαμονότανε πως ήτανε
+θυμωμένη γιατί μια κ' είχεν έλθει εσκόπευε να φύγη χωρίς να την
+ιδή. Μα πριν να του δώση έπιε λίγο από το κρασί και ύστερα του το
+έδωκε. Κι ο Δάφνης, αν και διψούσε, έπινε αργά για να νοιώθη από
+την άργητα πιο πολλή ευχαρίστηση.
+
+9. Το τραπέζι γλήγορα άδειασεν από ψωμιά και κρέατα· και
+καθούμενοι ακόμη τον ερωτούσανε για τη Μυρτάλη και το Δάμωνα και
+τους εκαλοτύχιζαν πως θα έχουν τέτοιονε γεροκόμο· κι ο Δάφνης
+εχαιρόταν που άκουγε η Χλόη τα παινέματα. Μα όταν τον εκράτησαν
+για να κάνουνε θυσία στο Διόνυσο την άλλη μέρα, παρολίγο από τη
+χαρά να προσκυνήση εκείνους αντί για το Διόνυσο. Αμέσως λοιπόν
+έβγανε από το ταγάρι του πολλές πήττες κι όσα πουλιά είχε πιάσει·
+κι αυτά τα ετοιμάζανε για το δείπνο. Ξανάπιασαν κρασί κι άναψαν
+πάλι φωτιά· κ' επειδή ενύχτωσε γλήγορα ξανακαθίσανε στο τραπέζι.
+Κ' ύστερα αφού είπανε παραμύθια κ' ετραγούδησαν, επήγανε για ύπνο,
+η Χλόη με τη μητέρα της κι ο Δρύαντας με το Δάφνη. Κ' η Χλόη
+τίποτε άλλο δε συλλογιζότανε παρά ότι την άλλη μέρα θα ιδή το
+Δάφνη. Κι ο Δάφνης εδοκίμαζε φανταστική χαρά, επειδή ενόμιζε πως
+ήταν ευχάριστο να κοιμηθή με τον πατέρα της Χλόης· κ' έτσι τον
+αγκάλιαζε και τόνε γλυκοφιλούσε συχνά, επειδή ονειρευόταν πως όλα
+αυτά τα κάνει της Χλόης.
+
+10. Κι άμα εξημέρωσε έκανε κρύο τρομερό και το φύσημα του βοριά
+τάκαψεν όλα. Κ' εκείνοι, αφού εσηκώθηκαν, κάνουνε θυσία στο
+Διόνυσο κριάρι χρονιάρικο· κι αφού ανάψανε μεγάλη φωτιά, ετοίμαζαν
+το φαΐ. Ενώ λοιπόν η Νάπη εζύμωνε κι ο Δρύαντας έψηνε το κριάρι,
+βρίσκοντας ευκαιρία ο Δάφνης κ' η Χλόη, βγήκαν έξω από τη στάνη
+εκεί όπου ήταν ο κισσός· κι αφού έστησαν πάλι δίχτυα και ξόβεργα,
+έπιασαν όχι λίγα πουλιά. Μα εδοκίμαζαν κι από φιλιά αδιάκοπη γλύκα
+και γλυκοκουβεντιάζανε:
+
+ — Για σένα ήλθα Χλόη.
+
+ — Το ξέρω, Δάφνη.
+
+ — Για σένα σκοτόνω τα κακόμοιρα τα κοτσύφια. Πού λοιπόν θα
+καταντήσω για σένα; Να με θυμάσαι.
+
+ — Σε θυμάμαι· μα τις Νύμφες που σ' ορκίστηκα κάποτε σ' εκείνη τη
+σπηλιά, όπου θα πάμε μόλις το χιόνι λυώσει.
+
+ — Μα είναι πολύ, Χλόη, και φοβάμαι μήπως εγώ πριν απ' αυτό λυώσω.
+
+ — Κάνε κουράγιο, Δάφνη· καυτερός είν' ο ήλιος.
+
+ — Άμποτε να ήταν τόσο καυτερός, όσο η φωτιά που καίει την καρδιά
+μου.
+
+ — Αστειεύεσαι κοροϊδεύοντάς με.
+
+ — Όχι, μα τα γίδια, που εσύ μ' επρόσταξες να σ' ορκιστώ.
+
+11. Αφού αποκρίθηκεν αυτά η Χλόη στο Δάφνη σαν αντίλαλος κ' επειδή
+τους εφώναξεν η Νάπη, εμπήκανε πάλι μέσα, πολύ περισσότερο κυνήγι
+από το χτεσινό φέρνοντας. Κι άμα έχυσαν κρασί για τιμή του
+Διόνυσου, έτρωγαν έχοντας στεφανωμένα τα κεφάλια με κισσό. Κι όταν
+έφτασε η ώρα, σαν ετραγούδησαν τον Ίακχο κ' εφώναξαν «ευοί»,
+ξεπροβόδιζαν το Δάφνη, αφού του εγέμισαν το ταγάρι κρέατα και
+ψωμιά. Τούδωκαν και τις φάσες και τις τσίχλες να της πάη του
+Δάμωνα και της Μυρτάλης, επειδή αυτοί θα έπιαναν άλλες όσο θα
+βαστούσε ο χειμώνας και δε θάλειπε ο κισσός. Κι ο Δάφνης έφευγε,
+αφού τους εφίλησε πρώτ' από τη Χλόη για να μείνη απείραχτο το
+φίλημα εκείνης. Μα κι άλλες πολλές φορές ξαναπήγε εκεί μ' άλλους
+τρόπους· κ' έτσι ο χειμώνας δεν επέρασε γι' αυτούς δίχως έρωτα.
+
+12. Κι όταν άρχιζε πια η άνοιξη και το χιόνι έλυονε κ' η γις
+ξεκαθάριζε και το χορτάρι έβγαινε, κ' οι άλλοι βοσκοί έβγαναν τα
+κοπάδια στη βοσκή και πρώτοι απ' όλους η Χλόη κι ο Δάφνης σαν να
+εδουλεύανε σε μεγαλύτερο βοσκό. Αμέσως λοιπόν ετρέξανε στις Νύμφες
+και στη σπηλιά· κι από εκεί στον Πάνα και στο πεύκο· ύστερα στη
+βαλανιδιά, όπου καθούμενοι και τα κοπάδια έβοσκαν κ'
+εγλυκοφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Εζητήσανε να βρούνε και λουλούδια,
+επειδή ηθέλανε να στεφανώσουν τους θεούς· μα αυτά μόλις τα είχε
+ανοίξει ο Ζέφυρος, που τάθρεφε, κι ο ήλιος που τα εζέσταινε· κι
+όμως εβρέθηκαν και μενεξέδες και μανούσια και γαλατσίδες κι όσα
+πρωτοφέρνει η άνοιξη. Η Χλόη κι ο Δάφνης άρμεξαν από γίδες κι από
+μερικές προβατίνες το πρώτο γάλα και μ' αυτό ερράντισαν τ'
+αγάλματα, ενώ τα εστεφάνοναν. Έπειτα έκαμαν αρχή και του
+σουραυλιού σαν να παρακινούσανε τ' αηδόνια για το λάλημα· κ'
+εκείνα αποκρινόντανε μέσ' από τα βάτα και σιγά-σιγά
+εθρηνολογούσαν τον Ίτυ, σαν να εθυμόντανε το τραγούδι ύστερις από
+μακριά σιωπή.
+
+13. Εβέλαξαν και τα πρόβατα, επήδησαν και τ' αρνιά κι αφού
+εγονάτιζαν από κάτω από τις μαννάδες τους, εβύζαιναν τα μαστάρια·
+κι όσες δεν είχαν ακόμη γεννήσει τις εκυνηγούσαν τα κριάρια κι'
+άμα τις εσταματούσαν από την κούραση, καβαλίκευαν καθένα από μία.
+Εκυνήγησαν κ' οι τράγοι τις γίδες κ' επηδούσαν τριγύρω τους πιο
+ερωτικά και πιάνονταν αναμεταξύ τους για τις γίδες. Και κάθε
+τράγος είχε τις δικές του κ' επρόσεχε μήπως κανένας άλλος του τις
+καβαλικέψει κρυφά. Τα τέτοια πράγματα και τους γέρους ακόμη, αν τα
+βλέπανε, θα τους παρακινούσανε στην απόλαψη. Κι ο Δάφνης κ' η
+Χλόη, αφού ήτανε νέοι και γαυριασμένοι κ' εζητούσαν από πολύ πια
+καιρόν αγάπη, ξάναβαν από όσα άκουαν κ' έλυοναν από όσα έβλεπαν κ'
+ήθελαν κι αυτοί κάτι περισσότερο από το φιλί κι από τ' αγκάλιασμα·
+μα πιο πολύ ο Δάφνης, αφού βέβαια εδυνάμωσε από την κλεισούρα όλο
+το χειμώνα κι από το καθισιό, και τα φιλιά επιθυμούσε και γι'
+αγκαλιάσματα ελαχτάριζε και για κάθε δουλιά ήτανε πιο περίεργος
+και πιο τολμηρός.
+
+14. Παρακαλούσε λοιπόν τη Χλόη να του χαρίση ό,τι ήθελε και γυμνή
+να πλαγιάσει μ' αυτόνε γυμνό περισσότερη ώρα από όση συνήθιζανε
+προτήτερα· επειδή αυτό έλειπε από του Φιλητά τις ορμήνιες για να
+γίνη και το μόνο γιατρικό που καταλαγιάζει την αγάπη. Κι όταν
+εκείνη ερωτούσε τι άλλο είναι ακόμη από το φιλί κι από τ'
+αγκάλιασμα κι απ' αυτό το πλάγιασμα και τι στοχάζεται να κάνη αν
+γυμνός ξαπλωθή μ' αυτήνε γυμνή, ο Δάφνης είπε:
+
+ — Αυτό που κάνουν τα κριάρια στις προβατίνες κ' οι τράγοι στις
+γίδες. Βλέπεις πως ύστερ' απ' αυτή τη δουλιά μήτ' εκείνες πια τους
+αποφεύγουν, μήτ' εκείνοι κουράζονται κυνηγώντάς τες, παρά από δω
+και πέρα, σαν να δοκιμάζουνε την ίδια γλύκα, βόσκουνε μαζί; Πολύ
+γλυκιά, καθώς φαίνεται, είναι η δουλιά και νικάει την πίκρα του
+έρωτα.
+
+ — Μα δε βλέπεις, Δάφνη, τις γίδες και τα κριάρια και τους τράγους
+και τις προβατίνες, πως εκείνοι κάνουν ορθοί κ' εκείνες παθαίνουν
+ορθές; εκείνοι αφού πηδήσουν, κι αυτές αφού τους κρατήσουν στα
+πισινά τους; Κ' εσύ θέλεις να πλαγιάσω χάμου μαζί σου γυμνή; κι
+όμως εκείνες πόσο πιο μαλλιαρές είναι από μένα, αν κ' είμαι
+ντυμένη.
+
+Την επίστεψε ο Δάφνης κι αφού πλάγιασε χάμου μαζί της, πολλήν ώρα
+εκείτονταν κ' επειδή από όσα επιθυμούσε τίποτε δεν ήξερε να κάνη,
+τήνε σηκώνει κ' ύστερα την εσφιχταγκάλιαζε κάνοντας όπως οι
+τράγοι. Μα σαν εβρέθηκε σε πολύ δυσκολώτερη θέση, εκάθισε κ'
+έκλαψε, επειδή ήτανε κι από τα κριάρια πιο ανήξερος στου έρωτα τις
+δουλιές.
+
+15. Κ' ήτανε κάποιος γείτονας, ζευγολάτης δικού του χωραφιού, που
+τον ελέγανε Χρώμη και περασμένος στα χρόνια. Αυτός είχε γυναικούλα
+φερμένη από την πολιτεία νέα κι όμορφη και πιο τρυφερή από
+χωριάτισσα· την ελέγανε Λυκαίνιο. Τούτη, βλέποντας το Δάφνη κάθε
+μέρα να περνάη τα γίδια το πρωί για τη βοσκή, τη νύχτα για τη
+στάνη, επιθύμησε να τον κάνη αγαπητικό της, αφού τον ξεγελάση με
+χαρίσματα· και κάποτε παραφυλάξαντάς τονε μονάχο και σουραύλι του
+εχάρισε και κερήθρες και ταγάρι από λαφοτόμαρο· μα δεν ετολμούσε
+να του ειπή τίποτα, επειδή εμάντευε την αγάπη της Χλόης, γιατί τον
+έβλεπε πολύ προσκολλημένο στην κόρη. Και προτήτερα από τα
+γνεψίματα κι από το γέλοιο το κατάλαβε· μα τότες, αφού από το πρωί
+επροφασίστηκε στο Χρώμη, ότι θα πάη σε μια γειτόνισσά της
+ετοιμόγεννη, τους παρακολούθησε κι αφού εκρύφτηκε σε κάποια
+χαμόκλαδα για να μη φαίνεται άκουσεν όλα όσα είπαν, είδεν όλα όσα
+εκάμανε· μήτε της ξέφυγε ότι έκλαψε ο Δάφνης. Επειδή λοιπόν
+εσυμπόνεσε τους δύστυχους αυτούς κ' ενόμισε ότι παρουσιαζότανε
+διπλή ευκαιρία και για τη σωτηρίαν εκείνων και για τη δική της
+πιθυμιά, σοφίζεται κάτι τέτοιο:
+
+16. Την άλλη μέρα αφού επροφασίστηκε πως θα πάη στην ετοιμόγεννη
+γυναίκα, φτάνει χωρίς να κρύβεται στη βαλανιδιά όπου εκάθονταν ο
+Δάφνης κ' η Χλόη, και σαν εκαμώθηκε απαράλλαχτα την ταραγμένη
+είπε:
+
+ — Σώσε με, Δάφνη, την κακομοίρα· επειδή από τις είκοσι χήνες μου
+μια, την πιο καλή, ένας αετός μου την άρπαξε· μα επειδή εσήκωσε
+μεγάλο φόρτωμα, δε μπόρεσε πετώντας να πάη σ' εκείνο το
+συνηθισμένο του αψηλό βράχο παρά έπεσε σ' αυτήν εδώ τη χαμηλή
+λαγκάδα. Εσύ λοιπόν για τόνομα των Νυμφών κ' εκείνου του Πάνα,
+αφού μπης στη λαγκάδα, σώσε μου τη χήνα· επειδή φοβάμαι μονάχη μου
+να μπω. Κ' ίσως να σκοτώσης και τον ίδιο τον αετό και να μη σας
+αρπάξη κ' εσάς πια πολλά αρνιά και κατσίκια· και το κοπάδι ως τότε
+θα το φυλάξη η Χλόη· τήνε γνωρίζουνε βέβαια τα γίδια, γιατί πάντα
+βόσκει μαζί σου.
+
+17. Χωρίς να υποψιαστή τίποτε από τα μελλούμενα ο Δάφνης, αμέσως
+σηκόνεται κι αφού επήρε την αγκλίτσα του, ακολουθούσε τη Λυκαίνιο·
+κι αυτή τον έφερνε όσο μπορούσε μακριά από τη Χλόη κι όταν
+εφτάσανε στο πιο δασό μέρος κι αφού τον παρακάλεσε να καθίσουνε
+κοντά σε μια πηγή, του είπε:
+
+ — Αγαπάς, Δάφνη, τη Χλόη· κι αυτό το έμαθα εγώ τη νύχτα από τις
+Νύμφες. Στ' όνειρό μου οι Νύμφες μου διηγήθηκαν τα χτεσινά σου
+δάκρυα και με προστάξανε να σε σώσω, μαθαίνοντάς σε τις δουλιές
+της αγάπης. Κι αυτές δεν είναι φιλήματα κι αγκαλιάσματα κι όσα
+κάνουν τα κριάρια κ' οι τράγοι· άλλα πηδήματα είναι αυτά και πιο
+γλυκά από κείνα, επειδή έχουνε γλύκα για περισσότερο καιρό. Ανίσως
+λοιπόν και θέλης να γλυτώσης από τα βάσανα και να μάθης τις χάρες,
+που ζητάς, έλα παραδόσου σ' εμένα σαν χαρούμενος μαθητής κ' εγώ
+για το χατήρι των Νυμφών εκείνων θα σε μάθω.
+
+18. Δε βάσταξε ο Δάφνης από τη χαρά, παρά σαν άμαθος και γιδάρης,
+κ' ερωτευμένος και νέος, αφού έπεσε στα πόδια της Λυκαίνιο, την
+παρακαλούσε να τόνε μάθη όσο μπορούσε γλήγορα τον τρόπο, που να
+κάνη της Χλόης ό,τι θέλει. Και σαν να έμελλε κάτι μεγάλο κι
+αληθινά θεοσταλμένο να μάθη και κατσικάκι πως θα της δώση έταζε
+και τυριά χλωρά από πρωτάρμεχτο γάλα και την κατσίκα την ίδια.
+Αφού λοιπόν η Λυκαίνιο βρήκε τσοπάνικη αθωότητα όση δεν επερίμενε,
+άρχισε να γυμνάζη το Δάφνη με τούτο τον τρόπο. Τον πρόσταξε να
+καθίση κοντά της, όπως ήτανε, και να φιλάη φιλιά όπως κι όσα
+συνήθιζε κ' ενώ θα την εφιλούσε να την αγκαλιάζη μαζί και να
+πλαγιάζη χάμου· κι άμα εκάθησε και την εφίλησε κ' επλάγιασε κ'
+είδε πως ημπορούσε να κάνη κ' ήτανε γαυριασμένος τόνε σηκώνει από
+το πλάι της κι αφού ξαπλώθηκε από κάτω του, τον έφερε στο δρόμο
+που εζητούσεν ως τότε· κ' ύστερα δεν έκανε τίποτα ασυνήθιστο,
+επειδή η φύση η ίδια τον εμάθαινε τ' αποδέλοιπα πούπρεπε να κάνη.
+
+19. Κι αφού ετέλειωσε το ερωτικό μάθημα, ο Δάφνης έχοντας ακόμη
+ποιμενικό μυαλό, ξεκίνησε τρεχάλα για τη Χλόη να της κάνη αμέσως
+ίσα είχε μάθει, σαν να φοβότανε μήπως αργώντας τα ξεχάση· μα η
+Λυκαίνιο αφού τον εσταμάτησε, τέτοια του είπε:
+
+ — Ακόμη και τούτα πρέπει να σε μάθω, Δάφνη. Εγώ όντας γυναίκα δεν
+έπαθα τώρα τίποτε· επειδή από καιρό αυτά άλλος άντρας μου τάμαθε,
+παίρνοντας την παρθενιά μου για πλερωμή. Μα η Χλόη, άμα παλέψη
+μαζί σου τον πόλεμο αυτό, θα φωνάξη και θα κλάψη και θα κείτεται
+με πολύ αίμα σαν σκοτωμένη· εσύ όμως μη φοβηθής το αίμα, μόνε όταν
+την καταφέρης να σου παραδοθή φέρ' τηνε σε τούτο το μέρος για να
+μη την ακούση κανένας κι αν φωνάξη· κι αν δακρύση να μη την ιδή
+κανένας· κι αν ματώση να πλυθή στην πηγή και να θυμάσαι ότι εγώ
+πριν από τη Χλόη σ' έχω κάνει άντρα.
+
+20. Η Λυκαίνιο λοιπόν αφού τόσα τον ορμήνεψε, σ' άλλο μέρος της
+λαγκάδας έφυγε, σαν να εζητούσε ακόμη τη χήνα. Κι ο Δάφνης έχοντας
+στο νου του όσα του είπεν άφισε την πρώτη του ορμή· κ' εδίσταζε να
+ζητήση από τη Χλόη περισσότερο από φίλημα κι αγκάλιασμα, επειδή
+δεν ήθελε μήτε να φωνάξη σαν από εχθρό, μήτε να δακρύση σαν να
+επονούσε, μήτε να ματώση σαν σκοτωμένη. Επειδή όντας αρχάριος
+φοβότανε το αίμα κ' εθαρρούσε πως αίμα βγαίνει μονάχ' από πληγή.
+Κι αφού αποφάσισε να διασκεδάζη μαζί της όπως πάντα, εβγήκε από τη
+λαγκάδα κι άμα επήγεν εκεί όπου καθότανε η Χλόη πλέκοντας
+στεφανάκι από μενεξέδες, και ψέμα είπε, πως από τα νύχια του αετού
+άρπαξε τη χήνα, κι αφού την αγκάλιασε την εφίλησε, καθώς τη
+Λυκαίνιο στην απόλαψη@ τους. Επειδή αυτό σαν ακίνδυνο ήτανε
+συχωρεμένο. Κ' η Χλόη έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του Δάφνη κ'
+εφίλησε τα μαλλιά του, που για αυτήν ήτανε καλύτερα από τους
+μενεξέδες. Κι αφού έβγαλεν από το ταγάρι της ένα κομμάτι πηχτή και
+λίγα φελιά ψωμί, τούδωκε να φάη· κ' εκεί που έτρωγεν αυτός άρπαζεν
+από το στόμα του το φαΐ κ' έτσι έτρωγε κ' εκείνη σαν κλωσσοπούλι.
+
+21. Κ' ενώ έτρωγαν κ' εφιλιόντανε περισσότερο από όσο έτρωγαν,
+εφάνηκε ένα ψαροκάικο που επήγαινε γιαλό-γιαλό. Δεν εφυσούσε
+καθόλου, παρά ήτανε γαλήνη κι' αναγκαζόντανε να λάμνουν· κ'
+ελάμνανε δυνατά, επειδή εβιάζονταν να πάνε στην πολιτεία για
+μερικούς πλούσιους φρέσκα ψάρια. Κι όπως συνηθίζουν οι ναύτες όλοι
+να κάνουνε για να ξεχνούν την κούραση, το ίδιο έκαναν κ' εκείνοι.
+Εσήκωναν τα κουπιά μαζί κ' ένας που ήταν αρχηγός τους έλεγε κάποιο
+τραγούδι· οι άλλοι σαν χορός εφωνάζανε με μια φωνή σύμφωνα με την
+φωνήν εκείνου. Κι όσο λοιπόν έκαναν αυτά στην ανοιχτή θάλασσα,
+εχανόταν η βοή, επειδή οι φωνές σκορπιζότανε σε απλωτό ορίζοντα·
+άμα όμως, προσπερνώντας ένα κάβο, μπήκανε σε κόρφο σαν μισοφέγγαρο
+και βαθουλό, ακουότανε δυνατώτερη η βοή κ' έφταναν ξάστερα στη
+στεριά τα τραγούδια, που με το χρόνο τους ετραβούσαν κουπί. Επειδή
+όντας κάτω από τον κάμπο βαθύ φαράγγι, που εδεχότανε σαν όργανο
+μέσα του τον αχό, έβγανε φωνή, που εμιμιότανε όλα τα λεγούμενα·
+χωριστά το χτύπο των χτυπιών, χωριστά τη φωνή των ναύτηδων. Κ'
+ήτανε ευχάριστο το άκουσμα. Επειδή άμα έφτανε η φωνή από τη
+θάλασσα, τόσο πιο αργά έπαυε η φωνή από τη στεριά, όσο πιο αργά
+άρχιζε.
+
+22. Ο Δάφνης, επειδή ήξερε τι γινότανε, μονάχα στη θάλασσα
+επρόσεχε· κ' εδιασκέδαζε με το πλεούμενο, που γιαλό-γιαλό
+περνούσε τον κάμπο γληγολότερα από πουλί, κ' επροσπαθούσε να
+συγκρατήση στο νου του μερικά από τα τραγούδια για να τα παίζη με
+το σουραύλι. Μα η Χλόη, επειδή τότε πρώτη φορά άκουσεν αυτό που
+λεν αντίλαλο, πότε έβλεπε κατά τη θάλασσα, ενώ οι ναύτες
+ετραγουδούσανε με το πρόσταγμα, πότε εγύριζε κατά το φαράγγι,
+ζητώντας εκείνους που αποκρίνονταν. Κ' επειδή, άμα προσπεράσανε οι
+ναύτες, ήτανε και στο φαράγγι σιγαλιά, ερωτούσε το Δάφνη, αν είναι
+και πίσω από τον κάβο θάλασσα, κι αν περνάη γιαλό-γιαλό κι άλλο
+πλεούμενο κι αν άλλοι ναύτες ετραγουδούσαν τα ίδια κι αν όλα μαζί
+εσώπασαν. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού εγέλασε γλυκά, την εφίλησε πιο
+γλυκά και της εφόρεσε το στεφάνι από τους μενεξέδες, άρχισε να της
+λέη το παραμύθι της Ηχώς, αφού της εζήτησε, άμα της το μάθη, για
+πλερωμή δέκα φιλιά:
+
+23. — Νύμφες, αγάπη μου, είναι πολλές: Μελικές, Δρυάδες και
+Έλειες· όλες όμορφες, όλες τραγουδίστρες· και μια απ' αυτές
+εγέννησε κόρη την Ηχώ· θνητή, επειδή ήταν από πατέρα θνητό·
+όμορφη, επειδή ήταν από μητέρα όμορφη. Την αναθρέφουνε λοιπόν οι
+Νύμφες και τη μαθαίνουν οι Μούσες να παίζη το σουραύλι και να λέη
+με τη λύρα και την κιθάρα κάθε τραγούδι, ως που άμα ήτανε στον
+ανθό της παρθενιάς της, εχόρευε μαζί με τις Νύμφες, ετραγουδούσε
+μαζί με τις Μούσες· τους αρσενικούς όμως τους απόφευγε όλους και
+ανθρώπους και θεούς, επειδή αγαπούσε την παρθενιά. Ο Πάνας θυμόνει
+με την κόρη, γιατί της εζήλεψε το τραγούδι και δεν απόλαψε την
+ομορφιά της· και κάνει τρελλούς τους βοσκούς και τους γιδάρηδες.
+Κ' εκείνοι σαν σκυλιά ή σαν λύκοι την κατακομματιάζουν και
+σκορπούνε στη γις τα κομμάτια της, που ακόμα τραγουδούσαν. Κ' η
+γις για χατήρι των Νυμφών έκρυψεν όλα τα κομμάτια κ' εφύλαξε τη
+μουσική και με τη θέληση των Μουσώνε βγάνει φωνή και τα μιμιέται
+όλα, καθώς τότες η κόρη, θεούς, ανθρώπους, όργανα, θεριά· μιμιέται
+και τον ίδιο τον Πάνα, όταν παίζη το σουραύλι· κ' εκείνος, άμα τ'
+ακούση, πετιέται και τρέχει κατά τα όρη, όχι από πόθο να τήνε
+συναπαντήση, μόνο για να μάθη ποιος είναι ο κρυμμένος μαθητής.
+
+Αφού είπε το παραμύθι αυτό ο Δάφνης, όχι μονάχα δέκα φορές, παρά
+πολύ περισσότερες τον εγλυκοφίλησε η Χλόη. Παραλίγο κι αυτά να τα
+ειπή η Ηχώ, σαν για να βεβαιώση ότι δεν είπε καθόλου ψέματα.
+
+24. Κ' επειδή κάθε μέρα γινόταν ο ήλιος πιο καυτερός, γιατί
+τελείονε η άνοιξη κι άρχιζε το καλοκαίρι, είχαν πάλι καινούργιες
+και καλοκαιρινές διασκέδασες· ο Δάφνης κολυμπούσε στα ποτάμια κ' η
+Χλόη λουζότανε στις πηγές. Εκείνος έπαιζε το σουραύλι
+παραβγαίνοντας με τα πεύκα κ' εκείνη τραγουδούσε συναγωνιζούμενη
+τ' αηδόνια. Κυνηγούσαν τριζόνια, έπιαναν τζιτζίκους φωνακλάδες
+εμάζευαν λουλούδια· εσειούσαν τα δέντρα, έτρωγαν πωρικά. Και
+κάποτες επλάγιασαν μαζί και γυμνοί κ' εσκεπάστηκαν μ' ένα τομάρι
+γίδας. Κ' εύκολα θα γινόταν η Χλόη γυναίκα, αν δεν τρόμαζε το
+Δάφνη το αίμα. Κ' έτσι από φόβο μη δεν κρατήση τη φρονιμάδα του,
+δεν άφινε τη Χλόη να γυμνύνεται πολύ, ως που απορούσεν η Χλόη, μα
+ντρεπότανε να ρωτήση την αφορμή.
+
+25. Το καλοκαίρι αυτό πολλοί γαμπροί ετριγύριζαν στη Χλόη και
+πολλοί από άλλα μέρη πηγαίνανε στο Δρύαντα ζητώντάς τη για γάμο·
+κι άλλοι χαρίσματα έφερναν κι άλλοι έταζαν μεγάλα. Η Νάπη λοιπόν
+παρακινούμενη από τις ελπίδες, συμβούλεψε να παντρέψουν τη Χλόη
+και να μη κρατούνε στο σπίτι περισσότερο καιρό τόσο μεγάλη κόρη,
+που δίχως άλλο ύστερ' από λίγο, βόσκοντας, θα χάση την παρθενιά
+της και θα πάρη άντρα κανέν' από τους βοσκούς για μήλα ή για ρόδα,
+παρά κ' εκείνη να την κάμουνε νοικοκυρά κι αυτοί, αφού πάρουν
+πολλά δώρα, να τα φυλάνε για το δικό τους και γνήσιο παιδί τους,
+(Επειδή είχανε κάμει αρσενικό παιδί λίγο προτήτερα). Κι ο Δρύαντας
+πότε χαιρόντανε με τα λεγούμενα, επειδή καθένας έταζε δώρα
+μεγαλύτερα από όσα άξιζε μια βοσκοπούλα, και πότε, κάνοντας τη
+σκέψη, ότι η κορασιά είναι καλύτερη από τους χωριάτες γαμπρούς, κι
+αν καμιά φορά βρη τους αληθινούς γονιούς της θα τους κάμη
+τρισευτυχισμένους, άφινε γι' άλλο καιρό την απάντηση και την
+ετραβούσε σε μάκρος· και στο αναμεταξύ εκέρδιζε όχι λίγα
+χαρίσματα. Κ' η Χλόη άμα τάμαθε, βρισκότανε σε μεγάλη λύπη και
+τόκρυβε από το Δάφνη για πολύν καιρό, επειδή δεν ήθελε να τόνε
+λυπήση. Μα όταν πια εκείνος την παρακαλούσε κ' επίμενε@ να μάθη και
+λυπότανε περισσότερο που δεν εμάθαινε παρά αν έμελλε να τα μάθη,
+του τα διηγιέται όλα· τους γαμπρούς, που ήτανε πολλοί και
+πλούσιοι· τους λόγους, που η Νάπη, σπουδάζοντας για το γάμο,
+έλεγε· πως δεν αρνήθηκε ο Δρύαντας, παρά ίσαμε τον τρύγο το είχε
+αφίσει.
+
+26. Άμα τάκουσεν ο Δάφνης γίνεται έξωφρενών κ' έκλαψε, αφού κάθησε
+χάμου, λέγοντας ότι θα πεθάνη, αν δε μένη πια μαζί του η Χλόη· κι
+όχι μονάχα αυτός παρά και τα γίδια ύστερ' από τέτοιονε βοσκό.
+Κατόπι, αφού συνήρθε, πήρε θάρρος και στοχαζόταν, ότι θα καταπείση
+τον πατέρα της κ' ελογάριαζε έναν από τους γαμπρούς και τον ατό
+του και παράλπιζε πως θα φανή καλύτερος από τους άλλους. Ένα
+μονάχα τον ετρόμαζε: ότι ο Λάμωνας δεν ήταν πλούσιος. Αυτό μόνο
+του ξαδυνάτιζε την ελπίδα. Μολοντούτο έβρισκε καλό να τη ζητήση
+για γυναίκα κ' εσυμφωνούσε κ' η Χλόη. Στο Λάμωνα δεν τόλμησε να
+ειπή τίποτε, παρά στη Μυρτάλη και τον έρωτά του θαρρετά εφανέρωσε
+και για το γάμο της έκανε λόγο. Κι αυτή τα είπε τη νύχτα στο
+Λάμωνα. Κ' επειδή εκείνος άκουσε με κακό την ομιλία και την
+έβριζε, πως κορίτσι βοσκών προξενεύει του παιδιού, που με τα
+σημάδια δείχνει πως θάχη τύχη μεγάλη και που άμα βρη τους εδικούς
+του θα τους κάμη κι αυτούς λεύτερους κι αφέντηδες σε μεγαλύτερα
+χτήματα, η Μυρτάλη φοβούμενη μήπως, άμα απελπιστή ολότελα ο Δάφνης
+για το γάμο, αποκοτήση εξ αιτίας του έρωτά του τίποτε που να του
+φέρη το θάνατο, τούλεγε άλλες αφορμές της άρνησης:
+
+ — Είμαστε, παιδί μου, φτωχοί κ' έχουμε ανάγκη από νύφη, που να
+φέρη κάτι περισσότερο, ενώ εκείνοι είναι πλούσιοι και χρειάζονται
+γαμπρούς πλούσιους. Μα πήγαινε, κατάπεισε τη Χλόη κ' εκείνη τον
+πατέρα της να μη ζητούνε μεγάλα πράγματα παρά να σου τη δώσουνε
+γυναίκα. Κ' η Χλόη δίχως άλλο σ' αγαπάει και προτιμάει να κοιμάται
+μαζί με φτωχό κι όμορφο παρά με πλούσιον άσκημο σαν μαϊμού.
+
+27. Η Μυρτάλη, επειδή δεν έλπιζε ποτέ, ότι ο Δρύαντας θα τα
+παραδεχτή αυτά, αφού είχε για γαμπρούς πλουσιώτερους, επίστευε πως
+με τρόπο θ' αρνηθή το γάμο. Κι ο Δάφνης δε μπορούσε νάχη παράπονο
+για τα λεγούμενα. Επειδή όμως έμενε πολύ πίσω από όσους εζητούσαν
+τη Χλόη, έκανε το συνηθισμένο στους φτωχούς αγαπητικούς: Έκλαψε
+και παρακαλούσε πάλι τις Νύμφες να τόνε βοηθήσουν. Κι αυτές εκεί
+που εκοιμόταν ο Δάφνης τη νύχτα, του παρουσιάζονται με τα ίδια
+σχήματα καθώς προτήτερα· κ' η πιο ψηλή έλεγε πάλι:
+
+ — Για το γάμο της Χλόης θα νοιαστή άλλος θεός· μα εμείς θα σου
+δώσουμε δώρα, που θα μαγέψουν το Δρύαντα. Το πλοίο των Μεθυμνιωτών
+νέων, που τη λιγαριά του κάποτε την έφαγαν τα γίδια σου, ο άνεμος
+το τράβηξεν εκείνη την ημέρα μακριά από τη στεριά· μα τη νύχτα,
+άμα σηκώθηκε στη θάλασσα πελαγήσιος άνεμος, έπεσ' έξω στη στεριά
+απάνω στους ακριανούς βράχους· κι αυτό χάθηκε μαζί με πολλά
+πράματα που ήτανε μέσα· ένα πουγγί όμως με τρεις χιλιάδες δραχμές
+τόβγαλε το κύμα στην αμμουδιά και κείτεται σκεπασμένο με φύκια
+κοντά σ' ένα ψόφιο δελφίνι, που εξ αιτίας ποτέ δεν πήγε κοντά
+κανένας διαβάτης, φεύγοντας τη βρώμα του ψοφιμιού. Μα εσύ πήγαινε
+κοντά· κι όταν σιμώσης σήκωσε το πουγγί· κι αφού το πάρης δόσε το.
+Θα σου είναι αρκετό να μη φανής τώρα φτωχός· κι αργότερα θα γίνης
+και πλούσιος.
+
+28. Αυτά αφού είπαν εκείνες, εφύγανε μαζί με τη νύχτα· κι όταν
+ξημέρωσε σηκώθηκε ο Δάφνης πασίχαρος κ' έφερνε με δυνατά
+σφυρίγματα τα γίδια στη βοσκή· κι αφού εφίλησε τη Χλόη κ'
+επροσκύνησε τις Νύμφες, κατέβηκε στη θάλασσα, σαν νάθελε να πλυθή
+με θαλασσινό νερό· κι απάνω στον άμμο, κοντά στην ακρογιαλιά,
+περπατούσε ζητώντας τις τρεις χιλιάδες δραχμές. Και δεν είχε να
+κουραστή πολύ, επειδή το δελφίνι μυρίζοντας άσκημα του χτυπούσε
+στη μύτη ριγμένο εκεί και σάπιο κ' έχοντας τη βρώμα του για οδηγό
+στο δρόμο, γλήγορα εσίμωσεν εκεί· κι άμα παραμέρισε τα φύκια,
+βρίσκει το πουγγί γεμάτο μ' άσπρα. Κι αφού το σήκωσε και τόβαλε
+στο ταγάρι του, δεν έφυγε προτού να δοξάση τις Νύμφες κι αυτή τη
+θάλασσα. Επειδή, αν κ' ήτανε γιδάρης, τώρα θαρρούσε και τη θάλασσα
+πιο γλυκιά από τη γις, γιατί τον εβοηθούσε να παντρευτή τη Χλόη.
+
+29. Και μόλις επήρε τις τρεις χιλιάδες δεν αργοπορούσε, μόνε σαν
+να ήταν ο πιο πλούσιος όχι μονάχα από τους ζευγολάτες του τόπου
+του παρά κι από όλους τους ανθρώπους, πηγαίνει αμέσως στη Χλόη και
+της διηγιέται τ' όνειρο, της δείχνει το πουγγί και την παρακαλάει
+να προσέχη τα κοπάδια, ως που να γυρίση· ύστερα τρέχει γλήγορα στο
+Δρύαντα και βρίσκοντάς τονε ν' αλωνίζη λίγο σιτάρι με τη Νάπη, του
+μιλάει με πολύ θάρρος για το γάμο:
+
+ — Δος μου τη Χλόη γυναίκα. Εγώ και το σουραύλι ξέρω να παίζω καλά
+και να κλαδεύω τ' αμπέλια και να παραχόνω τα δένδρα· ξέρω και το
+χωράφι να οργόνω και να λιχνίζω στον αέρα· και πώς βόσκω το κοπάδι
+μάρτυρας είναι η Χλόη· πενήντα γίδια, που παράλαβα, τάκαμα διπλά·
+έθρεψα και τράγους μεγάλους κι όμορφους, ενώ προτήτερα εβάναμε τις
+γίδες να πηδιούνται με ξένους· μα και νέος είμαι και γείτονάς σας
+δίχως ψεγάδι. Και μ' έθρεψε γίδα, όπως τη Χλόη προβατίνα. Αν κ'
+είμαι τόσο καλύτερος από τους άλλους, όμως μήτε στα χαρίσματα θα
+μείνω πίσω· εκείνοι θα δώσουνε γίδια και πρόβατα κ' ένα ζευγάρι
+ψωριάρικα βόιδια και στάρι, που δε φτάνει να ταΐσετε μήτε τις
+όρνιθες· εγώ όμως δίνω αυτές τις τρεις χιλιάδες δραχμές· μονάχα να
+μην το μάθη κανένας αυτό, μήτε ο ίδιος ο Λάμωνας ο πατέρας μου.
+Και συνάμα τις έδινε, κι αφού τους αγκάλιασε, τους γλυκοφιλούσε.
+
+30. Εκείνοι σαν είδαν ανέλπιστα τόσα λεφτά, αμέσως έδιναν το λόγο
+τους, ότι θα του δώσουν τη Χλόη για γυναίκα κ' υπόσχονταν πως θα
+πείσουν και το Λάμωνα. Η Νάπη λοιπόν μένοντας εκεί με το Δάφνη
+εγύριζε τα βόιδια και με τα δικάβαλα έβγανε το στάρι από τα
+στάχια, ενώ ο Δρύαντας, αφού έκρυψε το πουγγί εκεί που είχε
+φυλάξει τα γνωρίσματα, πήγαινε τρεχάλα στο Λάμωνα και στη Μυρτάλη,
+έχοντας σκοπό να τους ζητήση το γαμπρό πράγμα που δεν είχε
+ξαναγίνει. Κι αφού τους ηύρε να μετράνε το κριθάρι, που τώχανε
+λιχνίσει προλίγο, και νάναι λυπημένοι επειδή λίγο έλειψε να είναι
+λιγώτερο από όσο είχανε σπείρει, για κείνα τους επαρηγόρησε,
+λέγοντας ότι τα ίδια είχανε γίνει παντού, κ' ύστερα τους εζητούσε
+το Δάφνη για τη Χλόη. Κ' έλεγεν, ότι ενώ άλλοι του δίνουν πολλά,
+απ' αυτούς δε θα πάρη τίποτα, παρά κι από τα δικά του ακόμη θα
+τους δώση· επειδή είχαν αναθραφή μαζί τα παιδιά κι όταν έβοσκαν
+είχανε δεθή μ' αγάπη, ώστε να μη μπορή εύκολα να τους χωρίσουνε·
+μα τώρα έχουνε κι ηλικία για να κοιμούνται μαζί. Αυτά κι ακόμη
+περισσότερα έλεγεν ο Δρύαντας, σαν να είχε γι' ανταμοιβή, άμα τους
+πείση, τις τρεις χιλιάδες. Κι ο Λάμωνας μην ημπορώντας πια μήτε τη
+φτώχια να προφασιστή, επειδή αυτοί δεν υπερηφανεύονταν, μήτε την
+ηλικία του Δάφνη, επειδή ήταν πια παλληκάρι, δεν εξεστόμισε
+καθόλου την αλήθεια ότι δεν ταίριαζε στο Δάφνη τέτοιος γάμος. Μα
+ύστερ' από λίγη σιωπή έτσι αποκρίθηκε:
+
+ — Καλά κάνετε να προτιμάτε τους γειτόνους από τους ξένους κι από
+την τίμια φτώχια να μη θαρρήτε καλύτερα τα πλούτια. Ο Πάνας κ' οι
+Νύμφες να σας το πληρώσουν. Κ' εγώ ο ίδιος θέλω να γίνη ο γάμος,
+επειδή θάμουνα τρελλός, αφού είμαι πια μεσόκοπος, κ' έχω ανάγκη
+από περισσότερα χέρια για τις δουλιές, να μη πάρω βοήθεια και το
+δικό σας σπίτι που θάναι μεγάλη ευτυχία· περιζήτητη είναι κ' η
+Χλόη και καλή κι όμορφη κοπέλλα και σ' όλα άξια· μα επειδή είμαι
+δούλος, δεν ορίζω τίποτα από τα δικά μου, παρά πρέπει αφού τα μάθη
+κι ο αφέντης να δώση την άδεια· γι' αυτό λοιπόν ας αφίσουμε το
+γάμο ίσαμε το χυνόπωρο. Θάρθη τότες αυτός λένε όσοι έρχονται σ'
+εμάς από την πολιτεία. Τότε θα γίνουν αντρόγυνο· τώρα ας
+αγαπιούνται σαν αδέρφια. Μάθε μονάχα τούτο, Δρύαντα· βιάζεσαι για
+παλληκάρι, που είναι καλύτερο από μας.
+
+Αφού τόσα είπε, τον εφίλησε και τούβαλε να πιή, επειδή ήταν πια
+μεσημέρι και τον ξεπροβόδισε ίσαμε παραπέρα, κάνοντάς του κάθε
+περιποίηση.
+
+32. Μα ο Δρύαντας επειδή δεν άκουσε αψήφιστα τα τελευταία λόγια
+του Δάμωνα, ενώ πήγαινε, στοχαζότανε μόνος του:
+
+ — Ποιος τάχα νάναι ο Δάφνης; Αναθράφηκε από γίδα, σαν να
+νοιαζόντανε γι' αυτόν οι θεοί· είναι όμορφος και δεν μοιάζει
+καθόλου με τον πατσουρομύτη το γέρο και με τη μαδημένη τη γυναίκα
+του. Βρήκε και τρεις χιλιάδες, ενώ φυσικό είναι να μην έχη ένας
+γιδάρης μήτε τόσα αχλάδια. Άραγε να τον πέταξε κι αυτόν κανένας
+σαν τη Χλόη; Άραγε να τόνε βρήκε κι αυτόν ο Λάμωνας, όπως εγώ τη
+Χλόη; Άραγε να ήτανε κοντά του και σημάδια όμοια μ' εκείνα που
+βρήκα κ' εγώ; Αν είναι έτσι, ω αφέντη Πάνα κι αγαπημένες Νύμφες,
+χωρίς άλλο αυτός άμα βρη τους εδικούς του, θα βρη και κάτι από το
+μυστικό της Χλόης.
+
+Τέτοια στοχαζότανε μονάχος του κι ονειρευόταν ίσαμε τ' αλώνι του.
+Κι άμα έφτασεν εκεί και βρήκε το Δάφνη, προσμένοντας με
+καρδιοχτύπι τα νέα, τόνε δυναμόνει κράζοντάς τονε γαμπρό και του
+δίνει το λόγο του πως το χυνόπωρο θα κάμουν τους γάμους· και τόνε
+βεβαίωνε ότι κανένας άλλος δεν θα πάρη τη Χλόη εξόν απ' αυτόν.
+
+33. Γρηγορότερα λοιπόν κι από το νου ο Δάφνης και χωρίς να πιη
+μήτε να φάη τρέχει στη Χλόη. Κ' ευρόντας τη ν' αρμέγη και να
+τυροκομάη και για το γάμο τα καλά μαντάτα της έλεγε κι από κείνη
+τη στιγμή φανερά σαν γυναίκα του τήνε γλυκοφιλούσε και της
+βοηθούσε στη δουλειά· άρμεγε στις καρδάρες το γάλα· εστράγγιζε
+στις καλαμωτές τα τυριά· έβανε κοντά στις μαννάδες τους τ' αρνιά
+και τα κατσίκια. Κι όταν πια ετέλειωσαν αυτά με το καλό,
+ελούστηκαν, εφάγανε μ' όρεξη, τριγυρνούσανε ζητώντας πωρικά
+γουρμασμένα· κ' ήταν πλήθος απ' αυτά εξ αιτίας της εποχής· πολλά
+γκόρτσα, πολλά αχλάδια, πολλά μήλα, άλλα πεσμένα πια κάτω κι άλλα
+ακόμη επάνω στα δέντρα. Τα πεσμένα στη γις ήταν πιο μυρουδάτα· κι
+όσα ήτανε στα κλαδιά πιο ομορφόχρωμα· εκείνα μοσκοβολούσανε σαν
+κρασί και τούτα ελάμπανε σαν χρυσάφι. Μια μηλιά ήτανε τρυγημένη
+και μήτε καρπούς είχε, μήτε φύλλα· όλα τα κλαριά της ήτανε γυμνά·
+και μονάχα ένα μήλο έμενε στην κορφή του πιο ψηλού κλαριού· μεγάλο
+κι όμορφο και μονάχο του εμοσκοβολούσε περισσότερο από όλα τ'
+άλλα. Φοβήθηκε εκείνος που ετρύγησε τη μηλιά ν' ανέβη εκεί επάνω ή
+παραμέλησε να το κόψη· ίσως και ν' άφισε το όμορφο μήλο για
+ερωτευμένο βοσκό.
+
+34. Τούτο το μήλο καθώς το είδεν ο Δάφνης έτρεξε να το κόψη,
+ανεβαίνοντας εκεί επάνω, και δεν άκουσε τη Χλόη που τον εμπόδιζε.
+Κ' εκείνη, σαν δεν την άκουσε, έφυγε τρέχοντας προς τα κοπάδια. Ο
+Δάφνης όμως, αφού ανέβηκε, κατώρθωσε να το κόψη και να το πάη δώρο
+στη Χλόη· και τέτοια λόγια είπε σ' αυτή, που ήτανε θυμωμένη.
+
+ — Το μήλο τούτο, αγάπη μου, το γέννησε τ' όμορφο καλοκαίρι και το
+ανάθρεψε δέντρο όμορφο· το γούρμασε ο ήλιος και το φύλαξε η τύχη.
+Και δε μπορούσα έχοντας μάτια να τ' αφίσω να πέση χάμω και ή
+κοπάδι βόσκοντας να το πατήση ή φίδι σερνούμενο να το φαρμακώση ή
+ο καιρός να το σαπίση μένοντας εκεί επάνω, βλεπούμενο,
+παινευούμενο. Το μήλο πήρε η Αφροδίτη βραβείο της ομορφιάς της·
+τούτο κ' εγώ για βραβείο σου δίνω· έχετε κ' οι δυο τούς ίδιους
+κριτάδες σας· εκείνος ήτανε βοσκός· εγώ γιδάρης.
+
+Αφού είπεν αυτά το βάνει στο κόρφο της· κ' εκείνη, όταν εσίμωσε,
+τον εγλυκοφίλησε. Κ' έτσι ο Δάφνης δε μετάνοιωσε που αποκότησε ν'
+ανέβη τόσο ψηλά, επειδή επήρε φιλί καλύτερο κι από το χρυσό μήλο.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
+
+
+
+1. Κ' ερχάμενος από τη Μιτυλήνη κάποιος, που ήτανε δούλος στον
+ίδιο αφέντη με το Λάμωνα, έφερνε είδηση, πως λίγο πριν τον τρύγο
+θάρθη ταφεντικό τους για να μάθη μήπως τα χτήματά του τάβλεψε@
+καθόλου το έμπασμα των Μεθυμνιωτώνε. Κ' επειδή έφευγε πια το
+καλοκαίρι κ' έφτανε το χυνόπωρο, του ετοίμαζε την εξοχή ο Λάμωνας,
+ώστε να του αρέση σ' όλα άμα την έβλεπε· πάστρευε τις πηγές για
+νάχουν νερό καθαρό· έβγανε την κοπριά από την αυλή για να μη τον
+πειράξη βρωμώντας· σιγύριζε το περιβόλι για να φανή όμορφο.
+
+2. Κ' ήτανε το περιβόλι κάτι αριστούργημα που και βασιλιάς θα το
+ζήλευε· είχε μάκρος ίσαμ' ένα στάδιο κ' ήτανε σε ψήλωμα έχοντας
+πλάτος τέσσερα πλέθρα. Θα το παρομοίαζε κανένας με κάμπο μακρύ· κ'
+είχεν όλα τα δέντρα: μηλιές, σμερτιές, αχλαδιές και ροϊδιές και
+συκιές· από τ' άλλο μέρος αμπέλι αψηλό, που απλωνότανε αποπάνω από
+τις μηλιές και τις αχλαδιές παρδαλίζοντας, σαν να συνοριζότανε μ'
+αυτές για το κάρπισμα. Τόσα ήτανε τα ήμερα· μα ήτανε και
+κυπαρίσσια και δάφνες και πλατάνια και κουκουναριές· και σ' όλα
+αυτά αποπάνω αντί γι' αμπέλι απλωνότανε κισσός, που τα τσαμπιά
+του, όντας μεγάλα και μαυριδερά, εφαίνονταν σαν σταφύλια· από μέσα
+ήτανε τα καρπερά δέντρα σαν να φυλάγονταν απ' έξω στέκανε γύρω-γύρω
+τ' άγρια σαν φραγή χεροφτιαστή· κι αυτά όμως τα περιτριγύριζε
+φράχτης από ψιλά αγκάθια. Ήταν όλα με τάξη και χωρισμένα κ' η μια
+ρίζα μακριά από την άλλη · μα τα κλαριά τους έσμιγαν ψηλά το ένα
+με τ' άλλο και μπλέκανε τα φύλλα τους· κ' έτσι φαίνονταν πως κι
+αυτά ήτανε φτιαστά. Ήτανε και λουλουδιώνε βραγιές, που άλλα
+τάβγαζε η γις κι άλλα τα φύτευαν τριανταφυλλιές και λαλέδες και
+κρίνα τα είχανε φυτέψει ανθρώπινα χέρια· γιούλια και μανούσια και
+γαλατσίδες τάβγαζε η γις. Το καλοκαίρι ήτανε ίσκιος και την άνοιξη
+λουλούδια και το χυνόπωρο και σε κάθ' εποχή πωρικά.
+
+3. Απ' εδώ φαινότανε καλά ο κάμπος και μπορούσανε να βλέπουν
+αυτούς που έβοσκαν· φαινότανε καλά κ' η θάλασσα κ' έβλεπαν όσους
+ταξιδεύανε γιαλό-γιαλό. Κ' έτσι αυτά προσθέτανε στην ομορφιά του
+περιβολιού. Και καταμεσίς του περιβολιού στο μάκρος και πλάτος
+ήτανε ναός του Διόνυσου και βωμός. Περιτριγύριζαν το βωμό κισσός
+και το ναό κλήματα· κ' είχε μέσα ο ναός διονυσιακές ζωγραφιές· τη
+Σεμέλη που γεννούσε, την Αριάδνη που κοιμότανε, το Λυκούργο
+δεμένο, τον Πενθέα που κατακοματιαζότανε· ήτανε και Ιντοί που
+νικόντουσαν και Τυρρηνοί που αλλάζανε μορφή· παντού Σάτυροι παντού
+Βάκχες που χορεύανε· μήτε ο Πάνας είχε λησμονηθή, παρά καθότανε κι
+αυτός παίζοντας το σουραύλι επάνω σε βράχο, παρόμοιος με
+παιγνιδιάτορα, που έπαιζε τον ίδιο σκοπό και για κείνους που
+πατούσανε και για κείνες που εχόρευαν.
+
+4. Αν κ' ήτανε τέτοιο το περιβόλι, ο Λάμωνας το εσιγύριζε,
+κόβοντας τα ξερά, στηλόνοντας τα κλήματα· εστεφάνωσε το Διόνυσο·
+άνοιξε αυλάκι να τρέχη το νερό στ' άνθια από μια πηγή, που τη
+βρήκεν ο Δάφνης ανάμεσα στα λουλούδια· η πηγή ήτανε κοντά στ'
+άνθια, την έλεγαν όμως πηγή του Δάφνη. Παρακινούσε ο Δάμωνας και
+το Δάφνη να παχαίνη τα γίδια όσο μπορούσε περισσότερο, λέγοντας,
+ότι δίχως άλλο κ' εκείνα θα ζητήση να τα ιδή ο αφέντης, ερχάμενος
+ύστερ' από καιρό. Κ' εκείνος δε φοβότανε ότι δε θα παινευτή γι'
+αυτά, επειδή και διπλά από όσα είχε πάρει τάκαμε και κανένα δεν
+του είχε αρπάξει λύκος και ήτανε πιο παχιά από τα πρόβατα. Και
+θέλοντας να είναι ο αφέντης του πιο πρόθυμος για το γάμο του,
+εφρόντιζε γι' αυτά με κάθε τρόπο, φέρνοντάς τα στη βοσκή απ' του
+θεού το χάραμα και γυρίζοντας στη στάνη το δείλι· τα πότιζε δυο
+φορές την ημέρα κ' εζητούσε τα πιο καλά βοσκοτόπια· ενοιάστηκε και
+για σκαφίδια καινούργια και για τάλαρους πολλούς και για καλαμωτές
+μεγαλύτερες. Και τόσο εφρόντιζε ως που και τα κέρατα άλειφε και το
+μαλλί τους εχτένιζε. Θα νόμιζε κανένας πως βλέπει κοπάδι
+αφιερωμένο στον Πάνα. Κ' εκοπίαζε σ' όλα αυτά μαζί του κ' η Χλόη·
+και λησμονώντας το κοπάδι της τον περισσότερο καιρό έμενε κοντά σ'
+εκείνα, ως που ενόμιζε ο Δάφνης, ότι εξ αιτίας της του εφαίνονταν
+όμορφα τα γίδια.
+
+5. Κ' ενώ τούτοι έκαναν αυτά, ήλθεν από την πολιτεία δεύτερος
+μαντατοφόρος κ' επρόσταξε να τρυγάνε τ' αμπέλια το γληγορότερο· κι
+αυτός είπε, θα μείνη εκεί όσο που να κάμουνε τα σταφύλια μούστο,
+κ' ύστερα γυρίζοντας στην πολιτεία θα φέρη τον αφέντη, όταν πια θα
+είναι ο χυνοπωριάτικος τρύγος. Αυτόν λοιπόν τον Εύδρομο (έτσι τον
+έλεγαν, επειδή δουλιά του ήτανε το να τρέχη) τον επεριποιόντανε με
+κάθε τρόπο, και συνάμα αποτρυγούσανε τ' αμπέλια, έφερναν τα
+σταφύλια στα πατητήρια, έρριχναν το μούστο στα βαγένια, αφίνοντας
+επάνω στα κλήματα τα μισογινωμένα σταφύλια, για να μπορέσουν όσοι
+θα ερχόντανε από την πολιτεία να πάρουν ιδέα του τρύγου και να
+ευχαριστηθούν.
+
+6. Κι όταν πια ετοιμαζότανε να γυρίση στην πολιτεία ο Εύδρομος, κι
+άλλα όχι λίγα τούδωσε ο Δάφνης, μα κι ακόμη όσα δώρα μπορούσε να
+του δώση ένας γιδάρης· τυριά καλοπηγμένα· κατσικάκι όψιμο,
+γιδοτόμαρο λευκό και μαλλιαρό για να το φορή το χειμώνα, όταν
+τρέχη· κ' εκείνος χαιρότανε κ' εφιλούσε το Δάφνη και τούδινε το
+λόγο του πως κάτι καλό στον αφέντη θα ειπή γι' αυτόν. Κ' έφυγεν ο
+Εύδρομος φίλος του πια. Ο Δάφνης όμως γεμάτος ανησυχία έμενε μαζί
+με τη Χλόη· μα και τούτη εφοβότανε πολύ γι' αυτόν, επειδή παιδί
+συνηθισμένο να βλέπη τα γίδια και το βουνό και τους ζευγολάτες και
+τη Χλόη πρώτη φορά έμελλε να ιδή τον αφέντη, που πρώτα μονάχα τ'
+όνομά του άκουε. Ανησυχούσε λοιπόν για το Δάφνη πώς θα μιλήση του
+αφέντη κ' έτρεμε η ψυχή της για το γάμο τους, μήπως τον
+ονειρεύονταν του κάκου. Και για τούτο αδιάκοπα ήτανε τα φιλιά και
+τ' αγκαλιάσματα σφιχτά σαν να ήτανε κολλημένοι· κ' ήτανε τα φιλιά
+φοβισμένα και τ' αγκαλιάσματα λυπημένα, σαν να είχεν έλθει τώρα ο
+αφέντης ή μπορούσε να τους ιδή.
+
+7. Μα κοντά στ' άλλα τους βρήκε και μια τέτοια σύχυση. Ήτανε
+κάποιος Λάμπης, βοϊδολάτης κακός άνθρωπος, που κι αυτός εζητούσε
+τη Χλόη για γυναίκα από το Δρύαντα κι ως τα τώρα χαρίσματα πολλά
+του είχε δώσει για να πιτύχη το γάμο· άμα λοιπόν ένοιωσε, ότι, αν
+δώση την άδεια το αφεντικό, θα την πάρη ο Δάφνης, ζητούσε τρόπο
+που να θυμώση μ' αυτούς ο αφέντης· και ξέροντας, ότι αυτός
+αγαπούσε πολύ το περιβόλι, εστοχάστηκε να το χαλάση όσο μπορούσε
+περισσότερο και να το ρημάξη. Μα αν έκοβε τα δέντρα, θα πιανόταν
+από το χτύπο· για τούτο έβαλε στο νου του να χαλάση τα λουλούδια.
+Αφού λοιπόν εφύλαξε τη νύχτα κ' επήδησε το φράχτη, άλλα
+εξερρίζωσε, άλλα έκοψε κι άλλα τα ετσαλαπάτησε σαν αγριογούρουνο·
+κ' ύστερα έφυγε χωρίς να τόνε νοιώση κανένας. Κι ο Λάμωνας
+μπαίνοντας την άλλη μέρα στο περιβόλι, ελογάριαζε να τα ποτίση από
+την πηγή. Μα άμα είδε όλο το μέρος ρημαγμένο σαν να τα είχε κάμει
+αυτά εχτρός κουρσάρος, εξέσκιζε αμέσως τα ρούχα του και με φωνή
+δυνατή έκραζε τους θεούς· ως που κ' η Μυρτάλη, αφίνοντας ό,τι
+κρατούσε στα χέρια της, έτρεχεν έξω, κι ο Δάφνης βάνοντας μπροστά
+τα γίδια, εγύρισε πίσω· κι όταν τα είδαν εφώναζαν και φωνάζοντας
+έκλαιαν.
+
+8. Κ' ελυπόντανε όλοι για τα λουλούδια· μα αυτοί έκλαιαν από το
+φόβο του αφέντη· θάκλαιγε κι όποιος ξένος ετύχαινε να βρεθή εκεί.
+Επειδή είχε ρημαχτή όλος ο τόπος κι όλη η άλλη γις ήτανε σαν
+λάσπη. Κι αν κανένα από τα λουλούδια ξέφυγε το χαλασμό, άνθιζε κ'
+έλαμπε κ' ήτανε ακόμη όμορφο και χάμω πεσμένο. Πετούσαν από πάνω
+τους και μέλισσες η μια κοντά στην άλλη, αδιάκοπα βουΐζοντας σαν
+νάκλαιγαν κι αυτές. Κι ο Λάμωνας από τη σαστιμάρα του και τούτα
+έλεγε:
+
+ — Ωϊμέ, η τριανταφυλλιά πώς είναι τσακισμένη! πω, πω! τα γιούλια
+πώς είναι πατημένα! ω! οι λαλέδες και τα μανούσια που τα ξερρίζωσε
+κάποιος κακός άνθρωπος! θάρθη η άνοιξη κι αυτά δε θ' ανθίσουν· θα
+ξαναγυρίση το καλοκαίρι κι αυτά δε θα λουλουδίσουν· το χυνόπωρο,
+με αυτά κανένανε δε θα στεφανώσουνε· μήτ' εσύ, αφέντη Διόνυσε, δε
+λυπήθηκες τα κακόμοιρ' αυτά λουλούδια, που καθόσουνε σιμά τους και
+τάβλεπες, και που μ' αυτά σ' εστεφάνωσα πολλές φορές· πώς θα δείξω
+τώρα το περιβόλι στ' αφεντικό; και ποιος θα γίνη εκείνος άμα τα
+ιδή; θα κρεμάση γέρο άνθρωπο από καμιά φτελιά, σαν το Μαρσύα· μα
+ίσως και το Δάφνη, σάματις να τάχουν κάμει αυτά τα γίδια του.
+
+9. Και με τα λόγια τούτα έχυναν πιο καυτερά δάκρυα κ' έκλαιγαν όχι
+πια τα λουλούδια παρά τα κορμιά τους· έκλαιγε κ' η Χλόη το Δάφνη
+πως θα κρεμαστή και παρακαλούσε να μην έλθη πια τ' αφεντικό τους·
+και περνούσε μέρες πικραμένες σαν νάβλεπε από τώρα το Δάφνη να
+τόνε χτυπούνε με το καμτσίκι. Κι όταν πια άρχιζε να νυχτώνη, ο
+Εύδρομος τους έφερνε είδηση, ότι ο γέρος αφέντης τους θα φτάση
+ύστερ' από τρεις μέρες· το παιδί του όμως θάρθη αύριο.
+@Εστοχάζονταν λοιπόν τα όσα είχανε γίνει και τάλεγαν και στον
+Εύδρομο. Κι αυτός συμπαθώντας το Δάφνη ορμήνευε να φανερώσουν τα
+όσα είχανε γίνει πρώτα στο νέον αφέντη, και τους έδινε το λόγο του
+πως θα τους βοηθήση κι αυτός, επειδή τον εστιμάριζε, γιατί είχαν
+φάει ένα γάλα. Κι όταν εξημέρωσε έτσι έκαμαν.
+
+10. Ήλθεν ο Άστυλος καβάλα· κι ο παράσιτός του· καβάλα κι αυτός.
+Εκείνος μόλις έβγαινε γένεια· κι ο Γνάθωνας (επειδή έτσι έλεγαν
+τον παράσιτο) εξουριζόταν από πολύν καιρό. Και τότε ο Λάμωνας μαζί
+με τη Μυρτάλη και το Δάφνη, πέφτοντας εμπρός στα πόδια του,
+παρακαλούσανε να λυπηθή γέρο κακομοίρη και να τόνε γλυτώση από το
+θυμό του πατέρα του, επειδή δεν έφταιγε καθόλου. Και συνάμα του τα
+λέει όλα ένα προς ένα. Τον εσπλαχνίστηκε από τα παρακάλια του ο
+Άστυλος κι αφού μπήκε στο περιβόλι κ' είδε τον αφανισμό των
+λουλουδιών, είπεν ότι θα παρακαλέση τον πατέρα του και θα ρίξη το
+βάρος στ' άλογα, που σαν τάδεσαν εκεί, έκαμαν τη συφορά κι άλλα
+ετσάκισαν, άλλα τα ετσαλαπάτησαν κι άλλα τα ξερρίζωσαν, αφού
+λύθηκαν. Ύστερ' απ' αυτά του ευχόντανε όλα τα καλά ο Λάμωνας κ' η
+Μυρτάλη κι ο Δάφνης τούφερνε χαρίσματα κατσικάκια, τυριά, όρνιθες
+με τα μικρά τους, σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, μήλα με τα
+κλαριά τους. Ήτανε μέσα στα δώρα και κρασί μοσκάτο της Λέσβος,
+καλώτατο για πιόσιμο.
+
+11. Ο Άστυλος τα δεχότανε αυτά· κ' ύστερα τόρριξε στο κυνήγι των
+λαγώνε, σαν πλουσιόπαιδο, που πάντα διασκέδαζε και που ήλθε στην
+εξοχή για να δοκιμάση καινούργιες χαρές. Μα ο Γνάθωνας, σαν
+άνθρωπος που έμαθε μόνο να τρώη και να πίνη ως που να μεθύση, και
+μη όντας τίποτε άλλο παρά στόμα και κοιλιά κι όσα ήτανε κάτω από
+την κοιλιά, δεν είδεν αδιάφορα το Δάφνη, όταν έφερε τα χαρίσματα.
+Επειδή όμως και φυσικά κυνηγούσε τα παιδιά, άμα βρήκεν ομορφιά,
+που μήτε στην πολιτεία δεν την είχεν ιδή, έβαλε με το νου του να
+ριχτή του Δάφνη κ' ενόμιζε πως εύκολα θα τον καταφέρη, σαν γιδάρης
+που ήτανε. Κι αφού αποφάσισεν αυτά δεν πήγαινε στο κυνήγι μαζί με
+τον Άστυλο, παρά κατέβαινε εκεί που έβοσκεν ο Δάφνης, παίρνοντας
+πρόφαση τα γίδια· η αλήθεια όμως ήτανε πως ήθελε να ιδή το Δάφνη.
+Και κολακεύοντάς τον, του παίνευε τα γίδια και τον παρακάλεσε να
+παίξη με το σουραύλι του ένα τσοπάνικο· και τούλεγε πως γλήγορα θα
+τον κάνη ελεύθερο, γιατί όλα τα μπορεί.
+
+12. Και σαν τον είδε ήμερο, κάνοντας του καρτέρι τη νύχτα, που
+γύριζε τα γίδια απ' τη βοσκή, πρώτα τον εφίλησε βγαίνοντας μπροστά
+του· ύστερα τον παρακαλούσε να του γυρίση τα πισινά του, έτσι όπως
+κάνουν οι γίδες στους τράγους. Κι όταν πια αργά ο Δάφνης ένοιωσε
+τι ήθελεν ο Γνάθωνας, τούλεγεν ότι φυσικό είναι να καβαλικεύουν οι
+τράγοι τις γίδες· μα κανένας ποτέ δεν είδε τράγο να καβαλικεύη
+τράγο, μήτε κριάρι αντί προβατίνες κριάρι, μήτε κόκκορα αντί για
+όρνιθες κόκκορα. Ο Γνάθωνας όμως ήταν ικανός να τον αναγκάση με τη
+βία, βάνοντας χέρι επάνω του· μα ο Δάφνης άνθρωπο μεθυσμένο και
+μόλις στεκάμενο στα πόδια του, αφού τον έσπρωξε, τον έρριξε χάμω
+στη γις, και φεύγοντας γλήγορα σαν σκυλάκι, τον άφισε πεσμένο κάτω
+κ' έχοντας ανάγκη άντρα, όχι παιδιού για να τον τραβήξη από το
+χέρι. Και δεν τον εζύγονε πια καθόλου, παρά πότ' εδώ και πότ' εκεί
+έβοσκε τα γίδια, αποφεύγοντας εκείνον και γυρεύοντας τη Χλόη. Μα
+μήτε ο Γνάθωνας τον κυνηγούσε πια, σαν έμαθε καλά, ότι δεν είναι
+μονάχα όμορφος, παρά και δυνατός· και ζητούσεν ευκαιρία να μιλήση
+γι' αυτόν στον Άστυλο κ' έλπιζε να του τόνε χαρίση ο νέος, επειδή
+ήθελε να του κάνη πολλές και μεγάλες χάρες.
+
+13. Μα τότε δε μπόρεσε· επειδή έφτασεν ο Διονυσιοφάνης με την
+Κλεαρίστη· κ' ήτανε ταραχή μεγάλη από ζώα, δούλους, άντρες,
+γυναίκες. Μα ύστερα έφτιανε λόγο ερωτικό και μακρύ. Κ' ήτανε ο
+Διονυσιοφάνης μεσόκοπος πια, ψηλός όμως κι όμορφος και που
+μπορούσε και με παλληκάρια να παραβγή· μα και πλούσιος όσο λίγοι
+και καλός σαν κανένας άλλος. Την πρώτη μέρα που ήλθε έκαμε θυσία
+στους θεούς, που διαφέντευαν την εξοχή· στη Δήμητρα και στο
+Διόνυσο και στον Πάνα και στις Νύμφες· έκαμε και τραπέζι σ' όλους,
+που ήταν εκεί. Τις άλλες ημέρες εξέταζε του Λάμωνα τα έργα· και
+βλέποντας τα χωράφια αυλακωμένα, τ' αμπέλια με φύλλα, το περιβόλι
+όμορφο (επειδή για τα λουλούδια το βάρος το πήρε επάνω του ο
+Άστυλος) ευχαριστιόταν περίσσα κ' επαίνευε το Λάμωνα και του έταζε
+πως θα τον αφίση ελεύθερο. Κατέβηκε ύστερα και στο κοπάδι για να
+ιδή και τα γίδια και το βοσκό.
+
+14. Η Χλόη έφυγε στο δάσος, επειδή ντράπηκε κ' εφοβήθηκε τόσον
+κόσμο. Μα ο Δάφνης έμειν' εκεί ζωσμένος γιδοτόμαρο μαλλιαρό,
+έχοντας κρεμάσμένο, από τους ώμους ταγάρι, που μόλις τώχαν
+απορράψει, κρατώντας με τόνα χέρι τυριά χλωρά και με τ' άλλο
+κατσικάκια βυζανιάρικα· αν καμιά φορά ο Απόλλωνας, όταν εδούλευε
+στο Λαομέδοντα, εβόσκησε γίδια, τέτοιος θα ήτανε, όπως εφάνηκε
+τότες ο Δάφνης. Αυτός λοιπόν δεν είπε τίποτε, παρά αφού
+κατακοκκίνησε, έρριξε τα μάτια του χάμω, δίνοντας τα χαρίσματα. Μα
+ο Δάμωνας είπε:
+
+ — Αυτός, αφέντη, είναι των γιδιώνε σου ο βοσκός. Εσύ μούδωκες να
+βόσκω πενήντα και δυο τραγιά· τούτος σου τάχει κάμει εκατό και
+δέκα τράγους· βλέπεις πόσο παχιά είναι και μαλλιαρά και με κέρατα
+γερά· τα έμαθε να καταλαβαίνουν και τη μουσική· ακούγοντας λοιπόν
+το σουραύλι όλα τα κάνουν.
+
+15. Όντας εκεί η Κλεαρίστη, θέλησε να ιδή αυτό που είπεν ο Λάμωνας
+και διατάζει το Δάφνη να παίξη το σουραύλι στα γίδια, όπως
+συνήθιζε, και του τάζει άμα παίξη να του χαρίση ένα πουκάμισο και
+ποδίνες. Κ' εκείνος αφού τους εκάθισε γύρω σαν σε θέατρο, στάθηκε
+κάτω από τη βαλανιδιά και βγάνοντας από το ταγάρι το σουραύλι,
+πρώτα εφύσηξε λίγο. Και τα γίδια εσταμάτησαν σηκώνοντας το κεφάλι·
+ύστερα έπαιξε το σκοπό του βοσκημάτου και τα γίδια έβοσκαν
+σκύβοντας το κεφάλι· πάλι έπαιξε γλυκά κι όλα μαζί ξαπλωθήκανε
+χάμω· κ' έβγαλε στριγγό λάλημα· κ' εκείνα σαν να ερχότανε λύκος
+ετρέξανε στο δάσος να κρυφτούν· ύστερ' από λίγο έπαιξε το
+ξαναφωναχτικό και τα γίδια βγαίνοντας από το δάσος μαζεύτηκαν όλα
+κοντά στα πόδια του. Μήτε άνθρωπου δούλους δε θα μπορούσε να ιδή
+κανένας ν' ακούν έτσι στην προσταγή του αφέντη. Κι όλοι οι άλλοι
+λοιπόν εθαύμαζαν και περισσότερο η Κλεαρίστη· κι ωρκίστηκε πως τα
+δώρα που έταξε θα του τα δώση, επειδή ήτανε καλός γιδάρης κ' ήξερε
+και μουσική. Κι αφού γυρίσανε στο εξοχικό εγιωμάτιζαν κ' έστειλαν
+και στο Δάφνη από όσα έτρωγαν.
+
+16. Κι αυτός έτρωγε μαζί με τη Χλόη κ' ευχαριστιόνταν δοκιμάζοντας
+μαγέρεμμα της πολιτείας· κ' έλπιζε πως θα πιτύχουν το γάμο,
+πείθοντας τ' αφεντικά. Μα ο Γνάθωνας ξαναμμένος από όσα είχανε
+γίνει στο κοπάδι και νομίζοντας ανυπόφερτη τη ζωή του, αν δεν
+απολάψη το Δάφνη, αφού παραφύλαξε τον Άστυλο, εκεί που περιδιάβαζε
+στο περιβόλι, και τον έφερε στο ναό του Διόνυσου, του φιλούσε τα
+χέρια και τα πόδια. Κ' επειδή εκείνος ερωτούσε γιατί τα κάνει αυτά
+και τον επρόσταζε να του ειπή και του ορκιζόταν πως θα του κάνη τη
+χάρη, ο Γνάθωνας είπε:
+
+ — Πάει, αφέντη, ο Γνάθωνάς σου· αυτός, που ίσαμε τώρα αγαπούσε
+μονάχα τα τραπέζια, που προτήτερα ορκιζότανε ότι τίποτε δεν είναι
+ομορφότερο από το παλιό κρασί, που από τα παιδιά της Μιτυλήνης
+θαρρούσε καλλίτερους τους μαγέρους σου· τώρα μονάχα ο Δάφνης μου
+φαίνεται πως είναι όμορφος· και μη δοκιμάζοντας πια τα πλούσια
+φαγιά σου, αν και κάθε μέρα ετοιμάζονται τόσα κρέατα, ψάρια,
+γλυκά, με χαρά μου θα γινόμουνα γίδα για να τρώω χορτάρι και
+φύλλα, ν' ακούω το σουραύλι του Δάφνη και να με βόσκη εκείνος· μα
+εσύ γλύτωσε τον Γνάθωνά σου και τον ανίκητο έρωτα καταπόνεσέ τον.
+Ειδεμή σ' ορκίζουμαι στο θεό μου, αφού πάρω μαχαίρι κι αφού γεμίσω
+την κοιλιά μου φαγιά, θα σκοτωθώ εμπρός στου Δάφνη τη θύρα. Κ' εσύ
+δεν θα με ειπής πια Γναθωνάκι, όπως συνηθίζεις πάντα χωρατεύοντας.
+
+17. Δε βάσταξε να τόνε βλέπη να κλαίη και πάλι τα πόδια να του
+γλυκοφιλή, επειδή ήτανε παλληκάρι μεγαλόκαρδο κ' ήξερεν από αγάπης
+πόνο, παρά τούδινε το λόγο του πως θα τόνε ζητήση, από τον πατέρα
+του και πως θα τόνε φέρη στην πολιτεία δικόνε του σκλάβο κ'
+εκείνου αγαπητικό. Και θέλοντας να του ανοίξη και κεινού την
+καρδιά τον ερωτούσε χαμογελώντας, αν δεν ντρέπεται ν' αγαπάη το
+γιό του Λάμωνα παρά και γυρεύει με τα σωστά του να πλαγιάση μαζί
+με παλληκαράκι, που βόσκει γίδια· και συνάμα καμονότανε πως
+συχαίνεται την τραγίσια βρώμα. Μα εκείνος καθώς είχε μάθει κάθε
+του έρωτα παραμύθι στα τραπέζια των παραλυμένων, όχι αστόχαστα,
+και για τον εαυτό του και για το Δάφνη, έλεγε:
+
+ — Κανένας αγαπητικός, αφέντη, δεν τα ψιλολογάει αυτά, μόνε σ'
+όποιας λογής πράμα κι αν βρη την ομορφιά σκλαβώνεται. Γι' αυτό και
+φυτό κάποιος αγάπησε και ποτάμι και θεριό. Κι όμως ποιος δε θα
+λυπότανε αγαπητικό, που θάπρεπε να φοβάται εκείνον που αγαπάει; Μα
+εγώ αγαπάω στο κορμί του σκλάβου την ομορφιά την ελεύθερη. Βλέπεις
+πως μοιάζουν τα μαλιά του με λαλέ; πως λάμπουν τα μάτια κάτω από
+τα φρύδια σαν δαχτυλιδόπετρα μέσα σε χρυσή δέση; πως το πρόσωπό
+του είναι γεμάτο κοκκινάδι και το στόμα του απ' άσπρα δόντια σαν
+του ελέφαντα; Ποιος αγαπητικός δε θα παρακαλούσε να πάρη από εκεί
+νόστιμα φιλιά; Κι αν αγάπησα βοσκό, μιμήθηκα τους θεούς.
+Βοϊδολάτης ήτανε ο Αγχίσης και τον πήρεν η Αφροδίτη· γίδια έβοσκε
+ο Βράχιος και τον αγάπησεν ο Απόλλωνας· βοσκός ήτανε ο Γανυμήδης
+και τον άρπαξε ο Δίας· ας μην περιφρονούμε παιδί, που είδαμε να το
+ακούν και τα γίδια σαν αγαπητικιές· μα αν αφίνουνε να μένη ακόμη
+κάτω στη γις τέτοια ομορφιά, ας χρωστάμε χάρη στου Δία τους
+αετούς.
+
+18. Κι αφού γλυκογέλασεν ο Άστυλος γι' αυτά μάλιστα τα λόγια του
+και είπε πόσο μεγάλους σοφιστές κάνει ο έρωτας, εζητούσεν ευκαιρία
+που να μιλήση στον πατέρα του για το Δάφνη. Μα σαν τάκουσε κρυφά
+όλα όσα ειπώθηκαν ο Εύδρομος κ' επειδή από τη μια μεριά αγαπούσε
+το Δάφνη γιατί ήτανε τίμιο παλληκάρι κι από την άλλη του ερχότανε
+κακό να γίνη ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα τέτοια ομορφιά, αμέσως τα
+λέει όλα ένα προς ένα σ' εκείνον και στο Λάμωνα. Ο Δάφνης λοιπόν,
+αφού σάστισε στην αρχή, αποφάσιζε ν' αποκοτήση να φύγη αντάμα με
+τη Χλόη ή να πεθάνη μαζί μ' εκείνη· Μα ο Λάμωνας αφού εφώναξε έξω
+απ' την αυλή τη Μυρτάλη, της είπε:
+
+ — Χαθήκαμε, γυναίκα· ήλθεν η ώρα να φανερώσουμε τα κρυφά· ας
+μείνουν έρμα τα γίδια κι όλα τ' άλλα· όμως μα τον Πάνα και μα τις
+Νύμφες, κι αν πρέπη, καθώς λένε, ν' αφίσω τα βώδια στο σταύλο, δε
+θα κρύψω ποια είναι η μοίρα του Δάφνη, παρά θα ειπώ και ό,τι βρήκα
+παραπεταμένο και θα φανερώσω πώς τον είδα να θρέφεται και θα δείξω
+όσα βρήκα μαζί του. Ας μάθη ο Γνάθωνας ο βρωμερός ποιος όντας ποια
+πιθυμάει. Ετοίμαζέ μου μονάχα καλά τα σημάδια.
+
+19. Κι αφού εσυμφώνησαν αυτά, μπήκανε πάλι μέσα. Ο Άστυλος όμως
+προσπέφτοντας του πατέρα του, όταν τον πέτυχεν ήσυχο, ζητάει το
+Δάφνη να τον πάη στην πολιτεία επειδή ήταν όμορφος και δεν του
+άξιζε να ζη στην εξοχή κ' επειδή μπορούσε να μάθη από το Γνάθωνα
+και της πολιτείας τα πράγματα· με χαρά του@ παραδέχεται ο πατέρας·
+κι αφού έστειλε κ' εφώναξε το Λάμωνα και τη Μυρτάλη τους έλεγε την
+καλήν είδηση, ότι απ' εδώ και πέρα θα περιποιέται ο Δάφνης τον
+Άστυλο αντί τα γίδια και τους τράγους· και τους έταζε ότι αντί για
+το Δάφνη θα τους δώση δυο γιδάρηδες. Τότε ο Λάμωνας, ενώ είχαν
+όλοι πια μαζευτή και χαίρονταν ότι θάχουνε μαζί τους δούλο όμορφο,
+αφού ζήτησε την άδεια να μιλήση, άρχισε να λέη:
+
+ — Άκουσε, αφέντη, από άνθρωπο γέρο λόγο αληθινό. Και πιάνω όρκο
+στον Πάνα και στις Νύμφες, πως δε θα ειπώ καθόλου ψέματα. Δεν
+είμαι ο πατέρας του Δάφνη, μήτε η Μυρτάλη είχε την τύχη να γίνη
+μητέρα· άλλοι γονιοί το παραπέταξαν το παιδί αυτό, ίσως επειδή
+είχανε παιδιά μεγαλύτερα αρκετά· κ' εγώ το βρήκα παραπεταμένο και
+το ανάθρεφε γίδα δική μου, που και την έθαψα, άμα πέθανε, στο
+περιβόλι, αγαπώντας τη επειδή εφέρθηκε σαν μητέρα. Βρήκα και
+σημάδια παραρριγμένα μαζί του. Το βεβαιόνω, αφέντη, και τα φυλάω,
+επειδή είναι σημάδια πως έχει τύχη καλύτερη απ' τη δική μας. Να
+είναι λοιπόν σκλάβος του Άστυλου δε μου κακοφαίνεται· όμορφος
+δούλος όμορφου και καλού αφέντη· μα δε μπορώ να υποφέρω να γίνη
+ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα, που βιάζεται να τον πάη στη Μιτυλήνη για
+να τον έχη σαν γυναίκα.
+
+20. Ο Λάμωνας, αφού είπεν αυτά, εσώπασε κ' έχυσε πολλά δάκρυα, Κ'
+επειδή ο Γνάθωνας αναγριώνονταν κ' εφοβέριζε πως θα τόνε δείρη, ο
+Διονυσιοφάνης σαστισμένος από όσα άκουσε, επρόσταξε το Γνάθωνα να
+σωπαίνη αγριοκοιτάζοντάς τονε με ζαρωμένα φρύδια, και ερωτούσε
+πάλι το Λάμωνα και τον εδιάταζε να λέη την αλήθεια χωρίς να φτιάνη
+παραμύθια για να τον κρατάη σαν γιο του. Μα σαν επίμενε εκείνος κι
+ορκιζότανε σ' όλους τους θεούς και παραδινότανε να τον τυραγνούν
+ανίσως και βγη ψεύτης, άμα εκάθισε κ' η Κλεαρίστη εξέταζαν τα όσα
+ειπώθηκαν.
+
+ — Και γιατί θάλεγε ψέματα ο Λάμωνας, αφού μπορούσε να πάρη δυο
+γιδάρηδες αντί για ένα; και πώς μπορούσε να τα φτιάση αυτά ένας
+χωριάτης; Και δεν ήταν απίστευτο από τέτοιο γέρο κι από μητέρα
+πρόστυχη να γεννηθή γιος όμορφος;
+
+21. Αποφάσισαν λοιπόν να μη σκοτίζουνται περισσότερο, παρά να
+εξετάζουν τα σημάδια, αν έδειχναν τρανή και καλύτερη τύχη. Πήγε η
+Μυρτάλη να τα φέρη όλα, που ήτανε φυλαγμένα σ' ένα παλιό ταγάρι·
+κι άμα τάφερε πρώτος ο Διονυσιοφάνης τάβλεπε· κι όταν είδε
+πανωφοράκι κόκκινο, θηλυκωτήρι ολόχρυσο, σπαθάκι με χέρι
+φιλντισένιο, αφού εφώναξε δυνατά «ω αφέντη Δία!», κράζει τη
+γυναίκα του για να τα ιδή· κ' εκείνη άμα τα είδε φωνάζει κι αυτή:
+
+ — Αγαπημένες μοίρες! δεν τα βάλαμ' εμείς αυτά κοντά στο ίδιο το
+παιδί μας και δε στείλαμε τη Σωφροσύνη να τα φέρη σε τούτα τα
+χωράφια; βέβαια, δεν είναι άλλα, παρά τα ίδια, αγαπημένε μου
+άντρα· δικό μας είναι το παιδί· γιός σου είναι ο Δάφνης κ' έβοσκε
+τα πατρικά του γίδια.
+
+22. Κ' ενώ ακόμη αυτή έλεγε κι ο Διονυσιαφάνης εφιλούσε τα σημάδια
+κ' έκλαιγε από περίσσα χαρά, ο Άστυλος ακούγοντας ότι είναι
+αδελφός του, αφού επέταξε το πανωφόρι του, έτρεχε κατά το περιβόλι
+θέλοντας να φιλήση πρώτος το Δάφνη· Και σαν τον είδε ο Δάφνης να
+τρέχη με πολλούς και να φωνάζη, νομίζοντας ότι έτρεχε επειδή ήθελε
+να τον πιάση, αφού επέταξε χάμω το ταγάρι και το σουραύλι έφευγε
+κατά τη θάλασσα για να γκρεμιστή από το μεγάλο βράχο. Και ίσως —
+το πιο παράξενο — θα χανότανε ο Δάφνης μόλις εβρέθηκε, αν δεν
+εστοχαζόταν ο Άστυλος να ξαναφωνάξη:
+
+ — Στάσου, Δάφνη, και μη φοβηθής καθόλου· είμαι αδερφός σου και
+γονιοί σου οι ως τα τώρα αφέντες σου· τώρα δα ο Λάμωνας μας είπε
+για τη γίδα και μας έδειξε τα σημάδια· και γυρίζοντας πίσω κοίταξε
+πώς τρέχουνε χαρούμενοι και με γέλοια· μα φίλησε πρώτα εμένα· σ'
+ορκίζομαι στις Νύμφες πως δε σου λέω ψέματα.
+
+Μόλις ύστερ' από τον όρκο εστάθηκε και πρόσμεινε τον Άστυλο, που
+έτρεχε· κι όταν εσίμωσε τον εγλυκοφίλησε. Κ' εκεί που φιλούσε
+εκείνονε, φτάνει τρεχάλα ο άλλος κόσμος, δούλοι, δούλες, ο ίδιος ο
+πατέρας, η μητέρα μαζί του. Όλοι αυτοί τον αγκάλιαζαν, τον
+εγλυκοφιλούσανε χαρούμενοι, κλαίγοντας. Κ' εκείνος τον πατέρα και
+την μητέρα πρώτ' από τους άλλους αγκάλιαζε και σαν να τους
+εγνώριζε από καιρό τους έσφιγγε στα στήθεια του και δεν ήθελε να
+βγη από την αγκαλιά τους. Έτσι γλήγορα η φύση γεννάει την
+εμπιστοσύνη. Παρολίγο να λησμονήση και τη Χλόη. Κι αφού πήγε στο
+εξοχικό, εφόρεσε πλούσια φορέματα κι όταν εκάθισε κοντά στον
+πατέρα του, τον άκουγε που έλεγε τέτοια:
+
+24. — Παντρεύτηκα, παιδιά μου, πολύ νέος κι όταν επέρασε λίγος
+καιρός είχα γίνει πατέρας ευτυχισμένος, καθώς ενόμιζα. Επειδή είχα
+κάμει πρώτον ένα γιο, δεύτερη μια θυγατέρα και τρίτο τον Άστυλο,
+εθαρρούσα πως ήτανε αρκετή η γεννιά· κι άμα γεννήθηκε ύστερ' απ'
+αυτά το παιδί τούτο, το πέταξα, βάζοντας μαζί του τα πράγματα
+αυτά, όχι για σημάδια παρά για νεκρικά. Μα άλλα της τύχης τα
+γραμμένα. Επειδή το μεγαλύτερο παιδί κ' η θυγατέρα επέθαναν από
+την ίδια αρρώστια την ίδια ημέρα. Μα εσύ μου εγλύτωσες με την
+έγνοια των θεών για νάχουμε περισσότερους γεροκόμους. Μήτε λοιπόν
+εσύ να μου φυλάξης ποτέ πάθος για το πέταμα, επειδή δεν το
+αποφάσισα θέλοντας, μήτε κ' εσύ Άστυλε να λυπηθής, ότι θα πάρης
+ένα μερίδιο αντί για όλη την περιουσία. Μα ν' αγαπάτε ο ένας τον
+άλλο κι όσο για πλούτη και με βασιλιάδες παραβγαίνετε. Θα σας
+αφίσω πολλά χτήματα και πολλούς άξιους δούλους· χρυσάφι· ασήμι· κι
+όσα άλλα πράματα έχουν οι πλούσιοι. Μόνο δίνω ξέχωρα στο Δάφνη το
+μέρος τούτο και το Δάμωνα και τη Μυρτάλη και τα γίδια που τάβοσκε
+ο ίδιος.
+
+25. Ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ο Δάφνης, αφού επετάχθηκε επάνω,
+είπε:
+
+ — Καλά που μου τα θύμισες, πατέρα· πάω να ποτίσω τα γίδια, που
+βέβαια διψασμένα τώρα προσμένουν το σουραύλι μου κ' εγώ κάθουμαι
+εδώ χάμω.
+
+Όλοι εγλυκογέλασαν, επειδή, αν κ' είχε γίνει αφέντης, ήθελε να
+είναι ακόμη γιδάρης· κ' έστειλαν κάποιον άλλονε να φροντίση για
+κείνα. Κι αφού εκάμανε θυσία στο σωτήρα Δία, ετοίμαζαν το τραπέζι.
+Στο τραπέζι αυτό μονάχα ο Γνάθωνας δεν ήλθε, παρά με φόβο έμεινε
+στο ναό του Διόνυσου και τη μέρα και τη νύχτα σαν παρακαλεστής. Κι
+όταν όλοι έμαθαν γλήγορα, ότι ο Διονυσιοφάνης βρήκε γιο κι ο
+Δάφνης ο γιδάρης βρέθηκε αφέντης των γιδιών, έτρεχαν όλοι με τα
+χαράματα από κάθε μεριά για να χαρούνε μαζί με το παλληκαράκι και
+φέρνοντας στον πατέρα του χαρίσματα· και πρώτος απ' όλους ο
+Δρύαντας που ανάθρεφε τη Χλόη.
+
+26. Ο Διονυσιοφάνης τους κρατούσεν όλους να καθίσουν ύστερ' από τη
+χαρά και στη γιορτή· κ' είχεν ετοιμαστή πολύ κρασί, πολλά ψωμιά,
+πουλιά του βάλτου, γουρουνάκια γαλατερά, γλυκίσματα λογιών-λογιών·
+κ' εθυσιάζονταν πολλά σφαχτά στους θεούς τους προστάτες
+του τόπου. Τότε ο Δάφνης αφού μάζεψε όλα τα τσοπάνικα πράματά του,
+τα εμοίραζε σαν τάματα στους θεούς· στο Διόνυσο αφιέρωσε το ταγάρι
+και το τομάρι· στον Πάνα το σουραύλι και το παγιαύλι· στις Νύμφες
+την αγκλίτσα και τα καρδάρια, που τάχε φτιάσει ο ίδιος. Μα τα
+γνώριμα ήτανε τόσο πιο γλυκά από την ασυνήθιστη ευτυχία, που
+έκλαιγε, όταν εχωριζότανε καθέν' απ' αυτά· και μήτε τα καρδάρια τα
+εκρέμασε προτού ν' αρμέξη, μήτε το τομάρι προτού να το φορέση,
+μήτε το σουραύλι προτού να το παίξη, μα τα εφίλησε όλα αυτά κ'
+εχαιρέτισε τα γίδια κ' εφώναξε τους τράγους με τ' όνομά τους. Κι
+απ' την πηγή ακόμη έπιε, επειδή πολλές φορές είχε πιεί και με τη
+Χλόη. Δε φανέρωνεν όμως ακόμη τον έρωτά του, ζητώντας ευκαιρία γι'
+αυτό.
+
+27. Κ' ενώ ο Δάφνης έκανε θυσίες, συνέβηκαν τούτα στη Χλόη:
+καθότανε κλαίγοντας, βόσκοντας τα πρόβατα και καθώς ήτανε φυσικό
+λέγοντας:
+
+ — Μ' ελησμόνησε ο Δάφνης· ονειρεύεται γάμους πλούσιους· γιατί τον
+έβανα να ορκιστή στα γίδια αντί στις Νύμφες; Τάφησε κι αυτά σαν τη
+Χλόη· μήτε ενώ θυσιάζει στον Πάνα και στις Νύμφες επιθύμησε να ιδή
+τη Χλόη· βρήκεν ίσως κοντά στη μάννα του δούλες καλύτερες από
+μένα· ας είναι καλά· μα εγώ δε θα ζήσω.
+
+28. Κ' εκεί που έλεγε τέτοια, κ' εστοχαζότανε τέτοια, ο Λάμπης ο
+γελαδάρης, αφού ήλθε άξαφνα μ' άλλους ζευγολάτες, την άρπαξε για
+να μη την παντρευτή πια ο Δάφνης και να προτιμήση εκείνον ο
+Δρύαντας. Αυτή λοιπόν την έπαιρναν φωνάζοντας λυπητερά· μα κάποιος
+που τα είδε τα εμήνυσε στη Νάπη κ' εκείνη στο Δρύαντα κι ο
+Δρύαντας στο Δάφνη. Κι αυτός αφού γίνηκε έξωφρενών, δεν κοτούσε να
+το ειπή στον πατέρα· κ' επειδή δε μπορούσε να το υποφέρη, σαν
+μπήκε στον κήπο, εθρηνολογούσε, λέγοντας:
+
+ — Ω σκληρό βρέσιμο! πόσο καλύτερο μου ήτανε να βόσκω! πόσο πιο
+καλότυχος ήμουνα όντας δούλος! τότε έβλεπα τη Χλόη· μα τώρα ο
+Λάμπης, αφού μου την άρπαξε, φεύγει· κι άμα νυχτώση θα κοιμηθή
+μαζί της· κ' εγώ πίνω και διασκεδάζω και του κάκου ορκίστηκα στον
+Πάνα και στα γίδια και στις Νύμφες.
+
+29. Ενώ έλεγεν αυτά ο Δάφνης, τάκουσε ο Γνάθωνας που ήτανε
+κρυμμένος στον κήπο· και θαρρώντας πως ήλθεν η ευκαιρία να τα
+φτιάξη με το Δάφνη, αφού πήρε μερικά από τα κοπέλια του Άστυλου,
+τρέχει και προφτάνει το Δρύαντα· και σαν τον επρόσταξε να τους
+δείχνη το δρόμο για το εξοχικό του Λάμπη, έτρεχε γλήγορα. Κι όταν
+τον επρόφτασε που μόλις έμπαζε τη Χλόη, κι αυτή την παίρνει και
+τους άλλους χωριάτες τους ετσάκισε στο ξύλο· ύστερα ήθελε να τόνε
+σέρνη δεμένο καθώς σκλάβο από κανένα πόλεμο· και θα τον έσερνε, αν
+δεν επρόφταινε να λακίση. Αφού κατώρθωσε τόσο μεγάλη δουλειά,
+εγύρισε ό,τι άρχιζε να νυχτώνη, και βρίσκει το Διονυσιοφάνη να
+κοιμάται, μα το Δάφνη ναγρυπνάη και να κλαίη ακόμη στον κήπο· του
+φέρνει λοιπόν εμπρός του τη Χλόη και δίνοντάς του τη όλα του τα
+διηγιέται· και τον παρακαλάει να μη του κρατάη πια κάκια και να
+τον έχη όχι αδιαφόρετο δούλο μήτε να τόνε βγάζη από το τραπέζι,
+επειδή θα πεθάνη από την πείνα. Κι ο Δάφνης άμα είδε τη Χλόη και
+την εκρατούσε στα χέρια του, και με το Γνάθωνα, καθώς μ' ευεργέτη
+του, εφιλιονότανε και σ' εκείνη εδικιολογότανε για την αδιαφορία
+του.
+
+30. Κ' ύστερ' από σκέψη εβρίσκανε σωστό να μη λένε τίποτε για το
+γάμο τους παρά νάχη κρυφά τη Χλόη και μονάχα στη μητέρα του να
+εξομολογηθή τον έρωτά τους· μα δεν το παραδεχότανε ο Δρύαντας παρά
+ήθελε να το ειπή του πατέρα του και τους εβεβαίονε πως αυτός θα
+τον καταφέρη. Κι άμα εξημέρωσε, έχοντας τα σημάδια στο ταγάρι,
+επήγε στο Διονυσιοφάνη και στην Κλεαρίστη, που εκαθόντανε στον
+κήπο· κ' ήταν εκεί κι ο Άστυλος κι ο ίδιος ο Δάφνης. Κι όταν
+εσώπασαν, άρχισε να λέη:
+
+ — Η ίδια αιτία με τα Λάμωνα με αναγκάζει να φανερώσω ό,τι ήτανε
+μυστικό ως τα τώρα. Τη Χλόη τούτη μήτε την έκαμα, μήτε την
+ανάθρεψα, παρά την εγέννησαν άλλοι· κι αφισμένη μέσα σε σπηλιά
+Νυμφών την ανάθρεψε μια προβατίνα. Το είδα ο ίδιος· κι όταν το
+είδα εθαύμασα· κι αφού εθαύμασα την ανάθρεψα· το μολογάει κ' η
+ομορφιά της, επειδή δε μας μοιάζει καθόλου· το μολογάνε και τα
+σημάδια, επειδή είναι τόσο πλούσια, που δε μπορεί να τάχη ένας
+βοσκός. Ιδέτε τα και ζητήστε τους συγγενήδες της κόρης, ανίσως και
+δειχτή ποτέ πως ταιριάζει για γυναίκα του Δάφνη.
+
+31. Αυτό μήτε ο Δρύαντας το είπε στο βρόντο, μήτε ο Διονυσιοφάνης
+τάκουσε μ' αδιαφορία, παρά αφού εκοίταξε το Δάφνη και τον είδε να
+χάνη το χρώμα του και να κρυφαναδακρυώνη, γλήγορα εκατάλαβε τον
+έρωτά του. Κ' επειδή εφοβήθηκε περισσότερο για το δικό του το
+παιδί παρά για κόρη ξένη, εξέταζε με μεγάλη προσοχή τα λόγια του
+Δρύαντα· κι όταν είδε και τα σημάδια, που του παρουσίασε, τα
+ολόχρυσα ποδήματα, τα βρακάκια, τη φασκιά, αφού εφώναξε τη Χλόη
+της έλεγε να κάνη καρδιά, επειδή έχει πια άντρα και γλήγορα θα βρη
+και τον πατέρα της και τη μητέρα της. Κι η Κλεαρίστη αφού πήρε
+μαζί της τη Χλόη, την εστόλιζε σαν γυναίκα πια του γιου της. Μα το
+Δάφνη παίρνοντάς τον κατά μέρος ο Διονυσιοφάνης μονάχο, τον
+ερωτούσε αν είναι παρθένα. Κι άμα εκείνος ορκιζότανε ότι δεν είχε
+γίνει τίποτε περισσότερο από το φιλί και τους όρκους, αφού χάρηκε
+για τον όρκο, τους εκάθιζε στο τραπέζι.
+
+32. Τότε λοιπόν μπορέσανε να ιδούν ποια είναι η ομορφιά, όταν
+στολιστή. Επειδή αφού ντύθηκε η Χλόη κ' έδεσε τα μαλλιά της επάνω
+κ' έπλυνε το πρόσωπό της, τόσο ομορφότερη εφάνηκε σ' όλους, που κι
+ο Δάφνης μόλις την εγνώρισε. Μπορούσε να ορκιστή κανένας και χωρίς
+τα σημάδια, ότι τέτοιας κόρης δεν ήτανε πατέρας ο Δρύαντας. Μα κι
+αυτός ήταν εκεί κ' έτρωγε μαζί με τη Νάπη, έχοντας παρέα σε
+ξεχωριστό τραπέζι το Λάμωνα και τη Μυρτάλη. Πάλι λοιπόν τις
+ακόλουθες ημέρες θυσιαζόντανε σφαχτά κ' έδιναν τραπέζια, κ'
+εκρεμούσε κ' η Χλόη τάματα τα δικά της: το σουραύλι, το ταγάρι, το
+τομάρι, τα καρδάρια· έχυσε και κρασί στην πηγή, που ήτανε στη
+σπηλιά, επειδή κι αναθράφηκε κοντά της και πολλές φορές ελούστηκε
+μέσα σ' αυτή· έβαλε στεφάνια και στον τάφο της προβατίνας, που της
+τον έδειξε ο Δρύαντας· κ' έπαιξε κι αυτή κάτι με το σουραύλι στο
+κοπάδι και παρακάλεσε τις θεές, αφού και για τιμή τους έπαιζε το
+σουραύλι, να βρη εκείνους που την παραπέταξαν άξιους για το γάμο
+της με το Δάφνη.
+
+33. Όταν εγίνηκαν αρκετές οι γιορτές στην εξοχή, αποφασίσανε να
+γυρίζουνε στην πολιτεία, και για ν' αναζητήσουν της Χλόης τους
+γονιούς και για να μην αργοπορούν πια για τους γάμους τους. Αφού
+λοιπόν ετοίμαζαν με το γλυκοχάραμα τα πράματά τους, εδώκανε στο
+Δρύαντα άλλες τρεις χιλιάδες και στο Λάμωνα τα μισά χτήματα να τα
+θερίζη και να τα τρυγάη για λογαριασμό του και τα γίδια με τους
+γιδάρηδες και τέσσερα ζευγάρια βόιδια και ρούχα χειμωνιάτικα και
+τη γυναίκα του ελεύθερη. Κ' ύστερ' απ' αυτό επήγαιναν για τη
+Μιτυλήνη μ' άλογα και αμάξια και με χαρά μεγάλη. Τότες λοιπόν δεν
+τους ένοιωσαν οι χωραΐτες, επειδή εφτάσανε νύχτα· μα την άλλη μέρα
+εμαζεύτηκε στο σπίτι του, κόσμος από άντρες και γυναίκες. Οι
+άντρες εχαιρόντανε μαζί με το Διονυσιοφάνη που βρήκε το παιδί του
+και περισσότερο σαν έβλεπαν την ομορφιά του Δάφνη· οι γυναίκες
+εχαιρόντανε μαζί με την Κλεαρίστη που έφερνε μονομιάς και γιο και
+νύφη· επειδή τις εθάμπωσε κ' εκείνες της Χλόης η ομορφιά, που δε
+μπορούσε να βρεθή σ' άλλη. Με λίγα λόγια όλ' η πολιτεία επήγαινε
+να ιδή το παλληκάρι και την κοπέλα κ' εκαλοτύχιζαν από τα τώρα το
+γάμο. Κ' ευχόντανε να βρεθή κ' η γενιά της κόρης όμοια με την
+ομορφιά της· και γυναίκες πολλές από τις πολύ πλούσιες
+παρακαλούσανε τους θεούς ν' αποδειχτούν αυτές μητέρες τόσο όμορφης
+θυγατέρας.
+
+34. Μα ο Διονυσιοφάνης, αφού ύστερ' από μεγάλη σκέψη βυθίστηκε σ'
+ύπνο βαθύ, τέτοιο όνειρο, είδε. Του φάνηκε πως οι Νύμφες
+παρακαλούσανε τον έρωτα να στρέξη πια το γάμο τους· και πως
+εκείνος, αφού ελασκάρισε το δοξάρι του και το απίθωσε κοντά στη
+σαϊτοθήκη, επρόσταξε το Διονυσιοφάνη να κάνη τραπέζι σ' όλους τους
+πρώτους της Μιτυλήνης κι όταν γεμίση το τελευταίο ποτήρι, τότε να
+δείχνη σε πάσαν ένα τα σημάδια. Κ' ύστερα να τραγουδούν το
+τραγούδι του γάμου. Αφού είδε κι άκουσε αυτά, σηκώνεται χάραμα· κι
+άμα επρόσταξε να ετοιμαστή πλούσιο τραπέζι από ό,τι βγάνει η γις,
+η θάλασσα κ' οι λίμνες και τα ποτάμια, εκαλούσε όλους τους
+Μιτυληνιούς αρχόντους. Κι όταν πια ήτανε νύχτα κ' είχε γεμιστή το
+κροντήρι, που κάνουνε με δαύτο σπονδές στον Ερμή, ένας δούλος
+φέρνει μέσα σε δίσκο ασημένιο τα σημάδια· κι αρχίζοντας από δεξιά
+τάδειχνε σ' όλους.
+
+35. Από τους άλλους λοιπόν κανένας δεν τα εγνώρισε· μα κάποιος
+Μεγακλής, που για τα γερατιά του ήτανε στην άκρη του τραπεζιού,
+καθώς τα είδε, τα γνώρισε και παραπολύ δυνατά εφώναξε:
+
+ — Τι είν' αυτά, που βλέπω; τι μου γίνηκες κοριτσάκι μου; τάχατες
+κ' εσύ ζης; ή τα πήρε αυτά κανένας βοσκός που τα βρήκε κατά τύχη;
+Παρακαλώ σε, Διονυσιοφάνη, πες μου: από πού έχεις τα σημάδια; Μη
+ζηλέψης να βρω κ' εγώ την κόρη μου ύστερ' από το Δάφνη.
+
+Κι αφού εζήτησε ο Διονυσιοφάνης να ειπή εκείνος πρώτα πώς το
+παραπέταξε το παιδί του, ο Μεγακλής χωρίς να κατεβάση καθόλου τη
+φωνή του, είπε:
+
+ — Είχα λίγο βιος προτήτερα, επειδή όσα είχα τα εξόδεψα φτιάνοντας
+θέατρα κι αρματόνοντας κάτεργα. Όταν εγίνονταν αυτά, έκαμα ένα
+κορίτσι· μη θέλοντας να το αναθρέψω φτωχικά, αφού το στόλισα μ'
+αυτά τα σημάδια, το πέταξα, ξέροντας, ότι πολλοί πεθυμούνε να
+γίνουν και με τέτοιο τρόπο πατέρες. Και κοίτονταν στη σπηλιά των
+Νυμφών εμπιστευμένο στις θεές· μα εμένα με πλημμύριζαν κάθε μέρα
+τα πλούτη, χωρίς νάχω κληρονόμο· επειδή δεν είχα πια την τύχη μήτε
+κοριτσιού να γίνω πατέρας, μόνο σαν να με περιγελούσαν οι θεοί,
+μου στέλνανε τη νύχτα όνειρα, που μου φανέρωναν ότι πατέρα θα με
+κάμη ένα κοπάδι.
+
+36. Φώναξε ο Διονυσιοφάνης δυνατώτερα από το Μεγακλή· κι αφού
+πετάχτηκε επάνω, φέρνει μέσα τη Χλόη, πολύ όμορφα στολισμένη, και
+λέει:
+
+ — Τούτο το παιδί το ποραπέταξες· αυτή την παρθένα μια προβατίνα
+με την ένοια των θεών σου την ανάθρεψε, όπως μια γίδα το Δάφνη
+μου. Πάρε τα σημάδια και τη θυγατέρα σου· μα παίρνοντάς τηνε δόσε
+τη στο Δάφνη γυναίκα· και τους δυο τους πετάξαμε· και τους δυο
+τους εβρήκαμε· για τους δυο ενοιάστηκαν ο Πάνας κ' οι Νύμφες κι ο
+Έρωτας.
+
+Παραδεχότανε τα λόγια αυτά ο Μεγακλής κ' έστειλε κ' εφώναξε τη
+γυναίκα του τη Ρόδη κ' εκρατούσε τη Χλόη στην αγκαλιά του· κ'
+εκοιμηθήκανε μένοντας αυτού. Επειδή ο Δάφνης ορκιζόταν, ότι δε θ'
+αφίση σε κανένα τη Χλόη, μήτε στον ίδιο τον πατέρα της.
+
+37. Κι όταν εξημέρωσε εσυμφώνησαν κ' εγύριρισαν πάλι στην εξοχή.
+Επειδή το εζήτησαν αυτό ο Δάφνης κ' η Χλόη, μην υποφέρνοντας να
+ζούνε στην πολιτεία. Μα αποφάσιζαν κ' εκείνοι να κάμουνε
+ποιμενικούς τους γάμους τους. Αφού λοιπόν επήγανε στου Λάμωνα κ'
+έφερναν το Δρύαντα εμπρός στο Μεγακλή και τη Νάπη στη Ρόδη την
+εσύστησαν κ' ετοιμάζανε μεγαλόπρεπα όσα χρειαζόντανε για τη
+γιορτή. Έταξε λοιπόν ο πατέρας της τη Χλόη στις Νύμφες και μαζί με
+άλλα πολλά έκαμεν αφιερώματα τα σημάδια κ' έδωκε στο Δρύαντα όσα
+λεφτά έλειπαν για να γίνουνε δέκα χιλιάδες.
+
+38. Κι ο Διονυσιοφάνης όντας καλοκαιριά, έστρωσε εκεί εμπρός στη
+σπηλιά χλωρά φύλλα κι αφού εκάθισε χάμω όλους τους χωριάτες τους
+έβανε πλούσιο τραπέζι. Ήτανε εκεί ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη, ο
+Δρύαντας κ' η Νάπη, του Δόρκωνα το συγγενολόι, του Φιλητά τα
+παιδιά, ο Χρώμης κ' η Λυκαίνιο· δεν έλειπε μήτε κι ο Λάμπης που
+τόνε συχώρεσαν. Ήτανε λοιπόν σε τέτοιους ξεφαντωτάδες όλα απλά και
+χωριάτικα· ο ένας τραγουδούσε, όπως τραγουδούνε στο θέρο· ο άλλος
+έλεγε μέτωρα, όπως λένε στους ληνούς· ο Φιλητάς έπαιξε το
+σουραύλι, ο Λάμπης τη φλογέρα. Ο Δρύαντας κι ο Λάμωνας εχόρεψαν. Η
+Χλόη κι ο Δάφνης εγλυκοφιλιόντανε. Μα και τα γίδια εβόσκανε κοντά,
+σαν να είχανε κι αυτά μέρος στη γιορτή. Αυτό δεν ήτανε και πολύ
+διασκεδαστικό για τους χωραΐτες· μα ο Δάφνης εφώναξε και μερικά με
+τόνομά τους και τους έδωκε φύλλα χλωρά, και κρατώντάς τα από τα
+κέρατα τα εγλυκοφίλησε.
+
+39. Κι όχι τότε μονάχα, παρά κι όσο εζούσανε, τον περισσότερο
+καιρό τον επερνούσανε σαν βοσκοί, λατρεύοντας τους θεούς, τις
+Νύμφες και τον Πάνα και τον Έρωτα, αποχτώντας παραπολλά κοπάδια
+πρόβατα και γίδια και νομίζοντας γλυκύτατη θροφή τα πωρικά και το
+γάλα. Μα και σε γίδα έβαλαν αρσενικό παιδί τους να βυζάξη και
+κοριτσάκι, που δευτερογεννήθηκε, τόκαμαν να πιή από μαστάρι
+προβατίνας. Κ' έβγαλαν ταρσενικό Φιλοποίμη και το κορίτσι Αγέλη·
+κ' έτσι κι αυτά εγέρασαν μαζί τους. Εστόλισαν και τη σπηλιά κ'
+εκρέμασαν ζωγραφιές κ' εχτίσανε βωμό του βοσκού Έρωτα· μα και στον
+Πάνα έφτιασαν ναό για να κάθεται αντί στην κουκουναριά, βγάνοντάς
+τονε Πάνα στρατιώτη.
+
+40. Μα αυτά ύστερα τα ονομάτισαν και τα έκαμαν· τότε όμως, άμα
+ενύχτωσε, τους εσυντρόφευαν όλοι ίσαμε την κάμαρά τους, άλλοι
+παίζοντας το σουραύλι, άλλοι τη φλογέρα κι άλλοι κρατώντας αψηλά
+μεγάλες λαμπάδες. Κι όταν έφτασαν κοντά στη θύρα, ετραγουδούσανε
+με σκληρή κι άγρια φωνή, σαν να ξέσκιζαν τη γις με τσουγγράνα κι
+όχι σαν να τραγουδούσαν του γάμου το τραγούδι. Κι ο Δάφνης κ' η
+Χλόη αφού επλάγιασαν γυμνοί, αγκαλιάζονταν κ' εγλυκοφιλιόντανε, κ'
+έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα πιο πολύ κι από τις κουκουβάγιες.
+Και έκαμε ο Δάφνης της Χλόης κάτι από όσα τον είχε δασκαλέψει η
+Λυκαίνιο· και τότε η Χλόη πρωτόμαθε ότι όσα εγίνονταν στο δάσος
+ήτανε βοσκών παιγνίδια.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+1) Κοίταξε: Paul-Louis Courier «Lettres Écrites de France et d'
+Italie».
+
+2) Η πριγκηπέσσα αυτή έχει γράψει δράματα, επιγράμματα κλπ.
+
+3) Boileau «Art poétique» II, 170.
+
+4) Γυναίκα του ελληνιστή Etienne Clavier, που έγινε και πεθερός
+του Courier.
+
+5) Ο Amyot, επίσκοπος του Auxerre, που μετάφρασε και τους
+«Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Daphnis and Chloe, by Longos
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAPHNIS AND CHLOE ***
+
+***** This file should be named 37352-0.txt or 37352-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/3/5/37352/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/37352-0.zip b/37352-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..eae83b1
--- /dev/null
+++ b/37352-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..c99eda4
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #37352 (https://www.gutenberg.org/ebooks/37352)